Page 1


Αγαπητές μας αναγνώστριες, Με χαρά σας ανακοινώνουμε ότι, μετά τη θερμή ανταπόκρισή σας στα Μεγάλα Κλασικά Άρλεκιν, από εδώ και πέρα θα εκδίδεται στη σειρά αυτή ένας νέος τίτλος κάθε μήνα! Σας ευχαριστούμε από καρδιάς για την προτίμηση και την υποστήριξή σας και σας διαβεβαιώνουμε ότι θα συνεχίσουμε να επιλέγουμε για σας τα καλύτερα ιστορικά αισθηματικά μυθιστορήματα της διεθνούς εκδοτικής παραγωγής. Οι Εκδότες


Τίτλος πρωτοτύπου: Much Ado About Rogues Copyright © 2012 by Kathryn Seidick © 2012 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.à.r.l. ISBN 978-960-620-377-0 Μετάφραση: Αγγέλα Σοφού Επιμέλεια: Κατερίνα Δημητρίου Διόρθωση: Ρήγας Καραλής ΜΕΓΑΛΑ ΚΛΑΣΙΚΑ - ΤΕΥΧΟΣ 22 Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.


Αγαπητή αναγνώστρια, Πάντα νιώθω λίγο θλιμμένη όταν πρέπει να αποχαιρετήσω αγαπημένους χαρακτήρες. Αφού όμως εγώ ήμουν αυτή που έβαλα τον καθένα από τους αδελφούς Μπλάκθορν στο δικό του ταξίδι, το να τους βλέπω να βρίσκουν τον προορισμό τους ήταν μια υπέροχη εμπειρία. Βλέπετε, με τους αδελφούς Μπλάκθορν, όπως συμβαίνει και με κάθε βιβλίο που γράφω, οι «άνθρωποι μου» καταλήγουν να μου πάρουν τον αέρα. Πηγαίνουν εκεί όπου εγώ ποτέ δεν σκόπευα να τους στείλω, κάνουν πράγματα που με ξαφνιάζουν ή και με σοκάρουν κάποιες φορές, και λένε πράγματα που με κάνουν να γελάω και να κλαίω. Ο Τζακ Μπλάκθορν και η Τες του, για παράδειγμα, με κράτησαν νύχτες και νύχτες ξάγρυπνη ν’ ανησυχώ γι’ αυτούς. Πρόκειται για δύο ανθρώπους που θα μπορούσαν πολύ εύκολα να γίνουν θύματα, αν δεν είχαν τόσο δυνατό χαρακτήρα, τόση αποφασιστικότητα, και τέτοιο έρωτα ο ένας για τον άλλον... ακόμα κι όταν τρώγονται σαν το σκύλο με τη γάτα. Και στα τρία βιβλία, Το Ημέρωμα του Ασώτου (το βιβλίο του Μπο), Αμάρτημα Καλοκαιρινής Νύχτας (το βιβλίο του Πουκ) και Πολύ Κακό για τον Έρωτα, υπάρχουν πολλοί εξωτερικοί κίνδυνοι και εμπόδια που πρέπει να αντιμετωπιστούν και να ξεπεραστούν, προβλήματα που πρέπει να λυθούν. Οι αληθινές ιστορίες, όμως, που κρύβονται ανάμεσα στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο, είναι αυτές του Μπο και του Πουκ και του Τζακ, του είδους των ανδρών που αυτοί οι τρεις είναι... και του είδους των ανδρών που πρόκειται να γίνουν. Και, οπωσδήποτε, οι ιστορίες των γυναικών που τολμούν να τους αγαπήσουν. Καλή ανάγνωση! Κέισι Μάικλς


Στη Μάρσια Έβανικ, μια από τις καλύτερες φίλες που μπορεί να έχει κανείς, θαυμάσια συγγραφέας, και, στ’ αλήθεια, η γενναιότερη γυναίκα που ξέρω. Σ’ αγαπώ, Μάρσι!


Να μιλάς ταπεινά, αν μιλάς για την αγάπη. Ουίλιαμ Σαίξπηρ Πολύ κακό για το τίποτα


Πρόλογος Στο πεζοδρόμιο απέναντι από το Ντακ εντ Γουάτλ, ο Ντίκι Κάρστερς, κοντός, παχουλός και με ευχάριστα κενό βλέμμα, έστεκε υπερβολικά κοντά, για να περάσει απαρατήρητος, στον κίτρινο κύκλο του φωτός που έριχνε ο φανοστάτης. Αυτή ήταν η δουλειά του Ντίκι, να μην περνάει απαρατήρητος, και την έκανε τόσο καλά, που ο κυβερνητικός υπάλληλος Μάιλς Ντάνκαν χαμογελούσε όλο σιγουριά καθώς ξεγλιστρούσε από την πίσω πόρτα του πανδοχείου όσο ο Ντίκι παρακολουθούσε τόσο καταφανώς την μπροστινή. Το χαμόγελο έσβησε γρήγορα όταν ένα δυνατό χέρι έκλεισε γύρω απ’ τον ώμο του και τράβηξε το λουρί του χαρτοφύλακα που είχε κρεμασμένο εκεί, απαλλάσσοντας τον από το φορτίο του. «Καλησπέρα, κύριε Ντάνκαν. Πηγαίνεις κάπου; Θα σε πείραζε να σε συνοδεύσουμε;» Τον Μάιλς Ντάνκαν τον πείραζε, αλλά δε θα τον πείραζε ακόμα για πολύ, αφού όλες του οι επίγειες έγνοιες ξεχάστηκαν καθώς γλιστρούσε κι έπεφτε –σχεδόν με χάρη– μέσα στη δυσώδη λιμνούλα που είχε σχηματίσει το περιεχόμενο κάμποσων δοχείων νυκτός αδειασμένων πρόσφατα στο δρόμο από κάποιο παράθυρο επάνω ορόφου. Κι έτσι, ο δύσμοιρος ο Μάιλς Ντάνκαν προστέθηκε στα θύματα του εγκλήματος που μάστιζε ορισμένες συγκεκριμένες γειτονιές του Λονδίνου. Ο Γουίλ Μπράουνινγκ τράβηξε ήρεμα το μαχαίρι του από το νεκρό σώμα του Ντάνκαν και σκούπισε τη λεπίδα στο πανωφόρι του απελθόντος. Μετά, έκρυψε το όπλο στην μπότα του και απάλλαξε το μακαρίτη από το πορτοφόλι και τη μάλλον κατώτερης ποιότητας καρφίτσα από γρανάτη που φορούσε στο λαιμοδέτη του, δίνοντας έτσι αξιοπιστία στην εικασία της ληστείας. «Μα είναι δυνατόν, Τζακ; Άκου θα σε πείραζε να σε συνοδεύσουμε; Τι επιλογή λέξεων κι αυτή! Προσωπικά, ναι, θα με πείραζε να τον συνοδεύσω εκεί που πήγε –ευχαριστώ


πολύ!» Ο Δον Τζον Μπλάκθορν, περισσότερο γνωστός ως Μπλακ Τζακ, ανέβαζε ήδη το καπάκι του κρεμαστού χαρτοφύλακα, θέλοντας να βεβαιωθεί ότι τα κλοπιμαία, έγγραφα τα οποία ο πρωθυπουργός τούς είχε αναθέσει να εντοπίσουν και να πάρουν, βρίσκονταν μέσα. «Πολύ καλά, Γουίλ. Την επόμενη φορά, εσύ θα μιλήσεις, κι εγώ θα αναλάβω τη βρομοδουλειά». «Ε, βέβαια, τι άλλο να περιμένω από σένα! Αφού πάντα θέλεις να κρατάς όλη τη διασκέδαση για τον εαυτό σου!» Ο Τζακ αγνόησε το σχόλιο, γνωρίζοντας ότι ο Γουίλ Μπράουνινγκ χρησιμοποιούσε το μαχαίρι και το σπαθί του χωρίς αναστολές και ηθικούς ενδοιασμούς. Απ’ αυτή την άποψη, ήταν καλό που είχε βρεθεί στις υπηρεσίες της κυβέρνησης· διαφορετικά, μάλλον θα τον είχαν ήδη στείλει στην κρεμάλα. Ήταν μια παράξενη τριάδα αλιτήριων. Ο Ντίκι, τρίτος γιος κόμη, ήταν κοινωνικά αδέξιος, και ο περισσότεροι τον αντιμετώπιζαν ως αρκετά συμπαθητικό αλλά εξαιρετικά ανιαρό τύπο. Ο Τζακ, ωστόσο, τον θεωρούσε έναν από τους γενναιότερους άνδρες που είχε γνωρίσει ποτέ. Ελάχιστοι μπορούσαν να κάνουν αυτό που έκανε ο Ντίκι, να διακινδυνεύει, δηλαδή, σε μόνιμη βάση τη ζωή του, μετατρέποντας τον εαυτό του σε ολοφάνερο και εξαιρετικά ευάλωτο στόχο. Το δημόσιο πρόσωπο του Ντίκι ήταν αυτό που επέτρεπε στους υπόλοιπους να κάνουν τη δουλειά τους. Ο Γουίλ ήταν το όπλο. Ωραίος, πλούσιος, άνετος, το εξαιρετικά καλοντυμένο, «λατρεμένο αγόρι» της καλής κοινωνίας, και πάντα πρόθυμος, μ’ έναν καλό λόγο κι ένα ευχάριστο χαμόγελο στα χείλη. Η αίσθηση ωστόσο που είχε για το σωστό και το λάθος ήταν εξαιρετικά ανορθόδοξη, μοναδικά δική του. Αν ο Γουίλ είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, αυτό ήταν η πολιτισμένη τρέλα του. Αν ήξερες ότι δεν είσαι ακριβώς φίλος του, δε θα ήθελες για τίποτα στον κόσμο να είσαι εχθρός του.


Κι έπειτα ήταν ο Τζακ, ο εγκέφαλος και εικονικός αρχηγός της τριάδας. Ο Τζακ, που δεν ένιωθε πουθενά σαν στο σπίτι του. Νόθος γιος του μαρκησίου του Μπλάκθορν, δεν είχε νιώσει σαν στο σπίτι του στο κτήμα του πατέρα του, δεν είχε νιώσει σαν στο σπίτι του με τους αδελφούς του, και δεν είχε νιώσει σαν στο σπίτι του στον κόσμο γενικότερα. Ήταν διαφορετικός, κι αυτό το είχε καταλάβει από πολύ νωρίς. Βαθιά μέσα του έκαιγε μια φωτιά, μια ανάγκη που δεν μπορούσε να εκφράσει με λόγια, πόσο μάλλον να σχηματοποιήσει μέσα του. Στα πρώτα νεανικά χρόνια του, αυτή η ανάγκη τον είχε μετατρέψει σε έναν αχαλίνωτο, παρορμητικό νεαρό που είχε αναγκαστεί να μάθει τα μαθήματα της ζωής με τον δύσκολο, επώδυνο τρόπο. Η δουλειά του ως ενός από τους πλέον έμπιστους μυστικούς πράκτορες της κυβέρνησης είχε τροφοδοτήσει αυτή τη φωτιά, για ένα διάστημα. Τώρα, αυτός ο τρόπος ζωής, το να είναι δηλαδή πάντα έξω από τα πράγματα, πάντα να παρατηρεί και ποτέ να μη συμμετέχει, είχε αρχίσει να τον κουράζει. Κάποτε είχε πιστέψει ότι είχε βρει την απάντηση, έναν τρόπο για να αποκτήσει αυτή τη χωρίς όνομα αποδοχή που ανέκαθεν αποζητούσε, το ένα μέρος στον κόσμο όπου μπορούσε να νιώθει σαν στο σπίτι του. Μετά, όμως, είχε χάσει το δρόμο του, το λόγο ύπαρξής του, και ήξερε ότι δε θα μπορούσε ποτέ να τον ξαναβρεί. Να την ξαναβρεί. Αυτό που έκανε τώρα ήταν απλώς να υπάρχει, περιμένοντας την επόμενη αποστολή. «Είναι όλα μέσα;» ρώτησε ο Γουίλ καθώς ο Ντίκι ερχόταν κοντά τους κι έσκυβαν και οι τρεις να δουν τα έγγραφα που ο Τζακ ξανάβαζε βιαστικά μέσα στο χαρτοφύλακα. «Δε μου αποκάλυψαν το λεπτομερή κατάλογο, αλλά πιστεύω ότι αυτά είναι αρκετά για να μείνει ο λόρδος Λίβερπουλ ικανοποιημένος», απάντησε ουδέτερα ο Τζακ. «Και για να είναι επίσης πιο προσεκτικός στο μέλλον ως προς την επιλογή των έμπιστων συνεργατών του Στέμματος. Όπως και να ’χει, θα ανταμειφθούμε πολύ καλά για τους αποψινούς κόπους μας, κι αυτό είναι που μετράει – σωστά, κύριοι;» Ο Τζακ


δίστασε για μια στιγμή, κι έπειτα ξανατράβηξε μία σελίδα από το πάκο των εγγράφων που μόλις είχε ξαναβάλει στο χαρτοφύλακα. «Ανάθεμα». «Δε θα έπρεπε να το διαβάζεις αυτό, Τζακ», επισήμανε ο Ντίκι. «Αν βρεθούμε να ξέρουμε πολλά, μπορεί να καταλήξουμε σαν το φίλο μας από δω, και δε θα έλεγα ότι η γειτονιά είναι του γούστου μου». «Μην κουράζεσαι, Ντίκι. Ο Τζακ δε σ’ ακούει», επισήμανε με τη σειρά του ο Γουίλ. «Σε βλέπω πιο βλοσυρό απ’ συνήθως, Τζακ. Υπάρχει πρόβλημα;» Ο Τζακ εξακολουθούσε να διαβάζει. «Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι. Φαίνεται ότι ο μαρκήσιος Ντε Φοντέν εξαφανίστηκε». «Αλήθεια; Καιρό έχω ν’ ακούσω το όνομά του. Ο μισθοφόρος μέντορας σου στις σκοτεινές τέχνες τον καιρό του πολέμου δεν ήταν αυτός; Και υπήρχε κι εκείνη η ιστορία που είχες με την κόρη του. Τες –έτσι δεν την έλεγαν; Δεν το είπες ποτέ, υποθέτω όμως ότι τελείωσε άσχημα». «Όχι, δε μιλάει γι’ αυτό», είπε χαμηλόφωνα ο Ντίκι στον Γουίλ όταν ο Τζακ κράτησε τη σιωπή του, ξαναβάζοντας απλώς το έγγραφο στη θέση του και ξανακλείνοντας το χαρτοφύλακα. «Παρ’ όλ’ αυτά, ο πόλεμος τελείωσε, δυστυχώς δηλαδή, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα κυνηγούσαμε αντιπάλους που ν’ αξίζουν περισσότερο τον κόπο από τους υπερβολικά φιλόδοξους υπαλλήλους που κυνηγάμε τώρα. Όσο για τον Φοντέν, αυτόν μάλλον τον έχουν διώξει από καιρό δίνοντάς του σύνταξη, ή ότι άλλο δίνουμε στους μισθοφόρους που δε χρειαζόμαστε πια για να τους ξεφορτωθούμε. Τι τον νοιάζει λοιπόν τον Λίβερπουλ αν ο τύπος έγινε καπνός;» Προσεκτικά, ο Ντίκι πέρασε πάνω από τον απελθόντα, υπερβολικά φιλόδοξο Μάιλς Ντάνκαν κα ακολούθησε τον Τζακ, που ήδη βάδιζε προς την έξοδο του μικρού στενού. «Παλιά ή καινούρια μυστικά –του Λίβερπουλ μάλλον το ίδιο του κάνει. Έτσι δεν είναι, Τζακ;» «Σε καμιά κυβέρνηση δεν αρέσει ν’ αποκαλύπτει τα μυστικά της», απάντησε κοφτά ο Τζακ. Η αναφορά στην Τες, που είχε έρθει από το πουθενά, όπως και το όνομα του πατέρα της στο έγγραφο, είχε πλημ-


μυρίσει το μυαλό του με αναμνήσεις που ο Τζακ ήθελε όσο τίποτα να μείνουν για πάντα μέσα στα ψηλά πέτρινα τείχη στα οποία ο ίδιος τις είχε κλείσει. «Τι θα κάνουν λοιπόν με τον αγνοούμενο μαρκήσιο, Τζακ;» ρώτησε ο Γουίλ καθώς ανέβαιναν στη χωρίς διακριτικά άμαξα που τους περίμενε στην είσοδο του στενού. «Θα τον βρουν», απάντησε εντέλει ο Τζακ. «Το υπόμνημα του Λίβερπουλ προς το γραμματέα του αφορά την επόμενη μικρή αποστολή που μου αναθέτει το Στέμμα. Αποφασίστηκε ότι αυτός που θα αναλάβει να βρει τον Σιντζόν είναι κάποιος που τον γνωρίζει καλά –δηλαδή εγώ». «Με λίγα λόγια, ο Λίβερπουλ θέλει να μάθει τι θα μπορούσε να σκαρώνει ο μαρκήσιος από τότε που τον άφησαν έξω απ’ το μαντρί. Λογικό ακούγεται», είπε ο Γουίλ ακουμπώντας πίσω, στο μαξιλάρι της θέσης. «Ναι, αρκετά λογικό. Να τον βρω. Να τον ανακρίνω», είπε ο Τζακ, στρίβοντας το χρυσό δαχτυλίδι με τον όνυχα που φορούσε στο δείκτη του δεξιού του χεριού, καθώς η εικόνα του όμορφου, θλιμμένου προσώπου της Τες αιχμαλώτιζε τη σκέψη του, πλημμυρίζοντας θαρρείς τη σκοτεινή άμαξα. «Και μετά, για το καλό του βασιλιά και της πατρίδας, να τον εξουδετερώσω».


Κεφάλαιο 1 Η λαίδη Θέσαλι Φοντενό καθόταν κουρνιασμένη στη θέση του περβαζιού, με τη λεπτή φιγούρα και τον άναρχο καταρράκτη των ξανθών βοστρύχων της να διαγράφονται στις αχτίδες του ήλιου που έμπαιναν από το παράθυρο πίσω της. Τα μακριά πόδια της, κρυμμένα στις ψηλές, σκούρες καφέ δερμάτινες μπότες της και το σαμουά παντελόνι στο χρώμα της άμμου, ήταν λυγισμένα στα γόνατα, με τα πέλματα ακουμπισμένα σ’ ένα χαμηλό σκαμνί σε σχήμα σέλας καμήλας. Ο κορμός της έγερνε ελαφρά προς τα εμπρός, και τα χέρια της ήταν ανοιχτά, με τις παλάμες πιεσμένες πάνω στους γοφούς της. Το πρόσωπό της βρισκόταν στη σκιά. Το λευκό, με φαρδιά μανίκια πουκάμισο που φορούσε ήταν φτιαγμένο για κάποιον αρκετά πιο μεγαλόσωμο από εκείνη και το ύφασμα φούσκωνε πληθωρικά πάνω από τη ζώνη της μέσης, με το βαθύ ντεκολτέ να αποκαλύπτει τις απαλές καμπύλες του στήθους της κάτω από το φθαρμένο καφέ δερμάτινο γιλέκο. Ακριβώς πάνω από την αρχή του στήθους της κρεμόταν από μια λεπτή χρυσή αλυσίδα ένα οβάλ χρυσό μενταγιόν με καπάκι. Μέσα βρίσκονταν δύο ζωγραφιστές εικόνες, η μία παλιά, η άλλη πιο καινούρια, και οι δύο φιλοτεχνημένες από τον ίδιο το μαρκήσιο. Η λαίδη συνήθιζε να φορά το μενταγιόν κρεμασμένο από μία μαύρη βελούδινη κορδέλα ωσότου ο πατέρας της της είχε επισημάνει ότι ποτέ δεν πρέπει να φοράμε ένα όπλο που θα μπορούσε να διευκολύνει τον εχθρό: μια λεπτή αλυσίδα θα έσπαγε, ενώ μια γερή κορδέλα, αν τραβηχτεί, μπορεί να μετατραπεί σε έναν ενδεχομένως αποτελεσματικό βρόχο. Η λαίδη είχε το είδος της κλασικής ομορφιάς που οι ζωγράφοι λαχταρούν ν’ απεικονίσουν: αριστοκρατική, με φίνα κατατομή, γαλλική ως το μεδούλι, και, παρ’ όλ’ αυτά, μ’ έναν αέρα αισθησιασμού διάχυτο στα ψηλά ζυγωματικά, τη λεπτή, ίσια μύτη, το σαρκώδες, δελεαστικό στόμα, τα καστανοπράσινα μάτια με τις πυκνές, σκούρες βλεφα-


ρίδες. «Πού είναι, μπαμπά;» άρθρωσε η Τες, σαρώνοντας με το βλέμμα το χάος που κάποτε ήταν το τακτοποιημένο γραφείο του μαρκησίου Ντε Φοντέν, αναστατωμένο τώρα από τις έρευνές της, σε τέτοιο βαθμό που η ζημιά να είναι σχεδόν ανεπανόρθωτη. Η οργή, η αγανάκτηση, ο αυξανόμενος φόβος της –όλα ήταν εκεί, στις συνέπειες της πιο πρόσφατης έρευνάς της, καταδικαστικά για την ίδια στοιχεία όσο θα ήταν ένα νεκρό σώμα στα πόδια της και μια ματωμένη λεπίδα στο χέρι της. «Δεν μπορεί να μην υπάρχει κάτι. Δεν μπορεί να μη μου άφησες κάτι». Η Τες είχε αρχίσει την έρευνα της λιτής έπαυλης πριν από μία εβδομάδα, την επομένη της εξαφάνισης του πατέρα της, και είχε δουλέψει αργά, προσεκτικά και μεθοδικά, ακριβώς όπως είχε μάθει να κάνει. Είχε ξεκινήσει από τους υπηρέτες, οι οποίοι είτε δεν ήξεραν είτε δεν έλεγαν τίποτα. Ποτέ δεν μπορούσες να ξέρεις με τους υπηρέτες, σε ποιον εντέλει ήταν πιστοί, αν ήταν πιστοί σε κάποιον. Ο πατέρας της ποτέ δεν τους κρατούσε για πολύ στις υπηρεσίες του, αφού η οικειότητα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη χαλάρωση της άμυνας: ένα έγγραφο ξεχασμένο στη λάθος μεριά ενός κλειδωμένου συρταριού, μια απρόσεχτη φράση ειπωμένη στο τραπέζι του δείπνου, με κάποιον από τους υπηρέτες να βρίσκεται ακόμα στο δωμάτιο. Πάντα να θεωρείς ότι βρίσκεσαι εν μέσω εχθρών, τη συμβούλευε. Είναι ασφαλέστερο από το να χαλαρώνεις με αυτούς που θεωρείς φίλους σου. Ήταν ένας αφοσιωμένος υπηρέτης αυτός που είχε προδώσει τον πατέρα της πριν από τόσα χρόνια, όπως της είχε πει ο ίδιος, και ήταν η πολυαγαπημένη του μαρκησίου, η Μαρί Λουίζ, αυτή που είχε πληρώσει το τίμημα του τρομερού σφάλματος του συζύγου της. Όχι, οι υπηρέτες δεν ήξεραν τίποτα, εκτός από εκείνον που είχε ειδοποιήσει άμεσα για την απουσία του πατέρα της τους εργοδότες του στο Λονδίνο. Ήταν κάτι για το οποίο η Τες βεβαιώθηκε όταν, λίγες μέρες μετά από την εξαφάνιση του μαρκησίου, πήγε στο χωριό να εκλιπα-


ρήσει τον παντοπώλη για μια παράταση της πίστωσης ως το τέλος του τριμήνου, μόνο και μόνο για να επιστρέψει σπίτι της με μια αξιοθρήνητα αδέξια κυβερνητική ουρά να κουνιέται πίσω της. Τώρα δεν υπήρχε λόγος να διώξει τους υπηρέτες, ή να μπει στον κόπο να ξετρυπώσει εκείνον που είχε ψιθυρίσει τα καυτά κουτσομπολιά στο αυτί του Λίβερπουλ. Όποιους και να προσλάμβανε στη θέση τους, ένας απ’ όλους θα βρισκόταν και πάλι στις υπηρεσίες της με αποκλειστικό καθήκον και σκοπό να την κατασκοπεύει. Όλοι εκτός από την Εμιλί, η οποία είχε έρθει μαζί τους όταν δραπέτευσαν από το Παρίσι πριν από τόσα χρόνια. Πάλι καλά που είχε και την Εμιλί. Και κανένα λόγο να κρύψει το γεγονός ότι δεν ήξερε πού είχε πάει ο πατέρας της, ή γιατί είχε φύγει, ή αν θα ερχόταν ποτέ πίσω. Πράγματι, είχε μεγάλη σημασία να δώσει σε όλους να καταλάβουν ότι η ίδια αγνοούσε πού βρισκόταν ή τι σχεδίαζε αυτή τη στιγμή ο μαρκήσιος. Η ασφάλειά της εξαρτιόταν άμεσα από την άγνοιά της. Γι’ αυτό δεν είχε βρει κανένα σημείωμα, γι’ αυτό δεν είχε πάρει καμιά προειδοποίηση. Ο πατέρας της ήθελε να την προστατεύσει. «Κάτι, όμως, θα μου είχε αφήσει, κάτι για να με καθησυχάσει ότι είναι καλά», είπε φωναχτά η Τες, σπρώχνοντας μακριά το σκαμνί σε μια ανανεωμένη έκρηξη ενεργητικότητας, για να σηκωθεί αμέσως μετά πάνω. «Απλώς δεν το βλέπω –αυτό είναι όλο». Η Τες έβγαλε ένα κλειδί από την τσέπη του γιλέκου της, πήγε στην εντοιχισμένη προθήκη η οποία είχε κατασκευαστεί σε σχέδιο του ίδιου του μαρκησίου ειδικά για τούτο το δωμάτιο, και έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Μετά, άνοιξε τις τζαμένιες πόρτες αποκαλύπτοντας ράφια με τεχνουργήματα που ο μαρκήσιος είχε αγοράσει ή αποκτήσει μέσω ανταλλαγής στη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων. «Οι θησαυροί μου», έτσι αποκαλούσε τα έργα τέχνης, κάποια από αυτά ρωμαϊκά, άλλα ελληνικά, τα περισσότερα αιγυπτιακά. Πέτρινα θραύσματα, ραγισμένα πήλινα αγγεία, ένα μικρό ξυλόγλυπτο ειδώλιο κάποιου ξεχασμένου θεού, μια αρχαία πίπα με σπασμένο στέλεχος. Ήταν τα πολύ-


τιμα υπάρχοντα ενός άνδρα που είχε ανταλλάξει την αγάπη του για τα αντικείμενα του αρχαίου κόσμου στρέφοντας τις διανοητικές ικανότητες και τα τάλαντα του στην εκδίκηση, ενός άνδρα που στο τέλος, είχε μείνει μονάχα με τούτα τα μάλλον κατώτερα απομεινάρια των κάποτε λαμπρών αποκτημάτων του. Μια υπενθύμιση όλων εκείνων που είχε στην κατοχή της αυτή η μικρή οικογένεια τον καιρό που ο μαρκήσιος Ντε Φοντέν θεωρούνταν ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες αρχαίων έργων τέχνης της Γαλλίας. Η Τες δεν είχε αγγίξει κανένα από αυτά τα πολύτιμα αποκτήματα στη διάρκεια των προηγούμενων ερευνών της, αλλά ήταν το μόνο που της είχε απομείνει. Η τελευταία ελπίδα της. Ένα ένα, τα σήκωσε από τα ράφια, κοιτάζοντάς τα απ’ όλες τις γωνίες πριν τα ακουμπήσει πάνω στο γραφείο. Τόσο μεγάλη ήταν η αγανάκτησή της στο τέλος αυτής της άκαρπης έρευνας, που χρειάστηκε να επιστρατεύσει κάθε ικμάδα αυτοκυριαρχίας για να μην πετάξει το τελευταίο αντικείμενο, τη σπασμένη πίπα, κατευθείαν μέσα στο τζάκι. Επειδή δεν είχε βρει τίποτα. Απολύτως τίποτα. Ηττημένη, καταρρακωμένη, η Τες ακούμπησε τις παλάμες της στο κάτω ράφι κι έγειρε το μέτωπό της στη γωνιά ενός ψηλότερου. «Δεύτερο ράφι, τέρμα αριστερά. Σήκωσε το... έχει ένα κουμπί εκεί. Πάτησε το, κι ύστερα κλείσε τις πόρτες και κάνε πίσω». Η Τες δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Δεν υπήρχε μυώνας στο σώμα της που να μην έχει σφιχτεί: είχε μετατραπεί ολόκληρη σε μια βαριά, αμετακίνητη πέτρα. Το στόμα της είχε στεγνώσει, η καρδιά της είχε σταματήσει κι είχε ξεκινήσει ξανά να χτυπάει, με κάθε χτύπο να την πονάει. Να την πονάει πολύ. Αυτή τη φωνή είχε να την ακούσει τέσσερα ολόκληρα χρόνια, αλλά δε θα την ξεχνούσε ποτέ, δεν μπορούσε να την ξεχάσει. Την άκουγε κάθε νύχτα, στα όνειρά της. Σ’ αγαπώ, Τες. Ο Θεός να με βοηθήσει, σ’ αγαπώ. Άσε με να σ’ αγαπήσω... «Εσύ;» τον ρώτησε χωρίς να μετακινηθεί. «Εσένα έστειλαν; Μα, αυτό είναι σχεδόν αστείο, Τζακ Έστειλαν το μαθητή να βρει το δάσκαλο! Κι


εσύ ήρθες, συμφώνησες, γνωρίζοντας τι θα μπορούσε να περιμένει και τους δυο σας στο τέρμα αυτού του δρόμου». Η Τες γύρισε αργά προς το μέρος του, στηρίζοντας αμέσως τις παλάμες της στη γωνία του ραφιού πίσω της –είχε άμεση ανάγκη στήριξης και το ήξερε, αφού τα γόνατά της είχαν λυθεί. Απείχε ελάχιστα από το να σωριαστεί στο πάτωμα κλαίγοντας με λυγμούς. «Απ’ όλους τους ανθρώπους, εσύ...» Ο Τζακ έμεινε εκεί που ήταν, πολύ κοντά της δηλαδή για να μην μπορεί η Τες να τον ακούει, να τον νιώθει, να τον μυρίζει. Jésus doux, αυτός ο άντρας εξακολουθούσε να της κόβει την ανάσα, με μια ματιά και μόνο. Ήξερε κάθε εκατοστό του κορμιού του, τον είχε αγγίξει και τον είχε γευτεί, τον είχε κάνει δικό της και είχε γίνει δική του. Ήταν ένα σκοτεινό πάθος, υπερβολικά έντονο, υπερβολικά παρορμητικό, και υπερβολικά πολύ φευγαλέο. Η φωτιά είχε θεριέψει, αλλά δεν είχε μπορέσει να μείνει αναμμένη. Ο σκοτεινός εραστής της. Σκοτεινός στα χρώματα, σκοτεινός στην ψυχή και το μυαλό και την καρδιά. Ακόμα και τα πράσινα μάτια του ήταν σκοτεινά, γεμάτα ένταση κάτω απ’ αυτά τα μαύρα, τοξωτά φρύδια, και αδιαπέραστα. Θα μπορούσε να τον έχει σμιλέψει πάνω σε ζεστή πέτρα ένας δεξιοτέχνης γλύπτης –τόσο τέλειο ήταν το λεπτό, μυώδες σώμα του–, και μια κατεργάρα θεά να έχει εμφυσήσει τη ζωή μέσα σ’ αυτό το όμορφο, μερικές φορές σκληρό στόμα, μόλις το αριστούργημα βρισκόταν ολοκληρωμένο πάνω σε τούτη τη γη, ανάμεσα στους υπόλοιπους κοινούς θνητούς. Τώρα το αισθησιακό στόμα άνοιγε, και η Τες το παρακολούθησε υπνωτισμένη να ανασηκώνεται σ’ ένα σύντομο, σχεδόν σκανταλιάρικο χαμόγελο. «Σου πάει αυτό το ντύσιμο, Τες. Αμφιβάλλω αν αυτό το παντελόνι κολάκευε τόσο πολύ τον αρχικό ιδιοκτήτη του». Η Τες επέστρεψε απότομα στο παρόν, και εκμεταλλεύτηκε το καυστικό σχόλιο του Τζακ για να απαντήσει με ένα δικό της. «Δε θα το είχα προσέξει. Το παντελόνι ήταν του Ρενέ». Στο άκουσμα του ονόματος του αδελφού της, τα τοξωτά φρύδια


χαμήλωσαν, και το έντονο βλέμμα έγινε αφόρητα εντονότερο. «Ώστε τώρα πήρες τη θέση του γιου; Θα έκανες οτιδήποτε για να τον ευχαριστήσεις, ε; Αναρωτιέμαι αν το πέτυχες ποτέ». «Όχι τόσο καλά όσο εσύ, όχι». Άλλο ένα καρφί που είχε βρει το στόχο του. Όσοι δεν ήξεραν τον Τζακ, όσοι δεν είχαν μπει κυριολεκτικά στο πετσί του, δε θα το είχαν προσέξει. Εκείνη όμως το πρόσεξε. Τον είχε πονέσει. Ωραία. Τώρα πονούσαν κι οι δυο. Ο Τζακ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Βρίσκομαι εδώ για να βοηθήσω, Τες, όχι για να σκαλίσω τα παλιά. Ο αδελφός σου είναι νεκρός. Εσύ κι εγώ δεν ήμασταν ποτέ αυτό που νομίζαμε πως ήμασταν, ούτε είχαμε αυτό που νομίζαμε ότι είχαμε. Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Δεν ξέρεις πού είναι ο Σιντζόν, έτσι; Σ’ άφησε εδώ μόνη σου, να με αντιμετωπίσεις». «Πώς μπορούσε να ξέρει ότι εσύ θα ήσουν αυτός που;...» Η Τες άφησε τη φράση της ανολοκλήρωτη και κούνησε το κεφάλι. «Όχι, το ήξερε, μπορούσε να το ξέρει. Εγώ ήμουν η ανόητη που δεν το φαντάστηκα. Κανείς δεν τον γνωρίζει καλύτερα από σένα». «Προφανώς, όμως, όχι και τόσο καλά. Θα σε ρωτούσα αν ξέρεις πού πήγε, ή τι σκαρώνει, είναι ολοφάνερο όμως ότι έχεις πλήρη άγνοια. Τι ψάχνεις;» Η Τες πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά της και τα έσφιξε γροθιά στον αυχένα της, αδιαφορώντας για το ότι έτσι τα μπέρδευε ακόμα περισσότερο. «Δεν ξέρω», παραδέχτηκε. «Πώς μπόρεσε να μου το κάνει αυτό, Τζακ; Να... να μ’ αφήσει έτσι, χωρίς τίποτα;» «Είμαι εγώ εδώ», είπε, απλώνοντας το χέρι προς το μέρος της, μόνο και μόνο όμως για να την παραμερίσει ώστε να μπορέσει να πλησιάσει στην εντοιχισμένη προθήκη. «Ο Σιντζόν το ήξερε ότι θα ερχόμουν. Ήξερε ότι θα διάλεγαν εμένα. Πράγμα που σημαίνει είτε ότι είναι μεγαλοφυΐα είτε ότι είναι μέγας ανόητος –σωστά; Για να δούμε τώρα τι σκαρώνει». Ο Τζακ έβαλε το χέρι του κάτω από το δεύτερο ράφι, το έσυρε ως


την αριστερή άκρη του και το ανασήκωσε ελαφρά. Η Τες άκουσε ένα ανεπαίσθητο κλικ, κι ύστερα είδε τον Τζακ να απομακρύνεται από την προθήκη και να κλείνει τις τζαμένιες πόρτες της. Καθώς οι δυο τους κοίταζαν, η προθήκη φάνηκε να βγαίνει προς το μέρος τους, κι ύστερα άρχισε να περιστρέφεται ώσπου έμεινε ακίνητη στο πλάι, επιτρέποντάς τους την πρόσβαση σ’ αυτό που υπήρχε πέρα από το άνοιγμα. Ο Τζακ άναψε τα κεριά σ’ ένα διπλό κηροπήγιο, αφού το μόνο που μπορούσε να κάνει η Τες ήταν να στέκει εκεί και να κοιτάζει άφωνη. «Ποτέ δεν... Ποτέ δε μου είπε γι’ αυτό. Το είχε πει σ’ εσένα, αλλά όχι σ’ εμένα. Όχι στην κόρη του». «Κρατάμε και σκορ τώρα;» ρώτησε ο Τζακ καθώς έμπαινε στο άνοιγμα για να γυρίσει αμέσως μετά, απλώνοντας της το χέρι του, ολοφάνερα περιμένοντας αυτή τη φορά από την Τες να το πάρει. Η Τες κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, μια χαρά τα καταφέρνω και μόνη μου». Ο Τζακ σάρωσε με το βλέμμα το ανδρικά ντυμένο σώμα της. «Ναι, αυτό μπορεί να το δει και ο πιο ανόητος. Κρατήσου σφιχτά απ’ τον εαυτό σου, Τες. Και μην αφήνεις κανέναν να σε πλησιάσει». «Πώς τολμάς! Δεν ήμουν εγώ αυτή που...» Ο Τζακ όμως είχε ήδη φύγει, είχε εξαφανιστεί από το οπτικό της πεδίο, παίρνοντας μαζί του το φως των κεριών. Σκαλιά. Κάτω από το άνοιγμα της προθήκης, υπήρχε ένα κλιμακοστάσιο. Η Τες κοίταξε προς την ανοιχτή πόρτα του γραφείου που οδηγούσε στο διάδρομο, γνωρίζοντας ότι, αν έφευγε από το δωμάτιο, ο Τζακ θα ζητούσε να μάθει γιατί δεν τον είχε ακολουθήσει. Θα έπρεπε να δείξει εμπιστοσύνη στην Εμιλί. Η Εμιλί σίγουρα ήξερε ότι ο Τζακ βρισκόταν στο σπίτι. Και σίγουρα θα ήξερε τι έπρεπε να γίνει. Σε παρακαλώ, Θεέ μου, μονάχα αυτή τη φορά, ρίξε για μένα μια καλή ζαριά. Η Τες άναψε γρήγορα ένα κερί και ακολούθησε τον Τζακ κάτω, στα έγκατα του σπιτιού.


*** Όταν εκείνος είχε φύγει, η Τες ήταν ακόμα περισσότερο κορίτσι παρά γυναίκα. Όχι πια. Ο Τζακ δεν ήξερε τι να περιμένει όταν θα την έβλεπε ξανά, ούτε από εκείνη ούτε από τον εαυτό του. Τώρα την είχε δει, κι αυτό είχε αποδειχτεί καλύτερο και συνάμα χειρότερο απ’ ότι είχε φανταστεί. Ο πόνος υπήρχε ακόμα στο βλέμμα της, αναμφίβολα πολλαπλασιασμένος από την εξαφάνιση του πατέρα της και την άρνησή του να τη συμπεριλάβει στα σχέδιά του. Για την Τες, αυτός ο πόνος ήταν παλιός. Είχε πει στον Τζακ ότι το κατανοούσε: ο Σιντζόν Φοντενό δεν ήταν εκδηλωτικός, και οι συναισθηματικές διαχύσεις τον ενοχλούσαν. Ναι, αγαπούσε την κόρη του, αλλά οι έπαινοι δεν έβγαιναν εύκολα απ’ το στόμα του. Η Τες το κατανοούσε, συχνά όμως η κατανόηση και η αποδοχή απείχαν παρασάγγας μεταξύ τους, και ήταν ολοφάνερο ότι η Τες εξακολουθούσε να προσπαθεί να ευχαριστήσει τον πατέρα της, να τον κάνει να παραδεχτεί και στα λόγια ότι ήταν περήφανος για κείνη. Φορούσε το παντελόνι του Ρενέ. Μήπως επειδή φορώντας το θα είχε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων για να κάνει άνω κάτω τα δωμάτια του σπιτιού, αναζητώντας κάποιο μήνυμα του Σιντζόν; Ή μήπως επειδή έτσι ντυνόταν τώρα; Τι στο διάβολο είχε συμβεί εδώ μέσα αυτά τα τελευταία τέσσερα χρόνια; Με την άνεση που ένιωθε στο γνώριμο περιβάλλον του υπόγειου δωματίου να τον βοηθά, ο Τζακ βρήκε μια δωδεκάδα κοντόχοντρα κεριά και τα άναψε με τη φλόγα των δικών του, φωτίζοντας το δροσερό δωμάτιο, μέσα στο οποίο πλανιόταν έντονη η μυρωδιά της υγρασίας. «Ανάθεμα», έφτυσε μέσ’ απ’ τα δόντια του καθώς γύριζε για να δει τι υπήρχε στο δωμάτιο, και τι έλειπε απ’ αυτό. Πατήματα από μπότες ακούστηκαν στα πέτρινα σκαλιά. Η Τες κατέβαινε. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε ο Τζακ φρόντισε να σβήσει από το πρόσωπό του κάθε έκφραση καθώς η Τες τον πλησίαζε στο


κέντρο του δωματίου. «Συχνά αναρωτιόμουν πού φυλούσε τα...» άρχισε να λέει η Τες, μετά όμως η φωνή της έσβησε. «Ο Ρενέ το ήξερε;» Ο Τζακ κατένευσε, μη θέλοντας να συζητήσει το γεγονός ότι ο δίδυμος αδελφός της ήταν ενήμερος για τα άγια των αγίων του πατέρα τους, ενώ εκείνη όχι. Δεν ήθελε να μιλήσει γι’ αυτό τώρα, όπως δεν είχε θελήσει να το κάνει από το θάνατο του Ρενέ και μετά. «Τα κράτησε όλα», είπε, εξακολουθώντας τη νοερή απογραφή του. «Τις μεταμφιέσεις, τα δοχεία με τις βαφές και τις πούδρες, τις περούκες». Ο Τζακ προχώρησε μερικά βήματα κι έπιασε το δεκανίκι από ακατέργαστο ξύλο που ήταν στηριγμένο σ’ ένα τραπέζι. «Θυμάμαι πότε το είχε χρησιμοποιήσει αυτό. Είχε φτάσει μάλιστα στο σημείο να δέσει τη γάμπα του στο μηρό του, κάτω από το μακρύ παλτό του, για να προσδώσει ακόμη μεγαλύτερη αληθοφάνεια στο ρόλο του ανάπηρου βετεράνου. Για την ακρίβεια, ο Γάλλος υπολοχαγός είχε δώσει ελεημοσύνη στον πατέρα σου, πριν ο ‘‘ανάπηρος ζητιάνος’’ του κόψει απ’ άκρη σ’ άκρη το λαιμό. Πράγμα που έκανε ισορροπώντας στο ένα πόδι. Είχα διαφωνήσει για τη μεταμφίεση, θεωρώντας ότι κάποιος που στηρίζεται στο ένα πόδι είναι πολύ πιο ευάλωτος. Αλλά έκανα λάθος –και, με τον πατέρα σου, έπρεπε να το ξέρω». «Σκότωνε μόνο όταν ήταν απαραίτητο», είπε με πεποίθηση η Τες, ακλόνητη στη βεβαιότητά της για τα κίνητρα του πατέρα της. «Κάνει μόνο ότι είναι απολύτως απαραίτητο. Ανέκαθεν έτσι έκανε». Ο Τζακ άφησε το δεκανίκι στη θέση του και γύρισε προς το μέρος της. «Ναι, βέβαια, ο άγιος μαρκήσιος Ντε Φοντέν. Και τι πιστεύει πως είναι απολύτως απαραίτητο τώρα, Τες; Ο πόλεμος τελείωσε, εκείνος ανταμείφθηκε για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο Στέμμα, και... αποστρατεύθηκε. Αφέθηκε ελεύθερος να ζήσει τη ζωή του με ειρήνη και ασφάλεια. Αυτό δεν ήθελε; Αυτό δεν έλεγε πάντα ότι ήθελε για όλους σας;»


«Για τους δυο μας», τον διόρθωσε η Τες, πηγαίνοντας στο μεγάλο γραφείο και ανοίγοντας το κεντρικό συρτάρι. «Στην πραγματικότητα, ποτέ του δεν ήθελε ν’ ακολουθήσει ο Ρενέ τα βήματά του». «Εντάξει, Τες, ας το κάνουμε τώρα να τελειώνουμε», είπε ο Τζακ, πηγαίνοντας στο γραφείο και κλείνοντας με πάταγο το συρτάρι. «Ο αδελφός σου ήταν νέος και άμυαλος. Κι έκανε λάθος. Ο Σιντζόν ποτέ δε μεροληπτούσε υπέρ μου, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα το γιο του. Δεν είχε τίποτα να αποδείξει ο Ρενέ εκείνο το βράδυ. Τίποτα». Τα μάτια της άστραψαν στο φως των κεριών. «Είπε ότι είχε να αποδείξει τα πάντα. Στον πατέρα μας –σ’ εσένα. Ο Ρενέ σε λάτρευε σαν θεό. Αυτό που ήθελε πάνω απ’ όλα ήταν να σου μοιάσει. Να μοιάσει στον τόσο γενναίο, τόσο έξυπνο Τζακ! Κοίτα πώς το κάνει ο Τζακ, Ρενέ. Βλέπε και μάθαινε, Ρενέ. Ο Τζακ θα σου δείξει πώς να το κάνεις. Ο Τζακ, που ορμάει ατρόμητος στη σφηκοφωλιά. Ο Τζακ που είναι φτιαγμένος από σίδερο, που έχει μυαλό διαβόλου και τις ικανότητες ενός ολόκληρου στρατού. Συνέχισε να τον παρακολουθείς, ακόμα κι αν δεν μπορείς να ελπίζεις ότι θα γίνεις κάποτε ισάξιος του. Γιατί ο Τζακ είναι μοναδικός. Ατρόμητος». «Χριστέ μου», πέταξε εξοργισμένος ο Τζακ, κάνοντας το γύρο του γραφείου, βάζοντας τον όγκο του ανάμεσά τους. «Ήμουν ατρόμητος γιατί δε μ’ ένοιαζε. Γιατί δεν είχα να χάσω τίποτα παραπάνω από τη ζωή μου». Μέχρι που ήρθες εσύ, πρόσθεσε σιωπηλά. «Ναι, αλλά δεν ήταν η δική σου ζωή αυτή που χάθηκε. Έτσι δεν είναι, Τζακ;» «Κι εσύ νομίζεις ότι είσαι η μόνη που πενθεί το χαμό του; Ο Ρενέ ήταν φίλος μου». «Όχι, ποτέ δεν ήταν φίλος σου. Δεν έχεις φίλους, κι αυτό φρόντισες να το εξασφαλίσεις. Ήξερα τον Ρενέ καλύτερα από τον οποιονδήποτε. Ήταν φτιαγμένος για τα βιβλία και την ομορφιά, όχι για να πεθάνει χύνοντας το αίμα του σ’ εκείνο το σοκάκι στο Γουαϊτσάπελ». Η Τες χτύπησε τη σφιγμένη γροθιά της στο στέρνο της. «Εγώ, Τζακ. Εγώ θα έπρεπε να είμαι εκεί».


«Για να πεθάνεις στη θέση του;» ρώτησε σε ψυχρό, σκληρό τόνο ο Τζακ. «Κανείς απ’ τους δυο σας δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί, ανάθεμά με, αν είχατε ακολουθήσει το αρχικό σχέδιο που είχα καταστρώσει μαζί με τον πατέρα μου, και το ξέρεις πολύ καλά! Ο Ρενέ δε θα είχε διατρέξει τέτοιο κίνδυνο. Όλοι ξέραμε πόσο πολύ ήθελε να ευχαριστήσει εσένα και τον μπαμπά, υπερβολικά πολύ για να θυμάται ότι, αν παρουσιαζόταν η ευκαιρία, δε διέθετε τις ικανότητες να... να...» «Να κάνει σ’ εμένα και τον πατέρα σου μια επίδειξη αυτών των ικανοτήτων; Είσαι επιτέλους έτοιμη να το παραδεχτείς αυτό, Τες; Είναι έτοιμος ο Σιντζόν να κάνει το ίδιο; Ή μήπως πρέπει να συνεχίσω να παίρνω όλο το φταίξιμο πάνω μου;» «Έπεισες τον μπαμπά ν’ αλλάξει το σχέδιο, να με αφήσει απέξω». Ο Τζακ ένιωσε την αυτοκυριαρχία του να διαλύεται. Ποτέ του δε θέλησε την ανάμειξη της Τες στις αποστολές τους· ήταν επιλογή του Σιντζόν να χρησιμοποιεί τα παιδιά του, επιλογή και λάθος του. «Γιατί σ’ αγαπούσα!» είπε σχεδόν φωνάζοντας ο Τζακ, με τα λόγια του να χτυπούν στους πέτρινους τοίχους και να ξαναγυρνούν στ’ αυτιά του με την έντασή τους πολλαπλασιασμένη. «Γιατί δεν άντεχα την ιδέα να σε χάσω!» Όχι χωρίς προσπάθεια, ο Τζακ ανασυγκροτήθηκε και κατέληξε, χαμηλόφωνα αυτή τη φορά: «Και σ’ έχασα έτσι κι αλλιώς...» Η Τες δεν είπε τίποτα, κρατώντας τη σιωπή της σχεδόν ως τα όρια του ανυπόφορου, μετατρέποντας τη φυσική απόσταση που υπήρχε ανάμεσά τους σ’ ένα χαώδες βάραθρο, τέσσερα ολόκληρα χρόνια πλατύ. Τέσσερα χαμένα χρόνια. «Όπου κι αν είναι, είναι καλά οπλισμένος», είπε επιτέλους ο Τζακ, κοιτάζοντας προς την προθήκη με τις τζαμένιες πόρτες που συνήθως φιλοξενούσε όπλα, όλα θανάσιμα και όλα μοναδικά στο είδος τους. Εκεί είχε στραφεί το βλέμμα του αμέσως μόλις μπήκε στο δωμάτιο, γιατί ήξερε ότι στην προθήκη θα έβρισκε την απάντηση που γύρευε. Κα-


νείς δεν έφευγε κουβαλώντας μαζί του μια ντουζίνα όπλα αν το μόνο που σκόπευε να κάνει ήταν να πάει στο κοντινότερο δασάκι και να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Σίγουρα αυτό που είχε κατά νου ο Σιντζόν φεύγοντας ήταν η καταστροφή, αλλά όχι η αυτοκαταστροφή. Ο Τζακ άκουσε το συρτάρι ν’ ανοίγει ξανά. «Υπάρχει αυτό», είπε η Τες, εμφανέστατα πρόθυμη όσο κι αυτός να ξεπεράσει την πρόσφατη αντιπαράθεσή τους. «Ο Τσιγγάνος έχει διακόψει τη δράση του στην Αγγλία εδώ και αρκετά χρόνια, και συγκεκριμένα, από... από τον Ρενέ και μετά. Γιατί να την κρατήσει ο πατέρας μου;» Ο Τζακ πλησίασε ξανά στο γραφείο για να σηκώσει την επισκεπτήρια κάρτα που είχε ακουμπήσει η Τες εκεί. «Φτηνοί θεατρινισμοί», είπε ψυχρά, κοιτάζοντας την κάρτα που ήταν φτιαγμένη από βαρύ μαύρο χαρτί, διακοσμημένη μ’ ένα ανάγλυφο χρυσό τρίγωνο στο κέντρο του οποίου υπήρχε ένα κόκκινο σαν αίμα μάτι. Ξανάδωσε την κάρτα στην Τες. «Ποτέ μου δε συμφώνησα με τον Σιντζόν σ’ αυτό». «Ο μπαμπάς λέει ότι η κυβέρνηση πιστεύει ότι αυτός ο άνθρωπος είναι αθίγγανος, και ότι το σύμβολο του ματιού είναι το λεγόμενο κερέτ, ο αναζητητής. Γι’ αυτό του έδωσαν αυτό το όνομα: ο αναζητητής. Λες και οι πράξεις του έχουν κάποιο υψηλότερο νόημα και σκοπό». Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι. Γιος ηθοποιού ήταν, και ως τέτοιος, πίστευε ότι μπορούσε ν’ αναγνωρίσει τις μελοδραματικές τάσεις όταν τις έβλεπε μπροστά στα μάτια του. «Αυτό που ανέκαθεν αναζητούσε και εξακολουθεί να αναζητά είναι πώς να παχύνει το πορτοφόλι του. Δουλεύοντας για τους Γάλλους, δουλεύοντας για όποιον τον πληρώνει, και γεμίζοντας τον υπόλοιπο χρόνο του με το να δουλεύει για τον εαυτό του. Όποιος κι αν ήταν κάποτε ο Τσιγγάνος, τώρα δεν είναι παρά κλέφτης και δολοφόνος κι αυτές οι κάρτες που αφήνει πίσω του ο χαιρετισμός του προς όσους επιχειρούν να τον σταματήσουν. Είναι ένας ηθοποιός που παίζει το ρόλο του, κι εμείς που τον κυνηγάμε είμαστε το κοινό του. Κάθε φορά που αφήνει αυτή την κάρτα πάνω σε ένα ακόμα


νεκρό σώμα, ή στο μαξιλάρι όπου μέχρι πριν από λίγο αναπαυόταν κάποιος θησαυρός, ο Τσιγγάνος κάνει την υπόκλιση του. Για να είμαι ειλικρινής, είχαμε αρχίσει να τον θεωρούμε νεκρό. Πριν από ένα μήνα και κάτι, όμως, βρήκαμε μια απ’ αυτές τις κάρτες αφημένη στη θέση κάμποσων εξαιρετικών έργων τέχνης που κλάπηκαν από το Βασιλικό Βρετανικό Μουσείο. Η Τες τον κοίταξε αμίλητη για κάμποση ώρα. «Άρα, επέστρεψε. Κι εσύ τον κυνηγάς –έτσι δεν είναι; Εξαιτίας του Ρενέ. Εξαιτίας... εξαιτίας των πάντων». Κι ύστερα τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Δε φαντάζομαι να πιστεύεις ότι... ότι...» «Δεν ξέρω, Τες. Θα πρέπει να είναι τελείως τρελός αν αποφάσισε να τον βρει μόνος του. Μιλούσε συχνά για τον Τσιγγάνο;» Η Τες κάθισε στην πολυθρόνα πίσω της κι άρχισε να σφίγγει και να ξεσφίγγει τα μακριά δάχτυλά της στα ξύλινα μπράτσα. Ήταν νευρική, σαν ανήσυχη φοραδίτσα έτοιμη να σπάσει τα δεσμά της και να φύγει καλπάζοντας. Γιατί; Αντί να κάθεται άπρακτη, θα έπρεπε αυτή τη στιγμή να ψάχνει το δωμάτιο, ανυπομονώντας να δει τι υπήρχε. Μήπως έφταιγε εκείνος; Τόσο δύσκολο ήταν να βρίσκεται στον ίδιο χώρο μαζί του; «Ποτέ. Από τότε που πέθανε ο Ρενέ, δεν ξαναμίλησε γι’ αυτόν. Όλα τελείωσαν τότε, ακριβώς όπως είχες πει ότι θα γινόταν. Ο πόλεμος, οι αποστολές, οι λόγοι για ν’ ανταγωνίζεται. Η μητέρα μου ήταν νεκρή, κι αυτό δεν άλλαξε ούτε με τα είκοσι χρόνια που ο Σιντζόν πέρασε εκδικούμενος το θάνατό της. Του έδωσαν μια μικρή σύνταξη, και του είπαν ότι δε χρειάζονταν πια τις υπηρεσίες του. Συνέχισε να με διδάσκει κάποια πράγματα, παρ’ όλο που είναι προφανές ότι ποτέ του δε μ’ εμπιστεύτηκε, αφού δεν ήθελε καν να γνωρίζω την ύπαρξη αυτού εδώ του δωματίου». Η Τες σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. «Αυτό όμως το ξέρεις ήδη. Ο πατέρας μου δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος από τότε που πέθανε ο Ρενέ. Από τότε που έφυγες εσύ. Γέρασε ξαφνικά –έγινε ένας ηττημένος γέρος».


«Δεν είχα λόγο να μείνω, αυτό το ξεκαθάρισες αρκετά καλά. Και είναι εξίσου ξεκάθαρο ότι εδώ δεν έχει αλλάξει απολύτως τίποτα». «Για σένα σίγουρα όχι. Εσύ εξακολουθείς να εργάζεσαι για το Στέμμα, εκτελώντας τις διαταγές τους. Πράγμα που μας ξαναφέρνει στο γιατί βρίσκεσαι εδώ. Στο γιατί εμφανίστηκες αμέσως μόλις εξαφανίστηκε εκείνος. Νομίζω ότι ξέρω τι θα σου ζητήσει το Στέμμα να κάνεις μόλις τον βρεις. Αυτό που δεν ξέρω είναι τι ζητάει ο μπαμπάς από σένα». «Όταν τον βρω, δε θα παραλείψω να τον ρωτήσω», είπε ο Τζακ, που αίφνης ένιωθε την ανάγκη να φύγει από τούτο το δωμάτιο, να βγει έξω, στον καθαρό αέρα, να γλιτώσει από την Τες και τις αιχμηρές ερωτήσεις της. «Δεν πρόκειται να σε βοηθήσω, ξέρεις. Δεν είμαι ανόητη. Δεν μπορώ να σε σταματήσω. Αλλά δ θα σε βοηθήσω». Σηκώθηκε όρθια. «Μ’ άλλα λόγια, Τζακ, για μας τους δυο, το θέμα τελειώνει εδώ. Είδα το κόλπο σου με την προθήκη, και σ’ ευχαριστώ που μου το έδειξες. Τώρα όμως σου λέω να φύγεις. Δεν είσαι ευπρόσδεκτος σε τούτο το σπίτι». Ο Τζακ την κοίταξε. Ήταν μεγαλειώδης. Τρομαγμένη, βέβαια, αλλά το έκρυβε πολύ καλά, όπως πάντα. Την ήθελε τόσο πολύ, που πονούσε. Όταν επιχείρησε να τον προσπεράσει, την άρπαξε από τον καρπό και τη γύρισε προς το μέρος του έτσι που να βρεθούν πολύ, πάρα πολύ κοντά ο ένας στον άλλο. Το φως των κεριών τρεμόπαιζε γύρω τους, ο καρπός της βρισκόταν ακόμα κλεισμένος στην παλάμη του, τα λυγισμένα χέρια τους ανάμεσα στα σώματά τους. Η Τες σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε αψήφιστα, προκλητικά, χωρίς να μορφάζει, χωρίς να αντιστέκεται, χωρίς ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια. Ο Τζακ ήθελε να τη δει ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια. «Ξέρω γι’ αυτό το δωμάτιο, Τες. Αν νομίζεις ότι έχει μόνο μία είσοδο, τότε δεν είσαι τόσο έξυπνη όσο νόμιζα. Ξέρω κάθε μυστικό τούτου του σπιτιού, κάτι που ολοφάνερα δεν ισχύει για σένα. Αν θέλω να είμαι λοιπόν εδώ, θα είμαι, με ή χωρίς την άδειά σου. Πηγαίνω όπου θέλω,


όποτε θέλω. Και παίρνω ότι θέλω». Αιχμαλώτισε το στόμα της, κλείνοντας την παλάμη του στον αυχένα της και τραβώντας τη με ορμή πάνω του, κρατώντας την ακίνητη καθώς βύθιζε τη γλώσσα του στο στόμα της, πιέζοντας το πόδι του ανάμεσα στους μηρούς της. Τέσσερα χρόνια λαχτάρας, ανάγκης, καταπιεσμένου, ματαιωμένου πόθου ενώθηκαν σ’ αυτό το φιλί, απογυμνώνοντας τον από την αποκτημένη με σκληρή προσπάθεια ικανότητα να κρύβει με επιτυχία κάθε του συναίσθημα. Η Τες έσυρε το ελεύθερο χέρι της ως τον ώμο του και η παλάμη της έκλεισε γύρω του με δύναμη αλλά και τρυφερότητα, με τ’ ακροδάχτυλα της να πιέζουν απαλά τη σάρκα του. Για μια στιγμή, του παραδόθηκε. Για κείνη τη στιγμή, άφησε την πόρτα της καρδιάς της ανοιχτή. Για μια στιγμή, οι δυο τους ήταν και πάλι φλόγα. Κι έπειτα, η στιγμή πέρασε. Η Τες έχωσε τα νύχια της στο δέρμα του, σπρώχνοντας με ορμή τον ώμο του προς τα κάτω, την ίδια στιγμή που το γόνατό της τιναζόταν προς τα πάνω, πιάνοντας τον – εκείνον και τη διέγερσή του– εξαπίνης. Τα γόνατά του λύγισαν, η λαβή του πάνω της χαλάρωσε, και η Τες έκανε μεταβολή κι έφυγε, αφήνοντάς τον εκεί που ήταν, με τις παλάμες του σφιγμένες στους γοφούς του, να προσπαθεί να μη λιποθυμήσει, ή να μην κάνει εμετό. «Εγώ της το δίδαξα αυτό», κατάφερε ν’ αρθρώσει εντέλει ο Μπλακ Τζακ Μπλάκθορν, μιλώντας στους μάλλον αδιάφορους για την κατάστασή του πέτρινους τοίχους. Κι ύστερα –απίστευτο αλλά αληθινό–, ο Τζακ χαμογέλασε. «Θεέ μου, ήμουν στ’ αλήθεια ζωντανός τα τέσσερα τελευταία χρόνια;» Κοίταξε τον πέρα τοίχο του δωματίου κι ύστερα προχώρησε προς τα κει με το χέρι του απλωμένο, έτοιμο να σπρώξει μία συγκεκριμένη πέτρα. Ήταν ώρα να δει τι άλλο μπορεί να σκάρωνε ο Σιντζόν, τι άλλο μπορεί να έλειπε.


Κεφάλαιο 2 Η Τες δεν πήγε εκεί που πάνω απ’ όλα λαχταρούσε να πάει, γιατί ο Τζακ μπορεί να την ακολουθούσε. Αυτό δεν μπορούσε να το ρισκάρει. Όχι, δηλαδή, πως υπήρχε μέρος όπου να είναι ασφαλής. Της είχε πει ότι υπήρχαν περισσότερες από μία είσοδοι στο μυστικό δωμάτιο του πατέρα της. Ακόμα όμως κι αν κατάφερνε να βρει τη δεύτερη είσοδο κάπου στα κελάρια, ή μία τρίτη στην άλλη μεριά των τοίχων της έπαυλης και να τις κλείσει και τις δυο, και πάλι δε θα κατάφερνε τίποτα. Ο Τζακ είχε δίκιο. Ήξερε το σπίτι καλύτερα από κείνη, από εκείνη που είχε μεγαλώσει εδώ. Το σπίτι, και τον πατέρα της επίσης. Αν έκρινε από το φιλί του, ίσως να ήξερε ακόμα κι εκείνη καλύτερα απ’ ότι γνώριζε η ίδια τον εαυτό της. Γιατί είχε βρεθεί ένα χτυποκάρδι μακριά από την ολοκληρωτική παράδοση, από το να σκίσει τα ρούχα του, δαγκώνοντας και νυχιάζοντας τον, καλώντας τον να την ξαπλώσει πάνω στο γραφείο καθώς εκείνη θα τύλιγε τα πόδια της γύρω από τη λεκάνη του και θα τον άφηνε να γεμίσει όλα τα κενά μέσα της, παίρνοντας από εκείνον τα πάντα, ξανά και ξανά και ξανά... Ακούγοντας τις μπότες του Τζακ να αντηχούν στα πέτρινα σκαλοπάτια, η Τες βγήκε γρήγορα από το γραφείο του πατέρα της στο διάδρομο, και κρύφτηκε έξω από την πόρτα κολλώντας την πλάτη της στον τοίχο. Αν ο Τζακ σκόπευε να ψάξει το δωμάτιο, εκείνη δεν μπορούσε να τον εμποδίσει, αυτό όμως δε σήμαινε ότι θα πήγαινε να ξαναπιάσει το πλεχτό της ή να κάνει οτιδήποτε άλλο θα έκανε αν είχε γεννηθεί σε άλλη εποχή, από άλλους γονείς, αν είχε γίνει γυναίκα σ’ ένα διαφορετικό, λιγότερο επικίνδυνο κόσμο. Αλλά, παρ’ ότι ο Τζακ δε βγήκε αμέσως από το γραφείο, η Τες δεν άκουσε τίποτα στη διάρκεια των ατελείωτων εκείνων στιγμών που συνέχισε να στέκει φρουρός στο διάδρομο. Αν έψαχνε το δωμάτιο, η διακριτικότητά του ήταν τόσο αποτελεσματική, που η Τες δε θα μπο-


ρούσε να μην τη θαυμάσει –αν όχι τώρα, τότε σίγουρα κάποια άλλη στιγμή. Ήταν εξωφρενικό! Τι γύρευε εδώ; Υπήρχαν κι άλλα μυστικά μέρη που ο πατέρας της της είχε κρατήσει κρυφά; Ήθελε να βάλει το κεφάλι της στο άνοιγμα της πόρτας και να δει τι σκάρωνε ο Τζακ. Το ήθελε σαν τρελή. Αν το έκανε, όμως, θα ήταν σαν να παραδεχόταν ότι ο πατέρας της δεν της είχε εμπιστευθεί τα πιο πολύτιμα μυστικά του, και ότι χρειαζόταν τη βοήθεια του Τζακ. Ανάθεμά τον. Ανάθεμα και στους δυο τους. «Μπου!» Η Τες παραλίγο να πάθει συγκοπή όταν το κεφάλι και οι ώμοι του Τζακ εμφανίστηκαν από το άνοιγμα της πόρτας. «Τι αστείο!» κατάφερε να του πει, προσπαθώντας ν’ ανασάνει. «Και δεν πρέπει να φοράς αυτό το υπέροχο άρωμα όταν σκοπεύεις να κρυφτείς από κάποιον», της είπε, βγαίνοντας στο διάδρομο. «Φρόντισε να μου ετοιμάσουν ένα δωμάτιο –αυτό που μένω συνήθως, εκτός βέβαια κι αν θέλεις να μείνω στο δικό σου. Είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσα να υποχωρήσω και να συμφωνήσω σ’ αυτό, αν μου το ζητήσεις με καλό τρόπο». «Άντε πνίξου, μπάσταρδε!» φώναξε η Τες κοιτάζοντάς τον να απομακρύνεται στο διάδρομο, χρησιμοποιώντας εσκεμμένα τη λέξη που ήξερε ότι τον πονούσε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Ο γεμάτος αυτοπεποίθηση βηματισμός του δεν κλονίστηκε. Λίγες στιγμές μετά, ο Τζακ είχε εξαφανιστεί από το οπτικό της πεδίο. Η Τες ξαναμπήκε στο δωμάτιο του πατέρα της και σωριάστηκε στην πολυθρόνα του γραφείου του, ρίχνοντας το κεφάλι στα χέρια της. Τι έπρεπε να κάνει; Εδώ και μία εβδομάδα –μία ολόκληρη εβδομάδα!– προσπαθούσε να ανακαλύψει κάτι που θα την οδηγούσε στα ίχνη του πατέρα της κι έσπαγε το κεφάλι της να θυμηθεί τις συζητήσεις που είχε κάνει μαζί του, ελπίζοντας ότι θα ανακαλούσε μία κουβέντα, μια φράση η οποία θα τη βοηθούσε να καταλάβει γιατί είχε φύγει, πού


είχε πάει, και τι σχεδίαζε να κάνει όταν θα έφτανε εκεί. Και δεν είχε καταφέρει τίποτα. Αν δεν ήταν εκείνα τα ρούχα που έλειπαν από την ντουλάπα του, η Τες θα μπορούσε να σκεφτεί ότι είχε χαθεί στο δάσος, ή ότι κειτόταν αβοήθητος κάπου, με σπασμένο αστράγαλο, ή και χειρότερα... Τελευταία, έκανε όλο και πιο μακρινούς περιπάτους, και συχνά εξαφανιζόταν ολόκληρα απογεύματα. Όταν έγινε καπνός από την έπαυλη, η Τες πέρασε τη μισή μέρα λέγοντας στον εαυτό της ότι είχε πάει στο χωριό και είχε ξεχαστεί εκεί, και τη μισή νύχτα ψάχνοντας την περιοχή γύρω από το σπίτι, πριν μπορέσει τελικά να συνειδητοποιήσει ότι ο Σιντζόν απλώς έλειπε. Ότι είχε φύγει. Χωρίς να της πει λέξη. Και χωρίς να της αφήσει αρκετά χρήματα για να μπορέσει να επιβιώσει ως το τέλος του τριμήνου και την είσπραξη της σύνταξής του. Ήξερε ότι θα ερχόμουν. Ο Τζακ είχε δίκιο. Ο πατέρας της πρέπει να ήξερε ότι τον παρακολουθούσαν ακόμα, αφού το Στέμμα ποτέ δεν είχε εμπιστευθεί απόλυτα τον Γάλλο, παρ’ ότι οι υπηρεσίες του είχαν αποδειχτεί ανεκτίμητες αμέτρητες φορές. Δεν μπορούσε λοιπόν να μην ξέρει ότι οι αρμόδιοι θα ενημερώνονταν άμεσα για την όποια λαθρομετακίνηση του. Δεν μπορούσε να μην ξέρει ότι ο Τζακ ήταν η προφανής επιλογή, ότι το Στέμμα θα ανέθετε την αποστολή για την ανεύρεση του χαμένου μισθοφόρου τους στον άνθρωπο που τον γνώριζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Αλλά να την εκθέσει έτσι; Πώς είχε μπορέσει ο πατέρας της να κάνει κάτι τόσο σκληρό; Ο Σιντζόν γνώριζε τα αισθήματά της για τον Τζακ, τα γνώριζε όλα. Μήπως και ο ίδιος δεν έριχνε το μεγαλύτερο μέρος του φταιξίματος για το θάνατο του Ρενέ στον Τζακ; «Ο μπαμπάς τον εκπαίδευσε. Ξέρει λοιπόν για τι είναι ικανός ο Τζακ. Τον θέλει για κάτι, τον χρειάζεται, αλλά η περηφάνια του δεν τον άφησε να του το ζητήσει. Ευελπιστεί ότι ο Τζακ θα τον βρει και θα τον βοηθήσει. Τι σημασία έχει το ίδιο του το σπλάχνο, όταν η απο-


στολή είναι το παν; Τελικά, είμαστε όλοι πιόνια του, και ήμασταν πάντα. Στην πραγματικότητα, ο μπαμπάς δε νοιάζεται για κανέναν, όχι από τότε που πέθανε η μαμά. Πότε θα μπορέσω επιτέλους να το αποδεχτώ;» εξερράγη η Τες καθώς ανοιγόκλεινε με πάταγο τα συρτάρια του γραφείου για δέκατη τουλάχιστον φορά, εξακολουθώντας με κάποιο τρόπο να ελπίζει ότι θα έβλεπε κάτι που της είχε ξεφύγει τις προηγούμενες εννιά. Αντί γι’ αυτό, στο κεντρικό συρτάρι βρέθηκε αντιμέτωπη μ’ ένα κενό εκεί όπου σε όλες τις μέχρι τώρα έρευνές της υπήρχε αναμφίβολα κάτι. Έσπρωξε πίσω την πολυθρόνα και κοίταξε το πάτωμα, για την περίπτωση που μέσα στα νεύρα της το είχε πετάξει κάτω... αλλά, όχι, δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Ξανακοίταξε τον κενό χώρο. Τι υπήρχε στη θέση του; Τι ήταν αυτό που έλειπε; Η Τες έκλεισε σφιχτά τα μάτια, πίεσε τον εαυτό της να αναπνεύσει αργά, να συγκεντρωθεί. Το βιβλίο των καθημερινών αποδείξεων. Ένα μαχαιράκι με το οποίο ο Σιντζόν έξυνε τις πένες του. Βουλοκέρι. Το δαχτυλίδι πένθους που ο πατέρας της είχε παραγγείλει μετά το θάνατο του Ρενέ, και το οποίο δεν μπορούσε εδώ και μερικούς μήνες να φορέσει, αφού τα δάχτυλά του είχαν αρχίσει να παραμορφώνονται από την ηλικία και τη δουλειά. Η εφημερίδα. Αυτό ήταν! Ένα διπλωμένο φύλλο των Τάιμς του Λονδίνου. Η εφημερίδα έλειπε. Γιατί να πάρει ο Τζακ μια εφημερίδα που ήταν παραπάνω από μήνα παλιά; Μήνα; Πριν από ένα μήνα και κάτι, όμως, βρήκαμε μια απ’ αυτές τις κάρτες αφημένη στη θέση κάμποσων εξαιρετικών έργων τέχνης που κλάπηκαν από το Βασιλικό Βρετανικό Μουσείο. Αυτό ήταν. Αυτό έπρεπε να είναι! Η εφημερίδα είχε την είδηση της κλοπής. Η Τες δεν είχε διαβάσει το άρθρο. Ποιος ήταν ο δράστης; Ο Τσιγγάνος; Ναι, αυτό είχε πει ο Τζακ. Πρέπει να μετάνιωσε που της το είπε, και γι’ αυτό φρόντισε να εξαφανίσει κάθε υπενθύμιση του γεγονότος – εξαφάνισε την εφημερίδα πριν η Τες δει την είδηση


και τη συνδέσει με το ολίσθημά του. Λάθος του. Η Τες είχε κάνει το δωμάτιο άνω κάτω ψάχνοντας, και το είχε αφήσει έτσι, δίνοντας προφανώς στον Τζακ την εντύπωση ότι ήταν απρόσεχτη και αδέξια στην έρευνά της. Με δυο λόγια, η ερασιτέχνης που εκείνος επέμενε να θέλει να πιστεύει πως ήταν, ακόμα κι αν το πίστευε μόνο και μόνο για να καθησυχάζει τη δική του συνείδηση. Ωστόσο, ακόμα και μέσα στη διαρκώς αυξανόμενη αγανάκτηση και απογοήτευσή της, η Τες είχε φροντίσει να καταγράψει τα πάντα στη μνήμη της: τι υπήρχε και πού βρισκόταν το καθετί, ακριβώς όπως είχε εκπαιδευτεί να κάνει. Αναφερόταν στο άρθρο μία μαύρη επισκεπτήρια κάρτα μ’ ένα χρυσό τρίγωνο κι έναν κόκκινο κύκλο στο κέντρο; Πρέπει να αναφερόταν, διαφορετικά γιατί να την φυλάξει ο πατέρας της; Η Τες άκουσε βήματα και βιάστηκε να κλείσει το συρτάρι. «Λαίδη Θέσαλι; Σε ζητούν επάνω». Η Τες χαμογέλασε στην ηλικιωμένη παραμάνα της, με την οποία συχνά μιλούσε γαλλικά, αφού μπορεί η γυναίκα να είχε μάθει απρόθυμα όσα αγγλικά χρειαζόταν για να συνεννοείται στη διάρκεια των είκοσι χρόνων που ζούσε σε τούτο το υγρό νησί, δεν είχε πάψει όμως να θεωρεί τη γλώσσα άξεστη και «χωρίς μουσική», και να την αποφεύγει όποτε μπορούσε. «Ναι, ευχαριστώ, Εμιλί, ήμουν σίγουρη ότι θα με ζητούσαν». «Τέρμα όμως τα παντελόνια που ο μαρκήσιος τόσο ανόητα σ’ αφήνει να φοράς όταν βγαίνεις για ιππασία μ’ αυτό το διαβολεμένο άλογο που προτιμάς. Δεν είναι υποχρεωμένος ο κύριος Τζακ να ανέχεται τέτοιες επιδείξεις απρέπειας». «Σε ότι αφορά τον κύριο Τζακ, Εμιλί, είναι πολύ αργά για οποιουδήποτε είδους ευπρέπεια», επισήμανε η Τες καθώς σηκωνόταν πάνω, νιώθοντας ξαφνικά πολύ μεγάλη, πολύ μεγαλύτερη από τα είκοσι πέντε χρόνια της. «Μπορείς, σε παρακαλώ, να πεις στην Αρνέτ να έχει έτοιμο το μπάνιο μου σε μία ώρα από τώρα και να βγάλει το λευκό


μουαρέ μεταξωτό φόρεμά μου; Φρονώ ότι ο κύριος Τζακ θα δειπνήσει απόψε μαζί μου». «Το λευκό, λαίδη μου; Χρόνια έχεις να το φορέσεις αυτό. Θα χρειαστεί φρεσκάρισμα». Το χαρακωμένο από τις έγνοιες πρόσωπο της Εμιλί φωτίστηκε από ένα πονηρό χαμόγελο. «Α, τώρα θυμάμαι. Όπως θυμάσαι κι εσύ, όπως σίγουρα θα θυμάται κι αυτός. Εντάξει, λοιπόν, θα γίνει όπως το θέλεις». «Ναι, ευχαριστώ, Εμιλί». Η Τες ξαναπήρε τη θέση της όταν έφυγε η υπηρέτρια, με την ανάμνηση της τελευταίας φοράς που είχε φορέσει αυτό το φόρεμα να την κατακλύζει. Κοίτα τι όμορφη που είσαι. Φως στο σκοτάδι μου, ευλογημένη μέρα στη μοναχική νύχτα μου. Σ’ αγαπώ, Τες. Ο Θεός να με βοηθήσει, σ’ αγαπώ. Άφησέ με να σ’ αγαπήσω... Η Τες έκλεισε τα μάτια, αγκαλιάζοντας σφιχτά τον εαυτό της. Ένιωθε το καυτό, πεινασμένο βλέμμα του Τζακ να την αγγίζει μέσα απ’ όλα αυτά τα άδεια χρόνια, ένιωθε το κορμί της ν’ ανθίζει ξανά στην ανάμνηση των χεριών του που γίνονταν όλο και πιο τολμηρά ανάβοντας ξανά φλόγες επιθυμίας που την κατάκαιγαν. Ένιωθε ακόμα εκείνη την τρομερή και συνάμα απολαυστική, συναρπαστική αίσθηση που την είχε κατακυριεύσει όταν το λευκό φόρεμα έπεσε γύρω απ’ τα πόδια της σχηματίζοντας μια μεταξένια λίμνη, μια στιγμή πριν ο Τζακ τη σηκώσει στην αγκαλιά του, τη μεταφέρει στο κρεβάτι και ξαπλώσει μαζί της πάνω στο δροσερό σατέν κάλυμμα. Αυτό που είχε ακολουθήσει ήταν μία μύηση των αισθήσεων, μια προγύμναση τόσο ακριβής και λεπτομερειακή, που να μην αφήσει στο μυαλό της καμία απολύτως αμφιβολία ως προς το γιατί ο Θεός την είχε δημιουργήσει μ’ αυτόν το συγκεκριμένο τρόπο, και τον Τζακ το ίδιο, και για ποιο λόγο είχε σμίξει αυτά τα δυο δημιουργήματά του, ενώνοντάς τα σε ένα. Ο Τζακ την είχε διδάξει όλα τα δικά της μυστικά, κι ύστερα την είχε ενθαρρύνει ν’ ανακαλύψει τα δικά του. Οι δυο τους είχαν αγγίξει, κι


είχαν γευτεί. Εκείνος την είχε φέρει ξανά και ξανά στις παρυφές της κορύφωσης, με τα χείλη του, και με τα επιδέξια χέρια του που αναζητούσαν και ανακάλυπταν, που έπαιρναν τα δικά της και τα οδηγούσαν με σοφία στην ανακάλυψη των ηδονών του ίδιου της του κορμιού, βοηθώντας την να βρει τι της άρεσε για να μπορέσει να του το πει, για να μπορέσει να εναρμονίσει τις κινήσεις της με τις δικές του. Μαζί, είχαν ανακαλύψει τους ρυθμούς της, τον ιδανικό τρόπο για να αφήνει τον πόθο να κατακλύζει το σώμα της, λύνοντας τα γόνατά της, αναγκάζοντάς τη να ζητάει περισσότερα με παθιασμένους ψιθύρους και απαλά βογκητά, κάνοντας την επιθυμία της τόσο επιτακτική, που να μην προσέξει καν τον πόνο, έναν πόνο που ήρθε κι έφυγε την ίδια σχεδόν στιγμή για να αντικατασταθεί από μια απόλυτη πληρότητα· από ένα τέτοιο ιλιγγιώδες συναίσθημα που την έσπρωχνε να πιέζει με λαχτάρα τους γοφούς της στους δικούς του, εκλιπαρώντας τον να το τελειώνει, να την απελευθερώσει απ’ αυτό το υπέροχο, εκπληκτικό μαρτύριο. Τώρα, η Τες ακούμπησε το χέρι στο στήθος της κι ένιωσε το γοργό χτυποκάρδι της. Άφησε το άλλο χέρι της να γλιστρήσει ανάμεσα στους μηρούς της, τα δάχτυλά της να πιέσουν την οδυνηρή λαχτάρα που μεγάλωνε εκεί, αυτό τον πόθο που απειλούσε να την καταστρέψει. Κορύφωση, εκτόνωση, αυτή η γλυκιά, γλυκιά έκρηξη... Την είχε ανάγκη, τη λαχταρούσε, ήξερε πώς να την κατακτήσει προσωρινά, και το έκανε, όλες εκείνες τις άγρυπνες, μοναχικές νύχτες που οι αναμνήσεις και ο πόθος την κατακυρίευαν συγκλονίζοντας την. Ποτέ της όμως δεν μπόρεσε να χορτάσει πραγματικά αυτή την ανάγκη. Ούτε όλα εκείνα τα ατελείωτα τέσσερα χρόνια, ούτε τώρα. Μόνο ο Τζακ μπορούσε να τη χορτάσει... Χρειαζόταν όμως κάτι περισσότερο απ’ αυτό, απ’ αυτή την προσωρινή εκτόνωση· χρειαζόταν κομμάτια του Τζακ που εκείνος δεν της είχε δώσει, και που ποτέ του δε θα της έδινε. Αυτό που πάνω απ’ όλα χρειαζόταν η Τες ήταν να είναι η πρώτη προτεραιότητα κάποιου. Να είναι


πέρα και πάνω από το Στέμμα, πέρα και πάνω από το καθήκον, πέρα και πάνω από την εκδίκηση ή το μίσος ή τη συναρπαστική ηδονή της μάχης. Χρειαζόταν έναν άντρα που δε θα την εγκατέλειπε, ακόμα κι αν τον διέταζε η ίδια να το κάνει. Άρα, λοιπόν, ποτέ ξανά. Είχαν καταστρέψει ο ένας τον άλλο μία φορά, κι αυτή η μία φορά ήταν παραπάνω από αρκετή. Τώρα ήταν γυναίκα, με υποχρεώσεις, χωρίς χώρο στη ζωή της για αιθεροβασίες. Ήξερε πως, σε ότι αφορούσε τον Τζακ, το οπλοστάσιό της ήταν περιορισμένο. Αυτό το φόρεμα όμως θα τη βοηθούσε όσο θα μπορούσε να τη βοηθήσει και μια πανοπλία. Ο Τζακ θα θυμόταν, όπως θυμόταν κι εκείνη, και δεν ήταν από τους άντρες που έκαναν δύο φορές το ίδιο λάθος. Αηδιασμένη από τη στιγμιαία αδυναμία της, σηκώθηκε και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Είχε πολλά να κανονίσει μέχρι να γυρίσει ο Τζακ. *** Ο Τζακ κάθισε σε μία από τις πολυθρόνες του ιδιωτικού δωματίου του Κασλ Ινν, χαιρετώντας μ’ ένα νεύμα τον Γουίλ και τον Ντίκι, ο οποίος γέμιζε ήδη ένα ποτήρι με κρασί από την καράφα που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι για να το σπρώξει μετά προς το μέρος του. «Έμαθες τίποτα σήμερα;» ρώτησε ο Γουίλ, χρησιμοποιώντας τη μύτη του στιλέτου του για να πιάσει ένα κομματάκι τυρί και να το ρίξει στο στόμα του. «Ναι. Ότι υπάρχουν φορές που οι τρόποι σου στο τραπέζι μπορούν να γίνουν πραγματικά απαράδεκτοι». Πριν δώσει την αναφορά του, ο Τζακ ήθελε πρώτα να μάθει τι είχαν καταφέρει να ξετρυπώσουν εκείνοι. «Ντίκι;» «Συμφωνώ μαζί σου, μόνο που αυτό το έχουμε μάθει από καιρό», είπε ο Ντίκι Κάρστερς χαμογελώντας στον Γουίλ. «Α, κατάλαβα, θέλεις να μάθεις τι ανακαλύψαμε, ε; Πολύ καλά λοιπόν Ο μέντορας σου αναχώρησε από τούτο το οπισθοδρομικό χωριό πριν από οχτώ μέρες, με τη δημόσια άμαξα που κατευθυνόταν βόρεια. Κουβαλούσε μαζί του ένα αρκετά μεγάλο μπαούλο, το οποίο είχε αγοράσει εκείνο


το ίδιο πρωί, και μια μάλλον ογκώδη υφασμάτινη τσάντα την οποία αρνήθηκε να δώσει στο χώρο των αποσκευών. Αντί γι’ αυτό, πλήρωσε για να μπορέσει να εξασφαλίσει μία επιπλέον θέση ώστε να την έχει μαζί του στο εσωτερικό της άμαξας. Αν και ο άνθρωπός μας είναι πολύ γνωστός στο χωριό, οι μπουμπούνες με τους οποίους μίλησα δεν κατάλαβαν ότι αυτός που έβλεπαν να επιβιβάζεται στην άμαξα ήταν ο μαρκήσιος». «Πώς κι έτσι;» ρώτησε ο Τζακ, απλώς και μόνο για να κάνει τον Ντίκι να συνεχίσει να μιλάει. Είχε ήδη καταλάβει προς τα πού πήγαινε αυτή η ιστορία. Στο κάτω κάτω, μήπως δεν ήταν μέρος και της δικής του εκπαίδευσης το πώς να περνάει απαρατήρητος ακόμα και από χωρικούς που τον έβλεπαν σχεδόν καθημερινά για έναν ολόκληρο χρόνο; «Α, αυτό. Ναι, ε, περιέγραψαν τον επιβάτη μάλλον ως μέλος του κλήρου. Ξέρεις, έναν απ’ αυτούς παράξενους, ξένους καλόγερους με τις μακριές φούστες. Οι χωρικοί είπαν ότι φορούσε ένα κομποσκοίνι στη μέση, μ’ ένα τεράστιο σταυρό να κρέμεται στη μια άκρη του, κι ένα καπέλο επίπεδο και μεγάλο σαν πιατέλα, κατεβασμένο ως τα φρύδια του. Ο καλόγερος δεν έπαυε να προσπαθεί να δώσει την ευλογία του σ’ όποιον τον πλησίαζε, κι έτσι οι καλοί χωρικοί τον απέφευγαν – αυτόν και τις καλές του προθέσεις– κρατώντας το βλέμμα τους κατεβασμένο. Περί κοστουμιού επρόκειτο, φυσικά». «Και πολύ καλού μάλιστα, αν εμφανίζεσαι μ’ αυτό εκεί που εμφανίζεσαι κάθε μέρα», είπε ο Τζακ κατανεύοντας. Το κοστούμι του μοναχού ήταν ένα από αυτά που έλειπαν από τη συλλογή στο κρυφό δωμάτιο. Υπήρχαν κι άλλα. «Συνέχισε». Μελετώντας το κρασί στο ποτήρι του, ο Τζακ άκουσε τον Ντίκι να του εξηγεί ότι πριν από δύο εβδομάδες ο ξένος είχε πιάσει ένα ιδιωτικό δωμάτιο στο Κασλ Ινν, και είχε αρχίσει να πηγαινοέρχεται χωρίς καμία κανονικότητα, εκδράμοντας κάθε τόσο, προφανώς με αντικειμενικό στόχο και σκοπό τη σωτηρία των ψυχών του πληθυσμού της περιοχής. Ωστόσο, ήταν πάντα γενναιόδωρος με τα φιλοδωρήματα


κάθε φορά που ζητούσε να μην τον ενοχλήσουν, αφού, όπως έλεγε, δεν ήθελε να τον διακόπτουν από τις προσευχές του. Μπορεί να κοιμόταν στο κρεβάτι του, μπορεί και όχι, κανείς δεν ήξερε να πει με σιγουριά. Σε γενικές γραμμές, ήταν ήσυχος και δε δημιουργούσε προβλήματα, απλώς μπαινόβγαινε, κουβαλώντας πάντα μαζί του την προαναφερθείσα πάνινη τσάντα. »Έφερνε σιγά σιγά από την έπαυλη αυτά που θα χρειαζόταν, πράγματα που έκρυβε μέσα στην τσάντα και κάτω από το ράσο του», κατέληξε ο Ντίκι, δηλώνοντας το προφανές. «Δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει να τον δουν να φεύγει από το πανδοχείο μ’ ένα ταξιδιωτικό μπαούλο, κι ούτε να βάλει κάποιον από την έπαυλη σε υποψίες. Κι έτσι, τα έκανε όλα σε δόσεις, με άκρα μυστικότητα. Και κανείς δεν τον υποψιάστηκε. Έξυπνος». Ο Γουίλ κάρφωσε άλλο ένα κομμάτι τυρί. «Αρκετά έξυπνος για να αποβιβαστεί στο αμέσως επόμενο χωριό, να νοικιάσει ένα κάρο, να φορτώσει τις αποσκευές του, κι ύστερα να ξαναπάρει το δρόμο, αυτή τη φορά με κατεύθυνση προς δυσμάς. Και, πριν ο Ντίκι μας ζαλίσει μέχρι να μας τα πει, να σε ενημερώσω συνοπτικά ότι, μετά απ’ αυτό, μία ηλικιωμένη γυναίκα που οδηγούσε ένα αγροτικό κάρο μπήκε στο επόμενο χωριό, μόνο και μόνο για να ξαναφύγει με την άμαξα των Βασιλικών Ταχυδρομείων και με νότια αυτή τη φορά κατεύθυνση, έχοντας το ταξιδιωτικό μπαούλο της στην οροφή και μια μεγάλη πάνινη τσάντα δίπλα της. Χρειάστηκε και πάλι να πληρώσει επιπλέον χρήματα για να εξασφαλίσει αυτή τη θέση, και η κίνησή του δεν πέρασε απαρατήρητη –απ’ αυτό τον θυμόταν ο κόσμος. Το Λονδίνο είναι ο προορισμός του, Τζακ. Στο Λονδίνο βρίσκεται αυτή τη στιγμή που μιλάμε». «Σαν να λέμε, δηλαδή, στην άλλη πλευρά του φεγγαριού... Πώς θα μπορέσουμε να τον ξετρυπώσουμε εκεί; Μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε. Να είναι οποιοσδήποτε». Ο Ντίκι σήκωσε το ποτήρι του κρασιού του. «Οπωσδήποτε όμως σκαρώνει κάτι πολύ πονηρό. Καθόλου δε


θα του αρέσει του Λίβερπουλ όταν του πούμε ότι τον χάσαμε». «Δεν τον χάσαμε», τον διόρθωσε το Τζακ. «Απλώς, δεν τον έχουμε βρει ακόμα. Γνωρίζουμε ήδη ότι κάποιος σαν τον Σιντζόν θα δυσκολέψει τη δουλειά μας. Η Τες λέει ότι δεν ξέρει τίποτα. Και, έτσι όπως ο πατέρας της ξεγλίστρησε... σε δόσεις από το σπίτι, τείνω να την πιστέψω». Ο Γουίλ σηκώθηκε πάνω, με το στιλέτο του να έχει ήδη εξαφανιστεί στο εσωτερικό της μπότας του. «Εντάξει, λοιπόν, φύγαμε για Λονδίνο. Έτσι κι αλλιώς, δεν τρελαινόμουν στην ιδέα να διανυκτερεύσω σε τούτο το ξεχασμένο απ’ το Θεό μέρος, όχι όταν οι απολαύσεις της Σεζόν μαζί με μια ντουζίνα προσκλήσεις μάς περιμένουν στο Μέιφερ. Εμάς, αλλά όχι εσένα, Τζακ. Χίλια συγνώμη». «Και τα χίλια δεκτά», είπε ο Τζακ καθώς σηκωνόταν κι εκείνος. «Η καλή κοινωνία σπάνια απευθύνει προσκλήσεις σε μπάσταρδους. Παρ’ όλ’ αυτά, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν πρόκειται να σας ξεφορτωθώ. Θα συναντηθούμε σε δύο μέρες στο σπίτι της Χαφ Μουν Στρητ. Έχετε το νου σας για το συνηθισμένο σήμα που θα επιβεβαιώνει ότι βρίσκομαι εκεί». «Άλλοι στη θέση σου, ξέρεις, απλώς θα είχαν ξαναβάλει το ρόπτρο στην πόρτα», επισήμανε ο Ντίκι. «Όλη αυτή η δουλειά με το άνοιξε-κλείσε της κουρτίνας... όσο να ’ναι, μπορεί να σε μπερδέψει». «Ο Μπλακ Τζακ μας δε διαφημίζει την παρουσία του, ούτε ανακοινώνει τα πηγαινέλα του όπως κάνεις εσύ», είπε ο Γουίλ, δίνοντας μια μαλακή σπρωξιά στον κοντό και παχουλό Ντίκι προς την κατεύθυνση του διαδρόμου. «Θα κάνεις άλλη μια προσπάθεια με την κόρη, Τζακ; Θα τη ρίξεις στο κρεβάτι για το καλό του Στέμματος, ή απλώς για λίγη διασκέδαση; ότι και να ’ναι, καλά θα κάνεις, και μπράβο σου». «Συγνώμη, Τζακ», απολογήθηκε ο Ντίκι για λογαριασμό του Γουίλ. «Ο φίλος μας από δω μπορεί να είναι νόστιμο παιδί, αλλά φέρεται απαράδεκτα, και όχι μόνο στο τραπέζι. Πάμε, Γουίλ, πριν ο Τζακ σου ανοίξει αυτή τη μύτη που τόσο σου αρέσει να χώνεις παντού».


Ο Τζακ είχε ήδη προσπεράσει και τα δύο πονηρά σχόλια του Γουίλ. Στα είκοσι οχτώ χρόνια της ζωής του, είχε μάθει να αγνοεί πολλά, αφού, στην αντίθετη περίπτωση, θα είχε περάσει τη μισή απ’ αυτή τη ζωή ξυλοφορτώνοντας τον κόσμο. Όπως είχαν τα πράγματα, και μέχρι να ενηλικιωθεί, ο Τζακ είχε ήδη φροντίσει να έχει αρκετά τέτοια μπλεξίματα ώστε να τραβήξει τελικά την προσοχή του μαρκησίου Ντε Φοντέν, ο οποίος του είχε δείξει μία εναλλακτική διέξοδο τόσο για το γρήγορο μυαλό του όσο και για την επιθετική φύση του· έναν άλλο δρόμο που, τελικά, μάλλον τον είχε σώσει από τα χειρότερα. «Δε χρειάζεται να σας πω ότι πρέπει ν’ αρχίσετε από το Μπουλ εντ Μάουθ. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του Σιντζόν είναι η έλλειψη πόρων, και γι’ αυτό πήρε μαζί του τα εργαλεία του αντί να τα αγοράσει όταν θα έφτανε στον προορισμό του. Το δεύτερο πρόβλημά του είναι η αδυναμία του, σωματική και όχι πνευματική. Κάποιος στο Μπουλ εντ Μάουθ πρέπει να τον βοήθησε με το μπαούλο του, αφού σίγουρα ο Σιντζόν δεν μπορούσε να το μεταφέρει μόνος του από τη μια άκρη του Λονδίνου στην άλλη. Ο μαρκήσιος μας άφησε κάποια ίχνη, κύριοι, τα οποία είμαι σίγουρος ότι έχει ήδη φροντίσει να σβήσει, εφαρμόζοντας στο Λονδίνο την ίδια τακτική της σταδιακής μεταφοράς των υπαρχόντων του που είχε εφαρμόσει και εδώ. Της μεταφοράς τους χωρίς το μπαούλο. Είμαι βέβαιος ότι ο μαρκήσιος βρίσκεται ήδη στην κρυψώνα του. Αλλά, εσείς ξεκινήστε με το μπαούλο. Βρείτε αυτό, και συνεχίζουμε από εκεί». «Εντάξει, Τζακ, σωστό το σχέδιο. Κι αν τον βρούμε όσο εσύ παίζεις ακόμα με την κό...» Ο Γουίλ άφησε τη φράση του ανολοκλήρωτη, σπεύδοντας να διορθώσει: «Αν τον βρούμε όσο εσύ ψάχνεις για στοιχεία εδώ; Θα τον προσεγγίσουμε ή θα περιμένουμε εσένα; Μου αρέσει η ιδέα να τον έχουμε στο σαλόνι σου έτοιμο, να σε περιμένει μ’ ένα ωραίο φιόγκο δεμένο στο λαιμό. Ο χορός της λαίδης Σέφτον, ξέρεις, είναι την Παρασκευή που μας έρχεται, και, μία το ένα μία το άλλο, έχω ήδη χάσει τις μισές αναθεματισμένες συγκεντρώσεις της Σεζόν. Ας πάνε στα


κομμάτια και ο Λίβερπουλ και ο μαρκήσιος του. Μας είχαν υποσχεθεί ότι θα μας άφηναν να ξεκουραστούμε λίγο μετά από την τελευταία, εκπληκτική επιτυχία μας». Ο Τζακ ήταν συνηθισμένος στην γκρίνια του Γουίλ, γνωρίζοντας πως αυτό που λάτρευε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στη δουλειά τους ήταν οι καταμέτωπο συγκρούσεις. Αυτό που τον κούραζε αφάνταστα ήταν το κυνήγι του θηράματος, οι απαραίτητοι ελιγμοί και οι ίντριγκες, ειδικά όταν αυτές οι τελευταίες δεν τελεσφορούσαν σε μία ωραία, χορταστική αναμέτρηση. Την οποία, στη συγκεκριμένη υπόθεση, μάλλον δε θα είχε τη χαρά να απολαύσει. Αυτή τη φορά, είχαν να κάνουν μ’ ένα γέρο άνθρωπο, τον οποίο είτε θα έπιαναν και θα ξανάφερναν στο μαντρί, είτε θα έστελναν χωρίς καμία απολύτως δυσκολία στα θυμαράκια. Τι το διασκεδαστικό υπήρχε σ’ αυτό; «Απλώς βρείτε τον, κύριοι, ή, τουλάχιστον, βρείτε κάποιο ίχνος του, κι αφήστε τα υπόλοιπα σ’ εμένα», είπε ο Τζακ, συνοδεύοντάς τους στο προαύλιο του πανδοχείου και περιμένοντας μαζί τους την άφιξη των αλόγων τους. «Στο κάτω κάτω, εσείς οι δυο έχετε άλλα πράγματα να κάνετε – φαντάζομαι ότι οι κυρίες θα σας περιμένουν με ανυπομονησία». «Μόνο τον Γουίλ», είπε ο Ντίκι αναστενάζοντας. «Εμένα τι να με κάνουν, χοντρός και άφραγκος καθώς είμαι;» «Δεν έχεις παρά να μείνεις κοντά μου, Ντίκι, φίλε μου. Θα σου πετάξω τ’ αποφάγια μου», αστειεύτηκε ο Γουίλ. Τα αστεία συνεχίστηκαν μέχρι ο ιπποκόμος να σελώσει τα άλογα και να τα φέρει στο προαύλιο, και ο Τζακ έμεινε εκεί που ήταν ώσπου ο Ντίκι και ο Γουίλ τα καβαλίκεψαν και βγήκαν στο δρόμο. Ανυπομονούσε να τους δει να φεύγουν, αν και είχε φροντίσει να το κρύψει. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχαν λειτουργήσει σαν σφιχτοδεμένη ομάδα, μια ατρόμητη τετράδα αλιτήριων –και τώρα δυστυχώς τριάδα–, με τον Τζακ να κατέχει τη θέση του αναγνωρισμένου αρχηγού. Στην αρχή, η ομάδα λειτουργούσε καλά. Ο Γουίλ άφηνε ευχαρί-


στως στα χέρια του αρχηγού το μεγαλύτερο μέρος του σχεδιασμού αφού, όπως ισχυριζόταν, η πολλή σκέψη τον κούραζε. Τώρα τελευταία, όμως, ο Τζακ είχε διακρίνει μία ολοένα αυξανόμενη δυσφορία από μέρους του Γουίλ γι’ αυτόν το διακανονισμό, και μία επίσης αυξανόμενη ανάγκη για βία, κενό που είχε αφήσει η λήξη των εχθροπραξιών με τη Γαλλία. Και ο Τζακ είχε αρχίσει να νιώθει μια αυξανόμενη νευρικότητα μετά από το θάνατο του Χένρι. Ο βαρόνος Χένρι Σάτον ήταν ότι κοντινότερο σε φίλο είχε ποτέ του, και ο χαμός του είχε αφήσει μέσα του ένα κενό το οποίο ο Τζακ δε βιαζόταν να αναπληρώσει. Με τον Χένρι, ο Τζακ δεν ήταν ποτέ ο μπάσταρδος γιος του μαρκησίου του Μπλάκθορν· ήταν απλώς ένας άνδρας, ίσος με οποιονδήποτε άλλον. Ο Ντίκι ήταν καταδεκτικός κι ευγενικός, δεν ανήκε όμως στο είδος των ανθρώπων με τους οποίους μπορούσες να καθίσεις ως το πρωί και να μιλήσεις για τα πάντα, από λογοτεχνία και θρησκεία μέχρι την ατέρμονη αναζήτηση της απάντησης στο υπαρξιακό ερώτημα του γιατί βρίσκεται το ανθρώπινο γένος πάνω στη γη, και για ποιο σκοπό. Ο Χένρι ήξερε πράγματα για τα χρόνια της μαθητείας του Τζακ δίπλα στον Σιντζόν, και για την ιστορία του με την Τες επίσης, τα οποία δε γνώριζε κανένας άλλος. Ο Τζακ νοσταλγούσε τη συντροφιά του κι εκείνη τη σιωπηλή κατανόηση που υπήρχε ανάμεσά τους, παρ’ ότι είχε εκπλαγεί ανακαλύπτοντας πρόσφατα ότι οι δεσμοί με τους αδελφούς του, τον Μπο και τον Πουκ –δεσμοί που ο ίδιος είχε πασχίσει στο παρελθόν να αποθαρρύνει–, εξακολουθούσαν όχι μόνο να υπάρχουν αλλά και να είναι δυνατοί. Και τώρα ο Σιντζόν. Και η Τες. Και οι δύο είχαν επιστρέψει χωρίς καμιά προειδοποίηση στη ζωή του. Ο μέντορας. Και η ερωμένη. Ο Τζακ ένιωθε εκτός ισορροπίας, αβέβαιος. Είχε αρχίσει ν’ αναρωτιέται πού είχε οδηγήσει τη ζωή του και να σκέφτεται το μέλλον. Ποτέ πριν δεν είχε σκεφτεί το μέλλον. Μόνο το παρόν. Ποτέ του δε νοιαζόταν. Γι’ αυτό ήταν τόσο καλός στη δουλειά του.


Με τον Μπο, όμως είχε νοιαστεί. Και με τον Πουκ επίσης. Μετά το λάθος με την Τες, είχε ορκιστεί να μην ξαναμπλέξει ποτέ τα συναισθήματά του με τη δουλειά του, ωστόσο, με τους αδελφούς του είχε κάνει ακριβώς αυτό. Και είχε κινδυνεύσει να χάσει τον έναν. Όπως είχε χάσει τον Χένρι. Είχε έρθει η ώρα να τελειώνει αυτή η ιστορία. Να τελειώσουν όλα. Δεν ήταν πια κατάλληλος γι’ αυτή τη δουλειά. Ο Ντίκι όχι μόνο απολάμβανε την έξαψη του κινδύνου, αλλά είχε ανάγκη και τα χρήματα που του προσέφερε το Στέμμα για τις υπηρεσίες του. Ο Γουίλ λάτρευε όσο τίποτα να δοκιμάζει ξανά και ξανά τις ικανότητές του – πόσο γρήγορα και επιδέξια μπορούσε να αποδώσει δικαιοσύνη με το στιλέτο του–, ίσως στον υπερθετικό βαθμό. Στα μάτια του Τζακ, ωστόσο, και ειδικά τώρα που ο πόλεμος είχε τελειώσει, η μικρή ομάδα τους είχε αρχίσει να φαντάζει σαν μία ακόμα συμμορία πληρωμένων δολοφόνων που είχαν ως μοναδική αποστολή και ευθύνη να γλιτώνουν την κυβέρνηση από δυσάρεστες καταστάσεις και ανθρώπους. Από ανθρώπους όπως ο Σιντζόν, ο οποίος γνώριζε υπερβολικά πολλά για τον Λίβερπουλ και τον κύκλο του: η αλήθεια ήταν ότι, όσο ο μαρκήσιος βρισκόταν εν ζωή και δρούσε ελεύθερα, οι προαναφερθέντες μεγαλοσχήμονες δεν μπορούσαν να κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια. Ναι. Ο Τζακ ήθελε να φύγει, όπως το είχε θελήσει και ο Χένρι. Οι δυο τους είχαν συζητήσει το θέμα πολλές φορές, καταλήγοντας πάντα στην παραδοχή ότι από τη στιγμή που ανήκες στο Στέμμα, όπως ανήκαν εκείνοι, δεν μπορούσες απλώς να σηκωθείς και να φύγεις. Η περίπτωση του Σιντζόν το αποδείκνυε. Από τη συνταξιοδότησή του και μετά, ο μαρκήσιος ήταν ουσιαστικά φυλακισμένος στην έπαυλή του, με το κάθε βήμα του να παρακολουθείται και να καταγράφεται. Δεν ήταν παρά ένας ηλικιωμένος άντρας, με τσακισμένο ηθικό και ουσιαστικά άχρηστος για την κυβέρνηση, παρ’ όλ’ αυτά, εξακολουθούσε να είναι ένας μαρκήσιος, ένας δικός τους άνθρωπος, και γι’ αυτό δεν τον είχαν σκοτώσει. Δε θα είχαν τέτοιους ενδοιασμούς με έναν μπάσταρδο γιο,


άγνωστο σχεδόν στην κοινωνία, και ήταν ελάχιστοι αυτοί που θα λυπούνταν αν ο μπάσταρδος επιχειρούσε να ξεκόψει από τις τάξεις τους. Και ο Τζακ ήταν σχεδόν βέβαιος ότι γνώριζε με ποιο μέσο θα φρόντιζε το Στέμμα να τελειώσει τη δουλειά, αν ερχόταν ποτέ αυτή η μέρα. Έριξε μια τελευταία ματιά στον άδειο τώρα δρόμο και ξαναμπήκε στο πανδοχείο για ένα ακόμα ποτήρι κρασί και λίγο χρόνο με τον εαυτό του. Είχε ανάγκη να σκεφτεί.


