Page 1


Η Άννα Πήλιου γεννήθηκε στη Γερμανία τον Δεκέμβριο του 1971. Σπούδασε «Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» και ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό της με θέμα «Σπουδές στην εκπαίδευση». Ζει και εργάζεται στο Κανάλι της Πρέβεζας. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών από το 2007. Από παιδί λάτρεψε το ταξίδι σε κάθε του μορφή. Είτε αυτό ήταν ταξίδι σε έναν άλλο τόπο ή ένα ταξίδι μέσα από ένα βιβλίο… Έχει διακριθεί με το Πρώτο Βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών στον 27ο διαγωνισμό με το παραμύθι της «Μάιρα, η νεράιδα του φεγγαριού».


Άννα Πήλιου

Μάιρα η νεράιδα του φεγγαριού Εικονογράφηση

Τζένη Μπεκιάρη


Άννα Πήλιου, Μάιρα η νεράιδα του φεγγαριού ISBN: 978-618-5040-63-5 Μάρτιος 2014 Εικονογράφηση: Επιμέλεια, διορθώσεις: Σελιδοποίηση: Σύνθεση εξωφύλλου:

Τζένη Μπεκιάρη jbekiari@gmail.com Μαρία-Ανδρονίκη Τραυλού mandro2727@hotmail.com Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης www.facebook.com/minosathanasios.karyotakis Ηρακλής Λαμπαδαρίου www.lampadariou.eu

Εκδόσεις Σαΐτα Αθανασίου Διάκου 42, 652 01, Καβάλα Τ.: 2510 831856 Κ.: 6977 070729 e-mail: info@saitapublications.gr website: www.saitapublications.gr Σημείωση: Η γραμματοσειρά που χρησιμοποιήσαμε είναι προσφορά του Aka-acid (www.aka-acid.com). Άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική χρήση Όχι Παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα Με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα και του εκδότη, επιτρέπεται σε οποιονδήποτε αναγνώστη η αναπαραγωγή του έργου (ολική, μερική ή περιληπτική, με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο), η διανομή και η παρουσίαση στο κοινό υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: αναφορά της πηγής προέλευσης, μη εμπορική χρήση του έργου. Επίσης, δεν μπορείτε να αλλοιώσετε, να τροποποιήσετε ή να δημιουργήσετε πάνω στο έργο αυτό. Αναλυτικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη άδεια cc, διαβάστε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού μέσα σε μια σπηλιά, η όμορφη νεράιδα Μάιρα με τη γιαγιά της. Τα μάτια της ήταν καταπράσινα και τα ασημένια μαλλιά της όταν ανέμιζαν έκαναν το φεγγάρι να λάμπει περισσότερο. Ήταν τόσο όμορφη! Της άρεσε πάρα πολύ να πετάει. Κάθε φορά που πετούσε αισθανόταν χαρούμενη, ευτυχισμένη, και ελεύθερη. Όσο μεγάλωνε, μεγάλωναν και τα λευκά φτερά της και έτσι μπορούσε να πετάει όλο και πιο μακριά, όλο και πιο ψηλά. Η γιαγιά της, της φώναζε να μην απομακρύνεται και της απαγόρευε να πετάει ψηλά ή να πλησιάζει τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. «Μάιρα μου, μη με στεναχωράς κορίτσι μου. Δε θέλω να σε χάσω κι εσένα», είπε αναστενάζοντας. «Κανένας δε γύρισε ποτέ από τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Έλα κοντά μου, διάβασε προσεκτικά τα ξόρκια των νεράιδων και κάθισε φρόνιμα». «Μα γιατί γιαγιάκα μου; Γιατί δε με αφήνεις; Χρόνια τώρα μου το λες αυτό. Τώρα πια μεγάλωσα», επέμενε η Μάιρα. «Υπόσχομαι ότι θα μάθω απέξω το μεγάλο βιβλίο αν μου πεις τι φοβάσαι.»


«Έλα εδώ, κάθισε δίπλα μου και άκουσέ με προσεκτικά. Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού ζει ένας μεγάλος δράκος, τόσο μεγάλος που όταν περπατάει τρέμει το φεγγάρι ,όταν πετάει χάνονται τα αστέρια και όταν θυμώνει βγάζει φωτιές από τα ρουθούνια του και το φεγγάρι γίνεται κόκκινο. Θυμάμαι την ημέρα που μας κυνηγούσε όταν ακόμη ήσουν πολύ μικρούλα. Καμία νεράιδα δεν πρόλαβε να γυρίσει στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού, εκτός από εμάς τις δύο. Είχαμε πάει όλες μαζί στην πράσινη λίμνη κοντά στη σκοτεινή πλευρά. Θυμάμαι ήταν πάρα πολύ όμορφο αυτό το μέρος. Ακούγονταν παντού γέλια και τραγούδια και οι νεράιδες απολαμβάναμε το μπάνιο μας στον μικρό καταρράχτη και τραγουδούσαμε. Ήταν σαν μια μεγάλη γιορτή. Όλες ήμασταν χαρούμενες και στεγνώναμε τα φτερά μας, όταν ο δράκος εμφανίστηκε ξαφνικά θυμωμένος και με τις δυνατές του φλόγες έκαψε τα φτερά των νεράιδων και οι καημένες δεν μπορούσαν πια να πετάξουν πίσω στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού. Τα δικά μας φτερά όμως Μάιρα μου ήταν ακόμη βρεγμένα και έτσι κατορθώσαμε να γλιτώσουμε από τη φωτιά του δράκου».


