Page 1


εννέα μικρές ιστορίες Στο λογοτεχνικό εργαστήριο που έχουμε στήσει εδώ και δυο χρόνια στο σχολείο μας, σκοπός είναι το ταξίδι. Ταξίδι βιωματικό, στους δρόμους που παίρνει ο συγγραφέας μέχρι επιτέλους να καταπλεύσει στο τελικό του κείμενο. Όμως η συγγραφική περιπέτεια είναι μισή, αν η εμπειρία της γραφής μείνει χωρίς την εμπειρία της δημοσίευσης. Εννιά από τους μαθητές του εργαστηρίου, όλοι της πρώτης τάξης του Λυκείου, ανταποκρίθηκαν σε αυτήν την πρόκληση-πρόσκληση για έκδοση και δημόσια έκθεση. Τους ευχόμαστε να απολαύσουν και αυτήν την πλευρά της συγγραφικής. Οι υπόλοιποι κρατάμε στα χέρια μας την ευκαιρία να υποδυθούμε τον ευγενή ρόλο του αναγνώστη. καλή μας ανάγνωση οι καθηγητές του εργαστηρίου


ιστορία πρώτη

“τα γενέθλια” Bάσια Αγγελετάκη


Το διαμέρισμά

του θα χαρακτηριζόταν φοιτητικό με την πρώτη ματιά. Χωρίς περιττή επίπλωση κι εξεζητημένη διακόσμηση, μοιάζει με δωμάτιο φοιτητικής εστίας. Βρίσκεται στην καρδιά της πόλης ενώ αυτό που σου κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι οι πολλές μεγάλες βιβλιοθήκες γεμάτες με κάθε είδους βιβλία. Τα βιβλία ήταν, είναι και θα παραμείνουν για πάντα η μεγάλη του αγάπη. Αρχίζει να νυχτώνει. Κάθεται αναπαυτικά στη δερμάτινη πολυθρόνα του και παρατηρεί απ’ το παράθυρό του την κίνηση στο δρόμο και τους ανθρώπους που περνούν. Με αφορμή τα γενέθλιά του, αποφασίζει να κάνει μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν του, επιδιώκει για μια ακόμη φορά να ψυχολογήσει τον εαυτό του και να καταλάβει πώς φαίνεται στους άλλους. Για κάποιους γεμάτος προτερήματα, γι’ άλλους ο πιο ιδιότροπος άνθρωπος στον κόσμο. Για τους γείτονες ενοχλητικός, γιατί βάζει συχνά δυνατά τη μουσική ξεχνώντας ότι υπάρχουν και κάποιοι που δε λατρεύουν το Φρανκ Σινάτρα, ενώ για τους συναδέλφους του ένας  πολύτιμος συνεργάτης. Όχι ιδιαίτερα κοινωνικός, φιλικός μόνο σ’ αυτούς  που επιθυμεί, παρατηρητικός όσο κανένας άλλος και με «μνήμη ελέφαντα» καταφέρνει πάντα να ξεχωρίζει. Όντας άτεκνος κι ανύπαντρος, η εγκληματολογία είναι το πάθος του και της αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του. Οι φίλοι του λίγοι και καλοί, τους δένουν ισχυροί δεσμοί από τα φοιτητικά τους χρόνια. Καλώς ή κακώς, όσο τα χρόνια τους αυξάνονται, τόσο τα πάθη τους μειώνονται. Ωστόσο, οι συναντήσεις τους δεν παύουν να είναι τακτικές. Στο μεταίχμιο, ακροβατώντας ανάμεσα  στη νιότη και την ωριμότητα, την ανεμελιά και την εμπειρία, νιώθει πολύ περίεργα· από τη δράση και την περιπέτεια αρχίζει να περνά σιγά-σιγά στην αντίπερα όχθη, αυτή των αναμνήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το γεγονός ότι οι εξωτερικές υποθέσεις που αναλαμβάνει ολοένα και  λιγοστεύουν. Η  ζεστασιά του γραφείου του και η προβλέψιμη ζωή της πόλης τον κρατούν μακριά από την περιπέτεια. Είναι αργά το βράδυ. Περπατά στους φωτισμένους δρόμους της πόλης. Έχει βγει βόλτα με τον πιο πιστό του φίλο, το σκύλο του τον  Άλφι. Γελάει βλέποντας την αδύνατη σκιά του κάτω απ’ το φως μιας λάμπας. Τα γαλάζια του μάτια λάμπουν από χαρά. Η νύχτα είναι το καταφύγιό του. Όταν όλοι κλείνονται στα σπίτια τους, αυτός φορά το παλτό του και βγαίνει να απολαύσει το νυχτερινό του περίπατο, να θαυμάσει την ομορφιά της πόλης τη νύχτα. Η ησυχία της νύχτας του αφήνει το περιθώριο να κάνει τον απολογισμό της ημέρας του, να αναλογιστεί τα λάθη του και να επαναπροσδιορίσει τους στόχους του. Η μέρα των εξηκοστών γενεθλίων του οδεύει προς το τέλος της! ⌘


ιστορία δεύτερη

“Οδυσσέας η επιστροφή”

Ραφαήλ Αδαμαντίδης


Η νύχτα

φόρεσε το σκοτεινό μανδύα της. Ο Οδυσσέας καθισμένος σ’ ένα βράχο αναπολούσε στιγμές οικογενειακής ευτυχίας. Ήθελε όσο τίποτα να γυρίσει πίσω στην Ιθάκη. Τότε εμφανίστηκε από το πουθενά μπροστά του ο Δίας τυλιγμένος σε ένα σύννεφο και ακούστηκε μια εκκωφαντική φωνή να λέει: «Έλεος, δεν αντέχω άλλο τη γκρίνια σου. Γύρνα πίσω να τελειώνουμε έχουμε και άλλες δουλειές». Και ξαφνικά με ένα μαγικό τρόπο βρίσκεται στην Ιθάκη. Ο Οδυσσέας έκπληκτος, δεν μπορούσε να περιγράψει με λόγια τη χαρά του… Ύψωσε το κεφάλι του στον ουρανό και ευγνωμονούσε αδιάκοπα το Δία. Χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξε προς το παλάτι του. Πήρε το δρόμο προς την κρεβατοκάμαρα για να βρει την πολυαγαπημένη του Πηνελόπη. Ξάπλωσε δίπλα της και την αγκάλιασε. Η Πηνελόπη όμως δεν έδειξε την αντίστοιχη τρυφερότητα. Άρχισε κατευθείαν την κρεβατομουρμούρα: «Πού ήσουν τόσα χρόνια βρε αχαΐρευτε; Τους Τρώες πολεμήσατε όχι τους Αμερικάνους…Φάπα ξάπλα είναι». Δεν σταμάτησε όμως εκεί… «Καλά, εκεί στην Τροία μπαρμπέρη δεν είχανε; Ούτε παπάς τέτοια μούσια… Και τα μαλλιά σου τίγκα στην πιτυρίδα… Αίσχος». Ο Οδυσσέας έμεινε ξαφνιασμένος από την υποδοχή της γυναίκας του, ψιθύρισε: «Τελικά είχε δίκιο η Καλυψώ… Εκεί έπρεπε να είχα μείνει». Η Πηνελόπη όμως συνέχιζε ακάθεκτη: «Η ψυχούλα μου ξέρει πως κατάφερα να μεγαλώσω τον μαντράχαλο το γιό μας με την βασιλική ψωροσύνταξη… Και θα μειωθεί κι άλλο, το άκουσα στον Αυτιά». Όταν ο Οδυσσέας πήρε το θάρρος να μιλήσει ήταν ήδη αργά, καθώς η κρεβατομουρμούρα δεν είχε τέλος…: «Δεν πιστεύω να με απάτησες με καμία; Αλλά έτσι όπως γυρνάς από τον πόλεμο, ποια να γυρίσει να σε κοιτάξει;» Η Πηνελόπη όμως μετά εμφανίστηκε πιο ήρεμη και είχε λόγο. Με γλυκιά φωνή αναφώνησε: «Άντε δώσε μου την πιστωτική σου μπας και πάρω κάνα καλλυντικό και τα ξεχνάω όλα». Ο Οδυσσέας ανακουφισμένος έβαλε το χέρι του στην τσέπη μόνο και μόνο για να ανακαλύψει πως η κάρτα ήταν μισοσκισμένη κατά ψηφία ξεβαμμένα από τότε που έπεσε στη θάλασσα. Η Πηνελόπη το αντιλήφθηκε σε χρόνο μηδέν, και μετά την παντόφλα-κόθορνό της, του πέταξε και το μαξιλάρι για να πάει να κοιμηθεί στον καναπέ. Εκεί, ο φανερά στεναχωρημένος και ξαφνιασμένος Οδυσσέας συνάντησε τους μνηστήρες. Τότε, αντί να τους επιτεθεί ο ήρωας μας, άρχισαν όλοι μαζί να λένε τον πόνο τους και τα όσα έχουν τραβήξει από τη γκρινιάρα Πηνελόπη. Μετά από μια ώρα κουβέντας όλο παράπονο, ο Οδυσσέας ξεθάρρεψε και τον έπιασε μέσα του το πατριωτικό του. Φώναξε δυνατά: «Τέρμα, θέλω διαζύγιο». Η Πηνελόπη απάντησε ευθαρσώς από την κάμαρά της: «Θέλε!». Ο Οδυσσέας και οι μνηστήρες έκτοτε δέθηκαν σαν παρέα και έκαναν βόλτες μαζί κάθε βράδυ μακριά από παλάτι και Πηνελόπη. Πέρασαν αξέχαστε βραδιές Τσάμπιονς Λιγκ με μπύρες στο χέρι. Και έτσι ζήσαν αυτοί καλά και η Πηνελόπη μόνη της. ⌘