Κεφάλαιο 3 Η Τες βημάτιζε στο καθιστικό, στρίβοντας το πόδι του ποτηριού στα δάχτυλά της. Είχε αργήσει. Ο Τζακ δεν αργούσε ποτέ. Το έκανε επίτηδες τώρα, να καθυστερεί την άφιξή του, σκοπεύοντας να τεντώσει ακόμα περισσότερο τα ήδη τεντωμένα νεύρα της, θέλοντας να της ξεκαθαρίσει ότι είχε πλεονέκτημα πάνω της, από κάθε άποψη και με κάθε τρόπο. Που το είχε. Πολύ περισσότερο κι απ’ όσο μπορούσε ο ίδιος να φανταστεί. Δεν τον είχε ξεχάσει ποτέ, έβλεπε το πρόσωπό του κάθε μέρα· ήταν πάντα μαζί της. Όταν έφυγε, η Τες είχε πιστέψει ότι θα ήταν για πάντα. Ο Μπλακ Τζακ Μπλάκθορν δεν έπεφτε στα γόνατα, δε σερνόταν. Ποτέ του δε θα ικέτευε. Εκείνη του είχε επιστρέψει το δαχτυλίδι του, αυτό που φορούσε κρεμασμένο σε μια λεπτή κορδέλα στο λαιμό της, κρυμμένο από τα μάτια του πατέρα της μέχρι την ολοκλήρωση εκείνης της τελευταίας αποστολής, οπότε και το αντικατέστησε με το μενταγιόν που μέσα του έκρυβε τα πορτραίτα της μητέρας και του αδελφού της. Αυτό που είχε κάνει η Τες ήταν να αντικαταστήσει ένα χαμένο όνειρο με δύο χαμένες ψυχές. Σήμερα, ο Τζακ φορούσε το δαχτυλίδι· η Τες το είχε δει στο δείκτη του δεξιού χεριού του. Βαρύ το χρυσάφι, μεγάλη η επίπεδη οβάλ πέτρα του όνυχα, με χαραγμένο πάνω της το αρχικό του επιθέτου του. Με χαραγμένο με ένα Μπ. Μπ, όπως λέμε Μπλάκθορν· ή Μπ, όπως λέμε μπάσταρδος. Ο Τζακ είχε πει ότι δεν ήξερε τι από τα δυο αντιπροσώπευε, αφού το δαχτυλίδι ήταν δώρο από τη μητέρα του. Και παρ’ ότι η Τες τον είχε ενθαρρύνει να επεκταθεί εξηγώντας αυτή την παράξενη δήλωση, εκείνος είχε επιλέξει να στρέψει αλλού την προσοχή της με τα φιλιά του, και να μην αναφερθεί ποτέ ξανά στη μητέρα του. Δεν υπήρξε χρόνος για να το κάνει, αφού σύντομα μετά απ’ αυτό ακο-


λούθησε η μεγάλη αντιπαράθεσή τους, όταν ο Τζακ της ανακοίνωσε την αλλαγή των σχεδίων που έβαζε την ίδια στο περιθώριο της αποστολής, μακριά από κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο. Δεν υπήρξε χρόνος, γιατί υπήρχε η αποστολή. Και μετά απ’ αυτήν, δεν υπήρχε παρά η κηδεία. Και το αντίο. Να μπορούσε μονάχα να γυρίσει το χρόνο πίσω, ν’ αλλάξει το παρελθόν... Δε γινόταν όμως, κι αυτό σήμαινε ότι ούτε το μέλλον μπορούσε να αλλάξει. Υπήρχε μονάχα το τώρα, για άλλη μια φορά, υπήρχε μονάχα η αποστολή. Έπρεπε να βρουν τον πατέρα της πριν κάνει κάτι εξίσου ανεπανόρθωτο μ’ αυτό που είχε συμβεί στην τελευταία αποστολή, κάτι που δε θα μπορούσε να αλλαχτεί, να διορθωθεί, να μπαλωθεί. Κι αυτή τη φορά, εκείνη δε θα έμενε πίσω να περιμένει, ν’ ανησυχεί... να θρηνεί. Πόσο της έλειπε ο Ρενέ. Είχαν μοιραστεί τη μήτρα της μητέρας τους, είχαν μοιραστεί τη ζωή τους, πάντα μαζί, σχεδόν σιαμαίοι, βρίσκοντας παρηγοριά και προστασία ο ένας στον άλλο όσο ο πατέρας τους έλειπε –και έλειπε συχνά–, προσπαθώντας να κερδίσουν την προσοχή του κάθε φορά που βρισκόταν σπίτι. Παρ’ ότι η Εμιλί μιλούσε μόνο γαλλικά, ο μαρκήσιος επέμενε να μιλούν τα παιδιά του μόνο αγγλικά όταν εκείνος ήταν παρών. Η Τες και ο Ρενέ ήταν περιορισμένοι στο χώρο της έπαυλης, με μόνη συντροφιά ο ένας τον άλλο και τον Ρούπερτ, το δάσκαλο των αγγλικών, ο οποίος δίδασκε με πολύτιμο βοηθό μια βίτσα από ξύλο σημύδας. Τη χρησιμοποιούσε συχνότερα στον Ρενέ, ως την ημέρα που η Τες είχε πηδήξει στην πλάτη του Ρούπερτ και τον είχε δαγκώσει στο αυτί, το οποίο και θα είχε κόψει, αν ο κάτοχός του καθυστερούσε λίγο ακόμα να την απομακρύνει. Τότε η Τες ήταν δέκα χρονών. Όταν ο πατέρας της έμαθε για το επεισόδιο, την επαίνεσε για πρώτη φορά στη ζωή της. Μετά όμως, μ’ εκείνο τον ήρεμο αλλά θανάσιμο τρόπο του, είχε επιπλήξει τον Ρενέ για το ότι υπέκυψε στη βίτσα του δασκάλου του,


υποχρεώνοντας την αδελφή του να επέμβει. Αυτή η επίπληξη έκλεψε από την Τες όλη τη χαρά της νίκης. Έπειτα κι απ’ αυτό, ο μαρκήσιος προσέλαβε έναν καινούριο δάσκαλο αγγλικών ο οποίος αποδείχτηκε δυο φορές πιο αυστηρός από τον Ρούπερτ, και, τελικά, η εκπαίδευση της Τες ανατέθηκε σε μια σειρά Αγγλίδων νταντάδων. Ο διάδοχος του Ρούπερτ απολύθηκε την ημέρα που ο Ρενέ άρπαξε το χέρι του δασκάλου του – αυτό που κρατούσε το στειλιάρι–, το έστριψε πίσω απ’ την πλάτη του, και τον κοπάνησε με το κεφάλι πάνω στη μασίφ δρύινη πόρτα του δωματίου διδασκαλίας. Ο Ρενέ ήταν δεκαπέντε χρονών τότε, και του είχε πάρει πέντε ολόκληρα χρόνια να βρει το θάρρος που η αδελφή του είχε επιδείξει στην ηλικία των δέκα – γεγονός το οποίο ο πατέρας τους δεν παρέλειψε να επισημάνει. Ο μαρκήσιος δεν ήταν ευχαριστημένος με τίποτα. Αν διέψευδες τις προσδοκίες του, το ύφος και η σιωπηλή αποδοκιμασία του ήταν δέκα φορές χειρότερη κι απ’ το χειρότερο ξυλοφόρτωμα. Αν έκανες κάτι σωστό, το πιθανότερο ήταν να μην ακούσεις κανέναν απολύτως έπαινο, ακόμα κι αν τον άκουγες, όμως, σίγουρα θα συνοδευόταν από μια επισήμανση των αδυναμιών σου –κοντολογίς, κάθε επιβράβευση, κάθε φιλοφρόνηση του μαρκησίου ήταν σαν ρόδο γεμάτο αγκάθια. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Ρενέ και η Τες είχαν ως μοναδικό σκοπό της ζωής τους να κρατούν τον πατέρα τους ικανοποιημένο. Μετά την απόλυση και του δεύτερου δασκάλου των αγγλικών, ο Ρενέ προσποιήθηκε ενδιαφέρον για τα μαθήματα που ανέλαβε να του κάνει ο ίδιος ο μαρκήσιος, παρ’ ότι γρήγορα έγινε σαφές ότι αυτή που είχε τη μεγαλύτερη έφεση, και η οποία το αποδείκνυε κάθε φορά που ο αδελφός της μοιραζόταν μαζί της τις νέες του γνώσεις, ήταν η Τες. Ο Ρενέ προτιμούσε να διαβάζει ποίηση· η Τες προτιμούσε να στέκει μπροστά στον καθρέφτη κρατώντας ένα βιβλίο στρατιωτικών τακτικών και να εξασκείται στην ανάποδη ανάγνωση. Στον Ρενέ άρεσε το φλάουτο· η Τες, πάλι, χρησιμοποιώντας τα λίγα εργαλεία που της δάνειζε ο αδελφός της, προτιμούσε να ασχολείται με πιο ανδρικές δραστηριότητες, όπως ήταν


το άνοιγμα των κλειδαριών της έπαυλης. Για κάθε μία ώρα που ο Ρενέ περνούσε κάνοντας μάθημα με τον πατέρα του, περνούσε δύο με την Τες, διδάσκοντας της ότι είχε μάθει, ώσπου η μαθήτρια όχι μόνο να εμπεδώσει τις διδαχές αλλά και να ξεπεράσει τον ίδιο το δάσκαλο. Τελικά, ο μαρκήσιος την τσάκωσε μια μέρα που έκαναν με τον Ρενέ εξάσκηση στην ξιφασκία χωρίς κανείς από τους δύο να προσέξει ότι από το ξίφος του Ρενέ έλειπε το προστατευτικό κάλυμμα. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που ο μαρκήσιος την είχε κοιτάξει με κάτι που πλησίαζε πολύ την επιδοκιμασία, καθώς έδενε το μαντίλι του γύρω από το μπράτσο της και τη διέταζε να δανειστεί ένα πουκάμισο κι ένα παντελόνι από τον Ρενέ, να τα φορέσει, και να έρθει αμέσως να τον βρει στον κήπο. Όταν η Τες το έκανε, ο μαρκήσιος της είχε πετάξει το ξίφος της και είχε πιάσει το δικό του. Η Τες διέπρεπε, και το ήξερε, παρ’ ότι ο πατέρας της δεν την επιδοκίμασε ποτέ για όλες αυτές τις δεξιότητες που κατάφερε να αναπτύξει και να κατακτήσει στα χρόνια που ακολούθησαν. Η επιτυχία της όμως της είχε κοστίσει ένα κομμάτι του αδελφού της, και της κοινής επιθυμίας τους να ευχαριστήσουν το μαρκήσιο. Ο Ρενέ δεν παραπονέθηκε ποτέ, δεν είπε ποτέ τίποτα, η Τες όμως ήξερε. Ο αδελφός της προσπαθούσε, προσπαθούσε σκληρά, αλλά δεν ήταν γεννημένος για να βιώσει την έξαψη που κυρίευε την Τες όταν πηδούσε με τ’ άλογό της ένα ψηλό εμπόδιο ή όταν κατάφερνε να καρφώσει ένα μαχαίρι στο κέντρο ενός στόχου. Και, επιπλέον, δεν υπήρχε τίποτε το λαθραίο στις ενέργειες ή τις σκέψεις του. Εκείνος ήταν γιος της μητέρας του, ήπιος και τρυφερός. Εκείνη ήταν κόρη του πατέρα της, εύστροφη, συνεπαρμένη από την ίντριγκα και όσα τη συνόδευαν. Ήταν όμως κάτι παραπάνω από απλή αγάπη για το παιχνίδι, ή ακόμα και από το διαρκή αγώνα να ευχαριστήσουν τον πατέρα τους. Ο Ρενέ δεν μπορούσε να το ξέρει, αλλά η Τες αισθανόταν ότι ήταν καθήκον της να τον προστατεύει, ακριβώς όπως είχε κάνει πριν από χρόνια με τον Ρούπερτ. Όλο και πιο πολύ, έπαιρνε τη θέση του στις ήσσονος δυ-


σκολίας αποστολές του μαρκησίου, ο οποίος σύντομα έφτασε στο σημείο να τη συμπεριλαμβάνει στο σχεδιασμό των αποστολών όπου συμμετείχαν και οι τρεις τους, αναθέτοντας παράλληλα στον Ρενέ το μικρότερο ρόλο, κρατώντας τον ασφαλή στο παρασκήνιο. Μέχρι που εμφανίστηκε ο Τζακ. Η συμπερίληψη του Τζακ άλλαξε τα πάντα. Επιτέλους, ο μαρκήσιος είχε βρει τον ιδανικό μαθητή – ταλαντούχο, και... αρσενικό. Η Τες τον μίσησε για την εισβολή του στη ζωή τους. Τον παρακολουθούσε αηδιασμένη να μαθαίνει μέσα σε λίγους μήνες αυτά που εκείνη είχε μάθει σε χρόνια, κι ύστερα να κάνει αυτό που η ίδια είχε κάνει με τον Ρενέ: να ξεπερνάει με τις ικανότητες και το κοφτερό του μυαλό τον ίδιο του το δάσκαλο. Η Τες τον φθονούσε για την εμπιστοσύνη που του έδειχνε ο μαρκήσιος, και υπέφερε σιωπηλά βλέποντας τον Ρενέ να ανακηρύσσει το διάδοχό τους σε ήρωα, σε έναν αξιοθαύμαστο και αξιοζήλευτο μικρό θεό. Είχε πολεμήσει τον Τζακ για παραπάνω από ένα χρόνο, ώσπου η συναρπαγή της μ’ αυτόν το μοναδικό άνδρα να υπερκεράσει το φθόνο της για τη θέση που είχε καταφέρει να πάρει στην καρδιά του πατέρα της. Από τη στιγμή που έγινε αυτό, η Τες άρχισε να τον παρακολουθεί με διαφορετικό τρόπο: όχι πια με ζήλια, αλλά με αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον Τζακ ως άνδρα. Έναν άνδρα σκοτεινά μυστηριώδη, ακαταμάχητα όμορφο, τα σπάνια χαμόγελα του οποίου αφύπνιζαν μέσα της παράδοξα, υπέροχα συναισθήματα. Για μήνες και μήνες, οι δυο τους συνέχισαν αυτόν το χορό, γνωρίζοντας καλά ότι μεταξύ τους υπήρχαν ανοιχτοί λογαριασμοί, μια αυξανόμενη δίψα που αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να κορεστεί. Και, Μεγαλοδύναμε, πώς είχαν ξεδιψάσει... Η Τες ήπιε μία ακόμα γουλιά κρασί, ελπίζοντας ότι με κάποιον τρόπο θα την ηρεμούσε. Το απόγευμα της είχε φανεί ολόκληρος αιώνας, και στη διάρκεια αυτών των ατελείωτων ωρών της αναμονής, είχε αλλάξει γνώμη για το λευκό μεταξωτό φόρεμα. Δεν είχε νόημα να τιμωρήσει τον Τζακ, να τιμωρήσει τον εαυτό της. Στάθηκε μπροστά


στον καθρέφτη πάνω από την κονσόλα του τοίχου και επιθεώρησε το είδωλό της που αντιφέγγιζε στο φως των κεριών. Το φόρεμά της ήταν η προσωποποίηση της απλότητας, τόσο απλό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σεμνό αν το λεπτό, απαλό μετάξι στο χρώμα της ροζ ορχιδέας δε διέγραφε με τέτοια σκανδαλιστική λεπτομέρεια το στήθος και τον κορμό της και δε γλιστρούσε τόσο απαλά πάνω στους γοφούς της όταν περπατούσε, κάνοντας προφανές το γεγονός ότι η κάτοχός του δε φορούσε εσώρουχα. Ακόμα και οι σεμνές, φαρδιές τιράντες του ήταν καμωμένες από την πιο λεπτή, την πιο διάφανη δαντέλα που υπήρχε. Αυτή η συγκεκριμένη τουαλέτα την κάλυπτε πολύ περισσότερο από την πλειονότητα όσων υπήρχαν στην γκαρνταρόμπα της και, παρ’ όλ’ αυτά, στο εξασκημένο μάτι, η Τες ήταν σχεδόν γυμνή. Το μάτι του Τζακ ήταν άριστα εξασκημένο. Μια τριπλή σειρά κρυστάλλινες χάντρες αγκάλιαζε το λαιμό της, και τα μαλλιά της έπεφταν ελεύθερα στους ώμους της. Ανέκαθεν του άρεσε να βυθίζει το κεφάλι του στα μαλλιά της, ή να τα κρατάει σφιχτά στην παλάμη του όταν τραβούσε το κεφάλι της προς τα πίσω για να φιλήσει το λακκάκι του λαιμού της. Και ότι υπήρχε παρακάτω. Η Τες το είχε κάνει υπερβολικά εύκολο γι’ αυτόν –το μόνο που έλειπε ήταν μια γραπτή πρόσκληση. Αλλά δε γινόταν να τον απωθεί και ταυτόχρονα να καταφέρει να τον πείσει ότι έπρεπε να την πάρει μαζί του όταν θα ξεκινούσε να βρει το μαρκήσιο. Όχι, αυτό που χρειαζόταν η Τες, ακόμα πιο πολύ κι απ’ το να βρει τον πατέρα της, ήταν να κινητοποιήσει τον Τζακ, να τον διώξει από δω, να διώξει και τους δυο τους όσο πιο μακριά από την έπαυλη γινόταν, το συντομότερο δυνατόν. Τώρα είχε ξεκαθαρίσει τις προτεραιότητές της, και η αντιπαλότητα με τον Τζακ δε χωρούσε στο μείγμα αυτών των προτεραιοτήτων, όχι όταν ήταν τόσο σημαντικό να βρεθεί ο πατέρας της, όχι όταν ήταν τόσο σημαντικό να είναι η ίδια παρούσα όταν ο Τζακ θα τον έβρισκε. Η Τες


δεν μπορούσε να ξέρει πόσο είχε αλλάξει ο εραστής της αυτά τα τέσσερα χρόνια, κι αν θα τολμούσε τελικά να εκτελέσει τον μέντορά του ακολουθώντας τις εντολές του Στέμματος. Αυτό που την είχε σοκάρει περισσότερο απ’ όλα όταν το συνειδητοποίησε ήταν ότι δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε και η ίδια αν ο Τζακ το επιχειρούσε. Δεν ήξερε πια τι ένιωθε για τον πατέρα της. Το μόνο που ήξερε η Τες ήταν ότι δεν μπορούσε ν’ αφήσει τον Τζακ μόνο του. Όπου πήγαινε, θα πήγαινε μαζί του, ή θα τον ακολουθούσε. Αυτό δεν μπορούσε να μην το ξέρει ο Τζακ, οπότε τι πιο λογικό απ’ το να ταξιδέψουν μαζί. Θα τον αντάμειβε για τον κόπο του –η Τες ήταν απόλυτα έτοιμη να του το αποδείξει. Την ήθελε· αυτό ήταν το ένα πράγμα που δεν είχε αλλάξει στα τέσσερα χρόνια της απομάκρυνσής τους. Απόψε θα του έδινε αυτό που ήθελε, κι εκείνος θα ανταπέδιδε αύριο, παίρνοντάς τη να φύγουν μαζί απ’ το σπίτι. Η ισχνή σύνταξη που έπαιρνε ο πατέρας της από την κυβέρνηση είχε αναγκάσει εδώ και πάρα πολύ καιρό το μαρκήσιο να αποποιηθεί τις δαπανηρές υπηρεσίες ενός μπάτλερ, κι αφού ο Τζακ δε χτυπούσε ποτέ την πόρτα και κινούνταν τόσο λαθραία όσο και ένας γάτος σε κυνήγι κουνελιού, η Τες κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να μη μορφάσει όταν ο Τζακ παρουσιάστηκε αιφνιδιαστικά στο δωμάτιο. Περίμενε να τον δει με την άψογη λονδρέζικη περιβολή του, ο Τζακ όμως δεν είχε μπει στον κόπο να ακολουθήσει τυπικότητες που ήταν επιβεβλημένες στην πόλη. Όχι, απόψε ο Τζακ ήταν ο σκοτεινός και επικίνδυνος πειρατής που η Τες γνώριζε καλά, ντυμένος στα κατάμαυρα, μ’ ένα χωρίς γιακά και ιδιαίτερα στολίδια πουκάμισο, με φαρδιά μανίκια και ανοιχτό στο λαιμό, και εφαρμοστό παντελόνι που αναδείκνυε τη λεπτή μέση, τους στενούς γοφούς και τα μυώδη, μακριά και ολόισια πόδια του. «Τι σχεδιάζεις γι’ απόψε Τζακ; Ν’ ανοίξεις το σπίτι του τσιφλικά της περιοχής για να κλέψεις κυβερνητικά μυστικά;» τον ρώτησε, δείχνο-


ντας την περιβολή του με μια πληθωρική χειρονομία. «Ή μήπως, απλώς και μόνο για εξάσκηση, να απαλλάξεις κάποιους ταξιδιώτες από τα πολύτιμα υπάρχοντά τους σταματώντας άμαξες στον κεντρικό δρόμο, όπως έκανες όταν σε πρωτοβρήκε ο μπαμπάς;» Ο Τζακ την πλησίασε χωρίς να πει λέξη, κι έκανε έναν ολόκληρο κύκλο γύρω της πριν σταματήσει μπροστά της, με το σώμα του να απέχει εκατοστά από το δικό της. Στο καυτό βλέμμα του, και κάτω από το λεπτό ύφασμα της τουαλέτας της, η Τες ένιωσε τις θηλές της να σκληραίνουν. Δεν την άγγιξε, εκείνη όμως αισθανόταν ήδη τα χέρια του πάνω της. «Κι εσύ, Τες; Εσύ φαίνεσαι έτοιμη για μια νυχτερινή διαδρομή. Θα παρακάμψουμε το δείπνο;» Ήθελε σαν τρελή να χαστουκίσει αυτό το όμορφο, χαμογελαστό πρόσωπο. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει που έπαιρνε λίγο από το αίμα του πίσω για τον τρόπο με τον οποίο του είχε φερθεί όταν τη φίλησε. Άπλωσε τολμηρά το χέρι κι έκλεισε την παλάμη της γύρω απ’ το φύλο του. «Α, ναι. Υποθέτω πως ναι. Το δρόμο τον ξέρεις». Είδε τα μάτια του να σκουραίνουν, κι άφησε την παλάμη της να συρθεί στη λεκάνη του καθώς τον προσπερνούσε με κατεύθυνση τις σκάλες. Το στόμα της είχε στεγνώσει, η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Δε θα τη συγχωρούσε ποτέ αν ανακάλυπτε τα πραγματικά σχέδιά της... αυτό όμως δε θα γινόταν. Ο Τζακ έπρεπε να φύγει από δω και να μη γυρίσει ποτέ. Κι όταν, αφού έβρισκαν τον πατέρα της, εκείνη του έδειχνε την πόρτα, όταν του έλεγε ότι το μόνο που είχε κάνει ήταν να τον χρησιμοποιήσει, ο Τζακ δε θα γυρνούσε ποτέ πια. Ήταν πολύ πιο περήφανος απ’ όσο άφηνε να φανεί. Όταν αυτή η ιστορία τελείωνε, θα τέλειωναν κι οι δυο τους. Ξανά. Έτσι θα γινόταν. Έτσι έπρεπε να γίνει. Γιατί η Τες ήταν αποφασισμένη να μη χάσει άλλον άνθρωπο εξαιτίας του Μπλακ Τζακ Μπλάκθορν. Μόνο τον εαυτό της. Άφησε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας της ανοιχτή πίσω της και


πήγε να σταθεί στη μέση του δωματίου, περιμένοντας τον Τζακ να έρθει κοντά της, να πάρει αυτό που ήθελε. Αυτό που ήθελε κι εκείνη. Δεν μπορούσε να κοροϊδεύει τον εαυτό της. Όχι από τη στιγμή που η ανάσα της είχε ήδη κοπεί, που το σώμα της είχε σημάνει συναγερμό περιμένοντας το άγγιγμά του. Αυτός τη είχε κάνει έτσι, δείχνοντάς της το δρόμο για απολαύσεις που η ίδια δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι υπήρχαν, παίρνοντάς τη σε μέρη όπου δεν είχε ξαναπάει ποτέ από τότε, και στα οποία λαχταρούσε να ξαναβρεθεί. Η ανάσα της κόπηκε στο άκουσμα της πόρτας του δωματίου της που έκλεινε με πάταγο. Ο Τζακ την πλησίασε από πίσω, την έπιασε απ’ τους ώμους και τη γύρισε απότομα προς το μέρος του. «Νομίζεις ότι χάζεψα, Τες; Ή ότι έχεις να κάνεις με κανένα παιδαρέλι τυφλωμένο από λαγνεία; Έλα μαζί μου, πλάγιασε μαζί μου, υπέκυψε στα μάγια μου, κάνε αυτό που θέλω. Αυτό ήταν όλο κι όλο που είχαμε εμείς οι δυο; Έτσι με θυμάσαι; Για όνομα του Θεού, κυρά μου, τόσο απελπισμένη είσαι;» Η Τες τον κοίταξε ανασηκώνοντας προκλητικά το πιγούνι. «Νόμιζα ότι σήμερα το μεσημέρι ξεκαθάρισες πέρα από κάθε αμφιβολία τι είναι αυτό που θέλεις από μένα. Και θεώρησε το ως ανταλλαγή, Τζακ, όχι ως συνθηκολόγηση –για κανέναν από τους δυο μας. Εγώ θα σου δώσω αυτό που θέλεις, κι εσύ θα μου δώσεις αυτό που θέλω». Άφησε τα χέρια του να πέσουν στο πλάι. «Και τι θέλεις, Τες; Τι θεωρείς ότι αξίζει τον κόπο αυτής της ανταλλαγής;» «Να έρθω μαζί σου», είπε, ανιχνεύοντας την αντίδραση στα μάτια του. «Μπορώ να βοηθήσω». «Να βοηθήσεις; Γιατί αμφιβάλλω γι’ αυτό, Τες; Δεν έχω ξεχάσει ότι ήσουν το οριακά αποτελεσματικό, εκπαιδευμένο μαϊμουδάκι του Σιντζόν. Τον πατέρα σου κυνηγάω, και δεν έχω καμιά απολύτως πρόθεση να χάνω το χρόνο μου κοιτάζοντας διαρκώς πίσω απ’ την πλάτη μου, ούτε καν για την ευχαρίστηση να σε ξαπλώσω στη δική σου».


Η Τες αγνόησε το εσκεμμένα χονδροειδές σχόλιό του. «Δε θα τον σκότωνες, ακόμα κι αν σε είχαν διατάξει τ’ αφεντικά σου να το κάνεις». «Αλήθεια; Είσαι σίγουρη; Ωραία, τότε, μείνε εδώ, κι εγώ θα σου τον φέρω». Η Τες απομακρύνθηκε από κοντά του οπισθοχωρώντας και πήγε ν’ ακουμπήσει στο πλαϊνό του κρεβατιού με τον ουρανό. Θα δοκίμαζε άλλη προσέγγιση. «Ας είμαστε ειλικρινείς, Τζακ –δεν είναι προτιμότερο αυτό; Θυμάμαι το άρθρο στην εφημερίδα που πήρες μαζί σου φεύγοντας το μεσημέρι. Ο πατέρας μου κυνηγάει τον Τσιγγάνο, κι εσύ επίσης. Δεν είστε όμως οι μόνοι που έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς μ’ αυτό το τέρας. Το τέρας που σκότωσε τον αδελφό μου». Τα μάτια του Τζακ σκοτείνιασαν. «Έτσι λες; Νόμιζα ότι εσύ κι ο πατέρας σου ρίχνατε όλο το βάρος αυτού του φόνου στις πλάτες μου. Πήρα άφεση λοιπόν; Πόσο μ’ ανακουφίζεις! Αντίο, Τες. Σε ευχαριστώ για την ευγενική προσφορά σου, και σε αναθεματίζω για τα ψέματά σου!» Έκανε ένα και μοναδικό βήμα προς το μέρος του. Αν ο Τζακ έβγαινε στο δρόμο πριν προλάβει να τον σταματήσει, ίσως να μην κατάφερνε να τον ξαναβρεί, ούτε αυτόν ούτε τον πατέρα της. Ήθελε να φύγει ο Τζακ από δω, ναι, αλλά όχι μόνος του. «Εντάξει, λοιπόν, Τζακ, φύγε. Κάνε το μοναδικό πράγμα που ξέρεις να κάνεις καλά!» Ο Τζακ είχε ήδη κάνει μεταβολή προς την πόρτα, τα λόγια της όμως τον σταμάτησαν, την ίδια στιγμή που έκαναν την Τες να οπισθοχωρήσει προς το κρεβάτι, συνειδητοποιώντας ότι αυτή τη φορά το είχε παρατραβήξει. «Έφυγα, Τες, γιατί το ξεκαθάρισες ότι δεν υπήρχε πια τίποτα για μένα εδώ. Έφυγα επειδή μ’ έσπρωξες μακριά. Έφυγα επειδή αυτό περίμενες να κάνω». «Περίμενα; Τι εννοείς;» Ο Τζακ έστεκε για άλλη μια φορά εμπρός της, ακινητοποιώντας την αποτελεσματικά χωρίς καν να την αγγίζει. «Ποτέ σου δεν πίστεψες ότι


εμείς οι δυο είχαμε μέλλον –έτσι δεν είναι, Τες; Γι’ αυτό επέμενες να μη μιλήσουμε στον Ρενέ και τον Σιντζόν για μας. Πίστευες ότι κάποια στιγμή θα σε άφηνα, ότι θα έβρισκα κάπου ένα ελάττωμα, ότι θα απογοητευόμουν από κάτι. Όταν ο Ρενέ πέθανε, είχες επιτέλους τη δικαιολογία για να με διώξεις, πριν φύγω από μόνος μου. Να με διώξεις εσύ, και ίσως και ο πατέρας σου επίσης, παρ’ ότι αυτός είχε τους λόγους του. Δε γινόταν να μου επιτραπεί να μείνω από τη στιγμή που απέτυχα, έτσι δεν είναι; Απέτυχα στην καλύτερη ευκαιρία που μας είχε δοθεί να πιάσουμε τον Τσιγγάνο, απέτυχα να προστατεύσω τον Ρενέ. Το φταίξιμο έπεσε πάνω μου, για όλα, κι έπρεπε να φύγω. Παραδέξου το, Τες, έστω και μόνο στον εαυτό σου». «Δεν... δεν είναι έτσι. Σ’ αγαπούσα». «Κι εγώ σ’ αγαπούσα», είπε ο Τζακ, πιο ήρεμα τώρα, σχεδόν τρυφερά. «Αυτό όμως που χρειαζόσουν τότε δεν ήταν η αγάπη μου. Εκείνο τον καιρό, εξακολουθούσες να προσπαθείς να κερδίσεις την επιδοκιμασία του Σιντζόν, εξακολουθούσες να λαχταράς να τον κάνεις περήφανο για σένα. Στην πραγματικότητα, μέχρι να καταφέρεις να κερδίσεις την αγάπη του, δεν ήσουν έτοιμη για τη δική μου, δεν ήσουν έτοιμη να πιστέψεις στη δική μου. Κι αυτό δεν έχει αλλάξει –σωστά, Τες; Ακόμα ελπίζεις στην επιβράβευση του πατέρα σου, σ’ έναν καλό λόγο, ένα επιδοκιμαστικό χτύπημα στην πλάτη, στην αναγνώριση των επιτευγμάτων σου. Ο πατέρας σου όμως ποτέ δε σε εμπιστεύτηκε αρκετά ώστε να σου αποκαλύψει τα μυστικά του, ακόμα και μετά το θάνατο του Ρενέ. Ούτε σε εμπιστεύθηκε αρκετά για να σου αποκαλύψει αυτήν εδώ την αναθεματισμένη αποστολή που ανέλαβε αποκλειστικά με δική του πρωτοβουλία. Ήσουν καλή, ποτέ όμως αρκετά καλή. Έτσι δεν το βλέπεις;» Η Τες δεν του απάντησε. Δε χρειαζόταν να πει κάτι για να συμφωνήσει μαζί του. Ο Τζακ ακούμπησε το χέρι στο πιγούνι της και ανασήκωσε το πρόσωπό της προς το μέρος του. «Κοίταξέ με, Τες. Κοίταξέ με. Ο Σιντζόν είναι σκληρός, δεν υπάρχει


καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Απαιτητικός, ανικανοποίητος, συχνά ακατανόητος. Ξέρω πόσο υποφέρατε απ’ αυτά, και εσύ και ο Ρενέ. Τώρα όμως είσαι ολόκληρη γυναίκα. Για πόσο ακόμα θα τιμωρείς τον εαυτό σου για τα ελαττώματα του πατέρα σου; Γιατί αυτό είναι, δικά του ελαττώματα. Όχι δικά σου». «Με άφησε χωρίς τίποτα, Τζακ», είπε χαμηλόφωνα η Τες. «Γνωρίζοντας όσα γνωρίζει, μας άφησε όλους χωρίς τίποτα. Πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό;» «Σου είπα, Τες. Ήξερε ότι θα ερχόμουν». «Δεν καταλαβαίνεις...» του είπε, κι έπειτα άφησε τη φωνή της να σβήσει. Το είχε καθυστερήσει πολύ, το είχε καθυστερήσει για χρόνια. Και είχε κάνει ότι έκανε επειδή ο πατέρας της είχε πει πως ήταν το καλύτερο για όλους τους... και επειδή εκείνη ήταν πολύ συντετριμμένη για να μπορεί να σκεφτεί καθαρά. «Πάρε με μαζί σου, Τζακ. Μη με ξαναφήσεις στο περιθώριο. Πρέπει να τον δω, πρέπει να του μιλήσω, πρέπει να μάθω το γιατί». Την κοίταξε αμίλητος για ώρα πολλή, κι ύστερα κατένευσε. «Ίσως ήρθε η ώρα να μάθεις ποιος είναι στ’ αλήθεια ο Σιντζόν Φοντενό. Πάμε κάτω. Υπάρχει κάτι που θέλω να σου δείξω». Η Τες παραλίγο να τον αγκαλιάσει, αλλά κρατήθηκε έγκαιρα. «Ευχαριστώ, Τζακ». «Μη μ’ ευχαριστείς, Τες. Δε θα σου αρέσει. Ετοιμάζομαι να μετατρέψω τον αστραφτερό ιππότη σου σε κοινό λωποδύτη». *** Κατεβαίνοντας πρώτος τις σκάλες, ο Τζακ οδήγησε την Τες στο γραφείο του Σιντζόν. Της είχε δείξει το κρυφό δωμάτιο, αλλά δεν της είχε αποκαλύψει όλα τα μυστικά του. Ο Τζακ έδωσε στην Τες το διπλό καντηλέρι και άνοιξε τις τζαμένιες πόρτες της προθήκης με τα λίγα θλιβερά απομεινάρια των αρχαίων τεχνουργημάτων που ο μαρκήσιος εξέθετε εκεί, τη συλλογή ενός ανθρώπου που δεν είχε τα οικονομικά μέσα να εντρυφήσει στη μεγάλη του


αγάπη όπως είχε κάνει πριν από χρόνια, στη Γαλλία. Ή, τουλάχιστον, όπως φαινόταν στον πολύ κόσμο. Σ’ έναν κόσμο στον οποίο ο μαρκήσιος Ντε Φοντέν δεν είχε φανερώσει ποτέ το αληθινό του πρόσωπο. Ο Τζακ είχε ακούσει την ιστορία λίγες μόλις εβδομάδες πριν από το θάνατο του Ρενέ. Ένα βράδυ μετά τα μεσάνυχτα, είχε βρει το μαρκήσιο να μυξοκλαίει στο γραφείο του, ατημέλητος και σε κατάσταση βαριάς μέθης. Ο Σιντζόν απολογήθηκε για την κατάστασή του αποδίδοντάς τη στην εικοστή επέτειο του θανάτου της γυναίκας του, κι έκανε νόημα στον Τζακ να καθίσει. Νιώθοντας κολακευμένος αλλά και ταυτόχρονα παραξενεμένος, ο Τζακ ακολούθησε την υπόδειξη του μαρκησίου, κάθισε στην πολυθρόνα απέναντί του και άκουσε όσα είχε εκείνος να του διηγηθεί. Η ιστορία του Σιντζόν έμελλε να τον αφήσει πραγματικά αηδιασμένο. Ο Τζακ αμφέβαλλε ότι η Τες και ο Ρενέ γνώριζαν τι στ’ αλήθεια είχε συμβεί, ποιος ήταν και τι είχε υπάρξει ο πατέρας τους, γιατί είχε πεθάνει η μητέρα τους, για ποιο λόγο είχε βρεθεί η οικογένεια στην Αγγλία, και τι είχε οδηγήσει τον Σιντζόν να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Στέμμα, ενεργώντας εναντίον της Γαλλίας. Ο μαρκήσιος Ντε Φοντέν ήταν ένα άνθρωπος με περιπετειώδες παρελθόν και μυριάδες ταλέντα Υπερηφανευόταν για τις γνώσεις του πάνω στις ελληνικές, ρωμαϊκές και αιγυπτιακές αρχαιότητες: πράγματι, είχε αφιερώσει σχεδόν εξ ολοκλήρου τα πρώτα πενήντα χρόνια της ζωής του στη συγκέντρωση της συλλογής του, ταξιδεύοντας σε ολόκληρη την Ευρώπη για τον εμπλουτισμό της. Μέχρι που γνώρισε τη Μαρί Λουίζ. Είχε αντιμετωπίσει με έκπληξη τη γέννηση των διδύμων, και μ κάποια σύγχυση το γεγονός ότι όλοι θεωρούσαν την έλευση των παιδιών ως κάτι το πολύ σπουδαίο, αφού όμως η Μαρί Λουίζ φαινόταν ικανοποιημένη, ήταν κι εκείνος ελεύθερος να επιστρέψει σ’ αυτό που αποκαλούσε «μελέτες» του. Και στις άλλες δραστηριότητές του. Μετά, ήρθε το 1797, και αίφνης ο Σιντζόν, η χαλαρή αφοσίωση του


οποίου –μια αφοσίωση που φαινόταν να γέρνει προς τα εκεί όπου φυσούσε κάθε φορά ο άνεμος– τον είχε κρατήσει σαν από θαύμα ασφαλή στη Λυόν, ήρθε αντιμέτωπος με την ενδεχόμενη απώλεια του τρόπου ζωής του όπως τη γνώριζε ως τότε. Τα χειρότερα της περιόδου του Τρόμου μπορεί να βρίσκονταν πίσω τους, αλλά ο Επαναστατικός Στρατός αύξανε ολοένα και περισσότερο τη δύναμή του, χάρη στην επιτυχία του στρατηγού Λουί Λαζάρ Χος και κάποιου τυχάρπαστου από την Κορσική ονόματι Βοναπάρτη. Από τους τρεις παράγοντες, το Διευθυντήριο, τον Χος και τον Βοναπάρτη, ο μαρκήσιος φοβόταν περισσότερο τον Κορσικανό, αφού μπορούσε ν’ αναγνωρίσει την άμετρη και απροκάλυπτη φιλοδοξία όταν την έβλεπε μπροστά στα μάτια του. Ο Σιντζόν άρχισε να εργάζεται μυστικά για τους Βασιλόφρονες με αντικειμενικό σκοπό την επαναφορά του παλαιού καθεστώτος και μαζί όλων των προνομίων της αριστοκρατίας, πριν να είναι πολύ αργά για τα μέλη αυτής της τελευταίας. Αλλά ήταν ήδη αργά. Ο Σιντζόν έπρεπε να είχε δει τα σημάδια, να είχε πάρει μια απόφαση σχετικά με το τι ήταν πιο σημαντικό για εκείνον, και να είχε μεταφέρει τη γυναίκα και τα παιδιά του στην ασφάλεια. Αντί γι’ αυτό, μαζί με τους συμπατριώτες του, ο μαρκήσιος εξακολούθησε να στήνει ενέδρες στο Διευθυντήριο με κάθε ευκαιρία. Εφαρμόζοντας ένα δικό του σχέδιο, ο Σιντζόν και η ομάδα του έφτασαν πολύ κοντά στη δολοφονία αρκετών μελών του. Κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος του Σιντζόν. Το Διευθυντήριο πέρασε σε αντίποινα με όλη τη δύναμη που του είχε απομείνει, κυνηγώντας και κατακερματίζοντας τους αντιπάλους του. Κι ενώ ο Σιντζόν και οι άνδρες του κρύβονταν σε κελάρια, αγνοώντας τα τεκταινόμενα, η λατρεμένη του Μαρί Λουίζ έπεσε θύμα της απερισκεψίας του. Σ’ αυτό το σημείο της διήγησης, ο μαρκήσιος είχε κλάψει, με δυνατούς, ποτισμένους στο οινόπνευμα λυγμούς. Ο Τζακ είχε κρατήσει τη σιωπή του, αφού δεν υπήρχαν λόγια για να παρηγορήσει τον μέντορά του, να γιατρέψει τον πόνο της ενοχής και της απώλειάς του. Εκείνη


τη στιγμή, ότι και να του ζητούσε ο Σιντζόν, ο Τζακ θα το έκανε. Γιατί απέναντί του είχε έναν ηττημένο γέροντα που είχε χάσει τα πάντα: τη γυναίκα, την πατρίδα, την περιουσία του. Εδώ, στην Αγγλία, ζούσε σε κατάσταση εκλεπτυσμένης φτώχειας, σ’ ένα ρημαγμένο αρχοντικό, δουλεύοντας για το Στέμμα χωρίς ωστόσο να έχει καταφέρει να αποκτήσει την απόλυτη εμπιστοσύνη των εργοδοτών του. Εκλεπτυσμένη φτώχεια. Αναγκασμένος να δολοπλοκεί και συχνά να σκοτώνει, όχι μόνο για να αποδίδει δικαιοσύνη για όλα όσα είχε χάσει και για να απαλλάξει τον κόσμο από τον τυχάρπαστο Βοναπάρτη, αλλά και για να σώζει πρωθυπουργούς από σκάνδαλα, να βρίσκει τρόπους να αμαυρώνει όσα μέλη του Κοινοβουλίου διαφωνούσαν με το Στέμμα, και να μαζεύει τα ασυμμάζευτα που συχνά άφηναν πίσω τους αυτοί που βρίσκονταν στην εξουσία. Δεν είχε άλλη επιλογή. Μόνο που είχε. Πάντα είχε. Και τι έκανε; Θρηνούσε; Πόσο πολύ; Έπνιγε στο πιοτό τις ενοχές κα τις λύπες του; Αλήθεια; Ο Τζακ ήξερε ότι δε θα μάθαινε ποτέ τι ακριβώς ήταν αλήθεια και τι ψέμα από το πανούργο μείγμα που ο Σιντζόν του είχε σερβίρει εκείνη τη νύχτα, ήταν σίγουρος όμως γι’ αυτό που είχε δει. Για εκείνο το βράδυ, ο Τζακ ήταν το ακροατήριό του Σιντζόν, ένα ακροατήριο που είχε κληθεί να παράσχει συμπαράσταση και κατανόηση σ’ έναν θεωρητικά τσακισμένο από τη θλίψη άνδρα, ένα ναυάγιο της ζωής. Αυτό που είχε ακολουθήσει, η αποκάλυψη του δεύτερου μυστικού δωματίου, η αποκάλυψη της κρυφής ζωής του μαρκησίου, θα άλλαζε για πάντα τη γνώμη του Τζακ για τον μέντορά του. Τώρα θα έδειχνε στην Τες ποιος στ’ αλήθεια ήταν ο πατέρας της, όλα τα καταδικαστικά γι’ αυτόν αποδεικτικά στοιχεία. Μια δόση αλήθειας δε θα την πλήγωνε περισσότερο από το μύθο που η ίδια είχε πλάσει για τον πατέρα της, το μύθο που ο Σιντζόν τόσο έξυπνα ενθάρρυνε. «Δώσε μου τα κεριά, Τες, και ακολούθησε με», είπε ο Τζακ κι άρχισε αμέσως να κατεβαίνει τα σκαλιά. Με την Τες στο κατόπι του, διέσχισε το μυστικό δωμάτιο του Σιντζόν και πήγε κατευθείαν στο κομμάτι εκεί-


νο του πέρα τοίχου που είχε εντοπίσει νωρίτερα. «Υπάρχουν κι άλλα;» ρώτησε η Τες καθώς ο Τζακ πίεζε την πέτρα, περιστρέφοντάς την με ευκολία. Ο Τζακ κράτησε το καντηλέρι στο ύψος των ώμων του καθώς η προθήκη που φιλοξενούσε το εμπνευσμένο οπλοστάσιο του Σιντζόν γλιστρούσε στο πλάι. «Κοίτα τι υπάρχει εδώ, Τες, και τι όχι. Γιατί ένα σημαντικό κομμάτι λείπει». Ο Τζακ παραμέρισε, αφήνοντας την Τες να μπει στο μικρό δωμάτιο, οι τρεις τοίχοι του οποίου ήταν ντυμένοι με ράφια από το πάτωμα ως τη χαμηλή οροφή. Το μοναδικό έπιπλο στο δωμάτιο ήταν μία πολυθρόνα τοποθετημένη ακριβώς στο κέντρο –εκεί όπου ο Σιντζόν μπορούσε να κάθεται και να θαυμάζει την μεγαλοφυΐα του. «Στ’ αριστερά σου, τα ελληνικά. Στα δεξιά σου, τα ρωμαϊκά. Ευθεία μπροστά, και πάρα πολύ ενδιαφέροντα εξαιτίας του απόντος κομματιού, τα αιγυπτιακά. Τα αρχαία έργα τέχνης –οι θησαυροί του πατέρα σου. Ή, μάλλον, για να το θέσω πιο σωστά, ο ανταγωνισμός σου. Αυτό που ο πατέρας σου αγαπά περισσότερο από οτιδήποτε και οποιονδήποτε άλλο στη ζωή του. Αυτό για το οποίο διακινδύνευσε την οικογένειά του, αυτό για το οποίο έχασε τη γυναίκα του και θυσίασε, όπως ίσως σκεφτούν μερικοί, την παιδική ηλικία των παιδιών του». Η Τες γύρισε αργά να κοιτάξει, με το φως των κεριών να ρίχνει παράξενες σκιές στις ατελείωτες σειρές των τεχνουργημάτων, αντανακλώντας πάνω σε ρωμαϊκές ασπίδες και θώρακες, χορεύοντας πάνω σε δοχεία με ένθετες πολύτιμες πέτρες, φωτίζοντας αρχαίες προτομές, κράνη, περικάρπια, περιδέραια... φωτίζοντας τα δάκρυά της. Η πώληση λίγων μόνο από αυτά τα αντικείμενα θα είχε αποφέρει παραπάνω από αρκετά για να τακτοποιηθεί ο λογαριασμός στον παντοπώλη του χωριού, να επισκευαστεί η έπαυλη, να σταλεί ο γιος της οικογένειας στα καλύτερα σχολεία της Αγγλίας, να αγοραστεί ένα αρχοντικό στο Μέιφερ, να κάνει η κόρη της οικογένειας το ντεμπούτο της στην Κοινωνία.


Αν ο Σιντζόν μπορούσε να αποχωριστεί κάποιους από τους θησαυρούς του. Αν η πώλησή τους δε σήμαινε κυριολεκτικά το τέλος της δικής του ζωής. «Δεν μπορώ... δεν ξέρω... Πώς, Τζακ; Γιατί;» «Πάμε πάλι επάνω», είπε ο Τζακ, παίρνοντάς της το καντηλέρι και ξεκινώντας, κρατώντας την από το χέρι καθώς προχωρούσε. Κρατώντας το αίφνης παγωμένο χέρι της. Της έβαλε ένα ποτήρι κρασί και της το πήγε στο δερμάτινο καναπέ, όπου η Τες καθόταν κρατώντας υπερβολικά ίσια την πλάτη της, κοιτάζοντας το κενό. Βλέποντας το ποτήρι μπροστά της, το αρνήθηκε με μια απειροελάχιστη κίνηση του κεφαλιού, κι έτσι ο Τζακ κατέβασε μονορούφι το περιεχόμενό του κι ύστερα πήγε στο γραφείο και ακούμπησε στην άκρη του. Αν μπορούσε, θα την είχε γλιτώσει απ’ αυτή τη δοκιμασία, η στάση της Τες όμως δεν του είχε αφήσει άλλη επιλογή. Η στάση του Σιντζόν δεν του είχε αφήσει άλλη επιλογή. Αυτός ο άνδρας που εκείνη λάτρευε και θαύμαζε σαν θεό, ο υπέροχος, τέλειος, ηρωικός πατέρας της. Ο Τζακ αναρωτήθηκε πόσος χρόνος θα χρειαζόταν για να συνειδητοποιήσει η Τες την πλήρη σημασία αυτού που μόλις είχε δει. Της πήρε πολύ λιγότερο απ’ όσο ο ίδιος υπολόγιζε. Ανέκαθεν ήταν πολύ έξυπνη. «Είναι κλέφτης, έτσι;» είπε τελικά. «Ο πατέρας μου είναι ένας κλέφτης». «Έκανα κι εγώ το ίδιο λάθος, αλλά ο Σιντζόν έσπευσε να με διορθώσει. Βλέπει τον εαυτό του ως ιδιωτικό συλλέκτη. Βλέπεις, οι κλέφτες κλέβουν προς ίδιον όφελος. Ο μαρκήσιος όμως ήταν εξαιρετικά επιλεκτικός, ξαφρίζοντας μόνο τα καλύτερα και κρατώντας τα για την προσωπική του διασκέδαση. Τον ανταγωνισμό σου, Τες, τις πραγματικές αγάπες της ζωής του». Η Τες έσκυψε το κεφάλι κι άρχισε να τρίβει με δύναμη τους κροτάφους της. «Ω Θεέ μου... Ιησού Χριστέ!» Ο Τζακ άφησε τη θέση του μπροστά στο γραφείο και κάθισε δίπλα


της στον καναπέ, παίρνοντας τα χέρια της στα δικά του και ακουμπώντας τα στην ποδιά της, αποφασισμένος να τα κρατήσει εκεί. «Στη Γαλλία, τα πράγματα ήταν εύκολα», της είπε. «Είχε τον τίτλο του να τον προστατεύει. Κανείς δεν υποπτευόταν ότι οι θησαυροί που έφερνε από τα ταξίδια του ήταν κάτι διαφορετικό από τις αγορές ενός πλούσιου ανθρώπου. Έτσι, μπορούσε να εκθέτει ανοιχτά τους περισσότερους από αυτούς, κρατώντας μόνο τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια κρυμμένα, αποκλειστικά για δική του τέρψη. Ο κόσμος τον θαύμαζε, ήταν περιζήτητος ως ομιλητής στο θέμα των αρχαιοτήτων. Ένας αναγνωρισμένος ειδικός, ο τόσο συναρπαστικός μαρκήσιος Ντε Φοντέν. Κανείς δεν το ήξερε, Τες, ούτε καν η μητέρα σου. Αυτό προσπαθούσε να διαφυλάξει όταν στρατεύθηκε με τους βασιλόφρονες. Τον τρόπο ζωής του. Τους θησαυρούς του. Στο τέλος, η νέα κυβέρνηση της Γαλλίας κατέσχεσε τους περισσότερους από αυτούς, κι έτσι ο πατέρας σου ήρθε εδώ και ξεκίνησε από την αρχή. «Ξεκίνησε από την αρχή...» επανέλαβε η Τες χαμηλόφωνα. «Ναι, αλλά... αλλά δούλευε για το Στέμμα». «Η ιδανικότερη δικαιολογία για να ταξιδεύει όπου ήθελε, να χρησιμοποιεί τα μυστικά δίκτυα μετακίνησης, να έχει πρόσβαση σε πλοία, κατόψεις και σχέδια αρχοντικών, μουσείων... παλατιών. Ο πόλεμος συνεχιζόταν, και θησαυροί εξαφανίζονταν παντού, για πολλούς λόγους. Κάποιοι λένε ότι ο Βοναπάρτης έφερε μαζί του τη μισή Αίγυπτο όταν επέστρεψε στη Γαλλία. Νομίζω ότι ο κυριότερος λόγος που ο Σιντζόν τον απεχθανόταν ήταν αυτός, επειδή ο αυτοκράτορας είχε στην κατοχή του θησαυρούς τους οποίους εκείνος δεν είχε. Ο πατέρας σου, όμως, Τες, έκανε επίσης τη δουλειά του, και την έκανε καλά. Πολύ καλά, για να μην τον αδικούμε. Και μετά το πέρας της κάθε αποστολής, επιβράβευε τον εαυτό του προσθέτοντας κάτι στη συλλογή του. Ο Σιντζόν, όμως, δεν είναι πια νέος. Μπορούσε, βέβαια, να επιλέγει το έπαθλο, να καταστρώνει τα σχέδια για την απόκτησή του, αλλά δεν άργησε να συνειδητοποιήσει ότι χρειαζόταν κάποιον άλλο για την εφαρμογή τους».


Εδώ και κάμποση ώρα, η Τες ανέπνεε γρήγορα, σχεδόν ασθματικά, τώρα, όμως, άνοιξε το στόμα και πήρε μια βαθιά ανάσα που θύμιζε πολύ ρόγχο. «Ο Ρενέ;» ρώτησε εντέλει. «Αυτός ήταν ο;...» «Δε νομίζω ότι το ήξερε, όχι. Όπως και να ’χει, δεν αποδείχτηκε τόσο ταλαντούχος όσο είχε ελπίσει ο Σιντζόν. Εσύ, ωστόσο, είχες ξεπεράσει τις προσδοκίες του, και είχε κάθε πρόθεση να σου αποκαλύψει το μυστικό δωμάτιό του. Διψάς για τον έπαινο του πατέρα σου, Τες; Θα σου πω κάτι που μου είπε. Μου είπε ότι εσύ θα έπρεπε να ήσουν ο γιος». Η Τες χαμογέλασε θλιμμένα. «Ακριβώς αυτό που θα περίμενα από κείνον. Το ρόδο με τα αγκάθια, αυτά που χώνονται βαθιά και οδυνηρά στην καρδιά σου. Έπαινος για μένα, σε βάρος του αδελφού μου. Σε διαγωνισμό ήμασταν, ε; Ένα διαγωνισμό που είχε οργανώσει εσκεμμένα ο πατέρας μου. Και το έπαθλο για το νικητή ήταν να συλλέξει για λογαριασμό του. Νομίζω ότι θα κάνω εμετό». Γρήγορα όμως ανασύνταξε τις δυνάμεις της καθώς μια ακόμα ερώτηση σχηματοποιήθηκε στο μυαλό της. «Κι εσύ, Τζακ; Έκλε... έκλεβες μαζί του;» Η Τες ήξερε πώς ζούσε ο Τζακ πριν εμφανιστεί στην έπαυλη. Ήξερε ότι έπαιζε την τύχη του στα χαρτιά, ότι έπαιζε το ληστή σταματώντας άμαξες με ανυποψίαστους ταξιδιώτες στους μεγάλους δρόμους, ότι έπαιζε κορόνα γράμματα τη ζωή του γενικά, οργώνοντας τη χώρα, σαρώνοντας οργισμένος ότι βρισκόταν μπροστά του, ψάχνοντας πάντα κάτι, χωρίς ποτέ να ξέρει τι ήταν αυτό. Χωρίς να ξέρει αν έτρεχε προς κάτι, ή μακριά απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Από τον μπάσταρδο που δεν ανήκε πουθενά. Όταν έπεσε πάνω στον Τζακ Μπλάκθορν, ο Σιντζόν πρέπει να σκέφτηκε ότι ήταν πράγματι θεόσταλτος, το δικό του, εντελώς προσωπικό του δώρο από τους θεούς. Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι. «Μου είπε ότι δεν ήμουν ακόμα έτοιμος, ότι δε με χρειαζόταν για κάτι τόσο απλό όσο ήταν το να ληστεύεις άμαξες για πενταροδεκάρες. Είπε ότι όταν το έπαθλο γινόταν κάτι πολύ


σπουδαιότερο, κάτι πολύ πιο σημαντικό από το φανταχτερό διαμαντένιο κολιέ κάποιας ανόητης μεγαλοκυρίας, τότε μόνο θα γνώριζα πραγματική ικανοποίηση, και μια χαρά που δεν είχα αισθανθεί ποτέ ως τότε. Το «έπαθλο», είπε, ήταν ένα πράγμα, και αντάξιο κάθε κινδύνου, αλλά η χαρά της απόκτησής του, η επίγνωση ότι αυτό που είχες στα χέρια σου ήταν δικό σου και μόνο δικό σου, άξιζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Πριν φτάσω όμως εκεί, έπρεπε να μάθω μερικά βασικά πράγματα για τις αρχαιότητες, να τις εκτιμήσω ώστε να τις αντιμετωπίζω με την προσοχή που τους άξιζε όταν θα τις... αποκτούσα». Της είχε πει τα περισσότερα, αλλά υπήρχαν κι άλλα. «Νόμιζα ότι, προσφέροντας τις υπηρεσίες μου στην κυβέρνηση, είχα βρει τον προορισμό μου, Τες, ένα πραγματικό νόημα στη ζωή μου. Ο Σιντζόν με είχε σώσει από τον εαυτό μου, κι εσύ μου είχες δώσει λόγο να πιστεύω ότι δε χρειαζόταν να πορεύομαι μόνος στη ζωή. Μόλις ο πατέρας σου μου αποκάλυψε το μυστικό του, συνειδητοποίησα ότι το καθήκον μου ήταν να τον παραδώσω στο Στέμμα. Πώς μπορούσα όμως να το κάνω γνωρίζοντας ότι θα κατέστρεφα εσένα και τον Ρενέ; Ενεργώντας εγωιστικά, ανέβαλα την απόφασή μου για μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του Γουαϊτσάπελ. Δεν έπρεπε να περιμένω, και δε θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου γι’ αυτό». «Του Γουαϊτσάπελ. Εκεί που πέθανε ο Ρενέ. Κι εγώ σ’ έδιωξα, έτσι κι αλλιώς. Τελικά όμως δεν παρέδωσες ποτέ τον πατέρα μου στο Στέμμα. Γιατί;» «Ο Σιντζόν ήταν ήδη εβδομήντα χρονών, ή και παραπάνω, αφού απέφευγε να λέει την ηλικία του – το σίγουρο πάντως ήταν ότι δεν μπορούσε πια να σκαρφαλώνει σε παράθυρα ή να τρέχει για να ξεφύγει με επιτυχία από τους όποιους διώκτες του. Χωρίς εμένα, ή χωρίς κάποιον σαν εμένα, οι μέρες του ως συλλέκτη θα τέλειωναν οριστικά. Ο Σιντζόν έχανε. Είχε χάσει τη νεότητά του, το γιο του, και, όταν εγώ αποχώρησα, έχασε και την τελευταία ευκαιρία του για εκδίκηση. Εξαιτίας σου, του υποσχέθηκα ότι δε θα τον παρέδιδα στο Στέμμα, αλλά


δεν παρέλειψα να του τονίσω ότι θα αθετούσα αυτή την υπόσχεση αν επέστρεφε στις παλιές του ενασχολήσεις. Κι αν προσπαθούσε να σε στρατολογήσει, θα το μάθαινα, και θα τον σκότωνα. Ήξερε ότι το εννοούσα». «Και σε πίστεψε», είπε σιγανά η Τες. «Εγώ πάντως θα σε πίστευα». «Ήταν ένας τσακισμένος άνθρωπος όταν έφυγα, Τες. Θέλω να πιστεύω ότι είχε επιτέλους συνειδητοποιήσει τα λάθη του, και το κόστος αυτών των λαθών. Αλλά η δίψα για εκδίκηση πρέπει να τον κατέτρωγε από τότε». Η Τες κούνησε το κεφάλι. «Εκδίκηση; Εννοείς τη Γαλλία, τα όσα συνέβησαν στη μητέρα μου. Μα έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε...» Και να λοιπόν που είχε φτάσει η στιγμή. Αυτή που ο Τζακ έτρεμε περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη. Ποτέ του δεν είχε θελήσει να μάθει η Τες αυτή τη συγκεκριμένη αλήθεια. «Όχι, Τες. Αυτό που εννοώ δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το τι έγινε στη Γαλλία, ή με τον πόλεμο, ή με τις προσπάθειες του πατέρα σου να αποκαταστήσει τη μοναρχία. Αμφιβάλλω αν επρόκειτο ποτέ γι’ αυτά –για τον Σιντζόν, σίγουρα όχι. Το μόνο που ενδιέφερε ανέκαθεν τον πατέρα σου ήταν ο διαρκής εμπλουτισμός της συλλογής του. Και μην ξεχνάς ότι είχε ήδη περάσει τα πενήντα όταν ήρθε στην Αγγλία. Δεν ήμουν ο πρώτος μαθητής που εκπαίδευε για τους σκοπούς του. Υπήρχε και κάποιος άλλος πριν από μένα. Ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος και πρόθυμος μαθητής, και εξαιρετικά φιλόδοξος επίσης. Δούλεψαν μαζί για χρόνια. Ώσπου ο μαθητής, ο οποίος έβλεπε το κέρδος εκεί όπου ο Σιντζόν έβλεπε μόνο την ομορφιά, πρόδωσε αναπόφευκτα το δάσκαλο, και ανεξαρτητοποιήθηκε επαγγελματικά, προσφέροντας τα ταλέντα του για κάθε είδους εγχείρημα, για κάθε κυβέρνηση, και παίρνοντας τη δική του ανταμοιβή. Δεν τον ξέρεις, Τες, παρ’ ότι μπορεί να τον είχες δει εδώ πριν από χρόνια. Σίγουρα όμως έχεις δει την επισκεπτήρια κάρτα του. Τέσσερα χρόνια τον κυνηγάω, από τότε που ο Σιντζόν μού αποκάλυψε την ταυτότητά του».


Η Τες γύρισε να τον κοιτάξει με μάτια ανοιγμένα διάπλατα από το σοκ. «Ο Τσιγγάνος. Αυτόν εννοείς –έτσι δεν είναι; Τον Τσιγγάνο. Τον άνθρωπο που δολοφόνησε τον Ρενέ. Ο μπαμπάς τον εκπαίδευσε; Και τώρα τον κυνηγάει...»


Κεφάλαιο 4 Η Τες πέρασε τις επόμενες λίγες ώρες κλαίγοντας και αναθεματίζοντας, οργώνοντας το υπνοδωμάτιό της ντυμένη με το παλιό νυχτικό και τη ρόμπα της, πέφτοντας στην πολυθρόνα μπροστά στο αναμμένο τζάκι, γονατίζοντας στο κέντρο του δωματίου, τυλίγοντας σφιχτά τα μπράτσα της γύρω απ’ το σώμα της, κουνώντας μηχανικά μπρος πίσω τον κορμό της, τρελή από θλίψη και οδύνη. Ο Τζακ της τα είχε πει όλα. Τον είχε πιέσει να της πει όλα. Ένα ψέμα. Η ζωή του πατέρα της ήταν ένα ψέμα· ότι σκεφτόταν εκείνη γι’ αυτόν, ότι πίστευε γι’ αυτόν, ήταν ψέμα. Και η δική της ζωή ήταν ένα ψέμα. Ο Ρενέ είχε πεθάνει για ένα ψέμα, και η μητέρα της επίσης. Είχαν πεθάνει από απληστία. Είχαν πεθάνει για αντικείμενα. Εκείνη και ο Ρενέ είχαν ζήσει τη ζωή τους πιστεύοντας ότι δεν ήταν αντάξιοι του πατέρα τους, ότι ποτέ δεν ήταν αρκετά καλοί, αρκετά εύστροφοι, αρκετά ικανοί, ή, ναι, αρκετά άξιοι ν’ αγαπηθούν. Ότι με κάποιον τρόπο είχαν αποτύχει να σταθούν στο ύψος του υπέροχου, ηρωικού πατέρα τους, ότι ήταν πηγή μεγάλης απογοήτευσης για κείνον. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Αντικείμενα. Οι άνθρωποι δεν είχαν γι’ αυτόν καμιά σημασία. Ήταν μονάχα τα εργαλεία που ο μαρκήσιος χρειαζόταν για να αποκτήσει τα αντικείμενα. Η μητέρα της μπορεί να ήταν η εξαίρεση, αλλά ούτε κι εκείνη είχε καταφέρει να τον τραβήξει μακριά από την πρώτη αγάπη του, την πραγματική απόλαυση της ζωής του. Αντικείμενα –κλειδωμένα σ’ ένα υπόγειο σκοτεινό και κρύο πέτρινο δωμάτιο. Αντικείμενα –το κυνήγι για την απόκτησή τους, η οικειοποίησή τους, η επίγνωση ότι τώρα ήταν δικά του, ότι μόνο τα δικά του μάτια θα τα έβλεπαν, μόνο τα δικά του χέρια θα τα άγγιζαν. Εκείνη και ο αδελφός της θεωρούσαν τον πατέρα τους ήρωα, αφοσιωμένο στις υπηρεσίες της θετής του πατρίδας, ένα στρατιώτη που έδινε με όλες του τις δυνάμεις τη μάχη για να απαλλάξει τη Γαλλία από


το μισητό Βοναπάρτη και να παλινορθώσει τη μοναρχία. Το μόνο που ήθελαν εκείνοι ήταν να τον βοηθήσουν, να τον κάνουν περήφανο για τα παιδιά του. Τη στιγμή που εκείνος έβλεπε αυτά τα παιδιά ως δύο ακόμα εργαλεία. Και μάλιστα, κατώτερα των προσδοκιών του και αναποτελεσματικά. Γι’ αυτό τον άνθρωπο, αυτό τον αφύσικο άνθρωπο, είχε γυρίσει την πλάτη της στη μία και μοναδική, πραγματική ευκαιρία της για ευτυχία; Είχε βγάλει τόσο αποτελεσματικά τον Τζακ από τη ζωή της, που, ακόμα κι αν εκείνος εξακολουθούσε να πιστεύει ότι την αγαπούσε, δε θα μπορούσε να της συγχωρήσει ποτέ αυτό που έκανε. Αυτό που έκανε, επειδή ο μαρκήσιος Ντε Φοντέν της είχε πει ότι θα ήταν καλύτερα για όλους να μην το μάθει ποτέ ο Τζακ. Αυτή ήταν και η τιμωρία του. Που τώρα ήταν δική της. «Τες;» Η Τες καθόταν στο χαλί μπροστά στο τζάκι, κοιτάζοντας τη φωτιά που πέθαινε στην εστία, και δε γύρισε το κεφάλι της στο άκουσμα της φωνής του. «Εντάξει είμαι, Τζακ», του είπε σιγανά. Ο Τζακ κάθισε δίπλα της και τύλιξε τα μπράτσα γύρω από τα λυγισμένα γόνατά του. Μήπως για να εμποδίσει τον εαυτό του από το να την αγγίξει; Μπορούσε, άραγε, να τη θέλει ακόμα μετά από τα από όσα της αποκάλυψε; «Και να μην είσαι, δεν πειράζει. Τίποτα απ’ αυτά που άκουσες απόψε δεν ήταν εύκολο. Αν υπήρχε άλλος τρόπος...» «Όχι, χαίρομαι που μου τα είπες. Εύχομαι μόνο να τα ήξερα όλ’ αυτά πριν από χρόνια, όσο ο Ρενέ ήταν ακόμα ζωντανός. Θα μπορούσαμε να είχαμε φύγει, ν’ αφήσουμε τον πατέρα μας ήσυχο να απολαύσει τη συλλογή του. Στο κάτω κάτω, δεν του ήμασταν πραγματικά απαραίτητοι –έτσι δεν είναι; Και η μητέρα μας; Πιστεύεις ότι το ήξερε, Τζακ; Πιστεύεις ότι πέθανε γνωρίζοντας πόσο ασήμαντο ρόλο έπαιζε στην ευτυχία του άντρα της;»


«Μπορεί τώρα πια, σ’ αυτή την ηλικία, ο πατέρας σου να μετανιώνει για τον τρόπο που έζησε. Για όλα όσα έχασε. Το ξέρω ότι αυτό το έχεις ήδη σκεφτεί. Ο Τσιγγάνος σκότωσε τον Ρενέ εφαρμόζοντας τις διδαχές του Σιντζόν, όλα όσα είχε μάθει στη διάρκεια της εκπαίδευσής του με τον πατέρα σου. Και τώρα, ο πανίσχυρος εκπαιδευτής, ο δάσκαλος, δεν είναι παρά ένας γέρος που μένει συνταξιοδοτημένος, στο περιθώριο της ζωής, άχρηστος σε όλους, τη στιγμή που το δαιμονικό δημιούργημά του, ο μαθητής, ζει και βασιλεύει. Ένας άνθρωπος στη θέση που βρίσκεται ο πατέρας σου έχει πολύ καιρό στη διάθεσή του για να σκεφτεί, να αναλογιστεί το παρελθόν, και προσπαθήσει να επανορθώσει, κάνοντας κάτι σωστό, έστω κι αν είναι ένα και μόνο πράγμα». «Πιστεύεις δηλαδή ότι μετανόησε; Αυτό είναι γελοίο, Τζακ. Θέλεις να τον συγχωρήσω –έτσι δεν είναι; Τόσο γενναιόδωρη με θεωρείς;» ρώτησε η Τες, εξακολουθώντας να κοιτάζει στη φωτιά. «Αυτό δεν μπορώ να το κάνω». «Όχι, υποθέτω ότι δεν μπορείς, τουλάχιστον όχι ακόμα. Και ο Σιντζόν πρέπει να ξέρει ότι έτσι είναι. Ωστόσο, είσαι η κληρονόμος, η διάδοχός του, Τες, ο μοναδικός άνθρωπος που του έχει απομείνει. Όλοι οι άλλοι έφυγαν ή τον εγκατέλειψαν. Τα αντικείμενα που ξόδεψε όλη τη ζωή του για να συλλέξει δε σημαίνουν τίποτα μπροστά στην αγάπη του ίδιου του του παιδιού, στο πώς η κόρη του θα τον θυμάται μετά το θάνατό του». Η Τες γύρισε επιτέλους να τον κοιτάξει, γνωρίζοντας κάτι που ο Τζακ αγνοούσε. «Το πιστεύεις στ’ αλήθεια αυτό; Ότι νοιάζεται για το πώς... για το πώς θα τον θυμάμαι;» «Όσο κοντύτερα βρίσκεται κανείς στο θάνατο, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί ότι έχει ανάγκη να μνημονεύεται από τους άλλους, ακόμα και να πενθούν αυτοί οι άλλοι γι’ αυτόν. Δεν μπορεί να μην ξέρει ότι, όταν πεθάνει και η είδηση του θανάτου του φτάσει στ’ αυτιά μου, τότε θα αναλάβω ν’ αδειάσω αυτό το δωμάτιο στο υπόγειο και να επιστρέψω τη συλλογή του στους δικαιούχους, ή, έστω, στην κυβέρνη-


ση. Σου είπα ψέματα το μεσημέρι, Τες. Υπάρχει μόνο μία είσοδος γι’ αυτά τα δυο δωμάτια στο κελάρι. Κάποτε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα μάθαινες την αλήθεια για τον πατέρα σου. Και κάτι ακόμα: ο Σιντζόν έχει ανοιχτούς λογαριασμούς». «Με τον Τσιγγάνο», είπε η Τες σφίγγοντας τόσο δυνατά τα χέρια της σε γροθιές, που οι κόμποι των δαχτύλων της άσπρισαν. «Έχεις διαβάσει τον Φρανκενστάιν, Τες;» Όταν η Τες του απάντησε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι, ο Τζακ της εξήγησε. «Θα έπρεπε, το βιβλίο κάνει πάταγο στο Λονδίνο αυτή την εποχή – συζητιέται σχεδόν όσο συζητήθηκε και ο Δον Ζουάν του Μπάιρον». «Δεν καταλαβαίνω, Τζακ, τι δουλειά έχει ένα βιβλίο με...» Ο Τζακ σήκωσε το χέρι. «Όχι, άφησέ με να τελειώσω. Ο μύθος του Φρανκεστάιν είναι πολύ διδακτικός. Προσπαθώντας να φτάσει στην τελειότητα, ο δόκτωρ Φρανκενστάιν κατάφερε τελικά το αντίθετο: να δώσει πνοή σ’ ένα τέρας. Ο Τσιγγάνος είναι δημιούργημα του πατέρα σου και, αυτή τη στιγμή, ο συνεχιστής του. Νομίζω ότι ο Σιντζόν αποφάσισε πως είναι καθήκον του να καταστρέψει το τέρας. Ή μάλλον όχι, δεν το έθεσα σωστά. Σχεδιάζει να με οδηγήσει στον Τσιγγάνο, για να καταστρέψω εγώ το τέρας, μ’ εκείνον να παρακολουθεί. Μ’ εσένα να παρακολουθείς». Ένα δάκρυ, ένα και μοναδικό, κύλησε στο μάγουλο της Τες. «ότι κάνει, το οτιδήποτε, είναι σαν ρόδο γεμάτο αγκάθια. Έτσι δεν είναι;» Έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. Εκείνος πέρασε το μπράτσο του γύρω από τους δικούς της ώμους. Για την Τες, ήταν σαν να γύριζε εκεί που ανήκε. Το συναίσθημα δε θα κρατούσε. Δε γινόταν να κρατήσει. Υπήρχαν πράγματα που μπορούσαν να εξηγηθούν, να συγχωρηθούν. Αυτό που του είχε κάνει, όμως, δεν ήταν ένα απ’ αυτά. Είχε διαλέξει τον πατέρα της αντί να διαλέξει εκείνον, είχε πιστέψει στην εκδοχή του πατέρα της για τα όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ στο Γουαϊτσάπελ, και είχε διώξει τον Τζακ πριν καν ακούσει τη δική του. Ωστόσο, αν ήταν μόνο αυτό, ίσως υπήρχε τρόπος να διορθώσει το κακό. Αλλά υπήρχαν


κι άλλα, πολλά άλλα. Πράγματα ασυγχώρητα. «Σε θέλω, Τες», είπε σιγανά ο Τζακ. «Ξέρω ότι δεν μπορούμε να έχουμε αυτό που είχαμε στο παρελθόν –αυτό που νομίζαμε ότι είχαμε. Αυτό που είχαμε όμως ήταν καλό όσο διαρκούσε, σωστά; Μπορώ να σε βοηθήσω να διώξεις τον κόσμο μακριά, τουλάχιστον γι’ απόψε. Ξέρω τι χρειάζεσαι γιατί το χρειάζομαι κι εγώ». Εκτόνωση. Της πρόσφερε εκτόνωση. Αυτό ήταν όλο –αυτό, και τίποτα παραπάνω. ότι άλλο πίστευαν πως είχαν, στην πραγματικότητα δεν υπήρχε. Αν είχαν κάτι αληθινό, δε θα είχαν περάσει αυτά τα τελευταία τέσσερα χρόνια χωριστά. Ο Τζακ σηκώθηκε και της άπλωσε το χέρι. Τολμούσε να πάρει αυτό που της πρόσφερε; Αν η ζωή της ήταν άδεια αυτά τα τέσσερα χρόνια, πώς θα το άντεχε όταν ο Τζακ έφευγε ξανά; Δεν της πρόσφερε όμως τα πάντα. Μονάχα το απόψε. Τι ήταν αυτή η μία νύχτα; Κάτι πολύ λίγο... ή κάτι υπερβολικά πολύ; Η Τες δίστασε. Ήταν ο Μπλακ Τζακ Μπλάκθορν. Ένας περήφανος, πολύπλοκος άνδρας. Δε θα της το πρότεινε δυο φορές. Σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε το σκοτεινό, όμορφο πρόσωπό του, και του έδωσε το χέρι. *** Δεν ήταν όπως τη θυμόταν. Πριν από τέσσερα χρόνια, εκείνος είχε μυήσει ένα κορίτσι, απόψε όμως την αγκαλιά του γέμιζε μία γυναίκα. Το κορμί της ήταν ακόμα λεπτό, αλλά πιο χυμώδες, οι καμπύλες των γοφών της με κάποιον τρόπο πιο αισθησιακές. Τα στήθη της πιο βαριά... ακόμα κι οι θηλές της δεν ήταν οι αχνορόδινες ενός κοριτσιού, αλλά πιο σκούρες απ’ ότι θυμόταν, και πιο δεκτικές στο άγγιγμά του, πιο ευερέθιστες, έτοιμες να σκληρύνουν και να ορθωθούν. Την πήρε πρώτα με το χέρι του, πιέζοντάς την παλάμη του στο φύλο της, κάνοντάς τη να σπρώχνει με λαχτάρα τη λεκάνη της εκεί, ν’ αρθρώνει με απαλές κραυγές την ηδονή της καθώς εκείνος έβρισκε το


κέντρο της και το αφύπνιζε χαϊδεύοντάς το, τσιμπώντας το απαλά με τα δάχτυλά του. Έσκυψε πάνω της, ενθαρρύνοντάς την, παρακολουθώντας το πρόσωπό της καθώς η ένταση κορυφωνόταν αστραπιαία σε καταιγίδα, παρακολουθώντας το σώμα της να τεντώνεται σαν χορδή πριν η ηδονή την πλημμυρίσει, και καθώς την πλημμύριζε, κύμα το κύμα, ώσπου να μη μείνει παρά η γλυκιά χαλάρωση της εκτόνωσης. Μόνο τότε τη φίλησε, μόνο τότε τύλιξε εκείνη τα μπράτσα της γύρω του, ανταποδίδοντας το φιλί του, τρυπώνοντας μέσα του, κολλώντας πάνω του, δέρμα με δέρμα, χτυποκάρδι με χτυποκάρδι. Μόνο τότε τόλμησε εκείνος να την αγαπήσει όπως ήθελε: αργά, με απίστευτη προσοχή, μαθαίνοντάς την ξανά, μ’ όλο που ποτέ δεν την είχε ξεχάσει. Υπήρξαν κι άλλες γυναίκες μετά απ’ αυτήν. Τέσσερα χρόνια ήταν πολύς καιρός, κι εκείνος είχε τις ανάγκες του. Οι γυναίκες όμως που είχαν περάσει απ’ το κρεβάτι του δεν ήταν παρά αυτό: μέσα για να ικανοποιεί τις ανάγκες του. Ποτέ η Τες, ποτέ αυτό που είχε βρει με την Τες. Ποτέ αυτή η ανάγκη να γνωρίσει το άλλο κορμί, αυτό το ατέλειωτο ταξίδι της εξερεύνησης που έκανε την κάθε φορά να είναι σαν την πρώτη. Οι απαλοί στεναγμοί της. Οι σιγανές κραυγές της ηδονής της. Ο τρόπος που τον άγγιζε, τον γνώριζε, τον ερέθιζε. Ο τρόπος που η καρδιά του κόντευε να σπάσει κάθε φορά που καταλάβαινε ότι την είχε ικανοποιήσει, το πώς η δική του ικανοποίηση πολλαπλασιαζόταν εξαιτίας της δικής της. Ο τρόπος που άρθρωνε το όνομά του καθώς την έπαιρνε μαζί του στην κορύφωση... που εκείνη τον έπαιρνε μαζί της. Φίλησε κάθε απαλό, ευωδιαστό εκατοστό του κορμιού της, καθησυχάζοντάς την, αφυπνίζοντάς την, παίρνοντας τις σκέψεις της μακριά απ’ οτιδήποτε άλλο εκτός από την ηδονή που της έδινε, και που έπαιρνε απ’ αυτήν. Αργόσυρτα χάδια στα πλευρά της, που κατέβαιναν ως τις απαλές καμπύλες των γοφών της. Χάδια που βυθίζονταν ανάμεσα στους μηρούς της, που την έφερναν όλο και πιο κοντά του, αιχμαλωτίζοντας την πεμπτουσία της. Μόνο τότε μετέφερε το βάρος του από πάνω της και στήριξε τον


κορμό του στις παλάμες του, παρακολουθώντας το πρόσωπό της καθώς το κορμί του βυθιζόταν αργά μέσα της. Εκείνη τον αγκάλιασε κι έδεσε τα πόδια της στη μέση του, και κρατήθηκε σφιχτά, με το στέρνο της ν’ ανεβοκατεβαίνει γρήγορα καθώς τον κοίταζε, με τα μάτια της να σκουραίνουν, ακριβώς όπως το θυμόταν. Τώρα, του έλεγαν αυτά τα μάτια. Δική σου, Τζακ. Όλη δική σου. Πάρε με τώρα. Πάρε ότι έχω, όπως κι εσύ μου δίνεις ότι έχεις. Τώρα. Ήξερε τους ρυθμούς της, όπως ήξερε κι εκείνη τους δικούς του. Ο Τζακ ήξερε πως όλα τα άλλα είχαν γίνει για να φτάσουν σ’ αυτές εδώ τις στιγμές, στην πιο υπέροχη, την πιο μύχια ένωση πνεύματος και σώματος. Ο Τζακ άρχισε να κινείται. Παρακολουθώντας την, όπως τον παρακολουθούσε κι εκείνη. Όσο μέσα στο κεφάλι του ένα κομμάτι του επαναλάμβανε ρυθμικά: Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ... *** Κοιμήθηκε στην αγκαλιά του καθώς εκείνος παρακολουθούσε τη μέρα να αχνοφέγγει πίσω από τα παράθυρα, ξαναζώντας αυτές τις τελευταίες λίγες ώρες, ανίκανος να κοιμηθεί, αφού οι σιωπηλές λέξεις του δεν έπαυαν να τον καταδιώκουν. Πριν από τόσα χρόνια, είχε πιστέψει πως ήταν αγάπη, το είχε πιστέψει με όλη του την ψυχή. Το χαμόγελό της, ο τρόπος που δάγκωνε το σαρκώδες κάτω χείλος της κάθε φορά που αναζητούσε λύση σε κάποιο πρόβλημα, το άρωμά της, που πάντα πετύχαινε να τον συγκινεί. Ο τρόπος που η σκέψη της και μόνο έκανε τον κόσμο γύρω του να φαίνεται καινούριος και καθάριος και ελπιδοφόρος. Ο τρόπος που τον κοίταζε, ένας τρόπος που τον έκανε να πιστεύει ότι ήταν καλύτερος άνθρωπος. Οι μήνες που είχαν περάσει μαζί ήταν οι καλύτεροι της ζωής του. Δεν ήξερε ότι κάτι έλειπε, ότι τους έλειπε ένα συγκεκριμένο θεμελιακό στοιχείο, αυτό που θα τους κρατούσε μαζί στην καταιγίδα. Ο Τζακ είχε περάσει όλη του τη ζωή μόνος, ακόμα κι όταν ήταν


παιδί, χωρίς να νιώσει ποτέ ότι ανήκε κάπου, ότι ταίριαζε κάπου. Μπάσταρδος, και παρ’ όλ’ αυτά περισσότερο μπάσταρδος από τους αδελφούς του, διαφορετικός από τους αδελφούς του. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ήξερε τι στ’ αλήθεια σήμαινε να είναι κανείς μόνος πριν χάσει την Τες. Τώρα την είχε ξανά στην αγκαλιά του, και θα απολάμβανε το νέκταρ αυτής της πληρότητας αν δεν ήξερε ότι το συναίσθημα ήταν φευγαλέο, ότι η αυγή είχε έρθει, ότι η δόξα της νύχτας είχε τελειώσει χωρίς ν’ αλλάξει στην πραγματικότητα τίποτα. Τίποτα δεν μπορούσε ν’ αλλάξει μέχρι να βρεθεί ο Σιντζόν –αν βρισκόταν–, μέχρι η Τες να βρει –αν έβρισκε– τη γαλήνη που τόσο είχε ανάγκη και που σχετιζόταν άμεσα με το πώς ένιωθε για τον πατέρα της. Ως μπάσταρδος γιος της μητέρας του, ο Τζακ καταλάβαινε πολύ καλύτερα απ’ όσο μπορούσε η Τες να διανοηθεί την ανάγκη για κατανόηση. Τώρα όμως δεν ήταν η ώρα να γυρίσει σ’ αυτό τον τόσο πολυταξιδεμένο δρόμο. Η μητέρα του ήταν περίπλοκος άνθρωπος –με τον τρόπο της, ίσως, ακόμα πιο περίπλοκη από τον Σιντζόν– και τα κίνητρά της πολύ λιγότερο ξεκάθαρα. Όπως και η Τες, έτσι κι εκείνος έπρεπε να ζήσει τη ζωή που του είχε δοθεί, να παίξει με τα χαρτιά που του είχαν μοιράσει. Προσέχοντας να μην την ξυπνήσει, ο Τζακ σηκώθηκε αθόρυβα από το κρεβάτι με τον ουρανό, ντύθηκε πρόχειρα, με το πουκάμισό του να κρέμεται πάνω από το παντελόνι του, και βγήκε από το δωμάτιο κρατώντας τις μπότες του στο χέρι, με το μυαλό του να τρέχει ήδη στο επόμενο βήμα –την αναχώρηση των δυο τους από την έπαυλη με προορισμό το Λονδίνο. Με λίγη τύχη, ο Γουίλ και ο Ντίκι θα είχαν βρει τα ίχνη του Σιντζόν, διευκολύνοντας την αποστολή του. Ο Τζακ όμως δεν πίστευε και πολύ στην τύχη. Βγήκε στο διάδρομο, στηρίχτηκε στον τοίχο, φόρεσε τις μπότες του και αποφάσισε να επισκεφθεί πρώτα το μυστικό δωμάτιο του Σιντζόν.


Ο μαρκήσιος είχε πάρει πολλά μαζί του, αλλά υπήρχαν ακόμα αρκετά που ίσως μπορούσαν να φανούν χρήσιμα στον Τζακ. Ο ήχος ενός δροσερού γέλιου και ποδιών που έτρεχαν τον έκαναν να γυρίσει έγκαιρα για να δει ένα μικρό παιδί με σκούρα μαλλιά να εμφανίζεται στο πλατύσκαλο του δευτέρου ορόφου, μπροστά ακριβώς από την Εμιλί. Η ηλικιωμένη παραμάνα ακολουθούσε τα μικρά βήματα και κατέβαινε τη σκάλα με το γερασμένο πρόσωπό της κατακόκκινο από την προσπάθεια. «Jacques! Vous coquin, reviens ici! Jacques, viens a moi cet instant. Jacques –Oh, Jésus, Mary et Joseph, c’ est toi !» Το αγοράκι σταμάτησε απότομα και σήκωσε το κεφάλι να κοιτάξει τον ψηλό άντρα που έστεκε στη μέση του διαδρόμου, κλείνοντάς του το δρόμο. «Maman?» ρώτησε, με τα τεράστια πράσινα μάτια του να φωτίζουν ανοιγμένα διάπλατα το αγγελικό πρόσωπό του. Οι μπούκλες του ήταν πυκνές και μαύρες σαν τη νύχτα, τα μάγουλά του ξαναμμένα από την έξαψη της απόδρασης από την νταντά του. Κι έπειτα, το πρόσωπό του φωτίστηκε ακόμα περισσότερο από ένα χαμόγελο, και ο μικρός πήρε ξανά δρόμο, προσπερνώντας τον Τζακ. «Maman!» Ο Τζακ γύρισε και είδε την Τες να γονατίζει πάνω στο χαλί του διαδρόμου καθώς το παιδί έτρεχε προς την ανοιχτή αγκαλιά της. Έσφιξε το αγοράκι πάνω της, κλείνοντας την παλάμη της στον αυχένα του, και κοίταξε τον Τζακ, εκλιπαρώντας τον με το βλέμμα –Θεέ, τι να σκεφτόταν άραγε; «Τζακ», άρχισε να του λέει, με τη φωνή της μια ικεσία για κατανόηση – ή έτσι τουλάχιστον υπέθετε ο ίδιος. Δεν έμεινε να το μάθει. Με μια τελευταία ματιά στο παιδί, ολοφάνερα αρνούμενος να πιστέψει ότι έβλεπε, ο Τζακ έκανε μεταβολή κι άρχισε να κατεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά, για να διασχίσει μετά το χολ της εισόδου και ν’ ανοίξει την εξώπορτα με δύναμη, ξεκολλώντας τη σχεδόν από τους μεντεσέδες. Αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή να χτυπάει στον αέρα, ο Τζακ όρμησε


τυφλά στο στρωμένο με χαλίκι δρομάκι. Δεν ήξερε πού πήγαινε. Δεν τον ένοιαζε. Αρκεί να έφευγε από κει. Αρκεί να πήγαινε κάπου όπου εκείνη να μην μπορεί να τον ακολουθήσει, να μην μπορεί να τον βρει, να μην μπορεί να δει τι του είχε κάνει. Ο γιος του. Είχε γιο. Ανάθεμά την –του είχε γεννήσει ένα γιο!


Κεφάλαιο 5 Η Τες ετοιμάστηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, με τον Ζακ να φλυαρεί, να παίζει και να τρέχει αμέριμνος στο δωμάτιό της. Η Εμιλί έστεκε παράμερα, σφίγγοντας νευρικά τις παλάμες της, κατηγορώντας τον εαυτό της για το ότι είχε γυρίσει την πλάτη της στον μικρό, έστω και για ένα λεπτό, τη στιγμή που ήταν τόσο αποφασισμένος να επισκεφθεί τη maman του στο δωμάτιό της, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε πρωί. Η εμφάνιση του ψηλού άνδρα δεν είχε κάνει καμία ιδιαίτερη εντύπωση στο παιδί· απλώς, του είχε θυμίσει να ρωτήσει μία ακόμα φορά την Τες για το πού βρισκόταν ο πολυαγαπημένος του grand-père. Grand-père. Ο Ζακ ήταν το φως των ματιών του πατέρα της, από τη στιγμή κιόλας της γέννησής του. Ο άνθρωπος που είχε κατά κύριο λόγο αγνοήσει τα ορφανά από μητέρα παιδιά του, αφήνοντάς τα στα χέρια των υπηρετών, κλεισμένα στα παιδικά διαμερίσματα, έστεκε τώρα τα βράδια στο προσκέφαλο του Ζακ και τον παρακολουθούσε να κοιμάται. Όλα του τα χαμόγελα ήταν για τον Ζακ· ο Σιντζόν έφερνε δώρα και γλυκά στον εγγονό του, τον χόρευε στα γόνατά του, και του διηγιόταν ανόητες ιστοριούλες όταν πίστευε ότι δεν τον άκουγε κανείς. Ήταν ο Ζακ αυτός που ένιωθε τις αγκαλιές, που έπαιρνε τα φιλιά. Ο Ζακ που γλιστρούσε με τέτοια άνεση το χεράκι του σ’ αυτό του παππού του, και ξεκινούσε μαζί του για νέες περιπέτειες στους κήπους. Ο Ζακ που, με κάποιον τρόπο, είχε –επιτέλους– κατορθώσει να γίνει πιο σημαντικός από τα αντικείμενα. Ο Τζακ είχε δίκιο, αλλά είχε και άδικο. Ο συνεχιστής του πατέρα της έμελλε να είναι ο Ζακ, όπως το ήθελε ο ίδιος ο Σιντζόν –ο Ζακ θα τον θυμόταν με αγάπη και θα πενθούσε γι’ αυτόν. Ο μαρκήσιος θα ζούσε ή θα πέθαινε ηρωικά, έχοντας βάλει επιτέλους ένα τέλος στη δράση του Τσιγγάνου. Και θα το έκανε όχι για τον Ρενέ, όχι για εκείνη, αλλά για τον Ζακ. Και για τον εαυτό του... με τον Σιντζόν Φοντενό, κάθε


ρόδο ήταν γεμάτο αγκάθια. «Μη στενοχωριέσαι, Εμιλί», διαβεβαίωσε για μία ακόμα φορά η Τες την παραμάνα, προσπαθώντας να κουμπώσει με τα τρεμάμενα χέρια της τα κουμπιά στο μπούστο του πρωινού φορέματός της. «Μάλλον είναι καλύτερα έτσι. Κάναμε λάθος που του κρύψαμε τον Ζακ. Κάναμε λάθος για πολλά πράγματα, και συνεχίσαμε αυτά τα λάθη για υπερβολικά πολύ καιρό». Η παραμάνα περιορίστηκε να σκουπίσει τη μύτη με το μαντίλι της. «Έλα, αγάπη μου», είπε μετά η Τες. «Πάμε να τρέξεις έξω, στον ήλιο». *** «Μπάλα Ζακ;» ρώτησε το αγοράκι με ανυπομονησία καθώς κατέβαιναν κάτω, πηδώντας με γενναιότητα τα δύο τελευταία σκαλιά και τρέχοντας μετά για την κουζίνα και το κουτί κοντά στην πόρτα που οδηγούσε στους κήπους, αυτό που φιλοξενούσε το πολύτιμο ριγωτό τόπι του. Η Τες τον ακολούθησε, αρνούμενη μ’ ένα κούνημα του χεριού το κεκάκι που της πρότεινε η μαγείρισσα, πολύ αναστατωμένη για να πεινάει. Χτες, ο κόσμος της είχε έρθει τα πάνω κάτω· σήμερα, τα μέσα έξω. Η ζωή δε θα ήταν ποτέ πια η ίδια. Οι πρωινές συνήθειες σαν αυτήν μπορεί να άλλαζαν για πάντα. Προς το παρόν, όμως, σήμερα, για χάρη του Ζακ, θα προσποιούνταν ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει. «Στο μονοπάτι, Ζακ», φώναξε η Τες ξοπίσω του κοιτάζοντάς τον να τρέχει προς το λαχανόκηπο στο πίσω μέρος της κουζίνας. «Ο μαϊντανός είναι για να τον τρώμε, όχι για να τον πατάμε». Το αγοράκι γύρισε, της χαμογέλασε –ίδιος ο πατέρας του όταν ξυπνούσε το πρωί με διάθεση για πειράγματα κι αστεία– και συνέχισε να τρέχει, πετώντας μπροστά του το τόπι και τρέχοντας μετά να το πιάσει. Επανέλαβε την κίνηση πέντε ή έξι φορές ακόμα, μέχρι που η μπάλα σταμάτησε μπροστά σ’ ένα ζευγάρι καλογυαλισμένες, ψηλές ως το γόνατο μαύρες μπότες. Για μια στιγμή, η Τες πίστεψε ότι η καρδιά της είχε σταματήσει.


Ο Τζακ έσκυψε, έπιασε την μπάλα και εξακολουθώντας να μένει καθισμένος στις φτέρνες του, την έδωσε στο γιο του. Ο Ζακ δίστασε, μετά όμως άπλωσε το χέρι και ακούμπησε την μπάλα χωρίς να την πάρει. Για μια στιγμή, οι δυο τους σχημάτισαν μια εικόνα που έκανε την καρδιά την καρδιά της Τες να σφιχτεί: πράσινα μάτια που κοίταζαν μέσα σε πράσινα μάτια, δυο μελαχρινά κεφάλια σε απόσταση εκατοστών. «Merci, monsieur», είπε ο Ζακ, για να πραγματοποιήσει αμέσως μετά μία υπόκλιση στην οποία είχε εξασκηθεί άπειρες φορές και να προσθέσει: «Ευχαριστώ, κύριε», ακριβώς όπως τον είχαν διδάξει. Η Τες είδε τον Τζακ να σηκώνει το άλλο χέρι του, σαν να ’θελε ν’ αγγίξει το μάγουλο του γιου του. Η στιγμή όμως δεν άργησε να χαθεί, αφού ο Ζακ πήρε ξανά δρόμο, πετώντας μπροστά του το τόπι και τρέχοντας να το πιάσει. Ο Τζακ σηκώθηκε και πλησίασε την Τες. «Τζακ, μπορώ να... Όχι, δε λέω αλήθεια. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω. Δεν μπορώ καν να σου ζητήσω να με συγχωρήσεις». «Όχι, δεν μπορείς», είπε κοφτά ο Τζακ, με το βλέμμα στον Ζακ. «Το παιδί πρέπει να έχει ένα σκυλί. Τα σκυλιά τρέχουν και πιάνουν τις μπάλες. Υπάρχουν μπόλικα στο Μπλάκθορν, αλλά μπορούμε να του πάρουμε το δικό του. Ένα κουτάβι. Για αρχή, κάποιο που να μην είναι πολύ μεγαλόσωμο για να μην τον ρίχνει κάτω». Σκυλί; Της μιλούσε για σκυλιά; «Τι είπες;» τον ρώτησε, τόσο ταραγμένη που ήταν σίγουρη ότι δεν είχε καταλάβει καλά. «Τίποτα, ξέχνα το», της είπε, εξακολουθώντας να κοιτάζει τον Ζακ. «Θα το φροντίσω εγώ. Η Εμιλί πακετάρει αυτή τη στιγμή τα πράγματά του κι εγώ έχω δώσει εντολή να ζέψουν τα άλογα στην άμαξα. Φεύγουν σε μία ώρα, και, λογικά, θα βρίσκονται στο Μπλάκθορν αύριο το μεσημέρι». Η Τες έριξε μία πανικόβλητη ματιά στο γιο της. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό. Δεν μπορείς να τον πάρεις. Είναι γιος μου». Επιτέλους, ο Τζακ γύρισε και την κοίταξε, αν και μόνο για μια


στιγμή πριν στρέψει ξανά το βλέμμα του στο γιο του, παρακολουθώντας την κάθε του κίνηση πεινασμένα, άπληστα. «Εμείς οι δυο θα φύγουμε σε λίγο για το Λονδίνο –έτσι δεν είναι;» Η Τες έκρυψε την έκπληξή της για το ότι εξακολουθούσε να θέλει να την πάρει μαζί του. Κατένευσε επιφυλακτικά. «Και ν’ αφήσω το γιο μου εδώ, μόνο με την Εμιλί, χωρίς κανέναν άλλο να τον προσέχει; Όχι, αυτό δε γίνεται». «Γιατί όχι;» Η Τες αγωνιζόταν να μην τρέξει στον Ζακ να τον σηκώσει στην αγκαλιά της. «Ο Σιντζόν μου έδειξε το δωμάτιο με τους θησαυρούς του. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν έκανε το ίδιο με τον Τσιγγάνο, το βέβαιο πάντως είναι ότι αυτός ο τελευταίος γνωρίζει για τη συλλογή. Άρα, μάλλον αντιλαμβάνεσαι τον κίνδυνο». «Όχι. Δεν καταλαβαίνω». Πώς ήταν δυνατόν για την Τες να μπορεί να σκεφτεί λογικά, να αντιληφθεί για ποιο κίνδυνο μιλούσε ο Τζακ, τη στιγμή που της έπαιρνε το γιο της; ότι της είχε απομείνει στη ζωή, το μοναδικό θησαυρό της. «Ακόμα να αναρωτηθείς γιατί ο Τσιγγάνος δεν επιχείρησε ποτέ να απαλλάξει τον πατέρα σου από τους θησαυρούς του; Ξέρει πού βρίσκονται. Βοήθησε στην απόκτηση αρκετών από αυτούς. Αυτά τα αντικείμενα κοστίζουν μια περιουσία, και το μοναδικό εμπόδιο που υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτή την περιουσία και τον Τσιγγάνο ήταν ο πατέρας σου, ένας αδύναμος γέρος. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν το επιχείρησε ποτέ. Γιατί, Τες; Εσύ ποιος νομίζεις ότι ήταν ο λόγος;» Η Τες κοίταξε τον Ζακ. Κρατώντας εμπρός του το τόπι και με τα δυο χέρια, άρχισε να τρέχει σε κύκλους μέχρι που έπεσε, γελώντας, στο χορτάρι. Τι παράξενο. Ο ήλιος εξακολουθούσε να λάμπει, ένα παιδί εξακολουθούσε να γελά. Παρ’ όλ’ αυτά, ο κόσμος της γκρεμιζόταν ολόγυρά της. Έπρεπε να συγκεντρωθεί. Ο Τζακ μιλούσε με τη φωνή της λογικής, χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα. Ανέκαθεν θαύμαζε τον


τρόπο που δούλευε το μυαλό του. Αναλυτικά, ψυχρά. Οι συσχετισμοί των σκέψεων του τον είχαν οδηγήσει σ’ ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα, και το συμπέρασμα στην κατάστρωση ενός σχεδίου. Ενός σχεδίου που περιλάμβανε την απομάκρυνση του Ζακ από την έπαυλη. Όχι από την ίδια –σε παρακαλώ, Θεέ μου, όχι–, αλλά από το σπίτι. «Δεν... δεν ξέρω. Δεν είναι λογικό, ε;» «Όχι, δεν είναι. Μην ξεχνάς όμως ότι δούλεψαν μαζί για παραπάνω από μία δεκαετία. Μπορεί να δημιουργήθηκε ένα δέσιμο ανάμεσα σε δάσκαλο και μαθητή, ένας δεσμός τιμής μεταξύ... κατεργαρέων. Είτε αυτό, είτε ο Τσιγγάνος υποσχέθηκε να μην ακουμπήσει τη συλλογή όσο ο Σιντζόν βρίσκεται εν ζωή, και σε αντάλλαγμα, ο πατέρας σου του υποσχέθηκε να μην ακουμπήσει τον ίδιο. Μόνο οι δυο τους γνωρίζουν πώς κατέληξαν σ’ αυτή τη συμφωνία, και γιατί εξακολουθούν να την τηρούν». «Τα δώρα του μπαμπά είναι σαν τριαντάφυλλα γεμάτα αγκάθια», συμφώνησε η Τες, διερωτώμενη πού είχαν οδηγήσει τον Τζακ οι συλλογισμοί του. «Κι αυτά τα αγκάθια, που σίγουρα υπάρχουν κάπου μέσα στη συμφωνία του μπαμπά, κράτησαν τον Τσιγγάνο μακριά». «Σωστό. Οι λόγοι μπορεί να είναι πολλοί. Από τις δύο πιθανότητες στις οποίες μπόρεσα μέχρι στιγμής να καταλήξω, η δεύτερη μου φαίνεται πιο λογική. Δεν υπάρχει λόγος τιμής, ούτε ειλικρίνεια μεταξύ αλιτήριων. Οι όροι της συμφωνίας έπαψαν να φαίνονται ελκυστικοί στον πατέρα σου όταν βρήκε εμένα, μόλις αισθάνθηκε σίγουρος ότι θα δεχόμουν να γίνω συνένοχος βοηθώντας τον ν’ αρχίσει να εμπλουτίζει ξανά τη συλλογή του. Έτσι, προσπάθησε να εξουδετερώσει τον Τσιγγάνο στο Γουαϊτσάπελ. Κι αυτή τη λάθος εκτίμηση, την πλήρωσε με τη ζωή του γιου του». «Ω Θεέ μου», είπε χαμηλόφωνα η Τες. «Δε νομίζω ότι ο Θεός έχει καμία θέση σ’ αυτή τη συγκεκριμένη εξίσωση. Το τέρας που δημιούργησε ο πατέρας σου άφησε την κάρτα του πάνω στο στέρνο του Ρενέ. Ο Σιντζόν αναγνώρισε με κάποιον τρό-


πο την τιμωρία, και οι δυο τους επέστρεψαν στον αρχικό διακανονισμό τους. Μόνο που μετά από απουσία τεσσάρων χρόνων, οι επισκεπτήριες κάρτες του Τσιγγάνου εμφανίστηκαν ξανά στην Αγγλία, αναγγέλλοντας την επιστροφή του, και ο πατέρας σου αποφάσισε να τον κυνηγήσει ξανά. Αν αποτύχει αυτή τη φορά, ίσως ο Τσιγγάνος αποφασίσει να έρθει τελικά για να οικειοποιηθεί τη συλλογή, ή να δώσει στον Σιντζόν ένα ακόμα μάθημα. Όπως και να ’χει, ο γιος μου δεν πρόκειται να εμπλακεί, αφού δε θα βρίσκεται εδώ. Σήμερα θα φύγει για το Μπλάκθορν». «Ο γιος μας. Και το όνομά του είναι Ζακ». Η Τες αισθάνθηκε τις παλάμες της να σφίγγουν σε γροθιές. «Εξάλλου, όλ’ αυτά δεν είναι παρά δικές σου εικασίες. Από τη στιγμή που πάτησες το πόδι σου εδώ, δεν παύεις να εικοτολογείς. Και τα όσα μου είπες θα μπορούσαν να είναι ψέματα. Όλα!» Η Τες ήταν σαν το ναυαγό που αρπάζεται από κομμάτια άχυρου προσπαθώντας να μην πνιγεί, και το ήξερε. Ο Τζακ όμως χρησιμοποιούσε ότι ήξερε εκείνος για να της πάρει το παιδί. «Έχεις δίκιο, Τες. Μπορεί τα όσα σου είπα να είναι ψέματα. Ή μπορεί να έκανα εξαρχής λάθος, και ο πατέρας σου να είναι ένας αναθεματισμένος άγιος που απλώς σηκώθηκε κι έφυγε για το Λονδίνο χωρίς κανένα προφανή λόγο». Ο Τζακ κοίταξε ξανά τον μικρό. «Είσαι όμως πρόθυμη να διακινδυνεύσεις τη ζωή του γιου μας για την ισχνή πιθανότητα να ισχύει αυτό το τελευταίο; Γιατί εγώ δεν είμαι». «Τότε, ας τον πάρουμε μαζί μας στο Λονδίνο», είπε η Τες, μένοντας κι η ίδια κατάπληκτη με την παραδοχή που μόλις είχε κάνει. Ο πατέρας της ήταν ένας κλέφτης. Ο πατέρας της, αν αποτύγχανε, μπορεί να διακινδύνευε τη ζωή του εγγονού του. Και τη δική της... μόνο που η Τες δεν ήταν σίγουρη για το αν και κατά πόσο είχε λάβει αυτή την τελευταία υπόψη του. Τόσο χαμηλά είχε πέσει, λοιπόν; αναρωτήθηκε. Έτσι σκεφτόταν πια για τον ίδιο της τον πατέρα; Ναι, ο Θεός ας τη λυπόταν, αλλά ναι. Τώρα πια, η πρώτη προτεραιότητά της, αυτό που την ενδιέφερε


πάνω απ’ όλα ήταν ο Ζακ. Θα διακινδύνευε τα πάντα, θα τολμούσε τα πάντα για να τον κρατήσει ασφαλή, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θ’ αναγκαζόταν να τον παραδώσει στον Τζακ. Ο πατέρας της τους είχε στείλει τον Τζακ –έτσι δεν ήταν;– με την εξαφάνισή του και μόνο... Ο Ζακ βρήκε ευκαιρία και πλησίασε τον Τζακ απλώνοντας προς το μέρος του την μπάλα. «Φέτα;» Ήταν μοιραίο. Ήταν θέλημα Θεού. Ήταν η καλή ζαριά που είχε φέρει για χάρη της ο Θεός, ας ήταν και για τούτη τη μία και μοναδική φορά. ότι κι αν ήταν, δεν είχε σημασία. Φτάνει που ο Τζακ κοίταζε τώρα το γιο του, με τα μάτια του να λάμπουν από δέος και τρυφερότητα. «Πέτα, Ζακ, όχι φέτα. Πέτα μου, σε παρακαλώ, την μπάλα. Veuillez jeter la boule avec moi». Η Τες ήταν έτοιμη να διακινδυνεύσει τα πάντα, να τολμήσει τα πάντα. «Πέτα μου σε παρακαλώ την μπάλα, μπαμπά». Φυσικά, οι αναφορές που είχαν φτάσει στο Στέμμα δεν περιείχαν αναφορές στο παιδί. Το παιδί δεν είχε σημασία –μόνο ο άνδρας. Αυτοί που τόσα χρόνια αναλάμβαναν να παρακολουθούν τον Σιντζόν για λογαριασμό του Στέμματος, δεν ανήκαν στην αφρόκρεμα της Υπηρεσίας. Προφανώς, αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν θεωρήσει ως αξιόλογη την πληροφορία ότι, από μία δεδομένη στιγμή και μετά, στην έπαυλη διέμενε και ένα μικρό παιδί. Δεν την είχαν θεωρήσει αξιόλογη, και δεν την είχαν αναφέρει. Αυτό όμως δε σήμαινε ότι ο ίδιος δεν έπρεπε να το ξέρει. Έπρεπε να είχε βάλει δικούς του ανθρώπους να παρακολουθούν το σπίτι. Σ’ αυτά τα τέσσερα χρόνια, έπρεπε να είχε πραγματοποιήσει ο ίδιος περιοδικούς ελέγχους. Μόνο που δεν ήξερε αν θα άντεχε να ξαναδεί την Τες. Μπορεί να παρασυρόταν από την πιθανότητα να είχε αλλάξει η Τες γνώμη, από την πιθανότητα να τον καλωσόριζε ξανά στην αγκαλιά της. Κι εκείνος μπορεί να φερόταν ξανά σαν ανόητος, ξύνοντας και πάλι βαθιές πληγές που τόσο αργά επουλώνονταν.


Κι έτσι, είχε συμβιβαστεί με τις αναφορές. Δειλός. Είχε φανεί δειλός. Προστατεύοντας εγωιστικά τον εαυτό του, γυρνώντας στις παλιές του συνήθειες, όπως είχε κάνει μετά από τη σκληρή παραδοχή της μητέρας του. Φύγε. Φύγε μακριά. Δεν είσαι ευπρόσδεκτος εδώ. Δεν ανήκεις εδώ. Ο Τζακ κάλπαζε με τ’ άλογό του μπροστά από την άμαξα, αφήνοντας τον εντεταλμένο του Στέμματος να τον ακολουθεί κατά πόδας, αφού ήταν βέβαιος ότι δε θα κατάφερνε και τίποτα σημαντικό. Όχι από τη στιγμή που δε διέθετε καν την κριτική ικανότητα για να πάρει την πρωτοβουλία και να αναφέρει ότι στην έπαυλη του Σιντζόν ζούσε και ένα μικρό παιδί ή να πληροφορήσει τους ανωτέρους του ότι ο μαρκήσιος φερόταν παράξενα τον τελευταίο μήνα, απουσιάζοντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα από το σπίτι. Ο Τζακ ήξερε ότι δεν έπρεπε να το κάνει αυτό. Αυτή τη στιγμή, ο Ζακ έπρεπε να ταξιδεύει για το Μπλάκθορν, και την Τες έπρεπε να την έχει μαζί του. Αλλά, είχε πει στον εαυτό του, ο Μπο μπορεί να είχε φύγει από το Μπλάκθορν για να επιθεωρήσει κάποιο από τα άλλα κτήματα του μαρκησίου, και ο ένας Θεός ήξερε τι σκάρωνε ο Πουκ τώρα που είχε κληρονομήσει κι αυτός το δικό του. Το τελευταίο γράμμα που είχε λάβει από τον μικρό αδελφό του ήταν γεμάτο εκστατικές περιγραφές τού πόσο υπέροχα είχε νιώσει όταν ξεγέννησε μόνος του μία από τις αγελάδες στο κτήμα. Του έγραφε ότι ονόμασε το μοσχαράκι Μπλακ Τζακ, γιατί ήταν μαύρο και πεισματάρικο. Μ’ αυτά τα δεδομένα, ο μόνος που πρέπει να βρισκόταν στο Μπλάκθορν ήταν ο μαρκήσιος, και ίσως η Άντελεϊντ, αν, δηλαδή, είχε καταδεχτεί να επισκεφθεί το κτήμα. Το πιθανότερο ήταν πως η μητέρα του θα έφριττε στην ιδέα ότι είχε γίνει γιαγιά, όσο για το μαρκήσιο, δεν ήταν και το καλύτερο να τον αφήσει να κάνει νέα, μεγαλεπήβολα σχέδια για ένα ακόμα μπασταρδάκι. Άρα, λογικά ήταν καλύτερα να συνοδεύσει ο Ζακ τους γονείς του στο Λονδίνο.


Ήταν εκπληκτικό το πώς μπορούσε ένας άνδρας να εκλογικεύσει τα εγωιστικά του κίνητρα. Μπαμπά. Ο Ζακ τον είχε αποκαλέσει μπαμπά... Ο Τζακ χαλάρωσε την πίεση στα γκέμια, άφησε την άμαξα να τον προσπεράσει, κι ύστερα ρύθμισε την ταχύτητα του καλπασμού του αλόγου του ώστε να μπορεί να προχωρεί παράλληλα με την άμαξα, στην ίδια ευθεία με την πλαϊνή πόρτα. Έσκυψε λίγο για να μπορέσει να κοιτάξει μέσα από το παράθυρο. Η Εμιλί λαγοκοιμόταν στη θέση που κοίταζε προς τα πίσω, και η Τες, καθισμένη απέναντι, είχε τον Ζακ κοντά της και του διάβαζε από ένα μάλλον φθαρμένο βιβλίο με παραμύθια. Η εικόνα έκανε την καρδιά του να σφιχτεί, και το σφίξιμο έγινε πιο δυνατό όταν ο Ζακ τον είδε και ξέφυγε από τη μητέρα του για να σηκωθεί και να κολλήσει τις παλάμες του στο τζάμι, χαμογελώντας πλατιά και λέγοντας κάτι που ο Τζακ δεν μπορούσε ν’ ακούσει. Έκανε νόημα στην Τες να κατεβάσει το παράθυρό της, εκείνη όμως του απάντησε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Τώρα», άρθρωσε άηχα ο Τζακ, προκαλώντας τη με το βλέμμα. Αν ήθελε να μάθει τι έλεγε ο γιος του, είχε κάθε αναθεματισμένο δικαίωμα να το μάθει, κι εκείνη καλά θα έκανε να μην τον εμποδίζει. Στα χέρια του κρατούσε όλα τα χαρτιά, και η Τες το ήξερε. Ήξερε επίσης ότι δε θα ήταν και τόσο απρόθυμος να τα παίξει. Του είχε κρύψει την ύπαρξη του γιου του, τον είχε κρατήσει μακριά του τέσσερα ολόκληρα χρόνια, κι αυτό ήταν ένα χρέος που δεν μπορούσε να ξεπληρωθεί τόσο εύκολα. Η Τες κατέβασε το παράθυρο, κρατώντας σφιχτά τον Ζακ που προσπαθούσε να της ξεφύγει. «Προσπαθούσα να τον κοιμίσω, ξέρεις», του είπε με ολοφάνερη μομφή. «Είναι φανερό ότι δεν έχεις ταξιδέψει ποτέ σου μ’ ένα παιδί, κλεισμένος μαζί του για ώρες μέσα σε μια άμαξα με χάλια αναρτήσεις. Έκανε ήδη δύο φορές εμετό. Όχι δηλαδή πως φάνηκε να τον πειράζει». «Άλογο! Άλογο!» φώναξε ο Ζακ πάνω από τα παράπονα της μαμάς του.


Ο Τζακ κοίταξε την Τες. Πράγματι, φαινόταν λιγάκι... στραπατσαρισμένη. Όμορφη, ίσως όμως λιγάκι ταλαιπωρημένη μετά από τέσσερις ώρες ταξίδι. Το μπονέ της, μισοτσαλακωμένο, ήταν ακουμπισμένο δίπλα της στο κάθισμα, και λίγες τούφες ξανθών μαλλιών είχαν ξεφύγει απ’ τις φουρκέτες τους. Προφανώς, ο γιος του ήταν ζωηρός. Η σκέψη έκανε τον Τζακ να χαμογελάσει. Ο γιος του. Και βέβαια ήταν ζωηρός! Φώναξε στον αμαξά να σταματήσει, κι ύστερα έσκυψε και πάτησε το χερούλι της πόρτας. «Δώσ’ τον μου», είπε στην Τες. «Καθαρό αέρα χρειάζεται –αυτό είναι όλο». Η Τες φάνηκε έτοιμη να προβάλλει αντιρρήσεις, μετά όμως ένα αργό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της. Κάποιοι ίσως το χαρακτήριζαν διαβολικό. «Φυσικά. Σε προειδοποιώ, όμως, δε μυρίζει και σαν λουλούδι της άνοιξης, και ειδικά μετά από τον δεύτερο εμετό. Πόσο έχουμε ακόμα για το Λονδίνο;» «Όχι περισσότερο από ώρα. Θα τον κρατήσω μαζί μου μέχρι να μπούμε στην πόλη. Μετά θέλω να τον ξαναπάρεις στην άμαξα και να κλείσεις τις κουρτίνες. Σύμφωνοι;» «Α, ναι. Πολύ ευχαρίστως!» είπε η Τες δίνοντάς του το παιδί. «Jacques, essayez ne pas cracher sur Papa’s bottes». Προσπάθησε να μη φτύσεις στις μπότες του μπαμπά; «Πολύ διασκεδαστικό, Τες. Γιατί δεν ακολουθείς το παράδειγμα της Εμιλί, να πάρεις κι εσύ έναν υπνάκο; Απ’ ότι φαίνεται, σου χρειάζεται λίγη ξεκούραση. Αφού μάλλον δεν κοιμήθηκες και πολύ χθες βράδυ...» Έχοντας τελειώσει με την ανταλλαγή πυρών, ο Τζακ σήκωσε τον Ζακ και τον έβαλε να καθίσει μπροστά του στη σέλα. Η Τες έκλεισε την πόρτα με δύναμη, κι έκανε νόημα στον αμαξά να ξεκινήσει. Σαν τον παλιό καλό καιρό. Τα πειράγματα, οι λεκτικές αψιμαχίες και, αρκετά συχνά, ο ανταγωνισμός. Μόνο που τώρα υπήρχε ανάμεσά τους το παιδί, και τόσα άλλα. Με το αριστερό του μπράτσο τυλιγμένο σταθερά γύρω από τη μέση


του γιου του, ο Τζακ έσκυψε να φιλήσει τις απαλές μπούκλες του παιδιού, ασυνήθιστος ακόμα στα σφοδρά συναισθήματα που δημιουργούσε μέσα του η παρουσία του. Δικός μου. Τι περίεργο πράγμα, τι περίεργη αίσθηση. Δικός μου. Τόσο καιρό δεν είχε μέλλον. Τώρα είχε. Τόσο καιρό δεν είχε ελπίδα. Τώρα την ένιωθε να φτερουγίζει μέσα του. Δεν υπήρχε αίσιο τέλος. Μπορεί όμως και να υπήρχε. Το μόνο εμπόδιο που υπήρχε τώρα ανάμεσα σε εκείνον και την Τες ήταν το παρελθόν, με τη μορφή του Σιντζόν, του Τσιγγάνου... και του Ρενέ. Αλλά ήταν εκείνος που η Τες δεν μπορούσε να συγχωρήσει για το θάνατο του αδελφού της, ή ο ίδιος της ο εαυτός; Τώρα ο Ζακ κρατιόταν σφιχτά από τη χαίτη του αλόγου, με το κορμάκι του ν’ ανεβοκατεβαίνει μπροστά στον Τζακ. «Άλογο! Άλογο! Plus rapidement! Πιο γρήγορα! Πιο γρήγορα!» «Αλήθεια, ε; Πιο γρήγορα, θέλεις; Έπρεπε να το περιμένω ότι αυτή δεν ήταν η πρώτη σου φορά πάνω στη σέλα, όχι με την Τες για maman σου. Πολύ καλά, mon enfant, πιο γρήγορα!»


