Page 1


Αφιερωµένο Στον Νικόλα Κοντογιαννόπουλο 1975-2009

“Ήσουν ρίζα και µεταµορφώθηκες σε λαµπερό άστρο. ∆ιέγραψες µια σύντοµη δηµιουργική τροχιά και χάθηκες µέσα στους γαλαξίες του απείρου, ώσπου να σµίξουν οι διαδροµές µας µέσα στο σύµπαν.”

Αυτή η προσπάθεια είναι αποτέλεσµα της δικής σου επιµονής, «µπαρµπούλη-µου έλεγες-γράψε κάτι για την σκληρή διαδροµή της πολιτικής ήττας του προοδευτικού λαϊκού κινήµατος και τη σύντοµη ανάσταση της πολιτιστικής - πολιτικής των δεκαετιών ΄50 - ΄60. Συµµετείχες στη διαµόρφωση της πρώτης φάσης. ∆εν ευτύχησες να δεις ολοκληρωµένη την προσπάθεια. Αφιερώνεται σε ΄σένα ακριβέ µου ανηψιέ και στις γενιές των νέων των τριακοσίων ευρώ, της ηµιαπασχόλησης, στη νεολαία της µιζέριας, της υποβάθµισης, της ανεργίας και της ανασφάλειας. Σε όλους τους νέους και τις νέες που βιώνουν την υπερτιµολόγηση του ευτελούς ονείρου µιας θέσης εργασίας. Όθωνας ∆εληγιαννίδης 1


Πολλά ευχαριστώ για την προσφορά της στην Αθανασία (Νάνσυ) Αντωνοπούλου

2


Αυτοστέγαση ∆ύο γειτόνισσες συζητάνε µέσα στον µαχαλά. Έχουνε τις ανησυχίες τους για τα µελλούµενα. Περάσανε τα χρόνια και προκοπή καµιά. Όλη τους η ζωή ένας αδιάκοπος παιδεµός. Ξεριζωµός, προσφυγιά, θάνατοι. Ζήσανε δύο καταστροφικούς πολέµους. Χάσανε δικά τους πρόσωπα. Βαθιά στην ψυχή και στο κορµί τους υπάρχουν χαραγµένα σηµάδια. Τώρα προσπαθούν να δώσουνε κουράγιο η µία στην άλλη. «Αχ βρε γιαλαντζή ντουνιά. Είσαι γεµάτος πίκρες και βάσανα. Ο κόσµος τα αντέχει και µαζί τους πορεύεται. Θα ’λεγε κανείς πως γεννιόµαστε για να µετράµε τις αντοχές µας. Τώρα πάλι από την αρχή, ξανά µανά. Τα χρόνια περνάνε και φεύγουνε. Άραγε πόσα βάσανα και φαρµάκια θα πιούµε ακόµα; ∆εν περάσαµε και λίγα γειτόνισσα. Άραγε θα ’ρθει η µέρα που θα τελειώσουν τα βάσανά µας, ή θα µας τελειώσει η ζωή; Είµαστε από τους τυχερούς που επέζησαν. Ας ελπίσουµε πως γρήγορα θα ’ρθει η µέρα που θα καθόµαστε στις µικρές αυλές µας, θ’ αναπολούµε τα περασµένα.Θα µνηµονεύουµε όλους τους άτυχους που βαρέθηκαν τα βάσανα της ζωής και µας αφήσανε χρόνους. Θεριό ο άνθρωπος.Σ’ όλα αντέχει. Τώρα θα ’χουµε µια πιθαµή γης και µια κεραµίδα δικιά µας πάνω στο κεφάλι µας, να σκεπάζει την φαµίλια.» Προσπαθούν να δούνε την αισιόδοξη πλευρά. Τα χρόνια φύγανε σαν το νερό σ’ αυλάκι. Πήρανε µαζί τους την δροσιά της νιότης. ∆εν θέλουνε να χάσουν και τα κουράγια τους. Ψυχανεµίζονται πως η περιπέτεια θα τους αφήσει τα δικά της σηµάδια. Η διαδικασία της αποκατάστασης από όποια πλευρά να την κοιτάξεις έχει αδύνατα σηµεία. Όλοι τους φοβούνται πως η πρακτική εφαρµογή και προσαρµογή της ανοικοδόµησης θα βγάλει δυσκολίες. Τα πρώτα σηµάδια άρχισαν να φαίνονται. Προβλήµατα δηµιουργήθηκαν µε το που έγινε η διανοµή των οικοπέδων στους δικαιούχους κατά κατηγορία. Άρχισαν τα βασανιστικά ερωτήµατα. Ποιος θα ξεκινήσει πρώτος την κατεδάφιση; Που θα βολευτεί αυτός και η φαµίλια του όλο αυτό το διάστηµα της ανοικοδόµησης; Που θα βολέψει τα υπάρχοντά του; Πως θα ρυθµίσουν το σοβαρό πρόβληµα της επιβίωσης; Τα χρήµατα του δανείου έτσι κι αλλιώς δεν φτάνουν για το τελείωµα των εργασιών. Πόσα θα χρειαστεί να χρεωθεί ο κάθε δικαιούχος για να τελειώσει το σπίτι του; Όλα αυτά τους τριβελίζουνε το τσερβέλο. Λύσεις έτοιµες και συνταγές δεν υπάρχουν. Κανείς τους δεν έχει να περιµένει βοήθεια από άλλες πηγές. Θα στηριχθούν αποκλειστικά στις δικές τους πλάτες. Από κει και µετά θα παίξει ρόλο η ευαισθησία της συλλογικότητας και η αλληλεγγύη. Ξέρουνε από την πείρα πως µόνο η αλληλοβοήθεια µπορεί να καλύψει µεγάλο µέρος της ανεπάρκειάς τους. Η ζωή συνεχίζει την δική της πορεία χωρίς να υπολογίζει προσωπικές αδυναµίες και οικονοµικές αντοχές. Έχει τους ρυθµούς της. Λειτουργεί µε δικούς της κανόνες. Όλοι τους θα πρέπει να φροντίσουν και την βιοποριστική τους απασχόληση. Πρώτα απ’ όλα η επιβίωση. Σε διαφορετική περίπτωση κινδυνεύουν να βουλιάξουνε µέσα στο χρέος. Οι άνθρωποι της πρόνοιας ως γνήσιοι γραφειοκράτες τους µαζέψανε µια µέρα στα κεντρικά γραφεία. Όλους τους δικαιούχους. Μοιράσανε µε κλήρο τα οικόπεδα στον καθένα µε την κατηγορία του. Μετά τους δώσανε το χαρτί της τράπεζας για να µπορούν µε την πρόοδο της εργασίας να κάνουνε την ανάλογη ανάληψη χρηµάτων. Έπειτα τους εγκατέλειψαν στα προβλήµατά τους για να βράζουνε στο ζουµί τους. 3


Ήρθανε και οι πρώτες γκρίνιες µεταξύ δικαιούχων. Όλες οι ανασφάλειες και οι φοβίες βγήκανε µονοµιάς. Ψάχνουν τρόπους να διευκολύνουν το έργο τους. Η ψυχολογική φόρτιση συσσωρευµένη µέσα τους εκδηλώνεται αυθόρµητα στις µεταξύ τους ανύπαρκτες αντιθέσεις. Αρχίσανε τα παράπονα για την διαδικασία της µοιρασιάς. Πολλοί υποστηρίζουνε πως η κλήρωση τους αδίκησε. Αλλού βρισκότανε το παλιό τους πλινθόκτιστο.Αλλους γείτονες είχανε.Μπερδεύουν την συναισθηµατική τους ευαισθησία µε την διαδικασία. Η κλήρωση τους έφερε σε άλλο σηµείο, µε άλλους γείτονες. Αυτή η ρευστότητα τους προκαλεί εκνευρισµό που εκδηλώνεται µε επιθετικότητα. Ευτυχώς υπάρχουν οι πιο ψύχραιµοι και εξασφαλίζουν τις ισορροπίες. Στον συνοικισµό κατέφτασαν τα πρώτα συνεργεία οικοδόµων, τεχνητών. Αρχίσανε οι κατεδαφίσεις. Όσοι είχανε διευκολύνσεις από συγγενείς και φίλους αρχίσανε τα γκρεµίσµατα. Η φήµη για την δηµιουργία του νέου συνοικισµού έφερε πολλούς εργατοτεχνίτες για δουλειά στα προσφυγικά. Ήρθανε και µεµονωµένα άτοµα ως ανειδίκευτοι. Σε κάποια σηµεία του συνοικισµού πέσανε τα πρώτα υλικά. Η προµήθειά τους παρουσιάζει δυσκολίες. Τα χρήµατα είναι λίγα για όλα τα χρειαζούµενα : Πέτρα, Ασβέστη, Τούβλα, Τσιµέντα, Σίδερα, Αµµοχάλικα. Οι προµηθευτές γνωρίζουνε την οικονοµική κατάσταση των προσφύγων. Γι’ αυτό δεν ξανοίγονται αβασάνιστα σε µακροχρόνιες ευκολίες. Τελικά βρέθηκε αυτός που µε το αζηµίωτο άντεξε τις πιστώσεις. Το µεγαλύτερο τµήµα των νεόκτιστων προµηθεύτηκαν υλικά από τον συγκεκριµένο επιχειρηµατία. Οι πρώτες κατεδαφίσεις και τα πρώτα θεµέλια αφορούσαν τις έξη οικογένειες που διατηρούσανε καταστήµατα στα πλινθόκτιστα. Με βάση τις δικές τους απαιτήσεις δηµιουργήθηκε κάποιος χώρος που µελλοντικά θα αποτελούσε την πλατεία του νέου συνοικισµού. Ταυτόχρονα φιλοδοξούσανε να τον καθιερώσουν σαν πιάτσα (αγορά). Οι επαγγελµατίες, βάση της ιδιότητάς τους, διεκδίκησαν εκατό µέτρα οικόπεδο µε διώροφη άδεια και δικαίωµα ολικής οικοδοµικής κάλυψης του οικοπέδου · ισόγειο κατάστηµα και ο όροφος κατοικία. Τελικά η µικρή µας πλατεία δεν ευτύχισε όλα αυτά τα χρόνια να καθιερωθεί ως πιάτσα. Η διαφορά φάνηκε πολύ γρήγορα. Άλλωστε αυτό φιλοδοξούσανε όλοι τους. Και πάλι τα προβλήµατα αντιµετωπίστηκαν συλλογικά µε αλληλεγγύη και κατανόηση. Στοιχεία απαραίτητα για την λύση πολλών προβληµάτων παρά τις γκρίνιες. Άνοιξη, εποχή αναγέννησης και δηµιουργίας νέας ζωής. Αυτήν την περίοδο στον συνοικισµό υπάρχει οργασµός. Όλοι βρίσκονται επί ποδός. Προσπαθούν να ανταποκριθούν επάξια στις νέες προκλήσεις. Θέλουνε να δηµιουργήσουνε τον νέο συνοικισµό και όσο βλέπουνε έµπρακτα πως οι κόποι τους µετουσιώνονται σε γιαπιά καµαρώνουν. Επιτέλους θα έχουνε το δικό τους σπίτι. Με τίτλους ιδιοκτησίας. Νόµιµα δικό τους. Αυτό τους ανεβάζει ψυχολογικά. Τους δίνει την αίσθηση πως αρχίζουν µία καινούργια ζωή. Γι’ αυτό και µόνο είναι πρόθυµοι να µπούνε σε όποια σκληρή δοκιµασία, προκειµένου να ολοκληρώσουν όνειρα και πόθους µιας ζωής. Μια κεραµίδα πάνω από το κεφάλι τους, δικιά τους. Η νεολαία της γειτονιάς συµπεριφέρεται µε τους δικούς της ρυθµούς. Παρατηρώντας την λειτουργία της σου δίνει την εντύπωση πως βρίσκεται πέρα και έξω από κάθε προβληµατισµό. Όλα τα εντάσσουνε στην διαδικασία του παιχνιδιού µε την ζωή. Έχουν την αφέλεια της ηλικίας. 4


Προσδοκούνε να ξεπεράσουν δυσκολίες και εµπόδια µε µια δρασκελιά. Πολλοί από τους νέους αυτούς έχουν προ πολλού ενταχθεί στην παραγωγική διαδικασία. Τα νιάτα η ζωντάνια που κουβαλάνε τους γεµίζει αισιοδοξία. Θέλουν να κατακτήσουν το µέλλον. Πιστεύουνε πως τους ανήκει. Με την αισιοδοξία τους νοµίζουν πως είναι θέµα χρόνου να κατακτήσουν τον κόσµο. Υπάρχει και κάποιος µικρός αριθµός νέων που βρίσκεται σε µειονεκτική θέση. Είναι αυτοί που χάσανε τα οικογενειακά τους στηρίγµατα. Αυτοί υποχρεωτικά συµµετέχουν σε κάθε προβληµατισµό στο δικό τους άµεσο περιβάλλον. Γι’ αυτούς η ζωή τραβά τον δικό της ανήφορο, δίχως σηµαίες και ταµπούρλα. Αυτοί οξειδώθηκαν πολύ νωρίς µέσα στην σκληρή πραγµατικότητα. Κουβαλάνε στην πλάτη τους εκτός από τα οικογενειακά τους προβλήµατα και όλη την κληρονοµιά της γενιάς τους από το πρόσφατο παρελθόν.

Κορέα, ψυχρός πόλεµος αντί-κοµµουνισµός Η µοναρχό-ολιγαρχική τάξη πραγµάτων έχει πια καθιερωθεί. Εδραίωσε την κυριαρχία της. Η αστυνοµοκρατία σε πλήρη δράση. Η γενική εικόνα της χώρας ζοφερή για τους κοµµουνιστές αντιµοναρχικούς δηµοκράτες πολίτες. Όπως δείχνουν τα σηµάδια, αυτή η κατάσταση θα έχει διάρκεια. Οι αντίαποικιακοί αγώνες των λαών συνεχίζονται µε αµείωτη ένταση σε όλα τα µήκη και πλάτη της γης: Ασία-Αφρική-Λατινική Αµερική. Παντού οι λαοί αγωνίζονται να απαλλαγούν από τον κατακτητικό αποικιοκρατικό εναγκαλισµό της νέας ιµπεριαλιστικής δύναµης. Το κυρίαρχο σύνθηµα των λαών είναι «Έξω οι αµερικάνοι». Στην µακρινή Κορέα συνεχίζεται ο εθνικό-απελευθερωτικός αγώνας των Βορείων ενάντια στα αµερικανόθρευτα ανδρείκελα του Νότου. Στην βόρειο Κορέα κυριαρχούνε οι επαναστατηµένες λαϊκές δυνάµεις. Είναι έντονα επηρεασµένες από τον νικηφόρο αγώνα του Κινέζικου λαού και του ηγέτη τους Μάο Τσε Τουνγκ. Ο Αµερικάνικος ιµπεριαλισµός για να αντιµετωπίσει την παγκόσµια κατακραυγή εις βάρος του οργάνωσε και δηµιούργησε δύο επιθετικογενείς στρατιωτικούς συνασπισµούς υποχρεώνοντας όλους τους «συµµάχούς» τους να τους στηρίξουν οικονοµικά και µε στρατιωτική συµµετοχή στις επιχειρήσεις τους. Οι δύο συνασπισµοί: το ΝΑΤΟ, µε ευθύνη συνολική για Ευρώπη και Αφρική, και το ΣΕΑΤΟ, µε συνολική ευθύνη στην Ασιατική και στην ευρύτερη περιοχή της Λατινικής Αµερικής. Ο ρόλος τους πέρα για πέρα τροµοκρατικός και κατασταλτικός για τους επαναστατηµένους λαούς κάθε περιοχής. Στον στρατιωτικό συνασπισµό του ΝΑΤΟ συµµετέχει και η χώρα µας µε οικονοµική στήριξη και ορισµένες στρατιωτικές µονάδες µε απόφαση των κυβερνήσεων του µοναρχό-ολιγαρχισµού. Στον πόλεµο της Κορέας τα πράγµατα για τους ιµπεριαλιστές δεν πάνε καθόλου καλά.Η Αµερική υποχρεώθηκε να στείλει δυνάµεις του ΝΑΤΟ προκειµένου να ανατρέψει την σε βάρος της κατάσταση. Με βάση αυτούς τους σχεδιασµούς στάλθηκαν από την χώρα µας αρκετές χιλιάδες στρατεύσιµοι σε όλη την διάρκεια του πολέµου. Ο εµφύλιος πόλεµος µεταξύ βόρειο και νότιο-κορεατών κράτησε σχεδόν µία δεκαετία. Οι Ελληνικές κυβερνήσεις µε την βοήθεια των Αµερικάνων δηµιούργησαν µια 5


φόρµουλα για προπαγανδιστικούς λόγους που αφορούσε την εθελοντική συµµετοχή των Ελλήνων στρατευµένων στον πόλεµο. Φαινοµενικά επιλέγονται όσοι εθελοντικά δηλώνουν πως επιθυµούν να πάνε στην Κορέα. Η πραγµατική αλήθεια όµως λέει πως κάτω από το γενικό ψυχροπολεµικό κλίµα… την τροµοκρατία και τον αντίκοµµουνισµό, ο κάθε νεοσύλλεκτος στρατιώτης που προέρχεται από αντιµοναρχική, δηµοκρατική και αριστερή οικογένεια καλείται να επιλέξει. Η επιλογή αφορά την οικογενειακή δηµοκρατική παράδοση µε περγαµηνές αγώνων που είναι καταγεγραµµένοι και καταχωρηµένοι στον φάκελο της υπηρεσίας γενικής ασφάλειας σε οικογενειακή µερίδα. Η επιλογή θα γίνει ανάµεσα στα καψώνια και στους εξευτελισµούς από µια στρατιωτική ιεραρχία διανοητικά ανάπηρη µε νοσηρή φαντασία. Θα δεχθεί την αποποµπή του από τον στρατό και θα περάσει την θητεία του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης νεοσύλλεκτων Κοληνδρού – Μακρονησίου – Μπογιατίου και άλλες περιοχές; Ή θα επιλέξει να µεταβεί εθελοντικά στον πόλεµο της Κορέας; Εκεί θα πληρώνεται αντί των τριάντα δραχµών που παίρνουν οι Έλληνες οπλίτες σε κανονικό µισθό µε δολάρια αρκετά παχυλό. Ταυτόχρονα έχει την προνοµιακή υπόσχεση της επίσηµης στρατιωτικής ηγεσίας, πως η αποστολή του στον πόλεµο της Κορέας ενισχύει τον αποχρωµατισµό του από τον χαρακτηρισµό του κοµµουνίστο-συµµορίτη. Παράλληλα δηµιούργησαν και µια σειρά άλλα ευεργετικά µέτρα διευκόλυνσής τους για τον µετέπειτα πολιτικό βίο· όπως έκδοση διαβατηρίου χωρίς διατυπώσεις. Έκδοσης διπλώµατος οδήγησης επαγγελµατικής χρήσης για όλες τις κατηγορίες, συµµετοχή σε συλλόγους αποστρατευθέντων του πολέµου της Κορέας. Οι σύνδεσµοι αυτοί διεκδικούσαν σπίτια δάνεια µακροχρόνια και άτοκα και µία σειρά άλλα ευεργετήµατα. Πολλά ελληνόπουλα βρέθηκαν µ’ αυτό το δέλεαρ στην µακρινή Κορέα να τραγουδάν το γνωστό « κι έχουν βάψει τους κίτρινους στο αίµα να τους µάθουν τι θα πει ελευθερία ». Υπερασπίζονται τα «εθνικά» ιδανικά της ελευθερίας από τους κίτρινους δαίµονες του κοµµουνιστικού ολοκληρωτισµού. Η πραγµατική εικόνα αποκαλύφθηκε όταν άρχισαν να έρχονται τα πρώτα ελληνικά φέρετρα από την Κορέα. Τότε άρχισε µία ευρείας κλίµακας καµπάνια ενηµέρωσης του λαού από την Ε∆Α. Το γενικό κλίµα πολύ λίγο συνηγορούσε να γίνει κατανοητό το πρόβληµα σε όλο του το φάσµα. Το καθεστώς της βασιλευόµενης κοινοβουλευτικής δηµοκρατίας δεν τολµά να προβεί σε µέτρα ειρήνευσης. Οι πληγές νωπές ακόµα. Φόβος φυλά τα έρµα. Όσοι βάψανε τα χέρια τους σε αίµα αθώων αγωνιστών φοβούνται και τον ίσκιο τους. Ενισχύουν µε κάθε τρόπο την τροµοκρατία και την ψυχροπολεµική ατµόσφαιρα. Συµπεριφέροντε επιθετικά. Μισούν κάθε δηµοκράτη αντιµοναρχικό πολίτη. Είναι έτοιµοι να κατασπαράξουν οποιονδήποτε τους δηµιουργήσει την παραµικρή ανασφάλεια.

Καθηµερινότητα στην γειτονιά Μέσα στους µαχαλάδες στα παραπήγµατα και τις γύρω γειτονιές υπάρχουν οικογένειες από αυτές που οι µοναρχό-ολιγαρχικοί τις ονόµασαν ανταρτόπληκτες. Μία οικογένεια από αυτές έκανε κατάληψη στο παλιό µαγερειό του σχολείουπαράγκα. Ήταν ένας µεγάλος χώρος που χρησιµοποιήθηκε για κουζίνα και ένας 6


µικρός που ήταν το κυρίως µαγερειό µε το καζάνι να βράζει. Αυτά τα µετατρέψανε οι άνθρωποι σε δωµάτια για να βολευτούν. Φτιάξανε και ένα µικρό κτίσµα από έξω για τουαλέτα. Σ’ αυτόν τον χώρο έµεναν έξη ψυχές. Το αντρόγυνο, τρεις κοπέλες που πέρασαν από πολλού την εφηβεία και ο µικρός τους γιος. Οι κοπέλες αρκετά όµορφες. Η µεγάλη ξανθιά γαλανοµάτα και άσπρη σαν το γάλα. Η µεσαία τσαχπίνα καστανόξανθη. Η µικρή µελαχρινή και νόστιµη. Αυτό το διάστηµα και ενώ το πολιτικό κλίµα είναι ζόρικο, µέσα στον µαχαλά µας προέκυψε η παρουσία ενός σµηνίτη. Θητεία υπηρετούσε στην 110 πτέρυγα µάχης, ειδικότητα µάγειρας. Ψηλός, λιγνός, σγουροµάλλης µελαχρινός. Κάτω από την µύτη φορούσε ένα ψιλό µουστάκι σαν ουρά ποντικιού. Όταν σεργιανούσε στην γειτονιά ότι φορούσε ήταν πάντα καθαρό και καλό-σιδερωµένο. Συνήθως φόραγε τα ρούχα της αεροπορίας. Μπλε παντελόνι µε τσάκιση ξουράφι.Πουκάµισο σιέλ στο χρώµα της ΡΑΦ, µπουφανάκι της αεροπορίας.Κάλτσες άσπρες πάντα.Παπουτσάκι σκαρπίνη σεβρό ποτηράτο. Τα µαλλιά πάντα φρεσκολουσµένα πασαλιµένα µε µπριγιόλ, φρεσκοξυρισµένος, αρωµατισµένος. Στα µάτια µόστρα γυαλικό µαύρο. Πέρναγε και γέµιζε ο δρόµος ευωδιά. Όταν περπάταγε είχε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού. Με τρόπο έντεχνο σήκωνε λίγο τα µπατζάκια για να φαίνονται οι κάτασπρες καθαρές κάλτσες του και τα γυαλιστερά ποδήµατα. Το πουκάµισο και το µπουφάν το άφηνε ξεκούµπωτο µέχρι κάτω στην κοιλιά για να φαίνεται το φαλακρό του στήθος. Στην καθηµερινή βόλτα µύριζε από µακριά κολόνια ανάµικτη µε µπριγιόλ. Τα µαλλιά του παρ’ ότι σπαστά τα είχε κολληµένα πάνω στο καύκαλο. Οι δύο φαβορίτες του κρεµόταν κάτω από τα αυτιά σαν δύο αναποδογυρισµένα βουρτσάκια. Από την πρώτη του εµφάνιση στην γειτονιά έβλεπες µια αδύνατη φιγούρα να περπατά. Ίδιος ο Τιραµόλα. Στην κωλότσεπη του παντελονιού του φούσκωνε παράταιρα το περίστροφο που κουβαλούσε απαραίτητα. Όταν τον ενοχλούσε το µετέφερε στην από µέσα τσέπη του µπουφάν. Την κίνηση αυτή την έκανε αργά και προκλητικά µπροστά σε κόσµο. Πρώτη, δεύτερη βόλτα µέσα στον συνοικισµό, δεν άργησε να εντοπίσει το τυρί. Για τον Τιραµόλα τυρί ήταν η µεγάλη κοπέλα που έµενε στο παλιό µαγερειό. Τα παιδιά στα παραπήγµατα κόψανε κίνηση του Τιραµόλα µε τα σιδερικά στην κωλότσεπη. Είδαν και την λίαν προκλητική συµπεριφορά του. Ερεθίστηκαν είναι αλήθεια. Ξαµόλησαν λυτούς και δεµένους να µάθουν περί τίνος πρόκειται. Τα µαντάτα ήρθαν γρήγορα. Ο ψηλόλιγνος µόρτης µε το λατινοαµερικάνικο προφίλ προέρχεται από µια λαϊκή συνοικία της Αθήνας, θητεία υπηρετεί, µάγειρας η ειδικότητά του. Είναι και χαφιεδάκος στην Α.Μ. (αστυνοµία µονάδας). Μια και το είχε συνήθεια το καθιέρωσε σε µόδα το χαφιεδιλίκη. Συνεργαζόταν και µε το παράρτηµα ασφαλείας της Ε.Β.Χ. (ελληνική βασιλική χωροφυλακή). Ο γόης δεν συνάντησε καµιά δυσκολία στις ερωτικές του επιδροµές. Η µεγάλη αδερφή ενέδωσε αρκετά γρήγορα στις πολιορκίες του. Χωρίς χρονοτριβή πιάστηκε στο δόκανο. Ήταν και πανέµορφο το άτιµο. Ο Τιραµόλας παρίστανε τον µοβόρο, τον ζόρικο. Πούλαγε αγαπητιλίκι. Νευρίαζε µε το παραµικρό. Άµα περπάταγε στο σεργιάνι ήταν όλο τσαλίµια, φιγούρα και σκέρτσο σαν γεροντοκόρη γκόµενα. Έκανε επίδειξη προκλητικά. Τα παιδιά του συνοικισµού το κάνανε ζήτηµα µεταξύ τους. Αναρωτήθηκαν αν θα ήταν φρόνιµο να τον χειροτονήσουν. Τελικά οι πιο ψύχραιµοι αποφάνθηκαν πως η περίοδος δεν ευνοεί τις χειροτονίες. ∆ώσανε τόπο στην οργή. Άσε τώρα µην δηµιουργήσουµε αφορµή και οξυθούνε τα πνεύµατα. Θα γίνουµε αιτία 7


να γεµίσει ο συνοικισµός χαφιέδες και ασφαλίτες. Άστε ρε παιδιά. Ας το βρει από αλλού το παλικάρι. Στο µεταξύ η πιτσιρίκα τον έβαλε στην µέγγενη. Ο µόρτης το τυρί το είδε, την φάκα δεν πρόσεξε. Η µικρά τον κουλούριασε. Κάλεσε και κόσµο πολύ από τον συνοικισµό στον γάµο. Όλοι πήγαν στην στέψη µε τα δώρα τους όπως συνηθιζόταν. Τώρα µέσα στα λίγα τετραγωνικά της κατοικίας προστέθηκε άλλη µια ψυχή. Πολλοί άνθρωποι περνάν µαζί πολλές ώρες, µε όλες τις ζωτικές ανάγκες τους σε λειτουργία. Με τον γάµο τα παιδιά στον συνοικισµό είπαν πως ο Τιραµόλας θα σταµατήσει την προκλητική συµπεριφορά και τις κακιές συνήθειες. Έλα όµως που όπως λέει ο σοφός λαός η ψυχή φεύγει αλλά το χούι µένει. Ο µάγειρας συνεχίζει στον ίδιο σκοπό. Είναι και µερακλής ο άνθρωπος. Ρίχνει τα τσιπουράκια του, τα κρασάκια του. Έριχνε και καµιά στροφή άµα λάχαινε. Το είχε το αποθηµένο να είναι µπελαλής. Του άρεσε να κουσουµάρεται για κορνάζος. Όταν έριχνε κάνα ποτηράκι παραπάνω στο στοµάχι όλους γύρω τους έβλεπε σαν µύγες πάνω στο γυµνό σπαθί του. Πούλαγε µούρη νταή.Κανένας δεν αγόραζε. ∆ύσκολα τα χρόνια. ∆εν είναι καιρός για αποκοτιές. Την πλέµπα όλοι την ανθίζονται αλλά την κάνουνε γαργάρα. Ώσπου µία των ηµερών γύρισε στον συνοικισµό ο Νικόλας ο γιος του ξυλοκόπου, ο δάσκαλος όπως του άρεσε να τον φωνάζουν στον µαχαλά. Ο Νικόλας παλικαράκι πια εδώ και καιρό έπιασε δουλειά σε ένα γκαράζ. Σταθµός αυτοκινήτων είναι. Εκεί αράζουν αυτοκίνητα φορτηγά. Μια µεγάλη µάντρα είναι. Ο Νικόλας προσελήφθει για όλες τις βοηθητικές δουλειές. Τα βράδια νυχτοφύλακας. Την ηµέρα βοηθούσε τους οδηγούς να αλλάξουν λάδια, να γρασάρουν, να πλύνουν τα αυτοκίνητα. Αλλάζουν φθαρµένα λάστιχα, ανταλλακτικά. Πολλές φορές ακολουθούσε στο ταξίδι κάποιο φορτηγό σαν συνοδηγός. Μάθαινε να σοφάρει ξεκουράζοντας τον οδηγό. Πηγαίνανε στα γύρω χωριά και τις πόλεις. Κάνανε µεταφορές εµπορεύµατα διάφορα. Ο δάσκαλος κοντός στο ανάστηµα. Συµµετρικές αναλογίες στα µέλη του σώµατος. Σφιχτοδεµένος. Αυτό που λέµε γυµνασµένο κορµί. Εύρωστος µε δυνατούς µυς. Το πρόσωπό του είχε αδρά χαρακτηριστικά. Μαύρα µαλλιά καστανά µάτια. Φαρδοπρόσωπος µε πηγούνι τρίγωνο. Κάτω από την µύτη του φόραγε ένα φαρδύ µουστάκι µαύρο. Στην κωλότσεπη είχε πάντα µια µικρή τσατσάρα (χτένα). Κάπου, κάπου την τράβαγε µε µια απότοµη κίνηση και µ’ αυτή χτένιζε το φαρδύ µουστάκι του. Αυτές τις µέρες κάποια αναποδιά στην δουλειά τον οδήγησε στο πατρικό. Με την ευκαιρία σκέφτηκε να κάνει ένα ζεστό σπιτικό µπάνιο στην σκάφη στο πλυσταριό. Θα ξεβροµίσω, θα ξεκουραστώ λίγο και θα δω πάλι τα φιλαράκια της γειτονιάς. Όλα γίνανε όπως τα φαντάστηκε. Αντάµωσε µε τους φίλους του. Άρχισαν το σεργιάνι στα καφέ – τσιπουράδικα. Πίνουνε τα τσιπουράκια, τα κρασάκια τους. Πάντα µε ορθάνοιχτα τα φύλα της καρδιάς σαν παραθύρια. Μέσα από το πιοτό βγαίνει και η κανταδίτσα. Αυτό τους βγάζει στα σοκάκια του µαχαλά. Έτσι στο πουθενά. Φτάνει να συριανά µαζί τους και το τραγούδι. Να σκορπιούνται οι νότες στο ελαφρό µινόρε, πάνω σε αγαπησιάρικους τόνους, όλο παράπονο και µεράκια. Το πιο συνηθισµένο τους στέκι ήταν το καφέ του Πάντζου. Εκεί δέσποζε η παρουσία του Λέων, Τιτίγκα όπως τον φωνάζανε όλοι. Σ’αυτό το καφέ – ουζερί µαζευόταν όλοι οι νέοι. Όλο άνδρες µέσα. Η νεολαία γέµιζε την σάλα βαρβατίλα και οινόπνευµα. Από αυτό το µαγαζί θα πέρναγε και κάθε χαφιές που ήθελε να κόψει κίνηση για τις συµπεριφορές των νεαρών. Ήταν µέσα στις προδιαγραφές των 8


υποχρεώσεών τους στην ρουτίνα της καθηµερινότητας. Επιβάλλεται να γίνεται αισθητή η παρουσία τους στους ατίθασους κατοίκους του προσφυγικού συνοικισµού. Μ’ αυτό το πνεύµα άνοιξε την πόρτα του καφέ και ο Τιραµόλας εκείνο το βράδυ. Με το που πέρασε το κατώφλι της πόρτας το µάτι του γύρισε όλο το µαγαζί. Το βλέµµα του έπεσε στην παρέα του Νικόλα. Είδε το τραπέζι γεµάτο, άδεια πενηνταράκια τσίπρο. Όλους του ψιλογνώριζε. Άλλους εξ όψεως, άλλους µε τα µικρά τους ονόµατα. Εκείνον τον κοντακιανό µε το φαρδύ µουστάκι τον βλέπει πρώτη φορά. Ξανά έριξε την µατιά του. Το βλέµµα τους συναντήθηκε στον αέρα. Ο µάγειρας δεν ανέχθηκε το περήφανο βλέµµα του κοντού. Έριξε και πάλι τη µατιά του προς το τραπέζι. Τώρα οι µατιές τους συναντήθηκαν σαν κοφτερά σπαθιά. Ο χαφιές της Α.Μ. θεώρησε αυθάδεια την επιµονή του κοντού να τον καρφώνει µε τα µάτια. Άρχισε να τον κοιτάζει προκλητικά. Πείρε την απόφαση, θα σπάσει τον τσαµπουκά αυτού του θρασύ κωλόµαγκα. Κατέβασε στα γρήγορα τρία ποτηράκια τσίπουρο. Άναψε ένα τσιγάρο και το άφησε να αιωρείται στο κάτω χείλος κολληµένο. Προχώρησε προς το τραπέζι της παρέας του κοντού. Απευθυνόµενος στον δάσκαλο ρώτησε µε άγριο προκλητικό και µάγκικο ύφος συνοδευόµενο από νταηλίκη. «Τι µε κόβεις ρε κωλόµαγκα;» Ο Νικόλας όπως ήταν καθισµένος τον κοίταξε το ίδιο άγρια στα µάτια και είπε δυνατά και προκλητικά. Γιατί µε κόβεις και ’συ µ’ αυτά τα γαµηµένα τα µάτια σου που µοιάζουν κουµπότρυπες παλιοµαλάκα. Ο Τιραµόλας τον άρπαξε από τα πέτα, τον σήκωσε όρθιο και του κατάφερε δυο χαστούκια στα µούτρα, κατάφατσα. Για πότε ο Νικόλας έσκυψε; Πως τον άρπαξε από τα πόδια; Τον άδειασε και τον πέταξε στο πάτωµα σαν άδειο σακί. Πριν καταλάβει κανείς το παραµικρό κάθισε πάνω στην µέση του Τιραµόλα. Το µόνο που είδαν όταν συνήλθαν ήταν τον χαφιέ κάτω στο τσιµέντο. Πάνω του ο Νικόλας να του δίνει γροθιές στα µούτρα. Σηκώθηκαν όλοι από τα γύρω τραπέζια. Πιάσανε τον Νικόλα. Τον τραβήξανε από πάνω από τον Τιραµόλα. Τον πήρανε λίγο πιο πέρα. Είδαν και τον µάγειρα κάτω αιµόφυρτο, όλο το πρόσωπο είχε αίµατα. Τον σηκώσανε όρθιο. Αυτός άρχισε να απειλεί θεούς και δαίµονες. Από την άλλη πλευρά ο Νικόλας προσπαθούσε να ξεφύγει από τον ασφυκτικό κλοιό. Φώναζε, ξεφυσούσε σαν ατµοµηχανή, βλαστηµούσε. Ήθελε να τον αφήσουν. Θα τον τελειώσω τον άτιµο σήµερα, φώναζε. Ο µάγειρας εξακολουθούσε να πουλά αγριάδα. Τότε ο Νικόλας του όρµισε και πάλι. Προσπάθησε να τον αδράξει. Ένας φίλος του τον τράβηξε µακριά. Κάτσε φρόνιµα τώρα, φτάνει πια. Τι άλλο θέλεις; Το έκανες χόντζα τον άνθρωπο. Σιγά σιγά τον τράβηξε έξω από το µαγαζί. ∆υο φιλαράκια του είπαν. Πάµε µια βόλτα να πάρουµε αέρα, να ηρεµήσουµε λίγο. Μέσα στο µαγαζί κάποιος τράβηξε τον Τιραµόλα. Του ψιθύρισε. Έλα τώρα, ησύχασε. Βλέπεις ο άλλος είναι σαν ταύρος, δεν κρατιέται. Τι ψάχνεις; Για το καλό σου. Από την άλλη ο Νικόλας στην βόλτα. Ο φίλος του σε µια στιγµή του είπε πως ο ξερακιανός είναι χαφιές. Ο Νικόλας µόλις τ’ άκουσε γύρισε πίσω τρέχοντας. Πάω να τον τελειώσω τον σκατόπουστα, είπε. Ο φίλος του τον κυνηγούσε ξοπίσω του. Του βγήκε η ψυχή να τον προφτάσει. Έλα δω µωρέ παλαβέ! Που πας; Αυτός κρατά πάνω του περίστροφο. Άσε µε σου λέω, θα πάω να του το βάλω στον κώλο του µαλάκα, φώναζε ο κοντός. Με τα πολλά πες – πες κατάφεραν να τον ηρεµίσουν και συνεχίσανε την βόλτα τους. Αυτή ήταν η τελευταία εµφάνιση του Τιραµόλα µέσα στα πλινθόκτιστα. ∆εν 9


ξαναπάτησε στον συνοικισµό. Σε ένα µήνα περίπου απολύθηκε. Πήρε την γυναίκα του και κατέβηκαν για την Αττική. Πιάσανε Πέραµα – Σκαραµαγκά. Το προσλάβανε για δουλειά στα ναυπηγεία του Νιάρχου. Εργαζόταν θυρωρός στο εργοτάξιο της ναυπηγό-επισκευαστικής. Μαντρόσκυλο που χαφιέδιζε τους εργατοτεχνίτες των συνεργείων. Ο Νικόλας µετά από λίγο διάστηµα ξαναγύρισε στην δουλειά του στο µαγαζί. Κοινωνία – κόσµος – συµπεριφορές Στις κοινωνίες που ζούµε λειτουργούµε µε βάση κάποιους κανόνες συµπεριφοράς. Αυτοί καθορίστηκαν και επεβλήθηκαν µε ανορθόδοξο τρόπο από τις κυρίαρχες δυνάµεις. Οι ενέργειες των µελών κάθε κοινωνίας δεν είναι πάντα ίδιες. ∆ιαφέρουν ανάλογα µε την ταξική τους θέση και την κοινωνική διαστρωµάτωση. Το αποτέλεσµα δεν είναι εναρµονισµένο σε προοδευτική κατεύθυνση προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Οι αιτίες είναι ορατές και αναγνωρίσιµες µιας και το κάθε κοινωνικό στρώµα υπερασπίζεται τα συµφέροντά του µε κάθε µέσον. Τα ποσοστά συµµετοχής των κοινωνικών στρωµάτων στις διαδικασίες λειτουργίας καθορίζονται σε µεγάλο βαθµό από τις δυνατότητες αποφασιστικής παρέµβασης και επιτυχίας των στόχων. Η κυρίαρχη τάξη κατέχει όλες τις προϋποθέσεις που της εξασφαλίζουν την δυνατότητα επιλογής των όρων του παιχνιδιού και το όρια ανοχής και αντοχής. Η υπεροχή της ευνοείται και από τις λανθασµένες ενέργειες των υπόλοιπων κοινωνικών στρωµάτων. Ένα τέτοιο κλίµα δηµιουργεί ρήγµατα στην συνοχή και την αλληλοκάλυψη της πλειοψηφίας των πολιτών. Εµποδίζεται η οµαλή µετεξέλιξη µε αποτέλεσµα πολλοί πολίτες-µέλη της κοινωνίας, να οδηγούνται σε λανθασµένα συµπεράσµατα µαταιοδοξίας. Για όσους ζήσαµε παλιότερες εποχές δοκιµασίας, τότε που η φτώχεια περίσσευε σε όλο τον πληθυσµό, θα θυµηθούµε πως η συµπεριφορές µας, µεταξύ πολιτών, λειτουργούσαν µε ανεπτυγµένο το αίσθηµα της κοινωνικής αλληλεγγύης. Είχαν σαν βάση την ανιδιοτέλεια την συλλογικότητα και την προσφορά. Σε αυτήν την κατεύθυνση βοηθούσε το γενικό κλίµα που διαµόρφωνε την ψυχολογική διάθεση του κόσµου. Όλοι αντιλαµβανόµαστε πως ο λαός βράζει στο ίδιο καζάνι. Σε τέτοιες περιόδους το σύνολο των πολιτών ενεργεί µε όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν µια υγιή κοινωνική συνοχή και αλληλοβοήθεια. Επιβεβαιώνει την υπεροχή του ανθρώπινου είδους σαν δηµιούργηµα που ελαχιστοποιεί τις εγωιστικέςεγωκεντρικές τάσεις. Ατοµισµός, σωβινισµός, ρατσισµός και κάθε αντικοινωνική συµπεριφορά. Αυτή είναι η ανθρωποκεντρική κοινωνία που επιβεβαιώνει την ποιοτική διαφορά στο περιβάλλον. Πάντα θα υπάρχουν εξαιρέσεις που θα επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Θα υπάρξουν οι άνθρωποι που σε τέτοιες στιγµές λειτουργούν υποκειµενικά, και µε γνώµονα το προσωπικό συµφέρον θα εκµεταλλευτούν κάθε αδυναµία και ευαισθησία του λαού µε στόχο το αθέµιτο παράνοµο πλουτισµό και την προβολή. Είναι αυτοί που µέσα από την µαταιοδοξία τους κυνηγάνε την εφήµερη ευτυχία. Τους γοητεύει η απατηλή εικόνα του καπάτσου και του πετυχηµένου. Όλα αυτά διαµορφώνουν τον χαρακτήρα και σηµαδεύουν την συνολική στάση ζωής του καθενός. Η προσωπικότητα του κάθε µέλους της 10


κοινωνίας που ζούµε, σχηµατοποιείται από την ευαίσθητη ηλικία πολύ πριν την εφηβεία. Οι πυλώνες στήριξης του συστήµατος διαµορφώνουν τις συνειδήσεις των πολιτών. Εµείς αποδεχόµενοι αυτή την µεθοδολογία, καλούµαστε να αναπαράγουµε διαιωνίζοντας το σύστηµα µε τα είθειστε και τα πρέπει. Ο τρόπος εκπαίδευσης µιλά για «αρχές» και «παραδόσεις». Βοµβαρδίζει καθηµερινά το παρθένο µυαλό του νέου µε µία µέθοδο επιστηµονικά µελετηµένη, διαµορφωµένη από τους πλέον ιδιοτελείς και συντηρητικούς επιστηµονικούς κύκλους της χώρας. Από θιασώτες και λάτρεις της µεταφυσικής φιλοσοφίας. Ακραιφνείς υποστηρικτές της εκµετάλλευσης των πολλών από τους λίγους. Ότι διδάσκουν το παρουσιάζουν ως «παράδοση» του έθνους µε ιστορικές καταβολές. Από αυτούς κανείς και ποτέ δεν σεβάστηκε πατρίδα και έθνος. Κυριολεκτικά µισούν τον λαό που ζεί, αγωνίζεται και υπερασπίζεται µε το αίµα του αυτόν τον τόπο. Πράγµα που απροκάλυπτα δείχνουν µε την συµπεριφορά τους. Ποτέ δεν αναφέρονται στις ρεαλιστικές αλήθειες. Όλοι οι λαοί έχουν µύθους. Είναι δηµιουργήµατα σκληρών αγώνων και ιστορικών διαδροµών για την επιβίωσή τους. Ο κάθε λαός, ανάλογα µε την περίοδο και τις ανάγκες του, θα µυθοποιήσει τους ήρωές του. Προσδίδει σ’ αυτούς διαστάσεις υπερφυσικές που αγγίζουν τα όρια της µεταφυσικής. Η µυθολογική ρίζα κάθε λαού καθορίζει το αν η στάση ζωής του θα έχει προοδευτική ή συντηρητική κατεύθυνση. Αν στηρίζεται σε ανθρωποκεντρική (ουµανιστική) βάση µε έντονα συλλογικά ανιδιοτελή κριτήρια. Αν πρωταγωνιστής στους µύθους είναι προσωποποιηµένος ο ίδιος ο λαός. Σε αντίθετη περίπτωση θα στηρίζετε υποχρεωτικά σε συντηρητικές φιλοσοφικές αρχές εγωκεντρισµού. Θα παίρνει διαστάσεις µεταφυσικές. Θα αναπτύσσει όλες τις εγωπαθείς πλευρές φορτισµένες µε ιδιοτέλεια. Θα είναι πάντα ενάντια στην συλλογικότητα όταν δεν αναδεικνύεται η δύναµη του ενός, του µοναδικού, του φωτισµένου. Αυτή η φιλοσοφική αντίληψη πρακτικά είναι βαθιά αντιλαϊκή µε στόχο τα λαϊκά στρώµατα όταν την θέτουν σε αµφισβήτηση. Προσπαθεί να προσαρµόσει την θεωρητική της επιχειρηµατολογία σε σύγχρονο προοδευτικό λόγο. Αυτό την υποχρεώνει να έρθει σε αντιθέσεις µε την ίδια την φιλοσοφική της βάση. Όταν υποχρεώνεται από τις συνθήκες κάθε εποχής να διαλέξει την πλευρά των πολλών ή την δύναµη του ενός, του «µοναδικού», πάντα τάσσεται υπέρ του ενός. Λόγω αδυναµίας προσπαθεί να τον περιβάλλει µε φωτοστέφανο και πολύ µυστήριο, προσδίδοντας στην ανύπαρκτη οντότητά του διαστάσεις υπερφυσικές. Για την δική µας χώρα αυτή η φιλοσοφική µυθοπλασία είναι ξενόφερτη. Μέσα στην µακρόχρονη ιστορική διαδροµή ανά τους αιώνες δέχτηκε επιδροµές και επιδράσεις από κατακτητές και εξουσίες. Για χιλιάδες χρόνια υπήρξε κέντρο φιλοσοφικών ρευµάτων που άφησαν ανεξίτηλα σηµάδια. Ένα από αυτά είναι και η ιουδαϊκή θρησκευτική µυθοπλασία, στην πιο συντηρητική µορφή της σιωνιστικής θρησκευτικής εκδοχής. Αυτή βόλευε την άρχουσα τάξη που πέρναγε βαθιά κρίση παρακµής. Μόνο που χρειάστηκε να γίνουν κάποιες διασκευαστικές παραλλαγές ελληνοποίησης. Επιβλήθηκε δια της βίας στον λαό και µετά από κάποιες χιλιετίες, και ύστερα από εκατόµβες θυµάτων, έγινε η επίσηµη και διδακτέα ύλη για όλες τις βαθµίδες εκπαίδευσης για τα παιδιά του λαού. Μας υποχρεώνουν µέχρι σήµερα να ασπαστούµε ένα κόσµο που αντικειµενικά δεν υπάρχει. Ο καθένας µε τις 11


δυνατότητες και τις ανησυχίες του και ανάλογα τις βιωµατικές εµπειρίες προσπαθεί να διευρύνει τις γνώσεις του για να καταλάβει αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα. Μέσα από τέτοιους προβληµατισµούς γίνεται αντιληπτό πως οι ερµηνείες φαινοµένων από τις επίσηµες κρατικές πηγές εξυπηρετούν συγκεκριµένα αντιλαϊκά συµφέροντα. Αποκαλύπτουµε πως ότι µέχρι σήµερα διδαχθήκαµε επίσηµα είναι υποκριτικά κατασκευάσµατα, ψεύδη ασύστολα, κοροϊδία καλοστηµένη από µία εξουσία που µηχανορραφεί ενάντια στα λαϊκά συµφέροντα. Μιλούν για αυτοκρατορίες, για βασιλιάδες ελέω θεού, για θαύµατα Αγίων, για άρχοντες-αφέντες και δούλους. ∆ούλοι είναι πάντα οι λαοί. Σ’ αυτό το παιχνίδι πρωταγωνιστικό ρόλο ανέκαθεν είχε η ιεραρχία της εκκλησίας και το σχήµα της. Μας µιλούν για παράδεισο και κόλαση. Για ενάρετους και αµαρτωλούς. Καθορίζουν κριτήρια διαχωρισµού των πολιτών. Σε αυτούς που θα απολαµβάνουν τον επίγειο παράδεισο και θα ’µπούν στην κόλαση στην µεταθανάτια ζωή, που είναι η λίγοι της ολιγαρχίας, και στους πολλούς που θα απολαµβάνουν καρτερικά την επίγεια κόλαση αµειβόµενοι µεταθάνατο, κερδίζοντας την βασιλεία των ουρανών στον παράδεισο. ∆εν λεν κουβέντα για τον επίγειο παράδεισο και ποιος τον απολαµβάνει, πως τον αποκτά. Απλά όσοι δεν τρώνε κουτόχορτο και µε τον τρόπο τους ερευνούνε τας γραφάς, διαπιστώνουν πως κατά βάση οι επί της γης άρχοντες είναι οι πλέον διεφθαρµένοι, αµαρτωλοί. Στην πλειοψηφία τους ψεύτες, αγύρτες και λοποδήτες. Αυτοί κρατούν ζηλότυπα για προσωπική τους χρήση τον επίγειο παράδεισο. Τις περισσότερες φορές ασκώντας βία ενάντια στους πολλούς και χρησιµοποιώντας αθέµιτα µέσα, µε την επικουρία εκκλησίας και κρατικών αρχών. Όλα αυτά είναι µέρος µιας σκληρής δοκιµασίας που µας επιβάλλει ο «Κύριος» ως ποίµνιό του. Τώρα γιατί ο «Κύριος» διαλέγει πάντα εµάς τους κολασµένους για να µας υποβάλλει σε δοκιµασία; Αυτό ανήκει στην σφαίρα της αντίφασης της υποκειµενικής φιλοσοφικής σχολής που καθορίζει δογµατικά : «Άγνωστε αι βουλαί του Κυρίου». Εµείς της γης οι κολασµένοι, ωστόσο, δεν θα πρέπει να παρασυρθούµε από τον διάβολο (άλλο φασούλι κι αυτό). Να ζητάµε ισότητες µε τους πλουσίους και δικαιώµατα µε ισονοµίες. Εµείς, ως ελεύθεροι πολίτες, µπορούµε να απολαµβάνουµε την φτώχεια και την δυστυχία µας αδιαµαρτύρητα. Να πληρώνουµε φόρους για να γεµίζουν τα ταµεία του κράτους. Έτσι θα µπορούν οι άρχοντες να τα αρπάζουν, χωρίς την σύµφωνη γνώµη και συγκατάθεσή µας. Όλοι οι επί γης µεγαλοκαρχαρίες θα έχουν την ευχέρεια να διατηρούν τον επίγειο παράδεισό τους. Τα αποθεµατικά του κράτους που προέρχονται από τους έµµεσους και άµεσους φόρους του λαού, είναι απαράδεκτο να τα διεκδικεί ο ίδιος ο λαός, εν είδη κοινωνικών παροχών. Μπορούµε να απολαµβάνουµε την ανεργία και την ακρίβεια. Να αρκούµαστε καρτερικά στους µισθούς και τις συντάξεις που καθορίζουν ΣΕΒ και άρχουσα τάξη δια µέσου των αιρετών εκπροσώπων µας. Να µην διαµαρτυρόµαστε για την πληµµελή υγειονοµική περίθαλψη. ∆εν θα ζητάµε καινούργια σχολεία, µε µεγάλες αίθουσες και πλήρη εκπαιδευτικά προγράµµατα για τα παιδιά µας. Το κράτος που ευτυχήσαµε να ζούµε, µας παρέχει αφήδωλα την ελευθερία να συµµετέχουµε στην κοινωνική προσφορά χωρίς απαιτήσεις. Με τέτοιες ηθικές αξίες και αρχές πορευόµαστε σαν λαός δυο χιλιάδες χρόνια. Πάντα υπάρχουν δυνατότητες και ελπίδες για κάτι καλύτερο. Οι λαοί πορεύονται, 12


ζητάνε κάποιο φως. Όλες οι εποχές και οι περίοδοι, όλες οι κοινωνικές οµάδες – και κάτω από τις όποιες συνθήκες – θα ανακαλύψουν τους δικούς τους φάρους. Θα βρουν τους µεγάλους στοχαστές δασκάλους, µπροστάρηδες της προοδευτικής φιλοσοφικής σκέψης. Θα αψηφήσουν δόγµατα, αφοριστικούς νόµους και αµφισβητούµενες ηθικές αξίες. Θα καταθέσουν ελεύθερα τις δικές τους προοδευτικές ανθρωποκεντρικές εµπειρίες, µετουσιωµένες σε φιλοσοφική θεωρία, για να βοηθήσουν τους συµπολίτες τους να προσανατολιστούν. Ένας µεγάλος αριθµός σκεπτόµενων πολιτών θα έχει πάντα την δυνατότητα να αµφισβητεί την βαρβαρότητα του αντιδραστικού µεταφυσικού κατεστηµένου της συντήρησης και της στασιµότητας. Θα οραµατίζεται την προοδευτική αντικειµενική πραγµατικότητα µε ανθρωποκεντρική φιλοσοφική θεώρηση. Θα παλεύει να κατακτήσει την ουτοπία που βρίσκεται δίπλα µας κι ας φαντάζει απόµακρη.

Το δυσµενές παρελθόν και η νέα γενιά Η ήττα του δηµοκρατικού στρατού έφερε το τέλος του εµφυλίου πολέµου. Όλη η επικράτεια πέρασε στην φάση όπου κυρίαρχο ρόλο έχουν ο παπάς, ο χωροφύλακας και ο στρατοδίκης. Ο λαός και η νεολαία κλήθηκαν και πάλι να πληρώσουν το τίµηµα. Αυτή η ήττα µεθοδεύτηκε από τις δυνάµεις που ζητούσαν ένα κλίµα ψυχροπολεµικό. Το θεωρούσαν απαραίτητο για να µπορούν να µεθοδεύουν µηχανορραφίες σε βάρος των λαών, στην διεθνή σκακιέρα Το έγκληµα ενάντια στο λαϊκό κίνηµα διαπράχθηκε όταν η ηγετική οµάδα του (ΚΚΕ) ΕΑΜ δέχθηκε την άνευ όρων ένταξη όλων των ενόπλων δυνάµεων του λαϊκού προοδευτικού κινήµατος στο στρατηγείου της µέσης ανατολής του βρετανού στρατηγού Σκόµπι (καµιάς άλλης βαλκανικής χώρας η ηγέτες του λαϊκού κινήµατος δεν υπέγραψαν τέτοιο σύµφωνο). Έτσι άρχισαν να σταυρώνονται όλοι οι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης µε εγκλήµατα σε βάρος του προοδευτικού λαού από κράτος – παρακράτος. Στρατοδικεία Είναι σε όλους γνωστό ότι οι κοινωνίες των ανθρώπων αποτελούνται από κοινωνικά στρώµατα που ονοµάζονται και τάξεις. Αυτή οι κοινωνική διαστρωµάτωση σε µεγάλο βαθµό καθορίζει το κοινωνικό οικονοµικό σύστηµα µιας ταξικής κοινωνίας. Τα φτωχότερα στρώµατα τα λέµε και λαϊκά. Αυτά αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσµού µιας χώρας. Τα λαϊκά στρώµατα είναι η κινητήρια δύναµη για την παραγωγικότητα γιατί αυτά τροφοδοτούν µε φτηνή εργατική δύναµη όλη την παραγωγική διαδικασία µιας αστικής κοινωνίας και δηµιουργούν τον κοινωνικό πλούτο. Παρ’ ότι η προσφορά τους στην παραγωγή είναι καθοριστική για την οικονοµική ευρωστία, εν τούτοις είναι το ασθενέστερο και αδικηµένο τµήµα του λαού σε οικονοµικές παροχές και απολαβές. Τα αίτια βρίσκονται πολύ πίσω στο βαθύ παρελθόν. Μία από τις καθοριστικές αιτίες είναι η αδυναµία αυτού του κοινωνικού στρώµατος να καθορίσει την κοινωνική του πορεία ανάλογα µε την δύναµή του. Να εκφραστεί σ’ ένα οµοιογενές, εύρωστα οργανωµένο κοινωνικό σύνολο, µε σαφή προσανατολισµό. Αυτή του την αδυναµία έρχονται να καλύψουν άλλοι εξωγενείς παράγοντες, που διαθέτουν καλύτερη οργάνωση και σαφέστερους ενδογενείς προσανατολισµούς 13


και στόχους. Μια άλλη αδύνατη πλευρά για τα λαϊκά στρώµατα είναι η δυσκολία γνώσης και ο τρόπος που διοχετεύεται µέσα στον κορµό του κοινωνικού του ιστού. Αυτές οι αδυναµίες τους οδήγησαν στην εκτίµηση πως όσον αφορά την βελτίωση της κοινωνικής και οικονοµικής τους θέσης, θα πρέπει να εναποθέσουν τις όποιες ελπίδες τους σε συµµαχικές βοηθητικές δυνάµεις και πόλους, που έχουν καλύτερη και αρτιότερη οργανωτική ικανότητα (διανόηση, συντεχνίες, κλπ). Αυτή η τακτική πολλές φορές µε τις πρώτες απογοητεύσεις τους οδηγεί στην αποστασιοποίηση από την άµεση συµµετοχική διαδικασία και δράση. Τότε µένει ελεύθερο το πεδίο για µία υποκειµενική και ιδιοτελή λειτουργία του χώρου προς ανεξέλεγκτες κατευθύνσεις. Αυτές οι ετερογενείς δυνάµεις βρίσκουν τρόπους και διασπούν την συνοχή και την συνάφεια των λαϊκών στρωµάτων. Μοιράζονται τις διασπασµένες οµάδες καθοδηγώντας τες µε ιδιοτελή κριτήρια ανταγωνιστικά. Το γενικότερο αποτέλεσµα καθορίζει σε µεγάλο βαθµό τον τρόπο που θα αφουγκραστούν τα ιδεολογικοπολιτικά ρεύµατα που κυκλοφορούν και δροµολογούν τις εξελίξεις. Μέσα στην κοινωνία υπάρχει και λειτουργεί το µικροαστικό µεσαίο κοινωνικό στρώµα. Αυτό ποτέ δεν κατάφερε να καθιερωθεί σαν ταξική δύναµη. Είναι κοινωνικό στρώµα που διαρκώς άγεται και φέρεται µεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Είναι στρώµα της κοινωνίας µε τις µεγαλύτερες ανασφάλειες και τις περισσότερες ψυχοσυνθετικές µεταπτώσεις. Η πιο σταθερή τους βάση η αγωνιώδης πάλη για την επιβίωση και την κοινωνική καταξίωση µε κάθε µέσο θεµιτό ή αθέµιτο. Η συµπεριφορά τους απέναντι στο κοινωνικό σύνολο εκφράζεται µε διαρκείς ασταθής διακυµάνσεις. Τα πάντα εξαρτώνται από τις οικονοµικές τους επιτυχίες ή αποτυχίες. Όσοι ανήκουν στον µεσαίο χώρο έχουν την ίδια ψυχολογία και τους ίδιους στόχους. Γι’ αυτό τους χαρακτηρίζουν όλους µικροαστούς και σαν τάξη µικροαστική. ∆ιακαής πόθος είναι να καταφέρει να γίνει αστός. Να φτάσει στα «ψηλότερα» στρώµατα της πλουτοκρατίας. Αυτή η προσπάθεια και οι τρόποι που χρησιµοποιούν τους καθιστά το πιο επικίνδυνο κοινωνικό στρώµα για την προοδευτική µετεξέλιξη του κοινωνικού συνόλου. Η δική τους θέση θα παίξει καθοριστικό ρόλο αν η κοινωνία θα έχει προοδευτική πορεία ή θα παραµείνει στάσιµα συντηρητική. Στην πρακτική του µικροαστού για την προσωπική του επιτυχία δεν απορρίπτει καµιά µέθοδο. Ούτε ηθικές αρχές µπορούν να τον συγκρατήσουν να κατακτήσει τα σκαλοπάτια της πλουτοκρατίας. Μεταξύ µικροαστών και λαϊκών στρωµάτων υπάρχει άβυσσος θεωρητική και πρακτική. Ο µικροαστισµός είναι τρόπος σκέψης και πρακτικής. Μπορεί να υπάρχει στην συνείδηση κάθε ανθρώπου. Ωστόσο, η κοινωνική διαστρωµάτωση καθορίζει τις αποστάσεις άµεσης και έµµεσης επίδρασης στην πρακτική επιβεβαίωση. Ο άνθρωπος που προέρχεται από τα λαϊκά στρώµατα έχει να διανύσει µεγαλύτερη διαδροµή προκειµένου να φτάσει στην φιλοδοξία του µικροαστού. Γι’ αυτό η γενική τους συµπεριφορά είναι πιο σταθερή κα αναγνωρίσιµη πλην µικρών εξαιρέσεων. Το µόνο κοινωνικό στρώµα που έχει σαφείς και ξεκάθαρους προσανατολισµούς είναι η µεγαλοαστική τάξη, της λεγόµενης πλουτοκρατίας. Αυτό διαµορφώνει και τους όρους λειτουργίας και συµπεριφοράς µιας κοινωνίας. Είναι η λεγόµενη αστική τάξη κάθε καπιταλιστικής κοινωνίας. ∆ιαθέτει την πιο άρτια και καθοριστικά οργανωµένη µειοψηφία. Παρ’ όλου που η φιλοσοφική της πλατφόρµα στηρίζεται πάνω στην νοµοτέλεια της άγριας ζούγκλας, 14


που θέλει τον δυνατό να κατασπαράζει τον αδύναµο, κατορθώνει και διαιωνίζει την ύπαρξή του συστήµατος που στηρίζει σαν τάξη. Η µεγάλη διαδροµή Για την δική µας φαµίλια αυτή η περίοδος υπήρξε πιο δύσκολη στην διαδροµή της. Ο αδελφός υπήρξε το στήριγµά της βρίσκεται άρρωστος στα πρώτα συµπτώµατα. Παρουσιάζει εσωτερική αιµορραγία, βρίσκεται σε στάδιο ανάρρωσης. ∆εν έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος υποτροπής. Αναγκαστικά διέκοψα την νυχτερινή σχολή. Αυξηθήκανε τα έξοδα, µειώθηκαν τα έσοδα. Επιβάλλεται να γίνουν περικοπές στις δαπάνες. Ασφαλιστική κάλυψη δεν υπάρχει για ιατροφαρµακευτική περίθαλψη. Το Ι.Κ.Α. βρίσκεται σε πρωτόγονη λειτουργία. ∆εν έχει επεκταθεί σε όλο το φάσµα των εργασιακών σχέσεων. Ουσιαστικά υπολειτουργεί. Αναγκαστικά βγήκα στο µεροκάµατο για να καλύψουµε κάποια έξοδα. Άλλωστε όλοι µας στην οικογένεια βγήκαµε για µεροκάµατο. Τα µεροκάµατα χαµηλά, το κόστος ζωής πανάκριβο. ∆ουλεύουµε όλοι και µε πολύ δυσκολία ανταποκρινόµαστε στα γενικά έξοδα. Εργάζοµαι ως ανειδίκευτος εργάτης στις οικοδοµές. Οι δουλειές λίγες και εποχιακές. Αλλάζουµε χώρους δουλειάς κάθε εποχή. Η εργοδοσία αρκετά επιθετική. Ο κάθε εργαζόµενος πρέπει να κάνει αρκετές υποχωρήσεις προκειµένου να εξασφαλίσει το µεροκάµατο. Η ανεργία µαστίζει τον κόσµο. Έτσι κάθε καλοκαίρι εργάζοµαι στα βιοµηχανικά εργοστάσια παραγωγής κεραµοποιίας. Τις περιόδους της άνοιξης και του φθινοπώρου στις οικοδοµές. Εκεί το µεροκάµατο του ανειδίκευτου είναι καλύτερο. Τον βαρύ χειµώνα κόβουν οι δουλειές. Υπάρχουν συνεργία σε οικογενειακή βάση που ασχολούνται καθαρά µε εποχιακές εργασίες. Όπως είναι η περισυλλογή, καθαρισµός και διάθεση στο εµπόριο παραγώγων της εµπορίας κρέατος. Συγκεκριµένα υπάρχουν µεταπράτες που διαπραγµατεύονται µε τους εµπόρους κρέατος και αγοράζουν από τα σφαχτά ως επί το πλείστον αρνιά, τις πατσές και τα πόδια. Τα καθαρίζουν και τα διαθέτουν στην αγορά. Είναι µια πρώτης τάξης σούπα, αρκετά ευεργετική στον οργανισµό και προσιτή σε κάθε βαλάντιο. Οι έµποροι κρέατος εκµεταλλεύονται τα πάντα, από τους κτηνοτρόφους µέχρι τον τελευταίο καταναλωτή. Εµπορεύονται κρέας, δέρµα, εντόσθια, πατσές, ποδαράκια. Ακολουθώντας αυτές τις εξόδους των συγκεκριµένων συνεργείων, βρέθηκα προσωπικά δύο φορές σε γεγονότα, που για λόγους προσέγγισης της εποχής µε όλες τις ιδιοµορφίες της, έχω την γνώµη πως αξίζει τον κόπο να αφηγηθώ. Περισσότερο σαν καταγραφή µιας εποχής µε δυσκολίες που σήµερα δεν υπάρχουν λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης. Ένα πρωί ξύπνησα χαράµατα για να ετοιµαστώ. Θα πάω για δουλειά ακολουθώντας κάποιο συνεργείο εκδοροσφαγέων. Θα βρεθώ σε ένα χωριό του Ολύµπου. Μαζί µου ξύπνησε και η Μάνα. Ήθελε να είναι αυτή που θα βοηθήσει στην προετοιµασία για το µεροκάµατο. Ήµουνα δεκαπέντε χρονών παιδί. Η Μάνα συµµετείχε πάντα σε κάθε διαδικασία. Έτσι για συµπαράσταση, για να πει τον καλό λόγο στο ξεκίνηµα της µέρας. Άναψε την σόµπα µε τα ξύλα. Έβαλε πάνω την τσαγιέρα για να βράσει το τσάι. Έστρωσε το τραπέζι. Όταν εγώ τέλειωσα την πρωινή µου ετοιµασία, κάθισα να πιω το ζεστό µου. Η Μάνα µου ετοίµαζε κάποιο κολατσιό µέσα σε µια πετσέτα, θα το πάρω µαζί µου. Μια ντοµάτα, λίγο ψωµί, τυρί, λίγες ελιές 15


και ένα φρούτο της εποχής που πάντα συνήθιζε να βάζει. Είπαµε µερικές κουβέντες. Η σόµπα ζέστανε όλο τον χώρο του σπιτιού. Η Μάνα έλεγε πάντα πως όταν κάποιος θα βγει πρωί από το σπίτι για δουλειά στο µεροκάµατο, καλό είναι να φεύγει ζεστός χορτάτος και µε τον καλό λόγο, για να του φανεί η µέρα πιο γλυκιά. Αυτό θα αυξήσει τις αντοχές του. Τέλειωσα το πρωινό και σηκώθηκα να φύγω. Πήρα την πετσέτα µε το κολατσιό και βγήκα στον δρόµο. Θα διανύσω περίπου ένα χιλιόµετρο µέχρι τα δηµοτικά σφαγεία. Απέναντι ακριβώς υπήρχε ένα καφενείο. Εκεί κάθε πρωί µαζεύονται οι εργατοτεχνίτες εκδορείς και όσοι έχουν δοσοληψίες µε τον χώρο εµπορίας κρέατος. Εκεί περνάγανε τις ώρες αναµονής. Εκείνο τον καιρό όλοι οι εργαζόµενοι πήγαιναν στον τόπο δουλειάς τους πάντα πριν µια ώρα το λιγότερο, χωρίς να λείπουν και αυτοί που καταφθάνουν ασθµαίνοντας τελευταία στιγµή. Σήµερα και πάλι όλοι µέσα σε γκρούπες συνεργείων πίνουν τον καφέ τους, καπνίζοντας αρειµανίος το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο. Έτσι για να ανοίξουν τα µάτια τους λένε και να βάλουνε σε κίνηση όλα τα κύτταρα του σώµατός τους. Τα τρία φορτηγά περιµένουν να φορτώσουν για να µεταφέρουν τα συνεργεία. Οι οδηγοί τους µέσα στο καφενείο πίνουν καφέ περιµένοντας την ώρα εκκίνησης. Κάποια στιγµή, στην πόρτα, φάνηκε ο επικεφαλής των εκδοροσφαγέων. Κρατούσε στα χέρια του τις λίστες µε τα ονόµατα των τεχνιτών που θα αποτελέσουν τα συνεργεία και άρχισε να φωνάζει ξεχωρίζοντας τις γκρούπες. Τελειώνοντας κατατόπιζε τον επικεφαλή της κάθε γκρούπας για τα επιµέρους προβληµατάκια. Τους έλεγε προφορικά πως θα πάνε στο χωριό. Ποιόν θα συναντήσουν για να συνεννοηθούν. Πόσα σφαχτά θα βρούνε. Παρών και ο κρεατέµπορας για τις δικές του λεπτοµέρειες. Περισσότερο συµβούλευε τον οδηγό για την επιστροφή. Εµείς σαλτάραµε πάνω στις καρότσες των φορτηγών που ήταν σκεπασµένες µε µουσαµά. Οι οδηγοί βάλανε µπρος τις µηχανές µαρσάροντας. Ο καθένας από µας τα εργαλεία και τα γεµάτα αίµατα ρούχα του που είναι κοκαλωµένα. Ξεκινήσαµε. Μόλις βγήκαµε έξω από την πόλη πιάσαµε τον επαρχιακό κακοτράχαλο δρόµο, όλο λακκούβες. Η τέντα του φορτηγού έµπαζε. Το πρωινό αγιάζι τρύπαγε τα κόκαλά µας. Τα αυτοκίνητα τρέχανε µε χαµηλές ταχύτητες. Ο δρόµος δεν επέτρεπε πάνω από τριάντα – σαράντα χιλιόµετρα την ώρα. Υπήρχε άµεσος κίνδυνος πρόκλησης ζηµιάς. Εύκολα θα µπορούσε να σπάσει κάποια σούστα του αυτοκινήτου, συνηθισµένη ζηµιά της εποχής. Μια διαδροµή περίπου σαράντα χιλιοµέτρων την διανύαµε σε δύο ώρες, λόγω του δρόµου και των πολλών στροφών µε ανηφοριά. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις το φορτηγό έριχνε την ταχύτητα πολύ χαµηλά. Κάποτε φτάσαµε στο χωριό. Περάσαµε από µέσα από την πλατεία και βγήκαµε στην άλλη πλευρά, σε ένα ανοιχτό µέρος που δηµιουργούσε πλάτωµα. Εκεί κοντά στο ρέµα ξεφορτώσαµε. Παρόντες έξη κτηνοτρόφοι. Είχανε φέρει τα αρνιά, τα είχανε µαντρωµένα σε ένα κλειστό χώρο. Οι εκδορείς κατασκευάσανε στα γρήγορα κάποιο ικρίωµα για να κρεµάσουν τα σφάγια. ∆ίπλα στο ρέµα στήσανε δύο – τρεις ξύλινες βοηθητικές κολόνες. Εκεί θα γδέρνουν την προβιά. Το συνεργείο οργανώθηκε για την δουλειά. Στην πρώτη φάση επιστρατεύσανε και µένα. Με την τρόµπα θα φούσκωνα µε αέρα το δέρµα του σφαχτού για να γδέρνεται ευκολότερα. Μετά φωνάξανε όποιος κτηνοτρόφος έχει σειρά να φέρει τα αρνιά του για την διαδικασία. Τα οδηγούσε στο ρέµα όπου άρχιζε η σφαγή των αµνών. 16


Ένας εκδορέας έκανε χρέη σφάχτη. Όταν ξάπλωνε περίπου δέκα αρνιά άρχιζε η διαδικασία της εκδοράς. Μετά άνοιγαν την κοιλιά για να καθαρίσουν το εσωτερικό, πατσά, άντερα, χολή, κ.λ.π. Από εκεί και έπειτα το παραδίδανε σε δύο συγυριστές που το συγυρίζανε και το κρεµάγανε στο κρεµατόριο, όπως τα βλέπουµε να κρέµονται στα χασάπικα. Αυτή η διαδικασία σαν δουλειά βρώµικα, κοπιαστική και περισσότερο λόγω καιρικών συνθηκών, πολύ δύσκολη. Έξω στο ύπαιθρο για περισσότερο από δέκα – δώδεκά ώρες, µουσκεµένοι όλοι µέσα σε αίµατα, νερά και ακαθαρσίες. Πριν αρχίσει η διαδικασία σφαγής συνήθιζαν να ανάβουν µια µεγάλη φωτιά σε µια άκρη. Έτσι για να ζεσταίνεται το µάτι και η καρδιά του ανθρώπου µέσα στο χειµωνιάτικο τοπίο. Η φωτιά σκορπά γύρω της την δικιά της γλύκα. Όµως η φωτιά πολλές φορές έχει και άλλους λόγους ύπαρξης. Υπήρχε από παλιά κάποιο άγραφο έθιµο. Όταν ευνοούσαν οι προϋποθέσεις και τα περιθώρια, οι εκδοροσφαγείς κλέβανε ένα σφαχτό. Το καθαρίζανε καλά, το τυλίγανε µέσα στο τοµάρι του και το βάζανε µέσα σ’ ένα λάκκο. Από κάτω µια λαµαρίνα, πάνω στο άνοιγµα άλλη λαµαρίνα και πάνω εκεί µεταφέρανε µε τρόπο την φωτιά. Ώσπου να τελειώσουν την δουλειά τους σε δέκα ώρες, το αρνί µέσα στον λάκκο γινόταν ένα πρώτης τάξης ψητό. Κλέφτικο το λέγανε, λουκούµι σε γεύση. Αυτόν τον τρόπο κατά παράδοση τον εφαρµόζανε οι κλέφτες κοπαδιών. Έτσι κάνανε και σήµερα οι εκδοροσφαγείς. ∆ιαλέξανε αυτόν που θα του λείψει ένα αρνί στο τέλος. Το ρίξανε στον λάκκο και µεταφέρανε µε τρόπο την φωτιά. Από εκεί και ύστερα τροφοδοτούσαν την φωτιά µε ξύλα να µην σβήσει. Πάντα στο τέλος θα δηµιουργηθεί κάποια µικρή παρεξήγηση. Θα ξεπεραστεί µε το κρασί και την καλή παρέα. Όσο πλησίαζε το µεσηµέρι υπήρχε µια λιακάδα ζεστή πολύ για την εποχή και ασυνήθιστη. ∆εν κράτησε για πολύ όµως, Όλυµπος είναι αυτός. Ξαφνικά άρχισε να βγάζει ένα δροσερό αεράκι. Απότοµα ο ουρανός µάζεψε σύννεφα. Εµείς µούσκεµα µέχρι το κόκαλο. Καθώς προχωρούσε η µέρα στο λιόγερµα κάποιος φώναξε να σταµατήσουµε για λίγο. Να βάλουµε και κάτι στο στόµα µας βρε παιδιά! Μονορούφι το πήραµε σήµερα; Όσοι γνώριζαν την κατάσταση φωνάξανε όλοι µαζί. Άσε τις καθυστερήσεις, βίρα να τελειώνουµε. Ύστερα όλοι µαζί θα καθίσουµε, νοικοκυρεµένα πράγµατα. Αγάντα, φώναξε κάποιος, µη σταµατάτε. Πόσα αρνιά µας έµειναν ακόµα, ρώτησε ο σφάχτης. Άλλα δεκαπέντε και τέλος, του απάντησε κάποιος. Φέρτε τα να τα ξαπλώσουµε να τελειώσουν. Ο ουρανός ξαφνικά συννέφιασε. Σκοτείνιασε στην στιγµή, σαν να θύµωσε. Άλλαξε το σκηνικό. Άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες χιονιού. Ρε παιδιά, θα µας πλακώσει το χιόνι, αγάντα! Όταν ρίξανε κάτω την τελευταία παρτίδα, τότε άρχισε να πέφτει εκείνο το ψιλό σπυρωτό που µοιάζει µε ρυζάκι. Σε πολύ µικρό χρονικό διάστηµα όλα γύρω µας είχαν ασπρίσει. Κάποιος ψιθυριστά είπε πως είναι ώρα να βγάλουν το αρνί από τον λάκκο. Τώρα θα είναι λουκούµι, είπε και ξερογλείψε τα χείλια του. Απ, θα τελειώσουµε πρώτα την δουλειά είπαµε, νοικοκυρεµένα όχι τσαλαβουτήµατα, είπε ο επικεφαλής του γκρουπ. Μετά πλησίασε τον µικρότερο στην παρέα των κτηνοτρόφων. Θα µας κάνετε συντροφιά να πιούµε λίγο κρασί, είπε. Έλα παλικάρι µου σε παρακαλώ, πήγαινε στον φούρνο και στον µπακάλη. Θα µας φέρεις δύο οκάδες φέτα, δέκα φρατζόλες ψωµί, λεµόνια πολλά, αλάτι, πιπέρι. Πάρε και δέκα οκάδες κρασί κόκκινο ραψανιώτικο µπρούσκο. Πάρε και µερικές ντοµάτες και 17


ρίγανη. Ο νεαρός πήρε και κάποιον µαζί του, πώς να τα έφερνε µόνος του; Φύγανε κι οι δυο µε βήµα γοργό. Μετά από λίγο γύρισαν φορτωµένοι. Τότε ακριβώς τέλειωσαν οι συγυριστές τα τελευταία σφαχτά. Όλοι οι άλλοι δίπλα στο ποτάµι καθάριζαν τα αίµατα και τις ακαθαρσίες. Ο γκρουπάρχης έβαλε µια φωνή. Ελάτε όλοι, µαζευτείτε. Θα φάµε µια µπουκιά, ότι έδωσε σήµερα ο θεός, γιορτή έχουµε. Το χωριό έβαλε τα άσπρα γιορτινά του. Ώρα πέντε, σκοτεινιάζει ελαφρώς. Άναψαν τα σπαρµατσέτα. Βάλανε δυο σιδερένια στρογγυλά τραπεζάκια στην σειρά, κάπου κοντά στην φωτιά. ∆υο εκδορείς τράβηξαν µε τρόπο την θράκα λίγο πιο πέρα, όσο να λευτερωθεί ο λάκκος. Βρήκαν την λαµαρίνα – καπάκι και την τράβηξαν προσεκτικά. Πήρανε δυο τσιγκέλια, γάντζωσαν το σφαχτό από το δέρµα και το τράβηξαν έξω. Το ακούµπησαν πάνω στα τραπεζάκια. Με ένα µαχαίρι κόψανε τα ράµµατα. Άνοιξαν την προβιά και φάνηκε το κρέας, αχνιστό και µυρωδάτο. Κάποιος της παρέας φώναξε. Το πασπαλίσατε µε αλατοπίπερο, ρίγανη και µπόλικα λεµόνια; Όχι, γι’ αυτό καλύτερα µην φας εσύ, του είπε ο φίλος του. Τελικά ρίξανε µπόλικο αλατοπίπερο, ρίγανη και όλα τα λεµόνια πάνω. Μετά ο γκρουπάρχης φώναξε, εµπρός παιδιά εφορµήσατε. Γέµισαν και τα ποτήρια κρασί ραψανιώτικο. Είµαστε πολλά άτοµα. Κάποιος από τους κτηνοτρόφους ρώτησε, να ξέραµε τίνος αρνί τρώµε; Πάψε µωρέ! Θέλεις να του κοπεί η όρεξη του ανθρώπου. Εγώ εντυπωσιάστηκα. Για πρώτη φορά βρέθηκα σε τέτοια µάζωξη. Το κλέφτικο πολύ νόστιµος µεζές. Περισσότερη οµορφιά έδινε ο τρόπος, το τοπίο και γενικά το σκηνικό. Όταν τέλειωσε το ψητό ο επικεφαλής ανέθεσε σε κάποιον άλλον µια νέα παραγγελία. Θα πάς στον µπακάλη και θα µας φέρεις δυο οκάδες χαλβά. Θα του πεις να σου δώσει πολύ κόκκινο πιπέρι και λεµόνια. Φέρε µας και πέντε οκάδες κρασί από το ίδιο. Έφυγε η παραγγελία και επέστρεψε γρήγορα. Ρίξανε τον χαλβά πάνω στο τραπέζι, τον πασπάλισαν µε το κόκκινο πιπέρι και έστυψαν όλα τα λεµόνια. Ξαναγέµισαν τα ποτήρια κρασί. Κόντευε να τελειώσει το φαγοπότι. Θέλοντας να προδιαθέσουν τον κτηνοτρόφο για το αρνί που του λείπει, µην του ‘ρθει απότοµα κάποιος ρώτησε. Μπαρµπά Τέγο καλό το κλέφτικο, σ’ άρεσε; Ο µπαρπά Τέγος πάγωσε λίγο. Ούι διαουλόσπερµα, δκοµ είν τα αρνί ρε; Μπα λύκους να σ’ έτρουγε, ειµένα βάνατι στουν ντουρβά; Μπαρµπα Τέγο, ένα πάνω ένα κάτω λίγο το διάφορο. Πες χαλάλι κι ο θεός είναι µεγάλος, θα στα φέρει διπλά. Μωρ’ αυτός είναι µεγάλος, εµείς είµαστε µικροί. Ας το θεό θεωµπέχτ, κι αυτός από τους άλλους είναι, απ’ αυτούς που αρπάζουν. Η κρασοκατάνυξη συνεχίστηκε µέχρι που ήρθε το φορτηγό να φορτώσουµε. Για πρώτη και τελευταία φορά βρέθηκα σε µικρή ηλικία µε µια συντροφιά παρεΐστικη, απ’ αυτές που χάθηκαν στα επόµενα χρόνια. Ήταν µια ανθρώπινη συντροφιά, µε συναδελφικό πνεύµα που σηµατοδοτούσε τον κόσµο µιας εποχής που θα χανόταν σε λίγο. Ήταν ακόµη η εποχή του ροµαντισµού. Στις συντροφιές δέσποζε η αλληλεγγύη και η κατανόηση µεταξύ των ανθρώπων. Ακόµα θεωρώ πως ήµουνα από τους τυχερούς, που µέσα στις δυσκολίες που περνούσα µου δόθηκαν κάποιες ευκαιρίες να ζήσω τις τελευταίες στιγµές της εποχής που θα έφευγε για πάντα µέσα στο αµέσως επόµενο διάστηµα. Έµοιαζε µε αποχαιρετιστήριο πάρτη αυτού που σιγά – σιγά χανόταν. Οι προσωπικές εµπειρίες τις περισσότερες φορές αποτελούν αυστηρά προσωπικά δεδοµένα του καθενός που τα βιώνει. Πολύ λίγο µπορεί να ενδιαφέρουν και να αγγίζουν κάποιους άλλους ανθρώπους. Άλλωστε, ποιος λίγο – ποιος πολύ, όλοι έχουµε τις προσωπικές µας 18


εµπειρίες, από όσα βιώσαµε. Ίσως δηµιουργεί και την αίσθηση µιας ανιαρής αφήγησης ενός περιστατικού που δεν έχει να δώσει κάτι σηµαντικό. Όµως εξίσου είναι αλήθεια πως από τις προσωπικές εµπειρίες του καθενός µας µπορούν οι νεότεροι να αντιληφθούν το κλίµα µιας εποχής που δεν γνώρισαν και τις συµπεριφορές του κόσµου. Γι’ αυτό θα θεωρούσα παράληψη αν δεν αναφερόµουν σε ένα περιστατικό που έπαιξε σηµαντικό ρόλο στην παραπέρα πορεία µου. Ήταν αυτό που µε ανάγκασε παρά την θέλησή µου και τις οικονοµικές δυσκολίες της οικογένειάς µου να εγκαταλείψω την δουλειά του συλλέκτη µαζί µε τους εκδοροσφαγείς για λογαριασµό του µεταπράτη. Γιατί για µένα αποτελούσε µια καλή χειµερινή οικονοµική ενίσχυση σε περίοδο οικονοµικής απραξίας, ένεκα η ανεργία και οι καιρικές συνθήκες. Την επόµενη χρονιά και πάλι βγάζω χειµωνιάτικα µεροκάµατα στα συνεργεία εκδοροσφαγέων. Έχει πιάσει Μάρτης. Είναι περίοδος σαρακοστής, ωστόσο η σφαγή των αµνών συνεχίζεται µε αµείωτη ένταση. Το συνεργείο σε πλήρη ετοιµότητα. Ξεκινήσαµε πρωί για το καµποχώρι, κάπου στους πρόποδες του κισσάβου. Στην καρότσα του φορτηγού είµαστε επτά άτοµα. ∆ύο σφάχτες, δύο γδάρτες, δύο συγηριστές και η αφεντιά µου. Η µέρα δύσκολη και κρύα. Απ’ αυτές που σου θυµίζουν την λαϊκή θυµοσοφία «Μάρτης γδάρτης και παλουκοκάφτης». Όταν φτάσαµε στο χωριό µας οδήγησαν σε ένα πλάτωµα απ’ όπου πέρναγε ένα κανάλι µε νερό της κάρλας. Είµαστε στην πίσω πλευρά του χωριού. Στήσαµε όλα τα απαραίτητα που θα διευκολύνουν την δουλειά µας. Υπήρχε κάποιο πρόχειρο υπόστεγο µε λαµαρίνες. Σε αυτό οι συγυριστές θα αραδιάσουν τα καθαρά σφαχτάρια. Πιάσαµε αµέσως δουλειά δίπλα στο ρέµα. Ο οδηγός του φορτηγού µας ενηµέρωσε πως θα φύγει για κάποιο δροµολόγιο. Θα επιστρέψει πολύ νωρίς για να φορτώσουµε. Στο ξεκίνηµα της δουλειάς βοηθάω το συνεργείο φουσκώνοντας τα σφαγµένα µε την χειροκίνητη αντλία αέρος. Η συγκοµιδή σήµερα είναι σχετικά µικρή. Φιλοδοξούµε να τελειώσουµε γρήγορα την δουλειά. Στις δωδεκάµισι καθίσαµε όλοι µαζί να βάλουµε µια µπουκιά στο στόµα για το τσιγάρο, που λένε, και για την λιγούρα. Τότε ακούσαµε το πρώτο δυσάρεστο µαντάτο. Το φορτηγό έπαθε κάποια ζηµιά στην διαδροµή. Συνέβη αβαρία στην µηχανή και το µεταφέρανε ρεµούλκα στο συνεργείο της πόλης. Όταν τελειώσει η επισκευή θα έρθει να µας πάρει για την επιστροφή. Μας ενηµέρωσαν για να µην ανησυχούµε περιµένοντας. Το πρόβληµα απασχολούσε περισσότερο τους δύο συγυριστές. Γιατί πρέπει να είναι παρόντες στο φόρτωµα που είναι αποκλειστική τους ευθύνη. Πρέπει να εξασφαλίσουν την επιστροφή των σφαγίων στα ψυγεία της αποθήκης κρεάτων. Ενδιέφερε και µένα γιατί έπρεπε να εξασφαλίσω και εγώ µε την σειρά µου την επιστροφή του εµπορεύµατος. Τόσο για να βγει στην αγορά, όσο και για να υπάρχει συνέχεια στους καθαριστές που ζεµατάνε και καθαρίζουν τα πόδια των αµνών. Σε περίπτωση που συµβεί κάτι τα σφαχτά θα µείνουν εκτός ψυγείου. Το δικό µας το εµπόρευµα κινδυνεύει να χαλάσει. Άµα ανάψουν οι πατσές θα πάρουν δυσοσµία και τα ποδαράκια δεν θα προφτάσουν να ετοιµαστούν για την αγορά. Αυτό θα αφήσει χωρίς δουλειά το συνεργείο καθαρισµού. Όσο προχωρούσε η µέρα και το φορτηγό δεν φαινόταν οι σφάχτες µε τους εκδορείς αποφάσισαν να µεθοδεύσουν την επιστροφή στην πόλη µε δική τους πρωτοβουλία. 19


Αυτοί δεν είχαν δεσµευτικές υποχρεώσεις. Παράγγειλαν µε κάποιον κάτοικο του χωριού ένα αγοραίο ταξί. Συµφώνησαν µε τον οδηγό να τους µεταφέρει στην πόλη. Το ναύλωσαν και µόλις τέλειωσαν την δουλειά τους πλύθηκαν µάζεψαν τα πράγµατά τους και µας άφησαν στην αγωνία µας. Οι συγυριστές είχαν ακόµα δουλειά και πάλευαν. Εγώ είχα τελειώσει την δουλειά µου. Πλύθηκα, άλλαξα τα βρεγµένα ρούχα και περίµενα. Άρχισαν να µε ζώνουν τα φίδια. Η ώρα περνούσε. Άρχισε να πέφτει το σκοτάδι, τα πράγµατα σφίγγουν. Οι συγυριστές άναψαν µερικά σπαρµατσέτα για να έχουµε φως. Εγώ καθόµουν κοντά στην φωτιά που ανάψαµε από το πρωί για να µην ξυλιάσω από το κρύο. Πάνω στην αγωνία της αναµονής µας ήρθε νέο µαντάτο. Στο αυτοκίνητο δεν έχει επισκευαστεί η βλάβη του µέχρι αυτή την ώρα. Το συνεργείο των µηχανικών πασχίζει να διορθώσει την ζηµιά. Είναι αµφίβολο αν καταφέρει να τελειώσει την επισκευή σήµερα. Υπάρχει σοβαρό πρόβληµα και µάλλον δεν θα έρθει. Μαθαίνοντας τα νέα οι συγυριστές άλλαξαν ρώτα. Άρχισαν και αυτοί µε την σειρά τους να µεθοδεύονται τρόπους για να επιστρέψουν στην πόλη. Εκτιµούσαν πως σαν συγυριστές τελείωσαν την αποστολή τους. Από δω κι ύστερα η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στον κρεατέµπορα. Θα έπρεπε να µεριµνήσει για την εξασφάλιση της οµαλής επιστροφής. Για ότι διαφορές προκύψουν, την ευθύνη θα την αναλάβει το σωµατείο εκδοροσφαγέων. Κάτω από αυτήν την φόρτιση µου ανακοίνωσαν πως αν σε µια ώρα δεν φανεί κάποιος τρόπος για να φύγουµε µε τα πράγµατα µαζί, αυτοί θα φύγουν µε οποιοδήποτε µέσο για την πόλη. ∆εν είναι καιρός να ξηµερώσουµε εδώ στην ερηµιά, παριστάνοντας τον φύλακα του κρεατέµπορα. Θα µας φάνε τα τσακάλια, θα τα φέρει η µυρωδιά από το αίµα. Για µένα είπανε πως δεν µπορούσαν να πάρουν την ευθύνη να µου πουν τι θα κάνω. Θα αποφασίσεις πάντως µόνος σου. Αν θέλεις να έρθεις µαζί µας θα σε πάρουµε µε ότι µέσο βρούµε. Τι θα κάνω µε τα πράγµατα βρε παιδιά, ρώτησα. Παράτα τα µου είπανε, θα κάθεσαι να τα φυλάς εσύ; Εντάξει είπα, αν βρείτε µέσο θα ρθω και γώ µαζί σας, πως όµως θα βρείτε µέσο; Όπως εξελίχθηκαν τα πράγµατα θα πάω εγώ στο χωριό, θα βρω τους κτηνοτρόφους και θα τους ενηµερώσω ότι εµείς θα φύγουµε. Να έχουν το νου τους στο βιό τους. Θα πάω να δω και για µεταφορικό µέσο. Αν βρω θα γυρίσω να σας πάρω. Καθίστε εδώ για λίγο. Μας άφησε και έφυγε. Περιµέναµε οι δυο µας να επιστρέψει για να δούµε πως θα εξελιχθεί η κατάσταση. Η ώρα περνούσε και ο συνεργάτης συγυριστής δεν φαινόταν πουθενά. Στο µεταξύ όσο προχωρούσε η νύχτα τόσο µεγάλωνε η αγωνία µας. Κάποια στιγµή δεν κρατήθηκε ο άλλος συγυριστής. Τι διάλο κάνει αυτός εκεί που πήγε; Βρήκε κάποια λύση ή πήγε στο καφενείο και µας ξέχασε; Λέω να πάω να ρίξω µια µατιά, να δω γιατί καθυστερεί. Πάντως πρέπει οπωσδήποτε να βρούµε µέσων για να φύγουµε, είπε και ξεκίνησε να φύγει. Για στάσου, του φώναξα, φεύγετε κι οι δυο και µε αφήνετε µε τα αγρίµια; Τι θα κάνω εγώ εδώ µόνος µου; Περίµενε αγόρι µου. Τι να κάνω, πάω να δω τι κάνει αυτός εκεί που πήγε. Το ’ριξε στο τσίπουρο και µας ξέχασε; Θα γυρίσω στο υπόσχοµαι. Κάτσε εδώ για λίγο µη συµβεί τίποτα απρόοπτο, είπε και έφυγε για το χωριό. Εγώ απόµεινα µόνος, µε ζώνανε τα φίδια. Κάνοντας βόλτες πάνω – κάτω από την φωτιά µέχρι το υπόστεγο στο φως των αναµµένων σπαρµατσέτων είδα σε έναν πάγκο έναν ξεχασµένο αναπτήρα, τα τσιγάρα του και πεντέξη σπαρµατσέτα. Κάθισα κοντά στην φωτιά και έριχνα ξύλα για να την κρατήσω αναµµένη. Η νύχτα σκοτεινή και κρύα. 20


Άναστρη βαριά, σύννεφα ψηλά, υγρασία µεγάλη. Τα σκυλιά και τ’άλλα αγρίµια αλυχτάνε σουλατσάροντας. Όσο µυρίζονται το αίµα και το κρέας ερεθίζονται. Οι γάτες και οι αλεπούδες ζυγώνουν πιο κοντά. Όµως όσο βλέπουν την φωτιά δεν πλησιάζουν. Αναρωτιέµαι, τι θα γίνει αργότερα. Οι συγυριστές φύγανε κι οι δυο τους. Έχουν ώρα πολύ και σηµάδια επιστροφής δεν βλέπω. Η θέση µου επιδεινώνεται σοβαρά. Παίρνει τραγικές διαστάσεις. Με την µοναξιά άρχισαν να µε επισκέπτονται χίλιες δυο σκέψεις. Πως τα κατάφερα να µείνω µόνος µου σ’ αυτήν την ερηµιά παρέα µε τα σφαγµένα αρνιά; Η ώρα πλησιάζει δώδεκα µεσάνυχτα. Τώρα έφυγε κάθε ελπίδα πως υπάρχει περίπτωση να γυρίσουν πίσω οι δύο συγυριστές. Το φορτηγό δεν θα ’ρθει. Η νύχτα µου φάνηκε πιο σκοτεινή. Το µέρος που βρίσκοµαι κάπως απόµακρο από το χωριό. Σαν αποµονωµένος νιώθω. Από µακριά βλέπω τα φώτα στα παράθυρα των σπιτιών να τρεµοσβήνουν µέσα στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας. Σκέφτοµαι την ζεστασιά των σπιτιών στο εσωτερικό τους. Θα πρέπει να ’χουν αναµµένα τζάκια και σόµπες γιατί το κρύο είναι σκληρό. Από τις καµινάδες πρέπει να βγαίνει εκείνος ο γκριζογάλανος καπνός που λόγω του σκότους δεν φαίνεται. Είµαι σχεδόν απελπισµένος και νηστικός. Σκέφτηκα κάποια στιγµή να πάω προς τα µπροστινά σπίτια να ζητήσω την βοήθειά τους. Όµως φοβήθηκα λίγο τα αγρίµια και τα σκυλιά µη µου επιτεθούνε µέσα στη νύχτα. Εδώ κοντά στην φωτιά ένιωθα κάποια σιγουριά. Από µακριά άκουσα θόρυβο µηχανής να πλησιάζει. Αναπτερώθηκε το ηθικό µου για λίγο. Έρχεται το φορτηγό σκέφτηκα. Επιτέλους τέλειωσαν τα βάσανά µου. Όταν άρχισε να πλησιάζει και φάνηκαν τα φώτα άρχισα να ξεχωρίζω καλύτερα τον θόρυβο της µηχανής. Ακούγεται κάπως αλλιώτικα, παράξενα για φορτηγό βενζινοκίνητο. Φτάνοντας κοντά στα εκατό µέτρα είδα καθαρά πως δεν ήταν φορτηγό αυτοκίνητο. Ένα τρακτέρ αγροτικό µε µια πλατφόρµα ρεµούλκα γεµάτη µε µπάλες άχυρο. Σταµάτησε µε αναµµένη την µηχανή και τα φώτα. Ο αγρότης ανέβηκε πάνω στην πλατφόρµα και άρχισε να πετά µία – µία τις µπάλες µε το άχυρο κάτω. Εµένα ούτε που µε αντιλήφθηκε. Όλα τα σκυλιά και τα αγρίµια µε τον θόρυβο του τρακτέρ άρχισαν να τρέχουν δεξιά – αριστερά και να ουρλιάζουν άγρια σε έναν δικό τους επιθετικό σκοπό. Τα νυχτοπούλια κράζουν στην δική τους γλώσσα. Ο οδηγός του τρακτέρ ανέβηκε και κάθισε στην θέση του. Έβαλε ταχύτητα και άρχισε σιγά – σιγά να αποµακρύνεται όπως ήρθε µέσα στην νύχτα. Εγώ κολληµένος στην θέση µου σαν αποσβολωµένος. ∆εν έτρεξα κοντά του να ζητήσω βοήθεια, να του πω το πρόβληµά µου. Ούτε µου πέρασε από το µυαλό κάτι τέτοιο. Το τρακτέρ αποµακρύνθηκε τόσο που έπαψα να ακούω τον θόρυβο της µηχανής του. Τότε συνήλθα σαν από λήθαργο. Και τώρα, τι κάνω; Θυµήθηκα τα σπαρµατσέτα. Τα πήρα στα χέρια µου και άναψα το ένα. Τα βήµατά µου µε οδήγησαν στον χώρο που υπήρχαν οι µπάλες µε το άχυρο. Άρχισε να µε απασχολεί έντονα το πρόβληµα της επιβίωσης. Ξαφνικά αντιλήφθηκα σε τι τραγική θέση βρέθηκα. Η πείνα µε θέριζε. Αρχισα να σκέφτοµαι πως θα εξασφαλίσω µια ζεστή γωνιά σαν φωλιά. ∆εν πρέπει να µείνω εκτεθειµένος όλη τη νύχτα στο κρύο αγιάζι και την υγρασία. Θυµήθηκα µια συζήτησή µε ένα συµµαθητή στο γυµνάσιο. Μιλούσαµε για την αρχαιότητα και πως µετέφεραν οι πρόγονοί µας το χιόνι από τις παγωµένες χαράδρες των βουνών του Ολύµπου του Ταΰγετου και αλλού. Το ’βαζαν µέσα σε τσουβάλια λινάτσας φασκιωµένο µε µπόλικο άχυρο για να λειτουργεί ως µονωτικό. Κάπου το 21


’χαµε διαβάσει και µας έκανε εντύπωση. Το άχυρο όπως ήταν αµπαλαρισµένο σε συµπαγείς µπάλες αποτελούσε τέλειο µονωτικό. Αν το χρησιµοποιήσω, σκέφτηκα, θα γλυτώσω από την απειλή του κρύου που µε περιβάλλει. Ευκαιρία να επιβεβαιωθεί και πρακτικά αυτή η διαπίστωση. Γύρισα πίσω για να τακτοποιήσω τα πράγµατα. Πρώτα µάζεψα την φωτιά για να µην υπάρξει περίπτωση κάποιας πυρκαγιάς. Μετά πήρα τα µατσάκια τις πατσές και τις κρέµασα ψηλά µαζί µε τα αρνιά. Τα άλλα γύρω ήταν πράγµατα που δεν κινδυνεύουν. Τα αρνιά είναι κρεµασµένα ψηλά. ∆εν µπορούν να τα φτάσουν ούτε γάτες, ούτε σκυλιά, ούτε αγρίµια. Ξαναγύρισα στις µπάλες µε το άχυρο και άρχισα να διαµορφώνω τον χώρο της διανυκτέρευσης µου. Μπάλες µε άχυρο υπήρχαν πολλές. Πήρα περίπου δέκα και τις έστρωσα κάτω. Σχηµάτισα ένα τετράγωνο υπερυψωµένο δάπεδο. Μετά πήρα κάποιες µπάλες και σχηµάτισα ένα ορθογώνιο παράλληλο, σαν µικρό χώρο περιφραγµένο, βάζοντας από δύο µπάλες στο µάκρος, όρθιες, και από µία πάνω και κάτω. Πάνω σ’αυτές τοποθέτησα σαν σκέπαστρο άλλες οκτώ µπάλες. ∆ηµιούργησα ένα χώρο σαν µεγάλο σπιρτόκουτο. Κάνοντας µια δοκιµή σήκωσα την µία µπάλα άχυρο καπάκι και χώθηκα µέσα στο κενό ολόκληρος. Ένιωσα πως ξαφνικά βρέθηκα σε έναν χώρο αρκετά ζεστό και κλεισµένο αεροστεγώς. Τρόµαξα. Σκέφτηκα πως αν µείνω όλη νύχτα και κοιµηθώ µέσα σ’αυτό το κλειστό κουτί κινδυνεύω να πάθω ασφυξία. Βγήκα έξω. Έριξα µια µατιά γύρω για έναν τελευταίο έλεγχο. Είδα την φωτιά πως άρχισε να σβήνει σιγά– σιγά. Τράβηξα γραµµή για το αυτοσχέδιο γιατάκι µου. Χώθηκα µέσα από την ανοιχτή τρύπα του κενού. Όταν βολεύτηκα, την τελευταία µπάλα άχυρου στο σκέπαστρο την άφησα περίπου δεκαπέντε πόντους ανοιχτή, για να παίρνω αέρα όλο το βράδυ και να αναπνέω καλά. Όλη νύχτα µέσα στην φωλιά µου αισθανόµουν σαν να βρισκόµουν σε χαµάµ. Ίδρωσα κάποια στιγµή. ∆εν σκεφτόµουν παρά µόνο την µε κάθε τρόπο αυτοπροστασία µου, για την επιβίωση. Πιο αναπαυτικό ζεστό και γλυκό ύπνο δεν θυµάµαι. Το πρωί µε ξύπνησαν οι δυνατές οµιλίες των κτηνοτρόφων που ήρθαν να δουν τι έγινε. Είχαν πληροφορηθεί για την αβαρία στο φορτηγό. Τράβηξα την µπάλα µε το άχυρο και πετάχτηκα έξω. Κάποιος µε είδε και µε πλησίασε καθώς κι εγώ όδευα προς το µέρος τους. Εδώ την έβγαλες όλη τη νύχτα παλικάρι µου; Ναι, είπα , κι έκανα πολύ καλό ύπνο. Βέβαια, είπε, το άχυρο είναι ζεστό µονωτικό. Όµως τις πατσές σου τις έφαγαν οι γάτες και τα σκυλιά. Πως τις φτάσανε και τις έφαγαν; Αφού τις είχα βάλει ψηλά µαζί µε τα αρνιά. Περίεργες προτιµήσεις έχουν τα σκυλιά κι οι γάτες στο χωριό σας. ∆εν τρώνε κρέας και προτιµούν τις πατσές; ∆εν ξέρω φίλε. ‘Αντε και µόνος σου να δεις πως έγινε. Όταν έφτασα στο υπόστεγο είδα τα σύρµατα από τα µατσάκια να κρέµονται άδεια. Σ’ένα σύρµα υπήρχε ένα κοµµάτι από την πατσά που υπήρχε πάνω. Ήταν σαν κάποιος να τράβηξε και να κόπηκε πάνω το κοµµάτι της ξώφαλτσα. Ένας από τους κτηνοτρόφους µου σιγοµουρµούρισε στο αυτί. Μπορεί ο σκύλος ή η γάτα να είχε δυο πόδια και χέρια µε δάχτυλα. Μου έµεινε κάποια πικρία από αυτό το συµβάν. Αυτό το γεγονός στάθηκε αφορµή να λειτουργήσουν όλα αντίστροφα. ∆ιαταράχθηκαν οι σχέσεις µου µε τον µεσάζοντα, µικροέµπορα, και αποχώρισα από τον χώρο. Οι µπάλες µε το άχυρο λειτούργησαν ευεργετικά, όµως χάθηκαν οι πατσές. Τα ποδαράκια φτάσανε στα καζάνια για ζεµάτισµα µετά εικοσιτετραώρου καθυστέρησης. 22


Προσωπικά θεωρούσα ότι έκανα ότι ήταν ανθρωπίνος δυνατό. Προσπάθησα να είµαι συνεπής µε τις υποχρεώσεις µου. Ο µεγάλος τσαµπάσης, ο έµπορος, δεν ένιωσε την παραµικρή υποχρέωση να µεριµνήσει για την επιστροφή του συνεργείου και όλου του φορτίου. ∆ε έστειλε άλλο φορτηγό να πάρει εργαζόµενους και εµπόρευµα. Ο µικρέµπορας, µεταπράτης, προσπάθησε να δώσει κάποια νότα συνυπευθυνότητας στον κρεατέµπορα. Αυτός δεν συγκινήθηκε καθόλου. Ούτε ίδρωσε το αυτί του. Πέραν τον συµφωνηθέντων δια συµβολαίου ουδέν έτερον αναγνωρίζεται. Ζήτησε να τηρηθούν τα συµφωνηθέντα. ∆ίχως να ληφθούν υπόψη οι αστάθµητοι παράγοντες µιας ετερογενούς ζηµιάς. Εσύ έχασες τις πατσές και εγώ κινδύνεψα να χάσω τα αρνιά, είπε για δικαιολογία. Μπροστά στον κίνδυνο να διαταραχθεί η συνεργασία και οι σχέσεις για το υπόλοιπο της περιόδου αναγκάστηκε ο αδύνατος κρίκος να σπάσει πίνοντας το φαρµάκι της ζηµιάς. Αυτές οι µεταξύ τους προστριβές µε ανάγκασαν να εισπράξω το αποτέλεσµα. ∆εν πληρώθηκα το ηµεροµίσθιο αυτής της σκληρής µέρας. ∆εν χτύπησα ποτέ την πόρτα του µεταπράτη ζητώντας δουλειά και γενικά ξέκοψα από τον χώρο των εκδοροσφαγέων. Είχα γνωρίσει καλά τις συµπεριφορές όλων όσων είχαν άµεση σχέση µε τσαµπασιλίκια µέσα στην σύντοµη θητεία µου στον κύκλο τους και ήµουν µόλις δεκαπέντε χρονών. ∆ουλειά να µη σου λείψει Ευλογηµένο καλοκαιράκι για την φτωχολογιά. Ανεµελιά, ξενοιασιά, όλα τα παιδιά µια εικόνα. Ένα φανελάκι κι ένα παντελόνι ρετσίνα από το πιο πρόστυχο ύφασµα που όµως για την φτωχολογιά ήταν η καλύτερη λύση. Μόλις το φόραγες φούσκωναν οι κλειδώσεις στα γόνατα. Γυρνούσαµε ξυπόλυτοι χωρίς παπούτσια. Έτσι που τρέχαµε πηγαίναµε και στην δουλειά. Πολλά παιδιά το καλοκαίρι δουλεύαµε στην βιοµηχανοποιηµένη παραγωγή κεραµοποιίας. Υπήρχαν δύο εργοστάσια. Ιδιοκτήτες δυο Μακεδόνες από την περιοχή Καστοριάς Γρεβεννών. Οι ντόπιοι Ελληναράδες των τσάµιδων των ρουµανόβλαχων, αρβανιτάδων και κάθε λογής σποράς που ζούνε χρόνια τώρα σ’αυτό τον φτωχότοπο και δικαιωµατικά φέρουν τον τίτλο του ‘Ελληνα τους έλεγαν Σλαβοµακεδόνες. Η δε συµπεριφορά τους απέναντί τους δεν ήταν κι η καλύτερη. Είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι που ζούνε σε παραµεθόριες περιοχές έρχονται σε καθηµερινή επαφή και σχέση µε γείτονες λαούς. Αλληλοεπηρεάζονται σε ήθη και έθιµα και µια σειρά πολιτισµικές εκδηλώσεις, σε βαθµό που πολλές φορές να µη µπορεί κάποιος άλλος, από µια περιοχή µακρινή, να διακρίνει τις τυχόν διαφορές αυτού του κόσµου. Η αλληλοεπίδραση επηρεάζει το γλωσσάρι και δηµιουργεί µια τοπικιστική ιδιοµορφία σηµαντική. Αν δεν υπήρχαν οι σοβινιστικές και ρατσιστικές προπαγάνδες µπορεί αυτό το γεγονός να αποτελούσε και την µέγιστη πολιτισµική οµορφιά κάθε λαού. Το γλωσσάρι αυτών των ανθρώπων είχε πολλά κατάλοιπα από τοπικιστικές ιδιοµορφίες και ιδιαιτερότητες. Είχαν µπολιαστεί µε την σλαβική προφορά. Κατά τα άλλα αυτός ο πληθυσµός µάτωσε για την Ελλάδα τόσο στο έπος του 1821 όσο και στους βαλκανικούς πολέµους µε τον Παύλο Μελά και την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Πολύ περισσότερο στο έπος της εθνικής αντίστασης ενάντια στον φασισµό. Το µεγάλου τους αµάρτηµα; Η πλειοψηφία του πληθυσµού αντιµοναρχικοί δηµοκράτες. Μόνον αυτή τους η «αµαρτία» µπορεί να δικαιολογήσει και να 23