ιστορία τρίτη

“ανατροπή” Γιώργος Αντωνάτος


Δεν μπορούσε

να πιστέψει στα μάτια του. Στα χέρια του κρατούσε το χαρτί της απόλυσής του, το εισιτήριο της φυγής του από την ανούσια καθημερινότητά του. Το είχε σκεφτεί καλά, το είχε ονειρευτεί, το είχε σχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια. Χρόνια ολόκληρα το δούλευε στο μυαλό του, όχι όμως μ’ αυτόν τον αναπάντεχο τρόπο. Ήθελε αυτός να έχει τον πρώτο λόγο, να αποφασίσει για τη ζωή του, να υλοποιήσει τα σχέδια που τόσα χρόνια επεξεργαζόταν: να τολμήσει να δραπετεύσει από την επίπεδη ζωή που ζούσε τόσα χρόνια τώρα. Τα συναισθήματα που τον πλημμύριζαν, ανάκατα: πόνος, βαθιά θλίψη, μια διάχυτη απογοήτευση, ένα απέραντο μούδιασμα και μια πίκρα ύστερα από το μοιραίο γεγονός. Κανονικά θα έπρεπε να νιώθει ανακούφιση, χαρά, προσμονή. «Τι μου συμβαίνει;» αναρωτιόταν. Όλα αυτά τα χρόνια τόσο λάθος είχε κάνει; Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς. Το μόνο που μπορούσε να καταλάβει ήταν ότι όλα είχαν πλέον τελειώσει. Η δουλειά για την οποία τόσα χρόνια δυσανασχετούσε έμοιαζε τώρα ευχάριστη ανάμνηση. Πολύ καθαρά ο ίδιος θυμόταν την πρώτη του ημέρα στη δουλειά. Τότε ένιωθε αποφασισμένος για όλα και αισιόδοξος. Τώρα όχι πια. Τα χέρια του είχαν ιδρώσει, το στομάχι του είχε σφιχτεί. Έβγαλε τα γυαλιά του που θάμπωσαν και τα σκούπισε προσεχτικά. Ξαναδιάβασε με ελπίδα το περιεχόμενο της ανακοίνωσης, λες και πίστευε ότι κάτι μπορούσε να είχε αλλάξει. Μάταια όμως, η λέξη «απόλυση» έστεκε θεόρατη. Και απαγορευτική θαρρείς για τον ίδιο, σαν ένα τεράστιο, αδιαπέραστο τείχος. Μέσα του άρχισε να θεριεύει ο θυμός. Πώς μπόρεσαν και του ακύρωσαν τα σχέδια μιας ολόκληρης ζωής; Πώς του στέρησαν τη χαρά να παραδώσει ο ίδιος το έγγραφο της παραίτησής του και την ικανοποίηση να φύγει με το κεφάλι ψηλά και το χαμόγελο του νικητή; Πώς τον πρόλαβαν έτσι; Χρόνια ολόκληρα το ονειρευόταν και τώρα αισθάνεται άδειος, κενός! Η ζωή τον εξαπάτησε για ακόμα μια φορά. Δάκρυα οργής και αγανάκτησης πλημμύρισαν τα μάτια του. Όχι δεν πρόκειται να γίνει μαριονέτα κανενός, για μια τελευταία φορά αυτός θα έχει τον πρώτο λόγο. Σηκώνεται από την καρέκλα του γραφείου του αργά και πλησιάζει το παράθυρο. Το ανοίγει, μετρά με το μάτι την απόσταση. Λίγα μέτρα τον χωρίζουν από τη λύτρωση. Η καρδιά του πάει να σπάσει. Σκύβει μπροστά και πέφτει. Πέφτει και προσγειώνεται τρομαγμένος στο πάτωμα του δωματίου του δίπλα στο κρεβάτι. ⌘


