Issuu on Google+

∆ΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ∆ΩΡΕΑΝ

!

τα

τευχοσ 2 • ∆ΕΚΕΜΒΡΗΣ 2010

µυστικά κουτιά της Σύγχρονης Εποχής


Γεια σας, παιδιά!

Έ

χουνπεράσειαρκετοίµήνεςαπό τότε που άνοιξαν τα µυστικά µας κουτιά κι άφησαν να φανεί λίγο από το κρυµµένο περιεχόµενό τους.

Πολλάπράγµαταέγινανσ’αυτότοδιάστηµα…Ή µήπως όχι; Αν προσπαθήσετε να θυµηθείτε όλα όσα συνέβησαν και στη δική σας ζωή, σίγουρα θα θαυµάσετε πόσα είναι! Θέλετε να τα µοιραστείτε µαζί µας; Στείλτε µας µε όποιο τρόπο σας αρέσει (γραπτά ή ηλεκτρονικά σε µια από τις διευθύνσεις µας): Τοπιοευχάριστοπράγµαπουσαςέτυχεαπό το Μάρτη του 2010 µέχρι τη στιγµή που πήρατεσταχέριασαςτοκαινούργιοτεύχοςτων Μυστικών Κουτιών ! Τοπιοδυσάρεστοπουµάθατεµέσαστοίδιο διάστηµα! Το πιο ενδιαφέρον που ζήσατε! Το πιο παράξενο που συναντήσατε! Το πιο αστείο που σας έκανε να ξεκαρδιστείτε στα γέλια! Γιατα ΜυστικάΚουτιά,ανθέλετεναξέρετε,τοπιο ενδιαφέρονπράγµατωντελευταίωνµηνώνήταν ηανακάλυψηενόςακόµαµυστικούκουτιού.Μέσα σ’ αυτό το κουτί βρέθηκε ένα παλιό τετράδιο µε κάτι σηµειώσεις. Ήταν η αρχή µιας ιστορίας, γραµµένηςσεκεφάλαια,όπωςγίνεταισταµυθιστορήµατα. Σωστά καταλάβατε. Ήταν η ιστορία του Βιβλιοπόντικα!… ΚιεπειδήοΒιβλιοπόντικαςέχειγίνειµεπολλούς τρόπους η ψυχή του βιβλιοπωλείου µας (αλλά και του περιοδικού µας), αποφασίσαµε να την δηµοσιεύσουµε.

τα µυστικά κουτιά ∆ΙΑΝΕΜΟΝΤΑΙ ∆ΩΡΕΑΝ Ιδιοκτησία: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΕΚ∆ΟΤΙΚΗ ΑΕΒΕ, Σόλωνος 130, 106 81 Aθήνα,Tηλ.: 2103320800, Fax: 2103813354, http://www.sep.gr, e-mail: info@sep.gr


« »

Κεφάλαιο Πρώτο

Ένα ποντίκι µε τ’ όνοµα ∆ηµοσθένης

Η

αρχή τούτης της ιστορίας χρονολογείται από την εποχή που δύο νεαρά τρωκτικά –ο Σωκράτης και η Μαργαρίτα– αφού εξοµολογήθηκαν το ένα στο άλλο τον ποντικίσιο έρωτά τους, έδωσαν τους γαµήλιους όρκους και εγκαταστάθηκαν στην αποθήκη µιας εκδοτικής εταιρίας. ∆εν πρέπει να νοµίζετε ότι όλα τα ποντίκια έχουν τις ίδιες προτιµήσεις σχετικά µε τον τρόπο που θέλουνε να ζήσουνε τη ζωή τους! Αυτό εξαρτάται κυρίως από την τροφή που καταναλώνουν. Αν ο Σωκράτης και η Μαργαρίτα ήταν ποντίκια σαν αυτά που ξέρετε, θα είχαν διαλέξει για κατοικία τους κανένα µπακάλικο µε τυριά! Αλλά τα τυριά έκαναν τη Μαργαρίτα να βγάζει εξανθήµατα. Όχι. Οι νεόνυµφοι ήταν χαρτοπόντικες! Τους άρεσε να τρώνε τυπωµένο χαρτί και, φυσικά, το σπίτι τους έπρεπε να διαθέτει τα κατάλληλα εφόδια. Για να λέµε την αλήθεια, του Σωκράτη του έκανε πολύ κέφι να τσιµπολογάει πού και πού κανένα κασέρι… Αλλά δεν τολµούσε να τ’ οµολογήσει στη συµβία του γιατί φοβόταν µήπως τον κακοχαρακτηρίσει.

Την πρώτη φορά που δοκίµασε να της µιλήσει «… ξέρεις, Μαργαριτούλα µου, καλό είναι να το ρίχνει κανείς και λίγο έξω…», η Μαργαριτούλα του παραλίγο να πάθει ποντικο-έµφραγµα. – Σωκράτη, παρεκτρέπεσαι! – Γιατί, καλή µου;! τρόµαξε ο σύζυγος. Μόλις είχε διαπιστώσει πως η καλή του γέµιζε σπυριά όχι µόνο µε το φάγωµα, αλλά και µε το άκουσµα της λέξης «τυρί»! – Σου θυµίζω την καταγωγή σου! Α, ναι… Ήταν κι η καταγωγή. Σα χαρτοπόντικες, ο Σωκράτης και η γυναίκα του έπρεπε ν’ αποφεύγουν τις παρέες µε τα κοινά ποντίκια. – Άλλη ράτσα! επέµενε η Μαργαρίτα. Τριγυρνάνε στους υπονόµους και βροµούν πατόκορφα σα να τα ’χουν βουτήξει στη σαλαµούρα. Πουφ! Ακούγοντας ο Σωκράτης για σαλαµούρα, παρά λίγο να λιποθυµήσει από την πεθυµιά. Μια φορά στη ζωή του είχε δοκιµάσει (κρυφά!) κι ακόµα το θυµόταν. Τόσο πολύ µάλιστα, ώστε, µερικές φορές, περνούσε σαν υποψία από το µυαλό του µήπως στην οικογένεια είχαν τίποτα προγόνους παρακατιανούς και του το

έκρυβαν. Αυτές τις σκέψεις, όµως, τις κρατούσε για τον εαυτό του. Αφού το έτερον ήµισυ δεν άντεχε ούτε στην απλή αναφορά τέτοιων «παρεκτροπών», τότε αναγκαστικά… πουφ! Έτσι λοιπόν έγινε κι ο Σωκράτης µε τη Μαργαρίτα ξεκίνησαν την κοινή ζωή τους στην αποθήκη, χωρίς τυριά και παρακατιανούς, αλλά µε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα τους εξασφάλιζαν για πολλά χρόνια «βίον χαρτόσπαρτον»… Πράγµατι. Η αποθήκη αποδείχτηκε τόπος ιδανικός όχι µόνο για το µήνα του µέλιτος, αλλά και γι’ αυτούς που ακολούθησαν. Οι τόµοι των παλιών εκδόσεων ήταν νόστιµοι κι εξαιρετικά θρεπτικοί. Σύντοµα οι ερωτευµένοι πήραν να µοιάζουν µε µπαλίτσες του τένις! – Μαργαρίτα µου, πάχυνες! – Τον κακό σου τον καιρό! Κοίτα καλύτερα τα χάλια σου… Είχαν αρχίσει οι συζυγικές γκρίνιες. Ποιο ήταν το πρόβληµα; Άµα ζει κανείς µέσα στην πολυτέλεια, οι ανάγκες του πολλαπλασιάζονται. Ο Σωκράτης και η Μαργαρίτα, µονάρχες και παντοκράτορες του χαρτοβασιλείου της αποθήκης, έγιναν, αναπόφευκτα, ιδιαιτέρως εκλε-

33


4

κτικοί. Σύντοµα, ο καθένας τους είχε αποκτήσει τις προτιµήσεις του. Ο Σωκράτης ξέχασε εντελώς τα τυριά κι έγινε ένας πόντικας σοβαρός και προσγειωµένος. Τέρµα οι απερισκεψίες της νιότης! Έκοψε µαχαίρι κάθε δεσµό που τον ένωνε µε το παρελθόν και αφοσιώθηκε ολόψυχα στην ποντικίνα του και… στην επιστήµη. Τρελαινόταν για νοµικά συγγράµµατα και τα καταβρόχθιζε σε µεγάλες ποσότητες. Ειδικά τα Νοµικά Βήµατα είχαν γίνει η αδυναµία του! Η όρεξη της γυναίκας του τραβούσε άλλα εδέσµατα. Της ταίριαζε πιο καλά η λογοτεχνία! «Λεπτή φύση» η Μαργαρίτα… Τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί ο Σωκράτης είχε δίκιο… Η ποντικίνα του είχε καταντήσει σα θηλυκός αρουραίος! – Μαργαριτούλα µου, άσε κανένα µυθιστόρηµα και γι’ αργότερα… Τον έχεις τσακίσει τον Τολστόι! – ∆ουλειά σου εσύ! Και κάνε πιο πέρα! Βροµοκοπάς Νοµικό Βήµα! Ωχ! Είχαν αρχίσει να της βροµάνε και τα Νοµικά Βήµατα;… Αυτήν τη φορά ο Σωκράτης (που στο µεταξύ είχε εξελιχθεί σ’ ένα διακεκριµένο νοµοπόντικα) δεν είχε κανένα σκοπό ν’ απαρνηθεί το βίτσιο του. Ευτυχώς, προτού αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά αν οι καινούργιες παραξενιές της συµβίας του αποτελούσαν «αιτία διαζυγίου» ή όχι, το µυστήριο της αλλοπρόσαλλης συµπεριφοράς της (αλλά και του υπερβολικού πάχους της!) εξηγήθηκε ικανοποιητικά. Η Μαργαρίτα ήταν έγκυος! Να µην τα πολυλογώ, στη φουρνιά αυτή γεννηθήκαµε εγώ, ο αδερφός µου ο Όµπερον κι άλλοι τρεις που δεν ξέρω τι γίνανε. Ωραία νέα, βέβαια, αν και ο πατέρας µας δεν τα καλοπέρασε κιόλας το διάστηµα αυτό. Πραγµατικά, η εγκυµοσύνη είχε κάνει τη µαµά ιδιότροπη στο τετράγωνο. Άσε που πάχαινε ολοένα. Ούτε να σηκωθεί από τη θέση της δεν µπορούσε καλά-καλά. Έτσι, τα γεύµατά της τα είχε αναλάβει αποκλειστικά ο πατέρας µας. Το διάολό του βρήκε µαζί της ο κακοµοίρης! Πότε της µύριζε

Μολιέρος και πότε Μπαλζάκ. Το κακό ήταν ότι ο φουκαράς ο Σωκράτης είχε γίνει µονόχνοτος. Ούτε να µυρίσει πια δεν µπορούσε φαΐ που δεν είχε µέσα νόµους, διατάγµατα ή, έστω, τίποτα δικαστικές αποφάσεις. Τη λογοτεχνία δεν την είχε σε υπόληψη! Με πολύ ζόρι σκαρφάλωνε στις ντάνες για ν’ ανακαλύψει τις λιχουδιές που προτιµούσε η απαιτητική ποντικίνα του. Πάντως, το τελευταίο τσιµπούσι της µαµάς πριν τη γέννα ήταν Σαίξπηρ. Ολόκληρο θεατρικό έργο ξεκοκάλισε η λαίµαργη! Κι όταν επιτέλους έφτασε στην τελευταία σελίδα, ήρθαµε στον κόσµο – λίγο γρηγορότερα απ’ ό,τι έπρεπε– ο αδερφός µου, εγώ και οι άλλοι τρεις (που δεν ξέρω τι γίνανε). Πέρασε µια περίοδος σχετικής ευτυχίας… – Σωκράτη! λέει µια µέρα η µαµά. Πρέπει να βγάλουµε ονόµατα στα παιδιά. «Ωχ!» µοιρολόγησε (από µέσα του!) ο νοµοπόντικας. «Αρχίσανε τα βάσανα.» – Αυτόν θα τον βγάλουµε Όµπερον! είπε η µαµά σφίγγοντας τον αδερφό µου στην τεράστια αγκαλιά της, µε κίνδυνο να τον σκάσει. – Γιατί, ξωτικό είναι;! τρόµαξε ο Σωκράτης. Ακόµα δεν είχε συνειδητοποιήσει τις συνέπειες που θα είχε για τη ζωή τους το Μεγάλο Φαγοπότι λίγο πριν τη γέννα της µαµάς... Μεταξύ µας, ο ΄Οµπερον έµοιαζε λιγάκι µε ξωτικό. Τ’ αυτιά του, προπάντων, όπως τα είχε κατεβασµένα, δεν ήταν του κόσµου τούτου. Η Μαργαρίτα δεν είχε διάθεση για περιττές κουβέντες. Το τελευταίο γεύµα που είχε καταβροχθίσει ως εγκυµονούσα ήταν το Όνειρο Καλοκαιριάτικης Νύχτας. ∆εν την ήθελε τη ζωή της αν ήταν να µην πάρει ο γιόκας της το όνοµα του βασιλιά των ξωτικών! Μόλις ο νοµοπόντικας αντιλήφθηκε το µέγεθος της καταστροφής, ξέχασε τους κανόνες καλής συµπεριφοράς της «ράτσας» του κι άρχισε να βρίζει σαν ποντίκι του υπονόµου. Ακολούθησε

ένας µέτριος καβγάς που δεν άργησε να εξελιχθεί σε κανονικό ποντικο-τράβηγµα. Τέλος, ο Σωκράτης αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η ζηµιά που είχε πάθει η προσωπικότητα της ποντικίνας του µετά από το µοιραίο εκείνο τσιµπούσι ήταν ανεπανόρθωτη και, σα γνήσιος φιλόσοφος, υποχώρησε στωικά. Ο αδερφός µου έµεινε Όµπερον! Ύστερα η µαµά άρχισε να λοξοκοιτάζει εµένα. Ο µπαµπάς έγινε θηρίο. Έριξε ένα φονικό βλέµµα στη χοντρή Μαργαρίτα κι ανακοίνωσε το τελεσίγραφό του: – Το παιδί θα βγει ∆ηµοσθένης! Στην αρχή, η µαµά συνοφρυώθηκε. Μετά, κάρφωσε µε το βλέµµα της τον µπαµπά (αναρωτιόταν κατά πόσο την έπαιρνε να επιµείνει). Στη συνέχεια µε περιεργάστηκε προσεχτικά (αυτήν τη φορά αναρωτιόταν κατά πόσο άξιζε τον κόπο να επιµείνει). Φαίνεται ότι δεν της έκανα και σπουδαία εντύπωση, γιατί παραιτήθηκε χωρίς ιδιαίτερη γκρίνια. Έτσι έγινε και την γλίτωσα. (Αλλιώτικα θα µε βάφτιζαν… Πάτο, µπορεί και Φυσούνη*!) Αν όµως νοµίζετε πως είναι τα γεννητούρια µας επεισοδιακά (και τα βαφτίσια µας ακόµα πιο επεισοδιακά), είναι γιατί δεν ξέρετε τα παρακάτω επεισόδια! ∆ε φτάνει που φορτωθήκαµε µε τα πιο παλαβά ονόµατα που άκουσε ποτέ το γένος των ποντικών, έπρεπε και ν’ ανταποκριθούµε σ’ αυτά! Σε λίγο καιρό, άρχισε και η «επεισοδιακή» εκπαίδευσή µας… ��δώ τελειώνει το Πρώτο Κεφάλαιο από την ιστορία του Βιβλιοπόντικα. Το ∆εύτερο Κεφάλαιο θα δηµοσιευτεί στο επόµενο τεύχος του περιοδικού µας. (Αν, βέβαια, καταφέρουµε να βρούµε σε ποιο Μυστικό Κουτί το έχει κρύψει!) * Τα ονόµατα αυτά αναφέρονται στο θεατρικό έργο του Σαίξπηρ Όνειρο Καλοκαιριάτικης Νύχτας, που καταβρόχθισε η Μαργαρίτα λίγο πριν τα γεννητούρια του Όµπερον και του ∆ηµοσθένη!


µένει. ι ρ ε π ε σ ο ί λ β ι β Ένα

Βρες το!

Μάθαµε να παίζουµε και να τραγουδάµε προτού µάθουµε να διαβάζουµε. Στον τόπο µου, εµείς τα παιδιά τραγουδούσαµε αυτό το τραγούδι προτού καταφέρουµε να συλλαβίσουµε. Πιανόµασταν σ’ έναν κύκλο στο δρόµο και οι φωνές µας παράβγαιναν µε ’κείνες των τζιτζικιών, καθώς τραγουδούσαµε ξανά και ξανά για το µικρό καράβι και τον καηµό του που ήταν αταξίδευτο.

Καµιά φορά φτιάχναµε χάρτινα καραβάκια, τα ρίχναµε στους νερόλακκους και τ’ αφήναµε να βουλιάξουν χωρίς ποτέ να φτάσουν στη στεριά. Έµοιαζα κι εγώ µε µικρό καράβι αραγµένο στους δρόµους της γειτονιάς µου. Περνούσα τ’ απογεύµατα πάνω σε µια στέγη κοιτώντας το ηλιοβασίλεµα, έκανα όνειρα για το µέλλον –χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνω αν έψαχνα στο άπειρο ή µέσα στην καρδιά µου– και φανταζόµουν έναν κόσµο πανέµορφο, που δε γινόταν ακόµα να τον αντικρίσω.

ας ίµασαν ο συγγραφέ µα και την αφίσα ετο ν τη ό απ a uz lam Για το 2010 το µήνυ ράφος Noemi Vil ογ ον εικ η ι κα ino Eliacer Canc Ισπανία.

Πίσω από κάτι κουτιά, σε µια αποθήκη του σπιτιού µου, ήταν ένα βιβλίο που ήταν κι αυτό αταξίδευτο, αφού κανείς δεν το είχε δια-

Το µήνυµα της ΙΒΒΥ* για την Παγκόσµια Μέρα Παιδικού Βιβλίου 2010 βάσει. Έτσι, ποτέ δεν του είχα δώσει σηµασία, δεν είχα προσέξει καν πως ήταν εκεί. Ένα χάρτινο καραβάκι κολληµένο στη λάσπη. Ένα µοναχικό βιβλίο κρυµµένο σ’ ένα ράφι, πίσω από χαρτόκουτα… Μια µέρα, καθώς έψαχνα κάτι, το χέρι µου άγγιξε τη ράχη του βιβλίου. Αν ήµουν βιβλίο, έτσι θα µιλούσα για ’κείνη τη στιγµή: «Μια µέρα, το χέρι ενός παιδιού άγγιξε το κάλυµµά µου κι εγώ ένιωσα τα πανιά µου ν’ ανοίγουν, άρχισα να ταξιδεύω!» Τι έκπληξη, όταν η µατιά µου έπεσε τελικά επάνω του! Ήταν ένα µικρό βιβλίο µε κόκκινο κάλυµµα και χρυσά γράµµατα. Το άνοιξα µε λαχτάρα, λες κι ανακάλυψα ένα σεντούκι µε θησαυρό κι ανυποµονούσα να δω τι είχε µέσα. ∆εν απογοητεύτηκα. Μόλις άρχισα να διαβάζω, κατάλαβα πως µου υποσχόταν περιπέτειες. Τα κατορθώµατα του ήρωα, οι καλοί και οι κακοί, οι εικόνες µε τις φράσεις από κάτω που τις κοίταζα πάλι και πάλι, οι κίνδυνοι, οι εκπλήξεις… Όλα µε ταξίδευαν σ’ έναν κόσµο άγνωστο και συναρπαστικό. Έτσι έγινε κι ανακάλυψα πως πίσω από το σπίτι µου ήταν ένα ποτάµι και πίσω από το ποτάµι µια θάλασσα και σ’ εκείνη τη θάλασσα ένα καράβι ετοιµαζόταν να σαλπάρει. Το πρώτο εκείνο καράβι το έλεγαν «Ισπανιόλα», µα θα µπορούσε να λέγεται και «Ναυτίλος», «Ροσινάντε», «Καράβι του Σεβάχ του Θαλασσινού», ή «Μεγάλο Καράβι του Χακλµπέρι»… Όλ’ αυτά, όσο κι αν περνάει ο καιρός, θα βρίσκονται πάντα εκεί, περιµένοντας µια παιδική µατιά, κάποιο παιδί να τα προσέξει, για ν’ ανοίξουν πανιά και να σαλπάρουν… Μην περιµένεις άλλο, λοιπόν! Τρέξε και διάλεξε ένα βιβλίο. ∆ιάβασέ το και θ’ ανακαλύψεις ότι, όπως ακριβώς λέει εκείνο το τραγούδι που τραγουδούσα όταν ήµουν παιδί, δεν υπάρχει καράβι, όσο µικρό κι αν είναι, που κάποτε δεν έρχεται ο καιρός να µάθει να ταξιδεύει. Μετάφραση: Λότη Πέτροβιτς- Ανδρουτσοπούλου * ∆ιεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα.

