Page 1


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ μικρές ιστορίες, ψηφιακής ιδιοσυγκρασίας

Digital Era


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ Συλλογή διηγημάτων, ποιημάτων και flash fiction Τα Μεταμεσονύχτια έχουν εκδοθεί κυρίως στο blog μου. Σε αυτή τη συλλογή παρουσιάζονται τα πιο αγαπημένα. Η ηλεκτρονική έκδοση που κρατάτε στα χέρια σας διατίθεται δωρεάν. Το έντυπο βιβλίο έχει κόστος που καλύπτει έξοδα όπως την εκτύπτωση και τα συγγραφικά δικαιώματα. Μπορείτε να το παραγγείλετε εδώ. 2012 – Σοφία Γκιούσου www.digital-era.org/stories sofia@digital-era.org Επιμέλεια:

Εμμανουήλ Μαυραντωνάκης Κατερίνα Mitchell

ISBN:

978-1-4717-6328-1

Το έργο με τίτλο Τα Μεταμεσονύχτια | Ta Metamesonihtia από τη δημιουργό Σοφία Γκιούσου | Sofia Gkiousou διατίθεται με την άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο. Βασισμένο σε έργο στο www.digital-era.org Παροχή δικαιωμάτων πέρα από τα πλαίσια αυτής της άδειας μπορεί να είναι διαθέσιμη στο http://www.digital-era.org/stories/midnight Είναι ελεύθερη: η Διανομή: για αναπαραγωγή, διανομή, παρουσίαση στο κοινό του Έργου Υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: Αναφορά Δημιουργού: Θα πρέπει να κάνετε την αναφορά στο έργο με τον τρόπο που έχει οριστεί από το δημιουργό ή το χορηγούντα την άδεια (χωρίς όμως να εννοείται με οποιονδήποτε τρόπο ότι εγκρίνουν εσάς ή τη χρήση του έργου από εσάς). Μη Εμπορική Χρήση: Δε μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το έργο αυτό για εμπορικούς σκοπούς. Όχι Παράγωγα Έργα: Δε μπορείτε να αλλοιώσετε, να τροποποιήσετε ή να δημιουργήσετε πάνω στο έργο αυτό.

3


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Από τον πρώτο στο δωδέκατο χτύπο Τα Μεταμεσονύχτια είναι μικρές ιστορίες που γράφονται κυρίως νύχτα, καπνίζοντας και ατενίζοντας. Κάθε ιστορία έχει ψηφιακή ιδιοσυγκρασία. Έχει γραφτεί σε υπολογιστή, έχει δημοσιευθεί στο διαδίκτυο, έχει σχολιαστεί από αναγνώστες που την ανακαλύπτουν, έχει μοιραστεί ψηφιακά. Κάποιες από αυτές τις ιστορίες ήθελα να τις δω σε ένα σημείο, σε ένα μέρος, να διαβάζονται η μία μετά την άλλη. Είναι αδελφές, αν όχι στο χρόνο γραφής, τουλάχιστον στο ταμπεραμέντο. Σοφία Γκιούσου Λονδίνο, Ιούνιος 2012

4


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

5


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων Στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων η μουσική παίζει τις νύχτες – οι παλιές αγάπες αναβιώνουν – οι στίχοι γράφονται στους τοίχους... για ένα βράδυ, μόνο για ένα βράδυ ο καθένας, στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων. Πώς έφτασες δεν είναι σίγουρο, μόνο κοιτάς αφηρημένα το κορίτσι που σου προτείνει τα κλειδιά για κάποιο δωμάτιο που δε θυμάσαι να ζήτησες. - Σας έβαλα στο 201. Και σου κλείνει το μάτι συνωμοτικά. Τα χείλη της – συνειδητοποιείς καθώς απομακρύνεσαι από τη ρεσεψιόν – δεν άνοιξαν ποτέ. Διατήρησαν το σχήμα τους – σαν κόκκινη λεπτή γραμμή - το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παράδεισου – από την πρώτη ματιά μέχρι την τελευταία. Κι όμως θυμάσαι τον αριθμό του δωματίου ξεκάθαρα και τη φωνή της ν’ αντηχεί στ αυτιά σου. Πριν βάλεις το κλειδί στην πόρτα – μπρούτζινα γράμματα που αντανακλούν στο φως του διαδρόμου – νιώθεις το παιδί με τις βαλίτσες πίσω σου. Έφερες βαλίτσες; Από πού; Καθώς του δίνεις ένα μικρό φιλοδώρημα – ό,τι βρήκες στις τσέπες του παντελονιού σου – σε ενημερώνει επί του ορόφου - Απέναντι σας μένει πάντα ο Τζιμ Μόρισον. Δεν δίνουμε ποτέ το δωμάτιό του σε επισκέπτες. Τους ενοχλεί, ξέρετε, όλη νύχτα απαγγέλλει ποιήματα. Αν δεν μπορέσετε να κοιμηθείτε ειδοποιήστε τη ρεσεψιόν σας παρακαλώ. Τον ευχαριστείς με ένα νεύμα – αβέβαιος πώς μπορείς να απαντήσεις.

6


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Παρακολουθείς τα πάντα μουδιασμένα, από μια σκοτεινή γωνία – κρυμμένη κάπου στις πτυχές της δειλής σου ύπαρξης. Ακόμα και τον εαυτό σου που κλείνει την πόρτα απαλά. Κρυφοκοιτάς το σκουρόχρωμο κορμί, τον τρόπο που περπατάς κάπως σκυφτός, κάπως όρθιος – ενδιάμεσα. «Η ζωή σου κρίθηκε στα ημίμετρα», σιγοτραγουδάει το χαιρέκακο κομμάτι σου καθώς ανοίγεις τις κουρτίνες και χαζεύεις ένα δάσος σκοτεινό, ριγμένο κάπως άτακτα πέρα από τις μαρμάρινες αυλές και το μισογεμάτο σιντριβάνι. Τα βατράχια στήνουν χορό στα ξεχασμένα νερά. Στο τραπέζι περιμένει ένας δίσκος με φαγητό – μήπως το παρήγγειλες και δεν το θυμάσαι; Δεν πεινάς, πείθεις τον εαυτό σου, και μπαίνεις στο μπάνιο. Στον καθρέφτη, το κορμί σου φαίνεται θολό μέσα από τους υδρατμούς, κι αυτή την ουλή στο στήθος σου δεν τη θυμάσαι καθόλου. Περνάς τα δάχτυλα σου πάνω από το ροζ σημάδι, από το λαιμό σου, στη θηλή σου, στα πλευρά σου, μία γραμμή λεπτή – πολύ λεπτή – όπως τα χείλη του κοριτσιού στη ρεσεψιόν – το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παράδεισου. Στάλες νερό στολίζουν το χαλί καθώς τινάζεις τα μαλλιά σου πίσω. Στον καθρέφτη ρίχνεις μια φευγαλέα ματιά και καθώς έρχεται το αναμενόμενο χτύπημα στην πόρτα, το είδωλο σου σηκώνει το αριστερό του φρύδι στον καθρέφτη. «Στα ημίμετρα!» – ψιθυρίζει το επίμονο κομμάτι σου καθώς βάζεις το χέρι σου στο πόμολο και το γυρνάς αργά. Το χέρι της είναι ακόμα στον αέρα, το στόμα της είναι μισάνοιχτο – επιτέλους ένας κύκλος παρά μια κόκκινη γραμμή – και τα μάτια της κοκκινίζουν σχεδόν αστραπιαία. Αυτόματα θυμάσαι, βγαίνεις σαν μισοπνιγμένος από την ομίχλη και βάζεις το χέρι σου στο στόμα της. - Χωρίς ονόματα. Αν το πεις χάθηκα. Και την τραβάς μέσα. Στα λινά σεντόνια το δέρμα της είναι ακόμα το ίδιο τρυφερό, το ίδιο σκούρο, το ίδιο... με το δικό σου. Κλαίει ονειρικά στην αρχή, κυλάνε αλμυρά δάχτυλα στον τρυφερό λαιμό της. Χωρίς κουβέντα 7


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

– την κρατάς αγκαλιά από πίσω, σαν παιδί, την ασφαλίζεις ανάμεσα στα πόδια σου και δένεις τα χέρια σου μπροστά στο στήθος της. Τη γαμάς απλά και γρήγορα. Δεν υπήρχε άλλωστε ποτέ καλύτερο κρεβάτι μεταξύ σας. Και τραβάς νοητή γραμμή κάτω από την πρόταση. Ποτέ καλύτερο κρεβάτι. Γραμμή. Λεπτή και κόκκινη το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παράδεισου. Φιλάς τα άγια της δάχτυλα και κλείνεις τα μάτια της με το χέρι σου, καθώς κοιμάται. Τα τσιγάρα είναι στην τσέπη σου – δεν είχες σκεφτεί το κάπνισμα μέχρι τώρα – και ο αναπτήρας αφημένος σε ένα από τα τραπεζάκια του δωματίου. Ανοίγεις την πόρτα αλλά δεν κοιτάς πίσω – ξέρεις, πολύ βαθιά και πολύ σίγουρα, ότι το κορμί δεν είναι πια εκεί αν και η μυρωδιά παραμένει. Στέκεσαι στο παράθυρο του διαδρόμου, τα φώτα κάπως χαμηλωμένα και, καθώς ο καπνός σου στροβιλίζει στον αέρα, οι μπότες του Τζιμ Μόρισον αντηχούν στο διάδρομο και η φωνή του μελωδικά διώχνει το φως. Από τις σκιές του διαδρόμου σε ρωτάει νυσταγμένα: - Ακόμα εδώ; - Ακόμα. - Ήρθε; - Κι έφυγε ήδη. Απλώνει το χέρι του μέσα από το σκοτάδι και σε χτυπάει στον ώμο. Σηκώνεις το τσιγάρο στα χείλη σου και η μυρωδιά της – που έχει μείνει στα δάχτυλά σου – εισβάλει βίαια και γρήγορα και ανατινάζει το σώμα σου. - Είναι κρίμα που δεν γράφεις μουσική – ψιθυρίζει ο Τζιμ Μόρισον από τις σκιές – ίσως να περνούσε ο καιρός γρηγορότερα, κι απομακρύνεται απαγγέλλοντας το Shaman’s Blues. Εσύ, ο Τζιμ Μόρισον και ο Μαρά – γεμάτοι ουλές που έκλεισαν εδώ και χρόνια, μόνιμοι κάτοικοι στο ξενοδοχείο των 8


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

φαντασμάτων. Ο Τζιμ δέχτηκε την επίσκεψή του πολύ πριν φτάσεις και δεν μιλάει ποτέ γι αυτήν. Ο Μαρά σου είπε μια νύχτα μεθυσμένος ότι ο επισκέπτης άφησε καινούριες ουλές στον τρυφερό Καλιφορνέζο ποιητή. Άλλες λεπτομέρειες δεν έμαθες. Ο Μαρά ακόμα περιμένει τη δική του – αιώνες μετά. Υποπτεύεσαι καμιά φορά, τις λευκές νύχτες της ανίας, ότι η επίσκεψή του ήρθε και πέρασε αιώνες πριν ενώ αυτός χασομερούσε κάπου πνιγμένος στο ποτό και τις τύψεις. Όλοι οι άλλοι περνάνε και φεύγουν. Άλλοι μια νύχτα, άλλοι δύο. Εσύ σταμάτησες να μετράς εδώ και καιρό. Περίμενες χωρίς αιτία, μπεκρόπινες με τους ποιητές της επανάστασης και συζητούσες στίχους και γυναίκες με την ίδια απάθεια. Τώρα που ήρθε κι έφυγε η επίσκεψή σου – σε μια στιγμή κατάλαβες, σε μια στιγμή απόκτησες, σε μια στιγμή έχασες. Θα περιμένεις. Εσύ... επισκέπτης στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων. Μόνιμος κάτοικος. Στο μεταίχμιο, στο μεταξύ, στο ημίμετρο. Στη λεπτή και κόκκινη γραμμή - το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παράδεισου. Στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων η μουσική παίζει τις νύχτες – οι παλιές αγάπες αναβιώνουν – οι στίχοι γράφονται στους τοίχους... για ένα βράδυ, μόνο για ένα βράδυ ο καθένας, στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων. Δημοσιεύθηκε στο blog Φιλοξενείο

9


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Σάρκινο ταξίμι Δεν ξέρω αν το έχεις δει – να λικνίζεται ένα κορμί ανάμεσα σε καπνούς γαλάζιους και να είναι μόνο δικό σου – παρ’ όλα τα χείλη που θέλουν να κάνουν τη βόλτα από τον αφαλό της στα στήθια της. Το πέρασε κι εκείνος – έτσι μου είπε ένα βράδυ στα μεταξύ μας – εκείνη την υποψία που σου λέει ότι το κάτι το δικό σου το αγγίζουν άλλα μάτια. Κι εκείνο το κράτημα στο χέρι σου και τη φλέβα που χτυπάει στο λαιμό σου – παραδέξου το – όταν το τσιγάρο κρέμεται από το στόμα σου και χτυπάς παλαμάκια δήθεν βαριεστημένα. Και μου το είπε ανάμεσα σε κάτι μπύρες που γίνανε ούζα – το γλυκάνισο να χτυπάει στα ρουθούνια – ότι ο φονιάς μέσα του, το αιμοσταγές το πλάσμα, ζήταγε εκδίκηση σε ό,τι κράτησε έστω για μια στιγμή το βλέμμα της και σε ό,τι κέρδισε μια εικόνα απ’ το κορμί της. Μου είπε κι άλλα μα το είδα σαν ταινία, ίσως παλαιάς κοπής, με άντρες σκουρόχρωμους και γυναίκες με βυσσινιά χείλη. Να κάθεται εκείνος, με την πλάτη κολλημένη στην πλάτη της καρέκλας γιατί αν κάνει πως σηκώνεται θα γίνει φονικό. Να ξετυλίγεται στο χώρο η φωνή της Ελένης Βιτάλη “αμάν αμάν ώπλες κούκλα μου κουκλίτσα μου συ μ’ έχεις τρελάνει Ελενίτσα μου” και το τουμπελέκι να δίνει βρώμικο τσιφτετέλι για κορμιά που λαχταράν να σπάνε. Και να δεις αργά τη μορφή της να προβάλλει μέσα από τους καπνούς, λίγο δέρμα να φωτίζει κάτω από το μετάξι, σημάδια στην πλάτη της να φεγγίζουν πίσω από λεπτά υφάσματα, η μέση της να δίνει την κίνηση από τα στήθια της μέχρι τα ακροδάχτυλα της πλεγμένα στα μαλλιά της. Είναι εκείνη η στιγμή που η καρδιά του σπάει όπως η μέση της και πυρωμένο σημάδι στο στήθος του μένει ο τρόμος πως αυτό που διαφεντεύει μπορεί να είναι φευγαλέο. Έτσι όπως κλείνει τα μάτια 10


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

της και μισανοίγει τα χείλη της – όπως στο μαξιλάρι του τα βράδια – να θολώνει το μυαλό του πως η δική του η στιγμή – που απαίτησε και πήρε – μοιράζεται τώρα ένα γύρο στο σκοτεινό κατώι. Και πριν αναβλύσει αίμα απ΄ τη γροθιά του που σφιγμένη κρύβει κάτω απ’ το τραπέζι, εκείνη ανοίγει τα μάτια της ευθεία στα δικά του και σε μια φωτεινή στιγμή επιστρέφει στο τσιφλίκι του. “Γι’ αυτό αγαπάμε τις γυναίκες σου λέω. Γι’ αυτή τη μία φωτεινή στιγμή” μου είπε κι έσβησε το τσιγάρο του. Κι επέστρεψε σε ’κείνη γιατί ο αλωνάρης δεν κάνει χωρίς τη γη κι η γη δεν κάνει χωρίς το χέρι που την ανθεί.

11


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Ακριβώς τα μισά και λίγα ακόμα (έτη) Εγώ είμαι 14 (αλλά λέω 15). Εσύ είσαι 16 (αλλά λες 17). Εγώ είμαι τρίτη Γυμνασίου. Εσύ είσαι δευτέρα Λυκείου. Τα ‘χουμε. Έρωτας ατελείωτος. Αδηφάγος. Λαβ. Το γράφω και στα βιβλία μου τα σχολικά. Όταν κλείνουμε τον πρώτο μας μήνα με πας για δώρο σε μια συναυλία στο Ρόδον. Έρχεσαι και με παίρνεις από το σχολείο κάθε μέρα. Περπατάμε μαζί μέχρι το σπίτι. Χέρι χέρι. Με φιλάς στο στόμα στη γωνία, όχι στην είσοδο, μην τυχόν και είναι ο πατέρας μου στο μπαλκόνι. Μου γράφεις κασέτες. Τις ζωγραφίζεις, βάζεις τραγούδια με νόημα, τις ακούμε παρέα, εσύ το ένα ακουστικό εγώ το άλλο. Φοράω σκισμένο τζιν. Φοράς σκισμένο τζιν. Μπορεί να έχεις και κρεμασμένη αλυσίδα από το θηλάκι πίσω μέχρι την τσέπη σου. Κρεμάω το χέρι μου από εκεί όταν σε φιλάω. Κάνουμε κοπάνα το Μάη και πηγαίνουμε μαζί για μπάνιο. Τα βράδια τη βγάζουμε στο πάρκο με την παρέα αλλά πάντα ξεμοναχιαζόμαστε αργότερα. Με πασπατεύεις. Λιώνω. Σε ακουμπάω. Λιώνεις. Ακούμε ράδιο μέχρι αργά. Όλη η παρέα το ίδιο ραδιόφωνο. Παίρνουν όλοι και αφιερώνουν σε όλη την παρέα. Εγώ κι εσύ αφιερώνουμε μόνο ο ένας στον άλλον. Το καλοκαίρι παίρνεις μηχανή. Ο μπαμπάς μου φωνάζει ότι είσαι αλήτης. Νευριάζω. Με φιλάς και με κρατάς αγκαλιά. Με ανεβάζεις στη μηχανή, με πας βόλτα στην Καστέλλα και τα ξεχνάω όλα, τα 12


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

μαλλιά μου να γίνονται κόμπος στον αέρα και η μυρωδιά σου να με γεμίζει. Η πρώην σου με κοιτάει περίεργα τα Σάββατα που την πετυχαίνω στην περατζάδα. Ακούω ότι κυκλοφορούν φήμες πως φασωθήκατε. Τσακωνόμαστε. Φωνάζεις. Φωνάζω. Ακούμε το ίδιο ράδιο όλο το βράδυ και δεν αφιερώνουμε ούτε εγώ ούτε εσύ. Αλλά κλαίμε. Το πρωί κάνεις κοπάνα την πρώτη ώρα και με περιμένεις έξω από το σχολείο, φιλιόμαστε λαίμαργα και μου σκουπίζεις τα μάτια και λέμε χίλιες συγγνώμες. Σε κοιτάω. Με κοιτάς. … blink … Είμαι 29 (νταν) Είσαι κι εσύ (και λες όσα είσαι) Εγώ ήμουν κάποτε τρίτη Γυμνασίου. Εσύ ήσουν κάποτε δευτέρα Λυκείου. Τα ‘χουμε. Έρωτας ατελείωτος. Αδηφάγος. Λαβ. Το γράφω και στα βιβλία μου.

