Issuu on Google+

ΤΕΥΧΟΣ 3 / ΜΑΪΟΣ 2010




Ολόκληρη η

ψηφιακή

/ 05.2010

EDITORIAL

Ο ΜΠΕΙΤΕ ΣΤu.com/ u s s www.i ocs/issue03 kontra/d ΑΣΤΕ ΤΟ ΚΑΙ ΔΙΑΒ ΚΡΙΒΩΣ ΤΕΥΧΟΣ ΑΠΩΝΕΤΑΙ ΟΠΩΣ ΤΥ

Παίζοντας με την τέχνη της Χριστίνας Κεφαλίδη (Α’ Γυμνασίου-Θεάτρου) Η τέχνη είναι μία ευχαρίστηση. Ένα παιχνίδι που χτυπά την πόρτα στα μικρά παιδιά και τα προσκαλεί να παίξουν. Τα παιδιά την υποδέχονται ευκολότερα από τους μεγάλους. Η τέχνη τα ταξιδεύει σε μέρη φανταστικά, σε χώρες μακρινές, σε άλλες εποχές. Οι μεγάλοι είναι επιφυλακτικοί, δεν επιβιβάζονται τόσο εύκολα στο πλοίο της τέχνης, νιώθουν φοβία, που γεννιέται μέσα στη σφαίρα της λογικής. Όπως λέει και ο Νάτο στο θεατρικό έργο Το Κρεμμύδι, «η τέχνη είναι κάτι το αφύσικο». Ζεις μαζί της μια άλλη ζωή, πιο ελεύθερη, χωρίς όρια και περιορισμούς. Μια ζωή μακριά από τη λογική. Όσοι επιλέγουν να παίξουν με την τέχνη συναντούν διάφορα εμπόδια. Η σκληρή λογική των γονιών τους τους καταπιέζει, κάποιες φορές τούς νικά και τους αναγκάζει να εγκαταλείψουν το όνειρό τους. Άλλους πάλι τους σπρώχνει περισσότερο να βρουν άσυλο στην τέχνη. Τελικά, η τέχνη είναι δημιουργία, ευχαρίστηση και προσφορά. Όσοι παίζουν μαζί της διδάσκονται και διδάσκουν, κάθε φορά ανακαλύπτουν κάτι καινούργιο. Μέσα στην περιπλάνησή τους βλέπουν πράγματα που τους γεμίζουν χαρά και γνώση, εκφράζονται και περνούν καλά. Να περάσουμε όλοι καλά! Καλό καλοκαίρι!

Περιεχόμενα Γ’ Λυκείου 2010 Σε εφηβική διάθεση Μαθητικοί προβληματισμοί Αντέδρασα, αντιδρώ, θα αντιδρώ Σε ενημερωτική διάθεση Τα παιδιά δημιουργούν Σε καλλιτεχνική διάθεση Σε αναζήτηση Σε συνεχή δραστηριότητα Κόμικ Σε καλή φυσική κατάσταση Επί του πιεστηρίου

ΣΕΛ. 3 ΣΕΛ. 4-5 ΣΕΛ. 5 ΣΕΛ. 6-7 ΣΕΛ. 8 ΣΕΛ. 9-12 ΣΕΛ. 13-15 ΣΕΛ. 16-17 ΣΕΛ. 17 ΣΕΛ. 18 ΣΕΛ. 19 ΣΕΛ. 19

____________________________________ Εφημερίδα μαθητών Καλλιτεχνικού Γυμνασίου-Λυκείου Γέρακα Κέας και Ανάφης 15344 Γέρακας Αττικής Τηλ.: 210 661 6130 E-mail: mail@gym-kall-gerak.att.sch.gr Ιστοσελίδα: http://gym-kall-gerak.att.sch.gr ____________________________________ Σχεδιασμός και Σελιδοποίηση Βασίλης Οικονόμου (απόφοιτος) Πάρου 33 15343 Αγία Παρασκευή Αττικής Τηλ.: 210 600 7476 E-mail: print@crumbcode.com Ιστοσελίδα: http://www.crumbcode.com ____________________________________ Συντακτική Ομάδα Ιάσονας Αδριανός, Μελίτα Βασιλειάδη, Γιώργος Καψαλάκης, Χριστίνα Κεφαλίδη, Χρυσάνθη Κοσμά, Ιωσηφίνα Μακρή, Νίκος Νικολέας-Μπερμπατιώτης, Αλκυόνη Πολυζώνη, Θωμαΐς Σούλη, Δημήτρης Σταυρόπουλος, Ορέστης Σταυρόπουλος, Μανώλης Χάλκος, Α2 Γυμνασίου, Γ’ Λυκείου ____________________________________ Εικαστικό Υλικό Ιορδάνης Αλεξιάδης, Κωνσταντίνος Βαρσαμής, Γρηγόρης Γρίσπος, Ιάσονας Διαμαντής, Γεωργία Θεοδόση-Λιάκου, Ελεονώρα Κακλαμάνη, Ζωή Καρέλλα, Ιόλη Καρύκα, Κωνσταντίνος Κατσώνης, Γιώργος Καψαλάκης, Ραλλού Κεχαγιόγλου, Στέλλα Κεχαγιόγλου, Κωνσταντίνα Κωτσοπούλου, Κατερίνα Λεμπιδαρά, Κυριακή Μαυρουδή, Αντωνέλλα Νίκα, Λήδα Νικολαΐδη, Τάκης Παπαδάκης, Νόρα Παπαδήμα, Άγγελος Παπαδόπουλος, Αριστείδης Πετρόπουλος, Λένια Πλατανιά, Αλκυόνη Πολυζώνη, Χριστίνα Πρέκα, Κωνσταντίνος Σαρανταένας, Γιάννης Τόβας, Όλγα Τσαντίρη, Αναστασία Φραγκάκου, Κωνσταντίνος Χάσκαρης, Γ’ ΓυμνασίουΕικαστικών ____________________________________ Εξώφυλλο Μαθητές της Β’ Λυκείου: Αθηνά Ασημακοπούλου, Μαρία Δεδεβέση, Αδελαΐδα-Θεοδοσία Ευρενίδη, Γιώργος Ιορντάνοφ, Έλλη Καρμοίρη, Σταμάτης Καρυστινός, Βίκυ Μπουροζίκα, Ανδρέας Τρίπος ____________________________________ Φωτογραφίες Σελ. 3, 4, 5, 6, 7, 13, 15, 17, 18, 19: Έργα και φωτογραφίες από τους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους του σχολείου Σελ. 2, 8, 16: © Photocase.com ____________________________________ Επιμέλεια Ύλης Ανθή Καββαδά, Βάσω Καραμπέτσου, Ευγενία Ντερακοπιάν

Ανακυκλώστε αυτό το έντυπο


05.2010 /

Γ’ ΛΥΚΕΙΟΥ 2010

Ο λογαριασμός



«Κι αν γελώ, είναι που ξέρω το δρόμο μου και πάω Κι αν ρωτώ, είναι για εκείνα που ήξερα ότι ξέχασα Κι αν θα βρω όλα όσα νοιάζομαι και όσα αγαπάω Θα μπορώ να λέω σε όλους Τα κατάφερα, γέρασα κι όμορφα πέρασα»

Τα παιδιά της Γ’ Λυκείου που έγραψαν: Χρυσάνθη Κοσμά, Στεφανία Καλομοίρη, Βασιλική Βάρδα, Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου, Στέλλα Ξαπολύτου, Νατάσσα Ζάκα, Σταύρος Ηλιόπουλος, Αλέξανδρος Γιατράς, Κλεάνθης Βουγλάνης, Δημήτρης Σταυρόπουλος, Θωμαΐς Σούλη, Μύριαμ Μουσταφά, Κώστας Κουτρούλης, Ορέστης Σταυρόπουλος “Αρχίζω. Βαθιά ανάσα μη σκοντάψω στις λέξεις”. Όλα τα ωραία πράγματα κάποτε τελειώνουν, δυστυχώς. Έτσι και το σχολείο. Έξι χρόνια πέρασαν χωρίς να το καταλάβουμε και να, που βρεθήκαμε τελειόφοιτοι. • This is the end. Ή μήπως όχι; Γιατί όλα τα ωραία να τελειώνουν; Γιατί να αφήνονται λίγο πιο πίσω μέχρι να ξεθωριάσουν απ’ το πέρασμα του χρόνου; Έτσι γίνεται πάντα; Έτσι θα γίνει και μ’εμάς; Όχι. Επειδή δεν υπάρχει τέλος στις αληθινές και όμορφες σχέσεις. Σε όλα αυτά που κερδίσαμε μέσα από τις ατελείωτες ώρες που περάσαμε μαζί ζωγραφίζοντας έναν πίνακα στο χώρο του προαύλιου, κάνοντας μια ομαδική χορογραφία ανάμεσα σε φίλους, γελώντας ασταμάτητα μια Κυριακή πρωί σε ένα άδειο σχολείο, κάνοντας πρόβα εμείς κι εμείς. Επειδή δεν υπάρχει διάρκεια στα όμορφα πράγματα. Είναι πάντα εκεί να σου θυμίζουν ότι υπήρξαν. Είναι πάντα εκεί για να σε κάνουν να σηκώσεις το τηλέφωνο και να πληκτρολογήσεις τον αριθμό του ανθρώπου που περάσατε μαζί έξι χρόνια στο ίδιο θρανίο, στην ίδια αίθουσα, στο ίδιο σχολείο. Επειδή είναι πολλά αυτά που μας ενώνουν και η ισχύς τους μεγάλη. Είναι η αγάπη μας γι’ αυτό που κάνουμε, η αγάπη του ενός προς τον άλλο. Η αγάπη για το σχολείο, το οποίο μας έδωσε τόσες αξέχαστες στιγμές και άλλες τόσες όμορφες μέρες και στο οποίο ελπίζουμε να επιστρέψουμε κάποια στιγμή στο μέλλον. Η αγάπη για εκείνη την ιδέα μιας «άλλης» εκπαίδευσης, που έγινε πράξη στο Καλλιτεχνικό Σχολείο του Γέρακα. • Ως Τρίτη Λυκείου ανυπομονώ να δώσω Πανελλήνιες, θέλω να κλείσει αυτός ο κύκλος. Όμως…Θα μου λείψουν όσα έζησα εδώ. Νιώθω ότι τον επόμενο Σεπτέμβρη θα θέλω να ξανάρθω. • Πώς θα είναι να μη βλέπω τα ίδια άτομα κάθε μέρα; Τα ίδια πρόσωπα που έβλεπα κάθε πρωί για 9 ώρες; Καινούργια αρχή! Δε θέλω να φύγω. Θέλω να τελειώσει το σχολείο, αλλά δε θέλω να φύγω. Έζησα τόσα μέσα σ’ αυτόν το χώρο και έμαθα πολλά. Θα προσπαθήσω να ξανάρθω. Τόσες εμπειρίες καλές, κακές. Τόσα πράγματα, τόσες αναμνήσεις, που θα μου θυμίζουν όλες τις ωραίες στιγμές που έχουμε περάσει όλοι μας σ’ αυτό το σχολείο. Δε θέλω να τελειώσει το σχολείο. • Είμαι το μεγαλύτερο γαϊδούρι του κόσμου, και βαριέμαι… • Εγώ πάλι θέλω να τελειώσει το σχολείο, αλλά, όμως, είναι το καλύτερο σχολείο που υπάρχει. Και δε θα το άλλαζα με κανένα. Πραγματικά, πέρασα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου so far. Και ελπίζω το σχολείο αυτό να ωριμάσει και να συνεχίζει να βοηθάει τα παιδιά να εκφράσουν αυτά που νιώθουν και να εξωτερικεύσουν τα ταλέντα τους. • Επιτέλους, τελειώνει το σχολείο. Ούτε τρεις εβδομάδες δεν έχουν μείνει για τις Πανελλήνιες. Μάλλον εγώ χαίρομαι πιο πολύ από όλους. Επιτέλους θα κοιμάμαι όσο θέλω! Θα μου λείψουν όλα τα παιδιά και όλος ο χαβαλές του σχολείου, γιατί σχολείο σαν το Καλλιτεχνικό δεν υπάρχει πουθενά. • Τελικά, μάλλον ανάμικτα είναι τα συναισθήματα. Είναι μια γλυκιά λύπη αυτή που μένει στο τέλος. Μαζί μεγαλώσαμε, εκφραστήκαμε, ζήσαμε. Σαν ένα. Δημιουργηθήκαμε μαζί με το σχολείο και πλέον θα μείνουν οι πιο ευχάριστες αναμνήσεις να μας θυμίζουν τον πιο υπέροχο τρόπο ενηλικίωσης από όλους. Αυτόν που βιώσαμε εμείς εδώ. • Νομίζω απ’ όλους πιο πολύ έχω καταλάβει εγώ την αξία αυτού του