Κεφάλαιο 6 «Καλησπέρα, κύριε», είπε ο μπάτλερ της πλατείας Γκρόβενορ καθώς άνοιγε την πίσω πόρτα, αυτή που οδηγούσε κατευθείαν από τους στάβλους στο σπίτι, με απόλυτη φυσικότητα, λες και περίμενε από ώρα τον κύριό του. Ο Γουόντσγουορθ ήταν απόλυτα ήρεμος και συγκροτημένος, παρ’ όλο που είχε κατέβει τρέχοντας τρία πατώματα όταν τον ειδοποίησαν ότι ο κύριος Μπλάκθορν είχε αφιχθεί στους στάβλους τους αρχοντικού. «Καλησπέρα, Γουόντσγουορθ», απάντησε ο Τζακ κι ύστερα του έδωσε τον Ζακ που κοιμόταν βαθιά. «Έστω και μια τρίχα απ’ τα μαλλιά αυτού του παιδιού να πειραχτεί, και θα φάω το συκώτι σου για μεσημεριανό, μ’ εσένα να παρακολουθείς. Συνεννοηθήκαμε;» πρόσθεσε στον ίδιο ευχάριστο τόνο. «Δε θα περίμενα τίποτα λιγότερο, κύριε. Καλησπέρα, δεσποινίς», είπε μετά απευθυνόμενος προς την Τες που έμπαινε στη ζεστή κουζίνα κοιτάζοντας γύρω της σαν να προσπαθούσε να προσανατολιστεί. «Η λαίδη Θέσαλι Φοντενό, Γουόντσγουορθ. Φρόντισε να ανεβάσουν επάνω τις αποσκευές της». Ο Γουόντσγουορθ, στρατιώτης που είχε γίνει μπάτλερ, δεν είχε κατορθώσει ποτέ να χειριστεί με απόλυτη αποτελεσματικότητα τις περιπλοκότητες του επαγγέλματος, ωστόσο, οι πρόσφατες εμπειρίες του με τους κυρίους Μπο και Πουκ τον είχαν βοηθήσει αρκετά ώστε να ξέρει τώρα πώς να χειριστεί το ζήτημα των αποσκευών της λαίδης. Στο κάτω κάτω, δεν ήταν τυφλός, και η πατρότητα αυτού του μελαχρινού παιδιού ήταν κάτι που ο κύριος Μπλάκθορν δεν μπορούσε να αρνηθεί, όπως δεν μπορούσε να αρνηθεί το γεγονός ότι ο ήλιος θα ανέτελλε στο τέλος της νύχτας. «Μάλιστα, κύριε Μπλάκθορν. Θα γίνει όπως επιθυμείτε». Ο Τζακ είχε την εντύπωση ότι ανίχνευσε ένα κλείσιμο του ματιού από μέρους του μπάτλερ, δεν πρόλαβε ωστόσο να διερευνήσει περαι-


τέρω το θέμα αφού εκείνη τη στιγμή η Εμιλί μπήκε φουριόζα στην κουζίνα και, μ’ ένα χείμαρρο γαλλικών, πήρε το παιδί από την αγκαλιά του Γουόντσγουορθ και απαίτησε, μάλλον αυταρχικά, να την οδηγήσουν στα παιδικά διαμερίσματα. Η Τες άπλωσε το χέρι σαν να ήθελε να σταματήσει τον Γουόντσγουορθ και την παραμάνα που έπαιρναν το γιο της από κοντά της, το κατέβασε όμως όταν είδε τον Τζακ να την κοιτάζει κουνώντας το κεφάλι. «Έχω ακούσει ότι κάποτε ο Γουόντσγουορθ κατάφερε να εξουδετερώσει δέκα από τους καλύτερους στρατιώτες της φρουράς του Βοναπάρτη απλώς γρονθοκοπώντας τους. Φαντάζομαι ότι η ιστορία έχει κάποια δόση υπερβολής, παρ’ όλ’ αυτά, του εμπιστεύομαι απόλυτα το γιο μου, και θα έπρεπε κι εσύ να κάνεις το ίδιο. Εμείς θα πάμε στο σαλόνι, όπου είμαι βέβαιος ότι μας περιμένει μια καράφα με ωραίο κρασί». «Θα πάμε; Ειλικρινά, Τζακ, θα προτιμούσα να μη με διατάζεις. Το μόνο που καταφέρνεις έτσι είναι να μου δημιουργείς επαναστατική διάθεση, κι αφού αυτή τη στιγμή διψάω όσο δεν μπορείς να φανταστείς, αν επαναστατήσω τώρα, θα είναι σαν να βάζω τα χέρια μου για να βγάλω τα μάτια μου». «Και τι όμορφα που είναι αυτά τα μάτια, ε; Εντάξει, λοιπόν». Ο Τζακ της πρόσφερε το λυγισμένο μπράτσο του. «Αν έχετε την καλοσύνη, λαίδη μου, μου επιτρέπετε να σας συνοδεύσω στο σαλόνι και να σας προσφέρω κάποιο αναψυκτικό; Λεμονάδα, ίσως;» Η Τες τον κοίταξε απ’ την κορφή ως τα νύχια, σαν να προσπαθούσε να ανιχνεύσει τα ευάλωτα σημεία στα οποία θα μπορούσε να επιτεθεί. «Και αλαζόνας και συγκαταβατικός –και με τις δύο ιδιότητες να εκφράζονται σε διάστημα λίγων μόλις δευτερολέπτων! Ιδιότητες οι οποίες, απ’ ότι θυμάμαι, δε συγκαταλέγονται στις ελκυστικότερες του χαρακτήρα σου. Απλώς προχώρα, εντάξει; Το μόνο που θέλω είναι να απαλλαγώ από τη γεύση της σκόνης του δρόμου στο στόμα μου». Κάνοντας νόημα στη νυσταγμένη μαγείρισσα που μόλις είχε εμφα-


νιστεί στην κουζίνα ότι λίγο φαγητό θα ήταν ευπρόσδεκτο, ο Τζακ οδήγησε την Τες στο σαλόνι, και, αφήνοντάς τη να σωριαστεί μάλλον άκομψα σε έναν από τους ταπετσαρισμένους με σατέν καναπέδες, πήγε να σερβίρει το κρασί. Της πρόσφερε το ένα ποτήρι χαμογελώντας. Μόνο η Τες μπορούσε να φέρεται με τέτοια δριμύτητα χωρίς να χάνει ίχνος από την ομορφιά και τη θηλυκότητά της. Ήταν η πιο υπέροχη γυναίκα που είχε δει ποτέ. Άδειασε το ποτήρι της μονοκοπανιά. Α, αυτοί οι Γάλλοι –άρχιζαν να πίνουν κρασί πριν ακόμα βγάλουν δόντια! Ο Τζακ είχε τη σοβαρή υποψία ότι η Τες άντεχε το πιοτό όσο κι εκείνος, αν όχι περισσότερο. «Καλύτερα τώρα», είπε, τείνοντας προς το μέρος του το άδειο ποτήρι της με το σιωπηλό αίτημα να το της το ξαναγεμίσει. «Είχα μια ιδέα». «Όχι απόψε, Τες. Ο Σιντζόν βρίσκεται στο Λονδίνο εδώ και μια βδομάδα. Ένα βράδυ ακόμα δε θα κάνει διαφορά. Είτε ήρθαμε έγκαιρα, είτε έχουμε ήδη αργήσει πολύ. Απόψε έχουμε άλλα πράγματα να συζητήσουμε». Η Τες αναδεύτηκε στη θέση της. «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δε θέλω να τα συζητήσω». «Ναι, αλλά θα το κάνουμε». Ο Τζακ πήρε θέση μπροστά στο τζάκι, ακουμπώντας το ένα μπράτσο στο γείσο, πάνω από το οποίο κρεμόταν ένα πορτραίτο του μαρκησίου του Μπλάκθορν. Η επιλογή του αποδείχτηκε κακή. «Ο πατέρας σου είναι αυτός;» Η Τες ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπέζι, σηκώθηκε και πλησίασε στο τζάκι για να περιεργαστεί την εικόνα του μαρκησίου σε νεότερη ηλικία, ενός άνδρα όμορφου, ξανθού, με λευκό δέρμα και γαλάζια μάτια. Το πορτραίτο πρέπει να είχε φιλοτεχνηθεί όταν ο μαρκήσιος ήταν στην ηλικία περίπου που είχε ο Τζακ τώρα. «Δεν του μοιάζεις. Η μητέρα σου είναι μελαχρινή;» «Όχι», απάντησε κοφτά ο Τζακ. «Αλήθεια;» Η Τες ξανακοίταξε το πορτραίτο, κι έπειτα τον Τζακ. «Η μητέρα σου είναι ανοιχτόχρωμη, δηλαδή; Σαν εμένα;»


«Η Άντελεϊντ δεν έχει καμία απολύτως σχέση μ’ εσένα, ούτε κι εσύ μ’ αυτήν. Αν της έμοιαζες, αυτό το παιδί που κοιμάται επάνω δε θα είχε υπάρξει ποτέ. Για τον Ζακ θέλω να συζητήσουμε, και για τους λόγους που κράτησες την ύπαρξή του μυστική». Δεν έπρεπε να μπει στον κόπο να στρέψει την προσοχή της αλλού. Όταν η Τες βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα γρίφο, ήταν σαν σκυλί με κόκαλο. Άρπαζε το γρίφο και δεν τον άφηνε να της ξεφύγει με τίποτα. «Οι αδελφοί σου. Ο ‘‘Μπο’’ Όλιβερ και ο Ρόμπιν Γκουντφέλοου. Κι εσύ, ο Δο Τζον. Και οι τρεις πήρατε ονόματα από χαρακτήρες του Σαίξπηρ –μία ευγενική χορηγία της ηθοποιού μητέρας σας. Ο Δον Τζον ήταν μπάσταρδος, Τζακ. Ποτέ δε μου πολυάρεσε ο Σαίξπηρ αυτό το συγκεκριμένο έργο όμως το ξέρω καλά. Είναι και οι άλλοι δύο χαρακτήρες μπάσταρδοι;» «Όχι, δεν είναι. Και οι αδελφοί μου προτιμούν τα ονόματα Μπο και Πουκ. Όπως και εγώ προτιμώ το Τζακ. Γιατί δε μου το είπες; Ο γιος μου, Τες. Ο γιος μου». Ήταν σαν να μην είχε καν μιλήσει. «Είναι κι αυτοί μελαχρινοί; Ο Μπο και ο Πουκ;» Ο Τζακ εγκατέλειψε τη θέση του δίπλα στο τζάκι και πήγε στο τραπέζι με τα ποτά για να σερβιριστεί ένα ακόμα ποτήρι κρασί. Δεν έπρεπε να την φέρει εδώ. Έπρεπε να την είχε πάει στο σπίτι της Χαφ Μουν Στρητ, αλλά προτίμησε το αρχοντικό, αφού το θεωρούσε πιο ασφαλές για τον Ζακ. «Ο Μπο και ο Πουκ μοιάζουν στους γονείς τους», είπε ο Τζακ κι ύστερα στράφηκε να προκαλέσει με το βλέμμα την Τες. «Δεν πρόκειται να σταματήσεις, έτσι δεν είναι;» «Εσύ θα σταματούσες;» τον ρώτησε, αμετακίνητη. «Κάποτε μου είχες πει ότι δεν ανήκεις πουθενά. Νόμιζα ότι αναφερόσουν στο γεγονός ότι είσαι νόθος. Δύσκολη υπόθεση να είσαι ο μπάσταρδος γιος ενός μαρκησίου. Στο κοφίνι δε χωράς, στο καλάθι περισσεύεις, έτσι, Τζακ. Δύσκολο το να μην ξέρεις που ανήκεις, αν ανήκεις κάπου. Αυτή τη στιγμή, όμως, βρισκόμαστε στο αρχοντικό του πατέρα σου, και είναι


ολοφάνερο ότι για σένα δεν είναι η πρώτη φορά. Απ’ ότι φαίνεται, ο μαρκήσιος είναι γενναιόδωρος με τους μπάσταρδούς του». Η Τες κατέληγε στα ορθά συμπεράσματα, συναρμολογώντας το παζλ κομμάτι το κομμάτι, κι εκείνος της το επέτρεπε, κυρίως επειδή ήξερε ότι δεν μπορούσε να τη σταματήσει. «Είναι εξίσου γενναιόδωρος και με τη μητέρα σου;» «Γι’ αυτό, μάλλον θα πρέπει να ρωτήσεις την ίδια. Της έχτισε ένα σπιτάκι μέσα στο κτήμα, κι εκεί μένει όταν δεν περιοδεύει με το θίασο που της αγόρασε. Έχει αχυρένια σκεπή. Το σπιτάκι, εννοώ. Η μητέρα μου απολαμβάνει το ρόλο της αγρότισσας. Έχει βάλει και λίγα πρόβατα, και βγαίνει να τα δει ντυμένη βοσκοπούλα, κουβαλώντας μια γκλίτσα διακοσμημένη μ’ ένα τεράστιο ροζ φιόγκο. Ναι, υποθέτω ότι το διασκεδάζει, ότι είναι ικανοποιημένη». «Δεν τη συμπαθείς, έτσι δεν είναι; Τη μητέρα σου. Δε φταίει αυτή, όμως, που είσαι μπάσταρδος, Τζακ. Την αδικείς». Ο Τζακ γέλασε κοφτά. «Γεγονός. Την καημένη την Άντελεϊντ. Προφανώς συμπάσχεις μαζί της, ως μητέρα μπάσταρδου που είσαι». Η Τες διέσχισε με μεγάλες δρασκελιές το δωμάτιο και τον χαστούκισε με δύναμη. «Μην ξαναπείς το γιο μας μπάσταρδο!» Ο Τζακ δεν κλονίστηκε. «Να με συγχωρείς. Φαίνεται ότι ξέχασα την τελετή του γάμου μας». Η Τες έτριψε τα χέρια της –η παλάμη της έτσουζε. Φυσικό ήταν, αφού έβλεπε ότι το μάγουλο του Τζακ είχε κοκκινίσει. «Δεν εννοούσα αυτό. Δεν είναι αυτό που είπες. Είναι ο τρόπος που το είπες Σαν να... σαν να είχε σημασία». «Έχει σημασία, Τες. Χριστέ μου! Αν υπάρχει κάποιος που ξέρει τη σημασία του, αυτός είμαι εγώ. Εγώ και τ’ αδέλφια μου. Στο κτήμα μεγαλώσαμε. Σ’ εκείνη την τεράστια έπαυλη. Για να γίνουμε κάτι καλύτερο απ’ αυτό που ήμασταν. Μας έδωσαν τα πάντα εκτός από το ένα πράγμα που χρειαζόμασταν πραγματικά. Τη νομιμότητα. Δε θα είναι έτσι για το γιο μου. Έχω ήδη στείλει μήνυμα στο Μπλάκθορν. Η


πρώτη αναγγελία του γάμου έχει ήδη αναγνωστεί στην εκκλησία του χωριού και, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο –ακόμα κι αν χρειαστεί να σε ναρκώσω και να σε κουβαλήσω στην πλάτη μου–, εσύ κι εγώ θα παντρευτούμε εκεί σε τέσσερις εβδομάδες από τώρα. Αυτό θα συζητήσουμε απόψε». Επιτέλους, είχε καταφέρει να στρέψει την προσοχή της αλλού. «Δε θέλεις να με παντρευτείς, Τζακ», είπε χαμηλόφωνα. «Έχεις δίκιο. Δε θέλω. Ήθελα να παντρευτώ την Τες που ήξερα. Εσένα δε σε ξέρω. Η Τες που ήξερα δε θα μου κρατούσε κρυφή την ύπαρξη του γιου μου». «Έγινες σκληρός, Τζακ. Σκληρός και ψυχρός. Ποτέ δεν ήσουν έτσι μαζί μου. Ούτε κι εσύ είσαι όπως σε θυμάμαι». «Τέσσερα χρόνια είναι πολύς καιρός», συμφώνησε. «Ολόκληρη ζωή, όταν κουβαλάς το φορτίο που κουβαλούσα εγώ, όταν ξέρεις ότι ξέρω». «Ο Ρενέ», είπε σιγανά η Τες. Ήταν ώρα να μιλήσουν γι’ αυτό. «Ναι, ο Ρενέ ήταν ένα μεγάλο μέρος του. Άλλαξα το σχέδιο, το τροποποίησα για να συμπεριλάβω εσένα και τον αδελφό σου. Σ’ αυτό έφταιξα, και δε θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου για το ότι δε σας απέκλεισα και τους δυο σας, πράγμα που έπρεπε εξαρχής να κάνω. Ήξερα ότι ο Ρενέ ήθελε όσο τίποτα να ευχαριστήσει τον Σιντζόν, να τον εντυπωσιάσει, να του αποδείξει ότι ήταν ικανός». «Όχι μόνο στον μπαμπά. Ήθελε να είσαι περήφανος γι’ αυτόν. Σε λάτρευε». «Τότε, ήταν ανόητος. Παρ’ όλ’ αυτά, κάποιος άλλος τρόπος θα υπήρχε, κι εγώ έπρεπε να τον βρω. Αυτό είναι το αμάρτημά μου, Τες, και το παραδέχομαι. Υπήρχαν κι άλλα, όμως, και τώρα τα ξέρεις». «Ο μπαμπάς διακινδύνευσε τη ζωή του Ρενέ για να πιάσει τον Τσιγγάνο». Ο Τζακ γέλασε θλιμμένα. «Αυτό είναι όλο; Μόνο γι’ αυτό πιστεύεις ότι ευθύνεται ο Σιντζόν; Τόσο τυφλωμένη είσαι ακόμα; Θεέ μου!»


Το πρόσωπο της Τες σκοτείνιασε· κλείστηκε στον εαυτό της. «Θα ήθελα να πάω στο δωμάτιό μου τώρα, αν μπορεί κάποιος να μου το δείξει». «Ποιο ήταν το σχέδιο;» φώναξε ξοπίσω της ο Τζακ. «Σκέψου, Τες, ποιο ήταν το σχέδιο!» Οι ώμοι της έπεσαν, και γύρισε προς το μέρος του με δάκρυα να ακροβατούν στα βλέφαρά της. «Εγώ θα ήμουν το μέσο παραπλάνησης, το δόλωμα, ο κράχτης», είπε χαμηλόφωνα. «Θα στεκόμουν κάτω από το φανοστάτη έξω από το Κόβεντ Γκάρντεν, κρατώντας το χαρτοφύλακα που υποτίθεται ότι θα περιείχε τα χρήματα, το αντάλλαγμα για το επόμενο σχέδιο μάχης του Βοναπάρτη. Θα έκανα την παρουσία μου εμφανή, θα τραβούσα την προσοχή του, θα τον ξεσκέπαζα και, μόλις έπαιρνε το χαρτοφύλακα, εσύ και ο μπαμπάς θα τον εξουδετερώνατε». «Ευχαριστώ», είπε ο Τζακ, με τη φωνή του να στάζει δηλητήριο. «Εσύ, όχι ο Ρενέ. Έξω, σε κεντρικό σημείο, όχι σ’ ένα σκοτεινό σοκάκι του Γουαϊτσάπελ. Με μόνο τον Σιντζόν να ξέρει ότι η αποστολή δεν ήταν αυτή που όλοι οι υπόλοιποι νομίζαμε, με μόνο τον Σιντζόν να ξέρει ότι ο στόχος μας δεν ήταν κάποιος ανίσχυρος Γάλλος προδότης, αλλά ο φοβερός και τρομερός Τσιγγάνος, το τέρας στο οποίο ο ίδιος είχε διδάξει τα καλύτερα κόλπα του». Η Τες έβρεξε τα χείλη της κατανεύοντας. «Το ήξερε, ναι. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο μπαμπάς χρησιμοποιούσε ένα τέτοιο τέχνασμα». Ο Τζακ σκέφτηκε τον Ντίκι Κάρστερς. «Κι άρχισα να το χρησιμοποιώ κι εγώ από τότε», παραδέχτηκε, «με μεγάλη επιτυχία. Αυτό το παραδέχομαι. Το σχέδιό μας ήταν αρκετά απλό ώστε να το αναγνωρίσει ο Τσιγγάνος και να καταστρώσει άμεσα το αντισχέδιό του», της είπε, πλησιάζοντάς την αργά, προσπαθώντας να την κρατήσει εκεί, να μην αποδράσει από την αλήθεια. Της μίλησε προσεκτικά, με την ένταση της φωνής του χαμηλωμένη: «Γιατί λοιπόν να μη χρησιμοποιήσω το ένα από τα παιδιά μου –δεν είχε σημασία ποιο απ’ τα δυο– σαν δόλωμα, να το βγάλω εκεί έξω, κι ύστερα να περιμένω τον Τσιγγάνο να ανα-


γνωρίσει το σχέδιο. Να τον περιμένω να βγει από τις σκιές, εκεί που είμαι σίγουρος ότι κρύβεται, έτοιμος να χτυπήσει. Μόνο που αυτό δεν έγινε –σωστά; Ο Σιντζόν δεν κοίταζε καν προς το μέρος του Ρενέ όταν το τέρας τον μαχαίρωσε». Η Τες έστεκε εμπρός του με τα μπράτσα της σφιχτά τυλιγμένα γύρω απ’ τη μέση της, κουνώντας μπρος πίσω το σώμα της καθώς τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι στα μάγουλά της. Δεν ήταν εκεί, δεν είχε δει με τα μάτια της τη σφαγή, την αστραπιαία σφαγή. Ο Τζακ όμως παρακολουθούσε. Εκείνος είχε πάρει θέση, έτοιμος να χτυπήσει, όταν ένας άντρας ντυμένος με μαύρο μανδύα με κουκούλα διέσχισε με ταχύτητα βολίδας το στενό και κοντοστάθηκε για μια μόνο στιγμή μπροστά στον Ρενέ πριν εξαφανιστεί πίσω από μια στενή πόρτα, την ύπαρξη της οποίας κανείς τους δεν είχε προσέξει ως τότε. Ο Ρενέ δεν είχε προλάβει καν να πέσει στο πλακόστρωτο πριν κλείσει η πόρτα, και η φιγούρα με τη μαύρη κουκούλα εξαφανιστεί πίσω της. Ο Τζακ είχε τρέξει στο αγόρι, χωρίς καν να θυμάται πώς είχε πηδήξει πάνω από τα βαρέλια πίσω από τα οποία είχε κρυφτεί, φτάνοντας δευτερόλεπτα μετά από τον Σιντζόν, ο οποίος ήταν ήδη γονατισμένος, με το αυτί του κοντά στο στόμα του γιου του. Ο Ρενέ άρπαξε το μπράτσο του πατέρα του, είπε κάτι που ο Τζακ δεν μπόρεσε να καταλάβει, κι ύστερα το χέρι του έπεσε άνευρο στο πλάι. Ήταν νεκρός. Ένα μαχαίρι ήταν χωμένο ως τη λαβή στο στέρνο του και μία παράξενη, μαύρη επισκεπτήρια κάρτα μ’ ένα χρυσό μάτι στο κέντρο της ήταν μισοχωμένη στην τσέπη του γιλέκου του. Ο Τσιγγάνος δεν είχε έρθει στο στενό για να πουλήσει κρατικά μυστικά της Γαλλίας στο Στέμμα, όπως είχε πληροφορηθεί ο Τζακ, αλλά με αντικειμενικό σκοπό να σκοτώσει. Η δολοφονία του Ρενέ ήταν προειδοποίηση. Το ίδιο θα ήταν και η δολοφονία της Τες, αν βρισκόταν αντί για τον αδελφό της στο στενό. «Πίστευε ότι θα φρόντιζα να... πίστευε ότι ο Ρενέ θα κατάφερνε να ξεφύγει, να βρεθεί στην κοινή θέα και την ασφάλεια».


«Εκεί όπου θα έπρεπε να είστε και οι δυο σας, ανάθεμά με. Δεν ήταν για το Στέμμα και την πατρίδα, Τες. Αυτή η υπόθεση ήταν ιδιωτική, το ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα σε δύο άνδρες. Και για τι, Τες; Για κείνη την αναθεματισμένη τη συλλογή». «Έπρεπε να μου είχες μιλήσει τότε –για το μυστικό δωμάτιο, για τη συλλογή, για όλα. Δεν έπρεπε να με αφήσεις να ρίξω το φταίξιμο πάνω σου. Ο μπαμπάς μού είπε...» «Ξέρω τι σου είπε. Ότι πάγωσα. Ότι δεν κινήθηκα όσο γρήγορα έπρεπε. Ότι βρισκόμουν κοντύτερα και ότι θα έπρεπε να είχα προλάβει να το σταματήσω. Ότι έκανα μαντάρα την πιο σημαντική αποστολή μου. Και σ’ αυτό το τελευταίο είχε δίκιο, Τες. Έπρεπε να βάλω φρένο σε όλα αυτά πριν καν πάμε σ’ εκείνο το στενό». «Ναι, αλλά δεν ήξερες ότι ο στόχος μας ήταν ο Τσιγγάνος». Ακούμπησε την παλάμη της στο μπράτσο του. «Ο Ρενέ είναι νεκρός. Κι αυτό δεν μπορούμε να το αλλάξουμε τώρα. Μακάρι να μου είχες μιλήσει. Μακάρι να ήμουν έτοιμη να σ’ ακούσω. Όλα θα ήταν τόσο... διαφορετικά». Ο Τζακ πέρασε το μπράτσο του γύρω απ’ τους ώμους της, και την τράβηξε πάνω στο στέρνο του. «Αυτή τη φορά θα πεθάνει, Τες. Σου το υπόσχομαι». Η Τες τραβήχτηκε από την αγκαλιά του για να τον κοιτάξει· για να ανιχνεύσει, σκέφτηκε ο Τζακ, την αντίδρασή του σ’ αυτό που ετοιμαζόταν να του πει. «Κι αυτή τη φορά, θα είμαι εκεί για να τον δω να πεθαίνει». Εντάξει. Τώρα ήταν η δική του σειρά να την κοιτάξει, να ανιχνεύσει το βλέμμα της. «Και ο Σιντζόν; Τι θα κάνουμε μ’ αυτόν;» «Δεν ξέρω, Τζακ. Απλώς δεν ξέρω». *** Η Τες ευχαρίστησε την καμαριέρα που τη βοήθησε να φορέσει το νυχτικό της κι ύστερα της είπε ότι δεν τη χρειαζόταν άλλο, αφού το μόνο που ήθελε εδώ και κάμποση ώρα ήταν να πέσει στο έτοιμο για ύπνο


κρεβάτι του ευρύχωρου υπνοδωματίου. Είχε ήδη επισκεφθεί τον Ζακ στον επάνω όροφο και είχε βεβαιωθεί ότι κοιμόταν βαθιά, καλά σκεπασμένος μέσα σε μια κούνια –αν ήταν ποτέ δυνατόν!– σε σχήμα κύκνου. Η Εμιλί ροχάλιζε στο διπλανό δωμάτιο, με την πόρτα που χώριζε τις δύο κρεβατοκάμαρες ανοιχτή. Μία μόνο μέρα και μία νύχτα είχαν περάσει, το διάστημα ωστόσο είχε αποδειχτεί αρκετό για να αλλάξει εκ βάθρων τη ζωή της. Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Τες κυριολεκτικά δεν ήξερε πού πατούσε και πού βρισκόταν. Είχε νιώσει τόσο καλά κάτω, τυλιγμένη στα δυνατά μπράτσα του Τζακ. Ήταν ένα συναίσθημα που έπρεπε να πολεμήσει, αφού μόνο σε αδυναμία μπορούσε να την οδηγήσει, και η αδυναμία ήταν το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν αυτή τη στιγμή. Ο Τζακ ήθελε την Τες που ήξερε πριν από τέσσερα χρόνια, και το μόνο σίγουρο ήταν ότι η Τες δεν μπορούσε να ξαναγίνει αυτή η γυναίκα. Δεν ήθελε να ξαναγίνει αυτή η γυναίκα. Τόσο νέα. Τόσο εύπιστη. Τόσο ανίδεη. Είχε λατρέψει τον πατέρα της. Τον είχε λατρέψει σαν θεό, και μάλιστα πέρα από κάθε λογική, αν λάβαινε κανείς υπόψη του τη ζωή τους, μια ζωή γεμάτη ψέματα. Ναι, είχε πιστέψει τα ψέματα γιατί ήταν μικρή και ευάλωτη, εύκολο θύμα ενός αριστοτέχνη του χειρισμού. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό δεν ήταν δικαιολογία. Αντίθετα με τον Ρενέ, εκείνη πάντα διατηρούσε τις αμφιβολίες της, πάντα αναρωτιόταν. Ποτέ όμως δεν είχε κάνει το επιπλέον βήμα –ποτέ δεν είχε τολμήσει να πάει στον πατέρα της και να του εκφράσει ευθέως αυτές τις αμφιβολίες. Αντί γι’ αυτό, είχε κάνει αυτό που της υπέδειξε ο πατέρας της. Άφησέ τον να φύγει, Θέσαλι. Δεν είναι αντάξιός σου. Εξαιτίας του, ο Ρενέ είναι νεκρός. Ο Ρενέ δεν ήταν έτοιμος. Έπρεπε να σε είχα ακούσει. Δε χρειάζεται να ζήσουμε όλη την υπόλοιπη ζωή μας βυθισμένοι στον πόνο, ούτε χρειάζεται όμως να έχουμε αυτό τον άνθρωπο στη ζωή μας. Τελείωσε, όλα τέ-


λειωσαν. Από δω και μπρος, θα είμαστε μονάχα οι δυο μας, έτσι όπως ανέκαθεν θα έπρεπε να είναι. Α, ήταν καλός ο πατέρας της. Ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να πει, πώς ακριβώς να τη χειριστεί. Το ρόδο με τα αγκάθια: μονάχα οι δυο μας, έτσι όπως ανέκαθεν έπρεπε να είναι. Κι έπειτα, ήρθε ο Ζακ, και ο πατέρας της έγινε αυτός ο καλοκάγαθος ξένος που είχε μάτια μόνο για τον εγγονό του. Ο Τζακ δεν πρέπει να το μάθει ποτέ. Ο Τζακ θα πάρει το παιδί. Έχασα το γιο μου κι εσύ τον αδελφό σου. Δεν μπορούμε να χάσουμε το παιδί. Σκέψου με το μυαλό σου, Θέσαλι, όχι με την καρδιά σου. Το ξέρεις ότι θα μας πάρει το παιδί. Και παρ’ όλ’ αυτά, ήξερε ότι ο πατέρας της είχε αποφασίσει να κυνηγήσει ξανά τον Τσιγγάνο, και ότι το είχε κάνει γνωρίζοντας πως ο Τζακ θα ήταν αυτός που θα ερχόταν στην έπαυλη, ότι τον Τζακ θα έστελναν να τον βρει... και να ανακαλύψει επίσης τον Ζακ. Γιατί; Γιατί; «Ω Θεέ. Ω Θεέ μου», άρθρωσε ξέπνοα καθώς συνειδητοποιούσε την αλήθεια. Έπρεπε να δει το Τζακ. Έπρεπε να του αποκαλύψει τη σκέψη της. Κοίταξε προς τα κάτω, την άνετη, παλιά ρόμπα της, κι ύστερα ανασήκωσε τους ώμους. Τι σημασία είχε το πώς ήταν ντυμένη; Ο Τζακ την είχε δει ντυμένη με όλους τους τρόπους που θα μπορούσε κάποιος να τη δει, την είχε αγγίξει με όλους τους τρόπους που θα μπορούσε κάποιος να την αγγίξει. Η παρθενική σεμνότητα ήταν για τις παρθένες, όχι για τις μητέρες των γιων των εραστών τους. Η Τες είχε διανύσει τη μισή απόσταση που τη χώριζε από την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της όταν ο Τζακ μπήκε μέσα, σταμάτησε, και την κοίταξε ανασηκώνοντας εκφραστικά το ένα του φρύδι. «Μπα, μπα... ο Γουόντσγουορθ δεν πρέπει να κατάλαβε καλά», είπε, προχωρώντας στο εσωτερικό του δωματίου. «Αυτό είναι το δικό μου δωμάτιο. Παρ’ όλ’ αυτά, σίγουρα είσαι ευπρόσδεκτη εδώ, αν και αυτή η ρόμπα δε διαφέρει και πολύ από ζώνη αγνότητας. Όχι βέβαια ότι δε θα


βρούμε έναν τρόπο να απαλλαγούμε από δαύτην...» «Φαντάσου, δηλαδή, τι θα γινόταν αν δε με απεχθανόσουν τόσο όσο ισχυρίζεσαι. Εσύ φαίνεσαι έτοιμος να... να...» «Να σου σκίσω τη ρόμπα, να σε πετάξω στο κρεβάτι, να μπω μέσα σου, και να συνεχίσω να μπαινοβγαίνω μέχρι να ουρλιάξεις τ’ όνομά μου καθώς θα σε οδηγώ στην κορύφωση; Αυτό προσπαθούσες να πεις;» Ήθελε όσο τίποτα να τον χαστουκίσει. Ένιωθε τη γελοία παρόρμηση να βάλει τα κλάματα. Μ’ αυτές τις λίγες λέξεις, ο Τζακ είχε μετατρέψει αυτό που είχαν σε κάτι μικρό, εγωιστικό, και χυδαίο. «Ναι, νομίζω ότι αυτό είναι. Μόνο που ξέχασες να συμπεριλάβεις στην περιγραφή σου και την έκφραση ξαναμμένος τράγος. Το χθεσινό βράδυ ήταν ένα λάθος, Τζακ. Δικό μου. Αλλά δε συνηθίζω να κάνω το ίδιο λάθος δυο φορές». «Πού το ξέρεις; Μπορεί να έχεις ήδη το παιδί μου στην κοιλιά σου. Ξανά». «Πραγματικά θα μπορούσα να σε μισήσω. Πραγματικά». Σχεδόν όσο μισούσε τον εαυτό της αυτή τη στιγμή για τη ζωτική ανάγκη που είχαν ξυπνήσει μέσα της τα λόγια του, την ολοζώντανη, προκλητική εικόνα που είχαν σχηματίσει στο μυαλό της, τη μαχαιριά που είχε δώσει η τελευταία φράση του στην καρδιά της. Αλλά, ήταν Γαλλίδα. Πρακτική. Και δεν ήταν καθόλου πρακτικό να συνεχίσει να πέφτει στο κρεβάτι με τον Τζακ. «Ξέρω τι σχεδιάζει να κάνει ο πατέρας μου», του είπε, αγνοώντας την πιο πρόσφατη δήλωσή του. «Αλήθεια;» Ο Τζακ έβγαλε το λαιμοδέτη του, τον πέταξε χωρίς να κοιτάζει σε μια πολυθρόνα εκεί κοντά, κι άρχισε να βγάζει το σακάκι του. «Ναι, αλήθεια. Θα θυσιαστεί για να μπορέσεις εσύ να σκοτώσεις τον Τσιγγάνο. Για μια στιγμή, ο Τζακ έμεινε ακίνητος, με το σακάκι μισοβγαλμένο. «Ενδιαφέρον. Πώς;»


«Θα γίνει ο κράχτης. Όπως ο Ρενέ. Ετοιμάζεται να πεθάνει, Τζακ, για να αποκαλυφθεί ο Τσιγγάνος και να αναλάβεις εσύ τα υπόλοιπα. Δεν σχεδιάζει να ζήσει για να δει την κατάληξη της ιστορίας. Και πάλι, όπως ο Ρενέ. Στο κάτω κάτω, κάποιος πρέπει να πληρώσει για το λάθος που κόστισε τη ζωή του αδελφού μου. Βαθιά μέσα του, πρέπει να κατηγορεί τον εαυτό του. Όχι εσένα». «Γιατί αμφιβάλλω άραγε;» είπε ο Τζακ πετώντας το σακάκι πάνω στο λαιμοδέτη του. «Έχεις χρόνια να δεις τον μπαμπά. Ο Ζακ είναι η μοναδική χαρά του. Είναι γέρος, Τζακ Κουρασμένος. Και... ηττημένος. Είπες ότι η συλλογή ήταν το μόνο που τον ενδιέφερε, και νομίζω ότι είχες δίκιο. Για τότε. Όχι για τώρα. Ο Ζακ... Δεν ξέρω. Με κάποιον τρόπο, ο Ζακ τον άλλαξε Ήταν τρυφερός με το γιο σου –τόσο που ακόμα κι εγώ δυσκολευόμουν να τον αναγνωρίσω». «Μια ζωή τον υπερασπίζεσαι, έτσι δεν είναι; Ακόμα κι όταν το φταίξιμο είναι ολοφάνερα δικό του. Ο γλυκός, καλός, γερο-Σιντζόν, που χορεύει το εγγόνι του στα γόνατά του. Σαν να λες ότι ο Διάβολος μοιράζει παγωτά στην Κόλαση». Η παρομοίωσή του ήταν κάτι παραπάνω από δηκτική, και η Τες έβαλε τα δυνατά της για να μη μορφάσει. Ο Τζακ είχε δικαίωμα στη γνώμη του, αρκεί να έμενε ανοιχτός στη δική της. «Συμφωνώ ότι ο πατέρας μου δεν είναι άγιος, ακόμα και τώρα. Αλλά ήταν δική σου ιδέα ότι είχε έρθει σε κάποιου είδους συμφωνία με τον Τσιγγάνο σχετικά με τη συλλογή –και μήπως μπορείς να μου πεις γιατί συνεχίζουμε να αποκαλούμε αυτά τα αντικείμενα έτσι. Τα κλοπιμαία του πατέρα μου είναι, το πάθος του, ο σκοπός της ζωής του. Αυτό είναι». Ο Τζακ σήκωσε το χέρι για να την κάνει να σωπάσει. «Μην αφήνεις το μυαλό σου να ξεστρατίζει», την προειδοποίησε. «Λες ότι ο Σιντζόν είναι γέρος, ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ζήσει πολύ ακόμα, και ότι δε θέλει να πεθάνει χωρίς να έχει εξουδετερώσει τον Τσιγγάνο, ο οποίος είναι βέβαιο ότι θα επιχειρήσει να διεκδικήσει τη συλλογή. Ως εδώ


συμφωνούμε, Τες. Γι’ αυτό, εξάλλου, βρίσκεται εδώ ο Ζακ». «Ναι, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο πατέρας μου μας οδηγεί στον Τσιγγάνο. Δεν είναι αυτός ο διώκτης του. Είναι το πρόβατο στο ξέφωτο, δεμένο στο δέντρο για να τραβήξει το λύκο. Εσύ είσαι ο εκτελεστής, αυτός που θα σκοτώσει το λύκο καθώς θα στέκει πάνω από το σκοτωμένο πρόβατο. Ο πατέρας μου στήνει το σκηνικό του θανάτου του, Τζακ. Για να σώσει το γιο μας». Ο Τζακ κάθισε στην πολυθρόνα, πάνω στο σακάκι και το λαιμοδέτη του, και σήκωσε το πόδι του, κάνοντάς της νόημα ότι χρειαζόταν βοήθεια με τις μπότες του. Ξεκαθαρίζοντας χωρίς λόγια ποιος πίστευε ότι έκανε κουμάντο, και ποιος όχι. «Τώρα δηλαδή είναι και δόλωμα και θυσιαστήριος αμνός. Και μετά, εσύ, εγώ κι ο γιος μας θα πάρουμε στα χέρια μας τη συλλογή, και τα αμύθητα πλούτη που μπορεί αυτή η συλλογή να μας φέρει. Θ’ αφήσουμε τούτο το υγρό νησί που ο Σιντζόν δεν έπαψε ποτέ να απεχθάνεται και θα σαλπάρουμε για την Αμερική, ή για όποιο άλλο μακρινό μέρος, να ζήσουμε αμέριμνοι τη ζωή μας. Αναγνωρίζοντας, φυσικά, ότι η ευγενής θυσία του μας χάρισε αυτή την άνετη ζωή, συγχωρώντας το παρελθόν του, τιμώντας για γενιές και γενιές το όνομά του. Περιμένεις πραγματικά να το πιστέψω – έτσι, Τες;» «Μάλλον όχι –όχι με τον τρόπο που το λες», παραδέχτηκε, ανασηκώνοντας τη ρόμπα της για να περάσει το ένα πόδι της πάνω από αυτό του Τζακ και ν’ αρχίσει να τραβάει την μπότα του. «Απλώς, θέλω να σκεφτείς αυτή την πιθανότητα, και το πώς θα μπορούσαμε να τον σταματήσουμε από το να κάνει κάτι τόσο ανόητο. Στήριξε το άλλο πόδι σου πάνω μου και σπρώξε». Ακολουθώντας τις οδηγίες, ο Τζακ ακούμπησε τη σόλα της μπότας του στα οπίσθιά της. «Αφού επιμένεις. Να ξέρεις όμως ότι ο Σιντζόν δεν πρόκειται να καθίσει άπρακτος, αφήνοντας απλώς τον Τσιγγάνο να τον μαχαιρώσει. Η αυτοθυσία δεν είναι στη φύση του». Την έσπρωξε δυνατά με το πόδι του.


Η Τες παραλίγο να χάσει την ισορροπία της όταν η μπότα βγήκε γλιστρώντας απ’ το πόδι του, αλλά κατάφερε να μείνει όρθια. «Βγάλε την άλλη με το εργαλείο για τις μπότες», του είπε, αρνούμενη να τρίψει τον πονεμένο γοφό της. «Συμβιβαζόμαστε, δεν παραδίδομαι άνευ όρων. Ο μπαμπάς θα χρειαστεί ένα δόλωμα για να τραβήξει τον Τσιγγάνο. Αν θυμάσαι, είπες ότι πρέπει να ψάξω να βρω τι λείπει από τη συλλογή; Τι πήρε μαζί του;» Τον κοίταξε να βγάζει την μπότα του χρησιμοποιώντας το ειδικό εργαλείο που υπήρχε στη γωνία, ελπίζοντας ότι το δέρμα θα χαρακωνόταν ανεπανόρθωτα. Μερικές φορές, έπρεπε να συμβιβάζεσαι με τις απλές χαρές της ζωής. «Το ονόμαζε Μάσκα της Ίσιδας», είπε ο Τζακ καθώς την πλησίαζε ξανά στο κέντρο του δωματίου, δίνοντας την εντύπωση ότι γέμιζε ολόκληρο το δωμάτιο με την παρουσία του και μόνο. «Μιας Αιγύπτιας θεάς». «Ξέρω ποια είναι. Γέννησε τη γη και τον ουρανό –και, θεωρητικά, είναι υπεύθυνη για ένα σωρό άλλα πράγματα που δεν μπορώ να τα θυμηθώ». Τώρα είχε βγάλει το πουκάμισό του, κι αν ήταν να του πει να φύγει, έπρεπε να το κάνει τώρα, και να το εννοεί. Αφού ήταν βέβαιο ότι δε θα το εννοούσε, αρκέστηκε να θέσει μία γελοιωδώς προφανή ερώτηση: «Είναι μεγάλης αξίας;» «Τα αντικείμενα από μασίφ χρυσάφι συνήθως είναι», είπε ο Τζακ, και η Τες συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι, λέγοντάς το, της ξεκούμπωνε τη ρόμπα. «Είναι μια μάσκα σε μέγεθος προσώπου, όχι μπούστο, αν και αμφιβάλλω ότι είχε κατασκευαστεί για να φορεθεί. Παραείναι βαριά για κάτι τέτοιο. Τα χαρακτηριστικά της θεάς είναι ζωγραφισμένα πάνω στο χρυσάφι, και παρ’ ότι η βαφή έχει ξεθωριάσει, ο Σιντζόν με διαβεβαίωσε ότι πρόκειται για αναπαράσταση της Ίσιδας. Το πιστοποιεί κάτι που υπάρχει στο πάνω μέρος και που μοιάζει με στέμμα, ή, τέλος πάντων, κάποιο χαραγμένο ιερογλυφικό που σημαίνει στέμμα. Δεν είμαι σί-


γουρος, Τες. Με άφησε να κρατήσω τη μάσκα, μάλλον ελπίζοντας ότι θα ένιωθα αυτή την περίφημη ανάταση της κατοχής, της ιδιοκτησίας. Το μόνο που ένιωσα ήταν το βάρος, και η αίσθηση ότι η μάσκα άξιζε μια περιουσία. Ίσως αυτό ευχόταν να νιώσω, αφού σχεδίαζε να με βάλει να κλέβω για λογαριασμό του». Η Τες το λάτρευε αυτό. Να ενώνει τις σκέψεις της με τις δικές του καθώς προσπαθούσαν να επεξεργαστούν ένα πρόβλημα, να κατανοήσουν ένα σενάριο, να συμφωνήσουν σε μία λύση. Υπήρχε έξαψη σ’ αυτή τη διαδικασία, σχεδόν σεξουαλική έξαψη, και οι δυο τους είχαν κάνει κάμποσες φορές έρωτα σχεδιάζοντας ταυτόχρονα τις λεπτομέρειες της πιο πρόσφατης αποστολής που είχε αναλάβει ο Τζακ με τον Σιντζόν για λογαριασμό του Στέμματος. Έμοιαζαν τόσο πολύ, ο Τζακ κι εκείνη. Δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για τα απλά πράγματα, τις απλές απαντήσεις. Ναι, στόχευαν στο αποτέλεσμα, την πραγματική ευχαρίστηση όμως την έβρισκαν στο αναπάντεχο, στα ξαφνικά εμπόδια, στο να μην κάνουν ποτέ το προφανές. Η Τες είχε κρατήσει το μοναδικό δώρο που της είχε κάνει ποτέ, ένα οκτάγωνο κουτί από ξύλο τριανταφυλλιάς καμωμένο από δεκάδες αλληλένδετα κομμάτια. Της είχε πάρει μέρες για να λύσει το γρίφο, κι όταν επιτέλους τα κατάφερε, το βραβείο της ήταν το μικρό χρυσό μενταγιόν που κρυβόταν στο κέντρο του κουτιού. Ένα μενταγιόν με καπάκι που κανονικά θα έπρεπε να κρύβει τα δικά τους πορτραίτα-μινιατούρες, αλλά που τώρα έκρυβε αυτά της μητέρας και του αδελφού της. Η Τες το λάτρευε αυτό το μενταγιόν. Λάτρευε το κουτί από ξύλο τριανταφυλλιάς. «Τότε, αυτό είναι το δόλωμα που σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει μ’ εμάς, όπως έκανε και μ’ εσένα. Η Χρυσή Μάσκα της Ίσιδας». «Νόμιζα ότι ήθελες να μου πεις κάτι που δεν είχα ήδη σκεφτεί από μόνος μου. Ίσως να τελειώσαμε με τις κουβέντες». Γλίστρησε τα χέρια του μέσα στο ανοιχτό μπούστο της ρόμπας της για να αγκαλιάσει τα


στήθη της πάνω από το λεπτό ύφασμα του νυχτικού της, κι άρχισε να χαϊδεύει με τους αντίχειρές του τις ήδη ορθωμένες θηλές της. Η Τες πήρε βαθιά ανάσα. «Μου... αποσπάς την προσοχή». «Αλήθεια; Ήλπιζα ότι θα κατάφερνα κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Μ’ αρέσουν έτσι τα στήθη σου, Τες. Πιο γεμάτα, πιο βαριά. Τον θήλασες; Έδωσες στο γιο μου το στήθος σου;» «Η Εμιλί είχε περάσει πια την ηλικία που μπορούσε να θηλάσει», είπε, κλείνοντας τα μάτια στο άγγιγμα του Τζακ, στις λέξεις του Τζακ, στη γλυκιά αποπλάνησή του. Άρχισε να πιέζει ελαφρά τις θηλές της ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη του. «Ήταν αχόρταγος; Σαν τον πατέρα του; Τον θήλαζες ποτέ με τη σκέψη σου σ’ εμένα». Μετά βίας ανέπνεε, και της ήταν σχεδόν αδύνατον να καταπιεί. «Η Εμιλί έλεγε ότι αυτό ήταν φυσικό. Ότι μπορεί να... ότι μπορεί να ένιωθα διάφορα. Ότι ο θηλασμός είχε σκοπό να ξυπνήσει τη μήτρα μου, να τη συσφίξει μετά... μετά τον τοκετό. Αλλά δεν ήταν ποτέ όπως μ’ εσένα, Τζακ. Ω Τζακ, μη... μην το κάνεις αυτό...» Αλλά το έκανε. Είχε παραμερίσει το νυχτικό, είχε αποκαλύψει το ένα στήθος της και είχε σκύψει το μελαχρινό κεφάλι του πάνω του. Τώρα, κολλημένος πάνω της, καυτός και υγρός, έπαιρνε τη μία θηλή της στο στόμα του συνεχίζοντας να παίζει και να τσιμπάει την άλλη πάνω από το ύφασμα του νυχτικού. Το τίμιο παιχνίδι όμως ήταν για άλλους ανθρώπους, όχι γι’ αυτούς τους δυο. Αν ο Τζακ έβλεπε κάπου το πλεονέκτημα, δε δίσταζε να το χρησιμοποιήσει. Αν η Τες έβλεπε κάπου ένα παράθυρο, δε δίσταζε να το εκμεταλλευτεί. Έτσι ήταν φτιαγμένοι αυτοί οι δυο, καμωμένοι για να ταιριάζουν μεταξύ τους όπως τα κομμάτια εκείνου του παζλ στο κουτί από ξύλο τριανταφυλλιάς, να ταιριάζουν τόσο καλά, που μόνο ένα εξασκημένο μάτι θα μπορούσε να δει τους αρμούς που θα μπορούσαν ν’ ανοίξουν και να χωρίσουν. Ο πατέρας της, αριστοτέχνης καθώς ήταν, είχε δει τους αρμούς και


τους είχε χωρίσει. Τώρα, τους είχε ενώσει ξανά. Γιατί; Ο Τζακ δεν πίστευε ότι ο Σιντζόν Φοντενό ετοιμαζόταν να θυσιαστεί για να προστατεύσει και να εξασφαλίσει το μέλλον του Ζακ, ούτε ότι η συγκεκριμένη θυσία ήταν ένα είδος διεστραμμένης αυτοτιμωρίας που θα τον εξιλέωνε για το θάνατο του Ρενέ. Ίσως κατά βάθος να μην το πίστευε ούτε η Τες. Ίσως οι σκέψεις της να την είχαν οδηγήσει εκεί επειδή εξακολουθούσε να νιώθει την ανάγκη να βλέπει τον πατέρα της ως καλό άνθρωπο, έναν ήρωα, έναν άνθρωπο αξιοθαύμαστο, ένα παράδειγμα προς μίμηση. Όχι κάποιον που θα έπαιρνε το καντηλέρι του και θα καθόταν στη μέση ενός υγρού δωματίου, θαυμάζοντας τη συλλογή του, διακινδυνεύοντας τα πάντα για αντικείμενα που θεωρούσε πιο σημαντικά κι από την ίδια του την οικογένεια. Ίσως απλώς να είχε έρθει η ώρα για την Τες να παραδώσει τα όπλα... να παραδοθεί στη θέληση του Τζακ. Να πιστέψει ότι πίστευε κι εκείνος. Μονάχα γι’ απόψε. Εδώ υπήρχε τέλεια συμφωνία. Όταν την άγγιζε, δεν υπήρχαν ερωτήσεις, μονάχα απαντήσεις. Ήταν αδύνατον να υπάρξουν δεύτερες σκέψεις ανάμεσά τους, ενοχές ή μεταμέλεια, αφού ήθελαν τόσο πολύ ο ένας τον άλλο, αφού διψούσαν τόσο πολύ ο ένας για τον άλλο. Όχι όταν ολόκληρος ο κόσμος ήταν οι δυο τους, τα δύο μισά της τελειότερης, της πιο ολοκληρωμένης οντότητας του κόσμου. Πίεσε τη λεκάνη της στη στύση του. «Σε θέλω», του είπε. «Πάρε με». Ήταν απαίτηση, ικεσία ψίθυρος, κραυγή στα ουράνια –όλα αυτά μαζί. «Πάρε με τώρα, Τζακ». Τη σήκωσε στα χέρια και τη μετέφερε στο κρεβάτι όπου, καθισμένος στην άκρη του, απαλλάχτηκε γρήγορα από τα ρούχα του. Μετά, της έβγαλε το νυχτικό, άνοιξε τα πόδια της και την τράβηξε προς το μέρος του, με τα μάτια του να σκουραίνουν καθώς βυθιζόταν μέσα της πριν πάρει το στόμα της στο δικό του.


Η Τες τύλιξε σφιχτά τα χέρια και τα πόδια της γύρω του, και τον ένιωσε βαθιά, πολύ βαθιά μέσα της, καθώς οι γλώσσες τους ξιφομαχούσαν, στον ίδιο ρυθμό με τις δυνατές, σκληρές βυθίσεις του. Αργότερα, θα της έκανε έρωτα, θα την αγαπούσε, με τον τρόπο που την είχε αγαπήσει χτες βράδυ. Αργότερα, θα του έδινε ότι της είχε δώσει και η κορύφωσή του, αυτή η προσωρινή παράδοσή του στα χέρια και το στόμα της θα τη συνάρπαζε. Αργότερα –όταν θα ήταν και οι δυο πολύ εκτεθειμένοι, πολύ ευάλωτοι για να κρυφτούν ο ένας από τον άλλο, όταν θα ήταν τυλιγμένοι στο σκοτάδι της νύχτας. Την είχε πληγώσει, ναι. Αλλά τον είχε πληγώσει κι εκείνη. Ήταν κι οι δυο πολύ καλοί σ’ αυτό, ήξεραν πολύ καλά πώς να χτυπάνε εκεί που πονούσε περισσότερο, πώς να προκαλούν το μεγαλύτερο πόνο. Και τη μεγαλύτερη ηδονή. Κάποτε έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να πάψουν να πληγώνουν ο ένας τον άλλο. Κάποτε έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να συγχωρούν, και να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο. Προς το παρόν, όμως, απλώς θα έπαιρναν αυτό που ήταν ευκολότερο να πάρουν. Ακριβώς όπως είχαν κάνει το χθεσινό βράδυ, με τα χρόνια να στέκουν και πάλι ανάμεσά τους. Ήταν τόσο πολύς ο χαμένος χρόνος, τόσο μεγάλη η ανάγκη να τον αναπληρώσουν. Τούτο εδώ δεν ήταν έρωτας. Τούτο ήταν ζευγάρωμα. Απλό, γνήσιο, πρωτόγονο. Και ωραίο. Τόσο, μα τόσο... «Τζακ».


Κεφάλαιο 7 «Κύριοι», είπε ο Τζακ καθώς καθόταν στην άδεια καρέκλα γύρω από το τραπέζι κάποιου ανώνυμου ταβερνείου στο τέρμα της Μποντ Στρητ, όπου ήδη βρίσκονταν καθισμένοι ο Ντίκι Κάρστερς και ο Γουίλ Μπράουνινγκ. Ήταν το δεύτερο βράδυ μετά από την άφιξή του στο Λονδίνο. «Τι υπέροχο, αν και προβλέψιμο, που σας βρίσκω μαζί. Πολύ νωρίς για το θέατρο; Δεν είχες κάποια πρόσκληση γι’ απόψε, Γουίλ; Όχι, αυτό είναι αδύνατον». Ο Ντίκι τον κοίταξε έκπληκτος. «Παρακολουθούσα όλη μέρα το σπίτι της Χαφ Μουν Στρητ. Δε έκανες το σήμα. Το στόρι ανεβασμένο, είσαι σπίτι. Το στόρι κατεβασμένο, λείπεις. Το στόρι μισοανεβασμένο –ή μισοκατεβασμένο–, σε συναντάμε εδώ. Δεν είδαμε τίποτα, αλλά ήρθαμε έτσι κι αλλιώς. Είχαμε κανονίσει να μας ειδοποιήσεις, Τζακ. Μόνος σου το είπες». «Δεν έκανα το σήμα; Τι παράλειψη, Θεέ μου! Γουίλ; Μήπως θέλεις να μου εκφράσεις κι εσύ τις διαμαρτυρίες σου;» «Ίσως μια άλλη φορά. Μένεις στο αρχοντικό της πλατείας Γκρόβενορ, έτσι δεν είναι; Κάνεις το κομμάτι σου στη λαίδη, Τζακ; Μαζί σου δεν είναι; Προφανώς, δεν μπορούσες να την αφήσεις εκεί που ανήκει – όχι βέβαια ότι σε αδικώ. Είναι ωραίο κομμάτι». «Κι αυτή, φαντάζομαι, είναι η συγνώμη σου για τον τρόπο που μου είχες μιλήσει τις προάλλες», είπε μελιστάλαχτα ο Τζακ, κάνοντας νόημα στη σερβιτόρα να φέρει ένα ακόμα ποτήρι. «Είχαμε μια επιπλοκή». Ο Γουίλ τον κοίταξε ουδέτερα. «Αναθεματισμένο πράμα, ε; Οι επιπλοκές». Ο Χένρι Σάτον λειτουργούσε εξαρχής ως ανάχωμα ανάμεσα στον Τζακ και τον Γουίλ, δύο άνδρες με μάλλον μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους σε ότι αφορούσε, τουλάχιστον, τα σπάνια ταλέντα τους, και την εγγενή απέχθειά τους στο να έρχονται δεύτεροι σε οτιδήποτε. Ο Ντίκι Κάρστερς ήταν φτωχό υποκατάστατο, αλλά έκανε ότι μπορούσε.


«Βλέπεις; Ορίστε. Επιπλοκές. Εγώ το είπα ότι κάτι θα γινόταν», είπε, γυρίζοντας προς το μέρος του Γουίλ αφού έβαλε κρασί στο ποτήρι του Τζακ. «Κάποιος λόγος θα πρέπει να υπάρχει». Ο Τζακ κοίταξε τον Ντίκι και κατένευσε. «Υπήρχε ένα παιδί στην έπαυλη. Με δεδομένο ότι δεν μπορούσα να γνωρίζω τι σκαρώνει ο Σιντζόν, και πώς οι ενέργειές του θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κόρη του και το παιδί, θεώρησα καλό να φέρω μητέρα και γιο στο Λονδίνο μέχρι να μάθουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Το σπίτι στη Χαφ Μουν Στρητ δεν ήταν κατάλληλο. Κάνατε καμία πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση;» Το αλαζονικό χαμόγελο του Γουίλ θα μπορούσε να γίνει ο θάνατός του αν δεν το μετέτρεπε γρήγορα σ’ ένα συνοφρύωμα ανησυχίας. «Μπράβο, Τζακ, έπραξες σοφά. Το μαρκήσιο κυνηγάμε, όχι την οικογένειά του –σωστά; Ένα παιδί, ωστόσο, και μάλιστα αγόρι... Τι υπέροχο, γενικά εννοώ. Όσο για τα υπόλοιπα; Γνωρίζουμε ότι το θήραμά μας εμφανίστηκε εκεί ακριβώς όπου περιμέναμε να εμφανιστεί. Γνωρίζουμε ότι μίσθωσε ένα κάρο με οδηγό για να μεταφέρει ένα βαρύ μπαούλο. Εντοπίσαμε το κάρο και τον οδηγό, επισκεφθήκαμε το πανδοχείο, και όταν ερευνήσαμε τη σοφίτα στην οποία ο μαρκήσιος είχε κάνει κράτηση για μία εβδομάδα, ανακαλύψαμε ότι ο Σιντζόν είχε ήδη φύγει. Είχε αφήσει το μπαούλο, αλλά ήταν άδειο». «Στο πανδοχείο είχε εμφανιστεί με την ίδια μεταμφίεση της γηραιάς κυρίας, αν και κανείς δε θυμόταν πότε την είχε δει για τελευταία φορά. Η κυρία, ο Σιντζόν δηλαδή, άφησε ένα μικρό πουγκί στο δωμάτιό της, για να πληρώσει προφανώς τον πανδοχέα, και άφησε επίσης το μπαούλο, όπως μόλις είπε και ο Γουίλ. Το άφησε άδειο. Πολύ ωραίο μπαούλο, πρέπει να πω. Α, ναι, και έφυγε από το πανδοχείο μεταμφιεσμένος ως καλόγερος. Δεύτερη φορά που χρησιμοποιεί αυτή τη στολή – υποθέτω ότι δε θα τη ξαναχρησιμοποιήσει», πρόσθεσε το χρήσιμο σχόλιό του ο Ντίκι. «Αλλά αυτά είναι όλα όσα γνωρίζουμε. Δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε, Τζακ. Μήπως η κόρη έχει τίποτα ιδέες;»


«Μερικές», είπε ο Τζακ, φέρνοντας κατά νου την επιμονή της Τες στο ότι ο Σιντζόν σχεδίαζε να θυσιαστεί για να μπορέσει ο Τζακ να σκοτώσει για λογαριασμό του τον Τσιγγάνο. Όχι να τον συλλάβει. Αλλά να τον εξουδετερώσει. Και χωρίς να έχει το Στέμμα την ευκαιρία να τον ανακρίνει και να μάθει για το διπλό ρόλο του ως ληστή στις υπηρεσίες του Σιντζόν, καθώς και το πού βρισκόταν κρυμμένη η συλλογή. Διαφορετικά, η Μάσκα της Ίσιδας και οι υπόλοιποι θησαυροί δε θα μπορούσαν να κληροδοτηθούν στον Ζακ, εξασφαλίζοντας το μέλλον του. Ο Τζακ αμφέβαλλε ότι η Τες είχε πάρει υπόψη της αυτή την παράμετρο, αυτό όμως δεν ίσχυε και για τον ίδιο. «Δε δίνω και μεγάλη αξία στις ιδέες της. Ο πατέρας της την ξεγέλασε με την ίδια απόλυτη επιτυχία που κατάφερε να ξεγελάσει κι εκείνον το βλάκα, το μαντρόσκυλο του Στέμματος, ξεγλιστρώντας κάτω απ’ τη μύτη τους, πράγμα που καταδεικνύει έλλειψη παρατηρητικότητας, για να το θέσω επιεικώς. Πιστεύει ότι ο πατέρας της είναι επίγειος θεός, εμείς όμως, κύριοι, γνωρίζουμε ότι κάθε άλλο παρά έτσι είναι. Σωστά;» Ο Γουίλ ρουθούνισε ενοχλημένα. «Δε γνωρίζουμε τίποτα, αφού δε μας ενημερώνεις γι’ αυτά που γνωρίζεις εσύ, και, μια που μου δόθηκε η ευκαιρία, θα ήθελα να σου πω με κάθε σοβαρότητα και επισημότητα ότι η μυστικοπάθειά σου έχει αρχίσει να με ενοχλεί. Δουλεύουμε μαζί, Τζακ. Κι επιπλέον, δουλεύουμε για το Στέμμα, όχι για μια κόρη που ανησυχεί επειδή χάθηκε ο ξεμωραμένος ο πατέρας της». «Αμφισβητείς την αφοσίωσή μου, Γουίλ;» «Όχι βέβαια. Απλώς, αναρωτιέμαι τι ρόλο παίζει στην υπόθεσή μας αυτό που κρέμεται ανάμεσα στα πόδια σου, και θα το εκτιμούσα πάρα πολύ αν μου έλεγες κάτι ικανό να με διαβεβαιώσει ότι το μυαλό σου δεν κρέμεται επίσης από το ίδιο σημείο», του απάντησε χαμηλόφωνα ο Γουίλ. «Δεν το έχεις κάνει ακόμα, είμαι σχεδόν σίγουρος όμως ότι η επόμενη ατάκα σου θα έχει να κάνει με βελόνες στ’ άχυρα, και ότι εγώ και ο Ντίκι θα πρέπει να παραμερίσουμε και να σ’ αφήσουμε να πάρεις πάνω σου την υπόθεση. Παραδέξου το, Τζακ, βρισκόμαστε πιο κοντά


από ποτέ στον άνθρωπό μας, και, ειλικρινά, δεν έχω καμία απολύτως πρόθεση να δείξω μεγαλοψυχία. Ούτε σ’ εκείνον ούτε σ’ εσένα». «Εμένα το ίδιο μου φαίνεται. Αυτό με τις βελόνες και τ’ άχυρα εννοώ –όχι τα υπόλοιπα. Αυτό είναι λοιπόν, ε; Οπότε, τι κάνουμε τώρα; Φαίνεται ότι έχουμε ξεμείνει από επιλογές». «Α, μη χάνεις τόσο εύκολα την πίστη σου. Και, στη δική σου περίπτωση, Γουίλ, βάλε λίγο τη φαντασία σου να δουλέψει». Ο Τζακ χαμογέλασε καθώς ύψωνε το γεμάτο ποτήρι του προς το μέρος των δύο ανδρών. «Συμφωνούμε ότι η κόρη είναι άχρηστη, ή, τουλάχιστον, αυτή είναι η δική μου γνώμη. Δε με ρωτήσατε αν εγώ είχα τίποτα ιδέες». Ο Ντίκι ανακάθισε και τραβήχτηκε πιο μπροστά στην καρέκλα του, κοιτάζοντας πρώτα γύρω του σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι οι τοίχοι δεν είχαν αυτιά –που, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, σίγουρα θα τον είχαν πάρει είδηση, αφού το ύφος του ήταν ολοφάνερα καχύποπτο. «Λοιπόν; Έχεις;» «Για την ακρίβεια, ναι, έχω». Ο Τζακ έβγαλε ένα διπλωμένο απόκομμα από τους Τάιμς του Λονδίνου από το γιλέκο του και το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι. «Αυτή η ίδια διαφήμιση, ή αγγελία, αν προτιμάτε, εμφανίζεται στην εφημερίδα εδώ και πέντε συνεχόμενες ημέρες. Το έλεγξα ήδη». Επιδέξια, ο Γουίλ άρπαξε το απόκομμα πριν καν προλάβει ο Ντίκι ν’ απλώσει το χέρι προς το μέρος του. Μετά, ξεδίπλωσε το χαρτί, κοίταξε τη μία μεριά, είδε ότι δεν υπήρχε παρά το απόσπασμα από ένα άρθρο, και γύρισε το απόκομμα από την άλλη. «Οι διαφημίσεις. Αλήθεια;» «Παλιά και δοκιμασμένη μέθοδος επικοινωνίας μεταξύ ενδιαφερομένων μερών. Το σκέφτηκα ότι ο Σιντζόν μπορεί να τη χρησιμοποιούσε μαζί μας. Ή, τουλάχιστον, φαντάστηκα πως θα πίστευε ότι θα το σκεφτόμουν». «Αυτό πίστευε, ε;» Ο Γουίλ διάβασε την πρώτη αγγελία: «Χήρος εκ Ντέβονσιρ ζητεί αδιακόρευτον, ηθικήν δεσποινίδα, εξαιρέτου υγείας, έως είκοσι πέντε ετών, διά να την τιμήσει με τα δεσμά του γάμου και να της


παραχωρήσει το προνόμιο και την ευχαρίστησιν της ανατροφής και της μορφώσεως των οκτώ τέκνων του. Και ακολουθεί το όνομα και η δικηγορική επαγγελματική του ιδιότητα, για τις δεκάδες των πρόθυμων, αδιακόρευτων και ηθικών δεσποινίδων που θα θελήσουν να έρθουν σε επαφή μαζί του. Δεν προβλέπω να δημιουργείται μεγάλος συνωστισμός έξω από το γραφείο του δικηγόρου μας από το Ντέβονσιρ. Όπως και να ’χει, υποθέτω ότι δεν είναι αυτή η αγγελία που θα πρέπει να προσέξω –σωστά;» «Δε νομίζω», είπε ο Ντίκι, κουνώντας το κεφάλι. «Οχτώ είπες; Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που η πρώτη σύζυγος τίναξε τα πέταλα. Μάλλον αναζητούσε λίγη ξεκούραση, η καημενούλα. Μάλλον δεν τολμούσε καν να κυκλοφορεί ελεύθερα στο σπίτι, και ειδικά να στρίβει γωνίες, από φόβο μήπως ο δικηγόρος τη βουτήξει κι αρχίσει να προσπαθεί για το ένατο». «Με συγχωρείς, Ντίκι. Είπες αυτό που κατάλαβα ότι είπες;» ρώτησε ο Τζακ, κατάπληκτος που ο Ντίκι μπορούσε καν να διανοηθεί τέτοια πράγματα, πόσο μάλλον να τα εκφράσει. Ο Ντίκι κοκκίνισε ως τις ρίζες των μαλλιών του. «Είναι απλώς ότι είχα ακούσει τον πατέρα μου να λέει για το θείο μου τον Ρόμπερτ. Ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, δεν είχε μαντίλι να κλάψει, κι όλο ζητιάνευε από μας, λέγοντας ότι είχε τόσα στόματα να θρέψει. Μην τα σπέρνεις άμα δεν μπορείς να τα θρέψεις, αυτό έλεγε ο πατέρας μου... Πού είναι το αστείο, Γουίλ Μπράουνινγκ;» Ο Γουίλ κούνησε το χέρι μπροστά στο πρόσωπό του σαν να ζητούσε συγνώμη. «Τίποτα, Ντίκι Πάντως, πρέπει να σου αναγνωρίσω ότι έχεις πολλά ταλέντα. Νομίζω ότι το βρήκα, Τζακ –είναι η αγγελία κάτω απ’ αυτήν του χήρου. Τι σημαίνει όμως;» Καθώς ο Ντίκι άρπαζε το απόκομμα για να διαβάσει την αγγελία, ο Τζακ άρχισε να εξηγεί. «Κάποιος διαφημίζει την πώληση σπάνιων αντικειμένων τέχνης, Ντίκι, objets rares d’ art, όπως λέει. Τα τεχνουργήματα είναι ελληνικά,


ρωμαϊκά και αιγυπτιακά, και η πώλησή τους απευθύνεται μόνο σε σοβαρούς ενδιαφερόμενους. Μετά από έγκριση, οι προαναφερθέντες φιλότεχνοι θα έχουν τη δυνατότητα να δουν την ιδιωτική συλλογή και να κάνουν τις προσφορές τους. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να παραδώσουν μία επιστολή με παραλήπτη τον κύριο Σεντ Τζον*, στον αριθμό 9 της Κλίβελαντ Ρόου, στις 12 το μεσημέρι ακριβώς, στις 15 Ιουνίου, στην οποία θα περιγράφουν συνοπτικά τα προσόντα τους. Δηλαδή, σε τρεις μέρες από τώρα. Ο ιδιοκτήτης θα εξετάσει τις αιτήσεις, και θα έρθει προσωπικά σε επαφή με όποιους υποψήφιους αγοραστές θεωρήσει κατάλληλους, ορίζοντας επίσης και ένα ραντεβού στη διάρκεια του οποίου θα μπορέσουν οι ενδιαφερόμενοι να δουν τη συλλογή και να κάνουν τις προσφορές τους». ** Το όνομα Σιντζόν (Sinjon) είναι παραλλαγή του Σεντ Τζον (Άγιος Ιωάννης). (Σ.τ.Μ.) «Ναι, ναι, αυτά τα βλέπω εδώ. Για την ακρίβεια, έχω δει δεκάδες τέτοιες αγγελίες, αν και καμία τόσο επακριβή ως προς την ώρα. Πάντα υπάρχει κάποιος πένητας αριστοκράτης που προσπαθεί να ξεπουλήσει ότι του έχει απομείνει χωρίς να πάρει είδηση ο κόσμος ότι οι τσέπες του είναι τρύπιες. Δε γίνεται, βλέπεις, να ξέρουν οι πιστωτές σου ότι δε σου έχει μείνει δεκάρα τσακιστή, γιατί θα σε μουντάρουν ομαδικά. Απ’ ότι λέει ο πατέρας μου, οι μισές κυρίες της υψηλής κοινωνίας φοράνε γυαλάκια αντί για διαμάντια, και μόνο οι μισές απ’ αυτές τις μισές το ξέρουν. Τι δουλειά έχει αυτό όμως με...» «Σεντ Τζον», τον διέκοψε ο Γουίλ. «Σιντζόν. Εντάξει;» Ο Τζακ κατένευσε. «Πολύ πιο κραυγαλέο απ’ αυτά που συνηθίζει ο Σιντζόν, υποθέτω όμως ότι μάλλον δε με θεωρεί αρκετά έξυπνο για να καταλάβω κάτι πιο ευφυές και διακριτικό». Ο Ντίκι πέταξε το απόκομμα στο τραπέζι. «Ε, για μένα, παραείναι ευφυές και διακριτικό! Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει. Σε προσκαλεί να πας να τον δεις; Αυτό είναι; Μετά απ’ αυτό το κρυφτούλι που μας έπαιξε, και τις μεταμφιέσεις; Μετά από τις τόσες μετακινήσεις; Γιατί να το κάνει


αυτό;» Ο Τζακ είχε προετοιμάσει με μεγάλη προσοχή τα ψέματά του. «Η δική μου εκτίμηση είναι ότι αποφάσισε πως η ήσυχη ζωή στην ύπαιθρο δεν του ταιριάζει πια, και ότι θα ήθελε να κάνει κάποιου άλλου είδους διακανονισμό με το Στέμμα. Είτε το Στέμμα θα τον πληρώσει πολύ πιο αδρά απ’ όσο τον πλήρωνε ως τώρα για να κρατήσει ως τον τάφο τα όχι και τόσο κολακευτικά κυβερνητικά μυστικά είκοσι ολόκληρων χρόνων, ή θα πάει να τα πουλήσει στον μεγαλύτερο πλειοδότη. Την προσέξατε την αναφορά στις ‘‘προσφορές’’, έτσι δεν είναι; Ο Σιντζόν ήξερε ότι ο Λίβερπουλ θα μου ανέθετε να τον βρω αν εξαφανιζόταν, όπως ήξερε ότι είχε πολλές πιθανότητες να εξαφανιστεί αν εξακολουθούσε να κάθεται σπίτι του και αφού το αίτημά του –ας το ονομάσουμε έτσι– έφτανε στο γραφείο του πρωθυπουργού. Για την ακρίβεια, αισθάνομαι βαθύτατα προσβεβλημένος». «Γιατί;» ρώτησε ο Γουίλ, διαβάζοντας μια δεύτερη φορά την αγγελία. «Προφανώς, Γουίλ, επειδή ο Σιντζόν πιστεύει ότι θα ήθελα να συναντηθώ μαζί του, να γίνω ο πειθήνιος αγγελιαφόρος του, να μεταφέρω τις απαιτήσεις του στον Λίβερπουλ –και επειδή είναι τόσο σίγουρος ότι με ξέρει, τόσο σίγουρος για το ότι δε θα ακολουθούσα απλώς τις διαταγές να εξουδετερώσω την απειλή εξουδετερώνοντας τον ίδιο. Σχεδιάζει να με τραβήξει στη συνωμοσία του. Χαμένος είμαι, κύριοι, είτε πάω μαζί του είτε δεν πάω. Είτε προδώσω τον Λίβερπουλ βοηθώντας τον Σιντζόν, είτε εκτελέσω τις διαταγές μου και δολοφονήσω χωρίς κανέναν απολύτως λόγο ένα γέρο χαμένο στις αυταπάτες του, γιατί αυτό ακριβώς θα είναι. Δεν μπορεί πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του –αυτές οι ικανότητες τον έχουν εγκαταλείψει εδώ και χρόνια. Και όχι, Γουίλ, πριν με ρωτήσεις, δε μ’ ενδιαφέρει πώς θα αντιδράσει η Τες αν επιλέξω να κάνω το δεύτερο. Δεν έχουν μείνει παρά ελάχιστα ίχνη απ’ αυτά που ένιωθα κάποτε γι’ αυτή τη γυναίκα». «Ωραία τα είπες, παρ’ ότι η άποψή σου είναι επικίνδυνα βλακώδης. Αλλά, Τζακ», είπε ο Γουίλ γεμίζοντας ξανά το ποτήρι του, «σκέψου το


λιγάκι. Είσαι περισσότερο θύμα σ’ αυτή την ιστορία απ’ όσο φαντάζεσαι. Γι’ αυτό άφησε την κόρη πίσω. Τη χαμένη σου αγάπη, αν μου επιτρέπεις να γίνω για μια στιγμή μελοδραματικός. Εμφανίζεσαι στην έπαυλη, τη ρωτάς πού βρίσκεται ο πατέρας της, κι εκείνη σε κοιτάζει με ανοιγμένα διάπλατα τα θλιμμένα μάτια της, σου ζητάει να θυμηθείς αυτό που είχατε κάποτε, και ικετεύει τη βοήθειά σου. Πώς είναι δυνατόν να μην ανταποκριθείς; Και ανάθεμα, άνθρωπέ μου, την έφερες εδώ, κι αυτή και το μυξιάρικό της –τους έφερες και τους δυο στο Λονδίνο, ή μήπως κάνω λάθος; Γλιτώνοντας το μαρκήσιο από τον κόπο να τους φέρει εδώ για να σαλπάρουν και οι τρεις προς άγνωστη κατεύθυνση, με τις τσέπες τους γεμάτες με το χρυσάφι του Λίβερπουλ. Μάλλον θα έπρεπε να ντρέπεσαι, και όχι να αισθάνεσαι προσβεβλημένος. Κάνεις ακριβώς ότι περίμενε ο μια φορά κι ένα καιρό μέντοράς σου να κάνεις. ότι περίμενε πως θα έκανε το καλά εκπαιδευμένο μαϊμουδάκι του». «Διασκεδάζεις;» ρώτησε ο Τζακ, κατακεραυνώνοντας τον Γουίλ με το βλέμμα, δίνοντάς του να καταλάβει ότι αυτή τη φορά είχε φτάσει επικίνδυνα κοντά στα όρια. Ήταν ακριβώς η αντίδραση που περίμενε ο Γουίλ· εξάλλου, ο Μπράουνινγκ ζούσε για τις προκλήσεις, και το να χώσει το στιλέτο του στα πλευρά ενός γέρου κάθε άλλο παρά πρόκληση συνιστούσε. Αλλά τώρα ήταν ξανά η σειρά του Τζακ. «Παρ’ όλ’ αυτά, γιατί να νιώθει τέτοια ανασφάλεια σχετικά με το αν θα καταλάβαινα ή όχι το υπονοούμενό του; Το Σεντ Τζον ήταν αρκετό. Δεν ήταν ανάγκη να γράψει όλες αυτές τις ανοησίες περί σπανίων αντικειμένων. Γεγονός, μπορεί ο μαρκήσιος κάποτε να ήταν διάσημος για τη συλλογή του, αλλά αυτό ήταν στη Γαλλία, όπου και παραμένει η συλλογή. Τώρα, σύμφωνα με τα λεγόμενα της κόρης, χρωστάνε τα μαλλιά της κεφαλής τους στο μισό χωριό, και ο Σιντζόν πρέπει να πήρε μαζί του ότι μετρητά υπήρχαν για να χρηματοδοτήσει το ταξίδι, να μισθώσει βοηθούς, να πληρώσει πανδοχεία».


Ο Ντίκι τον κοίταξε κατανεύοντας ανέκφραστος. «Δεν υπάρχει λοιπόν συλλογή; Όλα κόλπο είναι Κρίμα. Αλλά είναι λογικό. Κάποιος που έχει στα χέρια του τόσους αρχαίους θησαυρούς δε θα είχε ανάγκη να κυνηγήσει τον Λίβερπουλ, ούτε πρόβλημα να πληρώσει το μπακάλικο του χωριού του». «Πολύ καλά, Ντίκι, νομίζω ότι σιγά σιγά θα καταφέρουμε να σε κάνουμε στοχαστή. Το θέμα, ωστόσο, είναι ότι ο μαρκήσιος βροντοφώναζε στον Τζακ από δω τις νύξεις του επειδή δεν τον θεωρούσε αρκετά ικανό να τις καταλάβει», είπε ο Γουίλ, χαμογελώντας στον Τζακ. «Οπότε, φίλε μου Τζακ, τι κάνουμε τώρα; Πάμε στην Κλίβελαντ Ρόου; Δεν ξέρω γιατί έχω αυτό το προαίσθημα νομίζω όμως ότι ο γεροπαραλυμένος Σιντζόν δε θα πέσει τόσο εύκολα στα νύχια μας». «Δε θα πέσει. Ο Σιντζόν δεν είναι εκεί. Θα έχει κανονίσει, ωστόσο, να του παραδοθούν στο κρησφύγετό του οι όποιες επιστολές φτάσουν στην Κλίβελαντ Ρόου. Ο Σιντζόν ανέκαθεν είχε ένα ελάττωμα, κύριοι. Θεωρούσε τον εαυτό του ευφυέστερο από τους αντιπάλους του, σε κάθε περίσταση. Πάντα τραβούσε απ’ τα μαλλιά τα σχέδιά του, τα έκανε υπερβολικά περίπλοκα, ακόμα κι όταν το απλό ήταν όχι μόνο εφικτό αλλά και πιο εξυπηρετικό για όλους μας. Διαφωνούσαμε συχνά γι’ αυτό. Όπως γνωρίζουμε καλά, όσο πιο πολύπλοκο είναι ένα σχέδιο, όσο περισσότερα άτομα εμπλέκονται σ’ αυτό, τόσο περισσότερες οι πιθανότητες να κάνεις κρίσιμα λάθη». «Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε ο Ντίκι. «Είδες τι έγινε όταν ο αδελφός σου αποφάσισε να πάρει μέρος στην τελευταία αποστολή μας. Η συμμετοχή του μάς κόστισε τον Χένρι». «Το λάθος του Χένρι μάς κόστισε τον Χένρι –σ’ αυτό συμφωνήσαμε όλοι», είπε σφιγμένα ο Γουίλ Μπράουνινγκ. «Ξέθαψέ τον, και θα δεις ότι θα συμφωνήσει κι αυτός». «Ευχαριστώ, Γουίλ. Ακριβώς τη στιγμή που τείνω να καταλήξω ότι δε σε συμπαθώ, εκφράζεις μια γνώμη που καταφέρνει με τον τρόπο της


να με ανακουφίσει». Ο Τζακ στράφηκε στον Ντίκι. «Μου δίνεις την άδεια να συνεχίσω;» «Ω, ναι, συγνώμη. Είναι όπως το λέει ο Γουίλ: καμιά φορά, δε βουτάω τη γλώσσα μου στο μυαλό μου πριν μιλήσω, και λέω ανοησίες. Θα του στείλεις ένα σημείωμα, ε; Του Σιντζόν, εννοώ». Κοίταξε τον Γουίλ και γύρισε τα μάτια του στο ταβάνι. «Κι αυτό το είπα για να μη με ρωτήσεις αν εννοούσα τον Χένρι». «Και βέβαια θα του στείλει σημείωμα. Τότε είναι που εσύ κι εγώ, Ντίκι, παλιόφιλε, αναλαμβάνουμε δράση: εμείς οι δυο θα παρακολουθήσουμε όποιον παραλάβει το σημείωμα από την Κλίβελαντ Ρόου, αφού αυτή η πονηρή γριά αλεπού, ο μαρκήσιος, μπορεί να δει και να αναγνωρίσει τον Τζακ, ακόμα κι αν είναι μεταμφιεσμένος», είπε ο Γουίλ, κατακεραυνώνοντας με το βλέμμα τον Τζακ. «Τι ευγενικό από μέρους σου να μας συμπεριλάβεις στην αποστολή, έστω και μ’ αυτή τη χαμαλοδουλειά». «Έκαστος στο είδος του», είπε ατάραχος ο Τζακ. «Touché –και τελειώσαμε. Αρκετά με τους λεκτικούς διαξιφισμούς γι’ απόψε». Ο Ντίκι σήκωσε το χέρι, ζητώντας την άδεια να μιλήσει. «Οπότε θα στείλεις μια επιστολή –ας το ονομάσουμε επιστολή–, όπως θα κάνουν και άλλοι; Δεκάδες, ίσως, άλλοι; Τι θα γίνουν αυτοί; Οι υποψήφιοι αγοραστές, εννοώ. Θ’ απογοητευτούν αν δε λάβουν πρόσκληση να δουν τη συλλογή». Ήταν ανάγκη να είναι ο Ντίκι αυτός που θα σκεφτόταν ότι ο Τζακ δεν ήθελε ν’ ακούσει; «Ο φίλος μας από δω έχει δίκιο, Τζακ, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνει το γιατί. Γιατί να μη βάλει ο μαρκήσιος μια αγγελία που θα τραβούσε εσένα, και μόνο εσένα; Ή μήπως ανήκω σ’ ένα τόσο ανόητο... είδος που να μην μπορώ να καταλάβω αυτό το περίπλοκο σκεπτικό;» Αφού η μόνη λογική απάντηση σ’ αυτό ήταν ότι με τη συγκεκριμένη αγγελία ο Σιντζόν ήλπιζε να προσελκύσει περισσότερους από έναν


παίκτες –για την ακρίβεια, έναν ακόμα, δηλαδή τον Τσιγγάνο–, ο Τζακ επέλεξε να μην απαντήσει ευθέως. Σηκώθηκε πάνω, σπρώχνοντας με δύναμη την καρέκλα του, που έξυσε ηχηρά το ξύλινο πάτωμα. «Νομίζω ότι τελειώσαμε γι’ απόψε. Όπως λέτε, ο μαρκήσιος είναι ένας γερο-ξεμωραμένος. Ε, ένας γέρος μού αρκεί. Πάψτε να κάνετε κι εσείς σαν γκρινιάρες γριές που ζαλίζουν τους άλλους με τις ερωτήσεις τους. Θα ξανασυναντηθούμε όταν ολοκληρώσω την αποστολή μου». Τους κοίταξε με το πιο αγριωπό βλέμμα του. «Σύμφωνοι;» Ο Ντίκι βρισκόταν σε σύγχυση, δηλαδή, εκεί ακριβώς που ήθελε ο Τζακ να είναι. Ο Γουίλ ήταν θυμωμένος, δηλαδή, όπως ακριβώς τον ήθελε ο Τζακ να είναι. Και το καλύτερο απ’ όλα ήταν ότι είχε αποφύγει ν’ απαντήσει στην ερώτηση. Όσο για τα υπόλοιπα, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ελπίζει ότι ο Σιντζόν δεν είχε πράγματι ξεμωραθεί αυτά τα τέσσερα χρόνια, και ότι ο άνθρωπος που θα έπαιρνε το μήνυμα στις 12 το μεσημέρι της 15ης θα έκανε ότι μπορούσε για να διευκολύνει την παρακολούθηση. «Εντάξει, Τζακ, το πιάσαμε το υπονοούμενο. Ο μαρκήσιος ήταν μέντοράς σου, και τον ξέρεις καλύτερα από μας», είπε αναστενάζοντας ο Γουίλ. «Και τώρα, για όνομα του Θεού, κατέβα απ’ το καλάμι σου και πες μας το σχέδιό σου». «Ντίκι;» ρώτησε ο Τζακ γυρίζοντας προς το μέρος του. «Δε θέλω να τσακωνόμαστε», είπε χαμηλόφωνα. «Αλλά μου λείπει ο Χένρι. Δεν μπορώ να μην το πω, και δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Θυμάστε που έλεγε ότι καμία άλλη συμμορία δεν είχε τόσο ωραίους άντρες όσο η δική μας. Τώρα δεν είμαστε παρά ένα τρίο πληρωμένων λωποδυτών, και όχι τόσο ωραίοι πια. Κατά τη γνώμη μου, από τότε που τέλειωσε ο πόλεμος, μοιάζουμε περισσότερο με τους Πράκτορες της Μπόου Στρητ**, με αστυφύλακες χωρίς την κόκκινη στολή δηλαδή, και ***Bow Street Runners: το πρώτο επαγγελματικό αστυνομικό Σώμα του Λονδίνου, το οποίο ιδρύθηκε το 1749, και αρχικά αριθμούσε μόλις


έξι μέλη. (Σ.τ.Μ.) με τις πιο βρόμικες αποστολές που υπάρχουν. Όπως τούτη εδώ –να κυνηγάμε ένα γέρο που θα έπρεπε να έχει τακτοποιηθεί εδώ και χρόνια. Ωραίοι συμμορίτες! Θλιβερό...» «Πιες λίγο κρασί ακόμα», είπε ο Γουίλ, σπρώχνοντας προς το μέρος του το ποτήρι. «Έτοιμοι Τζακ, ακούμε. Τι κάνουμε τώρα;» «Όπως πάντα, το επόμενο βήμα», είπε ο Τζακ, ξανατραβώντας την καρέκλα του. Αυτή τη φορά, τη γύρισε, κάθισε καβάλα, κι ύστερα έγειρε προς το μέρος των ομοτράπεζών του, καλώντας τους στον κύκλο του σχεδίου του, στον κύκλο των ψεμάτων του. Έβγαλε ένα ακόμα διπλωμένο χαρτί από το γιλέκο του, ένα δικό του χάρτη της Κλίβελαντ Ρόου, και το ξεδίπλωσε πάνω στο τραπέζι. «Και έπεσες μέσα, Γουίλ, όταν υπέθεσες ότι θέλω εσένα και τον Ντίκι τοποθετημένους έξω από τον αριθμό 9 αυτού του συγκεκριμένου δρόμου. Εσύ εδώ, Γουίλ... κι εσύ εδώ, Ντίκι...» Αν ο Τζακ είχε συνείδηση, θα ντρεπόταν για τον εαυτό του. Είχε όμως τον Ζακ και την Τες να σκεφτεί, και για να τους προστατεύσει, ήταν ικανός όχι μόνο να προδώσει την πατρίδα του, αλλά και να πουλήσει την ίδια την ψυχή του. *** Μια στιγμή αφότου τράβηξε το κορδόνι του εσωτερικού κουδουνιού, η Τες άκουσε φωνές στο χολ, ακολουθούμενες από τα παιδικά γέλια του Ζακ. Τους ήχους ακολούθησε η εικόνα του εξαιρετικά μεγαλόσωμου και αγριωπού Γουόντσγουορθ που μπήκε στο σαλόνι τροχάζοντας στα τέσσερα, ίδιος με καθαρόαιμο της άμαξας του Πρίγκιπα Αντιβασιλέα, με τον Ζακ καθισμένο στην πλάτη του, να τον κρατάει απ’ τα μαλλιά και να φωνάζει: «Ντέι αλογάκι, ντέι!» «Με συγχωρείτε, δεσποινίς», είπε ο μπάτλερ, «αλλά όλοι οι άλλοι είναι απασχολημένοι αυτή τη στιγμή, κι εγώ ήμουν ελεύθερος. Η κυρία Εμιλί είναι κουρασμένη από το χθεσινό ταξίδι, και ξάπλωσε να πάρει έναν υπνάκο. Θα θέλατε κάτι;»


Η Τες έβαλε τα δυνατά της να μη χαμογελάσει, η προσπάθειά της όμως πήγε χαμένη, ειδικά όταν ο Ζακ κατέβασε τα χέρια του και κάλυψε με τις παλάμες του τα μάτια του μπάτλερ. «Για την ακρίβεια, μου έδωσες την πληροφορία που ήθελα –το πού βρίσκεται δηλαδή ο γιος μου. Σε παρακαλώ, Ζακ, πάρε τα χέρια σου από κει. Ο καημένος ο Γουόντσγουορθ δεν μπορεί να δει. Ζητώ συγνώμη Γουόντσγουορθ, αν σε παραζαλίζει ο μικρός. Είναι συνηθισμένος να τρέχει και να παίζει όλη μέρα στον κήπο, εδώ, όμως, ο κύριος Μπλάκθορν δεν του επιτρέπει να βγει έξω». Ο Γουόντσγουορθ σήκωσε τα χέρια πάνω από το κεφάλι του και κράτησε γερά τον Ζακ στους ώμους του. «Είχαμε χρόνια να δούμε μικρό παιδί εδώ μέσα, δεσποινίς, κι έχουμε τρελαθεί όλοι απ’ τη χαρά μας. Η μαγείρισσα θα ήθελε να μάθει αν θα της κάνετε την τιμή να εγκρίνετε το αποψινό μενού. Και να της πείτε αν θέλετε κάτι ιδιαίτερο για τον κύριο Τζοκ από δω». Ο Γουόντσγουορθ πρόφερε το όνομα του Ζακ με τον εγγλέζικο τρόπο, πράγμα που έκανε την Τες να χαμογελάσει ξανά, αφού ήξερε ότι η Εμιλί θα έσπευδε να διορθώσει τον μπάτλερ αμέσως μόλις έπαιρνε είδηση το τρομερό ολίσθημα. Αν και θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς το πώς θα κατάφερνε τον Γουόντσγουορθ να αντικαταστήσει το τζ με το ζ. «Αλήθεια; Πολύ ευγενικό από μέρους της. Μετάφερέ της, σε παρακαλώ, τις ευχαριστίες μου κα πες της ότι είμαι βέβαιη πως θα είμαστε και οι δύο απολύτως ικανοποιημένοι με τις επιλογές της». Η Τες προτιμούσε να μην παρέμβει στο μηχανισμό λειτουργίας του αρχοντικού. Πρώτον, δεν έκανε εκείνη κουμάντο. Δεύτερον, δεν ήταν παρά μία ουρανοκατέβατη φιλοξενούμενη. Και τρίτον, ήταν βέβαιο ότι ο Τζακ θα έκανε κάποιο δηκτικό και απολύτως διασκεδαστικό για τον ίδιο σχόλιο αν έμπαινε ξαφνικά στην κουζίνα και την έβλεπε να διαλέγει ανάμεσα στα φασολάκια και τον αρακά. «Όπως επιθυμείτε, δεσποινίς». Ο Γουόντσγουορθ ετοιμάστηκε να υποκλιθεί, θυμήθηκε ότι είχε τον Ζακ στην πλάτη του, απέρριψε εξ α-


νάγκης την υπόκλιση και γύρισε για να βγει από το δωμάτιο. Ακριβώς τη στιγμή που έμπαινε ο Τζακ. «Μπαμπά! Μπαμπά!» φώναξε ενθουσιασμένος ο Ζακ, απλώνοντας τα χέρια στον πατέρα του, τον άντρα που τον είχε ανεβάσει στο θεόρατο μαύρο επιβήτορά του την προηγούμενη μέρα. Η Τες επέτρεψε στον εαυτό της μια στιγμή πανικού: ίσως ο Τζακ ήταν αντίθετος με κάτι τέτοιες δημόσιες δηλώσεις πατρότητας. Σύντομα όμως αποδείχτηκε ότι δεν υπήρχε λόγος ν’ ανησυχεί. Ο Τζακ ήταν ο Τζακ, και έφτιαχνε τους δικούς του νόμους. Απ’ όσο ήξερε η Τες, δεν έδινε δεκάρα για το τι σκεφτόταν ο κόσμος γι’ αυτόν... ίσως, μάλιστα, να το προτιμούσε όταν η γνώμη των άλλων για το άτομό του δεν ήταν και τόσο καλή. Έτσι, τον άφηναν στην ησυχία του. Ο πανικός της όμως επέστρεψε, κι αυτή τη φορά παρέμεινε, όταν είδε την αντίδραση του Τζακ στο γιο του. Κοίταζε το παιδί... κτητικά. Ναι, αυτή ήταν η λέξη. Δικός μου –αυτό φαινόταν να λέει με τη στάση του. Όχι μόνο δεν αρνούνταν το παιδί, αλλά το διεκδικούσε. Ακούγοντας αυτό το μπαμπά να βγαίνει από το στόμα του γιου της, η Τες ένιωσε την καρδιά της να ξεχειλίζει από αγάπη. Η απαίτηση του Τζακ για γάμο δεν είχε καμία σχέση με τα συναισθήματά του απέναντί της: είχε μόνο να κάνει με τη διεκδίκηση του γιου του. Όσο για κείνη, είτε θα συμφωνούσε να τον παντρευτεί, είτε θα έχανε το γιο της. Ω μπαμπά, τι έκανες... αυτό ήταν που ήθελες; Ο Τζακ φίλησε τα απλωμένα χέρια του γιου του, και του είπε να πάει με τον Γουόντσγουορθ, ο οποίος φαινόταν να ταλαντεύεται ανάμεσα στην αμηχανία και τον ενθουσιασμό. Μετά, έστρεψε την προσοχή του στην Τες. Στο βλέμμα του, τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα, η φλόγα θέριεψε ξανά στην ανάμνηση της χτεσινής νύχτας, εκείνων των σκοτεινών ωρών στη διάρκεια των οποίων είχαν χρησιμοποιήσει τόσο ξεδιάντροπα ο ένας τον άλλο. Όταν ο Τζακ της είχε κάνει έρωτα, κυριεύοντάς την τόσο απόλυτα. Όταν η ίδια είχε ανταποδώσει, γλιστρώντας αργά


προς τους λαγόνες του, φιλώντας τον, φιλώντας τον παντού. Κλείνοντάς τον μέσα της, παίρνοντάς τον βαθιά. Ναι... έτσι. Θεέ μου, Τες, ναι, έτσι, έτσι. Με τρελαίνεις, Τες, με κάνεις να χάνω το... Ω Θεέ μου, Τες... Τες... Τες... Γιατί δεν μπορούσε να τον κοιτάξει χωρίς να τον θέλει; Χωρίς να θέλει να την αγγίξει, χωρίς να θέλει να τον ικανοποιήσει. Χωρίς να θέλει... και να θέλει... και να θέλει... Ο Τζακ σταμάτησε στα μισά της απόστασης από την πολυθρόνα όπου καθόταν η Τες, και πίεσε τις παλάμες στο στήθος του. «Τι; Έχω καμιά μουντζούρα πουθενά; Ή μου φύτρωσε δεύτερο κεφάλι;» Η Τες χαμήλωσε το βλέμμα στα παπούτσια της. «Ανα... αναρωτιόμουν μήπως σ’ ενόχλησε. Που ο Ζακ σε είπε μπαμπά. Τώρα ο Γουόντσγουορθ το ξέρει, και σύντομα θα το έχει μάθει όλο το σπίτι». «Αν δεν το είχαν καταλάβει, τότε ο εργοδότης τους, ο πατέρας μου δηλαδή, θα έπρεπε να τους είχε ήδη πετάξει έξω με τις κλοτσιές, λόγω βλακείας. Δε γίνεται να μην καταλαβαίνεις το προφανές –το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι τα πρόσωπά μας. Α, για μισό λεπτό! Μήπως ανησυχείς για τη φήμη σου, Τες; Τες η αμαρτωλή; Ή μάλλον όχι, επίτρεψέ μου να το διορθώσω αυτό, αφού βρίσκεσαι κάτω από τούτη τη στέγη. Τες η σπιτωμένη. Η σπιτωμένη ερωμένη». «Τον προτιμώ περισσότερο στο σκοτάδι», μουρμούρισε η Τες. Ο Τζακ γέλασε, και ξαφνικά βρέθηκε να κάθεται πλάι της, με τα χείλη του σε απόσταση εκατοστών από το λαιμό της. «Πολλά πράγματα είναι καλύτερα στο σκοτάδι. Όχι όλα όμως. Μπορώ να σου δείξω, αν μου επιτρέπεις». Ακινητοποιημένη από το σοκ, η Τες τον είδε να κατεβάζει το μπούστο του φορέματός της, ελευθερώνοντας το αριστερό στήθος της. «Τζακ! Για την αγάπη του Θε...» «Νομίζω, Τες, ότι συμφωνούμε και οι δυο στο ότι η αγάπη δεν έχει και μεγάλη σχέση μ’ αυτό εδώ», είπε. «Μόνο κοίταζε, Τες. Όχι, όχι, μην


κλείνεις τα μάτια. Κοίτα». Η αναπνοή της ήταν ήδη αρκετά ακανόνιστη, ακόμα και πριν ο Τζακ αρχίσει –κρατώντας την πλάτη του γυρισμένη στην πόρτα, κρύβοντας την Τες από όποιον θα μπορούσε κατά τύχη να μπει μέσα– να πιέζει απαλά τη θηλή της ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη του. Η Τες ένιωσε τη θηλή της να σκληραίνει. Την είδε να σκληραίνει. Είδε τι ήταν αυτό που αισθανόταν το σώμα της. Ο Τζακ έσκυψε κι έγλειψε την κορυφή της, και η ελάχιστη τραχύτητα της γλώσσας του ήταν αρκετή για να στείλει έναν κεραυνό επιθυμίας κατευθείαν στα λαγόνια της. «Ορίστε», της ψιθύρισε. «Και τώρα άγγιξέ την», τη διέταξε. «Ζωντάνεψέ την». «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό...» «Μπορείς. Στο σκοτάδι δεν έχεις αναστολές, Τες. Ξέρεις πώς να ικανοποιήσεις τον εαυτό σου. Κάνε το και άσε με να βλέπω. Άσε με να βοηθήσω». Το άγγιγμά του, κι ακόμα περισσότερο τα λόγια του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το σώμα της είχε ξυπνήσει ξανά αυτές τις τελευταίες δύο μέρες, την είχαν κάνει να θέλει να αισθανθεί όλο και περισσότερα. Η σκέψη ότι εκείνος παρακολουθούσε μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ τη διέγερσή της, τόσο που ένιωσε την περιοχή ανάμεσα στα πόδια της να υγραίνεται. Ήταν μάγος, ένας γητευτής. Αυτό που της είχε κάνει ήταν απαράδεκτο, κι εκείνη ήταν αδύναμη και εγωίστρια και... ο Τζακ την έγλειψε ξανά κι ύστερα τη ρούφηξε για μια στιγμή κι ύστερα τραβήχτηκε, αφήνοντας το δροσερό αέρα να στεγνώσει το υγρό δέρμα της. Πίεσε τη βάση της παλάμης του χαμηλά στην κοιλιά της και την έτριψε, αυξάνοντας τα επίπεδα της διέγερσης και της νευρικότητάς της. Η Τες τον έσπρωξε μακριά και σηκώθηκε, κατακεραυνώνοντάς τον με το βλέμμα καθώς έστρωνε ξανά το μπούστο του φορέματός της. Ήταν τόσο όμορφος, τόσο αρρενωπά όμορφος, τόσο τέλειος από


κάθε άποψη. Ποτέ της δεν είχε πιστέψει πραγματικά ότι αυτός ο άντρας μπορούσε να τη θέλει. Ποτέ της δεν είχε μπορέσει να σιγουρευτεί γι’ αυτό το πάθος που σιγόκαιγε στα μάτια του, να είναι απόλυτα βέβαιη ότι ήταν για κείνη. Είχε πάρει την επιβεβαίωσή της όταν ο Τζακ έφυγε· είχε σιγουρευτεί ότι αυτό που είχαν δεν ήταν αληθινό, και οπωσδήποτε δεν ήταν αρκετό. Ναι, της είχε πει ότι την αγαπούσε. Της το είχε ψιθυρίσει το πρώτο βράδυ που την πήρε στο κρεβάτι του. Της το είχε φωνάξει εξοργισμένος εκείνη την πρώτη μέρα, στο γραφείο του πατέρα της. Δεν μπορούσε όμως να αρνηθεί ότι είχε φύγει, και ότι δε θα είχε γυρίσει, δε θα βρισκόταν εδώ τώρα, αν ο πατέρας της δεν είχε εξαφανιστεί. Τι προσπαθούσε λοιπόν ο Τζακ να αναζωπυρώσει, εδώ και τώρα; Την αγάπη που μάλλον δεν είχε υπάρξει ποτέ... ή απλώς αυτή τη φλόγα, αυτή τη φωτιά που άναβε ανάμεσά τους, μια πυρκαγιά ικανή να κατακάψει τον κόσμο; Μήπως με τον τρόπο του της έλεγε ότι αυτό ήταν το μόνο που είχαν, και που θα είχαν ποτέ; «Τες;» της είπε, όταν η σιωπή ανάμεσά τους μεγάλωσε τόσο που να είναι αδύνατον να αγνοηθεί. «Με συγχωρείς, Τες. Είμαι μπάσταρδος, με κάθε δυνατό τρόπο. Ανάθεμά με! Δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται μέσα στο μυαλό μου! Συγχώρησε με». Η Τες κούνησε το κεφάλι. «Δεν πειράζει, Τζακ. Δε φταις μόνο εσύ. Όταν σε είδα να μπαίνεις στο δωμάτιο, το πρώτο πράγμα που... τίποτα, ξέχασέ το». «Όχι, Τες, δεν το ξεχνάω. Είδα το πρόσωπό σου. Κατάλαβα. Και ήθελα να σε πληγώσω. Ήθελα να σε κάνω να παραδεχτείς ότι με χρειάζεσαι όσο... Χριστέ μου! Τι κάναμε λάθος; Τι μας συνέβη;» Ο Τζακ κατέβασε το κεφάλι στα χέρια του. Η Τες πήγε στο κορδόνι του κουδουνιού, το τράβηξε, και τριάντα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Γουόντσγουορθ και ο Ζακ κάλπασαν μέσα


στο σαλόνι. «Γουόντσγουορθ, παρακαλώ. Ο κύριος Μπλάκθορν θα πάρει τώρα το γιο του. Και αν μπορείς να στείλεις κάποιον να φέρει την μπάλα του;...» «Μάλιστα, δεσποινίς, θα φροντίσω να τη φέρουν», είπε ο μπάτλερ, αφήνοντας προσεκτικά τον Ζακ στο πάτωμα, για να σηκωθεί αμέσως μετά, να υποκλιθεί και να βγει από το δωμάτιο. Ο Τζακ κουκούβισε ανοίγοντας την αγκαλιά του στο γιο του, κοιτάζοντας την Τες. «Τες;» «Είναι όπως το είπες χτες βράδυ, Τζακ. Ο πατέρας μου βρίσκεται στο Λονδίνο εδώ κα τουλάχιστον μια βδομάδα. Είτε ήρθαμε έγκαιρα, είτε αργήσαμε υπερβολικά πολύ. Έτσι κι αλλιώς, λίγες ώρες ακόμα δε θ’ αλλάξουν τίποτα. Ο κήπος έξω από τις κουζίνες είναι υπέροχος και έχει ψηλή μάντρα –πήγα ήδη και τον είδα. Ο Ζακ έχει ανάγκη από φρέσκο αέρα. Κι εσύ από τη συντροφιά του». Ο Τζακ πήρε αγκαλιά το παιδί καθώς σηκωνόταν πάνω. Το κράτησε ψηλά στο στέρνο του, κι εκείνο ακούμπησε όλο εμπιστοσύνη το μπράτσο του στον ώμο του πατέρα του. Ένα ταιριαστό δίδυμο μελαχρινών διαβόλων, γεννημένων να καίνε γυναικείες καρδιές. Ο Τζακ κοίταξε την Τες για μερικές ατέλειωτες στιγμές. «Θα έρθεις μαζί μας;» Η Τες κούνησε αρνητικά το κεφάλι, γνωρίζοντας ότι δε θα μπορούσε να μιλήσει χωρίς να κλάψει. Η εικόνα τους –οι δυο τους μαζί, το κεφάλι του Τζακ τόσο κοντά σ’ αυτό του Ζακ– παραλίγο να τη λυγίσει. Ο Τζακ απάντησε μ’ ένα νεύμα, και είχε ήδη βγει στο διάδρομο, όταν γύρισε να την κοιτάξει ξανά. «Ευχαριστώ, Τες», είπε χαμηλόφωνα. «Ευχαριστώ». Η Τες χαμογέλασε, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια για να διώξει τα δάκρυα, κι ύστερα ξαναπήρε τη θέση της στον καναπέ, νιώθοντας ότι αυτό ήταν το πρώτο σωστό πράγμα που είχε κάνει τα τελευταία τέσσερα χρόνια.


Κεφάλαιο 8 Η Τες, που στεκόταν πίσω από την πολυθρόνα, έσκυψε για να δει. «Είναι πολύ προφανές, Τζακ. Δε γίνεται να τον προσβάλουμε έτσι», είπε, διαβάζοντας αυτό που μόλις είχε γράψει. «Θα ήθελα να του κάνω περισσότερα από το να τον προσβάλω, αν δε διακινδύνευα μ’ αυτό τον τρόπο την πρόσφατη ανακωχή μας», είπε ο Τζακ. Μετά όμως τσαλάκωσε στη χούφτα του το χαρτί και το πέταξε προς τη γενικότερη κατεύθυνση των προηγούμενων προσπαθειών του. Βρίσκονταν κλεισμένοι στο γραφείο εδώ και παραπάνω από δύο ώρες, προσπαθώντας να λύσουν το γρίφο του χειρισμού των επόμενων λίγων ημερών. Και δεν είχαν προχωρήσει πολύ παραπάνω από το κοινά παραδεκτό συμπέρασμα ότι έπρεπε να συμπεριλάβουν τον Γουόντσγουορθ στα σχέδιά τους. Ο Τζακ τον είχε ήδη δει εν δράσει, και δεν είχε καμία απολύτως ανησυχία ως προς αυτό: ο μπάτλερ ήταν παραπάνω από ικανός. Και, ευτυχώς, παραπάνω από πρόθυμος. Είχε επισημάνει ότι τίποτα συναρπαστικό δεν του είχε συμβεί από την τελευταία φορά που ο κύριος Πουκ είχε έρθει στην πόλη, εκτός κι αν μετρούσε η μέρα που μια νυχτερίδα είχε κατέβει από τις σοφίτες και ο Γουόντσγουορθ είχε καταλήξει να τη σκοτώσει κοπανώντας τη με μια προτομή του Σοφοκλή, που ήταν το κοντινότερο αντικείμενο στη διάθεσή του, και τώρα είχε μείνει με ευδιάκριτα κοντύτερη μύτη. Ο Τζακ γέλασε σιγανά φέρνοντας κατά νου τη δήλωση του μπάτλερ. Η Τες έκανε το γύρο του γραφείου και κάθισε στην άκρη του, στραμμένη προς το μέρος του Τζακ. «Πού είναι το αστείο και δεν το βλέπω εγώ;» «Τίποτα. Απλώς, κάτι θυμήθηκα». «Τζακ; Είσαι σίγουρος ότι αυτό το σχέδιο θα λειτουργήσει; Σε ότι έχει να κάνει, δηλαδή, με τους... συναδέλφους σου». «Τον Γουίλ και τον Ντίκι». Ο Τζακ άφησε την πένα του και ακούμπησε την πλάτη του στην πολυθρόνα. «Θα λειτουργήσει, αρκεί ο Σι-


ντζόν να περιμένει ότι αυτός που θα στείλει να παραλάβει την αλληλογραφία από την Κλίβελαντ Ρόου θα αποκτήσει ουρά φεύγοντας. Αλλά ο μαρκήσιος έφτασε ως εδώ. Αμφιβάλλω ότι μπορεί να κάνει τώρα ένα τέτοιο παιδαριώδες λάθος». «Και είναι τόσο σημαντικό να αποτύχουν οι φίλοι σου; Καταλαβαίνω ότι δε θέλεις να εμπλακούν πολλοί στην υπόθεση. Αλλά είναι και κάτι παραπάνω απ’ αυτό –σωστά;» Ο Τζακ κατένευσε. «Δεν τα παρατάς ποτέ, ε;» είπε ο Τζακ, όχι χωρίς θαυμασμό. «Ναι, είναι Ξέρουν κι οι δυο τι διαταγές πήρα». «Σε διέταξαν να του κλείσεις το στόμα. Να τον σκοτώσεις». «Μυστικά είκοσι χρόνων, Τες. Είκοσι χρόνια να μαζεύεις τα σπασμένα από τις πιο φαντασμαγορικές γκάφες και τα χειρότερα σκάνδαλα μιας κυβέρνησης που ήταν, και ουσιαστικά εξακολουθεί να είναι, διεφθαρμένη. Ναι, τον θέλουν νεκρό. Προσωπικά, απορώ που τον άφησαν να ζήσει έστω και μια μέρα μετά το τέλος του πολέμου, όταν τους ήταν πια εντελώς άχρηστος». «Τον θεωρούν ακίνδυνο», του είπε η Τες αποφεύγοντας το βλέμμα του. «Αφού έφυγες, είχε μερικές μικρές αποστολές για ένα διάστημα, μετά όμως δεν υπήρχε τίποτα για μήνες. Ο μπαμπάς ήταν σίγουρος ότι τον είχαν πλέον κατατάξει στο παθητικό. Έτσι, πριν από δύο χρόνια, σε συνεννόηση με τον ίδιο, έστειλα μία επιστολή στον Λίβερπουλ πληροφορώντας τον ότι ο μπαμπάς είχε πάθει κάποιου είδους προσβολή, μετά από την οποία δεν μπορούσε να μιλήσει, ούτε να πιάσει την πένα για να γράψει. Παρακάλεσα για μία αύξηση της σύνταξής του, ώστε να μπορέσω να καλύψω τα έξοδα της φροντίδας του, αφού η κατάστασή του ήταν εξαιρετικά σοβαρή. Αν ο Λίβερπουλ δε με πίστευε, η κυβέρνηση θα μας ανάγκαζε να φύγουμε από τη χώρα, ακόμα όμως κι αν με πίστευε, γνωρίζαμε –ο μπαμπάς με διαβεβαίωσε γι’ αυτό– ότι θα συνέχιζαν να τον παρακολουθούν μέχρι να πεθάνει». «Πρώτη φορά τ’ ακούω αυτό», είπε ο Τζακ, γέρνοντας ξανά προς τα μπρος.


