Issuu on Google+

«Ο ρόλος της σωματικής άσκησης και της διατροφής στην πρόληψη και αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτη»

Ηλίας Ν. Μυγδάλης,

1. Εισαγωγή

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μία νόσος διαδεδομένη σε όλη τη γη, ο δε ρυθμός αύξησης του είναι τέτοιος, ώστε να θεωρείται πανδημία. Ενδιαφέρον είναι ότι αγροτικοί πληθυσμοί, που για εκατοντάδες χρόνια ζούσαν στερημένα, τείνουν να εμφανίσουν διαβήτη, μόλις αυξηθεί η ποσότητα των προσλαμβανομένων θερμίδων και μειωθεί η σωματική δραστηριότητα, αλλαγές συνδεδεμένες με την εκβιομηχάνιση. Η τακτική .σωματική άσκηση αποτελεί σημαντική παράμετρο ρυθμίσεως του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 (Τ2ΣΔ) χάρις στην επίδραση της στη μεταβολική ρύθμιση. Επιπλέον, υπάρχει ευνοϊκή επίδραση σε άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες καρδιοαγγειακής νόσου. Στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (Τ1ΣΔ) ή άσκηση δεν αποτελεί μέσο ρυθμίσεως του διαβήτη, αλλά συνδέεται περισσότερο με τις προστατευτικές καρδιοαγγειακές επιδράσεις. Ταυτόχρονα συμβάλλει στην αύξηση της αυτοεκτί-μησης και της σωματικής και ψυχικής ευεξίας.

2.Φυσιολογία της άσκησης Καθώς περπατούμε, κάνουμε ποδήλατο ή τρέχουμε, υπάρχει μια παράλληλη αύξηση της κατανάλωσης οξυγόνου (V02) λόγω του αερόβιου μεταβολισμού που συνδέεται με την ένταση της άσκησης. Αυτή η γραμμική σχέση μεταξύ του αερόβιου μεταβολισμού και της έντασης της άσκησης ισχύει για τις περισσότερες μορφές φυσικής άσκησης. Η πρόσληψη του οξυγόνου συνεχίζει να αυξάνεται με την ένταση της άσκησης μέχρι να φθάσουμε στη μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου (VΟ2 max). Η άσκηση μπορεί να συνεχιστεί σε μεγαλύτερη ένταση για μικρό χρονικό διάστημα χωρίς περαιτέρω αύξηση της πρόσληψης οξυγόνου.