«Δηλαδή γιαγιά μου, η μαμά μου και οι άλλες νεράιδες είναι στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού; Τις κρατάει ο δράκος;» «Δεν ξέρω Μάιρα μου. Αυτός είναι ο καημός μου. Είμαι πολύ λυπημένη. Η λύπη σκοτώνει τις νεράιδες και φοβάμαι πως σε λίγο θα μείνεις μόνη σου. Υποσχέσου μου πως θα διαβάσεις όλο το μεγάλο βιβλίο των νεράιδων και ότι θα έχεις πάντα πάνω σου το μενταγιόν με τη λευκή πέτρα». Η Μάιρα την άκουσε προσεκτικά και επειδή την αγαπούσε πολύ και δεν της χαλούσε ποτέ το χατίρι έπαψε να πετάει προς τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, ιδιαίτερα όταν εκείνο γινόταν κόκκινο και διάβαζε περισσότερο το μεγάλο βιβλίο. Το μεγάλο βιβλίο στην αρχή της φαινόταν βαρετό, αλλά καθώς μεγάλωνε της άρεσε όλο και περισσότερο. Υπήρχαν εκτός από τα ξόρκια, αστείες ιστορίες με νεράιδες που είχαν ταξιδέψει στη γη και είχαν βοηθήσει κάτι πλάσματα που ήταν μεγαλύτερα από τις νεράιδες αλλά χωρίς φτερά. Οι νεράιδες είχαν πραγματοποιήσει πολλές ευχές και επιθυμίες τους και τις αγαπούσαν πολύ. Υπήρχαν


βέβαια και θλιβερές ιστορίες. Μερικά από αυτά τα πλάσματα αν και είχαν βοηθηθεί από τις νεράιδες ήταν αχάριστα και έλεγαν πως οι νεράιδες δεν υπήρχαν και ότι δεν τις είχαν δει ποτέ! Κάθε φορά που το έλεγαν αυτό, μια νεράιδα πέθαινε. Χάζευε τις όμορφες ζωγραφιές με τα πολλά χρώματα που έμοιαζαν σαν ζωντανές˙ τις είχε κάνει η νεράιδα Φαντασία και σε αυτές όλες οι νεράιδες χόρευαν μαζί δίπλα στην πράσινη λίμνη με τον καταρράχτη. Αλλά τις περισσότερες ώρες τις περνούσε κοιτώντας τη ζωγραφιά της μητέρας της, της νεράιδας Φωτεινούλας, που η Φαντασία την είχε ζωγραφίσει να κρατά τη Μάιρα αγκαλιά όταν ήταν ακόμη μωρό. Κύλησε ο χρόνος και η γιαγιά της πέθανε από τη λύπη της. Η Μάιρα αισθανόταν τώρα τόσο μόνη της! Σκεφτόταν όσα της είχε πει η γιαγιά της. Αν ζούσαν ακόμη οι νεράιδες στην άλλη μεριά του φεγγαριού; Μα τότε γιατί δεν έρχονται πίσω; Αν ο δράκος τις είχε φυλακίσει; Αν η μαμά της ήταν ακόμη εκεί; Μήπως να πετάξει μέχρι εκεί δα που αρχίζει το σκοτάδι να ρίξει μια ματιά; Η ίδια σκέψη ερχόταν κάθε τόσο στο μυαλό της ώσπου το αποφάσισε. Θα πήγαινε.


Γύρισε στη σπηλιά και ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Ήθελε να είναι σίγουρη πως την επόμενη μέρα θα ήταν πολύ δυνατή και θα μπορούσε να πετάξει πολύ ψηλά και πολύ γρήγορα. Ο ύπνος την πήρε καθώς επαναλάμβανε για άλλη μια φορά τα μαγικά ξόρκια. Μόλις ξύπνησε, φόρεσε το μενταγιόν με τη λευκή πέτρα και σημείωσε στο βιβλίο των νεράιδων με το μεγάλο φτερό: «η τελευταία νεράιδα της φωτεινής πλευράς του φεγγαριού Μάιρα, αποφάσισε να πετάξει στη σκοτεινή του πλευρά τη μέρα που το φεγγάρι είχε πανσέληνο». Γύρισε, κοίταξε γύρω της και ευχήθηκε να πραγματοποιηθεί η ευχή της να δει τη σπηλιά και πάλι να σφύζει από ζωή. Για αυτό ήταν αποφασισμένη να θυσιάσει τα πάντα! Πέταξε γρήγορα και σύντομα έφτασε στον καταρράχτη. Μέχρι εκεί ήξερε τη διαδρομή αφού στο βιβλίο των νεράιδων υπήρχε χαραγμένη με σημάδια. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά. Δε φοβόταν όμως. Ήταν αποφασισμένη να βρει τις υπόλοιπες νεράιδες. Ξαφνικά από τον καταρράχτη ξεπήδησε ένα χρυσόψαρο που κολυμπούσε τρομαγμένο. Η Μάιρα αμέσως πρόσεξε ότι το χρυσόψαρο κινδύνευε από ένα μεγάλο πρασινωπό φίδι με δυο


κεφάλια και λέγοντας δυνατά ένα ξόρκι πάγωσε το φίδι. Το χρυσόψαρο χαρούμενο πλησίασε τη Μάιρα και της είπε: «Σε ευχαριστώ! Τι όμορφη που είσαι! Πόσο χαίρομαι που υπάρχουν ακόμη ελεύθερες νεράιδες! Μας έχετε λείψει τόσο πολύ!» Η Μάιρα δεν πίστευε στα αυτιά της: «Καλό μου χρυσόψαρο αλήθεια έχεις δει και άλλες νεράιδες;» «Μα ναι! είναι στην άλλη άκρη του ποταμού εκεί που τα νερά είναι λασπωμένα, τρεις μέρες κολύμπι από εδώ», της απάντησε και βούτηξε ξανά μέσα στο νερό της λίμνης.


