Page 1


Έργα του συγγραφέα που εκδόθηκαν στη σειρά BELL Best Seller: Κριστίν Οι Νυχτερίτες Το Πρόσωπο του Φόβου Χρήσιμα Αντικείμενα Μίζερι Αϋπνία Ρόουζ Μάντερ Εφιάλτες και Ονειρότοποι Ντεσπερέισον Το Πράσινο Μίλι Σάκος με Κόκαλα Καρδιές στην Ατλαντίδα Το Φυλαχτό (με τον Πίτερ Στράουμπ) Νεκρή Ζώνη Ονειροπαγίδα Το Μαύρο Σπίτι (με τον Πίτερ Στράουμπ) Όλα Είναι Δυνατά Από μια Μπιούικ 8 Κούτζο Περί Συγγραφής Το Κινητό Ο Μαύρος Πύργος Ι: Ο Τελευταίος Πιστολέρο Ο Μαύρος Πύργος Π: Το Κάλεσμα των Τριών Ο Μαύρος Πύργος III: Οι Ρημαγμένοι Τόποι Ο Μαύρος Πύργος IV: Ο Μάγος και η Γυάλινη Σφαίρα Ο Μαύρος Πύργος V: Οι Λύκοι της Κάλα Ο Μαύρος Πύργος VI: Το Τραγούδι της Σουζάνας Ο Μαύρος Πύργος VII: Ο Μαύρος Πύργος Ως Ρίτσαρντ Μπάκμαν: Οι Ρυθμιστές


STEPHEN

KING

Μετάφραση: Γωγώ Αρβανίτη

ΕΚΔΟΣΕΙΣ BELL ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 57, ΑΘΗΝΑ ΤΗΛ.: 210.360.9438 - 210.362.9723 www.bell.gr


ISBN 960-450-879-2 Τίτλος πρωτοτύπου: «Cell» Copyright © 2006 by Stephen King All rights reserved, including the rights of reproduction in whole or in part in any form. Για την ελληνική γλώσσα: © 2006 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. Μετάφραση: Γωγώ Αρβανίτη Επιμέλεια: Γιώργος Κυριακόπουλος Διόρθωση: Στέφανος Κόκκινος Κυριάκος Μιχελόγκωνας Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος Αναστασιάδης ΤΕΥΧΟΣ 879

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοση του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς την άδεια του εκδότη. Το βιβλίο αυτό είναι έργο της φαντασίας. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, τα τοπωνύμια, οι οργανώσεις και τα συμβάντα που αναφέρονται είτε είναι επινοήσεις του συγγραφέα είτε χρησιμοποιούνται κατά τρόπο μυθιστο­ ρηματικό. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα, οργανώσεις και πρόσωπα που ζουν ή έχουν πεθάνει είναι εντελώς συμπτωματική.


Για τον συγγραφέα Ο Στίβεν Κινγκ γεννήθηκε το 1947 στο Πόρτλαντ του Μέιν. Το πρώτο μυθιστόρημα του, Κάρι, εκδόθηκε το 1974. Σήμερα, με πε­ ρισσότερα από σαράντα μυθιστορήματα και διακόσια διηγήματα στο ενεργητικό του, αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως ο κορυφαίος τεχνίτης του τρόμου και της φαντασίας αλλά και ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της εποχής μας. Έχει επανειλημμένα αποσπάσει το Διεθνές Βραβείο Φαντασίας, τα βραβεία Bram Sto­ ker, Ο. Henry, Nebula και άλλα, ενώ τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του από την Ένωση Συγγραφέων Τρόμου. Το 2003 το Εθνι­ κό Ίδρυμα Βιβλίου των ΗΠΑ του απένειμε το Μετάλλιο Διακεκρι­ μένης Συνεισφοράς στα Αμερικανικά Γράμματα. Πολλά μυθιστο­ ρήματα και νουβέλες του έχουν γίνει ταινίες για τον κινηματογρά­ φο και την τηλεόραση· ανάμεσα τους οι Λάμψη και Μίζερι, και οι υποψήφιες για Όσκαρ καλύτερης ταινίας Έκρηξη Οργής (Κάρι), Στάσου Πλάι Μου, Ρίτα Χέιγουορθ: Τελευταία Έξοδος και Το Πρά­ σινο Μίλι. Πρόσφατα ολοκλήρωσε το επτάτομο έπος φαντασίας Ο Μαύρος Πύργος, το πιο σύνθετο και μεγαλεπήβολο έργο της κα­ ριέρας του. Ζει στο Μπάνγκορ του Μέιν με την, επίσης συγγρα­ φέα, σύζυγό του Τάμπιθα.


Για τον Ρίτσαρντ Μάθεσον και τον Τζορτζ Ρομέρο


To id δεν ανέχεται καμία καθυστέρηση στην ικανοποίηση του. Αισθάνεται πάντα την ένταση της ανεκπλήρωτης πα­ ρόρμησης. ΣΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟΙΝΤ Η ανθρώπινη επιθετικότητα είναι ενστικτώδης. Οι άνθρω­ ποι δεν έχουν αναπτύξει κανένα μηχανισμό ανάσχεσης της επιθετικότητας, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η επιβίωση του είδους. Γι' αυτόν το λόγο, ο άνθρωπος θεωρείται ένα πολύ επικίνδυνο ζώο. ΚΟΝΡΑΝΤ ΛΟΡΕΝΤΣ Τώρα μ' ακούς; VERIZON εταιρεία κινητής τηλεφωνίας


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ


Ο πολιτισμός γλίστρησε στη δεύτερη σκοτεινή εποχή του μέ­ σα από έναν όχι απροσδόκητο δρόμο αίματος, αλλά με μια ταχύτητα που ακόμα και οι πιο απαισιόδοξοι μελλοντολόγοι δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν. Ήταν σαν να το περίμενε να φύγει. Την 1η Οκτωβρίου, ο Θεός βρισκόταν στον Παρά­ δεισό Του, το χρηματιστήριο είχε πιάσει τις 10.140 μονάδες και τα περισσότερα αεροπλάνα ήταν στην ώρα τους (εκτός α­ πό εκείνα που προσγειώνονταν ή απογειώνονταν από το Σι­ κάγο, πράγμα συνηθισμένο). Δυο βδομάδες μετά, οι ουρανοί ανήκαν ξανά στα πουλιά και το χρηματιστήριο ήταν μια ανά­ μνηση. Ως τη γιορτή του Χαλοουίν, κάθε μεγαλούπολη, από τη Νέα Υόρκη μέχρι τη Μόσχα, πλημμύριζε με την αποφορά της τον αδειανό ουρανό, και ο κόσμος στη μέχρι τότε μορφή του ήταν κι αυτός μια ανάμνηση.


Ο ΠΑΛΜΟΣ


1 Το γεγονός που έμεινε γνωστό ως Ο Παλμός ξεκίνησε στις 3:03 μ.μ., ώρα Ανατολικής Ακτής, το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου. Ο όρος Παλμός ήταν εσφαλμένη ονομασία, φυσικά, αλλά μέσα σε δέκα ώρες αφότου άρχισε, οι περισσότεροι από τους επιστήμονες που θα μπορούσαν να το ορίσουν σωστά ή ήταν νεκροί ή είχαν παραφρονήσει. Η ονομασία δεν είχε καμιά σημασία, έτσι κι αλ­ λιώς. Αυτό που μετρούσε ήταν το αποτέλεσμα. Στις τρεις ακριβώς εκείνη τη μέρα ένας νεαρός άντρας, ένα πρόσωπο ιστορικά ασήμαντο, βάδιζε ανατολικά -σχεδόν χοροπη­ δούσε- κατά μήκος της Μπόιλστον Στρητ στη Βοστόνη. Το όνομά του ήταν Κλέιτον Ρίντελ. Είχε μια αναμφισβήτητη έκφραση ευχα­ ρίστησης στο πρόσωπό του, εκτός από τη χαρά που υποδήλωνε το ανάλαφρο βήμα του. Από το αριστερό του χέρι ταλαντευόταν ένας χαρτοφύλακας ζωγραφικής με διπλό χερούλι, από εκείνους που κλείνουν και ασφαλίζουν μπροστά σαν θήκη ταξιδιού. Γύρω από τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού ήταν τυλιγμένο το διπλό κορδό­ νι της πλαστικής σακούλας ενός εμπορικού καταστήματος με την επωνυμία μικροί θησαυροί, για όποιον έμπαινε στον κόπο να δια­ βάσει τις λέξεις. Μέσα στη σακούλα υπήρχε ένα μικρό αντικείμενο που ταλα­ ντευόταν μπρος πίσω με το ρυθμό του βηματισμού του. Ένα δω­ ράκι, θα μάντευε κανείς, και πολύ σωστά θα μάντευε. Αν υπέθετε επιπλέον ότι αυτός ο νεαρός, ο Κλειτον Ρίντελ, ήθελε να γιορτά­ σει μια μικρή (ή ίσως όχι και τόσο μικρή) νίκη με ένα μικρό θη­ σαυρό, και πάλι θα είχε υποθέσει σωστά. Το αντικείμενο στην πλαστική σακούλα ήταν ένα ακριβό πρες παπιέ από συμπαγές


18

STEPHEN KING

γυαλί με μια τούφα χνουδωτά γκρίζα άνθη πικραλίδας, σαν μικρή καταχνιά, στο κέντρο του. Το είχε αγοράσει κατά την επιστροφή του από το ξενοδοχείο Κόπλεϊ Σκουέαρ προς το πολύ ταπεινότερο Ατλάντικ Άβενιου Ινν, όπου έμενε. Είχε τρομάξει από την τιμή -ενενήντα δολάρια έγραφε το αυτοκόλλητο χαρτάκι στη βάση του αντικειμένου- και ακόμα περισσότερο είχε τρομάξει από την ιδέα ότι ήταν πλέον σε θέση να το αγοράσει. Στο ταμείο, για να δώσει την πιστωτική του κάρτα είχε χρεια­ στεί πολύ κουράγιο. Πολύ αμφέβαλλε αν θα το είχε κάνει εάν το πρες παπιέ ήταν για τον εαυτό του· θα μουρμούριζε ότι είχε αλλά­ ξει γνώμη και θα έφευγε από το κατάστημα με το κεφάλι κάτω. Αλλά το δώρο ήταν για τη Σάρον. Η Σάρον τα αγαπούσε κάτι τέ­ τοια πραγματάκια και τον αγαπούσε κι αυτόν -θα κάνω το σταυρό μου για σένα, μωρό μου, του είχε κει μια μέρα πριν ξεκινήσει για τη Βοστόνη. Αν σκεφτόταν κανείς τι σκατά είχαν κάνει ο ένας στον άλλον τον τελευταίο χρόνο, η στάση της τον είχε συγκινήσει. Τώρα ήθελε να συγκινήσει αυτός τη Σάρον, αν ήταν ακόμα εφικτό κάτι τέτοιο. Το πρες παπιέ ήταν ένα μικρό πραγματάκι (ένας μικρός θησαυρός), αλλά ήταν σίγουρος πως θα της άρεσε η ντε­ λικάτη γκρίζα καταχνιά βαθιά στο κέντρο της γυάλινης σφαίρας, σαν ομίχλη τσέπης.

2 Την προσοχή του Κλέι τράβηξε το καμπανάκι ενός παγωτατζίδικου. Το φορτηγάκι του Μίστερ Σόφτι ήταν παρκαρισμένο απένα­ ντι από το ξενοδοχείο Φορ Σίζονς (που ήταν ακόμη πιο λουσάτο από το Κόπλεϊ Σκουέαρ) και δίπλα στην είσοδο του Δημοτικού Πάρκου της Βοστόνης, που κάλυπτε δύο ή τρία οικοδομικά τετρά­ γωνα κατά μήκος της Μπόιλστον στην από δω μεριά του δρόμου. ΜΙΣΤΕΡ ΣΟΦΤΙ, έγραφε στα χρώματα του ουράνιου τόξου πάνω από ένα ζευγάρι χωνάκια που χόρευαν. Τρία παιδιά ήταν μαζεμένα μπροστά στη βιτρίνα, με τα σχολικά σακίδια αφημένα μπροστά στα πόδια τους, και περίμεναν τα παγωτά τους. Πίσω τους στεκό­ ταν μια κυρία με αυστηρό ταγέρ, σακάκι παντελόνι, που κρατούσε ένα σγουρομάλλικο σκυλάκι από το λουρί του, και δύο έφηβες, με


Το ΚΙΝΗΤΌ

19

χαμηλοκάβαλα τζιν, iPod και ακουστικά, που εκείνη τη στιγμή τα είχαν κρεμασμένα από το λαιμό τους για να μπορούν να σιγομουρμουρίζουν μεταξύ τους -σοβαρά, χωρίς χασκόγελα. Ο Κλέι στάθηκε πίσω τους, μετατρέποντας έτσι το μικρό μπου­ λούκι σε μικρή ουρά. Είχε αγοράσει ένα δώρο για τη γυναίκα του με την οποία ήταν σε διάσταση. Σκόπευε να περάσει από το Κό­ μικς Σουπρίμ για να αγοράσει στο γιο του το τελευταίο τεύχος του Σπάιντερ-Μαν. Θα μπορούσε κάλλιστα να κεράσει και τον εαυτό του ένα παγωτό. Έσκαγε από ανυπομονησία να πει στη Σάρον τα νέα, αλλά δεν είχε τρόπο να τη βρει πριν από τις τέσσερις παρά τέταρτο περίπου, όταν εκείνη θα γύριζε σπίτι από τη δουλειά. Σκε­ φτόταν να σκοτώσει την ώρα του στο ξενοδοχείο μέχρι να μπορέ­ σει να της μιλήσει στο τηλέφωνο, βηματίζοντας πάνω κάτω στο μικρό δωμάτιό του και κοιτώντας τον κλειστό χαρτοφύλακα με τα σχέδια. Στο μεταξύ, ο Μίστερ Σόφτι ήταν ένα ευχάριστο, αποδε­ κτό διάλειμμα. Ο τύπος στο φορτηγάκι με τα παγωτά σέρβιρε τα τρία πιτσιρί­ κια μπροστά στο παράθυρο: δύο Ντίλι Μπαρς και ένα χωνάκι γί­ γαντα σοκολάτα-βανίλια ανάμεικτο για τον ανοιχτοχέρη στο κέ­ ντρο που προφανώς κερνούσε και τους άλλους δύο. Ενώ ο πιτσιρι­ κάς έβγαζε ένα μάτσο τσαλακωμένα χαρτονομίσματα από την τσέπη του μοδάτου μπάγκι μπλουτζίν του, η γυναίκα με το αντρι­ κό κοστούμι και το κατσαρομάλλικο σκυλάκι έχωσε το χέρι στην τσάντα που κρεμόταν από τον ώμο της, έβγαλε το κινητό της -κυ­ ρίες σαν αυτή δεν έβγαιναν πλέον από το σπίτι χωρίς το κινητό τους, όπως δεν έβγαιναν και χωρίς την κάρτα Αμέρικαν Εξπρέςκαι άνοιξε το καπάκι. Πίσω τους, μέσα στο πάρκο, ένας σκύλος γάβγισε και κάποιος φώναξε δυνατά. Δεν ακούστηκε σαν χαρού­ μενη εκείνη η φωνή, αλλά όταν ο Κλέι κοίταξε πάνω από τον ώμο του, είδε μόνο μερικούς αργόσχολους να σεργιανίζουν, ένα σκύλο να τρέχει ελεύθερος κρατώντας στο στόμα του ένα Φρίσμπι (δεν υποτίθεται ότι τα κρατάνε δεμένα από το λουρί τους τα σκυλιά στο πάρκο;), ατέλειωτα τετραγωνικά μέτρα ανοιχτής έκτασης με γρασίδι και δελεαστική σκιά. Έδειχνε σαν ιδανικό μέρος για να καθίσει να απολαύσει ένα παγωτό χωνάκι σοκολάτα κάποιος που είχε μόλις πουλήσει το πρώτο του μυθιστόρημα κόμικ και το σίκουελ, για ένα αστρονομικό ποσό και τα δύο.


20

STEPHEN KING

Όταν κοίταξε ξανά μπροστά του, τα τρία παιδιά με τα παντελό­ νια μπάγκι είχαν φύγει και η κυρία με το αντρικό κοστούμι παράγ­ γελνε ένα παγωτό φράουλα με σιρόπι. Το ένα από τα δύο κορίτσια πίσω της είχε στερεωμένο στο γοφό του ένα κινητό τηλέφωνο στο χρώμα της μέντας και η κυρία με το κοστούμι είχε το δικό της κολλημένο στο αυτί της. Ο Κλέι, όπως σκεφτόταν σχεδόν πάντα, συνειδητά ή και ασυναίσθητα, κάθε φορά που συναντούσε μια πα­ ρόμοια συμπεριφορά, σκέφτηκε ότι έβλεπε μια ενέργεια η οποία κάποτε θα αποτελούσε τρομερή αγένεια -ναι, ακόμη κι όταν έκα­ νες μια ασήμαντη αγορά από άγνωστο μικροπωλητή— να έχει γίνει πλέον μια αποδεκτή καθημερινή συνήθεια. Να το βάλεις στον Μαυροντυμένο Περιπλανώμενο, αγάπη μου, είπε η Σάρον. Η εκδοχή της Σάρον που κρατούσε στο μυαλό του του μιλούσε συχνά και έπρεπε πάντα να έχει την τελευταία λέξη. Αυτό ίσχυε για τη Σάρον και στον πραγματικό κόσμο, ήταν δεν ή­ ταν σε διάσταση. Αν και όχι στο κινητό του. Γιατί ο Κλέι δεν είχε κινητό. Το κινητό στο χρώμα της μέντας άρχισε να παίζει τις πρώτες νότες από το τραγουδάκι του Κρέιζι Φρογκ, που άρεσε τόσο πολύ στον Τζόνι -«Άξελ Εφ» δεν λεγόταν; Ο Κλέι δεν μπορούσε να θυμηθεί, ίσως επειδή το είχε απωθήσει. Το κορίτσι στο οποίο α­ νήκε το τηλέφωνο το τράβηξε από τη θήκη στο γοφό του και εί­ πε, «Μπεθ;» Άκουσε, χαμογέλασε κι έπειτα είπε στη φίλη της, «Είναι η Μπεθ». Το άλλο κορίτσι έσκυψε μπροστά και τώρα άκου­ γαν και οι δυο. Είχαν σχεδόν πανομοιότυπο κούρεμα, με κοντές φράντζες σαν των ξωτικών, που ανασηκώνονταν σε απόλυτο συγ­ χρονισμό με το απογευματινό αεράκι (στον Κλέι θύμιζαν χαρα­ κτήρες από καρτούν της κυριακάτικης παιδικής ζώνης, τις Πάουερπαφ Γκερλς, ίσως). «Μάντι;» είπε η γυναίκα με το κοστούμι σχεδόν ταυτόχρονα. Το σκυλάκι της είχε καθίσει στα πίσω πόδια του στην άκρη του λουριού του (το λουρί ήταν κόκκινο, διάστικτο με κάποιο γυαλι­ στερό υλικό) και παρακολουθούσε στοχαστικά την κίνηση στην Μπόιλστον Στρητ. Απέναντι, στο Φορ Σίζονς, ένας θυρωρός με καφετιά στολή -αυτές οι στολές ήταν πάντα καφετιές ή μπλεκουνούσε το χέρι του, προφανώς για να σταματήσει ένα ταξί. Ένα αμφίβιο όχημα Ντακ Μπόουτ γεμάτο τουρίστες πέρασε από δί-


Το ΚΙΝΗΤΟ

21

πλα, δείχνοντας πανύψηλο και εκτός τόπου στη στεριά. Ο οδηγός του βροντοφώναζε από το μεγάφωνο κάτι σχετικό με ιστορική το­ ποθεσία. Τα δυο κορίτσια, που συνέχιζαν να ακούν στο πράσινο κινητό, κοίταξαν η μια την άλλη και χαμογέλασαν με κάτι που εί­ χαν ακούσει, πάλι χωρίς χασκόγελα. «Μάντι; Δε σε ακούω καλά. Δε σε...» Η γυναίκα με το αντρικό κοστούμι σήκωσε το χέρι με το ο­ ποίο κρατούσε το λουρί του σκύλου και έχωσε ένα μακρύ, βαμμέ­ νο νύχι στο ελεύθερο αυτί της. Ο Κλέι μόρφασε από αντανακλα­ στικό φόβο για το τύμπανο της κυρίας. Φαντάστηκε πως τη ζω­ γράφιζε: το σκυλάκι στην άκρη του λουριού, το αυστηρό κοστού­ μι, τα σοφιστικέ κοντοκουρεμένα μαλλιά... και ένα λεπτό ρυάκι αίμα δίπλα από το δάχτυλο στο αυτί της. Το Ντακ Μπόουτ που μόλις έβγαινε από το κάδρο και ο θυρωρός στο βάθος θα έδιναν την απαιτούμενη αληθοφάνεια στο σκίτσο. Ναι, σίγουρα· αυτά ή­ ταν οικεία πράγματα. «Μάντι! Χωρίζεις; Ήθελα να σου πω ότι μόλις έκοψα τα μαλ­ λιά μου σ' αυτό το καινούριο... τα μαλλιά μου;... ΤΑ...» Ο τύπος από το φορτηγάκι του Μίστερ Σόφτι έσκυψε προς τα κάτω κρατώντας ένα κυπελλάκι παγωτό, απ' όπου ορθωνόταν ένα Λευκό Όρος με σιρόπι σοκολάτα και φράουλα να κατρακυλάνε στις πλευρές του. Στο αξύριστο πρόσωπο του ήταν αποτυπωμένη μια έκφραση απάθειας. Το είχε ξαναδεί το έργο. Σίγουρα το είχε ξαναδεί και μάλιστα από δύο φορές το μεγαλύτερο μέρος του, σκέφτηκε ο Κλέι. Μέσα στο πάρκο κάποιος ούρλιαξε. Ο Κλέι κοί­ ταξε πάλι πάνω από τον ώμο του λέγοντας στον εαυτό του πως έ­ πρεπε να ήταν κραυγή χαράς. Τρεις το απόγευμα, με φθινοπωρινή λιακάδα, στο Δημοτικό Πάρκο της Βοστόνης, όφειλε να ήταν κραυγή χαράς. Σωστά; Η γυναίκα είπε κάτι ακατάληπτο στη Μάντι και έκλεισε το κι­ νητό της μ' ένα εξασκημένο τίναγμα του καρπού. Το έριξε πίσω στην τσάντα της και στάθηκε ακίνητη σαν να είχε ξεχάσει τι ήθελε να κάνει ή πού βρισκόταν. «Τέσσερα πενήντα», είπε ο τύπος του Μίστερ Σόφτι εξακολου­ θώντας να κρατάει υπομονετικά το κυπελλάκι προς το μέρος της κυρίας. Ο Κλέι πρόλαβε να σκεφτεί πόσο αναθεματισμένα πανά­ κριβα ήταν όλα σ' αυτή την πόλη. Ίσως το ίδιο να σκέφτηκε και η


22

STEPHEN KING

κυρία με το αντρικό κοστούμι -τουλάχιστον, αυτό ήταν το πρώτο του συμπέρασμα- γιατί συνέχισε, για μερικές στιγμές ακόμη, να μην κάνει τίποτε, παρά να κοιτάζει το κυπελλάκι με το βουνό από παγωτό και σιρόπι σαν να ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που έ­ βλεπε τέτοιο πράγμα. Και τότε ακούστηκε άλλη μια κραυγή από το Δημοτικό Πάρκο, όχι ανθρώπινη αυτή τη φορά, αλλά κάτι ανάμεσα σε τρομαγμένο αλύχτισμα και ουρλιαχτό πόνου. Ο Κλέι γύρισε να κοιτάξει και εί­ δε το σκύλο που έτρεχε λίγο πριν με το Φρίσμπι στο στόμα του. Ήταν μεγαλόσωμο σκυλί, Λαμπραντόρ ίσως, ο Κλέι δεν ήξερε α­ πό ράτσες, όποτε χρειαζόταν να ζωγραφίσει κάποιο σκυλί άνοιγε ένα εικονογραφημένο βιβλίο Kat αντέγραφε. Δίπλα στο συγκεκρι­ μένο σκυλί, γονατιστός, ήταν ένας άντρας με επαγγελματικό κο­ στούμι, που είχε γραπώσει το σκύλο από το λαιμό και φαινόταν -δεν είναι δυνατόν να βλέπω αυτό που νομίζω ότι βλέπω, σκέφτηκε ο Κλέι- να του δαγκώνει το αυτί. Τότε ο σκύλος ούρλιαξε πάλι και τραβήχτηκε απότομα για να ξεφύγει. Ο άντρας με το σκούρο κο­ στούμι τον κράτησε γερά και, ναι, ο άντρας είχε όντως στα δόντια του το αυτί του σκύλου και, μπροστά στα έκθαμβα μάτια του Κλέι, το τράβηξε και το ξερίζωσε από το κεφάλι του ζώου. Αυτή τη φορά ο σκύλος έβγαλε ένα ουρλιαχτό σχεδόν ανθρώπινο και έ­ να μπουλούκι πάπιες που πλατσούριζαν σε μια κοντινή λιμνούλα σηκώθηκαν και πέταξαν κρώζοντας δυνατά. «Ραστ!» φώναξε κάποιος πίσω από τον Κλέι. Ακούστηκε σαν ραστ. Θα μπορούσε να ήταν ρατ ή ροστ*, αλλά η μετέπειτα εμπει­ ρία τον έκανε να κλίνει προς το ραστ: μια λέξη που δεν σήμαινε τίποτα, απλώς ένας άναρθρος ήχος επιθετικότητας. Ο Κλέι στράφηκε προς το φορτηγάκι με τα παγωτά τη στιγμή ακριβώς που η κυρία Αντρικό Κοστούμι βουτούσε μέσα από το παράθυρο για ν' αρπάξει τον τύπο του Μίστερ Σόφτι που τη σέρβιρε. Κατάφερε να χουφτώσει τα μπόσικα της φαρδιάς άσπρης ρό­ μπας του, αλλά το ξαφνιασμένο βήμα προς τα πίσω που έκανε εν­ στικτωδώς εκείνος ήταν αρκετό για να της ξεφύγει. Τα ψηλά τα­ κούνια της κυρίας σηκώθηκαν στιγμιαία από το πεζοδρόμιο κι ο Κλέι άκουσε τα κουμπιά του σακακιού της να σέρνονται γρατσου*Rat, ποντικός, roast, ψητός. (Σ.τ.Μ.)


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

23

νίζοντας το φορτηγάκι πρώτα προς τα πάνω και μετά προς τα κά­ τω. Το κυπελλάκι αναποδογύρισε κι εξαφανίστηκε. Ο Κλέι είδε μια ποσότητα παγωτού με σιρόπι να πασαλείβει τον καρπό και το χέρι της κυρίας Αντρικό Κοστούμι και άκουσε το κλικ των τακου­ νιών της που επανήλθαν απότομα στις πλάκες του πεζοδρομίου. Η γυναίκα τρέκλισε, τα γόνατά της λύγισαν. Η απαθής, απρόσωπη έκφραση, το ύφος καλής ανατροφής και ανωτερότητας -αυτό που ο Κλέι χαρακτήριζε ως βασικό δημόσιο ύφος πρωτευουσιάνος-, είχε αντικατασταθεί από έναν απαίσιο επιθετικό μορφασμό που έ­ κρυβε τα μάτια της κυρίας σε δυο λεπτές σχισμές και άφηνε να φαίνονται και οι δυο σειρές των δοντιών της. Το πάνω χείλος της είχε αναστραφεί εντελώς αποκαλύπτοντας το ρόδινο, υγρό εσωτε­ ρικό του που έφερνε στο νου γυναικεία γεννητικά όργανα. Το σκυ­ λάκι της ξέφυγε κι έτρεξε στο δρόμο σέρνοντας πίσω του το κόκ­ κινο λουρί με τη χειρολαβή στην ελεύθερη άκρη. Μια μαύρη λι­ μουζίνα πέρασε με ταχύτητα και πάτησε το σκυλάκι πριν φτάσει καν στη μέση του οδοστρώματος. Άσπρη κατσαρή γουνίτσα τη μια στιγμή, χυμένα άντερα την άλλη. Το καημενούλι, γάβγιζε ήδη στον παράδεισο των σκύλων πριν καταλάβει ότι είναι νεκρό, σκέφτηκε ο Κλέι. Συνειδητοποιούσε με έναν ψυχρό κλινικό τρόπο ότι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, αλλά αυτό δεν στάθηκε ικανό να μειώσει την ένταση της κατάπληξης του. Στεκόταν ακίνητος κρατώντας με το ένα χέρι το χαρτοφύλα­ κα του και με το άλλο τη σακούλα με τα ψώνια του και έχασκε με το στόμα ανοιχτό. Κάπου -ακούστηκε σαν να ήταν πίσω από τη γωνία με τη Νιούμπερι Στρητ- εξερράγη κάτι. Τα δυο κορίτσια με το σχεδόν ολόιδιο κούρεμα φορούσαν α­ κουστικά για τα iPod τους, αλλά εκείνη με το κινητό στο χρώμα της μέντας ήταν ξανθιά, ενώ η φίλη της καστανή: το Ξανθό Ξωτι­ κό και το Καστανό Ξωτικό. Τώρα το Ξανθό Ξωτικό πέταξε το κι­ νητό του στο πεζοδρόμιο, όπου η συσκευή διαλύθηκε, και άρπαξε την κυρία Αντρικό Κοστούμι από τη μέση. Ο Κλέι συμπέρανε (ό­ σο ήταν ικανός να βγάλει συμπεράσματα εκείνες τις στιγμές) πως το κορίτσι ήθελε να συγκρατήσει την κυρία Αντρικό Κοστούμι εί­ τε για να μην επιτεθεί ξανά στον τύπο του Μίστερ Σόφτι, είτε για να μην ορμήσει στο δρόμο όπου είχε γίνει λιώμα το σκυλάκι της.


24

STEPHEN KING

Μάλιστα, ένα μέρος του μυαλού του έφτασε ως το σημείο να συγ­ χαρεί το κορίτσι για τη λογική που το διέκρινε. Αντίθετα η φίλη της, το Καστανό Ξωτικό, οπισθοχωρούσε από τη σκηνή με γουρ­ λωμένα μάτια και σφίγγοντας το στήθος της στο μέρος της καρ­ διάς με τα μικρά άσπρα χέρια της. Ο Κλέι πέταξε κάτω τα δικά του πράγματα, ένα από κάθε πλευρά, και κινήθηκε προς τα εμπρός για να βοηθήσει το Ξανθό Ξωτικό. Στην απέναντι μεριά του δρόμου είδε, με την άκρη του ματιού του μόνο, ένα αυτοκίνητο να κόβει απότομα δεξιά και να ορμάει πάνω στο πεζοδρόμιο μπροστά από το ξενοδοχείο Φορ Σίζονς αναγκάζοντας το θυρωρό να κάνει βουτιά στο πλάι για να το αποφύγει. Κραυγές ακούστηκαν από το προαύλιο του ξενοδοχεί­ ου. Και πριν προλάβει ο Κλέι να βοηθήσει το Ξανθό Ξωτικό να χειριστεί την κυρία Αντρικό Κοστούμι, το Ξανθό Ξωτικό είχε ήδη τινάξει το μικρό προσωπάκι του προς τα εμπρός με ταχύτητα φι­ διού, είχε γυμνώσει τα υγιέστατα νεαρά δόντια του και είχε σκίσει το λαιμό της κυρίας Αντρικό Κοστούμι. Πετάχτηκε ένας τεράστιος πίδακας αίματος. Το Ξανθό Ξωτικό έχωσε το πρόσωπο του στο κόκκινο σιντριβάνι, φάνηκε να λούζεται μέσα σ' αυτό, ίσως να ή­ πιε κιόλας για να δροσιστεί (ο Κλέι ήταν σχεδόν σίγουρος ότι αυ­ τό έκανε) κι ύστερα τράνταξε την κυρία Αντρικό Κοστούμι μπρος πίσω σαν να ήταν πλαστική κούκλα βιτρίνας. Η γυναίκα ήταν πο­ λύ ψηλότερη και τουλάχιστον καμιά εικοσαριά κιλά βαρύτερη από το κορίτσι, αλλά το κορίτσι την ταρακουνούσε τόσο άγρια που το κεφάλι της γυναίκας τιναζόταν ανεξέλεγκτα μπρος πίσω κάνοντας τον αιμάτινο πίδακα να κυματίζει. Ταυτόχρονα, το κορίτσι σήκω­ σε το δικό του αιματοβαμμένο πρόσωπο προς τον λαμπερό γαλα­ νό ουρανό του Οκτώβρη και ούρλιαξε με έναν τρόπο που ακού­ στηκε σαν θρίαμβος. Είναι τρελή, σκέφτηκε ο Κλέι. Εντελώς τρελή. Το Καστανό Ξωτικό φώναξε δυνατά, «Ποια είσαι εσύ; Τι γί­ νεται;» Ακούγοντας τη φωνή της φίλης της, το Ξανθό Ξωτικό τίναξε απότομα το κεφάλι του προς την κατεύθυνση του ήχου. Αίμα έ­ σταζε από τις κοντές, αιχμηρές άκρες της φράντζας που κρέμο­ νταν πάνω από το μέτωπο της. Δυο μάτια σαν μικροί άσπροι γλό­ μποι κοίταζαν μέσα από υγρές κατακόκκινες κόγχες.


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

25

To Καστανό Ξωτικό, με γουρλωμένα, κατάπληκτα μάτια, κοί­ ταξε τον Κλέι. «Ποιος είσαι εσύ;» επανέλαβε... και μετά: «Ποια είμαι εγώ;» Το Ξανθό Ξωτικό παράτησε την κυρία Αντρικό Κοστούμι, που σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο σαν άδειο σακί με τη σκισμένη κα­ ρωτίδα της ανοιχτή να αναβλύζει αίμα, και όρμησε προς το κορί­ τσι με το οποίο λίγες στιγμές πριν μοιραζόταν τόσο αγαπημένα έ­ ναν τηλεφωνικό διάλογο από το κινητό της. Ο Κλέι δεν κάθισε να σκεφτεί. Αν το είχε κάνει, το Καστανό Ξωτικό ίσως να είχε καταλήξει με ανοιγμένο το λαιμό σαν τη γυ­ ναίκα με το αντρικό κοστούμι. Ο Κλέι δεν κοίταξε καν. Άπλωσε στα τυφλά το δεξί του χέρι, άρπαξε την κορυφή της σακούλας από τους μικρούς θησαυρούς και φέρνοντας τη μια ολόκληρη σβού­ ρα στον αέρα την κατέβασε προς το πίσω μέρος του κεφαλιού του Ξανθού Ξωτικού τη στιγμή που το κορίτσι έδινε το σάλτο καταπά­ νω στην πρώην κολλητή της, με τα χέρια απλωμένα και τις γρο­ θιές της να σχηματίζουν αγκίστρια με φόντο το γαλάζιο του ουρα­ νού. Αν αστοχούσε... Δεν αστόχησε όμως, ούτε την πέτυχε ξώφαλτσα. Το βαρύ γυά­ λινο πρες παπιέ στο εσωτερικό της πλαστικής σακούλας χτύπησε το Ξανθό Ξωτικό κατακέφαλα, αφήνοντας ένα βαρύ μουντό ντουπ. Τα χέρια του Ξανθού Ξωτικού, το ένα βουτηγμένο στα αίματα, το άλλο καθαρό ακόμη, κρέμασαν άψυχα και το ίδιο το κορίτσι σω­ ριάστηκε μπροστά στα πόδια της φίλης του σαν ταχυδρομικός σάκος. «Τι στο διάβολο;» φώναξε ο τύπος του Μίστερ Σόφτι. Η φωνή του ήταν αφύσικα ψιλή. Ίσως το σοκ να είχε αναδείξει τον τενόρο που έκρυβε μέσα του. «Δεν ξέρω», είπε ο Κλέι. Η καρδιά του σφυροκοπούσε. «Βοή­ θησε με, γρήγορα. Αυτή εδώ θα πεθάνει από αιμορραγία». Από κάπου πίσω τους, πάνω στη Νιούμπερι Στρητ, ακούστηκε ο χαρακτηριστικός υπόκωφος κρότος από γυαλιά και μέταλλα που συνοδεύει μια σφοδρή σύγκρουση αυτοκινήτων. Ακολούθησαν κραυγές. Τις κραυγές ακολούθησε ο κρότος μιας έκρηξης, πολύ πιο ισχυρός αυτός· σείστηκε ο τόπος, τραντάχτηκε η μέρα. Πίσω από το φορτηγάκι του Μίστερ Σόφτι άλλο ένα αυτοκίνητο έκοψε απότομα δεξιά, διέσχισε διαγώνια τρεις λωρίδες κυκλοφορίας επί


26

STEPHEN KING

της Μπόιλστον Στρητ, μπήκε στο προαύλιο του Φορ Σίζονς κλα­ δεύοντας δύο πεζούς στο πέρασμα του και καρφώθηκε στο πίσω μέρος του προηγούμενου αυτοκινήτου, που είχε καταλήξει με τη μούρη στραπατσαρισμένη πάνω στη γυάλινη περιστροφική πόρτα του ξενοδοχείου. Η δεύτερη σύγκρουση έσπρωξε το πρώτο όχημα ακόμη πιο μέσα, με αποτέλεσμα η περιστροφική πόρτα να λυγίσει και να μείνει μισάνοιχτη. Ο Κλέι δεν μπόρεσε να δει αν υπήρχε κάποιος παγιδευμένος εκεί -σύννεφα ατμού σηκώνονταν από το σπασμένο ψυγείο του πρώτου αυτοκινήτου-, αλλά οι αγωνιώδεις κραυγές από το σκοτεινό εσωτερικό του ξενοδοχείου ήταν κακό σημάδι. Πολύ κακό. Ο τύπος του Μίστερ Σόφτι, που δεν μπορούσε να δει προς ε­ κείνη τη μεριά, είχε σκύψει έξω από το παράθυρο σερβιρίσματος και κοίταζε κατάπληκτος τον Κλέι. «Τι γίνεται εκεί πέρα;» «Δεν ξέρω. Δύο απανωτά τρακαρίσματα. Χτυπήθηκαν άνθρω­ ποι. Μη δίνεις σημασία. Βοήθησε με εδώ τώρα». Ο Κλέι γονάτισε δίπλα στην κυρία Αντρικό Κοστούμι, πάνω στα αίματα και δίπλα στο διαλυμένο κινητό του Ξανθού Ξωτικού. Οι συσπάσεις της κυ­ ρίας Αντρικό Κοστούμι ήταν εντελώς υποτονικές πια. «Πυκνός καπνός πάνω από το Νιούμπερι», είπε ο τύπος του Μίστερ Σόφτι μη δείχνοντας καμιά διάθεση να εγκαταλείψει τη σχετική ασφάλεια του φορτηγού του. «Κάποια έκρηξη έγινε εκεί κάτω. Εννοώ μεγάλη. Μπορεί να είναι τρομοκράτες». Με το που άκουσε τη λέξη, ο Κλέι σιγουρεύτηκε ότι ο τύπος είχε δίκιο. «Βοήθησέ με», επανέλαβε. «ΠΟΙΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ;» ούρλιαξε ξαφνικά το Καστανό Ξωτικό. Ο Κλέι την είχε ξεχάσει εντελώς αυτήν. Σήκωσε τα μάτια του τη στιγμή ακριβώς που η κοπέλα χτύπησε δυνατά το κούτελό της με την παλάμη και έπειτα έφερε τρεις γρήγορες στροφές γύρω από τον εαυτό της έχοντας σηκωθεί στις μύτες των αθλητικών παπου­ τσιών της σαν μπαλαρίνα. Το θέαμα του έφερε στο νου ένα ποίη­ μα που είχε διαβάσει στο μάθημα κλασικής λογοτεχνίας στο κολέ­ γιο -Κάνε έναν κύκλο γύρω του τρεις φορές. Του Κόουλριτζ δεν ή­ ταν; Το κορίτσι τρέκλισε, σταθεροποιήθηκε κι ύστερα έτρεξε γραμμή πάνω στο στύλο μιας λάμπας του δρόμου. Δεν έκανε κα­ μιά προσπάθεια να αποφύγει τον σιδερένιο στύλο, δεν έβαλε καν


