Page 1


Ξημέρωνε! Ο ήλιος χαρούμενος, χαμογελαστός, άρχισε να ανεβαίνει αργά – αργά την ανηφόρα τ’ ουρανού. Προσπαθούσε όπως κάθε μέρα να ζεστάνει τα πλάσματα και τα πράγματα του κόσμου με τις ακτίνες και να τα χρωματίσει. Όπως πάντα όλα ήταν πολύ όμορφα από εκεί ψηλά! Ιδιαίτερα σε κείνη τη ασπρογάλανη μπάλα που όλοι την ξέρουμε και τη φωνάζουμε με μια λέξη: τη Γη. Πρόσεχε πολύ αυτή τη μεγάλη σφαίρα. Ήταν η πιο όμορφη και η πιο ενδιαφέρουσα απ’ όλες τις άλλες που τριγύριζαν στη γειτονιά του! Και οι άλλες είχαν ωραία χρώματα, αλλά αυτή, η γη, εκτός απ’ αυτά είχε και κάτι άλλο που δεν το έβρισκε πουθενά αλλού…! Είχε ζωή! Ζωή που έλειπε από άλλους πλανήτες. Την έκανε πολύ διαφορετική… Είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί μπορούσε να παρακολουθεί όλη τη ζωή των ζωντανών αλλά και των άψυχων πραγμάτων που βρίσκονταν πάνω της! Του άρεσε πολύ να παρατηρεί τα δέντρα που παρέες παρέες ψιθύριζαν στις συζητήσεις τους κουνώντας τα φυλλαράκια τους καθώς ο άνεμος που περνούσε ανάμεσά τους τα χάιδευε κυνηγώντας τα σύννεφα στον ουρανό. Χιλιάδες εκατομμύρια λουλούδια με ζωηρά ζωντανά χρώματα χαιρετούσαν λυγίζοντας τις αδύνατες μεσούλες τους τις παιχνιδιάρες ακτίνες του. Τη γαλήνη και την ηρεμία του ήρθε ξαφνικά να χαλάσουν μερικές ακτίνες του που γύρισαν ξέπνοες, λαχανιασμένες. Φαινόταν πολύ αναστατωμένες και ανήσυχες. — Ε! τι πάθατε; Γιατί κάνετε έτσι; Τι συνέβη; Εκείνες σταμάτησαν να πάρουν μια ανάσα και αναψοκοκκινισμένες ακόμα, φώναξαν όλες μαζί.


— Να σ’ ένα μέρος που πέσαμε για να παίξουμε, δεν μπορέσαμε να βγάλουμε χρώμα… — Πώς; Πώς μπορείς να γίνεται αυτό; Αυτό είναι αδύνατο, απάντησε παραξενεμένος ο ήλιος. — Να, δες και μόνος σου, απάντησαν όλες μ’ ένα στόμα οι ακτίνες.

Εκείνος άπλωσε τις ακτίνες του και έριξε μια πολύ προσεκτική ματιά πάνω στη γη. Όλα του φάνηκαν φυσιολογικά. Ήταν όπως τα έβλεπε κάθε μέρα, αλλά τότε, γιατί γύρισαν τόσο αναστατωμένες οι ακτίνες του; Αλλά μια στιγμή, ναι, εκεί σε μια μικρή γωνιά της γης, δεν είχε χρώμα! Δεν μπορούσε να το πιστέψει! Δεν το χωρούσε ο νους του! Δεν ήταν όμως παντού έτσι. Μόνο εκεί…


Παρατήρησε πιο προσεκτικά άλλα σπίτια. Τίποτα το παράξενο. Όλα φυσιολογικά. Να κι εκείνο το σπίτι εκεί στην άκρη. Τέλειο. Τα κεραμίδια κόκκινα όπως πάντα, ο φράχτης καφέ όπως τον ήξερε, οι κουρτίνες μπλε, η πόρτα γκρίζα και οι τοίχοι άσπροι… — Α! γι’ αυτό θα ανησύχησαν οι ακτίνες μου! σκέφτηκε και χαμογέλασε. Τις καημενούλες μου! Είναι πολύ μικρές και δεν καταλαβαίνουν ακόμα! μονολόγησε. Πρέπει να τις μαζέψω και να τις εξηγήσω τις ότι το άσπρο χρώμα πάνω στο άσπρο χαρτί δε φαίνεται… είναι απλά …άσπρο. — Όχι! Όχι! απάντησαν αυτές πειραγμένες. Αυτό το ξέρουμε. Όμως και τα δέντρα και τα λουλούδια ήταν όλα άσπρα, χωρίς χρώμα!