5


οι

εκδηλώσεις µας

Τ Ό

6

ο Σάββατο 17 του Απρίλη, τα µυστικά κουτιά του παταριού µας άνοιξαν για µια ακόµα φορά. Με την ευκαιρία της Παγκόσµιας Μέρας Παιδικού Βιβλίου (2 Απρίλη) ο Βιβλιοπόντικας ∆ηµοσθένης επέµενε να οργανώσουµε µία ακόµα εκδήλωση. Τα µυστικά µας κουτιά έχουν πολλές φορές βγάλει παραµύθια, όµως ο συνεργάτης µας είχε τη γνώµη ότι, αυτήν τη φορά, έπρεπε να βγει ένα παραµύθι που δεν είναι πολύ γνωστό. «Ποιο;…» ρωτήσαµε παραξενεµένοι. «Η ιστορία του ίδιου του παραµυθιού!» απάντησε αµέσως ο Βιβλιοπόντικας. Έτσι έγινε και σκαρώσαµε στα γρήγορα την πρόσκλησή µας για:

Εκδηλώσεις που έγιναν και τις θυµόµαστε

λα ξεκίνησαν από µια τρε1. παιδιά (και όσους αισθάνονται σαν παιδιά!) λή ιδέα του Βιβλιοπόντικά 2. εκείνους που αγαπούν τα παραµύθια (και µας (που τώρα πια ξέρου(στο βιβλιοπωλείο όσους δεν ξέχασαν πόσο τ’ αγαπούσαν κάποµε πως τον λένε ∆ηµοσθένη)! της Αθήνας) τε!) Του κόλλησε, βλέπετε, στο µυαλό 3. κάθε έναν που θα είχε τη διάθεση να πάνα δει πώς θα ήταν αν έµοιαρει µέρος σ’ ένα παραµυθένιο ταξίδι (ή να µας ζε µε… γάτα. Κι επειδή κάτι τέτοιο µόνο σε µια άλλη ζωή µποοδηγήσει σ’ αυτό!) ρούσε να του συµβεί, αποφάσισε να το δοκιµάσει (σε αυτήν εδώ) µε τη µέθοδο του µασκαρέµατος. Ένα αποκριάτικο Ο ∆ηµοσθένης (που δεν ήταν πια γάτα ούτε σε αυτήν τη πάρτι!… πρότεινε, όλο καµάρι για την ιδέα του, κι εµείς δε ζωή, ούτε σε καµία άλλη!) προτίµησε –κατά τη συνήθειά του– γινόταν παρά να δεχτούµε. να κρυφτεί σ’ ένα από τα πολλά µυστικά κουτιά του βιβλιοΣτις 6 του Φλεβάρη, µέρα Σάββατο, γύρω στις 11 το πρωί, πωλείου µας. Φυσικά, αρνήθηκε να µας πει σε ποιο (κι εξατο πατάρι µας γέµισε πάλι παιδιά, άλλα µασκαρεµένα κι άλ- κολουθεί να µη λέει). Εµείς πάντως περάσαµε ωραία! Μάθαλα όχι. Σκοπός µας ήταν το γέλιο, το ξέσκασµα, ο αυτοσχε- µε καινούργια πράγµατα, θυµηθήκαµε πολλά παραµύθια, διασµός… Μια αυθόρµητη εκδήλωση γνήσιας χαράς που τραγουδήσαµε παλιά τραγούδια… Κι όταν τελείωσε η εκδήδεν είχε περιορισµό στην ηλικία, µε την ανεµελιά και το κέφι λωσή µας ξέραµε ότι «µια φορά κι έναν καιρό… όταν οι άννα παίζουν τον πρώτο ρόλο κι όλους εµάς το δεύτερο. Πολύ θρωποι είχαν ζήσει πια αρκετά σ’ αυτόν τον κόσµο κι είχαν σπουδαίος ήταν και ο ρόλος του καραγκιοζοπαίχτη µας, Γιάν- φτιάξει τις κοινωνίες τους, αισθάνθηκαν την ανάγκη να διηνη Κούρτη, που είχε αναλάβει το θέατρο σκιών! Τα παιδιά και γηθούν τον τρόπο που ζούσαν, αυτά που πίστευαν, αλλά και οι γονείς τους είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την τις ελπίδες, τις αγωνίες και τους αγώνες τους για να καλυτεπαράσταση Το Λιοντάρι της Νεµέας. Ο πόντικάς µας υπο- ρέψουν τη ζωή τους. Έφτιαξαν λοιπόν ιστορίες, όπως κάποιοι παλιότερα ζωγράφισαν στις σπηλιές, ενώ άλλοι αργόστηρίζει ότι διασκέδασαν πολύ. Όπως καταλάβατε, αυτήν τη φορά δε χρειάστηκε να κρυ- τερα µίλησαν µε τα τραγούδια τους στις γιορτές και στα παφτεί. Κυκλοφορούσε ελεύθερος όπου ήθελε, µεταµφιεσµέ- νηγύρια. Τα πιο παλιά παραµύθια που έφτασαν ως τις µέρες νος σε γάτα Αγκύρας! Μήπως τον πήρε το µάτι σας πουθε- µας µεταφέρθηκαν από στόµα σε στόµα, από τόπο σε τόπο κι νά; Όταν πάντως ήρθε η ώρα του καθαρίσµατος (γιατί το πα- ύστερα από γενιά σε γενιά. Κι όπως τα καλάµια µεταφέρουν τάρι µας θύµιζε βοµβαρδισµένη περιοχή…), ο τεµπέλαρος µακριά τον ήχο του αέρα όταν περνάει ανάµεσά τους, έτσι και εξαφανίστηκε και δεν τον ξαναείδαµε παρά στην επόµενη εκ- τα παραµύθια σκορπίστηκαν στον κόσµο µε τη φωνή των αφηγητών τους, των ανθρώπων δηλαδή που τα έλεγαν…» δήλωσή µας.


… ! ι λ ά β α ν ρ α κ

… ! ι λ ά β α ν ρ α κ ο τ α ι γ ς ε ί ρ ο φ Μ ε ρ ι κέ ς π λη ρ ο καρναβάλι

Το είναι σύνθετη λέξη που προέρχεται από τα ιταλικά, από τις λέξεις carne (κρέας) και vale (χαίρε!). ∆ηλώνει την αποχή από το κρέας. Άλλωστε, και η ελληνική µεταγλώττισή της (Αποκριά) διατήρησε την παραπάνω σηµασία. Σηµαίνει, δηλαδή, τον αποχαιρετισµό στη διασκέδαση και την καλοφαγία που συνδυάζεται µε το έθιµο των µεταµφιέσεων.

Οι πρώτες µεταµφιέσεις που γνωρίζουµε εµφανίζονται γύρω στο 2000 π.Χ. στη Μικρά Ασία. Ως το 19ο αιώνα, σε πολλές επαρχίες της ∆υτικής Ευρώπης πίστευαν πως οι ψυχές των πεθαµένων ανακατεύονταν µε τις παρέες των νεαρών µεταµφιεσµένων! Ανάλογες πίστεις θα βρούµε και σε άλλους λαούς, καθώς και στον αρχαίο ελληνικό κόσµο. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι, π.χ., στα Ανθεστήρια (γιορτή που είχε σχέση µε το θεό της γονιµότητας, ∆ιόνυσο) οι νεκροί επισκέπτονταν τους ζωντανούς. Τέτοιου είδους γιορτές ήταν και τα Βάκχεια, τα Λήναια, οι Κώµοι. Οι µεταµφιέσεις συνηθίζονταν και στο Βυζάντιο. Το 2ο αιώνα µ.Χ. η συνήθεια αυτή βρήκε αντίθετη την Εκκλησία, γιατί έβλεπε σ’ εκείνες τις εκδηλώσεις τη συνέχιση των ειδωλολατρικών εθίµων. Αλλά, παρά τις απαγορεύσεις, οι γιορτές δεν ξεχάστηκαν. Το αθηναϊκό καρναβάλι εµφανίστηκε σα µια πλατιά λαϊκή γιορτή, µερικές δεκαετίες µετά από την εθνική απελευθέρωση από τους Οθωµανούς. Το 1887, ιδρύθηκε το «Κοµιτάτον των Απόκρεω της Αθήνας». Ήταν µια επιτροπή που ανέλαβε να «ευπρεπίσει» τις µέχρι τότε αποκριάτικες εκδηλώσεις (κυρίως την παρέλαση). Κι όµως! Η «αναξιοπρεπής» εκείνη παρέλαση, µια γνήσια έκφραση των καταφρονεµένων µαζών, ήταν το αποτέλεσµα της φτώχειας και της µίζερης καθηµερινότητας του λαού, αφού ήταν ένα δείγµα της αδέκαρης, αλλά εξαιρετικά εύστοχης λαϊκής ευρηµατικότητας. Τα κάρα, διακοσµηµένα µε ό,τι παράταιρο µπορούσε κανείς να φανταστεί, καθρέφτιζαν απλούστατα την αθηναϊκή κοινωνία που ήταν όλο αντιθέσεις. «Το Συµβούλιον των Γιατρών» φορούσε στραπατσαρισµένα ηµίψηλα καπέλα. Ακολουθούσαν οι «κατεσκληκότες και ψωραλέοι όνοι» (γαϊδούρια, σα να λέµε, της ελεεινής µορφής!). Την «Ποµπή του Γάµου» συνόδευαν τα προικιά της νύφης (ένα ανακάτεµα από κουρέλια, µουντζούρες, λουλάκι και καρβουνόσκονη)! Στο αθηναϊκό καρναβάλι αναφέρεται το έθιµο να κυνηγούν τους µασκαρεµένους µε στυµµένα λεµόνια. Από ’κεί βγαίνει η φράση που απευθύνεται κυρίως σε «µασκαράδες» (δηλαδή ψεύτες!) πολιτικούς: «Φέρτε τα µούτρα σας και θα σας πάρουµε µε τα λεµόνια…!»

Περίφηµο υπήρξε και το Καρναβάλι της Βενετίας. Πρωτοεµφανίστηκε ίσως το 1094, όταν ο δόγης της Βενετίας, Βιτάλ Φαλιέρο ντε Ντόνι, έδωσε άδεια για τη γιορτή των ψυχών. Πάνω σ’ αυτήν την ιδέα δηµιουργήθηκε το καρναβάλι, µε ρίζες στα ρωµαϊκά Σατουρνάλια και στις διονυσιακές γιορτές. Πρώτη ιστορική καταγραφή του βενετσιάνικου καρναβαλιού έχουµε το 1268.

Η µάσκα εµφανίζεται στα καρναβάλια της Βενετίας και της γύρω περιοχής κατά το Μεσαίωνα, όταν οι άνθρωποι έτρεµαν να δείξουν τα πραγµατικά τους συναισθήµατα ή φοβούνταν µήπως ο θάνατος πέσει βαρύς πάνω στα κεφάλια τους. Και στη Βενετία, το καρναβάλι υπήρξε µια από τις γνωστότερες λαϊκές εκδηλώσεις. Ήταν επίσης µια ευκαιρία για τους ηθοποιούς της «κοµέντια ντελ’ άρτε» (commedia del’ arte), οι οποίοι έπαιζαν στις πλατείες πάνω σε αυτοσχέδια παλκοσένικα, να αναδείξουν την τέχνη τους. Η «κοµέντια ντελ’ άρτε» ήταν ένα πολύ σηµαντικό είδος του ιταλικού λαϊκού θεάτρου. Οι πιο γνωστοί από τους τύπους της «κοµέντια ντελ’ άρτε» (ο Αρλεκίνος, ο Πουλτσινέλα, ο Πεντρολίνο, ο Σκαπίνο, ο Μετζετίνο, ο Σκαραµούτσα, ο Μπριγκέλα, η Κολοµπίνα, ο Πανταλόνε, ο Καπιτάνο) έχουν δανείσει όχι µόνο τις µάσκες, που απαραίτητα φορούσαν πάνω στη σκηνή, αλλά και τα ρούχα τους στο καρναβάλι. Ο Πεντρολίνο, για παράδειγµα, είναι ο πασίγνωστος Πιερότος! Μία όπερα και µία οπερέτα (πολύ γνωστές και οι δύο!) βασίζουν τα θέµατά τους στη µάσκα. Είναι ο Χορός Μεταµφιεσµένων (Τζουζέπε Βέρντι) και η Νυχτερίδα (Γιόχαν Στράους).

…και λίγες πληροφορίες για την Καθαρά ∆ευτέρα! Καθαρά ∆ευτέρα είναι η πρώτη µέρα της Μ. Σαρακοστής. Λέγεται καθαρή γιατί, σύµφωνα µε την παράδοση, οι νοικοκυρές θα καθαρίσουν από τα λίπη της Αποκριάς τα τεντζερέδια τους µε ζεστό σταχτόνερο, ώσπου ν’ αστράψουν. Από την Καθαρά ∆ευτέρα αρχίζει και η νηστεία.

Πέρασαν οι Απόκριες, πάνε κι οι µασκαράδες, ήρθε και η Σαρακοστή µ’ ελιές και ταραµάδες. Εκτός από τον παραδοσιακό χαρταετό που όλοι γνωρίζετε, η Καθαρά ∆ευτέρα συνοδευόταν και από άλλα έθιµα. Μερικά δεν έχουν ξεχαστεί ακόµα. Σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας εξακολουθεί να γίνεται η Κηδεία του Καρνάβαλου και διάφορες άλλες εκδηλώσεις που η αφετηρία τους βρίσκεται σ’ ένα πανάρχαιο παρελθόν!

7


Λίγα πράγµατα για την ιστορία του παραµυθιού T

Τ

η Σταχτοπούτα (ή τουλάχιστον ένα κορίτσι που µοιάζει αρκετά µε τη Σταχτοπούτα) την βρίσκουµε σε µια διήγηση του Ηροδότου 2.500 χρόνια πιο πριν!… Ο Ηρόδοτος, αν δεν τον έχετε ακουστά, είναι ιστορικός που έζησε ακριβώς τότε: 2.500 χρόνια πιο πριν! Αλλά και Κινέζα Σταχτοπούτα υπάρχει και, µάλιστα, η ιστορία της δεν αποκλείεται να είναι ακόµα παλιότερη.

α παραµύθια, στην αρχή, δε φτιάχτηκαν για παιδιά, αλλά για τους µεγάλους! Μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο διηγούνται την ιστορία των λαών και, κυρίως, την πάλη των ανθρώπων του µόχθου µε τους ισχυρούς. Έγιναν για να δίνουν κουράγιο στους ανθρώπους που, στα παλιά εκείνα χρόνια, δεν είχαν καταλάβει ακόµα καλά ποιος ήταν ο πιο αποτελεσµατικός τρόι παραµυθάδες που ταξίπος για να βρουν το δίκιο τους κι έτσι, δευαν από χωριό σε χωριό, µέσα από τις ιστορίες τους, ήθελαν να εκφράσουν την ελπίδα τους για διαπό πόλη σε πόλη, από χώκαιοσύνη και, ακόµα, την πίστη τους ρα σε χώρα λέγοντας τις ιστορίες τους ότι το τέλος θα είναι αισιόδοξο. ήταν όλοι άντρες (και, σύµφωνα µε κάποιες µαρτυρίες, αρκετοί τυυχνά, µέσα από ένα παραµύθι, φλοί!)… περιγράφεται η αντίθεση ή και η εριπλανώµενες παραµυσύγκρουση του λαού µε το φεθούδες δεν ξέρουµε, γιατί ουδάρχη, τον άρχοντα δηλαδή του Μεοι γυναίκες εκείνες τις εποσαίωνα. Όµως κάτι τέτοιο ήταν επικίνδυνο να το λέει κανείς ξεκάθαρα. χές δεν άφηναν τα σπίτια τους. Αυτές κρατούσαν το ρόλο του σπιτικού, του ο παραµύθι δε γνωρίζει πατέρα, οικογενειακού αφηγητή και µάζευαν γιατί γεννήθηκε απ’ όλους! Εί- γύρω τους τα παιδιά για να τα µαγέναι, σα να λέµε, ολωνών… Τα ψουν µε τα όµορφα παραµύθια τους λαϊκά παραµύθια χτίστηκαν σιγά-σιγά τις κρύες νύχτες του χειµώνα… και από πάρα πολλούς, γι’ αυτό και τα λέµε έτσι. Λαϊκά, τα έφτιαξε δηλαδή ο πήρχαν και κάποια µαγικά λαός, κι είναι µια εικόνα από όλους παραµύθια, µε ήρωες κυµαζί τους ανθρώπους που τα διηρίως παιδιά και ζώα, που γούνταν. ήταν φτιαγµένα από την αρχή για ν’

Ο

Σ

Π

Τ

Y


απευθύνονται σε κοινό παιδικό. Τα διηγούνταν συνήθως οι µητέρες και οι γιαγιάδες. Πάντως, τα παιδιά άκουγαν όλα τα παραµύθια. Κανείς δεν τα έδιωχνε από τις συγκεντρώσεις των µεγάλων!

ζωντάνια του. Αλλά χωρίς αυτήν την προσπάθεια, πολλά από τα λαϊκά παραµύθια, αν και γράφτηκαν κάµποσο αλλαγµένα ή και κουτσουρεµένα, θα είχαν χαθεί για πάντα…

Η

Σ

ήµερα, τα παραµύθια δεν είναι λαϊκά. Έχουν λέξη παραµύθι δεν έχει µόνο µία σηµασία. ∆ε πια αποκτήσει δηµιουργούς, δηλαδή συγγρασήµαινε µόνο τη διήγηση φανταστικών πραγφείς. Τα σύγχρονα παραµύθια πήραν έναν άλµάτων. Είχε και τη σηµασία της συµβουλής, της ενθάρλο δρόµο, αρκετά διαφορετικό από εκείνον που ακορυνσης, της ανακούφισης και της παρηγοριάς. λούθησαν οι µακρινοί πρόγονοί τους. Κι όµως, στο να πολύ µεγάλο µέρος της παγκόσµιας µουσικής ίδιο τέρµα καταλήγουν κι αυτά. Όπως τα λαϊκά, είναι γραµµένο πάνω σε θρύλους και παραµύθια! ανώνυµα παραµύθια µιλούσαν µε τον τρόπο τους Ο Χένσελ και η Γκρέτελ, εκτός από παραµύθι, εί- και µε το στόµα των πολλών για την εποχή που ναι και µία από τις πιο λαµπερές όπερες που έχουν ποτέ τα γέννησε, έτσι και τα σηµερινά µιλούν για την γραφτεί. Την έγραψε ο Γερµανός συνθέτης Ένγκελ- εποχή τη δική µας, έστω και µε το στόµα ενός, µπερτ Χούµπερντινκ. Μην παραλείψετε να την ακούσετε. που όµως τις περισσότερες φορές λέει τις ιστορίες του εκφράζοντας και πολλούς άλόνο στα ευρωπαϊκά παραµύθια οι δράκοι (που λους. µοιάζουν κάπως στη µορφή µε τους εξαφανισµένους δεινόσαυρους!) είναι πλάσµατα τροµακτικά και αποτελούν απειλή για τους ανθρώπους. Για τους Κινέζους οι δράκοι αντιπροσωπεύουν την οµορφιά, τη σοφία, την καλοσύνη! Ο δράκος της Κίνας συµβολίζει τη δύναµη και τη χάρη, την ανδρεία, την ευγένεια, τον ηρωισµό, την υποµονή. Ο µεγάλος Κίτρινος Ποταµός έχει κι αυτός το δρακο-πνεύµα του. Σύµφωνα µε τη Μυθολογία, εκείνος παρέδωσε στον αυτοκράτορα Φου-Σι το κινεζικό αλφάβητο!