1


Η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου συνήθως προσδιορίζεται κατά την άσκηση σε διάδρομο ή σε ποδήλατο εργόμετρο. Η ένταση της άσκησης αυξάνεται σταδιακά, είτε με σύντομα διαστήματα μεταξύ κάθε σταδίου ή συνεχώς μέχρις ότου ο ασκούμενος να αισθανθεί κούραση. Το μέγεθος της εξατομικευμένης μέγιστης πρόσληψης οξυγόνου (V02 max) καθορίζεται από διάφορους παράγοντες, από τους οποίους οι πιο σημαντικοί είναι η ηλικία, το φύλο, το ύψος, το βάρος, το σύνηθες επίπεδο σωματικής άσκησης και κληρονομικοί παράγοντες. Ο γενετικός παράγοντας εμφανίζει τη σημαντικότερη επίδραση στη μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου που μπορεί ένα άτομο να δαπανήσει κατά τη διάρκεια της άσκησης καθώς συμβάλλει μέχρι και στο 90% της V02 max ενός ατόμου. Όμως, τα περισσότερα άτομα, εκτός των αθλητών αντοχής, δεν πλησιάζουν σε καμία περίπτωση το γενετικό τους όριο για V02 max. Τα βασικά στοιχεία στο σύστημα μεταφοράς οξυγόνου περιγράφονται στην εξίσωση Fick: [V02 = καρδιακός ρυθμός x όγκος παλμού χ διαφορά αρτηριοφλεβικού οξυγόνου]. Η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου ποικίλει με την ηλικία και φθάνει στη μέγιστη τιμή, στη δεύτερη δεκαετία της ζωής, ενώ από εκεί και μετά μειώνεται. Ο βαθμός μείωσης του V02 max είναι μεγαλύτερος στα άτομα που δεν ασκούνται καθημερινά ιδιαίτερα εντατικά και μικρότερος σε όσους έχουν ένα ικανοποιητικό επίπεδο σωματικής άσκησης σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Η άσκηση βελτιώνει την παροχή οξυγόνου αυξάνοντας τον όγκο παλμού. Αυτό στη συνέχεια, αυξάνει τη μέγιστη καρδιακή παροχή χωρίς σοβαρές αλλαγές στο μέγιστο καρδιακό ρυθμό, που παραμένει αμετάβλητος ή μπορεί και να μειωθεί. Η άσκηση αυξάνει επίσης την απόλυτη ποσότητα αιμοσφαιρίνης στο αίμα, αλλά όχι τη συγκέντρωση. Η άσκηση αυξάνει επίσης την πυκνότητα των τριχοειδών γύρω από μεμονωμένες μυϊκές ίνες και έτσι η παροχή οξυγόνου στους μυς γίνεται πιο αποτελεσματική. Η αύξηση της πυκνότητας των μιτοχονδρίων στους μυς επιτρέπει μεγαλύτερη αποδέσμευση οξυγόνου κατά την άσκηση και αυξάνει την ικανότητα αντοχής ενός ατόμου κατά τη διάρκεια άσκησης κατώτερης της μέγιστης χωρίς να επέρχονται αλλαγές στη μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου. Η καρδιακή αγγειακή ανταπόκριση στην άσκηση, μαζί με την αύξηση του αερόβιου μεταβολισμού των λιπαρών οξέων για την παροχή ενέργειας έχει ως συνέπεια τη μείωση του σχηματισμού γαλακτικού οξέος και έτσι εξηγείται η βελτίωση στην ικανότητα άσκησης μετά την προπόνηση. Τόσο το αναπνευστικό, όσο και το καρδιοαγγειακό σύστημα λειτουργούν συνδυαστικά για να παρέχουν στους ασκούμενους μυς επαρκή ποσότητα οξυγόνου για αερόβιο μεταβολισμό. Εντός των μυϊκών κυττάρων, τα μιτοχόνδρια 2


παράγουν ΑΤΡ για συσταλτική δραστηριότητα μεταξύ των γειτονικών στοιχείων, της ακτίνης και της μυοσίνης. Επιπλέον, οι ανάγκες χαλάρωσης όλων των κυττάρων καλύπτονται από τη συνεχή παροχή ΑΤΡ που αντανακλάται από το μεταβολικό ρυθμό χαλάρωσης. Το οξυγόνο είναι το τελικό βήμα στη σύνθετη διαδικασία της οξειδωτικής φωσφορυλίωσης που αναπαράγει ΑΤΡ από τη διφωσφορική αδενοσίνη (ADP). Κάποια μόρια ΑΤΡ παράγονται επίσης από τη φωσφορυλίωση της ADP από τη φωσφοκρεατινίνη (PCr). To πρώτο βήμα στη διάσπαση του γλυκογόνου των μυών για την παραγωγή ΑΤΡ δεν απαιτεί οξυγόνο και έτσι περιγράφεται ως αναερόβιος γλυκογονόλυση. Η γλυκογονόλυση παράγει κάποια μόρια ΑΤΡ πιο γρήγορα, αλλά μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα. Πέραν της αύξησης στη διάθεση οξυγόνου, η άσκηση απαιτεί ταχεία κινητοποίηση και επανακατανομή των μεταβολικών ουσιών για να εξασφαλιστεί επαρκής προμήθεια ενέργειας στους εργαζόμενους μυς. Αυτό προϋποθέτει πληθώρα νευρικών, καρδιοαγγειακών και ορμονικών αλλαγών. Οι σκελετικοί μύες μεταβολίζουν κυρίως γλυκόζη, ελεύθερα λιπαρά οξέα (FFA) και τριγλυκερίδια. Οι κετόνες δεν συμμετέχουν στον οξειδωτικό μεταβολισμό των ενεργών μυών των υγιών ανθρώπων. Τα αμινοξέα που προέρχονται από καταβολισμό εντός των μυών μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πηγή ενέργειας από τους μυς κατά τη διάρκεια μακράς και εντατικής προσπάθειας. Παρ' όλα αυτά, τα αμινοξέα δεν συμβάλλουν περισσότερο από 10% στη συνολική δαπάνη ενέργειας. Στα πρώτα 20-30 λεπτά της προσπάθειας, το γλυκογόνο των μυών είναι η κύρια πηγή ενέργειας. Αργότερα, η γλυκόζη που φέρει το αίμα και προέρχεται από ηπατική