— Μυστήριο, πολύ μυστήριο σκέφτηκε ο ήλιος. Οι ακτινούλες μου αυτές είναι από τις πιο έξυπνες. Δεν μπορεί να έκαναν ένα τόσο μεγάλο λάθος. Εξάλλου το είδα κι εγώ με τα ίδια μου τα μάτια. Πρέπει να ψάξω να βρω τι συμβαίνει, σκέφτηκε. Χαρούμενες φωνές παιδιών που έπαιζαν σ’ ένα γήπεδο τράβηξαν την προσοχή του ήλιου. Κοίταξε πάλι πολύ προσεκτικά. Ο ουρανός, τα χωράφια οι ομπρέλες, τα χόρτα όλα βαμμένα με τα σωστά χρώματα κι έλαμπαν λες κι είχαν φρεσκοπλυθεί. Τα παιδιά, μόλις κατάλαβαν ότι πλησιάζει σταμάτησαν το παιχνίδι τους ιδρωμένα και προσπάθησαν να προφυλαχτούν κάτω από τη ριγωτή κόκκινη ομπρέλα.

Ο ήλιος τα πλησίασε διστακτικά κι εκείνα μαζεύτηκαν πιο πολύ κάτω από την ομπρέλα.


— Μη με φοβάστε, τους είπε αφού του χαιρέτισε καλόκαρδα. Θα είμαι πολύ προσεκτικός και δεν θα σας τσουρουφλίσω. Προσέξτε όμως, βάλτε τα καπελάκια σας και φορέστε τα γυαλάκια σας γιατί σήμερα είμαι πολύ λαμπερός. Θα σας πονάνε τα μάτια σας όταν θα πάτε στα σπίτια σας! — Αυτό το κάνουμε πάντα, ήλιε μου, απάντησε το κορίτσι. Ο φίλος μου ο Άρης μου έφερε ένα καπέλο από το σπίτι του, γιατί σήμερα παίζαμε από το πρωί έξω στο δρόμο. — Κι η Ελένη έφερε τη μπάλα της πετάχτηκε ο Άρης. Παραλίγο να ξεχαστεί για το λόγο της επίσκεψής του βλέποντας τους δυο φίλους να είναι τόσο χαρούμενοι. Μπορούσε άραγε κι αυτός να παίξει με τα παιδιά; Θα τον έκαναν παρέα; Ξαφνικά θυμήθηκε! — Παιδιά, θέλω να σας ρωτήσω κάτι. Μήπως είδατε ποτέ έναν τόπο που τα δέντρα και τα λουλούδια δεν έχουν χρώμα; Οι δυο φίλοι κοιτάχτηκαν απορημένοι. Τόπος χωρίς χρώμα; Αυτοί όπου κι αν έπαιζαν με τους φίλους τα πάντα ήταν τέλεια! Η φύση, τα σπίτια, οι εξοχές, τα ρούχα τα ζώα και τα πουλιά είχαν χρώματα και μάλιστα χρώματα πολύ έντονα!


— Όχι, κυρ Ήλιε μας! Απάντησε διστακτικά ο Άρης. Εγώ ποτέ δεν είδα ένα τέτοιο τόπο! — Μα δεν μπορεί, υπάρχει ο τόπος αυτός. Μου το είπαν οι ακτίνες μου και το είδα κι εγώ με τα ίδια μου τα μάτια. — Εμείς πάντως όπου παίζουμε κάθε μέρα με τους φίλους μας και πηγαίνουμε βόλτες κι εκδρομές δεν είδαμε πουθενά έναν τέτοιο τόπο. Εξάλλου παίζουμε γελάμε τραγουδάμε και περνάμε τόσο καλά όταν είμαστε με τους φίλους μας που δε θα δίναμε και πολλή σημασία σε ένα τέτοιο γεγονός. — Ευχαριστώ πολύ παιδιά, τους χαιρέτισε ο ήλιος απογοητευμένος και έκανε να φύγει. — Κυρ Ήλιε μπορείτε να ρωτήσετε και τα άλλα παιδιά που βρίσκονται εδώ κοντά μήπως και μπορούν να σας βοηθήσουν. Υπάρχουν και τόσοι μεγάλοι που έχουν πολύ μεγαλύτερη πείρα από μας. Αυτούς ρωτήστε. Αυτί θα ξέρουν. Πόσες και πόσες φορές δε μας λένε «εσείς δεν


ξέρετε τίποτα, εσείς δεν καταλαβαίνετε τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω σας». Αυτοί θα ξέρουν σίγουρα.. — Αυτό θα κάνω παιδιά, τους απάντησε σκεφτικός ο ήλιος και ετοιμάστηκε να μαζέψει τις ακτίνες του και να φύγει. — Στο καλό, καλέ μας ήλιε! Φώναξαν κι τα δυο παιδιά με καλοσύνη κι ετοιμάστηκαν να ξαναγυρίσουν στο παιχνίδι τους.