Έ

Μ

Σαν το σιτάρι σπέρνεται στον κόσµο η αλήθεια Κι απ’ τον καθάριο σπόρο της φυτρώνουν παραµύθια.

Σ

τις αραβικές χώρες οι άνθρωποι αγαπούσαν πολύ ν’ ακούν ιστορίες. Η πιο γνωστή σε µας συλλογή παραµυθιών πήρε την τελική της µορφή περίπου πριν 600 χρόνια στην Αίγυπτο ή τη Συρία και είχε µεγάλη επιτυχία και στη ∆ύση. Είναι τα Παραµύθια της Χαλιµάς ! Τα ξέρουµε ακόµα µε τον τίτλο Χίλιες και µία νύχτες ή µε το περσικό όνοµα Σεχραζάντ (που είναι το αντίστοιχο του αραβικού «Χαλιµά»)… πρώτη συλλογή ευρωπαϊκών παραµυθιών κυκλοφόρησε στη Γερµανία το 19ο αιώνα (δηλαδή κάτι παραπάνω από διακόσια χρόνια πιο πριν)! Οι αδελφοί Γιάκοµπ και Βίλελµ Γκριµ ήταν οι πρώτοι που δοκίµασαν να καταγράψουν τις αφηγήσεις των χωρικών και των απλών ανθρώπων των πόλεων. Με το γράψιµο, ο λαϊκός λόγος χάνει αρκετά τη

Η

Καλότυχος όποιος µπορεί τα στάχυα να θερίσει Και το σιτάρι απ’ τ’ άχυρο καλά να ξεχωρίσει. Για το µικρό τον κόπο του µεγάλο κέρδος µένει: Όλη η αλήθεια που θα βρει στα ψέµατα κρυµµένη! Γ. ∆ροσίνης


Το αγαπηµένο µου ζώο Ειρήνη Βασιλοπούλου (11 χρονών)

Το ζώο που µου αρέσει πολύ είναι ένα όµορφο σκυλάκι. Το όνοµά της είναι Αγάπη. ∆ε ζει στο σπίτι µαζί µου, αλλά ζει µε τη γιαγιά µου, τη γιαγιά µου που την φροντίζει καλά. Έχει φουντωτή πορτοκαλί γούνα που µαδάει λίγο. Αυτό που την κάνει ξεχωριστή, κατά τη γνώµη µου, είναι τα µυτερά σηκωµένα αυτάκια της και η όµορφη κουνιστή ουρίτσα της. Η συµπεριφορά της είναι γενικά ζωηρή. Ας πούµε, όταν µασάει το πρωί την κόκκινη γούνινη παντόφλα της γιαγιάς µου ή όταν γεµίζει το σπίτι της γιαγιάς µου µε πατηµασιές από λάσπες. Μερικές από τις συνήθειές της είναι από αυτές που κάνουν όλα τα µικρά και ζωηρά σκυλάκια σαν την Αγάπη, όπως το να κουνάει την ουρά της όταν χαίρεται. Μαζί περνάµε πολύ ωραία πάντα και παντού. Ποτέ δε σταµατάµε να παίζουµε. ∆εν έχω καµία ξεχωριστή ιστορία από την Αγάπη, αλλά θα σας πω µια από τις συνηθισµένες ιστορίες µε την Αγάπη. Οπότε πάω στη γιαγιά µου για λίγες µέρες, η Αγάπη τα πρωινά µού σκίζει τις παντόφλες µε τα µυτερά της δόντια. Την πρώτη φορά µάλιστα, επειδή δεν το ήξερα, είχα πάρει τις πιο όµορφές µου παντόφλες. Μου τις έσκισε, αλλά δεν πειράζει γιατί η γιαγιά µου αγόρασε άλλες.

10

Τα παραµύθια που θα διαβάσετ ε είναι οι «αποσκευές» των παιδιών για το παραµυθένιο ταξίδι πο υ κάναµε µαζί στην τελευτα ία εκδήλωση της Σύγχρονης Επ οχής (17.4.2010). Απολαύστε τα!!!

τα καβουράκια

Μ

ια φορά κι έναν καιρό ήταν κάποια καβουράκια και ήταν και µια καβουρίνα, η µαµά τους, και ένας κάβουρας, ο µπαµπάς Φωτεινή Γεώργα τους. Τα καβουράκια αυτά (6,5 χρονών) ήταν κόκκινα, πολύ όµορφα και στρουµπουλά. Ο κάβουρας και η καβουρίνα αγαπούσαν πολύ τα καβουράκια τους και τα καβουράκια αγαπούσαν τους γονείς τους και όλη η οικογένεια κολυµπούσε ευτυχισµένη κάθε µέρα. Ξαφνικά µια µέρα ένα µεγάλο κύµα πήρε τα µικρά καβουράκια και τα έβγαλε στην ακτή. Η µαµά καβουρίνα και ο µπαµπάς κάβουρας χάσανε τα παιδάκια τους και τα φώναζαν και κολυµπούσαν, και φώναζαν και κολυµπούσαν και φώναζαν, ώσπου ένα µεγάλο κύµα έρχεται, µετά ένα πιο µεγάλο, τεράστιο κύµα και πήρε τον µπαµπά κάβουρα και τη µαµά καβουρίνα και τους έβγαλε κι αυτούς στην ακτή.

Εκεί όµως στην ακτή ήταν δύο παιδάκια, ένα κοριτσάκι κι ένα αγοράκι, η Φωτεινούλα και ο Νικόλας, που έπαιζαν µε τα κουβαδάκια και µε τα φτυαράκια τους και έφτιαχναν ένα κάστρο µε πολλά στρατιωτάκια. Και τι µεγάλη έκπληξη, ένα-ένα τα καβουράκια έµπαιναν µέσα από τα παραθυράκια στο κάστρο και όλο µπαινοβγαίνανε µέσα-έξω και παίζανε µαζί µε τα παιδάκια κι ακούγονταν γέλια, φωνές και τραγούδια. Ζούσαν τέτοια ευτυχία! Η Φωτεινούλα και ο Νικόλας δε χόρταιναν τις ώρες να παίζουν! Όταν έφτασε το απόγευµα, τα παιδιά έριξαν νερά και προσεκτικά µέσα στο κάστρο για να κολυµπούν τα καβουράκια, ως το άλλο πρωί που θα πήγαιναν πάλι στην ακτή. Έτσι τώρα, όλη η οικογένεια ήταν ευτυχισµένη γιατί ήταν πάλι όλοι µαζί, ο µπαµπάς κάβουρας, η µαµά καβουρίνα και τα µικρά κόκκινα και στρουµπουλά καβουράκια.

Φωτεινή Γεώργα

Τα παραµύθια σας και οι ζωγραφιές σας


Ένας χαρταετός…

Τα δύο λουλούδια

Μ

Χρ ισ τίν α Γο υρ ου ντ ή (1 1 χρ ον ών )

Ασηµίνα Γιαννειού (7 χρονών)

Μια φορά και έναν καιρό… Σ’ ένα περίπτερο κρεµόταν ένας πανέµορφος, πολύχρωµος αετός. Όλοι τον θαύµαζαν και ήθελαν να τον αποκτήσουν! Τόσο τον καµάρωναν οι περαστικοί, που οι υπόλοιποι χαρταετοί τον ζήλευαν. Ζήλευαν τα πανέµορφα ζύγια του, τα κρόσσια του, το λαµπερό ψηλό και µεγάλο σπάγκο του και φυσικά ζήλευαν τα υπέροχα χρώµατά του. Κίτρινο, µπλε, κόκκινο, λιλά… σαν ουράνιο τόξο έµοιαζε αυτός ο χαρταετός! Α! και κάτι ακόµη που ούτε οι περαστικοί, ούτε οι άλλοι χαρταετοί µπορούσαν να αντιληφθούν: Αυτός ο χαρταετός ένιωθε, άκουγε, έβλεπε, σκεπτόταν και ονειρευόταν! Στο περιπτεράκι µέσα, υπήρχε µια µικρή τηλεορασίτσα, συνεχώς ανοιχτή για να συντροφεύει και να ενηµερώνει τον ιδιοκτήτη. Ο αετός µας έβλεπε και άκουγε άσχηµα νέα, καταστροφές, πολέµους, δυστυχία… Τότε ο χαρταετός, ξαφνικά, απέκτησε ένα στόχο στη ζωή του: Να σταµατήσει τους πολέµους µε τα χρώµατά του, να γαληνέψει µε την οµορφιά του στρατηγούς και λοχίες και να συµφιλιώσει τους ανθρώπους! Έτσι µια µέρα µε δυνατό βοριά έφυγε από το περιπτεράκι. Ταξίδευε µέρες και µέρες, µα ξάφνου φύσηξε νοτιάς και βρέθηκε στο διάστηµα. Εκεί, χωρίς βαρύτητα, αδύναµος, έφτασε στον πλανήτη Άρη, στη φωτιά και στη µοναξιά, στον πλανήτη του θεού του πολέµου. Ο πανέµορφος χαρταετός µοιραία πέθανε, κάηκε, κρατώντας µέχρι την τελευταία του στιγµή βαθιά µέσα του την ελπίδα, αλλά και τη θέληση να σταµατήσει τον πόλεµο! Το όνειρό του σκορπίστηκε σα στάχτη και αγκάλιασε ολόκληρη τη Γη…

Χριστίνα Γουρουντή

ια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο λουλούδια και ήθελαν να αγκαλιαστούν, όµως είχε ένα φράχτη και δεν µπορούσαν να αγκαλιαστούν. Το φράχτη τον είχε βάλει µια γριά που τη λέγανε Ασχηµοµούρα. Αυτή η γριά ήταν πολύ κακιά. Μετά ήρθε µια καλή νεράιδα! Ήταν η νεράιδα της φιλίας και της αγάπης. Αυτή ήθελε να βοηθήσει τα δύο λουλούδια. Αποφάσισε να φτιάξει ένα µαγικό φίλτρο, για να κοιµίσει την κακιά Ασχηµοµούρα. Έβαλε µέσα στο καζάνι σιρόπι, αστερόσκονη, λιωµένα νυχτολούλουδα και δροσοσταλίδες. Μετά τα ανακάτεψε καλά και γέµισε ένα µπουκάλι µε φίλτρο. Ύστερα πήγε στη γριά και της έδωσε για δώρο το ποτό. Η Ασχηµοµούρα το ήπιε όλο και αποκοιµήθηκε αµέσως. Τότε η καλή νεράιδα έβγαλε το φράχτη απ’ το λιβάδι. Τα δύο λουλούδια αγκαλιάστηκαν. Ευχαρίστησαν τη νεράιδα και έζησαν για πάντα ευτυχισµένα!

11


Ή

ταν κάποτε µια χώρα της Ανατολής. Οι άνθρωποί της ήταν κτηνοτρόφοι, αρκετά φτωχοί, µετακινούνταν σε νοµάδες προκειµένου να µπορέσουν να θρέψουν τα ζώα τους, να πουλήσουν τα προϊόντα ή ακόµη και τα ίδια τα ζώα.

∆ύο πατρίδες Μυρτώ Καλτικοπούλου (12 χρονών)

12

Στην πρωτεύουσα της χώρας αυτής, την Καµπούλ, οι άνθρωποι –αν και φτωχοί– ζούσαν µια φυσιολογική ζωή, διατηρώντας πάντα τα ήθη και τα έθιµα της πατρίδας τους. Σε ένα µικρό σπίτι µέσα σ’ αυτήν την πόλη ζούσε µία πολυµελής οικογένεια. Οι δύο γονείς και τα πέντε παιδιά. Ο πατέρας ήταν Έλληνας· είχε σπουδάσει γιατρός στην πατρίδα του και είχε έρθει εδώ ως εθελοντής. Του κόστισε πολύ το ότι εγκατέλειψε την πατρίδα του, και δυσκολεύτηκε να προσαρµοστεί στο νέο περιβάλλον, καθώς και να ενταχθεί σε µια νέα κοινωνία, διαφορετική απ’ αυτή που είχε συνηθίσει. Η µητέρα καταγόταν από µια οικογένεια ντόπιων κτηνοτρόφων. Αν και λιγοµίλητη, ήταν πολύ καλόκαρδη και εργατική. Η Φατιµέ αγάπησε τον Έλληνα ∆ηµοσθένη και έκαναν οικογένεια πολύ γρήγορα. Μια ευτυχισµένη οικογένεια… Τα παιδιά τους µπορούσαν να πηγαίνουν σχολείο και, όταν γυρνούσαν, έπαιζαν ξένοιαστα έξω. Τα κορίτσια, λιγοµίλητα και συνεσταλµένα, βοηθούσαν τη µαµά τους στις δουλειές και έπαιρναν παράδειγµα από ’κείνη για να γίνουν σωστές νοικοκυρές. Όλοι τους, λοιπόν, ζούσαν µια φυσιολογική ζωή. Αυτό συνέβαινε, ώσπου ξέσπασε ένας τροµερός εµφύλιος πόλεµος. Ένα

µέρος των ανθρώπων πίστευε ότι µπορεί να κυβερνήσει τη χώρα και πήρε την εξουσία µε τη βία. ∆εν ήθελαν η κοινωνία τους να έχει καµιά εξέλιξη. Πίστευαν ότι εκείνοι ήταν ανώτεροι απ’ τους υπόλοιπους κι έτσι είχαν τη δυνατότητα να βασανίζουν απάνθρωπα τους συνανθρώπους τους. Σιγά-σιγά οι έχθρες µεταξύ των πολιτών φούντωσαν ολοένα και περισσότερο. Η παρέµβαση µιας µεγάλης και ισχυρής χώρας που προσπαθούσε να επωφεληθεί απ’ τον πόλεµο έκανε την κατάσταση ακόµα χειρότερη. Επίσης, για µια οικογένεια ήταν «κατάρα» να έχει πολλά κορίτσια, θεωρούνταν ότι οι γυναίκες ήταν κατώτερες και έτσι ένα µεγάλο κοµµάτι της κοινωνίας τις αντιµετώπιζε µε πολύ άσχηµο τρόπο. Οι συµφορές δεν είχαν χτυπήσει ακόµα το σπίτι της οικογένειας. Όλοι τους ένιωθαν άσχηµα σε ένα τέτοιο εχθρικό κλίµα µέσα στην ίδια τους την πόλη. Επίσης, ο πόλεµος που όλο και φούντωνε τους έκανε να φοβούνται για την ασφάλειά τους. Έτσι πάρθηκε η απόφαση να φύγουν από τον τόπο τους. Πρώτα θα έφευγαν η γυναίκα µε τις τρεις κόρες, τεσσάρων, εννιά και δεκατριών ετών. Θα προσπαθούσαν να φτάσουν στη Ελλάδα, στο νησί που γεννήθηκε ο πατέρας της οικογένειας, ο ∆ηµοσθένης. Αργότερα θα πήγαινε µαζί τους κι αυτός µε τους δύο γιους, έντεκα και δεκαπέντε χρόνων. Θα ζούσαν στην πατρίδα του µια ασφαλή και ευχάριστη ζωή. Ήλπιζε ότι θα κατάφερναν να ξεχάσουν τον τόπο που ζούσαν. Ο ∆ηµοσθένης όµως δε σκέφτηκε ότι, όπως εκείνος νοσταλγούσε την πατρίδα του, το ίδιο θα συνέβαινε και στη γυναίκα του που φεύγοντας άφηνε πίσω τους συγγενείς και τον τόπο της. Βέβαια, οι συνθήκες δεν τους επέτρεπαν να µείνουν άλλο εκεί, γι’ αυτό, µαζεύοντας τα απαραίτητα, οι τρεις κόρες και η Φατιµέ ξεκίνησαν το µακρύ ταξίδι τους. Αποχαιρέτησαν τους ά-

ντρες µε την ελπίδα ότι θα βρίσκονταν µαζί σύντοµα. Εκείνοι θα έµεναν για λίγο, ώστε να τακτοποιήσουν κάποιες τελευταίες σοβαρές εκκρεµότητες. Ξεκίνησαν για το µακρινό τους ταξίδι µε το τρένο ως την πόλη Τζαλαλαµπάντ. Εκεί τις περίµεναν κάποιοι παλιοί συνάδελφοι και φίλοι της οικογένειας, γιατροί, τους έδωσαν πλαστά χαρτιά ώστε να µπορέσουν να περάσουν τα σύνορα. Έτσι οι τρεις κόρες και η µητέρα έφτασαν στη γειτονική χώρα απ’ όπου έφυγαν αεροπορικώς για την Ελλάδα, για την Αθήνα. Το ταξίδι τους ήταν σχετικά άνετο χάρη στους φίλους του ∆ηµοσθένη που τους βοήθησαν. ∆ε δυσκολεύτηκαν να φτάσουν στον προορισµό τους. Όµως είχαν τη µισή τους καρδιά πίσω στον τόπο που ζούσαν και στην άλλη µισή οικογένεια που βρισκόταν εκεί. Φτάνοντας στο αεροδρόµιο ένιωσαν το φόβο να τις καταβάλλει, ήταν σε µια χώρα που δε γνώριζαν και βρισκόντουσαν χαµένες µέσα στο πλήθος. Στο αεροδρόµιο θα τις περίµενε ένας ξάδερφος του ∆ηµοσθένη, εκείνος θα τις πήγαινε ως το νησί και θα έµεναν στο πατρικό τους σπίτι. Ήταν λοιπόν και οι τρεις τους χαµένες µέσα στο πλήθος, όταν τις πλησίασε ένας µεσόκοπος κύριος µε γκρίζα µαλλιά και γυαλάκια· µε νοήµατα και λίγες ανάκατες φράσεις κατάφεραν να συνεννοηθούν. Αυτός ήταν που περιµένανε, ένας άγνωστος που θα τις οδηγούσε στο νέο τόπο που θα ’πρεπε να είναι ο τόπος τους. Στη διαδροµή ως το λιµάνι οι κουβέντες τους λιγοστές –τι είχαν να πουν άλλωστε… Μόλις µπήκαν στο πλοίο, τα τρία κορίτσια κρεµάστηκαν στην κουπαστή και κοιτούσαν τη γαλανή θάλασσα. Φτάνοντας στη Μήλο, είχαν πλέον ανταλλάξει µερικές κουβέντες. Ο Αντρέας, ο ξάδερφος του ∆ηµοσθένη, θα τις άφηνε στο πατρικό σπίτι του ξαδέρφου του, θα έµενε λίγες µέρες ώστε να γνωρίσουν τα κατατόπια και


έπειτα θα έφευγε. Ήταν επιχειρηµατίας και ζούσε µόνιµα στην Αθήνα. Έφτασαν στο σπίτι τους· µεγάλο, µε παλιά έπιπλα, έβλεπε στη θάλασσα. Έµειναν µόνες τους, η Φατιµέ πήρε αγκαλιά τις τρεις κόρες της και αποκοιµήθηκαν µαζί στον καναπέ. Ανάµικτα τα συναισθήµατα· έφυγαν από τη χώρα τους γιατί δεν άντεχαν την καταπίεση, επειδή ήθελαν για εκείνους και τα παιδιά τους µια ζωή ελεύθερη και ευτυχισµένη. Τότε ο ∆ηµοσθένης αποφάσισε να γυρίσουν στην Ελλάδα. Νοσταλγούσε την πατρίδα του. Βέβαια, τότε δεν είχαν τον καιρό να το σκεφτούν, η κατάσταση στη χώρα τους όλο και χειροτέρευε. Έτσι εκείνες βρέθηκαν σε µια χώρα που δε γνωρίζουν και που θα έπρεπε να ζήσουν µόνες τους ώσπου να φτάσουν οι άντρες της οικογένειας. Οι επόµενες µέρες πέρασαν δύσκολα, η Φατιµέ έπρεπε να φροντίσει την οικογένεια. Έγραψε τα κορίτσια της στο σχολείο και έψαξε για µια δουλειά. Ήταν εργατική και νοικοκυρά, στη ��ύσκολη θέση που ήταν θα µπορούσε να κάνει τα πάντα. Όµως κανένας δεν ήθελε στη δουλειά του µια ξένη. Ακόµη κι αν γνώριζαν τον ∆ηµοσθένη, δεν ήθελαν να εµπιστευτούν µια ξένη που δεν ήξεραν καν αν τους έλεγε αλήθεια.