ερµηνεύσει το µένος των µοναρχικών Ελληναράδων, οπαδών του κοτσαµπασισµού, ενάντιά τους. Το πρώτο κεραµοποιείο δίπλα στο ανάχωµα των αντιπληµµυρικών έργων ήταν του Σιδέρη Μίσιου και δίπλα του ακριβώς του Σταµπουλτσί Στέργιου. Η επιχείρηση του Σιδέρη είχε περισσότερο οικογενειακό χαρακτήρα. Σ’ αυτό δούλευαν δυο κόρες του παντρεµένες, µε τους άντρες τους και τα παιδιά τους. Βασιλική και Αλεξάνδρα. Η πρώτη είχε σύζυγο έναν κοντό και εύρωστο άντρα, τον Αντώνη. Είχαν δύο κοπέλες και δύο αγόρια. Την Ευδοξία, την Χρυσούλα , τον ∆ηµήτρη και τον µικρό Σιδέρη. Η Αλεξάνδρα είχε άντρα της τον ψηλό ∆ηµήτρη. Είχαν δυο κόρες και δυο αγόρια. Την Πολυξένη και την Όλγα, τον Νικόλα και τον Σωτήρη. Ο Σταµπουλτζής είχε την γυναίκα του και τέσσερα παιδιά. ∆υο αγόρια και δυο κορίτσια. Τα αγόρια είχαν κάποιο πρόβληµα κινητικότητας και γενικά ήταν προβληµατικά. Ο µεγάλος γιος, όµως, εφαρµόζοντας κινησιοθεραπεία εργαζόταν στο κεραµοποιείο. Οι κοπέλες υγιέστατες πήγαιναν στο σχολείο. ∆εν απασχολήθηκαν µε την δουλειά. Κατά παράδοση όλοι οι κάτοικοι της περιοχής τους είχαν ως κύρια ασχολία την κεραµοποιία, χειροποίητα και βιοµηχανικά. Γι’ αυτό και τους τεχνίτες που χρησιµοποιούσαν στην δουλειά τους ο Σιδέρης κι ο Στέργιος, τους έφερναν από τα µέρη τους. Με τα χρόνια µετέδωσαν την τέχνη και την µαστοριά τους σε πολλούς ντόπιους. Όλη η τέχνη βρίσκεται στο καµίνιασµα και την φωτιά που χρειάζεται για να ψηθούν τα κεραµικά. Εγώ για πρώτη χρονιά καλοκαίρι δούλεψα στο εργοστάσιο του Σταµπολτζή. Ήµασταν απ’ ότι θυµάµαι η Κούλα, ο Καρύδας αδελφός της Κούλας, ο Θανάσης, ο Αποστόλης Περιβολάκης και κάποια άλλα παιδιά. Από την επόµενη χρονιά µετακόµισα στου Σιδέρη, γιατί εκεί δούλευαν πολλά παιδιά του συνοικισµού. Θυµάµαι τους Γιάννη, τον Νίκο, τα αδέρφια Χρίστο και Ιπποκράτη, τον Χρήστο, τον Νίκο. Εκεί δούλευαν και τα εγγόνια του Σιδέρη που ήταν λίγο µικρότερα από µας. Η Ευδοξία, η Χρυσούλα και ο ∆ηµήτρης του Αντώνη και η Πολυξένη µε την Όλγα του ∆ηµητρού. Η δουλειά πράγµατι βαριά και ανθυγιεινή. Άγρια σε ωράρια και παραγωγικότητα σε χειρονακτική εργασία. Ο Σιδέρης µε την γυναίκα του που γύριζαν µέσα στους τόπους παραγωγής και µας έβλεπαν µαζί µε τα εγγόνια τους να τρέχουµε σαν δαιµονισµένα µέσα στις αλάνες του κεραµοποιείου, έλεγαν στην τοπικής τους διάλεκτο «τσάρνε χολέριε µιζέρια» (µαύρη χολέρα η φτώχεια). Μέσα στον χώρο της δουλειάς ήµαστε όλοι ίσια κι όµοια. Λειτουργούµε µε µεγάλη συναδελφικότητα και αλληλεγγύη. Καµιά διαµάχη µεταξύ µας. Όλοι µε τον ίδιο τρόπο παίρνουµε µέρος σε όλες τις διαδικασίες. Παρά τις δυσκολίες θυµάµαι νοσταλγικά εκείνες τις δύσκολες ώρες που περνούσαµε πάντα λέγοντας χωρατά και σατιρίζοντας διάφορα συµβάντα. Έτσι για να ξεχνάµε τα µεγάλα ζόρια. Παλεύαµε µε µόνο σύµµαχο τα νιάτα µας. Βρισκόµαστε στην πιο ευαίσθητη ηλικία και την περνούσαµε κάτω από τις πιο άγριες συνθήκες, µέσα στην λάσπη και την σκόνη. Η δουλειά εξαντλητική από άποψη ωραρίου και ευκολίας. Η συναδελφικότητα µας δηµιουργούσε κάποιο αίσθηµα σεβασµού για τους συνεργάτες του µόχθου. Εµείς τα αγόρια δουλεύαµε ξυπόλητα. Ένα φανελάκι, ένα παντελόνι κοµµένο τα µπατζάκια στα γόνατα. Αντίθετα γυναίκες και κορίτσια φόραγαν χοντρές κάλτσες που εφτάναν ψηλά πάνω από το γόνατο. Τα φορέµατά τους κλειστά στον λαιµό και µακρινάρια µέχρι κάτω. Ένα µαντίλι στο κεφάλι που κάλυπτε τα πάντα εκτός από τα δυο τους µάτια. ∆εν ίδρωναν; ∆εν πάθαιναν ατυχήµατα. Στις παλάµες φορούσαν αυτοσχέδια 24


γάντια προφύλαξης. ∆ούλευαν συναγωνίσιµα µε µας. Εκτός από τα πολύ µεγάλα βάρη. Ήταν πάντα η απορία µας που άγγιζε τον θαυµασµό γι’ αυτές. Αυτή ήταν η φιγούρα που βλέπαµε και γνωρίζαµε εµείς στην καθηµερινότητά µας. Όταν µια Κυριακή απόγευµα τις είδαµε ντυµένες στην µεγάλη βόλτα του συνοικισµού δεν τις γνωρίσαµε σαν µας χαιρέτησαν. Ξέσπασαν σε γέλια γιατί κατάλαβαν την αµηχανία µας. Ήταν όλες µικρούλες κι όµορφα κοριτσάκια. Εµείς είµαστε γεµάτοι σηµάδια από µικροτραυµατισµούς. Σε µια δουλειά υπάρχουν ατυχήµατα µεγάλα και µικρά. Τα µικρά ξεπερνιούνται εύκολα και γρήγορα. Τα µεγάλα αφήνουν τραύµατα και θεωρούνται σοβαρά. Μπορεί σε κάποιον να δηµιουργήσουν επιπτώσεις αναπηρίας. Είχα κι εγώ ένα προσωπικό ατύχηµα αρκετά σοβαρό. Η αντιµετώπισή του από την πλευρά µου λόγω συγκυριών δεν το επέτρεψε να µου αφήσει ανεπανόρθωτα σηµάδια και ζηµιά. ∆ούλευα λασπάς γιατί ήταν µεγαλύτερο το µεροκάµατο. Εµείς που δουλεύαµε λασπάδες ήµασταν υποχρεωµένοι ο καθένας µε την σειρά του να πηγαίνουµε το πρωί, χαράµατα, στα χωµατοντάµαρα. Θα σκάψουµε το χώµα για την παραγωγή της ηµέρας. Θα το µεταφέρουν τα κάρα στα τσεκούρια (λάκους). Το βράδυ θα ποτιστεί µε µπόλικο νερό και το πρωί θα το µετατρέψουµε σε πυλό για την παραγωγική διαδικασία. Αυτή η δουλειά γίνεται καθηµερινά χαράµατα γύρω στις τέσσερις η ώρα. Θα βρεθείς στο χωµατοντάµαρο σε βάθος ανοιχτό γύρω στα δύο µέτρα. Θα βρείς εκεί την τσάπα και τον λοστό. Θα κουφώσεις το χώµα σε κάποιο βάθος και θα ανέβεις απάνω. Χρησιµοποιώντας τον λοστό θα το γκρεµίσεις. Αν υπολογίσεις σωστά θα έχεις σκάψει χώµα που καλύπτει την παραγωγή µιας µέρας. Θα ’ρθουνε τα µονόκαρα να το φορτώσουν και να το µεταφέρουν στον τόπο ς δουλειάς. Όταν ήρθε η δική µου η σειρά, βρέθηκα στο χωµατοντάµαρο ακριβώς στην ώρα µου. Ήταν νύχτα ακόµη. Βρήκα την τσάπα και το λοστάρι κι άρχισα να σκάβω χαµηλά. Όπως αποδείχθηκε σ’αυτό το σηµείο τα χώµατα ήταν λίγο µπόσικα. Θα πρέπει κι εγώ να το έσκαψα λίγο πιο βαθιά. Ο µεγάλος όγκος δεν κρατήθηκε. ∆εν χρειάστηκε ούτε πρόλαβα να ανέβω απάνω µε το λοστάρι. Το χώµα κατέρρευσε. Με απώθησε βίαια προς τα έξω. Με πέταξε κάτω. Μεγάλα αγκωνάρια χώµα έπεσαν πάνω στην µέση και στους γοφούς µου. Με πλάκωσε όλος ο όγκος από την µέση µέχρι τα κάτω άκρα. Έπεσα µπρούµυτα. Προσπάθησα µε τα χέρια µου να µετατοπίσω τα µεγάλα αγκωνάρια από την µέση και τους γοφούς µου, να αλαφρώσω το βάρος. ∆εν µε βοηθούσε καθόλου η στάση που είχα. Όταν άρχισαν να κρυώνουν τα χτυπηµένα µέρη του σώµατός µου άρχισαν να µε βασανίζουν και οι δυνατοί πόνοι. Ήµουν εγκλωβισµένος και σε πλήρη ακινησία. Περιµένω να έρθει το πρώτο κάρο να φορτώσει. Μόνον τότε θα µε αντιληφθεί κάποιος και θα µε βοηθήσει ουσιαστικά. Σ’αυτή την ερηµιά όσο και να φωνάξω δεν θα µε ακούσει κανείς κι αν ακούσει δεν θα καταλάβει τι ακριβώς συµβαίνει. Ενώ βρισκόµουν σε λήθαργο από τους πόνους, κάποια στιγµή άκουσα θόρυβο δίπλα µου. Μου πέταγε κάποιος πέτρες µικρές. Έπεφταν δίπλα µου µε κάποιο θόρυβο. Με πολύ κόπο ανασήκωσα λίγο το κεφάλι. Είδα σε απόσταση δεκαπέντε µέτρα τον εγγονό του Σιδέρη, τον ∆ηµητράκη. Ήρθε για το πρώτο δροµολόγια µε το µονόκαρο για χώµα. ∆ηµήτρη έλα κοντά, φώναξα, µε πλάκωσε το χώµα. Το βλέπω, µου απάντησε. Νόµιζα πως τα τίναξες, είπε γελώντας. Πέταξα µερικές πέτρες για να δω αν θα αντιδράσεις. 25


Αλλιώς δεν πλησιάζω, φοβάµαι τους πεθαµένους. Πλησίασε. Βοήθαµε όσο µπορείς να σε σηκώσω. Έλα να πάµε στο κάρο, σιγά-σιγά. Έκανα προσπάθειες. Σηκώθηκα, αδύνατο να σταθώ όρθιος και να περπατήσω. Με χίλιες δυσκολίες και αφού του βγήκε η πίστη του ∆ηµήτρη ζύγωσα στο κάρο. Τώρα, πως ανεβαίνουν; Ευτυχώς τα χέρια µου είναι δυνατά. Κρεµάστηκα από το πίσω µέρος και ο ∆ηµήτρης µε έσπρωξε, σηκώνοντας ελαφρά τα πόδια µου, προς τα µέσα. ∆ιαπίστωσα πως δεν µπορούσα να καθήσω. Με πολύ κόπο έπεσα στο πλάι, δίπλωσα ελαφρά τα πόδια µου και εκεί έµεινα. Ο ∆ηµήτρης ανέβηκε, πήρε τα γκέµια στα χέρια και ξεκίνησε. Το κάρο µέσα στον ανώµαλο χωµατόδροµο τρανταζόταν µε τις λακούβες. Οι πόνοι πολλαπλασιάζονταν στην µέση και στους γοφούς. Φτάσαµε στα πλινθόκτιστα. Η Μάνα ήτανε στο σπίτι µε την Κυριακίτσα και κουβέντιαζαν. Όταν µας είδαν τα χασανε. Τι έγινε, µου φώναξε. Τίποτα, είπα, µάλωσα µε το χώµα και µε τραυµάτισε λίγο. Ο ∆ηµήτρης µε βοήθησε να κατέβω. Σιγά – σιγά πήγαµε µέσα στο σπίτι. Ξάπλωσα στο κρεβάτι µου. Ο ∆ηµήτρης έφυγε, πήγε να συνεχίσει την δουλειά του. Μέσα στο δωµάτιο ήρθε η µάνα. Την πήρανε τα δάκρυα. Πάψε µάνα, της είπα. Φτηνά την γλύτωσα. Είναι άδικο να φεύγεις το πρωί για την δουλειά, για το µεροκάµατο σ’ αυτήν την ηλικία και να σε φέρνουν πίσω σακατεµένο. Άστα τώρα αυτά, θα σκεφτόµαστε πως υπάρχουν και χειρότερα. Η Μάνα συνήλθε από το πρώτο σοκ. Έτρεξε αµέσως απέναντι µας που έµενε η κυρά Κυριακάκη. Αυτή η Θρακιώτισσα, άγια γυναίκα, θα πλησίαζε τα εξήντα πέντε. Όµως η κακή διαδροµή της ζωής της.πΠροσφυγιά, ξεριζωµός, θάνατοι, την έκαναν να φαίνεται στα δικά µας παιδικά µάτια σαν ογδόντα. Αυτή η κυρά έκανε θαύµατα µε τα διάφορα βότανα και τα δυο της χέρια. Με τις αλοιφές και τα γιατροσόφια, µε τις κοµπρέσες και τις µαλάξεις. Πόσος κόσµος δεν ευεργετήθηκε από τα σκευάσµατά της. Αυτή η κυρά µέσα σε µια βδοµάδα µε σήκωσε στο πόδι τσελίκι (ατσάλι). Βέβαια κάποια αλλαγή συντελέστηκε στο κορµί και το είναι µου. Κάθε αλλαγή θετική ή αρνητική αφήνει τα δικά της σηµάδια. Όµως η κυρά Κυριακάκη, µέσα σε µια βδοµάδα απέδειξε πως οι ανθρώπινες εµπειρίες χιλιάδων χρόνων δεν πάνε χαµένες. Μου έµειναν κάποια υπολείµµατα ωστόσο για να έχω να θυµάµαι στα υπόλοιπα χρόνια της ζωής µου, τα χρόνια της νιότης µου. Κάπως έτσι κληρονόµησα τη αγκυλοποιητική σπόνδυλο-αρθρίτιδα. Αλλά αυτό διαπιστώθηκε µετά από δεκαπέντε περίπου χρόνια σε µια άλλη ιστορική στιγµή της ζωής µου. Για την περίοδο που µνηµονεύουµε θα είναι αστείο να περιµένει κανείς ασφάλειες κοινωνικές παροχές ,ιατροφαρµακευτική περίθαλψη και επιδόµατα. Όλα αυτά ακόµα δεν βρίσκονταν ούτε στην σφαίρα του προγραµµατισµού και ας διατυµπανίζουν οι µοναρχο-ολιγαρχικοί ότι το ΙΚΑ το έφτιαξε ο δικτάτορας Μεταξάς. Οι εργαζόµενοι το διεκδικούσαν µια ζωή µε τις κινητοποιήσεις και τις απεργίες. Ο Μεταξάς απλώς το αποδέχθει για να κατευνάσει τα πνεύµατα και να το οριοθετήσει στα µέτρα της εργοδοσίας. Και πάλι οι εργαζόµενοι µε τις συνεχής πιέσεις ανάγκασαν τις µοναρχοολιγαρχικές κυβερνήσεις να σπρώξουν το πρόβληµα της επέκτασης του ΙΚΑ σ’όλη την επικράτεια και µε τις δικές τους δυνάµεις δηµιούργησαν τα επικουρικά ταµεία και αυτά µέχρι σήµερα βρίσκονται υπό του απολύτου ελέγχου του κράτους µε καθαρά εργοδοτικούς προσανατολισµούς. Σε αυτή την περίοδο υπάρχει µόνον η Κοινωνική Πρόνοια για τους πολίτες που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, να χορηγεί κάποια επιδόµατα και αυτά 26


όποιος τα διεκδικεί θα πρέπει να προσκοµίσει πιστοποιητικό κοινωνικών φρονηµάτων. Ιλαροτραγωδίες του Συστήµατος Ο Χάµπος συνεχίζει να βρίσκεται σε νοσηλεία. Σαν οικογένεια δεν πάψαµε να διανύουµε την δυσκολότερη περίοδο. Ξανάρθαν οι δύσκολες µέρες όπως τότε που χάσαµε τον πατέρα µας. Μόνο που τότε µεσολάβησε ο Β΄ παγκόσµιος πόλεµος. Η αγωνία όλου του κόσµου για την επιβίωση κάλυψε τις επιµέρους ανάγκες της οικογένειας. Τώρα όλα είναι διαφορετικά. Μια µέρα µε κάλεσε ο διευθυντής της σχολής µηχανικών «Λαρισαική», κ. Χρήστος Γουµενόπουλος στο γραφείο του. Τον επισκέφτηκα να δω τι θέλει. Μου είπε, γνωρίζω τι ακριβώς συµβαίνει στην οικογένειά σου και τον λόγο που διέκοψες τα µαθήµατά σου. Για όλα ειλικρινά λυπάµαι πολύ. Σε κάλεσα να σου πω, πως αν θέλεις να συνεχίσεις και να τελειώσεις την τελευταία σου χρονιά, είµαι διατεθειµένος να σε δεχθώ χωρίς καµία οικονοµική επιβάρυνση. Θα σε απαλλάξω από όλες τις οικονοµικές υποχρεώσεις προς την σχολή σε δίδακτρα και σχολική ύλη. Νιώθω µεγάλη υποχρέωση σε όλους εσάς τους πρώτους µαθητές της σχολής. Την στηρίξατε µε την συµµετοχή σας και πιστέψατε σ’αυτή. Η προσπάθεια για την λειτουργία αυτής της σχολής ανήκει σε όλους µας. Θέλω ειλικρινά να τελειώσετε όλοι και να πετύχετε επαγγελµατικά. Θα ναι µεγάλη τιµή για όλους µας. Ζωντανή διαφήµιση της σχολής. Σε παρακαλώ να το ξανασκεφτείς. Αναγκάστηκα και πάλι να του εξηγήσω όλες τις δυσκολίες που αντιµετωπίζαµε, εγώ κι η οικογένειά µου. Εργαζόµουν πάρα πολύ σκληρά και για πολλές ώρες την ηµέρα. Κυνηγούσα το µεγάλο µεροκάµατο. Τα έξοδα του σπιτιού πολλά. Πώς να δεχθώ την προσφορά του Γουµενόπουλου, αν στην πορεία αναγκαστώ να τον απογοητεύσω; Κάπως έτσι σταµάτησα κάθε προσπάθεια επανένταξής µου στα θρανία. Όλα τα αγόρια της ηλικίας µου που έχουµε προ πολλού βγει στην παραγωγική διαδικασία τα βράδια µαζευόµαστε στα καφενεία της γειτονιάς. Είναι η προσφιλής µόδα της εποχής. Η παρέα µε τον καφέ και το κουβεντολόι που ξεκουράζει. Ας είναι και ατέρµονο. Πότε για ποδόσφαιρο, πότε για κοινωνικο-οικονοµικά προβλήµατα. Η µία κουβέντα φέρνει την άλλη. Πολλές φορές γινόµαστε µάρτυρες σε µικροκαυγαδάκια µεταξύ φίλων. Λογοµαχούν σαν κοκοράκια. Τέτοια ήταν η ατµόσφαιρα εκείνο το βράδυ στο καφενείο του Παναγή, όταν µπούκαραν µέσα τα δύο φιλαράκια, ο Ίντζος (Χρήστος) κι ο Τέλµαν (Τηλέµαχος). Τεχνίτες ελαιοχρωµατιστές κι οι δύο. Είναι τώρα λίγος καιρός που συνεταιρίστηκαν και έγιναν υπεργολάβοι. Κάποια πρόσβαση βρέθηκε και συνεργάστηκαν µε την τεχνική εταιρία που ανέλαβε όλο το επισκευαστικό έργο της 110 πτέρυγα µάχης της Ελληνικής βασιλικής αεροπορίας (ΕΒΑ). Με την αποχώρηση των γερµανών όλα είχαν καταστραφεί. ∆ιόρθωσαν µε προσωρινό χαρακτήρα κάποια πράγµατα για να την καταστήσουν λειτουργική. Η συµµετοχή της χώρας στην συνασπισµό του ΝΑΤΟ άλλαξε τις φιλοδοξίες και την προοπτική. Θα το αναβαθµίσουν έτσι ώστε να γίνει το µεγαλύτερο πολεµικό αεροδρόµιο της βαλκανικής χερσονήσου, µε ευρύτερους στρατηγικούς στόχους. Θα αποτελεί την αιχµή προπαγάνδας έναντι των νεοϊδρυθέντων λαϊκών δηµοκρατιών της περιοχής. Η 27


εταιρία που ανέλαβε το όλο έργο µε στόχους, φιλοδοξίες και προοπτική ξεκάθαρη. Θα µετεξελιχθεί στην µεγαλύτερη κατασκευαστική µε δραστηριότητες εκτός συνόρων και πολυεθνικό χαρακτήρα. Τα παιδιά κατόρθωσαν να αναλάβουν υπεργολαβικά κάποια τµήµατα κτηριακών συγκροτηµάτων για βαφή και καλωπιστικό διάκοσµο. Με είδαν που καθόµουν µονάχος στο τραπέζι. Ήρθαν και κάθισαν µαζί µου. Είπαµε διάφορα και κάποια στιγµή µε ρώτησε ο Ίντζος. Τι σκοπεύεις να κάνεις εσύ τώρα; Από όσο ξέρω εργάζεσαι στις οικοδοµές ανειδίκευτος, έτσι θα συνεχίσεις; Νοµίζεις πως ξέρω και εγώ να σου πω τι θα κάνω, είπα αµήχανα. Άµα µεγαλώσω λέω να προσπαθήσω να γίνω βιοµήχανος ή εφοπλιστής, πρόσθεσα γελώντας. Άσε τα χωρατά, είπαν. Το πρόβληµα είναι πιο σοβαρό. Εµείς δεν είµαστε ξένοι. Από ενδιαφέρον συζητάµε. ∆εν πρέπει να µείνεις εργάτης ανειδίκευτος. Τι λέτε βρε παιδιά; Ξεχνάτε πως οικογενειακός είµαστε πνιγµένοι στα έξοδα; Έτσι θα ήταν τα πράγµατα για µένα αν δεν υπήρχε η αρρώστια του Χάµπου; Κανένας δεν λέει το αντίθετο είπαν κι οι δυο µαζί. Και να θέλει κάποιος να ξεχάσει υπάρχουν τα γεγονότα. Όλοι βλέπουν την αγωνία που περνάτε, όλοι σας θεωρούν αξιοπρεπείς και ικανότατους που αγαπηµένοι παλεύεται χέρι-χέρι και τα φέρνεται βόλτα. Όµως υπάρχει και το µέλλον. Εµείς από ενδιαφέρων το κουβεντιάζουµε γιατί είµαστε πατριωτάκια, φίλοι οικογενειακοί. Το σχολείο το παράτησες. Τι θα κάνεις; Μην παραιτηθείς κι από µια προσπάθεια να µάθεις µία τέχνη. Άλλο ανειδίκευτος άλλο τεχνίτης. Ναι βρε παιδιά έχετε δίκιο, µα πως θα γίνει αυτό. Για να µάθεις κάποια τέχνη πρέπει να ξεκινήσεις από βοηθός, δίχως µεροκάµατο. Όπως ήρθαν τα πράγµατα για µένα αυτό είναι άπιαστο όνειρο. Πρέπει να εργάζοµαι κάθε µέρα και µε µεγάλο µεροκάµατο αν θέλω να βοηθήσω την οικογένεια και την κάλυψη όλων των εξόδων του σπιτιού. Άστα αυτά τώρα µην τα σκέφτεσαι και στεναχωριέσαι, είπε ο Χρήστος. ∆εν µου λές, πόσο µεροκάµατο παίρνεις σαν ανειδίκευτος στην οικοδοµή, µε ρώτησε ο Τέλµαν. Άλλοτε πενήντα άλλοτε εξήντα δραχµές. Άµα πάω για τέχνη θα µου δώσουν είκοσι µε τριάντα δραχµές την βδοµάδα. ∆εν φτάνουν ούτε για τσιγάρα χύµα. Αφού γνωρίζετε τι γίνεται στην πιάτσα. Ξέχνα το αυτό είπε ο Χρίστος πάλι. Εµείς σκεφτήκαµε να σου κάνουµε µια πρόταση. Την ακούς, αν σου ταιριάζει συµφωνείς. Λέγε, είπα, είµαι πρόθυµος κι ανοιχτός. Μπορούµε να σε πάρουµε µαζί µας στην αεροπορία, είπε ο Τέλµαν. Είναι κι ο Τιτίγκας εκεί. Είναι καλό µαστοράκι, µαζί θα δουλεύεται. Αν το ακούς γρήγορα θα γίνεις κι εσύ. Είπαµε να έρθεις µαζί µας. Θα σου δώσουµε σαν πρώτο µεροκάµατο είκοσιπέντε δραχµές την µέρα. Ο µήνας είναι Οκτώβρης. Ως τον Φλεβάρη θα έχεις µάθει αρκετά. Τότε θα πάρεις ένα δεκάρικο αύξηση και θα φτάσεις τις τριανταπέντε δραχµές. Όλο τον χειµώνα θα κάνεις έξη µεροκάµατα την βδοµάδα. Αν τα βάλεις κάτω, µε τα µεροκάµατα που χάνεις σαν ανειδίκευτος, η διαφορά δεν είναι µεγάλη. Την άνοιξη θα είσαι πολύ καλός βοηθός. Από κει κι ύστερα στο χέρι σου είναι να γίνεις µάστορας για να φτάσεις σαράντα-πενήντα δραχµές. Κάνοντας µια µικρή θυσία µέσα στον χειµώνα που υπάρχει ανεργία θα γλυτώσεις το χαµαλίκι του ανειδίκευτου. Μην ξεχνάς την αβάντα. Όλο τον χειµώνα δεν θα χάσουµε µεροκάµατο και θα έχουµε και ασφάλεια σε ένσηµα του ΙΚΑ. Αυτό είναι πολύ σηµαντικό, είπα. Το καλοκαίρι θα είσαι ένας πολύ καλός µάστορας. Τι λες, πως σου φαίνεται; Τι να πω βρε παιδιά. 28


Αυτό το κάνετε για µένα και το βλέπω. Σας ευχαριστώ πολύ. Με βγάζετε από το αδιέξοδο. Όµως θα µου δώσετε το περιθώριο να το κουβεντιάσω µε τον Χάµπο και την Μάνα. Αύριο θα σας απαντήσω και δεν νοµίζω πως θα ναι αρνητικοί. Για µένα είναι µια καλή ευκαιρία. Οφείλω να σας ευχαριστήσω προκαταβολικώς και τους δυο για την συµπαράσταση. Το βράδυ το κουβέντιασα στο σπίτι. Μιας και δεν είχαµε στον χώρο µας κανέναν τρόφιµο ψυχιατρείου συµφώνησαν όλοι πως είναι µια καλή φιλική πρόταση. Την επόµενη µέρα είπα στα παιδιά πως θα κλείσω την βδοµάδα στο συνεργείο που δούλευα, µιας και δεν ήταν σωστό να τους παρατήσω απροειδοποίητα στην µέση της δουλειάς. Ίσως κάποιος τους χρειαστεί στο µέλλον. Ας µείνει η πόρτα ανοιχτή. Από ∆ευτέρα θα είµαστε µαζί στην αεροπορική βάση. Με την έναρξη της νέας εβδοµάδας περνούσα για πρώτη φορά επίσηµα την πύλη της 110 πτέρυγας µάχης. Πήρα µέρος ενεργό στον οργασµό της ανοικοδόµησης. Η εταιρία εκείνη την περίοδο χρησιµοποιούσε πάνω από χίλιους εργατοτεχνίτες για όλα τα έργα. Αριθµός αρκετά σηµαντικός για µια µικρή επαρχιακή πόλη. Η πλειοψηφία των εργατών προέρχεται από τα λαϊκά στρώµατα. Ο µεγαλύτερος αριθµός πολιτικά ανήκει στον χώρο του αντιµοναρχικού δηµοκρατικού κόσµου. Πολλοί αριστεροί µε την πλατεία έννοια του όρου και ορισµένοι κοµµουνιστές. Ίσως για την περίοδο που αναφερόµαστε όχι απαραίτητα οργανωµένοι. Η βαριά κληρονοµιά της ήττας που φορτώθηκε όλος αυτός ο κόσµος βαραίνει πάνω στις πλάτες τους. Τα στόµατα επτασφράγιστα.Λίγα λόγια κυκλοφορούν και αυτά όταν κάποιος κρίνει πως είναι απαραίτητα. Η προπαγάνδα του ψυχρού πολέµου τσακίζει κόκαλα ένθεν και ένθεν. Από την µια, η καραµέλα του κοµµουνιστικού κινδύνου σ’ όλες τις εκδηλώσεις και παραλλαγές. Στην καθηµερινότητα ο µοναρχισµός σε όλου του το µεγαλείο. Από την άλλη οι προσφιλείς χαρακτηρισµοί µεταξύ συντρόφων, συναγωνιστών. Πρώην καταδικασµένων σε θάνατο και τώρα να ακούγονται αλληλοκατηγορίες. Πράκτορας της ιντέλιτζεντ σέρβις, χαφιές της ασφάλειας, προδότης του λαϊκού αγώνα, ρεβιζιονιστής. Σε πλήρη εφαρµογή η πολιτική καραντίνα. Βάρδα µην τολµήσει κανείς αριστερός και εκδηλώσει διαφορετική πολιτική εκτίµηση διαφωνώντας από αυτή που εκπορεύεται από το ΚΚΣΕ. Αν ερµηνεύσει πολιτικά γεγονότα χρησιµοποιώντας άλλη οπτική και επιχειρηµατολογία. Άποψη που δεν έχει σαν πηγή την επίσηµη γραµµή του ΚΚΣΕ ή της ευθυγραµµισµένης µ’ αυτό ηγετικής οµάδας του ΚΚΕ, µαύρο φίδι που την έφαγε. Αυτός ο φόβος κατάντησε µάστιγα για τους αριστερούς δηµοκράτες αγωνιστές. Αυτήν την εποχή ότι λέγεται θεωρητικά και ότι γίνεται στην πράξη πρέπει να είναι εναρµονισµένο µε την ακροναυπλιώτικη στρουκτούρα. Όλα τα στελέχη νόµιµα, ηµιπαράνοµα και παράνοµα, διέπονται από την ίδια νοοτροπία. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίµα ιδρύθηκε λειτούργησε και ανάπτυξε την δράση της η ενιαία δηµοκρατική αριστερά (Ε∆Α). Η κατασκευαστική εταιρία ιδρύθηκε διαµορφώθηκε και εγκρίθηκε η δραστηριότητά της από όλα τα κλιµάκια του µοναρχο-ολιγαρχισµού και φυσικά της κυβέρνησης και του ΝΑΤΟ. Για να είναι ευέλικτη και επικερδής, η εταιρία οφείλει να έχει ελευθερία επιλογών που θα αποφέρουν τα αναµενόµενα κέρδη. Επανδρώνεται από τα καλύτερα στελέχη του κατασκευαστικού κλάδου. Μέσα στα διευθυντικά κλιµάκια της εταιρίας υπήρχαν άνθρωποι που είχαν ισχυρούς δεσµούς µε 29


όλο τον κρατικό µηχανισµό. Για να διευκολυνθούν στην δουλειά τους, να προχωρήσουν τα έργα και να καλυφθούν οι ρήτρες των ηµεροµηνιακών συµβάσεων, έπρεπε να εξασφαλίσουν συνεργεία από εργατοτεχνικό προσωπικό που να είναι µαστόρια καλά στην δουλειά τους. Αυτός ο τρόπος λειτουργίας της εταιρίας θα εξασφάλιζε τα µεγάλα κέρδη. Με σωστή και µεθοδευµένη δουλειά. Αυτές οι εκτιµήσεις υπερίσχυσαν και, γνωρίζοντας, οι διευθύνοντες την εταιρία, καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον τον χώρο, ξέρουν ότι στα συνεργεία οι περισσότεροι εργάτες θα είναι άνθρωποι δηµοκράτες και αριστεροί κοµµουνιστές. Με αυτές τις εκτιµήσεις ξεκίνησαν τα έργα στην αεροπορία. Η είσοδος στους τόπους της δουλειάς για όλους τους εργαζόµενους ήταν ελεύθερη. Γιατί αν ζητούσαν πρωτόκολλα και άδειες εισόδου θα έπρεπε να στείλουν όλους τους εργάτες στην ασφάλεια για πιστοποιητικά κοινωνικών φρονηµάτων. Είναι αµφίβολο πόσοι θα µπορούσαν να το εξασφαλίσουν. Ακόµα πιο αµφίβολο φάνταζε το αν θα µπορούσαν να συγκροτηθούν συνεργεία άρτια και µάχιµα για εργασία. Έτσι παρακάµπτοντας τους τύπους της ψυχροπολεµικής σκοπιµότητας άφησαν ελεύθερη την είσοδο στα συνεργεία. Επικεφαλής της εταιρίας και υπεύθυνος του εργοταξίου ο πολιτικός µηχανικός και επιφανής επιχειρηµατίας, ο µετέπειτα διευθύνων της Ε∆ΟΚ. ΕΤΕΡ. Αυτό το καθεστώς εργασιακής σχέση µεταξύ εργαζοµένων, εταιρίας και αεροπορικής βάσης κράτησε δύο µήνες. Μετά έγινε το µεγάλο επεισόδιο σκοπιµότητας που ευνοούσαν οι περιστάσεις της εποχής. Ένα πρωινό ξεκινήσαµε για την δουλειά. Όλοι οι εργαζόµενοι επί ποδός στη ρουτίνα της καθηµερινότητα. Το κάθε συνεργείο από την δική του πιάτσα. Όταν έφτασαν οι πρώτοι εργάτες µπροστά στην πύλη τους σταµάτησε ο αρχισµηνίας υπηρεσίας από το κλιµάκιο της φρουράς της πύλης. Τους ζήτησε άδειες εισόδου. Από τους εργάτες των συνεργείων κανείς δεν διέθετε άδεια εισόδου. Ο αρχισµηνίας κάτω από την έντονη διαµαρτυρία των εργατοτεχνιτών αναγκάστηκε να διευκρινίσει πως η απαίτηση άδειας οφείλεται στην παρέµβαση της γενικής ασφάλειας Λαρίσης και συγκεκριµένα του διευθυντού, και έδειξε κάποιον κύριο κουστουµαρισµένο µε ρεπούµπλικα στο κεφάλι. Αυτός είναι είπε. Καθόταν δίπλα µε ένα άχρωµο παγωµένο χαµόγελο στο στόµα. Παρακολουθούσε κάπως ψυχρά και άγρυπνα κάθε κίνηση. Όσο προχωρούσαν οι ώρες και η µέρα τόσο πύκνωνε ο κόσµους στην κεντρική πύλη. Κάποια ώρα εµφανίστηκε και ο γνωστός υπεργολάβος, αµµοκονιαστής, Τσακίρης µε τους δύο γιούς του. Τον έναν τον είχε µαζί του στο συνεργείο. Ο άλλος ήταν µωσαϊκός. Οι τρεις τους πέρασαν την πύλη και προχώρησαν µέσα για την δουλειά τους. Στο φτερό τον πρόλαβε ο αρχισµηνίας και τον σταµάτησε. Μην προχωράτε µαστόρια, σήµερα δεν περνά κανείς δίχως άδεια. Γιατί παλικάρι µου; Τόσες µέρες περνούσαµε χωρίς άδεια, τι τρέχει τώρα; Να µε συµπαθάς µάστορά µου, εγώ δεν γνωρίζω περισσότερα. Όλη η ανωµαλία προκλήθηκε από την παρέµβαση του κυρίου, είπε και έδειξε τον ασφαλίτη. Γύρισε ο Τσακίρης, είδε τον βαθµοφόρο της ασφάλειας µε τα πολιτικά ρούχα. Τον γνώριζε καλά από την θητεία του στα κρατητήρια για κάποιες ανακρίσεις που του έκανε παλιά. Τον µέτρησε όπως ήταν στηµένος καµαρωτός. Γιατί κύριε απαγορέψατε την είσοδο δίχως άδεια; Μέχρι τώρα περνάγαµε ελεύθερα; Αν έρθουµε να µας βγάλετε άδειες εισόδου θα µας ζητάτε και κοινωνικών φρονηµάτων. Τι 30


τρέχει, θυµηθήκατε πάλι πως δεν ψηφίσαµε τον Γλύξµπουρκ στο δηµοψήφισµα γιατί δεν θέλαµε τον βασιλιά; Ο ασφαλίτης θύµωσε µε τον Τσακίρη και αντέδρασε βίαια µε άγριες διαθέσεις. Σκάσε παλιο-κοµµούνι γιατί θα σου κοντύνω την γλώσσα.Πήρες πολύ θάρρος φαίνεται. Με τέτοιες αψιµαχίες πέργαγε η ώρα και οι εργάτες µαζεύονταν έξω από την πύλη. ∆εν αποχωρούσε κανένας, βέβαια. Όλοι περίµεναν. Ο ένας µε τον άλλον συµβουλεύονταν καταλήγοντας, άσε να ’ρθει ο «µεγάλος» να δούµε τι θα πει. Μεγάλος ήταν ο Κωνσταντινίδης. Θέλουν όλοι να είναι παρόντες όταν καταφτάσει. Να δουν πως θα αντιδράσει. Κάτι τους έλεγε µέσα τους ότι δεν θα χαθεί αυτή η µέρα, θα δουλέψουν. Θα είχε πάει η ώρα εννιά και κάτι όταν φάνηκε από µακριά το τζιπ που έφερνε το αφεντικό. Ο Κωνσταντινίδης µε τον οδηγό όταν είδαν από µακριά τον κόσµο µαζεµένο έξω από την πύλη είπαν µεταξύ τους. Παναγίτσα µου , τι είναι αυτό; Λες να γινε κάποιο ατύχηµα; Μη µου λες τέτοια πρωί-πρωί βρε Γιώργο. Ατύχηµα να ’χουµε και είµαστε ακόµα στην αρχή; Για προχώρα να µάθουµε, κάνε γρήγορα. Πλησιάζοντας σταµάτησε το τζιπ. Πήδηξε κάτω το αφεντικό και ζύγωσε σε µια παρέα εργατών. Τι έγινε παλικαριά µου, έχουµε κανένα ατύχηµα; Γιατί κάθεστε απ’ έξω; ∆εν θα δουλέψουµε σήµερα; Τα ρώτησε όλα µαζεµένα, από αγωνία. Όχι αφεντικό, δεν έγινε ατύχηµα. Τον κύκλωσαν όλοι µαζί και άρχισαν να µιλούν όλοι για να του εξηγήσουν τι τρέχει. Σιγά-σιγά βρε παιδιά, ας µου πει κάποιος τι τρέχει. Ένας ασφαλίτης είναι στην πύλη και δεν αφήνει κανέναν να περάσει µέσα δίχως άδεια. Θέλει, λέει, να βγάλουµε από την ασφάλεια κάποια άδεια εισόδου. Πως, τιιι; Άδεια; Καλά από πότε οι ασφαλίτες κάνουν κουµάντο στην αεροπορία; Άναψε και κόρωσε το µεγάλο αφεντικό. Προχώρησε ξεφυσώντας νευρικά προς την πύλη. Άρχισε να βλαστηµά τους πάντες και τα πάντα. Το κέρατό σας, την γη που σας κρατά όρθιους να την πατάτε. Είπε πολλά που δεν γράφονται. Έφτασε βλαστηµώντας στην πύλη. Απευθυνόµενος στον αρχισµηνία ρώτησε µε ευγένεια. Γιατί αγόρι µου δεν περνούν οι εργατοτεχνίτες στην δουλειά τους; Ο αρχισµηνίας επανέλαβε στερεότυπα. Όχι από µας Αφεντικό, από δω ο κύριος. Λέει ότι είναι διοικητής του παραρτήµατος ασφάλειας Λαρίσης. Ζητά από τους εργάτες άδειες εισόδου. Μας είπε να µην αφήσουµε κανέναν να περάσει µέσα. Είναι εντολή του υπουργού εσωτερικών, είπε. Το Αφεντικό έγινε έξαλλο. Ανέβηκε το αίµα στο κεφάλι του, κατακοκκίνισε το πρόσωπό του. Αγνόησε τελείως τον ασφαλίτη και συνέχισε την κουβέντα του µε τον αρχισµηνία. Καλά παλικάρι µου, ποιος κάνει κουµάντο στην αεροπορία; Η ασφάλεια ή το αερονοµίο; Η εταιρία µας µε ποιους έχει διαπραγµατευτεί; Με το υπουργείο εσωτερικών ή µε το υπουργείο εθνικής αµύνης και το ΝΑΤΟ; Εµείς για να προχωρήσουµε τα έργα έχουµε την σύµφωνη γνώµη του υπουργού εθνικής αµύνης και του διοικητή του ΝΑΤΟ. Ξέρετε κύριε …, προσπάθησε να παρέµβει ο ασφαλίτης. Ποιος είσαι εσύ ρε κόπανε και µας διακόπτεις; του πέταξε το Αφεντικό. Σας παρακαλώ κύριε την δουλειά µου κάνω, είπε έντονα ο ασφαλίτης. Εκεί τα πήρε στο κρανίο το αφεντικό. Ποιος είσαι εσύ ρε µαλάκα που κρατάς την πύλη κλειστή και τους εργάτες απ’ έξω; Σας παρακαλώ προσέχτε πως εκφράζεστε κύριε, προσέχτε τα λόγια σας. Είµαι διοικητής του τοπικού παραρτήµατος ασφάλειας. Στην αεροπορία εργάζονται πολίτες και πρέπει για λόγους ασφαλείας να ελέγχουµε ποιος εισέρχεται και εξέρχεται σε αυτούς τους χώρους. Το Αφεντικό δεν µασούσε από κάτι τέτοια και του είπε. Και 31


ποιον θα µας φέρεις για προσωπικό ρε πουτσαρά; Τους Ωνάσηδες ή τους νταβαντζήδες και του χαφιέδες σας; Ξέρεις ρε µαλάκα που σας έχω γραµµένους όλους σας; Αυτοί είναι οι τεχνίτες, µ’αυτούς θα κάνουµε την δουλειά µας. Μπορείς εσύ να διανοηθείς πόσα λεφτά στοιχίζει στο δηµόσιο κάθε µέρα καθυστέρησης του έργου; Μήπως µπορεί να εκτιµήσει το µυαλουδάκι σου την ανωµαλία την καθυστέρηση του έργου µε την ενέργειά σου; Ξέρεις πως λειτουργούν οι ρήτρες; Τι λεφτά χάνονται; Και τι ήρθαµε να κάνουµε όλοι εµείς εδώ, να παίξουµε κλέφτες κι αστυνόµους µε σας; Εδώ εµείς ήρθαµε να δηµιουργήσουµε παραγωγή εθνικού έργου. Φαντάζεσαι πόσο πίσω θα πάνε τα έργα αν αρχίσουµε τις τρικλοποδιές; Τα έργα γίνονται µε εντολή και χρηµατοδότηση του ΝΑΤΟ και πρέπει µε βάση την εντολή αυτή να τελειώσουν όσο γίνεται πιο γρήγορα. Η εταιρία µας για να πάρει αυτό το έργο υπέγραψε συµφωνητικά µε τα υπουργεία αµύνης, οικονοµικών, δηµοσίας τάξης και δηµοσίων έργων. Έρχεσαι εσύ που δεν ξέρω ποιας εταιρίας τα συµφέροντα εξυπηρετείς και µου βάζεις τρικλοποδιά; Γιατί το έκανες αυτό; Ποιος σ’έβαλε να το κάνεις; Ποιος σε οδήγησε σε αυτή την ενέργεια; Μα τι λέτε κύριε; Τι σχέση µπορεί να έχω εγώ µε όλα αυτά; Εγώ κάνω την δουλειά µου. Η υπηρεσία µας µεριµνά για την ασφάλεια της χώρας από τους κοµµουνιστοσυµµορίτες που µαζέψατε εσείς εδώ µέσα για εργαζόµενους. Τότε να µας φέρετε εσείς τους εφοπλιστές και τους βιοµήχανους να κάνουµε την δουλειά µας. Θα σου ’λεγα τώρα γιατί µεριµνάτε εσείς, του πέταξε απαξιωτικά το µεγάλο αφεντικό, αλλά προτίµησε να σηκώσει την µπάρα στην πύλη και γυρίζοντας προς τους συγκεντρωµένους εργατοτεχνίτες είπε. Ευθύνη δική µου, να περάσουν όλοι µέσα. Όλοι στις δουλειές τους. Εµπρός παιδιά. Όλοι πέρασαν µε βήµα γοργό, το κάθε συνεργείο στον τοµέα του. Τέτοιου είδους κόντρες και συµπεριφορές ήταν καθηµερινές στα µεγάλα έργα εκείνη την εποχή από µεγαλοεπιχειρηµατίες, βιοµηχάνους, εφοπλιστές, τσιφλικάδες και µεγαλο-εµπόρους. Άλλωστε όλοι αυτοί τον µοναρχο-ολιγαρχισµό στήριζαν µε τον τρόπο τους. ∆εν ένιωθαν την παραµικρή υποχρέωση να διεκδικήσουν διαπιστευτήρια καλής διαγωγής από πειθήνια όργανα του δικού τους συστήµατος. Οι δικές τους προσβάσεις και διασυνδέσεις αγγίζουν πολύ πιο υψηλά ιστάµενα πρόσωπα του κρατικού µηχανισµού. Μέσα στις διοικήσεις και του µεγαλοµετόχους των µεγάλων εταιριών συµµετέχουν πρόσωπα φιλικά, συγγενικά υπουργών, βουλευτών και κάθε αιρετού και διορισµένου κρατικού παράγοντα. Υπάρχουν ακόµη σύµβουλοι και µεσάζοντες ξένων συµφερόντων και οικονοµικοί παράγοντες διεθνούς εµβέλειας. Αυτό όµως δεν στάθηκε εµπόδιο για να κυκλοφορήσουν την άλλη µέρα τα πρωτοσέλιδα όλου του «δηµοκρατικού» και «ανεξάρτητου» τύπου, εκτός της Αυγής. Είχαν µεγάλους και εντυπωσιακούς τίτλους κρεµασµένους στα κιόσκια. Πληροφορούσαν τον λαό της χώρας ότι σπείρα κοµµουνιστοσυµµοριτών µεταµφιεσµένοι σε εργατοτεχν;iτες οικοδόµους εντοπίστηκε και εξαρθρώθηκε µέσα στα εργοτάξια της αεροπορικής βάσης της 110 πτέρυγας µάχης Λαρίσης. Συνελήφθησαν επαυτοφώρω από όργανα της ασφάλειας να αντιγράφουν σχέδια, να φωτογραφίζουν δίκτυα αγωγών καυσίµων, καθώς και κρυπτογραφηµένα σχέδια για χώρους ασυρµάτων–ραντάρ και άλλων ευαίσθητων και νευραλγικών κόµβων για την άµυνα και την ασφάλεια της χώρας. Γίνανε 32


εκτεταµένες συλλήψεις. Οι πολίτες της Λάρισας µάθανε από πρώτο χέρι στις πιάτσες τα συµβάντα. Όταν είδαν τα πρωτοσέλιδα το πρωί στις εφηµερίδες γελούσαν κάτω από τα µουστάκια τους. Οι υπόλοιποι πολίτες αυτές της χώρας και ιδιαίτερα τα µεγάλα αστικά κέντρα και η ευρύτερη περιφέρεια πληροφορήθηκαν το γεγονός µέσα από την υγειής ενηµέρωση του «έγκυρου» και «δηµοκρατικού» δηµοσιογραφικού τύπου. Προσφυγικά συναισθήµατα Γκρεµίζεται ο συνοικισµός των πλινθόκτιστων. Ολόγυρα τα παραπήγµατα φεύγουν. Στην θέση τους χτίζονται καινούργια σπίτια. Στενόµακρα οικήσµατα, σαν σιδηροδροµικά βαγόνια, µε µικρή πρόσοψη. Για αυλή θα έχουν λίγα µέτρα γης. Αξιοπερίεργος είναι εκείνος ο διάδροµος µεταξύ δύο οικοδοµών. Ένα µακρυνάρι ενάµιση µέτρο φάρδος και δεκαοκτώ µάκρος. Το πιο κουφό είναι ότι οι αρχιτέκτονες µηχανικοί του σχεδίου δόµησης άφησαν τους δικαιούχους-ιδιοκτήτες να οικοδοµούν µε ανοίγµατα παραθύρων που βλέπουν µέσα στον γειτονικό στενό διάδροµο. Τώρα όποιος βρεθεί σε παράθυρο κάνει σεργιάνι µε τα καµώµατα του γείτονα κι αντίστροφα, µε όλα τα απρόοπτα. Όλα αυτά γιατί οι αρµόδιοι δεν θέλησαν να εξασφαλίσουν λίγα µέτρα γης περισσότερα στον κάθε δικαιούχο. Σε µια εποχή που η αξία της ήταν πάρα πολύ υποβαθµισµένη. Αντίθετα µέσα σ’αυτά τα µικρά οικόπεδα στρίµωξαν άλλες δέκα οικογένειες προσφύγων που υπήρχαν µέσα στην πόλη χωρίς να έχουν αποκατασταθεί. Ήρθε η σειρά µας να κατεδαφίσουµε το δικό µας παράπηγµα. ∆ικαιούχος οικογένεια για ανοικοδόµηση έλαχε να ναι τα συµπεθέρια, ο πεθερός του Χάµπου. Μας πρότειναν να βοηθήσουµε κατεδαφίζοντας το δικό µας παράπηγµα. Θα γίνει προσπάθεια µιας γρήγορης ανοικοδόµησης. Με την σειρά τους θα µας φιλοξενήσουν για όσον καιρό χρειαστεί να οικοδοµήσουµε και εµείς το δικό µας. Υπήρχαν δυσκολίες πάρα πολλές γιατί ο Χάµπος βρίσκεται σε στάδιο ανάρρωσης. Ένα πρόσθετο µεγάλο πρόβληµα µαζί αριθµούσαµε δέκα ψυχές που θα ’πρεπε να συµβιώσουν µέσα σε λίγα τετραγωνικά µε όλες τις ζωτικές λειτουργίες τους. Πέρα από όλα αυτά στην οικογένειά µας εκτός του ασθενούς υπήρχε κι ένα βρέφος τριών χρονών. Σε κάθε περίπτωση όταν τόσοι πολλοί άνθρωποι συγκεντρωθούν σε έναν µικρό χώρο µπορούν να συµβούν χίλιες δυο µικρο-παρεξηγήσεις. Στην οµαδική συµβίωση τα προσωπικά προβλήµατα αυξάνονται γεωµετρικά. Η µόνη µας φιλοδοξία να µην µεσολαβήσουν καθυστερήσεις στις χρονικές προθεσµίες. Το µεγάλο βάρος το σηκώσει και πάλι ο Χάµπος, µε την χρόνια επιβαρυµένη υγεία. Είναι ένα ερωτηµατικό, ως που θα κρατήσουν οι αντοχές του. Επιδείνωση , Άγχος, Εκνευρισµούς και όλα τα επακόλουθα. Βρίσκεται σε στάδιο ανάρρωσης. Ο γιατρός που τον παρακολουθεί µας προτείνει στην πρώτη δυνατή ευκαιρία να υποβληθεί σε αφαίρεση σπλήνας. Είναι το όργανο που δηµιουργεί τις συχνές αιµορραγίες. Μια εγχείρηση θα απαλλάξει τον ασθενή από οδυνηρές περιπέτειες και συχνές αιµορραγίες µα απώλεια αίµατος. Η εγχείρηση θα σε απελευθερώσει. Θα σου αφήσει περιθώρια να οργανώσεις ανάλογα τις δραστηριότητές σου. Θα ασχοληθείς µε πράγµατα που θα σε βοηθήσουν ψυχολογικά. Είσαι πάρα πολύ νέος ακόµα. Έχεις όλη την ζωή µπροστά σου. Μέσα σ’όλα 33


αποφασίσαµε όλοι µαζί να βοηθήσουµε να πραγµατοποιηθεί το εγχείρηµα. Ουσιαστικά η περίοδος είναι η πλέον ακατάλληλη για τέτοιες αποφάσεις. Τα πράγµατα παρά τις δυσκολίες εξελίχθηκαν πιο γρήγορα από το αναµενόµενο. Προσωπικά κατέβαλα υπεράνθρωπες προσπάθειες µε προσωπική εργασία. Σκάψιµο θεµελίων, χτίσιµο µε πέτρα ένα µέτρο πάνω από το έδαφος. Σε όλα αυτά πολύ περισσότερη προσφορά είχε ο φίλος και κουνιάδος του Χάµπου, Μιχάλης. Βοηθούσε στα πάντα. Ρύθµιζε όλες τις εργασίες, ιδιαίτερα όταν φτάναµε σε φάση να ρίξουµε µπετά. Επιστράτευε όλα τα φιλαράκια να δώσουν χείρα βοηθείας. Τότε γινόταν γλέντι πραγµατικό. Φτιάχναµε τα χαρµάνια και κουβαλούσαµε το µπετό µε του ντενεκέδες στον όµο. Μέχρι και οι γυναίκες βοηθούσαν κουβαλώντας νερό για να βρέξουµε και να γυρίσουµε τα χαρµάνια του µπετού. Νερά κρύα και καφέδες για όλους του δουλευτίδες. Όταν φτάσαµε στην πλάκα, τότε αποφάσισε ο Χάµπος να γεµίσει την βαλίτσα του µε ελπίδες κι ότι ρούχα χρειαζόταν. Θα πάει στην Αθήνα σιδηροδροµικός κατευθείαν στον Ερυθρό Σταυρό. ∆εν θα τον συνοδέψει κανείς, θα ταξιδέψει µονάχος. Όπως ήρθαν τα πράγµατα µε το γιαπί είναι δύσκολο να λείψει κανείς.. Πριν φύγει άφησε µια εντολή. Το µπροστινό δωµάτιο στον δρόµο, στα χτισίµατα, να του αφήσουµε µεγάλο άνοιγµα για πόρτα µαγαζιού. Όταν γυρίσω θα ασχοληθώ µε κάτι που σκέφτοµαι, είπε. Έτσι κι αλλιώς δεν είµαι πια για τα αµµορυχεία. Η εγχείρηση έγινε και πέτυχε καλή ανάρρωση. Πέρασε ο καιρός και όλα προχωρούσαν µε γοργό ρυθµό. Ανάλογα µε τις δυνατότητές µας το γιαπί προχώρησε αρκετά. Ήρθε ο ηλεκτρολόγος, Βασίλης για τις σωληνώσεις. Έγιναν τα σοβαντίσµατα στους εσωτερικούς χώρους και στην πρόσοψη. Εκεί εξαντλήθηκαν πια οι οικονοµικές δυνατότητες. Οι εργασίες που υπολείπονται κοστίζουν περισσότερα χρήµατα από την µέχρι τώρα οικονοµική δαπάνη. Κουφώµατα, µωσαϊκά δάπεδα, ηλεκτρολογικός εξοπλισµός για κουζίνα και µπάνιο. Όταν έφυγε ο Χάµπος για εγχείρηση ήξερε πολύ καλά την κατάσταση που αφήνει πίσω του. ∆εν έχει πατήσει ακόµη τα τριάντα του χρόνια και έζησε τόσα πολλά. Πέρασε όλες τις διαδικασίες µιας δύσκολης και µίζερης ζωής. Φορτώθηκε µε χίλια δυο προβλήµατα και υποχρεώσεις. Πέρασε τόσα που παιδιά της ηλικίας του δεν θα τα γνωρίσουν κι αν ακόµα ζήσουν δύο φορές. Κοντεύει µήνας που βρίσκεται στην Αθήνα. Η εγχείρηση πέτυχε, η ανάρρωση του οµαλή. Στην τελευταία επίσκεψή του στον Ερυθρό Σταυρό ο γιατρός του έκοψε τα ράµµατα. Καθάρισε το τραύµα και του είπε, µπορείς να φύγεις για το σπίτι σου. Έτσι µας ειδοποίησαν πως θα επιστρέψουν µε το τρένο.Σε µας έµεινε η ευθύνη να ετοιµάσουµε τον χώρο που θα αποτελεί την ήσυχη γωνιά του. Επισκευάσαµε τα ηλεκτρολογικά για να έχει φως το σπίτι. Σαν από µηχανής θεός, ο νονός µου ο Αναστάσης µας έφερε όλα τα εξωτερικά κουφώµατα, πατζούρια, παράθυρα και δύο πόρτες. Αυτά τα τοποθέτησε ο γείτονας ο Αβραάµ Καλαιτζόγλου που δούλευε µαζί του. Να βάλουµε τα εξωτερικά κουφώµατα για να κλείσει το σπίτι, τα άλλα σιγάσιγά θα γίνουν, είπε στην Μάνα. Βρε Αναστάση, πότε τα ετοίµασε, πότε πήρες µέτρα. ∆εν µας είπες κουβέντα. Λεφτά πότε θα σου δώσουµε τώρα; Κάνε την δουλειά σου Ανάστα. Τα µέτρα τα έφερε ο Αβραάµ. Τι, έτσι θα σας αφήναµε; Για λεφτά µην µιλάς εσύ; Θα το ρυθµίσουµε µε τον Χάµπο, δεν θα χαθούµε. Τώρα το 34


σπίτι έχει και πορτοπαράθυρα. Ήρθε κάποιος που τοποθετούσε τζάµια. Πήρε τα µέτρα. Γύρισε σε µια ώρα και µας πέρασε όλα τα γυαλιά στα παράθυρα. Ποιος τον έστειλε, ποιος τον πλήρωσε; Κουβέντα δεν είπε. Σηκώθηκε και έφυγε µόλις έκανε την δουλειά του. Ήταν καλοκαιράκι, Ιούνης µήνας. Γρήγορα-γρήγορα µετακοµίσαµε στο σπίτι µας. Ήταν ατέλειωτο φυσικά. Κάτω τα δάπεδα µε το µπετό, εσωτερικές πόρτες δεν υπήρχαν, µόνο κάσσες. Για πόρτες κρεµάσαµε κουρελούδες. Η κουζίνα αδιαµόρφωτη, χωρίς νεροχύτη και ντουλαπάκια. Πάνω σε ένα τραπέζακι, έξω στον ακάλυπτο χώρο, βάλαµε την γκαζιέρα για το µαγείρεµα. Πιάτα, τηγάνια, κατσαρολικά πάνω σ’ένα πρόχειρο ράφι. Το πλύσιµο τους µέσα σε µεγάλες λεκάνες. Τουαλέτα αδιαµόρφωτη. Ουσιαστικά ζούµε σε ένα γιαπί. Όµως αυτό ήταν το λιγότερο κακό. Έτσι ζούσαν οι περισσότερες οικογένειες στην αρχή στα καινούργια σπίτια. Φτιάξαµε το δωµάτιο για τον Χάµπο, την γυναίκα του και την µικρή τους κόρη. Όσο διανύουµε µήνες καλοκαιριού δεν υπάρχει κανένα πρόβληµα. Όµως θα πρέπει να οργανωθούµε για τον χειµώνα. Είχαµε µια καλή σόµπα που έκαιγε ξύλα. Την τοποθετήσαµε στον κεντρικό χώρο που προοριζόταν για σαλόνι. Όπως έκαιγε όλη µέρα ζέσταινε τρεις χώρους. Όλες οι προετοιµασίες µας βοήθησαν να έχουµε µια υποφερτή κατοικία που όµως ήθελε ακόµα βελτιώσεις. Εκπληρώνοντας την εντολή του, το µπροστινό δωµάτιο έµεινε ως επαγγελµατικός χώρος. Ήθελε να το αναπτύξει σε µαγαζί. Ο κεντρικός δρόµος που πέρναγε από µπροστά δηµιουργούσε την αίσθηση πως µελλοντικά θα µπορούσε να µετατραπεί σε εµπορική πιάτσα. Ο Χάµπος υπολόγιζε πως αν όλα εξελίσσονταν ευνοϊκά θα µπορούσε σιγάσιγά να το µετατρέψει σε ένα µικρό παντοπωλείο εποχής, κάτι σας σηµερινό µινιµάρκετ. Παραγγείλαµε στο σιδερά µια σιδερόπορτα, τζαµαρία µε δικτυωτό ρολό. Το µαγαζάκι δεν άργησε να στηθεί. Λειτούργησε σιγά-σιγά χωρίς µεγάλες φιλοδοξίες. Το ξεκίνηµα έγινε µια Κυριακή στο ποδοσφαιρικό γήπεδο, σε κάποιον φιλικό αγώνα ερασιτεχνικών οµάδων Οι φίλοι του Χάµπου που ήταν και παράγοντες στην οµάδα τον παρότρυναν να φέρει στο γήπεδο παγωτά και αναψυκτικά. Κόσµος µαζεύεται, µικρά παιδιά, κάποια κίνηση θα δηµιουργηθεί και θα πάρεις µια γεύση από το κλίµα της δουλειάς. Βλέποντας και κάνοντας. Συνεννοήθηκε µε του υπεύθυνους της γαλακτοβιοµηχανίας ΕΒΓΑ. Του έφεραν ένα ψυγείο γεµάτο παγωτά. Ευέλικτο και βολικό, µπορούσε να µεταφερθεί εύκολα. Αυτή ήταν η αρχή. Ακολούθησε άλλη µια διαπραγµατευτική συµφωνία µε τα ψυγεία Όλυµπος. Αυτοί του έφεραν έξω από το µαγαζί µια µεγάλη φορητή αποθήκη. Ξύλινη κατασκευή ψυγείου για παγοκολώνες. Πουλάγαµε πάγο σε σπίτια και µαγαζιά. Τα σπίτια µε τα µικρά ψυγεία έπαιρναν ένα τέταρτο της κολώνας πάγου. Τα µαγαζιά από µισή κολώνα µέχρι τρία τέταρτα. Τότε στήσαµε κάποια ράφια στο µαγαζί και τα γεµίσαµε µε µπισκότα, σοκολάτες, καραµέλες, καφέδες σε σακουλάκια, ζάχαρη. Σιγά-σιγά πρόσθετε και άλλα είδη που ζήταγε ο κόσµος. Ήρθε η στιγµή που ήρθαν όλα τα είδη µπακαλικής, µέχρι λάδια και πετρέλαιο καθαρό. Παράλληλα κάθε πρωί από τον συνεταιρισµό µπαχτσεβάνων έφερναν ζαρζαβατικά εποχής από τα περιβόλια και από τις αποθήκες της φρουταγοράς φρούτα. Έτσι στήθηκε το µαγαζάκι του Χάµπου που µε την βοήθειά µας το δούλευε πολύ καλά. Σιγά-σιγά καθιερώθηκε και αύξησε τα διαθέσιµα είδη µε ζυµαρικά, όσπρια, τυροκοµικά και αλλαντικά. Παρ’ όλο που ο χώρος ήταν µικρός, το φθινόπωρο 35


δηµιούργησε µια γωνιά µε δυο τραπεζάκια κι έξη καρέκλες. Σέρβιρε τσίπρο και κρασί σε φίλους στην αρχή. Για την καλύτερη ποιότητα του κρασιού και του τσίπουρου τρέχαµε στο Συκούριο που είχαν παραγωγή και φέρναµε. Για τον Χάµπο η δουλειά είχε ευεργετικά ψυχολογικά ωφέλει. Η ανάρρωση σταδιακά ολοκληρώνεται. Χρειάζεται προσοχή πάντα. Έχουµε όλοι µας αυξηµένη ετοιµότητα. ∆εν του επιτρέπουµε να σηκώσει µεγάλα βάρη. Παράλληλα τελειώσαµε την δουλειά στην Αεροπορία Τα δυο συνεταιράκια προς το παρόν δεν είχαν άλλη εργολαβία. Άλλαξα συνεργείο. Με την βοήθεια ενός φίλου, του Χρήστου, γνώρισα τον υπεργολάβο ∆ηµήτρη Αυτός είχε πρόσβαση σε στρατιωτικές µονάδες του Β σώµατος στρατού. Αργότερα πήρε την ονοµασία της 1ης στρατιάς. Ο ∆ηµήτρης είχε µεγάλο κύκλο γνωριµιών. Αυτό του εξασφάλιζε πολύ δουλειά. Όταν συζητήσαµε για το µεροκάµατο µε ρώτησε τι µου έδιναν εκεί που δούλευα. Του είπα πέντε δρχ. περισσότερο από αυτά που έπαιρνα. Έχω µια δουλειά µέσα στους στρατώνες, µου είπε. Είναι κτήρια διαµονής οπλιτών. Θάλαµοι µεγάλοι και θεόρατα ψηλοί. Όλο άσπρισµα, πολύ λίγα χρώµατα σε λαδοµπογιές και ρεπουλίνες (εκείνα τα χρόνια παρασκευάζαµε µόνοι µας τα χρώµατα του λαδιού). Έχω κάποιον εκεί, όµως δεν τα καταφέρνει καλά. Επειδή είναι καλοκαίρι και υπάρχουν δουλειές µέσα στην πόλη δεν θέλω να κόψω κάποιον µάστορα και να τον στείλω στον στρατώνα. Αν δεχθείς να πας θα µε διευκολύνεις πάρα πολύ. Αν καταφέρεις και µε ξελασπώσεις θα σου δώσω δέκα δραχµές παραπάνω και δεν θα σε αφήσω έτσι, θα σου ’χω υποχρέωση. Θα είστε δυο εκεί, εσύ κι ο Βασίλης. Είναι ένας τύπος. Πάω δεν πάω τον φωνάζουν. Άλλο που δεν ήθελα εγώ. Θα πάω του είπα. Εσύ έχεις ανάγκη από µάστορα κι εγώ από δουλειά. Πρέπει να του µίλησε ο Χρήστος για την κατάσταση που περνούσαµε. Έδειξε µεγάλη κατανόηση και µου φέρθηκε φιλικά. Όταν πήγαµε µαζί στους στρατώνες βρήκαµε εκεί τον µάστορα. Είδα µεγάλα κτήρια θαλάµους οπλιτών. Άλλα παλιά κι άλλα νεόκτιστα. Όλα αυτά πρέπει να βαφούν µέσα-έξω µε ασβέστη, χρώµα χακί. Υποχρεωτικά πρέπει να χρησιµοποιηθούν σιδερο-σκαλωσιές πεντάµετρες που να µετακινούνται κάπως εύκολα. Είµαστε δυο µαστόρια. Ο Βασίλης φοβάται πάνω στην σκαλωσιά. Κουνιόταν βάρκα γιαλό. Ζαλιζόταν, έχανε την ισορροπία του. Τον άφησα κάτω να µου κουβαλά ασβέστη. Εγώ οκτώ ώρες µε τον µπατανά στα ασπρίσµατα. Οροφές και πλαϊνά Τα κατέβαζα λίγο και τότε άσπριζε κι ο Βασίλης. Ξεκούραση νιώθαµε όταν τέλειωναν τα ασπρίσµατα και πιάναµε προεργασία για ελαιοχρώµατα. Αρχίζαµε στοκαρίσµατα, λαδοµπογιές και ντουκοχρώµατα στα σίδερα. Είχαµε ελευθερία κινήσεων στην δουλειά µας. Ο ∆ηµήτρης ερχόταν µόνο κάθε Σάββατο για να µας πληρώσει. Έδειχνε πάρα πολύ ικανοποιηµένος από τον ρυθµό κάλυψης της δουλειάς. Κάθε φορά µου ’λεγε. Πω, πω, πω, αν δεν ερχόσουν δεν θα τελειώναµε ποτέ. Είχα απελπιστεί. Από την πλευρά µου µπορώ να υποστηρίξω πως εκεί µέσα στους στρατώνες τελειοποιήθηκαν οι γνώσεις µου στο επάγγελµα. Έµαθα τον µηχανισµό λειτουργίας. Κατασκεύαζα µόνος µου πια χρώµατα, στόκους. Για ντουκοχρώµατα και ρεπουλίνες. Ακόµα τελειοποίησα την κατασκευή του ασβεστοχρώµατος στην πυκνότητα, το σούρωµα και την ποσότητα λαδιού σε κάθε δοχείο. Όλο το διάστηµα της συνεργασίας µας ο ∆ηµήτρης µου συµπεριφέρθηκε άψογα, φιλικά θα µπορούσα να πω. Από το συνεργείο έφυγα σε µια φάση αναδουλειάς µε το τίτλο του µάστορα επάξια πια. 36


Βρισκόµαστε σε µια περίοδο που το ποδήλατο αποτελούσε ουσιαστικά µεταφορικό µέσο πρώτης ανάγκης για την περιοχή µας. Οι αποστάσεις µεγάλες. Το έδαφος επίπεδο βοηθούσε αρκετά στις µετακινήσεις. Ωστόσο, πολλοί λίγοι άνθρωποι και οικογένειες είχαν την οικονοµική δυνατότητα να αποκτήσουν ένα ποδήλατο. Εµείς σ’αυτήν την περίοδο και µε την αποτυχία του ποδηλατάδικου,που αγόρασε ο Χάµπος σε µια προσπάθεια διεύρινσης της δραστηριότητάς του, µείναµε µε έξη ποδήλατα τα οποία σιγά-σιγά ρήµαξαν από την ακινησία. Σκούριασαν και φθαρήκαν. Χρησιµοποιώντας ένα από αυτά τις µέρες που δεν είχα δουλειά γύριζα τα χωριά της περιοχής σε ακτίνα είκοσι χιλιοµέτρων και µάζευα αυγά φρέσκα χωριάτικα για το µαγαζί. Είχα ένα ξύλινο καφάσι γερά δεµένο πίσω στην σχάρα του ποδηλάτου γεµάτο άχυρα. Εκεί τοποθετούσα τα αυγά σε σειρές. Το πιο συνηθισµένο και τακτικό δροµολόγιο ήταν προς το Συκούριο (Κεσερλί), στους πρόποδες του Κισσάβου (Όσα). Εκεί ο Χάµπος είχε τον κουµπάρο τον Χρήστο Γερογιάννη. Αυτός µε βοηθούσε να βρω αυγά στο σαρλίκι (συνοικισµός όσσας). Παράλληλα µε βοήθαγε να βρω καλό τσίπουρο και κρασί κοκκινέλι. Αναλάµβανε την ευθύνη ο κουµπάρος να τα µεταφέρει στο ΚΤΕΛ. Το λεωφορείο µας τα κατέβαζε έξω από την πόρτα του µαγαζιού. Η διαδροµή από τον συνοικισµό στο Συκούριο και τις γύρω περιοχές ήταν από δέκα-δεκαπέντε ως είκοσι χιλιόµετρα. Μια διαδροµή ερηµική (1953-55). Όταν την περάσεις άνοιξη και πάνω σε ποδήλατο έχεις ανοιχτό οπτικό πεδίο προς κάθε κατεύθυνση. Εκεί τρελαίνεται το µάτι του ανθρώπου από την µαγεία των χρωµάτων που δηµιουργεί η φύση. Ο κάµπος καταπράσινος. Τα χωράφια πράσινα από τα στάρια και ανάµεσά τους πολύχρωµα λουλούδια, παπαρούνες, µαργαρίτες άσπρες κίτρινες, τσιτσέκια και χίλια δυο άλλα. Αγαλλιάζεις όλη την απεραντοσύνη. Όλα δηµιουργούν ένα µαγευτικό πολύχρωµο χαλί. Τύφλα να ’χει το χαλί του Αλαντίν. Όσα χωράφια είναι άσπαρτα προβάλλουν το βαθύ καφέ χρώµα της Μάνας γης. Ανεβαίνοντας τα υψώµατα της Γκούλµπερης (γκιντίκι) τα βλέπεις όλα αµφιθεατρικά, απλώνονται στα πόδια σου στολίδια της φύσης. Παρακολουθώντας την οµορφιά µε τις χίλιες δυο παραλλαγές αισθάνεσαι πως αυτός ο κόσµος µε την συνεχή και εναλλασσόµενη αναγέννηση είναι ότι πολυτιµότερο κληρονοµήσαµε σαν ανθρωπότητα σ’αυτό τον πλανήτη. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς την µαταιοδοξία ορισµένων σαν µονάδες µειοψηφικές που αποζητούν πάση θυσία να κατακτήσουν τα πάντα. Παραβαίνοντας νόµου φυσικούς και ηθικούς. Όταν µάλιστα προβάλλουν σαν δικαιολογία το εγωιστικό «δικό µου» και «ιδιοκτησία µου». Περνώντας βλέπεις τους εργάτες γης άνδρες και γυναίκες µέσα στα χωράφια. Το κορµί τους χάνεται µέσα στην βλάστηση όταν σκύβουν για ξεβοτάνισµα ή στην συλλογή βαµβακιού ή στα σκαλίσµατα. Στο θέρος, στον τρύγο. Τότε που οι άνθρωποι της παραγωγικής διαδικασίας γίνονται ένα µε την γη και τα γεννήµατά της, όλα µοιάζουν σαν ένας πόλεµος χωρίς βόλια θανάτου. Μόνο για την συγκοµιδή της παραγωγής. Οι άνδρες µε τα πολύχρωµα κασκέτα και οι γυναίκες µε τα επίσης πολύχρωµα µαντήλια δεµένα στον λαιµό, να σκεπάζουν όλο το κεφάλι. Μόνο τα δυο µάτια να φεγγοβολούν όλο ζωή. Περνώντας δίπλα από τους µπαχτσέδες ακούς το ρυθµικό δούλεµα της πετρελαιοµηχανής αντλίας που τραβά νερό για να ποτίσουν. Θαυµατουργό µεγαλείο συγχρονισµού και ειρηνικής συνεργασίας ανθρώπου και φύσης. Ο άνθρωπος ως οφείλει προσπαθεί να δαµάσει 37


χωρίς να ταράξει σε τάξη την όλη διαδικασία. Χωρίς να ταράξει τις φυσικές ισορροπίες. Τότε αναρωτιέσαι, µπορεί να υπάρξει πιο ζωντανός παράδεισος; Βήµατα ύπαρξης Μεγαλώνουµε και όσο περνούν τα χρόνια ανδρωνόµαστε. Αποκτούµε εµπειρικά όλες τις συνήθειες και τα ελαττώµατα που κληρονοµούµε από τον περίγυρό µας. Εδώ και πολλά χρόνια βρισκόµαστε στην παραγωγική διαδικασία. Αυτό µας οδηγεί να συµπεριφερόµαστε σαν µικρογραφία των µεγαλύτερων ηλικιακά. Αυτή την εποχή όλα τα καφενεία και σε όλη την επικράτεια λειτουργούν σαν εκτροφεία τζόγου. Χαρτοπαιξίας, µπαρµπουτάδικου και κάθε είδους τυχερού παιχνιδιού. ∆εν είναι καθόλου υπερβολικό να πει κανείς πως όλη η χώρα λειτουργεί σαν ένας χώρος διακίνησης τζόγου. Από τους νέους της ηλικίας µου πάρα πολλοί έχουν εγκλωβιστεί στα γρανάζια της µεγάλης µάστιγας. Απόκτησαν την ψυχολογία του καφενόβιου µε τις όποιες παραλλαγές. Θα νόµιζε κανείς ότι κυριολεκτικά έχουν βαλθεί να πάρουν ό ένας τα λεφτά του άλλου µε θεµιτούς και αθέµιτους τρόπους. Πολλές φορές γινόµαστε µάρτυρες µικροεπεισοδίων και καβγάδων µεταξύ καλών φίλων. Όταν βιώνεις µια τέτοια συµπεριφορά σε τέτοιο περιβάλλον είναι αδύνατον να βγεις αλώβητος δίχως απώλειες. Για να πετύχεις το αντίθετο θα πρέπει να επιστρατεύσεις όλες τις αντιστάσεις που διαθέτεις. Το φιλότιµο, τις υποχρεώσεις, την ευθύνη για τους δικούς σου και το περιβάλλον σου. Τον σεβασµό της προσωπικής σου αξιοπρέπειας, την αξιοπρέπεια των ανθρώπων που αγαπάς και σέβεσαι. Προσωπικά όταν τύχαινε τέτοια κακοτοπιά να µε µπερδέψει σε τέτοιου είδους νιτερέσα προσπαθούσα πάντα το διάφορο να είναι κέρασµα µεταξύ παρέας. Αυτό που λέγαµε καλαµπουρίζοντας, παίζουµε για να δούµε ποιοι από την παρέα θα πάνε στο τέλος να δούνε αν ο καφετζής είναι όµορφος ή άσκηµος. Ο λαός και πάλι στους αγώνες Είναι καιρός που κάποιος κόσµος της πόλης µας αλλά και πανελλαδικά ζει και κινείτε στους ρυθµούς στήριξης και επιβίωσης του νέου αριστερού κόµµατος, της Ε∆Α. Πάντα κατά πόδας και στην πρώτη γραµµή η νεολαία που ακολουθεί δυναµικά τα σηµάδια των καιρών. Όλα αυτά τα παρακολουθούσε καλύτερα και πιο προσεκτικά ο Γιώργος. Είχε το προνόµιο να βρίσκεται κάθε µέρα µέσα στην πόλη, στην πιάτσα. Η γιαγιά του, κυρά Σοφία, κατόρθωσε να πάρει ένα περίπτερο στην νέα αγορά, σε καλό πόστο, απέναντι από το τζαµί. Ο Γιώργος βοηθούσε στην λειτουργία της ολοήµερης απασχόλησης. Καθόταν µε τις ώρες στο κιόσκι. Γνώριζε κόσµο και κοσµάκι. Ήταν και µαθητής του γυµνασίου, δυο χρόνια µεγαλύτερος µου. Αυτό δεν µας εµπόδιζε να κάνουµε παρέα. Σαν µαθητής του γυµνασίου ερχόταν σε επαφή µε πολλά παιδιά. Πολλά άκουγε και έβλεπε. Περισσότερα αφουγκραζόταν και ακόµα περισσότερα αντιλαµβανόταν. Άρχισε να συµµετέχει σε κάποιες εκδηλώσεις ανασυγκρότησης της νεολαίας της αριστεράς. Σταδιακά πέρασε µέσα στον 38


οργανωµένο κύκλο πάλης. Συµµετείχε ενεργά πια στο τµήµα της νεολαίας που δηµιούργησε η τοπική νοµαρχιακή επιτροπή της Ε∆Α. Μ’αυτή του την ιδιότητα µε πλησίασε µια µέρα µαζί µε τον νεολαίο τότε Στέφανο. Μου έκανε πρόταση να βρεθούµε για να µιλήσουµε. Συναντηθήκαµε µια µέρα και πήγαµε περίπατο οι τρεις µας στο ξωκλήσι της αγίας Μαρίνας. Εκεί µιλήσαµε ελεύθερα. Μου είπαν πως όλοι εµείς οι αριστερογενείς επιβάλλεται να βρούµε τρόπους επικοινωνίας και συνεννόησης πάνω σε κοινή σχέση και δράση. Ιδιαίτερα εµείς οι νέοι, αγόρια και κορίτσια, πρέπει να βοηθήσουµε να δηµιουργηθεί το νεολαιίστικο τµήµα του νέου αριστερού κόµµατος της Ε∆Α. Το κόµµα αυτό της αριστεράς είναι συνταγµατικά νόµιµο καθ’όλα. Λειτουργεί µε βάση τις διατάξεις του συντάγµατος της χώρας. Οι µοναρχο-ολιγαρχικοί και το παρακράτος µας συµπεριφέρονται σαν παρανόµους. Μας λένε επίτηδες παραφυάδες του ΚΚΕ επειδή το κόµµα είναι παράνοµο. Μ’αυτόν τον τρόπο τροµοκρατούν τον λαό για να µην αγκαλιάσει τον νέο αριστερό φορέα και τους χαλάσει την µόστρα. Εποµένως, υπάρχουν αντικειµενικές δυσκολίες που πρέπει να ξεπεραστούν. Επιβάλλεται να παλέψουµε πρώτα και κύρια ενάντια στην όποια τροµοκρατία και το παρακράτος. Σε κάθε περίπτωση δεν θα είµαστε µόνοι µας. Υπάρχουν χιλιάδες κόσµος που µε τον καιρό θα µας υπερασπιστεί. Είναι έτοιµος να µας βοηθήσει. Είναι θέµα χρόνου και συγκυριών. Αν µας τροµοκρατούν µε συλλήψεις υπάρχουν δικηγόροι και βουλευτές που θα µας υπερασπιστούν και θα µας στηρίξουν. Με τον καιρό θα πρέπει να βρούµε τρόπους να πλησιάσουµε τον κόσµο µας. Θα ενεργούµε πάντα µε βάση όλες τις νόµιµες διαδικασίες που µας παρέχει το σύνταγµα και οι διεθνής συµβάσεις περί δηµοκρατικών ελευθεριών. Σε µας µένει να επιβάλουµε τον σεβασµό στην δράση µας σε πράξεις και λειτουργικές ικανότητες. Ούτε ένας νέος έξω από την οργάνωση και ιδιαίτερα όσοι έχουν δεσµούς µε την αριστερά. Χρόνια δύσκολα και οι κίνδυνοι παράλληλοι. Όλες οι ενέργειες των αριστερών πολιτών παίρνουν χαρακτήρα ηµι-παράνοµο. Η κρατικοί παράγοντες µε έντεχνο τρόπο δηµιουργούν το κατάλληλο κλίµα. Το µοναρχο-ολιγαρχικό κράτος κάτω από την διεθνή κατακραυγή αναγκάστηκε να δεχθεί την εφαρµογή των διεθνών συµβάσεων για δηµοκρατικές ελευθερίες και ελεύθερη διακίνηση ιδεών. Γνώριζαν καλά πως το νέο κόµµα της αριστεράς συγκροτήθηκε από κοµµουνιστές, σοσιαλιστές αγροτιστές και άλλους αντιµοναρχικούς δηµοκράτες πολίτες. Με τέτοιες καταστατικές αρχές η Ε∆Α πήρε την έγκριση για την νόµιµη δράση της στην πολιτική σκηνή της χώρας. Καθιερώθηκε σαν ιστορική αναγκαιότητα. Έπρεπε να καλύψει την µαύρη τρύπα που δηµιούργησε η αποποµπή εκτός νόµου του ΚΚΕ και η συνέχιση του εµφυλίου πολέµου. Οι δραστηριότητες της είναι συνταγµατικά οριοθετηµένες µέσα στα πλαίσια λειτουργίας του µοναρχοολιγαρχικού κράτους. Παρ’ όλα αυτά και κάτω από το βάρος των διεθνών υποχρεώσεων το µοναρχο-ολιγαρχικό κράτος µε τους παρακρατικούς καθηµερινά εξαπολύει τροµοκρατικές επιθέσεις ενάντια σε όλη την αριστερά και κάθε αντιµοναρχικό δηµοκράτη πολίτη. Θέλουν να ανακόψουν εν τη γέννηση της κάθε ανοδική τάση πορείας του νέου αριστερού φορέα. Αυτό αναγκάζει την Ε∆Α να παίρνει κάθε φορά µέτρα προστασίας των µελών και οπαδών της. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσε να ελαχιστοποιήσει τις προβοκάτσιες αν δεν κατόρθωνε να τις 39


µηδενίσει. ∆ιευρύνοντας τις συζητήσεις µε τον φίλο Γιώργο έµαθα πως στον συνοικισµό λειτουργούσε σε περιορισµένη δράση µια τοπική οργάνωση της Ε∆Α. Πολλά παλιά µέλη του ΕΑΜ και του εφεδρικού ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ, µαζί µε άλλους αντιστασιακούς σχηµάτισαν µια µικρή ευέλικτη οργάνωση. Πέρναν ενεργά µέρος οι : Γιάννης Καλαιτζίδης, Ηλίας Χαραλάµπους, Αναστάσης Ψωµιάδης, Γιώργος Σιµεωνίδης, Αναστάσης Κενανίδης, Πέτρος Κενανίδης, Αβραάµ Καλαιτζόγλού, Γιάννης Καλαιτζόγλου (Γιοβάν), Χαράλαµπος ∆εληγιαννίδης (Χάµπος), Άγγελος Μαβίδης, Μιχάλης Ορκόπουλος, Χρίστος Τριανταφυλλίδης, Βαγγέλης Ορφανίδης, Μίµης Αρχοντόπουλος, Θανάσης Παναγούλης, Χρήστος και Νίκος Κακαρδάκης, Απόστολος Τάκης, Θανάσης Νιάµας, Κώστας Σοφοµπασίτης, Τάκης Συµεωνίδης, Παρθένα Ντίνα Ιωάννου, Αναστασία και ∆έσποινα Μερκούρογλου, Κυριακίτσα Κενανίδου, Νίκος (ψηλός σοβατζής), Τσοµάκου Κατερίνα, Σουλτάνα Καλαιτζίδου, Μπορλίδης Νίκος, Τερζόπουλος Γιάννης και ίσως κάποιοι που δεν µπορώ να θυµηθώ. Όλων η συµµετοχή αρκετά ουσιαστική για την εποχή της σκληρής παρανοµίας. Οι συζητήσεις όλες έχουν στόχο να µας εµψυχώσουν. Να µας βάλλουν σε κίνηση. Θα πρέπει να δοκιµάσουµε και τις δικές µας δυνατότητες σαν νέοι. Αρχίσαµε χαλαρά κάποιο κύκλο συζητήσεων. Ξεκινήσαµε οι Γιώργος Χαραλάµπους, ο Αβραάµ και Στέφανος Καλαιτζίδης, Πρόδροµος και Χρήστος Συµεωνίδης, Ιπποκράτης και Χρήστος Τσοµάκος, Ευθύµης Σαριµπαλίδης, Βασίλης ∆εληγιαννίδης, ∆ήµος Ορκόπουλος και εγώ. Από κοπέλες είχαµε µικρές επαφές µόνο. Όλοι µας άνδρες γυναίκες αγόρια κορίτσια συµµετείχαµε σε εκδηλώσεις οικονοµικής ενίσχυσης µε συνδροµές. Παίρναµε µέρος οµαδικά ή µεµονωµένα σε συγκεντρώσεις ανοιχτές µε πολιτικό περιεχόµενο που οργάνωνε η νοµαρχιακή επιτροπή της Ε∆Α. Μοναδικός στόχος και προοπτική η βελτίωση της πολιτικής δουλειάς. Παρά την ψυχολογική βία που ασκούν οι ασφαλίτες στον λαό στις πρώτες περιόδους οι επαφές µεταξύ µας γίνονταν σε µακρινούς περιπάτους. Οι περίπατοι αυτοί στην πλειοψηφία τους οδηγούσαν προς το ξωκλήσι της αγίας Μαρίνας και το κτήµα του Φαντάνα. Μια από τις συναντήσεις µας µε τον Γιώργο µε οδήγησε να πάρω µέρος στην γενική συνέλευση του τοπικού κλαδικού σωµατείου ελαιοχρωµατιστών. Έτσι ενεργοποιήθηκα και έγινα µέλος συµµετέχοντας σε όλες τις συνδικαλιστικές δραστηριότητες του κλάδου των οικοδόµων. Το ’θελα πολύ να περάσω το µεγάλο ταξικό σχολείο της εργασιακής αλληλεγγύης και της ταξικής συνείδησης. Ζητούσα να βοηθηθώ και να βοηθήσω αρκετά. Να γνωρίσω από κοντά και µέσα στη δράση όλους τους συναδέλφους. Έπρεπε να µετρήσω µε τις δικές µου δυνατότητες και τα δικά µου κριτήρια πόσοι από τους φίλους συναδέλφους έχουν πραγµατικά ανεπτυγµένο ταξικό κριτήριο. Πως λειτουργούν σαν εργαζόµενοι και αν έχουν ταυτίσει την ταξική τους θέση µε την παραγωγικότητα και τις αγωνιστικές διεκδικήσεις. Αν έχουν βιωµατικές ρίζες και εµπειρίες περί του εργαζόµενου προς µίµηση και του προς αποφυγήν. Αν δηλαδή δηµιουργούµε θεωρητική βάση στήριξης της οκνηρίας και της αντιπαραγωγικότητας ή διεκδικούµε επάξια τον τίτλο της πρωτοπορίας στην θεωρία και την πρακτική εφαρµογή. Υπήρχαν και µια ζωή θα υπάρχουν κοινωνικά προβλήµατα που θα πρέπει να παλέψουν οι οργανωµένες πρωτοπορίες να τα λύσουν όσο τα αστικά καθεστώτα θα στηρίζονται κατά βάση στην εκµετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και ο 40


πλούτος τους θα στηρίζεται στην αφαίµαξη της µεγαλύτερης µερίδας του κρατικού προϋπολογισµού εν είδη δανείων και προµηθειών. Αυτά τα προβλήµατα θα λυθούν µόνο όταν οι οργανωµένες προοδευτικές πρωτοπορίες των ανθρώπων πάψουν να στηρίζουν πρωτοπορίες της πρωτοπορίας και εκκολαπτήρια κάστας, νοµενκλατούρας και µηχανισµών ρουσφετολογίας και ποδηγέτησης. Τις περισσότερες φορές κατά παράδοξο τρόπο αυτοί οι µηχανισµοί των «πρωτοπόρων» της πρωτοπορίας αποτελούνται από άτοµα επιρρεπή προς την οκνηρία. Είναι άσχετοι συµµετέχοντας όλη τους τη ζωή από λιγότερο έως καθόλου στην παραγωγική διαδικασία. Είναι στενόµυαλοι και χαµηλού πνευµατικού επιπέδου. Για την περίοδο που αναφερόµαστε τα προβλήµατα πολλά και οξυµµένα. Κυριαρχούν η ανεργία, η υποαπασχόληση, το ασφαλιστικό, το συνταξιοδοτικό, η επέκταση του ΙΚΑ σε όλη την επικράτεια. Είναι η εποχή που ο ασφαλιστικός οργανισµός του ΙΚΑ υπολειτουργεί µόνο στα µεγάλα αστικά κέντρα. Τα επίπεδα κάλυψης πάρα πολύ χαµηλά. Η τροµοκρατία στους τόπους δουλειάς λειτουργεί ανασταλτικά. Όλα τα γραφεία που είναι επιφορτισµένα µε την τήρηση της εφαρµογής της εργατικής νοµοθεσίας είναι επανδρωµένα µε τοποτηρητές των εργοδοτών. Κανένας έλεγχος στους τόπους δουλειάς για την τήρηση του διεθνούς εργατικού δικαίου που αποδέχθηκαν και υπόγραψαν όλες οι µέχρι τότε κυβερνήσεις της χώρας. Καµία προστασία για τα ανήλικα παιδιά και τους εργαζόµενους µαθητές νυχτερινών σχολείων. Το επίσηµο συνδικαλιστικό κίνηµα που εκφράζεται µέσα από την ΓΣΕΕ, τα εργατικά περιφερειακά κέντρα και τις κλαδικές οµοσπονδίες, βρίσκεται ακόµα στα χέρια των τραµπούκων του Μακρή – Θεωδόρου, που είναι εγκάθετοι. Γέµισε το «νόµιµα εκφρασµένο» συνδικαλιστικό κίνηµα εργατοπατέρες τραµπούκους που λυµαίνονται τα ασφαλιστικά ταµεία. Επικουρικά, εργατική εστία και κάθε άλλον θεσµό προς όφελος τους και για τα δικά τους τα τσανάκια. Εξ’ αντικειµένου ο εργαζόµενος όπου και να απευθυνθεί να ζητήσει το δίκιο του δεν γίνεται δεκτή καµιά καταγγελία για παράβαση της εργατικής νοµοθεσίας. Όποιος εργαζόµενος καταφύγει σε διαµαρτυρία καταγγελία το όνοµά του θα περάσει στην µαύρη λίστα µε αποτέλεσµα να µην µπορεί να σταυρώσει µεροκάµατο αν δεν φιλήσει κατουρηµένες ποδιές. Όλο αυτό το ζοφερό κλίµα τροφοδότηθηκε από την προπαγάνδα του αντικοµµουνισµού και την τροµοκρατία. Η αριστερά µε βάση την ενιαία έκφραση της µέσω της Ε∆Α δηµιουργεί τους πυρήνες συνδικαλιστικής αντίστασης. Προσπαθεί και βρίσκει τρόπους που ενεργοποιούν τα µέλη και τους οπαδούς ς. Παίρνουν µέρος σε κάθε δραστηριότητα του νόµιµου φορέα έκφρασης της συντεχνίας τους. Μέσα από αυτές τις εκδηλώσεις πιέζουν για την εγγραφή όλων των εργαζοµένων στα κλαδικά τους σωµατεία. Ανεξαρτήτου χρώµατος, εθνικότητας και ιδεολογικοπολιτικών απόψεων. Ζητούν ακόµα την εγγραφή όλων των πρωτοβάθµιων οργανώσεων στα δευτεροβάθµια όργανα, εργατικά κέντρα, οµοσπονδίες και στην ΓΣΕΕ. Οι εγκάθετοι συνδικαλιστές δεν δέχονται να τους εντάξουν στην δύναµή τους. Οι εργαζόµενοι µπροστά σε αυτό το τεχνητό αδιέξοδο και µη έχοντας άλλη εναλλακτική λύση κατέφυγαν στην δηµιουργία νέων πρωτοβάθµιων κλαδικών οργανώσεων. Γυρεύουν δρόµους και µονοπάτια που θα τους οδηγήσουν στην συγκρότηση ενός συνδικαλιστικού συντονιστικού οργάνου. Απαραίτητο εργαλείο για τον συντονισµό της δράσης τους για τους µελλοντικούς διεκδικητικούς αγώνες. Αυτή 41


η συντονιστική επιτροπή θα αναλάβει δυναµικές πρωτοβουλίες στο άµεσο µέλλον και θα ανεβάσει το συνδικαλιστικό κίνηµα σε ζηλευτά για την εποχή διεκδικητικά επίπεδα, που θα ανακουφίσουν τους εργαζόµενους και τον λαό. Όλα αυτά διαδραµατίζονται σε µία περίοδο που ακόµα και αυτός ο καθ’ όλα νόµιµος συνταγµατικά πολιτικός φορέας και εκφραστής του µεγαλύτερου τµήµατος των αριστερών πολιτών τίθεται υπό αµφισβήτηση ένθεν και ένθεν. Τόσο για την συγκρότησή του όσο και για τον τρόπο λειτουργίας του. Είναι η δύσκολη µαύρη και οδυνηρή περίοδος όπου στην ενδοχώρα γίνονται ζυµώσεις και σκληρές διαπραγµατεύσεις ανάµεσα στις καθοδηγητικές οµάδες του ΚΚΕ. Οι ζυµώσεις αφορούν το πώς θα συνυπάρξουν και θα συντονίσουν την δράση τους τα «καθοδηγητικά» κέντρα εξουσίας. Αυτήν την εποχή λειτουργούν δύο κλιµάκια. Το ένα βρίσκεται στην ενδοχώρα και λειτουργεί νόµιµα, συνεργαζόµενο µε την Ε∆Α. Το αποτελούν δοκιµασµένα, µπαρουτοκαπνισµένα, στελέχη, που για διάφορους λόγους βρέθηκαν έξω από διώξεις, φυλακές και κυνηγητά, όπως οι Μπριλάκης, Κύρκος, Γλέζος, Καράς, ∆ρακόπουλος, αφοί Νεφελούδοι και άλλοι πολλοί. Όλοι τους βρίσκονται στα ανώτερα καθοδηγητικά όργανα της Ε∆Α. Παράλληλα υπάρχει το κλιµάκιο της ηγετικής οµάδας του ΚΚΕ που βρίσκεται στην ακροναυπλία και τις άλλες φυλακές της χώρας, όπου πρωτοστατεί η παρέα του Ιωαννίδη. Τέλος υπάρχει και το τµήµα του κλιµακίου που βρίσκεται εκτός συνόρων, κάπου στις πόλεις του «υπαρκτού» σοσιαλισµού. Είναι οι Ζαχαριάδης, Παρτσαλίδης, Γούσιας, Βλαντάς, Μπαρτζότας και άλλοι. Αυτοί είναι όλοι τους ευθυγραµµισµένοι µε την σοβιετική εξουσία και ασπάζονται κάθε θεωρητική ερµηνεία που πορεύεται από την ακαδηµία επιστηµών της ΕΣΣ∆. Είναι αυτοί όλοι που ανεπιφύλακτα δέχθηκαν από το 1940 και µετά να περάσει όλη η ψυχροπολεµική προπαγάνδα µέσα από το λαϊκό κίνηµα της χώρας µας. Ακριβώς τον αντίστοιχο ρόλο που δέχθηκαν όλα τα φιλοµοναρχικά ολιγαρχικά στοιχεία της επάρατης δεξιάς. Να υλοποιήσουν τα ψυχροπολεµικά προπαγανδιστικά σχέδια στην πρώτη φάση της Αγγλικής αποικιοκρατίας και µετά την επιθετική παγκοσµιοποίηση του Αµερικάνικου ιµπεριαλισµού. Όλοι αυτοί, ο καθένας µε τον τρόπο του και για δικούς του λόγους, τις περισσότερες φορές µε ταπεινά φατριακά κίνητρα προσπαθούν να περάσουν στα καθοδηγητικά όργανα της Ε∆Α τις δικές τους πολιτικές ερµηνείες και στρουχτούρα. Προσπαθούν µε κάθε τρόπο να ποδηγετήσουν αγροτιστές, σοδιαλδηµοκράτες, αντιµοναρχικούς, θέλοντας κάθε πολίτης που αντιµάχεται τον µοναρχο-ολιγαρχισµό να δρα και να ενεργεί σαν ροµποτάκι του ΚΚΣΕ. Μιας και το ΚΚΕ βρίσκεται στην παρανοµία, απαιτούν από τους κοµµουνιστές που η δράση τους είναι µέσα στους κόλπους της Ε∆Α να την µετατρέψουν σε υποκατάστατό του. ∆εν τους αρκεί που βρέθηκαν άντρες, γυναίκες και νεολαίοι µε ψυχή και µετά την ολέθρια και οδυνηρή πολιτική ήττα του λαϊκού κινήµατος δέχθηκαν να πάρουν στις πλάτες τους την ευθηνή, µε τα στήθια τους µπροστά για να κλείσει η µαύρη τρύπα του όλεθρου. Όλα αυτά σε µια περίοδο που η νόµιµη δράση της Ε∆Α παίρνει σάρκα και οστά. Αναδεικνύει τους πρώτους εκπροσώπους της αριστεράς στην βουλή του µοναρχοολιγαρχικού κράτους. Την ίδια εποχή που η ΣΙΑ, σε συνεργασία µε το παρακράτος και τον Ι∆ΕΑ, οργανώνουν απανωτές προβοκάτσιες σε βάρος των ηγετών του λαϊκού προοδευτικού κινήµατος, µε ιδιαίτερη προτίµηση σε µέλη και στελέχη του ΚΚΕ 42


(Γλέζο, Κύρκο, Μπριλάκη, κτλ), τους φορτώνουν µε δράση και προθέσεις κατασκοπίας. Οι επιδιώξεις τους ποικιλότροπες και πολυποίκιλες. Βασικός στόχος να αδυνατήσουν την ικανότητα παρέµβασης του νέου αριστερού κόµµατος µέσα στις ευρύτερες λαϊκές µάζες. Να κόψουν τον οµφάλιο λώρο λαού και προοδευτικής σκέψης και δράσης. Όλες αυτές οι ζυµώσεις παίρνουν χαρακτήρα ίντριγκας χωρίς να λάβουν υπόψη τους τις αντοχές και τις δυνατότητες του λαού. Το πρόβληµα γίνεται οξύτερο όταν προβάλλονται αξιώσεις και πιέσεις και από τα καθοδηγητικά κέντρα του εκτός νόµιµης δράσης ΚΚΕ. Ζητά πρωτοβουλίες και διεκδικήσεις από την Ε∆Α σε µία περίοδο που διακυβεύεται η ίδια η νόµιµη ύπαρξή της στην πολιτική σκηνή της χώρας. Αυτό αγγίζει τα όρια της συνειδητής προβοκάτσιας. Ο λαός γύρω από όλα αυτά είναι µακριά νυχτωµένος. Λίγα ακούγονται, λιγότερα µαθαίνει η πλειοψηφία των προοδευτικών πολιτών. Όλα τα διαχειρίζεται η οργανωµένη ολιγοµελής «πρωτοπορία» της πρωτοπορίας, ερήµην του λαού. Ίσως αυτός ο τρόπος λειτουργίας είχε και την θετική του πλευρά, µιας και οι προοδευτικοί πολίτες αυτής της χώρας, µε την δική τους συµµετοχική προσφορά, κατόρθωσαν να επιβάλλουν την δράση του νέου αριστερού κόµµατος της Ε∆Α. Μια παρεµβατική δύναµη που έµελλε µέσα σε λίγα χρόνια να δηµιουργήσει µια καινούργια κοσµογονία στα πολιτικά δρώµενα. Ήταν ολοφάνερο πια πως η ανοχή του νέου αριστερού προοδευτικού φορέα ένθεν και ένθεν ήταν µονόδροµος. ∆εν υπήρχαν δρόµοι και µονοπάτια για κάτι διαφορετικό. ∆εν υπήρχε άλλη δυνατότητα για βοήθεια και ανακούφιση του λαϊκού προοδευτικού κινήµατος. Η Ε∆Α από τον τρόπο συγκρότηςής της και µε τον τρόπο που αυτό υλοποιήθηκε ήταν ξεκάθαρο πως δεν θα µπορούσε να διαδραµατίσει διαφορετικό ρόλο στα πολιτικά δρώµενα, παρά µόνο να συµµαζέψει τα ασυµµάζευτα µετά την ήττα και να προσφέρει πολιτική στήριξη στον βασανισµένο προοδευτικό λαό αυτού του τόπου. Να συµπαρασταθεί στους χιλιάδες φυλακισµένους και εξόριστους. Να καλύψει νοµικά και συνταγµατικά κάθε κυνηγηµένο αγωνιστή πολίτη από τα αρπαχτικά νύχια του παρακράτους και των πραιτοριανών του µοναρχοολιγαρχισµού. Να µαζέψει τα κοµµάτια και να επουλώσει της πληγές. Να αγωνιστεί για να επανέλθει ο τόπος στον νοµικό οµαλό και ειρηνικό δηµοκρατικό πολιτικό βίο. Η περίοδος που διανύει η χώρα δεν αντέχει σε ιδιαίτερες φιλοδοξίες για µεγαλεπήβολα σχέδια. ∆εν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να κατανοήσει κανείς ότι δεν περίσσεψαν αποθέµατα και προϋποθέσεις για επαναστατικούς προσανατολισµούς. Όλη την πορεία του λαϊκού κινήµατος όπως την διαχειρίστηκε και την εξέφρασε η ηγετική οµάδα του ΚΚΕ, σε όλη την διάρκεια της νόµιµης δράσης του, δεν άφησε κανένα περιθώριο που θα αποτελούσε χαραµάδα εξόδου και δυνατότητα να περάσει κάποιο φως στο απόλυτο σκοτάδι. Σε αυτή την φάση, βασική φιλοδοξία όλου του προοδευτικού κόσµου της χώρας η ανασύνταξη δυνάµεων. Γενική απαίτηση του αγωνιζόµενου λαού να εφαρµοστούν από το κράτος του µοναρχο-ολιγαρχισµού όλες οι διεθνείς συµβάσεις. Σεβασµός στις υπογραφές που έβαλαν στα διεθνή συνέδρια. Πλήρη οµαλοποίηση και εκδηµοκρατισµός του πολιτικού βίου. Να τερµατιστεί η εµφυλιο-πολεµική προπαγάνδα του ψυχροπολεµικού κλίµατος. Να καταργηθούν όλοι οι φασιστικοί νόµοι της ανώµαλης περιόδου. Κοντολογίς, ο προοδευτικός λαός αυτής της 43


χιλιοβασανισµένης χώρας ζητά βοήθεια για µια πολιτική που θα δηµιουργεί προϋποθέσεις για µέτρα ειρήνευσης. Μια τέτοια πολιτική είναι αλήθεια πως δηµιουργούσε µια άλλη προοπτική. ∆εν πρόσφερε καµιά θετική υπηρεσία στην διατήρηση της ψυχροπολεµικής ατµόσφαιρας. Ήταν τελείως αντίθετη από αυτή που έντεχνα καλλιεργούσαν οι δύο υπερδυνάµεις, ΗΠΑ και ΕΣΣ∆, για δικούς τους ιδιοτελείς και πέρα για πέρα υποκειµενικούς λόγους. Οι υπερδυνάµεις έχουν την δική τους σκακιέρα και βλέπουν τις διεθνής εξελίξεις «σφαιρικά» - κατά την προσφιλή έκφραση των ινστρουχτόρων. Οι όποιες αλλαγές σε πρόσωπα στα ηγετικά κλιµάκια δεν µπορούν να µεταβάλλουν την εικόνα του ψυχρού πολέµου. Από αυτό το σύνδροµο της εποχής δεν εξαιρείται και η ηγετική οµάδα του ΚΚΕ που βρίσκεται εκτός συνόρων. Ο αδύνατος κρίκος Πολύς λόγος γίνεται αυτή την περίοδο για την ανοχή όλων των ευρωπαϊκών κοµµουνιστικών κοµµάτων αναφορικά µε την κατάργηση του θεσµού της διεθνούς των Κ.Κ. Σχολιάζονται οι δυσµενείς επιπτώσεις. Μιλούν για την σταλινοποίηση και την επίδρασή της στις λειτουργίες του παγκόσµιου εργατικού κινήµατος. Οι διάφορες απόψεις εκφράζονται κάπως αποστασιοποιηµένα λόγου του χρόνου. Οι διαφορετικές θεωρητικές εκτιµήσεις, εντούτοις, συνεχίζουν να χρησιµοποιούν σαν σηµείο αναφοράς το ΚΚΣΕ. Η δική του στάση και συµπεριφορά συνεχίζει να επηρεάζει τις λειτουργίες και τις εξελίξεις διεθνώς. Με την κατάργηση της 3ης διεθνούς έγινε κάποια προσπάθεια να συγκροτηθεί η 4η µε πρωτοβουλία του, εξόριστου τότε, Λέων Τρότσκυ. Σε αυτή την προσπάθεια δεν πήρε µέρος κανένα από τα κοµµουνιστικά κόµµατα της ευρώπης, τα αυτοαποκαλούµενα ορθόδοξα, και η στάση τους αυτή υπήρξε καθοριστική. Από εκεί και ύστερα η θεωρητική δράση της ακαδηµίας της ΕΣΣ∆ ανέλαβε εργολαβικά την µελέτη και ερµηνεία κάθε διεθνούς προβληµατισµού για την πορεία του διεθνούς εργατικού κινήµατος. Εκεί γίνονταν θεωρητικές αναλύσεις όλων των κοινωνικο-οικονοµικών και πολιτικών εξελίξεων. ∆ηµιούργησε δικές της σχολές όπου φοιτούσαν όλα τα εκκολαπτόµενα ηγετικά στελέχη του παγκόσµιου «ορθόδοξου» κοµµουνιστικού κινήµατος, που θα παίξουν τον δικό τους θεωρητικό ρόλο µελλοντικά. Από τότε δεν ξαναγίνανε κοµµουνιστικά συνέδρια παγκόσµιας εµβέλειας. Μόνον συνδιασκέψεις περιορισµένου ενηµερωτικού χαρακτήρα, µε ανταλλαγές απόψεων και συµβουλές. Ωσότου ατόνησε η υπεύθυνη συµµετοχική πρακτική που επηρέασε κάθετα την λειτουργία όλων των κοµµάτων. Αυτή η πολιτική στρουκτούρα όξυνε ακόµα περισσότερο την αντιπαράθεση φιλοσοβιετικών οπαδών ενάντια σε όλες τις άλλες διαφοροποιηµένες οµάδες (τροτσκιστές, µπακουνικοί, αρχειοµαρξιστές, κτλ). Το µέτωπο διευρύνθηκε αργότερα µε την προσθήκη στην λίστα µαοϊκών, ευρωκοµµουνιστών, κτλ. ∆ιαφορές στις γραµµές των ΚΚ υπήρχαν ανέκαθεν. Όµως υπήρχαν περίοδοι που χρησιµοποιούσαν κάποια αφετηρία για κοινή γλώσσα και διάλογο. Η περίοδος αντιπαράθεσης τριτοδιεθνιστών – τεταρτοδιεθνιστών υπήρξε η πιο σκληρή για όσο διάστηµα κράτησε. Μέσα στους κόλπους της ελληνικής 44