Η Μάιρα είχε ενθουσιαστεί. Τώρα ήξερε όχι μόνο ότι οι υπόλοιπες νεράιδες ήταν ζωντανές, αλλά ήξερε ότι έπρεπε να ακολουθήσει το ποτάμι για να τις βρει. Άρχισε λοιπόν να πετάει παράλληλα στο ποτάμι όσο πιο προσεκτικά μπορούσε. Στην αρχή ήταν πάρα πολύ εύκολο αλλά όσο προχωρούσε στη σκοτεινή πλευρά δυσκολευόταν όλο και περισσότερο. Υπήρχαν ψηλά δέντρα με πολύ πυκνά κλαριά που πλέκονταν πάνω από το ποτάμι και μερικές φορές τα φτερά της σκάλωναν πάνω σε αυτά και πονούσε. Κοίταξε πίσω της και διαπίστωσε ότι είχε ήδη πετάξει αρκετά μακριά αφού δε φαινόταν πια καθόλου φως. Ξαφνικά, άκουσε ένα δυνατό θόρυβο και το φεγγάρι άρχισε να τρέμει. Κρύφτηκε γρήγορα μέσα στις φυλλωσιές ενός δέντρου, μάζεψε τα ασημένια μαλλιά της και κάθισε τελείως ακίνητη. «Αχ! μακάρι να μην ήμουν τόσο λαμπερή!» ευχήθηκε και κράτησε στα χέρια της το μενταγιόν. Τότε τα κλαδιά του δέντρου άρχισαν να τυλίγουν τη Μάιρα δημιουργώντας γύρω της ένα μικρό πλέγμα.


«Σ’ ευχαριστώ!» Ψιθύρισε η Μάιρα στο δέντρο και για πρώτη φορά είδε τον δράκο. Ήταν τρομακτικός! Τεράστιος με μεγάλα ρουθούνια και πράσινα στρογγυλά μάτια σαν του φιδιού. Κοιτούσε τριγύρω με προσοχή και ξαφνικά… από τα ρουθούνια του πετάχτηκαν τεράστιες φλόγες τόσο μεγάλες που φωτίστηκε όλη η περιοχή τριγύρω και τα δέντρα πήραν φωτιά. Μικρά ζωάκια άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητα και ο δράκος τα κυνηγούσε και τα έτρωγε ένα ένα. Τα καημένα! Η Μάιρα ήθελε να πετάξει προς τα εκεί να τα βοηθήσει, αλλά το δέντρο έσφιξε τα κλαδιά του πάνω της και της ψιθύρισε: «Σε παρακαλώ μην κουνηθείς και μη μιλήσεις καθόλου. Κλείσε τα μάτια σου. Ξέρω ότι είναι δύσκολο αλλά πρέπει να με ακούσεις». Σε λίγο τα βήματα άρχισαν να απομακρύνονται και το δέντρο χαλάρωσε και πάλι τα κλαδιά του. «Μα γιατί;» ρώτησε με δακρυσμένα μάτια η Μάιρα.


«Μικρή μου νεράιδα ξέρω πως νιώθεις. Όμως μόνη σου δε θα μπορέσεις να αντιμετωπίσεις τον δράκο. Ξέρω πως πηγαίνεις να ελευθερώσεις τις νεράιδες. Χρειάζονται τη βοήθειά σου. Είσαι η Φωτεινή νεράιδα με τα ασημένια μαλλιά που χρόνια τώρα όλοι περιμέναμε. Μας έχει μιλήσει για εσένα το ξωτικό. Πώς σε λένε;» «Μάιρα. Το ξωτικό με τα μπλε μάτια που χάθηκε μικρό βρίσκεται εδώ;» «Ναι, Μάιρα μου είναι εδώ. Πρέπει να τον βρεις και να τον παρακαλέσεις να σε βοηθήσει. Βέβαια τώρα που σε βλέπω καταλαβαίνω πως θα είναι δύσκολο να δεχτείς να γίνεις γυναίκα του, αλλά δεν έχεις άλλη επιλογή.» «Τι; Πρέπει να παντρευτώ το ξωτικό;»


«Μόνο εκείνο γνωρίζει τα μονοπάτια του μεγάλου βουνού και το πέρασμα που οδηγεί στη φωλιά του δράκου. Ένα γεράκι που μπορεί και πετάει κοντά στη φωλιά του δράκου, μου είπε ότι είδε τις νεράιδες φυλακισμένες εκεί. Είναι πάρα πολύ ψηλά η φωλιά του δράκου και οι νεράιδες δε μπορούν να πετάξουν από εκεί γιατί ο δράκος καίει τα φτερά τους κάθε φορά που φυτρώνουν νέα. Μόνο από το πέρασμα μπορούν να σωθούν. Το γεράκι άκουσε μια νεράιδα που είπε ότι μόνο με την βοήθεια της νεράιδας με τα ασημένια μαλλιά, τη δύναμη της πέτρας του μενταγιόν και τη βοήθεια του ξωτικού θα μπορέσουν να ελευθερωθούν. Από τότε όλοι εδώ στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού ελπίζαμε ότι κάποτε θα έρθεις να μας σώσεις από τον δράκο». «Γιατί πρέπει να παρακαλέσω το ξωτικό να με παντρευτεί καλό μου δέντρο;»