ιστορία τέταρτη

“Κωνσταντίνος” Χρύσα Γιαννιούδη


Καθώς

επέστρεφε από το χθεσινό ξενύχτι, συλλογιζόταν όλες τις στιγμές που είχε ζήσει. Όλη αυτή η ρουτίνα τον είχε κουράσει. Δεν είχε όμως τίποτε άλλο. Είχε απομακρυνθεί από τους πάντες. Χάνοντας τη δουλειά του, έχασε και τον εαυτό του. Πάνε έξι μήνες από τη μέρα που δούλευε σε μία πολυεθνική εταιρία. Το αφεντικό, του ανακοίνωσε αντί για την πολυπόθητη προαγωγή που περίμενε, πως λόγω της οικονομικής κρίσης, ήταν υποχρεωμένος να τον απολύσει. Ο ίδιος, ράκος, δεν είχε ιδέα τι θα έκανε από εκεί και πέρα. Έβλεπε μπροστά στα μάτια του να του παίρνουν αμάξια, σπίτια, λεφτά. Ό,τι του είχε δώσει η εταιρία, τώρα το έπαιρνε πίσω. Είχε νοικιάσει ένα σπίτι στη Νίκαια, δεν άντεξε ν’ αποκαλύψει στους περήφανους γονείς του ότι το καμάρι τους ήταν πλέον άνεργο. Σε αυτόν στηρίζονταν αρκετοί άνθρωποι, δάνειζε, έδινε, κέρναγε απλόχερα, χωρίς κάποιο αντάλλαγμα. Δεν σκεφτόταν ότι θα έφτανε ποτέ σε τέτοιο σημείο και δεν είχε αφήσει κάτι στην τράπεζα, σε περίπτωση ανάγκης. Παράλληλα έψαχνε για δουλειά, αλλά όλοι του έλεγαν την ίδια ατάκα: “Λυπούμαστε, αλλά δεν μπορούμε να προσλάβουμε άλλους”. Μόνο η κοπέλα του η Άννα είχε καταλάβει ότι κάτι κακό του είχε συμβεί, αλλά δεν της μιλούσε, την απομάκρυνε, λέγοντας της ότι χρειαζόταν χρόνο. Έτσι ξεκίνησε μία περίοδος δυστυχίας που προσπαθούσε απεγνωσμένα να βελτιώσει χρησιμοποιώντας λανθασμένα μέσα. Κάθε βράδυ έβρισκε φίλους και πήγαιναν στα μπουζούκια, μετά σε club, ώσπου η μέρα τον έβρισκε χώμα να σέρνεται προς το διαμέρισμα του. Ό, τι του είχε απομείνει το ξόδευε εκεί. Το έπαιζε σπουδαίος, αλλά μέσα του ντρεπόταν για την κατάντια του. Άρχιζε να παίζει στοίχημα, να πηγαίνει σε καζίνο, να δανείζεται από τοκογλύφους. Είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια του να βρει δουλειά, προτιμούσε φυσικά να περνάει καλά, και να δείχνει ότι είναι όπως παλιά. Η κατάρρευση ήρθε αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του. Δεν άντεχε άλλο πόνο. Ποτά, τσιγάρα, συμπαραστάτες στη δυστυχία και τη μοναξιά του. Είχε κλειστεί κυριολεκτικά στον εαυτό του. Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις στενάχωρες οι περισσότερες, σκεφτόταν το παρελθόν του και αηδίαζε. Είχε κουραστεί πλέον από αυτή όλη αυτή τη μοναξιά και το ψεύτικο προφίλ που έδινε τόσο καιρό. Το είχε πάρει απόφαση, θ’ άλλαζε… Αυτό θα ήθελε και ο πατέρας του. Θα μιλούσε στη μάνα του, στην αδερφή και στην Άννα. Θα εξηγούσε σε όλους πώς είχαν γίνει τα πράγματα και σιγά - σιγά θα ορθοποδούσε. Καθώς μπήκε να ξεκλειδώσει για να μπει στο σπίτι του, μια σκιά ξεπρόβαλε. Ήταν η Άννα που τον κοίταζε με λυπημένο βλέμμα. Δεν μίλησε, μόνο του έδωσε ένα φάκελο και ένα κλειδί. Απορημένος τη ρώτησε τι ήταν αυτό, και του απάντησε πως είχε μάθει όλη την αλήθεια και πως είχε ξεχρεώσει ό, τι χρωστούσε και πως αυτό ήταν το παλιό του αυτοκίνητο. Εκείνος χαμογέλασε, την αγκάλιασε και την προσκάλεσε για ένα καφέ. Ήταν σίγουρος πως η τύχη ήταν πλέον με το μέρος του και δε θα την άφηνε να φύγει… ⌘


ιστορία πέμπτη



“ Όταν η ζωή σου χαρίζει ένα όνειρο...” Μίνα Γκεζή


Λένε

ότι όταν η ζωή σου χαρίζει ένα όνειρο σου παίρνει ένα άλλο. Είναι όμως αλήθεια; Ίσως να ισχύει. Μήπως όμως τα όνειρα πραγματοποιούνται χωρίς να το καταλάβουμε; Μήπως τα όνειρα που πολλές φορές γίνονται πραγματικότητα περνούν απαρατήρητα μπροστά μας; Μήπως τελικά κυνηγάμε σε όλη μας τη ζωή λάθος όνειρα; Η ημέρα που περίμενα σε όλη μου τη ζωή είχε φτάσει! Ήταν 20 Ιουνίου. Όλα έδειχναν να κυλούν άψογα. Όλα εκτός από τη ζωή μου. Όμως αυτό δεν είχε και πολύ σημασία για εμένα τότε. Από μικρή είχα πάθος με το χορό, τον λάτρευα. Με κάθε ευκαιρία, φορούσα τα παπούτσια του μπαλέτου και έκανα στροφές! Στα πέντε μου χρόνια, η μητέρα μου αποφάσισε να με γράψει σε μια σχολή χορού. Από την πρώτη στιγμή που μπήκα στην μεγάλη αίθουσα ήξερα πως ανήκα εκεί. Καθώς περνούσαν τα χρόνια η αγάπη μου για το χορό ωρίμαζε. Ήξερα πως ήθελα να αφιερωθώ σε αυτό. Άλλωστε οι καθηγήτριες στη σχολή ανακάλυψαν από πολύ νωρίς το ταλέντο μου και με παρότρυναν συνεχώς να ασχοληθώ επαγγελματικά με αυτό. Όμως ανάμεσα σε εμένα και στο όνειρό μου βρισκόταν κάποιος που αγαπούσα εξίσου με το χορό. Η οικογένειά μου αποτελούσε το μεγαλύτερο εμπόδιο και συγκεκριμένα η μητέρα μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τους αμέτρητους καβγάδες που είχαμε για αυτό το θέμα που αποτέλεσαν την αιτία για όσα συνέβησαν αργότερα. Υποστήριζε- πράγμα που ήταν αλήθεια- πως ήμουν μια άριστη μαθήτρια που θα μπορούσε να περάσει σε όποια σχολή ήθελε. Κι όμως όσα μου έλεγε δεν με πτόησαν ούτε για μια στιγμή. Παρόλα αυτά η κατάσταση ήταν δύσκολη. Οι εξετάσεις του χορού για τη Λυρική Σκηνή ήταν μόλις μια εβδομάδα μετά από τις Πανελλαδικές εξετάσεις, πράγμα που σήμαινε πως έπρεπε να κάνω πρόβες όλο αυτό το διάστημα. Η μητέρα μου όπως ήταν φυσικό είχε αντιρρήσεις. Την απείλησα πως αν δεν με άφηνε να κάνω πρόβες δεν θα διάβαζα για τις εξετάσεις. Από απειλή σε απειλή καταλήξαμε σε μια μέση λύση που συνέφερε και τις δύο μας. Ήταν μια από τις πιο εξαντλητικές περιόδους που έχω ζήσει μέχρι σήμερα. Διάβαζα και χόρευα, χόρευα και διάβαζα! Ευτυχώς οι εξετάσεις πέρασαν και θα μπορούσα να ηρεμίσω. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

Το μεγάλο πρόβλημα εμφανίστηκε δυο εβδομάδες αργότερα όταν βγήκαν τα αποτελέσματα. Χόρευα στο δωμάτιό μου όταν ο ταχυδρόμος χτύπησε το κουδούνι. Είχε φέρει δύο φακέλους. Ο ένας ήταν κατάλευκος και στο πίσω μέρος του έγραφε «Εθνική Λυρική Σκηνή». Έκλεισα τα μάτια και πήρα μια βαθιά ανάσα. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που μπορούσα να την ακούσω. Έσκισα το φάκελο και άνοιξα αργά τα μάτια. Στο μέσο περίπου της σελίδας έγραφε με μεγάλα γράμματα «ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ. ΓΙΝΑΤΕ ΔΕΚΤΗ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ». Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου. Δεν συνήθιζα να κλαίω. Σκούπισα τα μάτια μου και πήγα χοροπηδώντας στην κουζίνα να πω τα νέα στη μητέρα μου. «Μαμά, μαμά...! Πέρασα! Με πήραν στη Λυρική!» «Και γιατί χαίρεσαι; Παιδί μου, πήγαινε να ανοίξεις τον φάκελο με τα αποτελέσματα των πανελλαδικών και άσε τους χορούς και τις ιστορίες...» Σωστά. Είχα ξεχάσει εντελώς τον μπεζ φάκελο που με περίμενε πάνω στο γραφείο




