Page 1

TheAthensID Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009 Ένα τεύχος µε αφορµή την Κρίση: Οικονοµία, Οικογένεια, Παιδεία Γράφουν: Κ.Κονδάκης, Α. Καρβούνης, Β.Λαγός, Μ.Βαρδής, ∆.Μπεκριδάκης

Αθήνα 09


TheAthensID Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

Περιεχόµενα ©Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες, του Κωνσταντίνου Κονδάκη, σελίδες 1-19

©Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές: Η επιστροφή της Πόλης στην εποχή της παγκόσµιας οικονοµικής ύφεσης, του Αντώνη Καρβούνη, σελίδες 20-38 ©Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας, του Βαγγέλη Λαγού, σελίδες 39-54 ©Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008, του Μανώλη Βαρδή, σελίδες 55-77

©∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση: Η ∆ιείσδυση της Καταναλωτικής Κουλτούρας στο Χώρο της Παιδείας, του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη, σελίδες 78-127

TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009


[TheAthensID] Το TheAthensID είναι ένα ηλεκτρονικό περιοδικό το οποίο εκδίδεται έως 6 φορές το χρόνο και διανέµεται µέσω ηλεκτρονικού ταχυδροµείου. Το περιοδικό εκδίδεται από συντακτική οµάδα που αποτελούν οι Μανώλης Βαρδής, Αντώνης Καρβούνης, Σεραφείµ Α.Μακρής και ∆ηµήτρης Μπεκριδάκης. Το περιοδικό καλωσορίζει συνεργασίες και άρθρα σε οποιοδήποτε θέµα της επικαιρότητας ή στα θεµατικά του τεύχη όπως αυτά προαναγγέλλονται από οποιονδήποτε επιθυµεί µια τέτοια συνεργασία. Σκοπός του περιοδικού είναι η όσο το δυνατό ευρύτητα στις δηµοσιευόµενες απόψεις -απόψεις που δεν υιοθετεί αναγκαστικά. Οι συγγραφείς και η εκδοτική οµάδα επιτρέπουν στους αποδέκτες και εν γένει χρήστες του περιοδικού την ελεύθερη και χωρίς δεσµευτικούς όρους πρόσβαση για προσωπική χρήση ( δηµιουργία αντιγράφων, ελεύθερη διανοµή, µετάδοση και δηµόσια παρουσίαση ) σε αυτό όπως ορίζουν οι νόµοι περί πνευµατικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωµάτων (Ν.2121/1993, Ν. 2819/2000, Ν. 3049/2002 άρθρο 14, και Ν.3057/2002 άρθρο 81) (χρήση µε αναφορά στο όνοµα του συγγραφέα και στο περιοδικό). Το περιοδικό διανέµεται ηλεκτρονικά µέσω ηλεκτρονικού ταχυδροµείου δωρεάν και δεν επιτρέπεται η εκτύπωσή του σε έντυπη µορφή, η ανάρτηση των άρθρων του στο ∆ιαδίκτυο και η διάθεσή του µε σκοπό το κέρδος. Όποιος θέλει να επικοινωνήσει µαζί µας (είτε για αποστολή συνεργασίας, είτε για γνώµη ή και απλώς για συζήτηση µπορεί να το κάνει στέλνοντας e-mail στη διεύθυνση: athensid@gmail.com. Σε περίπτωση που κάποιος δεν επιθυµεί να λαµβάνει το TheAthensID παρακαλούµε να αποστείλει κενό µήνυµα µε Θέµα: Παρακαλώ να µε εξαιρέσετε από την αποστολή του περιοδικού στο παραπάνω e- mail. Μπορείτε επίσης να επικοινωνήσετε ξεχωριστά µε τα µέλη της συντακτικής οµάδας στα e- mail τους. Η συντακτική οµάδα Βαρδής Μανώλης manolisb_@hotmail.com Καρβούνης Αντώνης antonioskarvounis@hotmail.com Μακρής Α. Σεραφείµ smakri60@yahoo.com Μπεκριδάκης ∆ηµήτρης religioustudies@hotmail.com © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009


[eDItorial] Αγαπητές αναγνώστριες και Αγαπητοί αναγνώστες

Αυτό το editorial γράφτηκε µε έναν παράξενο τρόπο: Πρώτα ο Μανώλης Βαρδής έγραψε ένα σχεδίασµα και κατόπιν ο Σεραφείµ Μακρής πάνω σε αυτό τον πρώτο καµβά έγραψε ένα δεύτερο. Έτσι το editorial έγινε διάλογος και στα αποτελέσµατα ενός διαλόγου µπορεί κανείς να µετρήσει διαφωνίες και συµφωνίες. Ακόµα µπορεί και να ακούσει σε ποια νότα µείζονα ή ελάσσονα έχει αυτός ο διάλογος εξελιχτεί. Το κείµενο λοιπόν έξω από τα περιγράµµατα είναι το κείµενο που έγραψε ο Μ.Β και αυτό µέσα στα περιγράµµατα αυτό που έγραψε ο Σ.Μ. Καλή ανάγνωση! Η «εξέγερση» του ∆εκέµβρη στην Αθήνα άφησε ανεξίτηλα τα σηµάδια της στην

κοινωνική

συνείδηση

και

αν

µη

τι

άλλο

αφύπνισε

αρκετούς

συνανθρώπους µας που άρχισαν να προβληµατίζονται σοβαρά για το µέλλον αυτού του τόπου. Στον προβληµατισµό αυτό ήλθε να προστεθεί σαν επιταχυντής η πραγµατική χρηµατοπιστωτική κρίση της Αµερικής και της Ευρώπης. Ξαφνικά άρχισαν όλοι να συνειδητοποιούν ότι κάτι δεν πάει καλά (µέσα µας και έξω µας). Το ∆εκέµβρη του 2008 από µια ειρωνεία της ιστορικής στιγµής, διαφορετικά µεταξύ τους µοντέλα κατανοµής των ανθρώπινων σχέσεων, έφταναν µαζί, σχεδόν

συντονισµένα,

στο

ναδίρ

της

αποτελεσµατικότητάς

τους.

Αλληλεπίδραση; Παγκοσµιοποίηση; Υπόγεια ρεύµατα; Τι σχέση µπορεί να έχει η απληστία του κέρδους, η φούσκα των ακινήτων και τα τοξικά χρηµατοοικονοµικά προϊόντα µε τον αναίτιο θάνατο ενός αθώου εφήβου; Και ποιο αόρατο χέρι σκηνοθετεί την Αθήνα στις φλόγες; Η µέχρι τότε ισορροπία είχε χαθεί, η σπείρα της ιστορίας βρισκόταν ξανά σε κίνηση…

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009 [i]


[eDItorial] Σ’ αυτή την πρόκληση το άτοµο αντέδρασε µε ό,τι πιο εύκαιρο διέθετε στο αµυντικό του οπλοστάσιο: άλλοι µίλησαν για χρεωκοπία (και πάλι) του φιλελεύθερου καπιταλισµού, άλλοι επανύµνησαν τον κρατικό παρεµβατισµό, άλλοι τέλος

άσκησαν πολιτισµική κριτική, τονίζοντας την γενικότερη κρίση

αξιών της µετανεωτερικής πραγµατικότητας. Η κρίση στο χρηµατοπιστωτικό σύστηµα, ήδη µεταφερµένη στην «πραγµατική οικονοµία» και ο «Ελληνικός ∆εκέµβρης» οδηγούν σε δυο διαφορετικές ακυρώσεις: •

Η πρώτη, κυκλικό ξέσπασµα του οικονοµικού συστήµατος, οδήγησε στο

τέλος µια εποχή βεβαιοτήτων και φονταµενταλισµού των αγορών όπως ακριβώς πριν από 20 χρόνια ένα άλλο ιστορικό κύµα είχε διαλύσει την ψευδαίσθηση της κρατικής δυνατότητας: τελικά ο άνθρωπος µπορεί να αποτύχει είτε ως trader είτε ως γραφειοκράτης. •

Η δεύτερη, Ο Ελληνικός ∆εκέµβρης, στο βαθµό που υπήρξε εξέγερση,

οδήγησε στην παρέκκλιση από µια ιστορική πορεία σχεδόν δύο αιώνων: Οι Έλληνες το 1843 µαζεύτηκαν σε µια πλατεία, απαιτώντας Σύνταγµα. Θα µπορούσε άραγε το αίτηµα του ∆εκέµβρη του 2008 να είναι Σύνταγµα; Η αδυναµία της άρθρωσης έστω ενός συνθήµατος –πόσο µάλλον ενός αιτήµατος…- ακύρωσε τον ίδιο τον ιστορικό µας εαυτό… Σ’ αυτό το τεύχος προσπαθούµε να ιχνηλατήσουµε αυτές τις αντιδράσεις, κρίνοντας εκ των προτέρων ότι όλες έχουν αξία στο βαθµό που φωτίζουν πλευρές και όψεις του προσλαµβανόµενου από το άτοµο προβλήµατος. Η έµφαση µοιράστηκε, πιστεύουµε ισοµερώς, ανάµεσα σε µία κριτική και επεξηγηµατική

αποτίµηση

της

οικονοµικής

κρίσης

(όπως

αυτή

πραγµατοποιήθηκε από τους κκ. Κονδάκη και Λαγό), και σε µία περιοδολόγηση στα µονοπάτια της εξέλιξης του µοντέλου της οικογένειας και του αντίστοιχου της εκπαιδευτικής διαδικασίας (ανάλογες προσπάθειες των κκ. Βαρδή και Μπεκριδάκη). Και αυτό γιατί πιστεύουµε ότι η κρίση του συστήµατος δεν είναι πρώτιστα ή µονοµερώς οικονοµικού χαρακτήρα. Είναι ταυτόχρονα κρίση © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009 [ii]


[eDItorial] οικογενειακών αξιών, δηλαδή µοντέλου προσωπικής ωρίµανσης (που στην Ελλάδα αποκτά εφιαλτικές διαστάσεις λόγω της συντηρητικής κατά βάση νέοελληνικής

κοινωνίας,

η

οποία

όµως

τρέχει

σε

ταχύτητες

ύστερου

µοντερνισµού) και κρίση προτύπων διαµόρφωσης χαρακτήρα (εδώ ο ρόλος του σχολείου είναι καταλυτικός, καθώς αναπαράγει τα κακώς κείµενα του προσωπικού µας αδιεξόδου). Λίγο

µετά

τα

γεγονότα

του

(http://democracycrisis.com/blog/)

∆εκέµβρη «…Η

έγραφα

βία

είτε

στο

blog:

αστυνοµική

είτε βανδαλιστική έχει την αιτία της στον ανύπαρκτο αξιακό κώδικα της σηµερινής δηµοκρατίας µας (συγνώµη που δεν πιστεύω ότι ζούµε σε υψηλό επίπεδο δηµοκρατίας…). Κανείς δεν αντιλαµβάνεται ότι ανάµεσα στην άκρη του ναζισµού/φασισµού/κοµµουνισµού και στην άλλη άκρη της αποχαύνωσης και της αποστέρησης κάθε συλλογικού δεσµού υπάρχει στέρεο έδαφος, χώρος πραγµατισµού όπου τα ιδανικά της ελευθερίας και της δικαιοσύνης µπορούν να δώσουν θεσµούς εξέλιξης των ανθρώπινων σχέσεων. Και η δολοφονία του νεαρού εφήβου και η κατάλυση του Κράτους από δίκτυα γκρουπούσκουλων έχουν ένα κοινό: είναι κατά βάση ιδιωτικοποιηµένη βία. Ιδιωτικά αναπτυσσόµενες κουλτούρες που συγκρούονται σε µια κίνηση Brown δηλαδή σχεδόν τυχαία….Και ο ειδικός φρουρός έχει αναπτύξει µια κουλτούρα κατ΄ιδίαν, έστω και σε ώσµωση µε µερικούς του δικτύου που ανήκει, και όσοι έκαψαν την Αθήνα έχουν παροµοίως αναπτύξει µια κουλτούρα απόµακρη, αυτοαναφορική µακριά από τον έλεγχο του δηµόσιου διαλόγου και για αυτό τελικά είναι και οι δύο κουλτούρες της βίας. Ό,τι ζήσαµε θα το ξαναζήσουµε αν δεν σκάψουµε τα ιδιωτικά µας πηγάδια για να βγούµε στο ξέφωτο. Για να γίνει αυτό χρειαζόµαστε νέα ηγεσία, νέους θεσµούς που στηρίζουν την κοινωνική κινητικότητα και τις µειονότητες µας, άνοιγµα των δρόµων σε όλους. Χρειαζόµαστε ένα πραγµατιστικό όραµα, µια ατζέντα για τα χρόνια που

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009 [iii]


[eDItorial] έρχονται µε στόχους και τρόπους. Και πάντως χρειάζεται να θυµόµαστε ότι το συλλογικό µπορεί να επανεφευρεθεί…».

Η εύκολη διασύνδεση της οικονοµικής κατάρρευσης και της πρόσκαιρης απασχόλησης που συνεπιφέρει µε την «ανοµία» των δρόµων πάσχει όχι λόγω ψεύδους, αλλά κυρίως λόγω χρονικής ανακολουθίας (η κρίση δεν έχει χτυπήσει ακόµα την πόρτα µας, αναµένεται) και υποτίµησης της χρεωκοπίας ενός τρόπου πολιτικής και κοινωνικής ρύθµισης, που έδειχνε να έχει επιλέξει η νεοελληνική κοινωνία. Με κανένα τρόπο δεν είµαστε στα 1974, 1981 ή στα 1985 (ηµεροµηνίες ορόσηµα νεολαιίστικων κινητοποιήσεων. Τα δεδοµένα µε τα οποία όλοι µεγαλώσαµε δεν υφίστανται πια και αν υπάρχουν, υπάρχουν ως καρικατούρες (πανεπιστηµιακό άσυλο, εναλλακτικές γειτονιές κ.α.) Συνεπώς απαιτείται µία περισσότερο ψύχραιµη και αναλυτική προσέγγιση, καθώς είναι εύκολο να προβάλλουµε τις δικές µας φοβίες και ιδεολογίες στα γεγονότα που «τρέχουν». Θα διαβάσετε στο επίµετρο του άρθρου του Αντώνη Καρβούνη:

«Πριν λίγα χρόνια, ο «τεχνο-ενθουσιασµός» που έφερε µαζί της η παγκοσµιοποίηση και η πληροφορική επανάσταση οδήγησε αρκετούς να προδιαγράψουν το τέλος των πόλεων ως πηγών οικονοµικής ανάπτυξης. Σύµφωνα µε τον Pascal οι πόλεις προοδευτικά θα εξαφανίζονταν, καθώς ο κύριος λόγος ύπαρξής τους – η διαπροσωπική επικοινωνία – θα υποκαθίστατο από τα ηλεκτρονικά δίκτυα. Νέες αγροτικές κοινωνίες θα αναδύονταν, καθώς οι άνθρωποι θα ασκούσουν τις νέες ελευθερίες τους να εγκαθίστανται σε µικρά, ελκυστικά καταλύµατα καλύτερα προσαρµοσµένα στις ανάγκες τους1. Ακόµη και ο McLuhan πίστεψε στην ανάδυση ενός ‘παγκόσµιου χωριού’, υπονοώντας ότι οι πόλεις ως ‘ένας τύπος µεγάλων διαστάσεων πρέπει                                                             1

Βλ. A. Pascall, ‘The Vanishing City’, Urban Studies, 24, 1987, 597‐603. 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009 [iv]


[eDItorial] αναπόφευκτα να διαλυθεί’2. Ο Paul Virilio υποστήριζε, τέλος, ότι οι πόλεις ήταν υπερεκτεθειµένες σε νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες που αποτελεσµατικά εξυπηρετούσαν την «εξαέρωση» της χωρικής σηµασίας τους στο πλαίσιο µιας µεταλλαγής στον παγκόσµιο ‘τεχνολογικό χωρο-χρόνο’3.» Και διαβάζοντας το, ανέτρεξα στα Πολιτικά, Βιβλίο Α: «Από αυτά συνάγεται

ότι η πόλη αποτελεί µια φυσική πραγµατικότητα και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ζώο πολιτικό, και ότι αυτός που εξαιτίας της φύσης του και όχι εξαιτίας των περιστάσεων ζει εκτός πόλεως είναι είτε φαύλος είτε κάτι καλύτερο από άνθρωπος, όπως ακριβώς είναι και εκείνος που αποδοκιµάσθηκε από τον Όµηρο: ο άνθρωπος χωρίς συγγενικούς δεσµούς, χωρίς νοµικές δεσµεύσεις και χωρίς σπίτι»4 Άλλωστε η θεά Κάλι5, του χάους και της αταξίας, δεν έπαυε να είναι συµπληρωµατική και γονιµοποιός θεά της κοσµικής αρµονίας. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται!

                                                            2

Βλ. M. McLuhan, Understanding Media‐The Extension of Man, Sphere, London 1964. 

3

Βλ. P. Virilio, ‘The Overexposed City’, Zone, 1 (2), 1987, 14‐31. 

4

 Αριστοτέλης Πολιτικά Ι, ΙΙ μετάφραση Δ.Παπαδής, Εκδόσεις Ζήτρος 

5

 Το εξώφυλλο μας είναι παρμένο από τη wikipedia: http://en.wikipedia.org/wiki/Kali 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009 [v]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες Του Κωνσταντίνου Κονδάκη

Παγκόσµια Οικονοµική Κρίση... Μια λέξη που ακούγεται όλο και περισσότερο από τους συνήθεις ύποπτους χωρίς όµως κανείς από αυτούς να είναι σε θέση να παραθέσει µια αποκρυσταλλωµένη άποψη για το πώς δηµιουργήθηκε αυτό που αποκαλείται Κρίση, ή ακόµη καλύτερα πώς µπορεί να ξεπερασθεί. Το άρθρο αυτό θα προσπαθήσει αρχικά να αναλύσει τα αίτια που οδήγησαν την ανθρωπότητα εν µια νυκτί κυριολεκτικά από την µέθη της επιτυχίας της παγκοσµιοποίησης ακόµη και σε σενάρια εξάλειψης του σηµερινού τρόπου ζωής! Οι περισσότεροι θεωρούν ότι τα αίτια πρέπει κανείς να τα αναζητήσει στην απληστία ορισµένων τραπεζών και των θυγατρικών τους που οδήγησαν στην χρηµατοπιστωτική κρίση. Τώρα όλοι έχουν θέσει τις τράπεζες στο πυρ το εξώτερον, χωρίς να αναλογίζονται τι σηµαίνει αυτό. Είναι όµως αδιαµφισβήτητη η αλήθεια ότι οι οικονοµίες που είχαν αναπτυγµένα χρηµατοοικονοµικά συστήµατα και συνδύαζαν πολλές από πτυχές

τους

ασφαλιστικά

(τράπεζες, συστήµατα,

οµολογιακές προσωπική

και

χρηµατιστηριακές

ιδιοκτησία

γης)

είχαν

αγορές, καλύτερη

µακροπρόθεσµη απόδοση από αυτές που δεν είχαν και αυτό διότι η χρηµατοοικονοµική

διαµεσολάβηση

επιτρέπει

µια

γενικότερα

καλύτερη

κατανοµή των πλουτοπαραγωγικών πηγών από την π.χ. φεουδαρχία ή την κεντρικά σχεδιασµένη οικονοµία. Αυτός είναι και ο λόγος που το δυτικό µοντέλο τελικά επικράτησε στην διεθνή σκηνή πολιτικών συστηµάτων αρχικά µέσω του µανδύα του ιµπεριαλισµού, αργότερα µέσω του µανδύα της παγκοσµιοποίησης.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[1]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] Από την αρχαία Μεσοποταµία µέχρι την σηµερινή Κίνα η εξέλιξη του χρήµατος ήταν µια από τις κυρίαρχες δυνάµεις πίσω από την ανθρώπινη πρόοδο. Αποτελεί

µια

πολύπλοκη

διαδικασία

καινοτοµίας,

διαµεσολάβησης

και

ολοκλήρωσης που υπήρξε τόσο ζωτική όσο και η διάδοση της επιστήµης η του νόµου στην προσπάθεια της ανθρωπότητας να ξεφύγει από την αγροτική επιβίωση και το φάσµα των λιµών (Ferguson, 2008). Τα αίτια της κρίσης βρίσκονται τοποθετηµένα βαθιά στο τραπεζικό σύστηµα, δεν είναι όµως αυτό η αρχή αλλά το µέσο µε το οποίο ο κόσµος έπεσε στην πιο βαριά κρίση από την εποχή του Μεγάλου Κραχ. Πολλοί οικονοµολόγοι µιλάνε για την αποσυµπίεση µιας ανάπτυξης πολλών δεκαετιών, άλλοι για την είσοδο µας σε ένα µακροχρόνιο κύκλο χαµηλής ανάπτυξης λόγω των υπερβολών του παρελθόντος, άλλοι γράφουν για σενάρια ακόµη και Πολέµου που θα επιφέρει την κάθαρση στην παγκόσµια οικονοµία, όπως ακριβώς ο 2ος Παγκόσµιος. Αφού αναλυθούν τα αίτια και περιγραφεί η χρηµατοοικονοµική πλευρά της κρίσης, το άρθρο θα αναφερθεί σε µια σειρά από αυταπάτες µε τις οποίες έµαθε να ζει η ανθρωπότητα, τις πίστεψε βαθιά αλλά αυτές αποδείχτηκαν απλώς ψευδαισθήσεις. Η

αναγνώρισή τους θα ανοίξει την συζήτηση για

προτάσεις και αποφάσεις που πρέπει να είναι ριζοσπαστικές, ανορθόδοξες και καινοτόµες για να µπορέσει να αντιµετωπιστεί αποτελεσµατικά η κρίση. Μια αλήθεια έχει ειπωθεί µέχρι σήµερα: ∆εν υπάρχει µια και µοναδική λύση η οποία θα εξαφανίσει ως δια µαγείας την επερχόµενη ύφεση, ενώ λανθασµένες κινήσεις από πλευράς των πολιτικών µπορεί µεν να επιφέρουν µια πρόσκαιρη ανακούφιση αλλά να δηµιουργήσουν το υπόβαθρο για κινδύνους που να εµφανισθούν ακόµη πιο οξείς στο µέλλον.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[2]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] ΑΙΤΙΑ Η

οµογενοποίηση

της

παγκόσµιας

οικονοµίας

και

η

άφιξη

της

παγκοσµιοποίησης έτσι όπως την βιώνουµε σήµερα είχε την απαρχή της σε δύο κοσµοϊστορικά γεγονότα που άλλαξαν τον ρου της Ιστορίας: Καταρχήν η κατάρρευση του Σοβιετικού καθεστώτος στις αρχές της δεκαετίας του 90 και η σταδιακή εισαγωγή των κρατών του Ανατολικού Μπλοκ στη σφαίρα του ∆υτικού Κόσµου έδωσε την ευκαιρία για την επανεκκίνηση µιας χρυσής δεκαετίας επενδύσεων σε χώρες όπου τεχνολογικά, βιοµηχανικά αλλά και οικονοµικά είχαν διαφορά τουλάχιστον 2 δεκαετιών µε τις δυτικές. Μετά από 3 δεκαετίες συνεχούς βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου στον δυτικό κόσµο είχε πλέον επέλθει ο κορεσµός σε παραγωγικές επενδύσεις µε οικονοµικό νόηµα, ξαφνικά εµφανίστηκε µια σχεδόν παρθένα Γη έτοιµη προς αναδιάταξη, επανασχεδιασµό και προοπτική επανάληψης της ανάπτυξης που είχε βιώσει ο δυτικός κόσµος στην µεταπολεµική περίοδο. Η βιοµηχανική παραγωγή σταδιακά µετακινήθηκε ανατολικά, ενώ παράλληλα τα τεράστια κεφάλαια που εισήλθαν στις φτωχές αυτές οικονοµίες αγόρασαν όλα τα κρατικά µονοπώλια, από τηλεπικοινωνιακούς οργανισµούς, παραγωγή ηλεκτρισµού, πετρέλαια και τράπεζες. Οι χώρες αυτές δεν πρόλαβαν να χτίσουν αυτόχθονες εταιρίες και έτσι εξαρτώνται πλέον αποκλειστικά από τα ξένα κεφάλαια για να διατηρήσουν ρυθµούς ανάπτυξης που θα τους επιτρέψουν να αποκτήσουν συν τω χρόνω µια ντόπια οικονοµική οντότητα. Το δεύτερο κοσµοϊστορικό γεγονός έλαβε χώρα το 2000 και δεν ήταν άλλο από την εισαγωγή της Κίνας στον Παγκόσµιο Οργανισµό Εµπορίου, καταργώντας έτσι σε µεγάλο βαθµό τους δασµούς στα προϊόντα της αλλά και η ίδια µε την σειρά της αυτούς που επέβαλλε στις εισαγωγές της. Ο συνδυασµός των παραπάνω πρόσθεσε άµεσα στον οικονοµικό πληθυσµό της Γης περίπου 2 δις ανθρώπους έτοιµους να παράγουν να καταναλώσουν και γενικότερα να ασπαστούν τον καπιταλιστικό τρόπο ζωής. Ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας της παγκοσµιοποίησης είχε βρει την θέση στην νέα τάξη © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[3]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] πραγµάτων. Οι χώρες παραγωγοί πρώτων υλών (Βραζιλία, Ν. Αφρική, Αυστραλία κλπ) πουλούσαν τις πρώτες ύλες στην νέο-βιοµηχανικές χώρες (Κίνα, Ινδία, Κορέα, Ν.Α. Ασία, Αν. Ευρώπη) και ο παλιός ∆υτικός Κόσµος κατανάλωνε τα έτοιµα προϊόντα. Η παγκόσµια ανάπτυξη έτρεχε µε ρυθµούς που η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναδεί στο σύνολό της από την εποχή της Βιοµηχανικής Επανάστασης και την ένταξη της Αµερικής στο οικονοµικό γίγνεσθαι. Εκατοντάδες εκατοµµύρια άνθρωποι κατάφεραν να αναδυθούν από τα όρια της φτώχειας και εισήχθησαν στην παραγωγική και καταναλωτική αλυσίδα. Μόνο στην Κίνα υπολογίζεται ότι περίπου το 20% του πληθυσµού (περίπου 300 εκ. άνθρωποι) µετακινήθηκε από τις αγροτικές περιοχές στην αστική κοινωνία. Ανάλογα ποσοστά µετακινήθηκαν στην Ινδία, στην Ινδονησία, Ν. Αφρική και Βραζιλία. Κανένας όµως δεν αναρωτήθηκε ποτέ πως ο µέσος αµερικάνος η ευρωπαίος κατάφερε να υποκινήσει µια τέτοια άνευ προηγουµένου αναµόχλευση της πλειοψηφίας του πληθυσµού της Γης µέσα σε µια δεκαετία, όταν για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο στο παρελθόν χρειαζόταν τουλάχιστον ένας αιώνας... Η απάντηση βρίσκεται στη χρηµατοοικονοµική καινοτοµία και στον ρόλο του τραπεζικού συστήµατος στη σηµερινή κοινωνία. Οι τράπεζες λειτουργούν ως αγωγός µέσω του οποίου διοχετεύονται τα κεφάλαια των καταθετών στους δανειζόµενους οι οποίοι µε την σειρά τους τα διοχετεύουν είτε σε παραγωγικές επενδύσεις ή σε αύξηση του βιοτικού τους επιπέδου. Η διαφορά µεταξύ των καταθετικών και των δανειστικών επιτοκίων πρέπει να καλύψει το κόστος λειτουργίας της τράπεζας και να αφήσει κέρδη στους µετόχους της. Τουλάχιστον αυτή είναι η παραδοσιακή λειτουργία των τραπεζών έτσι όπως είχε διαµορφωθεί από τους Ενετούς τον 15ο αιώνα. Το χρηµατοοικονοµικό σύστηµα του σήµερα έχει όµως προχωρήσει πολύ από τότε. Οι τράπεζες έχουν εξελιχθεί σε χρηµατοοικονοµικά µεγαθήρια βασισµένα σε πολύπλοκα οικονοµετρικά και µαθηµατικά µοντέλα που είναι σχεδόν αδύνατο να γίνουν αντιληπτά ακόµα και από τους πιο φωτισµένους µαθηµατικούς. Και αυτό γιατί εξαρτώνται από χιλιάδες στοχαστικές παραµέτρους που πολλές από αυτές δεν είναι ξεκάθαρο αν είναι αληθινές ή πλασµατικές. (σύνδεση) © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[4]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] Οι δυο πιο διαδεδοµένες είναι η θεωρία των λογικών προσδοκιών, σύµφωνα µε την οποία οι άνθρωποι αναµένεται να αντιδράσουν σε µια αλλαγή στην οικονοµία µε λογικές αντιδράσεις, υπόθεση που σπάνια αποδεικνύεται αληθινή. Η δεύτερη θεωρία είναι αυτή που έχει ως αξίωµα ότι οι αγορές χρήµατος αντικατοπτρίζουν αντικειµενικά στις τιµές τους όλες τις γνωστές πληροφορίες που µπορεί να είναι διαθέσιµες στους συµµετέχοντες (efficient market hypothesis). Αυτή η θεωρία έχει ήδη αρχίσει σταδιακά να καταρρίπτεται από τους ειδικούς διότι ο αγορές χρήµατος είναι πλέον τόσο µεγάλες σε σχέση µε την πραγµατική οικονοµική δραστηριότητα έτσι ώστε έχουν φθάσει στο σηµείο να επηρεάζουν αυτές την πορεία της οικονοµίας και όχι τούµπαλιν (θεωρία της ανακλαστικότητας, (reflexivity theory), Soros 1989). Μετά λοιπόν από δεκαετίες όπου βρίσκονταν στη σκιά άλλων κλάδων όπως αυτός των τηλεπικοινωνιακών και internet εταιριών, οι τράπεζες ανάλαβαν να οδηγήσουν τις ΗΠΑ από την ύφεση στην οποία είχαν επέλθει από την πτώση των χρηµατιστηρίων την διετία 2000-02. Βασικός µοχλός ήταν η επιθετική µείωση των επιτοκίων από τον τότε πρόεδρο της Κεντρικής Τράπεζας στων ΗΠΑ (Fed) Sir Alan Greenspan, όπου µέσα σε 2 χρόνια έφθασε το βραχυπρόθεσµο κόστος χρήµατος στο 1% για να µπορέσει έτσι να προσδώσει την απαραίτητη ώθηση στην οικονοµία η οποία στέναζε από το σκάσιµο της φούσκας των dot-com (ανάλογες κινήσεις, µικρότερου όµως βεληνεκούς έλαβαν χώρα και στην Ε.Ε.). Αυτή η δραστική αλλαγή στο οικονοµικό τοπίο έσπειρε τους σπόρους για µια άλλου είδους φούσκα, αυτή των ακινήτων. Οι τιµές των ακινήτων υπερδιπλασιάσθηκαν µέσα σε µια 5ετία στις ΗΠΑ, την Μ. Βρετανία, την Ισπανία αλλά και την Ελλάδα. Οι τράπεζες έπαιξαν τον παραδοσιακό τους ρόλο, δανείζοντας τους εντυπωσιασµένους από την µείωση της µηνιαίας δόσης καταναλωτές, η οποία σε πολλές περιπτώσεις ήταν ακόµη χαµηλότερη και από το αντίστοιχο ενοίκιο. ∆εν σταµάτησαν όµως εκεί. Το πλαίσιο µέσα στο οποίο λειτουργεί µια τράπεζα δεν της επιτρέπει να δίνει απεριόριστα δάνεια σε σχέση µε τα κεφάλαιά της. © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[5]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] Σχεδίασαν λοιπόν προϊόντα, τα επονοµαζόµενα CDOs (collateralized debt obligations), που τους επέτρεπαν να πουλάνε τα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια σε άλλου είδους επενδυτές, όπως τα hedge funds, συνταξιοδοτικά ταµεία, κρατικά funds, παραδοσιακά αµοιβαία κεφάλαια, άλλες τράπεζες αλλά και ιδιώτες. Τα δάνεια «πακετάρονταν» σε µορφή οµολόγου, «τεµαχίζονταν» ανάλογα µε την πιστοληπτική ικανότητα της οµάδας των δανειοληπτών, και κάθε πακέτο έπαιρνε µια πιστοληπτική αξιολόγηση από ολιγoπωλιακούς οργανισµούς όπως η Standard & Poors και η Moody’s. Παράλληλα οι τράπεζες παρείχαν και την απαραίτητη µόχλευση (leverage), δηλαδή τα κεφάλαια που χρειάζονταν οι διάφοροι δυνητικοί αγοραστές αυτών των προϊόντων. Τα hedge funds κατέθεταν στις τράπεζες π.χ. κυβερνητικά οµόλογα ή κάποια CDOs υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης και δανείζονταν από τις τράπεζες κεφάλαια που µπορεί να έφθαναν και το δεκαπλάσιο της αξίας των ενεχύρων αυτών! Με τα κεφάλαια αγόραζαν διεθνώς µετοχές, προϊόντα χρηµαταγοράς αλλά και άλλα CDOs από τις τράπεζες και ο κύκλος συνεχιζόταν. Παράλληλα τα χρηµατιστήρια όλου του κόσµου ανταγωνίζονταν µεταξύ τους για το πιο θα είχε την καλύτερη απόδοση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγµα του χρηµατιστηρίου του Βιετνάµ, το οποίο είχε απόδοση 400% µέσα σε 3 χρόνια, οδηγούµενο σχεδόν αποκλειστικά από αµερικάνικα κεφάλαια! Η παγκοσµιοποίηση είχε κάνει το θαύµα της και ο κόσµος έφθασε να πιστεύει αυτό που είπε ο νυν Πρόεδρος της Fed Ben Bernanke, ότι διανύουµε την εποχή της Μεγάλης Σταθερότητας και ότι αυτό ήταν µια τεράστια νίκη της νοµισµατικής πολιτικής και του καπιταλιστικού συστήµατος εν γένει. Σχεδόν κανείς δεν µπορούσε να διανοηθεί ότι οι τιµές των ακινήτων θα σταµατούσαν να ανεβαίνουν µε αυτούς τους ρυθµούς. Οι τράπεζες, αφού δάνεισαν την µεσαία τάξη και όποιον µπορούσε να χαρακτηρισθεί οικονοµικά «ζωντανός», προχώρησαν σε µια τάξη ανθρώπων που δεν είχαν σταθερή δουλειά, ανήκαν σε µειονότητες και στο σύνολό τους αποκαλούνταν subprime borrowers. Οι τράπεζες κατάφεραν να δηµιουργήσουν CDOs από δάνεια που ανήκαν σε αυτή την κατηγορία, τα οποία, µε το σωστό πακετάρισµα και τεµαχισµό (χρονική διάρκεια, αξία ενεχύρου κλπ) και να πείσουν τους οργανισµούς πιστοληπτικής © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[6]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] αξιολόγησης να τα βαθµολογήσουν µε την υψηλότερη αξιολόγηση, που δεν είναι άλλη από αυτήν της ίδιας της κρατικής (ΑΑΑ). Οι τράπεζες δεν ενδιαφέρονταν να αποκοµίσουν κέρδη από τα δάνεια αυτά εν γένει, αλλά από την αξία που δηµιουργούταν πάνω σε αυτά, που µέσω των CDOs ήταν τουλάχιστον δεκαπλάσια σε αξία. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις απεµπολούσαν το κοµµάτι του χρεωλύσιου από την δόση του δανείου για ένα ή περισσότερα χρόνια, κατασκευάζοντας τα λεγόµενα “teaser loans”, δηλαδή δάνεια που δεν είχαν καµία σχεδόν πιθανότητα αποπληρωµής τους στο άµεσο µέλλον. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον άκρατης ανάπτυξης όµως, και µέσα στο πλαίσιο του καπιταλισµού, είναι αδύνατον να µην δηµιουργηθούν προϋποθέσεις που θα απειλήσουν το µοντέλο που είχε δηµιουργηθεί. Οι προϋποθέσεις αυτές ονοµάζονται εύστοχα ανισορροπίες του συστήµατος. Μια από αυτές ήταν και η άνοδος της αξίας των πρώτων υλών αλλά και των άλλων εµπορευµάτων όπως τα αγροτικά προϊόντα σε όλες τις γωνιές της Γης λόγω της τεράστιας ζήτησης για τέτοιου είδους προϊόντα από χώρες-µεταποίησης, όπως η Κίνα. Το πετρέλαιο ανέβηκε από τα 15 δολάρια το 2001 στα 150 τον Ιούλιο του 2008, ενώ ανάλογες αυξήσεις έλαβαν χώρα σε πολλά άλλα βασικά προϊόντα, δηµιουργώντας έτσι πληθωριστικές πιέσεις στους καταναλωτές. Το µοναδικό µέγεθος που δεν είχε άνοδο στις ΗΠΑ ήταν το εργατικό κόστος, δηλαδή ο πραγµατικός µισθός του µέσου Αµερικάνου, ο οποίος λόγω του πληθωρισµού µειωνόταν συνεχώς. Υπό την απειλή της αποχώρησης και των τελευταίων βιοµηχανικών µονάδων από τις ΗΠΑ προς τις χώρες του φθηνού εργατικού κόστους, οι εταιρίες καθήλωσαν τους πραγµατικούς µισθούς του µέσου δυτικού εργαζόµενου σε επίπεδα της δεκαετίας του 1980 (John Wolff, University of Massachussets, 2009). Αυτό αποκαλέστηκε το «θαύµα της ανταγωνιστικότητας της οικονοµίας» στις ΗΠΑ και συνετέλεσε µαζί µε την σεισµική αλλαγή της µεγάλης πτώσης των επιτοκίων στην τεράστια αύξηση του ιδιωτικού δανεισµού σε όλον τον ∆υτικό Κόσµο, συµπεριλαµβανοµένης και της Ελλάδας (γενιά των 700 ευρώ). ∆ηλαδή καταρρίπτεται η δικαιολογία της νέο-φιλελεύθερης λογικής ότι φταίει και ο µέσος πολίτης που τα πράγµατα

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[7]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] έφτασαν µέχρι εδώ, αφού αυτός, µε σκοπό µόνο και µόνο να διατηρήσει το βιοτικό του επίπεδο σταθερό, αναγκάστηκε να στραφεί σε δανεισµό. Έτσι, όταν το κόστος των βασικών αγαθών έφθασε σε δυσθεώρητα ύψη για την τάξη των subprime borrowers, αυτοί σταµάτησαν να αποπληρώνουν τις δόσεις των δανείων τους και ξεκίνησε η αντίστροφη µέτρηση της παγκόσµιας ανάπτυξης. Ένα δάνειο αξίας 100 χιλιάδων δολαρίων που είχε πακεταριστεί και είχε πουληθεί ως CDO δηµιουργούσε αξία περίπου 1 εκ δολάρια για το hedge fund µέσω της µόχλευσης (δάνειο) που του είχε δώσει η τράπεζα. Αυτό το 1 εκ που µπορεί να ήταν επενδεδυµένο σε µετοχές από τις ΗΠΑ µέχρι την Ινδία και το Βιετνάµ, έπρεπε να επιστραφεί στην τράπεζα διότι το ενέχυρο (CDO) είχε παύσει να έχει την αξία που όλοι νόµιζαν λόγω των ληξιπρόθεσµων στεγαστικών και άλλων δανείων που περιείχε. Αυτό σηµαίνει ότι όταν ένας subprime borrower στην Alabama των ΗΠΑ αδυνατούσε να αποπληρώσει το στεγαστικό του δάνειο, το CDO µέσα στο οποίο περικλειόταν αυτό το δάνειο έχανε σε αξία, η τράπεζα ζητούσε τα κεφάλαια από το hedge fund που όµως τα είχε επενδεδυµένα στο χρηµατιστήριο της Ελλάδας, και εξαναγκαζόταν να πουλήσει µετοχές προκαλώντας πτώση των µετοχικών αξίων. Όταν αυτή η κατάσταση που ονοµάζεται αποµόχλευση (deleveraging) έγινε όλο και πιο συχνή και µαζική, τότε οι τράπεζες αντιλήφθηκαν ότι η αξία των κεφαλαίων που είχαν δανείσει ήταν πολύ πιο χαµηλή από ότι υπέθεταν διότι οι µετοχές, τα ακίνητα και γενικότερα όλες οι αξίες ήταν υπό πώληση χωρίς να υπάρχουν αρκετοί αγοραστές να συγκρατήσουν τις τιµές, τότε έφθασαν µέσα σε ένα χρόνο αντιµέτωπες µε το φάσµα της χρεοκοπίας! Με τις τράπεζες να αντιµετωπίζουν το πρόβληµα της αποµόχλευσης, χάθηκε το βασικότερο συστατικό ενός υγιούς χρηµατοοικονοµικού συστήµατος, αυτό της εµπιστοσύνης και της πίστης. Καµία τράπεζα δεν εµπιστευόταν πλέον την άλλη και σταµάτησε να την δανείζει, δηµιουργώντας έτσι την πιστωτική κρίση. Οι τράπεζες είναι ο µοναδικός κλάδος στην οικονοµία που, ενώ λειτουργούν ανταγωνιστικά µεταξύ τους επηρεάζονται από την πορεία των υπολοίπων λόγω της διατραπεζικής αγοράς. Η διατραπεζική αγορά υπάρχει για να © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[8]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] χρηµατοδοτούνται µεταξύ τους οι τράπεζες όταν έχουν ανάγκη ρευστότητας για ένα συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα. Κάθε

µέρα η κάθε τράπεζα

ανακοινώνει αν είναι θετική ή αρνητική σε ρευστότητα και αναλόγως δανείζει ή δανείζεται από την διατραπεζική αγορά. Όταν ξεκίνησε η αποµόχλευση καµία τράπεζα δεν εµπιστευόταν την διπλανή της για να της δανείσει κεφάλαια, τα οποία είναι απαραίτητα για να συνεχίσει να λειτουργεί και να παίζει τον ρόλο της στο σύστηµα. Έτσι µέσω των τραπεζών το σύστηµα παρουσίασε σοβαρές ρωγµές που ακόµη κανείς δεν ξέρει που θα οδηγήσουν. Η θεωρία του reflexivity των χρηµαταγορών απέδειξε την ισχύ της έναντι της πιο

διαδεδοµένης

efficient

market

hypothesis,

όταν

µέσω

των

χρηµατιστηρίων, και όταν µια τραπεζική µετοχή έπεφτε µε ταχείς ρυθµούς, τα ΜΜΕ το µετέφεραν στον κόσµο και ξεκινούσαν οι µαζικές αποχωρήσεις πελατών και καταθετών από αυτήν, αναγκάζοντας έτσι το βρετανικό, το αµερικάνικο, το βελγικό αλλά και το γερµανικό δηµόσιο να παρέµβουν και είτε να κρατικοποίησουν είτε να εγγυηθούν τις καταθέσεις για να σώσουν µια κατάσταση που όµοια της έζησε πάλι η ανθρωπότητα την περίοδο του Μεγάλου Κραχ. Τον Σεπτέµβριο του 2008 όµως έλαβε χώρα αυτό που αποκαλεί ο επιστηµιολόγος

Nassim

Taleb

(2007)

ένα

Black

Swan

συµβάν

(µη

αναµενόµενο όπως ο µαύρος κύκνος που ανακαλύφθηκε στην Κίνα σχετικά πρόσφατα, µε µεγάλη επίδραση στην ανθρωπότητα και κάτι που θα µνηµονεύεται για πολλά χρόνια ακόµη) - αν και ακόµα δεν έχει επίσηµα χαρακτηρισθεί έτσι. Η αµερικάνικη κυβέρνηση άφησε την τρίτη µεγαλύτερη επενδυτική τράπεζα του κόσµου, την Lehman Brothers, να χρεοκοπήσει παραµένοντας έτσι πιστή στην νέο-φιλελεύθερη πολιτική της. Η τράπεζα αυτή ήταν µεταξύ άλλων αναµεµειγµένη στην έκδοση πολύπλοκων παράγωγων προϊόντων (derivatives) που αποκαλούνται credit default swaps (CDS) και χρησιµοποιούνται για να καλύψουν ένα ενδεχόµενο κίνδυνο από κάποια χρεοκοπία οµολόγων Κράτους, τράπεζας ή εταιρίας. Ο εκδότης αυτού του προϊόντος κερδίζει την προµήθεια έκδοσης αλλά φέρει όλο τον κίνδυνο µιας ενδεχόµενης χρεοκοπίας της υποκείµενης οντότητας που καλύπτει. Το © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[9]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] παράδοξο σε αυτήν την αγορά είναι ότι είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και δεν είναι εισηγµένη σε καµία οργανωµένη αγορά του κόσµου, όπως για παράδειγµα οι µετοχές. Η αγορά αυτή γιγαντώθηκε µέσα σε λίγα χρόνια τόσο, που έφθασε τα 60 τρις δολάρια, όταν το σύνολο των οµολόγων που καλύπτει δεν υπερβαίνει τα 20 τρις! Η αγορά αυτή έφθασε να καλύπτει οµόλογα που ούτε καν υπήρχαν! Τα περισσότερα από αυτά τα CDS είναι προϊόντα που τα Λογιστικά

Σχέδια

επιτρέπουν

µέσω

συγκεκριµένων

µηχανισµών

να

παραµένουν εκτός ισολογισµών των τραπεζών και άλλων εταιριών, έτσι ώστε να παραµένουν παντελώς στην «σκιά του χρηµατοοικονοµικού στερεώµατος». Το γεγονός αυτό της χρεοκοπίας της Lehman Brothers είχε ως αποτέλεσµα την εµφάνιση ενός πλήθους ασύµµετρων επιπτώσεων που οδήγησαν πολλές άλλες εµπορικές τράπεζες – κολοσσούς

στο χείλος της

χρεοκοπίας µε

αποτέλεσµα την ανάµειξη του Κράτους ως εγγυητή και µετόχου σε αυτές (Royal Bank of Scotland, Lloyds Bank στην Μ. Βρετανία, Fortis στο Βέλγιο, Citgroup στις ΗΠΑ, Commerzbank στην Γερµανία κ.οκ.) λόγω του φόβου ότι αν

ξανασυµβεί

κάτι

τέτοιο,

οι

συνέπειες

στην

οικονοµία

θα

είναι

ανυπολόγιστες και δεν µπορούν να µετρηθούν από κανένα υπάρχον µοντέλο µέτρησης του ρίσκου. Η συνέπεια όλων αυτών των πράξεων και εγγυήσεων έχει µεταθέσει πλέον το ρίσκο στα διάφορα κράτη µε αποτέλεσµα την αύξηση του κόστους συνολικά για τις οικονοµίες τους, άσχετα εάν οι Κεντρικές Τράπεζες σε όλον τον κόσµο ανταγωνίζονται η µία την άλλη στην επιθετικότερη µείωση επιτοκίων για δεκαετίες η οποία για αυτό τον λόγο δεν φθάνει στον καταναλωτή. Όταν αυξάνεται

το

ρίσκο

στα

οµόλογα

των

ΗΠΑ,

αυτό

µεταφέρεται

µε

πολλαπλασιαστικούς ρυθµούς σε οµόλογα µικρότερων χωρών όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Ιρλανδία αλλά και αναδυόµενες αγορές όπως αυτές της Ανατολικής Ευρώπης µε αποτέλεσµα να αποσύρονται κεφάλαια που στήριζαν αυτές τις οικονοµίες που δεν πρόλαβαν να θωρακίσουν αρκετά τις οικονοµίες τους έτσι ώστε να αντιµετωπίσουν την κρίση. Μεγαλύτερο πρόβληµα αντιµετωπίζουν κράτη που δεν έχουν συνδέσει τα νοµίσµατά τους είτε µε το © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[10]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] δολάριο είτε µε άλλο ισχυρό νόµισµα και οδηγούνται σε άκρατη διολίσθηση των τοπικών τους νοµισµάτων. Οι εταιρίες αλλά και οι καταναλωτές στις περισσότερες από αυτές τις χώρες έχουν όµως δανειστεί σε ισχυρά νοµίσµατα και η υποτίµηση αυτή καθιστά την αποπληρωµή των δανείων αυτών σχεδόν αδύνατη. Χαρακτηριστικό παράδειγµα είναι η Ουκρανία αλλά και η Ρουµανία των οποίων τα τοπικά νοµίσµατα έχουν διολισθήσει µέχρι και 40% έναντι του ευρώ. Οι ξένες τράπεζες που δραστηριοποιούνται σε αυτές τις χώρες από το Ελντοράντο που έζησαν τα τελευταία χρόνια βρίσκονται ξαφνικά αντιµέτωπες µε το φάσµα των επισφαλών δανείων, µεταφέροντας έτσι περαιτέρω ρίσκο στα κυβερνητικά οµόλογα των µητρικών τους χωρών που θα εξαναγκασθούν αργά ή γρήγορα να επέµβουν εισρέοντας φρέσκα κεφάλαια σε αυτές, αυξάνοντας κι άλλο το κόστος δανεισµού του κράτους, ολοκληρώνοντας έτσι αυτό που ονοµάζεται στα οικονοµικά vicious circle. ΚΙΝ∆ΥΝΟΙ Οι κίνδυνοι που πηγάζουν από την παραπάνω ανάλυση των γεγονότων και την κατάσταση που βρίσκεται σήµερα ο κόσµος είναι πολύπλοκοι και δεν έχουν µια συγκεκριµένη λύση. Ο καθηγητής του NYU Stern College, Nouriel Roubini, ένας από τους πρώτους που προέβλεψαν την σηµερινή κρίση και το µέγεθός της αναφέρει σε άρθρο του τον Ιούλιο του 2007 ότι οι πλουσιότερες χώρες θα διανύσουν µια παρατεταµένη

περίοδο

οικονοµικής

στασιµότητας

σε

συνδυασµό

µε

αποπληθωρισµό, οπου οι τιµές των αγαθών θα µειώνονται λόγω της µείωσης της συνολικής ζήτησης. Το σενάριο αυτό προσοµειάζει την οικονοµική κατάσταση του Μεγάλου Κραχ του 1929 περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κρίση του 20ου αιώνα. Η κάµψη στην συνολική ζήτηση και η πτώση των τιµών των αγαθών θα οδηγήσουν σε µεγάλη αύξηση

της ανεργίας παγκοσµίως µε αποτέλεσµα κοινωνικές

αναταραχές. Οι κυβερνήσεις, ρίχνοντας τα επιτόκια σε πολύ χαµηλά επίπεδα (οι ΗΠΑ τα έχουν ήδη µειώσει στο 0%) διακινδυνεύουν µια τριπλή παγίδα: © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[11]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] Την παγίδα ρευστότητας, όπου οι τράπεζες χάνουν την δυνατότητά τους να ωθήσουν την οικονοµία επειδή δεν δύνανται να έχουν επιτόκια χαµηλότερα του µηδενός (µια πρόσφατη ανάλυση της επενδυτικής τράπεζας Goldman Sachs αναφέρει ότι το απαραίτητο επίπεδο επιτοκίων για να ορθοποδήσει η οικονοµία στην Αµερική πρέπει να είναι το - 6%!). Την παγίδα του αποπληθωρισµού, όπου τα πραγµατικά επιτόκια είναι σχετικά υψηλά, διακόπτοντας έτσι την όποια αύξηση της κατανάλωσης και επένδυσης. Αυτό οδηγεί σε

ένα vicious circle όπου τα εισοδήµατα και οι θέσεις εργασίας

µειώνονται

επδεινώνοντας

περαιτέρω

την

κατάσταση

της

οικονοµίας.

Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος του αποπληθωρισµού του χρέους (debt deflation), όπου το ονοµαστικό χρέος λόγω της µείωσης των τιµών των προϊόντων

και

των

εισοδηµάτων

αυξάνεται

σε

πραγµατικές

τιµές,

δηµιουργώντας έτσι προβλήµατα ιδιαίτερα σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία αλλά και η Ελλάδα που έχουν ήδη υψηλό χρέος ως προς το ΑΕΠ τους. Όλα τα παραπάνω αποτελούν το λεγόµενο deflationary spiral και είναι το εκρηκτικό µίγµα που οδήγησε την οικονοµία της Αµερικής το 1929 σε όλα τα γνωστά ιστορικά γεγονότα (Κραχ, ανεργία στο 25%, προστατευτισµός, το Gold Standard κλπ). Παρόλες τις προσπάθειες των Αρχών µετά την Ύφεση, η ανεργία το 1938 ήταν ακόµη στο 20%, οι τιµές των σπιτιών δεν ξανάφθασαν στα επίπεδα του 1929 παρά µόνο µετά από 15 χρόνια (το 1944, αφότου η Αµερική ενεπλάκη στον 2ο Παγκόσµιο Πόλεµο και η οικονοµία της ήταν σε ανάπτυξη λόγω της πολεµικής βιοµηχανίας). ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ Οι λύσεις σε αυτή την δυσθεώρητη Κρίση, που σε κάποια χαρακτηριστικά της δείχνει ακόµη πιο επικίνδυνη και από αυτήν του 1929 (οι ΗΠΑ ξεκίνησαν την τότε Κρίση µε συνολικό δανεισµό 160% του ΑΕΠ της και όταν τελείωσε είχαν φθάσει στο 260%, ενώ σήµερα το µέγεθος αυτό είναι ήδη 360% και αναµένεται πριν το τέλος του 2009 να υπερβεί το 500%!) πρέπει να διερευνηθούν στο πλαίσιο της αναγνώρισης των διαφόρων σφαλµάτων του © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[12]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] συστήµατος που για διάφορους λόγους παραβλέφθηκαν από τους ιθύνοντες και τώρα γίνονται πιο επίκαιρα από ποτέ. Όπως εύστοχα γράφει ο Mark Twain (οπ. παρ. στον Black, 2007), «δεν είναι αυτά που δεν ξέρουµε που προκαλούν τις καταστροφές΅ είναι αυτά που ξέρουµε, αλλά δεν είναι αλήθεια». Το

πρώτο

σφάλµα

που

διαπράχθηκε

ήταν

αυτό

της

τιµωρίας

της

αποταµίευσης µέσω της φορολογίας των καταθέσεων και της αντίστοιχης έκπτωσης φόρου των δανείων για το φυσικό πρόσωπο. Επίσης πρέπει να τονισθεί ότι, ενώ στην Ευρωζώνη η κατανάλωση τιµωρείται µε την επιβολή του ΦΠΑ στην αγορά αγαθών, στις ΗΠΑ δεν υπάρχει ανάλογος φόρος, ευνοώντας έτσι την άκρατη καταναλωτική νοοτροπία που πολλές φορές φθάνει σε υπερβολές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο µέσος αµερικάνος καταναλωτής από 10% αποταµίευση ως προς το ΑΕΠ που είχε το 1970, έφθασε το 2008 να έχει κυριολεκτικά αρνητική αποταµίευση, δηλαδή χρειαζόταν υποχρεωτικά να συνεχίσει να δανείζεται για να µπορεί να διατηρήσει απλώς σταθερό το βιοτικό του επίπεδο! Το αντίστοιχο µέγεθος για τον µέσο Κινέζο ήταν 25% το 1970 και έφθασε το 2008 στο 45% του ΑΕΠ (N. Ferguson, 2008)! Συνεπώς, το ίδιο το σύστηµα στην Αµερική οδήγησε τον καταναλωτή του οποίου το πραγµατικό εισόδηµα παρέµενε στην καλύτερη περίπτωση σταθερό την τελευταία εικοσαετία, να αναγκάζεται να µειώσει την περιουσία του και να αντικαταστήσει την συνέχεια της ευδαιµονίας του µε δανεισµό. Ένα

δεύτερο

σφάλµα

ήταν

αυτό

της

αυταπάτης

των

ορίων

της

παγκοσµιοποίησης, όπου οι ειδικοί κατονόµαζαν ως την πανάκεια της ανθρωπότητας λόγω της υποτιθέµενης αποδέσµευσης των χωρών όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία από τους οικονοµικούς κύκλους του ∆υτικού Κόσµου. Η θεωρία είχε την βάση της στο γεγονός ότι αυτές οι χώρες θα προλάβαιναν να µεταλλαχθούν από χώρες – παραγωγοί σε χώρες – καταναλωτές χωρίς έτσι να εξαρτώνται από τις διακυµάνσεις των οικονοµιών © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[13]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] των δυτικών κρατών. Όλα τα οικονοµικά µεγέθη που αναφέρονταν στις αναδυόµενες αυτές οικονοµίες αφορούσαν ποσοστά µεταβολών των µεγεθών τα οποία όντως ήταν εντυπωσιακά. Ελάχιστοι όµως παρατηρούσαν και τα απόλυτα µεγέθη τα οποία παρέπεµπαν σε άλλα συµπεράσµατα για την πορεία της παγκόσµιας οικονοµίας. Το συνολικό ΑΕΠ της Κίνας το 2007 ήταν 3,4 τρις δολάρια και παρόλο που παρουσίαζε µια πανίσχυρη ανάπτυξη του 11% προσθέτοντας έτσι περίπου 350 δις δολάρια στον συνολικό εθνικό πλούτο της. Την ίδια χρονιά όµως, η ανάπτυξη στις ΗΠΑ έτρεχε µε ρυθµούς 3% σε µια οικονοµία των 14 τρις δολαρίων, γεγονός που προσέθετε περισσότερα από 400 δις δολάρια στον παγκόσµιο πλούτο! Στην αντίστροφη φάση των οικονοµιών που βρίσκεται σήµερα ο κόσµος, η οικονοµία της Κίνας συνέχισε να αναπτύσσεται µε ρυθµούς της τάξης του 8% το 2008, ενώ στο 4ο τρίµηνο του 2008, η αµερικάνικη οικονοµία συρρικνώθηκε κατά 6% σε ετήσια βάση, αφαιρώντας έτσι περίπου 800 δις δολάρια από την παγκόσµια οικονοµία. Ανάλογες συγκρίσεις γίνονται και µε τις οικονοµίες της Ε.Ε. και της Ινδίας ή της Βραζιλίας. Οι αναπτυσσόµενες οικονοµίες δεν µπορούν σε καµία περίπτωση να αναχαιτίσουν την επιβράδυνση που βιώνει ο αναπτυγµένος απλά διότι είναι ακόµη πολύ µακριά από το να αναλάβουν τα ηνία της παγκόσµιας ανάπτυξης. Οι ίδιες οι εταιρίες κολοσσοί που εκµεταλλεύτηκαν τόσο την ευκαιρία της παγκοσµιοποίησης ζούσαν στην πλειονότητά τους µέσα στην αυταπάτη του βραχυπρόθεσµου κέρδους, χωρίς να αναλογίζονται πρακτικές και πολιτικές που θα είχαν µακροπρόθεσµο χαρακτήρα. Μόλις µια εταιρία ανακοίνωνε τα µεγέθη της κάθε τρίµηνο, η πλειοψηφία των χρηµατιστηριακών αναλυτών έλεχγε την κερδοφορία των πρόσφατων 3 µηνών και αναλόγως πρότεινε την αγορά ή την πώληση της µετοχής. Συνεπώς οι managers είχαν κάθε κίνητρο να παρουσιάσουν όσο το δυνατόν καλύτερα µεγέθη το επόµενο τρίµηνο εις βάρος όµως της µακροπρόθεσµης στρατηγικής, η οποία προϋποθέτει επενδύσεις που µε την σειρά της µειώνουν τα βραχυπρόθεσµα κέρδη προς χάριν των µελλοντικών.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[14]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] Ο οικονοµολόγος Hyman Minsky το 1992 αναλύει την υπόθεση ότι η δοµή µιας καπιταλιστικής οικονοµίας γίνεται πιο ευάλωτη χρηµατοοικονοµικής ευδαιµονίας,

καθώς και

ότι

η

σε

µια περίοδο

χρηµατοοικονοµική

σταθερότητα σπέρνει τους σπόρους της αστάθειας. Αυτό είναι πολύ φανερό στα διάφορα µοντέλα που χρησιµοποιούνται ευρέως για την τιµολόγηση και αξιολόγηση όλων των αξιογράφων που αναφέρθηκαν σε αυτό το άρθρο. Όλα τα µοντέλα βασίζονται σε παρατηρήσεις του παρελθόντος για να αποτιµήσουν το εσωτερικό ρίσκο που εµπεριέχεται σε οποιοδήποτε αξιόγραφο. Η διακύµανση (volatility) όµως των περισσότερων παρατηρήσεων τα τελευταία 15 χρόνια ήταν η µικρότερη σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Συνεπώς, το ρίσκο που υποτίθεται ότι αντικατοπριζόταν στις τιµές των µετοχών, των οµολόγων αλλά και των CDOs και των CDSs ήταν εσφαλµένο. Μόλις το volatility των αγορών µετά την κατάρρευση της Lehman Brothers έφθασε σε ύψη που δεν όµοιά τους δεν είχε ξαναδεί η γενιά των χρηµατοοικονοµικών αναλυτών και τραπεζιτών, τα ποσοτικά µαθηµατικά µοντέλα έπαψαν να λειτουργούν και οι τιµές των προϊόντων άρχισαν µια ξέφρενη και εκτός κάθε προηγούµενης λογικής πορεία που δεν είχε κανείς εντάξει ούτε στο χειρότερο σενάριο. Αυτό οδήγησε σε περαιτέρω επιδείνωση της χρηµατοπιστωτικής κρίσης. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό της αυταπάτης που είχε τόσο πλέον αφοµοιωθεί µε το παγκόσµιο χρηµατοοικονοµικό σύστηµα ήταν η θεωρία των λογικών προσδοκιών,

όπου

υποθέτει

ότι

η

παρούσα

κατάσταση

όπως

αυτή

αντανακλάται στις τιµές βασίζεται στη σωστή πρόσθεση των µελλοντικών προσδοκιών. Γνωρίζοντας ότι η προσωπική µας άποψη είναι χωρίς αξία, προσπαθούµε να αισθανθούµε άνετοι µε την συµπεριφορά της πλειοψηφίας, ή αλλιώς, την λογική του µέσου όρου (Ferguson, 2008). Η ανθρώπινη συµπεριφορά δεν έχει όµως καµία πραγµατική σχέση µε την κανονική κατανοµή της στατιστικής επιστήµης, µε το πιο τρανό παράδειγµα να είναι δυστυχώς αυτή η κρίση που διανύουµε σήµερα. Η ανθρωπότητα έχει µια διαχρονική αποτυχία να µάθει από την Ιστορία, όπως αυτή η Κρίση έχει πολλές οµοιότητες µε αυτήν του 1929, αλλά κανείς δεν την ανέµενε © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[15]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] (Ferguson, 2008)! Ο homo economicus που αναµένεται να παίρνει όλες του τις αποφάσεις παντελώς λογικά είναι τελείως διαφορετικό είδος από τον πραγµατικό άνθρωπο και την συµπεριφορά του σε διάφορες αλλαγές στον οικονοµικό του χωροχρόνο. Η πιο σηµαντική όµως αυταπάτη ήταν το γεγονός ότι η ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων βασίστηκε σε καινοτόµα χρηµατοοικονοµικά προϊόντα τα οποία ελαχιστοποίησαν το ρίσκο των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων σε όλον τον κόσµο και συνεπώς δηµιούργησαν ένα νέο, άγνωστο στην ανθρωπότητα δεδοµένο. Η παγκόσµια ανάπτυξη στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι ο δυτικός καταναλωτής θα συνεχίσει να καταναλώνει µε τους ίδιους η και ταχύτερους ρυθµούς για πάντα, αφού το χρηµατοοικονοµικό ρίσκο είχε νικηθεί. Όµως ελάχιστοι ανέφεραν ότι αυτό ήταν κάτι που δεν µπορούσε να συνεχισθεί, αφού οι δυτικές οικονοµίες δεν βασίζονταν σε κάποιο κλάδο που να οδηγούσε σε παραγωγική ανάπτυξη, αλλά σε µαθηµατικά µοντέλα που δεν είχαν υλική υπόσταση και που απλά ανέβαζαν τις χρηµατοοικονοµικές αξίες δηµιουργώντας την ψευδαίσθηση του πλούτου. Όλες οι περίοδοι µεγάλης ανάπτυξης της ανθρωπότητας στηρίχθηκαν σε κάποιο κλάδο που είχε παραγωγικό και υλικό αντίκρισµα στην οικονοµία (σιδηρόδροµοι στην Αµερική των αρχών του 20ου αιώνα, ανοικοδόµηση της Ευρώπης τις δεκαετίες 50-60, η εξέλιξη των τηλεπικοινωνιών και του internet την δεκαετία του 90). ΕΠΙΛΟΓΟΣ Οι λύσεις που πρέπει να δοθούν για να καταφέρει η ανθρωπότητα να αποφύγει απαιτούν πρώτα από όλα τον απελευθέρωση του συστήµατος από τις παραπάνω αυταπάτες και την αναγνώριση των σφαλµάτων του σηµερινού θεωρητικού υπόβαθρου που ύφανε το σύστηµα και την Λογική του. Πρώτα από όλα πρέπει να αποφευχθεί ένα νέο Μεγάλο Κραχ στην Αµερική. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να συνεχισθούν οι ανορθόδοξες πρακτικές που έχουν ήδη ξεκινήσει από την αµερικάνικη κυβέρνηση, όπως αυτή των © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[16]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] εθνικοποιήσεων των τραπεζών που έχουν προβλήµατα κεφαλαιακής επάρκειας έτσι ώστε να αρχίσει να ξεπαγώνει η χρηµατοπιστωτική κρίση και να επανέλθει η πίστωση στην οικονοµία. Αυτό όµως από µόνο του δεν µπορεί να επαναφέρει την ανάπτυξη, απλά θα περισώσει τις εναποµείνουσες υγιείς εταιρίες καθώς και τους πιο προσεκτικούς καταναλωτές που δεν έφθασαν σε υπερβολές εν µέσω της σαθρής ανάπτυξης της τελευταίας δεκαετίας. Θα πρέπει να βρεθούν λύσεις για τους subprime borrowers µέσω προγραµµάτων ανακούφισής τους από τα υψηλά δάνεια που δεν δύνανται να εξυπηρετήσουν πλέον. Η αγορά κατοικίας, µέσω δηµοσιονοµικών πακέτων θα πρέπει να στηριχθεί πάσει θυσία για να σταµατήσουν τα CDOs να χάνουν αξία και να δηµιουργείται πάλι από την αρχή το vicious circle. Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν µια ριζική αλλαγή στην θεώρηση της νέοφιλελεύθερης λογικής και την αντικατάστασή της από άλλου είδους πολιτικές το Μεγάλο Κραχ του 1929 έγινε η βάση για την δηµοσιονοµική πολιτική που πρέσβευε ο οικονοµολόγος Keynes την δεκαετία του 1930.

Ένας νέος

µακροοικονοµικός κύκλος έχει ήδη ξεκινήσει αφού τα δηµοσιονοµικά πακέτα της νέας κυβέρνησης Obama έχουν κάνει την εµφάνισή τους, παρόλο που οι αγορές δεν έχουν ακόµα αντιδράσει θετικά σε αυτά. Αυτός ο νέος κύκλος όµως δεν είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει πάλι στον άκρατο καπιταλισµό των προηγούµενων ετών, τουλάχιστον όχι στην γενιά που θα γυρίσει την πλάτη της στον δανεισµό και στην καταναλωτική µανία. Το σύστηµα έχει ήδη αλλάξει για πολλά χρόνια στο µέλλον. Ο αµερικάνος καταναλωτής ήδη έχει αρχίσει να µετατρέπεται σε αποταµιευτή, αφού δεν είναι πλέον εύκολο να συνεχίσει να δανείζενται λόγω της κρίσης. Το θέµα είναι το καινούριο σύστηµα να είναι βασισµένο περισσότερο στην εξέλιξη του ανθρώπου και όχι στην εξέλιξη του τραπεζικού του λογαριασµού. Οι τράπεζες θα πρέπει να δεχθούν ένα διεθνές πλαίσιο λειτουργίας και ελεγκτικών µηχανισµών έτσι ώστε να µην µπορούν να εκµεταλλεύονται τα διάφορα παραθυράκια που τις έκαναν σχεδόν αόρατες από τις αρχές. Ο Marx πρότεινε στο Κοµµουνιστικό Μανιφέστο την δηµιουργία µιας εθνικής κρατικής © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[17]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] τράπεζας που θα ελέγχει την πίστωση και θα έχει µονοπωλιακό χαρακτήρα – µήπως αυτό δεν συµβαίνει σταδιακά σήµερα στις ΗΠΑ; Μια λύση που κάποιοι πρεσβεύουν για τα προβλήµατα που αντιµετωπίζουν ορισµένα κράτη που έχουν προβλήµατα ανισορροπιών στα οικονοµικά τους µεγέθη είναι να δηµιουργηθεί ένα παγκόσµιο Ταµείο όχι µόνο από τον δυτικό κόσµο όπως το ∆ΝΤ, αλλά από όλα τα κράτη που έχουν αυτή την στιγµή θετικά ισοζύγια (Κίνα, Σαουδική Αραβία κλπ) προς τα αδύναµα. Όλοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι όταν υπάρχουν αστάθειες τελικά, αργά ή γρήγορα αυτές θα στραφούν και εναντίον τους όπως η δραστική µείωση των εσόδων του Περσικού Κόλπου από την ραγδαία πτώση των τιµών του πετρελαίου που όλοι ευχόµασταν, και τελικά δεν βοήθησε κανέναν. Όλες οι κυβερνήσεις πρέπει να συνεργασθούν και να συντονίσουν τις µακροοικονοµικές πολιτικές τους έτσι ώστε να αποφύγουν τις µεγάλες διακυµάνσεις των νοµισµάτων τους και άλλου είδους ανισορροπίες (Soros, 2008). Όλα τα παραπάνω συνηγορούν στην γρηγορότερη έξοδο από την κρίση, δεν αποτελούν όµως µόνιµη λύση για βιώσιµη παγκόσµια ανάπτυξη. Μια τέτοια λύση µπορεί να επέλθει µόνο εάν δηµιουργηθεί ένας νέος κλάδος στην παγκόσµια οικονοµία που θα προσφέρει τις απαραίτητες υλικές καινοτοµίες και θα παρέχει πραγµατική ανάπτυξη και όχι πλασµατική όπως η δεκαετία του 2000. Ένας τέτοιος κλάδος διαφαίνεται να είναι οι ανανεώσιµες πηγές ενέργειας και γενικότερα ότι σχετίζεται µε την οικολογία και την βελτίωση του περιβάλλοντος. Τα κεφάλαια που κατευθύνονται από το λεγόµενο «έξυπνο χρήµα» είναι ήδη τεράστια και αναµένεται να αυξάνονται εκθετικά τα επόµενα χρόνια. Ο καθηγητής Meltzer του Carnegie Mellon University λέει ότι « οι άνθρωποι δεν είναι τέλειοι. Ο καπιταλισµός λοιπόν προσοµοιάζει την ανθρωπότητα». Καιρός να αντιληφθούµε και µια τελευταία αυταπάτη....

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[18]


[Κρίση: Αίτια – Κίνδυνοι – Αυταπάτες] [του Κωνσταντίνου Κονδάκη] ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1. Ferguson, Niall (2008) The Ascent of Money. Penguin Group 2. Solow, Robert,

Kindleberger Charles, and Aliber, Robert, (2001).

Manias, Panics and Crashes: A history of Financial Crises. Wiley Investment Classics 3. Soros, George, (1994). The Alchemy of Finace. John Wiley & Sons Inc. 4. Roubini Nouriel, (2008). RGE Global Economic Monitor, 7, Ιουλίος 5. Soros, George, (2009). The game changer The Financial Times, 29, Ιανουαρίος. 6. Taleb, Nassim N., (2009). The Black Swan: The Impact of the highly

Improbable. Penguin Books 7. Wray, Randall, (2008). What can we learn from Minsky? Public Policy

Brief No. 94, The Levy Economics Institute of Bard College 8. Black W.K., (2007). (Mis)understanding a Banking Industry in Transition Dollars & Sense, 273.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[19]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές: Η επιστροφή της Πόλης στην εποχή της παγκόσµιας οικονοµικής ύφεσης Του Αντώνη Καρβούνη 1. Εισαγωγή Κατά τη διάρκεια του Παγκόσµιου Συµβουλίου του Οργανισµού των Ηνωµένων Πόλεων και Τοπικών Αυτοδιοικήσεων που πραγµατοποιήθηκε πρόσφατα στην Κωνσταντινούπολη (Νοέµβριος 2008), υπογραµµίστηκαν οι αναµενόµενες επιπτώσεις της οικονοµικής κρίσης για τις πόλεις και η ανάγκη να µην περισταλλούν οι δηµόσιες δαπάνες των κεντρικών διοικήσεων, διότι τα µακροπρόθεσµα οφέλη θα είναι αδιαµφισβήτητα. Μάλιστα, οι εκπρόσωποι των τοπικών αρχών, απευθυνόµενες στις εθνικές τους κυβερνήσεις, επανέλαβαν ότι οι επενδύσεις σε τοπικό επίπεδο αποτελούν κλειδί για την οικονοµική ανάπτυξη και την απασχόληση, ιδιαίτερα σε καιρούς κρίσης, και εξέφρασαν την επιθυµία να εργαστούν µαζί σε τοπικές λύσεις για την αντιµετώπιση της χρηµατοπιστωτικής κρίσης1. Λίγες ηµέρες αργότερα (8-9 ∆εκεµβρίου 2008), η Πολιτική Επιτροπή του Συµβουλίου των Ευρωπαϊκών ∆ήµων και Περιφερειών (CEMR) συναντήθηκε στο Παρίσι µε βασικό θέµα την παγκόσµια οικονοµική κρίση και τον αντίκτυπό της στις ευρωπαϊκές πόλεις και περιφέρειες2. Οι εκπρόσωποι των τοπικών αρχών επεσήµαναν ότι µπορεί η οικονοµική κρίση να είναι παγκόσµια οι λύσεις, όµως, είναι πρωτίστως τοπικές. Στις Ηνωµένες Πολιτείες, στο Συνέδριο των Αµερικανών ∆ηµάρχων (∆εκέµβριος 2008) τονίστηκε ότι οι πόλεις θεωρούνται, σε γενικές γραµµές, επαχθές βάρος για την αµερικανική οικονοµία, αποµυζώντας φορολογικά έσοδα για προνοιακές Βλ. ‘Local and Regional Governments across the world face the financial and economic crisis’, Επίσηµη Ιστοσελίδα των Ηνωµένων Πόλεων και Τοπικών Αυτοδιοικήσεων (www.citieslocalgovernments.org/uclg/index.asp?), 11 ∆εκεµβρίου 2008. 2 Βλ. ‘CEMR Policy Committee: Local and Regional Authorities can help tackle financial crisis’, Επίσηµη Ιστοσελίδα του Συµβουλίου των Ευρωπαϊκών ∆ήµων και Περιφερειών (www.ccre.org/imprimer.htm), 11 ∆εκεµβρίου 2008. 1

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[20]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] υπηρεσίες, την εγκληµατικότητα και χαµηλού επιπέδου σχολεία, δίνοντας, έτσι, την εντύπωση στην κοινή γνώµη ότι είναι οι βασικοί υπαίτιοι για την επιδείνωση των οικονοµικών δεικτών της χώρας. Γι’ αυτό το λόγο, ο νεοεκλεγείς

Πρόεδρος

Μπάρακ

Οµπάµα

προτείνει,

στο

πλαίσιο

ενός

προγράµµατος µεταρρυθµίσεων, την ενίσχυση των υποδοµών των αστικών κέντρων3. Τέλος, στο ετήσιο φόρουµ δηµόσιας πολιτικής του παγκόσµιου δικτύου «Συµµαχία Πόλεων» που φιλοξενήθηκε στην πόλη της Βαρκελώνης (20-21 Ιανουαρίου 2009), οι συµµετέχουσες τοπικές αρχές δεσµεύτηκαν στη βελτίωση του συντονισµού των δράσεων σε όλα τα επίπεδα διοίκησης, αφού, όπως έχει αποδειχθεί από τις δράσεις του δικτύου, είναι ο πιο αποτελεσµατικός τρόπος για την αντιµετώπιση της οικονοµικής κρίσης. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω fora των τοπικών αρχών, πρώτον, οι καινοτόµες λύσεις για την οικονοµική κρίση δεν µπορεί παρά να προέρχονται από τις πόλεις και τις περιφέρειες, καθώς οι τοπικές και περιφερειακές αρχές αποτελούν τους κινητήρες της εθνικής οικονοµικής ανάπτυξης. ∆εύτερον, οι κεντρικές διοικήσεις των κρατών, αλλά και οι περιφερειακοί οργανισµοί, είναι υποχρεωµένοι να εργαστούν σε συνεργασία µε τις τοπικές αρχές και τις ενώσεις τους για την ανεύρεση των πιο κατάλληλων, για τις ιδιαίτερες εθνικές, τοπικές και περιφερειακές συνθήκες, λύσεις. Οι πόλεις µπορεί να είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε εκτεθειµένες στον κοινωνικό αποκλεισµό, την

επιβάρυνση του περιβάλλοντος, και τις

εξαθλιωµένες συνοικίες, φαίνεται, όµως, να «κρατούν» το κλειδί για την επίλυση της σηµερινής οικονοµικής ύφεσης που πλήττει τον πλανήτη. Άλλωστε,

σύµφωνα

µε

στοιχεία

έκθεσης

της

Γενικής

∆ιεύθυνσης

Περιφερειακής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για 258 πόλεις των 27 κρατών-µελών της Ε.Ε., οι πόλεις αποτελούν τους αναµφισβήτητους κινητήρες της οικονοµικής ανάπτυξης της Ευρώπης και χώροι παροχής εξειδικευµένων υπηρεσιών. Σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, οι αστικές περιοχές είναι οι Βλ. T. Favro, ‘US Cities expect to be favoured by economic stimulus (www.citymajors.com/economics/us-economic-stimulus.html), 30 ∆εκεµβρίου 2008 3

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[21]

package’,


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] κύριοι

παραγωγοί

γνώσης

και

καινοτοµίας,

οι

βασικοί

κόµβοι

µιας

παγκοσµιοποιηµένης οικονοµίας4. Επίσης, σύµφωνα µε τις Στρατηγικές Κατευθύνσεις

της

Κοινότητας

για

την

πολιτική

συνοχής

κατά

την

προγραµµατική περίοδο 2007-2013, οι πόλεις λειτουργούν ως «κινητήρες της περιφερειακής ανάπτυξης» και ως βασικοί εταίροι «στην προετοιµασία, υλοποίηση και αξιολόγηση των προγραµµάτων συνοχής»5. Στο παρόν κείµενο, επιχειρείται µια αποτύπωση των διαφόρων στρατηγικών – ευρωπαϊκής, αµερικανικής, παγκόσµιας επιπτώσεων αρχών

σε

για την αντιµετώπιση των

της οικονοµικής κρίσης, σε σχέση µε το ρόλο των τοπικών αυτήν,

αντιπροσωπευτικού

ενώ

γίνεται

οργάνου

της

και

ειδική

ελληνικής

µνεία

στις

θέσεις

πρωτοβάθµιας

του

τοπικής

αυτοδιοίκησης (ΚΕ∆ΚΕ), απέναντι στα οικονοµικά προβλήµατα των τοπικών κοινωνιών της χώρας µας. 2. Η Ευρωπαϊκή στρατηγική Αν µια χώρα έχει δοκιµαστεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη από την οικονοµική κρίση των τελευταίων µηνών στη Γηραιά Ήπειρο αυτή είναι η Μεγάλη Βρετανία, ένα από τα πλέον συγκεντρωτικά διοικητικά συστήµατα στην Ευρώπη. Και αυτό δεν µπορεί παρά να γίνει περισσότερο αντιληπτό σε τοπικό επίπεδο. Πιο συγκεκριµένα, λόγω της ύφεσης, τα βρετανικά τοπικά συµβούλια λαµβάνουν

µισό

δισεκατοµµύριο

λίρες

λιγότερες

το

χρόνο

απ’

ότι

προβλεπόταν στον περυσινό προϋπολογισµό. Καθώς οι τοπικές αρχές στη Βρετανία παρέχουν περίπου 800 διαφορετικές υπηρεσίες στους κατοίκους τους, οι περισσότερες εκ των οποίων απαιτούν πετρέλαιο, γι’ αυτό πλέον οι Βλ. ECOTEC Research and Consulting Ltd, State of European Cities Report, European Commission (Directorate-General Regional Policy), Επίσηµη Ιστοσελίδα της Γενικής ∆/νσης Περιφερειακής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (http://ec.europa.eu/regional_policy/sources/ docgener/studies/pdf/urban/stateofcities_2007.pdf, 26 Ιουλίου 2007). 5 Βλ. Interservιce Group on Urban Development, The Urban Dimension in Community Policies for the Period 2007-2013, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Βρυξέλλες, Μάιος 2007, σ.8. 4

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[22]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] περισσότερες διατίθενται µε µεγαλύτερο κόστος. Στις αυξήσεις των καυσίµων, των ειδών διατροφής και της ανάγκης για κοινωνική στέγαση θα πρέπει κανείς να συνυπολογίσει και τη δηµογραφική πίεση των επιπλέον 5 εκατοµµυρίων κατοίκων µέχρι το 20106. Αυτό σηµαίνει περικοπές και αναζήτηση καινοτόµων τρόπων για τη καλύτερη αξιοποίηση των πόρων τους7. Ωστόσο, οι καινοτοµίες συνεπάγονται ρίσκο και οι τοπικές αρχές δεν έχουν την πολυτέλεια να υποστούν το ρίσκο της αποτυχίας αυτή τη περίοδο. Έτσι, προς το παρόν, οι περικοπές δαπανών βρίσκονται στην ηµερήσια διάταξη των βρετανικών ΟΤΑ.

Πιο συγκεκριµένα, το ∆εκέµβριο του 2008 ο ∆ήµαρχος του Λονδίνου Boris Johnson παρουσίασε σχέδιο περικοπών των δαπανών ύψους 950 εκατ. λιρών για τα επόµενα τρία χρόνια, κυρίως στις υπηρεσίες της αστυνόµευσης, της πυρόσβεσης και των µεταφορών. Παρά την ταυτόχρονη χρηµατοδότηση επιχειρηµατικών σχεδίων ύψους 23 εκατ. λιρών, οι περικοπές στις µεταφορές µεταφράζονται σε αύξηση των εισιτηρίων στα µέσα µεταφορών και σε απώλεια θέσεων εργασίας. Η εικόνα είναι παρόµοια και σε άλλες πόλεις της Βρετανίας. Στο Μπρίστολ, η τοπική αρχή µαζί µε τα γειτονικά συµβούλια του Βλ. LGA, ‘Innovate to beat Cash Crisis’, Επίσηµη Ιστοσελίδα της Βρετανικής Ένωσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (www.lga.gov.uk). 7 Βλ. M. Eaton, ‘How the Fianancial Crisis will affect Local Government’, Guardian, 8 Οκτωβρίου 2008. 6

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[23]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] Βόρειου Σόµερσετ και Γκλούσεστερ ανακοίνωσε περικοπές επιχορηγήσεων σε βιβλιοθήκες και αυξήσεις για τις υπηρεσίες στάθµευσης. Αν και η βρετανική κυβέρνηση υποσχέθηκε αύξηση της επιχορήγησης για τις τοπικές αρχές κατά 4.2% για το 2009, οι αυξήσεις των φόρων σε τοπικό επίπεδο δεν ξεπερνούν αυτά τα επίπεδα. Ως αποτέλεσµα των χαµηλών φορολογικών εσόδων και της υψηλής ζήτησης υπηρεσιών, ένα στα εφτά τοπικά συµβούλια αναγκάζονται να προχωρήσουν σε απολύσεις. Μάλιστα σε ορισµένες περιοχές της Αγγλίας, οι τοπικές αρχές είναι ο βασικός εργοδότης του πληθυσµού, ενώ σε ολόκληρο το Ηνωµένο Βασίλειο απασχολούν περίπου 2.2 εκατ. εργαζοµένους8. Επίσης, στην Ουαλία, οι τοπικές αρχές προχώρησαν σε περικοπές δαπανών και θέσεων απασχόλησης. Με τον πληθωρισµό στο 5%, η µέση αύξηση της επιχορήγησης για τις τοπικές αρχές του 2.9% ή ακόµη και 1.5% φαντάζει µικρή. Στη Σκοτία, το συµβούλιο του Αµπερντίν περικόπτει δαπάνες ύψους 24 εκατ. λιρών στους τοµείς της εκπαίδευσης, της στέγασης και των κοινωνικών υπηρεσιών, ενώ 400 θέσεις εργασίας είναι βέβαιο ότι θα χαθούν. Σε αυτή την εικόνα θα πρέπει να προσθέσουµε ότι συνολικά 116 τοπικές αρχές στην Αγγλία και την Ουαλία είχαν επενδύσει περίπου 850 εκατ. λίρες σε ισλανδικές τράπεζες, ενώ άλλες δηµόσιες αρχές, όπως η αστυνοµία και η πυροσβεστική είχαν καταθέσεις ύψους 100 εκατ. λιρών9. Ενόψει των επιπτώσεων της ύφεσης, ο Βρετανός πρωθυπουργός, Gordon Brown,

επεσήµανε

εξαρχής

ότι

«οι

τοπικές

αρχές

καλούνται

να

διαδραµατίσουν ένα σηµαντικό ρόλο για να βγάλουν τη Βρετανία από την ύφεση»,

εγκαινιάζοντας

το

µεγαλύτερο

κατασκευαστικό

πρόγραµµα

κοινωνικής στέγασης στη χώρα από τη δεκαετία του ’5010. Από την πλευρά τους, τα βρετανικά τοπικά συµβούλια απαιτούν ενεργότερο ρόλο στην χάραξη της εθνικής στρατηγικής για την κρίση και, πιο συγκεκριµένα, την εκχώρηση Βλ. LGA, ‘One in Seven Councils cutting jobs due to credit crunch’, Επίσηµη Ιστοσελίδα της Βρετανικής Ένωσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (www.lga.gov.uk), 14 Ιανουαρίου 2009. 9 Βλ. J. Shilton, Britain: Local Authorities slash jobs and social services, (www.wsws.org/tools/index.php?page), 20 Ιανουαρίου 2009. 10 Βλ. J. Sherman and G. Gilmore, ‘Gordon Brown orders thousands of new council houses’, The Times, 30 Ιανουαρίου 2009. 8

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[24]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] από την κυβέρνηση της αρµοδιότητας κατανοµής των αναγκαίων πόρων για τα πιο ευάλωτα τµήµατα των τοπικών κοινωνιών χωρίς την παρέµβαση της κεντρικής διοίκησης11. Η οικονοµική ενίσχυση των 100 εκατ. λιρών που ανακοίνωσε η βρετανική κυβέρνηση για τις τοπικές επιχειρήσεις θα πρέπει να εναρµονιστεί µε τις ιδιαίτερες συνθήκες των τοπικών κοινωνιών της Βρετανίας που µόνο τα ίδια τα τοπικά συµβούλια είναι σε θέση να γνωρίζουν12. Ήδη, από την αρχή της οικονοµικής ύφεσης, οι τοπικές αρχές στη Βρετανία στέκονται δίπλα στους κατοίκους τους, είτε παρέχοντας συµβουλές για το πώς θα εξοικονοµήσουν µέχρι και 2.000 λίρες το χρόνο, είτε επιχορηγώντας τη µόνωση των σπιτιών για µείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, είτε παρέχοντας δωρεάν λιγότερο ενεργοβόρους λαµπτήρες, είτε παραχωρώντας κτήµατα για την καλλιέργεια των λαχανικών τους, είτε προσφέροντας άτοκα δάνεια σε εκείνους των οποίων το σπίτι απειλείται µε κατάσχεση, είτε ενηµερώνοντας εκείνους που δικαιούνται επιδοµάτων αλλά δεν το γνώριζαν, είτε «παγώνοντας» τους φόρους για εκείνους που δεν µπορούν να αντιµετωπίσουν τις υψηλές τιµές τροφίµων και καυσίµων, είτε βοηθώντας µικρές επιχειρήσεις να µην χρεοκοπήσουν κ.α.13 Σε αυτή τη βάση, η Βρετανική Ένωση Τοπικής Αυτοδιοίκησης παρουσίασε ένα πρόγραµµα για την αναζωογόνηση των τοπικών οικονοµιών14: ™ Σύνταξη

σχεδίου

συγκέντρωσης

δισεκατοµµυρίων

λιρών

υφιστάµενες επενδύσεις από τα ίδια τα τοπικά συµβούλια υλοποίηση

µεγάλων

έργων

υποδοµής

(στέγαση

και

από

για την

κατασκευή

δρόµων). ™ Ριζοσπαστική φορολογική µεταρρύθµιση προς όφελος των µικρών επιχειρήσεων. Βλ. LGA, ‘Vital Reforms needed for Local Government’, Επίσηµη Ιστοσελίδα της Βρετανικής Ένωσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (www.lga.gov.uk), 29 Ιανουαρίου 2009. 12 Βλ. LGA, ‘PM’s commitment to Devolution is the right decision for the British Economy’, Επίσηµη Ιστοσελίδα της Βρετανικής Ένωσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (www.lga.gov.uk), 29 Ιανουαρίου 2009. 13 Βλ. LGA, Global Slowdown, Local Solutions: Councils helping People and Businesses, London, 2008˙ του ιδίου, ‘Impact of recession on people and businesses revealed by new survey’, Επίσηµη Ιστοσελίδα της Βρετανικής Ένωσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (www.lga.gov.uk), 12 Ιανουαρίου 2009. 14 Στο ίδιο. 11

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[25]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] ™ Μείωση της γραφειοκρατίας, ώστε εκείνοι που απώλεσαν την εργασία τους θα µπορούν να έχουν άνετη πρόσβαση σε γραφεία µίας στάσης (one stop shop) σχετικά µε την εύρεση νέας απασχόλησης ή για την κατοχύρωση δικαιώµατος λήψης των σχετικών επιδοµάτων ανεργίας. ™ Εκχώρηση στα τοπικά συµβούλια του δικαιώµατος να παρακάµπτουν τους κανόνες που επιβάλλουν σε εργολάβους που είχαν αναλάβει την ανοικοδόµηση µιας περιοχής για την υποβολή εκ νέου αίτησης για χορήγηση άδειας εάν το έργο δεν έχει ολοκληρωθεί µέσα σε τρία χρόνια. ™ Παροχή διευκολύνσεων στα τοπικά συµβούλια για την πληρωµή των τόκων για ποσά που δανείστηκαν για να επενδύσουν σε µεγάλης κλίµακας κατασκευαστικό πρόγραµµα στην περιοχή τους. Βέβαια δεν είναι µόνον οι βρετανικές τοπικές αρχές που υφίστανται τις επιπτώσεις της χρηµατοπιστωτικής κρίσης. Στην Ολλανδία, επίσης, µεγάλος αριθµός πόλεων απώλεσαν µεγάλα ποσά από καταθέσεις σε ισλανδικές τράπεζες, ύψους 70 εκατ. ευρώ. Ο δήµος του Άµστερνταµ βρίσκεται επικεφαλής στη σχετική λίστα µε απώλειες της τάξης των 15 εκατ. ευρώ15. Σε αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή των Περιφερειών, το αντιπροσωπευτικό όργανο των τοπικών και περιφερειακών αρχών της ΕΕ, προτείνει στις εθνικές κυβερνήσεις εταιρικές σχέσεις µε την αυτοδιοίκηση και λήψη µέτρων µε τοπική προοπτική. Στη σχετική απόφασή της για την οικονοµική κρίση διαπιστώνονται τα εξής16: ¾ Οι τοπικές και περιφερειακές αρχές είναι υπεύθυνες για το ένα τρίτο των δηµοσίων δαπανών και περισσότερο από δύο τρίτα της δηµόσιας επένδυσης στην ΕΕ και εποµένως θα πρέπει να αναλάβουν ενεργό ρόλο στην επίλυση της κρίσης και στη διατήρηση της οικονοµικής ανάπτυξης Βλ. ‘Dutch Local Governments Sustain Heavy Losses in Financial Crisis’, (www.english.cri.cn), 14 Οκτωβρίου 2008. 16 Βλ. Committee of the Regions, Resolution of the Committee of the Regions on the Financial Crisis, Βρυξέλλες 27 Νοεµβρίου 2008. 15

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[26]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] στο µέλλον. Εποµένως, οι τοπικές αρχές θα πρέπει να στηριχτούν στις επενδυτικές δράσεις τους (κυρίως σε έργα υποδοµής) για την αποφυγή απωλειών επενδύσεων και θέσεων εργασίας. ¾ Οι τοπικές και περιφερειακές αρχές είναι άµεσα εµπλεκόµενες στην οικονοµική κρίση, αφού τα χρηµατοπιστωτικά ιδρύµατα έχουν την έδρα τους σε περιφέρειες, και βρίσκονται σε επαφή µε τα µέλη των τοπικών κοινωνιών και του επιχειρηµατικού κόσµου που συνεισφέρουν στην οικονοµική,

κοινωνική

και

εδαφική

συνοχή,

λειτουργώντας

ως

κινητήρες για τις επιχειρηµατικές δράσεις και τις µικροµεσαίες επιχειρήσεις. ¾ Το Συµβούλιο, η Επιτροπή και τα κράτη-µέλη θα πρέπει να αναγνωρίσουν το σηµαίνοντα ρόλο των τοπικών και περιφερειακών αρχών κατά τον σχεδιασµό και την υλοποίηση της νέας αρχιτεκτονικής του ευρωπαϊκού οικονοµικού συστήµατος µε σκοπό την ανταλλαγή εµπειριών και τη µεταφορά τεχνογνωσίας από κάτω προς τα πάνω προς όφελος της οικονοµίας, των µικροµεσαίων επιχειρήσεων και των πολιτών. 3. Η Αµερικανική Στρατηγική Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπου τα σηµάδια της οικονοµικής ύφεσης είναι ακόµη πιο έντονα, κατά τη διάρκεια του πρόσφατου Συνεδρίου των Αµερικανών ∆ηµάρχων παρουσιάστηκαν τα αποτελέσµατα έκθεσης για 25 αµερικανικές πόλεις, σύµφωνα µε τα οποία, τη στιγµή που η Αµερική υφίσταται µια από τις µεγαλύτερες οικονοµικές προκλήσεις στην ιστορία της, η πείνα και οι άστεγοι αποτελούν τα σηµαντικότερα προβλήµατα των τοπικών αρχών της17. Η έκθεση αποκαλύπτει ότι κατά µέσο όρο, οι άστεγοι έχουν αυξηθεί κατά 12% τη διετία 2007-2008. Η έλλειψη επαρκούς στέγασης, η φτώχεια και η ανεργία θεωρούνται ως βασικές αιτίες για την ύπαρξη µεγάλου αριθµού άστεγων οικογενειών. Παρόµοια, στις ίδιες ακριβώς αιτίες αποδίδεται Βλ. Hunger and Homelessness increase in American Cities, A Report by the US Conference of Mayors (www.citymajors.com/features/uscity_poverty.html), 14 ∆εκεµβρίου 2008.

17

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[27]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] και το πρόβληµα της πείνας, το οποίο παρατηρήθηκε στις 20 από τις 25 πόλεις που συµµετείχαν στην έρευνα18. Στα ανωτέρω θα πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη ότι η αµερικανική οικονοµία απώλεσε 1.2 εκατ. θέσεις εργασίας µέσα στο 2008 και αναµένεται να χαθούν ακόµη περισσότερες µέσα στο 2009. Σε αυτή τη ζοφερή πραγµατικότητα των αστικών κέντρων, ο 44ος Αµερικανός Πρόεδρος προτείνει εκσυγχρονισµό των υποδοµών, των σχολείων και ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας19. Μέσα από το πρόγραµµα των δηµοσίων επενδύσεων, ο Οµπάµα υπόσχεται τη δηµιουργία ή τη διάσωση 2.5 εκατ. θέσεων εργασίας20. Πιο συγκεκριµένα, το οικονοµικό σχέδιο του Oµπάµα για την αντιµετώπιση των οξυµένων

αστικών προβληµάτων προβλέπει τα

εξής: (α) Μεταρρύθµιση της µεταναστευτικής πολιτικής. Οι παράνοµοι µετανάστες συνεισφέρουν σηµαντικά στην αµερικανική οικονοµία, αλλά συναντούν προβλήµατα µέχρι να αποκτήσουν την ιθαγένεια. Καθώς οι αµερικανικές πόλεις φέρουν το µεγαλύτερο βάρος της παροχής υπηρεσιών σε αυτή την κατηγορία του πληθυσµού και µολονότι το συγκεκριµένο θέµα είχε προκαλέσει αντιπαραθέσεις µεταξύ των δύο πολιτικών στρατοπέδων τα τελευταία χρόνια, φαίνεται

πλέον

Ρεπουµπλικάνων

να

υπάρχει

για

την

µια

σύµπνοια

υιοθέτηση

µιας

µεταξύ νέας

∆ηµοκρατών προσέγγισης

και στο

µεταναστευτικό ζήτηµα. (β) Βοήθεια προς τις πόλεις: Καθώς οι πόλεις και οι πολιτείες υφίστανται µια σοβαρή οικονοµική κρίση και µερικές από αυτές όπως η Φιλαδέλφεια και η Αριζόνα έχουν ζητήσει την οµοσπονδιακή βοήθεια, ο Οµπάµα και οι ∆ηµοκράτες Γερουσιαστές προτίθενται να αναθεωρήσουν προγράµµατα, όπως Οι πόλεις που συµµετείχαν στην έρευνα ήταν οι εξής: Βοστόνη, Τσάρλεστον, Σάρλοτ, Σικάγο, Κλίβελαντ, Ντάλλας, Ντένβερ, Ντε Μόινς, Γκαστόνια, Κάνσας Σίτυ, Λος Άντζελες, Λούισβιλ, Μαϊάµι, Μινεάπολις, Νάσβιλ, Φιλαδέλφεια, Φοίνιξ, Πόρτλαντ, Πρόβιντενς, Σεντ Πωλ, Σαλτ Λέϊκ Σίτυ, Σαν Φραντσίσκο, Σάντα Μόνικα, Σιάτλ, Τρέντον. 19 Βλ. T. Favro, ‘Obama promises to become America’s first Urban President’, (www.citymajors.com/politics/us-obama-urban.html), 25 Νοεµβρίου 2008. 20 Βλ. του ιδίου, ‘US Cities...οπ.π. 18

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[28]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] εκείνο της φαρµακευτικής αρωγής που σχεδιάστηκαν να εξυπηρετήσουν τις πόλεις αλλά κατέληξαν µη αποδοτικά και ανεπαρκή. (γ) Περιορισµός κατασχέσεων: Ο Οµπάµα υποσχέθηκε να επενδύσει χρήµατα σε προγράµµατα για την άρση του µέτρου της κατάσχεσης κατοικιών, καθώς οι φτωχοί και οι ηλικιωµένοι πέφτουν συχνά θύµατα ληστρικών όρων δανειοδότησης. (δ) Υγειονοµική φροντίδα: Η καθολική υγειονοµική φροντίδα είναι ίσως το πιο σηµαντικό ζήτηµα που αντιµετωπίζει σήµερα η Αµερική και πιθανόν και το πιο δύσκολο για να υλοποιηθεί. Οι αµερικανικές πόλεις φαίνεται να πλήττονται περισσότερο από την κρίση στον τοµέα της υγείας, αφού χρηµατοδοτούν ένα δηµόσια νοσοκοµεία, µαιευτήρια, σχολικά υγειονοµικά κέντρα, κλινικές αποτοξίνωσης και ψυχιατρικά κέντρα. Επίσης, σε αρκετές πόλεις λειτουργούν υγειονοµικές υπηρεσίες για τους αστέγους και φιλοξενούνται µια σειρά προγράµµατα σχεδιασµένα να ικανοποιήσουν τις ιδιαίτερες ανάγκες των κατοίκων τους. Αυτά τα προγράµµατα αποτελούν το υγειονοµικό δίκτυ ασφαλείας για τα πιο ευάλωτα τµήµατα του αστικού πληθυσµού. (ε) Φορολογικές ελαφρύνσεις για τη χαµηλά και µεσαία αµοιβόµενη τάξη των εργαζοµένων, κίνητρα για εναλλακτικές πηγές ενέργειας και φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες για τη δηµιουργία «πράσινων» θέσεων απασχόλησης. 4. Η Παγκόσµια Στρατηγική Η Συµµαχία των Πόλεων είναι ένας παγκόσµιος συνασπισµός πόλεων και αναπτυξιακών εταίρων που λειτουργεί από το Μάιο του 1999, κατόπιν πρωτοβουλίας της Παγκόσµιας Τράπεζας και του Κέντρου για Ανθρώπινες Κατοικίες των Ηνωµένων Εθνών, και σχεδιάζει στρατηγικές µείωσης της φτώχειας21. Στη Συµµαχία εκπροσωπούνται τοπικές αρχές από τις Ηνωµένες Βλ. Cities Alliance, Επίσηµη Ιστοσελίδα της Συµµαχίας Πόλεων (www.citiesalliance.org/aboutca/about-ca.html). 21

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[29]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] Πόλεις και Τοπικές Αυτοδιοικήσεις και από το δίκτυο Metropolis. Επίσης, συµµετέχουν κυβερνήσεις της Βραζιλίας, του Καναδά, της Αιθιοπίας, της Γαλλίας, της Γερµανίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της Ολλανδίας, της Νιγηρίας, της Νορβηγίας, των Φιλιππίνων, της Νοτίου Αφρικής, της Σουηδίας, του Ηνωµένου Βασιλείου και των ΗΠΑ. Επίσης, η Ασιατική Αναπτυξιακή Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Περιβαλλοντικό Πρόγραµµα των Ηνωµένων Εθνών και η Παγκόσµια Τράπεζα λαµβάνουν µέρος σε αυτή την πρωτοβουλία. Γίνεται αντιληπτό από τη σύνθεση των συµµετεχόντων εταίρων ότι, σε εποχές οικονοµικής κρίσης, ο ρόλος της Συµµαχίας είναι ιδιαίτερα σηµαντικός καθώς οι δράσεις της, εκτός από τον τοµέα της αναπτυξιακής βοήθειας, σε γενικότερο επίπεδο, συνδράµουν τις τοπικές αρχές για να σχεδιάσουν τη µελλοντική τους ανάπτυξη, να αναπτύξουν βιώσιµες οικονοµικά στρατηγικές και να προσελκύσουν µακροπρόθεσµες κεφαλαιακές επενδύσεις για τις υποδοµές και άλλες υπηρεσίες τους. Πιο συγκεκριµένα, σε µεθοδολογικό επίπεδο, οι δράσεις της Συµµαχίας εστιάζονται σε εθνικό, περιφερειακό και παγκόσµιο επίπεδο. Σε εθνικό επίπεδο, συνήθως οι προτάσεις προέρχονται από τις ίδιες τις τοπικές αρχές, οι οποίες στη συνέχεια εγκρίνονται από τις εθνικές αρχές και χρηµατοδοτούνται από κάποιον εταίρο της Συµµαχίας. Οι εθνικές δράσεις συµπληρώνονται από πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στην ευαισθητοποίηση και τη διάδοση βέλτιστων πρακτικών σε περιφερειακό και παγκόσµιο επίπεδο. Αυτά τα σχέδια περιλαµβάνουν τη σύσταση δικτύων και βάσεων δεδοµένων για τη διάδοση της γνώσης για αστικές αναπτυξιακές στρατηγικές και για προγράµµατα αστικής ανάπλασης, καθώς και για την ανάπτυξη εργαλείων που προωθούν τη τεχνογνωσία. Σε κάθε περίπτωση, οι προτάσεις για την υλοποίηση των ανωτέρω δράσεων προέρχονται από οποιονδήποτε ενδιαφερόµενο φορέα αλλά θα πρέπει να επιχορηγούνται από τουλάχιστον ένα µέλος της Συµµαχίας. Επιλέξιµες χώρες στις οποίες υλοποιούνται οι πρωτοβουλίες της Συµµαχίας

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[30]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] είναι εκείνες που περιλαµβάνονται στη σχετική λίστα της Επιτροπής για την Αναπτυξιακή Βοήθεια του ΟΟΣΑ22. Κατά κύριο λόγο, η Συµµαχία χρηµατοδοτεί αναπτυξιακές στρατηγικές πόλεων, την αναβάθµιση σε τοπικό και εθνικό επίπεδο των φτωχογειτονιών, ενώ σχεδιάζει οικονοµικές στρατηγικές για τους φτωχούς των αστικών κέντρων. Πιο αναλυτικά, η Συµµαχία λειτουργεί υποστηρικτικά σε πόλεις που σχεδιάζουν αναπτυξιακές στρατηγικές που συνδέουν την οικονοµική τους ανάπτυξη µε στόχους µείωσης της φτώχειας. Από το 1999, η Συµµαχία έχει επενδύσει 60 εκατ. δολάρια και έχει συµµετάσχει σε επενδύσεις ύψους 60 δισ. δολαρίων, καλύπτοντας δράσεις σε 160 πόλεις παγκοσµίως. Οι βασικοί τρόποι παρέµβασης µιας αναπτυξιακής στρατηγικής είναι οι εξής: (α) δηµιουργία µιας συναινετικής διαδικασίας σε τοπικό επίπεδο για το σχεδιασµό προτεραιοτήτων, στρατηγικών και δράσεων για την µείωση της φτώχειας και τη βιώσιµη αστική ανάπτυξη˙ (β) εκτίµηση των προοπτικών ανάπτυξης µιας πόλης σε σχέση µε την απασχόληση και τους στόχους περιφερειακής και εθνικής ανάπτυξης˙ (γ) βοήθεια προς τις τοπικές αρχές για την κατάρτιση των οικονοµικών και επενδυτικών στρατηγικών τους, λαµβάνοντας υπόψη τους ιδίους πόρους και τα έσοδά τους, καθώς και τους δυνητικούς επενδυτές και εταίρους από τον ιδιωτικό τοµέα˙ (δ) επιµόρφωση και ανταλλαγή γνώσεων και πρακτικών κατά τη διαµόρφωση και υλοποίηση των αναπτυξιακών στρατηγικών της πόλης.