«Γιατί μόνο τότε θα δεχτεί να σε βοηθήσει. Όταν ήταν μικρό, είχε πει στις νεράιδες πως όταν μεγαλώσει θα παντρευτεί μια νεράιδα και εκείνες κοιτώντας την ασχήμια του το κορόιδεψαν. Αυτό έφυγε και κρύφτηκε στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού θυμωμένο αφού ορκίστηκε ότι αν ποτέ χρειαστούν τη βοήθειά του εκείνο θα ζητήσει ως αντάλλαγμα να το παρακαλέσει η ομορφότερη νεράιδα να το παντρευτεί». Η Μάιρα κούνησε το κεφάλι της. Το δέντρο είχε δίκιο. Την είχε διαβάσει την ιστορία αυτή στο μεγάλο βιβλίο των νεράιδων. Ήταν εκεί που έλειπε μια σελίδα. Ήξερε πως δεν είχε άλλη επιλογή. «Πού θα βρω το ξωτικό;» ρώτησε η Μάιρα αποφασιστικά. «Δεν ξέρω. Κοιμήσου για λίγο και κάτι θα σκεφτούμε», είπε το δέντρο με σοβαρό και καθησυχαστικό ύφος. Η Μάιρα ήταν τόσο κουρασμένη που τα μάτια της έκλεισαν σχεδόν αμέσως. Το δέντρο παρακάλεσε τα πουλιά που ζούσαν στα κλαδιά του να βρουν γρήγορα το ξωτικό.


Μόλις άνοιξε τα μάτια της η Μάιρα τρόμαξε, αλλά κατόρθωσε να το κρύψει. Απέναντί της στεκόταν το ξωτικό. Η γαμψή του μύτη ήταν πολύ μεγάλη και τα μπλε μάτια του ήταν ασύμμετρα. Είχε πολύ μεγάλη καμπούρα και πολύ μακριά χέρια. «Με ζήτησες μικρή νεράιδα»; ρώτησε το ξωτικό με βραχνή φωνή. «Χαίρομαι που ήρθες τόσο γρήγορα», του είπε η Μάιρα. «Αν θυμάμαι καλά σε λένε Άνκεσεν» του είπε και χαμογέλασε. Το ξωτικό ήξερε ότι η νεράιδα που θα ερχόταν θα ήταν όμορφη. Δεν μπορούσε όμως να φανταστεί ότι θα ήταν τόσο όμορφη, ότι θα είχε τόσο λευκό δέρμα και ότι θα είχε τόσο όμορφη φωνή. Είχε μαγευτεί από την ομορφιά της. «Σωστά», της απάντησε διστακτικά . «Τι άλλο ξέρεις για εμένα;» Η Μάιρα του έπιασε το χέρι και τον κοίταξε κατάματα.


«Αγαπητέ μου Άνκεσεν, έχω μείνει μόνη μου και χρειάζομαι τη βοήθειά σου να ελευθερώσω τη μητέρα μου και τις άλλες νεράιδες,τα υπόλοιπα ζώα και δέντρα αν μπορώ…Έχω διαβάσει το βιβλίο των νεράιδων, ξέρω τι θέλεις για αντάλλαγμα, γι’ αυτό σε παρακαλώ να με παντρευτείς!» Τίποτα δεν ακουγόταν εκείνη τη στιγμή. Τα δέντρα, τα πουλιά και ο άνεμος σταμάτησαν για να ακούσουν την απάντηση του ξωτικού. «Λυπάμαι που έμεινες μόνη σου. Ξέρω πως είναι να μην έχεις κανένα», είπε με πίκρα κουνώντας το κεφάλι του. «Θα σε βοηθήσω να ελευθερώσεις τη μητέρα σου η οποία ήταν πάντα καλή μαζί μου και τις υπόλοιπες νεράιδες αφού καταλαβαίνω ότι έχουν μετανιώσει για αυτά που έχουν πει. Τις έβλεπα κρυφά όταν ο δράκος πετούσε μακρυά. Δε θέλω να με παντρευτείς γιατί πρέπει να το κάνεις ,αλλά γιατί θα το θέλεις πραγματικά».


Η Μάιρα έπεσε στην αγκαλιά του και τον έσφιξε πολύ δυνατά. Ήταν τόσο χαρούμενη! Το ξωτικό τα έχασε. Δεν θυμόταν πως είναι να σε παίρνει κάποιος αγκαλιά. Τα πουλιά άρχισαν να τιτιβίζουν, τα δέντρα ίσιωσαν την κορμοστασιά τους και ο άνεμος άρχισε να φυσά απαλά. «Είναι δύσκολο το μονοπάτι. Δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να πηγαίνουμε δίπλα στο ποτάμι είναι επικίνδυνο. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας ας ξεκινήσουμε!» είπε το ξωτικό και άρχισε να κατεβαίνει το δέντρο. Η Μάιρα ευχαρίστησε το δέντρο και πέταξε γρήγορα δίπλα στον Άνκεσεν. «Η μαμά μου είναι καλά;» Ο Άνκεσεν κούνησε το κεφάλι πως ναι. «Γιατί έχει τόσο ομίχλη εδώ;»


Το ξωτικό κούνησε τις πλάτες του δηλώνοντας έτσι πως είτε δεν ήξερε είτε δεν το ένοιαζε. «Μα γιατί δε μου μιλάς;» Το ξωτικό γύρισε και την κοίταξε με απορία. Η Μάιρα διάβασε στα μάτια του την απάντηση.«Ο δράκος ακούει από πολύ μακριά και δεν πρέπει να μας καταλάβει. Αν θες κάτι να μου πεις θα με κοιτάς στα μάτια. Αλλιώς θα μας πιάσει και εμάς. Ο θόρυβος τον τρελαίνει!» Έτσι συνέχισαν τη διαδρομή τους σιωπηλά. Η Μάιρα σκεφτόταν πόσο άσχημο ήταν όλο αυτό το μέρος. Δεν έμοιαζε καθόλου με τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού και έκανε απίστευτο κρύο. Δίχως να το θέλει άρχισε να τρέμει. Όταν το πρόσεξε το ξωτικό έβγαλε το γιλέκο του και της το φόρεσε. «Φόρα το εσύ, εγώ έχω συνηθίσει στο κρύο»της είπε, κοιτώντας την στα μάτια και της πρόσφερε νερό από το δερμάτινο φλασκί του. Η Μάιρα διψούσε πολύ και το ήπιε αν και το νερό μύριζε πολύ περίεργα.