σχολείου. Στη Β’ Λυκείου άλλαξα σχολείο για τους πέντε πρώτους μήνες και τότε κατάλαβα την αξία του Καλλιτεχνικού. Παρ’ όλα τα τεράστια προβλήματα που έχει, εμείς συνεχίσαμε, δεν τα παρατήσαμε, δε φύγαμε. Κι αν κάποιοι το πράξαμε, επιστρέψαμε. Η αγάπη μας γι’ αυτό που κάναμε και η όρεξή μας να βοηθήσουμε το Καλλιτεχνικό ήταν μεγάλη. Έτσι ξεκίνησε αυτό το σχολείο, με ελάχιστους. Κι όμως στάθηκε στα πόδια του. Θα μου λείψει αφάνταστα και θα είναι μια γλυκιά ανάμνηση. Η πιο ωραία που θα μπορούσε να σφραγίσει τα μαθητικά μου χρόνια. Εύχομαι τα παιδιά που είναι εδώ, και αυτά που θα έρθουν στο μέλλον, να το αγαπήσουν τόσο όσο εμείς,και να μη χάσουν ποτέ την όρεξή τους για τέχνη. • Ήρθαμε σε αυτό το σχολείο παιδιά και φεύγουμε ενήλικες. Μεγαλώσαμε σε ένα δικό μας ονειρικό κόσμο και έξω μας περιμένουν άλλοι διαφορετικοί και δύσκολοι. Εγώ όμως δε θέλω να φύγω από αυτόν που ζούμε τώρα… ξέρω όμως ότι θα παραμείνει για πάντα μέσα μου ολοζώντανος. • Η αλήθεια είναι πως, όταν ένα τόσο μεγάλο κεφάλαιο της ζωής σου τελειώνει, δεν μπορείς να προσδιορίσεις τι νιώθεις. Σκέφτεσαι πολλά. Πώς αισθάνεσαι, όταν ξέρεις ότι μπαίνεις στην τάξη για τελευταία φορά; Ότι βλέπεις άτομα με τα οποία δέθηκες για τελευταία φορά μέσα στο χώρο του σχολείου; Το καλό είναι πως από αυτά τα έξι χρόνια έχεις πολλά να θυμάσαι. Προσωπικά, δέθηκα μ’ αυτό το σχολείο, το πόνεσα και πιστεύω ότι όλοι όσοι τελειώνουμε φέτος έχουμε ένα παραπάνω δέσιμο μαζί του, μιας και το είδαμε, κυριολεκτικά, μόλις έξι μήνες από τη γέννησή του. Μεγαλώσαμε μαζί του και τώρα που τελειώνει δε μένει παρά να πούμε ότι τα καλύτερα έπονται. Ελπίζω οι μαθητές που μένουν πίσω να δώσουν κάτι παραπάνω απ’ αυτό που εμείς δώσαμε. Ό,τι κι αν ήταν αυτό. Δεν ξέρω τι ακριβώς θα θυμάμαι μετά από κάποια χρόνια. Ίσως πολύ λίγα. Σημασία, τελικά, έχει ποιο είναι αυτό που με διαμόρφωσε ως άτομο. Αυτό είναι το σχολείο, σε μεγάλο βαθμό. Τελικά, θα είμαι πάντα κομμάτι του, όπως και ο καθένας μας. • Όταν είσαι έξι χρονών, φαίνεται τόσο απλό και βαρύ. «Θα ��ερνάς αυτήν την πόρτα και θα κάθεσαι σε ένα τέτοιο θρανίο για τα υπόλοιπα 12 χρόνια της ζωής σου. Το μόνο που θα σκέφτεσαι είναι γράμματα και αριθμοί». Αν το δει κανείς τόσο ωμά, μοιάζει καταδίκη. Μόνο που τα τελευταία έξι χρόνια βγήκε ψέμα. Πήρε χρώμα από καμβάδες και σπρέι, κίνηση από χορό και μουσική, άρωμα από καμαρίνια και αστρική σκόνη από τα φώτα της σκηνής. Γέμισε ζωή. Μαυρισμένα χέρια, ιδρωμένα πρόσωπα και αστείες εκφράσεις συνέθεσαν αυτό το φιλμ του Καλλιτεχνικού. Το φιλμ μιας όχι και τόσο σπουδαίας παραγωγής, που δεν της έλειπε όμως το παραμικρό. Συναισθήματα, φιλίες, αγάπη, πόνος, αγώνες, προσπάθειες, ξενύχτια, έρωτας, δημιουργίες. Γίναμε οικογένεια. Γίναμε ενήλικες σε αυτόν το χώρο. Υπάρχει μόνο μια λέξη για να τον χαρακτηρίσω. «Σπίτι». Ευχαριστώ για όσα μου δώσατε. Θα έχετε πάντα το μεγαλύτερο μέρος στην καρδιά μου.




/ 05.2010

ΣΕ ΕΦΗΒΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ

Μια ιστορία… (συνέχεια από το προηγούμενο τεύχος) Διήγημα της Χρυσάνθης Κοσμά (Γ’ Λυκείου-Θεάτρου) Ο Μιχάλης καθόταν σε μια αίθουσα του φροντιστηρίου ξεφυλλίζοντας ένα περιοδικό. Η Λιλίκα περνούσε εκείνη την ώρα από κει και μπήκε διστακτικά μέσα. Ο Μιχάλης την κατάλαβε. «Ωπ, καλώς την! Πού ‘σαι συ; Έχω καιρό να σε δω!» της χαμογέλασε. Εκείνη κοκκίνισε. «Ε, πράγματι». Αφού σε απέφευγα συστηματικά… σκέφτηκε. «Έλα, κάτσε. Τι κάνει το φυτουκλάκι μου;» την πείραξε, όμως το μετάνιωσε αμέσως μόλις είδε την έκφρασή της. «Συγγνώμη, δεν το εννοούσα. Πλάκα έκανα» απολογήθηκε. Η Λιλίκα έκατσε δίπλα του. «Δεν πειράζει. Ούτως ή άλλως, όλοι έτσι με φωνάζουν». Ο Μιχάλης κούνησε το κεφάλι του. «Μην τους δίνεις σημασία. Εξάλλου, είπαμε πως έχεις υψηλούς στόχους» της είπε με μια υπόνοια χιούμορ. «Η αλήθεια είναι…» ξεκίνησε απολογητικά η Λιλίκα «πως δεν καίγομαι κιόλας για τη νομική. Απλά θα με σκοτώσει η μάνα μου έτσι και δεν μπω». «Τ’ όνειρό της, ε;» Η Λιλίκα ένευσε καταφατικά. «Και στο ’χει επιβάλει;» Ο Μιχάλης μισούσε πραγματικά τους γονείς που δε νοιάζονταν για τις επιθυμίες και τα όνειρα των παιδιών τους και λογάριαζαν μόνο τις φιλοδοξίες τους. Η γνώμη που είχε σχηματίσει για τη μητέρα της επιδεινώθηκε δραματικά. «Μια ζωή με λέει ηλίθια. Μου λέει πως θα με παραδεχτεί μόνο αν τα καταφέρω. Μόνο έτσι θα αναγνωριστεί, αν υπάρχει, η αξία μου, λέει». Δεν ήξερε τι να πει ο Μιχάλης. Εκείνη τη στιγμή, μπροστά του δεν έβλεπε ούτε κάποια ηλίθια, ούτε κάποια τόσο κενή όσο νόμιζε στην αρχή. Έβλεπε απλώς ένα κορίτσι που το καταπίεζε το περιβάλλον του, αλλά δεν είχε το σθένος ν’ αντιδράσει. Πάντως, το σίγουρο ήταν πως είχε αρχίσει να του τραβά το ενδιαφέρον. «Και τι θέλεις εσύ να κάνεις; Σ’ έχω ξαναρωτήσει, αλλά δε μου απάντησες» τη ρώτησε τελικά. Η Λιλίκα δίστασε, αλλά τελικά απάντησε. «Θα σου φανεί γελοίο, το ξέρω…» «Δοκίμασέ με!» της χαμογέλασε. Η Λιλίκα τού ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Μ’ αρέσει να γράφω. Δεν το ξέρει κανείς, στην πραγματικότητα, δε μιλάω γι’ αυτό. Θα ήθελα να γίνω συγγραφέας». Περίμενε να τον ακούσει να γελάει, ή τουλάχιστον, να τον δει να συγκρατεί τα γέλια του, όμως αντί γι’ αυτό, απλά της χαμογέλασε. «Ακούγεται πολύ ωραίο!» της είπε με ειλικρίνεια, ξαφνιάζοντάς την ευχάριστα. «Γιατί δε το λες στη μητέρα σου; Θα μπορούσε να σε στηρίξει σ’ αυτό». Μα, τι της λέω, χάζεψα; σκέφτηκε από μέσα του. «Το ξέρει η μάνα μου. Και κάνει τα πάντα για να με αποθαρρύνει. Δεν την αφήνω να διαβάζει τα κείμενά μου, της τα κρύβω. Με πληγώνει όποτε τα σχολιάζει. Α, και ισχυρίζεται πως οι συγγραφείς είναι καταδικασμένοι να πεινάνε» είχε βουρκώσει. Εν τω μεταξύ, ο Μιχάλης βίδωνε άσχημα. Με τη μητέρα της, με όσους απ’ το περιβάλλον της δεν καταλάβαιναν, με τον εαυτό του που είχε βιαστεί να κρίνει. «Συγγνώμη που επεμβαίνω, Λίλι, αλλά νομίζω πως πρέπει να το παλέψεις. Δεν μπορεί να καθορίσει η μάνα σου τι θα κάνεις στη ζωή σου! Και μάλιστα κάτι που δε θέλεις! Θα δυστυχήσεις!» «Το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι» του είπε απελπισμένα. «Μπορείς! Πετάχτηκε όρθιος και έπιασε το πρόσωπό της. Την είχαν ήδη πάρει τα ζουμιά κι εκείνος της σκούπισε τα δάκρυα. «Έλα, μην κλαις. Μπορείς να το κάνεις». Η Λιλίκα συνέχισε να κλαίει γοερά και ψέλλισε πως δεν μπορούσε. Ο Μιχάλης γονάτισε και την κοίταξε κατάματα. «Θέλω να μου υποσχεθείς…» της είπε με καθησυχαστική φωνή

«…πως θα το παλέψεις. Έλα, μπορείς να το κάνεις, είμαι σίγουρος». Η Λιλίκα είχε ηρεμήσει κάπως. «Το υπόσχεσαι;» Εκείνη ένευσε καταφατικά. «Ωραία! Α, να σου πω, μπορείς να μου φέρεις κάτι δικό σου να διαβάσω; Αν θες δηλαδή» της ζήτησε, παίρνοντας τα πράγματά του. Η κοπέλα ξαφνιάστηκε ακόμα περισσότερο. «Ν…ναι…γιατί όχι; Μόνο, σε προειδοποιώ, γράφω βλακείες…» «Έλα, να μην ακούω αηδίες!» της ανακάτεψε τα μαλλιά κι έφυγε. «Θα το περιμένω, ε;» της έκλεισε το μάτι φεύγοντας. Η Λιλίκα είχε συγκινηθεί. Δε συνέβαινε συχνά να νοιάζονται γι’ αυτήν. Για πρώτη φορά, κάποιος το ’χε κάνει πραγματικά. Η αλήθεια ήταν πως ο Μιχάλης τής είχε προκαλέσει θαυμασμό από τότε που τον είχε γνωρίσει, τώρα, όμως, άρχισε να τον εκτιμά, κιόλας. Και την είχε αντιμετωπίσει τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι περίμενε… «Άτσα και ο κοινωνικός προβληματισμός!» αστειεύτηκε ο Μιχάλης που είχε ενθουσιαστεί με το κείμενο της Λιλίκας. Ήταν η ιστορία ενός παιδιού που οι κοινωνικές συνθήκες το είχαν οδηγήσει στο έγκλημα κι από κει στη φυλακή. Πολύ απλοϊκά δοσμένο μεν, αλλά ουσιαστικό. Δυστυχώς, η Λιλίκα δεν είχε καμία συναίσθηση της αξίας του. Με το που το είχε πάρει στα χέρια του άρχισε να το διαβάζει και φαινόταν να του αρέσει, πράγμα που ευχαριστούσε την κοπέλα. Το είχε τελειώσει και της το επέστρεφε μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο. «Πώς σου φάνηκε;» τον ρώτησε αμήχανα. «Το ‘χεις!» της απάντησε πρόσχαρα. «Ρε, καλλιέργησέ το, θα ‘ναι κρίμα να τ’ αφήσεις». Η Λιλίκα δεν κατάφερε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Ευχαριστώ…» «Τι έγινε, της μίλησες τελικά της μαμάς;» πήδηξε σε άλλο θέμα ο Μιχάλης. Η Λίλι δυσανασχέτησε καθώς θυμόταν τη σκηνή που διαδραματίστηκε στο σπίτι της. «Της μίλησα, αλλά έγινε χαμός. Α, μου ‘κοψε και το χαρτζιλίκι!» «Κωμικοτραγικό!» «Παραδόξως, είχα συμπαράσταση απ’ τον μπαμπά! Αλλά δεν άντεξε για πολύ…» «Στρατηγός η μαμά, ε;» σάρκασε εκείνος. Η Λιλίκα ένευσε καταφατικά. «Μην καταθέσεις τα όπλα, πάντως. Δική σου είναι η ζωή, ό,τι θέλεις την κάνεις». «Ναι, καλά, δεν είναι ακριβώς έτσι…» «Μωρέ, έτσι είναι αν το θες» της ξαναχαμογέλασε. Η Λιλίκα ντράπηκε λίγο. Χαμήλωσε το κεφάλι της, καθώς τα μάγουλά της είχαν βαφτεί κόκκινα και χαμογέλασε. «Ε, ξέρεις, κάτι έχω να σου πω» έκανε διστακτικά ο Μιχάλης. Η Λιλίκα πάγωσε. Βρε, λες; «Να, αυτή τη βδομάδα έμαθα…» κόμπιασε «ότι μετακομίζουμε». Ψυχρολουσία για την κοπέλα. Έμεινε να τον κοιτάζει σα χαζή. «Θ’ ανέβουμε Θεσσαλονίκη, οπότε θα χαθούμε για λίγο…» προσπάθησε να χαμογελάσει. «Πάντως, σκοπεύω να περάσω Αθήνα, οπότε μάλλον θα τα ξαναπούμε …» Η Λιλίκα δεν το πολυπίστευε. Ήξερε πολύ καλά τι γινόταν σε τέτοιες περιπτώσεις. Αρχικά κρατάς επαφή με τον άλλο, μετά αραιώνεις και στο τέλος τον ξεχνάς. Και δεν ήθελε να συμβεί αυτό. Δεν είπε τίποτα. «Και ξέρεις τι θα γίνει όταν ξανάρθω, ε; Εγώ θα κάνω ερευνητικές εργασίες για τη σχολή μου κι εσύ θα ‘χεις βάλει τη μαμά σου στη θέση της και θα εκδίδεις τις ιστορίες σου σε κάποιο περιοδικό. Σύμφωνοι;» της άπλωσε το χέρι.