Βλ. Πίνακα Αποδεκτών Αναπτυξιακής Βοήθειας, Επίσηµη Ιστοσελίδα του (http://www.oecd.org/document/45/0,2340,en_2649_34447_2093101_1_1_1_1,00.html).

22

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[31]

ΟΟΣΑ


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] Εν κατακλείδι, µια επιτυχηµένη αναπτυξιακή στρατηγική βασίζεται στα εξής συστατικά στοιχεία: ¾ Εκτίµηση της κατάστασης της πόλης και της περιφέρειάς της. ¾ ∆ιατύπωση ενός µακροπρόθεσµου οράµατος. ¾ Άµεση δράση επικεντρωµένη στα αποτελέσµατα. ¾ Αξιολόγηση της συνδροµής των φτωχών κοινωνικών στρωµάτων. ¾ Ενθάρρυνση της τοπικής επιχειρηµατικής ανάπτυξης. ¾ Συµµετοχή δικτύων πόλεων. ¾ Προσήλωση στην υλοποίηση. ¾ Προσοχή στις προτεραιότητες. ¾ Ενεργός συµµετοχή των αιρετών της τοπικής αρχής. Περαιτέρω, µια από τις βασικές αποστολές της Συµµαχίας είναι η εξάλειψη των φτωχογειτονιών στις πόλεις µέσα από το σχετικό σχέδιο δράσης της που εκπόνησε τον Ιούλιο του 1999 και εγκαινιάστηκε από τον Νέλσον Μαντέλα το ∆εκέµβριο του ίδιου έτους στο Βερολίνο. Μάλιστα, αυτός ο φιλόδοξος στόχος της Συµµαχίας αποτελεί τον υπ’ αριθµόν 11 στόχο των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετηρίδας των Ηνωµένων Εθνών. Το σχέδιο δράσης της Συµµαχίας προβλέπει την ασφαλή διαβίωση, την πρόσβαση σε οικονοµικά καταλύµατα και πολιτικές αποτροπής δηµιουργίας νέων εξαθλιωµένων συνοικιών. Επίσης, περιλαµβάνει

τη

φυσική,

κοινωνική,

οικονοµική,

οργανωτική

και

περιβαλλοντική βελτίωση των γειτονιών των πόλεων µε τη συµµετοχή των κατοίκων, των τοπικών επιχειρήσεων και των αιρετών αρχών. Οι βασικοί τρόποι παρέµβασης µιας πολιτικής αναβάθµισης των αστικών συνοικιών είναι οι εξής: (α)

Ανάδειξη

και

αξιοποίηση

ευκαιριών

για

προγράµµατα

ανάπλασης

εξαθλιωµένων συνοικιών σε τοπικό και εθνικό επίπεδο˙

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[32]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] (β) παροχή βοήθειας σε επιλεγµένες πόλεις και χώρες για την ενδυνάµωση του πολιτικού πλαισίου τους ως αναγκαίου θεµελίου για προγράµµατα ανάπλασης κοινοτήτων˙ (γ) δηµιουργία ενός συναινετικού πλαισίου µεταξύ τοπικών φορέων και κινητοποίηση πόρων για την υλοποίηση προγραµµάτων˙ (δ) ανάληψη δράσεων ευαισθητοποίησης, διάχυσης πληροφόρησης και δηµιουργίας παγκόσµιας βάσης µε βέλτιστες πρακτικές προγραµµάτων ανάπλασης κοινοτήτων. Συνοπτικά, µια επιτυχηµένη στρατηγική για την ανάπλαση εξαθλιωµένων συνοικιών και γειτονιών στους κόλπους των πόλεων προϋποθέτει τα εξής: ¾ Επίδειξη πολιτικής βούλησης. ¾ Εθνική και τοπική στοχοθεσία. ¾ Πρόβλεψη πόρων στους προϋπολογισµούς της τοπικής και εθνικής αρχής. ¾ Υλοποίηση των αναγκαίων µεταρρυθµίσεων (για τις χρήσεις γης, τα οικονοµικά και θεσµικά ζητήµατα). ¾ ∆ιασφάλιση διαφανών διαδικασιών στην αγορά γης. ¾ Κινητοποίηση πόρων από τον ιδιωτικό τοµέα. ¾ Προληπτικά µέτρα εναντίον της ανάπτυξης νέων εξαθλιωµένων συνοικιών. Τέλος, εξαιτίας της αυξανόµενης έντασης της παγκοσµιοποίησης που απαιτεί ποιοτικές

υποδοµές

για

να

προσελκύσουν

επενδύσεις,

την

αποκέντρωση αρµοδιοτήτων, που συνήθως δεν συνοδεύεται από

συνεχή τους

αντίστοιχους πόρους, και τη συνεχή ροή φτωχών τµηµάτων του πληθυσµού στα αστικά κέντρα, η Συµµαχία σχεδιάζει βιώσιµες οικονοµικές στρατηγικές για τις πόλεις µε σκοπό την προσέλκυση µακροπρόθεσµων κεφαλαιακών επενδύσεων για τις υποδοµές τους, τη βελτίωση της λογοδοσίας για την © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[33]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] παροχή υπηρεσιών και για τη διασφάλιση σταθερών εσόδων. Βασικό µέσο για την υλοποίηση του ανωτέρω στόχου είναι η ∆ηµοτική Οικονοµική Οµάδα Έργου που περιλαµβάνει ειδήµονες και επαγγελµατίες, ιδιωτικά πιστωτικά ιδρύµατα, τράπεζες και αναπτυξιακούς φορείς. Αποστολή της συγκεκριµένης οµάδας είναι η ανάλυση και ανταλλαγή γνώσεων και εµπειριών µεταξύ πόλεων που έχουν επιτυχηµένα κινητοποιήσει µακροπρόθεσµα ιδιωτικά κεφάλαια για την υλοποίηση των στόχων τους. Παράλληλα, η Συµµαχία υποστηρίζει την πρωτοβουλία των Ηνωµένων Πόλεων και Τοπικών Αυτοδιοικήσεων για να δηµιουργήσουν παγκόσµιες και περιφερειακές επιτροπές δηµάρχων που να ασχολούνται µε τα οικονοµικά της αυτοδιοίκησης, να βρίσκονται σε επαφή µε την ανωτέρω οµάδα έργου και να βοηθούν τη διεύρυνση και εµβάθυνση της συµµετοχής των πόλεων για τη βελτίωση των συγκεκριµένων εργαλείων κατά την εφαρµογή τους σε αυτές. 5. Η Ελληνική Στρατηγική Το πρόσφατο συνέδριο της ΚΕ∆ΚΕ (Θεσσαλονίκη, 26-28 Νοεµβρίου 2008) αποτέλεσε αφορµή για τη διατύπωση της πρότασης του αντιπροσωπευτικού οργάνου των πρωτοβάθµιων ΟΤΑ της χώρας µας για την αντιµετώπιση των επερχόµενων

επιπτώσεων

της

παγκόσµιας

οικονοµικής

κρίσης23.

Εν

προκειµένω, το Επιχειρησιακό Πρόγραµµα της ΚΕ∆ΚΕ έχει ως στόχο να θωρακίσει την αυτοδιοίκηση και να συνδράµει τη συνολική εθνική προσπάθεια για τη δηµιουργία προοπτικών ενόψει των επαπειλούµενων επιπτώσεων της οικονοµικής ύφεσης. Το Πρόγραµµα εξειδικεύεται σε υποπρογράµµατα που αφορούν τους κεντρικούς άξονες των πολιτικών που ασκούνται ήδη από τους δήµους της χώρας˙ διασφαλίζει την κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή˙ ενισχύει την τοπική απασχόληση˙ και στηρίζει τη βιώσιµη ανάπτυξη. Η χρηµατοδότησή του θα γίνει, είτε από ιδίους πόρους της αυτοδιοίκησης, είτε από δανεισµό, είτε από κοινοτικούς και εθνικούς πόρους και προγράµµατα. Η ΚΕ∆ΚΕ έχει ήδη αποφασίσει να συνάψει δάνειο ύψους 1 δισ. ευρώ µε την Βλ. ‘Επιχειρησιακό Πρόγραµµα της ΤΑ για την αντιµετώπιση της ύφεσης’, Επιθεώρηση Τ.Α., τεύχ.119, Νοέµβριος 2008, σσ.7-13. 23

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[34]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] Ευρωπαϊκή

Τράπεζα

Επενδύσεων

προκειµένου

να

ενισχύσει

και

να

«ξεπαγώσει» τοπικές οικονοµίες που πλήττονται από την οικονοµική ύφεση. Το δάνειο (µε επιτόκιο που θα φτάνει το 4%) θα αποπληρωθεί σε 25 χρόνια και θα εκχωρηθεί µε την υποθήκευση αυτοδιοικητικών πόρων24. Η ΚΕ∆ΚΕ θεωρεί ότι για τη δηµιουργία προοπτικών για το ξεπέρασµα των επιπτώσεων της επερχόµενης κρίσης, οι προτάσεις θα πρέπει να είναι στοχευµένες και άµεσες για να υποστηρίζουν περιοχές και κοινωνικές οµάδες «υψηλού κινδύνου» που θα διαθέτουν τα εξής χαρακτηριστικά: ¾ Να µην είναι επιδοµατικές αλλά να δίνουν προοπτικές ανάπτυξης και πέραν της εποχής της ύφεσης. ¾ Να µην είναι ευκαιριακές και βραχυχρόνιες, αλλά προγραµµατισµένες, στοχευµένες για όσο διαρκέσει η ύφεση. ¾ Να δηµιουργούν πολλαπλασιαστικά φαινόµενα ώστε να λειτουργήσουν ως αναπτυξιακό εφαλτήριο. ¾ Να

προβάλουν

και

να

αξιοποιήσουν

τα

τοπικά

συγκριτικά

πλεονεκτήµατα. ¾ Να έχουν τη µορφή ολοκληρωµένης πρότασης που θα καλύπτουν όλους τους τοµείς και θα βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των πολιτών. Με γνώµονα την καλύτερη γνώση που διαθέτει η τοπική αυτοδιοίκηση για τα προβλήµατα των τοπικών κοινωνιών αλλά και τις ιδιαιτερότητες και συγκριτικά πλεονεκτήµατά τους, προτείνονται εννέα υποπρογράµµατα: ™ Ειδικό Επενδυτικό Πρόγραµµα για τους ∆ήµους. ™ Πρόγραµµα Τόνωσης της Τοπικής Απασχόλησης και Ανάπτυξης. ™ Πρόγραµµα «Συν-Κοινωνία». ™ Πρόγραµµα «Εξοικονοµώ» (µείωση εκποµπών ρύπων και ενεργειακή αποδοτικότητα υποδοµών).

24

Βλ. Ε. Χατζηιωαννίδου, ‘Κίνηση ΚΕ∆ΚΕ µε πολλά…ρίσκα’, Καθηµερινή, 29 Ιανουαρίου 2009.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[35]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] ™ Πρόγραµµα εξασφάλισης της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών δοµών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. ™ Πρόγραµµα Υποστήριξης Μικρών ∆ήµων για την ωρίµανση των έργων τους. ™ Ειδικό Επιχειρησιακό Πρόγραµµα Τοπική Αυτοδιοίκηση και Πολιτισµός. ™ Επιχειρησιακό πρόγραµµα Τοπική Αυτοδιοίκηση και προστατευόµενες περιοχές. ™ ∆ανειακή εξυπηρέτηση των ΟΤΑ. Η ΚΕ∆ΚΕ προσδοκά ότι, µε την καλύτερη αξιοποίηση του προγράµµατος ΘΗΣΕΑΣ και των έργων του ΕΣΠΑ που αφορούν την τοπική αυτοδιοίκηση, το Επιχειρησιακό Πρόγραµµα θα συµβάλλει στην άµβλυνση της επενδυτικής και αναπτυξιακής απραξίας των µικρών δήµων και στη δροµολόγηση µιας στοχευµένης αναπτυξιακής πορείας. 6. Επίµετρο Πριν

λίγα

χρόνια,

ο

«τεχνο-ενθουσιασµός»

που

έφερε

µαζί

της

η

παγκοσµιοποίηση και η πληροφορική επανάσταση οδήγησε αρκετούς να προδιαγράψουν το τέλος των πόλεων ως πηγών οικονοµικής ανάπτυξης. Σύµφωνα µε τον Pascal οι πόλεις προοδευτικά θα εξαφανίζονταν, καθώς ο κύριος λόγος ύπαρξής τους – η διαπροσωπική επικοινωνία – θα υποκαθίστατο από τα ηλεκτρονικά δίκτυα. Νέες αγροτικές κοινωνίες θα αναδύονταν, καθώς οι άνθρωποι θα ασκούσουν τις νέες ελευθερίες τους να εγκαθίστανται σε µικρά, ελκυστικά καταλύµατα καλύτερα προσαρµοσµένα στις ανάγκες τους25. Ακόµη και ο McLuhan πίστεψε στην ανάδυση ενός ‘παγκόσµιου χωριού’, υπονοώντας ότι οι πόλεις ως ‘ένας τύπος µεγάλων διαστάσεων πρέπει αναπόφευκτα να διαλυθεί’26. Ο Paul Virilio υποστήριζε, τέλος, ότι οι πόλεις ήταν

υπερεκτεθειµένες

σε

νέες

επικοινωνιακές

τεχνολογίες

που

αποτελεσµατικά εξυπηρετούσαν την «εξαέρωση» της χωρικής σηµασίας τους 25 26

Βλ. A. Pascall, ‘The Vanishing City’, Urban Studies, 24, 1987, 597-603. Βλ. M. McLuhan, Understanding Media-The Extension of Man, Sphere, London 1964.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[36]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] στο πλαίσιο µιας µεταλλαγής στον παγκόσµιο ‘τεχνολογικό χωρο-χρόνο’27. Όµως, η µετάβαση στη ‘νέα’ οικονοµία ή την οικονοµία της ‘γνώσης’ οδήγησε αρκετούς παρατηρητές να επικεντρώσουν την προσοχή τους στις περιφέρειες µεγάλων πόλεων ως τους κυριότερους κινητήρες για την εθνική και περιφερειακή οικονοµική ανάπτυξη. Σύµφωνα µε αυτή την άποψη, η οικονοµική ισχύς ενός έθνους δεν είναι τίποτε περισσότερο από τις οικονοµικές δυνατότητες των µητροπολιτικών περιφερειών τους. Η αστική ανάπτυξη και ο σχεδιασµός αναπτύσσονται στο πλαίσιο µιας ‘υψηλού επιπέδου συλλογικής µαθησιακής διαδικασίας’ στην οποία πρωταγωνιστές είναι τα αναπτυγµένα δίκτυα

τηλεπικοινωνιών,

τα

σύγχρονα

συγκοινωνιακά

δίκτυα

και

οι

τηλεµατικές υποδοµές28. Επίσης, δεν πρέπει να παραβλέπουµε τη σηµασία των µεγάλων µητροπόλεων ως σηµαντικών εξουσιαστικών κέντρων, στο πλαίσιο µιας διαδραστικής παγκόσµιας δυναµικής των οικονοµικών αγορών, των υψηλού επιπέδου παραγόµενων υπηρεσιών, των εταιρικών επιτελείων και άλλων συνδεόµενων υπηρεσιών. Η διάχυση της παραγωγικής ικανότητας των διεθνικών εταιρειών σε παγκόσµιες αποστάσεις απαιτεί µια παράλληλη χωρική συγκέντρωση υψηλού επιπέδου επιτελικών λειτουργιών στην κορυφή της παγκόσµιας αστικής ιεραρχίας (κυρίως σε Λονδίνο, Νέα Υόρκη και Τόκιο)29. Επιπλέον,

οι

πόλεις

αποτελούν

τους

κατεξοχήν

τόπους

αναζήτησης

καινοτόµων λύσεων, αφού λειτουργούν και µετατρέπονται σε ‘δηµιουργικές πόλεις’ ως πεδία συµβολισµού, βάσεις για νέους τύπους κατανάλωσης και πολιτιστικής παραγωγής και τόπους για εντατικά δίκτυα ροών πληροφοριών και επικοινωνιών µόνο όταν οι επιµέρους στρατηγικές αστικής ανάπτυξης αναγνωρίζουν ότι ‘τα προσδιοριστικά χαρακτηριστικά των πόλεων είναι η υψηλή πυκνότητά τους, οι πολλαπλές χρήσεις τους, οι συναλλαγές και πάνω απ’ όλα η ποικιλοµορφία τους’. Με αυτό τον τρόπο νέοι χώροι, νέοι Βλ. P. Virilio, ‘The Overexposed City’, Zone, 1 (2), 1987, 14-31. Βλ. R. Knight, ‘Knowledge-based development: Policy and Planning implications for Cities’, Urban Studies, 32(2), 1995, 225-60. 29 Βλ. M. Castells, The Informational City: Information Technology, Economic Restructuring nand the Urban-Regional Process, Blackwell, Oxford 1989˙ M. Castells and P. Hall, Technopoles of the World: The Making of 21st Century Industrial Complexes, Routledge, London 1994˙ J. Friedman, ‘Where We Stand: A Decade of World City Research’, σε P. Knox and P. Taylor (επιµ.) World Cities in a World System, Cambridge University Press, Cambridge 1995˙ S. Sassen, The Global City: New York, London, Tokyo, Princeton University Press, Princeton 1991˙ της ιδίας, Cities in a World Economy, Pine Forge, London 1994. 27 28

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[37]


[Παγκόσµιες προκλήσεις, Τοπικές στρατηγικές] [του Αντώνη Καρβούνη] βελτιωµένοι δηµόσιοι χώροι, νέα µικτής χρήσης αστικά τοπία, νέες διαπολιτισµικές ανταλλαγές θεωρούνται ως απάντηση στα προβλήµατα της αποξένωσης, της αποσύνθεσης, της πόλωσης και της κρίσης στον αστικό δηµόσιο χώρο30. ∆εν πρέπει όµως κανέναν να ξεγελά αυτή η εικόνα για την πόλη˙ τη στιγµή των

παγκόσµιων

εµπορικών

ανταλλαγών,

των

πολλαπλών

εθνικών

αναµείξεων, των παγκοσµιοποιηµένων κινητικοτήτων, η πόλη είναι διχασµένη, ανισότιµη, κοινωνικά και πολιτικά χωρίς ισορροπία, κατ’ εικόνα ενός αβέβαιου κόσµου. Από τα αναπτυσσόµενα πολεοδοµικά συγκροτήµατα της Νότιας Κίνας στην ανάπτυξη της πληροφορικής στις πόλεις της Ινδίας, από την πυκνότητα των µητροπόλεων της Βραζιλίας ή του Μεξικού στο υποτιθέµενο λαχάνιασµα των παλιών ευρωπαϊκών αστικοποιήσεων ή της ιαπωνικής µεγαλούπολης, τα παραδείγµατα πληθαίνουν για τη συνεχιζόµενη αύξηση του πλούτου ή την απότοµη εµφάνισή του στα αστικά κέντρα, καθώς πληθαίνουν, όµως, και οι ανισότητες µεταξύ των κατοίκων της ίδιας πόλης, µεταξύ των γειτονιών του ίδιου αστικού συγκροτήµατος, µεταξύ χώρων της ίδιας περιοχής, ενώ ο δυναµισµός των τεχνολογικών εξελίξεων και οι δηµογραφικές µάζες και οι περιοχές αναφοράς τους γίνονται τεράστιες31. Κατόπιν τούτου, δεν µπορεί να προκαλεί πλέον σε κανέναν µεγάλη εντύπωση η προσοχή που αποδίδεται σήµερα, µέσα από τις διάφορες εθνικές, περιφερειακές και παγκόσµιες στρατηγικές κυβερνήσεων, τοπικών και περιφερειακών αυτοδιοικήσεων και παγκόσµιων και περιφερειακών οργανισµών, στις πόλεις και τις τοπικές αρχές τους ως κινητήρων για την ανάπτυξη και για την αντιµετώπιση των επιπτώσεων της οικονοµικής ύφεσης.

Βλ. F. Bianchini and H. Schwengel, ‘Re-imagining the City’, σε J. Corner and S. Harvey (επιµ.) Enterprise and Heritage: Crosscurrents of National Culture, Routledge, London 1991˙ K. Worpole, Towns for People, Open University Press, Buckingham 1992. 31 Βλ. G. Burgel, Η Επιστροφή της Πόλης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2008, σ,15. 30

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[38]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας του Βαγγέλη Λαγού

«Οι προοδευτικοί άνθρωποι πρέπει να χρησιµοποιήσουν

την

κοινωνική

τους

γνώση και να αναπτύξουν στρατηγική για να παλέψουν για την ηγεµονία των ιδεών τους», Walden Bello, 'It is time to aim beyond capitalism', Interview conducted

by

Alejandro

Kirk/IPS

TerraViva,

http://waldenbello.org/content/view/103/ 47/ (pdf format generated: 8 March, 2009, 08:47)

Η παρούσα και στο µέλλον προεκτεινόµενη, γενικευµένη χρηµατοπιστωτικήχρηµατιστηριακή κρίση µάς φέρνει και πάλι αντιµέτωπους µε ορισµένα κεντρικά ζητήµατα της φύσης και της λειτουργίας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που αφορούν στις οικονοµικές, πολιτικές και αξιακές προτεραιότητες και επιλογές των κοινωνικών µας οργανώσεων. Τα ζητήµατα αυτά

µελετήθηκαν

και

συζητήθηκαν

επανειληµµένα

κατά

τους

τρεις

τελευταίους αιώνες και οι απαντήσεις που δόθηκαν δηµιούργησαν ένα διπολικό

πολιτικο-θεωρητικό

συνεχές

που,

παρά

τις

επιµέρους

διαφοροποιήσεις ή τα ποικίλα ενδιάµεσα µείγµατα, µπορεί να συνοψιστεί στην αντιπαράθεση µεταξύ των ατοµοκεντρικών και των κοινωνιοκεντρικών προδιαγραφών της κοινωνικής συγκρότησης. Χρειάστηκε περισσότερο από ένας αιώνας άγριων ταξικών συγκρούσεων, δύο τερατώδεις παγκόσµιοι πόλεµοι, η κατάρρευση του ευρωπαϊκού ιµπεριαλισµού και της αποικιοκρατίας

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[39]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] και ο ψυχροπολεµικός διπολισµός, για να διαµορφωθεί µια ευρεία κοινωνικοπολιτική συναίνεση για το µείγµα ατοµοκεντρικών και κοινωνιοκεντρικών προτεραιοτήτων και επιλογών που θα συµβίβαζε τα σπαρασσόµενα κοινωνικά συµφέροντα σε µια αναπτυξιακή ισορροπία, ικανή να εγγυηθεί ταυτόχρονα την κεφαλαιακή συσσώρευση και ένα στοιχειώδες επίπεδο κοινωνικής συνοχής. Η «χρυσή τριακονταετία» του κεϋνσιανού συµβιβασµού έβγαλε την Ευρώπη από τα ερείπια του πολέµου και γέννησε τις µαζικοδηµοκρατικές «κοινωνίες της αφθονίας», στο πλαίσιο των οποίων τα κοινωνικά δικαιώµατα συµπλήρωναν, ως ένα βαθµό, τα τυπικά αστικά ατοµικά δικαιώµατα. Η κατάρρευση της κεϋνσιανής συναίνεσης, που ξεκίνησε µε τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και ολοκληρώθηκε µε την ήττα του κρατικού σοσιαλισµού της Σοβιετικής Ένωσης, αντικατέστησε την κεϋνσιανή δυαρχία µε τη µονοκρατορία του νεοφιλελεύθερου αντικοινωνικού ατοµικισµού. Έκτοτε, η κυρίαρχη «σοφία» των διανοουµένων και του πολιτικού µας προσωπικού µάς διαβεβαιώνει ακούραστα ότι το δίλληµα λύθηκε οριστικά: η λεωφόρος της ανάπτυξης και της προόδου διανοίγεται από τον ελεύθερο ανταγωνισµό των ατοµικών συµφερόντων και όχι από την κρατικά σχεδιασµένη αξιοποίηση και αναδιανοµή του πλούτου και της ισχύος. Ας επιτρέψουµε λοιπόν στα άτοµα, τα κεφάλαια και τα εµπορεύµατα να κυκλοφορούν ελεύθερα. Ας απελευθερώσουµε τον δυναµισµό του ατοµικού συµφέροντος και ας ενθαρρύνουµε µε κάθε τρόπο την καινοτόµο ιδιωτική πρωτοβουλία. Το µεγαλύτερο εµπόδιο που αντιµετωπίζει αυτό το κοινωνικό πρόγραµµα είναι οι κρατικές κοινωνικές πολιτικές που περιορίζουν τις ευκαιρίες-προσδοκίες κέρδους και αυξάνουν τα κόστη. ∆ιανύσαµε ήδη µια εικοσαετία απόλυτης κυριαρχίας αυτού του προγράµµατος, στη διάρκεια της οποίας µεγεθύνθηκαν ασύλληπτα τα ιδιωτικά κέρδη και κουρελιάστηκε η κοινωνική πολιτική και η κοινωνική συνοχή. Στα παρακάτω θα ισχυριστώ, από τη µια πλευρά, ότι η θεαµατική αυτή επιτυχία του νεοφιλελευθερισµού, που καθοδηγεί µε το αόρατο (και εσχάτως τρεµάµενο) χέρι του την παγκόσµια οικονοµία, έγινε εφικτή χάρη στην εντυπωσιακή συναίνεση που κατάφερε να αποσπάσει στο εσωτερικό των ισχυρών δυτικών κοινωνιών και από την άλλη © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[40]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] ότι η σηµερινή κρίση είναι το αποτέλεσµα αυτής ακριβώς της απόλυτης κυριαρχίας του. Η νεοφιλελεύθερη ηγεµονία χαρακτηρίστηκε από την καθολική επιβολή ως µοναδικής πηγής της υποκειµενικότητας ορισµένων πάγιων χαρακτηριστικών του φιλελευθερισµού, οξυµένων στο έπακρο. Αναφέροµαι σε χαρακτηριστικά όπως η µονοµανής προσήλωση στο ατοµικό συµφέρον, η ανταγωνιστικότητα, η θεοποίηση της ατοµικής κερδοσκοπίας, η συνακόλουθή της απληστία, και η επιδίωξη της ατοµικής καταξίωσης µέσα από τον επιδεικτικό καταναλωτισµό. Μπορούµε

να

συνοψίσουµε

αυτά

τα

χαρακτηριστικά

υπό

τον

όρο

υποκειµενικές δυνάµεις του κεφαλαίου, ο οποίος ισοδυναµεί µε όρους όπως πολιτισµός του κεφαλαίου, ιδεολογία του κεφαλαίου, κεφαλαιοκρατική υποκειµενικότητα κ.τ.ο και αντιπαραβάλλεται προς τις αντικειµενικές δυνάµεις του κεφαλαίου, όπως η απόσπαση της υπεραξίας και η εκµετάλλευση, η συσσώρευση του κεφαλαίου, ο επεκτατισµός της ελεύθερης αγοράς κτο. Πρόκειται για χαρακτηριστικά του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που, ευρισκόµενα στον πυρήνα του συστήµατος, παράγουν την αξιοθαύµαστη ορµητικότητα και τον επεκτατισµό του, αλλά και τις ιδιαίτερες εκείνες υποκειµενικότητες που µπορούν και επιθυµούν να ενεργοποιήσουν τις αναγκαίες συστηµικές διεργασίες. ∆ιαµορφώνουν, µ’ άλλα λόγια, τα κίνητρα που καθοδηγούν τις πράξεις των ανθρώπων, τις αντιλήψεις και τις πεποιθήσεις τους, τις προσδοκίες και τις επιδιώξεις τους. Αυτές οι υποκειµενικές δυνάµεις του

κεφαλαίου,

ακραία

οξυµένες

από

τον

µεταµοντέρνο

λαϊκιστικό

φιλελευθερισµό, βρίσκονται στον πυρήνα της σηµερινής κρίσης πιέζοντάς µας να επαναπροσδιορίσουµε τον ίδιο µας τον πολιτισµό. Πραγµατικά, τα κρίσιµα ερωτήµατα είχαν αρχίσει να διατυπώνονται εδώ και αρκετό καιρό. Για πόσο είναι δυνατόν να µεγεθύνονται τα κέρδη; Με τι ταχύτητα µπορούν να βελτιώνονται οι δείκτες της ανάπτυξης; Πόσο συχνά µπορούµε να αλλάζουµε αυτοκίνητο και πόσα αυτοκίνητα µπορεί να διαθέτει ο καθένας; Πόσο πρέπει να αυξάνουµε ετησίως την παραγωγή και την κατανάλωση, ώστε συνεχώς να µεγεθύνονται οι αγορές και το ΑΕΠ; Είναι © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[41]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] δυνατόν να κερδίσουν όλοι; Εν συντοµία, υπάρχει όριο στη µεγέθυνση των ανεξέλεγκτων παγκοσµιοποιηµένων καπιταλιστικών αγορών; Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, η απάντηση ήρθε από την πραγµατικότητα και πριν από τους ειδικούς. Το όριο είναι οι ίδιες αυτές οι αγορές. Η αχαλίνωτη απληστία τους, ο κανιβαλικός τους ανταγωνισµός, ο ανεύθυνος ατοµικισµός τους και ο αχόρταγος καταναλωτισµός τους, αφού συνέτριψαν κάθε άλλο αξιακό σύστηµα και καθυπόταξαν τους κρατικούς θεσµούς, στράφηκαν, αυτοκαταστροφικά, εναντίον του ίδιου του συστήµατος. Η ίδια η λειτουργία της ελεύθερης ανταγωνιστικής αγοράς οδήγησε, για µια ακόµη φορά, στην κατάρρευσή της. Εδώ και µια τριακονταετία µας επαναλαµβάνουν αδιάκοπα: η κοινωνική πολιτική και η κρατική παρέµβαση στις αγορές περιορίζουν τις επιλογές και την ατοµική ελευθερία, ανακόπτουν τον δυναµισµό της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, αυξάνουν τα κόστη και τον αυταρχισµό και απονεκρώνουν την κοινωνία των πολιτών. Αφήστε λοιπόν τις αγορές ανεξέλεγκτες, εµπιστευθείτε την εγωιστική ορµή των ανθρώπων, ενισχύστε τον ανταγωνισµό τους. Άλλωστε ο καθένας δεν επιδιώκει αυθόρµητα το ατοµικό του συµφέρον; ∆εν υπάρχει µεγαλύτερη εγγύηση για την πρόοδο της κοινωνίας από τα ελεύθερα δηµιουργικά άτοµα που επιδιώκουν την ικανοποίηση των αναγκών και των επιθυµιών τους. Το νεοφιλελεύθερο δόγµα, όπως και κάθε φιλελευθερισµός, θεµελιώνει την ανθρώπινη δράση στα ανταγωνιζόµενα ατοµικά συµφέροντα, στον ανθρώπινο εγωισµό, µέσα από τον οποίον αναδύεται αυθόρµητα το καθολικό κοινωνικό συµφέρον, χάρη στην αλχηµική µεταστοιχείωση της αρνητικότητας σε θετικότητα που υπόσχεται η ελεύθερη ανταγωνιστική αγορά. Η ανθρωπότητα λοιπόν αναπτύσσεται και προοδεύει χάρη στις µυριάδες µικροσυγκρούσεις συµφερόντων συµβίωσης.

Η

που

συγκροτούν

νεοφιλελεύθερη

την

πραγµατικότητα

ορθοδοξία

προσθέτει

της

ανθρώπινης

έναν

ιδιαζόντως

αντικοινωνικό τόνο στην παραπάνω κοινωνιολογία. Η θατσερική διακήρυξη («η κοινωνία δεν υπάρχει, υπάρχουν µόνο τα άτοµα και οι οικογένειές τους»)

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[42]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] κυριαρχεί στα πολιτικά συστήµατα και στις αγορές του ανεπτυγµένου κόσµου και ακυρώνει κάθε συλλογική προοπτική, κάθε συνολοποιητική αναφορά. Το άτοµο και η υποκειµενικότητά του, δηλαδή

τα συµφέροντα, τα

δικαιώµατα, οι προσδοκίες και οι επιδιώξεις του, έχουν καταστεί το ακρότατο ανθρωπολογικό-κοινωνιολογικό όριο και το πολιτικό επίκεντρο του κόσµου µας. Αναπόφευκτα δύο χαρακτηριστικά του ατοµικιστικού παραδείγµατος αποκτούν εξαιρετική σηµασία: η απληστία και η ανευθυνότητα. Καθώς η σπάνη των πόρων και των πηγών της ισχύος θεµελιώνουν τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της ελεύθερης αγοράς, µόνο η διαρκής µεγέθυνση, δηλαδή η συνεχώς αυξανόµενη συσσώρευση κεφαλαίου, µπορεί να εξασφαλίσει την προνοµιακή ατοµική επιβίωση στα αγοραία πεδία των µαχών. Η κερδοσκοπική απληστία γίνεται έτσι η κεντρική κινητήρια δύναµη του συστήµατος. Όµως, ο διαρκής πόλεµος-όλων-εναντίον-όλων που διεξάγεται στο εσωτερικό των ελεύθερων αγορών υπονοµεύει την ίδια την ύπαρξη του συστήµατος ανταλλαγών

και

συνολικά

της

κοινωνικής

συµβίωσης.

Τα

άτοµα,

απασχοληµένα µε τους µεταξύ τους ανταγωνισµούς, αδυνατούν να εγγυηθούν και να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη λειτουργία του κοινωνικού τους πλαισίου και συνεπώς αδυνατούν να εγγυηθούν τη συλλογικότητα. Είναι εκ παραδοχής κοινωνικά ανεύθυνα. Το βαρύ αυτό έργο της συλλογικής διασφάλισης της απρόσκοπτης λειτουργίας των κανόνων, των αξιακών συστηµάτων και των κοινωνικών διαδικασιών ανατίθεται στο κράτος. Τα κανονιστικά-διαδικαστικά πλαίσια που θέτει το κράτος επιτρέπουν στο άτοµο να συνεχίσει απερίσπαστο την επιδίωξη των ιδιωτικών του συµφερόντων: όσο τηρεί αυτά τα πλαίσια δε φέρει καµία άλλη ευθύνη απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Στο βαθµό που ο κοινωνικός κόσµος διαπερνάται απ’ άκρη σ’ άκρη και διαρθρώνεται γύρω από την ατοµικιστική συνθήκη, η απληστία και η ανευθυνότητα καταξιώνονται κοινωνικά, καθίστανται πολιτισµικές παραδοχές και

δοµούν

τις

υποκειµενικότητες.

Για

τον

σκοπό

αυτόν

αποκτούν

ευφηµιστικές ονοµασίες, όπως το ατοµικό συµφέρον και η ιδιωτική πρωτοβουλία.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[43]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] Η νεοφιλελεύθερη αντιµεταρρύθµιση κυριολεκτικά θεοποίησε την ιδιωτική κερδοσκοπία ωθώντας στα άκρα την ανταγωνιστικότητα και τον ατοµικισµό. Πέτυχε να την καταστήσει απόλυτο θεµέλιο και σκοπό της οικονοµικής πρακτικής και µε τον τρόπο αυτό υπέταξε στην εξουσία της κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Η κερδοσκοπική φαντασίωση επιβλήθηκε ως το κυρίαρχο κίνητρο της οικονοµικής δραστηριότητας και των δηµόσιων πολιτικών. Κανένα άλλο κίνητρο της ανθρώπινης συµπεριφοράς δε γνώρισε τέτοια κοινωνική και πολιτική νοµιµοποίηση κατά την τελευταία τριακονταετία. Η φαντασίωση αυτή πορεύτηκε εξαρχής άρρηκτα συνδεδεµένη µε την κοινωνική ανευθυνότητα. Η άναρχη υπερδιαφοροποίηση και αλληλεξάρτηση των αγορών στο πλαίσιο της στρατηγικής της παγκοσµιοποίησης επέβαλε, ως φυσική στάση απέναντι στο κοινωνικό, την πιο ακραία αδιαφορία. Σε µια πλανητική ανταγωνιστική αγορά, κανείς δεν είναι υπεύθυνος για τις συνέπειες των ατοµικών κερδοσκοπικών πράξεων. Οι επιµέρους καταστροφές είναι αποτελέσµατα τόσο πολύπλοκων και συγκυριακών αλληλεπιδράσεων και αλληλεξαρτήσεων, ώστε καθίσταται αδύνατος οποιοσδήποτε καταλογισµός ευθυνών. Ακόµη περισσότερο, το πλέγµα των αλληλεξαρτήσεων που συνέχει τις διεθνοποιηµένες καπιταλιστικές αγορές ακυρώνει κάθε ουσιαστική ατοµική πρωτοβουλία κοινωνικής ευθύνης, αφού αναπόφευκτα αυξάνει το κόστος και µειώνει τα κέρδη επισείοντας µονίµως τη δαµόκλειο σπάθη της ελλειµµατικής ανταγωνιστικότητας. Από την άλλη πλευρά, ο νεοτερικός φορέας της κοινωνικής υπευθυνότητας, δηλαδή το κράτος, έχει απολέσει τον µεταπολεµικό του ρόλο, αφού η παρέµβασή του υπονοµεύει τον ελεύθερο ανταγωνισµό και αυξάνει τα κόστη. Έτσι, η κοινωνία έµµεινε ανυπεράσπιστη απέναντι στην κερδοσκοπική φαντασίωση. Το κοινωνικό φαντασιακό κατακλύστηκε απ’ αυτήν και τη µετέτρεψε σε πολιτισµική συνθήκη µε αποτέλεσµα ο ίδιος ο πλούτος να γίνει αφηρηµένος. Η χρηµατιστηριακή προσδοκία κέρδους και ο τραπεζικός δανεισµός συνοψίζουν µε τον εναργέστερο τρόπο τα νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά του πλούτου. Είναι ανεξέλεγκτος από την κοινωνία και το κράτος, άυλος και αόρατος, πανταχού παρών και πλανητικά κινούµενος µε τροµακτικές ταχύτητες, ιδιοσυγκρασιακός και συµβολικός, συσσωρεύεται και © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[44]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] µεγεθύνεται στους ναούς της κερδοσκοπίας και στα αλχηµιστικά εργαστήρια της αγοράς. Υλοποιείται στις επιχειρηµατικές επενδύσεις και στην επιδεικτική κατανάλωση. Αδιαφορεί για τις κοινωνικές του συνέπειες και εκβιάζει την κοινωνική συµµόρφωση στις προϋποθέσεις του. Συχνά, αφήνει ερείπια στο πέρασµά του. Έχει πλέον γίνει αρκετά καθαρό ότι η σηµερινή κρίση δεν είναι απλά ένα ατύχηµα, αλλά η αναπότρεπτη συνέπεια της λογικής του συστήµατος. Τίποτε δεν πήγε στραβά. Καµιά απρόβλεπτη εξέλιξη ή συγκυρία δεν ανέτρεψε τους σχεδιασµούς των διεθνών αγορών. Αντίθετα µάλιστα, όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Στην πραγµατικότητα σήµερα, το σύστηµα κινδυνεύει, κυριολεκτικά, να σκάσει από υγεία. Το χρηµατοπιστωτικό-χρηµατιστηριακό κεφάλαιο πέτυχε να προσαρτήσει κάθε άλλη αγορά στη δική του και, έτσι, να επιβάλει τον εαυτό του ως το κυρίαρχο πλανητικό εµπόρευµα. Η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίστηκε από µια άνευ προηγουµένου µαζικοποίηση της ατοµικής κερδοσκοπίας. Η θεωρία επιβεβαιωνόταν παντού: η επιχειρηµατικότητα και η, εγγενής σ’ αυτήν, ατοµική προσδοκία κέρδους

είναι η ύλη και η ενέργεια της θαυµαστής

µεγέθυνσης, διαφοροποίησης και αλληλεξάρτησης που γνώρισαν οι αγορές, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990, αλλά και σ’ αυτή του 2000. Τα χρηµατιστήρια και ο ανεξέλεγκτος δανεισµός µαζικοποίησαν τις απαιτήσεις της επιχειρηµατικότητας για συνεχή µεγιστοποίηση του κέρδους. Καθώς το κράτος αποσυρόταν από τις αγορές χάνοντας κάθε δυνατότητα επηρεασµού του συστήµατος, το δόγµα του µεταµοντέρνου λαϊκού καπιταλισµού των φτηνών δανείων και των υπερτιµηµένων χρηµατιστηρίων επέµενε µονότονα: η οικονοµική ανάπτυξη είναι το αποτέλεσµα της µαζικοποιηµένης ατοµικής κερδοσκοπίας. Μια αρχαία φαντασίωση σάρωσε τις µεσαίες τάξεις του πλανήτη: η φιλοσοφική λίθος του πλούτου επιτέλους ανακαλύφθηκε και το µόνο που χρειάζεται

είναι

να

µετατραπούν

οι

πάντες

σε

επιχειρηµατίες

που

κερδοσκοπούν µε τα κεφάλαια των άλλων. Το χρηµατιστήριο και η τράπεζα αποτελούν πλέον τους ναούς όπου συγκεντρώνονται, γονιµοποιούνται και © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[45]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] πολλαπλασιάζονται οι ατοµικές προσδοκίες κέρδους. Σπάνια άλλος ναός συγκέντρωσε, διαχειρίστηκε ή καθοδήγησε τόσες πολλές, τόσο ισχυρές και σε τέτοια πλανητική κλίµακα επιθυµίες, ελπίδες, φόβους και φαντασιώσεις όσο τα σύγχρονα χρηµατιστηριακά και τραπεζικά ιδρύµατα. Στην πραγµατικότητα, µόνο η Καθολική Εκκλησία µπορεί να συγκριθεί µε το σύγχρονό µας χρηµατιστηριακό-τραπεζικό κεφάλαιο στην ικανότητα µαζικής διαχείρισης και κινητοποίησης των ανθρώπινων ψυχών. Πρέπει να το αναγνωρίσουµε. Ο νεοφιλελευθερισµός έδωσε νέα ώθηση και ζωτικότητα στα πιο δυναµικά χαρακτηριστικά του καπιταλισµού και πέτυχε να αποδοµήσει κάθε συλλογική αναφορά και να εµπορευµατοποιήσει κάθε ελάχιστη πτυχή της κοινωνίας. Η ακαταπόνητη ορµή του γεννούσε ασταµάτητα νέα εµπορεύµατα, ενώ η στρατηγική της παγκοσµιοποίησης της καπιταλιστικής αγοράς εκτόξευσε τους ρυθµούς της µεγέθυνσης και της συσσώρευσης του πλούτου. Τον κεντρικό ρόλο στην καθοδήγηση της αλµατώδους

ανάπτυξης

ανέλαβε

το

χρηµατοπιστωτικό-χρηµατιστηριακό

κεφάλαιο µέσω του ελέγχου εκτεταµένων αλυσίδων παραγωγής αξίας. Για περίπου µια εικοσαετία ο πλανήτης γνώρισε µιαν άνευ προηγουµένου κερδοσκοπική κοσµογονία που ανέδειξε νέες δυνάµεις στον διεθνή οικονοµικοπολιτικό ανταγωνισµό και ενέτεινε ραγδαία την αλληλεξάρτηση των επιµέρους οικονοµιών. Παρότι οι παλιρροϊκές κινήσεις του διεθνούς χρηµατιστηριακού κεφαλαίου προκαλούσαν αλλεπάλληλες κινήσεις ανοδικής αναδιανοµής του συσσωρευµένου πλούτου, εντούτοις, οι µεσαίες τάξεις σε ολόκληρο τον πλανήτη έπεφταν, η µια µετά την άλλη, θύµα αυτής της φαντασίωσης του παιγνιώδους λαϊκού καπιταλισµού που υποσχόταν να συµφιλιώσει το ατοµικό µε το κοινωνικό συµφέρον. Καµία από τις επιµέρους χρηµατιστηριακές κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας δεν κατάφερε να προκαλέσει κάποια δυσπιστία προς την αντικοινωνική νεοφιλελεύθερη φαντασίωση. Ούτε η κατάρρευση µιας µεγάλης οικονοµίας, όπως της Αργεντινής, διατάραξε καθόλου την ευφορία των µεσαίων τάξεων. Ούτε ακόµη η διαρκώς εντεινόµενη συνάρτηση της κεφαλαιακής συσσώρευσης µε τον πόλεµο δεν προκάλεσε την αµφισβήτηση

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[46]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] της βιωσιµότητας του συστήµατος. ∆εν ήταν παρά τοπικές ή περιφερειακές διαταραχές κατά τη συγκρότηση του πλανητικού οικονοµικού περιβάλλοντος. Στη διάρκεια της λαµπρής εικοσαετίας του κερδοσκοπικού φονταµενταλισµού, η πραγµατικότητα υποτιµήθηκε συστηµατικά. Οι κοινωνικές συνέπειες του ανταγωνιστικού επεκτατισµού των αγορών αντιµετωπίστηκαν ως συµπτώµατα µιας

αναπότρεπτης

παγκοσµιοποιηµένο

διαδικασίας

προσαρµογής

νεοφιλελεύθερο

πεπρωµένο

των

κοινωνιών

τους.

Η

στο

κοινωνική

υπευθυνότητα αφαιρέθηκε από τις κοινωνικές πολιτικές και αποδόθηκε στη φιλανθρωπία και στις δηµόσιες σχέσεις των επιχειρήσεων. πραγµατικοί

άνθρωποι

µεταµορφώνονταν

σε

Καθώς οι

αφηρηµένους δείκτες, η

κερδοσκοπία αναδείχθηκε σε κυρίαρχη κοινωνική επιθυµία, ενώ το πιστωτικό σύστηµα όξυνε όλο και περισσότερο την υπαγωγή του παραγωγικού και του καταναλωτικού

ιστού

στις

κερδοσκοπικές

απαιτήσεις

του

τραπεζικού

κεφαλαίου. Οι ακρότητες του συστήµατος, όπως η κερδοσκοπική διαχείριση του κινδύνου ή η υπερτίµηση των µετοχών των επιχειρήσεων, διόγκωσαν ανεξέλεγκτα

τη

γενική

προσδοκία

κέρδους

και

οδήγησαν

το

χρηµατοπιστωτικό-χρηµατιστηριακό κεφάλαιο σε επικίνδυνη αυτονόµηση από τις πραγµατικές δυνατότητες της παραγωγής και της κατανάλωσης. Καθώς η αχαλίνωτη κερδοσκοπία υπερφαλάγγιζε την πραγµατική οικονοµία χορηγώντας επισφαλή δάνεια και «µοχλεύοντας» τα χαρτοφυλάκια, το σύστηµα έχασε την επαφή του µε την πραγµατικότητα και προεξόφλησε υπερβολικά µεγάλα µελλοντικά

κέρδη.