γλυκογονόλυση,

νεογλυκογένεση

και

εντερική

απορρόφηση

μεταβολίζεται και στη συνέχεια ακολουθούν τα τριγλυκερίδια των μυών και τα κυκλοφορούντα FFA που προέρχονται από το λιπώδη ιστό. Σε ηρεμία σχεδόν καμία ποσότητα γλυκόζης του αίματος δεν εισέρχεται στα κύτταρα των μυών. Τα πρώτα 10 λεπτά της άσκησης, η γλυκόζη του αίματος αντιπροσωπεύει το 10-15% του οξειδωτικού μεταβολισμού και μετά από 90 λεπτά μπορεί να αυξηθεί στο 40% της συνολικής χρήσης ενέργειας. Μετά την 4η ώρα άσκησης, η γλυκόζη του αίματος δίνει περίπου το 1/3 και τα FFA τα 2/3 της οξειδωτικής ενέργειας. Μετά από 8 ώρες μέτριας άσκησης, τα FFA ευθύνονται για 80-85% της οξειδωτικής ενέργειας, ενώ τα υπόλοιπα προέρχονται από γλυκόζη με μικρή συμβολή από αμινοξέα αλυσίδας διακλάδωσης. Η πρόσληψη γλυκόζης από τους μυς είναι μεγαλύτερη μετά την άσκηση από ό,τι πριν. Η άσκηση αλλάζει τα χαρακτηριστικά της μυϊκής μεμβράνης ώστε η 3


διαπερατότητα της γλυκόζης βελτιώνεται και οι μύες έχουν αυξημένη ευαισθησία στην ινσουλίνη. Οι δύο επιδράσεις φαίνεται να είναι αθροιστικές. Η πρόσληψη γλυκόζης από τους μυς είναι μεγαλύτερη μετά την άσκηση από ό,τι πριν. Η άσκηση αλλάζει τα χαρακτηριστικά της μυϊκής μεμβράνης ώστε η διαπερατότητα της γλυκόζης βελτιώνεται και οι μύες έχουν αυξημένη ευαισθησία στην ινσουλίνη. Οι δύο επιδράσεις φαίνεται να είναι αθροιστικές. Επιπλέον, η συνθετάση του γλυκογόνου, το σύμπλεγμα δηλαδή των ενζύμων που ευθύνεται για τη σύνθεση γλυκογόνου, βρίσκεται στην πιο ενεργή μορφή της αμέσως μετά την άσκηση. Υπάρχει μία αντίστροφη σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης των μυών σε γλυκογόνο και της ποσότητας συνθετάσης του γλυκογόνου στην ενεργή της μορφή και οι αθλητές με τη χαμηλότερη συγκέντρωση γλυκογόνου στους μυς μετά την άσκηση έχουν τη μεγαλύτερη αύξηση τις επόμενες 24 ώρες. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η αύξηση στην κατανάλωση γλυκόζης μετά την άσκηση συνδέεται με αύξηση του μεταφορέα της γλυκόζης, της GLUT 4 μετά την άσκηση κατά περίπου 50% με παράλληλη αύξηση της δραστηριότητας της εξοκινάσης. Είναι πιθανόν η ταχεία κατανάλωση γλυκόζης να είναι κυρίως αποτέλεσμα της παρουσίας αυξημένης ποσότητας πρωτεϊνών που μεταφέρουν γλυκόζη. Αυτές ενδεχομένως να επιφέρουν αύξηση του ρυθμού επανασύνθεσης γλυκογόνου, ακόμα και όταν τα επίπεδα συνθετάσης του γλυκογόνου έχουν μειωθεί σε προ της άσκησης τιμές. 3. Η άσκηση στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 Η τακτική άσκηση των ατόμων με διαβήτη τύπου 1 δεν οδηγεί απαραίτητα σε βελτιωμένο έλεγχο. Μάλιστα, οι μεταβολικές διαταραχές που συνδέονται με τη σταθερή άσκηση μπορεί να οδηγήσουν σε επιδείνωση του μεταβολικού ελέγχου, αν δεν δοθεί μεγάλη προσοχή στην προσαρμογή της δόσης ινσουλίνης και στην πρόσληψη υδατανθράκων. Ο διαβήτης τύπου 1 προσβάλλει συχνά παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες στους οποίους η παράμετρος βελτίωσης της υγείας δεν βρίσκεται στις πρώτες θέσεις ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους ασκούνται. Η επιθυμία για παιχνίδι ή για συμμετοχή σε μία ομάδα είναι συχνά πιο σημαντική και ωθείται από κοινωνικούς λόγους και την ανάγκη να μην είναι κανείς «διαφορετικός» από την ομάδα των συνομηλίκων του. Στόχος της ιατρικής ομάδας είναι να επιτρέψει στο διαβητικό παιδί ή στον ενήλικο να συμμετάσχει στο άθλημα που επιθυμεί και να αποφύγει κάθε μορφή διακρίσεων στα σχολικά αθλήματα ή όταν το παιδί παίζει σε κάποια ομάδα.