13


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Αι συνθήκαι Γνωρίστηκαν όπως γνωρίζεται όλος ο κόσμος. Τίποτα εξαιρετικό, τίποτα ιδιαίτερο. Κάποιοι φίλοι, αυτός εκεί, εκείνη εκεί, αντάλλαξαν χαριεντισμούς και κοινότοπες ερωτήσεις. Κάποια ιδέα της συζητήθηκε και την ενθάρρυνε να την κάνει πράξη. Της έδωσε και ένα δύο συμβουλές. Μεγαλύτερος. Τον πέτυχε ξανά στην ίδια παρέα, το ίδιο ήσυχος, το ίδιο στραβό χαμόγελο, το ίδιο ελαφρά ειρωνικός. Με ποια δικαιολογία πήρε το τηλέφωνο του δε θυμάται πια αλλά το πήρε και πήρε την απόφαση ότι θα τον έχει. Γιατί έτσι. Της άρεσε η κίνηση του χεριού του όταν μιλούσε (πάντα η ίδια, πάντα κοντά στο σώμα του). Της άρεσε η παρατεταμένη σιωπή του. Το έξυπνο χιούμορ. Το χρώμα που φανέρωνε το άνοιγμα στο πουκάμισό του. Τον έπεισε μέσα από κάποιο αστείο και βρεθήκανε να πίνουνε καφέ και να κάθονται αγκαλιά στον καναπέ του. Τη φίλησε λίγο, αστειεύτηκε πολύ, την άγγιξε κάπου πολύ ιδιαίτερα στη φαντασία της και την άφησε να σιγοβράζει. Μιλάγανε πολύ – κυρίως εκείνη, μεγάλες κουβέντες των 20 χρόνων, κι εκείνος άκουγε με τη συγκαταβατικότητα που του έδιναν τα κάποια χρόνια παραπάνω. Τον φλέρταρε δημόσια, ξεδιάντροπα, φωναχτά κι εκείνος τη χειριζόταν με το γάντι. Ποτέ δημόσια, ποτέ ανοιχτά, ποτέ κανείς και τίποτα. Κάποτε κοιμήθηκαν μαζί αλλά εκείνη δεν το θυμάται πια, την είχε φάει το άγχος να τον έχει. Τον κυνήγησε σαν έφηβη, την απέφυγε σαν ενήλικας. -Θέλω να είμαστε μαζί. -Όχι. Την έκρινε μικρή, επιπόλαιη, κακομαθημένη. Λύσσαξε από τα νεύρα της κι άφησε την ιστορία στην άκρη γιατί δέχτηκε την 14


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

αλήθεια. Ελευθερώθηκαν να μιλάνε με τις ώρες, όταν βρίσκονταν, κι αυτό αραιά. Πού και πού άφηνε κάποιο υπονοούμενο εκείνη, πού και πού αυτός κι ανέβασαν τον τοίχο λίγο πιο ψηλά. Κάποτε βρεθήκανε μετά από καιρό, μιλήσανε πάλι, ήπιανε καφέ και τους βρήκε το ξημέρωμα στο δικό της καναπέ. - Θες; - Ναι. Σεξ της έντασης, όχι της τρυφερότητας. Λυνόταν στα χέρια του, λυνόταν στα δικά της αλλά μετά ο τοίχος ήταν εκεί. - Καφέ; - Μμμμμ. Στα λόγια, τους καφέδες και τις μπύρες ξεχυνόταν όλη η ζωή της, και λίγη από τη δική του. Επιφυλακτικός. Τη συμβούλευε, την επικροτούσε, της έλεγε τα λάθη. Φίλοι της τύχης, μίλησαν πολύ, την κράτησε αγκαλιά στα κλάματα και τις υπερβολές και μοιράστηκαν μαζί περιπέτειες, μικρά ταξίδια κι αλκοόλ κάποιες νύχτες της πόλης. Με τα χρόνια έμειναν τα όσα μοιράστηκαν σαν μυρωδιά από παλιά λεβάντα κι ένα πάθος να υποβόσκει των συζητήσεών τους. Στο τηλέφωνο κανόνιζαν να βρεθούνε και ψιθυριστά – ίσως και καθόλου – ακουγόταν από βαθιά “Σε θέλω…. Το σώμα σου να λιώνει στα χέρια μου”. Το άκουγε εκείνη, το άκουγε εκείνος κι όμως η συζήτηση παρέμενε στις λεπτομέρειες του ραντεβού. Την αγκάλιαζε τρυφερά, τον φιλούσε στο μάγουλο και κάθε φορά μιλούσαν για ώρες ενώ κάτω απ’ τα λόγια τους ακουγόταν ψιθυριστά – ίσως και καθόλου – “Σε θέλω… να γίνω λιώμα στο κρεβάτι σου”. Κάποιες φορές διαπραγματεύονταν το σεξ και όταν συνέβαινε δεν ‘ξέραν πώς να συμπεριφερθούν μετά. - Καφέ; έλεγε όποιος σηκωνόταν πρώτος. - Μμμμμμ. Έγνεφε καταφατικά ο δεύτερος, γυμνός στο κρεβάτι και άρα ευάλωτος. 15


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Δεν ήταν ποτέ ο χρόνος και οι συνθήκες κατάλληλες. Μπροστά σε φίλους, ήθελαν να βρεθούν μόνοι, να πουν κάτι δικό τους μόνο και μόνο για να ακουστεί ο πόθος πίσω από τα λόγια τους. Μόνοι τους μπλέκονταν πίσω από κανόνες του παρελθόντος – εκείνος την απέρριψε, εκείνη τον κυνήγησε – και ‘μέναν σε κουβέντες φιλικές, αν και ειλικρινείς. Κάποτε έλειπε εκείνος, κάποτε έλειπε αυτή. Όχι από τον τόπο. Από την κατάσταση. “Οι συνθήκες,” μου είπε κάποτε εκείνη, “δεν είναι οι κατάλληλες”. Ποτέ δεν ήταν. Κάποτε εκείνη ερωτεύτηκε απότομα. Ενθουσιάστηκε με κάποιον, βρέθηκαν να μοιραστεί τα νέα της. Έμεινε να την κοιτάει από τη διπλανή καρέκλα, καλοκαίρι και τα μπράτσα της γυμνά. Έτσι γυάλιζαν τα μάτια της πάντα; Έτσι ήταν το στήθος της πάντα; Έτσι ήταν η μυρωδιά της πάντα; Ήταν πάντα τόσο αστεία; Έτσι πάντα, ήταν εκεί, και ξεχείλιζε ερωτισμό και πόθο; Την αγκάλιασε να το νιώσει (ψιθυριστά ακούστηκε – ίσως καθόλου – “να μπω μέσα σου, να ξέρω πώς είναι να βογκάς στο σκοτάδι”) κι εκείνη συνέχισε να γελάει. Την άφησε να μιλάει για τον έρωτα, για τον τρίτο, για τα σχέδιά της. Το άκουσε κι εκείνη ψιθυριστά, πίσω από τις κουβέντες τους εκείνο το βράδυ – ίσως και καθόλου – “σε θέλω το ίδιο, λιώνω στη σκέψη σου το ίδιο” – μα το άφησε πίσω της στην ορμή της βραδιάς και τον φίλησε στο μάγουλο όταν την άφησε σπίτι της. Βρεθήκανε ξανά και ξανά, χαθήκανε ξανά και ξανά. Λόγω συνθηκών. 'Ενα βράδυ πριν βρεθούν άκουσε τον ψίθυρο πριν καν τον δει, ξεκάθαρα και δυνατά να αντηχεί στο μυαλό της “Να σε δω, να με κάνεις να τελειώσω στα χέρια σου, να σ’ ακούω να με παρακαλάς”. Ξαφνιάστηκε όταν έπεσε στην αγκαλιά του και δήλωσε στο αυτί του την πρόθεση της. “Δε θέλω μπύρες. Πάμε τώρα σπίτι.” Ξημερώματα καλοκαίρι, το σεξ της έντασης και της οργής, ο έρωτας της τρυφερότητας δυο φίλων, το γαμήσι της ανυπομονησίας. - Σ’ αρέσει. 16


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

- Κι άλλο. Απολυτότητες της νύχτας, αφέθηκαν εκεί μέχρι το χάραμα, να λένε και να κάνουν. Τσιγάρο, φιλί, ένα χάδι στο στήθος της, η πλάτη της να τεντώνεται στα τέσσερα, τα χέρια του να πιάνονται από τη μέση της. Κι άλλο… Να γελάει με τα φιλιά στη μέση του, ν’ αναστενάζει με τα δάχτυλά του μέσα της, κι οι δύο στα σκοτάδια, υγρά φιλιά και λόγια πρόστυχα. Κι άλλο… Παρακάλια και παράπονα, το βλέμμα της μες τα μάτια του την ώρα που χύνει, το άνοιγμα των χειλιών της κι η ανάσα της κοφτή όταν χύνει εκείνη. Βαθιά ανάσα. Κοιμήθηκε στην αγκαλιά του, φίλησε το λαιμό του πριν αποκοιμηθεί. Το άλλο πρωί σηκώθηκε πρώτος, τη σκούντηξε στον ώμο απαλά. - Καφέ; - Μμμμμ, έγνεψε την κατάφαση κι έπεσε στο μαξιλάρι. Έκανε το τσιγάρο της γρήγορα, έφυγε πριν αρχίσει η πρωινή κίνηση. Χαθήκανε για καιρό, εκείνη άλλαξε, εκείνος άλλαξε. Καινούριες ιδέες, καινούριοι άνθρωποι. Κάποιοι καφέδες κι αυτοί αραιώσανε, μιλούσαν που και που στο τηλέφωνο, μοιράζονταν ακόμα νέα και ιδέες. Ακόμα φίλοι. Ακόμα με σημασία οι απόψεις τους. Ο ψίθυρος όμως πίσω από τις λέξεις είχε χαθεί. Ένα καλοκαίρι – όχι πολύ μακριά στο παρελθόν – άρχισε να λιώνει η πόλη γύρω του. Η άσφαλτος μύριζε περίεργα, τα σκουπίδια ακόμα περισσότερο κι ούτε η θάλασσα δεν ήταν ανακούφιση. Περπατούσε προς τον ηλεκτρικό ένα μεσημέρι, ο ιδρώτας να κυλάει από το μέτωπό του όταν άκουσε γύρω του ψιθυριστά – ίσως και καθόλου – “Στο σώμα σου όλη νύχτα, να ξεδιψάσω από επιθυμία”. 17


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Την πήρε τηλέφωνο την ίδια μέρα. Πίσω από τα νέα και τα σχέδια το άκουσε κι εκείνη “Το ξέρεις ότι ακόμα λιώνω, ακόμα επιθυμώ, ακόμα ξέρω ότι η λύτρωση στο κορμί σου δεν έχει όμοιό της”. Βρεθήκανε ξανά, δεν βρεθήκανε, δεν ξέρω γιατί έχασα επαφή μαζί τους περίπου εκείνο το καλοκαίρι. Υποπτεύομαι όμως πως, ό,τι και να έγινε, πάλι το επόμενο πρωί, μετά από όλο το γαμήσι και τον έρωτα που αποζητούσαν ο ένας από τον άλλο, σηκώθηκε ένας από τους δύο, σκούντηξε τον άλλον στο ώμο και ρώτησε: - Καφέ; κι ο άλλος, με τη γεύση του πρώτου ακόμα στο στόμα του, έγνεψε - Μμμμμμμ. Μέχρι την επόμενη φορά.

18


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Σχεδόν Σεξ Ο Μάνος της σύστησε τον Γιώργο κάπως σαν από σπόντα. Ήλπιζε με την τρυφερότητα του εφηβικού φίλου ότι κάποτε θα έπεφταν όλες της οι άμυνες – για να γίνει η συνήθης υπερβολή της μονιμότητα με κάποιον. Στα τόσα χρόνια που την ήξερε – σε όλες τις υπερβολές της – δεν την είδε ποτέ να αφήνεται ολοκληρωτικά. - Κάποιο κομμάτι σου πάντα παρακολουθεί. Σκέφτεται. Σταμάτα. Με τα χρόνια του είχε γίνει εμμονή. Να τη δει να δίνεται. Σε κάποιον. Δεν έχει σημασία σε ποιον. Ο Γιώργος ήταν φίλος από παλιά, από άλλη παρέα, με το στυλ που συνήθως της άρεσε, έξυπνα μάτια και μακριά δάχτυλα. Γρήγορες αντιδράσεις, έξυπνη συζήτηση και κυρίως, έδειξε έντονο ενδιαφέρον για εκείνη όταν την είδε πρώτη φορά. Τους σύστησε και την παρακολούθησε με την άκρη του ματιού του να αλλάζει αργά, να μεταλλάσσεται, από φίλη σε εν δυνάμει ερωμένη. Με βλέμμα περιπαικτικό, με στόμα μισάνοιχτο, με γρήγορες ατάκες και δυνατό γέλιο – το ίδιο έργο παιγμένο κάθε φορά και καλύτερα. Μάθαινε τις εξελίξεις και από τους δύο. Εκείνη με λεπτομέρειες, ο Γιώργος κάπως πιο συγκρατημένα – απείχε από συμβουλές και παρακολουθούσε την κατάσταση διακριτικά. Μάζεψε όλους τους φίλους στο μπαρ πίσω από το Χίλτον μια Παρασκευή και κάθισε με τη μπύρα στο χέρι, λέγοντας κάποια ιστορία βαριεστημένα. Εκείνη εμφανίστηκε με ψηλά παπούτσια, βαμμένα μαύρα μάτια και τα μαλλιά της πίσω. Κρατούσε τη μπύρα της αντρίκια αλλά το κορμί της απλωνόταν στο χώρο γατίσια, το δέρμα της έλαμπε και τα μάτια της κοιτούσαν λαίμαργα. Έβαζε το χέρι της στο λαιμό της, στη μέση της, φάνηκε σε μία κίνηση η

19


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

τιράντα απ’ το σουτιέν της, ένα κομμάτι της μέσης της. Ο Γιώργος την άκουγε να μιλάει και χαμογελούσε. Κι εκεί, στη μεταμόρφωση επάνω, ο Μάνος έπιασε τον εαυτό του να την παρακολουθεί, να ψάχνει για μικρά κομμάτια από τη μέση της να κάνουν την εμφάνισή τους, να κοιτάει το στήθος της, να φαντάζεται τα πόδια της τυλιγμένα γύρω από τη μέση του. Ανάμεσα στους καπνούς και τη μυρωδιά του αλκοόλ μπορούσε να μυρίσει το άρωμά της, την επιθυμία της, την καύλα της. Την πλησίασε από πίσω, ακούμπησε το χέρι του στη μέση της και ψιθύρισε στο αυτί της. - Είσαι πολύ καύλα απόψε, σε θέλω ΤΩΡΑ. Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω, κόλλησε για λίγα δευτερόλεπτα στο σώμα του και γύρισε να τον κοιτάξει στα μάτια. - Έλα μαζί μου – της είπε και την έβαλε βιαστικά μέσα στις τουαλέτες. Την ακούμπησε στην πόρτα, έπεσε πάνω της και τη φίλησε λαίμαργα, αχόρταγα, ψάχνοντας το άνοιγμα της μπλούζας της και έλιωσε από καύλα όταν, βρίσκοντας τη ρόγα της, τα γόνατα της άρχισαν να λυγίζουν. Έβαλε το χέρι της στο παντελόνι του, τον έπιασε βίαια κι εκείνος κόλλησε πάνω της πιο πολύ, χωρίς να σταματάει τα φιλιά, χωρίς να σταματάει τα χάδια. Τον έσπρωξε λίγα δευτερόλεπτα μετά. - Φτάνει. Έφτιαξε τη μπλούζα της, τον κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη και βγήκε πάλι στο θόρυβο του μπαρ. Περνώντας από δίπλα της μετά, ακούμπησε την παγωμένη μπύρα του στη μέση της και της ψιθύρισε. - Είδες που στο έλεγα; Κάποιο κομμάτι σου παρακολουθεί. Σκέφτεσαι. Σήκωσε το φρύδι της περιπαικτικά, του έκλεισε το μάτι και έφυγε εκείνο το βράδυ με το Γιώργο. 20


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Ο χειμώνας που έπεται Ο Ηλίας μου είχε πει ότι γνωρίστηκαν στη Λευκάδα αλλά τελικά εννοούσε το πού ξεκίνησε πραγματικά η ιστορία. Με τη Μαρία είχαν γνωριστεί ήδη στο Birmingham, σε κάποια κοινή παρέα στο Πανεπιστήμιο, στο προτελευταίο του έτος εκεί και στο πρώτο δικό της. Τον αντιπάθησε αμέσως, την απέφευγε συνέχεια. Ο Ηλίας ήταν μαχητικός, μοναχικός, πεισματάρης και φωνακλάς. Με απίστευτη αίσθηση του δίκιου και ηθικές αρχές από κάποια άλλη εποχή όλο του το είναι αντιστεκόταν στο ότι η Μαρία ήταν στην Αγγλία σχεδόν τυχαία, ξόδευε ασυλλόγιστα, δε διάβαζε ποτέ και είχε ένα χιούμορ παιδικό. “Μυαλό κουκούτσι αυτή η γκόμενα” μου έλεγε τότε στο τηλέφωνο. Μετά από πολλά χρόνια κατάλαβα ότι “το ψώνιο” του Birmingham ήταν η Μαρία της Λευκάδας. Μου το έκρυβε φαντάζομαι επειδή αισθανόταν άβολα να θυμάται ότι κάποτε μου εξιστόρησε ξεδιάντροπα όλα της τα μειονεκτήματα. Το φοιτητικό καλοκαίρι της Λευκάδας, κλέψανε κάποιες στιγμές δικές τους στην παραλία. Θάλασσα, ήλιος, λίγες σκοτούρες και άρα ο χαρακτήρας της Μαρίας έγινε το σήμα κατατεθέν των διακοπών. Μια παρέα εικοσάχρονοι να χτίζουν κάστρα στην άμμο, να μεθάνε τα βράδια, να τρώνε στα ταβερνάκια και να χορεύουν ως το πρωί. Ξεχάστηκε ο Ηλίας εκείνο το καλοκαίρι κι ένα βράδυ την πήρε από το χέρι και πήγανε βόλτα στην άμμο. Την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα το πρώτο πρωί που ξύπνησε δίπλα της, και όλες τις διακοπές τις περάσανε κάνοντας έρωτα σιωπηλά τις νύχτες και κάνοντας τους ανήξερους το πρωί. Πίσω στην πραγματικότητα του Birmingham, τον εκνεύριζαν οι απόψεις της, ο τρόπος που ζούσε και κυρίως οι φίλοι της (“κάτι νεόπλουτα παιδάκια του μπαμπά που δεν ξέρουν τί σημαίνει ευθύνη”, μου έλεγε στο τηλέφωνο). 21


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Ο Ηλίας είχε χρειαστεί να παλέψει για τα πάντα. Για να πληρώσει το πανεπιστήμιο, για να δουλεύει τα βράδια, για να πηγαίνει στη μάνα του τις διακοπές- και έπαιρνε την άνεση των φίλων της Μαρίας ως προσωπική προσβολή. Σχεδόν αμέσως σταμάτησε να τη βλέπει κι εκείνη δεν επέμεινε. Τελείωσε τις σπουδές του εκείνο το καλοκαίρι και πήγε στο Εδιμβούργο για κάποια δουλειά. Χαθήκανε. Πού και πού μάθαινε νέα της από κάποιον φίλο αλλά την είχε ξεγράψει ήδη ως χαμένη υπόθεση. Την είδε λίγα χρόνια μετά στο Εδιμβούργο, εκείνος έβγαινε από το γραφείο, εκείνη έβαζε το κλειδί στην εξώπορτα ενός σπιτιού απέναντι. Στην αρχή ήταν σίγουρος ότι ήταν η Μαρία, όσο όμως πέρναγε η μέρα άρχισε να αμφιβάλλει. Το Εδιμβούργο όμως δεν είναι μεγάλη πόλη και αργά ή γρήγορα δύο Έλληνες θα συναντηθούν. Και συναντήθηκαν, όταν ο Κώστας, κάποιος φίλος από το γραφείο, σύστησε στον Ηλία τη Μαρία. “Η Μαρία – που σου έλεγα”. Του έλεγε όντως, μέχρι και λεπτομέρειες που ο Ηλίας δεν ήθελε να ακούσει, σχεδόν πορνογραφικές. “Γνωριζόμαστε” είπε ο Ηλίας και της χαμογέλασε αδέξια, ξέροντας ότι και αυτός και ο Κώστας μοιράζονταν γνώσεις περί του τί περιέχουν τα εσώρουχα της. Ανταλλάξανε τηλέφωνα αλλά δεν της τηλεφώνησε ποτέ, πεπεισμένος ότι θα ήταν ανώφελο να βρεθούνε. Πώς τον έπεισαν αργότερα να μαζευτούν πάλι για διακοπές στη Λευκάδα, μου κάνει εντύπωση ακόμα. Πήρε όμως μαζί του την Σύλβια, μια μικροκαμωμένη φωνακλού από την Ιρλανδία με την οποία είχαν μια σχέση χαλαρή τον τελευταίο χρόνο. Το μετάνιωσε σχεδόν από την πρώτη μέρα. Η Σύλβια συνάντησε κάποιες φίλες της τυχαία και έπινε ασταμάτητα από το πρωί μέχρι το βράδυ, γυρνούσε στο δωμάτιο το ξημέρωμα και δεν ξυπνούσε πριν τις 3. Ο Ηλίας έμεινε να ακολουθεί τους υπόλοιπους και να παρακολουθεί τη Μαρία διακριτικά.