Σεργιάνισε λίγη ώρα ο ήλιος. Έπαιξε με τα συννεφάκια κρυφτό πέταξε τις ακτίνες του κι έφτιαξε σκιές στα χρώματα, ζωγράφισε τη φύση κι όλα του φάνηκαν φυσιολογικά. Ήταν φυσιολογικά. Ένα όμορφο μικρό αλλά μοναχικό σπιτάκι του τράβηξε την προσοχή. Σκέφτηκε πως αυτό που τόσο καιρό έμενε μόνο του στο ίδιο μέρος θα μπορούσε ίσως να δει πράγματα που άλλοι δεν θa μπορούσαν να δουν. Πλησίασε κοντά και το σπιτάκι άπλωσε τα κεραμίδια του κι έκανε μια παχιά σκιά γύρω του για να προφυλαχτεί από τις καυτές ακτίνες του και τον κοίταξε καχύποπτα.

— Καλημέρα καλέ μου φίλε, μήπως ξέρεις να μου πεις για ένα μέρος που δεν υπάρχουν καθόλου τα χρώματα;


— Μείνε μακριά μου σε παρακαλώ, του απάντησε αμέσως το σπίτι κοκκινίζοντας. Έχω ζεσταθεί τόσο που σε λίγο θα αρχίζω να βράζω αποκρίθηκε το σπιτάκι στην ερώτηση, βγάζοντας μια ρουθουνιά δυσαρέσκειας από την καμινάδα του. — Ήθελα μόνο να μου πεις…. — Είμαι μόνο εδώ πέρα χρόνια και χρόνια. Κανένας δεν μ’ εμπιστεύεται, κανένας δεν ανοίγει την πόρτα μου, απάντησε πάλι δύστροπα το σπίτι. Κανένας δεν μ’ έχει κάνει να χαρώ. Η οικογένεια που έμενε εδώ έφυγε πριν από πολύ καιρό κι εγώ δεν μπορώ να μετακινηθώ για να πάω κάπου αλλού… Ρώτησε κανέναν άλλο. Εγώ δεν ξέρω τίποτα να σου πω…

Ένα βαρύ μαύρο σύννεφο ήρθε κι τύλιξε την καρδιά του. Η στεναχώρια του ήταν τόση που δεν του έκανε καθόλου όρεξη για τίποτα. Δεν προσπάθησε καν να τρυπήσει τα συννεφάκια και να παίξει με την άνοιξη και τα χρώματά της. Όλα ήταν τόσο όμορφα, αλλά η καρδιά του δεν είχε καμιά όρεξη. Κάθισε στην μέση τα’ ουρανού κι άρχισε να παρατηρεί ένα πάρκο κάπου στον κόσμο όπου μερικά παιδιά έπαιζαν αμέριμνα. Υπήρχαν και πολλοί μεγάλοι εκεί γύρω αλλά αυτοί φαινόντουσαν τόσο απασχολημένοι, τόσο βιαστικοί, που κατάλαβε πως κανένας από τους μεγάλους δεν θα του έδινε καμιά σημασία. Ξαναγύρισε το βλέμμα του ξανά στα παιδιά και άρχισε να τα παρατηρεί. Ήταν παιδιά μιας γειτονιάς που μαζεύτηκαν όλα μαζί κι έπαιζαν σε μια μεγάλη αλάνα που μπορεί να ήταν και πάρκο.


Το παιχνίδι είχε ανάψει για τα καλά. Οι φωνές τους γέμιζαν τον χώρο και ζάλιζαν τον τόπο. Ένα παιδί ξεμάκρυνε από την παρέα κυνηγώντας την μπάλα, που μια αδέξια κλωτσιά την έστειλε στο διπλανό χωράφι. Βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε κι αυτός και γρήγορα γρήγορα έκρυψε τις πιο λαμπερές ακτίνες του και πλησίασε το μικρό. Παρατήρησε πως ήταν αναψοκοκκινισμένος από την ένταση του παιχνιδιού. — Αγοράκι μου καλό μπορείς να μου πεις… — Άσε με τώρα κι εσύ, ήλιε, δε βλέπεις πως παίζω τώρα με την παρέα μου; Δε θέλω να χάσω ούτε ένα λεπτό κοιτάζοντάς σε. Ύστερα είσαι και ενοχλητικός όταν παίζουμε ιδιαίτερα στο ποδόσφαιρο που χρειάζεται να τρέχουμε πολύ κι εσύ μας χτυπάς με τις καυτές ακτίνες σου! Έλα φύγε τώρα και μη ξαναγυρίσεις παίζουμε ποδόσφαιρο, δε βλέπεις; Δεν απογοητεύτηκε ο ήλιος. Καταλάβαινε πως με τα παιδιά που παίζουν και έχουν παρέα πολύ δύσκολα θα έβγαζε μιαν άκρη. Πιο πέρα με την άκρη μιας ακτίνας του είδε να πλησιάζουν δυο παιδιά. Τέντωσε μάτια κι αυτιά και κοίταξε πολύ πιο προσεκτικά. Τα έφεραν οι γονείς τους κι επειδή πιθανόν δεν είχαν φίλους ή άλλους γνωστούς. Ήταν μόνα και κάθονταν κοιτώντας με λαχτάρα τα άλλα παιδιά που ίδρωναν στο παιχνίδι.


Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ήταν κι οι δυο μόνοι. Δίσταζαν να ξανοιχτούν περισσότερο. Μια μπάλα παρατημένη κάπου ήταν το μέσο για να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο. — Πώς σε λένε; Ρώτησε διστακτικά ο ένας. — Δημήτρη, εσένα; — Κώστα, με λένε, θέλεις να παίξουμε μπάλα;

Έτσι μια φιλία θα άρχιζε, σκέφτηκε ο ήλιος. Τόσο απλά. Μια μπάλα, δύο μοναξιές και λίγη καλή διάθεση… Δε θέλησε να τους διακόψει και να τους ενοχλήσει με τις ερωτήσεις του. Αποφάσισε να προχωρήσει παρακάτω σε άλλα παιδιά και να τους δώσει την ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα. Ήταν τόσα πολλά τα παιδιά. Δυο άλλα παιδιά, λίγο παραπέρα, γούρλωσαν τα μάτια μόλις τον είδαν να τους πλησιάζει. Δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο αυτό. Παραξενευμένοι σταμάτησαν για λίγο το παιχνίδι. — Παιδιά, με συγχωρείτε, αλλά ψάχνω για ένα μέρος που δεν έχει χρώμα! Μήπως εσείς γνωρίζετε κάτι; — Φυσικά και γνωρίζουμε, ήλιε. Δε βλέπεις πως κι εδώ δεν έχουμε καθόλου χρώμα; Πράγματι! Κοίταξε γύρω του ο ήλιος. Όλα ήταν χωρίς χρώμα! — Μα πώς γίνεται αυτό; Αυτό δε γίνεται. Δεν είναι φυσιολογικό. Ασπρόμαυρα δε μπορεί να είναι τα πράγματα!


— Ήλιε, είσαι τόσο παλιός όσο και η γη μας και θα ξέρεις πολύ καλύτερα από μας για το καλό και το κακό. — Φυσικά, φυσικά συμφώνησε γρήγορα αυτός και προσπάθησε να φανταστεί που θα το πήγαινε ο μικρός του φίλος. — Το καλό πάντα μας αρέσει και το ωραίο έχει χρώμα. Μπορείς να το περιγράψεις με διάφορα χρώματα. Όμως το κακό, επειδή δε μας αρέσει είναι πάντα άσχημο, μας φαίνεται άχρωμο ή τέλος πάντων ασπρόμαυρο. — Δεν είναι πάντα έτσι αντιγύρισε αυτός που όλα πια τα είχε δει τόσα και τόσα χρόνια. — Κι εσείς γιατί είστε ασπρόμαυροι; — Γιατί ήμασταν μαλωμένοι για πολύ καιρό και μόλις τώρα ξανασυναντηθήκαμε κι αρχίσαμε να μιλάμε. Κάτι θυμόταν ο ήλιος. Άκουγε από το μικρό του φεγγαράκι γι’ απίθανες ιστορίες που γινόταν στο σκοτάδι, αλλά ποτέ δεν το πίστεψε. Του έλεγε ότι τη νύχτα μερικοί άνθρωποι έκαναν πολύ άσχημα πράγματα. Βέβαια κι αυτός είχε δει πολλές άσχημες


στιγμές των ανθρώπων, όμως πάντα πίστευε πως τα πράγματα θα άλλαζαν και θα καλυτέρευαν. — Μπορείτε να μου το εξηγήσετε πως γίνεται αυτό; — Ναι, καλέ μου, του απάντησε χωρίς δισταγμό ο μικρός φιλόσοφος. Κοίταξε να δεις. Όταν εμείς μαλώσαμε για κάτι ασήμαντο και παραμικρό πάνω στο παιχνίδι, όλα γύρω μας σκοτείνιασαν – όλα ήταν γκρίζα- και μας φαίνονταν άσχημα και κυρίως μαύρα γιατί οι εγωισμοί μας δεν μας επέτρεπαν να ζητήσουμε συγνώμη. Σήμερα όμως είναι διαφορετικά. Λίγο πριν έρθεις και μας φωτίσεις δώσαμε τα χέρια και ζητήσαμε ο ένας από τον άλλο συγνώμη. Με ειλικρίνεια όμως. Κι αυτό έφερε το χρώμα που τόσο πολύ μας έλειπε και τόσο πολύ επιθυμούσαμε! Θα είμαστε για πάντα μαζί γιατί καταλάβαμε ότι μόνο με τη φιλία μας θα ήταν τα πράγματα αλλιώς και οι καρδιές μας περισσότερο χαρούμενες και οι ψυχές μας πιο γαλήνιες.

Αυτό ήταν λοιπόν, σκέφτηκε ο ήλιος. Το καλό και το κακό. Πόσο απλά πόσο ωραία μπορεί να τα βλέπει ένα παιδί!! Κοίταξε και τ’ άλλα παιδιά. Τι ωραία που παίζουν! Πόσο χαρούμενα είναι! Μα είναι παιδιά! Ε, και; Δες τα χρώματα.


