Issuu on Google+


Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Τέχνη και τόπος, Χαρτογραφήσεις ακ.έτος 2011-2012 Διδάσκουσα: Μαρία Παπαδημητρίου Φοιτήτριες: Άννα Αραμπατζή, Hristina Gogu, Βασιλική Δήμου

1


κανάλια Θέση και δημογραφικά στοιχεία Το χωριό Κανάλια βρίσκεται στο Νομό Μαγνησίας, βόρεια του Βόλου, σε απόσταση 26 χλμ. απ’ αυτόν και σε υψόμετρο 360μ. Δυτικά του χωριού συναντάμε τη λίμνη Κάρλα. Διοικητικά ανήκει στο Δήμο Ρήγα Φεραίου με έδρα το Βελεστίνο. Αριθμεί 2000 εγγεγραμμένους δημότες, ενώ ο μόνιμος πληθυσμός με την απογραφή του 2011 ανέρχεται στους 1250 κατοίκους. Ιστορικά στοιχεία Το σημερινό χωριό Κανάλια χτίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Στα μεσαιωνικά χρόνια το χωριό ήταν αλλού, όχι μακριά από τα σημερινά Κανάλια. Όταν ήρθαν οι Τούρκοι οι χριστιανοί ανέβηκαν στα ψηλώματα προς το Μαυροβούνι, όπως συμπεραίνεται από το τοπωνύμιο Πάνω Κανάλια. Η επικρατέστερη άποψη για την προέλευση της ονομασίας του είναι εκείνη κατά την οποία η τοποθεσία αυτή «καναλίζει» 1 τον αέρα. Πρόσβαση Βόλος - Κανάλια (από Μελισσάτικα) Βόλος - Κανάλια (από Βελεστίνο και Κάρλα) Λάρισα - Κανάλια Αθήνα - Κάνάλια 1

25,5 χλμ 33,3 χλμ 58,2 χλμ 331 χλμ

37 λεπτά 35 λεπτά 54 λεπτά 3 ώρες 48 λεπτά

καναλιζω, καναλιζάρω < κατευθύνω κάποιον κάτι ώστε να έχει συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς ή αντίδρασης

2


μονοπάτι από Βόλο προς Κανάλια

διάρκεια: 3 ώρες σήμανση: κόκκινα σημάδια μέγιστο υψόμετρο: 360 μέτρα πόσιμο νερό στη διαδρομή: ΟΧΙ

Η αρχή μπορεί να γίνει από το Πανθεσσαλικό Στάδιο, καθώς η κατασκευή του περιφερειακού δρόμου του Βόλου απέκοψε την κανονική διαδρομή που περνούσε λίγο δυτικότερα. Περνούμε λοιπόν τη γέφυρα πάνω από τον περιφερειακό δρόμο και κατεβαίνουμε στην κοίτη του ρέματος Ξηριά που περνάει δίπλα του. Ανεβαίνουμε τον τσιμενταρισμένο δρόμο και φεύγουμε αριστερά σε χωματόδρομο που περνά ανάμεσα σε κτήματα (οδός Ελληνόπυργου). Παρακάτω σε διασταύρωση πάμε δεξιά προς τα επάνω (ο δρόμος ευθεία βγάζει στο γήπεδο των Μελισσάτικων) και σε λίγο βαδίζουμε ανάμεσα στα μισογκρεμισμένα παλιά λιθόκτιστα σπίτια του οικισμού Κογιάτικα. Ανηφορίζοντας συνεχώς, αφήνουμε τον οικισμό και αφού περάσουμε από προσκυνητάρι, έχοντας πανοραμική θέα του Βόλου, ο χωματόδρομος τελικά βγαίνει λοξά στην άσφαλτο Μελισσάτικων-Γλαφυρών. Στην επόμενη αριστερή στροφή φεύγουμε ευθεία στο μονοπάτι που βαδίζει ανάμεσα σε ξερολιθιές δεξιότερα από νεόκτιστη εξοχική οικία. Ανεβαίνουμε ομαλά τη ράχη και κατεβαίνοντας συναντάμε πάλι την άσφαλτο. Αριστερά βρίσκεται διώροφη λευκή βιοτεχνία και δεξιά μικρό σπιτάκι. Ακολουθούμε την άσφαλτο για λίγο, καθώς εδώ το μονοπάτι έχει χαθεί και μετά από τη δεξιά στροφή που κάνει, φεύγουμε αριστερά στον δεύτερο χωματόδρομο, που οδηγεί μετά από λίγα μέτρα σε πρόχειρο παράπηγμα.


