Page 1

Και πού πάω, να στο πω; Αγαπημένη μου εγγονή,

Είναι μέρες, τώρα, που οι θύμησες ανασύρονται από τη μνήμη μου καθώς σε παρατηρώ να κάνεις τα πρώτα σου βήματα στο σχολειό. Και δε σου κρύβω πως μια γλυκιά ανάμνηση γεμίζει την ψυχή μου και σαν λευκό σύννεφο με ταξιδεύει πολλά χρόνια πίσω… Όταν, μαθητούδι κι εγώ, βγήκα από το σπίτι και πήρα να περπατώ στο χωματόδρομο που οδηγούσε σ’ εκείνη την ξύλινη παράγκα του δημοτικού. Ανηφόριζα στο λόφο και, κρατώντας σφιχτά τη σάκα που είχε πλέξει η μαμά μου στον αργαλειό, ένιωθα πως αρμένιζα στα ουράνια. Χοροπηδούσα και τραγουδούσα…. «Είναι τ’ άρματά μου αυτά, τ’ ακριβά τ’ αγαπητά: Το κοντύλι μου κι η πλάκα, το βιβλίο μου στη σάκα.... Είναι η ώρα περασμένη, άκου, ο κώδωνας σημαίνει.» (Τέλλος Άγρας) Αχ! Και τι έκρυβε μέσα αυτή η σάκα! Όλους τους θησαυρούς του κόσμου: Το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο που ήταν το αναγνωστικό της εποχής μας. Όλα τα σύμφωνα τα ενώναμε με φωνήεντα και κάναμε συλλαβές και από τις συλλαβές λέξεις: Λ και ο, Λο/ λ και α, λα. Όλα μαζί Λόλα. Και μετά προτάσεις: «Λόλα, να ένα μήλο» και κείμενα. Και τότε άρχιζαν όλες αυτές οι ελαφριές λεξούλες ν΄ αποκτούν νόημα και γίνονταν πλούτος ˙ ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας. Τη σχολική πλάκα, που ήταν μια

μικρή πλάκα από μαύρο σχιστόλιθο,

πάνω

στην οποία

γράφαμε οι μικρούληδες με το κοντύλι, κι αυτό από το ίδιο υλικό, και έσβηνε εύκολα. Στην άκρη, δέναμε

ένα

σφουγγαράκι.

Μ`

αυτό

σβήναμε

ό,τι

γράφαμε

στην

πλάκα,

για

να

την

ξαναχρησιμοποιήσουμε. Η πλάκα βρισκόταν μέσα σε ξύλινο πλαίσιο για να μην σπάει. Είχαμε και τετράδια από φτηνό χαρτί με γραμμές ή κουτάκια. Στην πίσω τους σελίδα ήταν τυπωμένη η προπαίδεια και

στην πρώτη κάποιος ήρωας από την ιστορία ή τη μυθολογία. Με το μολύβι μας

γράφαμε μέσα καλλιγραφικά γραμματάκια, λεξούλες και αριθμούς. Εμείς τα κορίτσια ήμασταν ντυμένες με μπλε, φρεσκοσιδερωμένες ποδιές με δαντέλα στο γιακά, που την είχε πλέξει η μητέρα μας, άσπρες κορδέλες στα μαλλιά, άσπρα σοσόνια και ίσια παπούτσια. Τα αγόρια εκτός από την ποδιά φορούσαν το χαρακτηριστικό καπέλο με την κουκουβάγια, το πηλίκιο, και είχαν πάντα κοντό μαλλί. Κάθε πρωί μετά την προσευχή ακολουθούσα το ξέγνοιαστο μελίσσι, έμπαινα στην αίθουσα Α΄ και Β΄ τάξης και μαζί με άλλες τρεις συμμαθήτριές μου μοιραζόμουν το ίδιο ξύλινο θρανίο. Είχε φιλοξενήσει υπομονετικά τόσα και τόσα σχολιαρούδια! Ακόμα και τις παιδικές σκανταλιές μας ήξερε «απέξω κι ανακατωτά». Χίλιες δυο σκηνές κι επεισόδια. Απέναντι ακριβώς βρισκόταν ο τεράστιος μαυροπίνακας με τις κιμωλίες και το σπόγγο. Δίπλα, ένα μεγάλο αριθμητήριο για να μαθαίνουμε εμείς τα μικρά πώς να μετράμε και τι είναι οι μονάδες, οι δεκάδες και οι εκατοντάδες.

Αριστερά τού πίνακα κρεμόταν ο χάρτης της Ελλάδας. Σε μια γωνιά, η ξυλόσομπα, την οποία ταΐζαμε με ξύλα, που φέρναμε για τις κρύες μέρες του χειμώνα.