αριστεράς, αργότερα, εµφανίστηκαν και άλλες τάσεις : Αναγεννητές, ΚΚΕ-µλ, ΜΛΚΚΕ, ΕΚΚΕ και άλλες µικροοµάδες. Πάντα µεταξύ κοµµουνιστών υπήρχε πρόβληµα σχετικά µε τις θεωρητικές απόψεις. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά το δόγµα. Πρέπει όχι απλά να συµφωνείς µε την καθοδήγηση αλλά να πειθαρχείς όταν δεν συµφωνείς µε βάση τον δηµοκρατικό συγκεντρωτισµό. Με αυτήν την λογική όσα από τα στελέχη του ΚΚΕ είναι και στελέχη της Ε∆Α και η δράση τους επηρεάζει τα καθοδηγητικά όργανά της είναι υποχρεωµένοι να εφαρµόζουν ευλαβικά τις επιµέρους και γενικές αποφάσεις του ΚΚΕ σε όλα τα όργανα και τους µαζικούς χώρους. Η συµµαχική πολιτική, η κοινή δράση µε ετερογενείς δυνάµεις και η κοινή πολιτική εκτίµηση και παρέµβαση που διέπει την πλατφόρµα δηµιουργίας της Ε∆Α ουσιαστικά καταργείται. ∆εν θα λειτουργούν τα όργανα της Ε∆Α σαν αυτόνοµος πολιτικός οργανισµός. ∆εν θα λαµβάνονται υπόψη οι ανάγκες του λαϊκού κινήµατος και οι πολιτικές εξελίξεις της δοσµένης περιόδου. Για να υπάρξει οµαλή λειτουργία της Ε∆Α και καλές σχέσεις µέσα στα όργανα, θα πρέπει όλα τα στελέχη της να πειθαρχούν στις αποφάσεις που κατεβάζουν τα συµµετέχοντα σε αυτά µέλη του ΚΚΕ, είτε πειθαρχώντας είτε πειθαναγκαζόµενοι. Σε διαφορετική περίπτωση κινδυνεύουν να κατηγορηθούν οι συνεργαζόµενοι ως πράκτορες των αµερικάνων, προβοκάτορες, ρεβιζιονιστές, προδότες του λαϊκού κινήµατος και βάλε µε το νου σου τη ακόµα τους περιµένει. Εδώ πάνε περίπατο οι ιδιοµορφίες, οι συνθήκες, οι νοµοτέλειες και η αυτονοµία του φορέα. ∆εν λαµβάνεται υπόψη ούτε ο τόπος, ο χρόνος και η γνώµη της λαϊκής βάσης. Η θεωρία του εµείς καθοδηγούµε το κίνηµα (δηλαδή η ηγετική οµάδα του εκτός συνόρων ΚΚΕ) σε πλήρη ανάπτυξη και εφαρµογή. Η επιχειρηµατολογία: Το ΚΚΣΕ έχει γενική σφαιρική αντίληψη για το παγκόσµιο αντι-ιµπεριαλιστικό κίνηµα. Ως εκ τούτου και το αλάθητο. Μέσω αυτού και η ηγετική οµάδα του ΚΚΕ, δηλαδή η κεντρική επιτροπή του. Θυσιάζουµε το µερικό για το γενικό έλεγαν κοµπάζοντας. Ευτυχώς που σε όλη την περίοδο ύπαρξης και δράσης της Ε∆Α τα µέλη του ΚΚΕ του κλιµακίου εσωτερικού, που ανήκουν στα ανώτερα καθοδηγητικά όργανά της, δεν εµφορούνται από τις ίδιες αντιλήψεις. Οι ενέργειές τους δεν είναι πάντα ταυτόσηµες. Σέβονται τους συµµάχους, συνεργάτες-συναγωνιστές, και είναι πάρα πολύ προσεκτικοί. Αυτό βέβαια αποτέλεσε αιτία µιας αυξάνουσας και διαρκούς κατηγορίας, µέχρι εξοντώσεως. Ο αγωνιζόµενος λαός ευτυχώς ούτε πήρε είδηση, ούτε συµµετείχε ποτέ σε τέτοιες ίντριγκες και µακιαβελισµούς. Η µόνη αλήθεια είναι πως αυτός ο σταλινικός τρόπος λειτουργίας εφαρµόζονταν τότες στα περισσότερα τα ορθόδοξα ΚΚ (µέχρι σήµερα). Πρωτοπορίες χωρίς πρωτοπορία Κάθε περίοδος έχει τις δικές της δυσκολίες. Τότε ξεχωρίζουν τα ικανά άτοµα. Ξεπηδούν µέσα από την αναγκαιότητα δράσης. Βοηθούν το κάρο της ζωής να κυλίσει στην ανηφόρα. Το νέο κόµµα της αριστεράς µέσα σε λίγο χρονικό διάστηµα κάλυψε µεγάλο µέρος της µαύρης τρύπας. Ανέβασε πολύ ψηλά το χαµένο ηθικό των λαϊκών στρωµάτων. Έδωσε ώθηση στο διεκδικητικό κίνηµα των εργαζοµένων. 45


Το ανέβασε σε ζηλευτά επίπεδα, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. ∆ιεθνώς οι εντυπώσεις παίρνουν διαστάσεις. Πάλι όλοι µιλούν για αυτόν τον πικρό λαό που βρέθηκε σε πολεµική τροχιά πάνω από δεκαπενταετία. Και να τος. Στέκεται όρθιος µπροστά στα συντρίµµια του. Παίρνει βαθιές ανάσες και συνεχίζει να µάχεται µε πιο όµορφους προσανατολισµούς και οράµατα. Η Αυγή είναι το καθηµερινό ενηµερωτικό και καθοδηγητικό θεωρητικό όργανο της Ε∆Α. Αυτή την εποχή διευθυντής και εκδότης είναι ο ήρωας της εθνικής αντίστασης, σύντροφος συναγωνιστής και φίλος, Μανώλης Γλέζος. Είναι αυτός που µαζί µε τον Λάκη Σιάντα κατέβασαν την σβάστικα από τον ιστό της Ακρόπολης. Η φήµη τους ξεπέρασε τα στενά πλαίσια της χώρας. Έφτασε σε όλο τον κόσµο από ανατολή σε δύση κι από βορά σε νότο. Οι µυστικές υπηρεσίες σε εγρήγορση. Κράτος και παρακράτος, σε αγαστή συνεργασία, µεθοδεύονται τρόπους για εντυπωσιασµό και σπίλωση της προσωπικότητάς του στην κοινή γνώµη. Επιδιώκουν πάση θυσία να ενισχύσουν την ψυχροπολεµική ατµόσφαιρα και την τροµοκρατία. Συνέλαβαν τον Μανώλη Γλέζο µε την κατηγορία της κατασκοπίας υπέρ εχθρικών δυνάµεων. Του βάλαν χειροπέδες και τον οδήγησαν στις φυλακές αβέρωφ. Η Ε∆Α αντέδρασε άµεσα, µε κινητοποιήσεις του λαού της αριστεράς σε συγκεντρώσεις διαµαρτυρίας, ζητώντας την άµεση αποφυλάκιση του ήρωα. Απαιτούσε να σταµατήσει άµεσα κάθε διαδικασία δίωξης, καταγγέλλοντας την αυθαίρετη και παράνοµη σύλληψη. Να αφεθεί αµέσως ελεύθερος. Η εκτελεστική γραµµατεία της Ε∆Α µε άµεση ανακοίνωσή της κατήγγειλε το γεγονός της παρανοµίας. Παράλληλα εκτιµούσε πως στις συγκεντρώσεις διαµαρτυρίας των δηµοκρατικών πολιτών επιβάλλεται από τα πράγµατα αιχµή του κεντρικού συνθήµατος να είναι η γενική απαίτηση, λευτεριά στον ήρωα Μανώλη Γλέζο. Με βάση αυτό το σύνθηµα δηµιουργήθηκαν παρατράγουδα µέσα στις συγκεντρώσεις. Παλιοί σύντροφοι ακροναυπλιότες, που πάντα είχαν κάποια ανταγωνιστική στάση, κατόρθωσαν να σκορπίσουν σύγχυση και ερωτήµατα στους συγκεντρωµένους. Η στάση τους εξέφραζε παρεµβατισµό. Όλος ο κόσµος φώναζε λευτεριά στον ήρωα Γλέζο, ενώ αυτοί φώναζαν µέσα από το δικό τους µπλοκ λευτεριά στους ήρωες. Προφανώς εννοούσαν λευτεριά σε όλους τους πολιτικούς κρατουµένους. Το γεγονός αποτέλεσε παραφωνία, γιατί ήταν δύο ξεχωριστά πράγµατα. Η Ε∆Α µέσα στην γενική της δράση για πολλοστή φορά δηµιούργησε κατά το παρελθών συγκεντρώσεις διαµαρτυρίας για την απόλυση όλων των πολιτικών κρατουµένων και θα συνέχιζε στο µέλλον µιας και αυτό αποτελούσε µε ενέργεια που είχε τις ρίζες της στην ανώµαλη περίοδο του εµφυλίου.Προς αυτήν την κατεύθυνση δηµιουργήθηκε επιτροπή που µε ειδικό πρόγραµµα δούλευε για την αποφυλάκιση όλων των πολιτικών κρατουµένων Όµως η περίπτωση του σύντροφου Γλέζου αποτελούσε κάτι ξεχωριστό. Ήταν µια ωµή ενέργεια παρανοµίας και κατατροµοκράτησης του λαού. Έθετε σε αµφισβήτηση την καθ’ όλα νόµιµη δράση της Ε∆Α. Χαρακτήριζε το ενηµερωτικό έντυπο της Αυγής και τον εκδότη της πράκτορες ξένων συµφερόντων. Έτσι η αντίδραση θα έπρεπε να είναι ανάλογη. Κανείς από τους συγκεντρωµένους στην διαµαρτυρία δεν είχε αντίρρηση να απελευθερωθούν όλοι οι πολιτικοί κρατούµενοι από τις φυλακές. Υπήρχε µια αιχµή αµφισβήτησης στην όλη διαδικασία. ∆εν ήταν 46


προφανώς διατεθειµένοι να δεχθούν πως η αιχµή του δόρατος στην παρούσα φάση ήταν η υπεράσπιση του ήρωα Μανώλη Γλέζου. Στην πόλη µας οι κινητοποιήσεις της Ε∆Α για το συγκεκριµένο θέµα είχαν έντονο χαρακτήρα. Η διαµαρτυρίες για την σύλληψη του Γλέζου εκφράστηκαν και µε κινητοποιήσεις της νεολαίας που η παρέµβασή της είχε διάφορες µορφές. Μία από αυτές ήταν η συγκέντρωση υπογραφών από δηµοκράτες πολίτες σε δελτάρια διαµαρτυρίας για την παράνοµη συµπεριφορά του υπουργείου εσωτερικών και ασφαλείας. Στα δελτάρια αυτά υπέγραφε όποιος πολίτης δηµοκράτης πάλευε και ζητούσε την οµαλότητα της πολιτικής ζωής. Το περιεχόµενο, λιτό, µε λίγες λέξεις, πληροφορούσε τους πολίτες για την αυθαιρεσία της βασιλικής χωροφυλακής ενάντια στον εκδότη της Αυγής. Σε αυτήν την καµπάνια πρωτοστατούσε και ο φίλος και συναγωνιστής, νεολαίος Σωτήρης που είχε εκλεγεί και γραµµατέας στο σωµατείο ελαιοχρωµατιστών της πόλης. Ο Σωτήρης βγήκε στην κεντρική πλατεία µε ένα µικρό τραπεζάκι και πάνω του τοποθέτησε τα δελτάρια και έναν στυλό, για όποιον περαστικό ήθελε να ενηµερωθεί περισσότερο και να συµµετάσχει ενεργά στην καµπάνια µε την υπογραφή του. Η συλλογή υπογραφών ξεπέρασε κάθε φιλόδοξη προσδοκία. Οι πολίτες ανταποκρίθηκαν µαζικά. Αυτό ενόχλησε την χωροφυλακή που ήταν πανταχού παρούσα, όταν επρόκειτο για διακίνηση υλικού πολιτικού περιεχοµένου. Εντόπισαν τον Σωτήρη στο κέντρο της πλατείας. Τον ζώσανε τέσσερις ασφαλίτες. Του φόρεσαν χειροπέδες και τον οδήγησαν στα γραφεία του παραρτήµατος. Αφού τον δίπλωσαν σε µία κόλλα χαρτί τον κατέβασαν κάτω στο κρατητήριο. ∆ίχως χρονοτριβή ειδοποίησαν τον εργατοπατέρα Μακρηθεοδωρικό, συνδικαλιστή και πρόεδρο του Ε.Κ.Λ., για να του πουλήσουν εκδούλευση. Αυτός ξέρει την δουλειά του. Θα αναλάβει την περαιτέρω διεκπεραίωση της υπόθεσης, µιας και ήταν γραµµατέας του σωµατείου και ενεργό συνδικαλιστικό στέλεχος του προοδευτικού χώρου. Ο πρόεδρος κατέφθασε στην γενική ασφάλεια ασθµαίνων. Οι ασφαλίτες τον περίµεναν. Πέρνα πρόεδρε, σου ’χουµε ένα λαυράκι! Πιάσαµε τον Σωτηρη στην πλατεία να κάνει κοµµουνιστική προπαγάνδα. Ζητούσε από τον κόσµο µε την βία να υπογράψει για την αποφυλάκιση του Κατσαµπλία Γλέζου. Αµπά, το πουλάκι µου! Θα του δώσω ένα καλό µάθηµα. Θα του µάθω να κόψει τις θρασύτητες. Έννοια σας θα τον τακτοποιήσω όπως του αξίζει. Πού τον έχετε, µπορώ να τον δω λίγο; Και βέβαια πρόεδρε µπορείς να τον γλεντήσεις όσο θέλεις. Είναι κάτω στο ισόγειο, στην αυλή. Ο Τζίτζος κατέβηκε δυοδυο τα σκαλοπάτια για το ισόγειο. Πέρασε τον διάδροµο που οδηγούσε στην αυλή. Μυρίζει έντονα µούχλα και χλωρίνη ανάκατα. Σε αυτή την αυλή υπήρχαν τρία µικρά και ανήλιαγα δωµατιάκια. Η ασφάλεια τα χρησιµοποιούσε για κρατητήρια. Στο ένα από αυτά είχαν στριµώξει τον Σωτήρη. Τον είδε ο πρόεδρος και έβγαλε µια φωνή γεµάτη ειρωνεία και κακεντρέχεια. Βρεε, Σωτηράκη, πως από δω; Κατέφθασες πρόεδρε. Κι έλεγα θα ’ρθει, δεν θα ’ρθει; Έπαιζε το µάτι µου, ξέρεις. Έκπληκτος µου παρουσιάζεσαι όµως. Αυτό σηµαίνει πως µε συνέλαβαν χωρίς να σε ενηµερώσουν. Καταλαβαίνει ότι αυτοί ενεργούν χωρίς να ζητήσουν την γνώµη σου; ∆εν σε λαµβάνουν υπόψη τους. Εσύ τρέχεις σαν τσανακογλύφτης και τους ζητάς την άδεια για ότι θέλεις να κάνεις. Βγάζεις γλώσσα Σωτηράκη; Θα σου την κοντύνω. Θα πάρεις ένα µάθηµα για να καταλάβεις πως στον συνδικαλισµό δεν έχει θέση η 47


πολιτική και µάλιστα η κοµµουνιστική προπαγάνδα, παλιο-κοµµούνι. Αν δεν το καταλάβεις κακό του κεφαλιού σου. ∆εν πρόκειται να σε αφήσω να µας µαγαρίσεις όλους µας. Αυτά είπε ο πρόεδρος και αποχώρησε µε γρήγορο βήµα. Πήγε να ολοκληρώσει το σατανικό του σχέδιο. Έφτασε στο Ε.Κ.Λ. που στεγαζόταν στο ύψος της στοάς Μπούρα στην Βασιλίσης Σοφίας. Πέρασε από τα γραφεία όλων των σωµατείων. Προσπάθησε να ενηµερώσει όσους προέδρους και γραµµατείς βρήκε. Αυτούς που δεν βρήκε τους έστειλε µήνυµα ζωντανό. Ανέθεσε σε κάποιον νεολαίο µε ποδήλατο να ψάξει για τον πρόεδρο του σωµατείο ελαιοχρωµατιστών. Θα βρεις τον Ιπποκράτη και θα του πεις να ’ρθει στο ΕΚΛ. Θα τον περιµένω, πρέπει να έρθει γρήγορα. Το παιδί µε το ποδήλατο πήρε δρόµο και έφτασε κάτω στα οικόπεδα του Καρίδα. Εντόπισε τον Ιπποκράτη µέσα σε ένα καπηλειό να τα πίνει µε την παρέα του. Μικρή η πόλη και γνωστά τα στέκια όλων των πολιτών. Τον ενηµέρωσε αµέσως για όλα. Θέλει να σε δει ο πρόεδρος αυτοπροσώπως. Να πας όσο πιο γρήγορα µπορείς, σε περιµένει. Ο Ιπποκράτης ούτε να βλαστηµήσει δεν µπορούσε από την φούρκα του. Ήταν γεµάτος νεύρα και του κόπηκε η µηλιά. Του χαλούσε την όµορφη παρέα. Ωστόσο πήρε το ποδήλατό του και δρόµο. Πέρασε όλη την Υψηλάντου και έφτασε στην κεντρική πλατεία. Από εκεί πήγε στο Ε.Κ.Λ., βρήκε τον πρόεδρο να βηµατίζει νευρικά στο γραφείο του πέρα δώθε. Χαιρετήθηκαν, ο Τζίτζος µπήκε αµέσως στο θέµα. Του ξανάπε όλο το ιστορικό, ευτυχώς λίγο πιο σύντοµα, και κατέληξε λέγοντας : Ξέρεις Ιπποκράτη µου, για µένα δεν τίθεται θέµα, ούτε που µε κόφτει. Αλλά να, η ασφάλεια µας πιέζει. Αυτοί µε κάλεσαν. Τέτοιες ενέργειες, λένε, δηµιουργούν ένταση και αναµόχλευση των παθών. Σκέπτεσαι, Ιπποκράτη µου, να µαζεύονταν λέει οι αντιφρονούντες; Όσοι έχουν θύµατα από τους κοµµουνιστοσυµµορίτες; Κι αν τον έπιαναν στην πλατεία; Παναγίτσα µου, πα, πα, πα! Ούτε να το σκεφτώ δεν τολµώ. Τι νοµίζεις, η αστυνοµία µε την σύλληψή του τον γλύτωσε από τα χειρότερα. Θα τον λυντσάριζε ο κόσµος. Πάντως η ενέργειά του ήταν σκέτη πρόκληση.Παράνοµη και αυθάδικη. Αυτό όµως λίγο µας ενδιαφέρει εµάς. Ας κάνει καλά η ασφάλεια. Εµείς θα συµµαζέψουµε τα του οίκου µας. Έχουµε υποχρέωση να διαφυλάξουµε το συνδικαλισµό από παράσιτα που προβοκάρουν την ενότητά του. ∆εν έχουν δουλειά τα συνδικαλιστικά στελέχη µε πολιτικές και κοµµατικές αντιπαλότητες και ενέργειες. Προ πάντων η ηρεµία και το κύρος του συνδικαλιστικού κινήµατος. Για αυτό σε κάλεσα γλυκέ µου. Έχεις και εσύ υποχρέωση. Είσαι εκλεγµένος πρόεδρος. Θα καλέσεις τα µέλη του σωµατείου ελαιοχρωµατιστών σε έκτακτη συνέλευση. Με τρόπο θα προτείνεις στο σώµα την αντικατάσταση του Σωτήρη µε τον πρώτο επιλαχόντα από τις τελευταίες αρχαιρεσίες. Το σώµα θα αποφασίσει βέβαια. ∆εν χρειάζονται πολλά-πολλά, θα χρησιµοποιήσετε την ίδια εφορευτική επιτροπή. Φτιάξτε τυπικά δύο ψηφοδέλτια, το ένα ΝΑΙ στην διαγραφή του Σωτήρη, το άλλο ΟΧΙ. Ωχ βρε αδερφέ, ο Σωτήρης ας ασχοληθεί µε το κόµµα του αφού του αρέσει τόσο πολύ. Εµάς ας µας αφήσει στην ησυχία µας Τώρα, αν δεν είναι ο Σωτήρης γραµµατέας του σωµατείου δεν θα χαθεί ο συνδικαλισµός. Ο Ιπποκράτης όση ώρα τον άκουγε έβραζε µέσα του. Έβγαζε σπυράκια στο κορµί του. Σκέπτονταν, βρε παλιάνθρωπε, τι µου λες τώρα. Να 48


καλέσω έκτακτη συνέλευση του σωµατείου και να προτείνω στα µέλη την διαγραφή του γραµµατέα Σωτήρη, που είναι νόµιµα αιρετός και εκλεγµένος από την πλειοψηφία των συναδέλφων του; Γιατί; Γιατί λέει ανακατεύεται στην πολιτική. Και µε αυτό, τι έχει να πει; ∆ηλαδή όποιος διεκδικεί το µεροκάµατό του οργανωµένα µέσα από το σωµατείο του µε τους συναδέλφους του χάνει τα πολιτικά του δικαιώµατα; Ζητούσε, λέει, την συµπαράσταση του κόσµου για την παράνοµη σύλληψη του αγωνιστή Γλέζου. Επιδιώκουν και απαιτούν όλοι µαζί την άµεση απελευθέρωσή του. Ο κόσµος της αριστεράς σύσσωµος απαιτεί από την κυβέρνηση να εφαρµόσει τις διεθνείς συµφωνίες για την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών. Την ελεύθερη και χωρίς περιορισµούς δράση όλων των πολιτικών ρευµάτων και οργανισµών κάθε χώρας. Την δηµοκρατική δραστηριότητα των πολιτών. Απαιτούν ελευθερία και συµπαράσταση. Αλληλεγγύη σε ανθρώπους που διώκονται για τα πολιτικά τους πιστεύω. Έπιασε η γενική ασφάλεια του κράτους τον αγωνιστή και εκδότη της Αυγής Μανώλη Γλέζο, χωρίς καµιά συγκεκριµένη κατηγορία. Μόνο και µόνο γιατί είναι εκδότης αριστερής εφηµερίδας, το δηµοσιογραφικό όργανο της Ε∆Α. Η Ε∆Α είναι κόµµα νόµιµο συνταγµατικά και εκπροσωπείται στο ελληνικό κοινοβούλιο µε αρκετούς αιρετούς βουλευτές. Ψηφίζεται από µεγάλο και σεβαστό αριθµό ψηφοφόρων. Και θέλεις εσύ τώρα όλη η αριστερά, µέλη, τστελέχη και οπαδοί. Αντιµοναρχικοί δηµοκράτες πολίτες, να καταπιούν αδιαµαρτύρητα το πικρό ποτήρι. Η αριστερά στην χώρα µας εδώ και αρκετά χρόνια σταυρώνεται. Χιλιάδες τα θύµατα, νεκροί, αγνοούµενοι, φυλακισµένοι, τραυµατίες, εξόριστοι, σακατεµένοι, καταµατωµένοι µε ανοιχτές πληγές και δεν γονάτισαν. Έρχεσαι εσύ τώρα χωρίς ίχνος ντροπής και µου ζητάς να πείσω εγώ αυτούς που τίµησαν τον Σωτήρη µε την ψήφο τους να το καθαιρέσουν. Ε,ε ρε ντουνιά που φτάσαµε. Να περισσεύει το θράσος από τα θρασίµια. Αυτά και πολλά άλλα περνούσαν από του µυαλό του Ιπποκράτη. Έχοντας όµως επίγνωση της ιδιοµορφίας της εποχής και το ποιόν του Τσίτζου άλλαξε ύφος και ξεστόµισε ότι επέτρεπε η περίσταση. Πρόεδρε, εγώ θα τους καλέσω όλους για αύριο στις έξη η ώρα το απόγευµα. Ας µαζευτούν µετά την δουλειά. Θα ήθελα όµως να είσαι και εσύ εδώ να τους τα πεις. Εσύ ξέρεις και τα λες καλά. Ο Τσίτζος γάτα στον εργατοπατερισµό το πιασε το υπονοούµενο κι απάντησε τσιτωµένος. Γιατί ρε Ιπποκράτη, δεν µπορείς να τους το πεις εσύ; Τόσο πολύ τους φοβάσαι; Εντάξει, θα έρθω εγώ, να δεις που θα τα πω και θα καταλάβουν οι άνθρωποι. Ο Ιπποκράτης έφυγε φουρκισµένος. Γύρισε µε το ποδήλατο όλα τα στέκια και τις πιάτσες στις συνοικίες. Βρήκε τρόπο και του ειδοποίησε όλους για την εποµένη στις έξη η ώρα στην µεγάλη αίθουσα του ΕΚΛ. Για την ταµπακιέρα δεν είπε κουβέντα. Λίγο γιατί ντρέπονταν. Λίγο γιατί φοβόταν µην τον ξεχέσει κανένας αψής και αθυρόστοµος. Το κακό µπορούσε να έρθει από εκεί που δεν το περιµένεις. ∆ύσκολα χρόνια γαρ. Την άλλη µέρα από τις πέντε άρχισαν να καταφθάνουν όλοι οι ταµιακός τακτοποιηµένοι ελαιοχρωµατιστές µέλη του σωµατείου. Ο Ιπποκράτης κάθεται στην προεδρική. Προτείνει να διαπιστωθεί η απαρτία. Μετά δια βοής εκλέγει το απαραίτητο διαδικαστικό προεδρείο. ∆ια ανατάσεως της χειρός εκλέγησαν όλα τα προβλεπόµενα από το καταστατικό όργανα διεξαγωγής της συνέλευσης. Αµέσως πήρε τον λόγο ο Ιπποκράτης και ενηµέρωσε το σώµα για τους λόγους της έκτακτης 49


συνέλευσης. Φτάνοντας στο επίµαχο σηµείο πέταξε το µπαλάκι στον πρόεδρο του ΕΚ. Συνάδελφοι, ο πρόεδρος του ΕΚΛ θα σας αναλύσει τους λόγους της αποψινής έκτακτης γενικής συνέλευσης. Ο Τσίτζος ανέβηκε στην έδρα κι είπε χαµηλόφωνα στον Ιπποκράτη. Μα τόσο πολύ τους φοβάσαι καηµένε; Ούτε δυο λόγια δεν τολµάς να τους πεις. ∆εν τους φοβάµαι πρόεδρε, τους σέβοµαι, είπε κοφτά ο Ιπποκράτης. Ο πρόεδρος του ΕΚ παίρνοντας τον λόγο µε ύφος γλυκανάλατο προσπάθησε να εξιστορήσει για το επεισόδιο του Σωτήρη. ∆ιάνθησε την οµιλία του µε µια δικονοµική γλώσσα το αξιόποινο της ενέργειας του Σωτήρη. Προσπαθούσε να δώσει έµφαση στην υποτιθέµενη επικινδυνότητα τέτοιων ενεργειών. Επισήµανε τους ενδόµυχους φόβους του για το ξεστράτισµα του συνδικαλιστικού κινήµατος. Τέλος µας κάλεσε όλους να σταθούµε υπεύθυνα στο ύψος των περιστάσεων. Να πάρουµε µια απόφαση που δεν θα αφήνει περιθώρια στο µέλλον να γίνονται τέτοιες ενέργειες από συνδικαλιστές. Να µην µπερδεύουµε είπε την πολιτική µε τον συνδικαλισµό. Μας πρότεινε ευθέως να αντικαταστήσουµε τον εκλεγµένο γραµµατέα του σωµατείου µε τον πρώτο επιλαχόντα του προηγούµενου ψηφοδελτίου. Τέλειωσε µε την κορόνα, ότι κάνω το κάνω για το καλό του σωµατείου σας και του συνδικαλισµού. Τελειώνοντας την οµιλία δεν κατέβηκε από το βήµα.Συνέχισε να συζητά χαριεντερίζοντας µε κάποιους συναδέλφους από το ακροατήριο. Εκείνη την στιγµή κάτι λειτούργησε µέσα µου. ∆εν µπόρεσα µέχρι σήµερα να προσδιορίσω τι ήταν ακριβώς. Κάτι µε ερέθισε και ταυτόχρονα µε όπλισε µε περίσσιο θράσος για να κάνω την δική µου παρέµβαση. Ήταν η δεύτερη συµµετοχή µου στις διαδικασίες µιας γενικής συνέλευσης του σωµατείου µας. Ήµουν άπειρος και χωρίς πολλές γνώσεις. Προσπαθώντας να ακολουθήσω µια σειρά λογικής, σηκώθηκα και ζήτησα τον λόγο από το προεδρείο, που µου τον παραχώρησε αµέσως. Ότι ακολούθησε ήταν αυθόρµητο και εξέφραζε την συσσωρευµένη αγανάκτηση από τις επιδράσεις που είχε πάνω µου το γενικότερο κλίµα της εποχής και οι συµπεριφορές ορισµένων ανθρώπων. Ξαφνικά όρθιος µέσα αίθουσα, απευθύνθηκα στον πρόεδρο του σωµατείου µας και ρώτησα τρία πράγµατα. ∆εν µου λέτε συνάδελφε πρόεδρε, µε ποια ιδιότητα παραβρίσκεται ο πρόεδρος του ΕΚ στην συνέλευσή µας και επιδιώκει να κατευθύνει το τι θα πράξουµε. Έχουµε το δικαίωµα να πάρουµε µια απόφαση ερήµην του συναδέλφου που αυτή την στιγµή κρατιέται παράνοµα στην ασφάλεια και πιθανόν να αφεθεί ελεύθερος αν δεν υπάρξουν επαρκή στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης του; Η ενέργεια της σύγκλισης της γενικής συνέλευσης είναι καταστατικά νόµιµη; Γιατί ο πρόεδρος του ΕΚ είναι ο κύριος εισηγητής στην γενική συνέλευση; Μέσα σε όλα θα ήθελα και µια διευκρίνιση. Όποιος ασχολείται µε τα συνδικαλιστικά και διεκδικεί τα εργατικά του δικαιώµατα προστατεύεται από το διεθνές εργατικό δίκαιο, µηδέ εξαιρουµένου των νόµων της χώρας µας που είναι και συνταγµατικά κατοχυρωµένα. Υπάρχει κάποιος άλλος νόµος του κράτους ή του συντάγµατος που απαγορεύει την πολιτική δράση του συνδικαλιστή; Εγώ παρά την απειρία µου, λόγω ηλικίας, γνωρίζω πως το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Αντίθετα είναι υποχρέωση του κάθε εργαζόµενου να διευρύνει την δράση του συµµετέχοντας σε κάθε µορφή πάλης και διεκδίκησης που στοχεύει στην καλυτέρευση της δικής του θέσης και των συναδέλφων του. Τέλος µε απόφαση της βουλής και του συντάγµατος επιτρέπεται η 50


ελεύθερη διακίνηση ιδεών, η ζύµωσή τους µε τον λαό. Ο πρόεδρος Ιπποκράτης ένιωσε την ανάγκη να πει δύο λόγια. Ότι έγινε, είπε, το ζήτησε ο πρόεδρος του ΕΚ. Ο ίδιος πήρε την πρωτοβουλία και την ευθύνη και γι’ αυτό είναι και αρµόδιος να τοποθετηθεί πάνω στα ερωτήµατα και τις απόψεις σου συνάδελφε. Απευθυνόµενος στον Τσίτζο τον κάλεσε να απαντήσει. Ο πρόεδρος του ΕΚ ένιωσε άβολα και αµήχανα. Ήταν κάτι που δεν είχε φανταστεί, ούτε το περίµενε. Τελικά άρχισε δειλά-δειλά και προσεκτικά τι θα ξεστοµίσει. Έδειξε ανέτοιµος και συγχυσµένος. Νεαρέ µου, βεβαίως και φυσικά ότι συµβαίνει στο σωµατείο σας είναι δική σας υπόθεση. Αφορά τα µέλη και τα εκλεγµένα αιρετά όργανά σας. Εσείς µεταξύ σας θα συζητήσετε και θα πάρετε την απόφαση που θέλετε. Με συγχωρείτε για την παρέµβαση, θέλησα να βοηθήσω. Είπα πως ίσως δεν πληροφορηθήκατε το γεγονός και θέλησα να σας ενηµερώσω. Και πάλι ζητώ συγνώµη από το σώµα της γενικής συνέλευσης. Σηκώθηκα και πάλι να ρωτήσω. Ωραία, µας ενηµερώσατε. Η παραπέρα παραµονή σας µέσα στον χώρο της γενικής συνέλευσης τι εξυπηρετεί; Γιατί δεν αναλαµβάνει το εκλεγµένο προεδρείο την ευθύνη να τελειώσει την διαδικασία; Ο Τσίτζος τώρα τα έχασε κυριολεκτικά. Το δικό µου θάρρος και θράσος τον τρόµαξε πάρα πολύ. Μα νεαρέ µου, και πάλι ζητώ συγνώµη. Σας είπα, να βοηθήσω θέλησα. ∆εν έχω καµιά άλλη ιδιότητα. Ούτε σκοπεύω να παραµείνω στην διαδικασία, θα αποχωρίσω παρ’ αυτά. Θα σας αφήσω να κάνετε την δουλειά σας. Σε ευχαριστώ νεαρέ µου που µου έδωσες την ευκαιρία να δώσω αυτές τις διευκρινιστικές εξηγήσεις για να µην παρεξηγηθώ. Μα για πες µου, όµως, νεαρέ µου, έχουµε ξανασυναντηθεί; Αλήθεια πως είναι το όνοµά σου, πρώτη φορά σε βλέπω; Κατάλαβα τι ακριβώς ζητούσε και φώναξα δυνατά το ονοµατεπώνυµό µου, προσθέτοντας πως είµαι παιδί της πιάτσας, γέννηµα θρέµµα αυτής της πόλης και πως µε γνωρίζουν και οι πέτρες. Ο Τσίτζος κατέβηκε από το βήµα και αποχώρησε µε την συνοδεία µερικών χειροκροτητών. ∆εν µπορώ να πάρω όρκο πως ήταν ευχαριστηµένος. Αµέσως άρχισε η διαδικασία για την επικειµένη τελικά ψηφοφορία. Εκλέξαµε µε ανάταση της χειρός τα τρία µέλη της εφορευτικής επιτροπής, στήθηκε το παραβάν και ετοίµασαν τα χαρτάκια µε το ΝΑΙ, το ΟΧΙ και το λευκό. Σε λίγο άρχισε η ψηφοφορία. Το ΝΑΙ σηµαίνει ο Σωτήρης διαγράφεται, το ΟΧΙ πως παραµένει και το λευκό δεν παίρνει θέση. Περνούσαµε ένας-ένας και ρίχναµε στην κάλπη ότι νοµίζαµε καλύτερο για το σωµατείο, εξασκώντας το συνδικαλιστικό µας δικαίωµα. Όταν ψήφισε και ο τελευταίος καθίσαµε όλοι στις θέσεις µας για να αρχίσει η διαδικασία της καταµέτρησης. Θέλαµε όλοι να µάθουµε το αποτέλεσµα. Σε µια ώρα τέλειωσε η καταµέτρηση. Το προεδρείο ανέλαβε να µας ανακοινώσει το αποτέλεσµα. Παρόντες 45 Ψηφίσαντες 45 Έγκυρα ψηφοδέλτια 45 ΝΑΙ 23 ΟΧΙ 20 Λευκά 2

51


Κάθισαν τα παιδιά του προεδρείου να συντάξουν το πρακτικό µε την Εφορευτική Επιτροπή. Ο Σωτήρης καθαιρέθηκε από γραµµατέας του σωµατείου ελαιοχρωµατιστών Λαρίσης. Το προεδρείο κύρηξε τις εργασίες περατωµένες. Αρχίσαµε να αποχωρούµε ψιλοκουβεντιάζοντας χαµηλόφωνα το γεγονός. Καθώς προχωρούσα προς την πόρτα της εξόδου, άκουσα µια φωνή να µου λέει σε µπάσο τόνο. Μάστορα ψήλωσες πάρα πολύ και απότοµα. Σε λίγο δεν θα σε χωρά ή πόλη. Όµως µην το βάλεις κάτω. Τώρα έτσι κι αλλιώς την έκαψες την καλύβα σου. Όπου βρίσκεσαι θα έχεις πίσω σου και µπρος δυο ασφαλίτες. Μην σε τροµάξουν αυτό, την χαφιέδικη δουλειά τους κάνουν. Εσύ θα προσπαθείς πάντα να µην τους δίνεις αφορµές. Άµα αισθανθείς τα µεγάλα ζόρια πάρε τα µέτρα σου. Σκέψου και την περίπτωση της εσωτερικής µετανάστευσης. Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη είναι χωνευτήρια, µεγάλες πόλεις. Νέος είσαι, δεν έχεις υποχρεώσεις πολλές. Υποχρεώσεις; Έχω και πάρα πολλές και µεγάλες, είπα. Όσο είµαι εδώ ανταποκρίνοµαι, άµα φύγω ίσως υπάρξει κάποιο πρόβληµα σοβαρό. Βλέποντας και κάνοντας. Θα δείξει το πράγµα µόνο του, την κατάσταση την ξέρουµε. Ο µάστορας µε άκουσε σκεπτικός. Μετά µε χτύπησε στοργικά στην πλάτη λέγοντας. Κάνε κουράγιο φίλε, είναι µακρύς και δύσκολος ο δρόµος, και αποµακρύνθηκε. Ο ρόλος του ρόλου Μετά τον εµφύλιο πόλεµο άρχισαν τα µεγάλα κυνηγητά για τον δηµοκρατικό πληθυσµό της χώρας.∆ηλαδή την πλειοψηφία του λαού. Αυτό το γεγονός µαζί µε την τροµερή ανεργία οδήγησαν µεγάλο τµήµα του πληθυσµού στην µετανάστευση. Ιδιαίτερα τούτη την περίοδο η µετανάστευση βρίσκεται σε έξαρση. Όλη η νεολαία αποτελεί τα εξαγώγιµο προϊόν που διαθέτουµε σαν λαός. Άνδρες, γυναίκες, αγόρια και κορίτσια φεύγουν γυρεύοντας µια καλύτερη ζωή. Περισσότερο οι νέοι της περιφέρειας. ∆εν αντέχουν την ανεργία, την υποβάθµιση και την ανασφάλεια. Τους σκοτώνουν τα όνειρα. Υπάρχει παντελής έλλειψη προοπτικής. Φεύγουν κατά κύµατα για Αµερική, Αυστραλία, Καναδά, Αφρική, Βραζιλία. Σαν µέσο µεταφοράς χρησιµοποιούν τα αργοκίνητα καράβια που το δροµολόγιο Ευρώπη-Αµερική το πραγµατοποιούν σε δύο µήνες. Όπως έλεγαν οι χωρατατζήδες, πάνω στο καράβι µπορούσε να αλλάξει όλη σου η ζωή. Μέχρι και γεννητούρια, και θανάτους αντιµετώπισαν οι ταξιδιώτες. Ωστόσο πολλοί είναι αυτοί που φεύγοντας ρίχνουν µαύρη πέτρα πίσω τους κι ας ξέρουν πως σε λίγα χρόνια θα ακούν πατρίδα και θα κλαίνε µε µαύρο δάκρυ. Ο λόγος, οι δυσκολίες που θα τους προστεθούν και δεν θα τους επιτρέψουν να έρθουν πίσω ούτε σαν επισκέπτες. Αλλάζουν οι συνθήκες. Άλλα τα αίτια και το όνειρα της φυγής και άλλα της επιστροφής. Οι πιο συγκαταβατικοί συµβιβάζονται µε τις φάµπρικες και τις στοές της Γερµανίας και του Βελγίου, και γενικά της κεντρικής Ευρώπης. Ένας µεγάλος αριθµός νέων αγοριών οδεύει προς τον εµπορικό στόλο των ελλήνων εφοπλιστών. Βγάζουν ναυτικά φυλλάδια ή θα προσληφθούν για µπάρκο µε διαβατήρια. Πολλές φορές χρησιµοποιούν και µέσο για να εξασφαλίσουν µια θέση εργασίας σε κάποιο σαπιοκάραβο. Όλοι οι έλληνες επιχειρηµατίες που ασχολούνται µε τον εµπορικό εφοπλιστικό στόλο είναι άνθρωποι που έχουν µε τον τρόπο τους 52


πρόσβαση στον κρατικό προϋπολογισµό. Υπάρχουν µεσάζοντες, προµήθειες και µια σειρά άλλες διευκολύνσεις από το κράτος. Απολαµβάνουν όλα τα ευεργετήµατα που τους παρέχουν οι κυβερνήσεις της χώρας. Όµως όλοι τους τα καράβια που έχουν στην κατοχή τους τα νηολογούν υπό ξένη σηµαία. ∆εν νιώθουν την παραµικρή υποχρέωση να εντάξουν κανένα καράβι τους στην δύναµη της χώρας, µε Ελληνική σηµαία, για να µην πληρώσουν δραχµή στο Ελληνικό ∆ηµόσιο. Καρπώνονται, φυσικά, όλες τις επιδοτήσεις και διευκολύνσεις. Όσοι νέοι µπαρκάρουν έχουν την κρυφή ελπίδα πως θα τους δοθεί η ευκαιρία να την κοπανίσουν σε κάποιο ταξίδι. Σε λιµάνι της Ν. Υόρκης του Μαϊάµι στην Αµερική, Καναδά Αυστραλία. Πάντα ελπίζουν πως εκεί θα βρουν την γη της επαγγελίας. Υπολογίζεται πως µέχρι τις αρχές του 1960 περίπου δύο εκατοµµύρια αγόρια και κορίτσια εγκατέλειψαν την χώρα ακολουθώντας το µεταναστευτικό ρεύµα. Από αυτούς περίπου εκατό χιλιάδες αγόρια έγιναν ναυτικοί στον εµπορικό στόλο. Θα δουλέψουν σκληρά και σε λίγα χρόνια θα δηµιουργήσουν κάποια αποθεµατικά από το υστέρηµά τους. Αυτά τα οικονοµικά αποθέµατα θα τα στείλουν µε εµβάσµατα σε δολάρια, µάρκα, λίρες και άλλα σκληρά νοµίσµατα στις ελληνικές τράπεζες για να βοηθήσουν τους δικούς του συγγενείς και να βοηθηθούν οι ίδιοι για την επιστροφή τους. Θα δηµιουργήσουν τα τεράστια αποθεµατικά σε σκληρό νόµισµα. Αυτό δηµιούργησε αποθεµατικά στην τράπεζα της Ελλάδος. Αυξήθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασµοί. Εκείνα τα οικονοµικά πλεονάσµατα έφεραν την χώρα για πρώτη φορά (ίσως και τελευταία) χωρίς εξωτερικό χρέος στο διεθνές νοµισµατικό ταµείο. Όλα τα αποθέµατα βρήκε στα τραπεζικά ταµείο ο θλιβερός Γέρος (έτσι τον ονόµαζαν οι φίλοι του βασιλόφρονες) όταν το 1964 κέρδισε τις εκλογές. Τα µοίρασε σε µια προσπάθεια καλής θέλησης και εξευµενισµού των «κακών» πνευµάτων στους καραβανάδες. Έδωσε παχυλά εφάπαξ και αναδροµικές αυξήσεις στους µελλοντικούς δικτάτορες. Παπαδόπουλους, Μακαρέζους, Παττακούς, Ασχανίδιδες, Ιωαννίδιδες, κτλ. Στους άνδρες των σωµάτων ασφαλείας, Μήτσου, Τατσιγιώργού, Καπελόνη, Βαρδουλάκη. Στους υπηρέτες της αδέκαστης δικαιοσύνης τύπου Κόλια, κλπ. Σε όλα τα διευθυντικά στελέχη του µανδαρισµού και µοναρχο-ολιγαρχισµού. Κοντολογίς όλοι οι «θύλακες» της δηµοκρατίας που µετά από τέσσερα χρόνια µεθόδευσαν να στείλουν τον δηµοκρατικό λαό στο νοσοκοµείο αποκατάστασης γυψοθεραπείας περνώντας µια επτάχρονη νύχτα. Θα παραδώσουν την µισή Κύπρο στους αµερικάνους µέσω του Αττίλα. Θα µεθοδεύσουν την εκτροπή της συνταγµατικής οµαλότητας. Την µεγαλύτερη µερίδα αυτών των αποθεµάτων έλαβαν τα ανάκτορα εν είδη χορηγίας, καθώς και τα πεσκέσια στους δύο γάµους, της Ειρήνης µε τον Χουάν και του Κοκού µε την Άννα-Μαρία. Προβλήµατα και προβληµατισµοί Μέσα στην χώρα υπάρχει και η πλειοψηφία του λαού που παραµένει εντός και επί τα αυτά. Συνεχίζει να σταυρώνεται ανηφορίζοντας στον δικό του γολγοθά. Αντιµέτωπος µε την ανεργία, την φτώχεια και την ανασφάλεια. Παράλληλα δέχεται και την σκληρή πίεση του παρακράτους και του µοναρχο-ολιγαρχισµού γενικά. Για 53


κάθε συναλλαγή του µε τον επίσηµο κρατικό µηχανισµό έχουν καθιερώσει οι αρχές την προσκόµιση των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονηµάτων. Όσοι από τους πολίτες παραµείναµε µακριά από τα µεταναστευτικά όνειρα είχαµε την ελπίδα και την πεποίθηση πως επιβάλλεται να παλέψουµε στον τόπο µας µε το θεριό. Αγωνιζόµενοι και διεκδικώντας αλλάζουν οι λαοί την µοίρα τους. Κανένας λαός δεν κατέκτησε κοινωνικό-οικονοµικές παροχές και µεταρρυθµίσεις παίζοντας πρέφα στα καφενεία ή πουλώντας νταβατζιλίκι. Ακροβατώντας µεταξύ φθοράς και αφθαρσίας ή αλλιώς µεταξύ φυλακής και περιθωρίου. Σε καµιά περίπτωση και αντικειµενικά δεν µπορεί κανείς να νιώθει περήφανος για τέτοιου είδους συµπεριφορές. Αργά ή γρήγορα θα βρεθεί κάποιος άλλος περισσότερο καπάτσος και θα τον πετάξει στο καναβάτσο. Αντίθετα η συµµετοχή όλων µας στους κοινωνικούς αγώνες του λαού µας γεµίζει περηφάνια. Είναι ζήτηµα προσωπικής τιµής για τον καθένα ξεχωριστά. Είναι ιερή υποχρέωση ύψιστης αποστολής. Οι κοινωνικοί αγώνες ανεβάζουν το άτοµο ποιοτικά, ηθικά και κοινωνικά. Το καταξιώνουν µέσα στο κοινωνικό σύνολο. ∆ιευρύνουν τους ορίζοντές του, τη δράση του, πλουτίζουν τις γνώσεις του.Αρκεί τα κριτήρια να µην είναι υποκειµενικά. Κοντολογίς, καταξιώνουν την διάσταση της σωµατικής και διανοητικής του υπόστασης σαν το αρτιότερο δηµιούργηµα της φύσης. Η απόφαση να µείνουµε στον τόπο µας ξεκινούσε και από κάποιους ενδόµυχους φόβους πρόσθετων και άγνωστων δυσκολιών που σίγουρα συναντά κανείς στην ξενιτιά. Το εγχείρηµα της µετανάστευσης κάτω από συγκεκριµένες δυσκολίες δεν είναι µια απλή και εύκολη υπόθεση. Ιδιαίτερα για όσους δεν είχαν που να ακουµπήσουν εκεί που θα βρεθούν θεληµένα ή αθέλητα. Η απόφαση της µετανάστευσης από ορισµένους ανθρώπους ιστορικά υπήρξε η γέφυρα επικοινωνίας των λαών στις διαδροµές αιώνων. Οι ταξιδιώτες µετανάστες υπήρξαν πάντα ο πρωτοπόροι της ανταλλαγής πολιτιστικών αξιών. Βοήθησαν σηµαντικά την ανθρωπότητα να διευρύνει τους ορίζοντές της, την γνώση, την κουλτούρα και την ανταλλαγή ηθών και εθίµων. Εποµένως δεν είναι και τόσο εύκολο να σχολιάσει κανείς τις αντοχές και τις συµπεριφορές όσων αρνήθηκαν την υποβάθµιση και την ταπείνωση της προσωπικότητας τους από συµπολίτες τους στην ίδια τους την χώρα. Το πρόβληµα της µετανάστευσης είναι έτσι κι αλλιώς µια οδυνηρή διαδικασία από µόνη της. Πόσο µάλλον όταν γίνεται κάτω από συγκεκριµένες συνθήκες και για συγκεκριµένους λόγους σκληρής και ανταγωνιστικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Όσοι µείναµε στην χώρα µας γνωρίζαµε πολύ καλά πως αυτοί που ξενιτεύτηκαν όπου και να βρεθούν πουθενά δεν θα υπάρχουν στρωµένα τραπέζια να τους περιµένουν. Έφευγαν πάντα µε βαριά βήµατα και κρύα καρδιά, έχοντας για ελπίδα την επιστροφή. Εκεί που θα βρεθούν θα αρχίσουν µια καινούργια ζωή. ∆ύσκολη µε πολλά εµπόδια. Γλώσσα, ήθη, έθιµα. Πάντα µε την νοσταλγία της επιστροφής και την διαχωριστική διατύπωση : Ο εµιγκρές. Εµείς που µείναµε στον τόπο µας προσδοκούσαµε να αγωνιστούµε και να κατακτήσουµε τον «ήλιο». Να λάµψει το φως και στην δική µας πατρίδα. Με αυτήν την ουτοπία πολλοί νέοι της περιφέρειας αρχίσαµε την οµαδική κάθοδο για τα µεγάλα αστικά κέντρα. Έτσι άρχισε το µεγάλο κύµα της εσωτερικής µετανάστευσης, η λεγόµενη αστυφιλία.

54


Μέσα σε λίγα χρόνια ο πληθυσµός της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης και άλλων µεγαλουπόλεων της χώρας υπερ-τριπλασιάστηκε. Άλλαξαν όψη και ρυθµούς πολύ σύντοµα. Θεσµοί και δεσµοί Το πολιτικό σκηνικό της χώρας αναλλοίωτο. Ωστόσο η προσθήκη και η εµφάνιση της Ε∆Α σαν εκφραστής του αριστερού χώρου τάραξε λίγο τα νερά. Πέρα από τις αµφισβητήσεις τα ερωτηµατικά και τον έντεχνο προβληµατισµό όσον αφορά την δράση της. Στον χώρο της ευρύτερης αριστερά το µικρόβιο της αµφισβήτησης είναι δεδοµένο. Η µακρόχρονη πορεία της προοδευτικής διανόησης στην αντιπαλότητα έπαιξε πάντα πρωτεύοντα και καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Εµείς οι νεότεροι τώρα αρχίσαµε να ψυχανεµιζόµαστε πως και η ΕΣΣ∆ έχει περάσει στην σφαίρα της αµφισβήτηση και αποτελεί υπερδύναµη για το παγκόσµιο ιστορικό γίγνεσθαι. Πολλά από τα στελέχη του ΚΚΕ (και πρωτοκλασάτα) βρέθηκαν έξω από τις φυλακές. Αποκαταστάθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώµατα. Αυτά σε διάφορες συζητήσεις θέτουν πάρα πολλά και σοβαρά ερωτήµατα σχετικά µε την συνολική πορεία και την συµπεριφορά της ΕΣΣ∆ στο παγκόσµιο κοµµουνιστικό κίνηµα. Τα ζητήµατα αυτά πολλές φορές δηµιουργούν σύγχυση σε εµάς του νέους, που δεν γνωρίζουµε και ούτε κανείς φροντίζει να µας διδάξει έστω ενηµερωτικά την ιστορία και την διαδροµή τόσο του παγκόσµιου, όσο και του ΚΚΕ στην χώρα µας. Ιδιαίτερα όταν αναφέρονται σε ζητήµατα που έχουν σχέση µε αντιπαλότητες φατριών και προσωπικών διαφορών παριστάνουν τους άφωνους. Καλύπτονται πίσω από την δικαιολογία της περιφρούρησης του κόµµατος. Μόνο που δεν διευκρινίζουν, περιφρούρηση από ποιους; Γιατί οι χαφιέδες τα ήξεραν καλύτερα από µας και τις περισσότερες φορές τα σέρβιραν για δικούς τους λόγους. Για πράγµατα που έγιναν, γίνονται και θα γίνονται στο µέλλον, δεν µπορεί να καταχωνιάζονται µόνο και µόνο για να µην τα µάθουν τα µέλη και οι οπαδοί. Αυτή η συµπεριφορά υπήρξε µια από τις κύριες αιτίες που απέκλεισε κάθε δυνατότητα µιας πραγµατικά υγιούς κριτικής που θα επέτρεπε να δηµιουργηθούν ευεργετικά αποτελέσµατα για του λαϊκό προοδευτικό κίνηµα. Για αυτό και τα εκάστοτε επίσηµα κείµενα που πορεύονταν από τα όργανα του ΚΚΕ στερούνταν αντικειµενικότητας. Όσοι τα διάβαζαν αµφισβητούσαν κάθε ερµηνεία. Αναγκαστικά καταφεύγουν στις προσωπικές εµπειρίες κάθε αγωνιστή που έχει να καταθέσει αυτοβιογραφικές εµπειρίες. Αυτή είναι και η κύρια αιτία της συνολικής αµφισβήτησης της αριστεράς. Και είναι απόλυτα δικαιολογηµένα αφού τα αυστηρώς στεγανά της (συνωµοτικής συµπεριφοράς) δεν αφήνουν κανένα περιθώρια για κάτι θετικότερο. Είναι µια συµπεριφορά πολιτικής στρουχτούρας που επικρατεί σαν µοντέλο λειτουργίας όλων των κοµµουνιστικών κοµµάτων. Αρχής και πρώτος διδάξας της ΕΣΣ∆. Στην συγκεκριµένη περίοδο. Οι αµφισβητήσεις επικεντρώνονται σε πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο προοδευτικό εργατικό κίνηµα της χώρας. Γύρω από το δικό τους όνοµα συσσωρεύτικε µε έντεχνο τρόπο όλο το ανάθεµα µιας ανώµαλης περιόδου για την οποία η ευθύνη υπήρξε καθολική. Έτσι καταβλήθηκε προσπάθεια και τελικά για αρκετό διάστηµα πέτυχε τον σκοπό του, να αφήσει στο απυρόβλητο τους θεσµούς των οργάνων και την 55


συλλογική ευθύνη για λειτουργίες και αποφάσεις που η ευθύνη βάραινε κάθετα όλα τα ανώτερα όργανα του θεσµού. Τα πρόσωπα που βάλλονται είναι οι Ζαχαριάδης, Παρτσαλίδης, Ιωαννίδης, Βαφειάδης, Ρούσος, Αφοί Νεφελούδη, Μπαρτζότας, Βλαντάς, Γούσιας, Ζεύγος, Σιάντος, Καραγιώργης, Άρης και άλλοι. Βρισκόµαστε στην φάση της αποκαθήλωσης του Σταλινισµού. Το µεταβατικό στάδιο αρκετά οδυνηρό για την δική µας χώρα. Στις χώρες του «υπαρκτού» σοσιαλισµού σε πολλές πόλεις υπάρχουν ελληνικές κοινότητες, κατά βάση αγωνιστών από αγροτικές περιοχές που βρέθηκαν εκεί µετά την ήττα του εµφυλίου. Εκεί διαδραµατίστηκαν γεγονότα τραγικά κατά την περίοδο της αποσταλινοποίησης. Έγιναν συρράξεις και συµπλοκές φατριών µε µαγκούρες µαχαιρώµατα που για το πλατύ κοινό της αριστεράς έµενε κρυφό για πάρα πολλά χρόνια. Οι αριστεροί πολίτες έζησαν βιωµατικά και πλήρωσαν µε το αίµα και την ψυχή τους τις αλαζονικές συµπεριφορές των ηγετικών στελεχών µε το πρόσχηµα πως αποτελούσαν την οργανωµένη µειοψηφία της οργανωµένης πλειοψηφίας και καθοδηγούσαν το κίνηµα. Αυτά τα γεγονότα ο πλατύς κόσµος δεν τα έµαθε ποτέ, και όσοι τα µάθαµε µε καθυστέρηση κάποιων δεκαετιών, µας τα µετέφεραν στρεβλά ερµηνεύοντάς τα ο καθένας όπως τον βόλευε ανάλογα την τοποθέτησή του. Στην ουσία ακούγαµε µισόλογα και µισοαλήθειες. Υπήρχαν και κάποια πρωτοκλασάτα στελέχη αγνώστου προελεύσεως που έντεχνα τους φορούσαν φωτοστέφανο και τα παρουσίαζαν σαν υποστηρικτές και θεωρητικούς της ορθοδοξίας. Αυτοί σκορπούσαν την µεγαλύτερη σύγχυση στις µάζες της αριστεράς. Η βασική αφετηρία όλων αυτών ξεκινούσε πάντα από τα καθοδηγητικά κέντρα της ακαδηµίας της ΕΣΣ∆. Ωστόσο συνεχίζει να αποτελεί σηµείο αναφοράς για το παγκόσµιο εργατικό κίνηµα. Οι όποιες αµφισβητήσεις στην πολιτική της οντότητα διαλύονται από την συνολική διεθνιστική αλληλεγγύη και την δυναµική της παρουσία στις συνολικές υποχρεώσεις της. Παράλληλα έχει σηµαντική παρουσία στον τοµέα της έρευνας. Κατάφερε να παρουσιάσει σηµαντικά επιτεύγµατα σε αµυντικά προγράµµατα και στον τοµέα της διαστηµικής τεχνολογίας. Έχει τάση ανοδικής πορείας σε βασικούς βιοµηχανικούς κλάδους και συµµετέχει ενεργά και αλληλέγγυα στους επαναστατηµένους λαούς στην Ασία, την Αφρική και την Λατινική Αµερική ενάντια στην νέο-αποικιοκρατική πολιτική του αµερικάνικου ιµπεριαλισµού. Στην ευρωπαική ήπειρο υπάρχει νηνεµία. Για χώρες όπου τα κοµµουνιστικά κόµµατα πρωτοστατούν µε µεγάλα ποσοστά και ανεβασµένο λαϊκό κίνηµα (Γαλλία, Ιταλία, Ελλάδα) δεν φαίνονται στον ορίζοντα διαθέσεις για προοπτική ανατροπής του συσχετισµού. Κάπως έτσι ξαναπέρασαν στο επίκεντρο της επικαιρότητας και πάλι την θεωρία των σφαιρών επιρροής για τις τρεις µεγάλες δυνάµεις που τώρα πια έχουν και συµπορευόµενους (κίνα κλπ). Όµως η Αµερική, η Αγγλία και η Ρωσία σαν δυνάµεις του αντιφασιστικού µετώπου δεσπόζουν στις επιχειρηµατολογίες της προπαγάνδας. Ζωτικός χώρος και ο ρόλος της Ε∆Α Η Ε∆Α εκπροσωπεί την πλειοψηφία των οργανωµένων δυνάµεων της αριστεράς. Εκφράζει µε την πολιτική της και µεγάλο αριθµό δηµοκρατών αντιµοναρχικών πολιτών. Από εκλογές σε εκλογές βγαίνει ενισχυµένη. Όλα τα 56


σηµάδια δείχνουν πως βρίσκεται σε καλό δρόµο. Αντιµετωπίζει ωστόσο πάρα πολύ µεγάλες δυσκολίες και σε πολλές πλευρές. Από την ίδρυσή της δέχεται σκληρή αντιπαράθεση από παρακρατικούς και όλους τους µοναρχο-ολιγαρχικούς. Παράλληλα, υπάρχουν και οι οργανωµένες αριστερίστικες µειοψηφίες. Οι περισσότερες επηρεάζουν µικρό αριθµό πολιτών. Η µεγάλη τους οργανωτική αδυναµία τους αναγκάζει να λειτουργούν ηµιπαράνοµα. ∆εν έχουν καµία δυνατότητα να κάνουν αισθητή την παρουσία τους σαν αυτόνοµοι πολιτικοί οργανισµοί. Αυτό τους αναγκάζει κάθε φορά να εκµεταλλεύονται τις ανοιχτές και µαζικές συγκεντρώσεις της Ε∆Α για να παρουσιάσουν κάποιο µικρό οργανωµένο τµήµα που κύριο στόχο έχει να διαµαρτύρεται ενάντια στην καθοδήγησή της. Αυτοί οι µικρο-αριστεριστές µε την συνολική τους στάση βοήθησαν σηµαντικά στο να µετατοπισθεί το κέντρο βάρους των δηµοκρατικών πολιτών προς ανεύρεση κάποιου πιο φερέγγυου πολιτικού σχηµατισµού. Όταν λίγα χρόνια αργότερα οργανώθηκε το σχέδιο συρρίκνωσης της αριστεράς, άνοιξαν ουσιαστικά πόρτες και παράθυρα για να ξαναµπεί στο πολιτικό παιχνίδι, πιο ουσιαστικά και αποτελεσµατικά, η στηµένη λεµονόκουπα των άγγλων και του µοναρχοολιγαρχισµού : ο θλιβερός γέρος της «δηµοκρατίας». Μετά λίγα χρόνια θα κοροϊδέψει τον ελληνικό λαό σπεκουλάροντας πάνω στους πόθους των λαϊκών στρωµάτων για αλλαγή. Αυτή καθ’αυτή η αµφισβήτηση αποτελεί γενικά συστατικό στοιχείο και εργαλείο υγιούς έκφρασης και συµπεριφοράς, όταν αντικειµενικά και µε ρεαλισµό ερµηνεύει µία συγκεκριµένη περίοδο και βοηθά τα λαϊκά στρώµατα να κατανοήσουν τον τόπο και τον χρόνο. Βασικό κριτήριο τα συµφέροντα του λαού. Στην προκειµένη περίπτωση θα πρέπει να συνεκτιµηθούν όλα τα γεγονότα αυτής της, κατά γενική οµολογία, ανώµαλης περιόδου για την χώρα. Ο λαός και ιδιαίτερα τα λαϊκά στρώµατα πέρασαν µέσα από το καµίνι µιας προδοσίας που αποκορύφωµά της υπήρξε ο εµφύλιος πόλεµος, που και αυτός συνοδεύτηκε από µία οδυνηρή ήττα. Θα µπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως ακόµα βρίσκεται σε σύγχυση. Πολλά τα κενά της πρόσφατης ιστορίας του. Ανοιχτές οι πληγές του και η αιµορραγία συνεχίζεται µε την µετανάστευση σε έξαρση. Εφεδρείες δεν υπάρχουν για να καλύψουν τα κενά. Το προοδευτικότερο τµήµα αυτού του λαού βρίσκεται υπό διωγµό σε φυλακές. Μετά την ήττα του λαϊκού κινήµατος στην χώρα κυριάρχησαν οι πιο συντηρητικές δυνάµεις. Το µοναρχο-ολιγαρχικό κράτος χαρακτηρίστηκε από τα σκληρότερα και αντιδραστικότερα καθεστώτα του εικοστού αιώνα παγκοσµίως. Οι ευθύνες για την ήττα του λαϊκού κινήµατος έχουν ποικίλες αποχρώσεις. Όµως άµεσος αποδέκτης όλου αυτού του στραπάτσου είναι το προοδευτικό κοµµάτι αυτού του λαού. Ακόµα και σήµερα δεν του δόθηκε η δυνατότητα να ξεχωρίσει την απόχρωση καθαρά. Πέραν του ξενόδουλου µοναρχο-ολιγαρχισµού υπάρχουν και άλλες µεγαλύτερες ευθύνες που δεν ερευνήθηκαν σε βάθος. Έρχονται σήµερα ορισµένοι «επαναστάτες» και ζητούν από αυτόν τον λαό να κρατάει το όπλο παραπόδας. Αξιώνουν να µετατρέψουν µια ειρηνική εκδήλωση διαµαρτυρίας σε επανάσταση. Θέλουν επαναστατική γυµναστική, να καταλάβουν τα χειµερινά ανάκτορα συγκροτώντας λαϊκά σοβιέτ. Σε τέτοιες περιόδους και κάτω από τέτοιες συνθήκες είναι αδιανόητο για τον λογικό άνθρωπο να κατανοήσει που ψώνισαν τόσο θράσος. Όσο και να παριστάνει 57


κανείς τον επαναστάτη, µεγάλο ή µικρό, δεν έχει δικαίωµα νοµίζω να υποστηρίζει τέτοιους τσαρλατανισµούς µε ρεµβαζιστικές προκλήσεις. Οι θεωρίες που κυκλοφορούσαν για χαµένες µάχες και συνέχιση του ταξικού ένοπλου για να κερδιθεί ο πόλεµος θέλουν άλλες υποδοµές. Μόνον αρρωστηµένα µυαλά που διανύουν περίοδο υπαρξιακής κρίσης και παροξυσµού µπορούν να σκέπτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Κανένας επαναστάτης-κοµµουνιστής, οπαδός της διαλεκτικής µε ουµανιστικά οράµατα,δεν θα διανοηθεί ποτέ να θέσει τους µαχητές αγωνιστές σε ετοιµότητα πολέµου, µε το όπλο παραπόδας, αν πρώτα δεν φροντίσει για την υποδοµή και τις παρακαταθήκες. Όλα αυτά διαδραµατίζονται σε µία περίοδο που το ίδιο το κίνηµα βρίσκεται σε µειονεκτική θέση και αδυνατεί να απεικονίσει µια ολοκληρωµένη εικόνα της πορείας του. Όσες επιτροπές δηµιουργήθηκαν κατά καιρούς µε στόχο να ασχοληθούν µε αυτό το καυτό θέµα παραιτήθηκαν ή διαλύθηκαν πριν καν ξεκινήσουν. Γιατί πάντα τους προλάβαιναν οι αλλαγές που συντελούταν στα ανώτερα καθοδηγητικά όργανα. Άλλαζαν τα καθοδηγητικά στελέχη στην ηγετική οµάδα του ΚΚΕ (κλιµάκιο εξωτερικού), καταργώντας τους προηγούµενους σαν ανίκανους και προδότες. Παράλληλα καταργούσαν και όλες τις επιτροπές. Τελικά σήµερα όλοι οι πρωταγωνιστές των γεγονότων εκείνης της περιόδου αποδήµησαν. Ότι µυστικά είχαν τα πήραν µαζί τους γιατί κανείς δεν µίλαγε ανοιχτά µη βλάψει τον θεσµό-κόµµα. Για τον λαό δεν ίδρωνε και πολύ το αυτί τους. Άλλωστε ο λαός υπάρχει για να ξεχωρίζουν αυτοί που αναλαµβάνουν εργολαβικά να τον καθοδηγούν και να τον κουλαντρίζουν. Τα ερωτήµατα θα µείνουν αναπάντητα. Ο καθένας θα ερµηνεύει υποκειµενικά τα γεγονότα ανάλογα µε την φατρία που εξυπηρετεί. Τα επίσηµα ντοκουµέντα του κυρίαρχου θεσµού είναι πέρα για πέρα αναξιόπιστα. ∆εν θίγουν την ουσία της λειτουργίας και την ευθύνη των κυρίαρχων φατριών. Το πιθανότερο να φωτογραφίσουν κάποιον αποδιοποµπαίο της περιόδου. Άλλωστε περνώντας τα χρόνια είναι πολύ πιο εύκολο να στρεβλωθεί η αλήθεια. Όταν και ο Άρης Βελουχιώτης φιγουράρει ανεπίσηµα σαν αποκατασταθείς όλα µπορούν να συµβούν. Τα επίσηµα ντοκουµέντα απαλλάσσουν πάσης ευθύνης συνολικά το κόµµα. Ο θεσµός πάντα θεωρείτε βιλαέτι της εκάστοτε κυρίαρχης καθοδηγητικής φατρίας. Κάτι σαν ιδιοκτησία τους που οφείλουν να την προστατέψουν πάση θυσία οι αργόσχολοι επαγγελµατίες επαναστάτες. Θα το κάνουν ακόµα κι αν χρειαστεί να διαστρεβλωθεί η πραγµατική ιστορία. Το ερώτηµα αναδύεται από µόνο του. Από ποια αριστερά και ποιους κοµµουνιστές ζητούσαν να κρατούν το όπλο παραπόδας; Μέσα σε αυτές τις έριδες εντάσσεται και η συνολική ρήξη του πρωτοκαπετάνιου Άρη µε την ηγετική οµάδα του ΚΚΕ για την συνολική του στάση. Το ίδιο συνέβη και µε άλλους κατασυκοφαντηµένους αγωνιστές. Ο µόνος που γλύτωσε από αυτή την µεταχείριση ήταν ο Πλουµπίδης. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος και οι λόγοι που συνηγόρησαν για αυτή την στάση της ηγετικής οµάδας του ΚΚΕ. Τα γεγονότα που διαδραµατίστηκαν έχουν ως εξής. Σε όλη την περίοδο σύλληψής του και κατά την διάρκεια της προανακριτικής περιόδου, µέχρι την δίκη, η ηγετική οµάδα του ΚΚΕ τον αποκαλούσε προδότη, πράκτορα της αµερικανικής προπαγάνδας, προβοκάτορα και συνεργάτη της CIA. Μάλιστα, ειπώθηκε κατά την διάρκεια της κράτησής του πως είναι ψέµα το ότι θα οδηγηθεί σε δίκη, µιας και βρίσκεται στην Αµερική ξεκοκαλίζοντας τα δολάρια της 58


προδοσίας. Τελικά ο Πλουµπίδης δικάστηκε και εκτελέστηκε κρατώντας το στόµα του κλειστό. ∆εν απάντησε ούτε στους συκοφάντες του. Αντίθετα στο εκτελεστικό απόσπασµα υπεραµύνθηκε του θεσµού, φωνάζοντας ζήτω το κόµµα. Ωστόσο υπάρχει κάποιο κενό για να συµπληρωθεί το παζλ. Γιατί ο θρυλικός «µπάρµπας» κράτησε τέτοια στάση όταν όλοι οι συνεργάτες του τον κατασυκοφαντούσαν; Μια ρεαλιστική ερµηνεία πρέπει να λάβει υπόψη της τα πραγµατικά µεγέθη των στελεχών του ΚΚΕ της εποχής. Ο Πλουµπίδης υπήρξε παλιά καραβάνα στο κίνηµα. Επέζησε σε πολλές µεταλλάξεις των καθοδηγητικών οργάνων. Εποµένως γνώριζε πρόσωπα και πράγµατα. Γνώριζε, ακόµα, µε την πείρα του αυτά που λέγονται στην κουβέντα, πάνω από το τραπέζι, και τι σερβίρεται κάτω από αυτό. Ήταν γνώστης όλων των επίσηµων θέσεων των ηγετικών στελεχών, αλλά γνώριζε και τις ανεπίσηµες ίντριγκές τους και τις συµφωνίες που γινόταν. Με λίγα λόγια γνώριζε πολλά γύρω από τον τρόπο λειτουργίας της ηγεσίας του κόµµατος. Αν µιλούσε για όλα αυτά πριν την δίκη και κατά το χρονικό διάστηµα της κράτησής του θα ανατρέπονταν ο µύθος και το εποικοδόµηµα των ηρώων του κινήµατος που είχε στηθεί γύρω από τα ηγετικά στελέχη. Αν µιλούσε για την συνολική τους στάση µέσα στο κίνηµα ζήτω που καήκαµε. Κάτω από αυτή την αφόρητη πίεση κουβέντιασαν τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ (κλιµάκιο εξωτερικού) – οι ήρωες ντε – και αποφάσισαν : Κάψτε τον µε όποιο τρόπο µπορείτε. Καταντήστε τον αναξιόπιστο και καµένο χαρτί. Έτσι άρχισε η καµπάνια του διασυρµού. Ο Πλουµπίδης από την µεριά του παλιά καραβάνα πέρασε πολλά και έχοντας ζήσει παρόµοιες καταστάσεις κατάλαβε πως σε τέτοιες κακοτοπιές είναι που η σιωπή γίνεται χρυσός. Κάθε αντίδραση λειτουργεί ως µπούµερανγκ. Καµένο χαρτί τον ήθελαν; Καµένο χαρτί έγινε. Άχνα, Μουγκός. Έτσι οι στελεχάρες βρέθηκαν σε γωνία γκρεµού. Ο Πλουµπίδης τους έδωσε και την χαριστική βολή. Στο απόσπασµα φώναξε δυνατά ζήτω το κόµµα. Έλα τώρα εσύ γυµνοσάλιαγκα και µην γλύψεις τον εµετό που ξέρασες τόσες µέρες. Έτσι γλύτωσε το παλικάρι την αξιοπρέπεια και την τιµή του γιατί ποτέ δεν τα έχασε. Η συµπεριφορά του µας θυµίζει τον µύθο που λέει πως κάποτε ένας Άρχοντας συνέλαβε έναν επαναστάτη. Μεθόδευε πάση θυσία την θανάτωσή του, αλλά έκανε το λάθος να µην τον θανατώσει όταν τον συνέλλαβε και να τον οδηγήσει σε δίκη. Έτσι το έµαθε όλος ο λαός της επικράτειάς του και κινητοποιήθηκε ζητώντας χάρη για το παλικάρι. Ο άρχοντας ήρθε σε δίληµµα : Να έρθει σε αντίθεση µε τον λαό του δεν ήθελε. Να δώσει χάρη στο παλικάρι το θεωρούσε προδοσία στον εαυτό του. Σκαρφίστηκε λοιπόν µια µέθοδο που θα τον έβγαζε από το αδιέξοδο. Ανακοίνωσε σε όλη την επικράτεια πως δέχεται να παίξει µε το παλικάρι το παιχνίδι του λαχνού κι ας αποφασίσει η τύχη για τα περαιτέρω. Θα φτιάξει δυο λαχνούς χάρτινους µικρούς σε ρολό, ο ένας θα γράφει ναι στην αγχόνη κι ο άλλος όχι. Όµως ο ίδιος ήθελε µε κάθε τρόπο να τον στείλει στην αγχόνη. Για αυτό λοιπόν είπε στον κοµιστή των λαχνών να γράψει και στους δύο λαχνούς ναι. Τραβώντας τον έναν θα πάρει αναγκαστικά τον δρόµο για την αγχόνη. Την πολυπόθητη µέρα κατέφθασε ο κοµιστής των λαχνών παρουσία χιλιάδων ανθρώπων που θα παρακολουθήσουν την τελετή και θα είναι µάρτυρες της ακριβοδίκαιης πράξης. Έλα όµως που το παλικάρι ήταν πανέξυπνο και κατάλαβε τις προθέσεις τους. Όταν, λοιπόν, έφτασε µπροστά 59


στον κοµιστή για να τραβήξει τον λαχνό, όλος ο κόσµος περίµενε µε κοµµένη την ανάσα. Το παλικάρι ζύγωσε µε σταθερό βήµα µπροστά στον κοµιστή. Μέσα από το κουτί τράβηξε στα γρήγορα τον έναν λαχνό και πριν προλάβει να αντιδράσει κανείς τον έβαλε στο στόµα του και τον κατάπιε. Ύστερα γυρίζοντας προς τον άρχοντα του είπε. Ανοίξτε άρχοντά µου τον δικό σας λαχνό, η δική µου εκλογή θα έχει το αντίθετο. Ετσι έσωσε το τοµάρι του. Η στάση του Πλουµπίδη χαρακτηρίστηκε προσφορά ύψιστης σηµασίας για την τραυµατισµένη αξιοπρέπεια της ηγετικής οµάδας του ΚΚΕ. Όλοι ανακουφίστηκαν µε την τροπή που πήραν τα πράγµατα.Ο θεσµός-κόµµα έσωσε πάλι την λειτουργία του. Την ίδια περίοδο, λίγο πριν–λίγο µετά, παρόµοια γεγονότα γίνονται και στην Μακεδονία. Είναι η περίοδος του χαφιεδισµού. Η ασφάλεια εξαρθρώνει κοµµατικές οργανώσεις σαν ραδίκια. Πολλά κυκλοφορούν ψιθυριστά. Τα περισσότερα ειπώθηκαν από επίσηµα στόµατα στην 6η ολοµέλεια του ΚΚΕ (1956) για το συγκεκριµένο θέµα, που σαν αποτέλεσµα επήλθε η καθαίρεση του Ζαχαριάδη. Το χτύπηµα της ασφάλειας στις κοµµατικές οργανώσεις της Μακεδονίας προβληµάτισε τους κοµµουνιστές και τους αριστερούς δηµοκράτες όλης της χώρας. Ο κόσµος µούδιασε και έπαψε να εµπιστεύεται πρόσωπα και οργανώσεις. Άρχισαν οι αλληλοκατηγορίες που κυκλοφορούσαν ευρύτερα. Μιλούσαν για πράκτορες χαφιέδες και συνεργάτες της ασφάλειας, για ανθρώπους που βρίσκονται στα ψηλότερα κλιµάκια της ηγεσίας του ΚΚΕ. Μέχρι κι ο γραµµατέας του κόµµατος Ν. Ζαχαριάδης κατηγορήθηκε ως πράκτορας των Άγγλων. Στην ηγεσία του ΚΚΕ έπεσε µουγκαµάρα. Ζητούσε από τους κοµµουνιστές που δουλεύουν στις οργανώσεις της Ε∆Α και ανήκουν στα καθοδηγητικά όργανα να διευκολύνουν στην δηµιουργία παράνοµων κοµµατικών στηριγµάτων του ΚΚΕ. Κάποια από τα στελέχη ενεργώντας µε γνώµονα την κοµµατική πειθαρχία προσπάθησαν να προσφέρουν τέτοιου είδους διευκολύνσεις. Ευτυχώς τα περισσότερα µετρώντας την περίοδο και ερµηνεύοντας τα γεγονότα πιο ρεαλιστικά αντιτάχθηκαν σθεναρά. Συνολικά η ηγετική οµάδα της Ε∆Α πάνω σε αυτό το ζήτηµα κράτηση µια αµυντική στάση. Έτσι γλύτωσε τον δηµοκρατικό λαό της χώρας από µια νέα περιπέτεια. Ενεργούσε σύµφωνα µε τους στόχους και την αναγκαιότητα που υπηρετούσε και µε οριακή εµβέλεια δράσης. Περισσότερο την απασχολούσε η προστασία και αναβάθµιση του λαϊκού προοδευτικού κινήµατος, παρά η διατήρηση του ψυχροπολεµικού κλίµατος που ευνοούσε τους σχεδιασµούς της ΕΣΣ∆ για τα παιχνίδια της στην διεθνή σκακιέρα. Για αυτό και θεωρητικά πέτυχε τους στόχους της. Ακόµα και τις παρεµβατικές ενέργειες των αριστερίστικων µικρο-οµάδων που θεληµένα ή αθέλητα λειτουργούσαν προβοκατόρικα, τις αντιµετώπιζε µε ψυχραιµία, πολιτική ευθύνη και αγωνιστική αυταπάρνηση. Κάθε άλλη τακτική θα µπορούσε να οδηγήσει το προοδευτικό λαϊκό κίνηµα σε περιπέτειες. Με τις συνθήκες που επικρατούσαν, θα µπορούσε το µοναρχο-ολιγαρχικό κράτος να θέσει όλη την αριστερά εκτός νόµιµης δράσης. Αυτό θα έθετε τέρµα στον διεκδικητικό ρόλο της Ε∆Α για διεύρυνση των δηµοκρατικών συνταγµατικών ελευθεριών, και στους αγώνες της για συνδικαλιστικές κατακτήσεις. Το µεγαλύτερο τµήµα του προοδευτικού κόσµου της χώρας ανταποκρίθηκε και στήριξε αυτές τις προσπάθειες µε όλες του τις δυνάµεις.

60


Ο τύπος και η προπαγάνδα Όλα τα έντυπα ενηµέρωσης, πλην της Αυγής, που κυκλοφορούν κρεµασµένα στο κιόσκια, κάθε µέρα µε τα πρωτοσέλιδά τους περνούν τον λαό από σκωτσέζικο ντουζ. Στην ίδια συχνότητα και τα δελτία ειδήσεων από τα δύο κρατικά ραδιόφωνα, της ΕΙΡ και της ΥΕΝΕ∆. Κάθε µέρα δηµοσιεύουν και σχολιάζουν ποικιλότροπα ειδήσεις για συλλήψεις κοµµουνιστο-συµµοριτών πρακτόρων. Μιλούν για κλιµάκια ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ. Οι ανακοινώσεις αυτές πλέκουν ένα προπαγανδιστικό γαϊτανάκι που στην ουσία ενισχύει την ψυχροπολεµική ατµόσφαιρα και τον αντικοµµουνισµό. Παράλληλα λειτουργούν ως θανάσιµα πισώπλατα µαχαιρώµατα για τον νέο πολιτικό φορέα της αριστεράς, την Ε∆Α. Η σπέκουλα αγκαλιά µε την προβοκάτσια δίνουν διαστάσεις στις ειδήσεις. ∆ηµιουργούν αµηχανία και αδρανοποιούν τις λαϊκές µάζες. Μέσα σε τέτοιο κλίµα µεταδόθηκε η σύλληψη του κλιµακίου του Μπελογιάννη και λίγο αργότερα του Πλουµπίδη. Αυτές οι βαρύγδουπες ανακοινώσεις εντυπωσιασµού µε την συνολική συµµετοχή του «δηµοκρατικού» τύπου εξυπηρετούσε ένα βασικό στόχο. ∆ιατηρούσε ολοζώντανο τον ψυχρό πόλεµο. Ενίσχυε τα επιχειρήµατα τροµοκρατίας και εκδήλωνε τις προθέσεις του µοναρχο-ολιγαρχισµού. ∆ιαβεβαίωνε προς κάθε κατεύθυνση και ιδιαίτερα τους δηµοκράτες πολίτες πως παρά την αναστολή της θανατικής ποινής και των εκτελέσεων για πολιτικά φρονήµατα, το κράτος παραµένει ισχυρό. Σε κάθε περίπτωση, όταν διαπιστωθεί πως είναι επιβεβληµένο θα είναι πανέτοιµο να θέσει σε λειτουργία όλα τα αντιλαϊκά µέτρα. ∆εν κρύβει τις προθέσεις του πως είναι διατεθειµένο να κάνει χρήση κάθε µέσου που διαθέτει προκειµένου να χαλιναγωγήσει το λαϊκό προοδευτικό κίνηµα.

Επιβίωση και αντιφάσεις Περνούν τα χρόνια και µεγαλώνουµε. Μαζί µεγαλώνουν και τα προβλήµατα και οι υποχρεώσεις. Ο Xάµπος έφτιαξε το δικό του στέκι, ένα µαγαζάκι της γειτονιάς για του φίλους και τους περαστικούς. Μικρός ο χώρος, µικρή και η πραµάτεια. Ο κόσµος γύρω βιώνει την φτώχεια, την ανεργία και την ανασφάλεια. Η πλειοψηφία του λαού στην κυριολεξία φυτοζωεί. Περιµένουν όλοι να ’ρθουν οι καλύτερες µέρες, χωρίς κανείς να ξέρει από πού και πότες θα ’ρθουν. Η µεγάλη ανέχεια γενεσιουργός αιτία πολλών κακών. Η νοσηρή κατάσταση που επικρατεί στο κοινωνικό σύνολο άρχισε να εκφράζεται µε την εµφάνιση µικροαπατεώνων. Παρουσιάζονται µε διάφορες µορφές κοµπογιαννίτες, µικροέµποροι, µικροεργολάβοι, κάλπικοι µικροπωλητές. Αυτό καταµαρτυρά την αποσύνθεση της κοινωνίας, την ποιοτική κατάπτωση. Ολωνών οι προσπάθειες επικεντρώνονται στο να βρουν κάποιο ευκολόπιστο θύµα που να έχει πάνω του λίγα χρήµατα. Θα του πάρουν κάποιο ποσό για εµπορεύµατα ή υπηρεσίες που ποτέ δεν θα του προσφέρουν. Άρχισαν να εµφανίζονται τα πρώτα συµπτώµατα αποσύνθεσης της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας. Αποτέλεσµα της ανοργάνωτης και µη ελεγχόµενης αστυφιλίας. Οι αετονύχηδες καιροφυλακτούν σαν αρπακτικά. Είναι έτοιµοι να κατασπαράξουν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια µε στόχο το εύκολο κέρδος. 61


Πρώτοι και καλύτεροι άνθρωποι «αξιοπρεπείς» υπεράνω πάσης υποψίας. Ανώτεροι αστυνοµικοί, εκκλησιαστικοί παράγοντες, δικαστικοί, ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί. Όλη η αφρόκρεµα της αστικής κοινωνίας. Παραδόξως, οι περισσότεροι από αυτούς ανήκουν κατά περίεργο τρόπο σε οργανώσεις µε αποστολή αγαθοεργιών και πράττουν «αφιλοκερδώς» κοινωνικό έργο, βοηθώντας τους άπορους αναξιοπαθούντες. Τα χρόνια αυτά κάνει θραύση στην χώρα µας η µαστροπεία, η πορνεία, η λαθρεµπορία, η χαρτοπαιξία. Τα ναρκωτικά ακόµα βρίσκονται σε ελεγχόµενο στάδιο. Τέτοιες ασχολίες είναι αλήθεια πως δεν έλειψαν ποτέ από τις αστικές πιάτσες της λεγόµενης ελεύθερης οικονοµίας. Απλώς όταν περισσεύει η φτώχεια τα σαΐνια αποκτούν µεγαλύτερη ευκαιρία πρόσβασης προς τα υποψήφια θύµατα που χάνουν κάθε µορφή αντίστασης. Αυτού του είδους οι δραστηριότητες για µεγάλη χρονική διάρκεια εντάχθηκαν στον ευρύτερο κρίκο της παραοικονοµίας που µαζί µε την αισχροκερδή τοκογλυφία κόλλησε σαν βδέλλα πάνω στο πληγωµένο κορµί των λαϊκών στρωµάτων. Οι διάφοροι κερδοσκόποι πουλούσαν ψεύτικα όνειρα και φρούδες ελπίδες στην φτωχολογιά και ιδιαίτερα στους νέους. Τους πιπιλίζουν το µυαλό πως είναι κοντά η ώρα που θα αδράξουν την ευτυχία αγγίζοντας το όνειρο. Η ωµή πραγµατικότητα όµως µας διδάσκει πως το όνειρο µια ζωή θα το ψυχανεµίζονται κάπου κοντά, δίπλα τους. Ολοένα θα το κυνηγούν κι αυτό θα ξεµακραίνει. Έτσι κι αλλιώς το όνειρο είναι χαµένο. Ο παράδεισος της γης και η κόλαση Οι συµπεριφορές της κοινωνίας που βιώνουµε έχουν βαθιές ρίζες µέσα στους αιώνες. Ξεκινά από την εποχή που στον λεγόµενο πολιτισµένο κόσµο εµφανίστηκε η φιλοσοφία του µονοθεϊσµού. Όταν µια µερίδα του πολιτισµένου κόσµου ασπάστηκε τον µονοθεϊσµό οριοθέτησε τους κανόνες δοµής της κοινωνίας που θα οικοδοµούσε. Τα πράγµατα δεν οδηγήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση γιατί ένα πρωί ξύπνησαν οι αιρετοί άρχοντες του τόπου και κάλεσαν τους πολίτες θέτοντας το ζήτηµα σε δηµοκρατικές διαδικασίες. Ούτε ο λαός ελεύθερος και δηµοκρατικά αποφάσισε ότι θέλει να είναι ταγµένος σε µία φιλοσοφία προσωποκεντρική, εγωιστική, συντηρητική και εν πολύς σκοταδιστική. Αυτό επιβλήθηκε δια της βίας από εκείνους που κατείχαν την εξουσία και την δύναµη οργανωµένου στρατού. Το µόνο που ξεκαθάρισαν µεταξύ τους ήταν µε ποιόν τρόπο η εξουσία τους θα είναι βιώσιµη στους αιώνες των αιώνων. Χωρίς κλυδωνισµούς και κινδύνους αµφισβήτησης από τον λαό. Αποφάσισαν πως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φιλοσοφική θεωρία τους εξασφαλίζει καλύτερα ο µονοθεϊσµός. Έτσι αποφάσισαν να στηρίξουν αυτή την φιλοσοφική άποψη. Αυτό το δόγµα ορκίστηκαν να στηρίξουν µε όλες τους τις δυνάµεις. Εκεί δηµιουργήθηκε η ρήση : ο σκοπός αγιάζει τα µέσα. Ο λεγόµενος πολιτισµένος κόσµος πέρασε και πάλι στην βαρβαρότητα από το παράθυρο µιας και οι πόρτες ήταν κλειστές. Ασπαζόµενοι το δόγµα του µονοθεϊσµού καθόρισαν και τους πυλώνες στήριξης της νέας κοινωνίας που θα δηµιουργήσουν. Το µονοθεϊστικό φιλοσοφικό δόγµα καθορίζει ρητά και κατηγορηµατικά πως ένας είναι ο θεός και διαφεντεύει όλο τον κόσµο. Στην προσπάθειά του να δηµιουργήσει τον κόσµο δεν χρειάστηκε την 62


βοήθεια κανενός. Όλα τα τακτοποίησε µόνος, άλλωστε τι θεός θα ήταν αν δεν µπορούσε µόνος του να τακτοποιήσει απλά πράγµατα. Ο θεός δεν είναι φύση να θέλει εκατοµµύρια χρόνια για να διαµορφώσει τον κόσµο. Είναι δόγµα. Αυτά όλα που βλέπουµε γύρω µας, οι επιστήµονες και οι υλιστές φιλόσοφοι µας λεν πως για να διαµορφωθούν χρειάστηκαν δισεκατοµµύρια χρόνια. Όµως αυτοί δεν είναι θεοί, είναι επιστήµονες. Στηρίζονται στην µελέτη, στην γνώση. Κάθε τι που θα πουν θα το στηρίξουν περνώντας πρώτα από την έρευνα και την ιστορική µελέτη αναζήτησης του αγνώστου. Βασίζονται σε πειράµατα και σε µελέτες. Ο θεός δεν χρειάζεται έρευνες, µελέτες και πειράµατα. Ο θεός παίρνει λίγη λάσπη και δηµιουργεί έναν άνθρωπο. Μετά παίρνει δύο πλευρά από τον άνθρωπο και φτιάχνει το ταίρι του. Κατόπιν παρουσιάζεται στον ύπνο του ενός από τα δηµιουργήµατά του και του δίνει συµβουλές για το πώς θα οργανώσει την ζωής του. Αφού λοιπόν ξεκαθάρισαν πως ο θεός τα έκανε όλα µόνος του αναρωτήθηκαν : Γιατί άραγε κι ένας βασιλιάς, Φεουδάρχης, Πατριάρχης, Τσιφλικάς, Βιοµήχανος όταν είναι ελέω θεού δεν µπορεί να διαφεντέψει την δική του επικράτεια, το δικό του βιλαέτι; Όµως θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να ενεργεί µόνος του όπως ο θεός. Ναι, αλλά ο θεός είναι πνεύµα.Ο άνθρωπος όπως τον έπλασε ο θεός είναι όν. Είναι οντότητα, είναι ζωή, είναι γίγνεσθαι. Έπειτα µέσα σε αυτόν τον µάταιο κόσµο δεν είναι µόνος του. Το σπουδαιότερο είναι πως ανάµεσα στους όµοιους του υπάρχει η διαφορετικότητα. Υπάρχει το θηλυκό, η γυναίκα. Αυτή δεν είναι ότι κι ότι.Είναι η πηγή της νέας ζωής, της αναπαραγωγής. Φέρνει καρπούς κοιλίας, σπόρους του ενός και δηµιουργεί τους πολλούς. Να λοιπόν κάτι που δεν µπορεί να ερµηνευτεί χωρίς την διαδικασία της αναπαραγωγής : Η Ζωή. Αλήθεια τον θεό ποια τον γέννησε; Σε αυτό το ερώτηµα ο µονοκεντρισµός ποιεί την νήσαν. Είναι πνεύµα, λέει, και δεν χρειάζεται να γεννηθεί από καµιά παρακατιανή ύπαρξη. Παρακατιανή είναι η γυναίκα, η Μάνα. Είναι το άλλο µισό του ανθρώπινου πληθυσµού. Έτσι καθορίζεται η ύπαρξη του ενός : Εγώ ειµί κύριος ο θεός σου, λέει ο Ιαχβέ. Στην µακρόχρονη πορεία της ανθρωπότητας η δηµιουργία των κοινωνιών υποχρέωσε τους κοµπογιαννίτες του µονοκεντρισµού να παραχωρήσουν ρόλους τόσο στην γυναίκα-µάνα και δηµιουργό όσο και στα παιδιά αφού µέσα στην λειτουργία του κοινωνικού συνόλου συµµετέχουν αναπόσπαστα και οι δύο. Άλλωστε οι λειτουργίες της κοινωνίας τους καθιέρωσε έστω και υποβαθµισµένα προσφέροντας στους πολίτες διευκόλυνση στην καλή χώνεψη της πνευµατικής τροφής που τους προσφέρουν. Η µυθοπλαστική φιλοσοφία του µονοθεϊσµού έχει τις ρίζες της στους λαούς της ανατολής. Η πιο γνωστή πηγή και αφετηρία πιθανολογείτε ο λαός των Σιωνιστών του ισραήλ. Η µυθολογία των Σιωνιστών αποτελείται από την παλαιά και την καινή διαθήκη. Επειδή ο λαός αυτός δεν αποτελούσε ενιαίο σύνολο, µέσα στην επικράτεια υπήρχαν περισσότερες από επτά φυλές που η κάθε µια είχε την δική της µυθολογία και ιστορική διαδροµή. Η φυλή που είχε αυστηρά πειθαρχηµένη µονοθεϊστική φιλοσοφική αντίληψη ήταν οι Σιωνιστές που πίστευαν πως είναι οι εκλεκτοί του θεού και θα κυβερνήσουν τον κόσµο για λογαριασµό του. Η παλαιά διαθήκη ασχολείται µε του ηρωισµούς τα ήθη και τα έθιµα και την επιβίωση του λαού στην προχριστιανική περίοδο. Η καινή διαθήκη αποτελεί συνέχεια µε χωριστές ιστορικές διαδροµές µίας εκ των φυλών από 63


την επίσηµη µυθολογία των Σιωνιστών. Μύθους και ιστορίες έχουν όλοι οι λαοί της γης. Οι διαφορές µεταξύ τους αφορούν τις καταβολές. Τον τρόπο ζωής, τον τόπο επιβίωσης. Κλιµατολογικές και εδαφοµορφολογικές επιδράσεις. Συνοριακές σχέσεις µε γειτονικούς λαούς και µια σειρά άλλες εκδηλώσεις. Όπως πολιτιστικού, πολιτισµικού χαρακτήρα, ήθη και έθιµα. Μέσα από την πορεία του ο κάθε λαός δηµιούργησε τους δικούς του ήρωες που πολλές φορές και για διάφορους λόγους τους µετέτρεπαν σε ηµίθεους ή και θεούς ακόµα. Όταν η γενναιότητα και τα κατορθώµατά τους ξεπερνούσαν κατά πολύ τις ανθρώπινες αντοχές και φαντασιώσεις. Ακόµα και όταν ο µύθος αποστασιοποιηµένος από τον χρόνο φάνταζε κάτι το υπερφυσικό µέσα από την αφηγηµατική µυθοπλασία. Αυτοί είναι οι πραγµατικοί λαϊκοί µύθοι που στην πλειοψηφία τους έχουν χαρακτήρα ανθρωποκεντρικό, ουµανιστικό. Τα πάντα ξεκινούν από τους ηρωικούς αγώνες της φυλής για το καλό της κοινωνίας που ζουν. Για αυτό και οι συµπεριφορές τους είναι συνολικά κοινωνικές. Αυτές οι κοινωνίες ξέφυγαν από το σύνδροµο του ενός του δυνατού. Ξεπέρασαν για πολλούς αιώνες την φάση της πρωτόγονης βαρβαρότητας. ∆ηµιούργησαν πολυκεντρική φιλοσοφική σκέψη. Οι διαφορές µεταξύ µονοκεντριστούπολυκεντρισµού τεράστιες και ουσιαστικές. Ο µονοκεντρισµός είναι εγωπαθής, προσωποκεντρικός, υποκειµενικός µε στοιχεία αρρωστηµένης εσωστρέφειας. ∆εν έχει καµιά επαφή µε την έρευνα και την γνώση. Απεχθάνεται την προοδευτική σκέψη και στερείται ουµανιστικής ευαισθησίας. Εξυπηρετείτε ο σκοπός που αγιάζει τα µέσα. Με την ίδια ευκολία που κατοχυρώνει την θεωρία της παντοκρατορίας του ενός µε το εγωιστικό διαπιστευτήριο εγώ ειµί κύριος ο θεός σου, έτσι εύκολα πραγµατοποιεί και τον διαχωρισµό στην κοινωνία των ανθρώπων, που κατά τους ισχυρισµούς του ο ίδιος δηµιούργησε σε αγαθούς και αµαρτωλούς. Σε ενάρετους και φαύλους. Σε ήµερους και άγριους.Σε αγίους και σατανάδες. Καλούς και κακούς. Αυτή η στάση απέναντι στο δηµιούργηµά του είναι πέρα για πέρα αντιφατική. Προδίδει πνεύµα ανισσόροπο και εγωιστικό. Όποιος κατασκευάζει οτιδήποτε είναι άµεσα υπεύθυνος για τις λειτουργίες και τις συµπεριφορές του. Εποµένως δεν έχει το δικαίωµα µε ελαφρά συνείδηση να το εγκαταλείπει και να καταδικάζει τις πράξεις του. ∆εν υπάρχει περιθώριο δικαιολογίας που να σου επιτρέπει να γίνεσαι κριτής του δηµιουργήµατός σου. Να αποφασίζεις ποιους θα θέσεις εκ δεξιών και ποιους θα στείλεις στο πυρ το εξώτερον, αν δεν υπάρχει ιδιοτέλεια και συµφέρον. Ούτε έχεις το δικαίωµα να επιλέγεις συνοµιλητές και πιάνοντάς τους στον ύπνο να συνδιαλέγεσαι µαζί τους δίνοντας εντολές συµπεριφοράς για εκατοµµύρια ανθρώπους. Αντίθετα οι πολυκεντρικές διαθέτουν ένα πάνθεον από θεοποιηµένους ήρωες, άνδρες και γυναίκες. Μέσα εκεί χωρούν πάρα πολλοί ηµίθεοι µε ανθρωποκεντρικά συναισθήµατα. Οι συµπεριφορές όλων είναι µέσα στις δραστηριότητες της επίγειας ζωής. Έχουν ανθρώπινες αντιδράσεις. Παντρεύονται, ερωτεύονται, θυµώνουν, µαλώνουν, γεννούν, πεθαίνουν. ∆ιδάσκουν τους ανθρώπους τα µυστικά της ζωής, τους προµηθεύουν µε όλα τα αγαθά που θα καλυτερέψουν τον βίο τους. Πάνω σε αυτά τα πρότυπα προσπάθησαν οι µονοκεντριστές να πειραµατιστούν µετά από αιώνες. ∆ηµιούργησαν αγίους, έδωσαν ρόλο στην γυναίκα. ∆εν µπόρεσαν όµως να ξεπεράσουν την βαθιά αντιδραστική φιλοσοφική τους λατρεία για τον έναν τον 64


µοναδικό. Γιατί βλέπεις ούτε η παλαιά, ούτε και η καινή διαθήκη που καταγράφει την σιωνιστική µυθολογία αναφέρει κάπου την θεοποίησή τους. Ούτε παρουσιάζει τέτοια ξόανα. Και όµως αυτοί τα επέβαλλαν µε την ισχύ των όπλων, όταν οι ∆εσποτάδες και οι Μητροπολίτες ήταν ταυτόχρονα και Στρατηγοί µε βιλαέτια και µισθοφορικούς στρατούς. Οι λαοί τα δέχτηκαν «αυθόρµητα» µετά παρέλευσης κάποιας χιλιετίας. Αν ασχοληθεί κανείς µε τις λειτουργίες των κοινωνιών στην προ-µονοκεντρική περίοδο θα διαπιστώσει πως είχαν προχωρήσει µέσα από πρωτόγονους µηχανισµούς σε ανώτερες µορφές ανθρωποκεντρικών θεωριών. ∆εν έλυσαν όλα τα προβλήµατά τους. Όµως υπήρχε στην εποχή τους µια διαρκής προσπάθεια βελτίωσης των κοινωνικών σχέσεων. Μια ασταµάτητη προσπάθεια για έρευνα και γνώση. ∆εν είναι τυχαίο το µίσος των µονοκεντριστών ενάντια στους πολυκεντριστές. Τους ονόµασαν ειδωλολάτρες και τέτοιοι ήταν. Άλλωστε το ίδιο υποχρεώθηκαν από τα πράγµατα να πράξουν και οι µονοκεντριστές. Για να µπερδέψουν το ποίµνιό τους και να επιβάλλουν σταδιακά την φιλοσοφική τους άποψη έριξαν πολύ νερό στο κρασί τους. ∆ανειστήκαν και χρησιµοποίησαν πάρα πολλές εκδηλώσεις λατρείας, δοξασίες κ.λ.π. Ακόµα και στην θεωρητική τους άποψη γυναίκα-παιδί-κοινωνία, διαφοροποίησαν την στάση τους χωρίς να φτάσουν στο ποιοτικό επίπεδο τον πολυκεντριστών. Οι περισσότεροι λαοί της αρχαιότητας διέθεταν κατασταλαγµένες και ποιοτικά ανώτερες φιλοσοφικές θεωρήσεις για τον άνθρωπο την κοινωνική του διάσταση και την εξέλιξή του. Σε πολλές των περιπτώσεων αυτές οι θεωρητικές αξίες εφαρµόζονται και σήµερα. Αποτελούν σηµείο αναφοράς για την παρά πέρα ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Μέσα στο πάνθεο των θεϊκών δοξασιών σεβαστός ρόλος δόθηκε στην γυναίκα. Η µυθολογία της χώρας µας περιλαµβάνει σεβαστό αριθµό γυναικών που είναι θεές µε ποικίλους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η Ρέα είναι µάνα των θεών, το ίδιο και η κόρη της Ήρα που είναι προικισµένη µε όλες τις ανθρώπινες αδυναµίες και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσµατα γυναίκας. Η Αθηνά, θεά της σοφίας όλου του ανθρώπινου γένους, η ∆ήµητρα θεά της αναπαραγωγής µε γενεσιουργικές ιδιότητες. Υπάρχουν και άλλες πολλές. Στον ευαίσθητο τοµέα που αφορά τις σχέσεις των δύο φύλων οι αρχαίοι µας πρόγονοι έδωσαν την πραγµατική διάσταση. Η γυναίκα δεν υποβαθµίζεται από τον άνδρα όπως στους µονοκεντριστές. Το µεγάλο δώρο της φύσης τον έρωτα και την αναπαραγωγή οι µονοθεϊστές το εντάσσουν µέσα στην διαδικασία της υποκειµενικής πρωτοβουλία του άντρα, του αφέντη. Κάθε ανυπακοή στις ορέξεις του θεωρείται αµάρτηµα και προϊόν πορνείας. Καταδικάζεται σε αφορισµό και φτάνει ως την θανάτωση δια λιθοβολισµού. Στους χρόνους της Ελληνικής πολυθεϊστικής φιλοσοφίας, τις γυναίκες που απασχολούνται µε τον ερωτισµό και την τέχνη της ηδονής τις ονόµαζαν ιέρειες και τις λάτρευαν. Η συµµετοχή τους σε αυτή την ευαίσθητη εκδήλωση τις επιβάλλει να είναι µορφωµένες µε υψηλό επίπεδο γνώσης. Όµορφες, περιποιηµένες µε υψηλό επίπεδο ανάπτυξης, συµµετέχουν σε εκδηλώσεις µαζί µε τους άντρες, σε συντροφιές φιλοσοφικών κύκλων, σε αυλές και φιλοσοφικά ρεύµατα. Γνωρίζουν πάρα πολύ καλά την τέχνη του λόγου και χειρίζονται εύστροφα τον διάλογο. Η αποστολή τους είναι να διδάξουν στους εφήβους νέους τα µυστικά της τέχνης του έρωτα, την σκέψη, την επιστήµη της διαλεκτικής, την επιστηµονική γνώση, για να πετύχουν την κοινωνική τους 65


καταξίωση µέσα στον χώρο. Οι γυναίκες αυτές δεν ζουν υποβαθµισµένες και δεν νιώθουν καµιά υποχρέωση να αποκτήσουν κάποιον προστάτη νταβατζή. Τις προστατεύει το ίδιο το κοινωνικό σύνολο που υπηρετούν, αφού είναι αναπόσπαστο συστατικό κύτταρο της κοινωνίας µε αξιόλογη προσφορά. ∆εν υπάρχει υποχρέωση να εξοµολογηθούν και να ζητήσουν άφεση αµαρτιών από κάποιο εκπρόσωπο επί γης αοράτου επουράνιου κατασκευάσµατος, γιατί αυτό καθ’αυτό το προσφερόµενο έργο τους θεωρείτε ύψιστη κοινωνική προσφορά από όλους τους πολίτες. Η µόνη άφεση αµαρτιών που οφείλουµε να ζητάµε όλοι µας είναι από τους συνανθρώπους µας µε τις καθηµερινές µας πράξεις. Όχι και ποτέ σε εκπροσώπους θεσµών και θεών που βρίσκονται έξω και µακριά από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Η ρόδα της εξουσίας και τα γρανάζια της Ζούµε σε κοινωνίες προκάτ, που οι συσχετισµοί τους διαµορφώθηκαν πολλά χρόνια πριν την ύπαρξή µας. Αυτές οι κοινωνίες στήθηκαν παρά την θέληση της πλειοψηφίας των λαών. Επιβλήθηκαν µε την ισχύ των όπλων και τις οργανωµένες δυνάµεις συγκεκριµένων οικονοµικών συµφερόντων. Ωστόσο, υποχρεωνόµαστε όλοι οι πολίτες να συµµετέχουµε σε όλες τις διαδικασίες µε τους νόµους και του κανόνες λειτουργίας που επιβάλλει η κυρίαρχη τάξη πραγµάτων πέρα και έξω από την θέληση των λαών. Καµιά εξουσία δεν είναι αντικειµενικά λαοπρόβλητη. Η αποστολή της αρχίζει και τελειώνει στην εξυπηρέτηση µιας συγκεκριµένης οµάδας ισχυρά οργανωµένων πολιτών που έχουν ιδιοτελή συµφέροντα. Οι µέχρι σήµερα γνωστές εξουσίες που γνώρισε ο πλανήτης µας εκτός από µία περίοδο πρωτόγονων κοινωνιών καµιά δεν αγωνίστηκε για πραγµατικά λαϊκά συµφέροντα και την ευηµερία των λαών. Όλες µε τον έναν ή το άλλο τρόπο είναι υποταγµένες στην υπηρεσία των πιο ισχυρά οργανωµένων οµάδων. Τα δικά τους συµφέροντα υπηρετούν. Σε ειρηνικές περιόδους υπάρχουν κάποια διαστήµατα που προσπαθούν να εµφανίσουν στον λαό κάποιο ανεκτό και φαινοµενικά δίκαιο διαχειριστικό πρόσωπο σαν εξουσία. ∆ιαχειρίζονται όλα τα ζητήµατα και ιδιαίτερα το οικονοµικό τµήµα µε τρόπο που να δηµιουργεί την εντύπωση µιας ισότιµης και δίκαιης διαχείρισης προς όλους. Όλες αυτές οι συµπεριφορές αναστέλλονται αυτόµατα από το σηµείο που αρχίζουν να θίγονται συµφέροντα της άρχουσας τάξης. Τα λαϊκά στρώµατα δεν έχουν καµιά τύχη να καλυτερέψουν την δική τους ζωή µέσα σε τέτοιες διαδικασίες. Στις κοινωνίες που ζούµε µε τους διαµορφωµένους συσχετισµούς όλες οι οργανωµένες συντεχνιακά µειοψηφίες λειτουργούν µε βάση το εποικοδόµηµα. Υποχρεωτικά θέλοντας και µη στηρίζουν την πυραµίδα της εξουσίας. Ο απλός λαός ακολουθεί µε κάποια ποσοστά όλες τις διαδικασίες. Αιτία ο καλοστηµένος τρόπος του συστήµατος και οι δαιδαλώδεις λειτουργίες του σε καθορισµένα φορµαλιστικά πρότυπα. Εκτελεστικά όργανα διεκπεραιώσεις των διαδικασιών είναι όλα εκείνα τα στελέχη του µηχανισµού που οι απόψεις ταυτίζονται µε τα συµφέροντα της συγκεκριµένης εξουσίας. Κοντολογίς µέσα σε ένα τέτοιο κλίµα και κάτω από τέτοιες διαδικασίες λειτουργεί το νέο κόµµα της αριστεράς, η Ε∆Α. Προσπαθεί µε κάθε τρόπο να διευρύνει την εµβέλεια επιρροής του µέσα στον λαό. 66


Με σωστό ή λάθος τρόπο, γιατί ο λαός αυτός πρόσφατα βίωσε τις χειρότερες εµπειρίες του µετά το 1821 και την µικρασιατική καταστροφή του 1922. Χρόνια βίας και εφηβείας Ο Χάµπος πάει καλά µε την δουλειά του µαγαζιού. Πέρα από παντοπωλείο, κάθε βράδυ µαζεύονται τα φιλαράκια µέσα σε εκείνον τον µικρό χώρο. Καλαµπουρίζουν, πίνουν κρασάκι µε µεζέ πρόχειρο, τραγουδούν και συζητούν. Σχολιάζουν κάθε γεγονός µικρό ή µεγάλο. Στην γειτονιά µας εδώ και λίγο καιρό λειτουργεί ένα κοσµικό κέντρο «το φαληράκι». Αυτό παλιά το δούλευε ο ιδιοκτήτης του σαν εξοχικό κέντρο. Τώρα το λειτουργεί ο Αντώνης. Ένας νέος που ταλαιπωρήθηκε µε προβλήµατα υγείας. Νοσηλεύτηκε στο σανατόριο Σωτηρία στην Αθήνα και η υγεία του αποκαταστάθηκε καλά. Έχει δεξί του χέρι τον πατέρα του Περικλή, τον Σοιχά όπως τον φώναζαν χωρατεύοντας στην γειτονιά. Ο Αντώνης ήρθε στο µαγαζί µας. Ήθελε µε κάποιο τρόπο να συνδράµει τον Χάµπο µε κάποια ηµερησία κατανάλωση. Ζήτησε την καθηµερινή τροφοδοσία του µαγαζιού σε είδη µπακαλικής, µαναβικής, τυροκοµικά και φρούτα. Για την εποχή, η τροφοδοσία ενός κοσµικού κέντρου ήταν πολύ καλή περίπτωση. Απέφερε σοβαρή οικονοµική ενίσχυση. Αυτό µε οδηγούσε κάθε απόγευµα στο Φαληράκι, όπου πήγαινα τα ψώνια φορτωµένα όλα πίσω στο τελάρο του ποδηλάτου. Ο µάγειρας, ένα νέο παιδί που τον έλεγαν Αχιλλέα, µου συνέστησε να του πηγαίνω νωρίς τις παραγγελίες ώστε να µπορεί να ελέγχει αν του λείπει κάτι. Τα σούρτα φέρτα στο κέντρο µου έδωσαν την δυνατότητα να γνωριστώ µε όλους τους εργαζόµενους στο µαγαζί. Τους σερβιτόρους Γιώργο (αχτένιστο), Γιώργο και Σπύρο . Τους µουσικούς Νίκο Καρανικόλα από Κοκκινιά (µπουζούκι-τραγούδι), Χρίστο Λιάνο από Βόλο (κιθάρα-τραγούδι) και τον ακορντεονίστα από την Καλιθέα τον Σπύρο τον τυφλό, που είχε την άτυχη αναπηρία. Κατά καιρούς και ανάλογα µε τις ανάγκες και την σαιζόν περνούσαν κι άλλοι µουσικοί και τραγουδιστές. Όπως ο µεγάλος συνθέτης Καραπατάκης (µπουζούκι), ο µεγάλος µαέστρος του λαϊκού τραγουδιού Χάρης Λεµονόπουλος, ο γλυκύτατος τραγουδιστής Πάνος Γαβαλάς. Η ∆ούκισα, που µάλιστα πέρασε δύο φορές, την πρώτη φορά ως χορεύτρια σε ορϊεντάλ και την δεύτερη σαν τραγουδίστρια µε τους Λεµονόπουλο-Γαβαλά. Ο τοπικός συνθέτης και καλός µπουζουκτσής Παλέντζας, ο Καλαµποκάς κ.α.. Σε αυτό το µαγαζί δούλεψαν ως µουσικοί και δύο παιδιά του συνοικισµού, ο Βασίλης (κιθάραακορντεόν) και ο Χρίστος (κιθάρα-ντραµς). Ο βασικός κορµός των µουσικών, για πολλά χρόνια, ήταν οι Καρανικόλας-Λιανός-Σπύρος και η Λίτσα (τραγουδίστρια). Τραγουδίστριες πέρασαν πάρα πολλές. Όλες τις γνωρίζαµε µε τα καλλιτεχνικά τους ονόµατα Μαίρι, Λέλα, Λίζα, Μουσίτσα, κλπ. Μέσα στα συνεχή πήγαινε-έλα γνωρίστηκα µε όλους αυτούς τους καλλιτέχνες. Κακά τα ψέµατα, για τον πολύ κόσµο εκείνα τα χρόνια η δουλειά της νύχτας και ιδιαίτερα των καλλιτεχνών θεωρούταν υποβαθµισµένη. Υπήρχε πάντα ένας κόσµος και τότε που ήταν νυχτόβιος. Γλένταγαν µέχρι το πρωί που θα βγεί ο ήλιος. Όλα τα κοσµικά κέντρα δούλευαν κάθε µέρα, επτά µέρες την εβδοµάδα. Οι οικονοµικές σχέσεις εργαζοµένων και επιχειρηµατιών ουδεµία σχέση έχουν µε τις σηµερινές. Τα παχυλά ποσά αµοιβής και η ασφάλιση ήταν 67