Πόσο έντονα είναι! Είναι άραγε έτσι τα πράγματα ή μήπως τα χρώματα ανακαλύφτηκαν από τους ανθρώπους για να ικανοποιήσουν τα μάτια τους μόνο; Όχι, τα χρώματα πηγάζουν από τα συναισθήματα. Λίγη καλή διάθεση να έχεις κι ένας τόπος όσο κι απλός να είναι μας φαίνεται σαν ένας υπέροχος πίνακας ζωγραφικής. Κοίταξε πόσο χαρούμενο είναι το σπίτι! Πόσο χαίρονται τα παιδιά, πόσο ευτυχισμένα παίζουν! Βέβαια πάντα υπάρχουν σύννεφα. Και πού δεν υπάρχουν! Στη ζωή κάθε μέρα κάποιο συννεφάκι μικρό ή μεγάλο θα έρχεται και θα φεύγει. Στο τέλος όμως ο ήλιος μας ζεσταίνει με τις θερμές ακτίνες του μας φωτίζει και μας παρηγορεί. Ο ήλιος της αγάπης και της φιλίας. Οι άνθρωποι, τα ζώα, τα φυτά, τα πουλιά κι όλα τα πράγματα της φύσης όλα είναι ουσιαστικά. Όλα έχουν χρώμα κι όλα αναγνωρίζονται μόνο από τους ανθρώπους που έχουν μια αγνή καθαρή ψυχή και αγάπη στην καρδιά τους. Απ’ αυτούς που μπορούν να τα χαίρονται και να τα μοιραστούν με τους φίλους τους. Ο ήλιος πια έλυσε τις απορίες του. Όλα ήταν ξεκάθαρα. Η περιέργεια όμως τον έτρωγε από μέσα του. Ήθελε να μάθει περισσότερα! Αιώνες είχε να μιλήσει με το φίλο του το φεγγαράκι. Αυτό έβλεπε άλλα, εκείνος άλλα. Όταν συναντιόταν στον ουρανό ήταν


τόσο μακριά που οι φωνές τους δεν ακουγόταν για να ακούσει όλα τα μυστικά του που ήθελε να του πει. — Πρέπει να το βρω και να το ρωτήσω με την πρώτη ευκαιρία, σκέφτηκε. Ετοιμάστηκε να τα μαζέψει και να γυρίσει στο βασίλειό του για να παρακολουθήσει την πλάση από ψηλά. Όμως ήθελε να μάθει κι άλλα πράγματα που δεν ήξερε. Αυτά που δεν έβλεπε. Αυτά που γίνονται και δεν φαίνονται. Πράγματα που δεν φαίνονται αλλά τα αισθάνονται αυτοί που έχουν ψυχή και ζουν. — Πρόσεχε του πλούσιους και τους φτωχούς, του είχε πει κάποτε το φεγγάρι, κλείνοντας συνομωτικά το μάτι. Δεν έδωσε σημασία τότε. Τους έβλεπε όλους να ζουν, να πηγαίνουν στις δουλειές τους, να διασκεδάζουν. Δεν ήξερε τις καρδιές των ανθρώπων και το τι ένιωθαν. Δεν γνώριζε τους ανθρώπους! Αυτός τους φώτιζε όλους με την ίδια ένταση και με την ίδια αγάπη. — Μπορούν οι πλούσιοι να είναι φίλοι με τους φτωχούς; Αυτοί που έχουν τη δύναμη μπορούν να τη μοιράζονται με τους αδύνατους; — Ναι πρέπει να μπορούν! Έτσι μας είπε και ο Χριστός! — Ναι, μπορούν λένε κι όλα τα παιδιά. Αυτά δεν καταλαβαίνουν διαφορές. Δωσ’ τους ειρήνη κι όλα θα είναι ευτυχισμένα. Κανένα σπίτι δε θα βγάζει μαύρο καπνό απελπισίας από την καμινάδα, αλλά καρδιές αγάπης και φιλίας.


Η φιλία μπορεί να μας προστατέψει από τις κακίες της καθημερινότητας. Όταν νοιάζεται ο ένας για τον άλλο, για το φίλο του, σκύβει προστατευτικά προς το μέρος του. Τον προστατεύει από τις κακοτοπιές της καθημερινότητας και συμπάσχει στις δυσκολίες της ζωής. Ένα πέπλο εμπιστοσύνης αλληλοβοήθειας και κατανόησης σκεπάζει τη φιλία των ανθρώπων. Τίποτα δεν μπορεί να τους πειράξει και η κάθε κακία προσπερνάει και φεύγει χωρίς να κάνει σε κανένα κακό. Ποιος μας βοηθάει στο διάβα του δρόμου της ζωής; Ποιος θα μας δώσει το χέρι του για να μας στηρίξει. Ένας φίλος. Ένας πραγματικός φίλος που θα χαίρεται με τις αρετές της ψυχής μας και την καλοσύνη της καρδιάς . Ευτυχισμένος θα είναι αυτός που θα έχει αληθινούς φίλους, θα μπορεί να του εξομολογείται τα πάντα και να παίρνει στήριγμα στα προβλήματα της ζωής του.