Η

απληστία

και

ο

ανταγωνισµός

διόγκωσαν

την

κερδοσκοπική απαίτηση µε αποτέλεσµα το πιστωτικό σύστηµα, σε µια έξαρση ανευθυνότητας, να διακινδυνεύσει την ίδια του την υπαρξιακή προϋπόθεση, την πίστη, και να εµπορευθεί τους ίδιους του τους κινδύνους. Το σύστηµα άρχισε να ερωτοτροπεί επικίνδυνα µε την ίδια του την κατάρρευση, όταν τα «προϊόντα υψηλού κινδύνου» έγιναν «ελκυστικότερα» και η «διαχείριση κινδύνων χαρτοφυλακίου» υψώθηκε σε µια νέα σολοµωνική της αύξησης των κερδών. Φυσικά, όλα αυτά ήταν κατά κύριο λόγο λογιστικά κόλπα µε περίπλοκα µαθηµατικά. Πλάσµατα της άπληστης φαντασίας που ξεχύθηκαν

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[47]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] από τον φαντασµαγορικό µύθο της αδιάκοπης επέκτασης των αγορών και της συνεχούς µεγέθυνσης των κερδών. Το πρόβληµα έγινε ορατό όταν επιτέλους αντιληφθήκαµε πως, από ένα σηµείο κι

έπειτα,

συνέβαιναν

περισσότερα

στη

φαντασία

των

οικονοµικών

διαχειριστών και των πελατών τους παρά στην πραγµατικότητα. Αφού οι πραγµατικοί άνθρωποι στους οποίους είχαν χορηγηθεί τα επισφαλή δάνεια δεν µπορούσαν εν τέλει να τα «εξυπηρετήσουν», τα φανταστικά κέρδη µε τη σειρά τους εξατµίστηκαν στο φως του ήλιου. Ο φανταστικός πλούτος που γονιµοποιούσαν εµφανίστηκε µε την πραγµατική, αέρινη, µορφή του και ο πληθωρισµός

µη

ικανοποιήσιµων

προσδοκιών

απαξίωσε

έµπρακτα

τα

προσδοκώµενα κέρδη αλλά και τα πραγµατικά κεφάλαια. Η µεγαλύτερη παρ’ όλ’ αυτά απώλεια ήταν αυτή που αφορούσε στο θεµέλιο του συστήµατος, την πίστη. Τα πιστωτικά ιδρύµατα έπαψαν να εµπιστεύονται το ένα το άλλο, µε αποτέλεσµα να στερέψει η κεφαλαιακή τους ρευστότητα. Καθώς κατέρρεε η πίστη, η ίδια η φαντασία άρχισε να ξεθωριάζει. Η δυσπιστία µεταξύ των πιστωτικών ιδρυµάτων προκάλεσε τη µαταίωση των προσδοκιών κέρδους, µε αποτέλεσµα η κρίση να εισβάλλει στα χρηµατιστήρια. Η κατάρρευση της γιάπικης µυθολογίας της συνεχούς επέκτασης των ανταλλαγών και της µεγέθυνσης των κερδών, η απώλεια κάθε ελέγχου του κράτους επί των αγορών και η πολλαπλή εξάρτηση της παραγωγικής οικονοµίας από το χρηµατοπιστωτικό-χρηµατιστηριακό

κεφάλαιο

άφησαν

την

τελευταία

απολύτως ανυπεράσπιστη µπροστά στις, δυσοίωνες για την κερδοφορία προγνώσεις. Αναπόφευκτα υπέκυψε στην κρίση. Τα κεφάλαια απαξιώνονται, τα κέρδη εξανεµίζονται, ο δανεισµός στερεύει και γίνεται επαχθής, οι θέσεις εργασίας χάνονται κατά χιλιάδες και η κατανάλωση κατακρηµνίζεται. Οι συνέπειες της νεοφιλελεύθερης φαντασίωσης είναι πολύ πραγµατικές. Παντού εκτυλίσσεται το ίδιο σενάριο: η µισθωτή εργασία και µεγάλα τµήµατα της µεσαίας τάξης είναι τα άµεσα θύµατα της εσωτερικής κατάρρευσης του συστήµατος, το χρηµατοπιστωτικό κεφάλαιο εκβιάζει το κράτος να αναλάβει τις ζηµίες του, και οι επιχειρήσεις απαιτούν φορολογικές © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[48]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] ελαφρύνσεις, περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και µείωση ή κρατική επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών. Η αυθόρµητη αντίδραση του συστήµατος είναι η κοινωνικοποίηση των ζηµιών και του κόστους, σε οξεία αντίστιξη µε την ιδιωτική συσσώρευση των κερδών. ∆υστυχώς, τίποτε απ’ όλ’ αυτά δεν είναι πρωτόγνωρο. Όλα έχουν ξανασυµβεί στο παρελθόν. Και όχι µόνο µία φορά. Γιατί λοιπόν όλοι εµφανίζονται τόσο έκπληκτοι? Η ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου δόγµατος υπήρξε πραγµατικά

καταλυτική.

Εδώ

και

τουλάχιστον

µια

εικοσαετία

µας

διαβεβαιώνουν ότι ζούµε το πεπρωµένο µας. Οι δύσπιστοι αποκρούονται ως γραφικοί, λαϊκιστές, πολιτικά απολιθωµένες κασσάνδρες κτο. Οι µεγαλοστοµίες του Φουκουγιάµα περί του τέλους της ιστορίας και της οριστικής επικράτησης του οικονοµικο-πολιτικού φιλελευθερισµού φαίνεται τελικά έπιασαν τόπο. Οι πλειοψηφίες πείστηκαν ότι, χωρίς αντίπαλο, η καπιταλιστική αγορά ήταν αδύνατο να πάψει να αναπτύσσεται. Η όξυνση της διεθνοποίησης των αγορών συνέβαλε στο να ξεχαστεί όλη η επιστηµονική συζήτηση και η πολιτική εµπειρία γύρω από την ενδηµική στον καπιταλισµό κυκλικότητα των κρίσεων. Στη χειρότερη περίπτωση, υποστηριζόταν, τοπικές κρίσεις θα εµφανίζονται περιοδικά, αλλά η αδιάκοπη επέκταση των αγορών διασφαλίζει την ισορροπία του συστήµατος. Ο µεταµοντέρνος φαντασιωτικός καπιταλισµός δεν έχει όριο. Οι τοπικές καταστροφές δεν απειλούν το σύστηµα. Αντίθετα το ανανεώνουν, αφού δηµιουργούν νέες ευκαιρίες κερδοφόρων επενδύσεων. Εξού και η σχιζοειδής σπουδή µε την οποία αντιµετωπίστηκαν επανειληµµένα οι χρηµατιστηριακές κρίσεις. Αυτοί που πλήττονται καθίστανται ευκαιρία κέρδους για τους υπόλοιπους. Όσοι τρέχουν να βγουν από τα καταρρέοντα χρηµατιστήρια γίνονται λάφυρο εκείνων που περιµένουν να «τοποθετηθούν» µόλις κοπάσει ο µεγάλος πανικός. Αυτές οι τοπικές καταρρεύσεις αποτελούν στην πραγµατικότητα αναπόσπαστα στοιχεία του συστήµατος, αφού το εξυγιαίνουν «διορθώνοντας» τις υπερβολές της αισιόδοξης κερδοσκοπίας και καθιστώντας ξανά «ελκυστικές» τις κορεσµένες αγορές. Η αρνητικότητα του συστήµατος διασφαλίζει την αναπαραγωγή του.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[49]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] Παρ’ όλ’ αυτά, το αδύνατο συνέβη. Η Μεγάλη Κρίση είναι εδώ αποδεικνύοντας ότι η τοπικότητα δεν αποκλείει το φαινόµενο της αλυσιδωτής αντίδρασης, ιδιαίτερα µάλιστα όταν η κρίση πυροδοτείται στην οικονοµική και πολιτική καρδιά του παγκόσµιου καπιταλιστικού συστήµατος, τις ΗΠΑ. Όµως αυτή η εντυπωσιακή διάψευση των βεβαιοτήτων δε συνοδεύτηκε µέχρι σήµερα από κάποια αξιοσηµείωτη αλλαγή πολιτικής. Καθοδηγούµενο ακόµη από αυτούς που το έσπρωξαν στην κρίση, το σύστηµα επιχειρεί να αντιµετωπίσει τα βαθιά του προβλήµατα εντείνοντας την εκµετάλλευση και µετακυλώντας το κόστος στους πιο αδύναµους. Οι πολιτικές ηγεσίες, απόλυτα υποδουλωµένες στα καπρίτσια των διεθνών κερδοσκόπων και στους εκβιασµούς των τραπεζιτών επιδίδονται

στον

εξωραϊσµό

των

καταστροφικών

συνταγών

τους

πακετάροντάς τες µε µεγαλοστοµίες περί κοινωνικής ευθύνης που ο ρόλος τους είναι να νοµιµοποιήσουν τη στήριξη εκείνων που ευθύνονται για τη σηµερινή συστηµική κρίση. Η απόδοση ευθυνών και ο στιγµατισµός των υπευθύνων είναι έξω από κάθε συζήτηση. Αντί γι’ αυτό, επιτρέπουµε ακόµη στους πολιτικούς υποστηρικτές της πλανητικής κερδοσκοπίας να καθοδηγούν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες µέσα στην κρίση. Γι’ αυτό άλλωστε αυτή ολοένα βαθαίνει και επεκτείνεται. Υπάρχει σήµερα σηµαντικό έλλειµµα ηγεσίας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ακόµη περισσότερο, κανείς δε φαίνεται να διαθέτει συγκροτηµένη εναλλακτική προοπτική. Η εµπιστοσύνη προς τη νεοφιλελεύθερη αφήγηση υπήρξε πρακτικά καθολική. Η πολιτική ήττα και τα αδιέξοδα της αριστεράς συνέβαλαν επίσης καθοριστικά στο να µην έχει προετοιµαστεί κανείς για το ενδεχόµενο της κατάρρευσης. Η σοσιαλδηµοκρατική διαχείριση του νεοφιλελευθερισµού στη δεκαετία του 1990 (ο λεγόµενος Τρίτος ∆ρόµος) ακύρωσε κάθε δυνατότητα επεξεργασίας κάποιου εναλλακτικού πολιτικού προγράµµατος και άνοιξε το δρόµο για την απόλυτη επικράτηση του ανεύθυνου και ληστρικού καπιταλισµού των ηµερών µας.. Η προσαρµογή τότε ήταν η λέξη της µόδας και η κυρίαρχη πολιτική προτροπή. Βρισκόµαστε, έτσι, σήµερα στη δυσχερή θέση να παρακολουθούµε φοβισµένοι τους κάθε είδους απολογητές του παγκόσµιου φιάσκου να δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα και να επιρρίπτουν τις © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[50]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] ευθύνες τους στην υποτιθέµενη πολιτική πίεση προς τις τράπεζες να χορηγήσουν τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια. Αποκρύπτουν, όµως, το γεγονός ότι αυτή η πίεση προήλθε στην πραγµατικότητα από ένα άλλο τµήµα της αγοράς, και συγκεκριµένα από τον κλάδο των κατασκευών, ο οποίος, αντιµετωπίζοντας τον κορεσµό της ζήτησης, εκβίασε την πολιτική παρέµβαση επισείοντας

το

πολιτικό

κόστος

της

κατάρρευσής

του.

Αποσιωπάται

εκκωφαντικά επίσης το πασιφανές, ότι δηλαδή η κερδοσκοπική διαχείριση του κινδύνου, στην οποία επιδόθηκαν µε θαυµαστό ζήλο τα πιστωτικά ιδρύµατα, υπήρξε απολύτως επιλογή αυτών των τελευταίων µε µόνο στόχο τη µεγιστοποίηση των κερδών τους. Είναι σήµερα αδήριτη ανάγκη να καταγγείλουµε και να τιµωρήσουµε την κερδοσκοπία και την κοινωνική ανευθυνότητα. Ένα ∆ιεθνές ∆ικαστήριο Εγκληµάτων κατά της Κοινωνίας, στο οποίο θα παραπεµφθούν αυτοί που σχεδίασαν και υλοποίησαν την αποδιάρθρωση και καταλήστευση των κοινωνιών του πλανήτη, θα συµβάλλει σηµαντικά στον περιορισµό της διεθνούς κερδοσκοπικής ανευθυνότητας. Ακόµη πιο σηµαντικό, ο κοινωνικός έλεγχος του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος και η φορολόγηση των χρηµατιστηριακών συναλλαγών αποτελούν µονόδροµο για τον έλεγχο της αυτοκαταστροφικότητας του διεθνούς κεφαλαίου και την ανασυγκρότηση της καταβαραθρωµένης κοινωνικής συνοχής. Πέρα όµως από τις επιµέρους επεµβάσεις

στη

δοµή

και

τη

λειτουργία

των

χρηµατοπιστωτικών-

χρηµατιστηριακών αγορών, είναι απολύτως αναγκαίο να αναζητήσουµε εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης και λειτουργίας της παγκόσµιας οικονοµίας συνολικά. Εδώ καθοριστικό ρόλο θα διαδραµατίσει η δυνατότητα να συγκροτήσουµε µια εναλλακτική στρατηγική, ικανή να µεταστρέψει τις σηµερινές πολιτικές προτεραιότητες και επιλογές στην κατεύθυνση του δηµοκρατικού ελέγχου της οικονοµίας και της παγκοσµιοποίησης των κοινωνικών δικαιωµάτων, της ισότητας και της αλληλεγγύης.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[51]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] ΕΝ∆ΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Ali

T.,

Capitalism's

Deadly

Logic,

The

Nation,

March

4,

2009,

http://www.thenation.com/doc/20090323/ali Arruda Μ., Bello W., Harris E.D., Stichele V.M., Alternative views of the economic

crisis,

BBC

news, 9 February 2009,

http://www.tni.org/detail_page.phtml?act_id=19192&username=guest@tni.or g&password=9999&publish=Y Bello W., A Primer on the Wall Street Meltdown, Focus on the Global South, 25 September 2008, http://www.tni.org/detail_page.phtml?act_id=18716&username=guest@tni.or g&password=9999&publish=Y Bello W., The global collapse: a non-orthodox view, Philippine Daily Inquirer, 11 February 2009, http://www.tni.org/detail_page.phtml?act_id=19198&username=guest@tni.or g&password=9999&publish=Y Bello W., The Wall Street meltdown: the view from Asia, Focus on the Global South, 1 October 2008, http://www.tni.org/detail_page.phtml?act_id=18728&username=guest@tni.or g&password=9999&publish=Y Bello W., Afterthoughts : A Primer on the Wall Street Meltdown (update), 18/10/2008, http://waldenbello.org/content/view/100/30/ Callinicos A., Social Theory. A Historical Introduction, Cambridge: Polity Press, 1999 Cox W.R., Production, Power and World Order. Social Forces in the Making of History, New York: Columbia University Press, 1987. Cross G., Time and Money: The Making of Consumer Culture, Routledge, London and New York 1993 de Sousa Santos B., (ed), Another knowledge is possible. Beyond northern epistemologies, London-New York: Verso 2008 (second ed.) Dixon K., Οι ευαγγελιστές της αγοράς: Οι Βρετανοί διανοούµενοι και ο νεοφιλελευθερισµός, Πατάκης, Αθήνα 2001. © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[52]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] Ehrenreich B. and Fletcher B., Jr:, Rising to the Occasion, The Nation, March 4,

2009,

http://www.thenation.com/doc/20090323/ehrenreich_fletcher?rel =hp_picks Freeden M. (ed), J.A. Hobson. A Reader, London: Unwin Hyman, 1988. Hall S. (ed.), The Hard Road To Renewal: Thatcherism and the Crisis of the Left, London: Verso, 1988. Hall S., and Jacques M. (eds), The Politics of Thatcherism, London:Lawrence and Wishart, 1985. Hardt M. – Negri A., Αυτοκρατορία, Scripta, Αθήνα 2002. Jameson F., Το Μεταµοντέρνο ή η πολιτισµική λογική του ύστερου καπιταλισµού, Νεφέλη, Αθήνα 1999. Klein N., The shock doctrine. The rise of disaster capitalism, Allen Lane 2007. Lash S. & Urry J., The end of organized capitalism, Cambridge: Polity Press, 1987 (1993 reprint). Parenti M., Capitalism’s Self-inflicted Apocalypse, Michael Parenti Political Archive, January 2009, http://www.michaelparenti.org/articles.html Stavrianos S.L., Global rift. The Third World comes of age, New York: William Morrow and Cpmpany Inc., 1981. Todd E., Μετά την Αυτοκρατορία, Κριτική, Αθήνα 2003 Woodiwiss A., Globalisation, Human Rights and Labour Law in Pacific Asia, Cambridge University Press, 1998. Woodiwiss A., Postmodernity USA: The Crisis of Social Modernism in the Postwar United States, London: Sage, 1993. Woodiwiss A., Social Theory after Postmodernism: Rethinking Production, Law and Class, London: Pluto, 1990 Γεωργούλας Α., Πολιτικές της κοινωνικής θεωρίας. Α΄ τόµος: κοινωνικές δοµές και κατηγορίες της σκέψης, Gutenberg, Αθήνα 2006. Γεωργούλας Α., Το πρόταγµα της ισότητας και η γένεση της κοινωνιολογίας, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2008. Ζιγκλερ Ζ., Η Ελβετία ξεπλένει καλύτερα, µτφ. Ρ. Σωµερίτης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1995. © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[53]


[Η ύβρις της φαντασίας και η εκδίκηση της πραγµατικότητας] [του Βαγγέλη Λαγού] Κιούκιος ∆., Η τραγική περίµετρος της προόδου. Πολιτιστικές Προϋποθέσεις της ∆ηµοκρατίας, Θεµέλιο 1998. Λιποβετσκί Ζ., Η εποχή του κενού. ∆οκίµια για τον σύγχρονο ατοµικισµό, µτφ. Β. Τοµανάς, Νησίδες, 1993. Λύτρας Α., Κοινωνία και Εργασία. Ο ρόλος των κοινωνικών τάξεων, Παπαζήσης, Αθήνα 2000. Μπάουµαν Ζ., Η εργασία, ο καταναλωτισµός και οι νεόπτωχοι, Μεταίχµιο, Αθήνα 2004. Μπελ Ν., Ο πολιτισµός της µεταβιοµηχανικής ∆ύσης, µτφ. Γ. Λυκιαρδόπουλος, Νεφέλη, Αθήνα 1999. Σατλέ Ζ., Να ζούµε και να σκεφτόµαστε σαν τα γουρούνια. Για τον φθόνο και την ανία στις δηµοκρατίες της αγοράς, Καστανιώτης, Αθήνα 1999. Τίλυ Τ. & K., Η εργασία στον καπιταλισµό, Ιστορικές και κοινωνικές µορφές της εργασίας στον καπιταλισµό και το µέλλον της εργασίας, µτφ. Τάκης Αθανασόπουλος, Καστανιώτης, Αθήνα 2001.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[54]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008 Του Μανώλη Βαρδή Στην παρούσα µελέτη γίνεται προσπάθεια να µελετηθεί η προϊούσα µεταβολή των οικογενειακών δοµών και πόσο αυτή η πραγµατικότητα επιδρά στην ευρύτερη κοινωνική ισορροπία. Θεωρείται δεδοµένο ότι η οικογένεια αποτελεί τρόπον τινά κοινωνικό υποσύστηµα και σαν τέτοιο βρίσκεται σε συνεχή διαδικασία ανατροφοδότησης µε το ευρύτερο περιβάλλον του, που δεν είναι άλλο από το εθνικό ή διεθνικό κοινωνικό περιβάλλον. Το προκλητικό του όλου εγχειρήµατος εντείνεται από τις γενικότερες µεταβολές και το πέρασµα προς ένα µοντέλο ανοιχτής ή «εξωστρεφούς» οικογένειας. Τα γεγονότα που συγκλόνισαν την ελληνική κοινή γνώµη το ∆εκέµβρη που µας πέρασε θα έπρεπε να έχουν πολλαπλούς αποδέκτες. Και πράγµατι κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε- βέβαια, εν µέρει και ανεπιτυχώς-, όταν η «αριστερή» διανόηση, µιντιακή ή άλλη, είδε σ’ αυτό το κοινωνικό γεγονός µία δυναµική εξέγερσης της νεολαίας µας, µίας νεολαίας µέχρι τώρα υπνωµένης, η οποία όµως ξαφνικά και ενστικτώδικα µπόρεσε, στη διαδικασία της οργής των δρόµων, να αµφισβητήσει έντονα και ριζικά τις κοινωνικές διαµεσολαβήσεις της γενιάς των γονιών της και να αντιτάξει το σθένος της απελπισίας της σ’ όλα αυτά που ετοιµάζουν γι’ αυτήν. Αρωγός σ’ αυτή την εικόνα ήλθαν τα διάφορα δηµοσιεύµατα και οι αναλύσεις του ξένου τύπου, που πιστός στην µε κάθε τρόπο ανάδειξη του µερικού, του τοπικού και του ευτελούς, υµνολόγησε αυτή

την

πανευρωπαϊκή

και

παγκόσµια;)

γενιά

των

σύγχρονων

µικροαστών- απόκληρων. Το µόνο που µπορεί να κρατήσει κανείς απ’ αυτή την ψυχολογική θεώρηση των πραγµάτων είναι η έµµεση έστω αποδοχή του γεγονότος ως κρίση του συστήµατος.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[55]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] Μόνο που η κρίση αφορά δευτερευόντως τους πολιτικούς θεσµούς και τις οικονοµικές ρυθµίσεις. Είναι κυρίως και πάνω απ’ όλα κρίση της κοινωνίας, και κατά συνέπεια της βασικής της υποδοµής, της οικογένειας. KEΦΑΛΑΙΟ Α. ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ Στις µέρες µας φαίνεται ότι αναδεικνύονται και στην Ελλάδα οι βαθιές αλλαγές που επέφερε η αλλαγή της εργασίας και της κουλτούρας που τη συνοδεύει, αλλαγές που εδώ και σαράντα-τουλάχιστον- χρόνια είχαν επισηµανθεί από τους αµερικανούς και ευρωπαίους κοινωνιολόγους. Αναφέροµαι συγκεκριµένα στα νέα οργανωσιακά µορφώµατα, στις νέες δοµές εργασίας, οι οποίες έχουν διαδεχτεί την τυπική γραφειοκρατία, και έχουν αναδείξει νέες αξίες όπως είναι η συνεργατικότητα, η επιβίωση και η προσαρµοστικότητα σε ένα περιβάλλον όχι απλά και µόνο ανταγωνιστικό, αλλά συνάµα ταραχώδες και απειλητικό λόγω της ρευστότητάς του1. Αυτό σηµαίνει ότι η αυστηρή κάθετη εργασιακή πειθαρχία που κάποτε άρµοζε στις µεγάλες επιχειρήσεις µαζικής παραγωγής έχει δώσει τη θέση της στην επιτυχή διαχείριση της προσωπικότητας των εργαζοµένων- παικτών ˙ η καταναγκαστική φιλοπονία και η αποταµίευση που αστού του 19ου αιώνα δεν έχει πια νόηµα σε µία οικονοµία του θεάµατος και της κατανάλωσης, η οποία δεν θέλει να θέτει στόχους αλλά διαδικασίες (ο «ετεροστρεφής» επιχειρηµατίας της εποχής µας είναι περίεργα εργασιοµανής: απολαµβάνει τις κοινωνικές σχέσεις που συνοδεύουν τη δουλειά του, έτσι πολύς καιρός

στο γραφείο αναλώνεται στην κοινωνικότητα, δηλαδή σε

κουτσοµπολιό, ή αλλιώς συσκέψεις, περιοδείες καλής θέλησης, ή αλλιώς επιθεώρηση, συζήτηση µε εµπορικούς αντιπροσώπους και πειράγµατα στις γραµµατείς, ή αλλιώς τόνωση του ηθικού2).

1 Γκάρεθ Μόργκαν, Οι όψεις της Οργάνωσης. Εισαγωγή στη θεωρία των Οργανώσεων, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999, σσ. 77εξ. Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της Οικειότητας. Ο ∆ηµόσιος και Ιδιωτικός χώρος στον ∆υτικό Πολιτισµό, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1999, σ. 415. 2 Βλέπε Νταίηβιντ Ρήσµαν, Το µοναχικό Πλήθος, εκδ. Νησίδες, σ. 136. Εδώ να καταθέσω την προσωπική µου έκπληξη όταν βλέπω τις σκληρά εργαζόµενες κοπέλες στα πολυκαταστήµατα να συµµετέχουν ενεργά και µε πάθος στη διαδικασία της επιλογής του πελάτη, γεγονός που όσο και να προϋποθέτει κάποια άνωθεν επιβεβληµένη άποψη, δεν παύει να αντανακλά αυτό το νέο, συµµετοχικό, εργασιακό ήθος.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[56]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] Προσπαθώ να περιγράψω συνοπτικά την πραγµατοποιηθείσα αλλαγή της παραγωγής και του εργασιακού ήθους που τη συνοδεύει, ακριβώς για να εντοπίσω την «υλική βάση» της µεταµόρφωσης της κοινωνίας. Ίσως σ’ αυτό το σηµείο να έβρισκα σύµφωνο πολύ κόσµο, ακόµα και από την «αριστερά»3, η οποία δείχνει να ασκεί κριτική σ’ αυτό το µοντέλο. Πίσω όµως απ’ αυτή την υλική βάση προηγείται µία ιδεολογία, ή µάλλον κάτι περισσότερο, µία συγκεκριµένη φιλοσοφική θεώρηση, η οποία παρέχει το πλαίσιο και η οποία υπηρετείται και από τους δύο αντίθετους πολιτικούς πόλους, δηλαδή την «αριστερά» και τη δεξιά. Πρόκειται για τη νεωτερική φιλοσοφική πρόταση, η οποία θεµελίωσε τη φιλελεύθερη θέση των πρωτείων του ∆ικαίου επί του Αγαθού, απωθώντας κάθε συγκρουσιακή ιδέα που θα µπορούσε ακόµα να επιβιώσει από τις «ξεπερασµένες» ιστορικά παραδοσιοκρατικές κοινωνίες. Στο κέντρο της προβληµατικής µπήκε ο εξατοµικευµένος άνθρωπος και οι ανάγκες του, η κατάτµηση των πεδίων δράσης, η πίστη στο ιδανικό της Μεγέθυνσης, και η συνακόλουθη υποτίµηση οποιασδήποτε Μεταφυσικής, δηλαδή οποιασδήποτε αναφοράς του υποκειµένου σε αξίες και δεοντολογίες έξω απ’ αυτό το ίδιο. Μία φιλελεύθερη κοινωνία πλέον ορίζεται σαν µία ειρηνική συνάθροιση αφηρηµένων ατόµων, µε αξιώσεις οικουµενικής ισχύος, τα οποία σέβονται γενικώς τους Νόµους, µην έχοντας τίποτε άλλο κοινό µεταξύ τους, εκτός από την επιθυµία τους να συµµετέχουν στη Μεγέθυνση ως παραγωγοί ή καταναλωτές, και ένα φιλελεύθερο Κράτος είναι αυτό που θεσµοποιεί µε τον πιο αποτελεσµατικό τρόπο τον ανθρώπινο σκεπτικισµό4. Η έννοια του φιλελευθερισµού ή της φιλελεύθερης κοινωνίας δεν σηµατοδοτεί αναγκαστικά την πολιτική έκφραση µίας ιδεολογίας, αλλά πολύ περισσότερο αφορά όλο το φάσµα του πολιτικού «ουράνιου τόξου» σαν αποτέλεσµα της διαρκούς και σταθερής αποµάκρυνσης της αριστεράς από την κριτική και 3 Η φράση µπαίνει σε εισαγωγικά, διότι σηµασιολογεί τη µεταµοντέρνα αριστερά. Σχετικά µε την ορολογία, παραθέτω: «στη σύγχρονη νέο-γλώσσα…ο συντηρητισµός είναι η ‘λέξη- οµπρέλα’ «blanket-word», που χαρακτηρίζει το κατεξοχήν έγκληµα σκέψης: αυτό που σφραγίζει τη συνενοχή µας µε όλες τις ενσαρκώσεις του πολιτικού Κακού που είναι ο ‘Αρχαϊσµός’, η ‘∆εξιά’, η ‘Κατεστηµένη Τάξη’ ή ‘η κοινωνία της µισαλλοδοξίας και του αποκλεισµού’», παρατήρηση του Jean Claude Michéa, από το Pierre- André Taguieff, Παγκοσµιοποίηση και ∆ηµοκρατία, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2002, σ. 242. 4 Βλέπε τα ενδιαφέροντα σχόλια του Jean Claude Michéa, Η αυτοκρατορία του µικρότερου κακού. ∆οκίµιο για τον φιλελεύθερο πολιτισµό, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2007.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[57]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] διαµαρτυρία της καταστατικής της θέσης. Η αγωνία του µεταµοντέρνου πολίτη απηχεί ακριβώς αυτό το αδιέξοδο που δηµιουργείται ανάµεσα σε µία θεώρηση του εαυτού σαν ένα καθαρό υποκείµενο δράσης και κτήσης, τελείως αφαιρετικό και ισχνό στη σύλληψη του, που για να είναι συνεπής µε τον εαυτό της προϋποθέτει ένα «ουδέτερο κράτος» και έναν αδέσµευτο άνθρωπο, απόλυτα βουλητικό και «έτοιµο» να πραγµατοποιήσει τις όποιες επιθυµίες του αυτός κρίνει (καθώς υπάρχει αξιολογική αδιαφορία λόγω της απουσίας ενός κοινού αγαθού) και από την άλλη πλευρά της συνειδητοποίησης ότι ως υποκείµενα παραµένουµε «εντεταγµένα» (embedded) ή «τοποθετηµένα» (situated) σε υπάρχουσες- πολλές φορές κληροδοτηµένες- κοινωνικές πρακτικές5. Η πολλαπλότητα ηθικών και θρησκευτικών ιδανικών που υπάρχουν στην κοινωνία συνοδεύεται από την απόλυτη ελευθερία του ατόµου να επιλέξει όποιο απ’ αυτά θέλει (ή και κανένα), αρκεί να «συναινεί» στις πρωτογενείς αρχές

δικαιοσύνης

αυτής

της

κοινωνίας:

αυτό

πρακτικά

σηµαίνει

αποστασιοποίηση του ατόµου από κάθε δεσµό, υποκειµενική (ή το πολύ διυποκειµενική) µορφή αυτοκατανόησης, άρση των αποκλεισµών και τελικά µία εαυτότητα αχνή, υπό διαµόρφωση µέσα από τη διαδικασία και τα αποτελέσµατα των επιλογών της6. Η αποστασιοποίηση του µεταµοντέρνου υποκειµένου φέρει λοιπόν εκ της φύσης της στοιχεία «κοινωνικής σχιζοφρένειας»: έτσι από τη µία πλευρά κάτω από τον σαγηνευτικό όρο της «επιµειξίας» αποδέχεται εύκολα κανείς «απόεδαφικοποιηµένους» πολίτες (µετανάστες ή φυγάδες ή απόκληρους), ακριβώς διότι ο Άλλος δεν θεωρείται πλέον εταίρος αληθινής συνάντησης, αλλά

Με όρους πολιτικής φιλοσοφίας πρόκειται για τη διαµάχη ανάµεσα στον πολιτικό φιλελευθερισµό του Rawls και το αντίπαλο ρεύµα του «κοινοτισµού», βλέπε Will Kymlicka, Η Πολιτική Φιλοσοφία της Εποχής µας, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2007, σσ. 318εξ. Και οι δύο αντιτιθέµενες απόψεις προϋποθέτουν κάτι κοινό, και αυτό είναι η βασική ανθρωπολογική αρχή της πρωτοκαθεδρίας του ατόµου, είτε αδέσµευτου είτε δεσµευµένου σε κοινότητες. Πρόκειται για βασικό νεωτερικό πρόταγµα, το οποίο εγκλωβίζει και τους επικριτές αυτής της θεώρησης στα δύο άκρα του πολιτικού «ουράνιου τόξου»: για παράδειγµα η άκρα ∆εξιά όσο και να ορκίζεται σε παραδοσιακές αξίες δεν παύει κάθε στιγµή να µετέχει (και µε το παραπάνω) στα µετανεωτερικά κοινωνικά πεδία (τηλεόραση, Internet, διαφήµιση, τηλεοπτικά παιχνίδια, µόδα), ενώ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγµα στη Γερµανία της εταιρείας Erento.com, της οποίας ο στόχος είναι να προσφέρει σε όλα τα πολιτικά κόµµατα ή συνδικάτα και άλλους φορείς υπηρεσίες επαγγελµατιών διαδηλωτών, που πληρώνονται µε την ώρα ή την ηµέρα και που µπορούν να εξοπλίζονται µε µεγάφωνα ή µε αφρικάνικα ταµπούρλα τζεµπέ (η αναφορά στον Jean Claude Michéa, ό.π., σ. 215). 6 Για µία κριτική θεώρηση βλέπε M. J. Sandel, Ο Φιλελευθερισµός και τα όρια της ∆ικαιοσύνης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2003. 5

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[58]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] καθαρό

αντικείµενο

πραγµατοποίησης

των

εγωιστικών-

συνήθως

καταναλωτικών- σκοπών µας, από την άλλη πλευρά η αποθέωση του ∆ικαίου µεταπίπτει σε υστερία του πολιτικά ορθού, αφού δεν υπάρχει διαθέσιµος άλλος συνεκτικός κοινωνικός δεσµός, που σηµαίνει, για παράδειγµα, ότι το κάπνισµα πρέπει να απαγορευτεί ακόµη και από τα πάρκα (αν ήταν ποτέ δυνατόν) και ότι η αστυνοµία πρέπει να δρα όχι απλά εντός των ορίων που θέτει το Κράτος (ως ενσάρκωση του ανύπαρκτου συλλογικού αγαθού), αλλά και εντός των ορίων µίας διαδικαστικής και τυπικής νοµιµότητας. Είµαστε όλο και περισσότερο µάρτυρες µίας διάβρωσης του πολιτικού που λαµβάνει χώρα µέσα από µία εκφρασιοκεντρική θεραπευτική. Στην εποχή µας οι µόνες συσσωµατώσεις που αξίζουν είναι αυτές που συγκροτούνται οικιοθελώς και οι οποίες καλλιεργούν την «πλήρωση του εαυτού», όπως οι θύλακες ορισµένου στυλ ζωής και κοινών ενδιαφερόντων ˙ κατά συνέπεια, η ηθική που παράγεται είναι αυτή της διαδικαστικής εντιµότητας, που αφορά κατεξοχήν τον χώρο της «αντι- κουλτούρας»7. Στο σηµείο αυτό, στο σηµείο της µετα- ηθικής, θα συναντηθούν αρµονικά η αντι- ∆ιαφωτιστική πρωτοπορία της δεκαετίας του 1930 (έντονα επηρεασµένη από τον Νίτσε και τον Χάιντεγκερ) µε τη µοδάτη «αριστερά» των Μπατάιγ, Ντερριντά κ.α. Το «γυµνό» υποκείµενο, που είναι αποκοµµένο πλέον από κάθε πολιτική αναφορά, ανακαλύπτει εκ νέου την αισθητική της βίας, την εκστατική κοινότητα της «σπατάλης» και της «δαπάνης» (dépense). Oι κανόνες

έχουν

µοναδική

αξία

µόνο

σαν

αντικείµενα

παράβασης

ή

«αυθυπέρβασης», καθώς τα λογοκρατούµενα συστήµατα του ∆ιαφωτισµού είναι «εξουσιαστικά» συστήµατα. Η εκτόνωση των άγριων αναγκών που αγγίζει τα όρια της φρίκης δεν παραξενεύει τον σύγχρονο διανοούµενο, αφού «το βάρος πέφτει στην απώλεια , που πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο µεγάλη για να µπορέσει η δραστηριότητα αυτή ν’ αποκτήσει το πραγµατικό Οι άνθρωποι σήµερα θα αισθάνονταν φρίκη, µαθαίνοντας πως το χωριό ήλεγχε ακόµα και τις πιο προσωπικές στιγµές της οικογένειας στη Γαλλία του 18ου αιώνα. ∆ηµόσιες, θορυβώδεις εκδηλώσεις συλλογικής γελοιοποίησης στόχευαν τον σύζυγο που είχε δείρει τη γυναίκα του, ή που είχε κάνει γυναικείες δουλειές, ή που τον είχε απατήσει η γυναίκα του, βλέπε Charles Taylor, Πηγές του Εαυτού. Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας. Εκδόσεις Ίνδικτος, 2007, σσ. 473-474 και 817.

7

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[59]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] της νόηµα»8. Ακόµη περισσότερο η έννοια του µυστικιστικού αναβαθµίζεται σε όλα τα επίπεδα και τις µορφές της: από τη σεξουαλική έκσταση και το παραλήρηµα µέχρι την ηδονή της βίας και την τρέλα, το «µοναδικό» διεκδικεί την υπεροχή του απέναντι στους τυπικούς κανόνες του ορθολογισµού. Είναι φανερό ότι η κριτική του ορθού λόγου, της ∆ηµοκρατίας και του ανθρωπισµού, που ήταν κυρίαρχο πεδίο επιχειρηµατολογίας από τη γερµανική προπολεµική ∆εξιά, εσωτερικεύτηκε και αποπολιτικοποιήθηκε από τη γαλλική Αριστερά (αυτή που βάζω σε εισαγωγικά). Πώς θα µας φαινόταν άραγε η φράση του Κάρλ Σµίτ στην Πολιτική του Θεολογία του 1922 «η εξαίρεση είναι πιο ενδιαφέρουσα από την κανονική περίπτωση. Μέσα στην εξαίρεση η δύναµη της πραγµατικής ζωής διαρρηγνύει την κρούστα µίας µηχανικής αγκυλωµένης στην επανάληψη»9. Μάλλον αρκετά κοινότοπη σήµερα. Οι µεταµοντέρνοι κοινωνιολόγοι νικούν κατά κράτος τους φιλοσόφους. Κατά συνέπεια ακόµα και η έννοια της κουλτούρας νοµιµοποιείται µόνο στην πολλαπλότητά της: δεν υπάρχει µία Κουλτούρα (όπως δεν υπάρχει ένα κοινό Αγαθό, µία Ιδέα ή µία Θρησκεία), αλλά µόνον «οι κουλτούρες», όλες εξίσου έγκυρες ˙ ο µηδενισµός λοιπόν είναι η κατάσταση της εξίσωσης ανάµεσα στις διάφορες κουλτούρες. Είναι η µόνη έξοδος νοήµατος σ’ έναν κόσµο χωρίς νόηµα. Όµως, «η αντικινηµατική έκφραση της εξέγερσης (η αναφορά στην εξέγερση των προαστίων του Παρισιού του 2005)…δεν είναι τίποτε άλλο από το

υπο-

κοινωνικό

ψυχορράγηµα

ενός

εξαθλιωµένου

νεανικού

πληθυσµού, η «κοινωνική του αυτοκτονία», όπως θα αποκληθεί χαρακτηριστικά από έναν τραγουδιστή της ραπ, πληθυσµού ο οποίος, ενώ πετυχαίνει να «ακουσθεί», κατακτώντας µία ιδιόρρυθµη «ορατότητα», έστω και µέσα στη πηχτό σκοτάδι του νυχτερινού του µηδενιστικού αντάρτικου, ενώ, δηλαδή, πετυχαίνει να συγκροτηθεί µε την τρέχουσα χρήση του όρου ως «υποκείµενο», την ίδια στιγµή πλάθει την υποκειµενικότητά του µέσω της

8 9

Η αναφορά στο έργο του Μπατάιγ από τον R. Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισµού, εκδ. Πόλις, 2007, σσ. 281 και 257εξ. R. Wolin, ό.π., σ. 387.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[60]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] αποκλειστικής προσφυγής σε µία άλαλη «θεµελιώδη βία», ικανή να το διατηρήσει σε επιβίωση…»10. Οι διάφορες επιµέρους κουλτούρες εµφανίζονται ολοένα και περισσότερο στο δηµόσιο χώρο, τον οποίον «ιδιωτικοποιούν». Αυτό είναι το άµεσο αποτέλεσµα της άρνησης της διάκρισης ιδιωτικού- δηµόσιου χώρου, διάκριση κλασσική της νεωτερικής εποχής. Έτσι παρατηρούµε στο µοντέλο δηµόσιας διοίκησης του «συµµετοχικού πλουραλισµού» να εξυµνείται η αδιαµεσολάβητη σχέση πολίτη- κράτους και οι δηµόσιες υπηρεσίες να αντιµετωπίζονται «ως επιµέρους δηµόσιοι χώροι στους οποίους γίνεται δυνατή η έκφραση διαφορετικότητας και αυτονοµίας και πραγµατοποιείται η µαθησιακή διαδικασία της συµµετοχικής δηµοκρατίας»11. [παρέκβαση πρώτη: υπάρχει διάχυτη η απορία γιατί απουσιάζει το Αίτηµα από τις εξεγερσιακές κινητοποιήσεις της νεολαίας µας σήµερα ˙ η απάντηση βρίσκεται στην προϊούσα συγχώνευση του δηµόσιου από τον ιδιωτικό χώρο (βασική λογική του µετα- νεωτερικού Φιλελευθερισµού), δηλαδή καθώς ο δηµόσιος χώροςχώρος κατεξοχήν ρύθµισης του κοινωνικού- ερηµοποιείται από τις ταξικές αντιπαραθέσεις, το «φιλτράρισµά» του αδρανεί, µε συνέπεια τα όποια υποκειµενικά

αιτήµατα

να

«ξεχύνονται»

ανεξέλεγκτα

και,

καθώς

η

υποκειµενικότητα αξιολογείται ως ατοµικιστική, ναρκισσιστική και διάχυτη, αυτά τα επιµέρους αιτήµατα αδυνατούν να συναποτελέσουν το ζητούµενο Αίτηµα. Με άλλα λόγια, κάποτε οι ξένοι εργάτες ήταν πρώτα εργάτες και µετά ξένοι, οι κινήσεις υγείας και ευζωίας ήταν µέρος ευρύτερων πολιτικών οµάδων, ακόµα και το οικολογικό κίνηµα ήταν αριστερό στην πλειοψηφία του κίνηµα. Όταν αυτός ο υπερκαθορισµός υπέστη κρίση, αυτή εµφανίστηκε στη ∆υτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ µε τη µορφή της τροµοκρατικής δράσης, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η βίαιη «ιδιωτικοποίηση» της κοινωνικής δυναµικής. Η συνέχεια αυτής της ιστορίας κρίσης είναι αυτή που παρατηρούµε σήµερα γύρω µας. Οι διάφορες οµάδες εξεγερµένων νέων, που οµολογουµένως στους κόλπους

τους

περιέχουν

αναρχικούς,

ακρο-αριστερούς,

10 Εκτενής αναφορά στο βιβλίο του Α. Πανταζόπουλου, Η Γαλλία φλέγεται; Η εξέγερση των προαστίων, εκδ. Πόλις, 2005, σσ.59-60, 11 Κ. Σπανού, ∆ιοίκηση, Πολίτες και ∆ηµοκρατία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2000, σ. 549.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[61]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] ριζοσπαστικοποιηµένους

της

«αριστεράς»,

κοινωνικούς

ακτιβιστές,

οικολόγους, υπερασπιστές των µεταναστών και µετανάστες, πρεζόνια και µικροεγκληµατίες, εισβάλουν στο δηµόσιο χώρο και τον ιδιοποιούνται απόλυτα, ελλείψει κάποιου πολιτικού υπερκαθορισµού- «φίλτρου», το οποίο θα τους ενοποιούσε, θα διαµόρφωνε Αίτηµα και θα απέβαλλε ενδεχοµένως τα παραβατικά στοιχεία. Η εικόνα συµπληρώνεται από τη δυναµική του γεγονότος, η οποία είναι δυσανάλογη µε το πραγµατικό µέγεθος των εξεγερµένων. Αυτό συµβαίνει, διότι η κοινωνική πλειοψηφία στερείται και αυτή µίας συγκεκριµένης αντίληψης περί οριοθέτησης του δηµόσιου χώρου. Έτσι, αφήνει έδαφος σε κινήσεις, που εν τέλει της είναι οικείες, αφού και αυτές βασίζονται σε κοινά δεδοµένα]. Η διαφορετικότητα επιµελώς αποκρύβει την οµοιοµορφία, όπως µε τον ίδιο τρόπο η συµµετοχική δηµοκρατία αποσιωπά το γεγονός ότι οι «επιχειρήσεις πολιτών», οι «χώροι πολιτών», οι «κινήσεις πολιτών» και άλλα τέτοια συµπαθητικά, στην πράξη προωθούν µία πολύ συγκεκριµένη- και απόλυτηθεώρηση του πολίτη, αυτή ενός αφηρηµένου ιδεότυπου, µίας πλασµατικής αφαίρεσης, η οποία εύκολα «µετακινείται» και διεκδικεί τις εγωιστικές της, καταναλωτικές ανάγκες, σε βάρος του Πολιτικού. Τη στιγµή που το δηµόσιο (σαν χώρος) εκκενώθηκε από τους πολίτες του (αποδυνάµωση των κρατικών πλαισίων, ύφεση της παρεµβατικής πολιτικής του Κράτους- Πρόνοιας, υποχώρηση και διαρκείς συµβιβασµοί του συνδικαλιστικού κινήµατος, εκφυλισµός των ταξικών συγκρούσεων), οι όροι έκφρασης µετατοπίστηκαν από τη δηµόσια σφαίρα στην αποκάλυψη της προσωπικότητας, δηλαδή στην περιπτωσιολογική αναδίφηση του ιδιωτικού χώρου, ο οποίος και αφοµοίωσε το δηµόσιο χώρο. Το κοινωνικό κενό της µοναξιάς και της απόστασης ήλθε να γεµίσει η µε κάθε τρόπο δηµιουργία «συναισθηµατικών σχέσεων» και η έµφαση στην έκφραση των παθών και των αναγκών, που βέβαια δεν οδηγεί σε µηδενιστική εκτροπή εν είδει αναρχικής Αποκάλυψης, αλλά σίγουρα µπορεί να καταναλωθεί12. Η κάλυψη µέσα από µικρο- κάµερες και κινητά τηλέφωνα 12 Βλέπε Ρ. Σένετ, Η τυραννία της Οικειότητας. Ο ∆ηµόσιος και ιδιωτικός χώρος στο ∆υτικό Πολιτισµό, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1999, σσ. 329εξ.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[62]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] των εξεγερσιακών πράξεων ή και καταστροφών και η µετέπειτα κυκλοφορία τους στο διαδίκτυο απεικονίζει περίτρανα το πως πράξεις/ εκφράσεις προσωπικής οργής (θάρρους ή ασυδοσίας και τσαµπουκά, αδιάφορο) «εισβάλλουν» σ’ έναν οιονεί δηµόσιο χώρο και τον επικαθορίζουν. Η αντιεξουσία στις ηµέρες µας «παίρνει» στα χέρια της τη δηµοσιότητα, συγχωνεύεται µε την εξουσία, για να γίνει καταχρηστική εξουσία, η µε άλλα λόγια, οι αντι- εξουσίες µεταµορφώνονται µυστικά σε «φεουδαρχίες»13. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β. ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ Οι βαθιές κοινωνικές αλλαγές που περιγράψαµε στο προηγούµενο Κεφάλαιο έχουν επηρεάσει κα την οικογενειακή δοµή, προκαλώντας πολλαπλά αποτελέσµατα στα παιδιά αυτού του µοντέλου οικογένειας. Αυτό είναι ολοφάνερο, καθώς έχουµε περάσει από το µοντέλο της «παραδοσιακής» οικογένειας του 18ου αιώνα σ’ αυτό της «συντροφικής» του 19ου-20ου αιώνα, µε τελικό αποτέλεσµα τη µεταµοντέρνα «ναρκισσιστική» οικογένεια του σήµερα. Όταν λέµε ναρκισσιστική (ό όρος πλέον δεν θα χρησιµοποιείται σε εισαγωγικά), περιγράφουµε ένα τύπο οικογένειας µε βασικά στοιχεία την απουσία του πατέρα, την επέκταση της συναισθηµατικής ισχύος της µητέρας, το γενικότερο συναισθηµατικό «φόρτωµα» της ενδο- οικογενειακής σχέσης, στοιχεία τα οποία συνδυάζονται αιτιακά µε την γενικότερη επιτρεπτικότητα προς τα παιδιά, καθώς και την ώθησή τους προς πρακτικές έκφρασης και προσαρµογής στο πολυσύνθετο περιβάλλον. Εξηγούµαστε. Από τη µία πλευρά η υποχώρηση της καθηµερινής επαφής µε τον πατέρα (λόγω απόσυρσης αυτού στον χώρο εργασίας), σε συνδυασµό µε την αποστέρηση αυτού (= του πατέρα) από τεχνικές και δεξιότητες, τις οποίες κάποτε κατείχε σ’ ένα περιβάλλον εργασιακής δοµής µε έµφαση στην χειρωνακτική εργασία, και κατά συνέπεια τις µετέδιδε στο παιδί του (αναπαράγοντας ίσως ταξικές διακρίσεις και οριοθετήσεις), επιβεβαιώνοντας

13

Pierre- André Taguieff, ό.π., σ. 89.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[63]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] το ρόλο του ζωντανού προτύπου, από την εντελώς άλλη πλευρά- αλλά όχι και τόσο διαφορετική όσον αφορά τα αποτελέσµατά της-, η συνεχή παρουσία του πατέρα σε ρόλο µητέρας, καθώς αυτή η τελευταία αποσύρεται τώρα στον χώρο εργασίας, συντελεί κατά τρόπο αναπόφευκτο, εάν σε όλα αυτά συνυπολογιστεί η τάση της µητέρας να βλέπει το παιδί της σαν προέκταση του εαυτού της και να του επιδαψιλεύει προσοχή και µέριµνα κτητικού χαρακτήρα, σε µία ριζική αποδυνάµωση της γονεϊκής εξουσίας. Μιλώντας µε φροϋδική ορολογία, η µετατροπή της µάνας σε πατέρα και του πατέρα σε µάνα

αντανακλά

την

κατάρρευση

των «παλαιών

ενορµησιακών

ελέγχων» και τη µετατόπιση από µία κοινωνία στην οποία οι αξίες του υπερεγώ, δηλαδή οι αξίες της αυτοσυγκράτησης και της πειθαρχίας ήταν σε άνοδο, σε µία άλλη, στην οποία ολοένα και περισσότερο εκτιµώνται οι αξίες του Αυτό, δηλαδή οι αξίες της τρυφηλότητας και της αµφιβολίας για τον εαυτό. Η διαδικασία της αυτονοµίας που µπορούσε κάποτε να επιτευχθεί µέσα από τη ριζική αµφισβήτηση της εικόνας του πατέρα, τη βίαιη επανάσταση του παιδιού και την συνακόλουθη διαδοχή απ’ αυτό του πατέρα και της εξουσίας του, πλέον δεν υφίσταται, καθώς το παιδί πλέον δεν επιθυµεί να διαδεχθεί τον πατέρα (η ισχύς της εξουσίας του έχει φθαρεί), αλλά επιθυµεί απλά να γλεντήσει την παροντική του ζωή, χωρίς την παρέµβαση του πατέρα, χωρίς την παρέµβαση καµιάς εξουσίας14. Αυτό δεν πρέπει να µας οδηγήσει στο λανθασµένο συµπέρασµα ότι έχουν καταρρεύσει οι ηθικοί καταναγκασµοί (προϊόντα του υπερεγώ), απλά το πλαίσιο εκδήλωσής τους είναι ένας κόσµος που έχει χάσει την πραγµατικότητά του, είναι ένας κόσµος όπως έχει αυτός διαµορφωθεί από τις διαφηµίσεις και τα ΜΜΕ, δηλαδή ένας κόσµος ρευστότητας και συνεχούς πληροφορίας. Αυτός ο κόσµος φοβίζει. Είναι απειλητικός. Γι’ αυτό και το ναρκισσιστικό παιδί επιθυµεί τη «φυγή» απ’ αυτόν τον απειλητικό κόσµο µέσω της καθήλωσής του σε ψευδαισθήσεις ηδονής και παντοδυναµίας (ή µε ψυχαναλυτικούς όρους, µε την «αίσθηση της

14

Κρίστοφερ Λάς, Λιµάνι σ’ έναν άκαρδο κόσµο. Η οικογένεια υπό πολιορκίαν, εκδ. Νησίδες, 2007, σσ.153εξ.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[64]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] µήτρας»). Αλλά και µέσω της αποποίησής εκ µέρους του οποιαδήποτε ευθύνης (αφού άλλωστε η «ευθύνη» σαν θεµέλιος λίθος της αυτονοµίας προϋποθέτει «σύγκρουση» µε τον πατέρα και διαδοχή του). Ο συνδυασµός των παραπάνω στοιχείων αποτυπώνεται γλαφυρά στα αστυνοµικά µυθιστορήµατα και τις κινηµατογραφικές επιτυχίες της εποχής µας. Για παράδειγµα, ο Ράµπο (του Σταλόνε), καθώς και οι διάφοροι µοναχικοί αστυνοµικοί ή δικηγόροι που τα βάζουν µε το σύστηµα, δείχνουν πως το ναρκισσιστικό άτοµο ανήµπορο να εσωτερικεύσει την εξουσία/ αυθεντία ( του ψυχολογικά ανύπαρκτου πατέρα), προβάλλει προς τα έξω τις απαγορευµένες ενορµήσεις του και µετατρέπει τον κόσµο σε εφιάλτη. Οι δηµόσιες αρχές και εξουσίες (στρατός, αστυνοµία, δικαστές, πολιτικοί), κατά το πρότυπο του διχασµένου πατέρα, παρουσιάζονται ως αναρµόδιες και µοχθηρές ˙ το άτοµο λοιπόν δικαιολογείται όχι να τις ανατρέψει- αυτό θα απαιτούσε ευθύνη, δηλαδή ώριµη και αυτόνοµη προσωπικότητα-, αλλά να τις παρακάµψει15, δηλαδή να αναλάβει από µόνο του την πρωτοβουλία αποκατάστασης του ιδιωτικού του δικαίου: αυτό οδηγεί είτε στην ιδιωτική βία σύµφωνα µε την παράδοση της αυτοδικίας (στα καθ’ ηµάς η εγκληµατική πράξη της αστυνοµίας