22


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Υποπτεύομαι όλες τις στιγμές που τον έκαναν να την ερωτευτεί από την αρχή. Τα πράγματα που έλεγε, το πόσο είχε αλλάξει, ο τρόπος που σήκωνε το φρύδι της όταν σκεφτόταν. Υποπτεύομαι ότι σιγά σιγά άρχισε να της μιλάει και τότε έμαθε για τη μαμά της – που πέθανε πριν εκείνη πάει στο Εδιμβούργο. “Και πήγες παρ’ όλα αυτά;” τη ρώτησε έκπληκτος. “Και τί άλλο να έκανα;” τον ρώτησε ειλικρινά και τράβηξε μια τούφα από τα μάτια της. Ο θάνατος την είχε γεμίσει αλλαγές. Ήταν πιο μελαγχολική, πιο σκεφτική, πιο μετρημένη. Ενώ ο Ηλίας, κουρασμένος από τη δουλειά και θέλοντας να ξεκουραστεί ήταν εύθυμος, έπινε πολύ και άφηνε τα σχέδια για μετά τις διακοπές. Το προτελευταίο βράδυ, η Σύλβια γύρισε το ξημέρωμα και τον ξύπνησε. Βγήκε στα σκαλοπάτια να καπνίσει, είδε τη Μαρία να περπατάει στην παραλία και πήγε προς το μέρος της. Στάθηκε όταν τον είδε να πλησιάζει και του χαμογέλασε. - Δεν κοιμάσαι; - Δε μπορώ. Περπάτησαν μαζί για λίγο και μετά κάθισαν στο ‘θρόνο’ που κάνανε τα βράχια να κοιτάξουν το χάραμα. Της χάιδεψε το χέρι και κάθισε στην αγκαλιά του. Κι ενώ μύριζε το άρωμα της δεν φιλήθηκαν, δεν κάναν έρωτα, δεν μείνανε μαζί για πάντα. Φύγανε το παράλλο πρωί, εκείνη για τη Θεσσαλονίκη στον πατέρα της κι εκείνος για το Εδιμβούργο στη δουλειά του. Δεν την ξανάδε από τότε αλλά ένα βράδυ, κάπου μεταξύ ουίσκι και ρακής μου είπε με ύφος περίλυπο: “Έχω μια τρομερή υποψία ότι την υποτίμησα σε τεράστιο βαθμό. Ότι κάτι ξεσήκωνε μέσα μου που δεν το έχω νιώσει ποτέ. Ότι έχασα τη γυναίκα της ζωής μου”. Και μετά, κατέβασε το πέμπτο ποτηράκι ρακή μονοκοπανιά. Χτες με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι φεύγει. Παρατάει το Εδιμβούργο και μετακομίζει στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη. Η Μαρία του έστειλε μια κάρτα, μιλήσανε στο τηλέφωνο και πήρε την απόφαση. “Έτσι ξαφνικά;” τον ρώτησα, “έτσι και χειρότερα” μου 23


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

είπε. Βαρέθηκε, κουράστηκε την ηθική του, το πρόγραμμά του, τα πλάνα του. Έδωσε σε όλα μια μούντζα και πάει να δει αν η Μαρία είναι η γυναίκα της ζωής του κι αν αυτός είναι ο άντρας της δικής της. Και αυτό το απίστευτο πλάνο ας μπει σε καρτ ποστάλ να μου το στείλουν πριν επέλθει ο χειμώνας μετά το καλοκαίρι τους.

24


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Φιαλίδιον με ήχο συνωμοτικό. Ενταύθα. Έφτασε ένα πρωινό Σαββάτου με το ταχυδρομείο. Χωρίς διεύθυνση αποστολέα. Ένα πακέτο τυλιγμένο σε καφέ χαρτί και σπάγκο. Η λεπτομέρεια του φάνηκε σημαντική. Με σπάγκο. Το κουτί μέσα ήταν ξύλινο, ίσως λίγο άκομψο και παλιομοδίτικο, πάντως καλοφτιαγμένο. Και μέσα στο κουτί, να το αγκαλιάζει το βελούδο, το μπουκάλι με το κοκκινωπό υγρό. Άνοιξε τη φιάλη προσεκτικά, λεπτοδουλεμένο πώμα από ασήμι που άνοιγε και έκλεινε με έναν ήχο μικρό και συνωμοτικό. Μύρισε διστακτικά το υγρό, κάτι του θύμιζε, ίσως φράουλες. Τη δεύτερη φορά νόμιζε κρίνα αλλά την τρίτη φορά πάλι άλλαξε γνώμη. Κανέλα; Πορτοκάλι; Στην αρχή το πήρε για αστείο. Περίμενε να τον πλησιάσει κάποιος εύθυμος φίλος και να ομολογήσει την αποστολή. Άρχισε να διηγείται την ιστορία με τη μικρή φιάλη και το πακέτο χωρίς αποστολέα αλλά κανείς δεν έδειχνε την παραμικρή διάθεση να παραδεχτεί ότι το είχε στείλει. Αντιθέτως, κάποιοι μάλιστα τον συμβούλεψαν να το πετάξει, ποτέ δεν ξέρεις, ίσως κάποιος τρελός δολοφόνος που στέλνει τυχαία δηλητήριο. Όταν οι αναζητήσεις του στο διαδίκτυο δεν τον έβγαλαν πουθενά πέρασε από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες της πόλης. Ρώτησε παλιούς καθηγητές και πήγε ένα δείγμα από το κοκκινωπό υγρό σε ένα φίλο του που δούλευε σε εργαστήριο. Κανένας δε μπορούσε να του πει με βεβαιότητα τί περιέχει το φιαλίδιο ή έστω τί θα μπορούσε να είναι.

25


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Σκέφτηκε να το δοκιμάσει. Μια δυο φορές κατάφερε να το φέρει στα χείλη του αλλά το χέρι του έτρεμε τόσο που αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι δεν είχε τα κότσια. Έπιασε τον εαυτό του στον καθρέφτη, το φιαλίδιο στο ακόμα τρεμάμενο χέρι, το πρόσωπό του σα να ‘χε χάσει κάπως το χρώμα του. Έκλεισε το κουτί προσεκτικά. *** Έφτασε ένα πρωινό Τετάρτης με το ταχυδρομείο. Εκείνος ήταν στη δουλειά. Χωρίς διεύθυνση αποστολέα. Ένας φάκελος λευκός και η διεύθυνσή του γραμμένη με κόκκινο μελάνι. Η λεπτομέρεια του φάνηκε σημαντική. Με κόκκινο μελάνι. Δεν σκέφτηκε ότι μπορεί να υπάρχει σχέση με εκείνη την άλλη αποστολή, τόσα χρόνια πριν, με το πακέτο τυλιγμένο με καφέ χαρτί, γιατί είχε πασχίσει πολύ να το ξεχάσει. Τον πρώτο καιρό είχε αφήσει το κουτί πάνω στο τραπέζι του σαλονιού αλλά η αποτυχία του και η ανάμνηση του κάθιδρου μετώπου του τον απογοήτευε κάθε μέρα. Έβαλε το κουτί στη βιβλιοθήκη και έκανε σα να το ξέχασε, κι ας ένιωθε καμιά φορά άβολα όταν γύριζε τη πλάτη του στα ράφια για να δει τηλεόραση. Ο φάκελος είχε μέσα μια κάρτα, χαρτί όχι ακριβώς άσπρο και μία μπορντούρα ανάγλυφη χρυσαφί. Με κόκκινο μελάνι, μέσα στη μέση, με γράμματα μάλλον καλλιγραφικά δύο λέξεις. “Πολύ αργά” Στάθηκε στο χολ κοιτώντας την κάρτα για ώρα. Μέχρι που το σώμα του ανατινάχτηκε προς το σαλόνι – σχεδόν μόνο του – για να αντικρίσει στη βιβλιοθήκη το κενό ανάμεσα στα δύο βιβλία. *** Δεν έχει άλλο η ιστορία. Ποιο τέλος; Δε στα έχουν μάθει σωστά, οι ιστορίες δεν έχουν τέλος. Είναι μόνο έτσι, ιστορίες. Αν θέλεις τέλος τότε έπρεπε να μου ζητήσεις να σου πω ένα παραμύθι. 26


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Εγώ βέβαια δε λέω παραμύθια. Μόνο γραφιάς είμαι, να δες, έχουν κηλίδες τα χέρια μου. Από κόκκινο μελάνι. Μάλλον μελάνι δηλαδή. Έλα λίγο πιο κοντά να δεις και μόνος σου. Δημοσιεύθηκε στο blog Η Καλύβα Ψηλά στο Βουνό

27


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Τα μάτια του λάμπουν πορφύρα Σήμερα με έπαιξε ο διάολος για μια σπιθαμή κορμί κι έχασε. Γιατί το κορμί μου είναι δικό σου. Κάθισα μπροστά στη θάλασσα – τσιγάρο στο ένα χέρι, το βιβλίο μου στο άλλο. Ο διάολος είναι ξανθός και κατάλευκος, με τρυφερό δέρμα εφήβου, αγγελικός. Με ρωτάει τί θα πάρω και μου γελά το καλογυμνασμένο χαμόγελο του καλού σερβιτόρου. - Καλή επιλογή, μου λέει όταν του δίνω την παραγγελία και θαυμάζει το βιβλίο μου. Στέκεται δίπλα μου και με ρωτά για τον συγγραφέα, αν έχω διαβάσει το Sandman, αν μ’αρέσει το βιβλίο. Φοράει γυαλιά ηλίου – από αυτά τα στρογγυλά που γύρω από τους φακούς έχουν μαύρο δέρμα που ακουμπά στο πρόσωπο και δε βλέπω τα μάτια του καθόλου. Φεύγω και μου χαμογελά το αντίο. Καθώς η μέρα προχωρά μου στέλνει τον Ασταρόθ που μου μιλά για αριθμούς και κρυμμένους θησαυρούς. Μου στέλνει τον Φούρκας που μου ψιθυρίζει για τα ταρώ μου, και τα μυστικά τους που δεν έχω ανακαλύψει. Φέρνει στο δρόμο μου τον Γκρέμορι που για χατίρί του παρθένες λιώνουν στο θειάφι. Δεν το ήξερα. Αλήθεια. Κι ούτε και τα κατάλαβα όλα τα δαιμόνια τα υποτακτικά του, μήτε και μου πέρασε από το νου όταν τα είχα μπροστά μου. Μα το βράδυ που έβαλα το κλειδί στην πόρτα μου 28


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

κι έκλεισα πίσω μου θυμήθηκα πως όταν ο διάολος σηκώθηκε από δίπλα μου και γύρισε να φύγει, πίσω από το μαύρο δέρμα που είχαν τα περίεργα γυαλιά του – έλαμψε η πορφυρή αντανάκλαση των ματιών του. Κι εκείνη τη στιγμή – που με ελευθέρωσε και δέχτηκε την ήττα – είδα το παιγνίδι και σάστισα. Όχι δεν ήμουν γενναία. Μήτε βρήκα μέσα μου κανέναν θεό. Με έπαιξε ο διάολος κι έχασε γιατί το κορμί που ζήτησε δεν ήτανε δικό μου και στο δικό σου το μετόχι μήτε άνθρωπος μήτε αερικό κιοτάει να πατήσει.

29


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Καλλιδρομίου και απελπισίας γωνία Στη Μάγδα - που όταν μου το πει σε σκοτεινό αμφιθέατρο θα αξίζει που το έγραψα.

Το σπίτι δε με χωράει. Δεν είναι μικρό. Είναι μεγάλο. Έχει κάτι παράθυρα από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι – και το ταβάνι είναι ψηλό ξέρεις – και μπαίνει κι ο αέρας από παντού. Σε αυτό το σπίτι δε μυρίζει εξάτμιση και σάπια φρούτα τη μέρα μετά τη λαϊκή… δεν έχει λαϊκή στο δρόμο μου τώρα. Σε αυτό το σπίτι δεν ακούγεται το κουδούνι μέσα στο απόγευμα – φίλοι που πήγαιναν για καφέ στην πλατεία και περάσανε να πουν ένα γεια. Εσύ ρε γαμώ το στανιό σου γιατί δεν πέρασες ποτέ αφότου έφυγες; Το σπίτι μου κάνει ξένο. Όταν είσαι εδώ μόνο σαν κάτι να αλλάζει. Βέβαια… έχεις χρόνια να φανείς. Πού χάνεσαι αλήθεια; Έχω βαρεθεί. Έχω βαρεθεί ν’ αλλάζω σπίτια, ακούς; Κι έχει κι έναν διαολεμένο αέρα… Τον θυμάσαι αλήθεια εκείνο το γάτο που τάιζα στον πεζόδρομο, εκεί στην Καλλιδρομίου, πριν το μαγαζί του Νικόλα; Στα σκαλάκια. Τί του είχε συμβεί κι είχε μείνει με ένα μάτι; Δεν έμαθα ποτέ. “Τι τα ταΐζεις και μας μαζεύονται εδώ χάμω τα αδέσποτα;” μου φώναζε μια γριά από ένα μπαλκόνι. Έκανα την κουφή. 30


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Κι όταν έφυγες πάλι την κουφή έκανα. Είχα ένα φίλο – πέθανε πριν χρόνια, κάτι με ναρκωτικά, με γυναίκες, θα σε γελάσω – που του έτυχε ένα ατύχημα και δεν άκουγε για λίγο καιρό. Τώρα δεν άκουγε αλήθεια, δεν άκουγε λόγω του κλονισμού, δεν ξέρω. Αλλά μου είχε πει ότι ήταν οι πιο βελούδινες ώρες του. Ακούς; Βελούδινες ώρες. Ποιητής ήταν μάτια μου αλλά πάει. Οι δικές μου οι ώρες δεν ήταν βελούδινες. Κι ας έκανα πως δεν άκουσα. Την πόρτα που κλείνει πίσω σου την ακούω κάθε μέρα. Θα φύγω τώρα. Το γατί στα σκαλάκια το ‘χω χάσει εδώ και χρόνια, έχασα και τα σκαλάκια, και τη λαϊκή, και τον φίλο μου τον ποιητή κι εσένα. Εδώ που είμαι τα τσιγάρα δεν έχουν την ίδια γεύση. Έχασα και το μολύβι των ματιών μου. Το πιστεύεις; Είναι μεγάλο το σπίτι πού να το βρω τώρα, σε κάποιο συρτάρι θα ‘χει χωθεί πίσω πίσω και θα το βρω στην επόμενη μετακόμιση. Χτες το βράδυ, μια σκέψη με τάραξε και δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Αν – λέω αν – γύριζες κάποτε σ’ εκείνο το σπίτι στην Καλλιδρομίου και με έψαχνες; Ξέρεις πόσα σπίτια έχουν περάσει από τότε; Εγώ δε θυμάμαι καλά καλά. Πώς θα με βρεις; Και το πρόσωπο μου έχει αλλάξει – φοβάμαι μη και στο δρόμο δε με γνωρίσεις. Θα φύγω τώρα. Βρήκα κάτι βελούδινες ώρες στο συρτάρι της κουζίνας. Σε φιλώ.

31


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

ΚΑΤΙ ΛΕΞΕΙΣ ΣΑΝ ΜΟΥΣΙΚΕΣ

32


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Κάτι λέξεις σαν μουσικές I - Είναι κάτι άνθρωποι απροσπέλαστοι, σαν απάτητα μέρη. Το είπε έτσι ένα βράδυ, το λαούτο αφημένο στη γωνία και το μαύρο πουκάμισο να κολλάει στην ιδρωμένη πλάτη του. Ήταν το καλοκαίρι στην Κρήτη πρώιμο εκείνη τη χρονιά και καίγανε τα πλακόστρωτα – καλά καλά ούτε μέσα του Μάη. Η εξεταστική ήταν ακόμα μακριά και οι παραδόσεις αφόρητες μέσα στον πηχτό από ζέστη και ιδρώτα και ανθρωπίλα αέρα των αμφιθεάτρων. Τα βράδια λουζόμασταν και με βρεγμένα μακριά μαλλιά κατηφορίζαμε για καφέ από τα φοιτητικά καταγώγια μας και μέχρι να φτάσουμε στα μισοσκότεινα ραντεβού μας το δέρμα μας κόλλαγε από την υγρασία και τη ζέστη. Πολύ αργά ένα βράδυ, πέρασα από το καφενείο σχεδόν τυχαία. Τρεις άντρες μια γύρα στο μαρμάρινο τραπέζι, στάλες ιδρώτα να κυλάνε από καστανούς κροτάφους. Με χαιρέτισε με ένα νεύμα και κάθισα για ένα ποτήρι κι όταν στο τρίτο φύγαν οι άλλοι εγώ κι αυτός βάλαμε το τέταρτο. Είχε χέρια σκληρά, καμένα από τον ήλιο, με μικρές πληγές εδώ κι εκεί, μεγάλες παλάμες που ‘κάναν το ποτήρι να μοιάζει μικροσκοπικό. Το ύφασμα κολλημένο στην πλάτη του, μια στάμπα από ιδρώτα να ρουφάει το καστανό του δέρμα και να διαγράφεται ο τρόπος που το κορμί του έδινε εντολές στα χέρια του. Δεν ήταν για να μου τα πει. Δεν ήταν για να ξέρω. Ήταν βραδιά για να κάτσω εκεί – η μυρωδιά του να διαχέεται στον αέρα γύρω μου – και να πιούμε μαζί, εκείνος σε σκέψεις κι εγώ λιγωμένη. Όποιος του μίλησε σε τέτοιες ώρες έπαψε να ‘ναι φίλος του κι έτσι σιώπησα και ήπια, και κάπνισα αργά, τα πόδια μου απλωμένα στην ξύλινη καρέκλα απέναντι, το τζιν μου να κολλάει στα πόδια μου.