Ούτε η λάβα των δυσκολιών της ζωής μπορεί να μας πειράξει τότε!

— Ήλιε, ήλιε, έλα κοντά μας! Άκουσε κάποιον να του φωνάζει… Ξαφνιάστηκε. Όλοι μέχρι τώρα τον έβλεπαν με κακό μάτι. Τώρα κάποιος τον φώναζε να πλησιάσει. Τι να ήθελε άραγε; Ένα παιδί μόνο του. Έπαιζε έξω στην αυλή του σπιτιού του. Ήταν ένα μεγάλο σπίτι βαμμένο με ωραία χρώματα. Φαινόταν πλουσιόσπιτο. Το παιδί ήταν πολύ χαρούμενο κι ευχαριστημένο. Κουνούσε τα χέρια του και τον χαιρετούσε την ίδια στιγμή που έπαιζε με το σκυλάκι του. — Πού είναι οι φίλοι σου; τον ρώτησε ο ήλιος. — Οι φίλοι μου; παραξενεύτηκε ο μικρός. Μα υπάρχει πιο πιστός, πιο καλός φίλος από το σκυλάκι μου; — Ναι, ξέρω. Έχω δει ότι όλα τα ζώα αγαπούν πολύ τους ανθρώπους και ιδιαίτερα τα παιδιά, αλλά αυτοί δεν είναι πραγματικοί φίλοι. — Και γιατί αυτό; Σε παρακαλώ; απάντησε ο μικρός ενοχλημένος. — Έχω δει πολλούς ανθρώπους να ζουν με διάφορα ζώα και να τα αγαπούν πραγματικά. Δε λέω, έτσι πρέπει να είναι. Τα ζώα δένονται με τους ανθρώπους που τα αγαπούν. Τα ζώα είναι πιστά. Δείχνουν την αγάπη τους πάντα στους


ανθρώπους όλες τις ώρες, μέρα και νύχτα. Όμως, συνέχισε ο ήλιος, πόσοι από σας δεν αφήνετε στο δρόμο μετά από τρεις τέσσερις μήνες το μικρό σκυλάκι ή το γατάκι που μεγάλωσε και μας ενοχλεί πια; Δεν σκέφτεστε ότι αυτό το μικρό κάποτε θα μεγαλώσει και οι υποχρεώσεις σας θα μεγαλώσουν απέναντί του; Τι να τον κάνετε έναν τεράστιο σκύλο σε ένα σπίτι που έχετε και τώρα τελευταία αρχίσατε να τα ονομάζετε διαμερίσματα; Ήξερε πως έτσι γινόταν πολύ συχνά. Του το είχαν αναφέρει πολλές φορές κάποιες αργοπορημένες ακτίνες του πως όταν σουρούπωνε μερικοί άνθρωποι έπαιρναν τα ζωάκια τους και τα εγκατέλειπαν σε μέρη μακρινά για να μη μπορούν να γυρίσουν και να τους ξαναενοχλήσουν. Αυτά, αδέσποτα πια, τριγυρίζουν όχι μόνο στις ερημιές, αλλά και στους δρόμους και τις πλατείες περιμένοντας την ελεημοσύνη κάποιων, που χορτάτοι πια, τους ρίχνουν από κανένα κόκαλο. Αλλά μέχρι εκεί. Εκεί τελειώνει η φιλοζωία τους «Αγαπώ τα ζώα και τα φροντίζω με όλες μου τις δυνάμεις». Να μια πινακίδα που θα έπρεπε να βρίσκεται παντού και να μας θυμίζει αυτό το μεγάλο χρέος μας.


— Καλέ μου φίλε, φρόντιζε το σκυλάκι σου κι όλα τα ζώα και σου εύχομαι κάποτε να βρεις και την αληθινή φιλία που πρέπει να έχεις με τους άλλους ανθρώπους, είπε ο ήλιος, χαιρέτισε κι ετοιμάστηκε να φύγει.

Κόντευε το απόγευμα. Σε λίγο η γη θα της γύριζε την πλάτη για να ξεκουραστούν τα πλάσματά της. Κάποιοι άλλοι έπρεπε να ξυπνήσουν και να ριχτούν στον αγώνα της ημέρας. Ετοιμάστηκε να στρέψει αλλού το βλέμμα και τις ακτίνες του… Ήταν μια πλούσια μέρα σε εμπειρίες και πολύ διαφορετική από τις άλλες, σκέφτηκε. Έγινε πιο σοφός. Οι άνθρωποι έχουν τη λογική και μπορούν να σκέφτονται. Ξέρουν το καλό και το κακό. Ξέρουν να ομορφαίνουν την πλάση του Θεού και να τη στολίζουν με τα χρώματα των συναισθημάτων τους που τόσο τα έχουν ανάγκη, τόσο τα χρειάζονται… Με αγάπη, με τη χαρά, την εμπιστοσύνη μπορούμε να εξασφαλίσουμε την ευτυχία, την ηρεμία σε όλους τα παιδιά και τους ανθρώπους της γης. Φίλοι καλοί αισθάνονται τότε και ο τόπος γεμίζει αγάπη λουλούδια και όμορφα χρώματα!

