Page 1


Η Γιώτα Τσιλίκη ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Παρατηρεί το γύρω της κόσμο και καταγράφει ό,τι αυτός της δίνει. Πιστεύει ότι η κάθε μέρα είναι ένας μοχλός που ανοίγει τις κρυφές πόρτες αυτού του κόσμου, του Μικρού, του Μέγα. Κάποια κείμενά της βραβεύτηκαν, κάποια όχι. Κάποια δημοσιεύτηκαν, κάποια όχι. Λέει πως έτσι γίνεται. Σημασία έχει να υπάρχει ανοιχτός δίαυλος επικοινωνίας.


ΓΙΩΤΑ ΤΣΙΛΙΚΗ

ΣΟΥΜΠΕΡΤΑ Νουβέλα


Γιώτα Τσιλίκη, Σουμπέρτα ISBN: 978-618-5040-44-4 Νοέμβριος 2013

Επιμέλεια, Διορθώσεις:

Μαρία-Ανδρονίκη Τραυλού mandro2727@hotmail.com

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελένη-Ειρήνη Παπαδέα epapadea@gmail.com Σελιδοποίηση:

Ηρακλής Λαμπαδαρίου www.lampadariou.eu

Εκδόσεις Σαΐτα Αθανασίου Διάκου 42, 652 01, Καβάλα Τ.: 2510 831856 Κ.: 6977 070729 e-mail: info@saitapublications.gr website: www.saitapublications.gr

Άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική χρήση Όχι Παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα Με τη σύμφωνη γνώμη της συγγραφέως και του εκδότη, επιτρέπεται σε οποιονδήποτε αναγνώστη η αναπαραγωγή του έργου (ολική, μερική ή περιληπτική, με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο), η διανομή και η παρουσίαση στο κοινό υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: αναφορά της πηγής προέλευσης, μη εμπορική χρήση του έργου. Επίσης, δεν μπορείτε να αλλοιώσετε, να τροποποιήσετε ή να δημιουργήσετε πάνω στο έργο αυτό. Αναλυτικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη άδεια cc, διαβάστε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


Στη Γεωργία, τη ζεστή νότα του δικού μου κόσμου


Η Σουμπέρτα πήδηξε πάνω κάτω μερικές φορές στο κρεβάτι της που στέναξε δυσαρεστημένο και πάντα χοροπηδώντας βγήκε στον κήπο. Στην πραγματικότητα δεν την έλεγαν Σουμπέρτα, αλλά εκείνη προτιμούσε αυτό το όνομα από το βαφτιστικό της. Η γιαγιά της αγαπούσε πολύ τον Σούμπερτ, τον Σοπέν και τους άλλους κλασικούς, όπως άλλωστε και κείνη. Όταν ερχόντουσαν σε επαφή μαζί τους, συνέβαινε κάτι μαγικό. Ένα διάφανο χαλί γεμάτο σχέδια περνούσε ελαφρά κάτω από τα πόδια τους και τις σήκωνε ψηλά. Το τσάι τους δεν κρύωνε ούτε χυνόταν σ’ αυτά τα κυματιστά ταξίδια. Ήταν οι καλύτερες στιγμές τους. Ένα χαμόγελο ευτυχίας απλωνόταν στα πρόσωπά τους κι όλα γύρω ήταν γαλήνια και ευτυχισμένα. Η γιαγιά πριν πεθάνει της είχε πει μυστικά, «Μικρή μου ποτέ μην ξεχάσεις ότι είσαι μια Σουμπέρτα. Έτσι θα έχεις πάντα αυτό που όλοι ψάχνουν. Αυτό που χρειάζεσαι. Κι αν ποτέ χάσεις τον δρόμο σου μη φοβάσαι. Μια πραγματική Σουμπέρτα δε χάνεται ποτέ». Μετά έγειρε το κεφάλι της και κοιμήθηκε. Για πάντα. Αρκετές μέρες δεν ήθελε να βγει από το δωμάτιό της, ούτε να μιλήσει σε κανέναν, κάτι που σεβάστηκαν οι γονείς της. Μετά την τράβηξαν με το ζόρι σε κάτι γελοία γενέθλια ενός ξαδέλφου που δεν είχε ξαναδεί. Τα σκεφτόταν αυτά κι άλλα πολλά καθισμένη πάνω στο βράχο. Ένιωσε σαν μικρή μικρή κουκκίδα, τόσο ασήμαντα μικρή που θα μπορούσε ένας τεράστιος γίγαντας να φυσήξει και να την εξαφανίσει. Ο βράχος αναστέναξε μαζί της, κάτι που δεν την παραξένεψε. Χάιδεψε τη ράχη του και τον ρώτησε τι είναι αβάσταχτο σ’ αυτή τη ζωή. Ο βράχος στέναξε ξανά και της είπε πως όσοι άνθρωποι και να καθίσουν πάνω του, όσο χοντροί και να είναι, αυτό δεν είναι βάρος. Οι χειμωνιάτικοι άνεμοι που του στέλνουν δυνατές ριπές, το χιόνι που τον σκεπάζει ή ο ήλιος που τον τσουρουφλίζει ούτε που τον νοιάζουν. Αβάσταχτο είναι που δεν έχει πόρτα η ψυχή του. Η Σουμπέρτα σκέφτηκε λίγο αλλά δεν είπε τίποτα, μόνο χάιδεψε τη ράχη του και έμειναν για λίγο έτσι μέχρι ο ήλιος να δύσει.


Μια μέρα πριν το φθινόπωρο, η Σουμπέρτα σκέφτηκε να κατέβει στον κήπο να κάνει λίγο κούνια. Είχε βαρεθεί στο δωμάτιο και οι μεγάλοι κοιμόντουσαν. Δοκίμασε λίγο τα σκοινιά για να βεβαιωθεί ότι είναι εντάξει και ανέβηκε. Κούνησε τα πόδια της μπρος πίσω με δύναμη και η κούνια τινάχτηκε ψηλά και μετά ψηλότερα. Κάθε φορά που ανέβαινε έβλεπε από πολύ κοντά την ανάποδη των φύλλων. Ήταν ασημένια με ένα χοντρό νεύρο στο κέντρο τους. Μερικά είχαν σημάδια. Ένα το έτρωγε μια κάμπια. Αναρωτήθηκε αν πονούσε από τα δαγκώματά της. Ίσως αν ήταν φύλλο να καταλάβαινε. Το δέντρο αναστέναξε και της είπε πως η προσφορά δεν είναι πόνος. Η Σουμπέρτα δεν κατάλαβε και σούφρωσε τα χείλη της. Το ρώτησε τι είναι όμορφο σ’ αυτή τη ζωή. Το δέντρο λύγισε ένα κλωνάρι του και της αποκάλυψε μια κάμπια που εκείνη τη στιγμή μεταμορφωνόταν σε πεταλούδα. Άπλωσε το χέρι της να την πιάσει αλλά το δέντρο μαλακά ανέβασε το κλαδί του ψηλά και η πεταλούδα πέταξε. Ο χειμώνας είχε φτάσει κουβαλώντας σύννεφα και βροχές. Το σκοτάδι έπεφτε νωρίς. Ένα βράδυ η Σουμπέρτα δεν είχε ύπνο. Στριφογύριζε στα σεντόνια της για ώρα. Τελικά, σηκώθηκε και κάθισε στο περβάζι του παραθύρου. Οι σκιές που παραμόνευαν έξω δεν την τρόμαζαν. Ήθελε να μπορούσε να τις πιάσει. Άπλωσε το χέρι της και μια σκιά ήρθε και κάθισε στην παλάμη της. Προσπάθησε να την αιχμαλωτίσει αλλά δεν τα κατάφερε. Η σκιά γέλασε. «Σκιά, είσαι πολύ ελαστική» της είπε, «δεν μπορώ να σε πιάσω». «Θα ήθελα τόσο πολύ να σε έχω όταν το θέλω». Η σκιά ξαναγέλασε, άλλαξε θέση και βολεύτηκε στον καρπό της. Την κοίταζε αρκετή ώρα προσπαθώντας να καταλάβει τι μπορούσε να κάνει γι’ αυτήν. Τη ρώτησε τι χρειάζεται μια σκιά. Η σκιά της απάντησε πως είναι ένας δείκτης. Απλώς ένα σημάδι στο νου των ανθρώπων. Μ’ αυτό μετράνε την ύπαρξή τους. «Και συ τι χρειάζεσαι;» ξαναρώτησε η Σουμπέρτα. «Μα είμαι μια σκιά, σου εξήγησα», θύμωσε εκείνη. «Ωχ, όχι δεν εννοώ αυτό. Εννοώ αν έχεις κάποια ανάγκη». «Η ανάγκη μου είναι μεγαλύτερη από την επιθυμία και μικρότερη από το φως». Το φεγγάρι έριξε μια ασημένια αχτίδα και η σκιά τεντώθηκε, μεγάλωσε και γλίστρησε έξω.


Η μαμά της φώναζε πως έχουν αργήσει και να μην ξεχάσει να πάρει μια χοντρή ζακέτα. Δεν είχε όρεξη για αυτές τις Κυριακάτικες βόλτες, τις έβρισκε βαρετές και τα παιδιά των φίλων τους σαχλά. Φαντάσου ότι η διασκέδασή τους ήταν να τρώνε παγωτό και να τραβάνε ο ένας την μπλούζα του άλλου κάνοντας απαίσιες γκριμάτσες. Κι ακόμα σπρώχνονταν ποιος θα ανέβει πρώτος πάνω στο πλαστικό αλογάκι που κουνιόταν μπρος πίσω μόλις του έβαζες ένα κέρμα στην κοιλιά. Άλλωστε, ένιωθε πως δεν ανήκε ούτε στους μεγάλους, ούτε στους μικρούς. Αναστέναξε και πήρε τη ζακέτα της παρ’ όλα αυτά. Ίσως, όπως θα έλεγε η γιαγιά, αυτή η βόλτα να είχε κάτι καλό να της δώσει. Ρώτησε το κάθισμα του αυτοκινήτου αν ήταν ευχαριστημένο. Εκείνο της είπε πως ναι, ήταν, γιατί όχι; Το δέρμα του ήταν ακόμα νέο και ελαστικό και οι σούστες του στη θέση τους. Όπως ένας άνθρωπος που είναι νέος και γεροδεμένος. Η Σουμπέρτα σκέφτηκε πως έκανε λάθος ερώτηση και σιώπησε τόσο που ο μπαμπάς της γύρισε να τη δει. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα δυνατό μεταλλικό μπαμ. Ξύπνησε τυλιγμένη σε επιδέσμους και το χέρι της ήταν σε γύψο. Η μαμά, της είπε πως είχαν τρακάρει και ήταν θαύμα που σώθηκε γιατί όλο το πίσω κάθισμα έγινε κουβάρι. Όσο η μαμά της περιέγραφε το περιστατικό, λυπήθηκε το κάθισμα που πριν λίγο καμάρωνε γιατί ήταν νέο και γυαλιστερό κι ένιωσε το στόμα της πικρό. Ζήτησε ένα σου που της άρεσε πολύ. Της είπαν ότι απαγορεύεται να φάει οτιδήποτε, πόσο μάλλον γλυκό. Ένιωσε την ανάγκη να τυλιχτεί με την μπέρτα της γιαγιάς αλλά δεν ήταν δυνατόν μιας και ήταν στο νοσοκομείο. Ρώτησε πότε θα πάνε σπίτι και της είπαν όχι ακόμα. Ο γιατρός ήταν λίγο βλοσυρός με ένα παχύ μουστάκι, αλλά όταν μίλησε η φωνή του ήταν γλυκιά. Της κράτησε το χέρι και μέτρησε το σφυγμό της. Χωρίς να τον ρωτήσει απάντησε στη σκέψη της. «Όλα είναι ρυθμισμένα με σοφία», είπε. «Αν τα διαταράξουμε χαλάει η αρμονία». Μετά της χτύπησε το πάνω μέρος της παλάμης χαϊδευτικά και τη ρώτησε τι της αρέσει. Η Σουμπέρτα ελπίζοντας πως θα της φέρει κάτι, άρχισε να του αραδιάζει πως της αρέσει το παγωτό