ανταποδίδεται

µε

ανάλογες

εγκληµατικές

πράξεις

από

εξεγερµένους ή τιµωρούς εκδικητές), είτε σε ατελεύτητες διαµαρτυρίες για την αθωότητα των νέων, του λαού, των πολιτών κ.α. Αυτή η διαταραγµένη σχέση µε την πραγµατικότητα µέσω της ευρύτατα διαδεδοµένης και κοινωνικά κατοχυρωµένης θυµατοποίησης εκβάλλει στον επιβιωτισµό ως κουλτούρα της εποχής µας. Όλο και περισσότερο στην καθηµερινή του ζωή ο άνθρωπος καλείται ν’ αντιµετωπίσει καταστάσεις ακραίας αλλοτρίωσης. Από τις πόλεις και το περιβάλλον τους που του είναι ανοίκεια µέχρι την εργασιακή του δραστηριότητα σε οργανισµούς ή επιχειρήσεις που δεν απαιτούν πλέον σκληρή εργασιακή πειθαρχία και δεξιότητες, αλλά πιο πολύ ικανότητες προσαρµογής και επικοινωνίας, και από

15

Βλέπε Κρίστοφερ Λάς, ό.π., σ. 214 και Κρίστοφερ Λάς, Ο ελάχιστος εαυτός, εκδ. Νησίδες, 2006, σ. 183.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[65]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] την πληθώρα διαφηµιστικών προϊόντων, που τον καλούν να επιλέγει αενάως, µέχρι τη διάχυση της πληροφόρησης, που του στερεί εποικοδοµητικές γνώσεις, ο πολίτης του σήµερα αντιµετωπίζει το απειλητικό φάσµα µίας ανασφάλειας που δεν µπορεί να ελέγξει και να διαχειριστεί. Οργισµένες οµάδες πολιτών, λοιπόν, ανακαλύπτουν σε κάθε τι ύπουλα σχέδια της εξουσίας για την χειραγώγηση και την καταπάτηση των δικαιωµάτων τους. ∆ίπλα στον επίσηµο µύθο µίας πολιορκηµένης κυβέρνησης, που απειλείται από ταραχές, διαδηλώσεις και συνωµοσίες ξένων δυνάµεων, διαµορφώνεται µία λαϊκή µυθολογία που βλέπει την ίδια την κυβέρνηση σαν συνωµοσία εναντίον του λαού της16 [ παρέκβαση δεύτερη: στην κάλυψη από τα ΜΜΕ των αστεακών βιαιοτήτων φαίνεται πως συγχωνεύεται η θυµατοποίηση µε τη λατρεία της νεότητας ˙ έτσι, οι «Νεαροί» ηρωοποιούνται σε εξεγερµένους της αθλιότητας και του αποκλεισµού, η ευθύνη τους σε ολοφάνερες εγκληµατικές πράξεις µετριάζεται ή και διαγράφεται στο όνοµα της «θυµατικής» τους κατάστασης σε µία κοινωνία αποκλεισµών και διαιρέσεων]17. Καθώς το άτοµο αισθάνεται απειλούµενο από τις φαντασιώσεις του καταναλωτικού του κόσµου, αναπτύσσει τεχνικές επιβίωσης, όπως για παράδειγµα εκλεκτική απάθεια (το cool στυλ που ξέρουµε), συναισθηµατική αποδέσµευση από τους άλλους, απάρνηση του παρελθόντος και του µέλλοντος, ειρωνική αυτόπαρατήρηση, έµφαση στο παρόν, απόρριψη κάθε νοήµατος, άρνηση της ελπίδας για την αποφυγή της απελπισίας, εκγύµναση της ευαισθησίας, µε σκοπό την όσο το δυνατόν ευρύτερη πρόσληψη των εµπειριών και της ηδονής του σήµερα, αλλά και απόλυτη αδιαφορία σε κάθε υπόµνηση δοµηµένου αξιακού και ιδεολογικού συστήµατος. Αυτές οι πρακτικές- στις οποίες, άλλωστε, κατέληξαν ερευνητές ύστερα από µελέτες σε ιστορίες ανθρώπων που επέζησαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης- για να ισχύσουν, απαιτούν τη γενικότερη αίσθηση ότι είµαστε όλοι δυνάµει θύµατα και σαν τέτοιοι κατέχουµε µία ορισµένη ηθική ανωτερότητα στην κοινωνία µας18. Κρίστοφερ Λάς, Ο ελάχιστος εαυτός, σ. 37. Pierre- André Taguieff, ό.π., σ. 101. Κρίστοφερ Λάς, Ο ελάχιστος εαυτός, σσ. 59εξ. Εδώ αξίζει ν’ αναφερθεί ότι η κουλτούρα του επιβιωτισµού έχει διαπεράσει και κοινωνικές οµάδες ή θεσµούς, κατά τα άλλα πλειοψηφικούς, και έχει «χρωµατίσει» το λόγο τους: έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι 16 17 18

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[66]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] Ο Νταίηβιντ Ρήσµαν ήδη στο κλασικό του έργο Το µοναχικό πλήθος έδειξε από πολύ νωρίς πως ο ιδεότυπος του «ετεροστραφούς» ατόµου (σε αντίθεση µε το «παραδοσιοστρεφές» άτοµο της προ-νεωτερικής κοινωνίας και το «ενδοστρεφές» της βικτωριανής εποχής) διαµορφώνει το πλαίσιο αναφοράς του ναρκισσιστικού και θυµατοποιηµένου πολίτη. Μέσα στην οικογένεια οι γονείς έχουν να αντιµετωπίσουν ως δεδοµένο την εισβολή από τα ΜΜΕραδιόφωνο, κινηµατογραφικές ταινίες, κόµικς, Internet- του ιδιωτικού τους χώρου. Καθώς δεν µπορούν ούτε να προβάλλουν τον εαυτό τους σαν παράδειγµα (αναφερθήκαµε σ’ αυτό πιο πάνω), ούτε να προσφύγουν σε βαριές σωµατικές τιµωρίες και στερήσεις (µαταιοπονία λόγω της κυριαρχίας της

κατανάλωσης

και

της

όξυνσης

της

ευαισθησίας),

αναγκαστικά

καταφεύγουν στη βοήθεια ειδικών τρίτων και στην επιχειρηµατολογία. Έτσι, ο γονιός του 19ου αιώνα (ο κατά Ρήσµαν «ενδοστρεφής») δεν ενδιαφερόταν αν η στάση του απέναντι στο παιδί προκαλούσε τη µνησικακία ή την εχθρότητα αυτού. ∆εν ενδιαφερόταν γιατί η ίδια η κοινωνία απαιτούσε πειθαρχηµένες προσωπικότητες, οι οποίες αργότερα δοµηµένα θα υπηρετούσαν ή θα αντιτάσσονταν στο σύστηµα. Αντίθετα, ο γονιός του σήµερα οφείλει να κερδίσει όχι µόνο την καλή συµπεριφορά, αλλά και την καλή θέληση του παιδιού του, «συνεπώς, µπαίνει στον πειρασµό να χρησιµοποιήσει την ανώτερη διαλεκτική του ικανότητα για να «επιχειρηµατολογήσει» µε το παιδί και όταν το παιδί µαθαίνει να επιχειρηµατολογεί, ο γονιός διχάζεται ανάµεσα στο να υποταχθεί ή στο να ανατρέξει άβολα στις παλιότερες αυστηρότερες µεθόδους επιβολής»19 [ παρέκβαση τρίτη: καθώς µερικές εκποµπές της τηλεόρασης παίζουν τον ρόλο του εθνικού κατηγόρου, παρατηρείται το φαινόµενο να κυριαρχεί στην καθηµερινή ατζέντα της κριτικής ή του χλευασµού η ανειλικρίνεια των πολιτικών και των άλλων δηµόσιων προσώπων. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Η ειλικρίνεια θεωρείται υπέρτατη αξία στην εποχή µας. Ο «ετεροστρεφής» άνθρωπος είναι πολύ συναισθηµατικός µε τους ανθρώπους και πολύ κυνικός µε τους θεσµούς. Αποδέχεται άνετα τη δοµή της πολιτικής εξουσίας και τους κανόνες του συστήµατος, δυσφορεί ακούει κανείς εκπροσώπους της Εκκλησίας, των µεγάλων πολιτικών Κοµµάτων ή και της Αστυνοµίας να θεωρούν και αυτοί τους εαυτούς τους «θύµατα» συγκυριών, προφανώς για να κερδίσουν τη γενικότερη συµπάθεια των άλλων «θυµάτων» επίσης. 19 Νταίηβιντ Ρήσµαν, Το µοναχικό πλήθος, εκδ. Νησίδες, 2001, σ.57.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[67]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] όµως όταν οι λειτουργεί αυτού του συστήµατος δεν είναι ειλικρινείς και έντιµοι.

Η

παραίτηση

αντισταθµίζεται

µε

την

του

όσον

αφορά

προσωπική-

στα

την όρια

πολιτική του

συµµετοχή

κουτσοµπολιού-

περιπτωσιολογία20] Η κυτταρική δοµή της οικογένειας διασπάται και στο ρήγµα που δηµιουργείται υπεισέρχονται το σχολικό σύστηµα, τα επαγγέλµατα φροντίδας των παιδιών και η βιοµηχανία της διασκέδασης. Η διαδικασία αυτή βέβαια δεν είναι κάτι καινούργιο. Έχει αρχίσει από τις αρχές του 20ου αιώνα όταν ο µύθος της οικογένειας βασισµένης στην ροµαντική αγάπη έδωσε τη θέση του σ’ αυτόν της «συντροφικής» οικογένειας, κυρίαρχης µορφής µέχρι τη δεκαετία του 1960. Σ’ αυτή τη χρονική περίοδο λαµβάνουν χώρα οι κρατικές πολιτικές βοήθειας στην οικογένεια σαν αποτέλεσµα της αναγνώρισης των παιδιών ως τάξης πολιτών µε δικαιώµατα, εγγυηµένα από το κράτος, οι θεραπευτικοί τρόποι σκέψης και πρακτικής, που γρήγορα κυριάρχησαν και στο πεδίο της οικογένειας (αφού πρωτύτερα είχαν αντικαταστήσει την πολιτική ως τρόπο για την επίτευξη βελτιώσεων στην κατάσταση του βιοµηχανικού εργάτη), η έννοια της οικογένειας ως µονάδας αλληλεπιδρωσών προσωπικοτήτων, που βασίζονται στην κοινωνιολογία της συµπάθειας/ σύµπνοιας, η κεντρική τοποθέτηση της φιλίας σε βάρος του έρωτα και άλλων δεσµευτικών κτητικών συναισθηµάτων. Είναι φανερό ότι η αντικατάσταση της αγάπης από την φιλία, της

πυρηνικής

οικογένειας

από

έναν

ευρύτερο

κύκλο

«ισοτίµων»,

προανήγγειλε την «αντι- κουλτούρα» της δεκαετίας του 1960, µε την εξιδανίκευση της κοινότητας και του κοινοβίου21. Μ’ αυτό τον τρόπο διαµορφώθηκε, µε το πέρασµα του χρόνου, µία αίσθηση ψυχρής επιφανειακής ηρεµίας και ισορροπίας, η οποία δεν ήταν τίποτε άλλο από

την

κάλυψη

φορτισµένης»

της,

κατά

οικογένειας.

Πάρσονς, Οι

γονείς

συναισθηµατικά και

τα

παιδιά

«υπερ-

όφειλαν

να

επιχειρηµατολογούν συνεχώς για να αποφεύγονται οι απειλητικές συγκρούσεις 20 21

Νταίηβιντ Ρήσµαν, ό.π., σ. 190. Κρίστοφερ Λάς, Λιµάνι σ’ έναν άκαρδο κόσµο. Η οικογένεια υπό πολιορκίαν, ό.π., σσ. 53-135.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[68]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] και αντιθέσεις. Αυτή την «γλυκανάλατη» αίσθηση ισορροπίας δεν την ταρακούνησε πραγµατικά η αµφισβήτηση της δεκαετίας του 1960, αφού διατήρησε και επαύξησε ακόµη περισσότερο τη λατρεία των διαπροσωπικών σχέσεων µεταξύ κοινότητας ίσων και όµοιων στη βάση του διαλόγου και της επικοινωνίας. Όπως παρατήρησε ο Πόλλακ «οι σύζυγοι και των δύο φύλων γίνονται συνασθενείς»22. Οι άνθρωποι δεν ονειρεύονται πια να ξεπεράσουν τις δυσκολίες, αλλά απλά να επιβιώσουν απ’ αυτές. Η παραίτηση αυτή, συνειδητοποίηση της συνασθένειας, οδηγεί τον γονιό να θέλει να κάνει τα παιδιά του, µε κάθε τρόπο, αγαπητά και επιθυµητά,

µετά

βίας

κρύβοντας

µία

λανθάνουσα

ψυχρότητα-

την

απόσταση εκείνων που έχουν λίγα να µεταδώσουν στην επόµενη γενιά. Η εκλαΐκευση της ψυχιατρικής θέτει τα συναισθηµατικά θεµέλια για τη γενικευµένη

αγχωτική

ανασφάλεια

των

µελών

της

οικογένειας,

υπενθυµίζοντας συνεχώς στους γονείς ότι η αποτυχία να δώσουν αγάπη και ασφάλεια στα παιδιά, η αδυναµία διαλόγου και συνεχούς επαγρύπνησης, µπορεί να προκαλέσουν ανεπανόρθωτες ψυχικές ζηµιές23. ∆εν χρειάζεται άλλο γλαφυρό παράδειγµα (στα όρια του γελοίου) από την αισθητική των εκποµπών της απογευµατινής ζώνης στην ελληνική τηλεόραση, όπου σε συζητήσεις κατ’ επίφαση ψυχολογικές αναλύονται δράµατα ζωής και οικογενειακών σχέσεων από ανθρώπους- κριτές µε ναρκισσισµό σώµατος και µυαλού. Στο ίδιο µήκος κύµατος η έµφαση στην αυθεντικότητα, δηλαδή η εµπιστοσύνη στα συναισθήµατα, αντανακλά την κατάρρευση της γονικής καθοδήγησης και την ηθική δικαιολόγηση αυτής της κατάρρευσης. Αφού ο γονιός αδυνατεί να διδάξει στο παιδί τους τρόπους του κόσµου ή να µεταδώσει ηθικές αρχές, του είναι αρκετό να ενθαρρύνει το παιδί στην αυτοπραγµάτωσή του: «είναι πιο σηµαντικό για το παιδί να ξέρει τι νιώθει παρά το γιατί το νιώθει», «ο θυµός δεν είναι καταστροφικός για το παιδί, 22 23

Κρίστοφερ Λάς, Λιµάνι σ’ έναν άκαρδο κόσµο. Η οικογένεια υπό πολιορκίαν, ό.π., σσ. 174. Κρίστοφερ Λάς, Η κουλτούρα του Ναρκισσισµού, εκδ. Νησίδες, σ. 163.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[69]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] µπορεί να εκτονωθεί χωρίς να καταστρέψει κανένα», «αν ένα παιδί ενοχλήσει τον γονέα, ο γονέας θα πρέπει να εκφράσει την ενόχλησή του αντί να καταδικάσει το παιδί ή την πράξη»24. Αυτές και άλλες πολλές συνταγές επιτυχίας δείχνουν και τα όρια της µετα- µοντέρνας επιτρεπτικότητας µίας ναρκισσιστικής

οικογένειας

[παρέκβαση

τέταρτη:

η

επίδραση

της

εκλαϊκευτικής ψυχανάλυσης και των διαφόρων βοηθητικών υπηρεσιών του κράτους σε συνδυασµό µε την άρνηση της «ενοχής» και αντί αυτής την εξύψωση της ψυχικής ή της κοινωνικής «νόσου» για εγκληµατικές πράξεις έχει σαν αποτέλεσµα την µετατροπή των δικαστηρίων ανηλίκων (και όχι µόνο) σε τόπους ηθικής αγωγής και ψυχικής «βοήθειας». Όλα αυτά στο όνοµα της καταπολέµησης των βαθύτερων αιτιών και της αναζήτησης των κοινωνικών και ψυχικών «λαθών». Με άλλα λόγια, είναι η συνηθισµένη επιχειρηµατολογία που, στις ηµέρες µας, πίσω από τις καταστροφές της εξέγερσης των νέων βρίσκει βαθύτερα κοινωνικά και ψυχικά αίτια. Η αντίληψη αυτή του κοινωνικού παραβάτη ως «ασθενή» επιδεινώνει το πρόβληµα. ∆εν το επιλύει. Το κράτος επεκτείνει ακόµα περισσότερο την παρεµβατική του λειτουργία µέσω υπηρεσιών στήριξης και αναµόρφωσης. Οι δικαστές που θεωρούν τους εαυτούς τους ειδικούς στις ανθρώπινες σχέσεις, επιδιώκουν να µάθουν όλη την αλήθεια για το παιδί, βιάζοντας ακόµη περισσότερο την ιδιωτική του ζωή, και η δυνατότητα αµφισβήτησης της άδικης απόφασης περιορίζεται, καθώς όλη η κοινωνία µιλά για ανάγκη των νέων για βοήθεια. Στην πραγµατικότητα ο παραβάτης νέος δεν µπορεί να συλλάβει τον εαυτό του ως παραβάτη, παρά µόνο σαν θύµα της κοινωνικής αδικίας ή «ασθενή», άρα η αντίδραση του µειώνεται. Η παράβαση σαν έµπρακτη αµφισβήτηση ακυρώνεται στο όνοµα της κοινωνικής υγείας25 Με όλα αυτά κάτι υπολείπεται ακόµη από το σύνολο των παραγόντων που συνδιαµορφώνουν την οικογένεια και την ανάπτυξη των νέων. Αυτό το υπολειπόµενο κάτι είναι ο εκκοινωνισµός που επιτελείται από τις οµάδες των οµοίων. Οι γονείς σήµερα είναι οι σκηνοθέτες για τις συναντήσεις των 24 25

Κρίστοφερ Λάς, Η κουλτούρα του Ναρκισσισµού, ό.π., σ. 164. Βλέπε Κρίστοφερ Λάς, Η κουλτούρα του Ναρκισσισµού, ό.π., σ. 156.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[70]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] τρίχρονων και τετράχρονων παιδιών τους, όπως ακριβώς σε παλαιότερες εποχές οι ενήλικοι κανόνιζαν τους γάµους. Στη θέση της γιαγιάς και της γκουβερνάντας άλλες ενήλικες εξουσίες- όπως για παράδειγµα- του δασκάλου αναλαµβάνουν τον ρόλο του εισαγωγέα στην κοινότητα των µεγάλων. Η «ετεροστρεφής» κοινωνικότητα, παίρνοντας καλά το µάθηµά της από τη νέα, συνεργατική δόµηση των εργασιακών πλαισίων της επιχείρησης, στοχεύει στην προσαρµοστικότητα του παιδιού σε περιβάλλοντα όµοιων παιδιών, µε τη διακριτική επίβλεψη ενός µάνατζερ- δασκάλου. Μόνο που η διαφήµιση και ο καταναλωτισµός έρχονται να υπερ- καθορίσουν αυτή τη διαδικασία: το γούστο, επειδή συνδέεται άµεσα µε τον καταναλωτισµό, οµογενοποιείται και έτσι «ο,τιδήποτε επιχειρεί- ένα καλλιτεχνικό έργο, έναν τρόπο οµιλίας, ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο-η οµάδα των οµοίων είναι έτοιµη να το ταυτίσει µε κάτι άλλο και να το κρίνει µε την ειδηµοσύνη την τυπική του κοινού των ΜΜΕ»26. Το ταλέντο και η σκληρή προσπάθεια εξακολουθούν να υπάρχουν, µόνο που σε αντίθεση µε την εποχή, κατά την οποία ο χαρακτήρας διαπλαθόταν σε µεγάλο βαθµό για την εργασία και µέσα στην εργασία, και κατά συνέπεια είχε µεγάλη σηµασία το εάν κάποιος κατείχε ή όχι παραγωγικά µέσα, σήµερα ο χαρακτήρας διαπλάθεται σε σχέση µε τον ελεύθερο χρόνο και την κατανάλωσή του, µε αποτέλεσµα η προσπάθεια του υποκειµένου να µην έχει τη µορφή της επίτευξης, αλλά περισσότερο αυτή της µίµησης των καταναλωτικών

προτύπων

(είναι

ακριβώς

η

διαφορά

ανάµεσα,

για

παράδειγµα, τον µουσικό ή γενικότερα τον καλλιτέχνη, ο οποίος πασχίζει για να ανέλθει κοινωνικά και να καταξιωθεί στον χώρο του και αυτόν που επίσης πασχίζει, µιµούµενος πρότυπα δηµοσιότητας ή έτοιµος να γίνει κάτι τέτοιο, εξαργυρώνοντας τη σκληρή του προσπάθεια. Υπάρχει, λοιπόν, µία ευθεία γραµµή σύνδεσης που ενώνει το εναλλακτικό «χάπενινγκ» του δρόµου µε τη συµµετοχή καλλιτεχνών της κλασσικής µουσικής ή του σοβαρού θεάτρου σε δρώµενα της τηλεόρασης: και τα δύο φαινόµενα προϋποθέτουν χαρακτήρες

26

Νταίηβιντ Ρήσµαν, ό.π., σ. 79.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[71]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] του θεάµατος και της κατανάλωσης του, ετεροστρεφείς- ναρκισσιστικούς χαρακτήρες). Επανερχόµαστε στον εκκοινωνισµό από την οµάδα των οµοίων. Η οµάδα αυτή- που τη συναντά κανείς στις παιδικές συναναστροφές, στο σχολείο, στα γυµναστήρια και στις εφηβικές παρέες- δεν ρυθµίζει µόνο το γούστο, αλλά συνάµα ελέγχει την επιτρεπτικότητα, κυκλοφορώντας πληροφορίες για τις γονεϊκές ρυθµίσεις και για το ποιες απ’ αυτές πρέπει να γίνονται αποδεκτές. Το παιδί, λοιπόν, γνωρίζει περισσότερα από τους γονείς του και αυτή τη γνώση εύκολα την εκµεταλλεύεται για να προκαλεί την αµηχανία των µεγάλων. Αυτή η µαθησιακή λειτουργία συνυπάρχει άρρηκτα µ’ ένα γενικότερο κλίµα αµήχανης επιτρεπτικότητας: «παρόµοια στο σχολείο, το παιδί βρίσκεται περιτριγυρισµένο από εξουσίες που θέλουν µόνο να βοηθήσουν. Αν ένας µαθητής βγει έξω από τη γραµµή, τον στέλνουν στον σύµβουλο για καθοδήγηση. Οι ίδιοι οι µαθητές µάλιστα απορρίπτουν τόσο τα εξουσιαστικά όσο και τα ελευθεριακά µέτρα και θεωρούν τον κοινωνικό έλεγχο ένα τεχνικό

πρόβληµα, που η λύση του πρέπει να εναποτεθεί στον σωστό ειδήµονα»27. Η ετερονοµία είναι η µόνη ικανοποιητική λέξη που µπορεί να περιγράψει αυτή την κατά τα άλλα τόσο ελπιδοφόρα γενιά. Το γενικευµένο αίσθηµα ανασφάλειας, δηλαδή αδυναµίας του υποκειµένου να ελέγξει τη ζωή του, µαζί µε την υποκατάσταση της οικογένειας από την παρέα κάνουν τα παιδιά της µεσαίας τάξης περισσότερο οικεία στην µορφολογία της ζωής στα γκέτο ˙ ο επιθετικός ειρωνικός αστεϊσµός του γκέτο λειτουργεί σαν «διαβατήριο», µε το οποίο τα έφηβα άτοµα εκπαιδεύονται στους ρόλους που θα κληθούν να παίξουν ως ενήλικοι. Ακόµη και χωρίς πατέρες, µαθαίνουν την αρρενωπότητα από τους ανθρώπους του δρόµου, ενώ οι βρισιές και οι χειρονοµίες σεξουαλικού περιεχοµένου (µε έµφαση

στην υποτιµητική

υπονοούµενη µεταχείριση των µανάδων των αντιπάλων τους) µυούν τους εξεγερµένους στην ικανοποίηση του να παίρνεις (ή να καταστρέφεις) αυτό

27

Κρίστοφερ Λάς, Η κουλτούρα του Ναρκισσισµού, ό.π., σ. 178.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[72]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] που θέλεις αντί να κερδίσεις ό,τι δικαιούσαι να λάβεις28. Επιπρόσθετα, αυτή η ιδιόρρυθµη κουλτούρα γίνεται ο µόνος τρόπος επίτευξης του σεβασµού, που λείπει σε κάθε άλλη περίοδο της ενηλικίωσής τους29. Με την αναφορά στη γκετοποίηση των παιδιών της µεσαίας τάξης εισερχόµαστε στο µεγάλο ζήτηµα της αστικής χωροθέτησης. Οι γειτονιές κάποτε ενθάρρυναν την «τυχαία δηµόσια εµπιστοσύνη»30. Για παράδειγµα, ο γωνιακός µπακάλης ή περιπτεράς που µαλώνει ένα παιδί επειδή τρέχει στη µέση του δρόµου, του παρέχει µία άτυπη εκπαίδευση, η οποία προϋποθέτει ευθύνη και συνειδητοποίηση ορίων και την οποία το σχολείο µόνο περιορισµένα µπορεί να δώσει. Η γειτονιά και τα «άτυπα στέκια» της (οι ταβέρνες, τα καφενεία, τα κουρεία, τα εµπορικά καταστήµατα, τα γήπεδα κάποτε) συνιστούσαν τους κατά Ray Oldenburg «τρίτους τόπους»31, τόπους δηλαδή στους οποίους µπορούν οι άνθρωποι να µιλούν χωρίς εξαναγκασµό, ανάµεσα στον χώρο εργασίας και τον οικογενειακό κύκλο, ανάµεσα στη χαοτική αγορά του χρήµατος και της κατανάλωσης και την οικογενειακή «µήτρα». Αυτή η ανάµεικτη ακούσια συνάντηση αποφόρτιζε την ένταση της οικογενειακής ζωής (για την οποία µιλήσαµε πιο πάνω), και το κυριότερο δίδασκε

δηµοκρατία

και

ευπρέπεια

(περισσότερο

από

τις

διάφορες

ναρκισσιστικές ενώσεις πολιτών). Η σύγχρονη οικειοποίηση αυτών των «τόπων» από την οικογένεια και η «φυγή» των µικροαστικών στρωµάτων στα σχετικά πλούσια προάστια- η λεγόµενη προαστιοποίηση του κοινωνικού χώρου-

σε

αναζήτηση

ειρήνης

και

απλοποίησης

του

κοινωνικού

περιβάλλοντος, οδήγησε στην υπερ- φόρτωση της οικογένειας, η οποία αναζητά εναγωνίως «καθαρές ταυτότητες»32, για να µπορέσει να αποφύγει την κατ’ αυτήν ογκούµενη απειλή της επικινδυνότητας της παραδοσιακής γειτονιάς (µετανάστες, µικροκακοποιοί, ναρκοµανείς). Από εδώ πηγάζει η τριπλή λιποταξία των νέων ελίτ, από την οικογενειακή ζωή, τη ζωή της πόλης Κρίστοφερ Λάς, Λιµάνι σ’ έναν άκαρδο κόσµο. Η οικογένεια υπό πολιορκίαν, ό.π., σσ. 198-199. Εις επίρρωση των λεγοµένων του Κρίστοφερ Λάς (Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της ∆ηµοκρατίας, εκδ. Νησίδες, 1995, σσ. 105-106) καταθέτω την, νοµίζω κοινή σε όλους µας, εµπειρία της επιθετικής συµπεριφοράς των ναρκοµανών στα γνωστά στέκια της Αθήνας. Αυτοί οι άνθρωποι, όπως οι µαύροι στα γκέτο της Αµερικής που έχει υπόψη του ο Λάς, έχουν ιδεοληψία µε τον σεβασµό και την «υποτίµηση», που κάποιος ανίδεος µπορεί να τους δείξει. Αυτό εκλαµβάνεται ως λόγος για βίαιη αντεκδίκηση και επιθετικότητα. 30 Κρίστοφερ Λάς, Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της ∆ηµοκρατίας, ό.π., σ. 78. 31 Κρίστοφερ Λάς, Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της ∆ηµοκρατίας, ό.π., σσ. 92εξ. 32 Βλέπε αναλυτικά Ρίτσαρντ Σένετ, Οι χρήσεις της αταξίας. Προσωπική ταυτότητα και ζωή της πόλης, εκδ. Τροπή, Αθήνα 2003. 28 29

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[73]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] και

την

πολιτική/

πολιτειακή

ζωή.

Η

λιποταξία

αυτή

όµως

γίνεται

µπούµερανγκ, καθώς τα παιδιά αυτών των στρωµάτων διαφεύγουν µε τη σειρά τους προς τις «επικίνδυνες» γειτονιές για αναζήτηση παρέας, εµπειριών και διασκέδασης [παρέκβαση πέµπτη: έχουν γίνει πολλά αφιερώµατα και σχόλια για την πολυπολιτισµικότητα και τη γοητεία των Εξαρχείων, µε αφορµή και τα πρόσφατα γεγονότα. Αν αφήσουµε κατά µέρος την σηµαντική συνιστώσα της «εναλλακτικής διαφήµισης» για ένα µικροαστικό ακροατήριο έτοιµο να καταναλώσει τα πάντα, υπάρχει µία βάση όσον αφορά την επισκεψιµότητα του συγκεκριµένου µέρους από άτοµα µικροαστικών ή πλούσιων συνοικιών. Και είναι η βάση αυτή που µόλις είπαµε. Όµως δεν µπορεί να συντελέσει η όλη διαδικασία αυτής της συµβίωσης στην ωρίµανση των νέων παιδιών, αφού αυτά είναι επισκέπτες της «φάσης». ∆εν είναι οι ντόπιοι που έχουν οργανώσει τη ζωή τους

και την καθηµερινότητα τους

«αλλιώτικα» από τις κυρίαρχες νόρµες. Αυτό σηµαίνει ότι αυτά τα παιδιά δεν έχουν καµία σχέση µε τη γειτονιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα εν λόγω αφιερώµατα όταν οι κάτοικοι παίρνουν το λόγο, οι απόψεις τους είναι περισσότερο αντικειµενικές και ώριµες] ΤΕΛΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ρήσµαν «το παραδοσιοσιοστρεφές παιδί εξευµενίζει τους γονείς του, το ενδοστρεφές παιδί τους µάχεται ή υποτάσσεται σ’ αυτούς και το ετεροστρεφές παιδί τους χειραγωγεί και µε τη σειρά του χειραγωγείται»33. Αυτή η ψυχολογία της χειραγώγησης απεικονίζει πολύ καλά την ανάλογη ψυχολογία του σύγχρονου εργαζοµένου ή διοικητικού στελέχους µίας επιχείρησης: θέλει να είναι γνωστός σαν νικητής και θεωρεί επιτυχία όχι να πετυχαίνει κάποιους αντικειµενικούς στόχους, αλλά να ξεπερνά τους άλλους. Στην αναρρίχησή του οφείλει να καλλιεργεί σχέσεις µε ισχυρούς πελάτες και να τους ελέγχει- να τους χειραγωγεί- ακόµα και εναντίον της επιχείρησής του, µε την οποία δεν θέλει να ταυτιστεί (όπως ταυτιζόταν ο

33

Νταίηβιντ Ρήσµαν, ό.π., σ. 55.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[74]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] καπιταλιστής της βικτωριανής εποχής). Αυτό που επιζητείται είναι η όσο το συνατόν

ευρύτερη

γκάµα

επιλογών

και

δυνατοτήτων.

Αυτός

ο

«στροβιλισµός» εκφράζει τη νεότητα και γι’ αυτό από τη στιγµή που χάνεται η νιότη και το σφρίγος της νίκης, χτυπάει την πόρτα η κατάθλιψη και η αίσθηση της µαταιότητας [παρέκβαση έκτη: υπονοήσαµε και πιο πάνω για µία διάχυτη λατρεία της νεότητας, η οποία γίνεται φανερή και στην κάλυψη των πρόσφατων γεγονότων από τους σηµερινούς σαραντάρηδες και πενηντάρηδες εάν αφήσουµε και πάλι κατά µέρος τις πολιτικές προϋποθέσεις της προσέγγισής τους, καθώς και την δύναµη ανακύκλωσης της διαφήµισης, η οποία χρησιµοποιεί ακόµα και τις πιο σοβαρές φωνές για να διαµορφώσει πελατεία και νεανική αγορά, οφείλουµε να δούµε τη νοσταλγία αυτού του «στροβιλισµού»,

µία

νοσταλγία

που

επιτείνεται

ακριβώς

επειδή

ο

παρατηρητής- σαν συνέπεια της ζωής και της καριέρας του- αδυνατεί να αφοσιωθεί σε κάτι που να πιστέψει πέρα από τον εαυτό του και βρίσκεται ολοµόναχος. Από την άλλη πλευρά, ο ναρκισσιστής επιδρά σε µία µετατόπιση της κοινωνικής αίσθησης του ιστορικού χρόνου: έχει χάσει την αίσθηση του µέλλοντος, καθώς ψυχίατροι συµβουλεύουν τους γονείς να µη ζουν δια µέσω των παιδιών τους, παντρεµένα ζευγάρια αναβάλλουν ή απορρίπτουν την τεκνοποιία, ψυχολογικές υστερίες για την επικείµενη καταστροφή της ανθρωπότητας λόγω οικολογικής ή οικονοµικής κρίσης παίρνουν διαστάσεις αποκαλυψιακής εµµονής. Όταν οι άνθρωποι αδυνατούν να ενδιαφερθούν για την επίγεια ζωή µετά το θάνατό τους, λαχταρούν την αιώνια νιότη, για τον ίδιο λόγο για τον οποίο δεν νοιάζονται ν’ αναπαραχθούν]34. Η συναίσθηση της µαταιότητας και της τρωτότητας είναι το εσωτερικό δηλητήριο της ναρκισσιστικής κοινωνίας, που είναι- όπως και κάθε ναρκισσιστικό άτοµο- µία γαλήνια αυτοκτονική κοινωνία. Ο νέος αυτής της κοινωνίας αναπτύσσει άµυνες για να αντιµετωπίσει αυτό το εσωτερικό µαράζι. Μία απ’ αυτές είναι ο αδιάντροπος κυνισµός, η ανευλάβεια αυτή που δηλώνει την αίσθηση παντοδυναµίας και την υπέρβαση των ορίων του

34

Κρίστοφερ Λάς, Η κουλτούρα του Ναρκισσισµού, ό.π., σ. 204.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[75]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] αυτοθαυµαζόµενου υποκειµένου35 ( οι διάφορες τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές εκποµπές «πλάκας» και χαβαλέ φθάνουν πολλές φορές στα όρια του αγενούς κυνισµού ˙ είναι κυρίαρχες, και τα λογοπαίγνιά τους διαµορφώνουν την καθηµερινή αισθητική µας, επιπλέον δίπλα στο µαζικό και συµβιωτικό χιούµορ αναπτύσσεται σαν ρυθµιστής της καθηµερινής αισθητικής το underground χιούµορ, αυτό το µηδενιστικό, αδιόρατα προκλητικό στα όρια του χυδαίου και µε πινελιές hard sex χιούµορ). ∆ώσαµε πιο πριν τον επιθετικό προσδιορισµό γαλήνια όχι τυχαία. Η διαδικασία πρωσοποποίησης, την οποία συντηρεί και προάγει η λατρεία της νιότης, δρα καταπραϋντικά στους ενήλικους (να, ένας ακόµη λόγος για τα όλο θαυµασµό σχόλια των πενηντάρηδων), αλλά συνάµα «σκληραίνει» τους εφήβους. Από τη µία cool λογικές, διάλογος µέχρις εσχάτων, πρακτικές αποσιώπησης και ειρήνευσης, ευαισθησία απέναντι σε κάθε τι που θα µπορούσε να οξύνει τα πνεύµατα ή να διαταράξει την επιφανειακή γαλήνη και από την άλλη πλευρά, τι; « Παραδόξως, η παράσταση της βίας οξύνεται ακόµα περισσότερο, όσο υποχωρεί στην κοινωνία των πολιτών. Στον κινηµατογράφο, στο θέατρο, στη λογοτεχνία παρακολουθούµε πράγµατι µία πλειοδοσία σε σκηνές βίας, σ’ ένα όργιο φρίκης και ωµότητας, ποτέ η τέχνη δεν ήταν τόσο προσκολληµένη στο να παρουσιάζει από τόσο κοντά την υφή της βίας, βία hi-fi καµωµένη από ανυπόφορες σκηνές µε σπασµένα

κοκάλα,

ακρωτηριασµούς…όταν

σιντριβάνια δεν

αίµατος,

υπάρχει

πια

κραυγές, κανένας

αποκεφαλισµούς,

ηθικός

κώδικας

να

παραβιάσουµε, µένει η φυγή προς τα εµπρός, η ακραία έλικα, η εκλέπτυνση της λεπτοµέρειας για τη λεπτοµέρεια, ο υπερρεαλισµός της βίας»36. Στο τέλος των πραγµάτων η βία του δρόµου φθάνει να θεωρείται η πιο «συνηθισµένη» βία. Γίνεται ρουτίνα. Συνεισφέρει και αυτή, µε τη σειρά της, στην από- ουσίωση των πραγµάτων και της αντικειµενικής πραγµατικότητας του cool ατόµου. Η βανδαλιστική καταστροφή προϋποθέτει το τέλος του σεβασµού για τα πράγµατα, την αδιαφορία για την πραγµατική ζωή, την εµµονή σε µία ψευδαισθησιακή εικόνα. Τα νεοκλασικά της πόλης και τα 35 36

Κρίστοφερ Λάς, Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της ∆ηµοκρατίας, ό.π., σ. 152. Ζιλ Λιποβετσκί, Η εποχή του κενού. ∆οκίµια για τον σύγχρονο ατοµικισµό, εκδ. Νησίδες, σ. 172.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[76]


[Η κρίση της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή: µε αφορµή τον ∆εκέµβρη του 2008] [του Μανώλη Βαρδή] αγάλµατα δεν υπάρχουν για το ναρκισσιστικό άτοµο. Του στέκουν εµπόδια. Πρέπει να καταστραφούν είτε για να δώσουν τόπο σε πιο αποδοτικά κτίρια είτε για να θυσιαστούν στην φαντασίωση του επαναστατικού «σήµερα». Υπάρχει αντίρρηση;

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[77]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη]

∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση: Η ∆ιείσδυση της Καταναλωτικής Κουλτούρας στο Χώρο της Παιδείας Του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη Τα ζητήµατα της παιδείας είναι διαρκώς υπό διαπραγµάτευση σ’ αυτή τη χώρα. Πολύ φυσικό, θα µπορούσε να σκεφτεί κανείς, αφού η παιδεία αντανακλά τις κοινωνικές αλλαγές και οφείλει να συµβαδίζει µε την εποχή. Όµως στη χώρα µας δεν πρόκειται περί αυτού. Το εκπαιδευτικό σύστηµα αλλάζει και ξαναλλάζει όχι για να εκσυγχρονιστεί, αλλά µε την ελπίδα µήπως και κάτι λειτουργήσει, επιτέλους, σωστά. Οι συχνές προσθαφαιρέσεις που γίνονται και η ρευστότητα που επικρατεί σ’ αυτό αντί να λύνουν, συνήθως σωρεύουν περισσότερα προβλήµατα και επιτείνουν τη σύγχυση. Ό,τι σε διαφορετική περίπτωση –σε διαφορετική χώρα– θα ήταν ευλογία, στην περίπτωση της ελληνικής εκπαίδευσης είναι µάστιγα. Πρόσφατα, το ενδιαφέρον για την εκπαίδευση αναζωπυρώθηκε µε αφορµή τη δεδηλωµένη πρόθεση της νέας πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων να προχωρήσει σε «εκτεταµένες» και «ριζικές» αλλαγές, ιδιαίτερα στη δεύτερη και τρίτη βαθµίδα της εκπαίδευσης. Από µόνη της κάθε πρωτοβουλία για έναρξη «εθνικού διαλόγου» για την παιδεία είναι εξαιρετικά χρήσιµη. Στη χώρα µας, όµως, η κατάληξη τέτοιων προσπαθειών είναι τραγικά προβλέψιµη. Ένας ακόµη «εθνικός διάλογος», µια ακόµη (βέβαιη) αποτυχία του· άλλη µια διαφαινόµενη «εκπαιδευτική µεταρρύθµιση», άλλη µια πράξη στο µακρόσυρτο εκπαιδευτικό µας δράµα. Κινδυνεύει κανείς να χαρακτηριστεί ως «απόλυτος» ή «καταστροφολόγος» όταν διατυπώνει τέτοιες προβλέψεις. Όµως η µέχρι τώρα εµπειρία είναι οδυνηρή, και δεν αφήνει πολλά περιθώρια ελπίδας.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[78]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] Ό,τι ακολουθεί µπορεί να θεωρηθεί ως εισαγωγικό σχεδίασµα µιας ανάλυσης διαφόρων όψεων της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε στενή αναφορά µε την ευρύτερη πολιτισµική και κοινωνική συνθήκη. Η αναφορικότητα είναι απαραίτητο στοιχείο προκειµένου να αποτυπωθεί µια ολοκληρωµένη εικόνα της κατάστασης διότι η εκπαίδευση, πολύ περισσότερο ίσως από άλλους τοµείς, δεν είναι ένας στεγανός χώρος µε αυτόνοµες λειτουργίες αλλά τροφοδοτείται άµεσα από το πνεύµα της εποχής και αντανακλά την κουλτούρα και τους κοινωνικούς συσχετισµούς. Υποχρεωτικά, λοιπόν, οφείλουµε να ανοίξουµε την οπτική µας, λαµβάνοντας υπόψη µας ένα διευρυµένο πλαίσιο σηµασιών, σχέσεων και καταστάσεων εντός του οποίου µοιραία κινείται και από το οποίο επηρεάζεται διαµορφωτικά η εκπαίδευση. Ειδικότερα, πρόθεση του κειµένου είναι η ανάδειξη µιας βασικής τυπολογίας, η οποία συνδέεται µε συγκεκριµένα µοντέλα ανθρώπινης συµπεριφοράς. Προς την

κατεύθυνση

αυτή

αξιοποιείται

τόσο

η

κοινωνική

ανάλυση

που

περιστρέφεται γύρω από τον άξονα κάποιων ιδεοτυπικών κατηγοριών (καταναλωτική κοινωνία, ναρκισσιστική κουλτούρα, κορεσµένος εαυτός), όσο και η φαινοµενολογική προσέγγιση των κοινωνικών δοµών και λειτουργιών, που

υπογραµµίζει

τον

ρόλο

του

υποκειµένου

στην

κατασκευή

της

πραγµατικότητας. Με αφετηρία τη διττή αυτή µεθοδολογική προϋπόθεση, η ανάλυση που ακολουθεί τείνει υποχρεωτικά προς την αφαίρεση και την . Επιλέγει να εστιάσει µονάχα σε σηµεία που αντιλαµβάνεται ως κοµβικά καθώς δεν αποσκοπεί στη σύλληψη και περιγραφή της µορφολογικής πολλαπλότητας που εξάπαντος χαρακτηρίζει την εκπαίδευση. Φιλοδοξία της είναι να σκιαγραφήσει συγκεκριµένα µοντέλα αντιλήψεων και συµπεριφορών που ενδεχοµένως να βοηθούν στην πληρέστερη κατανόηση και ερµηνεία των αιτιών της οδυνηρής εκπαιδευτικής µας παθογένειας. Το Ρηχό Όραµα της Εκπαίδευσης και η Κουλτούρα της Κατανάλωση Η αποτυχία κάθε µεταρρυθµιστικού εγχειρήµατος είναι εγγυηµένη όχι διότι εκλείπουν οι αγαθές προθέσεις αλλά διότι τα ζητήµατα της παιδείας και της © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[79]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] εκπαίδευσης αντιµετωπίζονται συνήθως µε προκλητική προχειρότητα απ’ όλους τους εµπλεκόµενους φορείς. Μ’ αυτό κυρίως εννοώ ότι η προσοχή των ιθυνόντων είναι µονότροπα επικεντρωµένη στο εκπαιδευτικό σύστηµα, ενώ η κρίση του τελευταίου δεν οφείλεται αποκλειστικά και µόνο στις, όντως υπαρκτές και µεγάλες, ελλείψεις και δυσλειτουργίες του αλλά συνδέεται άµεσα και στενά µε την ευρύτερη πολιτισµική και πνευµατική κρίση που µαστίζει τη χώρα µας εδώ και δεκαετίες. Μ’ άλλα λόγια, το αυτονόητο γεγονός ότι η

κοινωνία είναι εκείνη που θέτει το γενικό πλαίσιο, τους στόχους και τις αξίες της παιδείας, φαίνεται να παραθεωρείται έναντι της αφελούς πίστης στη θαυµατουργική παντοδυναµία της παιδείας –πίστη, ειρήσθω εν παρόδω, από την οποία διακατέχονται πολλοί εγχώριοι ιδεαλιστές διανοούµενοι που αρθρογραφούν για θέµατα παιδείας, και την οποία φρόντισε να συνοψίσει µε κάθε επισηµότητα το νέο λογότυπο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων: «Όλα είναι θέµα Παιδείας». Έτσι, όταν έρχεται η στιγµή να επισηµανθούν τα αίτια που ευθύνονται για την παρατεταµένη κρίση στην παιδεία και να εντοπιστούν οι παράγοντες που τη συντηρούν και τη διαιωνίζουν, οι αναλύσεις που βλέπουν το φως της δηµοσιότητας είναι, στην συντριπτική

πλειοψηφία

τους,

αποσπασµατικές

επιφανειακές,

και

ασχολούµενες µε ζητήµατα δευτερεύοντα και επουσιώδη. Αντί να ξεκινούν από το πρωταρχικό ζήτηµα του «ποια κοινωνία έχουµε» (δηλαδή, «ποιοι είµαστε»), φτάνουν αµέσως στο δια ταύτα, επιχειρώντας αδέξια να απαντήσουν στο ερώτηµα «ποια παιδεία θέλουµε;» (δηλαδή, «ποιοι θέλουµε να

γίνουµε»).

Η

ανώριµη

και

ανιστορική

αυτή

στάση

µοιραία

αποπροσανατολίζει τη συζήτηση, οδηγώντας στην εσωστρέφεια και την αποσύνδεση των εκπαιδευτικών ζητηµάτων από την ευρύτερη κοινωνική κατάσταση. Από το σηµείο αυτό κι έπειτα αρχίζει η ενασχόληση µε τα τετριµµένα. Πρώτο απ’ όλα τίθεται το θέµα της χαµηλής χρηµατοδότησης της παιδείας από τον κρατικό προϋπολογισµό και ακολουθούν τα πάγια συνδικαλιστικά αιτήµατα για αύξηση των αποδοχών των εκπαιδευτικών, για βελτίωση των σχολικών υποδοµών, για επιµόρφωση και τα παρόµοια. Γίνεται λόγος για τα κενά σε προσωπικό που παρατηρούνται κάθε νέο σχολικό έτος © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[80]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] και την καθυστέρηση στην αποστολή των βιβλίων, στηλιτεύεται η µετατροπή του Λυκείου σε εξεταστικό κέντρο, µε αποτέλεσµα την άνθηση της παραπαιδείας, και καταγγέλλεται η απουσία ουσιαστικής και αµερόληπτης αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Όσον αφορά στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση οι συνήθεις αιτιάσεις σχετίζονται µε την κοµµατικοποίηση των φοιτητών, την αναξιοκρατία και ιδιοτέλεια που φαλκιδεύουν τις διαδικασίες ανάδειξης των ικανών πανεπιστηµιακών στις διάφορες βαθµίδες, την ασύµµετρα αυξηµένη δυνατότητα

που

έχει

παραχωρηθεί

στις

κοµµατικές

παρατάξεις

να

παρεµβαίνουν στη διοίκηση και λειτουργία των σχολών, τις µακρόχρονες καταλήψεις που έχουν γίνει θεσµός κ.α. Ως επιστέγασµα όλων αυτών επαναλαµβάνεται µονότονα η διαπίστωση ότι η ολοκλήρωση των σπουδών και η απόκτηση πτυχίου δεν αποτελούν πλέον εγγύηση για τους νέους ότι θα βρουν εργασία ανάλογη των προσόντων τους. ∆ιατυπώνεται, κατά συνέπεια, το αίτηµα (από γονείς και συνδικαλιστές) προς τη Πολιτεία, να «διασφαλίσει την επαγγελµατική αποκατάσταση των αποφοίτων». Ανάλογα τετριµµένες είναι

και

οι

προτεινόµενες

λύσεις:

ζητούνται

µαζικές

προσλήψεις

εκπαιδευτικών, µαζική εισαγωγή υποψηφίων στην Τριτοβάθµια, µαζική χρηµατοδότηση της παιδείας. Γίνεται, νοµίζω, εύκολα αντιληπτό πως εκείνο που διακρίνει τις παραπάνω προσεγγίσεις

είναι

η

αντιφατικότητα.

Από

τη

µια

καταγγέλλεται

το

επαγγελµατικό αδιέξοδο των πτυχιούχων και από την άλλη γίνονται εκκλήσεις για αύξηση του αριθµού των εισαχθέντων στα Πανεπιστήµια. Όµως ήταν αυτή ακριβώς η αλόγιστη αύξηση των πτυχιούχων εδώ και τρεις δεκαετίες που ευθύνεται

για

το

γεγονός

ότι

η

µόρφωση

δεν

εξασφαλίζει

πλέον

επαγγελµατικά ή κοινωνικά προνόµια ούτε εµπνέει σεβασµό γι’ αυτούς που την κατέχουν. Σε επίπεδο πρακτικό, η ακραία γενίκευση της «δηµόσιας και δωρεάν παιδείας» στη σύγχρονη Ελλάδα όχι µόνο δεν απάλειψε τον ταξικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης αλλά αντίθετα τον επέτεινε. Αυτό, βέβαια, δεν συνέβη µονάχα στη χώρα µας αλλά αποτέλεσε καθολικό φαινόµενο. «Η ανάπτυξη της εκπαίδευσης συνδέθηκε πάντα στενά µε τα ιδεώδη της µαζικής © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[81]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] δηµοκρατίας», παρατηρεί ο Anthony Giddens στην Κοινωνιολογία του, και συνεχίζει: «Η εκπαίδευση θεωρήθηκε […]ως µέσο προώθησης της ισότητας. Υποστηρίχθηκε ότι η καθολική εκπαίδευση θα διευκολύνει την άµβλυνση των ανισοτήτων του πλούτου και της δύναµης παρέχοντας στους νέους δεξιότητες που θα τους επιτρέψουν να βρουν µια καλή θέση στην κοινωνία. Σε ποιο βαθµό έχει αυτό επιτευχθεί; Πολλές κοινωνιολογικές έρευνες έγιναν µε σκοπό να δοθεί µια απάντηση στο ερώτηµα αυτό. Τα αποτελέσµατά τους είναι σαφή:

η εκπαίδευση έχει την τάση να εκφράζει και να ενισχύει τις ανισότητες περισσότερο απ’ όσο ενεργεί προς την κατεύθυνση της µείωσής τους».1 Αυτή ήταν µια πρώτη παρανόηση στην οποία στηρίχθηκε το ιδεολόγηµα περί «εκδηµοκρατισµού» και «µαζικοποίησης» της παιδείας. Μια δεύτερη σχετίζεται µε την αυτονόητη αλήθεια ότι ο εκδηµοκρατισµός ως πολιτική επιλογή αφορά µονάχα στο δικαίωµα, στη δυνατότητα που παρέχεται, αλλά όχι στην αξιοποίησή της. Η παροχή σε όλο και περισσότερους νέους, ανεξαρτήτως τάξεως, καταγωγής και οικονοµικής κατάστασης, της δυνατότητας να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στην µόρφωση δεν συνεπάγεται αυτοµάτως ότι θα µορφωθούν και όλοι. Οπότε το άνοιγµα των εκπαιδευτικών ευκαιριών δεν σηµαίνει υποχρεωτικά και µαζική εκµετάλλευση των ευκαιριών αυτών από τη νεολαία. Προσαρτηµένη στο άρµα του λαϊκισµού και της ψηφοθηρίας, αντίθετα, η εκπαιδευτική «πολιτική» της µεταπολίτευσης (όπως άλλωστε και κάθε άλλη «πολιτική» που εφαρµόστηκε σε κάθε τοµέα της δηµόσιας ζωής) υιοθέτησε τη λογική του «χαµηλού πήχη», ώστε, ει δυνατόν, ακόµη και οι πλέον ακατάλληλοι για σπουδές, οι αδιάφοροι και αµελείς, να µπορούν να εισέρχονται

στην

Τριτοβάθµια

Εκπαίδευση

µε

τη

µικρότερη

δυνατή

προσπάθεια. (Σηµειωτέον ότι την ίδια λογική συντηρεί στις µέρες µας το χυδαίο αίτηµα για την «κατάργηση της βάσης του 10»). Ουδείς τολµά να υπενθυµίσει την αυτονόητη αλήθεια ότι η παιδεία είναι προσωπικός άθλος, όχι δηµόσια

παροχή.