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

27

τα χέρια της μπροστά. Έπεσε πάνω του με το κεφάλι, τινάχτηκε προς τα πίσω από τη σύγκρουση, παραπάτησε και όρμησε ξανά. «Σταμάτα!» της φώναξε ο Κλέι. Πετάχτηκε όρθιος, έκανε να τρέξει προς το μέρος της κοπέλας, γλίστρησε πάνω στα αίματα της κυρίας Αντρικό Κοστούμι, πήγε να πέσει, συνέχισε, σκόνταψε πά­ νω στο Ξανθό Ξωτικό και παραλίγο να πέσει ξανά. Το Καστανό Ξωτικό γύρισε και τον κοίταξε. Η μύτη της είχε σπάσει και το αίμα που ανάβλυζε έλουζε όλο το κάτω μέρος του προσώπου της. Ένα κάθετο καρούμπαλο άρχιζε να σχηματίζεται στο μέτωπό της φουσκώνοντας σαν σύννεφο καλοκαιρινής καται­ γίδας. Το ένα της μάτι είχε στραβώσει μέσα στην κόγχη του. Άνοι­ ξε το στόμα της αποκαλύπτοντας τα ερείπια ενός εξαιρετικού ορ­ θοδοντικού έργου και του γέλασε κατάμουτρα. Ο Κλέι δεν ξέχασε ποτέ εκείνο το γέλιο. Κι ύστερα το κορίτσι έφυγε τρέχοντας πάνω στο πεζοδρόμιο και ουρλιάζοντας. Πίσω του ο Κλέι άκουσε μια μηχανή να παίρνει μπροστά και μελωδικά καμπανάκια άρχισαν να παίζουν από ένα μεγάφωνο το μουσικό θέμα της Σέσαμι Στρητ. Ο Κλέι στράφηκε και είδε το φορτηγάκι του Μίστερ Σόφτι να ξεπαρκάρει γρήγορα και να βγαί­ νει στο δρόμο, την ίδια στιγμή που στον τελευταίο όροφο του ξε­ νοδοχείου απέναντι ένα παράθυρο έσπαζε τινάζοντας στο κενό έ­ να αστραφτερό σιντριβάνι από γυαλιά. Ακολούθησε ένα σώμα που έκανε βουτιά στην ηλιόλουστη οκτωβριάτικη μέρα, έπεσε πά­ νω στο πεζοδρόμιο και κυριολεκτικά έσκασε σαν καρπούζι. Κι άλ­ λες κραυγές από το προαύλιο. Κραυγές τρόμου· κραυγές πόνου. «Όχι!» ούρλιαξε ο Κλέι τρέχοντας στα πλάγια του φορτηγού που απομακρυνόταν. «Όχι. Γύρνα πίσω να με βοηθήσεις! Χρειάζο­ μαι βοήθεια εδώ, που να πάρει!» Καμιά απάντηση από τον τύπο του Μίστερ Σόφτι, που ίσως να μην τον άκουγε καν πάνω από τη δυνατή μουσική. Ο Κλέι θυμό­ ταν ακόμη τα λόγια της μελωδίας, από τον παλιό καλό καιρό που δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι ο γάμος του δεν θα κρατούσε για πάντα. Εκείνες τις μέρες ο Τζόνι παρακολουθούσε τη Σέσαμι Στρητ καθημερινά, καθισμένος στη γαλάζια καρεκλίτσα του και σφίγγοντας με τα δυο του χέρια τις λαβές της κούπας του με το


28

STEPHEN KING

γάλα. To τραγούδι έλεγε κάτι για μια ηλιόλουστη μέρα που έδιω­ χνε μακριά τα σύννεφα. Ένας άντρας με επαγγελματικό κοστούμι βγήκε τρέχοντας από το πάρκο· έβγαζε άναρθρες κραυγές με όλη την ένταση της φωνής του, οι άκρες του παλτού του ανέμιζαν πίσω του. Ο Κλέι τον ανα­ γνώρισε από το τριχωτό λάφυρο που έσειε στον αέρα. Ο άντρας βγήκε στη Μπόιλτον Στρητ. Περαστικά αυτοκίνητα άλλαξαν από­ τομα πορεία, αποφεύγοντας παρά τρίχα να τον χτυπήσουν. Έφτα­ σε τρέχοντας ως το απέναντι πεζοδρόμιο, ουρλιάζοντας βραχνά και κουνώντας τα χέρια του προς τον ουρανό. Μπήκε στη βαθιά σκιά κάτω από την ομπρέλα των δέντρων στο προαύλιο του Φορ Σίζονς και ο Κλέι τον έχασε από τα μάτια του, αλλά πρέπει να μπλέχτηκε σε πολύ χειρότερες καταστάσεις εκεί μέσα, γιατί αμέ­ σως ξεσηκώθηκε ένα καινούριο κύμα από ουρλιαχτά. Ο Κλέι εγκατέλειψε την καταδίωξη του Μίστερ Σόφτι, σταμά­ τησε με το ένα πόδι πάνω στο πεζοδρόμιο και το άλλο στο δρόμο και παρακολούθησε το φορτηγάκι να πιάνει την κεντρική λωρίδα της Μπόιλστον Στρητ καμπανίζοντας τη χαρωπή μελωδία του. Ή­ ταν έτοιμος να κάνει μεταβολή και να επιστρέψει στο αναίσθητο κορίτσι και στη γυναίκα που ξεψυχούσε από αιμορραγία, όταν εμ­ φανίστηκε άλλο ένα Ντακ Μπόουτ, που, αντί να αρμενίζει ήρεμα όπως το προηγούμενο, βρυχιόταν με τις μηχανές στο φόρτε και έ­ τρεχε με τρελά ζιγκ ζαγκ, μια δεξιά μια αριστερά πάνω στο δρόμο. Έντρομοι επιβάτες που κλυδωνίζονταν πέρα δώθε ούρλιαζαν —ικέ­ τευαν— τον οδηγό να σταματήσει. Άλλοι είχαν απλώς αρπαχτεί α­ πό το μεταλλικό κιγκλίδωμα που διέτρεχε τις ανοιχτές πλευρές του άχαρου οχήματος καθώς ανέβαινε την Μπόιλστον Στρητ ενά­ ντια στο ρεύμα της κυκλοφορίας. Ένας άντρας με αθλητική μπλούζα άρπαξε τον οδηγό από πίσω και ο Κλέι άκουσε άλλη μια από εκείνες τις άναρθρες κραυγές, μεγεθυσμένη από το πρωτόγονο μικροφωνικό σύστημα του Ντακ Μπόουτ, καθώς ο οδηγός τίναξε πέρα τον τύπο με μια απότομη, δυνατή σπρωξιά προς τα πίσω. Αυτή τη φορά δεν ήταν «Ραστ!» αλλά ένας ήχος πιο λαρυγγικός, κάτι σαν «Γκλου!» Κι ύστερα ο ο­ δηγός του Ντακ Μπόουτ είδε το φορτηγάκι του Μίστερ Σόφτι —ο Κλέι ήταν σίγουρος γι' αυτό— και άλλαξε απότομα πορεία σαν να το έβαλε στόχο.


TO KlNHTO

29

«Ω Θεέ μου, όχι!» φώναξε μια γυναίκα που καθόταν στο μπρο­ στινό μέρος του τουριστικού οχήματος και όπως το Ντακ Μπόουτ πήγαινε καταπάνω στο φορτηγάκι με τα παγωτά, που είχε περίπου το ένα έκτο του μεγέθους του, ο Κλέι είχε μια καθαρή ανάμνηση από τη νικητήρια παρέλαση που είχε παρακολουθήσει στην τηλε­ όραση όταν οι Ρεντ Σοξ είχαν κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Μια αργοκίνητη πομπή από Ντακ Μπόουτς ανέβαινε τη λεωφόρο, με την πρωταθλήτρια ομάδα να χαιρετάει τα πλήθη που παραλη­ ρούσαν κάτω από ένα κρύο φθινοπωρινό ψιλόβροχο. «Όχι, Θεέ μου, σε παρακαλώ!» τσίριξε πάλι η γυναίκα και την ίδια στιγμή ο Κλέι άκουσε πίσω του κάποιον να λέει, σε παράται­ ρα ήπιο τόνο: «Χριστός και Παναγία!» Το Ντακ Μπόουτ χτύπησε το παγωτατζίδικο και το τουμπάρισε σαν να ήταν παιδικό αυτοκινητάκι. Το φορτηγάκι έπεσε με το πλευρό στην άσφαλτο και άρχισε να ολισθαίνει με ταχύτητα προς το Δημοτικό Πάρκο παίζοντας πάντα το μουσικό θέμα της Σέσαμι Στρητ από το μεγάφωνο, τώρα με συνοδεία το ανατριχιαστικό στρίγκλισμα της τριβής του μετάλλου πάνω στην άσφαλτο μέσα σε πίδακες από σπινθήρες. Δύο γυναίκες που παρακολουθούσαν τη σκηνή έκαναν βουτιά στο πλάι για να το αποφύγουν, πιασμένες χέρι με χέρι, και μόλις που γλίτωσαν. Το φορτηγάκι του Μίστερ Σόφτι χτύπησε στο πεζοδρόμιο, αναπήδησε, βρέθηκε για μια στιγ­ μή στον αέρα και έπειτα έπεσε με τα πλάγια πάνω στο σιδερένιο κιγκλίδωμα που περιέβαλλε το πάρκο και σταμάτησε. Η μουσική, μετά από δυο στιγμιαίες διακοπές, σταμάτησε κι αυτή. Στο μεταξύ, ο παράφρονας που οδηγούσε το Ντακ Μπόουτ εί­ χε χάσει τον όποιο οριακό έλεγχο του οχήματος είχε ακόμη. Το α­ νοιχτό λεωφορείο, μαζί με το φορτίο των έντρομων επιβατών του που ούρλιαζαν αρπαγμένοι από τις μεταλλικές μπάρες στα πλάγια, έκανε μισή επιτόπια στροφή πάνω στην Μπόιλτον Στρητ, καβάλη­ σε το πεζοδρόμιο καμιά πενηνταριά μέτρα μακρύτερα και απένα­ ντι από το σημείο όπου είχε ξεψυχήσει κουδουνίζοντας μελωδικά το φορτηγάκι του Μίστερ Σόφτι και έπεσε πάνω στο χαμηλό τούβλινο προστατευτικό τοιχίο μπροστά από τη φαρδιά βιτρίνα ενός επιπλοπωλείου με την επωνυμία Σίτι Λάιτς. Ακολούθησε ένας κα­ θόλου μελωδικός ήχος σύγκρουσης καθώς η βιτρίνα του επιπλάδικου έγινε κομμάτια. Το φαρδύ πίσω μέρος του Ντακ Μπόουτ (Η


30

STEPHEN KING

Κυρά του Λιμανιού έγραφε με ροζ καλλιγραφικά γράμματα) ανα­ σηκώθηκε ίσαμε ενάμισι μέτρο στον αέρα. Η επιτάχυνση θέλησε να αναποδογυρίσει το μεγάλο ατσούμπαλο όχημα· η μάζα του δεν το επέτρεψε. Ξανάπεσε στο πεζοδρόμιο με τη μουσούδα του σφη­ νωμένη ανάμεσα σε σκόρπιους καναπέδες και πανάκριβες πολυ­ θρόνες σαλονιού, αφού τουλάχιστον έξι από τους επιβάτες του εί­ χαν ήδη εκτοξευτεί από το Ντακ Μπόουτ και είχαν γίνει άφαντοι. Στο επιπλάδικο άρχισε να ηχεί ο συναγερμός. «Χριστός και Παναγία», ακούστηκε για δεύτερη φορά η γλυ­ κιά φωνή πίσω από το δεξί μπράτσο του Κλέι. Ο Κλέι στράφηκε προς τα εκεί και είδε έναν μικρόσωμο άντρα με αραιά μαύρα μαλ­ λιά, λεπτό μαύρο μουστάκι και γυαλιά με χρυσό σκελετό. «Τι συμβαίνει;» «Δεν ξέρω», είπε ο Κλέι. Δυσκολευόταν να μιλήσει. Πολύ. Συ­ νειδητοποίησε ότι έκανε τρομερή προσπάθεια να αρθρώσει τις λέ­ ξεις. Υπέθεσε ότι ήταν από το σοκ. Στο απέναντι πεζοδρόμιο άν­ θρωποι το έσκαγαν τρέχοντας, άλλοι από το Φορ Σίζονς κι άλλοι από το τρακαρισμένο λεωφορείο. Μπροστά στα μάτια του Κλέι έ­ νας από τους φυγάδες του ξενοδοχείου συγκρούστηκε με έναν από τους δραπέτες του λεωφορείου και έπεσαν και οι δύο ξεροί στο πεζοδρόμιο. Πρόλαβε να αναρωτηθεί μήπως του είχε σαλέψει και όλα αυτά που έβλεπε ήταν παραισθήσεις μέσα σε κάποιο τρελάδικο. Στο ψυχιατρείο του Τζούνιπερ Χιλ στην Ογκάστα, ίσως, πριν του κάνουν την επόμενη δόση θοραζίνης. «Ο τύπος από το παγωτατζίδικο είπε ότι μπορεί να είναι τρομοκράτες». «Δε βλέπω κανέναν οπλισμένο», είπε ο κοντούλης με το μου­ στάκι. «Ούτε τύπους με βόμβες δεμένες στην πλάτη τους». Ούτε κι ο Κλέι έβλεπε, αλλά είδε το χαρτοφύλακα του και τη σακούλα από τους μικρούς θησαυρούς παρατημένα στο πεζο­ δρόμιο και είδε επίσης ότι το αίμα που χυνόταν από τον ανοιγμένο λαιμό της κυρίας Αντρικό Κοστούμι —Θεούλη μου, σκέφτηκε, πό­ σο πολύ αίμα— κόντευε να φτάσει ως το χαρτοφύλακα. Πάνω από μια ντουζίνα από τα πρωτότυπα σχέδια του για τον Μαυροντυμένο Περιπλανώμενο βρίσκονταν εκεί μέσα. Από αυτά τα σχέδια πιά­ στηκε το μυαλό του και ο Κλέι ξεκίνησε με γρήγορο βήμα. Ο κο­ ντούλης με το μουστάκι τον πήρε από πίσω. Ένας δεύτερος συνα­ γερμός (κάτι σαν συναγερμός, έστω) άρχισε από το εσωτερικό του


Το ΚΙΝΗΤΌ

31

ξενοδοχείου, ένας βραχνός άγριος ήχος που έσμιξε με τη μονότο­ νη τσιρίδα του Σίτι Λάιτς. Ο κοντός άντρας τινάχτηκε. «Είναι από το ξενοδοχείο», είπε ο Κλέι. «Το ξέρω, απλώς... ω Θεέ μου». Ο κοντούλης είχε μόλις δει την κυρία Αντρικό Κοστούμι, που τώρα κειτόταν μέσα σε μια λίμνη α­ πό το μαγικό κόκκινο υγρό που την κρατούσε σε λειτουργία μέχρι πριν από... πόσο; Τέσσερα λεπτά; Δύο; «Είναι νεκρή», του είπε ο Κλέι. «Τουλάχιστον γι' αυτό είμαι σίγουρος. Το κορίτσι εκεί πέρα...» Έδειξε το Ξανθό Ξωτικό. «Αυ­ τή το έκανε. Με τα δόντια της». «Με δουλεύεις». «Μακάρι να σε δούλευα». Από κάπου ψηλά στην Μπόιλστον Στρητ ακούστηκε και δεύ­ τερη έκρηξη. Και οι δυο άντρες ζάρωσαν ενστικτωδώς. Ο Κλέι συνειδητοποίησε ότι ο αέρας μύριζε έντονα καπνό. Σήκωσε τη σα­ κούλα των μικρών θησαυρών και το χαρτοφύλακα του και τα α­ πομάκρυνε από τη λίμνη του αίματος που απλωνόταν συνεχώς. «Αυτά είναι δικά μου», είπε, απορώντας με τον εαυτό του που έ­ νιωσε την ανάγκη να εξηγηθεί. Ο κοντούλης με το τουίντ κοστούμι —τσαχπίνης ο τύπος, σκέ­ φτηκε ο Κλέι— είχε απομείνει να κοιτάζει με φρίκη το κουβαρια­ σμένο πτώμα της γυναίκας που είχε κάνει μια στάση για παγωτό και είχε χάσει πρώτα το σκύλο της και μετά τη ζωή της. Πίσω τους, τρεις νεαροί πέρασαν σαν βολίδα από το πεζοδρόμιο γελώ­ ντας δυνατά και ζητωκραυγάζοντας. Οι δύο είχαν καπελάκια των Ρεντ Σοξ φορεμένα ανάποδα, με το γείσο προς τα πίσω. Ο ένας κουβαλούσε ένα χαρτοκούτι που το κρατούσε σφιχτά πάνω στο στήθος του. Στη μια πλευρά έγραφε panasonic με μεγάλους μπλε χαρακτήρες. Αυτός ο νεαρός πάτησε πάνω στη λίμνη του αίματος της κυρίας Αντρικό Κοστούμι με το δεξί αθλητικό παπούτσι του και άρχισε να αφήνει πίσω του μονοπόδαρα κόκκινα ίχνη που ξε­ θώριαζαν σταδιακά όσο απομακρυνόταν με την παρέα του προς το ανατολικό άκρο του Δημοτικού Πάρκου και την Τσάιναταουν πιο πέρα.


32

STEPHEN KING

3 Ο Κλέι γονάτισε στο ένα πόδι, σφίγγοντας παραμάσχαλα το χαρ­ τοφύλακα (τώρα που είχε δει τον νεαρό να τρέχει με το κουτί της Panasonic φοβόταν ακόμη περισσότερο μήπως τον χάσει), και με το ελεύθερο χέρι του ψηλάφισε τον καρπό του Ξανθού Ξωτικού. Έπιασε αμέσως το σφυγμό της. Ήταν αργός, αλλά δυνατός και κα­ νονικός. Αισθάνθηκε απέραντη ανακούφιση. Ό,τι κι αν είχε κάνει, δεν ήταν παρά ένα παιδί. Δεν θα άντεχε στην ιδέα ότι είχε σκοτώ­ σει ένα παιδί χτυπώντας το στο κεφάλι με το πρες παπιέ που προό­ ριζε για δωράκι της γυναίκας του. «Προσοχή, προσοχή!» φώναξε ο κοντούλης με το μουστάκι, σχεδόν τραγουδιστά. Ο Κλέι δεν προλάβαινε να προσέξει. Ευτυ­ χώς αυτή τη φορά ο κίνδυνος δεν πέρασε ούτε καν ξώφαλτσα. Το αυτοκίνητο —ένα από εκείνα τα πελώρια, φιλικά προς τον ΟΠΕΚ SUV— μπήκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην Μπόιλστον Στρητ και κατευθείαν μέσα στο πάρκο, τουλάχιστον είκοσι μέτρα μακρύτερα από εκεί που ήταν γονατισμένος ο Κλέι, γκρέμισε τον σιδερένιο φράχτη στο πέρασμα του και κατέληξε στη λιμνούλα με τις πάπιες βουλιάζοντας μέχρι το ύψος των προφυλακτήρων. Η πόρτα άνοιξε και από μέσα βγήκε, αεράτος, ένας νεαρός φω­ νάζοντας διάφορα κορακίστικα προς τον ουρανό. Έπεσε στα γόνα­ τα μέσα στη λιμνούλα, μάζεψε νερό με τις χούφτες του, το έφερε στο στόμα του (ο Κλέι σκέφτηκε φευγαλέα όλες εκείνες τις πάπιες που έχεζαν εκεί μέσα χρόνια τώρα), ήπιε κάμποσο κι ύστερα ση­ κώθηκε παραπατώντας και διέσχισε τη λιμνούλα ως την απέναντι όχθη. Εξαφανίστηκε πίσω από μια συστάδα δέντρων κουνώντας αδιάκοπα τα χέρια του και συνεχίζοντας με αγριοφωνάρες το ακα­ τάληπτο κήρυγμα του. «Πρέπει να καλέσουμε βοήθεια για το κορίτσι», είπε ο Κλέι στον άντρα με το μουστάκι. «Είναι απλώς αναίσθητη, όχι νεκρή». «Αυτό που πραγματικά πρέπει να κάνουμε είναι να φύγουμε α­ πό το δρόμο πριν μας χτυπήσει κανένα αυτοκίνητο», είπε ο κο­ ντούλης με το μουστάκι. Και σαν για να υποστηρίξει τα λεγόμενα του, ένα ταξί συγκρούστηκε με μια λιμουζίνα σε μικρή απόσταση από τα συντρίμμια του Ντακ Μπόουτ. Η λιμουζίνα πήγαινε ανά-


TO KlNHTO

33

ποδα, αλλά την πλήρωσε το ταξί. Έτσι όπως ήταν ακόμη γονατι­ σμένος στο πεζοδρόμιο, ο Κλέι είδε τον ταξιτζή να εκσφενδονίζε­ ται από το παρμπρίζ και να προσγειώνεται απότομα στην άσφαλτο οιιρλιάζοντας και κρατώντας ψηλά ένα χέρι γεμάτο αίματα. Ο κοντούλης με το μουστάκι είχε δίκιο, φυσικά. Όποια λογική ο Κλέι ήταν σε θέση να επιστρατεύσει —ένα ελάχιστο ποσοστό της διαπερνούσε το πυκνό παραπέτασμα της κατάπληξης που θόλωνε τη σκέψη του— του υπαγόρευε ότι η μοναδική συνετή ενέργεια μέ­ χρι στιγμής ήταν να τσακιστεί να φύγει από την Μπόιλστον Στρητ και να καλυφθεί. Αν επρόκειτο για τρομοκρατική ενέργεια, δεν έ­ μοιαζε με τίποτε απ' όσα είχε διαβάσει ή ακούσει ως τώρα. Αυτό που έπρεπε να κάνει —να κάνουν— ήταν να κρυφτούν και να μείνουν κρυμμένοι ώσπου να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Πράγμα που προ­ φανώς σήμαινε ότι ήταν απαραίτητο να βρουν μια τηλεόραση. Δεν ήθελε όμως να αφήσει το κορίτσι πεσμένο αναίσθητο σ' ένα δρόμο που ξαφνικά είχε μετατραπεί σε τρελοκομείο. Όλα τα ένστικτα της καλής και πολιτισμένης καρδιάς του του υπαγόρευαν το αντίθετο. «Φύγε εσύ», είπε στον κοντούλη με το μουστάκι. Το είπε με α­ πέραντη απροθυμία. Δεν τον ήξερε τον τύπο, αλλά αυτός τουλάχι­ στον δεν μιλούσε κορακίστικα, ούτε σήκωνε τα χέρια του στον ου­ ρανό. Ούτε είχε επιχειρήσει να τον δαγκώσει στο λαιμό. «Πήγαινε μπες κάπου. Εγώ θα...» Δεν ήξερε πώς να τελειώσει τη φράση του. «Εσύ τι;» τον ρώτησε ο κοντούλης με το μουστάκι κι ύστερα καμπούριασε απότομα τους ώμους του και μόρφασε καθώς ακού­ στηκε μια καινούρια έκρηξη. Αυτή ακούστηκε σαν να είχε γίνει α­ κριβώς πίσω από το ξενοδοχείο. Μαύρος καπνός άρχισε να σηκώ­ νεται από την ίδια κατεύθυνση, κρύβοντας τον γαλάζιο ουρανό μέχρι να φτάσει αρκετά ψηλά ώστε να αρχίσει να τον παρασέρνει ο άνεμος. «Θα καλέσω την αστυνομία», είπε ο Κλέι σε μια έμπνευση της στιγμής. «Αυτή εκεί έχει κινητό». Έδειξε προς τα πίσω με τον α­ ντίχειρα την κυρία Αντρικό Κοστούμι που κειτόταν νεκρή μέσα σε μια λίμνη από αίμα. «Το χρησιμοποιούσε λίγο πριν... ξέρεις... όταν άρχισαν όλα να...» Ο Κλέι δεν απόσωσε τη φράση του γιατί προσπάθησε να θυμη­ θεί τι ακριβώς συνέβαινε όταν άρχισαν όλα να πηγαίνουν κατά διαβόλου. Το βλέμμα του μετακινήθηκε από τη νεκρή γυναίκα στο


34

STEPHEN KING

αναίσθητο κορίτσι και από κει στα απομεινάρια του διαλυμένου πράσινου κινητού που χρησιμοποιούσε το κορίτσι. Σειρήνες δύο διαφορετικών τόνων υψώθηκαν στον αέρα. Ο Κλέι υπέθεσε ότι η μία συχνότητα ανήκε στα περιπολικά της α­ στυνομίας και η άλλη στα οχήματα της πυροσβεστικής. Υπέθεσε επίσης ότι θα καταλάβαινε τη διαφορά κάποιος που ζούσε μόνιμα στην πόλη, αλλά αυτός δεν ζούσε εδώ, ζούσε στο Κεντ Ποντ του Μέιν, όπου ευχόταν με όλη του την καρδιά να βρισκόταν ετούτη τη στιγμή. Εκείνο που συνέβαινε όταν άρχισαν όλα να πηγαίνουν κατά διαβόλου ήταν ότι η κυρία Αντρικό Κοστούμι είχε τηλεφωνήσει στη φίλη της τη Μάντι για να της πει ότι είχε κόψει τα μαλλιά της και το Ξανθό Ξωτικό είχε απαντήσει στο τηλεφώνημα μιας φίλης του. Το Καστανό Ξωτικό είχε σκύψει και άκουγε από το κινητό του Ξανθού Ξωτικού. Μετά απ' αυτό είχαν παλαβώσει και οι τρεις. Δεν είναι δυνατόν να σκέφτεσαι... Από κάπου πίσω τους, στα ανατολικά, ακούστηκε η μεγαλύτε­ ρη μέχρι στιγμής έκρηξη: μια τρομακτική σε ένταση απότομη βροντή. Ο Κλέι πετάχτηκε όρθιος. Αυτός και ο κοντούλης με το τουίντ κοστούμι κοίταξαν πρώτα ο ένας τον άλλον έντρομοι και ύ­ στερα στράφηκαν προς τη μεριά της Τσάιναταουν και το βόρειο ά­ κρο της Βοστόνης. Δεν μπόρεσαν να δουν τι είχε εκραγεί, αλλά εί­ δαν ένα τεράστιο και πολύ πυκνό σύννεφο καπνού να υψώνεται τώρα πάνω από τα κτίρια σ' εκείνη την πλευρά του ορίζοντα. Ενώ παρακολουθούσαν τον καπνό, ένα περιπολικό της Αστυ­ νομίας της Βοστόνης και ένα πυροσβεστικό όχημα με πτυσσόμενη σκάλα έφτασαν και σταμάτησαν μπροστά από το ξενοδοχείο Φορ Σίζονς στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ο Κλέι κοίταξε προς τα εκεί τη στιγμή που ένα δεύτερο άτομο ρίχτηκε στο κενό από τον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου και το ακολούθησε αμέσως ένα ζευγάρι που έπεσε από την ταράτσα. Του φάνηκε πως οι δυο τε­ λευταίοι, αυτοί που έρχονταν από την ταράτσα, μάλωναν μεταξύ τους πέφτοντας. «Χριστέ μου, ΟΧΙ!» ούρλιαξε μια γυναίκα και η φωνή της έ­ σπασε, «Ω, όχι, ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ, ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!» Ο πρώτος από την τριάδα αυτοκτονίας έσκασε στο πίσω μέρος του περιπολικού πασαλείβοντας το πορτμπαγκάζ με μυαλά και ά-


Το ΚΙΝΗΤΌ

35

ντερα και κομματιάζοντας το πίσω τζάμι. Οι άλλοι δυο πέτυχαν το πυροσβεστικό όχημα, απ' όπου σκόρπισαν σαν τρομαγμένα αλλό­ κοτα πουλιά ένα σμάρι πυροσβέστες με κίτρινα αδιάβροχα. «ΟΧΙ!» τσίριζε η γυναίκα. «Όχι, ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ! ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ! ΘΕΕ ΜΟΥ, όχι, ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!» Κι όμως, από τον πέμπτο ή τον έκτο όροφο, έπεσε μια γυναίκα φέρνοντας τούμπες στον αέρα σαν τρελός ακροβάτης και προσγει­ ώθηκε πάνω σ' έναν αστυνομικό που κοίταζε ψηλά σαστισμένος, παρασέρνοντας κι αυτόν μαζί της στο θάνατο. Από το βορρά ακούστηκε άλλη μια από εκείνες τις τρομακτι­ κές βροντερές εκρήξεις —ήχος διαβόλου που πυροβολεί με αυτό­ ματο στην κόλαση— και ο Κλέι κοίταξε για άλλη μια φορά τον κο­ ντούλη, που του αντιγύρισε το βλέμμα με την ίδια ένταση. Κι άλ­ λος καπνός στον ουρανό και, παρά το δυνατό απογευματινό αερά­ κι, το γαλάζιο του ουρανού εκεί κάτω σχεδόν εξαφανίστηκε πίσω απ' το γκρίζο. «Χρησιμοποιούν πάλι αεροπλάνα», είπε ο κοντούλης. «Τα κα­ θάρματα πέφτουν με αεροπλάνα». Σαν για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του, άλλη μια τερατώδης έκρηξη τους τράνταξε με τη βροντή της, αυτή τη φορά από τη βο­ ρειοανατολική μεριά της πόλης. «Μα... εκεί πέρα είναι το... Λόγκαν». Ο Κλέι δυσκολευόταν και πάλι να μιλήσει κι ακόμη περισσότερο να σκεφτεί. Το μόνο που του ερχόταν στο νου ήταν ένα μισοσχηματισμένο ανέκδοτο του τύπου: Το ξέρεις αυτό με τους [βάλτε την εθνικότητα της προ­ τίμησης σας] τρομοκράτες που αποφάσισαν να γονατίσουν την Αμε­ ρική τινάζοντας στον αέρα τα αεροδρόμια; «Και λοιπόν;» ρώτησε ο κοντούλης, σχεδόν επιθετικά. «Λοιπόν, γιατί όχι το Χάνκοκ Μπίλντινγκ; Ή το Πρου;» Ο κοντούλης με το μουστάκι καμπούριασε τους ώμους του. «Δεν ξέρω. Εγώ το μόνο που ξέρω είναι ότι θέλω να φύγω απ' αυ­ τόν το δρόμο». Σαν να ήθελε να υποστηρίξει τα λεγόμενα του, μια παρέα πέντ' έξι νεαρών πέρασε βιαστικά από δίπλα τους. Η Βοστόνη ήταν μια πόλη γεμάτη νεολαία, όπως είχε προσέξει ο Κλέι. Ετούτοι οι έξι, τρεις νεαροί και τρεις νεαρές, τουλάχιστον έτρεχαν χωρίς λάφυρα στα χέρια και σίγουρα δεν το διασκέδαζαν. Χωρίς να κόψει το βή-


36

STEPHEN KING

μα του, ο ένας απ' αυτούς τράβηξε από μια τσέπη του ένα κινητό και το κόλλησε στ' αυτί του. Ο Κλέι έριξε μια ματιά στο απέναντι πεζοδρόμιο και είδε ότι έ­ να δεύτερο ασπρόμαυρο περιπολικό είχε παρκάρει πίσω από το πρώτο. Τελικά δεν θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει το κινητό της κυρίας Αντρικό Κοστούμι (ευτυχώς, γιατί κατά βάθος δεν ήθελε καθόλου να το κάνει). Έφτανε να περάσει απέναντι και να μιλήσει στους αστυνομικούς... μόνο που δεν ήταν σίγουρος ότι θα τολμού­ σε να διασχίσει την Μπόιλστον Στρητ εκείνη τη στιγμή. Ακόμη κι αν το έκανε όμως, θα έρχονταν οι αστυνομικοί εδώ για να ασχολη­ θούν με ένα αναίσθητο κορίτσι όταν εκεί που βρίσκονταν είχαν ή­ δη να αντιμετωπίσουν ένας Θεός ξέρει πόσα περιστατικά; Ενώ πα­ ρακολουθούσε, οι πυροσβέστες άρχισαν να ανεβαίνουν ξανά στο όχημα με τη σκάλα· έδειχναν έτοιμοι να κατευθυνθούν κάπου αλ­ λού. Στο αεροδρόμιο Λόγκαν μάλλον, ή...» «Θεέ και Κύριε, πρόσεχε αυτόν εδώ», είπε ο κοντούλης με το μουστάκι με σιγανή, τρομαγμένη φωνή. Κοίταζε δυτικά, κατά μή­ κος της Μπόιλστον, προς το κέντρο της πόλης, προς την κατεύ­ θυνση απ' όπου ερχόταν ο Κλέι όταν το μείζον ζήτημα της ζωής του ήταν να πετύχει τη Σάρον στο τηλέφωνο. Είχε σκεφτεί μέχρι και το πώς θα άρχιζε: Καλά τα νέα, γλυκιά μου —ό,τι κι αν γίνει μ' εμάς τους δυο, ο γιος μας πάντα θα έχει παπούτσια. Στο μυαλό του ακουγόταν ανάλαφρο και αστείο· όπως τις παλιές καλές μέρες. Η τωρινή σκηνή δεν είχε τίποτε το αστείο. Αυτός που ερχόταν προς το μέρος τους —όχι τρέχοντας, αλλά βαδίζοντας με μεγάλα μονοκόμματα βήματα— ήταν ένας άντρας γύρω στα πενήντα που φορούσε μόνο το παντελόνι ενός κοστουμιού και τα απομεινάρια ενός πουκαμίσου και μιας γραβάτας. Το παντελόνι ήταν γκρίζο. Ήταν αδύνατον να πεις τι χρώμα είχαν το πουκάμισο και η γραβά­ τα, γιατί ήταν και τα δύο κουρελιασμένα και βουτηγμένα στο αί­ μα. Στο δεξί του χέρι ο τύπος κρατούσε κάτι που έμοιαζε με χασαπομάχαιρο με είκοσι πόντους λάμα. Ο Κλέι ήταν σχεδόν σίγουρος ότι είχε δει αυτό ακριβώς το μαχαίρι στη βιτρίνα ενός μαγαζιού που λεγόταν Σόουλ Κίτσεν, όταν επέστρεφε από τη συνάντηση που είχε στο ξενοδοχείο Κόπλεϊ Σκουέαρ. Ήταν ένα από τη σειρά των μαχαιριών (ΣΟΥΗΔΙΚΟ ΑΤΣΑΛΙ! καυχιόταν η μικρή εγχάρακτη ταμπελίτσα μπροστά τους) που οι λάμες τους άστραφταν, έξυπνα


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

37

φωτισμένες από κρυφούς προβολείς χαμηλά στη βιτρίνα. Η συ­ γκεκριμένη λεπίδα, πάντως, πρέπει να είχε κάνει μπόλικη δουλειά —ή μπόλικη ζημιά— από την απελευθέρωση της και μετά, γιατί τώ­ ρα ήταν θαμπή από το αίμα. Ο άντρας με το κουρελιασμένο πουκάμισο κουνούσε απειλητι­ κά το μαχαίρι καθώς τους ζύγωνε με τα μεγάλα, μονοκόμματα βή­ ματα του και η λάμα διέγραφε μικρές καμπύλες πάνω κάτω στον αέρα. Διέκοψε τη ρυθμική, σχεδόν τελετουργική, κίνησή του μόνο μια φορά, για να χαράξει τον εαυτό του με το μαχαίρι. Καινούριο ρυάκι αίματος κύλησε από μια καινούρια κοψιά στο κουρελιασμέ­ νο πουκάμισο του. Τα απομεινάρια της γραβάτας του ανέμιζαν σε λωρίδες. Κι ενώ τους ζύγωνε απειλητικά, τους φώναζε σαν ιερο­ κήρυκας της πεντάρας, ουρλιάζοντας σε ακατάληπτη γλώσσα πά­ νω στον οίστρο κάποιας θεϊκής αποκάλυψης. «Άιλα!» κραύγαζε. «Ίιλα-άιλα-α-μπάμπαλα ναζ! Α-μπάμπαλα γιατί; Α-μπούναλου ντροπή; Κάζαλα! Κάζαλα-ΜΠΟΡΩ! Φι! ΠΕΡΑφι!» Κι ύστερα έφερε πάλι το μαχαίρι παράλληλα με τον δεξιό γο­ φό του κι έπειτα προς τα πίσω και ο Κλέι, που είχε ιδιαίτερα ανε­ πτυγμένη την αίσθηση της όρασης, είδε προκαταβολικά το σαρω­ τικό χτύπημα που θα ακολουθούσε. Το χτύπημα που θα ξεκοίλια­ ζε, και θα το έκανε χωρίς να διακόψει καν την πορεία του προς το πουθενά με εκείνο το μονοκόμματο, ατσούμπαλο βήμα του στο η­ λιόλουστο απόγευμα του Οκτώβρη. «Προσοχή!» ούρλιαξε ο κοντούλης με το μουστάκι, αλλά αυτός, ο κοντούλης με το μουστάκι, δεν πρόσεχε. Ο κοντούλης με το μουστάκι, το πρώτο φυσιολογικό άτομο με το οποίο είχε μιλή­ σει ο Κλέι Ρίντελ απ' όταν άρχισε αυτή η παράνοια -το οποίο, για την ακρίβεια, είχε μιλήσει σ' αυτόν, πράγμα που ήθελε κότσια κά­ τω απ' αυτές τις περιστάσεις-, είχε κοκαλώσει στη θέση του και τα γουρλωμένα μάτια του φάνταζαν τεράστια πίσω από τα γυαλιά με τον χρυσό σκελετό. Και μήπως τελικά ο τρελός είχε βάλει στό­ χο αυτόν επειδή από τους δυο άντρες εκείνος με το μουστάκι ήταν ο πιο μικρόσωμος και έμοιαζε ευκολότερη λεία; Αν ναι, τότε ο κύ­ ριος Ακατάληπτος δεν ήταν εντελώς τρελός και ξαφνικά ο Κλέι, ε­ κτός από τρομαγμένος, ένιωσε και πολύ θυμωμένος, θυμωμένος όπως θα ένιωθε αν κοίταζε από το φράχτη μιας σχολικής αυλής


38

STEPHEN KING

και έβλεπε έναν αλητάμπουρα να τρομοκρατεί ένα παιδί φανερά μικρότερο σε ηλικία και σωματικές διαστάσεις. «ΠΡΟΣΟΧΗ!» έσκουξε αυτή τη φορά ο κοντούλης με το μου­ στάκι, αλλά δεν σάλεψε κι ας ερχόταν καταπάνω του ο θάνατος α­ πελευθερωμένος από ένα μαγαζί που λεγόταν Σόουλ Κίτσεν κι ό­ που η Βίζα και η Ντάινερ'ς γίνονταν σίγουρα αποδεκτές μαζί με την Προσωπική Σας Επιταγή Αν Συνοδεύεται Από Τραπεζική Κάρτα. Ο Κλέι δεν κάθισε να σκεφτεί. Έπιασε το χαρτοφύλακα του α­ πό τη διπλή χειρολαβή και τον έχωσε ανάμεσα στο επερχόμενο μαχαίρι και στον καινούριο του σύντροφο με το τουίντ κοστούμι. Η λεπίδα τον διαπέρασε ολόκληρο με ένα υπόκωφο βουπ, αλλά η μύτη σταμάτησε γύρω στους δέκα πόντους μακριά από την κοιλιά του κοντούλη. Ο κοντούλης συνήλθε επιτέλους και παραμέρισε έ­ ντρομος, προς τη μεριά του Δημοτικού Πάρκου, τσιρίζοντας βοή­ θεια με όση δύναμη είχε στα πνευμόνια του. Ο άντρας με το κουρελιασμένο πουκάμισο και τη γραβάτα -προγούλι και κοιλίτσα, δείγμα πως το προσωπικό του ισοζύγιο σωστής διατροφής και άσκησης ήταν παθητικό εδώ και δύο χρό­ νια τουλάχιστον- σταμάτησε απότομα το ακατανόητο κήρυγμα του. Το πρόσωπο του πήρε μια έκφραση πνευματικά κενής σαστιμάρας, που ήθελε πολύ ακόμη για να γίνει έκπληξη, πόσο μάλλον απορία. Αυτό που αισθάνθηκε ο Κλέι ήταν ένα είδος μαύρης οργής. Η λάμα είχε τρυπήσει όλους τους πίνακες του Μαυροντυμένου Περι­ πλανώμενου (για τον Κλέι πάντα ήταν πίνακες, ποτέ ζωγραφιές ή εικόνες) και του φάνηκε πως εκείνο το βουπ θα μπορούσε κάλλι­ στα να ήταν ο ήχος του μαχαιριού που τρυπούσε ένα πολύ ξεχωρι­ στό φύλλο της καρδιάς του. Ήταν ανόητο, εφόσον είχε αντίγραφα από όλα, ακόμη και από τα έγχρωμα δισέλιδα, αλλά έτσι αισθανό­ ταν. Το μαχαίρι του τρελού είχε ξεκοιλιάσει το Μάγο Τζον (που είχε το όνομα του γιου του, φυσικά), το Γητευτή Φλακ, τον Φρανκ και τους Πόσι Μπόις, το Κοιμισμένο Τζίνι, την Πόιζον Σάλι, τη Λίλι Άστολετ, τη Γαλάζια Μάγισσα και, βεβαίως, τον Ρέι Ντέιμον, τον ίδιο τον Μαυροντυμένο Περιπλανώμενο. Ήταν τα δικά του φανταστικά πλάσματα, οι κάτοικοι της σπηλιάς της φαντασίας του, αυτά που θα τον απελευθέρωναν από την αφόρητη ανία τού


Το ΚΙΝΗΤΌ

39

να διδάσκει το μαθημάτων καλλιτεχνικών σε έξι διαφορετικά α­ γροτικά σχολεία του Μέιν, οδηγώντας χιλιάδες χιλιόμετρα κάθε μήνα και βγάζονιας προκτικά το ψωμί του με το αυτοκίνητο του. Θα ορκιζόταν ότι τα άκουσε να βογκάνε όταν το σουηδικό λε­ πίδι του τρελού τα διαπέρασε ξαφνικά εκεί που κοιμούνταν τον α­ θώο ύπνο τους. Εξοργισμένος, αδιαφορώντας για το μαχαίρι (προς στιγμήν, τουλάχιστον), έσπρωξε σβέλτα προς τα πίσω τον άντρα με το κου­ ρελιασμένο πουκάμισο χρησιμοποιώντας το χαρτοφύλακα σαν α­ σπίδα και θυμώνοντας ακόμη περισσότερο όταν τον είδε να λυγί­ ζει σε σχήμα V γύρω από τη λάμα του μαχαιριού. «Μπλετ!» φώναξε άγρια ο παράφρονας και προσπάθησε να α­ ποσπάσει το μαχαίρι του. Είχε σφηνώσει πολύ γερά και δεν κατά­ φερε να το τραβήξει. «Μπλετ κι-γιαμ ντο-ραμ κάζαλα αμπάμπαλα!» «Τώρα θα σου τα μπάμπαλα εγώ τα κάζαλα, κόπανε!» φώναξε ο Κλέι και έφερε το αριστερό του πόδι πίσω από τον τρελό που έ­ κανε επιτόπου βήματα προς τα πίσω. Αργότερα, συνειδητοποίησε ότι το σώμα ξέρει από μόνο του πώς να παλέψει όταν βρεθεί στην ανάγκη. Η πάλη είναι ένα μυστικό που το σώμα το ξέρει, έτσι ό­ πως ξέρει και πώς να τρέξει ή πώς να δρασκελίσει ένα ρυάκι, ή πώς να ρίξει ένα πήδημα, ή πώς να πεθάνει, όταν δεν έχει άλλη ε­ πιλογή. Υπό συνθήκες ακραίας πίεσης, αυτή η ενστικτώδης γνώση αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη και τότε το σώμα κάνει αυτό που πρέπει να γίνει, ενώ το μυαλό, ανίκανο να συμμετάσχει, στέκεται παραδίπλα και κάνει τον αδιάφορο κοιτάζοντας αλλού και χτυπώ­ ντας ρυθμικά το ποδαράκι του στο χώμα. Ή, όπως στη συγκεκρι­ μένη περίπτωση, απλώς καταγράφει τον ήχο ενός μαχαιριού που διαπερνάει το χαρτοφύλακα που σου είχε χαρίσει η γυναίκα σου στα εικοστά όγδοα γενέθλια σου. Ο τρελός μπερδεύτηκε στο πόδι του Κλέι, ακριβώς όπως σκό­ πευε το σοφό σώμα του Κλέι να τον αναγκάσει να κάνει, και έπε­ σε ανάσκελα στο πεζοδρόμιο. Ο Κλέι στάθηκε όρθιος από πάνω του, λαχανιάζοντας και σφίγγοντας το χαρτοφύλακα με τα δυο του χέρια σαν ασπίδα που είχε λυγίσει πάνω στη μάχη. Το χασαπομάχαιρο ήταν ακόμα καρφωμένο στο χαρτοφύλακα, με τη λαβή του να ξεπροβάλλει από τη μια και τη μύτη του από την άλλη.