4


Η τρέχουσα άποψη σήμερα είναι ότι «τα άτομα με διαβήτη τύπου 1 μπορούν να συμμετέχουν σε όλα τα επίπεδα άσκησης, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων του ελεύθερου χρόνου και των ανταγωνιστικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων». Πρέπει να τονισθεί όμως, ότι για να επιτευχθεί το μέγιστο όφελος για την υγεία από την άσκηση, δεν είναι απαραίτητες ασκήσεις αντοχής μεγάλης έντασης. Η τακτική, μέτριας έντασης άσκηση έχει τον καλύτερο λόγο κίνδυνου οφέλους. Τα πλεονεκτήματα της άσκησης για το διαβήτη τύπου 1 συνδέονται περισσότερο με τις προστατευτικές καρδιοαγγειακές επιδράσεις και όχι με τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου. 4. Υπογλυκαιμία Σε αντίθεση με το μη-διαβητικό άτομο, όπου τα επίπεδα της ινσουλίνης μειώνονται λίγο μετά την έναρξη της άσκησης, τα επίπεδα της ινσουλίνης στα άτομα με διαβήτη καθορίζονται κυρίως από τη δόση και το χρόνο της τελευταίας ένεσης. Επομένως αν το άτομο αναμένει ότι θα επιδοθεί σε έντονη άθληση θα πρέπει να κάνει την ανάλογη μείωση της δόσης της ινσουλίνης. Εάν αυτό δεν γίνει, η μόνη εναλλακτική λύση είναι η πρόσθετη λήψη υδατανθράκων για να αντισταθμιστεί η υπερβολική κυκλοφορούσα ινσουλίνη. Η υπογλυκαιμία μπορεί να εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της άσκησης, αλλά επίσης 12-14 ώρες ή ακόμα και πολύ αργότερα μετά το τέλος της προσπάθειας. Η υπογλυκαιμία όψιμης εμφάνισης εξηγείται από την ανάγκη του σώματος να αποκαταστήσει τα αποθέματα γλυκογόνου και από τη σταθερή αύξηση της ευαισθησίας των ιστών στην ινσουλίνη. Όταν οι ασκήσεις συνεχίζονται για πολλές ημέρες, η ινσουλίνη πρέπει συνήθως να αυξάνεται σταδιακά από ημέρα σε ημέρα. Επανειλημμένα επεισόδια υπογλυκαιμίας οδηγούν σε φαύλο κύκλο όταν υπάρχει μειωμένη επίγνωση της υπογλυκαιμίας, με αποτέλεσμα τον κίνδυνο εντονότερης υπογλυκαιμίας. Επιπλέον, η σωματική άσκηση καθιστά την αναγνώριση της υπογλυκαιμίας δύσκολη, επειδή η εφίδρωση και η ταχυκαρδία λόγω σωματικής άσκησης μπορεί να συγκαλύπτουν παρόμοια σημεία που προειδοποιούν για προσεχή υπογλυκαιμία. Όταν σημειώνεται υπογλυκαιμία κατά τη διάρκεια άσκησης παρά τις προσπάθειες αποφυγής της, είναι συχνά πολύ δύσκολο να θεραπευθεί. Πολύ συχνά η δραστηριότητα πρέπει προσωρινά να διακοπεί, ενώ η ποσότητα υδατανθράκων που απαιτείται για να διορθωθεί η γλυκόζη στο αίμα μπορεί να είναι πολύ υψηλή,