Ο δρόμος γίνεται μονοπάτι που ανηφορίζει ελαφρά στην πετρώδη ράχη και κατεβαίνοντας ευθεία, αφού βαδίσουμε και λίγα μέτρα σε χωματόδρομο και μετά στην άκρη από λιβάδι, βγαίνουμε λοξά στην άσφαλτο. Στην άλλη πλευρά του δρόμου υπάρχει μαντρί. Τριάντα μέτρα μετά το μαντρί βρίσκουμε τη συνέχεια του μονοπατιού δεξιά από την άσφαλτο με κόκκινα σημάδια και ανηφορίζουμε ελαφρά, μετά περνάμε μικρό ρέμα και ξαναβγαίνουμε λοξά στην άσφαλτο. Αφού βαδίσουμε πεντακόσια μέτρα, βρίσκουμε πάλι τη συνέχεια του μουλαρόδρομου λοξά αριστερά, λίγο πρίν από μια αριστερή στροφή του δρόμου. Το μονοπάτι περνάει τη ραχούλα και ξαναβγαίνει λοξά στην άσφαλτο που κατηφορίζει ευθεία προς το χωριό Κάπουρνα (Γλαφυρά) που βλέπουμε μπροστά μας πανοραμικά. Λίγο πρίν φθάσουμε στο χωριό, εκεί όπου υπάρχει προσκυνητάρι και μια συστοιχία από κυπαρίσσια, φεύγουμε δεξιά σε τσιμενταρισμένο δρόμο που περνά ανάμεσα από σπίτια και βγαίνουμε στη γωνία της πλατείας, δίπλα σε στάση του λεωφορείου. Βαδίζουμε στον κύριο δρόμο προς τα δεξιά (προς Κερασιά) και σε εκατό μέτρα, αμέσως μετά τα τελευταία σπίτια του χωριού, φεύγει αριστερά ανηφορίζοντας αγροτικός δρόμος με τσιμενταρισμένα τα πρώτα μέτρα του και τον ακολουθούμε. Παραπάνω διακρίνουμε τμήματα καλντεριμιού μέσα στο δρόμο. Φθάνουμε σε διασταύρωση, όπου δεξιά συνεχίζει στον χωματόδρομο άλλη διαδρομή (Κάπουρνα-Κάτω Κερασιά) ενώ εμείς πάμε ευθεία μπροστά και αρχίζουμε να κατηφορίζουμε σε φαρδύ μονοπάτι. Διασχίζουμε λοξά χωματόδρομο, συνεχίζουμε σε μονοπάτι και σύντομα ξαναβγαίνουμε στον ίδιο δρόμο, που σε λίγο τερματίζει εκεί όπου αρχίζει να σχηματίζεται

μικρή ρεματιά με πλατάνια και υπάρχει πηγή με ποτίστρα και παλιά δεξαμενή νερού. Η πηγή αυτή στο Κακόρεμα, που τώρα έχει στερέψει, ήταν η αγαπημένη κοντινή εκδρομή των κατοίκων της Κάπουρνας και πράγματι σε προκαλεί να καθήσεις για να απολαύσεις την ομορφιά της φύσης γύρω. Από την ποτίστρα συνεχίζουμε πλέον σε καλντερίμι, που κατηφορίζει ομαλά ακολουθώντας το ρέμα σε πετρώδες έδαφος. Τελικά φθάνουμε σε ωραίο μικρό πέτρινο τοξωτό γεφύρι που διατηρείται σε καλή κατάσταση και περνούμε στην δεξιά όχθη. Το καλντερίμι εναλλάσσεται με μονοπάτι διαμορφωμένο με ξερολιθιά και σε ένα σημείο αν βγούμε λίγα μέτρα δεξιότερα έχουμε ωραία θέα της λίμνης Κάρλας. Φθάνοντας κάτω, το μονοπάτι βγαίνει σε αγροτικό δρόμο, τον οποίο ακολουθούμε βαδίζοντας ευθεία χωρίς να στρίψουμε σε διασταυρώσεις, περνούμε τσιμεντένιο γεφυράκι, ο δρόμος γίνεται ασφάλτινος και τελικά βγαίνουμε στον κύριο δρόμο Καναλίων-Βελεστίνου και πάμε δεξιά. Μετά από πενήντα μέτρα έχουμε στα αριστερά μας την ιστορική βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου, με ανοικτά ρήγματα και μια αντιστήριξη που την προφυλάσσει προσωρινά από την κατάρρευση. Από τον Αγιο Νικόλαο βαδίζοντας συνέχεια σε άσφαλτο φθάνουμε σε μισή ώρα στην πλατεία των Καναλίων. Από τα Κανάλια μπορούμε να επιστρέψουμε στην Κάπουρνα και στο Βόλο με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ.2

2

http://walking-pilion.blogspot.com/2011/01/blog-post_14.html

4


τροχοφόρα κάθε όχημα που κινείται με τροχούς

5


6


πέτρα

< κομμάτι πετρώματος ή ορυκτού, λίθος


8


τσίγκος

< γαλλική zinc < γερμανική Zink λαμαρίνα από κράμα που περιέχει ψευδάργυρο ή έχει επικάλυψη ψευδαργύρου

9


καζαναριό

μικρό κτίσμα ή χώρος όπου εκεί γίνεται η απόσταξη του τσίπουρου. παλιότερα στο χωριό υπήρχαν γύρω στα 80 καζαναριά, ενώ τώρα έχουν μείνει μόνο δύο.