33


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Στο έκτο το ποτήρι με ‘πιασε από τους ώμους, με ‘στησε όρθια και με πήγε σπίτι. Μπορεί και να τραγούδησα στο δρόμο, παντζούρια κλειστά ολόγυρά μας, κάποιο παραδοσιακό κρητικό που μου ’χε μάθει. Χαμογέλασε – κάπως σαν φλας έλαμψαν τα δόντια του μέσα σ’ εκείνη τη χαράδρα του προσώπου του και της προχωρημένης νύχτας – και έβαλε το χέρι του στο στόμα μου. Με πήγε έτσι μέχρι το σπίτι, ένα χέρι στον ώμο μου, να με νιώσει αν πέσω και να με σκουντάει ελαφρά, και το άλλο χέρι στα χείλη μου να κλείνει ό,τι φάλτσο είχα να τραγουδήσω μετά από τη ρακή. Με άφησε στο σκαλοπάτι και στάθηκα έτσι μπροστά του – μπορεί να μίλησα εγώ, μπορεί κι εκείνη μέσα μου που τολμάει πιότερο από μένα μα το δήλωσα έτσι ξεδιάντροπα πως άλλο δε νταγιαντίζω. Σα να σταμάτησε η πλάση ήταν για λίγο και μετά με κοίταξε ευθύς στα μάτια ψαχουλεύοντας με βεβαιότητα το πώς μιλάω και γιατί. Έτσι έπεσε το πρώτο φως στο πρόσωπό του. Κι αν βρήκε αυτό που ήθελε δεν ξέρω. Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα τα ανήσυχα όνειρα του οινοπνεύματος. Ακόμα παίζει μουσική για μένα όταν του το ζητήσω. Ακόμα παραμένω σιωπηλή της ώρες της ρακής. Και κάτι λέξεις σαν μουσικές τις κρύβω ακόμα.

34


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Κάτι λέξεις σαν μουσικές ΙΙ - Άλλο χωρίς εσέ δε νταγιαντίζω. Το είπε έτσι ένα βράδυ που την οδήγησα σπίτι της από τα στενά σοκάκια, τα μάτια της αυθάδικα στο δικά μου και η ρακή να χτυπάει στις φλέβες της. Ίσα που είχε προλάβει να δροσίσει, μα ο ιδρώτας κολλούσε στο σώμα της, γυάλιζε στο πάνω χείλος της. Την κοίταξα καλά να βρω τις αλήθειες της μα θόλωσε και το δικό μου το μυαλό από το οινόπνευμα κι έμεινα ν’ αναρωτιέμαι πώς μου μιλεί έτσι και γιατί. Ψέματα. Έσπασε η καρδιά μου πώς τα λέει για το γούστο και την άφησα στην πόρτα της. Ήταν το καλοκαίρι θάνατος εκείνη τη χρονιά στην Κρήτη. Η ζέστη έκανε τον αέρα πυκνό και αφόρητο, η υγρασία μας έκοβε την ανάσα. Τα βράδια γέροι και νέοι στα πεζούλια μάταια ‘ψάχναν ησυχία από την πυρωμένη μέρα. Μόνο κοντά στη θάλασσα βρίσκανε τα σώματα μια ησυχία, κι αυτό μόνο αργά τη νύχτα. Πολύ αργά ένα βράδυ, πέρασα από το μπαρ σχεδόν τυχαία. Η μουσική ξετυλιγόταν μέχρι την παραλία, ηλιοκαμένα κορμιά να ξεχύνονται έξω από σφιχτά υφάσματα, ανάσα από μπύρα παντού. Γυναίκες με μάτια γλαρά, στήθη να ξεπροβάλλουν χαραγμένα με σημάδια από τιράντες και μαγιό. Κρέας και κρέας. Μου έγνεψε πίσω από το μπαρ χαμογελώντας και μέχρι να φτάσω εκεί η μπύρα ανοιγμένη με περίμενε. Τα μαλλιά της πέφταν στα μάτια της και τα έφερνε πίσω από το αυτί της με τα δάχτυλα, η μέση της να λυγάει για να κινείται ανάμεσα σε κάσες και να σπάει πάνω από τη μπάρα για να ακούει τις παραγγελίες. Δεν ήταν νύχτα για να μιλήσουμε, Σάββατο βράδυ στα τουριστικά τα λημέρια της Κρήτης, μα έμεινα έτσι για να τελειώσω τη μπύρα, το ένα πόδι στο πάτωμα, το άλλο στην απέναντι καρέκλα, το μπάσο να παίζει στο στομάχι μου μα εγώ ν’ ακούω μόνο τη δική της 35


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

ανάσα. Κι έτσι έκατσα ως το τέλος και την περπάτησα μέχρι το παλιό λιμάνι, για λίγη ηρεμία μετά την υπερένταση. Με έπιασε από το μπράτσο κι ακούμπησε το κεφάλι της εκεί – εγώ ορθός και το σώμα μου σφιγμένο. Ένα γύρο η νύχτα να γαληνεύει γύρω μας και το κύμα ίσα που να ακούγεται. Κι εγώ σιωπηλός και αλύγιστος, με κρατημένη την ανάσα, σαν ησυχία πριν τη μπόρα. Με πήγε μέχρι την άκρη στα βράχια και με τράβηξε από το χέρι να κάτσω κάτω δίπλα της. Τα γυμνά της πόδια να αιωρούνται πάνω από το νερό, τα πέδιλά της αφημένα στο πλάι. Γύρισε και με κοίταξε ερωτηματικά μετά από ώρα. “Με κοιτάς;” και γέλασε το ολόμελο γέλιο της. Και της το ‘πα έτσι με ορμή γιατί ήταν δική μου πως την μπεγιεντίζω. Σα να σταμάτησε η πλάση ήταν για λίγο και μετά με κοίταξε ευθύς στα μάτια μα δεν έψαχνε τίποτα. Κι έτσι μας βρήκε το ξημέρωμα. Χωρίς ούτε αγκαλιά. Αυτή θα ήταν για άλλες λέξεις σαν μουσικές που τις έκρυβα ακόμα.

36


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Κάτι λέξεις σαν μουσικές ΙΙΙ - Ο γιαγερμός μου ήταν για σε. Μου το είπε κοιτώντας τη θάλασσα. Πόσα καλοκαίρια από την τελευταία φορά που καθίσαμε πλάι πλάι, που τα πόδια της αιωρήθηκαν πάνω από το νερό, που δεν την άγγιξα. Μέτρησα. Και βγήκαν αιώνες. Ήταν ένα καλοκαίρι πνιγηρό στην Κρήτη, με τον ορίζοντα να μικραίνει συνεχώς γύρω μου και το νησί να γίνεται πλοίο – κι εγώ πρώτη φορά με ναυτία. Είδα αλήθεια στον καθρέφτη για πρώτη φορά πρόσωπο αλλουνού κι όχι δικό μου. Ένα απόγευμα τη βρήκα στο δρόμο, ψώνια στα χέρια, μεγάλα γυαλιά ηλίου. Με αγκάλιασε. - Γύρισες; - Γύρισα. Πήγαμε σ’ ένα παλιό μαγαζί που πήγαινε όταν ήταν φοιτήτρια. Ο Μανώλης – άσπρο μουστάκι και μαύρο πουκάμισο – την αγκάλιασε θαμμένος πίσω από τον πάγκο και μας κέρασε ρακή. Πότε πήρε τον τόπο μου και τον έκανε δικό της δε το κατάλαβα ποτέ – εγώ έγινα ξένος κι εκείνη μύριζε αλάτι και ελιά. Μου το ‘χε πει πως θα γυρίσει μα δεν την πίστεψα ποτέ. Στα τηλεφωνήματα οι αποφάσεις είναι εύκολες – το ξέρω από πρώτο χέρι. Δεν ήταν το νησί μικρό; Έβαλε ρακή. Χαμογέλασε. Άλλες αποδείξεις δε χρειαζόταν. Έτσι μου είπε και απόρησα. Μα δε την πίεσα.

37


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Ήταν το ίδιο μελαχρινό το δέρμα της – απαλό χνούδι να χρυσίζει στα χέρια της, το τσιγάρο να καίγεται στα δάχτυλα της, ο καπνός ν΄ αγκαλιάζει το πρόσωπό της. Μια στάλα ιδρώτα ανάμεσα στα στήθια της, να κυλά μαρτυρικά και να χάνεται πίσω από το ύφασμα. Ένιωθα το νησί να κουνιέται ακόμα. Τη ναυτία να με παρασέρνει. Της αράδιασα τα ναυάγιά μου, τη ζωή μου. Μου αράδιασε τα ναυάγιά της και το στόλο της, ακόμα ν’ αρμενίζει. Τη ζήλεψα. Μου έδωσε ιστορίες, γέλασε το κελαρυστό γέλιο της, τίναξε τα μαλλιά της πίσω. Ακόμα να φαίνεται μικρή. - Μεγάλωσα. - Ακόμα μικρή μου φαίνεσαι. - Είναι που είσαι μεγαλύτερος. Παναγιά μου πώς κρατήθηκα… Μου έσφιξε το χέρι πριν φύγει – δε με άφησε να την πάω σπίτι και πειράχτηκα – μου γέλασε το καληνύχτα. Κοιμήθηκα τον ύπνο της ανάγκης το βράδυ εκείνο, η ναυτία παρούσα με τον πρωινό καφέ μου. Την αναζήτησα στην πόλη, έμαθα πάλι τα μέρη της, έμαθε πάλι τα δικά μου. Ήπιε τα βράδια μαζί μου, τραγούδησε παλιά τραγούδια που της είχα μάθει κοιτώντας το κενό. Αρχές του Σεπτέμβρη και το νησί ακόμα να κουνάει, ο Μανώλης την έπεισε ένα βράδυ αργά να πει μαντινάδα που αγαπούσε. Πάω να πω άλλο όνομα και λέω το δικό σου και με καταλαβαίνουνε πώς έχω τον καημό σου Τραγούδησε αβέβαια και με κλειστά τα μάτια, το πάνω χείλος της να στραβώνει λίγο στο γιώτα, οι φλέβες στο λαιμό της να πεταρίζουν. Ο Μανώλης έβαλε ρακή κι έσφιξε τον ώμο της μ’ εκείνο το χέρι του το πιτσιλισμένο από καφέ πανάδες κι άλλο δεν της είπε το βράδυ εκείνο.

38


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Την περπάτησα μέχρι το παλιό λιμάνι και καθίσαμε στην άκρη στα βράχια, παλιά μας συνήθεια. - Παλιά έβαζες το κεφάλι σου στον ώμο μου. Με κοίταξε σα να με μετρούσε. - Κι εσύ τί έκανες; Τίποτα δεν έκανα, είναι αλήθεια και έτσι τίποτα δεν είπα. Το κύμα να σκάει κάτω από τα πόδια μας, η νύχτα να απλώνεται ένα γύρο. - Ο γιαγερμός μου ήταν για σε. Στερεώθηκε το νησί σε μια στιγμή και πάτησα πάλι στα πόδια μου γερά, στέρεα, στη γη και τη σήκωσα με μια κίνηση και την πήρα αγκαλιά – γυναίκα που έδωσε κατάθεση έτσι για έρωτα – γυναίκα δικιά μου. Και κάτι λέξεις σα μουσικές γεμίζουν την κάμαρά μας τις νύχτες.

39


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

ΠΙΤΣΙΡΙΚΑΔΕΣ ΜΕ ΔΟΝΤΙΑ

40


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Πιτσιρικάδες με δόντια I Σεργιάνι βγάζαν τις θεωρίες τους στη Γειτονιά, στο Παρκάκι και στο Παλιό Μηχανουργείο. Πέντε, άλλες φορές έξι, άλλες φορές δέκα, ανάλογα και τις γκόμενες που κουβαλούσαν. Έβγαζαν τις κιθάρες, έβγαζε ο Πέτρος το μπάσο και γρατζούναγαν κάτι όνειρα παιδικά τους. Και καλά με οργή. Και καλά. Ξεκοκάλιζαν τις μουσικές που άκουγαν και τις μουσικές που έφτιαχναν, αντάλλασσαν πένες για τις κιθάρες, κάπνιζαν τα πρώτα τσιγάρα, μοιράζονταν τους πρώτους μπάφους. Όλοι ξέρανε όλους. Το ένα Γυμνάσιο ήξερε το άλλο αλλά οι παρέες μεταξύ τους ήταν απαγορευμένες. “Μην τον κοιτάς το μαλάκα, είναι από το 1ο” λέγανε και γύριζαν την πλάτη τους στο αντίπαλο στρατόπεδο. Εκείνο το καλοκαίρι ήταν και το τελευταίο για τις αχώριστες παρέες. Το Σεπτέμβριο κάποιοι συνέχιζαν Γενικό, κάποιοι τράβαγαν το δρόμο προς τη Σιβιτανίδειο, μερικοί στα πρότυπα, μερικοί στο Πολυκλαδικό. Και αυτά που τραγούδησαν παρέα θα ξεχνιόνταν. Αλλά από το Σεπτέμβρη. Ο Χάρης έπαιζε ακόμα κιθάρα, πιο πολύ για να τη βγαίνει στο μεγάλο του αδελφό, που είχε παίξει με τη μπάντα του σε μια συναυλία της ΚΝΕ και από τότε νόμιζε ότι ήταν μεγάλος κιθαρίστας. Ο Χάρης, καταδικασμένος στο χαϊδολόγημα του «μικρού» έβγαζε τραγούδια, έγραφε στίχους – ανορθόγραφα – και γινόταν τσιμπούρι στον Καρατζά – που είχε την καλύτερη μπάντα και την καλύτερη φωνή σε όλο το Μοσχάτο. Το Χάρη έβαλε στο μάτι η μικρή, εντυπωσιασμένη από τα μάτια του, είπε στο Μιχάλη που την είχε πάντα από κοντά. Όχι για πονηρό. Τη γούσταρε ο Μιχάλης γιατί ήταν τσαμπουκάς με καλή ψυχή και έσερνε τα σκεητάδικα παπούτσια της με έναν τρόπο κάπως βαριεστημένο. Καθόταν δίπλα της όταν πηγαίναν για καφέ 41


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

και της έλεγε ποιος είναι ποιος. Να μη την πειράξουν οι “άλλοι”. Ποιοι ήταν αυτοί οι άλλοι δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρο. Κάποτε κάποια αλητοπαρέα από την Καλλιθέα, άλλες φορές τα πρεζόνια από το 2ο Λύκειο. Η μικρή ήταν από τη διπλανή γειτονιά, γύρευε πώς τους γνώρισε ακριβώς. Ούτε στο ίδιο σχολείο πήγαιναν ούτε τίποτα. Το Μοσχάτο ήταν άγνωστη περιοχή καθώς οι βόλτες της ήταν περιορισμένες στους δρόμους γύρω από το σχολείο και μέχρι την πλατεία. Πριν τους γνωρίσει. Μετά έκανε το γύρο του τετραγώνου για να περάσει τη γέφυρα και να πάει στο Μοσχάτο χωρίς να τη δουν από το μπαλκόνι του σπιτιού της. Στο σπίτι του Χάρη σκάγαν τους μπάφους στη σειρά κι ο Μιχάλης καθόταν με τη μικρή στην κουζίνα. - Άσε τους μπάφους ακόμα. Δεν κάνουν για σένα. - Ρε Μιχάλη ένα χρόνο με περνάς. - Ε του χρόνου το συζητάμε. Αντάλλασσαν στίχους και ταμπλατούρες και παίζανε στο Παλιό Μηχανουργείο, στο δωμάτιο με τους δύο καναπέδες. Του το είχε δώσει του Χάρη ο θείος του. Ποιος ξέρει πώς τον έπεισε ακριβώς αλλά τουλάχιστον είχαν κάπου να παρατάνε τον ενισχυτή. Πού να τον κουβαλούσαν Μοσχάτο – Καλλιθέα κάθε μέρα. Η μικρή καθόταν στον καναπέ τα ζεστά απογεύματα του καλοκαιριού ενώ τα αγόρια μάλωναν για το πώς θα έπαιζαν πoιο τραγούδι. Τελικά τα φτιάξανε με το Χάρη μια μέρα που πίνανε καφέ κοντά στο Παρκάκι, εκείνος έσκυψε και τη φίλησε, αυτή το ανταπέδωσε κι έτσι τα είχανε. Μετά τη σύντομη σχέση, λίγο πριν ξεκινήσει το σχολείο, η μικρή κάθισε ένα βράδυ με το Μιχάλη σε ένα παγκάκι και της έδωσε πρώτη ρουφηξιά από ένα μονοφυλλάκι. Της έδειξε πως. Και γέλαγε όταν – αναπόφευκτα – άκουσε το βήχα της. Κάθισαν με την πλάτη στο ζεστό τσιμέντο και ανάψανε τσιγάρο. - Είπε πως το κάνατε. 42


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

- Ε και; - Και πώς δεν ήσουν παρθένα. Τίναξε τη στάχτη της λίγο πιο κει. Απίστευτο αλλά δεν την ενόχλησε καθόλου. Ο Μιχάλης κοιτούσε κάτω, το απολογητικό ύφος του φίλου που φέρνει το κουτσομπολιό – και ίσως – και αυτό το σκέφτηκε η μικρή αρκετά χρόνια μετά – με το ύφος του ενδιαφερόμενου που του πήραν το μετάλλιο στην τελευταία στροφή. - Ψέματα. Δεν τη ρώτησε αν ήταν ψέματα ότι το κάνανε ή αν ήταν ψέματα το ότι δεν ήταν παρθένα. Την πήγε μέχρι το σπίτι της γιατί είχε νυχτώσει. Την άφησε στη γωνία γιατί ο πατέρας της την έστηνε στο μπαλκόνι.