Μάζεψε τις ακτίνες του γύρισε στο γνωστό του μέρος. Κάθισε και σκέφτηκε όλα όσα πέρασε…


Θυμήθηκε το λόγο για τον οποίο πλησίασε τους ανθρώπους. Θυμήθηκε το μπέρδεμα που ένοιωσε τότε! Τώρα όμως όλα ήταν ξεκάθαρα! Όπου υπάρχει η φιλία, αλληλεγγύη η συνεργασία, η σύνεση, βρίσκεται και η ευτυχία. Δεν είναι όμως τα πάντα έτσι. Άνθρωποι είμαστε. Πολλές φορές μας κυριεύει ο εγωισμός και συμπεριφερόμαστε πολύ διαφορετικά. Μπαίνει ο δαίμονας μέσα μας και με την κακία του προσπαθεί να αλλάξει τη συμπεριφορά μας.

Η ζήλεια, το ψέμα, η προδοσία, η ειρωνεία, η υποκρισία, η αδιαφορία, η αχαριστία, μπορούν να φωλιάσουν μέσα μας.


Τότε αλλάζει η ψυχή μας. Είμαστε δυστυχισμένοι μέσα μας, αλλά το χειρότερο είναι ότι κάνουμε και τους γύρω μας το ίδιο δυστυχισμένους.

Όλοι έχουμε αισθήματα στις καρδιές μας. Λαχταρούμε για το ενδιαφέρον των άλλων και χαιρόμαστε όταν μπορούμε να δώσουμε και να πάρουμε αγάπη για να ομορφύνουμε τη ζωή μας! Εμπιστευόμαστε τους φίλους, τους λέμε τα μυστικά μας και περιμένουμε με λαχτάρα να μας εμπιστευτούν κι οι καλοί μας φίλοι ότι πιο κρυφό θέλουν να έχουν! Τι ωραία που αισθανόμαστε τότε! Απογοητευόμαστε όμως όταν γευτούμε το πικρό ποτήρι της προδοσίας. Μίσος δεν χρειάζεται να υπάρχει στην καρδιά μας. Μας απομακρύνει από τους άλλους. Μας απομονώνει. Οι πράξεις είναι τέτοιες που φέρνουν μόνο θλίψη και πόνο.


Είδε κι έμαθε πολλά ο ήλιος μα το κυριότερο ήταν ότι διδάχτηκε απ’ όλα αυτά. Από δω και πέρα, αποφάσισε, θα έδινε περισσότερη σημασία και προσοχή σ’ ότι γινόταν σ’ αυτή τη μικρή μεριά του σύμπαντος όπου ζούσαν τόσοι λογικοί μα και τόσοι παράλογοι άνθρωποι. Το καλύτερο ήταν ότι κι αυτός ήθελε τώρα να αλλάξει. Έβλεπε τώρα πια με άλλο μάτι τα πράγματα. Κι αυτός είχε τόσους γείτονες που πάντα τον χαιρετούσαν και τον σέβονταν, αλλά αυτός -ο βασιλιάς ήλιος- περήφανος, αγέρωχος, τους προσπερνούσε ρίχνοντας τους μόνο ένα επιτιμητικό βλέμμα. Ήταν πάντα θερμός, όμως από μακριά ήταν πολύ ψυχρός. Θα άλλαζε. Θα γινόταν πιο φιλικός. Θα έδινε ονόματα στις μπάλες της γειτονιάς του, για να μπορεί να τις φωνάζει και να τις χαιρετά με τα ονόματά τους! — Πώς να τις ονομάσω όμως, σκεφτόταν κι έστυβε το κεφάλι του. Είχε μάθει τόσες ωραίες λέξεις από το ταξίδι του στη Γη που του είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση… Γιατί να μη τις χρησιμοποιούσε; — Πολύ ωραίες λέξεις. Κάθε φορά που θα τις ακούω θα ανοίγει πιο πολύ η καρδιά μου! Εννέα είναι οι πλανήτες κι ένα το φεγγαράκι, δέκα. Άρα θέλω δέκα ονόματα. Είχε πάρει μαζί του ένα χαρτάκι που του έδωσε ένα παιδί στη Γη. Το κοίταξε. Γιατί όχι; αναρωτήθηκε. Ωραίες λέξεις που δείχνουν τη φιλία. Τη φιλία που κι αυτός ζητούσε κι έψαχνε. Άρχισε να βαφτίζει και να μοιράζει ονόματα. Εμπιστοσύνη για τον Ερμή, Πίστη την Αφροδίτη, Μοιράζομαι για το μικρό πιστό Φεγγαράκι, το αδερφάκι της Γης. Ένωση ονόμασε τη Γη, … Ανταλλαγή, Ειλικρίνεια, Ευγένεια, Εξυπηρέτηση, Υποστήριξη… έτσι ονόμασε και τους υπόλοιπους. Του έμενε όμως ακόμα ένα όνομα στο χαρτάκι… Η αγάπη.