Περιγραφή διαδικασίας απόσταξης τσίπουρο Η πρώτη ύλη για τη παρασκευή του τσίπουρου είναι τα στέμφυλα ή τσίπουρα, δηλαδή το στέρεο υπόλειμμα των σταφυλιών μετά την απομάκρυνση του μούστου. Τα στέμφυλα ή τσίπουρα τοποθετούνται με κουβάδες μέσα στον άμβυκα (καζάνι). Πρόκειται για ένα βραστήρα χωρητικότητας συνήθως 130 κιλών. Στα στέμφυλα προστίθεται ένα μέρος από τα υγρά της ζύμωσης (τσιπριάζι), λίγο νερό αλλά και διάφορα μυρωδικά, όπως ο γλυκάνισος. Στη συνέχεια το καζάνι κλείνεται ερμητικά μ’ένα μπρούτζινο καπάκι. Κάτω από το καζάνι υπάρχει ένας φούρνος όπου καίει η φωτιά σιγά-σιγά και αρχίζει το βράσιμο. Μόλις το υλικό του καζανιού αρχίζει να βράζει, σηματοδοτείται η έναρξη της απόσταξης. Οι υδρατμοί μέσω ενός σωλήνα που ξεκινά από την κορυφή του καπακιού, κατευθύνονται στο τόξο (λουλάς) που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ακόμη σωλήνας σε σχήμα Π, ο οποίος καταλήγει με ειδική υποδοχή σ’ένα φαρδύτερο σωληνοειδές εξάρτημα, τη λάντζα, βουτηγμένη σε μια μεγάλη δεξαμενή με κρύο νερό ώστε οι ατμοί να ψύχονται και να υγροποιούνται. Η πορεία των υδρατμών συνεχίζεται στο κάτω μέρος της δεξαμενής σε στενότερους σωλήνες που βρίσκονται γύρω-γύρω στα τοιχώματα (σερπαντίνα) με ελαφρά κλίση για να μην κρατούν τα υγρά. (Το νερό της δεξαμενής αντικαθίστανται διαρκώς για να παραμένει κρύο).

11

Τώρα πια φτάνουμε στο τέλος της πρώτης απόσταξης. Οι βαθμοί στο πρώτο απόσταγμα


ξεκινούν από 27 και πρέπει να φτάσουν στο τέλος της καζανιάς τους 17, 15 ή και 14. Αυτή η πρώτη απόσταξη λέγεται «σούμα» ή «χάμικο» γιατί μυρίζει και καίει πολύ στη γεύση. Έτσι λοιπόν αποστάζεται και για δεύτερη φορά, αφού ξανατοποθετηθεί στο καθαρό από στέμφυλα καζάνι. Είναι ο λεγόμενος μεταβρασμός και σ’αυτή τη δεύτερη φάση κρίνεται το καλό τσίπουρο. Το δεύτερο αυτό βράσιμο «ραφινάρει» το τσίπουρο και το κάνει πιο εύγεστο. Πολλές φορές μέρα και νύχτα η φωτιά καίει ασταμάτητα για να προλάβουν οι παραγωγοί στα «διήμερα» που δικαιούνται να τελειώσουν την ποσότητα σταφυλιών που διαθέτουν. Η όλη διαδικασία έχει συνδεθεί, ίσως λόγω της φύσης του προϊόντος, με φαγοπότι και διασκέδαση, με αποτέλεσμα οι ώρες γύρω από τα καζάνια να κυλούν εύκολα, ευχάριστα, με μεγάλες παρέες, με τραγούδια και πολλές φορές και χορούς.

12


θρησκεία

μια συλλογή απο πολιτισμικά συστήματα και κοσμοθεωρίες


readymades

καθημερινά κατασκευασμένα αντικείμενα που θεωρούνται ως τέχνη απλώς λόγω της επιλογής τους από τον καλλιτέχνη ως τέτοια


16


χρώμα

οπτική αντιληπτική ιδιότητα το χρώμα ενός αντικειμένου εξαρτάται από τη φυσική του αντικειμένου και τα χαρακτηριστικά της αντίληψης : ματιών και ενκεφάλου.