Έχει

συγκεκριµένες

προϋποθέσεις:

απαιτεί

θέληση,

οξυδέρκεια, µελέτη σκληρή και αυτοπειθαρχία, όξυνση της κριτικής σκέψης εκ µέρους του εκπαιδευόµενου, επιµονή και υποµονή. ∆εν είναι µια τυπική 1 Βλ. ANTHONY GIDDENS, Κοινωνιολογία, μτφρ. Δ. Τσαούσης, Gutenberg, Αθήνα 2002, 552 (η  έμφαση δική μας) 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[82]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] διαδικασία, που θα ολοκληρωθεί «έτσι κι αλλιώς», µε την παρέλευση του χρονικού διαστήµατος που ορίζει η παρακολούθηση ορισµένων µαθηµάτων. Η στρεβλή αυτή προσέγγιση οδήγησε µε τον καιρό σε ποικίλα αδιέξοδα τα οποία βιώνει τραυµατικά η ελληνική κοινωνία σήµερα. (Ένα από αυτά είναι και η κατασκευή µια γενιάς ανέργων ή υποαπασχολούµενων πτυχιούχων την οποία, εσχάτως, τα Μ.Μ.Ε. συνηθίζουν να αποκαλούν «γενιά των 700 ευρώ», αναδεικνύοντας –µε υποκριτικό οίκτο και όχι δίχως κάποια χαιρεκακία– τα ποικίλα δεινά που τη µαστίζουν.) Φυσικό επακόλουθο: όταν όλοι είναι κατ’ όνοµα «µορφωµένοι» (πιο σωστά, κάτοχοι πτυχίων), τότε πώς να ξεχωρίσει κανείς τον πραγµατικά µορφωµένο; Όταν στο Πανεπιστήµιο µπαίνουν (και συχνά και βγαίνουν) µαζί µε τον άριστο και τον ικανό και ο µέτριος, ακόµη κι ο ανεπίδεκτος, τότε βρισκόµαστε ενώπιον της de facto κατάρρευσης του

εκπαιδευτικού συστήµατος. Ξεχάστηκε η αναµφισβήτητη αλήθεια ότι η εκπαίδευση είτε θα είναι αξιοκρατική είτε δεν θα υπάρχει. Γι’ αυτό άλλωστε παρατηρείται, εκτός των άλλων, και το αλλόκοτο φαινόµενο να υποβάλλονται εκ νέου σε εξετάσεις επί εξετάσεων οι πτυχιούχοι, προκειµένου να επιλεγούν οι άξιοι –τρανό παράδειγµα ο γραπτός διαγωνισµός του Α.Σ.Ε.Π. για τους εκπαιδευτικούς. Παρ’ όλο που η αποτελεσµατικότητα της µεθόδου αυτής για τον εντοπισµό των αρίστων είναι αµφίβολη, τι άλλο αποδεικνύει η θεσµοθέτησή της παρά την άκρα αναποτελεσµατικότητα του εκπαιδευτικού µας συστήµατος; Άλλο κυρίαρχο ζήτηµα σε κάθε συζήτηση για την παιδεία είναι η επαγγελµατική αποκατάσταση των αποφοίτων. Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι οι µεταµοντέρνοι καιροί µας χαρακτηρίζονται από ένα µόνιµο αίσθηµα πρωτόγνωρης

αβεβαιότητας

και

αδιάκοπων

µεταβολών,

µε

τεράστιο

αντίχτυπο σε όλα τα επίπεδα, συνεπώς και στην αγορά εργασίας και στη διαµόρφωση των εργασιακών σχέσεων.2 Ενώπιον του δεινού φάσµατος της 2 «Το πρωτόγνωρο στη μετανεωτερική αβεβαιότητα […] είναι πως αυτή δεν θεωρείται πλέον μια 

προσωρινή μόνο  ενόχληση  που  με  κάποια  προσπάθεια  θα  καταλαγιάσει  ή  θα  ξεπεραστεί.  Ο  μετανεωτερικός  κόσμος  προετοιμάζεται  για  να  ζήσει  μέσα  σε  ένα  μόνιμο  και  αδιάπτωτο  καθεστώς  αβεβαιότητας.»  Βλ.  ZYGMUNT  BAUMAN,  Η  Μετανεωτερικότητα  και  τα  Δεινά  της,  μτφρ. Γιώργος‐Ίκαρος Μπαμπασάκης, Ψυχογιός, Αθήνα 2002, 52  

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[83]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] ανεργίας διατυπώνεται από την µεριά των συνδικαλιστών το αίτηµα για «διασφάλιση της επαγγελµατικής αποκατάστασης των αποφοίτων». Όµως διερωτάται κανείς µε ποιον τρόπο άραγε η κεντρική εξουσία θα µπορέσει να εγγυηθεί κάτι τέτοιο. Προφανώς µε µαζική εισροή στο ∆ηµόσιο, διότι, εφόσον –καλώς ή κακώς– ζούµε σε καθεστώς ελεύθερης αγοράς, δεν υπάρχει τρόπος να εξαναγκαστούν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις να προσλάβουν προσωπικό. Οπότε το

συγκεκριµένο

αίτηµα

µοιάζει

να

εκφράζει

µια

λογική

ακραίου

πατερναλισµού όπου το Κράτος θα µεριµνά –ως «καλός πατερούλης»– για την άµεση τοποθέτηση κάθε πτυχιούχου «παιδιού» σε µια δουλειά ανάλογη των σπουδών του. Προτείνεται, δηλαδή, ως λύση στο πολυσύνθετο πρόβληµα της ανεργίας η τοποθέτηση των πάντων (διότι οι πάντες τελειώνουν στις µέρες µας ένα σχολείο ή κάποιο Α.Ε.Ι. - Τ.Ε.Ι.) στο ∆ηµόσιο· που, µε τη σειρά του, σηµαίνει ότι οι αρµόδιοι για την εκπαίδευση των ελληνοπαίδων παραδέχονται πως το µόνο που µπορούν (ή αρκούνται) να κάνουν είναι να προετοιµάζουν δηµοσίους υπαλλήλους των οποίων, επιπροσθέτως, η θέση εργασίας θα είναι εγγυηµένη από τα γεννοφάσκια τους. Όµως, είναι άραγε ο ρόλος ή το «όραµα»

της

σύγχρονης

παιδείας

να

εκγυµνάζει

νέους

ανθρώπους,

προκειµένου να ενταχθούν στο γραφειοκρατικό µηχανισµό και να υποταχθούν στη νοσηρή ρουτίνα του δηµοσίου υπαλλήλου; ∆ικαιούµαστε, εννοώ, εν όψει των οικονοµικών δυσχερειών και πανικοβληµένοι από την εργασιακή αβεβαιότητα, που όντως µαστίζει την εποχή µας, να καταφεύγουµε σε ηττοπαθείς προτάσεις-ψευδολύσεις, που ουσιαστικά ακυρώνουν κάθε πρόθεση αυτενέργειας, καταργούν τη δυναµική του ταλέντου και της µόρφωσης, περιστέλλουν κάθε διάθεση ανάληψης πρωτοβουλιών και τελικά συµπιέζουν τη ζωή, φέρνοντάς την στα θλιβερά µέτρα των παραιτηµένων και των µετρίων; Όµως, αν δεν κάνω λάθος, βασικός προορισµός της παιδείας, ιδιαίτερα µάλιστα σε σκοτεινούς και δυσοίωνους καιρούς, είναι να εµπνέει ελπίδα και αυτοπεποίθηση στους νέους, να τους καλλιεργεί τη δηµιουργική έφεση και να εξάπτει την ενεργητικότητά τους· όχι να τους εθίζει στην παραίτηση και τη συνθηκολόγηση. Χρέος των δασκάλων, εποµένως, είναι να διαλύσουν τη µίζερη ατµόσφαιρα της απαισιοδοξίας και της παρακµής, της © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[84]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] µαταίωσης και της ήττας που επικρατεί στα σχολεία (όπως και σ’ ολόκληρη τη νεοελληνική κοινωνία άλλωστε) και να διδάξουν στα παιδιά να στέκονται µε αξιοπρέπεια, θάρρος και σθένος απέναντι στα προβλήµατα της ζωής. Η σύγχρονη νεολαία έχει ανάγκη τόνωσης ηθικού και καλών ελπίδων εν όψει των ποικίλων δυσχερειών που θα κληθεί να αντιµετωπίσει στο µέλλον. Θα αποτύχει αν δεν πορευθεί απελευθερωµένη από τα σύνδροµα του φυγόµαχου, του «βολεψάκια» και του επαίτη που καταδυναστεύουν το συλλογικό µας βίο, βυθίζοντας

τη

χώρα

στην

απογοήτευση,

την

αναξιοπρέπεια

και

τη

στασιµότητα. Το έργο της απελευθέρωσης των συνειδήσεων είναι, φρονώ, το κύριο έργο των δασκάλων. Ο προβληµατισµός για την παιδεία, όπως αποτυπώνεται στη σχετική αρθρογραφία και εκφράζεται µέσω της δηµόσιας συζήτησης των τελευταίων δεκαετιών, περιλαµβάνει και µια σειρά από άλλα ζητήµατα, όπως: η σύνθεση των αναλυτικών προγραµµάτων, ο µεγάλος όγκος της διδακτέας ύλης, τα αµφιβόλου ποιότητας σχολικά βιβλία, η συρρίκνωση της εκπαίδευσης στο εξεταστικό, το όργιο της παραπαιδείας κ.α. Κανένα τους δεν πρόκειται να απασχολήσει την παρούσα ανάλυση διότι είναι ζητήµατα δευτερεύοντα: συνιστούν όψεις της εκπαιδευτικής µας κακοδαιµονίας, όχι αιτίες της. Την ανατροφοδοτούν και τη διαιωνίζουν αλλά δεν τη δηµιούργησαν. Στη ρίζα τους συνδέονται µε µια ποσοτική αντίληψη για τη γνώση, αντίληψη που διαπερνά το εκπαιδευτικό µας σύστηµα και το ταλανίζει. Στο πλαίσιο αυτής της ποσοτικής

αντίληψης,

καλύτερη

παιδεία

σηµαίνει

περισσότερα

µέσα,

περισσότερα χρήµατα, περισσότερες υποδοµές κ.ο.κ. Κυριαρχεί παντού η λογική των στατιστικών µεγεθών και των δεικτών η οποία µεθοδεύει την τυποποίηση και την αέναη επανάληψη της ανούσιας και ψυχοφθόρας, για µαθητές και εκπαιδευτικούς, σχολικής ρουτίνας. Μια στρεβλή λαχτάρα της

επίδοσης και της παραγωγικότητας υποδουλώνει µαθητές και γονείς στην ατέρµονη διαδικασία απόκτησης όλο και περισσότερων τυπικά πιστοποιηµένων «προσόντων», αδιάφορο αν αυτά ανταποκρίνονται σε πραγµατικές γνώσεις και δεξιότητες. Το αποτέλεσµα είναι να κοπιάζουν και να αγχώνονται οι © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[85]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] µαθητές, προκειµένου να αποστηθίσουν άχρηστες, ως επί το πλείστον, πληροφορίες εν όψει αλλεπάλληλων γραπτών εξετάσεων όπου το µόνο που καλούνται να αποδείξουν είναι ότι διαθέτουν καλή µνήµη. Η όλη προσέγγιση είναι εξόφθαλµα αντιπαιδαγωγική και κυρίως παρωχηµένη διότι, ως γνωστόν, η πληροφορία είναι σήµερα είδος εν υπεραφθονία, η δε πρόσβαση σ’ αυτήν είναι εξαιρετικά εύκολη.3 Οπότε αν κάτι θα έπρεπε να διδάσκει το σχολείο, αυτό είναι ένα ευρύτερο πλαίσιο µεθόδων, κριτηρίων, αρχών και αξιών, βάσει των οποίων ο µαθητής θα είναι ικανός να προσεγγίζει, να επιλέγει, να ταξινοµεί, να διαχειρίζεται και να αξιολογεί κριτικά και δηµιουργικά την υπάρχουσα γνώση. Κι αυτό επιτυγχάνεται, όπως διδάσκει η παιδαγωγική, µέσω της συµµετοχής σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες, µέσω της µελέτης εκτεταµένης βιβλιογραφίας (όχι µόνο του σχολικού εγχειριδίου) και της εκπόνησης εργασιών µε την επίβλεψη και καθοδήγηση των διδασκόντων. Απευθυνόµενο σε µια νεολαία συνηθισµένη εξ απαλών ονύχων να περιπλέει τους ψηφιακούς ωκεανούς του κυβερνοχώρου το σύγχρονο σχολείο οφείλει να προσφέρει στον µαθητή κάτι που δεν πρόκειται να συναντήσει ποτέ στις περιηγήσεις του: µια πυξίδα. (Σύντοµη Παρένθεση: Ανάγκη πάσα να ξεχωρίσουµε επιτέλους τα ουσιώδη

από τα επουσιώδη στην παιδεία. Αν υπήρχε η βούληση το σύγχρονο σχολείο να κινηθεί προς την κατεύθυνση της αφύπνισης των νεαρών συνειδήσεων ενάντια στο θέαµα και την κουλτούρα της καταναλωτικής παρακµής –δηλαδή αν υπήρχε διάθεση να µορφωθούν υπεύθυνοι πολίτες– θα έπρεπε, νοµίζω, εκτός της αυστηρής επιλογής των κατάλληλων δασκάλων να αποφασιστεί και η

εισαγωγή

στα

αναλυτικά

προγράµµατα

της

Πρωτοβάθµιας

και

∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης µαθηµάτων που θα διδάσκουν τα παιδιά να αποκωδικοποιούν

τα

αντιφατικά

µηνύµατα

που

τα

βοµβαρδίζουν,

3 Ενδεικτικά της πληροφορικής έκρηξης των καιρών μας είναι κάποια στοιχεία που αναφέρει ο 

Ignazio Ramonet.  Σύμφωνα  με  τον  διευθυντή  της  Le  Monde  Diplomatique,  «Μέσα  σε  τριάντα  χρόνια,  ο  κόσμος  παρήγαγε  περισσότερες  πληροφορίες  από  ό,τι  τα  τελευταία  5.000  χρόνια…  Ένα  μόνο  φύλλο  της  κυριακάτικης  έκδοσης  των  New  York  Times  περιέχει  περισσότερες  πληροφορίες  από  αυτές  που  μπορούσε  να  αποκτήσει  σε  όλη  του  τη  ζωή  ένας  καλλιεργημένος  άνθρωπος  του  18ου  αιώνα.»  (Βλ.  IGNAZIO  RAMONET,  Η  Τυραννία  των  Μ.Μ.Ε.,  μτφρ.  Φ.  Μουρκούση, Πόλις, Αθήνα 1999, 147   

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[86]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] ξεσκεπάζοντας την αυταρχική και εκµεταλλευτική ιδεολογία που ύπουλα προωθούν και ενσωµατώνουν. Κατά τη γνώµη µου µαθήµατα σχετικά µε τη

θεωρία της επικοινωνίας αφενός και την κριτική θεωρία αφετέρου θα έπρεπε να αποτελούν το 1/3 τουλάχιστον του εβδοµαδιαίου προγράµµατος. Αυτά µπορεί να τα δει κανείς ως σύγχρονες εκδοχές της φιλοσοφίας και της ηθικής. Τα παιδιά µας είναι η γενιά της ψηφιακής εποχής και άρα πρέπει να είναι σε θέση να «διαβάζουν» τις προθέσεις που κρύβονται πίσω από τον κυκεώνα των εικόνων και των πληροφοριών, ώστε να κρίνουν ανάλογα. Αυτό το είδος της κριτικής γνώσης είναι όρος sine qua non για να πορευτεί κανείς µε ελεύθερο φρόνηµα

κι

αξιοπρέπεια

µέσα

σε

µια

κοινωνία

που

κατασκευάζει

προσκυνηµένους και δουλικά. Το δεύτερο τρίτο του προγράµµατος θα πρέπει να µοιράζεται σε µαθήµατα όπως: γλώσσα(ες), ιστορία τέχνης, µαθηµατικά και

φυσικοχηµείες, για να µάθει και το παιδί να σκέφτεται λογικά και µε σύστηµα, να µπορεί να εκφράζεται –προφορικά και γραπτά– µε ακρίβεια και χάρη και να αποκτήσει αισθητικά κριτήρια και καλλιτεχνικές τάσεις. Το τελευταίο τρίτο πρέπει υποχρεωτικά να είναι αφιερωµένο στη γυµναστική και τις αθλοπαιδιές, ώστε τα εγκιβωτισµένα µέσα στα διαµερίσµατα και καθηλωµένα µπροστά στα τερµατικά νεανικά σώµατα να ενεργοποιηθούν και τα παιδιά να αποκτήσουν ρώµη, ευεξία και αυτοπεποίθηση. Τα παχύσαρκα και καταθλιπτικά παιδιά της εποχής µας είναι η οδυνηρότερη απόδειξη της ψυχικής παχυσαρκίας που µαστίζει µια κοινωνία η οποία τόσο απροκάλυπτα αδιαφορεί για το ίδιο της το µέλλον. Φυσικά, ένα σχολείο που θα εκπλήρωνε τέτοιες προδιαγραφές θα έβαζε τέρµα στη µαζική παραγωγή αποχαυνωµένων θεατών-καταναλωτές και εποµένως θα ήταν ένα σχολείο αντίθετο προς της αρχές και τις αξίες της καταναλωτικής κοινωνίας –σχεδόν επικίνδυνο καθότι θα αποκάλυπτε θα µυστικά και τα τεχνάσµατά της. Άρα τέτοιο σχολείο αποκλείεται να υπάρξει.) Οφείλει, µ’ άλλα λόγια, να µεταλλαχθεί το Λύκειο από σχολείο παροχής γνώσεων σε σχολείο µεθόδων απόκτησης και κριτηρίων αξιοποίησης της

γνώσης. Η έµφαση είναι αναγκαίο να µεταφερθεί από τα βιβλία στη ζωή, από τη θεωρία στην πράξη, από τις αποσπασµατικές γνώσεις στο νόηµα της © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[87]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] µάθησης. Μ’ ένα λόγο, από την εκπαίδευση πρέπει να περάσουµε, επιτέλους, στην παιδεία (για κάποιο λόγο, επιτέλους, ο αρµόδιος φορέας ονοµάζεται Υπουργείο Παιδείας, κι όχι Εκπαίδευσης!). Όµως, ακόµη απέχουµε πολύ από αυτό καθώς δεν φαίνεται να υπάρχει ανάλογη πρόθεση. Τουναντίον µάλιστα, παρουσιάζεται το θλιβερό φαινόµενο, όταν οι διάφοροι ιθύνοντες – τεχνοκράτες της εκπαίδευσης, συνδικαλιστές, ακόµη και οι ίδιοι οι γονείς– επιθυµούν να καταδείξουν την όποια πρόοδο ή να στηλιτεύσουν την όποια οπισθοδρόµηση σε «θέµατα παιδείας», να αναφέρονται σε αριθµούς: πόσοι µαθητές εγγράφηκαν στα σχολεία, πόσοι εγκατέλειψαν, πόσοι πέτυχαν στις εξετάσεις, πόσοι πήραν πτυχίο, ποιους βαθµούς συγκέντρωσαν, πόσοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές αναλογούν ανά σχολείο, ποια ποσά έχουν ξοδευτεί για κτιριακές υποδοµές και εξοπλισµό και άλλα τέτοια. Παιδεία όµως είναι

ακριβώς ό,τι εκφεύγει από τις µετρήσεις και τις στατιστικές. ∆ιότι, εάν δεν είναι η παιδεία το κατ’ εξοχήν ποιοτικό µέγεθος, τότε ποιο είναι; Όσα P/C κι αν δώσουµε στους µαθητές, όσα «εποπτικά µέσα» κι αν χρησιµοποιήσουµε για τις ανάγκες του µαθήµατος, όσους διαδραστικούς πίνακες ή άλλα gadgets κι αν τοποθετήσουµε στις τάξεις, τίποτα δεν θα βγει εάν δεν έχουµε κάτι

ουσιαστικό και καίριο να διδάξουµε στα παιδιά. Και εκ του αποτελέσµατος φαίνεται πως δεν έχουµε. Η κρίση της παιδείας είναι, πρωτίστως και κυρίως,

κρίση σκοπών και στόχων, κρίση ιδεολογική. Εκείνο που λείπει από το εκπαιδευτικό µας σύστηµα δεν είναι τα µέσα αλλά ένα ουσιαστικό µήνυµα.4 Λείπει ο γενικός προσανατολισµός, λείπουν οι άξονες, οι αρχές και οι αξίες που θα βοηθήσουν τους νέους να ωριµάσουν πνευµατικά και ψυχικά, να διαµορφώσουν µια έγκυρη αντίληψη για την εποχή τους και να ξεκινήσουν τον ενήλικο βίο τους µε υπευθυνότητα και ελπίδα. Επιπλέον, απουσιάζει το ζωντανό παράδειγµα, που είναι η κρηπίδα της αληθινής παιδείας, αφού οι δάσκαλοι (προϊόντα και οι ίδιοι του αυτού εκπαιδευτικού συστήµατος και µέλη 4 Εκτός πια κι αν η εκπαίδευση έχει τελείως παραδοθεί στη μεταμοντέρνα επικοινωνιακή λογική 

που υποστηρίζει  ότι  «το  μέσο  είναι  το  μήνυμα»  (“medium  is  the  message”),  κατά  την  εμβληματική  διατύπωση  του  Marshall  McLuhan.  Αν  ισχύει  κάτι  τέτοιο  –και  πράγματα  μαρτυρούν ότι ισχύει– τότε μπορούμε να μιλάμε ανοιχτά για ένα είδος εκπαίδευσης σχεδιασμένο  για να προετοιμάζει τους αυριανούς «καλούς κι αγαθούς» καταναλωτές αντί για πολίτες, για να  διαμορφώνει  πωρωμένες  συνειδήσεις  και  υπερτροφικά  Εγώ.  Στο  σημείο  αυτό  θα  επανέλθουμε  στη συνέχεια.       

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[88]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] µιας κοινωνίας σε παρακµή) δεν έχουν την ακτινοβολία ή τη διάθεση να λειτουργήσουν ως πηγή έµπνευσης για τους µαθητές τους. «Η νεανική ηλικία είναι µια περίοδος µετάβασης», παρατηρεί ο Τσέχος αγωνιστής φιλόσοφος Karel Kosík, δοκιµασµένος ο ίδιος στην κόλαση των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης στα εφηβικά του χρόνια. «Πού µεταβαίνει όµως ο νέος; Εισέρχεται στον κόσµο ή ενσωµατώνεται σε µια έτοιµη συγκυρία; Γίνεται άνδρας ή απλώς φτάνει στην ενηλικίωση; Τις περισσότερες φορές, ο νέος περνά από την εφηβεία στην ενηλικίωση αφού ενσωµατωθεί και ριζώσει στο υπάρχον σύστηµα, και µε την ένταξή του στην τρέχουσα συγκυρία αποδείξει ότι κάτι είναι, ότι έχει γνώσεις και κατάρτιση, ότι απέκτησε ικανότητες. Σε εξαιρετικές µόνο περιπτώσεις ο νέος θα αποτολµήσει ένα άλµα µε το οποίο θα καταργήσει την υπάρχουσα συγκυρία ως µια κατάσταση ανάξια των ανθρώπων, και θα αποδείξει, έµπρακτα, ότι η ανδρεία δεν είναι ταυτόσηµη µε την ενηλικίωση, ότι η νιότη µπορεί να έχει άλλη έννοια από το να ενσωµατώνεται

κανείς

σε

έτοιµους

θεσµούς,

επιχειρήσεις,

υπηρεσίες,

αξιώµατα και στολές των πατεράδων. Η νιότη σηµαίνει τόλµηµα του πετάγµατος,

όχι

βεβαιότητα

της

ένταξης.

Η

εφηβεία

δεν

είναι

προσκοπισµός.»5 Αντί να προσπαθεί να εµπνεύσει στους µαθητές αγωνιστικό φρόνηµα και θάρρος στην αντιµετώπιση των προβληµάτων της ζωής (στοιχεία απαραίτητα για την υπέρβαση οποιασδήποτε µορφής κρίσης, είτε σε ατοµικό είτε σε συλλογικό επίπεδο), το εγχώριο εκπαιδευτικό σύστηµα προτιµά να σωρεύει εξετάσεις επί εξετάσεων στους ώµους τους. Όµως τι άλλο «µετράνε» οι αναρίθµητες αυτές δοκιµασίες και εξετάσεις, αν όχι το µέγεθος της αποτυχίας του συστήµατος να προσφέρει πραγµατική, αυθεντική παιδεία στους νέους; Είναι, νοµίζω, καιρός να απαλλαχθούµε ολωσδιόλου από τη θλιβερή λογική των µετρήσεων, των αναµετρήσεων και των εξεταστικών. Το µόνο που έχουν έως τώρα κατορθώσει όλα αυτά είναι να µετατρέψουν τους µαθητές σε πολύχρωµα

παπαγαλάκια

και

τους

γονείς

τους

σε

συστηµατικούς

5 Βλ. KAREL KOSÍK, Η Κρίση της Νεωτερικότητας, μτφρ. Ν. Γκόρτσος, Ειρ. Μαρκίδη, Μ. Μαρκίδη, 

Κ. Πορφυρογένη, Ψυχογιός, Αθήνα 2003, σσ.140‐141 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[89]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] χρηµατοδότες των επιτηδείων φροντιστών και –ακόµα χειρότερα– των επίορκων «ιδιαιτεράδων» που κινούνται ανενόχλητοι στο ηµίφως της παραοικονοµίας. Το χειρότερο όµως είναι ότι καθιστούν αδύνατη την πραγµατική παιδεία, αφού µε την πρόφαση των επικείµενων εξετάσεων οι σχολικές αίθουσες έχουν µετατραπεί σε ταχυφαγεία γνώσεων, όπου πλήθος πληροφοριών σερβίρονται ακατάπαυστα στους µαθητές οι οποίοι τις «καταπίνουν αµάσητες», κατά το κοινώς λεγόµενο, για να τις αποβάλουν στη συνέχεια, χωρίς ποτέ να έχουν την ευκαιρία να τις αφοµοιώσουν, ώστε να τραφεί µε τους ευεργετικούς χυµούς της γνώσης το πνεύµα και η ψυχή τους. Είναι ανάγκη αδήριτη να εγκαταλειφθεί η αγοραία χρησιµοθηρική αντίληψη για την παιδεία, που διαµορφώνει αλλοτριωµένες συνειδήσεις, εκτρέφει τον ατοµικισµό και την ιδιοτέλεια και προαναγγέλλει το συµβιβασµό. Τρόποι υπάρχουν για να αλλάξει το σκηνικό, και το σχολείο από εξεταστικό κέντρο να µεταβληθεί σε παιδευτικό ίδρυµα. Θέληση χρειάζεται. Και δεν εννοώ βέβαια πολιτική βούληση –η έρευνα έχει δείξει ότι οι πολιτικοί στο σύνολό τους ελάχιστα ενδιαφέρονται για την ποιότητα της δηµόσιας παιδείας, αφού σε τελική ανάλυση το θέµα δεν τους–6 µα ριζική αλλαγή νοοτροπίας τόσο των παραγόντων της εκπαίδευσης (γονιών, µαθητών, εκπαιδευτικών), όσο και του συνόλου της κοινωνίας. Ως γνωστόν, η εκπαίδευση, όπως διαµορφώθηκε κατά τη νεωτερική περίοδο στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, είναι η διαδικασία µέσω της οποίας µια κοινωνία µεταδίδει στα µέλη της τις αξίες, τις συνήθειες, τις πεποιθήσεις, τις δεξιότητες και τα πρότυπα συµπεριφορών που η ίδια επικροτεί και προκρίνει. Οτιδήποτε συµβαίνει στο πλαίσιο

του εκπαιδευτικού συστήµατος, οι

κατευθυντήριες αρχές που το διέπουν και οι στόχοι που καλείται να επιτύχει δεν

µπορεί

παρά

να

εκφράζουν

και

να

απηχούν

τα

«λειτουργικά

6

Ο Anthony  Giddens  σημειώνει  χαρακτηριστικά  «Έχει  παρατηρηθεί  ότι  για  πάνω  από  έναν  αιώνα η κρατική εκπαίδευση διοικήθηκε από ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονταν παρά ελάχιστα  γι’ αυτήν και δεν σκέφτονταν ποτέ τους να στείλουν τα παιδιά τους στα κρατικά σχολεία» και  παραθέτει  σχετική  έρευνα  της  εφημερίδας  Guardian  (19  Φεβρουαρίου  1992)  σύμφωνα  με  την  οποία  μονάχα  ένα  από  τα  22  μέλη  της  κυβέρνησης  του  John  Major  έστελνε  τα  παιδιά  του  σε  δημόσια σχολεία. Βλ. ANTHONY GIDDENS, Κοινωνιολογία, ό.π., 531‐533. Μήπως είναι καιρός για  μια ανάλογη έρευνα και στην Ελλάδα;    

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[90]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] προαπαιτούµενα» της κοινωνίας. ∆εν αποτελεί η εκπαίδευση ένα κλειστό κύκλωµα διαδικασιών που εκτελούνται ερήµην της κοινωνίας (όπως συνήθως αντιµετωπίζεται στην Ελλάδα), αλλά αντίθετα, καλείται εξ ορισµού να ενσαρκώσει και να µετακενώσει στη νεολαία τις αξίες, τις δοµές και τις επιταγές που το κοινωνικό σύστηµα θεωρεί απαραίτητες για την εύρυθµη λειτουργία και διαιώνισή του. Στόχος είναι η κατασκευή ανθρώπων πρόθυµων «να κάνουν ό,τι χρειάζεται για να µπορεί το σύστηµα να αναπαράγεται».7 Είναι, συνεπώς, η εκπαίδευση, τελείως και πάντοτε, µια διαδικασία ιδεολογικά

προσδιορισµένη –εκείνο που αλλάζει είναι µονάχα το περιεχόµενο της ιδεολογίας που καλείται κάθε φορά να προωθήσει. (Αυτό οφείλουµε να το έχουµε πάντοτε κατά νου, ώστε να µην δηµιουργείται η εντύπωση ότι οι αξίες και οι σκοποί του εκπαιδευτικού συστήµατος είναι δυνατόν να παραχθούν από το ίδιο. Η αληθινά επαναστατική ιδέα που έχουµε ανάγκη για να βγούµε από

την εκπαιδευτική κρίση δεν µπορεί να είναι εκπαιδευτική). Οι τρόποι, τώρα, µε τους οποίους επιτυγχάνεται η διαιώνιση του συστήµατος είναι δυο: η άτυπη εκπαίδευση, που περιλαµβάνει το σύνολο ανεπίσηµων µορφών διαπαιδαγώγησης και κοινωνικοποίησης που σχετίζονται µε κοινωνικά υποσύνολα, όπως η οικογένεια, ο κοινωνικός περίγυρος, η παρέα των συνοµηλίκων, ο κύκλων των συνεργατών κ.α., και η τυπική εκπαίδευση, που προωθείται από το Κράτος στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήµατος. Στις προβιοµηχανικές κοινωνίες τον πρώτο λόγο είχε η άτυπη εκπαίδευση, ενώ η έλευση των Νέων Χρόνων και η ανάπτυξη της τεχνικής δηµιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες για την εµφάνιση ενός νέου είδους ανθρώπου ο οποίος έπρεπε να συνδυάζει την ουµανιστική παιδεία µε την εξειδίκευση στις νέες τεχνολογίες που έκαναν την εµφάνισή τους κατά την περίοδο της βιοµηχανικής επανάστασης. Πιο συγκεκριµένα, µέσω της παιδείας αναµενόταν να ανατραφούν διαφωτισµένοι πολίτες, δηλαδή άτοµα που θα ασπάζονταν και θα καλλιεργούσαν τις αξίες, τα ιδανικά και τη συλλογική ιδεολογία του νεώτερου εθνικού κράτους, εγκαταλείποντας τις µεταφυσικές – ανορθολογικές 7 Βλ.  ZYGMUNT  BAUMAN,  Ζωή  για  Κατανάλωση,  μτφρ.  Γ.  Καράμπελας,  Πολύτροπον,  Αθήνα  2007, 92  

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[91]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] πεποιθήσεις ενός σκοτεινού θρησκευτικού παρελθόντος. Οι πολίτες αυτοί συγκροτούσαν ταυτόχρονα και τη νέα αποδοτική εργατική δύναµη που είχε ανάγκη η βιοµηχανία. Μέσω της εκπαίδευσης οι εργάτες εξοικειώνονταν µε τις εξελίξεις στο χώρο της τεχνολογίας και αποκτούσαν τις κατάλληλες δεξιότητες προκειµένου να χειρίζονται µε επιτυχία τις µηχανές. Εποµένως γίνονταν πιο παραγωγικοί, ικανοί να ανταποκρίνονται στη θεµελιακή ιδεολογική απαίτηση για διαρκή πρόοδο και ανάπτυξη σε όλους τους τοµείς. Τον συγκεκριµένο τύπο πολίτη – εργάτη – παραγωγού ανέλαβε να διαπλάσει το δηµόσιο εκπαιδευτικό σύστηµα, όπως αυτό διαµορφώθηκε εντός του ιδεολογικού και οικονοµικοκοινωνικού πλαισίου του σύγχρονου αστικού κράτους. Η µαζικοποίηση της εκπαίδευσης έθεσε µεν τις προϋποθέσεις για την τεχνολογική πρόοδο και την οικονοµική ανάπτυξη του δυτικού κόσµου, ωστόσο συντέλεσε στη συρρίκνωση των στόχων και των απαιτήσεων της εκπαίδευσης, επειδή προσανατόλισε την όλη διαδικασία αποκλειστικά προς την κατεύθυνση της εργασιακής αποδοτικότητας, που θα εξυπηρετούσε την αύξηση της βιοµηχανικής παραγωγής.8 Οι αρχές του σύγχρονου τεχνικού

πνεύµατος

από

τη

µια

(ορθολογισµός,

υπολογισµός,

αυτοµατισµός,

αποτελεσµατικότητα, θέληση για δύναµη και επιβολή), και οι αξίες του

πρώιµου καπιταλιστικού ήθους από την άλλη (αυστηρότητα και πειθαρχία, εργατικότητα, κέρδος, ελευθερία επιλογών, αποδοτικότητα, εκµετάλλευση των ευκαιριών) ενσωµατώθηκαν πλήρως στο εκπαιδευτικό σύστηµα και λειτούργησαν ως οι κεντρικοί του άξονες καθ’ όλη τη διάρκεια της νεωτερικής περιόδου.9 Το αποτέλεσµα ήταν µια εργαλειακή αντίληψη για την παιδεία, η οποία υπέτασσε τη γνώση στην υπηρεσία της ωφέλειας και της ανάπτυξης. Τι συµβαίνει, όµως, σήµερα; Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι η είσοδος των δυτικών κοινωνιών (στις οποίες ανήκει και η ελληνική, µε όλες τις 8

Βλ. CHRISTOPHER  LASH,  Η  Κουλτούρα  του  Ναρκισσισμού,  μτφρ.  Β.  Τομανάς,  Νησίδες,  Σκόπελος χ.χ., σ.134‐135  9 Αναλυτικότερα για τις κατηγορίες του τεχνικού πνεύματος και του καταναλωτικού ήθους υπό  το πρίσμα που χρησιμοποιούνται εδώ βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Το Αδιανόητο Αίτημα: Η  Προστασία του Περιβάλλοντος και ο Τεχνικός Πολιτισμός, TheAthensID, Issue3, σσ.391‐417    

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[92]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] ιδιορρυθµίες, καθηλώσεις και παλινωδίες της) στη µετανεωτερική πολιτισµική φάση συνοδεύτηκε από ραγδαίες κοσµοθεωρητικές και αξιολογικές µεταβολές σε σχέση µε το παρελθόν.10 Εντούτοις, λίγα έχουν, εκ πρώτης όψεως, αλλάξει σχετικά µε τους ιδεολογικούς άξονες της δηµόσιας εκπαίδευσης, ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Το ριζικά νέο, και από πολλές απόψεις παράδοξο, είναι πως η άτυπη εκπαίδευση φαίνεται να ξαναπαίρνει τα ηνία, παρακάµπτοντας το κρατικό εκπαιδευτικό σύστηµα και διαβρώνοντάς το εκ των ένδον. Η διαφορά µε το παρελθόν είναι ότι η άτυπη εκπαίδευση δεν συντελείται πλέον στο πλαίσιο της οικογένειας ή στον κύκλο των κοινωνικών συναναστροφών αλλά έχει αναληφθεί από τις διαδικασίες παραγωγής του θεάµατος. Το θέαµα, όπως υποδειγµατικά έχει δείξει ο Guy Debord, συνιστά ιδιαίτερη κοσµοθεωρητική τροπή, µε συγκεκριµένα χαρακτηριστικά (κυριαρχία της φαινοµενικότητας και της εικόνας έναντι της πραγµατικότητας, εµπορευµατοποίηση και αλλοτρίωση της ζωής, διαµεσολαβηµένη από οµοιώµατα (simulacra) εµπειρία του κόσµου, έκλειψη του ιστορικού χρόνου έναντι της ταυτοχρονίας κ.α.).11 Συνυφασµένο µε τις διαδικασίες ανάπτυξης και επικυριαρχίας των ψηφιακών media στο χώρο της επικοινωνίας, το θέαµα διαµορφώνει τη µαζική κουλτούρα, παράγει ινδάλµατα και πρότυπα συµπεριφοράς και, µέσω αυτών, διαµορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις.12 Καθώς διαχέει µολυσµατικά στον κοινωνικό χώρο τη δική του κουλτούρα το θέαµα έχει µια πολύ συγκεκριµένη αποστολή: φροντίζει πριν απ’ όλα και πάνω απ΄ όλα να εµπεδώσει τον καταναλωτισµό, που, ως γνωστόν, αποτελεί την ατµοµηχανή του ύστερου καπιταλισµού. Η καταναλωτική προσέγγιση δεν περιορίζεται µονάχα στην ατοµική σχέση µε τα προϊόντα, τα λεγόµενα «καταναλωτικά αγαθά» αλλά αγκαλιάζει το σύνολο του συλλογικού βίου, διαµορφώνει τους άξονες των διαπροσωπικών σχέσεων και µετατρέπεται σε κριτήριο αυτογνωσίας και εργαλείο απόκτησης κοινωνικής

10 Για  μια  εισαγωγική  παρουσίαση  των  χαρακτηριστικών  και  των  τάσεων  της  μεταμοντέρνας 

σκέψης και  κοινωνικής  έκφανσης,  σε  αντίστιξη  με  το  νεωτερικό  κεκτημένο  βλ.  ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ,  Τα  Ωραιότερα  Ερείπια:  Μικρός  Χάρτης  του  Μεταμοντέρνου,  TheAthensID,  Issue4, σσ.572‐603  11  Βλ.  GUY  DEBORD,  Η  Κοινωνία  του  Θεάματος,  μετάφραση  Π.Τσαχαγέας  –  Ν.Β.Αλεξίου,  Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1986  12  Σχετικά  με  την  κυριαρχία  των  M.M.E.  βλ.  BEN  BAGDIKIAN,  The  Media  Monopoly,  Boston:  Beacon Press, 1990 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[93]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] ταυτότητας. Μ’ ένα λόγο, γίνεται στάση ζωής. Προσλαµβάνει διαστάσεις

ολικής οργάνωσης της καθηµερινότητας, συνιστώντας «την καινούργια φυλετική µας µυθολογία, την ηθική της νεωτερικότητας», κατά την έξοχη διατύπωση του Baudrillard.13 Ως συγκεκριµένος τύπος κοινωνικής οργάνωσης και συµπεριφοράς, ο

καταναλωτισµός παίζει µείζονα ρόλο στις διαδικασίες συγκρότησης της συλλογικής

ταυτότητας,

συνιστώντας

το

διακριτικό

γνώρισµα

των

µεταµοντέρνων κοινωνιών. Στους κόλπους των καταναλωτικών κοινωνιών η κατανάλωση προβάλλεται άτυπα καί επίσηµα ως η βασική υποχρέωση του «καλού πολίτη», είναι κοινωνική επιταγή µέγιστης σηµασίας, καθώς από την εκπλήρωσή της εξαρτάται όχι µόνο το κοινωνικό κύρος του υποκειµένου αλλά και η ίδια η επιβίωση και ευηµερία ολόκληρου του συστήµατος.14 (Το γεγονός αυτό γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό σε περιόδους κρίσης, όπως ήταν το διάστηµα αµέσως µετά την επίθεση της 11ης Σεπτεµβρίου 2001 στις Η.Π.Α. ή όπως είναι σήµερα, λόγω της παγκόσµιας οικονοµικής ύφεσης. Στις περιόδους αυτές πρώτιστη µέριµνα είναι να «ενισχυθεί η κατανάλωση», και από επίσηµα χείλη διατυπώνεται ρητά η εντολή προς τους πολίτες «να µην σταµατήσουν να καταναλώνουν µε τους ίδιους ρυθµούς», προκειµένου να στηριχθεί η αγορά. Βλέπουµε, δηλαδή, ότι αντί να προβληµατίσουν για τον φαύλο και αδιέξοδο χαρακτήρα

της

καταναλωτικής

νοοτροπίας

που

τις

δηµιούργησε,

οι

οικονοµικές ή άλλες κρίσεις αξιοποιούνται για να δικαιωθεί ως αναγκαία αυτή ακριβώς

η

νοοτροπία.

Λειτουργούν

δηλαδή

ως

«υπερβατολογικές»

θεµελιώσεις του καταναλωτικού ήθους.) Με όχηµα το θέαµα, η κουλτούρα της κατανάλωσης έχει διαχυθεί στον κοινωνικό χώρο διαποτίζοντας συνειδήσεις και συµπεριφορές. Μάλιστα η επιρροή και η γοητεία που ασκεί στο σύγχρονο άνθρωπο υπερβαίνουν κατά πολύ την επίδραση της αγωγής που δίνεται µέσω του επίσηµου εκπαιδευτικού 13

Βλ. JEAN  BAUDRILLARD,  Η  Καταναλωτική  Κοινωνία,  μτφρ.  Βασίλης  Τομανάς,  ΝΗΣΙΔΕΣ,  Αθήνα 2000, 240  14 Βλ.  ZYGMUNT BAUMAN, Ζωή για Κατανάλωση, ό.π., 73εξ. 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[94]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] συστήµατος. Όποιος έχει έστω και την παραµικρή σχέση µε την εκπαίδευση γνωρίζει ότι τα παιδιά σήµερα εκπαιδεύονται (άτυπα) κυρίως από τα media (τηλεόραση, διαδίκτυο, κινηµατογράφος), κι όχι από το σχολείο. Μάλιστα µεταφέρουν τη θεαµατική-καταναλωτική νοοτροπία στο σχολείο έχοντας (ήδη από το δηµοτικό) διαµορφωµένες αντιλήψεις αναφορικά µε το πώς πρέπει να «είναι» και να συµπεριφέρονται ώστε να γίνονται αποδεκτά ως µέλη της παρέας τους, αρχικά, και του κοινωνικού συνόλου κατ’ επέκταση. Ορισµένες φορές, οι παγιωµένες αυτές ιδέες έρχονται σε κάθετη αντίθεση µε τις αξίες και τα ιδανικά που επιχειρεί να εµπεδώσει η εκπαίδευση, αξίες και ιδανικά που, όπως είπαµε, εκφράζουν την προηγούµενη πολιτισµική και κοινωνική κατάσταση –εκείνη της νεωτερικότητας. Το στοιχείο αυτό, της µεταφοράς και

εισαγωγής της κουλτούρας της κατανάλωσης µέσα στην εκπαίδευση είναι, κατά τη γνώµη µου, υψίστης σηµασίας καθώς πυροδοτεί µια σιωπηλή αλλά σταθερή διαδικασία διάβρωσης και απορύθµισης της παιδείας. Ενώ, δηλαδή, το σχολείο, όπως τουλάχιστον το γνωρίζαµε µέχρι σήµερα, είναι από τη φύση του

προσανατολισµένο

στην

προώθηση

των

νεωτερικών

αξιών

(παραγωγικότητα, απόδοση, αυτοπειθαρχία, συλλογική ανάπτυξη και πρόοδος, φιλοπατρία

και

συνείδηση

των

κοινωνική φορέων

προσφορά), της

η

µεταµοντέρνα

εκπαιδευτικής

καταναλωτική

διαδικασίας

(διοίκηση,

εκπαιδευτικοί, µαθητές, γονείς) άλλα επιτάσσει. Ύψιστες αξίες στο πλαίσιο αυτής της συνείδησης έχουν αναδειχθεί η ευτυχία και η επιτυχία· η πρώτη, νοούµενη κυρίως ως απόλαυση µιας ζωής γεµάτης ευκολίες, αυτοµατισµούς, αφθονία προϊόντων και κυρίως στιγµιαία εκπλήρωση κάθε επιθυµίας· η δεύτερη, νοούµενη κυρίως ως αναγνωρισιµότητα και κατίσχυση πάνω στους ανταγωνιστές. Η ηδονή και η εντύπωση µοιάζουν οι µοναδικοί στόχοι για τους οποίους αξίζει να αγωνίζεται ακόµη κανείς. Οξυδερκής ανατόµος της καταναλωτικής νοοτροπίας ο Zygmunt Bauman παρατηρεί σχετικά: «Η πιο χαρακτηριστική αξία της κοινωνίας των καταναλωτών […], σε σχέση µε την οποία όλες οι άλλες καλούνται να δικαιολογήσουν τη σηµασία τους, είναι µια

ευτυχισµένη ζωή: πράγµατι, η κοινωνία των καταναλωτών είναι ίσως η µοναδική κοινωνία στην ανθρώπινη ιστορία που υπόσχεται ευτυχία στην © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[95]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] εγκόσµια ζωή, ευτυχία εδώ και τώρα και σε κάθε διαδοχικό «τώρα»: εν ολίγοις, µια ευτυχία στιγµιαία και διηνεκή.»15 Ο Christopher Lash από την πλευρά του επισηµαίνει τον ετεροπροσδιορισµό της έννοιας της επιτυχίας καθώς το µετανεωτερικό υποκείµενο δεν διαθέτει πλέον βαθύτερα κριτήρια για να ελέγξει την πρόοδο ή την εξαχρείωσή του αλλά κατανοεί τον εαυτό του µε όρους θεάµατος, δηλαδή επιφανειακά: «Σε µια κοινωνία στην οποία το όνειρο της επιτυχίας έχει αποστραγγιχτεί από όλα τα άλλα νοήµατα εκτός από τον εαυτό του οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτα µε βάση το οποίο να µετρήσουν τα επιτεύγµατά τους εκτός από τα επιτεύγµατα των άλλων. Η αυτοέγκριση εξαρτάται από τη δηµόσια αναγνώριση και επιδοκιµασία […] Η καλή γνώµη των φίλων και των γειτόνων, που παλαιότερα πληροφορούσε τον άνθρωπο ότι είχε ζήσει µια χρήσιµη ζωή, βασιζόταν στην έγκρισης των πεπραγµένων του. Σήµερα, οι άνθρωποι επιδιώκουν ένα είδος έγκριση που χειροκροτεί όχι τις πράξεις τους αλλά τις προσωπικές τους ιδιότητες. Θέλουν περισσότερο να τους θαυµάζουν και λιγότερο να τους εκτιµούν οι άλλοι. Λαχταρούν όχι τη φήµη αλλά τη λαµπρότητα και την έξαψη της δηµοσιότητας. Θέλουν περισσότερο να τους ζηλεύουν και λιγότερο να τους σέβονται οι άλλοι. Περηφάνια και κτητικότητα, οι αµαρτίες του ανερχόµενου καπιταλισµού, έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στη µαταιοδοξία.»16 Παρ’ όλο που είναι εξαιρετικά αµφίβολο το κατά πόσον οι καταναλωτικές κοινωνίες είναι σε θέση να εγγυηθούν την επίτευξη του διπλού στόχου επιτυχία-ευτυχία (οι έρευνες και η εµπειρία µαρτυρούν πως δεν είναι), το αίτηµα παραµένει κυρίαρχο, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως κριτήριο και πυλώνας της κοινωνικής αξιολογίας. Αυτό έχει οδηγήσει σε µια σχετικοποίηση των αξιών όχι µονάχα εκείνων που θεωρούνται «παραδοσιακές» ή «κλασικές» (αγάπη, αυτοθυσία, προσφορά, ασκητικότητα, φιλαλληλία) καθώς κυρίως απορρέουν από τον ηθικό

κώδικα

της

θρησκείας,

αλλά

και

των

νεώτερων

αξιών

που

συνδυάστηκαν µε την παράδοση του ∆ιαφωτισµού, την τεχνολογική πρόοδο, την ανάπτυξη της βιοµηχανίας και τη γέννηση του εθνικού κράτους (ελευθερία, αυτονοµία, επιστηµονική γνώση, ορθολογισµός, πλουραλισµός και 15 Βλ.  ZYGMUNT BAUMAN, Ζωή για Κατανάλωση, ό.π., 63 

16 Βλ. CHRISTOPHER LASH, Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού, ό.π.,67 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[96]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] ανεκτικότητα, ανθρώπινα δικαιώµατα). Καθώς η εποχή µας είναι εποχή µετάβασης, όπου το παλαιό δεν έχει ακόµη πεθάνει και το ολότελα νέο δεν έχει ακόµη γεννηθεί, όλες οι παραπάνω αξίες συνεχίζουν τυπικά να υπάρχουν. Μόνο που πλέον στερούνται υπερβατολογικής νοµιµοποίησης, άλλης από το δίδυµο επιτυχία - ευτυχία: υιοθετούνται και αναγνωρίζονται µονάχα στο βαθµό που εξυπηρετούν το ιδιωτικό συµφέρον. Μ’ άλλα λόγια, έχουν εκπέσει από αξίες πρώτης γραµµής χάνοντας την κοινωνική περιωπή τους και µαζί µ’ αυτήν και τον διαπλαστικό τους ρόλο. Η εξέλιξη αυτή ίσως να τροµοκρατεί τους ηθικολόγους, ελάχιστα όµως ξαφνιάζει τους γνωρίζοντες την κοινωνική ιστορία της δυτικής σκέψης. Από τη στιγµή που η µόνη κυρίαρχη ιδεολογία των καιρών µας έχει αποµείνει ο ατοµικισµός είναι απολύτως φυσικό η µόνη αξία που στέκει όρθια να είναι το υποκείµενο. Μπροστά στην αυθεντία και στην ιερότητα που ενσαρκώνει οι παλαιοί σκοποί µετατρέπονται σε µέσα που καλούνται να διακονήσουν την αλαζονική αξίωση του ατόµου για εγκόσµια ευτυχία και ευηµερία. Το εκπαιδευτικό σύστηµα που, όπως είπαµε, αναλαµβάνει να µεταφέρει στο χώρο της αγωγής την κοινωνική αξιολογία ενσωµατώνει µε γοργούς ρυθµούς την κουλτούρα της κατανάλωσης. Ωστόσο, αυτό δεν γίνεται χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις και αντιστάσεις καθώς η παιδεία εξ ορισµού αντλεί από τα πνευµατικά και πολιτισµικά κοιτάσµατα του παρελθόντος (αρχαιότητα, διαφωτισµός, ουµανισµός), όπου κυριαρχούσαν άλλες αξίες, κάθετα αντίθετες µε τις καταναλωτικές. Επιπλέον, καθώς είναι υποχρεωµένη να αναφέρεται – έστω και θεωρητικά µόνο– σε κάποια ιδεώδη, να επικαλείται ορισµένα ιδανικά, προτείνοντάς τα ως άξονες βίου για τους νέους, η παιδεία διαθέτει αντισώµατα κατά της µεταµοντέρνας απαξίωσης όλων των αξιών. Εποµένως, η καταναλωτική νοοτροπία και στάση ζωής δεν µπορεί να εισαχθεί επίσηµα και εκπεφρασµένα στο εκπαιδευτικό σύστηµα. Ό,τι όµως εκδιώκεται από την πόρτα ξέρουµε καλά ότι επιστρέφει από τα παράθυρα. Μπορεί τα αναλυτικά προγράµµατα

και

οι

διατυπωµένοι

εκπαιδευτικοί

στόχοι

να

είναι

προσανατολισµένοι στο παρελθόν, όµως η ζωή του σχολείου, η ζωντανή © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[97]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] καθηµερινότητα της εκπαίδευσης δεν µπορεί παρά να κυριαρχείται από την µεταµοντέρνα αξιολογική κλίµακα. Το αντίθετο, φυσικά, θα ξένιζε αφού σχολείο και κοινωνία αλληλεπιδρούν στενά. Σχηµατικά µιλώντας, µπορούµε να φανταστούµε

την

όλη

διαδικασία

αναπαραγωγής

της

καταναλωτικής

κουλτούρας ως ένα κλειστό κύκλωµα που εµπλέκει, εκτός των άλλων, και το σχολείο. Ο καταναλωτισµός, η κυρίαρχη, όπως είπαµε, ιδεολογία της κοινωνίας, διαχέεται στο εκπαιδευτικό σύστηµα και το απορυθµίζει, το «µολύνει» µε τις αξίες του. Στη συνέχεια, χρησιµοποιεί την εκπαίδευση για να αναπαραχθεί µέσω αυτού, αποκτώντας de facto νοµιµοποίηση. Με τον τρόπο αυτό,

η

καταναλωτική

ιδεολογία

επιστρέφει

στην

κοινωνία

«επισηµοποιηµένη», έχοντας κατορθώσει να διέλθει δια της βασιλικής οδού της παιδείας. Πολλές είναι οι µορφές που λαµβάνει η διείσδυση της καταναλωτικής κουλτούρας στην εκπαίδευση και άπειρα τα επιµέρους προβλήµατα που δηµιουργεί στη σχολική πράξη. Μιας και δεν µπορώ να αναφερθώ διεξοδικά σ’ αυτά, επιλέγω τρεις µονάχα εκφάνσεις της σύγχρονης απορύθµισης του σχολείου οι οποίες µου φαίνονται από τις πιο σηµαντικές. Εννοώ τη

σχετικοποίηση όλων των αξιών έναντι της κατανάλωσης και της ατοµικής ευτυχίας, την κρίση κάθε αυθεντίας εξωτερικής ως προς το υποκείµενο, και την µαταίωση της κοινωνικής δυναµικής της γνώσης. Στα ζητήµατα αυτά αναφέρθηκα ακροθιγώς και παραπάνω. Στη συνέχεια θα επιχειρήσω να παρακολουθήσω µε κάθε συντοµία τις µεταµορφώσεις τους εντός του σχολικού περιβάλλοντος, προκειµένου να αναδειχθούν οι τρόποι µε τους οποίους ρίχνουν τη βαριά σκιά τους στο εκπαιδευτικό µας τοπίο. Ο «Μαθητής-Είδωλο», ο «Αµήχανος ∆άσκαλος» και το «Σχολείο-Παιδικός Σταθµός» (∆οκιµή µιας Εκπαιδευτικής Τυπολογίας)

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[98]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] Το σχολείο δεν είναι απλώς ο χώρος όπου εξελίσσεται η διαδικασία της αγωγής. Πρωτίστως είναι ένα δίκτυο σηµασιών, αντιλήψεων, αξιών και κυρίως σχέσεων. Η τραγικότερη επίπτωση της καταναλωτικής συνείδησης είναι ακριβώς ότι διαταράσσει την παραδοσιακή µορφή των σχέσεων ανάµεσα στους µαθητές, τους καθηγητές και τους γονείς, απορυθµίζοντας έτσι ολόκληρη τη λειτουργία της εκπαίδευσης. Έχει αλλάξει άρδην ο τρόπος µε τον οποίο ο καθένας από τους παράγοντες της αγωγής αντιµετωπίζει τον εαυτό και

τους

άλλους.