μου. Μπήκα στο δωμάτιο και έκλεισα την πόρτα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Για πολύ ώρα δεν σκεφτόμουν τίποτα. Ήταν μια περίεργη αίσθηση. Ξαφνικά σηκώθηκα και πήρα τον φάκελο. Αν και έμοιαζε ελαφρύς ένιωθα το βάρος του να με πλακώνει. Τί ήταν αυτό; Ίδρωνα; Εγώ ποτέ δεν αγχωνόμουν, τί είχα πάθει; Με αυτή τη σκέψη άνοιξα τον φάκελο. Αν ήξερα τί περιείχε ίσως να μην τον είχα ανοίξει ποτέ. Όμως δεν είχα άλλη επιλογή. Μερικές φορές δεν είναι στο χέρι μας να ελέγχουμε τη μοίρα. Τον άνοιξα. Δεν ήταν δυνατό! Αν αυτό που έβλεπα ήταν αλήθεια, θα μπορούσα να μπω σε όποια σχολή ήθελα. Συγκεκριμένα, στη Νομική Αθήνας που ήταν πάντα το όνειρο της μαμάς. Ήμουν συντετριμμένη. Ήξερα πως με μια τέτοια προοπτική η μητέρα μου δεν θα με άφηνε ποτέ να γίνω χορεύτρια. Δεν ήξερα τι να κάνω, να της το πω ή όχι. Έτσι κι αλλιώς , κάποτε θα το ανακάλυπτε και τότε θα ήταν χειρότερα. Έπρεπε να το ξεκαθαρίσουμε εκείνη τη στιγμή. Άλλωστε ήμουν διατεθειμένη να παλέψω για τον χορό. Στο κάτω κάτω ήταν το δικό μου μέλλον, όχι το δικό της. Έφτασα στην κουζίνα αυτή τη φορά όχι πετώντας, αλλά με χαμηλωμένα τα φτερά μου όσο ποτέ άλλοτε. «Τί έγινε; Μην μου πεις, δεν πέρασες», είπε ανήσυχη η μαμά. «Τα ‘θελες και τα ‘παθες. Αλλά δεν φταις εσύ, εγώ φταίω που δεν σε έκλεισα μέσα μέχρι να γράψεις. Σου το είπα πως αυτή η τρέλα θα σε κατέστρεφε!» «Σταμάτα μαμά. Δεν είναι αυτό. Πέρασα και μάλιστα στη Νομική Αθηνών. Αλλά να...»



«Παιδί μου, συγχαρητήρια! Έλα να σε αγκαλιάσω!». Φαινόταν ευτυχισμένη και υπερήφανη για εμένα. «Περίμενε να πάρω τη γιαγιά και τον παππού να τους πω τα ευχάριστα, μετά τον θείο και...» Πριν προλάβει να σχηματίσει τον αριθμό του τηλεφώνου, άρπαξα το ακουστικό και το έκλεισα. «Μαμά, θέλω να μιλήσουμε» της είπα κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Τί θες να πούμε; Πέρασες στη σχολή που ήθελες». «Αυτό είναι το θέμα. Δεν είναι η σχολή που ήθελα εγώ, αλλά εσύ». «Μα τί είναι αυτά που λες;» είπε και τα μάτια της άλλαξαν. Είχε πάλι αυτό το βλέμμα που με έκανε το υπάκουο κοριτσάκι χωρίς καμία λέξη. Αυτό το αιφνιδιαστικό βλέμμα που με διαπερνούσε ολόκληρη ήταν ο μεγαλύτερός μου φόβος. «Μην μου πεις πως σκέφτεσαι ακόμα να γίνεις μπαλαρίνα. Αυτό ήταν ένα παιδικό όνειρο. Πρέπει να καταλάβεις πως εδώ πρόκειται για τη ζωή σου». «Αυτό λέω και εγώ! Για τη ζωή μου, τη δική μου ζωή, ούτε τη δική σου ούτε κανενός» «Μη μου φωνάζεις εμένα και μη μου κάνεις την έξυπνη!» «Λοιπόν μαμά, θα σου το πω μια φορά. Δεν πρόκειται να πάω στη Νομική. Με δέχτηκαν εκεί που πάντα ονειρευόμουν και τώρα που μου δίνεται η ευκαιρία δεν θα την κλωτσήσω! Δεν πρόκειται να τη χάσω επειδή θέλεις να γίνω αυτό που εσύ δεν κατάφερες να γίνεις ποτέ!» Φλαπ. Το μάγουλό μου είχε κοκκινίσει και τα μάτια μου είχαν γίνει ποτάμια που κυλούσαν χωρίς σταματημό. «Αυτό δεν θα σου το συγχωρέσω ποτέ!» είπα με λυγμούς.


«Αν εξακολουθείς να θέλεις να γίνεις νια μελαχρινούλα εγώ δεν πρόκειται να σε συντηρήσω. Να φύγεις από το σπίτι μου τώρα!» Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Ήταν δυνατό να είναι τόσο εγωίστρια; Ήξερα πως ήταν ικανή για πολλά, είχα μάθει όμως να την αντιμετωπίζω. Τί θα έκανα τώρα; «Εντάξει μαμά. Αφού αυτό θέλεις... Σου υπόσχομαι πως δεν θα με ξαναδείς!» Μάζεψα τα πράγματά μου, πήρα τον φάκελό μου, ενώ άφησα στο τραπέζι της κουζίνας τον άλλο. Έκλεισα την πόρτα και έφυγα. Δεν κοίταξα πίσω μου. Εκείνη τη στιγμή δεν είχα συναίσθηση του τί έκανα. Λειτουργούσα σαν υπνωτισμένη. Μετά από πολύ περπάτημα και αφού τα πόδια μου δεν με κρατούσαν άλλο, κάθισα σε ένα παγκάκι στο σταθμό του τραίνου. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πού βρισκόμουν. Είχε βραδιάσει. Ξαφνικά ένιωσα ένα χέρι να με ακουμπά. Ήταν ο Πέτρος. Τί έκανε εδώ; Πώς με είχε βρεί; Άκουσα μια φωνή να έρχεται από μακριά. «Τί έχεις; Γιατί κλαίς και γιατί κρατάς βαλίτσα; Ο μπαμπάς σου έχει τρελαθεί από την αγωνία. Με ρώτησε αν σε είχα δει αλλά δεν μου είπε λεπτομέρειες...» Δεν απαντούσα. Είχα μείνει εκεί, παγωμένη. «Μπορείς να περπατήσεις μέχρι το σπίτι μου;» Έγνεψα καταφατικά. Δεν κατάφερα να κοιμηθώ όλη τη νύχτα. Έβλεπα παράξενα όνειρα και εφιάλτες. Όταν ξύπνησα είδα τον Πέτρο να κάθεται στην παλιά πολυθρόνα. «Πώς κοιμήθηκες; Ξέρω ο καναπές του γκαράζ δεν είναι τόσο άνετος αλλά από το παγκάκι σίγουρα καλύτερος!» του χαμογέλασα νυσταγμένα. «Σε ευχαριστώ για τη φιλοξενία. Αν δεν ήσουν εσύ θα κοιμόμουν ακόμη σε εκείνο το άβολο παγκάκι». «Μα τι λες; Ήταν δυνατό να σε αφήσω εκεί; Δεν ξέρω τί έχει συμβεί, αλλά μπορείς να μείνεις εδώ όσον καιρό θέλεις.» «Σε ευχαριστώ πολύ δεν ξέρω τί θα έκανα... Νομίζω πως ήρθε η ώρα να σου πω τι έγινε». Του είπα τα πάντα με λεπτομερείς. Όπως ήταν φυσικό συμφώνησε μαζί μου. «Μην αφήσεις ποτέ κανένα να σου στερήσει το όνειρο. Και ο,τιδήποτε χρειαστείς μην διστάσεις να μου το ζητήσεις. Ξέρεις πως θα είμαι πάντα δίπλα σου!» Για κάποιον ανεξήγητο λόγο τον εμπιστευόμουν απόλυτα. Ήξερα μέσα μου πως δεν θα με απογοήτευε ποτέ. «Εσύ πού πέρασες;» «Οικονομικά και ευτυχώς στην Αθήνα!» «Συγχαρητήρια! Αυτό ήθελες πάντα!» Τον αγκάλιασα. Άνοιξα το κινητό μου. Δεν θυμάμαι πόσες κλήσεις είχα από τον μπαμπά μου. Τον κάλεσα. «Καλημέρα Daddy!» έτσι τον έλεγα από τότε που η Miss Margaret, η δασκάλα των αγγλικών μου μας είχε πει πως daddy σημαίνει μπαμπάς. Μου είχε κάνει τόσο μεγάλη εντύπωση που τη χρησιμοποιούσα συνέχεια. « Είσαι καλά; Έχω πεθάνει από την αγωνία μου. Η μαμά σου φταίει για όλα. Αν έρθεις στο σπίτι και συζητήσουμε...»