Η Τες ανασήκωσε τους ώμους ακριβώς όπως θα έκανε μία Γαλλίδα, με απίστευτη χάρη. «Ίσως επειδή οι παρατηρητές είναι τόσο απαράδεκτοι στη δουλειά τους, και ο μπαμπάς τόσο εξαιρετικός στη δική του; Όποιον και να ρωτήσεις στο χωριό ή στο σπίτι μας –τους λίγους υπηρέτες που μας έχουν μείνει– θα σου πει ότι τα δύο τελευταία χρόνια ο μαρκήσιος δεν είναι παρά η σκιά του παλιού του εαυτού, ότι χρειάζεται μαγκούρα για να περπατήσει και ότι... ε, ότι, μιλάει ακατάληπτα και του τρέχουν τα σάλια. Μόνο στην κρεβατοκάμαρα και το γραφείο του, με τις πόρτες ερμητικά κλειστές, είναι ο άνθρωπος που θυμάσαι εσύ, Τζακ». «Και δεν έχει πάψει να παίζει αυτό το θέατρο δύο ολόκληρα χρόνια τώρα;» Άλλο ένα κομψό ανασήκωμα των ώμων. «Είπε ότι περίμενε την ευκαιρία, ποτέ του όμως δε μου εξήγησε τι θα έκανε όταν αυτή η ευκαιρία ερχόταν, όσο συχνά κι αν τον ρωτούσαν. Τώρα υποθέτω πως ξέρω. Περίμενε να επιστρέψει ο Τσιγγάνος. Πού λες ότι είχε πάει, Τζακ;» «Εκεί που είχε το περισσότερο ψωμί, φαντάζομαι. Κάποιος με τα ταλέντα του Τσιγγάνου μπορεί να βγάλει μεγάλα κέρδη σε αρκετές χώρες της Ευρώπης. Για να μη μιλήσω για τις ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν με το Συνέδριο της Βιέννης. Οι αγοραπωλησίες μυστικών, η κατασκοπεία σε φίλους και εχθρούς –όλ’ αυτά δε σταματάνε επειδή κερδήθηκε μια μάχη. Το μόνο που γίνεται είναι να ξεκινήσει μια άλλη, πιο αθόρυβη μάχη. Για να μην αναφερθώ στο πόσο εύκολα μπορεί να μαζέψει κανείς μικρούς θησαυρούς όσο ο κόσμος είναι ακόμα παραζαλισμένος από τον πόλεμο. Το ενδιαφέρον είναι ότι Σιντζόν πίστευε πως ο Τσιγγάνος ήταν ακόμα ζωντανός και ότι θα επέστρεφε στην Αγγλία». «Ναι, υποθέτω πως είναι», είπε η Τες σμίγοντας τα φρύδια. «Ο μπαμπάς διατηρεί τακτική αλληλογραφία με αρκετούς φίλους του στην Ευρώπη. Ή έτσι λέει τουλάχιστον. Μήπως αυτοί ο φίλοι ήταν μάλλον πληροφοριοδότες; Τον θυμάμαι να μου μιλάει για την κλοπή κάποιου πίνακα στο Παρίσι. Είχα αναρωτηθεί τότε πώς το ήξερε. Και μετά,


τον περασμένο μήνα, είχαμε αυτή την τολμηρή κλοπή εδώ, στην Αγγλία. Αυτό που περίμενε ο μπαμπάς να δει. Είναι όλα τόσο ξεκάθαρα τώρα, που απορώ γιατί τόσον καιρό δεν μπόρεσα να...» «Πρέπει να βρούμε τι θα γράψουμε σ’ αυτή την αίτηση προς τον καλό μας κύριο Σεντ Τζον», την παρότρυνε ο Τζακ, διακρίνοντας στο βλέμμα της τη διάθεση της αυτοκριτικής. Γι’ άλλη μια φορά, η Τες ήταν έτοιμη ν’ αρχίσει να κατηγορεί τον εαυτό της που δεν είχε καταφέρει να δει αυτό που τόσο έντεχνα της είχε κρύψει ο Σιντζόν. «Ναι, πρέπει. Πρώτα όμως... πες μου, Τζακ, αποφάσισες να παραβείς τις διαταγές σου; Γι’ αυτό θέλεις να φανεί στους φίλους σου ότι ο μπαμπάς σού ξέφυγε γι’ άλλη μια φορά». «Κάτι που, κατά τη γνώμη σου, είναι μάλλον άσκοπο, αφού πιστεύεις ότι ο Σιντζόν έχει αποφασίσει να θυσιαστεί ώστε να αναγκάσει τον Τσιγγάνο να εμφανιστεί και να πέσει στο λεπίδι μου. Αλλά, ναι, αυτό ακριβώς κάνω. Θέλω να νιώσουν ότι συμμετέχουν στην αποστολή, την ίδια στιγμή που με τον τρόπο μου τους αποκλείω. Όταν καταφέρουμε τελικά να εντοπίσουμε το σημείο όπου θα γίνει αυτός ο υποτιθέμενος πλειστηριασμός που στήνει ο πατέρας σου, θα δώσω στον Γουίλ και τον Ντίκι τη λάθος ώρα, και, αν όλα πάνε καλά, θα έχω πάρει τον Σιντζόν από εκεί πριν φτάσουν». «Κι αν κάποιος από τους δυο καταλάβει τι σκαρώνεις;» Τώρα ήταν η σειρά του Τζακ να ανασηκώσει τους ώμους. «Το πτώμα του Τσιγγάνου πρέπει να τους είναι αρκετό. Αυτό, και η μάσκα της Ίσιδας, το πολυτιμότερο απόκτημα του πατέρα σου. Ο Λίβερπουλ θα μείνει ικανοποιημένος μ’ αυτό. Ο Σιντζόν πρέπει να πληρώσει, Τες. Με κάποιον τρόπο, πρέπει να πληρώσει». Τον κοίταξε για κάμποσο σιωπηλή κι ύστερα κατένευσε. «Ναι. Ναι, πρέπει. Για τόσο πολλά». Έσπρωξε μια λευκή κόλλα χαρτί προς το μέρος του. «Ας ξαναπροσπαθήσουμε». Ο Τζακ πήρε ξανά την πένα του, διερωτώμενος ποια άραγε να ήταν η


τιμωρία του Κυρίου για το αμάρτημα της παράλειψης. Ήταν αλήθεια ότι ο Γουίλ και ο Ντίκι θα περίμεναν από τον Τζακ να εξουδετερώσει τον Σιντζόν. Ήξεραν τι διαταγές είχε πάρει. Ο Τζακ, ωστόσο, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ποιες ήταν οι διαταγές που είχαν πάρει εκείνοι για την περίπτωση που ο ίδιος παρέβαινε τις δικές του. Ο Ντίκι ήταν ένα πράγμα, διάφανος σαν το γυαλί· ο Γουίλ Μπράουνινγκ όμως ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Από το θάνατο του Χένρι και μετά, ένας στίχος από τον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ δεν είχε πάψει να τριγυρνάει στο πίσω μέρος του μυαλού του Τζακ κάθε φορά που συναντούσε τον Γουίλ Μπράουνινγκ: Αυτός ο Κάσσιος έχει στεγνό κι άπληστο βλέμμα. «Τζακ; Σου μιλάω». Ο Τζακ επανέφερε τον εαυτό του στο παρόν. «Συγγνώμη. Σκεφτόμουν κάτι που μου είπε ο Ζακ νωρίτερα, στον κήπο». «Α, ναι; Τι δηλαδή;» «Αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Κάτι για ένα... κουνάνι;» Η Τες χαμογέλασε τρυφερά, και όλοι οι ζωγράφοι του κόσμου θα έδιναν ότι είχαν και δεν είχαν για να μπορέσουν να αιχμαλωτίσουν αυτό το χαμόγελο, αυτό το απίστευτα γλυκό ύφος της Μαντόνας. «Το κουνελάκι που έχει για το νάνι του. Του το έραψε τη Εμιλί με το ύφασμα της πιο απαλής κουβέρτας του. Είναι πολύ αστείο, με μακριά αυτιά, και ο Ζακ κοιμάται μόνο αν το πάρει αγκαλιά. Πρέπει να τον κούρασες το μεσημέρι. Όταν αρχίζει και ζητάει το κουνάνι του, είναι ώρα για πέσει για ύπνο». «Έξυπνο αγόρι ο γιος μου». Η Τες τον κοίταξε ερωτηματικά. «Να θέλει κάτι απαλό μαζί του στο κρεβάτι». Η Μαντόνα μετατράπηκε σε αυστηρή δασκάλα. «Η επιστολή, Τζακ. Αν θυμάσαι, πρέπει να τη γράψουμε». «Ναι, οπωσδήποτε», είπε ο Τζακ χαμογελώντας και σκύβοντας πάνω


από το χαρτί. «Αγαπητέ μου κύριε Σεντ Τζον... Διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον την αγγελία σας...» Αυτή τη φορά, έμειναν και οι δύο ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα, και η Τες κράτησε το κόκκινο βουλοκέρι πάνω από τη φλόγα ενός κεριού μέχρι να μαλακώσει κι ύστερα σφράγισε τη διπλωμένη σελίδα. Πριν το κερί σκληρύνει ξανά, ο Τζακ έβγαλε το δαχτυλίδι του και το πίεσε πάνω στην κόκκινη βούλα, αφήνοντας το αποτύπωμα του αρχικού του. «Μετά απ’ όλ’ αυτά, μας αποκαλύπτεις έτσι; Νόμιζα ότι θα ενεργούσαμε με περισσότερη διακριτικότητα», είπε η Τες κοιτάζοντας εξεταστικά τον Τζακ. «Του χρωστάω τουλάχιστον μια μικρή προσβολή», της είπε ο Τζακ καθώς σηκωνόταν πάνω. «Και τώρα, αν δε σε πειράζει, πρέπει να συναντηθώ με τα μέλη της μικρής συμμορίας μου για άλλη μια φορά, και να τους αποδείξω πόσο αφοσιωμένος είμαι στον εντοπισμό του στόχου μας». Η Τες σηκώθηκε από την άκρη του γραφείου. «Ξέρω ότι δεν έχω δικαίωμα να ρωτάω, αλλά θ’ αργήσεις πολύ;» «Εξαρτάται. Θα με περιμένει κάτι απαλό στο κρεβάτι μου; Κάτι που να μπορώ να το πάρω αγκαλιά;» Η Τες γύρισε τα μάτια της στο ταβάνι και έκανε μεταβολή με κατεύθυνση την πόρτα. Ο Τζακ ξανακάθισε, ακούμπησε την πλάτη του στην πολυθρόνα και την κοίταξε να φεύγει, απολαμβάνοντας τη θέα. Η ζωή δεν ήταν καλή. Όχι ακόμα. Αλλά έδειχνε σημάδια βελτίωσης. Κι αμέσως μετά, από το πουθενά, επιδεινώθηκε... «Καλησπέρα, ωραία μου κυρία. Ποιος από τους δυο μας θα λέγατε ότι βρίσκεται στο λάθος σπίτι;» «Ανάθεμα το... Πουκ;» Ο Τζακ τινάχτηκε πάνω και όρμησε στο διάδρομο για να σώσει την Τες από τις χάρες του αδελφού του. «Τι στο διάβολο γυρεύεις εδώ;» τον ρώτησε, κατακεραυνώνοντας με το βλέμμα τον όμορφο αδελφό του, που ήταν ολοφάνερο ότι δια-


σκέδαζε με τη σκηνή. «Άδειασέ μου τη γωνιά». «Τζακ...» άρχισε η Τες σε αυστηρό τόνο, ο Πουκ όμως τη διέκοψε μ’ ένα καθησυχαστικό κούνημα του χεριού. «Ως συνήθως, αδελφέ μου, η γενναιόδωρη έκφραση της αγάπης σου κυριολεκτικά με σκλαβώνει. Επίτρεψέ μου να διακινδυνεύσω μια εκτίμηση. Μήπως ήρθα σε ακατάλληλη στιγμή;» «Δεν ήρθε το γράμμα μου στο Μπλάκθορν;» «Γράμμα;» Ο Πουκ συνοφρυώθηκε, αλλά ούτε το συνοφρύωμα κατάφερε να αμαυρώσει την ομορφιά του προσώπου του. «Έμαθες να γράφεις; Ο Μπο κι εγώ δεν παύουμε να διαβεβαιώνουμε τον πατέρα μας ότι δεν κατάφερες ποτέ να κατακτήσεις αυτή την ικανότητα, ούτε την άλλη, να βρίσκεις δηλαδή το δρόμο της επιστροφής στο σπίτι σου». Γύρισε προς το μέρος της Τες κλίνοντας το κεφάλι. «Όπως δεν κατάφερε ποτέ του να μάθει τρόπους. Ας συστηθώ λοιπόν. Είμαι ο...» «Ρόμπιν Γκουντφέλοου Μπλάκθορν», τον διέκοψε η Τες. «Και δε μοιάζεις καθόλου με τον Τζακ, ούτε στην εμφάνιση ούτε στο ταπεραμέντο». Και να λοιπόν που η Τες είχε βρει την ιδανική αφορμή, και είχε πάρει ξανά φόρα, έτοιμη να εξιχνιάσει το μυστήριο που είχε παραμείνει ανεξιχνίαστο –αυτό της οικογένειας του Τζακ. Μπορεί να χαλάρωνε προς στιγμήν, παρουσία του Πουκ, οι ανελέητες ερωτήσεις της όμως θα ξανάρχιζαν αργότερα, όταν θα ήταν μόνοι. Αργά ή γρήγορα, ο Τζακ θα έπρεπε να τις απαντήσει. «Αν και γνωρίζουμε και οι τρεις ότι το γνωρίζει ήδη, επιτρέψτε μου, λαίδη Θέσαλι Φοντενό, την αμφισβητήσιμη ευχαρίστηση να σας συστήσω τον μικρότερο αδελφό μου, γνωστό ως Πουκ. Πουκ, κάνε την καλύτερη υπόκλισή σου στην Τες, κόρη ενός καλού μου φίλου, του μαρκησίου Ντε Φοντέν». Ο Πουκ υπάκουσε στη διαταγή, πραγματοποιώντας μία κομψή υπόκλιση, σκύβοντας το ξανθό κεφάλι του πάνω από το απλωμένο


χέρι της Τες, και αποδυόμενος σε ένα χείμαρρο άψογων γαλλικών, μέσω των οποίων εξέφραζε την καλοτυχία του να τη συναντήσει τη στιγμή που περίμενε να βρει στο σπίτι μονάχα αυτόν το μαύρο γκρινιάρη διάβολο, το μεγαλύτερο αδελφό του. Ολοφάνερα ενθουσιασμένη, η Τες του απάντησε στα γαλλικά. Ο Πουκ της πρόσφερε το μπράτσο του και τη συνόδευσε στο μπροστινό μέρος του αρχοντικού και στο σαλόνι, αφήνοντας τον Τζακ αντιμέτωπο με δύο επιλογές: είτε να τους ακολουθήσει είτε να επιστρέψει μουτρωμένος στο γραφείο του. Ο Τζακ εξέτασε τις επιλογές του και τους ακολούθησε με μεγάλες δρασκελιές σαν κουτάβι που τρέχει πίσω απ’ το μεζέ. Ανάθεμά τον τον Πουκ! Τέτοιου είδους επιπλοκές ήταν το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν τώρα! Ο Πουκ ήταν όμορφος με τον τρόπο που μόνο όσοι νιώθουν άνετα με τον εαυτό τους μπορούν να είναι, με τα μαλλιά του δεμένα σφιχτά στον αυχένα του, τα ρούχα του ένα πραγματικό αριστούργημα ραπτικής, με μια λάμψη πάντα στα βάθη των ματιών του, μ’ ένα χαμόγελο πάντα στα χείλη, και με μια γλώσσα που πάντα φαινόταν να βρίσκει, με τον πιο φυσικό τρόπο, τα σωστά λόγια για την περίσταση. Και σαν να μην έφταναν αυτά, κάτω από τούτη την προσεκτικά δομημένη πρόσοψη της φιλικής ελαφρότητας, κρυβόταν ένα μυαλό τόσο κοφτερό –αν όχι κοφτερότερο– όσο κι αυτό του Τζακ. «Εκτός από το να με εκνευρίσεις», είπε ο Τζακ μόλις η Τες τακτοποιήθηκε σε έναν από τους καναπέδες στρώνοντας τις φούστες της, «μπορείς να μου πεις για ποιον άλλο λόγο βρίσκεσαι εδώ, αγαπητέ μου Πουκ;» «Για κανέναν άλλο λόγο», είπε ο Πουκ, χαμογελώντας καθώς σέρβιρε κρασί, σηκώνοντας το πρώτο ποτήρι προς την Τες σαν να τη ρωτούσε αν ήθελε λίγο και σαν να του είχε απαντήσει ότι, ναι, θα ήθελε. «Ο πατέρας μας ζήτησε από τον Μπο να κανονίσει την πρώτη ανάγνωση της αναγγελίας του γάμου σας στην εκκλησία για την ερχόμενη Κυ-


ριακή. Η Τσέλσι κανονίζει κάτι μεγαλοπρεπές – δική της ήταν η λέξη, μεγαλοπρεπές–, με λουλούδια και τα παρόμοια, και η δική μου αγαπημένη, η Ρετζίνα, συσκέπτεται ήδη με τον σεφ του Μπλάκθορν για την κατάρτιση του μενού της γαμήλιας δεξίωσης. Σου αρέσουν τα αχλάδια; Καραμελωμένα, εννοώ. Όπως και να ’χει, η σύζυγός μου είναι μια ευτυχισμένη γυναίκα, κι αυτό είναι το μόνο που με νοιάζει. Να σου πω τι έκανε η μαμά;» «Ω Θεέ μου –εκεί είναι; Μάλλον θα ήταν καλύτερα να ακολουθήσω το ανόητο παράδειγμα του Μπο και να τρέξω για τα σύνορα. Ένας κρυφός, βιαστικός γάμος στη Σκοτία ίσως να ήταν η ιδανικότερη λύση». «Τι έκανε η μητέρα σου, Πουκ;» ρώτησε με απόλυτη άνεση η Τες. Ήταν φανερό ότι οι δυο τους είχαν ήδη γίνει φίλοι στη σύντομη διαδρομή τους από το γραφείο του Τζακ ως το σαλόνι. Για τον Τζακ, αυτή η ευκολία, αυτή η άνεση της απλής φιλίας ήταν αδιανόητη. Εκείνος είχε περάσει τη ζωή του αποφεύγοντας τους ανθρώπους. Μέχρι που ήρθε η Τες. Ο Πουκ της έδωσε ένα ποτήρι κρασί. «Για την ακρίβεια, έπεσε στο κρεβάτι. Και οι τρεις γιοι της παντρεμένοι; Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Μπο με την Τσέλσι έτοιμοι να της παρουσιάσουν το πρώτο της εγγόνι πριν από τα Χριστούγεννα; Αυτό το τελευταίο βέβαια δεν το ξέρει ακόμα, αφού ο Μπο δεν ξέρει τι να κάνει. Να της το πει τώρα, ή να περιμένουμε να δούμε αν θα συνέλθει ή αν θα μας αφήσει χρόνους; Το οποίο φυσικά δε θα κάνει χωρίς να έχει διαλέξει πρώτα τον κατάλληλο θεατρικό μονόλογο. Όταν έφυγα, μελετούσε ένα αντίγραφο του Μακμπέθ. Ιδανική επιλογή, αν και ομολογώ ότι δείλιασα και δεν της το είπα. Με λίγα, και με πολλά, λόγια η Άντελεϊντ είναι, κατά τα λεγόμενά της, αρκετά δυσαρεστημένη. Στο γάμο σας, τη φαντάζομαι ντυμένη απ’ την κορφή ως τα νύχια στα κατάμαυρα». «Χριστέ μου. Γιατί είναι στο Μπλάκθορν; Δε θα έπρεπε να οργώνει τα σανίδια κάποιας σκηνής επαρχιακού θεάτρου;» Την υποψία ότι η


αιτία της δυσαρέσκειας της Άντελεϊντ δεν ήταν ο επερχόμενος γάμος αλλά η επιστροφή του άσωτου γιου της στο Μπλάκθορν, ο Τζακ δεν μπήκε στον κόπο να τη μοιραστεί με τους υπόλοιπους. Η μητέρα του του το είχε ξεκαθαρίσει από χρόνια ότι δεν ήταν ευπρόσδεκτος εκεί. Ο Πουκ ήπιε μια γουλιά κρασί πριν καθίσει δίπλα στην Τες, σταυρώνοντας τα μακριά πόδια του και χαμογελώντας της φιλικά. «Δεν είμαστε φυσιολογικά παιδιά, Τες –αν, δηλαδή, δεν το έχεις ήδη καταλάβει από μόνη σου. Και ο Τζακ είναι ακόμα πιο αφύσικος από εμένα και τον Μπο. Ίσως πρέπει να αναθεωρήσεις την απόφασή σου να τον παντρευτείς». «Ποτέ δε συγκατατέθηκα σ’ αυτόν το γάμο», του είπε η Τες, κοιτάζοντας ωστόσο τον Τζακ. «Απλώς τον πληροφορήθηκα». «Ωχό! Έτσι είναι, Τζακ; Έβαλες όλη τη δεξιοτεχνία σου, ε; Ε, αυτή είναι μια ιστορία που θα ήθελα οπωσδήποτε ν’ ακούσω. Αλίμονο, όμως, όχι τώρα. Είχα στείλει ειδοποίηση στο ράφτη μου πριν φτάσω, και έχουμε ραντεβού σε μία ώρα. Τζακ; Θα ήθελες να μου κάνεις παρέα; Θα έλεγα ότι θέλω τη γνώμη σου για το καινούριο γιλέκο που θα ράψω, ποιος να πιστέψει όμως τέτοια μπαρούφα; Εσύ φοράς μόνο μαύρα. Είναι τόσο βαρετό». Ο Πουκ σηκώθηκε και έσκυψε γι’ άλλη μια φορά πάνω από το χέρι της Τες. «Θα τα ξαναπούμε στο δείπνο;» «Αν ο Τζακ δε σε στραγγαλίσει στο μεταξύ, ναι, ευχαρίστως», του είπε η Τες. «Βλέπω ότι θα πρέπει να σας χωρίσω εσάς τους δυο», είπε σφιγμένα ο Τζακ, παρ’ ότι τον ευχαριστούσε να τους βλέπει να τα πηγαίνουν τόσο καλά. «Εντάξει, Πουκ. Πάμε». Έπειτα άρπαξε σχεδόν το καπέλο και τα γάντια του από τον Γουόντσγουορθ, ο οποίος έμεινε να κοιτάζει τα δύο αδέλφια να βγαίνουν από το σπίτι πριν κλείσει την πόρτα. «Γύρνα σπίτι», είπε ο Τζακ στον Πουκ όταν απομακρύνθηκαν αρκετά. Είχαν φτάσει στο τέρμα της πλατείας. «Ναι, αυτό θα μπορούσα να γίνει. Αν το κάνω, όμως, θα έρθει ο


Μπο. Ή θα μπορούσα να του στείλω ειδοποίηση και να τον καλέσω. Θα είχε έρθει μαζί μου αν δεν είχε ανακύψει ένα πρόβλημα σε ένα από τα αγροκτήματα του Μπλάκθορν. Υποθέτω ότι δε χρειάζεται να σου πω τι σάλο ξεσήκωσε το γράμμα σου: ‘‘Ετοιμάστε τις αναγγελίες, παντρεύομαι σε τρεις βδομάδες’’. Και μια που το ’φερε ο λόγος, παραείναι καλή για σένα. Το κατάλαβα αμέσως –ακόμα και με το τόσο λίγο που την είδα. Τι τρέχει;» Αφού ο Πουκ θα περνούσε τουλάχιστον μία νύχτα στο αρχοντικό, ο Τζακ δεν έβλεπε γιατί να προσποιηθεί ότι δεν καταλάβαινε τι εννοούσε ο αδελφός του. «Έχω ένα γιο». Ο Πουκ σταμάτησε απότομα, στη μέση του πεζοδρομίου, και πήγε να κάνει μεταβολή σαν να σκόπευε να επιστρέψει στο σπίτι. «Εδώ; Δικό της γιο; Δικό σου; Δικό σας, δηλαδή; Θέλω να το δω». Ο Τζακ τον άρπαξε απ’ το μπράτσο και τον ξαναγύρισε προς τα εκεί όπου σκόπευαν εξαρχής να πάνε. «Τώρα... παίρνει τον υπνάκο του». «Κοίτα που έμαθες κιόλας την ορολογία! Βρέφος, λοιπόν;» «Ο Ζακ έχει περάσει τα τρία, ίσως πλησιάζει τα τέσσερα». «Ίσως; Θέλεις να πεις ότι δεν ξέρεις;» Αυτό τον έτσουξε. «Μέχρι πριν από λίγες μέρες, αγνοούσα εντελώς την ύπαρξή του». «Αλήθεια. Και πώς ξέρεις ότι είναι δικός σου;» «Δύσκολο να το αρνηθώ. Μοιάζουμε σαν δυο σταγόνες νερό». «Α, κρίμα. Τον καημενούλη. Ίσως μπορέσουμε να βρούμε ένα χειρουργό για να του αφαιρέσει τα κέρατα». Ο Τζακ έπαψε να βαδίζει. Γύρισε και κοίταξε τον αδελφό του. «Θεέ μου, πόσο μου έλειψες», είπε όχι χωρίς συναίσθημα. «Δεν το θεωρούσα πιθανό, αλλά να που είναι. Ελπίζω να έλεγες ψέματα για το ράφτη σου, γιατί μόλις μου ήρθε μια ιδέα. Πάμε κάπου να μιλήσουμε –εντάξει;» «Αν είναι εντάξει; Έχω ήδη αρκετές ερωτήσεις για να γεμίσουμε ολόκληρο απόγευμα. Μήπως έχεις μπλεξίματα; Εκτός από το προφανές, δηλαδή, το να πείσεις αυτή την εκπληκτικά όμορφη γυναίκα να


σε παντρευτεί». «Γιατί ρωτάς;» «Δεν ξέρω. Μήπως με οδηγεί το αλάνθαστο ένστικτό μου; Η ικανότητά μου να διαβάζω τις σκέψεις των άλλων; Ή το γεγονός ότι ο Γουόντσγουορθ με χαιρέτησε με τη φράση: “Δόξα τω Θεώ που ήρθατε, κύριε Πουκ! Ο αδελφός σας θέλει να μεταμφιεστώ σε απολίτιστο ξένο...”» Ο Τζακ χαμογέλασε. «Δεν τρελάθηκε απ’ τη χαρά του όταν του το είπα –αυτό να λέγεται. Δυστυχώς γι’ αυτόν, δεν άλλαξα γνώμη. Ο Γουόντσγουορθ θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εκπόνηση του σχεδίου μου. Εσύ δεν μπορείς να εμπλακείς. Όχι αυτή τη φορά». Ο Πουκ άνοιξε τα χέρια στο πλάι. «Μια χαρά είμαι. Κοίτα! Δεν πέθανα, Τζακ. Απλώς, βράχηκα λιγάκι». «Παραλίγο να πνιγείς, ανάθεμά σε. Ποτέ δε θα σε συγχωρήσω γι’ αυτό». «Που δεν πνίγηκα εντελώς;» τον πείραξε ο Πουκ καθώς έμπαιναν σε μια ταβέρνα. Ο Τζακ πέρασε το μπράτσο του γύρω απ’ τους ώμους του αδελφού του. Η κίνηση τον έκανε να νιώσει καλά, του έδωσε αυτή την τόσο σπάνια για κείνον αίσθηση της συντροφικότητας. «Όχι, μπούφο. Που μ’ έκανες να συνειδητοποιήσω ότι νοιάζομαι για σένα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και δεν μπορείς να πάρεις μέρος στα σχέδιά μου επειδή θα σε αναγνωρίσουν πάρα πολύ εύκολα άνθρωποι οι οποίοι σε γνωρίζουν ήδη. Αυτός είναι ο ένας λόγος. Ο άλλος είναι πιο εγωιστικός. Θέλω να πάρεις το γιο μου και να τον πας στο Μπλάκθορν αύριο. Και την Τες επίσης». Κάθισαν σ’ ένα τραπέζι, ο ένας απέναντι από τον άλλο, με τον Πουκ να κοιτάζει παραξενεμένος τον αδελφό του. «Και τη ρώτησες αν θέλει να έρθει μαζί μου, ή απλώς της το ανακοίνωσες; Από περιέργεια ρωτάω». «Κι εγώ ζω με φρούδες ελπίδες», είπε ο Τζακ, κάνοντας νόημα στη σερβιτόρα να τους φέρει δυο μπουκάλια μπίρα. «Η Τες δεν πρόκειται


να έρθει μαζί σου. Τώρα όμως που σε γνώρισε, και καταγοητεύτηκε απ’ τις χάρες σου, ίσως συμφωνήσει να πάρεις τον Ζακ μαζί σου. Εξακολουθεί να μη μ’ εμπιστεύεται –όχι απόλυτα, εννοώ–, αλλά είναι αρκετά λογική για να καταλαβαίνει ότι ο Ζακ πρέπει να είναι ασφαλής». Η σερβιτόρα βρόντηξε στο τραπέζι δυο μπουκάλια μπίρα και δυο όχι και τόσο καθαρά ποτήρια. «Δυο μπίρες ακόμα, σε παρακαλώ, κούκλα μου. Έχουμε πολλά να πούμε και θα διψάσουμε», είπε ο Πουκ, καταφέρνοντας να κερδίσει με το άνετο χαμόγελό του ακόμα κι αυτή την κατάκοπη, εξουθενωμένη γυναίκα. Μετά, στράφηκε ξανά στον αδελφό του, ο οποίος είχε αγνοήσει το ποτήρι κι έπινε κατευθείαν από το μπουκάλι. «Απ’ την αρχή, Τζακ. Τι τρέχει;» Ο Τζακ, ένας άντρας με πολλά μυστικά, ένας άντρας που δε μοιραζόταν εύκολα τις σκέψεις του με τους άλλους, σκούπισε το στόμα με την ανάστροφη της παλάμης του, κι άρχισε να μιλάει. Ξεκινώντας απ’ την αρχή.


Κεφάλαιο 9 Η Τες καθόταν στο σκαμπό της τουαλέτας της κι έπλεκε τα μαλλιά της κοτσίδα. Ένα αχνό χαμόγελο τρεμόπαιζε στα χείλη της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί από πότε είχε να περάσει πιο ενδιαφέρουσα βραδιά. Ο αδελφός του Τζακ ήταν ένα θαύμα. Τους έπαιξε πιάνο, με τον ενθουσιασμένο Ζακ να κάνει κύκλους γύρω του ώσπου να πέσει απ’ τη ζαλάδα κάτω, κι ύστερα επέμεινε να μεταφέρει ο ίδιος τον ανιψιό του στο πάνω πάτωμα και στα χέρια της Εμιλί, πριν επιστρέψει στο δωμάτιο της μουσικής να ξαναβρεί τον Τζακ και την Τες. Μετά, ξανακάθισε στο πιάνο, αυτή τη φορά για να τραγουδήσει γαλλικά τραγούδια, προκαλώντας με το βλέμμα την Τες να τον συνοδεύσει και κάνοντάς το τόσο πετυχημένα, που μετά από λίγο την έπεισε να ενδώσει. Και ο Τζακ; Ε, ο Τζακ ήταν πολύ καλός στο να κρατάει το ρυθμό με το πόδι του –αυτό έπρεπε να του το αναγνωρίσει. Το δείπνο πέρασε μέσα σε γέλια, με τα δυο αδέλφια να διηγούνται πικάντικες, ενοχοποιητικές ιστορίες για τα κατορθώματα της παιδικής τους ηλικίας, πριν η συζήτηση στραφεί σε πιο σοβαρά θέματα. Η Τες έμαθε για τη γυναίκα του Πουκ, τη Ρετζίνα, και για εκείνη την όχι και τόσο παλιά, φρικτή περιπέτεια που είχε ξαναφέρει κοντά τον Τζακ και τον Πουκ, ως αδελφούς αλλά και αδελφούς συνωμότες επίσης. Αντί να αποσυρθεί, αφήνοντάς τους με το μπράντι και τα πούρα τους, η Τες είχε βγει μαζί τους στη βεράντα του σαλονιού για να απολαύσει το φρέσκο αέρα μετά από μια ξαφνική μπόρα, απ’ αυτές που κάθε άλλο παρά ασυνήθιστες ήταν τούτη την εποχή στο Λονδίνο. Όχι ότι η Τες μπορούσε να το ξέρει. Το Λονδίνο το είχε επισκεφθεί όλες κι όλες δυο φορές, και καμία από αυτές δεν είχε φτάσει μακρύτερα από τον τόπο συνάντησης με έναν κατάσκοπο την πρώτη και με έναν αποστάτη τη δεύτερη, αφού ο μοναδικός σκοπός του ταξιδιού της ήταν να βοηθήσει στην αποκάλυψή τους. Υποτίθεται ότι θα έκανε και μια τρίτη επίσκεψη, αλλά αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ο Ρενέ είχε πάει στη


θέση της. Τώρα, όταν σκεφτόταν αυτή την παράξενη εποχή, όταν την αναλογιζόταν, της φαινόταν δύσκολο να πιστέψει ότι ο πατέρας της την είχε εκθέσει σε τέτοιους κινδύνους, σε τόση βία. Και, ακόμα περισσότερο, αναρωτιόταν γιατί η ίδια λαχταρούσε τόσο πολύ να συμπεριληφθεί στα σχέδιά του, και γιατί τον εμπιστευόταν τόσο τυφλά. Ποτέ δε θα εξέθετε τον Ζακ σε μια τέτοια ζωή, ποτέ δε θα διακινδύνευε έτσι τη ζωή του. Σ’ εκείνη, όμως, όλα αυτά φαίνονταν λογικά. Ήταν αυτό που έκανε ο πατέρας της, άρα, ήταν αυτό που θα έκαναν και εκείνη με τον Ρενέ. Οι δυο τους δεν ήταν αφύσικα παιδιά, είχαν έναν αφύσικο πατέρα. Μερικές φορές βοηθούσε να το πιστεύει αυτό. Μερικές φορές όχι. Το ήξερε ότι η σιωπή της είχε τραβήξει πολύ εκεί έξω, στο μπαλκόνι, και ότι ο Πουκ την κοίταζε παραξενεμένος, σαν να είχε συνειδητοποιήσει ότι η Τες έπρεπε να είχε σοκαριστεί πολύ περισσότερο απ’ όσο άφησε να φανεί όταν άκουσε την ιστορία της περιπέτειας που είχε μοιραστεί με τον Τζακ. Ίσως πάλι σκεφτόταν ότι την είχε σοκάρει τόσο πολύ, που την άφησε άφωνη. «Λυπάμαι τόσο πολύ, Τες», είπε τελικά ο Πουκ σπάζοντας τη σιωπή. «Η λευκή δουλεία είναι πολύ δύσκολο θέμα συζήτησης, ακατάλληλο στις περισσότερες περιστάσεις, και πολύ περισσότερο παρουσία κυριών». Η Τες χαμογέλασε φέρνοντας κατά νου την αντίδρασή της στο άκουσμα της ιστορίας. Είχε πλησιάσει τον Τζακ, είχε πάρει από το χέρι του το αναμμένο πουράκι του και είχε τραβήξει μια γερή ρουφηξιά και είχε φυσήξει μια λεπτή κορδέλα γαλάζιου καπνού πριν του το ξαναδώσει. Δεν ήταν το πρώτο πουράκι που μοιράζονταν οι δυο τους. «Αυτή η κυρία, Πουκ, ευχαρίστως θα σε προκαλούσε σ’ έναν αγώνα ανοίγματος κλειδαριών –και να μην είσαι καθόλου σίγουρος για το ποιος από τους τρεις μας θα άνοιγε πιο γρήγορα την κλειδωμένη εξώπορτα τούτου του σπιτιού». Ο Πουκ είχε γελάσει. «Ναι», είπε γυρίζοντας προς την Τες. «Το έμαθα


αυτό για σένα, νωρίτερα σήμερα. Άρα, σ’ αυτό τον τομέα, εσύ κι εγώ έχουμε το πλεονέκτημα έναντι του Τζακ». «Οι πόρτες ανοίγουν πιο γρήγορα με τις κλοτσιές», τους είχε πει ο Τζακ, πράγμα που είχε οδηγήσει σε μια πειρακτική παρομοίωση του Τζακ με επιτιθέμενο ταύρο, παρομοίωση που είχε οδηγήσει με τη σειρά της σε μία ακόμα ιστορία της παιδικής ηλικίας... Η Τες σηκώθηκε από την τουαλέτα, πήγε στο παράθυρο και ακούμπησε το μέτωπό της στο δροσερό τζάμι. Ήταν άραγε τόσο τρομερό να σκεφτεί, έστω και για μια μόνο στιγμή, ότι θα μπορούσαν να παρατήσουν την αποστολή; Ότι εκείνη κι ο Τζακ θα μπορούσαν να γυρίσουν την πλάτη στο όλο πράγμα, και ν’ αφήσουν τον Σιντζόν και τον Τσιγγάνο να τελειώσουν την παράξενη ιστορία τους, με όποιον τρόπο ήθελαν εκείνοι; Με τον Τζακ είχαν ένα γιο. Οι δυο μαζί είχαν κάνει πολλά, πάρα πολλά λάθη, αλλά είχαν κάνει επίσης και τον Ζακ. Δεν ήταν άραγε αρκετός ο φόρος που είχαν πληρώσει στις διεστραμμένες φιλοδοξίες του Σιντζόν; Πότε θα έλεγαν επιτέλους να πουν όχι; Όχι πια. Ποτέ πια. Στον Σιντζόν. Σε άνδρες όπως ο Λίβερπουλ και οι όμοιοί του. Στη συναρπαγή, σ’ εκείνη την έξαψη που έδινε μεθυστική διάσταση στον κίνδυνο, σ’ αυτό που κάποτε τους φαινόταν τόσο σημαντικό, τόσο σ’ εκείνη όσο και στον Τζακ, και που τώρα δε φαινόταν απλώς ριψοκίνδυνο και εγωιστικό αλλά πραγματικά παρανοϊκό. Είχαν ένα γιο. Ήταν καιρός να σταματήσουν. Τουλάχιστον για τον Ζακ, έπρεπε να σταματήσουν. Τώρα. Η Τες δεν κουνήθηκε όταν άκουσε το απαλό κλικ της πόρτας που άνοιγε, ούτε όταν ο Τζακ μπήκε μέσα. «Ναυτία έχεις;» τη ρώτησε, πλησιάζοντάς την από πίσω. «Άφησες τον Πουκ άφωνο με τα κόλπα σου, όπως θυμάμαι όμως, κάθε φορά που επέμενες να τραβήξεις μια ρουφηξιά απ’ το πουράκι σου, το στομάχι σου διαμαρτυρόταν».


«Όχι κάθε φορά», είπε η Τες γυρίζοντας να τον κοιτάξει, αρνούμενη να παραδεχτεί ότι είχε ζαλιστεί αρκετά μετά από εκείνη τη μάλλον παράτολμη επίδειξη παληκαρισμού στη βεράντα. «Γεγονός. Όπως θυμάμαι, ποτέ σου δεν είχες πρόβλημα με τα πουράκια μετά από έναν εξαντλητικό μαραθώνιο στο κρεβάτι. Για την ακρίβεια, πρέπει να πω ότι μάλλον φαινόταν να τα απολαμβάνεις. Να το ξαναδοκιμάσουμε απόψε;» Η Τες ακούμπησε τις παλάμες της στο στέρνο του και σήκωσε το κεφάλι να τον κοιτάξει στο φεγγαρόφωτο. Ήταν ένας περήφανος άντρας. Κι εκείνη μια πεισματάρα γυναίκα. Ένας από τους δύο όμως έπρεπε να υποχωρήσει. «Έκανα λάθος, Τζακ. Ο Ζακ και η Εμιλί έπρεπε να πάνε στο Μπλάκθορν. Στην οικογένειά σου Απόψε είδα πόσο πολύ συμπάθησε το παιδί τον Πουκ. Τι λες; Μπορούμε να του ζητήσουμε να πάρει τον Ζακ και να φύγουν από δω όσο πιο γρήγορα γίνεται; Και αύριο, αν είναι δυνατόν. Καταλαβαίνω ότι μόλις ήρθε, αλλά...» «Δε θέλω να φύγει ο Ζακ», της είπε ο Τζακ. «Μόλις τον βρήκα». «Το ξέρω», είπε με κατευναστική διάθεση. «Και χαίρομαι που τον βρήκες, χαίρομαι πραγματικά. Δεν τον αποχωρίστηκα ποτέ μέχρι σήμερα, Τζακ –θα είναι πολύ δύσκολο και για μένα. Τι θα γίνει όμως αν πάνε όλα στραβά; Αν μας ανακαλύψουν, και ο Τσιγγάνος τολμήσει να έρθει εδώ; Ή αν μας ακολουθήσει; Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δε θα υποχωρήσουμε, είτε εσύ είτε εγώ, όταν αναγκαστούμε να σκεφτούμε τον Ζακ τη στιγμή που η προσοχή μας θα πρέπει να είναι συγκεντρωμένη στην εξόντωση του Τσιγγάνου;» «Και τη σωτηρία του ανόητου του πατέρα σου από την όποια δονκιχωτική επιθυμία για θυσία θεωρείς εσύ ότι έχει», της επισήμανε καλύπτοντας τα χέρια της με τα δικά του. Η Τες χαμήλωσε το βλέμμα. «Δε νομίζω ότι η αναφορά στον πατέρα μου συμβάλλει στα επιχειρήματά μου», παραδέχτηκε χαμηλόφωνα. «Πιστεύω ότι έχει χάσει το μυαλό του, όσο έξυπνα κι αν φαίνονται


αυτά που έχει κάνει ως τώρα». «Συγχώρεσέ με που δεν είμαι εξίσου εντυπωσιασμένος με τη μεγαλοφυΐα του. Το σχέδιό του έχει τόσο μεγάλες τρύπες, που θα χωρούσε να περάσει από μέσα τους η βασιλική άμαξα. Αρχής γενομένης από το γεγονός ότι ο Λίβερπουλ δε θα αισθανόταν ασφαλής να με στείλει ολομόναχο για να εξουδετερώσω τον αγαπημένο μέντορά μου. Για την ακρίβεια, όπως το βλέπω τώρα, ολόκληρο το σχέδιό του στηρίχτηκε στην παραδοχή ότι ο Λίβερπουλ είναι βλάκας και ότι εγώ θα εμπλεκόμουν όπως και να ’ταν στην υπόθεση. Εγώ όμως θα μπορούσα να βρίσκομαι στη Σκοτία, κι εσύ με τον Ζακ απροστάτευτοι στην επαρχία. Ή δεν το είχες σκεφτεί αυτό;» Κράτησε το κεφάλι της χαμηλωμένο. «Εμείς... ο πατέρας μου ήξερε πού βρισκόσουν, ανά πάσα στιγμή». Ο Τζακ τράβηξε τα χέρια του από τα δικά της. «Πώς;» Η Τες γύρισε ξανά προς το παράθυρο. «Δεν ξέρω. Πάντα είχε τον τρόπο του –αυτό το γνωρίζεις καλά. Μπορεί να μη μιλούσε για σένα επί μήνες. Να μην ανέφερε καν το όνομά σου. Μετά όμως μου έλεγε ότι είχες επιστρέψει από τη Γαλλία, από την Ισπανία, απ’ οπουδήποτε. Την τελευταία φορά που αναφέρθηκε σ’ εσένα ήταν για να μου πει ότι το όνομά σου βρισκόταν στο βιβλίο των παρισταμένων στην κηδεία του φίλου σου, του Χένρι Σάτον. Ανέκαθεν ήξερε, Τζακ». «Χριστέ μου. Αναρωτιέμαι ποιος από τους δύο είναι». «Ορίστε;» «Ο Ντίκι ή ο Γουίλ. Κάποιος από τους δύο πρέπει να είναι. Και οι δυο έχουν τους λόγους τους. Ο Ντίκι έχει πάντα ανάγκη από ρευστό». «Και ο άλλος; Ο Γουίλ Μπράουνινγκ;» Τώρα η καρδιά της Τες βροντοχτυπούσε. Ήταν ο γρίφος, η έξαψη για τη λύση του; Ή ήταν ο φόβος ότι το θήραμα μπορεί να ήταν ο Τζακ, και όχι ο πατέρας της ή ο Τσιγγάνος. Ότι ο πατέρας της χρησιμοποιούσε τον Τσιγγάνο, χρησιμοποιούσε την ίδια, χρησιμοποιούσε –για όνομα του Θεού!– ακόμα και τον Ζακ για να τυλίξει τον ανυποψίαστο Τζακ στα δίχτυα του;


«Φιλοδοξία; Ζήλια; Το γεγονός ότι με βλέπει σαν πρόκληση; Με τον Γουίλ, αμφιβάλλω αν θα το μάθουμε ποτέ. Δεν είναι ν’ απορείς, λοιπόν, που ποτέ δεν είχες αρκετά χρήματα. Ο Σιντζόν πλήρωνε για να παίρνει πληροφορίες. Πληροφορίες για μένα, και ένας Θεός ξέρει για ποιον άλλον. Το θέμα είναι, Τες, πόσα ξέρει αυτός ο συγκεκριμένος πληροφοριοδότης για το σχέδιο του Σιντζόν». «Ούτε αυτό νομίζω ότι θα το μάθουμε ποτέ», είπε η Τες, με το μυαλό της να δουλεύει σαν τρελό, παρά τις προσπάθειές της να το τιθασεύσει, να ταξινομήσει τις σκέψεις της, να σκεφτεί καθαρά, έτσι όπως είχε διδαχτεί να κάνει. «Το σημαντικό, Τζακ, είναι ότι τώρα ξέρεις πως σ’ αυτή την παράξενη περιπέτεια δεν έχεις φίλους. Εκτός από μένα». «Αλήθεια; Εδώ έχω αρχίσει να αμφιβάλλω για την αφοσίωσή μου στον ίδιο μου τον εαυτό». «Είσαι ο πατέρας του παιδιού μου. Σε πήρα στο κρεβάτι μου. Αν δε μπορείς να πιστέψεις ότι...» Το χαμόγελό του ήταν απολύτως διαβολικό. «Δεν είσαι καθόλου διασκεδαστικός, ξέρεις. Υποθέτω, όμως, ότι δε θα έχουμε άλλες διαφωνίες για το αν θα πάρω ή όχι μέρος σε τούτη την υπόθεση, για το αν θα μείνω μαζί σου ως το τέλος». Το χαμόγελό του έγινε θλιμμένο. «Πώς ήξερες ότι θα σου πρότεινα να συνοδεύσεις το γιο μας στο Μπλάκθορν;» «Δεν το ήξερα. Ποτέ δεν είπες ότι ήθελες να πάει ο Ζακ στο Μπλάκθορν.Εγώ το είπα. Εσύ είπες ότι δε θέλεις να πάει». Τον κοίταξε στενεύοντας τα μάτια. «Τζακ;» «Ήμουν ευγενικός. Επιτρέποντάς σου να νομίζεις ότι το όλο πράγμα ήταν δική σου ιδέα. Έτσι θα έκανε ένας κύριος. Όχι δηλαδή πως ένας μπάσταρδος ξέρει από τρόπους κυρίων, πράγμα που εξηγεί γιατί τα έκανα μαντάρα». «Χμ». Ο Τζακ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Τώρα δηλαδή θα διαφωνήσουμε πάνω σ’ αυτό που συμφωνήσαμε; Στο μόνο πράγμα δηλαδή – αν μου επιτρέπεις την επισήμανση– που συμφωνούμε;»


Η Τες προσπάθησε να μη χαμογελάσει. Ο Τζακ είχε δίκιο. Αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό. Πόσο απολάμβανε όμως την αντιπαράθεση με τον Τζακ! «Τι ώρα θα φύγουν;» «Γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι. Ο Πουκ έχει πράγματι κανονίσει ένα ραντεβού με το ράφτη του Ματαιόδοξο κουτάβι», είπε χωρίς ένταση. «Και στη μάχη να πήγαινε, θα κοιταζόταν πρώτα στον καθρέφτη». «Ο καθένας με την πανοπλία του, Τζακ». Την κοίταξε για μια στιγμή ερωτηματικά, κι ύστερα κατένευσε. «Έχεις δίκιο. Κι αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τους μπάσταρδους. Τρόποι για να προστατευτούμε, να αμυνθούμε. Η άμυνα του Μπο ήταν να προσποιείται ότι δεν τον ένοιαζε, σε βεβαιώνω όμως ότι τον νοιάζει πάρα πολύ. Λατρεύει το Μπλάκθορν και, ως πρωτότοκος, κάποια μέρα θα γινόταν μαρκήσιος. Και, ανάθεμά με, το αξίζει. Ο Πουκ; Αυτός χρησιμοποιεί την ιδιότητά μας, και κάνει τους πάντες να τον λατρεύουν επειδή είναι μπάσταρδος». «Κι εσύ, Τζακ; Τι πανοπλία φοράς εσύ;» ρώτησε η Τες, ελπίζοντας ότι θα της απαντούσε ειλικρινά. «Το Μπλάκθορν δε σ’ ενδιαφέρει. Δε θα μπορούσε να σ’ ενδιαφέρει, όχι αν ότι είπε ο Πουκ αληθεύει. Έφυγες πριν από πολύ καιρό, και δε γύρισες ποτέ». Η Τες επιστράτευσε ένα χαμόγελο. «Και ο Θεός μόνο ξέρει αν υπερβάλλεις εαυτόν για να σε συμπαθήσουν οι άλλοι». «Αλήθεια; Εσύ, πάντως, φαίνεσαι να με συμπαθείς. Αρκετά, μάλιστα». Η Τες σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Ο Τζακ είχε αυτό το ύφος. Ένα ύφος που η Τες γνώριζε πολύ καλά. Κατέβασε το χέρι της κι έκανε ένα βήμα πίσω. Τον ήθελε, ναι. Πάντα τον ήθελε. Αλλά ήξερε επίσης ότι προσπαθούσε να στρέψει την προσοχή της αλλού. Δε θα τον άφηνε να το κάνει. Όχι αυτή τη φορά. «Τζακ...» Έβαλε το χέρι στην εσωτερική τσέπη του γιλέκου του. «Έφερα δύο. Ένα για τον καθένα μας». Η Τες κοίταξε τα πουράκια στο χέρι του Τζακ. Κοίταξε τα σκοτεινά,


επικίνδυνα μάτια του. Άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο σώμα του, να δει την ολοφάνερη διέγερσή του μέσα από το τεντωμένο ύφασμα του παντελονιού του. Όχι. Όχι αυτή τη φορά. «Δε νομίζω ότι πρέπει να συνεχίσουμε... να συνεχίσουμε να το κάνουμε αυτό. Πριν από τέσσερα χρόνια, πίστευα ότι σε ήξερα. Τώρα όμως δεν είμαι τόσο σίγουρη. Μου δίνεις ένα μέρος του εαυτού σου, δε νομίζω όμως ότι μου έδωσες ποτέ ολόκληρο τον εαυτό σου. Εσύ ξέρεις τα πάντα για μένα. Υπάρχει όμως ένας Τζακ που εγώ δε γνωρίζω. Είναι δίκαιο αυτό;» «Είναι δίκαιο που κράτησες το γιο μου μακριά μου;» Η Τες σήκωσε ανυπόμονα το χέρι. «Όχι, Τζακ, μην το κάνεις αυτό. Δεν πρόκειται να μαλώσω μαζί σου, όσο κι αν το θες. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το γιο μας. Έχει να κάνει με το ποιος είναι ο πατέρας του, με το γιατί ο πατέρας του είναι αυτός που είναι. Αυτό που είσαι με τραβάει, Τζακ, ένας Θεός ξέρει πόσο, αλλά δε σε ξέρω. Πώς μπορείς να με φέρνεις εδώ; Πώς μπορείς εσύ και ο αδελφός σου –και η μητέρα σας– να μένετε στο Μπλάκθορν σαν να ανήκετε δικαιωματικά εκεί; Και γιατί το απεχθάνεσαι τόσο πολύ όλο αυτό; Σε αντίθεση με τον Πουκ. Σε αντίθεση με τον Μπο. Γιατί είναι διαφορετικό για σένα, Τζακ; Μήπως γι’ αυτό που υποψιάζομαι; Και μήπως αυτός είναι ο λόγος που εξακολουθείς να είσαι τόσο θυμωμένος με τον κόσμο;» Τα πουράκια είχαν ξαναμπεί από ώρα στην εσωτερική τσέπη του γιλέκου. «Εντάξει, Τες. Αυτό το θέμα πλανιέται στον αέρα από τότε που είδες το πορτραίτο του μαρκησίου κάτω, στο σαλόνι. Κι έγινε ακόμα χειρότερο τώρα που είδες τον Πουκ –ο οποίος, για να σε προλάβω, μοιάζει πάρα πολύ με τον Μπο». «Δεν είσαι γιος του, έτσι;» Η Τες δάγκωσε το κάτω χείλος της και περίμενε. Παρακολουθώντας τον. Ένα μικρό τικ εμφανίστηκε στο αδρό μάγουλό του.


«Είσαι γιος της Άντελεϊντ, αλλά όχι δικός του. Ο Μπο και ο Πουκ είναι. Αλλά όχι εσύ». Η Τες πήρε βαθιά ανάσα κι ύστερα την άφησε να βγει, νιώθοντας πραγματικό πόνο στην εκπνοή. Πόνο για κείνον. «Όχι όμως εσύ. Ω Τζακ...» «Καληνύχτα, Τες», της είπε κοφτά. «Υπάρχουν πολλά συναισθήματα που απολαμβάνω να βλέπω στα όμορφα μάτια σου, ο οίκτος όμως δεν είναι ένα από αυτά». Και λέγοντας αυτά, ο Τζακ έκανε μεταβολή με κατεύθυνση την πόρτα. «Τζακ Μπλάκθορν, μην τολμήσεις! Μην τολμήσεις να μ’ αφήσεις τώρα! Δεν ήμουν εγώ αυτή που σ’ έκανε μπάσταρδο! Και δε με νοιάζει τι είσαι. Με νοιάζει μόνο που νοιάζει εσένα». Ο Τζακ κοντοστάθηκε, και η Τες τον είδε να σκύβει το κεφάλι και να τρίβει τον αυχένα του με τόση δύναμη, που οι άκρες των δαχτύλων του άσπρισαν. Παραλίγο να χάσει τον έλεγχο, και τώρα προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του. «Εντάξει», είπε τελικά, κατεβάζοντας το χέρι και γυρίζοντας να την κοιτάξει. «Αυτή την ιστορία την έχω ξαναπεί μονάχα μια φορά, πριν από χρόνια, στον Σιντζόν. Για την ακρίβεια, του την είπα την πρώτη κιόλας νύχτα της γνωριμίας μας. Έχει έναν τρόπο να σε κάνει να του λες μυστικά που πιστεύεις ότι ποτέ σου δε θ’ αποκαλύψεις. Εσύ δεν έχεις τη δική του δεξιοτεχνία, αλλά ξέρεις πώς να φτάνεις στο ίδιο αποτέλεσμα. Καλύτερα να καθίσουμε». Η Τες λαχταρούσε να του ανοίξει την αγκαλιά της και να τον κρατήσει εκεί, να τον παρηγορήσει έτσι όπως παρηγορούσε τον Ζακ κάθε φορά που έπεφτε κι έγδερνε τα γόνατά του. Κάτι τέτοιο, όμως, θα εκμηδένιζε όποια πιθανότητα θα είχε ποτέ ν’ ακούσει γι’ αυτούς τους δαίμονες που κουβαλούσε στην ψυχή του ο Τζακ. Έτσι, η Τες προχώρησε προς το τζάκι και τις δίδυμες μπερζέρες που ήταν τοποθετημένες αντικριστά εμπρός του, και κάθισε στη μία από αυτές, ανεβάζοντας στη θέση της πολυθρόνας τα πόδια της και διπλώνοντάς τα από κάτω. «Μήπως θέλεις να ειδοποιήσω να μας φέρουν λίγο


κρασί;» «Όχι. Ούτε το κρασί που έχουμε στα κελάρια δε φτάνει για να πω αυτή την ιστορία», απάντησε ο Τζακ παίρνοντας τη θέση του απέναντί της και γυρίζοντας να κοιτάξει τη φωτιά. «Ο Μπο και ο Πουκ είναι μπάσταρδοι. Εγώ είμαι δυο φορές ότι αυτοί». «Δε γίνεται να είσαι δυο φορές μπά... με συγχωρείς. Νομίζω ότι καταλαβαίνω τι εννοείς. Πίστευες ότι ο μαρκήσιος ήταν ο πατέρας σου – σωστά; Μέχρι τη στιγμή, φυσικά, που έμαθες ότι δεν είναι. Τ’ αδέλφια σου είναι ετεροθαλή. Το ξέρουν;» «Νομίζω πως ναι. Θέλω να πω, αστειεύονται, με φωνάζουν μαύρο πρόβατο, Μαύρο Τζακ. Ποτέ δεν το συζητήσαμε. Μη μου κάνεις άλλες ερωτήσεις, Τες, σε παρακαλώ. Άφησέ με να σου πω για την Άντελεϊντ». Η Τες δάγκωσε το κάτω χείλος της και κατένευσε. Ο Τζακ ήθελε να πει την ιστορία του όσο πιο γρήγορα γινόταν, χωρίς διακοπές. Δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει γι’ αυτό. Έτσι, για την επόμενη μισή ώρα, τον άφησε να μιλάει. Αυτά που άκουσε της φάνηκαν από τη μια μεριά σαν ευφάνταστο παραμύθι κι από την άλλη σαν γνήσια τραγωδία. Ο μαρκήσιος του Μπλάκθορν ήταν ακόμα πολύ νέος όταν γνώρισε την Άντελεϊντ και την αδελφή της, την Άμπιγκεϊλ. Από τις δύο, η μεγαλύτερη, η Άμπιγκεϊλ ήταν η πιο όμορφη, μια σχεδόν αιθέρια ύπαρξη. Αλλά ήταν επίσης εύθραυστη, τόσο στο σώμα όσο και στο μυαλό. Ο μαρκήσιος, ενώ ήταν συνεπαρμένος και με τις δυο τους, ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα τη γεμάτη ζωντάνια, μαγευτική Άντελεϊντ, και της ζήτησε να τον παντρευτεί. Εκείνη αρνήθηκε. Η Άντελεϊντ, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Τζακ, αγαπούσε πολύ το μαρκήσιο, αλλά είχε από καιρό αφοσιωθεί στο στόχο να γίνει μια μέρα η σπουδαιότερη ηθοποιός της Αγγλίας, κι αυτό το όνειρο δεν μπορούσε να το απαρνηθεί –η δίψα της ήταν μεγάλη. Θα ήταν δυστυχισμένη στο ρόλο της μαρκησίας και, με τον καιρό, η δυστυχία της θα


δηλητηρίαζε τον έρωτά τους... Σ’ αυτό το σημείο της διήγησης, ο Τζακ χαμογέλασε. Το χαμόγελο δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο. Για την ακρίβεια, η Άντελεϊντ θα το είχε σκάσει ήδη από τη στέγη του τσιφλικά πατέρα της και από την καινούρια σύζυγό του για να ακολουθήσει κάποιον περιοδεύοντα θίασο και να ξεκινήσει το ταξίδι της προς τις σκηνές του Λονδίνου, αν δεν υπήρχε η Άμπιγκεϊλ. Η καλή, όμορφη, ευάλωτη Άμπιγκεϊλ. Η καινούρια σύζυγος του πατέρα τους ήθελε και τις δύο κόρες του συζύγου της έξω απ’ το σπίτι, και συχνά απειλούσε ότι θα έστελνε την Άμπιγκεϊλ «εκεί που ανήκει, σ’ ένα ίδρυμα με άλλους καθυστερημένους όπως αυτή». Κι αυτό ήταν σκληρό, αφού η Άμπιγκεϊλ δεν ήταν καθυστερημένη. Απλώς, δεν είχε μεγαλώσει ποτέ. Η Άντελεϊντ έμεινε, θυσιάζοντας το όνειρό της στην προστασία και τη φροντίδα της αδελφής της. Θα μπορούσε, υπέθετε, να παντρευτεί το μαρκήσιο και να φέρει την αδελφή της στο Μπλάκθορν, κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε το οριστικό τέλος του ονείρου της. Μια φλόγα θα έσβηνε μέσα της, και δε θα ξανάναβε ποτέ. Όμως όχι, όχι, όχι, ο μαρκήσιος δεν μπορούσε να το επιτρέψει αυτό, όχι για την πολυαγαπημένη του Άντελεϊντ. Θα έκανε οτιδήποτε –οτιδήποτε!– για να την κάνει ευτυχισμένη. Κι έτσι, ένα σχέδιο μπήκε στα σκαριά. Το σχέδιο της Άντελεϊντ. Το πιο γελοίο, παρανοϊκό σχέδιο που είχε ακούσει ποτέ της η Τες! Η Άντελεϊντ και ο αγαπημένος της, ο τρελά ερωτευμένος Σίριλ, θα εξακολουθούσαν ν’ αγαπιούνται, για πάντα, εκείνος όμως θα παντρευόταν την Άμπιγκεϊλ. Η Άντελεϊντ θα ήταν ελεύθερη να ζήσει το όνειρό της, χρηματοδοτούμενο φυσικά από τον Σίριλ, και η Άμπιγκεϊλ θα γλίτωνε το τρελάδικο. Η Τες δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο. «Και ο πατέ... ο μαρκήσιος, εννοώ, συμφώνησε;» Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους. «Ήταν νέος, δεν ήθελε με τίποτα στον κόσμο να χάσει τη γυναίκα που αγαπούσε και, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δε νομίζω ότι σκεφτόταν με το πάνω κεφάλι του. Μην ξεχνάς ότι


δεν έχεις γνωρίσει την Άντελεϊντ. Παραδέχομαι ότι ακούγεται γελοίο, αλλά αυτή η γυναίκα είχε ανέκαθεν μια ανεξήγητη δύναμη να υποτάσσει τους άλλους στη θέλησή τους, κάνοντάς τους να πιστεύουν ότι αυτό στο οποίο είχαν συμφωνήσει ήταν εξαρχής δική τους ιδέα». «Δεν τη συμπαθείς». «Τη λάτρευα», απάντησε κοφτά ο Τζακ, με την οδύνη ολοφάνερη στη φωνή του, την οδύνη ενός μικρού αγοριού που είχε μεγαλώσει για να γίνει ένας θλιβερά προσγειωμένος στην πραγματικότητα άνδρας. «Όλοι τη λατρεύαμε. Μπαινόβγαινε σαν τυφώνας στη ζωή μας, όσο συχνά χρειαζόταν για να μας κρατάει πάντα διψασμένους για κείνη. Το γέλιο της, αυτό το άρωμα λουλουδιών που σε κατέκλυζε όταν σ’ αγκάλιαζε σφιχτά και σ’ έπνιγε στα φιλιά... Τα θεατρικά που οργανώναμε όλοι μαζί για τον Σίριλ, το σπιτάκι της στο κτήμα... Κι όταν εκείνη έλειπε, όλο το Μπλάκθορν στη διάθεσή μας. Μεγαλώσαμε και οι τρεις σαν κύριοι του σπιτιού, στα πάντα εκτός από το όνομα. Κι έπειτα, ήταν και η Άμπιγκεϊλ». Η έκφραση του Τζακ μαλάκωσε καθώς μιλούσε για τη θεία του. Είχε πεθάνει πριν από έναν περίπου χρόνο, όταν η ανέκαθεν εύθραυστη υγεία της παρέδωσε τελικά τα όπλα. Για τα τρία αγόρια, η Άμπιγκεϊλ ήταν περισσότερο σαν πολυαγαπημένη μεγάλη αδελφή. Και οι τρεις τους την υπερασπίζονταν με πάθος, κάτι που τους έκανε ακόμα πιο αγαπητούς στον πατέρα τους. Το δικό τους ήταν ένα παράξενο σπιτικό –αυτό ο Τζακ το είχε παραδεχτεί από την αρχή–, αλλά ήταν το μόνο σπιτικό που είχαν γνωρίσει οι τρεις τους. Σ’ αυτούς, η ζωή στο Μπλάκθορν φαινόταν απολύτως φυσιολογική, καθόλου παράξενη, με κανέναν τρόπο. Ήταν ευτυχισμένοι, ικανοποιημένοι. Ακριβώς όπως σκεφτόμουν κι εγώ ότι η ζωή μας με τον Ρενέ ήταν φυσιολογική, αν και όχι πραγματικά ευτυχισμένη, σκέφτηκε η Τες, πιστεύοντας ότι εκείνη μπορούσε να καταλάβει τον Τζακ καλύτερα από τους περισσότερους. «Τι συνέβη;» τον ρώτησε, όταν είδε ότι ο Τζακ είχε χαθεί στις σκέψεις


του. «Τι άλλαξε;» Η ερώτηση φάνηκε να τον ξαφνιάζει. «Εγώ; Ναι, νομίζω ότι αυτή είναι η πιο λογική απάντηση. Εγώ άλλαξα. Άρχισα να μεγαλώνω. Να παρατηρώ διάφορα πράγματα. Να προσέχω πόσο διαφορετικός ήμουν από τους υπόλοιπους. Σκοτάδι στο φως τους, τόσο στην εμφάνιση όσο και στον τρόπο που ένιωθα, που σκεφτόμουν. Σκέψεις που η Άντελεϊντ πρέπει να είχε δει και να είχε ενθαρρύνει. Κάποτε το κατάλαβα κι αυτό. Ήμασταν... ήμασταν τα δημιουργήματά της, κι εκείνη μάς ανέθετε τους ρόλους στο θεατρικό της ζωής της, μια παράσταση που δεν τέλειωνε ποτέ. Ο Μπο είχε το ρόλο του πρωτότοκου, του βράχου, του απόλυτα αξιόπιστου. Ο Πουκ ήταν το χαϊδεμένο παιδί, η ίδια η χαρά της ζωής. Κι εγώ ήμουν ο παρείσακτος, αυτός που ποτέ δε θα κατάφερνε να προσαρμοστεί. Πάντα ανήσυχος, πάντα ριψοκίνδυνος. Ο προβληματικός». «Ο μαρκήσιος πρέπει να το ήξερε», είπε η Τες καθώς οι σκέψεις της την οδηγούσαν στο μάλλον προφανές συμπέρασμα. «Σου φερόταν... διαφορετικά;» «Όχι. Δεν υπάρχει καλύτερος άνθρωπος απ’ αυτόν στον κόσμο, Τες. Ή πιο αδύναμος, πιο αξιολύπητος. Από πολλές απόψεις, τον απεχθάνομαι. Όταν δεν τον οικτίρω, δηλαδή. Όταν η Άντελεϊντ επέστρεψε από κάποια περιοδεία της με τον Μπο στην αγκαλιά της, ο μαρκήσιος πρέπει επιτέλους να συνειδητοποίησε τι ήταν αυτό που είχε κάνει. Κι όταν επέστρεψε μ’ εμένα στην αγκαλιά της, να κατάλαβε ότι εκτός από δαρμένος ήταν και κερατάς». «Ναι, αλλά ο Πουκ είναι μικρότερός σου. Ο μαρκήσιος πρέπει να τη συγχώρησε». «Όπως είπα, Τες, δεν έχεις γνωρίσει την Άντελεϊντ. Καθώς ο καιρός περνούσε, ωστόσο, πρέπει κι η ίδια να κατάλαβε ότι η επιρροή της είχε αρχίσει να αποδυναμώνεται, ότι ο Σίριλ δεν άντεχε πια. Είχε μετανιώσει για πολλά –αυτό ήταν ολοφάνερο. Την ημέρα που έκλεινα τα δεκαοχτώ, η μητέρα μου μου χάρισε αυτό το δαχτυλίδι λέγοντάς μου ότι


ανέκαθεν με αγαπούσε περισσότερο από τ’ αδέλφια μου, ότι είχα μια ειδική θέση στην καρδιά της. Κι έπειτα μου επιβεβαίωσε αυτό που ήδη υποπτευόμουν από καιρό, δηλαδή, ότι ο Σίριλ δεν ήταν πατέρας μου». «Η μητέρα σου ήθελε να φύγεις από το Μπλάκθορν –σωστά; Ήταν προς το συμφέρον της να φύγεις, αφού ο μαρκήσιος είχε μεγαλώσει και δεν ήταν πια ο ερωτοχτυπημένος ανόητος που της είχε κάνει όλα τα χατίρια, αλλά ένας ντροπιασμένος πατέρας που είχε καταστρέψει το μέλλον των γιων του. Κι εσύ ήσουν η μόνιμη υπενθύμιση της προδοσίας της αγάπης που έτρεφε ο Σίριλ για κείνη. Σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όλους, Τζακ, θα σε παρακαλέσω όμως να μας αδειάσεις τη γωνιά, να πας κάπου όπου δε θα μπορεί να σε βλέπει πια ο μαρκήσιος». «Ναι, αυτό το τελευταίο μου το ανέφερε. Πώς το ξέρεις;» «Το θεώρησα λογικό από μέρους της», απάντησε χαμηλόφωνα η Τες, με τις γροθιές της σφιγμένες γερά στην ποδιά της. «Η μητέρα σου μοιάζει πολύ με τον πατέρα μου... κάθε δώρο, κάθε έπαινος, κι ένα ρόδο γεμάτο αγκάθια... Δεν καταλαβαίνω, όμως. Πώς μπορεί μια μητέρα να κάνει κάτι τέτοιο στο γιο της;» «Πώς μπόρεσε ένας πατέρας να κάνει κάτι τέτοιο στην κόρη του;» αντέτεινε ο Τζακ. «Όπως και να ’χε, η Άντελεϊντ προσπάθησε να μου χρυσώσει το χάπι, λέγοντάς μου ότι ο αληθινός πατέρας μου ήταν ένας ληστής των δρόμων, ένα σκοτεινό, απίστευτα γοητευτικό πλάσμα στις χάρες του οποίου είχε υποκύψει ενόσω περιόδευε με το θίασό της. Ήταν υπέροχος, μεγαλειώδης, μεγαλοπρεπής, τολμηρός, κι εγώ ήμουν πιστό αντίγραφό του. Τα μάτια της έλαμπαν καθώς μιλούσε γι’ αυτόν, αρνήθηκε όμως να μου πει το όνομά του». «Διπλά σκληρό, υποθέτω όμως ότι έτσι το όλο πράγμα θα φαινόταν ακόμα πιο δραματικό. Η όμορφη ηθοποιός, ο επικίνδυνος ληστής των δρόμων. Τι υπέθεσε η μητέρα σου ότι θα έκανες, Τζακ; Ότι θα έπαιρνες αμέσως τους δρόμους να τον βρεις;» «Αυτό θα ήταν δύσκολο έτσι κι αλλιώς, αφού, όπως μου είπε η ίδια, τον είχαν πιάσει και τον είχαν κρεμάσει πριν από κάμποσα χρόνια. Αλλά


έβλεπε σ’ εμένα το ίδιο ατίθασο πνεύμα και την ίδια δίψα για περιπέτεια που είχε δει και σ’ εκείνον, και ήξερε ότι με έπνιγε κρατώντας με στο Μπλάκθορν. Δε με διέταξε να φύγω. Αντί γι’ αυτό, μου επισήμανε ότι το να μείνω δε θα ήταν για μένα τίποτα λιγότερο από έναν αργό θάνατο, αφού, ως μητέρα μου, γνώριζε πολύ καλά ότι ήμουν ένα πουλί στο κλουβί που λαχταρούσε να πετάξει ελεύθερο. Δεν άντεχε άλλο να με βλέπει να υποφέρω για τις αμαρτίες της». Ο Τζακ χαμογέλασε. «Κι έτσι συνέχισε, ανακατεύοντας τους επαίνους με τις ενοχές και τη ρομαντική, ηρωική διάσταση του πράγματος, κλαίγοντας με γέλια και γελώντας με κλάματα – ενώ εγώ είχα μείνει να την παρακολουθώ άφωνος, ανίκανος να αντιδράσω ή να σκεφτώ κάτι να πω. Έφυγα το επόμενο πρωί. Η μόνη φορά που επέστρεψα στο Μπλάκθορν στη δεκαετία που ακολούθησε ήταν όταν μπήκα κρυφά στο παρεκκλήσι του κτήματος, στη μέση της νύχτας, για να ακουμπήσω ένα τριαντάφυλλο στο φέρετρο της Άμπιγκεϊλ. Από τα λεγόμενα των αδελφών μου, κατάλαβα ότι η Άντελεϊντ δε χάρηκε και πολύ όταν το είδε, το επόμενο πρωί. Αν μη τι άλλο, η χειρονομία σήμαινε ότι δεν είχα ξεκόψει εντελώς από το Μπλάκθορν και όσους ζούσαν εκεί. Διαφορετικά, πώς είχα πληροφορηθεί τόσο γρήγορα το θάνατο της Άμπιγκεϊλ;» Ένα κούτσουρο έσκασε στο τζάκι και η Τες παραλίγο να τιναχτεί έντρομη. Ο Τζακ γέλασε. «Α, η μητέρα μου ήταν –δεν έχω καμιά αμφιβολία. Η μητέρα μου που εκφράζει την ένστασή της. Αλλά, έχει δίκιο. Νομίζω ότι εδώ τελειώσαμε». «Όχι ακόμα. Πού πήγες; Όταν έφυγες, εννοώ». «Όπου μ’ έβγαλε η άκρη. Ήμουν θυμωμένος αλλά και μεθυσμένος απ’ αυτή την καινούρια αίσθηση της ελευθερίας. Ζούσα με ότι κατέβαζε το μυαλό μου, αφού σύντομα βρέθηκα αντιμέτωπος με την έλλειψη χρημάτων και την αφύσικη ανάγκη να γεμίζω το στομάχι μου δυο φορές την ημέρα. Σου το έχω ξαναπεί, Τες, αν ο Σιντζόν δε με είχε βρει, το πιθανότερο είναι ότι θα είχα ήδη περάσει απ’ την κρεμάλα,


ακριβώς όπως ο πατέρας μου». «Και ποτέ δεν αναρωτήθηκες γι’ αυτό; Για το ότι σε βρήκε ο πατέρας μου, εννοώ», ρώτησε η Τες, διερωτώμενη γιατί ένιωθε τόσο ενοχλημένη στη σκέψη ότι ο πατέρας της είχε αναγνωρίσει στον Τζακ αυτόν που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τα σχέδιά του. «Είχα ελάχιστα χρήματα –για την ακρίβεια μονάχα κάτι ψιλά–, ήμουν τύφλα στο μεθύσι, και έτρεχα να ξεφύγω από τον ντόπιο αστυνόμο. Εκείνη τη στιγμή, ο Σιντζόν ήταν για μένα μάννα εξ ουρανού. Όχι, δεν έκανα πολλές ερωτήσεις. Τώρα όμως θα σε ρωτήσω γιατί ρωτάς». «Δεν ξέρω», είπε η Τες καθώς σηκωνόταν από την πολυθρόνα για ν’ αρχίσει να βηματίζει στο κέντρο του μεγάλου δωματίου. «Δεν έχω καμιά διάθεση να σε προσβάλω, Τζακ, όπως το θέτεις, όμως, δεν ήσουν και καμιά μεγάλη αποκάλυψη για τον πατέρα μου. Γιατί να μπει στον κόπο να σε μαζέψει;» Ο Τζακ σηκώθηκε και πήγε κοντά της. «Ίσως επειδή βρισκόμασταν σ’ ένα σκοτεινό στενό, κι εγώ τον απειλούσα με το πιστόλι μου. Δε σου το είχε πει ποτέ αυτό; Εγώ ήθελα το πορτοφόλι του, κι εκείνος είχε ανάγκη να μιλήσει. Ήταν πολύ πειστικός». «Ω Τζακ», είπε αναστενάζοντας η Τες. «Ήσουν μεθυσμένος κι απεγνωσμένος, και ο μπαμπάς σε άφησε να υπερισχύσεις, να τον υποτάξεις στο πιστόλι σου; Το πιστεύεις πραγματικά αυτό; Ακόμα και τώρα;»


Κεφάλαιο 10 Η Τες κοιμόταν, κι ο Τζακ ήταν ξαπλωμένος δίπλα της, με τα τελευταία λόγια που του είχαν πει για την πρώτη γνωριμία του με τον Σιντζόν να αντηχούν στο μυαλό του. Ο μπαμπάς σε άφησε να υπερισχύσεις, να τον υποτάξεις στο πιστόλι σου; Το πιστεύεις πραγματικά αυτό; Ακόμα και τώρα; Πόσων χρονών ήταν; Είκοσι τριών; Ανεξάρτητος για πέντε περίπου χρόνια, χωρίς αυτή η ανεξαρτησία να πηγαίνει και τόσο καλά, αναγκάζοντάς τον τους τελευταίους έξι μήνες να ξαφρίζει τις τσέπες άλλων για να μπορέσει να επιζήσει. Η τύχη τού είχε χαμογελάσει κάμποσες φορές στα τραπέζια του τζόγου, αλλά όχι τόσο συχνά που να καλύπτει τις βασικές ανάγκες του, και οι θυμωμένες απόπειρές του να γίνει τόσο κακός όσο ο πατέρας του πήραν τέλος όταν δεν είχε πια τα απαραίτητα για να ταΐζει το άλογό του. Από τότε και μετά, ο ρόλος του περιστασιακού ληστή των δρόμων έδωσε τη θέση του σ’ αυτόν του μικρολωποδύτη. Ήταν έτοιμος να καταταγεί στο στρατό ως πεζικάριος, γνωρίζοντας ότι, διαφορετικά, η ζωή του θα έπαιρνε πολύ άσχημη τροπή, πολύ γρήγορα. Τουλάχιστον εκεί ίσως είχε την ευκαιρία να πεθάνει για κάποιο καλύτερο λόγο από το να βρεθεί πυροβολημένος ή μαχαιρωμένος από ένα δυσαρεστημένο συμπαίκτη μετά από κάποια πετυχημένη για τον ίδιο χαρτοπαικτική βραδιά. Ο Σιντζόν τον είχε πείσει να συνεργαστεί μαζί του σε επιχειρήσεις πολύ πιο αντάξιες των προσόντων του, και ο Τζακ τον είχε πιστέψει. Και σιγά τα προσόντα! Ήταν βέβαια πολύ καλά μορφωμένος, μιλούσε άπταιστα τρεις γλώσσες, και ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος. Δεν ήταν άχρηστος, αλλά δεν ήταν και κανένα κελεπούρι. Αποφάσισε όμως ν’ ακούσει τον ξένο, και ειδικά μετά από την πρότασή του να κεράσει το δείπνο στο πανδοχείο που βρισκόταν στην παρακάτω γωνία. Ο Σιντζόν τον είχε ακούσει με συμπάθεια και κατανόηση,


σχεδόν σαν εξομολογητής, και μέχρι το πρώτο φως της ημέρας να τρυπώσει από το παράθυρο της ιδιωτικής τραπεζαρίας τους, ο Τζακ είχε εξομολογηθεί σ’ αυτόν το Γάλλο που τα λόγια του έσταζαν μέλι όλη τη θλιβερή ιστορία της θλιβερής ζωής του. Κι όταν χάραξε για τα καλά, ο Τζακ βρέθηκε να ροχαλίζει το με το κεφάλι στο πιάτο του. Ο Τζακ αναδεύτηκε δίπλα στην Τες, ντροπιασμένος ακόμα και τώρα μ’ εκείνο τον αξιοθρήνητο, εύπιστο, εικοσιτριάχρονο εαυτό του. Όταν ξύπνησε, με το κεφάλι του να σφυροκοπάει από το χθεσινοβραδινό μεθύσι, άκουσε τον Σιντζόν να δίνει εντολές για να ετοιμαστεί το μπάνιο του «κυρίου», ακολουθούμενο από ένα γερό πρόγευμα. «Όσο ωραία κι αν ήταν η παρέα σου, Τζακ, πολύ φοβάμαι ότι πρέπει να φύγω. Στο στάβλο σε περιμένει ένα άλογο με τη σέλα του, το οποίο αγόρασα και έχω ήδη πληρώσει. Δεν είναι και το καλύτερο, αφού δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο εδώ, αλλά προς το παρόν θα σε βολέψει», του είχε πει ο Σιντζόν, ακουμπώντας ένα διπλωμένο κομμάτι χαρτί κι ένα μικρό δερμάτινο πουγκί πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο κεφάλι του Τζακ. «Θυμάσαι την πρόταση που σου έκανα χθες βράδυ; Ένα νεύμα σου αρκεί. Α, ωραία. Σου έγραψα εδώ πώς να έρθεις σπίτι μου. Κάνε το μπάνιο σου, γιε μου, πάρε το πρόγευμά σου, κι ύστερα πάρε και την απόφασή σου. Διάλεξε σοφά». Ο Τζακ είχε καλπάσει πέντε ολόκληρα μίλια με το καινούριο άλογό του προς την αντίθετη κατεύθυνση πριν αρχίσει να αναθεματίζει φωναχτά τον άντρα που του το είχε χαρίσει. Μετά, είχε τραβήξει με δύναμη τα γκέμια και είχε γυρίσει το άλογο από την άλλη μεριά, σφραγίζοντας έτσι την τύχη του, όπως θα έλεγε και κάποια σαν τη μητέρα του. Ωστόσο, είχε εθιστεί αμέσως στην καινούρια του ζωή, και η πρωτοφανέρωτη, φυσική ροπή του στην ίντριγκα είχε καταπλήξει ακόμα και τον ίδιο. Τον είχαν καλωσορίσει στο σπιτικό των Φοντενό σαν να ανήκε ανέκαθεν εκεί. Από τη μεριά του, χαιρόταν που κοιμόταν ξανά σε καθαρά σεντόνια, που η κοιλιά του ήταν γεμάτη, που ένιωθε για άλλη μια φορά... πολιτισμένος. Οι περιστάσεις είχαν φροντίσει ώστε ένα μεγάλο


κομμάτι της νεανικής επαναστατικότητάς του να εκτονωθεί, και η ζωή στους δρόμους τον είχε σκληρύνει, μετατρέποντάς τον σ’ έναν άντρα που δεν εμπιστευόταν εύκολα τους άλλους ούτε ένιωθε την ανάγκη της φιλίας. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Τζακ θαύμαζε τον μέντορά του, έναν πραγματικά μεγαλοφυή άνδρα. Με τον καιρό, άρχισε να συμπαθεί τον Ρενέ, κι ακόμα περισσότερο την Τες. Η περιπέτεια τον έτρεφε, το ίδιο και ο κίνδυνος, όπως και το μεθυστικό συναίσθημα της επιτυχίας. Έκανε κάτι σημαντικό. Προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πατρίδα του σε καιρό πολέμου. Ήταν μπάσταρδος, ναι, κι αυτό δε θ’ άλλαζε ποτέ. Αλλά δεν ήταν ο πατέρας του. Επιτέλους, ήταν αυτόνομος, ένας άντρας με λόγο ύπαρξης, με κατεύθυνση στη ζωή του. Με σκοπό. Σιγά σιγά, η Τες του έγινε αγαπητή. Κι ύστερα, κόντρα σε κάθε λογική, απαραίτητη. Η Τες ήταν φωτιά στη φωτιά του. Ο Σιντζόν ήξερε. Δεν του ξέφευγε τίποτα του Σιντζόν, οπότε, δεν μπορούσε να μην ξέρει. Δεν είχε κάνει τίποτα για να το σταματήσει. Δεν είχε πει τίποτα, συμφωνώντας σιωπηλά, αφήνοντας τον μπάσταρδο να ρίξει στο κρεβάτι την κόρη του. Και μετά, χίμηξε. Του είχε πει τη θλιβερή, ποτισμένη με οινόπνευμα ιστορία του, του είχε δείξει τη συλλογή του, του είχε κάνει την προσφορά του. Η παρθενιά της κόρης του ήταν το αντάλλαγμα για να γίνει ο Τζακ ο καινούριος μοχλός του Σιντζόν, το καινούριο, ειδικά εκπαιδευμένο, ειδικά κατασκευασμένο, αναλώσιμο εργαλείο που θα τον βοηθούσε να ξαναρχίσει να εμπλουτίζει την τρισκατάρατη συλλογή του. Τώρα όλα ήταν τόσο ξεκάθαρα. Και βέβαια είχε ξεχωρίσει τον Τζακ και τον ήθελε. Ήθελε ένα κλέφτη, κάποιον για να αντικαταστήσει τον Τσιγγάνο. Όχι έναν κοινό πορτοφολά, δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει έναν κοινό πορτοφολά. Χρειαζόταν κάποιον μορφωμένο, πολιτισμένο, αλλά όχι ακριβώς τζέντλεμαν. Και απεγνωσμένο. Τον ήθελε ευγνώμονα και πρόθυμο και


καλά εκπαιδευμένο, όπως μόνο ο Σιντζόν μπορούσε να τον εκπαιδεύσει. Ίσως ο Τζακ να ήταν η τελική επιλογή του επειδή, εκτός από όλα αυτά, ήταν επίσης αρκετά εμφανίσιμος. Η κόρη του θα το έβλεπε αυτό, θα ένιωθε την έλξη... ή, ίσως, αυτή η συγκυρία να ήταν απλώς μια σύμπτωση την οποία ο Σιντζόν εκμεταλλεύτηκε με ψυχρότητα. Όλα στο όνομα των καταραμένων θησαυρών του, που σήμαιναν γι’ αυτόν περισσότερα κι από την ίδια του τη γυναίκα, την ίδια του την κόρη, τον ίδιο του το γιο. «Το κάθαρμα...» «Τζακ;» Η Τες μετακινήθηκε, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το πρόσωπό του στο λιγοστό φως της άγουρης αυγής. «Τι συμβαίνει;» «Τίποτα», της είπε, φιλώντας τη στο μέτωπο. «Απλώς αυτομαστιγωνόμουν για τη βλακεία μου. Την τεράστια βλακεία μου». «Α, εντάξει, αν αυτό είναι όλο», του είπε καθώς χωνόταν ξανά στην αγκαλιά του, «μήπως μπορώ να βοηθήσω; Αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας, είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να βρούμε ένα σωρό λόγους για τη βλακεία σου. Θ’ αρχίσω εγώ». «Ω, όχι, μη!» είπε ο Τζακ γυρίζοντάς την ανάσκελα. Την κοίταξε όλο πονηριά. Η Τες σήκωσε το χέρι και έκλεισε το μάγουλό του στην παλάμη της. «Είσαι εντάξει τώρα; Το ξέρω ότι δεν ήταν εύκολο για σένα χθες βράδυ, να μιλήσεις για... για διάφορα». «Ποτέ δεν είναι εύκολο να έρχεσαι κατάματα με την αλήθεια. Για κανέναν από τους δυο μας. Έπρεπε να είχαμε μιλήσει περισσότερο, Τες. Παλιά». «Παλιά, όπως το αποκαλείς, δε θα είχαμε και τόσα πολλά να πούμε. Δεν ξέραμε αυτά που ξέρουμε τώρα. Εσύ δεν ήσουν έτοιμος, κι εγώ δε θα σε είχα πιστέψει αν έλεγες οτιδήποτε αρνητικό για τον πατέρα μου». «Πότε μεγάλωσες τόσο πολύ, Τες; Πότε ωρίμασες έτσι; Άφησα πίσω μου ένα κορίτσι, ένα όμορφο, πεισματάρικο κορίτσι. Γύρισα και βρήκα


μια γυναίκα». «Μου είπες ότι ήθελες πίσω το κορίτσι. Θυμάσαι που μου το είπες αυτό; Πριν από λίγες μόλις μέρες». «Το είπα εγώ ότι είμαι βλάκας», είπε ο Τζακ σκύβοντας να φιλήσει το λαιμό της. «Μάλλον θα πρέπει να ξεχάσεις όλα όσα είπα εκείνη την πρώτη μέρα». Η Τες αναστέναξε καθώς ο Τζακ έκλεινε την παλάμη του γύρω από το στήθος της. «Θα κάνουμε καινούρια αρχή, Τζακ; Πιστεύεις ότι έχουμε πιθανότητες;» Ο Τζακ σήκωσε το κεφάλι για να ξανακοιτάξει το πρόσωπό της, είδε τα δάκρυα που έστεκαν φωτεινά στα μάτια της. «Έχουμε ένα γιο. Νομίζω ότι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε». «Κι αυτός είναι ο τρόπος να ξεκινήσουμε; Ή μήπως απλώς μπερδεύει τα πράγματα; Γιατί αυτό το είχαμε πάντα, και αποδείχτηκε ότι δεν ήταν αρκετό». Ο Τζακ έκλεισε τα μάτια. Ήξερε ότι η Τες είχε δίκιο. Ευχήθηκε να είχε άδικο. Υπήρχαν ακόμα τόσα πολλά που έπρεπε να ξεκαθαριστούν μεταξύ τους πριν μπορέσουν ακόμα και ν’ αρχίσουν να συζητούν για το μέλλον. Υπήρχε ακόμα η πολύ υπαρκτή προοπτική –εκτός, δηλαδή, κι αν ο Σιντζόν είχε κάποιον ακόμα άσσο στο μανίκι του– να δει σύντομα τον πατέρα της να οδηγείται στην αγχόνη, ή να απελαύνεται από την Αγγλία και τη ζωή της για πάντα. Με τον Τζακ να έχει τον έλεγχο του τι απ’ τα δυο θα συνέβαινε. Γύρισε ανάσκελα και κάρφωσε το βλέμμα του ψηλά, στο βελούδινο, σμαραγδή ουρανό του κρεβατιού. «Ο γιος μας ξυπνάει νωρίς», του είπε βιαστικά η Τες, παραμερίζοντας τα σκεπάσματα. «Λέω να καλέσω την Μπεατρίς, να ντυθώ και να πάω στα παιδικά διαμερίσματα να φάω πρωινό μαζί του. Όπως θυμάσαι, είναι συνηθισμένος να με βλέπει αμέσως μόλις ξυπνάει το πρωί. Κι επίσης, πρέπει να μιλήσω στην Εμιλί για τη μετακόμισή τους στο


Μπλάκθορν. Δε θα της αρέσει, αλλά θα δείξε κατανόηση. Θα... θα ήθελες να έρθεις επάνω, να πάρουμε όλοι μαζί πρόγευμα; Ίσως είναι καλύτερη ιδέα να τον ελευθερώσω από τα παιδικά διαμερίσματα, να τον αφήσω να κατέβει κάτω. Έτσι κι αλλιώς, πρέπει να ξαναδεί τον Πουκ, να τον συνηθίσει πριν...» «Τες; Έλα δω. Σε παρακαλώ», είπε ο Τζακ αγκαλιάζοντάς την. Τη φίλησε, όχι με πάθος, ούτε με λαχτάρα, αλλά απλώς επειδή ήθελε να της πει κάτι, και ο σωματικός ήταν ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας που είχαν γνωρίσει οι δυο τους ως τώρα. Για μια στιγμή, η Τες πάγωσε, μάλλον περιμένοντας κάτι άλλο από το αθώο φιλί που της πρόσφερε, κι ύστερα έλιωσε στην αγκαλιά του κι έμεινε εκεί ως τη στιγμή που ο Τζακ ακούμπησε τα χέρια στους ώμους της και την απομάκρυνε μαλακά. «Μην ανησυχείς. Καταλαβαίνω. Ξεκινάμε απ’ την αρχή». Δάγκωσε το κάτω χείλος της. Κατένευσε. Κι ύστερα, ξαφνιάζοντάς τον, έκλεισε τις άκρες του νυχτικού της που άφηναν το στήθος της εκτεθειμένο, μετατρέποντας με την κίνηση τον εαυτό της σε ντροπαλή, σεμνή δεσποσύνη. Λες και ο άντρας απέναντί της δε γνώριζε κάθε εκατοστό του κορμιού της, και μάλιστα πολύ καλά. «Γιατί δεν πας τώρα να κάνεις αυτά που είπες ότι θα έκανες; Και πληροφόρησε, σε παρακαλώ, το νεαρό κύριο Ζακ ότι ο πατέρας του, που έτσι κι αλλιώς ποτέ του δεν ήταν σκλάβος του πρωτοκόλλου, θα επιθυμούσε την ευχαρίστηση της παρουσίας του στο τραπέζι του προγεύματος». Το χαμόγελο της Τες έκανε την καρδιά του να σφιχτεί. «Θα το κάνω», του είπε. Κι έπειτα έφυγε, μπαίνοντας στο δωμάτιο της γκαρνταρόμπας, αφήνοντάς τον μόνο. Όχι πραγματικά μόνο όμως. Για πρώτη ίσως φορά από τότε που ήταν αρκετά μεγάλος για να κοιτάξει γύρω του και να δει τον κόσμο του, ο Τζακ δεν ένιωθε μόνος. ***


Έστεκαν στον περίβολο των στάβλων, κοιτάζοντας την πολυτελή ταξιδιωτική άμαξα με το χρυσό οικόσημο του μαρκησίου του Μπλάκθορν να βγαίνει στο δρόμο. Η Τες έπνιξε έναν αναστεναγμό. Πρώτη φορά αποχωριζόταν τον Ζακ. Από το θάνατο του Ρενέ κα μετά, ο γιος της ήταν η μοναδική πραγματική σταθερά στη ζωή της. Μόνο όταν η Τες είδε το ζευγάρι των ιππέων που συνόδευαν την άμαξα να εξαφανίζονται πίσω από τη γωνία, έκανε μεταβολή προς το σπίτι, με τον Τζακ δίπλα της. «Τι ψιθυρίζατε με τον Πουκ όσο αποχαιρετούσα τον Ζακ;» τον ρώτησε. «Δεν μπορούσα να σας ακούσω». «Α, ωραία, τότε έπιασε. Επίτηδες ψιθυρίζαμε», απάντησε ο Τζακ, ξαφνιάζοντάς τη για δεύτερη φορά μέσα στο ίδιο πρωί με την καλή διάθεσή του. Φερόταν λες και ένα βάρος που κουβαλούσε εδώ και πάρα πολύ καιρό είχε σηκωθεί ξαφνικά από τους ώμους του. «Μήπως οι ψίθυροι είχαν σχέση με τον Ζακ; Δε φαντάζομαι να φοβάσαι τίποτα μπελάδες, ε; Δεν ανακοινώσαμε την αποχώρησή του, τον πήγαμε στα χέρια στην άμαξα, αλλά όλα αυτά έγιναν απλώς ως μέτρα προφύλαξης. Δεν πιστεύω ν’ ανησυχείς πραγματικά. Ή μήπως όχι;» «Καθόλου δεν ανησυχώ. Αν και ίσως ήταν παράλειψή μου να μην ενημερώσω τον Πουκ για την τάση του Ζακ να εκφράζει τη γνώμη του για το ταξίδι με άμαξα μέσω του περιεχομένου του στομαχιού του. Έπρεπε, λες, να το είχα κάνει;» Η Τες χαμογέλασε, χαλαρώνοντας. «Τώρα είναι αργά. Φαντάζομαι όμως ότι θα το διαπιστώσει σύντομα. Ο καημένος». «Ο Πουκ; Ή ο Ζακ;» «Θα έλεγα ο Πουκ. Τον Ζακ δε φαίνεται να τον ενοχλεί καθόλου. Τότε, όμως, τι λέγατε με τον αδελφό σου;» «Για το μαρκήσιο», της απάντησε ο Τζακ καθώς έμπαιναν στο μελετητήριό του, μ’ εκείνον να κατευθύνεται στην πολυθρόνα πίσω από το γραφείο του και την Τες να βολεύεται στη μία γωνία του τεράστιου βα-


θυκόκκινου δερμάτινου καναπέ. «Ο Πουκ μου θύμισε ότι ο Σίριλ ανυπομονεί να μου μιλήσει. Ότι ανυπομονεί να μιλήσει και στους τρεις μας». Πήρε ένα μπρούτζινο χαρτοκόπτη και τον ισορρόπησε ανάμεσα στα δάχτυλά του. «Λες και το είχα ξεχάσει, έτσι όπως με κυνηγάνε γι’ αυτό το θέμα ο Πουκ και ο Μπο, παραπάνω από χρόνο τώρα». Προφανώς, ο Τζακ απέφευγε αυτή τη συνάντηση. «Τι νομίζεις ότι θέλει να σας πει;» «Το ξέρω ήδη. Ο μαρκήσιος δίνει στον καθένα μας από ένα δωράκι – μας κληροδοτεί κτηματική περιουσία. Ο Μπο και ο Πουκ έχουν ήδη πάρει κάτι κτηματάκια, και φαντάζομαι ότι θα πάρω κι εγώ ένα. Ποτέ δε δέχτηκα τα λεφτά που μου πρότεινε για να μπορώ να ζω μακριά από το Μπλάκθορν, το χαρτζιλίκι μου. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς περιμένει ότι θα του επιτρέψω να μου δώσει ολόκληρο υποστατικό». «Να του επιτρέψεις;» Η Τες κούνησε το κεφάλι, χαμογελώντας θλιμμένα. «Πιστεύεις δηλαδή ότι κάτι τέτοιο είναι προνόμιο γι’ αυτόν». Ο Τζακ ακούμπησε το χαρτοκόπτη στο γραφείο με μεγάλη προσοχή, σαν να ήταν φτιαγμένος από εύθραυστο κρύσταλλο, για να μην μπει στον πειρασμό να τον πετάξει καρφώνοντάς τον στον πέρα τοίχο. «Δεν είμαι γιος του, Τες». «Μπορεί να σε θεωρεί γιο του. Μου είπες ότι μεγάλωσες ισότιμα με τ’ αδέλφια σου, όπως ακριβώς ο Μπο και ο Πουκ. Σου φέρθηκε ποτέ διαφορετικά –σου έδωσε καμία ένδειξη ότι δεν ήσουν ευπρόσδεκτος;» «Δεν είναι αυτό το θέμα», είπε ο Τζακ, μ’ ένα ίχνος εκνευρισμού στον τόνο της φωνής του. «Τότε, ποιο είναι;» Η Τες τον κοίταξε. Για λίγο, ο Τζακ έμεινε με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό, βλέποντας πράγματα που εκείνη δεν μπορούσε να δει, κάνοντας σκέψεις που εκείνη δεν μπορούσε να κάνει. «Τζακ;» Η Τες περίμενε. «Τζακ;» Ανοιγόκλεισε τα μάτια, κι ύστερα γύρισε και την κοίταξε. «Με συγχω-


ρείς». «Καταλαβαίνω», του είπε, λαχταρώντας να πάει κοντά του, να σφίξει το κεφάλι του στο στήθος της, να προσπαθήσει να τον παρηγορήσει όσο μπορούσε. «Ανέκαθεν αναρωτιόμουν. Πού πηγαίνεις όταν μ’ αφήνεις έτσι; Στο Μπλάκθορν;» «Ναι, υποθέτω πως ναι», είπε ο Τζακ καθώς σηκωνόταν. «Τον αγάπησα κάποτε, με την αγάπη που έχει ένας γιος για τον πατέρα του. Πριν τον μισήσω για την αδυναμία, τον εγωισμό και τη βλακεία του. Ο Πουκ έχει μια ενδιαφέρουσα θεωρία. Πιστεύει ότι η μητέρα μας έψησε τον Σίριλ να παντρευτεί την Άμπιγκεϊλ γιατί έτσι ο μαρκήσιος δε θα μπορούσε να παντρευτεί κάποια άλλη, πράγμα που σήμαινε ότι η ίδια θα έχανε τον γενναιόδωρο προστάτη της. Μ’ αυτόν το γάμο, λοιπόν, ήταν ελεύθερη να οργώνει τη χώρα, να ενδίδει στη μονομανία της για το θέατρο, έχοντας παράλληλα εξασφαλίσει ένα ασφαλές καταφύγιο, μια σταθερή βάση για να επιστρέφει όποτε ήθελε. Ένα καταφύγιο, κι έναν άντρα παθιασμένο μαζί της και πάμπλουτο. Τα αδέλφια μου κι εγώ ήμασταν απλώς δυσάρεστες εκπλήξεις, προσωρινά εμπόδια στην πραγματοποίηση του ονείρου της. Και ειδικά εγώ, φαντάζομαι. Το γιατί ο Σίριλ μας δέχτηκε, μας ανέθρεψε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, και ανέχτηκε τη δική μου παρουσία –αυτό δε θα το μάθει ποτέ κανείς». Η Τες πήρε ανάσα κι ύστερα έκανε την ερώτηση που η ίδια θεωρούσε προφανή, αλλά που, ολοφάνερα, κανείς από τους αδελφούς Μπλάκθορν δεν είχε σκεφτεί μέχρι σήμερα να θέσει. «Γιατί δεν τον ρωτάτε;» Ο Τζακ σταμάτησε μπροστά στον καναπέ και την κοίταξε. «Μα βέβαια. Τι απλό! Να τον ρωτήσουμε. Ευχαριστούμε για την πρόταση, αλλά όχι. Αυτό δε θα το κάνουμε ποτέ». «Για ετεροθαλή αδέλφια, πάντως, έχετε ένα πολύ δυνατό βασικό χαρακτηριστικό που σας συνδέει. Την περηφάνια». «Περηφάνια; Οι μπάσταρδοι δεν έχουν δικαίωμα στην περηφάνια.


Ομολογουμένως, πάντως, του Σίριλ του οφείλουμε κάτι. Τη δική του, αν θέλεις, περηφάνια. Αν ήθελε να μάθουμε κάτι, θα μας το είχε πει από μόνος του». Πραγματικά, οι άντρες ήταν τόσο... χοντροκέφαλοι. Η Τες κατέβασε τα πόδια της και σηκώθηκε από τον καναπέ, αποφασισμένη να συνεχίσει αυτή τη συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο. «Δε σου πέρασε από το μυαλό ότι ίσως προσπαθεί να κάνει ακριβώς αυτό; Μου είπες ότι θέλει να σας μαζέψει και τους τρεις για να σας μιλήσει. Μπορεί να θέλει κάτι παραπάνω από το να ξεκαθαρίσει απλώς τα κληρονομικά. Ή μήπως γι’ αυτό ακριβώς αποφεύγεις να επιστρέψεις στο Μπλάκθορν; Επειδή δε θέλεις ν’ ακούσεις αυτά που έχει ο μαρκήσιος να πει; Επειδή φοβάσαι τι θα πει;» Ο Τζακ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Ξέρεις, πολλά μπορεί να πει κανείς για ένα όμορφο κεφάλι χωρίς περιεχόμενο». Τη φίλησε στο μέτωπο. «Κι αυτό θα σε παρακαλέσω να μην το πάρεις στραβά». «Προτιμώ να το πάρω ως παραδοχή της ορθότητας των λεγομένων μου», του είπε, παρατηρώντας ανακουφισμένη ότι ένα μέρος της έντασής του είχε αρχίσει να χαλαρώνει. Η Τες δε θ’ αργούσε να γνωρίσει την Άντελεϊντ και το μαρκήσιο. Δεν ήθελε να σχηματίσει γνώμη πριν γίνει αυτό, μέχρι στιγμής, όμως, δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι η ζυγαριά της συμπάθειάς της έγερνε προς το μαρκήσιο. Απ’ ότι φαινόταν, ο τρόπος που δούλευε το μυαλό της Άντελεϊντ είχε ανησυχητική ομοιότητα με τον τρόπο που δούλευε το μυαλό του πατέρα της. Η μητέρα του Τζακ ήταν μια γυναίκα χωρίς συνείδηση. Ο Τζακ της έδωσε μια παιχνιδιάρικη ξυλιά στα μαλακά πριν περάσει το μπράτσο του γύρω από τη μέση της και την οδήγησε προς την πόρτα. «Θα το έχω υπόψη μου αυτό. Πρέπει να φύγω τώρα, να συναντήσω τον Ντίκι και τον Γουίλ για να οριστικοποιήσουμε τα σχέδιά μας για αύριο, αλλά θα γυρίσω σε καμιά ώρα. «Μόνος σου θα πας; Δεν μπορώ να έρθω μαζί σου;» Θα της έλεγε όχι –


ήταν φανερό. «Είναι πατέρας μου, Τζακ. Κι ίσως να μπορέσω να προσθέσω κάτι στη συζήτηση, ειδικά αν, όπως είπες, σκοπεύεις να τους αποπροσανατολίσεις». Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και, βλέποντάς τον να χαμογελάει, τον κοίταξε ερωτηματικά. «Τι σημαίνει αυτό το χαμόγελο; Πιστεύεις ότι δεν μπορώ να βοηθήσω;» «Όχι, για την ακρίβεια, ίσως η ιδέα σου να μην είναι κακή. Ιδιαίτερα αν πάρει κανείς υπόψη του τη γνώμη τους για σένα». Ναι, τελικά, αυτό το χαμόγελο του Τζακ δεν της άρεσε καθόλου. «Και τι γνώμη έχουν δηλαδή για μένα;» «Μάλλον σε θεωρούν ανόητη». «Τι με θεωρούν; Γιατί να πιστεύουν κάτι τέτοιο;» «Υποθέτω επειδή τους οδήγησα τεχνηέντως σ’ αυτό το συμπέρασμα». Η Τες το σκέφτηκε για μια στιγμή. «Α, εντάξει», είπε μετά, «αυτό το καταλαβαίνω. Τι πρέπει να κάνω λοιπόν; Ν’ αρχίσω να σας παρακαλάω και τους τρεις με δάκρυα στα μάτια να δείξετε έλεος στο γέρο, άρρωστο, ξεμωραμένο πατέρα μου και να τον αφήσετε να γυρίσει στην κόρη του που τον λατρεύει. Ή να προσποιηθώ την ανόητη; Να κάνω ότι δεν καταλαβαίνω γιατί γίνεται τόση φασαρία γύρω απ’ το θέμα;» «Ξέρουν για μας. Ή, τουλάχιστον, νομίζουν ότι ξέρουν». «Αλήθεια;» Η Τες ευχαρίστησε μ’ ένα νεύμα τον Γουόντσγουορθ, ο οποίος είχε συγκεντρώσει με κάποιο μαγικό, ανεξιχνίαστο τρόπο το πουγκί, το μπονέ και τα γάντια της, και τώρα της τα έδινε. «Πράγμα που σημαίνει ότι ξέρουν και για τον Ζακ. Δε νομίζω ότι μου αρέσει αυτό. Όχι αν ο ένας απ’ αυτούς ήταν ο πληροφοριοδότης του μπαμπά». «Με συγχωρείτε, κύριε», είπε ο Γουόντσγουορθ δίνοντας στον Τζακ το ημίψηλο και τα γάντια του. «Μήπως θα μπορούσα να σας πω κάτι;» «Ετοιμάζεσαι να υπαναχωρήσεις, Γουόντσγουορθ;» Ο στρατιώτης που είχε γίνει μπάτλερ στάθηκε προσοχή και πρόταξε περήφανα το στήθος του.