Το ξωτικό την κοίταξε και γέλασε. «Θα το συνηθίσεις της είπε. Δεν έχουμε άλλο δυστυχώς».Συνέχιζαν και συνέχιζαν και το μονοπάτι φαινόταν στη Μάιρα ατελείωτο. Όμως δε διαμαρτυρόταν αφού ήθελε να βρεθεί το συντομότερο κοντά στη μητέρα της. Περπατούσε που και που για να ξεκουράσει τα φτερά της αν και τα πόδια της είχαν ματώσει από τις κοφτερές μύτες των βράχων του μονοπατιού. Ο Άνκεσεν της έδειξε ένα άνοιγμα ψηλά στο βουνό. Κατάλαβε ότι εκεί θα σταματούσαν οπότε προσπάθησε να κάνει κουράγιο. Θυμόταν τη γιαγιά της που της έλεγε κάθε φορά που δυσκολευόταν ή απογοητευόταν : «Μπορείς κορίτσι μου. Μπορείς! συνέχισε μη σταματάς. Πίστεψε στις δυνάμεις σου. Θα τα καταφέρεις ». Με αυτές τις σκέψεις έφτασαν στη σπηλιά. Η σπηλιά ήταν πολύ μεγάλη. Ο Άνκεσεν σήκωσε το τριχωτό του χέρι και μεμιάς όλες οι δάδες άναψαν και η σπηλιά φάνηκε ότι ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Υπήρχαν πάρα πολλά περάσματα προς όλες τις κατευθύνσεις και ήταν σαν λαβύρινθος .


«Θα ξεκουραστούμε τώρα και αύριο θα πάμε στη φωλιά του δράκου. Σε παρακαλώ όμως όταν θα θέλεις να σηκωθείς να μου το πεις γιατί η σπηλιά είναι μαγεμένη και με κάθε κίνηση αλλάζουν τα περάσματα. Με αυτό τον τρόπο κατόρθωσα τόσα χρόνια να ξεφύγω από τον δράκο». Της έστρωσε ένα κουρέλι λίγο ταλαιπωρημένο αλλά καθαρό για να ξαπλώσει και εκείνος έκατσε δίπλα της γυρνώντας της την πλάτη για να καλύπτει την ασχήμια του. Η Μάιρα ξάπλωσε και έπαιζε με το λευκό της μενταγιόν. Ξαφνικά έβγαλε μια κραυγή. «Τι έπαθες;» τη ρώτησε ο Άνκεσεν γυρνώντας το πρόσωπό του προς το μέρος της. Η Μάιρα δεν πίστευε στα μάτια της. Το ξωτικό μέσα από τη λευκή πέτρα ήταν ένα πανέμορφο παλικάρι. Η Μάιρα ήξερε ότι το λευκό μενταγιόν δείχνει πάντα την αλήθεια άρα το ξωτικό ήταν μαγεμένο. Είχε μαζί της τα μαγικά φίλτρα που θα τον ξαναγύριζαν στην κανονική του μορφή.


«Θέλω να φτιάξω να πιούμε ένα ρόφημα με τα βότανα που έχω μαζί μου», του είπε και πετάχτηκε γρήγορα. Ξαφνικά γύρω της όλα άλλαξαν. Η σπηλιά άλλαξε και το ξωτικό δεν ήταν πια εκεί. Θυμήθηκε τα λόγια του ξωτικού. Η σπηλιά άλλαζε με κάθε κίνηση. Από τον ενθουσιασμό της το είχε ξεχάσει. Έμεινε ακίνητη. Περίμενε έτσι αρκετή ώρα ώσπου άρχισε να ακούει βήματα που πλησίαζαν. Δεν ήξερε τι να κάνει, να κρυφτεί ή να περιμένει μήπως αλλάξει και πάλι το πέρασμα; Έπιασε το μαγικό μενταγιόν και ζήτησε προστασία. Λογικά το ξωτικό θα την άκουγε. Τα βήματα χάθηκαν. Ήταν εξαντλημένη. Λιποθύμησε. Όταν ξύπνησε βρισκόταν και πάλι στη σπηλιά και το ξωτικό καθόταν στα πόδια της. «Συγγνώμη Άνκεσεν! δεν περίμενα ότι το πέρασμα θα άλλαζε τόσο γρήγορα!» Δεν της μίλησε. Της έδωσε κάτι λευκά πανάκια και ένα μαύρο σκουφί και της είπε με τη βραχνή του φωνή:


«Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό που έχει ήδη συμβεί. Βάλε αυτά στα πόδια σου να καλύψεις τις πληγές γιατί δεν πρέπει να αφήνουμε πίσω μας σημάδια και βάλε μέσα στο σκουφί τα μαλλιά σου. Έφτασε η στιγμή που περίμενες. Είσαι έτοιμη;» Κούνησε το κεφάλι της πως ναι και υπάκουσε στις οδηγίες του. «Μπορείς να πετάξεις ψηλά;» «Ναι μπορώ Άνκεσεν». «Μπορείς να κάνεις ελιγμούς για να ξεφύγεις τις φωτιές;» «Ναι είμαι σίγουρη ότι μπορώ. Έχω μαζί μου και το μαύρο φίλτρο που έφτιαξε η γιαγιά μου για να με προστατεύει από τις φωτιές. Όταν πλησιάσουμε σε παρακαλώ να μου το πεις να ψεκαστώ με αυτό». «Γιατί δεν το κάνεις από τώρα; Μπορεί ο δράκος να εμφανισθεί από στιγμή σε στιγμή».