40

STEPHEN KING

Ο τρελός δοκίμασε να σηκωθεί. Ο καινούριος φίλος του Κλέι βγήκε μπροστά και τον κλότσησε στο λαιμό, πολύ δυνατά. Ο κο­ ντούλης έκλαιγε κανονικά· δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλα του και θόλωναν τους φακούς των γυαλιών. Ο τρελός ξανάπεσε πίσω στο πεζοδρόμιο με τη γλώσσα κρεμασμένη έξω από το στόμα του. Έβγαζε κάτι ήχους πνιγμού που ακούγονταν σαν παραμορφωμένη εκδοχή της ακατάληπτης γλώσσας που μιλούσε πριν από το χτύ­ πημα στο λαιμό του. «Πήγε να μας σκοτώσει!» είπε κλαίγοντας ο κοντούλης. «Προ­ σπάθησε να μας σκοτώσει!» «Ναι, ναι», είπε ο Κλέι. Σκέφτηκε ότι είχε πει κάποτε, με τον ί­ διο ακριβώς τρόπο, ναι, ναι στο γιο του, τότε που τον φώναζαν α­ κόμη Τζόνι-Τζι και είχε έρθει από το μπροστινό δρομάκι του σπι­ τιού με γδαρμένους τους αγκώνες ή τα γόνατα, σκούζοντας γοερά, «Έχω ΑΙΜΑΤΑ!» Ο άντρας στο πεζοδρόμιο (που είχε μπόλικα αίματα) στηρίχτη­ κε στους αγκώνες του και προσπάθησε πάλι να σηκωθεί από κά­ τω. Αυτή τη φορά είχε την τιμή ο Κλέι, που κλότσησε τον αγκώνα του τρελού και τον έριξε ξανά στο πεζοδρόμιο. Αυτό το σύστημα με τις κλοτσιές ήταν πολύ αποτελεσματικό, τελικά. Ο Κλέι χούφτωσε τη λαβή του μαχαιριού, μόρφασε με την αίσθηση του μισοπηγμένου αίματος στην παλάμη του -ήταν σαν λεπτή παγωμένη στρώση λίπους- και τράβηξε δυνατά. Το μαχαίρι υποχώρησε λίγο και μετά ή φράκαρε ή γλίστρησε η λαβή στο χέρι του. Φαντάστη­ κε πως άκουσε τους ήρωες του να μουρμουρίζουν ενοχλημένοι α­ πό το σκοτεινό εσωτερικό του χαρτοφύλακα και έβγαλε κι ο ίδιος έναν μικρό πονεμένο ήχο άθελά του. Και, άθελά του επίσης, ανα­ ρωτήθηκε τι θα έκανε με το μαχαίρι όταν θα το έβγαζε. Θα κάρ­ φωνε τον τρελό και θα τον σκότωνε; Αυτό θα μπορούσε να το είχε κάνει πάνω στην κάψα της στιγμής, αλλά όχι πια. «Τι έγινε;» ρώτησε ο κοντούλης με τρεμάμενη φωνή. Ακόμη και μέσα στην ταραχή του, ο Κλέι συγκινήθηκε από το αληθινό εν­ διαφέρον του καινούριου του φίλου. «Σε χτύπησε; Δεν τον έβλεπα κάποια στιγμή, μου τον έκρυβες. Μήπως σε χτύπησε; Κόπηκες;» «Όχι», είπε ο Κλέι. «Είμαι εντ...» Ακούστηκε άλλη μια γιγάντια έκρηξη από το βορρά, σίγουρα


Το ΚΙΝΗΤΌ

41

ατό το αεροδρόμιο Λόγκαν, από την άλλη μεριά του λιμανιού της Βοστόνης. Ζάρωσαν και οι δυο ενστικτωδώς, μορφάζοντας. Ο παλαβός βρήκε την ευκαιρία να ανακαθίσει και επιχειρούσε ήδη να σηκωθεί στα πόδια του, όταν ο κοντούλης με το τουίντ κο­ στούμι τού σέρβιρε μια άγαρμπη αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική κλοτσιά καρφώνοντας το παπούτσι του στο κέντρο της κουρελια­ σμένης γραβάτας του και τον ξανάριξε ανάσκελα εκεί που βρισκό­ ταν. Ο παλαβός μούγκρισε και άρπαξε το πόδι του κοντούλη. Θα τον είχε σίγουρα γκρεμίσει και παρασύρει σε θανάσιμο αγκάλια­ σμα, αν ο Κλέι δεν άρπαζε τον καινούριο φίλο του από τον ώμο και δεν τον τραβούσε έγκαιρα πίσω. «Μου πήρε το παπούτσι!» τσίριξε ο κοντούλης. Πίσω τους, πά­ νω στο δρόμο, συγκρούστηκαν άλλα δυο αυτοκίνητα. Καινούριες κραυγές, καινούριοι συναγερμοί. Συναγερμοί αυτοκινήτων, συνα­ γερμοί πυρκαγιάς, συναγερμοί παραβίασης, ηχούσαν όλοι μαζί στη διαπασών. Σειρήνες ούρλιαζαν κάπου μακριά. «Το κάθαρμα μου πήρε το πα...» Ξαφνικά εμφανίστηκε δίπλα τους ένας αστυνομικός. Από αυ­ τούς που είχαν ανταποκριθεί στο δυστύχημα απέναντι, υπέθεσε ο Κλέι, που βλέποντας ένα πόδι με μπλε παντελόνι στολής να γονα­ τίζει δίπλα στον παρανοϊκό που παραληρούσε αισθάνθηκε κάτι σαν ξαφνική λατρεία για την αστυνομία. Να μπει στον κόπο να έρθει εδώ! Να ασχοληθεί μαζί τους! «Προσοχή μ' αυτόν», είπε νευρικά ο κοντούλης στον αστυνο­ μικό. «Είναι...» «Ξέρω τι είναι», απάντησε ο αστυνομικός και ο Κλέι πρόσεξε ότι κρατούσε το υπηρεσιακό του αυτόματο. Δεν ήξερε αν το είχε τραβήξει καθώς γονάτιζε ή αν το κρατούσε από την αρχή. Τον είχε κυριεύσει η αίσθηση ευγνωμοσύνης και δεν έδωσε σημασία στις λεπτομέρειες. Ο αστυνομικός κοίταξε τον παλαβό στο πεζοδρόμιο. Έσκυψε από πάνω του. Σχεδόν του δόθηκε, σαν να τον προκαλούσε. «Ε, φιλαράκο, τι χαμπάρια;» μουρμούρισε. «Πώς πάνε τα κέφια;» Ο παρανοϊκός επιτέθηκε στον αστυνομικό αρπάζοντας τον από το λαιμό και με τα δύο του χέρια. Τη στιγμή που το έκανε, ο αστυ­ νομικός κόλλησε την κάννη του όπλου του ανάμεσα στα φρύδια του παρανοϊκού και πάτησε τη σκανδάλη. Ένα πυκνό σιντριβάνι


42

STEPHEN KING

από αίμα τινάχτηκε ανάμεσα από τα γκρίζα μαλλιά στο πίσω μέ­ ρος του κεφαλιού του άντρα, που έπεσε πίσω στο πεζοδρόμιο α­ νοίγοντας και τα δυο του χέρια με τρόπο μελοδραματικό: Μαμά, κοίτα, με σκότωσε! Ο Κλέι κοίταξε τον κοντούλη με το μουστάκι -και ο κοντούλης με το μουστάκι κοίταξε τον Κλέι. Έπειτα κοίταξαν και οι δυο τον αστυνομικό, που είχε βάλει το όπλο του στη θήκη και έβγαζε από το τσεπάκι του πουκαμίσου της στολής του μια δερμάτινη θήκη ταυτότητας. Ο Κλέι χάρηκε όταν πρόσεξε ότι το χέρι που κρατού­ σε τη θήκη έτρεμε ελαφρά. Τώρα φοβόταν τον αστυνομικό, αλλά θα τον φοβόταν πολύ περισσότερο αν δεν έτρεμαν λιγάκι τα χέρια του. Γιατί αυτό που είχε συμβεί δεν ήταν μια μεμονωμένη περί­ πτωση. Ο κρότος του πυροβολισμού είχε προκαλέσει κάτι στην α­ κοή του Κλέι, ήταν σαν να είχε αποκαταστήσει ένα ελαττωματικό κύκλωμα. Τώρα άκουγε καθαρά κι άλλους πυροβολισμούς, σκόρ­ πιους ξερούς κρότους που διαπερνούσαν τη γενική κακοφωνία της καταστροφής. Ο αστυνομικός τράβηξε από τη λεπτή δερμάτινη θήκη μια καρτούλα —του Κλέι του φάνηκε σαν επαγγελματική κάρτα— και ξανά­ βαλε τη θήκη στην τσέπη του πουκαμίσου του. Κράτησε την κάρ­ τα με το δείκτη και τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού ενώ το δεξί του κατέβηκε και ακούμπησε στη λαβή του υπηρεσιακού του όπλου. Κοντά στα γυαλισμένα μαύρα παπούτσια του, πάνω στο πεζοδρόμιο, σχηματιζόταν αργά μια λιμνούλα με αίμα από το δια­ λυμένο κεφάλι του παρανοϊκού. Λίγο πιο πέρα, η κυρία Αντρικό Κοστούμι κειτόταν μέσα στη δική της λίμνη αίματος, που άρχιζε τώρα να πήζει και να παίρνει μια πιο σκούρα κόκκινη απόχρωση. «Πώς ονομάζεστε, κύριε;» ρώτησε ο αστυνομικός τον Κλέι. «Κλέιτον Ρίντελ». «Μπορείτε να μου πείτε ποιος είναι πρόεδρος της χώρας;» Ο Κλέι του είπε. «Μπορείτε, παρακαλώ, να μου πείτε τη σημερινή ημερομηνία;» «Έχουμε πρώτη Οκτωβρίου. Ξέρετε τι...» Ο αστυνομικός στράφηκε προς τον κοντούλη με το μουστάκι. «Το όνομα σας;» «Τόμας Μακόρτ, Σάλεμ Στρητ 140, Μόλντεν. Τι είναι...»


Το ΚΙΝΗΤΌ

43

«Μπορείτε να μου πείτε το όνομα του αντιπάλου του τωρινού προέδρου στις τελευταίες εκλογές;» Ο Τομ Μακόρτ τού το είπε. «Με ποια είναι παντρεμένος ο Μπραντ Μπιτ;» Ο Μακόρτ σήκωσε τα χέρια του. «Κι εγώ πού να ξέρω; Με κά­ ποια ηθοποιό, νομίζω». «Εντάξει». Ο αστυνομικός έδωσε στον Κλέι την κάρτα που κρατούσε με το αριστερό του. «Είμαι ο αστυνομικός Έλριτς Ά­ σλαντ. Ορίστε η κάρτα μου. Ίσως κληθείτε να καταθέσετε για το τι συνέβη εδώ, κύριοι. Αυτό που συνέβη είναι ότι χρειαστήκατε βοήθεια, σας την πρόσφερα, δέχτηκα επίθεση και αντέδρασα». «Θέλατε να τον σκοτώσετε», είπε ο Κλέι. «Ναι, κύριε, απαλλάσσουμε όσο πιο πολλούς μπορούμε από τη δυστυχία τους, όσο πιο γρήγορα μπορούμε», συμφώνησε ο αστυ­ νομικός Άσλαντ. «Και αν δηλώσετε ενώπιον δικαστηρίου ή ερευ­ νητικού συμβουλίου ότι σας είπα κάτι τέτοιο, εγώ θα το αρνηθώ. Όμως πρέπει να γίνει. Αυτοί οι άνθρωποι ξεφυτρώνουν από πα­ ντού. Μερικοί απλώς αυτοκτονούν. Πολλοί άλλοι επιτίθενται». Δίστασε στιγμιαία και πρόσθεσε, «Απ' όσο ξέρω μέχρι στιγμής, ό­ λοι οι άλλοι επιτίθενται». Και, σαν για να αποδείξει τα λεγόμενα του, ακούστηκε άλλος ένας πυροβολισμός από το απέναντι πεζο­ δρόμιο κι ύστερα άλλοι τρεις απανωτά, από το σκιερό προαύλιο του ξενοδοχείου Φορ Σίζονς που τώρα ήταν ένα ανακάτωμα από σπασμένα γυαλιά, τσακισμένα κορμιά, τρακαρισμένα οχήματα και χυμένο αίμα. «Είναι όπως στη γαμημένη τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών». Ο αστυνομικός Έλριτς Άσλαντ ξεκίνησε να διασχίσει ξανά την Μπόιλστον Στρητ, με το χέρι πάντα στη λαβή του όπλου του. «Μόνο που αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι νεκροί. Αν δεν τους βοηθήσουμε εμείς, δηλαδή». «Ρικ!» φώναξε ένας άλλος αστυνομικός από την απέναντι πλευρά του δρόμου, φανερά αγχωμένος. «Ρικ! Πρέπει να φύγουμε για Λόγκαν! Όλες οι μονάδες! Έλα εδώ!» Ο αστυνομικός Άσλαντ έλεγξε το δρόμο και προς τις δυο κα­ τευθύνσεις, αλλά δεν περνούσε τίποτε. Με εξαίρεση τα συντρίμ­ μια των αυτοκινήτων, η Μπόιλστον Στρητ ήταν προσωρινά έρη­ μη. Από τους γύρω δρόμους, αντίθετα, ακούγονταν συνέχεια ε­ κρήξεις και συγκρούσεις αυτοκινήτων. Η μυρωδιά του καπνού γι-


44

STEPHEN KING

νόταν όλο και πιο έντονη. Ο αστυνομικός έφτασε ως τη μέση του δρόμου, σταμάτησε και στράφηκε προς τα πίσω. «Πηγαίνετε κά­ που μέσα», είπε. «Καλυφθείτε. Σταθήκατε τυχεροί μια φορά. Μπορεί να μη σταθείτε την επόμενη». «Αστυνομικέ Άσλαντ», φώναξε ο Κλέι. «Εσείς δεν επικοινω­ νείτε με κινητά, έτσι δεν είναι;» Ο Άσλαντ τον κοίταξε από τη μέση της Μπόιλστον Στρητ —κα­ θόλου ασφαλές σημείο, κατά τη γνώμη του Κλέι, που θυμήθηκε το ξέφρενο Ντακ Μπόουτ. «Όχι, κύριε, έχουμε ραδιοασυρμάτους στα περιπολικά. Κι έχουμε κι αυτά». Χτύπησε το γουόκι τόκι που κρεμόταν από τη ζώνη του, απέναντι από το όπλο. Ο Κλέι, μανια­ κός με τα κόμικς από τότε που έμαθε να διαβάζει, σκέφτηκε φευ­ γαλέα τη φανταστική ζώνη εφοδίων του Μπάτμαν. «Μην τα χρησιμοποιείτε», είπε ο Κλέι. «Πείτε το και στους άλλους. Μη χρησιμοποιείτε τα κινητά». «Γιατί το λέτε αυτό;» «Γιατί αυτές μιλούσαν στα κινητά». Ο Κλέι έδειξε τη νεκρή γυναίκα και το αναίσθητο κορίτσι. «Λίγο πριν παλαβώσουν. Και πάω στοίχημα ότι κι αυτός με το μαχαίρι...» «Ρικ!» φώναξε πάλι ο αστυνομικός από απέναντι. «Έλα, γα­ μώτο!» «Καλυφθείτε», επανέλαβε ο αστυνομικός Άσλαντ κι έτρεξε προς τη μεριά του ξενοδοχείου Φορ Σίζονς. Ο Κλέι μετάνιωσε που δεν επανέλαβε την προειδοποίηση για τα κινητά, αλλά χάρηκε βλέποντας τον αστυνομικό να φτάνει ασφαλής απέναντι. Όχι πως πίστευε ότι υπήρχε κανείς στη Βοστόνη που να είναι ασφαλής ε­ κείνο το απόγευμα. 4 «Τι κάνεις;» ρώτησε ο Κλέι τον Τομ Μακόρτ. «Μην τον αγγίζεις. Μπορεί να είναι... δεν ξέρω, μολυσμένος». «Δε θα τον αγγίξω», είπε ο Τομ. «Το παπούτσι μου θέλω να πάρω». Το παπούτσι, πεσμένο δίπλα στο άψυχο αριστερό χέρι του πα­ ρανοϊκού, βρισκόταν μακριά από τα αίματα, ευτυχώς. Ο Τομ έκα-


TO KlNΗTO

45

νε το δάχτυλο του αγκίστρι, το έπιασε από τη μεριά της φτέρνας και το τράβηξε προς το μέρος του. Ύστερα κάθισε στην άκρη του πεζοδρομίου της Μπόιλστον Στρητ -εκεί όπου, σε κάποια άλλη ζωή, όπως φαινόταν τώρα στον Κλέι, ήταν παρκαρισμένο το παγωτατζίδικο του Μίστερ Σόφτι— και το φόρεσε. «Κόπηκε το κορ­ δόνι», είπε. «Ο αναθεματισμένος, μου έκοψε το κορδόνι». «Κάνε ό,τι μπορέσεις», του είπε ο Κλέι. Άρχισε πάλι να τραβά­ ει το μαχαίρι για να το ξεκολλήσει από το χαρτοφύλακα. Είχε καρ­ φωθεί με φοβερή ορμή και χρειάστηκε να το κουνήσει πάνω κάτω για να το ελευθερώσει. Βγήκε δύσκολα, με μια σειρά από απότομα τραβήγματα και με κάτι ήχους σαν ξυσίματα που έκαναν τον Κλέι να κλείνει τα μάτια τον μορφάζοντας. Αναρωτιόταν ποιος να είχε φάει τη χειρότερη εκεί μέσα. Ήταν ανόητη σκέψη, απόρροια του σοκ, αλλά την έκανε άθελά του. «Δε γίνεται να δέσεις το μισό;» «Ναι, νομίζω πως...» Άρχισε να ακούγεται ένα μηχανικό ζουζούνισμα σαν γιγάντιο μεταλλικό κουνούπι, που δυνάμωνε πλησιάζοντας. Ο Τομ τέντωσε το κεφάλι του και κοίταξε ψηλά, από το πεζοδρόμιο όπου ήταν καθισμένος. Ο Κλέι στράφηκε. Το μικρό καραβάνι των περιπολι­ κών που απομακρυνόταν από το Φορ Σίζονς σταμάτησε μπροστά από το Σίτι Λάιτς και το τρακαρισμένο Ντακ Μπόουτ με τους πε­ ριστρεφόμενους προβολείς οροφής να αναβοσβήνουν. Αστυνομι­ κοί έβγαλαν τα κεφάλια τους από τα παράθυρα. Ένα ιδιωτικό αε­ ροπλανάκι —μεσαίας κατηγορίας, τύπου Τσέσνα ίσως ή από τα άλ­ λα που τα λένε Τουίν Μπονάντσα, ο Κλέι δεν ήξερε και πολλά α­ πό αεροπλάνα— περνούσε αργά πάνω από τα κτίρια ανάμεσα στο λιμάνι της Βοστόνης και το Δημοτικό Πάρκο, χάνοντας συνεχώς ύψος. Το αεροπλανάκι πλάγιασε επικίνδυνα πάνω από το πάρκο, σχεδόν αγγίζοντας με το αριστερό φτερό του την κορυφή ενός λα­ μπρού φθινοπωριάτικου δέντρου κι ύστερα ευθυγραμμίστηκε μέ­ σα στο φαράγγι της Τσαρλς Στρητ, λες και ο πιλότος του είχε κρί­ νει ότι η λεωφόρος ήταν διάδρομος προσγείωσης. Κι ύστερα, το πολύ έξι μέτρα πάνω από το έδαφος, έκλινε απότομα αριστερά και το φτερό της ίδιας πλευράς χτύπησε πάνω στην πρόσοψη ενός γκρίζου κτιρίου, μιας τράπεζας ίσως, στην γωνία Τσαρλς και Μπίκον. Την ίδια στιγμή χάθηκε και οποιαδήποτε αίσθηση ότι το αε­ ροπλάνο γλιστρούσε απαλά στον αέρα. Το σκάφος τινάχτηκε αντί-


46

STEPHEN KING

στροφα με την ορμή σιδερένιας μπάλας όταν τερματίζει το σκοινί που την κρατάει δεμένη, έσκασε πάνω στο κτίριο από κόκκινα τούβλα δίπλα στην τράπεζα και χάθηκε μέσα σε ένα τεράστιο λου­ λούδι από πορτοκαλιές και κόκκινες φλόγες. Το ωστικό κύμα της έκρηξης σάρωσε το πάρκο. Οι πάπιες ξεσηκώθηκαν και πέταξαν προτού τις φτάσει. Ο Κλέι κοίταξε κάτω και είδε ότι κρατούσε το χασαπομάχαιρο. Το είχε τραβήξει από το χαρτοφύλακα ενώ ο Τομ και αυτός παρα­ κολουθούσαν το αεροπλάνο να πέφτει. Σκούπισε τη λάμα πρώτα από τη μια και ύστερα από την άλλη πάνω στο πουκάμισο του, προσέχοντας μην κοπεί κατά λάθος γιατί τώρα έτρεμαν τα δικά του χέρια, και έχωσε το μαχαίρι στη ζώνη του, χαμηλά μέχρι τη λαβή. Όσο τα έκανε αυτά, του ήρθε στο μυαλό μια από τις πρώτες του απόπειρες για μυθιστόρημα κόμικ... μια νεανική απόπειρα, στην πραγματικότητα. «Ο Τζόξερ ο Πειρατής είναι στην υπηρεσία σου, ωραία μου», μουρμούρισε. «Τι;» ρώτησε ο Τομ. Τώρα στεκόταν δίπλα στον Κλέι και κοί­ ταζε σοκαρισμένος την πύρινη κόλαση στην πέρα άκρη του Δημο­ τικού Πάρκου. Μόνο η ουρά του αεροπλάνου πρόβαλλε από τις φλόγες. Στο πλάι της φαινόταν ο αριθμός LN6409B. Και από πάνω κάτι που έμοιαζε με το λογότυπο μιας μάρκας ειδών σπορ. Ύστερα χάθηκε κι αυτή. Ο Κλέι ένιωσε τα πρώτα κύματα θερμότητας πάνω στο πρόσω­ πο του. «Τίποτε», απάντησε στον κοντούλη με το τουίντ κοστούμι. «Στρίβε, μπαμπούλα». «Ε;» «Πάμε να φύγουμε από δω». «Α. Εντάξει». Ο Κλέι άρχισε να περπατάει παράλληλα με τη νότια πλευρά του πάρκου, προς την κατεύθυνση που πήγαινε στις τρεις η ώρα, δεκαοχτώ λεπτά και μια αιωνιότητα πριν. Ο Τομ Μακόρτ έτρεχε για να τον προλάβει. Πραγματικά, ήταν πολύ κοντός. «Αλήθεια», του είπε. «Μιλάς συχνά ακαταλαβίστικα;» «Ναι», είπε ο Κλέι. «Ρώτα τη γυναίκα μου να σου πει».


47

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

5 «Πού πάμε;» ρώτησε ο Τομ. «Εγώ πήγαινα προς το μετρό». Έδει­ ξε ένα βαμμένο πράσινο κιόσκι στην αρχή του επόμενου τετραγώ­ νου. Ένα μικρό πλήθος ήταν συγκεντρωμένο εκεί. «Τώρα δεν εί­ μαι και τόσο σίγουρος αν είναι καλή ιδέα να χωθώ στον υπόγειο». «Ούτε εγώ», συμφώνησε ο Κλέι. «Έχω δωμάτιο σε ένα ξενο­ δοχείο εδώ πιο πάνω, που λέγεται Ατλάντικ Άβενιου Iw». Ο Τομ έλαμψε. «Νομίζω πως το ξέρω. Στη Λάουντεν, γωνία με την Ατλάντικ, αυτό δε λες;» «Αυτό. Πάμε εκεί. Να μάθουμε τι γίνεται από την τηλεόραση. Και να τηλεφωνήσω κι εγώ στη γυναίκα μου». «Από τη συσκευή στο δωμάτιο σου». «Από σταθερό, τελεία. Δεν έχω κινητό». «Εγώ έχω, αλλά το άφησα σπίτι. Έσπασε. Ο Ρέιφ —ο γάτος μου— το πέταξε από τον πάγκο της κουζίνας. Σκόπευα να αγοράσω καινούριο σήμερα κιόλας, αλλά... Κύριε Ρίντελ...» «Κλέι». «Κλέι. Είσαι σίγουρος πως το τηλέφωνο του δωματίου σου θα είναι ασφαλές;» Ο Κλέι σταμάτησε. Δεν του είχε περάσει καν από το μυαλό. Αλλά, αν δεν ήταν εντάξει ούτε οι γραμμές των σταθερών, τι θα μπορούσε να είναι; Αυτό ήταν έτοιμος να πει στον Τομ, όταν ξέ­ σπασε καβγάς στο σταθμό του μετρό μπροστά τους. Ακούστηκαν κραυγές πανικού, ουρλιαχτά και εκείνα τα άγρια αλαμπουρνέζικα που τώρα ο Κλέι αναγνώριζε ως σήμα της παράνοιας. Το μικρό πλήθος που τριγύριζε μπροστά από το γκρίζο πέτρινο υπόστεγο και τα σκαλοπάτια που κατέβαζαν προς την υπόγεια σήραγγα σκόρπισε τρομαγμένο. Μερικοί έτρεξαν προς το δρόμο, δύο από αυτούς αγκαλιασμένοι από τη μέση ρίχνοντας φοβισμένες ματιές πάνω από τον ώμο τους καθώς έτρεχαν. Άλλοι —οι περισσότεροιέτρεξαν μέσα στο πάρκο σκορπίζοντας προς όλες τις κατευθύν­ σεις, θέαμα που έφερε θλίψη στον Κλέι. Ένιωθε πιο ήσυχος για ε­ κείνους τους δύο που έφυγαν αγκαλιασμένοι. Τώρα, στην έξοδο του σταθμού βρίσκονταν μόνο δύο άντρες και δύο γυναίκες. Ο Κλέι ήταν σίγουρος ότι αυτοί οι τέσσερις εί-


48

STEPHEN KING

χαν βγει από τον υπόγειο και είχαν τρομάξει τους υπόλοιπους. Ε­ νώ αυτός και ο Τομ τους κοίταζαν από απόσταση ασφαλείας μισού τετραγώνου, οι τέσσερις εναπομείναντες ήρθαν στα χέρια. Ο κα­ βγάς είχε την ίδια υστερική, φονική μανία που είχαν ήδη παρατη­ ρήσει, αλλά καμιά συγκεκριμένη μορφή. Δεν ήταν τρεις εναντίον ενός, ή δύο εναντίον δύο, και σίγουρα δεν ήταν αγόρια εναντίον κοριτσιών. Στην πραγματικότητα, το ένα από τα «κορίτσια» ήταν μια κοντόχοντρη μεσόκοπη με αυστηρό κούρεμα. Στον Κλέι θύμι­ ζε κάποιες από τις καθηγήτριες συναδέλφους του που κόντευαν να βγουν στη σύνταξη. Οι τέσσερις πάλευαν με κλοτσιές και με μπουνιές, με νύχια και με δόντια, με άγρια γρυλίσματα και ουρλιαχτά γύρω από σώματα ανθρώπων που ήταν ήδη πεσμένοι αναίσθητοι, ή και νεκροί. Ο έ­ νας από τους άντρες σκόνταψε σε ένα απλωμένο πόδι και έπεσε κάτω με τα γόνατα. Η νεότερη από τις δύο γυναίκες πήδηξε πάνω του με όλο της το βάρος. Ο άντρας άρπαξε κάτι από το πεζοδρό­ μιο, μπροστά από το πρώτο σκαλοπάτι του υπογείου —ο Κλέι είδε χωρίς καμιά έκπληξη ότι ήταν ένα κινητό—, και το κατέβασε με δύναμη στο πρόσωπο της γυναίκας. Το τηλέφωνο έσπασε, το μά­ γουλο της γυναίκας σκίστηκε και φρέσκο αίμα πότισε τον ώμο του ανοιχτόχρωμου σακακιού της, αλλά η κραυγή της ήταν κραυγή θυμού και όχι πόνου. Γράπωσε τα αυτιά του γονατισμένου άντρα σαν να έπιανε χειρολαβές, έφερε τα δυο της γόνατα στην κοιλιά του και τον έσπρωξε δυνατά προς τα πίσω στο μισοσκότεινο ά­ νοιγμα της σκάλας του μετρό. Φάνηκαν για μια στιγμή να χτυπιού­ νται σαν γάτες πάνω στις κάψες τους κι ύστερα εξαφανίστηκαν. «Έλα», μουρμούρισε ο Τομ τραβώντας τον Κλέι από το που­ κάμισο με μια παράξενη λεπτότητα. «Έλα. Ας περάσουμε απένα­ ντι. Πάμε». Ο Κλέι αφέθηκε να τον οδηγεί ο Τομ. Ή στάθηκαν τυχεροί, ή ο Τομ Μακόρτ πρόσεχε πάρα πολύ πού πήγαινε, γιατί έφτασαν στο απέναντι πεζοδρόμιο ακέραιοι. Σταμάτησαν ξανά μπροστά στη βι­ τρίνα του βιβλιοπωλείου Κολόνιαλ (Τα Καλύτερα Παλιά Βιβλία, τα Καλύτερα Καινούρια) και από κει παρακολούθησαν τη νική­ τρια της Μάχης του Μετρό, που παραδόξως ήταν η κοντόχοντρη μεσόκοπη, να μπαίνει φουριόζα στο πάρκο προς την κατεύθυνση του φλεγόμενου αεροπλάνου, με αίμα να στάζει από τις άκρες των


49

Το ΚΙΝΗΤΌ

γκρίζων μαλλιών της, που έδειχναν ότι δεν σήκωνε αστεία. Ο Κλέι δεν εξεπλάγη που ο τελευταίος επιζών αποδείχτηκε η κυρία με τα γκρίζα μαλλιά, η οποία θύμιζε βιβλιοθηκάριο ή καθηγήτρια λατι­ νικών ένα δυο χρόνια πριν βγει στη σύνταξη. Είχε αντίστοιχες συ­ ναδέλφους καθηγήτριες και ήξερε από πείρα πως, όσες τα κατά­ φερναν μέχρι αυτή την ηλικία, ήταν σχεδόν άτρωτες πλέον. Άνοιξε το στόμα του να πει κάτι τέτοιο στον Τομ —στο μυαλό του ακουγόταν πολύ πνευματώδες— και έβγαλε μόνο ένα βραχνό κλαψούρισμα. Αλλά και τα μάτια του έκαναν νερά. Προφανώς, ο Τομ Μακόρτ, ο κοντούλης με το τουίντ κοστούμι, δεν ήταν ο μό­ νος εκεί γύρω που τον έπαιρναν τα ζουμιά με το παραμικρό. Ο Κλέι σκούπισε τα μάτια του με το μανίκι του πουκαμίσου του, δο­ κίμασε πάλι να πει κάτι και για δεύτερη φορά δεν κατάφερε να βγάλει τίποτε άλλο από ένα βραχνό κλαψούρισμα. «Δεν πειράζει», είπε ο Τομ. «Καλύτερα να το αφήσεις να ξε­ σπάσει». Κι αυτό έκανε ο Κλέι, μπροστά σε μια βιτρίνα γεμάτη παλιά βιβλία γύρω από μια γραφομηχανή Ρόγιαλ που είχε γεννηθεί πο­ λύ πριν από την εποχή της ψηφιακής επικοινωνίας. Έκλαψε για την κυρία Αντρικό Κοστούμι, για το Ξανθό Ξωτικό και το Καστα­ νό Ξωτικό κι έκλαψε και για τον εαυτό του, γιατί το σπίτι του δεν ήταν η Βοστόνη, και το σπίτι του ποτέ δεν του είχε φανεί τόσο μακρινό. 6 Πάνω από το Δημοτικό Πάρκο η Μπόιλστον στένευε και ήταν τό­ σο πηγμένη από αυτοκίνητα —άλλα τρακαρισμένα και άλλα απλώς παρατημένα— που δεν είχαν πια να ανησυχούν μήπως τους λιώσει καμιά λιμουζίνα-καμικάζι ή κανένα ξέφρενο Ντακ Μπόουτ. Γύρω η πόλη βροντούσε και άστραφτε σαν βράδυ Πρωτοχρονιάς στην κόλαση. Η φασαρία ήταν μεγάλη και ολόγυρα τους —συναγερμοί αυτοκινήτων και συναγερμοί καταστημάτων, κυρίως—, αλλά ο δρόμος προς το παρόν ήταν σχεδόν απόκοσμα έρημος. Καλυφθεί­ τε, είχε πει ο αστυνομικός. Σταθήκατε τυχεροί μια φορά. Μπορεί να μη σταθείτε την επόμενη.