43


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Πιτσιρικάδες με δόντια ΙΙ Στη γωνία στο πλάι του κτιρίου, εκεί που τα μπαλκόνια κάναν σκιά και σκέπαστρο από τη βροχή, κάπνιζαν με το βλέμμα το άγριο, του καπνιστή που ρουφάει τον καπνό αργά και σκέφτεται το νταλκά του. Στα 15 τους. Και καλά άγρια νιάτα. Και καλά. Όλη η αυλή άδεια και το “καπνιστήριο” γεμάτο. - Έχεις ένα τσιγάρο; - Έχω. Ανταλλαγή μάρκας και αναπτήρα. Όσοι φοβόντουσαν τους γονείς τους ή δεν είχαν κατάλληλη κρυψώνα έδιναν τα τσιγάρα τους σε φίλους. Δεν τα άφηναν στο σχολείο. Η Μαρίνα είχε τη φαεινή ιδέα μια μέρα να κολλήσει το πακέτο της με σελοτέιπ κάτω από το θρανίο αλλά την άλλη μέρα είχε κάνει φτερά. - Κωλόπαιδα του νυχτερινού. Γαμώτο. Ολοκαίνουριο πακέτο. Δώσε ένα τσιγάρο. Η μόνη πού έδινε πάντα τσιγάρο ήταν η μικρή. Δεν ήταν ότι είχε λεφτά. Απλά δεν ήθελε να ζητάει και είχε πάντα την υποψία ότι αν δίνει θα της δώσουν όταν δεν θα έχει. Ο μόνος άνθρωπος στον οποίο είχε αρνηθεί τσιγάρο ήταν στην Λένα που είχε την κακιά συνήθεια να ζητάει σε κάθε διάλειμμα. Χωρίς εξαίρεση. Η παρέα των κοριτσιών το συζήτησε, γκρίνιαξαν αλλά τελικά η μόνη που την είπε στη Λένα ήταν η μικρή. Στο καπνιστήριο, ένα πρωινό πρόσεξε απέναντι της μια παρέα για πρώτη φορά. Και στην άκρη… έναν. - Ποιος είναι αυτός; - Το μαλάκα. Στο Γ6 είναι. Γιώργος. 44


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

- Γκόμενα του είναι αυτή; - Χρόνια. Λυδία. Ο Γιώργος φορούσε μακρύ παλτό, μπότα χάρλεϊ και τζιν ξεβαμμένο. Παλτό. Στο σχολείο. Κοιτούσε κάπως αφ’ υψηλού, το πρόσωπό του σε μία γωνία που δεν ήταν υπεροπτική ακριβώς αλλά του επέτρεπε να κατεβάζει ουσιαστικά τα μάτια του για να σε κοιτάξει. Περασμένο το χέρι του στον ώμο της Λυδίας, εκείνη με μακριά φούστα και μαλλιά σπαστά μέχρι τον ώμο, κρατούσε το τσιγάρο της και παρακολουθούσε τη συζήτηση κάπως βαριεστημένα. Η μικρή κόλλησε στο Γιώργο και με εκείνη την υποψία ότι κάποιος σε παρακολουθεί, ο Γιώργος γύρισε αργά το κεφάλι του και την κοίταξε ίσια στα μάτια. Του ζήτησε τσιγάρο μια μέρα που η Λυδία δεν ήταν κοντά. Τη θυμόταν. Ή είχε το ίδιο βλέμμα για όλες. Πιο πιθανό το δεύτερο, σκέφτηκε η μικρή και ανταλλάξανε τις γνωστές κοινοτοπίες. Σε ποιο τμήμα, ποια χρονιά, πού βγαίνεις, τί ακούς. Μόνο που ο Γιώργος τη ρώτησε μετά τί διαβάζει. Έβαλε τη βαριεστημένη της μάσκα και αράδιασε μερικούς εντυπωσιακούς. Το συζήτησαν. Τη θυμόταν. Θα τη θυμόταν. Τον πέτυχε κάνα δυο φορές στη Ροδιά, πίνοντας καφέ την πρώτη ώρα. Ποιος να τρέξει να κάνει Άλγεβρα πρώτη ώρα. Άσε, καλύτερα καφές. Η μικρή κυκλοφορούσε με άλλες πέντε έξι κοπέλες στο σχολείο. Φασαριόζες. Ο Γιώργος εμφανιζόταν μόνο με κάνα δυο φίλους. Πού και πού και τη Λυδία. Ποτέ καμία άλλη. Τον χαιρετούσαν από μακριά. - Τον γουστάρεις. - Όχι. - Τον γουστάρεις. - Τα έχει με τη Λυδία. - Μαλάκας είναι. Τί του βρίσκεις; - Τα μάτια του. 45


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Είχε μάτια ο Γιώργος ιριδίζοντα. Πράσινα. Δεν ήταν το χρώμα όμως που είχε σημασία. Ήταν το βλέμμα. Ο Γιώργος αποφοίτησε, ξεκίνησε δουλειά και το Σεπτέμβρη πέρασε από το Λύκειο για τις χαιρετούρες. Τυχαία η μικρή ήταν έξω για τσιγάρο. Στάθηκε στη μέση και περίμενε. Της έδωσε το τηλέφωνό του φεύγοντας. Το ξέχασε. Δεν τον πήρε. Ασχολιόταν και με έναν συμμαθητή εκείνο τον καιρό. Χάσιμο χρόνου αλλά μήπως και τί δεν είναι; Τον πέτυχε ξανά στο Πασαλιμάνι. Έπαιζε τάβλι με τη Μαρίνα όταν την άγγιξαν στον ώμο. - Δε με πήρες. - Το ξέχασα. Σήκωσε το φρύδι του. - Θα σε πάρω όμως. *** - Τα έχει ακόμα με τη Λυδία. - Για καφέ θα πάμε. - Τα έχει ακόμα με τη Λυδία. - Για καφέ θα πάμε λέω. Έχασε στο τάβλι. Όπως πάντα. Η Μαρίνα έπαιζε πόρτες με σύστημα. Η μικρή για να περνάει η ώρα. - Έχεις τσιγάρο; - Έχω. Αποφάσισαν να γυρίσουν στο σχολείο. Τουλάχιστον να μη χάσουν την τρίτη ώρα. Στον καφέ ο Γιώργος την κέρασε Marlboro Lights 100άρια. Δεν άνοιξε το πακέτο της όλο το βράδυ. Κάπνισε από το δικό του και ήπιε τον καφέ της αργά. Παρατήρησε τη συνήθειά του να τη 46


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

διορθώνει συνέχεια. Πώς βάζει ζάχαρη. Πώς κρατάει το τσιγάρο. Πώς το ανάβει. Πώς έχει βάψει τα μάτια της. Για τα πάντα. Βόλτα ως συνήθως πήγανε στην Πασαρέλα, μόνο που αυτή τη φορά περπάτησαν προς Καστέλλα. Προς τα σκοτάδια. Τη φίλησε απότομα. Και καλά αντρίκια. Και καλά. - Τα έχεις με τη Λυδία. - Όχι. Τα ψέματα που ξέρουμε ότι είναι ψέματα είναι τα πιο ωραία απ’ όλα. Μήνες μετά, καθόταν με τον Κώστα στο καπνιστήριο και πέρασε η Λυδία φουριόζα. - Η Λυδία. - Ναι. - Το ξέρεις ότι ο μαλάκας την απατούσε; - Έλα. - Με μια πιτσιρίκα. - Τσακώθηκαν; - Άσχημα. Αλλά τα βρήκανε. - Τα είχανε ακόμα δηλαδή όταν έβγαινε με την άλλη. - Ναι. Καλή πουτάνα κι αυτή. - Μπορεί να μην το ήξερε. - Μη λες μαλακίες. Η μικρή τράβηξε μια τζούρα από το τσιγάρο της και σήκωσε το ζιβάγκο της λίγο πιο ψηλά στο λαιμό της να μη φαίνεται η πιπιλιά. Σωστά. Μη λες μαλακίες.

47


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Πιτσιρικάδες με δόντια ΙΙΙ Στα βλέμματα…

Στο μπαρ με το χαμένο όνομα στο Πασαλιμάνι πέρναγαν τα βράδια του Σαββάτου βαριεστημένες. Με μολύβι μαύρο στα μάτια και με σκούρο κραγιόν, κατάφερναν να γελάνε με τα πάντα – το ασταθές γέλιο της εφηβείας πριν γίνει θηλυκότητα. Και καλά γόησσες. Και καλά. Η μικρή είχε ένα κακό συνήθειο να κολλάει σε φάτσες, να χάνεται σε βλέμματα και κινήσεις. Έκρινε τους ανθρώπους από τον τρόπο που περιέφεραν το σώμα τους στο χώρο, από τον τρόπο που κάπνιζαν, από τα δάχτυλα των χεριών τους. Καθόταν απέναντι στην πόρτα πάντα, έσκυβε για να ακούσει τη Μαρίνα που της έλεγε τα τελευταία νέα και παρατηρούσε κάποιον. Δεν έχει σημασία ποιόν. Κάποιον που της έκανε εντύπωση. Το βλέμμα της παρέμενε εκεί για ώρα, χωρίς αλλαγή. - Μην κοιτάς έτσι ρε μαλάκα, καρφώνεσαι. Δεν το έκανε επίτηδες. Τα μάτια της αποτύπωναν λεπτομέρειες της κίνησης ενώ το μυαλό της έπλεκε σενάρια. Και έμενε εκεί, όχι για να το δείξει αλλά επειδή ξέχναγε να διακόψει την κίνηση. - Θα μας πάρουνε χαμπάρι, μην κοιτάς έτσι. Επειδή τα μάτια της ήταν εκπαιδευμένα στην παρατήρηση ήξερε αμέσως ποιος την κοιτάει. Όπου κι αν ήταν. Ένιωθε κάποιο βλέμμα πάνω της και οι κινήσεις της αποκτούσαν θεατρικότητα χωρίς να το καταλαβαίνει. Σχεδόν αυτόματα. Συγκεντρωνόταν στην κουβέντα περισσότερο. Κουνούσε τα χέρια της. Άναβε το τσιγάρο της πιο αργά. Προέβαλλε. Μάθαινε το καινούριο παιχνιδάκι του με βλέπεις 48


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

– σε βλέπω και βγάζουμε συμπεράσματα. Η απαρχή της ενηλικίωσης. Εκείνος με τα μάτια την κοίταξε αναπάντεχα μια μέρα στη βιβλιοθήκη. Κατάλαβε το βλέμμα και σήκωσε τα μάτια της πάνω του, απορημένη. Κάθισε σχεδόν ακίνητη καθώς εκείνος δεν απέστρεφε τη ματιά του. Της φάνηκε για πρώτη φορά δύσκολο να ερμηνεύσει το σώμα απέναντι της. Κάτι της έλειπε, κάτι δεν είχε καταλάβει. Και κόλλησε πάλι έτσι αορίστως να κοιτάει. Όταν το κατάλαβε ότι κοίταζε για περισσότερη ώρα από ό,τι έπρεπε, περίμενε εκείνος να χαμογελάσει μα το στόμα του παρέμεινε σχεδόν κλειστό – καμία αλλαγή. Της μίλησε μερικές μέρες μετά χωρίς να χαμογελάει πάλι με το ίδιο υπνωτικό βλέμμα και η μικρή εξαπέλυσε την επίθεση του νικημένου και κρύφτηκε πίσω από γρήγορες εξυπνάδες πανικοβλημένη. Τον παρατήρησε για δυο τρεις μέρες και ρώτησε τη Μαρίνα. - Ποιος; - Εκείνος με τα μάτια. Κατά τα άλλα η περιγραφή ήταν ακριβής αλλά Εκείνος με τα μάτια ήταν άγνωστος στην παρέα της μικρής αφού ανήκε στο άτυχο στρώμα της Δευτέρας Λυκείου. Ούτε Τρίτη Λυκείου – και άρα ελκυστικός – ούτε Πρώτη Λυκείου – και άρα απλά και μόνο γνωστός αλλά μικρός. Άλλωστε, άνθρωπος μη εμφανιζόμενος στο καπνιστήριο σπάνια θα ήταν γνωστός στα κορίτσια με τα κρυμμένα πακέτα που πέρναγαν όλα τα διαλείμματα τους, ακόμα και τα πεντάλεπτα, εκεί. Δεν τον ήξερε καν ο Κώστας που ήξερε τους πάντες. Ή τουλάχιστον όλους όσους έπρεπε να ξέρει. - Είσαι σίγουρη; - Ναι λέμε είναι εδώ. - Ρε μήπως τον φαντάστηκες; - Άντε γαμήσου. Και δώσε ένα τσιγάρο. 49


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Ανησύχησε ότι της είπε ψέματα για το σχολείο που πήγαινε. Άρχισε να κάθεται έξω έξω στο καπνιστήριο για να τον δει κάπου αλλού στο προαύλιο. Όταν τον πήρε το μάτι της από μακριά δεν μπόρεσε και πάλι να ερμηνεύσει το σώμα του. Η κίνησή του ήταν σχεδόν βαριεστημένη, τα πόδια του πάταγαν ελαφριά και είχε μια τάση να κουνάει τα χέρια του πολύ, παιδικά σχεδόν. Και να γελάει. Το στόμα του άνοιγε σε χαμόγελο σχεδόν, όχι ακριβώς και μιλούσε έτσι, χαμογελαστά. Τα μάτια του όμως δε γέλαγαν ακριβώς – κάπου εκεί κρυβόταν μια λεπτή ειρωνεία, κάτι άλλο ανεξιχνίαστο. Κάτι κλειστό. Όλα ανοιχτά αλλά κάτι κλειστό. Την πήγε για καφέ ένα Σάββατο και ένα ακόμα και η μικρή τρομοκρατήθηκε από τον τρόπο του, έπαιξε με τις λέξεις και τελικά μπερδεύτηκε ακόμα περισσότερο πληγώνοντάς τον κάπου στην πορεία. - Τον γουστάρεις; - Κάτι δεν πάει καλά. - Τι; - Δεν ξέρω. Κάτι. Η Μαρίνα νευρίαζε με αυτή την ανεξήγητη μανία της μικρής να τον παρατηρεί αλλά να μην τον πλησιάζει και άλλαζε το θέμα. Το καλοκαίρι ήρθε και πέρασε και η Δευτέρα Λυκείου τους φάνηκε χειρότερη από ό,τι την περίμεναν. Η παλιά Τρίτη Λυκείου είχε αποφοιτήσει και άρα όλο το ενδιαφέρον είχε εξαφανιστεί. Η περσινή Δευτέρα είχε γίνει τώρα Τρίτη αλλά οι μόνοι που εντυπωσιάζονταν μαζί τους ήταν στην Πρώτη. Εκείνος με τα μάτια είχε πάει σε ένα άλλο σχολείο. Θέλοντας και μη τα κορίτσια βρέθηκαν στη μέση και για πρώτη φορά άρχισαν να βγαίνουν με αγόρια εκτός του σχολείου. Η Μαρίνα άρχισε να συχνάζει στον Κορυδαλλό με τον καινούριο και η μικρή βρέθηκε να βγαίνει με κάποιον από την Καλλιθέα. Ξημεροβραδιάζονταν στα δικά του στέκια και άκουγε για εξεταστικές και πανεπιστήμια από την παρέα του, ενώ εκείνη έδινε 50


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

αναφορά για κοπάνες και Πανελλήνιες, θέματα που εκείνος είχε εξαντλήσει εδώ και χρόνια. Το τελευταίο Σάββατο της άνοιξης περπάτησε μαζί του στο Πασαλιμάνι. Την κρατούσε απαλά πάντα, με μια συγκαταβατικότητα ενηλίκου προς ανήλικο. Άφησε το χέρι του και κοίταξε ευθεία μπροστά της, κόλλησε για μια ακόμα φορά καθώς εκείνος με τα μάτια ερχόταν από απέναντι, κέντρο σε μια παρέα αγοριών που γίνανε θολά πρόσωπα. Κάτι δεν πήγαινε καλά ακόμα. Την έπιασε πάλι αυτό το αίσθημα του κλειστού. Εκείνος έπιασε το χέρι της, κοίταξε το δαχτυλίδι του στον αντίχειρα της που του το είχε πάρει με το έτσι θέλω και έφυγε. Δεν χαμογέλασε. Ακόμα. - Τον ξέρεις; - Παλιός συμμαθητής. - Που λες να πάμε; Έριξε ένα βλέμμα πίσω της φευγαλέα στην πλάτη του. Χρόνια μετά σκέφτηκε ότι η συνήθεια της να κολλάει στα πρόσωπα δεν ήταν μόνο θέμα απροσεξίας. Ήταν θέμα σιγουριάς. Η ανάλυση ήταν πάντα σωστή. Σχεδόν πάντα. - Τον είδες; - Ναι. - Ο Γιάννης τί είπε; - Τίποτα. Χαμπάρι δεν πήρε. - Και; - Τίποτα. Η Μαρίνα άλλαξε πάλι θέμα. Η μικρή κόλλησε το βλέμμα της απέναντι. Στο σπίτι που είχε πάντα ένα παντζούρι κλειστό. Χειμώνα καλοκαίρι. Κλειστό.

51


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Πιτσιρικάδες με δόντια IV Χάθηκαν όλοι σε αμφιθέατρα, γραφεία και στρατόπεδα. Πού και πού χτυπούσε το τηλέφωνο, πού και πού κάποιος καφές κανονιζόταν πάλι στην Καστέλλα μα αραιά. Και καλά ενήλικες. Και καλά. Της πήρε τουλάχιστον μια ώρα να κατέβει μέχρι το ΤΕΙ Αθηνών και της φάνηκε ότι χάθηκε όταν το λεωφορείο πέρασε από το ΤΕΙ Πειραιά. - Συγγνώμη, είμαι στο σωστό λεωφορείο για το ΤΕΙ Αθήνας; - Έχει ακόμα. Θα σου πω. Και ο οδηγός της χαμογέλασε φευγαλέα πριν στρέψει το βλέμμα του πάλι στο δρόμο. Πέταξε το εισιτήριο και περπάτησε όσο πιο αργά γινόταν προς την πύλη. Ήρθε νωρίς. Κοίταξε μπροστά σαν να ήξερε πού πήγαινε και έκανε ότι δεν είδε το αγόρι που της χαμογέλασε, καθισμένος σ’ ένα μηχανάκι. Στην είσοδο έψαξε με τα μάτια της αλλά ήταν πολύ νωρίς για να είναι εκεί ο φοιτητής. Άναψε τσιγάρο και χάζεψε τις αφίσες στους τοίχους. - Άργησα; - Όχι. - Γιατί δεν πήγαμε για καφέ; - Για να ψηφίσεις. Πρώτες φοιτητικές και δε θα ψηφίσεις; - Καλά, έλα να δεις τί γίνεται και το συζητάμε. Τον ακολούθησε στα άδυτα του κτιρίου. Έκανε ότι κοιτούσε γύρω, τους τοίχους, τις αφίσες, τα θρανία με τους μισοτελειωμένους 52


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

καφέδες, τα άδεια αμφιθέατρα, τις σπασμένες οθόνες στις γωνίες, κάποιο εργαστήριο που φάνηκε πριν ένα κορίτσι κλείσει την μισάνοιχτη πόρτα. Χρόνια μετά συνειδητοποίησε ότι δεν κοιτούσε τίποτα και δεν άκουγε τίποτα γιατί από όλες τις αισθήσεις της μόνο μία επιζούσε, αυτή που ήξερε ότι τα μάτια του ήταν στην πλάτη της. - Τί θα ψηφίσεις; - Θα δούμε. - Δεν ξέρεις τί θα ψηφίσεις; Σήκωσε τα φρύδια του πάνω από τα κρυμμένα του μάτια και άνοιξε την πόρτα του αμφιθεάτρου, περιμένοντάς την να περάσει πρώτη. Της έδειξε με ένα νεύμα τις φράξιες και τις ομάδες του ΤΕΙ, τα αγόρια με τα γαλάζια πουκάμισα, τις κοπέλες με τα μακριά ίσια μαλλιά. Τις υποσχέσεις, την κάλπη. Όλα της φαίνονταν καινούρια, εξαιρετικά, απίστευτα. - Κι όλοι οι ΔΑΠίτες φοράνε γαλάζιο πουκάμισο; - Δε βλέπεις; Ήπιαν καφέ στον ήλιο και η μικρή ρώτησε για τα εργαστήρια, τα μαθήματα, τους καθηγητές. Ο φοιτητής άνοιξε για λίγο ένα παράθυρο στον κόσμο του και της άπλωσε τη ζωή του στο τραπέζι. Στα δάχτυλα του, μουτζούρα σκοτείνιαζε γύρω από τα νύχια του. - Δεν καθαρίζει η μουτζούρα; - Ποτέ τελείως. Της φάνηκε ποιητικό, φίλησε τα δάχτυλα του και χαμογέλασε, πράγμα που δεν της ανταπέδωσε. Μάζεψε τη ζωή του από το τραπέζι, πλήρωσε τον καφέ και κλείδωσε τα μάτια του πάλι. Στη στάση σηκώθηκε στις μύτες και τον φίλησε στα χείλη. Εκείνος έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Είναι που ήξερε ότι η μικρή άνοιξε 53


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

το παράθυρο για μια στιγμή, του είπε καλημέρα και μετά έφυγε πάλι για ταξίδια άλλα. - Τον είδες; - Τον είδα. - Και; - Κάτι δεν πάει καλά ακόμα. - Τι; - Κάτι. Δώσε τσιγάρο. Και πήγε σινεμά με τη Μαρίνα, πνίγοντας το βλέμμα του στην οθόνη του ΒΟΞ. Το θυμήθηκε χρόνια αργότερα, ένα βράδυ καλοκαιρινό, σε μια ταράτσα στο Φάληρο, με θέα την Ακρόπολη και τη μυρωδιά σοκολάτας από το εργοστάσιο της ΙΟΝ να βαραίνει την ατμόσφαιρα. Και της φάνηκε σαν αποκάλυψη φωτεινή ότι εκείνη η μέρα στο ΤΕΙ ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε πόσο απλή και πλήρης ήταν μια μέρα μαζί του. Και πόσο ευάλωτη κι ελεύθερη ήταν όσο ήξερε ότι το βλέμμα του ήταν πάνω της. - Τόσο πολύ; - Δε φαντάζεσαι. Αλλά βρήκα τί δεν πάει καλά. - Τι; - Εγώ. Δώσε τσιγάρο. Και δε χαμογέλασε.