« Μπαμπά ξέρεις πόσο σε αγαπάω, αλλά δεν πρόκειται να γυρίσω πίσω. Δεν μπορώ να ζήσω με έναν άνθρωπο που θα με διαχειρίζεται για την υπόλοιπη ζωή μου. Νομίζω πως με καταλαβαίνεις έτσι;» «Ναι παιδί μου, αλλά...» «Το μόνο που θέλω από εσένα είναι να μου υποσχεθείς πως δεν θα στενοχωριέσαι και πως θα με στηρίζεις. Ξέρεις πόσο αγαπώ το χορό. Μη μου ζητήσεις και εσύ να τον εγκαταλείψω!» «Αν αυτό θέλεις πραγματικά, αν αυτό σε κάνει ευτυχισμένη, τότε είμαι και εγώ» « Σε ευχαριστώ Daddy! Δεν πρόκειται να σε απογοητεύσω!» «Ελπίζω και η μαμά σου να το καταλάβει κάποτε. Πρέπει όμως να συζητήσουμε ένα άλλο θέμα. Πρέπει να νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα για να μένεις...» «Δεν υπάρχει περίπτωση. Δεν θα κάνω τη χάρη στη μαμά. Θέλεις να λέει πως με συντηρείς ενώ εγώ κάνω χαζομάρες αντί να πάω στο πανεπιστήμιο; Εγώ πάντως δεν θα της δώσω αυτό το δικαίωμα. Μπορώ να τα καταφέρω και μόνη μου. Άλλωστε προσφέρθηκε να με φιλοξενήσει ο Πέτρος για όσο χρειαστεί.» «Δεν ξέρω. Προς το παρόν μείνε εκεί. Αλλά αν χρειαστείς οτιδήποτε...» «Θα σου τηλεφωνήσω μπαμπά. Φιλάκια πολλά» Πέντε χρόνια αργότερα



Τώρα θα μπορούσα να πω πως πριν από πέντε χρόνια ήμουν πιο ευτυχισμένη από ότι σήμερα. 20 Ιουνίου, η πιο σημαντική ημέρα της ζωής μου είχε έρθει, θα έπρεπε να είμαι πραγματικά χαρούμενη. Όμως κάτι έλειπε. Μετά από τέσσερα χρόνια φοίτησης στο μπαλέτο της Λυρικής Σκηνής, έδινα την πρώτη μου παράσταση ως “prima ballerina” στο έργο που πάντα ονειρευόμουν. Η Λίμνη των Κύκνων. Είναι η παράσταση όπου κάθε μπαλαρίνα ονειρεύεται να πρωταγωνιστήσει και εγώ τα είχα καταφέρει! Μία ώρα πριν την παράσταση καθόμουν στο καμαρίνι μου και ετοιμαζόμουν. Είχα για πρώτη φορά το όλο δικό μου καμαρίνι. Ένιωθα κάπως μοναχικά. Όχι! Δεν έπρεπε να νιώθω έτσι. Εξάλλου η δόξα δεν είναι κάτι που μπορείς να το μοιραστείς, έλεγα στον εαυτό μου. Όταν τελείωσα κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Έβλεπα έναν πανέμορφο, κατάλευκο κύκνο. Θα θαύμαζε κανείς τη χάρη και την λεπτότητα που τον διέκρινε. Ήμουν όμως εγώ; Έδιωξα γρήγορα αυτή τη σκέψη. Άνοιξα την τσάντα μου και έβγαλα τις πέντε προσκλήσεις. Μου τις είχε δώσει ο παραγωγός για να καλέσω όποιον ήθελα. Πέντε εισιτήρια VIP για πέντε ανθρώπους που δεν θα εμφανίζονταν. Δεν είχα κάνει καν τον κόπο να τις μοιράσω. Δεν είχα κανένα να τις δώσω. Η μητέρα μου είχε να μου μιλήσει πέντε χρόνια, από τότε που έφυγα από το σπίτι. Σε αυτή την περίπτωση τουλάχιστον δεν έφταιγα εξ’ ολοκλήρου εγώ. Με τον μπαμπά μου απομακρυνθήκαμε σταδιακά. Ή μάλλον εγώ απομακρύνθηκα. Τα τελευταία δύο χρόνια είχα αφιερωθεί στο μπαλέτο. Έκανα εξαντλητικές πρόβες και δεν άφηνα χώρο σε όσους με αγαπούσαν να με πλησιάσουν. Όταν μου είπε πως δεν μπορούσε να με βλέπει έτσι και ότι δεν ήμουν πια η κόρη του, εγώ του απάντησα:


«Δεν είναι ανάγκη να με βλέπεις. Σε παρακαλώ να μην ανακατεύεσαι στη ζωή μου. Έχω βάλει ένα στόχο και σκοπεύω να τον πετύχω. Δε θα σε αφήσω να γίνεις εμπόδιο στην καριέρα μου». «Όταν θα καταλάβεις το κακό που έχεις κάνει στον εαυτό σου θα είναι πια αργά». Αυτή ήταν η τελευταία φορά που μιλήσαμε. Όσον αφορά τον Πέτρο... Αφού τελείωσε τη σχολή του, έγινε διευθυντής σε μια τράπεζα. Με αγαπούσε πολύ, όμως εγώ τον τελευταίο καιρό ήμουν εντελώς αδιάφορη. Η αφορμή του χωρισμού μας ήρθε όταν δεν τον συνόδευσα στο χριστουγεννιάτικο δείπνο με την οικογένειά του επειδή είχα παράσταση. Το παράξενο ήταν πως δεν με είχε πειράξει τίποτα από όλα αυτά. Ακόμα και οι κολλητές μου από το Λύκειο δεν μου μιλούσαν πια. Κι όμως εγώ είχα επικεντρωθεί στο στόχο μου και δεν μπορούσα να κοιτάξω πέρα από αυτόν. Μόνο τότε βλέποντας τις προσκλήσεις και τις κενές θέσεις κατάλαβα πόσο μόνη ήμουν και πόσο θλιβερά μίζερη είχε γίνει η ζωή μου. Η παράσταση ήταν θεαματική. Όταν το επόμενο πρωί άνοιξα την τηλεόραση είδα το όνειρο. Ναι! είχε πραγματοποιηθεί. Οι κριτικές ήταν ανέλπιστα θετικές. Βγήκα από το σπίτι μου και έτρεξα στο περίπτερο να αγοράσω μια εφημερίδα. Ήμουν πρωτοσέλιδο με τίτλο «Ο λευκός κύκνος άνοιξε τα φτερά του». Ήταν απίστευτο. Ήθελα να φωνάξω από τη χαρά μου! Ποιός θα με άκουγε όμως; Ποιός θα με αγκάλιαζε λέγοντάς μου «ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ»; Κανένας. Πήγα στο σπίτι μου. Με πλημμύρισε θλίψη. Ήμουν δυστυχισμένη. Τα είχα όλα όμως δεν μπορούσα να τα μοιραστώ με κανένα. Δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα! Ήμουν απελπισμένη. Σήκωσα το τηλέφωνο. Πήρα δύο ανθρώπους, τους πιο σημαντικούς στη ζωή μου. Κανένας τους δεν απάντησε. Αποφάσισα να αφήσω μήνυμα στο τηλεφωνητή με την ελπίδα πως ίσως να μην το έσβηναν χωρίς να το ακούσουν. Ίσως κάποτε να με συγχωρούσαν. Αφού ντύθηκα βγήκα από το σπίτι χωρίς να πάρω τα κλειδιά. Μετά από πολλές ώρες περπάτημα πήγα στο σταθμό. Βρήκα το παγκάκι όπου καθόμουν και έκλαιγα παρέα με τις βαλίτσες μου, όταν η μητέρα μου με έδιωξε από το σπίτι. Εκεί που με είχε βρει ο Πέτρος. Άκουσα το σφύριγμα του τραίνου. Σηκώθηκα. Τώρα έβλεπα καθαρά. Θυμόμουν τα πάντα, όλες τις καλές και τις κακές στιγμές. Μετάνιωνα για τον τρόπο που είχα φερθεί, ακόμα και στη μητέρα μου. Το σφύριγμα του τραίνου ακούστηκε πιο δυνατά. Θυμήθηκα μια φράση από το αγαπημένο μου βιβλίο «Όταν η ζωή σου χαρίζει ένα όνειρο που ξεπερνάει όλες σου τις προσδοκίες, δεν είναι λογικό να θρηνείς όταν τελειώνει». Τότε κατάλαβα πως το όνειρο που μου είχε χαρίσει η ζωή δεν ήταν ούτε η δόξα, ούτε ο λευκός κύκνος. Ήταν η αγάπη μου για το χορό, ο Πέτρος, η οικογένειά μου και οι φίλοι μου. Τώρα το όνειρο είχε τελειώσει ή καλύτερα το είχα καταστρέψει. Σκούπισα τα δάκρυά μου και στάθηκα πάνω στις γραμμές του τραίνου. Ξαφνικά άκουσα κάποιον να φωνάζει το όνομά μου. Ήταν μια οικεία φωνή. Γύρισα γρήγορα το κεφάλι μου. «Πέτρο;» Πριν προλάβω να κάνω ένα βήμα άκουσα ένα δυνατό θόρυβο. Έπειτα σκοτάδι.Την επόμενη μέρα στις εφημερίδες Τίτλος: «Ο ΛΕΥΚΟΣ ΚΥΚΝΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ» ⌘