«Ποτέ, κύριε!» είπε, όχι χωρίς κάποια υπεροψία, η οποία, ωστόσο, σύντομα μετατράπηκε σε ικεσία: «Αλλά, κύριε... αυτοί οι ξένοι τύποι... κύριε;» «Απαραίτητοι για την αποστολή, Γουόντσγουορθ», είπε ο Τζακ καθώς η Τες έσκυβε το κεφάλι για να κρύψει το χαμόγελό της, κι άρχισε να βάζει τα γάντια της. «Μάλιστα, κύριε», είπε ο μπάτλερ με μια μικρή υπόκλιση. «Αυτό είπε και ο κύριος Πουκ ότι θα λέγατε. Θα γίνει όπως επιθυμείτε». «Είσαι καλός στρατιώτης, Γουόντσγουορθ». Ο Τζακ χτύπησε τον μπάτλερ στον ώμο κι ύστερα πρόσφερε το μπράτσο του στην Τες, κλείνοντάς της το μάτι. «Φρόντισε, παρακαλώ, να ετοιμαστεί η κλειστή άμαξα. Να μας περιμένει στους στάβλους σε δεκαπέντε λεπτά». Η Τες σήκωσε τις φούστες της κι άρχισε να κατεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο, μη μπορώντας να συγκρατήσει άλλο τα γέλια της. «Τον κακομοίρη τον Γουόντσγουορθ! Δεν μπορούσες να του δώσεις το ρόλο του Εγγλέζου τζέντλεμαν;» «Όχι. Αν ο Σιντζόν σκοπεύει να εκμεταλλευτεί την αγγελία του για να γεμίσει την αίθουσα του πλειστηριασμού με αρκετούς Εγγλέζους τζέντλεμεν ώστε το πράγμα να μπερδευτεί αν χρειαστεί να καταφύγει κάποιος απ’ όλους στη βία, τότε θέλω να ξέρει ότι ο Νέιμπομπ*** είναι ο δικός μου άνθρωπος. Δε νομίζω ότι θα υπάρχει άλλος τέτοιος εκεί μέσα». «Εξ ου και το Μπ στο βουλοκέρι», είπε η Τες καθώς άρχιζαν να περπατούν στο πλακόστρωτο. «Πιστεύεις πραγματικά ότι, αν χρειαστεί, ο πατέρας μου σκοπεύει να χρησιμοποιήσει αθώους ανθρώπους σαν ασπίδα προστασίας;» **** Nabob: Ινδός ή Ευρωπαίος που απέκτησε μεγάλη περιουσία μέσω της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του στην Ινδία ή άλλη χώρα της Ανατολής. (Σ.τ.Μ.) «Δεν υπάρχουν αθώοι άνθρωποι», της είπε ο Τζακ, με ύφος φαινο-


μενικά άνετο, παρ’ ότι η Τες ήξερε ότι είχε ήδη καταγράψει νοερά όλους όσοι κυκλοφορούσαν εκείνη τη στιγμή στην πλατεία. «Αυτό με δίδαξε ο Σιντζόν, και πιστεύω ότι σε δίδαξε ακριβώς το ίδιο». «Ναι, έτσι είναι. Τζακ...» άρχισε, μη θέλοντας να καταστρέψει αυτό που μέχρι στιγμής ήταν μια ζωηρή αλλά φιλική συζήτηση. «Φοβάμαι ότι υπάρχει κάτι που δεν το έχεις σκεφτεί. Τι θα γίνει αν... αν αυτός που κυνηγάει ο μπαμπάς δεν είναι ο Τσιγγάνος; Αν, απλώς, αυτό θέλει να πιστεύουμε; Αν... αν ο στόχος του είσαι εσύ; Αν είναι έτσι, το μόνο που θα καταφέρεις μεταμφιέζοντας τον καημένο τον Γουόντσγουορθ σε πλούσιο Ινδό θα είναι να τον μετατρέψεις επίσης σε στόχο». Για μια στιγμή, η Τες ένιωσε το σώμα του να σφίγγεται δίπλα της, το βήμα του όμως παρέμεινε σταθερό. Συνέχισαν να κατευθύνοντα προς τα εκεί όπου ο Τζακ είχε επιλέξει να συναντήσει τους... όχι, δεν μπορούσε να τους αποκαλέσει φίλους του. Ο Τζακ δεν είχε φίλους. Κάνοντας ότι έκανε, δεν μπορούσε να έχει φίλους. «Ενδιαφέρουσα θεωρία», της είπε ήρεμα. «Τι σ’ έκανε να τη σκεφτείς;» «Ο Ζακ», του είπε αναστενάζοντας. «Ο μπαμπάς τον λατρεύει, πέρα από κάθε λογική. Τι θα γινόταν αν επέστρεφες; Αν τον έβλεπες, αν μάθαινες την ύπαρξή του; Δεν ξέρεις πόσο συχνά μου έλεγε ότι, αν γινόταν κάτι τέτοιο, θα τον έπαιρνες από κοντά μας. Κι ενώ γνωρίζει ότι δεν μπορεί να σε νικήσει αν τύχει να πιαστείτε στα χέρια, ανέκαθεν πίστευε ότι είναι πολύ καλύτερος στους ελιγμούς από σένα. Από τον οποιονδήποτε. Ξέρω ότι τον θεωρείς άκαρδο, ότι πιστεύεις πως δεν αγαπάει κανέναν, και, ως κόρη του που είμαι, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω, αλλά είναι γεγονός ότι λατρεύει τον Ζακ». «Άλλη μια θεωρία, και κλείσαμε την ντουζίνα... Εντάξει, θα το σκεφτώ. Να όμως που φτάσαμε...» Η Τες σήκωσε το κεφάλι και είδε ένα αρχοντικό μικρότερο από αυτό απ’ όπου είχαν μόλις φύγει, σίγουρα όμως εξίσου εντυπωσιακό. «Πολύ όμορφο. Σε ποιον ανήκει;» «Στον Σίριλ. Ο σχεδόν εξωφρενικός πλούτος του προέρχεται και από τους δύο γονείς του, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου είμαι βέ-


βαιος ότι θα κληροδοτηθεί σε κάποιον μακρινό, ευγνώμονα συγγενή. Συνήθως, αυτό το σπίτι το ενοικιάζει για τη Σεζόν, φέτος όμως γίνονται κάτι ανακαινίσεις και είναι άδειο. Ο Γουόντσγουορθ ήρθε νωρίτερα και ξεκλείδωσε την πόρτα. Είμαι βέβαιος ότι ο Γουίλ και ο Ντίκι μας περιμένουν μέσα. Πάμε;» Η Τες κοίταξε την επιβλητική πρόσοψη και κατένευσε. «Μετά χαράς, κύριε». Το πόμολο άνοιξε εύκολα και, δευτερόλεπτα αργότερα, οι δυο τους βρέθηκαν σ’ ένα μεγάλο χολ. Καλύμματα για τη σκόνη ήταν ριγμένα σε όλα τα αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένου του θηριώδους κρυστάλλινου πολυελαίου που κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια τους. «Εσύ είσαι, Τζακ;» «Ντίκι», είπε χαμηλόφωνα ο Τζακ, κι ύστερα ύψωσε την ένταση της φωνής του. «Τον Άγιο Βασίλη περίμενες; Είσαι κι εσύ εδώ, Γουίλ;» Ένας ψηλός ξανθός άνδρας βγήκε από τη δίφυλλη πόρτα που μάλλον οδηγούσε στη μικρή αίθουσα υποδοχής –ένα χώρο προορισμένο για τους κοινωνικά κατώτερους επισκέπτες, όσους δεν άξιζαν ν’ ανέβουν τη γυριστή σκάλα και να γίνουν δεκτοί στο κυρίως σαλόνι του πρώτου ορόφου. Ο Γουίλ Μπράουνινγκ ήταν ιδιαίτερος τύπος. Λεπτός, με φαρδιούς ώμους και άψογο ντύσιμο φορούσε ένα χαμόγελο που δεν έφτανε ακριβώς ως τα μάτια του. «Α, και βλέπω ότι δεν ήρθες μόνος –ε, Τζακ; Η λαίδη Θέσαλι, να υποθέσω;» Ο Γουίλ πραγματοποίησε μία εξαιρετική υπόκλιση. «Je suis enchanté, ma dame, votre domestique humble». «Vous êtes top aimable, monsieur Μπράουνινγκ», απάντησε η Τες, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση μέσω της οποίας αναγνώριζε μεν τη φιλοφρόνησή του, αλλά δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφιβολίας ως προς την κοινωνική ανωτερότητά της. Αντίθετα με τον Μπράουνινγκ, η Τες ανήκε στις τάξεις της αριστοκρατίας, παρ’ ότι ο τίτλος της δε συνοδευόταν πια από τα αντίστοιχα οικονομικά προνόμια. «Και τώρα, υποθέτω ότι θα έχετε την καλοσύνη να μου προσφέρετε μία θέση σε τούτο


το παράξενο μέρος που φαίνεται να είναι γεμάτο φαντάσματα». «Γοητευτική, απίστευτα γοητευτική», είπε ο Γουίλ στον Τζακ καθώς οι τρεις τους έμπαιναν στο μικρό σαλόνι, όπου ο Ντίκι Κάρστερς είχε απλώσει την αρίδα του σε μια πολυθρόνα δίπλα σ’ ένα μικρό τραπέζι, ρίχνοντας τεμπέλικα δυο ζάρια απ’ τη μια παλάμη του στην άλλη. Από το ύφος του, η Τες υπέθεσε ότι αυτή η τελευταία ζαριά δεν του είχε βγει. Μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της, ο Ντίκι τινάχτηκε πάνω, ρίχνοντας τα ζάρια στο πάτωμα, και οι συστάσεις ολοκληρώθηκαν. Ο Ντίκι τράβηξε το κάλυμμα ενός μικρού καναπέ με καμπυλωτή πλάτη και υποκλίθηκε στην Τες, όσο ο Τζακ και ο Γουίλ κάθονταν στις καρέκλες του τραπεζιού περιμένοντάς τον τρίτο της παρέας. Και έπειτα κι απ’ αυτό, την αγνόησαν και οι τρεις τους κι άρχισαν να συζητούν όλα όσα είχαν συμβεί μέχρι στιγμής, καθώς και το τελικό σχέδιό τους για το μεσημέρι της επομένης. Η Τες καθόταν ήσυχη ήσυχη και τους παρακολουθούσε, φορώντας ένα ανέκφραστο ύφος το οποίο την έκανε να φαίνεται τόσο ανόητη όσο θεωρούσαν ο Γουίλ και ο Ντίκι ότι ήταν. Τόσο χαζή, που να μην μπορεί καν να βαρεθεί. Έπαιξε με τα γάντια της. Έστρωσε τα μαλλιά της. Κοίταξε, με ανοιχτό το στόμα, το μικρότερο πολυέλαιο αυτού του δωματίου, τυλιγμένο στο προσωρινό σάβανό του. Κι ύστερα, ακριβώς τη στιγμή που ο Τζακ έσπρωχνε πίσω την καρέκλα του σηματοδοτώντας έτσι τη λήξη της σύντομης σύσκεψής τους, η Τες μίλησε. «Δε θα τον σκοτώσετε –έτσι δεν είναι;» ρώτησε, με το κάτω χείλος της να τρέμει. «Είναι γέρος, και πολύ άρρωστος. Εξασθενημένος – καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Une faiblesse dans son cerveau. Μια αδυναμία μέσα στο μυαλό του, ναι;» Ο Τζακ αναστέναξε ηχηρά, σαν να ήταν η εκατοστή φορά που άκουγε τα συγκεκριμένα επιχειρήματα. «Λαίδη Θέσαλι, αυτά τα έχουμε συζητήσει. Το μόνο που ευελπιστούμε είναι να τον βρούμε και να σας τον επιστρέψουμε σώο και αβλαβή. Κινδυνεύει όσο κυκλοφορεί μό-


νος του. Γνωρίζετε τα αισθήματα που τρέφω για τον αγαπητό πατέρα σας, καθώς και το σεβασμό και την εκτίμηση της κυβέρνησής μας για τις υπηρεσίες του». «Έτσι λέτε, έτσι λέτε... Εσείς, κύριε Μπράουνινγκ, συμφωνείτε; Έχω... λόγους να μην εμπιστεύομαι τον κύριο Μπλάκθορν». «Ναι, έμαθα για το παιδί –θέλω να πω, κατανοώ τις επιφυλάξεις σας, λαίδη μου. Σας βεβαιώ όμως ότι ο Τζακ μπορεί να είναι κάπως... τραχύς –αν μπορώ να τον χαρακτηρίσω έτσι–, αλλά γνωρίζει τις διαταγές του, εξίσου καλά μ’ εμάς. Δε θα πειράξουμε ούτε τρίχα από το κεφάλι του ηλικιωμένου πατέρα σας. Αν το επιθυμείτε, όμως, είμαι πρόθυμος να συνοδεύσω αυτή τη δήλωση δίνοντάς σας το λόγο της τιμής μου ότι έτσι θα γίνει, όπως είμαι βέβαιος ότι θα κάνει και ο κύριος Κάρστερς. Σας ικανοποιεί αυτό;» Ο Ντίκι Κάρστερς δεν είπε τίποτα. Οι άκρες των αυτιών του, ωστόσο, έγιναν κόκκινες σαν το παντζάρι. *** Η Τες σηκώθηκε, αναγκάζοντας και τους τρεις κυρίους να κάνουν το ίδιο. «Υποθέτω ότι θα πρέπει να μείνω ήσυχη. Πολύ καλά λοιπόν. Κύριε Μπλάκθορν; Μου υποσχεθήκατε μια βόλτα στα μαγαζιά Καλή σας μέρα, κύριοι». «Μην ξεχνάτε», είπε ο Τζακ καθώς προχωρούσαν προς το χολ, «ότι το μόνο που πρέπει να κάνετε είναι να παρακολουθήσετε και να ακολουθήσετε. Κι ύστερα, αύριο το απόγευμα στις εφτά, να μου δώσετε εδώ την αναφορά σας». «Σαν διαταγή ακούστηκε αυτό, και ομολογώ ότι δε μου άρεσε», είπε αναστενάζοντας ο Γουίλ. «Συμφωνήσαμε και οι τρεις με το σχέδιο. Δεν υπάρχει λόγος για διαταγές». «Ζητώ συγνώμη. Απλώς, θέλω να τελειώνουμε μ’ αυτή την υπόθεση – να γυρίσει και η λαίδη στη βάση της. Μας περιμένει μια νέα αποστολή στο Καλαί, και ανυπομονώ να ξεκινήσουμε».


«Ένας ακόμα διάπλους της Μάγχης», είπε ο Ντίκι, με μάλλον αξιοθρήνητο ύφος. «Πριν καλά καλά συνέλθω από κείνο το μπουρίνι που μας βρήκε την τελευταία φορά... Καλή ημέρα και σ’ εσάς, λαίδη μου. Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία». Η Τες τον κοίταξε όλο νάζι. «Όχι, καθόλου δεν χαρήκατε. Είμαι ανεπιθύμητος μπελάς, και το ξέρω, αφού ο κύριος Μπλάκθορν έχει κάνει ότι περνάει από το χέρι του για να το εμπεδώσω. Σας ευχαριστώ, ωστόσο, για το ευγενικό ψέμα σας, κύριε Κάρστερς». Ένα ακόμα λεπτό εξευγενισμένης και κενής περιεχομένου κολακείας από μέρους του Γουίλ Μπράουνινγκ, κι ύστερα, η Τες και ο Τζακ ξαναβρέθηκαν έξω. Όπως είχε συμφωνηθεί, ο Ντίκι και ο Γουίλ θα περίμεναν δέκα λεπτά ακόμα, κι ύστερα θα έφευγαν κι εκείνοι απ’ το σπίτι. «Πρέπει να είναι ο Μπράουνινγκ», είπε η Τες με βεβαιότητα καθώς κατευθύνονταν ξανά προς το αρχοντικό των Μπλάκθορν... προς το μεγαλύτερο από δύο αρχοντικά των Μπλάκθορν. Το πώς ήταν δυνατόν κάποιος τόσος πλούσιος να είναι ταυτόχρονα και τόσο αφελής –ακόμα και ανόητος–, η Τες δεν μπορούσε να το διανοηθεί. «Και οι λόγοι σου γι’ αυτό το συμπέρασμα;» ρώτησε ο Τζακ στρίβοντας στο στενό που υπήρχε ανάμεσα σε δύο ψηλά κτίρια και που θα τους έβγαζε κατευθείαν στους στάβλους του αρχοντικού. «Ο Κάρστερς δεν είναι ικανός να πει ψέματα. Ούτε με λόγια ούτε με πράξεις. Ο μπαμπάς δε θα εμπιστευόταν ποτέ τα μυστικά του σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο. Ο Μπράουνινγκ πρέπει να είναι. Απ’ ότι φαίνεται, ο Κάρστερς σε συμπαθεί, παρ’ ότι δε νιώθει καλά γι’ αυτό, αφού η συμπάθειά του προς το πρόσωπό σου εκνευρίζει τον Μπράουνινγκ. Και ο Μπράουνινγκ εκνευρίζεται γιατί σε απεχθάνεται». «Και με απεχθάνεται επειδή δεν αντέχει να παίρνει διαταγές από έναν μπάσταρδο», συναίνεσε ο Τζακ. «Και μια που το ’φερε ο λόγος, συγχαρητήρια για την ερμηνεία σου. Παραλίγο να με πείσεις ότι το κεφάλι σου είναι γεμάτο άχυρα –για να το θέσω επιεικώς. Ο Γουίλ μάλλον πιστεύει ότι είναι γεμάτο αέρα κοπανιστό».


«Ευχαριστώ. Πού πάμε τώρα;» «Αφού δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε μέχρι αύριο, όσο πιο μακριά από όλα αυτά κατάφερα να σκεφτώ να πάμε», είπε καθώς γύριζαν προς τ’ αριστερά για να δουν τη μικρή διθέσια άμαξα να περιμένει έξω από τους στάβλους, με τα άλογα ζεμένα και τον οδηγό στη θέση του. Ο Τζακ τη βοήθησε να μπει κι ύστερα κάθισε κι εκείνος δίπλα της. «Ώστε θα πάμε ως την άκρη της γης και θα έχουμε γυρίσει μέχρι αύριο το μεσημέρι;» «Πώς είπες; Α, κατάλαβα, αστείο έκανες... και μάλιστα, όχι και τόσο καλό. Όχι, Τες. Δε θα χρειαστεί να φτάσουμε τόσο μακριά. Πάμε σ’ ένα πανηγύρι στο Σπίταλσφιλντς. Σίγουρα δε θα είναι τόσο επεισοδιακό όσο αυτό του Αγίου Βαρθολομαίου, αλλά μάλλον θα μας βοηθήσει να ξεχαστούμε. Αρκεί να μην αναφέρεις τον Σιντζόν και τον Τσιγγάνο. Αυτό θα πρέπει να μου το υποσχεθείς. Αιφνιδιασμένη, ενθουσιασμένη, η Τες τον κοίταξε γλιστρώντας το χέρι της στο δικό του. Ξαφνικά, ο Τζακ φαινόταν πολύ νέος –νέος και λίγο αμήχανος, πράγμα που η Τες δυσκολευόταν να ερμηνεύσει, αφού ανέκαθεν πίστευε ότι ο Τζακ δεν ερχόταν ποτέ σε αμηχανία. «Αυτό μάλλον θα το καταφέρω. Και ίσως, μάλιστα, να μπορέσω να το καταφέρω καλά».


Κεφάλαιο 11 Ο Τζακ κοίταζε την Τες να παρακολουθεί την παράσταση με πρωταγωνιστές τον Παντς και την Τζούντι, σ’ ένα κουκλοθέατρο στημένο στην καρότσα ενός κάρου. Φαινόταν κυριολεκτικά συνεπαρμένη, πράγμα που έκανε τον Τζακ να σκεφτεί ότι ούτε ο Ζακ δε θα μαγευόταν τόσο. Η Τες δεν είχε πάει ποτέ της σε πανηγύρι, πράγμα που δεν έκανε εντύπωση στον Τζακ, αφού ο Σιντζόν σίγουρα θεωρούσε τα πανηγύρια πολύ κατώτερη διασκέδαση. Ωστόσο, στη διάρκεια των εξήντα περίπου λεπτών που βρίσκονταν εκεί, η Τες είχε αναπληρώσει και με το παραπάνω αυτό το κενό των παιδικών της χρόνων. Είχε φάει μια κρεατόπιτα, γελώντας και γλείφοντας τα δάχτυλά της καθώς τα ζουμιά έτρεχαν πάνω τους, καταλήγοντας τελικά να διπλωθεί σχεδόν στα δύο για να την τελειώσει χωρίς να λερώσει το φόρεμά της. Ο Τζακ είχε σκουπίσει με φιλιά το πιγούνι της. Εκείνη είχε γελάσει. Κι εκείνος είχε γελάσει. Ήταν όλα τόσο... παράξενα. Οι δυο τους ήταν πάντα τόσο σοβαροί. Αφοσιωμένοι στην τέχνη τους. Και η φλόγα του σαρκικού έρωτά τους δυνατή, με ελάχιστο χώρο για οτιδήποτε άλλο πέρα από την επιθυμία, το πάθος... Ο υπεύθυνος γι’ αυτό ήταν μάλλον εκείνος. Εξετάζοντας το παρελθόν, ο Τζακ είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, στην πραγματικότητα, ήταν μάλλον μονοκόμματος. Μονόχνωτος και ακοινώνητος, φυλούσε με ζήλο τα μυστικά του, και –ναι, διάβολε!– την ντροπή του για την καταγωγή του, για όλα εκείνα που του είχε εκμυστηρευτεί η μητέρα του στα δέκατα όγδοα γενέθλιά του. Η Τες είχε δίκιο. Η μητέρα του τον είχε διώξει, κι εκείνος είχε φύγει. Επειδή δεν ήταν έτοιμος να μείνει. Επειδή δεν ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει κατάματα τον εαυτό του και να αισθανθεί αντάξιος του οτιδήποτε –και πολύ περισσότερο της αγάπης. Αλλά –ήμαρτον, Θεέ–, δεν


ήταν πια αυτός που ήταν πριν από τέσσερα χρόνια. Τότε ήταν ένα θυμωμένο και συχνά ριψοκίνδυνο πλάσμα, με δίψα για περιπέτεια, και για τον ίλιγγό της. Ήταν νέος, παρορμητικός. Και πίστευε ότι είχε αφοσιωθεί σ’ έναν υψηλό σκοπό, πολύ υψηλότερο από τον ίδιο. Η Τες ήταν ένα κομμάτι της ζωής του, αλλά μόνο ένα κομμάτι. Δεν ήταν έτσι τώρα, όχι τώρα που του είχε δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία να διορθώσει τα παλιά λάθη. Ανάθεμα τον Σιντζόν που τους είχε ρίξει όλους στην καρδιά αυτού του παράξενου, επικίνδυνου παιχνιδιού. Και ο Θεός να τον ευλογεί που, χωρίς να το θέλει, είχε αναγκάσει τον παλιό μαθητή του να μάθει ένα τελευταίο, πολύτιμο μάθημα: δεν είναι αδυναμία ν’ ανοίγεις την καρδιά σου. Η κουρτίνα έκλεισε κρύβοντας τις ξύλινες μαριονέτες που παραλίγο να διαλυθούν χτυπώντας η μια την άλλη με τα μικροσκοπικά ρόπαλά τους, και η Τες χειροκρότησε ενθουσιασμένη, σκουντώντας ταυτόχρονα τον Τζακ με τον αγκώνα της. Ένα μικρό αγόρι τούς είχε πλησιάσει, με το καπέλο του στο χέρι, ζητώντας τους να δείξουν με κάτι πιο χρήσιμο από το χειροκρότημα την εκτίμησή τους για την παράσταση. «Τουλάχιστον δίπενο», τον παρότρυνε χαμηλόφωνα. «Ήταν πολύ καλοί, αν εξαιρέσεις ότι έσπασαν τα σκοινιά του Παντς την τελευταία φορά που του επιτέθηκε η Τζούντι. Τι θα δούμε τώρα;» Ο Τζακ της πρόσφερε το μπράτσο του κι εκείνη πέρασε το δικό της στον αγκώνα του. Κοίταξε γύρω του, γνωρίζοντας ότι είχαν ήδη δει τα περισσότερα από όσα είχε να προσφέρει το πανηγύρι, και πρόσεξε κάτι που προεξείχε πίσω από μια μικρή συστάδα δέντρων. «Έλα, κοριτσάκι, πάμε». «Απειλητικό ακούγεται», είπε η Τες, αλλά δε δίστασε ούτε στιγμή να τον ακολουθήσει καθώς άρχιζε να διασχίζει το στρωμένο με γρασίδι χωράφι. «Είναι στην τσέπη σου η σφυρίχτρα μου; Γιατί θα στενοχωρηθώ πολύ αν τη χάσω». «Η σφυρίχτρα σου, το γυαλισμένο κάρβουνό σου, η χάρτινη βεντά-


λια με το ζωγραφιστό κεφάλι της αγελάδας... και μια που το ’φερε ο λόγος, μπορείς να μου πεις τι το θέλεις αυτό;» «Η αγελάδα έχει πολύ γλυκά μάτια, και θα κάνει τον Ζακ να γελάει όταν θα κλείνω και θ’ ανοίγω τη βεντάλια... να τη η αγελάδα, πάει η αγελάδα... Και η σφυρίχτρα για τον Ζακ είναι, αν και φοβάμαι ότι αυτό το τελευταίο θα το μετανιώσω κάποια στιγμή. Ω! Τι είναι αυτό;» Με μάτια ανοιγμένα διάπλατα και το στόμα ανοιχτό, η Τες κοίταξε πάνω, κι ύστερα ξανά κάτω, τη μεγάλη κατασκευή που έμοιαζε με τεράστια ακτινωτή ρόδα, με δύο κρεμασμένες ξύλινες θέσεις. «Είναι ένα Άνω-Κάτω», της είπε ο Τζακ, «όπως πιστεύω ότι καταδεικνύει και η αντίδρασή σου. Κάθεσαι σε μια απ’ αυτές τις ξύλινες σανίδες, κρατιέσαι πολύ σφιχτά από πάνω μου, πράγμα που θεωρώ όφελος αντάξιο οποιουδήποτε τιμήματος, κι έπειτα μας σηκώνουν ψηλά σ’ αυτή τη ρόδα, πάνω απ’ τα δέντρα, για να μας ξανακατεβάσουν σε λίγο. Αυτό το κάνουμε όσες φορές θέλεις. Οι στριγκλιές ενθουσιασμού επιτρέπονται, αρκεί να μη στριγκλίζεις μέσα στ’ αυτί μου». «Ποτέ δεν στριγκλίζω!» Η Τες τον τραβούσε ανυπόμονα απ’ το μανίκι. «Πάμε, Τζακ, θα έχει τόση πλάκα!» Κρατιόταν από πάνω του καθώς το Άνω-Κάτω ξεκινούσε την ασταθή, κάθετη ανάβασή του, όταν όμως σταμάτησε στην κορυφή, με την ξύλινη θέση που αιωρούνταν από τα δυο –ευελπίστως– γερά σκοινιά, να ταλαντεύεται, η Τες τραβήχτηκε λίγο από την αγκαλιά του και γύρισε να κοιτάξει το τοπίο γύρω της. «Ω, κοίτα, Τζακ! Να ο Καθεδρικός του Αγίου Παύλου. Ο Άγιος Παύλος δεν είναι; Τον είχα δει κάποτε, ζωγραφιστό σ’ ένα φυλλάδιο που περιέγραφε τα αξιοθέατα του Λονδίνου. Ίσως και να μην είναι όμως». Πήρε το ένα χέρι της από το μπράτσο του και το τέντωσε δείχνοντας προς άλλη κατεύθυνση, μισογυρνώντας πάνω στη θέση. «Και να κι ο Τάμεσης. Τον βλέπεις, Τζακ; Μια κορδέλα μόνο, αλλά είναι εκεί. Και οι αγροί. Τι όμορφοι και τακτοποιημένοι που φαίνονται! Α, και να το...»


«Θα μπορούσες, ξέρεις, τουλάχιστον να προσποιηθείς ότι είσαι τρομαγμένη», τη διέκοψε ο Τζακ. «Συμπεριφορά που είναι και η αναμενόμενη. Για την ακρίβεια, αυτός είναι και ο σκοπός του Άνω- Κάτω. Αλλιώς γιατί νομίζεις ότι οι νεαροί επαρχιώτες ξοδεύουν τα σελίνια που με τόσο κόπο βγάζουν για ν’ ανεβάσουν τις κοπελιές εδώ πάνω; Κράτα με! στριγκλίζουν οι δεσποσύνες. Και οι νεαροί τις κρατάνε, και το μυώδες στέρνο τους πιέζεται πάνω στα απαλά στήθη των κοριτσιών. Και τα λοιπά». Τον κοίταξε, δήθεν σοκαρισμένη. «Α πα πα, κύριε Μπλάκθορν! Δεν είχα ιδέα ότι είστε τόσο συμφεροντολόγος!» «Όχι τόσο όσο ο φίλος μας εκεί κάτω, αυτός που γυρνάει τη ρόδα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να δει λίγο γυμνό αστράγαλο ή και κάτι παραπάνω», επισήμανε ο Τζακ γελώντας. «Ε, τότε, ντροπή του, και ντροπή σου επίσης! Άξιζε όμως τον κόπο, να δεις τον κόσμο από ψηλά», είπε, και τα μάτια της έλαμψαν. «Θέλω να πω, εντάξει, μπορείς να κοιτάξεις έξω από το παράθυρό σου, αλλά αυτό είναι διαφορετικό. Δε συμφωνείς; Είναι σαν να είμαστε μέρος του ουρανού. Πουλιά που πετούν ελεύθερα», πρόσθεσε, κλοτσώντας τα πόδια της, θέτοντας την ξύλινη θέση σε κίνηση, σαν κούνια. «Να εύχεσαι ο γιος μας να μην πήρε το ευαίσθητο στομάχι του από τον πατέρα του», είπε ο Τζακ καθώς σφιγγόταν πάνω της, κι έσφιγγε ακόμα περισσότερο το σκοινί με το άλλο χέρι του. «Σταμάτα το αυτό». «Ω, όχι! Μη μου πεις ότι ζαλίστηκες! Τζακ; Ω, κοίτα –εκεί! Τι είναι αυτό;» Το Άνω-Κάτω ξανάρχισε την κάθοδό του, ο Τζακ όμως είχε το χρόνο να κοιτάξει προς τα εκεί που του έδειχνε η Τες πριν ξανακατέβουν κάτω από το επίπεδο των κορυφών των δέντρων. «Μάλλον θηριοτροφείο πρέπει να είναι. Θέλεις να πάρουμε την άμαξα και να πάμε να ρίξουμε μια ματιά;» Τον κοίταξε σαν να του έλεγε δε φαντάζομαι να σκέφτεσαι ότι υπάρχει καμία πιθανότητα να πω όχι, κι ύστερα πέρασαν την υπόλοιπη μία ώρα θαυμάζοντας το θηριοτροφείο. Από την κούρνια του στο πάνω μέρος


του κλουβιού των ζώων, ένας κοκκινοπρόσωπος άνδρας με ασπροκόκκινη ριγέ βελάδα φώναξε ανά τακτά διαστήματα: «Περάστε, κόσμε! Περάστε να δείτε τη μεγαλύτερη συλλογή του Λονδίνου! Κυρίες μου και κύριοι, ελάτε να θαυμάσετε ζώα άγρια και υπέροχα, σπάνια και μεγαλειώδη, άγρια και θανάσιμα, όλα για τα δικά σας μάτια! Ελάτε να θαυμάσετε τον Λίο, το μεγαλειωδέστερο αρσενικό λιοντάρι που έχετε δει ποτέ, και τον Βρούτο, την αρσενική λεοπάρδαλη. Για μια πένα, κυρίες και κύριοι, θαυμάστε τον Έβενο, τον φοβερό και τρομερό πάνθηρα. Ακούστε το τρομακτικό γέλιο της ύαινας. Κι εδώ –η παμπόνηρη μοσχογαλή, και το πιο επικίνδυνο ζώο όλων, το ταπεινό τσακάλι. Ελάτε να δείτε, ελάτε να θαυμάσετε...» «Ελάτε να μυρίσετε», είπε ο Τζακ καθώς η Τες αναγκάστηκε να καλύψει γι’ άλλη μια φορά τη μύτη της με το μαντίλι που της είχε δώσει νωρίτερα ο Τζακ. «Νομίζω ότι ο φίλος μας ο Λίο έχει δύο δόντια, κι όσο για τη λεοπάρδαλη, ακόμα κι από δω μπορώ να μετρήσω τα πλευρά της». «Ναι, ξέρω», είπε η Τες γυρίζοντας αλλού. «Πολύ θλιβερό, ε; Τόσο όμορφα πλάσματα, να είναι φυλακισμένα έτσι». «Υπάρχουν πολλοί τρόποι φυλάκισης. Μερικά πολύ αποτελεσματικά κλουβιά δεν έχουν καν σίδερα». Ο Τζακ μόρφασε. «Με συγχωρείς. Εγώ ήμουν αυτός που ζητούσε να μη συζητήσουμε τίποτα σοβαρό στη διάρκεια αυτής της ανάπαυλας». «Κι εγώ αυτή που συμφώνησε, και εξακολουθεί να συμφωνεί, να μην το κάνουμε. Εγώ περνάω υπέροχα, Τζακ. Καταπληκτικά! Δεν είναι παράξενο, όμως; Έπρεπε να έρθω όλο το δρόμο ως το Λονδίνο για να δω αυτό που είναι η πιο κοινή διασκέδαση σε όλες τις μικρές πόλεις και τα χωριά της Αγγλίας. Νομίζω ότι η ζωή μου ήταν πολύ περιορισμένη, Τζακ –η ζωή που ζήσαμε με τον Ρενέ, κλεισμένοι διαρκώς στο κτήμα του πατέρα μου. Δεν το θέλω αυτό για τον Ζακ». «Ο Μπο, ο Πουκ κι εγώ σπάνια φεύγαμε από το Μπλάκθορν, παρ’ όλ’ αυτά, πηγαίναμε στα γύρω χωριά. Και παρ’ ότι αυτά τα τελευταία χρόνια έχω ταξιδέψει όσο λίγοι στον κόσμο, δε θα ήθελα να δει ο Ζακ ούτε


τα μισά απ’ όσα είδα». «Το κουκλοθέατρο θα του άρεσε. Κι εμένα θα μου άρεσε να τον βλέπω να το παρακολουθεί». «Τότε θα φροντίσουμε να τον πάμε να δει μια παράσταση», είπε ο Τζακ, ξαφνικά όμως κόμπιασε όταν άκουσε την Τες ν’ αναστενάζει. «Με συγχωρείς. Συμφωνήσαμε να κάνουμε καινούρια αρχή, και τώρα μιλάω σαν να έχω ήδη προεξοφλήσει τα πράγματα. Αλλά θα παντρευτούμε, Τες. ότι άλλο και να γίνει, θα παντρευτούμε. Ο γιος μου θα πάρει το όνομά μου, ακόμα κι αν εγώ δεν έχω κανένα δικαίωμα πάνω σ’ αυτό το όνομα». Περπάτησαν για λίγο σιωπηλοί, ώσπου η Τες ρώτησε: «Γιατί κράτησες το όνομα αφού δεν είσαι... θέλω να πω, όταν έμαθες ότι ο μαρκήσιος δεν είναι πατέρας σου; Όχι δηλαδή ότι το Μπλάκθορν δεν είναι περίεργο από μόνο του****. Και, στο κάτω κάτω, είναι τίτλος, όχι όνομα». «Γι’ αυτό θα πρέπει να ρωτήσεις την Άντελεϊντ, το πιθανότερο όμως είναι ότι μάλλον το διάλεξε για τους δικούς της λόγους, ή απλώς επειδή κανείς δεν της είπε ότι δεν μπορεί να το κάνει. Έτσι κι αλλιώς, πολύ σπάνια της λέει κάποιος τι να κάνει». Και η Τες αναστέναξε ξανά. Τελικά, μάλλον ήταν αδύνατον να αποφύγουν τις σοβαρές συζητήσεις. «Το Στέμμα θα κατασχέσει το κτήμα του πατέρα –έτσι δεν είναι; Ο Ζακ κι εγώ θα βρεθούμε στο δρόμο. Τώρα εξαρτόμαστε από σένα, Τζακ. Δε νομίζω ότι έχω πολλά περιθώρια επιλογών, σε οτιδήποτε απ’ αυτά. Αλλά αυτό το είχες ήδη καταλάβει. Σωστά;» Το ψέμα δεν ήταν επιλογή, όχι με την Τες. «Όχι, δε νομίζω πως έχεις. Αν και είμαι σίγουρος ότι ο Σιντζόν έχει προετοιμαστεί γι’ αυτή την πιθανότητα. Γι’ αυτή τη βεβαιότητα, θα έπρεπε να πω. Ξέρει ότι ξεπέρασε τα όρια με τον Λίβερπουλ και την παρέα του. Το σκέφτηκα χτες βράδυ. Μπορεί να πήρε μαζί του τη Μάσκα της Ίσιδας επειδή είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της συλλογής του, και το πιο πολύτιμο επίσης. Ακόμα κι αν όλα αυτά τα περίπλοκα σχέδιά του δεν οδηγήσουν πουθε***** Blackthorn: Μαυραγκάθι. (Σ.τ.Μ.)


νά, θα εξακολουθεί να έχει στην κατοχή του τη μάσκα, την οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει για να εξασφαλίσει τη διαβίωση των τριών σας. Κάπου, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Τες; Τι συμβαίνει;» «Και θ’ αφήσει πίσω του τα πάντα; Όλα αυτά για τα οποία πέθανε ο Ρενέ; Γιατί, ότι και να λέει ο πατέρας μου, Τζακ, ο αδελφός μου έδωσε τη ζωή του γι’ αυτή την καταραμένη συλλογή». «Μην ξεχνάς ότι, φεύγοντας από τη Γαλλία, είχε αναγκαστεί ν’ αφήσει εκεί τη συλλογή του. Πράγμα που δεν τον εμπόδισε να ξεκινήσει μια καινούρια εδώ, στην Αγγλία. Μόνο για αναποφασιστικότητα δεν μπορείς να τον κατηγορήσεις τον πατέρα σου. Απλώς, θα ξεκινήσει από την αρχή». Η Τες κούνησε αρνητικά για το κεφάλι. «Όχι, Τζακ. Παραείναι γέρος γι’ αυτό. Έκανε την επιλογή του. Λίγα χρόνια ακόμα να κοιτάζει τους κρυμμένους θησαυρούς του πριν πεθάνει, ή λίγα χρόνια ακόμα ζωής με τον Ζακ, κάπου αλλού. Σου είπα: το παιδί το αγαπάει με πάθος. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο γιος μας είναι η νέα του εμμονή». Αυτή η δήλωση έκανε τις γροθιές του Τζακ να σφιχτούν. Δικός μου. Η Τες κάρφωσε το βλέμμα της στο κενό: ήταν ολοφάνερο ότι συγκεντρωνόταν σε κάτι, σε κάποια σκέψη που γύριζε στο μυαλό της. «Ακόμα κι ο μπαμπάς, όμως, δε θα ζήσει για πάντα. Το ξέρει αυτό. Το πιθανότερο είναι ότι δε θα ζήσει αρκετά για να δει τον Ζακ να ενηλικιώνεται. Τι να κάνει, λοιπόν... τι να κάνει...» «Να βρει έναν τρόπο να με φέρει πίσω, υποθέτω», είπε ο Τζακ, προσπαθώντας κι εκείνος να σκεφτεί όπως ο πιο ανατρεπτικά έξυπνος και παρ’ όλ’ αυτά ασυνείδητος άνθρωπος που είχε γνωρίσει στη ζωή του. «Θέλει να βγει ο Τσιγγάνος απ’ τη μέση, με κάθε τίμημα –αυτό τουλάχιστον είναι ξεκάθαρο. Κι εγώ είμαι το εργαλείο που διάλεξε γι’ αυτή τη δουλειά. Για ποιον άλλο λόγο όμως να με διαλέξει; Σίγουρα όχι για να δω τον Ζακ και να τον απομακρύνω από κοντά του, πράγμα που θα περίμενε ο κάθε λογικός άνθρωπος να κάνω».


«Ο μπαμπάς είναι απόλυτα λογικός». Ο Τζακ την κοίταξε, με την καρδιά του ξαφνικά να βροντοχτυπάει, την ανάσα του να βγαίνει λαχανιασμένη. «Ναι, και βέβαια είναι. Ή τόσο απόλυτα παράλογος, που να φαίνεται λογικός». Άρπαξε την Τες απ’ το μπράτσο. «Πάμε». Ο Τζακ σχεδόν την έσυρε προς την κατεύθυνση της άμαξας, προχωρώντας τόσο γρήγορα, που η Τες αναγκάστηκε τελικά να σηκώσει τις φούστες της και ν’ αρχίσει να τρέχει μαζί του. «Τι; Τι σκέφτηκες; Για τον Ζακ πρόκειται; Τζακ! Απάντησέ μου! Για τον Ζακ πρόκειται;» Ο Τζακ την ανέβασε στην άμαξα και γάβγισε στον αμαξά τη διαταγή να επιστρέψει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο σπίτι της πλατείας Γκρόβενορ. «Ξεκίνα τώρα, άνθρωπέ μου. Και βγάλε απ’ τη μέση όποιον βρεθεί στο δρόμο σου!» συμπλήρωσε και μπήκε όπως όπως στο εσωτερικό της άμαξας τη στιγμή που ο αμαξάς ξεκινούσε. «Θεέ μου, Τζακ! Τον πήρε. Αυτό δε σκέφτηκες; Ο πατέρας μου πήρε τον Ζακ!» Ο Τζακ πήρε τα χέρια της στα δικά του. «Σκέφτεσαι κανέναν καλύτερο τρόπο για να εξασφαλίσει τη συνεργασία μου –και το ότι θα φροντίσω να μείνει ζωντανός; Διαφορετικά, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να βρούμε το γιο μας; Ο Πουκ, όμως, θα τον δυσκολέψει –τον Σιντζόν ή όποιον άλλον έβαλε να απαγάγει το γιο μας. Χριστέ μου! Έστειλα τον αδελφό μου στο θάνατό του;» *** Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής προς την πλατεία Γκρόβενορ, η Τες καθόταν γερμένη μπροστά, λες και έτσι θα μπορούσε να κάνει τις ρόδες της άμαξας να κυλήσουν πιο γρήγορα, κρατημένη γερά από τη χειρολαβή καθώς ο αμαξάς ελισσόταν μέσα στην αυξανόμενη κίνηση των δρόμων του Λονδίνου, προσπαθώντας να αποφύγει άλλες άμαξες, καρότσια και κάρα. Ζακ... Ζακ... Ζακ... Κάθε χτύπος των οπλών των αλόγων φαινόταν να βροντοφωνάζει το όνομά του. Και κάθε χτύπος της καρδιάς της επίσης.


Ο Τζακ δεν έκανε λάθος. Η Τες το ήξερε, όσο κι αν δεν το ήθελε. Όσο κι αν θα ήθελε να του πει ότι ο πατέρας της δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Σ’ εκείνη, την ίδια του την κόρη. Τέσσερις ώρες. Είχαν φύγει εδώ και τέσσερις ολόκληρες ώρες. Πώς θα τους προλάβαιναν; Θα περίμενε άραγε ο πατέρας της ωσότου η άμαξα με τον Ζακ βγει στην ύπαιθρο; Μπορούσε άραγε ο Πουκ να ανταπεξέλθει σε μια τέτοια επίθεση; Ήταν ευχάριστος άνθρωπος, αλλά φαινόταν λιγάκι επιπόλαιος, υπερβολικά καλοπερασάκιας για να φανεί χρήσιμος. Αν και ο Τζακ δεν είχε πει ποτέ κάτι τέτοιο... Είχαν άραγε χρόνο να τους προλάβουν; Ο Τζακ δεν είχε μιλήσει καθόλου, δεν είχε πει λέξη, στον αιώνα που μεσολάβησε μέχρι να επιστρέψουν στο αρχοντικό. Η Τες ήξερε τι σκεφτόταν, ήξερε το σχέδιό του. Ν’ αλλάξουν γρήγορα και να φορέσουν ρούχα ιππασίας μέχρι οι ιπποκόμοι να σελώσουν τ’ άλογά τους, κι ύστερα να τρέξουν να βρουν την άμαξα. Δε θα της αντιστεκόταν όταν θα απαιτούσε να τον συνοδεύσει. Κανένας άντρας δεν ήταν τόσο ανόητος. Η Τες ήξερε να ιππεύει καλύτερα από πολλούς άνδρες. Κιλότα ιππασίας, τα μαλλιά της χωμένα μέσα στο καπέλο της για να μην τραβούν την προσοχή, κανονικά καβάλα στο άλογο για να μην καθυστερεί καθισμένη στο πλάι... Θα κάλπαζαν μαζί. Θα αντιμετώπιζαν ότι έπρεπε να αντιμετωπίσουν. Μαζί. «Έλα», διέταξε ο Τζακ καθώς η άμαξα σταματούσε επιτέλους στο μπροστινό μέρος του αρχοντικού. Είχε ανοίξει την πόρτα και βοηθήσει την Τες να βγει έξω πριν οι ρόδες του οχήματος πάψουν την ταλάντωσή τους. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, οι δυο τους βρίσκονταν στην εξώπορτα του σπιτιού. Η πόρτα άνοιξε ακριβώς τη στιγμή που βρέθηκαν μπροστά της, και ο Γουόντσγουορθ την κράτησε ανοιχτή για να περάσουν μέσα. «Βλέπω ότι το καταλάβατε, κύριε Μπλάκθορν. Τα συγχαρητήριά μου. Ο κύριος Πουκ σας περιμένει στο σαλόνι, και ο γιατρός μόλις έφυγε. Ο αγαπητός


μας νεαρός κύριος Τζοκ, λαίδη μου, είναι μαζί του και τρώει ένα μικρό σνακ». Η Τες κάλυψε με τις παλάμες το στόμα της, προσπαθώντας να συγκρατήσει τους λυγμούς που απειλούσαν να ξεσπάσουν εδώ και ώρα, κι άρχισε να ανεβαίνει τρέχοντας τη σκάλα, με τον Τζακ να την ακολουθεί κατά πόδας. «Ζακ!» φώναξε η Τες τρέχοντας στο σαλόνι. «Mon petit! Viens à votre maman!» «Maman!» φώναξε χαρωπά ο μικρός, αφήνοντας κατά μέρος το μικρό μπολ με τα ζαχαρωτά πριν γυρίσει στην κοιλιά του για να κατέβει γλιστρώντας από τον καναπέ όπου καθόταν και να τρέξει στην ανοιχτή αγκαλιά της μαμάς του. «Ο θείος Πουκ έπαιξε ένα παιχνίδι!» Κρατώντας το παιδί στην αγκαλιά της, η Τες σηκώθηκε και κοίταξε στο ανάκλιντρο όπου ήταν ξαπλωμένος ο Πουκ, με το δεξί του χέρι κρεμασμένο σ’ ένα μαύρο επίδεσμο ανάρτησης. Το σακάκι του ήταν πεταμένο δίπλα του, κομμένο και ματωμένο. Σκούροι λεκέδες αίματος ξεχώριζαν στο πουκάμισο και το παντελόνι του. «Σας επιτέθηκαν», είπε χαμηλόφωνα ο Τζακ. «Πουλιά στον αέρα πιάνεις, αδελφέ μου», αντιγύρισε σε φιλικό τόνο ο Πουκ προσπαθώντας να σηκωθεί και να κατεβάσει τα πόδια του στο πάτωμα. «Άλλο είναι το θέμα –αν ήξερες ότι θα γινόταν κάτι τέτοιο, γιατί δε μου είπες το μυστικό; Δεν παίζεις τίμια, νομίζω». Παρακολουθώντας τα δυο αδέλφια, η Τες είδε το σώμα του Τζακ να χαλαρώνει. Μέχρι κι ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, πράγμα που την άφησε κατάπληκτη. «Ελπίζω να μην τους διέλυσες εντελώς», είπε στον Πουκ. «Μόνο πέντε ήταν. Σιγά το πράγμα. Ποιος σε κυνηγάει, Τζακ; Αυτή τη φορά εννοώ. Γιατί, κατά τα άλλα, με τη δουλειά που κάνεις, μάλλον σε κυνηγάνε διαρκώς». «Τον Ζακ ήθελαν, όχι εμένα», του είπε ο Τζακ, κάνοντάς του νόημα να παραμερίσει για να μπορέσει να καθίσει δίπλα του. Σήκωσε το


πεσμένο σακάκι από κάτω, το περιεργάστηκε για μια στιγμή κι ύστερα το άφησε ξανά κατά μέρος. Ξαφνικά φαινόταν πολύ κουρασμένος. Ο Πουκ έριξε μια γρήγορη ματιά στο αγόρι, που εξακολουθούσε να βρίσκεται στην αγκαλιά της μητέρας του, και μάλλον θα έμενε εκεί για ώρες, αν ήταν στο χέρι της Τες. «Το παιδί; Αυτό δεν το σκέφτηκα. Για όνομα του Θεού, Τζακ... γιατί;» «Αυτό θα το συζητήσουμε αργότερα. Πες μου τι έγινε». «Όλο απαιτήσεις είσαι, αδελφέ. Χωρίς καν να μου προσφέρεις ένα ποτήρι κρασί για να με βοηθήσει να πω την ιστορία; Η έκφραση της ευγνωμοσύνης δεν είναι το δυνατό σου σημείο –το έχω προσέξει αυτό». «Και γι’ αυτό θα απολογηθώ αργότερα», βρυχήθηκε ο Τζακ. «Μίλα τώρα». Η Εμιλί, η οποία καθόταν διακριτικά σε μια γωνιά του μεγάλου δωματίου, ήρθε να ξεκολλήσει τον Ζακ από την αγκαλιά της Τες, απλώνοντας τα χέρια προς το μέρος της και κοιτάζοντάς τη με σταθερό, σχεδόν αυστηρό βλέμμα. Πριν πάρει το αγόρι, η Εμιλί έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί της Τες, μιλώντας γαλλικά: «Ήταν πολύ γενναίος, ο όμορφος ξανθός. Πρέπει να πιει όμως το λάβδανο, όπως όρισε ο γιατρός. Πονάει πολύ, κι ας μην το δείχνει. Δώσε μου τώρα το παιδί πριν το σκάσεις στην αγκαλιά σου». Απρόθυμα, η Τες έδωσε τον Ζακ στην νταντά του και τους κοίταξε να βγαίνουν απ’ το δωμάτιο. Ο Γουόντσγουορθ έστεκε φρουρός στο χολ, μ’ ένα ύφος που θα έκανε τους περισσότερους καλά οπλισμένους άνδρες να πετάξουν τα όπλα τους και να τρέξουν έντρομοι στις δικές τους νταντάδες. «Τζακ», είπε μετά η Τες, γυρίζοντας προς το μέρος του ακριβώς τη στιγμή που έδινε ένα ποτήρι κρασί στον Πουκ. «Απ’ ότι λέει η Εμιλί, ο γιατρός είπε να πάρει ο Πουκ μια δόση λάβδανο και να πέσει για ύπνο». Ο Πουκ άρπαξε στα γρήγορα το ποτήρι πριν προλάβει ο Τζακ να του το πάρει και κατέβασε το περιεχόμενό του με δύο μεγάλες γου-


λιές. «Και ο Πουκ λέει ότι ο γιατρός είναι ζωντόβολο –ζητώ συγνώμη, Τες–, αφού το κόκκινο κρασί είναι σαφώς καλύτερο φάρμακο. Εξάλλου, με διέταξαν να μιλήσω, κι αυτό δεν μπορώ να το κάνω αν είμαι επάνω και ροχαλίζω. Σωστά;» «Τι έπαθε το μπράτσο σου;» ρώτησε ο Τζακ, παίρνοντας το άδειο ποτήρι και ξαναγεμίζοντάς το, αυτή τη φορά για να αδειάσει ο ίδιος το περιεχόμενό του. «Μια γρατσουνιά, αυτό είναι όλο. Γέμισα αίματα, βέβαια, αλλά ο γιατρός μού το έραψε μια χαρά. Πραγματικά, έκανε πολύ καλή δουλειά – ένα αληθινό έργο τέχνης. Δε θα το προτιμούσες, Τζακ, αν άρχιζα τη διήγησή μου από την αρχή;» «Έχεις πιει κι άλλο κρασί, ε;» ρώτησε ο Τζακ καθώς ξανακαθόταν, αυτή τη φορά σ’ ένα χαμηλό σκαμνί που είχε τοποθετήσει απέναντι από τον αδελφό του. «Και μάλιστα μπόλικο». Ο Πουκ χαμογέλασε κι ύστερα έκλεισε το μάτι στην Τες. «Η ευφυΐα του είναι σχεδόν τρομακτική! Φυσικά και έχω πιει κι άλλο κρασί, Τζακ. Ή μήπως δεν είχες ποτέ σου κανέναν να σου μαντάρει κάμποσα εκατοστά του μπράτσου σου σαν να ’ταν καμιά αναθεματισμένη κάλτσα; Και πάλι να με συγχωρείς, Τες, για το λεξιλόγιό μου. Η Ρετζίνα θα έβγαζε το συκώτι μου να το φάει αν μ’ άκουγε να μιλάω έτσι. Τώρα που το σκέφτομαι, όμως, μάλλον θα το κάνει έτσι κι αλλιώς. Μετά από εκείνη την πρόσφατη περιπέτεια, της είχα υποσχεθεί ότι δε θα ξαναγινόμουν ήρωας». «Αλλά έγινες –έτσι δεν είναι, Πουκ;» είπε η Τες, νιώθοντας την επιθυμία να τον αγκαλιάσει. Σίγουρα ο Πουκ Μπλάκθορν είχε ένα βάθος που η ίδια δεν είχε προσέξει... ή που κρατούσε με μεγάλη επιμέλεια κρυφό. «Μπορείς, σε παρακαλώ, να μας πεις τι έγινε; Ο Τζακ θ’ ακούει, αλλά δε θα τον αφήσουμε να κάνει ερωτήσεις». Ο Πουκ χαμογέλασε, μ’ ένα μάλλον λοξό χαμόγελο. Τα ξανθά μαλλιά του είχαν λυθεί από το κορδελάκι τους, και τώρα έπεφταν γύρω από το πρόσωπό του κάνοντάς τον αγορίστικα όμορφο. Κούνησε το δά-


χτυλό του στην Τες καθώς κοίταζε τον Τζακ. «Μ’ αρέσει αυτή η κοπέλα. Και παραείναι καλή για σένα. Το έχω ξαναπεί αυτό; Μάλλον. Έτσι κι αλλιώς, είναι προφανές». Ο Τζακ σηκώθηκε πάνω. «Ξέχασέ το, Πουκ, δεν πειράζει. Έλα να σε βοηθήσω ν’ ανέβεις επάνω». «Όχι, όχι, τώρα θέλω να μιλήσω, αν και δεν έχω πάρα πολλά να πω». Έκανε ένα μορφασμό, κι ύστερα φάνηκε να κατασταλάζει στο σημείο εκκίνησής του, γιατί κατένευσε, σαν να είχε συμφωνήσει με κάποια σκέψη του. Μετά κι απ’ αυτό, μίλησε. «Για να δούμε. Ούτε μια ώρα δεν είχε περάσει από τότε που βγήκαμε από το Λονδίνο. Ο δρόμος είχε αρκετή κίνηση, οπότε, η επίθεση μας αιφνιδίασε ακόμα περισσότερο. Το στήσιμο ήταν έξυπνο: πέντε καβαλάρηδες που εμφανίστηκαν θαρρείς από το πουθενά. Ο ένας πήγε στο πρώτο άλογο, οι άλλοι δύο ανέλαβαν τους δύο ιππείς που μας συνόδευαν, κι οι άλλοι δυο μοιράστηκαν στα πλαϊνά της άμαξας, κραδαίνοντας τα πιστόλια τους και φωνάζοντας. Ξέρετε κι οι δυο πώς είναι αυτό –όλη αυτή η φασαρία που γίνεται σκόπιμα για να σε αποπροσανατολίσει, να σε πανικοβάλλει. Όπως και να ’χε, δεν μπορούσα να καταλάβω τι φώναζαν, ήταν φανερό όμως ότι ήθελαν ν’ ανοίξω την πόρτα, ακόμα και με την άμαξα εν κινήσει. Εγώ, βέβαια, προτίμησα να μην το κάνω». Η Τες σχημάτισε στο μυαλό της την εικόνα. Οι άντρες δεν είχαν σταματήσει την άμαξα, αλλά ανάγκαζαν τον αμαξά να κόψει ταχύτητα, αρκετή για να μπορέσει ο Πουκ να δώσει τον Ζακ στον ένα από τους δύο καβαλάρηδες. Μόλις γινόταν αυτό, η ομάδα των πέντε θα εξαφανιζόταν όσο γρήγορα είχε εμφανιστεί. Πώς; Πώς ήταν δυνατόν να έχει βάλει σε εφαρμογή ο πατέρας της ένα τόσο επικίνδυνο σχέδιο; Τόσο επικίνδυνο για τον ίδιο της το γιο; «Ο Ζακ είπε ότι έπαιξες ένα παιχνίδι», είπε η Τες, σχηματίζοντας στο μυαλό της την εικόνα του παιδιού να γλιστράει και να τινάζεται καθώς η άμαξα σταματούσε απότομα. «Αλήθεια είναι. Δε χρειάστηκε τίποτα παραπάνω από το να σηκώ-


σω λίγο το πάνω μέρος του καθίσματός μου, πριν οι δύο καβαλάρηδες προλάβουν να πλησιάσουν τις πλευρές της άμαξας, και να πετάξω τον Ζακ στον αποθηκευτικό χώρο από κάτω. Του είπα ότι θα παίζαμε ένα παιχνίδι, κι ύστερα άλλαξα θέση με την Εμιλί, βάζοντάς τη να καθίσει... ε, κυριολεκτικά πάνω στον Ζακ. Το αγόρι σου έχει τσαγανό, Τες. Δεν έκλαψε καθόλου, και πρέπει να ήταν πίσσα σκοτάδι εκεί μέσα». Για άλλη μια φορά, η Τες πίεσε τον εαυτό της να μην κλάψει. Ορκίστηκε να μην κλάψει, αρνήθηκε να κλάψει. Αλλά, όχι, δεν είχε ορκιστεί να μη γίνει έξω φρενών! «Δε θα σας κάνω να βαρεθείτε με λεπτομέρειες, παρά μόνο θα πω ότι ο καβαλάρης στη δική μου μεριά της άμαξας έχασε την υπομονή του κι έσκυψε ν’ ανοίξει μόνος του την πόρτα. Και τότε –αφού δεν ήξερε ότι είμαι αριστερόχειρας–, το στιλέτο του πραγματοποίησε ένα τυφλό χτύπημα στη δεξιά πλευρά μου, ενώ το δικό μου, το οποίο κρατούσα με το αριστερό, χτυπούσε επίσης. Με σαφώς μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, αν μου επιτρέπετε να προσθέσω. Η Εμιλί, ας είναι καλά η γενναία γαλλική ψυχή της, χρησιμοποίησε μία από τις βελόνες του πλεξίματός της για να πείσει τον κύριο στη δική της μεριά της άμαξας να αποσυρθεί, ουρλιάζοντας από πόνο. Γι’ αυτό τον άθλο, της έδωσα μετά ένα μεγάλο φιλί στο στόμα, κάτι ακόμα, υποθέτω, που θα πρέπει να πω στη Ρετζίνα. »Τέλος πάντων, μετά, αφού η πόρτα ήταν ήδη ανοιχτή, σκαρφάλωσα μάλλον άκομψα στην οροφή της άμαξας, επωφελήθηκα από το τουφέκι το οποίο ο αμαξάς δεν είχε μπορέσει να φτάσει αφού προσπαθούσε να κρατήσει τα άλογα εν κινήσει, ξεφορτώθηκα τον ανεπιθύμητο που κρατούσε το άλογο-οδηγό από τα χαλινάρια, και... αυτό ήταν όλο. Μετά, γυρίσαμε εδώ. Και τώρα, αν δε σας πειράζει, λέω να πάω επάνω να ξαπλώσω λίγο. Α, και μου χρωστάτε ένα καινούριο σακάκι. Κι ένα πουκάμισο. Και τώρα που το σκέφτομαι, ένα καινούριο παντελόνι επίσης. Να πως απλώς στο ράφτη μου να σας στείλει το λογαριασμό; Ναι, νομίζω ότι αυτή είναι η καλύτερη λύση».


Έχοντας πει αυτά, ο Πουκ σηκώθηκε, και ταλαντεύτηκε επιτόπου, με το πρόσωπό του να χλομιαίνει επικίνδυνα. Ο Τζακ βλαστήμησε μέσ’ απ’ τα δόντια του καθώς άπλωνε τα χέρια να πιάσει τον αδελφό του πριν σωριαστεί. «Γουόντσγουορθ!» Ο μπάτλερ εμφανίστηκε αμέσως, και μαζί με τον Τζακ, κατάφεραν να πάνε τον Πουκ στο δωμάτιό του, μισοπερπατώντας και μισοκουβαλώντας τον. Ο Πουκ τραγουδούσε κάποιο μάλλον άσεμνο γαλλικό τραγουδάκι καθώς οι τρεις τους εξαφανίζονταν στις σκάλες. Η Τες έμεινε μόνη, όρθια στο κέντρο του σαλονιού. Είχε τις παλάμες της σφιγμένες εμπρός της, τόσο δυνατά, που οι κόμποι των δαχτύλων της ήταν κάτασπροι, λες και όλη η ένταση των καταπιεσμένων συναισθημάτων της είχε συγκεντρωθεί εκεί. Αυτή τη μία ώρα που της είχε φανεί ολόκληρη αιωνιότητα... Κι έπειτα, καθώς ανέβαινε κι εκείνη τη σκάλα για το πάνω πάτωμα, τα δάκρυά της άρχισαν να κυλούν.


Κεφάλαιο 12 Ο Τζακ ακούμπησε την πλάτη στον τούβλινο τοίχο του στενού δρόμου, λυγίζοντας το ένα πόδι και πιέζοντας το πέλμα του πάνω του, και συνέχισε να καπνίζει το πουράκι του παρακολουθώντας την Τες. Ήταν μια γυναίκα έτοιμη. Έτοιμη να κάνει κάτι. Να σκοτώσει; Να εκραγεί; Να καταρρεύσει; Αυτές τις τελευταίες λίγες μέρες, είχε χάσει πολλά: ότι πίστευε ανέκαθεν για τον πατέρα της, για τη ζωή της, για το θάνατο του αδελφού της. Χθες, θα μπορούσε –θα μπορούσαν και οι δυο– να έχει χάσει το γιο της. Ο Τζακ της είχε μιλήσει ελάχιστα από το προηγούμενο απόγευμα, από τη στιγμή που επέστρεψαν στο σπίτι της πλατείας Γκρόβενορ για να βρουν τον Πουκ να αιμορραγεί μεθυσμένος και τον Ζακ να μπουκώνει το αγγελικό στοματάκι του με ζαχαρωτά. Μέχρι εκείνος και ο Γουόντσγουορθ να τακτοποιήσουν τον ευτυχή αλλά παραζαλισμένο Πουκ στο κρεβάτι του, η Τες είχε ανέβει στα παιδικά διαμερίσματα του τρίτου ορόφου, και είχε μείνει εκεί μέχρι σήμερα το πρωί. Όταν ο Τζακ χτύπησε την πόρτα, εκλιπαρώντας πρόσβαση, η γενναία Εμιλί που τόσο αποτελεσματικά είχε χρησιμοποιήσει τη βελόνα του πλεξίματός της, άνοιξε μια χαραμάδα την πόρτα, κούνησε αρνητικά το κεφάλι, και του είπε σχεδόν χωρίς περιστροφές ότι καλά θα έκανε να εξαφανιστεί. «Puisque que vous vous occupez d’ elle, monsieur, laissez lui à ses larmes». Αν νοιάζεστε για κείνη, κύριε, αφήστε τη στα δάκρυά της. Και αυτό ακριβώς είχε κάνει. Ο Τζακ κλείστηκε στο γραφείο του, άνοιξε ένα μπουκάλι μπράντι και, αργά και μεθοδικά, ήπιε το περισσότερο ώσπου τον πήρε εντέλει ο ύπνος, σωριασμένο στην πολυθρόνα του, λίγο πριν χαράξει. Τώρα, ο Τζακ παρακολουθούσε την Τες να προχωρεί ως την άκρη του κτιρίου και να κοιτάζει γι’ άλλη μια φορά στην απέναντι μεριά του στενού δρόμου, στον αριθμό 9 της Κλίβελαντ Ρόου, πριν αναστενάξει


και επιστρέψει στο σημείο που φαινόταν ότι είχε διαλέξει να σταθεί – στην απέναντι μεριά από εκεί όπου βρισκόταν ο ίδιος. Η Τες ήταν εκθαμβωτική, κάτι που ο Τζακ είχε αποφασίσει να μην μπει στον κόπο να της πει. Για άλλη μια φορά ντυμένη με τα ρούχα του αδελφού της, είχε δέσει τα μαλλιά της ψηλά και τα είχε χώσει μέσα στο πλατύγυρο καφετί καπέλο της. Μόνο ένας ανόητος θα μπορούσε να την περάσει για άνδρα, αν είχε στη διάθεσή του ένα λεπτό να το σκεφτεί, ο Τζακ όμως ήταν σίγουρος ότι η Τες δεν είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη αμφίεση ως μεταμφίεση. Όχι, ήθελε να είναι έτοιμη να τρέξει, αν αυτό χρειαζόταν να κάνει. Δεν τη ρώτησε αν είχε κρύψει στην μπότα της μαχαίρι. Την απάντηση σ’ αυτό ο Τζακ ήταν βέβαιος ότι την ήξερε. Η Τες περπάτησε ξανά ως την άκρη του μικρού στενού. Λιγότερο από τριάντα δευτερόλεπτα μετά από την πιο πρόσφατη αναγνωριστική επίσκεψή της. «Ο Ντίκι θα μας κάνει σήμα», της θύμισε. «Στο μεταξύ, καλύτερα να μείνουμε καλυμμένοι». «Αυτό το ξέρω», του αντιγύρισε μάλλον εκνευρισμένα. «Αυτό που δεν ξέρω είναι γιατί τον εμπιστεύεσαι. Και αυτόν, και τον άλλο». «Δεν τους εμπιστεύομαι. Έχω βάλει ένα τρίτο άνδρα στην οροφή του κτιρίου ακριβώς από πάνω μας. Αν το σήμα του Ντίκι φτάσει μετά από εκείνο τον Τζέρεμι –έστω και πέντε δευτερόλεπτα μετά–, θα έχω την απάντησή μου ως προς το ποιος από τους δύο αδειάζει την τσέπη του Σιντζόν. Ή μήπως όχι;» Η Τες ανασήκωσε τον ένα ώμο και επέστρεψε στη θέση που είχε ορίσει η ίδια για τον εαυτό της. «Απ’ ότι φαίνεται, τα έχεις σκεφτεί όλα». «Όχι όλα, Τες», είπε, φέρνοντας κατά νου τον Ζακ. Αργά ή γρήγορα, αυτό θα έπρεπε να το συζητήσουν. «Πρώτα θα έπρεπε να κλειστώ κάπου για μια βδομάδα και να σκεφτώ τι ήταν αυτό που προσπάθησε να κάνει ο Σιντζόν χτες».


Η Τες κατένευσε. «Δεν ξέρω αν θέλω να αντιπαρατεθώ μαζί του», είπε χαμηλόφωνα, «ή αν θα ήταν καλύτερα να μην τον ξαναδώ ποτέ. Πώς είναι δυνατόν να μισεί κανείς τον ίδιο του τον πατέρα;» Τα χέρια της σφίχτηκαν γροθιές. «Πώς ήταν δυνατόν να ζω μ’ έναν τόσο διαβολικό άνθρωπο χωρίς να το ξέρω; Και όχι μόνο χωρίς να το ξέρω, αλλά και... ω Τζακ, λατρεύοντάς τον σαν Θεό! Να τον λατρεύω για την υποτιθέμενη μεγαλοφυΐα του. Να τον λατρεύω για την ατελείωτη οδύνη του για το θάνατο της μητέρας μου. Κι εκείνος να μου λέει ότι όλα τα έκανε για το δικό μου καλό, για το καλό του Ρενέ. Για τον Ζακ». «Ίσως αυτό να πιστεύει», πρότεινε ο Τζακ. «Κι εμένα με ξεγέλασε, Τες. Αλλά δεν μπορούμε να χάνουμε το χρόνο μας μετανιώνοντας, ή ν’ αφήσουμε τη μεταμέλειά μας να θολώσει την κρίση μας. Το μόνο που μένει τώρα είναι να παίξουμε ως το τέλος το παιχνιδάκι του. Σίγουρα αναγκάστηκε να τροποποιήσει τα σχέδιά του, χάρη στον Πουκ και... την Εμιλί. Ήθελε να κρύψει κάπου τον Ζακ, για να εξασφαλίσει τη συνεργασία μας. Αναρωτιέμαι τι θα έγραφε εκείνο το σημείωμα που θα έστελνε ο πατέρας σου χτες βράδυ στην πλατεία Γκρόβενορ. Το παιδί σε αντάλλαγμα για τον Τσιγγάνο, και την ασφαλή διέλευσή μου... Αλλά ούτε αυτό θα το μάθουμε ποτέ –έτσι δεν είναι;» Η Τες ανασήκωσε το πιγούνι της και κοίταξε τον Τζακ στα μάτια. «Το παιδί; Σου είπα, Τζακ. Ο πατέρας μου λατρεύει τον Ζακ. Έπρεπε να τον έβλεπες, πώς στεκόταν στο προσκέφαλό του και τον κοίταζε να κοιμάται. Για ώρες. Κι ο Ζακ τον λάτρευε. Θα μπορούσε να πάει οπουδήποτε με τον... Ω Θεέ μου...» Ο Τζακ μισούσε τον εαυτό του που της το έκανε αυτό. Αλλά είχε όλη τη νύχτα στη διάθεσή του για να σκεφτεί, να βάλει τον εαυτό του στη θέση του Σιντζόν. «Είχα όλη τη νύχτα στη διάθεσή μου για να μπω στις σκέψεις του. Να παρακολουθήσω το μυαλό του να δουλεύει, να μάθω τις σκευωρίες του. Πώς να χρησιμοποιήσω αυτό το παιδί για το συμφέρον μου; Έφτασε η ώρα; Είναι αρκετά μεγάλος για να μπορεί να πάει οπουδήποτε χωρίς την νταντά του; Όχι, όχι ακόμα. Και ο Τσιγγάνος ακόμα


να φανεί. Ακόμα είμαι ασφαλής. Η Θέσαλι πρέπει να είναι σίγουρη για την αφοσίωσή μου να νιώσει αρκετά ασφαλής ώστε ν’ αφήσει τον Ζακ να φύγει από το κτήμα μαζί μου, να μην το σκεφτεί καν. Αλλά για δες εδώ, στην εφημερίδα. Αυτός είναι. Γύρισε. Πρέπει να κάνω την κίνησή μου σύντομα, αλλιώς θα είναι πια πολύ αργά. Πολύ μικρό, το παιδί είναι πολύ μικρό. Να είχα μονάχα τον τρόπο να βεβαιωθώ ότι θα ο Ζακ θα ερχόταν στο Λονδίνο. Σ’ αυτή την περίπτωση, θα ήταν πολύ εύκολο να τον πάρω. Μα βέβαια! Ο Τζακ! Έπρεπε να το είχα σκεφτεί νωρίτερα. Ο Τζακ θα τον φέρει στο Λονδίνο όταν έρθει για να με απαλλάξει απ’ τον Τσιγγάνο...» Η Τες σκούπισε τα δάκρυά της με την ανάστροφη των χεριών της. «Σταμάτα, Τζακ. Πάψε!» «Κάνω λάθος;» Η Τες κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Θέλω να σταματήσεις, γιατί το πιθανότερο είναι πως έχεις δίκιο. Κάποιος που μπορεί να προσποιείται το σακάτη για δύο ολόκληρα χρόνια, μάλλον μπορεί να προσποιηθεί και λατρεία για τον εγγονό του για τρία». «Κάτι ακόμα, Τες», είπε ο Τζακ ξεκολλώντας την πλάτη του από τον τοίχο για να την πλησιάσει στην απέναντι μεριά του στενού. «Ο Τζέρεμι. Ο άνθρωπός μου στη στέγη. Αργά χτες το βράδυ επέστρεψε από μία επίσκεψη στο σπίτι σου, και μίλησα μαζί του νωρίς το πρωί, πριν ξυπνήσεις. Μάλλον δε χρειάζεται να σου πω τι μου είπε». Ο Τζακ είδε το λεπτό λαιμό της να συσπάτε καθώς η Τες κατάπινε με δυσκολία, τα μάτια της να κλείνουν για μια στιγμή, πριν κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, δε χρειάζεται να μου πεις. Λείπουν και τα υπόλοιπα, έτσι; Τα υπόλοιπα αντικείμενα. Πήρε τη Μάσκα της Ίσιδας για να είναι σίγουρος ότι ακόμα κι αν αποτύγχανε σε όλα τα άλλα, θα είχε το καλύτερο κομμάτι της συλλογής, ποτέ του όμως δεν ήταν διατεθειμένος να αφήσει πίσω του τα υπόλοιπα. Μονάχα τον Ζακ κι εμένα. Και... και είχε εσένα για να μας πάρεις από το σπίτι, αφήνοντάς το απροστάτευτο έτσι που να μπορούν όλα τα υπόλοιπα να αφαιρεθούν με ασφάλεια. Έχει κι άλλον Τσιγγάνο. Έτσι;»


«Δε νομίζω, όχι». Ο Τζακ είχε σκεφτεί πολύ σοβαρά και αυτή την πιθανότητα, αλλά την είχε απορρίψει. «Τώρα έχει μίσθαρνους. Χάρη στον Πουκ, σήμερα έχει δύο λιγότερους από χθες, αλλά αυτό είναι όλο. Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθω πώς σκοπεύει να τους ξεφορτωθεί μόλις εκπληρώσουν το σκοπό τους, αλλά όχι τόσο ενδιαφέρον που να με νοιάζει. Τέσσερα χρόνια, Τες. Είχε στη διάθεσή του τέσσερα ολόκληρα χρόνια για να εκπονήσει αυτό το σχέδιο. Το ότι αυτή τη στιγμή έχουμε φτάσει στο σημείο που βρισκόμαστε, το ότι γνωρίζουμε ή καταφέραμε να συνάγουμε όσα γνωρίζουμε μέσα σ’ αυτές τις λίγες μέρες, αυτό αποτελεί εύσημο για τον πατέρα σου. Για τον τρόπο που μας εκπαίδευσε. Στο τέλος, εμείς θα προκαλέσουμε την πτώση του. Εσύ κι εγώ, Τες, δουλεύοντας μαζί. Ο Σιντζόν μας εκπαίδευσε, και παρ’ όλ’ αυτά, μας υποτίμησε. Αυτό είναι το μεγαλύτερο ελάττωμά του –αυτή η καταραμένη αλαζονεία του, το απόλυτο πιστεύω του στη μεγαλοφυΐα του». Το σιγανό σφύριγμα που ακούστηκε τους έκανε να και τους δυο να γυρίσουν το κεφάλι προς το τέρμα του στενού. «Ο Ντίκι. Α, να και το σήμα του Τζέρεμι, αμέσως μετά». Ο Τζακ έβγαλε το ρολόι του και έλεγξε την ώρα. Η ώρα δεν ήταν καν εντεκάμισι, με την προθεσμία να είναι για τις δώδεκα. Αναρωτήθηκε πόσοι θα ανταποκρίνονταν στην αγγελία. «Πάμε;» Το σήμα ήταν κανονισμένο να δοθεί όταν το πρώτο άτομο θα πλησίαζε στην εξώπορτα του αριθμού 9, θεωρητικά για να παραδώσει μία γραπτή αίτηση για συμπερίληψη στην έκθεση και τον πλειστηριασμό της συλλογής. Κι ενώ ο Ντίκι και ο Γουίλ παρακολουθούσαν κάθε παράδοση, ο Τζακ και η Τες θα περίμεναν να δουν τι θα συνέβαινε στις δώδεκα το μεσημέρι. «Και να ο Τζέρεμι», είπε ο Τζακ καθώς ο άνθρωπός του πλησίαζε τον αριθμό 9, λίγο μετά την αναχώρηση του πρώτου αγγελιαφόρου, για να ρίξει την αίτηση του Τζακ και της Τες στο μεταλλικό κουτί που ήταν καρφωμένο στην εξώπορτα, η οποία βρισκόταν στο επίπεδο του


δρόμου. «Δεν είναι κι άσχημος για υπηρέτης ενός Νέιμπομπ, ε;» «Φοράνε τουρμπάνια τα παραπαίδια αυτών των μαικήνων του πλούτου;» ρώτησε η Τες κοιτάζοντας τον πράκτορα να κάνει μεταβολή και να φεύγει. «Δεν έχω ιδέα. Πολύ φοβάμαι ότι οι γνώσεις μου δε φτάνουν τόσο μακριά». «Έτσι κι αλλιώς, αμφιβάλλω ότι είναι τόσο ψηλοί», πρόσθεσε χαμηλόφωνα η Τες. «Πιστεύεις ότι ο μπαμπάς είναι κάπου εδώ κοντά και παρακολουθεί;» Ένας ακόμα αγγελιαφόρος εμφανίστηκε και, ξοπίσω του, ένας τρίτος. Πόσοι είχαν περάσει τώρα; Τέσσερις; Και πόσοι ακόμα είχαν περάσει νωρίτερα το ίδιο πρωί, ή ακόμα και την προηγούμενη μέρα, αγγελιαφόροι ανυπόμονων υποψήφιων αγοραστών που είχαν σπεύσει να ανταποκριθούν στο κάλεσμα του Σιντζόν; Αν δηλαδή το κουτί ήταν πάνω στην πόρτα από χθες, που δεν ήταν, τουλάχιστον όχι όταν είχε ελέγξει ο Τζακ. «Εσύ θα ήσουν;» «Όχι, δε νομίζω. Θα ήταν πολύ ριψοκίνδυνο. Να άλλος ένας, αυτός που βγαίνει τώρα από εκείνη εκεί την αγοραία άμαξα. Και πρόκειται ολοφάνερα για μία ακόμα μεταμφίεση, εκτός κι αν είναι κανείς τόσο ανόητος που να στείλει τον υπηρέτη του ντυμένο με λιβρέα, σε πλήρη εξάρτυση. Αναγνωρίζεις ποιον αντιπροσωπεύει, Τζακ; Νόμιζα ότι το όλο θέμα αυτής της της συνεννόησης ήταν η διαφύλαξη της ανωνυμίας τόσο του πωλητή όσο και του αγοραστή. Τζακ; Τι συμβαίνει;» Ο Τζακ παρακολούθησε τον υπηρέτη να ρίχνει ένα διπλωμένο κομμάτι χαρτί στο μεταλλικό κουτί κι ύστερα να ξαναμπαίνει στην αγοραία άμαξα από την οποία είχε βγει πριν από ελάχιστα λεπτά, και να φεύγει αμέσως. Ο άνδρας ήταν ψηλός, αξιοσημείωτα ψηλός. Γεροδεμένος. Είχε κόκκινα μαλλιά δεμένα πίσω μ’ ένα μαύρο κορδελάκι, και φορούσε μία κοντή, πτυχωτή γκρίζα κάπα που θύμιζε τους μουσκετοφόρους του βασιλιά Λουδοβίκου μιας άλλης εποχής. Η πλατύγυρη ρεπούμπλι-


κά του ήταν κατεβασμένη χαμηλά στο μέτωπό του, κρύβοντας τα μάτια του. Η όλη διαδικασία δεν είχε διαρκέσει πάνω από πέντε δευτερόλεπτα, από την αρχή ως το τέλος, και ο άνδρας, μ’ ένα τελευταίο ανέμισμα της κοντής κάπας του, είχε ήδη εξαφανιστεί. «Τίποτα», απάντησε ο Τζακ, προτιμώντας να κρατήσει τις παρατηρήσεις του για τον εαυτό του. Ήταν ήδη πολύ αργά για να προσπαθήσουν ν’ ακολουθήσουν την αγοραία άμαξα· έτσι κι αλλιώς, έπρεπε να μείνουν στη θέση τους μέχρι το ρολόι να δείξει δώδεκα. Ανάθεμα. «Απλώς, τώρα έχουμε ακριβώς μισή ντουζίνα, με τον έναν από τους έξι να είναι ο δικός μας Νέιμπομπ και τον άλλο, κατά πάσα πιθανότητα, να είναι ο πράκτορας του Τσιγγάνου. Αν ο Σιντζόν συμπεριλάβει όλους τους ενδιαφερόμενους στις προσκλήσεις του, θα δυσκολευτούμε να ξεκαθαρίσουμε ποιος είναι ποιος, καθώς και να τους προφυλάξουμε επίσης». «Δεν πρόκειται για αθώους ανθρώπους, Τζακ», του θύμισε η Τες αναστενάζοντας. Καμπάνες σ’ όλη την πόλη άρχισαν να σημαίνουν μεσημέρι. Το μόνο που έμενε τώρα ήταν να παρακολουθήσουν και να δουν τι θα γινόταν το κουτί. Θα άνοιγε η πόρτα και θα το άρπαζε κάποιο χέρι; Ή μήπως θα περίμεναν μία ώρα, ή πέντε, πριν συμβεί οτιδήποτε; Κανονικά, ο Τζακ έπρεπε να πει στην Τες να πάψει να πηγαινοέρχεται έτσι, ξοδεύοντας άσκοπα την ενέργειά της, ήξερε όμως ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δώρο άδωρο. Πριν σβήσει και το τελευταίο καμπάνισμα, ένα χαμίνι που μέχρι εκείνη τη στιγμή διασκέδαζε κλοτσώντας πέτρες στους περαστικούς, ξαφνικά έκανε μεταβολή, έτρεξε στην πόρτα, βούτηξε τις επιστολές απ’ το κουτί, κι ύστερα ξανάτρεξε στο δρόμο και στην αγοραία άμαξα που εκείνη τη στιγμή σταματούσε μπροστά στο σπίτι. Δυνατά χέρια πρόβαλαν από μέσα, άρπαξαν τον μικρό, κι έπειτα η άμαξα συνέχισε το δρόμο της. Για να ακολουθηθεί αμέσως από ένα μικρό αγροτικό κάρο, με οδηγό


τον μεταμφιεσμένο Ντίκι Κάρστερς, και συνοδηγό τον Γουίλ Μπράουνινγκ ο οποίος είχε μόλις εμφανιστεί από μια πόρτα εκεί κοντά και είχε ανέβει στο κάρο μ’ ένα σάλτο. «“Σίγουρα κάποια Πρόνοια αποφασίζει ως κι αν θα πέσει ένα σπουργίτι. Κάτι που είναι να γίνει τώρα δε θα γίνει αύριο· κάτι που δεν είναι να γίνει τώρα θα έρθει η ώρα του να γίνει. Σημασία έχει να είσαι πάντα έτοιμος”».***** ****** Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Άμλετ. Μτφ. Ερρίκος Μπελιές, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2007 Η Τες γύρισε και κοίταξε τον Τζακ σαν να είχε χάσει με κάποιον ανεξήγητο τρόπο το μυαλό του. «Τι ασυναρτησίες είναι αυτές που μουρμουρίζεις;» «Τίποτα, κάτι θυμήθηκα από τον Άμλετ. Τελικά, Τες, αυτό που έχει σημασία είναι η ετοιμότητα –το να ενεργείς πάντα τη σωστή στιγμή. Ως τώρα, ο Σιντζόν το έχει πετύχει αυτό στην εντέλεια: οι κινήσεις του θυμίζουν ένα άψογα σκηνοθετημένο έργο. Μήπως ήρθε η ώρα ν’ ανέβουμε στη σκηνή και να παίξουμε κι εμείς το ρόλο μας;», είπε ο Τζακ κάνοντάς της νόημα να περάσουν απέναντι στο δρόμο. «Και να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας στην παράσταση;» Δεν έδινε μεγάλο βάρος στην πιθανότητα να μάθουν κάτι σημαντικό, όπως δεν περίμενε ότι ο Ντίκι και ο Γουίλ θα μάθαιναν τίποτα σπουδαίο ακολουθώντας το κάρο. Έπρεπε όμως να προσπαθήσουν. Έπρεπε να παίξουν τους ρόλους τους όπως ακριβώς περίμενε ο Σιντζόν να κάνουν, αν ήθελαν να τον πείσουν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή. Την οποία, δυστυχώς, δεν είχαν. Ο Πουκ ήταν μια επιπλοκή την οποία ο Σιντζόν δεν είχε υπολογίσει. Το συνήθιζε ο Πουκ να αιφνιδιάζει τους ανθρώπους, αφού προτιμούσε να εμφανίζεται ως ευχάριστος αλλά ακίνδυνος. Το ότι ο Σιντζόν είχε χάσει δύο από τους μίσθαρνούς του εξαιτίας αυτού του ευχάριστου ανθρώπου, και πόσο μάλλον τον Ζακ, επέβαλε την τροποποίηση των σχεδίων του. Κι αυτό, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, ίσως


ήταν το μόνο πλεονέκτημα που είχαν απέναντί του. «Έλα, Τες, έλα», είπε ο Τζακ δευτερόλεπτα μετά, καθώς στεκόταν πίσω από την σκυμμένη στην κλειδαριά της εξώπορτας με τον αριθμό 9 Τες, κρύβοντάς την από τους περίεργους περαστικούς. «Κάποτε ήσουν καλή σ’ αυτό». «Ακόμα είμαι», είπε η Τες, γυρίζοντας το μικρό εργαλείο που κρατούσε στη σχισμή της κλειδαριάς. «Απλώς, δεν το έκανα ποτέ έχοντας κάποιον να με ζαλίζει σαν γκρινιάρα γριά». «Με συγχωρείς», της είπε, κι έπειτα έκανε μεταβολή και την ακολούθησε περνώντας στο εσωτερικό του σπιτιού από την ανοιχτή πόρτα. Δεν ήταν απλώς καλή, ήταν καταπληκτική. «Αναμφίβολα μία κατώτερης ποιότητας κλειδαριά». «Ναι, αναμφίβολα», είπε καλοδιάθετα η Τες καθώς έμπαιναν στο μικρό, σκοτεινό χολ, με τον Τζακ επικεφαλής, ασπίδα για την Τες σε ότι θα μπορούσαν να βρουν εκεί μέσα, ότι και όποιον θα μπορούσαν να βρουν. Δεν υπήρχε εσωτερική σκάλα, αφού, σ’ αυτή την κατασκευή, η πρόσβαση στα πάνω δωμάτια γινόταν μέσω μιας ξεχωριστής εισόδου, κι έτσι δεν τους πήρε πολύ για να διαπιστώσουν ότι ο χώρος ήταν άδειος, τόσο από έπιπλα όσο και από ανθρώπους. Δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε καν ένα κομμάτι χαρτί στο... «Ανάθεμά τον!» «Τι;» ρώτησε η Τες, επιστρέφοντας στο μικρό χολ. «Ω, μα για όνομα του... Το κόλλησε στο πίσω μέρος της πόρτας;» «Μ’ ένα μαχαίρι που ανήκει προφανώς στη συλλογή του. Τι δραματικό!» είπε ο Τζακ, τραβώντας το παλιό μαχαίρι με την περίτεχνα στολισμένη λαβή και γλιστρώντας το στο πάνω μέρος της μπότας του. «Πάμε». «Δεν θέλεις να το διαβάσεις τώρα;» «Μας παρακολουθούν, Τες. Μας παρακολουθούν από τη στιγμή που μπήκαμε στο σπίτι, για να μη σου πω από τότε που πήραμε θέση στο στενό απέναντι. Είναι ώρα να πηγαίνουμε».


Η Τες κατένευσε συμφωνώντας και περίμενε πίσω του μέχρι ν’ ανοίξει ο Τζακ την πόρτα, να κοιτάξει έξω, να επιθεωρήσει τα παράθυρα στην απέναντι μεριά του στενού δρόμου, και να βγει τελικά έξω, στο ψιλόβροχο που είχε αρχίσει να πέφτει όσο εκείνοι έψαχναν το διαμέρισμα. «Να χαιρετήσω;» αστειεύτηκε η Τες. «Ή μήπως θα είναι σαν να προκαλώ την τύχη μας;» «Καλύτερα να φαινόμαστε κι οι δυο μπερδεμένοι και θυμωμένοι». «Δεν είναι και τόσο δύσκολο αυτό», είπε η Τες, και πήρε πόζα, βάζοντας τα χέρια στους γοφούς και κοιτάζοντας ψηλά, σαν να περίμενε βοήθεια εξ ουρανού. «Κάποιος είναι στην ακριβώς απέναντι στέγη, Τζακ. Μόλις κρύφτηκε πίσω από μια καμινάδα. Ο τσαπατσούλης». «Σου είπα. Μίσθαρνοι –τι να περιμένεις από δαύτους; Α, και για δες ποιοι επιστρέφουν, για να αναφέρουν προφανώς την αποτυχημένη έκβαση του εγχειρήματος. Ήλπιζα ότι, αν επέστρεφαν, εμείς θα είχαμε φύγει από ώρα. Γύρνα τους, σε παρακαλώ, την πλάτη και κράτα και το κεφάλι σου γυρισμένο». Ο Τζακ κατέβηκε στο δρόμο ακριβώς τη στιγμή που ο Ντίκι Κάρστερς σταματούσε το κάρο. «Λοιπόν;» «Το χρόνο μας χάσαμε», του είπε ο Γουίλ Μπράουνινγκ, ανεβάζοντας το γιακά του πανωφοριού του, αφού η βροχή έπεφτε τώρα για τα καλά. «Το αγόρι το άφησαν ένα τετράγωνο παρακάτω, με την αγοραία άμαξα ακόμα εν κινήσει. Ο μικρός το ’βαλε στα πόδια, κι αυτό ήταν όλο. Δεν είδαμε λόγο να τον ακολουθήσουμε, αλλά συνεχίσαμε να παρακολουθούμε την άμαξα». «Όπως έπρεπε να κάνετε. Και;» «Και, ξαφνικά, Τζακ, πέσαμε μέσα σ’ ένα κανονικό ποτάμι από αγοραίες άμαξες. Άρχισαν να εμφανίζονται απ’ όλες τις μεριές. Όλες μαύρες, και σίγουρα όλες μισθωμένες για να μας μπερδέψουν. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Ντίκι από δω με κατέπληξε λέγοντάς μου ότι η δική μας άμαξα είχε μία καφετιά ρόδα, λεπτομέρεια που μας επέτρεψε να συνεχίσουμε να την ακολουθούμε».


Ο Τζακ σήκωσε το χέρι κι έτριψε το στόμα του, αποφασίζοντας να μην αποκαλύψει στους δύο άνδρες ότι η καφετιά ρόδα δεν ήταν λάθος, ούτε σύμπτωση. Πριν από χρόνια, στις Βρυξέλλες, είχαν χρησιμοποιήσει με τον Σιντζόν ένα παρόμοιο κόλπο. Το πιθανότερο ήταν ότι η μπογιά πάνω σ’ εκείνην εκεί την αναθεματισμένη τη ρόδα δεν είχε στεγνώσει ακόμα. «Τελείωνε, Γουίλ –μην το καθυστερείς. Προλάβατε την άμαξα με την καφετιά ρόδα, κοιτάξατε μέσα, και είδατε;...» «Ότι δεν ήταν κανείς», είπε ο Ντίκι αναστενάζοντας βαθιά καθώς κατέβαινε από τη σανίδα της θέσης για να τρίψει τον κακοπαθημένο πισινό του. «Δεν ξέρω πώς, ο τύπος όμως πρέπει να πέρασε από την άμαξα με την παράταιρη ρόδα σε κάποια άλλη την ώρα που γινόταν η κυκλοφοριακή συμφόρηση. Λυπάμαι πολύ, Τζακ». «Να μη λυπάσαι. Έτσι κι αλλιώς, το αγόρι έπρεπε να είχατε ακολουθήσει, αφού είχε ακόμα τις επιστολές», είπε κοφτά ο Τζακ. «Πολύ καλά. Δεν υπάρχει λόγος να συναντηθούμε ακόμα, και ούτε μέχρι να έχουμε νέα του Σιντζόν. Θα σας κρατώ ενήμερους». «Ώστε δεν υπήρχε τίποτα στο σπίτι; Κανένα σημάδι ότι ο μαρκήσιος είχε περάσει από εκεί;» ρώτησε ο Γουίλ πλησιάζοντάς τους. Ο Ντίκι είχε ήδη κάνει μεταβολή κι ετοιμαζόταν να φύγει. «Όχι. Τίποτα. Μας έχει βάλει και τρέχουμε, κύριοι. Στο τέλος όμως θα τον πιάσουμε. Ντίκι Μήπως ξέχασες κάτι;» Ο Ντίκι κοίταξε γύρω του, λες και η ενέργεια θα έβαζε σε κίνηση τους τροχούς της μνήμης του. «Όχι, δε νομίζω». «Ακριβώς πίσω σου, υπάρχει ένα κάρο μισογεμάτο με λάχανα», επισήμανε ο Τζακ καθώς η Τες έκρυβε στην παλάμη της γέλια που γρήγορα μετατράπηκαν σε βήχα. «Α, αυτό. Όχι, δεν είναι δικό μου. Απλώς το δανείστηκα». Γύρισε να κοιτάξει τον Γουίλ. «Λες ν έχουν μείνει πουθενά τίποτα αγοραίες άμαξες; Ένα ποτηράκι θα το έπινα –και θα καθόμουν ευχαρίστως κάπου στεγνά», είπε σφίγγοντας πάνω του το πανωφόρι του.


«Σε λίγο, Ντίκι», είπε ο Γουίλ. «Τζακ; Αυτός ο γερο-μπάσταρδος μας έχει γελοιοποιήσει. Η ιστορία έχει αρχίσει να μου τη δίνει στα νεύρα». «Δεν είναι σωστό να μιλάς έτσι, Γουίλ», μουρμούρισε ο Ντίκι κλοτσώντας μία πέτρα στο λιθόστρωτο, κάνοντας ότι μπορούσε για να μην ακουστεί. «Δεν πειράζει, Ντίκι. Ξέρω τι εννοούσε ο Γουίλ. Και έχει δίκιο. Ο γερομπάσταρδος έχει ακόμα το προβάδισμα. Αλλά θα καταφέρουμε να τον φτάσουμε, ακόμα κι αν το κάνουμε όποτε θελήσει αυτός». «Μιλάς σαν να τον θαυμάζεις, Τζακ, κι αυτό δε μ’ αρέσει καθόλου», είπε χαμηλόφωνα ο Γουίλ. «Ίσως ήρθε η ώρα να παραδώσεις τα ηνία αυτής της υπόθεσης». «Σ’ εσένα, Γουίλ;» αντιγύρισε ο Τζακ εξίσου χαμηλόφωνα, βλέποντας τον Ντίκι να ενεργεί με σύνεση και να απομακρύνεται ένα δυο βήματα από κοντά τους. «Αυτό προτείνεις;» «Ναι, αυτό. Εμπλέκεσαι υπερβολικά... στενά με την υπόθεση. Ω, και να με συγχωρείτε για την αγένειά μου... καλησπέρα, λαίδη μου». Ο Τζακ έκανε μισό βήμα προς τον Γουίλ, κι έπειτα σταμάτησε. «Εντάξει, σε κατάλαβα. Τ προτείνεις;» Το χαμόγελο του Γουίλ ήταν πλατύ και καθόλου απειλητικό. «Εδώ είναι ο κόμπος, Τζακ. Δεν ξέρω τι να προτείνω. Η αποστολή έχει γίνει ήδη μαντάρα. Ίσως το μόνο που μπορούμε πλέον να κάνουμε είναι να πάμε στις αποβάθρες του Ντόβερ και να ευχηθούμε στο μαρκήσιο καλό ταξίδι στο νέο προορισμό του, όποιος κι είναι αυτός –ένα ταξίδι που θα κάνει παρέα με κυβερνητικά μυστικά είκοσι ολόκληρων χρόνων. Αν δεν έχει ήδη φύγει, δηλαδή, και όλο αυτό δεν είναι παρά μια διεστραμμένη πράξη εκδίκησης προς το άτομό σου, κάτι για να σε κρατάει απασχολημένο ενώ αυτός πραγματοποιεί την απόδρασή του. Αυτό το σκέφτηκες, Τζακ;» «Θα έπρεπε;» τον ρώτησε ο Τζακ, κοιτάζοντας το χαμόγελο να σβήνει από τα χείλη του Γουίλ.


«Γέννημα σκύλας. Γι’ αυτό είδα τον Τζέρεμι Χόπκινς να παραμονεύει κρυμμένος σαν να προσπαθούσε να μας αποφύγει; Έβαλες κάποιον να παρακολουθεί εμάς; Γιατί; Τι υπονοείς;» «Τίποτα περισσότερο απ’ ότι υπονοείς εσύ, φαντάζομαι. Γιατί κάποιος είναι στη δούλεψη του Σιντζόν, Γουίλ. Σκέψου του. Εγώ ξέρω ότι είμαι», είπε ο Τζακ κι έπειτα στράφηκε στην Τες, και μαζί άρχισαν να κατηφορίζουν τον δρόμο, στρίβοντας στο πρώτο κάθετο στενό. «Γιατί το έκανες αυτό;» ψιθύρισε όλο ένταση η Τες καθώς προχωρούσαν προς τη μικρή άμαξα πόλης που τους περίμενε δυο τετράγωνα παρακάτω. «Τι προσπαθούσες να αποδείξεις; Τώρα ξέρουν ότι ξέρεις. Ο ένας δηλαδή, όποιος από τους δύο κι αν είναι». Ο Τζακ βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του. «Ξέρω, ξέρω. Φέρθηκα ανόητα. Άφησα την αγανάκτησή μου να υπερισχύσει. Ανάθεμά με! Τέλος πάντων –ας γυρίσουμε στο σπίτι της Γκρόβενορ, να δούμε τι μας γράφει ο Σιντζόν». Όσο για τα υπόλοιπα, τον τρόπο με τον οποίο ήταν μεταμφιεσμένος ο τελευταίος άνδρας που είχε ρίξει κάτι μέσα στο κουτί της εξώπορτας με τον αριθμό 9; Αυτό προς το παρόν θα το κρατούσε για τον εαυτό του. Θα μπορούσε να είναι σύμπτωση. Θα μπορούσε να μη σημαίνει τίποτα. Μάλλον δε σήμαινε τίποτα. Ή θα μπορούσε να σημαίνει πολλά περισσότερα ακόμα κι απ’ αυτά που θα μάντευε ακόμα και το πιο ευφάνταστο μυαλό, χωρίς να καταφύγει στη μυθοπλασία. *** Ντυμένη με το νυχτικό της, η Τες κάθισε στο χαλί μπροστά στη φωτιά, βουρτσίζοντας τα υγρά μαλλιά της μετά το μπάνιο της, έχοντας δώσει στην Μπεατρίς την άδεια να επιστρέψει στα παιδικά διαμερίσματα. Κατά τα φαινόμενα, η Εμιλί είχε παραιτηθεί προσωρινά από το ρόλο της ως παραμάνα του Ζακ για να μπορεί να περνάει ένα μεγάλο κομμάτι της ημέρας της κανακεύοντας τον Πουκ, ο οποίος φαινόταν να


απολαμβάνει τις περιποιήσεις της ηλικιωμένης γυναίκας. Για την ακρίβεια, όταν η Τες την επαίνεσε για το ενδιαφέρον της προς τον αδελφό του Τζακ, η Εμιλί έγινε κόκκινη σαν το παντζάρι κι έτρεξε να βρει για άλλη μια φορά... καταφύγιο στο δωμάτιο του αρρώστου. Ναι, είχε καταλήξει η Τες. Οι αδελφοί Μπλάκθορν σίγουρα είχαν κάτι. Και είχε μεγάλο ενδιαφέρον να γνωρίσει τον πρωτότοκο, τον Μπο. Το ψιλόβροχο είχε μετατραπεί σε κανονική καταιγίδα πριν φτάσουν στην άμαξά τους, κι ενώ το μπάνιο δεν ήταν απαραίτητο, η Τες είχε παραγγείλει να της το ετοιμάσουν. Χρειαζόταν να μείνει για λίγο μόνη, να συγκεντρώσει τις σκέψεις της πριν διαβάσουν με τον Τζακ την επιστολή του πατέρα της. Είχε πάρει το γράμμα από τον Τζακ, και τώρα περίμενε ακουμπισμένο στο έπιπλο της τουαλέτας της, με τη σφραγίδα του ανέγγιχτη, κατακεραυνώνοντάς την, θαρρείς, όλο μοχθηρία, αδύνατον πια ν’ αγνοηθεί. Κανείς δεν μπορούσε να αγνοεί για πάντα την αλήθεια. Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα και η Τες γύρισε για να δει τον Τζακ να μπαίνει, ακολουθούμενος από τον Γουόντσγουορθ, ο οποίος κρατούσε έναν ασημένιο δίσκο με μια τσαγιέρα, φλιτζάνια κι ένα πιάτο με μικρά γκλασαρισμένα κέικ. Ο μπάτλερ ακούμπησε το δίσκο σε ένα από τα τραπέζια, υποκλίθηκε στην Τες, και αποσύρθηκε. «Σ’ ευχαριστώ που με σκέφτηκες, Τζακ, αλλά δε νομίζω ότι μπορώ να φάω. Οτιδήποτε –ακόμα και κέικ». Ο Τζακ ήταν... υπέροχος. Πολύ όμορφος με το σκούρο παντελόνι και το λευκό πουκάμισό του. Ήταν ένας πραγματικά ωραίος άνδρας, και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Η φύση τον είχε προικίσει με τα καλύτερα δώρα της. Αλλά φαινόταν επίσης ικανός, δυναμικός, αξιόπιστος. Ένα ασφαλές λιμάνι. Το δικό της ασφαλές λιμάνι. Έστριψε τα υγρά μαλλιά της σ’ έναν πρόχειρο κότσο και πήγε να καθίσει στο τραπέζι, σταματώντας μόνο για να πάρει την επιστολήφόβητρο του Σιντζόν. Όχι του πατέρα της. Όχι πια. Τώρα ήταν ο Σιντζόν. Ο μπάσταρδος, όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Γουίλ Μπράου-


νινγκ, αν και όχι από τις συνθήκες της γέννησής του, αλλά από τη φύση του. «Θα προτιμούσα να μου το διαβάσεις», είπε η Τες στον Τζακ, δίνοντάς του το γράμμα καθώς καθόταν, προσποιούμενη –όπως εξάλλου και ο Τζακ– ότι δεν είχε προσέξει πως το χέρι της έτρεμε. Όταν ο Τζακ πήρε το γράμμα και κάθισε απέναντί της στο τραπέζι, η Τες ανέλαβε χωρίς να το σκεφτεί καθήκοντα οικοδέσποινας, ετοιμάζοντας πιάτα και για τους δυο τους, και γεμίζοντας με τσάι τα φλιτζάνια τους. Του Τζακ του άρεσε η ζάχαρη. Τρεις κύβοι λοιπόν. Αυτό το θυμόταν. Όπως και του Ζακ, του άρεσαν τα γλυκά πράγματα. Παράξενο που του άρεσε κι εκείνη... Ο Τζακ έσπασε το βουλοκέρι και ξεδίπλωσε τη σελίδα, με κάθε ήχο να αντηχεί στο ήσυχο δωμάτιο σαν πυροβολισμός. «Δεν έχει χαιρετισμό», είπε, κοιτάζοντας το πάνω μέρος της σελίδας. «Φαντάζομαι ότι ήξερε ποιος θα το έβρισκε και ποιος θα το διάβαζε. Εντάξει, ας τελειώνουμε μ’ αυτή τη δουλειά. Δε μ’ αρέσει καθόλου η ιδέα ότι ο πατέρας σου κάθεται σαν την αράχνη στον ιστό της και τρίβει χαιρέκακα τα χέρια του, ενθουσιασμένος με την αγανάκτησή μας». Η Τες κάθισε με τα χέρια ακουμπισμένα στην ποδιά της, παιδεύοντας το απαλό λινό της πετσέτας της, και άκουσε τον Τζακ να ξετυλίγει με την ανάγνωση το κουβάρι των σκέψεων του Σιντζόν Φοντενό, μαρκησίου του Φοντέν, σίγουρα όχι όλων, και σίγουρα όχι εκείνων των τελευταίων και ειλικρινέστερων όλων που ο μαρκήσιος πρέπει να φυλούσε εν είδει εξομολόγησης για τη στιγμή της αποχώρησής του από τη ζωή. Θα έπαιζε το παιχνίδι του ως το τέλος, κι ύστερα θα προσπαθούσε να πείσει με τεχνάσματα τον Άγιο Πέτρο να του ανοίξει τις πύλες του Παραδείσου, αντί να τον πετάξει στα κατάβαθα της Κόλασης. «Τα συγχαρητήριά μου για το ότι έφτασες ως εδώ, αν εξαιρέσουμε φυσικά το γεγονός ότι αποδείχτηκες κατώτερος του δασκάλου σου, τίποτα παραπάνω από ένα μέτριο αντίγραφό του. Ήλπιζα σε κάτι καλύτερο, σε μια μεγαλύτερη πρόκληση. Ακόμα κι αυτός ο ένας, μικρός


θρίαμβός σου, ωστόσο, δεν είναι όλος δικός σου, αφού φυγάδευσες το αγόρι χωρίς να σκεφτείς όλα τα ενδεχόμενα. Η τύχη δεν είναι κάτι για το οποίο μπορεί κανείς να δεχτεί εύσημα, είναι απλώς τύχη, και δεν κρατάει. Ούτε η καλή τύχη, ούτε η κακή. »Θα μπορούσες να ρωτήσεις σχετικά τον Τσιγγάνο, και είμαι βέβαιος ότι θα σου απαντούσε ενημερώνοντάς σε για το πού βρισκόταν τα τελευταία λίγα χρόνια. Αυτό όμως μπορώ να το κάνω κι εγώ. Χάρη στις δικές μου προσπάθειες, ο Τσιγγάνος βρισκόταν κρατούμενος σε μία από τις χειρότερες φυλακές της Ισπανίας, χάρη στις δικές του, όμως, και χάρη επίσης στην ανοησία των ισπανικών Αρχών, κατάφερε να δραπετεύσει πριν από λίγο καιρό. Με λίγη τύχη, θα έμενε εκεί ώσπου να πεθάνει. Αλλά, έτσι είναι η ζωή. Δεν έχεις πάντα τύχη. Ο ευφυής άνθρωπος πρέπει να προετοιμάζεται. »Μ’ εσένα, Τζακ, προετοιμάστηκα. Σε βρήκα επειδή ήθελα να σε βρω. Ήρθες σ’ εμένα επειδή δεν είχες πού αλλού να πας, εκτός από –μια μέρα– το δήμιο. Τώρα ήρθε η ώρα να με ξεπληρώσεις για τη γενναιοδωρία μου. Είσαι δημιούργημά μου. »Ο Τσιγγάνος είναι άνθρωπος με πολλά πρόσωπα και, για την ώρα, με έναν και μοναδικό σκοπό. Την καταστροφή μου. Είχε πολλά χρόνια στη διάθεσή του για να σκεφτεί πού και πότε έκανε το πρώτο στραβοπάτημα, αυτό που οδήγησε στη σύλληψή του, και αναμφίβολα να καταλήξει ότι είχε κάνει μια συμφωνία με το Διάβολο. Βλέπεις, μετά το θάνατο του Ρενέ, είχε συμφωνήσει να μου αφήσει τη Συλλογή μου για όσο ζούσα, και, σε αντάλλαγμα, είχα συμφωνήσει να πάψω να τον καταδιώκω και να αρχίσω να τον εφοδιάζω με πληροφορίες που θα φαίνονταν χρήσιμες στους προσοδοφόρους συνδέσμους τους οποίους διατηρούσε στο εσωτερικό της υπερεκτιμημένης κυβέρνησης του Βοναπάρτη. Τόσο ωραία, τόσο πολιτισμένη συνθηκολόγηση! Μία συμφωνία κυρίων –δύο ισότιμων σε όλα τους ανδρών... ή τουλάχιστον αυτό θεωρούσε ο Τσιγγάνος ότι είμαστε. Με πίστεψε πραγματικά, πίστεψε ότι κάποια μέρα η Συλλογή θα γινόταν δική του.