«Άνκεσεν δυστυχώς η διάρκεια του φίλτρου είναι πολύ σύντομη. Θα πρέπει να το κάνω εκείνη τη στιγμή». «Εντάξει τότε. Φεύγουμε. Μην ξεχνάς ότι από εδώ και στο εξής δεν μπορούμε και πάλι να μιλάμε. Θέλω να με ακολουθείς δίχως να φοβάσαι. Μερικά πράγματα που θα δεις τώρα που θα περάσουμε το πέρασμα δεν υπάρχουν. Το πέρασμα δημιουργεί ψευδαισθήσεις. Πρέπει να μου δείξεις εμπιστοσύνη και πίστη. Να με ακολουθείς όπου και αν περνάω». «Άνκεσεν θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις. Σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη». Ο Άνκεσεν κούνησε τα τριχωτά του χέρια και οι δάδες έσβησαν. Η σπηλιά άλλαξε και πάλι μορφή. Ο Άνκεσεν έβγαλε από την τσέπη του μια πράσινη πέτρα και την ακούμπησε μπροστά στο μονοπάτι. Τότε η σπηλιά άνοιξε στα δυο και το μονοπάτι έμεινε μόνο του στη μέση ενός γκρεμού. Φυσούσε δυνατός αέρας και η Μάιρα ανατρίχιασε. Δεν μπορούσε να πετάξει. Έκανε προσεκτικά βήματα πίσω από το ξωτικό. Ξαφνικά το μέρος φωτίστηκε. Το μονοπάτι


περνούσε μέσα από φλόγες. Το ξωτικό συνέχισε να περπατάει με τον ίδιο αποφασιστικό βηματισμό. Η Μάιρα δίστασε. Σκέφτηκε για μια στιγμή να μην ακολουθήσει το ξωτικό αλλά έδιωξε γρήγορα τους φόβους της και πέρασε μέσα από τις φλόγες. Με έκπληξη διαπίστωσε ότι οι φλόγες αυτές δεν έκαιγαν. Λίγο πιο κάτω ακούγονταν φωνές. «Μην ακούς, συγκεντρώσου στο μονοπάτι και μην κοιτάξεις» είπε το ξωτικό στην Μάιρα. Η Μάιρα άκουγε τα σκλαβωμένα ζώα να την παρακαλούν να τα σώσει από τον δράκο, ενώ μια ελαφίνα της φώναξε: «Μην τον πιστεύεις είναι μαγεμένος. Δεν θα σε βοηθήσει, θα σε πάει στον δράκο και όχι στις νεράιδες! Πρόσεχε!» Η Μάιρα γύρισε το βλέμμα της προς τα εκεί και αμέσως το μονοπάτι άρχισε να τρέμει. Η Μάιρα μετάνιωσε. Ήταν όμως ήδη αργά. Το ξωτικό κρεμόταν στον γκρεμό και κρατιόταν μόνο με το ένα του χέρι.


«Κρατήσου Άνκεσεν!» Η Μάιρα πέταξε κάτω από τα πόδια του Άνκεσεν και τον βοήθησε να ανέβει ξανά στο μονοπάτι. Σε όλη τη σπηλιά αντηχούσε η ηχώ: «Δε σε πιστεύει άσχημο ξωτικό. Δε σε πιστεύει. Δε σε πιστεύειιιιιιι…» Η Μάιρα κοίταξε το ξωτικό στα μάτια. «Δεν είναι αλήθεια το καταλαβαίνεις έτσι δεν είναι;» Το ξωτικό κούνησε το κεφάλι του στεναχωρημένο. Έβγαλε από την τσέπη του την πράσινη πέτρα και χτύπησε το μονοπάτι τρεις φορές. Ένας βράχος μετακινήθηκε και φάνηκε ο ουρανός. Ακουγόταν ένα δυνατό ροχαλητό και δυο λιγότερο δυνατά. Το ξωτικό έδειξε στη Μάιρα τη φωλιά του δράκου. Ακριβώς από πάνω, η Μάιρα αναγνώρισε για πρώτη φορά τη μητέρα της ανάμεσα στις άλλες νεράιδες. Ετοιμάστηκε να πετάξει προς τα εκεί αλλά το ξωτικό τη συγκράτησε.


«Το μαγικό φίλτρο» πρόλαβε να της πει, όταν ο δράκος γύρισε το κεφάλι του προς το βράχο που στεκόταν. Αμέσως πέταξε προς το μέρος τους. Το ξωτικό πετάχτηκε μπροστά και ο δράκος το άρπαξε με τα μεγάλα του νύχια. Οι νεράιδες κοιτούσαν απελπισμένες… Έντρομη η Μάιρα κρύφτηκε πίσω από το βράχο και ψεκάστηκε γρήγορα με το μαγικό μαύρο φίλτρο. Ο δράκος πετούσε ήδη ψηλά. Μόνο τα μικρά του είχαν μείνει στη φωλιά που φαίνονταν ήσυχα. «Μάιρα μου!» φώναξε η μητέρα της. «Μάιρα! κορίτσι μου έλα γρήγορα πριν γυρίσει!» Η Μάιρα πέταξε γρήγορα ψηλά, έριξε μέσα από τα κάγκελα το μαγικό φίλτρο και άνοιξε την πόρτα με τη βοήθεια του μενταγιόν. «Ψεκαστείτε και βγείτε γρήγορα!» τους είπε και πέταξε ψηλά. «Μην πας! Γύρνα πίσω!» φώναζαν οι νεράιδες. «Είναι επικίνδυνος ο δράκος!»