50

STEPHEN KING

Όμως δύο τετράγωνα μετά το βιβλιοπωλείο Κολόνιαλ και ένα τετράγωνο πριν από το σχετικά αξιοπρεπές ξενοδοχείο του Κλέι, στάθηκαν και πάλι τυχεροί. Άλλος ένας τρελός, νεαρός αυτός, γύ­ ρω στα είκοσι πέντε, με μπράτσα φουσκωμένα από το κωπηλατικό μηχάνημα και τα βάρη, ξεπετάχτηκε μπροστά τους από ένα στενό ανάμεσα στα κτίρια και όρμησε να διασχίσει το δρόμο. Πέρασε το εμπόδιο δύο τρακαρισμένων αυτοκινήτων πατώντας πάνω στους κολλημένους προφυλακτήρες τους και ξερνώντας ασταμάτητα ένα χείμαρρο από εκείνη την ακατανόητη, άγρια γλώσσα. Σε κάθε χέρι του κρατούσε κι από μια σπασμένη κεραία αυτοκινήτου και κάρ­ φωνε μ' αυτές τον αέρα μπροστά του σαν να ήταν στιλέτα. Ήταν ολόγυμνος. Φορούσε μόνο ένα ζευγάρι ολοκαίνουρια άσπρα Νάικ με κόκκινα κορδόνια. Το πουλί του πήγαινε πέρα δώθε σαν εκκρε­ μές σε παλιό ρολόι που ταλαντεύεται σε λάθος ταχύτητα. Έφτασε απέναντι και πήρε αμέσως δυτική πορεία, πίσω προς την κατεύ­ θυνση του Δημοτικού Πάρκου, με τους γυμνούς γοφούς του να σφίγγουν και να χαλαρώνουν σε έναν φανταστικό ρυθμό. Ο Τομ Μακόρτ έπιασε το μπράτσο του Κλέι και το κράτησε σφιχτά, μέχρι που χάθηκε από τα μάτια τους ο τρελός. Μόνο τότε χαλάρωσε. «Αν μας έβλεπε...» «Ναι, αλλά δε μας είδε», είπε ο Κλέι. Ξαφνικά, και εντελώς α­ νεξήγητα, ένιωσε πολύ ευχαριστημένος. Ήξερε πως θα του περ­ νούσε σύντομα, αλλά όσο διαρκούσε το συναίσθημα το απόλαυσε. Ήταν σαν να είχε καταφέρει να μείνει καθαρός έχοντας μπροστά του στο τραπέζι ένα σακουλάκι από το καλύτερο «χόρτο». «Λυπάμαι αυτόν που θα δει», είπε ο Τομ. «Εγώ λυπάμαι αυτόν που θα τον δει», είπε ο Κλέι. «Έλα, πάμε». 7 Οι πόρτες του Ατλάντικ Άβενιου Ινν ήταν κλειδωμένες. Ο Κλέι τα έχασε τόσο πολύ, που επέμενε να προσπαθεί να στρίψει το πόμολο ενώ το ένιωθε να γλιστράει μέσα από το χέρι του, σαν να μην το χωρούσε το μυαλό του: κλειδωμένη πόρτα. Του είχαν κλειδώσει την πόρτα στο ίδιο του το ξενοδοχείο. Ο Τομ στάθηκε δίπλα του, ακούμπησε το μέτωπό του στο τζά-


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

51

μι για να σπάσει την αντηλιά και κοίταξε στο εσωτερικό. Από το βορρά — σίγουρα από το Λόγκαν πάλι— ακούστηκε άλλη μια τερα­ τώδης έκρηξη, κι αυτή τη φορά ο Κλέι απλώς μόρφασε. Ο Τομ Μακόρτ δεν αντέδρασε καν. Ήταν πολύ απορροφημένος από αυτό που έβλεπε. «Νεκρός στο πάτωμα», ανακοίνωσε τελικά. «Φοράει στολή, αλλά μου φαίνεται πολύ ηλικιωμένος για γκρουμ». «Δεν θέλω να μου κουβαλήσουν τις αποσκευές, γαμώτο», ξέ­ σπασε ο Κλέι. «Στο δωμάτιο μου θέλω να πάω!» Ο Τομ έβγαλε έναν περίεργο ήχο σαν να ρουφούσε τη μύτη του. Ο Κλέι νόμισε πως ο κοντούλης είχε αρχίσει πάλι να κλαίει, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ο ήχος ήταν πνιχτό γέλιο. Στο ένα φύλλο της διπλής τζαμόπορτας ήταν γραμμένο το όνο­ μα του ξενοδοχείου ΑΤΛΑΝΤΙΚ ΑΒΕΝΙΟΥ INN και στο άλλο ένα κατάφωρο ψέμα —ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΤΗΣ ΒΟΣΤΟΝΗΣ. Ο Τομ χτύ­ πησε με την παλάμη του το τζάμι του αριστερού φύλλου, ανάμεσα στο ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΤΗΣ ΒΟΣΤΟΝΗΣ και σε μια σειρά από αυτοκόλ­ λητα σήματα πιστωτικών καρτών. Τώρα είχε κολλήσει και ο Κλέι το πρόσωπο του στο τζάμι και κοίταζε μέσα. Το λόμπι δεν ήταν πολύ μεγάλο. Στα αριστερά βρι­ σκόταν ο πάγκος της ρεσεψιόν. Στα δεξιά τα δύο ασανσέρ. Στο πάτωμα ένα κοκκινωπό τούρκικο χαλί. Πάνω σ' αυτό ήταν πεσμέ­ νος μπρούμυτα ο γέρος με τη στολή, με το ένα πόδι του σκαλωμέ­ νο στον καναπέ και με μια καδραρισμένη εικόνα ιστιοφόρου Κάριερ & Άιβς πάνω στον πισινό του. Όλα τα καλά συναισθήματα του Κλέι τον εγκατέλειψαν με τη μία και, όταν ο Τομ άρχισε να κοπανάει το τζάμι, αντί να το χτυ­ πάει απλώς με την παλάμη του, έβαλε το χέρι του πάνω στη γρο­ θιά του Τομ και τον σταμάτησε. «Μη σκας», είπε. «Δεν πρόκειται να μας ανοίξουν, ακόμη κι αν είναι ζωντανοί και έχουν τα λογικά τους». Το σκέφτηκε και κούνησε εμφατικά το κεφάλι του. «Ειδικά αν έχουν τα λογικά τους». Ο Τομ τον κοίταξε ερωτηματικά. «Δεν το έχεις πιάσει, ε;» «Χμ; Τι δεν έχω πιάσει;» «Τα πράγματα άλλαξαν. Δεν μπορούν να μας κρατήσουν έξω». Τίναξε το χέρι του Κλέι, αλλά, αντί να ξαναρχίσει να γρονθοκοπάει, κόλλησε πάλι το μέτωπό του στο τζάμι και φώναξε. «Ε! Ε, ε-


52

STEPHEN KING

σεις από μέσα!» Είχε πολύ βροντερή φωνή για το μπόι του, σκέ­ φτηκε ο Κλέι. Παύση. Στο λόμπι δεν άλλαξε τίποτε. Ο ηλικιωμένος γκρουμ δεν έπαψε να είναι ένας νεκρός μ' ένα κάδρο στον πισινό του. «Ε! Εσείς από μέσα! Ανοίξτε την πόρτα! Ο κύριος που είμαστε μαζί είναι ένοικος του ξενοδοχείου σας κι εγώ είμαι καλεσμένος του! Ανοίξτε μας γιατί θα ξηλώσω καμιά κοτρόνα από το πεζοδρό­ μιο και θα σπάσω το τζάμι! Ακούσατε;» «Κοτρόνα;» είπε ο Κλέι. Άρχισε να γελάει. «Είπες κοτρόνα; Χριστέ μου». Γέλασε πιο δυνατά. Αδύνατον να συγκρατηθεί. Ξαφνικά το μάτι του έπιασε μια μικρή κίνηση από τα αριστερά. Στράφηκε προς τα εκεί και είδε ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι να στέκεται σε μικρή απόσταση πάνω στο δρόμο. Τους κοίταζε με το χαρακτηριστικό βλέμμα του επιζώντος από μια μεγάλη καταστρο­ φή. Έντρομα γαλάζια μάτια. Άσπρο φόρεμα με έναν πελώριο λεκέ από αίμα, σαν κόκκινη πετσέτα φαγητού κρεμασμένη από το λαι­ μό της. Πηγμένο αίμα κάτω από τα ρουθούνια της, στο επάνω χεί­ λος και στο πιγούνι. Με εξαίρεση τη ματωμένη μύτη, δεν έδειχνε τραυματισμένη, αλλά ούτε και τρελή, απλώς σοκαρισμένη. Σοκα­ ρισμένη μέχρι θανάτου. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Κλέι. Έκανε ένα βήμα προς το μέ­ ρος της κι εκείνη έκανε αντίστοιχα ένα βήμα πίσω. Κάτω απ' αυ­ τές τις περιστάσεις, δεν την κατηγορούσε. Δεν την πλησίασε άλ­ λο, παρά σήκωσε το χέρι του σαν τροχονόμος που σταματάει ένα ρεύμα κυκλοφορίας: Μείνε εκεί. Ο Τομ του έριξε μια γρήγορη ματιά και ξανάρχισε να κοπανάει τη γυάλινη πόρτα με τη γροθιά του, αυτή τη φορά τόσο δυνατά που το γυαλί κουδούνισε μέσα στο παλιό ξύλινο πλαίσιο και το εί­ δωλο του τρεμούλιασε πάνω στην τζαμαρία. «Τελευταία ευκαιρία, αλλιώς μπαίνουμε μόνοι μας!» Ο Κλέι στράφηκε, έτοιμος να του πει ότι οι παλικαριές δεν έ­ πιαναν μια μέρα σαν κι αυτή, αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα φαλα­ κρό κεφάλι να υψώνεται αργά πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν. Ήταν σαν να παρακολουθούσε ένα περισκόπιο να αναδύεται. Ο Κλέι αναγνώρισε το κεφάλι προτού εμφανιστεί το πρόσωπο. Ανή­ κε στον υπάλληλο που τον είχε υποδεχτεί την προηγούμενη μέρα και του είχε σφραγίσει την κάρτα ελευθέρας εισόδου στο πάρκινγκ


Το ΚΙΝΗΤΌ

53

στο τέρμα του τετραγώνου, στον ίδιο υπάλληλο που του είχε δώ­ σει οδηγίες πώς να πάει στο ξενοδοχείο Κόπλεϊ Σκουέαρ σήμερα το πρωί. Αφού αναδύθηκε, ο φαλακρός υπάλληλος έμεινε για μερικές στιγμές ακίνητος πίσω από τη ρεσεψιόν κι ο Κλέι σήκωσε ψηλά το κλειδί του δωματίου, απ' όπου κρεμόταν η πράσινη πλαστική ταμπελίτσα του Ατλάντικ Άβενιου Ινν. Ύστερα σήκωσε και το χαρτοφύλακα του, πιστεύοντας πως ο υπάλληλος θα τον αναγνώ­ ριζε σίγουρα. Ίσως να τον αναγνώρισε. Ίσως πάλι να αποφάσισε πως δεν εί­ χε άλλη επιλογή. Ό,τι κι αν ήταν, ο φαλακρός υπάλληλος άνοιξε το πορτάκι στο τέρμα του πάγκου και διέσχισε βιαστικά το λόμπι κάνοντας το γύρο του πτώματος. Ο Κλέι Ρίντελ σκέφτηκε ότι δεν είχε ξαναδεί άνθρωπο να σπεύδει με απροθυμία. Ο υπάλληλος έφτασε στη μέσα μεριά της πόρτας, στάθηκε, κοίταξε μια τον Κλέι και μια τον Τομ και ύστερα πάλι τον Κλέι. Παρ' ότι δεν φάνηκε ιδιαίτερα καθησυχασμένος απ' ό,τι είδε, έ­ βγαλε από την τσέπη του μια αρμαθιά κλειδιά, τα κοίταξε στα γρήγορα, ξεδιάλεξε ένα και το έβαλε στην κλειδαριά από τη δική του πλευρά της πόρτας. Όταν ο Τομ έκανε να πιάσει το πόμολο, ο φαλακρός υπάλληλος σήκωσε το χέρι του και τον σταμάτησε έτσι όπως είχε κάνει προηγουμένως ο Κλέι με το κορίτσι. Βρήκε ένα δεύτερο κλειδί, το έβαλε σε άλλη μια κλειδαριά και άνοιξε, επιτέ­ λους, την πόρτα. «Περάστε», είπε. «Γρήγορα». Ύστερα είδε το κορίτσι που στε­ κόταν σε κάποια απόσταση και παρακολουθούσε. «Αυτή όχι». «Αυτή, ναι», είπε ξερά ο Κλέι. «Έλα, καλή μου», φώναξε στο κορίτσι. Εκείνο δεν σάλεψε και, όταν ο Κλέι επιχείρησε να πλη­ σιάσει, έκανε απότομα μεταβολή και το έβαλε στα πόδια, με το ρι­ χτό άσπρο φόρεμα να ανεμίζει πίσω της.


54

STEPHEN KING

8 «Θα πεθάνει εκεί έξω», είπε ο Κλέι. «Δε με αφορά», απάντησε ο υπάλληλος. «Θα μπείτε ή όχι, κύ­ ριε Ριντλ;» Είχε έντονη προφορά Βοστόνης, όχι αυτή της εργατι­ κής τάξης του Νότου με την οποία ο Κλέι ήταν εξοικειωμένος από το Μέιν, όπου ο ένας στους τρεις κατοίκους έμοιαζε να είναι οικο­ νομικός μετανάστης από τη Μασαχουσέτη, αλλά εκείνη τη σπαστι­ κή σφιχτόκωλη προφορά του στυλ θα 'θελα-να 'μουν-Βρετανός. «Ρίντελ», τον διόρθωσε ο Κλέι. Θα έμπαινε, φυσικά, δεν υπήρ­ χε περίπτωση να τον εμποδίσει αυτός ο τύπος τώρα που είχε ανοί­ ξει η πόρτα, αλλά κοντοστάθηκε μια στιγμή ακόμη απέξω κοιτά­ ζοντας πίσω από το κορίτσι που έτρεχε. «Προχώρα», του είπε ο Τομ. «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε». Είχε δίκιο. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Κι αυτό ακριβώς ή­ ταν που τον τρέλαινε. Ο Κλέι ακολούθησε τον Τομ μέσα στο ξε­ νοδοχείο και ο υπάλληλος διπλοκλείδωσε πάλι την είσοδο του Ατλάντικ Άβενιου Ινν πίσω τους, λες και αυτό ήταν το μόνο που αρ­ κούσε για να τους φυλάξει από το χάος έξω στους δρόμους. 9

«Αυτός ήταν ο Φράνκλιν», είπε ο υπάλληλος της ρεσεψιόν καθώς έκανε το γύρο του νεκρού με τη στολή που ήταν πεσμένος μπρού­ μυτα στο πάτωμα. Μου φαίνεται πολύ ηλικιωμένος για γκρουμ, είχε πει ο Τομ όταν κοίταζε από το τζάμι και ο Κλέι σκέφτηκε ότι είχε απόλυτο δίκιο. Ήταν ένας μικρόσωμος άντρας με πλούσια κατάλευκα μαλλιά. Δυστυχώς για κείνον, το κεφάλι όπου εξακολουθούσαν να φυτρώ­ νουν (γιατί οι τρίχες και τα νύχια αργούν να πάρουν το μήνυμα, ό­ πως είχε διαβάσει κάπου) ήταν στραμμένο σε μια φριχτά αφύσικη γωνία, σαν κεφάλι κρεμασμένου. «Εργαζόταν στο Ινν τριάντα πέ­ ντε χρόνια, όπως είμαι βέβαιος ότι δεν παρέλειπε να τονίζει σε κά­ θε καινούριο ένοικο του ξενοδοχείου μας. Από δύο φορές στους περισσότερους».


TO KlNΗTO

55

Εκείνη η στρυφνή προφορά έξυνε τα ταραγμένα νεύρα του Κλέι. Σκέφτηκε πως αν ήταν πορδή θα ακουγόταν σαν μπαλόνι που το φουσκώνει ένα ασθματικό παιδάκι. «Ένας άντρας βγήκε από το ασανσέρ», είπε ο υπάλληλος και πέρασε πάλι πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν. Προφανώς μόνο εκεί αισθανόταν άνετα. Η λάμπα της οροφής φώτιζε το πρόσωπο του και ο Κλέι πρόσεξε ότι ήταν κατάχλομος. «Ήταν ένας από τους τρελούς. Ο Φράνκλιν είχε την ατυχία να στέκεται ακριβώς μπροστά στην πόρτα...» «Υποθέτω ότι δε σου πέρασε καν από το μυαλό να σηκώσεις το κάδρο από τον πισινό του», τον διέκοψε ο Κλέι. Έσκυψε, έπια­ σε την εικόνα του ιστιοφόρου και την άφησε πάνω στον καναπέ. Ταυτόχρονα, έσπρωξε το πόδι του νεκρού από το κάθισμα του κα­ ναπέ όπου είχε σκαλώσει. Το νεκρό πόδι χτύπησε το πάτωμα με έ­ ναν ήχο που ο Κλέι ήξερε πολύ καλά. Τον είχε αποδώσει σε πάρα πολλές ιστορίες κόμικς ως ΝΤΟΥΠ. «Ο άνθρωπος που βγήκε από το ασανσέρ απλώς έριξε μια γρο­ θιά στον Φράνκλιν», είπε ο ξενοδοχοϋπάλληλος. «Αλλά τον τίνα­ ξε τον καημένο ως τον απέναντι τοίχο. Νομίζω ότι έσπασε το λαι­ μό του. Τέλος πάντων, έτσι έπεσε το κάδρο, επειδή ο Φράνκλιν συγκρούστηκε με τον τοίχο». Προφανώς, στο μυαλό του αυτό αρκούσε για να δικαιολογή­ σει τα πάντα. «Κι ο άνθρωπος που τον χτύπησε;» ρώτησε ο Τομ. «Ο τρελός; Πού πήγε;» «Έξω», είπε ο ξενοδοχοϋπάλληλος. «Τότε σκέφτηκα ότι το πιο λογικό στις παρούσες συνθήκες θα ήταν να κλειδώσω την πόρτα. Αφού έφυγε αυτός ο άνθρωπος». Τους κοίταξε με μια έκφραση που ήταν ένα μείγμα φόβου και λάγνας περιέργειας για το τρομα­ κτικό και που ο Κλέι τη βρήκε εξαιρετικά απωθητική. «Τι γίνεται εκεί έξω; Πόσο άσχημα είναι τα πράγματα;» «Νομίζω πως ξέρεις πολύ καλά», του είπε ο Κλέι. «Γι' αυτόν το λόγο δεν κλείδωσες;» «Ναι, ωστόσο...» «Τι λένε στην τηλεόραση;» ρώτησε ο Τομ. «Τίποτε. Η καλωδιακή μετάδοση διακόπηκε...» Κοίταξε το ρο­ λόι του. «Εδώ και μισή ώρα περίπου».


56

STEPHEN KING

«To ραδιόφωνο;» Ο ξενοδοχοϋπάλληλος έριξε στον Τομ ένα βλέμμα του είδους μα, σοβαρολογείτε; Ο Κλέι είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ο τύπος μπορούσε άνετα να γράψει ολόκληρο βιβλίο με τίτλο Πώς θα Γί­ νετε Αντιπαθής Μέσα σε Πέντε Λεπτά. «Ραδιόφωνο εδώ; Σε κεντρι­ κό ξενοδοχείο; Θα αστειεύεστε, βεβαίως». Απέξω ακούστηκε μια ψιλή τσιρίδα τρόμου. Το κορίτσι με το ματωμένο άσπρο φόρεμα εμφανίστηκε έξω από την πόρτα και άρ­ χισε να χτυπάει το τζάμι με την παλάμη του, ρίχνοντας συνεχώς ματιές πάνω από τον ώμο του. Ο Κλέι κινήθηκε προς τα εκεί, τρέ­ χοντας. «Όχι! Την ξανακλείδωσε, δε θυμάσαι;» του φώναξε ο Τομ. Ο Κλέι το είχε ξεχάσει. Γύρισε προς τον υπάλληλο του ξενοδο­ χείου. «Ξεκλείδωσε την». «Όχι», απάντησε ο υπάλληλος και σταύρωσε τα χέρια πάνω στο αδύνατο στήθος του προκειμένου να δείξει πόσο σθεναρά σκόπευε να αντισταθεί στο συγκεκριμένο πλάνο δράσης. Έξω στο δρόμο, το κορίτσι κοίταξε πάλι πάνω από τον ώμο του και χτύπη­ σε ακόμη πιο δυνατά το τζάμι. Το ματωμένο πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο από τον τρόμο. Ο Κλέι τράβηξε από τη ζώνη του το χασαπομάχαιρο. Το είχε σχεδόν ξεχάσει και ξαφνιάστηκε από το γεγονός ότι κατέφυγε σ' αυτό τόσο εύκολα και τόσο φυσικά. «Άνοιξε την πόρτα, κάθαρ­ μα», είπε στον υπάλληλο, «αλλιώς θα σου ανοίξω το λαιμό». 10 «Δεν προλαβαίνουμε!» φώναξε ο Τομ και σήκωσε τη μία από τις δύο ογκώδεις πολυθρόνες Κουίν Aνν με την ψηλή ράχη που πλαι­ σίωναν τον καναπέ του λόμπι. Παίρνοντας φόρα την έριξε πάνω στην πόρτα, με τα πόδια μπροστά. Το κορίτσι τον είδε που ερχόταν και ζάρωσε τρομαγμένο ση­ κώνοντας ενστικτωδώς τα δυο του χέρια για προστασία. Την ίδια στιγμή, φάνηκε κι αυτός που την κυνηγούσε. Ήταν ένας άντρας γιγαντόσωμος, σαν κάτι οικοδόμους σωστά θηρία, με ένα στήθος που διαγραφόταν σαν μαρμαρόπλακα κάτω από το κολλητό κίτρι-


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

57

vo μπλουζάκι του και μια λαδωμένη γκρίζα αλογοουρά που χορο­ πηδούσε πίσω στην πλάτη του. Τα πόδια της πολυθρόνας χτύπησαν τα φύλλα της γυάλινης πόρτας, τα δύο αριστερά κομματιάζοντας το ΑΤΛΑΝΤΙΚ ΑΒΕΝΙΟΥ INN και τα δύο δεξιά το ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΤΗΣ ΒΟΣΤΟΝΗΣ. Τα δύο δεξιά, έχοντας διαπεράσει το τζάμι, χτύπησαν το μυώδη αριστερό ώμο του οικοδόμου τη στιγμή που ο τύπος άρπαζε το κορίτσι από το λαιμό. Το κάτω μέρος του καθίσματος της πολυθρόνας βρήκε πάνω στο συμπαγές μεταλλικό πλαίσιο όπου ενώνονταν τα δύο φύλλα της πόρτας και ο Τομ Μακόρτ τινάχτηκε προς τα πίσω και παραπάτησε σαν ζαλισμένος. Έξω, ο οικοδόμος με την αλογοουρά βρυχιόταν σαν θηρίο σ' εκείνη την άγνωστη ακατάληπτη γλώσσα και στον ογκώδη αρι­ στερό δικέφαλο που φούσκωνε κάτω από το κίτρινο μανίκι του άρχισε να κυλάει αίμα από το τραύμα στον ώμο του. Το κορίτσι κατάφερε να ελευθερωθεί, αλλά τα πόδια της μπερδεύτηκαν μετα­ ξύ τους και έπεσε άγαρμπα, η μισή πάνω στο πεζοδρόμιο και η μι­ σή στο ρείθρο, βγάζοντας ένα ουρλιαχτό πόνου και τρόμου. Ο Κλέι βρέθηκε να στέκεται μπροστά από τα σπασμένα γυάλι­ να φύλλα της κεντρικής πόρτας χωρίς να θυμάται πώς διέσχισε το λόμπι και έχοντας μόνο μια αόριστη εντύπωση ότι παραμέρισε βί­ αια την πολυθρόνα. «Ρε ηλίθιε!» φώναξε και πήρε λίγο κουράγιο όταν ο μεγαλόσωμος άντρας σταμάτησε απότομα τα κορακίστικα και κοκάλωσε. «Ε, εσύ!» ξαναφώναξε ο Κλέι. «Σ' εσένα μιλάω!» Και μετά, επειδή ήταν το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί, πρόσθε­ σε: «Πήδηξα τη μάνα σου, αλλά δεν έλεγε και πολλά!» Ο θηριώδης μανιακός με το κίτρινο μπλουζάκι φώναξε κάτι που ακούστηκε σαν την αλλόκοτη λέξη που είχε φωνάξει και η κυρία Αντρικό Κοστούμι λίγο πριν από το τέλος της —εκείνο το α­ πόκοσμο Ραστ!— και γύρισε σαν σβούρα προς το κτίριο που στα δικά του μάτια είχε αποκτήσει ξαφνικά φωνή και δόντια και ήταν έτοιμο να του επιτεθεί. Ό,τι κι αν είδε μπροστά του, το σίγουρο ή­ ταν ότι δεν είδε έναν αγριεμένο, κάθιδρο άντρα με ένα χασαπομάχαιρο στο χέρι να σκύβει μέσα από ένα ορθογώνιο πλαίσιο που μέχρι πολύ πρόσφατα ήταν γυάλινο και τώρα κενό, γιατί ο Κλέι δεν χρειάστηκε καν να του επιτεθεί. Ο άντρας με το κίτρινο μπλουζάκι βούτηξε κυριολεκτικά πάνω στο προτεταμένο λεπίδι


58

STEPHEN KING

του χασαπομάχαιρου. To σουηδικό ατσάλι γλίστρησε σχεδόν χω­ ρίς αντίσταση στη σάρκα κάτω από το πιγούνι του και γέννησε έ­ ναν καταρράκτη από αίμα που έλουσε το χέρι του Κλέι. Ήταν τό­ σο αιφνιδιαστικά ζεστό —σχεδόν καυτό όπως ο φρεσκοφτιαγμένος καφές, έτσι του φάνηκε— που με το ζόρι κρατήθηκε να μην τραβή­ ξει απότομα το χέρι του πίσω. Αντίθετα, πίεσε κι άλλο προς τα ε­ μπρός μέχρι που ένιωσε το μαχαίρι να συναντάει αντίσταση. Η λε­ πίδα κοντοστάθηκε, αλλά δεν λύγισε. Διαπέρασε το χόνδρο και η μύτη της βγήκε από το σβέρκο του μεγαλόσωμου άντρα. Ο τύπος έγειρε προς τα εμπρός. Ο Κλέι ήταν αδύνατον να κρατήσει το βά­ ρος του με το ένα χέρι -δεν υπήρχε περίπτωση, πρέπει να ζύγιζε γύρω στα εκατόν τριάντα κιλά, μπορεί και εκατόν σαράντα- και ο άντρας έμεινε για μερικές στιγμές πάνω στην πόρτα, σαν μεθυ­ σμένος που γέρνει πάνω στο στύλο μιας λάμπας στο πεζοδρόμιο, με τα μάτια του γουρλωμένα, τη γλώσσα του να κρέμεται έξω από το στόμα και το λαιμό του να ξερνάει αίμα. Ύστερα τα γόνατα του λύγισαν και σωριάστηκε. Ο Κλέι απλώς κράτησε γερά τη λαβή και δεν το περίμενε ότι το μαχαίρι θα γλιστρούσε τόσο εύκολα έ­ ξω. Βγήκε πολύ ευκολότερα απ' όταν το είχε τραβήξει από τον δερμάτινο χαρτοφύλακα με τις εσωτερικές διπλές θήκες. Τώρα που είχε πέσει,κάτω ο παρανοϊκός, ο Κλέι μπορούσε να δει ξανά το κορίτσι. Ήταν πεσμένο με το ένα γόνατο πάνω στο πε­ ζοδρόμιο και το άλλο στο ρείθρο και ούρλιαζε κάτω από τα μαλ­ λιά που σκέπαζαν σαν κουρτίνα το πρόσωπο της. «Σώπα, καλή μου», της είπε. «Σώπα». Αλλά εκείνη συνέχισε να ουρλιάζει. 11 Την έλεγαν Άλις Μάξγουελ. Αυτό τουλάχιστον ήταν σε θέση να τους το πει. Μπόρεσε ακόμη να τους πει πως αυτή και η μητέρα της είχαν έρθει στη Βοστόνη με το τρένο από το Μπόξφορντ για ψώνια, κάτι που έκαναν συχνά την Τετάρτη, την οποία αποκάλεσε «σύντομη μέρα» στο γυμνάσιο, όπου ήταν μαθήτρια. Τους είπε ότι κατέβηκαν από το τρένο στο σταθμό Σάουθ και πήραν ταξί. Τους είπε ότι ο ταξιτζής φορούσε γαλάζιο τουρμπάνι. Τους είπε πως το


Το ΚΙΝΗΤΌ

59

τουρμπάνι του ταξιτζή ήταν το τελευταίο πράγμα που μπορούσε να θυμηθεί ως τη στιγμή που ο φαλακρός ξενοδοχοϋπάλληλος ξε­ κλείδωσε τη διαλυμένη διπλή τζαμόπορτα του Ατλάντικ Άβενιου Ινν και την έμπασε μέσα. Ο Κλέι πίστευε πως το κορίτσι θυμόταν κι άλλα. Ήταν ο τρό­ πος που άρχισε να τρέμει όταν ο Τομ Μακόρτ τη ρώτησε αν αυτή ή η μητέρα της είχαν μαζί τους κινητό. Ισχυρίστηκε ότι δεν θυμό­ ταν, αλλά ο Κλέι ήταν σίγουρος ότι είχαν κινητό και οι δυο τους. Όλος ο κόσμος είχε κινητό αυτό τον καιρό. Αυτός ήταν απλώς η εξαίρεση που επιβεβαίωνε τον κανόνα. Αυτός και ο Τομ, που ίσως χρωστούσε τη ζωή του στο γάτο του, που είχε πετάξει το κινητό του από τον πάγκο της κουζίνας. Η κουβέντα με την Άλις έγινε στο λόμπι του ξενοδοχείου. Δεν ήταν ακριβώς κουβέντα, απλώς ο Κλέι έκανε ερωτήσεις και το κο­ ρίτσι στεκόταν βουβό κοιτώντας τα γδαρμένα γόνατα του και κου­ νώντας πού και πού το κεφάλι του. Ο Κλέι και ο Τομ είχαν μετα­ φέρει το πτώμα του Φράνκλιν πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν, αγνοώντας την έντονη και αλλόκοτη αντίρρηση του φαλακρού υ­ παλλήλου -«Θα τον έχω μέσα στα πόδια μου εδώ πέρα». Ο υπάλ­ ληλος, που τους είχε συστηθεί απλώς ως κύριος Ρικάρντι, είχε α­ ποσυρθεί έκτοτε στο μικρό εσωτερικό γραφείο του. Ο Κλέι τον α­ κολούθησε όσο χρειάστηκε για να επιβεβαιώσει ότι ο κύριος Ρι­ κάρντι έλεγε αλήθεια και η τηλεόραση ήταν όντως εκτός λειτουρ­ γίας, και τον άφησε εκεί. Αν ήταν εδώ η Σάρον Ρίντελ, θα σχολία­ ζε ότι ο κύριος Ρικάρντι είχε τρυπώσει στη φωλίτσα του για να βράσει στο ζουμί του. Ωστόσο, ο υπάλληλος δεν άφησε τον Κλέι να φύγει χωρίς να πετάξει το καρφί του. «Τώρα είμαστε ανοιχτοί στον κόσμο», είπε στρυφνά. «Ελπίζω να πιστεύετε, τουλάχιστον, ότι καταφέρατε κάτι». «Κύριε Ρικάρντι», του είπε ο Κλέι όσο πιο υπομονετικά μπο­ ρούσε. «Πριν από μία ώρα περίπου είδα ένα μικρό ιδιωτικό αερο­ πλάνο να πέφτει στην πέρα άκρη του Δημοτικού Πάρκου της Βο­ στόνης. Νομίζω ότι πολλά άλλα αεροπλάνα -μεγάλα αεροπλάνακάνουν το ίδιο πράγμα στο Λόγκαν. Και ότι άλλα κάνουν απογει­ ώσεις αυτοκτονίας στους διαδρόμους τροχοδρόμησης. Ακούγο­ νται εκρήξεις σε όλη την ευρύτερη περιοχή του κέντρου. Θα έλε-


60

STEPHEN KING

γα πως σήμερα το απόγευμα ολόκληρη η Βοστόνη είναι ανοιχτή στον κόσμο». Σαν επιβεβαίωση των λεγομένων του Κλέι, ακούστηκε ακρι­ βώς πάνω από τα κεφάλια τους ένας δυνατός υπόκωφος κρότος. Ο κύριος Ρικάρντι δεν σήκωσε καν τα μάτια του προς το ταβάνι. Έ­ κανε μόνο μια μικρή κίνηση με το χέρι, λέγοντας μ' αυτό τον τρό­ πο στον Κλέι να φύγει και να τον αφήσει ήσυχο. Χωρίς τηλεόρα­ ση να παρακολουθεί έμεινε καθισμένος σαν κούτσουρο στην κα­ ρέκλα του γραφείου του κοιτώντας αυστηρά τον απέναντι τοίχο. 12 Ο Κλέι και ο Τομ μετέφεραν τις δύο ογκώδεις πολυθρόνες Κουίν Aνν και τις έστησαν κόντρα στην πόρτα έτσι που οι ψηλές ράχες τους γέμισαν αρκετά αποτελεσματικά τα κενά στα δύο πλαίσια ό­ που πριν από λίγο υπήρχαν τζάμια. Ο Κλέι, παρ' όλο που πίστευε ότι το να αποκλείσουν την πρόσβαση στο λόμπι του ξενοδοχείου από το δρόμο τους πρόσφερε ελάχιστη ή και εντελώς ψεύτικη προστασία, έκρινε ότι ήταν καλή ιδέα το να αποκλείσουν τη θέα από το δρόμο στο λόμπι και ο Τομ συμφώνησε μαζί του. Αφού το­ ποθέτησαν τις δυο πολυθρόνες, κατέβασαν και το στόρι στο κε­ ντρικό παράθυρο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να σκοτεινιάσει αι­ σθητά ο χώρος και να δημιουργηθεί πάνω στο τούρκικο χαλί μια εναλλαγή από φωτεινές και σκοτεινές λωρίδες που θύμιζαν κάγκε­ λα φυλακής. Έχοντας τακτοποιήσει έτσι τα πράγματα και έχοντας ακούσει και την υπερσυντομευμένη ιστορία της Άλις Μάξγουελ, ο Κλέι πήγε τελικά στο τηλέφωνο της ρεσεψιόν. Η ώρα ήταν 4:22, μια φυσιολογική ώρα, με τη διαφορά ότι είχε χαθεί κάθε φυσιολογική αίσθηση του χρόνου. Είχε την εντύπωση ότι είχαν περάσει ώρες από τότε που είχε δει έναν άντρα να δαγκώνει ένα σκυλί στο πάρ­ κο. Του φαινόταν σαν να μην υπήρχε πια χρόνος. Αλλά ο χρόνος, τουλάχιστον έτσι όπως τον μετρούσαν οι άνθρωποι, υπήρχε και στο Κεντ Ποντ η Σάρον σίγουρα θα είχε γυρίσει από τη δουλειά της στο σπίτι που ο Κλέι εξακολουθούσε να σκέφτεται σαν το σπί­ τι του. Έπρεπε να της μιλήσει οπωσδήποτε. Να σιγουρευτεί ότι ή-


Το ΚΙΝΗΤΌ

61

ταν καλά, να της πει ότι ήταν κι αυτός καλά. Και το πιο σημαντι­ κό, να σιγουρευτεί αν ο Τζόνι ήταν καλά. Όμως υπήρχε κάτι ακό­ μα, σημαντικότερο ακόμη κι απ' αυτό. Κάτι που ήταν πραγματικά ζήτημα ζωής και θανάτου. Ο Κλέι δεν είχε κινητό, ούτε και η Σάρον. Ήταν σχεδόν βέβαι­ ος. Ίσως η Σάρον να είχε αποκτήσει κινητό από τον Απρίλιο και μετά που είχαν χωρίσει, αλλά δεν μπορεί, στην ίδια πόλη ζούσαν, την έβλεπε σχεδόν καθημερινά και, αν η Σάρον είχε πάρει κινητό, ο Κλέι θα το ήξερε. Καταρχήν, θα του είχε δώσει το νούμερο, σω­ στά; Σωστά. Ναι, αλλά... Ναι, αλλά ο Τζόνι είχε. Ο μικρός Τζόνι-Τζι, που δεν ήταν πια τόσο μικρός, ήταν δώδεκα χρονών αγόρι, και αυτό ήταν που είχε ζητήσει για δώρο στα τελευταία του γενέθλια. Ένα κόκκινο κινητό που έπαιζε το θέμα της αγαπημένης του τηλεοπτικής σειράς όταν χτυπούσε. Φυσικά, δεν επιτρεπόταν να το έχει ανοιχτό, ούτε καν να το έχει στο σακίδιό του τις ώρες του σχολείου, αλλά το σχολείο είχε τελειώσει εδώ και ώρα. Επιπλέον, ο Κλέι και η Σάρον στην ουσία τον παρότρυναν να το έχει μαζί του, κυρίως λόγω του χωρι­ σμού. Μπορεί να προέκυπτε κάτι επείγον, ή καμιά μικροατυχία, ό­ πως το να χάσει το λεωφορείο. Η μόνη ελπίδα του Κλέι ήταν αυτό που του είχε πει η Σάρον, ότι τον τελευταίο καιρό έβλεπε συνεχώς το κινητό του Τζόνι ξεχασμένο στο δωμάτιό του πάνω στο γρα­ φείο του ή στο περβάζι δίπλα στο κρεβάτι του, άδειο από μπατα­ ρία και ακίνητο σαν ξερό σκυλόσκατο. Παρ' όλα αυτά, η ιδέα του κινητού του Τζόνι χτυπούσε στο μυαλό του Κλέι σαν ωρολογιακή βόμβα. Ο Κλέι άγγιξε τη συσκευή του σταθερού τηλεφώνου πάνω στον πάγκο της ρεσεψιόν και τράβηξε αμέσως πίσω το χέρι του. Απέξω ακούστηκε άλλη μια έκρηξη, πολύ μακρινή αυτή τη φορά. Ήταν σαν να βρισκόσουν πίσω από την πρώτη γραμμή του μετώ­ που και να άκουγες το βαρύ πυροβολικό. Μην κάνεις τέτοιες σκέψεις, είπε στον εαυτό του. Μη σκέφτεσαι καν ότι υπάρχει μέτωπο. Κοίταξε απέναντι και είδε τον Τομ να έχει καθίσει πάνω στις φτέρνες του μπροστά στην Άλις, που καθόταν στον καναπέ. Της μουρμούριζε κάτι, με ήρεμη φωνή, κοιτώντας την κατάματα. Αυτό ήταν καλό. Αυτός ήταν καλός. Ο Κλέι χαιρόταν όλο και περισσό-


62

STEPHEN KING

τερο που είχε συναντήσει τον Τομ Μακόρτ... ή που ο Τομ είχε συ­ ναντήσει αυτόν. Οι τηλεφωνικές γραμμές κατά πάσα πιθανότητα ήταν εντάξει. Το ερώτημα ήταν πόσο εντάξει. Ο Κλέι είχε ακόμη μια σχετική ευθύνη για τη σύζυγό του, κι όσο για το γιο του, η ευθύνη ήταν α­ πόλυτη. Και μόνο η σκέψη του Τζόνι αρκούσε για να τον τρελά­ νει. Κάθε φορά που το μυαλό του πήγαινε στο αγόρι, ο Κλέι ένιω­ θε το ποντίκι του πανικού έτοιμο να σπάσει το σαθρό κλουβί που το κρατούσε περιορισμένο και ν' αρχίσει να ροκανίζει με τα μικρά κοφτερά δοντάκια του ό,τι θα έβρισκε στο πέρασμα του. Αν μπο­ ρούσε να σιγουρευτεί ότι ο Τζόνι και η Σάρον ήταν καλά, θα κα­ τάφερνε να κρατήσει τον ποντικό στο κλουβί του και να σκεφτεί τι θα έκανε στη συνέχεια. Αν όμως έκανε κάτι ανόητο μέσα στον πανικό του, δεν θα ήταν πλέον σε θέση να βοηθήσει κανέναν. Στην πραγματικότητα, θα έβλαπτε κι αυτούς που ήταν τώρα κοντά του. Το σκέφτηκε λιγάκι και τελικά φώναξε τον υπάλληλο, τον κύ­ ριο Ρικάρντι. Όταν δεν πήρε απάντηση από το εσωτερικό γραφείο, ξαναφώ­ ναξε. Όταν και πάλι δεν πήρε απάντηση, είπε, «Ξέρω ότι μ' ακούς, κύριε Ρικάρντι. Αν με αναγκάσεις να έρθω εκεί, θα εκνευριστώ. Μπορεί να εκνευριστώ τόσο που να σε πάρω σηκωτό και να σε πετάξω έξω στο δρόμο». «Δεν έχετε το δικαίωμα», απάντησε ο κύριος Ρικάρντι σε τόνο αυστηρής επίκρισης. «Είστε απλός ένοικος του ξενοδοχείου μας». Ο Κλέι σκέφτηκε να του επαναλάβει εκείνο που είχε πει ο Τομ όταν βρίσκονταν ακόμη απέξω -τα πράγματα έχουν αλλάξει. Όμως κάτι τον έκανε να μείνει βουβός και να περιμένει. «Τι συμβαίνει;» είπε τελικά ο κύριος Ρικάρντι. Πιο στρυφνός από κάθε άλλη φορά. Από τον επάνω όροφο ακούστηκε πάλι ένας μουντός δυνατός γδούπος, σαν κάποιος να είχε πετάξει ένα βαρύ έπιπλο. Ένα γραφείο ίσως. Αυτή τη φορά, το κορίτσι κοίταξε προς το ταβάνι. Του Κλέι του φάνηκε ότι άκουσε και μια πνιχτή κραυγή -ή πονεμένο κλαψούρισμα-, αλλά δεν υπήρξε συνέχεια. Τι υπήρ­ χε στον πρώτο όροφο; Όχι εστιατόριο, πάντως. Θυμόταν ότι του είχαν πει (ο ίδιος ο κύριος Ρικάρντι, όταν ο Κλέι έδινε τα στοιχεία του για το δωμάτιο) ότι το ξενοδοχείο δεν διέθετε εστιατόριο, αλ­ λά υπήρχε το Καφέ Μετροπόλιταν ακριβώς δίπλα. Αίθουσες συνε-


Το ΚΙΝΗΤΌ

63

δρίων, σκέφτηκε. Σίγουρα είναι αίθουσες συνεδρίων με ονόματα ινδιάνικων φυλών. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε πάλι ο κύριος Ρικάρντι. Ακόμη πιο ξι­ νισμένος. «Δοκίμασες να τηλεφωνήσεις σε κανέναν απ' όταν άρχισε αυ­ τή η ιστορία;» «Και βέβαια!» είπε ο κύριος Ρικάρντι. Ήρθε στην πόρτα ανά­ μεσα στο εσωτερικό γραφείο και στο χώρο πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν με τις θυρίδες, τα μόνιτορ για τις κάμερες ασφαλείας και τη σειρά των υπολογιστών. Στάθηκε εκεί και κοίταξε τον Κλέι με ύφος αγανάκτησης. «Άρχισε να χτυπάει ο συναγερμός πυρκα­ γιάς, τον σταμάτησα -η Ντόρις είπε ότι είχε πιάσει φωτιά ένα κα­ λάθι απορριμμάτων στον τρίτο- και τηλεφώνησα στην Πυροσβε­ στική για να τους πω να μην κάνουν τον κόπο. Η γραμμή ήταν κα­ τειλημμένη! Κατειλημμένη, το φαντάζεστε;» «Πρέπει να ταράχτηκες πολύ», είπε ο Τομ. Ο κύριος Ρικάρντι έδειξε να μαλακώνει για πρώτη φορά. «Έ­ πειτα τηλεφώνησα στην αστυνομία, όταν τα πράγματα έξω άρχι­ σαν... ξέρετε... να παίρνουν την κάτω βόλτα». «Μάλιστα», μουρμούρισε ο Κλέι. Τα πράγματα πήραν την κάτω βόλτα. Θα μπορούσε να το δει κανείς και έτσι. «Απάντησε κανείς;» «Ένας αστυνομικός, που είπε να μην απασχολώ τη γραμμή και μου έκλεισε το τηλέφωνο», απάντησε ο κύριος Ρικάρντι. Η αγανά­ κτηση είχε αρχίσει πάλι να έρπει στον τόνο της φωνής του. «Όταν τους κάλεσα ξανά -αφότου είχε βγει ο τρελός από το ασανσέρ και είχε σκοτώσει τον Φράνκλιν-, μου απάντησε μια γυναίκα. Μου εί­ πε.... Η φωνή του κυρίου Ρικάρντι άρχισε να τρέμει και ο Κλέι εί­ δε με έκπληξη τα πρώτα δάκρυα να κατηφορίζουν στους δυο στε­ νούς αυχένες που πλαισίωναν τη μύτη του. «...μου είπε...» «Τι;» τον παρακίνησε ο Τομ, πάντα σε ήπιο τόνο συμπάθειας. «Τι σου είπε, κύριε Ρικάρντι;» «Μου είπε πως, αν ο Φράνκλιν ήταν νεκρός και αυτός που τον είχε σκοτώσει είχε φύγει, τότε δεν είχα κανένα πρόβλημα. Αυτή με συμβούλεψε να κλειδωθώ μέσα. Μου είπε επίσης να κατεβάσω τα ασανσέρ του ξενοδοχείου στο ισόγειο και να τα θέσω εκτός λειτουργίας, πράγμα που έκανα». Ο Κλέι και ο Τομ αντάλλαξαν ένα βλέμμα που μετέφερε την


64

STEPHEN KING

κοινή σκέψη: Καλή ιδέα. Ο Κλέι είδε καθαρά με τα μάτια της φα­ ντασίας του έντομα παγιδευμένα ανάμεσα σ' ένα κλειστό παράθυ­ ρο και μια σήτα, να βουίζουν οργισμένα αλλά ανίκανα να βγουν έ­ ξω. Αυτή η εικόνα είχε να κάνει με τους πνιχτούς κρότους που συ­ νέχιζαν να ακούγονται από τον από πάνω όροφο. Αναρωτήθηκε πόση ώρα θα χρειαζόταν ο ταραχοποιός ή οι ταραχοποιοί του πρώ­ του ορόφου για να βρουν τη σκάλα. «Και μετά μου έκλεισε και αυτή το τηλέφωνο. Έπειτα τηλεφώ­ νησα στη γυναίκα μου στο Μίλτον». «Έβγαλες γραμμή», είπε ο Κλέι θέλοντας να ξεκαθαρίσει από­ λυτα αυτό το σημείο. «Ήταν πολύ τρομαγμένη. Μου ζήτησε να γυρίσω σπίτι. Της εί­ πα ότι με είχαν συμβουλέψει να μείνω μέσα με τις πόρτες κλειδω­ μένες. Ότι με είχε συμβουλέψει η αστυνομία να το κάνω. Της σύ­ στησα να κάνει κι εκείνη το ίδιο. Να κλειδώσει και να... ξέρετε... να μη δίνει στόχο. Με παρακάλεσε να γυρίσω σπίτι. Μου είπε ότι ακούγονταν πυροβολισμοί στους δρόμους κι ότι είχε γίνει μια με­ γάλη έκρηξη λίγο πιο κάτω. Μου είπε ότι είδε έναν άντρα να δια­ σχίζει γυμνός την πίσω αυλή των Μπένζικ. Οι Μπένζικ μένουν α­ κριβώς δίπλα μας». «Καταλαβαίνω», είπε γλυκά ο Τομ. Παρηγορητικά. Ο Κλέι δεν είπε τίποτε. Ντρεπόταν λιγάκι που είχε θυμώσει τόσο πολύ με τον κύριο Ρικάρντι, αλλά το ίδιο είχε θυμώσει μαζί του και ο Τομ αρχικά. «Μου είπε πως της φάνηκε ότι ο γυμνός άντρας ίσως -δεν εί­ πε ότι ήταν σίγουρη, είπε ίσως- να κουβαλούσε αγκαλιά ένα νε­ κρό... χμμμ... γυμνό παιδάκι. Αλλά μάλλον ήταν κούκλα. Με πα­ ρακάλεσε ξανά να εγκαταλείψω το ξενοδοχείο και να γυρίσω στο σπίτι». Ο Κλέι είχε ακούσει αυτό που τον ενδιέφερε. Οι τηλεφωνικές γραμμές ήταν ασφαλείς. Ο κύριος Ρικάρντι ήταν σε κατάσταση σοκ, αλλά δεν είχε χάσει τα λογικά του. Ο Κλέι ακούμπησε το χέ­ ρι του στη συσκευή του τηλεφώνου. Ο κύριος Ρικάρντι έπιασε το χέρι του Κλέι πριν προλάβει να σηκώσει το ακουστικό. Τα δάχτυ­ λα του κυρίου Ρικάρντι ήταν μακριά, άσπρα και πολύ κρύα. Ο κύ­ ριος Ρικάρντι δεν είχε τελειώσει ακόμη. Ο κύριος Ρικάρντι ήθελε να τα πει όλα.