5


συχνά 30-40 g ή και περισσότερο. Η υπογλυκαιμία που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της άσκησης φαίνεται να επανέρχεται και έτσι απαιτούνται περισσότεροι υδατάνθρακες εντός μισής ώρας. 5. Η άσκηση στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 Οι περισσότεροι δέχονται ότι η σωματική δραστηριότητα αποτελεί σημαντικό στοιχείο στη θεραπευτική αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2 χάρις τις επιδράσεις της στις συγκεντρώσεις της γλυκόζης στο πλάσμα. Επιπλέον, υπάρχει ευνοϊκή επίδραση σε άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες καρδιοαγγειακής νόσου. Αυτές περιλαμβάνουν παχυσαρκία, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία και διαταραχές της ινωδόλυσης/πήξης

που

αποτελούν

σημαντικό

τμήμα

του

«μεταβολικού

συνδρόμου»16. Η μελέτη των Wing και συν. που τυχαιοποίησαν άτομα με διαβήτη τύπου 2 σε πρόγραμμα μόνο ειδικής διατροφής ή σε πρόγραμμα ειδικής διατροφής και άσκησης, έδειξε τα πιθανά οφέλη της άσκησης μόνη της ή σε συνδυασμό με ειδική διατροφή. Σε αυτή τη μελέτη όλα τα άτομα έλαβαν τις ίδιες διατροφικές συμβουλές. Τα άτομα στην ομάδα άσκησης περπατούσαν επιπλέον 3 μίλια την ημέρα 3-4 φορές την εβδομάδα. Τα άτομα αξιολογήθηκαν σε διάστημα 60 εβδομάδων. Η ομάδα διατροφής και άσκησης έχασε κατά μέσον όρο το διπλάσιο, βάρος από αυτούς που τυχαιοποιήθηκαν μόνο σε διατροφή τις πρώτες 20 εβδομάδες και μπόρεσαν να διατηρήσουν αυτή τη διαφορά στις 60 εβδομάδες. Ο γλυκαιμικός έλεγχος βελτιώθηκε και στις δυο ομάδες σε παρόμοιο επίπεδο, αλλά σε περαιτέρω ανάλυση το επίπεδο της βελτίωσης του γλυκαιμικοΰ ελέγχου, όπως κρίθηκε από το επίπεδο γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης και το βαθμό απώλειας βάρους, συνδέθηκε με το βαθμό σωματικής άσκησης. Μία μελέτη των Larsen και συν. ανέλυσε τις επιδράσεις της μέτριας άσκησης στην ομοιόσταση της γλυκόζης μετά το γεύμα. Απέδειξαν ότι υπήρχε θετική επίδραση της άσκησης στη γλυκόζη και στα επίπεδα ινσουλίνης, αλλά η επίδραση διατηρήθηκε μόνο στη μεταπορροφητική φάση εκείνου του γεύματος και όχι μέχρι το επόμενο γεύμα. Σε ότι αφορά την επίδραση στα λιπίδια και στην αρτηριακή πίεση οι Lehmann και συν έδειξαν ότι πρόγραμμα τακτικών αεροβικών ασκήσεων στο 50-70% της μέγιστης προσπάθειας για 3 μήνες οδήγησε σε 20% μείωση των συγκεντρώσεων των τριγλυκεριδίων στο πλάσμα και αύξηση του υποκλάσματος HDL-L. Ταυτόχρονα υπήρχε σημαντική μείωση της συστολικής και της διαστολικής 6