µακρινό όνειρο. ∆ούλευαν µε κάποιο συµβολικό µεροκάµατο και την λεγόµενη χαρτούρα (φιλοδώρηµα-παραγγελιά). Ακόµα και τα γκαρσόνια αµειβόταν µε ποσοστό επί των εισπράξεων, µια κατάκτηση του σωµατείου τους. Μέσα στις υποχρεώσεις του επιχειρηµατία το βραδινό γεύµα για το προσωπικό που θα είναι ανάλογο µε το αφεντικό. Εκείνα τα χρόνια αυτά τα µαγαζιά δεν τα κυνηγούσε η εφορία, το ΙΚΑ κι η δηµοτική αρχή µε τα τέλη. Οι εργαζόµενοι δεν είχαν καµιά εξασφάλιση σε µισθούς και ασφάλιστρα. Τότε γνωρίστηκα µε µια τραγουδίστρια, την Νίτσα, κάτω από λίγο πρωτότυπες και παράξενες συνθήκες. Ήταν µια αρκετά όµορφη κοπέλα µε έντονα χαρακτηριστικά. Ξανθιά, όχι στο φυσικό της, σώµα καλήγραµµο και σφιχτό ανάλογο µε τα εικοσιτρία της χρόνια. Όταν εµφανίστηκε στο µαγαζί το βράδυ την ώρα της δουλειάς οι θαµώνες όπως την κοιτούσαν λαίµαργα νόµιζες πως είναι έτοιµοι να ορµίσουν πάνω της και να την φάνε ζωντανή. ∆εχόταν φραστικές επιθέσεις από δεξιά κι αριστερά όπως περπατούσε στον διάδροµο. Όσοι δούλευαν στην νύχτα δεν είχαν και την καλύτερη φήµη. Τότε πάτησα τα δεκαοκτώ. Φουµάριζα τσιγαράκι από δεκατέσσερα χρονών όπως όλοι σχεδόν της ηλικίας µου. Κάθε µέρα αγόραζα χύµα τσιγάρα από το κιόσκι. Μια δραχµή δέκα τσιγάρα παπαστράτος δέκα νούµερο, τα λεγόµενα στούκας, από την µεγάλη κούτα των εκατό. Κάθε Κυριακή µικρό πακετάκι «Άριστα» Ματσάγκου πολυτελείας. Γλυκόπιοτα τα έλεγαν και ήταν ακριβά. Κάποιο απόγευµα ξεκίνησα να πάω τα ψώνια στο φάληρο. Ο µάγειρας περίµενε στην πόρτα. Περάσαµε κι οι δυο στην κουζίνα και τα άδειασα όλα πάνω στον µαρµάρινο πάγκο. Σου λείπει τίποτα, τον ρώτησα. Όχι, µου απάντησε κάπως αφηρηµένα, φύγε. Πήρα το ποδήλατο και το τσούλησα µέχρι το περίπτερο του Στέργιου στο τρίγωνο του διαβόλου. Εκεί ήταν και η στάση του αστικού λεωφορείου. Όποιος ήθελε να αγοράσει τσιγάρα έπρεπε να κατεβεί σε αυτή την στάση. Σε όλο τον συνοικισµό δεν υπήρχε άλλο κιόσκι για τσιγάρα. Στα άλλα µαγαζιά απαγορεύανε να πουλάνε τσιγάρα χωρίς ειδική αναπηρική άδεια. Φτάνοντας στο περίπτερο ακούµπησα το ποδήλατο στον µικρό πλάτανο. Έβγαλα από την τσέπη την δραχµή και την ακούµπησα στο σανιδένιο ραφάκι φωνάζοντας: Στέργιο δώσε δέκα τσιγαράκια παπαστράτος νούµερο δέκα. Ο περιπτεράς, ένας ανάπηρος από κρυοπαγήµατα στα δάχτυλα των χεριών τους, υπολείµµατα του Αλβανικού µετώπου, ήταν χωρατατζής, ∆εν έχανε ευκαιρία για πειράγµατα. Όπα, πάλι σπατάλες έχουµε; Εγώ γέλασα δυνατά, πήρα τα τσιγάρα και γύρισα φουριόζος να φύγω. Έπεσα πάνω στην Νίτσα, την τραγουδίστρια. Βρε τι κάνεις, µε ρώτησε. Καλά βρε Νίτσα, εσύ πως είσαι; Εγώ µαλώνω µε τον Στέργιο, µου λέει πως κάνω σπατάλες γιατί αγόρασα µια δραχµή τσιγάρα παπαστράτος. Γιατί, χύµα καπνίζεις; µε ρώτησε. Ναι. πακετάκι κάθε Κυριακή, άριστα Ματσάγκου γλυκόπιοτα. Καθηµερινές χυµοπούλου, µη τρελαθούµε κιόλας, είπα και γέλασα µόνος µου. Η Νίτσα µε κοίταζε όπως µιλούσα µε ένα ελαφρό χαµόγελο. Μόλις γύρισα να φύγω µε κράτησε από τον ώµο. Μια στιγµή, µου είπε, µου κάνεις τι χάρη; Τι πράγµα; ρώτησα. Στάσου ένα λεπτό, είπε, και προχώρησε προς το παραθυράκι του περιπτέρου φωνάζοντας: Στέργιο, δώσε µου ένα πακετάκι µικρό άριστα µατσάγκου γλυκόπιοτο σε παρακαλώ. Και που ’σαι. Ο νεαρός από εδώ θα ’ρχεται κάθε µέρα να του δίνεις ένα πακετάκι µικρό άριστα και θα το χρεώνεις στον λογαριασµό µου, συνεννοηθήκαµε; 68


Εντάξει βρε Νίτσα, ότι θες εσύ. Μετά η Νίτσα µε το πακετάκι στα χέρια και µε ένα χαµόγελο µεγάλο γύρισε προς την πλευρά µου. Θα µου κάνεις την χάρη; Πάρε αυτό το πακετάκι.Όπως είδες έδωσα εντολή να έρχεσαι κάθε µέρα να παίρνεις τα τσιγάρα σου. ∆εν θα καπνίζεις χύµα. Θα παίρνεις µικρό πακέτο γιατί δεν θέλω να καπνίζεις πολλά, κάνουν κακό στην υγεία. Πάρτο αυτό τώρα, δικό σου. Άπλωσα το χέρι και το πήρα αµήχανος. Έχασα για λίγο την µηλιά µου. Ένιωθα σαν κεραυνόπληκτος, δεν περίµενα τέτοια εξέλιξη. Νόµιζα πως θα ανοίξει η γη να µε καταπιεί. Ντράπηκα λίγο. Θα πρέπει να ψιλοκοκκίνησα, µου ’ρθε το αίµα στο κεφάλι. Φαντάστηκα ότι η συµπεριφορά µου δηµιούργησε αίσθηµα οίκτου. Είµαι επιπόλαιος, ψιθύρισα. Τελικά αντέδρασα µε καθυστέρηση. Σε παρακαλώ Νίτσα, τι είναι τώρα αυτά. Από πού κι ως που; Με κάνεις και αισθάνοµαι αµήχανα, λίγη πλάκα προσπάθησα να κάνω. ∆εν φαντάστηκα πως θα σοβαρέψουν τα πράγµατα. Τι θα γίνει τώρα; Με κοίταξε καλά από την κορυφή ως τα νύχια. Το βλέµµα της λίγο ερευνητικό. Μετά ήρεµα είπε. Γιατί θέλεις να νιώσω κι εγώ άσχηµα; Γιατί δεν καταδέχεσαι ένα απλό και µικρό δώρο; Πρόσβαλα τον εγωισµό σου.Σε έπιασε το αντρικό σου τώρα. Πειράζει που θέλω να σε νιώθω δικό µου άνθρωπο; ∆εν έχω κανέναν άλλον πιο κοντινό εδώ. Γιατί πρέπει να παρεξηγήσεις την χειρονοµία µου; Έλα σε παρακαλώ. Πολιτισµένοι άνθρωποι είµαστε, µην µε προσβάλεις. Θα πικραθώ αν αρνηθείς το δώρο µου γιατί σε θεωρώ δικό µου αγαπηµένο πρόσωπο. ∆εν άνοιξα το στόµα µου να πω κάτι άλλο παρά ένα χαµηλόφωνο ευχαριστώ πολύ. Ένιωθα περίεργα. Είπα ένα γεια και πείρα το ποδήλατο να φύγω. Για µια βδοµάδα δεν πάτησα στο Φάληρο. Ντρεπόµουν να περάσω. Τα πράγµατα τα έστελνα µε κάποιο φίλο µου. Του είπα πως χρωστούσα κάτι λεφτά στον µπαρπά-Περικλή και ντρεπόµουν που δεν είχα να τα επιστρέψω. Ούτε στο περίπτερο πήγαινα. Ο Στέργιος έχασε τα ίχνη µου. ∆εν περνά να πάρει πακετάκι. ∆εν καπνίζει, το ’κοψε το τσιγάρο; Μπράβο του έλεγε µονολογών. Όµως παραφύλαγε να µε τρακάρει. Μου την είχε στηµένη. Την επόµενη βδοµάδα µου την βγήκε κανονικά το πρωί. Όταν µε µπάνισε από µακριά φώναξε. Για έλα εδώ εσύ που σε θέλω. Πήγα κοντά, λέγε είπα. Γιατί βιάζεσαι; Τι τρέχει; Να βρε Στέργιο δουλειές, είπα. Τι δουλειές, δουλειές µε φούντες; ∆εν ντρέπεσαι λίγο; Τι σου ’κανε η κοπέλα και δεν πατάς στο µαγαζί; Καλά, είσαι ολόκληρο παλικάρι πια, λίγη σοβαρότητα. Ρε Στέργιο, όπως ήρθαν τα πράγµατα ντρέποµαι την κοπέλα, είπα. Μα τι λες τώρα. Τι ντρέπεσαι. Τι σου ’κανε η κοπέλα; ∆εν καταλαβαίνεις πως αυτή σου η στάση την προσβάλει περισσότερο; Καλά δεν θέλεις να πάρεις τα τσιγάρα, χάνω κι εγώ από αυτό. Η κοπέλα όµως τι σου ’κανε. Σε πρόσβαλε; Σε θεώρησε φίλο της, δικό της άνθρωπο. Μπορεί να θέλει την συντροφιά σου. Κακό είναι αυτό; Ή µήπως έχεις κι εσύ την γνώµη πως όλες οι κοπέλες που δουλεύουν στην νύχτα είναι πουτάνες, όπως λένε οι κοµπλεξικοί. Όλοι θα ’θελαν µια τέτοια συντροφιά όµως και θα καµάρωναν για αυτή. Πολλοί από αυτούς µπορούν να χαλάσουν µια περιουσία για πάρτη της αν χρειαστεί. Με την στάση σου δείχνεις πως δεν την καταδέχεσαι. Όχι βρε Στέργιο, τι είναι αυτά που λες τώρα; ∆εν θέλω ούτε να τα ακούσω αυτά τα λόγια. Τώρα νιώθω ακόµα πιο άσχηµα, είπα. Καλά ξέρω, είπε ο Στέργιος. Θα µου πεις τώρα πως είναι µικρή η κοινωνία µας και πράσινα άλογα. Αρεε, τράβα στην δουλειά σου. Άµα είσαι άντρας τίµιος µην λογαριάζεις κανέναν και τίποτα. Όλοι µας την τιµή µας και την 69


ατιµία µας την έχουµε πρώτα στο µυαλό µας. Μην την υποτιµάς την κοπέλα και µην την προσβάλεις µε την στάση σου γιατί είναι έξυπνη και τα χαµπαριάζει όλα. Αυτή δεν σε πρόσβαλε. Αγάπη σου ’δειξε. Άντε να την βρεις το βράδυ. Ζήτα κι ένα συγνώµη.Πες κι έναν καλό λόγο. ∆εν θα πέσει η µύτη σου κάτω. Μετά από αυτή την συζήτηση, δεν ξέρω γιατί, το βράδυ πήγα εγώ τα ψώνια στο Φαληράκι. Μπαίνοντας µέσα στην κουζίνα ο µάγειρας φώναξε. Γιατί άργησες σήµερα; Σου είπα πως θέλω να µου τα φέρνεις νωρίς για να κανονίζω την δουλειά µου. Όταν γύρισε και µε είδε είπε. Α, εσύ είσαι. Νόµιζα πως ήταν ο άλλος πάλι. Γιατί χάθηκες εσύ, έχεις να φανείς κάτι µέρες. ∆ουλειές-δουλειές, είπα αφηρηµένα. Γύρισα στην σάλα κι είδα την Νίτσα στο βάθος µόνη. Όταν αντιλήφθηκε την παρουσία µου ήρθε προς την κουζίνα. Στην πόρτα ακριβώς κάθισε και µε φώναξε. Έλα να καθίσουµε σε µια γωνιά να πούµε δυο κουβέντες. Πέρασα µέσα στην Σάλα και καθίσαµε σε ένα γωνιακό τραπεζάκι ο ένας απέναντι του άλλου. Είµαστε αποµονωµένοι λίγο απόµερα, αν και το µαγαζί είναι ακόµα άδειο γιατί είναι νωρίς. Κοίτα τι θα σου πω, άρχισε να λέει. Είσαι λίγο µικρός, αψής και ακατάδεκτος. Είσαι και πεισµατάρης και εγωιστής. Ο εγωισµός σου ελπίζω να µην είναι νοσηρός και επικίνδυνος. Γιατί εξαφανίστηκες;Μαζί µου παρεξηγήθηκες; Σε πρόσβαλα; Ένα πακέτο τσιγάρα σε κέρασα κι αυτό µικρό. Σου ζήτησα αντάλλαγµα; Σε εξαγόρασα; Τα έβαλα µε την συνείδησή σου; Προσπαθώ να καταλάβω τι κακό σου έκανα. ∆εν µου λες, ρώτησα.Κάτι θετικό βρίσκεις να έχω; Ασφαλώς και έχεις πάρα πολλά θετικά. Πρώτα, πρώτα είσαι καλό και τίµιο παιδί. Εργατικό, δουλεύεις σκληρά κι έµαθα πως οι πλάτες σου είναι φορτωµένες µε µεγάλο φορτίο. Εγώ δεν φιλοδοξώ να σου λύσω τα προβλήµατά γιατί και να θέλω δεν µπορώ. Όµως θέλω να σε θεωρώ φίλο µου και µάλιστα αγαπηµένο. Αν θέλεις µπορείς να δεχθείς χωρίς καµία ιδιαίτερη υποχρέωση. Αν δεν θέλεις να µου το πεις χωρίς αναγκαστικά να µε προσβάλεις. Ξέρεις ορισµένα πράγµατα δεν µπορούν να γίνονται µε το ζόρι και υποχρέωση. Είσαι πάνω από δεκαοκτώ χρονών; Ρώτησε γελώντας. Μέσα είσαι, είπα ανταποδίδοντας το γέλιο. Α,α,α, σε περνάω πέντε χρόνια, είναι πάρα πολλά, είπε χωρίς να χαθεί το χαµόγελό της. Κατάλαβες τώρα πόσο χρονών είµαι. ∆εν σου λέω ψέµατα. Αν δεν σου είµαι αντιπαθητική θα ήθελα να σµίξουµε φίλοι της καρδιάς. Να κάνουµε συντροφιά τις ώρες που µπορούµε. Αν θέλεις έλα το βράδυ από δω, θα σε κεράσω ένα ποτό. Να τα πάλι. Είδες, θα µε κεράσεις. Γιατί, χαρτί απορίας έχω; Έλα τώρα! Μην είσαι µυγιάγγιχτος. Πιες ένα ποτό και πλήρωσέ το µόνος σου, αρκεί να ’ρθεις. Τι άλλο θες. Άκου, είπα, θα ρθω και ξέρεις γιατί; Όχι αν δεν µου το πεις. Γιατί είσαι πολύ όµορφη και µου αρέσεις. Γι’αυτό θα ’ρθω, και µην νοµίζεις πως αυτό που συνέβη τώρα σε µένα είναι κάτι που επαναλαµβάνεται τακτικά. Απλά τα χάνω λίγο, µην µε παρεξηγείς. Το ξέρω, είπε, και δεν σε παρεξηγώ µην έχεις πρόβληµα. Άλλωστε, πως µπορώ να παρεξηγήσω ένα αγόρι που µου αρέσει και θέλω να το ’χω συντροφιά µου. Κατά τις δέκα η ώρα το βράδυ ήµουνα εκεί. Το µαγαζί γεµάτο παρέες. Η Νίτσα στο πάλκο τραγουδούσε. Με κοίταξε µε χαµόγελο. Κάθισα σ’ένα τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα της κουζίνας και παρήγγειλα µια µπύρα στον Αχτένιστο. Τα µαγαζιά αυτά ανέκαθεν ήταν ξενυχτάδικα µε όλη την σηµασία της έννοιας. Ο κόσµος που σύχναζε και γλεντούσε σ’αυτά κάθε βράδυ ήταν διαφορετικός. Πολύ λίγοι οι µόνιµοι θαµώνες. Οι πιο πολλοί δεν έφευγαν αν ο ήλιος δεν έσκαγε στην 70


ανατολή τις πρώτες του ακτίνες. Οι συµπεριφορές των θαµώνων σχεδόν ίδιες. Το χρήµα όλοι αυτοί το αποκτούσαν αβασάνιστα και µπόλικο. Γι’αυτό και το σκορπούσαν µε τον ίδιο τρόπο. Ανεµοµαζώµατα, διαολοσκορπίσµατα, λέει ο λαός. Όλοι αυτοί δεν έχουν καµία σχέση µε τον κοσµάκη του µεροκάµατου και της βιοπάλης. Αυτός µοχθούσε νυχθηµερόν, έλεγε το ψωµί ψωµάκι. Αυτοί ήταν άλλο πράγµα. Έτσι καθιερώθηκε όταν λένε κόσµος να εννοούν αυτούς, τους αεριτζήδες, τους µεταπράτες, τους µεσάζοντες. Όλους όσους κάνουν δουλειές του ποδαριού. Αυτοί κονοµούσαν σε µια βδοµάδα όσα ένας βιοπαλαιστής σε δυο µήνες. Γι’αυτό ο κόσµος ήταν αυτοί. Οι άλλοι ήταν ο κοσµάκης. Όσοι αποκτούσαν µπόλικο και εύκολο χρήµα το ξόδευαν και εύκολα, το σπαταλούσαν. Το αξιοπερίεργο ήταν πάντα πως δίπλα σε αυτού κόλλαγαν από κατακάθια του περιθωρίου ως βαθµοφόροι του στρατού, της αστυνοµίας, δικαστικοί και βάλε. Μαστροποί, εµπόροι ναρκωτικών. Αυτούς τους τελευταίους ο κοσµάκης του βάφτισε υπόκοσµο. Πολύ αργότερα επί το ευγενέστερον τους είπαν περιθώριο ή µαφιόζους. Ο κοσµάκης δύσκολα θα βρεθεί σε τέτοιους «κοσµικούς» χώρους. ∆εν διαθέτει οικονοµικό ούτε και ηθικό ανάστηµα και θράσος. Άλλωστε τα χρήµατα που βγάζει µε ζόρια πολλά είναι υπερπολυτέλεια να τα πετάξει συναγωνιζόµενους διάφορους αεριτζήδες. ∆εν του περισσεύουν. Άσχετα αν σε λίγα χρόνια µας µεταλαµπάδευσαν τον ίδιο τρόπο ζωής σε όλα τα επίπεδα. Αυτά τα ξενυχτάδικα και µια παρέα να υπάρχει στο µαγαζί ή ορχήστρα είναι υποχρεωµένη να ξενυχτίσει µαζί µε το προσωπικό. Γύρω στις δώδεκα η ώρα πλήρωσα την µπύρα µου και σηκώθηκα να φύγω. Το πρωί είναι δύσκολο όταν παραβιάζονται οι ώρες της ξεκούρασης. Η Νίτσα έκοψε κίνηση και κατέβηκε από τα πάλκο. Προχώρησε ίσια στην κουζίνα και την ακολούθησα. Σε ευχαριστώ που ήρθες, µου είπε. Ξέρω πως αύριο θα πας για δουλειά και πρέπει να ξεκουραστείς. Ήρθα να σε καληνυχτίσω και να σου πως αύριο το απόγευµα όποτε µπορείς έλα από το σπίτι να πιούµε καφέ. Ήρθα στην κουζίνα να σε χαιρετήσω γιατί µέσα στην Σάλα πίνουν όλοι οινόπνευµα και είναι ζαλισµένοι. Όταν τα πάρουν στο κρανίο γίνονται µπελαλήδες. Μην µε παρεξηγείς, είναι συµπεριφορές της δουλειάς µας. Ρώτα και τον κυρ-Αντώνη που γνωρίζει από αυτά. Τα έβγαλε από µέσα της µε ένα πικρό χαµόγελο σαν εξοµολόγηση. Είπα πως αύριο θα προσπαθήσω να ανταποκριθώ στον καφέ. Τους καληνύχτισα και αποχώρησα. Έφυγα µε αισθήµατα ανάκατα. ∆εν µπορούσα να βάλω µια τάξη στις σκέψεις µου.Είχα φόβους και αναστολές. Ήξερα πως σε αυτούς τους χώρους οι σχέσεις των ανθρώπων παρουσιάζουν κάποιες ιδιοµορφίες. Ο βηµατισµός των ανθρώπων της νύχτας δεν µπορεί εύκολα να συγχρονιστεί µε τα βήµατα των απλών ανθρώπων. Συνάφι τους θεωρούν όλους τους νυχτόβιους. Έτσι δικαιολογούνται κάποιες ατέρµονες σχέσεις ανθρώπων της νύχτας. ∆εν µπορούσα να δώσω µια απάντηση στο ερώτηµα, πώς κολλάω εγώ σε αυτό το σκηνικό. Ωστόσο δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Κάπου µέσα µου κολακεύεται ελαφρά ο ανδρικός µου εγωισµός. Την άλλη µέρα στην δουλειά ήµουν λίγο φευγάτος. Μικρός ήµουν, άσχετα αν η ζωή µας ωρίµασε πριν την ώρα µας. ∆ούλεψα µέχρι της έξη το απόγευµα µε µια διακοπή µιάµιση ώρα το µεσηµέρι. Μέχρι να φτάσω στο σπίτι, να ζεστάνω νερό στην γκαζιέρα για να κάνω µπάνιο είναι κάποια διαδικασία. Θες και λίγο να ξανασάνεις, να ξυριστείς. Βλέπεις έχουµε και πρόσθετες τρικλοποδιές. Όταν ξεκίνησα για το σπίτι της Νίτσας η ώρα ήταν λίγο προχωρηµένη. 71


Ο Χάµπος µου φώναξε. ∆εν θα ετοιµάσεις τα πράγµατα για το Φαληράκι; Έρχοµαι σε µισή ώρα, είπα. Στον δρόµο συνάντησα τον Αχτένιστο. Τι γίνεται, ρώτησε. Κατάλαβα πως ήθελε κουβέντα και ενηµέρωση. Άλλη φορά, του είπα. Έχω δουλειά τώρα, βιάζοµαι. Καλά είπε και συνέχισε τον δρόµο του. Μην της φερθείς άσχηµα, φώναξε, είναι καλή κοπέλα. Καλά, του είπα, ακόµα δεν έγινε και τίποτα. Έφτασα έξω από το σπίτι. Χτύπησα την πόρτα ελαφρά. Έλα µέσα, είναι ανοιχτά, φώναξε. Έσπρωξα την πόρτα και πέρασα µέσα. Την είδα φτιαγµένη έτοιµη, στολισµένη κούκλα. Να περιµένω, ρώτησα. Να καθίσεις, θα πιούµε καφέ. Θέλω να κουβεντιάσουµε λίγο, να καθίσουµε δίπλα-δίπλα. Άργησα λίγο, είπα. Έρχοµαι κατευθείαν από την δουλειά. Ωστόσο σε βρίσκω πολύ όµορφη και ευδιάθετη κι αυτό µου αρέσει. Κι εσύ φτιάχτηκες και έκανες πολύ καλά. Σε περίµενα λίγο πιο νωρίς, όµως δεν πειράζει. Πειράζει, είπα, υπάρχουν δυσκολίες και για τους δυο µας. Πρέπει πάλι να γυρίσω στο µαγαζί και να ετοιµάσω τα ψώνια για το Φαληράκι, ο µάγειρας γκρινιάζει. Καλά, κάτσε να πιούµε τον καφέ µας και θα φύγουµε µαζί. Αύριο θα έχω ρεπό. Θα κανονίσουµε να βρεθούµε. Θα ναι πιο εύκολα τα πράγµατα. Έφτιαχνε τον καφέ ενώ ανταλλάσαµε κουβέντες. Τελικά τον έφερε µέσα στο µπακιρένιο µπρίκι πάνω σε έναν δίσκο που είχε κεντήµατα, µε δυο ποτηράκια του καφέ και δυο νεροπότηρα. Εκείνο που µε εντυπωσίασε ήταν που και οι δύο µιλάγαµε σαν να γνωριζόµασταν χρόνια. Ωστόσο χρειαζόταν µια συζήτηση για να βάλει ορισµένες σκέψεις µας σε κάποιο δρόµο. Επειδή εγώ δεν θα τα κατάφερνα µε τίποτα ήταν φανερό ανέλαβε η Νίτσα να οδηγήσει την κουβέντα. Γι’ αυτό µε ρώτησε ευθέως. Θα ’θελες να γίνουµε φιλαράκια της καρδιάς και να κάνουµε παρέα, όσο καιρό θα µείνω σε αυτήν την πόλη; Σου κάνω αυτή την ερώτηση γιατί ίσως δεν µε συµπαθείς και δεν θέλεις την συντροφιά µου. Απάντησέ µου αν θέλεις και µπορείς για να προχωρήσω παρακάτω ή να σταµατήσω κάθε συζήτηση. ∆εν γνωρίζω τι υποχρεώσεις θα µου δηµιουργήσει µια τέτοια σχέση κι αν µπορώ να ανταποκριθώ, της είπα. Θα ’θελα πρώτα να µου πεις αν σου αρέσω, αν σου είµαι ευχάριστη στην συντροφιά για να προχωρήσω την κουβέντα µας. Θα ήµουν παλαβός ή ακοινώνητος αν έλεγα πως δεν µου αρέσεις, τόσο σαν παρουσία όσο και σαν καλή συντροφιά. Μπορώ να είµαι µαζί σου ώρες, ολόκληρες µέρες και µήνες, είπα. Ωραία, τότε θα πρέπει να σου πω πως εγώ σε διάλεξα και µην ρωτάς γιατί. Πιστεύω πως όταν κάποιος σου αρέσει το µόνο που προσπαθείς είναι να του κάνεις την ατµόσφαιρα ευχάριστη για να αισθάνεται την συντροφιά σου όµορφα. Το µόνο που επιδιώκεις είναι να µην το φέρνεις ποτέ σε δύσκολη θέση και να τον κάνεις να πικραίνεται µε λόγια και µε πράξεις προβληµατικές και ανάρµοστες. Θέλω την συντροφιά σου όσο θα βρίσκοµαι εδώ σε αυτήν την πόλη χωρίς καµιά ιδιαίτερη απαίτηση από σένα. Θα υπάρξουν δυσκολίες περισσότερο λόγω της δουλειάς, τόσο από την δική µου πλευρά όσο και την δική σου. Άλλες ώρες, άλλα βήµατα. Εγώ κάθε βράδυ για το µεροκάµατο, κάνω κάποιους συµβιβασµούς δίχως να θίγω την αξιοπρέπειά µου. ∆εν ξεπουλάω την ψυχή µου, αυτό είναι ένα ζήτηµα που θέλει πολύ κουβέντα. Πάντως τα βαρέθηκα όλα αυτά. Κάθε βράδυ είµαι υποχρεωµένη να βλέπω όλους τους πελάτες να µε τρώνε µε τα µάτια τους. Μερικές φορές νοµίζω πως είναι θέµα χρόνου να µε αρπάξουν και να µε κατασπαράξουν. Αν αφεθώ µπόσικη χάθηκα. Θέλω να δηµιουργήσω κάτι που να µου δίνει κίνητρο να 72


αντισταθώ σε όλα αυτά και να ευχαριστεί κι εµένα. Το έχω ανάγκη για να ισορροπήσω. ∆εν µου αρέσουν οι σχέσεις που έχουν κίνητρα συµφεροντολογικά. ∆εν έχω απαιτήσεις από εσένα, άλλωστε δεν το επιτρέπει η δουλειά µου και η ηλικία µου. ∆εν µπορώ να θέσω όρους, απλώς θέλω µια σχέση καθαρή δίχως ιδιοτέλειες. Αν αυτά που είπα τα κρίνεις σωστά και λογικά θέλω να το ξέρω. Το µόνο που θα σε παρακαλέσω είναι να µην διεκδικήσεις από εµένα παράλογες απαιτήσεις. Αν συµβεί κάτι τέτοιο θα µου δυσκολέψεις ακόµα περισσότερο την ζωή και την δουλειά µου. Αν µε πιστεύεις πραγµατικά σε ότι σου λέω δεν θα υπάρξει λόγος να δηµιουργηθούν µεταξύ µας προστριβές και νοσηρές συµπεριφορές µε ζήλιες και πείσµατα. ∆εν µου αρέσουν τα νταηλίκια και τα νταβατζιλίκια. Θέλω να δηµιουργήσουµε µια σχέση που να γεµίζει την ψυχή µας ηρεµία και σιγουριά. Πιστεύω πως οι άνθρωποι δεν είναι σακιά φουσκωµένα γεµάτα αρρωστηµένες επιθυµίες. Είσαι και µικρότερός µου. Αν αυτό σε ενοχλεί να µου το πεις. Άλλωστε δεν θα παντρευτούµε. Παρέα θα κάνουµε. Η σχέση µαζί µου δεν µπορεί να σου προσφέρει τίποτα περισσότερο από µια αξιοπρεπή και γλυκιά εµπειρία. Θα φροντίσω να είναι τρυφερή. Θα είναι µια σχέση που θα αφήσει µια γλυκιά ανάµνηση και στους δυο µας µε χιλιάδες εικόνες. Με τροµάζει η ζεστή αλλά τόσο ψύχραιµη σκέψη σου, είπα. Απορώ πως µπορείς και λειτουργείς τόσο τετράγωνα. ∆εν σε πήραν και τα χρόνια ακόµη. Είσαι µικρή, πανέµορφη και δροσερή ύπαρξη και έχεις ακόµα όλο το µέλλον µπροστά σου. Ακόµα ίσως θα µπορούσες να έχεις και τον κόσµο στα πόδια σου. Γιατί λοιπόν τόσο κλειστή σκέψη. Γιατί δεν θα ’θελα να είµαι µελοδραµατική. Ζητώ µια σχέση και λόγω της δουλειάς µου γνωρίζω τα περιθώρια των απαιτήσεών µου. Αν ήθελα άλλου είδους σχέση θα είχα άλλους προσανατολισµούς. ∆εν µε γεµίζει αισιοδοξία τέτοιος προσανατολισµός. Τίποτα δεν θα µε αναγκάσει να εµπορευµατοποιήσω τα συναισθήµατα και την ψυχή µου. Ένα πράγµα µπορεί να µε σκοτώσει. Αν στην σχέση µας δηµιουργηθούν νοσηροί συναισθηµατισµοί που εκδηλώνονται µε καψούρες. Αυτά καταλήγουν τις περισσότερες φορές σε καυγάδες. Είναι ότι χειρότερο µπορεί να συµβεί. Θα ’θελα να µε αφήσεις να σου προσφέρω όσα µπορώ και είναι πάρα πολλά. Αν είσαι έτοιµος και διατεθειµένος προσπάθησε να µου προσφέρεις ότι µπορείς. Πολλές φορές είναι πολλά και τα λίγα όταν προσφέρονται µε απλοχεριά. Θέλω να µε πιστέψεις, φιλοδοξώ και στόχος µου είναι να καταφέρω µέσα από την σχέση µας να αγαπήσεις όλες τις γυναίκες. Πίστεψέ το, το αξίζουν. Οι περισσότεροι άνδρες τις υποβαθµίζουν. Θα ήθελα να συµπεριφέρεσαι σε όλες τις γυναίκες µε τρυφερότητα. Θα είσαι ιδανικός. Για να τις σέβεσαι δεν είναι απαραίτητο να είσαι ερωτευµένος µαζί τους. Η ευαισθησία είναι θέµα αγωγής και ανθρωπιάς. Πάντα θα έχεις κάτι διαφορετικό να προσφέρεις σε κάποια που ερωτεύεσαι και αγαπάς. Να σέβεσαι περισσότερο όσες νιώθουν αδύναµες να στηριχθούν στις δικές τους δυνάµεις. Μην ευθυγραµµιστείς ποτέ µε απόψεις και συµπεριφορές όσων αποκαλούν όλες τις γυναίκες πουτάνες. Υπάρχουν και τέτοιες µέσα στο κοινωνικό σύνολο. Όµως ο κόσµος µας δεν έχει µόνον τέτοιες. Άλλωστε για το κατάντηµά τους δεν ευθύνονται µόνον οι ίδιες. Ευθύνονται εξίσου και όλοι οι φαλλοκράτες που εκµεταλλεύονται τον πατριαρχικό τους ρόλο. Ποντάρουν στις αδυναµίες και τις ανασφάλειες των γυναικών. Αυτήν που δηµιουργεί ο κοινωνικός 73


περίγυρος µε τον τρόπο που λειτουργεί και διαπαιδαγωγεί όλα τα φαλλοκρατικά µέλη της. Φέρεται απαξιωτικά και χυδαία στο άλλο µισό του πληθυσµού. Στο τέλος όλοι αυτοί οι φαλλοκράτες όταν αποφασίσουν να κάνουν οικογένεια αναγκάζονται από τα πράγµατα να διαλέξουν για σύζυγο τους µία από αυτές τις γυναίκες που µέχρι χθες αποκαλούσαν πουτάνες. Μια τέτοια είναι η µάνα των παιδιών τους. Με αυτές δηµιουργεί ο καθένας ξεχωριστά την δική του οικογένεια. Θα µεγαλώσουν µαζί τα παιδιά τους αγοράκια-κοριτσάκια. Όταν έρθει το πλήρωµα του χρόνου και οι κοπέλες τους µεγαλώσουν τότε για να συµπληρωθεί ο κύκλος της ζωής θα φέρει κάποιον νεαρό φαλλοκράτη άξεστο στην πόρτα του σπιτιού τους. Σαν άνδρας θα υποβαθµίσει τις δικές τους κόρες µιας και διδάχθηκε να τις θεωρεί όλες πουτάνες. Αυτή είναι η κοινωνία που ζούµε. Μιας και δεν µπορούµε να την αλλάξουµε ολοκληρωτικά ας προσπαθήσουµε να αλλάξουµε κάποιες γενικές συµπεριφορές που αγγίζουν την δική µας αξιοπρέπεια και δείχνουν τον βαθµό του πολιτισµού µας. Με αυτόν τον τρόπο θα ’θελα να βιώσω την δική µας σχέση, χωρίς φραγµούς, ταµπού και θλιβερούς καθωσπρεπισµούς. Με κοίταξε στα µάτια. Είπα πάρα πολλά, σε φλόµωσα στην θεωρία. Που έµπλεξα ο δόλιος, θα λες µέσα σου. Για αυτό σε παρακαλώ πες κάτι. Πως άκουσες αυτό το παραλήρηµά µου; Τι να πω, είπα. Απλώς κατάλαβα πόσο πεζός είµαι. Πολύ λίγα πράγµατα γνωρίζω γύρω από κοινωνικές συµπεριφορές. Όσα άκουσα ήταν ένα πρώτης ποιότητας σεµινάριο για αρχάριους και όχι µόνο. ∆εν απέχω καθόλου από τον τρόπο σκέψης σου και την φιλοσοφική σου διάσταση. Οφείλω να οµολογήσω πως όσο και να προσπαθούσα δεν θα κατάφερνα να τα βάλω όλα σε τέτοια σειρά και τάξη. Τα τακτοποιείς µε ειρµό και χυµούς. ∆εν νοµίζω πως άλλα παιδιά της ηλικίας µας έχουν τις ίδιες ευαισθησίες. Όµως οφείλω να πω πως µου είναι αρκετά δύσκολο εκ των προτέρων να υποσχεθώ πως θα καταφέρω να χαλιναγωγήσω τα συναισθήµατά µου. Πόσο µάλλον να τα φρενάρω. Αυτό θα µπορούσα να το σκεφτώ µόνο όταν προκύψει το πρόβληµα. Αυτό δεν σηµαίνει πως η σκέψη σου δεν είναι ρεαλιστική και απεικονίζει την αντικειµενική πραγµατικότητα. Ότι είπα το πιστεύω, µου είπε. Μην νοµίσεις πως αυτή την κουβέντα την δηµιούργησα για να αυτοπροστατευτώ. Το έθεσα σαν βάση για να προστατέψω εσένα. ∆εν θα ’θελα η σχέση µας να σου δηµιουργήσει και άλλα προβλήµατα. Φτάνουν αυτά που έχεις. ∆εν θέλω να σκέφτεσαι τίποτα πέρα από την δουλειά σου και τους δικούς σου. Θα ήµουν έξω από κάθε λογική και αξιοπρέπεια αν είχα σαν στόχο να σε µετατρέψω σε περιθωριακό άτοµο, παράσιτο της νύχτας. Ένας τέτοιος ρόλος δεν σου ταιριάζει. Ανδρισµός και παλικαριά είναι αυτή η δική σου στάση ζωής. Μου αρέσει αυτή σου η συµπεριφορά και µε τίποτα δεν θα ήθελα να την αλλάξεις. Σε εκτίµησα σαν ένα αγόρι τίµιο, φτωχό και κοινωνικά ενδιαφέρων. Αυτή την στάση θα ’θελα να κρατήσεις ότι και να συµβεί µεταξύ µας. Αισθάνοµαι τυχερή και περήφανη που βρέθηκα στην στράτα σου. Έχεις σωστούς προσανατολισµούς και στόχους. Μην παρασυρθείς από τα καµώµατα της νύχτας, θα χάσεις ότι πολυτιµότερο διαθέτεις. Την νύχτα την διαφεντεύουν ασφαλίτες και περιθωριακοί που τους λένε νονούς και µαφιόζους. Όσοι παρασύρθηκαν από την νύχτα αφοµοιωθήκαν, έπεσαν στην παρανοµία, στο λούκι που λέει κι ο λαός. Χαρακτηριστικό γνώρισµα των νονών της νύχτας τα πισώπλατα 74


µαχαιρώµατα. Βρε Νίτσα, είπα, εσύ είσαι ξένο σώµα µέσα στην νύχτα, σύµφωνα µε αυτά που άκουσα. Αναρωτιέµαι, πως συνεχίζεις να βιώνεις την νύχτα και τα τερτίπια της. Πως δεν ζητάς να λυτρωθείς; Αυτό είναι ένα ζήτηµα που µε απασχολεί τελευταία. Πέτυχες ακριβώς ότι µε βασανίζει και το διαπίστωσε σωστά. Αισθάνοµαι ξένη, σε άλλον κόσµο. Πιστεύω πως σύντοµα θα τελειώσει και αυτό το πρόβληµα θα λυθεί. Σε κράτησα πολύ. Πέρασε η ώρα, να πας στις δουλειές σου. Ήθελα να τα πω για να εκτονωθώ. Με βασανίζουν µέρες τώρα όλα αυτά. Ένιωθα και µόνη, δεν είχα κάποιον να εµπιστευτώ, να ανοίξω την καρδιά µου. Καλά έκανες, είπα. Όµως πράγµατι πρέπει να φύγω, ο Χάµπος θα ανησυχεί. Την αγκάλιασα µε ένα ζεστό γεια σου. Αυτή η ιστορία που ξεκίνησε λίγο περίεργα συνεχίστηκε για όλο το διάστηµα που η Νίτσα έµεινε στην πόλη µας. Είχαµε µια ζεστή σχέση µε τις ιδιοµορφίες της, χωρίς το αίσθηµα της ιδιοτέλειας. Μια µέρα ξαφνικά κάπως στενάχωρα µου είπε. Πρόσεξε τι θα σου πω για να είσαι ενήµερος. Γεννήθηκα και µεγάλωσα στα προσφυγικά παραπήγµατα δίπλα στο γήπεδο της Λεωφόρου. Είµαι γόνος προσφυγικής γενιάς. Ο πατέρας µου ήταν τεχνίτης στις οικοδοµές σαν κι εσένα. Ήταν στην εξορία µε το ιδιώνυµο του Βενιζέλου όταν γνώρισε την µητέρα µου. Στην περίοδο της κατοχής εντάχθηκαν στην ΟΠΛΑ. Στα δεκεµβριανά σκοτώθηκε. Η Μάνα µου δεν είχε άλλα παιδιά, µόνον εµένα. Με παράτησε στην γιαγιά µου και την αδελφή του πατέρα µου και το έριξε στην εύκολη ζωή, στην πορνεία. Εγώ µεγάλωσα στα χέρια της γιαγιά και της θείας µου. Πως βρέθηκα στην νύχτα; Είναι µια ιστορία που ίσως κάποια φορά να σου την διηγηθώ. ∆εν µου αρέσει να παριστάνω το θύµα. Κάποια µέρα που µπορεί να µην είναι και πολύ µακρινή θα τελειώσει το δικό µας ροµάντζο. Τότε θέλω να φερθείς αντρίκια, παλικαρίσια όπως σου αξίζει να φέρεσαι. Μην µου δυσκολέψεις τον αποχωρισµό. Εγώ θα πρέπει να φύγω. Θα µετακοµίσω σε άλλη πόλη και θα δουλέψω λίγο ακόµα ωσότου εγκαταλείψω την νύχτα. Εσύ δεν πρέπει να επηρεαστείς από αυτές τις εξελίξεις. Έχεις να βοηθήσεις τους δικούς σου που σε έχουν µεγάλη ανάγκη. Θα βρεις µια καλή κοπέλα γιατί το δικαιούσαι. Κάποτε θα γίνει κι αυτό. Θα κάνεις οικογένεια. Μπορεί το ίδιο να συµβεί και µε εµένα. Εκείνο που θέλω να σου τονίσω, µην διανοηθείς να τρέξεις πίσω µου όταν φύγω. Θα είναι δύσκολο και για µένα. Μην µου το κάνεις µαρτυρικό. Όµως θέλω να θυµάσαι πάντα και να ξέρεις πως ότι έζησα µαζί σου ήταν αληθινό και γνήσιο. Αγάπησα αυτό που είσαι. Θα σε σκέπτοµαι πάντα και θα εύχοµαι να είσαι και να περνάς καλά. Όπως την άκουγα να µου µιλά µου φάνηκε σαν επικήδειος. Στεναχωρέθηκα πάρα πολύ, δεν θυµάµαι αν έκλαψα λίγο. ∆εν είπα κουβέντα, δεν αντέδρασα διόλου. Έµεινε στην πόλη µας συνολικά οκτώ µήνες. Όταν αποφάσισε να φύγει κράτησα την στάση που µου ζητούσε, αντρίκια σύµφωνα µε τα δικά της κριτήρια. Προσπαθούσε µε χίλιους δυο τρόπους να µου απαλύνει την πίκρα και να µου δείξει πόσο όµορφα πέρασε µαζί µου. Είµαι ευτυχισµένη µε ότι µου έδωσες, αυτό µου φτάνει για να σε θυµάµαι πάντα. Σαν χωρίσουµε µην ασχοληθείς µαζί µου παρά σαν µια παρένθεση µιας γλυκιάς ανάµνησης που είχε τα δικά της χαρακτηριστικά. Αν µε αγάπησες έστω και λίγο θα µου κάνεις αυτήν την χάρη όσο δύσκολο και να είναι. Έχεις πολύ δύσκολο δρόµο ακόµα µπροστά σου. Μην σταθείς σε πράγµατα που θα ζήσεις και πάλι στο µέλλον. Η ζωή δεν τελειώνει µε µια εµπειρία µόνο. Αν φερθείς µε δύναµη θα µε βοηθήσεις κι εµένα να το ξεπεράσω πιο ανώδυνα. Της 75


υποσχέθηκα πως θα τυρίσω ότι µου ζήτησε, χωρίς να κρατήσω την υπόσχεσή µου στο τέλος. Λαϊκή κουλτούρα και καθηµερινότητα Φεύγει ο καιρός. Περνούν οι ώρες, οι µέρες, οι µήνες, τα χρόνια σαν το νερό στο ρέµα. Φεύγουν και όλα γύρω µας αλλάζουν. Εµείς φορτωµένοι προβλήµατα και αγωνίες. Μας λείπει η πολυτέλεια να τα παρακολουθήσουµε. Μας πνίγουν όλους η ανεργία, η µιζέρια και τα χρέη. Πολλοί λίγους δεν τους αγγίζουν τέτοιου είδους βάσανα. Το µόνο ευχάριστο στην φαµίλια µας, η σταθερότητα της υγείας του Χάµπου. Έχει αναρρώσει για καλά. Περνάµε τον δεύτερο χρόνο µετά την επέµβαση, χωρίς αιµορραγίες και κρεβατώµατα. Ο ίδιος νιώθει πιο απελευθερωµένος. Έχει καθιερώσει το δικό του στέκι. Εγώ βοηθώ όσο µπορώ περισσότερο. Αυτό µου αφαιρεί χρόνο από τις δικές µου δραστηριότητες, όµως δεν µπορώ να διανοηθώ κάτι διαφορετικό. Οι άνθρωποι όλοι δίπλα µας αρχίζουν σιγά-σιγά να δηµιουργούν φιλικές σχέσεις. Καταβάλουν προσπάθειες να βελτιώσουν την ζωή τους. Έχουν καταλάβει πια πως αν δεν βελτιωθούν πρώτα τα οικονοµικά µε κάποια αύξηση των εισοδηµάτων τους δεν µπορούν να ελπίζουν σε κάτι καλύτερο. Ψάχνουν τρόπους να βελτιώσουν το εισόδηµά τους. Παράλληλα µε τον τρόπο τους βρίσκουν διέξοδο και σε πολιτιστικές εκδηλώσεις για την ψυχαγωγία και την ευχαρίστησή τους. Οι πιο προσιτή διασκέδαση για τα λαϊκά στρώµατα αυτήν την εποχή ο κινηµατογράφος, χειµερινός-θερινός. Βρίσκεται σε περίοδο µεγάλης ακµής. Αποτελεί πρωταρχικό µέσο διασκεδαστικής ευχαρίστησης για όλους του κατοίκους της χώρας. Ιδιαίτερα ευεργετική η προσφορά του για τα λαϊκά στρώµατα. Τους δίνεται η δυνατότητα µε ένα µικρό αντίτιµο εισιτηρίου να ταξιδέψουν για λίγο µέσα στα λαµπερά φώτα των διάσηµων αστέρων. Να χαρούν, να κλάψουν και να γελάσουν µαζί τους. Να ζήσουν το µεγάλο παραµύθι της σταχτοπούτας µε τις δικές τους παραλλαγές. Περισσότερη ευχαρίστηση νιώθει κανείς µέσα στους µεγάλους χώρους των θερινών κινηµατογράφων. Περνούν µαγευτικές βραδιές κάτω από τα άστρα του ουρανού. Στην θέα της οθόνης πάνω στην υπερυψωµένη σκηνή το τεράστιο άσπρο πανί πλαισιωµένο µε µαύρο φόντο γύρω του και το βαθύ µπορντό χρώµα προδιαθέτει το µεγάλο ταξίδι της φαντασίας. Τα µεταλλικά καθίσµατα µε την πλαστική πλέξη. Η µάντρα πνιγµένη στο γιασεµί και το αγιόκληµα µε χίλια δυο λουλούδια γύρω να σκορπίζουν ευωδιά. Και οι χειµερινοί κινηµατογράφοι είχαν την δική τους ζεστασιά και χάρη. Ο κόσµος απολάµβανε πάρα πολλά κινηµατογραφικά έργα αριστουργήµατα, χωρίς να λείπουν και οι κονσέρβες από υποβαθµισµένες ταινίες. Ωστόσο εκείνη η περίοδος που ερχόταν από ένα βαθύ και µε πολύ περιεχόµενο παρελθόν, κουβαλούσε µαζί του όλο τον πλούτο µιας συσσωρευµένης παραγωγικής γενιάς στην τέχνη και τον πολιτισµό. Λόγω της κοινωνικής και πολιτικής ανισότητας των λαών δηµιουργήθηκαν κοσµογονικές αναταραχές και ανακατατάξεις. Αυτό έδωσε την δυνατότητα σε πολλούς οραµατιστές ανθρώπους της διανόησης να διευρύνουν τα ουµανιστικά τους οράµατα. Μέσα από τον γραπτό λόγο δηµιούργησαν αριστουργήµατα λογοτεχνικά, ποιητικά, δίνοντας προοπτική για την δηµιουργία ενός κόσµου που θα πάψει να ζει 76


στην βαρβαρότητα. Αυτές οι σκέψεις και τα οράµατα µεταλαµπαδεύτηκαν στις επόµενες γενιές που συνέχισαν µε τον ίδιο αµείωτο ζήλο να οραµατίζονται και να µπολιάζουν τους προοδευτικούς ανθρώπους µε τις νέες προοπτικές για την οικοδόµηση του καινούργιου κόσµου. Η ανθρωπότητα πέρασε µέσα από την σκληρή δοκιµασία δύο παγκόσµιων πολέµων που και οι δύο είχαν αφετηρία και τέρµα την Ευρώπη. Αυτό δεν εµπόδισε τους προοδευτικούς διανοητές να οραµατίζονται την ουτοπία. Η γενιά µας σε αυτόν το τοµέα στάθηκε αρκετά τυχερή. Πρόλαβε να γνωρίσει και να γευτεί αυτό το νέκταρ της πνευµατικής τροφής που κληρονόµησε ποικιλότροπα. Μέσα από την λογοτεχνία, την ποίηση, τα εικαστικά, την µουσική, τα πολλά και καλά θεατρικά έργα, µε αποκορύφωµα τον κινηµατογράφο που δικαίως φέρει την σφραγίδα της έβδοµης τέχνης. Ακόµα και στην µαύρη περίοδο του µεσαίωνα, του µεγάλου σκοταδισµού και της στείρα συντηρητικής παπαδοκρατίας, που οι σκληροί τιµωροί του προοδευτικού πνεύµατος χρησιµοποιούσαν την πυρά ως µέτρο ποινής για κάθε προοδευτικό µυαλό, υπήρξαν γίγαντες του πνεύµατος που βοήθησαν την ανθρωπότητα να επιβιώσει πνευµατικά µε προοδευτικούς προσανατολισµούς. Στις µέρες µας υπάρχει συνωστισµός προοδευτικής ανθρωποκεντρικής πνευµατικής σκέψης. Αυτή η περίοδος δηµιουργεί τις δικές της σχολές και σταθµούς αναφοράς για τους επόµενους αιώνες. Σηµατοδότησε τις κοσµογονικές αλλαγές που συντελέστηκαν και που θα αποτελέσουν νέα αφετηρία µελέτης για την ιστορική διαδροµή της ανθρωπότητας. Τώρα µπορούν να φανούν πεντακάθαρα τι σηµαίνει προοδευτικό επαναστατικό και τι συντηρητικό και στατικά αντεπαναστατικό. Καλοκαίρια Στην περιοχή µας περνούσαµε δύσκολους χειµώνες. Υγρασία, χιόνια, το κρύο αφόρητο. Εξίσου δύσκολα και τα καυτά καλοκαίρια. Η θερµοκρασία σκαρφάλωνε πάνω από τους σαράντα βαθµούς. Όταν φύσαγε ο λίβας δεν είχες που να σταθείς. Ακόµα πιο δύσκολα για όσους είναι υποχρεωµένοι να δουλέψουν έξω στην ύπαιθρο. Για την πλειοψηφία δηλαδή του κόσµου σε µια κατ’ εξοχήν αγροτική περιοχή. Μόνον άνοιξη και φθινόπωρο αποζηµιώνονται όλοι. Κάθε πρωί ο κόσµος σαν µελίσσι τρέχει πάνω κάτω. Εκείνο το καλοκαίρι θυµάµαι ήρθε πιο ζεστό από άλλα χρόνια. Τότε έγιναν οι περισσότερες πυρκαγιές στα σταροχώραφα και κατέστρεψαν το µεγαλύτερο µέρος της σοδειάς. Ήταν η ευαίσθητη περίοδος της συγκοµιδής. Τα στάχια είναι ξερά πια και κατακίτρινα σαν απλωµένο χρυσάφι. Είναι έτοιµα για το θέρισµα. Για όσα σταροχώραφα βρίσκονται δίπλα στις γραµµές του τρένου κινδυνεύουν να αρπάξουν φωτιά. Αιτία τα τρένα που ακόµα χρησιµοποιούν πετροκάρβουνο για να ζεσταίνουν τα καζάνια που παράγουν ατµό για την κίνηση της µηχανής. Όπως οι µηχανοδηγοίθερµαστές τάιζαν την εστία της φωτιάς µε κάρβουνο, πάντα κάποιο αναµµένο κοµµάτι κοκ θα πέσει έξω. Άµα έρθει σε επαφή µε το κατάξερο χορτάρι η φωτιά είναι δεδοµένη και γρήγορα. Είναι θέµα δευτερολέπτων. Όταν φυσάει και λίβας η µετάδοση γινόταν αυτόµατα. Τότε δηµιουργείται πανικός στους αγρότες και σε όλο τον κόσµο. Τα µέσα κατάσβεσης πρωτόγονα και λίγα. Τρέχουν µικροί και µεγάλοι µε 77


διάφορα εργαλεία και άλλα µέσα να βοηθήσουν στην κατάσβεση. Φτυαριά, τσουγκράνες, κλαδιά γεµάτα φύλλα, κουβάδες µε νερό. Προσπαθούν να περισώσουν ότι προφτάσουν. Έτρεχε κι ο κόσµος της γειτονιάς για συµπαράσταση. Κακά τα ψέµατα, µόνο τα οχήµατα της πυροσβεστικής µπορούσαν να προφτάσουν για κάτι θετικό. Όµως κι αυτό το σώµα βρίσκεται ακόµα µε περιορισµένες δυνατότητες. Αυτά τα ζεστά καλοκαίρια µας οδηγούσαν στους δρόµους που φτάνουν στις ακρογιαλιές. Η πιο προσιτή διαδροµή του θεσσαλικού κολοσούρτη που µας έβγαζε στον Βόλο. Ο θεσσαλικός ένα τρένο της υποµονής που θέρµαινε τα καζάνια του µε πετροκάρβουνο. Μια διαδροµή εξήντα χιλιοµέτρων την κάλυπτε σε τρεις ώρες. Η διαδροµή είχε πάρα πολλούς σταθµούς στα χωριά του θεσσαλικού κάµπου. Το οδικό δίκτυο είχε ακόµα αρκετές δυσκολίες και η οργάνωση των ΚΤΕΛ ακόµα ανεπαρκής. Ωστόσο κάποιοι τολµηροί επιχειρηµατίες άρχισαν δειλά-δειλά να χρησιµοποιούν εκδροµικά τριαντάρια πούλµαν της εποχής. Υπήρχε πρόσβαση σιδηροδροµική µε τον ΣΕΚ προς Πλαταµώνα. Για τις θεσσαλικές ακτές του νοµού Λάρισας, Αγιόκαµπο, Κόκκινο Νερό, Στόµιο, δεν υπήρχε πρόσβαση δρόµου. Όσοι καταφεύγουν σε αυτές τις παραλίες τις επισκέπτονται µε ζώα, κάρα για αµµόλουτρα. Οι παραλίες αυτές αναξιοποίητες, βρίσκονται σε πρωτόγονη κατάσταση, χωρίς νερό, φως και οδικό δίκτυο. Η εκδροµή Αυτό το καλοκαίρι αποφάσισε ο Χάµπος, µαζί µε την γυναίκα του και το παιδί τους, να πάρει µέρος σε µια εκδροµή στην θάλασσα. Παιδιά του συνοικισµού οργάνωσαν αυτή την ηµερησία απόδραση από τον ζεστό κάµπο. Θα πάνε στα Πλατανίδια, ένα παραθαλάσσιο ψαροχώρι του Πηλίου µέσα στον Παγασητικό. Η εκδροµή σαν εκδήλωση ήταν κάτι που έλειψε χρόνια από τις δραστηριότητες του Χάµπου λόγω της υγείας του, και είναι τώρα µόλις τριάντα δύο χρονών. Η εξέλιξη αυτής της εκδροµής υπήρξε µοιραία για τον ίδιο και την οικογένειά µας. Σε όλη του την ζωή υπήρξε ένας ζωηρός και αεικίνητος νέος. Πανταχού παρών, δραστήριος, µαχητής και δεξί χέρι της Μάνας µετά τον χαµό του πατέρα. Έπειτα, ασθενής αποτραβήχτηκε σε µια διαρκή προσπάθεια αποκατάστασης της υγείας του. ∆εν είχε διάθεση και κουράγιο για διασκεδαστικές εκδροµές. Η µακρόχρονη ταλαιπωρία του στέρησε πάρα πολλά από την καθηµερινότητα. Τώρα νιώθει ανανεωµένος και δυνατός. Όταν είσαι τριάντα δύο χρονών παλικάρι η καρδιά ποθεί και η ψυχή το θέλει. Τα νιάτα καίνε το κορµί, λιγοστεύουν οι αντιστάσεις της ανασφάλειας. Ποθούσε την θάλασσα που την στερήθηκε χρόνια. Αυτή είναι πλανεύτρα, τον µάγεψε. Όταν το λεωφορείο που τους µετέφερε έφτασε στην παραλία διάλεξαν ένα µέρος όλοι µαζί στην ακροθαλασσιά. Σε µια συστάδα δέντρων, κάτω από τον ίσκιο τους, έστρωσαν τις κουρελούδες και τις ψάθες. Εκεί αποθέσαν τα πράγµατά τους. Οι πιο βιαστικοί άρχισαν να ξεντύνονται για να φορέσουν τα µαγιό. Θέλουν να πέσουν µέσα στο νερό, να δροσιστούν, να παίξουν µε την θάλασσα. Το ίδιο έκανε κι ο Χάµπος. Αφέθηκε µέσα στο νερό και χάζευε µε την ξελογιάστρα. Παρασύρθηκε χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε σε κάποιο βάθος λίγα µέτρα µακριά από την ακτή. Ξαφνικά η θάλασσα έβγαλε ένα δροσερό αεράκι, σοροκάδα το λένε οι ναυτικοί. 78


∆ηµιούργησε ένα µικρό κύµα. Αυτό δηµιουργεί κάποια δυσκολία στην ελεύθερη κίνηση. Όταν είσαι αγύµναστος ή έχεις καιρό να µπεις στο νερό σε κουράζει στις ενέργειες. Κουράστηκε ο Χάµπος, ταλαιπωρήθηκε µέχρι να φτάσει στα ρηχά στην άκρη. Όλο αυτό το διάστηµα δεν λειτούργησε ψύχραιµα, ίσως παρασύρθηκε από τον πανικό. Μπορούσε να ζητήσει βοήθεια, µπορούσε ακόµα να σταθεί ακίνητος ανάσκελα για να ξεκουραστεί και να ηρεµήσει. Ήξερε καλό κολύµπι, µάλλον γι’ αυτό δεν σταµάτησε την προσπάθεια. Κάποια στιγµή ένιωσε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάµεις του. Όταν επιτέλους έφτασε στα ρηχά και πατούσε στα πόδια του, έξαφνα ένιωσε σαν άδειο σακί. Νόµιζε πως θα σωριαστεί κάτω. Βγήκε έξω µε κόπο και ξάπλωσε πάνω στην κουρελού. Η γυναίκα του του ’ριξε ένα σεντονάκι πάνω του. Έβγαλε φρούτα και λίγα κοµµάτια πίτα. Βάλε κάτι στο στόµα σου έχεις εξαντληθεί, του είπε. ∆εν άγγιξε τίποτα, δεν ένιωθε καλά. Κάτι έσπασε µέσα του. Όπως ήταν ξαπλωµένος αποκοιµήθηκε. Ζεστή η µέρα, φύσαγε και το αεράκι ελαφρά. Το απόγευµα γύρω στις έξη η ώρα ο οδηγός του µικρού πούλµαν κορνάρισε δυό-τρείς φορές, σηµάδι πως είναι η ώρα της επιστροφής. Πρέπει να µαζευτούν. Σηκώθηκε ο Χάµπος, η γυναίκα του µάζεψε τα πράγµατα. Ο Χάµπος ανέβηκε πάνω στο πούλµαν. Κάθισε στη θέση του και δεν ξανασηκώθηκε. Στην επιστροφή, όλοι µέσα στο λεωφορείο τραγουδούσαν, έλεγαν αστεία. Τον Χάµπο τον ήξεραν όλοι για ζωντανό, χωρατατζή. Τραγουδούσε πολύ καλά. Παλιά τραγουδούσε ερασιτεχνικά στον ραδιοφωνικό σταθµό σε µια ζωντανή εκποµπή. Ήταν η εποχή που µαζί µε την Βασίλη που έπαιζε καλή κιθάρα και ακορντεόν, τον Φιλήµονα και τον Βύρωνα, που έπαιζαν ακορντεόν, είχαν µια ωριαία απογευµατινή εκποµπή. Παρουσίαζαν τραγούδια ανάµικτα, ροµάντζες και ελαφρολαϊικά. Σήµερα δεν έβγαλε άχνα. Κάποιος το παρατήρησε, τον πλησίασε και τον ρώτησε. Χάµπο γιατί δεν τραγουδάς, τι έχεις; Μήπως δεν µας καταδέχεσαι; Άσε, κάτι έχω σήµερα, δεν αισθάνοµαι καλά µετά το µπάνιο, είπε. Μάλλον µε κούρασε πολύ, είχα χρόνια να µπω στην θάλασσα. Ελπίζω να είναι περαστικό. Όταν έφτασαν στον συνοικισµό ήρθαν µε την γυναίκα του κατευθείαν στο σπίτι. Έπεσε αµέσως στο κρεβάτι. Αφήστε µε είπε να ξεκουραστώ. Κοιµήθηκε ως αργά. Κάποια στιγµή σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. Με συγκρατηµένο φόβο διαπίστωσε πως έβγαλε λίγο αίµα. Γύρισε στο κρεβάτι του και φώναξε την Μάνα. ∆εν είµαι καλά, είπε, πάλι πήγα στην τουαλέτα και είδα πως είχα λίγο αίµα. Η Μάνα τρόµαξε, προσπάθησε να παραστήσει την ψύχραιµη. Μόνον είπε. Μα πως πάλι; Κοντά δυο χρόνια είσαι µια χαρά. Ύστερα φώναξε την γυναίκα του. Μην τροµάξεις, της είπε, έβγαλα λίγο αίµα, µην καταλάβει τίποτα το παιδί. Η γυναίκα του άρχισε να κλαίει. Ίσως έκλαιγε την κακοτυχία της. Ήταν εικοσιέξη χρονών κοπέλα, δεν πρόλαβε να χαρεί τίποτα στην σύντοµη συζυγική ζωή της. Μην κλαις, της είπε, και προπάντων µπροστά στο παιδί γιατί θα τροµάξει. Ελπίζω πως θα είναι περαστικό. Θα κάνω λίγη κούρα. Αύριο θα φωνάξετε τον γιατρό, αυτός θα µας κατατοπίσει. Ίσως να συνέλθω µέχρι το πρωί. Αυτό συγκλόνισε κι εµένα. Αµέσως άλλαξε όλο το σκηνικό και η ψυχολογία στο σπίτι µας. Χάθηκε πάλι η ηρεµία και η σιγουριά. Ολονών µας τα πρόσωπα γέµισαν µε αγωνία. Τώρα στο µαγαζί κάθεται η Μάνα. Εγώ σηκώνοµαι πολύ πρωί για να βγω στην αγορά και 79


στις αποθήκες για προµήθειες. Να προλάβω να φέρω τα πράγµατα στο µαγαζί και µετά θα πάω για το βιοποριστικό επάγγελµα στην οικοδοµή. Τελικά όταν ήρθε ο γιατρός την άλλη µέρα από ότι φοβόµαστε όλοι µας δεν γλυτώσαµε. Η κατάσταση του αδελφού υποτροπίασε, άρχισαν πάλι οι αιµορραγίες πάνω, κάτω. Ο γιατρός προσπάθησε µε µια φαρµακευτική αγωγή να σταµατήσει την αιµορραγία. Πάλι φάρµακα και πάγο στην κοιλιά. Θα χρειαστούν αιµοδότες για µετάγγιση αίµατος, είπε ο γιατρός. Ο ασθενής έχασε πολύ αίµα. Έπεσε χαµηλά ο αιµατοκρίτης. Έτρεξαν οι συνάδελφοί του αµµορίκτες. Ο Γιώργος, ο Μιχάλης ο Ιορδάνης, ο Νίκος, ο Γιοβάν και γενικά όλα τα παιδιά που από µικρά είναι µαζί και µεγάλωσαν παρέα µέσα στην γειτονιά. Είναι πολύ δεµένοι µεταξύ τους γιατί πέρασαν όλες τις δυσκολίες στα χρόνια της κατοχής και µετά στον εµφύλιο. Τελικά βρέθηκαν δύο παιδιά αιµοδότες. ∆ούλευαν εισπράκτορες στα αστικά λεωφορεία της γραµµής νέα Σµύρνη – Φιλιπούπολη. Ο αδελφός µου κάπου ψυχανεµίζεται πως τα πράγµατα δεν θα εξελιχθούν καλά. Πέρασε σχεδόν το εξάµηνο. Ο Χάµπος εξαντληµένος δεν µπορεί να συνέλθει. Κάθεται κάποιες ώρες στο µαγαζί, περισσότερο σαν συντροφιά. Συµπωµατικά ο γιατρός Σιάπκας που µαζί µε τον χειρούργο Κούρια είχαν αναλάβει την εγχείρηση στην Αθήνα στον ΕΣ ήταν στην πόλη µας. Τότε έπαθε την δεύτερη κρίση αιµορραγίας ο αδελφός. Οι συνάδελφοι του Χάµπου αµµορίκτες έσπευσαν αµέσως να φέρουν τον Σάπκα να δει και να εξετάσει τον ασθενή. Η δική του εµπειρική άποψη θα είχε κάποια βαρύτητα ψυχολογικά. Όταν ήρθε και τον εξέτασε η γνωµάτευση ήταν καταλυτική για τον ασθενή. Αποφάνθηκε πως τώρα πειράχτηκε το συκώτι. Ο αδελφός τόσα χρόνια έδινε την µάχη γνωρίζοντας πως το συκώτι δεν έχει πρόβληµα. Ήταν αυτό που µέτραγε στην ψυχολογία του ασθενούς. Πάντα κάτι τον προβληµάτιζε και παράλληλα τον φόβιζε. Ήξερε ή είχε ακούσει πως όταν το συκώτι παρουσιάσει πρόβληµα δεν υπάρχει ελπίδα. Άµα άκουσε την γνωµάτευση κατέρρευσε κυριολεκτικά. Γιατρέ αλήθεια είναι πειραγµένο το συκώτι; ρώτησε. Ναι, απάντησε ο γιατρός, το βρίσκω στην αφή αρκετά διογκωµένο. Ο Χάµπος δεν ξαναµίλησε. Με το τέλος της επίσκεψης ζήτησε συγνώµη από τους παραβρισκόµενους επισκέπτες. Γύρισε στο πλάι προς τον τοίχο και σιώπησε. Αργά το βράδυ, όταν έφυγαν οι επισκέπτες, άρχισε να βαριανασαίνει έντονα. Η Μάνα και η γυναίκα του έτρεξαν τροµαγµένες και τον σκούντησαν δυνατά να τον ξυπνήσουν. Του µιλούσαν και δεν ανταποκρινόταν. Μόνο η ανάσα του όλο και περισσότερο βάραινε. Αργότερα άρχισε να παίρνει εκείνη την µονότονη βραχνή χροιά, έχοντας αυτόν τον παράξενο ήχο που τον λεν επιθανάτιο ρόγχο. Η Μάνα και η γυναίκα του από πάνω του σιγοκλαίν το παλικάρι. Στις πρωινές ώρες σταµάτησε κι ρόγχος. Τότε η Μάνα έβγαλε µια άγρια κραυγή οδύνης. Ξυπνήσαµε εγώ, η αδελφή µου και η µικρή κόρη του Χάµπου τροµαγµένοι. Τρέξαµε αυθόρµητα µέσα στο δωµάτιο που είχαµε τον ασθενή. Μόλις µ’ αντίκρισε η Μάνα µου φώναξε. Τρέξε στην Πόπη την νοσοκόµα, πες της να ’ρθει γρήγορα. Έτρεξα ξυπόλητος µε τις πιτζάµες. ∆ιέσχισα την µικρή σκοτεινή πλατεία. Έφτασα στην πόρτα της Πόπης. Χτύπησα δυνατά. Μου άνοιξε αµέσως αγουροξυπνηµένη. Συµπάθα µε, είπα, ο Χάµπος δεν είναι καλά, έλα γρήγορα. Έρχοµαι µου είπε. Να ρίξω κάτι πάνω µου. Άρπαξε και την τσάντα µε τα επαγγελµατικά της σύνεργα και έτρεξε ξοπίσω µου. Φτάσαµε στο σπίτι 80


και περάσαµε στην κάµαρα του ασθενούς. Η Πόπη µόλις αντίκρισε τον ασθενή είπε. Κυρα-Ανάστα ησύχασε το παλικάρι. Ζωή σε σας. Η Μάνα έβγαλε πάλι µια φωνή, από κοντά κι η γυναίκα του. Το µικρό τους κοριτσάκι κοιτούσε σαστισµένο και τροµαγµένο. Έτρεξε η κυρα-Μαρίκα η γειτόνισσα και την άρπαξε στην αγκαλιά της. Έλα µικρό µου να σε πάω στην Ουρανία να καθίσεται µαζί. Την πήγε δίπλα στο σπίτι τους για να µην αγριευτεί. Εκεί µε την δική της µικρή κόρη θα ξεχαστεί το παιδί. ∆εν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να το πληροφορηθεί όλη η γειτονιά. Άρχισαν να καταφθάνουν σιγά-σιγά όλοι οι κάτοικοι του συνοικισµού. Κρατούσαν λίγα λουλούδια φρεσκοκοµµένα από τις αυλές τους. Το πρωί ήρθαν οι συνάδελφοί του από το σωµατείο αµµορικτών. Είπαν στην Μάνα και την γυναίκα του. Μην ασχοληθείτε µε τίποτα εσείς. Όλα για την τελετή θα τα αναλάβουµε εµείς. Έχετε το νου σας µόνο για ότι άλλο πρέπει να γίνει και ενηµερώστε µας, είπαν σε µένα. Ξηµέρωνε τρεις του Νοέµβρη του 1957. Με το ξηµέρωµα κατέφθασε ο άνθρωπος από το γραφείο τελετών. Κόλλησε έξω στους τοίχους νεκρόσηµα χαρτιά. Κάποιος άλλος του γραφείου έφερε την νεκρόκασα. Άφησε το καπάκι έξω στον τοίχο ακουµπισµένο και πήγε µέσα το άλλο κοµµάτι. Το ακούµπησε πάνω σε ένα τραπεζάκι χαµηλό. Τρεις γυναίκες, µεγάλες στην ηλικία, σκληρές και πεπειραµένες στην ζωή, ανέλαβαν να ντύσουν τον νεκρό και να τον τοποθετήσουν στην θέση του. Αυτές είναι που προσφέρουν πολύτιµες υπηρεσίες σε τέτοιες στιγµές σύγχυσης και πανικού. Το απόγευµα της ίδιας µέρας ορίστηκε η τελετή της ταφής. Τον νεκρό κουβάλησαν στα χέρια όλοι οι άνδρες του συνοικισµού ως την εκκλησία των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, που ήταν η ενορία µας. Πίσω ακολουθούσε µια ποµπή εκατοντάδων ανθρώπων. ∆ιανύσαµε ενάµιση χιλιόµετρο απόσταση πεζοπορία. Μετά τα νεκρόσηµα επικήδεια στην εκκλησία τοποθέτησαν το φέρετρο σε µια ιππήλατη νεκροφόρα. Ήρθαν πάνω από είκοσι άµαξες, µόνιππα, και πήραν τον κόσµο για το κεντρικό κοιµητήριο της πόλης. Ο κόσµος πολύς, οι άµαξες λίγες. ∆εν υπήρχαν περισσότερες στην πιάτσα. Έτσι πολλοί ήρθαν στο κοιµητήριο πεζοπόροι ή µε ποδήλατα και µε λεωφορεία. Πριν δύση ο ήλιος τέλειωσε η τελετή. Πάλι οι άµαξες φόρτωσαν όσους είχαν περισσότερο πρόβληµα στην πεζούρα, οι άλλοι ποδαρόδροµο ξανά και µε όποιο τρόπο µπορούσαν. Οι περισσότεροι θα περάσουν από το σπίτι για τον καφέ της παρηγοριάς. Είναι µια έµπρακτη εκδήλωση συµπαράστασης για τους οικείους του θανόντος. Ο κόσµος της γειτονιάς και γενικότερα αγαπούσε τον αδελφό και το εκδήλωνε µε όποιο τρόπο µπορούσε. Πριν ακόµα αρχίσει να σκοτεινιάζει χάλασε απότοµα ο καιρός. Έριχνε ένα ψιλό χιόνι δυνατό. Σε λίγο ένα άσπρο σεντόνι σκέπαζε τον τόπο. Σηµάδι πως αρχίζει η βαρυχειµωνιά. Η οικογένεια χάνει την συνοχή της Με την απώλεια του αδελφού όλα άλλαξαν για την φαµίλια. Η περιπέτεια του ασθενούς κατανάλωσε όλα τα αποθεµατικά. Για λίγο διάστηµα είµαστε όλοι µαζί κάτω από την ίδια στέγη. Η µάνα, η νύφη, εγώ, η αδελφή και η µικρή κόρη του Χάµπου. Η Μάνα και η νύφη απαρηγόρητες. Η µάνα έχασε το στήριγµά της, τον γιό που της συµπαραστάθηκε αποφασιστικά όταν έχασε το άλλο στήριγµα, τον άντρα 81


της, τον µπαρµπα-Σταύρο. Από την άλλη η ατυχία της νύφης µας που δεν πρόλαβε να χαρεί και είναι µόλις εικοσιέξη χρονών κοπέλα. Πολύ µικρή χήρεψε. Η τύχη της έπαιξε άσχηµο παιχνίδι. Στην κυριολεξία της αφαίρεσε πολλά πριν καλά-καλά προλάβει να της δώσει κάτι στην ζωή. Το µόνο στήριγµά της πια και η προίκα της από τον γάµο η µικρή της κόρη ευτυχώς. Αλλά κι αυτή για να ξεπεταχτεί έχει χρόνια µπροστά της. Περάσαµε κάποιους µήνες όταν µια µέρα µας ανακοίνωσε πως αποφάσισε να µας αποχωριστεί. Θα πάει να ζήσει µε τους δικούς της στο πατρικό της. Η Μάνα δέχθηκε ψύχραιµα και χωρίς περιττά λόγια το γεγονός. Έχει όλο το δικαίωµα να ξαναδοκιµάσει να φτιάξει την ζωή της. Είναι πάρα πολύ νέα για να µείνει µόνη. Άλλες στην ηλικία της είναι ακόµα κοπέλες ανύπαντρες. Θα είµαστε κοντά. Αυτό βοηθά να έχουµε επαφή µε το εγγονάκι µου. Συναισθηµατικά κρίνοντας το γεγονός διαπιστώνεις πόσο γρήγορα διαφοροποιούνται οι προθέσεις των ανθρώπων µέσα στην καθηµερινότητα. Χάνεται η συνοχή και η σύµπνοια. Αυτή είναι η ζωή. ∆εν έχει καµία σηµασία το ότι µε κάποιους ανθρώπους συµβιώνεις κάτω από την ίδια στέγη µε καλές προϋποθέσεις. Αυτό που βαραίνει περισσότερο τέτοιες στιγµές είναι η συναισθηµατική φόρτιση για την αλλαγή της καθηµερινότητας, που γίνεται συνήθεια και επηρεάζει όλες µας τις εκδηλώσεις γιατί είναι αναπόσπαστο κοµµάτι της περιόδου της ζωής µας. Η Μάνα, πάντα από την εποχή της περιπέτειας του µεγάλου της γιου, έλεγε πως και οι δύο υπήρξαν άτυχοι. Ο αδελφός γιατί πολύ µικρός έπεσε σε περιπέτεια µε την ασθένεια κι η νύφη, από την πλευρά της, που δεν πρόλαβε να χαρεί λίγο περισσότερο. Τώρα ευχόταν να είναι λίγο πιο καλότυχη στην υπόλοιπη πορεία της ζωής της. ∆υστυχώς ή όλης της διαδροµή διέψευσε µε τον πιο σκληρό τρόπο και αδίκησε σε µεγάλο βαθµό την προσωπική της ζωή. Έµεινε µόνη για να αφοσιωθεί στην κόρη της. Η επιλογή του καθενός είναι άκρως προσωπικό ζήτηµα. Κανείς δεν έχει το δικαίωµα να ξεπεράσει τα όρια παρέµβασης. Ζούµε σε έναν κόσµο που ο συντηρητισµός καθορίζει τις συµπεριφορές όλων µας. Κάθε φορά εξαρτάται από την κοινωνική διαστρωµάτωση το περιθώριο ριζοσπαστικών αλλαγών. Η νύφη µας βίωσε ότι µπόρεσε µέσα στην σύντοµη διαδροµή του έγγαµου βίου της. Ασχολήθηκε µε την δουλειά της και την φροντίδα της κόρης της. Υπήρξε µια παραγωγικά συνειδητή εργάτρια υφαντουργείου. Από αυτήν την δουλειά της συνταξιοδοτήθηκε. Η κάθοδος των ανέργων Σε µια µεταβατική φάση που πέρναγε η φαµίλια αναγκάστηκα να ασχοληθώ µε το µαγαζί που άφησε παρακαταθήκη ο Χάµπος. Η σκέψη που κυριάρχησε για την απόφαση ήταν περισσότερο συναισθηµατική. Αφορούσε την αγωνία που πέρναγε ο Χάµπος µε όλους µας για να το καθιερώσει. Υπήρχε η άποψη πως ένα έτοιµο στηµένο µαγαζί, ακόµα και µε χαµηλές µεταπρατικές προδιαγραφές, δηµιουργεί καλές προοπτικές. Γενικά µπορεί να αποτελέσει σοβαρή πηγή κέρδους που θα ξεπερνά τα στενά όρια ενός µεροκάµατου. Σκεπτόµενοι κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν λάβαµε υπόψη µας την λαϊκή θυµοσοφία που θέλει τα µεταξωτά βρακιά σε επιδέξιους κώλους. Περνώντας ο χρόνος διαπίστωσα πως εγώ από χαρακτήρα και ψυχοσύνθεση ήµουν ο πιο ακατάλληλος να ασχοληθώ µε µεταπρατικό εµπόριο και νιτερέσα. Οι καλές προοπτικές σε µια τέτοια ασχολία προϋποθέτουν κάποιες αρχές. 82


Κανόνες και νόµους που διέπουν την αγορά. Αν ο µικρέµπορας δεν µπορεί να ακολουθήσει αυτούς τους κανόνες τότε είναι λάθος του να µαταιοπονεί, γιατί αργά ή γρήγορα θα τον καταπιούν τα θηρία της αγοράς και της πιάτσας. Μερικοί από τους κανόνες καθορίζουν πως ένας µικρέµπορας δεν πρέπει να παρασύρεται από συναισθηµατισµούς. ∆εν θα λειτουργεί µε ανθρωποκεντρική λογική. Πρέπει να βλέπει όλους τους πελάτες µηδέ εξαιρουµένης και της µάνας του σαν ένα πορτοφόλι γεµάτο χρήµατα που στόχος του θα είναι να κατορθώσει να τα µετακοµίσει στην δική του κάσα. Τον πελάτη φτωχό ή πλούσιο θα τον µετράς πάντα µε το τι πρόκειται να κερδίσεις από την επίσκεψή του στο µαγαζί σου. Για τον καταστηµατάρχη όλοι οι πελάτες είναι µονάδες που µετατρέπονται σε χρήµα. Θα πουλάς ότι υπάρχει στο µαγαζί, παλιό για φρέσκο, σάπιο για καλό. Θα υπερτιµολογείς αυτό που πουλάς χωρίς να σε τυραννούν οι ερυνίες. Το βασικότερο, θα κλέβεις από παντού. Στο ζύγι, τον πελάτη, τον έµπορο, στην λιανική. Θα πουλάς µε πίστωση χρεώνοντας τα διπλά και θα λες πως κάνεις αγαθοεργίες και βοηθάς τους φτωχούς καταναλωτές ενώ θα τους κατακλέβεις. Θα χρεώνεις τα διπλά από αυτά που ψωνίζουν. Αυτοί είναι µερικοί από τους εφαρµοσµένους κώδικες καλής εµπορικής µεταπρατικής συναλλαγής των πετυχηµένων εµπόρων της αγοράς. Και κάτι πιο επιτελικό για τους αετονύχηδες. Θα φροντίζεις να χρωστάς όλους τους µεγαλέµπορους της πιάτσας χωρίς να δίνεις δικαιώµατα να σε ζορίζουν για να πληρωµές. Αντίθετα θα µαζεύεις τα δικά σου βερεσέδια από τους πελάτες πριν περάσει η προθεσµία λήξης των οφειλών τους. Αυτά θεωρούνται προτερήµατα ενός καλού µικροαστού µεταπράτη. Όταν δεν έχεις τέτοια «φιλάνθρωπα» χαρίσµατα κάθε ασχολία µε τον µεταπρατισµό είναι µάταιος κόπος. Το εµπόριο στην λεγόµενη ελεύθερη αγορά έχει τους δικούς του κανόνες, νόµους και συµπεριφορές. Πολύ γρήγορα διαπίστωσα πως εγώ δεν διέθετα αυτά τα προσόντα. Εποµένως ήµουν ξένο σώµα σε άσχετο χώρο. Επιεικώς ακατάλληλος για να παριστάνω τον εµποράκο. ∆εν µπορούσα να κλέψω στο ζύγι, στην τιµή. ∆εν µπορούσα να χρωστάω και το πιο βασικό, δεν µπορούσα να εισπράξω. Οι πελάτες ψώνιζαν βερεσέ. Αν από µόνοι τους δεν αποφάσιζαν να µου φέρουν λεφτά εγώ δεν τους ζητούσα ποτέ. Λειτουργούσα µε την λογική πως αυτοί ξέρουν ότι χρωστούν. Άµα έχουν θα µου τα φέρουν. Όταν δεν µου φέρνουν σηµαίνει πως δεν έχουν. Τι νόηµα έχει να τους το λες πέρα από το να τους θυµίζεις την ανέχειά τους µε τρόπο προσβλητικό; Εκείνα τα δύσκολα χρόνια όλος ο κόσµος ψώνιζε βερεσέ µε το τεφτέρι. Είναι η εποχή όπου η φτώχεια περισσεύει διεθνώς. Γι’ αυτό ο Μπρέχτ σε µια ποιητική στροφή µας λέει « Στέλλα µην κλαις, θα ψωνίσουµε βερεσέ απ’ τον µπακάλη». Όταν λοιπόν οι πελάτες έχουν τεµπεσίρι γεµάτο βερεσέδια και ο µεταπράτης τους χρεώνει τα διπλά, όχι µόνο δεν τολµούν να πουν κουβέντα αλλά αυτό που θα ρωτήσουν είναι. Μήπως ξέχασες να χρεώσεις κάτι; ∆εν έχουν καµιά διάθεση να διαµαρτυρηθούν θέτοντας σε κίνδυνο την ευκολία της προµήθειας αγαθών. Εγώ προσπαθούσα να λειτουργήσω δηµιουργώντας δικούς µου κώδικες αµοιβαίας κατανόησης. Όσο αυτό λειτουργούσε κάπως υπήρχαν ισορροπίες υποφερτές. Όµως ήταν σίγουρο πως δεν θα κράταγε πολύ. Ωστόσο στην πορεία ήρθε κάποια συγκυρία και λειτούργησε ευεργετικά για το µαγαζί. Βοήθησε στην παράταση της λειτουργίας του. Ήρθαν ένα πρωί πέντε εργάτες µε τον προϊστάµενό τους. 83


Ήταν δέκα εργάτες από χωριά της περιφέρειας. Ήρθαν να δουλέψουν στο εργοστάσιο παραγωγής βαµβακόπιτας (σκεύασµα τροφής αιγοπροβάτων). Μου σύστησαν το αφεντικό τους. Αποστόλης, είπε ο προϊστάµενος. Άκου τι θέλουµε. Είµαστε βλάχοι και ζητάµε να ψωνίζουµε για τα σπίτια µας, για τις φαµίλιες. Κάθε µέρα, µεσηµέρι, αν τα καταφέρεις θα µας µαγειρεύεις. Ότι τρώτε και εσείς, δεν ζητάµε ιδιαίτερα. Ένα πιάτο φαί να γεµίσει η κοιλιά και να ξαναπάµε για δουλειά. Θα σε πληρώνουµε κάθε δεκαπέντε µέρες. Αν µπορείς να µας εξυπηρετήσεις καλώς. Αν δεν έχεις δυνατότητα θα κοιτάξουµε αλλού. Στάσου, του είπα. Φώναξα την Μάνα και της είπα τα καθέκαστα. Η Μάνα συµφώνησε, διευκρινίζοντας. ∆εν είµαστε µαγειριό. Σπιτικό φαί θα φτιάξω. Ακόµα καλύτερα συµφώνησαν όλοι τους. Ο Αποστόλης ρώτησε την Μάνα. Θα βρούµε εδώ ένα σπίτι να ναι κοντά σε σας; Θέλω να νοικιάσω. Θα φέρω τους γονείς µου, την Μάνα και τον Πατέρα. Θα τους γνωρίσετε, είναι καλοί. Θα κάνετε συντροφιά, δεν έχουµε άλλους εδώ. Θα βρούµε, είπα. Συµφώνησε κι η Μάνα. Βρήκαµε καλό σπιτάκι για τους γονείς του Αποστόλη. Βολέψαµε κι όλα τα χωριατόπαιδα της εσωτερικής µετανάστευσης από την ευρύτερη περιφέρεια του νοµού. Με όλους γίναµε φιλαράκια της καρδιάς. Η φιλία κρατά ακόµα. Γνωρίσαµε και τους γονείς του Αποστόλη. Ο πατέρας του, µπαρµπα-Κίτας (Χρίστος), ήταν ένας πολύ ξύπνιος βλάχος. Παλιός τσέλιγκας, περπατηµένος και πολυταξιδεµένος, ιδιαίτερα στις βαλκανικές χώρες. Μέσα σε όλα χρηµάτισε και ζωοκλέφτης, χαρτοπαίκτης, θαµώνας του καζίνου. Τώρα δίνει την εικόνα γέρικο σκαρί που ψάχνει αραξοβόλι. Όταν αφηγείται παλιές ιστορίες από την εποχή του 1910 χαζεύεις να τον ακούς και να οραµατίζεσαι πως ήταν ο κόσµος τότε. Η κυρά του µια καλοκάγαθη βλάχα, πέρα από την φιλοδοξία και το προνόµιο να γίνει µια καλή Μάνα δεν πρέπει να είχε άλλα όνειρα. Η διάνοιξη των Τεµπών κι η πρώτη εθνική οδός Είναι καιρός τώρα που βλέπουµε από τον κεντρικό δρόµο του συνοικισµού να περνούν µεγάλα οχήµατα και µηχανήµατα της ΜΟΜΑ. Παράλληλα κάνουν την εµφάνισή τους και στόλος φορτηγών αυτοκινήτων, όλα ανατρεπόµενα. Έχουν κατεύθυνση προς την µεγάλη κοιλάδα των Τεµπών. Τα περισσότερα στελέχη του εργατοτεχνικού προσωπικού της ΜΟΜΑ είναι πολίτες κατά βάση. Αυτή η στρατιωτική µονάδα ασχολείται µε µεγάλα έργα κρατικής εποπτείας. Εγγειοβελτιωτικά, αποξηράνσεις λιµνών, διάνοιξη καναλιών και ποταµών, κατασκευές γεφυρών. Τώρα ανέλαβε την διάνοιξη των Τεµπών. Θα δηµιουργήσουν προϋποθέσεις διόδου. Από εκεί έχει σχεδιασθεί να περάσει η νέα εθνική οδός Αθηνών-Λαµίας-Λάρισας-Θεσσαλονίκης. Παραθαλάσσια διαδροµή, όχι πάνω από ορεινούς όγκους. Ο δρόµος είναι σχεδιασµός του ΝΑΤΟ για να είναι προσβάσιµος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις σε καιρό πολέµου. Τα µηχανήµατα της ΜΟΜΑ προϋποθέτουν και την συµµετοχή τµηµάτων του στρατού. Αυτοί θα διαθέσουν και θα χειριστούν τα εκρηκτικά αποθέµατα για να γκρεµίσουν τους πετρώδεις όγκους από την πλευρά του Κίσαβου. Θα γεµίσει ο τόπος σπασµένα λιθάρια. Για αυτό υπάρχουν µπουλντόζες, φορτωτές, φαγάνες και µια σειρά βαριά µηχανήµατα. Για να 84


µεταφέρουν τα µπάζα µέσα από την κοιλάδα έφεραν όλα τα ανατρεπόµενα φορτηγά από κάθε γωνιά της χώρας που ανήκουν σε ιδιώτες. Όσοι µυρίστηκαν χρήµα ήρθαν µιας και η ανεργία τσακίζει και τον δικό τους κλάδο, λόγω έλλειψης µεγάλων έργων για την απορρόφησή τους. Πληρώνονται ανάλογα τους τόνους και τα δροµολόγια. Τα περισσότερα φορτηγά ήρθαν από το λεκανοπέδιο της Αττικής. Γέµισε ο τόπος µεγάλα οχήµατα τροχοφόρα. Όλοι αυτοί οι εργαζόµενοι οδηγοί και κάθε τεχνίτης έπρεπε κάπου να µείνει, κάπου να κοιµάται, να τρώει. Άνθρωποι της βιοπάλης. Η δουλειά πολύωρη και κουραστική. Βγάζουν κάποια λεφτά, όµως µε ξενιτιά, απλυσιά και χίλια δυο βάσανα. Τα λεφτά δεν είναι για να τα σκορπούν εδώ κι εκεί. Όλοι τους έχουν οικογένειες, υποχρεώσεις. Βολεύτηκαν σε διάφορα χωριά κάπου κοντά στις δουλειές τους. Πολλοί ήρθαν και στον συνοικισµό. Ψάχνουν για δωµάτια. Έναν αξιοπρεπή ύπνο, µπάνιο στα δηµόσια. Αυτήν την εποχή δεν διαθέτει κανένα σπίτι λουτρό. Τα λαϊκά σπίτια δεν διαθέτουν προς το παρόν ενσωµατωµένο µπάνιο. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις βρέθηκαν πάρα πολλοί στην γειτονιά. Περνούσαν και από το µαγαζί. Ρωτούσαν για φαγητό, για δωµάτια. Πώς να εξυπηρετήσεις όλους αυτούς όταν δεν υπάρχει υποδοµή. Ένα µεσηµέρι θα ’τανε περίπου τρεις η ώρα, µέσα στο µαγαζί εµφανίστηκαν δύο παιδιά. Ρωτούσαν για φαγητό και δωµάτια για ύπνο. Είδαν τους εργάτες από το εργοστάσιο που απόσωναν το µεσηµεριανό τους. Κάθισαν κάτω. ∆εν φεύγουµε αν δεν µας δώσεις να φάµε, είπε ο ένας. Πεινάµε. Φώναξα την µάνα. Περισσεύει για τα παιδιά; τη ρώτησα. Θα τους δώσω το δικό µας και θα φτιάξω κάτι πρόχειρο για µας, είπε. Κάθισαν στο τραπεζάκι. Φάγανε µε όρεξη την φασολάδα, µε ελιές, κρεµµύδι σαλάτα και λακέρδα. Πολύ το φχαριστήθηκαν. Κάθισαν µέχρι αργά. Κάποια στιγµή µου είπε ο ένας, ο ψηλότερος. Με λένε Βασίλη κι ο φίλος µου ο Κωνσταντινοπολίτης είναι ο Φώτης. Είµαστε τέσσερα άτοµα, οδηγοί και ιδιοκτήτες φορτηγών ανατρεπόµενων. Θέλουµε ένα άδειο δωµάτιο µόνο µε τα ντουβάρια του, σκέτο. Για να κοιµόµαστε, έναν ύπνο. Κουρασµένοι από την δουλειά θα ήµαστε, όχι πολλάπολλά. Εκείνο που θα µας σώσει όµως είναι κάπου να τρώµε όταν τελειώνει η βάρδια µας. Πέντε µε έξη η ώρα το απόγευµα είναι η ώρα της αλλαγής. Σκέφτηκα λίγο. Πολλοί γείτονες άδειασαν σαλόνια και τα νοίκιασαν για δωµάτια. Γιατί να µην κάνουµε κι εµείς το ίδιο. Πήγα πίσω στην αυλή. Είδα πάλι την Μάνα και της είπα την σκέψη µου. Θα έχουµε κάποιο εισόδηµα όσον καιρό καθίσουν, είπα. Θα τρώνε κιόλας τα παιδιά, τι λες; Ας αδειάσουµε το δωµάτιο στο στενό. Θα το αποµονώσουµε και θα έχει ξεχωριστή είσοδο. Ας τους το δώσουµε. Γύρισα στα παιδιά. Για περάστε να δείτε αν σας ικανοποιεί τους είπα. Μας κάνει, µας κάνει, φώναξε ο Βασίλης πριν του δουν. Όταν το είδαν αποφάνθηκαν κι οι δύο. Είναι το καλύτερο από όσα είδαµε σήµερα. Ο Φώτης ρώτησε τι λεφτά ζητάµε. ∆εν γνωρίζουµε από αυτά, τι κυκλοφορεί στην πιάτσα. ∆ώστε ότι θα δίνατε αλλού για του ίδιο δωµάτιο, είπα. Μου δώσαν µόνοι τους τρία κατοστάρικα προκαταβολή. Αύριο θα έρθουµε και οι τέσσερις µε τα πράγµατά µας. Τους έδειξα την τουαλέτα και τον νιπτήρα στην αυλή µε την βρύση. Ότι άλλο θέλετε το συζητάµε. Άνθρωποι είµαστε θα σας εξυπηρετήσουµε. Την άλλη µέρα γύρω στις έξη η ώρα ήρθαν ο Βασίλης, ο Φώτης, ο Μιχάλης κι ο Παναγιώτης. Έστρωσαν τα ράντζα τους, ετοίµασαν τα γιατάκια τους και κάθισαν να φάνε. 85


Κουβεντιάζαµε διάφορα καθώς τους σερβίριζα το φαγητό της µέρας. Είχαµε γεµιστά ντοµάτες και πιπεριές µε φέτα. Ο Μιχάλης ήταν από την ∆ραπετσώνα. Είχε ένα παλιό µερσεντές ανατρεπόµενο. Αφήσαµε τα σπίτια µας, την βολή µας, γυναίκα και παιδιά, έλεγε. Ξενιτευτήκαµε γιατί υπάρχει µεγάλη ανεργία. Τα αυτοκίνητα έχουν τα έξοδά τους. Το ίδιο και τα σπίτια µε τις οικογένειες, έχουν τα δικά τους έξοδα. Τι να κάνουµε; Τρέχουµε όπου υπάρχει δουλειά και θα βγουν τα έξοδα. Γι’αυτό δεν είµαστε για πολυτέλειες. ∆ουλειά, φαί και ύπνο για ξεκούραση. Την άλλη µέρα έξω από το µαγαζί σταµάτησε ένα θηρίο φορτηγό, µάρκα Ντένις, εγγλέζικο. Κατέβηκε ο οδηγός και µαζί του η γυναίκα του και τα δύο τους κοριτσάκια. Ήταν ο Γιώργος, ο Πικραγκουριάς όπως τον φώναζαν χωρατεύοντας. Η Αµαλία και οι µικρές, Ασηµίνα και Μαίρι από το Αιγάλεω. Ο Γιώργης, αρβανίτης, χωρατατζής, κουβαρδάς, άνθρωπος για καλή και ευχάριστη παρέα. Η Αµαλία συµπεθέρα του Μιχάλη. Γι’αυτό ήρθαν και στήθηκαν έξω από το µαγαζί. Συνεννοηθήκαν µε τον Μιχάλη. Το Ντένις όλο φιγούρα. Έξη αυτοκίνητα τα είχαν ο ξάδελφος της Αµαλίας, Αλέκος, από τα Φιλαδέλφια, γαµπρός του Μιχάλη στην αδελφή του. Ο Αλέκος συνεταιρίστηκε µε τον µεγαλο-παράγοντα του ποδοσφαίρου, τον Οικονόµου, που ήταν πρόεδρος του Απόλλωνα της Ριζούπολης, της µεγάλης, πάλε ποτέ, ελαφράς ταξιαρχίας. Όπως βλέπεις µου είπε ο Πικραγκουριάς ήρθα µε την φαµίλια. Αυτό σηµαίνει πως δεν έχω σκοπό να γυρίσω πίσω. Θα µας βρεις κάπου να µείνουµε αν δεν θες να µας φιλοξενήσεις. Πάντως ξενοδοχείο µε την οικογένεια δεν πάµε, γκέκε; Η Αµαλία µε τα παιδιά πήγε πίσω και βρήκε την Μάνα. Για πότε η πολίτισα τα βρήκε µε την πόντια ούτε κατάλαβε κανένας. Ήρθε η Μάνα. Άντε να κάνεις καµιά βόλτα να βρεις ένα σπιτάκι για την Αµαλία και τα παιδιά. Πήρα τους δρόµους. Τελικά βρήκα ένα δυαράκι, όχι µακριά µας. Φώναξα τον Γιώργο. ∆ύο δωµατιάκια, κουζίνα και τουαλέτα, εντάξει; Καλύτερα δεν γίνεται µου απάντησε. Άλλωστε έναν ύπνο θα κάνουµε εκεί. Όλη µέρα εδώ θα ήµαστε µε την κυράΑνάστα, είπε η Αµαλία. Εδώ θα µαγειρεύουµε, εδώ θα τρώµε, όλοι µαζί. Άντε θα φέρουµε και τον Παππού να τον γνωρίσετε. Παππούς ήταν ο θείος του Γιώργου, αδελφός της Μάνας του, παλιός συνδικαλιστής τραµβαγέρης. Τα µικρά τον φώναζαν παππού και του ’µεινε. Ο Παππούς στις µεγάλες απεργίες των τραµβαγέρηδων της Αθήνας πήρε µέρος µε το σωµατείο. Τον συνέλαβαν και τον έστειλαν εξορία ένα χρόνο στα Γιούρα, λίγο πριν την δικτατορία του Μεταξά. Μετά δύο βδοµάδες ήρθε κι ο Αλέκος για να παρακολουθεί τις συµπεριφορές των Ντένις. Ήταν καινούργια αυτοκίνητα σαν κατασκευή κι η συµπεριφορά τους στο τονάζ, στην ταχύτητα και την ανατροπή γενικά, θα καθόριζε την παραγωγή τους αν εµπορικά είναι εφικτή. Τον βόλεψα σε κάποιο σπίτι. Νοίκιασε ένα ανεξάρτητο δωµάτιο επιπλωµένο. Έµενε µόνος του δίχως παρέα. Όλη µέρα µαζί µου στο µαγαζί. Κάναµε συντροφιά. Πολύ µεγαλύτερός µου. Όµως δεν είχε άλλους γνωστούς και φίλους. Τα παιδιά, οι οδηγοί, όλοι µέρα στην δουλειά. Κούραση, σκόνη. Όταν έρχονταν ψόφιοι, προσπαθούσαν να πλυθούν λίγο, να φάνε και να ξαποστάσουν. Με τον Αλέκο παίζαµε τάβλι στις ελεύθερες µου ώρες. Τα βραδιά κάναµε βόλτες µέσα στην πόλη, στην πιάτσα. Καλύτερες τσάρκες κάναµε και µε τον Γιώργο και την Αµαλία. Άφηναν τα παιδιά στην Μάνα και βγαίναµε για τα πατσαντζίδικα, για κουρκουµπίνια και για βόλτα στο Αλκαζάρ, δίπλα στο ποτάµι µε τα πλατάνια τις 86


λεύκες και τις ιτιές. Ο Αλέκος φιλαδελφιώτης και οπαδός της ΑΕΚ. Πες, πες έγινα κι εγώ οπαδός του Νεστορίδη, του Κανάκι, του Πούλη και του Σταµατιάδη µαζί µε όλα τα παιδιά της εποχής. Αυτή η περίοδος ήταν αλλιώτικη για όλη την περιοχή. Έπεσε πάρα πολύς κόσµος ξένος από όλα τα µέρη της χώρας. Αυτοί η κοσµοσυρροή είχε επιδράσεις και επιπτώσεις στην καθηµερινότητάς µας, θετικές κατά βάση. Εκείνο το καλοκαιράκι ήταν ένα από τα καλύτερα στην κατά τα άλλα µίζερη ζωή µας. Αυτή η ιστορία κράτησε περίπου δύο χρόνια. Το έργο της διάνοιξης των Τεµπών ολοκληρώθηκε. Τώρα θα αρχίσει η προεργασία της διαπλάτυνσης και όλα τα άλλα.Γέφυρες και αποχετευτικά έργα οµβρίων µέχρι την ασφαλτόστρωση. Ο Γιώργης όσο έβλεπε πως το έργο πλησίαζε προς το τέλος µελαγχολούσε. Ήταν ευαίσθητο άτοµο. Μέσα από τα χωρατά περνούσε όλη η ευαισθησία της ψυχής του. Έπαιζε και λίγο κιθάρα. Μαζί κάναµε πολύ παρέα. Στο Αιγάλεω τόσο αυτός µε τον παππού όσο και η Αµαλία είχαν γερές βάσεις για το µέλλον. Ωστόσο κάτι µου έλεγε πως δεν ήθελε να γυρίσει πίσω έτσι γρήγορα. Κάτι τον γοήτευε στην πόλη µας. Ο χρόνος έφερε το τέλος σ’αυτήν την µικρή παρένθεση των δύο. Το έργο κατασκευής του οδικού δικτύου Αθηνών-Λαρίσης-Θεσσαλονίκης συνεχίστηκε µε ακόµα πιο εντατικούς ρυθµούς. Τώρα άρχισε η µεγάλη κατασκευαστική εταιρία οδών και οδοστρωµάτων. Ήταν ένα από τα µεγαλύτερα για την εποχή οδικό δίκτυο της χώρας. Η εταιρία οδοστρωµάτων των Κωνσταντόπουλου-Γκορίτσα είχε σαν αναδόχους τους Λαναρά-Παράσχη. Αυτοί οργάνωσαν την εργασία της οδικής αρτηρίας µε συνεργεία κατά χιλιοµετρικούς κόµβους. Άρχισε η διαρκής µετακόµιση των συνεργείων. Σιγά-σιγά χάθηκαν τα ανατρεπόµενα φορτηγά µαζί µε τους ιδιοκτήτες και τους οδηγούς τους. Πολλά από αυτούς αποχώρησαν από το έργο γιατί δεν µπορούσαν να απορροφηθούν. Προσανατολίστηκαν σε άλλα µικρά τοπικά έργα µέσα στην επικράτεια. Το µαγαζάκι άντεξε πολύ καλά αυτά τα δύο χρόνια. Η οικονοµική µετάγγιση από τους εργαζόµενους του εργοστασίου βαµβακόπιτας και την συνδροµή των ιδιοκτητών-οδηγών των ανατρεπόµενων υπήρξε ευεργετική. Με την δική τους εµµονή το µετέτρεψα σε άτυπο µαγειρίο. Τώρα πια ατόνησαν αυτοί οι δύο πόλοι. Το εργοστάσιο βαµβακόπιτας ετοιµαζόταν για αναστολή της παραγωγής. Ήρθε η παρακµή µε όλα τα επακόλουθα. Άλλα εργοστάσια ευρύτερης επεξεργασίας του βάµβακος (εκκοκιστήρια, βαµβακέλαια και άλλα παράγωγα) ανάγκασαν τον Αποστόλη να αναστείλει κάθε δραστηριότητα. Φώναξα την µάνα και της είπα την κατάσταση. Αν έχουν έτσι τα πράγµατα, µου είπε, δεν θα υπάρξει δυνατότητα ανάκαµψης. Να ειδοποιήσεις τους προµηθευτές και να παγώσεις όλες τις παραγγελίες µέχρι να αποφασίσεις τι θα κάνεις. Σταµάτησα κάθε παραγγελία αµέσως. Συζητώντας κάποια στιγµή το βράδυ, είπα. Ο Χάµπος είχε τον δικό του τρόπο να το λειτουργεί, τα κατάφερνε. Εσύ έσνε τσαχήλς, χασεµένον. Ατόσον πε κράτησες σα το ξαν επίκες φειτάν1, αποφάνθηκε στα ποντιακά. Όµως όπως βλέπω δεν θα καταφέρεις να το κρατήσεις σε ενεργεία. Προτού χρεωθείς και χάσεις και τη σερµάγια που υπάρχει µέσα καλύτερα να το κλείσεις. Ότι απόµεινε και είναι καταναλώσιµο θα το κρατήσουµε. Φώναξα µια µέρα όλους τους προµηθευτές και τους εξήγησα την κατάσταση. Όλοι σύσσωµοι µου πρότειναν να µου φέρνουν εµπορεύµατα για τρεις µήνες χωρίς να πληρώσω. Κάτι σαν παγωµένες πιστώσεις για να ορθοποδήσει το 1

Εσύ είσαι πρωτάρης, ντροπαλός. Και τόσο που το κράτησες το µαγαζί καλό σου έκανε

87


µαγαζί. Έτσι δουλεύουν όλα τα µαγαζιά. Γιατί εσύ θέλεις να αλλάξεις τον τρόπο συναλλαγής; Πουθενά δεν δουλεύουν µαγαζιά µε τα λεφτά στο χέρι. Όχι παιδιά ευχαριστώ, είπα. ∆εν προτίθεµαι να ανανεώσω καµιά παραγγελία. Θέλω το βράδυ όταν πέσω να κοιµηθώ να µε παίρνει ο ύπνος γλυκά και ήσυχα, χωρίς εφιάλτες. Κάπου οι παραγγελιοδόχοι νόµιζαν, όχι άδικα, πως µιλάω κάποια ακαταλαβίστικη γλώσσα. Με την τροπή που πήραν τα πράγµατα η Μάνα στενοχωρήθηκε, είναι αλήθεια. Ήταν σύµφωνη όµως. Όταν δεν µπορείς να µαζέψεις τα χρήµατα που σου χρωστούν παράτησέ τα. Είναι αµαρτία να τυραννιέσαι αγωνιζόµενος και να ’σαι βουτηγµένος στο χρέος. ∆εν πειράζει θα ξαναπάς στην δουλειά σου που την ξέρεις. Κανείς δεν µπορεί να µαντέψει τα µελλούµενα και πως τα φέρει η ζωή. ∆εν φανταζόταν ποτέ ούτε πέρναγε από το νου της πως ο µικρός τη γιος, ακόµα και στην δουλειά που ήξερε καλά είχε σοβαρό πρόβληµα να µαζέψει λεφτά. Μεγαλύτερή µου αδυναµία να µαζέψω ακόµα και τα µεροκάµατα. Το διαπίστωσα όταν αργότερα έγινα υπεργολάβος. Ακόµα και τότε µε προσωπικό, µε µεροκάµατα τεχνιτών και άλλες υποχρεώσεις σε χρωµατοπωλεία, είτε υπεργολαβία είτε φατούρα, λεφτά µάζευα µε δυσκολία. ∆εν ζητούσα ποτέ, αν δεν µου έδιναν µόνοι τους. Μια µέρα, Σάββατο ήταν θυµάµαι, µε ρώτησε ο συνεργάτης και ξαδελφός µου Βασίλης. Τι κανόνισες, θα πάρουµε λεφτά σήµερα; Αν µας φέρουν, είπα. Γιατί, δεν κανόνισες. ∆εν ζήτησες; Όχι, σκέφτηκα πως αν έχουν θα µας φέρουν, είπα. ∆εν είναι ανάγκη να ζητήσω. Ξέρουν ότι εδώ δουλεύουν άνθρωποι. Όπως και ότι πρέπει να µας φέρουν λεφτά γιατί χρωστάν. Για να µην µας φέρουν σηµαίνει πως δεν έχουν. Όλοι δεν έχουν, µου φώναξε λίγο αγανακτισµένα. Όµως πιο φτωχοί από µας δεν ξέρω αν υπάρχουν. Μην ξεχνάς πως όλοι κάτι έχουν δικό τους. Εγώ και εσύ δεν έχουµε τίποτα µα τίποτα δικό µας. Και όπως πάµε δεν θα αποκτήσουµε ποτέ. Το µαγαζάκι µετατράπηκε σε εντευκτήριο για την ερασιτεχνική ποδοσφαιρική οµάδα της γειτονιάς. Ξανά στα χρώµατα της οικοδοµής Τα κατάφερα να γυρίσω στην οικοδοµή. Μια δουλειά που δεν µε ενθουσίαζε πολύ, αλλά υπήρξε επιλογή ανάγκης. Αν µε ρωτούσε κανείς τι ήθελα να κάνω στην ζωή µου δεν θα ήξερα στα αλήθεια να απαντήσω. Αφού δεν µε ενθουσίαζε κάτι θα έλεγα πως ήθελα να ταξιδεύω χωρίς σταµατιµό. Να βλέπω καινούργιους τόπους, ανθρώπους και ότι άλλο υπάρχει σε ένα περιβάλλον. Στα ταξίδια υπήρξα µια ζωή ακούραστος και έκανα όσα µπορούσα τόσο µέσα όσο και έξω από την χώρα. Άσχετα αν κανένα δεν είχε χαρακτήρα αναψυχής. Όλα ήταν θέµα συγκυριών και ανάγκης. Βρήκα δουλειά σε ένα συνεργείο του Βασίλη. Ήταν τέσσερα αδέρφια, ο Παναγιώτης, ο Σπύρος, ο Γιώργος κι ο Βασίλης. Με τους δύο πρώτους συνεργάστηκα συγκυριακά αργότερα. Με τον Γιώργο δεν έτυχαν οι δρόµοι µας. Εκεί που πρωτοπήγα ήταν ο Βασίλης. Οι δύο, ο Βασίλης κι ο Γιώργος, καλοί µαστόροι για πολλά χρόνια στην Αθήνα, δούλεψαν τόσο σαν µαστόρια όσο και εργολαβικά. Ζητούσαν από τους µαστόρους που συνεργάζονταν µαζί τους καθαρή δουλειά και παραγωγικότητα σύµφωνα µε αυτά που γνώρισαν στην Αθήνα. Παράλληλα έδωσαν και µεγαλύτερα µεροκάµατα στους µαστόρους και στους βοηθούς από αυτά που κυκλοφορούσαν στην πιάτσα. Πολλοί από τους υπεργολάβους δυσανασχέτησαν 88