Το ΚΙΝΗΤΌ

65

«Με αποκάλεσε τομάρι και μου έκλεισε το τηλέφωνο. Ξέρω ό­ τι θύμωσε μαζί μου και, φυσικά, καταλαβαίνω γιατί. Αλλά η α­ στυνομία μού είπε να κλειδώσω και να μείνω στη θέση μου. Η α­ στυνομία. Οι Αρχές». Ο Κλέι συγκατένευσε. «Βέβαια, οι Αρχές». «Περάσατε από το μετρό;» ρώτησε ο κύριος Ρικάρντι. «Πάντα χρησιμοποιώ το μετρό. Είναι δυο τετράγωνα από δω. Είναι πολύ βολικό». «Δε θα σε βόλευε καθόλου σήμερα το απόγευμα», είπε ο Τομ. «Μετά απ' αυτά που είδαμε, εγώ δε θα έμπαινα εκεί μέσα με κα­ μιά δύναμη». Ο κύριος Ρικάρντι κοίταξε τον Τομ με θλιμμένη ικανοποίηση. «Τα βλέπετε;» Ο Κλέι κούνησε πάλι καταφατικά το κεφάλι του. «Καλύτερα ε­ δώ», είπε. Ενώ αυτός ήταν αποφασισμένος να γυρίσει σπίτι να βρει το γιο του. Και τη Σάρον, φυσικά, αλλά κυρίως το γιο του. Ή­ ταν σαν ένα βάρος στο μυαλό του που σκίαζε τη σκέψη του και δεν τον άφηνε να δει καθαρά. «Πολύ καλύτερα», επανέλαβε. Ύ­ στερα σήκωσε το ακουστικό και πάτησε το 9 για εξωτερική γραμ­ μή. Δεν ήταν σίγουρος ότι θα έπιανε, αλλά έπιασε. Πάτησε πρώτα το 1, έπειτα το 207, τον κωδικό του Μέιν, και μετά το 692, τον κωδικό για το Κεντ Ποντ και τα γύρω χωριά. Είχε πατήσει τα τρία από τα τέσσερα τελευταία νούμερα -σχεδόν είχε φτάσει στο σπίτι που ακόμη σκεφτόταν σαν σπίτι του-, όταν τον διέκοψε ο χαρα­ κτηριστικός τόνος της κατειλημμένης γραμμής. Ακολούθησε μια μαγνητοφωνημένη γυναικεία φωνή. «Ζητούμε συγνώμη. Όλες οι γραμμές είναι κατειλημμένες. Παρακαλώ, δοκιμάστε αργότερα». Αμέσως μετά ακούστηκε ο τόνος της σύνδεσης που διακόπτε­ ται σαν κάποιο αυτόματο κύκλωμα να τον αποσύνδεσε από το Μέιν... αν προερχόταν από το Μέιν η μαγνητοφωνημένη φωνή. Ο Κλέι κράτησε για μια στιγμή το ακουστικό στο ύψος του ώμου του λες και είχε γίνει ξαφνικά ασήκωτο βάρος κι ύστερα το ακού­ μπησε πίσω στη συσκευή.


66

STEPHEN KING

13 Ο Τομ του είπε ότι ήταν τρελός που ήθελε να φύγει. Καταρχήν, του επισήμανε, μέσα στο Ατλάντικ Άβενιου Ινν υ­ πήρχε σχετική ασφάλεια, ειδικά με τα ασανσέρ κλειδωμένα στο ι­ σόγειο και την είσοδο από την εσωτερική σκάλα προς το λόμπι μπλοκαρισμένη. Αυτό το τελευταίο το πέτυχαν στοιβάζοντας κου­ τιά και βαλίτσες από την αποθήκη φύλαξης αποσκευών μπροστά στην πόρτα του μικρού διαδρόμου πίσω από την εσοχή των ασαν­ σέρ. Ακόμη και αν κάποιος με εξαιρετική δύναμη έσπρωχνε την πόρτα από την άλλη μεριά, το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να μετακινήσει τη στοίβα των αποσκευών προς τον απέναντι τοίχο δημιουργώντας μια χαραμάδα φάρδους είκοσι εκατοστών. Το ά­ νοιγμα δεν έφτανε για να περάσει άνθρωπος. Κατά δεύτερο λόγο, οι ταραχές στην πόλη, πέρα από το μικρό ασφαλές καταφύγιο τους, όλο και δυνάμωναν. Ήταν μια αδιάκοπη κακοφωνία από συναγερμούς κάθε είδους, κραυγές, μηχανές αυ­ τοκινήτων, στρίγκλισμα ελαστικών και τρακαρίσματα, και κάθε τόσο η δυσοίωνη μυρωδιά καμένου, παρ' όλο που το ψυχρό, δυ­ νατό αεράκι της μέρας μετέφερε τον περισσότερο καπνό μακριά απ' αυτούς. Μέχρι στιγμής, σκέφτηκε ο Κλέι, αλλά δεν το είπε -δεν ήθελε να τρομάξει κι άλλο το ήδη τρομοκρατημένο κορίτσι. Οι εκρήξεις που ακούγονταν δεν ήταν μεμονωμένες, αλλά έρχο­ νταν κατά κύματα. Μια απ' αυτές ακούστηκε τόσο κοντινή που έ­ σκυψαν όλοι ενστικτωδώς, σίγουροι ότι θα έσκαζε προς τα μέσα όλη η βιτρίνα του ξενοδοχείου. Δεν έσκασε, αλλά μετά απ' αυτό μεταφέρθηκαν και οι τρεις στο ιερό άδυτο του κυρίου Ρικάρντι. Ο τρίτος λόγος για τον οποίο ο Τομ θεωρούσε ότι ο Κλέι ήταν τρελός και μόνο που το σκεφτόταν να εγκαταλείψει τη σχετική α­ σφάλεια του Ινν ήταν ότι η ώρα είχε πάει πέντε και τέταρτο. Σύ­ ντομα θα άρχιζε να νυχτώνει. Ο Τομ υποστήριζε ότι θα ήταν τρέ­ λα να επιχειρήσουν να φύγουν νύχτα από τη Βοστόνη. «Για ρίξε μια ματιά εκεί έξω», είπε δείχνοντας προς το παρα­ θυράκι του γραφείου του κυρίου Ρικάρντι που είχε θέα στην Έσεξ Στρητ. Η Έσεξ ήταν γεμάτη παρατημένα αυτοκίνητα. Υπήρχε του­ λάχιστον ένα πτώμα, μιας νεαρής με μπλουτζίν και φούτερ των


Το ΚΙΝΗΤΌ

67

Ρεντ Σοξ. Ήταν πεσμένη μπρούμυτα στο πεζοδρόμιο με τα χέρια τεντωμένα σαν να προσπαθούσε να κολυμπήσει. ΒΕΡΙΤΕΚ έγραφε η μπλούζα της στην πλάτη. «Νομίζεις πως θα μπορέσεις να φύγεις με το αυτοκίνητο σου; Καλύτερα να το ξανασκεφτείς». «Έχει δίκιο», είπε ο κύριος Ρικάρντι. Καθόταν πίσω από το γραφείο του, πάλι με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο αδύνατο στήθος του, σαν μια σπουδή στη μελαγχολία. «Βρίσκεστε στο πάρκινγκ της Τάμγουορθ Στρητ. Αμφιβάλλω αν θα μπορέσετε να πάρετε έστω και τα κλειδιά του αυτοκινήτου σας». Ο Κλέι, που είχε ήδη ξεγράψει το αυτοκίνητο του σαν χαμένη υπόθεση, άνοιξε το στόμα του έτοιμος να πει ότι δεν σκόπευε να κινηθεί με αυτοκίνητο (στην αρχή, τουλάχιστον) όταν ακούστηκε άλλος ένας τεράστιος γδούπος από πάνω, τόσο δυνατός που έτριξε το ταβάνι. Συνοδεύτηκε από το μακρινό αλλά πολύ χαρακτηριστι­ κό κουδούνισμα γυαλικών που πέφτουν και σπάνε. Η Άλις Μάξ­ γουελ κοίταξε νευρικά προς τα πάνω κι ύστερα ζάρωσε ακόμη πιο βαθιά στην πολυθρόνα της, απέναντι από το γραφείο του κυρίου Ρικάρντι. «Τι είναι εκεί πάνω;» ρώτησε ο Τομ. «Ακριβώς από πάνω μας είναι η Αίθουσα Ιροκουά», απάντησε ο κύριος Ρικάρντι. «Είναι η μεγαλύτερη από τις τρεις αίθουσες συνεδριάσεων του ξενοδοχείου μας και εκεί που φυλάμε όλο τον εξοπλισμό -καρέκλες, τραπέζια, οπτικοακουστικά συστήματα». Έ­ κανε μια μικρή παύση. «Αν και δε διαθέτουμε εστιατόριο, οργα­ νώνουμε μπουφέ ή κοκτέιλ πάρτι, κατ' απαίτηση των πελατών μας. Ο θόρυβος που μόλις ακούσαμε...» Δεν αποτελείωσε τη φράση του. Δεν χρειαζόταν άλλωστε. Ό­ λοι είχαν καταλάβει ότι ο τελευταίος θόρυβος ήταν ένα καροτσάκι φορτωμένο κανάτες και ποτήρια που είχαν πέσει στο πάτωμα της Αίθουσας Ιροκουά, όπου είχε αναποδογυρίσει πολλά άλλα καρο­ τσάκια και τραπέζια κάποιος τρελός που πηγαινοερχόταν εκεί μέ­ σα σαν θηρίο. Κάποιος που περιφερόταν στον πρώτο όροφο βουί­ ζοντας σαν έντομο παγιδευμένο ανάμεσα στο τζάμι και τη σήτα, σαν ένα πλάσμα που δεν διέθετε την ευφυΐα να βρει μια διέξοδο, αλλά μπορούσε να βγει ορμώντας και σπάζοντας, μόνο ορμώντας και σπάζοντας.


68

STEPHEN KING

Η Άλις μίλησε για πρώτη φορά μετά από μισή ώρα περίπου και για πρώτη φορά χωρίς να την παρακινήσει κανείς. «Είπατε κά­ τι για κάποια Ντόρις». «Ντόρις Γκουτιέρες», επιβεβαίωσε ο κύριος Ρικάρντι κουνώ­ ντας το κεφάλι του. «Η προϊσταμένη οικονόμος. Εξαιρετική υπάλ­ ληλος. Η καλύτερη μου ίσως. Βρισκόταν επάνω την τελευταία φο­ ρά που μιλήσαμε». «Είχε;...» Η Άλις δεν θέλησε να πει τη λέξη. Αντίθετα έκανε μια χειρονομία που για τον Κλέι είχε γίνει το ίδιο οικεία με το δά­ χτυλο στα χείλη που σημαίνει σιωπή. Η Άλις σήκωσε το δεξί της χέρι στο πλάι του κεφαλιού της με τον αντίχειρα δίπλα στο αυτί και το μικρό της δάχτυλο τεντωμένο μπροστά στο στόμα. «Όχι», απάντησε ο κύριος Ρικάρντι σχεδόν αμέσως. «Οι υ­ πάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να αφήνουν τα κινητά τους στις ντουλάπες τους την ώρα της δουλειάς. Μία παραβίαση του κα­ νονισμού συνεπάγεται επίπληξη. Δεύτερη ισοδυναμεί με απόλυ­ ση. Τους το τονίζω πάντα όταν προσλαμβάνονται». Ανασήκωσε τους αδύνατους ώμους του. «Είναι πολιτική της διεύθυνσης, όχι δι­ κή μου». «Είναι πιθανό να κατέβηκε στον πρώτο για να δει τι ήταν αυ­ τοί οι θόρυβοι;» ρώτησε η Άλις. «Το πιθανότερο», είπε ο κύριος Ρικάρντι. «Δεν μπορώ να ξέ­ ρω. Ξέρω μόνο ότι δεν είχα καμιά άλλη επικοινωνία μαζί της απ' όταν μου ανέφερε ότι είχε πιάσει φωτιά ένα καλάθι απορριμμάτων και δεν απάντησε στις κλήσεις μου στο βομβητή της. Την κάλεσα δύο φορές». Ο Κλέι δεν ήθελε να πει φωναχτά, Τα βλέπετε; Δεν είμαστε α­ σφαλείς ούτε εδώ μέσα, γι' αυτό κοίταξε πάνω από το κεφάλι της Ά­ λις, προσπαθώντας να μεταφέρει το μήνυμα στον Τομ με τα μάτια. «Πόσοι άνθρωποι υπολογίζεις ότι βρίσκονται επάνω;» ρώτησε ο Τομ. «Δεν έχω τρόπο να ξέρω». «Αν σου ζητούσαμε να υποθέσεις». «Όχι πολλοί. Από το προσωπικό μάλλον μόνο η Ντόρις. Οι υ­ πάλληλοι της πρωινής βάρδιας σχολάνε στις τρεις και της βραδι­ νής ξεκινάνε στις έξι». Ο κύριος Ρικάρντι έσφιξε δυνατά τα χείλη


Το ΚΙΝΗΤΌ

69

του μεταξύ τους. «Είναι μια κίνηση οικονομίας. Δεν θα έλεγα μέ­ τρο, γιατί δεν αποδίδει. Όσο για τους πελάτες...» Το σκέφτηκε αρκετά. «Το απόγευμα είναι μια χαλαρή ώρα για μας, πολύ χαλαρή. Οι χτεσινοί πελάτες έχουν ήδη αδειάσει τα δωμάτια -στο Ατλάντικ Iνν υποχρεούνται να τα αδειάζουν μέχρι τις δώδεκα το μεσημέρικαι οι σημερινοί αρχίζουν να καταφτάνουν κατά τις τέσσερις σε μια κανονική μέρα. Πράγμα που η σημερινή δεν είναι. Όσοι πελά­ τες μας μένουν πάνω από μία μέρα συνήθως βρίσκονται στην πό­ λη για δουλειές. Όπως εσείς, υποθέτω, κύριε Ριντλ». Ο Κλέι ένευσε καταφατικά χωρίς να μπει στον κόπο να διορ­ θώσει τον Ρικάρντι ως προς το επίθετό του. «Νωρίς το απόγευμα, όσοι πελάτες μας έχουν παραμείνει συ­ νήθως βρίσκονται έξω κάνοντας ό,τι ήρθαν να κάνουν στη Βοστό­ νη. Όπως βλέπετε, τις ώρες μετά το μεσημέρι είμαστε σχεδόν μό­ νοι μας εδώ». Σαν διάψευση των λεγομένων του, ένας καινούριος κρότος α­ κούστηκε από τον επάνω όροφο: κι άλλα γυαλικά που έσπασαν, με συνοδεία ένα πνιχτό, ζωώδες γρύλισμα. Σήκωσαν όλοι τα μά­ τια τους προς το ταβάνι. «Άκουσε, Κλέι», είπε ο Τομ. «Αν ο τύπος εκεί πάνω βρει τη σκάλα... Δεν ξέρω αν αυτοί οι άνθρωποι είναι ικανοί να σκεφτούν λογικά, αλλά...» «Κρίνοντας από όσα είδαμε στο δρόμο, θα έλεγα ότι ίσως είναι λάθος να τους αποκαλούμε ανθρώπους. Έχω την ιδέα ότι ο τύπος εκεί πάνω είναι σαν σκαθάρι παγιδευμένο ανάμεσα στο τζάμι και τη σήτα. Ένα έντομο παγιδευμένο με τέτοιο τρόπο ίσως μπορέσει να το σκάσει αν βρει κάπου μια τρύπα. Έτσι και ο τύπος εκεί πά­ νω μπορεί να βρει τη σκάλα, αλλά θα τη βρει μόνο κατά τύχη». «Και όταν κατεβεί και βρει φραγμένη την πόρτα προς το λόμπι θα χρησιμοποιήσει την έξοδο κινδύνου προς το πίσω μέρος του κτιρίου», συμπλήρωσε ο κύριος Ρικάρντι με προθυμία -για τα δι­ κά του δεδομένα. «Τότε θα ακούσουμε το συναγερμό που είναι ρυθμισμένος να χτυπάει όταν κάποιος ανασηκώσει την μπάρα και θα καταλάβουμε ότι έφυγε. Ένας τρελός λιγότερος!» Κάπου στα νότια εξερράγη κάτι πολύ μεγάλο και ζάρωσαν ό-


70

STEPHEN KING

λοι. Ο Κλέι κατάλαβε πώς ήταν να ζει κανείς στη Βηρυτό τη δε­ καετία του 1980. «Προσπαθώ να σας δώσω να καταλάβετε κάτι», είπε υπομονε­ τικά. «Δε νομίζω», διαφώνησε ο Τομ. «Έχεις αποφασίσει να φύγεις έτσι κι αλλιώς, επειδή ανησυχείς για τη γυναίκα σου και το παιδί σου. Και προσπαθείς να πείσεις κι εμάς γιατί θέλεις παρέα». Ο Κλέι ξεφύσησε φουρκισμένος. «Και βέβαια θέλω παρέα, αλ­ λά δεν είναι αυτός ο λόγος που προσπαθώ να σας πείσω. Η μυρω­ διά καμένου δυναμώνει, αλλά, πείτε μου, πότε ακούσατε για τε­ λευταία φορά σειρήνα πυροσβεστικής;» Δεν απάντησε κανένας. «Ούτε κι εγώ άκουσα», είπε ο Κλέι. «Δε νομίζω πως θα βελ­ τιωθεί η κατάσταση στη Βοστόνη για κάποιο διάστημα. Μάλλον θα χειροτερέψει. Αν ήταν πράγματι τα κινητά...» «Έστελνε ένα μήνυμα στον μπαμπά», είπε η Άλις. Μίλησε γρήγορα σαν να βιαζόταν να πει όλες τις λέξεις πριν την προδώσει η μνήμη της. «Ήθελε να του πει να μην ξεχάσει να πάρει τα ρούχα από το καθαριστήριο, γιατί θα χρειαζόταν το κίτρινο μάλλινο φό­ ρεμά της για τη συνεδρίαση της επιτροπής κι εγώ την εφεδρική φόρμα μου για τον αγώνα του Σαββάτου. Ήμαστε μέσα στο ταξί. Και μετά τρακάραμε! Έπνιξε τον οδηγό, τον δάγκωσε στο λαιμό και του έπεσε το τουρμπάνι από το κεφάλι και το πρόσωπό του γέμι­ σε αίματα και μετά τρακάραμε!» Η Άλις κοίταξε τα τρία αντρικά πρόσωπα που την κοίταζαν κα­ τάπληκτα κι ύστερα σκέπασε το δικό της πρόσωπο με τα χέρια της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Ο Τομ ξεκίνησε να πάει κοντά της να την παρηγορήσει, αλλά ο κύριος Ρικάρντι άφησε έκπληκτο τον Κλέι βγαίνοντας γρήγορα από το γραφείο του και αγκαλιάζοντας το κορίτσι από τους ώμους με το λιγνό του χέρι πριν προλάβει να φτάσει ο Τομ. «Έλα, έλα», μουρμούρισε. «Είμαι σίγουρος ότι τα παρεξήγησες τα πράγματα, νεαρή μου». Η Άλις σήκωσε απότομα το κεφάλι και τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, αγριεμένα. «Τα παρεξήγησα;» Έδειξε τον τεράστιο λεκέ από ξεραμένο αίμα πάνω στο φόρεμά της. «Σου μοιάζει με παρεξήγηση ετούτο εδώ; Χρησιμοποίησα ένα χτύπημα καράτε από τα μαθήματα αυτοάμυνας που έκανα πέρυσι στο γυμνάσιο. Χτύ-


71

Το ΚΙΝΗΤΌ

πησα την ίδια τη μάνα μου με καράτε! Της έσπασα τη μύτη, νομί­ ζω... είμαι σίγουρη...» Η Άλις κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε, γρήγορα, και τα μαλλιά της ανέμισαν τρελά. «Αλλά και πάλι, αν δεν προλάβαινα να φέρω το χέρι μου πίσω, να πιάσω το χερούλι της πόρτας και να την ανοίξω...» «Θα σε είχε σκοτώσει», είπε άχρωμα ο Κλέι. «Θα με είχε σκοτώσει», συμφώνησε ψιθυριστά η Άλις. «Δεν ή­ ξερε ποια ήμουν. Η ίδια μου η μάνα». Κοίταξε μια τον Κλέι και μια τον Τομ. «Φταίει το κινητό», είπε με την ίδια πάντα ψιθυριστή φωνή. «Φταίει το κινητό, σίγουρα». 14 «Πόσα απ' αυτά τα καταραμένα υπάρχουν στη Βοστόνη;» ρώτησε ο Κλέι. «Ποιο θα ήταν ένα ενδεικτικό νούμερο;» «Με δεδομένο τον μεγάλο αριθμό φοιτητών, θα έλεγα ότι το νούμερο αυτό είναι τεράστιο», απάντησε ο κύριος Ρικάρντι. Είχε επιστρέψει στη θέση του πίσω από το γραφείο και έδειχνε να έχει ζωντανέψει κάπως. Ίσως να είχε κάνει το θαύμα η προσπάθειά του να παρηγορήσει το κορίτσι, ή ίσως η ερώτηση, που ήταν καθαρά γενικής φύσης. «Βεβαίως, τα κινητά δεν περιορίζονται μόνο στους φοιτητές και στις οικονομικά εύρωστες τάξεις. Διάβασα πριν από ένα μήνα ένα άρθρο στο Inc. που ανέφερε ότι ο αριθμός των κινη­ τών στην ενδοχώρα της Κίνας είναι ίσος με τον πληθυσμό της Α­ μερικής. Το φαντάζεστε;» Ο Κλέι δεν ήθελε ούτε να το φανταστεί. «Εντάξει», συμφώνησε ο Τομ κουνώντας απρόθυμα το κεφάλι του. «Κατάλαβα πού το πας. Κάποιος -κάποια τρομοκρατική ορ­ γάνωση- παρεμβαίνει με κάποιο τρόπο στο σήμα των κινητών. Αν τηλεφωνήσεις από το κινητό σου ή απαντήσεις σε τηλεφώνη­ μα, δέχεσαι κάτι σαν... τι;... κάποιου είδους υποσυνείδητο μήνυ­ μα, φαντάζομαι, που σε τρελαίνει. Ακούγεται σαν επιστημονική φαντασία, αλλά και τα κινητά, στην τωρινή τους μορφή, πριν από δεκαπέντε, είκοσι χρόνια θα φάνταζαν σαν επιστημονική φαντα­ σία για τον πολύ κόσμο, υποθέτω». «Είμαι σίγουρος ότι πρόκειται για κάτι τέτοιο», είπε ο Κλέι.


72

STEPHEN KING

«Και σε πληροφορώ ότι αρπάζεις μπόλικο ώστε να σε τρελάνει κανονικά, αρκεί να το ακούσεις απλώς από το κινητό ενός άλλου». Θυμήθηκε το Καστανό Ξωτικό. «Αλλά το πιο διαβολικό είναι ότι οι άνθρωποι, με το που βλέπουν να γίνεται χαμός γύρω τους...» «Η πρώτη αυθόρμητη κίνηση που θα κάνουν θα είναι να πιά­ σουν το κινητό τους για να προσπαθήσουν να μάθουν τι συμβαί­ νει», συμπλήρωσε ο Τομ. «Ναι», είπε ο Κλέι. «Είδα πολλούς να το κάνουν». Ο Τομ τον κοίταξε με πένθιμο ύφος. «Κι εγώ το ίδιο». «Τι σχέση έχουν αυτά με την απόφασή σας να φύγετε από την ασφάλεια του ξενοδοχείου, ειδικά μέσα στη νύχτα, αδυνατώ να καταλάβω», σχολίασε ο κύριος Ρικάρντι. Σαν απάντηση στα λεγόμενά του, ακούστηκε άλλη μια έκρηξη. Την ακολούθησαν πέντ' έξι συνεχόμενες εκρήξεις μικρότερης έ­ ντασης, που απομακρύνονταν προς τα νοτιοανατολικά σαν τα πα­ τήματα ενός γίγαντα. Από τον επάνω όροφο ακούστηκε ξανά ένας γδούπος και μια πνιχτή, άναρθρη κραυγή θυμού. «Δε νομίζω ότι οι τρελοί έχουν το μυαλό που απαιτείται για να εγκαταλείψουν την πόλη, με την ίδια λογική που ο τύπος εκεί πά­ νω δεν μπορεί να βρει ούτε το δρόμο για τη σκάλα», είπε ο Κλέι. Για μια στιγμή νόμισε πως η έκφραση στο πρόσωπο του Τομ ήταν σοκ, αλλά κατάλαβε ότι ήταν κάτι άλλο. Χαρούμενη έκπλη­ ξη ίσως. Και λίγη ελπίδα. «Χριστέ μου», είπε, δίνοντας μάλιστα κι ένα μικρό χαστούκι στο ίδιο του το μάγουλο. «Αυτοί δεν πρόκειται να φύγουν. Δεν το είχα σκεφτεί». «Όχι μόνο αυτό», είπε η Άλις. Δάγκωνε νευρικά τα χείλη της και είχε στυλώσει τα μάτια της στα δάχτυλά της, που τα έπλεκε συνεχώς μεταξύ τους. Έκανε φανερή προσπάθεια να σηκώσει το κεφάλι της και να κοιτάξει τον Κλέι. «Ίσως είναι πιο ασφαλές να φύγουμε με το σκοτάδι». «Πώς κι έτσι, Άλις;» «Αν δεν μπορούν να σε δουν -αν σταθείς πίσω από κάτι, αν μπορέσεις να κρυφτείς-, σε ξεχνάνε σχεδόν αμέσως». «Γιατί το λες αυτό, καλή μου;» τη ρώτησε ο Τομ. «Επειδή κρύφτηκα από τον τύπο που με κυνηγούσε», είπε σι­ γανά το κορίτσι. «Αυτόν με το κίτρινο μπλουζάκι. Ήταν λίγο πριν


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

73

έρθω με εσάς. Κρύφτηκα σ' ένα από τα δρομάκια στις πίσω πλευ­ ρές των κτιρίων. Πίσω από έναν μεγάλο σκουπιδοτενεκέ. Φοβό­ μουν, γιατί δεν ήξερα αν θα μπορούσα να το σκάσω έτσι και με κυνηγούσε εκεί μέσα, αλλά δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Τον είδα να στέκεται στο άνοιγμα του στενού, να κοιτάζει από δω κι από κει, να περπατάει γύρω γύρω -να κάνει σβούρες επιτόπου, όπως θα έλεγε ο παππούς μου- και στην αρχή νόμισα ότι έπαιζε μαζί μου, καταλαβαίνετε; Επειδή με είχε δει να μπαίνω στο δρομάκι, ή­ μουν μόνο λίγα μέτρα μπροστά του... μόνο λίγα μέτρα μακριά... θα μπορούσε να με αρπάξει με δυο βήματα...» Η Άλις άρχισε να τρέμει. «Αλλά μόλις χώθηκα εκεί, ήταν σαν να... δεν ξέρω...» «Σαν να σε ξέχασε αφού δε σε έβλεπε πια», είπε ο Τομ. «Ό­ μως, αφού ήταν τόσο κοντά σου, γιατί σταμάτησες να τρέχεις;» «Γιατί δεν άντεχα άλλο», είπε η Άλις. «Δεν μπορούσα πια. Τα πόδια μου ήταν σαν λαστιχένια και νόμιζα ότι θα έσκαγε η καρδιά μου και θα πέθαινα. Τελικά, αποδείχτηκε ότι δε χρειαζόταν να τρέ­ χω για να γλιτώσω. Ο τύπος έκανε μερικούς κύκλους ακόμη στο ί­ διο σημείο, μουρμουρίζοντας αυτές τις βλακείες που λένε όλοι τους, κι ύστερα έφυγε. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Σκέφτηκα ό­ τι προσποιούνταν για να με πιάσει... αλλά δεν το πίστευα κατά βά­ θος, ήξερα ότι ήταν πολύ τρελός για τέτοια σκέψη». Έριξε μια γρήγορη ματιά στον Κλέι κι ύστερα κοίταξε πάλι τα χέρια της. «Το πρόβλημα ήταν ότι ξανάπεσα πάνω του κατά τύχη. Έπρεπε να είχα έρθει μαζί σας από την αρχή, παιδιά. Κάνω κάτι βλακείες με­ ρικές φορές...» «Ήσουν τρομοκρα...» άρχισε να λέει ο Κλέι και τότε ακούστη­ κε η μεγαλύτερη έκρηξη που είχε γίνει ως εκείνη τη στιγμή, ένα εκκωφαντικό ΚΡΑ-ΜΠΑΜ! που τους έκανε όλους να διπλωθούν στα δυο και να σκεπάσουν τα αυτιά τους. Ακούστηκε η τζαμαρία του λόμπι να σκάει και να γίνεται κομμάτια. «Ω....Θεέ μου», είπε ο κύριος Ρικάρντι. Τα γουρλωμένα μάτια του σε συνδυασμό με τη φαλάκρα θύμιζαν στον Κλέι τον «Ντάντι» Γουόρμπακς, τον προστάτη της μικρής, ορφανής Άννι από το ομώνυμο μιούζικαλ. «Πρέπει να ήταν ο καινούριος σούπερ σταθ­ μός της Shell που άνοιξε πρόσφατα στη Νίλαντ. Αυτός που χρησι­ μοποιούν όλα τα ταξί και τα Ντακ Μπόουτς. Από εκείνη τη μεριά ακούστηκε».


74

STEPHEN KING

Ο Κλέι δεν ήξερε αν ο Ρικάρντι είχε δίκιο, δεν του μύριζε βεν­ ζίνη (όχι ακόμα, τουλάχιστον), αλλά το οπτικά εκπαιδευμένο μάτι της φαντασίας του είδε ένα τεράστιο τρίγωνο από μπετόν να καίει σαν πυρσός προπανίου στο φως της μέρας που σωνόταν. «Μπορεί να καεί μια σύγχρονη πόλη;» ρώτησε τον Τομ. «Μια πόλη που είναι φτιαγμένη κυρίως από μπετόν, μέταλλο και γυαλί; Μπορεί να καεί όπως κάηκε το Σικάγο τότε που η αγελάδα της κυ­ ρίας Ο'Λίρι κλότσησε την αναμμένη λάμπα πετρελαίου μέσα στο στάβλο;» «Αυτή η ιστορία με την αγελάδα που κλότσησε τη λάμπα είναι μύθος», είπε η Άλις. Έτριβε το σβέρκο της σαν να είχε δυνατό πο­ νοκέφαλο. «Μας το είπε η κυρία Μάιερς στο μάθημα της Αμερι­ κανικής Ιστορίας». «Και βέβαια θα μπορούσε», απάντησε ο Τομ στον Κλέι. «Είδες τι έγινε στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου όταν το χτύπησαν τα δύο αεροπλάνα». «Αεροπλάνα γεμάτα υγρά καύσιμα», επισήμανε βλοσυρά ο κύ­ ριος Ρικάρντι. Και σαν να την είχε καλέσει ο φαλακρός υπάλληλος, από τη σπασμένη τζαμαρία του ξενοδοχείου άρχισε να μπαίνει με τον αέ­ ρα η μυρωδιά βενζίνης που καιγόταν και να γλιστράει κάτω από την πόρτα του εσωτερικού γραφείου σαν κακό πνεύμα. «Υποθέτω πως περιμένατε να συμβεί κάτι κακό μ' αυτόν το σταθμό αργά ή γρήγορα», παρατήρησε ο Τομ. Ο κύριος Ρικάρντι πήγε στην πόρτα που χώριζε το γραφείο του από τη ρεσεψιόν και την άνοιξε. Ό,τι μπόρεσε να δει ο Κλέι από το λόμπι του ξενοδοχείου τού φάνηκε έρημο, σκοτεινό και κατά περίεργο τρόπο άσχετο. Ο κύριος Ρικάρντι μύρισε ηχηρά τον αέρα μερικές φορές κι έπειτα έκλεισε πάλι την πόρτα και την κλείδωσε. «Εξασθένησε ήδη», ανακοίνωσε. «Ευσεβής πόθος», σχολίασε ο Κλέι. «Μάλλον συνήθισε η μύ­ τη μας τη μυρωδιά». «Νομίζω πως έχει δίκιο», είπε ο Τομ. «Φυσάει δυνατός δυτικός άνεμος -εννοώ ότι ο αέρας μετακινείται προς τον ωκεανό- και, αν αυτό που μόλις ακούσαμε ήταν ο καινούριος σταθμός καυσίμων στη γωνία Νίλαντ και Ουάσινγκτον, δίπλα στο Ιατρικό Κέντρο Νέας Αγγλίας...»