αρτηριακής πίεσης και, το σημαντικότερο σημαντική μείωση της σχέσης μέσης – γοφών Η ευνοική επίδραση της άσκησης στην κατανομή του λίπους έχει επιβεβαιωθεί και από άλλες μελέτες. Σαν συμπέρασμα η σωματική άσκηση έχει θετικές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχολογική καλή κατάσταση των ασθενών, ενώ έχει τη δυνατότητα να βελτιώνει την ποιότητα ζωής. Εξακολουθεί όμως να υπάρχει μεγάλο κενό μεταξύ θεωρίας και πράξης και δεν γίνονται πολλές προσπάθειες να αξιολογηθεί ο τρόπος άσκησης των ασθενών και να εξετάσει κανείς τις πιθανότητες που έχουν να αυξήσουν τη σωματική τους άσκηση. Σε ότι αφορά την ένταση και τη διάρκεια της σωματικής άσκησης, οι πρόσφατες ενδείξεις υποδηλώνουν ότι χρειάζεται να γυμναζόμαστε με ασκήσεις ήπιας ή μέτριας έντασης, τρεις ως πέντε φορές τουλάχιστον την εβδομάδα.

6. Άσκηση και πρόληψη του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 έχει διάφορα χαρακτηριστικά που δείχνουν ότι δυνητικά μπορεί να προληφθεί. Υπάρχει γενετική προδιάθεση στη νόσο και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο. Διάφορες μελέτες έδειξαν (πίνακας 1) ότι η τακτική σωματική άσκηση έχει προστατευτική επίδραση στην ανάπτυξη του διαβήτη τύπου 2. Πίνακας 1. Προοπτικές μελέτες σωματικής άσκησης και πρόληψης του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2

Μελέτη

Διάρκεια

πληθυσμού US College

παρακολούθησης Κυμαινόμενη

Φύλο Γυναίκα

επίδραση της άσκησης Ναι

14 έτη

Άνδρας

Ναι

8 έτη

Γυναίκα

Ναι

6 έτη Malmo Study Physician Health 5 έτη

Άνδρας Άνδρας

Ναι Ναι

Alumni Pennsylvania Alumni Nurses' Health Study

Προστατευτική

Study Ορισμένες

από

δόσης-ανταπόκρίσης

τις

μελέτες

μεταξύ

της

αυτές

έδειξαν

συχνότητας

της

ότι

υπάρχει

σωματικής

σχέση άσκησης 7


και του βαθμού προστατευτικής επίδρασης. Οι μελέτες αυτές υποδηλώνουν ότι υπάρχει αιτιογόνος ρόλος της έλλειψης σωματικής δραστηριότητας στο διαβήτη τύπου 2. Ενδιαφέρουσα είναι η μελέτη Da-Qing της Κίνας που μελέτησε 576 ασθενείς με IGT που τυχαιοποιήθηκαν σε τέσσερις ομάδες (μάρτυρες, ειδική διατροφή μόνο, άσκηση μόνο και τα δυο). Παρακολουθούντο για μια περίοδο 5.6 χρόνων και η συχνότητα του διαβήτη μειώθηκε και στις τρεις ομάδες. Από τη μελέτη αυτή σε άτομα με προδιάθεση για διαβήτη τύπου 2 προέκυψαν ορισμένα γενικά σημεία: •

Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής υπό μορφή διατροφής και άσκησης μέχρι και για

6 χρόνια μείωσε σημαντικά την ανάπτυξη διαβήτη. •

Οι επιδράσεις της διατροφής και της άσκησης ήταν παρόμοιες (και τα δυο

μείωσαν τον κίνδυνο διαβήτη). •

Ο κίνδυνος διαβήτη μειώθηκε παρά τις σχετικά μέτριες μειώσεις του βάρους

σώματος (περίπου 2 κιλά). • άτομα.

Οι επιδράσεις ήταν παρόμοιες στα παχύσαρκα και στα μη-παχύσαρκα Πρόσφατες μελέτες επιβεβαιώνουν την προστατευτική επίδραση της