καϊμάκι, το ψημένο καλαμπόκι, τα κορόμηλα και φυσικά το παιχνίδι. Τι παιχνίδι δεν πρόλαβε να πει, γιατί ο γιατρός χαμογέλασε και της έδωσε ένα ηλεκτρονικό σκάκι. «Μ’ αυτό θα μπορείς να παίζεις και μόνη σου της είπε». Τον ρώτησε πως μπορεί κανείς να παίζει μόνος του και να του αρέσει. Ο γιατρός δίπλωσε την άκρη της μπλούζας του προς τα έξω και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού. «Είναι μια τεχνική που μας βοηθάει να ανακαλύψουμε έναν άγνωστο κόσμο, το δικό μας κόσμο», συμπλήρωσε. Τον κοίταξε στα μάτια και ρώτησε ποια είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη. «Αυτή που δεν ανακαλύφθηκε ακόμα», της είπε και μετακίνησε ένα πιόνι πριν βγει από το δωμάτιο. Παρ’ όλο που ο χειμώνας έφερε πολύ κρύο, κάποιες μέρες είχε ωραίες λιακάδες. Έβγαιναν στο προαύλιο και περπατούσαν πάνω κάτω συζητώντας και χουχουλιάζοντας τα χέρια τους. Της άρεσαν αυτές οι λιακάδες στη μέση του χειμώνα. Στο πρώτο διάλειμμα πάντα έκανε αργούς περιπάτους. Αυτό τη βοηθούσε να καταλάβει αν η μέρα θα ήταν καλή ή όχι. Στα άλλα διαλείμματα δεν είχε πρόβλημα, μπορούσε να χοροπηδάει και να παίζει ακόμα και μερικά λεπτά μετά το κουδούνι. Μια μέρα, τους ανακοίνωσαν ότι την τελευταία ώρα δε θα έβγαιναν στην αυλή γιατί είχε έρθει στο σχολείο ένας σπουδαίος επισκέπτης, ένας σοφός άνθρωπος, πολύ μορφωμένος που θα τους αφιέρωνε μια ολόκληρη ώρα ομιλίας για τα επιτεύγματά του. Ο διευθυντής παρουσίασε τη βιογραφία του με μεγάλο θαυμασμό και στη συνέχεια ο σοφός άνθρωπος πήρε το μικρόφωνο και άρχισε να μιλάει. Όλα όσα άκουσε η Σουμπέρτα ήταν άγνωστα και ενδιαφέροντα, αλλά της δημιούργησαν εκνευρισμό γιατί φαινόταν ότι αυτός ο άνθρωπος ζούσε μόνο για τον εαυτό του μιας και μιλούσε συνέχεια με το εγώ. Έσκυψε το κεφάλι της στο θρανίο και παραιτήθηκε από το να ακούει, μέχρι που τη σκούντηξε ο διπλανός της για να της πει ότι η ομιλία τελείωσε. Σήκωσε το χέρι της να ρωτήσει κάτι, αλλά ο σοφός είπε πως δεν είχε χρόνο. Έτρεξε και τον πρόλαβε στην αυλή. Ρώτησε γιατί οι σοφοί άνθρωποι δε δέχονται ερωτήσεις και κείνος αφού έξυσε το κεφάλι του και την κοίταξε παγερά, είπε πως στην ηλικία


της πρέπει να μάθει να ακούει. Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να πάει στον ωτορινολαρυγγολόγο. Ο διευθυντής που άκουσε τη συνομιλία τους της έκανε παρατήρηση ότι πρέπει να υπακούει στους κανόνες ευγενείας. Η Σουμπέρτα μπερδεύτηκε με τα ακούει και υπακούει και έβγαλε το συμπέρασμα ότι δε θα γινόταν σοφή και ο διευθυντής θα έμπαινε στη λίστα όσων δε θα έκανε παρέα όταν μεγάλωνε. Ευτυχώς έφτασαν οι διακοπές των Χριστουγέννων και απολάμβανε τον πρωινό της ύπνο και βόλτες στη στολισμένη πόλη με τη μαμά. Όπως σήμερα που βγήκαν για ψώνια. Σταμάτησαν να θαυμάσουν τη φάτνη στην πλατεία. Δίπλα περίμενε ο κύριος που ήταν ντυμένος Άγιος Βασίλης κρατώντας στο ένα του χέρι ένα κουδούνι και στο άλλο το σχοινί ενός πόνυ, καλώντας τους να φωτογραφηθούν. Η χαίτη του αλόγου ήταν μακριά και έπεφτε στα θλιμμένα του μάτια. Η Σουμπέρτα πλησίασε και χάιδεψε το μέτωπό του. Εκείνο ρουθούνισε ελαφρά και απόλαυσε το χάδι. Μάλιστα πήρε από τα χέρια της τον κύβο ζάχαρης κοιτώντας την με ένα βλέμμα βαθύ και παραπονεμένο. Το ήξερε πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να το γλιτώσει από την άχαρη ζωή του, γιατί ήταν μικρή και δεν είχε χρήματα. Όμως όταν μεγάλωνε θα ήταν ωραία να μπορούσε να ασχοληθεί με τα αιχμαλωτισμένα ζώα. Ίσως να έφτιαχνε ένα καταφύγιο ή να έκανε κάτι που θα τους έδινε την ελευθερία τους. - «Θα ήθελες να είσαι ελεύθερο;», του ψιθύρισε. - «Ελεύθερο; Δεν ξέρω τι είναι αυτό που μου λες», της απάντησε. «Θα ήθελα να μη νιώθω έτσι». - «Πώς νιώθεις;» - «Πως δεν ασχολούνται πραγματικά μαζί μου. Στην πραγματικότητα αυτό που σκέφτονται είναι αν θα βγουν ωραίες οι φωτογραφίες». Του χάιδεψε τη μουσούδα ξανά και σημείωσε στο κεφάλι της ότι στο δικό της καταφύγιο τα ζώα θα έρχονται μόνο για να γίνουν καλά και να τραφούν πριν επιστρέψουν ελεύθερα στη φύση. Μόνο άφησε ένα περιθώριο για τα ζώα που μπορεί να χρειάζονταν οι άνθρωποι για τις


δουλειές τους, αλλά αυτό ήταν μεγάλο πρόβλημα. Τώρα έπρεπε να ψωνίσουν χριστουγεννιάτικα δώρα. Στο δρόμο, εργάτες του δήμου κρεμούσαν τεράστια φωτεινά στολίδια. Σήκωσε το κεφάλι της και τα θαύμασε. - «Μαμά», είπε τραβώντας της τη φούστα, «γιατί τα στολίδια τα κρεμάνε στο δρόμο;» - «Μα γιατί είναι Χριστούγεννα», της είπε. - «Ναι, αλλά γιατί στο δρόμο;» - «Και τι να τα κάνουν;» - «Να τα δώσουν στα παιδιά που δεν έχουν». - «Ω, είσαι περίεργη μικρή μου», της είπε αναστενάζοντας. «Ο κόσμος έτσι είναι, άλλοι έχουν κι άλλοι δεν έχουν». - «Δε μου αρέσει αυτό», είπε χτυπώντας με πείσμα το πόδι της. - «Σου αρέσει δε σου αρέσει έτσι είναι. Θα μπορούσες να αποχωριστείς μερικά από τα παιχνίδια σου; Πίστεψέ με θα νιώσεις το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων. Αρκεί να το θέλεις πραγματικά». Η Σουμπέρτα έφερε στο μυαλό της τον τεράστιο αρκούδο τον Τζίνο που είχε από μικρή, την κούκλα με τα σχοινένια μαλλιά, το καρουζέλ της, τα δύο ξύλινα βατραχάκια, τον Πινόκιο και φυσικά την πολυαγαπημένη της κυρία με τα ρούχα εποχής. Μετά ήταν και μερικά λούτρινα, τα επιτραπέζια που έπαιζε μικρότερη, δύο τρία πολύχρωμα βότσαλα, το κουτί με τα μολυβένια στρατιωτάκια και το άλλο κουτί με τους δεινόσαυρους. Το αυτοκινητάκι και το ελικόπτερο παρέα με το πλοίο που είχε συναρμολογήσει, στολισμένα από καιρό στο ράφι, μερικά πάζλ που τα είχε βαρεθεί και τα έβαλε ξανά στο κουτί τους. Ένας μικροσκοπικός αργαλειός ήταν θαμμένος κάπου εκεί, μαζί με μια μελόντικα και γυάλινους βόλους. Τα ηλεκτρονικά της ήταν μια άλλη κατηγορία. Ξαφνικά ένιωσε μπερδεμένη. Όλα της άρεσαν, ήθελε να τα έχει κι ας μην τα έπαιζε. Αφού δεν τα χρησιμοποιούσε όμως γιατί ένιωθε τόσο άσχημα στην ιδέα να τα αποχωριστεί; «Μαμά είναι δύσκολος ο αποχωρισμός;» Εκείνη γέλασε και της είπε μονολεκτικά, «Πάντα»,


τονίζοντας τη λέξη. Η Σουμπέρτα επέμεινε να μάθει κι άλλα. Κάθισαν σε ένα παγκάκι. Η μαμά, της ίσιωσε τον σκούφο και της εξήγησε πως ενώ όλα είναι μια ενότητα, ο άνθρωπος έχασε τον προσανατολισμό του γιατί ασχολήθηκε κυρίως με την απόκτηση της ύλης, χωρίς να νοιάζεται τι γίνεται γύρω του. Όσο πιο πολλά αποκτά τόσο περισσότερα θέλει. Έτσι καταστρέφει τα δώρα που του δόθηκαν και στο τέλος θα καταστρέψει και τον εαυτό του. Η Σουμπέρτα δεν κρατήθηκε και ρώτησε τι δώρα του δόθηκαν κι από ποιον. Η μαμά της είπε πως τα πιο σημαντικά δώρα είναι η δυνατότητα να σκέπτεται, να αποφασίζει ελεύθερα και φυσικά να εξελίσσεται διαχειριζόμενος με σοφία τα αγαθά της γης. «Αυτός που δίνει τα δώρα», συμπλήρωσε, «άλλοι λένε πως είναι ο Θεός κι άλλοι η φύση». Κρατώντας τα ζεστά κάστανα στα χέρια της, αποφάσισε να αποχωριστεί αρκετά από τα παιχνίδια της και να προσπαθήσει να μη ζητάει κάτι που δε χρειάζεται πραγματικά. Την ημέρα των Φώτων πήγαν για μπάνιο. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, πήγαιναν για μπάνιο κρατώντας ένα οικογενειακό έθιμο. Το έθιμο δεν την ένοιαζε και τόσο, αλλά της άρεσε να κολυμπάει ακόμα κι όταν το νερό ήταν κρύο. Ο μπαμπάς, της έλεγε πάντα πως ήταν πάπια. Βέβαια εκείνη δεν ήταν πάπια αλλά δεχόταν αυτόν τον χαρακτηρισμό, γιατί οι παπίτσες ήταν όμορφες και πολύ ανεξάρτητες έτσι όπως βουτούσαν με χάρη και μετά έβγαιναν σε σημείο που δεν το περίμενες. Έμαθε παρατηρώντας τις πως να βουτάει και να κινεί το σώμα της κάτω από το νερό. Θυμήθηκε χαμογελώντας πως μια φορά μπερδεύτηκε και πήρε στο κατόπι τα πόδια ενός γλάρου. Όταν βγήκε στον αφρό και είδε την κυρτή του μύτη φοβήθηκε για μια στιγμή, αλλά μόνο για μια στιγμή. Τον ρώτησε τι κάνει εκεί και πότε ήρθε και της απάντησε πως ήρθε να καθαρίσει και έπιασε δουλειά πριν λίγο. Έκανε ένα μακροβούτι και βγαίνοντας έκρωξε «δεν το ξέρεις ότι οι γλάροι είναι οι ειδικοί της ανακύκλωσης»; Φυσικά, ήθελε να μάθει πως είναι δυνατόν ένα πουλί να κάνει ανακύκλωση τη στιγμή που αρκετοί άνθρωποι δεν το κάνουν. Ο γλάρος πρόλαβε και της ψιθύρισε


πως αυτή είναι η διαφορά με τους ανθρώπους. Τα υπόλοιπα πλάσματα ξέρουν το ρόλο τους. Μετά πέταξε μακριά κάνοντας μερικούς κύκλους και η μαμά της ανακουφίστηκε που το πουλί δεν την τραυμάτισε. Στο θέατρο παρακολουθούσε προσεκτικά τους ηθοποιούς. Σχεδόν όλοι ήξεραν τον ρόλο τους εκτός από μια νεαρή που κόμπιαζε και φαινόταν ότι δεν ήταν σίγουρη γι’ αυτό που έκανε. Η ηλικιωμένη κυρία δίπλα της σχολίασε ότι μπορεί να είναι όμορφη, αλλά δεν κάνει για το σανίδι. Η άλλη κυρία που ήταν παρέα της συμφώνησε διστακτικά και συμπλήρωσε ότι ίσως της λείπει η πείρα. Έτσι όταν τελείωσε η παράσταση και πήγαν στα καμαρίνια να συγχαρούν τους ηθοποιούς, η Σουμπέρτα είπε στη νεαρή ηθοποιό πως αν ήθελε πραγματικά να γίνει ηθοποιός έπρεπε να μιλήσει με τον γλάρο. Η κοπέλα γέλασε και χαϊδεύοντάς της το κεφάλι είπε πως οι άνθρωποι δε μιλάνε με γλάρους. Η Σουμπέρτα μισόκλεισε τα μάτια και αποφάσισε πως η όμορφη κοπέλα δεν έκανε για το σανίδι, ζούσε σε μια πλάνη όπως διαπίστωσαν οι ηλικιωμένες γυναίκες. Στο ξυλουργείο που είχε ακόμα ο φίλος του παππού της, πήγαινε αρκετές φορές και τον έβλεπε να περιποιείται τα έπιπλα που είχαν σκεβρώσει με τα χρόνια. Γιατί αυτό έκανε ο κύριος Μένιος. Έξυνε τα παλιά έπιπλα και διόρθωνε τα κομμάτια που είχε χαλάσει ο χρόνος. Στα χέρια του κρατούσε μια πλάνη, ένα εργαλείο που έχουν όσοι θέλουν να μεταμορφώνουν τα σανίδια σε έργα τέχνης, έτσι της είχε περιγράψει την πλάνη. Στο λεξικό βέβαια η λέξη πλάνη είχε και άλλη ερμηνεία που τώρα δε θυμόταν ακριβώς. Της άρεσε να ψαχουλεύει μέσα στα πριονίδια που μύριζαν πότε σαν ρετσίνι, πότε σαν βρεγμένο χώμα, πότε σαν κάτι που δεν ήξερε να το περιγράψει. Ανάμεσα στα πριονίδια και τα κομμάτια των ξύλων βρήκε ένα πόδι από παλιά καρέκλα και για αρκετή ώρα το στριφογύριζε στα χέρια της. Της ήταν αδύνατον να καταλάβει πως γίνεται ένα ξύλο άγριο, γεμάτο κόμπους να μεταμορφώνεται. «Τι είναι τέχνη κύριε Μένιο;», είπε την ώρα που αυτός της προσέφερε ένα από τα λουκούμια που φύλαγε σε ένα ξύλινο κουτί. Πήρε το λουκούμι και άκουσε με προσοχή πως τέχνη είναι να μπορείς να παίρνεις ένα υλικό και να το κάνεις κάτι