05.2010 /



ΣΕ ΕΦΗΒΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Η Λιλίκα τον κοίταξε δύσπιστη. Η λογική της της έλεγε πως όλ’ αυτά ήταν μόνο λόγια. Πως όποιες προθέσεις κι αν είχε, στη Θεσσαλονίκη θα τις ξεχνούσε. Μετά από λίγο καιρό θα ήταν σαν να μην είχαν συναντηθεί ποτέ κι η ζωή τους θα συνεχιζόταν κανονικά όπως πριν. Όμως, κοιτάζοντάς τον στα μάτια δεν ήταν και τόσο σίγουρη… «Σύμφωνοι» του ‘πε δίνοντάς του το χέρι της.

ΜΑΘΗΤΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Φυλετικές Διακρίσεις Μια συνομιλία μεταξύ των μαθητών του Γυμνασίου Η 21η Μαρτίου έχει καθιερωθεί από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ως η Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων. Έτσι οι μαθητές και οι μαθήτριες του τμήματος Α2 Γυμνασίου του Καλλιτεχνικού Γέρακα επιλέξαμε, αντί του μαθήματος της βιολογίας, να συζητήσουμε γι’ αυτό το θέμα, που μας αφορά όλους. Οι Σταύρος Δούκας και Χριστίνα Κεφαλίδη κατέγραψαν και σχολίασαν όσα είπαμε.

όπως και τα επιτεύγματα της τεχνολογίας και του πολιτισμού, έχουν δημιουργηθεί από τις αλληλεπιδράσεις όλων των λαών στο πέρασμα του χρόνου.

– Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να καταλάβουμε πως έχουμε τα ίδια δικαιώματα και είμαστε ίσοι. Δεν πρέπει να μας κατατάσσουμε ανάλογα με το χρώμα και την καταγωγή μας. Η θρησκεία και η γλώσσα δε μας κάνουν και τόσο ξεχωριστούς.

– Δεν υπάρχει λόγος να είμαστε ρατσιστές, γιατί κανένας πολιτισμός δεν είναι κατώτερος και άρα όλοι οι άνθρωποι, λευκοί, μαύροι, κίτρινοι είναι ίσοι. Οι άνθρωποι όταν φέρονται ρατσιστικά, φέρονται ρατσιστικά στον ίδιο τους τον εαυτό!

– Ρατσισμός. Μία λέξη που προσδιορίζει απέχθεια προς κάποιον διαφορετικό. Προς κάποιον “ξένο”. Μα δεν είναι ξένος! Όλοι μοιραζόμαστε τα ίδια αγαθά. Τη ζωή, το νερό, τον ουρανό.

– Ακούγοντας τις γνώμες σας, άρχισα να σας καταλαβαίνω περισσότερο. Οι περισσότεροι είστε κατά του ρατσισμού, πράγμα που, όπως είναι λογικό, χαροποιεί εμένα και όλο τον κόσμο. Δείχνετε ότι θέλετε να καταπολεμήσετε τις φυλετικές διακρίσεις. Έχετε καταλάβει, όμως, ότι, εκτός από το φυλετικό ρατσισμό, υπάρχει και ο κοινωνικός; Τι θα λ��γατε π.χ., για κάποιον που δε διστάζει να αποκαλέσει έναν παχύσαρκο συμμαθητή του “φούσκα”;

– Άραγε οι αρχαίοι Έλληνες, για τους οποίους είμαστε τόσο περήφανοι, είχαν εθνική συνείδηση; Φαντάζομαι πως θα υπήρχε αυτό το μίσος που μένει μετά τους πολέμους προς άλλους λαούς, όπως προς τους Πέρσες. Όμως, αργότερα, συμμάχησαν και μ’ αυτούς! – Ο ρατσισμός είναι παράλογος, είναι ένα αλλόκοτο ανθρώπινο δημιούργημα. Όλοι οι άνθρωποι είναι το ίδιο, μόνο που ζουν σε άλλες περιοχές. Εγώ, όμως, είμαι λίγο ρατσιστής, επειδή φοβάμαι λίγο με αυτά που ακούω και δε μου αρέσουν οι φάτσες τους. Δεν τους δέχομαι, γιατί πιστεύω πως είναι επικίνδυνοι… – Εγώ δεν αντέχω τους ρατσιστές. Αφού πάρουν ό,τι αξιοποιήσιμο βρουν από τους άλλους λαούς, μάς κάνουν τους μάγκες. Άντε να μην τα πάρω. Αν διαβάζανε λίγο ιστορία, θα βλέπανε ότι όλα τα στοιχεία που συνθέτουν τον πολιτισμό διαχέονται στο χώρο και στο χρόνο.

– Κι εγώ, δε νομίζω πως κάποιοι άνθρωποι θα έφευγαν από την πατρίδα τους, τους δικούς τους και τους φίλους τους, για να έρθουν στη χώρα μας και να νοθεύσουν το ελληνικό μας αίμα. Κάθε άλλο, έρχονται για να δουλέψουν και να βγάλουν τα προς το ζην.

– Πιστεύω ότι ο ρατσισμός είναι το πιο απαίσιο πράγμα. Είναι πολύ άδικο να ξεχωρίζουν έτσι τους ανθρώπους. Δεν παίζει ρόλο τι πιστεύεις, τι χρώμα είσαι, από πού είσαι… Όλοι είμαστε ίδιοι, από την ίδια γη. Κι ας βρίζουν κάποιοι “είσαι χοντρός, μαύρος, Αλβανός”, δεν έχει σημασία! – Πάντως, αν ξεπεράσουμε το φόβο μας για το άγνωστο, μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι: ο πραγματικά μεγάλος άνθρωπος, ο πραγματικά μεγάλος λαός, είναι αυτός που μαθαίνει από τους άλλους, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να διατηρεί τη δική του ταυτότητα.

– Μήπως είμαι κι εγώ ρατσιστής, που πιστεύω πως οι άνθρωποι δεν έχουν όλοι ίσα δικαιώματα; Αισθάνομαι, μάλιστα, πολύ ρατσιστής προς όλους τους εκμεταλλευτές… – Κατά τη γνώμη μου, ο περισσότερος κόσμος ζει μέσα σε αντιφάσεις. Δεν ενδιαφέρεται για τους γύρω του, γιατί με αυτόν τον τρόπο έχει συνηθίσει να ζει (λάθος του!). Πόσο μάλλον για τους ξένους που ζουν στην πατρίδα του. Πιστεύει πως οι άνθρωποι αυτοί “βρωμίζουν” τη χώρα και πως είναι επικίνδυνοι γι’ αυτόν, αν και καθημερινά απολαμβάνει στοιχεία του πολιτισμού τους. – Υπάρχουν και τα παιδιά των μεταναστών που έχουν γεννηθεί εδώ, που έχουν πάει σχολείο εδώ, που έχουν προσαρμοστεί στο καινούργιο περιβάλλον, προσφέροντας ταυτόχρονα κάτι από τη δική τους κουλτούρα. Άλλωστε, οι γνώσεις που έχουν συσσωρεύσει οι επιστήμες,

Οι μαθητές του Α2: Λοπατιόνοκ Άλια, Μαμούτης Βασίλειος, Μαρκουλάτου Βαλεντίνη, Μοίρα-Αλεξανδροπούλου Αλεξάνδρα, Μουραμπετζής Θάνος, Μπακατσάκη Άννα, Μπαμπουρδά Βασιλική, Μποτίνη Αικατερίνη, Παλπάνη Άρτεμις, Πανταζής Παύλος-Πέτρος, Σακκάς Νικόλαος, Σαρανταένας Κων/νος, Σιγάλας Κων/νος, Σταυρίδη Ναταλία-Αναστασία, Σωτηρόπουλος Ανδρέας-Δημήτριος, Σωτηρόπουλος Αντώνης-Αλέξανδρος, Ταμπόνε Μελίνα, Τριάντη Μαργαρίτα, Τσαντές Σταύρος, Τσαντίρη Όλγα, Τσιακάλου ΘάλειαΌλγα, Τσικρικά Αικατερίνη, Φυρίγου Κατερίνα-Μαργαρίτα, Φωκά Αρετή, Χατζώκου-Τσίγκου Στέλλα και οι μαθητές του Α1: Σταύρος Δούκας, Χριστίνα Κεφαλίδη, Ειρήνη Κορναράκη.




/ 05.2010

ΑΝΤΕΔΡΑΣΑ, ΑΝΤΙΔΡΩ, ΘΑ ΑΝΤΙΔΡΩ

Για τους κυρίους Μ των Ορέστη και Δημήτρη Σταυρόπουλου (Γ’ Λυκείου-Θεάτρου) - Άλλος για την οδοντόβουρτσα του Αριστοτέλη; Άλλος; - Kλείστηκε στον κύριο Κ για 500.000 ευρώ. Πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ; Μια νοσοκομειακή μονάδα και πολλά κιλά ανθρωπιστικής βοήθειας για χώρες του Τρίτου κόσμου. Μα, ποιος ακούει τους ψιθύρους; Tα ίδια λέει και το παιδί στο φανάρι της γειτονιάς μας. Η κυρία Ψ ξέρει να σας πει καλύτερα. Παρακολουθεί κάθε ημέρα τη γειτονιά με το κυάλι και συντάσσει ακριβή αναφορά. Αλλά λίγη σημασία έχουν όλα αυτά, μιας και τώρα ήρθε η ώρα να φάμε, να φάμε, να φάμε για να γιορτάσουμε και να γιορτάσουμε! Είμαστε όλοι εκεί, μια ωραία παρέα που μας νοιάζει μόνο ο εαυτός μας, να είμαστε εμείς καλά, να έχουμε εμείς λεφτά, κατοικίδια, σπίτια και άλλα σπίτια, πολλά σπίτια και αυτοκίνητα και υπηρέτες να μας μεγαλώνουν τα παιδιά. Και φυσικά όλοι είμαστε τεχνολογικά αστέρια. Γιατί πρέπει να έχουμε μηχανή για τον κιμά, μηχανή για το ανακάτεμα του φαγητού, για το ζέσταμα, για το ψήσιμο, για το στέγνωμα, το πλύσιμο, για τη συμπίεση, την αποσυμπίεση, τη στύψη, την ψύξη, την απόψυξη, για τη μετακίνηση, την ευχαρίστηση, για την ταχύτητα, την πολυτέλεια. Μηχάνημα για να κοιμάται ο σκύλος μας και ο δούλος μας… Ο δικός μας ο δούλος που είναι καλύτερος από του γείτονα, γιατί κάνει πιο γρήγορα τις δουλειές, ο δικός μας ο σκύλος που τρώει πιο γρήγορα τις τροφές, το δικό μας αεροπλάνο που καίει 10 τόνους πετρέλαιο, ενώ του γείτονα 9,25, αλλά αυτός έχει καλύτερο κότερο που πάει με 200, ενώ το δικό μας με 190. Και φυσικά το δικό μας παιδί είναι καλύτερο, γιατί έχει 3 πτυχία ιατρικής, 5 πτυχία νομικής, 2 πτυχία διοίκησης, και 10 πτυχία ξένων γλωσσών. Ενώ του γείτονα μόνο ιατρικής στο εξωτερικό… Πληρώσαμε για να πάει στα καλύτερα σχολεία και μετά πληρώσαμε για να μην πάει στο στρατό κι όταν τελείωσε τις σπουδές του, πληρώσαμε για να μη μείνει άνεργο και μετά πληρώσαμε και ξαναπληρώσαμε. Παρ’ όλα αυτά συνεχίζουμε να χαμογελάμε. Τι χαρά όλοι μαζί οι κύριοι Μ γεμίζουν τα στομάχια τους με εγκεφαλικό κενό. Χορταίνουν κουτσομπολιό και show biz. Μεθάνε, χαζογελάνε και κραυγάζουν «Πατρίς-θρησκείαοικογένεια» . Το παιδί από το φανάρι της γειτονιάς, σε μια γωνιά, κλείνει τα αυτιά του, του πετάνε πέτρες και σπάνε πλάκα. - Σήμερα έχει περιβαλλοντική επίσκεψη. Ντύνονται οικολόγοι και πάνε με το τρίλιτρο καλογυαλισμένο τζιπ μέχρι το ποτάμι. Βγάζουν φωτογραφίες και γυρίζουν σπίτι για να φάνε αστακό με χαβιάρι και να ξεκουραστούν.

Το επόμενο πρωί πάνε εκκλησία. Πέφτουν στα γόνατα και ευχαριστούν το θεό που τους έκανε τόσο καλούς και σπουδαίους. Πού και πού φιλάνε το χέρι του παπά για συγχώρεση. - Διάολε… το δαχτυλίδι που φοράει αρκεί να ξεδιψάσει μία κωμόπολη στην Κένυα. Το ίδιο και ο λογαριασμός της προηγούμενης ημέρας… Καίνε την απόδειξη και την πετάνε στον κάδο ανακύκλωσης. Στην τελική ποιος νοιάζεται; Η κυρία Χ ανοίγει την ντουλάπα… - Χμμμ ποιο να βάλω; Τη φώκια ή τον κάστορα; Μετά ανοίγει το επόμενο φύλλο, εκείνο με τις μάσκες… - Μα καλά ποιος είναι αυτός που φωνάζει τέτοια ώρα; - Είναι εκείνο το αλητάκι από το φανάρι, στέκεται μέσα στη βροχή με το πρόσωπο ματωμένο και τα χέρια κομμένα! Τα φώτα της γειτονιάς σβήνουν και οι πόρτες κλειδώνουν… Τέρμα οι ψίθυροι.