σωματικής άσκησης στην πρόληψη του διαβήτη Είναι λογικό στα άτομα με προδιάθεση για διαβήτη τύπου 2 να ακολουθούν έναν υγιεινό τρόπο ζωής που θα πρέπει να περιλαμβάνει τακτική σωματική άσκηση. Παράλληλα θα πρέπει να ακολουθήσουμε μια επιθετική προσέγγιση στη θεραπεία της υπέρτασης, της δυσλιπιδαιμίας, της παχυσαρκίας και του καπνίσματος. 7. O ρόλος της διατροφής 7α.Υδατάνθρακες Οι υδατάνθρακες μπορεί να καλύπτουν στη δίαιτα το 50-55% της ολικής ημερήσιας ενέργειας. Στην περίπτωση που υπολογίζονται και τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα (ελαιόλαδο) το ποσοστό των υδατανθράκων είναι 60-70%. Θα πρέπει να γίνεται περιορισμός στην πρόληψη κεκορεσμένων λιπαρών οξέων (ζωικά λίπη). Συστήνεται η πρόληψη σιτηρών, φρούτων, λαχανικών και γαλακτοκομικών με μειωμένη ποσότητα λίπους. 7β. Φυτικές ίνες Υπάρχουν δύο ειδών φυτικές ίνες. Οι διαλυτές που αυξάνουν το ιξώδες του ενδοαυλικού περιεχομένου και καθυστερούν την εντερική διέλευση και πέψη (όσπρια, φρούτα, λαχανικά). Οι αδιάλυτες επιταχύνουν τη μεταφορά του διαιτητικού βλωμού (δημητριακά). Η δίαιτα ενός διαβητικού θα πρέπει να περιέχει περί τα 40gr φυτικές ίνες το 24h . Οι διαλυτές φυτικές ίνες έχουν σαν αποτέλεσμα 8


μείωση της μετασιατικής γλυκαιμίας και της LDL. 7γ. Πρωτεΐνες Η περιεκτικότητα της δίαιτας σε πρωτεΐνες πρέπει να καλύπτει το 10-20% της ολικής ημερήσιας ενέργειας. Συνιστάται συχνότερα η κατανάλωση ψαριού. Σε αρχόμενη νεφρική βλάβη (μικρολευκωματινουρία 20-200μg/min) η πρόσληψη πρωτεΐνης περιορίζεται στο 10%. 7δ. Λίπη Μέγιστο ποσό ενέργειας 60-70% από το συνδυασμό υδατανθράκων και μονοακόρεστων λιπών (ελαιόλαδο). Το κεκορεσμένο λίπος θα πρέπει να είναι <10% της ολικής ημερήσιας ενέργειας όπως και τα πολυακόρεστα (<10%). Η πρόσληψη πολυακόρεστων λιπών (κυρίως στο σπορέλαιο) μειώνει την LDL αλλά και την HDL. Τα trans λιπαρά οξέα (μαργαρίνη, μπισκότα, κέικ, fast food) έχουν σαν αποτέλεσμα αύξηση της LDL και μείωση της HDL. Έχει δειχτεί (μελέτη Kanwu) ότι η αντικατάσταση του κεκορεσμένου λίπους της τροφής με μονοακόρεστο βελτιώνει τον μεταβολικό έλεγχο και αυξάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Η ευεργετική αυτή επίδραση αίρεται, όταν η πρόσληψη του λίπους είναι υψηλή (>37% της ολικής ενέργειας).

9


Βιβλιογραφία 1.

Albright A, Franz M, Hornsby G. Exercise and type 2 diabetes. Med Sci

Sports Exerc 2000, 32:1345-1360. 2.

American Diabetes Association: Executive summary: standards of

medical care in diabetes – 2008. Diabetes Care 2008, 31 (Suppl 1): S 5-11. 3.

Ekelund U, Brace S, Franks PW Physical activity energy expenditure

predicts progression toward the metabolic syndrome independently of aerobic fitness in middle – aged healty cancassians. Diabetes Care 2005, 28: 1195-1200. 4.

Eriksson KF, Lindgrade F. Prevention of type 2 (non-insulin dependent)

diabetes mellitus by diet and physical exercise: the six year Malmo feasibility study. Diabetologia 1991, 34:891-898. 5.

Hill JO. Walking and type 2 diabetes. Diabetes Care 2005,

28:1524-1525. 6.

Καραμήτσος ΔΘ. Η άσκηση στο διαβητικό ασθενή. Στο: Μυγδάλης ΗΝ

(Συντ.) Στρατηγικές στη διερεύνηση και αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτη. Εκδόσεις ΖΗΤΑ, Αθήνα, 2000: 225-231. 7.