άλλο. Όχι απλώς κάτι άλλο, μα κάτι που είναι χρήσιμο, ας πούμε κουτάλι για να τρως ή βιβλίο για να ταΐζεις την ψυχή σου. Ακόμα τέχνη, είναι να δίνεις ζωή στα άψυχα, να χρησιμοποιείς τη φαντασία σου. Ύστερα, ξαναπήρε την πλάνη και βυθίστηκε σ’ αυτό που έκανε λες και ήταν μόνος του στον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, την ώρα που η Σουμπέρτα είχε φτάσει στην πόρτα, της είπε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του, να πει στη θεία της πως είναι έτοιμο το σεκρετέρ. Στη βιβλιοθήκη του πατέρα της μπορούσε να μπαίνει μόνο ζητώντας άδεια. Ήταν ένα δωμάτιο με βαριές κουρτίνες, πάρα πολλά βιβλία βαλμένα με τάξη και ένα τεράστιο γραφείο δίπλα στο παράθυρο. Η Σουμπέρτα είχε αποκτήσει ηλεκτρονικό υπολογιστή, μιας και ήταν πια στην τελευταία τάξη του δημοτικού, όμως της άρεσε η μυρωδιά και η ησυχία αυτού του δωματίου. Έβρισκε συναρπαστικό να ξεφυλλίζει τα παλιά βιβλία με τα δερμάτινα εξώφυλλα. Η μαμά της γκρίνιαξε που έπρεπε να ανοίξει το δωμάτιο - μουσείο- όπως το έλεγε, και της ζήτησε να περιμένει τον πατέρα της. Εκείνος δεν της χάλασε φυσικά το χατίρι. Πήρε τον καφέ του και της κατέβασε από το ράφι το βιβλίο που χρειαζόταν. Το χέρι της φυλλομέτρησε γρήγορα και με τον δείκτη της διέτρεξε τις λέξεις. Μόλις βρήκε τη λέξη πλάνη ασχολήθηκε λίγο μαζί της και σημείωσε σ’ ένα φύλλο χαρτί τη διαφορά με την ερμηνεία του εργαλείου. Ήταν σοκαριστικό πόσο διαφορετικές έννοιες είχαν. Τώρα όμως την ενδιέφερε η άλλη ερμηνεία που τη βρήκε καταχωρημένη έτσι: α. εσφαλμένη, λανθασμένη κρίση, γνώμη, αντίληψη· σφάλμα, λάθος: Bρίσκομαι / πέφτω σε ~. β. (νομ.) Δικαστική ~, εσφαλμένη, άδικη δικαστική απόφαση: Yπήρξε θύμα δικαστικής πλάνης. Πραγματική / νομική / (μη) ουσιώδης ~. Ο πατέρας της, έσκυψε πάνω από τις σημειώσεις της και έκανε ένα «χμμμ», πράγμα που σήμαινε ότι μπορούσε να τον ρωτήσει κάτι αν ήθελε. Δεν έχασε την ευκαιρία και ζήτησε να μάθει αν είναι ουσιώδες κάτι που λειαίνει η πλάνη του κυρίου Μένιου. Άκουσε προσεκτικά την απάντηση η οποία συμφωνούσε με όσα είχε σκεφτεί η ίδια. Τώρα όμως έπρεπε να


μάθει γιατί η άλλη πλάνη μπορεί να ήταν και μη ουσιώδης. Ο πατέρας της κράτησε το πηγούνι του, σημάδι πως δεν ήταν και τόσο σίγουρος, ωστόσο της έδωσε τη δική του ερμηνεία. «Οι λέξεις», της είπε, «στη γλώσσα μας είναι σαν τα φτερά. Ανάλογα τη χρήση τους έχουν διαφορετική έννοια. Φτερά έχουν τα πουλιά και πετάνε, φτερά έχουν και τα πουπουλένια παπλώματα για να μας ζεσταίνουν. Ακόμα, λέμε πως φτερά έχουν και οι άνθρωποι όταν είναι ενθουσιασμένοι». «Τι είναι αυτό που δίνει ενθουσιασμό;» ρώτησε η Σουμπέρτα. Ο πατέρας της που πάντα ήταν διπλωμάτης στις απαντήσεις του, είπε πως ενθουσιασμός είναι ό,τι περιέχει ουσία, ό,τι περιέχει το ένθεον, δηλαδή κάτι θεϊκό. Μίλησαν λίγο ακόμα. Ύστερα πήρε το φλιτζάνι του στο ένα χέρι και το κλειδί του δωματίου στο άλλο, κάτι που σήμαινε πως η συζήτηση είχε λάβει τέλος για την ώρα. Στο δωμάτιό της φόρεσε τη μπέρτα που της είχε πλέξει η γιαγιά της και αποκοιμήθηκε κουλουριασμένη στο κρεβάτι. Την είχε τυλίξει μια περίεργη κούραση, τόσο που ξέχασε να φάει. Όταν ξύπνησε θυμόταν, χωρίς να είναι και απολύτως σίγουρη, πως είχε ονειρευτεί τη γιαγιά της κι ένιωθε ωραία αλλά και λυπημένα μαζί. Από τότε που η γιαγιά πέθανε δεν είχε καταφέρει να κάνει κανένα ταξίδι πάνω στο διάφανο χαλί. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχε προσπαθήσει. Ίσως να δοκίμαζε σήμερα ή αύριο μετά την εκδρομή που θα πήγαιναν με το σχολείο. Στο λεωφορείο τραγουδούσαν όλοι και η ατμόσφαιρα ήταν χαρούμενη. Η δασκάλα τους φορούσε αθλητικά παπούτσια και παντελόνι γυμναστικής και έμοιαζε πολύ νέα έτσι όπως είχε πιάσει τα μαλλιά της αλογοουρά. Η εκδρομή τους περιελάμβανε επίσκεψη στο πλανητάριο. Όταν μπήκαν στην αίθουσα κανένας δε μιλούσε γιατί ήταν τόσο εντυπωσιακό που όλοι είχαν ανοιχτό το στόμα. Ο ουρανός ήρθε τόσο κοντά τους, που η Σουμπέρτα νόμισε ότι άκουγε μια παράξενη μουσική που ήταν δυνατή, αλλά όχι εκνευριστική. Απεναντίας, ένιωθε το σώμα της να δονείται από τους ήχους που της έδιναν την αίσθηση ότι γεννήθηκε μέσα σ’ αυτούς. Ρώτησε τον κύριο που ήταν υπεύθυνος στο πλανητάριο αν τα άστρα έχουν μουσική. Με μεγάλη ευχαρίστηση την πληροφόρησε πως ο Πυθαγόρας -απ’ ό,τι λένε- άκουγε τη


μουσική των αστεριών. «Κι αυτό μπορεί και να είναι αλήθεια», πρόσθεσε ο κύριος με καμάρι, «γιατί ξέρουμε ότι ο Πυθαγόρας έφτιαξε τους κανόνες της μουσικής». Ικανοποιήθηκε και σκέφτηκε πως ίσως ήταν ώρα να μάθει μερικά πράγματα για τη μουσική και τον Πυθαγόρα. Προς το παρόν όμως πεινούσε και με χαρά άκουσε ότι θα πάνε στην παραλία για παιχνίδι και φαγητό πριν επιστρέψουν. Τέλος Μάρτη. Πλησίαζαν τα δωδέκατα γενέθλιά της. Ακούγοντας τους γονείς της να σχεδιάζουν το πάρτι που έπρεπε να διοργανώσουν για κείνην χαμογέλασε κρυφά. Πήγε στο δωμάτιό της και άνοιξε το μυστικό τετράδιο. Η γιαγιά, της είχε πει πως όταν φτάσει σ’ αυτή την ηλικία έπρεπε να ανοίξει τη σελίδα 12. Με αγωνία και καρδιοχτύπι γύρισε τις αριθμημένες σελίδες. Έφτασε εκεί που έπρεπε. Με μια πρώτη ματιά είδε πως η σελίδα ήταν κενή κι ένα αίσθημα απογοήτευσης την πλημμύρισε. Προσέχοντας καλύτερα διέκρινε πάνω αριστερά κάτι μικρά σημαδάκια. Πήρε ένα μεγεθυντικό φακό και ανακάλυψε γραμμένο με μικροσκοπικά καλλιγραφικά γράμματα «1. Η αξία των πραγμάτων βρίσκεται στο πως τα βλέπεις. 2. Είναι η απόσταση που ορίζει τον χρόνο ή ο χρόνος την απόσταση;» Η Σουμπέρτα ένιωσε κάτι γλυκό να κυλάει μέσα της, χωρίς να ξέρει γιατί. Μετά την έπιασε ένα βουβό παράπονο που δεν είχε τη γιαγιά εκεί να της εξηγήσει κάτι τόσο δύσκολο. Έβαλε ξανά τον φακό πάνω στα ψιλούτσικα γράμματα και συνέχισε να διαβάζει. «Στα ερωτήματά μας δεν μπορούμε να έχουμε πάντα βοήθεια. Μερικά πρέπει να τα ψάχνουμε μόνοι μας» και τελείωνε με τον συνηθισμένο βραδινό χαιρετισμό της γιαγιάς. «Φεγγάρι στο κρεβάτι σου κι ήλιος στα βήματά σου, Καληνύχτα». Υπέροχα! Τώρα έπρεπε να λύσει και τον γρίφο. Προς στιγμήν, πήρε ένα μολύβι και σημείωσε τους καλεσμένους της. Ήταν αρκετοί. Οι περισσότεροι θα τη ρωτούσαν τι δώρο θέλει. Έξυσε το κεφάλι της και τελικά κατέληξε: Κανένα δώρο. Στη γιορτή υπήρχε πολύ φαγητό και γλυκά αλλά κανένα ποτό. Σύντομα ένας από τους καλεσμένους ζήτησε ένα ποτήρι νερό, αλλά δυστυχώς η βρύση δεν έβγαζε ούτε σταγόνα. Δημιουργήθηκε αμέσως


αναμπουμπούλα, ένας θείος είπε θα είναι βλάβη, ένας άλλος προθυμοποιήθηκε να πάει να αγοράσει μερικά μπουκάλια, μερικές κυρίες αναρωτιόντουσαν πως θα πλυθούν τα πιάτα κι αν η βλάβη στο δίκτυο είναι μεγάλη, κάποιος σκέφτηκε φωναχτά αν και το δικό του σπίτι έχει διακοπή τι θα κάνει που αύριο πρέπει να πλύνει το αυτοκίνητο. Η Σουμπέρτα έφερε μια μεγάλη κανάτα με δροσερό νερό. Όταν άδειασε την έβαλε στο κέντρο του δωματίου και τους ζήτησε να της κάνουν τώρα ένα μικρό δώρο. Ο καθένας, όσα χρήματα θέλει και μπορεί να τα ρίξει στην άδεια κανάτα. Όλοι γέλασαν˙ κάποιος είπε ότι θα γίνει τραπεζίτης όταν μεγαλώσει, κάποιος άλλος είπε ότι θα πληρώσουν το νερό χρυσάφι. Τελικά όλοι έριξαν μέσα από κάτι. Η Σουμπέρτα αμίλητη άδειασε στο τραπέζι το περιεχόμενο. Ζήτησε από την ξαδέλφη της μαμάς της, που ήταν λογίστρια, να υπολογίσει πόσα νερά μπορούσαν να αγοράσουν με αυτά τα χρήματα. Υπολόγισαν ότι μπορούσαν να έχουν πόσιμο νερό περίπου 300 άνθρωποι για μια μέρα. Στο δωμάτιο έπεσε σιωπή. Αυτή τη μακριά σιωπηλή στιγμή, η Σουμπέρτα άκουσε μια απαλή μουσική μέσα στα αυτιά της και ένα χαμόγελο ευτυχίας απλώθηκε στο πρόσωπό της. Κάποιος είπε πως δεν είχε σκεφτεί ποτέ τι αξία έχει το νερό. Είχε πάρει το δώρο της. Το Πάσχα φέτος ήταν νωρίς, ο καιρός βροχερός. Τα σχολεία δεν είχαν ανοίξει ακόμα και βαριόταν. Δεν ήξερε τι να κάνει, η μέρα περνούσε αργά λες και κάποιος είχε τεντώσει το σχοινί της. Έξω δεν την άφηναν να βγει γιατί είχε κρυώσει λιγάκι και έβηχε. Μετρούσε το σπίτι με τα μικρά της ποδαράκια, πότε αθόρυβα φορώντας παντόφλες, τρομάζοντας όποιον την έβλεπε ξαφνικά μπροστά του και πότε χτυπώντας στο ξύλινο πάτωμα τις γόβες της μητέρας της, οπότε της φώναζαν ότι κάνει φασαρία. Οι μεγάλοι ήταν ανυπόφοροι ώρες – ώρες. Δεν τους καταλάβαινε καθόλου. Κάθισε δίπλα στο τζάκι και χάζευε πως χόρευαν οι γλώσσες της φωτιάς. Στο μυαλό της ξαφνικά, ήρθε μια φράση που είχε πει η δασκάλα του χορού. «Όταν χορεύω δεν υπάρχει χρόνος, ούτε τόπος». Χτύπησε τα δάχτυλά της και πετάχτηκε πάνω. «Το βρήκα», είπε σαν άλλος Αρχιμήδης. Έτρεξε στο δωμάτιό της και ξαναδιάβασε το μήνυμα της γιαγιάς. Δεν είχε