Ζωή Καρέλλα


05.2010 /



ΑΝΤΕΔΡΑΣΑ, ΑΝΤΙΔΡΩ, ΘΑ ΑΝΤΙΔΡΩ

Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα: Ένα „σωφρονιστικό“ ίδρυμα του 21ου αιώνα των Ιάσονα Αδριανού (Β’ Λυκείου-Θεάτρου) και Νίκου Νικολέα-Μπερμπατιώτη (Β’ Λυκείου-Εικαστικών) Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία του 2010, των φιλελεύθερων ιδεών και του προοδευτικού πνεύματος, όπου οι περισσότεροι απολαμβάνουμε τις ζωές μας με την ασφάλεια της απουσίας των “κακών”, τι σημαίνει νέα παιδιά να βρίσκονται στη φυλακή; Πώς αισθάνεται κανείς, όταν γνωρίζει ότι οι συνομήλικοί του είναι ελεύθεροι να ζήσουν, τη στιγμή που η δική του ζωή ορίζεται από κάγκελα και συρματοπλέγματα; Πώς νιώθει ένας νέος όταν χαρακτηρίζεται εγκληματίας και κακοποιό στοιχείο από ολόκληρο το οργανωμένο κοινωνικό σύνολο; Με αφορμή μία διαθεματική δραστηριότητα στα πλαίσια του μαθήματος της Αντιγόνης του Σοφοκλή (Β’ Λυκείου), το Φεβρουάριο του 2010, μαθητές του σχολείου μας έκαναν ένα ανοιχτό μάθημα με τους μαθητές του Λυκείου του Ειδικού Καταστήματος Κράτησης Νέων Αυλώνα, όπου αντάλλαξαν προβληματισμούς με θεματικό άξονα την τραγωδία, ενώ παρουσιάστηκε η φετινή δουλειά των δύο σχολείων σχετικά με αυτήν. Οι εμπειρίες των μαθητών μας: “Η χαρά στα μάτια και τα πρόσωπα των παιδιών, όταν είδαν συμμαθητές τους από ένα άλλο σχολείο, είναι δύσκολο να περιγραφεί με λόγια. Η ελπίδα που “γέμισε τα πνευμόνια τους”, βλέποντάς μας, σε έκανε να νιώθεις σαν να κάνεις κάτι σημαντικό, κάτι που έχει αντίκρισμα.” “Αφού είχαμε μπει στην αίθουσα, πολλοί μαθητές κοιτούσαν απ’ έξω, θέλοντας να δουν ποιοι είμαστε, τι κάνουμε. Δεν ξέρω αν αυτή η περιέργεια οφείλεται κυρίως ή μόνο στην απομόνωση και την αποξένωση που βιώνουν αυτά τα παιδιά.” “Αλήθεια, γνωρίζει το ελληνικό κράτος τις συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές ανηλίκων; Γνωρίζει το κράτος ότι πρόκειται για νέα παιδιά; Γνωρίζει το κράτος;” Κι όμως, λοιπόν, αυτά τα παιδιά δεν είναι “εγκληματίες”. Αυτά τα παιδιά δεν είναι “παραβατικά στοιχεία”, δεν έχουν “αποκλίνουσα συμπεριφορά”. Αυτά τα παιδιά είμαστε εμείς, οι συμμαθητές μας, οι φίλοι μας, όλοι μας… Δεν αρκεί ένα ακόμη κελί, ένας ακόμη τοίχος για να “περιφρουρήσει” τα όνειρά τους. Και το

αποκαλούμενο “σωφρονιστικό” σύστημα, όχι μόνο δε βοηθά αυτά τα παιδιά να επανενταχθούν στο κοινωνικό περιβάλλον, αλλά, αντίθετα, τα σπρώχνει στο περιθώριο, στιγματίζοντάς τα ως κακοποιούς, γκρεμίζοντας κάθε προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον. Αναμφίβολα, η ύπαρξη και η λειτουργία ενός σχολείου, ακόμα και σε αυτά τα πλαίσια που επιβάλλει το περιβάλλον της φυλακής, είναι από μόνη της μια ελπιδοφόρα προσπάθεια, που βοηθά στην επανάκτηση του πραγματικού ρόλου του σωφρονιστικού συστήματος. Πέρα, όμως, από την αξιόλογη και αξιέπαινη προσπάθεια των ανθρώπων που συντελούν στη λειτουργία του σχολείου, οφείλουμε όλοι να καταλάβουμε ότι σε μια κοινωνία του 2010, δεν πρέπει νέα παιδιά να οδηγούνται στη φυλακή και ένα κίτρινο χαρτί να “λερώνει” το μέλλον τους. Δε γνωρίζουμε πώς, πού, πότε και ποιος θα βρει κάποια λύση, αλλά μέχρι τότε: ΟΣΕΣ ΚΙ ΑΝ ΧΤΙΖΟΥΝ ΦΥΛΑΚΕΣ…ΚΙ ΑΝ Ο ΚΛΟΙΟΣ ΣΤΕΝΕΥΕΙ…Ο ΝΟΥΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΤΑΡΙΟ ΚΙ ΟΛΟ ΘΑ ΔΡΑΠΕΤΕΥΕΙ…

Οι μαθητές μας παρουσιάζουν με δραματικές χειρονομίες διαφορετικές πτυχές των κεντρικών χαρακτήρων, του Κρέοντα και της Αντιγόνης




/ 05.2010

ΣΕ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ

Κριτική της ταινίας AVATAR της Ιωσηφίνας Μακρή (Α’ Λυκείου-Θεάτρου) Tο κινηματογραφικό φαινόμενο Avatar είναι μια ταινία που χρησιμοποιεί με μαεστρία το συνδυασμό της επιστημονικής φαντασίας και της περιπέτειας. Σκιαγραφεί την αιώνια αναμέτρηση μεταξύ των ανθρώπων που υποστηρίζουν το συμφέρον και αυτών που υποστηρίζουν το σωστό. Η πλοκή λαμβάνει χώρα στο μέλλον, όπου ο Jake, ένας παραπληγικός πρώην πεζοναύτης, μετά από το θάνατο του αδελφού του, διαλέγει να πάρει τη θέση του σε μια αποστολή σ’ ένα μακρινό πλανήτη, την «Πανδώρα», o οποίoς κατοικείται από τους Na’vi, μια ανθρωποειδή φυλή με τη δική της γλώσσα και κουλτούρα. Εκεί μαθαίνει τις άπληστες προθέσεις του επικεφαλής τους Parker Selfridge, που υποστηρίζει τη μετακίνηση των ιθαγενών ανθρωποειδών Na’vi, προκειμένου να εξαχθεί το πολύτιμο ορυκτό που διασκορπίζεται σε όλη την πλούσια, δασώδη περιοχή τους. Με αντάλλαγμα τη χειρουργική επέμβαση που θα θεραπεύσει τα πόδια του, ο Jake

συλλέγει πληροφορίες για τη συνεργαζόμενη στρατιωτική μονάδα, που κατευθύνεται από το συνταγματάρχη Quaritch, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διεισδύσει στους Na’vi με τη χρήση μιας ταυτότητας “avatar”. Όταν ο Jake αρχίζει να δένεται με την ιθαγενή φυλή και να ερωτεύεται την όμορφη εξωγήινη Neytiri, ο ανήσυχος συνταγματάρχης βάζει σε εφαρμογή την απάνθρωπη τακτική εξολόθρευσής του, που αναγκάζει το στρατιώτη να κρατήσει μια συγκεκριμένη στάση και να προβάλει αντίσταση σε μια επική μάχη για τη μοίρα της «Πανδώρας». Κρίνοντας την πορεία των γεγονότων, το σενάριο είναι κατά ένα μεγάλο μέρος απλό και σαφές, θετικός παράγοντας για μια περιεκτική και μεγάλου μήκους ταινία. Παρ’ όλ’ αυτά, κατά τη διάρκεια της ταινίας τίποτα δε φαινόταν απλό, ενώ παράλληλα η ταύτιση του θεατή με τον ήρωα ήταν μεγάλη. Και όλ’ αυτά λόγω της άριστης ενσάρκωσης του στόρι. Η μουσική ήταν ένας βασικός σύνδεσμος μεταξύ θεατή και πρωταγωνιστή, καθώς

ταίριαζε αρμονικά με το σενάριο και την εικόνα και συνέβαλλε σημαντικά στη δημιουργία έντονων συναισθημάτων. Τα εφέ επίσης ήταν κάτι παραπάνω από εντυπωσιακά και δημιουργούσαν ένα μονοπάτι προς την οθόνη για το θεατή. Έχοντας αναφέρει την απλότητα του σεναρίου, έχω να προσθέσω ότι κάτι που τόνισε η ταινία ήταν η ατελείωτη δίψα του ανθρώπινου είδους για το συμφέρον και, στην προκειμένη περίπτωση, το χρήμα. Αυτό αναδεικνυόταν μ’ έναν τραγικό και, ταυτοχρόνως, ολοκληρωτικά ρεαλιστικό τρόπο, παράγοντα που οδηγεί το θεατή στη λεγόμενη κάθαρση. Συνδυάζοντας εικόνες που κόβουν την ανάσα, βαθιά μηνύματα, φαντασία και δράση, το Avatar κουβαλά μια παραβολή αναφερόμενη στην αιώνια απληστία του ανθρώπου για το χρήμα και στην αποστασιοποίηση του ίδιου από τη φύση. Το προτείνω όχι μόνο στους θαυμαστές της περιπέτειας, αλλά και σε όσους ψάχνουν την ταύτιση και τη συγκίνηση σε μια ταινία.

Καταζητείται!

Στούντιο ΚΟΝΤΡΑ

του Γιώργου Καψαλάκη (Α’ Λυκείου-Εικαστικών)

της Θωμαΐδος Σούλη (Γ’ Λυκείου-Θεάτρου)

Tο ψευδώνυμό του είναι Banksy και είναι ο διασημότερος artterrorist στον κόσμο. Mε όπλο ένα σπρέι στο χέρι, βγαίνει στους δρόμους και χτυπάει σε ανυποψίαστους τοίχους.

Μετά τη δημιουργία της εφημερίδας ΚΟΝΤΡΑ σειρά έχει το ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΚΟΝΤΡΑ, που δημιουργήθηκε από τους μαθητές της Γ’ Λυκείου. Η ιδέα αυτή ήταν του καθηγητή μας στο μάθημα του Κινηματογράφου.

Μέχρι πριν τρία χρόνια δεν τον ήξερα καθόλου. Τυχαία έπεσα πάνω του στο Ίντερνετ (www.banksy.co.uk) και κόλλησα. Μετά πήρα και το βιβλίο του (Wall and Piece, εκδόσεις Century) και ενθουσιάστηκα ακόμα περισσότερο. Ο πρόλογός του τα λέει σχεδόν όλα: «Θέλω να πω τις σκέψεις μου με ειλικρίνεια, γι’ αυτό δε θα μιλήσω πολύ. Το γκράφιτι δεν είναι η χαμηλότερη μορφή τέχνης. Παρόλο που πρέπει να σέρνεσαι μες στη νύχτα και να λες ψέματα στη μαμά σου, είναι στην πραγματικότητα η πιο έντιμη τέχνη που υπάρχει. Δεν κρύβει ελιτισμό ή υποκρισία, βρίσκεται σε μερικούς απ’ τους καλύτερους τοίχους που διαθέτει μια πόλη και κανείς δεν αποθαρρύνεται από το εισιτήριο της εισόδου. […] Λένε ότι το γκράφιτι φοβίζει τους ανθρώπους και συμβολίζει την παρακμή της κοινωνίας, αλλά το γκράφιτι είναι επικίνδυνο μόνο για τρεις ομάδες ανθρώπων: τους Πολιτικούς, τους Διαφημιστές και τους Γκραφιτάδες. Αυτοί που πραγματικά καταστρέφουν τις γειτονιές μας είναι οι εταιρείες, που βάζουν τα τεράστια σλόγκαν τους πάνω σε κτίρια και λεωφορεία, προσπαθώντας να μας κάνουν να νιώσουμε μικροί κι ανεπαρκείς, μέχρι να αγοράσουμε τα προϊόντα τους. Θεωρούν δεδομένο ότι αυτές μπορούν να βροντοφωνάζουν το μήνυμά τους μέσα στη μούρη σου από κάθε διαθέσιμη επιφάνεια, αλλά εσύ ποτέ δεν επιτρέπεται να απαντήσεις. Αυτές είναι που ξεκίνησαν αυτόν τον πόλεμο και ο τοίχος είναι το όπλο που επιλέγουμε για να αντεπιτεθούμε. Μερικοί άνθρωποι γίνονται αστυνομικοί, επειδή θέλουν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Μερικοί άνθρωποι γίνονται “βάνδαλοι”, επειδή θέλουν να κάνουν τον κόσμο να φαίνεται καλύτερος».

Με το στούντιο αυτό έχουμε τη δυνατότητα να ηχογραφήσουμε. Κάναμε ένα ξεκίνημα, που ελπίζουμε να εκμεταλλευτούν, όσο καλύτερα γίνεται, οι συμμαθητές μας και να ακουστεί η φωνή τους με τον τρόπο αυτό βαθύτερα στο χρόνο.


ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ



Κωνσταντίνος Σαρανταένας

Ιωσήφ Κουσίδης

Λήδα Νικολαΐδη, Αναστασία Φραγκάκου

Γρηγόρης Γρίσπος

Λένια Πλατανιά

Κωνσταντίνος Βαρσαμής, Γιώργος Καψαλάκης

Κωνσταντίνα Κωτσοπούλου

Κωνσταντίνος Χάσκαρης


ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ

10

Ιορδάνης Αλεξιάδης

Λένια Πλατανιά Λήδα Νικολαΐδη

Χριστίνα Πρέκα Γ’ Γυμνασίου-Εικαστικών

Νόρα Παπαδήμα


Όλγα Τσαντίρη Ραλλού Κεχαγιόγλου

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ

11

Ελεονώρα Κακλαμάνη Στέλλα Κεχαγιόγλου

Ιορδάνης Αλεξιάδης

Ι. Διαμαντής Τ. Παπαδάκης Α. Παπαδόπουλος Α. Πετρόπουλος Κωνσταντίνος Χάσκαρης


Κατερίνα Λεμπιδαρά

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ

12

Κωνσταντίνος Κατσώνης Ιόλη Καρύκα

Γεωργία Θεοδόση-Λιάκου

Κυριακή Μαυρουδή

Γιάννης Τόβας


05.2010 /

13

ΣΕ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ

Σαν ζεστή σοκολάτα Διήγημα της Μελίτας Βασιλειάδη (Α’ Λυκείου-Θεάτρου) Περπατώντας στο παραμυθένιο κάστρο του Βελιγραδιού αγκαλιά με μια σακούλα παραγεμισμένη με αποφάγια από το πρωινό του ξενοδοχείου, απολαμβάνω τις ζεστές ακτίνες του ήλιου, καθώς χορεύουν πάνω στο σώμα μου. Ακόμα κι αν η άνοιξη έχει δώσει ένα χαμόγελο στον γκρίζο ουρανό, το άσπρο του χειμώνα μένει ξαπλωμένο στις στέγες των σπιτιών. Οι πύργοι του Καλέμεγκνταν αστράφτουν όχι μόνο από την επιβλητικότητά τους, αλλά και από το μεγαλείο του παρελθόντος του. Σταματώ για μια στιγμή μη μπορώντας να αντισταθώ στη θέα του Δούναβη και του Σάββα. Το δέλτα χανόταν ανάμεσα στα κτίρια της πόλης, καθώς ένα κομμάτι ουρανού είχε σπάσει για να γεμίσει τα ρυτιδιασμένα νερά τους. Τα λεπτά έτρεξαν για να φτάσουν στο Σάχατ-κουλα, που θα άρχιζε να φωνάζει σε όλους τους ονειροπόλους να ξυπνήσουν και να ξεκινήσουν πάλι για τις δουλειές τους. Καταραμένα ρολόγια. Ακόμα κι αν δεν έχεις ένα να χτυπάει κάτω από το μανίκι σου, πάντα θα υπάρχει κάποιο άλλο να πάρει τη θέση του. Άρχισα να κατεβαίνω αργά τα σκαλοπάτια, θέλοντας να ξεκλέψω λίγο ακόμα χρόνο για να απολαύσω το πιο όμορφο σκηνικό που θα μπορούσα ποτέ να δω. Ούτε η καλύτερη βέλγικη σοκολάτα, που λιώνει σα ζεστό φρέσκο βούτυρο, δεν μπορεί να συγκριθεί με έναν τέτοιο πρωινό περίπατο. Προσπαθώντας να αποχαιρετήσω το Καλέμεγκνταν, ξεχύθηκα σε μια γειτονιά του Στάριγκραντ. Η μυρωδιά της σούπας μού είχε ανοίξει την όρεξη. Με βαριά καρδιά δάγκωσα ένα τυροπιτάκι που βρήκα μέσα στην τσάντα με τα αποφάγια. Όσο περπατούσα στο δρόμο, τόσο η μυρωδιά χωνόταν πιο βαθιά μέσα στη μύτη μου. Δεν άντεξα άλλο. Έδωσα σ’ ένα γέρικο σκύλο ό,τι είχα πάρει από το ξενοδοχείο κι όρμηξα σε ένα απλό γραφικό εστιατόριο, αγνοώντας το γεγονός ότι το μόνο που ξέρω να λέω στα σερβικά είναι «σ’ αγαπώ, ψυχή μου» και «καλημέρα, κύριε» – κι αυτά, χάρη σε μια τρελή φίλη μου από το Λύκειο. Χαμογέλασα στην ιδέα ότι μπορεί κάπου εδώ να την πετύχω. Το μόνo που θυμάμαι από αυτήν την κοπέλα είναι ότι είχε κάνει το Ελλάδα-Σερβία Ρίο-Αντίρριο. Βάζοντας όλο το δραματικό μου ταλέντο, και με πολλή τύχη βέβαια, κατάφερα να κάτσω σε ένα μοναχικό τραπεζάκι στη δεξιά γωνιά του μαγαζιού παρέα με την πολυαγαπημένη μου σούπα, που τόσο πολύ είχα κοπιάσει για να την αποκτήσω. Άλλη μια φορά που η γλώσσα του σώματος κατάφερε πολλά περισσότερα από τα σερβικά μου. Άρχισα να μυρίζω το τρόπαιο της μάχης μου. Προσπάθησα να φάω την πρώτη μου κουταλιά, αλλά το μόνο που πέτυχα ήταν να αποκτήσω ένα υπέροχο έγκαυμα στη γλώσσα. Πέρασε τουλάχιστον μισή ώρα, μέχρι να απολαύσω τη θεσπέσια γεύση της σέρβικης κουζίνας. Μόλις τελείωσα το πιάτο μου, έκλεισα λίγο τα μάτια για να καταφέρω να περάσω τη γεύση αυτής της μοναδικής εμπειρίας στις αναμνήσεις μου. Είναι κάτι που δε θα ήθελα να ξεχάσω ποτέ. Κλείνοντας πίσω μου την πόρτα και με την ανάμνηση της σούπας ακόμα στο μυαλό, αντικρίζω ξανά δυο γνώριμα μάτια. Ιδού ο παραλήπτης της σακούλας με τα αποφάγια μου. Με κοιτά γεμάτος ευγνωμοσύνη. Πρώτη φορά αρσενικό μου δείχνει τέτοια εκτίμηση, σκέφτηκα και γέλασα μόνη μου. Η ενέργεια του τοπίου ίσως άλλαξε το κάρμα μου. Κουνώντας την ουρά του ήρθε και τρίφτηκε στα πόδια μου. «Ωραία τα κατάφερες μαζί μου, γεράκο. Μόλις με έκανες αλοιφή». Η έκδηλη χαρά του πιστοποιούσε τη νίκη του απ’ όλο το Βελιγράδι, είχε ξεχωρίσει τον πιο σκληροτράχηλο βλάκα να ακολουθήσει. Έλυσα το μαντίλι μου και του έκανα ένα τεχνητό λουρί. Τουλάχιστον τώρα δε θα ήμουν μόνη. Ήταν το αποκορύφωμα του μεσημεριού κι εγώ ακόμα περπατούσα στα μπλεγμένα σοκάκια. Το είχα πάρει απόφαση. Είχα χαθεί. Απογοη-

τευμένη από την αίσθηση προσανατολισμού μου έκατσα σ’ ένα παγκάκι, περιμένοντας κάποια οδηγία σα μάνα εξ ουρανού. Έσφιξα τα χέρια μου και παρακάλεσα τη μοίρα να με βοηθήσει. Αστείο, αλλά δεν μπορούσα σε τίποτ’ άλλο να ελπίζω. Σήκωσα τα μάτια μου από το γρασίδι. Βλέπω έναν κομψό μοντέρνο τζέντλεμαν, που περιπλανιέται περήφανα μπροστά από το παγκάκι μου. Με κοιτάζει επίμονα. Το μαύρο κουστούμι του, το διαπεραστικό του βλέμμα, μια πνοή απο το ξυλώδες άρωμά του από κέδρο, κεχριμπάρι και λευκό μόσχο με κάνουν να θυμηθώ τους δρόμους της Στοκχόλμης, που σίγουρα η πολυτέλειά τους δεν μπορεί να συγκριθεί με την κουλτούρα του Βελιγραδιού. Ακόμα κι αν το μαύρο κουστούμι ήταν πολύ τρομακτικό, το χαμόγελο του Μπράνκο είναι κάτι που δεν μπορείς να ξεχάσεις. Πριν καλά καλά προλάβω να αρθρώσω ‘’Dobro jutro gospodin’’, ήμουν ήδη στην αγκαλιά του Μπράνκο. Άρχισε να γελάει δυνατά, όταν άκουσε το τέλος της πρότασής μου. - Μα τι πολιτισμός! Βλέπω μεγάλωσες κι απόκτησες τρόπους, αν και το συνήθειό σου να σέρνεις όπου πας κι ένα τετράποδο, παρέμεινε αμετάβλητο. Συνέχισε να γελάει ακόμα πιο δυνατά κάνοντάς με να νευριάσω. - Ποτέ δε λέω όχι σε μια ποιοτική συντροφιά. Ο αριθμός των ποδιών με αφήνει αδιάφορη. Γνώρισα πολλούς με λιγότερα πόδια κι έχω πια μέτρο σύγκρισης, είπα κουνώντας το δείκτη μου πέρα δώθε, με ένα αυστηρό ύφος που σίγουρα δεν ταίριαζε σε μια μελλοντική άστεγη. - Τι θρίαμβος! αναφώνησε γελώντας πλέον τρανταχτά. Δυο μόλις χρόνια κι είναι αρκετά για να μεταμορφώσουν μια μικρή απολίτιστη ταραξία και χαρά του κάθε αδέσποτου σκύλου σε μια πολιτισμένη μικρή κυρία με εκρήξεις κυνισμού, που παραμένει η ιδανική συντροφιά του κάθε αδέσποτου σκύλου. Χάθηκα και πάλι μέσα στην αγκαλιά του. - Κι εμένα μου έλειψες. Απλά, για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα βρει, όπως εσύ, τα ιδανικά λόγια να στο πω, μουρμούρισα πειραχτικά στο αυτί του κι αμέσως μετά ξέσπασα σ’ ένα εγκάρδιο γέλιο. Άρχισε ο σκύλος να γαβγίζει λυγίζοντας τα μπροστινά του πόδια και κουνώντας την ουρά, ακολουθώντας το τέμπο του ασταμάτητου γέλιου μου. - Δεν τα έβγαλα πέρα μαζί σου σε επίθεση man to man. Πόσο μάλλον τώρα που σε βρίσκω με συμμάχους. Σ’ αυτήν τήν ειρήνη, τελικά, θα θέσεις τους όρους εσύ, είπε με το συνηθισμέο γλυκοπαιχνιδιάρικο ύφος του. - Alora, mio amico. Από σήμερα και για το υπόλοιπο της ταπεινής επίγειας ζωής σου, ίσως και για ένα μικρό χρονικό διάστημα μετέπειτα, – αυτό θα το αποφασίσω αργότερα – θα αναλάβεις ολοκληρωτικά τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία μου, την επίλυση τουλάχιστον των ουσιαστικών προβλημάτων μου, δηλαδή όλων, τη διατροφή και το βραδινό περίπατο του φίλου μου. Απαιτώ να είσαι συνεπής κι όσο πιο ευχάριστος γίνεται. Και τη σοκολάτα την πίνω γλυκιά. Διάλεξε το καφέ που θα κάτσουμε. Δε θέλω να γίνω δυνάστης. Το πρόσωπό του σοβάρεψε. Το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη του και το βλέμμα του ξέφυγε από τα μάτια μου και ξεμάκρυνε στον ορίζοντα. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως έγινα πιο τρομακτική απ’ όσο θα ’πρεπε. Μα πριν προλάβω να χαθώ στο πώς και το γιατί, βρέθηκα με τα χέρια του στο λαιμό μου, όχι ευτυχώς για να με πνίξουν, όπως προς στιγμήν υπέθεσα, αλλά για να μου τυλίξουν το ολόμαλλο κασκόλ του, που είχε το ίδιο βαθύ μπλε χρώμα με τα μάτια του. Και μ’ ένα βαρύ τόνο στη φωνή του τον άκουσα να λέει: - Δεκτοί οι όροι σου, αν και είναι αμφίβολο το πόσο θα αντέξει η απείθαρχη φύση σου σε μια καρέκλα ενός κοσμοπολίτικου καφέ. Θα