— Ποιον να το δώσω αυτό το όνομα; αναρωτήθηκε. Βασανίστηκε πολύ μέχρι να βρει τον κατάλληλο που θα ήταν άξιος για την πιο ωραία και μαγική λέξη. Όλοι ήθελαν να λέγονται Αγάπη και να τους αγαπούν. Ποιος θα μπορούσε όμως να είναι αυτός; — Εσύ, εσύ, άκουσαν να του φωνάζουν όλοι οι άλλοι μαζί. Κι

εμείς πρέπει όταν σε χρειαζόμαστε να σε φωνάζουμε με ένα όνομα. Εσύ είσαι ο πιο κατάλληλος να έχεις αυτό το όνομα γιατί όλους μας αγαπάς, μας φροντίζεις, μας ζεσταίνεις, μας δίνεις ζωή. Εσύ θέλουμε να μας ξυπνάς και να μας φωτίζεις κάθε πρωί με τις ακτίνες και την Αγάπη όχι μόνο του ονόματος σου. Να δίνεις το παράδειγμα κι όλοι να σε δείχνουν και να λένε: Να η Αγάπη


Να

φιλιώσουν οι λαοί, οι άνθρωποι, όλη η πλάση. Να γεμίσει ο τόπος λουλούδια και να γίνει πάρκο που θα παίζουν παιδιά και θα ξεκουράζονται οι μεγάλοι

Έτσι τα σκέφτηκε ο ήλιος κι έτσι τα έκανε. Ήθελε να βλέπει κάθε μέρα σ’ αυτή τη γωνιά του σύμπαντος ένα τόπο γεμάτο ειρήνη, αγάπη, φιλία, αδελφοσύνη και προκοπή. Άπλωσε τις ακτίνες του κι έστειλε μηνύματα και στ’ άλλα αστεράκια.


Τους έλεγε πως εδώ υπάρχει φιλία πραγματική μεταξύ των λαών, αγάπη για τα ζώα, φροντίδα για τα μνημεία των προγόνων. Τα νερά είναι πεντακάθαρα παντού κι οι άνθρωποι παντού έχουν ξεγράψει τις λέξεις Πόλεμος και Μίσος.

Σωστά δεν σκέφτηκε ο Ήλιος - Αγάπη; Το μήνυμά του είναι ξεκάθαρο, απλό και κατανοητό. Μόνο που εμείς οι ίδιοι πρέπει να μάθουμε να τα αναγνωρίζουμε και να τα εφαρμόζουμε σε όλη μας τη ζωή. Τίποτα δεν είναι δικό μας. Τίποτα δεν θα πάρουμε μαζί μας απ’ όσα υπάρχουν στην πλάση. Είναι δανεισμένα από τα παιδιά μας και πρέπει το δάνειο αυτό να το ξεπληρώνουμε σε όλη μας τη ζωή. Αυτά δεν πρέπει να ζητάμε κι εμείς κάθε φορά που κάνουμε την προσευχή μας στο Θεό;

Προσευχή Βοήθησε μου τα μάτια, Κύριε, να ιδούν τον καλό σου ουρανό, τ' αυτιά μου ν' ακούσουν το καλό σου τραγούδι- να μη σκοτωθώ στον πόλεμο, αλλά να μπορέσω να κάμω τη ζωή μου αντάξια του νερού, του καρπού και, κυρίως, του ήλιου αυτοκράτορα που διανέμει το στέμμα του, δένει τη βροχή και το χώμα γύρω απ' το σπόρο της γης, συνεργάζεται σαν υπηρέτης.


Βοήθησε με να γίνω έργα, και να προλάβω ν' ανάψω τα φώτα· να βοηθήσω στο άνοιγμα των δρόμων που συναντώνται· να ξερυπάνω τη γης. Να γίνει το όνειρο: Ν' ανατείλουν δυο ήλιοι μαζί στο στερέωμα- ο ένας τους μέσ' απ' την άβυσσο του διαστήματος, όπως πάντα, κι ο δεύτερος, ο άλλος, η Αγάπη, μέσ' από την ανθρώπινη άβυσσο.

Νικηφόρος Βρεττάκος

ΦΙΛΙΑ ΕΙΝΑΙ..  

Συναισθήματα παιδιών και του κόσμου δοσμένα με διαφορετικό τρόπο

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you