µε την συµπεριφορά τους. Ήρθαν και τάραξαν τα ήρεµα νερά στον χώρο. Τους κατηγόρησαν για άσχετους µε το αντικείµενο. Για σαλταδόρους αλεξιπτωτιστές, χωρίς για όλα αυτά να έχουν δίκιο. Σαν τεχνίτες δεν ήταν απλά καλοί, ήταν ολοκληρωµένοι. Κατείχαν την τέχνη της βαφής και της διακόσµισης. Ασχολούταν µε αποµιµήσεις, πατίνες τραβηχτές, γλυπτές, χτυπητές. Και το βασικότερο, ήξεραν την µέθοδο της παραγωγικότητας και την µεταλαµπάδευαν στους τεχνίτες τους απλόχερα. Οι συκοφαντίες όλες σε βάρος τους είχαν ανταγωνιστική αιχµή και λίγη ζηλοφθονία ίσως, για την πληθωρικότητα στην τέχνη τους. ∆ιαµόρφωσαν στην πόλη νέα νοοτροπία της παραγωγικότητας και της σωστής αµοιβής. Βοήθησαν µε τον τρόπο τους ιδιαίτερα στις πρώτες περιόδους να κολλούν περισσότερα ένσηµα του ΙΚΑ, τουλάχιστον στις νεόχτιστες οικοδοµές. Αυτά όσον αφορά τον Γιώργο και τον Βασίλη. Προσωπικά δούλεψα κάµποσα χρόνια στον Βασίλη. Εκεί τελειοποιήθηκα σαν τεχνίτης-διακοσµητής. Κατάλαβα πως η δουλειά µας είναι πραγµατική τέχνη, ιδιαίτερα η διακοσµητική. Πέρα από τον µπατανά και τον ασβέστη υπάρχουν τα σπατουλαρίσµατα, οι ρεπουλίνες, τα ντουκοχρώµατα, οι διακοσµήσεις και τα πραγµατικά µαστορικά µεροκάµατα. Ο µαστρο-Βασίλης µε παρότρυνε να κατέβω στην Αθήνα. Είσαι καλός και παραγωγικός, µου είπε. ∆εν έχεις να φοβηθείς τίποτα, θα πάρεις καλό µεροκάµατο. Εδώ στην επαρχία θα σε φάει η µιζέρια. Τερτίπια του µοναρχο-ολιγαρχισµού Βρισκόµαστε σε ασφυκτικό κλοιό από το κράτος και το παρακράτος. Ο αντικοµουνισµός και το ψυχροπολεµικό κλίµα πάνε χέρι-χέρι. Είναι κάποια χρόνια που τέλειωσε ο εµφύλιος πόλεµος και το κράτος του µοναρχο-ολιγαρχισµού συνεχίζει την επίδειξη δύναµης και ετοιµότητας σε όλους τους δηµοκράτες αντιµοναρχικούς. Για να µην ξεχνούν την δουλειά τους κάθε τρεις και λίγο δίνουν διαστάσεις και δηµοσιότητα σε «αποκαλύψεις» παράνοµων µηχανισµών του ΚΚΕ. Τους παρουσιάζουν να συλλαµβάνονται σε παράνοµη δράση, να οργανώνουν την ανατροπή τους µοναρχισµού (δεν τα κατάφεραν µε το όπλο στο χέρι, θα τα καταφέρουν µε τους παράνοµους ασυρµάτους). Επειδή ο σοφός λαός µας λέει πως καπνός χωρίς φωτιά δεν βγαίνει, πρέπει να ερµηνεύσουµε την συνολική στάση των ηγεσιών του ΚΚΕ που δρουν εκτός συνόρων. Να την δούµε στο πνεύµα της εποχής. Κάνουµε µια µικρή αναδροµή. Βρισκόµαστε λίγο µετά την εµφάνιση και δράση του νέου αριστερού πολιτικού φορέα, της Ε∆Α. Από την ηµέρα της ίδρυσής της την δράση της ορισµένα από τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ δεν την είδαν µε καλό µάτι. Τόσο στην ενδοχώρα όσο και στο εξωτερικό. Αυτοί οι ίδιοι δεν έκρυψαν ποτέ τις προθέσεις τους, από την αρχή. Απλός λόγω συγκυριών και ιδιοµορφίας (παρανοµία-µαύρη τρύπα), δέχθηκαν µε βαριά καρδιά την ύπαρξη και την δράση της. Μέσα από την γνώριµη και προσφιλή σε αυτούς διαδικασία της συνωµοτικής δράσης και της «περιφρούρησης» κάλυπταν ανεξέλεγκτα όλες τις φιλόδοξες και επιζήµιες πράξεις για το κίνηµα της χώρας. Βασική τους επιδίωξη η ποδηγέτηση της ηγετικής οµάδας καθοδήγησης της Ε∆Α, µέσα από τα µέλη και στελέχη του ΚΚΕ (εσωτερικό κλιµάκιο) που συµµετέχουν στα καθοδηγητικά όργανά της. Το µοναρχο-ολιγαρχικό κράτος µετά την ολοκληρωτική 89


του νίκη και τον θρίαµβο ενάντια στο λαϊκό κίνηµα νιώθει πανίσχυρο. ∆εν του είναι καθόλου δύσκολο, για πολλούς και ευνόητους λόγους, να αντιλαµβάνεται εν τη γένεση της κάθε σπασµωδική κίνηση και ενέργεια που προέρχεται από την ηγετική οµάδα του ΚΚΕ. Κάθε δραστηριότητα νόµιµη ή παράνοµη των µελλών του ΚΚΕ είναι προβλέψιµη και αντιµετωπίσιµη. Άλλωστε αυτοί οι ηγέτες τις όποιες αξίες και προοπτικές τους τις έδειξαν περίτρανα µε την συνολική τους στάση και συµπεριφορά στην διάρκεια 1940-1949. Τα στελέχη του µοναρχο-ολιγαρχισµού µε την βοήθεια της ΣΙΑ δείχνουν να ελέγχουν πλήρως το τοπίο. Γι’ αυτό και µε ευχέρεια χτυπούν προς κάθε κατεύθυνση. Με αυτόν τον τρόπο κάνουν επίδειξη άρτιας οργάνωσης, ετοιµότητας και υπεροχής. Με αυτήν την τακτική χτυπούσε την αδύνατη σε όλα τα επίπεδα ηγεσία του ΚΚΕ. Τροµοκρατούσε τον λαό, κατασυκοφαντούσε την αριστερά και ιδιαίτερα την Ε∆Α. Ταύτιζε την ύπαρξη και την δράση της µε αυτή του ΚΚΕ. Παρ’όλα αυτά το πρόβληµα του µοναρχο-ολιγαρχισµούµε την Ε∆Α και τους χιλιάδες δηµοκράτες πολίτες δεν λύθηκε οριστικά. Αυτό φάνηκε ακόµα από τις εκλογές του 1950. Μετά από το στραπάτσο του λαϊκού κινήµατος ο λαός έδωσε την πλειοψηφία στον συνασπισµό ΕΠΕΚ-Φιλελεύθεροι (Πλαστήρας-Βενιζέλος), ενώ ταυτόχρονα έθετε τις βάσεις για εκπροσώπηση της αριστεράς στην βουλή Οι αµερικάνοι και τα ανάκτορα δυσανασχέτησαν. Γι’ αυτούς είναι αδιανόητο να παριστάνουν τους δυνατούς και οι αντιµοναρχικές δυνάµεις σχηµατίζουν κυβέρνηση κατ’ επίφαση δηµοκρατική. Τότε εµφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο η Ε∆Α χωρίς να πάρει ευκαταφρόνητο ποσοστό. Πάντα σε σχέση µε την αµφισβήτηση που δηµιουργήθηκε σε βάρος της, ένθεν και ένθεν. Μετά τις εκλογές, αµερικάνοι και ανάκτορα προσπάθησαν να λύσουν το πολιτικό τους αδιέξοδο. Θέλουν λύση βιώσιµη και σταθερή. ∆ηµιούργησαν µια τεχνητή αστάθεια στην κυβέρνηση ΠλαστήραΒενιζέλου, πράγµα καθόλου δύσκολο για τις δυνατότητές τους. Οργάνωσαν τις εκλογές του 1952, κυρίαρχη µορφή ο Παπάγος. Η προβολή πολύ µεγάλη. Είναι ο «στρατάρχης» που κατατρόπωσε τους κουµουνιστο-συµµορίτες και απάλλαξε την χώρα από τον κόκκινο ολοκληρωτισµό. Γίνεται προσπάθεια απαγκίστρωσης του στρατού από τα πλοκάµια του Ι∆ΕΑ. Είναι η περίοδος των στρατηγών. Τώρα ενεργοποιούνται οµογάλακτοι του µοναρχισµού. Στις εκλογές του 1952 ο Παπάγος λόγω πλειοψηφικού εκλογικού συστήµατος συγκέντρωσε ποσοστό 73%. Ο ελληνικός συναγερµός θριάµβευση σε όλα τα επίπεδα. ∆εν γλύτωσε άλλο µικρό κόµµα, από την καταστροφική πολιτική, εκτός από την Ε∆Α. Όµως σε αυτόν τον κόσµο υπάρχουν γυρίσµατα. Όταν ανακατεύεσαι µε τα πίτουρα θα σε φάνε οι κότες, λέει ο λαός. Η αριστερά µε πρωτοπόρους τους νέους εργαζόµενους και τους φοιτητές, άρχισε συνεχόµενες και δυναµικές συγκεντρώσεις. Τόσο για προβλήµατα ανεργίας, ασφαλιστικά, όσο και µε αιχµή της κινητοποιήσεις Κύπριων δηµοκρατικών πολιτών που ζητούν από την Αγγλική αρµοστεία του Χάρτινγκ την ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση του νησιού. Πρωτοπόροι η κοµουνιστές του ΑΚΕΛ µαζί µε όλους τους δηµοκράτες Κυπρίους, και σε συνεργασία µε την µεγαλύτερη µερίδα του τουρκοκυπριακού δηµοκρατικού κόσµου. Σε αυτές τις συγκεντρώσεις στην χώρα µας παίρνει µέρος όλος ο δηµοκρατικός λαός. ∆έχονται απροκάλυπτη και σκληρή επίθεση της Βασιλικής αστυνοµίας. Ταυτόχρονα άρχισαν διαδηλώσεις και στην γειτονική Τουρκία. Οι τούρκοι σοβινιστές ζητούν µερτικό από την Κύπρο. 90


Στην Κωνσταντινούπολη, στην Άγκυρα και στην Σµύρνη γίνονται µαχητικές εκδηλώσεις, από αυτές που ξέρουν να πραγµατοποιούν οι Τούρκοι µε συνθήµατα ενάντια στην χώρα µας. Ανήκουµε στρατιωτικά στον ίδιο αµυντικό συνασπισµό του ΝΑΤΟ. Αυτό δεν τους εµποδίζει µε τις ευλογίες των Αγλλο-Αµερικάνων να λυσσοµανούν ενάντιά µας, χωρίς να αστειεύονται. Το νοτιο-ανατολικό τµήµα της βαλκανικής του στρατηγείου του ΝΑΤΟ βρίσκεται στην Σµύρνη. Με εντολή της ηγεσίας του προγραµµατίστηκαν ευρείας συµµετοχής γυµνάσια των συµµαχικών δυνάµεων, στην περιοχή µεσογείου – µέσης ανατολής. Είναι ο µακρόπνοος σχεδιασµός του επιθετικού προγραµµατισµού των Αµερικάνων προς τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες. Αναγκαστικά η χώρα µας συµµετείχε µε κάποιες µονάδες και Έλληνες αξιωµατικούς. Τότε έλαβαν χώρα τα θλιβερά επεισόδια που κηλίδωσαν για άλλη µια φορά την αξιοπρέπεια του έθνους από τους τούρκους συµµάχους. Τα γεγονότα της Σµύρνης έµειναν ανεξίτηλα στην µνήµη όσων τα έζησαν. Σηµάδεψαν τις πρακτικές και τα πιστεύω των σοβινιστών πατριδοκάπηλων «υπερασπιστών» των ιερών και οσίων της πατρίδας. Η τούρκοι πολίτες, νεολαίοι και ώριµοι, µετά από µία ογκωδέστατη και µαχητική διαδήλωση στην Σµύρνη έκαναν βίαιη επιδροµή στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του στρατιωτικού οικισµού που φιλοξενούσε τους Έλληνες αξιωµατικούς του ΝΑΤΟ, µε τις οικογένειές τους. Έπιασαν τους αξιωµατικούς, τους ξεφτίλισαν ασελγώντας πάνω στην αξιοπρέπειά τους. Βίασαν πολλές από τις γυναίκες τους. Το γεγονός για την εποχή πήρε διαστάσεις τεράστιες. Παρά την προσπάθεια του επίσηµου Ελληνικού κράτους να υποβαθµίσει τα γεγονότα χαµηλώνοντας τους τόνους. Τους έλληνες αξιωµατικούς τους έπιασαν στον ύπνο. Ήταν το πρώτο εκβιαστικό βήµα της Τουρκίας για την απεµπόληση των δικαιωµάτων της χώρας και την θέληση των Ελληνο-τούρκων Κυπρίων για ανεξαρτησια και αυτοδιάθεση.Το θανάσιµο αµάρτηµα ΕλλήνωνΤούρκων Κυπρίων ήταν ότι ζητούσαν αυτοδιάθεση-ανεξαρτησία. Για τους Αγγλους, τους Αµερικάνους και τους Τούρκους, αυτό το νησί αποτελούσε προπύργιο – αεροπλανοφόρο για τους µελλοντικούς επιχειρησιακούς στόχους τους σε µέση και άπω ανατολή. ∆εν ήταν διατεθειµένοι να επιτρέψουν καµιά εκδοχή που θα οδηγούσε σε ανεξαρτησία. Παρέµεινε η Κύπρος χώρος ζωτικής σηµασίας για τα ιµπεριαλιστικά συµφέροντα και σχέδια των Αµερικάνων. Αυτή η αιτία ξεσήκωσε µε έντεχνο τρόπο όλα τα σοβινιστικά στοιχεία των Ελλήνων, Τούρκων και Κυπρίων εθνικιστών µε έντονες αιχµές θρησκοληψίας. Οι στόχοι διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Οι τούρκοι ισχυρίζονται πως είναι υποχρεωµένοι να υπερασπιστούν τα ζωτικά συµφέροντα των τουρκοκυπρίων – ερήµην τους, βέβαια, αφού η συντριπτική πλειοψηφία τους συνεργάζεται µε το ΑΚΕΛ και παίρνει µέρος στις διαδηλώσεις ζητώντας ανεξαρτησία. Οι δικοί µας Ελληναράδες της ενδοχώρας, παλιοί πατριδοκάπηλοι χίτες τσολιάδες, µαζί µε τους Κύπριους οµοϊδεάτες τους προσπαθούσαν να µετατρέψουν το σύνθηµα για ανεξαρτησία σε ένωση µε την µαµά-Ελλάδα. Σε αυτό το µεσοδιάστηµα αρρώστησε βαριά ο «στρατάρχης» από εγκεφαλικό. Είπαν πολλά, κι ακόµα πιο πολλά κυκλοφόρησαν ως ράδιο αρβύλα. Φήµες τον θέλαν να φέρνει βαρέως την συµπεριφορά των συµµάχων στους Ελληνες αξιωµατικούς στην Σµύρνη. Την θεώρησε προσβολή και διασυρµό. Έπεσε σε κόµµα, πέθανε και κηδεύτηκε δηµοσία δαπάνη µε δόξες και τιµές. Η Αµερικάνικη πρεσβεία και το παλάτι συµπλήρωσαν το 91


πρωθυπουργικό κενό διορίζοντας πρόεδρο της κυβέρνησης του Ελληνικού συναγερµού, τον µετρίας εµβέλειας ως τότε υπουργό δηµοσίων έργων, Κωνσταντίνο Καραµανλή. Αυτό δηµιούργησε µέγιστη έκπληξη στους πολιτικούς κύκλους. Όλοι γνώριζαν πως στους κόλπους της κυβερνητικής παράταξης υπήρχαν στελέχη καριέρας πρωτοκλασάτα, µε προϊστορία και ικανότητες πολύ καλύτερες. Αρχαιότερα και µεγάλης εµβέλειας. Αυτά συµβαίνουν εν έτη 1954. Ο Καραµανλής άµα τη ανάληψη των καθηκόντων του, ετοιµάζει τον δικό του πολιτικό σχηµατισµό. Οργανώνει το δικό του κόµµα για της επόµενες τετραετίες. Οργανώνει την δεξιά συνεχίζοντας να κυβερνά µε την ίδια πολιτική χωρίς παρεκλήσεις. Οι διαµαρτυρίες λαού και νεολαίας συνεχίζονται µε έντονους ρυθµούς και αµείωτη ένταση ενάντια στην Αγγλική κατοχή της Κύπρου. Η αντιπαράθεση βρίσκεται εναρµονισµένη µε το έντονο αντιαποικιακό πνεύµα που διαπερνά όλους τους λαούς σε Ασιά και Αφρική ενάντια στα παλιά Αγγλο-Γαλλικά αποικιοκρατικά κατάλοιπα. Οι άγγλοι οργανώνουν την δική τους αντεπίθεση. Το σταθερό αεροπλανοφόρο της µεσογείου είναι απαραίτητο για τα µελλοντικά επιθετικά τους σχέδια στην µέση και άπω ανατολή και περισσότερο στον χώρο της νοτιοανατολικής µεσογείου, όπου σε λίγο θα αποτελέσει θέατρο πολεµικών ανακατατάξεων ανάµεσα στο Ισραήλ και τις αραβικές χώρες. Εκτός αυτού υπάρχουν και τα µακρόπνοα ιµπεριαλιστικά σχέδια της Αµερικής. Έστειλαν στην Κύπρο τον δοκιµασµένο πράκτορα τους, Γιώργο Γρίβα, µε το ψευδώνυµο ∆ιγενής. Γνωστός ο ρόλος του και προκαθορισµένος. Τον έχει σπουδάσει στην Ελλάδα την περίοδο της κατοχής. Οργάνωσε και εξόπλισε τις οµάδες των Χιτών και τον ταγµατασφαλιτών. Ήθελε να αποτελέσει τον αντίποδα του ΕΛΑΣ και το ένοπλο στήριγµα των Αγγλων στις προσπάθειες εξανδραποδισµού του λαϊκού κινήµατος ύστερα από την απελευθέρωση. Κοινός τόπος. Θα διασπάσει το µέτωπο των κυπρίων δηµοκρατών που παλεύουν για ανεξαρτησία του νησιού. Θα συνενώσει όλα τα εθνικιστικά-αντιλαϊκά στοιχεία και θα δηµιουργήσει την ΕΟΚΑ µε τις ευλογίες Αγγλων, Ελλήνων και Τούρκων σοβινιστών. Θα δηµιουργήσει γιαλαντζή αντιπαράθεση µαζί τους. ∆εν θα λυπηθεί θύµατα και εντυπωσιακές ενέργειες. Τέτοιες αποστολές για να εκπληρώσουν τον στόχο τους πρέπει να καλύπτονται από αληθοφανή γεγονότα. Σύνθηµα της προδοσίας. Θα διώξουν τους άγγλους από το νησί και θα πραγµατοποιήσουν την ένωση µε την Ελλάδα. Αυτό το σύνθηµα χαϊδεύει πάρα πολλά αυτιά του απλού κόσµου και ιδιαίτερα τους σοβινιστές. Ξαναζεσταίνει τις καρδιές πολλών ανθρώπων που χιλιάδες χρόνια, από παππού σε παππού ζούσαν µε αυτό το όνειρο. Άλλο όµως είναι να ποθείς κάτι, αυτό είναι και ιδανικό και ανθρώπινο. Είναι συναίσθηµα που µπορεί να δώσεις και την ζωή σου για την πραγµάτωσή του. Είναι τελείως διαφορετικό όµως να έρχονται κάποιοι Ελληνοπροδότες ξενόδουλοι και να σε ξεσηκώνουν µε κάλπικα όνειρα και ελπίδες για να πετύχουν ακριβώς το αντίθετο. Ποιος µπορεί να ισχυριστεί πως αν οι δηµοκράτες πολίτες της Κύπρου κέρδιζαν την ανεξαρτησία τους δεν θα βρίσκονταν πιο κοντά σε έναν στόχο στενότερου δεσµού µε την Ελλάδα; Αντίθετα µε την προδοτική παρέµβαση τους έφτασαν στα δύο πραξικοπήµατα Ελλάδας και Κύπρου µε αποτέλεσµα την συρρίκνωση του Ελληνισµού στο νησί και τις γνωστές περιπέτειες. Πέρα από αυτά, το σύνθηµα για ένωση λειτούργησε σαν εκρηκτικός 92


µηχανισµός στις σχέσεις Ελληνοκυπρίων–Τουρκοκυπρίων, που µέχρι τότε βρίσκονταν σε ενωτικό διάλογο παλεύοντας από κοινού για ανεξαρτησία. Έτσι τέλειωσαν άδοξα και οι πολιτικές συµµαχίες κοµµουνιστών–δηµοκρατών Ελληνοκυπρίων µε τους αδελφούς Τουρκοκύπριους. Η θέση για ένωση σκόρπισε αµφιβολίες για τις γνήσιες δηµοκρατικές προθέσεις συνεργασίας ΑΚΕΛΤουρκοκυπρίων. Τους έφερε µοιραία πιο κοντά στις προδοτικές επιδιώξεις της Άγκυρας. Με αυτόν τον τρόπο θεµελιώθηκε το δικαίωµα των τούρκων να ζητούν µερτικό για τα ζωτικά συµφέροντα των οµοεθνών τους στο νησί. Ποιος µπορεί να ξεχάσει τις µέρες και τα έργα των Ελληναράδων της χούντας. Στο τέλος επιστράτευσαν έναν γκάνκστερ του εθνικιστικού πάνθεου της Κύπρου, τον Σαµσών, και τον έστειλαν στο νησί να ηγηθεί πραξικοπήµατος ενάντια στον πρόεδρο της Κυπριακής δηµοκρατίας, τον Μακάριο. Στον ευαίσθητο χώρο της νοτιοανατολικής µεσογείου και της µέση ανατολής ετοιµάζονται χοντρά παιχνίδια. Το Ισραήλ φιλοδοξεί να παίξει τον ρόλο του χωροφύλακα-αποσταθεροποιητή στην περιοχή. Από την αρχή της ίδρυσής του τα αραβικά κράτη δεν είδαν µε καλό µάτι αυτήν την σφήνα των Σιωνιστών ανάµεσά τους. Έθεσαν σε αµφισβήτηση την ύπαρξη του, χωρίς συγκεκριµένους σχεδιασµούς και σωστό προσανατολισµό. Με καθαρά θρησκευτική φονταµενταλιστική φιλοσοφική αντίληψη το θεωρούσαν σαν ξένο σώµα πάνω στην σάρκα τους. Η ζωτικής σηµασίας αιµατηρή σύγκρουση Παλαιστινίων-Ισραηλινών πολύ λίγο τους απασχολούσε εκείνα τα χρόνια. Και τα αραβικά κράτη το ίδιο διάστηµα είχαν πολλά µεγάλα και ζωτικής σηµασίας προβλήµατα να λύσουν. Σταδιακά µέσα στο Ισραήλ κυριάρχησαν οι πιο αντιδραστικές σιωνιστικές σοβινιστικές δυνάµεις. Ωστόσο εκείνη την περίοδο δεν µπορούσε να επωµισθεί απροκάλυπτα έναν πρωταγωνιστικό ρόλο χωροφύλακα. Εκ των πραγµάτων εφάρµοζε πολιτική αδικηµένου που πασχίζει για την επιβίωση, δίνοντας καθηµερινά αγώνα ύπαρξης. Οι εθνικιστές Έλληνες πατριδοκάπηλοι γνώριζαν από την πρώτη στιγµή πως το σύνθηµα ένωσης της Κύπρου µε την Ελλάδα ήταν µια πολιτική µπαρούφα, όπως το 1922 η κατάκτηση της κόκκινης µηλιάς. Η στάση γενικά των σοβινιστών έδινε αβάντες στις επιδιώξεις Τουρκίας-Βρετανίας για να πετύχουν τους δικούς τους στόχους. Για την συγκεκριµένη περίοδο το σύνθηµα ένωση λειτουργούσε προβοκατόρικα ενάντια στους προοδευτικούς πολίτες της Κύπρου. Σε σοβαρούς πολιτικούς κύκλους µόνο γέλια µπορούσε να προκαλέσει. Ήταν µια καθαρή επινόηση από το οπλοστάσιο της Αγγλικής προπαγάνδας. Ποντάρουν στις ευαισθησίες και στους πόθους αιώνων των ελλήνων της Κύπρου για να τους διασπάσουν από την ενωτική αγωνιστική διεκδίκηση της ανεξαρτησίας. Μόνο καθυστερηµένα µυαλά νοσηρών σοβινιστών µπορούσαν να πιστέψουν σε ένα τέτοιο σύνθηµα. Και όπως συµβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, την ζηµιά την πλήρωσε όλος ο κυπριακός λαός, Έλληνες και Τούρκοι. Και να γιατί. Η Ελλάδα σε αυτή την φάση έχει πολίτευµα βασιλευόµενη κοινοβουλευτική δηµοκρατία. Το ΚΚΕ βρίσκεται εκτός νόµου και οι κοµµουνιστές και συνοδοιπόροι τους υπό άγριο διωγµό. Το παλάτι έχει άριστους δεσµούς µε την Αγγλία. Αυτή επέβαλε την παλινόρθωση της βασιλείας στη χώρα το 1944-45. Η Αµερική µε την σειρά της χρειάζεται την Ελλάδα σαν χώρα για τους ευρύτερους ρόλους στην βαλκανική χερσόνησο και την µεσόγειο µε προέκτασης στην µέση ανατολή και στην Ασία. Η 93


Κύπρος έχει προεδρική δηµοκρατία. Βρίσκεται σε αρµονική σχέση µε τις αδέσµευτες χώρες που είναι µέλος ΟΗΕ. Το ΑΚΕΛ είναι κόµµα νόµιµο και εκφράζει τους κύπριους κοµµουνιστές και αριστερούς. Με αυτή του την πολιτική εκφράζει το 4548% των κοµµουνιστών και αριστερών, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Πέρα από αυτές τις συγκυρίες υπάρχει το ισχυρό χαρτί της Τουρκίας µε το δικαίωµα παρέµβασης για υπεράσπιση ζωτικών συµφερόντων στο νησί. Η Τουρκία διεκδικεί, δεν χαρίζει. Εποµένως για πια ένωση της Κύπρου µε την Ελλάδα παραµυθιάζουν τον κόσµο; Όλο το σοβινιστικό αφάν κατέ, Άγγλοι, εοκάδες οπαδοί του Γρίβα και Ελληναράδες βάλθηκαν να µας τρελάνουν.Τρέχα γύρευε.Ο κάθε νοήµων µπορεί εύκολα να καταλάβει την µια θέση της ένωσης µε την άλλη της αυτοδιάθεσης. Πάνω σε τέτοια επιχειρήµατα στηρίχθηκε η Τουρκική προπαγάνδα. Οι Έλληνες µε την ένωση θα εξελληνίσουν όλους τους τουρκοκύπριους. Ο Γρίβας έκανε και πάλι το θαύµα του. Καραµανλής – ΕΡΕ Ο Καραµανλής δηµιούργησε νέο κόµµα, την εθνική ριζοσπαστική ένωση (ΕΡΕ). Μάζεψε κάτω από την οµπρέλα της όλα τα συντηρητικά αντιδραστικά φιλοµοναρχικά στελέχη της παραδοσιακής δεξιάς και προκύρηξε εκλογές το 1954, πριν το τέλος της θητείας της κυβέρνησης· αφού, βέβαια, µε την δοσµένη πλειοψηφία του 73% µεθόδευσε κάθε νοµοθετική ρύθµιση που θα βόλευε την επανεκλογή του. Σε αυτές τις εκλογές έγινε πανηγύρι που αν το χαρακτηρίζαµε τσίρκο θα προσβάλαµε τους συµπαθείς ζογκλέρ του θεάµατος. Σε αυτές τις εκλογές έδωσαν την δυνατότητα να πάρουν µέρος όλοι οι οπλαρχηγοί του παρακράτους, που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε περιφέρειες στην ύπαιθρο ενάντια στους κοµµουνιστές και στην αριστερούς δηµοκράτες. Ε∆ΕΣ, ΕΒΕΝ, Τσαούς Αντών, Σουρλάδες, Μαγκανάδες, Καλαµπαλίκιδες και βάλε. Μέχρι κι ο Γρίβας, ο Γιωργάκης, ο χίτης, ήρθε από την Κύπρο να πολιτευτεί ως αρχηγός της ΕΟΚΑ. Θυµάµαι που τον έφεραν στην πόλη µας. Το συνόδευαν κάτι κουµπουράδες οπλαρχηγοί. Σαν σύνθηµα είχαν ένα επίκαιρο γεγονός που έγραψαν οι εφηµερίδες εκείνο το διάστηµα. Μιλούσαν για κάποιες χασισοκαλιέργειες, κάπου στην Κρήτη, και αναµίχθηκε το όνοµα ενός Κεφαλογιάννη. Φώναζαν εν χωρώ «κάτω οι χασικλήδες», αυτό ήταν το κεντρικό πολιτικό σύνθηµα των απανταχού οπαδών του Γρίβα. Πίσω ακολουθούσαν µε κλαρίνα, βιολιά και νταούλια. Όλοι αυτόι µε ευτράπελο τρόπο διεκδικούσαν την ψήφο του λαού. Τελικά κανείς δεν έπιασε ποσοστό που να δικαιολογεί και να επιτρέπει την είσοδό του στην βουλή των Ελλήνων. Το κόµµα της ΕΡΕ συγκέντρωσε την µεγαλύτερη δύναµη και σχηµάτισε κυβέρνηση. Τα κεντρώα κόµµατα βρέθηκαν σε τροχιά παρακµής. Μόνο η Ε∆Α συνέχισε την ανοδική της πορεία. Η κυβέρνηση της ΕΡΕ κατά την περίοδο της κοινοβουλευτικής της θητείας δέχθηκε σοβαρές πιέσεις από διάφορα σκάνδαλα. Σοβαρό ρόλο έπαιξε µια ξεχασµένη για πολλούς υπόθεση, που αφορούσε τις στενές σχέσεις ενός γερµανού διοικητή Μέρτεν της Θεσσαλονίκης, στην περίοδο της κατοχής, µε τη γυναίκα του Μακρή και άλλους υπουργούς του. Την υπόθεση έβγαλαν στην δηµοσιότητα µέλη της Μοσάντ, που αυτόν τον καιρό αλωνίζουν την χώρα. Ζητούν την έκδοσή του στο 94


διεθνές δικαστήριο για να δικαστεί ως εγκληµατίας πολέµου για την γνωστή ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Η ∆οξούλα και ο Τακός Μακρής ενοχληµένοι έθεσαν ζήτηµα και ανάγκασαν τον Καραµανλή, ο οποίος φέρεται ενοχληµένος λόγω της προσωπικής του φιλίας, να προκυρήξει εκλογές το 1956, πριν το τέλος της θητείας της κυβέρνησης. Σε αυτές τις εκλογές η κατακραυγή σε βάρος σεβαστού αριθµου κυβερνητικών στελεχών για σχέσεις µε γερµανούς στην κατοχή, φέρνει όλα τα παραδοσιακά κόµµατα του κέντρου σε ενότητα. Σκοπός τους να διώξουν την ΕΡΕ από την κυβέρνηση. Σε αυτήν τους την ενωτική προσπάθεια συµπράττει και η Ε∆Α. Έτσι δηµιουργήθηκε ένα ευρύ αντιδεξιό µέτωπο. Η ∆ηµοκρατική Ένωση(∆.Ε.) Αµερικάνοι, Άγγλοι και ανάκτορα ένιωσαν τον κίνδυνο εξ’ αρχής. Συµβούλεψαν την κυβέρνηση να αλλάξει τον εκλογικό νόµο. Έτσι πέρασαν έναν εκλογικό νόµο που χώριζε την χώρα σε περιφέρειες. Όπου εκ των πραγµάτων προηγείται η δεξιά εφαρµόζεται πλειοψηφικό σύστηµα, κοντολογίς όλες τις έδρες τις αρπάζει ο συνδυασµός που πλειοψηφεί. Αντίθετα, όπου κυριαρχούν οι δηµοκρατικές δυνάµεις εφαρµόζεται απλή αναλογική, που σηµαίνει πως ο κάθε συνδυασµός ανάλογα µε τις ψήφους που λαµβάνει παίρνει και τις αντίστοιχες έδρες. Με αυτό το εκλογικό κατασκεύασµα η ΕΡΕ, έχοντας πάρει εξακόσιες χιλιάδες ψήφους λιγότερους από την δηµοκρατική ένωση, έβγαλε περίπου σαράντα βουλευτές περισσότερους. Εκεί που θεωρόυσαν την εκλογική νίκη εξασφαλισµένη έχασαν τον µπούσουλα.

Τα τερτίπια των νόµων και η άνοδος της Ε∆Α Το εκλογικό αποτέλεσµα υπήρξε πέρα για πέρα πλασµατικό. Άρχισαν οι καταγγελίες όλων των κοµµάτων. Ακολούθησαν κινητοποιήσεις του λαού και της νεολαίας. Η κυβέρνηση Καραµανλή βάλλεται πανταχόθεν. Προβλήµατα λαϊκά δεν µπορεί και δεν θέλει να λύσει. Είναι σηµαδιακή η περίοδος. Εδραιώνονται τα τζάκια της πλουτοκρατίας. Κοντά στα παλιά δηµιουργούνται νέα. Όλοι προσπαθούν να αποκτήσουν πρόσβαση στον κρατικό κορβανά. Μποτοσάκης, δυο φορές καταδικασθείς για πρακτόρευση ξένων συµφερόντων. Ωνάσης, βαφτίστηκε από γκάνκστερ σε λαϊκό φτωχόπαιδο της προσφυγιάς, ο άνθρωπος µε τις µεγαλύτερες προσβάσεις στο Ελληνικό κράτος και την διεθνή µαφία. Νιάρχος, µπατζανάκης του Ωνάση και άσπονδος φίλος του. Λάτσης, Ανδρεάδης, Τοµ Πάπας, Κάρολος Φιξ, Πέτρος Γαρουφαλιάς και άλλοι πολλοί νεόπλουτοι και παλιοί µεγιστάνες, τα τρωκτικά του σχεδίου Μάρσαλ και των κρατικών αποθεµάτων. Ο καθένας κουβαλά την δική του ιστορία. Συναγωνίζονται ποιος θα αρπάξει τα πιο πολλά. Πώς να περισσέψουν λεφτά για τον λαό. Οι κεντρώες δυνάµεις βρίσκονται σε περίοδο υπαρξιακής κρίσης. Η Ε∆Α αποτελεί την µόνη σταθερή πολιτική αξία. Αγωνίζεται για την υποστήριξη των λαϊκών προβληµάτων σε όλα τα επίπεδα, θεσµικά, οικονοµικά, πολιτικά. Το κέντρο βάρους των πολιτικών εξελίξεων βρίσκεται στην Αθήνα, την καρδιά της χώρας. Στην επαρχία λειτουργούν ακόµα τα ΤΕΑ. Ο παπάς, ο χωροφύλακας κι ο δάσκαλος είναι το κέντρο της προπαγάνδας του µοναρχο-ολιγαρχισµού. Πάντα και σε όλους τους χώρους 95


υπάρχουν και η εξαιρέσεις. Η Αθήνα, ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη έχουν κατακλιστεί από χιλιάδες άνεργους της εσωτερικής µετανάστευσης. Κατά βάση ηλικίας από δεκαπέντε µέχρι πενήντα χρονών. Ακολουθώντας την λεωφόρο της ανεργίας σµίξανε µε τους αγώνες όλου του λαού και καθηµερινά διαδηλώνουν µαχητικά σε όλα τα µέτωπα. Ιδιαίτερα οι νέοι ασφυκτιούν µέσα στην αβεβαιότητα της µιζέριας. Παντού σε όλα τα µήκη και πλάτη του πλανήτη γίνονται ανακατατάξεις και επαναστατικοί µετασχηµατισµοί. Αυτή η εικόνα επηρεάζει σοβαρά τις εξελίξεις της χώρας. Αµερικάνοι και παλάτι είναι κατατροµαγµένοι. Μετά από µια δεκαετία και πάνω σκληρής συµπεριφοράς ενάντια στο λαϊκό κίνηµα διαπιστώνουν πως στην ουσία για τίποτα δεν µπορούν να είναι ήσυχοι στην χώρα µας. Τα πάντα είναι απρόβλεπτα και ρευστά. Οι πολιτικές εξελίξεις τους δηµιουργούν ανασφάλειες. Κάθε φορά δίνουν παράτα αναβολής στους σχεδιασµούς τους για µεγαλύτερο επιχειρησιακό άνοιγµα προς τα βαλκάνια, την µεσόγειο και την µέση ανατολή. Όσο υπάρχει στην χώρα µας λειτουργεί και ανθίσταται το λαϊκό προοδευτικό κίνηµα υπό την καθοδήγηση της Ε∆Α δεν επιτρέπει ελευθερία κινήσεων στους νεοαποικιοκρατίες. Γι’ αυτό χρειάζονται επείγοντος επανεκτίµηση της κατάστασης. ∆οκιµάστηκαν και θα συνεχίζουν στο µέλλον µέθοδοι προβοκάτσιας, σπέκουλας και προκλήσεις. ∆ιατέθηκαν και είναι αποφασισµένοι να διαθέσουν και άλλο πακτωλό δολαρίων στον βωµό του αντικοµµουνισµού και του ψυχρού πολέµου. Αποτελέσµατα όµως δεν έχουν ικανοποιητικά και αυτό τους προβληµατίζει. Οι γενικές πολιτικές εξελίξεις τους πιέζουν να διευθετήσουν αρκετά σοβαρά πράγµατα στην περιοχή. Αντιµετωπίζουν προς το παρόν µε συγκρατηµένη οργή την αµφισβήτησή τους από µεγάλη προοδευτική µάζα του λαού της χώρας. Το πιο πρωτοπόρο και προοδευτικό τµήµα λαού και νεολαίας µε την µεγαλύτερη µαχητικότητα. Η χώρα κρίνεται σαν περιοχή απρόβλεπτων εξελίξεων. Πρώτη τροµάρα στην περίοδο κατοχής µε την παντοδυναµία του ΕΑΜ. ∆εύτερο χουνέρι η απειθαρχία του ∆εκέµβρη του 1944. Και τώρα, τι είναι αυτό πάλι; Οι αστοί πολιτικοί δεν κατάφεραν να πάρουν τα ηνία στα χέρια τους. Τα δολάρια δεν µπόρεσαν να κουλαντρίσουν έναν λαό σακατεµένο και νηστικό. Ξαναέβαλαν το πρόβληµα σε νέα βάση. Αποφάσισαν πως είναι λάθος να στέκεσαι µπόσικος απέναντι στην αριστερά και να της δίνεις περιθώρια δράσης. Καµιά εµπιστοσύνη και επανάπαυση στις ικανότητες αντιµετώπισης της αριστεράς από µια µόνο συντηρητική πολιτική δύναµη. Ζητάµε και απαιτούµε επείγοντος στήριξη του θεσµού και της πολιτικής µας από όλες τις συντηρητικές δυνάµεις του τόπου. ∆εν πρέπει να υπάρχουν υποβαθµισµένα πολιτικά πρόσωπα. Όλοι µπορούν µε τον δικό του τρόπο ο καθένας, να προσφέρουν υπηρεσίες στήριξης για να κερδίσουµε την παρτίδα σε ολόκληρη την περιοχή. Από τώρα και στο εξής επιστρατεύονται όλες οι δυνάµεις που παράγουν συντηρητική πολιτική και ενισχύουν αντικοµµουνισµό και ψυχροπολεµικό κλίµα. Ακόµα και ο θεσµός της µοναρχίας από µόνος του δεν αποτελεί εγγύηση πολιτικής σταθερότητας για τους Αµερικάνους. Αυτοί σχεδιάζουν µε βάση την παγκόσµια κυριαρχία. Θέλουν παγκόσµια ιµπεριαλιστική επικράτηση. Τέρµα τα στείρα πολιτικά παιχνίδια. Αν χρειαστεί θα αναστείλουν τις πολιτικές και δηµοκρατικές ελευθερίες της χώρας. Θα καταργήσουν την ισχύ του συντάγµατος. Τα συντάγµατα δηµιουργούνται για να καταργούνται. 96


Αυτά προγραµµατίζονται µακροπρόθεσµα χωρίς τον ξενοδόχο. Γιατί παρά την θέλησή τους, παλάτι και κυβέρνηση, από τα γεγονότα και τις εξελίξεις οδήγησαν την χώρα σε πρόωρες εκλογές. Βασική αιτία η αµφισβήτηση σύσσωµης της αντιπολίτευσης την νοµιµότητας της κυβέρνησης-µειοψηφίας (είχαν λάβει εξακόσιες χιλιάδες ψήφους λιγότερους). Το παλάτι προγραµµατίζει τους γάµους της Ειρήνης µε τον ∆ον Χουάν Κάρλος της Ισπανίας. Όσα προσµένουν να πραγµατοποιηθούν θέλουν ήπιο κλίµα και σταθερές πολιτικές εξελίξεις. Κάπως έτσι φτάσαµε στις εκλογές του 1958. Η πολιτική κατάσταση της χώρας σχολιάζεται ποικιλότροπα. Η αντοχή των αριστερών δυνάµεων ανεξάντλητη. Αποτελεί αντικείµενο απορίας για όλη την προοδευτική ανθρωπότητα που παρακολουθεί τις εξελίξεις. Υπάρχει η προσµονή και η ελπίδα πως κάτι σηµατοδοτεί αυτή η σκληροτράχηλη αντοχή των προοδευτικών δυνάµεων της χώρας. Για καλό και για κακό το καθεστώς σε συνεργασία µε την ΣΙΑ άρχισε να οργανώνει το παρακράτος σε νέα βάση. Συγκρότησαν οµάδες αντιφρονούντων σε όλα τα επίπεδα, συνδικαλιστικά-φοιτητικά. Έπεσε περισυλλογή και στους ηγέτες του Ι∆ΕΑ. Άρχισαν να ενεργοποιούνται οι µηχανισµοί µε πρωτοκολλά. Στέλνουν επιστολές σε όλα τα παλιά µέλη της παραστρατιωτικής οργάνωσης. Γρηγορείτε χανόµαστε. Το στρατιωτικό γραφείο προπαγάνδας καλεί σε σύναξη και πάλι απόστρατους και εν ενεργεία αξιωµατικούς. Οι κοµµουνιστές ετοιµάζουν τρίτο γύρω, θα µας πιάσουν στον ύπνο και θα µας σφάξουν µε κονσερβοκούτια (προσφιλής προπαγανδιστική ατάκα). Από αυτή την σύναξη δεν απουσίασε καµιά από τις πολιτικές εφεδρίες του µοναρχο-ολιγαρχισµού. Όλοι καραδοκούν και ζητούν πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό. Το κλίµα κατάλληλα προετοιµασµένο. Πολιτική ωριµότητα της Ε∆Α Πολλές φορές όταν παίζονται παιχνίδια το πρόβληµα δεν είναι τι κάνουν οι άλλοι. Οπωσδήποτε και αυτή η πλευρά έχει τις δικές τις επιδράσεις. Πιο πολύ όµως βαραίνει το τι κάνουµε εµείς. ∆εν έχει καµιά σηµασία τι σκέπτονται και πράττουν οι άσπονδοι εχθροί για την συµπεριφορά µας αλλά τι πράττεις εσύ ο ίδιος. Μέσα στα όργανα της Ε∆Α όσα µέλη του ΚΚΕ έχουν ενεργό καθοδηγητικό ρόλο µε ουσιαστική δράση, η πλειοψηφία τους έχει ευθυγραµµιστεί µε τον ιστορικό ρόλο που επωµίσθηκε η Ε∆Α. Πήραν τα µηνύµατα της εποχής και προσπαθούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις που καθορίζονται από την περίοδο τον τόπο και τον χρόνο. Υπολογίζουν σε κάθε περίπτωση τις αντοχές του αιµοραγούντος προοδευτικού λαϊκού παράγοντα. Κάποια άλλα όµως, ευτυχώς λίγα, πρωτοκλασάτα στελέχη του ΚΚΕ που δρουν στους ίδιους χώρους έχουν διαφοροποιηµένες ενέργειες, ευθυγραµµισµένες µε την Ιωαννιδική - «σταλινική» νοοτροπία. Έχουν την δική τους µέθοδο σκέψης και ερµηνείας των γεγονότων. Οι διασυνδέσεις τους είναι συνδεδεµένες απευθείας µε την ηγετική οµάδα που βρίσκεται και δρα εκτός συνόρων, στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισµού. Αυτοί έχουν άµεση πρόσβαση µε τα ηγετικά κλιµάκια του ΚΚΣΕ. Έχουν διαφορετικές εκτιµήσεις και στόχους για τα τεκταινόµενα στην χώρα. Είναι οι ίδιοι που χρόνια τώρα θέτουν σε αµφισβήτηση τις ηγετικές ικανότητες των στελεχών της Ε∆Α, σαν µπροστάρισα στους λαϊκούς αγώνες. Είναι από αυτούς που απόµειναν µετά το µεγαλεπήβολο σύνθηµα «το όπλο παραπόδας». Ο Ζαχαριάδης 97


καθαιρέθηκε το 1956 στην έκτη ολοµέλεια. Η νοοτροπία όµως είναι κυρίαρχη όπως και ο Σταλινισµός. Ακόµα τα προβλήµατα του διεθνούς κοµµουνιστικού και εργατικού κινήµατος ερµηνεύονται µηχανιστικά µε τις µεθοδολογίες του 1930, µε βάση τις υποκειµενικές εκτιµήσεις της ακαδηµίας επιστηµών της ΕΣΣ∆. Όσο ανεβαίνει το λαϊκό κίνηµα, όσο η συµµετοχή της εργαζόµενης και φοιτητικής νεολαίας είναι δυναµική και µαζική, αυτοί προβάλλουν απαιτήσεις στην αριστερά. Η συµµετοχή των κοµµουνιστών στα όργανα της Ε∆Α τους ανοίγει την όρεξη για πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ζητούν, και ως ένα βαθµό το πετυχαίνουν, να τοποθετήσουν στα καθοδηγητικά όργανα της Ε∆Α σε όλες τις βαθµίδες και στην νεολαία τοποτηρητές στελέχη του ΚΚΕ που θα είναι της αµέσου εµπιστοσύνης τους. Σαν ενέργεια αυτή καθαυτή είναι προβοκατόρικη γιατί δυναµιτίζει κάθε συνεργασία µε οποιαδήποτε δηµοκρατική δύναµη και θέτει το εποικοδόµηµα της αριστεράς την Ε∆Α σε αµφισβήτηση. Ενώ είναι ολοφάνερο πως αν το λαϊκό κίνηµα κατόρθωσε να ανακάµψει µετά την θλιβερή ήττα η αιτία είναι η δηµιουργία της Ε∆Α που συνένωσε όλες τις αριστερές-δηµοκρατικές δυνάµεις της χώρας σε ένα συµπαγές µέτωπο ενάντια στον µοναρχο-ολιγαρχισµό. Πέρα από αυτή την πλευρά η ενέργεια είναι και υποτιµητική για όλους τους συνεργαζόµενους µε τους κοµµουνιστές. Όταν τίθεται θέµα εµπιστοσύνης για την προσωπικότητά τους που δεν την βαραίνει κάτι επιλήψιµο, πως ζητάς από αυτούς να εµπιστευτούν εσένα που βαρύνεσαι µε σωρεία λαθών και κουβαλάς µια ήττα µε τις χειρότερες επιπτώσεις για το λαϊκό κίνηµα. Τέλος είναι και υβριστική. Υποβαθµίζει όλους όσους βρίσκονται και αγωνίζονται µέσα στις γραµµές τις αριστεράς και προβληµατίζει όλους όσους προτίθενται να πραγµατοποιήσουν το αποφασιστικό βήµα και να συγχρονιστούν µε την Ε∆Α και την νεολαία της. Οι συνεργαζόµενοι έβαλαν τα στήθεια τους µπροστά και βοήθησαν να κλείσει η µαύρη τρύπα που άφησε η βαριά ήττα του λαϊκού κινήµατος. Πίεζαν µε χίλιους δυο τρόπους να περάσουν στα όργανα της Ε∆Α τον ολέθριο τρόπο στρουχτούρας και αντίληψης που έχουν βιώσει οι ίδιοι. Θέλουν να επιβάλλουν κανόνες συνωµοτισµού και επαγρύπνησης, λες και πρόκειται για κόµµα παράνοµο. Παράλληλα γνωρίζουν πως η Ε∆Α συγκροτήθηκε µέσα από ενωτικές τάσεις της ευρύτερης αριστεράς. Έχει πολιτική δράση αναγνωρίσιµη και δεν χρειάζεται να σχοινοβατεί µεταξύ παρανοµίας και συνωµοτισµού. Άλλωστε σηµαία της πολιτικής της παρέµβασης είναι η πιστή τήρηση της νόµιµης και συνταγµατικής τάξης. Ζητά και θέλει να µπει τέρµα στον αντικοµµουνισµό και την ψυχροπολεµική προπαγάνδα. Να καταργηθούν οι φασιστικοί νόµοι και διατάξεις όλης της ανώµαλης περιόδου. Αυτοί έχουν άλλα πράγµατα στο νοσηρό µυαλό τους. Θέλουν τοποτηρητές από πρόσωπα εµπιστοσύνης. Κατά την προσφιλή τους µέθοδο άρχισαν να διαδίδουν ψιθυριστά ιστορίες που αφήνουν έντεχνα αιχµές και κυκλοφορούν προς τα έξω για τα πρόσωπα. Περισσότερο στοχεύουν σε ιδρυτικά συνεργαζόµενα στελέχη της Ε∆Α. Σκοπός τους η σπίλωση και σταδιακή υποβάθµιση της προσωπικότητάς τους και της ακεραιότητας του χαρακτήρα τους. Σε αυτόν τον τόνο τους ακολουθούν όλες οι αριστερίστικες οµάδες. Όλοι τους βάλθηκαν να διδάξουν τους µπαρουτοκαπνισµένους Εδαίτες, µικρούς και µεγάλους, επαναστατική συµπεριφορά. Ουσιαστικά όλα τα νταούλια και οι ζουρνάδες βαράν πάνω σε έναν χαβά. Στην ψυχροπολεµική µελωδία και τον 98


αντικοµµουνισµό. Θέλουν και πάλι να αποφασίσουν για την πορεία του λαϊκού κινήµατος ερήµην του λαού. Βάζουν και πάλι σε εφαρµογή την τόσο επιζήµια και αλαζονική νοοτροπία του «εµείς καθοδηγούµε το κίνηµα». Το κόµµα και όχι λαός.Κάτι τέτοια λένε και φουσκώνουν σαν διάνοι. Μάλλον ζητούσαν να αδράξουν την ευκαιρία ξανά και να εκµεταλλευτούν την περίσταση. Αν τους βγει θετικά θα ισοφαρίσουν τις γκάφες του παρελθόντος. Έτσι φαντάζονται πως θα απαλύνουν την κατακραυγή για τις ευθύνες που τους καταλογίζουν τα γεγονότα. Έτσι φτάσαµε στις εκλογές του 1958. Η κυβέρνηση Καραµανλή κυριολεκτικά σύρεται σε αυτές τις εκλογές κάτω από την πίεση των καθηµερινών διαδηλώσεων όλου του δηµοκρατικού κόσµου της χώρας. Θυµάται πολύ καλά τις τελευταίες εκλογές του 1956 και τον τρόπο που µεθόδευσε τον εκλογικό νόµο. Τώρα και πάλι µαγειρεύουν έναν εκλογικό νόµο που θα θέτει τέρµα στην δραστηριότητα της Ε∆Α. Στόχος τους µε αυτόν τον νόµο είναι το πρώτο και το δεύτερο κόµµα να µοιραστούν όλες τις έδρες. Τα µικρά κόµµατα µοιραία θα εξαφανιστούν, αφού δύσκολα θα συγκεντρώσουν ποσοστό που θα τους δίνει δύναµη. Προϋπόθεση βασική, το δεύτερο κόµµα να προέρχεται από καθαρό αστικό χώρο. Ο Καραµανλής σε κάθε περίπτωση δεν είναι διατεθειµένος να παραιτηθεί αµαχητί από το πολιτικό παιχνίδι. Υπήρξαν κάποιες αψιµαχίες για αµφισβητήσεις των ικανοτήτων του από τα ανάκτορα και τον Ι∆ΕΑ. Σε αυτή την διαπάλη απέδειξε πως είναι σκληρό καρύδι για να βγει εύκολα εκτός πολιτικής σκηνής. Άλλωστε η πολιτική του σταθερότητα δεν πηγάζει από τον λαό. Είναι πέρα για πέρα δωτός και το παλεύει. Στις εκλογές που θα γίνουν µεθοδεύει ένα νοµοσχέδιο ενισχυµένης αναλογικής. Για τον ίδιο και την κυβέρνησή του κάθε αποτέλεσµα που θα προκύψει µπορεί να αποτελέσει διαπραγµατευτικό άσσο στο µανίκι του. Σε κάθε περίπτωση δύο κόµµατα θα ευνοηθούν, το πρώτο πλειοψηφών και το δεύτερο. Τα υπόλοιπα καταποντίζονται. Με το εκλογικό σύστηµα χάνουν τις έδρες τους. Κανένας δεν πίστευε πως το δεύτερο κόµµα θα είναι η Ε∆Α. Με την πολιτική αστάθεια που επικρατεί όλα είναι πιθανά. Υπάρχουν διεθνείς συγκυρίες που επηρεάζουν τα γεγονότα. Βαραίνουν στην πλάστιγγα. Το Κυπριακό, η συµφωνία της Ζυρίχης µεταξύ Ελλάδας-Κύπρου-Τουρκίας-Βρετανίας και η στάση των Καραµανλή-Αβέρωφ. Στην συνδιάσκεψη που κυριολεκτικά αλυσοδέσαν την κυβέρνηση της Κύπρου και τον Μακάριο, µε την υπογραφή τους για δικαίωµα παρέµβασης στα εσωτερική του νησιού από όποια εγγυήτρια δύναµη θεωρεί πως θίγονται τα συµφέροντά της. Μετά τη συµφωνία της Ζυρίχης το Κυπριακό δροµολογήθηκε υπέρ της Τουρκίας, µε την καθοδήγηση των Αµερικάνων και την ανοχή ανακτόρων και κυβέρνησης. Η υπογραφή του Αβέρωφ, υπουργού εξωτερικών, έπεσε σαν ταφόπλακα πάνω στα κεφάλια όλου του προοδευτικού κόσµου της Ελλάδας και της Κύπρου. Αυτό βάραινε περισσότερο το κλίµα προεκλογικά. Για τους αµερικάνους τα ανάκτορα και την δεξιά οι εκλογές του 1958 επιφυλάσσουν πολλές εκπλήξεις. Η ΕΡΕ του Καραµανλή παρουσιάζεται εφτάψυχη, αρκούντος ανθεκτική. Παρά τις µερικές τρικλοποδιές από τα ανάκτορα και τον Ι∆ΕΑ συγκέντρωσε αρκετά µεγάλο ποσοστό ψήφων για να µπορεί να σχηµατίσει κυβέρνηση αυτοδύναµη. Η ΕΡΕ είναι η κυρίαρχη του παιχνιδιού. ∆εύτερο κόµµα στην βουλή είναι η Ε∆Α. Παρά την έκπληξη όλου του αστικού πολιτικού κόσµου, συγκέντρωσε το 99


µεγαλύτερο ποσοστό όλων των χρόνων της ύπαρξής της, φτάνοντας το 25.4%. Στις εκλογές αυτές εξαφανίστηκαν οι λεγόµενες κεντρώες δυνάµεις. Εκ των πραγµάτων η εικόνα του πολιτικού σκηνικού για το καθεστώς του µοναρχο-ολιγαρχισµού και των προστατών αµερικάνων παρουσιάζει ένα κενό που πρέπει να καλύψουν επείγοντος. Αν µείνουν τα πράγµατα ως έχουν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η χώρα πολιτικά να παρουσιάζει την εξής µαγική εικόνα. Από την µια η παραδοσιακή δεξιά µε τους δωσίλογους συνεργάτες των γερµανών. µε Χίτες, Μπουραντάδες, ταγµατασφαλίτες, τσολιάδες και µε ορισµένους πολιτικούς καριέρας από τα µεγαλοαστικά τζάκια. Από την άλλη θα υπάρχει ένα γερό δηµοκρατικό µέτωπο µε κοµµουνιστές, σοσιαλιστές, κόσµο του αγροτικού κινήµατος. Όλοι τους ήρωες, µπαρουτοκαπνισµένοι αγωνιστές της ηρωικής εποποιίας της εθνικής αντίστασης. Μια τέτοια εµφάνιση θα αφαιρούσε αυτόµατα κάθε δυνατότητα σπέκουλας και σοβινιστικής προπαγάνδας. Για πρώτη φορά και ίσως την µοναδική στην ιστορική του διαδροµή ο δηµοκρατικός λαός της χώρας έδωσε την απάντηση που ταίριαζε σε όλους τους µικροαστούς πολιτικάντηδες του παραδοσιακού κέντρου. Μέσα στην µακρόχρονη πολιτική τους διαδροµή υπήρξαν πάντα άτολµοι, συµβιβασµένοι και συντηρητικότεροι από τους κατά παράδοση συντηρητικούς της δεξιάς. Πάντοτε σε κάθε πολιτικό αδιέξοδο της ολιγαρχίας έπαιξαν τον ρόλο της εναλλακτικής λύσης δίνοντας χείρα βοηθείας για να βρεθεί διέξοδος εφικτή για τα συµφέροντά της. Όλες τους οι ενέργειες ήταν πάντα κόντρα στα συµφέροντα του λαού. Χτύπησαν µε µίσος και απροκάλυπτα το λαϊκό προοδευτικό κίνηµα της χώρας. Αντίθετα η Ε∆Α µε το µέτωπο ενότητας και την µαχητική της νεολαία βρισκόταν στην πρώτη γραµµή µάχης, υπερασπίζοντας τα συµφέροντα όλου του λαού. Το εκλογικό αποτέλεσµα για την αριστερά σηµατοδοτούσε την θέληση του λαού να θέσει τέρµα στις αυθαιρεσίες της κυβέρνησης και του αστυνοµικού κράτους και του παλατιού. Επιδίωξε να βάλει φραγµό στην λειτουργία του παρακράτους, στην τροµοκρατία, τον αντικοµµουνισµό και την ψυχροπολεµική προπαγάνδα. ∆ηµιούργησε ρεύµα αισιοδοξίας και ανάτασης στις λαϊκές µάζες. Κρίνοντας το αποτέλεσµα µπορεί κανείς να υποστηρίξει ανεπιφύλακτα πως ο καταποντισµός των δυνάµεων του κέντρου επήλθε όχι σαν κεραυνός εν αιθρία, αλλά γιατί ο δηµοκρατικός προοδευτικός λαός αυτού του τόπου χρωστούσε µια συνολική απάντηση στους ηγέτες αυτών των κοµµάτων. Για την συνολική τους στάση και συµπεριφορά. Για την αµέριστη υποστήριξή τους στην παλινόρθωση της µοναρχίας, για την συνολική αντιλαϊκή τους στάση στην δωδεκάχρονη µετα-απελευθερωτική πορεία της χώρας. Η Ε∆Α µε το δικό της µήνυµα προς κάθε αντιλαϊκό κέντρο εξουσίας προειδοποιούσε πως απαιτεί σεβασµό και εφαρµογή όλων των δηµοκρατικών νόµων του συντάγµατος και των διεθνών συνθηκών. Πρώτη φορά µετά την ήττα η αριστερά στην χώρα µας σε εκλογική αναµέτρηση και µε τέτοιες συνθήκες συγκέντρωσε τέτοια ποσοστά. Οι εκλογές του 1958 έµελλε να καταγραφούν σαν κοσµογονία στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας µε µεγαλύτερη εµβέλεια. Σαν απήχηση πήρε τεράστιες διαστάσεις, περισσότερο γιατί ότι πέτυχε ο δηµοκρατικός λαός το πέτυχε σε περίοδο σκληρής δοκιµασίας. Την εποµένη των εκλογών η Ε∆Α άρχισε πιο πιεστικούς αγώνες µέσα και έξω από την βουλή. Αξιώνει απόλυση όλων των πολιτικών κρατουµένων. Να κλείσουν οι φυλακές και στην θέση 100


τους να χτιστούν σχολεία, να µπει τέρµα στην εµφυλιοπολεµική παρελθοντολαγνία. Να σβήσουµε το παρελθόν της µισαλλοδοξίας. Να φύγουν οι βάσεις του θανάτου από την χώρα, Ειρήνη-∆ηµοκρατία-Ανεξαρτησία. Η συνθηµατολογία αυτή δεν προσφέρει τροφή στο ψυχροπολεµικό κλίµα, αντίθετα το αδυνατίζει. Γι’ αυτό µερικοί φωστήρες «επαναστάτες» την κρίνουν ως λαπαδο-πολιτική της χριστιανικής πτέρυγας. Κάποιος µου είπε προσωπικά σε ανύποπτο χρόνο. Τι συνθήµατα είναι αυτά, παπάδες είµαστε ή επαναστάτες; Τι να πει κανείς, έργα και ηµέρες ανθρώπων. Οι αγώνες της νεολαίας αυξάνονται εντατικά. Μέσα στο κοινοβούλιο οι βουλευτές της Ε∆Α δίνουν καθηµερινά τις δικές τους µάχες µε τους ακροδεξιούς τραµπούκους, πολλές φορές σώµα µε σώµα. Πρωτοστατούν από την ΕΡΕ οι Παπαδόπολους από το Κιλκίς, Φαρµάκης βουλευτής Αθηνών και άλλοι. Από την Ε∆Α ο Γρηγόρης Λαµπράκης Πειραιώς, ο Βασίλης Εφραιµίδης Σερρών, ο Τσαρουχάς Θεσσαλονίκης. Ο Λαµπράκης, γιατρός, αθλητής βαλκανιονίκης ως βουλευτής και πρόεδρος της επιτροπής για την ∆ιεθνή Ύφεση και Ειρήνη. Είναι δηµοκράτης σοσιαλιστής και άξιος αγωνιστής που συνεργάζεται µε την Ε∆Α. Οι άλλοι δύο, Εφραιµίδης-Τσαρουχάς, κοµµουνιστές µε αγωνιστική προϊστορία. Γέµισε το κοινοβούλιο βουλευτές της αριστεράς. Η Αυγή καθηµερινά καταγγέλλει αυθαιρεσίες αστυνοµικών σε βάρος αριστερών πολιτών. Ξεχείλισε το ποτήρι για Αµερικάνους και ανάκτορα. Πάση θυσία πρέπει να αναστρέψουν την κατάσταση. ∆εν µπορούν να διανοηθούν πως άλλες εξελίξεις µεθόδευαν και άλλα κουκιά τους βγήκαν. Αναστέλλονται και πάλι οι επιχειρησιακοί σχεδιασµοί για την ευρύτερη περιοχή. Ήρθε η ώρα να εφαρµοστεί στην πράξη το σχέδιο συρρίκνωσης της αριστεράς. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Ο πρωθυπουργός-κονσέρβα είναι δοκιµασµένος συνεργάτης αντικοµµουνιστής. Είναι περισσότερο έτοιµος και πρόθυµος να προσφέρει και πάλι θετικές υπηρεσίες, θα αναλάβει τον προσφιλή του ρόλο που του πάει γάντι. Είναι δεινός λαοπλάνος, θα αναλάβει και πάλι εργολαβικά χρέη πυροσβέστη για να σβήσει την πυρκαγιά που άναψε το λαϊκό κίνηµα. Θεωρούσε ευλογηµένη την στιγµή που του ξαναδόθηκε η δυνατότητα να προσφέρει βοήθεια σε Αµερικάνους και ανάκτορα. Μέσα στην γενική του συµπεριφορά µπορεί εύκολα να διακρίνει κανείς και κάποια σηµάδια βαθύτατου πόνου και σπαραγµού προς το κατεστηµένο για την µακρόχρονη καθυστέρηση της αναγνώρισης των ικανοτήτων του, και των υπηρεσιών που προσέφερε στον παρελθόν. Έριξε και διαπιστευτήριο µήνυµα προς την ολιγαρχία για την µελλοντική αγαστή συνεργασία τους. Παρόλα αυτά αµερικάνοι και ανάκτορα καλού κακού από την εποµένη των εκλογών έβαλαν σε ενέργεια τα επεξεργασµένα σχέδιά τους. ∆εν εµπιστεύονται τίποτε και κανέναν δίχως την προσωπική τους εποπτεία. Χωρίς χρονοτριβή ενεργοποίησαν ΣΙΑ και Ι∆ΕΑ µαζί µε το παρακράτος. Έδωσαν αυξηµένες ευθύνες στις ενέργειες του. Άρχισαν να θερµαίνουν τις σχέσεις τους µε όλον τον µηχανισµό του σκοτεινού παρασκηνίου. Η οργάνωση του Ι∆ΕΑ έχει πολύχρονη δράση και εµπειρίες σε θέµατα προβοκάτσιας και υπονόµευσης µε µεθοδολογική συνέπεια. Αµέσως άρχισαν οι συστηµατικές παρεµβολές και υπονοµεύσεις της δηµοκρατικής λειτουργίας των θεσµών του κράτους, µε σαµποτάζ σε βάρος της Ε∆Α που τελειώνουν στις 24-8-1974 µετά την ολοκλήρωση της προδοσίας. 101


Πισωγυρίσµατα Ο χειµώνας ήρθε νωρίς αυτή την χρονιά. Από τις πρώτες µέρες φάνηκαν τα παγωµένα του δόντια. Το καλοκαιράκι πέρασε ζεστό και όπως πάντα λιτό, χωρίς σπατάλες. Τι τα θες; Το καλοκαίρι ταιριάζει της φτωχολογιάς. Όλα προσιτά, φαγητό, ντύσιµο. Γενικά η διαβίωση για τους οικονοµικά ασθενέστερους πιο προσιτή. Αυτοί οι συλλογισµοί είναι ανθρώπινοι και µάλιστα από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώµατα. Ο χρόνος και ο καιρός έχουν τους δικούς τους κανόνες. Πρέπει να εναλλάσσονται οι εποχές, να ολοκληρωθεί ο κύκλος, να δίνει κάθε εποχή το δικό της χρώµα. Την δική µας φαµίλια τούτος ο χειµώνας την βρήκε ασυντόνιστη. Είµαστε χαµηλότερα από ότι απαιτούν οι περιστάσεις. Αιτία πάντα η ανεργία. Ευτυχώς περάσαµε τις γιορτές µε αξιοπρέπεια σε όλες τις κοινωνικές υποχρεώσεις. Από τις γιορτές και µετά όλα προβάλουν γκρίζα. Αυτές οι αναδουλειές του χειµώνα κατάντησαν βραχνάς για τα χαµηλά εισοδήµατα. Μια παρέα συνοµήλικοι βρισκόµαστε στο πολύ σύνθετο µαγαζί του ψιλικαντζή. Αυτό ήταν απ’όλα. Μπακάλικο, µανάβικό, καφενείο και ουζερί. Κουβεντιάζαµε µήπως ανακαλύψουµε τα κακά της µοίρας µας, που είναι πάρα πολλά και όχι τα τρία που ισχυρίζονται πολλοί. Ξαφνικά πήρε το µάτι µου τον Τσιµπελεκάνο (Σταύρος) να δρασκελά το κατώφλι της πόρτας. Ήταν ένα παιδί αδύνατο, λυγερόκορµο µε µέτριο ανάστηµα. Όταν τον έβλεπες, αυθόρµητα σου ερχόταν στην φαντασία ο ψηλολέλεκας. Ποιος του φόρτωσε το παρατσούκλι άγνωστο, πάντως είχε άµεση σχέση µε το παρουσιαστικό του. Όλοι στην γειτονιά έτσι τον ξεχωρίζουν. Όπως αλλιώς να τον αναζητήσεις δεν θα τον βρεις. Αυτήν την εποχή ο Σταύρος υπηρετεί θητεία στο Χαϊδάρι στην Αθήνα. Φτωχόπαιδο, στον στρατό δεν περιµένει οικονοµική ενίσχυση από κανέναν. Οι τριάντα δραχµές, το µηνιάτικο του στρατού, δεν καλύπτουν ούτε τα ξουραφάκια που καταναλώνει ο οπλίτης. Γιατί στην καθηµερινή πρωινή αναφορά ο επιλοχίας τους θέλει όλους φρεσκοξυρισµένος. Έτσι ο Τσιµπελεκάνος όταν έβρισκε ευκαιρία έπαιρνε άδεια εικοσιτετράωρη και χτυπούσε κανένα µεροκάµατο στην πιάτσα Βεραντζέρου. Μια µέρα όπως περιφερόταν ανάµεσα στην µαστοράντζα ψάχνοντας για δουλειά έπεσε πάνω στον Νίκο τον Καλποτρίχα (Κοκκινοµάλης) τον δραµινό. Αυτός βρίσκεται εδώ και αρκετό καιρό στην Αθήνα φιλοξενούµενος από τον θείο του, Παντελή. Ήταν αδελφός της Μάνας του. Έχασε την γυναίκα του νέος άνθρωπος. Πήρε τα δύο του παιδιά και µετανάστευσε από την ∆ράµα στην Αθήνα. Ο Καλπότριχας βλέποντας µπροστά του Τσιµπελεκάνο δεν πίστευε στα µάτια του. Τι θες εδώ ρε; Φανταράκι είµαι, του ‘πε ο Σταύρος. Έρχοµαι κάπου-κάπου στην πιάτσα των µπογιατζήδων στην Βεραντζέρου για κανένα µεροκάµατο. Ρε µπαγάσα, έχω µια µικρή δουλίτσα. Ήρθα να βρω κανέναν µάστορα για να µε βοηθήσει. Έλα µαζί µου µιας και σε βρήκα, στην δουλειά θα τα κουβεντιάσουµε. Θα έρθω Νικόλα, αλλά πρέπει να ξέρεις πως εγώ είµαι στρατιώτης. Περιθώριο µεγαλύτερο από δυο µέρες για δουλειά δεν έχω. Και για ύπνο που την βγάζεις; Στο κέντρο διερχοµένων. Μας αφήνουν τα παιδιά, κάνουν τα στραβά µάτια. Άντε πάµε για δουλειά, τα υπόλοιπα θα τα πούµε εκεί, είπε ο Νικόλας και τον πήρε µε την ντεκαβέ. Κάπως έτσι έµαθε ο Σταύρος να κυκλοφορεί σε κάποια στέκια στην Αθήνα. Μας πλησίασε στο τραπεζάκι, πήρε µια καρέκλα και κάθισε. Πως παίρνατε 102


ρε µάγκες σαν πολίτες, µας ρώτησε. ∆εν µας βλέπεις ρε Σταύρε, σκοτωνόµαστε στην δουλειά. Να πάρει ο διάολος για πόλη, κάθε χειµώνα το ίδιο βιολί. ∆εν αλλάζουν τα πράγµατα. Τι περιµένεις από µια µικρή πόλη. Χωριάτικη νοοτροπία. Μόνο αποθήκες φτιάχνουν για στάρια, πολυκατοικίες δεν χτίζονται. Αν γίνει καµιά µεγάλη κατασκευή πόσους να απορροφήσει. Εδώ τα σπίτια όλα µονώροφα και δυόροφα. Καλά που υπάρχουν τα στρατιωτικά κτήρια και δηµιουργούν κάποια κίνηση. Κάποτε θα αλλάξουν τα πράγµατα. Όµως τότε ποιος ξέρει που θα βρισκόµαστε εµείς. Ο Σταύρος γυρίζοντας προς την πλευρά µου µε ρώτησε. Πας στην Αθήνα για δουλειά άµα λάχει; Παρά να γυρίζω εδώ σαν γανωτής, τεµπέλης, άφραγκος κι ατσίγαρος πάω γιατί να µην πάω. Ξέρεις, στην Αθήνα βρήκα τον Νίκο τον Καλποτρίχα. Αυτός έχει µια δουλειά πάνω στον Κοκκιναρά, στην νέα πολιτεία στα βουλευτικά. Εγώ έκανα µαζί του κάποια µεροκάµατα. Μου είπε να καθίσω για δουλειά µαζί του. Του είπα πως όταν απολυθώ από τον στρατό θα το κουβεντιάσουµε. Τώρα όταν πάρω καµιά άδεια ρίχνω κανένα µεροκάµατο για χαρτζιλίκι. Θα κάνεις καλά να του τηλεφωνήσεις, να συνεννοηθείς και να πας να τον βρεις. Έκανε µια κίνηση και τράβηξα κάποιο χαρτί από την τσέπη του µπουφάν. Να, πάρε αυτό το χαρτί, µου είπε. Έχει την διεύθυνση και το τηλέφωνό του. Συχνάζει σε ένα µπαρ που δουλεύει ο θείος του στην Αιόλου, πάροδος της Σταδίου. Έχει το σουβλατζίδικο. Το µπαρ Βότρης, Αιόλου 12. Απέναντι ακριβώς υπάρχει µια στοά. Έχει µια σκάλα που κατεβαίνει στα υπόγεια µαγαζιά. Εκεί ο θείος του έχει µαγαζί µε εργαλεία και υλικά για τους µωσαϊκούς. Στα λέω αυτά για να ξέρεις πως θα κινηθείς να τον βρεις. Πάρ’ τον στο τηλέφωνο και ρώτησέ τον. Αν ακόµα χρειάζεται βοήθεια να πας. Βγάλε όλο τον χειµώνα. Εκεί είναι Αθήνα. Πολλές δουλειές άλλο κλίµα, άλλες σχέσεις των ανθρώπων. ∆εν έχεις να χάσεις τίποτα, µια βόλτα θα κάνεις. Το χαρτί δεν το χρειάζεσαι; τον ρώτησα. Όχι, άµα θελήσω κάτι ξέρω που να τον συναντήσω. Έβαλα το χαρτί µε την διεύθυνση και το τηλέφωνο στην τσέπη. Το βράδυ στο σπίτι το κουβέντιασα µε την Μάνα. Με άκουσε λίγο σκεπτική. Εγώ ένιωθα λίγο παράξενα. Πρώτη φορά µιλούσα µε την Μάνα για ενδεχόµενο να ξενιτευτώ. Ένιωθα κάποιο µούδιασµα σε όλο µου το κορµί καθώς κουβέντιαζα. Η Μάνα µε κοίταξε. Τι να σου πω, µου είπε λίγο στεναχωρηµένη. Αν θέλεις να πας κι αν νοµίζεις πως θα τα καταφέρεις µόνος σου πήγαινε. Σιγουρέψου όµως ότι υπάρχει δουλειά. Κι αυτή η ανεργία δεν υποφέρεται. Ολόκληρα παλικάρια να γυρνάτε από καφενείο σε καφενείο άνεργοι. Άσε Μάνα, είναι άσχηµο πράµα να γυρνάς στα σοκάκια άφραγκος και δίχως τσιγάρο. Τι να πω, αν είναι για καλύτερα µην κάθεσαι. Άλλοι φεύγουν για πιο µεγάλα ταξίδια. Αυτή είναι η µοίρα των φτωχών. Να σκίζουν θάλασσες, να φτάνουν στα πέρατα του κόσµου για ένα καλύτερο µέλλον. Θα του τηλεφωνήσω αύριο κιόλας από τα κεντρικά του ΟΤΕ. Αν συµφωνήσουµε θα ταξιδέψω για την Αθήνα. Αν φύγω σας δίνω τον λόγο µου πως θα έχω τον νου µου σε σας. Είναι και η νύφη µε την µικρή, πρέπει αν µπορέσω να κάνω κάτι για όλους µας. Χειµώνας είναι και υπάρχουν δυσκολίες, όµως πρέπει να κινητοποιηθώ. Τον χειµώνα σκέφτοµαι κι εγώ, είπε η Μάνα. Αν ήταν καλοκαίρι δεν το συζητούσα. Αν ήταν καλοκαίρι θα δουλεύαµε εδώ, είπα. Ήθελα να ήξερα που και πως θα κοιµάσαι. Πρώτη φορά στα ξένα χειµωνιάτικα. Μάνα για όλα υπάρχει πάντα η πρώτη φορά. Αν αντέχεις την ξενιτιά και είναι έστω 103


λίγο καλύτερα, µην κάθεσαι, άνοιξε τα φτερά σου. Όµως να συνεννοηθείς καλά πρώτα. Να ‘ναι µια καλή αρχή για όλους. Την άλλη µέρα απόγευµα πήγα στο κεντρικό κτήριο του ΟΤΕ. Εκεί είχε θαλάµους µε τηλέφωνα. Έδινες τον αριθµό που ήθελες να επικοινωνήσεις στις τηλεφωνήτριες. Αυτές έκαναν όλες τις απαραίτητες κινήσεις, λάµβαναν την προειδοποιητική απάντηση και σε φώναζαν από το µεγάφωνο σε πιο θάλαµο να εισέλθεις για την συνδιάλεξη. Έτσι πήγα στον θάλαµο τρία και άκουσα την φωνή της τηλεφωνήτριας, οµιλείτε µε Αθήνα παρακαλώ. Από την άλλη άκρη της γραµµής άκουσα ένα δυνατό, εµπρός. Τον Νίκο παρακαλώ, είπα. ∆εν είναι εδώ αυτή την στιγµή. Πάρτε λίγο αργότερα. Είµαι ο θείος του. Αν θέλετε να µου πείτε κάτι του το µεταφέρω. Αλλιώς ξαναπάρτε σε λίγο. Εντάξει, είπα, θα ξαναπάρω σε µια ώρα. Πήγα στο ταµείο, πλήρωσα το αντίτιµο της συνδιάλεξης και βγήκα από το κτήριο του ΟΤΕ. Έκανα µια µεγάλη βόλτα γύρω στην πλατεία. Έριξα µια µατιά στις φωτογραφίες, στις βιτρίνες ρεκλάµας των κινηµατογράφων Ορφέα και Παλλάς. Είδα ποια έργα παίζονται και ποια θα προβληθούν προσεχώς. Σε µια ώρα ήµουν πίσω στον ΟΤΕ. Με την ίδια διαδικασία µπήκα στην καµπίνα τέσσερα. Αυτή την φορά, µετά το οµιλείτε µε Αθήνα, φώναξα πρώτος. Τον Νίκο τον µπογιατζή παρακαλώ. Μια στιγµή, είπε ο συνοµιλητής. Σε λίγο άκουσα ένα, έλα ποιος είναι; Γεια σου Νίκο, είµαι ο Όθωνας από Νέα Σµύρνη. Σε πήρα να σε ρωτήσω αν έχεις δουλειά, όπως µου είπε ο Σταύρος. Χρειάζεσαι βοήθεια, µπορώ να έρθω; Αν ναι, θα ήθελα να µου πεις πως θα βρεθούµε. Εδώ χειµώνας και καθόµαστε. Γεια σου Όθωνα, τι να σου πω. ∆ουλειά έχω. Όµως κι εδώ επηρεάζει ο χειµώνας. ∆εν δουλεύουµε όλες τις µέρες. Η δουλειά που έχω είναι πάνω στην Πεντέλη, στον Κοκκιναρά. Αν θέλεις να έρθεις ευχαρίστως. Όσες µέρες είναι εργάσιµες θα τις δουλέψουµε µαζί. Φτάνει να µας κάνει καλό καιρό. Κοίταξε Νίκο, θέλω να έρθω. Όµως από Αθήνα δεν γνωρίζω καθόλου. Κατατόπισέ µε πως θα έρθω και που θα βρεθούµε. Έχω την διεύθυνση του µπαρ Βοτρύς, Αιόλου 12 και το τηλέφωνό σου από τον Σταύρο. Άκουσέ µε, θα µε πάρεις αύριο και θα µου πεις πότε θα ταξιδέψεις και µε ποιο µέσον. Να προτιµήσεις το τρένο. Εγώ θα σε περιµένω στον σταθµό µε την µηχανή. Πάρε µαζί σου ρούχα, σκεπάσµατα, στρώµα και κάποιο ράντζο για να κοιµάσαι. ∆εν µου λες, που θα µείνω φίλε µου; Έλα και θα τα ρυθµίσουµε όλα. Πάρε µόνο τηλέφωνο να µου πεις µε ποιο τρένο θα έρθεις. Μετά δυο µέρες ξαναπήρα για να τον ενηµερώσω. Θα ξεκινήσω το Σάββατο µε το µεσονύχτιο για να είµαι το πρωί στην Αθήνα. Θέλω να έχω όλη την ηµέρα στην διάθεσή µου για να τακτοποιηθώ. Σαββατόβραδο η Μάνα τακτοποιούσε τον µπόγο µε τα ρούχα. Η αδελφή µου µε καληνύχτισε και πήγε για ύπνο. Το πρωί θα πάει στην δουλειά. Η Μάνα έφτιαξε ένα ρολό που είχε. Ένα στρώµα µάλλινο, σεντόνια, κουβέρτες και ένα ράντζο, όλα µαζί αµπαλαρισµένα. Σε µια βαλίτσα έβαλε ρούχα κι όλες τις αλλαξιές. Το µοναδικό κουστούµι που είχα µου είπε να το φορέσω στην διαδροµή, κι αν λερωθεί από την καρβούνα του τρένου να το πάω µε την πρώτη ευκαιρία στο καθαριστήριο. Τα ξυριστικά µου, σαπουνάκια και σκόνη καθαρισµό της εποχής. Κλήν του κληνός που έλεγε κι ο Χατζηχρήστος στις διαφηµίσεις. Είναι η πρώτη φορά που θα ταξιδέψω, θα φύγω από το σπίτι για αρκετό διάστηµα κάτω από ιδιόµορφες συνθήκες. Το τρένο θα περάσει από τον σταθµό 104


ακριβώς η ώρα δώδεκα. Έρχεται από Μόναχο, διαδροµή εξωτερικού. Η Μάνα µου έδωσε διακόσιες δραχµές. Από αυτά θα πληρώσω είκοσι δραχµές το εισιτήριο και τα υπόλοιπα για να πορευτώ τις πρώτες µέρες. Ποτέ δεν έµαθα αν αυτά τα λεφτά τα είχε καβάντζα ή τα δανείστηκε. Φάγαµε µε την Μάνα και κουβεντιάζαµε ώσπου να ’ρθει η ώρα να φύγω για τον σταθµό. Η Μάνα συµπαραστέκεται µε την παρουσία της στην αγωνία µας.Προσπαθεί να αποφύγει τις υπερβολές, µα δεν τα καταφέρνει πάντα. Κατάλαβα πως όταν οι µεγαλύτεροι µας συµβουλεύουν το κάνουν περισσότερο γιατί θέλουν να βγάλουν προς τα έξω την ψυχολογική φόρτιση που νιώθουν από την αγωνία και την ένταση. Λέω να έρθω µαζί σου στον σταθµό, είπε σε µια στιγµή. Α όχι, µην το κάνεις αυτό. Γιατί να ταλαιπωρηθείς νυχτιάτικα, περασµένα µεσάνυχτα. Ύστερα δεν θα νιώθω ευχάριστα άµα ξέρω πως σε άφησα στον σταθµό µονάχη. Θα ταξιδεύω και ο νους µου θα είναι σε σένα. Κατά βάθος δεν ήθελα να την αποχαιρετήσω µε αυτό τον τρόπο. Φεύγοντας θα ένιωθα πως έµεινε στον σταθµό να κοιτάζει το τρένο που αποµακρύνεται. Κάτι µου έλεγε µέσα µου πως το πρόσωπό της θα ήταν πολύ λυπηµένο. Ίσως και να κυλούσαν δάκρυα στα µάτια της. Παρ’ ότι υπήρξε σκληρή γυναίκα, φορτωµένη µε τις κακιές εµπειρίες της εξορίας και της προσφυγιάς. Από δεκατέσσαρα χρονών κοπελίτσα στην εφηβεία έχασε τους δικούς της, Μάνα, Πατέρα, Αδέλφια, στην µεγάλη καταστροφή του Πόντου. Τώρα την έβλεπα να λυγά. Μετά τον θάνατο του πατέρα. Έχασε και το άλλο στήριγµα, το µεγάλο της παιδί. Τώρα άραγες µε τον χωρισµό τι να σκέφτεται; Όλα αυτά µε έκαναν να στέκοµαι µπροστά της δυνατός. Προσπαθούσα να της ξαναφέρω το αίσθηµα της σιγουριάς, την συµπαράστασή µου. ∆εν ήθελα να πιστέψει πως η φαµίλια µας διαλύεται στους ορίζοντες. Μάνα να µου ’χεις εµπιστοσύνη, θα τα καταφέρω. Και πάλι σαν έρθουν ανάποδα τα πράγµατα. Σαν δεν τα καταφέρω τώρα γυρίζω πίσω. Να που είναι η Αθήνα. ∆εν είναι Αµερική ούτε Αυστραλία. Βλέπεις πόσος κόσµος φεύγει. Έγινε µόδα. Από όλες τις οικογένειες κάποιος φεύγει για µακρινό ταξίδι. Καλά είπε ήσυχα, πήγαινε στο καλό. Να προσέχεις, να τρως καλά, µην κάνεις οικονοµία. Να φροντίσεις τον εαυτό σου. Όσο µπορείς µην µας ξεχνάς, θα έχουµε την έννοια σου. ∆εν ξέρω πόσο και τι κατάφερα όλα αυτά τα χρόνια. ∆εν ξέρω αν ανταποκρίθηκα ικανοποιητικά. Ένα όµως είναι παραπάνω από σίγουρο σε µένα και την συνείδησή µου, πως ποτέ δεν τους ξέχασα. Πρώτο ταξίδι εσωτερικής µετανάστευσης Φορτώθηκα τον µπόγο στην πλάτη και την βαλίτσα στο χέρι αφού πρώτα αγκάλιασα την Μάνα και της είπα, γεια χαρά. Βγήκα στον δρόµο φορτωµένος τα τσιπράγκαλα κι όλα τα προβλήµατα της οικογένειας. Ποδαρόδροµο για τον σιδηροδροµικό σταθµό. Έκανα την διαδροµή µέσα από τα παλιά αµµορυχεία. Βγήκα πάνω στην σιδηροδροµική γραµµή. Πέρασα την κόκκινη γέφυρα και κατευθείαν στον σταθµό. Αυτός ο δρόµος είναι πολύ πιο σύντοµος από τον κλασικό δια µέσου της πόλης. Έφτασα στον σταθµό µισή ώρα πιο σύντοµα από την ώρα της αναχώρησης του τρένου. Άφησα τα πράγµατά µου στην πλατφόρµα σε µια κολόνα και πήγα στο εκδοτήριο εισιτηρίων. ∆εν είχε κόσµο πολύ για αυτό τέλειωσα γρήγορα. Ένα απλό 105


για Αθήνα, είπα. Πρέπει να σας πληροφορήσω πως δεν υπάρχουν θέσεις, µου είπε ο υπάλληλος. Το τρένο έρχεται από το εξωτερικό.Θέσεις µπορεί να βρείτε, ίσως όµως και να µην υπάρχουν. Καλά, είπα, έτσι κι αλλιώς θα ταξιδέψω. Μου έδωσε το εισιτήριο και πλήρωσα το αντίτιµο. Όταν γύρισα στην πλατφόρµα κόσµος πολύς τριγύρω. Αυθόρµητα ρώτησα κάποιον. Όλοι αυτοί έχουν θέσεις; Όσοι έβγαλαν νωρίτερα εισιτήρια ίσως να έχουν. Οι υπόλοιποι όπου και άµα βρούµε θέσεις. Άλλωστε µην σε επηρεάζει το ότι υπάρχουν πολλοί στην πλατφόρµα. ∆εν ταξιδεύουν όλοι. Άλλοι ξεπροβοδούν ταξιδιώτες, άλλοι περιµένουν αυτούς που θα ’ρθουν. Συγγενείς, φίλοι. Όσο πλησιάζει η ώρα που θα ’ρθει το τρένο βλέπω γυναίκες και άντρες να αποχαιρετούν τους δικούς τους. Αντρόγυνα χωρίζουν µε κλάµατα, φιλιούνται, υπόσχονται καλή αντάµωση. Άκουσα κάποια να φωνάζει στον καλό της. Να µου γράφεις τακτικά. Αν αργήσεις θα πάρω το τρένο και θα ’ρθω να σε βρω. Υπήρχαν µερικές µωροµάνες που κουβάλησαν τα παιδιά τους νυχτιάτικα. Αυτό δηµιουργεί µεγαλύτερη συναισθηµατική φόρτιση σε όλους τους παραβρισκόµενους στην πλατφόρµα. Όταν το ρολόι του σταθµού έδειξε δώδεκα παρά πέντε, το µεγάφωνο του σταθµού άρχισε να µεταδίδει οδηγίες. Προσοχή-προσοχή, εντός ολίγων λεπτών η ταχεία επιβατική αµαξοστοιχία εξωτερικού-ΘεσσαλονίκηςΛαρίσης-Αθηνών θα εισέλθει στην πρώτη γραµµή. Παρακαλούνται οι παραβρισκόµενοι στην πλατφόρµα να αποµακρυνθούν από την πρώτη γραµµή. Από µακριά ακούστηκαν διαρκή παρατεταµένα σφυρίγµατα της ατµοµηχανής. Όταν µπήκε στην αποβάθρα του σταθµού άρχισε να φρενάρει αφήνοντας να ακούγεται εκείνος ο χαρακτηριστικός τριγµός από τις σιδηροτροχιές. Παράλληλα γέµισε όλος ο χώρος από απελευθερωµένους ατµούς της µηχανής που σιγά-σιγά πήγε και άραξε κάτω από τον µεγάλο υδροσωλήνα που θα καργάρει τα καζάνια µε νερό και τις εστίες µε πετροκάρβουνο. Όταν ο συρµός σταµάτησε τελείως, το µεγάφωνο µας πληροφόρησε πως η αµαξοστοιχία θα παραµείνει στον σταθµό εφτά λεπτά. Παρακαλούνται όλοι οι επιβάτες µε τις αποσκευές τους να επιβιβασθούν στις θέσεις τους. Αν είχαµε, είπα µονολογώντας. Σαλτάραµε όλοι πάνω µε τα πράγµατά µας, ψάχνοντας κουπέ µε θέση. Η επιβίβαση έχει τις δικές της δυσκολίες γιατί στα κουπέ υπήρχαν ταξιδιώτες από το εξωτερικό, την Θεσσαλονίκη και την Κατερίνη. Από αυτούς οι περισσότεροι κοιµούνται του καλού καιρού. Θα κατεβούν Αθήνα. Ξεπερνώντας κάποια εµπόδια και αναστολές, χώθηκα µέσα σε ένα κουπέ που είχε µια άδεια θέση. Έριξα τον µπόγο µε την βαλίτσα πάνω στο ράφι και στρογγυλοκάθησα. Η µηχανή άρχισε να ξεφυσάει δυνατά, σηµάδι πως σε λίγο ξεκινάµε. Τέλειωσε η ανθράκευση και το πότισµα. Το µεγάφωνο και πάλι σε λειτουργία. Παρακαλούνται οι επισκέπτες να εγκαταλείψουν την αµαξοστοιχία, ο συρµός θα αναχωρήσει εντός ενός λεπτού. Και πάλι παρατεταµένα συρίγµατα, πάλι ξεφυσήµατα ατµού. Οι σηµατοδότες άρχισαν τα δικά του συρίγµατα µε τις σφυρίχτρες τους. Σε λίγο η αµαξοστοιχία άρχισε να τσουλάει πάνω στις ράγες. Αναχωρήσαµε για την πρωτεύουσα. Στο κουπέ που βρέθηκα υπάρχει µέσα ένα ζευγάρι από την Θεσσαλονίκη, δύο άνδρες µετανάστες τριανταπεντάρηδες, ένα αντρόγυνο µεσήλικες που θα κατέβουν στον ∆οµοκό και δύο στρατιώτες που ταξιδεύουν για Καλαµάτα. Έξω ο διάδροµος είναι γεµάτος αποσκευές που δυσκολεύουν την διέλευση του κόσµου. Αναρωτιέσαι, ποιοι κουβαλούν τόσα πράγµατα. Ο ένας από τους µετανάστες µου είπε.Προσπάθησε να 106


κοιµηθείς. Νύχτα είναι έτσι κι αλλιώς, δεν θα χάσεις την θέα του τοπίου. Ο ύπνος έρχεται πολύ γλυκός και δεν θα καταλάβεις την διαδροµή. Θέλουµε οκτώ ώρες για την Αθήνα. Εγώ κοιµήθηκα από την Γιουγκοσλαβία και ξύπνησα λίγο πριν µπούµε στην Λάρισα. Κόντεψες να σκάσεις στον ύπνο, του είπε ο φίλος του γελώντας. Στο τέλος µε ρώτησε, για πού µε το καλό; Για Αθήνα, απάντησα. Αα, κι εγώ σε πέρασα για µετανάστη από την Αυστραλία έτσι που σε είδα. ∆ηλαδή, ρώτησα, φαίνοµαι για µετανάστης; ∆εν έχουν κέρατα οι µετανάστες για να ξεχωρίζουν, είπε γελώντας. Κι εµείς µετανάστες είµαστε. Τώρα για πού πάτε, ρώτησα για την κουβέντα. Θα κατεβούµε Λιανοκλάδι, µετά για Καρπενήσι. Άντε καλό δρόµο. Κάποιος έκανε τον σταυρό του και ήταν σαν να παίζει µαντολίνο. Ταξιδεύω για το πρώτο µου µεγάλο ταξίδι, σκέφτηκα. Άραγε πως θα είναι από δω και πέρα η ζωή µου. Ένιωσα λίγο την µοναξιά της στιγµής να µε τυλίγει. Φεύγω µονάχος, ούτε ένα χέρι στον σταθµό να µε αποχαιρετήσει, ούτε ένα έχε γεια. Αµέσως όµως έκανα µια στροφή στην σκέψη και γύρισα στην πραγµατικότητα. Πάψε βλάκα, είπα µέσα µου. Αν ήθελες αποχαιρετισµούς και ασπασµούς ας άφηνες την Μάνα να έρθει στον σταθµό να σε ξεπροβοδίσει. Έτσι θεώρησα πως τα πράγµατα πήραν από µόνα τους τον σωστό δρόµο. Το τρένο γλιστρά πάνω στις ράγες µαλακά και ακούγεται εκείνος ρυθµικός θόρυβος του τρακα-τρακ. Σου δίνει εκείνη την αίσθηση πως τρέχοντας κάνει µικρά άλµατα. Σταδιακά άρχισε να αναπτύσσει ταχύτητα. Χαµήλωσαν τα φώτα µέσα στα κουπέ για να κοιµηθούν όσοι θέλουν. Το σκοτάδι έξω πηκτό, όλα σκοτεινά. Που και που µακριά κάποιο φως που κινείτε, θα ναι κάποιο αυτοκίνητο. Φαίνονται και χωριά φωτισµένα από µακριά. ∆ιασχίζουµε το νοτιοδυτικό τµήµα του Λαρισαϊκού κάµπου. Πάµε για Παλαιοφάρσαλα. Το τρένο θα σταµατήσει για τρία λεπτά. Πολύ πιτσιρικάδες είναι έξω στον σταθµό, πλανόδιοι µικροπωλητές. Φωνάζουν διάφορες πραµάτειες. Περισσότερο για τον ονοµαστό φαρσαλινό χαλβά. Όταν αφήσαµε το Παλαιοφάρσαλο είχε πάει η ώρα µία και µισή. Μου φάνηκε χρόνος. Τώρα κατευθυνόµαστε για ∆οµοκό. Η µηχανή αγκοµαχά ανεβαίνοντας τα υψώµατα του Ραχµάναγα. Φουσκώνει, ξεφουσκώνει. Στον ∆οµοκό η στάση ήταν πολύ σύντοµη. Γύρω ερηµιά, θεοσκότεινα. Εδώ ούτε µικροπωλητές ούτε πολλά φώτα, προχωρηµένη η ώρα. Ξεκινήσαµε για Λιανοκλάδι. Εδώ είναι κόµβος συγκοινωνιακός. Υπάρχουν ανταποκρίσεις λεωφορείων για διάφορες κατευθύνσεις, Λαµία, Καρπενήσι κι άλλες περιοχές. Οι πιτσιρικάδες εδώ είναι πολύ φωνακλάδες. ∆ιαλαλούν τους κουραµπιέδες Λαµίας, τις χυλόπιτες και µια σειρά προϊόντα, σοκολάτες, καρυδόπιτες, σουβλάκια, γλυκά, πραµάτειες για τους ταξιδευτές, για δώρα σε φίλους. Εδώ το τρένο θα σταµατήσει για πέντε λεπτά. Υπάρχουν πολλοί επιβάτες για αποβίβαση και επιβίβαση. Ξεκινήσαµε και διασχίσαµε σχετικά γρήγορα τον κάµπο της Λαµίας πριν πιάσουµε τις ανηφοριές του Μπράλου για Τιθωραία. Αυτόν τον σταθµό το τρένο δεν τον καταδέχθηκε, δεν σταµάτησε. Κατηφορίζει για την όµορφη Λειβαδιά. Περάσαµε την διαδροµή µε τον τεράστιο ορεινό όγκο της Όρθης της Ήτοις και πιάσαµε την πλευρά του Παρνασού. Είναι οι οροσειρές της Ρούµελης. Άµα τις δεις καταλαβαίνεις γιατί η χώρα µας θεωρείται άγονη και φτωχή. Από ψηλά αν και είναι σκοτάδι διακρίνεις όλο τον κάµπο της φθιώτιδας στα πόδια σου, σαν έκθεση πολύχρωµων χαλιών. Ξεχωρίζουν τα δέντρα. Οι φιδόκορµοι οδικοί δρόµοι σαν µακριά ζωνάρια. 107


Από ψηλά έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι σε αεροπλάνο. Μελαγχολείς όταν σκεφτείς πόσο όµορφα φαίνονται. Όταν είσαι µέσα στον αγώνα και την πάλη για να τα δαµάσεις θέλουν τόσο κόπο και τέτοια φροντίδα που δεν µπορεί να την καλύψει καµιά οικονοµική αµοιβή. Όλη η οµορφιά του κόσµου σε γοητεύει όταν την κοιτάζεις από µακριά και περισσότερο από ψηλά. Βρισκόµενος µέσα στην προσπάθεια διαµόρφωσης δεν σου µένουν περιθώρια να χαρείς και να εκτιµήσεις οµορφιές. Πήρε να χαράζει για τα καλά. Βρισκόµαστε στην Βοιωτία και πλησιάζουµε στην χιλιοτραγουδισµένη Λειβαδιά, που κείτεται στο ρέµα όπως µας πληροφορεί ο ποιητής. Εκεί το τρένο στάθηκε δύο λεπτά. Πολλοί µικροπωλητές φωνάζουν για τα καλά Λειβαδίτικα σουβλάκια. Με το χάραµα της µέρας φτάσαµε στην χώρα του Κάδµου και του Οιδίποδα. Οι πανάρχαιοι τόποι µε τους µύθους που χάνονται στο βάθος των αιώνων και µαζί χάνεται ο νους του ανθρώπου. Αι Θήβαι µε τους Τυράννους και την σφίγγα. Εδώ το τρένο έκανε στάση τρία λεπτά, κατέβηκαν πολλοί νεοσύλλεκτοι στρατιώτες. Αθήνα του Περικλή της ∆ηµοκρατίας και της περικοκλάδας Το τρένο τρέχει ασταµάτητα. Όταν περάσαµε από την Βοιωτία στην Αττική είχε ξηµερώσει καλά. ∆εν ξέρω γιατί µέσα µου ένιωσα ένα σκίρτηµα. Αισθάνθηκα να µε κυριεύει δέος. Εδώ όλο παλιά και καινούργια µέσα στην τροχιά του χρόνου παίρνουν άλλες διαστάσεις, µε µια παγκοσµιότητα χωρίς να µπορείς να προσδιορίσεις το γιατί. Νιώθεις αυτό το κάτι άλλο να σε περιτριγυρίζει και να σε µαγεύει. Περάσαµε την ∆ικαίλια και πλησιάζουµε προς τον Λαρισαικό. Ακριβώς οκτώ και µισή είµαστε σταµατηµένοι µπροστά στην πλατφόρµα του σταθµού. Φορτώθηκα τον µπόγο και την βαλίτσα και κατέβηκα σιγά-σιγά. Κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Απόθεσα τα πράγµατά µου στο φαρδύ πεζοδρόµιο. Πολλά ταξί. Το ένα πίσω από το άλλο, φόρτωναν επιβάτες για τον προορισµό του καθενός. Ήταν το πρώτο εντυπωσιακό δείγµα της µεγαλούπολης. ∆εξιά µου είδα τον συρµό του τραµ, που έγραφε στην πρωµετοπίδα, Καλιθέα-Σταθµός Λαρίσης. Ενώ το δεύτερο που ήρθε έγραφε, Κουκάκι-Σταθµός Λαρίσης-Πλατεία Αττικής. Πολλά τροχοφόρα αυτοκίνητα, επιβατικά φορτηγά, µοτοσικλέτες, γλιστρούσαν πάνω στην άσφαλτο. ∆ιέρχονται άλλα σε ευθεία και άλλα σε κυκλική τροχιά. Προσπάθησα να εντοπίσω τον Καλπότριχα. Λογικά έπρεπε να µε περιµένει. Ο σταθµός όπως έριξα την πρώτη µου µατιά, µου φάνηκε πολύ παρακατιανός για πρωτεύουσα. Από τους σταθµούς του ΣΕΚ που έχω δει µέχρι σήµερα είχα καλές εικόνες. Όλοι πάνω κάτω είναι στην ίδια αρχιτεκτονική γραµµή. Όµως ήταν όλοι τους όµορφα οικοδοµικά κτίσµατα, µε εµφανή διακοσµητική πέτρα και χρώµατα έντονα µπορντό και καφέ σκούρο. ∆ηµιουργούν µια ωραία οικοδοµική οπτική. Στην πρωτεύουσα φιλοδοξούσα να δω κάτι καλύτερα εντυπωσιακό που ίσως δεν µπορώ να προσδιορίσω ακριβώς. Όµως αυτό που είδα ήταν ένα µεγάλο πολύ επίπεδο κτήριο. Η διαφορετικότητά του το µέγεθος. Κατά τα άλλα τίποτε σπουδαίο. Όπως περίµενα πάνω στο πλακόστρωτο του πεζοδροµίου να εντοπίσω τον Νικόλα να έρχεται για να µε πάρει είδα απέναντί µου το στρατιωτικό κτήριο. ∆ιάβασα την κρεµασµένη ταµπέλα που έλεγε κέντρο διερχοµένων οπλιτών. 108


Παρά κάτω µε µικρότερα γράµµατα τα στοιχεία της υπηρεσίας. Εδώ την βγάζει ο Τσιµπελεκάνος όταν παίρνει τις εικοσιτετράωρες και βγαίνει για µεροκάµατο. Τελικά ο Νικόλας δεν φαίνεται πουθενά. Άρχισα να ανησυχώ. Από Αθήνα δεν γνωρίζω. Αυτό µε κρατά καθηλωµένο. ∆εν ξέρω προς ποια κατεύθυνση να κινηθώ. Νοµίζω πως από µόνος µου δεν θα καταφέρω να λειτουργήσω µέσα σε αυτήν την µεγαλούπολη. Πρώτη φορά σε ξένο µέρος κάτω από τέτοιες συνθήκες. Άβγαλτο παιδί, εικοσάχρονο. Υπάρχουν δυσκολίες που γίνονται ακόµα πιο δύσκολες από τον χαρακτήρα µου. Μου λείπει η θρασύτητα και η τόλµη. Ντρέποµαι ακόµα και να ρωτήσω για κάτι που δεν µπορώ να λύσω µόνος µου. Είδα να κυκλοφορούν και εδώ σούστες µόνιππα µε είδη µαναβικής. Στην διάρκεια της αναµονής µου µέτρησα πάνω από δέκα φορές το τραµ Καλιθέα-Σταθµός/Κουκάκι-Σταθµός να φεύγει και να έρχεται, πράγµα που σηµαίνει πως πέρασε αρκετή ώρα. Άρχισα να ανησυχώ πλέων πραγµατικά. Αναρωτιέµαι, τι θα γίνει αν ο Καλποτρίχας δεν έρθει. Με αγνόησε; ∆εν µπορούσα να δώσω µια λογική εξήγηση. Τελικά σκέφτηκα, στην χειρότερη των περιπτώσεων, όπως είµαι στον σταθµό θα βγάλω εισιτήριο επιστροφής και θα γυρίσω πίσω. Αλλά πάλι, γιατί να µε βάλει σε τέτοια δοκιµασία χωρίς λόγο; ∆εν έχω κάποιον να πούµε µια κουβέντα. Άρχισαν οι αµφιβολίες για το πόσο ευνοϊκά µπορεί να εξελιχθούν τα πράγµατα όταν υπάρχουν τέτοια σηµάδια.