ασχοληθεί με το αίνιγμα, με τούτα και με κείνα. Το ξαναδιάβασε και με μικρούτσικα γράμματα έγραψε: «η απόσταση και ο χρόνος εξαρτώνται από τη διάθεση».Ήταν σίγουρη πως η γιαγιά θα το διάβαζε χαμογελώντας και θα της απαντούσε. Έκλεισε το τετράδιο ευχαριστημένη και πήγε να πιει τσάι με μέλι. Άλλωστε από την κουζίνα ερχόταν η μυρωδιά της μηλόπιτας και δε θα αντιστεκόταν να φάει δύο κομμάτια. «Φυσικά, φυσικά», επαναλάμβανε ο δάσκαλος όταν ήθελε να τονίσει κάτι. Δεν κρατήθηκε και τον ρώτησε μια μέρα. «Κύριε, γιατί επαναλαμβάνετε συνέχεια αυτή τη λέξη;» Ο δάσκαλος γέλασε και κράτησε το μολύβι του μετέωρο για λίγο. «Έχεις δίκιο» της είπε, «μπορεί να είναι μια λέξη που φαίνεται αταίριαστη σε πολλά πράγματα, αλλά μήπως τελικά ταιριάζει; Μήπως όπως πολλές λέξεις τη χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε ότι κάτι είναι τόσο σίγουρο όσο όλα τα φυσικά πράγματα γύρω μας; Για να το συζητήσουμε λιγάκι». Στην τάξη επικράτησε για λίγο αναβρασμός, κάτι ψίθυροι από δω, κάτι γελάκια από κει, μέχρι που ο συμμαθητής της ο Αλέξανδρος είπε πως και τα πλαστικά είναι σίγουρα και δεν είναι φυσικά. Όλοι γέλασαν με τη σκέψη του συμμαθητή τους, αλλά αμέσως κατέβασαν μούτρα όταν ο δάσκαλος τους έβαλε το πρόβλημα σαν εργασία για τη βδομάδα αυτή. Η Σουμπέρτα δέχτηκε τις επιθέσεις των συμμαθητών της που την έλεγαν φυτό και βάσανο γιατί εξαιτίας της προστέθηκε μια εργασία ακόμα, αλλά δεν την ένοιαζε γιατί το πρόβλημα είχε μεγάλο ενδιαφέρον και όπως συνήθιζε, ήθελε να το λύσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Μπαίνοντας στο σπίτι πέταξε την τσάντα της στο χολ και έτρεξε στον υπολογιστή της. Μάζεψε αρκετές πληροφορίες που τη μπέρδεψαν περισσότερο και μετά βάλθηκε να παρατηρεί τα αντικείμενα του σπιτιού. Η αλήθεια είναι ότι υπήρχαν πολλά πλαστικά στο σπίτι που ήταν το ίδιο σίγουρα με τα φυσικά. Το πρόβλημα φαινόταν να μην έχει λύση. Χτυπούσε το πιρούνι της στο τραπέζι χωρίς να δοκιμάζει το φαγητό της. Το βλέμμα της μητέρας της την επανέφερε στην τάξη. Η ώρα του φαγητού ήταν ιερή για την οικογένεια και όλοι συμπεριφέρονταν με σεβασμό. Σήμερα ένας λόγος παραπάνω γιατί είχαν φιλοξενούμενο. Ήταν ένας συνάδελφος του


μπαμπά της που δίδασκε στο Πανεπιστήμιο φιλοσοφία. Βέβαια, δεν ήταν νέος όπως ο μπαμπάς της, είχε γκρίζα μαλλιά και αρκετές ρυτίδες. Τα μελένια μάτια της άστραψαν, άφησε προσεκτικά το πιρούνι της και ρώτησε απλά: «Μήπως ξέρετε να μου πείτε αν εκτός από τα φυσικά πράγματα και τα πλαστικά πράγματα είναι σίγουρα;» Ο κύριος κατέβασε αμάσητη τη μπουκιά του και την κοίταξε με έκπληξη. «Σ’ αυτό το ερώτημα δεν μπόρεσε κανείς φιλόσοφος μέχρι σήμερα να απαντήσει με σιγουριά. Ωστόσο φαντάζομαι ότι το ερώτημα έχει να κάνει με το πόσο σίγουροι είμαστε για ό,τι μας περιβάλλει». «Ο άνθρωπος λοιπόν», είπε πίνοντας μια γουλιά κρασί, «νιώθοντας την ανάγκη να εξηγήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει, θέλησε να πιαστεί από κάπου. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλα όσα λέμε φύση είναι πραγματικά και σίγουρα. Είναι ο κόσμος των αισθητών πραγμάτων. Όσο για τα πλαστικά τότε δεν υπήρχαν, ούτε μπορούμε να τα συμπεριλάβουμε σ’ αυτά που η φύση δημιουργεί μόνη της. Επομένως όταν λέμε φυσικά μπορούμε να δώσουμε την έννοια του σίγουρου, του πραγματικού. Αυτή είναι η μία πλευρά των πραγμάτων. Τις άλλες έχεις χρόνο να τις ψάξεις μεγαλώνοντας». Η Σουμπέρτα ευχαρίστησε και αποσύρθηκε στο δωμάτιό της να σκεφτεί. Δεν ήξερε αν της άρεσε η εξήγηση, πάντως φαινόταν λογική. Έκλεισε τα μάτια της και συγκεντρώθηκε στα χρώματα που έβλεπε κάτω από τα βλέφαρά της καθώς τη χτυπούσε ο ήλιος στο πρόσωπο. Έτσι αποκοιμήθηκε. Μέσα στον ύπνο της είδε πως ξύπνησε και περπατούσε σε ένα μέρος παράξενο. Τα χρώματα ήταν πιο έντονα, ο αέρας δροσερός, σχεδόν μπορούσες να τον πιάσεις όπως αν φορούσες ένα μεταξωτό ύφασμα, οι πεταλούδες μεγάλες και τα δέντρα καταπράσινα και λαμπερά τόσο που έπρεπε να μισοκλείνεις τα μάτια για να τα δεις. Καθώς χάζευε, έπεσε πάνω σε μια πέτρα και ασυναίσθητα είπε «ωχ», αλλά με έκπληξη διαπίστωσε ότι δεν πόνεσε. Λες και το πόδι της διαπέρασε την πέτρα. Το δοκίμασε ξανά και από τη χαρά της άρχισε να χορεύει μέχρι που αιωρήθηκε. Ένιωθε υπέροχα, από παντού ακούγονταν ήχοι αθέατης ορχήστρας. Κάτι της θύμιζε αυτή η μουσική κι άρχισε να μουρμουρίζει ένα σκοπό που τον ήξερε χωρίς να τον ξέρει. Ένιωθε πως δεν ήταν μόνη, μια απίστευτη χαρά


κατέκλυσε το σώμα της. Κι ενώ βρισκόταν τυλιγμένη σε σύννεφα ευτυχίας, ξύπνησε απότομα γιατί κάποιος τη σκούντηξε δυνατά. Είχε αποκοιμηθεί στο χαλί, πάνω στη μεγάλη μαξιλάρα. Σηκώθηκε και δυσαρεστημένη ανέβηκε στο κρεβάτι της. Αυτοί οι μεγάλοι συνέχεια της έκαναν χαλάστρα. Άντε τώρα να ξαναμπεί στο όνειρο. Κάποιος έκλεισε το φως και της είπε καληνύχτα. Το πρωί άκουσε τη μαμά της να λέει στο μπαμπά πως ανησυχεί μ’ αυτό το κορίτσι –για κείνη έλεγαν, δεν κατάλαβαν ότι πλησίασε- και συνέχισαν μιλώντας χαμηλόφωνα. Η μαμά έλεγε πως δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό ξανά, κάτι έπρεπε να κάνουν, ο μπαμπάς γελούσε και της χάιδευε τα μαλλιά, της έλεγε να μην ανησυχεί, τα παιδιά έχουν αθώες καρδιές και χαρίσματα που είναι ανεξήγητα. Μετά η μαμά γύρισε κατά το μέρος της και φώναξε «αχ!» τρομαγμένη. Θυμωμένη της είπε ότι δεν πρέπει να κρυφακούει και «δε θέλω δικαιολογίες» πρόσθεσε, «το απόγευμα είσαι τιμωρία, δε θα πας στην Άννα για παιχνίδι». Η Σουμπέρτα χαμήλωσε το κεφάλι, δεν είχε νόημα να εξηγήσει ότι δεν κρυφάκουγε, απλά πήγε να φάει πρωινό, άλλωστε όταν η μαμά θύμωνε δε δεχόταν κουβέντα εκείνη τη στιγμή. Είπε στον εαυτό της πως δεν αξίζει ούτε να λυπηθεί, ούτε να θυμώσει, οι μεγάλοι τα εξηγούσαν όλα όπως ήθελαν μερικές φορές. Ενώ έτρωγε τη φέτα της με τη μαρμελάδα φράουλα ανόρεχτα, ρώτησε πόσες εξηγήσεις μπορεί να έχει κάτι, αλλά η διάθεση της μαμάς ήταν ακόμα κακή και εισέπραξε ένα «φάε επιτέλους το πρωινό σου, δε θα προλάβεις το σχολικό». Την ώρα που η μαμά έβγαινε από την κουζίνα λέγοντας «ουφ, θα με σκάσει αυτό το παιδί με τις περίεργες ερωτήσεις του», ο μπαμπάς της έκλεισε το μάτι και της είπε συνωμοτικά πως το κάτι μπορεί να έχει από μία έως άπειρες εξηγήσεις, γι’ αυτό πρέπει να έχουμε ανοιχτό μυαλό και να εξετάζουμε όλα τα ενδεχόμενα μέχρι να βρούμε την αιτία. Τα είπε αυτά δείχνοντας κατά τη μεριά που έφυγε η μαμά της. Της ψιθύρισε κάτι στο αυτί και η Σουμπέρτα χαμογέλασε. Όλα είχαν λοιπόν πολλές εξηγήσεις, η αιτία είχε φανερωθεί πια, η μαμά περίμενε μωρό. Στο σπίτι κυκλοφορούσε κάτι σαν πυρετός στον


αέρα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που λιποθυμούσε στα καλά καθούμενα, ο μπαμπάς ήταν πιο συχνά στο σπίτι και είχε έρθει και η θεία της να βοηθήσει. Η Σουμπέρτα δεν ήξερε αν χαιρόταν ή λυπόταν ή φοβόταν, μάλλον τα ένιωθε όλα αυτά μαζί. Κοίταζε τη μαμά της που ήταν κάπως διαφορετική, σαν απόμακρη, δεν της μιλούσε πια όπως παλιά, τα νεύρα που είχε στην αρχή είχαν εξαφανιστεί και τώρα της άρεσε να κοιμάται πολλές ώρες, ή να κάνει αργές βόλτες στον κήπο συζητώντας με την αδελφή της. Μερικές φορές έλεγαν κάτι ακαταλαβίστικα πράγματα κι όταν τις πλησίαζε άλλαζαν συζήτηση αμέσως. Είδε το μωρό σε μια φωτογραφία ασπρόμαυρη, δηλαδή ποιο μωρό, κάτι σχήματα σαν ημικύκλια έβλεπε, κάτι τρίγωνα θολά και όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να αναφωνήσει σαν εκείνους «ω, ω!» με θαυμασμό. Προτιμούσε να κάθεται στο δωμάτιό της περισσότερες ώρες για να τους αφήσει στην ησυχία τους και αναρωτιόταν πως θα ήταν άραγε αυτό το μωρό και τι έπρεπε να κάνει εκείνη. Δε θα ήταν άσχημα που θα είχε παρέα, αλλά ήταν ήδη μεγάλη για μωρουδίστικα παιχνίδια. Θα ήθελε να το φροντίζει, όμως δε θα την άφηναν, γιατί τα μωρά δεν είναι κούκλες όπως της είχαν πει. Δεν της είχαν εμπιστοσύνη κι όμως εκείνη ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να το κρατάει αγκαλιά χωρίς πρόβλημα. Δεν υπήρχε επίσης αμφιβολία πως όλοι θα ασχολιόντουσαν μαζί του. Ήδη χωρίς να έχει γεννηθεί μιλούσαν συνέχεια για το μωρό και κείνη ένιωθε σα να ήταν αόρατη μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Όσο τα σκεφτόταν αυτά, καυτά δάκρυα ανέβαιναν και λυγμοί τράνταζαν το κορμί της. Ύστερα ηρεμούσε και μάλωνε τον εαυτό της πως όλα αυτά ήταν δικές της φαντασίες. Διαβεβαίωνε τον εαυτό της πως ήταν μεγάλη και ικανή να προσέχει όχι μόνο το μωρό αλλά και τη μαμά της. Τότε ένιωθε περήφανη κι αφού μετρούσε το χαρτζιλίκι της στρωνόταν στους υπολογισμούς για το τι μπορούσε να αγοράσει μ' αυτό. Ίσως μια κουβερτούλα, ή ένα παιχνίδι, ή αυτά τα μικροσκοπικά ρουχαλάκια. Η μαμά κάποια μέρα της πήρε το χέρι και το ακούμπησε στη φουσκωμένη κοιλιά της. Η Σουμπέρτα ένιωθε κάτι να κινείται εκεί μέσα και η έκπληξή της ήταν τόσο μεγάλη που τα μάτια της γούρλωσαν και