“με τα μάτια του Φίλιππου”

ιστορία έκτη

Ιωάννα Μάζου



Δεν

μπορούμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω και αυτό το μαθαίνουμε απ’ όταν είμαστε μικρά παιδιά ακόμα. Καλώς ή κακώς το αποδεχόμαστε ή έστω προσπαθούμε να το αποδεχτούμε. Μας φοβίζει το γεγονός πως ό,τι κάνουμε, ό,τι πούμε και ό,τι νιώσουμε δεν μπορούμε να το πάρουμε πίσω ούτε μπορούμε να το διαγράψουμε. Δεν είμαι ψυχολόγος και δεν προσπαθώ να πείσω κανέναν πως είμαι φιλόσοφος. Απλά μοιράζομαι μαζί σας ένα συμπέρασμα στο οποίο έχω καταλήξει-σωστό ή ίσως λάθος- για το πώς οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις εμπειρίες της ζωής. Από τη μία είναι εκείνοι που προσπαθούν να ξεχνούν καθετί που τους πλήγωσε, μαζεύουν τα κομμάτια τους και προχωρούν στη ζωή τους θεωρώντας πως ό,τι συνέβη ανήκει στο παρελθόν. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που αρνούνται να ξεχάσουν. Αποθηκεύουν κάθε πικρή ανάμνηση μέσα τους και πολύ συχνά ανατρέχουν σε αυτήν προσπαθώντας να απαντήσουν στο γιατί την έζησαν, γιατί έχει χαραχτεί τόσο έντονα στη μνήμη τους. Είναι εκείνοι που θεωρούν πως το παρελθόν είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής τους και καθετί που έχουν ζήσει καθορίζει τις επιλογές στο μέλλον τους. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως δεν ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Παραμονή Χριστουγέννων. Η μητέρα βρισκόταν ως συνήθως στην Ελβετία για σκι, η αδερφή μου με την οικογένειά της στο εξοχικό του συζύγου της στην Καστοριά και η κόρη μου, η Αλεξία θα περνούσε τις γιορτές με τη μαμά της στο Ρέθυμνο. Οπότε ήμουν μόνος χριστουγεννιάτικα σε μια πόλη όπως είναι η Αθήνα, μια πόλη που σε υποχρεώνει να βρεις κάποιον να περάσεις μαζί του τις γιορτές γιατί αλλιώς θα πάθεις κατάθλιψη τέτοιες μέρες που ‘ναι. Ήμουν αποφασισμένος λοιπόν να αποδείξω στον εαυτό μου ότι εγώ μπορώ να περάσω όμορφες γιορτές ολομόναχος. Έβαλα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και πήγα στον υπολογιστή. Έπρεπε


μέχρι τα μεσάνυχτα να παραδώσω το άρθρο μου στην αρχισυντάκτριά μου. Γράφω τη στήλη «Με τα μάτια του Φίλιππου» σε ένα εβδομαδιαίο περιοδικό. Πολύ φοβάμαι πως ο Φίλιππος αυτήν την εβδομάδα έχασε το φως του. Κι όταν κάποιος δε βλέπει μπροστά κλεισμένος στο διαμέρισμα του στα Εξάρχεια υποχρεωτικά βλέπει πίσω, όπως οι άνθρωποι της κατηγορίας μου. Λένε ότι η ευτυχία είναι στιγμές. Έτσι θα’ναι. Εγώ όμως ως κλασικό παράδειγμα ανθρώπου της δεύτερης κατηγορίας μπορώ να ανακαλέσω ευκολότερα στη μνήμη μου τα λόγια των στιγμών εκείνων που με πλήγωσαν. Από τις ευτυχισμένες στιγμές μένουν τα συναισθήματα και μικρές λεξούλες όπως το «Ναι» της πρώην γυναίκας μου στην πρόταση γάμου τα Χριστούγεννα του 1990, είκοσι χρόνια πριν. Από τις δυσάρεστες στιγμές όμως θυμάμαι λέξη-λέξη διαλόγους ολόκληρους. - Αυτό ήταν. Δεν υπάρχει μέλλον και το βλέπεις, Φίλιππε. - Μπορούμε να το προσπαθήσουμε. Ελένη, υπάρχει και ένα παιδί. Δεν μπορείς να λες ότι μετά από τόσα χρόνια γάμου δεν υπάρχει μέλλον. Είσαι η γυναίκα που αγάπησα και θ’ αγαπώ για πάντα. - Λυπάμαι, Φίλιππε. Η αγάπη μας δεν μπορεί να μας πάει μπροστά πια. Αυτά είχε πει η Ελένη τότε. Αυτά της είχα απαντήσει και αυτά ισχύουν ακόμα για μένα. Την αγαπώ και θα την αγαπώ για πάντα. Δεν είναι όλοι όμως σαν και μένα. Η Ελένη άφησε πίσω της το παρελθόν, βρήκε το Μιχάλη και προχώρησε. Δεν ξέρω αν ξέχασε αλλά κατάφερε να προχωρήσει. Εγώ ακόμα δεν μπορώ. Ίσως και να μην μπορέσω ποτέ. Είναι λάθος. Το ξέρω ότι είναι λάθος. Η ζωή συνεχίζεται και δεν μπορώ να της σταθώ εμπόδιο. Αυτός ο διάλογος χωρισμού Παραμονή Χριστουγέννων είχε γίνει. Εκείνη την Παραμονή που η Αλεξία μου έκλεινε τα δεκαπέντε. Η πρόταση γάμου Χριστούγεννα είχε γίνει κι αυτή. Έπρεπε να γράψω το άρθρο μου. Πόσα πράγματα μου έχουν συμβεί τις γιορτινές μέρες των Χριστουγέννων. Πρώτη φορά έβλεπα τόσο καθαρά πως τα Χριστούγεννα δεν είναι για μένα μια απλή γιορτή με κουραμπιέδες, μελομακάρονα και κίνηση στους δρόμους όπως συνήθιζα να πιστεύω. Είναι αγάπη, είναι χαρά, είναι φως, είναι απογοήτευση, είναι ο κύκλος της ίδιας μου της ζωής. Τα «μάτια του Φίλιππου» έπρεπε να δουν τι σημαίνουν αυτές οι γιορτινές μέρες για το ίδιο το πρόσωπο που υπηρετούν. Ξεκίνησα να πληκτρολογώ. Κύλησε ένα δάκρυ. Τα «μάτια του Φίλιππου» ξαναβρήκαν το φως τους. Χαμογέλασα. Ίσως τα επόμενα Χριστούγεννα να είναι αλλιώτικα, μονολόγησα. Ίσως πάλι και όχι, ψιθύρισε μια αχνή φωνούλα μέσα μου. Οι σκέψεις μου διακόπηκαν βίαια σαν ένα γρατζουνισμένο βινύλιο που κόλλησε στο πικάπ. Κάθε χριστουγεννιάτικη βραδιά γεννά και μια ελπίδα. Η μόνη ελπίδα σωτηρίας για μένα ήταν να αφεθώ. Ίσως το αύριο να μην είναι καλύτερο μα ήμουν έτοιμος να παλέψω. Δεν ξέρω αν βρήκα τη λύση κλεισμένος σ’ένα τριάρι των Εξαρχείων εκείνη τη νύχτα. Μα κάτι πήγε να λάμψει φωτίζοντας το σκοτάδι της μοναξιάς μου μέσα στις σκιές της πόλης που γιόρταζε. ⌘