Το ΚΙΝΗΤΌ

75

«Αυτός ακριβώς ήταν», είπε ο κύριος Ρικάρντι. Το πρόσωπό του καθρέφτιζε σκοτεινή ικανοποίηση. «Ω, οι πορείες διαμαρτυ­ ρίας! Έγιναν τα κατάλληλα λαδώματα και το ζήτημα κανονίστηκε, πιστέ...» Ο Τομ τον διέκοψε λέγοντας, «Που σημαίνει πως το νοσοκο­ μείο καίγεται ήδη αυτή τη στιγμή... μαζί με όλους όσοι είχαν απο­ μείνει μέσα, φυσικά...» «Όχι», είπε η Άλις και έφερε το χέρι της στο στόμα σοκαρι­ σμένη. «Νομίζω πως ναι. Και το επόμενο στη σειρά θα είναι το Γουάνγκ Σέντερ. Ο αέρας μπορεί να πέσει όταν νυχτώσει, αλλά αν δε σταματήσει, ό,τι βρίσκεται ανατολικά του Μας Πάικ θα έχει λιώ­ σει σαν τυρί σε τοστ μέχρι τις δέκα». «Εμείς βρισκόμαστε δυτικά», επισήμανε ο κύριος Ρικάρντι. «Οπότε, είμαστε σχετικά ασφαλείς», είπε ο Κλέι. «Από αυτή την καταστροφή τουλάχιστον». Πήγε ως το παραθυράκι του γρα­ φείου του κυρίου Ρικάρντι, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών του και κοίταξε έξω στην Έσεξ Στρητ. «Τι βλέπεις;» τον ρώτησε η Άλις. «Βλέπεις ανθρώπους;» «Όχι... ναι. Έναν άντρα. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου». «Είναι από τους τρελούς;» «Δεν είμαι σίγουρος», είπε ο Κλέι, αλλά ήταν. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο έτρεχε αυτός ο άντρας, ο νευρικός τρόπος με τον ο­ ποίο τίναζε συνεχώς το κεφάλι του προς τα πίσω για να κοιτάξει πάνω από τον ώμο του. Μια στιγμή προτού στρίψει στη γωνία και βγει στη Λίνκολν Στρητ, ο τύπος παραλίγο να πέσει πάνω στον πά­ γκο με τα καφάσια ενός οπωροπωλείου. Και ο Κλέι, παρ' όλο που δεν τον άκουγε, έβλεπε τα χείλη του να κινούνται. «Τώρα έφυγε». «Κανένας άλλος;» ρώτησε ο Τομ. «Αυτή τη στιγμή, όχι, αλλά βλέπω καπνό». Ο Κλέι έκανε μια παύση. «Και καπνιά και στάχτες. Δεν μπορώ να πω πόσο πυκνές είναι. Τα στριφογυρίζει όλα ο αέρας». «Εντάξει, με έπεισες», είπε ο Τομ. «Πάντα ήμουν αργός, αλλά στο τέλος μαθαίνω. Η πόλη θα γίνει παρανάλωμα και κανείς δε θα μείνει να τη φυλάει, εκτός από τους τρελούς». «Νομίζω πως έτσι είναι», είπε ο Κλέι. Δεν πίστευε ότι αυτό ί­ σχυε μόνο για τη Βοστόνη, αλλά δεν άντεχε να σκεφτεί τίποτε άλ-


76

STEPHEN KING

λο πέρα από τη Βοστόνη προς το παρόν. Αργότερα ίσως να κατά­ φερνε να δει λίγο μακρύτερα, αφού θα σιγουρευόταν ότι ο Τζόνι ήταν καλά. Ίσως πάλι να του ξέφευγε μόνιμα η ευρύτερη εικόνα. Στο κάτω κάτω, κέρδιζε το ψωμί του ζωγραφίζοντας μικρά καρέ. Κι όμως, παρ' όλα αυτά, ο μικρός εγωιστής που ζούσε κολλημέ­ νος σαν στρείδι στο εσωτερικό τοίχωμα του μυαλού του πρόλαβε να συνθέσει μια ξεκάθαρη σκέψη, που εμφανίστηκε σε χρώμα γα­ λάζιο και λαμπερό χρυσαφί. Ήταν ανάγκη να συμβεί ειδικά σήμε­ ρα, απ' όλες τις μέρες; Πάνω που κατάφερα να πιάσω την καλή; «Μπορώ να έρθω κι εγώ μαζί σας, παιδιά, αν φύγετε;» ρώτησε η Άλις. «Και βέβαια», είπε ο Κλέι. Κοίταξε τον υπάλληλο του ξενοδο­ χείου. «Έλα κι εσύ μαζί μας, κύριε Ρικάρντι». «Εγώ θα μείνω στη θέση μου», του απάντησε ο κύριος Ρικάρ­ ντι σε αγέρωχο τόνο, αλλά ο Κλέι πρόλαβε να δει τα μάτια του, μια στιγμή πριν κοιτάξει αλλού, και ήταν σκοτεινιασμένα. «Κάτω από αυτές τις συνθήκες, δε νομίζω ότι θα έχεις πρόβλη­ μα με τη διεύθυνση αν κλειδώσεις το ξενοδοχείο και φύγεις», είπε ο Τομ, μ' εκείνο τον ήπιο, κατευναστικό τρόπο του που ο Κλέι εί­ χε αρχίσει να εκτιμάει αφάνταστα. «Θα μείνω στο πόστο μου», επανέλαβε ο κύριος Ρικάρντι. «Ο κύριος Ντόνελι, ο διευθυντής της πρωινής βάρδιας, πήγε να κάνει την καθημερινή κατάθεση στην τράπεζα και με άφησε γενικό υ­ πεύθυνο. Αν επιστρέψει, ίσως τότε...» «Σας παρακαλώ, κύριε Ρικάρντι», είπε η Άλις. «Δεν ωφελεί σε τίποτα να μείνετε εδώ». Αλλά ο κύριος Ρικάρντι, που είχε σταυρώσει για άλλη μια φο­ ρά τα χέρια πάνω στο αδύνατο στήθος του, απλώς κούνησε αρνη­ τικά το κεφάλι του.


Το ΚΙΝΗΤΌ

77

15 Παραμέρισαν τη μία από τις πολυθρόνες Κουίν Aνν και ο κύριος Ρικάρντι τους ξεκλείδωσε την κεντρική πόρτα. Ο Κλέι κοίταξε έ­ ξω στο δρόμο και προς τις δυο κατευθύνσεις. Δεν είδε κανέναν να κινείται, αλλά ήταν δύσκολο να πει στα σίγουρα, γιατί ο αέρας εί­ χε γεμίσει από λεπτή, σκούρα στάχτη που στροβιλιζόταν με τον ά­ νεμο σαν μαύρο χιόνι. «Ελάτε», είπε. Θα πήγαιναν μόνο μέχρι το διπλανό μαγαζί για αρχή, το Καφέ Μετροπόλιταν. «Θα ξανακλειδώσω την πόρτα και θα βάλω την πολυθρόνα α­ πό πίσω», είπε ο κύριος Ρικάρντι, «αλλά θα έχω τα αυτιά μου α­ νοιχτά. Αν συναντήσετε πρόβλημα -αν υπάρχουν κι άλλοι απ' αυ­ τούς τους... ανθρώπους... κρυμμένοι στο Μετροπόλιταν, παρα­ δείγματος χάρη- και χρειαστεί να οπισθοχωρήσετε, θυμηθείτε να μου φωνάξετε, "Κύριε Ρικάρντι, κύριε Ρικάρντι, είναι ανάγκη!" Έτσι θα ξέρω ότι είναι ασφαλές να σας ανοίξω την πόρτα. Κατα­ λάβατε;» «Ναι», είπε ο Κλέι. Έσφιξε τον κοκαλιάρικο ώμο του κυρίου Ρικάρντι. Ο υπάλληλος μόρφασε κι ύστερα έμεινε σταθερός (αν και δεν έδειξε ιδιαίτερα ευχαριστημένος από το χαιρετισμό του Κλέι). «Είσαι πολύ εντάξει τύπος τελικά. Πίστευα ότι δεν ήσουν, αλλά έκανα λάθος». «Ελπίζω να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ», είπε άχρωμα ο κύριος Ρικάρντι. «Μόνο να θυμάστε...» «Θα το θυμόμαστε», είπε ο Τομ. «Και θα είμαστε εδώ δίπλα για κάνα δεκάλεπτο περίπου. Αν συμβεί κάτι εδώ, βάλε εσύ μια φωνή για να τρέξουμε». «Εντάξει», είπε ο υπάλληλος, αλλά ο Κλέι δεν πίστευε ότι θα το έκανε. Δεν ήξερε γιατί το σκέφτηκε αυτό, ήταν παράλογο να σκεφτεί ότι ένας άνθρωπος δεν θα φώναζε ούτε για να σώσει τη ζωή του, αλλά το σκέφτηκε για τον κύριο Ρικάρντι. «Σας παρακαλώ, κύριε Ρικάρντι, αλλάξτε γνώμη», είπε η Άλις. «Δεν είναι πια ασφαλές να μείνετε στη Βοστόνη και το ξέρετε». Ο κύριος Ρικάρντι απλώς απέστρεψε το βλέμμα του. Και ο Κλέι σκέφτηκε με ένα μείγμα απορίας και θαυμασμού: Ιδού ένας


78

STEPHEN KING

άνθρωπος που αποφάσισε ότι ο κίνδυνος του θανάτου είναι προτι­ μότερος από τον κίνδυνο της αλλαγής. «Ελάτε», είπε στους άλλους δυο. «Πάμε να φτιάξουμε μερικά σάντουιτς όσο υπάρχει ακόμη ηλεκτρικό ρεύμα να βλέπουμε». «Και μερικά εμφιαλωμένα νερά δε θα μας έβλαπταν», πρόσθε­ σε ο Τομ. 16 Το ηλεκτρικό κόπηκε ενώ τύλιγαν το τελευταίο σάντουιτς στην πεντακάθαρη, πλήρως εξοπλισμένη κουζίνα του Καφέ Μετροπόλιταν με τα λευκά πλακάκια. Ως τότε, ο Κλέι είχε ήδη κάνει τρεις α­ πόπειρες να τηλεφωνήσει στο Μέιν. Μία στο παλιό του σπίτι, μία στο δημοτικό σχολείο του Κεντ Ποντ, όπου δίδασκε η Σάρον, και μία στο γυμνάσιο Τζόσουα Τσάμπερλεν, όπου φοιτούσε τώρα ο Τζόνι. Σε καμιά από τις τρεις προσπάθειες δεν έφτασε πέρα από το 207, τον κωδικό του Μέιν. Όταν έσβησαν ξαφνικά τα φώτα στο Μετροπόλιταν, έγινε από­ λυτο σκοτάδι στην αρχή και η Άλις ούρλιαξε. Ύστερα άναψαν τα φώτα ασφαλείας. Η Άλις δεν ησύχασε και πολύ. Με το ένα της χέ­ ρι κρατιόταν από το μανίκι του Τομ. Με το άλλο κρατούσε σηκω­ μένο το μαχαίρι του ψωμιού που είχε χρησιμοποιήσει για να κόψει τα σάντουιτς. Τα μάτια της ήταν διάπλατα ανοιχτά και ανέκφρα­ στα με έναν περίεργο τρόπο. «Άλις, άφησε κάτω το μαχαίρι», της είπε ο Κλέι λίγο πιο αυ­ στηρά απ' ό,τι σκόπευε. «Πριν χτυπήσεις κανέναν από μας κατά λάθος». «Ή και τον εαυτό σου», πρόσθεσε ο Τομ με την ήρεμη, καθη­ συχαστική φωνή του. Τα γυαλιά του αντανακλούσαν τα φώτα κιν­ δύνου με μια μουντή λάμψη. Το κορίτσι άφησε κάτω το μαχαίρι κι αμέσως μετά το ξανάπια­ σε. «Το θέλω», είπε. «Θέλω να το πάρω μαζί μου. Εσύ, Κλέι, έχεις ένα. Θέλω κι εγώ να έχω». «Εντάξει», συμφώνησε ο Κλέι. «Αλλά δεν έχεις ζώνη. Θα φτιάξουμε μία από τραπεζομάντιλο. Προς το παρόν, πρόσεχε!» Τα μισά σάντουιτς ήταν ροσμπίφ και τυρί, τα υπόλοιπα ζαμπόν


Το ΚΙΝΗΤΌ

79

και τυρί. Η Άλις τα είχε τυλίξει όλα με διαφανή μεμβράνη. Κάτω από την ταμειακή μηχανή ο Κλέι βρήκε ένα πάκο σακούλες με χε­ ρούλια που έγραφαν ΦΑΓΗΤΟ ΓΙΑ ΣΚΥΛΟΥΣ από τη μια πλευρά και ΦΑΓΗΤΟ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ από την άλλη. Αυτός και ο Τομ έριξαν τα σάντουιτς σε δύο από τις σακούλες και σε μια τρίτη έβαλαν τρία μπουκάλια νερό. Τα τραπέζια του μαγαζιού είχαν ετοιμαστεί για ένα δείπνο που δεν επρόκειτο να σερβιριστεί ποτέ. Δυο τρία ήταν αναποδογυρι­ σμένα, αλλά τα περισσότερα στέκονταν στη θέση τους, με τα πο­ τήρια, τις λινές πετσέτες και τα ασημικά τους να γυαλίζουν κάτω από το σκληρό φως των λαμπτήρων ασφαλείας. Υπήρχε κάτι σ' αυτή την ήρεμη εικόνα τάξης και πολυτέλειας που έκανε την καρ­ διά του Κλέι να σφιχτεί. Ίσως ήταν οι πεντακάθαρες, διπλωμένες πετσέτες και οι μικρές ηλεκτρικές λάμπες στο κέντρο κάθε τραπε­ ζιού, που τώρα ήταν σβηστές και κάτι του έλεγε ότι θα έμεναν έ­ τσι για πολύ καιρό ακόμη. Είδε τον Τομ και την Άλις να κοιτάζουν γύρω με ύφος τόσο με­ λαγχολικό όσο και τα δικά του συναισθήματα και τον έπιασε μια τρελή επιθυμία -επιθυμία που άγγιζε τα όρια της μανίας- να τους φτιάξει λίγο το κέφι. Θυμήθηκε ένα κόλπο που έκανε παλιά στο γιο του. Σκέφτηκε πάλι το κινητό του Τζόνι και το ποντίκι του πα­ νικού έριξε άλλη μια φαρμακερή δαγκωνιά στο μυαλό του. Ο Κλέι ευχήθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής του το καταραμένο τηλέ­ φωνο να ήταν πεσμένο και ξεχασμένο κάτω από το κρεβάτι του Τζόνι-Τζι ανάμεσα σε μπάλες από χνούδια και σκόνη, με τη μπα­ ταρία του άδεια-άδεια-άδεια. «Προσέξτε με καλά», είπε αφήνοντας παραδίπλα τη σακούλα με τα σάντουιτς. «Και ειδικά τα χέρια μου, να δείτε ότι δε θα ξε­ κολλήσουν ούτε για μια στιγμή από τους καρπούς μου». Έπιασε τη μια από τις πλευρές του τραπεζομάντιλου που κρεμόταν μπρο­ στά του. «Δεν είναι ώρα για ταχυδακτυλουργίες», είπε ο Τομ. «Θέλω να το δω», είπε η Άλις. Για πρώτη φορά από τότε που την είχαν συναντήσει, στο πρόσωπό της φάνηκε ένα χαμόγελο. Ή­ ταν σχεδόν αδιόρατο, αλλά υπήρχε. «Χρειαζόμαστε το τραπεζομάντιλο», είπε ο Κλέι. «Δεν θα πά­ ρει ούτε ένα δευτερόλεπτο και επιπλέον η κυρία θέλει να δει».


80

STEPHEN KING

Στράφηκε στην Άλις. «Μόνο που πρέπει να πεις πρώτα τη μαγική λέξη. Ένα Σαζάμ αρκεί». «Σαζάμ!» είπε το κορίτσι και ο Κλέι τράβηξε απότομα το τρα­ πεζομάντιλο και με τα δυο χέρια ταυτόχρονα. Είχε να κάνει αυτό το κόλπο πάνω από δύο χρόνια, ίσως και τρία, και λίγο έλειψε να μην το πετύχει. Όμως το λάθος του -ένας ελάχιστος δισταγμός στο τράβηγμα, το δίχως άλλο- στην ουσία πρόσθεσε γοητεία στο όλο εγχείρημα. Αντί να μείνουν εκεί που βρίσκονταν, ενώ το τραπεζομάντιλο εξαφανιζόταν ως διά μαγείας από κάτω τους, όλα τα αντικείμενα του τραπεζιού μετακινήθηκαν γύρω στα δέκα εκατοστά προς τα δεξιά. Το ποτήρι που βρισκόταν πιο κοντά στο σημείο όπου στεκόταν ο Κλέι κατέληξε να σταθεί με τη μισή κυκλική βάση του πάνω στο τραπέζι και την υπόλοιπη μισή στο κενό. Η Άλις χειροκρότησε, γελώντας κανονικά τώρα. Ο Κλέι έκανε μια βαθιά υπόκλιση με τα χέρια ανοιχτά προς το μέρος της. «Μπορούμε να πηγαίνουμε τώρα, ω μεγάλε Βερμιτσέλι*;» ρώ­ τησε ο Τομ, αλλά ακόμη κι αυτός χαμογελούσε. «Μόλις φτιάξω μια ζώνη για το κορίτσι μας», είπε ο Κλέι. «Για να μπορεί να κουβαλάει το μαχαίρι από τη μια πλευρά και μια σα­ κούλα με σάντουιτς από την άλλη. Εσύ θα κουβαλήσεις τα νερά». Δίπλωσε πρώτα το τραπεζομάντιλο σε τρίγωνο και το έστριψε γρήγορα σχηματίζοντας ρολό. Ύστερα πέρασε το στριμμένο τρα­ πεζομάντιλο μέσα από τα χερούλια της μιας σακούλας και το τύλι­ ξε γύρω από τη λεπτή μέση του κοριτσιού αφού το έκανε μιάμιση στροφή πριν το δέσει κόμπο στη βάση της πλάτης της. Τέλος, στε­ ρέωσε το πριονωτό μαχαίρι του ψωμιού στη δεξιά πλευρά της αυ­ τοσχέδιας ζώνης. «Πιάνουν τα χέρια σου, βλέπω», είπε ο Τομ. «Τα καταφέρνω και στο πινέλο», είπε ο Κλέι και εκείνη τη στιγμή κάτι άλλο εξερράγη, αρκετά κοντά ώστε να τρανταχτεί ο­ λόκληρο το Καφέ Μετροπόλιταν. Το ποτήρι που ισορροπούσε στην κόχη του τραπεζιού έπεσε στο πάτωμα και έγινε θρύψαλα. Γύρισαν και οι τρεις και το κοίταξαν. Ο Κλέι σκέφτηκε να τους *Φιδές, στα ιταλικά. (Σ.τ.Μ.)


81

Το ΚΙΝΗΤΌ

πει ότι δεν πίστευε στους οιωνούς, αλλά μάλλον θα χειροτέρευε τα πράγματα. Εξάλλου, θα έλεγε ψέματα. 17 Ο Κλέι είχε τους λόγους του που ήθελε να επιστρέψει στο Ατλάντικ Άβενιου Ινν πριν ξεκινήσουν. Ο ένας ήταν ότι ήθελε να πάρει το χαρτοφύλακα του που τον είχε αφήσει στο λόμπι. Ένας άλλος λόγος ήταν να δει μήπως έβρισκε κάτι που θα χρησίμευε σαν πρό­ χειρη θήκη για το μαχαίρι της Άλις -ακόμη και ένα σετ ξυριστι­ κών θα του έκανε, αρκεί να ήταν λίγο μακρύ. Ένας τρίτος λόγος ήταν να δώσει άλλη μια ευκαιρία στον κύριο Ρικάρντι να έρθει μαζί τους. Και συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι αυτό το τελευταίο το ήθελε πολύ περισσότερο από τον ξεχασμένο χαρτοφύλακά του με τις ζωγραφιές. Για κάποιο μυστήριο λόγο, είχε αρχίσει να συ­ μπαθεί αυτό τον ξινό τύπο χωρίς να το θέλει. Όταν το εκμυστηρεύτηκε στον Τομ, εκείνος τον ξάφνιασε ακό­ μη περισσότερο κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του. «Το ίδιο α­ κριβώς αισθάνομαι κι εγώ για τις αντζούγιες στην πίτσα», είπε. «Σκέφτομαι ότι ο συνδυασμός ψόφιου ψαριού με τυρί και σάλτσα ντομάτας είναι αηδιαστικός... αλλά είναι φορές που με πιάνει τρε­ λή λαχτάρα και δεν μπορώ ν' αντισταθώ». Μια μαύρη χιονοθύελλα από στάχτες και κάπνα μαινόταν στο δρόμο και ανάμεσα στα ψηλά κτίρια. Συναγερμοί αυτοκινήτων τιτίβιζαν, συναγερμοί σπιτιών και καταστημάτων γάβγιζαν, συνα­ γερμοί πυρκαγιάς έκρωζαν. Ο αέρας δεν έφερνε κύματα θερμότη­ τας, αλλά ο Κλέι άκουγε το τριζοβόλημα της φωτιάς προς τα νο­ τιοανατολικά. Και η μυρωδιά καμένου ήταν πολύ έντονη. Ακούγο­ νταν δυνατές φωνές, αλλά κάπου πίσω τους προς τη μεριά του Δη­ μοτικού Πάρκου, όπου η Μπόιλστον Στρητ φάρδαινε αισθητά. Όταν έφτασαν δίπλα, στο Ατλάντικ Άβενιου Ινν, ο Τομ βοήθη­ σε τον Κλέι να σπρώξει μια από τις πολυθρόνες Κουίν Aνν πίσω από τη σπασμένη γυάλινη πόρτα της εισόδου. Τώρα το λόμπι του ξενοδοχείου ήταν μια λίμνη από μισοσκόταδο, όπου ξεχώριζαν α­ χνά σαν σκουρότερες σκιές ο πάγκος της ρεσεψιόν και ο καναπές. Αν ο Κλέι δεν είχε ξαναβρεθεί εκεί μέσα, δεν θα ήξερε σε τι αντί-


82

STEPHEN KING

στοιχούσαν αυτοί οι μαύροι όγκοι. Πάνω από τα ασανσέρ αναβό­ σβηνε ένα και μοναδικό φως ασφαλείας και το κουτί με την μπα­ ταρία από κάτω του βούιζε σαν αλογόμυγα. «Κύριε Ρικάρντι;» φώναξε ο Τομ. «Κύριε Ρικάρντι, γυρίσαμε να δούμε μήπως άλλαξες γνώμη». Δεν υπήρξε απάντηση. Μετά από μερικές στιγμές, η Άλις άρχι­ σε να τραβάει προσεκτικά ένα μακρύ γυάλινο δόντι που προεξείχε από το πλαίσιο της σπασμένης τζαμόπορτας. «Κύριε Ρικάρντι!» φώναξε πάλι ο Τομ και, όταν και πάλι δεν πήρε απάντηση, στράφηκε προς τον Κλέι. «Εσύ θα μπεις έτσι κι αλλιώς;» «Ναι. Για να πάρω το χαρτοφύλακά μου. Έχει μέσα όλα τα σκίτσα μου». «Δεν έχεις αντίγραφα;» «Αυτά είναι τα πρωτότυπα», είπε ο Κλέι σαν αυτό να τα εξη­ γούσε όλα. Για εκείνον τα εξηγούσε. Άλλωστε, ήταν και ο κύριος Ρικάρντι. Θα έχω τα αυτιά μου ανοιχτά, είχε πει. «Κι αν τον έπιασε ο Ταραξίας από πάνω;» ρώτησε ο Τομ. «Αν είχε γίνει κάτι τέτοιο, νομίζω ότι θα τον ακούγαμε τώρα να κοπανάει εδώ κάτω», είπε ο Κλέι. «Ή μάλλον, με το που θα ά­ κουγε αυτός τις φωνές μας, θα μας είχε ορμήσει τρέχοντας και φωνάζοντας ανοησίες σαν τον άλλον που πήγε να μας πετσοκόψει με το μαχαίρι δίπλα στο Δημοτικό Πάρκο». «Αυτό δεν το ξέρουμε», είπε η Άλις. Μασούσε νευρικά το κά­ τω χείλος της, ασταμάτητα. «Είναι πολύ νωρίς για να θεωρήσουμε δεδομένο ότι ξέρουμε όλους τους κανόνες του παιχνιδιού». Είχε δίκιο, βεβαίως, αλλά δεν μπορούσαν να μείνουν εκεί συ­ ζητώντας το με τις ώρες, δεν ήταν ούτε αυτό συνετό. «Θα προσέχω», είπε ο Κλέι και καβάλησε το σπασμένο πλαί­ σιο. Το πέρασμα δεν ήταν άνετο, αλλά είχε αρκετό φάρδος για να τον χωρέσει με τα πλάγια. «Θα χώσω μόνο το κεφάλι μου και θα κοιτάξω μέσα στο γραφείο του. Αν δεν τον βρω εκεί, δε θα πάω να τον αναζητήσω έτσι όπως κάνουν οι γκόμενες στις ταινίες τρόμου. Θα βουτήξω το χαρτοφύλακά μου και θα γίνω καπνός». «Να φωνάζεις συνέχεια», του είπε η Άλις. «Να λες "Εντάξει, όλα εντάξει", ή κάτι τέτοιο. Να μη σταματήσεις καθόλου».


83

Το ΚΙΝΗΤΌ

«Σύμφωνοι, αλλά αν σταματήσω να φωνάζω, εσείς φύγετε. Μην έρθετε να με βρείτε». «Μείνε ήσυχος», του απάντησε το κορίτσι χωρίς να χαμογελά­ ει. «Έχω δει κι εγώ άπειρες ταινίες τρόμου». 18 «Είμαι εντάξει», φώναξε ο Κλέι, αφού σήκωσε το χαρτοφύλακά του και τον άφησε πάνω στον πάγκο της ρεσεψιόν. Έτοιμος να του δίνω, πρόσθεσε από μέσα του. Αλλά όχι εντελώς ακόμη. Κοίταξε πάνω από τον ώμο του καθώς έκανε το γύρο του πά­ γκου για να περάσει από πίσω. Είδε το ελεύθερο τμήμα της τζαμα­ ρίας να λαμπυρίζει σαν θαμπό φωτεινό τετράγωνο στο μισοσκότα­ δο και πάνω του να διαγράφονται δυο μαύρες σιλουέτες με φόντο το λυκόφως. «Είμαι εντάξει, εντάξει, πάω να κοιτάξω στο γραφείο του τώρα, είμαι εντάξει, εντά...» «Κλέι;» Η φωνή του Τομ είχε μια νότα πανικού, αλλά για μερικές στιγ­ μές ο Κλέι δεν ήταν σε θέση να του απαντήσει και να τον καθησυ­ χάσει. Στο κέντρο της οροφής του γραφείου του κυρίου Ρικάρντι ήταν γερά βιδωμένο ένα φωτιστικό. Ο κύριος Ρικάρντι κρεμόταν από το φωτιστικό με κάτι που έμοιαζε με κορδόνι κουρτίνας σαλο­ νιού. Μια άσπρη πλαστική σακούλα ήταν φορεμένη στο κεφάλι του. Ο Κλέι σκέφτηκε ότι πρέπει να ήταν από τις σακούλες που σου δίνουν στο ξενοδοχείο για να βάλεις τα άπλυτά σου και να τα δώσεις για στεγνό καθάρισμα. «Κλέι, είσαι εντάξει;» «Κλέι;» Η Άλις τσίριξε, στα πρόθυρα της υστερίας. «Εντάξει», άκουσε τον εαυτό του να λέει. Το στόμα του ήταν σαν να ενεργούσε από μόνο του, χωρίς βοήθεια από τον εγκέφα­ λο. «Εντάξει. Εδώ είμαι ακόμη». Θυμήθηκε την πόζα του κυρίου Ρικάρντι όταν είχε πει Θα μείνω στο πόστο μου. Τα λόγια ήταν α­ γέρωχα, αλλά το βλέμμα του ήταν τρομαγμένο και ταπεινό, ήταν το βλέμμα ενός ρακούν που το έχει στριμώξει σε μια γωνία του γκαράζ ένας μεγάλος άγριος σκύλος. «Βγαίνω έξω τώρα». Άρχισε να οπισθοχωρεί, λες κι ήταν πιθανό ο κύριος Ρικάρντι


84

STEPHEN KING

να ξεγλιστρήσει από την αυτοσχέδια θηλιά του και να του ριχτεί με το που θα του γύριζε την πλάτη. Ξαφνικά, τον έπιασε κάτι πα­ ραπάνω από ανησυχία για τη Σάρον και τον Τζόνι. Ξαφνικά τους πεθύμησε με τέτοια λαχτάρα και ένταση που του θύμισε την πρώ­ τη μέρα του στο σχολείο, τότε που η μητέρα του τον είχε αφήσει έξω από την πύλη της σχολικής αυλής. Οι άλλοι γονείς είχαν συ­ νοδέψει τα παιδιά τους μέχρι μέσα. Αλλά η δική του μητέρα του είχε πει, Πήγαινε, Κλέιτον, είναι η πρώτη αίθουσα μόλις μπεις, δε θα έχεις πρόβλημα, τα αγόρια πρέπει να το κάνουν αυτό μόνα τους. Πριν κάνει όπως του είπε η μητέρα του, είχε σταθεί και την είχε παρακολουθήσει να απομακρύνεται στη Σίνταρ Στρητ, απ' όπου είχαν έρθει μαζί. Με το γαλάζιο παλτό της. Τώρα, εκεί που στεκό­ ταν μέσα στο σκοτάδι, επαναπροσδιόρισε την έννοια της νοσταλ­ γίας για το οικείο. Ο Τομ και η Άλις ήταν εντάξει, αλλά αυτός ήθελε να είναι με τους ανθρώπους που αγαπούσε. Μόλις βγήκε από τον πάγκο της ρεσεψιόν, στράφηκε προς τη μεριά του δρόμου και διέσχισε κανονικά το λόμπι. Είχε φτάσει τό­ σο κοντά στο μακρόστενο σπασμένο τζάμι που ξεχώριζε τα πρό­ σωπα των καινούριων φίλων του, όταν θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει πάλι τον αναθεματισμένο χαρτοφύλακα και αναγκάστηκε να ξανα­ γυρίσει πίσω. Καθώς άπλωνε το χέρι να τον πιάσει από τη ρεσε­ ψιόν, ήταν σχεδόν σίγουρος ότι το κοκαλιάρικο χέρι του κυρίου Ρικάρντι θα πεταγόταν από τα σκοτάδια πίσω από τον πάγκο και θα άρπαζε το δικό του. Φυσικά, τίποτε τέτοιο δεν έγινε, αλλά από τον επάνω όροφο ακούστηκε άλλος ένας από εκείνους τους δυνα­ τούς γδούπους. Κάτι υπήρχε ακόμη επάνω, κάτι συνέχιζε να περι­ φέρεται στα τυφλά μέσα στο σκοτάδι. Κάτι που ήταν άνθρωπος μέχρι τις τρεις το απόγευμα εκείνης της μέρας. Αυτή τη φορά, όταν έφτασε στα μισά της απόστασης ως την έ­ ξοδο, το μοναδικό φως κινδύνου που υπήρχε στο λόμπι του ξενο­ δοχείου τρεμόσβησε για μερικές στιγμές και έσβησε. Παράβαση του Κώδικα Ασφαλείας σε περίπτωση πυρκαγιάς, σκέφτηκε ο Κλέι. Θα τους καταγγείλω. Έβγαλε το χαρτοφύλακά του από το σπασμένο τζάμι. Ο Τομ τον έπιασε. «Πού είναι;» ρώτησε η Άλις. «Δεν ήταν στο γραφείο του;»


Το ΚΙΝΗΤΌ

85

«Είναι νεκρός», είπε ο Κλέι. Του πέρασε από το μυαλό να πει ψέματα, αλλά δεν πίστευε ότι ήταν ικανός. Ήταν συγκλονισμένος απ' αυτό που είχε δει. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να κρεμαστεί; Δεν το χωρούσε το μυαλό του ότι ήταν δυνατόν. «Αυτοκτόνησε». Η Άλις άρχισε να κλαίει και ο Κλέι σκέφτηκε πως η κοπέλα δεν ήξερε ότι, αν ήταν στο χέρι του κυρίου Ρικάρντι, μάλλον δεν θα ήταν τώρα ζωντανή. Το θέμα ήταν πως του ερχόταν κι αυτού να κλάψει. Γιατί ο κύριος Ρικάρντι είχε αλλάξει. Ίσως το ίδιο να έ­ καναν οι περισσότεροι άνθρωποι στη θέση του, αν τους έδινες μια ευκαιρία. Από τη δυτική κατεύθυνση του σκοτεινού δρόμου, προς τη με­ ριά του Δημοτικού Πάρκου, ακούστηκε μια μακρόσυρτη κραυγή πολύ δυνατή για να έχει βγει από ανθρώπινο λαρύγγι. Του Κλέι του θύμισε ελέφαντα. Ο ζωώδης ήχος δεν είχε ούτε πόνο ούτε χα­ ρά. Αντηχούσε παράνοια. Η Άλις ζάρωσε πάνω του και ο Κλέι την αγκάλιασε προστατευτικά από τους ώμους. Είχε την αίσθηση ότι αγκάλιαζε ένα χοντρό τεντωμένο ηλεκτροφόρο καλώδιο απ' όπου περνούσε ρεύμα υψηλής τάσης. «Αν είναι να φύγουμε από δω, ας το κάνουμε», είπε ο Τομ. «Ξεκινώντας τώρα, αν δε βρούμε πολλά μπλεξίματα παρακάτω, θα μπορέσουμε να φτάσουμε ως το Μόλντεν και να περάσουμε τη νύχτα στο σπίτι μου». «Διαβολεμένα καλή ιδέα», είπε ο Κλέι. Ο Τομ χαμογέλασε διστακτικά. «Το πιστεύεις ειλικρινά;» «Απολύτως. Ποιος ξέρει, ίσως ο αστυφύλακας Άσλαντ να έχει ήδη φτάσει εκεί». «Ποιος είναι ο αστυφύλακας Άσλαντ;» ρώτησε η Άλις. «Ένας αστυνομικός που γνωρίσαμε στο Δημοτικό Πάρκο», εί­ πε ο Τομ. «Μας... βοήθησε να ξεμπλέξουμε, ας πούμε». Είχαν ήδη ξεκινήσει να βαδίζουν στην Ατλάντικ Άβενιου με κατεύθυνση α­ νατολική, μέσα στην κάπνα, τη στάχτη και τον ήχο των συναγερ­ μών. «Δεν πρόκειται να τον συναντήσουμε στ' αλήθεια. Ο Κλέι κάνει αστειάκια». «Ω», έκανε η Άλις. «Χαίρομαι που κάποιος έχει το κουράγιο να κάνει αστειάκια». Πάνω στο πεζοδρόμιο, δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών, ήταν πεσμένο ένα γαλάζιο κινητό με την οθόνη του


86

STEPHEN KING

ραγισμένη. Η Άλις το έστειλε με μια κλοτσιά στον υπόνομο χωρίς να κόψει το βήμα της. «Καλή πάσα», είπε ο Κλέι. Η Άλις ανασήκωσε τους ώμους της. «Πέντε χρόνια ποδόσφαι­ ρο», είπε και την ίδια στιγμή άναψαν οι λάμπες του δρόμου, σαν μια υπόσχεση ότι δεν είχαν χαθεί ακόμη τα πάντα.


ΜΟΛΝΤΕΝ


1 Πάνω στη γέφυρα του ποταμού Μίστικ χιλιάδες άνθρωποι στέκο­ νταν και παρακολουθούσαν ό,τι υπήρχε ανάμεσα στην Κόμονγουελθ Άβενιου και το λιμάνι της Βοστόνης να πιάνει φωτιά και να καίγεται. Ο άνεμος συνέχιζε να φυσάει από τα δυτικά, δυνατός και ζεστός, παρ' όλο που είχε πέσει το σκοτάδι, και οι φλόγες που βρυχιόνταν σαν καμίνι είχαν σβήσει τα αστέρια. Ανέτειλε το φεγ­ γάρι, ολόγιομο και τρομακτικό στην όψη. Κάθε τόσο το έκρυβε ο καπνός, αλλά πάλι ξετρύπωνε σαν ορθάνοιχτο μάτι δράκοντα που κοίταζε προς τα κάτω, σκορπίζοντας ένα θολό πορτοκαλί φως. Ο Κλέι το είδε σαν φεγγάρι σε κόμικς φρίκης, αλλά δεν το είπε στους άλλους. Κανένας δεν είχε πολλά να πει. Οι άνθρωποι πάνω στη γέφυρα απλώς κοίταζαν την πόλη που τόσο πρόσφατα είχαν εγκαταλείψει, παρακολουθούσαν τις φλόγες να φτάνουν τα πανάκριβα συγκρο­ τήματα διαμερισμάτων με θέα στο λιμάνι και ν' αρχίζουν να τα τυλίγουν. Από την άκρη του νερού απέναντι ακούγονταν οι διαπλεκόμενες συγχορδίες των συναγερμών -συναγερμοί αυτοκινή­ των και πυρκαγιάς κυρίως, διανθισμένοι με κορόνες από σειρήνες διαφόρων ειδών. Για ένα διάστημα, μια φωνή από μεγάφωνο σύ­ στηνε στους πολίτες ΜΗΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙΤΕ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ και έπειτα μια άλλη τους συμβούλευε ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΤΕ ΤΗΝ ΠΟ­ ΛΗ ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΟΔΙΚΕΣ ΑΡΤΗΡΙΕΣ. Αυ­ τές οι δύο αντικρουόμενες συστάσεις ανταγωνίστηκαν η μια την άλλη για αρκετή ώρα και τελικά το ΜΗΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙΤΕ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ σταμάτησε. Περίπου πέντε λεπτά αργότερα, σταμάτη­ σε και το ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΤΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ. Απέμειναν


90

STEPHEN KING

μόνο οι συναγερμοί, ο άγριος βρυχηθμός της φωτιάς που τη φούντωνε ο αέρας και ένα σταθερό χαμηλότονο τρίξιμο που ο Κλέι σκέφτηκε ότι πρέπει να ήταν παράθυρα που έσκαζαν από την τρο­ μακτική θερμότητα. Αναρωτήθηκε πόσοι άνθρωποι να είχαν μείνει παγιδευμένοι ε­ κεί πίσω. Παγιδευμένοι ανάμεσα στη φωτιά και το νερό. «Θυμάσαι που με ρώτησες αν μπορεί να καεί μια σύγχρονη πό­ λη;» του είπε ο Τομ Μακόρτ. Στις αναλαμπές της φωτιάς το μικρό, πανέξυπνο πρόσωπό του φαινόταν κουρασμένο και πικραμένο. Στο ένα του μάγουλο είχε μια μουντζούρα από καπνό. «Το θυμάσαι;» «Πάψτε επιτέλους», είπε η Άλις. Ήταν τρομερά ταραγμένη, αλ­ λά, όπως και ο Τομ, μιλούσε κι αυτή χαμηλόφωνα. Σαν να βρισκό­ μαστε σε βιβλιοθήκη, σκέφτηκε ο Κλέι. Κι αμέσως μετά, Όχι -σε νεκρώσιμη τελετή. «Δε φεύγουμε τώρα, αν γίνεται; Γιατί το θέαμα έχει αρχίσει να με τρελαίνει;» «Σίγουρα», είπε ο Κλέι. «Πάμε. Πόσο μακριά είναι το σπίτι σου, Τομ;» «Από δω δεν είναι ούτε τρία χιλιόμετρα. Μόνο που δεν τ' αφή­ νουμε όλα πίσω μας, δυστυχώς». Είχαν στραφεί προς τα βόρεια και ο Τομ έδειχνε κάπου στα δεξιά τους. Η λάμψη που φαινόταν προς τα εκεί θα μπορούσε να ήταν η πορτοκαλιά αντανάκλαση των λαμπτήρων νατρίου στον ουρανό μια νύχτα με συννεφιά, με τη διαφορά ότι η νύχτα ήταν ανέφελη και τα φώτα των δρόμων σβηστά. Εκτός αυτού, τα φώτα των δρόμων σε καμιά περίπτωση δεν εκπέμπουν πυκνές στήλες καπνού. Η Άλις άφησε ένα βογκητό κι αμέσως έφραξε το στόμα της με την παλάμη, σαν να φοβήθηκε μήπως τη μαλώσει κάποιος από το σιωπηλό πλήθος που παρακολουθούσε τη Βοστόνη να καίγεται, ε­ πειδή έκανε φασαρία. «Μην ανησυχείτε», είπε ο Τομ με αφύσικη νηφαλιότητα. «Ε­ μείς πάμε στο Μόλντεν κι αυτό φαίνεται να είναι το Ριβίαρ. Με την κατεύθυνση που έχει ο άνεμος, το Μόλντεν πρέπει να είναι α­ σφαλές». Μην πεις τίποτε άλλο, τον προειδοποίησε βουβά ο Κλέι, αλλά ο Τομ συνέχισε. «Προς το παρόν».