Η Μάιρα όμως συνέχισε να πετά ψηλά όσο πιο δυνατά μπορούσε. Άρχισε να τραγουδά το μαγικό τραγούδι των νεράιδων. Οι υπόλοιπες νεράιδες την ακολούθησαν και το τραγούδι τους αντηχούσε δυνατά στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Ο δράκος το άκουσε και γύρισε προς το μέρος της Μάιρας και εκείνη αφού βεβαιώθηκε ότι την κοιτάζει έπιασε σφιχτά το μενταγιόν με τη λευκή πέτρα και εκείνο έβγαλε ένα δυνατό άσπρο φως που φώτισε σχεδόν όλη τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Η Μάιρα τράβηξε το σκούφο και απλώθηκαν τα ασημένια μαλλιά της και συνέχισε να τραγουδά αλλά και να χορεύει. Καθώς στριφογύριζε τα ασημένια μαλλιά της ανέμιζαν. Ο δράκος άρχισε να υπνωτίζεται. Και η Μάιρα συνέχιζε να στροβιλίζεται και να χορεύει. Ο δράκος πλησίαζε όλο και περισσότερο και φωτιές έβγαιναν από τα ρουθούνια του. Πίστευε ότι είχε κατορθώσει να πιάσει άλλη μια νεράιδα για τη συλλογή του. Προς μεγάλη του έκπληξη όμως, η Μάιρα πέταξε μέσα από τις φλόγες και τράβηξε δυνατά το ξωτικό από τα πόδια του δράκου. Ο δράκος προσπάθησε να τους κυνηγήσει αλλά τα φτερά του ήταν τώρα πολύ αδύναμα. Είχε μαγευτεί από το χορό και το τραγούδι της Μάιρας και πετούσε προς τα κάτω.


«Κρατήσου πάνω μου Άνκεσεν φτάνουμε! Μην κοιτάς κάτω». Το βάρος του ξωτικού την δυσκόλευε να πετάξει. Έπρεπε να προσπαθήσει. Τα φτερά της ανοιγόκλειναν γρήγορα. Η ανάσα της έγινε βαριά. Τότε άκουσε τη μαμά της και τις άλλες νεράιδες να καλούν τα γεράκια σε βοήθεια. Σε λίγο χιλιάδες γεράκια πετούσαν κάτω από τη Μάιρα και το ξωτικό και τη βοηθούσαν να ανέβει. Η χαρά και η ευτυχία της Μάιρα όταν έπεσε στην αγκαλιά της μητέρας της είναι απερίγραπτη! Η μητέρα της τη φιλούσε και δεν χόρταινε να την κοιτάζει. Οι υπόλοιπες νεράιδες ευχαριστούσαν το ξωτικό και τα γεράκια και όλοι μαζί προχωρούσαν προς το πέρασμα. Ο δράκος όμως συνήρθε γρήγορα και αφού πέταξε στη φωλιά του και είδε ότι έλειπαν οι νεράιδες θύμωσε πάρα πολύ και έβγαζε δυνατές κραυγές, ενώ οι φωτιές που έβγαζαν τα ρουθούνια του ήταν τρομακτικές. Ο Άνκεσεν έδειξε στις νεράιδες που να τον περιμένουν και ζήτησε από τη Μάιρα το λευκό μενταγιόν. «Άνκεσεν θα έρθω και εγώ μαζί σου», του είπε η Μάιρα.


«Μα είσαι εξαντλημένη και τα φτερά σου τώρα κινδυνεύουν να καούν!» «Αν όμως συμβεί κάτι σε εσένα…» (τον κοίταξε κατάματα) και συνέχισε… «δε θα μπορέσουμε ποτέ να περάσουμε το πέρασμα». Το ξωτικό χαμογέλασε από ευτυχία. Τον αγαπούσε. Ήταν το πιο ευτυχισμένο ξωτικό στον κόσμο! «Θα είμαι προσεκτική», του είπε και πέρασε στο λαιμό του το λευκό μενταγιόν. Το ξωτικό βγήκε στο άνοιγμα και ο δράκος όταν είδε τη λάμψη του μενταγιόν νόμιζε πως ήταν η νεράιδα με τα ασημένια φτερά και πέταξε γρήγορα στο άνοιγμα του βράχου. Ο Άνκεσεν προχωρούσε αργά αργά προς τα πίσω και ο δράκος ακολουθούσε πετώντας φλόγες νομίζοντας ότι ακολουθεί τη νεράιδα. Η Μάιρα άρχισε και πάλι να τραγουδά και ο Άνκεσεν χτύπησε το μονοπάτι τρεις φορές με την


πράσινη πέτρα. Τα βράχια τότε άνοιξαν και ο δράκος έπεσε μέσα. Οι νεράιδες γλίτωσαν από τις φλόγες του δράκου χάρη στη βοήθεια του φίλτρου. Ο Άνκεσεν ξαναχτύπησε το μονοπάτι τρεις φορές και το μονοπάτι ξαναγύρισε αιχμαλωτίζοντας τον δράκο. Η Μάιρα αγκάλιασε το ξωτικό και όλοι μαζί χαρούμενοι πήραν το δρόμο της επιστροφής. Αφού βγήκαν από το πέρασμα, κατέβηκαν τη δύσκολη πλαγιά και περπάτησαν δίπλα στο ποτάμι, άρχισαν να βλέπουν τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού. Όλα τα δέντρα και τα πουλιά ευχαριστούσαν τη Μάιρα και τον Άνκεσεν που τους γλίτωσαν από τον δράκο. Ήταν σαν πανηγύρι! Όλοι ήταν χαρούμενοι! Με γέλια και χαρές έφτασαν φεγγαριού. Ο Άνκεσεν κοντοστάθηκε.

στη φωτεινή πλευρά

του

«Άνκεσεν θέλω να γυρίσεις κοντά μας στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού», είπε η Μάιρα. «Δεν είμαι σίγουρος ότι ανήκω εκεί», είπε ο Άνκεσεν.