Μια

νέα

ανθρωπολογική

αντίληψη

βρίσκεται

υπό

διαµόρφωση και στο πλαίσιό της οι παλιές κατηγορίες του εαυτού, της κοινωνικής

ταυτότητας

και

του

ρόλου

τείνουν

να

προσλάβουν

νέο

περιεχόµενο. Αυτό επηρεάζει τη σχολική ζωή, καθώς η εκπαίδευση πάντοτε ήταν χώρος ιεραρχικά δοµηµένος όπου ο καθένας γνώριζε τη θέση και το ρόλο του. Ο µαθητής εθεωρείτο µια προσωπικότητα ανολοκλήρωτη και ανώριµη ακόµη, µια προσωπικότητα «υπό κατασκευή», που ερχόταν για να διδαχθεί πράγµατα που δεν γνωρίζει και υποχρεούται να µάθει προκειµένου να ολοκληρωθεί νοητικά και ψυχικά. Ο δάσκαλος, αντίθετα, διακρινόταν από συναισθηµατική ωριµότητα και γνωσιολογική κατάρτιση και ήταν υπεύθυνος για τη διαπαιδαγώγηση των νέων, αρωγός και οδηγητής στην πορεία τους προς την ενηλικίωση. Ο γονέας, πάλι, αντιµετώπιζε το σχολείο ως προθάλαµο της κοινωνίας και θεσµό ανεκτίµητης σηµασίας για την πολύπλευρη αγωγή και κοινωνικοποίηση των τέκνων του. Εποµένως, δύσκολα αµφισβητούσε την αυθεντία των δασκάλων, ακόµη και σε περιπτώσεις που η συµπεριφορά τους προς τους µαθητές ήταν υπερβολικά αυστηρή ή άδικη. Κοινή συνείδηση της κοινωνίας ήταν ότι η αληθινή παιδεία αποκτάται µε κόπο και θυσίες, και ότι χρειάζεται αυστηρότητα και πειθαρχία για να διαπαιδαγωγηθεί σωστά ο νέος άνθρωπος ώστε να είναι στο µέλλον ικανός να αντιπαρατεθεί στη σκληρότητα των ανθρώπων και των πραγµάτων –«κάθε µόρφωση αρχίζει µε την υποταγή» σηµείωνε χαρακτηριστικά ο νεαρός Nietzsche στις αρχές του 1872.17

17 Βλ. FRIEDRICH NIETZSCHE, Μαθήματα για την Παιδεία, μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Printa,  Αθήνα 2006(4), 188 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[99]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] Η εικόνα αυτή έχει ανατραπεί άρδην στο σύγχρονο σχολείο. Η µεταµοντέρνα κρίση της αυθεντίας, σε συνδυασµό µε µια πληθώρα στοιχείων που σχετίζονται

µε

προσωπικές

καχεξίες

και

ελλείψεις

εκ

µέρους

των

εκπαιδευτικών, έχει πλήξει καίρια το κύρος των δασκάλων. Ταυτόχρονα, οι γονείς είναι στην πλειονότητά τους εθισµένοι σε µια ιδιοκτησιακή αντίληψη για τα παιδιά τους (ίδιον της µικροαστικής συνείδησης) που συχνά τούς φέρνει σε ευθεία αντιπαράθεση µε τους διδάσκοντες πάνω σε ζητήµατα αγωγής. Ο ιδιότυπος υπερπροστατευτισµός του Έλληνα γονιού ενθαρρύνεται στις µέρες µας από µια πληθώρα ιδεών και αντιλήψεων οι οποίες εκπορεύονται από το χώρο της συµβουλευτικής και της θεραπείας και επιχειρούν να του προσδώσουν µια επίφαση επιστηµονικότητας. Τέτοιες ιδέες έχουν κατακλύσει τη µαζική κουλτούρα καθώς τυγχάνουν διαρκούς και εντατικής προβολής από τα media. Το αποτέλεσµα είναι ο γονιός να νοµίζει ότι ξέρει τι χρειάζεται το παιδί του για να αναπτυχθεί πνευµατικά και ψυχικά, νοµίζει ότι γνωρίζει ποια είναι η ενδεδειγµένη συµπεριφορά απέναντί του. Έτσι, απαιτεί να έχει γνώµη και για την αγωγή που θα λάβει στο σχολείο –ανεξάρτητα από το κατά πόσο η γνώµη του είναι έγκυρη ή τεκµηριωµένη. Το γεγονός ξενίζει εκ πρώτη όψεως διότι στην εποχή της εξειδίκευσης, όπου οι πάντες καταφεύγουν στους ειδικούς για την επίλυση όλων των προβληµάτων τους και την απολαβή υπηρεσιών, οι σύγχρονοι νεοέλληνες γονείς διστάζουν να εµπιστευτούν τα παιδιά τους στα χέρια των ειδικών της εκπαίδευσης. (Για να είµαστε βέβαια δίκαιοι

πρέπει

να

επισηµάνουµε

ότι

εκτός

από

τη

νοοτροπία

του

«παντογνώστη» που έχουν αναπτύξει οι γονείς εξαιτίας της θεαµατικής διάδοσης της λαϊκής ψυχολογίας και συµβουλευτικής, η επιφυλακτικότητά τους οφείλεται σε µεγάλο βαθµό και στο γεγονός ότι οι «ειδικοί» τις εκπαίδευσης στην Ελλάδα αποδεικνύονται πολλές φορές ανεκπαίδευτοι και ερασιτέχνες.) Αλλά ας εστιάσουµε την προσοχή µας στο σύγχρονο µαθητή. Η εικόνα που έχει κάθε εποχή για το παιδί και την παιδική ηλικία είναι κοινωνικά προσδιορισµένη, πράγµα που σηµαίνει ότι µεταβάλλεται όταν αλλάξουν οι © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[100]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] κοινωνικές και πολιτισµικές συνθήκες. Οι παραδοσιακές κοινωνίες θεωρούσαν τα παιδιά µικρογραφίες των ενηλίκων που δεν υστερούσαν σε νοητικές δυνατότητες και έπρεπε από νωρίς να συµµετέχουν στις δραστηριότητες των µεγάλων. Πολύ περισσότερο δοµηµένη πάνω στην αρχή της ενότητας των γενεών απ’ ό,τι σήµερα, η παραδοσιακή εκπαίδευση καλλιεργούσε την υπευθυνότητα και την αυτενέργεια στο παιδί καθώς τού έθετε κριτήρια και απαιτήσεις που αναλογούσαν σε ενήλικες. Έτσι, ο Montaigne, για παράδειγµα, έγραφε στο δοκίµιο του για την εκπαίδευση ότι «από τη φάση του απογαλακτισµού το παιδί ούτως ή άλλως γίνεται ικανό να κατανοήσει φιλοσοφικές συζητήσεις», οπότε ο δάσκαλος µπορεί να αρχίσει να το εξοικειώνει µε αφηρηµένες έννοιες οξύνοντας βαθµιαία την ικανότητά του για λογική σκέψη και στοχασµό. Μάλιστα µάς πληροφορεί για το παιδί ενός φίλου του το οποίο σε ηλικία έξι ετών διάβαζε Ελληνικά, Λατινικά, Εβραϊκά και πριν γίνει οκτώ µετέφραζε Πλάτωνα στα Γαλλικά. Η περίπτωση αυτή δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο ή εξαιρετικό αφού σύµφωνα µε τις µαρτυρίες της εποχής (16ος αιώνας) η γραφή και η ανάγνωση πριν από την ηλικία των τεσσάρων ετών θεωρούνταν κάτι συνηθισµένο για τα παιδιά των ανώτερων τάξεων. Γενικά, πριν από τα πέντε χρόνια το παιδί έπρεπε να είναι ικανό να διαβάζει τη Βίβλο και να µπορεί να κάνει σύνθετες σκέψεις, και η εκπαίδευση ήταν προσανατολισµένη προς το σκοπό αυτό.18 Τα παιδιά των κατώτερων τάξεων, πάλι, υπολείπονταν µεν σε εγγραµµατισµό αλλά εκπαιδεύονταν από την οικογένεια σχεδόν σαν να ήταν ενήλικες ώστε πολύ σύντοµα να είναι σε θέση να βοηθήσουν τους γονείς τους τόσο στις καθηµερινές εργασίες όσο και στις επαγγελµατικές τους υποχρεώσεις. Εκείνο που µας ενδιαφέρει εδώ είναι η αντίληψη ότι εάν πρόκειται το παιδί να εισέλθει οµαλά και επιτυχηµένα στον κόσµο των ενηλίκων οφείλει να εκπαιδευτεί από τώρα σαν να ήταν ήδη ενήλικας βάσει κριτηρίων και αρχών που ισχύουν γενικά στην κοινωνία.

18 Βλ. KENNETH J. GERGEN, Ο Κορεσμένος Εαυτός, μτφρ. Α. Ζώτος, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα  1997,  47‐48.  Για  την  ιστορική  διαδρομή  της  έννοιας  της  παιδικότητας  βλ.  PHILLIPE  ARIES,  Centuries of Childhood, New York: Random House, 1962 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[101]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] Η αντίληψη αυτή φαντάζει αδιανόητη (αν όχι απάνθρωπη) στο δυτικό κόσµο σήµερα. Μοιάζει να έχει ολότελα λησµονηθεί το γεγονός ότι η παιδική ηλικία, ως σαφώς διακεκριµένη περίοδος η οποία αξιώνει ειδική µεταχείριση και προσοχή εκ µέρους των ενηλίκων, είναι µια κατασκευή, µια έννοια που έχει την καταγωγή της στις ιδιαίτερες κοινωνικές και οικονοµικές συνθήκες των δυο τελευταίων αιώνων.19 Είπαµε πως η πορεία προς την εκβιοµηχάνιση και τον εκσυγχρονισµό των ευρωπαϊκών κοινωνιών απαιτούσε διαφωτισµένους πολίτες και ειδικευµένους εργάτες. Με σκοπό να τους δηµιουργήσει, το νεώτερο αστικό κράτος ανέλαβε τον κεντρικό σχεδιασµό της εκπαίδευσης των νέων αποσπώντας τους από την επιρροή τόσο της άτυπης οικογενειακής, όσο και της οργανωµένης θρησκευτικής εκπαίδευσης.20 Τα παιδιά έπρεπε να αφοµοιώσουν τις αξίες και τα ιδανικά του ∆ιαφωτισµού, να ενστερνιστούν την αρτιγέννητη εθνική ιδεολογία («πατριωτισµός») και να εκπαιδευτούν στις νέες τεχνολογίες, προκειµένου να γίνουν υπεύθυνοι πολίτες των αστικών δηµοκρατιών και παραγωγικοί εργάτες –ειδικευµένοι χειριστές µηχανηµάτων. Η γενίκευση του δηµόσιου σχολείου, όπου διδάσκονταν οι γνώσεις που το κράτος θεωρούσε απαραίτητες για τους πολίτες, συνυφάνθηκε µε τη θεσµοθέτηση µιας χρονικής περιόδου της ζωής του ανθρώπου (συνήθως από τα έξι έως τα δώδεκα έτη) κατά την οποία µπορούσε δικαιολογηµένα να απέχει από κάθε εργασία (εξ ου και «σχολείο»: τόπος της αργίας, της σχόλης), να διακρίνεται από τον κόσµο των ενηλίκων και να αφιερώνεται σε καθήκοντα και ασχολίες «κατάλληλες για την ηλικία του». Για να διευκολυνθεί η µετάβαση από την άτυπη οικογενειακή στην επίσηµη δηµόσια παιδεία, προπαγανδίστηκε, κυρίως µέσω της φυσιολογίας και της ψυχολογίας, η ιδέα της παιδικής ιδιαιτερότητας, των ξεχωριστών γνωρισµάτων και αναγκών που έχει το παιδί. Στη βάση αυτή αναπτύχθηκαν οι µοντέρνες παιδαγωγικές 19 «Πριν από τον αιώνα μας [ενν. τον 20ο] ούτε οι φτωχοί, ούτε οι πλούσιοι γνώριζαν για παιδικά 

ρούχα, παιδικά  παιγνίδια,  ή,  για  ασυλία  των  παιδιών  έναντι  του  νόμου.  Η  παιδική  ηλικία  είναι  εφεύρημα των αστών. Τα παιδιά των εργατών, των χωρικών και των ευγενών ντύνονταν όμοια  με τους γονείς τους, έπαιζαν όπως οι γονείς τους και οδηγούνταν στην κρεμάλα όπως οι γονείς  τους.  Μετά  την  ανακάλυψη  της  ‘παιδικότητας’  από  την  αστική  τάξη,  όλα  αυτά  άλλαξαν.»  Βλ.  ΙVAN  ILLITCH,  Deschooling  Society,  (ηλεκτρονική  μορφή  του  κειμένου)  στο:   http://www.davidtinapple.com/illich/1970_deschooling.html#2   20 «Το σχολικό σύστημα είναι νεωτερικό φαινόμενο, όπως είναι και  η έννοια της παιδικότητας,  που εκείνο καλλιεργεί και αναπαράγει.», επισημαίνει ο Ivan Illich.  

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[102]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] θεωρίες, οι οποίες αντιµετωπίζουν το παιδί σαν πλάσµα «µαγικό», εκ φύσεως αθώο και αγαθό, αµόλυντο από τους σπίλους του πολιτισµού (Rousseau), στην κυριολεξία «άγραφο χάρτη» (Locke), που αναµένει στις εγγραφές της αγωγής. Τονίστηκε η σηµασία της ατοµικότητας του κάθε µικρού µαθητή, των ιδιαίτέρων χαρισµάτων και των διαφορετικών αναγκών του. Θεωρήθηκε παιδαγωγικά ορθό να ενθαρρύνεται ο µαθητής να αναπτύσσει ελεύθερα τις ικανότητες και τις κλίσεις του χωρίς επιβολή και συµµόρφωση, ενώ ο ρόλος του παιδαγωγού έγινε συµβουλευτικός και υποστηρικτικός. Από τα τέλη του 19ου αλλά κυρίως κατά τον 20ο αιώνα ασκήθηκε έντονη κριτική στις δασκαλοκεντρικές παιδαγωγικές θεωρίες (Herbart) επειδή στην πράξη ευνοούσαν την τυποποίηση της διδακτικής διαδικασίας και τη χειραγώγηση των µαθητών. Στον αντίποδα, αναπτύχθηκε µια ευρεία γκάµα παιδαγωγικών θεωριών

που

ευαγγελίζονταν

µια

εκπαιδευτική

διαδικασία

ανοιχτή,

δηµοκρατική, αντιαυταρχική και γόνιµη. Η προσωπική ανακάλυψη της γνώσης από τον ίδιο το µαθητή και η στενή διασύνδεση του σχολείου µε την κοινωνία βρέθηκαν στο επίκεντρο των προσπαθειών αυτών. Θεωρήθηκε ότι σκοπός της παιδείας είναι η διαµόρφωση της προσωπικότητας του νέου ανθρώπου µέσα σε ατµόσφαιρα ελευθερίας και αυτοδιάθεσης, µακριά από τυποποιηµένες νόρµες και άνωθεν επιβαλλόµενες κανονιστικές. Ο µαθητής όφειλε µέσω της παιδείας να «ανακαλύψει τις κρυφές του δυνάµεις και ικανότητες», να εκφράσει τον αυθεντικό εαυτό του, ανεπηρέαστος από κοινωνικά στερεότυπα και

απαρχαιωµένες

µεταφυσικές

πεποιθήσεις.21

Κεντρικός

στόχος

της

αντιαυταρχικής παιδαγωγικής ήταν η προαγωγή των αρχών και αξιών της ανθρωπιστικής παιδείας όχι µόνο µέσα από την επιλογή της κατάλληλης διδακτέας ύλης αλλά κυρίως µέσα από την ίδια τη δόµηση και λειτουργία του σχολείου. Έννοιες όπως η αυτοπραγµάτωση, η αυτονοµία, η ισότητα, η ελευθερία, η δηµοκρατία και ο πλουραλισµός απετέλεσαν τους άξονες γύρω από τους οποίους όφειλε να διαρθρώνεται η παιδαγωγική πράξη. Τα ιδεώδη αυτά αντλούνταν, ως γνωστόν, από το θεωρητικό απόθεµα του νεώτερου ουµανισµού και τη φιλοσοφική παράδοση του ατοµικισµού. Όµως η 21 Για  τις  σύγχρονες  παιδαγωγικές  θεωρίες  βλ.  ΙΩΑΝΝΗΣ  ΠΥΡΓΙΩΤΑΚΗΣ,  Εισαγωγή  στην  Παιδαγωγική Επιστήμη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[103]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] επικράτησή τους στο χώρο της παιδείας οδήγησε βαθµιαία σε αποτελέσµατα που παρέκκλιναν σε µεγάλο βαθµό από τις προθέσεις των παιδαγωγών που τα είχαν εισηγηθεί. Αυτό συνέβη κυρίως διότι σηµειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών καθώς προσχωρούσαν στην ανάπτυξη µιας καταναλωτικής κουλτούρας. Ανάµεσα σ’ αυτές ήταν και η βαθµιαία µετάλλαξη

του ατοµικισµού από ιδεολογία της χειραφέτησης, της αυτονοµίας και της αυτοδιάθεσης σε ιδεολογία που προωθεί µια ναρκισσιστική πρόσληψη του εαυτού και µια εργαλειακή και καταναλωτική θεώρηση του κόσµου και των ανθρωπίνων σχέσεων. Κατά τη νεωτερική περίοδο η εικόνα του εαυτού χαρακτηριζόταν από ενότητα, απλότητα και αξιοπιστία. Ήταν το κέντρο µιας συµπαγούς ταυτότητας που έδινε τη δυνατότητα στο άτοµο να αναµετράται µε τη ζωή έχοντας ως κύρια εφόδια το Λόγο και το Μέτρο. Η εσωτερική ζωή του νεωτερικού υποκειµένου αναπτύσσεται µε όρους συνέχειας, διαφάνειας και αυτογνωσίας. Η ρήξη µε την κληρονοµιά του ∆ιαφωτισµού, που εισηγήθηκε η ροµαντική παράδοση, έφερε στην επιφάνεια µια άλλη όψη του εαυτού, όψη σκοτεινή και µυστηριώδη. Ο ροµαντικός εαυτός είναι πολύπλευρος και αντιφατικός, γεµάτος πάθη και ταλέντα. Είναι η εσωτερική µήτρα της µεγαλοφυούς και εξεγερµένης συνείδησης, η ρίζα όλων των δυνατοτήτων. Ικανός για τα πιο θαυµαστά και τα πιο ειδεχθή έργα, τη µια στιγµή κατακλύζεται από χαρά και ενεργητικότητα και την επόµενη καταβυθίζεται σε αβύσσους µελαγχολίας και θλίψης. Τα ποικίλα αδιέξοδα της νεωτερικότητας και οι ριζικές κοινωνικές και πνευµατικές µεταβολές που συνυφάνθηκαν µε την έλευση του µεταµοντέρνου οδήγησαν σε µια νέα αντίληψη και εµπειρία του εαυτού. «Κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, µια τεράστια και βαθιά αλλαγή συντελείται στο χαρακτήρα της κοινωνικής ζωής» σηµειώνει ο Gergen. «Μέσα από µια συγκέντρωση πρωτοεµφανιζόµενων τεχνολογιών ο κόσµος των σχέσεων φθάνει ολοένα και περισσότερο σε σηµείο κορεσµού. Εµπλεκόµαστε σε όλο και περισσότερες σχέσεις διαφορετικών µορφών και µεγαλύτερης συναισθηµατικής έντασης από ποτέ. Με τον πολλαπλασιασµό © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[104]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] των σχέσεων επέρχεται και µια µεταβολή στις κοινωνικές δυνατότητες του ατόµου –τόσο στο πώς να γνωρίζει όσο και στο να γνωρίζει. Η σχετικά συνεκτική και ενοποιηµένη αίσθηση ενός εαυτού σύµφυτου µε έναν παραδοσιακό πολιτισµό παραχωρεί τη θέση της σε πολυσχιδείς και ανταγωνιστικές

λανθάνουσες

ικανότητες.

Αναδύεται

µια

πολυφρενική

κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος κολυµπάει σε συνεχώς µεταβαλλόµενα, επάλληλα και συνεχή ρεύµατα ύπαρξης. Σηκώνει κανείς το φορτίο ενός όγκου αυτο-αµφισβητήσεων, ανορθολογισµών και δεοντολογιών που συνεχώς µεγαλώνει. Η δυνατότητα για µια φύση ροµαντική, γεµάτη εµπιστοσύνη, ή για µια δυνατή µοντέρνα ζωή προσηλωµένη σε ένα και µόνο στόχο, σιγά σιγά εξαφανίζεται. Ο δρόµος είναι ανοικτός στη µεταµοντέρνα ύπαρξη.»22 Η ατοµική ταυτότητα πλέον είναι ρευστή και εσαεί υπό διαµόρφωση. Οι αξίες, οι στοχεύσεις, οι επιλογές δεν είναι πλέον σαφώς προσδιορισµένες και σταθερές αλλά κυριαρχεί ο διαρκής επαναπροσανατολισµός της ζωής µέσα σε ένα διαρκώς µεταβαλλόµενο περιβάλλον που βοµβαρδίζει το υποκείµενο µε νέα και αντιφατικά µηνύµατα, πληροφορίες, εικόνες, πρόσωπα, σχέσεις και απόψεις. Αυτό πυροδοτεί διαδικασίες ρήξης του εσωτερικού συνεχούς, οδηγεί στη σύγχυση ρόλων και επιλογών. Η διάλυση της ταυτότητας, µ’ άλλα λόγια,

υποχρεώνει το υποκείµενο να υιοθετήσει µια ταυτότητα της διάλυσης, έναν εαυτό θραυσµατικό, σύνθετο και πολυµερή. Οι συνέπειες του µεταµοντέρνου εποικισµού και κορεσµού του εαυτού είναι πολλές και σηµαντικές, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Για το θέµα που συζητάµε ενδιαφέρει ιδιαίτερα να αποµονώσουµε δυο από αυτές. Η πρώτη σχετίζεται µε ένα διάχυτο αίσθηµα σύγχυσης και άγχους που γεννά ο σύγχρονος τρόπος ζωής, «µε τα µακρά και αντικοινωνικά ωράρια εργασίας, την επιδείνωση

των σχέσεων, την έλλειψη αυτοπεποίθησης και τις

εξοντωτικές αβεβαιότητες αναφορικά µε την εξασφάλιση και µε το να είναι ‘όλα εντάξει’», κατά τη διατύπωση του Zygmunt Bauman.23 ∆εν πρόκειται για κείνη την παλιά κλασική «δυσφορία µέσα στον πολιτισµό», για την οποία 22 Βλ. KENNETH J. GERGEN, Ο Κορεσμένος Εαυτός, ό.π., 158‐159  23 Βλ.  ZYGMUNT BAUMAN, Ζωή για Κατανάλωση, ό.π.,65 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[105]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] µίλησε ο Freud, καθώς δεν σχετίζεται τόσο µε κάποιο αυταρχικό υπερεγώ, που καταδυναστεύει το υποκείµενο, αλλά συνδέεται περισσότερο µε αυτήν την πολυδιάσπαση του εαυτού που εµποδίζει τον άνθρωπο να οργανώσει τον βίο του γύρω από σταθερές σχέσεις και ακλόνητους άξονες νοήµατος. Έτσι παρουσιάζεται το, παράδοξο εκ πρώτης όψεως, φαινόµενο οι πολίτες των κατά τεκµήριο πιο πλούσιων και ισχυρών κοινωνιών στην ιστορία της ανθρωπότητας να µαστίζονται από ανασφάλεια, φόβο και κατάθλιψη. Παρά την καταναλωτική ευµάρεια και την αφθονία των αγαθών και των υπηρεσιών, παρά την ευχέρεια και τις δυνατότητες ικανοποίησης των αναγκών και των επιθυµιών που παρέχει ο τεχνικός πολιτισµός, η σύγχρονη ψυχή µαραζώνει βυθισµένη στη σύγχυση και την απελπισία. «Η θεώρηση της κατανάλωσης ως βασιλικής οδού προς τη µεγαλύτερη ευτυχία του µεγαλύτερου αριθµού προσώπων δεν έχει αποδειχθεί, κάθε άλλο µάλιστα» παρατηρεί και πάλι ο Bauman και συνεχίζει: «Όσο συνεχίζεται η συζήτηση, σωρεύονται τα στοιχεία περί του αντιθέτου τα οποία αποδεικνύουν, ή τουλάχιστον υποβάλλουν σθεναρά,

ότι

σε

αντίθεση

προσανατολισµένη υπονοµεύει

την

στην

µε

την

κατανάλωση

εµπιστοσύνη

και

αρχική

θεώρηση,

προάγει

βαθαίνει

το

ενεργά αίσθηµα

µια τη

οικονοµία δυσφορία,

ανασφάλειας,

µετατρεπόµενη η ίδια σε πηγή του περιρρέοντος φόβου που υπόσχεται να θεραπεύσει ή να διαλύσει –του φόβου που γεµίζει τη ρευστή µεταµοντέρνα ζωή.»24 Μόλις κανείς επιχειρήσει να µελετήσει την εσωτερική νοµοτέλεια του µηχανισµού της κατανάλωσης θα αντιληφθεί ότι η διασύνδεσή της µε τη γενικευµένη δυσανεξία που αισθάνονται οι καταναλωτές δεν είναι τυχαία. Η διάψευση και η απογοήτευση δεν είναι ούτε σηµάδια δυσλειτουργίας του συστήµατος

ούτε

παρενέργειες

που

οφείλονται

σε

λανθασµένους

υπολογισµούς. Αντίθετα, η καταναλωτική µηχανή είναι έτσι σχεδιασµένη ώστε να παράγει δυσφορία αφού για να υπάρχει στο διηνεκές είναι υποχρεωµένη να δηµιουργεί και να συντηρεί µια αίσθηση ανικανοποίητου και µαταίωσης στους καταναλωτές. Ο πελάτης δεν πρέπει να µένει ποτέ «πλήρως ικανοποιηµένος» από το προϊόν αλλά αντίθετα η απόκτηση του προϊόντος πρέπει να τού

24 Βλ.  ZYGMUNT BAUMAN, Ζωή για Κατανάλωση, ό.π.,65 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[106]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] εξάπτει περαιτέρω την επιθυµία· να τον εµπλέκει σ’ έναν κύκλο νέων αναγκών που θα σπεύσει (µάταια) να καλύψει µε την αγορά ενός νέου προϊόντος, το οποίο, ως πιο βελτιωµένο και αναβαθµισµένο, θα αντικαταστήσει το παλιό.25 Η

διαλεκτική της διαφήµισης και της κατανάλωσης είναι η διαλεκτική της εξαπάτησης και της σαγήνης, είναι µια κολοσσιαία (πολυεθνική) επιχείρηση που απορυθµίζει την ανθρώπινη προσωπικότητα και παράγει δυστυχία. Μια δεύτερη συνέπεια της µεταµοντέρνας (απο)δόµησης του υποκειµένου είναι η διαρκής ενασχόληση µε τον εαυτό. «Η απορρόφηση στον εαυτό ορίζει το ηθικό κλίµα της σύγχρονης κοινωνίας» αποφαίνεται τελεσίδικα ο Christopher Lash.26 Ο ψυχικά οξειδωµένος από τη νοτιά των εικόνων και των πληροφοριών σύγχρονος άνθρωπος πάσχει και, για το λόγο αυτό, αποζητά τρόπους να θεραπεύσει τα εσωτερικά του τραύµατα και άλγη. Το κοινωνικό τοπίο έχει γίνει δύσβατο και εχθρικό, αναρίθµητες απειλές ξεπροβάλλουν από παντού, ακόµη και από διεργασίες που είναι οι πλέον φυσικές και αυτονόητες (διατροφή, έρωτας, φυσικό περιβάλλον), και από τις οποίες ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να προστατευθεί διότι έχουν καταστεί «αόρατες» και, ως εκ τούτου, βρίσκονται εκτός ελέγχου. Προκειµένου να επιβιώσει ψυχικά, ο άνθρωπος κλείνεται στον εαυτό του, αναπτύσσει αµυντική στάση και ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη δική του τύχη. Έτσι, ύψιστη ανάγκη των επικίνδυνων και νοσηρών καιρών µας έχει αναδειχθεί η ανάγκη για θεραπεία· θεραπεία ψυχική, θεραπεία σωµατική, θεραπεία πνευµατική, ατοµική και συλλογική, µε την ελπίδα ότι θα επιστρέψει η ευλογηµένη εκείνη αίσθηση της υγείας, «του φυσιολογικού», η οποία µοιάζει σήµερα τόσο µακρινή. Για να ανταποκριθεί στο αίτηµα αυτό –αλλά και για να το εκµεταλλευτεί, συντηρώντας το µονίµως ανεκπλήρωτο– έχει αναπτυχθεί ένα τεράστιο δίκτυο από κάθε είδους θεραπευτικές µεθόδους και τεχνικές. Εντός του συνωθούνται αναρίθµητες µορφές ψυχοθεραπείας, ολιστικής ιατρικής και αυτοΐασης. Η ψυχανάλυση και η αναζήτηση ψυχιατρικής (φαρµακευτικής) βοήθειας είναι κάποιοι «κλασικοί» τρόποι. Πλάι σ’ αυτούς έχει κάνει την εµφάνισή του, εδώ 25 Βλ.  ZYGMUNT BAUMAN, Ζωή για Κατανάλωση, ό.π.,66‐67 

26 Βλ. CHRISTOPHER LASH, Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού, ό.π.,37 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[107]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] και

δεκαετίες,

ένα

πλήθος

από

εναλλακτικές

«ψυχοτεχνολογίες»

(Ανθρωπιστική και Υπερπροσωπική Ψυχολογία, Ψυχοσύνθεση, θεραπείες Gestald, Rogerian, και Primal, EST, Βιοανάδραση, Ρεϊκι, ∆ηµιουργικός Οραµατισµός, Υπερβατικός ∆ιαλογισµός) που επιχειρούν να συνδυάσουν στοιχεία από την επιστήµη και τη θρησκεία, προκειµένου όχι µόνο να θεραπεύσουν αλλά και να δροµολογήσουν την πνευµατική αφύπνιση και ολοκλήρωση του ατόµου.27 Όλα αυτά µάς δείχνουν την κατεύθυνση προς την οποία κινείται ο µεταµοντέρνος ατοµικισµός και σχετίζονται άµεσα µε το θέµα της παιδείας διότι αποκαλύπτουν σηµαντικές όψεις της κοινωνικής και πολιτισµικής ατµόσφαιρας µέσα στην οποία ζει και κινείται η εκπαιδευτική διαδικασία.

Παιδιά

της εποχής τους,

µαθητές

και

δάσκαλοι,

είναι φορείς

της

αυτοσυνειδησίας που επιχειρήσαµε να περιγράψουµε αδροµερώς παραπάνω την οποία, όπως είναι φυσικό, µεταφέρουν καί µέσα στο σχολείο. Μάλιστα, όσοι έχουν εµπειρία της σχολικής καθηµερινότητας καλά γνωρίζουν ότι οι ενδοσχολικές σχέσεις και συµπεριφορές πολύ περισσότερο διαµορφώνονται και καθορίζονται από τις αρχές και αξίες που έχει εµπεδώσει άτυπα (µέσω του θεάµατος) στην κοινωνία η καταναλωτική κουλτούρα παρά από τα πρότυπα και τα ιδεώδη που προωθούν τα επίσηµα παιδαγωγικά προγράµµατα. Μ’ ένα

λόγο, η τηλεόραση εκπαιδεύει τα παιδιά µας και όχι το σχολείο. Μια υποπερίπτωση της µεταµοντέρνας επικέντρωσης στον εαυτό ως αποκλειστική µέριµνα του υποκειµένου είναι και το φαινόµενο που θα µπορούσε να αποκληθεί ειδωλοποίηση των ανηλίκων. Στο πλαίσιο της αντίληψης αυτής το παιδί αναγορεύεται σε πλάσµα απολύτως πρωτογενές και αµόλυντο από την κοινωνία, φορέας µιας «φυσικής» σοφίας. Γίνεται σύµβολο της

αθωότητας

και

της

καλοσύνης,

του

αυθορµητισµού

και

της

27 Για το γενικότερο θρησκευτικό και πολιτισμικό κλίμα με το οποίο συνδέονται οι εναλλακτικές 

θεραπείες βλ.  ΔΗΜΗΤΡΗΣ  Ι.  ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ,  Εναλλακτικές  Θρησκευτικές  Ταυτότητες  στη  Μεθόριο  Μοντέρνου­Μεταμοντέρνου:  Η  Περίπτωση  της  Νέας  Πνευματικότητας,  στο  συλλογικό  τόμο:  ΔΗΜΗΤΡΗΣ  Γ.  ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ  (Επιμ.),  Κριτικές  Προσεγγίσεις  στον  Ορθόδοξο  Πολιτισμό:  Όψεις του Ελληνικού Παραδείγματος, Α. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, 2007, 222‐268

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[108]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] αυθεντικότητας, ενσαρκώνει δηλαδή αξίες που έχουν χαθεί από τον κόσµο των ενηλίκων. Αυτή η εικόνα του παιδιού ως «µικρού Βούδα» που αξιώνει απόλυτη αφοσίωση και προσοχή δεν αφορά µονάχα τις ενδοοικογενειακές σχέσεις

ούτε

περιορίζεται

στα

πλαίσια

του

παραδοσιακού

υπερπροστατευτισµού. Αντίθετα έχει εδραιωθεί ως κυρίαρχη πολιτισµική στάση στις κοινωνίες του δυτικού κόσµου.28 Για να το διαπιστώσει κανείς αυτό, δεν χρειάζεται να καταφύγει στις δηµοφιλείς ανορθολογικές πεποιθήσεις περί χαρισµατικών παιδιών (Indigo Children), που δήθεν θα αφυπνίσουν τη συνείδηση σε πλανητικό επίπεδο, οδηγώντας την ανθρωπότητα σε µια Νέα Εποχή πληρότητας και πνευµατικής ολοκλήρωσης. Ούτε είναι µόνο η αναγωγή της έννοιας του παιδιού σε µεταφυσική κατηγορία, σε σύµβολο της «Θεότητας Εντός» του ανθρώπινου εαυτού (Inner Child), όπως τη γνωρίζουµε από την σχετική New Age φιλολογία, που αποδεικνύει τη σύγχρονη ειδωλοποίηση του παιδιού. Αρκεί κανείς να ρίξει µια µατιά στις διαφηµίσεις για να διακρίνει ότι το παιδί παρουσιάζεται περίπου ως άγγελος µε ανεξάντλητες

ανάγκες και επιθυµίες. Προβάλλεται ως το αυτονόητο επίκεντρο κάθε ενδιαφέροντος και φροντίδας εκ µέρους των µεγάλων και κατ’ αντιστοιχία οι γονείς εµφανίζονται ως πρόθυµοι υπηρέτες του –«όλοι για µένα τρέχουν», δηλώνει µε αλαζονικό ύφος ένα οκτάχρονο σε κάποια διαφήµιση φρέσκου γάλακτος. Το παιδί, όπως προβάλλεται κυρίως µέσω της τηλεόρασης (διαφήµιση, σήριαλ, πρωινή ζώνη), είναι ένα πλάσµα αυθόρµητο και αγνό αλλά την ίδια στιγµή εξαιρετικά δύστροπο και απαιτητικό. Μ’ άλλα λόγια, είναι το θελκτικότερο καταναλωτικό είδος αλλά και ο ιδεώδης καταναλωτής. Αξιοποιείται για να διαφηµιστούν προϊόντα χαρίζοντάς τους µια αύρα φυσικότητας, απαλότητας και αισιοδοξίας και, ταυτόχρονα, γίνεται αποδέκτης χιλιάδων διαφηµίσεων που εξάπτουν την καταναλωτική του περιέργεια, προκειµένου να το µυήσουν στην κουλτούρα της κατανάλωσης. Έχει υπολογιστεί ότι το µέσο παιδί στις Η.Π.Α. παρακολουθεί πάνω από 40.000 διαφηµιστικά spots το χρόνο ενώ οι εταιρίες ξοδεύουν γύρω στα 12 δις δολάρια κατ΄ έτος

για τη διαφήµιση και προβολή

προϊόντων

που

28 Ενδιαφέρουσα  αν  και  από  πολλές  απόψεις  ελλειμματική  είναι  η  ανάλυση  που  γίνεται  στο  DANIEL DONAHOO, Idolizing Children, Sydney, UNSW Press, 2007 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[109]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] απευθύνονται σε παιδιά. Φυσικά, το κέρδος τους είναι υπερπολλαπλάσιο αφού, µονάχα το 2000, τα παιδιά µέχρι δεκατριών ετών ήταν υπεύθυνα για έξοδα της τάξεως των 600 δις δολαρίων.29 Αφού πρώτα περιέβαλε το παιδί µε µεταφυσική αίγλη η βιοµηχανία του θεάµατος, φρόντισε στη συνέχεια να πείσει τους γονείς ότι η σωστή λειτουργία του ρόλου τους απαιτεί την άµεση εκπλήρωση κάθε ανάγκης και επιθυµίας των τέκνων τους. Υποχρέωσή τους είναι να προσφέρουν στο παιδί (περίπου ως αναθήµατα σε κάποιο είδωλο θεότητας) όχι µόνο ό,τι τους ζητήσει αλλά και ό,τι «πρέπει», σύµφωνα µε τις επιταγές της µαζικής κουλτούρας και της εκλαϊκευµένης συµβουλευτικής παρέµβασης (παιδοψυχολόγοι, θεραπευτές κ.α.). Από κει κι έπειτα µεγάλο µέρος του οικογενειακού προϋπολογισµού παραδόθηκε στις τεχνηέντως διεγερµένες από τη διαφήµιση καταναλωτικές ορέξεις των απογόνων οι οποίες, εντούτοις, παραµένουν µονίµως ανικανοποίητες. Με τον τρόπο αυτό, τα νεώτερα µέλη της κοινωνίας ενσωµατώνονται ως δοµικά στοιχεία στο µέγα µηχανισµό

της

κατανάλωσης,

µεταβαλλόµενα

σε

έµψυχα

αντικείµενα

εκµετάλλευσης. Παρά τα λεγόµενα, εποµένως, η συγκεκριµένη αντιµετώπιση των παιδιών µαρτυρεί την ύψιστη αδιαφορία των ενηλίκων για τις πραγµατικές ανάγκες της νέας γενιάς, την παντελή απουσία σεβασµού και αγάπης προς τα παιδιά. Αν κοιτάξει κανείς τι είδους ζωή επιφυλάσσει η σύγχρονη κοινωνία στα ανήλικα µέλη της θα διαπιστώσει ότι η ρητορική του τύπου «πρώτα απ’ όλα τα παιδιά» (“children first”) είναι εντελώς παραπλανητική και εξυπηρετεί µονάχα καταναλωτικούς, όπως είπαµε, στόχους. Τα παιδιά του δυτικού κόσµου απολαµβάνουν ενδεχοµένως περισσότερες υλικές απολαβές από τους γονείς τους από οποιαδήποτε άλλη περίοδο στην ιστορία της ανθρωπότητας, όµως βιώνουν

και

τη

βαθύτερη

µοναξιά,

παραµέληση

και

συναισθηµατική

αποξένωση στο πλαίσιο της οικογένειας. Κατ’ αρχάς, περνούν αµέτρητες ώρες µόνα τους µπροστά στην τηλεόραση την οποία οι γονείς –είτε λόγω φόρτου εργασίας είτε για να αποφύγουν να ασχοληθούν οι ίδιοι– χρησιµοποιούν ως

29 Βλ. www.mediafamily.org/facts/facts_childadv.shtml 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[110]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] φτηνή babysitter. Η απουσία του γονιού, σε συνδυασµό µε τη γοητεία που ασκεί το µέσο, έχουν αναδείξει την τηλεόραση σε βασικό διαµορφωτή της παιδικής συνείδησης και ρυθµιστή της παιδικής συµπεριφοράς. Το γεγονός ότι το

θέαµα

υποκαθιστά,

εξ

απαλών

ονύχων,

τη

γονική

καθοδήγηση

αναλαµβάνοντας ουσιαστικά την άτυπη διαπαιδαγώγηση του παιδιού (που παλιότερα ήταν, όπως είπαµε, έργο της οικογένειας) είναι, από πολλές απόψεις, καταστροφικό. (Στην εκπαίδευση οι συνέπειές του γίνονται ιδιαίτερα αισθητές καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής ζωής του παιδιού καθώς οι πρώιµες εγγραφές αντιστρατεύονται την επιδιωκόµενη, µέσω της παιδείας, εσωτερική µεταµόρφωση και αρτίωση της προσωπικότητας.) Όµως δεν είναι µόνο η τηλεόραση. Ο Lash συνοψίζει µια κατάσταση πολύ γνωστή: «Περνούν [τα παιδιά] πολύ µεγάλο µέρος των ηµερών τους σε κέντρα φροντίδας παιδιών, που στα περισσότερα η φροντίδα είναι καθαρά ρουτινιέρικη. Τρώνε σκουπιδοτροφές, ακούνε σκουπιδοµουσική, διαβάζουν σκουπιδοκόµικς και ξοδεύουν ατέλειωτες ώρες παίζοντας βιντεοπαιχνίδια επειδή οι γονείς τους παραείναι απασχοληµένοι ή βιαστικοί για να τους προσφέρουν τη σωστή τροφή για το µυαλό και το σώµα τους. Φοιτούν σε τριτοκλασάτα σχολεία και ακούν τριτοκλασάτες ηθικές συµβουλές από τους µεγαλύτερούς τους. Πολλοί γονείς και εκπαιδευτικοί αφού αφοµοίωσαν µια θεραπευτική ηθική και µια εσφαλµένη άποψη περί εξισωτισµού, διστάζουν να ‘επιβάλουν’ τους ηθικούς τους γνώµονες στους νέους ή να φανούν υπερβολικά ‘κριτικοί’.»30 Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι στην πράξη η κοινωνία µας ελάχιστα ενδιαφέρεται για τη σωστή ψυχοσωµατική ανάπτυξη των παιδιών της –πράγµα που σηµαίνει ότι αδιαφορεί για το ίδιο της το µέλλον. Η άσπλαχνη παράδοση των τέκνων µας στο Μολώχ της κατανάλωσης, η αδυναµία µας να καλύψουµε συναισθηµατικά και να υπερασπιστούµε αποτελεσµατικά την παιδική ψυχή είναι µέρος της γενικότερης ανεύθυνης στάσης που κρατούµε απέναντι στο µέλλον. Παραµέληση των παιδιών, εξαντλητική εκµετάλλευση των φυσικών πόρων, καταστροφή

του

περιβάλλοντος

είναι

όλα

έργα

ενός

ναρκισσιστικού

πολιτισµού που επιλέγει να «ζει τη στιγµή» χωρίς να προνοεί για τη συνέχειά 30 Βλ. CHRISTOPHER LASH, Ο Ελάχιστος Εαυτός, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 

2006, 178  

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[111]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] του. Έχοντας προ πολλού αφήσει πίσω του τη γραµµική αντίληψη για το χρόνο και απελευθερωµένος από το φάντασµα της προόδου, που στοίχειωνε τα νεωτερικά οράµατα, ο δυτικός πολιτισµός εξαντλείται στην αέναη επανάληψη του εαυτού του, εθελοτυφλώντας µπροστά στα αδιέξοδα, ξορκίζοντας την τραγική του µοίρα. Λένε ότι οι κοινωνίες που λησµονούν το παρελθόν τους δεν έχουν µέλλον. Αντίστοιχα, νοµίζω πως οι κοινωνίες που

λησµονούν το µέλλον τους δεν έχουν παρόν. Παρά το γεγονός ότι είναι σαθρή και παραπλανητική, η κυρίαρχη ιδεολογία του «παιδοκεντρισµού» έχει διαποτίσει απ’ άκρου εις άκρον καί την εκπαίδευση. Στην καθηµερινή σχολική πράξη, ο µαθητής αντιµετωπίζεται µε δέος, περιβάλλεται µε µια αύρα ιερότητας. Η βασική αίσθηση που αποκτά είναι ότι δικαιούται το καλύτερο, ότι οι άλλοι –οι γονείς, οι δάσκαλοι, η κοινωνία– τρόπον τινά «του χρωστάνε», είναι υποχρεωµένοι να τον φροντίζουν και να τον υπολογίζουν. ∆εν αναφέροµαι, φυσικά, στα «δικαιώµατα των παιδιών», όπως ορίζονται από τις διεθνείς συµβάσεις και τα οποία εξάπαντος πρέπει να γίνονται σεβαστά. Η αίσθηση για την οποία µιλάω δεν προκύπτει τόσο από σαφείς δηλώσεις των γονιών ή των εκπαιδευτικών όσο την αποκτά ο µαθητής εµπειρικά, µέσα από την ανοχή και την έλλειψη ορίων που χαρακτηρίζουν τη σχολική καθηµερινότητα. Από το φόβο µήπως θεωρηθεί αυταρχικός ή θίξει κάποιο «κεκτηµένο δικαίωµα» του µαθητή ο δάσκαλος διστάζει να αναλάβει την καθοδήγηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, δεν τολµά να κρίνει, να αξιολογήσει, να κάνει παρατηρήσεις. Έχοντας, ως µέλος της κοινωνίας, ασπαστεί τη λαϊκίστικη αντίληψη περί δικαιώµατος (την οποία, σηµειωτέον, και ο ίδιος επικαλείται στις διάφορες συναλλαγές του µε τη διοίκηση) την αναπαράγει αυτόµατα καί στον επαγγελµατικό του χώρο. Το αποτέλεσµα είναι µε τον καιρό ο µαθητής να συνηθίζει σε µια ανεύθυνη στάση µέσα στο σχολείο αφού κανείς δεν αναλαµβάνει να του υπενθυµίσει τις υποχρεώσεις του. Υιοθετεί ασύδοτη συµπεριφορά, αρνείται κάθε έλεγχο, δηµιουργεί ποικίλα προβλήµατα στο χώρο του σχολείου, συγκρούεται µε τους συµµαθητές του, αντιδρά δυσανάλογα έντονα σε τυχόν παρατηρήσεις των καθηγητών, έχει © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[112]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] υπερβολικές βαθµολογικές απαιτήσεις, δυσανάλογες µε την προσπάθεια που καταβάλλει και τις αντικειµενικές του επιδόσεις, και, γενικώς, δρα και κινείται όπως εκείνος θέλει. Το περίεργο δεν είναι αυτό –πάντοτε, ευτυχώς, η νεότητα χαρακτηρίζεται από τάσεις εξέγερσης, αµφισβήτησης των κανόνων και άφθονη ενεργητικότητα. Το περίεργο είναι ότι η αλλοπρόσαλλη συµπεριφορά των µαθητών γίνεται ανεκτή από τους δασκάλους οι οποίοι συνήθως στέκονται αµήχανοι και µουδιασµένοι µπροστά στα καµώµατα µιας νεολαίας που ελάχιστα φαίνεται να καταλαβαίνουν. Τούτο δεν σηµαίνει υποχρεωτικά ότι εγκρίνουν τη συγκεκριµένη συµπεριφορά αλλά ότι απλώς δεν έχουν τον τρόπο για να την αντιµετωπίσουν, δεν διαθέτουν ούτε κρατική αλλά ούτε και κοινωνική νοµιµοποίηση, προκειµένου να παρέµβουν αποτελεσµατικά και να επαναφέρουν αυτούς που παρεκκλίνουν. Για να το πω αλλιώς: δεν έχουν