91

Το ΚΙΝΗΤΟ

2 Υπήρχαν δεκάδες παρατημένα αυτοκίνητα στο δεύτερο κατά­ στρωμα της γέφυρας κι ανάμεσά τους ένα όχημα της πυροσβεστι­ κής με την επιγραφή ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΒΟΣΤΟΝΗ που το είχε τρακά­ ρει πλάγια μια μπετονιέρα (εγκατελειμμένα και τα δυο), αλλά το επάνω κατάστρωμα της γέφυρας ανήκε κυρίως στους πεζούς. Που ίσως τάρα θα πρέπει να τους αποκαλούμε πρόσφυγες, σκέφτηκε ο Κλέι, και την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι το «να τους αποκα­ λούμε» ήταν λάθος. Να αποκαλούμαστε πρόσφυγες, ήταν το σωστό. Οι κουβέντες ήταν ελάχιστες. Οι περισσότεροι στέκονταν βου­ βοί και παρακολουθούσαν την πόλη να καίγεται. Όσοι κινούνταν προχωρούσαν αργά κοιτάζοντας κάθε τόσο πίσω τους. Κι ύστερα, ενώ πλησίαζαν προς την άλλη άκρη της γέφυρας (φαινόταν το Ολντ Άιρονσαϊντς -αυτό πρέπει να ήταν, το Ολντ Άιρονσαϊντς- αγκυρο­ βολημένο στο λιμάνι, ασφαλές ακόμη από τη φωτιά), ο Κλέι παρα­ τήρησε κάτι περίεργο. Πολλοί, εκτός από τη φωτιά, κοίταζαν και την Άλις. Στην αρχή είχε την παρανοϊκή ιδέα ότι οι άνθρωποι πρέ­ πει να νόμιζαν ότι αυτός και ο Τομ είχαν απαγάγει το κορίτσι και το παράσερναν μακριά με ένας Θεός ξέρει ποιους ανήθικους σκοπούς. Ύστερα υπενθύμισε στον εαυτό του πως όλοι αυτοί οι δύστυχοι πά­ νω στη γέφυρα ήταν σε κατάσταση σοκ, έχοντας ξεριζωθεί από τη φυσιολογική ζωή τους πιο αιφνιδιαστικά και απόλυτα ακόμη και α­ πό τους πρόσφυγες του τυφώνα Κατρίνα -οι δεύτεροι είχαν, τουλά­ χιστον, μια στοιχειώδη προειδοποίηση- και ήταν μάλλον απίθανο να έκαναν τόσο περίπλοκες σκέψεις. Ήταν πολύ βαθιά χαμένοι στο δικό τους πρόβλημα για να ασχοληθούν με θέματα ηθικής. Και ό­ ταν το φεγγάρι ανέβηκε λίγο ψηλότερα και φώτισε λίγο πιο καθαρά πίσω από τους καπνούς, τότε του ήρθε η επιφοίτηση: Η Αλις ίσως να ήταν η μοναδική έφηβη μέσα σε ένα πλήθος χιλιάδων ανθρώ­ πων. Ακόμη κι ο ίδιος ήταν νέος συγκριτικά με τους περισσότερους από τους πρόσφυγες συντρόφους του. Η πλειοψηφία τον ανθρώ­ πων που χάζευαν τον πυρσό που κάποτε ήταν η Βοστόνη ή έσερ­ ναν αργά τα βήματά τους προς το Μόλντεν και το Ντάνβερς ήταν πάνω από τα σαράντα και πάρα πολλοί φαίνονταν υποψήφιοι για τη δωροεπιταγή του Χρυσού Συνταξιούχου στο Ντένι'ς. Είδε μερί-


92

STEPHEN KING

κούς με μικρά παιδιά και ένα δυο μωρά σε καροτσάκια, αλλά αυτοί ήταν όλοι κι όλοι οι εκπρόσωποι της νέας γενιάς. Λίγο παρακάτω πρόσεξε κάτι ακόμα. Σε όλο το δρόμο υπήρχαν πεταμένα κινητά τηλέφωνα. Κάθε ένα δυο μέτρα προσπερνούσαν κι από ένα κινητό, και κανένα δεν ήταν ακέραιο. Ή τα είχαν πατή­ σει αυτοκίνητα ή είχαν ποδοπατηθεί μέχρι να γίνουν μικροί σωροί από καλώδια και σπασμένο πλαστικό, σαν δηλητηριώδη φίδια που τους λιώνεις το κεφάλι για να μην ξαναδαγκώσουν ποτέ. 3 «Πώς σε λένε, κούκλα μου;» ρώτησε μια εύσωμη γυναίκα που τους πλεύρισε λοξά από την άκρη του αυτοκινητόδρομου. Ήταν πέντε λεπτά αφότου είχαν βγει από τη γέφυρα. Ο Τομ είχε πει πως άλλα δεκαπέντε λεπτά περπάτημα θα τους έφερναν στην έξοδο της Σάλεμ Στρητ κι ότι από κει το σπίτι του ήταν μόνο τέσσερα τετρά­ γωνα απόσταση. Είπε επίσης ότι ο γάτος του θα χαιρόταν τρομερά που θα τον έβλεπε, κι αυτό έφερε ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη της Άλις. Το αχνό ήταν καλύτερο από το τίποτα, σκέφτηκε ο Κλέι. Τώρα η Άλις κοίταξε με αντανακλαστική καχυποψία την εύ­ σωμη κυρία που είχε αποσπαστεί από τις γραμμές και τις μικρές ομάδες των βουβών ανθρώπων -σκιές φαίνονταν, όχι άνθρωποι, άλλοι με βαλίτσες, άλλοι με πλαστικές σακούλες ή μικρά σακίδια στην πλάτη- που είχαν διασχίσει τη γέφυρα του Μίστικ και τρα­ βούσαν βόρεια πάνω στον Αυτοκινητόδρομο Ένα, μακριά από τη μεγάλη πυρκαγιά στο νότο και με θέα στην καινούρια φωτιά που είχε ξεσπάσει στο Ριβίαρ, πέρα στα βορειοανατολικά. Η εύσωμη κυρία κοίταξε την Άλις με καλοσυνάτο ενδιαφέρον. Είχε ελαφρά γκρίζα μαλλιά κατσαρωμένα στο κομμωτήριο. Φο­ ρούσε γυαλάκια πρεσβυωπίας και σπορ πανωφόρι, ημίπαλτο, ό­ πως θα το ονόμαζε η μητέρα του Κλέι. Στο ένα χέρι της κρατούσε μια σακούλα με πράγματα και στο άλλο ένα βιβλίο. Φαινόταν ά­ κακη. Σίγουρα δεν ήταν από τους τρελούς των κινητών. Δεν είχαν δει ούτε έναν απ' αυτούς από την ώρα που είχαν φύγει από το Ατλάντικ Άβενιου Ινν, αλλά ο Κλέι μπήκε σε επιφυλακή έτσι κι αλ­ λιώς. Δεν του φάνηκε φυσιολογικό να τους πλησιάζει κάποιος σαν


ΤοΚΙΝΗΤΟ

93

να βρίσκονταν σε τσάι γνωριμίας όταν εγκατέλειπαν μια πόλη που καιγόταν. Αλλά ποιο ήταν το φυσιολογικό σ' αυτές τις συνθήκες; Προφανώς, είχε χάσει την αίσθηση, και το ίδιο φαινόταν να έχει πάθει και ο Τομ, που παρατηρούσε την πληθωρική, μητρική φι­ γούρα με απόμακρο βλέμμα. «Άλις», είπε τελικά η Άλις, πάνω που ο Κλέι είχε πιστέψει ότι θα αγνοούσε εντελώς την άγνωστη γυναίκα. Ακούστηκε σαν παι­ δάκι που απαντάει σε μια ερώτηση-παγίδα της δασκάλας του, σε ένα πολύ δύσκολο μάθημα. «Με λένε Άλις Μάξγουελ». «Άλις», είπε η εύσωμη κυρία και τα χείλη της σχημάτισαν ένα γλυκό χαμόγελο, όλο μητρικό ενδιαφέρον αντίστοιχο με την έκ­ φρασή της. Δεν υπήρχε κανένας λόγος εκείνο το χαμόγελο να κά­ νει τον Κλέι να τσιτωθεί ακόμα περισσότερο, αλλά αυτό του συνέ­ βη. «Πολύ ωραίο όνομα. Θα πει "ευλογημένη από το Θεό"». «Για την ακρίβεια, κυρία μου, σημαίνει "από βασιλική οικογέ­ νεια", ή "βασιλική απόγονος"», είπε ο Τομ. «Και τώρα να μας συγχωρείτε. Το κορίτσι έχασε τη μητέρα του σήμερα και δεν...» «.Όλοι κάποιον χάσαμε σήμερα, έτσι δεν είναι, Άλις;» είπε η εύσωμη κυρία χωρίς να κοιτάξει τον Τομ. Τώρα βάδιζε δίπλα στο κορίτσι και οι τεχνητές μπούκλες της χοροπηδούσαν σε κάθε της βήμα. Η Άλις την κοίταζε με ένα μείγμα ανησυχίας και περιέργει­ ας. Γύρω τους, άλλοι άνθρωποι βάδιζαν στα βουβά, με βήμα γορ­ γό, ή και τροχάδην καμιά φορά, και με το κεφάλι κάτω, σαν νεκροζώντανοι μέσα σ' εκείνο το αφύσικο σκοτάδι. Ο Κλέι και πάλι δεν είδε κανένα νεαρό άτομο, εκτός από μερικά μωρά, μερικά πι­ τσιρίκια και την Άλις, φυσικά. Καθόλου έφηβοι, γιατί σχεδόν όλοι οι έφηβοι είχαν κινητά, όπως το Καστανό Ξωτικό στο παγωτατζίδικο του Μίστερ Σόφτι. Όπως ο γιος του, που είχε ένα κόκκινο Νέξτελ με ήχο το μουσικό θέμα του Μάνστερ Κλαμπ, όπως μια ερ­ γαζόμενη μητέρα δασκάλα που μπορεί να βρισκόταν μαζί με το γιο του, ή οπουδήποτε αλλού την ώρα... Σταμάτα. Μην ανοίγεις το πορτάκι στον ποντικό. Αυτός δεν μπο­ ρεί να κάνει τίποτε άλλο από το να τρέχει, να δαγκώνει στα τυφλά και να κυνηγάει την ουρά του. Στο μεταξύ, η εύσωμη κυρία κουνούσε ζωηρά το κεφάλι της και οι τεχνητές μπούκλες της χοροπηδούσαν σε συγχρονισμό. «Ναι, όλοι χάσαμε κάποιον, γιατί είναι η ώρα της Μεγάλης Δοκι-


94

STEPHEN KING

μασίας. Τα λέει όλα εδώ μέσα, στην Αποκάλυψη». Σήκωσε το βι­ βλίο που κρατούσε και, φυσικά, ήταν η Βίβλος και ο Κλέι μπόρε­ σε τώρα να ερμηνεύσει εκείνη την περίεργη λάμψη στα μάτια της κυρίας πίσω από τα στενά γυαλιά. Δεν ήταν καλοσυνάτο ενδιαφέ­ ρον, ήταν παράνοια. «Α, μάλιστα! Όλοι οι τρελοί αντάμα», είπε ο Τομ. Ο Κλέι διέκρι­ νε στη φωνή του ένα μείγμα θυμού (για τον εαυτό του, που είχε επι­ τρέψει στην άγνωστη να τους πλησιάσει καταρχήν) και απέχθειας. Η εύσωμη κυρία τον αγνόησε εντελώς, φυσικά. Είχε καμακώ­ σει κανονικά την Άλις και ποιος θα την εμπόδιζε, άλλωστε; Η α­ στυνομία, αν υπήρχε ακόμη, είχε πιο σοβαρές ασχολίες. Εδώ ήταν μόνο οι σαστισμένοι και σοκαρισμένοι πρόσφυγες που έφευγαν με τα κεφάλια κάτω κι αυτοί δεν έδιναν πεντάρα για μια τρελή μεσό­ κοπη με περμανάντ στο μαλλί και με τη Βίβλο στο χέρι. «Το Δηλητήριο της Τρέλας έσταξε στο μυαλό των αμαρτωλών και η Πόλη της Αμαρτίας καίγεται στην Καθαρτήρια Πυρά του Ιεχω-βά!» φώναξε η εύσωμη κυρία. Φορούσε κόκκινο κραγιόν. Τα δόντια της ήταν τόσο ομοιόμορφα που δεν θα μπορούσαν να είναι τίποτε άλλο από μασέλες παλαιάς τεχνολογίας. «Και οι αμετανόη­ τοι φεύγουν για να γλιτώσουν, ναι, έτσι όπως τα σκουλήκια εγκα­ ταλείπουν τη σάπια κοιλιά...» Η Άλις σκέπασε τα αυτιά της με τις παλάμες της. «Κάντε τη να σταματήσει!» φώναξε, αλλά οι σκιές των πρώην κατοίκων της πό­ λης συνέχισαν να περνάνε δίπλα της αδιάφορες. Ελάχιστοι έριξαν μόνο μια βαριεστημένη ματιά προτού στραφούν και πάλι προς το σκοτάδι και το Νιου Χαμσάιρ κάπου μακριά μπροστά τους. Η εύσωμη κυρία έδινε τον αγώνα της ιδρώνοντας με τη Βίβλο υψωμένη, τα μάτια της να γυαλίζουν τρελά και τις τεχνητές μπού­ κλες της να χοροπηδάνε. «Κατέβασε τα χέρια σου, νεαρή, ν' α­ κούσεις το Λόγο του Θεού πριν αφήσεις δυο άντρες να σε πάρουν και να σε διακορεύσουν μπροστά στην ανοιχτή Πύλη της Κολάσεως! "Είδα ένα άστρο να λάμπει στον ουρανό και το όνομά του ή­ ταν Άψινθος, και όσοι το ακολούθησαν ακολούθησαν τον Εωσφό­ ρο και όσοι ακολούθησαν τον Εωσφόρο έπεσαν κατευθείαν στο καμίνι της..."» Ο Κλέι τη χτύπησε. Προσπάθησε να συγκρατηθεί μόνο την τε­ λευταία στιγμή, αλλά η γροθιά του είχε ήδη βρει το σαγόνι της γυ-


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

95

ναίκας και αισθάνθηκε τον πόνο από το χτύπημα μέχρι ψηλά στην κλείδωση του ώμου του. Τα γυαλιά της γυναίκας αναπήδησαν πά­ νω στην πλακουτσή μύτη της και έπεσαν ξανά στη θέση τους. Τα μάτια της έχασαν κάθε λάμψη και γύρισαν ανάποδα. Τα γόνατα της λύγισαν, βούλιαξε, και η Βίβλος γλίστρησε από τα σφιγμένα δάχτυλά της, που χαλάρωσαν απότομα. Η Άλις, κατάπληκτη και τρομοκρατημένη όπως ήταν, τινάχτηκε αντανακλαστικά και άρπα­ ξε τη Βίβλο πριν πέσει στο δρόμο. Και ο Τομ Μακόρτ συγκράτησε τη γυναίκα πιάνοντας την από τις μασχάλες. Η γροθιά του Κλέι και οι αντανακλαστικές αντιδράσεις των άλλων δυο ήταν τόσο τέ­ λεια συγχρονισμένες, σαν να τις είχαν χορογραφήσει. Ο Κλέι αισθάνθηκε ξαφνικά έτοιμος να καταρρεύσει, για πρώ­ τη φορά απ' όταν τα πράγματα είχαν αρχίσει να πηγαίνουν κατά διαβόλου. Τώρα, γιατί αυτό τον είχε πειράξει χειρότερα κι από το κορίτσι που είχε κόψει το λαιμό της γυναίκας με δαγκωνιές, χειρό­ τερα κι από τον κύριο Ρικάρντι που είχε κρεμαστεί από το πολύ­ φωτο με μια πλαστική σακούλα φορεμένη στο κεφάλι, αδυνατού­ σε να το καταλάβει, αλλά έτσι ήταν. Είχε κλοτσήσει τον κύριο με την κουρελιασμένη γραβάτα και το μαχαίρι -και ο Τομ τον είχε κλοτσήσει-, αλλά ο κύριος με την κουρελιασμένη γραβάτα και το μαχαίρι ήταν άλλου είδους τρελός. Η ηλικιωμένη γυναίκα με την περμανάντ και τη Βίβλο ήταν απλώς μια... «Χριστέ μου», είπε. «Ήταν απλώς μια φανατική θρησκευόμε­ νη... κι εγώ πήγα να την ξεκάνω». Είχε αρχίσει να τρέμει. «Τρομοκρατούσε ένα κορίτσι που μόλις σήμερα έχασε τη μη­ τέρα του», είπε ο Τομ και ο Κλέι συνειδητοποίησε ότι ο τόνος της φωνής του δεν έδειχνε ψυχραιμία, αλλά σχεδόν αφύσικη ψυχρότη­ τα. «Έκανες ακριβώς αυτό που έπρεπε. Άλλωστε, αυτές είναι ε­ φτάψυχες, μη νομίζεις ότι την ξεφορτώθηκες για πολύ. Να την, αρχίζει να συνέρχεται. Βοήθησέ με να την κουβαλήσω ως την ά­ κρη του δρόμου».


STEPHEN KING

96 4

Είχαν φτάσει στο τμήμα του Αυτοκινητόδρομου Ένα που άλλοι το έλεγαν Μίλι των Θαυμάτων και άλλοι Δρόμο της Διαφθοράς γιατί εδώ ο αυτοκινητόδρομος ήταν ασφυκτικά περιστοιχισμένος από τεράστιες κάβες, πρατήρια ειδών σπορ, μαγαζιά με ρούχα τελευ­ ταίας μόδας και φαγάδικα με εξυπνακίστικες ονομασίες όπως Φουντρόκερς. Εδώ οι έξι λωρίδες κυκλοφορίας ήταν γεμάτες, σχε­ δόν πηγμένες, από οχήματα που είτε είχαν πέσει σε καραμπόλα, είτε είχαν εγκαταλειφθεί επιτόπου όταν οι οδηγοί τους, πανικό­ βλητοι από όσα συνέβαιναν, είχαν δοκιμάσει τα κινητά τους και είχαν παραφρονήσει κι εκείνοι. Οι πρόσφυγες προχωρούσαν βου­ βά ο ένας πίσω από τον άλλο ανάμεσα από τα παρατημένα αυτοκί­ νητα και στα μάτια του Κλέι Ρίντελ έμοιαζαν πάρα πολύ με μυρ­ μήγκια που εγκαταλείπουν το χωμάτινο λοφάκι της φωλιάς τους που το ισοπέδωσε η απρόσεχτη μπότα ενός περαστικού ανθρώπου. ΜΟΛΝΤΕΝ ΣΑΛΕΜ ΕΞΟΔΟΣ ΣΕ 500 Μ. έγραφε μια πράσινη φω­ σφορίζουσα πινακίδα στο τέρμα ενός χαμηλού, ροζ κτιρίου το ο­ ποίο είχαν διαρρήξει. Η πρόσοψή του είχε καταντήσει ένα φαρδύ πριονωτό σιρίτι από σπασμένα γυαλιά και ένας συναγερμός που λειτουργούσε με μπαταρία ηχούσε ακόμη βραχνά, πνέοντας τα λοίσθια. Έφτασε μια ματιά στη σβησμένη φωτεινή επιγραφή για να καταλάβει ο Κλέι γιατί το κατάστημα αυτό είχε γίνει στόχος βανδαλισμού μετά την καταστροφή: ΜΙΣΤΕΡ ΜΠΙΓΚ - ΚΑΒΑ ΠΟΤΏΝ - ΤΙΜΕΣ ΧΟΝΔΡΙΚΗΣ. Ο Κλέι έπιασε το ένα μπράτσο της εύσωμης κυρίας, ο Τομ το άλλο και η Άλις της κράτησε το κεφάλι καθώς την ανασήκωσαν σε καθιστή στάση στηρίζοντας την πλάτη της στο ένα από τα με­ ταλλικά πόδια της πινακίδας εξόδου από τον αυτοκινητόδρομο. Μουρμούριζε όσο τη μετακινούσαν και, μόλις την έστησαν, άνοι­ ξε τα μάτια της και τους κοίταξε ζαλισμένη. Ο Τομ έκανε δυο στράκες με τα δάχτυλα του μπροστά στα μά­ τια της. Η γυναίκα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα κι ύστερα έστρεψε τη ματιά της στον Κλέι. «Εσύ... με χτύπησες», είπε. Άγγιξε το κά­ τω σαγόνι της, που είχε αρχίσει να πρήζεται. «Ναι, και ζητώ συ...» πήγε να πει ο Κλέι, αλλά ο Τομ τον διέκοψε.


Το ΚΙΝΗΤΌ

97

«Εγώ όχι», είπε, πάντα σ' εκείνο τον ξερό, αυστηρό τόνο. «Τρομοκρατούσες την προστατευόμενη μας». Η εύσωμη κυρία γέλασε σιγανά, αλλά τα μάτια της ήταν βουρ­ κωμένα. «Προστατευόμενη! Έχω ακούσει ένα σωρό χαρακτηρι­ σμούς, αλλά αυτόν ποτέ. Λες και δεν ξέρω τι θέλουν οι άντρες σαν κι εσάς από ένα τρυφερό κορίτσι σαν κι αυτό, ειδικά μια μέρα σαν κι αυτή. "Δεν μετανόησαν για τις συνουσίες τους, ούτε για τους σοδομισμούς, ούτε για..."» «Βούλωσ' το», είπε ο Τομ, «γιατί θα σε χτυπήσω εγώ. Και σε α­ ντίθεση με το φίλο μου, που δε νομίζω ότι μεγάλωσε ανάμεσα σε ψαλμούς και αλληλούια, γι' αυτό και δεν αναγνωρίζει το είδος σου, εγώ δε θα τραβήξω το χέρι μου την τελευταία στιγμή. Μια τελευ­ ταία προειδοποίηση μόνο». Σήκωσε τη γροθιά του μπροστά στα μάτια της γυναίκας και ο Κλέι, παρ' όλο που ήταν ήδη πεπεισμένος ότι ο Τομ ήταν ένας μορφωμένος, πολιτισμένος άνθρωπος και προ­ φανώς δεν κατέφευγε σε μπουνιές και κλοτσιές υπό κανονικές συνθήκες, κοιτώντας εκείνη τη σφιγμένη, μικρή γροθιά ενοχλήθη­ κε άθελά του, σαν να έβλεπε έναν οιωνό της καινούριας εποχής. Η εύσωμη κυρία κοίταξε μόνο και δεν είπε τίποτε. Ένα μεγάλο δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της, χαράζοντας ένα αυλάκι στη στρώ­ ση του ρουζ. «Φτάνει, Τομ. Είμαι εντάξει», είπε η Άλις. Ο Τομ πέταξε στην αγκαλιά της γυναίκας την πλαστική σακού­ λα με τα υπάρχοντά της. Ο Κλέι δεν είχε προσέξει καν ότι ο Τομ είχε φροντίσει να τη μαζέψει. Έπειτα ο Τομ πήρε τη Βίβλο από το χέρι της Άλις, έπιασε το ένα από τα παχουλά χέρια της κυρίας που ήταν γεμάτο δαχτυλίδια και έχωσε εκεί τη Βίβλο, με τη ράχη μπροστά. Ξεκίνησε να φύγει, αλλά σταμάτησε πάλι. «Τομ, αρκετά, πάμε να φύγουμε», είπε ο Κλέι. Ο Τομ τον αγνόησε. Έσκυψε προς το μέρος της γυναίκας που καθόταν πάνω στην άσφαλτο με την πλάτη ακουμπισμένη στο στύλο της πινακίδας. Ακούμπησε τα χέρια του στα γόνατά του. Στα μάτια του Κλέι, οι δυο φιγούρες -η παχουλή κυρία με τα γυα­ λιά που κοίταζε προς τα πάνω και ο μικρόσωμος άντρας με τα γυαλιά που είχε σκύψει από πάνω της με τις παλάμες στηριγμένες στα γόνατά του- έμοιαζαν με παρωδία των παλιών εικονογραφή­ σεων στα μυθιστορήματα του Τσαρλς Ντίκενς.


98

STEPHEN KING

«Μια συμβουλή, αδερφή», είπε ο Τομ. «Η αστυνομία δεν πρό­ κειται να προστατέψει εσένα και τις θεοσεβούμενες φίλες σου, ό­ πως τότε που κάνατε οργισμένες πορείες στα κέντρα οικογενεια­ κού προγραμματισμού ή στην κλινική Έμιλι Κάθκαρτ στο Γουόλθαμ...» «Αυτό το άντρο των εκτρώσεων!» είπε περιφρονητικά η γυναί­ κα και σήκωσε τη Βίβλο έτοιμη να αποκρούσει πιθανό χτύπημα. Ο Τομ δεν τη χτύπησε. Χαμογελούσε σκληρά. «Δεν ξέρω για το Δηλητήριο της Τρέλας, αλλά σίγουρα υπάρχουν μπόλικοι τρε­ λοί στη γύρα απόψε. Να γίνω πιο ξεκάθαρος; Τα λιοντάρια έχουν βγει από τα κλουβιά τους και πρώτους πρώτους θα φάνε τους πο­ λυλογάδες χριστιανούς. Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου για σας καταργήθηκε στις τρεις μετά το μεσημέρι, σήμερα. Απλώς σου το λέω για να το έχεις υπόψη σου». Κοίταξε πρώτα την Άλις και μετά τον Κλέι, και ο Κλέι πρόσεξε ότι τα χείλη του έτρεμαν. «Πάμε, παιδιά;» «Ναι», είπε ο Κλέι. «Ουάου!» έκανε η Άλις καθώς ξανάρχισαν να βαδίζουν πάνω στην έξοδο προς τη Σάλεμ Στρητ αφήνοντας πίσω τους την Κάβα του Μίστερ Μπιγκ. «Μεγάλωσες με καμιά σαν κι αυτή;» «Η μητέρα μου και οι δύο αδερφές της», είπε ο Τομ. «Εκκλη­ σία του Χριστού του Λυτρωτή της Νέας Αγγλίας. Θεωρούσαν το Χριστό ως προσωπικό τους σωτήρα και η εκκλησία θεωρούσε αυ­ τές ως προσωπικά της κορόιδα». «Πού είναι τώρα η μητέρα σου;» ρώτησε ο Κλέι. Ο Τομ του έριξε μια γρήγορη ματιά. «Στον παράδεισο. Εκτός αν την έγδυσαν κι εκεί. Είμαι σίγουρος πως θα της τα πήραν όλα, τα καθάρματα».

5 Κοντά στην πινακίδα του ΣΤΟΠ στο τέρμα της κατηφορικής εξό­ δου από τον αυτοκινητόδρομο, δυο τύποι είχαν πιαστεί στα χέρια για ένα αλουμινένιο βαρελάκι μπίρα. Αν τον έβαζαν με το ζόρι να μαντέψει, ο Κλέι θα έλεγε ότι το βαρελάκι είχε απαλλοτριωθεί α­ πό την Κάβα του Μίστερ Μπιγκ. Τώρα ήταν αφημένο δίπλα στο


To KINΗTO

99

προστατευτικό κιγκλίδωμα στην άκρη του δρόμου, χτυπημένο, να ξεχειλίζει αφρούς ενώ οι δύο άντρες -γεμάτοι αίματα και οι δύοχτυπούσαν με μπουνιές ο ένας τον άλλον. Η Άλις ζάρωσε φοβι­ σμένη και ο Κλέι την αγκάλιασε προστατευτικά από τους ώμους, αλλά η σκηνή δεν τον είχε τρομάξει. Υπήρχε κάτι καθησυχαστικό σ' ετούτους τους δυο καβγατζήδες. Ήταν θυμωμένοι -ήταν έξαλ­ λοι-, αλλά όχι τρελοί. Καμία σχέση με τους άλλους στην πόλη. Ο ένας ήταν φαλακρός και φορούσε μπουφάν των Σέλτικς. Έ­ ριξε στον αντίπαλό του μια ψηλοκρεμαστή γροθιά που του έσκισε το κάτω χείλος και τον πέταξε ανάσκελα. Όταν ο όρθιος κινήθηκε προς τον πεσμένο, ο πεσμένος κύλησε στο πλάι, σηκώθηκε παρα­ πατώντας και άρχισε να οπισθοχωρεί. Έφτυσε αίμα. «Πάρ' το, ρε μαλάκα!» φώναξε με βαριά, κλαψιάρικη προφορά Βοστόνης. «Μακάρι να σου σταθεί στο λαιμό και να πνιγείς!» Ο φαλακρός με το μπουφάν των Σέλτικς έκανε σαν να ήθελε να τον κυνηγήσει κι ο άλλος το έβαλε στα πόδια προς τη ράμπα που έβγαζε πίσω στον Αυτοκινητόδρομο Ένα. Ο Μπουφάν Σέλ­ τικς έσκυψε να μαζέψει το λάφυρο, είδε για πρώτη φορά τον Κλέι, την Άλις και τον Τομ και όρθωσε ξανά το κορμί του. Ήταν ένας ε­ ναντίον τριών, είχε ένα μάτι μαυρισμένο και πρησμένο, η αριστε­ ρή μεριά του κεφαλιού του έσταζε αίμα από ένα σκισμένο αυτί, αλλά στα μάτια του ο Κλέι δεν είδε ούτε ίχνος φόβου, αν και τον φώτιζε μόνο η αναλαμπή από τις φλόγες του Ριβίαρ και δεν φαινό­ ταν και τόσο καλά. Προφανώς, είχε ξυπνήσει μέσα του η Ιρλαν­ δία, όπως θα έλεγε ο παππούς του Κλέι, πράγμα που ταίριαζε και με το τριφύλλι στην πλάτη του μπουφάν του. «Τι σκατά κοιτάτε;» τους ρώτησε. «Τίποτε. Απλώς σε προσπερνάμε, αν δε σε πειράζει», είπε ήρε­ μα ο Τομ. «Μένω στη Σάλεμ Στρητ». «Δεν πάτε και στο διάολο, πολύ που σκοτίστηκα», είπε ο φα­ λακρός με το μπουφάν των Σέλτικς. «Σε ελεύθερη χώρα ζούμε α­ κόμη, ή όχι;» «Απόψε ειδικά;» είπε ο Κλέι. «Εντελώς ελεύθερη». Ο φαλακρός το σκέφτηκε μια στιγμή κι έπειτα γέλασε· ένα ξε­ ρό χα-χα, χωρίς χιούμορ. «Τι σκατά έγινε; Ξέρετε τίποτα;» Του απάντησε η Άλις. «Ήταν τα κινητά. Αυτά τρέλαναν τον κόσμο».


100

SΤEPHEN KlΝG

Ο φαλακρός σήκωσε από κάτω το βαρελάκι Το κράτησε όνετα και το έγειρε πλάγια για να σταματήσει η διαρροή. «Γαμημένα κι­ νητά», είπε. «Ποτέ δεν είχα. Ελεύθερος χρόνος ομιλίας. Τι σκατά είν' αυτό;» Ο Κλέι δεν ήξερε. Ο Τομ μπορεί να είχε κάποια ιδέα —εκείνος είχε κινητό, ήταν πιο πιθανό-, αλλά ο Τομ δεν μίλησε. Μάλλον δεν ήθελε ν' ανοίξει κουβέντα με τον φαλακρό και προφανώς δεν είχε άδικο. Ο Κλέι σκέφτηκε ότι ο τύπος με το βαρελάκι είχε κά­ ποια από τα χαρακτηριστικά χειροβομβίδας που δεν έχει εκραγεί. «Καίγεται η πόλη, ε;» είπε ο φαλακρός. «Ναι», είπε ο Κλέι. «Δε νομίζω ότι οι Σέλτικς θα παίξουν φέ­ τος στο Φλιτ». «Δεν πιάνουν μία, έτσι κι αλλιώς», απάντησε ο τύπος. «Ο Ντοκ Ρίβερς δεν είναι άξιος να προπονήσει ούτε ομάδα του Πρω­ ταθλήματος της Αστυνομίας». Στεκόταν και τους παρακολουθού­ σε με το βαρελάκι στον ώμο και το αίμα να τρέχει από το αυτί του. Κι όμως φαινόταν ήρεμος, σχεδόν γαλήνιος. «Άντε, φύγετε», τους είπε. «Εγώ, πάντως, δε θα έμενα τόσο κοντά στην πόλη. Θα χειροτερέψουν τα πράγματα. Θ' ανάψουν κι άλλες φωτιές. Λέτε όλοι αυτοί που την κοπανάνε προς τα βόρεια να θυμήθηκαν να κλείσουν και το γκάζι φεύγοντας. Πολύ αμφιβάλλω». Οι τρεις σύντροφοι ξεκίνησαν, αλλά η Άλις σταμάτησε πάλι. Έδειξε το βαρελάκι. «Δικό σου ήταν αυτό;» Ο φαλακρός την κοίταξε με ύφος σοφού. «Τέτοιες ώρες δεν υ­ πάρχει ήταν, ομορφούλα. Δε μας έμεινε καθόλου ήταν. Υπάρχει μόνο το τώρα και το ίσως-αύριο. Είναι δικό μου τώρα, κι αν έχει απομείνει τίποτα μέσα, θα είναι δικό μου ίσως-αύριο. Άντε τώρα. Στα τσακίδια!» «Τα λέμε», είπε ο Κλέι και σήκωσε το χέρι του. «Δε θα 'θελα να ήμουν στη θέση σας», απάντησε ο φαλακρός, χωρίς να χαμογελάσει, αλλά σήκωσε κι αυτός το χέρι του. Είχαν περάσει πια την πινακίδα του ΣΤΟΠ και διέσχιζαν τη Σάλεμ Στρητ προς την απέναντι πλευρά, όταν τον άκουσαν να φωνάζει πίσω τους: «Ε, ομορφούλη!» Και ο Τομ και ο Κλέι στράφηκαν, ύστερα κοίταξαν ο ένας τον άλλον και χαμογέλασαν μεταξύ τους. Ο φαλακρός με το βαρελάκι


101

To KΙNHTO

στον ώμο ήταν τώρα μια σκιά στην άκρη της ανηφορικής ράμπας. Θα μπορούσε να ήταν ένας άνθρωπος των σπηλαίων με ρόπαλο. «Πού είναι οι τρελοί» ρώτησε ο φαλακρός. «Και μη μου πείτε ότι τους σκότωσαν όλους. Γιατί δε θα το πιστέψω». «Πολύ καλή ερώτησι», είπε ο Κλέι. «Αυτή είναι η ερώτηση, μάγκα. Να μου προσέχετε την ομορφούλα». Και, χωρίς να περιμένει απάντηση, ο άνθρωπος που είχε νικήσει στη μάχη για το βαρελάκι της μπίρας έκανε μεταβολή και χάθηκε στο σκοτάδι. 6 «Αυτό είναι», είπε ο Τομ περίπου δέκα λεπτά αργότερα και το φεγγάρι ξεπρόβαλε την ίδια στιγμή από το σάβανο του καπνού που το κάλυπτε εδώ και μια ώρα, λες και ο μικρόσωμος άντρας με το μουστάκι και τα γυαλιά είχε δώσει το σύνθημα στο Διευθυντή Φωτισμού του Ουράνιου Θόλου. Το φεγγαρόφωτο -ασημένιο τώ­ ρα αντί για εκείνο το φρικαλέο βαθύ πορτοκαλί- έλουσε ένα διώ­ ροφο σπίτι που πρέπει να ήταν βαμμένο σκούρο γαλάζιο ή πράσι­ νο· χωρίς τα φώτα του δρόμου ήταν δύσκολο να πεις με σιγουριά. Αυτό που ο Κλέι μπορούσε να πει με σιγουριά ήταν ότι το σπίτι ή­ ταν όμορφο και περιποιημένο, αν και όχι τόσο μεγάλο όσο έδειχνε με την πρώτη ματιά. Το φεγγάρι βοηθούσε κι αυτό στην οφθαλμα­ πάτη, που οφειλόταν κυρίως στα σκαλοπάτια τα οποία ξεκινούσαν από τη φροντισμένη πρασιά με το γρασίδι και κατέληγαν στη μο­ ναδική στεγασμένη βεράντα με κολόνες που υπήρχε σ' εκείνον το δρόμο. Στα αριστερά υπήρχε μια πέτρινη καμινάδα και, πάνω από τη στέγη της βεράντας, ένας φεγγίτης. «Αχ, είναι πανέμορφο!» είπε η Άλις σε υπερβολικά εκστατικό τόνο. Ακουγόταν εξαντλημένη και στα πρόθυρα υστερίας. Ο Κλέι δεν το έβρισκε τόσο όμορφο, αλλά ήταν οπωσδήποτε το σπίτι ενός ανθρώπου που διέθετε κινητό και όλα τα τεχνολογικά μπιχλιμπί­ δια του εικοστού πρώτου αιώνα. Το ίδιο και τα υπόλοιπα σπίτια σ' εκείνο το τμήμα της Σάλεμ Στρητ, αν και ο Κλέι δεν πίστευε ότι οι ένοικοι τους είχαν τη φανταστικά καλή τύχη του Τομ. Κοίταξε γύ­ ρω του νευρικά. Όλα τα σπίτια ήταν σκοτεινά -υπήρχε γενικό


102

STEPHEN KING

μπλακάουτ- και μάλλον έρημα, αλλά αυτός αισθανόταν σαν να υ­ πήρχαν μάτια παντού που τους παρακολουθούσαν. Μάτια τρελών; Τρελαμένων από τα κινητά; Σκέφτηκε την κυ­ ρία Αντρικό Κοστούμι και το Καστανό Ξωτικό- τον παρανοϊκό με το γκρίζο παντελόνι και την κουρελιασμένη γραβάτα· τον κύριο με το κοστούμι που είχε ξεκολλήσει το αυτί από το κεφάλι του σκύ­ λου με τα δόντια του· τον νεαρό άντρα που έτρεχε γυμνός καρφώ­ νοντας τον αέρα με δυο κεραίες αυτοκινήτων. Όχι, η παρακολού­ θηση δεν ήταν στο ρεπερτόριο των τρελαμένων από τα κινητά. Σου ρίχνονταν μια κι έξω. Αν όμως υπήρχαν φυσιολογικοί άνθρω­ ποι κρυμμένοι μέσα σ' εκείνα τα σπίτια -κάποιοι απ' αυτούς, έ­ στω-, τότε πού ήταν οι τρελοί; Ο Κλέι δεν ήξερε. «Δεν ξέρω αν θα το έλεγα όμορφο», είπε ο Τομ, «αλλά στέκε­ ται ακόμη όρθιο κι αυτό μου αρκεί. Το είχα πάρει απόφαση ότι θα φτάναμε ως εδώ και δε θα βρίσκαμε τίποτ' άλλο από μια μεγάλη τρύπα σαν κρατήρα στο χώμα να καπνίζει». Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και έβγαλε έναν κρίκο με κλειδιά. «Ελάτε μέσα. Περά­ στε στο ταπεινό μου σπίτι και τα λοιπά». Άρχισαν να ανεβαίνουν το δρομάκι της εισόδου, αλλά δεν εί­ χαν κάνει ούτε πέντε βήματα, όταν η Άλις φώναξε, «Σταθείτε!» Ο Κλέι στράφηκε απότομα νιώθοντας έντονη ανησυχία και α­ πέραντη κούραση ταυτόχρονα. Τώρα μπορούσε να καταλάβει τι σήμαινε εξαντλημένος από τη μάχη. Ακόμη και η αδρεναλίνη του είχε κουραστεί. Δεν είδε κανέναν, ούτε τρελούς των κινητών, ού­ τε φαλακρό που να τρέχει αίμα το αυτί του, ούτε καν μια χοντρή μεσήλικη να κουνάει μια Βίβλο απαγγέλλοντας στίχους από την Αποκάλυψη. Μόνο την Άλις, γονατισμένη στο ένα πόδι στο πε­ ζοδρόμιο, στο σημείο όπου ξεκινούσε το δρομάκι του σπιτιού του Τομ. «Τι είναι, καλή μου;» τη ρώτησε ο Τομ. Η Άλις σηκώθηκε κι ο Κλέι είδε ότι κρατούσε ένα πολύ μικρό αθλητικό παπούτσι. «Είναι ένα μωρουδίστικο Νάικ», είπε. «Έ­ χεις...» Ο Τομ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Ζω μόνος μου. Με τον Ρέιφ, εννοείται. Αυτός νομίζει ότι είναι ο βασιλιάς του σπιτιού, αλλά είναι ένας απλός γάτος».