Στο σχολειό μου π’ αγαπώ! Στο μέσον, μπροστά στον πίνακα, η έδρα του δασκάλου με τα τρία πολυτιμότερα εργαλεία του: το βιβλίο, τη βέργα και το κουδούνι. Μιλούσε πάντα σε «άπταιστη» καθαρεύουσα και το αγαπημένο του μάθημα ήταν η γραμματική: «ο πατήρ…του πατρός», «η μήτηρ …της μητρός» Ήταν πολύ αυστηρός τότε ο δάσκαλος, σχεδόν αγέλαστος. Τον φοβόμασταν, αλλά και τον σεβόμασταν, γιατί είχε φιλότιμο κι αξιοπρέπεια. Μας αγαπούσε και ήθελε να μάθουμε. Να μάθουμε για να ξεφύγουμε από τη φτώχεια. Πάλευε να βάλει στο μυαλό μας τις οξείες και τις περισπωμένες, «τον ύπερο και το στήμονα των ανθέων». Όμως εμείς το μυαλό μας το είχαμε στον αυλόγυρο, που μοσχοβόλαγε από τους φουντωτούς βασιλικούς. Ανοίγαμε το δεματάκι που κουβαλούσαμε από το σπίτι και μοιραζόμασταν το ψωμί, τις ελιές και τις σταφίδες. Κι αρχινίζαμε το παιχνίδι. Κρυφτό, κυνηγητό, μήλα με πάνινες μπάλες, σχοινάκι, αλάτι χοντρό - αλάτι ψιλό και, τα μεγαλύτερα αγόρια, γκαζές και πεντόβολα. Βούιζε ο τόπος από τα γέλια και τα πειράγματα! Τρεις αίθουσες είχε όλες κι όλες το 1ο Δημοτικό Σχολείο Ραφήνας. Τρεις άνετες αίθουσες κι ένα ξεχωριστό γραφείο για τους δασκάλους. Μεγάλο μου φαινόταν, τότε, … τεράστιο. Και να σκεφτείς πως τα πρώτα προσφυγόπουλα που ήρθαν στη Ραφήνα έκαναν μάθημα στο μικρό εκκλησάκι της Παναγίτσας με το ποτάμι πολλές φορές να πλημμυρίζει και να μην μπορούν να διασχίσουν το γεφυράκι. Ή λίγο αργότερα που για αίθουσες είχαν το χώρο κάποιων εστιατορίων! Τ’ αγαπούσα πολύ το σχολείο μου κι ας είχε την ονομασία «Το Σχολείο-Παράγκα». Ήταν κατασκευασμένο από τα υλικά του «Οχυρού», που άφησαν οι Γερμανοί μετά την απελευθέρωση. Βρισκόταν στο ύψωμα, που στα τέλη της δεκαετίας του ’50, θεμελιώθηκε το κτίριο του παλιού Τεχνικού Λυκείου. Πολύ αργότερα, το 1976, εγκαινιάστηκε το κτίριο στο οποίο πηγαίνεις εσύ σήμερα. Οι γονείς μας το είχαν χτίσει με τα χέρια τους. Άνθρωποι βυθισμένοι στη φτώχεια και την ταλαιπωρία. Μα, γεμάτοι καλοσύνη και επιμονή μπολιασμένη με όραμα. Είχαν καταφέρει με την αγάπη τους, να μεταμορφώσουν τα απομεινάρια του πολέμου σε σπόρο ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο. Αγαπημένη μου, πάει καιρός, αλλά το χθες μοιάζει τόσο κοντινό… Μέσα στα λόγια μου καθρεφτίζονται εικόνες μιας άλλης εποχής που έσβησε μέσα στο χρόνο. Οι άνθρωποι και οι συνήθειες συνεχώς αλλάζουν. Παραμένει, όμως, η πολύτιμη ουσία, που είναι πιο ισχυρή από τη φθορά του χρόνου. Πίσω από την πόρτα του σχολείου σε περιμένει το μεγάλο ταξίδι στη γνώση. Πίστεψέ το, δοκίμασε την ικανοποίηση της προσπάθειας, ρούφηξε όλα να νάματα που θα σου προσφέρουν οι δάσκαλοί σου. Και να ’σαι σίγουρη πως θα ανακαλύψεις το θαύμα της ζωής.

Πηγές  ΠΙΣΤΙΚΙΔΗΣ, Θ. (1985). Ριζώματα, Βιώματα, Παθήματα. Ραφήνα: εκδ. συγγρ.  http://alex.eled.duth.gr  http://www.auth.gr/univ/units/museums  http://educmus.ppp.uoa.gr  http://www.pbalogiannis.gr

Ιστορία σχολείου  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you