17


συνταγή της Κατίνας Καπατσέλου

Ψαρόπιτα Καναλιώτικη 1,5 οκά καρλιότικα ψάρια τα καθαρίζουμε τα κόβουμε μερίδες κανονικές μαϊδανό ντομάτα, πελτέ, λίγο ρίγανη, και 1-2 φύλλα δάφνη λάδι όσο θέλει τα βάζουμε όλα σε ένα ταψάκι πήλινο (γιουβέτσι) ή χάλκινο (καραβάνα) ανάβουμε τον φούρνο με τα ξύλα τα βάζουμε στο φούρνο και γίνεται πεντανόστιμο

19


τοπικοί θρύλοι και δεισιδαιμονίες

Παλιότερα υπήρχε η «γιορτή της ανθισμένης αμυγδαλιάς» η οποία λάμβανε χώρα κάθε Μάρτιο. Η γιορτή αυτή καταργήθηκε καθώς τη θεώρησαν ως γρουσουζιά για το «πάγωμα» των αμυγδαλιών στα τέλη Φεβρουαρίου-αρχές Μαρτίου.

Οι Καναλιώτες διηγούνται ότι άκουγαν τρομερά μουγκρητά να βγαίνουν από τα βάθη της λίμνης τα οποία αποδίδουν σε αόρατο ζώο. Ο θόρυβος αυτός επαναλαμβανόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα κι όταν οι πιο τολμηροί ψαράδες πλησίαζαν τρέμοντας για να γνωρίσουν την αιτία, σταματούσε ξαφνικά για να ακουστεί ξανά από πιο πέρα.

20


ασβεσταριό ή ασβεστοκάμινος

κάμινος όπου οπαράγεται ασβέστης με ψήσιμο ασβεστόλιθου

Τα ασβεσταριά ή ασβεστοκάμινα φτιάχνονταν σε απάνεμες πλαγιές για τη παρασκευή του ασβέστη. Το καμίνι ήταν ένα κυκλικός λάκκος μέσα στη γη διαμέτρου 1,5-2 μέτρων, ανάλογα με την ποσότητα του ασβέστη που ήθελαν να παραχθεί. Το κτίσιμο άρχιζε από την επιφάνεια του εδάφους και μέχρι περίπου 1 μέτρο με πέτρα κοινή. Αυτή ήταν η εξωτερική πλευρά. Μετά κτιζόταν το εσωτερικό του λάκκου και περίπου και για 1 μέτρο. Αυτή ήταν η πατούρα πάνω στην οποία θα κτιζόταν στη συνέχεια το μάρμαρο. Στο πλάι και χαμηλά στο λάκκο έμενε μία μικρή πόρτα για να τροφοδοτείται με ξύλα η φωτιά. Το μάρμαρο κτιζόταν κατακόρυφα, έτσι ώστε να θερμαίνεται καλύτερα. Όσο προχωρούσε ο τοίχος κατακόρυφα, έκλεινε προς το εσωτερικό, έτσι ώστε τελικά να σχηματιστεί ένας κώνος. Για να γίνει αυτό, ο μάστορας χρησιμοποιούσε πρώτα μικρές πέτρες και προς την κορυφή μεγαλύτερες μαρμαρόπετρες, τις λεγόμενες «κατίνες». Στον εξωτερικό χώρο συνεχιζόταν το κτίσιμο με κοινές πέτρες, ώστε να γίνει ένα περίβλημα γύρω από το μάρμαρο για να κρατάει όσο το δυνατόν περισσότερο τη θερμότητα. Το κτίσιμο ήθελε μεγάλη τέχνη γιατί σε περίπτωση που γκρεμιζόταν ήταν διπλός ο κόπος. Αφού λοιπόν τελείωνε το κτίσιμο, δεν έμενε παρά το ψήσιμο του καμινιού. Αν όλα πήγαιναν καλά και ο καιρός ευνοούσε, μετά από δύο εικοσιτετράωρα ο ασβέστης ήταν έτοιμος. Στη συνέχεια γκρεμιζόταν το περίβλημα και εμφανιζόταν το μάρμαρο που είχε πια ψηθεί και ήταν κάτασπρο. Για την εξαγωγή του, πρώτα κατέβαζαν το κομμάτι του μαρμάρου που είχε τοποθετηθεί πάνω - πάνω και συνέχιζαν με τον ίδιο αντίστροφο τρόπο. Έτσι εξασφάλιζαν την ισορροπία του κτίσματος, αποτρέποντας ένα πιθανό γκρέμισμα.



Κανάλια