έκλεισε το στόμα της με την παλάμη για να μην ουρλιάξει. Μετά έβαλε το αυτί της και προσπάθησε να το ακούσει. Η μαμά, της είπε να του μιλήσει γιατί την ακούει, κι αυτό ήταν φανταστικό γιατί αλήθεια ένιωθε ότι επικοινωνούν. Κάθε απόγευμα μιλούσε στο μωρό τους -έτσι το έλεγαν τώρα «το μωρό μας»- αφού ήταν ήδη μέλος της οικογένειας. Επειδή η μαμά της ήταν πολύ ευαίσθητη αυτό το διάστημα, ρώτησε τη θεία της να μάθει λεπτομέρειες για την εγκυμοσύνη. Η θεία εξήγησε στη Σουμπέρτα πως είναι ένα θαύμα, κάτι που μόνο μια γυναίκα μπορεί να καταλάβει, πως είναι το υπέρτατο συναίσθημα, έτσι το είπε. Ακόμα, είπε πως ο δεσμός μεταξύ μάνας και παιδιού είναι μια ασημένια κλωστή που φτάνει μέχρι τα ουράνια. Τώρα η Σουμπέρτα μπορούσε λίγο να καταλάβει γιατί η μαμά είχε τόση αγωνία τόσο για κείνη, όσο και για το αγέννητο μωρό κι ένιωσε την ανάγκη να γίνει γλυκιά όπως το ώριμο ροδάκινο. Οι μήνες κυλούσαν με τη γλυκιά αναμονή της γέννας. Η Σουμπέρτα είχε ψηλώσει αρκετά, πήγαινε πια στο γυμνάσιο. Μετά από πολύ καιρό, κάθισε στο πιάνο και αφού χάιδεψε τη λεία επιφάνειά του με τα δάχτυλά της το άνοιξε και έπαιξε λίγο με τα πλήκτρα. Είχε πολύ καιρό να παίξει, δεν μπορούσε μετά τον χαμό της γιαγιάς, άλλωστε νόμιζε ότι το είχε πια ξεχάσει. Σε λίγο απορροφήθηκε και η μελωδία πλημμύρισε τον χώρο. Είχε αφοσιωθεί στη μουσική τόσο που δεν κατάλαβε ότι η ώρα πέρασε. Η δεσποινίς Μάντιν, μια Εγγλέζα που έμενε κοντά τους, είχε έρθει για το μάθημα των αγγλικών και στεκόταν τώρα παράμερα απολαμβάνοντας με μάτια κλειστά τη μουσική. Της έκανε νόημα να συνεχίσει. Η μαμά της στην κουνιστή πολυθρόνα χαμογελούσε και η θεία της σέρβιρε τσάι σε όλους κινούμενη αέρινα στο σπίτι. Από το μισάνοιχτο παράθυρο έμπαινε μια απαλή αύρα που κινούσε ρυθμικά τις κουρτίνες. Όλα είχαν πάρει μια όψη γαλήνια και τόσο μα τόσο ελαφριά που η Σουμπέρτα ένιωσε πως αιωρείται μέσα στα κύματα των ήχων του πιάνου. Συνέχιζε να παίζει αλλά η μαγεία είχε χαθεί, κάτι δεν πήγαινε καλά. Γύρισε το κεφάλι της και διαπίστωσε ότι το δωμάτιο ήταν άδειο. Παράτησε τις παρτιτούρες στη διάθεση του αέρα και έψαξε να βρει που


πήγαν όλοι. Η θεία της ακουμπούσε δίπλα στην πόρτα ένα βαλιτσάκι και ο μπαμπάς σκούπιζε κάτι βρομόνερα από το δάπεδο. Εμφανίστηκε και η μαμά με μια έκφραση συγκρατημένου πόνου στο πρόσωπο. Προσπάθησε να της χαμογελάσει αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει ένα μορφασμό. Το μωρό είχε αποφασίσει να τους έρθει κάπως νωρίτερα και τώρα έπρεπε να τρέξουν στο μαιευτήριο. Το αυτοκίνητό τους διέσχισε την πόλη κορνάροντας και σύντομα έφτασαν. Μια νοσοκόμα με ροζ στολή, πήρε τη μαμά κάπου που δεν μπορούσαν να τη δουν. Ο γιατρός τους είπε να καθίσουν στο σαλόνι και να περιμένουν. Είχε πολύ κόσμο στην αίθουσα. Άλλοι βημάτιζαν πάνω κάτω, άλλοι συζητούσαν με αγωνία, κάποιος ξεφύλλιζε νευρικά ένα περιοδικό και κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα όλοι πετάγονταν πάνω. Της ανέβηκαν δάκρυα στα μάτια. Κάποιος πήρε το τηλεκοντρόλ και άνοιξε την τηλεόραση. Έβλεπαν χωρίς ενδιαφέρον, μέχρι που άκουσαν πως ο αρχηγός της χώρας αποφάσισε να καταργήσει την εθνική τηλεόραση. Ξέχασαν την αγωνία τους για τη μαμά και το μωρό, όπως και όλοι οι άλλοι που περίμεναν, και σχολίαζαν τι να έγινε άραγε κι αν τα πράγματα ήταν άσχημα για τη χώρα ή αν έγινε χούντα. Η Σουμπέρτα μπερδεύτηκε με όλες αυτές τις αγωνίες και το μόνο που κατάλαβε ήταν πως κάποιος θέλει να φιμώσει τον κόσμο. Σκέφτηκε πως αν αυτός ο κάποιος φίμωνε το μωρό την ώρα που γεννιόταν, δε θα μπορούσε να πάρει την πρώτη του ανάσα και να βγάλει την πρώτη του φωνή. Το μωρό θα έσκαγε. Αυτή η σκέψη την έκανε, μιας που όλοι ήταν απορροφημένοι με την κατάσταση της χώρας, να ξεγλιστρήσει και να μπει στην αίθουσα που ήταν η μαμά της. Μια νοσοκόμα την πήρε χαμπάρι τελευταία στιγμή και την καθησύχασε πως η γέννα πάει καλά. Μάλιστα της φόρεσε μια πράσινη ποδιά και τη σήκωσε αγκαλιά για να δει από το τζάμι. Εκείνη την ώρα η μαμά ούρλιαξε και σε λίγα δευτερόλεπτα άκουσε το κλάμα του αδελφού της. Μετά λιποθύμησε και όταν ξύπνησε ήταν στην αγκαλιά του πατέρα της που της έλεγε να μη μαρτυρήσει ότι μπήκε στην αίθουσα τοκετού γιατί το προσωπικό θα εύρισκε τον μπελά του. Η Σουμπέρτα υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι δε θα άφηνε κανέναν να


φιμώσει τη φωνή του αδελφού της και στο μπαμπά της ότι θα κρατήσει το μυστικό. Μετά ρώτησε πως είναι δυνατόν ένας να φιμώνει όλον τον κόσμο και ο μπαμπάς της είπε ότι αν δε σεβόμαστε τον εαυτό μας και τους συνανθρώπους μας, αυτός ο ένας δυναμώνει και θέλει να ακούγεται μόνο αυτός. Η Σουμπέρτα ησύχασε γιατί ήξερε ότι αυτό δε γίνεται. Σε λίγο πήγαν να δουν στο δωμάτιο το μωρό που δεν το ένοιαζε αυτός ο ένας και μόνο έκλαιγε, αφού ακόμα δεν είχε μάθει να μιλάει. «Εν αρχή ην ο λόγος», διάβαζε μια υπογράμμιση στο βιβλίο της γιαγιάς. Προβληματίστηκε για την αρχή αυτή και τελικά κατάλαβε ότι το πρώτο πράγμα που δημιουργήθηκε στον κόσμο ήταν ο λόγος. Φαντάστηκε έναν κόσμο με μουγγούς ανθρώπους και δεν της άρεσε και πολύ. Βέβαια όπως της εξήγησε η θεία της ο λόγος εδώ είχε μια κάπως διαφορετική έννοια απ’ ό,τι φαινόταν. Πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα της, η θεία πρόσθεσε πως αυτός ο λόγος δεν ήταν μόνο η φωνή αλλά η αρχή της γέννησης των πάντων, των ιδεών, των πραγμάτων και ό,τι άλλο μας περιβάλλει. Γι’ αυτό, πρέπει τον λόγο να τον προσέχουμε σαν πολύτιμη πέτρα, να τον χρησιμοποιούμε για να πράττουμε καλά και να δημιουργούμε. Ευτυχώς η θεία θα έμενε μαζί τους ακόμα λίγο καιρό μέχρι η μαμά να συνέλθει από την κούραση του τοκετού. Άλλωστε η θεία ήταν τώρα άνεργη, αν και η Σουμπέρτα δε συμφωνούσε μ’ αυτό, γιατί με τόσες δουλειές που έκανε μόνο άνεργη δεν την έλεγες. Ωστόσο δεν πληρωνόταν και είχε μπει στη λίστα ανέργων μαζί με πολλούς άλλους. Όπως η ίδια είπε, δεν ήταν πια παρά ένα κομματάκι από το 30% της ανεργίας, ένας ακόμα αριθμός στους υπολογισμούς των τροϊκανών. Αυτό τώρα έμοιαζε στα αυτιά της σαν εξωγήινο, δεν το πολυκαταλάβαινε, αλλά δεν ήταν κάτι καλό. Ο μπαμπάς διαφώνησε με αυτή τη διατύπωση γιατί οι άνθρωποι δεν είναι ποσοστά και νούμερα, «δε γίνεται να αφαιρούμε τις ιδιότητες από τους ανθρώπους», είπε, «και να μιλάμε με γενικότητες». Μετά από μια έντονη και μακρά συζήτηση, η θεία στο τέλος συμφώνησε μαζί του. Η Σουμπέρτα τότε, που ήθελε να πει κι εκείνη κάτι σημαντικό, είπε πως οι αριθμοί δε χρειάζονται, αλλά την έκοψαν κάνοντάς της παρατήρηση να μην


πετάγεται στις κουβέντες των μεγάλων. Έσκυψε το κεφάλι της γιατί θυμήθηκε πως πρέπει να μιλάμε όταν έχουμε κάτι να πούμε και όχι απλά για να μας προσέξουν, ωστόσο δεν μπόρεσε να μη νιώσει σα να είχε φάει πικραμύγδαλο, αφού ήθελε να πει κάτι αλλά δεν ήξερε πως. Τελικά, διάλεξε τη σιωπή. Είχε πάρει τον αδελφό της στο δωμάτιό της να τον προσέχει. Αφού μάζεψε ό,τι επικίνδυνο κυκλοφορούσε τριγύρω, τον άφησε να μπουσουλάει στο χαλί και κείνη όπως συνήθιζε, κάθισε στο περβάζι του παραθύρου. Έξω είχε πολύ ωραία μέρα με γαλανό ουρανό και λίγα άσπρα σύννεφα. Το πρωί είχε βρέξει λίγο και όλα άστραφταν κάτω από τον λαμπερό ήλιο. Άνοιξε λίγο το παράθυρο να απολαύσει τον αέρα. Έριξε και μια ματιά στο μωρό που έκανε κύκλο στο χαλί κυνηγώντας τα σχέδια. Γέλασε με τη σκέψη ότι η ευτυχία είναι κάτι απλό και εύκολο όταν είσαι αθώος. Ευχήθηκε να μπορούσε και κείνη να αποκτήσει ξανά αυτή την αθωότητα, αλλά δεν ήταν εύκολο. Ήδη, είχε πει μερικά ψέματα στις φίλες της για να γλυτώσει από κάτι που δεν ήθελε. Φυσικά, αυτό ήξερε ότι δεν ήταν σωστό και αναρωτήθηκε γιατί το είχε κάνει. Ήταν σίγουρη πως αν τους έλεγε την αλήθεια θα την κορόιδευαν και ίσως δεν την ξανακαλούσαν στη συντροφιά τους. «Και τι μ’ αυτό;», είπε μιλώντας δυνατά. «Μα δεν μπορεί κανείς να ζει μόνος του, είναι θλιβερό», συμπλήρωσε. Το μωρό έκανε μια τούμπα και ξαφνικά έβαλε τα κλάματα. Παράτησε τις σκέψεις της και έτρεξε να το σηκώσει. Τα δάχτυλά του γαντζώθηκαν στα δικά της και μεμιάς κατάλαβε ότι οι άνθρωποι ζουν μαζί για να στηρίζει ο ένας τον άλλον. Το μωρό έκανε τα πρώτα του βήματα βγάζοντας κραυγούλες χαράς. Έτρεξε να το πει στους γονείς της. Σίγουρα θα ήθελαν να απαθανατίσουν τη στιγμή. Η στιγμή όμως είχε περάσει, το μωρό καθόταν ξανά στο χαλί και μασουλούσε ένα παιχνίδι. Της είπαν να μη στενοχωριέται, θα είχαν ευκαιρίες ξανά. Άλλωστε ήταν πολύ τυχερή που η στιγμή τη διάλεξε για να της δώσει αυτή τη χαρά. Χαμογέλασε και υποσχέθηκε στον εαυτό της να ζει απολαμβάνοντας το κάθε λεπτό.