»Α, αλλά οι πόλεμοι τελειώνουν, έτσι δεν είναι, Τζακ; Οι τυχάρπαστοι αυτοκράτορες εξαφανίζονται, και τα αποκτήματα του μέντορά σου γίνονται αντικείμενο άπληστου πόθου. Ο φίλος μας ο Τσιγγάνος δεν μπόρεσε να συνειδητοποιήσει το αναπόφευκτο αυτού του πράγματος, ακριβώς όπως οι ανόητοι πολύ συχνά αρνούνται να δουν το προφανές. »Επέστρεψα στη Συλλογή μου, και ο Τσιγγάνος, οπλισμένος μ’ αυτό που θεωρούσε ζωτικές πληροφορίες για τις οποίες ο Βοναπάρτης θα πλήρωνε αδρά, σάλπαρε για την Ισπανία. »Οπότε τώρα καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; Γενναιόδωρος καθώς είμαι, θεώρησα ότι θα έπρεπε να ξέρεις. Ο Τσιγγάνος γύρισε, και είναι θυμωμένος. Ανόητος όμως καθώς είναι, δε χτύπησε αμέσως. Σχεδιάζει πρώτα να με τρομοκρατήσει, να με κάνει να υποφέρω για τα χρόνια που πέρασε φυλακισμένος στην Ισπανία. Το ελάττωμα του αλαζόνα, Τζακ. Η κόμπρα χτυπάει, αλλά δεν περιμένει απλώς κουνώντας δώθε κείθε το απαίσιο κεφάλι της, ελπίζοντας να προκαλέσει φόβο. »Σκέψου, όμως, Τζακ. Σκέψου πώς πρέπει να σκέφτεται ο Τσιγγάνος. Τέσσερα χρόνια είναι πολύς καιρός. Πού πήγε η Συλλογή του Σιντζόν; Είναι ακόμα στην έπαυλή του, κρυμμένη στα μυστικά δωμάτια; Ή μήπως μετακινήθηκε; Εκείνος με θέλει ζωντανό. Κι εγώ επιμένω ότι ο Τσιγγάνος πρέπει να πεθάνει. »Αναγγέλλει την επιστροφή του μ’ εκείνη την ερασιτεχνική κλοπή στο Λονδίνο, μ’ εκείνον το μελοδραματικό τρόπο του που ανέκαθεν έβρισκα άκομψο. Σε αντάλλαγμα, του πετάω το γάντι ως κύριος Σεντ Τζον. Οι δυο μας αρχίζουμε πόλεμο. Συναρπαστικό για λίγο, μετά από πολλά χρόνια αδράνειας και ανίας, προσποιητής αναπηρίας, προσποιητής τρυφερότητας. Ποιος όμως παίζει τίμια, Τζακ, από τους δυο ανόητους μες στην ανοησία τους; »Κι έτσι, λοιπόν, βάζω ένα τέλος σ’ αυτή την κωμωδία κι εξαφανίζομαι, ξεκινάω απ’ την αρχή, χωρίς τον Τσιγγάνο, χωρίς τον Λίβερπουλ και το σινάφι του, χωρίς βάρη. Σχεδιάζω από πολύ καιρό την έξοδό μου από


τούτο το υγρό νησί. Υπάρχει πάντα μια καινούρια αρχή, γι’ αυτούς που την κερδίζουν με την εξυπνάδα τους. »Γιατί δεν έφυγα νωρίτερα; Γιατί δεν πήρα τη Συλλογή μου να φύγω, να πάω κάπου να κρυφτώ; Είμαι σίγουρος ότι διερωτάσαι γι’ αυτό, παρ’ ότι γνωρίζεις την απάντηση. Ο μαρκήσιος Ντε Φοντέν δεν το βάζει στα πόδια. Πραγματοποιεί τη θριαμβευτική αποχώρησή του. Όταν το αποφασίσει εκείνος. »Η ώρα αυτής της απόφασης έφτασε. »Ο Τσιγγάνος θα πεθάνει, στα χέρια σου. Θα μου κάνεις τη χάρη να χρησιμοποιήσεις το μαχαίρι που σου εμπιστεύθηκα σήμερα. Θα το αναγνωρίσει με την τελευταία του πνοή, όταν το δει βυθισμένο ως τη λαβή στο στήθος του. Α, γίνομαι ποιητής καθώς μεγαλώνω, ε; Γι’ αυτή τη σπουδαία υπηρεσία στον μέντορά σου, θα σου δώσω αυτό που πιστεύεις ότι ήδη κατέχεις, και πολλά περισσότερα, πράγματα που δεν είχες ελπίδα να μάθεις. Για να τα μάθεις, όμως, ο Τσιγγάνος πρέπει να πεθάνει, κι εγώ να ζήσω. »Σε δύο μέρες από σήμερα, στις δέκα το βράδυ, εκεί που ποτέ δε θα έψαχνε να με βρει ένας ανόητος. Κάνε τις ετοιμασίες σου, όπως έκανα κι εγώ τις δικές μου, και μην προσπαθήσεις να επιδείξεις μεγαλύτερη αξιοσύνη απ’ όση επέδειξες ως τώρα. Χτύπα απ’ τις σκιές όταν πω: ‘‘Γνωστός μού φαίνεστε, κύριε’’. Απλό, έτσι; Μετά απ’ όλα αυτά, ένα απλό τέλος. »Χτύπα στο ψαχνό, »Σιντζόν. »Και κάτι ακόμα, αφού απόψε αισθάνομαι ιδιαίτερα γενναιόδωρος. Κάποτε μου είχες ζητήσει να σου πω τι μου είχε πει πεθαίνοντας ο Ρενέ. Με είχε καταραστεί, Τζακ. Όπως είμαι βέβαιος ότι με καταριέσαι εσύ τώρα. Ειρωνικό. Για μια φορά στη ζωή του να φανεί άντρας, κι ύστερα να πεθάνει...» Ο Τζακ ακούμπησε την πυκνογραμμένη σελίδα στο τραπέζι κι ύστερα την έσπρωξε μακριά του, σαν να τον πρόσβαλε ακόμα και η παρουσία


της. «Ανόητοι, ανίδεοι, ανίκανοι, μετριότητες. Είμαστε όλοι κατώτεροί του –ναι; Όλοι εκτός απ’ αυτόν. Τον μέγα Σιντζόν, αφέντη των πάντων». Η Τες χρησιμοποίησε την πετσέτα της για να σκουπίσει στα γρήγορα τα μάτια της, μισώντας τα δάκρυα που απειλούσαν να κυλήσουν. «Το παιδί. Δεν μπήκε καν στον κόπο να αποκαλέσει τον Ζακ με τ’ όνομά του. Όσο για μένα, εγώ είμαι απλώς ένα από τα βάρη του. Ένα κορόιδο. Μια και δυο και εκατό φορές κορόιδο...» «Αλλά όχι πια. Όχι πια». Ο Τζακ ξαναπήρε στο χέρι του το γράμμα. «Εντάξει», είπε τραχιά. «Ας το αναλύσουμε τώρα. Πιστεύω ότι μπορούμε να προσπεράσουμε τη δηκτική φιλοφρόνησή του. «Το ρόδο με τα αγκάθια. Ωραία, ναι, αλλά ο δάσκαλος παραμένει άμεμπτος», συμφώνησε η Τες, απλώνοντας να πιάσει το φλιτζάνι με το τσάι της. Μπορούσε να είναι ήρεμη. Μπορούσε να μην ενδώσει στο συναίσθημα. Αυτό εδώ ήταν δουλειά. Ήταν εκπαιδευμένη να συγκεντρώνεται στη δουλειά, να μην αφήνει τίποτα να την αποσπά. «Και τώρα, αυτό που θεωρητικά πρέπει να κάνουμε είναι να χειροκροτήσουμε τη μεγαλοφυΐα του Σιντζόν, να του αποδώσουμε τα εύσημα για το ότι κατάφερε να ξεγελάσει τον Τσιγγάνο και να τον ξαποστείλει στην Ισπανία, παραβλέποντας το γεγονός ότι το σχέδιό του πέτυχε μόνο κατά ένα μέρος. Αφού ο Τσιγγάνος δεν πέθανε». Ο Τζακ κατένευσε. «Η τύχη κάποτε τελειώνει, είτε η καλή είτε η κακή, κι αυτός είναι πάντα προετοιμασμένος για όλα τα ενδεχόμενα. Ναι, ο Σιντζόν διαστρέφει ακόμα και τις αποτυχίες του σε θριάμβους. Συμφωνώ. Όπως και να ’χει, ο Τσιγγάνος επιστρέφει και αναγγέλλει την επιστροφή του αφήνοντας την κάρτα του στην κλοπή που πραγματοποιεί εδώ, στο Λονδίνο. Θέλοντας να τραβήξει την προσοχή του Σιντζόν». «Γιατί δεν μπορεί απλώς να τον σκοτώσει. Και δεν μπορεί απλώς να τον σκοτώσει, γιατί δε γνωρίζει πού βρίσκεται η συλλογή. Ή, ακόμα κι αν το γνωρίζει, δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι ο Σιντζόν δεν την έχει μετακινήσει. Τον ξετρυπώνει, λοιπόν, για να τον πιάσει και να


τον πείσει να του αποκαλύψει πού βρίσκονται οι θησαυροί. Πιστεύω ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να το πετύχει αυτό θα ήταν να έρθει στην έπαυλη και να βάλει την κάννη του πιστολιού του στον κρόταφο του Σιντζόν. Έτσι δεν είναι; Προς τι όλα αυτά τα παιχνίδια;» «Μην ξεχνάς ότι ο Τσιγγάνος είναι κραυγαλέος, ακόμα και μελοδραματικός. Αυτό θα πρέπει να το θυμόμαστε, αφού θα αναμετρηθούμε μαζί του. Τι άλλο είναι; Α, ναι, να το. Ο Τσιγγάνος είναι άνθρωπος με πολλά πρόσωπα. Εντάξει –άρα, θα πρέπει να περιμένουμε κάποιου είδους μεταμφίεση. Δε με ξαφνιάζει αυτό». Ο Τζακ συνέχισε να σαρώνει με το βλέμμα το γράμμα. «Κι αυτό μπορεί να είναι σημαντικό: σχεδιάζω από πολύ καιρό την έξοδό μου από τούτο το υγρό νησί . Από πότε, Τες; Από πότε σχεδίαζε ο πατέρας σου τη θριαμβευτική έξοδό του; Από χρόνια, θα έλεγα εγώ. Κατά πάσα πιθανότητα, από πολύ πριν χωρίσουν οι δρόμοι τους με τον Τσιγγάνο». Και πάλι, η Τες κατένευσε. Ήθελε να πάψει ο Τζακ να μιλάει, γιατί μια ιδέα είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό της, μια ιδέα που δεν είχε πάρει ακόμα την οριστική της μορφή. «Τι είπε για σένα;» «Εκτός από το ότι είμαι το εκπαιδευμένο όργανό του, εννοείς; Ότι θα με επιβραβεύσει. Γι’ αυτή τη σπουδαία υπηρεσία στον μέντορά σου, θα σου δώσω αυτό που πιστεύεις ότι ήδη κατέχεις, και πολλά περισσότερα, πράγματα που δεν είχες ελπίδα να μάθεις. Τυπικά αινιγματικό». «Δε νομίζω». Η ιδέα της είχε αρχίσει να παίρνει σχήμα και μορφή. «Το πρώτο μέρος –αυτό για μένα και τον Ζακ. Αυτό είναι απειλή». Ο Τζακ κοίταξε συνοφρυωμένος τη σελίδα. «Ανάθεμα! Δίκιο έχεις. Πρέπει να πιστεύει ότι μπορεί να σε στρέψει για άλλη μια φορά εναντίον μου». Την κοίταξε. Το σκοτεινό βλέμμα του ήταν γεμάτο ένταση αλλά και απορία. «Μπορεί να το κάνει αυτό, Τες;» «Προσπάθησε να απαγάγει το γιο μου!» εξερράγη η Τες χτυπώντας τη γροθιά της στο τραπέζι, τόσο δυνατά, που τα φλιτζάνια κροτάλισαν στα πιατάκια τους. «Όπως και να προσπαθήσει να το διαστρέψει αυτό, να το κάνει να φανεί αποδεκτό, ακόμα και απαραίτητο, ποτέ


μου δε θα τον συγχωρήσω. Ποτέ». Πήρε βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ηρεμήσει την καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή. «Δεν καταλαβαίνει, Τζακ, γιατί ποτέ του δεν αγάπησε ούτε τον Ζακ ούτε εμένα. Ποτέ του δεν αγάπησε άνθρωπο. Μόνο αντικείμενα. Μόνο τη δική του διεστραμμένη μεγαλοφυΐα. Το τι θα κάνουμε εσύ κι εγώ, θα το αποφασίσουμε εμείς οι δύο. Ο Σιντζόν δε μου είναι τίποτα πια, δεν έχει καμιά απολύτως επιρροή πάνω μου». «Εντάξει», είπε χαμηλόφωνα ο Τζακ. «Θα το αποφασίσουμε εμείς οι δύο. Και, προφανώς, πρόκειται για μια απόφαση που δεν έχει ήδη παρθεί». «Τζακ...» «Όχι, όχι τώρα, Τες. Αν επρόκειτο για οτιδήποτε άλλο, θα φρόντιζα να εκμεταλλευτώ το πλεονέκτημά μου. Δεν μπορώ όμως να σου το κάνω αυτό. Ούτε καν για χάρη του Ζακ». «Δεν είναι ότι...» «Ότι με μισείς;» Το χαμόγελό του ήταν σαν μαχαιριά στην καρδιά της. «Όχι, Τες, δεν πιστεύω ότι με μισείς. Αλλά ούτε πιστεύω ότι ξέρεις τι αισθάνεσαι. Ας τελειώσουμε, όμως, μ’ αυτή την ιστορία, κι ας πάμε τον Ζακ στο Μπλάκθορν. ότι είναι να συμβεί μετά απ’ αυτό, θα συμβεί. Ή όχι». Επιτέλους, η Τες κατάφερε να χαμογελάσει. «Ανάθεμά σε, Τζακ Μπλάκθορν! Είσαι τόσο αλαζόνας!» «Ναι, ξέρω. Ο Σιντζόν θα το θεωρούσε ελάττωμα, για όλους εκτός από τον εαυτό του, φυσικά. Για την ώρα, όμως, ας επιστρέψουμε στο προκείμενο. Στον τόπο συνάντησης, όπου θα εξουδετερώσω τον εχθρό του εχθρού μου». Η Τες σήκωσε το χέρι σταματώντας τον. «Όχι, όχι ακόμα. Αυτό που μου διάβασες κρύβει και κάτι παραπάνω. Εκεί που λέει ότι θα σου πει πράγματα που δεν είχες ελπίδα να μάθεις. Μπορεί να φαίνεται ότι ο Σιντζόν απλώς διανθίζει τη φράση του, σε βεβαιώ όμως ότι δεν είναι έτσι. Ποτέ δε σπαταλάει τα λόγια του. Το καθετί που λέει έχει τη


σημασία του». «Ήλπιζα ότι θα το πρόσεχες», είπε ο Τζακ δίνοντάς της το γράμμα. «Μήπως είναι αυτό το κρυμμένο αγκάθι; Στο κάτω κάτω, τελειώνει υπενθυμίζοντάς μου ότι δε θα μπορεί να μου πει τίποτα αν είναι νεκρός». Η Τες ξαναδιάβασε την αράδα. ...και πολλά περισσότερα, πράγματα που δεν είχες ελπίδα να μάθεις». Επιτέλους, η ιδέα που τόση ώρα αγωνιζόταν να σχηματοποιήσει, αποκρυσταλλώθηκε στο μυαλό της. «Σκέψου το ξεκίνημά σου με τον Σιντζόν, Τζακ. Του είπες τα πάντα για σένα, ότι ήξερες. Κι εκείνος σε άκουσε –έτσι δεν είναι; Με μεγάλη προσοχή, όπως το συνηθίζει, κάνοντάς σε να πιστέψεις ότι αυτά που έλεγες ήταν πολύ ενδιαφέροντα, πολύ σημαντικά. Ποτέ σου δεν είχες μιλήσει σε κανέναν, κι ωστόσο είπες τα πάντα σ’ αυτό τον ξένο που με κάποιον τρόπο σε έπεισε να τον ληστέψεις σ’ ένα σκοτεινό στενό, στο οποίο ο ίδιος δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να βρίσκεται. Ο Σιντζόν, που θα μπορούσε να υπερνικήσει με μεγάλη ευκολία ένα μεθυσμένο νεαρό, ακόμα κι αν αυτός ο νεαρός τον απειλούσε με πιστόλι. Η ιστορία αυτή δεν κατάφερε ποτέ να με πείσει, Τζακ. Ούτε όταν μου τη διηγήθηκες, ούτε τώρα. Πού είναι, να δεις; Κάπου εδώ...» είπε η Τες ξαναρχίζοντας να διαβάζει. «Από αυτό σκέφτηκα ότι... α, να, εδώ. Μ’ εσένα, Τζακ, προετοιμάστηκα. Σε βρήκα επειδή ήθελα να σε βρω... είσαι δημιούργημά μου». Η Τες άφησε το γράμμα στο τραπέζι. «Τζακ; Μη με κοιτάζεις έτσι, Τζακ, σαν να μπορείς να αρνηθείς ότι είναι γραμμένο σε τούτη εδώ τη σελίδα. Σε βρήκε επειδή σε αναζήτησε. Σε βρήκε, κι ύστερα σ’ έφτιαξε όπως σε χρειαζόταν. Επειδή είναι από τους ανθρώπους που προετοιμάζονται. Ο Σιντζόν δεν σκέφτεται απλώς την επόμενη κίνησή του στη σκακιέρα, όπως κάνουμε εμείς οι κοινοί θνητοί. Στήνει την ίδια τη σκακιέρα πριν ακόμα αρχίσει το παιχνίδι. Ποτέ δεν τον στριμώχνει κανείς, ποτέ δεν του κάνει ματ, γιατί αυτός έχει ήδη προετοιμάσει μια εναλλακτική κίνηση, ακόμα και χρόνια πριν, για την περίπτωση που θα τη


χρειαστεί». «Τι μου λες λοιπόν, Τες; Εκτός από το ότι είμαι βλάκας;» Για κάμποσο, η Τες τον κοίταξε χωρίς να μιλάει. «Ξέρεις πολύ καλά τι θέλω να σου πω. Ο Σιντζόν ξέρει ποιος είσαι, Τζακ. Έτσι δεν είναι; Το ήξερε από το πρώτο κιόλας βράδυ, από την πρώτη συνάντησή σας. Σε βρήκε γιατί ήθελε να σε βρει. Ήσουν ανέκαθεν πιόνι του, Τζακ, όπως και όλοι εμείς οι υπόλοιποι». Ο Τζακ έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. «Ανάθεμά τον», είπε, κι έπειτα το χέρι του τεντώθηκε και σάρωσε ότι βρισκόταν πάνω στο τραπέζι, ρίχνοντάς τα με πάταγο στο πάτωμα. Τον κοίταξε να βγαίνει από το δωμάτιο χωρίς να του μιλήσει, χωρίς να του φωνάξει ότι πάντα έτρεχε να ξεφύγει από τα συναισθήματά του, λες και δεν τα κουβαλούσε μαζί του όπου και να πήγαινε. Δεν του μίλησε, γιατί ήξερε ότι θα γύριζε. Το είχε μάθει πια, κι έτσι, θα του έδινε αυτό που χρειαζόταν, λίγο χρόνο για να μείνει με τον εαυτό του και τους προσωπικούς του δαίμονες. Η Τες έσκυψε και σήκωσε το γράμμα του Σιντζόν, τις οδηγίες του προς εκείνους, που τώρα είχαν θολώσει σε ορισμένα σημεία, αφού σταγόνες από τσάι είχαν πέσει στη σελίδα. Ξαναδιάβασε την αναφορά στον Ρενέ, κι αυτό τη γαλήνεψε αντί να την πονέσει. Ο Ρενέ είχε πεθάνει αντρίκια τολμώντας να καταραστεί τον πατέρα-φόβητρο, αφήνοντάς τον με μια ανάμνηση που ολοφάνερα είχε εντυπωθεί για πάντα στο μυαλό του. Η ήπια φύση του Ρενέ δεν ήταν αποτυχία του Σιντζόν – αυτό ποτέ του δε θα το αποδεχόταν–, ο θάνατός του όμως ήταν. Αν υπήρχε Θεός, η κατάρα του γιου θα εξακολουθούσε να αντηχεί στο μυαλό του πατέρα. Τι της είχε πει ο Τζακ; Ότι κάποτε ο Σιντζόν είχε πει πως η κόρη του θα έπρεπε να είχε γεννηθεί αγόρι; Ότι εκείνη θα έπρεπε να ήταν ο γιος; Παρ’ όλ’ αυτά, την είχε διδάξει, και μάλιστα πολύ καλά. Η Τες ήξερε το σημείο της συνάντησης, εκεί όπου ο Σιντζόν θα τους περίμενε, σε δύο μέρες από σήμερα. Ήξερε πού δε θα έψαχνε ποτέ να τον βρει ένας


ανόητος. «Μπόρεσες να μιλήσεις με αινίγματα, γιατί ξέρεις ότι ο Τζακ κι εγώ δεν είμαστε ανόητοι. Ούτε ανίδεοι, ούτε ανίκανοι, ούτε μετριότητες», είπε φωναχτά η Τες καθώς έριχνε το γράμμα στη φωτιά και τραβούσε έπειτα το κορδόνι του κουδουνιού για να φωνάξει κάποιον να καθαρίσει τη ζημιά του Τζακ. «Κι αυτό θα έπρεπε να σε ανησυχεί, μπαμπά. Να σε ανησυχεί πραγματικά...»


Κεφάλαιο 13 Πήγε κοντά του μετά τα μεσάνυχτα, αναζητώντας τον στο υπνοδωμάτιο όπου είχε κλειστεί για το υπόλοιπο της ημέρας, γλείφοντας τις πληγές του, αναθεματίζοντας τη βλακεία του, διερωτώμενος πώς θα κατάφερνε να συγκρατήσει την οργή του σε δύο μέρες, όταν θα συναντούσε πρόσωπο με πρόσωπο τον Σιντζόν. Εκείνη πήγε κοντά του όταν εκείνος αποφάσισε μην πάει κοντά της. Μ’ όλο που είχε ανάγκη να το κάνει. Παρ’ όλη την ανάγκη του να είναι μαζί της. Παρ’ όλο που ήξερε ότι δε θ’ άντεχε τη νύχτα χωρίς αυτήν. Έτσι όπως έστεκε ανάμεσα στο κρεβάτι και το τζάκι, το φως της φωτιάς έφτιαχνε ένα φωτοστέφανο γύρω από τα λυτά ξανθά μαλλιά της και τόνιζε το περίγραμμα του κορμιού της κάτω από το λεπτό λευκό ύφασμα της βαμβακερής ρόμπας της. Ο Τζακ μπορούσε να μυρίσει το άρωμά της. Η Τες δεν είπε λέξη. Κι εκείνος δεν τόλμησε να μιλήσει. Η πρώτη τους νύχτα μαζί ήταν για κείνη, για να την παρηγορήσει, για να της θυμίσει ότι ήταν ζωντανή. Απόψε, χωρίς λόγια, ο Τζακ ήξερε ότι είχε έρθει να του ανταποδώσει τη χάρη. Η ρόμπα γλίστρησε απ’ τους λεπτούς ώμους της. Αργά, η Τες έλυσε τα κορδελάκια του νυχτικού της. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο πάνω του –ο Τζακ το ένιωθε, παρ’ ότι το πρόσωπό της ήταν κρυμμένο στις σκιές που έριχνε η φωτιά. Ήθελε να σηκωθεί και να την πάρει κοντά του, αλλά έμεινε εκεί που ήταν. Παρακολουθώντας την. Η Τες σταύρωσε τα χέρια, μάζεψε το ύφασμα του νυχτικού, και το έβγαλε περνώντας το από το κεφάλι της. Το νυχτικό έπεσε στο πάτωμα, ξεχασμένο. Περιττό. Σήκωσε ξανά τα χέρια της, αυτή τη φορά για να γλιστρήσει τις παλάμες στον αυχένα της, κάτω από τα μαλλιά της, και ανασήκωσε τις


ξανθές μπούκλες της, με τα τέλεια στήθη της ν’ ανασηκώνονται με την κίνηση. Το φως της φωτιάς χάιδεψε το γυμνό δέρμα της, τόνισε τη γραμμή του στήθους της, τον μακρύ κορμό, τη στενή μέση της, τις προκλητικές καμπύλες των γοφών της. Τα μακριά, δυνατά, ίσια πόδια της. Η Τες κράτησε την πόζα. Ώσπου ο Τζακ άκουσε την ίδια του την ανάσα. Κατέβασε τα χέρια της και άφησε τα μακριά μαλλιά της να πέσουν, με το ένα και μοναδικό κούνημα του κεφαλιού της να απλώνει στην εντέλεια τη χρυσαφένια χαίτη πάνω στους ώμους της κι ακόμα παρακάτω, στέλνοντας τις μπούκλες να σταθούν προκλητικά πάνω στα στήθη της. Η Τες άπλωσε το χέρι και τράβηξε αργά τα σκεπάσματα, κατεβάζοντάς τα ως τα γόνατά του κι ακόμα πιο κάτω, αποκαλύπτοντάς τον γυμνό στο κρεβάτι, με τον κορμό του μισοανασηκωμένο στα μαξιλάρια. Ο Τζακ έμεινε όσο πιο ακίνητος μπορούσε, με την ανάσα του σχεδόν λαχανιασμένη τώρα, τον ανδρισμό του να αναδεύεται, πιο στιβαρός, πιο όρθιος. Ήξερε ότι ο ρόλος του ήταν καθορισμένος: δεν έπρεπε να κουνηθεί, δεν έπρεπε να την αγγίξει. Όχι. Αυτό θα το έκανε εκείνη. Θα το έκανε γι’ αυτόν. Έκλεισε τις παλάμες της γύρω από τα στήθη της, γλιστρώντας τους αντίχειρές της στις θηλές της, γδέρνοντάς τες απαλά με τα νύχια της, ερεθίζοντάς τες σε σκληρές κορυφές. Κι ύστερα, άρχισε να τις τσιμπάει μαλακά ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη πριν αλλάξει τη θέση των χεριών της... το αριστερό στο δεξί στήθος της, το δεξί, με τα δάχτυλα απλωμένα, να ξεκινά την αργή, αισθησιακή κάθοδό του στην επίπεδη κοιλιά της. Και πιο κάτω. Ναι. Στο μυαλό του δεν υπήρχε άλλο απ’ αυτήν. Από το να την παρακολουθεί. Από το να φαντάζεται τον εαυτό του βυθισμένο βαθιά μέσα της. Ήταν ανέγγιχτος, απρόσιτος. Έτσι είχε φτιάξει τον εαυτό του: ο κόσμος τού είχε δώσει το δομικό υλικό για να υψώσει τα τείχη γύρω του.


Τίποτα και κανείς δεν περνούσε απ’ αυτά. Εκτός από κείνη. Έσπαγε όλες του τις άμυνες, απλώς και μόνο με το να είναι ο εαυτός της. Ένιωθε τα χέρια της πάνω του ακόμα και τη στιγμή που ετοίμαζε τον εαυτό της για κείνον. Ένιωθε τον καυτό, υγρό πόθο της να τον περικυκλώνει, τροφοδοτώντας ανάγκες που δεν ήξερε καν ότι είχε. Ήταν εκεί, κι έστεκε δίπλα του, στο κρεβάτι του. Ήταν μαζί του, σάρκα με σάρκα. Ήταν βαθιά μέσα στο κορμί, στο μυαλό του. Στην ψυχή του. Έβαζε παντού τη σφραγίδα της... χωρίς καν να τον αγγίζει. Ποτέ πια δε θα ήταν χωρίς εκείνη, ακόμα κι αν βρισκόταν χιλιάδες μίλια μακριά. «Τες...» Η Τες όμως ήξερε. Δεν είχε προλάβει να αρθρώσει το όνομά της, την ικεσία του, κι εκείνη είχε βρεθεί από πάνω του, χαμηλώνοντας τη λεκάνη της στη δονούμενη στύση του. Σύντομα θα κατέρριπτε και τις τελευταίες του άμυνες. Έγειρε προς τα μπρος, με τις παλάμες στηριγμένες στους ώμους του. Κι άρχισε να κινείται. Τον προκάλεσε, τον ερέθισε. Πίεσε τη λεκάνη της στη δική του, νιώθοντας τι χρειαζόταν. Έσκυψε το κεφάλι και ακούμπησε το στόμα της στο λαιμό του ακουμπώντας τη γλώσσα της στο καυτό δέρμα του, παίζοντάς την στο ρυθμό της κίνησης των γοφών της. Του έδινε. Πάρ’ το. Πάρε αυτό που χρειάζεσαι. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο απ’ αυτό το τώρα. Ούτε σκιές, ούτε χώρος για θυμό, για φόβο. Για μεταμέλεια. Μονάχα πάρε. Πάρε. Κι εκείνος πήρε. Όπως είχε πάρει κι εκείνη όταν της έδωσε ο Τζακ. Βύθισε μέσα της το θυμό του τον πόνο του. Έπαψε ν’ αντιστέκεται, και τα ξέχασε, τα ξέχασε όλα. Γιατί τώρα δεν υπήρχε χώρος στην καρδιά του για τίποτ’ άλλο, όχι όταν η Τες γέμιζε αυτή την καρδιά τόσο απόλυτα.


Σήκωσε τα χέρια του στο κεφάλι της, το στόμα του γύρεψε το δικό της, κι έγιναν ένα φτάνοντας μαζί στην κορυφή, και πέρα απ’ αυτήν... Δική μου. Παρακαλώ... παρακαλώ. Δική μου. Ένιωσε τα δάκρυά της στα μάγουλά του, να ενώνονται με τα δικά του, κι έκλεισε με δύναμη τα μάτια του. Το φιλί της έγινε τρυφερό λίγο πριν φύγει γλιστρώντας από πάνω του. Όταν ο Τζακ άνοιξε τα μάτια, την είδε ντυμένη ξανά, με το νυχτικό και τη ρόμπα της. «Αύριο, θ’ αρχίσουμε δουλειά», του είπε χαμηλόφωνα καθώς ξανατραβούσε τα σκεπάσματα πάνω του, κι έσκυβε να τον φιλήσει μια τελευταία φορά. Τον έβαζε για ύπνο όπως θα έκανε μ’ ένα παιδί. Ο Τζακ άπλωσε το χέρι για να την κρατήσει, αλλά μετά το ξανακατέβασε. «Τες...» «Ο Σιντζόν δεν μπορεί να σου στερήσει τίποτα, Τζακ, ούτε και να σου δώσει. Μόνο εσύ μπορείς να τα κάνεις αυτά. ότι υπάρχει μεταξύ μας, θα κανονιστεί μεταξύ μας. Πρώτα, όμως, η δουλειά. Σύμφωνοι;» Ο Τζακ κατένευσε, και η Τες χαμογέλασε. «Νομίζω ότι μ’ αρέσει έτσι. Να έχω τον έλεγχο, θέλω να πω. Πολύ καινούριο συναίσθημα για μένα, διαφορετικό». Ο Τζακ τράβηξε ένα από τα μαξιλάρια πίσω από το κεφάλι του και το πέταξε στη γελαστή φιγούρα της που απομακρυνόταν. Δευτερόλεπτα αργότερα, ήταν μόνος. Κι ωστόσο, καθόλου μόνος. «Θεέ μου, πόσο την αγαπώ αυτή τη γυναίκα!» ψιθύρισε στο άδειο δωμάτιο. *** «Καλημέρα, αδελφέ», είπε ο Τζακ καθώς καθόταν απέναντι από τον Πουκ, στο μεγάλο τραπέζι του πρωινού δωματίου. «Ναι, καφέ, Γουόντσγουορθ», είπε, καθώς ο μπάτλερ ερχόταν να τον σερβίρει. «ότι πρέπει! Ευχαριστώ. Τι κάνεις, Πουκ;» «Εννοείς εκτός από το να είμαι κατάπληκτος που σε βλέπω τόσο ευδιάθετο; Παραλίγο να μη σε γνωρίσω».


«Δεν είμαι πάντα βλοσυρός, ξέρεις», είπε ο Τζακ, επιλέγοντας να αγνοήσει το χαμόγελο και τη ματιά που αντάλλαξαν αδελφός και μπάτλερ. «Είσαι αρκετά καλά για να ταξιδέψεις;» «Με πετάς έξω, ε;» ρώτησε ο Πουκ επιχειρώντας να απλώσει μαρμελάδα μήλο σε μια φέτα φρυγανισμένο ψωμί που γλίστρησε αμέσως στο πιάτο του και παραλίγο να πέσει κάτω. «Ανάθεμα! Α, ευχαριστώ». «Μη μ’ ευχαριστείς», είπε ο Τζακ αρπάζοντας το πιάτο και τελειώνοντας τη δουλειά που τόσο αδέξια είχε αρχίσει ο Πουκ. «Το χέρι σου δε θα κρεμόταν τώρα απ’ αυτό τον αναρτήρα αν δεν είχα φανεί τόσο βλάκας». «Ε, καλά, αυτό είναι γεγονός. Όχι ότι θέλω να μου ζητήσεις γονατιστός συγνώμη, αλλά δε θα έλεγα όχι για μια ακόμα φέτα ζαμπόν. Κατά προτίμηση κομμένη σε μπουκιές». Ο Γουόντσγουορθ έσπευσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του και, σύντομα, ένα ακόμα μικρό πιάτο εμφανίστηκε μπροστά στον Τζακ, αυτή τη φορά με μια παχιά φέτα ολόφρεσκου ζαμπόν. «Εσείς οι δυο πρέπει να φτιάξετε έναν περιοδεύοντα θίασο και να παίζετε επ’ αμοιβή. Είμαι βέβαιος ότι θα έχετε μεγάλη επιτυχία», τους είπε. «Ωστόσο, αν νομίζεις, Πουκ, ότι θα σε ταΐσω, καλύτερα ν’ αρχίσεις να συνηθίζεις στο άδειο στομάχι». «Α, και να η βλοσυρότητα την οποία όλοι γνωρίζουμε καλά. Το ήξερα ότι η καλή διάθεση δε θα κρατούσε. Για να πω την αλήθεια, μάλλον χαίρομαι. Ένας χαμογελαστός Μπλακ Τζακ μάλλον είναι πιο εκφοβιστικός από ένα βλοσυρό. Γουόντσγουορθ, καλέ μου φίλε, προτείνω τώρα να αποσυρθείς, όσο είναι ακόμα ασφαλές να γυρίσεις την πλάτη στον κύριο αδελφό μου». Ο μπάτλερ υποκλίθηκε και αποσύρθηκε. «Είναι καλός ο Γουόντσγουορθ», σχολίασε ο Τζακ καθώς έκοβε το ζαμπόν για τον αδελφό του. «Ο Μπο διάλεξε καλά». «Τον ξέρεις τον Μπο. Νιώθει πιο άνετα με ανθρώπους η αφοσίωση των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Μπορεί σε ορισμένα θέματα


ο Γουόντσγουορθ να μην είναι και τόσο εκλεπτυσμένος, αλλά, ως προς την αφοσίωση στο καθήκον, κανείς δεν μπορεί να συγκριθεί με έναν πρώην αρχιλοχία. Δεν ήσουν ποτέ στο στρατό, έτσι δεν είναι; Ένστολος, εννοώ. Φαντάζομαι ότι ήσουν κάπου εκεί, κάνοντας τη δουλειά σου, όποια κι αν είναι αυτή. Όποια κι αν ήταν. Θα συνεχίσεις να την κάνεις;» Ο Τζακ χαμογέλασε ξανά δίνοντάς του το πιάτο. «Δεν το είπες με τη συνηθισμένη σου λεπτότητα, Πουκ. Σε πονάει ακόμα το χέρι σου;» «Ευχαριστώ. Όχι, η προσποίηση είναι αρκετά οδυνηρή από μόνη της. Υποθέτω ότι μάλλον πρέπει να μπω κατευθείαν στο ψητό. Τι θα κάνεις από δω και πέρα, Τζακ; Σίγουρα θέλεις να βρεις το μαρκήσιο. Για το Στέμμα, όμως, ή για σένα;» Ο Τζακ πέρασε αμέσως στην άμυνα. Ο αδελφός του έψαχνε να βρει κάτι. «Γιατί ρωτάς;» Ο Πουκ σήκωσε το δάχτυλό του υποδεικνύοντας ότι θα απαντούσε μόλις κατάπινε την μπουκιά του, κι ύστερα είπε: «Γιατί, προφανώς, έχει διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για δουλειά –για αποστολή, αν θέλεις. Στη δεύτερη, πρόκειται απλώς για αναθεματισμένη, βλακώδη εκδίκηση, πράγμα που μπορεί να σε κάνει απρόσεχτο. Μ’ άλλα λόγια, ανησυχώ για σένα, Τζακ. Μεταξύ αδελφών, ξέρεις, επιτρέπεται». «Το ενδιαφέρον σου θα με συγκινούσε βαθύτατα, αν δε με προσέβαλλε επίσης. Ξέρω τι κάνω». Ο Πουκ άφησε στην άκρη το πιρούνι του. «Δεν το κάνεις εύκολο, ε; Να σε πλησιάσει ο άλλος εννοώ. Γιατί αυτό, Τζακ; Με τον Μπο, ξέρεις, έχουμε αναπτύξει σχετικά μια θεωρία. Η οποία αρχίζε και τελειώνει με την αγαπητή μητέρα μας». «Όχι τώρα, Πουκ. Αρκετά έχω ήδη στο κεφάλι μου. Εξάλλου, όλα αυτά είναι αρχαία ιστορία». «Όχι αν επηρεάζουν το παρόν σου. Α, κάθισε σε παρακαλώ κάτω!» πρόσθεσε ο Πουκ βλέποντας ότι ο Τζακ έσπρωχνε την πολυθρόνα


του, έτοιμος να σηκωθεί. «Φοβόμαστε ακόμα και να σου μιλήσουμε. Όλοι μας! Εντάξει, ο μαρκήσιος δεν είναι πατέρας σου. Ορίστε, το είπα. Και λοιπόν; Τ έγινε; Είσαι αδελφός μας, και πρέπει ο ένας να υποστηρίζει τον άλλον, ανάθεμά σε! Πρέπει να είμαστε και οι τρεις σαν ενωμένη γροθιά. Ήρθε η ώρα να γυρίσεις σπίτι». Ο Τζακ ξανακάθισε μ’ ένα γδούπο και τα χέρια του σφίχτηκαν τόσο πολύ στα μπράτσα της πολυθρόνας που οι κόμποι των δαχτύλων του άσπρισαν. «Εκείνη σου το είπε;» Ο Πουκ γύρισε τα μάτια στο ταβάνι. «Η Άντελεϊντ; Όχι βέβαια. Ο Μπο, ξέρεις, δεν είναι και τόσο χαζός –ίσως θα έπρεπε να του δώσεις κάποια εύσημα για την παρατηρητικότητά του. Την ημέρα των δέκατων όγδοων γενεθλίων του, η μητέρα μας του έδωσε ένα δαχτυλίδι ίδιο μ’ αυτό που φοράς κι εσύ. Ο Μπο τη ρώτησε αν το Μπ που ήταν χαραγμένο πάνω του αντιπροσώπευε το Μπλάκθορν ή το μπάσταρδος, εκείνη όμως δεν του απάντησε. Ή μάλλον του απάντησε με τον τρόπο της. Του έχωσε ένα γερό χαστούκι. Την επομένη των δικών σου δέκατων όγδοων γενεθλίων, εσύ εξαφανίστηκες. Παρατηρητικός καθώς είμαι, και χωρίς να με πολυνοιάζει τι είχε πάθει ο Μπο, και πολύ λιγότερο το τι είχες πάθεις εσύ, όταν έγινα δεκαοχτώ και η Άντελεϊντ μου χάρισε το δικό μου δαχτυλίδι, την ευχαρίστησα πειθήνια, κι εκείνη μού χάιδεψε το μάγουλο, λέγοντάς μου ότι ήμουν το μωρό της, ο θησαυρός της. Νομίζω ότι θα προτιμούσα να με είχε χαστουκίσει». «Της έδωσες όμως αυτό που ήθελε». «Ναι», είπε αργά ο Πουκ. «Το δώρο της μητέρας μου σ’ εμένα... το ταλέντο μου στην κολακεία. Ξέρεις, Τζακ, ότι κατά πάσα πιθανότητα είμαι το πιο ευχάριστο άτομο που θα συναντήσεις στη ζωή σου;» Ο Τζακ χαμογέλασε. «Εσύ είσαι ικανός και άγρια θηρία να ημερώσεις», συμφώνησε μελιστάλαχτα. «Δεν ξέρεις πόσες φορές μού ήρθε να σε πετάξω στο χοιροστάσιο». Ο Πουκ πήρε ένα τραγανό ψωμάκι και το πέταξε με μισή καρδιά στον Τζακ. «Απλώς, ευχαριστώ το Θεό που πήγα στο Παρίσι και κατάφερα


επιτέλους να μεγαλώσω. Δεν είναι αυτό το θέμα μου όμως. Η Άντελεϊντ διένειμε στον καθένα μας κι από ένα ρόλο –το σκέφτηκες ποτέ σου αυτό;» «Το έχω σκεφτεί, ναι. Παραλίγο να καταστρέψει τον Μπο πείθοντάς τον ότι μπορούσε να υπερβεί τη νόθα καταγωγή του, να γίνει ότι και όποιος ήθελε. Χάρηκα πολύ όταν τον είδα να βρίσκει τελικά τον εαυτό του». Ο Τζακ πήρε το ψωμάκι, κι άρχισε να το γυρίζει στο χέρι του. «Και τώρα, φτάσαμε σ’ εμένα. Και τι πιστεύεις, εσύ που είσαι τόσο σοφός, ότι έφτιαξε η Άντελεϊντ όταν δημιούργησε τον δικό μου ρόλο;» Ο Πουκ αναστέναξε ηχηρά. «Εσένα δε σε δημιούργησε, Τζακ. Μ’ εσένα, έκανε το ασυγχώρητο. Σ κατέστρεψε. Ξέρεις, όμως, πλήρωσε το τίμημα γι’ αυτό. Ο μπαμπάς... ο Σίριλ δεν τη συγχώρησε ποτέ που σ’ έδιωξε». Ο Τζακ ακούμπησε την πλάτη του πίσω, έκπληκτος με τα λόγια του Πουκ. «Τι εννοείς; Η μητέρα μας εξακολουθεί να γυρίζει όποτε θέλει στο Μπλάκθορν. Και ο Σίριλ είναι ακόμα ο ίδιος, τρελά ερωτευμένος ανόητος που ανέκαθεν ήταν». Ο Πουκ σηκώθηκε από το τραπέζι. «Πάμε μια βόλτα», είπε, κι ύστερα κατευθύνθηκε προς το χολ, μη αφήνοντας άλλη επιλογή στον Τζακ από το να τον ακολουθήσει. Είχε γυρίσει την πλάτη του στη ζωή του στο Μπλάκθορν, είπε στον εαυτό του χίλιες φορές ότι δεν τον ένοιαζε, ότι ήταν καλύτερα μόνος του. Η χρονιά που πέρασε όμως τον είχε διδάξει ότι οι δεσμοί του με τα ετεροθαλή αδέλφια του ήταν πολύ πιο δυνατοί απ’ όσο είχε φανταστεί. Αν ο Πουκ ήθελε να μιλήσει, τότε εκείνος όφειλε να τον ακούσει. Δε μίλησαν ώσπου έφτασαν στην ταβέρνα, την ίδια που είχαν επισκεφθεί μόλις προχθές. Ο Πουκ δεν είχε προλάβει καλά καλά να καθίσει όταν η σερβιτόρα έσπευσε στο τραπέζι τους με δυο κούπες γεμάτες καυτό, μάλλον δύσοσμο καφέ, γελώντας σαν κοριτσάκι όταν ο Πουκ την ευχαρίστησε μ’ ένα κλείσιμο του ματιού. «Γεννημένος να ικανοποιείς», είπε ο Τζακ, παίρνοντας τη θέση του απέναντι από τον αδελφό του.


«Και δε μου κοστίζει απολύτως τίποτα. Η ζωή είναι για να την απολαμβάνουμε, Τζακ, όχι για να την υπομένουμε. Αν δε με πιστεύεις, ρίξε μια ματιά στο γιο σου. Κάποτε ήμασταν όλοι σαν κι αυτόν. Κι έπειτα, η ζωή... επέβαλε την παρουσία της. Αλλά μπορεί να την επιβάλλει μόνο ως εκεί όπου εμείς λέμε φτάνει, ευχαριστώ πολύ, το κατάλαβα, και τώρα αναλαμβάνω εγώ. Ο Μπο το έμαθε αυτό. Κι εγώ επίσης. Είναι ώρα να το μάθεις κι εσύ. Η ζωή είναι δική σου, Τζακ, όχι η ιδέα της μητέρας σου για το τι ή ποιος είσαι. Απόλαυσε αυτή τη ζωή στο έπακρο. Δόξα τω Θεώ, με την Τες και τον Ζακ έχεις κάνει την καλύτερη αρχή που θα μπορούσες να κάνεις. Άφησε τα υπόλοιπα στην άκρη. Όλα τα υπόλοιπα –απλώς ξέχασέ τα». Τόση ήταν η ζέση του Πουκ, η ειλικρίνειά του, που ο Τζακ αναγκάστηκε να αποστρέψει το βλέμμα. «Θα μου έλεγες για τον Σίριλ», είπε, νιώθοντας άβολα με το ενδιαφέρον του αδελφού του για κείνον. Ο Πουκ αναστέναξε και κατένευσε. «Εντάξει. Σκέψου μόνο αυτό που σου είπα. Δεν αξίζει ν χαραμίσεις τη ζωή σου για την Άντελεϊντ. Ούτε για το μαρκήσιο. Κι ένας Θεός ξέρει αν αξίζει να τη χαραμίσεις για τον Λίβερπουλ και τον Πρίνι και τους υπόλοιπους». Σήκωσε το χέρι για να σταματήσει τον Τζακ που τον κοιτούσε αγριεμένος. «Ναι, ναι, θα επιστρέψω στον Σίριλ», βιάστηκε να του πει. «Στη μία και μοναδική φορά που τον ακούσαμε με τον Μπο να υψώνει τη φωνή του στη μητέρα μας. Χριστέ μου, τι καβγάς ήταν αυτός! Σχεδόν δε χρειάστηκε να κολλήσουμε τ’ αυτιά μας στην πόρτα για ν’ ακούσουμε –τόσο δυνατά φώναζαν». Ο Τζακ χαμογέλασε, όπως ήξερε ότι ήταν αναμενόμενο να κάνει. Ο Πουκ προσπαθούσε να καλύψει όσο πιο ανώδυνα γινόταν τα πολύ στενόχωρα θέματα. «Κρυφακούγατε;» «Μόνο σημειώσεις που δεν κρατούσαμε, για να τις συγκρίνουμε μετά. Ναι, και βέβαια κρυφακούγαμε. Τότε βεβαιωθήκαμε ότι δεν ήσουν του Σίριλ –όχι πως δε σε θεωρεί γιο του, δηλαδή. Είπε ότι σε ανέθρεψε από κουτάβι –αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια του–, και κάποιος


έπρεπε να το κάνει, αφού εκείνη δεν ήταν ικανή ούτε ψύλλο να μεγαλώσει, πόσο μάλλον τρία σπουδαία παιδιά σαν εμάς. Της είπε κι άλλα, πολλά άλλα. Για την εγωιστική στάση της, για την Άμπιγκεϊλ, για τη δική του τρέλα που είχε ήδη καταστρέψει τους ίδιους του τους γιους, για την αρρώστια του για κείνη –αυτή ήταν η λέξη που χρησιμοποίησε, αρρώστια. Θεέ. Η Άντελεϊντ έκλαψε, παρακάλεσε, τον κατηγόρησε για όλα τα κρίματα από καταβολής ανθρώπου. Είπε τρομερά πράγματα, Τζακ, για τον Σίριλ και την Άμπιγκεϊλ. Διεστραμμένες ασχήμιες. Ψέματα, φυσικά. Ο Σίριλ ποτέ δε θα... Τέλος πάντων, το αποτέλεσμα ήταν ότι εκείνη έφυγε και πέρασε παραπάνω από χρόνος μέχρι να επιστρέψει. Τώρα πια έρχεται σπάνια, κι όταν έρχεται, μένει πάντα απομονωμένη στο σπιτάκι». Ο Τζακ δεν είπε τίποτα. Δεν είχε λόγια. «Ο Σίριλ, βέβαια, πηγαίνει εκεί και τη βλέπει», είπε ο Πουκ, αφού σήκωσε την κούπα στα χείλη του, το σκέφτηκε καλύτερα, και την ξανακατέβασε αμέσως χωρίς να πιει γουλιά. «Είναι ακόμα η Άντελεϊντ που όλοι γνωρίζαμε –μια γερασμένη πλανεύτρα, θα μπορούσε κανείς να πει. Τώρα όμως είναι αυτή που γαντζώνεται από πάνω του, που φαίνεται απεγνωσμένη, και όχι ο Σίριλ. Μου κάνει εντύπωση ότι μεγαλώσαμε και οι τρεις χωρίς να αντιμετωπίζουμε τον έρωτα, την αγάπη σαν αρρώστια, σαν ελάττωμα. Ή, ακόμα χειρότερα, σαν παγίδα. Όπως και να ’χει, φαίνεται ότι τα μάγια με τα οποία τον κρατούσε τόσα χρόνια, όποια και να ’ταν, έχουν σχεδόν λυθεί. Και άρχισαν να λύνονται την ημέρα που η μητέρα μας σ’ έδιωξε από το Μπλάκθορν. Όχι για όσα έκανε στον ίδιο τον Σίριλ, ή στον Μπο, ή σ’ εμένα, αλλά για ότι έκανε σ’ εσένα. Σ’ εσένα, Τζακ. Μη μου λες λοιπόν ότι ο Σίριλ δε σ’ έχει σαν παιδί του». Πάνω από το τραπέζι, ο Πουκ άπλωσε το χέρι του και το ακούμπησε σ’ αυτό του Τζακ. «Έχει ανάγκη τη συγχώρεση του γιου του, Τζακ. Ακόμα κι αν είναι στη μορφή της αποδοχής του κληροδοτήματός του. Δέκα ολόκληρα χρόνια περιμένει να γυρίσεις. Θα του έ-


στελνες τον Ζακ. Δε γίνεται να τον μισείς και να θέλεις να του εμπιστευθείς το παιδί σου». «Ποτέ δεν είπα ότι τον μισώ. Δεν έχω λόγο να τον μισώ. Τον μέμφομαι για ότι έκανε σ’ εσένα και τον Μπο, αλλά δεν τον μισώ. Για να πω την αλήθεια, τον λυπάμαι. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είμαστε όλοι θύματα της Άντελεϊντ». Ο Πουκ ακούμπησε ξανά την πλάτη του πίσω. «Ο Σέλεϊ μετέφρασε τον Φάουστ του Γκαίτε. Το διάβασα στη Γαλλία, και τη μεγαλύτερη εντύπωση μου έκαναν κάποιοι στίχοι από τη σκηνή της Βαλπουργίας Νύχτας: “Φοβού τα ξανθά της μαλλιά, γιατί η μαγεία των χρυσών της βοστρύχων είναι απαράμιλλη, κι αν τους τυλίξει στο λαιμό ενός νέου άνδρα, θα τον κρατήσει αιχμάλωτό της για πάντα”». «Ναι, τον έχω διαβάσει κι εγώ αυτό τον παλιό θρύλο. Απ’ ότι θυμάμαι, ο Φάουστ έκανε μια συμφωνία με το Διάβολο. Υπονοείς λοιπόν ότι ο Σίριλ έκανε μια συμφωνία με την Άντελεϊντ και, όπως και ο Φάουστ, έζησε για να τη μετανιώνει; Ενδιαφέρουσα θεωρία». «Δεν είναι απλώς θεωρία, Τζακ. Δε λέω ότι ο Σίριλ ζητάει να του δώσουμε ζητά άφεση αμαρτιών, όπως και να ’ναι, όμως, του οφείλουμε κάτι. Το μόνο που θέλει είναι να τον ακούσουμε». «Είπα ήδη ότι θα έρθω, Πουκ». «Αυτό το ξέρω. Και ξέρω ότι θα φανείς δίκαιος». Χαμογέλασε, μάλλον πονηρά. «Ελπίζω ότι θα φανείς. Είναι μια καλή αρχή να του εμπιστευθείς τον Ζακ. Σκοπεύεις ακόμα να τον στείλεις στο Μπλάκθορν –σωστά;» «Θα το δει έτσι ο Σίριλ; Ότι τον στέλνω σ’ αυτόν, εννοώ, και όχι σ’ εσένα και τον Μπο;» Ο Πουκ ανασήκωσε τους ώμους. «Μπορώ να τον κάνω να το δει έτσι. Αν μ’ αφήσεις». Δεν μπορεί να υπάρξει μια νέα αρχή χωρίς ένα τέλος. Αυτό είχε σκεφτεί ο Τζακ όταν αναλογιζόταν την ανάγκη της Τες να κλείσει την πόρτα στην παιδική της ηλικία, στο θάνατο του αδελφού της, στη διπροσωπία του πατέρα της. Η Τες χρειαζόταν απαντήσεις, ή,


τουλάχιστον, αυτό έλεγε στον εαυτό της. Τις χρειαζόταν πραγματικά όμως αυτές τις απαντήσεις η Τες; Τις χρειαζόταν ο ίδιος; Έπρεπε να επιμείνουν στο ούτως ειπείν μαστίγωμα αυτών που τους είχαν αδικήσει πριν μπορέσουν ν’ αφήσουν το παρελθόν πίσω τους και να προχωρήσουν; Ή μήπως το σημαντικότερο απ’ όλα ήταν, απλώς, να προχωρήσουν; «Εντάξει», είπε εντέλει ο Τζακ. «Αν είσαι αρκετά καλά για να ταξιδέψεις, ας πάτε με τον Ζακ στο Μπλάκθορν. Θα σου δώσω κι ένα σημείωμα για τον Σίριλ, στο οποίο θα τον παρακαλώ να κρατήσει... τον εγγονό του μέχρι να μπορέσουμε με την Τες να πάμε να τον πάρουμε. Είναι αρκετό αυτό;» «Παραπάνω από αρκετό. Μπράβο, αδελφέ μου, μπράβο σου!» Ο Πουκ έκανε την πρόποση σηκώνοντας την κούπα του προς τον Τζακ, ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το πικρό περιεχόμενό της, και πέρασε το επόμενο λεπτό βήχοντας και μορφάζοντας και φτύνοντας στο μαντίλι του, με τον Τζακ απέναντί του να έχει ξεκαρδιστεί στα γέλια.


Κεφάλαιο 14 Η Τες μελετούσε το σχεδιάγραμμα που είχε φτιάξει ο Τζακ, την κάτοψη του εσωτερικού του σπιτιού στον αριθμό 9 της Κλίβελαντ Ρόου. Η διαρρύθμιση ήταν απλή, με όλα τα δωμάτια να βγαίνουν από έναν κεντρικό διάδρομο, όλα εκτός από την κουζίνα που βρισκόταν στο πίσω μέρος, και το κελάρι του μπάτλερ, που ήταν σφηνωμένο ανάμεσα στο μικρό σαλόνι και τη συνεχόμενη τραπεζαρία. Ο Τζακ κι εκείνη είχαν ελέγξει το κτίριο το προηγούμενο βράδυ, χωρίς να μπουν αυτή τη φορά μέσα, αντλώντας πληροφορίες για το εσωτερικό του από την ανάμνηση της σύντομης επίσκεψή τους νωρίτερα την ίδια μέρα, και μετρώντας παράθυρα και πόρτες, καθώς και προνομιούχα σημεία παρατήρησης από την απέναντι στέγη. Για την ακρίβεια, υπήρχαν κάμποσα σχεδιαγράμματα. Οι γύρω δρόμοι είχαν εντοπιστεί και χαρακτηριστεί. Η κάθε πλευρά του κτιρίου, η κάθε ανώθηση είχε σχεδιαστεί. Είχαν μετρήσει ακόμα και πόσες φορές περνούσε η νυχτερινή περίπολος από εκεί, ο ένας και μοναδικός φρουρός, ο οποίος, έτσι κι αλλιώς, δεν θα χρησίμευε σε τίποτα παραπάνω από το να μπλεχτεί στα πόδια τους. Ίσως θα έπρεπε να ντρέπεται, αλλά η Τες είχε πραγματικά απολαύσει τη διαδικασία. Στα χρόνια που είχαν περάσει, η Τες είχε οργανώσει εκατοντάδες εισβολές, κόλπα, πλεκτάνες, σενάρια, και ότι άλλο είχε χρειαστεί να κατεβάσει το μυαλό της. Μελετούσε τακτικές με τον τρόπο που άλλες συνομήλικές της μελετούσαν τις γκραβούρες της μόδας καθώς οργάνωναν σχέδια μάχης για την εφόρμησή τους στη λονδρέζικη Σεζόν, με αντικειμενικό σκοπό την εξασφάλιση συζύγου. Αντίθετα, η Τες διασκέδασε ακονίζοντας το μυαλό της, και το εξασκούσε με τη βοήθεια του πατέρα της, παίζοντας κατ’ εναλλαγή τους ρόλους του διώκτη ή του διωκόμενου. Το έκανε για εξάσκηση, για τη χαρά και την ικανοποίηση που της


έδινε το όλο πράγμα και, στη διάρκεια της χρονιάς πριν από το θάνατο του Ρενέ, είχε βοηθήσει όχι μόνο στην κατάστρωση των σχεδίων αλλά, αρκετά συχνά, και στην εφαρμογή τους. Και είχε μάθει ένα πράγμα. Ο πατέρας της δεν έχανε ποτέ. Δεν είχε καταφέρει ούτε μια φορά να τον νικήσει. «Ακόμα τα σχεδιαγράμματα μελετάς;» ρώτησε ο Τζακ μπαίνοντας στο δωμάτιο. Είχε λείψει από το σπίτι αρκετές ώρες, και είχε φύγει χωρίς να της πει πού πήγαινε. Ίσως θα έπρεπε να τον είχε ρωτήσει. Ίσως θα έπρεπε να προθυμοποιηθεί να της πει. Είχαν φτάσει ως εδώ. Είχαν ακόμα άλλο τόσο δρόμο να διανύσουν. Η σελίδα με το σχεδιάγραμμα τρέμισε στο χέρι της καθώς η Τες την ακουμπούσε πάνω στο γραφείο, ελπίζοντας ότι δε θα πρόδιδε τη νευρικότητά της στον Τζακ, από τον οποίο δεν ξέφευγε σχεδόν ποτέ τίποτα. «Νομίζω ότι πρέπει να συμπεριλάβουμε τους φίλους σου», του είπε, κοιτάζοντάς τον να μισοκάθεται στη γωνιά του γραφείου. «Δεν θέλεις να μπω μέσα μαζί σου, κι αυτό το καταλαβαίνω, πραγματικά το καταλαβαίνω, όπως είμαι επίσης σίγουρη για τη γενναιότητα του Γουόντσγουορθ. Παρ’ όλ’ αυτά, ο κύριος Μπράουνινγκ και ο κύριος Κάρστερς μάλλον είναι καλύτερα... προετοιμασμένοι γι’ αυτού του είδους τη δουλειά». «Μήπως ξέχασες ότι ο ένας από αυτούς συνεργάζεται κατά πάσα πιθανότητα με τον Σιντζόν, δίνοντάς του αναφορές για τις κινήσεις μου; Προτιμώ να ξέρω ποιος φυλάει τα νώτα μου, και όχι ν’ ανησυχώ για το ποιος προσπαθεί να με καρφώσει πισώπλατα. Το προτιμώ να έχω τον Γουόντσγουορθ μαζί μου. Ωστόσο, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι μάλλον είναι να λάθος να τους αποκλείσω εντελώς, και γι’ αυτό συναντήθηκα μαζί τους το πρωί. Ο Ντίκι θα είναι εδώ», είπε, γέρνοντας για να ακουμπήσει το δείκτη του σ’ ένα σημείο του σχεδιαγράμματος των δρόμων, «και ο Γουίλ εδώ. Ο Τζέρεμι θα πάρει τη θέση του στο στενό πίσω από το κτίριο. Κι εσύ», ολοκλήρωσε ο Τζακ


ρίχνοντάς της ένα αυστηρό βλέμμα, «θα είσαι εδώ». Η Τες πήρε φωτιά. Το ήξερε καλά αυτό το βλέμμα. Θα της έκανε τον δύσκολο. «Δε δείχνεις στα σχέδια». «Επειδή η δική σου συμμετοχή στην επιχείρηση τελειώνει στο σχεδιασμό της. Όταν λέω εδώ, εννοώ ακριβώς αυτό που λέω. Θα μείνεις σε τούτο εδώ το σπίτι, να περιμένεις τη θριαμβευτική επιστροφή μου. Ή, έστω, την επιστροφή μου». Η Τες το υποψιαζόταν απ’ την αρχή ότι ο Τζακ θα επιχειρούσε κάτι τέτοιο. Αλλά όχι αυτή τη φορά: αυτή τη φορά, δε θα έμενε πίσω, τρελή από αγωνία, όσο εκείνος διακινδύνευε τη ζωή του. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, Τζακ. Είπα ότι δε θα μπω στη μέση, και το εννοούσα. Αλλά ούτε να το σκέφτεσαι ότι μπορείς να με αποκλείσεις απ’ αυτή την υπόθεση. Δε θα το επιτρέψω». «Δε θα το επιτρέψεις;» Απομακρύνθηκε από το γραφείο κι ύστερα την κάρφωσε με το πιο άγριο βλέμμα του. «Μήπως θα θέλατε να το επαναδιατυπώσετε αυτό, κυρία μου;» «Θα μου πουλήσεις αγριάδα τώρα, Τζακ; Μην κάνεις τον κόπο, και δεν ιδρώνει τ’ αυτί μου από τέτοια. Για την ακρίβεια, ποτέ δεν ίδρωνε – και ειδικά στις περιπτώσεις που ξέρω ότι έχω δίκιο». Η Τες σηκώθηκε και στήριξε με δύναμη τις παλάμες της στην επιφάνεια του γραφείου. «Ο Σιντζόν είναι πατέρας μου. Επιχείρησε να απαγάγει το γιο μου. Είναι υπεύθυνος για το θάνατο του αδελφού μου, αφού δε μας είπε ότι αυτός με τον οποίο θα ερχόμασταν αντιμέτωποι ήταν ο Τσιγγάνος και όχι ο οποιοσδήποτε Γάλλος που πουλούσε μάλλον μπαγιάτικα μυστικά. Έκανε ότι μπορούσε για να καταστρέψει τη δική μου ζωή και τη ζωή του γιου μου. Τις ζωές μας, Τζακ. Τη δική σου και τη δική μου. Αν δεν το έχει ήδη πετύχει, δηλαδή, γιατί, αν μου ξαναπείς ότι δεν έχω δικαίωμα να είμαι απόψε εκεί, τότε εσύ κι εγώ απέχουμε παρασάγγας στο πώς αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλο. Αυτός ο αγώνας είναι δικός μου όσο είναι και δικός σου. Ίσως περισσότερο». «Και είσαι έτοιμη να τον δεις να το πεθαίνει. Απ’ το δικό μου χέρι;


Γιατί το πράγμα μπορεί να έχει αυτή την κατάληξη, Τες». Η Τες αγωνίστηκε να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία της. «Δε θα το κάνεις αυτό. Δε θα τον σκοτώσεις». «Ο Σιντζόν βασίζεται σ’ αυτό», της απάντησε ψυχρά. «Εσύ, όμως, δε θα έπρεπε να το κάνεις». Είχαν επιστρέψει λοιπόν σ’ αυτό το σημείο; Στο ποιος ήταν ο Τζακ, και στο τι ήταν αυτό που τον είχε ξαναφέρει κοντά της; Γιατί δεν είχε γυρίσει μόνος του. Αυτό ήταν ένα γεγονός που η Τες δεν έπρεπε να ξεχνάει. Αν εξαρτιόταν αποκλειστικά απ’ αυτόν, ίσως να μην ξανασυναντιόνταν ποτέ. «Επειδή ξέρω ποιες είναι οι διαταγές σου;» Ο Τζακ βρόντηξε τη γροθιά του στο γραφείο και η σφοδρότητα της αντίδρασής του έκανε την Τες να τιναχτεί αντανακλαστικά. «Όχι, ανάθεμά με! Γιατί θέλω αυτό τον άνθρωπο νεκρό. Γιος σου, είπες; Είναι και δικός μου γιος, την ύπαρξη του οποίου ο Σιντζόν σε έπεισε να μου κρατήσεις κρυφή μέχρι να βρει έναν καλό τρόπο να επωφεληθεί. Να επωφεληθεί απ’ το παιδί μου. Μέσα σ’ εκείνη την άμαξα βρισκόταν ο αδελφός μου. Κι αυτός που πέθανε σ’ εκείνο το σοκάκι του Γουαϊτσάπελ ήταν και φίλος μου εκτός από αδελφός σου. Ήταν η δική μου ζωή αυτή που είχε βάλει στο μικροσκόπιο, εμένα χειρίστηκε σαν να ήμουν πειραματόζωο, εμένα έκανε όργανό του. Και τώρα μου κουνάει το καρότο κάποιων ζωτικών πληροφοριών που υποτίθεται ότι αφορούν τη ζωή μου ώστε να σκοτώσω για λογαριασμό του; Ο Σιντζόν μπορεί να πάει στο διάβολο, Τες, και εκεί ακριβώς σκοπεύω να τον στείλω. Μη νομίζεις λοιπόν ότι θα τον αφήσω να ζήσει για να μας εκμεταλλευτεί άλλη μία φορά – εσένα, εμένα ή το παιδί–, γιατί δε θα το κάνω. Ένα κομμάτι του εαυτού μου, Τες, δε θέλει να πάει απόψε εκεί, δεν το θέλει καθόλου. Βαθιά μέσα μου, αυτό που θέλω να κάνω είναι το μόνο που δε θα περίμενε ο Σιντζόν: να τον αφήσω απλώς να αντιμετωπίσει μόνος του τον Τσιγγάνο». «Γιατί δεν το κάνεις λοιπόν;»


Ο θυμός φάνηκε να τον εγκαταλείπει. «Δεν ξέρω. Δεν ξέρω καν γιατί το είπα. Ίσως είναι κάτι που μου είπε ο Πουκ. Δεν μπορώ να το βγάλω απ’ το μυαλό μου». Η Τες έκανε το γύρο του γραφείου, τον πλησίασε, τόλμησε να σηκώσει το χέρι της και να το ακουμπήσει απαλά στο μάγουλό του. Ήταν ακόμα πολύ θυμωμένη μαζί του. Τον αγαπούσε τόσο πολύ. Οι δυο τους βρίσκονταν σε πόλεμο με τον Σιντζόν, η Τες όμως βρισκόταν επίσης σε πόλεμο με τον εαυτό της. Και ο Τζακ εξακολουθούσε να πολεμάει τους δαίμονές του. «Και τι ήταν αυτό;» Ο Τζακ γύρισε το κεφάλι για να φιλήσει την παλάμη της, κι ύστερα πήρε και τα δύο χέρια της στα δικά του. «Ότι ήρθε η ώρα να τα αφήσω όλα πίσω μου. Να τα ξεχάσω όλα. Ότι πέρασα πολλά χρόνια συντροφιά με το θυμό. Πώς όμως να τα ξεχάσω όλα και να προχωρήσω πριν βάλω ένα τέλος στο παρελθόν;» «Για τον Σιντζόν μιλάμε, Τζακ; Ή για κάτι παραπάνω;» Ο Τζακ ανασήκωσε τα φρύδια, κούνησε το κεφάλι. «Ξέρεις, Τες, μπορεί να πέρασα όλη μου τη ζωή φυλώντας με ζήλο τα μυστικά μου, τις τελευταίες λίγες μέρες όμως μου φαίνεται ότι οι πάντες γνωρίζουν περισσότερα για μένα απ’ όσα γνωρίζω ο ίδιος για τον εαυτό μου. Νόμιζα ότι μπορούσα να ξεφύγω. Απ’ όλα. Όποτε ήθελα. Νόμιζα ότι ήμουν καλύτερα μόνος». Η Τες προσπάθησε να μην αντιδράσει. Ήξερε ότι αυτό που της έλεγε ήταν αλήθεια, αυτή την αλήθεια, ωστόσο, δεν ήθελε να την ακούσει. «Καταλαβαίνω». «Α, όχι, πολύ αμφιβάλλω», της είπε μ’ ένα λοξό, αυτοσαρκαστικό χαμόγελο. «Έχω ελάχιστα πράγματα για τα οποία μπορώ να υπερηφανεύομαι, παρ’ όλ’ αυτά, δίνω την εντύπωση ότι είμαι πιο περήφανος κι από τον ίδιο το Διάβολο. Επέβαλα στη ζωή τούς δικούς μου όρους. Έπεισα τον εαυτό μου ότι δε χρειαζόμουν κανέναν. Τίποτα και κανείς δε με άγγιζε, αφού δεν άφηνα τίποτα και κανένα να με αγγίζει». Έσφιξε τα χέρια της στα δικά του. «Έκανα λάθος, ανάθεμά με. Ένα μεγάλο λάθος».


Πόσο εύκολα κατέλυε τις άμυνές της... «Τζακ, δεν είσαι υποχρεωμένος να...» Η οδύνη στη φωνή του ήταν σχεδόν απτή. «Ναι. Ναι, είμαι, και τώρα είναι η πιο κατάλληλη ώρα Πώς μπόρεσα, πώς στο διάβολο μπόρεσα να σου γυρίσω την πλάτη; Αυτό αναρωτιέμαι κάθε φορά που σε κοιτάζω. Κάθε φορά που σε αγγίζω. Τώρα, όμως, Τες, θα πρέπει να μου γυρίσεις εσύ την πλάτη. Ακόμα κι έτσι, όμως, θα τρέξω πίσω σου, θα πέσω στα γόνατα αν μου το ζητήσεις. Ξέρεις πόσο πολύ με τρομάζει αυτό; Να έχω τόση ανάγκη από κάποιον; Να ξέρω ότι δε θα έχω τίποτα να φύγεις; Να ξέρω ότι υπάρχει ακόμα η πιθανότητα να σε χάσω;» Ένα και μοναδικό δάκρυ ξέφυγε απ’ τα μάτια της Ο Τζακ το κοίταξε να κυλάει στο μάγουλό της κι ύστερα κούνησε το κεφάλι, μάλλον αναθεματίζοντας τον εαυτό του που την είχε κάνει να κλάψει. Θα μπορούσε να του πει γιατί έκλαιγε, αυτό όμως θα μπορούσε να το κάνει μόνο αν ήξερε και η ίδια το λόγο. Ίσως ήταν για τα χαμένα χρόνια, και το πόσο διαφορετικές θα ήταν οι ζωές τους αν αυτά τα λόγια τής τα είχε πει τότε αντί για τώρα. Είχε πει ότι ο Πουκ του είχε πει να τα ξεχάσει όλα. Κι εκείνη, όμως, είχε κάποια πράγματα να ξεχάσει. Να ξεχάσει το παρελθόν. Αλλά, ω, πόσο πονούσε ακόμα αυτό το παρελθόν. Και η Τες ακόμα προσπαθούσε να ξεπεράσει την οδύνη που είχε φέρει μαζί της η μοναξιά αυτών των τελευταίων χρόνων, όσο κι αν ήθελε πραγματικά να τα ξεχάσει όλα. Ο Τζακ ελευθέρωσε τα χέρια της και πήγε να σταθεί μπροστά στο τζάκι, κάτω από το πορτραίτο του άνδρα που δεν ήταν ο πατέρας του. «Δε θα σου ζητούσα ποτέ να μείνεις μαζί μου. Νόμιζα ότι μπορούσα να σε διατάξω να το κάνεις, ότι, αν δε μου άφηνες άλλη επιλογή, μπορούσα να χρησιμοποιήσω τον Ζακ για να σε πείσω. Αλλά ούτε αυτό μπορώ να το κάνω. Δεν... δεν ξέρω, Τες, τι είναι αυτό που έχουμε στην πραγματικότητα εμείς οι δυο –νομίζω ότι στην πραγματικότητα κανείς από τους δυο μας δεν το ξέρει–, ή αν είναι αρκετό για να αναπληρώσει τα λάθη που έκανα. Ο Σιντζόν απλώς εκμεταλλεύτηκε τις αδυ-


ναμίες μου –ήταν δική μου ευθύνη να τις ξεπεράσω». «Και οι δυο κάναμε λάθη. Από τη μεριά μου, εγώ αρνήθηκα να σε ακούσω», του θύμισε η Τες, αφού είχε κι εκείνη το δικό της μερίδιο ενοχών. «Αν ήμουν πιο δυνατή, ο Σιντζόν δε θα κατάφερνε να με πείσει ότι ήσουν υπεύθυνος για ότι συνέβη στον Ρενέ. Ίσως να μην έριχνα ένα μέρος της ευθύνης στον εαυτό μου, ίσως μπορούσα να επικεντρωθώ στο γεγονός ότι με κράτησες μακριά από το όλο πράγμα για να με προστατεύσεις, αφού ήσουν ερωτευμένος μαζί μου. Βλέπεις, Τζακ, δεν είσαι ο μόνος που έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν. Νομίζω ότι, με τον καιρό, αυτούς τους λογαριασμούς μπορούμε να τους κλείσουμε. Για κάποια πράγματα. Αλλά όχι για τον Σιντζόν. Αυτό το κομμάτι του παρελθόντος πρέπει να κλείσει αν θέλουμε να ελπίζουμε ότι κάποτε θα ξεφύγουμε απ’ τον Σιντζόν. Είναι διαβολικό, δηλητηριώδες, και είναι βέβαιο ότι, αν το αφήσουμε, θα μας καταστρέψει». «Το ξέρω. Και όσο κι αν θέλω να πιστέψω ότι ο Πουκ έχει δίκιο, κι ότι μπορούμε ν’ αφήσουμε πίσω μας ότι μπορούμε να αφήσουμε, και να ξεχάσουμε τα υπόλοιπα... ε, δεν μπορώ να το κάνω. Πρέπει να υπάρξει ένα τέλος πριν υπάρξει μια αρχή. Τουλάχιστον για μένα. Οι σκιές ανάμεσά μας πρέπει να διαλυθούν, να εξαφανιστούν –μόνο έτσι θέλω να έρθω σ’ εσένα και τον Ζακ». Η Τες κατένευσε, μη θέλοντας να μιλήσει, αφού δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της να το κάνει. Μόνο μία ακόμα φορά στο παρελθόν είχε δει τον Τζακ τόσο ευάλωτο –τη μέρα που είχε γονατίσει μπροστά στο γιο του και είχε σηκώσει διστακτικά το χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. Τώρα πονούσε για τον Τζακ όσο είχε πονέσει και τότε, δεν ήθελε όμως να του το δείξει, γιατί αυτό που της ζητούσε δεν ήταν ο οίκτος της. Της ζητούσε κάτι άλλο, ακόμα κι αν δεν μπορούσε να της το πει με λόγια. Ακόμα κι αν η ίδια δεν ήταν ακόμα έτοιμη ν’ ακούσει αυτά τα λόγια. Είχε ακούσει όσα είχε μπορέσει ο Τζακ να πει, και θα ήταν σκληρό


να τον πιέσει για περισσότερα. Όχι τώρα. «Εντάξει, λοιπόν, Τζακ, τουλάχιστον σ’ αυτό συμφωνούμε. Θα το τελειώσουμε. Το όλο πράγμα – με τον Σιντζόν, με τον Τσιγγάνο, με την οικογένειά σου. Θ’ αφήσουμε όλα τα άλλα πίσω μας, όπως και να λύσουμε αυτό που υπάρχει ανάμεσά μας. Και η αρχή θα γίνει απόψε». Η Τες επέστρεψε στο γραφείο, κάθισε, πήρε το σχεδιάγραμμα των δρόμων και πίεσε τον εαυτό της να συγκεντρωθεί στο προκείμενο. «Με τον Μπράουνινγκ στην είσοδο του ίδιου στενού όπου βρισκόμασταν εμείς οι δύο πριν από λίγες μέρες, και τον Κάρστερς στη σκοτεινιασμένη είσοδο του κτιρίου ακριβώς απέναντι από τον αριθμό 9, θα μπορούσα να σε περιμένω με ασφάλεια, μέσα στην άμαξά σου, σ’ αυτήν εδώ τη γωνία. Όχι στην καρδιά της δράσης, αλλά ούτε και εντελώς έξω από αυτήν. Αρκετά κοντά για να μπορεί ο Γουόντσγουορθ να έρθει να με πάρει, όταν του δώσεις το πράσινο φως. Όταν θα είναι ασφαλές. Δεν μπορώ να περιμένω κλεισμένη εδώ μέσα, Τζακ. Θα τρελαθώ». «Μ’ άλλα λόγια, μου λες ότι θέλεις να τον αντιμετωπίσεις. Πρόσωπο με πρόσωπο». «Να θέλω, Τζακ; Αυτό που θέλω είναι να μην τον ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου, ν’ ακούσω τη φωνή του, να ξανακούσω τα ψέματά του. Αλλά πρέπει. Εσύ ειδικά θα πρέπει να το καταλαβαίνεις αυτό. Σε παρακαλώ...» «Υπάρχει κι άλλος τρόπος», είπε ο Τζακ, πηγαίνοντας και πάλι δίπλα της. «Δεν το πιστεύω ότι το λέω αυτό, αλλά έχεις δίκιο; Ποιος είμαι εγώ για να σε αποκλείσω από το τέλος των πραγμάτων;» Είχε κερδίσει την αμέριστη προσοχή της. Η Τες ηρέμησε, παρά την εσωτερική αναστάτωσή της, παρά τη θύελλα που είχε ξεσηκώσει μέσα της ο Τζακ ομολογώντας της ότι την είχε ανάγκη. Μια ανάγκη που δε θα εξέφραζε παρά τις σκοτεινότερες ώρες της νύχτας, εκτός κι αν η ίδια τον άφηνε να καταλάβει ότι ήταν έτοιμη και για κάτι παραπάνω. Πριν γίνει αυτό, όμως, ο Τζακ ήξερε ότι η Τες είχε μια μεγάλη εκκρεμότητα: τον πατέρα της, την κοινή νέμεσή τους. «Θα μ’ αφήσεις να έρθω μαζί σου; Να είμαι μέσα μαζί σου όταν θα μπουν οι υπόλοιποι;»


«Όχι, Τες. Μπορεί να σε άφησα να πιστεύεις ότι έτσι θα γίνει, αφού εξαρχής σκόπευα να μη σε πάρω μαζί μου, αλλά όχι. Δεν πρόκειται να μπω μέσα, και αυτό σχεδίαζα από την αρχή να κάνω. Θα μας βλέπουν πολλά μάτια, υπερβολικά πολλά. Και ο Σιντζόν το ξέρει. Η αναμέτρηση θα γίνει στο δρόμο. Το ξέρω –άσχημο και καθόλου εκλεπτυσμένο, και με τον Σιντζόν να παρακολουθεί από την προνομιακή θέση του, κρυμμένος κάπου κοντά, έτοιμος να επέμβει αν δει ότι τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα έχει προγραμματίσει». Η Τες κοίταξε συνοφρυωμένη τη στοίβα με τα σχεδιαγράμματα. «Στο δρόμο; Αλήθεια; Ομολογώ ότι το σπίτι με προβλημάτιζε. Τα παράθυρα έχουν κάγκελα, και δεν υπάρχουν παρά δύο έξοδοι, η εξώπορτα και η πίσω πόρτα. Σίγουρα δεν πρόκειται για θέση δύναμης, και, προσωπικά, δε θα την είχα διαλέξει. Εξάλλου, πολύ αμφιβάλλω ότι ο Τσιγγάνος θα έμπαινε ποτέ σ’ ένα μέρος που δε γνωρίζει, κάπου όπου ο Σιντζόν θα είχε όλο το πλεονέκτημα με το μέρος του. Ακόμα κι έτσι, όμως, είναι πολύ ριψοκίνδυνο... ακόμα και πρόχειρο, θα έλεγα. Και τέτοιες προχειρότητες ο Σιντζόν τις αποφεύγει». Η Τες κοίταξε τον Τζακ. Είχε αυτό το απόμακρο ύφος που κάποτε την εκνεύριζε αλλά τώρα της κέντριζε το ενδιαφέρον. Ο Τζακ σκεφτόταν. Βαθιά. Λες και ήταν ολομόναχος στο δωμάτιο. «Τζακ Άκουσες τι είπα, ή έχεις ήδη καταλήξει σε κάποιο άλλο, πιο προχωρημένο συμπέρασμα;» «Δεν καταλαβαίνω πώς δεν το είδα νωρίτερα. Κάναμε λάθος, Τες», είπε αργά. «Και η απόδειξη είναι αυτό που μόλις είπες». Βλέποντας την ένταση στο βλέμμα του, η Τες σηκώθηκε και τον πλησίασε. «Τι είπα;» «Ότι τέτοιες προχειρότητες ο Σιντζόν τις αποφεύγει. “Γνωστός μού φαίνεστε, κύριε”. Κι εγώ μόλις ακούσω αυτή τη φράση, υποτίθεται ότι πρέπει να βγω μ’ ένα σάλτο απ’ τις σκιές και να βυθίσω το στιλέτο που μας άφησε στη μαύρη καρδιά του Τσιγγάνου. Ναι, ε; Τι μελοδραματικές ανοησίες! Και τι θα γίνει μόλις στείλω τον Τσιγγάνο στον άλλο κόσμο, Τες; Ο Σιντζόν θα μου πει ποιος είμαι και, με την απέρα-


ντη μεγαλοψυχία του, θα μας πετάξει τη Μάσκα της Ίσιδας και θα μας δώσει την ευχή του, ελπίζοντας ότι εμείς θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όσο εκείνος, έχοντας μεταφέρει την αναθεματισμένη τη συλλογή του κάπου αλλού, θα κάνει μια καινούρια αρχή; Όχι. Δεν το πιστεύω. Δεν πιστεύω τίποτε απ’ όλα αυτά, όχι όταν τα απομονώνω και τα εξετάζω χωριστά». «Και τι πιστεύεις;» Το χαμόγελό του ήταν θλιμμένο. «Δυστυχώς, νομίζω ότι ο Σιντζόν μάλλον φάνηκε υπερβολικά έξυπνος για το καλό του, περιμένοντας από εμάς να φανούμε πιο έξυπνοι απ’ όσο στην πραγματικότητα είμαστε». «Τι; Μα, συμφωνήσαμε και οι δυο. Το τελευταίο μέρος όπου θα πήγαινε ένας ανόητος να τον ψάξει πρέπει να είναι εκείνο όπου έχει ήδη εμφανιστεί, δηλαδή, ο αριθμός 9 της Κλίβελαντ Ρόου. Δεν μπορεί να σοβαρολογείς», είπε η Τες, ελπίζοντας να μην ίσχυε τίποτα απ’ όσα είχε μόλις πει ο Τζακ. «Σοβαρολογώ, και πολύ μάλιστα. Ας το δούμε όμως –εντάξει;» Η Τες κοίταξε στο γείσο του τζακιού και στο ρολόι που είχε ήδη σημάνει μεσημέρι. Αν η πρώτη εκτίμησή τους ήταν λάθος, είχαν ελάχιστες ώρες στη διάθεσή τους για να βρουν το σωστό. «Εντάξει. Ας αρχίσουμε από την αρχή, δηλαδή, από τον Τσιγγάνο». «Από την επιστροφή του Τσιγγάνου, θέλεις να πεις. Συμφωνήσαμε ήδη στο ότι ο Τσιγγάνος πέταξε το γάντι με τη ληστεία που διέπραξε στο μουσείο, αφήνοντας την κάρτα του για να καταλάβει ο Σιντζόν ότι είχε επιστρέψει. Επειδή σέβεται τις ικανότητες του μέντορά του, ο Τσιγγάνος δεν πηγαίνει να του επιτεθεί στο λημέρι του, παρά τον ξετρυπώνει για να αναμετρηθούν ανοιχτά, αναγκάζοντάς τον να κάνει λάθος». «Μα, ο Σιντζόν δεν κάνει λάθη». «Όχι. Κάνει σχέδια, τουλάχιστον δύο για κάθε πιθανότητα, και έχει πολλά από τα οποία μπορεί να διαλέξει. Ο Σιντζόν ξέρει πως αυτό


που περιμένει ο Τσιγγάνος ότι θα κάνει είναι να έρθει στο Λονδίνο και να ψάξει να τον βρει. Αντί γι’ αυτό, λοιπόν, εκείνος εξαφανίζεται, παίρνοντας μαζί του τη Μάσκα της Ίσιδας, για την απίθανη εκδοχή να πάνε όλα στραβά και ν’ αναγκαστεί να δραπετεύσει από τη χώρα. Αν, δηλαδή, πήρε μαζί του αυτό το αναθεματισμένο το πράμα. Γιατί θα μπορούσε θαυμάσια να κουβαλάει τούβλα μέσα σ’ εκείνη την πάνινη τσάντα, έχοντας κρύψει τη μάσκα σε κάποιο άλλο μέρος της έπαυλης. Ο Σιντζόν δεν ήθελε να απομακρύνει τη μάσκα από την κρυψώνα της, Τες, ήθελε μόνο να πιστέψω ότι την απομάκρυνε. Να τη συνδέσω με την αγγελία στην εφημερίδα». «Δηλαδή, σχεδίαζε ανέκαθεν να σε συμπεριλάβει στο σχέδιο εξόντωσης του Τσιγγάνου;» «Οπωσδήποτε. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ανέκαθεν σχεδίαζε να με ξαναφέρει πίσω, αν με χρειαζόταν. Το να μου αποκαλύψει την ύπαρξη του Ζακ ήταν μάλλον το καλύτερο χαρτί του, αποδείχτηκε όμως ότι δε χρειάστηκε να το παίξει ευθέως. Όχι αφού ήξερε ότι ο Λίβερπουλ δε θ’ αργούσε να μάθει για την εξαφάνισή του και να στείλει εμένα, ως μόνη λογική επιλογή, να τον βρω». Τώρα ο Τζακ είχε την αμέριστη προσοχή της. «Κι έριξε τον Τσιγγάνο στο δρόμο σου. Ανέκαθεν αυτό σχεδίαζε να κάνει ο Σιντζόν, αν επέστρεφε ο Τσιγγάνος: να βάλει εσένα να τον ξεφορτωθείς. Να φέρει αντιμέτωπους, δηλαδή, τους δύο πρώην μαθητές του, κι εκείνος να παρακολουθήσει την αντιπαράθεση. Όπως το είπες, Τζακ: είμαστε όλοι πιόνια του». «Ακριβώς. Ήξερε ότι πριν από οτιδήποτε άλλο θα ερχόμουν στο σπίτι σας. Ήξερε ότι θα έβρισκα τον Ζακ. Ήξερε ότι θα κατάφερνα να βρω τα ίχνη του και να τον ακολουθήσω στο Λονδίνο. Ήξερε ότι δε θ’ άφηνα εσένα και το γιο μας απροστάτευτους στην έπαυλη –κι αν έχω δίκιο, αυτό είναι σημαντικό, αφού, φεύγοντας από εκεί, του δώσαμε το ελεύθερο να λεηλατήσει την κρυψώνα με τους θησαυρούς. Μετά, όμως, με κάποιον τρόπο, φτάσαμε πολύ κοντά στο να καταλάβουμε


τις προθέσεις του. Έτσι, έστειλε τα τσιράκια του να απαγάγουν τον Ζακ, και να κερδίσει τη συνεργασία μου με αντάλλαγμα την απελευθέρωση του γιου μας». «Το κόλπο όμως δεν έπιασε». Η Τες είχε αρχίσει να ελπίζει για πρώτη φορά μετά από μέρες. «Οπότε αναγκάστηκε ν’ αλλάξει ξανά τα σχέδιά του. Αν μη τι άλλο, Τζακ, τον δυσκολέψαμε. Και κατέληξε να γράψει αυτό το γράμμα που σίγουρα δεν ήταν αυτό που σκόπευε αρχικά να γράψει». Ο Τζακ έβαλε δυο ποτήρια κρασί και έδωσε το ένα στην Τες. Ήταν φανερό ότι χρειαζόταν λίγο χρόνο να σκεφτεί. «Ναι, αυτό το αναθεματισμένο γράμμα. Η ανταλλαγή των πληροφοριών που υποτίθεται ότι έχει για τη ζωή μου με την εξουδετέρωση του Τσιγγάνου. Δεν μπορώ βέβαια να μην του αναγνωρίσω ότι ξέρει πού να χώσει τα καρφιά του. Ο υπαινιγμός ότι γνωρίζει την ταυτότητα του πατέρα μου ήταν ο τέλειος τρόπος για να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον και να θολώσει την κρίση μου. Μ’ ένα ψέμα, γιατί ψέμα είναι. Δεν ξέρει τίποτα παραπάνω για τον πατέρα μου απ’ όσα του είπα εκείνο το πρώτο βράδυ της γνωριμίας μας. Απλώς, προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει το παρελθόν μου για να με ελέγξει». «Μην τα σκέφτεσαι αυτά, Τζακ. Αυτό που πρέπει να σκεφτόμαστε τώρα είναι το σχέδιο του Σιντζόν για τον Τσιγγάνο. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι ο Τσιγγάνος είδε την αγγελία του στην εφημερίδα, διαφορετικά δεν έχει λόγο να επιστρέψει στην Κλίβελαντ Ρόου, έτσι κι αλλιώς. Τι λες; Υπάρχει περίπτωση να μην ανταποκρίθηκε ο Τσιγγάνος;» «Όχι, την αγγελία την είδε. Ο Τσιγγάνος παρέδωσε αυτοπροσώπως την επιστολή του. Θυμάσαι τον υπηρέτη με τη λιβρέα; Αυτόν με τα κόκκινα μαλλιά;» Η Τες συνοφρυώθηκε. «Ναι, ναι, τον θυμάμαι. Ή, τουλάχιστον, θυμάμαι ότι είπες κάτι που δεν καλοκατάλαβα. Ο Τσιγγάνος ήταν αυτός; Πώς το ξέρεις;» «Από δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι έχω δει κοστούμια όπως αυτά


στο θέατρο. Και το δεύτερο ότι, για υπηρέτης, παραήταν ψηλός και καλοταϊσμένος. Ο άνθρωπος είναι τόσο αλαζόνας και επιδεικτικός όσο λέει ο Σιντζόν ότι είναι. Και ριψοκίνδυνος επίσης». «Ναι, αυτό το τελευταίο είναι προφανές. Δεν καταλαβαίνω όμως. Αν απόψε ο Σιντζόν δεν πάει στην Κλίβελαντ Ρόου, τότε, πού... Ω Θεέ μου!» «Ναι, εκεί όπου κανείς ανόητος δε θα τον ψάξει. Στη δική του έδρα, στη δική του, καλά προετοιμασμένη έδρα, στο μέρος όπου γνωρίζει καλύτερα απ’ όλα τα υπόλοιπα και στο οποίο νιώθει πιο άνετα. Ο Σιντζόν πρέπει να πίστευε ανέκαθεν ότι ο Τσιγγάνος θα ερχόταν να τον αναζητήσει στην έπαυλη, κι έτσι είχε καταστρώσει ανάλογα τα σχέδιά του. Αντί να πάει να τον βρει, όμως, ο Τσιγγάνος τον κάλεσε κοντά του, και τώρα ο Σιντζόν του ανταποδίδει τη χάρη, τραβώντας τον στα δικά του λημέρια. Το όλο πράγμα θα είναι οριακό, Τες, και η απόλυτη καταστροφή επίσης, στην περίπτωση που κάνω λάθος. Δε νομίζω όμως ότι κάνω. Στο γράμμα του, ο Σιντζόν δε μας έλεγε ψέματα, όχι εντελώς, δηλαδή. Μας είπε πού θα βρίσκεται. Απλώς, εμείς δεν το καταλάβαμε». «Και τώρα κάθεται στο κέντρο του ιστού του, στην έπαυλη, περιμένοντας τον Τσιγγάνο, περιμένοντας εσένα να σκοτώσεις τον Τσιγγάνο... ενώ εμείς βρισκόμαστε εδώ, στο Λονδίνο. Τι παράξενο, Τζακ. Αυτή τη φορά, το σχέδιό του ήταν τόσο έξυπνο, τόσο υπερβολικά έξυπνο, που παραλίγο να γυρίσει εναντίον του». «Αν έχω δίκιο. Όπως και να ’ναι, πρέπει να ειδοποιήσω τους άλλους, γιατί, αν κάνω λάθος, ο πατέρας σου και ο Τσιγγάνος θα βρίσκονται απόψε στον αριθμό 9 της Κλίβελαντ Ρόου, και μόνο ένας Θεός ξέρει πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση. Δεν είμαι σίγουρος ότι ο Γουίλ θα καταφέρει να κατατροπώσει τον Τσιγγάνο». «Είμαι σίγουρη ότι δεν κάνουμε λάθος», είπε με πεποίθηση η Τες, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο ρολόι. «Γράψε το σημείωμά σου και πες στον Γουόντσγουορθ να δώσει εντολή να μας ετοιμάσουν τα


άλογα. Πάω ν’ αλλάξω. Θα είμαι έτοιμη σε δέκα λεπτά». «Σε έντεκα», είπε ο Τζακ, τραβώντας τη στην αγκαλιά του και φιλώντας την ορμητικά στο στόμα. Η Τες τον έσφιξε πάνω της, αντλώντας από τη δύναμη του, παίρνοντας θάρρος από το θάρρος του. «Σ’ ευχαριστώ», της είπε, απομακρύνοντας τα χείλη του από τα δικά της, εξακολουθώντας όμως να την κρατάει σφιχτά. «Που μ’ εμπιστεύεσαι. Για πρώτη φορά από τότε που άρχισε όλο αυτό, νιώθω ότι βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο». «Ο Θεός μόνο ξέρει πόσες φορές πήραμε τον λάθος», του είπε, δίνοντάς του ένα φιλί στο λαιμό πριν ο Τζακ την αφήσει να φύγει. «Για να δούμε τώρα πού θα μας οδηγήσει αυτός ο συγκεκριμένος». *** Πέντε ή και περισσότερες ώρες με την άμαξα, τρεις καβάλα στ’ άλογα. Είχαν χρόνο, αν ο Τσιγγάνος ακολουθούσε το χρονοδιάγραμμα του Σιντζόν και έφτανε στην έπαυλη στις δέκα το βράδυ. Γιατί όμως να το κάνει αυτό, γιατί να παίξει από την αρχή ως το τέλος με τους κανόνες του Σιντζόν; Ο Τζακ ήξερε ότι είχε πάψει πια να χορεύει στο σκοπό του πρώην μέντορά του. Κοίταξε την Τες, που καθόταν αμίλητη δίπλα του, στο κάθισμα της άμαξας, ντυμένη με το πουκάμισο και το παντελόνι ιππασίας. Τι σκεφτόταν άραγε; Τι θα έκαναν αν έβρισκαν την έπαυλη άδεια, ή αν ανακάλυπταν εκεί το νεκρό σώμα του πατέρα της; Θα της έκλεβε άραγε ο θάνατος την αναμέτρηση που η ίδια θεωρούσε ότι δικαιούνταν; Ήταν λάθος του να ελπίζει ότι θα γινόταν το δεύτερο, απαλλάσσοντάς τον από το έργο της εξουδετέρωσης του μέντορά του; Γιατί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απόψε ο Σιντζόν Φοντενό θα πέθαινε· αυτό ο Τζακ το είχε αποφασίσει. Αρκετά είχε ζήσει. Είχαν σχεδόν βγει απ’ την πόλη πια, και σύντομα θα έφταναν στο σημείο όπου τους περίμενε ο Γουόντσγουορθ με τα άλογά τους. Δεν τους έμεναν παρά λίγα λεπτά για να μιλήσουν. «Λίγο έλειψε να πέσει στην αγκαλιά μου και να με πνίξει στα φιλιά ο


Γουόντσγουορθ όταν του είπα ότι τελικά δε θα χρειαζόταν να μεταμφιεστεί σε Νέιμπομπ», είπε ο Τζακ, μόνο και μόνο για να σπάσει τη γεμάτη ένταση σιωπή. «Αν και πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι είχε ήδη αλείψει το πρόσωπο και τα χέρια του με χυμό αρέκας, εν είδει προετοιμασίας. Με λίγη τύχη, θα ξαναγίνει ο ανοιχτόχρωμος εαυτός του μέσα στη βδομάδα, πράγμα που είναι καλό, αφού παρέλειψα να λάβω υπόψη μου τα γαλάζια μάτια του. Μόνο σε ένα πολύ σκοτεινό δωμάτιο θα μπορούσε να πείσει ως Νέιμπομπ». Η Τες χαμογέλασε, μάλλον επειδή θεώρησε ότι αυτό ήθελε ο Τζακ να κάνει, εξακολουθώντας όμως να σφίγγει σε γροθιές τα γαντοφορεμένα χέρια της που ακουμπούσαν στην ποδιά της. Ο Τζακ είχε αποφασίσει ότι ήταν πολύ ριψοκίνδυνο να διασχίσει η Τες το Λονδίνο έφιππη στη φοράδα της, και εξίσου επικίνδυνο να δέσουν τα άλογά τους πίσω από την άμαξα, κι αυτό γιατί το αρχοντικό της πλατείας Γκρόβενορ μπορεί να βρισκόταν υπό παρακολούθηση. Ήξερε ότι έκαιγε τη μια γέφυρα μετά την άλλη, αποκλείοντας τους υποτιθέμενους συνεργάτες του από το σχέδιό του, όπως ήξερε ότι, αν η εκτίμησή του για τον Σιντζόν ήταν λανθασμένη, οι μέρες του –αν όχι οι ώρες του– στις υπηρεσίες της Κυβέρνησης ήταν μετρημένες. Και τι θα έκανε μετά; Θα έπαιρνε τη θέση του Σιντζόν ως ανεπιθύμητος; Ως πρώην συνεργάτης που κυκλοφορούσε ελεύθερος, γνωρίζοντας υπερβολικά πολλά και υπερβολικά επικίνδυνα κρατικά μυστικά; Η Τες άπλωσε και ακούμπησε το χέρι της στο δικό του. «Σε άφησα στις σκέψεις σου, ελπίζοντας ότι θα ήταν μεγαλοφυείς. Έχεις σχέδιο;» Ο Τζακ χαμογέλασε, φέρνοντας κατά νου κάτι που είχε πει κάποτε ο Πουκ. «Σύμφωνα με τον αδελφό μου, αυτός είναι το μυαλό κι εγώ τα μπράτσα. Κι αφού ο Πουκ δεν είναι εδώ, ήλπιζα ότι εσύ θα έκανες τις μεγαλοφυείς σκέψεις που θα κατέληγαν σε ένα υπέροχο και κατά προτίμηση αλάνθαστο σχέδιο». «Πολύ φοβάμαι ότι τόση ώρα καθόμουν εδώ, βυθισμένη στον εγωισμό μου, να σκέφτομαι ερωτήσεις για να του κάνω, μ’ όλο που


ξέρω ότι οι απαντήσεις του δε θα είναι παρά ψέματα». «Τουλάχιστον, τα ψέματά του θα είναι πιο ευχάριστα από τις αλήθειες μου, Τες», είπε ο Τζακ καθώς η άμαξα σταματούσε, «ακόμα κι αν ο Σιντζόν μπορεί ακόμα να ξεχωρίσει ανάμεσα στα δυο, πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω. Δε χρειάζεται να του μιλήσεις. Δε χρειάζεσαι ούτε τα ψέματα ούτε τις αλήθειες του». «Έτσι νιώθεις εσύ για τη μητέρα σου;» του είπε, με τα μάτια της ξαφνικά να λάμπουν από θυμό. «Νόμιζα ότι είχαμε τελειώσει μ’ αυτό το θέμα, Τζακ, ότι είχαμε συμφωνήσει. Γι’ αυτό είμαι εδώ. Και μόνος σου το είπες. Επιτέλους, βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο». «Δεν είπα ότι συμφωνήσαμε τι θα κάνουμε όταν φτάσουμε στον προορισμό μας. Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τίποτα, Τες. Δεν πρόκειται όμως να βάλω σε κίνδυνο τη ζωή σου, ή τη δική μου, για να σώσω τον Σιντζόν. Δεν αξίζει να σωθεί». «Δεν εννοούσα αυτό», είπε η Τες θυμωμένα. «Να θυμάσαι όμως ότι δεν πηγαίνεις εκεί ως εκτελεστής. Ή μήπως αυτό είναι που θέλεις;» «Τες...» Η πόρτα της άμαξας άνοιξε, και το πρόσωπό του Γουόντσγουορθ, περισσότερο κόκκινο παρά καφετί, εμφανίστηκε. Σ’ αυτό το παράδοξο φόντο, τα γαλάζια μάτια του φάνταζαν εντελώς παράταιρα. «Ζητώ την άδεια να σας συνοδεύσω, κύριε!» είπε, σε τόνο απολύτως στρατιωτικό. «Άφησέ τον να έρθει», ψιθύρισε η Τες. «Δεν ξέρουμε αν ο Τσιγγάνος θα εμφανιστεί μόνος ή με συνοδεία». Ο Τζακ κοίταξε το γεμάτο ένταση πρόσωπο της Τες, κι ύστερα κατένευσε. «Την έχεις, Γουόντσγουορθ, και με τις ευχαριστίες μου». «Ευχαριστώ, κύριε! Του τα έχω φυλαγμένα αυτουνού του λεχρίτη, που προσπάθησε να πάρει τον κύριο Τζοκ, κύριε!» «Πράγματι, Γουόντσγουορθ. Όλοι του τα έχουμε φυλαγμένα», είπε ο Τζακ βοηθώντας την Τες να κατέβει από την άμαξα. «Είσαι οπλισμένος;»


«Ως τα μπούνια, κύριε!» απάντησε σχεδόν φωνάζοντας ο Γουόντσγουορθ κι ύστερα χαμογέλασε, φανερώνοντας δόντια που φάνταζαν τρομακτικά λευκά πάνω στο βαμμένο πρόσωπό του. «Αφού είναι έτσι, τι κάθεσαι; Ας καβαλικέψουμε τ’ άλογά μας!» «Μάλιστα, κύριε!» «Θα καταλάβει ότι δεν πρέπει να φωνάζει τόσο όταν πλησιάσουμε στο σπίτι;» ρώτησε η Τες καθώς ο Τζακ τη βοηθούσε ν’ ανέβει στο άλογό της. «Το τελευταίο πράγμα που θέλουμε είναι να αναγγείλουμε την άφιξή μας». «Γεγονός». Ο Τζακ απέστρεψε το βλέμμα, ελπίζοντας ότι η Τες ήταν πολύ απορροφημένη από τις σκέψεις της για να μπορέσει να διαβάσει τις δικές του. «Θα του το επισημάνω. Μην ανησυχείς για τον Γουόντσγουορθ. Ξέρει ν’ ακολουθεί διαταγές χωρίς να κάνει ερωτήσεις». «Αντίθετα μ’ εμένα;» «Πολύ θα ήθελα να με υπακούσεις αν σου έδινα εντολή να μπεις σε τούτην εδώ την άμαξα και να γυρίσεις στο Λονδίνο. Αλλά μάλλον θα έχανα το χρόνο μου, ε;» «Νομίζω ότι ήδη τον χάνεις. Μάλλον θα έπρεπε ν’ αρχίσεις να σκέφτεσαι τρόπους για να αιχμαλωτίσεις δύο πολύ επικίνδυνους άνδρες». Το βλέμμα του Τζακ ήταν σχεδόν αυστηρό. «Να τους αιχμαλωτίσω; Πάλι τα ίδια, Τες; Δε σκοπεύεις δηλαδή να τα παρατήσεις, εκτός κι αν σου ορκιστώ σε ότι έχω ιερό ότι δε θα πειράξω ούτε τρίχα απ’ τα μαλλιά τους. Έτσι;» «Δε μ’ ενδιαφέρει τι θα κάνεις με τον Τσιγγάνο, αρκεί να φροντίσεις να πληρώσει για το θάνατο του Ρενέ. Είτε με το σκοινί του δήμιου είτε με μια γρήγορη μαχαιριά στην καρδιά». «Ώστε μου δίνεις την άδειά σου να τον σκοτώσω. Τι υπέροχο. Προφανώς, έχω κι εγώ τη χρησιμότητά μου». Το ανασήκωμα των ώμων της ήταν κομψό και απολύτως εξοργιστικό. «Ναι, αλλά σε χρησιμοποιεί κανείς; Το γεγονός είναι ότι ο Σιντζόν τον


θέλει νεκρό. Και όχι απλώς νεκρό, Τζακ. Νεκρό από το δικό σου χέρι. Γιατί;» «Για να είμαι ειλικρινής, αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Πραγματικά, όμως, δε δίνω δεκάρα τι σκέφτεται ο Σιντζόν. Αυτή τη στιγμή έχω ένα και μοναδικό στόχο και σκοπό: να κρατήσω εμάς τους δυο ζωντανούς», είπε κοφτά ο Τζακ κι ύστερα έκανε μεταβολή κι άρχισε να προχωρεί προς το άλογό του. Ίππευσε τον επιβήτορά του και τον οδήγησε δίπλα στη φοράδα της Τες. «Ήθελες να συμμετάσχεις, κι εγώ ήμουν αρκετά ανόητος για να σου το επιτρέψω. Μην μπλεχτείς στα πόδια μου, όμως, Τες, γιατί θα κάνω αυτό που πρέπει να κάνω, και το ξέρεις. Ανέκαθεν το ήξερες». «Ώστε ακούμε επιτέλους την αλήθεια. Πηγαίνεις εκεί για να σκοτώσεις. Δεν μπορείς να δεις τίποτ’ άλλο μπροστά σου, έτσι δεν είναι. Στην πραγματικότητα, δε νοιάζεσαι για απαντήσεις. Λες ότι νοιάζεσαι, γιατί αυτό νομίζεις ότι θέλω ν’ ακούσω, ουσιαστικά, όμως, οι απαντήσεις σε αφήνουν παγερά αδιάφορο. Το μόνο που θέλεις είναι να τελειώνεις μ’ αυτή την υπόθεση. Να κάνεις ότι σχετίζεται μ’ αυτήν να εξαφανιστεί. Έτσι αντιδρούσες πάντα. Κι αν δεν μπορούσες να κάνεις κάτι να εξαφανιστεί, εξαφανιζόσουν ο ίδιος. Τι νομίζεις όμως ότι θα καταφέρεις έτσι; Απλώς και μόνο να γίνεις δολοφόνος –του Τσιγγάνου ή του Σιντζόν, δεν έχει σημασία–, κι ίσως ένας δειλός επίσης. Αυτό να σκεφτείς στη διαδρομή, Τζακ Μπλάκθορν. Αυτό! Και να το σκεφτείς καλά!» Κι ύστερα έχωσε τα τακούνια της στα μεριά της φοράδας της κι άρχισε να κατηφορίζει με ταχύτητα το δρόμο, αφήνοντας τον Τζακ και τον Γουόντσγουορθ να τρέχουν ξοπίσω της προσπαθώντας να την προλάβουν.


Κεφάλαιο 15 Το είχε παρατραβήξει, είχε πει πάρα πολλά. Το κατάλαβε αμέσως μόλις τα λόγια βγήκαν από το στόμα της, πώς μπορούσε όμως να το διορθώσει. Δε γινόταν να πάρει πίσω όσα είχε πει. Ειδικά από τη στιγμή που τα πίστευε. Ο Τζακ ήταν ο πιο γενναίος άνδρας που είχε γνωρίσει ποτέ. Σχεδόν σε όλα του. Όταν όμως η μητέρα του του είχε μιλήσει για την καταγωγή του και του είχε πει να φύγει από το Μπλάκθορν, εκείνος το είχε κάνει. Μετά το θάνατο του Ρενέ, όταν εκείνη του είχε πει να φύγει από κοντά της, το είχε κάνει επίσης. Αυτό η Τες μπορούσε να το καταλάβει. Εν μέρει. Και η ίδια ήθελε να ξεφύγει από τις αλήθειες σχετικά με τον πατέρα της. Και ίσως αυτό να έκανε τόσα χρόνια, από τότε, ίσως, που θυμόταν τον εαυτό της. Εκείνη όμως δεν είχε κανέναν άλλο. Έτσι, είχε επιλέξει να πιστεύει ότι ο Σιντζόν ήταν ανίκητος. Γενναίος. Ένας άνδρας που εξακολουθούσε να πενθεί για το θάνατο της γυναίκας του. Ένας άνδρας που αγωνιζόταν με όλη του την ψυχή για την παλινόρθωση της πατρίδας που είχε γνωρίσει, μιας Γαλλίας χωρίς τον Βοναπάρτη. Η Τες είχε παραγνωρίσει τα ελαττώματά του, είχε δικαιολογήσει την ψυχρότητά του. Είχε περάσει τη ζωή της προσπαθώντας να τον ευχαριστήσει, να φέρει ένα χαμόγελο στο θλιμμένο πρόσωπό του. Να κερδίσει τον έπαινό του. Να του μοιάσει. Η αποκάλυψη της αλήθειας, το να μάθει πως όλα ήταν ένα μεγάλο ψέμα, παραλίγο να την καταστρέψει. Μπορούσε λοιπόν να φανταστεί πώς είχε νιώσει ο Τζακ όταν η μητέρα του του είπε ότι δεν ήταν γιος του μαρκήσιου. Όπως και η ίδια ανέκαθεν διαισθανόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ότι η ζωή της δεν ήταν αυτή που φαινόταν, έτσι και ο Τζακ είχε επιτέλους ακούσει αυτό που από χρόνια υποπτευόταν. Ο Τζακ είχε τρέξει μακριά απ’ αυτό που έμαθε. Αντίθετα, εκείνη έτρεχε προς αυτό που της είχε αποκαλυφθεί. Προς τον πατέρα της, για


να απαιτήσει απαντήσεις. Ίσως όμως ο Τζακ να είχε δίκιο και να μην υπήρχαν απαντήσεις, τουλάχιστον όχι τέτοιες που ν’ αλλάξουν τα δεδομένα. Κι αυτά τα δεδομένα έλεγαν ότι ο πατέρας της ήταν ψυχρός, εκμεταλλευτής, και ως το κόκαλο ανήθικος. Τι θα μπορούσε να τον ρωτήσει που να της δώσει σε απάντηση την αλήθεια και όχι ακόμα περισσότερα ψέματα; Τι θα μπορούσε να της πει για να επανορθώσει; Με συγχωρείς, Τες; Θα άλλαζε τίποτα αν ομολογούσε τα πεπραγμένα του; Μήπως εξακολουθούσε να τρέφει μέσα της κάποια μικρή ελπίδα ότι θα της έδινε μια καλή δικαιολογία για όσα είχε κάνει, μια λογική δικαιολογία; Προσπάθησε να απαγάγει τον Ζακ. Ναι, αυτό ήταν. Αυτό ήταν που έπρεπε η Τες να μάθει. Πώς μπόρεσε να απαγάγει τον ίδιο του τον εγγονό. Πώς μπορούσε να κρατάει αυτό το αγοράκι από το χέρι, να του διαβάζει παραμύθια, να φιλάει το κεφαλάκι του, να τον παρακολουθεί όσο κοιμόταν... και ταυτόχρονα να εφευρίσκει τρόπους για να τον χρησιμοποιήσει, για να τον μετατρέψει σε ένα ακόμα πιόνι στην ατελείωτη, διεστραμμένη παρτίδα του; Ακριβώς όπως η Άντελεϊντ μπορούσε να φιλάει το γιο της, να του λέει ότι τον αγαπάει, κι ύστερα να τον διώξει από κοντά της. Η Τες σκούπισε στα κρυφά τα υγρά μάγουλά της. Πώς μπορούσαν να είναι τόσο σκληροί οι άνθρωποι; Πώς γινόταν να νοιάζονται τόσο λίγο για το ίδιο τους το αίμα; Θα έπρεπε να μην έχουν συνείδηση, να μην είναι πραγματικοί άνθρωποι. Να είναι τέρατα. Δε ρωτάς τα λιοντάρια γιατί βρυχώνται. Απλώς το κάνουν. Και δε ζητάς εξηγήσεις όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με το βασιλιά της ζούγκλας: είτε τον σκοτώνεις, είτε σκοτώνεσαι. Το τελειώνεις, και μετά βρίσκεις τρόπο να ζήσεις με το βάρος της πράξης σου. Ο Τζακ δεν μπορούσε ν’ αλλάξει τις συνθήκες της γέννησής του. Και βέβαια είχε φύγει. Τι άλλο υπήρχε γι’ αυτόν να κάνει;


Το κακό ήταν ότι ακόμα έτρεχε να ξεφύγει. «Τζακ;» Ο Τζακ έκλεισε το πτυσσόμενο μονοκιάλι και έστρεψε το σκοτεινό βλέμμα του πάνω της. Από την πλεονεκτική θέση τους στο ύψωμα, ο Τζακ παρακολουθούσε την έπαυλη εδώ και παραπάνω από ώρα, χωρίς να κουνιέται, σχεδόν χωρίς να ανασαίνει. Ο ήλιος είχε δύσει πριν από λίγα μόλις λεπτά, και σύντομα θα σκοτείνιαζε εντελώς εδώ, κάτω από την κάλυψη των δέντρων. Το μόνο φως θα ήταν αυτό του ολόγιομου φεγγαριού. Η έπαυλη βρισκόταν στον πυθμένα μιας μικρής κοιλάδας που περιτριγυριζόταν από καλά δασωμένους λόφους. Ολόκληρο στρατό μπορούσες να κρύψεις στα δέντρα αυτών των λόφων, αλλά η απόσταση ανάμεσα στην έπαυλη και τους λόφους μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει πεδίο θανάτου. Μ’ άλλα λόγια, τώρα βρίσκονταν αρκετά κοντά, αλλά και επικίνδυνα μακριά, ανάλογα με το τι σχεδίαζε ο Σιντζόν να κάνει. Η Τες καθόταν κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά. «Με συγχωρείς, Τζακ», είπε, αγκαλιάζοντας τα γόνατά της και σφίγγοντάς τα πάνω της στην προσπάθειά της να ελαχιστοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερο την παρουσία της. «Νομίζω ότι τώρα καταλαβαίνω. Αυτά που είπα ήταν απαράδεκτα – ένα μεγάλο λάθος. Προσπαθούσα να σε κάνω να νιώσεις ότι νιώθω εγώ, χωρίς να παίρνω υπόψη μου τα δικά σου αισθήματα». «Όχι τώρα, Τες», της είπε κοφτά, και σήκωσε ξανά το μονοκιάλι. «Ναι, τώρα», επέμεινε εκείνη, πλησιάζοντάς τον, εκατοστό το εκατοστό. «Δεν είσαι δειλός. Δεν το ’βαλες στα πόδια. Έφυγες. Υπάρχει διαφορά. Η δειλή είμαι εγώ. Γιατί εγώ δεν έφυγα. Δεν ήθελα ν αλλάξει τίποτα στη ζωή μου, παρ’ ότι ήξερα πως αυτή η ζωή δεν ήταν αληθινή. Φυσικά, όσο ήμασταν μικροί με τον Ρενέ δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Όταν μεγαλώσαμε, όμως, έπρεπε να το κάνουμε. Ο Ρενέ ήταν δυστυχισμένος. Έπρεπε να είχαμε φύγει εγώ έπρεπε να είχα πείσει τον Ρενέ να φύγουμε. Αν είχαμε φύγει,


εκείνος θα ήταν τώρα ζωντανός. Κι εγώ θα είχα τον αδελφό μου». «Δεν μπορείς να γυρνάς μ’ αυτό τον τρόπο στο παρελθόν, Τες», της είπε ο Τζακ, εξακολουθώντας να κρατά το βλέμμα του στυλωμένο στην έπαυλη που ορθωνόταν στα πόδια τους. «Πώς θα έπρεπε να σκέφτεσαι, τι θα έπρεπε να είχες κάνει. Ο Ρενέ δεν υπάρχει πια, αλλά δεν ευθύνεσαι εσύ γι’ αυτό. Δεν διακινδύνευσες εσύ τη ζωή του. Ο Σιντζόν το έκανε». Η Τες ακούμπησε το μάγουλό της στα λυγισμένα χέρια της. «Μου λείπει τόσο πολύ. Ήταν τόσο όμορφος, τόσο αγνός. Και να έχει τέτοιο τέλος... Μήνες ολόκληρους μετά το θάνατό του ξυπνούσα τις νύχτες ουρλιάζοντας». «Τι προσπαθείς να μου πεις, Τες;» Η Τες πήρε βαθιά ανάσα και την άφησε να βγει αργά, επιχειρώντας να μαλακώσει τον πόνο στο στέρνο της. «Δεν ξέρω, Τζακ. Φοβάμαι – τώρα που είμαστε εδώ, φοβάμαι περισσότερο από ποτέ. Δε νομίζω ότι ο Σιντζόν έχει τελειώσει μαζί μας. Μάλλον αυτό είναι. Δεν ξέρω το λόγο για τον οποίο βρισκόμαστε εδώ, παρά μόνο ότι εκείνος μας θέλει εδώ –αν όχι και τους δυο μας, τουλάχιστον εσένα. Μη σκοτώσεις τον Τσιγγάνο για λογαριασμό του, Τζακ. Μη σκοτώσεις κανέναν απ’ τους δυο τους. Σε παρακαλώ. Ένας λόγος παραπάνω αν αυτό είναι που θέλει ο Σιντζόν να κάνεις. Αρκετά χορέψαμε στο σκοπό του». «Αυτός ο άνθρωπος σκότωσε τον αδελφό σου. Τον εκτέλεσε». «Το ξέρω. Πώς θα μπορούσα να το ξεχάσω; Αν ο Σιντζόν νοιαζόταν έστω και ελάχιστα για το γιο του, θα ήθελε να πάρει ο ίδιος εκδίκηση. Αυτό θα ήθελες εσύ. Αυτό θα ήθελα εγώ. Μην ξεχνάς ότ υποκρίνεται το γέρο και αδύναμο –στην πραγματικότητα δεν είναι. Στην πραγματικότητα, δε μας χρειάζεται». «Με χρησιμοποιεί γιατί ήξερε ότι θα με έστελναν να τον βρω όταν εξαφανίστηκε. Απλώς, του έρχομαι βολικός». Η Τες ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. Με κάποιον τρόπο έπρεπε να του δώσει να καταλάβει αυτό που ούτε η ίδια δεν είχε συλλάβει ακόμα εντελώς. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι, αν ο Σιντζόν ήθε-


λε να σκοτώσει ο Τζακ τον Τσιγγάνο, δεν ήταν επειδή δεν μπορούσε να το κάνει ο ίδιος. Κάποιος άλλος λόγος υπήρχε. «Όχι, δεν είναι έτσι. Κι αυτό ήταν εξαρχής το λάθος. Υπήρχαν τρόποι, άλλοι τρόποι. Γιατί λοιπόν όλο αυτό το περίπλοκο σχέδιο; Ο Σιντζόν ήταν από την αρχή η αράχνη στο κέντρο αυτού εδώ του ιστού, η αράχνη που τράβηξε τον Τσιγγάνο μέσα, η αράχνη που τράβηξε εσένα μέσα. ότι έκανε το έκανε για να θολώσει την κρίση μας, για να πάψουμε να βλέπουμε την κατάσταση καθαρά». Ο Τζακ έτριψε τα μάτια του για μια στιγμή, κι ύστερα σήκωσε ξανά το μονοκιάλι. «Τότε θα πρέπει να τον συγχαρούμε, γιατί το σχέδιό του λειτούργησε. Πιστεύεις ότι μέρος του σχεδίου του ήταν επίσης να τρωγόμαστε εμείς οι δυο σαν το σκύλο με τη γάτα; Γιατί κι αυτό λειτούργησε». Με προσπάθεια, η Τες χαμογέλασε αχνά. «Ναι, εντάξει, ας κάνουμε τώρα αυτό. Ας κατηγορήσουμε τον Σιντζόν». Ο Τζακ κατέβασε το μονοκιάλι και της χαμογέλασε. «Το προτιμώ πολύ περισσότερο από το να αισθάνομαι τελείως ηλίθιος. Με συγχωρείς, Τες». «Συμφωνείς λοιπόν;» Ένιωθε ότι είχε το πλεονέκτημα τώρα, και τόλμησε να το εκμεταλλευτεί. «Εξακολουθούμε να χορεύουμε στο σκοπό του Σιντζόν;» «Δεν τα παρατάς με τίποτα, ε;» είπε ο Τζακ κουνώντας το κεφάλι. «Πώς μπόρεσα να το ξεχάσω αυτό για σένα; Έστω και για ένα λεπτό. Ναι, εντάξει, συμφωνώ. Τώρα όμως θα ήθελα να μου πεις πώς να τους πιάσω αυτούς τους δυο χωρίς να τους σκοτώσω, γιατί δε νομίζω ότι θα σηκώσουν τα χέρια ψηλά και θα παραδοθούν αν τους το ζητήσω ευγενικά». «Ξέρω», είπε χαμηλόφωνα η Τες, και γύρισε να κοιτάξει άλλη μία φορά προς την έπαυλη. Είχαν πάρει θέση ώστε να μπορούν να βλέπουν το παράθυρο του γραφείου του Σιντζόν, με τον Γουόντσγουορθ να παρακολουθεί από τη δική του την εξώπορτα, παρ’ ότι η Τες το θε-


ωρούσε απίθανο να μπει ο Τσιγγάνος από κει. Το στομάχι της σφίχτηκε, φέρνοντάς της ναυτία. «Τζακ, κοίτα. Το παράθυρο έχει φως. Κάποιος άναψε κεριά. Ο Σιντζόν δεν επιτρέπει στους υπηρέτες να μπαίνουν στο γραφείο του –εγώ το καθάριζα τόσα χρόνια, όταν με άφηνε. Αυτός πρέπει να είναι». «Πολύ οφθαλμοφανές από μέρους του. Πράγμα που σημαίνει ότι κάλεσε τον Τσιγγάνο για να μιλήσουν εδώ, ίσως ακόμα και για να του προτείνει να μοιραστούν τους θησαυρούς του, σαν αποζημίωση για τα δεινά που του προκάλεσε στην Ισπανία. Κάτι πρέπει να του πρόσφερε, και ο Τσιγγάνος πρέπει να ήταν αρκετά άπληστος για να τον πιστέψει, διαφορετικά δεν υπήρχε περίπτωση να πατήσει το πόδι του στην περιοχή, πόσο μάλλον στο σπίτι. Με λίγα λόγια, μάλλον τον ξεγέλασε. Μετά, όμως, τι έκπληξη! Να ο προστατευόμενός μου, ο αγαπητός μου Τζακ, που εμφανίστηκε από το πουθενά για να σκοτώσει για λογαριασμό μου το δράκο. Ναι, πολύ φοβάμαι, Τες, ότι ο Τσιγγάνος είναι ανόητος. Απορώ πώς κατάφερε να είναι ακόμα ζωντανός». Ξαφνικά, η Τες ένιωθε την επιθυμία να βάλει τα γέλια, να βρει λίγη ανακούφιση απ’ αυτή την ανυπόφορη ένταση. «Ή είναι όλα μέρος του ίδιου παιχνιδιού. Είμαι βέβαιη ότι ο Τσιγγάνος απλώς θα υποκριθεί ότι συνεργάζεται μέχρι να του αποκαλύψει ο Σιντζόν το μυστικό δωμάτιο με τη συλλογή του. Χορεύουν ένα χορό αυτοί οι δυο, παίζοντας τους εντιμότατους κλέφτες, με τον καθένα να θεωρεί τον άλλο ανόητο και εύπιστο, με τον καθένα να περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία για να χτυπήσει. Μπορείς να το φανταστείς, Τζακ; Δεν ξέρεις πόσο λυπάμαι γι’ αυτή την μικροπαρεξήγηση στην Ισπανία, παλιέ μου φίλε. Καταλαβαίνεις όμως ότι το θέμα ήταν επαγγελματικό. Κι ύστερα, ο Τσιγγάνος να λέει: Ναι, εκεί είναι αλήθεια ότι την πάτησα». Ο Τζακ άφησε στην άκρη το μονοκιάλι και γέλασε, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του. «Αυτό πρέπει να σου το αναγνωρίσω, Τες. Ποτέ μου δε γέλασα έτσι στις αποστολές μου με τον Γουίλ και τον Ντίκι.