Η µικρή κλειστή κοινωνία του νησιού ήταν πολύ σκληρή. Έτσι, τον πρώτο καιρό ζούσαν µε τη βοήθεια κάποιων φίλων και γειτόνων. Οι γυναίκες της γειτονιάς ερχόντουσαν ταχτικά και της έφερναν πότε λίγα τρόφιµα και πότε κανένα ρούχο για τα παιδιά και, όταν καµιά φορά ετοίµαζαν γιορτή, την φώναζαν να τους µαγειρέψει κανένα µπελαλίδικο φαγητό κι ό,τι περίσσευε της το δίνανε. Οι κόρες πήγαιναν στο σχολείο. Τον πρώτο καιρό αντιµετώπιζαν δυσκολίες κυρίως µε τη γλώσσα. Φοβόντουσαν να πλησιάσουν τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης. Στα µαθήµατα δυσκολεύονταν αρκετά, ευτυχώς σιγάσιγά κατάφεραν να κάνουν έστω λίγους φίλους. Όµως, ό,τι δυσκολία και να είχαν, δεν τολµούσαν να το πουν στη µητέρα τους, την αγαπούσαν πολύ και έβλεπαν πόσο στενοχωρηµένη ήταν αυτόν τον καιρό, κατανοούσαν ότι σήκωνε όλα τα βάρη της οικογένειας µόνη της. Μπορούσαν να καταλάβουν πως η µαµά τους δυσκολευόταν να προσαρµοστεί στο νέο περιβάλλον. Πάντως και οι τέσσερις κάθε βράδυ που έπεφταν για ύπνο έκαναν τον ηµερήσιο απολογισµό τους και αναρωτιόνταν αν η απόφασή τους να εγκαταλείψουν τη χώρα τους ήταν σωστή. Μα πάντα ήλπιζαν πως η επόµε-

νη µέρα θα ήταν καλύτερη και περίµεναν το άλλο «µισό» της οικογένειας να φτάσει… Στο µεταξύ η Φατιµέ αποφάσισε να ψάξει ακόµα πιο εντατικά για δουλειά. Κάθε µέρα γυρνούσε από γειτονιά σε γειτονιά, περνούσε από τα γύρω χωριά και ρωτούσε σε µαγαζιά, εστιατόρια, ακόµα και στα περιβόλια ρωτούσε µήπως την ήθελαν για κανένα µεροκάµατο. Προσπαθούσε µε τα λίγα ελληνικά που ήξερε και την ξενική της προφορά να επικοινωνήσει µε τους ανθρώπους του νησιού. Όµως, βλέπετε, δεν υπήρχε δουλειά ακόµα και για τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί. Στα χωράφια πλέον ζούσαν ελάχιστοι άνθρωποι, οι ψαράδες έβγαιναν µια φορά στο τόσο να πουλήσουν τα ψάρια τους, τα µαγαζιά και τα εστιατόρια είχαν ελάχιστη πελατεία, ως και ο τουρισµός δεν πήγαινε και τόσο καλά εξαιτίας της άσχηµης οικονοµικής κατάστασης που βρισκόταν η χώρα. Μα και αυτοί που είχαν να της δώσουν δουλειά δεν την εµπιστεύονταν, µια ξένη που µιλούσε σπαστά ελληνικά και ισχυριζόταν ότι είναι σύζυγος του ∆ηµοσθένη. Οι περισσότεροι στο νησί δεν ενέκριναν τις επιλογές του ∆ηµοσθένη για τη ζωή του, και φυσικά δεν τον θεωρούσαν µέλος της κοινωνίας τους διότι είχε επιλέξει ν’ αφήσει

13


14

τον τόπο του για να πάει σε ένα µακρινό µέρος και να γίνει εθελοντής γιατρός, κάτι αδιανόητο γι’ αυτούς. Εν τω µεταξύ σχεδόν όλοι οι συγγενείς του είχαν φύγει απ’ το νησί και είχαν κάνει οικογένειες αλλού. Έτσι η Φατιµέ δεν είχε ούτε έναν άνθρωπο που θα µπορούσε να θεωρεί συγγενή της. Παρόλα αυτά συνέχιζε να ελπίζει ότι τα πράγµατα θα άλλαζαν όταν θα έφτανε ο άντρας της και οι γιοι της οικογένειας. Αυτά σκεφτόταν η Φατιµέ και έπαιρνε κουράγιο και δύναµη. Ξεκίνησε να φτιάχνει διάφορα µικροπράγµατα και να τα πουλάει στους ανθρώπους της περιοχής, χειροποίητες µάλλινες κάλτσες και σκούφους, αλοιφές από διάφορα βότανα και, γενικότερα, πράγµατα δυσεύρετα. Ξενυχτούσε για να τελειώσει τη δουλειά της, µα µπορούσε να βγάζει µερικά χρήµατα, έστω κι αν αυτά ήταν λίγα. Στο µεταξύ έπιασε δουλειά στα περιβόλια του κυρ-Γιώργου. Όταν η Φατιµέ πήγε να ζητήσει να δουλέψει σ’ αυτόν, εκείνος της φέρθηκε πολύ ευγενικά και της ανέθεσε να ποτίζει και να περιποιείται τον κηπάκο του µερικές φορές την εβδοµάδα. Επίσης η µεγαλύτερη θυγατέρα εργαζόταν τα απογεύµατα σε ένα καφενείο, εκεί σύχναζε ο κυρ-Γιώργος και, όταν δεν είχε δουλειά, καθόταν µαζί του

όσο αυτός έπινε τον καφέ του και συζητούσαν. Της έλεγε πώς εκείνος αναγκάστηκε να φύγει από την Ελλάδα προς την Πολωνία για να γλιτώσει από τις διώξεις το 1946 και της εξηγούσε πως η µοίρα των λαών είναι κοινή µπροστά στα µεγάλα συµφέροντα που στήνουν πολέµους… Σιγά-σιγά τα πράγµατα άρχισαν να καλυτερεύουν, κυρίως όµως όσοι γνώριζαν τη Φατιµέ άρχισαν να την αποδέχονται και να την εµπιστεύονται. Μόλις κατάλαβαν πόσο καλόψυχη και εργατική ήταν, αναγνώρισαν τη λάθος συµπεριφορά τους και κατάλαβαν πως την είχαν αδικήσει. Όλα λοιπόν πήγαιναν προς το καλύτερο, η Φατιµέ άρχισε να βγάζει τα απαραίτητα χρήµατα και είχε αρχίσει να νιώθει µέλος της κοινωνίας του νησιού. Επίσης τα παιδιά αποχτούσαν όλο και περισσότερους φίλους. Έβγαιναν όλοι µαζί για παιχνίδι, συζητούσαν και είχαν αρχίσει να νιώθουν την ανεµελιά που είχαν τους καλούς καιρούς, µα το κυριότερο αισθανόντουσαν αγάπη για το νησί και τους ανθρώπους του. Το µόνο που έµενε ήταν να βρεθούν όλα τα µέλη της οικογένειας µαζί… Εκείνη τη µέρα θα πήγαινε η Φατιµέ να πουλήσει αυτά που έφτιαχνε κοντά

στο λιµάνι. Ήταν αργά το απόγευµα και ο αέρας είχε αρχίσει να δυναµώνει. Μετά από λίγο φάνηκε ο γιος ενός γείτονα ψαρά, την χαιρέτησε και µπήκε στη βάρκα του που ήταν δεµένη στο λιµανάκι. Πριν ξεκινήσει να φύγει, τον ρώτησε η Φατιµέ πού πήγαινε. Της είπε πως θα ’κανε µια βόλτα κοντά στα βράχια και θα γυρνούσε σύντοµα. Πέρασε λοιπόν η ώρα, η Φατιµέ πούλησε την πραµάτειά της και ετοιµαζόταν να τα µαζέψει και να γυρίσει σπίτι της στις κόρες της που την περίµεναν, όταν θυµήθηκε πως το αγόρι δεν είχε φανεί στο λιµάνι, η ώρα ήταν περασµένη και ο αέρας είχε δυναµώσει πολύ και η θάλασσα ήταν φουρτουνιασµένη. ∆εν άρεσε της Φατιµέ να βάζει κακό µε το νου της, µα ανησυχούσε. Αποφάσισε να ανέβει στο λοφάκι που έβλεπε τα βράχια στην άλλη πλευρά της παραλίας. Φτάνοντας στο λόφο, έσκυψε για να δει προσεκτικά· το αγόρι ήταν γαντζωµένο σ’ ένα βράχο και προσπαθούσε να τραβήξει και τη σπασµένη βάρκα του. Αµέσως η Φατιµέ έτρεξε στο λιµάνι. Μόλις που πρόλαβε τον τελευταίο ψαρά που έφευγε, του εξήγησε µε δυο λόγια τι συνέβαινε και µπήκαν κι οι δυο στη βάρκα να προλάβουν το παιδί. Με δυσκολία κατάφεραν να φτάσουν στα βράχια, η θάλασσα ήταν πολύ φουρτουνιασµένη.


Μόλις πλησίασαν αρκετά, η Φατιµέ πήδηξε στο νερό και έσυρε το αγόρι στη βάρκα. Μισολιπόθυµο καθώς ήταν, το τράβηξαν µέσα και γύρισαν στο λιµάνι. Όταν συνήλθε, τους είπε πως πλησίασε τα βράχια για να πιάσει αχινούς, αλλά η βάρκα του αναποδογύρισε, βρέθηκε στο νερό και καλά που πρόλαβε να πιαστεί από ένα βράχο… Έπειτα τον πήγαν στο σπίτι του. Ο πατέρας του τρόµαξε πάρα πολύ όταν άκουσε το περιστατικό, φυσικά ευχαρίστησε τη Φατιµέ και της πρόσφερε τα πιο καλά του ψάρια. Το γεγονός δεν άργησε να µαθευτεί. Βεβαίως, όλοι έµειναν έκπληκτοι όταν το άκουσαν και όλοι άλλαξαν γνώµη για τη Φατιµέ, κατάλαβαν ότι πραγµατικά νοιαζόταν γι’ αυτούς και ότι ήταν καλόψυχος άνθρωπος. ……… Είχε περάσει πολύς καιρός, όλα είχαν µπει σε µια τάξη. Η Φατιµέ και τα παιδιά είχαν αγαπήσει τη Μήλο και τους ανθρώπους της, το ίδιο και αυτοί· θα µπορούσαν να είναι απόλυτα ευτυχισµένες, αν δεν περίµεναν τον ∆ηµο-

σθένη και τους δύο γιους να φτάσουν και αν δεν σκέφτονταν ακόµη τη χώρα τους, το Αφγανιστάν, που δοκιµαζόταν από τον πόλεµο, τις έχθρες και τη φτώχεια. Αισθάνονταν σα να ήταν κοµµένες στα δύο µε δύο πατρίδες… Ένα πρωί η Φατιµέ είχε κατέβει να πουλήσει τις αλοιφές κοντά στο λιµανάκι. Τα κορίτσια έπαιζαν µε τους φίλους τους κάπου εκεί κοντά. Ένα καράβι µε πολύ κόσµο πλησίασε, αρκετοί απ’ όσους κατέβηκαν ήταν τουρίστες, έτσι κατάφερε να πουλήσει τα περισσότερα από τα προϊόντα της. Όταν ο κόσµος αραίωσε, ακούστηκε µια φωνή: «Φατιµέ!» Γύρισαν και είδαν πίσω τους έναν άντρα µε µπόλικα γένια και δύο αγόρια. Η Φατιµέ έτρεξε και έπεσε στην αγκαλιά του ∆ηµοσθένη, τα παιδιά άρχισαν να γελούν, να φωνάζουν και να κλαίνε από χαρά… Μόλις συνήλθαν, πήραν όλοι µαζί τα πράγµατα και ξεκίνησαν. Με όποιο γνωστό συναντούσαν έπιαναν κουβέντα, όλοι καλωσόριζαν τον ∆ηµοσθένη· όταν τέλειωναν, συνέχιζαν το δρόµο τους. Με το που έφτασαν στο σπίτι, άνοιξαν το παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα και κάθισαν όλοι κοντά και

την κοίταζαν. Συζητούσαν, ο ένας διέκοπτε τον άλλον, µιλούσαν όλοι µαζί σα να ήθελαν να διηγηθούν όλη τους τη ζωή χωριστά µέσα σ’ ένα λεπτό. Τώρα θα µπορούσε κανείς να πει πως ήταν ευτυχισµένοι όλοι τους. Ο ∆ηµοσθένης ξεκίνησε να δουλεύει σε µια περιοχή στο νησί. Η Φατιµέ έπειτα από πολύ καιρό κατάφερε να ανοίξει µαγαζί στο λιµάνι. Πουλούσε αυτά που έφτιαχνε η ίδια, τους µάλλινους σκούφους, τις κάλτσες, υφαντά, κεντητά πασουµάκια, καθώς βέβαια και τις αλοιφές και τα βότανα. Τα αγόρια ξεκίνησαν κι αυτά να πηγαίνουν στο σχολείο· είχαν αποχτήσει πια όλα τις παρέες τους, κάθε τόσο έκαναν βόλτες και εκδροµές µε τους φίλους τους σ’ όλο το νησί. Ο ∆ηµοσθένης και η Φατιµέ καµιά φορά έβγαιναν µε φίλους και γνωστούς για φαγητό ή έρχονταν όλοι στο σπίτι για να τους µαγειρέψει η Φατιµέ τα νόστιµα φαγητά της. Σίγουρα ήταν ευτυχισµένοι γιατί η Μήλος είχε γίνει η µισή τους πατρίδα ή µάλλον η µια τους πατρίδα. Γιατί τώρα είχαν δύο πατρίδες…

Μιράντα Μανώλη (8 χρονών)

Μια νεράιδα σε διακοπές Μια φορά και έναν καιρό ήταν µια χώρα που ήταν όλο νεράιδες. Μια µέρα αποφάσισαν να έρθουν διακοπές. Μια νεράιδα, η Ασηµίνα, έφτιαξε βαλίτσες και ξεκίνησε τις διακοπές της. Πέρασαν 10 νύχτες, 3 µέρες, ώσπου είδε ένα µικρό κρεβάτι. Πήγε και ήταν όλα µικρά πράγµατα. Ήταν σε σπίτι νεράιδας. Τότε έκατσε και ήρθε τότε η νερά��δα. Την έβαλε να κοιµηθεί, µετά της έδωσε να φάει κα της έδωσε κιόλας ένα σακουλάκι φαΐ. Μετά η Ασηµίνα έφυγε και της είπε «ευχαριστώ».

Μετά από λίγες µέρες, η Ασηµίνα πήγε σε µια θάλασσα, προχωρούσε ώσπου έφτασε σε µια ταβέρνα που ήταν νεράιδες. Πήγε και έφαγε και µετά συνέχισε. Πέρασαν 3 νύχτες, 4 µέρες, ώσπου έφτασε σε ένα µέρος καταπληκτικό. Τότε πήγε πίσω στη χώρα της και είπε στις νεράιδες ότι βρήκε µια τέλεια χώρα. Τότε οι νεράιδες ξεκίνησαν µαζί της να πάνε εκεί. Όταν φτάσανε, χάρηκαν και έζησαν αυτοί καλά κι εµείς καλύτερα.

15


Το αστέρι της Νταϊάνα ∆ήµητρα Υποθεσίµου (12 χρονών)

1. Μια φορά κι έναν καιρό, σε µια πόλη µακρινή, σε µια πόλη ονειρεµένη, στη Βιαστικούπολη, ζούσαν µόνο βιαστικοί άνθρωποι. Είναι σαν και αυτούς που συναντάµε στο δρόµο και σπάνια σου λένε «καληµέρα» και φεύγουν σκυφτοί για τις δουλειές τους. Κι αν τους ρωτήσεις τι νούµερο παπούτσι φοράνε, τι δουλειά κάνει ο θείος τους και τι χρώµα είναι τα µάτια του κολλητού τους, δεν ξέρουν να σου απαντήσουν. Γιατί απλώς δεν έχουν προσέξει. Εκεί, λοιπόν, είναι το στέκι των βιαστικών ανθρώπων. Μια µέρα, ένας βιαστικός άνθρωπος έσκυψε να δέσει το κορδόνι του και άκουσε µια γλυκιά φωνούλα: «Βοήθεια, βοήθεια!» Τότε γύρισε το κεφάλι του αριστερά, δεξιά και σηκώθηκε να φύγει. Όµως ξανάκουσε αυτήν τη γλυκιά φωνούλα. Τότε κοίταξε πιο προσεκτικά. Τσιµέντο, αυτοκίνητα, δυο-τρεις σκουπιδοτενεκέδες, χυµένα σκουπίδια και µια γάτα τρώγοντας κλεφτά και φοβισµένα. Τίποτα που να µπορεί να µιλήσει. «Ποιος µε φωνάζει;» Ξεκίνησε να φύγει. Μα… για στάσου, ερχόταν από χαµηλά. Υπήρχε µόνο ένα πανέµορφο λουλούδι. Είχε φυτρώσει στη γωνία του σπιτιού του. Πήγε να το κόψει. «Θα το βάλω στο πέτο µου. Όχι, όχι, θα το βάλω σ’ ένα βάζο. Όχι, όχι, θα το µαδήσω για να δω αν µ’ αγαπάνε.» «Όχι» ακούστηκε µια φωνή από το βάθος. «Τι “όχι”; Ποιος είναι;» αναρωτήθηκε. – ∆εν έχει σηµασία ποιος είναι. Σηµασία έχει που θες να κόψεις το στολίδι της Βιαστικούπολης. Εγώ µόλις µετακόµισα εδώ και σιχαίνοµαι την πόλη σας, γιατί δε δίνετε σηµασία σε σηµαντικά πράγµατα. – Και ένα λουλούδι ή, αλλιώς, το στολίδι της Βιαστικούπολης, που λες κι εσύ, είναι σηµαντικό; – Το σηµαντικότερο για µια πόλη σαν κι αυτή. – Μιλάς σα µεγάλος. Το παιδί εξαφανίστηκε. Τότε ξανάκουσε τη φωνή της µαργαρίτας. – Εσύ µε φώναξες; της είπε. – Και να ήταν η πρώτη φορά! – ∆ηλαδή; – ∆ηλαδή σε φωνάζω κάθε φορά που περνάς από µπροστά µου. – Και γιατί δε σε ακούω; – Γιατί είναι η πρώτη φορά που έσκυψες να δέσεις τα κορδόνια σου.