14

/ 05.2010

ΣΕ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ μου έκανες την τιμή να έρθεις στο σπίτι μου; Μη φοβάσαι. Έχω στρώσει το κρεβάτι μου και το τζάκι ακόμα έχει φωτιά. - Δε με απασχολεί η ακαταστασία του σπιτιού σου, όσο εγώ δεν είμαι υπεύθυνη για την τάξη του, είπα γελώντας, ανασηκώνοντας τους ώμους παιχνιδιάρικα. - Δεν αμφέβαλα για τις προθέσεις σου, αν και κάποιοι κανόνες θα ισχύουν πάντα. Αν το σπίτι γίνει άνω-κάτω μετά το πέρασμά σου – που θα γίνει – έχεις, όπως πάντα, την υποχρέωση να το μαζέψεις. Αρκετό βομβαρδισμένο τοπίο υπάρχει γύρω μου. Κατάλαβες, μικρή; μουρμούρισε κουνώντας τώρα εκείνος το δάχτυλο επιτακτικά. Και να σκεφτείς πως ούτε ο σκύλος μου δεν τον γάβγισε σε τούτη την καθόλου άδικη επίθεση. Έχανα τους συμμάχους μου σιγά σιγά ή μήπως έπρεπε ν’ αλλάξω συνήθειες; Τέτοιοι συλλογισμοί πάντα μου χαλούσαν τη διάθεση. - Είναι άδικο να κατηγορείς κάποιον που έκανε τόσο κόπο να μπει στη Σερβία με τόσο ειρηνικές προθέσεις. Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλια του. Τόσο βαθύς, που θα ’λεγες πως δε βγήκε ούτε καν από την ψυχή του, αλλά ακόμα πιο βαθιά μέσα από την ίδια τη γη που πατούσε. - Το ίδιο είπαν κι αυτοί που την κατάντησαν έτσι. Δεν είναι ειρωνικό, φίλοι και εχθροί να έχουν να σου πουν τα ίδια λόγια; Βάρυνε η καρδιά μου. Βάρυνε πιο πολύ κι από το βήμα μου, που έκλεισε μπροστά του για να κόψει το δρόμο του. Στάθηκα και τον κοίταξα στα μάτια, σφίγγοντας τα παγωμένα χέρια του δυνατά μέσα στα δικά μου. - Δεν είναι ειρωνικό, Μπράνκο, γιατί γνωρίζουμε την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι πάνω από κάθε ψέμα και κάθε ειρωνεία. Είναι όμως τραγικό. Και η τραγωδία είναι κάτι που μας υποχρεώνει να είμαστε δυνατοί. Επιτρέπεται να πέσουμε, ακόμα κι αν πονάει. Όμως επιβάλλεται να σηκωθούμε. Ξέχασες πως εσύ μου το δίδαξες αυτό; Αυτό δε μου ’λεγες σε κάθε αποτυχία μου και μετά από την κάθε μου βλακεία; Και για να είμαι ειλικρινής, χρειάστηκε να το πεις πολλές φορές. Έκανα σκοπό της ζωής μου να το μάθω, για να μη χρειαστεί να μου το πεις ξανά – μάρτυς μου ο Θεός. Ποτέ δε θέλησα να το μάθω, γιατί πίστευα πως θα έρθει η ώρα να στο πω εγώ. Τον πήρα σφιχτά στην αγκαλιά μου και τον κράτησα, λες και ήθελα να τον προστατεύσω απ’ όλ’ αυτά που υπήρχαν γύρω μας. Τις μνήμες του πολέμου, τις απώλειες, ακόμα κι απ’ αυτό το αναθεματισμένο κρύο, που με είχε κάνει να μη νιώθω τα πόδια μου. Δεν πρέπει να μείνει άλλο εδώ. Αν κάνει ένα βήμα μπροστά, θα πάει ένα βήμα πιο μπροστά απ’ την κακιά στιγμή. Αν τον τραβήξω ένα βήμα μακριά, θα πάει ένα βήμα πιο μακριά απ’ αυτό που βιώνει εδώ αυτήν την ώρα. Χαλαρώνω τα χέρια μου από το λαιμό του και ανασηκώνω το κεφάλι του, που έχει γείρει όπως του πληγωμένου ζώου. - Λοιπόν, ξέρεις κάτι; Αν μείνουμε κι άλλο εδώ, η φωτιά που μου έταξες στο σπίτι σου θα έχει σβήσει και το στρωμένο σου κρεβάτι, τα πλυμένα σου πιάτα και το παρκέ σου με ενδιαφέρουν όσο και η λάσπη στα παπούτσια μου – και να ’σαι σίγουρος, θα τα πετάξω έξω από την πόρτα του σπιτιού σου. Αρκεί να φτάσουμε βέβαια εκεί. Ένα μειδίασμα έσπασε το κρύσταλλο της παγωμένης του μορφής. - Σε πειράζει να προχωράω εγώ μπροστά; Από τους τρεις μας είμαι ο μόνος που ξέρω πού μένω. - Καθόλου. Πάντα σου άρεσε να κάνεις επίδειξη γνώσεων. Κι αμέσως χαθήκαμε πάλι στους ρυθμούς της πόλης. Ο ήλιος είχε αρχίσει να σβήνει καθώς ένα ντροπαλό φεγγάρι είχε κάνει την εμφάνισή του στον ορίζοντα. Όση ώρα περπατούσαμε, χοροπηδούσα σαν πεντάχρονο παιδί μπροστά από το βήμα του. Είχα επιστρατεύσει όλη μου την παιδικότητα, ή ακόμα και ηλιθιότητα, για να καταφέρω να δω αυτό το ολοζώντανο χαμόγελο του Μπράνκο. Μετά

από πολλή προσπάθεια, που σίγουρα θα έπρεπε να μου ξεπληρώσει με ένα αναμμένο τζάκι και μια ζεστή σοκολάτα, τον έκανα πάλι και γέλασε τρανταχτά. Πλέον οι φωνές μας πλέκονταν μαζί με τους ήχους της πόλης. Τρικλίζοντας στρίβω στην οδό Βόλγα. Τα κύματα του βαθυγάλανου ωκεανού του Μπράνκο είχαν γίνει δύο άχρωμες γκρίζες άψυχες χάντρες. Το πρόσωπό του είχε σπάσει και το χαμόγελό του είχε σκιστεί από μια σύσπαση πόνου. Τα χέρια του ήταν παγωμένα, καθώς με τράβηξε απαλά, ψιθυρίζοντας σιγανά. - Καλύτερα να μην πάμε απ’ αυτόν το δρόμο. Με δυσκολία βγήκαν οι λέξεις από το στόμα του, καθώς η φωνή του είχε χάσει τη χαρωπή χροιά της. Κοίταξα για μια στιγμή τα μάτια του, που με παρακαλούσαν να μη γυρίσω να κοιτάξω τι είχε κρυφτεί πίσω από την πλάτη μου. Ένα τέρας, ένα περίεργο φως, ή απλά ένα παιχνίδι του μυαλού; Με μικρά διστακτικά βήματα γύρισα, για να δω ότι η σκιά μου είχε απλωθεί πάνω στα κατεστραμμένα κτίρια. Μόνο τα συντρίμμια είχαν μείνει από τη γειτονά που συνήθιζα να παίζω με τον Μπράνκο. Στο τέλος του δρόμου, τα κίτρινα παράθυρα από το κατεστραμμένο πατρικό του ήταν το τελευταίο που θα άντεχα. Η καρδιά μου ρήμαξε. Ο κήπος με τις καστανιές είχε γίνει σκόνη. Στη θέση των λουλουδιών ήταν κομμάτια από σκισμένα ρούχα. Όλα εκείνα που έβλεπα ήταν η μόνη αλήθεια. Την ώρα που εγώ ήμουν στην Ελλάδα και κοιμόμουν στο ζεστό μου κρεβάτι, ο Μπράνκο ήταν κλεισμένος σε κάποιο σκοτεινό καταφύγιο. Τα δάκρυα απλά κυλούσαν από τα μάτια μου, χωρίς καν να προλάβω να κλείσω τα βλέφαρά μου. Όταν μου είχε γράψει «��ε μένω πια στο πατρικό μου», δεν μπορούσα να φανταστώ πως η αιτία ήταν αυτή. Τόσον καιρό πίστευα πως εκείνος ήταν μακριά, ασφαλής απ’ αυτόν το φριχτό βομβαρδισμό. Όλ’ αυτά που έλεγε για ένα ‘νέο’ Βελιγράδι ήταν όλα ψέματα. Οι τόσο όμορφες εικόνες που γέμιζαν τα όνειρά μου ήταν η ωραιοποίηση μιας πραγματικότητας που δεν υπήρχε. Πάντα ήμουν τόσο αφελής. Πίστευα κάθε του λέξη, ακόμα κι αν η κάθε του λέξη ήταν στην πραγματικότητα μια κραυγή βοήθειας και το μόνο υπέροχο ήταν ο μεσαιωνικός γραφικός χαρακτήρας του, που στόλιζε τα γαλάζια μας γράμματα. Πλέον το μάλλινο κασκόλ του είχε αρχίσει να με πνίγει, αλλά δεν μπορούσα να κουνήσω ούτε τα βλέφαρά μου, που ήταν ερμητικά κλειστά για να κλειδώσω μέσα τα δάκρυά μου. Άρχισα να νιώθω την ανάσα του στο πρόσωπό μου. Τα χείλη του ακούμπησαν το μέτωπό μου, τα χέρια του διπλώθηκαν γύρω μου. Έτρεμα όχι από το κρύο, αλλά από τα τόσα συναισθήματα που είχα μέσα μου. Δεν άντεχα άλλο. Με είχε κυριεύσει κάτι τόσο μεγάλο, σε σχέση με το πόσο μικρή και ανίκανη ένιωσα. Ζουλούσα το πρόσωπό μου στο μαρμάρινο σμιλευμένο στέρνο του. Ξέσπασα σε δυνατά αναφιλητά, καθώς όλα αυτά που ένιωθα είχαν βάλει φωτιά σε όλα όσα ήξερα. Όλες αυτές οι αναμνήσεις, που μου είχε δημιουργήσει, ρημάχτηκαν. - Ό,τι κι αν έγινε, έγινε. Όλα είναι πεπερασμένα. Αυτό που έχει σημασία είναι τα κτίρια; Είναι οι σημαίες; Τα ονόματα; Αυτό που έχει σημασία είναι οι άνθρωποι. Κοίτα εμείς, είμαστε εδώ. Εμείς πάντα θα είμαστε εδώ. Όσο κι αν προσπαθείς να καταστρέψεις μια πατρίδα, δεν μπορείς. Εμείς είμαστε η ψυχή της πατρίδας. Εμείς είμαστε η αιωνιότητα. Δεν μπορείς να συντρίψεις μια ιδέα. Πάντα θα είμαι εδώ για σένα. Δεν μπορούμε να χαθούμε, αφού εσύ έχεις ένα κομμάτι μου κι εγώ ένα δικό σου. Ό,τι κι αν μας κάνουνε, οι ψυχές μας θα είναι πάντα όπως τότε, στον κήπο με τις καστανιές. Πάντα θα είμαστε παιδιά εμείς. Τι λες κι εσύ, dusa moja; Πόση δύναμη μπορεί να έχει ακόμα μέσα του για να με παρηγορεί; Απελπισμένη μουρμούρισα: - Έλα μαζί μου στην Ελλάδα, να κάνουμε μια νέα αρχή. Χωρίς πολέμους, χωρίς το παρελθόν, το τόσο σκληρό και τόσο άδικο. Θα τα καταφέρουμε οι τρεις μας. Δε θα αντέξω να σε αφήσω πάλι μόνο σου, όχι τώρα που ξέρω. Τόσον καιρό με άφησες να ζω μέσα στα ψέματα. Δε θα συγχωρέσω ποτέ τον εαυτό μου, που σε άφησα μόνο σε μια τόσο δύσκολη στιγμή.


05.2010 /

15

ΣΕ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Απάντησε με μια φωνή δίχως χρώμα, δίχως συναισθήματα, αγκαλιάζοντάς με ακόμα πιο σφιχτά. - Αν ήξερες, πιστεύεις πως θα μπορούσες να με βοηθήσεις; Ήταν καλύτερα έτσι. Δεν μπορώ να έρθω στην Ελλάδα μαζί σου, δεν είναι τόσο εύκολο όσο πιστεύεις. Τα σύνορα είναι κλειστά για μας. Αλλά ακόμα κι αν μπορούσα, δε θέλω να φύγω τώρα. Θέλω να είμαι εδώ, όταν θα ανθίσει πάλι η ζωή της χώρας μου. Δεν μπορώ να εγκαταλείψω τώρα που έρχεται η αλλαγή. Πάντα θα υπάρχουν καλοκαίρια. Πάντα θα έχεις εδώ κάποιον να σε περιμένει. Όπως παλιά, θυμάσαι; Τις σκανταλιές μας, τα όνειρά μας. Τότε που κρύφτηκες στο ντουλάπι της κουζίνας για να μη σε δουν οι γονείς και φύγεις. Τότε που μπήκαμε κρυφά μέσα στο λεωφορείο και μας πήγε στην άλλη πλευρά της πόλης. Πάντα θα υπάρχουν για μας όμορφες στιγμές. Τον κοίταζα αποσβολωμένη. - Κι αν εξαφανιστείς πάλι; Δυο ολόκληρα χρόνια είχα να μάθω νέα σου. Ήρθα εδώ με μόνο οδηγό την τύχη για να σε βρω. Μου χαμογέλασε. Με ένα μειλίχιο βλέμμα με έκανε να καρφωθώ μέσα σε δυο θάλασσες, που δεν έχουν ούτε ένα αστέρι προσανατολισμού, σαν έναν Οδυσσέα που έχει χάσει την Ιθάκη του. Είχα εγκλωβιστεί στα μάτια του. - Σου έχω υποσχεθεί ένα μέρος να ζεσταθείς. Το σπίτι μου είναι στην επόμενη γωνιά. Με πήρε από το χέρι και περπατήσαμε σιωπηλοί. Φτάσαμε στο κατώφλι ενός άσπρου σπιτιού με κυπαρισσί πόρτες. Ψαχούλεψε την τσέπη του για λίγο κι έβγαλε ένα κλειδί με μια πρασινωπή κορδέλα. Άνοιξε γρήγορα την πόρτα και με ένα νεύμα με κάλεσε μέσα, αλλά ο πιστός μου σύμμαχος είχε ήδη τρυπώσει μέσα στο σπίτι για να κουλουριαστεί δίπλα στο τζάκι. - Βλέπω πως ο προστατευόμενός σου έχει υιοθετήσει άμεσα τους τρόπους σου, είπε μ’ ένα ξέγνοιαστο ύφος. - Βλέπω πως η φωτιά σου είναι έτοιμη να σβήσει. Μην ξεχνάς πως υποσχέθηκες να καλύπτεις τις ανάγκες μου για το υπόλοιπο της ζωής σου, του επεσήμανα. - Αν φέρω τα ξύλα, θα ζεστάνεις το γάλα για τη σοκολάτα; έκανε το λάθος να προτείνει. - Όχι βέβαια, αλλά σου υπόσχομαι ότι δε θα πάω πουθενά, αν αυτό σε ανησυχεί – του απάντησα, όπως συνήθιζα να του λέω σε κάθε τι που μου ζητούσε από τότε που ήμασταν παιδιά. Κι εκείνος απάντησε μηχανικά, ανοίγοντας ξανά την πόρτα. - Όπως θες. - Πού πηγαίνεις; τον ρώτησα. Γύρισε ένα βήμα πίσω και σηκώνοτας τα μανίκια του με τόνο σοβαρό μου απάντησε. - Να φέρω ξύλα και να βρίσω την τύχη μου. - Με την ησυχία σου, του είπα, ρίχνοντάς του ένα χαμόγελο, έχοντας ήδη αρχίσει να σκαλίζω τα πράγματα στα ράφια του γραφείου του. Πριν καλά καλά προλάβω να γκρεμίσω το σύμπαν, είχε γυρίσει με ένα δεμάτι βέργες κι ένα κομμάτι κορμού βελανιδιάς τεράστιο. Γονάτισε μπροστά στο τζάκι και για ώρα προσπαθούσε να ξαναζωντανέψει τη φωτιά. Ο γεράκος, όση ώρα ο Μπράνκο πάλευε με τα ξύλα, τον κοιτούσε στα μάτια. Γύρναγε, τον κοιτούσε και γελούσε, λέγοντάς του συχνά πυκνά διάφορα στα σερβικά κι ο γεράκος τρεμόπαιζε τα σαγόνια του, μούγκριζε και ρουθούνιζε, λες και είχε πιάσει με τον Μπράνκο ψιλή κουβέντα για θέματα που εμείς οι γυναίκες δεν έχουμε γνώμη. Σαν τελείωσε με τη φωτιά, γυρνώντας πάλι προς το γεράκο, ρώτησε σοβαρά. - Θα ’ρθεις μαζί μου μέχρι την κουζίνα να φτιάξουμε τη σοκολάτα; Εκείνος σηκώθηκε με ευχαρίστηση και τον ακολούθησε κουνώντας την ουρά. Αν και δε μ’ ένοιαζε καθόλου. Υιοθετώντας ένα πολύ ενοχλημένο ύφος, εκείνη τη στιγμή γυρίζω και του λέω: - Δεν το κατάλαβα. Με αποκλείετε από την παρέα σας; - Όχι. Απλά σε αφήνουμε να συνεχίζεις να ανακατεύεις και να ρημάζεις το δωμάτιο, όσο εγώ θα δείχνω στο γεράκο πώς να σου είναι χρήσιμος.