Μικροί εξερευνητές Ξαφνικά θυµήθηκα το χαρτί µε την διεύθυνση και το τηλέφωνο. Το έβγαλα από το τσέπη µου και το διάβασα πάλι, µπαρ Βοτρύς Αιόλου 12. Από κάτω ο αριθµός τηλεφώνου µε το όνοµα. Εκείνη την στιγµή περνούσαν από µπροστά µου δύο αγόρια της ηλικίας µου. Αυθόρµητα φώναξα. Βρε παιδιά να σας ρωτήσω θέλω. Λέγε φίλε τι θέλεις; Μήπως ξέρετε την οδό Σταδίου που είναι; Τώρα τι µου ήρθε και ρώτησα για την οδό Σταδίου. Ούτε που κατάλαβα ποτέ, µάλλον ο Σταύρος θα µου ανέφερε πως η Αιόλου κόβεται από την Σταδίου. Ποιος ξέρει να ερµηνεύσει τις συµπτώσεις. Τι είδους συνειρµούς έκανε το µυαλό µου και µου ’ρθε η Σταδίου δεν ξέρω. Γύρισαν και τα δύο παιδιά, µε κοίταξαν και είπαν. Είναι ο κεντρικός δρόµος που ανεβαίνει από την Οµόνοια στην πλατεία Συντάγµατος. Και που είναι η Οµόνοια βρε παιδιά; Τα παλικαράκια αλληλοκοιτάχτηκαν πάλι, χαµογελώντας ο ένας στον άλλο. Ξένος είσαι φίλε, µε ρώτησε ο ένας. Ναι, είπα, ήρθα από την Λάρισα και ψάχνω να βρω κάποιον φίλο που κανονικά θα έπρεπε να µε περιµένει εδώ. Θα έγινε κάποια παρανόηση φαίνεται και χαθήκαµε. Μπερδεύτηκε το πράγµα. Μην έπαθε κανένα κακό το παλικάρι. Τι να πω, ήρθε νωρίτερα; ∆εν πιστεύω. Έχω αυτή την διεύθυνση. Λέω να ψάξω να την βρω, ίσως βρω κάποια άκρη. Σταδίου 15 υπάρχει κάποιο µπαρ Βότρυς – εγώ τον χαβά µου, το ’κανα και αριθµό 15 ενώ η πραγµατική διεύθυνση είναι Αιόλου 12. Αν πάω µέχρι εκεί ίσως βρω τον θείο του. Μπορεί και τον ίδιο. Πάντως κάποια άκρη θα βρω. Τα παιδιά ξανακοιτάχτηκαν. Έχεις δουλειά, ρώτησε ο ένας τον άλλον. Όχι, είπε το παλικάρι. 109


Πάµε µαζί του να τον βοηθήσουµε να βρει την άκρη ο φίλος; Και δεν πάµε, βόλτα θα κάνουµε. Γύρισαν κι οι δυο προς την πλευρά µου λέγοντας.Πάµε θα σε βοηθήσουµε να βρεις το φιλαράκι σου. Βρε παιδιά έχω και κάτι αποσκευές, τι να τις κάνω; Με βοήθησαν να τα πάµε µέσα στην αίθουσα αναµονής. Άφησέ τα εδώ σε µια γωνιά. Μην έχεις καµιά έγνοια, δεν πρόκειται να τα πειράξει κανένας. Τα αφήσαµε και βγήκαµε έξω. Παιδιά µε τι θα πάµε, µε ταξί ή µε το τραµ; Ευκαιρία να ανέβω στο τραµ, δεν έχω ανέβει ποτέ. Γιατί σου περισσεύουν λεφτά, ρώτησε ο ψηλός. Όχι βρε παιδιά, απλώς δεν έχω ανέβει σε τραµ άλλη φορά. ∆εν πειράζει, έχεις καιρό µπροστά σου να ανέβεις. Τώρα ήρθες για δουλειά, λίγο περπάτηµα δεν κάνει κακό. Νέοι άνθρωποι είµαστε. Σου περισσεύουν τώρα τρεις και εξήντα; Οι αθηναίοι περπατούν πολύ σκέφτηκα. Ξεκινήσαµε ποδαρόδροµο µε γοργό περπάτηµα. Φτάσαµε στο Περοκέ, γυρίσαµε την πλατεία Καραϊσκάκη και ανηφορίσαµε για Οµόνοια. Η χιλιοτραγουδισµένη Οµόνοια πλαζ. Με τα ανθοπωλεία της στην µέση της πλατείας. Τα καφενεδάκια γύρω της και το µόνιππα αµαξάκια αραγµένα γύρω στον κυκλικό δρόµο. Είναι τώρα δύο χρόνια που ο Καραµανλής την µετέτρεψε σε µια τσιµεντένια στέρνα µε χοντρούς υδροσωλήνες να εκτοξεύουν νερό ψηλά ως δέκα µέτρα. Όταν ρώτησα έκπληκτος αν αυτή είναι η Οµόνοια η χιλιοτραγουδισµένη, οι δύο συνοδοιπόροι µου άρχισαν τα δυσµενή σχόλια. Μου έδωσαν να καταλάβω πως τον Καραµανλή και την κυβέρνησή του δεν τους έχουν σε εκτίµηση. Θα πρέπει ιδεολογικά να συγγενεύουµε. Όµως τέτοιες στιγµές δεν είναι κατάλληλες για διερεύνηση ιδεολογικών προσανατολισµών. Περάσαµε αµέσως στην είσοδο της οδού Σταδίου. Εδώ είµαστε, είπαν και οι δυο τους µε µια φωνή. Το νου µας τώρα και οι τρεις, µην µας ξεφύγει το µπαρ Βότρυς. Να έχουµε τα µάτια µας ανοιχτά να δούµε την ταµπέλα του µαγαζιού. Μπήκαµε στην οδό Σταδίου και περπατώντας ανεβαίναµε προς Σύνταγµα. Κοιτούσαµε δεξιά και αριστερά. Περάσαµε την Κλαυθµόνος, φτάσαµε στην Κολοκοτρώνη, µπαρ Βότρυς πουθενά. Φτάσαµε στην πλατεία Συντάγµατος, δεν εντοπίσαµε τίποτα. Κάναµε διάφορους συνειρµούς. Μήπως ο αριθµός 15 ήταν λάθος, ή µήπως το µπαρ λειτουργεί ως κλαµπ και έχει µικρή ταµπελίτσα. Επιστρέφουµε προς Οµόνοια, πιο προσεκτικά τώρα. Ο ένας από τα παιδιά πέρασε στην άλλη πλευρά του δρόµου για να έχει καλύτερη οπτική. Μπαρ Βότρυς πουθενά. Καθόµαστε Σταδίου και Αιόλου, συµπτωµατικά µπήκαµε στο κοµµάτι της Αιόλου ανάµεσα Σταδίου-Πανεπιστηµίου στα Χαυτία. Το φέραµε πάνω κάτω τρεις φορές, µπαρ Βότρυς δεν υπάρχει. Ο ένας από τα παιδιά µε κοίταξε λίγο απογοητευµένος και είπε. Βρε φιλαράκο, όπως είδες µπαρ Βότρυς δεν υπάρχει. Κάποιο λάθος έγινε. Είδες και µόνος σου, γυρίσαµε πάνω-κάτω. Κάτι άλλο σου είπαν και τα µπέρδεψες. Τι να πω βρε παιδιά, σας ταλαιπώρησα άδικα. Αλλά να εδώ έχω την διεύθυνση, είπα και τράβηξα το χαρτί από την τσέπη µου, Σταδίου 15. Για να δούµε είπε ο πιο κοντός, ο Λάζαρος. Πήρε το χαρτί από τα χέρια µου. Κοιτάζει, βρε αγόρι µου! Εδώ γράφει Αιόλου 12. Ναι µωρέ, λέω σκασµένος, πω, πω, πω. Αιόλου 12, που το βρήκα το Σταδίου 15. Τελικά είµαι πολύ βλάκας φαίνεται και δεν το κατάλαβα ακόµα. Βρε σας ταλαιπώρησα άδικα. ∆εν µας ταλαιπώρησες είπε ο Ντίνος, ο ψηλός. Στην Αιόλου είµαστε, βλέπει κανείς σας µπαρ Βότρυς; Τρεις πιθαµές δρόµος είναι. Κοιτάξαµε πάλι κι οι τρεις µας. Ρε στραβωµάρα µας, έξη µάτια, φώναξε ο Λάζαρος. Να το µπαρ Βότρυς, απέναντί µας ακριβώς. Κοιτάξαµε και πράγµατι βρισκόµαστε 110


ακριβώς απέναντι. Εγώ µάλιστα καθόµουν πάνω στο κυκλύδωµα της σκάλας που κατέβαζε στα υπόγεια µαγαζιά, απέναντι από το µπαρ. Εκεί που είχε το µαγαζί µε τα είδη µωσαϊκών ο Παντελής ο θείος του Νίκου, κατά την περιγραφή του Τσιµπελεκάνου. Περάσαµε απέναντι. Και πάλι άτυχος είσαι φίλε µου. Είναι κλειστό, Κυριακή σήµερα βλέπεις. Παιδιά µεσηµεριάσαµε, να σας κεράσω κάτι και να το διαλύσουµε, πολύ σας ταλαιπώρησα. Άσε τα κεράσµατα φιλαράκο, είπε ο Ντίνος. Εµείς πάµε για φαγητό στο σπίτι µας. Έλα να σε πάµε µέχρι τον σταθµό. Εκεί έχει ένα λαϊκό µαγέρικο. Κάθισε να φας κάτι και σκέψου τι θα κάνεις. Ξεκινήσαµε για τον σταθµό Λαρίσης. Όπως περάσαµε έξω από το µπαρ Βότρυς είδα την πόρτα να είναι λίγο ανοιχτή. Για σταθείτε λίγο βρε παιδιά, φώναξα και έσπρωξα την πόρτα που άνοιξε. Κάποιος από µέσα φώναξε. Τι ζητάτε παρακαλώ; Με συγχωρείτε, µία ερώτηση. Γυρεύω τον Νίκο. ∆εν έρχεται σήµερα. Αν θέλετε κάτι είναι εδώ ο θείος του. Μπροστά ο κύριος που φτιάχνει τα σουβλάκια. Πλησίασα και του είπα σύντοµα όλο το ιστορικό καταλήγοντας. Μπορούµε να τον ειδοποιήσουµε πως βρίσκοµαι εδώ; Ο θείος του απόρησε. Μπα, πως το έκανε αυτό ο Νίκος; Σε άφησε να περιµένεις στον σταθµό; Κάποιο µπέρδεµα έγινε. Στάσου να τηλεφωνήσω κάπου να τον ειδοποιήσουν να έρθει και θα µιλήσετε. Τηλεφώνησε σε κάποιο ψιλικαντζίδικο της γειτονιάς και έδωσε εντολή να το ειδοποιήσουν να πάρει τηλέφωνο τον θείο του. Σε λίγο πήρε ο Νίκος. Έλα να του τα πεις, µου είπε ο θείος του. Πήρα το τηλέφωνο. Βρε Νικόλα µε ξέχασες; Σε περίµενα στον σταθµό Λαρίσης όπως είχαµε συµφωνήσει, από τις οκτώ και µισή το πρωί. Αχ, µου είπε, άργησα να ξυπνήσω. Ήρθα γύρω στις δέκα και µισή η ώρα, δεν σε βρήκα στον σταθµό και γύρισα πίσω. Ακριβώς εκείνη την ώρα µε δύο παιδιά Αθηναίους ήµασταν στην Αιόλου και ψάχναµε το µπαρ Βότρυς. Τώρα πάω για τον σταθµό µαζί µε τα παιδιά, έχω τα πράγµατα εκεί. Καλά, πήγαινε και θα έρθω να σε πάρω µε την µηχανή. Με συγχωρείς για το µπέρδεµα και την ταλαιπωρία. Θα µε περιµένεις ή θα σε περιµένω στον σταθµό, είπε. Ευχαρίστησα τον Παντελή, τον θείο του Νικόλα. Άντε στον σταθµό µου είπε, θα έρθει να σε πάρει τώρα. Είπα στα παιδιά να πάρουµε ταξί ή το τραµ. Άσε βρε τις σπατάλες, είπε ο Λάζαρος, θα ’χεις όλο τον καιρό να χαλάς λεφτά σε εισιτήρια. Κάνε λίγο κράτει αφού ξενιτεύτηκες άνεργος. Ώσπου να ’ρθει ο φίλος σου στον σταθµό θα έχουµε φτάσει κι εµείς. Το κόψαµε πάλι ποδαρόδροµο για την επιστροφή. Πρώτη εµπειρία για τους Αθηναίους πολίτες, άνδρες, γυναίκες. ∆εν τους τροµάζουν οι αποστάσεις, περπατούν πολύ. Φτάσαµε στον σταθµό. Τα παιδιά µε αποχαιρέτησαν, θα συνεχίσουν την πορεία για Κολωνό. Παιδιά τι να σας πω για να σας ευχαριστήσω. Πώς να εκφράσω την υποχρέωση που νιώθω για την ηθική σας συµπαράσταση και την ταλαιπωρία που σας υπέβαλα. Τα παιδιά µου σφράγισαν το στόµα. Πάψε, κάναµε αυτό που περνούσε από τις δυνατότητές µας. Να έχεις καλή διαµονή και καλύτερη συνέχεια. Να σου έρθουν τα πράγµατα βολικά. Αυτά µου ευχήθηκαν και αποχώρησαν για τον προορισµό τους. Πήγα στην αίθουσα αναµονής και βρήκα τα πράγµατά µου στην θέση τους. Το φορτώθηκα και βγήκα πάλι στο πεζοδρόµια να περιµένω τον Νικόλα. Σε λίγο είδα από µακριά να έρχεται πάνω στην ντεκαβέ. Σταµάτησε δίπλα µου. Χαιρετηθήκαµε κι ανταλλάξαµε δικαιολογίες για την ασυνεννοησία. Ο Νίκος µε 111


βοήθησε να φορτώσουν τα πράγµατα στην σχάρα της µηχανής. Τα δέσαµε γερά, κάθισε στην θέση του και σήκωσε την σχάρα. Έκανα κι εγώ µια ζογκλερική κίνηση να καθήσω στην θέση µου. Ο Νικόλας πάτησε την µανιβέλα και το µοτέρι πήρε µπρος. Για πού πάµε, ρώτησα. Τώρα θα σε πάω όπου θέλω. Μήπως και να σου πω ξέρεις κάτι από Αθήνα; Θα πάµε πρώτα στο σπίτι στην Γούβα, εκεί θα αποφασίσουµε. Φτάσαµε στην Γούβα, µέσω πρώτου νεκροταφείου. Βγήκαµε στην Φιλολάου στο ύψος της Αλάνας, που στα χαρτιά ονοµάζεται πλατεία Πλυτά. Εκεί σε µια πάροδο της οδού Μετεώρων ήταν το σπίτι που έµενε ο Νικόλας µε τον θείο του τον Παντελή και τους δύο του γιούς. Μπροστά στο σπίτι αυλή µικρή. Μια µονοκατοικία όπως όλα τα σπίτια στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας. Μονοκατοικίες διώροφες. Για να βρεις τριώροφο ή τετραώροφο έπρεπε να ψάξεις ώρες µέσα στα σοκάκια. Χαρακτηριστικό της αθηναική γειτονιάς η αυλή. Μικρή ή µεγάλη, πνιγµένη στο αγιόκλιµα, το γιασεµί και την περικοκλάδα. Στους κήπους γαρίφαλα, τριανταφυλλιές, γαρδένιες και βασιλικούς σγουρούς πλατύφυλλους στις γλάστρες. Έξω από τις αυλές, πάνω στα πεζοδρόµια, πολλές γαζίες, νεραντζιές µουριές και πεύκα. Όλα αυτά µοσχοµυρίζουν όταν είναι ανθισµένα. Σταµάτησε από έξω, αφήσαµε την µηχανή φορτωµένη και περάσαµε µέσα για να µου δείξει που µένει. Η σπιτονοικοκυρά τους µας έφτιαξε δύο καφεδάκια, αφού πρώτα µας καλοδέχτηκε. Μετά µου έδειξε το µικρό δωµατιάκι που έµενε. Είσοδος κοινή για όλους, τουαλέτα έξω στην αυλή κι αυτή κοινόχρηστη. Καθίσαµε να πιούµε τα καφεδάκια µας. Ο Νικόλας µου άρχισε την εισαγωγή του τι θα κάνουµε. Πρέπει να λύσουµε το πρόβληµα του ύπνου, που θα κοιµάσαι. Θα σου πω πως το σκέφτηκα, µου είπε. Νοµίζω πως είναι καλύτερη λύση να είσαι κοντά στην δουλειά για πολλούς λόγους. Όπως βλέπεις εδώ είµαστε πολλοί. Τα δωµάτια µικρά, δεν χωράµε. Θα πρέπει να ψάξουµε δωµάτιο για σένα. Αυτό θα µας πάρει χρόνο. Εκτός του ότι θα χρειαστεί να δώσει και δύο ενοίκια προκαταβολή. Η δουλειά όπως σου είπα είναι µακριά, πάνω στην νέα πολιτεία στον Κοκκιναρά. Είναι περίπου εικοσι χιλιόµετρα µακριά. Υπάρχει πρόβληµα τι ώρα θα ξυπνάς το πρωί και τη ώρα θα φτάνεις στην δουλειά. Μην µου λες από τοποθεσίες, του είπα. Εγώ δεν σκαµπάζω από Αθήνα και γενικά από Αττική. Πες µου τι ακριβώς σκέφτηκες για να λυθεί το πρόβληµα του ύπνου. Άκου τι σκέφτηκα. Είναι χειµώνας κι εσύ ήρθες να δουλέψεις όσο γίνεται περισσότερο. Εγώ µε την µηχανή θα έρχοµαι κάθε µέρα πάνω στην δουλειά. Ίσως τα πρωινά πηγαίνοντας για υλικά να αργώ. Αν βρέχει ίσως δεν θα ανεβαίνω καθόλου. Εσύ δεν πρέπει να εξαρτάσαι από εµένα για το µεροκάµατο. Για αυτό σκέφτηκα πως θα ήταν καλά να µένεις στην δουλειά, µέσα στο γιαπί. Προς το παρόν έχει δυσκολίες. Όµως σε µια δυό εβδοµάδες θα κλείσει η οικοδοµή. Μπορούµε να φτιάξουµε µια γωνιά ζεστή για να στήσουµε το κρεβάτι σου. Έτσι δεν θα επηρεάζεσαι από κακές καιρικές αλλαγές και τα ρέστα, και θα ξυπνάς µέσα στην δουλειά. Άλλη λύση προς το παρόν δεν βλέπω. ∆εν µου λες βρε Νικόλα, ρώτησα. Τα άλλα µαστόρια εδώ στην Αθήνα όταν έχουν δουλειές σε µακρινές αποστάσεις πως το λύνουν το πρόβληµα; Μετακοµίζουν στον τόπο της δουλειάς και κοιµούνται στα γιαπιά; Κοίτα, µου είπε. Αν την δουλειά την είχα µε το µέτρο, εργολαβικά, δεν θα µε πείραζε να ξεκινάµε και να φτάνουµε λίγο αργά. Θα καθόµασταν λίγο πίσω και θα ισοφαρίζαµε. Τώρα την έχω απολογιστικά, 112


µεροκάµατα και υλικά µετράω. ∆εν θα ήθελα να δει ο Γιατρός ότι φτάνουµε στην δουλειά εννιά η ώρα. Μια-δυό φορές, θα νοµίζει ότι τον κοροϊδεύουµε. Σε συµφέρει να είσαι εκεί. Θα έχεις περισσότερες ώρες για ξεκούραση. Θα σηκώνεσαι το πρωί µε το πάσο σου. Από την κουβέντα κατάλαβα πως για τον Νίκο άλλη λύση δεν υπήρχε, παρά να πάω να µείνω πάνω στον Κοκκιναρά στο γιαπί. Αυτό µε στεναχωρούσε. Μου δηµιουργούσε την εντύπωση πως προσπαθεί να µε αποµονώσει, σαν να ήθελε να µε ξεφορτωθεί. Αργότερα κατάλαβα τις προθέσεις του. Το έκανε για να µην είµαι µέσα στο κέντρο της Αθήνας. ∆εν ήθελε να είµαι µέσα στην πιάτσα της µαστοράντζας, γιατί τότε θα µάθαινα πόσο είναι το πραγµατικό µεροκάµατο, το ένσηµο, τα εκτός έδρας και άλλα πολλά. Για όλα αυτό ο Νικόλας ήθελε να έχω µεσάνυχτα. Εκτός αυτού, πουλούσε και εκδούλευση στον γιατρό, ότι κανόνισε στην οικοδοµή να υπάρχει φύλακας νυχθηµερόν, και στις αργίες, για να µην χάνονται τα υλικά. Μη έχοντας καλύτερη εναλλακτική λύση είπα, µπρος πάµε για πάνω, βλέποντας και κάνοντας. Αν πράγµατι υπάρχει δυνατότητα να στηθεί ένα γιατάκι θα το φτιάξουµε. Φτάνει να µην πλευριτώσω. Ήρθα για δουλειά, ας µην καταλήξω στο σανατόριο. Έτσι δέχθηκα µια λύση τριτοκοσµική. Πάντα υποστήριζα πως αν βρεθείς κάπου σαν επισκέπτης και είναι χωριό και οι χωριάτες δεν σε θέλουν γιατί δεν είσαι ευπρόσδεκτος, µην ρωτήσεις που είναι του παπά το σπίτι, δεν θα σου πει κανείς. Μιας και ήρθα, είπα µέσα µου, ας κάτσω να δω πως θα εξελιχθούν τα πράγµατα. Έτσι όπως είµαστε ξεκινήσαµε µε την µηχανή για τον Κοκκιναρά. Το µόνο που αποζητούσα να φτάσουµε πάνω µε το φως της µέρας για να µπορέσω να τακτοποιηθώ. Φτάσαµε, υπάρχει ακόµα φως. Ωστόσο εδώ είναι το µέρος βορεινό. Χειµώνας, το κρύο αισθητά ενοχλητικό. Το πευκοδάσος φέρνει και υγρασία. Η Αττική έχει πολύ ήπιο κλίµα, αλλά αυτό αφορά στα χαµηλά µέρη προς την θάλασσα. Όταν βρεθείς ψηλά σε βουνό είναι άλλο πράγµα. Εκτός αυτού, εδώ γύρω όλο βουνά. Ένας όγκος από υψώµατα, Πάρνηθα, Πεντέλη, ∆ιόνυσος, µέχρι και χαµηλά. Εδώ ψηλά σε αυτό το τµήµα της Πεντέλης υπάρχουν διάσπαρτα µικρά σπιτάκια. Πέρα στο βάθος κάτι µεγαθήρια, είναι οι βίλες στα λεγόµενα βουλευτικά. Όπως είπε κι ο Νίκος, σε λίγο εδώ πάνω θα γίνει η Νέα Πολιτεία. Το σπίτι που θα βάψουµε είναι του γιατρού Κλαπατσέα, ουρολόγος-νεφρολόγος. Τελευταία κουράρει τον βασιλιά Παύλο, µου είπε ο Νίκος για εντυπωσιασµό. Χέστηκα του απάντησα. Κοίτα, µην πεις κάτι τέτοιο µπροστά στον γιατρό, την βάψαµε. Έχει κανένα δωµάτιο µε πάτωµα για να στήσω το γιατάκι µου, τον ρώτησα. Τελικά το γιαπί δεν είχε πατώµατα ακόµα. Μόνο τα σοβαντίσµατα έχουν τελειώσει και αυτά στάζουν νερά από την υγρασία. Πως θα µείνω εδώ µέσα ρε Νίκο; Έλα θα φτιάξουµε µια γωνιά όµορφη, θα ασχοληθούµε µαζί. Άρχισε να σουρουπώνει. Για προληπτική χρήση άναψε δυο σπαρµατσέτα. Μαζέψαµε κάποιες τάβλες και τις αραδιάσαµε στο δάπεδο. Εκεί πάνω στην γωνιά έστησα το ράντζο. Έβγαλα το στρώµα και το έστρωσα επάνω. Έριξα το κατωσέντονο και το σκέπασα. Έβγαλα το µαξιλάρι και το πανωσέντονο, τα έστρωσα κι αυτά. Πάνω δύο κουβέρτες και το ελαφρύ πάπλωµα. Βρήκαµε ένα φαρδύ πανί λινάτσας και δύο τάβλες. Το βάλαµε στο παράθυρο για να κόβει τον αέρα. Στην µπαλκονόπορτα βάλαµε δύο ξύλινα τετράγωνα πεπιεσµένο χαρτόνι. Έτσι κόψαµε το πολύ αγιάζι. Ο Νίκος µου έδωσε ένα καµινέτο µε οινόπνευµα, ένα φακελάκι καφέ και µια χαρτοσακούλα του µισού κιλού ζάχαρη. Πάρε να φτιάχνεις καφέ το πρωί άµα ξυπνάς, έτσι για το τσιγάρο. 113


Ένα µπρίκι, ένα κουταλάκι, δύο φλιτζάνια και δύο ποτήρια για νερό. Μου έδωσε και ένα κλεφτοφάναρο. Όταν µείνει έξω το βράδυ θα το χρειαστείς. Τελειώσαµε, µε ρώτησε. Νοµίζω προς το παρόν πως τελειώσαµε. Αύριο θα φανούν οι πραγµατικές ελλείψεις και οι αδυναµίες. Θα δούµε πως θα σηκωθώ το πρωί. Μια χαρά θα σηκωθείς. Πάµε τώρα να γνωρίσεις τον κυρ-Αντώνη. Θα κεράσω κεφτεδάκια που τα σιάχνει όµορφα. Προχώρα και έρχοµαι. Πήγαµε στην ταβέρνα. Κτισµένη στην µια πλευρά του παλιού ρέµατος. ∆εν είχε κόσµο. Ήταν νωρίς ακόµα, αλλά και ποιος να τρέχει χειµωνιάτικα τέτοια ώρα πάνω στον Κοκκιναρά. Θα τον φάνε τα αγρίµια. Ο κυρ-Αντώνης χαιρέτησε τον Νίκο. Πως από δω τέτοια ώρα, ρώτησε. Έφερα τον µάστορα, θα είστε γείτονες. Που θα µείνει ο άνθρωπος; Μέσα στο γιαπί; Φτιάξαµε µια ζεστή γωνιά, σωστό παλάτι. Αφού θα σου προµηθεύουµε ζέστη άµα σου λείπει, είπα. Ο κυρ-Αντώνης έβαλε τα γέλια. Παραγγείλαµε να φάµε, πεινούσαµε κι οι δυό. Κεφτεδάκια δεν υπάρχουν. Φτιάξαµε µακαρονάδα ορφανή µε τυρί για µας. Από αυτά να σας δώσω αν θέτε. Σερβίρισε µας και φέρε µια φέτα, χώρια. Πλήρωσα εγώ για τους δυο µας οκτώ δραχµές. Φύγαµε αµέσως παρ’ ότι ο κυρ-Αντώνης ήθελε κουβέντα για συντροφιά. Φτάσαµε στο γιαπί. Με το κλεφτοφάναρο έψαξε τα σπαρµατσέτα. Άναψα το ένα. Ο Νικόλας καβάλησε την µηχανή. Φεύγω, µου φώναξε, θα τα πούµε αύριο το πρωί. Εγώ τι κάνω αύριο το πρωί µέχρι να έρθεις; Καθάρισε ντουβάρια για λαδερά, στο µεταξύ θα έχω έρθει. Άντε γεια, είπε και άκουσα την µηχανή να αποµακρύνεται. Με τον φακό στο χέρι γύρισα µέσα στα δωµάτια. Είπα να κάνω έλεγχο για κανέναν απρόσκλητο επισκέπτη. Περισσότερο για καµιά γάτα, σκύλο ή κανένα αγριµάκι του δάσους. ∆εν υπήρχε τίποτα. Το γιαπί δεν το δέχονται για κατοικία ούτε τα αγρίµια. Πήγα να ξεντυθώ να πέσω. Είµαι κουρασµένος από το ταξίδι και την ταλαιπωρία γενικά. Μετά έκανα την σκέψη να πέσω µε τα ρούχα για πιο ζεστά. Τελικά ξεντύθηκα και χωρίς πιτζάµες χώθηκα κάτω από τα σκεπάσµατα. Έπεσα ξερός από την υπερένταση. Όλη νύχτα ήµουν ζεστός. Το τράβηξα σερί ως το ξηµέρωµα. Όταν ξύπνησα είχε φέξει για καλά. Έψαξα να βρω νερό για να ρίξω στα µούτρα να ξυπνήσω. Βρήκα τον υδροσωλήνα της παροχής, άνοιξα την βάνα να τρέξει και άρχισα να ρίχνω µπόλικο στο πρόσωπό µου. Μετά έφτιαξα έναν καφέ. Άναψα τσιγάρο. Ήρθε κάποιος για δουλειά. Ταυτόχρονα φόρεσα τα ρούχα της δουλειάς για να είµαι έτοιµος. Ήταν γεµάτα υγρασία. Στέγνωσαν πάνω στο κορµί µου. Μάζεψα τα πράγµατά µου σε µια γωνιά και τα σκέπασα. Έψαξα και βρήκα ένα τούβλο για τάκο και άρχισα να τρίβω τους τοίχους να καθαρίσουν από τις τσίµπλες και τα µπιµπίκια του σοβά. Έπρεπε να είναι λείος για τα λαδερά σπατουλαρίσµατα. Ενιάµιση η ώρα ήρθε ο Καλπότριχας. Βλέπεις, µου είπε, εγώ άργησα σήµερα, εσύ όµως δουλεύεις κι όλας. Πως κοιµήθηκες; Προς το παρόν καλά, είπα. Θα δείξει το πράγµα. Μην ξεχνάς πως ο καιρός είναι καλός ακόµα. Θα οργανωθούµε καλύτερα πιστεύω. Όµως τα ντουβάρια είναι νωπά. Πρέπει να κυνηγήσουµε άλλες δουλειές ωσότου στεγνώσουν καλά. Σε λίγο κατέφθασαν και άλλα µαστοράκια και βοηθοί. Πατωµατζίδες, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, µαραγκοί. Ο µαραγκός έφερε µε ένα φορτηγάκι φολκς βάγκεν παράθυρα, παντζούρια και πόρτες. Είπα σε όλους να προσέξουν τα ρούχα. Όταν είναι να δουλέψουν σε αυτόν τον χώρο να µε ειδοποιήσουν για να µεταφέρω τα πράγµατα αλλού ωσότου 114


τελειώσουν την δουλειά τους. Οι πατωµατζήδες µου είπαν πως αύριο θα τελειώσουν τα πατώµατα δυο δωµατίων. Μπορείς µετά να µεταφερθείς σε ένα καθαρό δωµάτιο. Ο µαραγκός µου είπε, θα σου βάλω πόρτες, παράθυρα και παντζούρια για να κλείσει τον χώρο. Μπράβο βρε παιδιά, είπα, σας ευχαριστώ πολύ. Άντε να γλυτώσω την σκόνη και την τσαπατσουλιά και προπαντός το αγιάζι της νύχτας. Την άλλη µέρα το βράδυ το δωµάτιο ήταν έτοιµο, κούκλα. Μετέφερα όλα τα πράγµατά µου σε πιο ανθρώπινο χώρο. Τα µεσηµέρια κάναµε µιάµιση ώρα διακοπή. Ξεκινούσαµε όλοι µαζί για την ταβέρνα του κυρ Αντώνη για φαγητό. Ο κυρ Αντώνης, ο ταβερνιάρης, στα νιάτα του υπήρξε σερβιτόρος σε ρεστοράν πολυτελείας στο Κεφαλάρι της Κηφισιάς. Σπούδασε στην σχολή τουριστικών επαγγελµάτων στο ΣΕΣΙΛ. Μετά από µια θητεία µέσα στο ξενοδοχείο µεταπήδησε στου Απέργη και σε άλλα κοσµικά τουριστικά ξενοδοχεία. Ήταν ένας κοντακιανός ξανθούλης µε έντονα γαλανά ξεπλυµένα µάτια που φωσφόριζαν. Θα είχε πιάσει τα πενήντα. Ζούσε µε την γυναίκα του, µια µελαχρινή λυγερόκορµη κοπέλα, Κρητικιά, όχι περισσότερο από τριάντα πέντε χρονών. Είχαν και ένα µικρό παιδί περίπου τριών χρονών. ∆ίπλα στην ταβέρνα είχαν ένα δωµάτιο για να κοιµούνται. Όλες τις άλλες ώρες βρίσκονται µέσα στους χώρους της ταβέρνας. Μαγείρευαν κλασικά φαγητά, διατηρώντας το προφίλ µιας λαϊκής ταβέρνας µε τιµές αρκετά προσιτές και προσεγµένο σέρβις. Είχαν πάντα καλό ντόπιο κρασί δικό τους, χαρακτηριστικό γνώρισµα για όλες τις ταβέρνες τις Αττικής. Αρετσίνωτο λευκό, κοκκινέλι, κόκκινο και φυσικά την χιλιοτραγουδισµένη ρετσίνα Αττικής. Πολύ αργότερα µου δηµιουργήθηκε η εντύπωση πως ο αξιαγάπητος Μάνος Χατζιδάκης το τραγούδι του κυρ Αντώνη το έγραψε για τον συγκεκριµένο ταβερνιάρη. Μέσα στα συνεργεία της οικοδοµής είχαµε και δύο γυψαδόρους που τοποθετούσαν τα γύψινα λούκια και τις ροζέτες σε όλο το κτίσµα. Ο εργολάβος, Γιώργος Αλεξίου, είναι Περιστεριώτης µαζί µε τον µάστορα βοηθό του. Ο Αλεξίου ήταν εύρωστο παιδί. Τα αυτιά του κολληµένα πάνω στο καύκαλο της κεφαλής και σκληρά τόσο που να µην µπορείς να τα πιάσεις. Η µύτη του χωρίς κόκαλα, σαν γοµολάστιχα. Τελικά ο Νικόλας ο Καλπότριχας επειδή µειονεκτούσε σε δύναµη ψυχής και σώµατος τον θαύµαζε τόσο πολύ που τον είχε ίνδαλµα του. Μου είπε πως είναι παλαιστής του Κατς και πως έχει πάρει τρεις φορές την µαύρη ζώνη στην κατηγορία ηµιβαραίων. Άσε τα κύπελα, τα µετάλλια και τα διπλώµατα. Εκείνο το µεσηµέρι που κινήσαµε για την ταβέρνα αυτός κρατούσε στα χέρια του τέσσερα σανίδια πατώµατος ραµποτέ. Αυτά τα µικρά τα εξάποντα, επί είκοσι πόντους µάκρος και δέκα χιλιοστά πάχος. Απόρησα και τον ρώτησα αυθόρµητα. Πού τα πας αυτά τα δρύινα, στην ταβέρνα να ζεστάνουµε το φαγητό; Αυτός γέλασε και µου είπε. Αυτά είναι το µεσηµεριανό µου, η µακαρονάδα µου. ∆εν κατάλαβα τι εννοούσε και συνέχισα τις ερωτήσεις. Ο Νίκος ανέλαβε να µου εξηγήσει. Θα βάλει στοίχηµα µε τον κυρ Αντώνη. Αν καταφέρει να σπάσει µε το κεφάλι του τα σανίδια θα δικαιούται µια µακαρονάδα χωρίς να πληρώσει. Αν δεν τα καταφέρει θαν την πληρώσει διπλή. Μέχρι σήµερα πάντα κατορθώνει και τα σπάει. Για αυτό κάθε µέρα προσθέτει κει ένα σανίδι ραµποτέ. Σήµερα έφερε τέσσερα. Στην αρχή ο κυρ Αντώνης νόµιζε πως το λέει για αστείο. Όταν όµως είδε πως δεν ήταν χωρατό τρόµαξε. Από τότε όταν τον βλέπει να ετοιµάζεται για επίδειξη του φωνάζει από µακριά. Έλα, έλα παλικάρι µου. Πάρε την µακαρονάδα σου. ∆εν χρειάζεται να 115


µας κοψοχολιάζεις κάθε µέρα για µια µακαρονάδα. Άσε και µου ’κοψες την χολή την πρώτη φορά. Μην µε τροµάζεις, χαλάλι σου. Τότε ξεσπά όλο το µαγαζί σε γέλια. Κοτσαµπάσηδες και προοδευτικοί Το συνεργείο των ηλεκτρολόγων ήταν δύο αδέλφια τεχνίτες. Ανήψια του ιδιοκτήτη του οικήµατος. Ο Γιατρός αδελφός του πατέρα τους. Όπως κατάλαβα από µια κουβέντα µαζί τους, πολιτικοκοινωνικά ανήκουν σε διαφορετικά στρατόπεδα. Καταγωγή τους Πελοπόννησος, περιοχή Μεσσηνίας από Καλαµάτα. Σε αυτή την περιοχή µέσα τον εµφύλιο πόλεµο έγιναν πράγµατα τραγικά µεταξύ του πληθυσµού. Υπήρξαν οι πιο πυκνές και σκληρές αντιπαραθέσεις µεταξύ αντίπαλων ιδεολογικά οµάδων. Σε αυτήν την ιστορία µπλέχτηκαν συγγενείς, φίλοι, φαµίλιες ολόκληρες. Βρέθηκαν κάτω από ιδιόµορφες συνθήκες σε διαφορετικά στρατόπεδα. Στην Πελοπόννησο παραδοσιακά, από παλιά, ανθούσε ο σκληρός κοτσαµπασισµός. Η παραδόσεις δεν εξαλείφονται µε ξόρκια και βασκανίες. Μια τέτοια εκδοχή είχαν σαν ιστορικό και αυτά τα παιδιά. Έτσι µου δόθηκε η δυνατότητα να ακούσω γεγονότα που διαδραµατιστήκαν στην κατοχή και κράτησαν την φλόγα του µίσους µέχρι τις µέρες µας. Μια αντιπαλότητα µε πολύ βαθιές ρίζες µέσα στο ιστορικό πέρασµα.. Στους µεγάλους λαϊκούς αγώνες στην περίοδο της κατοχής, τα τζάκια κράτησαν παθητική στάση, αµέτοχη και αποστασιοποιηµένη. ∆εν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που αναθεµάτιζαν τους αγώνες του λαού. Ερεθίζετε τους κατακτητές, έλεγαν, και προβαίνουν σε αντίποινα. Όταν έγινε η ανασύνταξη των φιλοµοναρχικών αγγλόφιλων µονάδων έτρεξαν σύσσωµοι να συµπαρασταθούν και να συνδράµουν µε χίλιους τρόπους την ανασυγκρότηση της µοναρχίας. ∆εν δίστασαν να ξεκληρίσουν περιφέρειες και συγγενικές οικογένειες για την αντιµοναρχική τους δράση. Έτσι δηµιουργήθηκε η µάχη του Μελιγαλά µεταξύ των λαϊκών αγωνιστών του θρυλικού Άρη µε τους ταγµατασφαλίτες και τους υποστηρικτές της µοναρχίας που µυρίστηκαν λίρες µε ουρά και έτρεξαν να συνδράµουν. Σε όλη την µετέπειτα διαµονή µου στην Αθήνα, που υπήρξε µακρόχρονη γνώρισα µωραΐτες κυνηγηµένου και ξεκληρισµένους από τις ρίζες τους. Όλοι δηµοκράτες αντιµοναρχικοί και κοµµουνιστές. Έφυγαν κυνηγηµένοι από τους Μαγκανάδες και κάθε λογής φιλοµοναρχικούς. Πέρασαν πάνω από δεκαπέντε χρόνια µετά την αµαρτία και ακόµα δεν µπορούν να πάνε στα χωριά τους πίσω, ούτε σαν επισκέπτες. Όλα αυτά µου έκαναν τροµερή εντύπωση γιατί στην δική µας περιοχή, παρ’ ότι είχαµε τους Σουρλάδες, τέτοια φαινόµενα πολύχρονου µίσους δεν βιώσαµε. Τα ανήψια του γιατρού είχαν λαϊκές ρίζες, µε δεσµούς µέσα στο λαϊκό κίνηµα. Ο ένας από τα αδέρφια ήταν συνοµήλικός µου. Μπορούσαµε να µιλάµε την ίδια γλώσσα της ηλικίας µας. Με πληροφόρησε πως την Πέµπτη, µέσα στην βδοµάδα, θα έχουµε απεργία οι οικοδόµοι. Η συγκέντρωση θα γίνει στην πλατεία Κότζια ή ∆ηµαρχείου. Θα γίνουν προσυγκεντρώσεις στις πιάτσες κάθε συντεχνίας. Μην δουλέψεις, πάρε το λεωφορείο και έλα κάτω. Θα σε περιµένω, να ’µαστε παρέα. Πάντως να ξέρεις πως οι µπογιατζήδες κάνουν προσυγκέντρωση στην Βεραντζέρου κοντά στην πλατεία Κάνιγγος. Είναι δίπλα εκεί που θα κατέβεις. Θα συναντηθούµε στην Κοτζιά. Θα έρθουν και τα µαστόρια, οι πατωµατζήδες, µου είπε 116


και έδειξε τα δυο παιδιά που κάρφωναν το ψαροκόκαλο. Εντάξει είπα. Εκείνη την Πέµπτη δεν πάτησε κανείς στην οικοδοµή για δουλειά. Όταν ξύπνησα το πρωί έκανα όλη την προεργασία του πρωινού. Μετά είπα να ξεβροµίσω και να ξυριστώ, να βάλω ρούχα καθαρά γιατί θα κατεβώ στην απεργία. Πρώτη µου συµµετοχή µε τους οικοδόµους της Αθήνας. Τίναξα τα στρωσίδια του ύπνου, τα δίπλωσα και τα µάζεψα ένα γιούκο πάνω στο ράντζο. Τα ξυριστικά µου, σαπουνάκι και µια αλλαξιά εσώρουχα. Πήγα στην βρύση που ήταν περίπου ένα µέτρο ψηλά η βάνα. Γδύθηκα από την µέση και πάνω, πήρα ένα καθαρό πανί και ο χρησιµοποίησα για λύφη. Αφού άνοιξα το νερό χώθηκα από κάτω για να βραχώ καλά µέχρι την µέση και το κεφάλι. Μετά γέµισα το βρεγµένο πανάκι µε κλην και άρχισα να τρίβω το κορµί µου, καθώς και το κεφάλι µε τα µπόλικα µαλλιά σαν καρφίτσες για κάµποσα λεπτά. Μετά άνοιξα πάλι το νερό και χώθηκα από κάτω. Με τα χέρια άρχισα να ξεβγάζω τους αφρούς καλά καλά. Όπως είχα την πετσέτα δίπλα µου την πήρα και άρχισα να σκουπίζοµαι, τρίβοντας γερά τα βρεγµένα µέρη µέχρι να στεγνώσουν. Ήµουν έτοιµος να πετάξω και τα ρούχα από την µέση και κάτω για να πλυθώ και στο υπόλοιπο κορµί. Ακριβώς τότε έκανε την εµφάνισή του ένας εργάτης της διπλανής οικοδοµής. Τι κάνεις αυτού ρε µάστορα, θα ξεπαγιάσεις χειµώνα µε κρύο νερό; Άσε του λέω, τώρα µε έπιασες τσίτσιδο. Άσε µε να πλυθώ να τελειώσω και ύστερα τα λέµε. Έβρεξα καλά και τα υπόλοιπα µέρη. Πάλι µε το λύφη γεµάτο Κλήν άρχισα να τρίβοµαι γερά. Ο γείτονας απόρησε. Τι κάνεις ρε µάστορα, µε σκόνη πλένεσαι; Θα φουσκώσει το πετσί σου. Θα πάθεις εγκαύµατα και θα σου τσούζει το δέρµα. Μην σκιάζεσαι, είπα. Με σαπούνι το κρύο νερό δεν αφρίζει. ∆εν βγαίνει η βρώµα. Το σαπούνι θέλει ζεστό νερό. Το Κλην όµως τα σαρώνει όλα, δεν αφήνει τίποτα. Είδες αφρό που έκανε; Μετά λίγο λεµόνι στο δέρµα κι όλα θα στρώσουν. Καλά, άµα σου πέσουν τα µαλλιά και φαλακρώσεις τότε τα λέµε. Εγώ αφού ξεβγάλθηκα καλά, σκουπίστηκα και φόρεσα τα εσώρουχά µου. Μετά φόρεσα το παντελόνι µου. Πήρα το καθρεφτάκι και την ξυριστική µηχανή. Έβρεξα τα µούτρα µου και άρχισα να ξυρίζοµαι µε την Ζηλέτ. Ο συνάδελφος πάλι φώναξε εντυπωσιασµένος. Καλά, δίχως σαπουνάδα ξυρίζεσαι; Μωρέ τι είσαι εσύ! Εγώ έπαψα πια να επηρεάζοµαι από τις απορίες του. Τον ρώτησα για να αλλάξω συζήτηση µια και καθόταν λίγο πιο πέρα. Ήθελες τίποτα φίλε; Όχι µωρέ, ήρθα για δουλειά. Είδα που δεν πάτησε ψυχή. Πέρασα από εδώ για να δω αν δουλεύουν τα συνεργεία. Από ότι βλέπω δεν δουλεύει κανείς και εδώ. Μα δεν σου είπαν; Σήµερα έχουν απεργία οι οικοδόµοι. Κάτι πήρε το αυτί µου, αλλά δεν έδωσα σηµασία. Εδώ µένεις, ρώτησε. Ναι, του είπα, σαν τους γύφτους. Έλα, µόλις πιάσει η άνοιξη θα είσαι µια χαρά. Πως βρέθηκες εδώ, ρώτησα. Μένω κι εγώ λίγο πιο πάνω. Σε είδα που πλενόσουν και είπα ας πάω από εκεί. Ο συνάδελφος ετοιµάζεται για την απεργία, ας πάµε παρέα. Ρε παλιο-µπαγάσα, µε ψωνίζεις δηλαδή. Εε, τι να κάνω, είπα µήπως ήσαν από τους άλλους που βλαστηµούν τις απεργίες και τους απεργούς. Καλά, κάτσε να τελειώσω το ξύρισµα και θα φύγουµε µαζί για την στάση. Την άλλη φορά θα πάω στα δηµόσια λουτρά για µπάνιο. Εκεί έχει ζεστά νερά και είναι καλύτερα. Στα δηµόσια λουτρά πηγαίνω κι εγώ, µου είπε. Οφείλω όµως να σου το αναγνωρίσω, είσαι χαλκέντερος. Άκου απορρυπαντικό στο πετσί και κρύο νερό, σε είδα και πάγωσα. Τέλειωσα το ξύρισµα, έριξα νερό στο πρόσωπό µου. Φόρεσα πουκάµισα 117


καθαρό και ένα µπουφάν. Πάµε, είπα. Θα πάρουµε το λεωφορείο. Έβαλα ένα βαρέλι και δύο µαδέρια µπροστά στην είσοδο να δηµιουργούν την αίσθηση της κλειστής πόρτας. Με πια οµάδα θα κατέβεις στην απεργία, ρώτησα. Με τους σοβατζήδες που κάνουν πιάτσα στο Κεντρικό στην οµόνοια. Εσύ; Από την Βεραντζέρου µε τους µπογιατζήδες. Ωραία θα σου κάνω συντροφιά µέχρι τους Αµπελοκήπους. Εκεί θα κατέβω. Θα πάρω κάποιους φίλους, πατριωτάκια, από τον Ερυθρό και θα κατέβουµε µαζί. Έχουµε ώρα ακόµα ως τις έντεκα που θα γίνει η συγκέντρωση. Πιστεύω εκεί να ανταµώσουµε. Το λεωφορείο ήρθε σχετικά γρήγορα. Η ώρα ήταν περίπου εννιά και τέταρτο. Ο εισπράκτορας µας έβγαλε εισιτήρια σχολιάζοντας. Που είναι ο κόσµος, η µαστοράντζα που πήγε; Όλοι κατεβαίνουν στην Αθήνα, κανείς δεν ανεβαίνει. Απεργία, του είπαµε κι οι δυο µαζί. Άµα, πέστε ντε! Καλά κατάλαβα εγώ πως κάτι τρέχει. Θα έχουµε επεισόδια; Εµείς φίλε δεν κάνουµε επεισόδια, εµείς διεκδικούµε το δίκιο µας. Άλλοι κάνουν επεισόδια για ευνόητους λόγους, είπα. Στους αµπελόκηπους κατέβηκε ο φίλος σοβατζής. Άντε και θα τα πούµε στην Κοτζιά, µου είπε. Στην πλατεία Κάνιγγος, γύρω-γύρω αφετηρίες µε τα λεωφορεία έτοιµα προς αναχώρηση. Υπήρχαν γραµµές προς όλα τα βόρεια προάστια. Η ώρα ήταν εννιά και µισή. Για την συγκέντρωση ήθελε δύο ώρες. Αποφάσισα να κάνω µια βόλτα για να δω και λίγο ένα τµήµα από τα κεντρικά της Αθήνας. Περπάτησα µέχρι τα Χαυτεία. Είδα το µπαρ Βότρυς. Ήταν κλειστό. Μετά σεργιάνισα στα γρήγορα στην Πανεπιστηµίου περνώντας µπροστά από το ζαχαροπλαστείο «Ρωσικόν». Έφτασα στην Ιπποκράτους, έριξα µια µατιά στα κοµψοτεχνήµατα της Βιβλιοθήκης της Φιλοσοφικής, της Ακαδηµίας και δίπλα το κλασικό οφθαλµιατρείο. Ανέβηκα την Σίνα και κατέβηκα στα γρήγορα την ακαδηµίας. Έφτασα και πάλι στην Κάννιγγος. Έστριψα την Μπενάκη και κατηφόρισα την Σόλωνος. Έφτασα στην γωνιά της Θεµιστοκλέους και πήγα προς την πλατεία Εξαρχείων. Εδώ η γειτονιά είναι γραφικότατη, µε µονόροφα, δυόροφα και αυλές γεµάτες λουλουδικό. Πάρα πολλά ταβερνάκια µε τα κλασικά τους βαρέλια που θα πρέπει να ναι γεµάτα Σπατανέϊκα, Κοροπιότικα, Λιοπεσιότικα κρασιά. Όπως ξαναγύρισα στην Καννιγγος από άλλη πλευρά, είδα ψηλά στην γωνιά Ακαδηµίας και Πλατείας µια πολυκατοικία που πάνω στους τελευταίους ορόφους είχε δύο φωτεινές επιγραφές. Η µία, τα τρία γράµµατα, Ε∆Α, και η µεγάλη που είχε ολογράφως Ενιαία ∆ηµοκρατική Αριστερά. Περπάτησα µέχρι έξω στο πεζοδρόµιο. ∆εξιά και αριστερά µου υπήρχαν πάρα πολλοί κουστουµαρισµένοι νέοι που γυρόφερναν. Μου µπήκαν ψήλοι στα αυτιά. Έκαναν µπαµ από µακριά πως ήταν ασφαλίτες µε πολιτικά. Για να πω την αµαρτία µου φοβήθηκα και έκανα πίσω. Χωρίς συντροφιά που πας, είπα µέσα µου. Θα σε τσακίσουν αυτοί. Πλησίασα σε ένα περίπτερο λίγο πιο πέρα. ∆ώσε µου ένα µικρό πακέτο άριστα Ματσάγκου, είπα, δίνοντας το ακριβές αντίτιµο. Μου πέταξε το πακέτο στο παραθυράκι. Άπλωσα το χέρι να το πάρω και ταυτόχρονα ρώτησα. ∆εν µου λες πατριώτη, είναι δύσκολο να ανέβει κανείς στα γραφεία της Ε∆Α; Ο περιπτεράς µε κοίταξε καλά-καλά. Ξένος είσαι, ρώτησε. Ναι, απάντησα. ∆εν λυπάσαι τα νιάτα σου; Αντέχει το τοµάρι σου τις κακουχίες; Γιατί ρε πατριώτη, κακό είναι; Ο περιπτεράς έδειξε να δυσανασχετεί µε την επιµονή µου. Άκου ρε φίλε. ∆εν ξέρω ποιος είσαι. Σήµερα έχουν απεργία και συγκέντρωση οι οικοδόµοι. Τα πράγµατα είναι λίγο ζόρικα. Όλους αυτούς µε τα πολιτικά που τους βλέπεις εδώ γύρω είναι ασφάλεια. 118


Άµα θέλεις να ανέβεις απάνω βρες δυο τρία φιλαράκια και µπουκάρετε µέσα τρέχοντας. Μόνο σου µην επιχειρήσεις. Άντε στο καλό και πολλά είπα, δεν σε γνωρίζω κιόλας. Γύρισα πίσω και προχώρησα στην Βεραντζέρου. ∆εν µπορεί σκεφτόµουνα, στην συγκέντρωση θα βρω την άκρη, θα υπάρχουν φιλαράκια Εδαΐτες. Κάτι θα ξέρουν περισσότερο. Πλησίαζε και έντεκα η ώρα. Είδα κόσµο µαζεµένο στην Βεραντζέρου. Το στέκι των µπογιατζήδων ήταν ένα καφενείο στο βάθος µέσα της στοάς. Έξω ακριβώς υπήρχε η αφετηρία των αστικών λεωφορείων Νέας Ιωνίας – Καλογρέζας. Πέρασα µέσα από τον κόσµο και προχώρησα στο βάθος της στοάς για να δω το καφενείο της πιάτσας. Χώθηκα µέσα στους πολλούς και ξαναβγήκα στο πεζοδρόµιο. Ο κόσµος πύκνωνε και σιγά-σιγά έγινε κατάληψη του δρόµου. ∆εν γνώριζα κανέναν. Αυτό δεν µε εµπόδισε να πιάσω κουβέντα µε κάποια παιδιά. Μιλούσαν για δουλειές. Ανέφεραν ονόµατα εργολάβων, συνεργείων, µαστόρων. Άκουσα για τεχνίτες διακοσµητές, πατιναδόρους, ντουκαδόρους που δουλεύουν το κοµπρεσέρ για την βαφή καλοριφέρ. Κάποιος µε ρώτησε, σε ποιο συνεργείο είσαι µάστορα; Είµαι φρέσκος, είπα. ∆ουλεύω πάνω στον Κοκκιναρά µε κάποιο φιλαράκι, τον Νίκο. ∆εν θα τον ξέρετε γιατί δεν είναι µεγαλοεργολάβος στην πιάτσα. Μπράβο του όµως, είπε κάποιος. Ξεκίνησε από καλή γωνιά, έπιασε Κοκκιναρά. Άµα ξεκινάς από Κηφισιά, Κεφαλάρι, Κοκκιναρά, Εκάλη, είναι καλά. Εµείς είµαστε χαµηλά, λαϊκές γειτονιές. Βρεθήκαµε στην µέση του δρόµου και σε λίγο βγήκαν τα παιδιά µε τα λάβαρα του σωµατείου και την µεγάλη Ελληνική σηµαία. Μπροστά-µπροστά το µεγάλο πανό και ακολουθούσαν τα πιο µικρά. Ο πρόεδρος και τα µέλη του ∆.Σ. Το σωµατείο είναι από τα εκτός Ε.Κ.Α. και οµοσπονδίας, όπως όλα τα οικοδοµικά. Το πρωτοιδρυθέν σωµατείο ελαιοχρωµατιστών το κατέλαβε ο εργατοπατέρας Λικιαρδόπουλος από το 1944, µετά την απελευθέρωση. Το υπολειτουργεί, διατηρώντας το σαν σωµατείο-σφραγίδα. Με αυτή την µέθοδο λειτουργούν όλοι οι εργατοπατέρες σε όλα τα σωµατεία. Εκλέγονται αυτοί και τα τσανάκια τους σε όλα τα όργανα. Βγάζουν αντιπροσώπους πλασµατικούς για ΕΚΑ, για την οµοσπονδία και την ΓΣΕΕ. Είναι όλοι τους τσανάκια της τραµπουκικής Μακρυθεοδωρικής κλίκας του εργατοπατερίστικου συνδικαλισµού. Με βάση αυτούς τους τίτλους όλοι τους διορίζονται σε διάφορες εργατικές επιτροπές κυβερνητικού «σχεδιασµού». Παριστάνουν τα συνδικαλιστικά στελέχη και λυµαίνονται τα ταµεία της εργατικής εστίας, του Ο.Ε.Κ., επικουρικών ταµείων, αποκοµίζοντας παχυλούς µισθούς και θαλασσοδάνεια. Τους πραγµατικούς εκπροσώπους των εργατοτεχνιτών οικοδόµων δεν τους εντάσσουν στην δύναµη των επίσηµων συνδικαλιστικών οργάνων. Ο λόγος γιατί φοβούνται πως θα χάσουν την πλειοψηφία στα όργανα και ταυτόχρονα τον έλεγχο διορισµών για το µεγάλο φαγοπότι στα διάφορα εργατικά ταµεία. Αυτό ανάγκασε τους οικοδόµους να ιδρύσουν δικά τους σωµατεία µε πραγµατικά µέλη. Ζωντανοί οργανισµοί διεκδικητικών ενώσεων δηµοκρατικής λειτουργίας. Στα αµέσως επόµενα χρόνια συγκρότησαν την συντονιστική επιτροπή των εικοσιτεσσάρων διαγραµµένων και µη εγγεγραµµένων σωµατείων σε Ε.Κ.Α., οµοσπονδίες, ΓΣΕΕ, για να συντονίζουν τους διεκδικητικούς αγώνες. Αργότερα, η συντονιστική εµπλουτίστηκε µε την συµµετοχή και άλλων πρωτοβάθµιων οργανώσεων, φτάνοντας τον αριθµό εκατόν δεκαπέντε σωµατείων. Στην δύναµη της 119


υπάγονται οι πιο µαζικές µαχητικές ταξικές διεκδικητικές πρωτοβάθµιες ενώσεις. Προχωρώντας η πορεία των µπογιατζίδων στην Βεραντζέρου η κεφαλή έστριψε αριστερά στην Πατησίων. Τώρα αρχίσαµε όλοι µαζί να φωνάζουµε τα συνθήµατά µας. Φτάνοντας στην πανεπιστηµίου στρίψαµε δεξιά για να βγούµε στην πλατεία οµονοίας. Στο έµπα της πλατείας πέσαµε πάνω στους συγκεντρωµένους αµµοκονιαστές-πελεκάνους, που έχουν πιάτσα στο καφενείο κεντρικό. Μόλις µας αντιλήφθηκαν παραταγµένους µε τα πανό ένωσαν τις φωνές και τα συνθήµατά τους µαζί µας. Φωνάζαµε περισσότερο για την ανεργία, για την επέκταση του ΙΚΑ, για την αναγνώριση του επαγγέλµατος του οικοδόµου ως εποχιακού, για ιατροφαρµακευτική κάλυψη µε πενήντα πραγµατοποιήσιµα ένσηµα τον χρόνο και άλλα πολλά. Παράλληλα ζητούσαµε την εγγραφή των σωµατείων µας σε όλα τα επίσηµα συνδικαλιστικά όργανα. Σταθεροί στην θέση µας για ένα κλαδικό σωµατείο, ένα εργατικό κέντρο κατά περιφέρεια, µια κλαδική οµοσπονδία για τα συναφή επαγγέλµατα και µία γενική συνοµοσπονδία εργατών πανελλαδικά. Γύρω-γύρω στην οµόνοια, πάνω στο πεζοδρόµιο υπήρχαν πολλοί αστυφύλακες ένστολοι, καθώς και πάρα πολλοί που περιφέρονται µε πολιτικά. Είµαστε µέσα στον δρόµο και η κίνηση µας είναι κυκλική. Θα βγούµε στην Κοτζιά από την οδό Αθηνάς. Εκεί είναι οι πιάτσες των µπετατζήδων, σιδεράδων, καλουπατζίδων, πιστολαδόρων και κτιστών. Στην πλατεία Κοτζιά θα έρθουν από τις δικές τους πιάτσες τα στεγασµένα επαγγέλµατα οικοδόµων, όπως µαραγκοί κουφοµάτων, ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, υδραυλικών, µωσαικών, πατοµατζήδων, γυψαδόρων, σιδεράδων κουφοµάτων, τζαµάδων, τεχνιτών ανελκυστήρων, µονώσεις κ.λ.π. Με κάποιο συνάδελφο περπατώντας πιάσαµε κουβέντα. Εγώ εντυπωσιασµένος από το θέαµα είπα Είµαστε πάρα πολλοί. Άµα έρχεσαι τακτικά θα συνηθίσεις µου απάντησε. Εδώ είναι Αθήνα, και βέβαια είµαστε πολλοί. Θα µπορούσαµε να είµαστε περισσότεροι. Είσαι φρέσκος στην πρωτεύουσα για αυτό εντυπωσιάστηκες. Υπάρχουν και κάποιοι καθυστερηµένοι από µακρινές συνοικίες που ακόµα έρχονται. Άλλοι είναι µέσα στις παρόδους και δεν τους αφήνουν οι αστυνοµικοί να έρθουν στην συγκέντρωση. Οι ασφαλίτες τους απωθούν. Τους διοχετεύουν προς άλλες κατευθύνσεις. Έχουµε να αντιµετωπίσουµε και τέτοια προβλήµατα. Φτάσαµε στην πλατεία Κοτζιά. Βρήκαµε συγκεντρωµένους τους µπετατζήδες, καλουπατζήδες, χτίστες, σιδεράδες, µπιστολαδόρους. Έχουν ετοιµάσει µια ξύλινη εξέδρα µε µικροφωνική εγκατάσταση και µεγάφωνα. Από εκεί θα µιλήσουν προς τους συγκεντρωµένους οι Τσεσµελής, Τερζάκης και άλλοι συνδικαλιστές οικοδόµοι. Για πρώτη µου φορά έπαιρνα µέρος ζωντανά σε µια τόσο πολυπληθή συγκέντρωση. Σε µια στιγµή αντιλήφθηκα κάποιους µπογιατζήδες µε τα ρούχα της δουλειάς. Κρατούσαν στο ένα χέρι τους το κοντάρι µε την µπατανόβουρτσα. Στο άλλο τους χέρι είχαν έναν ντενεκέ µε συρµάτινο χερούλι. Μέσα στον ντενεκέ υπήρχαν ένα µπουγέλο, µια χειρόβουρτσα, µια φαρδιά σπάτουλα, φτιάρι, ένας στοκαδόρος, µια ατσαλένια, ένα κοσκινάκι σουρωτήρι και ένα πινέλο. Ρώτησα εντυπωσιασµένος, ποιοι είναι αυτοί; Είναι µπογιατζήδες της οδού Αθηνάς, µου εξήγησε κάποιος. Είναι τα µαστόρια της µιας µέρας Πάντα έτσι παίρνουν µέρος στις συγκεντρώσεις, µε πλήρη εξάρτηση. Όπως κάθονται στην πιάτσα τους περιµένοντας τον πελάτη. Θα τους βρεις στην οδό 120


Αθηνάς από δηµαρχείο µέχρι Σοφοκλέους. Αυτοί δεν δουλεύουν στην οικοδοµή. ∆εν κολάν ένσηµα. Τους αρέσει έτσι ρέµπελα από µόνοι τους. Ότι κάτσει. Μπορεί να βγάλουν σε µια µέρα λεφτά για µια βδοµάδα. Υπάρχει όµως και περίοδος που θα περάσει µήνας δίχως ένα µεροκάµατο. Σε αυτούς απευθύνονται ιδιοκτήτες που νοικιάζουν δωµάτια ή γκαρσονιέρες. Επίσης και ιδιοκτήτες ενοικιαζόµενων γραφείων ή καταστηµάτων. Αναλαµβάνουν αυθηµερόν να φρεσκάρουν ότι χρειαστεί για να ξανανοικιαστεί φρεσκοασπρισµένο. Από ελαιοχρώµατα πολύ λίγα πράγµατα. ∆εν ασχολούνται µε ξυσίµατα, σπατουλαρίσµατα, προεργασίες και ρεπουλίνες. Το πολύ-πολύ µια πόρτα και ένα παράθυρο, έτσι όπως είναι για να ξεβροµίσει λίγο. Ο πελάτης πάει στην πιάτσα τους και διαπραγµατεύεται. Παροιµιώδης έµεινε η στιχοµυθία µιας πελάτισσας και ενός τεχνίτη της οδού Αθηνάς. Η κυρία ζητούσε ασπριτζή. Μάστορα θα έρθεις να µου βάψεις ένα δωµάτιο. Μάλιστα κυρία µου. Που είναι η δουλειά; Εδώ στα Αναφιώτικα. Πόσα λεφτά θα µου πάρεις; Εξαρτάται κυρά µου, πως θα το φτιάξουµε. Ένα και παχύ ή δύο και ψιλά; Γιατί µάστορα, πόσο κάνει το ένα και παχύ και πόσο τα δύο και ψιλά; Το ένα και παχύ διακόσιες δραχµές. Τα δύο και ψιλά τρακόσιες. ∆ηλαδή µε τα δύο και ψιλά γίνεται καλύτερο; Το συζητάς κυρά µου; Χαρτί θα γίνει. Εε τότε να µου το φτιάξεις δύο και ψιλά, το θέλω καλοφτιαγµένο. Ο µάστορας πήγε στο δωµάτιο. Έφτιαξε τον ασβέστη ψιλό. Τον διπλοσούρωσε στο σουρωτήρι του στον τενεκέ. Έριξε και λίγο λαδάκι, ένα φλιτζάνι λινέλαιο, και άρχισε µε την µπατανόβουρτσα να περνά πρώτα το ταβάνι. Μετά ανέβηκε να κόψει τις γωνιές γύρω-γύρω µε την χειρόβουρτσα. Όπως ήταν υγρό το ταβάνι το ξαναπέρασε ένα χέρι ακόµα. Μετά έφτιαξε χρώµα µπεζ για τα πλαϊνά ντουβάρια κάτω από το γύψινο του νταβανιού. Το έκοψε και πάλι µε την χειρόβουρτσα όλο γύρω-γύρω και άρχισε να το περνά µε την καθαρή µπατανόβουρτσα. Όταν τέλειωσε το ξαναπέρασε πάλι φρεσκοβρεγµένο δεύτερο χέρι. Όταν τέλειωσε φώναξε την ιδιοκτήτρια. Έπλυνε όλα τα εργαλεία του και περίµενε. Ήρθε η ιδιοκτήτρια. Τι θέλεις µάστορα; Τέλειωσα κυρά µου. Άντε καλολέρωτο. Αν θελήσετε πάλι κάτι να µε προτιµήσετε. Είδε η γυναίκα το δωµάτιο µαύρο και υγρό και όλο βουρτσιές. Τι τέλειωσες βρε µάστορα; ∆εν θα καθίσεις να στεγνώσει να δούµε τι έγινε; Ο µάστορας θύµωσε. Τι να στεγνώσει κυρά µου; ∆ύο και ψιλά είπαµε.∆ύο και ψιλά το πέρασα. Όταν στεγνώσει θα είναι µέγκλα. Θα µοσχοµυρίζει ασβεστάκι του θεού. Άντε πλέρωσέ µε τώρα και έχω να πάω και αλλού. Άντε να φύγω σε παρακαλώ, µην µε καθυστερείς. Άντε να χαρείς ότι αγαπάς. Η γυναίκα κόµπιασε. Μαα. Τι µα µου, κυρά µου. Σου είπα µην µε καθυστερείς. Τι να κάνει η γυναίκα, τον πλήρωσε για να µην τον καθυστερεί. Ο µάστορας έβαλε το παραδάκι στην τσέπη και έφυγε µε τα εργαλεία για να µην καθυστερήσει. Όταν στέγνωσε το δωµάτιο το ασβέστωµα σε εµφάνισε ήταν πολύ χειρότερο από ότι πριν το ασπρίσουν. Όλο βουρτσιές στις γωνίες, µαύρο. Η γυναίκα τραβούσε τα µαλλιά της. Είχε και τέτοιους µαστόρους η οδός Αθηνάς. Κοιτούσαν να αρπάξουν. Αυτό δεν τους εµπόδιζε πολλές φορές να βγάζουν τρίδιπλο µεροκάµατο από έναν κλασικό µπογιατζή που δούλευε µεροκάµατο. Οι κατεξοχήν επαγγελµατίες απλώς είχαµε κάθε µέρα δουλειά και ασφάλιση µε ένσηµα του ΙΚΑ. Κατά τα άλλα πληρωνόµασταν µα βάση την συλλογική σύµβαση εργασίας, που καθόριζαν τα κυβερνητικά συνδικάτα. Η συγκέντρωση πέρασε στο στάδιο των οµιλιών. Τα συνθήµατα εναρµονισµένα µε τους κεντρικούς οµιλητές διαδέχονται 121


εναλλασσόµενα. Πρωτοπορία οι νέοι οικοδόµοι. Σε κάποιο σηµείο της συγκέντρωσης είδα τον φίλο µου τον ηλεκτρολόγο µπροστάρη σε ένα όµιλο νεολαίων. Τον πλησίασα. Ήρθες βρε θηρίο, είπε γελώντας. Κάτσε εδώ, µόλις τελειώσει η συγκέντρωση διαλυόµαστε. ∆εν έχει πορεία σήµερα, θα πάµε για κρασάκι στο ∆ίπορτο. Το ∆ίπορτο ήταν µια τρύπα πίσω από την Βαρβάκειο. Έφτιαχνε µόνο µπακαλιάρο τηγανητό σκορδαλιά και κρασί µπόλικο. Μόλις ανήγγειλαν πως θα διαβαστεί το ψήφισµα επικράτησε ησυχία. Στο τέλος ο οµιλητής µας ενηµέρωσε πως το ψήφισµα θα το πάει µία επιτροπή στο υπουργείο εργασίας. Ο κόσµος άρχισε να αποχωρεί. Εγώ, ο ηλεκτρολόγος και δύο φιλαράκια του ξυλουργοί ξεκινήσαµε για το ∆ίπορτο. Καθοδόν του είπα πως θα ήθελα να ανέβω στα γραφεία της Ε∆Α στην Κάνιγγος. Θέλεις κάτι συγκεκριµένο; Με ρώτησε. Όχι, να µια και βρέθηκα πρώτη φορά θα ήθελα να δω πως είναι. Μην µε ρωτήσουν και τους λέω αρλούµπες. Θα µου λένε, πέρασες από την Κάνιγγος και δεν ανέβηκες επάνω; ∆εν θα το χωρά το µυαλό τους. Καλά, είπε ο φίλος, θα πάµε µαζί. Έχουµε χρόνο µπροστά µας. Θέλει λίγο προσοχή, παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες. Τις ξέρω, πέρασα και είδα τους ασφαλίτες στην σειρά και κατάλαβα. Μετά το φαγητό θα πάµε και θα ανεβούµε µαζί. Φύγαµε γρήγορα για το ∆ίπορτο για να βρούµε θέση. Μαζεύει πολύ κόσµο. Πελάτες περιµένουν όρθιοι. Θα φάνε κάποιοι, θα σηκωθούν για να καθίσουν άλλοι πεινασµένοι. Γύρω στις τέσσερις ή ώρα είµαστε έξω από τα γραφεία της Ε∆Α στην πλατεία Κάνιγγος. Παραδόξως δεν υπήρχε ψυχή από ασφαλίτη. Ησυχία επικρατούσε. Φαίνεται πως λόγω της απεργίας των οικοδόµων έκαναν υπερωρίες και κουράστηκαν. Κάναµε δυο δρασκελιές γρήγορες καλού κακού και περάσαµε µέσα στην στοά. Πλησιάσαµε στην είσοδο του ασανσέρ που ο εντοιχισµένος φωτισµός του έδειχνε κάθοδο. Περιµέναµε κάποια δευτερόλεπτα και η πόρτα άνοιξε. Από την καµπίνα βγήκαν δύο άτοµα. Χωθήκαµε αµέσως µέσα. Πρώτη µου φορά σε ανελκυστήρα. Πολλά πράγµατα συναντώ ή αναγκάζοµαι να κάνω για πρώτη φορά. Εδώ είναι που λένε, «είχες και στο χωριό σου;». Η µοίρα του επαρχιώτη. Τα ’χασα για λίγο. Ο ηλεκτρολόγος έµπειρος από τέτοια πάτησε αµέσως τον όροφο στο ταµπλό για έκτο. Το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει. Η καµπίνα ακινητοποιήθηκε και πεταχτήκαµε έξω. Καθώς έβγαινα από την πόρτα είδα την ταµπελίτσα πάνω που έγραφε, «προσοχή άτοµα έξη». ∆ιαπίστωσα πως εµείς ήµασταν τέσσερα παιδιά και όχι ευτραφή. Να ’µαστε µπροστά σε µία ορθάνοιχτη πόρτα του έκτου ορόφου. Φάτσα µας µία ταµπέλα µεταλλική µε µαύρα γράµµατα έγραφε Ε∆Α και από κάτω «Ενότητα – ∆ηµοκρατία – Αλλαγή». Στην πόρτα επάνω είχε µια µεταλλική ταµπέλα που έλεγε ∆ηµοκρατική Αριστερά. Όταν περάσαµε µέσα στην αίθουσα είχε ένα µεγάλο πανό που έγραφε Ειρήνη ∆ηµοκρατία Ανεξαρτησία. ∆ιάβασα µια ταµπέλα δεξιά που έλεγε διοικούσα επιτροπή και µια άλλη νοµαρχιακή επιτροπή της Ε∆Α Αττικής. Κάποιος µας πλησίασε. Μπορώ να βοηθήσω τους φίλους; Θέλετε κάτι συγκεκριµένο; Ο φίλος ήρθε από Λάρισα και θέλει να δει τα γραφεία του κόµµατος, είπε ο ηλεκτρολόγος. Μήπως έχεις κάποιον γνωστό που θα ήθελες να δεις εδώ στα γραφεία, ρώτησε πάλι απευθυνόµενος προς την µεριά µου. Όχι, απάντησα, ίσως µια άλλη φορά, τώρα απλά θα ήθελα να ρίξω µια µατιά µιας και βρεθήκαµε στο κέντρο λόγω της απεργίας. Πέρασα έτσι τελείως εθιµοτυπικά. Καλά κάνατε. Όµως, ξέρετε, εδώ είναι γραφεία. Μέσα βρίσκονται διάφορες επιτροπές, γραφεία συνοικιών, 122


πόλεων. Συνεδριάζουν, έρχονται εκπρόσωποι οργανώσεων που λειτουργούν σε γειτονιές της Αθήνας, Νεολαίοι. Όλοι τους έχουν κάποια οργανωτικά ζητήµατα να κουβεντιάσουν. Γι’ αυτό το µόνο που µπορώ να κάνω εγώ για σας είναι να σας περάσω στην µεγάλη αίθουσα διαλέξεων, όπου υπάρχει φωτογραφικό υλικό από συγκεντρώσεις, από οµιλίες προεκλογικές, από απεργίες και κινητοποιήσεις εργαζοµένων. Υπάρχουν διάφορα σκίτσα µεγάλων καλλιτεχνών, όπως του Μποστ και άλλων και µερικές από το έπος της εθνικής αντίστασης. Ακολουθήστε µε. Προχωρήσε µπροστά και εµείς πίσω του και πήγαµε στην µεγάλη αίθουσα. Ήταν ένας καλοπροσεγµένος εκθεσιακός χώρος για φωτογραφίες, εικαστικά µε πολιτικό περιεχόµενο. Κάτω από κάθε φωτογραφία και σκίτσο είχε γραµµένα επεξηγηµατικά τι είναι και από πότε υπάρχει. Αυτό που θα λέγαµε τα στοιχεία του έργου. Ο συνοµιλητής µας ρώτησε αν εκπροσωπούµε κάποια οργάνωση της Αθήνας. Ο φίλος ηλεκτρολόγος είπε, εµείς οι τρεις ανήκουµε στην οργάνωση νέων του Χολαργού. Ο φίλος είναι από Λάρισα, όπως σας είπα. Έχω περιθώρια ακόµα, είπα, είµαι φρέσκος. Κάπου θα κατασταλάξω κι εγώ. Αποχωρήσαµε από τα γραφεία της Ε∆Α µε κάπως αναπτερωµένο το ηθικό. Ο ηλεκτρολόγος είπε, εµείς θα πάρουµε το λεωφορείο για Χολαργό. Εσύ θα πάρεις το λεωφορείο για Πολιτεία-Κοκκιναρά. Άντε πήγε πέντε και µισή η ώρα, αρχίζει να σκοτεινιάζει. Θα φτάσεις πάνω έξη και κάτι. Όπως και να ’χει χειµώνας είναι, θα χρειαστώ φως για να τακτοποιηθώ. Έφτασα πάνω στο γιαπί σχεδόν βράδυ. Έψαξα το κλεφτοφάναρο, βρήκα τα σπαρµατσέτα και άναψα ένα. Είπα πριν κοιµηθώ να ρίξω µια µατιά στην Αυγή. Κόντεψα να βγάλω τα µάτια µου. Αύριο, σκέφτηκα, θα λύσω το πρόβληµα µε το φως. Αφού υπάρχει ρεύµα στην οικοδοµή θα πω του ηλεκτρολόγου να µου τραβήξει µια µπαλαντέζα και θα έχω κανονικό φως. ∆ιαβάζοντας µε πήρε ο ύπνος. Ευτυχώς πριν κοιµηθώ βαθιά πρόλαβα να σβήσω το σπαρµατσέτο. Αν και για ασφάλεια το βάζω πάντα σε τενεκεδένιο κουτί. Κοιµήθηκα χορταστικά. Στην δουλειά ήµασταν δύο µαστόρια χωρίς βοηθούς. Όµως η δουλειά προχωρά κανονικά, γοργά θα έλεγα. Κατά περίεργο τρόπο ο Νίκος θέλει να δουλεύουµε µαζί. Ένας ψηλά, ένας χαµηλά. Βέβαια αυτός ο τρόπος δεν είναι κακός. Έτσι δουλεύουν τα συνεργεία όλα. Όµως ο Νίκος µου έδινε την εντύπωση πως το κάνει για να ελέγχει την δουλειά, τόσο παραγωγικά όσο και ποιοτικά. Τελικά αρχίσαµε σπατουλαρίσµατα στους τοίχους λαδερά. Είχα πάντα κάποια πρωτοπορία ένα µε ένα και τέταρτο. Ο Καλπότριχας σε αντιπερισπασµό προσπαθούσε να βρει ψεγάδια στην πλευρά µου. Όταν του έδειχνα τα ίδια πράγµατα και στην δική του πλευρά κοκκίνιζε στο πρόσωπο και προσπαθούσε να σκαρφιστεί χίλιες δικαιολογίες. Μέχρι µια µέρα που µου ζήτησε τις δικές µου σπάτουλες. Κάπως έτσι περνούσαν οι µέρες. Η εµφάνιση του Τσιµπελεκάνου Περάσαµε κοντά τρεις µήνες δουλειά. Βρισκόµαστε στο τελευταίο στάδιο. Όλα σπατουλαρισµένα, έτοιµα για χρώµατα προεργασίας. Πλησίαζε µεσηµέρι εκείνη τη µέρα. Στο γιαπί το συνεργεία λιγόστεψαν γιατί τέλειωσαν οι δουλείες τους. Τώρα πια είναι σπίτι βίλα. Πατωµατζίδες περιµένουν να έρθουν για να ξύσουν και να βερνικώσουν τα πατώµατα. Οι ηλεκτρολόγοι να βάλουν διακόπτες, µπρίζες, απλίκες 123


και όλα τα αξεσουάρ. Οι γυψαδόροι έφυγαν εδώ και είκοσι µέρες. Μεγάλο σπίτι, έξη δωµάτια και δύο βοηθητικά, κουζίνα µε τραπεζαρία µεγάλη, δύο τουαλέτες µε ένα πλήρες λουτρό και δύο δωµάτια υπηρεσίας. Κήπος µεγάλος και αποθήκες εξωτερικές. Ειδικός χώρος για καυστήρα καλοριφέρ και βάση για βυτίο πετρελαίου. Μια αρκετά µεγάλη κατοικία. Από όλα τα συνεργεία µείναµε δύο ελαιοχρωµατιστές, ο υδραυλικός που µοντάρει τα είδη υγιεινής, ο µαραγκός που θα κρεµάσει πόρτες και ντουλάπες κουζίνας και ένας µαρµαράς που καθαρίζει και γυαλίζει τα εξωτερικά µάρµαρα. Ήµασταν έτοιµοι να πάµε για την ταβέρνα του κυρ Αντώνη όταν στην πόρτα εµφανίστηκε ο Τσιµπελεκάνος, ψηλός λιγνός ίδιος νεροσωλήνας υδρορροής. Στάθηκε στην πόρτα µαυριδερός µε ένα γέλιο που άφηνε να φαίνονται προκλητικά τα δυο τρία µπροστινά του µαύρα χαλασµένα δόντια. Τι γίνεται ρε µάγκες, πως τα πάτε; Βρε καλώς τον Σταύρο. Πως από δω, απολύθηκες ή σε διώξανε; Μάλλον θα το έσκασες. Θυµάµαι που έλεγες πως θα απολυθείς τέλος Μάρτη µε αρχές Απρίλη, του φώναξε ο Νίκος. Μας αφήσαν λίγο νωρίτερα µε ανοιχτή άδεια. Αυτά τα κάνουν οι διοικητές για να καρπώνονται τα χρήµατα επισιτισµού των οπλιτών, δεν τα ξέρεις. Έλα σου λένε να πάρεις το απολυτήριο µόλις λήξει η άδειά σου. Τι µας νοιάζει εµάς; Αυτοί κάνουν την δουλειά τους µε τις κοµπίνες τους, εµείς γλυτώνουµε λίγο πιο γρήγορα από αυτή την παράλογη υπηρεσία του στρατού, που είναι σαν αναγκαστική φυλακή στην καλύτερή µας ηλικία. Τι θα γίνει τώρα, θα χωρέσω κι εγώ για κανένα µεροκάµατο; Βρε αθεόφοβε, έχεις ρούχα µαζί σου, κουβέρτες, στρώµα; Που θα κοιµάσαι, χρειάζεσαι ράντζο. Τον βοµβαρδίσαµε µε ερωτήσεις κι οι δυο µας. Πω, πω, πω, µε φάγατε αδερφάκι µου. Λίγη καλή θέληση χρειάζεται και όλα θα βολευτούν. Βλέπω η οικοδοµή είναι καθαρή, κλειστή γύρω-γύρω. Τώρα λογαριάζεις; Άρε µπαγάσα τυχεράκια. Όταν ήρθα εγώ ήταν γιαπί γεµάτο µπάζα και υγρασία, είπα. Τώρα έχεις δίκιο, θα τα βολέψουµε. Έφυγε ο χειµώνας, Μάρτης πια γλύκανε ο καιρός. Μάγκες κανονίστε τι θα κάνουµε, δεν πάω για την Λάρισα. Χειµώνας είναι εκεί, θα µε φάει το καφενείο και η ατσιγαρία. Ο Νίκος σκέφτηκε λίγο και είπε. Κάτσε εδώ µαζί µας, µεροκάµατο θα βγάλουµε κι οι τρεις. Μας καθυστερούν λίγο τα άλλα συνεργεία, όµως θα προχωρήσουµε. Περάσµατα και τελειώµατα έµειναν. Πρέπει να κατέβω Αθήνα να δούµε πως θα τα βολέψουµε. Θα ζητιανέψουµε στρώµα και καµιά κουβέρτα από την γειτονιά. Θα ’ρθεις µαζί µου Σταύρο µε την µηχανή. Θα µείνουµε µαζί, του είπα, παρέα. Θα µαζέψω χαρτόκουτες να στρώσουµε κάτω για µόνωση, τίποτα τάβλες και σανίδια. Φύγετε εσείς για να γυρίσετε µε την µέρα. Εγώ θα κλείσω αυτό το κοµµάτι να µην µείνει µισό και θα βγω στην γύρα να ψάξω ότι βρω. Ο Τσιµπελεκάνος δεν είχε καµία αντίρρηση. Το µόνο που τον απασχολούσε ήταν να µην γυρίσει στην Λάρισα και πέσει στην ανεργία. Έφυγαν και γύρισαν µετά από τρεις ώρες περίπου. Έφεραν από την ζητιανιά δυο κουρελούδες, τέσσερις κουβέρτες, δύο σεντόνια και ένα µαξιλάρι. Εγώ του έφτιαξα ένα κρεβάτι µε τσιµεντόλιθους και πάνω σανίδια. Πάνω έβαλα κάτι χαρτόνια χοντρά από χαρτόκουτες. Τα βολέψαµε µια χαρά και έτσι απέκτησα κι εγώ συγκάτοικο. Το µεροκάµατο που παίρναµε σχετικά µε αυτό που κυκλοφορούσε στην πιάτσα ήταν µικρότερο. Ο Νικόλας καθόριζε την στάση του µαζί µας συµπεριφερόµενος σαν ένας εκκολαπτόµενος µικροεργολάβος. Η πάστα του ήταν από αυτούς που επιδιώκουν να καµώνονται πως είναι έξυπνοι και καπάτσοι. Ότι 124


φιλοδοξούσε να πετύχει στο µέλλον προσπαθούσε να το θέσει σε εφαρµογή από τώρα, δοθήσεις της ευκαιρίας. Είχε και αυτός τις φιλοδοξίες του πέρα από τις ανασφάλειες. Οι εµπειρίες του λίγο συγκεχυµένες. Ο πατέρας του τους άφησε πολύ νωρίς µόνους. Την µητέρα του, την αδελφή του και τον ίδιο. Από το ∆οξάτο της ∆ράµας η καταγωγή τους, προσφυγιά κι αυτή. Ήρθε ο πατέρας του στην Λάρισα, βρήκε δουλειά µάγειρας στην αεροπορία, παντρεύτηκε πάλι και απέκτησε τρία παιδιά, δύο αγόρια και µία κόρη. Όταν ο Νίκος έφτασε στην εφηβεία αναζήτησε την βοήθεια του πατέρα του. Ήρθε στην Λάρισα να ζητήσει συµπαράσταση. Ο πατέρας του το µόνο που µπορούσε να του προσφέρει ήταν στέγη και ένα πιάτο φαγητό. Ο Νίκος άρχισε να δουλεύει σε ότι δουλειά. Είναι αλήθεια πως ήταν εργατικός. Στο τέλος έµαθε την τέχνη του µπογιατζή. Μια µέρα τυχαία πάνω σε κουβέντα που είχαµε µου είπε. Ξέρεις, αιτία για να έρθω στην Αθήνα είσαι κι εσύ. Εγώ απόρησα, δεν θυµόµουν κάτι που µπορούσε να συνδεθεί µε την αναχώρηση του για την πρωτεύουσα. Πως συνέβη αυτό, ρώτησα. Μια µέρα είχαµε τσακωθεί, δεν θυµάµαι γιατί ακριβώς. Εσύ νευρίασες πολύ και αρπαχτήκαµε στα χέρια. Τότε µου έδωσες µια γερή γροθιά στα πλευρά. Από εκείνη την µέρα είχα πόνους στα µαλακά. Ο πατέρας µου δεν έδωσε σηµασία στα παράπονά µου. Τότε έγραψα στον αδελφό της Μάνας µου, τον Παντελή. Ο θείος µου απάντησε να κατέβω στην Αθήνα για να πάµε σε κάποιο γιατρό. Έτσι ξεκίνησα και βρέθηκα εδώ, για να µε δει γιατρός. Ο θείος µου µε πήγε σε, καλό νεφρολόγο. Το πρόβληµα υπήρχε, µου είπε, απλώς το χτύπηµα δηµιούργησε πιο γρήγορη εξέλιξη. Αν αργούσες να το εντοπίσεις και υπολειτουργούσε ο νεφρός µπορεί να δηµιουργούσε αργότερα άλλο πρόβληµα. Μου σύστησε να κάνω άµεσα εγχείρηση καθαρισµού. Γιατρέ τον ρώτησα, πόσα λεφτά θα µου στοιχίσει η εγχείρηση, δεν έχω φράγκο. Τότε µε ρώτησε τι δουλειά κάνω και του είπα ελαιοχρωµατιστής. Α,α, ωραία, θα σου κάνω την εγχείρηση και µετά θα αναλάβεις να µου βάψεις το σπίτι πάνω στον Κοκκιναρά. Θα σου πληρώνω υλικά και µεροκάµατα. ∆εν θα βγάλεις εργολαβικά από µένα και θα µου κάνεις καλή δουλειά. Εγώ χάρηκα που εξελιχθήκαν έτσι τα πράγµατα. Αφού θέλει να του βάψω το σπίτι, σκέφτηκα, σηµαίνει πως δεν κινδυνεύω να µείνω σακάτης ή τίποτα χειρότερο. Έτσι βρεθήκαµε όλοι εδώ. ∆εν θυµάµαι καθόλου το περιστατικό, ούτε που, ούτε πότε έγινε. Παιδικές βλακείες, είπα. Για αυτό λοιπόν λέω πως ο Νικόλας είχε και τα δίκια του για την συµπεριφορά του. Η διαµόνή µας µε τον Τσιµπελεκάνο διευκόλυνε πολύ τα πράγµατα να γίνουν πιο υποφερτά. Είχα συµπληρώσει τρεις µήνες στην Αθήνα. Στο διάστηµα αυτό εισέπραξα περίπου τέσσερις χιλιάδες δραχµές. Υπήρχαν και χαµένα µεροκάµατα. Από αυτά κατανάλωσα για φαγητά, τσιγάρα και άλλα µικροέξοδα περί τις χίλιες δραχµές. Το υπόλοιπα τα έστειλα στην µάνα, περίπου δύο χιλιάδες δραχµές και πεντακόσιες στην µικρούλα ανιψιά του αδελφού µου. Ψώνισα και κάτι πουκάµισα και παντελόνια για µένα. Ο Σταύρος δεν είχε τέτοιες υποχρεώσεις. Το πολύ αν ήθελε να στείλει κάνα χαρτζιλίκι στην Μάνα του την κυρα Κατίνα. Είχε τον πατέρα του, άλλα τρία αδέλφια και µια αδελφή παντρεµένη.

125


Σεργιάνι της φτώχειας µας στην Αττική Πολλές φορές στερήθηκα πράγµατα για να περισσέψει κάτι παραπάνω να στείλω στο σπίτι. Γνώριζα τις ανάγκες και τα χρέη που υπήρχαν. Περνούσαµε µέρες χωρίς λεφτά. Αιτία, γιατί ο Νικόλας δεν ανέβαινε για δουλειά. ∆εν µας τροφοδοτούσε µε υλικά. Αυτό µας ανάγκαζε να χάνουµε µεροκάµατα. Ο Καλπότριχας διακατεχόταν από µια χαλάρωση όσο η δουλειά πλησίαζε προς το τέλος. Όταν µας τελείωναν τα λεφτά, και αυτό τελευταία γινόταν τακτικά, εγώ και ο Τσιµπελεκάνος κατεβαίναµε ποδαρόδροµο από τον Κοκκιναρά στα Χαυτεία, στην Αιόλου στο µπαρ Βοτρύς. Επισκεπτόµαστε τον Παντελή, τον θείο του Νίκου. Εκεί τρώγαµε από το φαγητό που µαγείρευε για τα παιδιά του και τον ανιψιό του. Πάντα µας έλεγε, να έρχεστε και να τρώτε. Το φαγητό που µαγειρεύω πολλές φορές πάει χαµένο. Ο Παντελή αγόραζε κρέας χοιρινό και το ξεκοκάλιζε για να βγάλει τα σουβλάκια. Τα κόκαλα µε ότι κρέας είχαν πάνω τα έβαζε σε µια µεγάλη κατσαρόλα και τα µαγείρευε, πότε ρύζι, πότε πατάτες, πότε µακαρόνια, πολλές φορές και ζαρζαβατικά. Πάντα είχε µια κατσαρόλα γεµάτη φαγητό. Έτρωγαν όλοι και περίσσευε. Όποιος πέργαγε από εκεί νηστικός δεν θα ’φευγε. Για αυτό µας έλεγε, ελάτε κάθε µέρα να τρώτε. Ένας άλλος λόγος που µας ανάγκαζε να κατεβαίνουµε στην Αθήνα ποδαρόδροµο ήταν ότι ο Νικόλας δεν ανέβαινε τακτικά επάνω τελευταία. Αυτό µας δηµιουργούσε πρόβληµα όταν τέλειωναν τα λεφτά µας. Κατεβαίναµε και όταν δεν µπορούσαµε να συναντήσουµε τον ίδιο καταφεύγαµε στον Παντελή που του γίναµε στενός κορσές. Ζητούσαµε λεφτά από αυτόν. Αυτό όµως ήταν µια µεγάλη δοκιµασία και τυραννία. Στις καλές µας µέρες µε τον Σταύρο τώρα που µύρισε άνοιξη κάναµε βόλτες µε την αστική συγκοινωνία να γνωρίσουµε την Αττική και την Αθήνα. Κηφισιά, Κεφαλάρι, Ερυθραία, Εκάλη, εκείνη την εποχή είχαν τελείως άλλο χρώµα όλες οι περιοχές. Ένιωθες πως βρίσκεσαι στην εξοχή. Η Κηφισιά διατηρούσε ένα τµήµα, από Ζηρίνιο µέχρι νεκροταφείο, όπου όλη η γειτονιά αποτελούταν από λαϊκόκοσµο της προσφυγιάς. Η Ερυθραία ήταν όλοι τους πρόσφυγες την Ιωνίας. Αυτοί κι αν ήταν µποέµης λαϊκόκοσµος. Κατεβαίναµε µε τον ηλεκτρικό στον Πειραιά, Τουρκολίµανο, Καστέλα, Κερατσίνι, µέχρι Πέραµα. Με το τραµ στην Αθήνα, στην Πλάκα, τα Εξάρχεια, Ακρόπολις, Θησείο, αγορά, Λυκαβηττός, Φιλοπάππου και άλλες γειτονιές. Η οικοδοµή φτάνει στο τέλος της. Σε εικοσιπέντε µέρες θα έχουµε την µεγάλη γιορτή της άνοιξης, την ανάσταση ζωής και φύσης. Με τα χριστιανικά εορτολόγια το λένε Πάσχα. Αλλά ο λαός θυµόσοφος, επειδή ζει το δικό του δράµα της ανεργίας και της φτώχειας, του έρχεται πιο καλά να λέει «για άλλους Πάσχα και για άλλους χάσκα». Όπως εξελίσσονται τα πράγµατα στην δουλειά, χρήµατα δεν προβλέπεται να έχουµε πολλά. Χάνουµε µεροκάµατα. Αποφασίσαµε µε τον Σταύρο πως το Πάσχα θα ανέβουµε στα σπίτια µας στην Λάρισα. Θα βρεθούµε κοντά στους δικούς µας. Τελειώσει, δεν τελειώσει η δουλειά, εµείς φεύγουµε. Τέρµα προσωρινά η ξενιτιά. Μια µέρα είπα του Καλπότριχα. Φάγαµε όλο τον χειµώνα µε τα κρύα, έρχεται Πάσχα. Είναι αµαρτία να χάνουµε µεροκάµατα, δεν είµαστε εδώ για τουρισµό Όπως και να ’χει το πράγµα εµείς στις γιορτές θα φύγουµε. Αν δεν θέλεις να τραβιέσαι µόνος σου πάνω στον Κοκκιναρά φέρε υλικά να βοηθήσουµε να τελειώσει η δουλειά. Μεγάλωσε η µέρα τώρα, ας το εκµεταλλευτούµε. Θα είναι καλύτερα και για 126


σένα. Μια Κυριακή πήγαµε και οι τρεις µας στο γήπεδο της ΑΕΚ. Θα βλέπαµε τον αγώνα ΑΕΚ-∆όξα ∆ράµας. Εκείνα τα χρόνια η ∆όξα ήταν οµάδα πολύ καλύτερη από αυτές των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Το κατεστηµένο του ποδοσφαίρου δεν την άφησε να κατακτήσει κανέναν τίτλο. Αντίθετα όταν ήρθε το πλήρωµα του χρόνου και άρχισε να την επηρεάζει το κλίµα του εκφυλισµού, οι λεγόµενες οµάδες του κέντρου, ΟλυµπιακόςΠαναθηναικός, την ξεγύµνωσαν την οµάδα. Της πήραν όλους τους παίκτες. Πάντως εµείς είδαµε τους Νεστορίδη, Κανάκη, Σταµατιάδη, Πατάκα, Αφούς Λουκανίδη, Γρηγοριάδη, Πιστικό και όλου τους άλλους άσσους της εποχής. Σήµερα αποστασιοποιηµένος από τον χρόνο, κοιτάζω τα τεκτενόµενα δίχως την συναισθηµατική φόρτιση της εποχής. Έτσι για τις σχέσεις στον εργασιακό χώρο υπάρχει πιο καθαρή εικόνα κριτικής για τις συµπεριφορές όλων µας. Εποµένως νοµίζω πως το µόνο πρόβληµα που µας βοήθησε να λύσουµε την εσωτερική µετανάστευση ήταν η εξασφάλιση διατροφής και µια αίσθηση πως ακουµπάµε κάπου έστω και προσωρινά. Πράγµα σηµαντικό για την εποχή του. Όµως η ταλαιπωρία της ξενιτιάς, η παραµονή µου σε ένα γιαπί µε τριτοκοσµικές συνθήκες, όσον αφορά το άτοµό µου δεν είχε ανάλογο οικονοµικό αντίκρισµα, όπως λόγου χάρη οι µετανάστες του εξωτερικού. Το µεγαλύτερο κέρδος από όλη την περιπέτεια ή προσωπική εµπειρία που αυτή δεν µετριέται µε χρήµα. Η εσωτερική µετανάστευση για όσους αφήσαµε τα σπίτια µας στην περιφέρεια και κατακλίσαµε τα µεγάλα αστικά κέντρα υπήρξε περίπλοκα οδυνηρή. Γνωρίζοντας τις σηµερινές συνθήκες και σχέσεις θα µπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει πολύ πιο επώδυνη από την κοσµοσυρροή των αλλοδαπών σήµερα. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι εµείς ήµασταν µετανάστες στην χώρα µας, µέσα σε έναν κόσµο που δεν έχει την δύναµη να βοηθήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Από την άλλη πλευρά η συµπεριφορά του µοναρχο-ολιγαρχικού κράτους και των οργάνων του απέναντί µας, υπήρξε αρκετά πιο σκληρή την εποχή του ψυχροπολεµικού κλίµατος και του αντικοµµουνισµού. Επιστροφή Έφτασε το µεγαλοβδόµαδο. Η δουλειά στα τελειώµατα, κάτι λίγα που αποµένουν θα τα φτιάξει µόνος του ο Νικόλας. Τώρα πια ούτε που µας χρειάζεται. ∆εν νιώθει την παραµικρή υποχρέωση για την συνεργασία µας. Άλλωστε την δουλειά του ήθελε να κάνει. Όπως πάντα διάλεγε ότι τον βόλευε. Ο τρόπος που αντιλαµβάνεται τις συνεργασίες ο καθένας, διαφέρει ανάλογα µε τους στόχους του. Τέτοιες σχέσεις δεν µπορούν να εκτιµηθούν µε συναισθηµατική φόρτιση, ούτε να µπουν σε διαδικασία γνωστών ή φιλίας µε συναδελφική αλληλεγγύη. ∆εν πρέπει να γίνεται αφορµή καταµερισµού ευθηνών σε έναν νέο εκκολαπτόµενο υπεργολάβο που ουσιαστικά και ο ίδιος κάνει καθηµερινά αγώνα επιβίωσης µε όλες τις ανασφάλειές του Όλη η οργανωµένη κοινωνία στο σύνολό της στηρίζει την ύπαρξή της πάνω στους νόµους της προσφοράς και της ζήτησης. Πάντα µε την φιλοσοφία της επικράτησης του ισχυρότερου. Του ενός. Εποµένως το να περιµένει κανείς διαφορετική συµπεριφορά από µεµονωµένα άτοµα που είναι γεµάτα φοβίες και 127


ανασφάλειες είναι λάθος εκτίµηση. Οι σχέσεις µας µε τον Καλπότριχα στηρίχθηκαν στις ανάγκες του να τελειώσει την εργασία χωρίς µεγάλες οικονοµικές επιβαρύνσεις του ιδιοκτήτη. Αυτήν την πλευρά ο ίδιος την µετάθεσε στις µελλοντικές του σχέσεις που προσπαθούσε να χτίσει µε τον γιατρό και τις γνωριµίες του. Την πιάτσα ο Νίκος την γνώριζε καλά. Ένας τεχνίτης από την Βεραντζέρου που θα ανέβαινε χειµωνιάτικα στον Κοκκιναρά θα του στοίχιζε πολλά περισσότερα σε µεροκάµατα, εισιτήρια, εργάσιµο χρόνο και ένσηµα. Εκµεταλλευόµενος την δική µας αδυναµία διαπραγµατεύτηκε µαζί µου µε φόντο την ανεργία. Πρόβαλε δικαιολογίες µε στόχο τις λιγότερες οικονοµικές επιβαρύνσεις. Ταυτόχρονα όπως τα µεθόδευσε εξασφάλισε και φύλακα για την οικοδοµή επί εικοσιτετραώρου. Από την µεγάλη ∆ευτέρα εγώ και ο Σταύρος αρχίσαµε να µαζεύουµε τα πράγµατά µας. Ετοιµαζόµαστε για την επιστροφή, θα κάνουµε γιορτές µε συγγενείς και φίλους. Από οικονοµικής άποψης περίσσευµα χρηµατικό µεγάλο δεν υπάρχει, τα εισιτήριά µας και κάποια λεφτά που δεν αποτελούν αξιόλογο ποσό. Την µεγάλη Τετάρτη ξεκινήσαµε για τον Λαρισαϊκό µε ταξί. Στην πλατεία του σταθµού το αδιαχώρητο, πολύς κόσµος. Είναι και όσοι θα ταξιδέψουν µε τον τοπικό για Χαλκίδα. Ο πληθυσµός όλης της επικράτειας βρίσκεται σε µεγάλη κίνηση. Ταξιδιώτες πάνε και έρχονται. Τα τρένα του ΣΕΚ γνωρίζουν µεγάλες δόξες σαν µέσα µεταφοράς. ∆εν πάνε πίσω και τα ΚΤΕΛ, παρόλο που ο δρόµος είναι ο παλιός. Ο διεθνής δεν τέθηκε στην κυκλοφορία ακόµα. Μίκρυναν οι αποστάσεις εξωτερικού και πλάκωσαν νωρίς οι τουρίστες, Γερµανοί, ∆ανοί, Γάλλοι, Σουηδοί, Αγγλοι. Όταν ανεβήκαµε στο κουπέ της αµαξοστοιχίας που περίµενε σταθµευµένη στην τρίτη εσωτερική γραµµή, υπήρχε τέτοιος συνωστισµός που έµοιαζε µε αστικό λεωφορείο σε ώρα αιχµής. ∆εν είχαµε που να ακουµπήσουµε τις αποσκευές µας. Όλα τα βαγόνια τιγκαρισµένα. Οι αρµόδιοι µας προµήθευαν εισιτήρια µε θέση την οποία δεν βρίσκαµε ποτέ. Ούτε βαγόνι ούτε κουπέ. Ταξιδέψαµε από Αθήνα για Λάρισα όρθιοι και στριµωγµένοι. Το τρένο σταµατούσε και στον πιο µικρό σταθµό για αποβίβαση και επιβίβαση. Καθυστερούσε σε σταθµούς αρκετά δίνοντας προτεραιότητα σε όλους τους διερχόµενου συρµούς. Μάθαµε τελικά πως αυτό συµβαίνει γιατί ο δικός µας συρµός είναι έκτακτο δροµολόγια, εποµένως προηγούνται όλα τα άλλα. Με αυτά και µε εκείνα η διαδροµή των οκτώ ωρών πραγµατοποιήθηκε σε δεκατρείς ώρες. ∆εν γνωρίζω αν αποτέλεσε παγκόσµια επιτυχία καθυστέρησης. Επιτέλους φτάσαµε µετά πέντε ώρες καθυστέρηση. Φορτωθήκαµε τα πράγµατά µου, γιατί ο Σταύρος δεν είχε και το κόψαµε ποδαρόδροµο για το συνοικισµό. Αυτό το Πάσχα ήταν λίγο πιο πικρό µετά την απώλεια του Χάµπου. Πάντα έτσι συνεχίζεται η ζωή. Μάνα και αδελφή δούλευαν και κάνανε το δικό τους κουµάντο. Φτάσαµε στα σπίτια µας περίπου δέκα η ώρα το βράδυ. Ένα ζεστό µπάνιο στην σκάφη θα ξεβροµίσει το κορµί από τις µουτζούρες του ταξιδιού. Γενικά είναι ο καλύτερος τρόπος ξεκούρασης και χαλαρώµατος. Το πρωί συνάντησα όλους τους φίλους. Μιλήσαµε για δουλειές, για διάφορες εµπειρίες. Όλοι µας είµαστε συνοµήλικοι µε µικροδιαφορές πάνω κάτω. ∆ιανύουµε την περίοδο της νιότης µας. Η αγωνία είναι έντονα χαραγµένη στα πρόσωπα όλων για το µέλλον. Η ανεργία εφιάλτης, δουλειές λίγες και η µετανάστευση συνεχίζεται µε έντονους ρυθµούς για κοντινά και µακρινά ταξίδια. 128


Οι γιορτές του Πάσχα µάζεψαν πάλι όλα τα ταξιδιάρικά ξενάκια στον τόπο τους. Όπως όλα τέλειωσε κι αυτό το πανηγύρι. Όσο µεγαλώνουµε καταλαβαίνουµε πως για τους µεγάλους, τους ώριµους ανθρώπους, οι γιορτές είναι ένα αντάµωµα µεταξύ συγγενών και φίλων. Ένα γερό φαγοπότι, καλή κρασοκατάνυξη. Ένα γλέντι που φέρνει κοντά συγγενείς, φίλους και εχθρούς πολλές φορές. Όλοι µαζί ανανεώνουν τα αισιόδοξα συναισθήµατα προσδοκώντας κάτι καλύτερο για το µέλλον. Τα άλλα όλα είναι για τα µικρά παιδιά, να χαίρονται µε τα ζαχαρωτά και τα παιχνίδια, χάδια και τα δώρα των µεγάλων. Ήρθε και ο µυρωδάτος Mάης, δροσερός όπως πάντα. Αυτός ο µήνας έχει όλες τις ευλογίες των ανθρώπων, όταν έρθει µε όλα τα καλά του. Όταν τον πιάσουν οι κακίες του και αρχίσει τις βροχοπτώσεις κάνει πάρα πολλές ζηµιές σε όλους τους αγρότες και τους εργάτες γης. Καθυστερεί κάθε εποχιακή δραστηριότητα. Όταν λειτουργεί φυσιολογικά µε καλοκαιρία αρχίζουν όλες οι δραστηριότητες. Η µία δουλειά σπρώχνει την άλλη σε µια αλυσιδωτή κίνηση και λειτουργούν όλα τέλεια. Αυτήν την φορά ήρθε ήρεµος και δίχως πολλά νερά. Όταν περάσαµε στην περίοδο του θέρους όλες οι δουλειές ήταν σε οργασµό. Το τραβήξαµε σερί µέχρι τέλους φθινοπώρου. ∆ουλέψαµε καλά. Το καλοκαιράκι βλέπαµε τους περαστικούς τουρίστες που έρχονταν οµαδικός στην χώρα µας να απολαύσουν τον ζεστό ήλιο και τις δροσερές και όµορφες ακρογιαλιές, ενώ εµείς βράζαµε µέσα στους σαράντα και πάνω βαθµούς. Περιµέναµε µια Κυριακάτικη ηµερησία εκδροµή για να πάµε στις παραλίες του Βόλου και του Πλαταµώνα. Μερικοί συµπολίτες µας µε το πείσµα τους, άνοιξαν διόδους και προς τις δύσβατες και απροσπέλαστες παραλίες της Λάρισας, το Στόµιο, το Κόκκινο Νερό, τους Νέους Πόρους, τα Μεσσάγγαλα, τον Αγιόκαµπο. Εκεί συναντούσαµε τους τουρίστες στην καθηµερινότητά τους. Ξαφνικά διαπιστώσαµε πως αρκετοί συµπολίτες µας µπορούσαν να επικοινωνήσουν µε τους τουρίστες, ιδιαίτερα µε τους Γερµανούς, τους Αυστριακούς και τους Ιταλούς. Τα Γερµανικά και τα Ιταλικά τα έµαθαν στην περίοδο της κατοχής στις συναλλαγές τους µαζί τους. Μέσα από τέτοιους διαλόγους µάθαµε πως και αυτοί είναι εργαζόµενοι στην χώρα τους, σε βιοµηχανικές µονάδες παραγωγής διάφορων αγαθών. Σε σχέση µε µας έχουν πάρα πολλά βιώσιµα εργοστάσια που απασχολούν χιλιάδες εργάτες. Αυτό τους δίνει την δυνατότητα να οργανώνονται κατά κλάδο παραγωγής και µέσα από τα συνδικαλιστικά τους όργανα διεκδικούν και πετυχαίνουν καλύτερες αµοιβές, κοινωνικές παροχές, ασφάλεια και ιατροφαρµακευτική περίθαλψη και µια σειρά κατακτησεις. Οι µισθοί και οι συντάξεις τους καλύπτουν το κόστος ζωής συµπεριλαµβανοµένης και της τιµαριθµικής αναπροσαρµογής ακολουθώντας την άνοδο του τιµαρίθµου. Οι περισσότεροι τουρίστες έχουν έρθει στην χώρα µας οργανωµένα από την φίρµα του εργοστασίου που τους απασχολεί. Αναρωτιόµασταν αν κάποτε θα αξιωθούµε να ταξιδέψουµε και εµείς ως τουρίστες στις δικές τους χώρες, οργανωµένα από τις δικές µας βιοµηχανικές µονάδες και όχι σαν µετανάστες στα σκλαβοπάζαρα. Προς το παρόν καθόµαστε και ψηνόµαστε στους σαράντα βαθµούς κελσίου µε φόντο την ανεργία και την µιζέρια.