Κατσιλάμπρος ΝΛ, Λιάτης ΣΘ. Η διατροφική παρέμβαση στο διαβητικό

ασθενή. ΙΑΤΡΙΚΗ 2009, 94:218-229 8.

Larsen JJS, Dela F, Kjaer M, Galbo H. The effect of moderate exercise

on postprandial glucose homeostasis in NIDDM patients. Diabetologia 1997, 40: 447-453. 9.

Lehmann R, Vokac A, Niedermann K Agosti K, Spinas G.A. et al. Loss of

abdominal fat and improvement of the cardiovascular risk profile by regular moderate exercise training in patients with NIDDM. Diabetologia 1995, 38:1313-1319. 10.

Μυγδάλης ΗΝ. Άσκηση και Αθλητισμός στο Διαβήτη. Μετάφραση του

Exercise and Sports in Diabetes. In: Burr B, Nagi D (eds). Εκδόσεις Παρισιάνου, Αθήνα, 2001: 1-219. 11.

Μυγδάλης ΗΝ. Η άσκηση στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Στο:

Μυγδάλης ΗΝ, Παππάς ΣΙ (Συντ.) Θεραπευτική του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2. Εκδόσεις Ιατρική Εταιρεία Αθηνών, Αθήνα, 2002: 46-58. 12.

Μυγδάλης ΗΝ. Άσκηση και σακχαρώδης διαβήτης. Στο: Μυγδάλης ΗΝ

(Συντ) Στρατηγικές στο σακχαρώδη διαβήτη 2002. Εκδόσεις ΖΗΤΑ, Αθήνα, 2002: 107-121. 13.

Vessby B, Uusitupa M, Hermansen K, Riccardi G, Rivellese AA, Tapsell

LC, et al. Substituting dietary saturated for monounsatuarated fat impairs insulin 10


sensitivity in healthy men and women. The KANWU study : Diabetologia 2001, 44 :312-319 14.

Xiao – Pen P, Guang – Wei L, Ying- Hua, Ji-Xing W, Wen-Ying Y, Zuo –

Xin A, etal. H et al. Effects of diet and exercise in preventing NIDDM in people with impaired glucose tolerance: The Da Qing IGT and Diabetes study. Diabetes Care 1997, 20: 537-544.

A.

Όλα τα παρακάτω ισχύουν στην επίδραση της άσκησης στα άτομα με

σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, εκτός από: 1.

Έχει καρδιοαγγειακά οφέλη

2.

Βελτιώνει το γλυκαιμικό έλεγχο

3.

Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε περιπτώσεις απορύθμισης του γλυκαιμικού

ελέγχου 4.

Μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία 11


Β.

Όλα

τα

παρακάτω

ισχύουν

στην

επίδραση

της

άσκησης

στα

άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (Τ2ΣΔ) εκτός από: 1. Η σωματική δραστηριότητα αποτελεί σημαντικό στοιχείο στην αντιμετώπιση του Τ2ΣΔ 2. Έχει ευνοϊκή επίδραση στα εξής στοιχεία του μεταβολικού συνδρόμου (παχυσαρκία, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, διαταραχές ινωδόλυσης και πήξης) 3. Βελτιώνει την ποιότητα ζωής των ατόμων με Τ2ΣΔ 4. Η σωματική δραστηριότητα έχει ευεργετική επίδραση όταν γίνεται 1 φορά την εβδομάδα Γ. Για την πρόληψη του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 (Τ2ΣΔ) ισχύουν τα παρακάτω εκτός από: 1. Οι προοπτικές μελέτες σωματικής άσκησης και διατροφής για την πρόληψη του Τ2ΣΔ έδειξαν προστατευτική επίδραση 2. Οι πιο πάνω μελέτες έγιναν σε ελεγχόμενα άτομα και δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στην καθημερινή κλινική πρακτική 3. Η παρέμβαση στον τρόπο ζωής είναι ισχυρότερη από εκείνη της φαρμακευτικής παρέμβασης 4. Στα άτομα με παθολογική ανοχή στη γλυκόζη εκτός από την παρέμβαση στον τρόπο ζωής, οι εποπτικές αρχές (ΕΟΦ) επιτρέπουν κατά περίπτωση και τη χορήγηση φαρμάκων (πχ. μετφορμίνη , γλιταζόνη)

12


MYGDALIS_HL