ιστορία έβδομη



“τελική

εξέταση” Μαρία Πλάκα


«Λοιπόν είμαι εδώ για την τελική μου εξέταση;» Ο γιατρός κοίταξε για να δει ποιος του μιλούσε… Ήταν ένα αγόρι λίγο παραπάνω από 19 χρονών. Τον παρατήρησε καλύτερα, είχε πολύ κοντά καστανά μαλλιά και καστανά μάτια. Τίποτα το αξιοσημείωτο, ήταν όπως όλοι οι άλλοι ασθενείς του. Παρ’ όλα αυτά έμοιαζε πιο νέος από τους άλλους… Ένα δάκρυ κύλησε από το μάτι του. «Είστε καλά γιατρέ; Σας συμβαίνει κάτι;» «Όχι όχι παιδί μου μην ανησυχείς για μένα όλα καλά. Ας μιλήσουμε για σένα λίγο. Πόσο χρονών είσαι;» «Τον άλλο μήνα κλείνω τα 20.» «Αα μάλιστα… Και πόσο καιρό είσαι εδώ;» «Σήμερα κλείνω τον ένα χρόνο.» «Αρκετός καιρός. Αναρωτιέμαι τι έκανες και μπήκες εδώ μέσα από τόσο μικρός;» «Αφήστε το αυτό… Ας πούμε απλά πως παλαιότερα δεν ήμουν και το καλύτερο παιδί.» «Τώρα είσαι δηλαδή;» «Δεν ξέρω. Ναι… Εεε δηλαδή δεν είμαι σίγουρος υποθέτω. Αλλά πιστεύω πως ναι. Άλλαξα…» «Ξέρεις πολλοί το λένε αυτό. Τέλος πάντων τώρα όμως βγαίνεις έτσι δεν είναι;» «Ναι επιτέλους είμαι ελεύθερος. Μου έχει λείψει η οικογένεια μου, ο έξω κόσμος γενικότερα. Αλήθεια πως είναι εκεί έξω τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα;» «Μπα μην φανταστείς τα ίδια είναι. Ας συνεχίσουμε με την εξέταση όμως φαντάζομαι πως θες να φύγεις από εδώ το συντομότερο δυνατό!!» «Δεν έχετε ιδέα!!» «Ωραία δεν θα πάρει πολύ ώρα. Θέλω να σταθείς όρθιος και θα σου βάλω τρία καλώδια.» «Αυτό μόνο? Αα ωραία εύκολο!!» Αφού ο γιατρός έβαλε όλα τα καλώδια πάτησε το κόκκινο κουμπί και ακούστηκε ένας εκκωφαντικός ήχος. Όλα είχαν τελειώσει… Ο γιατρός άρχισε να κλαίει. Το αγόρι ήταν νεκρό… Το άξιζε σκέφτηκε από μέσα του. ‘Ήταν δολοφόνος στο κάτω-κάτω έτσι? Αυτό ήταν το σωστό. Επίσης κανένας δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι δεν θα ξαναέκανε κάτι παρόμοιο στο μέλλον. Παρόλα αυτά όμως ο γιατρός ήξερε πολύ καλά ότι μόλις σκότωσε έναν άνθρωπο και ότι κανένας άλλος πέρα από το Θεό δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρεί τη ζωή κάποιου όσο απάνθρωπο κι αν ήταν αυτό που έκανε. Όμως δεν είχε άλλη επιλογή. Ήταν η δουλειά του. Τον είχαν διατάξει. Σηκώθηκε και πήγε να δει τον επόμενο ‘’ασθενή’’ του. «Λοιπόν είμαι εδώ για την τελική μου εξέταση;» είπε μία νεαρή κοπέλα Ένα ακόμα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο του. ⌘




“ Άννα, ∆ημήτρης”

ιστορία όγδοη

Τζωρτζίνα Σωτήρχου



Άννα Και έτσι απλά είχε φύγει. Μέσα από τα χέρια μου. Χωρίς να μπορώ να ουρλιάξω «γύρνα πίσω». Χωρίς να μπορώ να τον αρπάξω και να τον πείσω να μείνει για πάντα κοντά μου. Δεν χρειάζεται όμως να αναρωτιέμαι. Εγώ το προκάλεσα. Με την ανωριμότητα και τη ζήλεια μου. Ήμουν βέβαια 17 χρονών τότε. Δεν είχα ιδέα από αγάπη. Δεν έχει αλλάξει καθόλου θα μπορούσα να πω. Τώρα που παρατηρώ από πιο κοντά μετά από 4 χρόνια είναι θα έλεγα ίδιος και απαράλλακτος. Η γυρτή στάση του σώματός του πάντα πρόδιδε την ανασφάλεια και την αμηχανία. Έτσι τον είχα γνωρίσει. Γυρτό. Χωρίς πολλές κουβέντες. Με τον καιρό όμως άλλαξε. Φταίω εγώ; Δεν ξέρω. Οι φίλοι του μου έλεγαν ότι δεν τον είχαν ξαναδεί έτσι. Γεμάτο γέλια και όνειρα. Και εγώ όμως είχα αλλάξει. Σκέφτηκα το όνομά του αλλά δεν φώναξα. Ενστικτωδώς γύρισε το κεφάλι σαν να είχε ακούσει αυτό που είχα στο μυαλό μου. Α ναι, το είχα ξεχάσει αυτό. Πάντα ήξερε τι θα έλεγα αλλά ταυτόχρονα ισχυριζόταν πως ήμουν το πιο μυστήριο άτομο που είχε γνωρίσει. Μετά από περίπου ένα δευτερόλεπτο με εντόπισε. Θα με αναγνώριζε άραγε; Ένα κύμα αγωνίας με παρέλυσε. Δεν είχε συναντήσει ακόμη τα μάτια μου. Είχε εστιάσει το βλέμμα του στα γόνατά μου που έτρεμαν. Μόνο εκείνος καταλάβαινε για ποιο λόγο έτρεμαν τα γόνατά μου μέσα στο καλοκαίρι. Ήμουν το μοναδικό πλάσμα που είχε αυτή την εκνευριστική συνήθεια. Γέλασε. Με είχε αναγνωρίσει. Το κατάλαβα πριν ακόμη πέσει η ματιά του πάνω στο πρόσωπό μου. Έπειτα με κοίταξε κατάματα . Υπήρχε ακόμη ελπίδα να ξεκινήσουμε από την αρχή;