Τραβώντας ένα κουτί με φωτογραφίες, κάθισα δίπλα στη φωτιά και κοιτάζοντας τις φλόγες που χόρευαν πάνω στο κούτσουρο, «όχι», μονολόγησα, «δε θέλω να τον μάθεις να μου είναι χρήσιμος. Θέλω να τον μάθεις να θέλει να υπάρχει στη ζωή μου». Δεν είπε τίποτα. Γύρισε την πλάτη και χώθηκε στο μικρό κουζινάκι. Μετά από λίγο, ένα άρωμα γλυκιάς απόλαυσης απλώθηκε και κυρίευσε το μικρό δωμάτιο. Ο Μπράνκο με πλησίασε με δυο ποτήρια που άχνιζαν στα χέρια του. - Μεγαλειοτάτη, μου είπε γονατίζοντας και προσφέροντάς μου το ένα. Κάθισε κάτω κι αυτός δίπλα μου, μπροστά στη φωτιά. Πλέκοντας τα δάχτυλά του στα δικά μου και χαϊδεύοντας με τον αντίχειρά του την παλάμη μου, μού είπε στοργικά: - Δε θα δοκιμάσεις τη σοκολάτα σου; Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Άφησα να κυλήσει στο λαιμό μια γουλιά. Αν και δεν είχε τόση σημασία πια αν θα την έπινα, γιατί αυτή τη σοκολάτα την είχα γευτεί με όλες μου τις αισθήσεις. Πριν η γεύση της καν αγγίξει τα χείλη μου, είχε αγγίξει την καρδιά μου. Μέσα από τις άκρες των δαχτύλων που αγκάλιαζαν εκείνη την κούπα, όλη η ζεστασιά του κόσμου είχε περάσει στο σώμα μου. Έκλεισα τα μάτια, τη μύρισα κι είχε το άρωμα της ευτυχίας. Έγειρα στον ώμο του. Εκείνος με αγκάλιασε και αφέθηκα στην τεράστια αγκαλιά, που θύμιζε πάντα απάγκιο λιμάνι. - Είσαι σαν τη ζεστή σοκολάτα, του είπα. Έσκυψε και μου φίλησε τα μαλλιά. - Είσαι σαν τη ζωή, μου απάντησε. - Γιατί το λες; τον ρώτησα, πίνοντας μια γουλιά από τη δική του κούπα. - Είσαι απρόβλεπτη και καταστροφική, μα ο καθένας θα μπορούσε να σε λατρέψει. Τι θα κάνεις με το γεράκο; με ρώτησε με έναν τόνο ανήσυχο, λες και ρωτούσε ‘’τι θα κάνεις με μένα;’’ - Αύριο θα τον πάρω μαζί μου στην Ελλάδα. Αφήνω ήδη πίσω μου πολλά. Μόρφασε πικρόχολα. - Έχεις δίκιο. Ξέχασα. Ο γεράκος δεν είναι παρά ένας σκύλος. Οι σκύλοι, ξέρεις, γεννιούνται και πεθαίνουν ελεύθεροι. Δε γνώρισαν και δε θα γνωρίσουν ποτέ σύνορα και δικαιούνται να αγαπήσουν και να αγαπηθούν σε οποιοδήποτε σημείο της γης. Έφυγα από το Βελιγράδι με μια βαλίτσα άχρηστα πράγματα. Ένα γέρικο σκύλο που λάτρεψα, δεμένο σφιχτά με ένα μαντίλι στο χέρι μου και την ανάμνηση του Μπράνκο με το φθαρμένο παλτό και το άφθαρτο χαμόγελο μοναδική συντροφιά μου. Ένα χαμόγελο πιο ζεστό κι απ’ τον ελληνικό αυγουστιάτικο ήλιο. Τώρα πια ξέρω γιατί αγαπώ τόσο τον ήλιο της Ελλάδας, καθώς και γιατί δεν πίνω ποτέ πια σοκολάτα, παρά μόνο όταν βρίσκομαι κοντά του. Είναι γιατί εκείνος με έμαθε πώς είναι να πίνεις ένα ζεστό ποτήρι ευτυχία.

Αλκυόνη Πολυζώνη


16

/ 05.2010

ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΝΙΩΘΕΙΣ ΠΩΣ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ, ΣΟΥ ΘΥΜΙΖΕΙ ΚΑΤΙ;

Καυγάδες μεταξύ κολλητών κοριτσιών της Χρυσάνθης Κοσμά (Γ’ Λυκείου-Θεάτρου) Μα δεν είμαστε απόλυτα ελεεινές, όταν τσακωνόμαστε μεταξύ μας; Σίγουρα όλο και κάποια στιγμή στη ζωή σου θα σου έτυχε να εμπλακείς σε κάποιο «γατοκαυγά» μεταξύ πρώην κολλητών φιλενάδων είτε ως ενεργό μέλος είτε ως θεατής είτε ως παράπλευρη απώλεια! Και σίγουρα έχει τύχει να απαυδήσεις με την υπερδοσολογία κατινιάς, λασποπόλεμου, κλαμάτων, γκρίνιας, βαρυσήμαντων δηλώσεων και απολογιών κτλ. κτλ.… Να ζεις μια σαπουνόπερα, τέλος πάντων! Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες! Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους δύο κολλητές θα μπορούσαν να τα τσουγκρίσουν. Το ότι είναι κολλητές δε σημαίνει πως δε θα υπάρξουν μεταξύ τους ποτέ τριβές. Πάντα υπάρχουν διαφορές μεταξύ δύο ατόμων σε μια σχέση, άλλοτε μικρές, άλλοτε μεγάλες, που μπορεί να οδηγήσουν σε καυγάδες, οι οποίοι μπορεί να είναι και πολύ έντονοι, ακόμα και ανάμεσα στις πιο δεμένες φίλες. Η Καλή Περίπτωση: Ο καυγάς είναι αποτέλεσμα πραγματικού ενδιαφέροντος, διαποτίζεται από ειλικρίνεια, στη διάρκειά του οι εμπλεκόμενες δείχνουν αξιοπρέπεια και τα πράγματα διορθώνονται με ώριμη συζήτηση. Η πλέον βαρετή κατηγορία, μιας και δεν περιλαμβάνει ούτε λίγη ραδιουργία! Η Κακή Περίπτωση: Η χαρά της κουτσομπόλας! Ξεκινά για διάφορους λόγους, αποτελεί τον κολοφώνα του ξεκατινιάσματος, οι δυο μεριές είναι δύο εξοργισμένα κι αδιάλλακτα στρατόπεδα που θα έκαναν τα πάντα για να μειώσουν το ένα το άλλο στα μάτια του κόσμου και να βγουν από πάνω, ξεμαλλιάσματα, διαδόσεις κουτσομπολιών, πισώπλατες μαχαιριές… Με άλλα λόγια, βρήκαμε κάτι να ασχολούμαστε, βρε αδερφέ! Μεικτή Περίπτωση: Σ’ αυτήν, η μια μεριά έχει πραγματικό ενδιαφέρον για την άλλη κι όλη την καλή διάθεση να τα ξαναβρούν, ενώ η άλλη είναι ανένδοτη και επιμένει να συνεχιστεί ο πόλεμος λάσπης. Συνήθως, επειδή η πρώτη μεριά τείνει προς την κατηγορία «θύμα», βγαίνει από πάνω η κακιά… ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΞΕΚΑΤΙΝΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ • Αγόρι στη μέση: μια από τις δύο γουστάρει ένα αγόρι και ξεχνά την άλλη ή και οι δύο θέλουν το ίδιο αγόρι. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα όταν η μια ξέρει πώς αισθάνεται η άλλη γι’ αυτό το αγόρι και τα φτιάχνει μαζί του. Ακόμα χειρότερα, δε, όταν το εν λόγω αγόρι τα φτιάχνει και με τις δύο… • Ζήλεια: η μια απ’ τις δύο φίλες προκαλεί στην άλλη ζήλεια κι αυτό εκδηλώνεται. Εδώ μπορεί η μία ή να ζηλεύει επειδή η άλλη κάνει άλλες παρέες και νιώθει παραμελημένη ή επειδή η άλλη έχει κάποια πλεονεκτήματα που κάνουν την άλλη να σκάει από ζήλεια. • Ψώνιο: η μια την ψωνίζει κι η άλλη δεν την αντέχει. Συνήθως ο καυγάς ξεσπά όταν η άλλη φέρεται ειλικρινά και λέει στη μια την ειλικρινή της άποψη. Η κατάσταση είναι για κλάματα όταν και οι δύο φίλες είναι ψώνια. • Προδοσία: όταν η μία φίλη νιώθει προδομένη από την άλλη.

Υπάρχουν δύο περιπτώσεις: είτε μια φίλη έχει όντως προδώσει τη φιλία κι είναι για φτύσιμο, είτε η άλλη είναι μυγιάγγιχτη μέχρι αηδίας και παρεξηγείται με το παραμικρό. • «Εγώ Είμαι Ο Αρχηγός» ή «Ε, ρε, Γλέντια!»: Α’ περίπτωση: η μια απ’ τις δύο φίλες έχει την τάση να επιβάλλεται στους άλλους και η κολλητή της έχει αγανακτήσει και δεν αντέχει άλλο. Β’ περίπτωση: και οι δύο φίλες είναι αυταρχικές και τσακώνονται για το ποια θα έχει την εξουσία. Στην πρώτη περίπτωση, καλό κουράγιο στην επαναστάτρια και τους καταπιεσμένους. Στη δεύτερη περίπτωση… ας μείνουν οι τρίτοι εκτός πεδίου μάχης για να μην έχουμε παράπλευρες απώλειες και ας συνεννοηθούν για το ποιος θα μαζέψει τα πτώματα! • Παρεξηγήσεις: βγαίνουν σε όλα τα σχήματα και μεγέθη: μικρές, μεγάλες, ασήμαντες, σημαντικές, για ψύλλου πήδημα, τα φαινόμενα απατούν κτλ. κτλ. ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΥΓΑ Α’ Φάση: La vie en rose! Σ’ αυτή τη φάση, η φιλία των δύο κοριτσιών είναι στην καλύτερή της φάση. Τίποτα δε δείχνει ικανό να τις χωρίσει, δηλώνουν πως η μία έχει βρει το άλλο της μισό στο πρόσωπο της άλλης, όλα είναι ροζ κι ο ουρανός είναι καταγάλανος και ξάστερος… Ε, εκτός από κείνο εκεί το συννεφάκι στον ορίζοντα. Β’ Φάση: Η αρχή του τέλους Κι εκεί που όλα δείχνουν αρμονικά και υπέροχα, ξαφνικά κάτι συμβαίνει και χαλά η αρμονία. Μα θα είναι εκείνος ο κούκλος που γουστάρω κι όλο χαμογελά στη Νάσια. Εκείνη όλο με γράφει στα παλιά της τα παπούτσια (ναι, εκείνα που της είχα κάνει δώρο στη γιορτή της πρόπερσι) ή εγώ θέλω να κάνει ό,τι της λέω κι έχει αρχίσει να τσινάει, ε, τέλος πάντων, κάτι θα αρχίσει να πηγαίνει στραβά. Ευτυχώς, είναι μάλλον πρόσκαιρο και θα περάσει γρήγορα. Έτσι νομίζετε, δηλαδή! Γ’ Φάση: Η Χιονοστιβάδα Τα πράγματα αρχίζουν να βγαίνουν εκτός ελέγχου. Τα αρνητικά συναισθήματα αρχίζουν να συσσωρεύονται. Εκνευρισμός, καβγαδάκια, μπηχτούλες, ε, το κλίμα δεν είναι και το πιο φιλικό, τέλος πάντων. Και η κατρακύλα συνεχίζεται μέχρι… Τη Δ’ Φάση: την Ηρεμία πριν την Καταιγίδα (it’s optional!!!) Όλα δείχνουν να έχουν επανέλθει στα φυσιολογικά τους επίπεδα. Οι φίλες τα ‘χουν ξαναβρεί, για λίγο, όμως. Μην ξεγελιέστε και, προπαντός, μη βγάλετε το κράνος, γιατί δε θα ξέρετε από πού σας ήρθε η αδέσποτη! Σημ.: Μπορεί και να μην υπάρξει αυτή η φάση. Ε’ Φάση: THE BIG BAM!!! Κρυφτείτε! Αρχίζει ο βομβαρδισμός! Η αφορμή έχει δοθεί κι ο Ομηρικός Καυγάς έχει ξεκινήσει. Κατά πάσα πιθανότητα οι δυο φίλες θα τσακωθούν πολύ άσχημα, πράγμα που για διάφορους λόγους μπορεί να προκαλέσει σοκ στον περίγυρο - Τι, τσακώθηκαν αυτές; Αδύνατον! Μα ήταν τόσο αγαπημένες! - Έλα, ρε; Ξύπνησε η Λία, το θύμα; Δεν το πιστεύω! - Τσακώθηκαν και το μαθαίνω τελευταία; Αν είναι δυνατόν! Αν οι κοπέλες επιβιώσουν μετά τον εμφύλιο, ακολουθεί η…


05.2010 /

17

ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΤ’ Φάση: Μετά τον Καυγά Εδώ υπάρχει μεγάλη ποικιλία στο τι μπορεί να γίνει Α) οι φίλες να τα ξαναβρούν αμέσως. Β) να μη μιλιούνται απλώς. Γ) να μη μιλιούνται και να γίνεται της κακομοίρας από ραδιουργίες και ξεκατινιάσματα! Εν πάση περιπτώσει, συνήθως σ’ αυτή τη φάση οι δυο φίλες τα ξαναβρίσκουν κάποια στιγμή, συνήθως για να τσακωθούν μετά χειρότερα. Γενικά, είναι σε φάση που λες «Μα καλά, δε θα τελειώσει ΠΟΤΕ αυτή η κατάσταση;»

μετά από καυγά είτε χωρίς. Μέχρι, λοιπόν, να αποφασίσουν τι θέλουν, οι τρίτοι καλούνται να κάνουν υπομονή (ιώβειο, συνήθως) αλλά, μπόρα είναι, θα περάσει. Στη χειρότερη περίπτωση, υπάρχουν και τα lexotanil!!!