Φαντάζομαι ότι όλα είναι θέμα οπτικής –σωστά; Για να σου πω την αλήθεια, αυτή τη στιγμή δε με πολυνοιάζει η εξέλιξη των πραγμάτων, και ειλικρινά δυσκολεύομαι να θυμηθώ γιατί κάποτε μ’ ενδιέφερε τόσο. Αυτή τη στιγμή, το μόνο που θέλω είναι φύγουμε από τούτο το δάσος και να πάμε στο χωριό για το αργοπορημένο δείπνο μας». Ακούστηκε ένα σιγανό σφύριγμα, όμοιο με συριγμό άγριου πουλιού, και ο Τζακ ακούμπησε ενστικτωδώς το χέρι του στο ένα από τα πιστόλια που είχε χωμένα στη ζώνη του. «Απ’ ότι φαίνεται, ο Τσιγγάνος έφτασε. Και μάλιστα, από την μπροστινή είσοδο. Για μια φορά, Τες, είχαμε δίκιο. Με κάποιον τρόπο, ο Σιντζόν έπεισε τον Τσιγγάνο ότι ήταν ασφαλής. Εντάξει. Ώρα να πηγαίνουμε». Η Τες βιάστηκε να σηκωθεί. «Πού να πηγαίνουμε;» Κι ύστερα τα μάτια της στένεψαν καθώς κοίταζε οργισμένη τον Τζακ. «Θέλεις να πεις ότι είχες εξαρχής σχέδιο;» Ο Τζακ την έπιασε απ’ το χέρι και μαζί βγήκαν από την κάλυψη των δέντρων κι άρχισαν να κατεβαίνουν την πλαγιά. «Όχι, όχι εξαρχής. Όχι μέχρι τη στιγμή που πήγες ν’ αλλάξεις κι εγώ κάθισα να γράψω το σημείωμά μου στον Γουίλ και τον Ντίκι. Όχι να το περηφανευτώ, Τες, αλλά δεν επιβίωσα τόσα χρόνια αφήνοντας απλώς τα πράγματα στην τύχη τους». «Και παρ’ όλ’ αυτά, μ’ άφησες να συνεχίζω το δικό μου βιολί, να γελοιοποιούμαι και να λέω πράγματα που... ανάθεμά σε, Τζακ!» είπε η Τες, καθώς ο Γουόντσγουορθ εμφανιζόταν στο χαλικόστρωτο δρομάκι της έπαυλης, οπλισμένος ως τα μπούνια. Ώστε ήταν κόλπο η συνομιλία των δυο τους στην άμαξα; Η συμμετοχή του Γουόντσγουορθ ήταν κανονισμένη εξαρχής; «Κι αυτό είναι το σχέδιό σου; Να χτυπήσεις στην εξώπορτα; Δεν μπορούμε να μπούμε έτσι εκεί μέσα. Απάντησέ μου!» «Νομίζω ότι την απάντηση την ξέρεις ήδη, Τες. Τα παιχνίδια μου με τον Σιντζόν πήραν τέλος». Ο Τζακ άφησε το χέρι της, έβαλε τα δυο του δάχτυλα στο στόμα και σφύριξε συνθηματικά: δύο κοφτά σφυρίγματα κι ένα πιο αργόσυρτο. Ήταν προφανές ότι ο Τζακ τα κατάφερνε κα-


λύτερα από τον Γουόντσγουορθ: τα δικά του σφυρίγματα έμοιαζαν περισσότερο με ήχους πουλιού. Η Τες ήταν σίγουρη ότι τα σφυρίγματα του Τζακ δεν είχαν σκοπό να μπερδέψουν τους αποδέκτες τους αλλά μάλλον να τους ειδοποιήσουν. Ο Τζακ ανήγγελλε την παρουσία του, συγκεντρώνοντας προφανώς τη στρατιά του. Προφανώς, ο Σιντζόν δεν περίμενε ούτε στρατιές ούτε επίθεση ούτε ακροατήριο κανενός είδους. Όχι, προφανώς περίμενε τον Τζακ να τον υπακούσει, επειδή ποτέ κανείς δεν είχε διανοηθεί να κάνει διαφορετικά. Αν ο Σιντζόν είχε ένα ελάττωμα, ήταν αυτό: το ότι πίστευε πως μπορούσε να αναγκάσει τον οποιονδήποτε να υπακούσει στις διαταγές του. «Καλησπέρα και σ’ εσάς, λαίδη μου», είπε ένα λεπτό αργότερα ο Γουίλ Μπράουνινγκ, εμφανιζόμενος σαν απ’ το πουθενά. «Τζακ; Ο Ντίκι έχει ήδη μπει στην κουζίνα, και αυτή τη στιγμή μάλλον μπουκώνεται. Κάναμε αγώνα δρόμου για να φτάσουμε, και δεν πρόλαβε να φάει για βράδυ. Ο Τζέρεμι και οι άνδρες του υποθέτω ότι κόβουν τις φλέβες τους από την ανία στο σπίτι της Κλίβελαντ Ρόου, ακριβώς όπως υποψιάστηκες ότι θα έκαναν. Είδα το θήραμά μας να μπαίνει Ευχάριστο που δεν κάναμε τόσο ταξίδι τζάμπα. Και τώρα;» «Αν είναι ποτέ δυνα...» Η Τες κατακεραύνωσε τον Τζακ με το βλέμμα, πολύ θυμωμένη για να καταφέρει ακόμα και να σχηματίσει μια ολοκληρωμένη πρόταση, εξακολουθώντας να προσπαθεί να καταλάβει το εύρος του σχεδίου του. «Αν είναι δυνατόν να μη μου... να μη μου το πεις... να μ’ αφήνεις να πιστεύω... ότι ο ένας απ’ αυτούς δούλευε για...» «Έχω πιαστεί πολλές φορές κορόιδο, Τες, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Δεν είμαι τόσο κορόιδο, όμως, ώστε να δώσω στον Σιντζόν αυτό που θέλει, ότι στο διάβολο κι αν είναι, ή για να σε εκθέσω σε κίνδυνο. Γουίλ; Μόλις φτάσεις στο πενήντα, γιατί τόσο χρόνο θα χρειαστούμε για να πάρουμε θέση. Και με όσο περισσότερο θόρυβο και αδεξιότητα μπορείς να επιστρατεύσεις, παρακαλώ». Ο Γουίλ Μπράουνινγκ υποκλίθηκε σαν να βρισκόταν σε αίθουσα


χορού. «Ευχαρίστησή μου, αν και πρέπει να επισημάνω ότι στο ζήτημα της αδεξιότητας, ο Ντίκι κρατάει τα πρωτεία». Η Τες ήθελε να ουρλιάξει από αγανάκτηση. «Τι; Τι είναι αυτά που... Πού πας;» «Εσύ δεν ήσουν αυτή που ήθελες να τον αντιμετωπίσεις καταπρόσωπο; Αν εξακολουθείς να το θέλεις, θα το κάνεις με τους δικούς μας όρους, ή, τουλάχιστον, τους δικού μου», είπε ο Τζακ, πιάνοντάς την απ’ το χέρι και οδηγώντας τη μακριά από το σπίτι. Η Τες αναγκάστηκε να τον ακολουθήσει, κοιτάζοντας πότε πότε πίσω της και βλέποντας τον Γουίλ Μπράουνινγκ και τον Γουόντσγουορθ να πλησιάζουν την εξώπορτα κουβαλώντας ένα μικρό αλλά αποτελεσματικό πολιορκητικό κριό, αποφασισμένοι προφανώς να ακολουθήσουν κατά γράμμα την εντολή του Τζακ και να δημιουργήσουν όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσαν. Με τον Τζακ να τη σέρνει σχεδόν ξοπίσω του, οι δυο τους έκαναν το γύρο του σπιτιού, διέσχισαν το σκοτεινό γρασίδι κι άρχισαν ν’ ανηφορίζουν σε έναν από τους λόφους με προορισμό το μικρό εξωτερικό κτίριο που βρισκόταν ακριβώς στο σημείο όπου ξεκινούσαν τα δέντρα. «Τι γελοίο! Η πόρτα δεν μπορεί να είναι κλειδωμένη. Πού πάμε; Στην αποθήκη των τροφίμων; Μα, γιατί να...» «Όποιοι υπηρέτες είναι μέσα θα τρέξουν να κρυφτούν όταν ακούσουν το θόρυβο. Δε θέλουμε να κινδυνεύσουν. Όσο για τα υπόλοιπα, θα τελειώσουν γρήγορα. Έλα, Τες, τρέξε...» Πίσω της, η Τες άκουγε τον ήχο του πολιορκητικού κριού να καρφώνεται στην πόρτα και να την ανοίγει με πάταγο. Μόλις το βαρύ ξύλο κοπάνησε πάνω στον τοίχο, ο Γουίλ Μπράουνινγκ φώναξε: «Εν ονόματι του βασιλέως, Σιντζόν Φοντενό, παρουσιάσου! Σε συλλαμβάνουμε!» Την αμέσως επόμενη στιγμή, ο Ντίκι Κάρστερς ένωσε τις φωνές του μ’ αυτές του Γουίλ, ενώ ο Γουόντσγουορθ άφηνε μια πολύ πειστική βαρβαρική πολεμική κραυγή που αντήχησε μέσα και έξω από το σπίτι.


«Εδώ», της είπε ο Τζακ, κολλώντας τη στον τοίχο δίπλα στην πόρτα της αποθήκης. «Να είσαι έτοιμη να πιάσεις την πόρτα μόλις ανοίξει. Όταν οι υπηρέτες περάσουν και μπορείς να δεις τις πλάτες τους, κλείσε την πόρτα κι ύστερα, για όνομα του Θεού, βγες απ’ τη μέση». Η Τες δεν μπορούσε να μιλήσει. Ταλαντευόταν παγιδευμένη ανάμεσα στο φόβο της και στο θυμό για τον Τζακ, ένα θυμό τόσο βαθύ, που την έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Είχε ανέκαθεν το σχέδιό του. Την είχε αφήσει να πιστεύει ότι χόρευε στο σκοπό του πατέρα της και την είχε γελοιοποιήσει αναγκάζοντάς τη να πει πράγματα που δε θα έπρεπε ποτέ της να έχει πει. Και είχε σχέδιο. Ω, πόσο ακριβά θα το πλήρωνε αυτό! Και ύστερα, ανάθεμά τον, ο Τζακ, που στεκόταν με την πλάτη στον τοίχο και τα πιστόλια του ανά χείρας στην άλλη μεριά της πόρτας, την κοίταξε κλείνοντάς της το μάτι. Δε χρειαζόταν να τον ρωτήσει τι γινόταν. Ήταν φανερό ότι ο πατέρας της είχε φτιάξει κάποια μυστική οδό διαφυγής από την έπαυλη, κάποια σήραγγα που έβγαινε στην αποθήκη. Ο Σιντζόν της είχε μιλήσει πολλές φορές για τα μειονεκτήματα της γεωγραφικής θέσης του σπιτιού, και για το πώς οι δασωμένοι, γεμάτοι βάτα λόφοι μπορούσαν να είναι ευχή αλλά και κατάρα για τους ενοίκους του, εκτός κι αν αυτοί οι ένοικοι είχαν μεριμνήσει. Μόλις άκουσε τη φασαρία στην εξώπορτά του, ο μαρκήσιος πρέπει να είχε κινηθεί άμεσα, μαζί του και ο Τσιγγάνος. Αν αυτός ο τελευταίος εξακολουθούσε να είναι ζωντανός. Όταν όμως η πόρτα της αποθήκης άνοιξε, όπως και έγινε λίγες αγωνιώδεις στιγμές αργότερα, ο μοναδικός που εμφανίστηκε στο φεγγαρόφωτο ήταν ο Σιντζόν. Έσκυψε κι ακούμπησε τις παλάμες στα γόνατά του, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα του. Η Τες μέτρησε ως το τρία, κι ύστερα έκλεισε με πάταγο την πόρτα κι άρχισε αμέσως να τρέχει, σταματώντας μόνο όταν έφτασε σε απόσταση έξι περίπου μέτρων, σε απόσταση ασφαλείας από τον πατέρα της. «Ακίνητος, Σιντζόν», είπε ο Τζακ καθώς ερχόταν να σταθεί μπροστά


στον παλιό μέντορά του. Τα δυο του πιστόλια σημάδευαν το στομάχι τού ηλικιωμένου άντρα. Η Τες δεν ήξερε τι περίμενε να συμβεί μετά, σίγουρα όμως δεν ήταν αυτό που συνέβη. Ο πατέρας της ίσιωσε τον κορμό του και –απίθανο αλλά αληθινό– χαμογέλασε. Ω, πόσο καλά το ήξερε αυτό το χαμόγελο. Με κάποιον τρόπο, τον μετέτρεπε σε κυρίαρχο του παιχνιδιού, ακόμα και με δυο πιστόλια να τον σημαδεύουν. «Τζακ. Α, και η Θέσαλι επίσης. Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω και τους δύο. Δε σας κρύβω ότι είχα ανησυχήσει μήπως πηγαίνατε στο σπίτι της Κλίβελαντ Ρόου απόψε, να κυνηγήσετε φαντάσματα. Τα συγχαρητήριά μου», είπε ατάραχα ο Σιντζόν. Η Τες είδε τον πατέρα της να ανακτά τον έλεγχο της αναπνοής του, να στρώνει τα μανίκια του και να παίρνει μια πόζα που της ήταν επίσης πολύ γνωστή, μια στάση που πρόδιδε απόλυτη περιφρόνηση για τους κοινούς θνητούς γύρω του. Η Τες ανατρίχιασε από κάτι που έμοιαζε πολύ με φρίκη. Και ναι, ίσως τώρα πια ο πατέρας της να της προκαλούσε μονάχα φρίκη. «Ναι», αντιγύρισε ο Τζακ, εξίσου ατάραχα. «Απλώς έτυχε να περνάμε από δω. Και τώρα, Σιντζόν, σήκωσε, σε παρακαλώ, τα χέρια σου. Το ξέρω ότι θα συγχωρήσεις την ανάγκη μου να βλέπω πού βρίσκονται». «Είναι πραγματικά απαραίτητο αυτό, Τζακ; Α, εντάξει λοιπόν, αλλά θα κάνεις κι εσύ μια χάρη σ’ ένα γέρο άνθρωπο. Πες μου, πώς έμαθες για την... εναλλακτική έξοδό μου; Είμαι βέβαιος ότι δε σου το είχα πει». «Όχι, εσύ δεν μου το είχες πει, το έμαθα όμως από τον Ρενέ. Φαίνεται ότι κάποιος από τους δασκάλους του τον κλείδωνε εκεί μέσα για τιμωρία, τόσο συχνά που ο Ρενέ άρχισε να κουβαλάει μαζί του ένα πριόβολο, για να μην κάθεται ολομόναχος στα σκοτεινά. Κάποια στιγμή, είδε ένα ρεύμα να ταράζει τη φλόγα του κεριού που κρατούσε κρυμμένο εκεί μέσα. Ποτέ δεν κατάφερε να μάθει πώς συνδεόταν η σήραγγα με το εσωτερικό του σπιτιού, ούτε κι εγώ είχα ποτέ αρκετό


χρόνο για να το ανακαλύψω. Ευτυχώς για μένα, όμως, δε χρειάστηκε. Έτσι δεν είναι;» Ο μαρκήσιος χαμογέλασε. «Είσαι πανέξυπνος, Τζακ, ο εξυπνότερος όλων, πες μου, όμως, σε παρακαλώ: υπάρχει κάποιο πρόβλημα; Κάτι βλάκες, τσιράκια του Λίβερπουλ, εισέβαλαν κατά λάθος στο σπίτι μου, και, επιδεικνύοντας σωφροσύνη, φρόντισα να αποδράσω από τις αρπάγες τους μέχρις ότου μπορέσω να δώσω εξηγήσεις για τις ενέργειές μου στον ίδιο τον πρωθυπουργό... μόνο και μόνο για να βρεθώ εδώ, με τα χέρια ψηλά, και με τα πιστόλια σου να με απειλούν. Βέβαια, όχι ότι δεν είμαι ενθουσιασμένος που σε βλέπω, αφού γνωρίζω ότι είσαι πάντα πρόθυμος ν’ ακούσεις τη φωνή της λογικής. Κι εσένα επίσης, αγαπητή μου Θέσαλι. Ανησύχησα όταν επέστρεψα από το σύντομο ταξίδι μου και δε σε βρήκα σπίτι. Και τον αγαπητό μου Ζακ. Τι κάνει το παιδί;» «Μην ξανατολμήσεις να μιλήσεις για το γιο μου σαν να νοιάζεσαι γι’ αυτόν!» Η Τες έκανε ένα βήμα προς τον πατέρα της, σφίγγοντας τα χέρια της σε γροθιές, σταμάτησε όμως στην εσπευσμένη προειδοποίηση του Τζακ να μείνει πίσω. Ήξερε ότι λίγο ακόμα και θα είχε κάνει ένα επικίνδυνο λάθος. Αλλά, Θεέ, πόσο πολύ ήθελε να τον στραγγαλίσει! Πόσο πολύ ήθελε να κλείσει τ’ αυτιά και τα μάτια της, να μη βλέπει και να μην ακούει. Πώς είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήθελε, ότι είχε ανάγκη να τον ξαναδεί; Η Τες ένιωθε έτοιμη ν’ αρρωστήσει. «Γυναίκες. Υπερβολικά πολύ συναίσθημα –ναι; Δυστυχώς, έτσι είναι, κι αυτό τις κάνε ακατάλληλες για ένα σωρό πράγματα. Τζακ; Λέω να κατεβάσω τα χέρια μου, αν δε σε πειράζει. Α, ναι, καλύτερα έτσι. Και τώρα, παρ’ όλο που μάλλον θα σε κουράσει –και ξέρω πόσο πεισματάρης είσαι–, μπορείς να μου πεις αν αφιέρωσες λίγο χρόνο για να σκεφτείς καθόλου τι συμβαίνει εδώ;» «Όχι, δε νομίζω ότι το έκανα», είπε ο Τζακ, χαμηλώνοντας το ένα από τα δύο πιστόλια. «Γιατί δε με διαφωτίζεις εσύ, Σιντζόν;» Η Τες κοίταξε από τον έναν άνδρα στον άλλο χωρίς να καταλαβαίνει τι


συνέβαινε. Ήταν κι οι δυο τόσο αναθεματισμένα πολιτισμένοι. «Ευχαρίστως. Σ’ έστειλαν να με βρεις επειδή εξαφανίστηκα από το σπίτι μου –σωστά; Από αυτό εδώ το σπίτι. Αλλά είμαι εδώ, έτσι; Για την ακρίβεια, ο αγαπητός μας φίλος, ο λόρδος Λίβερπουλ, έλαβε μία επιστολή μου –ή θα λάβει, αύριο, μόλις φτάσει το ταχυδρομείο– στην οποία εξηγώ ότι πληροφορήθηκα την επιστροφή του Τσιγγάνου και το έβαλα σκοπό να τον βρω και, τουλάχιστον, να αιχμαλωτίσω τον άνθρωπο που σκότωσε εν ψυχρώ το γιο μου. Σίγουρα ένας πατέρας μπορεί να καταλάβει τη θλίψη ενός άλλου, καθώς και την ανάγκη του για εκδίκηση. Για να πετύχει, ωστόσο, το σχέδιό μου, αναγκάστηκα να εξαφανιστώ για ένα διάστημα, τον διαβεβαίωσα όμως ότι, μετά την επιτυχία αυτού του σχεδίου, βρίσκομαι και πάλι στη βάση μου και είμαι, όπως πάντα, στη διάθεσή του. Θα συγχωρήσω την αποψινή επίθεση. Δεν είμαι παράλογος άνθρωπος». «Αλήθεια;» είπε ο Τζακ κουνώντας το κεφάλι. «Ώστε έχεις τον Τσιγγάνο δεμένο σαν λουκάνικο στο γραφείο σου; Ή μήπως νεκρό; Τα συγχαρητήριά μου. Πολύ καλά, ως προς αυτό. Και όλα τα υπόλοιπα; Πώς εξηγείς τα υπόλοιπα;» Ο Σιντζόν συνοφρυώθηκε. «Ποια υπόλοιπα, Τζακ; Α, σε συγχωρώ που αποστάτησες με την κόρη και τον εγγονό μου. Είμαι βέβαιος ότι οι προθέσεις σου ήταν καλές. Δε θα παραλείψω να το αναφέρω και αυτό στο λόρδο Λίβερπουλ. Στο κάτω κάτω, η μνησικακία δε μου ταιριάζει». Η Τες δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. «Δεν το πιστεύω αυτό που ακούω! Κατάλαβες τι προσπαθεί να κάνει, Τζακ; Να μας πείσει ότι το άσπρο είναι μαύρο!» Έκανε δύο βήματα προς το μέρος του Σιντζόν, προσέχοντας να μην τον πλησιάσει πολύ. «Και πώς εξηγείς τα υπόλοιπα, μπαμπά; Τις τόσες ληστείες σου; Τη συλλογή σου;» «Ποια;» Ο Σιντζόν την κοίταξε, με βλέμμα που πρόδιδε πραγματικό οίκτο. «Τζακ; Μήπως ξέρεις τι είναι αυτά που λέει η κόρη μου; Αυτές οι ασυναρτησίες;»


«Μην ξεχνάς, Τες, ότι η συλλογή δεν είναι πια εδώ», είπε ο Τζακ χαμηλώνοντας και το άλλο πιστόλι. «Δεν έχουμε απόδειξη για την ύπαρξή της. Εντάξει λοιπόν, Σιντζόν. Και υποθέτω ότι, αν σε πιέζαμε να μας εξηγήσεις τα συμβάντα των τελευταίων ημερών, θα ισχυριζόσουν ότι δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος πως δε θα τα θαλάσσωνα, κι έτσι μ’ έστειλες να κυνηγήσω την ουρά μου». «Ανέκαθεν ήσουν αρκετά ικανός, Τζακ, ποτέ σου όμως δεν έφτασες το δάσκαλό σου ούτε στο μικρό του, όπως λένε, δαχτυλάκι. Αυτό είναι γεγονός. Δεν ήθελα να γίνεις έτσι. Κι ούτε ήθελα να βρίσκεται η κόρη μου και ο εγγονός μου εδώ όταν θα ερχόταν ο Τσιγγάνος. Άρα, λοιπόν, μου φάνηκες... χρήσιμος. Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό». «Μα, δε βλέπεις τι κάνει; Αυτοσχεδιάζει, Τζακ!» είπε η Τες, κόκκινη απ’ το κακό της. «Για όνομα του Θεού, μην τον σιγοντάρεις!» Ο πατέρας της σπατάλησε μια στιγμή για να της χαμογελάσει, για να αναγνωρίσει την οργή της. «Ακριβώς όπως το λες, Τζακ. Είμαι ένας φτωχός άνθρωπος, που ζει από μια κρατική σύνταξη, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Σε συγχαίρω για τη γενναία προσπάθειά σου να αποδείξεις το αντίθετο, παρ’ ότι πολύ φοβάμαι ότι η αποτυχία σου δεν τιμά τις ικανότητές μου ως δασκάλου. Και τώρα, αν δε σε πειράζει, θα ήθελα να γυρίσω στο σπίτι. Μπορούμε να συνεχίσουμε εκεί τη συζήτησή μας, κι εσύ και η κόρη μου να μου προσφέρετε τις απολογίες σας, τις οποίες, μεγάθυμος καθώς είμαι, θα δεχτώ. Όπως ίσως πρόσεξες, έχει αρχίσει να κάνει ψύχρα, κι εγώ είμαι με τις παντόφλες. Α, και κάνε μου τη χάρη να απομακρύνεις αυτό το στρατό των ατάκτων από την κατοικία μου. Και πάλι, μην ανησυχείς. Δε θα παραλείψω να επισημάνω στην Εξοχότητά του ότι οι ενέργειες όλων σας ήταν άκρως εντυπωσιακές. Αποτυχημένες, αλλά εντυπωσιακές». Και μ’ αυτό, σαν να μην του περνούσε από το μυαλό το ενδεχόμενο να τον σταματήσουν, ο μαρκήσιος άρχισε να κατηφορίζει το λόφο προς το σπίτι.


Το κεφάλι της Τες γύριζε από ανήμπορη οργή. «Τζακ; Μπορεί να το κάνει αυτό; Είναι δυνατόν να πιστεύει ότι θα τη γλιτώσει;» «Υποθέτω ότι αυτό εξαρτάται. Αν έχει τον Τσιγγάνο, ο Λίβερπουλ δε θα πολυσκαλίσει τα υπόλοιπα. Πάμε». «Όχι, Τζακ, ας μην πάμε», είπε μελιστάλαχτα ο Σιντζόν καθώς έκανε μεταβολή σημαδεύοντας την Τες με το μικρό ασημί πιστόλι που κρατούσε. «Φοβάμαι ότι η κόρη μου έχει δίκιο. Η ιστορία μου δε θ’ αντέξει στον εξονυχιστικό έλεγχο. Εξάλλου, έχω ήδη κάνει άλλα σχέδια». «Δεν μπορείς να με πυροβολήσεις», είπε η Τες, τρομαγμένη από την έλλειψη πεποίθησης στην ίδια της τη φωνή. «Μείνε εκεί που είσαι, Τες», διέταξε τραχιά ο Τζακ. «Σοφή συμβουλή. Και τώρα, Τζακ, ρίξε τα όπλα σου. Αντρέας! Ώρα να αναλάβεις το ρόλο σου, καλέ μου άνθρωπε». Η πόρτα της αποθήκης άνοιξε ξανά, και ένας ψηλός, μυώδης άντρας μ’ ένα φανταχτερό μανδύα φοδραρισμένο με κόκκινο σατέν ύφασμα εμφανίστηκε, χαμογελώντας πλατιά κάτω από μία μισή μαύρη μάσκα. «Και άργησα! Πραγματικά, παραλίγο να πιστέψω κι εγώ αυτές τις ανοησίες, αν δεν υπήρχε το γεγονός ότι –όπως είπε το αγόρι– δεν είμαι ούτε δεμένος σαν λουκάνικο ούτε νεκρός. Και μάλιστα, αφού μόλις συμφωνήσαμε να ανανεώσουμε τη συνεργασία μας. Τώρα όμως νομίζω ότι θα πρέπει να πηγαίνουμε». «Παρά τα τόσα ταλέντα σου, Αντρέας, ανέκαθεν ήσουν οικτρά ανόητος. Η ιστορία σίγουρα χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία –σ’ αυτό συμφωνώ–, αλλά πιστεύω ότι μπορώ να λειάνω τις λεπτομέρειες, αρκετά ικανοποιητικά τουλάχιστον για να πείσω αυτό τον ξεμωραμένο τον Λίβερπουλ. Στο κάτω κάτω, είμαι ο μαρκήσιος Ντε Φοντέν, και ο λόγος μου θα βρεθεί απέναντι σ’ αυτόν του μπάσταρδου που διέφθειρε την κόρη μου. Αν και», πρόσθεσε αργόσυρτα ο μαρκήσιος στρέφοντας το όπλο του στον Τσιγγάνο, «φαντάζομαι ότι καταλαβαίνεις πως, όσο και αν θα με ενθουσίαζε να δω τον Τζακ ως όργανό μου, τώρα πρέπει να πεθάνεις».


Κι ύστερα ο μαρκήσιος πυροβόλησε και η σφαίρα πέρασε ακίνδυνα μέσα από την ανοιχτή πόρτα μπροστά στην οποία έστεκε ο Τσιγγάνος. Ο Σιντζόν κλυδωνίστηκε ελαφρά στο σημείο όπου βρισκόταν, και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα στο αριστοκρατικό πρόσωπό του. «Τι...» Άφησε το πιστόλι του να πέσει κι έσφιξε τις παλάμες στο στήθος του. «Τι... αναπάντεχο». Αργά, σχεδόν με χάρη, έπεσε στα γόνατα, πάνω στο χώμα. Η Τες κοίταξε τον πατέρα της, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Πώς είχε συμβεί. Την επόμενη στιγμή όμως, ένα χέρι σφίχτηκε στο μπράτσο της κι ο Τσιγγάνος την τράβηξε μπροστά του, πιέζοντας το στιλέτο του στο λαιμό της. Ο Τζακ είχε ήδη σκύψει και είχε πιάσει το ένα από τα πιστόλια του, το όπλο όμως ήταν άχρηστο κόντρα στο λεπίδι του Τσιγγάνου. Πεσμένος στα γόνατα καθώς ήταν, ο Σιντζόν μίλησε, με αιμάτινες φυσαλίδες να φουσκώνουν στις γωνιές των χειλιών του. «Πυροβόλησέ τον! Αξιολύπητε μπάσταρδε, κάνε αυτό που σου λέω! Πυροβόλησέ τον!» «Να πυροβολήσει; Τον ίδιο του τον πατέρα; Δε νομίζω», είπε θριαμβευτικά ο Τσιγγάνος, κι ύστερα έσπρωξε την Τες προς το μέρος του Τζακ κι άρχισε να τρέχει στα δέντρα. «Τον έχω!» φώναξε ο Γουίλ Μπράουνινγκ καθώς τους πλησίαζε, με τον Ντίκι Κάρστερς και τον Γουόντσγουορθ να τρέχουν ξοπίσω του στο λόφο. «Όχι!» φώναξε η Τες, καθώς τραβιόταν με δύναμη από την αγκαλιά του Τζακ ο οποίος κοίταζε προς το σκοτάδι που είχε μόλις καταπιεί τον Τσιγγάνο. Το πρόσωπό του ήταν άσπρο σαν το θάνατο. «Αφήστε τον να φύγει! Αφήστε τον να φύγει!» Ο Γουίλ σταμάτησε και ανασήκωσε τους ώμους. «Όπως θέλει η κυρία. Έτσι κι αλλιώς είναι πολύ σκοτεινά μέσα σ’ αυτά τα δέντρα, κι εγώ δεν έχω το μαχαίρι μου. Συγνώμη που αργήσαμε τόσο. Όλες οι πόρτες ήταν κλειδωμένες και δε συνειδητοποιήσαμε έγκαιρα ότι ο άνθρωπός


μας το είχε σκάσει. Ε, τουλάχιστον, μαγκώσαμε τον ένα, αυτόν που εξαρχής κυνηγούσαμε. Έτσι, Τζακ; Είσαι καλά;» Τώρα ο μαρκήσιος ήταν πεσμένος στο πλευρό του, με τα μάτια κλειστά. Έβηξε πνιχτά, και προσπάθησε να σκουπίσει το στόμα του. Τώρα η Τες μπορούσε να δει το μαχαίρι του Γουίλ καρφωμένο στην πλάτη του πατέρα της. Ήταν ανήκουστο, τόσο που να μη φαίνεται αληθινό. Ο μαρκήσιος ηττημένος, και ολοφάνερα θνητός. Πώς ήταν δυνατόν να θαύμαζε κάποτε αυτό τον άνθρωπο; αναρωτήθηκε η Τες. Πώς ήταν δυνατόν να τον φοβάται; Δεν ήταν. Γιατί ο μαρκήσιος δεν ήταν παρά άνθρωπος, όπως όλοι οι άλλοι. Η Τες κουκούβισε δίπλα του. «Μην πεθάνεις. Όχι ακόμα. Είναι αλήθεια; Αυτός ο άνθρωπος –είναι ο πατέρας του Τζακ; Γι’ αυτό τον ήθελες τον Τζακ; Για να ελέγξει τον πατέρα του, ίσως και για να τους χρησιμοποιήσεις κάποτε, πατέρα και γιο, τον έναν εναντίον του άλλου; Ή μήπως πρόκειται για ένα ακόμα από τα αρρωστημένα, διεστραμμένα ψέματά σου; Ανάθεμά σε –απάντησέ μου!» Τα μάτια άνοιξαν και την κοίταξαν. Το χαμόγελο στα χείλη ήταν γκροτέσκο, κοροϊδευτικό. Κι ύστερα, ο Σιντζόν Φοντενό, ο μαρκήσιος του Φοντέν, πέθανε, παίρνοντας τα ψέματα και τις αλήθειες του μαζί του, στην Κόλαση. Ο Γουίλ Μπράουνινγκ έσκυψε, πίεσε το πέλμα της μπότας του στον ώμο του Σιντζόν. Μετά, τον έσπρωξε να γυρίσει μπρούμυτα και ελευθέρωσε το μαχαίρι του από την πλάτη του νεκρού μ’ ένα απότομα τράβηγμα. Ακούστηκε ο φρικτός ήχος της λεπίδας κόντρα στο κόκαλο, και η Τες δάγκωσε τα χείλη της για να σταματήσει τη χολή που ανέβηκε στο λαρύγγι της. Ο Γουίλ σκούπισε το μαχαίρι του στο μανίκι του Σιντζόν κι έπειτα το έριξε στην μπότα του. Κι αυτό ήταν όλο. Είχε μπει η τελεία. Τελεία και παύλα. Ο αυτοχαρακτηριζόμενος ως ο ευφυέστερος άνδρας στον κόσμο, έχοντας εντέλει


ξεμείνει από πονηριές, κόλπα και ψέματα, ήταν νεκρός, με τα ωχρά μάτια του ανοιχτά και στυλωμένα, το ματωμένο πρόσωπό του στο χώμα. Η Τες σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Τζακ. Εξακολουθούσε να κοιτάζει στα δέντρα, λες και ο θάνατος του Σιντζόν ήταν κάτι εντελώς ασήμαντο. Λες και δεν ήταν καν εκεί. Λες και κανείς δεν ήταν εκεί, ούτε καν εκείνη.


Κεφάλαιο 16 Ο Τζακ καθόταν στην πολυθρόνα πίσω από το γραφείο του Σιντζόν στην έπαυλη, παρακολουθώντας τις κινούμενες σκιές που έριχναν οι φλόγες της εστίας. Χωρίς να βλέπει. Χωρίς να σκέφτεται. Καθόταν μονάχα, με το βλέμμα στυλωμένο στο κενό. Ώστε ο μαρκήσιος ήταν νεκρός. Και, δόξα τω Θεώ, όχι από το δικό του χέρι, γιατί, ότι κι αν είχε πει η Τες, αυτό θα ήταν διαφορετικό. Ο Ντίκι είχε κάνει αυτό που ήξερε να κάνει τόσο καλά, να σκάβει τάφους στο φεγγαρόφωτο, και τώρα ο μαρκήσιος βρισκόταν ήδη δίπλα στον Ρενέ. Ο καημένος ο γεράκος, είχε αναχωρήσει για τόπους χλοερούς ενώ βρισκόταν μακριά από το σπίτι και το κτηματάκι του, και είχε επιστρέψει εκεί για να ταφεί. Αυτό θα πίστευε ο κόσμος. Ήταν καλύτερα από το να υπάρχουν ερωτήσεις, απορίες που σίγουρα θα γύρευαν απάντηση. Όχι πως θα νοιάζονταν πολλοί. Ο μαρκήσιος ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο χωριό, ή στον κύκλο των υπηρετών του. Η Τες είχε κατανοήσει την ανάγκη για εσπευσμένες κινήσεις. Περιορίστηκε να ζητήσει ευγενικά από τον Ντίκι Κάρστερς να σταματήσει όταν εκείνος επιχείρησε να πει μια προσευχή πάνω από το τυλιγμένο σε καραβόπανο σώμα του πατέρα της πριν το ρίξει στο φρεσκοσκαμμένο τάφο. Το πρωί, όταν ο ήλιος σηκωνόταν στον ουρανό... και, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πάντα το έκανε... ο Σιντζόν Φοντενό δε θα ήταν εκεί να τον δει. Δε θα έβλεπε τον ήλιο, ούτε αύριο ούτε ποτέ. Κι αυτό έπρεπε να είναι αρκετό για τον Τζακ. Το ρολόι στο γείσο του τζακιού χτυπούσε δύο το πρωί όταν ο Γουίλ Μπράουνινγκ μπήκε στο δωμάτιο και πήγε κατευθείαν στην καράφα με το κρασί που ήταν ακουμπισμένη σ’ ένα τραπέζι κοντά στα παράθυρα. «Τι κάνουμε τώρα, Τζακ;» ρώτησε παίρνοντας τη θέση του στο φθαρμένο δερμάτινο καναπέ, σταυρώνοντας τα μακριά πόδια του έ-


τσι που ο αστράγαλος του ενός να ακουμπά στο γόνατο του άλλου. «Ο Ντίκι είχε μια ιδέα, που δεν τη βρίσκω κι άσχημη: αντί να βιαστούμε να γυρίσουμε στο Λονδίνο, να βγούμε σε αναζήτηση της συλλογής του μαρκήσιου. Όχι δηλαδή πως ο Ντίκι δεν καίγεται να την παρουσιάσει στο Στέμμα. Ίσως όμως όχι όλη... Ε, φαντάζομαι ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, ο κακομοίρης. Πάντα είχε πρόβλημα με τα λεφτά και, για να πω την αλήθεια, είναι πράγματι κρίμα απλώς να τη χαρίσουμε στη βασιλική οικογένεια. Ο ένας Γεώργιος δε θα καταλάβει την αξία της, κι ο άλλος θα την πουλήσει για να κολλήσει ένα ακόμα κρεμμύδι σε κάποια από τις στέγες αυτού του εκτρώματος που φτιάχνει στο Μπράιτον». «Εμένα προσπαθείς να πείσεις, Γουίλ, ή τον εαυτό σου;» «Για την ακρίβεια, απλώς περνάω την ώρα μου. Λες να την είχε γλιτώσει με τον Λίβερπουλ; Με όλες αυτές τις ανοησίες που έλεγε περί δικού του και δικού σου λόγου εννοώ...» Ο Τζακ έτριψε και με τα δυο του χέρια τους κροτάφους του, σαν να προσπαθούσε να απαλείψει τον πονοκέφαλο που τον ταλάνιζε εδώ και ώρες. «Ούτε κι ο ίδιος δεν το πίστευε. Διαφορετικά, δε θα είχε τραβήξει πιστόλι. Απλώς αναρωτιέμαι τι είπε στον Τσιγγάνο για να τον πείσει ότι δεν κινδύνευε ερχόμενος εδώ». «Έχει σημασία;» «Όχι», είπε ο Τζακ. Ο Γουίλ και ο Ντίκι βρίσκονταν πολύ μακριά για να μπορέσουν ν’ ακούσουν τη δήλωση του Τσιγγάνου, και ο Τζακ δεν έβλεπε το λόγο να τους ενημερώσει σχετικά. «Υποθέτω πως όχι. Όπως και να ’χει, ο Τσιγγάνος ξέφυγε. Ο Λίβερπουλ δε θα χαρεί όταν το μάθει. Και το λάθος είναι δικό μου. Δεν αντέδρασα αρκετά γρήγορα». Στην πραγματικότητα, δεν είχε αντιδράσει καθόλου. Είχε ακινητοποιηθεί σαν καθηλωμένο βόδι όταν άκουσε τον Τσιγγάνο –τον Αντρέας– να δηλώνει ότι ήταν ο πατέρας του. Ο από καιρό πεθαμένος πατέρας του, ο σεσημασμένος ληστής των δρόμων που είχε τιμωρηθεί με απαγχονισμό. Γιατί η Άντελεϊντ να του πει ψέματα για κάτι τόσο ου-


σιαστικό; Για το αν ο πατέρας του ήταν ζωντανός ή πεθαμένος; Αλλά, πάλι, γιατί η Άντελεϊντ έκανε οτιδήποτε έκανε; Το γέλιο του Γουίλ ήταν κοφτό. «Άλλο ένα επιχείρημα για ένα ακόμα κυνήγι θησαυρού. Αυτή η όμορφη μάσκα για την οποία μας είχες μιλήσει μάλλον αρκεί για να κατευνάσει τον Λίβερπουλ και όποιον άλλον έχει όρεξη για ερωτήσεις. Εξάλλου, μην ξεχνάς ότι την ώρα που ο Τσιγγάνος εξαφανιζόταν τρέχοντας μέσα στα δέντρα, εσύ είχες στα χέρια σου τη λαίδη. Κυριολεκτικά. Ξέρεις αν είναι καλά; Πολύ διαβολεμένη υπόθεση αυτή, Τζακ, να βάζεις τέρμα στη ζωή του πατέρα με την κόρη να παρακολουθεί». «Ο Ντίκι με βοήθησε να κουβαλήσουμε κουβάδες με ζεστό νερό για το μπάνιο της, αφού, απ’ όσο είδαμε, δεν υπάρχει ούτ’ ένας υπηρέτης στο σπίτι. Η Τες λέει ότι είχαν να πληρωθούν ένα ολόκληρο εξάμηνο. Κι ακόμα, ότι μάλλον θα πρέπει να μείνει στην μπανιέρα και να τρίβεται για ώρες ωσότου νιώσει και πάλι καθαρή. Είναι δυνατή γυναίκα. Καταλαβαίνει ότι δεν είχες άλλη επιλογή». «Δεν ήταν εύκολο», είπε ο Γουίλ, πάντοτε πρόθυμος να πλέξει το ίδιο του το εγκώμιο. «Και, σημειωτέον, ανεβαίνοντας τρεχάτος την πλαγιά. Άσε που έπρεπε να δουλέψω το στιλέτο μου υπό κλίση. Τώρα που το σκέφτομαι, σαν χτύπημα του κρίκετ ήταν. Α, έλα Τζακ, χαμογέλα. Φώναξε Κάνε κάτι. Αν σ’ έβλεπε κανείς, θα νόμιζε ότι απόψε χάσαμε. Ανάθεμα, άνθρωπέ μου, κάναμε ότι ήρθαμε εδώ να κάνουμε». «Αυτή είναι η ουσία του πράγματος, Γουίλ; Το αν θα νικήσουμε ή θα ηττηθούμε;» Ο Γουίλ τον κοίταξε σαν να είχε μόλις πει το αυτονόητο. «Τι άλλο δηλαδή; Και μην αρχίσεις τώρα να μου λες ότι ασκούμε λειτούργημα υπερασπιζόμενοι την πατρίδα και το βασιλιά, γιατί αυτό πάψαμε να το κάνουμε από τότε που τελείωσε ο πόλεμος. Αστυνομικοί είμαστε, Τζακ, κι ακόμα συχνότερα, καλοπληρωμένοι δολοφόνοι. Ο Ντίκι το κάνει για τα λεφτά, κι εγώ για... Ε, ας το ξεχάσουμε τώρα αυτό, εντάξει; Εσύ γιατί το κάνεις ακόμα, Τζακ;»


Ο Τζακ σηκώθηκε πάνω. «Δεν ξέρω. Πραγματικά δεν ξέρω. Θα με συγχωρήσεις;» «Αν μου αφήσεις την καράφα», είπε ο Γουίλ ανασηκώνοντας τους ώμους. «Μια χαρά είναι αυτός ο καναπές για να περάσω τη νύχτα. Θα σε δούμε το πρωί;» «Ναι, το πρωί». Ο Τζακ ξεκίνησε για το διάδρομο, έπειτα όμως κοντοστάθηκε και γύρισε προς το μέρος του Γουίλ, του ανθρώπου που ήταν σύντροφος και συνεργάτης του εδώ και τέσσερα ολόκληρα χρόνια. «Ο Χένρι, ξέρεις, δεν το άντεχε καθόλου από τότε που τέλειωσε ο πόλεμος, κυριολεκτικά απεχθανόταν αυτή τη δουλειά. Παρ’ όλ’ αυτά, κάτι προσφέραμε, κάτι καλό κάναμε». «Είναι βέβαιο ότι ο αδελφός σου ο Πουκ θα συμφωνήσει μ’ αυτό το τελευταίο. Ξέρω όμως τι θέλεις να πεις, Τζακ. Αλιτήριοι σαν εμάς χρειάζονται έναν καλό πόλεμο. Διαφορετικά, δε θ’ αργήσουμε να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας για λεπτομέρειες κι ανοησίες. Δε με πολυπείραζε όσο ήταν ζωντανός ο Χένρι. Από τότε που πέθανε, όμως, έχουν αρχίσει να μ’ εκνευρίζουν οι διαταγές». Ο Τζακ χαμογέλασε. «Να παίρνεις διαταγές, εννοείς από έναν μπάσταρδο, από έναν τίποτα». Ο Γουίλ γέλασε. «Γνωρίζοντας ότι αυτός ο μπάσταρδος τίποτα είναι μάλλον καλύτερος από μένα. Όσο να ’ναι, πικραίνομαι. Παρ’ όλ’ αυτά, σε θαυμάζω γι’ αυτό, για την επιμονή σου στο τίμιο παιχνίδι, γι’ αυτή την αίσθηση δικαιοσύνης που είχε και ο Χένρι. Όπως απόψε. Δε θα μαχαίρωνες πισώπλατα το μαρκήσιο –έτσι δεν είναι. Γιατί δε θα ήταν δίκαιο. Θα είχες φωνάξει για να του τραβήξεις την προσοχή και να τον αναγκάσεις να γυρίσει προς το μέρος σου πριν του πετάξεις το μαχαίρι, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι ίσως προλάβαινε να σε πυροβολήσει. Ακριβώς όπως ήσουν έτοιμος να δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία σ’ εκείνον τον ανόητο υπάλληλο, το περιθώριο να ξανασκεφτεί τις πράξεις του, εκείνο το βράδυ στο Ντακ εντ Γουάτλ. Και οι δυο τους, και ο μαρκήσιος και ο υπάλληλος, θα κατέληγαν έτσι κι αλλιώς στην


κρεμάλα, οπότε, γιατί να διακινδυνεύσεις εσύ τη ζωή σου όταν θα ήταν τόσο απλούστερο να τους καθαρίσεις; Και πολύ δικαιότερο, αν το σκεφτείς καλά. Αυτή η περί δικαίου αίσθηση που μοιράζεσαι με τον συγχωρεμένο το φίλο μας είναι πολύ παράξενη. Και με αναστατώνει». «Ναι», είπε ο Τζακ μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Αυτό μπορώ να το καταλάβω. Δεν ήξερα όμως ότι είχες τέτοιες ευαισθησίες, Γουίλ. Τόση καλοσύνη». «Ναι, οι περισσότεροι δεν το ξέρουν», είπε ο Γουίλ, είτε απτόητος από το σαρκασμό του Τζακ είτε εννοώντας πραγματικά την απάντησή του. «Ξέρεις, η ηλικιωμένη θεία του Ντίκι είναι με το ένα πόδι στον τάφο. Ο φίλος μας είναι ο αγαπημένος της ανιψιός, που θα έπρεπε να είναι, αφού τόσα χρόνια ο Ντίκι δεν έχει πάψει να της κάνει τεμενάδες, ελπίζοντας ότι θα την κληρονομήσει. Σύντομα θα μείνουμε οι δυο μας, Τζακ, και νομίζω ότι οι δυο μας παραείμαστε πολλοί». Ο Τζακ τον κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα φρύδι. «Ο Λίβερπουλ θα τον αφήσει να φύγει; Έτσι απλά;» «Τον Ντίκι; Βέβαια. Όλους μας θα μας αφήσει να φύγουμε, και με μεγάλη του χαρά. Το ξέρω ότι ο Χένρι είχε διαφορετική γνώμη, αλλά έκανε λάθος. Τώρα, ο αγαπητός μας πρωθυπουργός είναι πιο δυνατός από ποτέ. Εμείς δεν είμαστε παρά μύγες στη σούπα του, μέρος ενός παρελθόντος που μην ξεχνάς ότι περιλαμβάνει μία θριαμβευτική νίκη εναντίον του Βοναπάρτη. Δεν έχει και πολλά να φοβηθεί από μας. Η υπόθεση του μαρκήσιου ήταν διαφορετική: πολλά μυστικά, λίγη αφοσίωση. Ανήγγειλε στον πρωθυπουργό μας την είδηση του θανάτου του Φοντενό, Τζακ, και σήκω φύγε. Αυτό δε θέλεις να κάνεις;» «Τόσο φανερό είναι;» «Σ’ εμένα, ναι». Ο Γουίλ σήκωσε το βλέμμα στο φάτνωμα της οροφής. «Έχεις άλλα, επείγοντα ζητήματα ν’ ασχοληθείς. Η λαίδη Θέσαλι είναι καταπληκτική γυναίκα, πολύ ανώτερη σου, φυσικά. Παρ’ όλ’ αυτά, θα μπορούσε, φαντάζομαι, να είχε πέσει και σε κάποιον χειρότερο». «Ναι, θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αναπτύξει ενδιαφέρον για


σένα», αντιγύρισε ο Τζακ, διερωτώμενος τι θα έλεγε ο Χένρι αν μπορούσε να είναι παρών σε τούτη την παράξενη συζήτηση. Κάποτε είχε εξομολογηθεί στον Τζακ ότι δεν ήξερε αν ο Γουίλ Μπράουνινγκ ήταν ένας έκπτωτος άγγελος ή ένας διάβολος που είχε ανέβει στη γη από τα έγκατα της Κόλασης. Αν άκουγε τα όσα έλεγε τώρα ο Γουίλ, θα συνέχιζε ν’ αναρωτιέται. «Έχω ένα γιο». «Ναι, το έμαθα. Έχεις ακουστά για κάποιον ονόματι Σιμόν Μπολίβαρ, Τζακ;» Η ερώτηση έπιασε τον Τζακ απροετοίμαστο. «Δε νομίζω, όχι. Γιατί;» Ο Γουίλ σηκώθηκε να πάρει την καράφα. «Γιατί τώρα τελευταία κάνει τρελές φασαρίες σε μια χώρα που τη λένε Βενεζουέλα. Έχει βγάλει τους Σπανιόλους απ’ τα ρούχα τους, πράγμα που, όπως ξέρεις, ενθουσιάζει πάντα τους Εγγλέζους. Ένα απόσπασμα Βρετανών και Ιρλανδών εθελοντών σαλπάρει την ερχόμενη εβδομάδα από κάποιο άγνωστο μέχρι στιγμής λιμάνι, για να δώσει ένα χεράκι στον Μπολίβαρ. Το όλο πράγμα, φυσικά, γίνεται εντελώς ανεπίσημα. Μου πρότειναν τη θέση του επικεφαλής του ιρλανδικού τάγματος. Να ένας καλός πόλεμος, Τζακ. Ή κακός. Και με ελάχιστους κανόνες. Δέχτηκα. Δε φαντάζομαι να θέλεις να έρθεις κι εσύ». Δεν ήταν ούτε ερώτηση ούτε προσφορά. «Ενημέρωνες το μαρκήσιο για τις κινήσεις μου, Γουίλ;» ρώτησε ο Τζακ αντί για οτιδήποτε άλλο. Ο Γουίλ, που είχε πιάσει την καράφα για να ξαναγεμίσει με κρασί το ποτήρι του, έμεινε ακίνητος για μια στιγμή. «Ω, το κατάλαβες, ε; Προς υπεράσπισή του, επίτρεψέ μου να σου υπενθυμίσω τη μόνιμη ανάγκη του Ντίκι για μετρητά. Μόλις τις προάλλες συνειδητοποίησε ότι οι αναφορές του δεν πήγαιναν σε κάποιον από τους ανθρώπους του Λίβερπουλ. Του έχει κοστίσει, πραγματικά». «Τότε, δε θα του το αναφέρω». «Μάλλον αυτό θα ήταν το καλύτερο. Και άφησέ τον να ψάξει κάνα δυο μέρες για το θησαυρό, πριν επιστρέψουμε στο Λονδίνο. Με τη


μικρή συμμορία μας στα πρόθυρα της διάλυσης, είμαι βέβαιος ότι αυτό το κυνήγι θησαυρού θα είναι και η τελευταία ευκαιρία για διασκέδαση που θα έχει για κάμποσο καιρό. Ξέρεις, εξάλλου, και πόσο ικανός είναι με το φτυάρι. Θα το χαρεί αφάνταστα». «Σύμφωνοι. Έτσι κι αλλιώς, κι εγώ θα μείνω μια δυο μέρες ακόμα, να βοηθήσω την Τες να κλείσουμε την έπαυλη. Το Στέμμα θα την κατάσχει. Υπάρχει τίποτ’ άλλο που αμέλησες να μου πεις;» «Ναι, υπάρχει κάτι ακόμα. Ο Χένρι σ’ αγαπούσε, και, για μένα, η γνώμη του Χένρι μετρούσε πολύ. Για μπάσταρδος, είσαι αναθεματισμένα ηθικός άνθρωπος, Τζακ Μπλάκθορν. Μην αφήσεις ποτέ κανέναν να σε υποτιμήσει. Περισσότερο απ’ όλους, τον εαυτό σου. Και τώρα, για όνομα του Θεού, άσε με να πιώ το κρασί μου, πριν αρχίσουμε τις σάχλες». Για κάμποσο, ο Τζακ έμεινε να κοιτάζει αμίλητος τον Γουίλ, κι ύστερα κούνησε το κεφάλι. «Βενεζουέλα; Αλήθεια;» Ο Γουίλ ανασήκωσε τους ώμους. «Un hombre tiene que morir en algun sitio». Οι γνώσεις του Τζακ ως προς την ισπανική γλώσσα ήταν περιορισμένες, κατάλαβε όμως τι είχε πει ο Γουίλ. Κάπου θα πρέπει να πεθάνει ένας άντρας. Ή μπορεί να επιλέξει να ζήσει, σκέφτηκε καθώς έκανε μεταβολή κι άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες. *** Η Τες δίπλωσε τη ρόμπα προσεκτικά, δίνοντας μεγάλη προσοχή στην κάθε τσάκιση, εξασκώντας απόλυτο αυτοέλεγχο, κι ύστερα πέταξε οργισμένη το ρούχο προς τα εκεί που είχε πετάξει και τα υπόλοιπα, εκείνα που είχε βγάλει απ’ την ντουλάπα. Δεν ήθελε τίποτα από τούτο το δωμάτιο, από τούτο το σπίτι. Ήθελε να τα αφήσει όλα εκεί που ήταν, και να τα κάψει μαζί με το σπίτι. Δεν είχε όμως τέτοια επιλογή. Παρ’ όλ’ αυτά, θα έπαιρνε μόνο τα απολύ-


τως απαραίτητα, και τίποτα παραπάνω, πράγματα που θα χωρούσαν μέσα σε λίγα μικρά μπαούλα. Τα ρούχα του Ζακ και τα λίγα παιχνίδια του. Τα προσωπικά αντικείμενα της Εμιλί. Τα λίγα ενθύμια που είχε κρατήσει από τον Ρενέ. Το Στέμμα μπορούσε να πάρει τα υπόλοιπα. Πήγε στο έπιπλο της τουαλέτας της, κάθισε στο σκαμπό, και άνοιξε το κεντρικό συρτάρι για να βγάλει τη στοίβα με τα ποιήματα που είχε γράψει ο αδελφός της. Τα είχε διαβάσει όταν τα ανακάλυψε στο δωμάτιό του, μετά το θάνατό του. Ο Ρενέ τα κρατούσε κρυφά απ’ όλους τους. Μάλλον επειδή ήξερε ότι ο Σιντζόν κατά πάσα πιθανότητα θα τα κατέστρεφε. Ή θα γελούσε μαζί τους. Τα ποιήματα δεν ήταν ιδιαίτερα καλά. Ακόμα και η Τες, που λάτρευε τον Ρενέ και που πενθούσε γι’ αυτόν όπως δεν είχε πενθήσει στη ζωή της, το καταλάβαινε αυτό. Αλλά αντιπροσώπευαν τα όνειρα του αδελφού της, και γι’ αυτό της είχαν ραγίσει την καρδιά: στους στίχους του, ο Ρενέ μιλούσε για ελεύθερα πουλιά και για ποτάμια που κυλάνε πέρα από σύνορα, πέρα από ανθρώπινα όρια. Θα έπαιρνε τα ποιήματα μαζί της, όπου κι αν πήγαινε, και κάποια μέρα θα τα διάβαζε στον Ζακ, παροτρύνοντάς τον να κάνει τα δικά του όνειρα και να τα πραγματοποιήσει. Η Τες έβαλε το δεμένο με γαλάζια σατέν κορδέλα πακέτο στην καπελιέρα που θα έπαιρνε μαζί της στην άμαξα όταν εγκατέλειπε για πάντα αυτό το σπίτι. Θα πήγαινε στο Μπλάκθορν, γιατί ο Ζακ ήταν εκεί. Γιατί ο Τζακ την ήθελε μαζί του. Γιατί δεν είχε πού αλλού να πάει. Γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της οπουδήποτε αλλού από εκεί που βρισκόταν ο Τζακ, όπου κι αν ήταν αυτό. Το χτύπημά του στην πόρτα δεν ήταν απρόσμενο. Παρ’ όλ’ αυτά, ο ήχος έκανε την Τες να τιναχτεί χωρίς να το θέλει και να σκουπίσει βιαστικά τα μάγουλά της καθώς του απαντούσε καλώντας τον στο δωμάτιο. Έβαλε το καπάκι στην καπελιέρα και την άφησε εκεί που ήταν, πάνω στο κρεβάτι.


Ο Τζακ φορούσε ένα απλό μαύρο πουκάμισο και παντελόνι, αμφίεση απόλυτα ταιριαστή για έναν άντρα που αισθανόταν ιδιαίτερα άνετα στα σκοτάδια της νύχτας. Το κολάρο του πουκαμίσου του ήταν ανοιχτό και τα γένια του είχαν αρχίσει να ρίχνουν σκιές στα μάγουλά του. Τα μάτια του φαίνονταν κουρασμένα, τα μαύρα μαλλιά του ανακατεμένα, σαν να περνούσε διαρκώς τα δάχτυλά του μέσα τους. Της θύμισε πάρα πολύ το γιο τους, κι εκείνη τη στιγμή η Τες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάποτε ο Ζακ θα έκαιγε γυναικείες καρδιές όπως ακριβώς και ο πατέρας του. Την κοίταξε εξεταστικά, σαν να προσπαθούσε να σταθμίσει τη διάθεσή της ή σαν να περίμενε, σκέφτηκε η Τες, ότι θα την έβλεπε ξαφνικά να σπάει σε χίλια κομμάτια. Στο κάτω κάτω, είχε δει τον πατέρα της να πεθαίνει και, σε λιγότερο από δυο ώρες μετά απ’ αυτό, να κατεβαίνει στον τάφο του. Ή ίσως να αναρωτιόταν αν ήταν άκαρδη, αφού δεν είχε κλάψει. Δεν μπορούσε να γίνει υποκρίτρια, ακόμα κι αν τα δάκρυα της κόρης για το θάνατο του πατέρα της ήταν αναμενόμενα. «Εντάξει είμαι, Τζακ», του είπε πριν προλάβει να ρωτήσει. «Εσύ πώς είσαι;» Ο Τζακ χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι. «Φαντάζομαι ότι κανείς απ’ τους δυο μας δεν είναι στα καλύτερά του. Πήρες το μπάνιο σου;» Η Τες κοίταξε την μπανιέρα που βρισκόταν ακόμα στη γωνία. «Ναι, σ’ ευχαριστώ. Και τον κύριο Κάρστερς επίσης. Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους του. Εκ μέρους και... και των δυο σας». «Είναι καλός άνθρωπος ο Ντίκι. Η θεία του μπορεί να πεθάνει». Η Τες ανοιγόκλεισε απορημένη τα μάτια. «Ορίστε;» «Με συγχωρείς, δεν το είπα όπως έπρεπε. Πριν από λίγο μιλούσα με τον Γουίλ, και μου είπε ότι είναι πολύ πιθανό για τον Γουίλ να πάρει σύντομα μια μικρή κληρονομιά. Αν γίνει αυτό, θα παραιτηθεί από τις υπηρεσίες του στην Κυβέρνηση. Όσο για τον Γουίλ... αυτός πάει να βρει έναν άλλο πόλεμο. Στη Βενεζουέλα. Αφού λοιπόν θα ασχοληθούν κι οι δυο με άλλα πράγματα, υποθέτω ότι θα πρέπει να βρω


κι εγώ κάτι άλλο. Αλλά δεν ξέρω τι. Στην πραγματικότητα, δεν ξέρω να κάνω τίποτ’ άλλο». «Κατάλαβα», είπε η Τες. Δεν καταλάβαινε όμως. Τι ήταν αυτό που ήθελε να της πει; «Και νομίζεις ότι ο λόρδος Λίβερπουλ θα σου το επιτρέψει; Ή μήπως σου δώσει μια συνταξούλα και μια μικρή φυλακή όπως τούτη εδώ;» Η Τες αισθάνθηκε κάτι που έμοιαζε πολύ με πανικό. «Ίσως και τούτη εδώ;» Ο Τζακ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Οι μπάσταρδοι δε δικαιούνται επαύλεις. Η σύνταξη του Σιντζόν, αυτή εδώ η έπαυλη –όλα ήταν περισσότερο για να ικανοποιηθεί ο καινούριος Γάλλος βασιλιάς, παρά για οτιδήποτε άλλο. Όχι –όπως είπε και ο Γουίλ, δεν είμαι παρά μια μύγα στη σούπα του Λίβερπουλ, ο οποίος θα δώσει ευχαρίστως το πιάτο του για άδειασμα. Όσο για το σπίτι στη Χαφ Μουν Στρητ, ούτε κι αυτό είναι δικό μου. Δε μου έχει μείνει τίποτα σημαντικό, είτε από τα χρόνια που δούλεψα με τον Σιντζόν είτε από εκείνα που εργάστηκα για το Στέμμα. Και δεν έχω καμία άλλη ικανότητα εκτός από μία μικρή έφεση στην ίντριγκα». Επιτέλους, η Τες είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πού οδηγούσε αυτή η παράξενη συζήτηση. «Λες, δηλαδή, ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μείνεις άστεγος; Να αναγκαστείς να κοιμάσαι έξω, στα πάρκα;» Το λοξό χαμόγελό του έκανε την ανάσα της να κοπεί. «Ναι, υπάρχει κι αυτή η πιθανότητα. Προς το παρόν, όμως, δε διαφαίνεται στον ορίζοντα». «Ναι, αλλά δεν έχεις πού να μείνεις, όπως δεν έχω ούτε κι εγώ», του είπε, παροτρύνοντάς τον, γιατί ένιωθε σίγουρη ότι αυτό ήταν που έπρεπε να κάνει. «Οπότε, εφόσον έχουμε ένα γιο, και εφόσον πρέπει να τον φροντίσουμε, υποθέτω ότι θα πάμε στο Μπλάκθορν, με την ελπίδα ότι θα μας δεχτούν, τουλάχιστον για ένα διάστημα». «Χμ. Αυτό θα ήταν και το πιο... πρακτικό». «Πρακτικό», επανέλαβε η Τες. «Μάλιστα, καταλαβαίνω. Και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το γεγονός ότι αυτός ο άνθρωπος δήλωσε


πως είναι πατέρας σου. Καμία σχέση με το γεγονός ότι πρέπει να μιλήσεις στη μητέρα σου σχετικά με την καταγωγή σου. Καμία σχέση με το γεγονός ότι πρέπει να δεις το μαρκήσιο και, όπως το έθεσε ο Πουκ, ν’ αφήσεις τον καημένο τον άνθρωπο να σου μιλήσει. Ναι, το καταλαβαίνω». «Και καμία σχέση με το γεγονός ότι η δεύτερη αναγγελία του γάμου μας πρόκειται να γίνει σε λίγες μέρες. Όχι. Και βέβαια όχι. Είναι απλώς θέμα σκοπιμοτήτων να επισκεφθούμε το Μπλάκθορν μόλις τελειώσουμε από δω. Σου το είπα, δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτα, Τες. Δεν μπορώ. Ειδικά τώρα». «Τώρα που θα κοιμάσαι στα πάρκα. Ή ειδικά επειδή... τι, Τζακ; Πόσα άλλα ειδικά τώρα προβλήματα βλέπεις; Εκτός από το πιο προφανές, δηλαδή –ότι ο Τσιγγάνος ενδέχεται να είναι πατέρας σου. Δεν ήσουν αυτός που έβαλε τέλος στη ζωή του Σιντζόν, μπορεί, όμως, ο πατέρας σου να σκότωσε τον αδελφό μου. Λες και κάτι από όλα αυτά μπορεί να είναι αλήθεια, πράγμα μάλλον απίθανο». Η Τες κοίταξε στο πάτωμα, μετά στο ταβάνι, και τέλος, κοίταξε κατάματα τον Τζακ. «Το πείσμα σου είναι πραγματικά μουλαρίσιο, ε;» «Προφανώς», της είπε, πηγαίνοντας στο κρεβάτι και σηκώνοντας το καπάκι της καπελιέρας πριν προλάβει η Τες να τον σταματήσει. «Ετοιμαζόμαστε;» «Μπορούμε να φύγουμε το πρωί –έτσι δεν είναι; Εκτός κι αν νομίζεις ότι πρέπει να μείνουμε μέχρι να βάλει κάποιος ένα πολύ μεγάλο βράχο πάνω απ’ τον τάφο του, για να είμαστε σίγουροι ότι δε θα ξανασηκωθεί». Ο Τζακ γύρισε το κεφάλι και την κοίταξε. Η ξαφνική σφοδρότητά της τον είχε πιάσει εξαπίνης. «Δε χρειάζεται να μου αποδείξεις ότι είναι καλύτερα για όλους μας τώρα. Τώρα που είναι νεκρός. Κάποτε τον είχες σαν θεό. Και δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε». Η Τες πήρε το καπάκι της καπελιέρας απ’ τα χέρια του, το έβαλε στη


θέση του, και κατέβασε το κουτί στο πάτωμα. «Αυτό άλλαξε όταν είδα ποιος ήταν ο λόγος του θανάτου του Ρενέ. Παραδέχομαι ότι μου ήταν δύσκολο να πιστέψω στα λόγια σου, δεν μπορούσα όμως να μην πιστέψω αυτά που είδαν τα μάτια μου σ’ εκείνο το δωμάτιο. Αυτά που υπήρχαν σ’ εκείνο το δωμάτιο. Υποθέτω ότι, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, δε θα μάθουμε ποτέ πού βρίσκονται. Θα μπορούσαν να είναι ακόμα και στο αμπάρι κάποιου πλοίου, ταξιδεύοντας για κάποιον άγνωστο προορισμό». Ο Τζακ ακούμπησε στην άκρη του κρεβατιού. «Δε νομίζω. Ο Σιντζόν θα ήθελε να τα κρατήσει κάπου κοντά. Ειδικά τη μάσκα. Ή πιστεύεις ότι θα προσλάμβανε κάποιον να μετακινήσει για λογαριασμό του τη συλλογή;» «Εμπιστευόταν μίσθαρνους για να απαγάγουν τον εγγονό του, αλλά όχι για να μετακινήσουν τους θησαυρούς του; Ναι, υποθέτω πως έχεις δίκιο. Είναι θέμα αξιολόγησης». «Αφότου φύγαμε εμείς από δω, δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του για να επιστρέψει και να μετακινήσει τους θησαυρούς του. Άρα, τα τεχνουργήματα πρέπει να βρίσκονται κάπου εδώ κοντά. Ο Ντίκι θέλει να ψάξει». «Εγώ δε θέλω», είπε κοφτά η Τες. «Τα είδα όλα μια φορά, κι αυτό μου φτάνει. Ας μείνουν να σαπίσουν όπου και να’ ναι». Κι έπειτα, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Δε φαντάζομαι να προτείνεις να πάμε εμείς να... όλα αυτά που μου έλεγες τόση ώρα, για το ότι έμεινες χωρίς δουλειά, και πώς θα ζήσεις τώρα... Ανάθεμά σε. Τζακ! Αυτό είναι ανήθικο!» «Για να μην αναφερθώ στο πόσο προσβλητικό είναι», είπε ο Τζακ αφήνοντας το στήριγμα του κρεβατιού. «Αμφιβάλλω αν υπάρχει τρόπος να βρει το Στέμμα σε ποιον ανήκουν τα κομμάτια, όχι ότι θα το προσπαθήσουν δηλαδή, τουλάχιστον, όμως, θα μπορούσαμε να βγάλουμε από την αφάνεια, από τα σκοτάδια όπου τα κρατούσε τόσα


χρόνια ο Σιντζόν, και να επιτρέψουμε στον κόσμο να τα δει, να τα θαυμάσει γι’ αυτό που είναι. Κειμήλια του παρελθόντος, έργα τέχνης. Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσαμε να τα δωρίσουμε στο Βασιλικό Βρετανικό Μουσείο. Να γίνου δωρεά στη μνήμη του Ρενέ Λουί ΖανΜπατίστ Φοντενό, υποκόμη της Βοκλύζ. Μέχρι το Στέμμα ν το πάρει είδηση, η δουλειά θα είναι τελειωμένη, και το μόνο που θα μπορούν να κάνουν ο Λίβερπουλ και οι υπόλοιποι θα είναι να χαμογελάσουν συγκαταβατικά». Ένας λυγμός έκοψε την ανάσα της Τες και, ξαφνικά, όλες οι μέρες, όλα τα χρόνια έγιναν ένα, συγκρούστηκαν σ’ ένα ιλιγγιώδες καλειδοσκόπιο οδύνης, αναμνήσεων, χαμένων ονείρων και ματαιωμένων ψευδαισθήσεων. Το καλειδοσκόπιο έσκασε μέσα της, και παντού γύρω της, κι ύστερα τα θραύσματά του ενώθηκαν ξανά. Και να που εκεί, κόντρα στα πάντα, έλαμψε το ουράνιο τόξο, φωτίζοντας το δρόμο τους στα σκοτάδια. Να που επιτέλους μπορούσαν να κάνουν κάτι καλό. Τα γόνατά της λύθηκαν. «Ω Τζακ...» Βρέθηκε δίπλα της στη στιγμή, κρατώντας τη στην αγκαλιά του όσο έκλαιγε, όσο κυλούσαν τα εξαγνιστικά δάκρυά της, αυτά που έκλειναν τις πληγές. Σφίχτηκε πάνω του, αντλώντας από τη δύναμή του. «Σ’ ευχαριστώ, Τζακ, σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ», έλεγε και ξανάλεγε. «Σσσ, σώπα, γλυκιά μου», της ψιθύρισε εντέλει, σηκώνοντάς τη στα χέρια για να τη μεταφέρει στο κρεβάτι και να λύσει μαλακά τα μπράτσα της, που ήταν δεμένα στο λαιμό της. «Κοιμήσου τώρα. Κοιμήσου όσο θέλεις. Αυτά θα τα σκεφτούμε αύριο, αύριο». Η Τες σήκωσε τα χέρια κι έσφιξε με δύναμη τις παλάμες της στους βραχίονές του. «Όχι, σε παρακαλώ. Μη μ’ αφήνεις. Όχι απόψε». «Τες...» Ο Τζακ έγειρε προς το μέρος της και έδωσε ένα φιλί στο μέτωπό της. «Δεν τελείωσε ακόμα. Ο Αντρέας –όποιος στο διάβολο κι αν είναι– δεν ήρθε εδώ για να τραταριστεί ποτά και πτι-φουρ με τον παλιό του φίλο. Ήρθε για τη συλλογή. Θα γυρίσει, αν δε φροντίσουμε


στο μεταξύ να τον βρούμε και να βάλουμε τη συλλογή στα σωστά χέρια. Και ξέρεις ότι πρέπει να τον βρω. Δεν μπορώ ν’ αφήσω τα πράγματα εκεί που έμειναν απόψε. Πρέπει να δω την Άντελεϊντ, να την πιέσω να μιλήσει. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρέπει να μάθω». «Ναι, αλλά αυτά είναι για αύριο», του θύμισε, ικετεύοντάς τον με το βλέμμα. «Τόσα πολλά πράγματα για αύριο. Το είπες και μόνος σου. Δε γίνεται η αποψινή νύχτα να είναι μονάχα για μας τους δυο; Χωρίς σκιές, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς μέλλον, και χωρίς παρελθόν. Μονάχα οι δυο μας; Μόνο οι δυο μας, Τζακ...» Το βλέμμα του της έκαιγε το δέρμα. Η Τες ένιωσε το δυνατό, βαθύ χτύπο της καρδιάς του καθώς τα αδρά, αρρενωπά χαρακτηριστικά του προσώπου του μαλάκωναν από ένα συναίσθημα που δεν τολμούσε καν να κατονομάσει. Ακούμπησε τα δάχτυλά της στο μάγουλό του κι εκείνος έκλεισε τα μάτια, καταπίνοντας. Η Τες ένιωθε τα συναισθήματα να την κατακλύζουν. Ήταν η πρώτη φορά. Η μόνη φορά. Όλα ήταν καινούρια, για να τα ανακαλύψουν. Μαζί. Το φιλί του ήταν η προσωποποίηση της τρυφερότητας. Κι εκείνη ήθελε να κλάψει ξανά, αυτή τη φορά από χαρά. Όταν απομακρύνθηκε, το έκανε για να την κοιτάξει και πάλι στα μάτια, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν αυτό που ήθελε. Αυτό που θέλεις κι εσύ, Τζακ, του είπε με το βλέμμα της. Εσένα θέλω. Ολόκληρο. Την έπιασε απ’ τα χέρια και η Τες ανακάθισε, κατεβάζοντας τα πόδια της προς το πάτωμα, φέρνοντας το κορμί της κοντά στο δικό του. Τώρα τα μπράτσα του ήταν τυλιγμένα γύρω απ’ τη μέση της. Το φεγγαρόφωτο ξεχυνόταν στο δωμάτιο μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα, κι οι απαλοί, νυχτερινοί ήχοι της εξοχής ήταν η μόνη συνοδεία στον αργό, αισθησιακό χορό δύο ανθρώπων που ήθελαν όσο τίποτα ν’ ακούσουν τη μουσική. Χωρίς να πάψει ούτε τη στιγμή να τη γεμίζει με φιλιά, ο Τζακ την απάλλαξε από τη ρόμπα και το νυχτικό της, τη σμίλεψε με τα χέρια του


καθώς έπεφτε στα γόνατα για να βυθίσει το πρόσωπό του στην κοιλιά της. Και πιο κάτω απ’ αυτήν. Η Τες ταλαντεύτηκε στη θέση της κι ύστερα έσκυψε το κεφάλι να τον δει, σέρνοντας τις παλάμες της στους ώμους του, βυθίζοντας τα δάχτυλά της στις σκούρες μπούκλες των μαλλιών του. Μετά, άδραξε στις γροθιές της το λινό ύφασμα του πουκαμίσου του, τραβώντας τον ξανά προς τα πάνω, τραβώντας τον κοντά της. Τα κουμπιά του πουκαμίσου άνοιξαν, κι εκείνη φίλησε το ξαναμμένο δέρμα του, ιχνηλάτησε με τα χείλη της τους καλογραμμένους μυς του, την επίπεδη κοιλιά του. Και το φεγγαρόφωτο χόρευε στους τοίχους και στο πάτωμα, και τ’ αεράκι ανάδευε το φύλλωμα του δέντρου που βρισκόταν έξω ακριβώς από το παράθυρο, κι ακόμα περισσότερα κουμπιά άφηναν το ρεμέτζο τους, κι εκείνη έπεσε στα γόνατα, κι εκείνος έσφιξε τα μακριά μαλλιά της στις χούφτες του και στέναξε. Όταν τη σήκωσε ξανά όρθια, η ένταση της έκφρασής του κι η γρήγορη ανάσα του πυροδότησαν το πάθος της, την ανάγκη της για κείνον. Όχι για το σώμα του. Την ανάγκη της για κείνον. Για τα μπράτσα του γύρω της. Μια ανάγκη να τον σφίξει πάνω της, να τον τραβήξει μέσα της, ώσπου να μην είναι πια δύο οντότητες, αλλά μία. Ένας άνθρωπος, μια καρδιά, ένα μυαλό. Την ξάπλωσε στο κρεβάτι, ακολουθώντας την κάθοδό της, σταματώντας πάνω από τα ανοιχτά πόδια της, με τις παλάμες του στηριγμένες δεξιά κι αριστερά του κεφαλιού της. «Αυτή τη φορά θα το κάνουμε σωστά, Τες», της ψιθύρισε καθώς βυθιζόταν μέσα της. Τα λόγια του ήταν ικεσία και συνάμα υπόσχεση. «Αυτή τη φορά πρέπει να το κάνω σωστά». Η Τες έκλεισε τα μάτια κόντρα στη σφοδρότητα του συναισθήματος, στην τρωτότητα αυτού του δυνατού άντρα, μια τρωτότητα που μπορούσε να φανερώσει μόνο σε στιγμές όπως αυτή. «Μαζί θα το κάνου-


με», του υποσχέθηκε καθώς την έπαιρνε μαζί του στην αποκορύφωση. «Με κάποιον τρόπο, αυτή τη φορά θα το κάνουμε σωστά».


Κεφάλαιο 17 Η σήραγγα που οδηγούσε στην εξωτερική αποθήκη τροφίμων ξεκινούσε από το πίσω μέρος ενός ντουλαπιού στο κελάρι του μπάτλερ. Ενδιαφέρον, αλλά όχι ιδιαίτερα χρήσιμο. Τα δύο πέτρινα δωμάτια που είχαν φτιαχτεί στο κελάρι μοιράζονταν πράγματι την ίδια, μία και μοναδική, είσοδο από το γραφείο του μαρκήσιου. Ή έτσι φαινόταν. Μετά από μία ολόκληρη μέρα άκαρπων ερευνών, η Τες είχε επιμείνει το προηγούμενο βράδυ να επισκεφθούν ξανά τα δύο δωμάτια. Μπορεί μέχρι πριν από δυο μέρες να μην ήθελε να ξαναδεί τη συλλογή του Σιντζόν στα μάτια της, τώρα όμως είχε αποκτήσει εμμονή με την ανακάλυψή της. Κι αν ευχόταν να ήταν ζωντανός ο πατέρας της, αυτό ήταν μόνο και μόνο για να τον αναγκάσει –ακόμα και με την απειλή όπλου– να της αποκαλύψει την κρυψώνα των θησαυρών. Τώρα ήταν το πρωί της δεύτερης μέρας, και η Τες έστεκε στη μέση του άδειου δωματίου που είχε φιλοξενήσει τη συλλογή, κοιτάζοντας τα εξίσου άδεια ράφια. «Μπορείς να το φανταστείς, Τζακ; Τον Σιντζόν να κατεβαίνει εδώ κάτω με το καντηλέρι του, να κάθεται σε τούτη την πολυθρόνα, μέσα στην υγρασία και το κρύο και να... κοιτάζει; Απλώς να κοιτάζει; Τι έκανε εδώ μέσα; Πιστεύεις ότι ξαναζούσε στη φαντασία του την κάθε κλοπή; Το πώς επέλεγε το κάθε ποθητό αντικείμενο, και πώς σχεδίαζε την κλοπή, ίσως επί εβδομάδες, ίσως επί μήνες, πώς περνούσε μετά από το σχεδιασμό στην εκτέλεση του σχεδίου; Τι νομίζεις ότι τον συνάρπαζε περισσότερο απ’ όλα –η απόκτηση των αντικειμένων ή το ίδιο το παιχνίδι;» Ο Τζακ ακούμπησε τον ώμο του στο κούφωμα της πόρτας. «Έχει σημασία;» Ο Τζακ φαινόταν και ακουγόταν κουρασμένος, και πολύ κοντά στην εξάντληση της υπομονής του. Θα μπορούσαν να μαλώσουν, αν η Τες δεν πρόσεχε τα λόγια της, απλώς και μόνο επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να εκτονώσουν την αγανάκτησή τους. «Όχι, υποθέτω πως


όχι. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε, γιατί δε σκεφτόμαστε όπως σκεφτόταν εκείνος». «Και δόξα τω Θεώ γι’ αυτό». «Όχι αυτή τη στιγμή. Αυτή τη στιγμή, πρέπει να σκεφτόμαστε όπως εκείνος. Λες να το είπε στον Αντρέας;» «Κάτι θα του είπε, αλλά όχι την αλήθεια. Μπορεί ο Αντρέας να κυνηγάει τώρα την ουρά του, νομίζοντας ότι ξέρει πού βρίσκεται η συλλογή... ή μπορεί να βρίσκεται κάπου εκεί έξω, περιμένοντάς μας υπομονετικά να τον βρούμε, απαλλάσσοντας τον εαυτό του από τον κόπο της αναζήτησης. Το έχεις σκεφτεί αυτό, έτσι δεν είναι;» «Περισσότερες από μία φορές», είπε η Τες σηκώνοντας τη μικρή λάμπα θυέλλης που κρατούσε και ψηλαφώντας με το άλλο χέρι τον πέτρινο τοίχο κοντύτερα στα ράφια. «Χαίρομαι που ο Γουίλ και ο Ντίκι συμφώνησαν να μείνουν μερικές μέρες ακόμα, και ο Γουόντσγουορθ τα πηγαίνει αξιοθαύμαστα καλά στο ρόλο του κυνηγόσκυλου. Δεν μπορούμε να φύγουμε από δω χωρίς να ξέρουμε αν αφήνουμε ή όχι τη συλλογή πίσω μας. Και σίγουρα δεν μπορούμε να ξαναφέρουμε κανέναν από τους υπηρέτες, όχι χωρίς να ξέρουμε αν κάποιος από αυτούς δουλεύει για τον Λίβερπουλ. Πρέπει να βρούμε τη συλλογή πριν μάθει ο Λίβερπουλ για την ύπαρξή της –απλώς, πρέπει». «Ο Γουίλ φεύγει αύριο, για να τακτοποιήσει τις δουλειές του πριν σαλπάρει». «Ώστε θα πάει τελικά, ε; Ακούγεται τόσο επικίνδυνο». «Βούτυρο στο ψωμάκι του είναι για τον Γουίλ, και μάλλον απαραίτητο για την επιβίωση. Τη δική του, τουλάχιστον», είπε ο Τζακ, παίρνοντας από το χέρι της τη λάμπα. Ω, ναι, ήταν κουρασμένος. Ίσως και παραπάνω από κουρασμένος. «Θα σου λείψει όλο αυτό;» τον ρώτησε, αναζητώντας στο πρόσωπό του κάποια αντίδραση. «Ξέρω πόσο... συναρπαστικό μπορεί να είναι». «Δεν ξέρω. Αυτό θα μπορέσω να το πω με σιγουριά μόνο αφού φύγω, κι ακόμα δεν έχουμε φτάσει εκεί... κι ούτε θα φτάσουμε αν το μόνο


που κάνουμε είναι να καθόμαστε και να μιλάμε για τον Σιντζόν και τη θεώρησή του». «Δε χρειάζεται να τα βάζεις μαζί μου, Τζακ», του αντιγύρισε, κι ύστερα δαγκώθηκε. «Τη μητέρα σου σκέφτεσαι τώρα –έτσι δεν είναι; Τις ερωτήσεις που έχεις να της κάνεις. Πολλές περισσότερες απ’ όσες είχες πριν». «Όχι, μία έχω μόνο. Ποιος στο διάβολο ήταν ή είναι ο πατέρας μου. Μόνο αυτό. Έχει πάψει να μ ενδιαφέρει το γιατί η μητέρα μου έκανε ότι έκανε». «Πιστεύεις ότι θα σου πει την αλήθεια; Μπορεί να πιστεύει ότι είχε καλούς λόγους για να σου πει ψέματα». «Η Άντελεϊντ λέει ψέματα και χωρίς να έχει λόγο. Πολύ απλά, λειτουργεί με οδηγό τη δική της εκδοχή της αλήθειας. Ζει σ’ ένα θεατρικό έργο που το σενάριό του είναι γραμμένο κάπου μέσα στο μυαλό της, αναθέτοντας στον εαυτό της πάντα τον πρωταγωνιστικό ρόλο, είτε πρόκειται για κωμωδία είτε για τραγωδία», είπε ο Τζακ κι ύστερα έτριψε το μέτωπό του, είτε για να μαλακώσει έναν πιθανό πονοκέφαλο είτε προσπαθώντας να διώξει μακριά κάποια ανάμνηση της μητέρας του. Η Τες δεν ήξερε τι απ’ τα δυο, αποφάσισε όμως να μην τον ρωτήσει. «Με συγχωρείς. Ας γυρίσουμε τώρα στη δουλειά μας –σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι, αλλά ας την κάνουμε κάπου αλλού. Τα δωμάτια τα είδαμε, και μάλιστα δύο φορές. Ο Ντίκι και ο Γουίλ έψαξαν όλο το κελάρι ως τα θεμέλια, και δε βρήκαν τίποτ’ άλλο. Ελέγξαμε όλα τα εξωτερικά κτίρια. Νομίζω ότι σύντομα θ’ αναγκαστούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο Σιντζόν μετακίνησε το θησαυρό κάπου αλλού. Σε κάποια άγνωστη σ’ εμάς κρυψώνα. Ή, ναι, στο αμπάρι κάποιου πλοίου, που έχει ήδη σαλπάρει για ξένα λιμάνια. Λυπάμαι». Οι ώμοι της Τες έπεσαν. Φαινόταν ηττημένη. «Έχεις δίκιο. Η συλλογή δεν είναι εδώ. Και ήμουν τόσο σίγουρη ότι την είχε κρατήσει κοντά του. Δεν είχε χρόνο για κάτι παραπάνω. Εκτός αν...» «Εκτός αν τα είχε προβλέψει όλα αυτά εξαρχής, αν είχε συμπεριλάβει


κάθε πιθανότητα στα σχέδιά του. Πράγμα που ξέρουμε ότι θα έκανε ο Σιντζόν. Κρίμα που δεν κρατούσε ημερολόγιο, που δεν ένιωθε την ανάγκη να καταγράφει τις μεγαλοφυείς κινήσεις του». Η Τες σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Τζακ με ξαφνικό ενθουσιασμό. «Κρατούσε!» είπε, πιάνοντάς τον απ’ το χέρι, μισοτραβώντας τον προς τα σκαλιά. «Θεέ μου! Κρατούσε ημερολόγιο!» «Εγώ, πάντως, δεν είδα ποτέ μου κανένα», είπε ο Τζακ ακουμπώντας τη λάμπα πάνω στο γραφείο του Σιντζόν. «Κι ένας Θεός ξέρει πόσο μου είχε τριβελίσει το μυαλό λέγοντάς μου ότι ήταν θανάσιμο σφάλμα να καταθέτεις οτιδήποτε γραπτώς. Πού είναι;» Η Τες πέταξε από πάνω της το σάλι που φορούσε στα γεμάτα υγρασία, υπόγεια δωμάτια. «Πάνω. Στα παιδικά διαμερίσματα. Δεν είναι ημερολόγιο, όχι με τη στενή έννοια του όρου. Έγραφε ιστοριούλες για τον Ζακ. Στην πραγματικότητα, κάτι σαν μικρά αινίγματα. Παιχνιδάκια για να περνάει η ώρα, καμιά φορά στιχάκια. Πού ν’ άφησα τις παντόφλες μου... κι ύστερα, τα λογικά βήματα που κάποιος θα έκανε για να θυμηθεί πού τις είχε αφήσει κι ύστερα να τις βρει. Μήπως είναι στο τσουκάλι της μαγείρισσας; Όχι, δεν είναι εκεί. Και πάει λέγοντας. Το έβρισκα πολύ... πολύ τρυφερό από μέρους του, μέχρι που κατάλαβα ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά τα πρώτα μαθήματα του Ζακ, η βασική εκπαίδευσή του για να μεγαλώσει κάποια μέρα και να γίνει... σαν τον παππού του». «Αυτό που ψάχνουμε εμείς είναι πολύ μεγαλύτερο από ένα ζευγάρι παντόφλες, Τες», της θύμισε ο Τζακ καθώς ανέβαιναν τη σκάλα για το τελευταίο πάτωμα του σπιτιού και τα δωμάτια του Ζακ. Η Τες πήγε κατευθείαν στην ντουλάπα κάτω από το φεγγίτη και πήρε από μέσα δύο ημερολόγια. Ο Σιντζόν είχε ξεκινήσει το δεύτερο πριν από έξι περίπου μήνες, αφού το πρώτο είχε ήδη γεμίσει με την καλλιγραφία του. «Είχα σκοπό να τα κάψω. Να, πάρε εσύ αυτό. Θα τα διαβάσουμε μαζί». Ο Τζακ κοίταξε γύρω του. Το δωμάτιο ήταν απλό, σε έναν από τους


τοίχους, όμως, η Τες όμως είχε φτιάξει με τα ίδια της τα χέρια τη ζωγραφιά ενός αγροκτήματος. «Πρόβατο είναι αυτό;» «Ε, βέβαια, αυτό που με δυσκόλεψε περισσότερο θα διάλεγες! Ναι, Τζακ, πρόβατο είναι. Και ο Ζακ το λάτρευε. Αν και το αγαπημένο του ήταν ο κόκορας». Ο Τζακ έκανε μερικά βήματα κι έσκυψε για να δει καλύτερα το ζωγραφιστό πτηνό. «Κόκορας», είπε ουδέτερα. «Είσαι απόλυτα σίγουρη γι’ αυτό;» «Αν είναι να με κριτικάρεις...» «Όχι, όχι, δεν πρόκειται να κάνω τίποτα τέτοιο», έσπευσε να πει ο Τζακ μ’ ένα παμπόνηρο χαμόγελο. «Απλώς, στο Μπλάκθορν έχουμε καλύτερους πετεινούς. Το πρόβλημα βέβαια είναι πώς θα πείσουμε τον Ζακ ότι είναι όντως κοκόρια, τώρα που έχει δει τούτον εδώ». Η Τες εγκαταστάθηκε στη θέση του παραθύρου. «Του Ζακ του αρέσει το γαλάζιο. Ήξερα ότι δεν μπορούσα να ζωγραφίσω αληθινό πετεινό, Τζακ, οπότε αποφάσισα να τον κάνω... φανταστικό». «Για φαντάσου», την πείραξε ο Τζακ, με τέτοιο ύφος, που την έκανε να θέλει να του πετάξει το ημερολόγιο στο κεφάλι. Μετά όμως ο Τζακ σοβαρεύτηκε, και ήρθε να καθίσει δίπλα της στα μαξιλάρια, ανασηκώνοντας τα πόδια της και ακουμπώντας τα στην ποδιά του. Άνοιξαν ο καθένας από ένα ημερολόγιο. «Δεν ξέρω τι θα καταφέρουμε μ’ αυτό, όλα τα άλλα όμως τα δοκιμάσαμε». Ο Τζακ ξεφύλλισε το ημερολόγιο ώσπου βρήκε την πρώτη ιστορία. “Το Μολυβένιο Στρατιωτάκι Έχασε το Τύμπανό του”. Εντάξει –και πού πήγε να το βρει;» «Μη διαβάζεις φωναχτά, Τζακ, προσπαθώ να συγκεντρωθώ». «Μάλιστα, κυρία μου», είπε ο Τζακ και βολεύτηκε για να διαβάσει την ιστορία. Δεν είχαν περάσει πέντε λεπτά, όταν μίλησε ξανά: «Εκτός κι αν ο Σιντζόν έκρυψε τα πάντα στην ντουλάπα με τ’ ασπρόρουχα, αμφιβάλλω ότι θα βρούμε το κλειδί για τη συλλογή. Όσο ενδιαφέρον – και απίστευτο– κι αν το βρίσκω αυτό εδώ, βλέποντας να μου αποκαλύπτεται μία άγνωστη ως τώρα πλευρά του Σιντζόν, νομίζω ότι απλώς


χάνουμε τον καιρό μας». «Είσαι σίγουρος γι’ αυτό; Σκέψου, Τζακ. Ο Σιντζόν ποτέ του δεν έκανε κάτι από καλοσύνη. Είχε πάντα τους λόγους του. Θυμάσαι τι μας δίδασκε. Όλα είναι πρόβα για την επικείμενη παράσταση». «Και ότι όποιος είναι προσεκτικός, σχεδιάζει», πρόσθεσε ο Τζακ. «Αυτό που μου λες, λοιπόν, ή, τουλάχιστον, αυτό που νομίζω ότι μου λες, είναι πως αυτό που έχουμε εδώ είναι –πόσες;– δέκα διαφορετικές κρυψώνες; Μέχρι τώρα, ψάχναμε για τη συλλογή συγκεντρωμένη. Για ένα ακόμα μυστικό δωμάτιο, μία ακόμα κρυφή είσοδο στα εξωτερικά κτίρια, ένα διπλό πάτο σε κάποιο κάρο...» «Ναι, αντί να ψάχνουμε για καμιά δεκαριά μικρότερες κρυψώνες», είπε η Τες γυρίζοντας μία ακόμα σελίδα στο ημερολόγιο. «Γυρεύαμε τα άχυρα, ενώ θα έπρεπε να γυρεύουμε τις βελόνες». Η Τες γύρισε, κατέβασε τα πόδια της στο πάτωμα και σηκώθηκε. «Σήκω, Τζακ. Μπορούμε να δοκιμάσουμε τη θεωρία μου βρίσκοντας την καλύτερη ποδιά της υπηρέτριας». «Κάτω από τη θέση του παραθύρου;» Ο Τζακ τράβηξε το μαξιλάρι από τη θέση και σήκωσε το καπάκι αποκαλύπτοντας τον αποθηκευτικό χώρο που υπήρχε από κάτω. «Δεν έχει ποδιά», είπε καθώς η Τες έσκυβε πάνω από το άνοιγμα. «Σ’ αρέσει να τρελαίνεις τους άλλους, έτσι, Τζακ; Τι περίμενες να βρεις μόλις σήκωνες το καπάκι; Ένα χρυσό κράνος να λαμποκομπάει ακουμπισμένο πάνω πάνω;» τον ρώτησε αρχίζοντας να αδειάζει τον αποθηκευτικό χώρο. Μέσα υπήρχαν κουβέρτες, κάτι παλιά ρούχα του Ζακ, ο χειμερινός μανδύας της Εμιλί, και... «Τζακ;» «Τι;» Το κεφάλι του εμφανίστηκε δίπλα στο δικό της. «Α, στάσου. Ναι, το βλέπω. Κάνε πιο πέρα, Τες –άφησέ το σ’ εμένα». Η Τες παραμέρισε, ελάχιστα όμως, και ο Τζακ έβαλε μέσα το χέρι του και σήκωσε από το κάτω μέρος του αποθηκευτικού χώρου μία σανίδα που φαινόταν χαλαρωμένη. «Ορίστε!» αναφώνησε η Τες, σχεδόν εκστατική από τη χαρά της ανακάλυψης. «Τι έχει μέσα; Τι έχει μέσα;»


φώναξε καθώς ο Τζακ τραβούσε έξω την τσάντα από μουσαμά. Ο Τζακ, ρίχνοντας μόνο μια γρήγορη ματιά κατάπληξης προς το μέρος της Τες, κατέβασε ξανά το καπάκι του χώρου αποθήκευσης, έβαλε το μαξιλάρι στη θέση του και ακούμπησε πάνω του την τσάντα. Και να που είχαν βρει το θησαυρό, ή, έστω, ένα μέρος του. Μέτρησαν έξι δαχτυλίδια, κάμποσα βραχιόλια, και δώδεκα περιδέραια, μερικά από αυτά αρχαία, άλλα ίσως μόλις λίγων αιώνων παλιά, όλα τους όμως καμωμένα από βαρύ χρυσάφι και στολισμένα με πολύτιμα πετράδια. Μία από τις καρφίτσες έφερε το βασιλικό οικόσημο των Βουρβόνων. «Αυτά είναι όλα;» ρώτησε η Τες, σηκώνοντας ψηλά ένα μικρό χρυσό κολάρο, που πρέπει να είχε κατασκευαστεί για παιδί, κατά πάσα πιθανότητα κάποια Αιγύπτια πριγκίπισσα. «Μόνο μια φορά την είδα τη συλλογή, και φοβάμαι ότι δεν κοίταζα τόσο τι έβλεπα παρά αναθεμάτιζα τον Σιντζόν κοιτάζοντάς τα». «Όλα τα κοσμήματα, εννοείς; Δεν ξέρω», είπε Τζακ, ξαναβάζοντας ήδη τα δαχτυλίδια στη θέση τους. «Κοίτα αυτό εδώ. Το θυμάμαι. Για όνομα του Θεού! Ένα διαμάντι σε μέγεθος αβγού περιστεριού». Η Τες φόρεσε το τεράστιο δαχτυλίδι που έκλεινε την απόσταση ανάμεσα στους δύο κόμπους των δαχτύλων της και ήταν εγχάρακτο με παράξενα σχέδια που έμοιαζαν με προϊστορικά πουλιά. Το δικό της δάχτυλο ήταν κατά πάσα πιθανότητα το πρώτο που στολιζόταν μ’ αυτό το δαχτυλίδι έπειτα από δέκα και πλέον αιώνες. «Μα, είναι κίτρινο. Κίτρινα είναι τα διαμάντια;» «Υποθέτω ότι κάτι τόσο μεγάλο μπορεί να είναι ότι χρώμα θέλει», της είπε ο Τζακ. «Ορίστε και το τελευταίο. Ακόμα όμως έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, Τες. Πάμε να βρούμε τον Γουίλ και τον Ντίκι. Πόσες ιστορίες έγραψε ο Σιντζόν για τον Ζακ;» «Περισσότερες από δώδεκα», είπε η Τες, παίρνοντας τη μουσαμαδένια, βαριά τσάντα και σφίγγοντάς την στο στήθος της. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, Τζακ, έτσι δεν είναι;»


«Ότι είσαι πιο έξυπνη από μένα;» την πείραξε φιλώντας τη στο μάγουλο. «Ε, ναι, και αυτό», του είπε μ’ ένα χαμόγελο. «Κατ’ αρχάς όμως σημαίνει ότι ο Σιντζόν ποτέ δεν είχε σκοπό να πάει πουθενά. Απλώς, έκρυβε τους θησαυρούς του μέχρι να κανονίσει τον... μέχρι να κανονίσει τους λογαριασμούς του με τον Αντρέας και μ’ εσένα, θέλω να πω. Δε μετακινούσε τη συλλογή του, όπως νομίζαμε. Απλώς, την έκρυβε προσωρινά, σε κρυψώνες που είχε βρει εκ των προτέρων. Πραγματικά σκόπευε να τελειώσει τη ζωή του εδώ, περιτριγυρισμένος από τις απτές αποδείξεις της μεγαλοφυΐας του». «Ε, εν μέρει το πέτυχε. Το βέβαιο είναι ότι τελείωσε τη ζωή του εδώ. Έλα, Τες. Έχουν μείνει πολλές ιστορίες ακόμα, και πολλοί κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να αποκαλυφθούν. Με λίγη τύχη, αύριο θα μπορέσουμε να φύγουμε από δω». Μόλις ο Γουίλ και ο Ντίκι είδαν το περιεχόμενο της μουσαμαδένιας τσάντας, δύο αποφάσεις πάρθηκαν. Πρώτον, ο Γουίλ και ο Γουόντσγουορθ θα έφευγαν αμέσως για το Λονδίνο· ο Γουίλ γι να ετοιμαστεί για το ταξίδι του στη Βενεζουέλα, και ο Γουόντσγουορθ για να επιστρέψει ξανά στην έπαυλη με τον Τζέρεμι και ένα μικρό τάγμα ανδρών. Ο στόχος ήταν να τα βρει ο Αντρέας σκούρα, στην περίπτωση που επιχειρούσε να τους απαλλάξει από τη συλλογή κατά τη μεταφορά της. Και δεύτερον, ο Ντίκι, η Τες και ο Τζακ θα χρησιμοποιούσαν τα ημερολόγια για να συνεχίσουν το κυνήγι του θησαυρού. Η αγαπημένη κορδέλα για μπονέ της Εμιλί –ένα ζευγάρι μπρούτζινες προτομές– βρέθηκαν στο παρακούζινο. Το ξύλινο τόπι του Ζακ – τρία μπρούτζινα δοχεία διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους– ήταν κρυμμένα μέσα σ’ ένα παλιό δουρβάνι. Στρογγυλές ρωμαϊκές αψίδες διαφόρων μεγεθών βρέθηκαν ανάμεσα σε διπλωμένα σεντόνια στα ράφια της λινοθήκης, και ρωμαϊκά κράνη θαμμένα στο κοτέτσι, όπου ο Ντίκι είχε πάει για να βρει “πού είχαν φωλιάσει τα όμορφα γοβάκια της maman”.