πλέον το δικαίωµα να λειτουργήσουν ως δάσκαλοι, ως υπεύθυνοι, δηλονότι, για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Η πολιτεία και η κοινωνία τούς θέλει απλούς διεκπεραιωτές της εκπαιδευτικής πράξης, που σηµαίνει, στην καλύτερη περίπτωση, υπαλλήλους-τεχνοκράτες, καταρτισµένους φροντιστές υποψηφίων φοιτητών –κάτι σαν «ζωντανά λυσάρια»– κι όχι εµπνευσµένους καθηγητέςκαθοδηγητές της νεανικής ψυχής στη συνάντησή της µε τον κόσµο. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι µόλις ο καθηγητής αποτολµήσει να λειτουργήσει παιδαγωγικά, δηλαδή να θέσει κανόνες, να χαράξει διαχωριστικές γραµµές ανάµεσα στο τι µπορεί να γίνει ανεκτό και στο τι όχι, να απαιτήσει στοιχειώδη πειθαρχία και να ανεβάσει τον πήχη της µάθησης, αµέσως θα βρει απέναντί του τόσο τους γονείς και την κοινή γνώµη όσο και τους συναδέλφους του. Οι µεν θα τον κατηγορήσουν για αυταρχισµό και αυστηρότητα, θα τον χαρακτηρίσουν αντιδραστικό και τυπολάτρη, ενώ οι δε θα του προσάψουν ότι «διαταράσσει τη γαλήνη του σχολείου». Το αποτέλεσµα είναι να παραµείνει υπηρεσιακά ακάλυπτος και κοινωνικά στιγµατισµένος ως «περίεργος» και «ιδιότροπος». Όµως είναι αναµφισβήτητη αλήθεια πως η εκπαίδευση –µε την έννοια, τουλάχιστον, που έχει ο όρος αυτός στο δυτικό κόσµο τα τελευταία 2.500 χρόνια– είναι διαδικασία ιεραρχική και ιεραρχηµένη: ακόµη και στις πιο προοδευτικές, ανοιχτές και αντιαυταρχικές © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[113]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] µορφές της βασίζεται πάνω στη διάκριση εκπαιδευτή –ο οποίος έχει τη γνώση, την πείρα αλλά και τη µέθοδο για να διδάξει– και εκπαιδευόµενου, ο οποίος έχει τη διάθεση και την πειθαρχία να µαθητεύσει. Αν οι ρόλοι αυτοί καταργηθούν ή αν κάποιο από τα δυο µέρη δεν εκπληρώνει τις εσωτερικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, τότε η εκπαιδευτική λειτουργία απορυθµίζεται. Αυτό ακριβώς έχει συµβεί στο νεοελληνικό σχολείο. Έχουν χαθεί τα όρια. Οι µαθητές έχουν αναλάβει άτυπα τη διεύθυνση των Λυκείων –κι αργότερα, όταν γίνουν φοιτητές, και των Πανεπιστηµίων– ενώ οι καθηγητές διατηρούν απλώς την τυπική ευθύνη της διεκπεραίωσης της σχολικής ρουτίνας. Ουσιαστικά, τα Λύκεια δεν τελούν υπό κατάληψη ορισµένες µόνο µέρες, όταν κινητοποιούνται οι µαθητές αλλά καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Απλώς επιτρέπουν καί στους καθηγητές να παρίστανται. Με τον τρόπο αυτό, σιωπηλά και ανεπαίσθητα ακυρώνεται το έργο της παιδείας: παρ’ όλο που τυπικά ο θεσµός του σχολείου δεν καταλύεται, η εκπαιδευτική διαδικασία αποσαθρώνεται, χάνει το περιεχόµενό της. Τηρουµένων των αναλογιών, µπορούµε νοµίζω να µιλάµε για µια άλωση των Λυκείων εκ των έσω – εξέλιξη η οποία θα µπορούσε να σηµατοδοτεί την έσχατη νίκη του µαθητικού κινήµατος αν ταυτόχρονα δεν σήµαινε και την οριστική αυτοκατάργησή του. Εύκολα, νοµίζω, γίνεται κατανοητό ότι η κατάσταση της απορύθµισης του σχολείου,

στην

οποία

αναφέροµαι,

καµιά

σχέση

δεν

έχει

ούτε

µε

προοδευτισµό ούτε µε αντιαυταρχική εκπαίδευση ούτε µε τις διάφορες θεωρίες περί «αποσχολειοποίησης» της παιδείας. Η δυσλειτουργία του ελληνικού δηµόσιου σχολείου δεν σχετίζεται µε αλλαγές στο επίπεδο της παιδαγωγικής θεωρίας. ∆εν έχει, εννοώ, εµφανιστεί µια νέα αντίληψη για την εκπαίδευση που θα αποδείκνυε παρωχηµένο και αναποτελεσµατικό το θεσµό του σχολείου και θα τον αντιστρατευόταν. Κάτι τέτοιο θα έπρεπε να συνοδευόταν από θεσµικές µεταρρυθµίσεις στο χώρο της παιδείας, θα συνδυαζόταν από ορατές αλλαγές στις δοµές, στα προγράµµατα σπουδών, στις διαδικασίες. Θα σήµαινε ότι η κοινωνία και ο εκπαιδευτικός κόσµος θα ήταν έτοιµος για ένα νέο τύπο σχολείου. Τίποτα απ’ αυτά δεν συµβαίνει: το © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[114]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] σχολείο συνεχίζει να υπάρχει ως θεσµός µε την παραδοσιακή µορφή του, όλοι οι τύποι και οι ρόλοι παραµένουν θεωρητικά εν ισχύι. Στην πράξη όµως ο θεσµός έχει χρεοκοπήσει, οι τύποι και οι ρόλοι αποµένουν άδεια περιεχοµένου κελύφη. Η ευθύνη για την εξέλιξη αυτή δεν έχει νόηµα να αναζητηθεί σε κάποιον από τους παράγοντες της εκπαίδευσης αποκλειστικά. Ούτε µόνο η πολιτεία (Υπουργείο Παιδείας, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο κ.λπ.) φταίει, ούτε µόνο οι εκπαιδευτικοί ούτε µόνο οι µαθητές και οι γονείς τους. Υπεύθυνη για την σηµερινή κατάντια του σχολείου είναι µια νοοτροπία, µια κουλτούρα της οποίας δεσπόζει στον κοινωνικό χώρο και τις οποίες φορείς είναι σε διαφορετικό βαθµό όλοι οι παραπάνω. Αυτό γίνεται αµέσως αντιληπτό στο ασκηµένο µάτι που παρατηρεί την ενδοσχολική καθηµερινότητα. Τα παιδιά συµπεριφέρονται σαν καταναλωτές (όπως δηλαδή έχουν εξ ανατροφής συνηθίσει να συµπεριφέρονται) οι οποίοι είναι δυσαρεστηµένοι από τη χαµηλή ποιότητα του προσφερόµενου προϊόντος (γνώση) και γι’ αυτό διαρκώς απαιτούν, διαµαρτύρονται και, τελικώς, στρέφονται αλλού (φροντιστήρια, ιδιαίτερα) για να το αγοράσουν σε καλύτερη ποιότητα, αν και ακριβότερα. Οι εκπαιδευτικοί πάλι, γνωρίζοντας τις ελλείψεις του προϊόντος που παράγουν, είναι διατεθειµένοι να προβούν σε extra παραχωρήσεις ή προσφορές, προκειµένου να δελεάσουν τους µαθητές-πελάτες. Έτσι, παρουσιάζονται εξαιρετικά πρόθυµοι να ανεχτούν τις εκ µέρους τους ιδιοτροπίες και παρεµβάσεις επιδεικνύοντας, πολλές φορές, υπερβολική υποχωρητικότητα που αγγίζει τα όρια της παιδοκολακείας. Αγωνίζονται να είναι ευχάριστοι στην τάξη, αποφεύγοντας τις τριβές και τις εντάσεις, αποφεύγουν να γίνονται πιεστικοί στις απαιτήσεις τους αναφορικά µε τα µαθήµατα και προσπαθούν να είναι όσο το δυνατόν επιεικέστεροι στην αξιολόγηση της επίδοσης των µαθητών. Το φαινόµενο αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό καθώς η καταναλωτική κουλτούρα έχει διαποτίσει τα εκπαιδευτικά συστήµατα του δυτικού

κόσµου,

χρησιµοποιώντας,

όπως

είπαµε,

ως

πρόσχηµα

την

φιλελευθεροποίηση και τον αντιαυταρχισµό. Για παράδειγµα, ο Christopher Lash αναλύοντας την αµερικάνικη περίπτωση παρατηρεί: «Με κάλυµµα τις φωτισµένες ιδεολογίες οι δάσκαλοι (και οι γονείς) έχουν ακολουθήσει τη © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[115]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] γραµµή

της

ελάχιστης

αντίστασης

ελπίζοντας

να

µαλακώσουν

τους

σπουδαστές τους και να τούς γλυκάνουν τις ώρες που είναι υποχρεωµένοι να περνούν στο σχολείο κάνοντάς τες όσο το δυνατόν πιο ανώδυνες. Ελπίζοντας να αποφύγουν αντιπαράταξη και καυγάδες, αφήνουν τους σπουδαστές χωρίς καθοδήγηση, ενώ στο µεταξύ τούς συµπεριφέρονται σαν να ήταν ανίκανοι για σοβαρή προσπάθεια.»31 «Η κουλτούρα µας», παρατηρεί σε άλλο σηµείο ο ίδιος στοχαστής, «προσπαθεί µε όλους τους τρόπους να εµποδίσει τα παιδιά να βιώσουν αποτυχία ή ταπείνωση. Η θέση της είναι ‘µπορείς να είσαι ό,τι θέλεις να είσαι’. Υπόσχεται επιτυχία και ικανοποίηση µε την ελάχιστη προσπάθεια. Οι ενήλικοι ξοδεύουν πολλή ενεργητικότητα προσπαθώντας να βεβαιώσουν το παιδί πως είναι σπουδαίο και πως το αγαπούν πολύ, πιθανόν για να σβήσουν την υποψία πως πολύ λίγο ενδιαφέρονται για το παιδί. Προσπαθούν να µη θυµίζουν στο παιδί την ανωριµότητα και την εξάρτησή του. Οι γονείς, απρόθυµοι να αξιώσουν να τους αναγνωριστεί η µεγαλύτερη πείρα, επιδιώκουν να γίνουν σύντροφοι των παιδιών τους. Καλλιεργούν νεανική εµφάνιση και νεανικά γούστα, µαθαίνουν όλες τις νέες εκφράσεις τής γλώσσας των νέων και συµµετέχουν µε ενθουσιασµό στις δραστηριότητες των παιδιών. Κοντολογίς, κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να ελαχιστοποιήσουν τη διαφορά µεταξύ των γενεών.»32 Η τελευταία παρατήρηση είναι πολύ σηµαντική διότι υπαινίσσεται τις αρνητικές συνέπειες που έχει η ανεύθυνη

στάση την οποία πολλές φορές

υιοθετούν οι δάσκαλοι για το µέλλον των µαθητών τους. ∆ιότι, όταν οι µεγαλύτεροι δεν εγείρουν απαιτήσεις από τους νέους, όταν δεν χαράσσουν µε τρόπο αποφασιστικό τους άξονες γύρω από τους οποίους θα κινηθεί η διαδικασία της αγωγής, όταν διστάζουν να θέσουν όρια και κριτήρια στην επίδοση και στη συµπεριφορά των νέων, τότε ελάχιστα τούς βοηθούν να ωριµάσουν πνευµατικά και ψυχικά. Αντίθετα, συµβάλλουν στην παράταση της εφηβικής ανευθυνότητας καί στον ενήλικο βίο, επιτρέποντας την ανάπτυξη συνδρόµων και ψυχικών καθηλώσεων. Μοιάζει να έχει λησµονήσει η 31 Βλ. CHRISTOPHER LASH, Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού, ό.π.,140  32

Βλ. CHRISTOPHER LASH, Ο Ελάχιστος Εαυτός, ό.π. 180

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[116]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] εκπαιδευτική κοινότητα πως δίχως όρια δεν υπάρχει ελευθερία, όπως και ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται αλλά κερδίζεται, διότι αν χαριστεί θεωρείται δεδοµένη και γρήγορα µεταλλάσσεται νεοπλασµατικά σε ασυδοσία. Με τα λόγια του αγωνιστή παιδαγωγού των ταπεινών και καταφρονεµένων της Λατινικής Αµερικής Paulo Freire: «Η ελευθερία κατακτάται δεν δωρίζεται. Οφείλει κανείς να την αποζητά διαρκώς και µε υπευθυνότητα. Η ελευθερία δεν είναι ένα ιδεώδες που ορθώνεται έξω από τον άνθρωπο· ούτε είναι ένα ιδεώδες που έχει προσλάβει µυθικές διαστάσεις. Αντίθετα, είναι συνθήκη απαραίτητη για την ολοκλήρωση του ανθρώπου».33 ∆άσκαλοι που στέκονται αδρανείς και αµήχανοι µπροστά σε φαινόµενα απειθαρχίας, παρεκτροπών και απαξίωσης της µελέτης και της γνώσης –τα οποία είναι µεν απολύτως φυσικά για την περίοδο της εφηβείας αλλά στην περίπτωση του ελληνικού σχολείου, ειδικά, έχουν εξελιχθεί σε µάστιγα– δεν ωφελούν αλλά βλάπτουν τους µαθητές τους. Οι «µαθητοπατέρες» δάσκαλοι, οι ευχάριστοι και «φίλοι» των παιδιών, είναι στην ουσία οι πλέον αδιάφοροι για το µέλλον τους διότι τα εθίζουν σε µια συµπεριφορά αλαζονική και εγωκεντρική η οποία και τα ίδια θα οδηγήσει σε ποικίλα αδιέξοδα και το κοινωνικό σύνολο αργότερα θα καταταλαιπωρήσει. Μα κυρίως ο ίδιος ο µαθητής, ο µεγαλωµένος δίχως κατευθύνσεις και συµβουλές, αισθάνεται φρικτά παραµεληµένος και ακαθοδήγητος –γνωρίζουµε από την ψυχανάλυση ότι η ύπαρξη µιας κανονιστικής παρουσίας, ακόµη και µε τη µορφή της καταπιεστικής εξουσίας (αυταρχικός πατέρας ή δάσκαλος) είναι απαραίτητη προκειµένου να κινητοποιηθούν οι ψυχικές διαδικασίες ανάπτυξης της ιδιαίτερης ταυτότητας του εφήβου, έστω και σε αντιπαράθεση και ρήξη µε τον συµβολικό «πατέρα». Κι αν αντιδρά ως έφηβος στις κοινότοπες συµβουλές και υποδείξεις είναι επειδή καταλαβαίνει ότι πρόκειται για κούφια λόγια των µεγαλυτέρων που άλλα διδάσκουν και άλλα πράττουν στην καθηµερινή τους βιωτή. Αντίθετα, αν δει πως ο δάσκαλος έχει αρχές και αξίες, δύναµη πειθούς και γνώση στερεή, όχι µόνο της επιστήµης του αλλά και της εποχής του, µα, πιότερο απ’ όλα, αν διακρίνει στα µάτια του παιδαγωγού ειλικρινές το ενδιαφέρον του γι’ αυτόν, τότε αφοσιώνεται στο δάσκαλο και τον 33 Βλ.  PAULO  FREIRE,  Pedagogy  of  the  Oppressed,  transl.  Myra  Bergman  Ramos,  New  York:  Continuum, 2007, 47  

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[117]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] αποδέχεται αδιαµαρτύρητα. Ενώ η αντιπαιδαγωγική και παράλογη κατάσταση του συµφυρµού δασκάλου-µαθητή ούτε την εκπαίδευση κάνει λιγότερο αυταρχική ούτε το σχολείο εκσυγχρονίζει αλλά ούτε και το κύρος των καθηγητών αυξάνει στα µάτια των µαθητών. Το αντίθετο µάλιστα: είναι ο καλύτερος τρόπος για να θεριέψει η αντιπαλότητα, ο αυταρχισµός και η τυραννία της «µίας άποψης» –απλώς η άποψη αυτή δεν εκπορεύεται πλέον από την έδρα αλλά επιβάλλεται από το προαύλιο και το θρανίο. (Σ’ ένα τέτοιο θρανίο είδα τις προάλλες γραµµένη την «άποψη» αυτή να συνοψίζεται σ’ ένα στίχο του αποκρουστικά µασκοφορεµένου Nu Metal συγκροτήµατος Slipknot –που, σηµειωτέον, είναι από τα πιο αγαπηµένα των νεοελλήνων µαθητών. Είναι από το κοµµάτι Butcher’s Hook και λέει: “Fuck you all – I am the only point of view”. Επειδή τυχαίνει ο συγκεκριµένος µουσικός χώρος να µου είναι εξαιρετικά οικείος ήχησε αµέσως στ’ αυτιά µου ετούτη η σπαρακτική κραυγή τού αποθεωµένου ατόµου που εκµηδενίζει ενώπιόν του τον κόσµο και κατόπιν αυτοκαταλύεται µέσα στην άβυσσο. Είναι η σκοτεινή κραυγή των παιδιών µας, είναι ο επιθανάτιος ρόγχος του µεταµοντέρνου ναρκίσσου. Είναι ο ήχος του µέλλοντος.) Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους οι σύγχρονοι εκπαιδευτικοί (και οι γονείς και κατ’ επέκταση ολόκληρη η κοινωνία των ενηλίκων) αποφεύγουν από ντροπή να δηλώσουν σθεναρά ότι αυτοί και όχι τα παιδιά πρέπει να ορίζουν τους κανόνες. Μια πρώτη οµάδα αιτιών σχετίζονται µε την

εξιδανίκευση της νεότητας και την ειδωλοποίηση του παιδιού, ζητήµατα που θίξαµε παραπάνω. Μια δεύτερη οµάδα συνδέεται µε τη γενικότερη κρίση της

αυθεντίας που µαστίζει τους µεταµοντέρνους καιρούς µας. Η συγκεκριµένη κριτική, απότοκος της συνολικής φιλοσοφικής και κοινωνικής αµφισβήτησης των αξονικών προκειµένων του νεωτερικού δεδοµένου που συντελέστηκε κυρίως κατά το δεύτερο ήµισυ του 20ου αιώνα, κατάγγειλε ως επιστηµολογικά αστήριχτη και κοινωνικά καταπιεστική την αξίωση για αποκλειστική κατοχή και

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[118]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] εκπροσώπηση

της

αλήθειας.34

Η

πρόθεσή

της

υπήρξε

εξ

αρχής

αντιεξουσιαστική (χωρίς όµως να είναι και επαναστατική ή ανατρεπτική, κι αυτό έχει µεγάλη σηµασία) καθώς απεχθάνεται τη θεσµοποίηση και τον δογµατισµό και απορρίπτει την τυραννία του µονολόγου της εξουσίας. Στη βάση αυτή διαµορφώθηκε το σηµερινό γνωσιολογικό και κοινωνικό ήθος το οποίο καλλιεργεί το σχετικισµό και τον εκλεκτικισµό, ενθαρρύνει την

αποκέντρωση της γνώσης, αποθεώνει την ατοµική επιλογή και αναγορεύει την προσωπική γνώµη σε έσχατο κριτήριο της αλήθειας. Όπως είναι φυσικό, όλα αυτά έχουν την αντανάκλασή τους στην παιδεία διαµορφώνοντας ένα σχολικό περιβάλλον που στηρίζεται στην αποδόµηση του ρόλου του δασκάλου ως γνώστη και εκφραστή της αλήθειας. Η λαϊκίστικη και εκχυδαϊσµένη εκδοχή (δηλαδή, χωρίς καµιά επιστηµολογική υποδοµή ή θεωρητικό υπόβαθρο) του σχετικιστικού αυτού µοντέλου είναι που, κατά τη γνώµη µου, δεσπόζει στο νεοελληνικό σχολείο προκαλώντας την αποσύνθεση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. ∆ιότι αντί να συντελέσει στην καλλιέργεια ενός ελεύθερου και δηµοκρατικού σχολικού περιβάλλοντος, όπου η µάθηση θα µπορούσε να τεθεί σε νέες βάσεις (διάλογος, συµµετοχή, ανακάλυψη, δηµιουργική πρωτοβουλία εκ µέρους των µαθητών, υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση των δασκάλων), το µόνο στο οποίο οδήγησε ήταν ένας αυθάδης σχετικισµός που εξισώνει τη

γνώση µε τη γνώµη και βάζει στο ίδιο επίπεδο τους ανίδεους και τους επαΐοντες. Βέβαια, η αντίληψη αυτή είναι ευρύτατα διαδεδοµένη σ’ ολόκληρο το σώµα της νεοελληνικής κοινωνίας –και µέσω αυτού έχει µεταδοθεί καί στον κατ’ εξοχήν χώρο της γνώσης, που είναι η εκπαίδευση. Στην καθιέρωση της αντίληψης αυτής έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο η µονοπώληση του επικοινωνιακού χώρου από τα media. O στερεότυπος και εκλαϊκευτικός λόγος των δηµοσιογράφων

άµβλυνε

τις

συνειδήσεις

και

αλλοίωσε

τα

κριτήρια

αξιολόγησης του κοινού. Υποσκάπτοντας τεχνηέντως, και στο όνοµα του «δηµοκρατικού διαλόγου», την εγκυρότητα της

εξειδικευµένης γνώσης, η

τηλεόραση δηµιουργεί στο κοινό της την πεποίθηση πως ο οποιοσδήποτε δικαιούται να «έχει γνώµη» για όλα τα θέµατα και επιπροσθέτως ότι η γνώµη

34 Βλ. KENNETH J. GERGEN, Ο Κορεσμένος Εαυτός, ό.π., 160‐210 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[119]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] αυτή είναι τουλάχιστον ισόκυρη µε όλες τις άλλες – συµπεριλαµβανοµένων και των ειδικών. Η διασπορά της ψευδαίσθησης αυτής έχει συντελέσει στη σταδιακή αποκολοκύνθωση του κοινωνικού σώµατος, παράγοντας µαζικά αποβλακωµένους και ηµιµαθείς θεατές –οι οποίοι επιπροσθέτως είναι και επικίνδυνοι διότι βοµβαρδιζόµενοι καθηµερινά µε χιλιάδες πληροφορίες νοµίζουν ότι µπορούν να διαµορφώσουν έγκυρη άποψη για τα διάφορα ζητήµατα και συνεπώς είναι ανίκανοι να συναισθανθούν τη βαθιά τους άγνοια. Ταυτίζοντας γνώση και γνώµη και υποκαθιστώντας τη σκέψη µε την πληροφορία, η τηλεόραση έχει αναδειχθεί σε «αηδιαστικό έµβληµα της σύγχρονης παιδευτικής βαρβαρότητας», για να χρησιµοποιήσω µια αιχµηρή φράση του Nietzsche.35 Μια τρίτη οµάδα αιτιών υπεύθυνων για την πρωτοφανή αµηχανία των δασκάλων συνδέονται, κατά τη γνώµη µου, µε την ιδιότυπη ψυχική

ανωριµότητα που φαίνεται πως χαρακτηρίζει το σηµερινό ενήλικα στις κοινωνίες της ∆ύσης –και κατ’ επέκταση καί το δάσκαλο. Η κατάσταση αυτή αποτελεί τη φυσική συνέχεια της ειδωλοποίησης της παιδικής ηλικίας και της συνακόλουθης εξιδανίκευσης της νεότητας. Μεγαλώνοντας µέσα σε µια κοινωνία ρευστότητας, αβεβαιότητας και σύγχυσης ο σηµερινός νέος δυσκολεύεται να αποκολληθεί από το ναρκισσιστικό ψυχικό περιβάλλον των παιδικών του χρόνων. Η καθυστερηµένη είσοδός του στην αγορά εργασίας εξαιτίας των µακροχρόνιων σπουδών και της ανεργίας από τη µια, σε συνδυασµό µε την (συνήθως εκούσια) αργοπορηµένη εµπλοκή του σε δεσµευτικές προσωπικές σχέσεις (γάµος, σύσταση νοικοκυριού, δηµιουργία νέας οικογένειας) από την άλλη, συντελούν ώστε η έλευση της ενηλικίωσης να µην

συνοδεύεται

από

οικονοµική

αυτονόµηση,

χειραφέτηση

από

το

οικογενειακό περιβάλλον µε ταυτόχρονη ανάληψη ρόλων και ευθυνών – πράγµατα που ήταν αυτονόητα στο παρελθόν.36 Ελεύθερος από υποχρεώσεις, γυµνός από ρόλους και δεσµεύσεις, ο νέος ενήλικας καθυστερεί να αποκτήσει 35 Βλ. FRIEDRICH NIETZSCHE, Μαθήματα για την Παιδεία, ό.π., 55 

36 Εισαγωγικά  βλ.  ΣΜΑΡΑΓΔΑ  ΧΡΗΣΤΙΔΟΥ,  Η  επιβράδυνση  της  επαγγελματικής  ένταξης  των 

νέων και η κρίση της κοινωνικής κατηγορίας της νεότητας, στο περ. ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ, τευχ.  34, Άνοιξη 2002, σσ.148‐156 

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[120]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] σταθερή κοινωνική ταυτότητα και εποµένως δυσκολεύεται να διαµορφώσει στέρεες ψυχικές δοµές, να κατασταλάξει σε αρχές και αξίες που θα προσανατολίζουν το βίο του. Το σχετικιστικό και πλουραλιστικό πνευµατικό κλίµα της εποχής επιτείνει ακόµη περισσότερο την κατάσταση, δικαιώνοντας ιδεολογικά την κοινωνική ρευστότητα και απροσδιοριστία, καθώς αποδέχεται, όπως είπαµε, και ενθαρρύνει τόσο την ατοµική ιδιορρυθµία όσο και την αυθαιρεσία των προσωπικών επιλογών. Το αποτέλεσµα είναι η δηµιουργία ενός τύπου ενήλικου ανθρώπου του οποίου η κοινωνικοποίηση επιµηκύνεται (σύνδροµο «παρατεταµένης εφηβείας») και, ως εκ τούτου, εκδηλώνει όλο και συχνότερα συµπτώµατα συναισθηµατικής ανωριµότητας και ιδεολογικής σύγχυσης: άρνηση ανάληψης ευθυνών, ελαφρότητα-επιφανειακή σύλληψη της ζωής, απουσία σχεδίου για το µέλλον, απολυτοποίηση των ιδιωτικών αναγκών και επιθυµιών, πρόταξη του ατοµικού δικαιώµατος της αυθαίρετης επιλογής σε όλους τους χώρους, αδιαφορία για το συνάνθρωπο και τάσεις φυγής µπροστά στις προκλήσεις της ιστορίας, υιοθέτηση των αξιών της εµπορευµατοποίησης και του καταναλωτικού ήθους, διαρκής εναλλαγή ιδεών, αντιλήψεων,

στάσεων,

σχέσεων,

αυξηµένο

αίσθηµα

προσωρινότητας,

ανασφάλειας και µαταιότητας που –σε συνδυασµό µε την έλλειψη της αυτοπεποίθησης που χαρίζουν οι σταθερές αρχές και η αναµέτρηση µε τις δοκιµασίες της ζωής– σωρεύει άγχος, δηµιουργεί κατάθλιψη και ευνοεί την ανάπτυξη τάσεων κυνισµού και µηδενισµού. Όλα αυτά σκιαγραφούν µια στάση ζωής η οποία είναι ουσιαστικά µη στάση καθώς εκείνο που τη διακρίνει είναι η αποφυγή σαφούς τοποθέτησης πάνω στα διάφορα ζητήµατα. Είναι παρουσία χλιαρή και αµήχανη, το είδος εκείνο της αποστασιοποίησης που δεν έχει τίποτα από την κριτική δυσαρέσκεια του ποιητή ή τη γόνιµη αµφισβήτηση του εξεγερµένου, οι οποίοι παραιτούνται από το σκοτεινό παρόν για χάρη ενός ένδοξου µέλλοντος. Αντίθετα ο µεταµοντέρνος ανθρωπολογικός τύπος στον οποίο αναφέροµαι αποφεύγει να εµπλακεί στην ίδια τη ζωή, διστάζει να εγκαταλείψει τη ναρκωτική φενάκη του εικονικού σύµπαντος προκειµένου να εκτεθεί στην αφυπνιστική σκληρότητα του πραγµατικού κόσµου. ∆εν εξέρχεται για να αναµετρηθεί µε τις δυσκολίες της ζωής δοκιµάζοντας τις © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[121]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] δυνάµεις του, αναπτύσσοντας την ενεργητικότητά του, υποµένοντας τα τραύµατα αλλά και απολαµβάνοντας τις επιτυχίες του, µα αφήνεται να παρασυρθεί από το ρεύµα, παραδίδεται στα επερχόµενα δεινά, περιµένει γεµάτος άγχος και αγωνία να έρθει η ώρα που και ο ίδιος θα συναντηθεί µ’ εκείνο που φοβάται. Η παθητική αυτή στάση ορίζει, στην ουσία, την ψυχική καχεξία αλλά και το υπαρξιακό αδιέξοδο του σηµερινού ανθρώπου. Ζώντας σ’ ένα κυκεώνα πληροφοριών, φηµών, εικόνων και γεγονότων τα οποία δεν µπορεί να επαληθεύσει και να ελέγξει και γεµάτος φοβίες και ανασφάλεια εξαιτίας αναρίθµητων κινδύνων και επιβουλών τις οποίες δεν είναι πλέον ικανός να αντιληφθεί και από τις οποίες δεν µπορεί να προστατευθεί αισθάνεται έρµαιο των εξελίξεων και άθυρµα δυνάµεων σκοτεινών και απειλητικών.37 Είδαµε παραπάνω ότι η νοσηρή αυτή κατάσταση επιτείνει την εσωστρέφεια, εκτρέφει την αποκλειστική ενασχόληση µε τον εαυτό, καλλιεργεί µια επιβιωτική νοοτροπία και γιγαντώνει τις ανάγκες για θεραπεία. Όµως υπό το βάρος της συντελείται κάτι ακόµη πιο σηµαντικό: η άµβλυνση

της ηθικής συνείδησης του υποκειµένου, µε αποτέλεσµα ο άνθρωπος να αδυνατεί να προσδιορίσει την υπεύθυνη προσωπική του θέση µέσα στον κόσµο, να αδυνατεί να αναπτύξει συµπαγή κοσµοθεωρητική άποψη και να ανακαλύψει νόηµα βίου. Στο χώρο της εκπαίδευσης η παραπάνω κατάσταση έχει εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες. ∆ιότι συνδέεται άµεσα µε την άτονη και αµήχανη παρουσία των

σύγχρονων δασκάλων στα σχολεία. Άνθρωποι άνευροι, ανώριµοι και ακαλλιέργητοι στο σύνολό τους, ανέτοιµοι για το κορυφαίο έργο της αγωγής καλούνται να στελεχώσουν την εκπαιδευτική διαδικασία. Έχοντας λάβει λειψή παιδεία και οι ίδιοι, είναι προϊόντα ενός χρεοκοπηµένου εκπαιδευτικού συστήµατος το οποίο, κατά τρόπο ειρωνικό, υποχρεούνται τώρα να στηρίξουν, συµβάλλοντας στη διαιώνιση των ίδιων δοµών και λειτουργιών που τους καταπίεσαν και τους ταλαιπώρησαν όταν ήταν µαθητές. Ως εκ τούτου ελάχιστη εκτίµηση τρέφουν προς το σύστηµα αυτό, αφού γνωρίζουν εκ Για το ζήτηµα της µεταµοντέρνας ανασφάλειας και ποικιλόµορφης φοβίας βλ. ZYGMUNT  BAUMAN, Ρευστός Φόβος, μτφρ. Γ. Καράμπελας, Πολύτροπον, Αθήνα 2007 37

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[122]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] πείρας ότι ούτε αξιοκρατικό είναι, ούτε αυθεντική παιδεία παρέχει, ούτε τους νέους µπορεί να προετοιµάσει για τη ζωή. Από την άποψη αυτή, η θέση του σύγχρονου δασκάλου είναι τραγική. Παλεύοντας µε τα δικά του ανεπίλυτα σύνδροµα, που µπορεί να σχετίζονται µε την απωθηµένη δυσφορία των µαθητικών του χρόνων, µε την επίγνωση της παιδαγωγικής του ανεπάρκειας και των γνωσιολογικών του αδυναµιών, µε τα τραύµατα που έχει αφήσει πίσω της η παρατεταµένη περίοδος της υποµονής µέσα στην ανεργία που συνήθως προηγείται της πρόσληψης, µε το άγχος της αποτυχίας που συνοδεύει κάθε διαγωνισµό του Α.Σ.Ε.Π., µε την απογοήτευση που δοκιµάζει ο νέος εκπαιδευτικός

µόλις

έρθει

σε

επαφή

µε

την

τρέχουσα

σχολική

πραγµατικότητα, µε την πικρή αίσθηση αποτυχίας και υποβάθµισης που του αφήνει ο πενιχρός µισθός του, καθώς και µε ένα σωρό άλλα ζητήµατα, ο δάσκαλος έχει ταυτόχρονα να αντιπαλέψει και τη διαβρωτική επίδραση που η κουλτούρα της κατανάλωσης έχει, τόσο πάνω στον ίδιο όσο και πάνω στις προσωπικότητες των µαθητών του. Το έργο είναι βαρύ και δύσκολο: ο δάσκαλος υποχρεούται, εάν θέλει να λειτουργήσει ως αληθινός παιδαγωγός, πρώτα να συνειδητοποιήσει και να αναλύσει µε σαφήνεια την υπάρχουσα κατάσταση και στη συνέχεια να επιχειρήσει να επαναπροσδιορίσει την αλήθεια των πραγµάτων για χάρη των µαθητών του. Πρέπει να δουλέψει πάνω στη νεαρή ψυχή όπως πάνω σε παλίµψηστο: αφού αποξύσει τις παλαιές εγγραφές να εγχαράξει νέες, που θα τονώσουν τη φρέσκια ζωή και θα την απελευθερώσουν από την τυραννία του κοινωνικά αυτονόητου. Αποστολή του ύψιστη δεν είναι πλέον να µεταδώσει στο µαθητή γνώσεις (γι’ αυτό υπάρχει το google) αλλά να του διδάξει τρόπους να σκέφτεται δηµιουργικά, να αντιµετωπίζει κριτικά και να διαχειρίζεται µεταµορφωτικά την ήδη υπάρχουσα εν αφθονία γνώση και πληροφορία. Μα πάνω απ’ όλα οφείλει να του ξεµάθει το εικονικό και να τον µυήσει στο πραγµατικό (σ’ ό,τι, τουλάχιστον, έχει αποµείνει από αυτό). Να θραύσει τις αβαθείς οθόνες που διαµεσολαβούν κάθε εµπειρία και να τον εκθέσει στο ηλιόφως του ιστορικού τοπίου. Να τον αποσπάσει από τη παραλυτική σαγήνη του θεάµατος και της κατανάλωσης και να στάξει «λεµόνι στη συνείδησή του», καταπώς το λέει ο ποιητής, © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[123]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] αφήνοντάς τον να φτερουγίσει στον ανοιχτό ορίζοντα της ύπαρξης γεµάτος ικµάδα και νόηµα. Επαναλαµβάνουν οι επίσηµοι και οι στοχαστές της παιδείας ότι το σχολείο πρέπει να προετοιµάζει τον µαθητή για «να βγει στη ζωή». Κοινότοπο και παρωχηµένο. Σε µια κοινωνία όπως η σηµερινή, παραδοµένη

στην αποχαυνωτική κατανάλωση και στην παρακµή, το σχολείο δεν πρέπει να προετοιµάζει για τη ζωή αλλά να είναι η ζωή. Όµως µια ζωή άλλης τάξεως που µέσα της θα καίει καινούργια φλόγα και θα φυσά φρέσκος άνεµος ερχόµενος από το µέλλον. Για να γίνουν όµως όλα αυτά πρέπει προηγουµένως ο δάσκαλος να έχει περπατήσει µόνος του στο ίδιο µονοπάτι, να έχει αποτινάξει στη συνείδησή του τις κυρίαρχες ψευδαισθήσεις του πολιτισµού µας και να ‘ναι έτοιµος να πληρώσει το τίµηµα του εγχειρήµατος της αφύπνισης των νέων. Πρέπει ακόµα να έχει το χάρισµα και το ταλέντο που ξεχωρίζουν τους εµπνευσµένους καλλιτέχνες και ποιητές από τη δράκα των νευρόσπαστων και των µετρίων. Υπάρχουν σήµερα τέτοιοι δάσκαλοι. Αναµφίβολα. Όµως δεν είναι πολλοί – ποτέ δεν ήταν άλλωστε. Υπαινίχθηκα παραπάνω ορισµένους κοινωνικούς λόγους που καθιστούν την εµφάνισή τους ολοένα και πιο σπάνια. Κι έτσι σήµερα στα σχολεία κυριαρχούν οι ακαλλιέργητοι και οι ηµιµαθείς (που ζητάνε κονδύλια για σχολικές βιβλιοθήκες και στα σπίτια τους δεν έχουν άλλα βιβλία εξόν από σχολικά βοηθήµατα), οι αντιπνευµατικοί και αγοραίοι (που όλες τους οι κουβέντες είναι µίζερες και συµβιβασµένες), οι υπαλληλίσκοι της ρουτίνας και της τυποποίησης (που εµφορούνται από την ιδεολογία του «δουλεύω τόσο όσο πληρώνοµαι» –κατά τα άλλα ο εκπαιδευτικός «δεν κάνει επάγγελµα αλλά λειτούργηµα» –άραγε αν τους δώσουν περισσότερα θα δουλέψουν και περισσότερο;), οι νωθροί στην τάξη και ακούραστοι στην παραπαιδεία (το πρόθεµα παρά- είναι άστοχο: αυτή είναι η µόνη πραγµατική παιδεία που λαµβάνουν οι βλαστοί των νεοελλήνων, γι’ αυτό και δεν την εγκαταλείπουν κι ούτε θα παταχθεί ποτέ), οι αναξιοπρεπείς επαίτες χρηµάτων και δικαιωµάτων (όταν το κύριο και πάγιο συνδικαλιστικό αίτηµα των εκπαιδευτικών είναι η µισθολογική αναβάθµιση ελάχιστα χρειάζεται να επιχειρηµατολογήσει κανείς © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[124]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] για να καταδείξει την πλήρη διάβρωση του χώρου από την ιδεολογία της κατανάλωσης), οι αµόρφωτοι και τυφλοί οδηγοί τυφλών (πόσοι άραγε από τους εκπαιδευτικούς που ζητάνε από το κράτος τη διενέργεια επιµορφωτικών προγραµµάτων, µε το αζηµίωτο, αφιερώνουν έστω και ελάχιστο από τον προσωπικό τους χρόνο για να µελετήσουν συστηµατικά και να ενηµερωθούν σε βάθος γύρω από το αντικείµενό τους;), οι µαθητοκόλακες και οι αδιάφοροι (οι παλιοί δάσκαλοι συνήθιζαν να τραβούν τ’ αυτιά των µαθητών, ενώ οι σηµερινοί αρέσκονται

να τα «χαϊδεύουν» –ας ελπίσουµε ότι στο µέλλον

κάποιος θα ασχοληθεί και µε το µυαλό και την ψυχή τους), οι αµήχανοι και οι λιπόψυχοι, οι κουρασµένοι και απελπισµένοι. Ίσως ο λόγος να φαίνεται υπερβολικός ή άδικος όµως δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να περιγράφει

µια

παθολογία

που

είναι

γνωστή

στους

κύκλους

των

εκπαιδευτικών, των µαθητών και των γονιών, πολλοί τη διαπιστώνουν στις ιδιωτικές συζητήσεις τους, αλλά ελάχιστοι έχουν την τόλµη να τη θίξουν δηµοσίως. Όπως διστάζουν να οµολογήσουν ότι το σηµερινό σχολείο ελάχιστα διαφέρει ως προς τη χρησιµότητά του από ένα παιδικό σταθµό, αφού η σηµαντικότερη αποστολή του έχει καταντήσει να είναι η φύλαξη των παιδιών σε έναν σχετικά ασφαλή και εποπτευόµενο χώρο προκειµένου οι γονείς (εργαζόµενοι και οι δυο πλέον) να µπορούν να αφοσιωθούν στο επάγγελµά τους. (Γι’ αυτό, άλλωστε, και η κοινωνία αντιδρά έντονα όταν οι εκπαιδευτικοί προβαίνουν σε απεργιακές κινητοποιήσεις: δεν έχει που ν’ αφήσουν τα παιδιά της.) Το τι συµβαίνει κατά τη διάρκεια της παραµονής του παιδιού στο σχολείο, εάν λαµβάνει ποιοτική παιδεία και σωστή διαπαιδαγώγηση, αυτό ελάχιστα απασχολεί µαθητές και γονείς, αφού υπάρχουν τα φροντιστήρια, όπου θα πάει το παιδί το απόγευµα «να µάθει γράµµατα» και να πετύχει στις εξετάσεις. Όπως δεν ενδιαφέρει το γεγονός ότι τα παιδιά στοιβάζονται σε άθλια κτήρια χωρίς υποδοµές και αισθητική, µουντά και καταθλιπτικά σαν φυλακές. Ή το γεγονός ότι στο σηµερινό σχολείο βασιλεύει η κατήφεια και δυσφορία, µια πικρή αίσθηση αποτυχίας και µαταιότητας που την µοιράζονται καθηγητές και µαθητές. Το σχολείο έχει πάψει προ πολλού να είναι χώρος που δίνει τη δυνατότητα να αναπτυχθούν ειλικρινείς ανθρώπινες σχέσεις, να © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[125]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] παραχθεί παιδαγωγικό έργο µε νόηµα και να τεθούν τα θεµέλια της πνευµατικής ωρίµανσης των νέων. Απουσιάζει η χαρά της νιότης και η ασφάλεια της πείρας, η ενεργητικότητα και ο δυναµισµός, η δηµιουργική δράση και η πρωτοβουλία, η ελπίδα για το αύριο. Κι όταν ακυρώνεται η ελπίδα επικρατεί η οργή και η πλήξη. Σχολείο της οργής είναι το ελληνικό σχολείο, µε µαθητές που κοινωνικοποιούνται στρεβλά, συσσωρεύοντας αντιπάθεια προς τη γνώση και εχθρότητα προς τους καθηγητές τους και µε δασκάλους που δεν τολµούν να νουθετήσουν, εσωτερικεύοντας ένταση και απωθηµένα. Σχολείο της πλήξης είναι το ελληνικό σχολείο, µε µαθητές που σκοτώνουν την ώρα τους µέσα σε άχαρα προαύλια και λουκετοµένες θύρες, µε δασκάλους που εκτελούν µια τυποποιηµένη γραφειοκρατική ρουτίνα, συντηρώντας ένα σύστηµα υπό διάλυση. Πρέπει να το οµολογήσουµε πλέον ανοιχτά: ο θεσµός

του σχολείου έχει χρεοκοπήσει σε έσχατο βαθµό, ώστε πλέον η λειτουργία του αντί να διασφαλίζει την παροχή παιδείας προς όλους εγγυάται τη µαζική αµορφωσιά και προάγει την αγραµµατοσύνη. Τη δυσάρεστη αυτή αλήθεια διστάζουν να την οµολογήσουν οι πολιτικοί προϊστάµενοι της εκπαίδευσης και οι εν ενεργεία εκπαιδευτικοί, ωστόσο την βιώνουν οι µαθητές και τη διαισθάνεται το κοινωνικό σώµα. Είναι άραγε τυχαίο που όσο περνάν τα χρόνια οι αναµνήσεις των µαθητών από το σχολείο είναι όλο και πιο δυσάρεστες; Είναι τυχαίο που οι περισσότεροι µαθητές εξαντλούν το περιθώριο των απουσιών που επιτρέπει το Υπουργείο και αν το τελευταίο αποφάσιζε κάποτε να καταργήσει τις απουσίες τότε τα σχολεία θα άδειαζαν; Είναι τυχαίο που όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί αντιµετωπίζουν την τάξη περίπου σαν κολαστήριο και τη διδασκαλία σαν ποινή, εξαιτίας της ακραίας προβληµατικής συµπεριφοράς και της προκλητικής απροθυµίας για µάθηση που επιδεικνύουν οι σηµερινοί έφηβοι; Είναι τυχαίο που οι καταλήψεις στην αρχή του σχολικού έτους –αλλά και όποια άλλη στιγµή αισθανθούν οι µαθητές κουρασµένοι από τα φροντιστήρια και αποφασίσουν ότι πρέπει να «κερδίσουν τα πρωινά τους» για περισσότερο ύπνο και βόλτα στις καφετέριες– είναι πλέον θεσµός; Είναι τυχαίο το µένος των καταληψιών © TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[126]


[∆ιαρκής εκπαιδευτική απορρύθµιση] [του ∆ηµήτρη Μπεκριδάκη] µαθητών ενάντια στα κτήρια που στεγάζουν τα καλύτερα χρόνια της νιότης τους; Τι άλλο αποκαλύπτουν τα βεβηλωµένα κτήρια από βεβηλωµένες ψυχές που διψούν για εκδίκηση; Είναι τυχαίο το άγχος µε το οποίο είναι φορτωµένοι οι νεαροί µαθητές εν όψει αλλεπάλληλων εξετάσεων; Είναι τυχαία η µόνιµη αίσθηση ψυχοσωµατικής κόπωσης που συνοδεύει τη ζωή στο σχολείο; Είναι να παραξενεύεται κανείς που τόσο κουρασµένοι και «καµένοι» µαθητές γίνονται αργότερα «αιώνιοι φοιτητές» και επαγγελµατίες άεργοι; Αυτά και αναρίθµητα άλλα διόλου τυχαία αποδεικνύουν ότι το εκπαιδευτικό µας σύστηµα γενικότερα και το δηµόσιο Λύκειο ειδικότερα έχουν αποτύχει οικτρά στην αποστολή τους. Όµως νέα ανοικοδόµηση δεν µπορεί να

επιτευχθεί εάν προηγουµένως τα ερείπια δεν κατεδαφιστούν ολωσδιόλου, εάν δεν αποµακρυνθούν το µπάζα. Και τέτοια διάθεση δεν φαίνεται να υπάρχει. Οπότε για πολύ καιρό ακόµα δάσκαλοι και µαθητές θα περιφερόµαστε άστεγοι και αµήχανοι µέσα στα χαλάσµατα, ενώ η πραγµατική παιδεία θα παραµένει πολύτιµο και δυσεπίτευκτο έπαθλο στο µοναχικό αγώνα που πάντα έδιναν σ’ αυτήν τη χώρα οι τραγικά αυτοδίδακτοι εραστές της.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[127]


[Παρουσίαση των συγγραφέων των άρθρων]

Ο Κων/νος Κονδάκης είναι γεννηµένος το 1970 στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Οικονοµικά στο London School of Economics και είναι κάτοχος Master of Science στο Business Finance στο Brunel University του Λονδίνου. Έχει εργασθεί ως χρηµατοπιστωτικός αναλυτής στην American Express Bank στην Αθήνα, στην Αιολική Επενδυτική ως Βοηθός ∆ιευθύνοντος Συµβούλου, και ως ∆ιαχειριστής Κεφαλαίων στα Αµοιβαία Κεφάλαια της INTERNATIONAL Α.Ε.∆.Α.Κ. Ο Βαγγέλης Λαγός είναι κοινωνιολόγος-ερευνητής. Σπούδασε φιλοσοφία και κοινωνικές επιστήµες στο Παν/µιο Κρήτης και στο Παν/µιο του Έσσεξ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα καλύπτουν τοµείς όπως η κοινωνική θεωρία, η ταξική ανάλυση, τα κοινωνικά κινήµατα, ο πολιτισµικός µετασχηµατισµός και η κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου. Εργάζεται στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών και έχει δηµοσιεύσει επιστηµονικά άρθρα στο αντικείµενο της κοινωνιολογίας του ελεύθερου χρόνου. Ο Αντώνης Καρβούνης σπούδασε πολιτικές επιστήµες και ∆ιεθνείς σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήµιο του και στο Πανεπιστήµιο Newcastle-upon-Tyne όπου υποστήριξε το 2002 τη διδακτορική του διατριβή µε τίτλο “An analysis of the Labour Party’s Discourse on Europe, 1961-2000: A Matter of National Identity”. Είναι επίσης απόφοιτος της Εθνικής Σχολής ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών.

Ο Μανώλης Βαρδής είναι απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Αθηνών και της Εθνικής Σχολής ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης. Σήµερα εργάζεται στο Υπουργείο Εσωτερικών, στη Γενική Γραµµατεία ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Ηλεκτρονικής ∆ιακυβέρνησης. Ο ∆ηµήτρης Ι. Μπεκριδάκης σπούδασε Θεολογία και στη συνέχεια απέκτησε δίπλωµα ειδίκευσης στη Θρησκειολογία. Το πεδίο της έρευνάς του αφορά στις εναλλακτικές µορφές που λαµβάνει το θρησκευτικό φαινόµενο στο πλαίσιο της µετανεωτερικής Έχει πολιτισµικής συνθήκης. δηµοσιεύσει πλήθος άρθρων σχετικών µε τη θρησκεία σε επιστηµονικά περιοδικά και εφηµερίδες, ενώ θρησκειολογικές και θεολογικές µελέτες του έχουν συµπεριληφθεί σε εγκυκλοπαιδικά λεξικά και συλλογικούς τόµους. Συµµετέχει τακτικά σε επιστηµονικά συνέδρια και σεµινάρια ως εισηγητής. Εργάζεται ως καθηγητής στη ∆ευτεροβάθµια Εκπαίδευση.

© TheAthensID / Τεύχος 6, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009

[last]

TheAthensID Issue 6 2009  

TheAthensID Issue 6 2009