– Και η τελευταία… Πρέπει να φύγω. – Πού να πας; – Έχω τόσες δουλειές. – Όχι, µη φύγεις! – Εντάξει. Τι θες να πούµε; – Ας γνωριστούµε. – Εγώ είµαι ο Στέφανος. – Ωραίο όνοµα. Εγώ είµαι η Ρίτα. Οι φίλοι µου µε φωνάζουν Ρίτα ή Μαργαρίτα. – Ποιοι φίλοι; ∆εν το ήξερα ότι και οι µαργαρίτες έχουν φίλους. – Γιατί, δεν είναι οι µαργαρίτες ζωντανά πλάσµατα; – Και από πού τους απέκτησες εσύ τους φίλους; – Πριν έρθω εδώ, ήµουν σ’ ένα υπέροχο αγρόκτηµα και ζούσα µαζί µε την οικογένειά µου και τους φίλους µου. – Και περιµένεις να το πιστέψω; – Ναι, γιατί είναι η αλήθεια. – Και τι θέλεις από ’µένα; – Από ’σένα τίποτα. Αλλά θέλω στοργή, φροντίδα και, αν δεν τα έχω, θα πεθάνω. – Εγώ δεν µπορώ να σε βοηθήσω. – Τότε πήγαινέ µε στο µάγο Rob. Είναι ο προστάτης άγγελος των λουλουδιών. Πες του ότι σε στέλνει η Ρίτα η µαργαρίτα. – Και τι θα σου κάνει ο µάγος Rob; – Ο µάγος Rob κάνει συλλογή από λουλούδια και τα φροντίζει όσο κανείς άλλος. – Θες να µου πεις ότι θα σε δώσω σ’ έναν άγνωστο; – Μα τι λες, ο Rob είναι σαν πατέρας µου! – Εντάξει. – Τοκ, τοκ. – Ναι! – Καλησπέρα. Να περάσω; – Βεβαίως! Ποιος είναι; – Με στέλνει η Ρίτα η µαργαρίτα. – Ξέρω γιατί είσαι εδώ, είπε ο Rob. ∆ιαβάζεις παραµύθια; – Σταµάτησα πριν χρόνια. Τι ωφελεί; – Τα παραµύθια έχουν ήρωες. Σωστά; – Σωστά. – Που περιµένουν να τους θαυµάσεις ή να τους µιµηθείς. Το θάρρος της Κοκκινοσκουφίτσας, η µοίρα της Σταχτοπούτας, η εξυπνάδα του Κοντορεβιθούλη και πολλά άλλα. – ∆ηλαδή; – ∆ηλαδή, δώσε µου τη Ρίτα να την φροντίσω και πήγαινε στη δουλειά σου. – Όχι, αυτό δεν µπορώ να το κάνω, τη Ρίτα την αγάπησα, γίναµε φίλοι κι εσύ µου λες να σου την δώσω. – Εντάξει, αλλά θα την προσέχεις σαν τα µάτια σου. – Ευχαριστώ. – Εγώ νόµιζα ότι ήθελες να την ξεφορτωθείς. – Όχι, δεν ήθελα να την ξεφορτωθώ. Πρέπει να φύγω, να πάω νερό στη Ρίτα γιατί, αν δεν την ποτίσω, θα πεθάνει.


Μπορώ όµως να πάρω το άθραυστο σπαθί του µονόκερου και να ανοίξω τρύπες στο τσιµέντο; Το εφταπέταλο ρόδο και το γυάλινο κουτί από το παραµύθι της Πεντάµορφης; Επίσης, µπορώ να πάρω το σκοινί που έβγαλε ο Αλαντίν απ’ το βαθύ πηγάδι; – Βεβαίως µπορείς να τα πάρεις. Αρκεί να ξέρεις πώς να τα χρησιµοποιήσεις. Τα πήρε και γύρισε στη Ρίτα τη µαργαρίτα. Είχε σχεδόν µεσηµεριάσει. Έτρεξε αµέσως να της φέρει νερό. Στο τσακ πρόλαβε. Αλλά και πάλι το στόµιο του ποτηριού ήταν µικρό. Τότε προσπάθησε µε τη χούφτα του, αλλά µάταιος κόπος. Τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από τους περαστικούς. Όµως αυτοί έφυγαν τρέχοντας. Μόνο ένας προθυµοποιήθηκε να βοηθήσει και αυτός ήταν το παιδί που του έκανε παρατήρηση όταν πήγε να κόψει το λουλούδι. Ο Στέφανος εξεπλάγη γιατί νόµιζε ότι δε θα τον βοηθούσε. Το παιδί έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα εργαλείο που ήταν στρογγυλό και είχε στην άκρη του µια τρυπούλα για να βγαίνει το νερό (κάτι σαν ποτιστήρι, αν κατάλαβα καλά). Χάρη στο παιδί, η Ρίτα άνθισε. Όµως δεν ήταν αρκετός ο χώρος και, έτσι, πολλοί περαστικοί σταµάτησαν κοντά, λες και τους τράβηξε ένας µαγνήτης. Γρήγορα, γύρω από τη Ρίτα, τον Στέφανο και το παιδί µαζεύτηκε µια οµάδα ανθρώπων που µιλούσαν µεταξύ τους. – Μια µαργαρίτα. Πώς ζει στο τσιµέντο; – Αυτό το παιδί δεν το ξέρω. Μένει εδώ; – Ναι, εδώ µένω. – Εµένα µε λένε Ανδρέα. – Εµένα Θεανώ. – Εγώ είµαι η Ιωάννα. – Θα αφήσουµε τη Ρίτα να πεθάνει; – Όχι! Τότε όλοι άρχισαν να βοηθάνε τη Ρίτα. Άλλοι έφερναν χώµα που, σα θαύµα, βρέθηκε στη γειτονιά. Άλλοι έσκαβαν τη ρωγµή για να την φαρδύνουν και να µπορεί να αναπνεύσει η Ρίτα. Κι άλλοι ήταν σίγουροι πως είδαν κάτι µικρά ξωτικά να βοηθάνε τους ανθρώπους να σώσουν τη µαργαρίτα. Από εκείνο το πρωινό η γειτονιά άλλαξε ριζικά. Έγινε µια πανέµορφη πόλη, γεµάτη λουλούδια, φυτά και δέντρα. Ποιος να το έλεγε ότι µια πανέµορφη και πανέξυπνη µαργαρίτα θα τους άλλαζε τα µυαλά, αλλά και την πόλη! ∆ε σας είπα και το πιο σηµαντικό: Ο δήµαρχος της Βιαστικούπολης παραιτήθηκε. Και δεν µπορείτε να φανταστείτε ποιον ψήφισαν για δήµαρχο: Τον Στέφανο! Και για βοηθό του, το παιδί που τον βοήθησε να σώσουν τη Ρίτα. Και η πόλη δε λεγόταν πια Βιαστικούπολη, αλλά Λουλουδούπολη. Όµως ένα βράδυ παραλίγο να κινδυνεύσει η Ρίτα από κάποιους ανθρώπους. Έτσι, ο Στέφανος πήρε την πιο µεγάλη γλάστρα και φύτεψε τη Ρίτα. Όταν έκανε ζέστη, την έβαζε µέσα στο σπίτι και, όταν έκανε κρύο, την έβαζε κοντά στο τζάκι και του έκανε συντροφιά. Έτσι ανακάλυψε ότι η Ρίτα η µαργαρίτα, όταν την φροντίζεις, γίνεται αθάνατη!

Έτσι, έζησαν αυτοί καλά κι εµείς καλύτερα.

2. Μια φορά κι έναν καιρό, σε µια πόλη µακρινή ζούσε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Νταϊάνα και ήταν 10 χρονών. Το σπίτι της ήταν πάνω στο λόφο και είχε καταπληκτική θέα. Η αγαπηµένη της συνήθεια ήταν να βγαίνει στο µπαλκόνι του σπιτιού της αργά το βράδυ, στη 1, στις 2 ακόµη και 3 η ώρα και να αγναντεύει τ’ άστρα. Σ’ αυτή της τη συνήθεια δεν ήταν µόνη. Είχε παρέα τον Τάπι. Ναι, καλά ακούσατε. «Τάπι» είναι το όνοµα που έχει βγάλει η Νταϊάνα στον αγαπηµένο της σκύλο. Οι γονείς της δεν την άφηναν να πάρει κατοικίδιο, αλλά ήταν δώρο και, όπως όλοι ξέρουν, το δώρο δε δωρίζεται… Η Νταϊάνα είχε και βεράντα που και από εκεί έβλεπες τ’ αστέρια. Αλλά τη βεράντα την είχε για τα καλοκαιριάτικα ηλιόλουστα πρωινά. Όµως από εκεί θα την έβλεπαν οι γονείς της και δεν ήθελε. Η Νταϊάνα όχι µόνο αγνάντευε τ’ αστέρια, αλλά και τους µιλούσε, διότι δεν είχε κάποιον άλλο να πει αυτά που ήθελε. Και εννοώ κάποιον να την καταλαβαίνει. Έλεγε συνέχεια στη µητέρα της και στον πατέρα της να της κάνουν ένα αδελφάκι, αλλά αυτό, από ’κεί και πέρα ήταν δική τους απόφαση. Στο µυαλουδάκι της είχε καταστρώσει ένα σωρό παιχνίδια µε τ’ αστέρια και όχι µόνο. Είχε σκαρφιστεί κάτι: Είχε ορίσει για κάθε άτοµο ένα ξεχωριστό αστέρι. Τώρα θα µου πείτε, πώς τα ξεχώριζε; Μπορείς να πεις ότι είχε κάτι σα µαγική ικανότητα. Μόνο έτσι µπορείς να το εξηγήσεις, και αυτό, όχι µε ακρίβεια. Όµως µια µέρα, για την ακρίβεια ένα βράδυ που οι γονείς της είχαν πάει σε µια δουλειά, βγήκε όπως πάντα στο µπαλκόνι της για την αγαπηµένη της απασχόληση. Αυτό που είδε την συγκλόνισε. Αφού τα κοίταξε και τα ξανακοίταξε καµιά δεκαριά φορές, είδε ότι λείπει ένα αστέρι, δηλαδή ένα άτοµο από την οικογένειά της ή τους φίλους της. Ήταν πολύ στεναχωρηµένη. Γιατί όταν λέµε «λείπει» δεν εννοούµε πήγε για ψώνια ή πήγε ταξίδι, αλλά πήγε ένα πολύ µακρινό ταξίδι, δηλαδή ή στον παράδεισο ή στην κόλαση.


18

Η Νταϊάνα ήταν σίγουρο ότι δε θα το άφηνε έτσι, θα το έψαχνε και θα έβρισκε ποιος πέθανε. Τώρα, οι γονείς της γιατί έλειπαν αυτήν τη δύσκολη στιγµή; Και πού είχαν πάει; Την επόµενη µέρα το πρωί η Νταϊάνα ξύπνησε και πήγε στη θεία της την Κλάρα. Στους γονείς της φυσικά δεν είπε τίποτα. ∆εν ήθελε να τους τροµάξει και να τους ανησυχήσει. Χτύπησε το κουδούνι και της άνοιξε ο θείος της. – Συµβαίνει κάτι, Νταϊάνα, και ήρθες τέτοια ώρα; ∆ε µας έχεις συνηθίσει τόσο νωρίς, είπε ο θείος της. – Συγγνώµη, θείε, αν σε ξύπνησα, είπε η Νταϊάνα. – Όχι, παιδί µου, αλλά τι θέλεις; – Θέλω τη θεία, είναι εδώ; – Καληµέρα, κοριτσάκι µου. Εµένα ψάχνεις; βγήκε η θεία της από το δωµάτιο. – Καληµέρα, θεία. Έχω να σου πω κάτι πολύ σοβαρό. – Τι συµβαίνει, κορίτσι µου, µε ανησύχησες! – Όχι, µην ανησυχείς και άκουσέ µε. Εγώ κάθε βράδυ στη 1, στις 2 ή και στις 3 τα ξηµερώµατα σηκώνοµαι από το κρεβάτι µου και πηγαίνω στο µπαλκόνι. – Και τι κάνεις; – Αν µε αφήσεις, θα σου πω. Πηγαίνω στο µπαλκόνι και αγναντεύω τ’ άστρα. – Και µέσα στο κρύο, νυχτιάτικα, εσύ βγαίνεις κι αγναντεύεις τ’ άστρα; Και πες εντάξει, σου αρέσει, αλλά… τα βλέπεις για λίγη ώρα και µετά τι κάνεις; – ∆εν αγναντεύω απλώς τ’ αστέρια, αλλά και τους µιλάω και το σηµαντικότερο είναι ότι έχω ορίσει για κάθε άτοµο ένα ξεχωριστό αστέρι. Το σοβαρό, λοιπόν, είναι ότι, όταν πήγα το βράδυ για να τους περιγράψω τη µέρα µου, είδα ότι λείπει ένα αστέρι. – Κι εγώ πώς µπορώ να σε βοηθήσω; – Όταν λέω λείπει, εννοώ ότι µπορεί να έχει πεθάνει ο άνθρωπος που έχω ορίσει για το αστέρι αυτό. Κι εσύ µπορείς να µε βοηθήσεις, λέγοντάς µου αν έχει συµβεί κάτι. – Και τι περιµένεις να σου πω; Όχι, δεν έχει συµβεί κάτι. – Λύσε µου άλλη µια απορία, σε παρακαλώ. Οι γονείς µου πού ήταν χθες βράδυ; – Όχι, δεν ξέρω, ρώτησέ τους. Το µεσηµέρι της ίδιας ηµέρας η Νταϊάνα άρχισε µια συζήτηση που, όπως φαίνεται, δεν ήταν τόσο ευχάριστη για τους γονείς της. Πάντως όσο και αν τους πίεσε, δεν κατάφερε να µάθει πού είχαν πάει το προηγούµενο βράδυ. Μετά από µερικές ώρες, όταν ήρθε η θεία της, άκουσε κάτι µισόλογα για νοσοκοµείο, αλλά δεν κατάφερε ν’ ακούσει περισσότερα γιατί την κατάλαβαν που κρυφάκουγε και θύµωσαν πολύ. Όµως είχε καταλάβει. Οι υποψίες της επιβεβαιώθηκαν. Κατάλαβε επίσης ποιος ήταν στο νοσοκοµείο. Ο παππούς της.

Η Νταϊάνα ήθελε να πάει κι εκείνη να τον δει, αλλά δεν ήξερε πώς να το πει. – Λοιπόν, µαµά, ξεκίνησε η Νταϊάνα, άκουσα κάτι που λέγατε χθες µε τη θεία Κλάρα. – Και τι θέλεις; απάντησε λίγο απότοµα η µαµά της. – Θέλω να έρθω να δω τον παππού µου. – ∆ε νοµίζεις ότι είσαι πολύ µικρή για να µπαινοβγαίνεις στα νοσοκοµεία; – Αν είναι για τον παππού µου, µέχρι και στη Γροιλανδία θα πάω. – Καλά, µείνε προς το παρόν εδώ και βλέπουµε για τη Γροιλανδία. – Σου είπα, θέλω να έρθω. – Συζήτησέ το µε τον πατέρα σου, είπε κάπως αµήχανα η Λόρα. Το απόγευµα η µητέρα της, ο πατέρας της, η θεία της η Κλάρα, ο θείος της ο Ρόντρικ πήγαν στο νοσοκοµείο και άφησαν την Νταϊάνα στην άλλη της γιαγιά, τη Σούζαν. Η Νταϊάνα, όµως, δεν µπορούσε να δεχθεί ότι ο αγαπηµένος της παππούς –που πάντα φρόντιζε να περνάει καλά και που πήγαινε µαζί του στο χωριό του στη Λάρισα– να είναι στο νοσοκοµείο κι εκείνη να κάθεται να βλέπει «Μίκι Μάους» µε τη γιαγιά της. Ήταν µεγάλη αδικία για τον παππού της. Έτσι, µόλις η γιαγιά της κοιµήθηκε, κάλεσε ένα ταξί και πήγε στο νοσοκοµείο που νοσηλευόταν ο παππούς της. Τη διεύθυνση την βρήκε από ένα χαρτάκι που είχε πέσει από την τσέπη της µητέρας της. Όταν έφτασε στο τεράστιο κτήριο του νοσοκοµείου, ρώτησε κι έµαθε σε ποιο δωµάτιο ήταν ο παππούς της. Είδε τον παππού της ξαπλωµένο σ’ ένα κρεβάτι, αρκετά χλωµό και αδυνατισµένο και µε ένα σωρό µηχανήµατα γύρω του. Η Νταϊάνα δεν καταλάβαινε καθόλου αυτά τα µηχανήµατα. Κάθισε δίπλα του και άκουγε κάτι κοµµένα µπιπ-µπιπ που έκανε. Ξαφνικά ο ήχος άλλαξε και το µπιπ έγινε συνεχόµενο µπιιιιιιιιιιιιιιιπ. Η Νταϊάνα έπιασε το χέρι του παππού της και το έσφιξε, σα να µην ήθελε να τον αφήσει να φύγει. ∆άκρυα έτρεξαν από τα µάτια της, αλλά τα σκούπισε αµέσως γιατί δεν ήθελε να την λυπηθεί κανείς. Η καρδιά της Νταϊάνας χτυπούσε πολύ γρήγορα. ∆εν µπορούσε να µείνει άλλο στο δωµάτιο, ένιωθε ότι µίκραινε και την έπνιγε. Βγήκε στο µπαλκόνι για λίγο και κοίταξε τ’ αγαπηµένα της άστρα, σα να περίµενε κάτι. ∆ιαπίστωσε µε µεγάλη χαρά και έκπληξη ότι το αστέρι που έλειπε έλαµπε ξανά στην ίδια θέση. Έτρεξε γρήγορα µέσα στο δωµάτιο του παππού, αλλά δεν είδε κανέναν. Έβαλε τα κλάµατα, ένιωσε να ζαλίζεται και να πέφτει κάτω. Ένα χέρι, όµως, την συγκράτησε. Ήταν η µαµά της που την πήρε αγκαλιά και της είπε ότι ο παππούς ήταν καλά και θα έβγαινε σύντοµα από το νοσοκοµείο. Η Νταϊάνα, µε δάκρυα στα µάτια, εξήγησε όλη την ιστορία στη µαµά της µε µεγάλη ανακούφιση. Από τότε η Νταϊάνα και η οικογένειά της έλεγαν τα πάντα µεταξύ τους.

Έτσι, έζησαν αυτοί καλά κι εµείς καλύτερα.


Η Κάτια Λιόλη µας ζωγράφισε πολύ όµορφα τη Χρυσοµαλλούσα (που είναι µάλλον το αγαπηµένο της παραµύθι)!

19

Ο Θωµάς Καλτικόπουλος µας χάρισε (παραδοσιακά!) µια αφίσα από εκείνες τις υπέροχες που ξέρει να ζωγραφίζει!


το

ξέρατε αυτό; Τα περισσότερα παιδιά σήµερα δεν αγαπούν την Ιστορία. Ίσως γιατί νοµίζουν ότι είναι βαρετή, ακαταλαβίστικη και χωρίς ενδιαφέρον. Κι όµως! Αν µπορούσατε να την δείτε µε άλλο µάτι και όχι µ’ εκείνο του «µαθητή» που απλώς πρέπει να αποστηθίσει ένα ανιαρό «µάθηµα», µπορεί και να αλλάζατε γνώµη.