«Σε παρακαλώ έλα να πιεις μαζί μας ένα τσάι με βότανα, να ξεκουραστείς. να πλυθείς και βλέπουμε», είπε η Μάιρα χαμογελώντας. Ο Άνκεσεν δεν πρόλαβε να απαντήσει. Πώς μπορούσε κανείς να χαλάσει το χατίρι σε μια τόσο όμορφη νεράιδα; Οι υπόλοιπες νεράιδες στριφογύριζαν στη σπηλιά που είχαν τόσο καιρό να δουν. Κοίταζαν το μαγικό βιβλίο των νεράιδων και η Φαντασία άρχισε να ζωγραφίζει σε μια νέα σελίδα σκηνές από την επιστροφή. Η Μάιρα γύρισε με το αχνιστό τσάι το οποίο ήπιαν όλοι με μεγάλη ευχαρίστηση. Σε όλους άρεσε εκτός από τον Άνκεσεν που το βρήκε γλυκόπικρο. Αλλά δεν είπε τίποτα για να μη στεναχωρήσει τη Μάιρα. Όλες οι νεράιδες φαίνονταν απασχολημένες και η Μάιρα πρότεινε στον Άνκεσεν να πάνε μια βόλτα στον πράσινο καταρράχτη. Ο Άνκεσεν δέχτηκε. Όταν έφτασαν στην λίμνη η Μάιρα πήρε από το χέρι τον Άνκεσεν και μπήκαν έτσι χέρι χέρι μέσα στο νερό της λίμνης. Με το άλλο της χέρι έπιασε το μενταγιόν, έκλεισε τα μάτια της και παρακάλεσε το νερό να πάρει τα μάγια που είχαν γίνει στον


Άνκεσεν. Όταν τα άνοιξε ο Άνκεσεν είχε μεταμορφωθεί σε ένα πανέμορφο λυγερό ξωτικό με καταγάλανα μάτια που την κοιτούσε περίεργα. Η Μάιρα του ζήτησε να της δώσει λίγο νερό. Καθώς ο Άνκεσεν έσκυψε για να πιάσει το νερό στις παλάμες του είδε το νέο του πρόσωπο να καθρεφτίζεται μέσα στο νερό της λίμνης. «Είσαι η νεράιδα της ζωής μου!», της είπε ενθουσιασμένος. «Δέχεσαι να γίνεις γυναίκα μου;» Η Μάιρα χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι. Ο Άνκεσεν έσκυψε και τη φίλησε. Ήταν ο καλύτερος γάμος που είχε γίνει στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού. Η Φαντασία ζωγράφισε στο βιβλίο των νεράιδων το πιο ευτυχισμένο και όμορφο ζευγάρι.


Έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…


Η Τζένη Μπεκιάρη είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΤΕ και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, σε εταιρεία βιομηχανικού αυτοματισμού. Είναι παντρεμένη, έχει μία κόρη και ζει στα Γιαννιτσά. Παιδικό της όνειρο ήταν να γίνει ζωγράφος. Της αρέσει να ζωγραφίζει και να δημιουργεί με όλα τα υλικά που μπορούν να αφήσουν ένα ίχνος της φαντασίας της. Έχει κάνει λίγα μαθήματα ζωγραφικής και σήμερα κάνει κυρίως ελαιογραφίες που τελικά τις χαρίζει σε αγαπημένους φίλους. «H ζωγραφική με ταξιδεύει, με κάνει να νιώθω σαν παιδί που συνεχώς αναζητά νέους δρόμους. Αν κάποιο έργο μου αρέσει πολύ σε έναν φίλο μου, δεν μπορώ να μην του το χαρίσω. Η ζωγραφική υπάρχει για να μας κάνει ευτυχισμένους».


Η ιδέα για τις Εκδόσεις Σαΐτα ξεπήδησε τον Ιούλιο του 2012 με πρωταρχικό σκοπό τη δημιουργία ενός χώρου όπου τα έργα συγγραφέων θα συνομιλούν άμεσα, δωρεάν και ελεύθερα με το αναγνωστικό κοινό. Μακριά από το κέρδος, την εκμετάλλευση και την εμπορευματοποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας, οι Εκδόσεις Σαΐτα επιδιώκουν να επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις ΕκδότηΣυγγραφέα-Αναγνώστη, καλλιεργώντας τον πραγματικό διάλογο, την αλληλεπίδραση και την ουσιαστική επικοινωνία του έργου με τον αναγνώστη δίχως προϋποθέσεις και περιορισμούς. Ο ισχυρός άνεμος της αγάπης για το βιβλίο, το γλυκό αεράκι της δημιουργικότητας, ο ζέφυρος της καινοτομίας, ο σιρόκος της φαντασίας, ο λεβάντες της επιμονής, ο γραίγος του οράματος, καθοδηγούν τη σαΐτα των Εκδόσεών μας. Σας καλούμε λοιπόν να αφήσετε τα βιβλία να πετάξουν ελεύθερα!


Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού μέσα σε μια σπηλιά, η όμορφη νεράιδα Μάιρα με τη γιαγιά της . Τα μάτια της ήταν καταπράσινα και τα ασημένια μαλλιά της όταν ανέμιζαν έκαναν το φεγγάρι να λάμπει περισσότερο. Ήταν τόσο όμορφη! Της άρεσε πάρα πολύ να πετάει. Κάθε φορά που πετούσε αισθανόταν χαρούμενη, ευτυχισμένη, και ελεύθερη. Όσο μεγάλωνε, μεγάλωναν και τα λευκά φτερά της και έτσι μπορούσε να πετάει όλο και πιο μακριά…

ISBN: 978-618-5040-63-5

ΜΑΙΡΑ Η ΝΕΡΑΙΔΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ  

Η ιστορία της Νεράιδας του Φεγγαριού από την Άννα Πήλιου με εικονογράφηση της Τζένης Μπεκιάρη.

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you