Ονειρεύτηκε ότι ήταν μια σπίθα ψηλά στον ουρανό, ή μάλλον μέσα στον ουρανό. Γύρω της υπήρχαν μυριάδες σπίθες λαμπερές και χαρούμενες. Όλες είχαν ξεκινήσει από ένα σημείο, το ίδιο σημείο και σαν κοπάδι ψάρια κινούνταν σε ένα στρογγυλό ακανόνιστο σχήμα που όλο άνοιγε και άνοιγε στον βελούδινο κόσμο. Το φωτεινό κοπάδι χορεύοντας στον ωκεανό του σύμπαντος συμπυκνωνόταν και αραίωνε. Ήταν ένα απίστευτο συναίσθημα, δεν είχε λόγια να το περιγράψει, αλλά όσο ταξίδευε αντιλήφθηκε πως αυτό που έπρεπε να κάνει, ήταν μετά το ταξίδι της να επιστρέψει ξανά στο σημείο από όπου ξεκίνησε. Συνέχισε να ταξιδεύει μέχρι που ένιωσε πως ακούμπησε κάπου και ανοίγοντας τα μάτια της είδε γύρω της ένα σωρό αντικείμενα που στην αρχή της φάνηκαν άγνωστα. Εκείνη την τόση δα στιγμή ένιωσε μια αδυναμία, αλλά γρήγορα βρέθηκε στην πραγματικότητα του δωματίου της που είχε γνωστές μυρωδιές και χρώματα και αντικείμενα που αναγνώριζε. Το χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Όπως πάντα, άνοιξε το τετράδιό της και έγραψε το περίεργο όνειρο. Κάτι τέτοιες στιγμές της έλειπε η γιαγιά. Εδώ που τα λέμε, της έλειπε συχνά γιατί μερικά πράγματα δεν μπορούσε να τα πει σε κανέναν άλλον, παρά μόνο σε κείνη. Έτσι, όπως την είχε συμβουλέψει, τα έγραφε στο μυστικό τετράδιο. Ένιωσε πιο ελαφριά τώρα την καρδιά της και ντύθηκε για να πάει στο σχολείο. Ένα γλυκό απόγευμα, είχε βγει με τις φίλες της βόλτα στη γειτονιά. Ήταν αρκετά μεγάλες πια για να βγουν χωρίς τους γονείς τους, αρκεί να ήταν 2-3 παρέα για να προσέχει η μία την άλλη. Αποφάσισαν να περπατήσουν τρώγοντας παγωτό και μετά να καθίσουν στην πλατεία για να μιλήσουν. Όλα ήταν ήσυχα μέχρι τη στιγμή που μια παρέα από γεροδεμένους νεαρούς άρχισε να φωνάζει και να προσπαθεί να διώξει από την πλατεία μια παρέα παιδιών που είχαν μελαμψά χαρακτηριστικά. Τα κορίτσια κοίταζαν με απορία και αγωνία. Όταν είδαν να πέφτει η πρώτη γροθιά, τις κατέλαβε πανικός και σηκώθηκαν να το βάλουν στα πόδια. Η Σουμπέρτα κοιτάχτηκε με την Αγγελική και πλησίασαν με ψυχραιμία. Έδωσαν ένα χαρτομάντιλο στο παιδί που αιμορραγούσε από τη μύτη και


ρώτησαν έντονα γιατί συμβαίνει αυτό. Η παρέα των γεροδεμένων τις κοίταξε στην αρχή με απορία και μετά μετρώντας το μπόι τους, προσπάθησε να τις νουθετήσει. «Δεν βλέπετε ότι γέμισε ο τόπος μετανάστες;» «Και τι μ’ αυτό;», είπε η Σουμπέρτα. «Μας παίρνουν τις δουλειές, κι εσείς όταν μεγαλώσετε δε θα έχετε ψωμί να φάτε, θα σας το έχουν πάρει αυτοί οι βρομιάρηδες». Η Αγγελική σηκώθηκε λίγο στις μύτες των ποδιών της για να φαίνεται ψηλότερη και είπε με θάρρος, «Αυτά τα παιδιά είναι γείτονές μας, είναι Έλληνες, εδώ γεννήθηκαν, εδώ μεγάλωσαν» και συμπλήρωσε «κι επιτέλους δεν έχετε δικαίωμα να χτυπάτε κανέναν, αυτά τα κάνουν οι βάρβαροι και οι βάρβαροι δεν είναι Έλληνες». Μια κυρία χειροκρότησε τα κορίτσια και αρκετοί θαμώνες από τα γύρω καφέ ζήτησαν από τους νεαρούς να φύγουν. Ωστόσο, είχαν εξαφανιστεί και τα μελαχρινά παιδιά, που το μόνο που είχαν διαφορετικό ήταν το χρώμα τους. Τα περισσότερα πήγαιναν στο ίδιο σχολείο και τα κορίτσια ήξεραν πως είχαν τουλάχιστον τον ένα γονιό Έλληνα, αλλά αυτό δεν είχε και τόση σημασία, σημασία είχε ότι όλοι ανήκαν στη φυλή των ανθρώπων. Στον δρόμο του γυρισμού ήταν όλες αμίλητες και προβληματισμένες. Κάποια αναρωτήθηκε μήπως δεν ήταν δίκαιο να τους παίρνουν οι ξένοι τις δουλειές, άλλωστε έτσι είπε κι εκείνος ο ηλικιωμένος κύριος, κάτι θα ήξερε πρόσθεσε για να ισχυροποιήσει την άποψή της. Καμία δεν της απάντησε, μόνο κοιτάχτηκαν και η καθεμιά πήρε τον δρόμο για το σπίτι της. Μπήκε χτυπώντας την πόρτα δυνατά πίσω της με αποτέλεσμα να εισπράξει μια κατσάδα. Τα μάτια της ήταν φουσκωμένα από δάκρυα που δεν μπορούσε πια να κρατήσει περισσότερο. Λυγμοί φούσκωναν το στήθος της. Η μητέρα της γονάτισε μπροστά της και ρώτησε τι συμβαίνει. Η Σουμπέρτα δεν ήθελε αυτή τη στιγμή καμία συζήτηση και πήγε να κλειστεί στο δωμάτιό της. Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι της και συνέχισε να κλαίει μέχρι που ξαλάφρωσε. Την ώρα του φαγητού ήταν όλοι σιωπηλοί και ήταν φανερό ότι περίμεναν από εκείνη να μιλήσει. Αυτό τη φόρτισε παραπάνω και χτύπησε το πιρούνι της στο πιάτο ξεσπώντας στο φαγητό που ήταν απαίσιο και όλο λίπος το κρέας και το τυρί βρομούσε όπως


βρομάνε μερικοί άνθρωποι που μάλλον δεν είναι άνθρωποι. Ο πατέρας, της έβαλε νερό και με το χέρι του σταμάτησε τη μαμά που ήταν έτοιμη να πει κάτι. Η Σουμπέρτα συνέχισε να λέει ότι δεν είναι κόσμος αυτός, ο ένας να κλωτσάει τον άλλον και καλύτερα να πήγαινε σε πολεμικές τέχνες αντί για χορό, θα της ήταν πιο χρήσιμο στη ζωή της, και γιατί δε διάλεξαν για κείνην μια καλύτερη χώρα να ζουν παρά ζουν εδώ που όλα είναι τόσο δύσκολα και θλιβερά, με τους ανθρώπους να είναι φοβισμένοι και να τρώνε από τα σκουπίδια και κείνη δεν αντέχει άλλο να βλέπει άστεγους και τελικά έτσι είναι όλος ο κόσμος; Τα λόγια κυλούσαν σαν χείμαρρος από το στόμα της. Όπως απότομα άρχισε να μιλάει, το ίδιο απότομα έπαψε. Κανένας δεν της απάντησε αμέσως, βαθιά σιωπή βασίλευε, μέχρι και το μωρό στο καρεκλάκι του είχε βουβαθεί. Ο πατέρας σηκώθηκε και έβαλε κρασί στο ποτήρι του. Άναψε τσιγάρο, κάτι που δε συνήθιζε την ώρα του φαγητού και στάθηκε όρθιος μπροστά στο μισάνοιχτο παράθυρο. Τα μάτια του είχαν στενέψει. Αργά έφερε το ποτήρι στα χείλη του και ήπιε μια γουλιά. Μετά βημάτισε λίγο πέρα δώθε, χαϊδεύοντας το πηγούνι του. Η μητέρα, τους παρακολουθούσε όλους με το βλέμμα της. Όταν τα μάτια τους συναντήθηκαν, της ζήτησε να πάρει το μωρό και να τους αφήσει μόνους. Η μητέρα χωρίς διαμαρτυρία πήρε το μικρό αγκαλιά και βγήκε. Η Σουμπέρτα είχε πολλές φορές συζητήσει με τον πατέρα της. Τώρα όμως ένιωθε μια παράξενη ταραχή. Περίμενε να ακούσει τι θα της έλεγε. Ήδη σκεφτόταν πως έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό της για το προηγούμενο ξέσπασμα. Ίσως και να μη χρειαζόταν. Ο μπαμπάς της ήταν πάντα γλυκός μαζί της. Αν όμως χρειαζόταν…Ο τόνος της φωνής του, καθηλωτικός, την επανέφερε στην πραγματικότητα. «Κοίτα μικρή μου», είπε σπρώχνοντας τα γυαλιά του πιο ψηλά, «έτσι είναι ο κόσμος. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, έτσι είναι. Ξεκινώντας από αυτό, μπορούμε να συζητήσουμε αν γίνεται να διορθώσουμε κάτι, να το κάνουμε καλύτερο. Ωστόσο κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάς είναι ότι σε τέτοιες καταστάσεις χρειάζεται ψυχραιμία ώστε την οργή σου να τη μετατρέψεις σε κάτι γόνιμο». Της ήταν αδύνατον να καταλάβει πως μπορούσε να είναι τόσο ήρεμος απέναντι σε ένα τέτοιο πρόβλημα. Τον


κοίταξε με μισό μάτι, προσπαθώντας να ζυγίσει αν εννοούσε ό,τι έλεγε ή απλά προσπαθούσε να την καθησυχάσει. «Δε γίνεται αυτό που λες, δε γίνεται να μην αντιδρώ, είναι κάτι που βγαίνει από μέσα μου» είπε και πρόσθεσε «αυτή η απάθεια που διακρίνει εσάς τους μεγάλους είναι απαράδεκτη». Την τελευταία λέξη την είπε συλλαβιστά και δυνατά. «Ξέρεις ότι σχεδόν κανένας δε σηκώθηκε από την καρέκλα του λες κι έβλεπαν σινεμά, μέχρι εμείς να πλησιάσουμε;». Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και την άφησε να του περιγράψει το περιστατικό και τα συναισθήματά της. Άναψε κι άλλο τσιγάρο. «Να θυμάσαι πως αυτό που είδες σήμερα ήταν ένα μάθημα ζωής. Η βία, ο ρατσισμός και η απάθεια απέναντι σ’ αυτό το πρόβλημα μπορεί να κάνουν τον άνθρωπο να περιφέρεται στη γη όπως ο πρωτόπλαστος, γυμνός και εκτεθειμένος. Γιατί είναι σημάδι πως το κακό που παραφυλάει έχει πάρει το πάνω χέρι. Όμως ο καθένας έχει το δικαίωμα και κυρίως την υποχρέωση να το υποτάξει, να το εξαφανίσει. Μόνο τότε ο άνθρωπος θα μπορεί να ανέβει τη σκάλα για να ατενίσει το μεγαλείο του σύμπαντος. Μα όλα αυτά προϋποθέτουν θυσίες και αγώνα, προσωπικό και συνολικό. Να ετοιμάζεσαι γι’ αυτό εφόσον το θέλεις. Σιγά – σιγά μεγαλώνεις. Καλώς ήλθες στον πραγματικό κόσμο». Της χάιδεψε τα μαλλιά τρυφερά και βγήκε από την τραπεζαρία. Πωπω! Ήταν περίπλοκος ο κόσμος των μεγάλων. Προτιμούσε τον δικό της, αλλά σάμπως την άφηναν να τον απολαύσει; Οι μεγάλοι πολλές φορές έμπαιναν στα χωράφια των παιδιών και μάλιστα χωρίς να ρωτάνε. Επειδή δηλαδή ήταν μεγάλοι είχαν το δικαίωμα να τους στερούν τη χαρά και να τα προβληματίζουν έτσι; Απα, πα! Εκείνη τα δικά της παιδιά θα τα άφηνε να ζουν ήσυχα, να παίζουν και να χορεύουν, να τρώνε ό,τι θέλουν και γενικά να είναι χαρούμενα. Κι αν θέλουν να διαβάσουν πάει καλά, κι αν δε θέλουν δεν πειράζει. Αυτό έπρεπε να γίνεται, ο καθένας να κάνει ό,τι θέλει. Έτσι θα ήταν όλοι ευτυχισμένοι και δε θα έβλαπτε κανένας κανέναν. Όμως, για στάσου είπε μέσα της, προχτές εκείνη η ίδια μάλωσε τον μπέμπη γιατί έσπασε το βάζο που φύλαγε τα κοσμήματά της. Δεν τον μάλωσε για το βάζο, εντάξει λίγο και γι’ αυτό, αλλά γιατί φοβήθηκε μήπως κοπεί. Να ήταν άραγε ο φόβος που προκαλούσε όλα αυτά τα