54


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

BURNOUT

55


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Mo Better Αργά τη νύχτα στα Εξάρχεια, χαζεύω στον υπολογιστή… Είναι καλοκαίρι, το παράθυρο είναι ανοιχτό και ακούω τη βουή της Καλλιδρομίου. Είναι από αυτές τις νύχτες που κολλάει ο αέρας πάνω σου, που ιδρώνεις όχι από ζέστη αλλά από πόθο. Ο ήχος από τα αυτοκίνητα… βογγητά από το πάνω διαμέρισμα… σκάω χαμόγελο. Χτυπάει το κινητό μου. “Είμαι στο Mo Better. Έλα.” Παραδόσεις… μικρές επαναλαμβανόμενες σκηνές… φαύλος κύκλος στο παιχνίδι που παίζουμε χρόνια. Φοράω μπότες – μαύρο μπλουζάκι… Τα μαλλιά μου τα πιάνω κοτσίδα. Μαύρη σκιά στα μάτια μου. Μαύροι κύκλοι. Δεν κοιμάμαι ποτέ νωρίς στα Εξάρχεια. Πώς να κοιμηθείς όταν η πόλη είναι ξύπνια; Στέκεται με μπύρα στο χέρι, με φίλους που είναι θολά πρόσωπα ένα γύρο. Φοράει πράσινο μπλουζάκι και τα μαλλιά του είναι πιασμένα χαλαρή κοτσίδα – τούφες πέφτουν στα μάτια του και συνεχώς τις τραβάει πίσω από τα αυτιά του. Αυτή η γραμμή του λαιμού του – αυτή η κίνηση που κάνει για να βγάλει τα μαλλιά του μέσα από τα μάτια του… Κάποιος νομίζω κάτι προσπαθεί να ψιθυρίσει στα αυτιά μου αλλά δεν ακούω καλά… Κάτι ποιήματα ξεχασμένα, που όλο προσπαθώ να τα θυμηθώ και όλο πιο μακρινά μου φαίνονται. Περπατάω προς το μέρος τους, είναι αργά και δεν έχει πολύ κόσμο, κάποιο τραγούδι που μ' αρέσει ακούγεται από τα ηχεία. Με παίρνει αγκαλιά και με σηκώνει ψηλά – τύφλα – γελάει… Γελάνε κι

56


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

οι υπόλοιποι. Ξέρουν ποια είμαι. Εγώ όμως όχι… Δηλαδή και δεν τους ξέρω και δεν γνωρίζω την κάποια που νομίζουν ότι είμαι… Πήρες ένα μικρό μικρό θολό κομμάτι μου και το διηγήθηκες απλόχερα στα αγόρια που πίνουν μαζί σου τα βράδια. Γελάω. Έχει μια μυρωδιά ιδιαίτερη… σαν παλιό στρώμα στο χωριό που δεν έχεις επισκεφτεί χρόνια. Που σου θυμίζει μεσημέρια με τζίτζικες και γρατζουνιές στα γόνατά σου. Μου παραδίδει τη μπύρα. “Έχεις πει τα πάντα;” φωνάζω στο αυτί του, να με ακούσει πάνω από τη μουσική. “Τα πάντα. Σε όλους”, γελάει. “Με κουτσομπολεύεις” με αυστηρό ύφος εγώ. Με κοιτάει. “Σε σκέφτομαι”. Ποιος εαυτός είναι ακόμα στο Mo Better, σκισμένο παντελόνι, μπότες, μάτια βαμπίρ, και πίνει μπύρες στην ατελείωτη νύχτα του παιχνιδιού της ανακάλυψης; Φεύγουμε μαζί. Αυτό το θυμάμαι. Στην Κάνιγγος χαιρετάμε τους μπάτσους που έξω από την κλούβα περιμένουν τις φασαρίες που δεν έρχονται ποτέ στα βράδια εκείνης της Αθήνας. Φωνάζει. Μου τραγουδάει. Γελάω. Πόσο παιδί ήσουν πάντα. Με κολλάει στον τοίχο λίγο πριν τη Χαρίλαου Τρικούπη, η ανάσα του βγαίνει σα να πονάει άγρια, ακουμπάει με την παλάμη του τον σβέρκο μου... το λαιμό μου… ψιθυρίζει στο αυτί μου… λόγια προσωπικά, λόγια που μυρίζουν χρόνια περασμένα, βλέμματα κρυφά, φιλιά στις γωνίες. Το δέρμα που νιώθω είναι σαν να ήσουν στη θάλασσα κι έχει μείνει το αλάτι πάνω σου. Μυρίζουν ιώδιο τα μαλλιά σου… Στη νύχτα της Αθήνας η άσφαλτος βγάζει φύκια. Δε θυμάμαι ποτέ τί έγινε μετά. Ήρθε σπίτι μου ή πήγε σπίτι του ή απλά κοιμήθηκε στον καναπέ μου με όνειρα οινοπνεύματος. Πάντα τον ρωτάω, πάντα μου απαντάει, πάντα το ξεχνάω.

57


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

La Rocka Με σκισμένο παντελόνι και μαύρα μπογιατισμένα μάτια – σπονδή σε μια εφηβεία που με πέρασε ξώφαλτσα – πήρα το αυτοκίνητο για να κατέβω από το κέντρο της Αθήνας στην Καστέλλα. * Πάρε τη μνήμη σου και θάψε την κάπου. Πάλι δε θυμάσαι καλά… * Στο La Rocka σκέφτηκα να κρυφτώ στα χαμηλά τραπέζια μα είσαι πολύ γνωστός κι η παρουσία μας στο μπαρ κρίθηκε απαραίτητη. * Μουσικές… που βάζεις πια μόνο στις νύχτες των διακοπών σου… * Οι μουσικές του La Rocka… νοσταλγική ροκ, αθώα. Η μεταλλική χροιά του παλιού καλού ροκ, του λίγο εμπορικού. Του κατάλληλου. Κορίτσια από τα Λύκεια του Πειραιά με μαύρα μακριά μαλλιά στα πίσω τραπέζια, αγόρια με βέρμαχτ στα πόδια και ασημένια αλυσίδα στα τζιν τους… Φιλήδονα χείλη. Αβέβαια δάχτυλα γύρω από ένα τσιγάρο. Ήμουν ποτέ έτσι; * Ποτέ. Και σε θυμάμαι πολύ καλά. *

58


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Το ποτό μου πικρίζει στο στόμα μου και ανυπομονώ να φύγουμε. Δε σε ξέρω. Σε άφησα πίσω πριν από λίγα χρόνια, χάθηκες στα εργαστήρια κι εγώ δεν άπλωσα το χέρι μου ποτέ. * Ποτέ. Και αυτό το θυμάμαι… * Μου αρέσει αυτή η καινούρια άσκηση… μόνο που όπως κρυφοκοιτάζω το προφίλ σου ξέρω πως αναπόφευκτα είναι ακόμα μια πτυχή του ίδιου παιχνιδιού. Καθώς το κομμάτι αλλάζει και αλλάζω κι εγώ θέση – μάταια προσπαθώ να βολευτώ – γελάς με τον ίδιο παλιό σου τρόπο σε κάποιο αστείο που εγώ δεν κατάλαβα. Καταφέρνω να τελειώσω και δεύτερο ποτό – άγνωστο πώς καθώς ποτέ δεν έπινα πολύ. Ο καρπός σου κόβεται στα δύο από κάποιο κομμάτι μαύρο δέρμα… σου πάει… έτσι όπως περνάς τούφες από τα μαλλιά σου πίσω από τα αυτιά σου. Παραμένω σιωπηλή. Αμήχανη. Αβέβαιη. Άδεια. * Γιατί είσαι έτσι; * Στο δρόμο δε με αφήνεις να φύγω. Το Μικρολίμανο λαμπυρίζει από κάτω και το πεζούλι απέναντι από το La Rocka είναι ζεστό από τον ήλιο της ημέρας. Με κοιτάς με το κρυμμένο σου βλέμμα. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι πρέπει να κρύβεται απογοήτευση κάπου εκεί. Να κάτσω κι άλλο. Πρέπει. * Πρέπει *

59


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Το δέρμα σου μυρίζει ακόμα θάλασσα. Αυτό είναι νομίζω που μου δημιουργεί τις περισσότερες ενοχές. Το σώμα έχει μνήμη – σου το είπα ποτέ αυτό; Ξέρει πώς να συμπεριφερθεί. Απλώνεις τα μακριά χέρια σου γύρω μου, με σφίγγεις δυνατά και διαμαρτύρομαι. Γιατί το σώμα έχει μνήμη… στο είπα. * Γκρινιάρα * Πάλιωσα. Μεγάλωσα. Νιώθω το χρόνο να περνάει από πάνω μου σα νερό. Κουράστηκα. Κρύβομαι πίσω από τις λέξεις μου και εξηγώ. Θα σε κουράσω κι εσένα. Είναι καινούριο το παιχνίδι αυτό. Πλάθω το ποίημά μου από τις μικρές μου προτάσεις, μπερδεύω τις υπερβολές μου και διώχνω τα χέρια σου μακριά. * Γίνεσαι κακιά. Και ψεύτικη. * Έτσι είναι η κακία. Έτσι είναι η ψευτιά. Πληγώνουν πρώτα αυτόν που τις αισθάνεται και τις λέει. Πριν αφήσω την Καστέλλα παίρνω επίτηδες το λάθος δρόμο και περνάω έξω από το La Rocka. Τα κόκκινα γράμματα φέγγουν στα μάτια μου και για ένα δευτερόλεπτο (είμαι σίγουρη) το δέρμα μου φαίνεται κόκκινο στον καθρέφτη. Οι νύχτες στην Αθήνα ήταν πάντα μπλε. Ενώ οι νύχτες στον Πειραιά ήταν πάντα κόκκινες…

60


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Η μυρωδιά σου τις νύχτες Τα χέρια μου ψάχνονται για φευγιό. Το κατάλαβα κάποια από αυτές τις μέρες. *Είχες κλείσει τα μάτια σου – στο κατώφλι των 20 σου ήσουν, μια νεότητα που θα κοβόταν απότομα – και χάιδευες το χέρι μου* Εκεί που έγραφα, εκεί που γύριζα τις σελίδες και έσμιγα τα φρύδια μου, με χτύπησε απότομα η επιθυμία να λυγίσω, να τα παρατήσω, να γίνω το αντίθετό μου για άλλη μια φορά, να μπω στο αυτοκίνητο, τέντα η μουσική και να γίνω πάλι κυνηγός. *Μου άρεσε να σε βλέπω να γελάς. Μου άρεσε να διαβάζω τα ποιήματά σου. Μου άρεσε να μου στέλνεις τη ζωή μου και τη δική σου, διπλωμένη σε κόλλες χαρτί με μπλε γραμμές και τα μικρά σου γράμματα αραδιασμένα στον ήλιο της αυλής* Σήμερα έβρεχε πάλι. Κι από την πολλή βροχή εδώ η πόλη δεν έχει μυρωδιές. Έχει πολλές εικόνες αλλά καθόλου μυρωδιές. Ούτε βρεγμένο χώμα δε μυρίζει. *Μετά τη βροχή, τρύπωσες στο πέτρινο δωμάτιο και προσπάθησες να ανοίξεις με τα κλειδιά του 16 τη δική μου καρδιά. Θαύματα δεν γίνονται – ήθελα 61


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

να σου πω – αλλά τελικά έπαψε η βροχή πριν προλάβω να μιλήσω και τρύπωσε η μυρωδιά του χώματος κάτω από τα σεντόνια* Το σκέφτηκα καθώς επέστρεφα προχθές στο σπίτι. Να φυσάει ο άνεμος και να μυρίζει πεύκο. Να μυρίζει ρίγανη. Να μυρίζει αλάτι και ιώδιο. Να ανοίξω το χαρτί που διπλώνω μόνο για σένα – σαν φτερό κομμένο – και να αλλάξω δέρμα σαν φίδι άλλη μια φορά. *Γέλα άλλη μια φορά, έλα να κάνουμε καφέ, να βγούμε τα ξημερώματα, να κλείσεις τα μάτια σου καθώς οδηγώ, να γελάσεις το γέλιο της ανεμελιάς που έχασες, να πούμε τα νέα μας, να εξηγήσουμε τα χρόνια τα ενδιάμεσα.* Σου λέω. Κάποια από αυτές τις μέρες το κατάλαβα. Τα χέρια μου ψάχνονται για φευγιό… … … … γαμώτο.

62


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Τα βράδια της Αθήνας πριν… Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τα βράδια της Αθήνας. Δικά μου. * Σε παρακολουθώ από τότε. Δώσε πάλι μια κλωτσιά να κυλήσει η ιστορία μικρή μου. * Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν το τσιμέντο που μύριζε χορτάρι κι εγώ στο σκονισμένο μπαλκόνι περίμενα… στα βράδια της Αθήνας. * Δεν ήρθα * Δεν ήρθες. Ω, μα δε στο κρατάω. Ρίχνω ακόμα λίγο μελάνι, έτσι σιγά σιγά, μπλε σημάδια σε ηλεκτρονικό χαρτί, φεύγουν και χάνονται οι νύχτες που περίμενα. * Ήσουν μόνη σου * Ήμουν ΕΓΩ. Πριν. Πήρες ένα μικρό κομμάτι μου και το πήγες βόλτα. Έπαιξες Λονδίνο Άμστερνταμ ή Βερολίνο.

63


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Έπεσαν τα ζάρια άτσαλα και με πήγες μια τσάρκα μέχρι το Kreuzberg για να δω πώς τσιτώνει το φτηνό σατέν πάνω από στήθη στητά. * Ήσουν εκεί; * Νομίζεις πως μόνο εσύ με παρακολουθούσες; * Όχι * Όχι. Φύσηξε καλοκαιρινό αεράκι ανάμεσα από τα γκριζωπά δέντρα της Αθήνας κι έφτασε μέχρι το μπαλκόνι μου. Κατέβασα τα πόδια μου από τα κάγκελα κι άφησα τη μπαλκονόπορτα ανοιχτή. Το πάτωμα έτριξε λίγο. * Το άκουσα * Στο κρεβάτι σηκώνεται και πέφτει μια ανάσα ανδρική που δεν είναι δική σου. * Θα μου το πληρώσεις * Το ξέρω. Gute Nacht… με βαριά προφορά καλέ μου. 64


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Επειδή είμαι ψεύτρα Τα ποιήματα που ήθελα να γράψω έχουν χαθεί σε κάποια κλειδωμένη γωνιά μου. Καλύτερα έτσι. Δεν ήμουν ποτέ ποιήτρια, δεν ήμουν ποτέ καλλιτέχνης. Μπερδευόμουν εκεί που δεν είχα δουλειά. Ξέρεις. Επέμενα. Για το γαμώτο. Δεν ήσουν κι εσύ ποτέ αναγνώστης, δεν ήσουν ποτέ υπομονετικός. Χαμογελούσες ειρωνικά, μπερδευόσουν στα πόδια μου. Ξέρεις. Χανόσουν. Για το γαμώτο. Με τρόμαζε η πλευρά που ήξερα, με τρόμαζε ακόμα παραπάνω η πλευρά που δεν ήξερα. Και τώρα, με λόγια που δεν έχω πει θαμμένα κάπου βαθιά, χωρίς σημάδι για να τα ξαναβρώ, περιμένω την καταδίκη της σκοτεινής πλευράς του φεγγαριού. Γράφω. Θυμάμαι. Για να γράφω. Για να θυμάμαι. Ψάχνει ο έρωτας να βρει κρυμμένα νοήματα. Μα δεν έχω. Δεν τολμάω. Δεν κρύβω. Δεν εννοώ. Ασκήσεις επί μουσικής – ακόρντα και μπάσα – είναι τα λόγια μου. Ποτέ το φλογερό σόλο. Και το παράθυρο στη θάλασσα – αυτό που μου το ‘χουν τάξει – δε θα χρησιμεύσει. Θα απλώσω τα πόδια μου στο τραπέζι, θα ξεφλουδίσει το δέρμα μου στον ήλιο… και θα διαβάσω. Δε θα γράψω. Θα θυμηθώ. Δε θα γράψω. Δε θα γράψω. Θα έχω επιλέξει το χειροπιαστό – από το νεραϊδοφτιαγμένο. 65


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Θα έχω επιλέξει το αληθινό – από το παραμυθένιο. Απλά. Επειδή είμαι ψεύτρα. Κι αυτή η καταδίκη είναι πιο βαριά από όλες τις άλλες.

66


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Άκου τώρα: Της νοσταλγίας Στους φίλους που είδαν ένα μικρό κομμάτι μου. Στους φίλους που είδαν το όλον. Κυρίως σε όσους είδαν την αλήθεια – το μπάχαλο κρυμμένο βαθιά και όμως άπλωσαν το χέρι να μου δώσουν ένα τσιγάρο τις ώρες της παράνοιας.