ότε που εµφανίστηκαν τα ευρωπαϊκά παραµύθια, στο πιο µεγάλο µέρος της Ευρώπης δεν υπήρχαν χώρες όπως τις ξέρουµε σήµερα, ούτε και κανονικά βασίλεια, παρά µόνο περιοχές, άλλες µικρότερες κι άλλες µεγαλύτε-

T

Γιατί τα παραµύθια έχουν τόσους πολλούς βασιλιάδες;

20

ρες, που η καθεµιά τους ήταν ιδιοκτησία κάποιου άρχοντα. Η γη, τα ζώα, οι καλλιέργειες, τα χωριά, ακόµα και οι άνθρωποι της περιοχής ανήκαν σ’ εκείνον τον άρχοντα, που εξουσίαζε οτιδήποτε υπήρχε στην επικράτειά του. Οι πόλεµοι ανάµεσα στις περιοχές αυτές, που ονοµάζονταν φέουδα, ήταν τόσο συχνοί ώστε δεν µπορούσαν παρά να αναφερθούν µε κάποιο τρόπο στις ιστορίες των λαών τους. Οι άρχοντες εκείνοι κατά πάσα πιθανότητα πέρασαν στα παραµύθια σα βασιλιάδες και οι επικράτειές τους σα βασίλεια.

Οι πύργοι όπου ζουν οι πριγκίπισσες (αγαπηµένες των κοριτσιών) και οι ιππότες (αγαπηµένοι των αγοριών) φαντάζουν στα µάτια µας παραµυθένιοι. Ήταν στ’ αλήθεια έτσι;

σκυλιών κάθε τρεις µέρες και να το αναποδογυρίζουν, ν’ αδειάζουν και να καθαρίζουν µια φορά την εβδοµάδα το κυνοστάσιο.

- Μέσα στους µεσαιωνικούς πύργους έζησαν πολύ περισσότερα παιδιά απ’ όσα µπορούµε να φανταστούµε!

- Για τα παιδιά των αριστοκρατών τα πράγµατα ήταν διαφορετικά. Αγόρια και κορίτσια µάθαιναν από µικρά να κυνηγούν. Το γεράκι ήταν συνηθισµένος σύντροφός τους στο κυνήγι και εκπαιδεύονταν να το ταΐζουν και να το κρατούν στο χέρι.

- Μέσα στον πύργο δε ζούσαν µόνο οι νεαροί αριστοκράτες. Υπήρχαν και παιδιά που βρίσκονταν εκεί σα µαθητευόµενοι, µε σκοπό να µάθουν κάποιο επάγγελµα. - Τα «παιδιά της κουζίνας» (ή «παιδιά για θελήµατα») ξεκοίλιαζαν τα ψάρια, µαδούσαν τα πουλερικά, γύριζαν τη σούβλα και σκούπιζαν. Η δουλειά τους ήταν δύσκολη και κουραστική. - Υπήρχαν παιδιά που δούλευαν σαν «υπηρέτες σκύλου»! Υποχρέωσή τους ήταν να µάθουν τα ονόµατα όλων των σκυλιών. Έπρεπε να µάθουν να τους βάζουν καινούργιο νερό δύο φορές τη µέρα, να σηκώνουν το στρώµα των

- Μέσα στο µεσαιωνικό πύργο υπήρχαν λιγότερα κορίτσια από αγόρια. Οι µικρές «πριγκίπισσες» δεν ήταν οι τρυφερές υπάρξεις που ίσως νοµίζετε. Σε ένα βιβλίο αγωγής αναφέρονται οι κακοί τρόποι τους, η αναίδειά τους, ακόµα και οι προσπάθειές τους να ξεφορτωθούν τις γκουβερνάντες τους, σκορπίζοντας στις σκάλες µπιζέλια, «για να σπάσουν τα µούτρα τους»!


Χριστουγεννιάτικες Για πολλούς αιώνες, τα Χριστούγεννα δεν ήταν για τα παιδιά της Ευρώπης η όµορφη γιορτή που έχουν γίνει σήµερα. Στις σκανδιναβικές χώρες, τα πυκνά σκοτάδια της νύχτας των Χριστουγέννων ήταν γεµάτα τρόµο. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι, ειδικά αυτή τη νύχτα, οι νεκροί έρχονταν στη Γη για να εκδικηθούν τους ζωντανούς. Μάγισσες µε τηγάνια και κατσαρόλες που κόχλαζαν χόρευαν µαγικούς χορούς στα σταυροδρόµια, την ίδια ώρα που ένας σκληρός γίγαντας ξεκινούσε µε το έλκηθρό του από τη Λαπωνία. Τον συνόδευε ένα κοπάδι ποντίκια! Οι ζωντανοί οχυρώνονταν στα σπίτια τους. ∆ιπλοκλειδώνονταν, έβαζαν σιδερένιες µπάρες στις πόρτες και κάρφωναν πάνω µικρούς σταυρούς. Οι γυναίκες δεν άλεθαν και δεν έγνεθαν. Κάθε κυκλική κίνηση πίστευαν ότι έφερνε κακοτυχία. Ούτε τη σούπα δεν τολµούσαν ν’ ανακατέψουν καλά-καλά!…

περιηγήσεις

καβγατζής, λαίµαργος, µπορούσες να βρεις, αντί για δώρα, κρεµµύδια, γογγύλια, σβουνιές ή βέργες και κάρβουνα. Οι Αλσατοί στόλιζαν στο σπίτι τους ένα χριστουγεννιάτικο έλατο από το 16ο αιώνα. Το 17ο, η παράδοση πέρασε στη Γερµανία. Από εκεί µετανάστευσε στην Αµερική και µετά καθιερώθηκε στην Αγγλία. Στην Ελλάδα ήρθε για πρώτη φορά στα χρόνια του Όθωνα (1833). Τα πρώτα στολίδια των χριστουγεννιάτικων δέντρων στην Ευρώπη ήταν ζαχαρωτά. Λαµπερά τσαµπιά από ζαχαρόµηλα, πράσινα δεµάτια πούρα από κρέµα αµυγδάλου, µικρά γλυκά από τσουρέκι (καρδούλες, έλατα, Άι-Βασίληδες) και µεγάλα σκουρόχρωµα µπισκότα µε κολληµένες πάνω τους µικρές εικόνες. Οι πρώτες µπάλεςστολίδια τρώγονταν! Ήταν φουντούκια ζωγραφισµένα ή τυλιγµένα σε ασηµόχαρτο, κουτιά µε καραµέλες και ζωάκια από αµυγδαλωτό. Στην Αµερική, από τα κλαδιά κρέµονταν χωνάκια µε ποπκόρν. Αργότερα, γύρω στα 1870, όλα αυτά αντικαταστάθηκαν µε στολίδια φτιαγµένα από γυαλί, διπλωµένο σύρµα, κερί, χαρτόνι. Και βέβαια, τα φώτα του έλατου ήταν πραγµατικά κεριά που τα άναβαν, στερεωµένα στα κλαδιά. Μέχρι να αντικατασταθούν από µικροσκοπικές λάµπες ��ετρελαίου, ένα σωρό σπίτια άρπαξαν φωτιά!…

Τα παιδιά σε όλες τις χώρες τον σκέφτονται πάντα. Τον φαντάζονται µε τον ίδιο τρόπο, αλλά δεν τον λένε µε το ίδιο όνοµα. Μόνο στην Ελλάδα είναι ο Επίσκοπος από την Καισάρεια. Στην Αµερική είναι ο Σάντα Κλάους, στην Ιαπωνία ο Σάντα Σαν, στην Αγγλία ο Πατέρας-Χριστούγεννα (Father Christmas), στη Ρωσία ο Ντιεντ Μορόζ (δηλαδή ο παππούς που ήρθε από το κρύο), στη Γερµανία ο Βαϊχνάχτσµαν, στην Το πιο γνωστό ποίηµα που υπάρχει για τον Σάντα Κλάους (µε Τουρκία ο Χριστουγεννοµπαµπάς. Οι Γάλλοι, στην αρχή, τον είχαν ονοτον τίτλο «Μια επίσκεψη από τον Άι-Νικόλα») δηµοσιεύτηκε µάσει άνθρωπο των Χριστουγέννων και µετά µπαρµπα-Χριστούγεννα στις 23 ∆εκέµβρη 1823, σε µια µικρή πόλη της Πολιτείας της Νέας Υόρ(Pere Noel). Για τους Ολλανδούς είναι ο Σίντερ Κλάας (δηλαδή ο Άγιος κης. Συγγραφέας του είναι ο Κλέµεντ Μουρ. Νικόλας). Σε αυτούς χρωστάει το ταξίδι του στην Αµερική, όπου πήρε το όνοµα µε το οποίο τον ξέρουν σήµερα –όπως κι αν τον λένε στις χώΤα ονόµατα των οχτώ ταράνδων που σέρνουν το ιπτάµενο ρες τους– όλα τα παιδιά του κόσµου. Ο «Αµερικανός» Σάντα Κλάους έλκηθρο του Σάντα Κλάους είναι Ντάσερ, Ντάνσερ, Πράνσερ, δεν είναι άλλος από τον «Ολλανδό» «Σίντερ Κλάας». Βίξεν, Κόµετ, Κιούπιντ, Ντόνερ, Μπλίτζεν (σε ελεύθερη µετάφραση: Οι κρεµασµένες στο τζάκι κάλτσες είναι αµερικανική επινόηση. Στην Ορµητικός, Χορευτής, Άλτης, Ευρώπη, ο Άγιος Νικόλας τα δώρα τα έβαζε στα παπούτσια. Αλλά δεν ∆ύστροπος, Κοµήτης, έβρισκες µονάχα δώρα, γιατί ο Άγιος δεν πήγαινε µόνος του στα σπί- Άπληστος, Βροντερός, τια. Τον συνόδευε ένας κατάσκοπος, ένα τροµερό διαβολάκι που φαι- Αστραφτερός) και ανανόταν να ξέρει όλες τις σκανταλιές που είχαν κάνει τα παιδιά την προ- φέρονται, για πρώτη φοηγούµενη χρονιά. Έτσι δεν αποκλειόταν, αντί για δώρα, να πάρουν κα- ρά, στο ποίηµα του Κλένένα δεµάτι βέργες! ∆εν είναι τυχαίο το όνοµα που έδωσαν οι κάτοι- µεντ Μουρ. Ο Ρούντολφ, ο κοι της Λορένης στο σύντροφο του Άι-Νικόλα. Τον έλεγαν «µπαρµπα- ένατος τάρανδος µε την Μαστίγιο»! Στην Αλσατία τον φώναζαν Χανς Τραπ, στη Γερµανία Κνεχτ ευαίσθητη κόκκινη µύτη, Ρούπρεχτ. Στην Ολλανδία ήταν ο Πιτ ο Μαυριτανός (ή αλλιώς Μαύρος προστέθηκε αργότερα. Πιτ!) και µπορεί ν’ άφηνε στα ξυλοπάπουτσα των παιδιών, αντί για δώρα, µερικά κοµµάτια… κάρβουνο! Αν ήσουν λοιπόν τεµπέλης, ψεύτης,


το γέλιο δεν έβλαψε ποτέ κανέναν!

Τις προάλλες, ο ∆ηµοσθένης είχε επισκέψεις! Αν και δεν πήραµε κανένα γράµµα σε απάντηση της µικρής αγγελίας που δηµοσιεύσαµε στο προηγούµενο τεύχος των Μυστικών Κουτιών, φαίνεται πως, µε κάποιο τρόπο, το βιβλιοφάγο ποντίκι µας ανακάλυψε έναν τουλάχιστον από τους χαµένους του συγγενείς. Ξέρετε κάτι; Είναι κι εκείνος Βιβλιοπόντικας! Τους τσακώσαµε να κουβεντιάζουν για βιβλία και, χωρίς περιττές ντροπές, κρυφακούσαµε τη συζήτησή τους… – Τι χαµπάρια, ∆ηµοσθένη;… – Καθόλου άσχηµα! Εδώ µέσα, όπως καταλαβαίνεις, δε βαριέται κανείς ποτέ! – Τυχερέ… Εγώ ακόµα να βρω στέκι που να µου ταιριάζει. – Πού θα πάει, θα το βρεις… – Βράσ’ τα, ξάδερφε, ετοιµάζοµαι να µεταναστεύσω. – Όχι δα! Είσαι σίγουρος ότι έψαξες παντού; – Μωρέ, δεν έχω αφήσει τρύπα για τρύπα. Με τέτοια ανεργία; Όλοι οι ξέµπαρκοι βιβλιοπόντικες κάνουν τα χαρτιά τους… Πάνε, σου λέω, για µετανάστες! – Πολύ κρίµα! Και κατά πού λες να την κάνεις; – Ξέρω κι εγώ; Ασία, Αφρική, όπου µε βγάλει...

– Πού είναι ο έλεγχος, Πέτρο; Σήµερα δε θα παίρνατε βαθµούς; – Ναι, αλλά θα τον φέρω αύριο γιατί τον έχω δανείσει στην Κατερίνα. – Και τι να τον κάνει;! Αυτή είναι η πρώτη µαθήτρια της τάξης σας. – Ήθελε να κάνει πλάκα στους γονείς της!

– ∆ανέζης! – Παρών! – Η έκθεσή σου είναι χάλια… – Γιατί, κύριε; – Το κείµενο ανιαρό, οι προτάσεις γεµάτες λάθη, τα γράµµατα δε διαβάζονται. Άσε που είναι κι εκτός θέµατος… – Και τι να κάνω εγώ, κύριε; – Να ειδοποιήσεις τον πατέρα σου. Έχω να του πω δυο λόγια… – Και πολύ καλά θα κάνετε. Εκείνος έγραψε την έκθεση!

» ι ο γ ο λ ά ι δ ο ι λ β «Βι

– Τόσο µακριά; – Μακριά είναι λες; στήσω και τη Μογγολία. Ή την Περσία που τώρα λέγεται Ιράν. Και αυτά – Ουουου… Θα βαρεθείς να ταξιδεύεις. τα παραµύθια τα έχω διαβάσει. Αλλά – Έτσι, ε; Κι εσύ πού το ξέρεις; µπορεί να προτιµάς την Ιαπωνία. Τη – Έχω διαβάσει ασιατικά και αφρι- χώρα του ανατέλλοντος ηλίου! κανικά παραµύθια! Και, ξέρεις, άµα – Όλες αυτές οι χώρες είναι στην διαβάσεις κάµποσα παραµύθια από Ασία; έναν τόπο, είναι σα να έχεις πάει εκεί – Ναι, αµέ! Και η Τουρκία το ίδιο. ο ίδιος. Αφού, να φανταστείς, τότε Αλλά η Τουρκία είναι κοντύτερα που διάβαζα τα παραµύθια από τη στην Ευρώπη, αν θέλεις κάτι πιο βοΝορβηγία, είχα αρχίσει να πιστεύω ότι λικό… Μήπως κάνεις κέφι τους κάποιος πρόγονός µου είχε ρίζες στο Κέλτες; µακρινό Βορρά. Τόσο οικεία µου φαί– Τι είναι πάλι αυτοί οι Κέλτες;! – Α, ξάδερφε! Βλέπω ότι έχεις νονταν όσα διάβαζα… σκουριάσει! Πόσο καιρό – Για σκέψου!… Μήπως να έχεις ν’ ανοίξεις βιβλίο; πήγαινα στη Νορβηγία; – Αυτό δε λέω κι εγώ; – Πάντως, από την Αφρική Για γούστο νοµίζεις το και την Ασία πιο κοντά είναι. Η σκέφτοµαι να µεταναΝορβηγία, τουλάχιστον, είναι στεύσω; στην Ευρώπη. Αλλά και η Λευκορωσία στην Ευρώπη είναι. – Σωστά. Κέλτες λένε Ωραία παραµύθια κι αυτά! τους Σκοτσέζους και – Μα εγώ δεν πάω για τα πατους Ιρλανδούς. Καταραµύθια τους! πληκτικά τα παραµύθια τους! – Και τι σόι Βιβλιοπόντικας είσαι;! – Και καλά, όλα αυτά τα διάβα– Θέλω να πω, ας βρω πρώτα πού σες εδώ µέσα; θα πάω και µετά διαβάζω όσα παρα– Βέβαια! Εννιά τόµοι είναι µύθια θέλεις. Στο κάτω-κάτω, καλά και λέγονται Παραµύθια του Κόσµου. λες. Βιβλιοπόντικας είµαι κι εγώ. – Είσαι πολύ τυχερός, σου το – Τώρα µιλάς σωστά. Αν επιµένεις ξαναλέω. Αλλά, µια κι έχεις διαπάντως για Ασία, µπορώ να σου συ-


βάσει τόσα, µήπως σου βρίσκ εήχο ή για τη ται τίποτε από Ελλάδα; που σκοπεύεις να µου δώσεις για φω τιά; – Μµµ… Λοιπόν, τα τελευταία διάβασµα, µάλλον θα σου καθίσ ω – Για την για καµιά βδοµάδα… παραµύθια που διάβαώρα, δεν ξέ– Ελεύθερα! Σου αρέσουν τα µυ σα είναι τα ρω ού τε πο ύ θιστορήµατα; Λαϊκά Παραµύθια της θα κοιµηθώ το – Κι άλλα βιβλία; Στερεάς Ελλάδας! ∆υο βρ άδ υ… – Σε βιβλιοπωλείο βήµατα. Σκέψου µόνο – Γι’ αυ τό είµαστε, όχι σε πως η Αττική, που πρωσκ ας ; Απ όψ ε µπ ακάλικο! τεύουσά της είναι η Αθήθα σε φιλοξε– Άρχισα να πεινα, στη Στερεά Ελλάδα νήσω εγώ. Βι- νάω… ανήκει. Στάσου! Έχω διαβάσει και βλιοπωλείο πέντε αστέρων! Μέ χρι τα Παραµύθια της Μακεδονίας – Τελικά, έχω . να σε πάρει ο ύπνος, µπορείς να Όχι ακριβώς δυο βήµατα, αλλά µα ζί σου πολλή δεν διαβάσεις για το Θαυµασ τό Ήχο ξενιτεύεσαι κιόλας… δουλειά. και τη ∆αµασµένη Φωτιά. – Καλά, θα το σκεφτώ. Μπορείς – Κανένα τυρί έχεις; – Θα πήξουµε στην επιστήµη… να µου δανείσεις τα παραµύθια – Άτιµη ανεργία! Πρέπει να σε ; – ∆εν έχεις καθόλου δίκιο! Η Άµα τα διαβάσω, ίσως κατατοπ στρώσω στο διάβαιεπιστήµη είναι το διαβατήριο της στώ καλύτερα. σµα. Μάλλον δε θα ανθρωπότητας για το µέλλον! – ∆εν ξέρω αν θα κατατοπιστείς ’χεις διαβάσει Το κά, – Ναι, αλλά εµείς είµαστε ποσίγουρα όµως θα ευχαριστηθείς λεσ µα της άγριας ! ντίκια, µην το ξεχνάς! Εγώ πάντως, τώρα τελευταία, φύσης… Τι θό– Όχι, όµως, σκέτα αν και τρελαίνοµαι να διαβάζω ρυβος ήταν αυποντίκια. Είµαστε Βιπαραµύθια, το ’χω ρίξει στην τός;! βλιοπόντικες! επιστήµη. – Η κοιλιά – Εγώ είµαι άνεργος, µου! «Τ – ∆ηλαδή; ο κάλεσµα της άγριας αν θυµάσαι… – Μη µου πεις πως ξέχασες πείνας»… – Φτ άν ει µε την γκρ τι είναι και η επιστήµη;! Άλλωί– Καλά, καλά, κάτι θα βρω νια. Νοµίζω ότι ήρθε η να στε, τα παραµύθια και η επιστήµ σε ταΐσω. Η αλήθεια είναι ότι η ώρα να δοκιµάσω τις δυνάµεις µο υ έχε ις δίκιο. Και τα δύο πρέπει να έχουν κάτι κοινό. στη συγγραφή. είν αι γεµάτα. Και το κεφάλι και η – Και ποιο είναι – Μπα. Και τι θα γράψεις; κοιλιά. Αλλά το βιβλίο που σου αυτό; εί– «Πόντικας, αυτός ο γίγας»! πα, να το διαβάσεις! Είναι η ιστ – Η φαντασία, ορία – Σου ’στριψε, µου φαίνεται! Τι του σκύλου Μπακ, που εγκατα βέβαια! Πρόσφατα περίεργ λείος τίτλος είναι αυτός; πει για πάντα τον κόσµο των αν διάβασα ένα εξαι– Α, πρόκειται για παραλλαγή θρώπων µόλις χάνεται ο µονα ρετικό βιβλίο. Λέδικ ενός πολύ σπουδαίου βιβλίου ός που άνθρωπος που αγάπησ γεται Αστρονοµία ε… σκοπεύω να σου δώσω για διά βαγια παιδιά! Έχει γραφτεί για πα – Αυτά είναι όλα ιδιά σµα. Λέγεται Άνθρωπος , αυ τός ο µικρής ηλικίας αλλά, πίστεψέ µε, – Κι ένα ακόµα. εί- γίγας και γράφει µέσα για την εξέ ναι κάµποσοι µεγάλοι που δεν – Είπα κι εγώ… Άντε, ρίχ’ το. ξέλιξη του ανθρώπου. Εκεί λέει πώ ςο ρουν ούτε τα µισά απ’ όσα γράφ ει άνθρωπος µπόρεσε µε την εργ ασία εκεί µέσα! του να γίνει αυτό που είναι σήµερ α, – Σε πιστεύω. Ποτέ όµως δεν είενώ κάποτε δε διέφερε πολύ απ ό ναι αργά για να µάθεις κάτι. Τίπ οτε τους πιθήκους… άλλο ενδιαφέρον; – Με όλ’ αυτά – Όλα εδώ είναι ενδιαφέροντα . Για παράδειγµα, τι ξέρεις για τον