Δε βρέθηκαν όλα τα αντικείμενα τόσο εύκολα. Μόλις όμως συνειδητοποίησαν ότι αναζητούσαν κομμάτια, και όχι όλη τη συλλογή, οι καρποί της προσπάθειάς τους δεν άργησαν να στοιβαχτούν σ’ ένα ψηλό σωρό πάνω στο μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας. Χρυσά αγαλματίδια Αιγύπτιων θεών ήταν κρυμμένα κάτω από το καπάκι του πρώτου σκαλιού στο κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στα παιδικά διαμερίσματα. Ασήκωτοι ρωμαϊκοί θώρακες, τυλιγμένοι σε καραβόπανο, βρέθηκαν σφηνωμένοι στα εμφανή δοκάρια της σοφίτας. Περίτεχνα ελληνικά μωσαϊκά μενταγιόν και πιάτα έκαναν συντροφιά στα ρούχα του Ρενέ μέσα σ’ ένα παλιό σεντούκι που υπήρχε στο δωμάτιό του. «Πάλι καλά που δεν είχε κάποια παράξενη εμμονή με χρυσές δαχτυλήθρες ή κάποια άλλη τέτοια ανοησία», είπε ο Κάρστερς καθώς επιθεωρούσαν τα ευρήματά τους κάμποσες ώρες αργότερα, «διαφορετικά θα έπρεπε να ψάχνουμε το σπίτι για βδομάδες. Λες να τελειώσαμε, Τζακ; Πάντως, από ιστορίες ξεμείναμε». Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι. «Οι ιστορίες, ναι. Μη νομίζεις όμως ότι μπορώ να πω αν έχουμε τελειώσει, αν έχουμε βρει ότι αντικείμενα υπάρχουν. Ξέρω πάντως τι λείπει. Η Μάσκα της Ίσιδας» Στράφηκε στην Τες. «Δεν υπάρχουν άλλα ημερολόγια;» Η Τες κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ζεσταμένη και κατασκονισμένη καθώς ήταν, λαχταρούσε να κάνει ένα μπάνιο, καθώς και να φάει κάτι. Είχαν δουλέψει ασταμάτητα για ώρες. «Υποθέτω ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι να ψάξουμε εκεί που δεν έχουμε ψάξει ακόμα». Κοίταξε προς το διάδρομο. «Που είναι σχεδόν παντού, ε; Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο είναι τούτο το σπίτι». «Έχω μια ιδέα», είπε ο Ντίκι, αφήνοντας κατά μέρος το αιγυπτιακό λυχνάρι που έτριβε εδώ και κάμποση ώρα, λες και περίμενε να εμφανιστεί κάποιο τζίνι. «Θα πεταχτώ ως το χωριό να φέρω κάτι να τσιμπήσουμε απ’ την ταβέρνα, κι εσείς οι δυο μπορείτε να βάλετε το μυαλό σας να δουλέψει για άλλη μια μια φορά. Μέχρι στιγμής, οι κοινές προσπά-


θειές σας απέδωσαν τα μέγιστα». Όταν ο Ντίκι έφυγε, η Τες έσπρωξε την καρέκλα της και σηκώθηκε. «Υποθέτω ότι πήραμε τις διαταγές μας». «Διαταγές, ναι. Ιδέες, όχι. Εκείνη την πρώτη μέρα, έψαχνες το γραφείο του Σιντζόν. Και μάλλον το είχες κάνει εξονυχιστικά, αν κρίνω από την εμφάνιση που είχε το δωμάτιο όταν έφτασα». «Χωρίς επιτυχία, όμως, αν θυμάσαι. Αυτό για την περίπτωση που σκέφτεσαι ότι το δωμάτιο μπορεί να κρύβει άλλα μυστικά». «Ναι, αλλά μετά βρήκες το μυστικό άνοιγμα κάτω από το γραφείο. Σωστά;» Η Τες τον κοίταξε στενεύοντας τα μάτια. «Όχι, δε βρήκα κανένα άνοιγμα κάτω από το γραφείο», είπε σφίγγοντας τα δόντια. «Αυτό έκανες εκεί μέσα εκείνη την ημέρα;» «Όσο κρυβόσουν απέξω προσπαθώντας ν’ ακούσεις τι έκανα;» «Ξέρω τι έγινε εκείνη την ημέρα: δε χρειάζεται να μου ξαναπείς την ιστορία», του είπε. «Τι ήταν μέσα στο κρυφό άνοιγμα;» «Τίποτα», είπε ο Τζακ κάνοντάς της νόημα να περάσει μπροστά, προς την έξοδο της τραπεζαρίας. «Δεν έχω ξανακοιτάξει εκεί μέσα από κείνη τη μέρα. Μου φάνηκε περιττό. Το άνοιγμα όμως είναι αρκετά μεγάλο για να μπορεί να φιλοξενήσει τη μάσκα». Διέσχισαν το διάδρομο, μπήκαν στο μελετητήριο του Σιντζόν, και η Τες έτρεξε αμέσως στο γραφείο και κάθισε πίσω του, στην πολυθρόνα του πατέρα της. «Μη μου το δείξεις. Άσε να δούμε αν μπορώ να το βρω». Ο Τζακ σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του, σαν να ετοιμαζόταν για μεγάλη αναμονή. «Όπως θέλεις. Ειδοποίησέ με μόνο μόλις αποφασίσεις να τα παρατήσεις». «Α, και ξιπασμένος επίσης! Μην ξεχνάς, αγαπητέ μου, ποιος συνέδεσε τις ιστορίες με τη συλλογή», αντιγύρισε η Τες, ανοίγοντας το κεντρικό συρτάρι του γραφείου. Ψηλάφισε προσεκτικά τις εσωτερικές γωνίες


του. Το γραφείο ήταν μεγάλο, κατασκευασμένο από ξύλο τριανταφυλλιάς, και δεν ήταν καθόλου απίθανο να διέθετε μυστικά χωρίσματα. «Λες να είχε πάρει μαζί του τη μάσκα για την περίπτωση που αναγκαζόταν για κάποιο λόγο να παρουσιάσει ένα δείγμα των, ας πούμε, εμπορευμάτων του;» «Δεν είναι απίθανο. Πού είναι η χρυσή μάσκα μου; Α, δεν είναι στο δουρβάνι, αυτό το έχουμε για να χτυπάμε το βούτυρο. Ούτε στο κοτέτσι είναι, αυτό το έχουμε για τις κότες –και τους γαλάζιους πετεινούς. Δεν είναι στη σοφίτα, δεν είναι στο κελάρι. Πού να ’ναι, πού να ’ναι η χρυσή μάσκα μου;» «Κόφ ’το, Μπλάκθορν», τον προειδοποίησε σφιγμένα η Τες. Είχε ήδη ψάξει τα υπόλοιπα συρτάρια, και τώρα είχε πέσει στα γόνατα, στην αριστερή πλευρά του γραφείου, στερεώνοντας τα λυτά και μάλλον αναστατωμένα μαλλιά της πίσω απ’ τα αυτιά της πριν ψηλαφίσει τις ξυλόγλυπτες ροζέτες στην κάθετη επιφάνεια του επίπλου. Αλλά όχι, οι ροζέτες ήταν πολύ προφανείς. Εξάλλου, ο Τζακ εξακολουθούσε να έχει αυτό το ανυπόφορα ξιπασμένο ύφος. Η Τες σηκώθηκε και πήγε στο μπροστινό μέρος του γραφείου, κάνοντάς του νόημα να πάει να σταθεί κάπου αλλού, κι ύστερα γονάτισε ξανά. «Επιμονή. Μία από τις πλέον αξιοθαύμαστες ιδιότητές σου, Τες, όταν δεν εξασκείται καθ’ υπερβολή», είπε ο Τζακ πηγαίνοντας στο τραπέζι με τα ποτά για να σερβιριστεί ένα ποτήρι κρασί. «Θα σ’ ενδιέφερε μία ένδειξη;» «Όχι, δε θα με ενδιέφερε μία ένδειξη, ανάθεμά σε», του πέταξε μέσ’ απ’ τα δόντια της περπατώντας στα γόνατα ως την τρίτη πλευρά του γραφείου και επαναλαμβάνοντας την επιθεώρησή της. «Και, για να σε προλάβω, όχι, ούτε οι ανταλλαγές μ’ ενδιαφέρουν». «Α, τι κρίμα! Αφού είσαι που είσαι στα γόνατα... Άουτς! Ανάθεμά σε, Τες, το ξέρεις ότι μπορείς να προκαλέσεις μόνιμη αναπηρία σ’ έναν άντρα;» «Αλήθεια; Απλώς ήλπιζα να σου κλείσω το στόμα για λίγο», είπε η Τες, επιστρέφοντας χαμογελαστή στην έρευνά της. Η διάθεσή τους είχε


αρχίσει να φτιάχνει από τη στιγμή που ανακάλυψαν τη συλλογή, και υπήρχαν μάλιστα στιγμές που η Τες ένιωθε ακόμα και ευφορία. «Και μην πεις ότι δεν προσπαθούσες να μου αποσπάσεις την προσοχή. Είμαι αρκετά κοντά, έτσι;» «Θα σου απαντούσα, αν δεν είχα μείνει άφωνος». Κι ύστερα η Τες το άκουσε, το σιγανό κλικ που ακούστηκε όταν πίεσε την τρίτη ροζέτα από το τέλος. Αυτό όμως ήταν το μόνο που άκουσε –αυτός ο ένας και μοναδικός ήχος. Κανένα κρυφό χώρισμα δεν άνοιξε πουθενά. «Μπορεί η κλειδαριά να είναι διπλή», είπε καθώς σηκωνόταν στα πόδια της. Επέστρεψε στην άλλη μεριά του γραφείου, βρήκε την τρίτη ροζέτα και την πίεσε. Κλικ. Παράξενο πώς της είχε ξεφύγει την πρώτη φορά. «Ίσως να πρέπει να τις πιέσεις διαδοχικά. Πρώτα αυτήν στ’ αριστερά, κι ύστερα την άλλη στα δεξιά. Ναι, μάλλον αυτό είναι». «Κάτι κάνεις. Αλλά δεν έφτασες στη λύση του μυστηρίου. Έλα, Τες, άσε με να σου δείξω. Ή μήπως δε σε νοιάζει αν η μάσκα είναι εκεί μέσα ή όχι;» «Φυσικά και με νοιάζει. Αλλά θέλω να λύσω το γρίφο». «Η ζωή ολόκληρη είναι γρίφος. Ο ένας γρίφος μετά τον άλλο. Δε γίνεται να τους λύσουμε όλους». Η Τες πίεσε τη ροζέτα στ’ αριστερά. Μετά εκείνη στα δεξιά. Τίποτα. Αντέστρεψε τη σειρά. Τίποτα. Προσπάθησε ξανά, πηγαίνοντας από τη μια άκρη του γραφείου στην άλλη. «Α, να τα μας. Έγινες και φιλόσοφος τώρα, Τζακ;» «Ίσως. Τι είναι η ζωή; Τι είναι η αλήθεια; Πώς μπορεί να υπάρχει λάθος αφού τίποτα δεν είναι σωστό; Θα καταλάβει ποτέ της η Τες ότι πρέπει να πιέσει και τις δύο ροζέτες ταυτόχρονα;» «Απαίσιε τύπε!» Η Τες πήγε πίσω από το γραφείο, έσκυψε, κι άπλωσε τα χέρια, με τη μύτη κολλημένη στο πάνω μέρος του γραφείου, απλώς και μόνο για να διαπιστώσει ότι δεν μπορούσε να φτάσει ταυτόχρονα και τις δυο άκρες του επίπλου. «Το ’ξερες! Τα χέρια μου δεν είναι αρκετά μακριά! Το ήξερες ότι ποτέ δε θα μπορούσα να το βρω


μόνη μου!» «Ναι, αλλά απόλαυσα την παράσταση». Ο Τζακ πήγε στην αριστερή μεριά του γραφείου κι έβαλε το χέρι του στο κέντρο της ροζέτας. «Με το τρία;» Το σανίδι της βάσης που βρισκόταν κοντύτερα στο πόδι της άνοιξε, και η Τες έσκυψε κι έβαλε το χέρι στο άνοιγμα. Για μια στιγμή, της φάνηκε ότι θα απογοητεύονταν για άλλη μια φορά, μετά, όμως, τα δάχτυλά της άγγιξαν κάτι που πρέπει να ήταν πάνινο σακούλι. Το τράβηξε προς το μέρος της. «Βαρύ είναι», είπε καθώς τραβούσε κι ελευθέρωνε το σακούλι από την κρυψώνα του. Η Τες έβαλε μέσα το χέρι της, έβγαλε ένα αντικείμενο τυλιγμένο στο πιο απαλό βαμβακερό ύφασμα και το ακούμπησε πάνω στο γραφείο. «Πρόσεχε, Τες. Η μάσκα είναι χρυσή, αλλά η βαφή στο πάνω μέρος της είναι πολύ ευαίσθητη. Αν θυμάμαι καλά». Με χέρια που έτρεμαν, η Τες ξεδίπλωσε προσεκτικά το ύφασμα, αποκαλύπτοντας τη μάσκα. «Θεέ μου! Είναι... Πώς μπόρεσε να κλέψει κάτι τέτοιο!» Ο Τζακ πήρε τη μάσκα από τα χέρια της και την ακούμπησε ξανά στο προστατευτικό ύφασμα. «Ήταν ο άθλος του –αυτό μου το είχε πει. Και μια που το ’φερε ο λόγος, δεν ήταν ο πρώτος που την έκλεβε, γιατί μου είπε ότι την απέκτησε –αυτό το ρήμα χρησιμοποιούσε για όλους του τους θησαυρούς– στη Γαλλία. Απ’ όσο μπορούμε να ξέρουμε, κι απ’ όσο μπορούμε να μάθουμε ποτέ, την έκλεψε κάτω απ’ τη μύτη του Βοναπάρτη». «Ο οποίος, επιστρέφοντας στη Γαλλία, έφερε μαζί του τη μισή Αίγυπτο –ναι, θυμάμαι. Και τώρα η μάσκα θα πάει στην Αγγλία. Θα περίμενες να έχει μάθει κάτι ο Σιντζόν απ’ όλ’ αυτά. Αντικείμενα. Θησαυροί από αρχαίους πολιτισμούς. Δε γίνεται ν’ ανήκουν σε άτομα –στην πραγματικότητα, όχι. Και σίγουρα δεν αξίζει να πεθάνεις γι’ αυτά». «Ή να σκοτώσεις», συμφώνησε ο Τζακ. «Α, να και ο Ντίκι, που επιστρέφει από την ταβέρνα του χωριού. Τι λες να έχει το μενού γι’


απόψε; Χωριάτικο ζαμπόν και τυρί ή τυρί και χωριάτικο ζαμπόν;» Η Τες χαμογέλασε, κι έπειτα κοκάλωσε ολόκληρη. Ο Τζακ στεκόταν με την πλάτη στην πόρτα που έβγαζε στο διάδρομο, εκεί όπου, πριν από χρόνια, ο Σιντζόν είχε κρεμάσει ένα μικρό καθρέφτη, ψηλά στον τοίχο και με κλίση προς το μπροστινό μέρος του σπιτιού. Όποιος βρισκόταν κοντά στο γραφείο είχε τη δυνατότητα να δει όποιον θα μπορούσε να έρχεται από το διάδρομο, πριν φανεί στο άνοιγμα της πόρτας. Του Σιντζόν δεν του άρεσαν οι εκπλήξεις. «Έρχεται παρέα, Τζακ», είπε χαμηλόφωνα η Τες και δίπλωσε το μαλακό ύφασμα πάνω στη μάσκα. «Ο Αντρέας». Μ’ ένα ανεπαίσθητο νεύμα, ο Τζακ αναγνώρισε την πληροφορία, κι ύστερα της έκανε νόημα να πέσει πίσω απ’ το γραφείο. Και μετά κινήθηκε, αθόρυβα σαν αίλουρος, τραβώντας το στιλέτο απ’ την μπότα του, και κολλώντας την πλάτη του στον τοίχο δίπλα στο άνοιγμα της πόρτας. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα όταν είδε ότι η Τες δεν είχε μετακινηθεί. Της έκανε ξανά νόημα να πέσει κάτω, αυτή τη φορά, με το θυμό του πρόδηλο στην κίνηση. Ήταν φανερό ότι σχεδίαζε να περιμένει μέχρι να μπει ο Αντρέας στο γραφείο, κι ύστερα να του χιμήξει και να χώσει το μαχαίρι του στα πλευρά του εισβολέα. Το σχέδιο δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά, πάλι, δεν υπήρχε χρόνος για σχέδια. Δεδομένων των συνθηκών, ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να γίνει. Μόνο που η Τες είχε δει το πιστόλι στο χέρι του Τσιγγάνου. Αν ακολουθούσε πάλη, και σίγουρα θα ακολουθούσε, δε θα τελείωνε καλά για τον Τζακ. Κατ’ αρχάς, ο Αντρέας θα μπορούσε να τον πυροβολήσει, και, κατά δεύτερον, ο Τζακ μπορεί ν’ αναγκαζόταν να σκοτώσει τον πατέρα του ή, έστω, τον άνθρωπο που ίσως ήταν πατέρας του. Θα μπορούσε να ζήσει μ’ αυτή την πιθανότητα; Και μήπως αυτή η πιθανότητα τον έκανε να διστάσει και να μη χτυπήσει όταν έπρεπε, πράγμα που ίσως αποδεικνυόταν μοιραίο για τον ίδιο;


Η Τες δεν είχε σκοπό απλώς να περιμένει να το μάθει. Είχε φτάσει ως εδώ, είχαν φτάσει ως εδώ, είχαν ένα γιο. Προσπαθούσαν να χτίσουν ένα κοινό μέλλον. Δεν είχε καμιά πρόθεση ν’ αφήσει το παρελθόν να σκιάσει αυτό το μέλλον, όχι πια, και ειδικά όχι αν αυτή η σκιά είχε το πρόσωπο του Τσιγγάνου. Αρκετά της είχε πάρει. Δε θα της έπαιρνε τώρα και τον Τζακ. Αν κατάφερνε να τραβήξει τον Αντρέας στο δωμάτιο, να τον θαμπώσει ίσως με τη μάσκα, τότε ο Τζακ θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημα και να τελειώσει το όλο πράγμα χωρίς αιματοχυσία. Ωστόσο, αυτή η εκδοχή την ανησυχούσε. Τι θα έκανε η ίδια αν αναγκαζόταν να σκοτώσει τον ίδιο της τον πατέρα; Όσο κι αν τον απεχθανόταν, σίγουρα θα δείλιαζε. Ο γονιός είναι πάντα γονιός. Αυτό που πραγματικά ευχόταν να γίνει ήταν να φύγει ο Αντρέας. Απλώς, να σηκωθεί και να φύγει. Κι ας τον έπιανε κάποιος άλλος. Όχι ο Τζακ. Ο Τζακ δεν έπρεπε να σηκώσει αυτό το βάρος. Ήταν σκέψεις που κατέκλυσαν το μυαλό της Τες σε διάστημα ελάχιστων δευτερολέπτων. Κι όταν ο τυφώνας τους κόπασε, πήρε την απόφασή της. Έμεινε εκεί που ήταν, παρακολουθώντας την αργή αλλά σταθερή πρόοδο του εισβολέα. «Ντίκι; Εσύ είσαι; Μήπως είδες τον Τζακ; Εδώ είμαι, στο γραφείο. Έλα να δεις τι βρήκα!» φώναξε καταβάλλοντας το μέγιστο των προσπαθειών της για να κρατήσει τη φωνή της σταθερή. Ο Τζακ είπε κάτι, σχηματίζοντας με τα χείλη του άηχες λέξεις. Η Τες ήταν σίγουρη ότι δεν επρόκειτο για κάτι κολακευτικό. Ο Αντρέας, ο Τσιγγάνος, μπήκε στο οπτικό τους πεδίο, αλλά, επιδεικνύοντας σωφροσύνη, έμεινε στο διάδρομο, περισσότερα από έξι μέτρα μακριά. Ήταν λες και ήξερε τι θα γινόταν αν έμπαινε στο δωμάτιο. Σήμερα δε φορούσε ούτε κάπα ούτε καπέλο, και η Τες μπορούσε να ξεχωρίσει καθαρά τα σκοτεινά χαρακτηριστικά του προσώπου του. Εξίσου καθαρά έβλεπε και το πιστόλι που στόχευε προς το μέρος της. Ίσως να μην την πυροβολούσε, όχι απ’ αυτή την απόσταση, αλλά, πάλι,


η Τες δε βιαζόταν να μάθει αν η εκτίμησή της ήταν σωστή ή λανθασμένη. «Καλησπέρα, λαίδη μου», της είπε, και η Τες πρόσεξε κάτι που δεν είχε παρατηρήσει την πρώτη φορά. Ο Τσιγγάνος μιλούσε με μια ανεπαίσθητη προφορά. Ακαθόριστη, αλλά Ευρωπαϊκή. Για την ακρίβεια, ήταν πολύ γοητευτική. Ο Τσιγγάνος. Ο άνθρωπος που είχε σκοτώσει τον αδελφό της. Ο άνθρωπος που είχε εκτελέσει σχεδόν τον αδελφό της, για να δώσει στον Σιντζόν ένα μάθημα. Αυτός ο άνθρωπος που θα μπορούσε να είναι ο πατέρας του Τζακ. Ο Τζακ της έκανε νόημα. Η Τες ήξερε τι ήθελε, τι τη ρωτούσε. Βρισκόταν ο Τσιγγάνος αρκετά κοντά για να μπορεί ο Τζακ να γυρίσει και να τον αντιμετωπίσει καταπρόσωπο; Τι πιθανότητες είχε; Έπρεπε να κάνει τώρα την κίνησή του; Ανεπαίσθητα, η Τες κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Άφησέ με να το αναλάβω εγώ, Τζακ. Έχε μου εμπιστοσύνη. «Κύριε Αντρέας, είναι πραγματικά απαραίτητο αυτό το πιστόλι;» Η έκφραση του Τζακ σκλήρυνε. «Είχα σκεφτεί να φέρω λουλούδια για την υπέροχη κυρία του σπιτιού, τελικά όμως κατέληξα στο πιστόλι. Ζητώ συγνώμη». Η Τες μόρφασε με τη γελοιότητα του πράγματος. «Ώστε είναι αλήθεια. Είστε πράγματι όσο κραυγαλέος και ανόητος όσο πίστευε ο πατέρας μου ότι είστε». Τα δόντια του άντρα άστραψαν κατάλευκα κόντρα στο σκούρο, ηλιοκαμένο δέρμα του. Έμοιαζε το χαμόγελό του μ’ αυτό του Τζακ; Ο Τσιγγάνος ήταν ψηλός όπως ο Τζακ. Μελαχρινός όπως ο Τζακ. Γεροδεμένος όπως ο Τζακ, παρ’ ότι ολοφάνερα μεγαλύτερός του. Όχι τόσο όμορφος. Ο Αντρέας ήταν πιο τραχύς. Πιο άγριος. Αν οι δυο άντρες έρχονταν στα χέρια, δεν ήταν βέβαιο ότι ο Τζακ θα νικούσε. «Ναι; Και ποιος απ’ τους δυο μας βλέπει σήμερα τα ραδίκια ανάποδα, λαίδη μου;» ρώτησε ο Αντρέας. «Ποιος απ’ τους δυο τα πατάει,


έτοιμος να κάνει δικά του όλα αυτά τα θαυμάσια μπιχλιμπίδια;» «Μπιχλιμπίδια;» επανέλαβε η Τες σφίγγοντας ενστικτωδώς την τυλιγμένη στο ύφασμα μάσκα. Το κληροδότημα του Ρενέ, αυτό που θα συνέδεε για πάντα το όνομά του με την αίγλη και την ομορφιά αυτών των σπάνιων αντικειμένων. Αυτός ο άνθρωπος δε θα το έκανε δικό του. «Πολύ φοβάμαι ότι δεν είστε καλά πληροφορημένος. Τώρα γνωρίζουμε ότι ο Σιντζόν συσκεύασε τα πάντα και τα έστειλε στο Ντόβερ, για να μεταφερθούν ακτοπλοϊκώς στην Αθήνα. Τα... μπιχλιμπίδια δεν είναι εδώ. Μπορώ ωστόσο να σας δείξω την απόδειξη της φορτωτικής που βρήκα στο γραφείο του». «Το ψέμα δεν ταιριάζει σε μια όμορφη κυρία όπως εσύ. Ο χοντρός έξω δεν μπήκε στον κόπο να μου πει ψέματα». Ο Ντίκι. Πρέπει να είχε γυρίσει από το χωριό. «Ελπίζω να μην τον πείραξες», είπε η Τες, αφήνοντας κατά μέρος τις περιττές ευγένειες. «Είναι ακίνδυνος». «Και κοιμάται ακίνδυνα αυτή τη στιγμή. Είδα τους άλλους δύο να φεύγουν με τ’ άλογά τους νωρίτερα. Τους ακολούθησα ώσπου βεβαιώθηκα ότι τραβάνε για το Λονδίνο. Πού είναι ο Τζακ;» Κοντά. Πολύ κοντά. Αλλά μίλια μακριά για να το ρισκάρει να σου χιμήξει, όχι όσο κρατάς αυτό το πιστόλι. «Ο γιος σου, εννοείς;» «Ναι, ναι, αυτός ο μεγάλος μπελάς, ο γιος μου. Το αστειάκι του Σιντζόν. Πού είναι; Κάπου εδώ κοντά, υποθέτω». «Ακριβώς εκεί που υποθέτεις πως είναι. Πίσω από την πόρτα, έτοιμος να σου χιμήξει μόλις μπεις μέσα για να πάρεις αυτό», είπε η Τες ξετυλίγοντας τη μάσκα και τείνοντάς την δελεαστικά προς το μέρος του. «Διστάζεις, Αντρέας. Γιατί; Δε με πιστεύεις; Δε λέω ψέματα τώρα. Αυτό πίστευε ανέκαθεν ο Σιντζόν: ότι κανείς και τίποτα δεν μπορεί να είναι σημαντικότερο από το έπαθλο. Και να που παίρνει τη διαστρεμμένη εκδίκησή του. Βάζοντας τον πατέρα να σκοτώσει το γιο, βάζοντας το γιο να σκοτώσει τον πατέρα. Πόσο ευτυχισμένος πρέπει να είναι ο Σι-


ντζόν, ακόμα και... κοιτώντας τα ραδίκια ανάποδα. Mais, puis, telle est la vie, oui?» Αλλά, πάλι, έτσι είναι η ζωή. Σωστά; Ο Τσιγγάνος έμεινε εκεί που ήταν, με το χαμόγελό του να σβήνει αργά, το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της, χωρίς να κοιτάζει καθόλου τη μάσκα, σαν να μην είχε σημασία. Κι ύστερα, ακούμπησε την κάννη του όπλου του στο μέτωπό του, εν είδει σιωπηλού χαιρετισμού, ίσως ακόμα και ευχαριστίας, κι έφυγε τρέχοντας, από εκεί που είχε έρθει. «Όχι, Τζακ!» Αλλά ο Τζακ είχε ξεκινήσει ήδη, με την Τες να τρέχει πίσω κι απ’ τους δυο. Διέσχισε σχεδόν γλιστρώντας το μάρμαρο του χολ για να προλάβει να δει τον Αντρέας καβάλα στο άλογό του, τον τεράστιο μαύρο επιβήτορά του που ήδη κάλπαζε, και τον Τζακ να στέκει στο χαλικόστρωτο δρομάκι, με το στιλέτο του να ταλαντεύεται μπηγμένο στο χώμα δίπλα στα πόδια του, και τα χέρια του σφιγμένα σε ανήμπορες γροθιές. Γύρισε και την κοίταξε εξαγριωμένος. «Γιατί; Γιατί, Τες;» «Γιατί ένας από τους δυο σας μπορεί να είχε πεθάνει». «Σκότωσε τον αδελφό σου!» Η Τες έκλεισε τα μάτια. «Το ξέρω. Αυτό όμως, όπως θα έλεγε και ο Σιντζόν, ήταν δουλειά. Τον άκουσες τι είπε. Σε αναγνώρισε. Θα μπορούσες να είχες σκοτώσει εγνωσμένα τον πατέρα σου. Κι αυτό δε γινόταν να το επιτρέψω». «Να το επιτρέψεις; Ποια στο διάβολο είσαι εσύ για να το επιτρέψεις; Μπορούσα να τον καταφέρω!» «Τότε γιατί το στιλέτο σου είναι στο χώμα, Τζακ, και όχι στην πλάτη του; Μήπως επειδή δεν τα καταφέρνεις τόσο καλά όσο ο Γουίλ;» Ο Τζακ έκανε μεταβολή κι έμεινε να παρακολουθεί καθώς άλογο και αναβάτης έφταναν στην κορφή του λόφου για να εξαφανιστούν αμέσως μετά. «Μπορούσα να τον καταφέρω...»


Κεφάλαιο 18 Η Συλλογή Βοκλύζ, δωρεά στη μνήμη του Ρενέ Λουί Ζαν-Μπατίστ Φοντενό, υποκόμη της Βοκλύζ θα έπαιρνε την τιμητική θέση της στο Βασιλικό Βρετανικό Μουσείο κατά πάσα πιθανότητα την ερχόμενη άνοιξη, αφού ο Βασιλικός Έφορος, ο οποίος είχε υποδεχτεί τη συλλογή με γνήσια περιέργεια και ελάχιστα σκεπτικός ως προς την προέλευσή της, ολοκλήρωνε τον έλεγχο αυθεντικότητας των αντικειμένων. Πράγματι, αυτό που ο έφορος δεν είχε ρωτήσει ήταν πώς είχε συλλεγεί η Συλλογή Βοκλύζ, αφού ήταν εξαιρετικά ευφυής και εξαιρετικά φιλόδοξος για να θέσει ένα τέτοιο ερώτημα. Στο κάτω κάτω, και με την εξαίρεση των πραγματικά ντροπιαστικών για την Αγγλία... Ελγινείων μαρμάρων, το μουσείο δε θα υπήρχε ερήμην αυτών των ερωτήσεων. Η λαίδη Θέσαλι Φοντενό, ντυμένη στα κατάμαυρα σε ένδειξη πένθους για τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα της, του μαρκησίου, είχε παραδώσει στον έφορο τη Δωρεά, συνοδευόμενη από ένα τεράστιο και άκρως εντυπωσιακό έγγραφο, διακοσμημένο με όχι μία, ούτε δύο, αλλά τρεις Σφραγίδες Γνησιότητος, γραμμένο στα γαλλικά, σε επίσημη γλώσσα: Πιστοποίησις Κυριότητος προσωπικά υπογεγραμμένη από το μάρτυρα Γάλλο Βασιλέα Λουδοβίκο ΙΣΤ΄, ένα μόλις έτος προ της πτώσης της κεφαλής του εις τον κάλαθον. Ολοκληρώνοντας το έργο του το προηγούμενο βράδυ στο σπίτι της πλατείας Γκρόβενορ, ο Τζακ είχε βάλει την τελική Βασιλική Σφραγίδα στο άμεπτο έγγραφο, συγχαίροντας τον εαυτό του για την επιτυχία του. Αλλά ήταν η Τες, σοβαρή, γεμάτη κομψότητα και χάρη, συγκινητικά υπέροχη και ως το μεδούλι Γαλλίδα, αυτή που είχε καταφέρει να πείσει το Βασιλικό Έφορο ότι η δωρεά είχε αιτία την αγάπη του απελθόντος πατέρα της τόσο για τη συλλογή και το γιο του, όσο και για τη χώρα η οποία, πριν από είκοσι χρόνια, είχε υποδεχτεί με ανοιχτές αγκάλες εκείνον και την οικογένειά του.


Όχι, δε θα υπήρχαν ερωτήσεις ως προς την προέλευση της Συλλογής Βοκλύζ, και καμία ευκαιρία για τον Λίβερπουλ να αμφισβητήσει το δικαίωμα της λαίδης Θέσαλι να τη δωρίσει, ή του μουσείου να την αποδεχτεί. Βέβαια, οι ανεπίσημες ερωτήσεις, η γκρίνια και τα κουτσομπολιά θα περίσσευαν για κάμποσο καιρό στο Γουάιτχολ, επίσημα, όμως, κανείς δε θα μπορούσε να πει τίποτα. Στην άμαξα, καθώς έφευγαν από το μουσείο, η Τες είχε ακουμπήσει το χέρι της στο μπράτσο του Τζακ και τον είχε ευχαριστήσει για ότι είχε κάνει. Εκείνος είχε στυλώσει το βλέμμα στο χέρι της και το είχε κρατήσει εκεί μέχρι η Τες να αναγκαστεί να το τραβήξει. Μετά, είχε χτυπήσει την οροφή της άμαξας με το μπαστούνι του, κάνοντας νόημα στον αμαξά να σταματήσει. Ο αμαξάς σταμάτησε, και ο Τζακ βγήκε και περπάτησε όλο τον υπόλοιπο δρόμο ως την πλατεία Γκρόβενορ. Το επόμενο πρωί έφυγαν για το Μπλάκθορν. Αυτή τη φορά, ο Τζακ αγνόησε εντελώς την άμαξα, καβάλησε τ’ άλογό του και μπήκε επικεφαλής της ταξιδιωτικής άμαξας. Είχαν περάσει πέντε μέρες από τότε που η Τες προειδοποίησε τον Αντρέας, μετατρέποντάς τον σε δραπέτη από την οργή του Τζακ, από τις ερωτήσεις του, από το δικαίωμά του να αντιμετωπίσει καταπρόσωπο τον πατέρα του. Ήταν αρκετό διάστημα για να συνειδητοποιήσει ο Τζακ ότι η Τες είχε κάνει ότι θεωρούσε η ίδια πως ήταν καλύτερο γι’ αυτόν. Ήταν αρκετό διάστημα για να καταλάβει ο Τζακ ότι ίσως η Τες τον είχε σώσει από μεγάλο κίνδυνο ή, έστω, από ένα μοιραίο λάθος με το οποίο δε θα μπορούσε ποτέ του να ζήσει. Τώρα, ο Τζακ ήταν αντιμέτωπος μ’ ένα αρχέγονο δίλημμα, αυτό που πάντα παρουσιαζόταν στον άφατο, χωρίς τέλος πόλεμο ανάμεσα στα δύο φύλα: να βρει έναν τρόπο να αποκαταστήσει τη σχέση του με την Τες χωρίς να παραδεχτεί την ανοησία του, ή ακόμα και χωρίς να ξανασυζητήσουν ποτέ το θέμα, αφού οι γυναίκες φαίνονταν να θεωρούν ότι τα πάντα έπρεπε να συζητιούνται έως θανάτου. Ειδικά όταν είχαν


δίκιο. Δεν είχε συνηθίσει να λογοδοτεί σε κανέναν πέρα από τον εαυτό του. Δεν είχε συνηθίσει να ανησυχεί για τον οποιονδήποτε πέρα από τον εαυτό του. Δεν ήταν καθόλου καλός στο να δέχεται διαταγές. Έπαιρνε τις αποφάσεις του μόνος του. Τώρα είχε ένα γιο. Είχε μια γυναίκα στη ζωή του, μια γυναίκα που ήξερε ότι έπρεπε να κρατήσει στη ζωή του, γιατί χωρίς αυτήν δεν υπήρχε ζωή, ούτε καν η ζωή που ζούσε πριν... πριν από την Τες, πριν από τον Ζακ. Η οποία κάθε άλλο παρά ζωή ήταν. Πριν από τέσσερα χρόνια, νόμιζε ότι την αγαπούσε. Αυτό όμως δεν ήταν αγάπη. Δεν ήταν τέτοια αγάπη. Πριν από τέσσερα χρόνια, την ήθελε, την ποθούσε, την έπαιρνε γιατί το είχε ανάγκη... αλλά είχε μπορέσει να την αφήσει, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να πείσει τον εαυτό του ότι εκείνη θα ήταν καλύτερα χωρίς αυτόν, όπως κι εκείνος θα ήταν καλύτερα χωρίς αυτήν, χωρίς τις περιπλοκές της σχέσης. Τώρα, μερικές φορές τον εκνεύριζε τόσο που να θέλει να την πνίξει, παρ’ όλ’ αυτά, η ιδέα ότι κάποτε θα την άφηνε, η οποιαδήποτε σκέψη μιας ζωής χωρίς αυτήν ήταν πολύ γελοία ακόμα και για να παίρνει σχήμα στο μυαλό του. Του ήταν αδύνατον να φανταστεί τη ζωή του χωρίς να αγαπάει και να ποθεί την Τες, χωρίς να εξοργίζεται μαζί της, χωρίς να παθιάζεται μαζί της· του ήταν αδύνατον να φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτή την ανάγκη, το θυμό, το γέλιο, τους τσακωμούς, χωρίς αυτή τη διαρκή σύγχυση που του δημιουργούσε ο τρόπος που δούλευε το μυαλό της. Τώρα η Τες ήταν κομμάτι του, κι εκείνος δικό της. Ώρες ώρες, βέβαια, τον έκανε έξω φρενών. Είχε φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή του, σε σημείο που να τον κάνει να φέρεται σαν ζωντόβολο. Ποιον; Αυτόν, που ούτε χαζός ήταν ούτε μαλωμένος με την κοινή λογική. Και να που τώρα έκανε πράγματα που δεν ήθελε, γιατί, αν έκανε αυτά που ήθελε, θα ήταν σαν να παραδεχόταν ότι η Τες τον ήξερε καλύτερα απ’ όσο ήξερε ο ίδιος τον εαυτό του... ότι ήξερε τι ήταν καλύτερο γι’ αυτόν καλύτερα απ’ όσο το ήξερε ο ίδιος.


Κι ούτε είχε καμιά σχέση το γεγονός ότι η Τες είχε δίκιο, ο Τζακ ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Απλώς, ήταν λάθος να καταλαβαίνει η Τες... να ξέρει γι’ αυτόν πράγματα που... να κάνει... «Ω, ανάθεμά με, ανάθεμά με χίλιες φορές! Είμαι βλάκας!» Ο Τζακ γύρισε τ’ άλογό του και πλησίασε την άμαξα, κάνοντας σήμα στον αμαξά να σταματήσει στην άκρη του δρόμου. Όταν έγινε αυτό, ο Τζακ ξεπέζεψε, έδωσε τα χαλινάρια του αλόγου του στον ιπποκόμο –ο οποίος είτε θα πήγαινε με τον επιβήτορα ως το Μπλάκθορν ή θα βρισκόταν πεταμένος στην άκρη του δρόμου αν δεν είχε τα κότσια να ιππεύσει ένα τόσο δυνατό ζώο· η αλήθεια ήταν ότι τον Τζακ δεν τον ένοιαζε–, και μπήκε στην άμαξα δίνοντας εντολή στον αμαξά να συνεχίσει. «Κυρία μου», ανήγγειλε καθώς η Τες γύριζε να τον κοιτάξει. «Τελείωσα μ’ αυτή την ιστορία! Που δε μου μιλάς εννοώ!» «Εγώ; Εγώ δε σου μιλάω;» Τα μάτια της Τες άνοιξαν διάπλατα, ίδια πιατάκια του τσαγιού. Είχε υπέροχα μάτια, ακόμα κι όταν γίνονταν έτσι, σαν πιατάκια του τσαγιού. «Ακριβώς!» της είπε διακόπτοντάς την. «Δε θα ανεχθώ άλλο αυτή την κατάσταση!» «Α, εντάξει, κύριε Μπλάκθορν, όσο γι’ αυτό, δεν θα πρέπει να ανησυχείς! Θα μπορούσα να σου μιλάω μέχρι την άλλη ζωή, ξεκινώντας από το γεγονός ότι δεν είμαι εγώ αυτή που δε μιλάει σ’ εσένα, αλλά πως εσύ φέρθηκες σαν ανόητος, μπουμπουνοκέφαλος και εντελώς παράλογος βλάκας για κάτι που ήταν η απόλυτα λογική επιλογή ανάμεσα σε...» «Το ’ξερα!» είπε ο Τζακ πέφτοντας βαριά στην πλάτη του καθίσματος. «Δε σου φτάνει να νικήσεις, έτσι δεν είναι; Πρέπει να μου τρίψεις στα μούτρα τη νίκη σου, επισημαίνοντας το προφανές!» Η Τες έσφιξε τα μάτια της –για την ακρίβεια, ολόκληρο το πρόσωπό της σφίχτηκε για μια στιγμή, λες και προσπαθούσε έτσι να αναγκάσει το μυαλό της να βρει κάποια λογική σ’ αυτή την τελευταία δήλωση. «Τι κάνω;»


«Δεν πειράζει. Για γυναικείο ελάττωμα πρόκειται –αυτό το καταλαβαίνω. Και σε συγχωρώ», είπε μεγαλόψυχα. «Με συγχωρείς», επανέλαβε ουδέτερα η Τες. «Συγνώμη;» «Α, μα δε χρειάζεται να μου ζητάς συγνώμη», συνέχισε ο Τζακ στο ίδιο μοτίβο, με τις γωνιές των χειλιών του να συσπώνται καθώς προσπαθούσε να μη χαμογελάσει. Πραγματικά, έπρεπε να το είχε σκεφτεί νωρίτερα: να της πουλήσει λίγη τρέλα. Ήταν αλάνθαστη άμυνα –μ’ αυτόν στο ρόλο του τρελού, φυσικά. «Είμαι πρόθυμος να το προσπεράσω σαν να μη συνέβη ποτέ». «Αλήθεια», είπε η Τες γέρνοντας το κεφάλι της στο πλάι και παρατηρώντας τον ανήσυχα, σαν να περίμενε ότι από στιγμή σε στιγμή θ’ άρχιζε ν’ αφρίζει, ή κάτι παρόμοιο. «Και όχι μόνο αυτό, ε; Με συγχωρείς επίσης που τόλμησα να το αναφέρω ξανά». «Ακριβώς!» «Παρ’ ότι ξέρεις ότι έχω δίκιο». «Αχά!» Ο Τζακ σήκωσε το δάχτυλο, δήθεν για να την επιπλήξει. «Α, ναι, ξέχασα. Αυτό το γυναικείο ελάττωμα. Ωστόσο, αφού είμαι γυναίκα, ίσως μπορέσεις να μου το συγχωρήσεις και αυτό. Μια που εσείς οι άντρες δεν έχετε καθόλου ελαττώματα. Σωστά;» «Κανένα που να μπορώ να σκεφτώ», είπε ο Τζακ, διερωτώμενος αν θα ήταν πολύ προφανές ν’ αρχίσει να κατεβάζει τα στόρια των παραθύρων της άμαξας. «Εκτός από την ανίατη βλακεία, εννοείς», του είπε μελιστάλαχτα. «Ναι, ίσως», συμφώνησε ο Τζακ. «Ναι, ίσως. Κοιτάς τα στόρια σαν να περιμένεις να κλείσουν από μόνα τους». Ο Τζακ ένιωσε τις άκρες των αυτιών του να κοκκινίζουν. «Μάλλον θα έμενες κατάπληκτη με το πόσο ένθερμα θα μπορούσα να σου ζητήσω συγνώμη αν εσύ βρισκόσουν από πάνω μου κι εγώ βυθιζόμουν βαθιά μέσα σου». «Τζακ!»


«Ω Θεέ μου, συγνώμη», είπε ο Τζακ, εμβρόντητος με τον εαυτό του. «Δεν το πιστεύω ότι το είπα αυτό». «Εγώ το πιστεύω περισσότερο απ’ όσο πιστεύω ότι είπες όσα ακούω από το στόμα σου τα τελευταία πέντε λεπτά. Για την ακρίβεια, τις τελευταίες πέντε μέρες», είπε η Τες. Κι έπειτα χαμογέλασε. «Τες;» «Κατέβασε εσύ αυτά του δικού σου παραθύρου, να κατεβάσω εγώ του δικού μου. Και μετά μην πεις τίποτ’ άλλο, Τζακ, γιατί αυτή τη στιγμή είσαι ένας πολύ τυχερός άντρας, κι αν είναι έξυπνοι, οι τυχεροί άντρες φροντίζουν να μη χάσουν με λόγια την τύχη τους». *** Η Τες κοίταζε το γιο της να τρέχει μέσα στο τεράστιο παιδικό διαμέρισμα, δείχνοντάς της τούτο το παιχνίδι, και το άλλο παιχνίδι, και βέβαια, το πιο αγαπημένο του απ’ όλα τα αντικείμενα, ένα κουνιστό αλογάκι το οποίο δεν ήταν απόλυτα σίγουρη ότι ενέκρινε, αφού ήταν καλυμμένο με πραγματικό τομάρι αλόγου. Είχε μείνει εμβρόντητη από το μέγεθος των παιδικών διαμερισμάτων στο Μπλάκθορν. Η πτέρυγα αποτελούνταν όχι από ένα και δύο, αλλά από πέντε δωμάτια, συμπεριλαμβανομένης μιας υπέροχης κάμαρας την οποία η Εμιλί είχε σπεύσει να οικειοποιηθεί και να τη γεμίσει με λουλούδια από αυτό που πρέπει να ήταν ένα τεράστιο ιδιωτικό θερμοκήπιο κάπου μέσα στο κτήμα. Υπήρχαν τρία ακόμα υπνοδωμάτια, με τον Ζακ να καταλαμβάνει αυτό που ανήκε στον πατέρα του όταν ήταν μικρός. Αυτό ο Ζακ της το είχε ανακοινώσει με μεγάλη υπερηφάνεια, κι ύστερα, γελώντας, την είχε πάει στο παράθυρο για να της δείξει το σημείο όπου ο Τζακ είχε χαράξει το όνομά του στο τζάμι. Το όλο πράγμα ήταν πολύ παράξενο. Οι μπάσταρδοι γιοι είχαν μεγαλώσει ως πραγματικοί απόγονοι του μαρκήσιου, περιτριγυρισμένοι από όλα αυτά που ποτέ δε θα γίνονταν δικά τους. Τι σκληρό. Και τώρα, ο γιος του Τζακ βρισκόταν εδώ, πατώντας στα χνάρια του


πατέρα του, έχοντας πέρα από κάθε αμφιβολία προσαρμοστεί σ’ αυτή την υπερπολυτελή ζωή, τόσο απόλυτα σαν να τη ζούσε από την πρώτη κιόλας μέρα της ύπαρξής του. «Maman! Δες πώς τρέχω με το άλογό μου! Τρέχω και τρέχω και τρέχω και τρέχω!» Η Τες γύρισε για να δει το γιο της να κουνιέται πάνω στο αλογάκι με όλη του τη δύναμη. «Jacques, fais attention, ou tu galoperaz sur votre tête!» «Χαζούλα, maman», είπε το παιδί, γελώντας. «Δε γίνεται να τρέξω πάνω στο κεφάλι μου!» «Ακριβώς αυτό εννοώ», του είπε, σηκώνοντάς τον από τη σέλα και βάζοντάς τον να σταθεί στο πάτωμα. Η Τες γονάτισε και τον έσφιξε με δύναμη στην αγκαλιά της. «Μου έλειψες τόσο πολύ! Εγώ σου έλειψα, αγάπη μου;» Ο Ζακ προσπάθησε να ελευθερωθεί από την αγκαλιά της. «Ναι, maman. Θα φάμε κέικ; Δεν είναι ώρα για κέικ;» Η Τες πίεσε μαλακά το δείκτη της στην κοιλιά του. «Δε σκέφτεσαι τίποτ’ άλλο, ε; Μόνο πώς θα γεμίσεις την κοιλιά σου;» «Ο παππούς λέει ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό να σκεφτεί ένας νεαρός τζέντλεμαν», απάντησε με μεγάλη σοβαρότητα ο Ζακ, κοιτάζοντας με μάτια τεράστια και γεμάτα αθωότητα καθώς μιλούσε με τέτοια άνεση για το μαρκήσιο του Μπλάκθορν. «Κι εγώ είμαι νεαρός τζέντλεμαν, maman, το είπε ο παππούς. Και σκέφτομαι την κοιλιά μου πολύ!» Η Τες τον έπιασε απ’ το χέρι και τον οδήγησε στη θέση του παραθύρου, φέρνοντας κατά νου μόνο για μια στιγμή μια άλλη τέτοια θέση και το τι είχε βρεθεί από κάτω της. Με κάποιον τρόπο, το παρελθόν –που, στην πραγματικότητα, δεν ήταν ακόμα παρελθόν– φαινόταν αιώνες μακριά από τούτο το χαρούμενο, φωτεινό δωμάτιο. «Δε φαντάζομαι να... πονοκεφαλιάζεις τον παππού σου, ε; Είσαι ευγενικός και κάνεις την υπόκλισή σου και προσέχεις να μην πατάς τα πόδια του;»


«Ναι, maman. Είμαι καταπληκτικός. Ο παππούς το είπε». «Για την ακρίβεια, είναι παραπάνω από καταπληκτικός. Είναι η προσωποποίηση της χαράς». Η Τες γύρισε να κοιτάξει τη νέα γυναίκα που είχε μπει στο δωμάτιο. Ήταν λεπτή και ξανθιά, με τα πιο ενδιαφέροντα γκριζογάλανα μάτια που είχε δει στη ζωή της η Τες, και το χαμόγελό της φαινόταν να φωτίζει ακόμα περισσότερο το ήδη φωτεινό δωμάτιο. «Είμαι η Τσέλσι Μπλάκθορν», είπε καθώς ο Ζακ γλιστρούσε από την αγκαλιά της μητέρας του κι έτρεχε ν’ αγκαλιάσει τα γόνατα της κοπέλας. «Η γυναίκα του Μπο. Κι εσύ είσαι η λαίδη Θέσαλι. Ο Τζακ μας είπε ότι ήρθες κατευθείαν εδώ, ακριβώς ότι θα έκανα κι εγώ στη θέση σου. Καλώς όρισες στο Μπλάκθορν». Η Τες σηκώθηκε και πήρε το απλωμένο χέρι της Τσέλσι στο δικό της. «Τες, απλώς Τες. Και σε ευχαριστώ πολύ που δέχτηκες να κρατήσετε εδώ το γιο μου χωρίς εμένα. Αν και υποθέτω ότι δεν είχες περιθώρια να το σκεφτείς. Ο Τζακ απλώς σας τον έστειλε –έτσι δεν είναι;» Το γέλιο της Τσέλσι ήταν ειλικρινές, χωρίς επιτήδευση. «Ο Ζακ μπήκε στο σπίτι καβάλα στους ώμους του Πουκ, κερδίζοντας τις καρδιές όλων μας την ίδια κιόλας στιγμή», είπε, για να σοβαρέψει αμέσως μετά. «Ε, για να πω την αλήθεια, όχι όλων μας. Σου έχει μιλήσει ο Τζακ για την Άντελεϊντ; Τη μητέρα του;» Η Τες τέθηκε άμεσα σε επαγρύπνηση. «Την έχει αναφέρει, ναι. Είναι εδώ;» «Στο σπιτάκι. Από τότε που ήρθε ο Ζακ δεν έχει πατήσει το πόδι της εδώ, δυστυχώς. Ή ευτυχώς δεν ξέρω τι απ’ τα δυο. Αφού όμως ο Τζακ σου έχει μιλήσει για τη μητέρα του, τότε γνωρίζεις την κατάσταση». «Άλλο να γνωρίζεις κάτι κι άλλο να το καταλαβαίνεις», είπε επιφυλακτικά η Τες. « Συμφωνώ». Η Τσέλσι έσκυψε για να μιλήσει στον Ζακ. «Είδα τη Λέτι στο διάδρομο, νεαρέ μου να πηγαίνει το δίσκο με το τσάι σου στο δωμάτιο της Εμιλί. Και είδα κάτι μικρά κεκάκια, με όμορφα ροζ λουλουδά-


κια πάνω τους». Ο Ζακ γύρισε το κεφάλι προς την πόρτα του δωματίου της παραμάνας του πριν στραφεί ξανά στην Τσέλσι για να της κάνει μια υπόκλιση. «Ευχαριστώ, θεία Τσέλσι», είπε ευγενικά, κι ύστερα κοίταξε την Τες. «Maman;» «Είμαι σίγουρη ότι ο δίσκος έχει κι ένα πιάτο με χυλό, Ζακ. Αυτόν, βέβαια, θα τον φας πρώτο Έτσι;» «Oui, maman! Chaque dernière cuillerée –et puis les gâteaux!» «Συμβιβάζομαι με το μισό χυλό, κι ύστερα τα γλυκά. Άντε, πήγαινε τώρα», είπε η Τες δείχνοντας προς το δωμάτιο της παραμάνας. Τον κοίταξε να τρέχει με τα δυνατά ποδαράκια του, φωνάζοντας χαμογελαστός την Εμιλί, μαλώνοντάς την που δεν τον είχε ειδοποιήσει για την άφιξη του δίσκου του. «Ξιπασμένος σαν τον μπαμπά του», είπε κουνώντας το κεφάλι της πριν στραφεί ξανά στην Τσέλσι. «Υποθέτω ότι δεν μπορώ να κρύβομαι άλλο εδώ πάνω. Πρέπει να δω την Εξοχότητά του και να τον ευχαριστήσω για τη γενναιοδωρία του». «Α, μην ανησυχείς για τον Σίριλ, ή για τις τυπικότητες. Το σπίτι μας είναι μάλλον παράξενο. Για την ακρίβεια, είναι πολύ παράξενο». Η Τες περιορίστηκε να κατανεύσει και η Τσέλσι γύρισε τα μάτια της στο ταβάνι. «Τι; Συμβαίνει τίποτα;» τη ρώτησε, ακολουθώντας την έξω από το δωμάτιο. «Τίποτα», είπε η Τσέλσι κατευθυνόμενη προς τις σκάλες. «Για να είμαι ειλικρινής, ήλπιζα σ’ ένα καλό κουτσομπολιό, αφού όμως επιμένεις να είσαι τόσο ευγενική που να αγνοείς όλους τους τολμηρούς υπαινιγμούς μου, υποθέτω ότι θα πρέπει να βάλω στο παιχνίδι τη Ρετζίνα. Σου ορκίζομαι ότι μέχρι και τη Σφίγγα μπορεί να αναγκάσει να μιλήσει». Στάθηκε στα κάτω σκαλιά και γύρισε να κοιτάξει την Τες. «Δεν έχεις καθόλου περιέργεια; Για την Άντελεϊντ, εννοώ. Για το όλο πράγμα. Ένας Θεός ξέρει πόσο περίεργοι είμαστε όλοι οι υπόλοιποι για σένα και τον Τζακ. Ο Τζακ πατέρας; Εδώ δεν ήμασταν απόλυτα σίγουροι ότι ήταν άνθρωπος! Η Ρετζίνα κι εγώ πιστεύουμε ότι είσαι η πιο γενναία γυ-


ναίκα του κόσμου. Α, και απελπιστικά ανισόρροπη, φυσικά. Υπάρχει πάντα κι αυτό». Η Τες γέλασε συνεχίζοντας να ακολουθεί την Τσέλσι στους μεγάλους διαδρόμους που πρέπει να διέσχιζαν τα ιδιωτικά δωμάτια της τεράστιας έπαυλης. «Ο Τζακ με βεβαίωσε ότι θα σε συμπαθούσα», είπε καθώς έμπαιναν σ’ ένα κλεισμένο με κουρτίνα προθάλαμο ο οποίος οδηγούσε σ’ ένα τεράστιο υπνοδωμάτιο. Εκείνη τη στιγμή, στο δωμάτιο βρισκόταν μόνο μία γυναίκα με καστανά μαλλιά, σκυμμένη πάνω από μία μάλλον ανεκτίμητης αξίας πορσελάνινη γαβάθα, κάνοντας προφανώς εμετό. Η Τσέλσι έτρεξε αμέσως στο πλευρό της κι ακούμπησε το χέρι στην πλάτη της. «Θα περάσει, Ρετζίνα. Σε προειδοποίησα, όμως, έτσι δεν είναι; Ξέρω πόσο πολύ σ’ αρέσουν οι καπνιστές ρέγγες – όχι βέβαια ότι μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί να αρέσουν στον οποιονδήποτε–, προς το παρόν, όμως, καλύτερα να βάζεις στο στομάχι σου μόνο πράγματα που έχουν αρκετές πιθανότητες να παραμείνουν στη θέση τους. Και οι ρέγγες δε συγκαταλέγονται σ’ αυτά». Η Ρετζίνα, διά της ατόπου απαγωγής, η γυναίκα του Πουκ, είπε κάτι που η Τες δεν μπόρεσε ν’ ακούσει, και η Τσέλσι γέλασε. «Α, θα ξαναφάς. Αυτό σου το υπόσχομαι. Αλλά όχι για μερικές εβδομάδες ακόμα. Για όνομα του Θεού, Ρετζίνα, δες εμένα. Δε σταματάω να τρώω τώρα, και ξέρεις ότι τον περασμένο μήνα ούτε να μυρίσω δεν μπορούσα τα φαγητά χωρίς να με πιάσει αναγούλα. Τες; Πες της, Τες, ότι θα είναι καλύτερα σε λίγες εβδομάδες». Η Τες είδε τη Ρετζίνα Μπλάκθορν να αφήνει παράμερα τη γαβάθα, να σπρώχνει προς τα πίσω τα σκούρα μαλλιά της, κι ύστερα να γυρίζει προς το μέρος της αναμφισβήτητα απρόσμενης αυτόπτου μάρτυρος σ’ αυτή την κρίση ναυτίας. «Μια φορά είχα φάει ένα ολόκληρο ψητό κοτόπουλο», παραδέχτηκε η Τες. «Σ’ ένα γεύμα. Ολόκληρο κοτόπουλο. Με σάλτσα δαμάσκηνο. Ήταν... υπέροχο».


Η Ρετζίνα βρισκόταν ήδη στο λαβομάνο κι έπλενε τα χέρια και το πρόσωπό της. «Πολύ ενθαρρυντικό, αν και λιγάκι ανησυχητικό επίσης. Ευχαριστώ». «Δεν κάνει τίποτα. Και τώρα, αν νομίζεις ότι μπορείς να πιείς λίγο τσάι και να φας κάτι στεγνό, πράγμα που σου συστήνω ανεπιφύλακτα, μπορούμε να καθίσουμε οι τρεις μας εδώ και να γνωριστούμε καλύτερα, και να μιλήσουμε για τον Τζακ, γιατί λατρεύω πραγματικά να μιλάω γι’ αυτόν, κι ύστερα να μιλήσουμε για την Άντελεϊντ, γιατί νομίζω ότι πρέπει να μάθω περισσότερα απ’ όσα μου είπε ο Τζακ για τη μητέρα του, κι ύστερα να μιλήσουμε για οτιδήποτε άλλο θελήσει η Τσέλσι να κουτσομπολέψει. Τι λες;» Οι δύο νεαρές σύζυγοι αντάλλαξαν χαμόγελα. «Το είπε ο Πουκ ότι θα σε συμπαθούσα», είπε η Ρετζίνα καθώς η Τσέλσι πήγαινε να φωνάξει μια υπηρέτρια να φέρει ένα δίσκο με τσάι. «Σε είχαμε ήδη συμπαθήσει, η Τσέλσι κι εγώ, επειδή είχες κάνει την Άντελεϊντ γιαγιά πριν προλάβει κάποια από εμάς να της πει ότι θα την κάνουμε δύο φορές περισσότερο τέτοια». Η Ρετζίνα σοβαρεύτηκε. «Δεν το πήρε καλά». «Αυτό το κατάλαβα ήδη», είπε η Τες καθώς οι δυο τους κατευθύνονταν προς την υπέροχη εσοχή που ήταν επιπλωμένη με άνετες πολυθρόνες, ταπετσαρισμένες με ριγέ ύφασμα. Το σαλονάκι έβλεπε σε μια μεγάλη, διακοσμητική λίμνη. «Η Τσέλσι με πληροφόρησε ότι κρύβεται στο σπίτι της». «Κρύβεται; Ω, μην την ξαναπείς αυτή τη λέξη! Έχει αποσυρθεί στην αγροικία της για να αναπληρώσει την ενέργεια της καλλιτεχνικής ψυχής της και να προετοιμαστεί για μια ακόμα τρομερά επιτυχημένη περιοδεία με το φημισμένο στα πέρατα της γης θίασό της. Φεύγει σε δυο μέρες, και με το καλό να την ξεφορτωθούμε. Τον καημένο τον Σίριλ. Από τη μια θέλει να τη δει να φεύγει, κι από την άλλη την εκλιπαρεί να μείνει. Είναι... δύσκολο να το βλέπεις». «Ρετζίνα, αρχίσατε χωρίς εμένα!» τη μάλωσε η Τσέλσι καθώς ερχόταν


να καθίσει μαζί τους. Πήρε τη θέση της και χαμογέλασε στην Τες. «Μόλις είδα τον Τζακ στο διάδρομο –πάει πάνω, στα παιδικά διαμερίσματα– και του είπα ότι εμείς οι κυρίες θα καθίσουμε λίγο να γνωριστούμε και να τα πούμε, πριν από το δείπνο. Φάνηκε απολύτως τρομοκρατημένος. Δεν το βρίσκεις υπέροχο;» Η Τες κάθισε πιο άνετα στη δική της πολυθρόνα, τολμώντας να βγάλει τα παπούτσια της και ν’ ανεβάσει τα πόδια της στο κάθισμα. Ανησυχούσε για τη γνωριμία της μ’ αυτές τις γυναίκες, ανησυχούσε για ένα σωρό πράγματα που συνδέονταν με το Μπλάκθορν, περισσότερο απ’ όλα, όμως, ανησυχούσε για τη συνάντησή της με την Τσέλσι και τη Ρετζίνα. Ποτέ της δεν είχε φίλες, μόνο τον αδελφό της για συντροφιά, και η απομόνωση των τεσσάρων τελευταίων χρόνων στο σπίτι του πατέρα της ήταν σχεδόν ακραία. Δεν ήξερε τι να περιμένει, ή πώς θα περίμεναν οι άλλοι να φερθεί –στο κάτω κάτω, στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά η ερωμένη του Τζακ, η ανύπαντρη μητέρα του παιδιού του. Αλλά να που, μόλις μία ώρα μετά από την άφιξή της, απολάμβανε ήδη το θερμό και πολύ γνήσιο καλωσόρισμα που της είχε προσφερθεί, διερωτώμενη τι στην ευχή την είχε πιάσει κι ανησυχούσε τόσο. «Ο Τζακ τρομοκρατημένος; Ω, ναι», είπε η Τες καθώς μια υπηρέτρια έμπαινε στο δωμάτιο, τρεκλίζοντας σχεδόν από το βάρος ενός παραφορτωμένου δίσκου. «Πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό το βρίσκω πραγματικά υπέροχο!» *** «Γεια σου, μητέρα». Κάτω από την κάλυψη των δέντρων, ο Τζακ παρακολουθούσε εδώ και κάμποση ώρα τη μητέρα του να ποζάρει στον κήπο της αγροικίας της με την αχυρένια σκεπή. Αγροικία την αποκαλούσε μόνο η ίδια, αφού ο χαρακτηρισμός ήταν γελοίος, όσο γελοίο ήταν και το σπίτι που είχε πείσει τον Σίριλ να της φτιάξει μέσα στο κτήμα. Το σπίτι της Άντελεϊντ ήταν αγροικία όσο και η Σερπεντάιν στο Χάιντ Παρκ ήταν λίμνη –


υπερβολικά τέλεια για να είναι φυσική, αληθινή. Το σπίτι αντιπροσώπευε περισσότερο την εξιδανικευμένη αντίληψη κάποιου για τις αγροικίες, παρά τα αληθινά αγροτόσπιτα. Ήταν λες και είχε φτιαχτεί για τη σκηνή. Όπως και η Άντελεϊντ. Ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα, με ωραίες καμπύλες, αλλά με τόσο λεπτά κόκαλα που να θυμίζουν πουλί, γεμάτα αέρα, όπως ήταν κι εκείνη γεμάτη αέρα –ανάλαφρη, εύθραυστη, αλλά με τεράστια γαλάζια μάτια, στο χρώμα του άνθους του καλαμποκιού, που έδιναν την εντύπωση ότι γέμιζαν ολόκληρο το πρόσωπό της. Δεν περπατούσε. Πετούσε. Δε μιλούσε: κάθε φορά που καταδεχόταν ν’ ανοίξει το σαν σφιχτό μπουμπούκι στόμα της ένα γλυκό τραγούδι ξεχυνόταν από μέσα. Το δέρμα της ήταν σαν κρέμα, το χαμόγελό της λαμπρό σαν τον ήλιο, το γέλιο της έκανε τους αγγέλους να κλαίνε από ζήλια. Κάποτε, ο Τζακ τη θεωρούσε το ωραιότερο πλάσμα του κόσμου. Τώρα; Τώρα τη θεωρούσε απλώς ένα πλάσμα. Ένα παράξενο, περίπλοκο πλάσμα, τέλειο από τόσο πολλές απόψεις, αν εξαιρούσε κανείς την έλλειψη καρδιάς. Η Άντελεϊντ δε φρόντιζε τον κήπο της. Ποτέ της δε θα λέρωνε τα χέρια της ή δε θα κούραζε τον εαυτό της μ’ αυτό τον τρόπο. Αυτό που έκανε ήταν ποζάρει σ’ έναν κήπο φροντισμένο από κάποιους άλλους. Κουβαλούσε ένα καλάθι, ενώ κάποιος άλλος έκοβε για λογαριασμό της τα άνθη. Κάποιες φορές έβγαινε κρατώντας μια γκλίτσα της βοσκοπούλας, μια μαγκούρα διακοσμημένη μ’ ένα τεράστιο κίτρινο φιόγκο, και παρακολουθούσε όσο κάποιος άλλος ανάγκαζε ένα αρνί ν’ αρχίσει να τρέχει, όπως η Άντελεϊντ υπέθετε ότι έκαναν τα αρνιά. Φώναζε κοντά της τα παιδιά της, τα έπνιγε στα φιλιά, τα έσφιγγε στον αρωματισμένο κόρφο της, διακήρυττε τη μεγάλη της αγάπη γι’ αυτά, κι ύστερα τα έδιωχνε αν τολμούσαν να συμπεριφερθούν όπως όλα τα υγιή αγόρια. Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή... Όσο ο Τζακ έστεκε εκεί παρακολουθώντας την, η Άντελεϊντ είχε λύσει


τον τεράστιο φιόγκο του ψάθινου μπονέ της και είχε τινάξει τα μακριά ως τη μέση ξανθά μαλλιά της. Τα μαλλιά της ήταν πάντα τόσο ξανθά που να φαντάζουν σχεδόν άσπρα, τώρα όμως φαίνονταν περισσότερο άσπρα παρά ξανθά. Καλά θα έκανε να μην κυκλοφορεί με το κεφάλι της ακάλυπτο τις φωτεινές μέρες, γιατί το φως του ήλιου αποκάλυπτε το πέρασμα του χρόνου στα μαλλιά της όπως αυτό αποτυπωνόταν και στο πρόσωπό της. Παρ’ όλ’ αυτά, ήταν σχεδόν όπως τη θυμόταν ο Τζακ την τελευταία φορά που την είχε δει, πριν από μια ολόκληρη δεκαετία. Είχε γείρει το κεφάλι της στη μια μεριά και χτένιζε τα μαλλιά της με τα δάχτυλά της, σπρώχνοντάς τα μακριά από το καρδιόσχημο πρόσωπό της, προσπαθώντας ίσως να τα ξανοίξει με τον ήλιο. Ήταν μια εικόνα βγαλμένη από πίνακα, μια εικόνα που κάθε ζωγράφος λαχταρούσε ν’ αποτυπώσει στον καμβά του. Φοβού τα ξανθά της μαλλιά, γιατί η μαγεία των χρυσών της βοστρύχων είναι απαράμιλλη, κι αν τους τυλίξει στο λαιμό ενός νέου άνδρα, θα τον κρατήσει αιχμάλωτό της για πάντα. Ο Τζακ έστριψε το δαχτυλίδι στο δείκτη του, διερωτώμενος για μία ακόμα φορά γιατί εξακολουθούσε να το φοράει. Δεν το χρειαζόταν για να του θυμίζει ποιος ήταν, τι ήταν. Αυτό του το είχε ξεκαθαρίσει πέρα από κάθε αμφιβολία εκείνο το τελευταίο βράδυ, όταν του είχε μιλήσει για τον πατέρα του. Το ληστή των δρόμων που είχε πεθάνει στην αγχόνη πριν από χρόνια. Τον Τσιγγάνο, που είχε εντοπιστεί για τελευταία φορά να ανηφορίζει καλπάζοντας τους λόφους της έπαυλης Φοντενό, πριν από λίγες μόλις μέρες. «Τζακ!» αναφωνούσε τώρα, γυρίζοντας πάνω στο περίτεχνα διακοσμημένο παγκάκι από χυτοσίδηρο, μαζεύοντας με επιδεξιότητα τα μαλλιά της ψηλά και στερεώνοντάς τα με μια μακριά φουρκέτα. «Από την τελευταία φορά που σε είδα, αγαπητέ μου, παρατηρώ ότι εξαφάνισες επιτυχώς και τα τελευταία ίχνη αξιοπρέπειας που διατηρούσες. Νομίζω ότι σου το ξεκαθάρισα, αγαπημένο μου παιδί: δεν ανήκεις ε-


δώ. Υποβιβάζεις τον εαυτό σου επιστρέφοντας έρπην στον Σίριλ, ο οποίος παραείναι κύριος για να σε διώξει. Κι εγώ που νόμιζα ότι νοιαζόσουν γι’ αυτόν... Προφανώς, σκλήρυνες με τα χρόνια». Ο Τζακ άνοιξε την πόρτα του άσπρου φράχτη, μπήκε στον κήπο, κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. «Είμαι γιος του πατέρα μου», είπε καθώς την πλησίαζε και καθόταν δίπλα της. «Χάρη σ’ εσένα. Έγινα ο ρόλος που μου ανέθεσες. Για την ακρίβεια, είμαι αναθεματισμένα τυχερός που ζω ακόμα. Για κάμποσα χρόνια, ξέρεις, έπαιζα τη ζωή μου κορόνα-γράμματα προσπαθώντας ν’ ακολουθήσω τα βήματα του πατέρα μου». Τα μάτια της Άντελεϊντ άνοιξαν διάπλατα. «Μη μου πεις ότι έγινες ληστής των δρόμων! Ω Τζακ, δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Κάθε άλλο! Συμφώνησες όμως κι εσύ ότι ανήκες εδώ. Ήσουν πάντα τόσο ζωντανός, με τέτοια όρεξη για ζωή! Όχι όπως ο βαρετός, υπεύθυνος Μπο ή ο υπερβολικά χαζοχαρούμενος Πουκ. Εσύ ήσουν γεννημένος για την περιπέτεια, Τζακ! Δεν άντεχα να σε βλέπω να πνίγεσαι εδώ, ξένος σ’ αυτό το σπίτι. Έπρεπε ν’ ανοίξεις τα φτερά σου, Τζακ, να πετάξεις ελεύθερος!» «Έπρεπε να εξαφανιστώ από δω, για να μην είμαι η διαρκής υπενθύμιση της προδοσίας σου σ’ έναν καλό, παρ’ ότι παραπλανημένο, άντρα ο οποίος είχε αρχίσει τελικά να σε βλέπει όπως πραγματικά είσαι. Το ήξερα τότε, το ξέρω και τώρα. Δεν μπορούμε τουλάχιστον να είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας, μητέρα;» Το κεφάλι του τινάχτηκε προς τ’ αριστερά καθώς η παλάμη της ερχόταν σε σφοδρή σύγκρουση με το μάγουλό του. «Πώς τολμάς! Θρασύτατε μπάσταρδε! Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι! Είμαι μητέρα σου!» «Όχι. Είσαι μια καταραμένη πόρνη, Άντελεϊντ, και ο χρόνος σου μόλις τελείωσε. Είναι αναπόφευκτο, όταν το μόνο που έχει κανείς είναι η ομορφιά του». Ο Τζακ σηκώθηκε, ορθώθηκε από πάνω της και την κατακεραύνωσε με το βλέμμα, διερωτώμενος πότε θα ένιωθε εξα-


γριωμένος – κανονικά, έπρεπε ήδη να νιώθει έτσι. «Και θα πάψεις να κάνεις μούτρα σαν κανένα χαζόπαιδο. Απόψε, θα παρουσιαστείς στο τραπέζι. Θα γνωρίσεις την Τες, και θα φερθείς πολιτισμένα. Σ’ εκείνη. Σ’ εμένα. Κι ύστερα, αύριο, θα εξαφανιστείς». «Τολμάς να μου πεις να φύγω;» «Θα προτιμούσες να πω στον Σίριλ ποιον είδα μόλις πριν από λίγες μέρες;» Ο Τζακ έσκυψε κοντά στ’ αυτί της. «Τον είδα, Άντελεϊντ. Είδα τον Αντρέας. Είδα τον πατέρα μου». «Όχι, όχι, αδύνατον! Κάνεις λάθος, Τζακ. Άκουσέ με!» Τον άρπαξε απ’ τους ώμους, με τα νύχια της να χώνονται βαθιά στη σάρκα του. «Είναι νεκρός. Τον κρέμασαν. Είναι νεκρός!» «Ω μητέρα, αυτή ήταν η εντελώς λάθος απάντηση. Θα έπρεπε να με είχες κοιτάξει απορημένη, με γνήσια σύγχυση αποτυπωμένη στο εύθραυστο πρόσωπό σου. Αντρέας; Ποιος είναι αυτός ο Αντρέας; Δεν το ξέρω το όνομα». «Ε, ναι, βέβαια, φυσικά. Δεν κατάλαβα ότι ανέφερες όνομα. Με... με ξάφνιασες. Ήσουν τόσο απότομος. Με τρόμαξες. Εγώ... εγώ...» Ο Τζακ ακούμπησε τα χέρια του στα δικά της και τα τράβηξε μάλλον απότομα απ’ τους ώμους της. «Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που δεν κατάφερες ούτε απέξω απ’ το Κόβεντ Γκάρντεν να περάσεις. Είσαι πολύ κακή ηθοποιός. Σχεδόν ντροπιαστικά κακή. Υποθέτω ότι πρέπει να είσαι πολύ... επινοητική στο κρεβάτι. Όχι ότι ο Σίριλ φαίνεται να νοιάζεται πια γι’ αυτό –έτσι δεν είναι; Και ο Αντρέας πολύ περισσότερο, βέβαια». «Είσαι ένα σκουπίδι», έφτυσε μέσ’ απ’ τα δόντια της. Ξαφνικά, το πρόσωπό της ήταν πραγματικά άσχημο, λες και το μέσα της είχε βγει για εκείνη μόνο τη στιγμή έξω. «Κι εσύ δεν είσαι πλέον ευπρόσδεκτη στο Μπλάκθορν. Εδώ και πολύ καιρό... περίπου δέκα χρόνια. Απόψε θα φάμε όλοι μαζί, Άντελεϊντ, κι εσύ θα φερθείς άψογα. Μπορείς να αποσυρθείς ευγενικά στην αγροικία σου πριν σερβιριστεί το τσάι, αφού θα θέλεις να ετοιμα-


στείς για την αυριανή αναχώρησή σου. Όλοι θα πιστέψουν ότι απλώς επέστρεψες στο θίασό σου. Εσύ κι εγώ όμως θα ξέρουμε την αλήθεια. Δε θα ξαναγυρίσεις ποτέ εδώ. Δεν είσαι ευπρόσδεκτη. Αντίθετα, και παρ’ όλα όσα ήθελες ανέκαθεν να πιστεύεις, εγώ είμαι». «Έπρεπε να σε είχα πνίξει όταν κατάλαβα ότι ήσουν δικός του», είπε όταν ο Τζακ της γύρισε την πλάτη. «Μαύρε μπάσταρδε». Ο Τζακ συνέχισε να βαδίζει, διερωτώμενος πότε θα πρόσεχε το δαχτυλίδι με τον όνυχα που της είχε αφήσει στον πάγκο δίπλα της.


Κεφάλαιο 19 Η Τες έστεκε μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη και σκεφτόταν πόσο πολύ θα ήθελε να είχε μερικά φορέματα ακόμα. Πόσο πολύ θα ήθελε να είχε λιγότερο ατίθαση χαίτη, μαλλιά που θα ήταν πιο λεία, πιο σοφιστικέ, ή ότι τέλος πάντων ήταν αυτό που ολοφάνερα τα δικά της μαλλιά δεν είχαν, αφού, πέντε μόλις λεπτά αφότου η υπηρέτρια είχε τελειώσει μ’ αυτά, αρκετές τούφες είχαν ήδη ξεφύγει από τις φουρκέτες τους. Πόσο πολύ θα ήθελε να μην ήταν τόσο ψηλή, να είχε περισσότερες καμπύλες ή, έστω, πιο πλούσιο μπούστο. Η Ρετζίνα είχε υπέροχο μπούστο. Η Τσέλσι είχε το πιο γοητευτικό χαμόγελο. Το μόνο που είχε εκείνη, κατέληξε μέσα της η Τες, ήταν μια αρκετά καλή μύτη. Ίσως. Τι θα σκεφτόταν ο μαρκήσιος για κείνη; Και τι θα σκεφτόταν εκείνη για το μαρκήσιο; Τι μπορούσε να του πει; Πώς θα τη σύστηνε ο Τζακ; Εξοχότατε, σας παρουσιάζω τη μητέρα του παιδιού μου; Η Τες γύρισε τα μάτια της στο ταβάνι. Όχι, ο Τζακ δε θα έκανε κάτι τέτοιο. Όχι δηλαδή πως η ιδιότητα δεν ήταν προφανής. Στο κάτω κάτω, ο Ζακ ήταν επάνω, στα παιδικά διαμερίσματα. Ο Ζακ ο οποίος αποκαλούσε το μαρκήσιο παππού. Τι είδους άνθρωπος ήταν ο Σίριλ; Είχε αναγνωρίσει τους μπάσταρδους γιους του, και τώρα αναγνώριζε και τον μπάσταρδο του μπάσταρδού του. Ήταν ακριβώς όπως το είχε πει η Ρετζίνα: τούτο εδώ το σπιτικό ήταν πράγματι πολύ παράξενο. Το απόγευμα είχε περάσει υπέροχα, χάρη στην Τσέλσι και τη Ρετζίνα. Η συζήτησή τους είχε κυλήσει πότε ξεκαρδιστικά αστεία και πότε απίστευτα λυπημένη, καλύπτοντας τα πάντα: από τις προσωπικές τους ιστορίες –οι οποίες, επίσης, ήταν πότε ξεκαρδιστικές και πότε απίστευτα οδυνηρές– μέχρι τα όσα ήξεραν για το περίπλοκο θέμα της αείμνηστης συζύγου του μαρκήσιου, της Άμπιγκεϊλ, και της αδελφής


της, της Άντελεϊντ. Ο Μπο και η Τσέλσι είχαν το δικό τους κτήμα, σε απόσταση μικρότερη των δέκα μιλίων από το Μπλάκθορν, δωρεά από το μαρκήσιο, ο οποίος είχε επίσης μεταβιβάσει ένα ακόμα τέτοιο ακίνητο στον Πουκ, που, θεωρητικά, είχε πλέον αφοσιωθεί στη μελέτη μιας δραστηριότητας την οποία ο ίδιος αποκαλούσε εκτροφή ζώων. Τώρα βρίσκονταν στο Μπλάκθορν επειδή ο Τζακ είχε υποσχεθεί ότι θα ερχόταν για να μιλήσουν όλοι μαζί με το μαρκήσιο, κάτι που ο τελευταίος ζητούσε να γίνει εδώ και παραπάνω από χρόνο, λίγο μετά από το θάνατο της συζύγου του. Οι καινούριες φίλες της ήταν σίγουρες ότι, πολύ σύντομα, και ο Τζακ θα γινόταν κτηματίας, χάρη στον «πατέρα» του. Η Τες, όμως, αμφέβαλλε. Ο Τζακ παραήταν περήφανος, και πεισματάρης, για να δεχτεί το οτιδήποτε από τον άνθρωπο που δεν ήταν πατέρας του. Καλύτερα να κοιμόταν στα πάρκα. Η Τες ήθελε να πιστεύει ότι ο Τζακ θα υποχωρούσε όσο χρειαζόταν για να επιτρέψει στο μαρκήσιο να καθησυχάσει τη συνείδησή του, ή ότι άλλο ένιωθε ο ηλικιωμένος άνδρας την ανάγκη να κάνει, παίρνοντας υπόψη του το γεγονός ότι τώρα είχε ένα παιδί να μεγαλώσει. Ήθελε να το πιστεύει, κατά βάθος όμως δεν έτρεφε μεγάλες προσδοκίες. Στο μόνο που μπορούσε η Τες να ελπίζει ήταν ότι, όταν ο Τζακ αρνούνταν την προσφορά του μαρκήσιου, θα το έκανε με ευγένεια. Κι έπειτα, ήταν και η μητέρα του. Τίποτα απ’ όσα είπαν η Ρετζίνα και η Τσέλσι δεν μπόρεσαν να κάνουν την Τες να αισθανθεί γι’ αυτή τη γυναίκα κάτι περισσότερο από απόλυτη περιφρόνηση. Απλώς, ευχόταν να κατάφερνε να κρατηθεί στα όρια της ευπρέπειας όταν τη συναντούσε από κοντά. Όχι, η Τες δεν ανυπομονούσε να κατέβει για το δείπνο. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο της γκαρνταρόμπας που επικοινωνούσε με την κρεβατοκάμαρα, και η Τες στράφηκε προς την πηγή του ήχου για να δει τον Τζακ να μπαίνει μέ-


σα, με βραδινή, επίσημη αμφίεση. Ήταν τόσο όμορφος, τόσο τζέντλεμαν. Ή μάλλον θα ήταν, αν κατάφερνε να διώξει αυτή τη βλοσυρή έκφραση από το πρόσωπό του. «Έτοιμα κι ανασκουμπωμένα τα μανίκια;» τη ρώτησε πλησιάζοντάς την. «Τα δικά σου ή τα δικά μου;» του αντιγύρισε, στρώνοντας νευρικά τα μαλλιά της. «Τουλάχιστον εσύ είσαι ντυμένος ωραία. Εγώ έχω τα χάλια μου». «Αλήθεια; Και πού ακριβώς είναι αυτά τα χάλια;» Ο Τζακ έκανε μια ολόκληρη στροφή γύρω της κι ύστερα στάθηκε μπροστά της, έβαλε τα χέρια στους ώμους της και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Δεν τα βλέπω πουθενά. Είσαι πανέμορφη. Και υπερβολικά καλή για μένα –αυτό είναι ολοφάνερο. Αυτό που θέλω να κάνω κάθε φορά που σε βλέπω είναι να λύσω τα μαλλιά σου και να χώσω το πρόσωπό μου μέσα τους. Γιατί λες να θέλω να το κάνω αυτό;» Η Τες γύρισε τα μάτια της στο ταβάνι και στράφηκε ξανά προς τον καθρέφτη. «Είναι σαν να το έχεις ήδη κάνει», παραπονέθηκε σκυθρωπά. «Η τουαλέτα μου είναι τριών χρόνων παλιά, με εντελώς λάθος χρώμα. Υποτίθεται ότι θα ταίριαζε με τα μάτια μου, αλλά κάθε άλλο παρά έτσι είναι». Σήκωσε το χέρι και το ακούμπησε στο γυμνό λαιμό της. «Ένας ολόκληρος θησαυρός από κοσμήματα μούχλιαζε στο υπόγειο του σπιτιού μου τόσα χρόνια, κι εγώ να μην έχω ούτε ένα μαργαριταρένιο κολιέ. Με μικρά μαργαριτάρια». «Έχεις αυτό», είπε ο Τζακ βγάζοντας από την τσέπη του το μενταγιόν της. «Το μενταγιόν μου! Νόμιζα ότι το έχασα. Πού το βρήκες;» Ο Τζακ της έκανε νόημα να γυρίσει κι ύστερα πέρασε το μενταγιόν στο λαιμό της και το κούμπωσε στον αυχένα της. «Στο χώμα, μπροστά στην αποθήκη των τροφίμων. Η αλυσίδα είχε σπάσει, χάρη στον Τσιγγάνο και στον τρόπο που σε μεταχειρίστηκε εκείνο το βράδυ. Έδωσα να την αλλάξουν όσο ήμασταν στο Λονδίνο».


Το κάτω χείλος της Τες έτρεμε καθώς ανέβαζε το χέρι της κι έσφιγγε για μια στιγμή στην παλάμη της το μενταγιόν. Αμέσως μετά, το άφησε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη: αυτή η αλυσίδα ήταν πιο μακριά, κάνοντας το μενταγιόν να πέφτει χαριτωμένα λίγο κάτω από το ντεκολτέ του φορέματός της. «Το... το άνοιξες;» «Το άνοιξα. Η μητέρα σου ήταν πολύ όμορφη γυναίκα. Ο Ρενέ της έμοιαζε». Η Τες έφερε το μενταγιόν στα χείλη της και το φίλησε. «Δεν ξέρεις τι χαρά μου έδωσες –αυτό το μενταγιόν σημαίνει για μένα πολλά. Ήταν το πρώτο δώρο σου, και τώρα μου το χαρίζεις ξανά. Σ’ ευχαριστώ, Τζακ». Ο Τζακ έσυρε το ακροδάχτυλό του στο μάγουλό της, και το χάδι του έκανε την καρδιά της να χτυπήσει πιο δυνατά. «Θεώρησέ το σαν ασπίδα σου στη μάχη. Κάπως έτσι δε νιώθεις, Τες; Ότι πηγαίνεις στη μάχη;» Χαμήλωσε το βλέμμα της. «Τόσο πολύ φαίνεται;» «Αφού δε σε έχω ξανακούσει ποτέ ν’ ανησυχείς για το φόρεμα ή την εμφάνισή σου, ναι, φαίνεται. Δε δαγκώνουν, ξέρεις, κανείς τους δε δαγκώνει. Ε, εντάξει, εκτός ίσως από τη μητέρα μου, αλλά για να σιγουρευτούμε γι’ αυτό θα πρέπει να ρωτήσουμε τον Σίριλ». «Τζακ!» Η Τες τον χτύπησε χαϊδευτικά στο στέρνο διαμαρτυρόμενη για το σχόλιό του, κι εκείνος την τράβηξε στην αγκαλιά του και ανασήκωσε το πιγούνι της προς το μέρος του. «Η Άντελεϊντ θα φύγει αύριο, με διαταγή μου, και δε θα ξαναγυρίσει ποτέ». «Με διαταγή σου; Και γιατί να την υπακούσει; Για όνομα του Θεού, Τζακ, τι πήγες κι έκανες; Πόση αναστάτωση μπορείς να φέρεις μέσα σ’ ένα μήνα, αν φέρνεις τα πάνω κάτω μέσα σ’ ένα απόγευμα; Το ξέρει ο μαρκήσιος;» «Όχι, και αυτό ακριβώς ήταν το ζητούμενο. Άφησα να εννοηθεί ότι αν δε φύγει, θα μιλήσω στον Σίριλ για τον Αντρέας. Μπλόφαρα, αυτό


το παραδέχομαι, διακινδυνεύοντας όπως σε κάθε μπλόφα. Κι αυτό γιατί θα μπορούσε να μιλήσει η ίδια στον Σίριλ για τον εραστή της, αλλά να του ζητήσει μετά να τη συγχωρήσει, διαβεβαιώνοντάς τον ότι έτσι κι αλλιώς ο Αντρέας έχει πεθάνει. Αν έκανε κάτι τέτοιο, όμως, αν δηλαδή ο Σίριλ μάθαινε ότι του είχε ξαναπεί ψέματα, αμφιβάλλω ότι θα εξακολουθούσε να χρηματοδοτεί το θίασό της. Κι έτσι, η μπλόφα έπιασε». «Έξυπνο. Και φαίνεσαι πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό σου. Δε νομίζω ότι μ’ αρέσει αυτό». «Τότε, θα σου αρέσει ακόμα λιγότερο αυτό που θα σου πω. Θα την ακολουθήσω όταν φύγει, Τες. Είμαι σίγουρος ότι θα πάει κατευθείαν στον Αντρέας για να μάθει τι συνέβη. Η μητέρα μου είναι έξυπνη με τον τρόπο της, κανείς όμως δεν την κατηγόρησε ποτέ για υπερβολική ευφυΐα. Και τώρα, πριν αρχίσεις να μου αραδιάζεις όλους τους λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να το κάνω, επίτρεψέ μου να σου υπενθυμίσω άλλη μια φορά ότι ο Τσιγγάνος σκότωσε τον Ρενέ. Δεν είναι πατέρας μου. Αν είχα ποτέ μου πατέρα, αυτός είναι ο άνθρωπος που μας περιμένει κάτω, και στον οποίο φοβάμαι ότι φέρθηκα πολύ άσχημα. Ο Αντρέας δεν είναι για μένα τίποτα παραπάνω από έναν εγκληματία που σύντομα θα βρεθεί υπόλογος ενώπιον της Δικαιοσύνης. Δεν μπορώ απλώς να γυρίσω την πλάτη μου, Τες. Δε γίνεται. Κάποιοι λογαριασμοί πρέπει να κλείνουν, και η υπόθεση του Τσιγγάνου είναι ένας από αυτούς». Η Τες άρχισε να ασχολείται με το λαιμοδέτη του Τζακ, κτητικά, προστατευτικά, γελοιωδώς προστατευτικά, λες και μπορούσε να έχει έλεγχο πάνω στην προσωπική του ασφάλεια. «Ξέρω... Μερικές φορές πρέπει να κλείνουμε τους λογαριασμούς μας με το παρελθόν πριν μπορέσουμε να προχωρήσουμε στο μέλλον. Νομίζω ότι ανέκαθεν το ήξερα αυτό, ακόμα κι όταν προσπαθούσα βλακωδώς να προσποιηθώ ότι θα μπορούσαμε απλώς να το... ξεχάσουμε». «Υπάρχει κι άλλος ένας λόγος, εγωιστικός αυτός. Αν μπορέσω –όταν


μπορέσω να παραδώσω τον Τσιγγάνο, ο Λίβερπουλ θα αισθανθεί ότι ένα κεφάλαιο έχει επιτέλους κλείσει. Ο Σιντζόν δεν υπάρχει πια. Ο Τσιγγάνος θα γνωρίσει την κρεμάλα για τα εγκλήματά του. Ο πόλεμος τελείωσε, κι ο ίδιος έχει τώρα περισσότερους παρακεντέδες απ’ όσους χρειάζεται για τους σκοπούς του –εμένα δε με χρειάζεται πια. Μπορώ να παραιτηθώ από τις υπηρεσίες του, Τες, ελπίζοντας ότι δε θα χρειάζεται να φυλάω τα νώτα μου. Ο Γουίλ σχεδόν με έπεισε ότι μπορούμε να παραιτηθούμε χωρίς συνέπειες, ο Χένρι όμως είχε ανέκαθεν αντίθετη γνώμη. Ίσως να μην είναι αρκετή ούτε η παράδοση του Τσιγγάνου στα χέρια του Λίβερπουλ. Ίσως το καλύτερο απ’ όλα θα ήταν απλώς να εξαφανιστώ». Η Τες τραβήχτηκε από την αγκαλιά του. «Αυτό σχεδιάζεις να κάνεις όταν τελειώσει τούτο εδώ; Να εξαφανιστείς;» «Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω πριν μιλήσω με τον Λίβερπουλ. Αν με διαβεβαιώσει ότι οι υπηρεσίες μου ήταν ανεκτίμητες, με ευχαριστήσει γι’ αυτές, κι ύστερα μου ευχηθεί καλή επιτυχία στις μελλοντικές δραστηριότητές μου;» «Τότε θα μείνεις;» Ο Τζακ χαμογέλασε. «Διάβολε, όχι! Θα γίνω καπνός, γνωρίζοντας ότι μου έχει πουλήσει τα μεγαλύτερα φούμαρα», είπε, για να σοβαρέψει αμέσως μετά. «Έζησα πολλά χρόνια, Τες, μονάχα με ότι κατέβαζε το μυαλό μου. Ξέρω όμως ότι αυτή δεν είναι ζωή για μια γυναίκα, ένα παιδί. Το καταλαβαίνεις αυτό, έτσι δεν είναι; Δεν μπορώ να ζητήσω κάτι τέτοιο, ούτε από σένα ούτε από τον Ζακ. Δεν...» «Νι, ναι, κατάλαβα. Δεν μπορείς να το κάνεις», είπε η Τες διακόπτοντάς τον. «Μερικοί όμως θα μπορούσαν. Απλώς εσύ δεν μπορείς. Εξακολουθείς να μην καταλαβαίνεις –έτσι, Τζακ; Να μην καταλαβαίνεις ότι αξίζεις τους μπελάδες που δημιουργείς. Γιατί δημιουργείς μπελάδες, αυτό είναι σίγουρο. Είσαι αλαζόνας, και περήφανος, και πεισματάρης, και παρ’ όλ’ αυτά σκέφτεσαι ότι είσαι άχρηστος επειδή ο πατέρας σου είναι κλέφτης και δολοφόνος και κατά πάσα πιθανότητα προ-


δότης, και η μητέρα σου είναι... Τι είναι η μητέρα σου, Τζακ; Τι λες, μήπως να κατέβουμε να μάθουμε;» «Ω Θεέ μου, Τες, περίμενε, ανάθεμά με, περίμενε μισό λεπτό. Δεν καταλαβαίνεις. Πρέπει να μιλήσουμε». «Όχι», του είπε, αρπάζοντας το σάλι της, με την καρδιά της να χτυπάει τόσο δυνατά, που να πονάει το στέρνο της. «Ας μη μιλήσουμε. Α, κι όταν θα την ακολουθήσεις αύριο, όταν βρεθείς αντιμέτωπος με τον Τσιγγάνο, μη νομίζεις ότι θα είσαι μόνος σου. Κι εγώ παλεύω για το μέλλον μου, για το δικό μου και για το μέλλον του γιου μας –με ή χωρίς εσένα». «Είσαι η πιο πεισματάρα γυναίκα που γνώρισα ποτέ». «Τουλάχιστον έχω έναν καλό λόγο γι’ αυτό: έχω να κάνω μ’ εσένα». Η Τες κατέβαινε σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες, με τον Τζακ να την ακολουθεί, όταν η τύχη έφερε μπροστά της τον τρίτο υιό Μπλάκθορν, τον Μπο, ο οποίος υποκλίθηκε, συστήθηκε, κι έπειτα της πρόσφερε το μπράτσο του και συνέχισε να κατεβαίνει μαζί της τις σκάλες, κοιτάζοντας μονάχα μια φορά πίσω, τον Τζακ, αλλά ακουμπώντας μετά την παλάμη του στο χέρι της και χτυπώντας το καθησυχαστικά, σαν να της έλεγε: Μην ανησυχείς, είμαστε συνηθισμένοι στα ξεσπάσματά του. Θα σε προστατεύσω εγώ από το δράκο. Παγιδευμένη ανάμεσα στο θυμό και την απελπισία –με το θυμό σαφώς να υπερτερεί–, η Τες ξέχασε να είναι νευρική όταν τη σύστησαν στο μαρκήσιο, ο οποίος της ζήτησε συγνώμη που δε σηκώθηκε με την είσοδό της στο δωμάτιο, δείχνοντάς της με νόημα το μπαστούνι που ήταν στηριγμένο στην άκρη του καναπέ. Ήταν ωραίος άντρας, αν και κάτι, κάποιος πόνος, σωματικός ή άλλος, είχε χαράξει βαθιές κάθετες γραμμές στις γωνιές των χειλιών του. Τα μαλλιά του ήταν άσπρα, η Τες όμως μπορούσε να τα φανταστεί τόσο ξανθά όσο και αυτά των δύο γιών του, οι οποίοι του έμοιαζαν πάρα πολύ. Ο Τζακ ήταν τόσο διαφορετικός και από τους τρεις τους, που μόνο ένας ανεγκέφαλος θα πίστευε ότι ήταν γέννημα του μαρκήσιου. Η Τες έφερε στο νου της έναν μικρό Τζακ, να κοιτάζεται με τις ώρες


στον καθρέφτη, προσπαθώντας να ξεδιαλύνει το μυστήριο, παλεύοντας να βρει κάποια ομοιότητα με τον άνθρωπο που αποκαλούσε μπαμπά. Ήταν παράξενο· ακόμα κι όταν της ερχόταν να στραγγαλίσει τον Τζακ, η καρδιά της πονούσε γι’ αυτόν. Η Τες έκανε την υπόκλισή της στο μαρκήσιο, του πρόσφερε το χέρι της, κι εκείνος το πήρε και το έσφιξε με μια ανεπαίσθητη κλίση του κεφαλιού. «Ο γιος σου είναι ένας άγγελος, αγαπητή μου. Σ’ ευχαριστώ πολύ που εμπιστεύθηκες τη φροντίδα του σ’ εμένα, για όσο χρειαστεί. Σε βεβαιώ ότι αυτή η φροντίδα είναι μεγάλη ευχαρίστησή μου. Τζακ; Είδες τη μητέρα σου; Είμαι σίγουρος ότι ανυπομονεί να γνωρίσει αυτή τη θαυμάσια νεαρή κυρία». «Ναι, μιλήσαμε το απόγευμα, στον κήπο της», απάντησε ο Τζακ, δίνοντας στην Τες ένα ποτήρι κρασί και κάνοντάς της νόημα να καθίσει δίπλα στο μαρκήσιο. «Είμαι βέβαιος ότι απόψε θα έρθει να φάμε μαζί». Άραγε, είχε αναγνωρίσει κανείς άλλος τον υπαινιγμό στην απάντηση του Τζακ; Ο τόνος της φωνής του ήταν ήπιος, και τα λόγια του αρκετά αθώα, πίσω τους όμως έκρυβαν πολλά για όποιον έμπαινε στον κόπο να τα ακούσει πιο προσεκτικά. Ο μαρκήσιος δεν έδωσε καμία ένδειξη ότι είχε ακούσει πιο προσεκτικά τα λόγια του Τζακ, συνεχίζοντας τη συζήτηση που είχε αρχίσει με τον Πουκ και η οποία, κατά τα φαινόμενα, αφορούσε κάποιον ονόματι Τζέθρο Ταλ και μια πρόσφατη μελέτη του στο ζήτημα της γεωργοκτηνοτροφίας, η οποία φαινόταν να επικεντρώνεται σε κάποιες καινούριες αρχές αναφορικά με την βλάστηση και την άροση. Ο μαρκήσιος τελείωσε την ανάπτυξη του επιχειρήματός του δίνοντας το λόγο στην Τες. «Ναι», είπε ο Πουκ, κλείνοντας το μάτι στην Τες, «πρέπει να παραδεχτείς, όμως, ότι έχει περάσει πάνω από αιώνας από τότε που αρχίσαμε να σπέρνουμε και να οργώνουμε με τ’ άλογα. Αυτό που λέω λοιπόν είναι ότι έφτασε η ώρα της εξέλιξης, κι αυτό που οραματίζομαι για τη δουλειά στα χωράφια είναι ατμομηχανές, όμοιες μ’ αυτές που έκαναν διάσημο τον Τζέιμς Βατ, συμπεριλαμβανομένης της


ιδέας του χωριστού πυκνωτή, που πραγματικά είναι...» «... τόσο βαρετό θέμα συζήτησης όσο δεν μπορείς να διανοηθείς, άντρα μου», είπε η Ρετζίνα Μπλάκθορν πιάνοντάς τον απ’ το χέρι. «Έλα, Αγρότη Πουκ, και δώσε στην Τσέλσι τη γνώμη σου στο φλέγον θέμα της επιλογής ανάμεσα στη γκρο και στη σατέν κορδέλα για το καινούριο της μπονέ. Ελπίζω να θυμάσαι ακόμα την εποχή που σ’ ενδιέφεραν αυτά τα θέματα. Περισσότερο από τους τρόπους λίπανσης με κοπριά, θέλω να πω». Ο Πουκ κοντοστάθηκε για να στραφεί στην Τες: «Υπερβάλλει. Ποτέ δε μ’ ενδιέφεραν ιδιαίτερα οι κορδέλες για τα μπονέ. Άλλο βέβαια τα σακάκια και τα γιλέκια –γι’ αυτά μπορούσα να μιλάω για ώρες, και, μια που το ’φερε ο λόγος, ακόμα μπορώ. Τέτοια ντροπή δηλαδή». Η Τες γέλασε, όπως ήταν σίγουρη ότι έπρεπε να κάνει, μετά όμως, λες και η σκέψη της συνδεόταν άμεσα μ’ αυτή του Τζακ –πράγμα που μπορεί όντως να συνέβαινε, σκέφτηκε σχεδόν θλιμμένα–, βρέθηκε να κοιτάζει προς το μέρος του. Ο Τζακ ίσιωνε τον κορμό και έσφιγγε ανεπαίσθητα τους μυς του, σαν να ετοιμαζόταν να δεχτεί γροθιά στο στομάχι. «Ω, τι υπέροχη σκηνή οικογενειακής ευτυχίας! Όλοι μου οι αγαπημένοι και πάλι μαζί! Η καρδιά μου κυριολεκτικά ξεχειλίζει από χαρά!» Η Τες γύρισε να κοιτάξει την υπεύθυνη γι’ αυτές τις ανοησίες, οι οποίες είχαν διατυπωθεί με αισθησιακά βραχνή φωνή, μια φωνή που στόχο είχε την πρόκληση της συγκίνησης κάποιου ακροατηρίου. Η Άντελεϊντ –γιατί ποια άλλη θα μπορούσε να είναι αυτή η μικροκαμωμένη θεά;– είχε μόλις διαβεί το κατώφλι του δωματίου και τώρα έστεκε ποζάροντας εκεί, με το ένα λεπτεπίλεπτο χέρι της κάτω από το τέλειο πιγούνι της, με τα δάχτυλα της παλάμης ανοιχτά και στραμμένα προς το ακροατήριό της –γιατί τι άλλο θα μπορούσαν να είναι όλοι τους εκτός από ακροατήριό της. Το κεφάλι της ήταν ανεπαίσθητα γερτό, όσο ακριβώς χρειαζόταν για να αναδεικνύεται το εκπληκτικό και εξαιρετικά περίπλοκο χτένισμά της –οι ανασηκωμένες ξανθές μπούκλες


της μέσα στις οποίες φώλιαζαν διαμαντένιες καρφίτσες, με κατά πάσα πιθανότητα αληθινές πέτρες. Η τουαλέτα της είχε την υπέροχη απόχρωση του μπλε του μεσονυκτίου και διέθετε ένα αβυσσαλέο ντεκολτέ που συγκρατούσαν στη θέση του δύο φαρδιές τιράντες-μανίκια. Η μία από αυτές είχε πέσει εκθέτοντας στην κοινή θέα το λευκό σαν την κρέμα ώμο της –αν το... ατύχημα είχε συμβεί κατά λάθος ή σκόπιμα, μόνο μια άλλη γυναίκα μπορούσε να πει. Σίγουρα σκόπιμα, κατέληξε μέσα της η Τες, νιώθοντας απίστευτα άκομψη και άχρωμη. Όταν έγινε ηλίου φαεινότερο ότι όλα τα βλέμματα είχαν συγκεντρωθεί πάνω της, η Άντελεϊντ άνοιξε τη δαντελένια βεντάλια με το στέλεχος από ελεφαντόδοντο που κρεμόταν στον καρπό της, και την κούνησε κάτω από το τέλειο πιγούνι της, κάνοντας τις αιθέριες μπούκλες που δραπέτευαν έντεχνα από τον κότσο της να χορέψουν όλο χάρη. Εκείνη και το άρωμά της μπήκαν αέρινα στο δωμάτιο καθώς γιοι και σύζυγος σηκώνονταν σύσσωμοι για την υποδοχή, με τον Πουκ να σπεύδει να της φιλήσει το χέρι και να τη συγχαρεί ένθερμα για την εξασκημένη είσοδό της. Σχόλιο τη σημασία του οποίου ήταν ολοφάνερο ότι η μητέρα του δεν κατάλαβε γιατί, διαφορετικά, θα τον είχε χαστουκίσει αντί να χαζογελάει σαν κοριτσάκι προτείνοντάς του το μάγουλό της για ένα φιλί. Χαζογελούσε πολύ καλά, αυτό η Τες της το αναγνώριζε, την ίδια στιγμή που κατέληγε μέσα της, χωρίς ανάγκη για περαιτέρω αποδείξεις, ότι αυτή η γυναίκα δεν της άρεσε. Δεν της άρεσε καθόλου. Η Άντελεϊντ έπιασε με την άκρη του ματιού της τον Σίριλ κι έτρεξε προς το μέρος του με επιφωνήματα, παρακαλώντας τον να καθίσει. Μόλις ο μαρκήσιος το έκανε, έπεσε όλο χάρη στα πόδια του κι ακούμπησε το μάγουλό της στα γόνατά του. «Σίριλ γλυκέ μου, αγαπημένε μου χαζούλη! Πόσες φορές πρέπει να σου πω να μην κου-


ράζεσαι απλώς και μόνο επειδή εγώ έτυχε να μπω στο δωμάτιο; Σε πονάει πάλι το πόδι σου; Έπρεπε να είχες βάλει κάποιον να το σκοτώσει αυτό το άλογο, που σε πέταξε έτσι κάτω!» Κι ύστερα σήκωσε το κεφάλι κι έστρεψε προς την Τες τα τεράστια, εκ προμελέτης αθώα μάτια της, τα ανοιγόκλεισε δήθεν έκπληκτη και είπε: «Ω, καλησπέρα. Δεν σε πρόσεξα καν –αυτή η τουαλέτα είναι εντελώς ίδιο χρώμα με τον καναπέ! Η Τες είσαι, ε; Τι... γλυκιά». «Άντελεϊντ», προειδοποίησε χαμηλόφωνα ο μαρκήσιος. «Σίριλ;» Η Άντελεϊντ στράφηκε ξανά προς το μέρος του καθώς σηκωνόταν πάνω. «Θεέ μου, τι είπα; Σίγουρα όχι κάτι κακό. Αγαπητή μου; Δε φαντάζομαι να προσβλήθηκες;» ρώτησε ανοιγοκλείνοντας με δύναμη τα μάτια, σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «Ποτέ μου δε θα πρόσβαλα εσκεμμένα κάποιον. Απλώς, συνηθίζω να λέω ότι σκέφτομαι, πριν προλάβω να το ξανασκεφτώ. Έτσι δε λες πάντα ότι κάνω, Σίριλ, αγάπη μου; Και το φόρεμά της είναι ίδια απόχρωση με την ταπετσαρία του καναπέ –αυτό πρέπει να το παραδεχτείς. Όχι πως ο καναπές δεν είναι ωραίος». «Κρασί, μητέρα;» είπε ο Τζακ χώνοντάς της σχεδόν το ποτήρι στα μούτρα. Το χαμόγελο της Άντελεϊντ έμεινε στη θέση του. Για την ακρίβεια, φάνηκε να παγώνει στη θέση του καθώς έπιανε το ποτήρι, περνώντας στην άμυνα. «Α, και να ο αγαπημένος μου αλιτήριος! Ευχαριστώ, Τζακ. Βλέπω έμαθες τρόπους. Πάντα είχα αυτή την ελπίδα, ξέρεις». «Ο Τζακ μου είπε ότι πέρασε να σε δει το απόγευμα», είπε ο μαρκήσιος καθώς μητέρα και γιος αντάλλασσαν και κλείδωναν βλέμματα. Η γαλατένια επιδερμίδα της Άντελεϊντ πήρε μια επικίνδυνα αρρωστημένη απόχρωση. «Ναι, όντως πέρασε. Πώς ζεσταίνει την καρδιά της μητέρας η θέα του άσωτου γιου!» Σήκωσε το χέρι και τσίμπησε το πιγούνι του. «Σε συγχωρώ όμως που μας εγκατέλειψες με τέτοια σκληρότητα. Ανέκαθεν ήσουν δύσκολο παιδί». «Να και το κουδούνι του δείπνου», είπε ο Μπο, με μάλλον υπερβολι-


κά καλή διάθεση, βοηθώντας τη γυναίκα του να σηκωθεί. «Σφάξαμε ένα υπέροχο γουρούνι για χάρη σου, Τζακ, αφού τα μοσχάρια μας δεν ήταν σιτευτά. Τες, πιστεύω ότι ο πατέρας μου θα κρατήσει για τον εαυτό του την τιμή και θα σε συνοδεύσει εκείνος στην τραπεζαρία. Τζακ, μπορείς εσύ να αναλάβεις τη μητέρα;» «Ναι, αυτό πιστεύω ότι μπορώ να το κάνω», είπε ο Τζακ, εξακολουθώντας να έχει το βλέμμα κλειδωμένο σ’ αυτό της Άντελεϊντ. Της πρόσφερε το μπράτσο του. «Το πρώτο και τελευταίο δείπνο μας μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια. Επιμένεις να θέλεις να φύγεις αύριο, μητέρα;» «Δυστυχώς, ναι», είπε καθώς η Τες περίμενε το μαρκήσιο να καταφέρει να σηκωθεί με τη βοήθεια του μπαστουνιού του. «Πολύ φοβάμαι ότι είναι αναπόφευκτο». Η Άντελεϊντ μιλούσε πάνω απ’ τον ώμο της στο μαρκήσιο καθώς η μικρή πομπή κατευθυνόταν στην τραπεζαρία. «Το ξέρω ότι σου υποσχέθηκα να μείνω μερικές μέρες ακόμα, αγάπη μου, και χάρηκα τόσο πολύ που ήμουν εδώ για να καλωσορίσω τον Τζακ, ακριβώς όπως μου το είχες ζητήσει. Με έπεισε όμως ότι το Στόουκ-ονΤεντ παραείναι μακριά για να μπορέσω να κάνω το ταξίδι σε μία μόνο μέρα, και έχουμε παράσταση εκεί την Παρασκευή το απόγευμα. Προβλέπω μεγάλη επιτυχία, χάρη στα καινούρια κοστούμια που με τέτοια γενναιοδωρία εξασφάλισες για μας. Ανεβάζουμε το Πολύ Κακό για το Τίποτα του Βάρδου. Α, τι σύμπτωση, Τζακ! Πήρες το όνομά σου από τον Δον Τζον, ξέρεις». Τον Δον Τζον. Τον μπάσταρδο. Η Τες ένιωσε την σπονδυλική στήλη της να κοκαλώνει. Πραγματικά, αυτή η γυναίκα ήταν το κάτι άλλο. «Δεν πειράζει, Άντελεϊντ, καταλαβαίνω», είπε ο μαρκήσιος, κι ύστερα χαμογέλασε στην Τες. «Η Άντελεϊντ, βλέπεις, έχει ιδιαίτερη αδυναμία στα έργα του Σαίξπηρ. Για την ακρίβεια, Άντελεϊντ, μόνο έργα του Βάρδου ανεβάζετε με το θίασό σου –έτσι δεν είναι;» «Είμαστε σαιξπηρικοί ηθοποιοί, αγάπη μου», του πέταξε η Άντελεϊντ, μάλλον απότομα. Μετά όμως μαλάκωσε. «Δεν υπάρχει κανείς που


να μπορεί να συγκριθεί μαζί του». Η Τες δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. «Αλήθεια;» είπε καθώς ένας υπηρέτης έσπευσε να της τραβήξει την καρέκλα για να καθίσει. «Ποτέ δε μ’ ενθουσίαζαν ιδιαίτερα τα έργα του –η γλώσσα του κειμένου μού φαίνεται πολύ πιο δυσνόητη απ’ όσο είναι πραγματικά απαραίτητο. Από άποψη πλοκής αλλά και αφήγησης, προτιμώ πολύ περισσότερο τον Θερβάντες. Και τους Γάλλους δραματουργούς μας, φυσικά. Τον Μολιέρο. Και, αφού ήταν ανέκαθεν ο αγαπημένος μου τόσο για τις επιστολές όσο και για τα θεατρικά του, τον Βολταίρο. Τι μεγαλοφυΐα! Κάποτε έγραψε: L’ homme est libre au moment où il souhaite être. Α, ζητώ συγνώμη, κυρία μου», πρόσθεσε η Τες κοιτάζοντας προς την κεφαλή του τραπεζιού και την Άντελεϊντ, της οποίας τα μάγουλα είχαν πάρει ένα καθόλου κολακευτικό κόκκινο χρώμα εξαιτίας της προσβολής στον Βάρδο, «θα το μεταφράσω, αφού δε μιλάτε γαλλικά. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος τη στιγμή που αποφασίζει ότι θέλει να είναι. Τζακ, φαντάζομαι ότι εσύ συμφωνείς μ’ αυτό –έτσι δεν είναι;» Καθισμένος ακριβώς απέναντί της στο τραπέζι, ο Τζακ κατένευσε ανεπαίσθητα, αναγνωρίζοντας το διπλό χτύπημα, το πρώτο στη μητέρα του, το δεύτερο σ’ αυτόν. «Ανέκαθεν ήσουν διαβασμένη, αγαπητή μου. Και ζωγραφίζει, επίσης», πρόσθεσε, χαμογελώντας γλυκά. «Πουκ, εσύ που ενδιαφέρεσαι για ότι έχει σχέση με τα αγροτικά, πιστεύω ότι θα ενθουσιαστείς με τη δουλειά της. Είναι πραγματικά μοναδική». Η Τες γέλασε με την καρδιά της. «Touché, monsieur». «Κάτι έχω χάσει ή μου φαίνεται;» είπε ο Πουκ. «Όπως και να ’χει, αφού το θεωρώ έγκλημα να παραμένω σιωπηλός όταν έχω κάτι ανόητο να πω, θυμήθηκα ένα ακόμα σχόλιο του Βολταίρου. Για να δούμε –πώς το είπε ακριβώς; Α, ναι, θυμήθηκα. Και, υπόψιν, αγαπητή μου, απλώς παραθέτω, δε δηλώνω: Le mariage est la seule aventure ouverte de lâche». «Ο γάμος είναι η μόνη περιπέτεια ανοιχτή στους δειλούς; Ρόμπιν Γκουντφέλοου, είσαι πολύ τυχερός που η γυναίκα σου ξέρει πως


τέτοια πράγματα τα λες μόνο και μόνο για να φανείς διασκεδαστικός. Το οποίο, μια που το ’φερε ο λόγος, δεν είσαι. Όχι όταν περνάω τον μισό καιρό μου πάνω από μια λε... τέλος πάντων, ξέχνα το». Η Ρετζίνα έριξε μια πανικόβλητη ματιά στην κεφαλή του τραπεζιού, εκεί όπου η Άντελεϊντ βασίλευε ως οικοδέσποινα, κι ύστερα έσπευσε να στρέψει την προσοχή της στο πιάτο της, σπρώχνοντας το περιεχόμενό του με το πιρούνι του, χωρίς στην πραγματικότητα να τρώει τίποτα. «Έχω κι άλλο», είπε ο Μπο, σπάζοντας τη σιωπή. «Διάβασα τους στίχους όσο ήμουν στην Ισπανία, και σίγουρα επηρέασε την οπτική μου αναφορικά με την υποτιθέμενη δόξα του πολέμου. Δε θα απαγγείλω στα γαλλικά, αφού διάβασα το απόσπασμα μεταφρασμένο: Ο φόνος απαγορεύεται· άρα, όλοι οι δολοφόνοι τιμωρούνται εκτός κι αν σκοτώνουν μαζικά και υπό τον ήχο σαλπισμάτων». «Α, έλα τώρα, Μπο, μη γίνεσαι μακάβριος!» διαμαρτυρήθηκε ο Πουκ. «Για να εξιλεωθώ, όμως στα μάτια της γυναίκας μου, θα παραθέσω άλλο ένα αγαπημένο μου απόφθεγμα από τον Βολταίρο: ‘‘Μία και μοναδική προσευχή ανέπεμψα στο Θεό, μια πολύ μικρή: Ω Θεέ μου, γελοιποίησε τους εχθρούς μου. Και η προσευχή μου εισακούστηκε’’». «Ε, νομίζω, Πουκ, ότι πέραν όλων των υπολοίπων αυτό είναι γελοίο», δήλωσε η Άντελεϊντ. «Άσε που δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς εννοεί». Η Τσέλσι σήκωσε το χέρι της μάλλον δειλά, σαν να μην ήταν ιδιαίτερα πρόθυμη να καταθέσει τη γνώμη της. «Νομίζω, Άντελεϊντ, ότι εννοεί πως ένας ανόητος εχθρός είναι το καλύτερο θείο δώρο». «Θα πιω σ’ αυτό», είπε ο Τζακ, υψώνοντας το ποτήρι του. «Είθε όλοι μας οι εχθροί να γελοιοποιηθούν». «Έχεις εχθρούς, Τζακ;» ρώτησε ο μαρκήσιος, με την ανησυχία πρόδηλη στη φωνή του. «Ποτέ για πολύ, κύριε, όχι». Η Τες γύρισε τα μάτια της στο ταβάνι, μετά όμως χαμήλωσε ξανά το βλέμμα της στο τραπέζι και συνειδητοποίησε ότι η γελοία δήλωση του


Τζακ είχε κάνει το κόκκινο χρώμα του θυμού να εξαφανιστεί από τα μάγουλα της μητέρας του. *** Η Τες πέταξε στην άκρη το σάλι της και γύρισε να κοιτάξει τον Τζακ, ο οποίος την είχε ακολουθήσει στο υπνοδωμάτιο. «Δε λέω, τούτο το σπίτι έχει αμέτρητα δωμάτια, όχι όμως τόσα που να μην μπορώ να βρω το δρόμο για το δικό μου. Και τώρα, μπορείς να φύγεις. Ή, μάλλον, επίτρεψέ μου να αναδιατυπώσω. Φύγε. Τώρα». Ο Τζακ διέσχισε το δωμάτιο, στηρίχτηκε στο κρεβάτι, κι έβγαλε το ένα παπούτσι του. «Κι εγώ που νόμιζα ότι η βραδιά πήγε πολύ καλά». «Η βραδιά ήταν υπέροχη, αν εξαιρέσει κανείς τη μητέρα σου. Φαντάζομαι ότι το ίδιο ακριβώς σκέφτεται αυτή τη στιγμή κι εκείνη. Είσαι σκληρός άνθρωπος, Τζακ. Το ξέρει ότι τη μισείς». «Δεν τη μισώ», είπε ο Τζακ, βγάζοντας και το δεύτερο παπούτσι του. «Δεν αξίζει το μίσος μου. Για την ακρίβεια, τη βρίσκω μάλλον αξιολύπητη. Γερνάει, Τες. Πρόκειται για κάτι που σίγουρα δεν περίμενε να της συμβεί, και τώρα δεν ξέρει πώς να το χειριστεί». «Όλοι θα γεράσουμε κάποτε, αν σταθούμε αρκετά τυχεροί. Γιατί έβγαλες τα παπούτσια σου, Τζακ; Αν δεν το κατάλαβες, δεν είσαι ευπρόσδεκτος εδώ». «Όχι, παρεξήγησες το δίλημμά της. Η Άντελεϊντ δε γίνεται να γεράσει. Η ομορφιά, η νεότητά της ήταν ανέκαθεν τα όπλα της, οι μοναδικές χάρες της. Κι ο πολυαγαπημένος της Βάρδος; Παπαγάλιζε συνέχεια τους στίχους του, χωρίς να καταλαβαίνει τι λέει –στην πραγματικότητα, δεν καταλαβαίνει. Δεν πρέπει να ήμουν πάνω από δώδεκα χρονών όταν αναγκάστηκα να της εξηγήσω για το Δάσος του Μπέρναμ. Από το Μακμπέθ». «Ξέρω από πού είναι». Η Τες σήκωσε τα παπούτσια του και τα έτεινε προς το μέρος του. Ο Τζακ αγνόησε τη χειρονομία, βγάζοντας αντί για οτιδήποτε άλλο το σακάκι του. «Νόμιζα ότι δε σου άρεσε ο Σαίξπηρ».


«Σε ποιον δεν αρέσει ο Σαίξπηρ, Τζακ; Για όνομα του Θεού, απλώς είχα περάσει στην αντεπίθεση και το ξέρεις. Η τουαλέτα μου δεν έχει καθόλου την ίδια απόχρωση του γαλάζιου με τον καναπέ του πατέρα σου. Α, ναι, και μετά ζήτησε συγνώμη. Τόσο γλυκά –καρφώνοντάς με με μία ακόμα προσβολή όσο το έκανε. Η Άντελεϊντ είναι μια τρομερή, φρικτή γυναίκα, και λυπάμαι όσο δεν μπορείς να φανταστείς για το ότι είναι μητέρα σου. Λυπάμαι που είναι μητέρα γενικώς, γιατί δεν το αξίζει να είναι, όπως και κανείς δεν αξίζει τη φρικτή μοίρα να είναι παιδί της». Σήκωσε ξανά τα παπούτσια απ’ το πάτωμα. «Και τώρ