Είναι κάτι φίλοι μου που χάθηκαν, κι εγώ τους άφησα να χαθούν, σε βαριές πτυχές της μνήμης και της νοσταλγίας. Εγώ, που περηφανευόμουν για την τσιγγάνικη παιδική μου ηλικία, τώρα με τα χρόνια βαραίνω, και γίνομαι πυξίδα που δείχνει κάπου αλλού. Κάπου αλλού από εκεί που είμαι. Όσο μεγαλώνω, τόσο δένομαι με τόπους. Τα βράδια της αγωνίας υποψιάζομαι με τρόμο ότι οι τόποι γίνονται αντικαταστάτες των ανθρώπων σιγά σιγά. Και όσους άφησα πίσω και πρόδωσα το αλκοόλ που μοιραστήκαμε τους αντικαθιστώ με δρόμους και μνημεία. Τιμής ένεκεν σε όλα τα πρόσωπα που έχασες. Το αισθάνεσαι ποτέ αυτό; Στα 16 μου δε χρειάστηκα ποτέ τον Τόπο. Τώρα τον λαχταράω, εκείνο το σημείο αναφοράς. Τον τόπο του εγκλήματος. Εγώ το θύμα. Εγώ ο θύτης. Τί διαφορά κάνουν δέκα χρόνια; Θα μου πεις. Και θα γελάσεις το ανεξιχνίαστο σου γέλιο. Στα ιδρωμένα σεντόνια Σου άφησα ένα κομμάτι μου κι από τότε το κυνηγάω σε πρωτεύουσες ευρωπαϊκές. Παντού αφήνω κάτι σαν σημάδι, σαν Μινώταυρος που θέλει απελπισμένα να βρεθεί.

67


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Να κοιτάξω στη ματιά σου… να βρω κάτι που έχασα. Γιατί αυτό που έγινα δε φτάνει να παλέψει. Κιοτάει. Δειλιάζει. Μπαίνει σε κουτάκια και ξεχρεώνει. Και χρεώνει. Και φτου κι απ’ την αρχή. Τί σε έπιασε ρε μαλάκα; Κάνε ένα τσιγάρο. Θα πεις. Και θα βάλεις το χέρι στον ώμο μου. Πουτάνα νοσταλγία. Δώσε ακόμα μια κλοτσιά στο κουβάρι της μνήμης. Μπορεί και να ξετυλιχτεί. Επιμύθιον: Δεν έχεις προνόμια. Τα έχασες όταν άλλα είπες κι άλλα έκανες. Κι από δω και πέρα η τρυφερότητα που σου δίνουν σου χρεώνεται. Και θα την πληρώσεις. Γιατί θέλεις απελπισμένα να αγαπιέσαι.

68


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Ζεστά μάρμαρα – ξυπόλητα πέλματα Εγώ κι εσύ (όποια κι αν είμαι εγώ – όποιος κι αν είσαι εσύ) και ένα σπίτι που να το ζωγραφίζει ο άνεμος του Αιγαίου. Δεν έχουν σημασία τα πρωινά, που ξυπνάω από τη ζέστη και το σέρνω το σεντόνι μέχρι την κουζίνα: Καφές, τσιγάρο, ησυχία. Δε μου μιλάς το πρωί, δε σε πειράζω. Να έχω αυτό το ύφος της γκρίνιας, μέχρι να απλώσω τα πόδια μου στην καρέκλα απέναντι και να ρωτήσω πότε θα πάμε για μπάνιο. Δεν έχει σημασία η θάλασσα, που μου επιτρέπει να κάνουμε παρέα, και στέλνει κύματα στο λαιμό σου, μόνο και μόνο για να μπορώ να περνάω κάτω από τα πόδια σου και να σε πετάω στον αέρα. Για να γελάς καθώς το αλάτι τσούζει στα μάτια σου κι εγώ να παίρνω φωτογραφίες στο κεφάλι μου. Κρυφά. Δεν έχει σημασία καν ο ήχος του νησιού, που είναι ξηρός και ακατάπαυστος με τα τζιτζίκια να σκάνε στη ζέστη και τα παιδιά να παίζουν μήλα κάτω από το μπαλκόνι. Εγώ να φλυαρώ, εσύ στη σιωπή, να παρατηρείς τα πράγματα πίσω από συννεφιασμένα φρύδια. Σημασία έχουν μόνο δύο πράγματα που αναστατώνουν τις καθημερινές μου όσο ζω μακριά από τη βραχώδη συμφωνία του Αιγαίου. Η αίσθηση στα πόδια μου όταν είμαι ξυπόλητη και σκληραίνουν τα πέλματα μου από την άμμο και το δρόμο και τα σκαλοπάτια. Τα ζεστά μάρμαρα της βεράντας τα απογεύματα, τα σεντόνια που γίνονται μαύρα… Και κυρίως – κυρίως έτσι όπως το σκέφτομαι στη μουντάδα αυτού του δρόμου – τα βράδια… να περιμένω να δροσίσει, απλωμένη σε μία καρέκλα, με τα πόδια μου πάνω στο κάγκελο της βεράντας και 69


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

να λύσουμε εγώ κι εσύ (όποιος κι αν είσαι εσύ, όποια κι είμαι εγώ) όλο το πρόβλημα κι όλο το μεγαλείο της ανθρωπότητας. Λόγια καλοκαιρινής βραδιάς, συζήτηση υπερδυνάμεων νοητικών, βιασμών νοημάτων υπογείων. Ως το ξημέρωμα. Έτσι… σ’ αυτό το νησί που λέγαμε. Εγώ. Κι εσύ.

70


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Αναμονή… επιστροφή… παρουσία. Έχει κάτι εφημερίδες στο σπίτι. Δεν τις έχει κοιτάξει. Τις έφερε εκείνος στο τελευταίο του ταξίδι. “Σου έφερα εφημερίδες”, της είπε και τις ακούμπησε στο τραπεζάκι. Δεν τις πετάει. Στην αρχή δεν τις πρόσεξε – ήταν πράγμα που ακούμπησε εκείνος εκεί και φαίνεται διέφυγαν της προσοχής της. Κάποια μέρα τις κοίταξε σχεδόν με έκπληξη, διπλωμένες άτσαλα, αφημένες στο ίδιο σημείο, ένας άγνωστος άντρας να κοιτά από την κακοτυπωμένη φωτογραφία της πρώτης σελίδας. Τις άφησε εκεί – ήταν βραδιά που την πονούσε η αναμονή. Την πέρασε μπροστά στο παράθυρο, καθισμένη στην πολυθρόνα, ο καπνός του τσιγάρου να θολώνει λίγο τη νύχτα της πόλης. Αποκοιμήθηκε με το όνομα του. Είναι ακόμα εκεί οι εφημερίδες – μου το είπε στο τηλέφωνο ένα βράδυ. - Γιατί τις κρατάς; Κακώς τη ρώτησα – το ακούω στη φωνή της. Μα μου το είπε – ίσως για να το ακούσει κι η ίδια. - Είναι ένα πράγμα δικό του στο σπίτι βλάκα – είναι σαν να τις άφησε βιαστικά για να τις διαβάσει το Σάββατο το πρωί με τον καφέ του. Σα να το βλέπω μπροστά μου – και είναι η προβολή της φαντασίας του γραφιά ένα κάλεσμα στη μοίρα ξέρεις. 71


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Εκείνη να κοιμάται, το ένα πόδι έξω από το σεντόνι, μαλλιά χυμένα στο μαξιλάρι να γυαλίζουν στο λιγοστό φως που θα μπαίνει απ το παράθυρο. Κι εκείνος με καφέ φτιαγμένο βιαστικά, στην πολυθρόνα, να απολαμβάνει τη σιωπή του μοναχικού πρωινού κι όμως να κατεβάζει την εφημερίδα για να χαζέψει τα χείλη της που φουσκώνουν ελαφρά όταν κοιμάται. Να τί είναι η ευτυχία, κάτι Σαββατιάτικα πρωινά.

72


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Ισορροπιστής Μου κοστίζει η ισορροπία – κάπου πολύ βαθιά και αδιάκριτα ακόμα – σε κάτι νησιά που δεν πήγα και γίνανε μύθοι στη ζούγκλα των μεταμεσονύκτιων περιπάτων μου. Κάποτε μου άρεσε να ξενυχτάω – ξύπνια ως το πρωί – εγώ και το μπαλκόνι και ο κόσμος της Αθήνας να περνάει από κάτω φασαριόζος… Κάποτε… να έρχομαι και να φεύγω από παρέες και φίλους γιατί το εγώ μου ήταν αρκετό για τα περισσότερα βράδια. Εσύ το δικό σου το εγώ τί το κάνεις; Τώρα που κοιμάμαι τα βράδια και κερδίζω τα ψηλοτάκουνα παπούτσια μου τις μέρες ώρα με την ώρα, βήμα στο βήμα δηλαδή, στέλνεις το γαμημένο το εγώ σου να μου κάνει παρέα. Μερικά βράδια πριν, σχεδόν στον ύπνο – σχεδόν στον ξύπνιο, χαμογέλασες το ειρωνικό σου χαμόγελο πίσω από τις φυλλωσιές. Έσβησα εσπευσμένα το πρόσωπο σου – το αντικατέστησα με κάποιο λιγότερο οδυνηρό – γύρισα από την άλλη και κοιμήθηκα τον άστατο ύπνο του ενόχου. Μου στοιχίζουν ξέρεις. Τα πάντα. Κι όταν χάσω την ισορροπία μου θα το μάθεις τελευταίος.

73


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Το μικρό Πάσχα στο χωρίον Ζηλεύω. Ζηλεύω τις διακοπές το Πάσχα που τις ζούνε άλλοι πια. Τα λουλούδια που μαζέψαμε από τα χωράφια για να στολίσουμε τον Επιτάφιο – τον στολίζουν τα ανθοπωλεία πια, δεν έχει αρκετά παιδιά ή παρθένες στο χωρίον; Τη λαμπάδα που κρεμιέται ψηλά για να μην τη χαλάσω πριν την Ανάσταση. Τον παππού που κάθεται στο σπίτι όταν βάζω τα καλά μου και πάω στην εκκλησία. “Παπάδες” λέει και ξεφυσάει σηκώνοντας το χέρι, σε σημάδι περιφρόνησης. Τις φωτοτυπίες με τα τροπάρια και το βλέμμα του θείου αυστηρό, πάνω από κεφάλια παιδικά. Κρατάμε στα χέρια μας τα χαρτιά και τραγουδάμε. “Δεν τραγουδάμε, ψέλνουμε”, έλεγε ο θείος, αλλά για μας τραγούδια ήταν, που τα μαθαίναμε το πρωί και τα λέγαμε το βράδυ. Τα πρώτα μας σουξέ. Ζηλεύω ακόμα και το αρνί που κρέμεται ανάποδα έξω από το παχνί για να τρέξει το αίμα στην ευλογημένη γη που στέριωσε τη μάνα μου και έκανε την αγκαλιά της να μυρίζει Βαρδάρη και άχυρο φρεσκοθερισμένο. Νηστεία δεν ξέραμε τί είναι. Το πρωί η γιαγιά μου κάνει βούτυρο και μερέντα, και μια κούπα γάλα αγελαδινό που του βγάζει την πέτσα με ένα κουταλάκι. “Τα ζώα δεν ξέρουν από Πάσχα και αηδίες” λέει ο παππούς. Ζηλεύω το φόρεμα με τα φουσκωτά μανίκια και τα τριαντάφυλλα τα ροζ, που το φορέσαμε τέσσερα παιδιά στην οικογένεια και εύχομαι να το είχα κρατήσει. 74


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Κι η μεγαλύτερη στεναχώρια μου είναι πως στο χρόνο δε χάνονται μόνο οι άνθρωποι. Χάνονται κι οι ιστορίες, και τα μικρά μυστικά που θέλω να κάνω έτσι ένα φου στη λαμπάδα και να τα ανασάνει ένα παιδί που δεν έχω κάνει ακόμα. Αντί αυτού γράφω. Γιατί το μικρό το Πάσχα στο χωρίον, όχι οι πόλεμοι, όχι οι τραγωδίες, όχι τα μεγάλα γεγονότα, αλλά αυτό το μικρό το Πάσχα στο χωρίον, είναι από τα κυριότερα πράγματα που θα σώσω. Για να γίνει κάποτε η Ανάσταση.

75


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

ΤΑ ΣΥΝΤΟΜΑ

76


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Έξι Αισθήσεις: Όσφρησις Άκουσε. Τις βραδιές του Λονδίνου η πόλη κοιμάται. Μισώ την ησυχία της πόλης των εκατομμυρίων. Χτες, ανάμεσα στις μυρωδιές της λάσπης και της βροχής κοντοστάθηκα στη μέση του δρόμου καθώς με χτύπησε στο λαιμό η ανάσα σου. Σαν γροθιά. Η μυρωδιά σου μετά τη βροχή – στα ιδρωμένα σεντόνια του κρεβατιού σου – καθώς με έκλεισες στη φυλακή που έχει το χρώμα του κορμιού σου… Είναι τρομακτικό πράγμα το σώμα μου. Σε θυμάται.

Έξι Αισθήσεις: Ακοή Άκουσε. Στις νύχτες της Αθήνας οδηγώ τους δρόμους που οδήγησες εσύ. Εγώ δίπλα – οι μόνες φορές που παίρνω θέση συνοδηγού – το παράθυρο ανοιχτό. Η σκόνη της πόλης να κατακλύζει τα ρουθούνια μου και η μυρωδιά της θάλασσας κάπου στις άκρες του κόσμου.

77


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Το ταξιδιάρικο τραγούδι παίζει στο ράδιο και καθώς ανεβάζω την ένταση και τεντώνω το σώμα μου κοιτάς ευθεία μπροστά και παραδίδεις: - Είναι επικίνδυνα αυτά που κάνεις. Πράγματι. Ακούω τώρα το ρυθμό. Και τα δάχτυλα μου σχεδόν αγγίζουν το τιμόνι. Είναι τρομακτικό πράγμα το σώμα μου. Σε θυμάται.

Έξι Αισθήσεις: Γεύση Άκουσε. Στο ροκ μπαρ των φοιτητικών σου χρόνων σήκωσες τη μπύρα στα άγια σου χείλη. Τα αγόρια γύρω σου – ξυρισμένα άτσαλα και με μυαλό από λείο ξύλο – έψαχναν διψασμένα την επόμενη Γυναίκα καθώς εσύ παρακολουθούσες την είσοδο. Με σήκωσες στα χέρια μεθυσμένα, με φίλησες αχόρταγα και γρήγορα – πριν προλάβω να πω όχι. Φτηνή μπύρα. Ζεστή ανάσα. Το γέλιο σου το γεύτηκα όταν δεν το είχα ανάγκη. Εκείνο το βράδυ άφησες τη σφραγίδα των χειλιών σου στα δικά μου. Μπορώ ακόμα να σε γευτώ. Είναι τρομακτικό πράγμα το σώμα μου. Σε θυμάται. 78


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Έξι Αισθήσεις: Αφή Άκουσε. Στα λευκά βότσαλα ξάπλωσες το σώμα μου που έκαιγε από αλάτι και ήλιο και επιθυμία. Έριξες το γελαστό βλέμμα σου επάνω μου σαν κρύο νερό στη ζεστή μέρα και με άφησες να συσπώμαι δίπλα στο κύμα. Ιδρώτας κυλάει στο λαιμό μου καθώς ανακαλύπτεις το δέρμα μου – σημεία που δεν ήξερα ότι είχες δει ποτέ. Τα βράδια του εφιάλτη θυμάμαι την αίσθηση εκείνη. Τα ακροδάχτυλα σου. Την παλάμη σου. Είναι τρομακτικό πράγμα το σώμα μου. Σε θυμάται.

Έξι Αισθήσεις: Όραση Άκουσε. Πάντα θυμάμαι να σε κοιτάω από απόσταση. Έχω κοιτάξει μέσα στα μάτια σου αμέτρητες φορές, έχω κρυφτεί στο λαιμό σου, έχω νιώσει την ανάσα σου αλλά η πρώτη μου ανάμνηση είναι πάντα το κενό. Ανάμεσα μας.

79


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Να σε παρατηρώ με προσοχή αράχνης, έτοιμη για την επόμενή σου θανατηφόρα κίνηση. Και όπως σηκώνεις τα μάτια σου στα δικά μου, να με ακινητοποιείς. Καμιά φορά, στην άκρη των ματιών μου έχω την εντύπωση ότι το σώμα σου περνάει φευγαλέα. Δεν ξέρω τί με πονάει περισσότερο. Η υποψία ότι είσαι εκεί ή η βεβαιότητα ότι δεν είσαι; Είναι τρομακτικό πράγμα το σώμα μου. Σε θυμάται.

Έξι Αισθήσεις: Απόσταση Άκουσε. Το σώμα μου λιώνει για σένα. Χάνω λίγο λίγο τις αισθήσεις μου. Η απόσταση δε μειώνει την επιθυμία. Πίνοντας καφέ μπροστά στο κύμα, στα καλοκαίρια της Ελλάδας, ο αέρας της θάλασσας μου φέρνει τη μυρωδιά σου. Περπατώντας στο κέντρο μεσαιωνικών πόλεων σε βλέπω με την άκρη του ματιού μου. Λίγο πριν ξυπνήσω – μετά από σπάνιο μεσημεριανό ύπνο – ακούω το περιπαικτικό σου γέλιο. Ή το λάγνο σου ψιθύρισμα. Στα μπαρ με τη δυνατή μουσική, στην άκρη του μπουκαλιού που κρατάω γεύομαι τα χείλη σου ξανά και ξανά. Και σε νύχτες καύσωνα, νιώθω το χάδι σου στην ιδρωμένη πλάτη μου.

80


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Το σώμα μου συσπάται από επιθυμία και μνήμη και ανάγκη – την ανείπωτη εμμονή του να αφήσω σημάδια στην πλάτη σου. Είναι τρομακτικό πράγμα το σώμα μου. Σε θυμάται. Γι’αυτό δεν ένιωσα ποτέ μακριά σου.

Στο όνειρό μου… Στο όνειρό μου καθόσουν σε ένα παγκάκι στην παραλία. Δεν ξέρω σε ποια. Τα μαλλιά σου ήταν όπως τα είχες παλιότερα… σχεδόν μέχρι τον ώμο. Φορούσες εκείνο το λευκό φανελάκι – το θυμάμαι γιατί μπορούσα να δω στους ώμους σου τα φτερά του αγγέλου. Με χαιρέτησες μ’ ένα νεύμα. Σε χαιρέτησα μ’ ένα νεύμα. Δεν ξέρω αν μιλήσαμε, δε νομίζω. Και την επόμενη μέρα – στη γρήγορη διαδοχή του ονείρου – ήσουν πάλι εκεί και με περίμενες. Ή απλά ήσουν εκεί κι εγώ πέρασα πάλι επίτηδες. Κάθισα πίσω σου και κοίταξα τη γραμμή του λαιμού σου κι όταν γύρισες έκανα την έκπληκτη. Χαμογέλασες. Απίστευτο.