» ι ο γ ο λ ά ι δ ο ι λ «Βιβ – Είναι το Στοιχειωµένο Κάστρο... – ∆ε µ’ αρέσουν τα φαντάσµατα. – ∆ιάβασέ το πρώτα κι ύστερα µου λες. Είναι πολλά βιβλία που ο τίτλος τους σε ξεγελάει. Άµα κάνεις κέφι τις αστείες ιστορίες παιδιών, µε τα γέλια τους, τα παιχνίδια τους, τις σκανταλιές τους, αλλά και τις αγωνίες της ηλικίας τους, σίγουρα θα βρεις ενδιαφέρον στο µικρό Θρασάκη που τις διηγείται! – Ανυποµονώ. – Αλήθεια; – Ναι. Για το τυρί. Αλλά και για τον Θρασάκη, µη στεναχωριέσαι… – Καλά. Πάω να φέρω φαΐ. Στο µεταξύ, ρίξε µια µατιά σ’ αυτά τα κείµενα. Μη φοβάσαι. ∆εν είναι κεφάλαιο από το βιβλίο µου. Είναι παρουσίαση για την καινούργια έκδοση της Σύγχρονης Εποχής. Με παίδεψε αρκετά… – Πώς κι αυτό; – ∆ιάβασε και θα δεις…

Τα µυστήρια της οδού Κενταύρων Στην πραγµατικότητα δε µου αρέσουν οι ιστορίες µε γάτους. Ποντίκι είµαι, τι περιµένατε;… Ωστόσο, δεν µπόρεσα να αποτρέψω την έκδοση του συγκεκριµένου βιβλίου, κι επειδή µ’ έχουν αναθρέψει να φέροµαι σαν υπεύθυνος Βιβλιοπόντικας, είµαι υποχρεωµένος να κάνω την παρουσίασή του. Φυσικά, οι γάτοι εξακολουθούν να µ’ ανατριχιάζουν κι ο µόνος τρόπος για να εξοικειωθώ λίγο µαζί τους ήταν ν’ αρχίσω να σκέφτοµαι σαν αυτούς. Έτσι σκαρφίστηκα το αποκριάτικο πάρτι! Σα γάτα Αγκύρας δεν έλεγα και πολλά. Και στραβός να ήταν κανείς, θα µε καταλάβαινε αµέσως. Και όµως, όχι! Ούτε ένας δεν πήρε χαµπάρι το προφανές… Το ότι «οι άνθρωποι είναι θεόστραβοι και δε βλέπουν την τύφλα τους µέσα στο σκοτάδι» το είχα καταλάβει από µόνος µου εδώ και καιρό. Μα τούτοι δεν έβλεπαν ούτε τη µέρα!

Τότε ήταν που άρχισα να µπαίνω για τα καλά στην έννοια του µυστηρίου. Οι δύο γάτοι που ζούσαν στο σπίτι της οδού Κενταύρων (ο νωθρός Σιλβέστερ και ο δαιµόνιος Γάτοκ Χολµς) έδιωξαν σιγά-σιγά την απέχθειά µου και την αντικατέστησαν µ’ ένα αίσθηµα που έµοιαζε αρκετά µε συµπάθεια. Ιδιαίτερη εντύπωση µου έκανε κάτι που δεν είχα ως τότε προσέξει: Ότι σε κάθε σπίτι υπάρχουν µυστικά, καλά κρυµµένα από τα βλέµµατα των ξένων, αλλά µάλλον εύκολα ανιχνεύσιµα από τις «κεραίες» των οικείων. Πάνω σ’ αυτήν την παραδοχή χτίζονται µερικά σπιτικά «µυστήρια» που θυµίζουν κάµποσο αστυνοµικές ιστορίες. Ένας ντετέκτιβ αναλαµβάνει να τα λύσει, φροντίζοντας να µη θίξει τις ασταθείς ισορροπίες των σχέσεων. Κατά τ’ άλλα, αυτές οι ιστορίες (για παιδιά µε ανήσυχη µατιά, για µεγάλους µε παιδική διάθεση) είναι απλές και λέγονται µάλλον απλά. Πολύπλοκο είναι µόνο ό,τι δε λέγεται, ό,τι µένει να υπονοηθεί. Αλλά µήπως έτσι δε συµβαίνει και στη ζωή;…

Της Εύη Κοντόρα Σκίτσα: Ζωή Κυτοπούλου

ή είστε οι ίδιοι πρόσφυγες –που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό; Μήπως έχετε απορίες γι’ αυτό το παγκόσµιο φαινόµενο;

Μήπως έχετε φίλους µετανάστες; Μέσα στο 2011 θα κρατάτε στα χέρια σας ένα βιβλίο µε Μήπως εσείς οι ίδιοι ήρθατε στην Ελλάδα από άλδιηγήµατα για παιδιά από 9 χρονών και πάνω, που τα λη πατρίδα; Μήπως είναι οι γονείς σας µετανάστες; θέµατά τους είναι όλα σχετικά µε τη µετανάστευση. Μήπως γνωρίζετε Μην παραλείψετε να το διαβάσετε και να το δώσετε στους γονείς σας για να το διαβάσουν και αυτοί!


Αγαπητοί φίλοι.

Σ

χεδόν εννιά µήνες έχουν περάσει από τότε που κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος των Μυστικών Κουτιών. Πολλές θετικές κρίσεις ήρθαν ως εµάς από µέρους σας και σας ευχαριστούµε γι’ αυτές. Το ζητούµενο, ωστόσο, δεν είναι να παραµείνουµε βολεµένοι στα θετικά. Το περιοδικό αυτό, φτιαγµένο µε πολύ κόπο και

Τα παιδιά δεν ανήκουν σε µας.

Ανήκουν στη ζωή.

Ραµπιτρανάθ Ταγκόρ (Ινδός ποιητής)

Η σελίδα των γονιών και των δασκάλων

Σηµείωµα της Σύγχρονης Εποχής για τους δασκάλους και τους γονείς µε τις µικρές µας δυνάµεις, δεν αναζητά µια θέση λογοτεχνικής επιφυλλίδας (είτε για παιδιά, είτε για µεγάλους), φιλοδοξεί όµως να γίνει ένα εργαλείο συζήτησης ανάµεσα στα παιδιά και τους ενηλίκους, ανεξαρτήτως αν αυτοί είναι δάσκαλοι ή γονείς. Από την άποψη αυτή, θα επαναλάβουµε κάτι που έχουµε ήδη αναφέρει, ότι δηλαδή τα οποιαδήποτε αναγνώσµατα, ακούσµατα και θεάµατα των παιδιών µας, χωρίς να γίνονται σηµείο άρνησης και τριβής, πρέπει ωστόσο να αποτελούν αντικείµενο και της δικής µας γνώσης και προσοχής, ώστε να είµαστε σε θέση ανά πάσα στιγµή να συµµετέχουµε σε κάθε πτυχή της δικής τους ζωής. Πόσο εύκολο είναι αυτό; Καθόλου! Εσείς, στους οποίους απευθυνόµαστε, δεν ανήκετε στους προνοµιούχους της άνεσης ως προς το χρόνο και την υποµονή. Οι ταξικές αντιθέσεις, που µας αφαιρούν όλο και περισσότερα µέσα για στοιχειωδώς αξιοπρεπή ζωή, επιτίθενται ακόµα και στη διάθεσή µας να χτίσουµε µια υγιή και ουσιαστική σχέση µε τα παιδιά µας. Κι όµως! Τα σχέδια που απεργάζεται ο αντίπαλος µε τους µηχανισµούς του, στόχο έχουν αυτήν ακριβώς την αποξένωση του παιδιού από το οικογενειακό (στην ουσία το ταξικό!) καθηµερινό του περιβάλλον. Οι διάφορες παγίδες, που στήνονται στο δρόµο του, διόλου ακίνδυνες δεν είναι. Η παραπλανητική λαµπρότητα του περιτυλίγµατός τους καλύπτει έντεχνα την κακοσµία της νοσογόνου ρυπαρότητας που κρύβεται από κάτω. Όσο δύσκολο, όσο κοπιαστικό, όσο χρονοβόρο και αν είναι, οφείλουµε στα παιδιά µας να είµαστε εκεί για να τα προστατέψουµε και να τους συµπαρασταθούµε!

Ένα µεγάλο µέρος της ύλης του παρόντος τεύχους έχει να κάνει µε το παραµύθι και, µάλιστα, µε το λαϊκό παραµύθι. ∆εν ήταν τυχαία αυτή η επιλογή. Οι ρίζες του λαϊκού παραµυθιού βρίσκονται σε καίρια σηµεία της ιστορικής εξέλιξης των λαών και των κοινωνικών δυνάµεών τους. Αρκετές µικρές πληροφορίες για το παραµύθι βρίσκονται διάσπαρτες σε πολλές από τις σελίδες του περιοδικού. Είναι ευκαιρία και για σας τους ίδιους –πιστεύουµε– να ξεσκονίσετε τις γνώσεις σας, να ξαναγυρίσετε σε πιο «µαγικές» στιγµές της ζωής σας και να ξαναµπείτε µε άλλους όρους στην ανεπανάληπτη ατµόσφαιρα του µικρόκοσµου των δικών σας παιδιών. Τα παραµύθια που δηµοσιεύουµε είναι αποτέλεσµα της ιδιαίτερης ζωής των µικρών νεοσσών σας! Όπως οι ανώνυµοι λαϊκοί δηµιουργοί έκρυβαν στις αφηγήσεις των ιστοριών τους τις αγωνίες και τους αγώνες τους για καλύτερη ζωή και κοινωνική δικαιοσύνη, έτσι και τα παιδιά σας «µασκαρεύουν» µέσα στα δικά τους παραµύθια τα όνειρά τους, τις επιθυµίες τους, τις δυσαρέσκειες, τους φόβους και τις ελπίδες τους. ∆ιαβάστε τα µε άλλο µάτι και θα ανακαλύψετε ότι κάτι έχουν να σας πουν!… Ένας µακροπρόθεσµος στόχος της Σύγχρονης Εποχής, που δεν ευοδώθηκε προς το παρόν, έχει σχέση µε το άνοιγµα µιας γενικής συζήτησης ως προς τις διαφορές ανάµεσα στους άντρες και τις γυναίκες, στα αγόρια και τα κορίτσια. Γνωρίζαµε από την αρχή ότι το εγχείρηµα αυτό παρουσίαζε δυσκολίες. Αν οι γενεσιουργές αιτίες της φυλετικής ανισοτιµίας

των γυναικών είχαν κατανοηθεί, αν η εκµετάλλευση και η διπλή καταπίεση που υφίσταται το «δεύτερο φύλο» είχαν συνειδητοποιηθεί ως πολιτικά, ταξικής – πρωτίστως– φύσης ζητήµατα, το γυναικείο κίνηµα (και µάλιστα το ριζοσπαστικό-αγωνιστικό, το οποίο κάπως επιχειρήσαµε να θίξουµε στο προηγούµενο τεύχος) θα ήταν ήδη πολύ µαζικότερο και πιο αποτελεσµατικό. Πλην όµως, τα µικρά κορίτσια (όπως και τα µικρά αγόρια) δεν πρέπει να µένουν ανίδεα µπροστά σε ένα τέτοιας εµβέλειας ζήτηµα που αναµφισβήτητα επηρεάζει και θα επηρεάσει ακόµα πιο καθοριστικά στο µέλλον τις ίδιες τους τις ζωές. Επιτρέψτε µας να επιµείνουµε! Και σας ζητάµε –κατά το δυνατό– να επιµείνετε κι εσείς. Ενθαρρύνετε τα παιδιά σας να συµµετάσχουν σε αυτήν τη συζήτηση που –αρχικά τουλάχιστον– δε θα πάρει τη µορφή µαζικής εκδήλωσης, αλλά ενός διαλόγου µε τη µορφή της αλληλογραφίας. Ο βαθµός ανταπόκρισης των παιδιών σας θα καθορίσει τα επόµενα σκαλοπάτια για την επίτευξη του στόχου µας. Ελπίζουµε να γίνει και δικός σας. Τέλος, ζητάµε τη συνδροµή σας για τη βελτίωση και διάδοση αυτού του περιοδικού. Βοηθήστε µας ν’ αποκτήσουµε µια καλύτερη επικοινωνία µε τα παιδιά, σε κατεύθυνση που θα εξυπηρετεί τα συµφέροντα τα δικά τους και τα δικά σας, µακριά από τις απατηλές σειρήνες των εύκολων λύσεων µιας χυδαίας «αγοράς» που επιθυµεί να πουλήσει, ισοπεδώνοντας και οµοιογενοποιώντας τα πάντα. Στείλτε µας παρατηρήσεις, αντιρρήσεις, ιδέες και προτάσεις. Τις περιµένουµε!


ς ι ε σ ή ν υ ε Εξερ

σ’ ένα

. . . » ο µ σ ο κ ό ρ κ ι «µ

Σ

το πλαίσιο των εκδηλώσεων-συζητήσεων που απευθύνονται σε ενηλίκους, αλλά έχουν σχέση µε τη διαπαιδαγώγηση, την εξέλιξη και την καθηµερινότητα των παιδιών, πραγµατοποιήθηκε στα Γιάννενα (31.5.2010, Καµπέρειο Θέατρο) εκδήλωση για την επανέκδοση του έργου του Σοβιετικού παιδαγωγού Α. Σ. Μακάρενκο

«Παιδαγωγικό Ποίηµα» σε µετάφραση Ζήνωνα Ζορζοβίλη.

Ένα σπάνιο και µοναδικό έργο!

26

«∆εν πρόκειται µόνο για ένα ωραίο λογοτεχνικό βιβλίο» επισήµανε ο οµιλητής δρ. Ελισσαίος Βαγενάς, παιδαγωγός µε ειδίκευση στην «Παιδαγωγική και εξελικτική ψυχολογία», µέλος της ΚΕ του ΚΚΕ. Στο δυτικό κόσµο συνειδητά αποσιωπήθηκε και διαστρεβλώθηκε η προσφορά της Σοβιετικής Ένωσης και στο χώρο της διαπαιδαγώγησης. Τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας, τα εγκαταλελειµµένα παιδιά έφταναν τα 7.500.000 εκατοµµύρια σε όλη τη χώρα! Η νεαρή εργατική εξουσία έπρεπε να επιλύσει το πρόβληµα αυτών των παιδιών που συχνά κατέληγαν σε συµµορίες, έκλεβαν, ζητιάνευαν και έκαναν χρήση ναρκωτικών ουσιών (σε ποσοστό τουλάχιστον 10%!)… Αυτό που προκαθορίζει όλη τη µεγαλειώδη προσπάθεια που περιγράφεται στο Παιδαγωγικό Ποίηµα είναι η τεράστια κοινωνική, πολιτική αλλαγή, η σοσιαλιστική επανάσταση που επέτρεψε σε µια καθυστερηµένη, αγράµµατη στην πλειοψηφία της, χώρα να γίνει µία από τις πρωτοπόρες χώρες στον τοµέα της επιστήµης και του πολιτισµού. «Η εκπαίδευση και η εκπαιδευτική µεταρρύθµιση είναι πράξη πολιτική και ενεργείται µε πολιτικές δυνάµεις και αποφάσεις, άρα η εκπαιδευτική αλλαγή προϋποθέτει κοινωνικοπολιτική αλλαγή» υποστηρίζει ο ∆. Γληνός. Αυτό επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση ��ου Μακάρενκο. Είναι ακόµα µία απάντηση στις αντιδραστικές αλλαγές που βρίσκονται σήµερα σε εξέλιξη, µέσω των οποίων επιδιώκεται να αφαιρεθούν όσα δικαιώµατα κατάκτησε ο λαός µας και να παραδοθεί το σχολείο στις δυνάµεις της αγοράς. Ακολούθησε προβολή ταινίας βασισµένης στο βιβλίο. Η ταινία είναι σοβιετικής παραγωγής και δεν έχει παιχτεί ποτέ στην Ελλάδα.

Για τις εκθέσεις βιβλίου που επιθυµείτε να οργανώσετε σε σχολεία ή Συλλόγους, µη διστάσετε να επικοινωνήσετε µαζί µας. Η Σύγχρονη Εποχή έχει τη δυνατότητα να σας προµηθεύσει τα βιβλία της.

Το βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής στα Γιάννενα δε συνεχίζει τη λειτουργία του. Ήδη εγκαινιάστηκε και λειτουργεί το καινούργιο βιβλιοπωλείο της Σύγχρο νης Εποχής στην Πάτρα.


Πρόσκληση για συζήτηση

Αγόρι ή κορίτσι; - Μήπως ανήκεις σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι το φύλο δίνει «πόντους» και σε κατατάσσει σε ανώτερη ή κατώτερη κατηγορία; - Νοµίζεις ότι οι εκπρόσωποι του ενός ή του άλλου φύλου πρέπει να παίζουν στη ζωή τους έναν προκαθορισµένο ρόλο; - Σε έχουν πείσει ότι τα αγόρια πρέπει να είναι «δυνατά σα λιοντάρια» και τα κορίτσια «λαµπερά σα νεραϊδούλες»; - Είναι δικές σου οι απόψεις που έχεις για το ζήτηµα ή θεωρείς σωστό ν’ ακολουθείς αυτά που συνήθως δέχονται οι άλλοι; - Πόσα βιβλία «µόνο για αγόρια» ή «µόνο για κορίτσια» έχεις διαβάσει τελευταία; - Τι ρόλο παίζει το φύλο στην επιλογή του επαγγέλµατος; - Υπάρχουν «αντρικές» και «γυναικείες» δουλειές; - Σε ποιο φύλο ανήκουν οι περισσότεροι φίλοι σου; - Πώς περιγράφεις τις καθηµερινές σχέσεις ανάµεσα στα διαφορετικού φύλου άτοµα που είναι στην παρέα σου; - Έχεις απορρίψει ποτέ κάποιον µόνο γιατί ανήκει στο ένα ή στο άλλο φύλο; - Θέλεις να µας πεις τις απόψεις σου για το θέµα; Αν ναι, στείλε µας γράµµα ή ηλεκτρονική επιστολή. Μπορείς να το συζητήσεις µε τους φίλους σου και τις φίλες σου ή να τους προτείνεις να στείλουν τη γνώµη τους κι εκείνοι ή εκείνες. Στείλε µας τον τίτλο ενός ή περισσότερων βιβλίων που έχεις διαβάσει και νοµίζεις ότι έχουν σχέση µε το θέµα. Μην ξεχάσεις να µας γράψεις το όνοµά σου, την ηλικία σου και –φυσικά– αν είσαι αγόρι ή κορίτσι.