129


Η µοίρα και το µοιραίο Χειµωνιάτικες αναδουλειές και πάλι. Χασοµέρηδες στα καφενεία, καθίσαµε για πρωινό καφέ στο µαγαζί που σήκωνε το µεγαλύτερο τεµπεσίρι, ανεκτικό στο βερεσέ. Σκοτώνουµε την ώρα µας χαζεύοντας Βρικόµαστε στην εποχή όπου οι Ρώσοι έστειλαν στο διάστηµα την σκυλίτσα Λάϊκα ,ο Αποστόλης κάθε φορά κοιτούσε ψηλά και φώναζε Λαϊκά αµόρε… Αυτό ήταν, του έκατσε «Λαϊκαµόρε», τον φωνάζαµε και Τόλιο. Ο Αποστόλης ένας ροµαντικός και πολύ συναισθηµατικός άνθρωπος άλλαξε επάγγελµα τώρα τελευταία γιατί το καλφαλίκι στα τσαγκαράδικα τελείωσε. Ήρθε η καταιγίδα των βιοµηχανοποιηµένων υποδηµάτων και τους έστειλε όλους τους εργατοτεχνίτες δέρµατος υπόδησης στην ανεργία. Αυτή την εποχή µαζί µε πολλά παιδιά της γειτονιάς βρέθηκαν στα έργα οδοποιίας της υπό κατασκευής εθνικής οδού ΑθηνώνΛαρίσης-Θεσσαλονίκης. Βρίσκονται προς το παρόν στον εργοταξιακό κόµβο Σχηµαταρίου µε έδρα το Μπογιάτι Αττικής. Όπως καθόµαστε µε τον Κώστα στον πάγκο του καφενείου προβάλει στην πόρτα και πάλι ο Τσιµπελεκάνος. Ζύγωσε κοντά. Τι γίνεται ρε παιδιά, γιατί το ρίξατε στο καθισιό, βαρεθήκατε την ξάπλα; Τι να διαολογίνει, δεν βλέπει; Χειµώνας, ανεργία. Και κάθεστε εδώ; Αφού την ξέρετε την περιοχή µας τι βιολί βαράει. Μόλις πιάσουν τα πρωτοβρόχια και τα πρώτα κρύα πάπαλα όλες οι οικοδοµικές δραστηριότητες. Πρέπει να βρεθείς σε µεγάλο έργο για να ελπίζεις πως θα δουλέψεις λίγες µέρες χειµωνιάτικες. Και τι να κάνουµε ρε Σταύρο, να το γυρίσουµε σε τραπεζίτες; ∆εν µας παίρνει, οικοδοµή δουλεύουµε. Αφού τα ξέρεις τα πράγµατα. Να πάτε στην Αθήνα ρε. Εκεί υπάρχει µεροκάµατο χειµώνα καλοκαίρι. Εγώ δεν άντεξα και του ’πα. Ρε Τσιµπελεκάνε, δεν είδες τα καζάντια µας πέρυσι στου Καλπότριχα; Άσε ρε τον Καλπότριχα, αυτός κοίταγε την πάρτη του µόνο. Εµείς φταίξαµε που δεν ξανοιχτήκαµε στην πιάτσα. ∆εν κατεβήκαµε µια φορά στην Βεραντζέρου να γνωρίσουµε τους υπεργολάβους. Εκεί συχνάζει όλη η µαστοράντζα των ελαιοχρωµατιστών-διακοσµητών, κάτι θα µας λάχενε και εµάς. Περιµέναµε από τον Νίκο τον γύφτο να δούµε προκοπή. Ξέρεις τι ανέκδοτα λένε για κάποιους σαν τον Καλπότριχα; Για πες κανένα να ακούσουµε. Να λένε πως στην Κεφαλονιά δεν πάτησε ποτές γύφτος και εβραίος γιατί δεν µπορούσαν να επιζήσουν, παρ’ όλο που προσαρµόζονται παντού. Και γιατί δεν µπορούν να επιζήσουν, ρωτήσαµε κι οι δυο µας µε τον Κώστα. Γιατί οι Κεφαλονίτες είναι πιο γύφτοι και πιο εβραίοι ρεε. Πώς να επιζήσουν άλλοι όµοιοί τους, όταν µάλιστα τυχαίνει να µην είναι Κεφαλονίτες. Τέτοιος ήταν και ο Καλπότριχας, έχει την ίδια ψυχολογία και συµπεριφορά. Αλλά τι τα θες αυτά τώρα; Πάνε πέρασαν, φρέσκα πράγµατα. Τώρα είµαι στο Χαϊδάρι για µετεκπαίδευση σε κάτι νέα όπλα, για τρεις µήνες. Ήρθα µε άδεια. Όταν απολυθώ θα κατέβω στην Αθήνα. Γνώρισα έναν υπεργολάβο στην Κοκκινιά. Φτιάχνει ένα εργοστάσιο σιδεροκατασκευή. Έχει µπετά και χτισίµατα. Κοντά του έβγαλα τέσσερα µεροκάµατα σε µινιαρίσµατα. Αυτός θέλει προσωπικό. Να εδώ έχω την διεύθυνσή του. Τράβηξε από την τσέπη του στρατιωτικού του χιτώνιου ένα χαρτί που είχε κάποιες σηµειώσεις. Τι κάθεστε και κλαίτε την µοίρα σας. Άντε στην Νίκαια να τον βρείτε στο εργοστάσιο. Πέστε του από τον Σταύρο την φαντάρο από την Λάρισα. Θα σας κρατήσει γιατί έχει ανάγκη 130


από προσωπικό. Έχει και άλλες δουλειές. Μόλις απολυθώ θα έρθω και εγώ. Όλο το µυστικό από ότι κατάλαβα είναι να βρεθείς στην Αθήνα καλοκαίρι. Θα δουλέψεις θα γνωριστείς καλά στην πιάτσα και τότε θα δουλέψεις σίγουρα και τον χειµώνα. Το συνάφι δεν µένει ποτέ από µεροκάµατο. Κοιταχτήκαµε µε τον Κώστα. Τι λες και εσύ, πως τα βλέπεις; Πάµε µια βόλτα; Κάνουµε την αποκοτιά; ρώτησα. Τι να σου πω; Θα τα καταφέρουµε; είπε ο Κώστας. Τι έχουµε να χάσουµε, του απάντησα. Εδώ θα µας γονατίσει η ανεργία. Από λεφτά πως είσαι, µε ρώτησε. Θα ζητήσω την συνδροµή της Μάνας µου, είπα. Για κάτσε λίγο να πάω σπίτι, είπε. Θα βολιδοσκοπήσω την κυρά Γρηγορία, άµα έχει λεφτά µπορούµε να το ρισκάρουµε. Άντε είπα, θα πάω και εγώ να δω τι µπορώ να κάνω. Ξεκίνησα για την Μάνα. Της µίλησα για όλα. Μου είπε, έχω κάποια λεφτά, θα σου δώσω τα µισά αν σου φτάνουν. Πόσα είναι τα µισά, ρώτησα. ∆ιακόσιες πενήντα δραχµές. Αν δεν σου φτάνουν θα σου δώσω και τα υπόλοιπα και αν χρειαστώ κάτι δανείζοµαι για λίγες µέρες. Όχι, είπα, φτάνουν τα µισά, για δουλειά πάµε. Πάλι µέσα στο καταχείµωνο, µέσα στα κρύα, µονολογούσε η Μάνα. Τι να κάνουµε, τα ’χουµε πει αυτά. Ας όψεται η ανεργία. Το τεµπελχανίο δεν υποφέρεται, είπα. Πήρα τα λεφτά και ξεκίνησα να βρω τον Κώστα. Εντωµεταξύ φώναξα την Μάνα να βγάλει τα πράγµατα εκστρατείας να είναι έτοιµα γιατί ίσως φύγουµε τώρα το βράδυ. Βρήκα τον Κώστα να µε περιµένει. Τι έκανες; ρώτησα. Εξοικονόµησα εκατόν πενήντα δραχµές από την κυρά Γρηγορία. Φτάνουν; ρώτησε. Γιατί δεν φτάνουν, έχω και εγώ διακόσια πενήντα. Θα πληρώσουµε είκοσι δύο δραχµές το εισιτήριο µε το λεωφορείο. Τρένο δεν έχει τέτοια ώρα. Αν φύγουµε µε το λεωφορείο των δέκα θα είµαστε στην Αθήνα στις έξι η ώρα το πρωί. Θα χαλάσουµε κάτι για τσιγάρα και πρωινό. Το ζητούµενο είναι να βρούµε τον εργολάβο και να βολευτούµε από δουλειά. Αν µας βγει καµιά στραβή, ρώτησε ο Κώστας. Εγώ γύρισα προς τον Σταύρο. Ρε συ Τσιµπελεκάνε, βλέπεις πως ξεκινάµε. Σίγουρα θα την βολέψουµε την κατάσταση; Ναι βρε σας λέω! Να, πάρτε και το χαρτί µε την διεύθυνση του εργοστασίου. Ο ίδιος µου την έδωσε. Άντε στο καλό και θα ’ρθω να σας βρω το πολύ σε είκοσι µέρες από σήµερα. Εντάξει, είπα, και πήρα το χαρτί µε το όνοµα και την διεύθυνση. Φύγαµε για τα σπίτια µας να πάρουµε τις αποσκευές µας. Σε µισή ώρα ήµασταν έτοιµοι και οι δύο στον δρόµο. Πέσαµε στους αποχαιρετισµούς. Πάλι καλό µας ταξίδι. Αυτή την φορά όλα ήταν πιο ψύχραιµα και φυσιολογικά. Θα ταξιδέψουµε νύχτα µε λεωφορείο. Θα κάνουµε την διαδροµή από την παλιά οδό, Λάρισα, Φάρσαλα, ∆οµοκός, Λαµία, Τιθοραία, περνώντας Ραχµάναγα-Μπράλο. Περνάµε έξω από Λειβαδιά-Θήβα-Ελευσίνα-Αθήνα. Είναι η παλιά κλασική διαδροµή. Πάντα θεωρούταν από τα επικίνδυνα δροµολόγια λόγω των στροφών του ∆οµοκού στου Ραχµάναγα και τις µεγάλες ανηφοριές του Μπράλου. Το ΚΤΕΛ Λαρίσης-Αθηνών βρίσκεται πίσω από την κεντρική πλατεία της πόλης, µέσα σε µια αδιαµόρφωτη αλάνα που αργότερα χτίστηκε το µεγάλο διοικητικό οικοδόµηµα της πρώτης στρατιάς. Όταν φτάσαµε στον σταθµό των λεωφορείων ο οδηγός φόρτωνε τις αποσκευές. Μας φώναξε. Άντε ρε παιδιά, κάντε γρήγορα. Φέρτε τα µπαγάζια και πηγαίνετε να τακτοποιήσετε τα εισιτήριά σας, φεύγουµε αµέσως. Βολευτήκαµε στο τελευταίο µεγάλο πενταθέσιο κάθισµα. Το λεωφορείο παλιάς τεχνολογίας. Από την αρχή του ταξιδιού µας είχαµε κάποιον επιβάτη που µας αρωµάτιζε µε δυσµενείς 131


οσµές. Φαίνεται πως δεν λειτουργούσε καλά το στοµάχι του. Όλο το λεωφορείο γέµισε κακοσµία. Όπως ήταν χειµωνιάτικη η νύχτα και κλειστά όλα τα παράθυρα, κοντέψαµε να πάθουµε οµαδική ασφυξία. Ξυλιάσαµε λίγο από το κρύο γιατί και η θέρµανση ήταν πληµµελής. Σταµάτησε ο οδηγός την προκαθορισµένη στάση του στην πλατεία της Λαµία για τριάντα λεπτά, για όποιον θέλει να φάει κάτι και να ξεµουδιάσει. Κατέβηκαν όσοι ήθελαν να φάνε. Μερικοί άνοιξαν τα παράθυρα και ο οδηγός τις πόρτες. Ένας επιβάτης πλησίασε τον οδηγό και ρώτησε που θα βρει τις τουαλέτες του µαγειρείου. Ο οδηγός αφού τον κατατόπισε, το άκουσα να µονολογεί χαµηλόφωνα. Αµάν λεβέντη µου, εσύ µας αρωµάτιζες όλη νύχτα. Άντε να χέσεις να ξαλαφρώσουµε όλοι µας. Μετά κατεβαίνοντας φώναξε. Σε µισή ώρα όλοι στις θέσεις µας παιδιά. Κατεβήκαµε όλοι να ξεµουδιάσουµε. Το κρύο µας έδεσε τις κλειδώσεις στα πόδια. Αρκετοί πήγαν στο εστιατόριο για να βάλουν κάτι στο στόµα τους. Ο οδηγός γύρισε πρώτος στην ώρα του. Κορνάρισε δυο-τρεις φορές διακριτικά µέσα στην νύχτα, σήµα αναχώρησης. Όσοι ήµασταν κοντά ανεβήκαµε στις θέσεις µας. Σε λίγο ήρθαν όλοι. Έγινε ο απαραίτητος έλεγχος, ο καθένας στον διπλανό του, για να µην ξεχαστεί κάποιος στην Λαµία. Για την Αθήνα θέλουµε ακόµα τρεισήµισι µε τέσσερις ώρες. Ο οδηγός ξεκίνησε µε τα φώτα της σάλας σβηστά για να διευκολύνει όσους θέλουν να κοιµηθούν. Μετά την Λαµία σταµάτησαν οι δυσοσµίες, πράγµα που σηµαίνει πως η επίσκεψη του συνεπιβάτη µας στην τουαλέτα υπήρξε ευεργετική για όλους µας. Οι επιβάτες όλοι το έριξαν στον ύπνο. Μερικοί ξύπνησαν όταν πιάσαµε τις κατηφοριές από την Κάζα προς το Θριάσιο πεδίο. Από εκεί ψηλά βλέπαµε τα φώτα του Πειραιά και της Σαλαµίνας. Αριστερά µας στο βάθος τα πολλά φώτα είναι µια οπτική πλευρά της Αθηνάς. Ο οδηγός µας ενηµέρωσε πως σε µία ώρα θα είµαστε στο τέρµα. Στις οκτώ και δέκα φτάσαµε στον σταθµό των λεωφορείων. Ο σταθµός του ΚΤΕΛ Αθηνών-Λαρίσης ήταν σε ένα οικόπεδο στην αγίου Κωνσταντίνου, λίγο πιο χαµηλά από την εκκλησία, απέναντι από το Εθνικό θέατρο (τότε βασιλικό). Κατεβήκαµε όλοι και ο καθένας πήρε µόνος του τα πράγµατά του µέσα από τις µπαγκαζιέρες. Πρώτη ερώτηση.Πως πάµε Κοκκινιά; Ένας από τους συνεπιβάτες µας είπε πως τα λεωφορεία κάνουν τέρµα στην οδό Μενάνδρου. Προχωρήσαµε για την αφετηρία. Την επισηµάναµε ενώ ταυτόχρονα είδαµε και κάποιο καφενείο ανοιχτό. Καθίσαµε για έναν καφέ και ένα τσιγάρο για να µας συνεφέρει από το ταξίδι και το κρύο. Πίνοντας τα καφεδάκια µας κουβεντιάζαµε πως µας συµφέρει να πάµε στην Κοκκινιά. Καταλήξαµε πως µιας και έχουµε τα µπαγκάζια µας συµφέρει να πάρουµε ένα ταξί. Θα του δώσουµε την διεύθυνση και θα µας πάει απ’έξω χωρίς ταλαιπωρία. Βγήκαµε έξω στον δρόµο στην Πειραιώς και σταµατήσαµε το πρώτο ταξί. Έδωσα τη διεύθυνση στον ταξιτζή. Εντάξει, µας είπε, όταν φτάσουµε στην Νίκαια θα ρωτήσουµε. ∆εν είναι εύκολο να τα θυµόµαστε όλα απ’ έξω. Μετά το Γκάζι στρίψαµε Πέτρου Ράλλη. Η κατεύθυνσή µας τώρα είναι τελείως αντίθετη από αυτή που πήραµε πέρυσι µε τον Καλπότριχα προς Κηφισιά-Κοκκιναρά. Τώρα πάµε στο νότιο τµήµα της Αττικής. Φτάσαµε στην Κοκκινιά κι ο ταξιτζής ρώτησε στο πρώτο περίπτερο για τον δρόµο που ζητούσαµε. Μας είπε πως είναι δυο δρόµους µπροστά µας και δεξιά προς την Θηβών. Προχωρώντας µας έβγαλε σε έναν δρόµο ακριβώς έξω από µια γιγάντια σιδεροκατασκευή µε ενισχυµένες βάσεις µπετού και σκέπαστρα 132


από χοντρά φύλλα λαµαρίνας. Να δεις που αυτό είναι το εργοστάσιο που ψάχνουµε, είπα σιγανά. ∆εν έλεγε παραµύθια ο Τσιµπελεκάνος. Για να δούµε τώρα πόσο τυχεροί είµαστε, ή πόσο επιπόλαιοι θα αποδειχθούµε, είπε ο Κώστας. Κατεβήκαµε από το ταξί. Ο ταξιτζής µας κατέβασε τα µπαγκάζια. Κάτσε εσύ εδώ µε τα πράγµατα, είπα, θα πάω να ρωτήσω. Μην είναι εκεί και µας δει µε τα πράγµατα, θα µας περάσει για καραγυφταριό. Ο Κώστας είχε αντίρρηση. Έλα µωρέ τώρα! ∆ουλειά ζητάµε, τι θα παρεξηγήσουν; Κάναµε καρδιά και πλησιάσαµε. Μπροστά στην είσοδο βρήκαµε έναν µάστορα που πέρναγε µίνιο σε σίδερα. Τον καληµέρισα και τον ρώτησα. Πού είναι ο µαστρό-Μήτσος; Μας έδειξε στο βάθος κάποιον κουστουµαρισµένο µε καβουράκι στο κεφάλι. Αυτός είναι, είπε. Προχωρήσαµε χωρίς τα πράγµατα. Πλησιάσαµε κοντά. Καληµέρα µάστορα, είπαµε κι οι δυο µας. Μας καληµέρισε µε ένα ερευνητικό βλέµµα. Είµαστε φιλαράκια του Σταύρου του φαντάρου από την Λάρισα. Τον είχες εδώ και µινιάριζε. Μας είπε πως χρειάζεσαι µαστόρους. Είµαστε της δουλειάς και θέλουµε µεροκάµατο. Μας ξανακοίταξε από τα πόδια µέχρι το κεφάλι. Είδε στο βάθος τα µπαγκάζια µας. Τράβηξε δυο γερές ρουφηξιές από το τσιγάρο-γόπα που κρατούσε στο δεξί του χέρι. Μετά είπε κοφτά. ∆εν ζήτησα µαστόρους, βοηθούς ζήτησα, τους θέλω για µινιαρίσµατα. Τι να τους κάνω τους µαστόρους, µην τυχόν και µατίσει το µίνιο; Θέλω να κάνω τα µινιαρίσµατα και να τα περάσω ντουκόχρωµα. Εργοστάσιο θα γίνει, δεν θέλουµε πολυτέλειες. Και πόσο πάει το µεροκάµατο, ρώτησα. Τριάντα δραχµές και τρία µε τέσσερα βοηθητικά ένσηµα την εβδοµάδα για το ΙΚΑ. Σκέφτηκα πόσο επιπόλαια και µπόσικα ενεργήσαµε και πάλι. Που µας οδηγεί το φάσµα της ανεργίας που πλανάτε πάνω µας. Πόσο επηρεάζει τις ενέργειες µας η αναδουλειά, η αφραγκία και η ατσιγαρία. Πόσο ανασφαλείς νιώθουµε και είµαστε µόλις είκοσι χρονών παιδιά. Γύρισα προς τον Κώστα. Να κάτι που δεν µας πέρασε από το µυαλό, είπα. Ο µάστορας µας είδε καλά, µας πέρασε για ψωµολύσσες και µας εκβιάζει. Αν καθίσουµε µε αυτά τα λεφτά δεν θα µας φτάνουν ούτε για εισιτήρια και τσιγάρα, άντε και κανένα σάντουιτς, το πολύ-πολύ και κανένα καφέ. Για αυτό νοµίζω πως δεν πρέπει να δεχθούµε. Μαζί θα αποφασίσουµε τι θα κάνουµε. ∆εν θέλω να σε παρασύρω. ∆εν στο κρύβω πως αισθάνοµαι άσχηµα που σε ξεσήκωσα χειµωνιάτικα. Πάψε βρε τώρα! Ήθελα κι εγώ να ρισκάρω. Τι θα κάναµε εκεί άνεργοι; Εντάξει είπα, τώρα τι κάνουµε. ∆εν απάντησε αµέσως. Ένιωθα αµήχανος. Φεύγουµε του είπα αποφασιστικά. Αν γονατίσουµε τώρα θα µας πάρει αιχµάλωτους, θα την πατήσουµε. Φύγαµε, είπε κι ο Κώστας. Σηκώσαµε τα τσιπράγκαλά µας και αρχίσαµε να αποµακρυνόµαστε αργά-αργά. Ο µαστρό-Μήτσος µας παρακολουθούσε και φώναξε. Φεύγετε ρε µάγκες; Ναι, του φώναξα. Ελάτε να πιάσετε δουλειά µε σαρανταπέντε δραχµές. Ευχαριστούµε µάστορα δεν θα πάρουµε σήµερα, ίσως µια άλλη φορά. Καλά ρε µάγκες, είπε. Εµείς προχωρήσαµε για την έξοδο. Βγαίνοντας στον δρόµο ο Κώστας ρώτησε. Τι κάνουµε τώρα; Άκου, είπα, έχουµε στην τσέπη µας κάποια λεφτά που µας φτάνουν να φάµε, να πάρουµε τσιγάρα και αν θέλουµε βγάζουµε εισιτήρια επιστροφής. Προς το παρόν θα πάµε πίσω στην Οµόνοια. Εκεί στην οδό Αθηνάς προς το Μοναστηράκι υπάρχει ένα ξενοδοχείο, το «Αιγαίον». Το έχει ο πατέρας του Βασίλη µε το βόλβο το ανατρεπόµενο. Αυτός που δούλευε µαζί µε τους 133


άλλους στα Τέµπη. Αν τον βρούµε, αυτός γνωρίζει πρακτορεία µε φορτηγά αυτοκίνητα. Θα του πω εγώ να µας πάει σε ένα πρακτορείο που θα έχει δροµολόγιο για Λάρισα. Θα γυρίσουµε δίχως να πληρώσουµε ναύλα. Αν είµαστε τυχεροί το βράδυ θα ταξιδέψουµε και άλλη φορά να µην είµαστε ευκολόπιστοι. Μας είπε ο Τσιµπελεκάνος για δουλειά και τρέξαµε. Άντε πάµε, θα µας µείνει η βόλτα και η ταλαιπωρία. Κατεβήκαµε µε ταξί στην Οµόνοια. Μπροστά στην Πειραιώς σε κάποιο καφενείο πήγαµε µέσα µε τα πράγµατα µας. Ρώτησα τον καφετζή αν θα µπορούσαµε να ακουµπήσουµε τα µπαγκάζια µας σε µια άκρη. Αφήστε τα ρε παιδιά εκεί στο βάθος, µας είπε. Μην έχετε έννοια δεν θα τα πειράξει κανείς. Ευχαριστώ πολύ είπαµε. Μην στεναχωριέστε παιδιά, αυτά τα πράγµατα στις µέρες µας είναι συνηθισµένα. Κόσµος πάει κι έρχεται. Κάντε την δουλειά σας µε την ησυχία σας. Βρήκαµε την οδό Αθηνάς. Τώρα προσοχή, είπα του Κώστα, τα µάτια µας δεκατέσσερα, πρέπει να βρούµε το ξενοδοχείο. Στο τονίζω ιδιαιτέρως, γιατί πέρυσι τέτοιον καιρό µε δυο παιδιά αθηναίους ψάχναµε τρεις ώρες να βρούµε το µπαρ Βότρυς στην Σταδίου. Και το βρήκατε, ρώτησε. Όχι, γιατί ήταν στην Αιόλου. Το εντοπίσαµε τυχαία. Προχωρώντας στην Αθηνάς, λίγο πριν φτάσουµε στο Μοναστηράκι, δεξιά µας είδαµε την ταµπέλα του ξενοδοχείου. Ανεβήκαµε στην ξύλινη σκάλα και βρεθήκαµε στον ηµιώροφο µπροστά στην ρεσεψιόν. Αντικρίσαµε ένα µεσήλικο ζευγάρι. Ο άνδρας καθόταν σε µία ψάθινη καρέκλα. Η γυναίκα όρθια µέσα από το µικρό οβάλ γραφείο. Πλησιάσαµε και ρώτησα. Θα ήθελα τον Βασίλη παρακαλώ. Το Βασίλη θέτε, ξαναρώτησε η κυρία. Ο Άνδρας σηκώθηκε αµέσως. Περιµένετε λίγο, είπε, πάω να τον φωνάξω. Ανέβηκε την ξύλινη σκάλα από τον ηµιώροφο στον πρώτο και χάθηκε. Η γυναίκα µε ρώτησε. Ποιος είστε αν επιτρέπεται, είµαι η µητέρα του. Το βλέπω, είπα, ο Βασίλης σας µοιάζει καταπληκτικά. Είµαι φίλος από την Λάρισα. Α,α, θα είστε ο Όθωνας, στο σπίτι σας έµενε ο Βασίλης µας. Μας έχει µιλήσει για σας. Σας ευχαριστούµε πολύ όλους, εσάς, την µητέρα σας, την αδελφή σας για ότι διευκολύνατε τον Βασίλη. Εγώ όση ώρα έλεγε τέτοια κουνούσα το κεφάλι καταφατικά. Στη ξύλινη σκάλα ακούστηκαν διπλά βήµατα, σηµάδι πως κατεβαίνουν ο Βασίλης µε τον πατέρα του. Όταν έφτασαν στον ηµιώροφο έβαλε τις φωνές. Βρε θηρίο, πως ήταν αυτό; Ελάτε παιδιά, πάµε κάτω. Θα καθίσουµε σε ένα καφενείο να τα πούµε µε την ησυχία µας. Να σου συστήσω τον φίλο µου τον Κώστα, είπα κατεβαίνοντας την σκάλα. ∆ώσανε τα χέρια και περπατήσαµε µέχρι το πρώτο καφενείο σε µια πάροδο. Ο Βασίλης παρήγγειλε καφεδάκια κι άρχισε τις ερωτήσεις. Ήθελε να µάθει για όλους, την Μάνα µου, την Αδελφή µου. Με ρώτησε τι νέα έχω από τα παιδιά, τον Φώτη, τον Παναγιώτη, τον Γιώργο τον Πικραγκουριά, την Αµαλία, όλους τους θυµήθηκε. Μέσα σε όλα πρόλαβα να του πω και τους λόγους που βρεθήκαµε στην Αθήνα µε τον Κώστα. Τελικά, κατέληξα, εγώ κι ο φίλος µου θέλουµε να γυρίσουµε στην Λάρισα. Εσύ έχεις πρόσβαση σε κάποια γραφεία µεταφορών φορτηγών αυτοκινήτων. Σε όποιο από αυτά υπάρχει πρόσβαση και δροµολόγιο θα µας πας για να γυρίσουµε. ∆εν χρειάζεται να πληρώσουµε πάλι εισιτήρια, θα µας παρκάρεις σε κάποιον γνωστό. Εντάξει αυτό είναι εύκολο, είπε ο Βασίλης. Πότε θέλετε να ταξιδέψετε; Αν γίνεται και τώρα, είπα.Τι να το καθυστερούµε. Ότι ώρα βρούµε δροµολόγιο. 134


Καλά, δεν θα καθίσετε λίγο να σας ξεναγήσουµε, να σας κεράσουµε λίγο κρασί; Είναι και το Αλεκάκι εδώ (ο οδηγός του στο Βόλο). Άσε Βασίλη, µιας και δεν βγήκε η δουλειά ας µην καθυστερούµε. ∆εν είναι καιρός για τουριστικές βόλτες. Εντάξει, είπε. Πάµε να βρούµε το Αλεκάκι, θα είναι στο καφενείο στην ∆ώρου. Θα πάρουµε την λιµουζίνα και θα σας πάµε παρέα. Γυρίζοντας προς την πλευρά µου ψιθύρισε. Ρε µήπως θέλεις λεφτά; Αν υπάρχει ανάγκη σου δίνω όσα χρειάζεσαι και µου τα επιστρέφεις όποτε µπορείς. Όχι Βασίλη, δεν χρειάζοµαι τίποτα. Τι να τα κάνω; ∆ουλειά θέλαµε. ∆εν σας ρώτησα, µήπως πεινάτε. Να πάρουµε το Αλεκάκι να πάµε στην αγορά για πατσαδάκι, λίγο κρασάκι. Πάµε να τακτοποιήσουµε το ζήτηµα της επιστροφής και µετά καθόµαστε κάπου εκεί κοντά, κάτι θα υπάρχει. Πάντως εκ των προτέρων σε ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα. Πάψε τώρα µεταξύ µας. Περπατήσαµε λίγο ακόµα και βγήκαµε στην οδό ∆ώρου κατευθείαν στο καφενείο. Βρήκαµε το Αλεκάκι να πίνει τον καφέ του καλαµπουρίζοντας µε τον καφετζή. Όταν µας είδε έβαλε τις φωνές. Βρε τα παιδιά από τα ξένα! Πως από δω; Όπως όλοι η επαρχία, είπα, βολιδοσκοπούµε για δουλειά αλλά δεν µας βγήκε. Από δω ο φίλος µου ο Κώστας. Επενέβη ο Βασίλης. Αλέκο φέρε την «Μαρµάρω», θα πάµε τα παιδιά στα πρακτορεία των φορτηγών, θα ξεπροβοδίσουµε για Λάρισα. Εδώ την έχω, είπε ο Αλέκος, έξω είναι παρκαρισµένη. Μπρος, είπε ο Βασίλης, πάµε. Έχουµε τις αποσκευές στο καφενείο µπροστά στην Πειραιώς. Πάµε να τα φέρουµε, είπα του Κώστα. Άστα θα περάσουµε να τα πάρουµε, είπε ο Αλέκος. Πήραµε την κούρσα και σταµατήσαµε µπροστά στο καφενείο. Πεταχτήκαµε µε τον Κώστα, αρπάξαµε τους µπόγους και τις µικρές βαλίτσες. Το πορτ µπαγκάζ ήταν ανοιχτό. Τα ρίξαµε µέσα και ξεκινήσαµε. Με τον Κώστα καθόµαστε στο πίσω κάθισµα. Σε µια στιγµή µου ψιθύρισε κάτι στο αυτί που δεν άκουσα καλά και δεν κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο. Τι είπες ακριβώς, ξαναρώτησα. Σκέφτηκα πως θα γυρίσουµε πίσω έτσι άδοξα. Μήπως θα ήταν καλύτερα να πάµε στο Μπογιάτι. Εκεί είναι τα δικά µας παιδιά που δουλεύουν στον διεθνή. Είναι και ο Λαϊκαµόρε. Αν µπορούσε ο Βασίλης να µας πετάξει θα ’ταν καλά. Κάτι θα κάνουµε και θα βολευτούµε µαζί τους. Για να µην γυρίσουµε πίσω µιας και φύγαµε από την ανεργία. Τώρα το λες βρε Κώστα; Αυτά τα λένε νωρίς. Θα µας πάει χωρίς συζήτηση. Σταµάτα δεξιά Αλέκο, κάτι θυµήθηκα. Το Αλεκάκι έκανε δεξιά ρολαριστός και φρενάρισε. Τι τρέχει, είπε ο Βασίλης. Άλλαξε το πρόγραµµα, είπα. Λέµε αν µπορείτε και δεν σας βγάζουµε έξω από κάποιο πρόγραµµα σας να µας πάτε στον άγιο Στέφανο. Είναι κάτι δικά µας παιδιά εκεί. Θα πάµε να τους βρούµε. Ίσως µας βολέψουν µαζί τους για να µην γυρνάµε πίσω στην ανεργία. Ρε στο Μπογιάτι θα σας φάνε οι λύκοι, είπε ο Βασίλης. Τα παιδιά δουλεύουν στον κόµβο Σχηµαταρίου, κάτι θα κάνουν για µας. Α,α, κατάλαβα, µαζί µε τον µαστρό-Χαράλαµπο. Α γεια σου, είπα. Στρίψε Αλέκο, πάµε λεωφόρο Αλεξάνδρας και βγαίνουµε Κηφισιάς, πάµε για άγιο Στέφανο. Γυρίζοντας σε µένα ο Βασίλης µου είπε. Είναι µακριά, περίπου εικοσιπέντε χιλιόµετρα δρόµος. Ρε Βασίλη, αν είναι πρόβληµα άστο, είπα. Μην το ξαναπείς αυτό, πάµε Μπογιάτι, τέλειωσε. Απλώς σου είπα πως είναι µακριά για να µην νοµίζεις πως θα φτάσουµε γρήγορα. ∆εν βιαζόµαστε, είπα. Η ώρα πλησίαζε τέσσερις το απόγευµα. Η µέρα είχε µια χαλαρή συννεφιά. Στο Μαρούσι συννέφιασε για τα καλά. Όταν περάσαµε την Κηφισιά προς Ερυθραία άρχισε να ρίχνει χιονόνερο. Φτάνοντας 135


στην Εκάλη έριχνε χιόνι κανονικό. Στην ∆ροσιά το ψιλόστρωσε και όταν φτάσαµε στον άγιο Στέφανο άσπρισαν οι δρόµοι, οι αλάνες και τα γύρω χωράφια. Μπαίνοντας δεξιά στην πλατεία είδαµε την ταµπέλα ταβέρνα «ο Πόντος» του Ευθήµη Ευθυµιάδη. Σταµατήσαµε απ’ έξω. Εδώ είµαστε, είπε ο Κώστας, και κατέβηκε. Τράβηξε ίσα στην πόρτα της εισόδου, θα ’τανε η ώρα έξι σούρουπο. Τα µαγαζιά άναψαν τα φώτα. Άνοιξε την πόρτα. Εµείς παρακολουθούσαµε έξω από το προαύλιο της ταβέρνας. Ο Λαϊκαµόρε είδε αµέσως τον αδελφό του και έτρεξε προς την πόρτα. Πίσω του έτρεξαν ο Αντώνης και ο Στέργιος. Ήρθαν, αγκάλιασαν τον Κώστα και άρχισαν τις ερωτήσεις. Πως ήταν αυτό, µε το τρένο ήρθες, µόνος σου είσαι; Όχι έχω παρέα και τον Όθωνα. Που είναι αυτός, που είναι τα πράγµατά σας; Γύρισαν όλοι και µας είδαν, ήρθαν προς το µέρος µας, αγκαλιαστήκαµε. Ο Αλέκος έβγαλε τα µπαγκάζια. Ο Αποστόλης έσκυψε στο παράθυρο και είδε τον Βασίλη. Σε θυµάµαι στον συνοικισµό, του είπε. ∆εν θα κατεβείτε για κανένα ποτηράκι; Άστο φίλε µου για µια άλλη φορά. Χιονίζει και θα γυρίσουµε πίσω µην µας κλείσει το χιόνι, θέλει προσοχή. Ο Βασίλης κατέβηκε και χαιρέτησε τα παιδιά και µετά είπε χαµηλόφωνα. Νοµίζω πως σας υποδέχθηκαν εγκάρδια, θα περάσετε καλά µε τα παιδιά. Πάντως αν υπάρξει δυσκολία πάρε την κάρτα µου και τηλεφώνησέ µου να συνεννοηθούµε για ότι προκύψει. Καλά Βασίλη, ευχαριστώ πολύ για όλα. Για και χαρά σου Αλέκο. Χαιρετηθήκαµε µεταξύ µας, πήραµε τα µπογαλάκια µας και τα αφήσαµε έξω στο κιόσκι της ψησταριάς. Μετά περάσαµε µέσα στην ταβέρνα. Ήταν γεµάτη από εργατιά της εταιρίας. Κόσµος από την Βόρειο Ελλάδα, την Θεσσαλία, την Αττική. Ο Τόλιος µας πήρε και πήγαµε µέσα στην κουζίνα, σηµάδι πως είχε αποκτήσει οικειότητα – ένα από τα πλεονεκτήµατά του. Μας σύστησε στον Ευθύµη, στον παχύσαρκο γαµπρό του, τον Κοσµά που ήταν ο µάγειρας, στον Μάκη τον γιο του Ευθύµη και στον Γιάγκο τον γιο του Κοσµά. Η ταβέρνα ήταν οικογενειακή τους υπόθεση. Ο Μάκης κι ο Γιάγκος σέρβιραν την σάλα. Μας καλωσόρισαν και γυρίσαµε στο τραπέζι µας. Βρήκαµε καθισµένους τον Αντώνη, τον Στέργιο και ένα παιδί ντόπιο. Είχανε κρασί στο τραπέζι και τα ποτήρια γεµάτα. Ο Μάκης µας έφερε δυο καθαρά. Τα γεµίσαµε και ήπιαµε για τα καλωσορίσµατα. Τράβηξα την καρέκλα πιο κοντά στο τραπέζι και είπα. Πολύς κόσµος στην ταβέρνα ρε παιδιά. Ναι, είπε, ο Λαϊκαµόρε. Εδώ σε αυτόν τον κόµβο δουλεύουµε περίπου χίλιοι εργάτες. Η εταιρία απασχολεί περίπου τρεις χιλιάδες εργάτες σε όλο το δίκτυο. Βρίσκονται διασκορπισµένοι σε όλο το µήκος του δρόµου. Εµείς που δουλεύουµε στον κόµβο Σχηµαταρίου, οι περισσότεροι εργάτες κατοικούµε εδώ στα γύρω χωριά µε κέντρο τον άγιο Στέφανο που είναι και η έδρα της εταιρίας. Είµαστε στον πάνω και κάτω µαχαλά στον συνοικισµό ποντίων και στο παλιό Μπογιάτι. Πολλοί µένουν στα χωριά Μπάφι, Κιούρκα, Καπαδρίτη, ανάλογα τα συνεργεία. Το ογδόντα της εκατό των εργατών είναι εργένηδες. Κάθε βράδυ µετά την δουλειά ταβέρνα. Πέφτουµε όλοι µαζί, µένουµε σε δωµάτια παρέες, από δύο ως πέντε και έξη άτοµα σε κάθε δωµάτιο. Μόνο οι παντρεµένοι που έχουν µαζί τους τις γυναίκες νοικιάζουν µια κάµαρη µε κουζίνα. Αυτοί αποφεύγουν την καθηµερινή έξοδο στην ταβέρνα. Άλλωστε ξενιτευτήκαν για δουλειά, όχι για τουρισµό και γλέντι. ∆εν υπάρχουν ευκολίες µε 136


ζεστό νερό και τέτοια. Μπάνιο µια φορά την εβδοµάδα στα δηµόσια λουτρά της Κηφισιάς ή της Ερυθραίας, τουαλέτες κοινόχρηστες. Για πέστε µας τώρα, πως βρεθήκατε εσείς στα µέρη µας. Ρώτα τον Κώστα να στα πει, είναι πιο ήρεµος. Ο Κώστας του είπε µε λίγα λόγια την ιστορία καταλήγοντας. Ήρθαµε προς τα δω για να µην γυρίσουµε πίσω στην ανεργία. Τώρα θα µας πείτε εσείς, αν µπορούµε να βολευτούµε από δουλειά µαζί σας; Το ρωτάς; Αύριο κιόλας θα έρθετε µαζί µας το πρωί. Θα πω του µαστρό-Χαράλαµπου να σας κρατήσουµε στο συνεργείο µας. Αυτός είναι το γενικό κουµάντο στα συνεργεία της εταιρίας. Όµως οι δυσκολίες του χειµώνα υπάρχουν και εδώ. Γύρω-γύρω βουνά, κάνει κρύο. Όταν βρέχει χάνουµε το µεροκάµατο. Πάρα πολύς λαός, είπα πάλι µονολογώντας. Βορειοελλαδίτες, Κοζάνη, Ελάσσονα, Καστοριά, Γρεβενά, Γιαννιτσά, το ενενήντα της εκατό πόντιοι. Κάθε βράδυ εδώ στον Ευθυµιάδη τον πατριώτη τους γίνεται χαµός. Παίζουν λύρα, τραγουδούν, χορεύουν. Γίναµε φιλαράκια µε όλους. Το κατάστηµα διαθέτει τζουκ-µποξ. Ρίχνεις µέσα στον κερµατοδέκτη από δραχµή µέχρι τάλιρο και διαλέγεις όποιο τραγούδι θέλεις. ∆ραχµή και τραγούδι, στο τάλιρο σου χαρίζει και ένα δωρεάν. Ότι αγαπά η ψυχή σου από Καζαντζίδη, Τσιτσάνη, Βαµβακάρη, Μπιθικώτση, Μητσάκη, Παπαιωάνου, Χιώτη, Καλδάρα και βάλε. Όλους τους συνθέτες και τραγουδιστές µε τις τραγουδίστριες. Αγγελόπουλος, Γαβαλάς, Τσαουσάκης, Παγιουµτζής, Μπέλου, Νίνου, Χασκήλ, Ρόζα, Γκρει, Αµπατζή, Χρισάφη, Λίντα, Μαρινέλα, Λύδια, Πάνου και άλλες. Ο άγιος Στέφανος και ο συνοικισµός ποντίων έχει όλο πόντιους, όπως η δροσιά ρωσοπόντιους για αυτό και την ’λέγαν ρωσοχώρι. Το Μπογιάτι έχει αρβανίτες. Συµβιώνουν χρόνια τώρα άριστα. Έχουν συµπεθεριάσει οι περισσότερες οικογένειες. Υπάρχει αλληλοσεβασµός και κατανόηση. Ο Αποστόλης σταµάτησε και άλλαξε θέµα. Μάγκες κάποια στιγµή να πεταχτούµε στο δωµάτιο να τακτοποιήσουµε τα του ύπνου. Πρώτη νύχτα για σας, να δούµε πως θα βολευτούµε. Είµαστε τρεις προς το παρόν, µε εσάς θα γίνουµε πέντε. Σηκωθήκαµε και περάσαµε πάλι από την κουζίνα. Ο Αποστόλης είπε του µπαρπά-Ευθύµη. Τους βλέπεις αυτούς τους δύο, από σήµερα θα είναι στη δύναµη της παρέας. Ο ένας είναι το καρντάση µου, ο άλλος είναι αρκαντάς. Ότι ζηµιά κάνουν στο µαγαζί είναι δικιά µου. ∆ικιά µας, φώναξε ο Αντώνης που ακολουθούσε πίσω µας. Κι εγώ µέσα φώναξε ο Στέργιος. Ο Ευθύµης γέλασε µε ένα πλατύ χαµόγελο και είπε. Ότι πουν τα παλικαριά και ότι θέλουν, όλο το µαγαζί δικό σας. Ξεκινήσαµε για το δωµάτιο κάτω στο ρέµα. Ο Λαϊκαµόρε φώναξε την σπιτονοικοκυρά. Κυρά Κούλα φέραµε δύο άτοµα ακόµα στο δωµάτιο, θα τους βολέψουµε. Η Κούλα, µια σχετικά νέα γυναίκα, µας ρώτησε αν θέλουµε κάτι, ενώ ήταν περισσότερο από βέβαιο πως και να ’θελε δεν θα µπορούσε να µας προσφέρει κάτι. Αυτοί έµεναν έξη άτοµα σε ένα δωµάτιο µε µια κοπέλα αρραβωνιασµένη. Λύσαµε τα µπαγκάζια και στήσαµε τα ράντζα στριµώχνοντας τα κρεβάτια των αλλωνών. Πως ήρθε το πράγµα και βρέθηκα κάτω από το παράθυρο δεν κατάλαβα. Οι υπόλοιποι νόµιζαν πως αδικήθηκα, εγώ όµως ήµουν πολύ ευχαριστηµένος. Τελικά βολευτήκαµε µια χαρά και ξαναπιάσαµε κουβέντα για τις προοπτικές της παραµονής µας. Θα προσαρµοστείτε µε την γενική συµπεριφορά και τους ρυθµούς σιγά-σιγά. Αύριο θα ’ρθείτε µαζί µας στο δικό µας 137


συνεργείο. Τα µεροκάµατα είναι για όλους ίδια, το βασικό της συλλογικής σύµβασης. Όµως κάθε µέρα όλοι οι εργάτες γράφουν τουλάχιστον δύο ώρες υπερωρία. Έτσι πιάνουµε της ενενήντα δραχµές την ηµέρα. Τα ένσηµα που κολάν κανείς δεν ξέρει πόσα βάζουν και πότε θα τα πάρουµε και όσα κολάν είναι µε χαµηλές αποδοχές. Άµα πιάσουµε άνοιξη, εδώ πάνω θα ναι χαρά θεού, παράδεισος σωστός. Να σας πω και κάτι που θα σας ενδιαφέρει πιο πολύ. Η εταιρία πληρώνει κάθε δεκαπέντε του µηνός προκαταβολές και κάθε τέλος του µήνα εξόφληση, πάντα σύµφωνα µε τα πραγµατοποιήσιµα µεροκάµατα. Αυτοί οι όροι παραβιάζονται πολλές φορές, το δεκαπενθήµερο της προκαταβολής µπορεί να πιάσει είκοσι του µηνός και η εξόφληση πέντε µε επτά µέρες του άλλου µήνα. Αυτό µας αναγκάζει όλους στις συναλλαγές µας να ακολουθούµε τους ρυθµούς της εταιρίας, µε όλα τα µαγαζιά του συνοικισµού. Έτσι θα κινηθείτε και εσείς από σήµερα. ∆εν θα περάσουµε άσχηµα. Αυτά είπε ο Αποστόλης για να µας κατατοπίσει. Ο Κώστας µου είπε. Άµα καλοκαιριάσει θα κατεβούµε στα στέκια των οικοδόµων στην Αθήνα. Όλοι µας έχουµε στόχο την επιβίωση και µια βαθιά ελπίδα µέσα µας να δώσουµε προοπτική στην µίζερη ζωή µας. Φιλοδοξούµε να συνεισφέρουµε στο κοινωνικό γίγνεσθαι.Πρέπει να καταφέρουµε να αλλάξουµε κάποια πράγµατα σε αυτόν τον τόπο. Όποτε τα πίναµε για καλά αργούσαµε να φύγουµε από την ταβέρνα. Μας παρασύρει το κρασί και το τραγούδι. Η γενιά µας αδιόρθωτα ροµαντική ανήκει ολοκληρωτικά στην εποχή της. Έτσι µεγαλώσαµε, έτσι είδαµε τον κόσµο. Σε γενικές γραµµές φωνητικά για όποιον µας άκουγε ήµαστε µια καλή ευχάριστη συντροφιά. ∆ιαθέταµε συνοχή και αρµονία, δίχως ιδιαίτερες µουσικές γνώσεις. ∆ηµιουργούσαµε ντουέτα, τρίφωνα, πολλές φορές και τετραφωνίες σαν µια µικρή κοµπανία, έτσι απλά από πρακτική εµπειρία, από ακούσµατα, µε µόνη βοήθεια το αφτί από τον τραγουδιστή. Την εκτίµηση αυτή µου την επιβεβαίωσαν κάποιες συνοµιλίες θαµώνων και ο τρόπος που µας άκουγαν στις ταβέρνες. Έβλεπα πως µας πρόσεχαν. Συµµετείχαν τραγουδώντας µαζί µας, αντιδρώντας θετικά. Και το πιο σηµαντικό, µας παρότρυναν να αρχίσουµε και µας κέρναγαν κρασί. Όλα αυτά έδειχναν την έµπρακτη συµµετοχή τους και το µεράκλωµα. Εκείνο το βράδυ ήπιαµε κάτι παραπάνω. Ξεκινώντας αργά για το γιατάκι µας, σε όλη την διαδροµή τραγουδούσαµε µέσα στο σκοτάδι, έτσι για το µεράκι µας. Για τις αγάπες που δεν προλάβαµε και χάθηκαν και για αυτές που θα ’ρθουν να τις καλωσορίσουµε. Για να ναι ροµαντικές και ευαίσθητες σαν της καρδιάς τα φύλα. Όταν έρθουµε στο τσακίρ κέφι τα τραγούδια που χτυπάν του νου την πόρτα είναι όλα µινοράκια. Έχουν λυπητερό σκοπό και στίχο, γιατί είναι αληθινά όπως λυπητερή είναι και όλη η µίζερη ζωή µας, έτσι που µας την κατάντησε το σύστηµα της κοινωνικής διαχείρισης. Όση αισιοδοξία και να βγάλεις από µέσα σου κάποιες στιγµές το µυαλό και η καρδιά ταξιδεύουν φτερουγίζοντας για αλλού. Φεύγουν και χάνονται µέσα σε ανήλιαγα σοκάκια µιας σκληρής πραγµατικότητας χωρίς ψυχραιµία και έλεγχο. Παρόλα αυτά το πρωί ξυπνήσαµε όλοι µαζί και ετοιµαστήκαµε για το πρώτο µεροκάµατο στην εταιρία οδών και οδοστρωµάτων. Το πρωινό ξύπνηµα δεν είχε κάποια µέριµνα για λίγο καφέ ή ένα φρούτο να βάλουµε στο στόµα. ∆εδοµένου ότι εκείνη την ώρα όλα τα µαγαζιά του συνοικισµού είναι κλειστά. Αυτό µας έγινε ένα µάθηµα να παίρνουµε τα µέτρα µας από βραδύς. 138


Με τον καιρό αυτή την διαδικασία την µεταδώσαµε και στους άλλους που ως τότε το αγνοούσαν. Αγόρασα καφέ, ζάχαρη, µπρίκι, ποτηράκια και ένα καµινέτο. Έτσι για να βοηθάµε κάθε πρωί το δηλητήριο της νικοτίνης να φτάνει στο αίµα µας. Το πρωί είχαµε τους ενδοιασµούς µας, αν θα µας δεχθούν στο συνεργείο για δουλειά. Τα παιδιά όλα που ξέραν το εργασιακό καθεστώς ήταν κατηγορηµατικά και ανένδοτα, ιδιαίτερα ο Λαϊκαµόρε. ∆εν υπάρχει περίπτωση, παιδί µου, θα δουλέψετε µαζί µας, θα το ρυθµίσω εγώ το ζήτηµα. Έτσι ξεκινήσαµε για την πλατεία του αγίου Στεφάνου. Από εκεί θα µας παραλάβει το φορτηγό. Εξήµισι η ώρα ήρθε το φορτηγό. Σαλτάραµε όλοι πάνω στην σκεπαστή καρότσα. Θα µας µεταφέρει στον κόµβο της Μαλακάσας. Κάναµε µια διαδροµή περίπου δέκα-δώδεκα χιλιόµετρα. Θα µας ξεφορτώσει στο εργοτάξιο. Υπάρχει µια αποθήκη πρόχειρη που έχει µέσα υλικά και εργαλεία. Πάνω στην καρότσα είµαστε περίπου εικοσιπέντε εργάτες. Γύρω το µέρος µοιάζει σαν βοµβαρδισµένο τοπίο µε λάκους µεγάλους, σωρούς από χώµατα, ξύλα για ξυλότυπους, µαδέρια. Μέσα στην αποθήκη κασµάδες, φτυάρια, σκεπάρνια, πρόκες όλων των µεγεθών. Σίδερα, τσιµέντα, σύρµατα. ∆υο µεγάλες στοίβες έξω άµµο και χαλίκι, µια µπετονιέρα. Ένα πλήρες εργοτάξιο. Θα κατασκευαστεί γέφυρα για συσσώρευση και διοχέτευση οµβρίων υδάτων. Θα πέσουν µπετά και θα χτιστεί διακοσµητική πέτρα. Η ένταξή µας στο συνεργείο δεν είχε καµιά δυσκολία. Αντίθετα γίναµε δεκτοί µετ’ επαίνων. Η εξέλιξη έγινε όπως ακριβώς την περιέγραψε ο Λαϊκαµόρε. Βρήκε τον εργοδηγό και του είπε. Γιώργο γράψε άλλους δύο στην δύναµη του συνεργείου. Ποιοι είναι ρε Απόστολε, ρώτησε και έβγαλε από την µέσα τσέπη του µπουφάν το τετράδιο µε τα ονόµατα των εργατών. Κώστας και Όθωνας, φωνάξαµε εµείς. Μας πέρασε στην κατάσταση και φώναξε.Καλώς ορίσατε και σιδεροκέφαλοι. Οι υπόλοιποι φώναξαν καλώς ήρθατε. Εµάς µας ανάθεσαν να βοηθάµε τους µαστόρους στους ξυλότυπους για µπετοκολώνες προς το παρόν. ∆ουλέψαµε από τις επτά η ώρα το πρωί µέχρι της έξη η ώρα το σούρουπο, µε µια ώρα διακοπή το µεσηµέρι για κολατσιό. Συµπληρώσαµε δέκα ώρες εργασίας. Το µεσηµεριανό κολατσιό του καθενός ότι κουβαλά µαζί του, ένα σάντουιτς, λίγο ψωµί, τυρί, σαλάµι, καµιά ντοµάτα, ελιές. Εγώ και ο Κώστας δεν είχαµε µεριµνήσει για τίποτα. Έτσι πήραµε µεζέ από των αλλονών το µερτικό. Μετά από αυτό βάλαµε σειρά στην καθηµερινότητα. Μαζέψαµε τα εργαλεία, ρίξαµε λίγο νερό στο πρόσωπο και στα χέρια. Επτά η ώρα νύχτωσε. Ανεβήκαµε στο φορτηγό για την επιστροφή. Όταν φτάσαµε στην βάση µας ήταν νύχτα. Τα µαγαζιά όλα τα φώτα αναµµένα. Εκεί στην πλατεία φορτηγά ξεφορτώνουν εργάτες που έρχονται από παντού. Οι περισσότεροι όπως είναι µπουκάρουν µέσα στις ταβέρνες και τα καφενεία. Πολλοί λίγοι θα πάνε σπίτι τους να πλύνουν λίγο τα πόδια τους για να ξαποστάσουν. Θα αλλάξουν ρούχα και θα βγουν στην ταβέρνα. Θα φάνε κάτι της ώρας πίνοντας κρασάκι. Μαζί θα καταπιούν τα µεράκια τους, την κούραση της ηµέρας µε όλα τα επακόλουθα. Εγώ ανήκω στην δεύτερη κατηγορία. Για µας υπήρχε το σχετικό δούλεµα από τους συναδέλφους. Άρρωστος είσαι και πας σπίτι; Πρόσεχε αν κάνεις µπάνιο µην ξοδέψεις όλο το ζεστό νερό, άσε λίγο και για µας. Να κλείσεις καλά τον κόκκινο διακόπτη για να µην έχουµε διαρροή του ζεστού νερού. Και που ’σαι, µην ξεχάσεις αναµµένο τον θερµοσίφωνα και ζεµατιστούµε όλοι σαν κοτόπουλα και µας 139


φύγει το πετσί. Όλα αυτά γιατί δεν υπήρχαν τέτοιες ευκολίες. Τα σπίτια όλοι τα είχαν µόνο για ύπνο. Για αυτό τους πιο πολλούς τους χώνευε η ταβέρνα και το καφενείο. Τελικά λίγο πριν, λίγο µετά, µαζευόµαστε όλοι στις ταβέρνες. Καθόµαστε µέχρι να ανέβουν οι δείκτες του ρολογιού την µεγάλη ανηφόρα που φιγουράρουν οι µεγάλες ώρες. Τότε θα πάµε για ύπνο. Στην ταβέρνα υπάρχει η ώρα της χαλάρωσης µε µυσταγωγικό τρόπο. Θα βάλουµε το ταλιράκι µας και θα διαλέξουµε έξι τραγούδια στο τζούκ µπόξ και θα ακούσουµε τον Στελάρα να µας λέει τα µουτζουρωµένα χέρια και την κακούργα ξενιτιά παρέα µε την Μαρινέλα. Ο Γρηγόρης µε τον Μάρκο και τον Τσιτσάνη θα µας πει πως όλοι οι ρεµπέτες του ντουνιά πολύ τον αγαπούνε. Ο Ζαµπέτας µε τον Αγγελόπουλο θα ’ρθουν κι απόψε στα σκαλοπάτια µας. Ο Μητσάκης αυτό το βράδυ που ψιλοβρέχει, ο Χιώτης µε την Λίντα θα µας πάνε ροµάντζα στα ηλιοβασιλέµατα. Ο Καρδάρας θα ανησυχεί γιατί το παληκάρι δεν µπορεί να κοιµηθεί. Παπαιωάννου, Χατζηχρήστος, Μπαγιαντέρας, Μπέλου, Νίνου και ότι γουστάρει η µερακλωµένη σου καρδιά. Τελικά για να τους ακούσεις όλους σε µια µέρα πρέπει να καταθέσεις στο εργαλείο ένα µηνιάτικο και πάλι δεν φτάνει. Αναγκάζεσαι να υποχωρήσεις µε την παρέα σου και όσους δεν άκουσες από το µηχάνηµα τους θυµάσαι καθ’ οδών και τους τραγουδάς. Μα σαν φτάσεις στην συννεφιασµένη Κυριακή που µοιάζει µε την καρδιά σου, έλα εσύ και λέγε πως είναι ψέµατα. Φτάνεις στο γιατάκι σου λίγο εξουθενωµένος. Πέφτεις για ύπνο ξερός, αύριο ξηµερώνει µια άλλη µέρα και θα πας για το µεροκάµατο. Βάρδα µη τυχών στον ύπνο σου το θολωµένο σου µυαλό αρχίσει να ταξιδεύει στα δικάσου µονοπάτια. Σε αυτούς που άφησες πίσω σου και σε περιµένουν. Τότε αναρωτιέσαι γιατί είναι έτσι φτιαγµένος ο ντουνιάς. Ψάχνεις να βρεις την άκρη. Γιατί ξενιτεύτηκες; Γιατί άφησες το σπίτι σου, τους δικού σου. Το ζεστό και βολικό σου κρεβάτι µε την γνώριµη µυρωδιά από την φροντίδα της Μάνας. Τι ζητάς µες στης Πεντέλης τα βουνά, της Πάρνηθας και του ∆ιόνυσου τα δάση; Εκτός από την Μάνα σου κανείς δεν σε θυµάται, λέει ο ποιητής. Με τέτοιες σκέψεις είναι πολύ αµφίβολο να βρεις ήσυχο και ατάραχο ύπνο για να ξεκουράσεις κορµί και πνεύµα. Και όµως, αν λίγο πιο ρεαλιστικά και ψύχραιµα δει κανείς τα πράγµατα θα φωνάξει. Αυτή είναι ρε η Ζωή! Μόνον έτσι µπορείς να καυχηθείς πως έζησες, πάλεψες, έµεινες όρθιος. Το πρόβληµα της µετανάστευσης εσωτερικού και εξωτερικού απασχόλησε όλους τους προοδευτικούς ανθρώπους της χώρας. Από όλα τα κοινωνικά στρώµατα διανοούµενοι, επιστήµονες και όλος ο δηµοσιογραφικός κόσµος διατύπωνε µε χίλιους δύο τρόπους την γνώµη του για την µεταναστευτική πανούκλα που προσβάλει σαν νόσος τις ηλικίες από δεκαπέντε µέχρι πενήντα χρονών, άνδρες-γυναίκες. Όλοι τους είχαν λόγους πολιτικοκοινωνικούς να καταθέσουν την άποψή τους για το φαινόµενο της φυγής. Όπως και να το µετρήσει κανείς υπήρξε µια εθνική τραγωδία. Ιδιαίτερα για τους λόγους που επιβλήθηκε στην νεολαία. Με το πρόβληµα ασχολήθηκαν και έγκριτοι σχολιαστές και εκδότες εφηµερίδων, όπως η Απογευµατινή, η Ακρόπολης, η Εστία, ο Ελεύθερος Κόσµος και άλλες. ∆ηµοσιεύτηκαν απόψεις και συνεντεύξεις «µεγάλων» πολιτικών ανδρών µε επίκεντρο την µετανάστευση και τα αίτιά της. Το ερώτηµα τέθηκε και σε επιφανή κυβερνητικό παράγοντα που υπήρξε βασιλόφρων πασίγνωστος για τις συντηρητικές 140


του απόψεις, σε βαθµό σκοταδισµού. Άµεσος συνδετικός κρίκος των µοναρχικών, των βιοµηχανικών και των εφοπλιστικών κύκλων, τους οποίους ως τσιφλικά ο ίδιος υπηρέτησε πιστά σε όλο τον πολιτικό του βίο. Ήταν αυτός που έβαλε µαζί µε τον Καραµανλή την υπογραφή του υπέρ των ζωτικών συµφερόντων της Τουρκίας στην Κύπρο. Για την ιστορία, όπως την µετέδωσε όλος ο «δηµοκρατικός» τύπος της εποχής, Αυγή και Ελευθερία,Βήµα,Αθηναϊκή και άλλες,στην ερώτηση «πώς εκτιµάτε κ.υπουργέ το µεγάλο µεταναστευτικό ρεύµα όλης της νεολαίας» απάντησε µε αγέρωχο ορεσίβιο τσελιγκάτο ύφος. «Είναι του φιλουτάξιδο του έλληνους». Ο ερίφης νόµιζε πως όλοι εµείς οι µετανάστες µέσα και έξω από την χώρα, άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, είµαστε φιλοτάξιδοι τυχοδιώκτες. Κάνουµε ταξίδια αναψυχής και τουρισµού. Εκείνο το βράδυ παρατήρησα πως η ταβέρνα είχε πάρα πολλούς θαµώνες, πολύς καπνός από τα τσιγάρα. Για άγνωστη αιτία µελαγχόλησα και κλείστηκα στον εαυτό µου για λίγο. Ο Αντώνης µε κοίταξε και ρώτησε. Τι έπαθες ρε φίλε; Γιατί αυτό το ύφος; Καλά, εκτός από την ταβέρνα δεν έχει να πάµε και κάπου αλλού, του είπα. Η απάντηση του ήταν ένα µεγάλο όχι. Αν εσύ έχεις καµιά καλή πρόταση να την ακούσουµε. Το µόνο που µπορούµε να κάνουµε για αλλαγή είναι να αλλάξουµε ταβέρνα, µεζέδες και κρασί. Πάµε Κιούρκα, Καπανδρίτι, Πάφι, Ποντίους, Σταµάτα, ∆ροσιά. Ταξί κυκλοφορούν πολλά, έτσι αλλάζουµε περιβάλλον και ατµόσφαιρα. Παρενέβει ο Λαϊκαµόρε αποφασιστικά. Πως δεν έχουµε ρε µάγκες; Τρεις φορές την εβδοµάδα κινηµατογράφο, Τετάρτη, Σαββάτο και Κυριακή βράδυ. Τι κινηµατογράφος; Ρώτησα. Από αυτούς που στήνουν στις πλατείες των χωριών τα γραφεία προπαγάνδας του Β΄ γραφείου πληροφοριών; Όχι µωρέ αδερφάκι µου, κανονικός κινηµατογράφος µε έργα καλά, Ελληνικά, καουµπόικα, αστυνοµικές ταινίες. Και που είναι αυτός ο κινηµατογράφος; ∆εν ξέρω παλικάρι µου, δεν πήγα ποτέ. Τώρα όµως που το πες εσύ θα πάµε παρέα. Εκείνο που ξέρω είναι πως έχει µια κοπελίτσα στο ταµείο µπουκιά και συχώριο! Την έχεις δει ρώτησα. Όχι, αφού σου είπα πως δεν πήγα στο σινεµά. Ναι είναι όµορφη, είπε ο Αντώνης, εγώ την είδα. Έγλειψε τα χείλη του µε σηµασία. Μικρούλα, ξανθιά, όχι στο φυσικό της. Έχει όµως ωραία µάτια. Πάει στο γυµνάσιο στο Μαρούσι µε κάποιες κοπέλες συνοµήλικες. Σε βρίσκω αρκετά ενηµερωµένο, είπα του Αντώνη. Α, µόνο µέχρι εδώ ξέρω. Για περισσότερες πληροφορίες σε παραπέµπω στην Βαρβάρα στο περίπτερο της πλατείας. Αυτό το κοριτσάκι; Ρώτησα πάλι. Ναι, αυτό το κοριτσάκι είναι ίδια ηλικία µε τα άλλα. Μαζί πάνε στο γυµνάσιο. Πάντως η Βαρβάρα ότι την ρωτήσεις µέσα είναι. Παίρνει ραπόρτο από όλους και όλες. Μου είπε πως θέλει να σου µιλήσει µα ντρέπεται, σε συµπάθησε. Εµένα ρε. Άντε να χαθείς, είπα. Πότε µε γνώρισε και µε συµπάθησε; Πως, πως, την µέρα που ήρθατε µε τον Κώστα και φεύγοντας από την ταβέρνα περάσαµε όλοι µαζί από το περίπτερο. Τότε που σας ανοίξαµε λογαριασµό για να παίρνεται τσιγάρα βερεσέ. Ξέχασες; Πάντως µια και το συζητήσαµε το Σαββατόβρατο το πρόγραµµα έχει κινηµατογράφο. Ο Λαϊκαµόρε είπε γελώντας. Πρόσεξε µόνο µην τσιµπηθείς µαζί της. Εδώ όλο το χωριό και οι εργάτες της εταιρίας είναι ερωτευµένοι µε την µικρούλα. Για να µη σου πω και από τα γύρω χωριά. Το Σαββατόβραδο όλοι παρέα πήγαµε να κινηµατογραφηθούµε. Έπαιξε ένα 141


καουµπόικο µε τον Ρόµπερτ Μήτσαµ. Κόσµος πολύς, όλο άνδρες. Η αίθουσα χωρούσε περίπου εκατό άτοµα. Ζήτηµα µέσα να υπήρχαν τρεις γυναίκες. Μου ’δώσαν τα χρήµατα για να βγάλω εισιτήρια. Να πας κοντά στο ταµείο για να την δεις καλά, µου είπαν όλοι µαζί και γελούσαν πονηρά. Έφτασα µπροστά στο ταµείο. ∆ίχως να φανεί το πρόσωπό µου είπα. Είµαστε ανήλικα παιδιά και θέλουµε να κινηµατογραφηθούµε, θα µας κάνετε κάποια έκπτωση; Η κοπέλα προσπάθησε να εντοπίσει ποιος της µιλούσε, ενώ µε το βλέµµα της έψαχνε να δει τα µικρά ανήλικα παιδάκια. Ταυτόχρονα ρώτησε. Είναι του δηµοτικού; Ναι της απάντησα και έδειξα την παρέα µου. Η κοπέλα κοκκίνισε ελαφρά στο πρόσωπο και είπε αυθόρµητα. Αυτοί είναι µεγάλοι! Ύστερα µε ξανακοίταξε καλά-καλά και ρώτησε. Να σας κόψω εισιτήρια, πόσα θέλετε; Ασφαλώς, είπα, πέντε κανονικά και ένα απορίας για µένα. Γέλασε γρήγορα ενώ έδειξε να ξεπέρασε την αµηχανία που την κυρίευσε στην αρχή. Πάρτε έξη εισιτήρια. Απορίας δεν έχω προς το παρόν. Στο µεταξύ ο κόσµος περίµενε στην ουρά. Κατάλαβα πως αν καθυστερούσα λίγο ακόµα θα χάλαγε όλο το σκηνικό. Πήρα τα εισιτήρια, άφησα το αντίτιµο των χρηµάτων και αποµακρύνθηκα προς την είσοδο. Ήρθαν όλοι γύρω µου. Πως την είδες, ρώτησε ο Αποστόλης. ∆εν την είδα όρθια, γιατί καθόταν, είπα. Άσε µας ρε φίλε, σε ρωτάµε αν σου άρεσε. Όµορφη πολύ, είπα. Καλά, και τι της έλεγες τόση ώρα. Τίποτα, σαχλαµάρες, πάµε µέσα να δούµε το έργο. Είδαµε µια ταινία που οι καλοί λευκοί της δύσης τιµωρούσαν τους κακούς ερυθρόδερµους γιατί υπερασπίζονταν τα «άγια» πατρικά τους χώµατα. Η τιµωρία, θάνατος. Πάλευαν οι ερυθρόδερµοι µε κοντάρια, τόξα και βέλη, ενώ οι λευκοί είχαν κάτι παιχνίδια που ξέρναγαν φωτιά και µολύβι. Ο κινηµατογράφος είναι µιας προβολής. Τέλειωσε γύρω στις δέκα η ώρα. Έτσι ξαναβρεθήκαµε στην ταβέρνα. Για το σπίτι φύγαµε πάλι ώρα δώδεκα. Κάναµε µια στροφή στην πλατεία τραγουδώντας κανταδόρικα. Ο Λαϊκαµόρε µας τράβηξε µε τρόπο στο πίσω µέρος του κινηµατογράφου. Είπαµε µερικά τραγούδια και το διαλύσαµε. Αυτοί κατηφόρισαν προς το ρέµα. Εγώ εδώ και µερικές µέρες µετακόµισα στο πίσω µέρος της πλατείας. Έµενα µε τον Γιάννη τον Καστοριανό. Ένα µεγάλο δωµάτιο, ισόγειο µε τουαλέτα ευρύχωρη και ένα υδροσωλήνα για ντουζ. Άρχισα να αισθάνοµαι ενσωµατωµένος µε τις συνήθειες όλων των υπόλοιπων εργαζοµένων. Η Βαρβάρα Από την µέρα που πρωτόρθαµε, ο Λαϊκαµόρε και ο Αντώνης µας παρουσίασαν στην Βαρβάρα. Της άφησαν παραγγελία. Τα παιδιά είναι αδέρφια µας, θα µείνουν µαζί µας για λίγο καιρό, να δουλέψουν. Ότι θέλουν από τσιγάρα και τα ρέστα θα τους δίνεις και θα τα χρεώνεις σε µας, όσο του να µπουν σε µια σειρά, γκεκε; Ότι θέλουν τα παιδιά, είπε η Βαρβάρα. Από τότε εγώ όποτε πήγαινα για τσιγάρα στο περίπτερο είχα λεφτά και τα πλήρωνα. Η Βαρβάρα νευρίαζε. Καλέ γιατί τα πλερώνεις; Αφού είπαν θα τα χρεώνονται αυτοί. Ναι βρε Βαρβάρα, όταν δεν έχουµε λεφτά. Τώρα τυχαίνει να έχω χρήµατα, γιατί να τα χρεωθούν τα παιδιά. Πάλι θα πρέπει να τους τα επιστρέψω. Η Βαρβάρα µε κοιτούσε αµήχανα και έλεγε. Ξέρω κι 142


εγώ; Η Βαρβάρα ήταν λεπτοκαµωµένο κοριτσάκι που όταν την κοίταζες σου έδινε την εντύπωση πως είναι πολύ µικρή και ντελικάτη. Η αλήθεια είναι πως είχε και ένα µικρό πρόβληµα ασθµατικής ενόχλησης. Προερχόταν από οικογένεια πολυτέκνων. Κάπως έτσι τους έδωσαν την άδεια περιπτέρου. Τους δύστροπους πελάτες η Βαρβάρα τους µυριζόταν από µακριά και τους φερόταν ανάλογα. Γνώριζε τους πάντες µε τα µικρά τους ονόµατα. Θυµόταν όλους τους πελάτες του περιπτέρου. Έδινε τσιγάρα βερεσέ ακολουθώντας τους ρυθµούς πληρωµής της εταιρίας. Όσους συµπαθούσε ήθελε να τους γνωρίσει καλά και κουβέντιαζε µε τις ώρες µαζί τους. Πολλές φορές τους συµπαραστεκόταν σε κάθε πρόβληµα. Εγώ και ο Κώστας δεν αργήσαµε να ενσωµατωθούµε σαν µέλη της µικρής τοπικής κοινωνίας. Γνωρίσαµε όλες τις οικογένειες ποντίων στον άγιο Στέφανο και στον συνοικισµό της ∆ροσιάς. Ο Ευθυµιάδης είχε δίπλα από την ταβέρνα τον γαµπρό του Κώστα Θεοδωρίδη µε τον αδελφό του Γιάννη. Είχαν ένα παντοπωλείο-µανάβικο, σούπερ µάρκετ της εποχής. ∆ίπλα ακριβώς ήταν ο φούρνος του ξάδελφου τους Θεοδωρίδη. Τον δούλευαν οικογενειακώς, τα δύο αγόρια του, Κοσµάς και Γιώργος και η µάνα τους η Τζοβούλα (Σοφία). Με όλους αυτούς γίναµε φίλοι της καρδιάς. Στην πλατεία του αγίου Στεφάνου, απέναντι από το περίπτερο υπήρχε ένα κοινοτικό κτίσµα. Το νοίκιαζε ο Μιλτιάδης µε την γυναίκα του και το δούλευε ουζερί. Η γνωριµία µου µε την Βαρβάρα της άνοιξε την όρεξη. Ήθελε να µε ξεψαχνίσει καλά. Όταν πήγαινα για τσιγάρα µε πλάκωνε στις ερωτήσεις. Προσπαθούσε µέσα από τον διάλογο να διαβάσει τις σκέψεις µου. Το µόνο που κατάφερνε ήταν να µιλά πολύ ώρα µήπως και κατορθώσει να ακούσει κάτι ενδιαφέρων. Από την πλευρά µου, και εγώ είχα το προνόµιο του πολυλογά. Μπροστά στην Βαρβάρα δεν έπιανα σειρά µε τίποτα. Πέρασαν µερικές µέρες που δεν εµφανίστηκα συγκυριακά στην πλατεία. Ούτε από το περίπτερο πέρασα. Είχα κάποιες δουλειές και ανεβοκατέβαινα στην Αθήνα. Ένα πρωινό δεν πήγα για δουλειά. Λίγο αργά το πρωί βγήκα στην πλατεία για καφέ. Πήγα και στο περίπτερο για τσιγάρα. Η Βαρβάρα µόνη της. Υπήρχε γύρω µια ησυχία πρωινή. Μόλις µε είδε έβαλε µια φωνή. Που είσαι εσύ καλέ; ∆υο µέρες σε ζητούσα, δεν σου το παν οι φίλοι σου. Όχι ρε Βαρβάρα, δεν µου είπε κανείς τίποτα. ∆εν πρόλαβα να δω κανέναν. Γιατί χάθηκες; Όχι και χάθηκα, έχω να περάσω δυο µέρες. Θα πάρω απουσία; Έχω εδώ ένα άλµπουµ, είναι από αυτά που κυκλοφορούν στις τελευταίες τάξεις του γυµνασίου, αγόρια και κορίτσια. ∆ικό σου είναι; Όχι, είναι της φίλης µου της Νίνας. Ποια είναι αυτή, την γνωρίζω; Καλέ η κοπέλα, η συµµαθήτριά µου, η ταµίας του σινεµά. Και γιατί σου το ’δωσε; Μου είπε να της γράψω κάτι σαν αφιέρωση και να το επιστρέψω. Έχει και άλλα γραπτά µέσα; Ναι, αµέ. Έχει της Μαρίας, της Γεωργίας, της ∆έσποινας. Έγραψε ο αδελφός της και δυο τρία κορίτσια ακόµα. Τι περίπου γράφουν; Καλέ δεν ξέρεις από άλµπουµ σχολικά; Γράφουν διάφορα. Τι είναι αγάπη, τι είναι αίσθηµα, τι είναι έρωτας. Γράφουν αφιερώµατα σε τραγούδια από ποπ και ροκ. Καλά, από ότι κατάλαβα δεν σκαµπάζεις από τέτοια. Το παίρνουν φίλες και φίλοι, κολάν χαλκοµανίες µε διάφορα σκίτσα και από κάτω γράφουν κάτι για αφιέρωση. ∆υο λόγια µε το ονοµατεπώνυµό τους και την υπογραφή τους. Να, για παράδειγµα η Γεωργία της έγραψε ένα τραγούδι του Πωλ 143


Άνγκα, η Μάρω ένα τραγούδι του Μποπ Ντίλαν, ο αδελφός της ένα του Νιλ Σεντάκα, ότι του ’ρθει του καθενός. Εκείνο που δεν επιτρέπεται είναι ασχήµιες και χυδαιότητες προσβλητικές. Είναι ένα αναµνηστικό λεύκωµα της ηλικίας µας. Να, εδώ έγραψα και εγώ κάτι σε αυτή την σελίδα. Όταν µεγαλώσουµε θα το ξεφυλλίζουµε για να θυµόµαστε την παιδική µας ζωή. Κοίτα να σου πω. Μου το ’δωσε εµπιστευτικά λέγοντας. Βρες αυτόν, και πες του αν θέλει να γράψει κάτι αναµνηστικό σε µια σελίδα. Θέλει να σε θυµάται. Τι να γράψω; Την είδα µία µε δύο φορές. Ούτε που θα µε θυµάται. Άστα τα άλλα είναι δικά σου. ∆εν ξέρω τι θα αποφασίσεις. Εκείνο που πρέπει να σου πω είναι πως ήταν εδώ µε την Γεωργία. Μετά ήρθε η Μάρω. Οι τρεις τους ψάχναν να σε βρουν. Κάνανε βόλτες έξω από το σπίτι σου. Κάποια στιγµή θέλησε να σου χτυπήσει την πόρτα. Όµως εκείνη την στιγµή περνούσε η γυναίκα του Θεοδωρίδη. Ντράπηκε και γύρισαν κι οι τρεις τους εδώ και µου το άφησαν µε την εντολή που σου είπα. ∆ως µου το, είπα, και άπλωσα το χέρι να το πάρω. Το άφησε πάνω στον πάγκο και πρόσθεσε. Μην το ξεφυλλίσεις εδώ µπροστά και µας πάρει κανένα µάτι, θα έχουµε κουτσοµπολιά και ιστορίες. Εδώ είναι χωριό, δεν είναι Αθήνα. Πάρ’ το στο σπίτι σου µε την ησυχία σου. Ξεφύλλισε το. ∆ες τι και πως γράφουν οι άλλοι και αν θέλεις γράψε κάτι. Πήρα το λεύκωµα µε ανάκατα συναισθήµατα και µια πικρή γεύση θλίψης. Ούτε ροκ τραγούδια ήξερα, ούτε ποτέ είχα ιδιαίτερα ακούσµατα. Τα µόνα τραγούδια που γνώριζα κάπως καλά ήταν τα λαϊκά και τα ρεµπέτικα, ανάµεικτα µε κάποιες ροµάντζες της εποχής και τα αρχοντορεµπέτικα. Η εποχή µας, όσο κι αν ακούγεται παράφωνα, είχε ακόµα διαχωριστικές γραµµές µε διάφορες πολιτιστικές παραδόσεις και ρεύµατα. Άργησε λίγο να συµβιβαστεί και να προσαρµοστεί µε τα καινούργια ακούσµατα. Κάθισα ανακούκουρδα πάνω στο κρεβάτι µε το λεύκωµα στα χέρια και άρχισα να το ξεφυλλίζω. Είδα µέσα στις σελίδες του µεταφρασµένα αµερικάνικα τραγούδια. Πολλά από αυτά διέθεταν µια τρυφεράδα και έναν ροµαντισµό µε λυρικό στοίχο. Εκπέµπανε ένα βαθύ ερωτικό συναίσθηµα. Είδα κάποια µονόστιχα όπως : Τι είναι αγάπη; Και η απάντηση, η αγάπη είναι κάτι που το θέλεις πολύ και δεν το έχεις. Τι είναι φιλί; Και η απάντηση, είναι ασπασµός και ερωτισµός, ή επαφή µετάδοσης µικροβίων. Γουστόζικα σκίτσα µε την ευχή, έτσι να γίνεις, προφανώς κάποια µαϊµού είχε το σκίτσο. Για µια στιγµή πάγωσα. Πώς να συγχρονιστώ εγώ µε τον βηµατισµό µε αυτά τα παιδιά; Η δικιά µου γενιά εκπέµπει σε άλλα µήκη κύµατος. Εµάς µας τράβηξε η ζωή από τα πόδια και το κεφάλι και µας µεγάλωσε. Μας ωρίµασε πριν καλά-καλά διαβούµε τα χρόνια της εφηβείας. Μας φόρτωσε µε χιλιάδες προβλήµατα και υποχρεώσεις δυσανάλογες µε το ανάστηµά µας. Και όµως πήρα ένα στυλό και κάθισα να γράψω : ∆εν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι άνθρωποι εκφράζανε τα συναισθήµατά τους µε ένα τραγούδι µέσα στης νύχτας την σιγαλιά για να το ακούσουν όποιες και όποιοι διέθεταν καρδιές, και έγραψα τους στοίχους από το «µινόρε της αυγής». Όλους, γιατί δεν ήθελαν ιδιαίτερη µετάφραση. Συνέχισα πιο κάτω µε κάτι διαφορετικό από αυτά τα γραπτά τα γεµάτα τρυφερότητα και ροµαντισµό. Μάλλον εκµεταλλεύτηκα άθελά µου την ανοχή και τον χώρο γράφοντας : Η ζωή µας ανήκει ολοκληρωτικά. Είναι κρίµα µέσα στην άγνοιά µας να επιτρέπουµε σε κάποιους να την διαφεντεύουν. Επιβάλετε να αποκτήσουµε τα εφόδια που θα µας δώσουν την δυνατότητα να καθορίσουµε την 144


στάση µας µε αξιοπρέπεια. Τα χρόνια της αγνής νιότης περνούν αργά και βασανιστικά, γιατί είναι χρόνια προσµονής. Μεγαλώνουµε και χάνεται η νιότη µαζί µε την αγνότητα. Μας µένουν βαθιά χαραγµένες στην µνήµη όλες οι γλυκές και τρυφερές αναµνήσεις, επτασφράγιστες στην καρδιά. Την άλλη µέρα παρέδωσα το άλµπουµ στην Βαρβάρα στέλνοντας ένα µήνυµα προφορικό. Εσύ θα έχεις κάτι δικό µου να µε θυµάσαι, εγώ δεν θα έχω παρά µόνο την µορφή σου ζωγραφισµένη µες την καρδιά µου. Η Βαρβάρα µε υποχρέωσε να το γράψω κάτω από τα άλλα. Πολύ αργότερα έµαθα πως κάποια µέρα το ξεφύλλισε η µητέρα της όλως τυχαίως. Το σχόλιό της ήταν, Τέλος, είδα και κάτι σοβαρό να υπάρχει γραµµένο. Η πρώτη αντίδραση στην εταιρία Οι µέρες περνούσαν, έφευγαν τα δεκαπενθήµερα και οι µήνες. Έξω από το ταµείο της εταιρίας πάντα το ίδιο σκηνικό. Κόσµος πολύς, συνωστισµένος στην ουρά.Στριµωγµένοι και ποδοπατώντας ο ένας τον άλλον περιµένει την σειρά του για µια προκαταβολή, ανάλογα µε τα πραγµατοποιήσιµα µεροκάµατα. ∆ηλαδή ταλαιπωρείται για να πάρει τα απαραίτητα χρήµατα για την επιβίωσή του από δεδουλευµένες µέρες. Η όλη εικόνα παραπέµπει σε άλλες εποχές και σε εικόνες που παρουσιάζουν τα επίκαιρα για χώρες τριτοκοσµικές. Η προκαταβολή αποτελεί τµήµα των δικών σου δεδουλευµένων χρηµάτων. Ο χώρος µικρός και όσοι στριµώχνονται δηµιουργούν άθελά τους ατµόσφαιρα εκρηκτική µε πολλά νεύρα και ένταση. Κυκλοφορούσε ευρέως η φήµη πως για να ξεµπερδέψεις γρήγορα και χωρίς συνωστισµούς θα πρέπει να λαδώσεις κάποιον από το ταµείο. Τότε βρίσκει τρόπο να σε εξυπηρετήσει γρήγορα και χωρίς ταλαιπωρία. Τώρα περιµένουµε στην σειρά και ένας-ένας περνάµε µε την αράδα µπροστά από το παραθυράκι του ταµείου. Λέµε στον ταµεία όνοµα και επώνυµο. Αυτός ψάχνει στις καταστάσεις εργασίας. Θα βρει πόσα είναι τα µεροκάµατα και θα βγάλει το ποσό της προκαταβολής. Αυτή η διαδικασία είναι αρκετά χρονοβόρα. Ταλαιπωρεί τον κόσµο, ταλαιπωρεί και τον ταµία. Εκτός του ότι για να καλύψει όλους τους εργαζόµενους χρειάζεται τουλάχιστον πέντε µέρες. Είναι αλήθεια πως όλες οι µεγάλες εταιρίες λειτουργούν µε βάση κάποιους κώδικες συµπεριφοράς. Η οδών και οδοστρωµάτων δεν θα αποτελούσε εξαίρεση. Αυτούς τους όρους εφάρµοζε άλλωστε σιωπηλά και δίχως τυµπανοκρουσίες. Χωρίς να υπολογίζουν την ταλαιπωρία εκατοντάδων εργαζοµένων που απασχολούν. Από την πρώτη µου επαφή µε την συγκεκριµένη διαδικασία γκρίνιαξα αρκετά. Την δεύτερη φορά θύµωσα πάρα πολύ. Ακόµα και σήµερα θυµάµαι πως αγανάκτησα την τελευταία φορά. Μετά από ένα τρίωρο αναµονής ανέβηκα πάνω στο τοιχάκι της αυλής. Έβαλα τις παλάµες µου στο στόµα, σχηµάτισα ένα χωνί και φώναξα δυνατά. Είναι ντροπή και αίσχος. Είµαστε όλοι µας ξεφτίλες του κερατά. Καθόµαστε και περιµένουµε µε τις ώρες πότε θα µας δώσουν οι συνεργάτες της εταιρίας τα χρήµατα της δουλειάς µας. Καλά µας κάνουν, πάρα πολύ καλά µας συµπεριφέρονται αφού τους ανεχόµαστε χωρίς διαµαρτυρίες. Κάποιος από το πλήθος φώναξε. Ποιος είσαι εσύ ρε φίλε; Τι παριστάνεις τώρα; Εγώ έχω οικογένεια και κάθοµαι στην ουρά. Θέλω να πάρω την προκαταβολή 145


που δικαιούµαι γιατί τα έχει ανάγκη η οικογένειά µου. Εσύ τι ζητάς τώρα. Το πολύπολύ θα τους αναγκάσεις να διακόψουν τις πληρωµές. Τότε εγώ θα πάω σπίτι µου δίχως φράγκο. Κατάλαβες τι πας να κάνεις; Φίλε µου του, είπα, εγώ δεν έχω οικογένεια. Όµως ίσως έχω περισσότερες υποχρεώσεις από τις δικές σου. Από µένα και από όλους µας κάποιοι περιµένουν βοήθεια. Αυτός δεν είναι λόγος να το εκµεταλλεύονται οι άνθρωποι της εταιρίας και να µας µεταχειρίζονται σαν ζώα. Περίµενα τρεις ώρες και από ότι βλέπω δεν θα ξεµπλέξω αν περιµένω άλλες τρεις για να πάρω δικά µου δουλεµένα λεφτά. Αν αυτό δεν είναι άδικο και εξευτελιστικό, τι να πω. Η εταιρία τέτοιες µέρες µπορεί να αναθέτει σε περισσότερους ανθρώπους στα ταµεία και να µην ταλαιπωρεί τους εργαζόµενους που της παράγουν πλούτο. Έτσι θα εξυπηρετηθούµε γρηγορότερα και δεν θα γκρινιάζουµε. Μερικοί από τους συγκεντρωµένους φώναξαν χειροκροτώντας. Έχει δίκιο το παλικάρι, καλά τα λέει. Άντε που καθόµαστε στην ουρά σαν τα ζώα και δεν διαµαρτυρόµαστε. Έγινε ένας µικρός σάλος. Οι συζητήσεις φούντωσαν µεταξύ των εργατών. Τότε άκουσα δίπλα µου µια φωνή να λέει ψιθυριστά. Είδες τι έκανες; Αυτό λέγεται στάση. Άµα θέλω σε συλλαµβάνω γιατί σπέρνεις ζιζάνια. Γύρισα να δω ποιος είναι. Με έκπληξη είδα δίπλα µου τον χωροφύλακα. Ήταν ένα νεαρό παλικάρι, ψηλό, κρητικός στην καταγωγή. Τον κοίταξα καλά-καλά και ρώτησα. ∆εν έχω δίκιο για αυτά που λέω; Μωρέ, ποιος νοιάζεται αν έχεις δίκιο. Εδώ µιλάµε για εταιρία που κατασκευάζει κρατικό έργο. Τον εθνικό δρόµο. Εσύ θα παρακωλύσεις το έργο µε την στάση σου; Το έργο είναι εθνικό, άρα το λοιπό σου κάνεις πράξη αντεθνική. Μπήκες; Τώρα τι ζητάς, ρώτησα, θα µε συλλάβεις; Όχι, µα έλα λίγο πιο έξω να σου πω κάτι, είπε το ίδιο χαµηλόφωνα. ∆εν κατάλαβα γιατί τον ακολούθησα. Όταν βγήκαµε έξω από τον κόσµο γύρισε και µου είπε. Αυτή η κατάσταση που βλέπεις είναι έτσι εδώ και δύο χρόνια. Ήρθες τώρα εσύ και θέλεις να την αλλάξεις µόνος σου. Πρόσεξες πως φανερά πολύ λίγοι πήραν το µέρος σου; Υπάρχουν µεγαλύτεροι από σένα και δεν παίρνουν θέση. Εγώ προσπαθώ να σε προφυλάξω από καµιά κακοτοπιά. Μην είσαι αφελής, ξέρω από πού είσαι. Μας ήρθαν τα µαντάτα σου στο τµήµα από την ασφάλεια της Λάρισας για τα καµώµατά σου. Σε χαρακτηρίζουν κοµµουνιστή. Μόνο που δεν σε κατατάσσουν σε οργανωµένη δράση. Θέλω να σου πω, κάνε ότι νοµίζεις. Όµως πρόσεχε, οι µέρες είναι πονηρές. Όχι γροθιά στο µαχαίρι. Του παλικαριού η Μάνα κλαίει πρώτη. Άντε γεια σου τώρα, µπορεί να τα ξαναπούµε. ∆εν µου λες, ρώτησα, σε φέραν ή ήρθες µόνος; Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Περνούσα τυχαία και σε άκουσα. Κάνε όπως νοµίζεις. Αυτό που µπορώ να σου πω είναι πως έχεις δίκιο. Πρόσεχε όµως πως το διεκδικείς για να κάνεις καλό. Μην προκαλέσεις κακό άθελά σου. Η στάση του χωροφύλακα µου φάνηκε λίγο παράξενη. Ο συµβουλευτικός του τόνος δεν ταίριαζε µε την στολή του. Όµως µου ξεκαθάρισε στο τέλος. Να ξέρεις πως είµαι όργανο της τάξης. Αν µε διατάξουν να σε συλλάβω για ταραξία είµαι υποχρεωµένος να το κάνω. Αυτό το συµπωµατικό συµβάν άνοιξε κάποιους διαύλους µε ορισµένους εργαζόµενους και κατοίκους του αγίου Στεφάνου. Για όσους έβλεπαν τα πράγµατα µε προοδευτική µατιά η όλη ιστορία δηµιούργησε ένα κλίµα ευνοϊκό για συζητήσεις. Για πολλούς σταµάτησαν οι επιφυλάξεις και οι αναστολές. Το πολιτικοκοινωνικό κλίµα δεν άφηνε περιθώρια στους απλούς πολίτες να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις τους. 146


Πάντα κρατούσαν πισινή. Όταν τους δοθεί η ευκαιρία να ξεθαρρέψουν. Όποτε νιώθουν µε σιγουριά πως δίπλα τους υπάρχουν πολίτες δηµοκράτες αντιµοναρχικοί και κοµµουνιστές δεν κρύβουν τα χαρούµενα συναισθήµατά τους. Μόνο που εµπειρικά έµαθαν να ξεχωρίζουν την φρασεολογία κάποιων αριστερών από τον τρόπο έκφρασής τους. Όσοι βρίσκονται κάτω από την επίδραση του συνδρόµου της ήττας και µε την νοοτροπία της ακροναυπλιώτικης στρουχτούρας έχουν συµπεριφορά που ξεχωρίζει µέσα από τις πρώτες κουβέντες. Αντίθετα στις µέρες µας τότε η µεγάλη αλλαγή στον τρόπο σκέψης και ερµηνείας µέσα από το γενικό κλίµα της αποσταλινοποίησης είχε τα δικά του χαρακτηριστικά γνωρίσµατα. Αυτό εκφραζόταν σε κάθε ενέργεια των οργανωµένων µέλλων και στελεχών της Ε∆Α και της νεολαίας της. Βρεθήκαµε σε µια περίοδο που δειλά-δειλά εκδηλώνονται βήµατα ανάκαµψης του λαϊκού κινήµατος. Ξεπεράστηκαν κάποιες αρνητικές εµπειρίες της ήττας. Η πρακτική συµµετοχική διαδικασία του κόσµου καθορίζει σε µεγάλο βαθµό την διαφορετικότητα στον τρόπο οπτικής και ερµηνείας των πολιτικών γεγονότων από την ηγετική οµάδα του ΚΚΕ που παραµένει φιλοσοβιετική. Σε κάθε περίπτωση µία υπήρξε η αλήθεια. Οι εκφραστές αυτού του µοντέλου που κυκλοφορούσαν ανάµεσά µας για την πλειοψηφία των οπαδών της Ε∆Α και της νεολαίας, ποτέ δεν αποτέλεσαν παράδειγµα προς µίµηση. Πάντα ο απλός αριστερός τους αντιµετώπιζε µε αποστροφή και καχυποψία. Όλοι µας κάναµε σοβαρές προσπάθειες και αγώνα να τους καθιερώσουµε µέσα στον χώρο της αριστεράς. Προβάλαµε τους αγώνες και τις θυσίες που για ορισµένους ήταν µηδαµινές ως ανύπαρκτες και εν πολύς πλασµατικές. Μόνο λειτουργώντας µε το συναίσθηµα της ανοχής µπορούσε κάποιος να κουβεντιάσει µαζί τους σοβαρά. Από την πλευρά µας προβάλαµε πάντα την σκληρή αντιµετώπιση των ίδιων και των οικογενειών τους από τον µοναρχο-ολιγαρχικό κρατικό µηχανισµό. Ερµηνεύοντας την συµπεριφορά τους σε όλη την διαδροµή µέχρι της µέρες µας διαπιστώνουµε το γιατί εξανεµίστηκε το µεγάλο ποσοστό από την δεξαµενή του ΕΑΜ και της εθνικής αντίστασης. Πως το µεγαλύτερο τµήµα του λαϊκού προοδευτικού κινήµατος µετατοπίστηκε προς άλλους δρόµους ψάχνοντας πολιτική στέγη. Εκτιµώντας τι είχε κατακτήσει ο λαός, πως το διαχειρίστηκαν οι ηγετικές οµάδες του ΚΚΕ και τι έχασε ο λαός συνολικά κάνουµε ταµείο. ∆εν µιλάµε για το ποιος πλήρωσε το µάρµαρο στο τέλος γιατί αυτά που τράβηξε ο λαός µας είναι πολλά και σκληρά. Η ζωή λειτουργεί ως εφαλτήριο και διορθώνει τα πάντα. Έτσι και τώρα η αριστερά µε την συνολική παρέµβαση της Ε∆Α και της νεολαίας κάλυψε πολλά κενά από αυτά που άφησε η µαύρη τρύπα της ήττας. Μετά ένα µήνα από το επεισόδιο στα γραφεία της εταιρίας για τις προκαταβολές δηµιουργήσαµε µια άτυπη επιτροπή εργαζοµένων και επισκεφθήκαµε τους υπεύθυνους. Συζητήσαµε µαζί τους και ζητήσαµε να µεριµνήσουν για την καλύτερη οργάνωση των ταµείων στις µέρες προκαταβολών και εξοφλήσεων. Η εταιρία έστειλε τρεις υπαλλήλους και κάλυψε την δουλειά. Αγάπες και λουλούδια Ο ευρηµατικός κύκλος που καθιέρωσαν όλα τα κοινωνικά συστήµατα στο πέρασµα των αιώνων είναι µια σοφότατη αναγκαιότητα. Είναι ένας άριστος τρόπος 147


να διαφοροποιείται η καθηµερινότητα µέσα στον χρόνο. Όλο αυτό το διάστηµα εγώ και ο Κώστας περιµέναµε κάποια ευκαιρία για να δείξουµε προς τα έξω το πραγµατικό µας επάγγελµα. ∆ιαλαλούσαµε προς κάθε κατεύθυνση την τέχνη µας, ελαιοχρωµατιστές-διακοσµητές. Λίγο πριν το Πάσχα, ήρθε η ευκαιρία πάνω σε ένα τζιπ σεβρολέτ που εµφανίστηκε στην πλατεία. Το ζευγάρι, ο Αντώνης και η Ντέζη, νοίκιασαν κάποιο χώρο που θα τον µετατρέψουν σε κοµµωτήριο. Το µαγαζί αρκετά ευρύχωρο µε εσωτερική τουαλέτα και πολύ προσιτό ενοίκιο. Έκαναν όλες τις απαραίτητες συνεννοήσεις µε τον ιδιοκτήτη για την υποχρέωση διαµόρφωσης του χώρου. Θα την επωµιστούν εξ’ ολοκλήρου οι ενοικιαστές. Όταν άρχισαν την πρακτική δουλειά έτυχε να περνώ απ’ έξω. Είδα που γκρέµιζαν κάποιες παλιές κατασκευές σε ράφια, πάγκους και ντουλάπια. Πέρασα λίγο το κατώφλι της πόρτας και φώναξα. Τι πρόκειται να στεγαστεί εδώ βρε παιδιά; Λέµε να το πάµε για κοµµωτήριο, είπε ο Αντώνης. Αν θέλετε κάποια βοήθεια, είµαι της δουλειάς. Μπορώ να σας βοηθήσω χωρίς οικονοµική απαίτηση, έτσι για το µεράκι. Ο Αντώνης προφανώς σκέφτηκε πως η πρότασή µου είναι µια καλή δικαιολογία για να πιάσω γνωριµία. Ποιος ξέρει; Ίσως φοβήθηκε µην έχω στόχο την Ντέζη που ήταν πολύ νεότερή του. Μου είπε κάπως πειραγµένος. Άσε µας ρε φίλε να κάνουµε την δουλειά µας όπως ξέρουµε! Η Ντέζη που ως γυναίκα είχε πιο πρακτικό µυαλό έκανε την παρέµβασή της αυτόµατα. Γιατί Αντώνη λες του παιδιού άσε µας αφού προσφέρεται αφιλοκερδώς; Εσύ δεν τα καταφέρνεις γιατί δεν πιάνουν τα χέρια σου. Εγώ δεν σκαµπάζω. Λεφτά δεν υπάρχουν. Πως θα το τελειώσουµε αυτό το έρµο το µαγαζί; Γιατί δεν δέχεσαι λέγοντας ένα ευχαριστώ τουλάχιστον για την προσφορά; Ο Αντώνης αναψοκοκκίνησε. Προσβλήθηκε αλλά δεν τόλµησε να πει κουβέντα. Άλλωστε της πουλούσε έρωτες και φαλάν φυστίκ ενώ ήταν παντρεµένος µε παιδιά και δεν της τόπε. Τώρα παράτησε γυναίκα και παιδιά και σπιτώθηκε µαζί της. Μικρός που είναι ο κόσµος και ως εκ θαύµατος πόσο κοντά ποδάρια έχουν τα ψέµατα. Αυτά βέβαια τα µάθαµε στην πορεία. Εγώ για να µην φανώ αδιάκριτος όταν κατάλαβα που οδηγούσε η συζήτηση είπα. Παιδιά, βρείτε τα µεταξύ σας. Εγώ και αύριο εδώ θα βρίσκοµε, θα ξαναπεράσω. Αν χρειαστείτε βοήθεια µου το λέτε. Ήθελα να προσφέρω υπηρεσίες για να αποσπάσω την προσοχή του κόσµου ότι αφορούσε την δουλειά µας. Προσπαθούσα να µας δουν σαν τεχνίτες και το κοµµωτήριο ήταν µια χρυσή ευκαιρία. Την άλλη µέρα πήρα τον Κώστα το απόγευµα και περάσαµε απ’ έξω. Του είπα, περνώντας να δώσουµε αφορµή να µας δουν. Αν µας φωνάξουν εγκάρδια θα µπούµε να τους βοηθήσουµε. Αν µας χαιρετήσουν ανόρεχτα θα φύγουµε αµέσως, δεν θα τους βάλουµε να σκοτωθούν µεταξύ τους. Φτάνοντας από έξω λες και µας περίµεναν. Πού είστε βρε παιδιά, να φτιάξουµε καφέ, προθυµοποιήθηκε ο Αντώνης. Άσε να κάνουµε λίγη δουλειά πρώτα και µετά θα πιούµε τα καφεδάκια µας. Ξεκινήσαµε από γκρεµίσµατα και µερεµέτια. Ελευθερώσαµε τους τοίχους γύρω-γύρω. Ασπρίσαµε το νταβάνι που έγινε χαρτί. Το µαγαζί ήταν ψιλοτάβανο. Σπατουλάραµε µε λαδερό τους τοίχους, τους κάναµε τζάµι. Όταν αρχίσαµε τους χρωµατισµούς αφήσαµε τον Αντώνη και την Ντέζη να εκφράσουν την άποψή τους, πως το φαντάζονται. Η Ντέζη είπε, εσείς ξέρετε από αυτά, κοµµωτήριο θα γίνει. Τι ταιριάζει καλύτερα; Της είπαµε πως ως χώρος κοµµωτηρίου θα πρέπει να έχει έντονη εµφάνιση στούντιο. ∆ηλαδή κάπως έντονα 148


χρώµατα. Με ανάλογο φωτισµό θα τονίζει τέλεια και ευχάριστα. Η Ντέζη και ο Αντώνης δεν είχαν αντίρρηση. Κατεβήκαµε µε το τζιπ στην Ερυθραία να αγοράσει τα χρώµατα. Όταν το βάψαµε πράγµατι ήταν το µόνο µαγαζί στην περιοχή που είχε την διαφορετικότητα της τεχνικής. Όταν έφερε τον ηλεκτρολόγο και ρύθµισε τον φωτισµό έδειξε την πραγµατική του όψη. Το βράδυ άµα ήσουν στην πλατεία, σε όποιο σηµείο, ο φωτισµός σου δηµιουργούσε την έλξη να πας κοντά για να δεις τι είναι αυτό το διαφορετικά φωταγωγηµένο. Εκεί που µεγαλουργήσαµε ήταν η πρόσοψη. Σαν τεχνίτεςδιακοσµητές την µικρή πρόσοψη την κάναµε από αχούρι ένα καλλιτεχνικό στούντιο πολύ φαντεζί. Με λίγα λόγια τραβούσε την προσοχή του κόσµου. Η Ντέζη άρχισε να το δουλεύει. Έφερε και κάποια αξεσουάρ κοµµωτικής. Ζήτησε και µια µικρούλα για βοηθό που θα ήθελε µελλοντικά να γίνει κοµµώτρια. Κώστας και Πόπη Με το ζευγάρι γίναµε φίλοι πια και κάναµε συντροφιά. Κάθε Κυριακή που δεν εργαζόταν το κοµµωτήριο µας έπαιρναν µε το σεβρολέτ και γυρίζαµε τα βουνά του ∆ιονύσου, της Πάρνηθας, της Πεντέλης. Ο Αντώνης είχε κάποιο οικόπεδο στα Κιούρκα. Έφτιαξε και µια παράγκα. Εκεί πηγαίναµε αρκετές φορές. Στην ψησταριά που φτιάχναµε πρόχειρα ψήναµε παιδάκια, µπριτζολάκια, κρασί άσπρο γιοµατάρι. Η Ντέζη έφερνε µαζί της και την Παρθένα, την βοηθό της. Ήταν όµορφη και στρουµπουλή, ζουµερή σαν άγουρο φρούτο. Για τα δεκάξι της χρόνια ήταν γλυκιά. Κόρη µιας χήρας νοσοκόµας ποντίας. Είχε µια αδελφή µεγαλύτερη παντρεµένη, που έφυγε µε τον σύζυγό της για την Γερµανία. Ο Κώστας άµα είδε την Πόπη άρχισε να ξερογλείφεται όπως ο πεινασµένος λύκος όταν δει το αρνάκι να ξεµακραίνει από το κοπάδι. Είχε προηγηθεί η γνωριµία τους στο κοµµωτήριο. Έτσι οι επισκέψεις έγιναν συχνότερες και άρχισαν οι εκδροµές. Κουβάλαγε κι εµένα από κοντά για να παριστάνω την αλατιέρα. Το αποτέλεσµα ήταν µε περίπλοκο και περιπετειώδη τρόπο να την παντρευτεί. Με αφορµή την επισκευή του χώρου για το κοµµωτήριο περιµέναµε τις αντιδράσεις του κόσµου. Φιλοδοξία µας να µας προτιµήσουν σε άλλες εργασίες µέσα στον συνοικισµό. Αυτές ήρθαν µε τον καιρό τους. Όσο πλησίαζε ο Απρίλης φούντωναν οι ζέστες. Ο κόσµος από τις γειτονιές της Αθήνας ξεχύνεται στην ύπαιθρο ζητώντας ηρεµία και δροσιά. Ήταν µια άλλη πλευρά εκδήλωσης των κατοίκων της πρωτεύουσας που κυριολεκτικά µε γοήτευε. Αυτές οι οµαδικές εξορµήσεις προς όλα τα χωριά του αττικού τοπίου έκρυβε µία µαγεία. Ξεκινούσαν παρέες από δύο άτοµα µέχρι ολόκληρα πούλµαν. Κάθε σαββατοκύριακο ο κόσµος οικογενειακός, είτε ζευγάρια, ακόµα και οµαδικώς θα έπαιρναν τα αστικά ή υπεραστικά λεωφορεία για να βρεθούν σε κοντινές και µακρινές αποστάσεις. Από Ελευσίνα-Πάχη µέχρι ΣούνιοΛαύριο και από Λάυριο µέχρι Ραφήνα και Ωροπό, γέµιζαν τα χωριά εκδροµείς. Από αυτή την συνήθεια δεν εξαιρούνται και οι ορεινές περιοχές ∆ιόνυσου, Πεντέλης, Πάρνηθας και άλλες. Σε αυτό βοηθούσε και η καλή συγκοινωνιακή σύνδεση από το κέντρο στην περιφέρεια. Ένας ακόµη παράγοντας ήταν το καλό κλίµα της περιοχής µε τον χιλιοτραγουδισµένο Αττικό ουρανό. Στον άγιο Στέφανο είχαµε αρκετούς επισκέπτες 149


τα σαββατοκύριακα, επί το πλείστον οικογενειακές παρέες. Οι εκδροµείς χρησιµοποιούσαν σαν µέσο µεταφοράς τις αστικές συγκοινωνίες και τα υπεραστικά για τις µεγάλες αποστάσεις. Εκείνα τα χρόνια όλο το γύρω τοπίο της Αττικής προσφερόταν για τέτοιου είδους εξορµήσεις. Γέµιζε η ύπαιθρος ζωή και γλέντι. Στον συνοικισµό κάθε σαββατοκύριακο γέµιζαν οι ταβέρνες κόσµο. Όλες διέθεταν ψησταριές, µεγάλη αυλή, κάποια πίστα χορού και απαραίτητα το κλασικό τζούκ µποξ της εποχής. Με αυτά ο κόσµος διασκέδαζε την φτώχεια του. Αυτή η άνοιξη ευαισθητοποίησε πολύ τον Κώστα που ερωτεύτηκε το Ποπάκι του. Η επίσκεψη της µάνας Εκείνη την άνοιξη λίγο µετά το Πάσχα εντελώς απροσδόκητα ήρθε µε το τρένο η Μάνα στον Άγιο Στέφανο. Κατέβηκε στον σταθµό Οινόη και ρωτώντας έφτασε στο σπίτι που έµενα µε την Γιάννη τον Καστοριανό. Ήρθα να δω πως περνάς, µου είπε. Εγώ εντυπωσιάστηκα από την απόφασή της. Μα καλά, είπα, τώρα το Πάσχα ήµασταν µαζί. Τι έτρεξες και πήρες το τρένο ξοπίσω µου, χωρίς µια ειδοποίηση; Όµως πώς να ερµηνεύσει κανείς τις ανησυχίες της Μάνας. Όλα τα σκέπτεται µε τον δικό της τρόπο και ανησυχεί. Πάντα έχει την έννοια του παιδιού, όσο µεγάλο και να είναι. Ήταν ευτύχηµα που άλλαξα δωµάτιο και παρέα. Έτσι είµαστε δύο άνθρωποι µέσα σε έναν αρκετά µεγάλο χώρο µε δάπεδο ξύλινο και ενσωµατωµένη τουαλέτα. Προσφέρει κάποιες ανέσεις σε σύγκριση µε το προηγούµενο όπου σε µικρότερου χώρο ήµασταν πέντε άνθρωποι. Μέσα στην τουαλέτα υπήρχε ντούζ κρύο. Όταν µετακόµισα ρώτησα αν υπάρχει τρόπος να ζεστάνει λίγο νερό κάποιος για µπάνιο, καθώς και αν υπάρχει τρόπος να δίνω τα ρούχα µου κάπου για πλύσιµο. Η σπιτονοικοκυρά προσφέρθηκε µε το αζηµίωτο να αναλάβει τα ρούχα. Όσο για ζεστό νερό όποτε θέλεις πες µου να σου ζεστάνω δεν µου είναι καθόλου δύσκολο. Αυτό δεν συνέβη µε τους εργάτες της εταιρίας. Βολευόταν µε ότι κατάφερναν να καλύψουν µόνοι τους για λόγους οικονοµίας. Για αυτό και η δική µου διαφοροποίηση έκανε µεγάλη εντύπωση γενικά. Όµως εγώ ένιωθα πολύ ικανοποιηµένος που µπόρεσα να λύσω δύο προβλήµατά µου. Η σπιτονοικοκυρά µας καθάριζε λίγο το σπίτι δύο φορές την εβδοµάδα. Τι τα θες όµως, δύσκολα χρόνια, δεν υπήρχαν οι σηµερινές ευκολίες µε τα πλυντήρια, τα απορρυπαντικά και µια σειρά ευκολίες. Η πλειοψηφία των εργαζοµένων για µπάνιο κατέφευγε µια φορά την εβδοµάδα στα δηµόσια λουτρά. Εγώ, µε την συνδροµή της σπιτονοικοκυρά, εξασφάλισα µπάνιο τρεις φορές την εβδοµάδα. Τώρα ήρθε η Μάνα. Άθελά της µου δηµιουργεί πρόβληµα σοβαρό. Που θα την φιλοξενήσω; Εδώ είµαστε µετανάστες δεν κάνουµε τουρισµό. Λίγες ευκολίες. Βρισκόµαστε όλοι σαν στρατιωτική επιστράτευση, όλα πρόχειρα. Η Μάνα ατάραχη. Τώρα ήρθα, σου είπα. Ήθελα να δω πως περνάς στα ξένα. Το αποφάσισα όταν έστειλες τα τελευταία χρήµατα, τότε έβγαλα εισιτήριο. Έτσι ξαφνικά, είπα. Καλά ξεκουράσου λίγο. Μετά θα πάµε στου Ευθυµιάδη του πατριώτη µας του πόντιου να φας κάτι. Γιατί µετά θα σε πάω στο Αιγάλεω στην Αµαλία, να τους δούµε κι αυτούς, τον Γιώργο, την Αµαλία, τα παιδιά, τον παππού. Θα έρχοµαι να σε βλέπω. Μα δεν έχω σκοπό να καθίσω καιρό, µερικές µέρες µόνο. 150


Ήρθες τόσο ταξίδι για τρεις µέρες; Άσε να δούµε τι θα πουν κι ο Γιώργος µε την Αµαλία. Όταν µας είδε η σπιτονοικοκυρά µας φώναξε, ήθελε να κεράσει την Μάνα. Κάτσε εδώ κυρά µου, θα σε φιλοξενήσουµε εµείς. Που να τρέχεις στα Αιγάλεα; Ταυτόχρονα άρχισε να της λέει πόσο καλό γιο έχει. Καλέ δεν υπάρχει πρόβληµα για λίγες µέρες να καθίσεις να δεις το παιδί σου. Και δώστου πάλι τι καλό γιο έχεις. Η Μάνα την ευχαρίστησε για όλα και είπε θα πάω στο Αιγάλεω. Με κάλεσε η Αµαλία, για αυτό αποφάσισα να έρθω ξαφνικά. Με αυτούς τους ανθρώπους περάσαµε καλές µέρες στην Λάρισα, τους έχουµε καλύτερα κι από συγγενείς. Αµ πες το ρε Μάνα, η Αµαλία σε ξεσήκωσε. Είπα κι εγώ. Ε,ε, να µου είπε έλα να δεις τον γιο σου. Έτσι θα ’ρθει από εδώ να τον δούµε κι εµείς. Από τότε που βρέθηκε στην Αθηνά µια φορά ήρθε στο Αιγάλεω. Άµα θα ’ρθεις τι θα κάνει; Θα ’ρθει υποχρεωτικά αφού θα σε φέρει. Έτσι αποφάσισα και ξεκίνησα να σας δω όλους. Σηκωθήκαµε και φύγαµε για του Ευθυµιάδη. Καθίσαµε. Ήρθε ο Μάκης και µε το πρώτο ρώτησε. Μάνα σου είναι; Ναι, είπα, ήρθαµε να φάµε κάτι. Παραγγείλαµε. Όταν πήγε στην κουζίνα είπε στον πατέρα του. Έξω είναι ο Όθωνας µε την µητέρα του. –Καλέ αυτό το αγόρι δικό σου είναι;Αυτός δικός µου.Εσείς από πού είστε; Από τον Καύκασο.Από το Μπακού.Εσείς; -Εγώ από Κερασούντα.Ο πατέρας του από την Όρτου. Ο Ευθύµης ήρθε κοντά µας και µίλησε στην Μάνα ποντιακά. Νέψα ατός ο παιδάς τεσόν εν; Η µάνα τον κοίταξε χαµογελαστή και απάντησε. Ατός τεµόν ενεν, εσείς µερ έρθαται; Ασον Καύκασον, ασον Μπατού. Εσεις µερ έρθαται; Εγώ ας σην Κερασούντα, ο κυρσατ ας ιν ορτούν. Έτσι συστήθηκαν για τα καλά Ο Ευθυµιάδης φώναξε τον γιο του. Μάκη ότι πήραν κερνάω εγώ, µην τα χρεώσεις. Η Μάνα συγκινήθηκε µε την χειρονοµία του πατριώτη της. Είναι καλοί άνθρωποι, να τους σέβεσαι γιατί σε αγαπάν. Άντε είπα, πάµε σιγά-σιγά για το Αιγάλεω. Θα νυχτωθούµε κι εγώ πρέπει να επιστρέψω. Όπως το προέβλεψα φτάσαµε λίγο αργά. Τους βρήκαµε όλους µαζεµένους στην µεγάλη αυλή του σπιτιού τους. Πρώτος µας είδε ο παππούς και έβαλε τις φωνές. Καλώς τα δεχθήκαµε, καλώς τους. Σηκώθηκε η Αµαλία, ο Γιώργος, βρε καλώς τους. Αγκάλιασαν την Μάνα, άστραψαν τα πρόσωπά τους. Ο Γιώργος γυρίζοντας σε µένα άρχισε το κοσµητικά επίθετα. Τον ακολούθησε κι η Αµαλία. Βρε γαϊδούρι, είσαι τόσο καιρό στην Αθήνα και δεν ήρθες µια φορά να µας δεις. Αι να χαθείς άχρηστε. Κατ’ αρχήν δεν είµαι στην Αθηνά, είµαι στην Αττική εικοσιπέντε χιλιόµετρα έξω από την πρωτεύουσα. ∆εύτερον, δεν κάνω τουρισµό, δουλεύω. Πάψε ρε, άµα θέλεις µια Κυριακή κάνεις µια βόλτα, παλιο-γάιδαρε, ξανάπε η Αµαλία. Καλά που ήρθε η Μάνα σου. Κι αν θες να ξέρεις εγώ την έφερα. Έλα να σας συστήσω τους συγκάτοικους µας. Μας σύστησαν σε τέσσερα αδέλφια, δυο αγόρια και δυο κοπέλες από την Κρήτη. Καθόταν στο παλιό κτίσµα του παππού µέσα στην ίδια αυλή. Καθίσαµε όλοι µαζί έξω. Η Αµαλία µας τρατάρησε γλυκό. Μετά από λίγο πήρε την βαλίτσα της Μάνας και µαζί πήγαν µέσα να ρυθµίσουν τα του ύπνου. Εγώ κι ο Γιώργος µε τους υπόλοιπους έξω. Ο Γιώργος χάιδευε την κιθάρα µαλακά. Έπαιξε κάτι σαν χαβάγιες. Ξαφνικά γύρισε και µου είπε. Πολλές φορές κάθοµαι εδώ έξω στην αυλή µόνος, χαϊδεύω τις χορδές και θυµάµαι εκείνα τα καλοκαιρινά δειλινά που µαζευόµαστε όλοι στο ταβερνάκι του Βαγγελάκου κουτσοπίνοντας τσιπουράκι. 151