81


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Θολές φωτογραφίες Στην άμμο που μένει στα μπαγκάζια και τα παπούτσια σου, έτσι για να θυμάσαι στην επιστροφή ότι ήσουν διακοπές… πραγματικά… δεν ήταν ιδέα σου. Στα ζεστά μεσημέρια με παγωμένο καφέ, τα πόδια πάνω στην καρέκλα. Να λιώνεις από τη ζέστη και όσο μετακινείται η σκιά πας την καρέκλα λίγο πιο εκεί. Αλλά δεν πας μέσα, στον κλιματισμό. Κάθεσαι έξω για να ακούς τον αέρα και τη θάλασσα. Πες μου: Στα χρυσά μεσημέρια, όλα σου τα καλοκαίρια, ποια μυρωδιά επικράτησε; Στους δρόμους που μυρίζουν θυμάρι δεν ακούς τα τζιτζίκια. Πάνω στα μηχανάκια, με μαγιό και γυαλιά ηλίου, ακούς μόνο τον αέρα. Τα ξημερώματα στην επιστροφή, μετά από ποτά – τσιγάρα κι ασωτίες περπατάς στην άμμο, να βρέξει το νερό τα πόδια σου πριν πας να κοιμηθείς. Κοίτα: Τα κορίτσια με πλεξούδες τα βαμμένα τους μαλλιά, κοντές φούστες και μαυρισμένες πλάτες, κινούνται στον αέναο χορό του με είδες – σε είδα. Στα πρωινά που βγήκες από το δωμάτιό σου και μούγκρισες το καλημέρα, καθώς έφτιαχνες καφέ, με γυαλί ηλίου και αργές κινήσεις. Και τέλος στα ούζα το ηλιοβασίλεμα, μετά τις δουλειές και το μπάνιο. Βρεγμένα μαλλιά και μυρωδιές από κρέμες και αντηλιακά… Θυμήσου: Στα μαλλιά σου έμπλεξα λουλούδια κάποτε και τα μάρανε ο ήλιος. Τουλάχιστον σκλήρυνε το δέρμα σου στο αλάτι……………….. Μέχρι την άλλη φορά. 82


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Της αναμονής Τον τελευταίο καιρό έχω συνέχεια την εντύπωση ότι όπου να ‘ναι θα σε δω να στρίβεις τη γωνία. Θα γελάσεις το λοξό χαμόγελο σου. Θα κοιτάξεις με το λάγνο βλέμμα σου. Ελευθέρωσέ με. Η ποινή και η αναμονή της δεν είναι το ίδιο.

Όταν φυσάει Τα χέρια μου ψάχνονται για φευγιό. Όπως όταν ήμουν παιδί. Κι έχει κι ένα φεγγάρι σήμερα – για μάγισσες και μυστικιστές. Κάτι κλαδιά χτυπάνε στα τζάμια – σαν σκηνή από θρίλερ δεν είναι; Έτσι να ‘ταν ένα φεγγάρι… μέσα από τα σκοινιά του σκάφους. Κι ένας άγνωστος που περιμένει να γίνει γνωστός στο τιμόνι. Αύριο θα καταλαγιάσει ο αέρας. Αύριο το καθημερινό θα έχει νόημα πάλι. Αύριο. Απόψε, τα χέρια μου ψάχνονται για φευγιό.

83


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Πόσο κοστίζει μια παράβαση του νόμου; Φθινόπωρο το έβδομον. Ονόματα. Γράφονται και σβήνονται από τις ηλεκτρονικές μου λίστες κάθε φθινόπωρο. Διευθύνσεις. Αλλάζουν κάθε φθινόπωρο. Διαθέσεις. Ίδιες; Φθινόπωρο το έβδομον. Φθίνω. Σταθερά.

Κρύψου Ψάχνω να βρω έναν τρόπο να κρύψω το ποιος είσαι εσύ για κάποια ιστορία που καίγομαι να γράψω. Άδικος κόπος. Όλα όσα κάναμε μαζί έχουν πάρει θρυλικές διαστάσεις και είσαι – ακόμα και στην κενότητα του χαρτιού – εσύ, για πάντα εσύ, χωρίς καμία αμφιβολία εσύ. Μέχρι να γίνεις καθημερινότητα – και πάλι αμφιβάλλω – σε κάνω μαριονέτα στις ιστορίες μου γιατί η πραγματικότητά σου δε χωράει ούτε καν στη φαντασία μου.

84


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Επιθυμία… Το κρύο στο Λονδίνο κόβει το δέρμα μου στη μέση, αισθάνομαι τα χέρια μου να παγώνουν, τη μύτη μου να κοκκινίζει. Άλλες φορές θα ήθελα να είμαι σπίτι, κάτω από πουπουλένια παπλώματα. Ή μπροστά στη φωτιά με ένα βιβλίο και σοκολάτα. Μα θέλω να σε δω, να χώσω τα χέρια μου στις τσέπες σου.

Ένα τραπέζι κάπως μεγάλο Έχουμε πάρει ένα τραπέζι που είναι πολύ μεγάλο για το μπαλκόνι μας. Από αυτά τα ξύλινα, που τα βλέπεις παντού, σκούρο καφέ με κάποια μαγικοχημική επεξεργασία για να αντέχει στον θαλασσινό αέρα που φτάνει μέχρι εμάς. Μεγάλο. Χωράει τα μισά τραπέζια μας. (Τα άλλα μισά στο τραπέζι της κουζίνας) Τους φίλους που έρχονται για καφέ και φαγητό. Τα τσιγάρα, τους καφέδες, τα ποτήρια με το νερό, κανά μπισκότο ή φρούτο για τη λιγούρα, δυο τρία περιοδικά, κανά δυο βιβλία, ένα τάβλι, κεράκια για το βράδυ, μια μικρή γλάστρα (ξέχασα να την πάω στη θέση της) και δυο ζευγάρια πόδια να αράζουν. Έτσι είναι τα μπαλκόνια. Και τα μεγάλα τραπέζια στα μπαλκόνια. Μικρά μαγικά χαλιά. 85


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Η μουσική που έχει το αίμα σου… Κάποτε είδε το Θεό. Δεν το θυμάται ξεκάθαρα. Η αλήθεια είναι ότι δεν το κατάλαβε τότε – δεν ξέρω αν το κατάλαβε ποτέ – γιατί χάθηκε στις λεπτομέρειες της στιγμής, κι έμεινε σαστισμένος μπροστά στο μεγαλείο. Την έπιασε τη μεγάλη στιγμή στα χέρια του και φοβήθηκε και ν’ ανασάνει. Μου είπε για τη στιγμή εκείνη ένα βράδυ, τα χέρια δεμένα μπροστά, μάτια γελαστά. Έγινα ακροατήριο και χαμογέλασα τρυφερά γιατί ακόμα και τόσα χρόνια μετά, μέσα από το μεγαλείο της ανάμνησης πάλι δεν το καταλαβαίνει. Ν’αγαπάς, σημαίνει να ξέρεις ακόμα κι όταν ο άλλος δεν ξέρει. Είδε το Θεό κι έπαιξε μουσική το αίμα μέσα στις φλέβες του. Την ακούω όταν φιλάω το λαιμό του. Και καμιά φορά θα του την τραγουδήσω για να τον νανουρίσω.

86


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Ξημερώνει… Είναι κάτι πρωινά άγρια στο νησί, με καφέ και τσιγάρο. Όταν η μέρα απλώνεται μπροστά του και βλέπει όλα τα προγράμματα σαν φωτεινό πίνακα να αναβοσβήνει μπροστά του, σαν αναγγελίες αεροδρομίων του φαίνονται – όλες οι πτήσεις που θα καθυστερήσουν, όλες οι πτήσεις που θα τον ταλαιπωρήσουν. Μια ρουφηξιά τσιγάρο. Μια γουλιά καφέ. Σκέτο. Εκείνη τον πίνει μέτριο – του στοιχίζει που δεν μοιράζεται τον καφέ της μαζί του. Το μπλουζάκι της αφημένο στο κρεβάτι, το άρωμά της σχεδόν ξεφτίζει, το ξέρει, μα η μνήμη φέρνει τη μυρωδιά κι όχι κάτι φτηνοί αδένες που τους έχει καταστρέψει ούτως ή άλλως με νικοτίνη εδώ και χρόνια. Έτσι όπως ο ήλιος βγαίνει πίσω από τη θάλασσα, και οι αχτίδες πέφτουν στο δωμάτιο, η σκόνη να χορεύει ερωτευμένη, σαν καπνός σηκώνεται η μυρωδιά της και υποκλίνεται, σαν πριν από χορό, σαν μετά από επίσκεψη επίσημη. Μια γουλιά καφέ. Μια ρουφηξιά τσιγάρο. Το γέλιο της αντηχεί κάπου μέσα από τις ελιές, τα φύλλα μουρμουράνε στον πρωινό αέρα. Ασημίζουν στο θρόισμα και κάπου ανάμεσα ξεπροβάλει αστραφτερό το γέλιο της, τα δόντια της να σκίζουν τη μέρα στα δύο και η γλώσσα της να ακουμπάει στα χείλη της όπως όταν κάνει σκανταλιές. “Σκανταλιάρα”, κουνάει το κεφάλι του και κρυφογελάει. Και γίνεται το πρωινό στο νησί λιγότερο άγριο… Και γίνεται η πλάση βελούδινη.

87


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Σύντομη φυγή Την έπιασε έτσι ξαφνικά ένα βράδυ. Δεν είναι να πεις ότι έκανε κάτι περίεργο ή ότι τον σκεφτόταν. Εκεί που σιδέρωνε, πουκάμισα της δουλειάς και φόρμες, ούτε καν σέξυ νυχτικά. Ξυπόλητη. Το χέρι της είχε αρχίσει να πονάει, είχε ιδρώσει, τα μαλλιά της πιασμένα κοτσίδα και τα γυαλιά της να πέφτουν χαμηλά στη μύτη της. Κι όμως εκεί ακριβώς, θυμάται και ακριβώς σε ποια τσάκιση του πουκαμίσου ήταν – έβγαλε το σίδερο από την πρίζα, έβαλε παπούτσια και το παλτό της, πήρε την τσάντα της, κλείδωσε την πόρτα και μέχρι το ξημέρωμα ήταν εκεί. Έτσι. Με την πυτζάμα που λέμε. Το πιστεύεις;

88


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Σύντομη επιστροφή Το αποφάσισε ένα βράδυ – όχι πως ήταν ξαφνικό. Γιατί από τη στιγμή που της το είπε σαν να είχαν αλλάξει όλα μέσα του και να είχε άλλο φως το κάθε του βήμα μέχρι τότε. Έπεφτε το βράδυ γύρω του σαν πέπλο περίπου, η ζέστη δεν έλεγε να περάσει και τα δικά του τα λόγια επαναλαμβάνονταν με ηχώ. Το βιβλίο πεταμένο στο πάτωμα, η σελίδα να τσαλακώνεται λίγο – πρώτη φορά που δεν τον ένοιαζε. Μπλουζάκι παλιό, ασιδέρωτο, ίσως και λίγο σκισμένο, το ρολόι αφημένο στο κομοδίνο, ένα ποτήρι νερό να μαζεύει σκόνη. Φόρεσε το παντελόνι του, πήρε τα κλειδιά του, θυμήθηκε να βάλει παπούτσια και μέχρι το ξημέρωμα είχε επιστρέψει. Έτσι. Για το σεβντά που λέμε. Απίστευτο;

89


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Λαχταράω… Ξέρεις τί σημαίνει λαχταράω; Εσύ ξέρεις, το αισθάνομαι στο δέρμα μου που μυρμηγκιάζει όταν με αγκαλιάζεις. Λαχταράω που λες. Τί λέξη! Σαν να έχεις μια γουλιά νερό παγωμένο στο στόμα σου – να το μεταφέρεις από το ένα μάγουλο στο άλλο και να νιώθεις το μούδιασμα να απλώνεται. Σαν να δαγκώνεις μια φέτα καρπούζι δροσερή, με τα τζιτζίκια να τραγουδάνε γύρω σου και το ζουμί να τρέχει από το στόμα σου πάνω στο στήθος σου και το μαγιό σου. Λαχταράω. Έναν δρόμο μάτια μου, να βάλω ταχύτητα και να ξεφύγω – έχω τόσο καιρό να οδηγήσω… Ένα μπαλκόνι μάτια μου, να κάτσω με καφέ τα απογεύματα του καλοκαιριού και να διαβάσω – έχω τόσο καιρό να ηρεμήσω… 'Ενα πρωινό στην παραλία μάτια μου, να κάνω μακροβούτια και να πιω νερό θαλασσινό – έχω τόσο καιρό να κολυμπήσω… Ένα κρεβάτι μάτια μου, ν’ αφήνω ιδρωμένο αποτύπωμα στη ζέστη του μεσημεριού – έχω τόσο καιρό να ζήσω σε καύσωνα… Και μια στιγμή λύτρωσης – στα δικά σου τα χέρια. Λαχταράω.

90


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Ένα νησί είναι το ναι το δικό σου Με ρωτάς γιατί όταν γράφω υπάρχει πάντα ένα νησί. Ένα νησί είναι μια φυλακή μάτια μου. Να σε κλείσω μέσα. Μα έχει καράβια το νησί, μου λες, και πανί θα βάλω τα ταξίδια που δεν έκανα. Ένα νησί είναι ένας κόσμος μόνο δικός σου μάτια μου. Να ποτίζει το αλάτι και το ιώδιο… κι από το παράθυρο σου να μπαίνει ο ήχος της άμμου. Μα είναι μεγάλος ο κόσμος, μου λες, και οι κόκκοι της άμμου μετρημένοι. Ένα νησί είναι μυστικό καλά κρυμμένο μάτια μου. Να το βρούμε, να το τραγουδήσουμε, να πιούμε στην υγειά του. Μα το έχουν βρει άλλοι πριν από μας, μου λες, κι είναι το μυστικό μοιρασμένο. Ένα νησί είναι δύο χαμόγελα από δύο πρόσωπα τρυφερά μάτια μου. Να τα ανακαλύπτεις στον ήλιο, να τα γνωρίζεις στο σκοτάδι, να τα αναζητάς τις ώρες της ησυχίας. Έτσι ναι, μου λες, και ξέρεις γιατί όταν γράφω υπάρχει πάντα ένα νησί.

91


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Πίσω από τις πόρτες Στο όνειρο δεν υπάρχουν κλειδαριές. Είναι όλα τα δωμάτια ανοιχτά, μικρά καταφύγια που κρύβομαι με την καρδιά μου να αντηχεί στους τοίχους. Είναι όλες οι πόρτες παραλίες με άμμο χρυσή, κυλιέται το σώμα σου και χρυσίζει στον ήλιο. Σου κλέβω ένα φιλί, μια ζέστη να απλώνεται, μια μυρωδιά από αλάτι και κανέλλα. Πίσω από τις πόρτες. Ανάμεσα στην πέτρα και το ξύλο κελαηδάει μια μικρή επιθυμία που γίνεται ήλιος. Δεν προλαβαίνεις να ψιθυρίσεις φωναχτά, μόνο κάνουν ένα μικρό ταξίδι οι φράσεις σου από τα χείλη στις φλέβες μου. Επειδή οι πόρτες δεν έχουν κλειδαριές. Στο όνειρο αυτά. Και σε περιμένω πίσω από αυτές. Και πάλι από την αρχή. Στο όνειρο. Που σου ‘λεγα.

92


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Θα είναι… Θα είναι βράδυ… Και θα με περιμένεις εκεί ώρες, γεύση τσιγάρου στο στόμα σου καθώς περνάς τη γλώσσα σου πάνω από τα δόντια σου. Φρέσκα σεντόνια στο κρεβάτι να περιμένουν το δικό μου ιδρώτα. Πατώματα σφουγγαρισμένα για να αφήσουν μικρά αποτυπώματα τα πέλματά μου. Στο ψυγείο γάλα… που δεν έχεις ποτέ. Μόνο για να πίνω εγώ τον καφέ μου. … κι είναι κάτι πράγματα μικρά τέτοια που θυμάμαι τις σκληρές ώρες που η πόλη κοιμάται. Θα είναι βράδυ… Θα είναι σκοτάδι… Θα είναι πάνω από όλα μια ώρα φωτεινής βεβαιότητας. Έτσι. Με τελεία. Τα χέρια μου ψάχνονται για φευγιό. Κι όχι πια μόνο όταν φυσάει.

93


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

Τα βοτάνια στον κήπο Είναι κάτι βοτάνια μαγικά, που θα τα φυτέψω στην αυλή. Εκεί που έχουν σπάσει οι πλάκες από τον καιρό τον πολύ θα βάλω τη γλάστρα με το αρισμαρί – που δένει το πριν με το μετά. Εκεί που ρίχνουν σκιά τα δέντρα θα βάλω το βασιλικό, να χαϊδεύεις τα φύλλα κάθε που περνάς και να νιώθω το άρωμα όταν πιάνεις το πρόσωπο μου. Δυόσμο θα έχω κοντά στο παράθυρο, και θα μασουλάμε ευχαριστημένοι τα φύλλα του μετά από τα βαριά τα πιάτα που αγαπάς. Στο πλάι, κοντά στα λουλούδια, θα έχω λεβάντα, θα τη μαζεύεις τα απογεύματα και θα την κρεμάμε στο χαγιάτι, ν’ ανεμίζει κι ο περαστικός τί μυρωδιές βασιλεύουν στο σπίτι. Και στην είσοδο που σπιτιού θα έχω δίκταμο – γιατί λέει η γιαγιά μου πως βοηθάει να γεννήσεις πιο γρήγορα. Για να είναι η κάθε μέρα παιδί που το περιμένεις και γεννιέται γρήγορα, σαν ήλιος που βιάζεται ν’ αγαπηθεί και ν’ αγαπήσει.

94


ΤΑ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΑ

Σιγά μη φοβηθώ Σιγά μην κλάψω. Στα σκληρά σου μονοπάτια περπάτησα πριν μου δείξεις το δρόμο. Πρόβα. Κατάλαβες; Σιγά μην κλάψω. Σηκώθηκε το θεριό μέσα μου και με το στόμα πεισμωμένη ευθεία γραμμή άρπαξε. Έτσι τις κλέβαν παλιά τις γυναίκες το ήξερες; Χτυπούσες το παντζούρι και την έπιανες από το χέρι πριν προλάβει… το οτιδήποτε. Γιατί ο έρωτας πλεκόταν πίσω από τη βρύση – σιωπηλός τα Σαββατόβραδα με μπριγιαντίνη στα μαλλιά και φουρό κάτω από τη φούστα. Σιγά μη φοβηθώ. Να φοβηθείς εσύ. Κι έλα στα στήθια μου μετά να αναζητήσεις το μετόχι σου. Σιγά μην κλάψω. Σιγά μη φοβηθώ. … Σε βρήκα. Να θυμάσαι τα βράδια ότι το θεριό που κοιμάται στα πόδια σου ανασαίνει φωτιά.

95


ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΟΥΣΟΥ

96

Τα Μεταμεσονύχτια | Σοφία Γκιούσου  

Από τον πρώτο στο δωδέκατο χτύπο. Πιτσιρικάδες με δόντια, κάτι λέξεις σαν μουσικές, βλέμματα, αρώματα και θολές στιγμές κυκλοφορούν μέσα σ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you