αρνητικά; Μπορεί, γιατί ας πούμε αν μάζευε τα κομμάτια από τα γυαλιά και εξηγούσε στον μπέμπη ότι πρέπει να προσέχει ίσως την καταλάβαινε. Τώρα είχε φοβίσει και κείνον, χώρια που ο δικός της φόβος μήπως ξανασυμβεί δεν είχε φύγει. Δύσκολο πράγμα να εκπαιδεύεις μικρούς ανθρώπους. Δεν ήξερε πως τα κατάφερναν οι δικοί της. Δύσκολο να απαντήσει και σε τόσες ερωτήσεις. Μάλλον θα πήγαινε στη φίλη της να κουβεντιάσουν και να παίξουν κανένα ηλεκτρονικό, ναι, αυτό ήταν η καλύτερη λύση. Πήρε το τσαντάκι της και βγήκε με χορευτικά βήματα. Στον δρόμο συνάντησε μια κυρία που κρατούσε από το λουρί έναν ωραίο σκύλο. Η κυρία περπατούσε καμαρωτή, ο σκύλος γύριζε κάπου κάπου και την κοίταζε κι ύστερα βάδιζε ελαφρά μπροστά ή στο πλάι της. Ήθελε πολύ να είχε ένα σκυλάκι αλλά μέχρι τώρα δεν είχε καταφέρει να πείσει τους γονείς της. Έσκυψε να χαϊδέψει τον σκύλο και η κυρία τη ρώτησε αν ήταν κοντά το νούμερο 37. Η Σουμπέρτα την κοίταξε παραξενεμένη αλλά μόλις είδε τα ακίνητα μάτια της κατάλαβε ότι ήταν τυφλή. Η κυρία της είπε να μην αισθάνεται άσχημα και την παρακάλεσε να κρατήσει χαμηλά το σκοινάκι της για να μην τρομάξει το σκυλί. Την εξέπληξε το γεγονός ότι ενώ δεν έβλεπε, καταλάβαινε τα πάντα. Κάθισαν σε ένα παγκάκι, το νούμερο 37 ήταν λίγο πιο κάτω και η κυρία είχε κουραστεί. Κουβέντιασαν για λίγο. Η τυφλή γυναίκα είχε γλυκιά φωνή και το χάρισμα να ακούει. Κοντά της η Σουμπέρτα ένιωθε μια γαλήνη, γι’ αυτό της πρότεινε να συναντηθούν ξανά όποτε ήθελε και να περπατήσουν μαζί. Η κυρία που την έλεγαν Αριάδνη δέχτηκε με χαρά κι από κείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια μεγάλη φιλία. Δύο φορές τη βδομάδα, με την άδεια των δικών της φυσικά, συναντούσε έξω από το σπίτι την Αριάδνη και περπατούσαν μέχρι να κουραστούν. Ύστερα βολευόντουσαν σε κάποιο παγκάκι ή στο γρασίδι του πάρκου τρώγοντας σποράκια και έλεγαν τα νέα τους. Αυτό που της έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση, ήταν το ταλέντο της τυφλής φίλης της να αντιλαμβάνεται πράγματα που σε κείνη περνούσαν απαρατήρητα. Παραδείγματος χάριν, μπορούσε να ακούει και τον παραμικρό θόρυβο και να μαντεύει ότι σε λίγο θα περνούσε ένα


αυτοκίνητο ή ένας διαβάτης. Πολλές φορές της έλεγε τι ωραία που μυρίζει ένα λουλούδι και η Σουμπέρτα γύριζε εδώ κι εκεί το κεφάλι της για να δει που είναι. Στο σπίτι έκλεινε τα μάτια μ’ ένα μαντήλι και έκανε ασκήσεις. Άρχισε να καταλαβαίνει πόσο λίγο χρησιμοποιούσε τις αισθήσεις της. Ήταν ένα ωραίο παιχνίδι και χάρις σ’ αυτό, μια μέρα που γύριζε από τη σχολή χορού, κατάφερε να σώσει από τραυματισμό τη φίλη της που θα έπεφτε πάνω σε μια μηχανή. Η μηχανή είχε πεταχτεί, κανείς δεν ξέρει από που, και σίγουρα θα τις χτυπούσε. Κι ένα βράδυ που κόπηκε το φως, πολύ εύκολα βρήκε το κηροπήγιο και άναψε τα κεριά. Μια άλλη φορά έσωσε το φαγητό που θα καιγόταν, μιας που η μαμά είχε απορροφηθεί από ένα τηλεφώνημα. Ζήτησε άδεια να καλέσει τη νέα της φίλη στο σπίτι. Ετοίμασε η ίδια τσάι και περίμενε με καμάρι να τη γνωρίσει στους γονείς της. Η Αριάδνη ήρθε ακριβώς στην ώρα της, πράγμα περίεργο, αφού οι περισσότεροι είχαν τη συνήθεια να αργούν λέγοντας διάφορες δικαιολογίες. Κάθισαν στο σαλόνι και η Σουμπέρτα ένιωθε περήφανη που την άφησαν να κάνει την οικοδέσποινα κι ακόμα πιο περήφανη που η φίλη της άρεσε στη μαμά της ώστε έπιασαν κουβέντα για συνταγές και άλλα πράγματα που αφορούν το σπίτι. Η μαμά της δεν έδειξε να απορεί που μια τυφλή μπορούσε να μαγειρεύει και να κάνει τόσα πράγματα μόνη της. Ίσως το έκανε από λεπτότητα, ωστόσο το φέρσιμό της ήταν απόλυτα φυσικό χωρίς τον παραμικρό οίκτο. Άλλωστε η Αριάδνη είχε μια ηρεμία και μια ευγένεια ανακατεμένη με σιγουριά που την έκανε να φαίνεται πολύ όμορφη. Όταν η καλεσμένη τους έφυγε, η μαμά της είπε ότι ήταν περήφανη για την επιλογή της και ότι πραγματικά αξίζει να γνωρίζει κάποιος ανθρώπους που μπορούν να δουν με τα μάτια της καρδιάς τους. Την Αριάδνη δεν την διαφήμιζε πολύ στις φίλες της, σχεδόν καθόλου δε μιλούσε γι’ αυτήν, μέχρι που μια μέρα συναντήθηκαν τυχαία στον δρόμο. Φυσικά η περιέργειά τους ήταν τόσο μεγάλη που άρχισαν απανωτές ερωτήσεις. Θύμωσε γιατί ήθελε να προστατεύσει τη φίλη της από τα κουτσομπολιά και τους είπε χαμηλόφωνα και έντονα, πως δεν είχαν το δικαίωμα να ρωτάνε πράγματα που δεν τις αφορούσαν. Η


Αριάδνη όμως που αντιλήφθηκε επακριβώς τι είχε συμβεί λόγω της αυξημένης ακοής της, πολύ απλά και γλυκά φώναξε τα κορίτσια που μαζεύτηκαν γύρω της και την κοίταζαν με απορία. Τους είπε λοιπόν ότι μερικά απογεύματα του μήνα είχε την ανάγκη κάποιος να της διαβάζει βιβλία, αφού η ίδια δεν μπορούσε. Αυτό ήταν όλο κι όλο και κανένα μυστικό ή περίεργο δεν υπήρχε. Τα κορίτσια σιώπησαν και χαμήλωσαν το κεφάλι. Ό,τι είπε η Αριάδνη δεν ήταν ψέματα, αλλά ούτε και όλη η αλήθεια. Τις κάλεσε μαζί με τις μητέρες τους να την επισκεφθούν, όποτε ήθελαν, για να διαβάσουν μαζί κάτι και μετά να το σχολιάσουν. Όταν έφυγε και η τελευταία, η Σουμπέρτα στριφογυρίζοντας νευρικά στο χέρι της ένα κλαδάκι της είπε πως δεν υπάρχει λόγος να δίνει εξηγήσεις σε κανένα λες και ήταν κατηγορούμενη. Ακόμα πρόσθεσε, «προς τι η πρόσκληση για βραδιές ανάγνωσης;», αφού οι περισσότερες θα το εύρισκαν βαρετό. Τι φανταζόταν ότι θα μπορούσαν να διαβάσουν όλες μαζί; Οι περισσότερες περνούσαν τις ελεύθερες ώρες τους στον υπολογιστή παίζοντας παιχνίδια. Η Αριάδνη γέλασε κυματιστά λέγοντας πως πρέπει τους ανθρώπους να μην τους απομακρύνεις αλλά να τους δίνεις τη γνώση που μπορούν να αντέξουν. «Δηλαδή;», ρώτησε η Σουμπέρτα με μεγάλη περιέργεια. «Ω, μα αυτό το έκανε ο παππούς ο Αίσωπος με τα παραμύθια του και ο Χριστός που δίδασκε με παραβολές για να μπορούν να καταλάβουν τα απλά νοήματα και οι πιο αδαείς ακόμα». Όταν πλάγιασε έφερε στον νου της τα λόγια της φίλης της για λίγο. Αφού έκανε επισκόπηση της ημέρας, βάλθηκε να σχεδιάσει κάπως την επόμενη. Η επόμενη, θα ήταν μια δύσκολη μέρα μιας που θα έπρεπε να μαγειρέψει μόνη της. Είχε μαγειρέψει πολλές φορές, όμως πάντα με τη μαμά της. Ως τώρα είχε ξεγλιστρήσει αρκετές φορές, όμως η μαμά δε χωράτευε με κάτι τέτοια. Της το είχε πει ξεκάθαρα: «Μετά το σημερινό μάθημα είσαι έτοιμη». Το σημερινό μάθημα μαγειρικής ήταν περίπλοκο και δε θυμόταν πολύ καλά τι ακριβώς έκαναν. Γύρισε πλευρό νευρικά αρκετές φορές, όπως γυρίζεις το ψητό για να μην αρπάξει και τελικά κατάφερε να αποκοιμηθεί.


Ήρθε λοιπόν και η στιγμή που θα διάλεγε εκείνη τι θα έφτιαχνε. «Στο τραπέζι σου αφήνω χρήματα για τα ψώνια, πάρε ό,τι χρειάζεσαι», της είπε η μητέρα της. Της θύμισε άλλη μια φορά πως ο μπαμπάς χρειαζόταν κάτι ελαφρύ γιατί ήταν σε δίαιτα. Η Σουμπέρτα κουνούσε το κεφάλι της καταφατικά. Αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Όταν όμως άκουσε πως θα ερχόταν η θεία Λεύκα να φάει μαζί τους…, πανικός, πανικός, πανικός. Κρατούσε το κεφάλι της και δεν ήξερε πως να βάλει σε τάξη το μυαλό της. Ο μπαμπάς ήταν σε δίαιτα και απαγορεύονταν τα λιπαρά. Το μωρό τους χρειαζόταν κάτι πολύ θρεπτικό. Η θεία Λεύκα, ήταν θεία της μαμάς της, μια κυρία εύσωμη και γελαστή που μαγείρευε εξαιρετικά και της άρεσαν τα γλυκά. Η μαμά πάλι δεν ήθελε πολύ αλάτι στο φαγητό κάτι για το οποίο πάντα διαπληκτιζόταν με τον μπαμπά που έπαιρνε την αλατιέρα και πρόσθετε κρυφά στο πιάτο του. Όσο για την ίδια, εντάξει, ήταν κάπου στη μέση και επίσης δεν της άρεσαν οι μελιτζάνες. Έσβησε και έγραψε αρκετές φορές το μενού και στο τέλος κατέφυγε στο Διαδίκτυο που πληκτρολόγησε συνταγές για όλους, μήπως και βρει μια άκρη. Τελικά, επειδή η ώρα περνούσε, έτρεξε να κάνει τα ψώνια της για να προλάβει. Γύρισε φορτωμένη και άρχισε να αραδιάζει τα υλικά στον πάγκο. Την ώρα που έκλαιγε πάνω από τα κρεμμύδια, αναλογιζόταν πως είναι δυνατόν μια μαμά να κάνει κάθε μέρα αυτή τη δύσκολη δουλειά χωρίς ανταμοιβή, αντιθέτως μάλιστα, πολλές φορές να της λένε ότι λείπει αυτό ή το άλλο, ή να σπρώχνουν το πιάτο στην άκρη. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να φτιάξει ένα γλυκό που άρεσε στη μαμά, αν το πετύχαινε βέβαια. Κατάφερε να κάνει δύο φαγητά και ένα γλυκό. Φυσικά και σαλάτα πολύχρωμη. Το δύσκολο ήταν όλα τα τηγάνια και οι κατσαρόλες που είχαν γίνει βουνό στο νεροχύτη. «Δεν έχεις τάξη, δεν έχεις τάξη μικρή μου, πέταξες το κλειδάκι στο πηγάδι», άκουσε τη γιαγιά στα αυτιά της. Πόσο δίκιο είχε όταν της το έλεγε. Πώς μπόρεσε και το ξέχασε; Αν καθάριζε κάθε φορά ό,τι λέρωνε, τώρα όλα θα έλαμπαν και κείνη θα απολάμβανε τους κόπους της. Ήταν