Τι είναι η Λέσχη Ανάγνωσης και Συγγραφής;* Αν σας αρέσει να διαβάζετε βιβλία. Αν σας αρέσει να γράφετε ιστορίες. Αν θέλετε να κάνετε καινούργιους φίλους. Στείλτε µας το όνοµά σας και την ηλικία σας, τον τίτλο του αγαπηµένου σας βιβλίου και το συγγραφέα του ή µια ιστορία που γράψατε πρόσφατα, κι αυτό ήταν όλο! Εµείς θα µαζέψουµε τα γράµµατά σας και θα φτιάξουµε τις οµάδες. Εσείς δεν έχετε παρά να περιµένετε να σας ειδοποιήσουµε. *Τα πρώτα παιδιά έχουν κιόλας γραφτεί!

27


Μας το ’πε ένα πουλάκι... «Έκτακτη σύσκεψη για τις “κουτσοµπόλες” του περιοδικού!» αποφάσισε ο Βιβλιοπόντικας ∆ηµοσθένης και, µέσα σε µισή ώρα, είχαµε γεµίσει ζουζούνια. Όσοι πελάτες ήταν εκείνη την ώρα στο µαγαζί έπαθαν την πλάκα τους. Τροµάξαµε να τους πείσουµε ότι δεν αντιµετωπίζαµε ξαφνική επιδροµή κουνουπιών από το ∆υτικό Νείλο (κι επίσης ότι δε χρειαζόταν να χρησιµοποιήσουµε εντοµοκτόνο)!… – Είστε απαράδεκτοι! φώναζε ο πόντικάς µας στο δηµοσιογραφικό επιτελείο του. Τόσος καιρός κι ούτε µία ανταπόκριση της προκοπής! – Μα, κύριε διευθυντά… τόλµησε να δικαιολογηθεί ένα κοινό κουνούπι. Νοµίζετε ότι είναι εύκολη αυτή η δουλειά; Ούτε να πλησιάσουµε δε µας αφήνουν! – Σωστά τα λέει… συµφώνησε µαζί του µια κρεατόµυγα.

28

Όλοι µε τις µυγοσκοτώστρες µάς περιµένουν. Της ίδιας γνώµης ήταν και οι άλλοι της συντροφιάς. Ο ∆ηµοσθένης είναι αυστηρός, αλλά δίκαιος. Αναγνώρισε τα ζόρια των ταλαίπωρων ρεπόρτερ (που, από τις πολλές αποστολές αυτοκτονίας, έχουν γίνει κανονικοί καµικάζι!), γι’ αυτό, παιδιά, σας παρακαλεί να διευκολύνετε όσο µπορείτε τις «κουτσοµπόλες» του, στέλνοντας οι ίδιοι τις ανταποκρίσεις σας στο περιοδικό µας.

Για το τεύχος αυτό έχουµε τα εξής: Ξέρετε τι είναι τα «µήλα»; Η «αµπάριζα»; Τα «κουτάκια»; Οι γιαγιάδες σας θυµούνται παλιά παραµύθια και τραγούδια να σας πουν; Πότε ήταν η τελευταία φορά που φάγατε «µαλλί της γριάς»; Μια Κυριακή του περασµένου Μάη (2010), τα παιδιά στο Κερατσίνι βρήκαν την ευκαιρία να περάσουν ένα απολαυστικό τετράωρο στο πάρκο Σελεπίτσαρι, όπου τα µέλη του Γυναικείου Συλλόγου «Στοργή του Παιδιού» (ΟΓΕ) είχαν τη διάθεση και την υποµονή να οργανώσουν ένα ξέφρενο Φεστιβάλ Παιχνιδιού!

«Ελάτε να παίξουµε!» καλούσε η πρόσκληση του Συλλόγου που είχε και… υπότιτλο: «Βάλε την όρεξη και το κέφι, βάλε τα ρούχα τα παλιά κι έλα!» Όλοι είχαν ρόλο σ’ εκείνο το Φεστιβάλ! Γιαγιάδες και παππούδες έλεγαν παραµύθια και τραγούδια. Μαµάδες και µπαµπάδες έπαιζαν (µε όλα τα παιδιά και όχι µόνο µε τα δικά τους!)… Παιδιά όλων των ηλικιών, χωρίς να εξαιρούνται και τα παιδιά µε αναπηρία (αφού υπήρχε ειδική πρόβλεψη γι’ αυτά!), διασκέδασαν όσο τραβούσε η όρεξή τους και έµαθαν έναν πολύ βασικό κανόνα για να είναι πάντα όµορφη η ζωή: Ότι πρέπει να παλεύουν για τα δικαιώµατά τους και να µην παραιτούνται, ώσπου να τα κατακτήσουν!

∆ιεκδικούµε ελεύθερους χώρους για να παίζουµε! Λέµε όχι στη φτώχεια, την εξαθλίωση, τις αρρώστιες και τη σκληρή δουλειά! Λέµε όχι στην εκµετάλλευση εκατοµµυρίων παιδιών σε όλο τον κόσµο! (Το ρεπορτάζ έκανε ένα νεαρό τζιτζίκι που τραγουδούσε µε την ψυχή του πάνω σε κάποιο δέντρο.)


Γύρω στο τέλος του Σεπτέµβρη ήρθε στα χέρια µας το παρακάτω γράµµα: και κουκλοθέατρο, να πάρεις µέρος σε οµαδικά παιχνίδια, να παρακολουθήσεις θεατρικές παραστάσεις, να γκαρίξεις όσο ήθελε η ψυχή σου και να λερωθείς όσο τραβούσε η όρεξή σου! Προς τη Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού «Μυστικά Κανένας δε σου έλεγε «µη» και «όχι». Αλλά και γιατί να το πουν; Τα καηµένα τα παιδιά δεν έκαναν τίποτε κακό, µόνο ό,τι δε γιΚουτιά» νόταν να κάνουν τις άλλες µέρες µέσα στα στενάχωρα διαµερίσµατα και στις χωρίς πράσινο γειτονιές τους… Αγαπητοί φίλοι. Μέχρι την Κυριακή το πρωί κράτησε το πανηγύρι. Μπορούλα άρχισαν χωρίς καλά-καλά να το πάρουµε µε να σας πούµε και πώς το έλεγαν. (Γιατί, βέβαια, κάθε γιορχαµπάρι. Αλλά έτσι αρχίζουν πάντα τα σηµαντι- τή που σέβεται τον εαυτό της πρέπει να έχει ένα όνοµα, έτσι κά πράγµατα. Πρώτα ήρθαν οι νεαροί µε τις δεν είναι;) Το έλεγαν Φεστιβάλ ΚΝΕ-Ο∆ΗΓΗΤΗ (αλλά δεν σκαλωσιές. Με πινέλα και χρώµατα, µε φωνές παίρνουµε όρκο ότι ξέρουµε κιόλας τι πάει να πει!)… και µε τραγούδια. Πολλή φασαρία γινόταν και Καταλάβαµε όµως ότι κάτι που είναι καλό (και το πάρπρέπει να σας πούµε ότι εµείς δεν είµαστε συνηθισµένες σε τό- κο µας σίγουρα είναι) µπορεί, χωρίς αµφιβολία, να γίσο θόρυβο! νει καλύτερο. Εκείνες τις µέρες το πάρκο µας έγινε καΗ αλήθεια είναι ότι το πάρκο που µένουµε (εκεί, δηλαδή, που λύτερο και τώρα νοσταλγούµε τη βαβούρα που χάσαµε! είναι η λίµνη µας) δε µένει ποτέ άδειο. Όλο και κάποιος έρχεΜα, εκτός από νοσταλγία, δε σας κρύβουµε πως νιώται. Μαµάδες µε µωρά στα καροτσάκια, παιδιά µεγαλύτερα που θουµε και κάποια ανησυχία. Ακούσαµε, βλέπετε, να λέεπιµένουν να µας ταΐζουν, ηλικιωµένοι άνθρωποι… Είναι και νε ότι το πάρκο µας µπορεί και να κινδυνεύει! Από κάποιοι που ιδροκοπάνε τρέχοντας (κι έχουν ένα ύφος σα να ποιους ακριβώς δεν είµαστε σίγουρες. Κάτι για «επιχεικάνουν το πιο σπουδαίο πράγµα του κόσµου…). Φυσικά, µό- ρήσεις» πήρε τ’ αυτί µας. Κάτι για «κέρδη»… Και κάτι νο τη µέρα. Μόλις παίρνει να βραδιάζει, η κίνηση σταµατάει. Το για λεφτά, «λεφτά µε ουρά»! Ποιος ξέρει τι να σηµαίνει πάρκο µας είναι τόσο κακοφωτισµένο, που ερηµώνει γρήγορα αυτό… Μία πολύξερη από το σινάφι µας επιµένει ότι, όταν πέφτει το σκοτάδι. Αν υπήρχαν φαντάσµατα, το βράδυ θα αν γίνει έτσι όπως ακούστηκε, µέχρι και νοίκι για τη λίκυκλοφορούσαν µόνο φαντάσµατα. Κι αν υπήρχαν λύκοι στην µνη µπορεί να µας ζητήσουν να πληρώσουµε! Μόνο που περιοχή, θα κυκλοφορούσαν κι αυτοί µαζί τους!... εµείς έχουµε ουρά από φτερά, όχι από λεφτά, κι έτσι δε … Μέχρι εκείνη την Πέµπτη του Σεπτέµβρη. Λοιπόν, τόσο θα µπορέσουµε να πληρώσουµε το νοίκι… κόσµο και τόσα φώτα δεν έχουν ποτέ τα µάτια µας ξαναδεί! ΚαΠιστεύουµε, όµως, ότι οι άνθρωποι της περιοχής δεν λέ, τι κοσµοπληµµύρα ήταν εκείνη; Και, να φανταστείτε, όλοι επιθυµούν να δώσουν το πάρκο τους. Και θέλουν τα αυτοί δεν έφυγαν ούτε όταν πήρε να νυχτώνει. Για να µη σας παιδιά τους να µάθουν να χαίρονται, όχι να µετράνε πούµε ότι τότε έγιναν περισσότεροι! Μη χειρότερα… Από πού χαρτονοµίσµατα. άραγε ξεφύτρωσαν; Μάτι δεν κλείσαµε ως να ξεκουµπιστούΓι’ αυτόν το λόγο σας στέλνουµε το γράµµα. Για νε… ∆ε µας άφησαν καθόλου στην ησυχία µας! Αλλά και να να σας βεβαιώσουµε ότι τουλάχιστον εµείς δεν µας άφηναν, έτσι βαρυστοµαχιασµένες που ήµασταν από τα πρόκειται να φύγουµε. Θα είµαστε εδώ και του κουλούρια που µας πέταγαν για να µας… «ευχαριστήσουν», χρόνου. Και θα υποδεχτούµε πάλι τον κόσµο, τη θα τα καταφέρναµε να ξηµερωθούµε; νεολαία και τα παιδιά που τόσο όµορφες έκαΟι πιο φωνακλάδες (και οι πιο γουστόζικοι!) επισκέπτες µας ναν για µας εκείνες τις λίγες µέρες του περαήταν τα παιδιά. Έρχονταν ως εµάς από ένα µέρος που το λέ- σµένου Σεπτέµβρη. γανε Παιδότοπο κι ύστερ’ από λίγο ξαναγυρνούσαν εκεί. Ήταν Ειλικρινά δικές σας. ένας χώρος (µέσα στο πάρκο µας!) όπου, αν ήσουν παιδί, µπορούσες να κάνεις ό,τι ήθελες. Να ζωΟι πάπιες γραφίσεις, να δεις του πάρκου Τρίτση Καραγκιόζη

Ό


ξόρµόαλς εξό ρότλαευ Το σΤταουσ

µας

τεύχους ου εν ύµ γο οη πρ ου �� υ ξο λέ ρο Λύση του σταυ Κ

Ε

1

Ρ 2

Μ

Υ

Θ

Ο

1

Ι

Ν

Σ Ι

Ι

Μ Π

Α

Μ

Κ

Ν

Α

Ι Ρ

Ω

Τ

Α Σ

Ν Τ

Η

Σ

Ν

Υ

Κ

Μ

Ο

Ε

4

Ω 5

Α

Σ

Τ

Πόσα είναι τα βιβλία για παιδιά που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή; Πολλά!

Η

Τ

Τ3 Ρ 4

2

ιδιά

Κατάλογος βιβλίων για πα

3

Ρ

Ο Ν Ο

Χ Μ

5

Ι

Ο

Κ

Γ

Μ

Λ

Ε

Ο

Τ

Α

Υ

Εκφράζουµε θερµές ευχαριστίες σε όσους τίµησαν µε τη συµµετοχή τους την προσπάθειά µας για την έκδοση της Ανθολογίας ∆ιηγήµατος µε θέµα τη Μετανάστευση. Η προσπάθεια αυτή ήταν ένα δύσκολο εγχείρηµα, κυρίως επειδή δεν απευθύνεται σε ενηλίκους, αλλά σε παιδιά. Οι ιδιαίτερες συνθήκες µέσα στις Ευχαριστήριο! οποίες εκδηλώνεται το φαινόµενο της µαζικής εισροής µεταναστών και προσφύγων (κυρίως από τριτοκοσµικές χώρες) στην Ελλάδα εν µέσω καπιταλιστικής κρίσης, και όσα προβλήµατα, αναπόφευκτα, δηµιουργούνται είναι παράγοντες που δεν αφήνουν ανεπηρέαστα τα παιδιά µας. Η έντεχνη αξιοποίηση από το σύστηµα των πιο αντιδραστικών εθνικιστικών χώρων που, παραδοσιακά, χρησιµοποιούνται προκειµένου να εκµεταλλεύεται αποτελεσµατικότερα ο καπιταλισµός την εργατική δύναµη ντόπιων και ξένων κάνουν ακόµα πιο επιτακτική την ανάγκη

Έρχεται ο νέος κατάλογος: Με όλα τα βιβλία για παιδιά! Με τις ηλικίες στις οποίες απευθύνεται το καθένα! Με λίγα λόγια για το κάθε παραµύθι, την κάθε ιστορία, το κάθε µυθιστόρηµα! Με σύντοµη περιγραφή για το κάθε βιβλίο γνώσης!

Θα κυκλοφορήσει µέσα στο 2011.

να παρεµβαίνουµε θετικά στη συνείδηση των δικών µας παιδιών. Στόχος µας ήταν και παραµένει η αποσαφήνιση (µέσα από ένα πιο προσιτό µέσο, όπως η λογοτεχνία) των πραγµατικών αιτιών των κοινωνικών αντιθέσεων, που δε βρίσκονται στο χρώµα, στο φύλο ή στον τόπο καταγωγής, αλλά στην ταξική θέση του κάθε ανθρώπου µέσα στα εκµεταλλευτικά συστήµατα. Κατά τη διαδικασία επιλογής των διηγηµάτων, η Επιτροπή Κρίσης της Σύγχρονης Εποχής έλαβε υπόψη το συνολικό αποτέλεσµα της κάθε πρότασης ξεχωριστά, και ως προς τη µορφή και ως προς το περιεχόµενο. Κάθε συγγραφέας θα λάβει προσωπική επιστολή, ανεξαρτήτως ένταξης της πρότασής του στην Ανθολογία. Η διαδικασία έχει ήδη ολοκληρωθεί και το έργο θα εκδοθεί µέσα στο 2011.


Ο διαγωνισµός µας! Στο µήνυµα της ΙΒΒΥ για την Παγκόσµια Μέρα Παιδικού Βιβλίου 2010, ο συγγραφέας Eliacer Cancino αναφέρει ορισµένα καράβια: 1. Ισπανιόλα 2. Ναυτίλος 3. Ροσινάντε 4. Καράβι του Σεβάχ του Θαλασσινού 5. Μεγάλο Καράβι του Χάκλµπερι Τι είναι το καθένα από αυτά τα καράβια και πού το βρίσκουµε; Να αναφέρετε βιβλίο και συγγραφέα.

Τα 5 πρώτα παιδιά που θα στείλουν το γράµµα τους µε τις σωστές απαντήσεις θα µπορούν να επιλέξουν ανάµεσα σε δύο βιβλία κλασικής λογοτεχνίας από τις εκδόσεις της Σύγχρονης Εποχής. Η προτεραιότητα θα εξακριβωθεί από την ηµεροµηνία στη σφραγίδα του Ταχυδροµείου.

! α ί χ υ τ ι π ε ή λ α Κ Μικρές αγγελίες

ου

η Έλενα Κελεσίδ ι να εί ς µα ύ µο ισ ων αγ ενου δι α και να Νικήτρια του προηγούµ ιοπωλείο µας στην Αθήν βλ βι το ό απ ι σε ρά πε ρεί να του Κόσµου). από το Κερατσίνι! Μπο της από τα Παραµύθια ής ογ ιλ επ ς τη µο τό ν να ζητήσει το δώρο της (έ

Αναζητούµε το Μυστικό Κουτί µε το δεύτερο κεφάλαιο της ιστορίας του Βιβλιοπόντικα ∆ηµοσθένη. Όποιο παιδί καταφέρει να φανταστεί πού το έκρυψε, παρακαλούµε να στείλει ένα γράµµα για να µας το πει. Μπορεί, επίσης, αν θέλει, να έρθει στο βιβλιοπωλείο µας, να πάρει καµιά ιδέα! Οι δικές µας τελείωσαν… Ο ξάδερφος του ∆ηµοσθένη (ο άνεργος, άστεγος και πεινασµένος Βιβλιοπόντικας που τον επισκέφθηκε) βρήκε σπίτι και δουλειά. Ετοιµάζει τα µπογαλάκια του για το καινούργιο βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής στην Πάτρα! Επειδή, όµως, δεν ξέρει αν έχουν προλάβει να προµηθευτούν Μυστικά Κουτιά στην Πάτρα (για να στήσει το τσαρδί του), παρακαλεί κάποιο από τα παιδιά να του δανείσει προσωρινά ένα δικό του. Υπόσχεται να το επιστρέψει µόλις ταχτοποιηθεί…

Το 3ο τεύχος των Μυστικών Κουτιών θα κυκλοφορήσει στις αρχές του Ιούνη του 2011!


ΣYΓXPONH EΠOXH ΕΚ∆ΟΤΙΚΗ ΑΕΒΕ Σόλωνος 130, 106 81 Aθήνα, τηλ.: 210 3320800, fax: 210 3813354 http://www.sep.gr, e-mail: info@sep.gr BIBΛIOΠΩΛEIA: AΘHNA: Mαυροκορδάτου 3, τηλ.: 210 3829835, fax: 210 3829814 ΘEΣΣAΛONIKH: Πλάτωνος 7, τηλ. & fax: 2310 283810 ΠΑΤΡΑ: Κανακάρη 159, τηλ. & fax: 2610 222804


Μυστικά Κουτιά - Τεύχος 2