Γινόµασταν όλοι µια παρέα. Ένα κουβάρι και σιγοτραγουδούσαµε. Άρχισε να χτυπά τις χορδές πάλι σιγοτραγουδώντας την Αχάριστη του Τσιτσάνη. Εγώ σιγοντάριζα τραγουδώντας µαζί του. Όταν τέλειωσε το τραγούδι µου είπε. Αυτά µου λείπουν λίγο φίλε µου. Τα θυµάµαι και συγκινούµε. Γυρίζοντας προς την Μάνα που εκείνη την στιγµή πρόβαλε από την πόρτα µε την Αµαλία. Άστον αυτόν κυρά Ανάστα, αυτός θα φύγει πάλι. Εµείς όµως θα περάσουµε καλά εδώ. Τι να κάνω βρε Γιώργο; Πρέπει να γυρίσω πίσω. Αύριο το πρωί δουλειά όλοι µας. Θα ’ρθω όµως την Κυριακή από το πρωί και θα καθίσουµε παρέα όλη µέρα. Να ’ρθεις από το σαββατόβραδο να κοιµηθείς εδώ, είπε η Αµαλία. ∆εν το δένω κόµπο, της είπα. Ίσως αν έρθουν βολικά τα πράγµατα. Είναι Σάββατο και έχουµε λάτρα. Κάνε όπως θέλεις, εµείς θα περάσουµε καλά και χωρίς εσένα, πρόσθεσε. Σηκώθηκα, η ώρα είναι σχεδόν εννιά. Πρέπει να προλάβω το λεωφορείο, το τελευταίο δροµολόγιο. Κάτσε να τσιµπήσουµε κάτι και µετά φεύγεις, είπε ο Γιώργος. Το τελευταίο δροµολόγιο είναι στις δώδεκα και µισή. Ετοίµασε η Αµαλία κάποιο µεζέ, ήπιαµε και λίγο κρασάκι. Σηκώθηκα να φύγω. Μην αγχώνεσαι προλαβαίνεις, είπε ο Γιώργος. Τους χαιρέτησα και πήρα τον δρόµο για την επιστροφή. Πρέπει να πάρω δυο συγκοινωνίες. Η Μάνα µε την Αµαλία και την οικογένεια γενικά ήταν περισσότερο από βέβαιο πως θα περνούσαν καλές µέρες. Ο Πικραγκουριά αγαπούσε και σεβόταν πολύ την Μάνα. Σαν χαρακτήρας ήταν από τους πιο κατάλληλους για συντροφιά. Χωρατατζής, εύστροφος, θυµόσοφος, µε πάρα πολύ πετυχηµένες ατάκες. Πολλές φορές αναρωτήθηκα. Τι ήταν αυτό που µας έφερε τόσο κοντά µε αυτή την οικογένεια, από την πρώτη µέρα που τους ανταµώσαµε; Γνωριστήκαµε και γίναµε καλύτεροι από συγγενείς. Κατέληξα ότι µέσα στις δυσκολίες της εποχής βρέθηκαν στην περιοχή µας. Τους έφερε η ανάγκη της επιβίωσης. Από την ώρα που γνωριστήκαµε δείξαµε µεταξύ µας µια ανιδιοτελή εµπιστοσύνη. Τους δώσαµε και µας έδωσαν µπέσα χωρίς υστεροβουλίες. Κάναµε συντροφιά. Αλήθεια, τι άλλο θέλουν οι άνθρωποι για να δηµιουργήσουν βάσεις για σχέσεις αµοιβαίας φιλίας, εµπιστοσύνης και αλληλοκατανόησης. Όταν συµβεί αυτό τι θα το σταµατήσει για να µην πάρει διαστάσεις δεσµού καλύτερου από συγγένεια; Άλλωστε ο λαός µε την σοφία του λέει. Τους φίλους τους διαλέγεις τους συγγενείς τους κληρονοµείς. Όταν στις σχέσεις των ανθρώπων συγγενών και φίλων δεν υπάρχει δόλος και υστεροβουλία, όταν προσφέρεις χωρίς απαραίτητα να προσδοκείς να εισπράξεις, όταν δεν βάζεις στην ζυγαριά το τι προσφέρεις µε στόχο να µετρήσεις τι θα εισπράξεις, τότε οι δεσµοί αυτοί ξεπερνούν τα όρια της απλής φιλίας. Η καληµέρα και ο διάλογος δεν πρέπει να προσφέρονται για να καλύψουν ανάγκες και αδυναµίες. Πρέπει να προσφέρονται αυθόρµητα και ανιδιοτελώς. Μόνο για την επιβεβαίωση της κοινωνικότητας, της ανθρώπινης υπόστασης. Πράγµα που στις µέρες µας είναι είδος προς εξαφάνιση.Με εξαιρέσεις να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Επιστροφή της Μάνας Μέσα στην βδοµάδα κατέβηκα δύο φορές για Αιγάλεω. Αυτό έδωσε αφορµή στον Γιώργο και την Αµαλία να µε διανθήσουν µε διάφορα επίθετα σχολιάζοντας. Ο λόγος ότι τώρα που είναι η Μάνα βρίσκω χρόνο να κατέβω. Τι να πω; Τα δέχοµαι 152


γιατί τα θεωρώ σχόλια από φίλους. Όταν οι φίλοι αγαπούν έχουν αυξηµένες απαιτήσεις σε ζητήµατα συντροφιάς και συµπαράστασης. Σήµερα Κυριακή ετοιµάζοµαι να ξανακατέβω. Η Μάνα αποφάσισε να επιστρέψει στην Λάρισα. Έχει την κόρη της µόνη στο σπίτι. Άλλωστε θεωρεί πως µια βδοµάδα φιλοξενίας είναι πάρα πολύ λογικό διάστηµα. Καλά είναι να µπορείς να αποχωρείς προτού η παρουσία σου αρχίσει να γίνεται ενοχλητική. Κυριακή πρωί πλύθηκα ξυρίστηκα, φόρεσα καθαρά ρούχα και ξεκίνησα για την στάση του λεωφορείου. Έφτασα στο Αιγάλεω εννιάµιση το πρωί. Σχεδόν τους έπιασα λίγο µετά που ξύπνησαν. Μαζί ήπιαµε καφέ έξω στην δροσιά της αυλής. Έχει µπει ο Μάης για τα καλά,οι µέρες πολύ γλυκές.Βάλθηκαν όλοι µαζί να µου εξιστορήσουν πόσο καλά πέρασαν, πράγµα για το οποίο δεν είχα καµιά αµφιβολία. Άντε τώρα να µε πας στο σταθµό να πάρω το τρένο. Πάντα οι αποχαιρετισµοί των ανθρώπων δηµιουργούν αµηχανία, συναισθηµατική φόρτιση και γλυκόπικρα συναισθήµατα. Υπάρχουν κάποιες ιδιαιτερότητες και απρόσµενες εκπλήξεις, άλλοτε χαρούµενες και αισιόδοξες και άλλοτε πικρές και δύσκολες. Ο Γιώργος, η Αµαλία, ο παππούς και η Ασιµίνα µε την Μάρω, µε τον ερχοµό της Μάνας τους δόθηκε η δυνατότητα να ζήσουν πάλι στιγµές που τους θύµιζαν έντονα τα περασµένα στην Λάρισα. Όπως καθόµασταν στην αυλή και η Μάνα πήγε µέσα να σιάξει την βαλίτσα της, ο Γιώργος άδραξε και πάλι την κιθάρα. Ήρθε κοντά µου και είπε. Τι νοσταλγώ πολλές φορές ρε φίλε, ξέρεις τι µου ’ρχετε στο µυαλό για την µικρή παρένθεση µας στην Λάρισα; Για πες να ακούσω, είπα. Εκείνα τα καλοκαιριάτικα ηλιοβασιλέµατα στο Αλκαζάρ, δίπλα στο ποτάµι. Θυµάσαι που περπατούσαµε στην βόλτα του νυφοπάζαρου παρέα. Ακούγαµε χιλιάδες πουλιά να τιτιβίζουν µαζεµένα στα φυλλώµατα. Κούρνιαζαν ανάµεσα στις λεύκες, τις ιτιές και τα πλατάνια και από τα µεγάφωνα του κέντρου ακούγονταν το τραγούδι του Χιώτη µε την Μαίρη Λίντα στο ραδιόφωνο που έπαιζε τα «ηλιοβασιλέµατα». Και άρχισε πάλι να τραγουδά κρατώντας το τέµπο µε την κιθάρα. Εγώ πάλι κρατούσα σεκόντο. Η Αµαλία φώναξε επιτακτικά και δυνατά από µέσα. Θα ετοιµάσω να φάµε όλοι µαζί. Ύστερα θα ξεπροβοδίσουµε την κυρά Ανάστα στον σταθµό. Βγαίνοντας στην αυλή είπε σε εµένα. Τι νοµίζεις βρε, θα σε αφήναµε να την πας µόνο σου; Αφήστε τα ηλιοβασιλέµατα τώρα, πρωί είναι ακόµα. Θα τραγουδήσουµε όλοι µαζί πηγαίνοντας στον σταθµό, εκεί θα πάρουµε τον καφέ µας. Εγώ κι ο Γιώργος συνεχίσαµε να τραγουδάµε το φτωχό κοµπολογάκι. Πλησίαζε η ώρα µία όταν η Αµαλία µας ανήγγειλε πως το τραπέζι είναι στρωµένο και θα πρέπει να πάρουµε τις θέσεις µας. Περάσαµε όλοι στην τραπεζαρία και καθίσαµε γύρω από το στρωµένο τραπέζι. Είπαµε πολλά, γελάσαµε. Μετά το φαγητό η Αµαλία κι η Μάνα µάζεψαν τα πιάτα στον νεροχύτη. Στις τρεισήµισι η ώρα ήµασταν όλοι έτοιµοι για να βγούµε στην στάση του λεωφορείου. Τελικά πέρασε κάποιο ταξί και µας πήρε όλους µέσα. Τέσσερις ενήλικες και τα κοριτσάκια, ο παππούς δεν ακολούθησε. Φτάσαµε στον σταθµό Λαρίσης δύο ώρες νωρίτερα. Απέναντι από τον σταθµό υπήρχε ένα υπερυψωµένο παρτέρι που πάνω του κάποιος είχε στήσει ένα ταβερνάκι λαϊκό. Σερβίριζε τα πάντα, καφέ, ποτά, αναψυκτικά και φυσικά φαγητό. Καθίσαµε στο µαγαζί και παραγγείλαµε αναψυκτικά για τα παιδιά και καφέδες για µας. 153


Εγώ πετάχτηκα µέχρι τα εκδοτήρια εισιτηρίων στο σταθµό για να τακτοποιήσω το ταξίδι της Μάνας. Τέτοιες στιγµές νοµίζεις πως ο χρόνος είναι αµείλικτα βιαστικός, τρέχει µε ταχύτητα. Γύρισα πίσω τρέχοντας, ίσα που πρόλαβα να πιούµε τον καφέ µας. Και πάλι όλοι µαζί για τον σταθµό. Περάσαµε στον χώρο των αναχωρήσεων να ξεπροβοδήσουµε την µάνα. Το τρένο αναχώρησε ακριβώς έξη η ώρα. Την Μάνα την ανέβασα στο κουπέ, στην θέση της µε παράθυρο. Την βαλίτσα πάνω στο πλεκτό ράφι. Μετά από όλες τις διαδικασίες αναχώρησης το τρένο άρχισε να γλιστρά πάνω στις ράγες. Όταν χάθηκε από τον οπτικό µας ορίζοντα τότε κοιταχτήκαµε µεταξύ µας οι υπόλοιποι. Ο Γιώργος γύρισε και µου είπε. Άντε ρε γάιδαρε, κοίτα να εξαφανιστείς πάλι. Είσαι µόνος και είµαστε πολύ. Εσύ ξέρεις που θα µας βρεις, εµείς σε χάνουµε. Ρίξε λοιπόν καµιά βόλτα όποτε µπορείς. Εντάξει ρε Γιώργη, ευχαριστώ για όλα, θα ’ρθω να τα ξαναπούµε. Έτσι χωρίσαµε. Χρώµατα κι αρώµατα Καθόµουν στο ουζερί του Μιλτιάδη στην πλατεία στο κοινοτικό κτίσµα. Φτιάξε µου ένα ούζο να ξεδιψάσω κυρ Μιλτιάδη, είπα. Τέτοιες κάψες δεν σβήνουν µε τα ούζα, ανάβουν περισσότερο, µου απάντησε. Όµως το ούζο µου το ’φερε και γρήγορα µάλιστα. Κάθισε δίπλα µου. ∆εν υπάρχουν άλλου είδους κάψες, είπα. Μόνον υποχρεώσεις προς το παρόν. Και ποιος δεν έχει υποχρεώσεις βρε αγόρι µου. Εσείς είστε καλά παιδιά και πολύ καλά µαστοράκια θα τα καταφέρεται. Ήθελα µε την ευκαιρία να ρωτήσω κάτι, γι’ αυτό κάθισα κοντά σου. Ελεύθερα και ότι θέλεις, απάντησα. Βλέπεις το εσωτερικό του µαγαζιού; Όλοι οι τοίχοι είναι ξεφλουδισµένοι. Από το κακό τους, είπα γελώντας. Πάψε βρε, µην κοροϊδεύεις τον καηµό µου. Και γιατί έχεις καηµό κυρ Μίλτο; Άσε µε, το βλέπω και καίγεται η ψυχή µου. Πιάνει καλοκαιράκι, θα ’ρθει κόσµος, όλοι θα το βλέπουν και θα νοµίζουν πως θα βρουν κατσαρίδες στο πιάτο τους. Πάντως είναι πράγµα που διορθώνεται του είπα. ∆εν είναι ανάγκη να στεναχωριέσαι. Θα διαθέσεις κάποια χρήµατα και θα κάνεις την δουλειά σου, µην σκας. Για προχώρα το, γιατί νοµίζω πως σε έπιασα, µου είπε ο Μιλτιάδης. Θα φωνάξεις αυτόν που θέλεις και γνωρίζεις και θα του πεις να σου το ξαναφτιάξει. Άκου λοιπόν γιατί ξεκίνησα να σου πω τον πόνο µου. Χρόνια τώρα φώναζα τον Αρτέµη και µου το πασάλειβε. ∆εν βαριέσαι ότι µπορούσε έκανε ο άνθρωπος. Παράπονο δεν έχω. Ήξερα πως δεν είναι µάστορας. Τώρα γέρασε ο δόλιος, δεν καλοβλέπει, άστα. Είδα λοιπόν εσάς που φτιάξατε το κοµµωτήριο και κατάλαβα πως είστε της δουλειάς. Λέω λοιπόν πως είναι ντροπή να το βλέπει ο κόσµος έτσι. Να το φτιάξουµε λίγο, να το καλοπίσουµε. Είναι και στο κέντρο της πλατείας, η µόστρα του χωριού. Θα ’θελα να αναλάβετε εσείς αυτήν την δουλειά αν γίνεται. Μόνο να µου πεις τι περίπου θα µου στοιχίσει. Θα ’ρθετε µε τον κολλητό σου, όσα κάνει η δουλειά σας θα τα πάρετε. Άκου να σου πω. Για να το αναλάβουµε πρόβληµα δεν υπάρχει. Το µόνο, µη στεναχωρήσουµε τον Αρτέµη που το έφτιαχνε τόσα χρόνια. Α,α, σε παρακαλώ! Αυτό άστο σε µένα. Είπαµε ο άνθρωπος γέρασε. Μέχρι τώρα ότι µπορούσε έκανε, µην ασχολήσε µε αυτό. Τότε εντάξει, από αύριο αν δεν έχεις αντίρρηση. Θα το κουβεντιάσω µε τον Κώστα σήµερα. Το βράδυ στου Ευθυµιάδη µιλήσαµε µε τον Κώστα. Πάµε µέχρι του 154


Μιλτιάδη, είπα. Στον δρόµο του εξήγησα την δουλειά εν ολίγοις. Μόλις πατήσαµε το πόδι µας στο µαγαζί του Μιλτιάδη, ο Κώστα του είπε. Εντάξει. Τι εντάξει, ρώτησε ο Μίλτος. Θα το φτιάξουµε. Ωραία, και πόσο θα κοστίσει, βγάλατε την µαυροµίτα; Όσα συµφωνήσατε µε τον Όθωνα. Μα δεν συµφωνήσαµε για λεφτά! Περιµένω να συνεννοηθείτε και να µου πείτε. Καλά δεν συµφωνήσατε πόσα χρήµατα; Όχι βρε Κώστα, δεν κουβεντιάσαµε τιµή. Αφού δεν είπαµε τίποτα µαζί τι να του ’λεγα του ανθρώπου. Απλός είπα πως µπορούµε να το αναλάβουµε. Τώρα που είσαι και εσύ εδώ πες πως το βλέπεις. Εγώ δεν ξέρω από τιµές, είπε ο Κώστας, κανόνισέ τα εσύ αυτά, ξέρεις καλύτερα. Εγώ δουλειά θέλω, ότι αποφασίσετε είµαι σύµφωνος, είπε και κάθισε σε µια καρέκλα. Κάθισα κι εγώ δίπλα. Ξεράδια ξέρω του είπα. Άκου πως το σκέφτοµαι. Μετά το κοµµωτήριο είναι η πρώτη δουλειά που µας πέφτει. Θα έρθουν κι άλλες σίγουρα. Αυτό δείχνει πως λειτούργησε διαφηµιστικά η προσφορά µας. Εποµένως θα ’λεγα να µην δώσουµε αφορµή να ακουστεί στον κόσµο πως είµαστε καλά µαστόρια αλλά πολύ ακριβοί. Θα δουλέψουµε λίγο συγκαταβατικά τώρα στην αρχή. Μετά θα ’ρθουν κει τα λεφτά, σιγά-σιγά. Ο Κώστας µε κοίταξε και είπε. Ωραία τα λες, γι’ αυτό είπα κανόνισέ τα, εσύ ξέρεις καλύτερα. Συµφωνώ, ότι πεις και αντίρρηση δεν έχω. Μόνο κανόνισε για υλικά και τι θα κάνουµε για µερικά εργαλεία που θα χρειαστούµε.Μια σκάλα, ένα καβαλέτο, πινέλα, κυλίνδρους, σπάτουλες, ξέρεις εσύ. Άκου Κώστα, µην περιµένεις να τα πάρουµε όλα τώρα. Θα πάρουµε τα απαραίτητα για να κάνουµε την δουλειά µας. Τα άλλα θα τα συµπληρώσουµε προοδευτικά. Άσε να µας περισσέψει κανένα φράγκο, έχουµε και οικονοµικές ανάγκες. ∆εν έχουµε πρόβληµα να αρχίσουµε και αύριο, χαµηλοτάβανο είναι. ∆εν χρειαζόµαστε σκάλα για αυτό το µαγαζί. Ο Κώστας συµφώνησε. Φωνάξαµε τον Μίλτο. Αύριο θα αρχίσουµε αν συµφωνείς. Κανένα πρόβληµα, µόνο αν µπορείτε να µου πείτε τι λεφτά θα χρειαστούν. Ότι έδινες του αλλουνού, είπα. Γύρω εκεί θα τα βρούµε. Άκου να σου πω. Θα µου το φτιάξετε καλό και δεν θα σας αφήσω έτσι εγώ. Άσε τι έδινα του µάστρο Αρτέµη, εσάς θα σας δώσω περισσότερα. Ξέρω από δουλειές και µεροκάµατα. Έλα να πάρεις τρεις χιλιάδες να αρχίσετε αύριο. Τα άλλα θα τα βρούµε. ∆εν θα σας αδικήσω. Φτιάξτε το καλό όπως το κοµµωτήριο και τα λέµε. Μπορεί να γίνει και καλύτερο κυρ Μίλτο, γιατί δηλαδή. Αυτό άστο σε µας, είπε ο Κώστας. Φτάνουν τα λεφτά που σας έδωσα για προκαταβολή; Πολλά είναι θα τα ξαναπούµε. Το πρωί ψωνίσαµε από την Ερυθραία όλα τα υλικά και ξεκινήσαµε για δουλειά. Αρχίσαµε ξυσίµατα στους τοίχους. Γέµισε ο κόσµος σκόνη και ψιλά-ψιλά φλουδάκια, χρώµατα σαθρά. Τα καθαρίσαµε όλα καλάκαλά. Τα σπατουλάραµε όλα τα ντουβάρια για να καλυφθεί κάθε ανωµαλία. Τελειώσαµε κάθε προεργασία και µετά αρχίσαµε να βάφουµε. Το µαγαζί είχε γύρω του ανοίγµατα και τζαµαρία. Φωτιζόταν από όλες τις πλευρές. Για τον λόγο αυτόν φτιάξαµε χρωµατισµούς τέτοιους που να τονίζουν τους χώρους. Πάντοτε προσέχουµε ιδιαίτερα τους εξωτερικούς χώρους µε πολυχρωµία σε τοίχους και σιδεριές. Τα παράθυρα είχαν σχήµα ροµβοειδές. Τελειώσαµε όλη την δουλειά µέσα σε µια βδοµάδα. Ο Μιλτιάδης µε την γυναίκα του καθόταν χαζεύοντας απέναντι και το καµάρωναν. Πλυθήκαµε, συγυριστήκαµε, µαζέψαµε χρώµατα και εργαλεία, είµαστε έτοιµοι για να φύγουµε. Ο Μιλτιάδης ήρθε κοντά, φώναξε και την γυναίκα του. Φανή έλα σιάξε έναν καλό µεζέ να ξεκουράσουµε τα παιδιά µε καµιά µπύρα, έτσι για τα 155


καλωσορίσµατα. Φέρε κρασάκι βρε Μίλτο, άσε την µπύρα Φιξ. Αφού υπάρχει κρασάκι καλό. Ότι θέλουν τα µαστόρια, γεια στα χέρια σας. Να µου πείτε τι κάνει να σας δώσω ακόµα. Μιλτιάδη σου είπα και στην αρχή, ότι έδινες θα δώσεις. ∆εν θα τα χαλάσουµε για τα λεφτά. Μην περιµένεις από µας άλλη τιµή. Εµάς µας ενδιαφέρει να είσαι ευχαριστηµένος από την συνεργασία µας. Α,α, δηλαδή µου κάνετε δώρο; Ευχαριστώ πολύ παιδιά. Χαλάλι σου, είπε ο Κώστας. Έφερε ο Μιλτιάδης το κρασί, µια σκοταριά αρνίσια που τηγάνισε η κυρά Φανή, µια καλή σαλάτα και τυρί φέτα. Φέρε και ένα ποτήρι δικό σου να κεράσουµε κι εµείς από τα κερασµένα. Ήρθε στο τραπέζι µας ο Μίλτος µε το καθαρό ποτήρι στο χέρι. Γουστάρουµε και την παρέα σου, κακό είναι; Τρώγαµε, πίναµε και κουβεντιάζαµε διάφορα. Όταν τέλειωσε το φαγοπότι σηκωθήκαµε να φύγουµε µε τον Κώστα. Που πάτε ρεε, φώναξε ο Μίλτος. Τα λεφτά; Σου είπα να κανονίσεις εσύ, είπα πάλι. Ότι έδινες. Έλα να σου πω, όποτε το έφτιαχνε ήταν προχειροδουλειά, δεν το ’φτιαχνε έτσι, το δες και µόνος σου. Εσένα σου ’δωσα τρεις χιλιάδες για τα υλικά. Πάρε και άλλες πέντε. Αν νοµίζεις πως είναι λίγα πες µου το. Εγώ από την δουλειά σας είµαι πολύ ευχαριστηµένος. Το ίδιο θέλω να είστε και εσείς ευχαριστηµένοι από την συναλλαγή µας και την αµοιβή. Είναι πολλά τα λεφτά Μιλτιάδη. Όχι, απάντησε, αυτά σας τα δίνω µε την καρδιά µου. Τα αξίζετε, χαλάλι σας και σας ευχαριστώ πολύ. Εµείς ευχαριστούµε, είπα, και ξεκινήσαµε να φύγουµε. Βγαίνοντας έξω στην αυλή µας πρόλαβε η κυρά Φανή. Με πλησίασε και µου ’βαλε στην τσέπη άλλες δύο χιλιάδες. Να πιείτε κάτι και από µένα. Τι κάνεις κυρά Φανή, φώναξα. Τώρα µας κεράσατε εδώ µέσα. Εµείς πληρωθήκαµε καλά από τον κυρ Μιλτιάδη. Πάρτα µην την προσβάλεις, φώναξε ο Μιλτιάδης γελώντας από την πόρτα που παρατηρούσε την όλη σκηνή. Είναι πολύ ευχαριστηµένη µαζί σας. Μην την κακοκαρδίσεις, χαλάλι σας. Ευχαριστούµε πολύ, τι άλλο να πω. Μην πεις τίποτα, δεν χρειάζεται, είπε η κυρά Φανή. Να πάτε τώρα να ξεκουραστείτε. Στον δρόµο έδωσα τα µισά του Κώστα. Πολλά του πήραµε, µου είπε. Του τα πήραµε; Μας τα έδωσε ο ίδιος και η κυρά Φανή που έτρεξε πίσω µας. ∆εν είδες; Ναι, για σκέψου, αν ήµασταν σε κάποιο συνεργείο σε µια βδοµάδα δουλειά θα παίρναµε από εξακόσιες δραχµές. Τώρα πήραµε από τρεις χιλιάδες. Ξεχνάς όµως πως δουλεύουµε χωρίς ασφάλιση. Έτσι λειτουργεί το σύστηµα, τι να κάνουµε. Αµέσως µετά µας φώναξε ο Ευθυµιάδης. Άκου, µου είπε, αυτό το µαγαζί είναι παλιό. Θέλω να το γκρεµίσω και να φτιάξω κάτι σύγχρονο και καλό, µε µπετά και χτισίµατα σύγχρονα. Ξέρω πως ότι κάνω τώρα είναι µπάλωµα. Παλιό κτίσµα βλέπεις. Κάποια έκτακτα έξοδα µε αναγκάζουν αυτή την δουλειά να την αναβάλω για αργότερα. ∆εν ξέρω πόσο. Ένα χρόνο, δύο χρόνια; Λέω όµως πως δεν θα πρέπει να µείνει έτσι ως τότε. Πρέπει κάτι να κάνουµε, για την καθαριότητα. Θέλω να µου πεις τι µπορεί να γίνει µέσα έξω για να καλύψουµε το διάστηµα µέχρι να γκρεµιστεί. Όλα γίνονται µπαρµπα-Ευθύµη, είπα. Μπορεί να γίνει και καλύτερο από του Μιλτιάδη. Αυτό είναι παλιό κλασικό ψηλοτάβανο µαγαζί. Έχει ψιλά παράθυρα µε πόρτες βυζαντινές και φεγγίτες, κεραµοσκεπή µε βυζαντινό κεραµίδι. Μην µε σκανταλίζεις τώρα! Του Μιλτιάδη έγινε κούκλα, και µου πέταξε το ποντιακό. «Για ας τερόσε ντο θα φτας.» Για να σε δω τι δουλειά θα κάνεις.

156


Θα µου πεις άµα το δεις καλά-καλά και τι λεφτά θα χρειαστούν. Άκου µπαρµπα-Ευθύµη. Όλες οι δουλειές δεν γίνονται µόνον µε τα λεφτά, θέλουν και µεράκι και το µεράκι βγαίνει µέσα από την ψυχή του µάστορα. Γιαυτό µπορούµε και λέµε ύστερα, αυτή η δουλειά είναι καλή, η άλλη είναι καλύτερη, ή ότι είναι σκάρτη. Άσε λοιπόν να στο σιάξουµε µε τον Κώστα και καθόλου µην τροµάζεις δεν θα σου πάρουµε την ψυχή. Του πέταξε κι εγώ το ποντιακό. «Ξαι µη χπαράεσαι. Το ψόπος κι θα πέροµαι, παρόπα α δεις µας.» Φώναξα τον Κώστα και συνεννοηθήκαµε. Σε δύο µέρες βάλαµε µπρος την δουλειά. Βρήκαµε ξύλα, κολώνες, µαδέρια και τάβλες. Στήσαµε µια ψιλή σκαλωσιά, γαϊδάρα, να µεταφέρεται δεξιά-αριστερά, πάνω-κάτω. Το µαγαζί ψηλοτάβανο, εξάρι στο ύψος. Τα κουφώµατα µεγάλα, ψιλά και λίγο σκαλιστά. Έπεσε πολύ δουλειά, γιατί σαν εστιατόριο είχε πάρα πολύ κάπνα από νικοτίνες και τσίκνα. Η σάλα είχε µέσα κάθε βράδυ εκατό ανθρώπους καπνίζοντες αρειµανιός. Τα ντουβάρια πότισαν νικοτίνη. Έτσι τα ξύσαµε όλα και τα ασταρώσαµε για να καθαρίσουν καλά. Τελικά τα καταφέραµε, το φτιάξαµε µέσα-έξω τζάµι. Ειδικά την κουζίνα µε τα τηγάνια και τα λίπη την καθαρίσαµε όλη. Οι δύο εξαεριστήρες από το λίπος που µάζεψαν τα ρουλεµάν δεν λειτουργούσαν, φράκαραν. Τους ξεπλύναµε µε βενζίνη καλά και τους κάναµε να λειτουργήσουν. Όταν τους αναγγείλαµε πως τελειώσαµε, µου είπε στα ποντιακά. «Αρ ατόρα θύκον το σερόπος σην καρδίας και πέιµε ντο δίω σας.» Τώρα βάλε το χέρι στην καρδιά και πες µου τι θα δώσω. Απάντησα κι εγώ ποντιακά. «Ξαν εχπαράες; Να υλή εσέν.» Πάλι τρόµαξες;Αλίµονο σε σένα. Πόσα, ρώτησε. Για δώσε το τεµπεσίρη, είπα. Τι θα το κάνεις; Το χρειάζοµαι, θέλω να δω κάτι. Μου το έδωσε, άνοιξα γρήγορα και ξεφύλλισα τις σελίδες. Έψαχνα να βρω τα ονόµατα Αποστόλης, Αντώνης, Κώστας, Στέργιος, Όθωνας. Ο γιος του ο Μάκης κατάλαβε τις προθέσεις µου και µου είπε. Τι θέλεις να βρεις, δως µου εµένα να σε βοηθήσω, θα τα βρω γρήγορα. Του ’δωσα το τετράδιο και είπα. Βρες τι χρωστάµε εµείς οι πέντε. Ο Μάκης βρήκε αµέσως, έκανε σούµα και είπε, όλα µαζί είναι δεκαέξι χιλιάδες. Γύρισα στον µπαρµπα-Ευθύµη. Μου έδωσες και πέντε χιλιάδες για τα υλικά. Τα σβήνουµε όλα και πατσίζουµε; Ο µπαρµπα Ευθύµης µε κοίταξε καλά-καλά. Θα πλερώσεις εσύ το χρέος των αλλονών; Όταν ήρθαµε, είπα, πλέρωναν αυτοί για µας, δανεικά είναι αυτά. Ναι βρε παιδί µου δεν λέω, όµως είναι πολλά τα λεφτά. Όχι για µένα. Για σας. Εσύ κι ο Κώστας στην ξενιτιά είστε. Ο Μάκης µου φώναξε. Αφού θέλεις σκίσε τα φύλλα. Μου έδωσε το τεµπεσίρι. Σκίστα µόνος σου. Ο πατέρας του αντέδρασε. Κάτσε βρε παιδί µου ας το κουβεντιάσουµε. Ο παιδάς εν τεµέτερων.∆ικό µας παιδί είναι. Ο Μάκης ξανά. Σκίστα σου είπα µόνος σου, χαλάλι σας. Είσαι πολύ καλός φίλος, λεβέντης. Είµαι περήφανος που είσαι πόντιος και σε γνώρισα. Μα, είπε ο µπαρµπα-Eυθύµης, άσε να δω κι εγώ πόσα είναι τα λεφτά. Τι σε νοιάζει εσένα πατέρα; Αυτοί φίλοι είναι, θα τα βρουν µεταξύ τους. Έτσι κι αλλιώς πελάτες του µαγαζιού είναι, δικά τους είναι τα λεφτά, χαλάλι τους. Ο µπαρµπα-Ευθύµης είπε. Είχα σκοπό να το γκρεµίσω. Τώρα όπως το φτιάξατε θα περάσουµε το λιγότερο πάνω από πενταετία, χαλάλι σας. Όµως πολλά τα λεφτά που χάρισες στους άλλους. ∆εν λέω φίλοι είστε. Όµως στην ξενιτιά δουλεύετε. Σου είπε ο Μάκης Ευθύµιε, φίλοι είναι θα τα βρουν µεταξύ τους, πρόσθεσε ο γαµπρός του ο Κοσµάς. Εγώ ένιωσα την 157


ανάγκη να προσθέσω πως όταν πρωτόρθαµε, όλα τα παιδιά, ο Αποστόλης, ο Αντώνης, ο Στέργιος, µας αγκάλιασαν ζεστά µέσα στην καρδιά του χειµώνα. Θυµάσαι µπαρµπα-Θύµιο; Σου είπαν ότι ζηµιά κάνουν τα παιδιά στο µαγαζί εµείς θα την χρεωθούµε. Ναι βρε παιδί µου δεν λέω. Όµως δεν χρειάστηκε, γιατί εσείς πιάσατε δουλειά αµέσως, δεν επιβαρύνατε κανέναν. Όµως τι να πω τώρα, εσείς ξέρετε, και πρόσθεσε σιγά, πολλά τα λεφτά. Ήταν πράγµατι πολλά τα λεφτά, σχεδόν έξι µισθοί δηµοσίου υπαλλήλου. Ο Ευθυµιάδης ερµήνευε την δική του εποχή και τις δικές του ανασφάλειες. Πρόσφυγας από τον Ρωσικό πόντο, κυνηγηµένος, µε υποχρεώσεις. Θεωρούσε µεγάλη πολυτέλεια και υπέρµετρη θυσία µια τέτοια χειρονοµία. Ο Κώστας όση ώρα γινόταν αυτή η κουβέντα δεν έβγαλε άχνα. Μεγάλο µου σφάλµα που δεν τον ρώτησα για τις διαθέσεις του. ∆εν έλαβα υπόψη µου πως µπορεί να διαφωνούσε µε την τακτική µου. Λειτούργησα εντελώς αυθαίρετα. Πίστευα πως θα είχε την ίδια γνώµη. Γεγονός είναι πως στο τέλος δέχθηκε δίχως την παραµικρή διαµαρτυρία ότι αποφάσισα, χωρίς ποτέ να κάνει κάποιον υπαινιγµό. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε αντικείµενο σχολιασµού για πολλές µέρες µέσα στον συνοικισµό µε ποικιλότροπες εκδοχές. Σε πολλούς φάνηκε παράξενο. Μια τέτοια ενέργεια µέσα σε φτωχά και δίσεκτα χρόνια. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο κόσµος σκεπτόταν µε το συναίσθηµα, το µυαλό και την καρδιά και όχι µε τα µάτια, το στοµάχι και την τσέπη του. Είναι τώρα κάποιες δεκαετίες που ο άνθρωπος προσάρµοσε την σκέψη του σύµφωνα µε το «δικό µου» και νοµίζει πως η ιδιοκτησία του είναι το κέντρο του κόσµου. Κάθοδος στην Αθήνα Ο Κώστας αυτή την εποχή είναι ξετρελαµένος µε την Πόπη. Έχει χαθεί για κάποιο διάστηµα. ∆εν µπορώ να εκτιµήσω αν υπάρχουν περιθώρια συµµετοχής του σε δουλειά που πιθανών θα προκύψει. Και όπως το φαντάστηκα, έτσι εξελίχθηκε το µέλλον. Με έστειλε ο Κώστας Μπακάλης να συναντήσω έναν πελάτη του δικηγόρο. Είχε στην Εκάλη κάποιο σπίτι υπό προέκταση και γενική επισκευή. Θέλησε από µικρό εξοχικό να το µετατρέψει σε µεγάλη βίλα. Πρόσθεσε δύο δωµάτια, µεγάλωσε το σαλόνι και το στόλισε µε λειτουργικό τζάκι. Μεγάλωσε την κουζίνα και την ενσωµάτωσε στην τραπεζαρία. Πρόσθεσε δίπλα στο λουτρό µία ακόµα τουαλέτα. Κοντολογίς έφτιαξε µια έπαυλη αρκετά φιλόδοξη για την εποχή. Αυτό το οίκηµα ήθελε να το διακοσµήσει και να το βάψει. Κλείσαµε µια συνάντηση και συµφωνήσαµε να αναλάβω την επισκευή. Έπρεπε να συνεννοηθώ µε τον Κώστα για να ξέρω αν θα είναι διαθέσιµος να δουλέψουµε µαζί. Μου απάντησε αρνητικά. Κανόνισέ την µόνος σου αν µπορείς την δουλειά. Εγώ αυτή την περίοδο δεν µπορώ να σε ακολουθήσω. ∆εν θέλησε να µου αποκαλύψει περισσότερα για τους λόγους. Μάλλον είναι επιφυλακτικός γιατί λογάριαζε πως εγώ θα το συζητούσα µε τον Λαϊκαµόρε. ∆εν αποφάσισε να το κοινοποιήσει ακόµα το δράµα που περνούσε ως ερωτευµένος. Μέσα από αυτήν την κουβέντα κατάλαβα αργότερα πως την Πόπη την πίεζε η µητέρα της να δεχθεί κάποιο προξενιό. Ένας υποψήφιος γαµπρός µόνιµος του πολεµικού ναυτικού την 158


ζητούσε σε αρραβώνα µε σκοπό τον σύντοµο γάµο. Αφού στρίµωξαν την Πόπη στριµώχτηκε και ο Κώστας. Καθηµερινά ανεβοκατέβαινε στην Αθήνα. Είχε αδυνατίσει. ∆εν δούλευε τακτικά. Περνούσε µαύρες µέρες µε αφραγκίες και ατσιγαριές και δεν έλεγε κουβέντα σε κανέναν. Ούτε ζήτησε την συνδροµή κανενός. Έβραζε κυριολεκτικά στο ζουµί του. Επιτέλους βρήκε δουλειά σε κάποιο συνεργείο στην Κυψέλη. Εγώ έµεινα µόνος να ανεβοκατεβαίνω άγιο Στέφανο – Εκάλη. Σιγά, σιγά την τέλειωσα την δουλειά. Ο δικηγόρος έµεινε ικανοποιηµένος από την συνεργασία µας. Μου πρότεινε να κατέβω στο Κολωνάκι στην Αθήνα. Ξενοικιάστηκε ένα πεντάρι διαµέρισµα. Θα το φρεσκάρουµε για να ξανανοικιαστεί. Στα φρεσκαρίσµατα όταν τα διαµερίσµατα δεν έχουν τραύµατα από υγρασίες, όπως σκασίµατα και σαθρούς τοίχους, τότε η δουλειά είναι εύκολη. Κατέβηκα στο µεγάλο χωριό τέλη Ιούνη. Η όλη κινητικότητα της δουλειάς µου απέφερε κάποιες δυνατότητες οικονοµικής άνεσης. Καταρχήν µπόρεσα να στείλω κάποιο σεβαστό ποσό χρηµάτων στην Μάνα και την µικρή µου ανιψιά. Ακόµα οι ανάγκες του σπιτιού πολλές γιατί υπήρχαν ελλείψεις. Το πήγαινε-έλα στην Αθήνα µου άνοιξε την όρεξη να κατέβω µόνιµα. Άρχισα να σκέφτοµαι και να µεθοδεύω την µόνιµη πια κάθοδο. Φτάνει η αποµόνωση και το ξέκοµα από την πιάτσα. Μου λείπει πάρα πολύ και η συνδικαλιστική δράση. Έχασα προς το παρόν κάθε επαφή µε την νεολαία της Ε∆Α. Μόνο την Αυγή διαβάζω όποτε την βρω, γιατί είναι πολύ δύσκολο να την βρει κανείς στα περίπτερα και στα ψιλικατζίδικα της περιφέρειας. Στον άγιο Στέφανο δεν προλάβαινες να την αγοράσεις. Ολόκληρος ο συνοικισµός έχει µόνο δύο περίπτερα. Αυγή αφήνει το πρακτορείο από µία στο καθένα. Όποιος προλάβει θα την πάρει. Ρώτησα µια µέρα την Βαρβάρα. Γιατί δεν φέρνεται περισσότερες εφηµερίδες της Αυγής; Η Βαρβάρα µέσα στην γενική άγνοια και την αφέλειά της µε ρώτησε. Γιατί θέλεις την Αυγή, κοµµουνιστής είσαι; Βαρβάρα την Αυγή δεν την διαβάζουν µόνο οι κοµµουνιστές. Άντε καλέ, εµένα ο πατέρας µου είπε πως την αγοράζουν όσοι είναι κοµµουνιστές. Ο πατέρας σου πως το ξέρει; Του το ’πε ο νωµατάρχης της χωροφυλακής. Ναι όµως εσείς που έχετε το περίπτερο και πουλάτε εφηµερίδες πρέπει να έχετε από όλες. Αυγή φέρνετε µια εφηµερίδα. Από τις άλλες έχετε πολλές. Γιατί δεν φέρνετε λίγες εφηµερίδες Αυγή παραπάνω; Γιατί δεν µας δίνει περισσότερες ο διανοµέας του πρακτορείου. Όταν κάνει διανοµή αυτός αποφασίζει πόσα θα αφήσει από την κάθε εφηµερίδα. Βαρβάρα, πάλι δεν µου λες γιατί δεν σας αφήνει λίγα φύλα παραπάνω. Γιατί δεν θέλει να παίρνει επιστροφές. Βαριέται να γράφει και να σβήνει, λέει. Να χρεώνει και να ξεχρεώνει. Τι λες βρε Βαρβάρα, εδώ παρακολουθώ και βλέπω κάθε µέρα Ακρόπολη, Απογευµατινή, Καθηµερινή, Βραδυνή και άλλες, πάντα έχει επιστροφές από δέκα ως είκοσι εφηµερίδες της κάθε µίας. Για δυο-τρεις από την Αυγή τον πειράζει να πάρει επιστροφή; Ναι όµως από αυτές πουλάµε και δεκα,είκοσι την ηµέρα. Αυγή αφήνει µία και πολλές φορές την παίρνει πίσω, δεν αγοράζει κανένας. Βρε Βαρβάρα, έτσι είναι. Όταν έρθει κάποιος δυο-τρεις φορές και ζητήσει µια εφηµερίδα και δεν την βρει, στο τέλος θα πάψει να την ζητάει. Ή θα αγοράσει µια άλλη, ή θα ψάξει αλλού να την βρει. Κατάλαβες πως λειτουργεί το σύστηµα. Τι καθόµουν και έλεγα στο κοριτσάκι, σκέφτηκα. Αυτοί την είχαν στήσει καλά την µηχανή. Ανάγκαζαν τους περιπτεράδες να µην έχουν Αυγή. Οι πιο πολλοί στο τέλος θα πάρουν κάποια άλλη εφηµερίδα. Όλα µέσα στην δύναµη 159


της συνήθειας. Στο τέλος εισέπραξα από την Βαρβάρα ένα : Ουφ, µε έπρηξες. Καλά κατάλαβα πως είσαι κοµµουνιστής, είπε αγανακτισµένη. Κακό είναι βρε Βαρβάρα να είναι κάποιος κοµµουνιστής. Ξέρω κι εγώ, ρώτα τον χωροφύλακα, είπε και µου έδειξε το όργανο της τάξης που κατηφόριζε προς την πλατεία. Καλά είπα, τώρα φεύγω µια άλλη φορά. Αυτή ήταν η κατάσταση µε την «ελεύθερη» διακίνηση του τύπου. Όλα αυτά τα καταγγείλαµε στην διεύθυνση της Αυγής. Έτρεχαν οι δηµοσιογράφοι, µάλωναν µε τους διανοµείς των εφηµερίδων. Στην βουλή οι βουλευτές της Ε∆Α έθεταν απανωτές επερωτήσεις για την εφαρµογή του νόµου περί ελεύθερης διακίνησης του τύπου. Όλες οι αρµόδιες υπηρεσίες έπαιζαν θέατρο στο πρόβληµα. Στην κάθε περίπτωση παρίσταναν τους κουφούς. Ξανάσµιξα µε τον Κώστα όταν ένας φίλος από το Μπογιάτι, κηπουρός στο επάγγελµα, µου είπε. ∆ουλεύω σε µεγαλόσπιτα που διατηρούν µεγάλους κήπους. Τους καλοπίζω, φυτεύω, σκαλίζω, κλαδεύω, κουρεύω, όλες τις δουλειές. Κάποιος µε ρώτησε αν γνωρίζω µαστόρους ελαιοχρωµατιστές. Θέλει να βάψει το σπίτι του. Οι ιδιοκτήτες είναι συγγενείς της µεγάλης ηθοποιού Έλλης Λαµπέτη. Μεγάλοι άνθρωποι και φιλάσθενοι, ιδιαίτερα η γυναίκα του. Έχει σοβαρά προβλήµατα υγείας. Ο άντρας της έχει µαγαζί κοντά στην Ασωµάτων στο Θησείο, Σιδερικά-χρώµατα και είδη θαλάσσης. Πάµε µια µέρα µαζί, να ναι πρωί µόνο. Θα δεις που είναι και θα κουβεντιάσετε. Αν συµφωνήσετε και πάτε να το φτιάξετε να τους προσέξετε λίγο. Θέλουν κάποια ιδιαίτερη προσοχή. Σου είπα µεγάλοι άνθρωποι. Μην τους κουράσετε. Για αυτούς η ταλαιπωρία είναι µαρτύριο. ∆ώσαµε ραντεβού το πρωί και πήγα µαζί του. Είδα το σπίτι, κλασικό φρεσκάρισµα µε λίγες επιβαρύνσεις σε τοίχους και κουφώµατα. Όµως το σπίτι µεγάλο και φορτωµένο µέσα πράγµατα. Η ιδιοµορφία των ιδιοκτητών απαιτούσε απαραιτήτως να είναι δυο µαστόροι στην δουλειά. Για να µπορούµε να µετακινούµε τα πράγµατα δίχως να ενοχλούµε τους ιδιοκτήτες. Παράλληλα να µην τραβήξει σε µάκρος η δουλειά. Συναντήθηκα µε τον ιδιοκτήτη ο οποίος γνώριζε από το αντικείµενο µιας και είχε σχέση µε χρώµατα. Έτσι δεν υπήρξε καµία δυσκολία να συµφωνήσουµε. Έπρεπε επειγόντως να βρω τον Κώστα. Τώρα θέλω άµεση βοήθεια πάση θυσία. Ανταµώσαµε το βράδυ στου Ευθυµιάδη. Θέλω βοήθεια του είπα. Κι εγώ θέλω δουλειά. Έµεινα ταπί από λεφτά, θα έρθω να δουλέψουµε. Έλα θα την φτιάξουµε µαζί για να κονοµήσεις. Εντάξει µου είπε. Όµως να έχεις υπόψη σου πως όταν τελειώσουµε την δουλειά θα ξανακατέβω στην Αθήνα. Αν σου τύχει άλλη δουλειά µην υπολογίσεις σε µένα. Έχω προβλήµατα και δυσκολίες µε την Πόπη και την δουλειά. Η Αθήνα έχει και ένσηµο, πρέπει να αρχίσω να τα µαζεύω. Εδώ έχει καλύτερο µεροκάµατο, όµως δεν υπάρχει ασφάλεια. Τώρα καταλαβαίνεις τι σου λέω κοντολογίς. Αχ µωρέ Κώστα, ξέρεις πόσο δίκιο έχεις; Μήπως εγώ δεν τα χρειάζοµαι; Όµως τώρα έχω πολλά παλούκια ακόµα. Άµα σιάξω λίγο την καµπούρα µου θα αρχίσω να κυνηγάω και τα ένσηµα. Η ασφάλεια είναι απαραίτητη για όλους. ∆ουλεύοντας στην ∆ροσιά µε τον Κώστα κουβεντιάζαµε για δουλειές, για µαστόρους. Πως συµπεριφέρονται τα συνεργεία. Τι µεροκάµατα δίνουν. Τι ωράρια δουλεύουν. Ήθελα να ενηµερωθώ, όταν κατέβω κάποια µέρα για µόνιµα να ξέρω πως θα κινηθώ. Το πήρα ζεστά, έψαχνα τρόπους που θα µε οδηγήσουν στην πιάτσα. Εκεί µου µίλησε ο Κώστας για πρώτη φορά πως τα καταφέρνει µε την Πόπη. Μου είπε τα βάσανά του. Τον πίεζαν να παντρευτεί άµεσα. Όµως ο δόλιος δεν ήταν 160


έτοιµος για µια τέτοια απόφαση. Ακόµα δεν µπορούσε να πατήσει στα πόδια του γερά. Βρισκόταν σε τροµερό δίλληµα. Την αγαπούσε την µικρούλα, ήταν η πρώτη του αληθινή περιπέτεια. Από την άλλη πλευρά η Μάνα της Πόπης, χήρα γυναίκα, φτωχή, προσπαθούσε να φυλάξει τα νότα της και της έκανε προξενιό. Στενός κορσές του Κώστα στην υπόθεση ο µόνιµος του πολεµικού ναυτικού. Η Πόπη όµως σταθερή στο πλευρό του. Τι να σου πω, του είπα, είναι πρόβληµα που πρέπει να το αποφασίσεις και να το λύσεις µόνος. Μην σου ξεφύγει τίποτα στον Λαϊκαµόρε, δεν θέλω να το µάθει και να στεναχωρηθεί, µου είπε. Τελειώσαµε την δουλειά και βολιδοσκοπούσα να κατέβω στην Αθήνα. Εκείνο το πρωί πέρασα νωρίς από το περίπτερο να πάρω τσιγάρα. Τώρα πια δεν έχει βερεσέ, υπάρχει χρήµα κι όλα τα αλλησβερίσια γίνονται µε πληρωµή. Η Βαρβάρα επέµενε πως χαλάω την πιάτσα. Καλά, της είπα, εσένα τι σε συµφέρει να παίρνεις µετρητά ή τεµπεσίρι; Τεµπεσίρι..τεµπεσίρι, µου είπε γελώντας. Και γιατί βρε Βαρβάρα, όλοι οι έµποροι κυνηγάν τα µετρητά. Τι λες καλέ! Στο τεµπεσίρι όλο και χρεώνεις κάτι παραπάνω, είπε και ξαναέσκασε στα γέλια. ∆εν µου λες, της είπα, τι κάνει η φίλη σου; Ποια, η Νίτσα; Καλά είναι σε χαιρετά. Της έγραψες ένα τραγούδι στο λεύκωµα και δεν ξέρει να το τραγουδήσει γιατί δεν της έµαθες τον σκοπό του. Ας έρθει να της τον µάθω, είπα. Και να ’ρθει, που να σε βρει καλέ; Εσύ εξαφανίζεσαι, όποτε σε ψάχνουν δεν υπάρχεις πουθενά. Προχθές πέρασαν από δω µε την Μάρω, έψαχναν να σε βρουν. Κάτι είπαµε εδώ και µετά οι δυο τους πήγαν στο σπίτι σου. Σου χτύπησαν. Ήταν ο συγκάτοικός σου, εσύ έλειπες πάλι. Η κοπέλα νοµίζει πως το κάνεις επίτηδες για να την αποφύγεις. Σώπα Βαρβάρα, άσε τις ψευτιές θα µου το ’λεγε ο Γιάννης άµα µε ζητούσαν. Σου το ορκίζοµαι δεν σου λέω ψέµατα, ρώτα τον συγκάτοικό σου. Αναγκάστηκα και πήγα σπίτι. Βρήκα τον Γιάννη εκεί. Ρε Γιάννη, µε ζήτησαν χτες; Ναι, δυο κοπέλες, χτυπήσαν την πόρτα, άνοιξα και µου ζήτησαν εσένα. Τις είπα πως έλειπες. Και γιατί ρε Γιάννη δεν µου το πες το βράδυ; Γιατί νόµιζα πως συνάντησαν. Ξέρω κι εγώ. Έτσι υπέθεσα. Έφυγα φουρκισµένος και πήγα πάλι στην Βαρβάρα. Έχεις δίκιο, της είπα, πρέπει να δω την κοπέλα να της ζητήσω συγνώµη. ∆εν θέλω να µείνει η εντύπωση πως αποφεύγω να την δω γιατί δεν καταδέχοµαι. Αν θέλεις να την δεις υπάρχει τρόπος. Θα πας στο γυµνάσιο Αµαρουσίου, θα την περιµένεις να σχολάσει και θα ’ρθετε µαζί µε το λεωφορείο. Στον δρόµο θα µιλήσετε. Τι του λες του παλαβού. ∆εν τον κρατάς µε τίποτε. Είχα και την περιέργεια να διαπιστώσω πως όσα έλεγε η Βαρβάρα δεν ήταν µυθοπλασίες. Πήρα το λεωφορείο και βρέθηκα στο Μαρούσι, ώρα δώδεκα και µισή. Στην ερώτηση µου σε κάποια µαθήτρια για την ώρα που σχολάν µε πληροφόρησε πως γράφουν διαγώνισµα. Σε λίγο ένας-ένας που θα παραδίδει θα εξέρχεται. Άρχισα να βολτάρω γύρω από την στάση περίπου µισή ώρα. Από µακριά είδα την φιγούρα δύο γνώριµων κοριτσιών και δεν έκανα λάθος. Ήταν αυτές, η Νίτσα και η Γεωργία. Έφτασαν στην στάση και µε πλησίασαν, πράγµα που δεν περίµενα. Με χαιρέτησαν κι οι δυο µαζί, κοιταχτήκαν και έβαλαν τα γέλια. Αυτή κοκκίνισε ελαφρώς. Σας περίµενα, είπα. Ήθελα να σου πω πως ότι συµβαίνει είναι συµπτωµατικό. ∆εν υπάρχει λόγος να σκέπτεσαι ότι δεν καταδέχοµαι. Για µας ήρθες; Ναι, µετά από µια κουβέντα που είχα µε την Βαρβάρα. Η Βαρβάρα, τι σου είπε; Θα την ξεµαλλιάσω. 161


Γιατί είπατε κάτι που δεν έπρεπε να µου πει, ρώτησα. Όχι, όχι, την Βαρβάρα την αγαπώ, είναι καλή. Στο µεταξύ ήρθε στο λεωφορείο. Μου ψιθύρισε: «Αν έχει θέση στο πίσω µεγάλο κάθισµα θα καθίσουµε και οι τρεις µας. Αν δεν έχει κι οι τρεις όρθιοι». Συµφώνησα. Βρήκαµε όλο το πίσω κάθισµα άδειο και καθίσαµε. Ήρθε ο εισπράκτορας κι έβγαλα τρία εισιτήρια κάτω από έντονες διαµαρτυρίες και των δύο. «Τελικά ποιος είναι ο ακατάδεκτος;» ρώτησα. «Παραπονέθηκες ότι δεν ξέρεις το σκοπό του τραγουδιού και ήρθα να σου τον µάθω. Επειδή δεν µπορούµε να τραγουδάµε πάνω στο λεωφορείο, θα στο τραγουδήσουµε παρέα το βράδυ. Να είσαι εκεί και ξύπνια, να το ακούσεις. Έτσι θα µάθεις τον σκοπό του.». »Ωραίος και λυρικός ο στίχος του. Μ» αρέσει. Πολλές φορές το έχω ακούσει σαν τραγούδι. ¨Όµως δεν το συγκράτησα για να θυµάµαι. »Καλά», είπα. «Το βράδυ θα προσπαθήσεις να το µάθεις». Κοκκίνισε πολύ ελαφρά κι αυτό της έδινε µια γλυκιά παιδική φιγούρα. Η Γεωργία την πείραζε. «Άντε τυχερή, θα σου κάνουνε καντάδα. Ποιος τη χάρη σου.. Πρέπει να βγεις έξω το βράδυ να φιληθείτε». «Καλέ; ∆εν ντρέπεσαι; Τι είναι αυτά που λες; Πάψε, µην πεις τίποτε άλλο», της είπε σε αυστηρό τόνο και γέλασαν κι οι δύο δυνατά κι ευχαριστηµένα. Κάπως έτσι φτάσαµε στο τέρµα της πλατείας. Μας είδε η Βαρβάρα που κατεβαίναµε παρέα. Πριν τις αποχαιρετήσω της είπα: «Έχε το νου σου το βράδυ». »Θα ‘ρθετε κι από µένα;», είπε η Γεωργία γελώντας. »Ευχαρίστως», είπα κι αποµακρύνθηκα. Τράβηξα για το σπίτι, να ξεκουραστώ και να σκεφτώ. Το απόγευµα γύρω στις οκτώ βγήκα για του Ευθυµιάδη. Τους βρήκα όλους µέσα µαζεµένους. Πίνανε καφέ. Ο Λαϊκαµόρε έβγαζε πρόγραµµα. «Σήµερα θα πάµε Καπαδρίτη για κόκορα κρασάτο», είπε. »Όπου θέλετε, φτάνει εννιά η ώρα να ’µαστε πίσω στη βάση µας». »Οκτώ είναι τώρα. Θα πάµε Καπαδρίτη και εννιά θα ’µαστε πίσω; Γιατί φίλε µου; Φάρµακο θα πάρεις», ρώτησε ο Αντώνης. »Όχι, θα δώσω ένα υπνωτικό χάπι. Θα κάνουµε καντάδα σε µια ψυχή ροµαντική». »Μπα, µπα, µπα! Σε ποια ψυχή ρε φίλε; Την ξέρουµε;» »Όλοι και πολύ καλά. Όταν έρθει η ώρα, θα δείτε». Μπήκανε στην πρίζα. Θέλανε να περάσει η ώρα γρήγορα για να µάθουνε που θα γίνει η καντάδα. «Τότε, αφού έτσι έχουν τα πράγµατα, δεν είµαστε για πουθενά», είπε κατηγορηµατικά ο Αποστόλης. «Άµα µπλέξουµε, θα αργήσουµε. ∆εν επιτρέπεται να περιµένει η σκορδόπιστη». »Καλά ρε µάγκες. Θα τα πιούµε εδώ στου Ευθυµιάδη. Μετά θα δείτε πού θα σας πάω». Στην πόρτα της ταβέρνας πρόβαλε ο Κώστας ο µπακάλης. Κάτι πήρε το αυτί του και ρώτησε: «Για πού το βάλατε ρε παιδιά;». »Ξέρω κι εγώ; Κάπου για να κάνουµε καντάδα», είπε ο Αποστόλης. »Α, κατάλαβα», είπε ο µπακάλης. »Τι κατάλαβες εσύ;» ρώτησε ο Αντώνης, «γιατί εµείς δεν καταλάβαµε ακόµα.». 162


»Έλα ρε, δεν καταλάβατε. Πού θα πάτε; Εδώ πίσω θα πάτε, στην µάντρα του κινηµατογράφου θα σας πάει ο Όθωνας», είπε κι έφυγε γελώντας πονηρά. Εγώ τον ακολούθησα δίπλα στο µαγαζί. «∆εν µου λες; Τι ξέρεις εσύ και γελάς πονηρά;», ρώτησα. »Τίποτα», είπε γελώντας πάλι. «Είδα προχθές τα κορίτσια που περνούσανε έξω από το σπίτι σου και λέγανε µεταξύ τους για σένα. Η µικρούλα, η ταµίας, ήθελε να σου χτυπήσει την πόρτα. Είδαν εµένα, µάλλον ντράπηκαν και έφυγαν.» »Ε, καλά βρε Κώστα, κοριτσάκια είναι. Τι περιµένεις;». »Άστα αυτά, Όθωνα µπαγαπόντη», είπε πάλι γελώντας. Τελικά, τα ’πιαµε καλά και κατά τις εννιάµιση βγήκαµε τραγουδώντας. Φτάσαµε εκεί στο πίσω µέρος του σπιτιού δίπλα στον κινηµατογράφο κι αρχίσαµε «το µινόρε της αυγής». Μετά το «είσαι φίνα και µ’ αρέσει, Αθηναίησα», ξανά το «µινόρε της αυγής», ύστερα την «ταβέρνα Μπαγιαντέρα» και πάλι το «µινόρε της αυγής». Θα νόµιζε ο κόσµος που µας άκουγε πως κόλλησε η βελόνα. Κάποια στιγµή, φύγαµε τραγουδώντας και χωρίς δυσκολία τους πέρασα έξω από το σπίτι της Γεωργίας που της το ’χα υποσχεθεί. Όπως πληροφορήθηκα τις επόµενες µέρες, η µητέρα της κάτι ψυχανεµίστηκε ότι επρόκειτο για καντάδα και την πείραζε συνέχεια. «Μεγάλωσες. Οµόρφυνες. Έγινες κοπέλα. Τι θα κάνω µε σένα; Θα προλάβεις να συνεχίσεις τις σπουδές σου ή θα σε χάσουµε νωρίς;» »Τι ’ναι αυτά µαµά; Γιατί µου µιλάς έτσι; ∆εν είναι κακό, νοµίζω, να ζει κανείς την ηλικία του.» »Καλά, καλά…έχουµε καιρό να τα ξαναπούµε». Στην Αθήνα Αθήνα. Το κέντρο της Αττικής γης. Το κέντρο της χώρας. Το λίκνο της δηµοκρατίας και της φιλοσοφικής σκέψης. Η πόλη που αφοµοιώνει κάθε επισκέπτη. Χιλιοτραγουδισµένη, αλλά κι ανοχύρωτη. Ακόµα οι Αθηναίοι διατηρούσαν στον τόπο τους το άρωµα της παλιάς ροµαντικής εποχής των απαχήδων, της καντάδας, των αµαξάδων µε τα στενά παντελόνια και τις τζογέ τσέπες και τα ποδήµατα τα κεντητά και τα ποτηράτα τακούνια µε τα σερβά δέρµατα, που τώρα γίνανε όλοι τους ταξιτζήδες και αγωγιάτες µε τις τρίκυκλες µηχανές. Η καρότσα τους φορτωµένη γράµµατα «Εκτελούνται µεταφοραί ο Μάκης». Πάει πια η οµόνοια πλαζ µε τα ανθοπωλεία ολόγυρα και τα µόνιππα στην σειρά. Τώρα, που και που βλέπεις κάποια λατέρνα σε ένα ξεχασµένο σοκάκι του Ψυρρή να παίζει νοσταλγικούς σκοπούς που χάνονται στο βάθος του χρόνου. Σου θυµίζει µια εποχή που χάθηκε κάτω από την αφόρητη πίεση της αστυφιλίας. Που έγινε µε τον πιο βίαιο και άναρχο τρόπο της αναγκαστικής µετατόπισης του πληθυσµού από την περιφέρεια στα µεγάλα αστικά κέντρα. Η εποχή που αποφάσισα να κατέβω στο κέντρο συνέπεσε µε το τελείωµα του µεγαλύτερου όγκου δουλειάς του οδικού δικτύου στον κόµβο του Σχηµαταρίου. Οι εργασίες θα µπορούσαν να θεωρούνται περατωµένες. Τα περισσότερα από τα βαριά µηχανήµατα µετακοµίσανε προς Ελευσίνα. Είναι θέµα χρόνου να µετακοµίσουν και 163


τα µικρο-συνεργεία µε το εργατο-τεχνικό προσωπικό. Πολλά έχουν αλλάξει. Τίποτα δεν είναι όπως πρώτα. Πάρα πολλοί επαρχιώτες, εργαζόµενοι, αλλάζουνε περιοχή και επάγγελµα. Η πλειοψηφία προσπαθεί να συµµαζέψει ότι οικονοµίες συγκεντρώσανε για να γυρίσουν στην περιφέρειά τους. Προσπαθούν να κάνουν µια καινούργια αρχή. Όσοι δεν πρόλαβαν να δηµιουργήσουν αποθέµατα, φεύγουνε για εξωτερική µετανάστευση. Για µια δοκιµή µε καλύτερες προϋποθέσεις. Γενικά, υπάρχει µια νέα προσαρµογή του κόσµου της εργασίας και τα φιλαράκια µας προσπαθούν να εναρµονιστούν µε τη νέα πραγµατικότητα. Η δουλειά του διαµερίσµατος στο Κολωνάκι βοήθησε τα µέγιστα στην απόφασή µου να µετακοµίσω στο κέντρο. Μια µέρα, παρέα µε τον Κώστα βρεθήκαµε στην Κάνιγγος. Πέσαµε πάλι πάνω στον Σταύρο. Τόσες συµπτώσεις ….. που χάνει το νόηµα του τυχαίου. Ανήσυχος όπως πάντα ο Σταύρος βρισκόταν πάλι σε κίνηση. Ήπιαµε καφέ παρέα οι τρεις µας. Είπαµε διάφορα. Στο τέλος του είπα πως κατέβηκα για να βρω σπίτι να µείνω. ∆εν είναι να καθίσουµε άλλον χειµώνα στον Άγιο Στέφανο. «Αχ ρε µάγκες. Κι εγώ για δουλειά κατέβηκα. Άλλαξε το σκηνικό γιατί ο γαµπρός µου νοίκιασε µια πανσιόν στη Σκόπελο και θέλει να πάω να την βάψω. ∆εν έχει φράγκα και καταλαβαίνεις τώρα. Πάντως διαπραγµατευόµουν ένα δωµάτιο να το νοικιάσω στη Γούβα, Άγιος Αρτέµιος µε το ενοριακό όνοµα του συνοικισµού: «Είναι ένα µικρό δωµατιάκι στην αυλή, ανεξάρτητο. Για αρχή, καλό είναι, φτηνό. Μετά, άµα δεθείς καλά, πας σε καλύτερο. Πρέπει να σε ενδιαφέρει. Το νοικιάζεις. Μετακοµίζεις, βάζεις τις προτεραιότητές σου σε µια σειρά. Μετά, όταν θέλεις, ψάχνεις για κάτι καλύτερο» Ο Κώστας κατηγορηµατικός: «Όλοι να φύγετε, εγώ θα µείνω στον Άγιο Στέφανο». Ήταν γερά δαγκωµένο το παιδί µε το Ποπάκι του. Πήγαµε οι τρεις µας στη Γούβα µε το λεωφορείο της γραµµής να δούµε το δωµάτιο που νοικιαζόταν. Κατεβήκαµε στη στάση Πλυτά και πήγαµε ποδαρόδροµο στην οδό ∆αµαγήτου, δίπλα στο καφενείο του Αράπη. Το σπίτι είχε µια µεγάλη αυλή που έβλεπε όλη την ∆αµαγήτου. Το δωµάτιο που νοικιαζόταν στο κέντρο της αυλής. Παλιά πρέπει να αποτελούσε αποθήκη του σπιτιού. Μια χαµοκέλα ήταν, σαν στάβλος ή κοτέτσι. Τώρα το ασπρίσανε. Το βαφτίσανε δωµάτιο και το νοικιάζουν. ∆εν ήταν της προκοπής. Οι ιδιοκτήτες προσπαθούσαν µε την καλή τους τη διάθεσης και συµπεριφορά να ισοσκελίσουν τα µειονεκτήµατα: «Ότι θέλετε κύριε. Έναν ύπνο θα κάνετε στο δωµάτιο. Όλες τις άλλες ώρες, θα είµαστε παρέα». Ο κυρ-Γιάννης, οδηγός στην αστική συγκοινωνία. Η γυναίκα του, κυρία Ζαφήρα, καλή κι ευδιάθετη. ∆εν ξέρω γιατί, πάντως δέχθηκα και το νοίκιασα. Έδωσα δύο µηνιάτικα προκαταβολή. Έπρεπε να µεταφέρω σύντοµα τα πράγµατα. Το ράντζο, τα κλινοσκεπάσµατα κι ότι άλλο. Χρειαζόµουν µια µηχανή µεταφορών, τρίκυκλη. Η κυρία Ζαφύρα µου σύστησε τον ανιψιό της που έκανε πιάτσα στο καφενείο του Αράπη. Αχιλλέα τον λέγανε. Ήταν ένα παλικάρι ψηλό, λιγνό, γεροδεµένο. Αλανιάρης µάγκας και µέσα σ’ όλα. Σήκωνε και παρανοµία και κακά µπλεξίµατα, άµα λάχαινε. 164


Μέχρι σήµερα ο Άγιος Αρτέµιος παραµένει µια καθαρά λαϊκή συνοικία της πρώτης περιφέρειας Αθηνών. Ιδιαίτερα εκείνα τα χρόνια όλα τα σπίτια ήταν µονοκατοικίες µε αυλές. Οι κάτοικοι γνωρίζονταν µεταξύ τους µε τα µικρά τους ονόµατα. Όταν κάποιοι καφενόβιοι θαµώνες του Αράπη είδανε ότι ο Αχιλλέας µου µετέφερε το βιός µου και τα αδειάζαµε µαζί στο σπίτι της θείας του, µε θεωρήσανε άνθρωπο του συναφιού τους. Πίστεψαν πως είµαι κάποιος περιθωριακός, άρτι αποφυλακισθείς και τυγχάνω εκτίµησης και προστασίας του αρχηγόπουλου που ήταν ο οδηγός της τρίκυκλης µηχανής «Εκτελούνται µεταφοραί». Κάθε µέρα, όταν περπατούσα στο δρόµο, όποιον συναντούσα κι ήταν της συνοµοταξίας τους, µε χαιρετούσε κάνοντας βαθειά υπόκλιση. ∆είγµα σεβασµού και υπολήψεως στο πρόσωπό µου. Στην αρχή, παραξενεύτηκα. Για καλό και για κακό, ρώτησα τον κυρ Γιάννη, σύζυγό της κυρα- Ζαφύρας. Αυτός έβαλε τα γέλια. «Α, µπα», µου είπε «µην ταράζεσαι. ∆εν είναι τίποτε. Σε περάσανε για άνθρωπό δικό τους. Αφού σε είδανε µε τον Αχιλλέα! Κάνε τη δουλειά σου και µη δίνεις σηµασία». Αυτές ήταν σε γενικές γραµµές οι πρώτες εντυπώσεις µου από την εγκατάστασή µου στην Γούβα. Γειτονία είκοσι λεπτά ποδαρόδροµο από το Σύνταγµα. Μισή ώρα για να βρεθείς στην Οµόνοια. Οι Αθηναίοι δεν σκιάζονται από το περπάτηµα. Ήταν ευτυχία που ακόµα µπορούσες να περπατάς ανθρώπινα στους δρόµους της πρωτεύουσας και σ’ όλες τις γειτονιές της. Παντού, όπου να γύριζες, όλα είχαν ακόµα το παλιό τους χρώµα που δυστυχώς χάθηκε στα αµέσως επόµενα χρόνια. Αντικαταστάθηκε από τσιµεντένια κελιά µε τις πολυώροφες αντι-ανθρώπινες ανέσεις της αντικοινωνικής αποµόνωσης. Πνίξανε την πρωτεύουσα από όλες τις πλευρές στο όνοµα του εκσυγχρονισµού και της αντιπαροχής. Μέχρι τότε υπήρχαν ακόµα µικρά σπιτάκια µε ωραίες αυλές, κατάφυτες από λουλούδια και πρασινάδα. Υπήρχαν και τα µεγάλα διώροφα κτίσµατα που κι αυτά διέθεταν µια αυλή. Είχαν κι ενοικιαζόµενα δωµάτια. Υπήρχαν και δωµάτιο, κουζίνα και τουαλέτες για διµελείς και τριµελείς οικογένειες εργαζοµένων. Κοινόχρηστες κουζίνες και τουαλέτες για τους εργένηδες και τα ζευγάρια. Ιδιόµορφη οµαδική συµβίωση. Πόσες ιστορίες και δράµατα δεν δηµιουργήσανε αυτοί οι χώροι. Όταν η σύνθεση της συγκατοίκησης είχε κοπέλες κι αγόρια ή κάποια χήρα µε την κόρη της, συνέβαιναν πάρα πολλά απρόοπτα. Άλλοτε ευχάριστα κι αισιόδοξα, κι άλλοτε µελοδραµατικά που κατέληγαν σε τραγωδίες. Μέσα σε έναν τέτοιο µικρό λαϊκό παράδεισο, φύτρωναν όλων των ειδών τα λουλούδια. Άλλα µ’ αγκάθια, κι άλλα µε ροδοπέταλα, µυρωδάτα. Τα άσχηµα είχαν πολλές φορές αφετηρία τις προθέσεις κάποιου πονηρού εργένη που φιλοδοξούσε µαζί µε το πρόβληµα της στέγης, για διαµονή και ύπνου να λύσει και το οξύ πρόβληµα της σεξουαλικής πείνας και της συναισθηµατικής µοναξιάς. Πέρα από τον πάγιο στόχο της ατοµικής επιβεβαίωσης σαν ανδρική φιλαρέσκεια. Μέσα σε έναν τέτοιο χώρο θα βρεθεί το υποψήφιο θύµα. Μπορεί να ναι ένα µικρό κι αθώο κοριτσάκι. Ίσως µια µεγαλύτερη κοπέλα που έζησε κάποια απογοήτευση απόρριψης. Πολλές φορές µια ζωντοχήρα ή και χήρα. Τα πραγµατικά θύµατα όµως είναι τα µικρά φτωχά κοριτσόπουλα που βρέθηκαν από πολύ µικρή ηλικία στο µάτι του κυκλώνα. Ψάχνουν για µια καλύτερη ζωή. Ο πονηρός νεανίας εργένης απλώνει και δίχτυ και παραγάδι. Μετά εντοπίζει σε ποιο άγκιστρο πιάστηκε το µελανούρι. Αν είναι λυθρίνι, ακόµα καλύτερα. Το θύµα θα 165


είναι αρκετά τυχερό αν γλυτώσει µε µερικά ελαφρά τραύµατα. Τις περισσότερες φορές, λόγω φτώχειας, ανεργίας και µιζέριας, τέτοιες σχέσεις καταλήγουν σε τραγωδίες. Πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Κάποια από τα περιστατικά θα έχουν αίσιο τέλος. Και στις δύο περιπτώσεις, οι πρωταγωνιστές τέτοιων επεισοδίων επιζούσαν εκείνα τα χρόνια χωρίς να χρειαστούν ψυχολογική και παρα-ψυχολογική υποστήριξη. Πάλευαν στη ζωή, χωρίς παρεµβάσεις κοινωνικών λειτουργών. Γιατί όλοι αυτοί θέλουνε περισσότερη φροντίδα από τους υποτιθέµενους παθόντες. Οι παθόντες µέσα από την εργασία και τον αγώνα της επιβίωσης γιατρεύονται µόνοι τους από τις πληγές τους και συνεχίζουνε τη ζωή τους δηµιουργώντας νέους κύκλους και προοπτικές. Εκείνα τα όχι και πολύ µακρινά µας χρόνια ακόµα και οι άνθρωποι που σήµερα χαρακτηρίζονται περιθώριο είχαν τελείως άλλες συµπεριφορές. Πέρα από το άτοµό τους, δεν έβλαπταν κανέναν συνάνθρωπό. ∆εν διέθεταν αυτήν την επιθετικότητα που εξωτερικεύουν οι σηµερινοί περιθωριακοί. Εκείνο το καλοκαιράκι µας ήρθε ζεστό και φουριόζικο. Η θερµοκρασία σε µεγάλα ύψη, ξεπερνούσε τους σαράντα βαθµούς υπό σκιά και είχε διάρκεια. Γέµισαν οι ακτές µε λουόµενους. Ξαφνικά όλοι θυµήθηκαν πως σαν οργανισµός προέρχονται από τη θάλασσα. Κολυµπάνε µε τις ώρες. Γίνανε όλοι τους, άνδρες, γυναίκες, θαλασσόλυκοι. Μερικοί πάνε τόσο βαθειά που από την ακτή βλέπεις µακριά µέσα στην θάλασσα τα κεφάλια τους σαν σηµαδούρες. Άλλοι ανακατεύουν τη θάλασσα στα ρηχά µαζί µε τις µωροµάνες, τις γριές και τους γέρους. Ορισµένοι προνοµιούχοι διαθέτουν σαµπρέλες αυτοκινήτων για σωσίβιο. Οι υπερήλικες, άνδρες, γυναίκες, φοράνε µακρινάρια σώβρακα, ολόσωµα µαγιό και πλατσουρίζουν στην άκρη της θάλασσας. Οι γιαγιούλες µε τις µακριές κοµπινεζόν παριστάνουν τις γοργόνες. Κάποιοι νεαροί τριγυρνάν σαν γόητες. Πάνε από παρέα σε παρέα, ψάχνουν κανένα µανούλι µε µπικίνι. Μόλις το βρουν ρίχνουν άγκυρα κι αλληθωρίζουν σαν κοκοβιοί. Τα λεωφορεία πάνε κι έρχονται γεµάτα κόσµο προς µεγάλη δόξα και τέρψη των κολητιριτζίδων και των µατάκιδων. Τέτοιες µέρες διαθέτουν όλο τους το χαρτζιλίκι στα εισιτήρια. Μερικές φορές χάνουνε τον προσανατολισµό τους: «προς την πλαζ ή προς την στάση;». Ο Ε.Ο.Τ. έχει οργανώσει οργανωµένες πλαζ. Εκεί πια γίνεται το αδιαχώρητο. Μια τέτοια µέρα στην πλαζ της Βουλιαγµένης έγινε µέτρηση στο περιεχόµενο ενός κυβικού νερού θαλάσσης. Το αποτέλεσµα έδειξε σαράντα της εκατό ούρων και παρασίτων µε µικρο-οργανισµούς. Τα καλοκαίρια µου τα περνούσα δουλεύοντας στην οικοδοµή. Προσπαθούσα να επωφεληθώ όλες τις καλοκαιριάτικες εργάσιµες µέρες. Πολλές φορές και τις αργίες. Έτσι κι αλλιώς, ο χειµώνας µας δηµιουργεί υποχρεωτικές διακοπές. Άνθρωποι σαν εµένα περιοριζόµαστε σε κάποιες κυριακάτικες εξορµήσεις εκδροµικές, όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες. Όποτε άκουγα αφηγήσεις που αναφέρονταν σε καλοκαιριάτικες διακοπές µου έρχονταν στο µυαλό οι παιδικές κατασκηνώσεις που οργάνωνε το ΠΙΚΠΑ και είχα πάρει µέρος σε αρκετές. 166


Το φθινόπωρο που µαζεύτηκε ο κόσµος στην βάση του, άρχισαν οι κινητοποιήσεις εργαζοµένων – συνταξιούχων. Αιτήµατα: ανεργία, θεσµικά, οικονοµικά, ασφαλιστικό, συντάξεις. Η χώρα µας εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ πίσω από όλες τις χώρες της Ευρώπης σε θέµατα κοινωνικών παροχών. ∆εν εφαρµόζονται οι διεθνείς συµβάσεις εργασίας. Το εργατικό βρίσκεται σε χειµερία νάρκη. Οι σχέσεις εργοδοσίας-εργαζοµένων είναι τριτοκοσµικές. Οι διεκδικητικοί αγώνες των εργαζοµένων, αυτή την εποχή, είναι αδύνατο να εκφραστούνε µέσα από τα επίσηµα συνδικαλιστικά όργανα του κρατικού εργατοπατερισµού των Μακρή-θεοδωρικών εγκάθετων. Το ιερό δικαίωµα της εργασίας δεν προστατεύεται. Οι εργαζόµενοι αναζητούν νόµιµους τρόπους και δρόµους διεκδικητικών αγώνων. Σ’ αυτή την φάση κινητοποιούνται εργαζόµενοι που ασχολούνται σε χώρους που δεν ελέγχονται από τον κυβερνητικό συνδικαλισµό και τις µεγάλες επιδοτούµενες βιοµηχανικές µονάδες. Πρωτοπόροι οικοδόµοι, ξυλουργοί, Σ.Ε.Η, ∆έρµα, Επισιτισµός, Ιδιωτικοί υπάλληλοι, Εµποροϋπάλληλοι, Βυρσοδέψες και άλλοι. Για άλλη µια φορά δηµιουργήθηκε τεχνητό αδιέξοδο. Από την µια µεριά ο κυβερνητικός συνδικαλισµός µε τους εργατοπατέρες. Από την άλλη τα πρωτοβάθµια ταξικά σωµατεία µε τους αγωνιστές συνδικαλιστές, δοκιµασµένους στα µετερίζια των διεκδικητικών αγώνων. Οι ολιγάριθµοι εργαζόµενοι της ρουσφετολογικής ρεµούλας που ακολουθούν τους εγκάθετους Μακρυθεοδωρικούς δυσανασχετούν πολλές φορές από την συνολική συµπεριφορά των «εργατικών στελεχών» του κρατικού συνδικαλισµού. Ντρέπονται σαν εργαζόµενοι που ταυτίζονται µαζί τους. Αυτό ανάγκασε ορισµένα στελέχη εργατοπατερικών δευτεροβάθµιων και πρωτοβάθµιων οργάνων να καταφύγουν πολλές φορές σε συνεργασίες µε τα ταξικά σωµατεία του κλάδου τους. Παίρνουν µέρος σε διεκδικητικές κινητοποιήσεις. ∆ιαφορετικά κινδυνεύουν να ξεπέσουν τελείως στα µάτια όλων των εργατών που εκπροσωπούν. Οι συνεργασίες αυτές τους εξασφαλίζουν έστω και εφήµερα δηµοκρατικό προφίλ. Παράλληλα δηµιουργούν διαπραγµατευτικό ατού στις συναλλαγές τους µε τα µεγάλα κυβερνητικά στελέχη. Με το προνόµιο της εκπροσώπησης δευτεροβάθµιων συνδικαλιστικών οργάνων έχουν την δυνατότητα να καλύψουν κάθε διεκδικητική κινητοποίηση των εργαζοµένων σε κλαδικό επίπεδο. ∆υνατότητα που δεν έχουν τα πρωτοβάθµια ταξικά σωµατεία. Όµως έχουν το πλεονέκτηµα να κινητοποιούν τα πιο µαζικά µαχητικά τµήµατα των εργαζοµένων. Όταν προγραµµατίζουν κινητοποιήσεις οι συγκεντρώσεις τους διαθέτουν µαζικότητα µαχητικότητα αποφασιστικότητα συνδυασµένη µε πειθαρχεία και πίστη στον αγώνα τους. Αυτά τα στοιχειά λείπουν από τους κυβερνητικούς εργατοπατέρες συνδικαλιστές. Αυτά ψάχνουν να βρουν µέσα από τις συνεργασίες. Να νιώσουν έστω και για λίγο τον ρόλο του µάχιµου συνδικαλιστή. Έχουν ωριµάσει οι συνθήκες που τα πρωτοβάθµια σωµατεία οικοδόµων και ξυλουργών αποφάσισαν να δηµιουργήσουν την συντονιστική επιτροπή σε επίπεδο Αθήνας για τον καλύτερο συντονισµό της δράσης τους. Η οµοσπονδία του κλάδου τους δεν καταδέχεται να τους εντάξει στην δύναµή της. Ο Λυκιαρδόπουλος, γνωστός εργατοπατέρας και ιντριγκαδόρος, αντιλαµβάνεται τον κίνδυνο µιας αποδοχής για εγγραφή των σωµατείων στην δύναµη της οµοσπονδίας που ελέγχει. 167


Άλλωστε σαν γνήσιος εργατοπατέρας στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα βρει τρόπους να συνεργαστεί µε τα σωµατεία που ελέγχει η συντονιστική επιτροπή. Θα κατεβούν µαζί σε µαχητικούς διεκδικητικούς αγώνες και θα αποσπάσουν λύσεις σε αρκετά χρόνια προβλήµατα του κλάδους.Όπως ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά, νέες ανανεωµένες συλλογικές συµβάσεις. Επέκταση του ΙΚΑ σε όλη την επικράτεια, δηµιουργία και επέκταση του κλαδικού επικουρικού, και µια σειρά άλλα. Με βάση την συντονιστική επιτροπή οικοδόµων-ξυλουργών λίγο αργότερα δηµιουργήθηκε η µεγάλη συντονιστική των εκατόν δεκαπέντε πρωτοβάθµιων οργανώσεων Αθήνας, από σωµατεία διαγραµµένα και µη εγγεγραµµένα στα δευτεροβάθµια όργανα του κυβερνητικού συνδικαλισµού και την ΓΣΕΕ. Βασικός κορµός, οικοδοµικά, ΣΕΗ, ∆έρµα, Λογιστές, Εµποροϋπάλληλοι, Αρτεργάτες, Βυρσοδέψες και άλλα. Οι εργατοπατέρες µε διάφορες προβοκάτσιες και τρικλοποδιές προσπαθούσαν να σπρώξουν την συντονιστική σε χωριστό συνδικαλιστικό κίνηµα και την δηµιουργία νέας ΓΣΕΕ. Η οριοθέτηση της πολιτικής έκφρασης στα συνδικάτα είχε δροµολογηθεί προ πολλού µε την ρητή υποστήριξη της ενωτικής προσπάθειας στην βάση της λειτουργίας ενός σωµατείου κατά ειδικότητα, µιας οµοσπονδίας κατά κλάδο, ένα εργατικό κέντρο κατά περιφέρεια και µιας ΓΣΕΕ ως ανώτατο συνδικαλιστικό όργανο της χώρας. Αυτή η θέση δεν θα άλλαζε για κανέναν υποκειµενικό λόγο. Τα διαγραµµένα σωµατεία υπερασπίστηκαν αυτήν την θέση µε σθένος και αυταπάρνηση, ζητώντας ταυτόχρονα την αναγνώριση και εγγραφή τους στα όργανα των οµοσπονδιών του κλάδου τους και τα εργατικά κέντρα των περιφερειών τους. Είναι, τόνιζαν, ο µόνος δρόµος για την εξυγίανση και την δηµοκρατική λειτουργία του συνδικαλιστικού κινήµατος. Όλη η προσπάθεια αυτή αδυνάτιζε την προπαγάνδα του κυβερνητικού συνδικαλισµού για κόκκινα και µπλε συνδικάτα. Όλες αυτές οι προσπάθειες από την συντονιστική επιτροπή γίνονται δίχως ούτε λεπτό να διακοπούν οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις των εργαζοµένων. ∆εν σταµάτησε σε καµία φάση την διεκδικητική της δράση. Πάρα πολλές φορές για σοβαρά συνδικαλιστικά είτε πολιτικά προβλήµατα του τόπου χρειάστηκε να υπερασπιστεί κάποιες κινητοποιήσεις της ΓΣΕΕ. Καλούσαν όλους τους εργαζόµενους σε γενικές κινητοποιήσεις. Αυτοί οι αγώνες καταξίωσαν την συντονιστική επιτροπή στην συνείδηση όλων των εργαζόµενων. Την ίδια περίοδο οι εργαζόµενοι στον κρατικό τοµέα και όλος ο δηµοσιογραφικός κόσµος τελεί υπό οµηρία. Στην κυριολεξία φυτοζωούν µε µισθούς και µεροκάµατα της πείνας. Μόνο κάποια ανώτερα στελέχη του κρατικού µηχανισµού αµείβονται καλά. Το ίδιο συνέβαινε και στις µονάδες κοινής ωφέλειας. Όλοι τους θεωρούνται ηµέτεροι διορισµένοι. Σε αυτούς τους χώρους δουλειάς δεν προσλαµβάνεται ουδείς άνεφ συστάσεως υπουργού, βουλευτή ή τοπικού κρατικού παράγοντα και λειτουργού. Πάντα συνοδευόµενος από το απαραίτητο πιστοποιητικό κοινωνικών φρονηµάτων. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες αγωνίστηκαν οι κοµµουνιστές δηµοκράτες και αντιµοναρχικοί εκείνης της εποχής. Προσπαθούσαν πάντα να συνδέσουν τις αγωνιστικές τους κινητοποιήσεις µε τα γενικότερα προβλήµατα που ταλανίζουν τον λαό της χώρας. Όλοι οι εργαζόµενοι έχουν τις ίδιες ανάγκες, τα ίδια στοµάχια, τα ίδια προβλήµατα. Ήθελαν να διοχετεύσουν την αγωνιστική διάθεση σε όλη την επικράτεια. Έγιναν σοβαρές προσπάθειες οι αγώνες να πάρουν διεθνιστικό 168


χαρακτήρα, εκφράζοντας το ταξικό καθήκον. Αυτή είναι πάντα η διαφορά τους από τους εργατοπατέρες γραφειοκράτες του κυβερνητικού συνδικαλισµού. Αυτοί δεν διεκδικούν τίποτε. ∆εν αγωνίζονται για τίποτε, δεν νιώθουν την παραµικρή υποχρέωση να εκφράσουν την συµπαράστασή τους σε κανέναν αγωνιζόµενο εργάτη και λαό γενικά. Αντίθετα όλοι οι κυβερνητικοί συνδικαλιστές εργατοπατέρες τρέχουν πρόθυµα στις εκδηλώσεις µισαλλοδοξίας ψυχροπολεµικής και αντικοµουνιστικής φιέστας. Συµµετέχουν συν γυναιξί και τέκνοις σε εθνικιστικές παράτες µαζί µε τους παρακρατικούς και όλοι την ανακτορική καµαρίλα. Κάθε αγωνιστής δηµοκράτης αντιµοναρχικός αριστερός κοµµουνιστής νιώθει περήφανος γιατί παραβρέθηκε σε όλες τις διεκδικητικές κινητοποιήσεις και τις απεργίες. Σε κάθε αγωνιστική κινητοποίηση που οργάνωσαν τα ταξικά συνδικάτα και ο πολιτικός φορέας τους, η Ε∆Α, ενάντια στους νεοαποικιοκράτες και τον µοναρχισµό. Υπερασπίστηκαν την ειρήνη, την δηµοκρατία, την ανεξαρτησία. Νιώθουµε όλοι µας πολύ περήφανοι που µας δόθηκε η δυνατότητα να πάρουµε ενεργά µέρος σε αυτήν την µεγάλη ανάσταση των δηµοκρατικών αντιµοναρχικών πολιτών αυτής της χώρας. Νιώθουµε ευτυχία που αξιωθήκαµε να υπάρξουµε σαν µονάδες µέσα σε αυτήν την ανάσταση. Που προσπαθήσαµε εµείς της γης οι κολασµένοι σε εκείνα τα παγωµένα χρόνια να φέρουµε λίγο φως στον λαό µας και την χώρα µας. Αυξάνεται το µεταναστευτικό ρεύµα Το µεγαλοβδόµαδο κινήσαµε µαζί µε τον Τσιµπελεκάνο για τον βορά. Πάµε να γιορτάσουµε την ανάσταση φυτών και λουλουδιών. Η δική µας ανάσταση καθυστέρησε πάλι. Ο Κώστας χάθηκε ξανά. Όλοι µας ευχόµαστε να είναι και να περνά καλά. Τα φιλαράκια µας από τον άγιο Στέφανο έχουν µετακοµίσει για Ελευσίνα. Χάθηκε προσωρινά η επικοινωνία µεταξύ µας. Έµαθα από τρίτους πως ο Λαϊκαµόρε µεθοδεύει την απόδρασή του. Προορίζεται για την Ευρώπη. Μάλλον για την Βιέννη της Αυστρίας. Θα συναντήσει έναν παλιό φίλο που βρίσκεται και εργάζεται εκεί πολλά χρόνια. Στο τρένο που ανεβήκαµε υπάρχει και πάλι το αδιαχώρητο, χιλιάδες κόσµος βρίσκεται στους δρόµους. Πάνε και έρχονται. Κάτι τέτοιες µέρες δηµιουργούν την διαφορετικότητα. Είναι τόσο λίγες οι χαρές που µας απόµειναν. Κάποιος πολυταξιδεµένος µετανάστης είπε : «Αυτό το συνάντησα άλλη µια φορά σε σιδηροδροµικό συρµό της Ινδίας, όταν βρέθηκα στην Καλκούτα. Μόνον εκεί είδα να στοιβάζονται οι άνθρωποι πάνω στα βαγόνια του τρένου σαν τσουβάλια. Αυτό µας ανάγκασε εµένα και τον Σταύρο για πολλοστή φορά να διανύσουµε την διαδροµή Αθήνα-Λάρισα όρθιοι για εντεκάµιση ώρες. Αιτία και πάλι οι πάρα πολλές στάσεις σε κάθε σταθµό. Σε χωριά και πόλεις ανεβοκατεβαίνει κόσµος. Επιτέλους ήρθαµε στον προορισµό µας. Φτάνοντας στο σπίτι θα κάνω ένα ζεστό µπάνιο για να βγάλω τις µουτζούρες του τρένου. Την άλλη µέρα τσάρκα µέσα στην γειτονιά βρήκα όλα τα φιλαράκια. Μιλήσαµε πάλι αναµασώντας τα ίδια. Ανεργία, ανασφάλεια και γενικές δυσκολίες. Μερικοί φαίνονται αποφασισµένοι. Θα δουλέψουν όσο γίνεται τώρα το καλοκαίρι στην πόλη. Για τον χειµώνα φιλοδοξούν να µετακοµίσουν στην Αθήνα. Τους έχει τροµάξει ο περσινός χειµώνας. «Ίσως σε επισκεφθώ αν µε δεχθείς», έλεγαν όλοι. Με ρωτούσαν 169


αν µπορούν να υπολογίζουν σε µια υποστήριξη και βοήθεια από µένα. Τους εξηγούσα πως και εγώ σε υπεργολάβο εργάζοµαι τώρα, σε συνεργείο µεγάλο. Ότι περνά από το χέρι µου ευχαρίστως, δεν χρειάζεται κουβέντα γι’ αυτό. Όσο για φιλοξενία περιορισµένες δυνατότητες. Το πολύ ένα άτοµο και για λίγες µέρες. Όλα αυτά εφόσον φέρει µαζί του κάποιο ράντζο, στρώµα, σκέπασµα, µαξιλάρι και κουβέρτες. Γύρισα στην Αθήνα µε την σκέψη µου στα φιλαράκια. Ο καιρός δεν κάνει σκόντο. Οι εποχές αλλάζουν στην ώρα τους. Έφτασε ο Σεπτέµβρης µε τα πρωτοβρόχια. Μεσηµέρι Κυριακής πίναµε µε τον κυρ-Γιάννη στην αυλή τον καφέ που κέρασε η κυρά Ζαφείρα. Κάποια στιγµή έσκασε µύτη ο Ιπποκράτης από την Λάρισα. «Βρε καλώς τον», φώναξα, «έλα µέσα να πιεις καφέ. Του έφερα µια καρέκλα. Η Ζαφείρα τον είχε έτοιµο τον καφέ και τον τρατάρισε. «Πιες αυτόν, είναι µέτριος. Θα φτιάξω άλλον για µένα». «Ήρθα για δουλειά», είπε ο Ιπποκράτης. «∆εν θα σε επιβαρύνω, θα µε βοηθήσεις να νοικιάσω ένα σπιτάκι. Λέω αν τα καταφέρω να κουβαλήσω και την οικογένεια. Γίναµε τρεις τώρα. Έχω και τον γιό µου νεογέννητο. Από την πλευρά σου θέλω αν γίνεται να βοηθήσεις να βρω δουλειά. Θα βρούµε σήµερα κιόλας ένα µικρό σπίτι να βολέψω τα πράγµατά µου. ∆εν µε παίρνει να χάσω µέρα. Κατάλαβες ότι έφτασε ο κόµπος στο χτένι. Οικογένεια, υποχρεώσεις…». «Κάτσε», είπα, «έχουµε χρόνο, θα πιούµε τα καφεδάκια µας. Να κάνε και ένα τσιγαράκι. Κάνοντας µια βόλτα ύστερα θα βρούµε ένα δωµάτιο να σου αρέσει. Θα βολευτείς προσωρινά. Μετά αύριο θα κατεβούµε στην πιάτσα. Θα βρεις και κάποιο συνεργείο. Ύστερα µε την ησυχία σου ψάχνεις και βρίσκεις ένα σπιτάκι. Μια γκαρσονιέρα σας φτάνει, αρκεί να σου αρέσει. Ας µην κάνουµε βιαστικά πράγµατα. Συµφωνήσαµε, τελειώσαµε τον καφέ µας, ευχαριστήσαµε την κυρά Ζαφείρα και πήραµε τους δρόµους. Νωρίς ήταν. Μεγάλη η µέρα ακόµα. Φτάσαµε πάνω στην ∆ικαιάρχου. Είδαµε ένα ενοικιαστήριο στο σπίτι της Μανιάτισσας της κυρά Βαγγελιώς. Είχε ένα κτίσµα διώροφο. Στον πάνω όροφο έµενε ή ίδια, χήρα γυναίκα, µε τον γιό της και µια κοπέλα που την έλεγε ανιψιά. Είχε και ένα µεγάλο δωµάτιο πάνω στο ταρατσάκι, δίπλα από το σπίτι της. Ο κάτω ισόγειος όροφος ήταν όλος δωµατιάκια. Τα δύο ήταν ενσωµατωµένα από µια µικρή κουζινίτσα και µια τουαλέτα. Σχηµάτιζαν δύο µικρές γκαρσονιέρες τελείως ανήλιαγες. Είχε και δύο δωµάτια µε µια κοινόχρηστη τουαλέτα. Έτυχε όλα αυτά να είναι ξενοίκιαστα. Τα είδαµε όλα µε την κυρά Βαγγελιώ να µας κυνηγά από πίσω µε την αγωνία της. Ο Ιπποκράτης µου είπε πως θα νοικιάσει προς το παρών ένα δωµάτιο για να µείνει να βολευτεί προσωρινά. Όταν φέρει την οικογένεια θα φροντίσει να βρει κάτι καλύτερο. ∆εν θα ήθελε να τους στριµώξει σε αυτές τις ανήλιαγες γκαρσονιέρες. «Όπως το πες και εσύ από την αρχή. Με την ησυχία µου να ψάξω να βρω κάτι καλύτερο». Έδωσε δύο ενοίκια µπροστά στην κύρα Βαγγελιώ. Έµεινε να φέρει τα πράγµατα και να στήσουµε το κρεβάτι για ύπνο. Όλα έγιναν µε σειρά και τακτικά. Για το πρωί δώσαµε ραντεβού στο καφενείο του Αράπη. Κατεβήκαµε µαζί στην Βεραντζέρου. Βρήκα τον υπεργολάβο Γιώργο που δούλευε συνεταιρικά µε τον ∆ηµήτρη από το Περιστέρι. Σε αυτούς είχα δουλέψει κάποιο διάστηµα και θύµωσαν πολύ που τους παράτησα και έφυγα. «Μαστρο-Γιώργη», είπα, «άµα θες µάστορα έχω ένα χέρι καλό για βοήθεια.» «Ποιος είναι ρε Όθωνα;» 170


«Από δω, το πατριωτάκι µου.» «Για να ναι µαζί σου θα ναι καλός.Όµως µην µας παρατήσει όπως του λόγου σου.» «Όχι κυρ-Γιώργη, είναι πολύ εντάξει και έχει ανάγκη για δουλειά το παιδί.» «Εντάξει ρε µπαγάσα, ας έρθει θα τον πάω σε ένα µερεµέτι µεγάλο. Θα είστε παρέα µε έναν βοηθό.» «Ναι µάστορα», είπε ο Ιπποκράτης και τον ακολούθησε για το πρώτο µεροκάµατο στην Αθήνα. Το βράδυ στο Αράπη του φώναξα φεύγοντας. Τράβηξα κι εγώ για το δικό µου συνεργείο. Στον κυρ-Γιώργο ο Ιπποκράτης κάθισε δύο χρόνια συνεργασίας. Μετά λίγες µέρες ήρθε ο Χρίστος. Μας πέτυχε µε τον Ιπποκράτη στο καφενείο του Αράπη. «Ήρθα για δουλειά», είπε. «Κάτσε να κουβεντιάσουµε τα πως και τι. Θα βολευτείς σίγουρα, µην ανησυχείς.» Ο Ιπποκράτης του πρότεινε να µείνουν µαζί για να τους έρθει φθηνότερο νοίκι. Έτσι έγινε και βολεύτηκαν µια χαρά. Το πρωί τον πήγα σε άλλον εργολάβο, στον Βαγγέλη. Αυτός είχε µεγάλο συνεργείο. Είχε πλάτες το τεχνικό γραφείο Αφοί Κασιµάτη. ∆ουλειές είχε πάντα, πολλές και µεγάλες. Μόλις µας είδε είπε, «Αν είναι να καθίσεις και εσύ στο συνεργείο, καθίστε και οι δύο. Αν είναι να τον αφήσεις µόνο του πάρ’ τον και φύγετε.» «Κυρ-Βαγγέλη, ξέρεις τι χέρι χάνεις; Είναι µάστορας γερός, παραγωγικός, καθαρός», του είπα. «Ναι ρε, όλο άλλους µου προξενεύεις. Εσύ δεν ήρθες µια φορά να βάλεις ένα χεράκι βοηθείας.» «Καλά τώρα, αυτά θα λέµε; Εσύ µάστορα χρειάζεσαι. Όποιον σου έστειλα δεν ήταν τεφαρίκι; Τι µε σκας τώρα. Άµα ξεµπλέξω σου δίνω τον λόγο µου πως θα έρθω. Όµως άµα είµαι στο συνεργείο και γίνεται απεργία θα κατεβαίνουµε όλοι µαζί.» «Καλά ρε. Άσε τον µάστορα και φύγε», είπε γελώντας. «Εσύ το µυαλό σου στην επανάσταση». Ο Χρίστος δούλεψε µε τον κυρ-Βαγγέλη πάνω από τέσσερα χρόνια. Σειρά επόµενη ο Φιλήµων µε την Γιώτα και τα δύο κοριτσάκια τους. Αυτοί ήρθαν πάνω στην µηχανή του Φιλήµων, µια ντεκαβέ. Πως χώρεσαν τέσσερις ψυχές; Έργα Φιλήµονως. Τους πήγαµε και αυτούς στην κυρά Βαγγελιώ και νοίκιασαν µια γκαρσονιέρα. Για δουλειά και τον Φιλήµωνα τον πήγα στου κυρ-Βαγγέλη. ∆ούλευαν µαζί µε τον Χρίστο. Ο Φιλήµων από του συνεργείο του κυρ-Βαγγέλη έφυγε µετά από έξι συνεχόµενα χρόνια συνεργασίας. Ακολούθησε ο ερχοµός του ∆ηµοσθένη, του αδελφού του Φιλήµωνα. Έµειναν στην γκαρσονιέρα όλοι µαζί. Για δουλειά ακολούθησε τον Φιλήµωνα στο συνεργείο του κυρ-Βαγγέλη. Ο καιρός περνούσε και όλοι µαζί σπρώχνουµε το κάρο του χρόνου στην ανηφοριά. Είναι παράξενο πολλές φορές και δύσκολο να εξηγηθούν µερικά πράγµατα. Το βασικότερο οι διαδροµές των ανθρώπων, που ανακυκλώνονται µε αργούς αλλά σταθερούς ρυθµούς και αφήνουν σηµάδια. Πέρασε λίγος καιρός. Ένα απόγευµα καθόµουν παρέα µε το καφεδάκι µου στο καφενείο του Αράπη, Φιλολάου και ∆αµαγίτου. Ονοµαστό στέκι στους αλανιάρικους κύκλους. Πελάτες – θαµώνες απλός κόσµος λαικός. Μύγα δεν πείραζε κανένας. Είχαν κάποιες αδυναµίες τις οποίες όταν και εφόσον µπορούσαν τις ικανοποιούσαν χωρίς τυµπανοκρουσίες. Τώρα πως βρεθήκαµε εµείς µέσα εκεί; Υπήρχαν και άλλοι σαν εµάς αµύητοι στο κυνήγι των οραµάτων για την κατάκτηση της παραδεισένιας ζωής. Και για να µην τρέχει ο νους κανενός αλόγιστα διευκρινίζουµε. Χασισάκι 171


χρησιµοποιούσαν οι άνθρωποι. Όχι σκληρά ναρκωτικά και πρέζες. Καναβουράκι από αυτό που τρώνε τα πουλάκια. Τώρα µπορεί τα πουλιά να το τρώνε και να αισθάνονται µια χαρά. Οι άνθρωποι όµως όταν το καπνίζουν επεξεργασµένο σε τσιγαριλίκι αποβλακώνονται και σιγά-σιγά παραλύει το νευρικό τους σύστηµα. Μέχρι που καταντούν άνευροι και οκνηροί. Πάντως οι άνθρωποι δεν ξέρω αν είναι σωστό να θέτουν διαχωριστικές γραµµές µεταξύ τους. Εµείς δεν βάλαµε ποτέ όρια υποτιµητικά σε κανέναν. Άλλωστε όσοι µετά βδελυγµίας τους αποκυρίσουν είναι αυτοί που µπορεί να κερδίζουν από το πάθος τους και µερικές φορές θησαυρίζουν σε βάρος τους. Γιατί είναι µάλλον οι περισσότεροι από αυτούς που µε τον έναν ή τον άλλον τρόπο τους εµπορεύονται. Όπως λοιπόν προσπαθούσα να τετραγωνίσω τον κύκλο καθισµένος και αµέριµνος, δέχθηκα την επίσκεψη του Ιπποκράτη και του Χρίστου. «Καλώς τους», είπα, «πως από δω τέτοια ώρα; Καθίστε παιδιά» Τράβηξαν δύο καρέκλες και στρογγυλοκάθησαν. «Λέγε», είπα, «µυρίζοµαι πως κάτι συµβαίνει.» «Ξέρεις», άρχισε ο Χρίστος, «ήρθε ο Κώστας στο σπίτι.» «Καλώς όρισε, γιατί δεν ήρθε µαζί σας εδώ;», ρώτησα. «Γιατί δεν ήρθε µόνος του», είπε ο Ιπποκράτης. «Κατάλαβα», είπα, «Έκλεψε την Πόπη. Ε,ε, βέβαια, άργησε πολύ. Ως φαίνεται του την ζητούσαν ακριβά οι δικοί της και την άρπαξε κρυφά.» «Έλα τώρα µην κάνεις πλάκα. Είναι λίγο σοβαρά τα πράγµατα. Ο Κώστας ήθελε να έρθουν σε σένα αλλά η Πόπη ντρεπόταν. Έτσι την έφερε σε µας, που δεν µας γνωρίζει» «Προχώρα καλά το πας», είπα. «Τώρα τι κάνουµε, που τα αφήσαµε τα πράγµατα να εξελιχθούν;» Μάντευα την συνέχεια ο άτιµος και ανυποµονούσα να βεβαιωθώ πως δεν ήµουν µακριά από την σκέψη τους. «Τώρα θέλουµε χείρα βοηθείας», είπε ο Χρίστος. «Η καλύτερη βοήθεια που µπορούµε να τους προσφέρουµε είναι να µπορέσουν να µείνουν κάπου για λίγες µέρες, µέχρι να δουν τι θα κάνουν.» «Κατάλαβα», είπα, «Ήρθατε να µου προτείνεται να τους δώσω το δωµάτιό µου. Κι εγώ;» «Θα έρθεις να µείνεις πάνω σε µας», είπε ο Χρίστος. «Τι λέτε ρε παιδιά, τι θα πω τις Ζαφείρας; Και για πόσον καιρό; Και που θα κοιµηθούν ρε, πάνω στο ράντζο; Γίνονται αυτά έτσι γρήγορα;» «Ξέρεις εσύ καλύτερα από µας. Σιγά τώρα µην τυχών και δεν µπορείς να ψήσεις την κυρά Ζαφείρα! Ας περάσουν λίγες µέρες τα παιδιά και βλέπουµε.» «Τι να δούµε ρε µάγκες; Μετά θα πάνε στην βίλα µε τα νούφαρα;» «Έλα τώρα, τι να κάνουµε, βοήθεια θέλουν τα παιδιά.» «Καλά», είπα, «Σταθείτε να πάω στην κυρά Ζαφείρα να δούµε τι θα πει. Να εξασφαλίσουµε αυτή την πλευρά.» Περπατώντας για την κυρά Ζαφείρα µονολογούσα. «Για βαστάτε ρε παιδιά, τι πάει να πει την έκλεψε; ∆εν είναι αντικείµενο, άνθρωπος είναι. Ή την πήρε δια της βίας, ή τον ακολούθησε θεληµατικά. Τι έκλεψε; Πορτοκαλάδα ή µήλο;» Γελούσα µονάχος µου και συνέχισα το βήµα. Έφτασα στο σπίτι και άρχισα να φωνάζω την κυρά Ζαφείρα. Πετάχτηκε έξω. «Τι τρέχει ρε βλάχο, γιατί φωνάζεις απ’ έξω;» «Γιατί από µέσα θα σου ’ρχονταν φτηνότερα; Το και το», της λέω, «Αποφάσισα να τους παραχωρήσω το ανάκτορό µου για να την βγάλουν µερικές µέρες τα παιδιά.» 172


Η Ζαφείρα έβαλε τα κλάµατα φωνάζοντας. «Τι έπαθες µωρή τρελή;», φώναξε ο κυρ-Γιάννης από την πόρτα του σπιτιού τους, που άκουσε τι λέγαµε. «Γιατί κλαις εσύ;» «Πώς να µην κλαίω; Μικρή κόρη έχω και εγώ. Θες να µου την κλέψει κανένας κρεµανταλάς και να µου την τρέχει στις ξένες αυλές;» «Καλά», είπε ο κυρ-Γιάννης, «Άµα µεγαλώσει η κόρη µας και µας την κλέψει κάποιος γιατί την ερωτεύτηκε εσύ να κάθεσαι να κλαις. Εγώ θα χαίροµαι γιατί θα γλυτώσω και την προίκα. Πες του ανθρώπου τώρα, τι αποφασίζεις, τι θα πει στα παιδιά;» «Τι να τους πει βρε, το συζητάς; Τι φαντάστηκες, θα τα διώξουµε τα παιδιά; Έλα εσύ βρε βλάχο, θα σε φιλοξενήσουµε εµείς όσο χρειαστεί.» «Όχι κυρά Ζαφείρα, ευχαριστώ πολύ.