Η Κατάληξη Στο τέλος ή οι φίλες θα τα βρουν μια και καλή και θα είναι πιο δεμένες από πριν – γιατί εκεί που τράβαγε η μια τα μαλλιά της άλλης φωνάζοντας «Είσαι πολύ τσόκαρο, μωρή!» κατάλαβε πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν – ή θα τσακωθούν ακόμα πιο άγρια, για να μην τα ξαναβρούν ποτέ ή θα τα βρουν σταδιακά με το πέρασμα του χρόνου, είτε

Αντωνέλλα Νίκα

ΣΕ ΣΥΝΕΧΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

Συμμετοχές σε εκδηλώσεις άλλων φορέων • 9 Μαΐου 2010: Ημερίδα για την Καλλιτεχνική Παιδεία με θέμα: “Καλλιτεχνικό Σχολείο: πολυτέλεια ή ανάγκη;” (οργάνωση: Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του Σχολείου μας). • 8 Μαΐου 2010: Βράβευση της εφημερίδας μας: πρώτο βραβείο Καλύτερης Επιλογής Θεμάτων στο 17ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Μαθητικού Εντύπου (οργάνωση: εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ). • 8 Μαΐου 2010: Εσύ όπως εγώ: Κεντρική εκδήλωση παρουσίασης της δουλειάς οκτώ συμμετεχόντων σχολείων και συμμετοχή του σχολείου μας (οργάνωση: Δ/νση Δευτεροβάθμιας Εκπ. Ανατολ. Αττικής). • 6 Μαΐου 2010: Καλλιτεχνικό Φεστιβάλ με δρώμενα, χορό και εικαστικά. Παρουσίαση της δουλειάς των μαθητών στα καλλιτεχνικά εργαστήρια Θεάτρου, Χορού και Εικαστικών. • Απρίλιος 2010: – Συμμετοχή στο Μαθητικό Φεστιβάλ Χορογραφίας με δύο χορευτικά δρώμενα. – Συμμετοχή στο Μαθητικό Φεστιβάλ Φωτοαφήγησης. – Συμμετοχή στο Λογοτεχνικό εργαστήρι με λογοτεχνικά πονήματα (οι τρεις ανωτέρω εκδηλώσεις οργανώθηκαν από τη Δ/νση Δευτεροβάθμιας Εκπ. Ανατολ. Αττικής). – «Τα πρόσωπα των παιδιών είναι πατρίδες», μαθητική διαπολιτισμική βραδιά, Θέατρο Κολλεγίου (οργάνωση, συνεργασία με το Κολλέγιο Αθηνών). • Μάρτιος 2010: Σύμπραξη με το Μουσείο Βορρέ σε συνεργασία με παιδιά από το Χαμόγελο του Παιδιού για τη δημιουργία ζωγραφικών έργων.

• Φεβρουάριος 2010: – 2η Εβδομάδα Αρχαίου Δράματος – Εκπαιδευτήρια Ζηρίδη: Εισήγηση πρότασης διδασκαλίας της Αντιγόνης του Σοφοκλή με θεατροπαιδαγωγικές τεχνικές. Παρουσίαση χορευτικού δρώμενου από μαθητές. – Επίσκεψη μαθητών και καθηγητών στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα, διοργάνωση κοινού μαθήματος Αρχαίων Ελληνικών με το Λύκειο του Καταστήματος, παρουσίαση της δουλειάς των δύο σχολείων σχετικά με την τραγωδία. Χορευτικό δρώμενο από τους μαθητές μας. • Ιανουάριος 2010: – Πανελλήνιο Συνέδριο «Το Αειφόρο σχολείο του παρόντος και του μέλλοντος», Ίδρυμα Ερευνών, συμμετοχή με ανακοίνωση. – Α’ Πανελλήνιο Συμπόσιο «Όταν οι τέχνες συνομιλούν στο σχολείο…», συμμετοχή με εικαστικό-χορευτικό δρώμενο βασισμένο στο έργο Γκουέρνικα του Π. Πικάσο, Σχολή Μωραΐτη. • Νοέμβριος 2009: Επιστημονική Συνάντηση Νέων για το Περιβάλλον και την Αειφόρο Ανάπτυξη (οργάνωση: Δ/νση Δευτεροβάθμιας Εκπ. Ανατολ. Αττικής και Εκπαιδευτήρια Νέα Γενιά Ζηρίδη, συμμετοχή με ανακοίνωση). • Νοέμβριος 2009 – Μάϊος 2010: Φιλοσοφικό καφενείο: Μηνιαίες ανοιχτές συναντήσεις σε καφέ της πόλης με θέμα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία.

Συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα

Διακρίσεις – Βραβεία

E-twinning: Τheatre performance in English Στις 15 Μαρτίου 2010 μαθητές (10) από τη Β’ Γυμνασίου Θεάτρου παρουσίασαν παράσταση στα Αγγλικά στην πόλη Wilhelmshaven της Γερμανίας κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικής επίσκεψης. Η παράσταση θα επαναληφθεί στις 6 Μαΐου στο σχολείο μας και την ίδια μέρα θα παρουσιαστεί και αντίστοιχη παράσταση του Γερμανικού σχολείου που θα μας επισκεφθεί από τις 4 ως τις 8 Μαΐου.

1. Πανευρωπαϊκός Διαγωνισμός Youth and democracy in Europe, Olympic contest for openness-tolerance-equal opportunities Γ’ βραβείο στις μαθήτριες Αριστέα Ρέλλου και Αγγέλικα Πετρακάκη που εκπροσώπησαν τη χώρα μας. 2. Η μασκώτ, που σχεδίασε ο μαθητής της Β’ Λυκείου Γιώργος Ιορντάνοβ, πήρε το πρώτο βραβείο στο σχετικό Διαγωνισμό Σκιτσογραφίας και επιλέχθηκε ως η μασκώτ του Πανελλήνιου Πρωταθλήματος Πετοσφαίρισης Γενικών και Επαγγελματικών Λυκείων Ελλάδας και Κύπρου 2010.


18

/ 05.2010

ΚΟΜΙΚ της Αλκυόνης Πολυζώνη (Α‘ Λυκείου-Εικαστικών)


05.2010 /

19

ΣΕ ΚΑΛΗ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Διατροφικές συμβουλές προς αθλούμενους του Μανώλη Χάλκου (Α’ Λυκείου-Θεάτρου) Ο άνθρωπος είναι σαν ένα αυτοκίνητο. Χρειάζεται, λοιπόν, τα κατάλληλα καύσιμα για να κινηθεί, κυρίως αν είναι αθλητής.Οι μύες κατά την άσκηση κάνουν καύσεις, οι οποίες χρειάζονται καύσιμη ύλη, αλλιώς θα κάψουν τους ιστούς τους και θα υπάρξουν τραυματισμοί και κράμπες. Γι’ αυτό ο αθλητής πρέπει να τρέφεται σωστά. Οι κατάλληλες τροφές πρέπει να επιλέγονται ανάλογα με την περιεκτικότητά τους σε θρεπτικά συστατικά και στοιχεία, τα οποία χρειάζονται για την επισκευή των ιστών και δεν μπλοκάρουν τις καύσεις. Έτσι, λοιπόν, στον αθλητή είναι απαραίτητες τροφές, οι οποίες πρέπει να περιέχουν σε ικανές ποσότητες συστατικά όπως υδατάνθρακες και σάκχαρα, που αποτελούν καλή καύσιμη ύλη για τους μυς. Καθώς επίσης και στοιχεία όπως σίδηρο, κάλιο, πρωτεΐνες και αρκετές βιταμίνες. Υδατάνθρακες μπορούμε να βρούμε στις πατάτες, το ψωμί, τα μακαρόνια και το ρύζι. Πρωτεΐνες βρίσκουμε στο κοτόπουλο, τα ψάρια και το άπαχο μοσχάρι και σε πολλές άλλες τροφές, σε μικρότερη ποσότητα όμως. Σίδηρο βρίσκουμε στο συκώτι, τα όσπρια, τα μαλάκια και τα λαχανικά, όπως το μπρόκολο και κάλιο βρίσκουμε στα ψάρια, τις μπανάνες και το αλάτι. Όπως όλοι ξέρουμε, βιταμίνες παίρνουμε από τα φρούτα και τους χυμούς, αλλά και από τα λαχανικά. Ένας αθλητής δεν πρέπει να τρέφεται με τηγανιτές τροφές και junk food που περιέχουν λίπη, τα οποία είναι πολύ δύσκολο να καούν. Ο αθλητής δεν πρέπει να πίνει αλκοολούχα ποτά και ροφήματα που περιέχουν καφεΐνη, όπως το τσάι και ο καφές. Η καφεΐνη είναι ένα φυσικό αναβολικό, που, αν και δεν είναι απα-

γορευμένο, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους αθλητές, γιατί έχει ισχυρή διουρητική δράση. Φαντασθείτε έναν ποδοσφαιριστή να ζητάει από το διαιτητή να διακόψει το παιχνίδι για να πάει τουαλέτα ή έναν μαραθωνοδρόμο να σταματάει για να… ποτίσει κάποιο δέντρο, καθώς οι υπόλοιποι αθλητές θα τον προσπερνούν.

ο αθλητής πρέπει να καταναλώσει υδατάνθρακες και σάκχαρα, ώστε κατά την ώρα του αγώνα να υπάρχει άφθονη καύσιμη ύλη για τους μυς. Μην ξεχνάμε όμως και το νερό. Ο αθλητής κατά τη διάρκεια της προσπάθειας χάνει νερό και σάκχαρα, επομένως πρέπει να πίνει νερό ή κάποιο ισοτονικό ποτό για την αναπλήρωσή του.

Τέλος, ένας αθλητής μετά την προπόνηση πρέπει να αναπληρώσει τους καμένους ιστούς, γι’ αυτό πρέπει να τραφεί με πρωτεΐνες, βιταμίνες και σίδηρο. Τρεις μέρες πριν τον αγώνα ο αθλητής πρέπει να αρχίσει να μαζεύει υδατάνθρακες, οπότε το 75% των γευμάτων του πρέπει να περιέχει υδατάνθρακες. Την ημέρα του αγώνα, 3 με 4 ώρες πριν,

Φωτογραφία πάνω: Η βραβευμένη μασκώτ του Γιώργου Ιορντάνοβ

ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ

Πρώτο Βραβείο Η εφημερίδα μας βραβεύτηκε στο 17ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Μαθητικού εντύπου με πρώτο βραβείο στην κατηγορία “Καλύτερη Επιλογή Θεμάτων”. Έγραψαν για την Κόντρα μας: Καλλιτεχνικό το γυμνάσιο, καλλιτεχνική και η δουλειά που έχουν κάνει οι μαθητές στο 20 σελίδων περιοδικό τους: οι περισσότερες σελίδες έχουν εικονογραφηθεί με δικά τους σκίτσα, σχέδια και ζωγραφιές. Η «Κόντρα» ξεχωρίζει και για την επιλογή των θεμάτων. Ακόμα και από μια μίνι έρευνα του μαθητή Λυκούργου Σκιαδά προκύπτουν ειδήσεις για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά στο σχολείο. «Τι δεν μου αρέσει στο σχο-

λείο; Το ότι δεν έχουμε δικό μας κτίριο, καθώς και το ότι το Υπουργείο Παιδείας δε δίνει σημασία στο σχολείο μας, παρότι είναι ένα από τα λίγα καλλιτεχνικά σχολεία της Ελλάδας». Χιουμοριστικό και ενδιαφέρον το δισέλιδο με το κουίζ, «Βρες τον τύπο μαθητή που κρύβεις μέσα σου». Απαντώντας σε ερωτήσεις οι μαθητές μπορούν να μάθουν αν ανήκουν στην κατηγορία του σπασίκλα ή του επαναστάτη του… καναπέ, του πραγματικού επαναστάτη ή του καλλιτέχνη. Σε αρκετές σελίδες οι μαθητές γράφουν τις απόψεις τους για ό,τι τους προβληματίζει, π.χ. για τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008. (ΤΑ ΝΕΑ, 27 Μαΐου 2010)



issue03