Δημήτρης Και έτσι απλά είχε φύγει. Μια κρύα νύχτα του Φλεβάρη που την είχα ακολουθήσει μέχρι και το δρόμο κάτω από το σπίτι μου για να της εξηγήσω. Το βήμα της ασταθές όπως πάντα χωρίς ρυθμό. Έτσι ώστε οι γύρω της να μην καταλαβαίνουν τι είχε στο μυαλό της. Τι θα έκανε. Θα σταματούσε, θα επιτάχυνε ή θα έστριβε. Αυτή τη μέθοδο την είχε υιοθετήσει από μικρή και μου την εξήγησε όταν γνωριστήκαμε. Είμαι σίγουρος ότι ακόμα έχει την ίδια τακτική. Και τώρα μπροστά μου την αντικρίζω σε ένα άρθρο εφημερίδας. Η πρώτη ελληνίδα μουσικός που έχει πάρει τόσα πολλά βραβεία σε ηλικία των 23 χρονών. Η μουσική ήταν από πάντα το πάθος της. Εστίασα στη φωτογραφία για να αντικρίσω τα μοναδικά χαρακτηριστικά της. Είχε αλλάξει αρκετά. Χάιδεψα την ταλαιπωρημένη υφή του χαρτιού για να νιώσω ότι ήμουν και πάλι μαζί της. Αμέσως προσπάθησα να βρω το σημάδι. Ήταν άραγε εκεί; Στον καρπό του δεξιού χεριού της; Δεν μπορούσα να το διακρίνω. Σχήμα μισής καρδιάς με το αρχικό μου μέσα σε αυτήν. Είχα και εγώ το ίδιο στο χέρι μου με το δικό της αρχικό. Μία απερισκεψία της εφηβείας που όμως δεν μετανιώνω ούτε λεπτό. Δεν τολμούσα να το αφαιρέσω, γιατί τότε θα αποδεχόμουν ότι τελείωσε για πάντα. Καθώς παρατηρούσα τη φωτογραφία, μου έκανε εντύπωση ο ελάχιστος αριθμός δαχτυλιδιών που φόραγε. Στο σχολείο τα συνήθως γραμμένα χέρια της με τα πολλά δαχτυλίδια την έκαναν δακτυλοδεικτούμενη από μαθητές και καθηγητές. Εκείνη όμως δεν νοιαζόταν. Αυτό μου άρεσε σε εκείνη. Η δυνατότητα να απωθεί αυτά που την πληγώνουν. Ή μάλλον τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν μου αρέσει γιατί θεωρητικά ανήκω και εγώ σε αυτή την κατηγορία. Ξαφνικά το μοναδικό άρωμά της γέμισε τον χώρο. Θα είναι μία από τις γνωστές παραισθήσεις μου. Γύρισα ασυναίσθητα το κεφάλι για να σιγουρευτώ ότι είχα αποτρελαθεί εντελώς. Παρατήρησα κάτι μαύρα γραμμένα allstar να στέκονται κολλητά το ένα δίπλα στο άλλο και η μαύρη θήκη μιας κιθάρας γερμένη δίπλα τους. Και τότε τα εντόπισα. Δύο μικρά γόνατα που έτρεμαν διστακτικά παρά την υψηλή θερμοκρασία μέσα στην καφετέρια. Γέλασα. Αυτό το είχα ξεχάσει. Παλιά με ένα βλέμμα στα γόνατά της καταλάβαινα αν ένιωθε αμήχανα ή αν είχε άγχος. Ήταν αυτή αδιαμφισβήτητα. Χάιδεψα ανεπαίσθητα τον καρπό μου που ήταν το σημάδι και ανέβασα διστακτικά τα μάτια μου για να συναντήσω τα δικά της. Υπήρχε ακόμη ελπίδα να ξεκινήσουμε από την αρχή; ⌘




ιστορία ένατη



“Νεφέλη” Βάνα Τσουκαλά


Το πάρτι

που η Νεφέλη περίμενε εδώ και καιρό είχε φτάσει. Θα ήταν όλοι οι συμμαθητές της από το σχολείο και πολλά παιδιά από το φροντιστήριο στο οποίο πήγαινε. Η φίλη της η Μαρία το διοργάνωνε εδώ και καιρό. Οι γονείς της είχαν αρχίσει από την προηγούμενη μέρα τις συμβουλές. «Μην αργήσεις», «Μην πιεις», «Πρόσεχε Νεφέλη μου». Είχε αποφασίσει να φορέσει το μαύρο της κοντό φόρεμα, δεν ήξερε πού θα κατέληγε. Στις 10 το βράδυ την πήγε ο πατέρας της με το αυτοκίνητό του. «Όταν θέλεις να φύγεις τηλεφώνησέ μου για να έρθω να σε πάρω» της είπε. Όμως εκείνη δεν τον πήρε ποτέ. Στις τέσσερις το πρωί, ο πατέρας της δεν άντεξε άλλο να περιμένει. Την είχε καλέσει επανειλημμένα στο κινητό χωρίς αποτέλεσμα. Τηλεφώνησε λοιπόν στο σπίτι της Μαρίας που έκανε το πάρτι. Το σήκωσε νυσταγμένη η μητέρα της Μαρίας, η οποία τον πληροφόρησε ότι το πάρτι είχε τελειώσει δύο ώρες νωρίτερα. Η Νεφέλη είχε φύγει ξαφνικά χωρίς να χαιρετήσει κανέναν. Ο πατέρας κάλεσε αμέσως την αστυνομία. Οι έρευνες κράτησαν μισή μέρα περίπου. Βρήκαν το πτώμα της γυμνό πίσω από δύο κάδους του δήμου στο πάρκο της γειτονιάς. Την είχαν βιάσει και την είχαν σκοτώσει καθώς πρόβαλλε αυτή αντίσταση. Βρέθηκαν οι ένοχοι μετά από πολυήμερες ανακρίσεις της αστυνομίας σε όλους όσους είχαν παρευρεθεί στο πάρτι. Οι δύο ένοχοι έπεσαν σε αντιφάσεις που είχαν εξαρχής κινήσει τις υποψίες της αστυνομίας, η οποία μετά από πολλή πίεση τους έκανε να ομολογήσουν. Δύο συμμαθητές της. Πολλά οικογενειακά προβλήματα. Απροσάρμοστη συμπεριφορά που πολλές φορές είχε αναστατώσει το σχολείο. Την μέθυσαν και την παρέσυραν στο σκοτεινό πάρκο, τη βίασαν, έβαλε τις φωνές, πανικοβλήθηκαν, κάρφωσαν στο μέτωπό της ένα κομμάτι γυαλί από σπασμένη μπύρα. Το μαύρο κοντό της φόρεμα βρέθηκε μισοσκισμένο στο δρόμο με κόκκινες κηλίδες αίματος… ⌘




η συλλογή διηγημάτων μαθητών του Saint-Paul με τίτλο «εννέα μικρές ιστορίες» τυπώθηκε σε 500 αντίτυπα τον Ιούνιο του 2011 σε χαρτί σαμουά 120 γρ. και εξώφυλλο τετράχρωμο σε χαρτί Modigliani 320 γρ. με έξοδα της Σχολής και διανέμεται δωρεάν. Η επιμέλεια των κειμένων έγινε από τον Κυριάκο Κοττέα και της έκδοσης από τοv Γιώργο Τζαμτζή.


Εννέα μικρές ιστορίες  

Από τους μαθητές του λογοτεχνικού εργαστηρίου της Ελληνογαλλικής Σχολής Πειραιά "Ο Αγιος Παύλος"