ένα καλό μάθημα κι εκτός από αυτή την αναποδιά και το γλυκό που ήταν λίγο ασουλούπωτο και κατσιασμένο τίποτε άλλο δεν πήγε στραβά. Η θεία Λεύκα ήταν πολύ γελαστή. Δεν έπαυε να λέει θαυμάσιο, θαυμάσιο, πότε για τα λουλούδια στο βάζο, πότε για ένα διακοσμητικό, ακόμα και για το φλιτζανάκι του καφέ. Στο τραπέζι φαινόταν να απολαμβάνει το φαγητό και το κρασί της γιατί αντί για θαυμάσιο είπε εξαιρετικό. Η Σουμπέρτα είχε ακόμα αγωνία μέσα της γιατί βέβαια η θεία ήταν άνθρωπος που ευχαριστιόταν εύκολα, όμως δεν ήξερε αν το φαγητό άρεσε σε όλους. Όταν άκουσε τη μαμά να της λέει ότι τα κατάφερε περίφημα, ένιωσε να ψηλώνει. Τα πιάτα είχαν μαζευτεί και η μικρή οικοδέσποινα σέρβιρε το γλυκό της. Η θεία Λεύκα σοβάρεψε ξαφνικά και της έδωσε μερικές συμβουλές για το γλυκό που δεν υστερούσε σε γεύση αλλά λίγο σε εμφάνιση. Ο τόνος της φωνής της δεν είχε κάτι το επικριτικό και όπως διευκρίνισε το έλεγε γιατί πρώτα τρώμε με τα μάτια και μετά με το στόμα. Ενώ οι μεγαλύτεροι είχαν ανοίξει συζήτηση για τη σημασία της σωστής τροφής, εκείνη σημείωνε σε ένα χαρτί τα τρικ της θείας Λεύκας. Το μόνο που συγκράτησε από την υπόλοιπη συζήτηση ήταν πως η φύση προέβλεψε να μας καθοδηγούν τα χρώματα των τροφών κι ότι πρέπει κάθε μέρα να τρώμε από όλες τις κατηγορίες. Το σημείωσε κι αυτό. Μα την αληθινή αλήθεια, αυτό ήταν ένα ωραίο κόλπο και δε θα το ξεχνούσε ποτέ. Αρκετά όμως είχε μάθει για σήμερα. Τώρα ήθελε να πάει στο δωμάτιό της να ξεκουραστεί και να μιλήσει με τη φίλη της στο skype, μιας που η Αγγελική σήμερα θα έκανε καθαριότητα. Λες να είχαν συνωμοτήσει οι μαμάδες; Έτσι περνούσε ο καιρός, και έφτασε ξανά το καλοκαίρι με τις ζέστες του και τις θάλασσες να χαμογελάνε. Διακοπές φέτος δεν προβλέπονταν. Ήταν η πρώτη φορά που η οικογένεια δε θα πήγαινε διακοπές, λόγω οικονομικής κρίσης. Έτσι της είπαν και η Σουμπέρτα έδειξε κατανόηση παρόλο που της στοίχισε λιγάκι. Βλέπεις οι διακοπές ήταν μια περίοδος που όλοι ήταν χαρούμενοι και χαλαροί, περνούσαν όλη τη μέρα μαζί ζώντας ξένοιαστα. Επιπλέον, κάθε χρόνο πήγαιναν σε κάποιο


διαφορετικό μέρος για να γνωρίσουν τον τόπο τους και η Σουμπέρτα είχε γνωρίσει ένα σωρό ανθρώπους. Όπως έλεγε ο πατέρας της, αν δεν ταξιδέψεις, δεν έζησες. Ούτε καν με σκηνή μπορούσαν να πάνε κάπου, κόστιζαν τα εισιτήρια. Έπρεπε να οργανώσει το καλοκαίρι της. Το παρήγορο ήταν πως και αρκετές φίλες της δε θα πήγαιναν πουθενά κι έτσι θα είχε παρέα. Κάποιες ήταν τυχερές και είχαν χωριό. Εκείνη δεν ανήκε σ’ αυτήν την κατηγορία δυστυχώς, παρόλο που θα το ήθελε πολύ. Το τηλέφωνο χτύπησε και άκουσε τη μαμά της χαρούμενη να συνομιλεί με την Αριάδνη. Μετά ο τόνος της φωνής της έπεσε και έλεγε, όχι, όχι δε γίνεται, σ’ ευχαριστούμε πολύ, είναι πολύ γλυκό αλλά δε γίνεται. Τα έλεγε παίζοντας τη μπούκλα από τα μαλλιά της, σημάδι πως ήταν προβληματισμένη. Δεν άντεξε να μη ρωτήσει τι έλεγαν. Η μαμά εμφανώς δυσαρεστημένη της είπε «μεγαλίστικα πράγματα» και έφυγε αναζητώντας τον μπαμπά που καθόταν αφηρημένος στον κήπο με την εφημερίδα ανοιχτή στα γόνατά του. Τους είδε που συνομιλούσαν σκεπτικοί και ανησύχησε μήπως συμβαίνει κάτι σοβαρό. Το βράδυ της ανακοίνωσαν πως, αν ήθελε, μπορούσε να πάει στο χωριό της Αριάδνης για λίγες μέρες και θα φρόντιζαν και κείνοι να περάσουν ένα τριήμερο μαζί τους. Η Σουμπέρτα χοροπήδησε από τη χαρά της και τους αγκάλιασε από τον λαιμό. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός, όλο στροφές και το αυτοκίνητο πήγαινε σιγά. Κάπου κάπου έπεφτε μια πέτρα, ο οδηγός είπε πως ήταν από τα κατσίκια που βοσκούσαν ψηλότερα. Το χωριό μετά από αρκετή ώρα φάνηκε ανάμεσα σε δέντρα με πυκνά φυλλώματα. Εκείνη την ώρα ο ήλιος έλουζε το ποτάμι που διέσχιζε την κοιλάδα. Του έδινε ένα χρώμα ασημένιο και στραφταλιστό. Ανυπομονούσε πότε θα φτάσουν. Το σπίτι ήταν πέτρινο, στην άκρη του χωριού. Μια γιαγιά σκούπιζε τα φύλλα στην αυλή και σταμάτησε μόλις είδε το αυτοκίνητο να έρχεται. Καθάρισε τα χέρια της στην ποδιά και έτρεξε χαμογελαστή να τους προϋπαντήσει. Οι μέρες κυλούσαν σαν το νερό του ποταμού, γοργά. Η Αριάδνη την πήγαινε περιπάτους μέσα και έξω από το χωριό και το βράδυ στην αυλή μαζευόταν


κι άλλοι. Ψήνοντας καλαμπόκια οι μεγαλύτερες έλεγαν παραμύθια για λάμιες και νεράιδες, για μάγισσες και ξωτικά. Όταν κουραζόταν η μία, συνέχιζε η άλλη και κατά τα μεσάνυχτα αφού κοίταζαν που βρίσκεται το φεγγάρι, έπαιρναν τα κοιμισμένα παιδιά αγκαλιά και εύχονταν καλό ξημέρωμα. Η Σουμπέρτα έμαθε πολλά πράγματα, πως γίνεται το τυρί, πότε ποτίζουν το μποστάνι και ποια ήταν η ώριμη ντομάτα. Έκανε καινούργιους φίλους που ήξεραν πράγματα φανταστικά για τη φύση. Ούτε μια στιγμή δεν αναζήτησε τα ηλεκτρονικά της γιατί εδώ εξερευνούσε. Έμαθε ακόμα να μη φοβάται τα φίδια, πως να προστατεύεται από τις τσουκνίδες κι άλλα πολλά. Το κυριότερο όμως που έμαθε ήταν πως οι άνθρωποι που ζούσαν στο χωριό δεν είχαν ανάγκη να μάθουν δύο πράγματα. Το ένα ήταν η ανακύκλωση και το άλλο η ανταλλαγή. Η Αριάδνη της εξήγησε πως αυτό ήταν αρρώστια της πόλης κι αυτή η αρρώστια εδώ δεν είχε φτάσει. Όσον αφορά την ανακύκλωση ήταν πολύ απλό. Τα ψίχουλα και τα αποφάγια τα έριχναν στις κότες και στο γουρουνάκι. Τα τσόφλια από τα αυγά τα πετούσαν στο μποστάνι γιατί βοηθούσαν τα φυτά να μεγαλώσουν χωρίς λίπασμα. Τους τενεκέδες από το λάδι τους έκαναν γλάστρες, όπως και αρκετά πλαστικά μπιτόνια που τα χρησιμοποιούσαν για τον ίδιο λόγο ή για να κουβαλάνε νερό στα ζώα. Λίγα πράγματα πέταγαν στον κάδο, τόσο λίγα που ο κάδος άδειαζε μια φορά την εβδομάδα. Η ανταλλαγή πάλι, ήταν κάτι απολύτως φυσικό αφού για παράδειγμα όποιος είχε πεπόνια έδινε στον γείτονα και κείνος του έδινε κολοκυθάκια. Έμαθε ακόμα πως γίνονται οι κομπόστες, πως συντηρούνται αρκετά τρόφιμα ώστε να υπάρχουν τον χειμώνα, πως μαζεύουν σπόρους ώστε να έχουν να φυτέψουν την ερχόμενη χρονιά. Υιοθέτησε κι ένα γατάκι παρόλο που οι γιαγιάδες γελούσαν μαζί της όταν το είπε αδέσποτο. Εκεί τα γατάκια και τα σκυλάκια τα υιοθετούσαν τα αφεντικά μιας που ήταν ελεύθερα και διάλεγαν σε ποιο σπίτι θα πηγαινοέρχονται για φαγητό. Όλα ήταν τόσο διαφορετικά από την πόλη. Μπορεί να έλειπαν κάποιες ανέσεις αλλά δε φαίνεται να δυσαρεστούσαν κανένα. Όσο για την Αριάδνη, ήταν χαρούμενη και περνούσε τη μέρα της


φροντίζοντας τον κήπο ή συνομιλώντας με τις γειτόνισσες. Πέρασαν αρκετές μέρες κι έφτασε η μέρα του πανηγυριού. Τότε ήρθαν και οι δικοί της. Η μαμά της είχε την ευκαιρία να μαγειρέψει σε ένα μεγάλο καζάνι μαζί με τις άλλες γυναίκες για το φαγοπότι και ο μπαμπάς της να πιεί αμέριμνος το καφεδάκι του στην πλατεία όπου όλοι τον έλεγαν ο κύριος καθηγητής και κείνος τους μάλωνε γλυκά, ζητώντας να τον λένε με το όνομά του. Δυστυχώς το τριήμερο πέρασε κι έπρεπε να επιστρέψουν στην πόλη. Η Σουμπέρτα με θλίψη σκέφτηκε ότι δε θα μπορούσε να ακούει πια το γρύλο και τα τζιτζίκια, ούτε να βλέπει τον βραδινό ουρανό που αν άπλωνες τα χέρια σου νόμιζες ότι θα πιάσεις τα αστέρια. Ίσως όταν μεγάλωνε να κατάφερνε να φτιάξει ένα σπίτι στο χωριό, δίπλα στου Φίλιππα που της υποσχέθηκε πως θα τη βοηθούσε στο χτίσιμο. Άφησαν πίσω τους το χωριό και σύντομα πλησίασαν στην πόλη. Από μακριά της φάνηκε γκρίζα και απειλητική. Όσο πλησίαζαν αυτή η αίσθηση χανόταν σιγά σιγά. Άφησε έναν αναστεναγμό και σκέφτηκε ότι ήταν ο τόπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Αγαπούσε την πόλη που παρ’ όλα της τα ελαττώματα, είχε όμορφες γωνιές και ενδιαφέροντα πράγματα να κάνεις. Άλλωστε, μέσα σ’ αυτήν την τσιμεντένια πόλη ήταν το σπίτι της, το καταφύγιό της, το σχολείο της, οι φίλοι της –αλήθεια τι να έκαναν;- και εκεί θα έμενε μέχρι να αποφασίσει που θέλει πραγματικά να ζήσει. Μέχρι εκείνη τη στιγμή αυτό δεν την είχε προβληματίσει ιδιαίτερα. Άνοιξε το τετράδιο και με αγωνία σημείωσε ότι πρέπει να ασχοληθεί και μ’ αυτό κάποια στιγμή. Στ’ αυτιά της άκουσε τα τελευταία λόγια της γιαγιάς «Μικρή μου ποτέ μην ξεχάσεις ότι είσαι μια Σουμπέρτα. Έτσι θα έχεις πάντα αυτό που όλοι ψάχνουν. Αυτό που χρειάζεσαι. Κι αν ποτέ χάσεις τον δρόμο σου μη φοβάσαι. Μια πραγματική Σουμπέρτα δε χάνεται ποτέ» κι αμέσως ηρέμησε. Μετά διάβασε μερικές σημειώσεις της γιαγιάς όπου μεταξύ άλλων έγραφε ότι ο καθένας πρέπει να είναι πολίτης του κόσμου. Αυτό της άρεσε πολύ. Το σημείωσε στο μυαλό της. Έξω νύχτωνε. Έβαλε μουσική και για πρώτη φορά από τον θάνατο της γιαγιάς ανέβηκε πάνω στο διάφανο χαλί και μόνη της


ταξίδεψε όπου αυτό την πήγε. Γύρω της μυριάδες σπίθες έμοιαζαν σαν φωτεινό κοπάδι ψαριών που κολυμπούσε στον ωκεανό του σύμπαντος.


Η ιδέα για τις Εκδόσεις Σαΐτα ξεπήδησε τον Ιούλιο του 2012 με πρωταρχικό σκοπό τη δημιουργία ενός χώρου όπου τα έργα νέων συγγραφέων θα συνομιλούν άμεσα, δωρεάν και ελεύθερα με το αναγνωστικό κοινό. Μακριά από το κέρδος, την εκμετάλλευση και την εμπορευματοποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας, οι Εκδόσεις Σαΐτα επιδιώκουν να επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις Εκδότη-Συγγραφέα-Αναγνώστη, καλλιεργώντας τον πραγματικό διάλογο, την αλληλεπίδραση και την ουσιαστική επικοινωνία του έργου με τον αναγνώστη δίχως προϋποθέσεις και περιορισμούς. Ο ισχυρός άνεμος της αγάπης για το βιβλίο, το γλυκό αεράκι της δημιουργικότητας, ο ζέφυρος της καινοτομίας, ο σιρόκος της φαντασίας, ο λεβάντες της επιμονής, ο γραίγος του οράματος, καθοδηγούν τη σαΐτα των Εκδόσεών μας. Σας καλούμε λοιπόν να αφήσετε τα βιβλία να πετάξουν ελεύθερα!


Η μουσική δίνει ψυχή στο σύμπαν Φτερά στον νου Πτήση στη φαντασία και Γοητεία και ευθυμία σε όλα Και τα πάντα

ISBN: 978-618-5040-44-4

Σωκράτης

ΣΟΥΜΠΕΡΤΑ  

Η μουσική δίνει ψυχή στο σύμπαν, Φτερά στον νου, Πτήση στη φαντασία και Γοητεία και ευθυμία σε όλα Και τα πάντα, Σωκράτης