103

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

«Τότε, ποιος το άφησε;» Η Άλις κοίταξε μια τον Τομ και μια τον Κλέι με μάτια κουρασμένα, όλο απορία. «Πού να ξέρουμε, Άλις;» είπε ο Κλέι. «Μπορείς και να το πε­ τάξεις». Αλλά ήξερε ότι η Άλις δεν θα το πετούσε· ήταν σαν deja vu στην πιο αποπροσανατολιστική μορφή του. Το είχε ακόμη στο χέ­ ρι της, κρυμμένο μέσα στη χούφτα και πάνω στη μέση της, όταν ήρθε και στάθηκε πίσω από τον Τομ, που ήταν στα σκαλιά της βε­ ράντας και ξεδιάλεγε το κλειδί του σπιτιού κάτω από το αχνό φως του φεγγαριού. Και τώρα θ' ακούσουμε τη γάτα, σκέφτηκε ο Κλέι. Και φυσικά, ο Ρέιφ, ο γάτος που είχε γίνει η σωτηρία του Τομ Μακόρτ, τους υ­ ποδέχτηκε με ένα νιαούρισμα από το εσωτερικό του σπιτιού. 7 Ο Τομ έσκυψε και ο Ρέιφ ή Ρέιφερ -χαϊδευτικά και τα δυο του Ρα­ φαέλ- πήδηξε στην αγκαλιά του γουργουρίζοντας δυνατά και τέ­ ντωσε ψηλά το κεφάλι του για να μυρίσει το μουστάκι του Τομ. «Ναι, κι εμένα μου έλειψες», είπε ο Τομ. «Όλα περασμένα ξε­ χασμένα, πίστεψε με». Κουβάλησε αγκαλιά το γάτο, χαϊδεύοντας του το κεφάλι. Η Άλις τον ακολούθησε. Ο Κλέι ήρθε τελευταίος κλείνοντας την πόρτα και στρίβοντας το πόμολο για να κλειδώσει πριν τρέξει να προλάβει τους άλλους. «Ακολουθήστε με μέχρι την κουζίνα», είπε ο Τομ όταν μπήκαν στο σπίτι. Μύριζε ευχάριστα κερί επίπλων και δέρμα, μια μυρω­ διά που ο Κλέι τη συνέδεε με εργένηδες που ζουν μια ήρεμη ζωή και δεν σχετίζονται απαραίτητα με γυναίκες. «Δεύτερη πόρτα στα δεξιά. Μείνετε κοντά μου. Ο διάδρομος είναι φαρδύς και δεν υ­ πάρχει κανένα εμπόδιο στο πάτωμα, αλλά υπάρχουν τραπεζάκια κι από τις δυο πλευρές και είναι θεοσκότεινα. Όπως βλέπετε και μόνοι σας». «Τρόπος του λέγειν», είπε ο Κλέι. «Χα, χα». «Έχεις κανένα φακό;» ρώτησε ο Κλέι.


104

STEPHEN KING

«Φακούς. Και ένα φανάρι γκαζιού που είναι ακόμα καλύτερο, αλλά πρέπει να φτάσουμε πρώτα στην κουζίνα». Τον ακολούθησαν στο διάδρομο. Η Άλις πήγαινε ανάμεσα στους δύο άντρες. Ο Κλέι την άκουγε να παίρνει μικρές γρήγορες ανάσες, προσπαθώντας να μην αφήσει το απόλυτο σκοτάδι να την τρομάξει, αλλά δεν ήταν εύκολο. Διάβολε, δεν ήταν εύκολο ούτε για τον ίδιο. Αποπροσανατολιζόταν. Αν υπήρχε έστω και ελάχιστο φως, θα... Το γόνατό του χτύπησε ένα από τα τραπεζάκια που είχε αναφέ­ ρει ο Τομ και κάποιο αντικείμενο, πανέτοιμο να σπάσει, κροτάλι­ σε κι ακούστηκε σαν δόντια που χτυπούσαν μεταξύ τους. Ο Κλέι προετοιμάστηκε για την πτώση, το σπάσιμο και την τσιρίδα της Άλις. Ήταν σίγουρος ότι η Άλις θα τσίριζε. Όμως, ό,τι κι αν ήταν αυτό που ταλαντευόταν, βάζο ή κάποιο μπιμπελό, αποφάσισε να ζήσει λίγο ακόμη και ισορρόπησε ξανά στη θέση του. Παρ' όλα αυτά, ο δρόμος τού φάνηκε ατέλειωτος μέχρι που άκουσε τον Τομ να λέει, «Εδώ είμαστε. Εντάξει; Στρίψτε δεξιά». Η κουζίνα ήταν θεοσκότεινη όσο και ο διάδρομος και ο Κλέι σκέφτηκε όλα εκείνα που έλειπαν για να προσανατολιστεί ο Τομ: η ψηφιακή ένδειξη του φούρνου μικροκυμάτων, το βουητό του ψυγείου, και ίσως το φως από το διπλανό σπίτι που θα έμπαινε α­ πό το παράθυρο πάνω από το νεροχύτη κάνοντας να γυαλίζει το μέταλλο της βρύσης. «Εδώ είναι το τραπέζι», είπε ο Τομ. «Άλις, θα πιάσω το χέρι σου. Εδώ είναι μια καρέκλα, εντάξει; Με συγχωρείς που σου μι­ λάω σαν να παίζουμε την τυφλόμυγα». «Δεν πειρά...» άρχισε να λέει η Άλις κι έβγαλε μια μικρή τσιρί­ δα που έκανε τον Κλέι να τιναχτεί. Το χέρι του βρέθηκε στη λαβή του μαχαιριού του (ήδη το σκεφτόταν σαν το μαχαίρι του) πριν το συνειδητοποιήσει καν. «Τι είναι;» ρώτησε απότομα ο Τομ. «Τι;» «Τίποτα», είπε η Άλις. «Απλώς... τίποτα. Ο γάτος. Η ουρά του... στο πόδι μου». «Ω! Συγνώμη». «Δεν έγινε τίποτε. Ηλίθια», πρόσθεσε με τόση αυτοπεριφρόνηση, που ο Κλέι μόρφασε στο σκοτάδι.


Το ΚΙΝΗΤΌ

105

«Όχι, Άλις», της είπε. «Μην είσαι τόσο σκληρή με τον εαυτό σου. Ήταν μια δύσκολη μέρα στη δουλειά». «Δύσκολη μέρα στη δουλειά!» επανέλαβε η Άλις και γέλασε δυνατά, μ' έναν τρόπο που του Κλέι δεν του άρεσε καθόλου. Του θύμισε τον τρόπο που είχε αποκαλέσει πανέμορφο το σπίτι του Τομ. Θα ξεφύγει και τι θα κάνω; σκέφτηκε. Στις ταινίες, όταν το κορίτσι παθαίνει υστερία, του ρίχνεις ένα χαστούκι στο μάγουλο και συνέρχεται αυτομάτως, αλλά στις ταινίες συνήθως βλέπεις πού βρί­ σκεται το κορίτσι. Δεν ήθελε να χαστουκίσει την Άλις, ούτε να την τραντάξει, ού­ τε να την αρπάξει από τα μπράτσα, πράγμα που θα ήταν το πρώτο που θα δοκίμαζε. Προφανώς, άκουσε κι εκείνη αυτό το κάτι δια­ φορετικό στη φωνή της, γιατί το μάζεψε γρήγορα και το έπνιξε πριν προλάβει να μεγαλώσει: πρώτα σε πνιχτό χασκόγελο, μετά σε λαχάνιασμα και τελικά σε σιωπή. «Κάθισε», της είπε ο Τομ. «Πρέπει να είσαι πολύ κουρασμένη. Κι εσύ, Κλέι. Θα πάω να φέρω φως». Ο Κλέι βρήκε ψηλαφητά μια καρέκλα μπροστά σε ένα τραπέζι που διέκρινε με τρομερή δυσκολία, παρ' ότι τα μάτια του πρέπει να είχαν προσαρμοστεί εντελώς στο σκοτάδι τώρα πια. Ένιωσε κάτι σαν θρόισμα στο δεξί μπατζάκι του παντελονιού του κι ύστε­ ρα τίποτε. Ένα σιγανό νιαούρισμα. Ο Ρέιφ. «Ξέρεις κάτι;» είπε προς τη μεριά του κοριτσιού μέσα στο σκοτάδι ενώ ακούγονταν τα βήματα του Τομ να απομακρύνονται. «Ο γάτος μόλις τρίφτηκε πάνω στο πόδι μου και με κατατρόμα­ ξε». Δεν ήταν αλήθεια, ίσα που τον είχε ακουμπήσει. «Ας τον συγχωρήσουμε», είπε η Άλις. «Αν δεν ήταν ο γάτος, ο Τομ θα ήταν τώρα ένας από τους τρελούς. Και θα ήταν πολύ κρίμα». «Πράγματι». «Φοβάμαι πολύ», είπε η Άλις. «Λες να είναι κάπως καλύτερα αύριο, με το φως της μέρας; Ο φόβος, εννοώ». «Δεν ξέρω». «Πρέπει να έχεις τρελαθεί από ανησυχία για τη γυναίκα σου και το παιδί σου». Ο Κλέι αναστέναξε και έτριψε το πρόσωπό του. «Το δυσκολό­ τερο είναι να συμβιβαστείς με την αίσθηση της ανημπόριας. Είμα-


106

STEPHEN KING

στε σε διάσταση με τη γυναίκα μου, βλέπεις, και...» Σταμάτησε και κούνησε το κεφάλι του. Δεν θα συνέχιζε αν η Άλις δεν άπλωνε το χέρι της στα σκοτεινά και δεν έπιανε το δικό του. Τα δάχτυλα της ήταν σκληρά και κρύα. «Χωρίσαμε την άνοιξη. Ζούμε ακόμη στην ίδια μικρή πόλη. Η γυναίκα μου είναι δασκάλα στο δημοτικό σχολείο». Ο Κλέι έσκυψε μπροστά πασχίζοντας να διακρίνει το πρόσωπο της στο σκοτάδι. «Θέλεις να σου πω ποιο είναι το χειρότερο; Αν είχε συμβεί ένα χρόνο πριν, ο Τζόνι θα ήταν μαζί της. Αλλά από φέτος το Σεπτέμ­ βρη ξεκίνησε γυμνάσιο, που είναι οχτώ χιλιόμετρα μακριά. Προ­ σπαθώ να υπολογίσω αν είχε φτάσει πίσω στην πόλη όταν τρελά­ θηκε ο κόσμος. Αυτός και οι φίλοι του παίρνουν πάντα το λεωφο­ ρείο. Νομίζω ότι πρέπει να είχε γυρίσει. Και ότι θα πήγε κατευθεί­ αν σπίτι, στη μητέρα του». Ή θα έβγαλε το καταραμένο κινητό από το σχολικό του σακίδιο και θα της τηλεφώνησε! πρότεινε χαρωπά το ποντίκι του πανικού.,, και δάγκωσε. Ο Κλέι συνειδητοποίησε ότι έσφιγγε το χέρι της Ά­ λις και πίεσε τον εαυτό του να σταματήσει. Αλλά ήταν αδύνατον να σταματήσει τον ιδρώτα που ανάβλυζε από το πρόσωπο και τις μασχάλες του. «Αλλά δεν είσαι σίγουρος», είπε η Άλις. «Όχι». «Ο μπαμπάς μου έχει κορνιζοποιείο στο Νιούτον», είπε το κο­ ρίτσι. «Είμαι σίγουρη ότι είναι καλά, αυτός πάντα τα καταφέρνει, αλλά θ' ανησυχεί για μένα. Για μένα και την άλλη. Ξέρεις ποια». Ο Κλέι ήξερε. «Αναρωτιέμαι τι να έφαγε για βράδυ», είπε η Άλις. «Ξέρω ότι είναι τρελό, αλλά ο μπαμπάς δεν ξέρει να μαγειρέψει ούτε αυγό βραστό». Ο Κλέι ήταν έτοιμος να τη ρωτήσει αν ο μπαμπάς της είχε κι­ νητό, αλλά θυμήθηκε έγκαιρα ότι η Άλις τους είχε πει πως η μητέ­ ρα της έστελνε μήνυμα στον πατέρα της μέσα στο ταξί. Αντί γι' αυτό, τη ρώτησε, «Εσύ είσαι εντάξει προς το παρόν;» «Ναι», είπε το κορίτσι ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Ό,τι ήταν να του συμβεί του συνέβη. Δεν μπορώ να το αλλάξω». Μακάρι να μην το έλεγες αυτό, σκέφτηκε ο Κλέι.


107

TO ΚΙΝΗΤΟ

«Ο γιος μου έχει κινητό, σου το είπα;» Στα ίδια του τα αυτιά η φωνή του ακούστηκε στριγκή σαν κρώξιμο κουρούνας. «Ναι, μου το είπες. Πριν περάσουμε τη γέφυρα». «Ναι, δίκιο έχεις, σου το είπα». Ο Κλέι πίεσε τον εαυτό του να σταματήσει να δαγκώνει νευρικά τα χείλη του. «Αλλά ξεχνάει να το φορτίσει. Μάλλον σου το είπα κι αυτό, ε;» «Ναι». «Απλώς δεν έχω τρόπο να μάθω». Το ποντίκι του πανικού είχε βγει για τα καλά από το κλουβί του και δάγκωνε όπου έβρισκε. Η Αλις σκέπασε το χέρι του και με τα δυο της χέρια. Ο Κλέι δεν ήθελε να αφεθεί στην παρηγοριά της -τον ζόριζε πολύ να ε­ γκαταλείψει την αυτοσυγκράτησή του και να αφεθεί-, αλλά το έ­ κανε, κρίνοντας ότι η Άλις ίσως είχε περισσότερη ανάγκη να δώ­ σει από το να πάρει. Έτσι τους βρήκε ο Τομ, με τα χέρια ενωμένα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας του, δίπλα στα γυάλινα βαζάκια με το αλατοπίπερο, όταν επέστρεψε από το κελάρι με τέσσερις φα­ κούς και ένα φανάρι γκαζιού που ήταν ακόμη ολοκαίνουριο μέσα στο κουτί του. 8 Το φανάρι έβγαλε τόσο φως που δεν χρειάστηκε να ανάψουν τους φακούς. Σκληρό, λευκό φως, αλλά ο Κλέι έβρισκε υπέροχη τη λάμψη του, το πώς έδιωχνε τις σκιές, εκτός από τις δικές του και του γάτου -σκιές που έμοιαζαν με διακόσμηση του Χαλοουίν από μαύρο χαρτόνι πάνω στον τοίχο. «Νομίζω πως πρέπει να κλείσεις τις κουρτίνες», είπε η Άλις. Ο Τομ άνοιγε τη μια από τις πλαστικές σακούλες του Καφέ Μετροπόλιταν, εκείνες που έγραφαν ΦΑΓΗΤΟ ΓΙΑ ΣΚΥΛΟΥΣ από τη μια πλευρά και ΦΑΓΗΤΟ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ από την άλλη. Σταμάτησε και κοίταξε το κορίτσι απορημένος. «Γιατί;» Η Άλις ανασήκωσε τους ώμους της και χαμογέλασε. Ο Κλέι σκέφτηκε ότι ήταν το πιο παράξενο χαμόγελο που είχε δει σε κο­ ριτσίστικο πρόσωπο. Είχε καθαρίσει τα αίματα από τη μύτη και το πιγούνι της, αλλά τα μάτια της είχαν τεράστιους μαύρους κύκλους και το λευκό φως έδινε στο υπόλοιπο πρόσωπό της μια νεκρική


108

STEPHEN KING

χλομάδα. Εκείνο το χαμόγελο, που άφηνε να φανούν οι άκρες των δοντιών της ανάμεσα από δυο τρεμάμενα χείλη που φάνταζαν σχε­ δόν μελανά, έμοιαζε χαμόγελο γερασμένης γυναίκας που έχουν δει πολλά τα μάτια της και ήταν εντελώς παράταιρο πάνω στο νεανι­ κό πρόσωπο. Σκέφτηκε ότι η Άλις έμοιαζε με ηθοποιό της δεκαε­ τίας του '40 που έπαιζε μια κοσμική κυρία στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Είχε μπροστά της το αθλητικό παπουτσάκι, πάνω στο τρα­ πέζι. Το έφερνε σβούρα πατώντας το με το ένα δάχτυλο. Κάθε φο­ ρά που το στριφογύριζε, τα κορδόνια του τινάζονταν και χτυπού­ σαν στο τραπέζι. Ο Κλέι άρχισε να εύχεται να ξεσπούσε σύντομα το κορίτσι. Όσο περισσότερο τα κρατούσε όλα μέσα της, τόσο χει­ ρότερα θα ήταν όταν θα τα έβγαζε τελικά. Είχε βγάλει μερικά, αλ­ λά δεν αρκούσε. Μέχρι στιγμής, αυτός ήταν που είχε βγάλει τα πε­ ρισσότερα. «Νομίζω πως δεν πρέπει να δει κανείς ότι είμαστε εδώ», είπε η Άλις. Έφερε σβούρα το παπουτσάκι. Μωρουδίστικο Νάικ, έτσι το είχε πει. Το παπουτσάκι στριφογύρισε. Τα κορδόνια τινάχτηκαν και χτύπησαν πάνω στο λουστραρισμένο τραπέζι του Τομ. «Νομί­ ζω ότι μπορεί να... μας βγει σε κακό». Ο Τομ κοίταξε τον Κλέι. «Ίσως έχει δίκιο», είπε ο Κλέι. «Κι εμένα δε μου αρέσει η ιδέα ότι είμαστε το μοναδικό φωτισμένο σπίτι στη γειτονιά, έστω κι αν το φως δε φαίνεται από το δρόμο». Ο Τομ σηκώθηκε και τράβηξε τις κουρτίνες στο παράθυρο πά­ νω από το νεροχύτη χωρίς να πει τίποτε άλλο. Υπήρχαν άλλα δυο παράθυρα στην κουζίνα. Τράβηξε και σ' αυτά τις κουρτίνες. Ξεκί­ νησε να επιστρέψει στο τραπέζι, άλλαξε δρόμο και έκλεισε και την πόρτα που έβγαζε από την κουζίνα στο διάδρομο. Η Άλις στριφογύριζε το αθλητικό παπουτσάκι κάτω από το άπλετο, σκλη­ ρό λευκό φως. Τα χρώματά του ήταν ροζ, μοβ και άσπρο, χρώμα­ τα που θα λάτρευε μόνο ένα πολύ μικρό παιδί. Το παπουτσάκι στριφογύριζε. Ασταμάτητα. Τα κορδόνια χτυπούσαν πάνω στο λουστραρισμένο ξύλο. Πριν καθίσει στο τραπέζι, ο Τομ το κοίτα­ ξε, έσμιξε τα φρύδια του και ο Κλέι σκέφτηκε: Πες της να το μαζέ­ ψει από το τραπέζι. Πες της ότι δεν ξέρει από πού προέρχεται κι ότι δεν το θέλεις πάνω στο τραπέζι σου. Αυτό θα την ταράξει, θα την κάνει να σπάσει, θα τα βγάλει από μέσα της και θα ξεμπλέξουμε μ'


Το ΚΙΝΗΤΌ

109

αυτό το κομμάτι. Πες της. Νομίζω ότι το περιμένει. Νομίζω ότι γι' αυτό στριφογυρίζει το παπούτσι. Αλλά ο Τομ έβγαλε μόνο τα σάντουιτς από τη σακούλα και τα μοίρασε γύρω. Έφερε από το ψυγείο μια κανάτα παγωμένο τσάι («Όσο είναι ακόμα δροσερό», είπε) κι ύστερα άδειασε τα απομει­ νάρια ενός πακέτου με φέτες ζαμπόν στο πιατάκι του γάτου. «Του αξίζει», είπε σχεδόν απολογητικά. «Εξάλλου, το κρέας θα χαλάσει τώρα που κόπηκε το ρεύμα». Στον τοίχο ήταν στερεωμένο ένα τηλέφωνο. Ο Κλέι το δοκίμα­ σε, αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε ούτε καν σήμα. Η γραμμή ήταν πιο νεκρή κι από... χμ, την κυρία Αντρικό Κοστούμι έξω από το Δημοτικό Πάρκο της Βοστόνης. Κάθισε πάλι στο τραπέζι και α­ σχολήθηκε με το σάντουιτς. Πεινούσε πολύ, αλλά δεν είχε καμιά διάθεση να φάει. Η Άλις άφησε κάτω το δικό της μετά την τρίτη μπουκιά. «Δεν μπορώ», είπε. «Όχι τώρα. Είμαι πολύ κουρασμένη. Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Και να βγάλω από πάνω μου αυτό το φόρεμα. Δεν μπορώ να το πλύνω -να το πλύνω καλά, εννοώ-, αλλά θα έδινα τα πάντα να το πετάξω στα σκουπίδια, το σιχαμένο. Βρομάει ιδρώτα και αίμα». Έστριψε το αθλητικό παπουτσάκι. Δίπλα στη χαρτοπε­ τσέτα που πάνω της είχε αφήσει το μισοφαγωμένο της σάντουιτς. «Έχει και τη μυρωδιά της μητέρας μου. Το άρωμά της». Για μερικά δευτερόλεπτα δεν μίλησε κανείς. Ο Κλέι τα είχε ε­ ντελώς χαμένα. Φαντάστηκε στιγμιαία την Άλις να στέκεται όρθια χωρίς το φόρεμά της, με άσπρα, κοριτσίστικα εσώρουχα, κοιτώ­ ντας το κενό με απλανή, ορθάνοιχτα μάτια. Η φαντασία του καλλι­ τέχνη, πάντα πρόθυμη και εξυπηρετική, πρόσθεσε τις ταμπελίτσες με τις τιμές στους ώμους και στους αστραγάλους της. Η εικόνα ή­ ταν σοκαριστική, όχι επειδή ήταν σέξι, αλλά επειδή δεν ήταν. Κά­ που έξω μακριά ακούστηκε ο απόηχος μιας καινούριας έκρηξης. Ο Τομ έσπασε τη σιωπή και ο Κλέι τον ευχαρίστησε βουβά γι' αυτό. «Πάω στοίχημα ότι τα μπλουτζίν μου θα σου κάνουν μια χαρά, αν διπλώσεις τα μπατζάκια», είπε και σηκώθηκε. «Και ξέρεις κάτι; Νομίζω πως θα είσαι χαριτωμένη, κάτι σαν θηλυκός Χοκ Φιν σε σχολική παράσταση. Πάμε επάνω. Θα σου διαλέξω μερικά ρούχα να τα φορέσεις το πρωί κι απόψε μπορείς να κοιμηθείς στο δωμά-


110

STEPHEN KING

τιο των ξένων. Έχω πολλά ζευγάρια πιτζάμες, αμέτρητες πιτζάμες. Θέλεις να πάρεις το φανάρι;» «Μπα... ένας φακός αρκεί, νομίζω. Είσαι σίγουρος;» «Ναι», είπε ο Τομ. Πήρε ένα φακό και έδωσε άλλον ένα στην Άλις. Φάνηκε έτοιμος να πει κάτι όταν την είδε να παίρνει μαζί της το αθλητικό παπουτσάκι, αλλά προφανώς το ξανασκέφτηκε. Αυτό που είπε ήταν: «Μπορείς και να πλυθείς, αν θέλεις. Δεν έχει νερό, με το ηλεκτρικό κομμένο, αλλά αυτό που υπάρχει στις βρύ­ σες θα φτάσει για να γεμίσεις ένα νιπτήρα». Κοίταξε πάνω από το κεφάλι της τον Κλέι. «Φυλάω πάντα ένα κιβώτιο εμφιαλωμένα νε­ ρά στο κελάρι και δεν θα έχουμε έλλειψη από πόσιμο». Ο Κλέι έγνεψε καταφατικά. «Καλόν ύπνο, Άλις», είπε. «Επίσης», του απάντησε αφηρημένα κι ύστερα, ακόμη πιο τυ­ πικά: «Χάρηκα που σε γνώρισα». Ο Τομ της άνοιξε την πόρτα. Τα φώτα των δύο φακών χόρεψαν στον τοίχο του διαδρόμου κι ύστερα η πόρτα έκλεισε πίσω τους. Ο Κλέι άκουσε τα βήματά τους στη σκάλα κι έπειτα στον επάνω ό­ ροφο. Άκουσε θόρυβο νερού. Περίμενε το χαρακτηριστικό φύση­ μα του αέρα στους σωλήνες, αλλά η ροή του νερού σταμάτησε πριν αρχίσει να βγαίνει αέρας από τις βρύσες. Έναν γεμάτο νιπτή­ ρα, είχε πει ο Τομ, και αυτό είχε κάνει. Είχε και ο Κλέι βρομιές και αίματα πάνω του και θα ήθελε να πλυθεί -όπως και ο Τομ, υ­ πέθετε-, αλλά σίγουρα θα υπήρχε δεύτερο μπάνιο στο ισόγειο και, αν ο Τομ ήταν τόσο τακτικός και νοικοκυρεμένος στις προσωπικές του συνήθειες όσο έδειχναν τα πράγματα, το νερό στη λεκάνη της τουαλέτας θα ήταν πεντακάθαρο. Και βέβαια, υπήρχε και το νερό του θερμοσίφωνα. Ο Ρέιφ πήδησε στην καρέκλα του Τομ και άρχισε να γλείφει τις πατούσες του κάτω από το λευκό φως της λάμπας υγραερίου. Το γουργούρισμά του σκέπασε ακόμη και το βουητό της λάμπας. Όσον αφορούσε το γάτο, η ζωή ήταν ακόμη ωραία. Ο Κλέι σκέφτηκε την Άλις που στριφογύριζε το παπουτσάκι κι αναρωτήθηκε αν μπορούσε ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι να πάθει νευρικό κλονισμό. «Μην είσαι ανόητος», είπε στο γάτο. «Και βέβαια μπορεί. Εί­ ναι πολύ συνηθισμένο. Το βλέπεις κάθε τόσο στις τηλεταινίες του σωρού».


111

Το ΚΙΝΗΤΌ

Ο Ρέιφερ τον κοίταξε με τα σοφά πράσινα μάτια του και συνέ­ χισε να γλείφει τις πατούσες του. Πες μου κι άλλα, ήταν σαν να του έλεγαν εκείνα τα μάτια. Σε έδερναν όταν ήσουν μικρός; Είχες σεξουαλικές φαντασιώσεις για τη μητέρα σου; Έχει ακόμα τη μυρωδιά της μητέρας μου. Το άρωμά της. Η Άλις σαν κούκλα βιτρίνας, με ταμπελίτσες στους ώμους και στα πόδια της. Μην είσαι ανόητος, έμοιαζαν να του λένε τα πράσινα μάτια του Ρέιφερ. Οι ταμπελίτσες πάνε στα ρούχα, όχι στην κούκλα. Τι σόι καλλιτέχνης είσαι εσύ; «Απ' αυτούς που δε βρίσκουν δουλειά», είπε ο Κλέι. «Δεν το βουλώνεις τώρα, λέω εγώ;» Έκλεισε τα μάτια του, αλλά ήταν χει­ ρότερα. Τώρα τα πράσινα μάτια του Ρέιφερ έπλεαν ασώματα στο σκοτάδι, όπως τα μάτια του Γάτου του Τσεσάιρ στο βιβλίο του Λιούις Κάρολ: Είμαστε όλοι τρελοί εδώ, Αλίκη. Και κάτω από το σταθερό βουητό της λάμπας γκαζιού άκουγε ακόμη καθαρά το γουργούρισμά του.

9 Ο Τομ έλειψε γύρω στα δεκαπέντε λεπτά. Όταν επέστρεψε, έδιωξε τον Ρέιφερ από την καρέκλα του χωρίς επισημότητες και δάγκωσε μια μεγάλη, πολύ πειστική, μπουκιά από το σάντουιτς που είχε α­ φήσει στη μέση. «Κοιμήθηκε», είπε. «Της έδωσα να φορέσει ένα ζευγάρι πιτζάμες και την περίμενα στο χολ για να πετάξουμε μαζί το φουστάνι της στα σκουπίδια. Σαράντα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που ακούμπησε το κεφάλι της στο μαξιλάρι, την πήρε ο ύ­ πνος. Νομίζω ότι αυτό που έκανε το θαύμα ήταν το ότι ξεφορτω­ θήκαμε το φόρεμα. Είμαι βέβαιος». Μικρή παύση. «Πράγματι μύ­ ριζε άσχημα». «Τώρα που έλειπες», είπε ο Κλέι, «ανακήρυξα τον Ρέιφ Πρόε­ δρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Εξελέγη διά βοής». «Καλώς», είπε ο Τομ. «Σοφή επιλογή. Πόσοι ψήφισαν;» «Εκατομμύρια. Όσοι διατηρούν ακόμη τα λογικά τους. Έστει­ λαν την ψήφο τους τηλεπαθητικά». Ο Κλέι γούρλωσε τα μάτια και


112

STEPHEN KING

χτύπησε το κούτελό του με το δάχτυλο. «Μπορώ να διαβάζω τη σκέεεεεψη». Ο Τομ σταμάτησε να μασάει κι ύστερα ξανάρχισε... αλλά πολύ αργά. «Ξέρεις», είπε, «με δεδομένες τις περιστάσεις, δεν είναι και τόσο αστείο». Ο Κλέι αναστέναξε, ήπιε λίγο παγωμένο τσάι και πίεσε τον ε­ αυτό του να φάει λίγο ακόμη από το σάντουιτς. Προσπάθησε να το σκεφτεί σαν καύσιμο, απαραίτητο για τον οργανισμό, προκει­ μένου να καταφέρει να το μασήσει και να το καταπιεί. «Όχι, δεν είναι. Με συγχωρείς». Ο Τομ τσούγκρισε το ποτήρι του πριν πιει. «Δεν πειράζει. Ε­ κτιμώ την προσπάθεια. Αλήθεια, πού είναι ο χαρτοφύλακάς σου;» «Τον άφησα στο χολ της εισόδου. Ήθελα να έχω και τα δυο μου χέρια ελεύθερα όσο θα βαδίζαμε στο Διάδρομο του Θανάτου του Τομ Μακόρτ». «Αφού είναι έτσι, εντάξει. Άκουσε, Κλέι, λυπάμαι αφάνταστα για την οικογένειά σου...» «Όχι ακόμα», είπε ο Κλέι, κάπως σκληρά. «Δεν υπάρχει ακόμη λόγος να λυπάσαι». «...αλλά χαίρομαι πάρα πολύ που σε γνώρισα. Μόνο αυτό ήθε­ λα να σου πω». «Το ίδιο κι εγώ. Όπως και για το ότι μας πρόσφερες ένα ήσυχο μέρος να περάσουμε τη νύχτα». «Αρκεί να μην εκραγεί το Μόλντεν και πάρουν φωτιά τα μπα­ τζάκια μας». Ο Κλέι κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας κουρασμένα. «Αρκεί. Της πήρες εκείνο το καταραμένο το παπουτσάκι;» «Όχι. Το πήρε μαζί της στο κρεβάτι σαν... δεν ξέρω, σαν αρκου­ δάκι. Θα είναι πολύ καλύτερα αύριο αν κοιμηθεί ήσυχη απόψε». «Πιστεύεις ότι θα κοιμηθεί;» «Όχι», είπε ο Τομ. «Αλλά, αν ξυπνήσει τρομαγμένη, θα μείνω κοντά της. Θα πέσω μαζί της στο κρεβάτι, αν χρειαστεί. Ξέρεις ότι δεν κινδυνεύει από μένα, έτσι δεν είναι;» «Ναι». Ο Κλέι ήξερε ότι η Άλις θα ήταν ασφαλής και μαζί του, αλλά κατάλαβε πολύ καλά τι εννοούσε ο Τομ. «Εγώ θα συνεχίσω προς τα βόρεια αύριο το πρωί, μόλις φωτίσει. Θα ήταν καλή ιδέα να έρθετε μαζί μου εσύ κι η Άλις».


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

113

Ο Toμ το σκέφτηκε. «Και ο πατέρας της;» ρώτησε τελικά. «Είπε επί λέξει: "Αυτός πάντα τα καταφέρνει". Η μεγαλύτερη ανησυχία της γι' αυτόν μέχρι στιγμής είναι τι έφαγε για βράδυ. Αυτό που κατάλαβα εγώ είναι ότι δε θέλει να ξέρει. Δεν είναι έ­ τοιμη να μάθει. Φυσικά, θα δούμε πώς θα αισθάνεται το πρωί. Ε­ γώ, πάντως, θα προτιμούσα να την κρατήσουμε κοντά μας και δεν θέλω να πάω δυτικά, προς τις βιομηχανικές περιοχές». «Εσύ δε θέλεις να πας δυτικά γενικώς». «Ναι», παραδέχτηκε ο Κλέι. Περίμενε να διαφωνήσει ο Τομ, αλλά δεν το έκανε. «Γι' απόψε τι λες; Νομίζεις πως πρέπει να φυλάξουμε σκοπιά;» Ο Κλέι δεν το είχε σκεφτεί καν μέχρι εκείνη τη στιγμή. «Δεν ξέρω σε τι θα μας ωφελήσει», είπε. «Αν ένα τσούρμο παλαβοί με όπλα και πυρσούς εμφανιστούν στη Σάλεμ Στρητ, τι θα μπορού­ σαμε να κάνουμε;» «Να κατεβούμε στο κελάρι ίσως;» Ο Κλέι το σκέφτηκε καλά. Το να κατεβούν στο κελάρι τού φά­ νηκε φοβερά τελεσίδικο -Άμυνα Καταφυγίου-, αλλά έτσι ήταν πολύ πιθανό ο υποτιθέμενος όχλος τρελών να θεωρούσε το σπίτι έρημο και να το προσπερνούσε. Προτιμότερο από το να μας σφά­ ξουν στην κουζίνα, σκέφτηκε. Αφού θα έχουμε γίνει μάρτυρες του ομαδικού βιασμού της Άλις. Αποκλείεται να φτάσουμε ως εκεί, σκέφτηκε ανήσυχος. Χάνεσαι σε υποθετικές σκέψεις. Σε έχει φρικάρει το σκοτάδι. Αποκλείεται να φτάσουν εκεί τα πράγματα. Μόνο που η Βοστόνη καιγόταν συθέμελα πίσω τους. Κάβες λεηλατούνταν και άνθρωποι γρονθοκοπούσαν ο ένας τον άλλον για ένα αλουμινένιο βαρελάκι μπίρα. Είχαν ήδη φτάσει μέχρι εκεί. Στο μεταξύ, ο Τομ τον παρατηρούσε σιωπηλός, αφήνοντάς τον να το δουλέψει καλά στο μυαλό του... που σήμαινε ότι αυτός το είχε ήδη δουλέψει. Ο Ρέιφ πήδηξε στην αγκαλιά του. Ο Τομ άφη­ σε κάτω το σάντουιτς και χάιδεψε τη ράχη του γάτου. «Να σου πω τι μπορεί να γίνει», είπε τελικά ο Κλέι. «Αν μου δώσεις μια κουβερτούλα, θα κουκουλωθώ και θα περάσω τη νύ­ χτα στη βεράντα της εισόδου. Είναι κλειστή απ' όλες τις πλευρές και πιο σκοτεινή από το δρόμο. Είναι πιο πιθανό να δω εγώ πρώ­ τος κάποιον να έρχεται προτού με δει εκείνος να τον παρακολου-


114

STEPHEN KING

θώ. Ειδικά αν αυτοί που θα φανούν στο δρόμο θα είναι οι τρελοί των κινητών. Δε μου άφησαν την εντύπωση ότι κινούνται στα μουλωχτά». «Ναι, δεν είναι από τους τύπους που σου την πέφτουν χωρίς να το καταλάβεις. Κι αν έρθει κανείς από το πίσω μέρος; Η Λιν Άβενιου απέχει μόλις ένα τετράγωνο». Ο Κλέι ανασήκωσε τους ώμους του θέλοντας να δείξει ότι ή­ ταν αδύνατον να αμυνθούν ενάντια σε όλες τις κακές πιθανότητες, ούτε καν σε αρκετές, αλλά δεν το είπε με λόγια. «Εντάξει», συμφώνησε ο Τομ, αφού έφαγε άλλο λίγο σάντου­ ιτς και τάισε ένα κομματάκι ζαμπόν τον Ρέιφ. «Έλα, όμως, να με ξυπνήσεις κατά τις τρεις. Αν η Άλις δεν έχει πεταχτεί από τον ύ­ πνο της μέχρι τότε, ίσως να κοιμηθεί ήσυχη ως το πρωί». «Βλέποντας και κάνοντας», είπε ο Κλέι. «Άκου, αν και νομίζω πως ξέρω την απάντηση, μήπως έχεις κανένα όπλο;» «Όχι», είπε ο Τομ. «Ούτε πλαστικό πιστόλι». Κοίταξε το σά­ ντουιτς που κρατούσε και το άφησε στο τραπέζι. Όταν σήκωσε τα μάτια του στον Κλέι, το βλέμμα του ήταν πολύ σκοτεινό. Μίλησε σιγανά, έτσι όπως κάνουν οι άνθρωποι όταν λένε μυστικά. «Θυμά­ σαι τι είπε ο αστυνομικός πριν πυροβολήσει εκείνο τον τρελό;» Ο Κλέι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Τι χαμπάρια, φιλα­ ράκο; Πώς πάνε τα κέφια; Δεν θα το ξεχνούσε ποτέ. «Ήξερα ότι δεν είναι όπως στις ταινίες», είπε ο Τομ, «αλλά πο­ τέ δε φαντάστηκα πόση δύναμη έχει, ή πόσο ξαφνικά συμβαίνει... ούτε τον ήχο, όταν το... το κεφάλι του... τα μυαλά...» Έσκυψε απότομα μπροστά κι έφερε το χέρι του στο στόμα. Η κίνησή του τρόμαξε το γάτο, που πήδηξε στο πάτωμα. Ο Τομ αναγούλιασε τρεις φορές, σιγανά, και ο Κλέι προετοιμάστηκε για τον εμετό που ήταν σίγουρος ότι θα ακολουθούσε. Ήλπιζε μόνο να μην αρχίσει κι αυτός να ξερνάει, γιατί ήταν πολύ πιθανό. Ένιωθε ότι ήταν στα πρόθυρα, ένα τσακ χρειαζόταν... γιατί ήξερε τι εννο­ ούσε ο Τομ, ήταν κι αυτός εκεί. Ο πυροβολισμός κι έπειτα εκείνος ο ρευστός ήχος, το αηδιαστικό πλατάγισμα πάνω στο τσιμέντο. Ο Τομ δεν έκανε εμετό. Κατάφερε να συγκρατηθεί και, όταν συνήλθε, κοίταξε τον Κλέι με μάτια υγρά. «Συγνώμη», είπε. «Δεν έπρεπε να τα σκαλίσω». «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγνώμη».


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

115

«Νομίζω πως αν θέλουμε να τα βγάλουμε πέρα με ό,τι μας πε­ ριμένει, καλά θα κάνουμε να βρούμε τον τρόπο να παραμερίσουμε τις λεπτές ευαισθησίες μας. Φοβάμαι πως όσοι δεν το κάνουν...» Σταμάτησε και ξεκίνησε από την αρχή. «Φοβάμαι πως όσοι δεν το κάνουν...» Σταμάτησε για δεύτερη φορά. Την τρίτη φορά κατάφε­ ρε να τελειώσει την πρόταση. «Φοβάμαι πως όσοι δεν το κάνουν μπορεί να πεθάνουν». Έμειναν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον στο δυνατό λευκό φως της λάμπας γκαζιού. 10 «Απ' όταν φύγαμε από την πόλη, δεν είδα κανέναν με όπλο», είπε ο Κλέι. «Στην αρχή δεν κοίταζα πραγματικά, αλλά μετά άρχισα να το προσέχω». «Ξέρεις γιατί, έτσι δεν είναι; Αν εξαιρέσεις την Καλιφόρνια ί­ σως, η Πολιτεία της Μασαχουσέτης έχει την πιο αυστηρή νομοθε­ σία περί οπλοκατοχής σε όλη τη χώρα». Ο Κλέι θυμήθηκε πινακίδες που προειδοποιούσαν ακριβώς γι' αυτό στη συνοριακή γραμμή της Πολιτείας πριν από μερικά χρό­ νια. Έπειτα είχαν αντικατασταθεί από άλλες, που προειδοποιού­ σαν ότι αν σε έπιαναν να οδηγείς υπό την επήρεια αλκοόλ θα έμε­ νες ένα εικοσιτετράωρο στη φυλακή. «Αν η αστυνομία βρει κρυμμένο όπλο στο αυτοκίνητό σου -στο ντουλαπάκι της κονσόλας, μαζί με την άδεια και την ασφά­ λεια, λόγου χάρη-, μπορεί να σε κλείσουν μέσα μέχρι και εφτά χρόνια. Αν σε τσακώσουν με οπλισμένη καραμπίνα στην καρότσα του ημιφορτηγού σου, ακόμη και την κυνηγετική περίοδο, πληρώ­ νεις δέκα χιλιάδες δολάρια πρόστιμο και κάνεις δύο χρόνια ανα­ γκαστική κοινωνική υπηρεσία». Έπιασε το υπόλοιπο του σάντου­ ιτς, το περιεργάστηκε και το άφησε ξανά στο τραπέζι. «Μπορείς να έχεις στην κατοχή σου πιστόλι και να το κρατάς στο σπίτι, αν δεν εκκρεμεί εναντίον σου καμιά κατηγορία, αλλά άδεια οπλοφο­ ρίας; Ξέχνα το. Πρέπει να έχεις την υπογραφή του παπά της ενο­ ρίας σου, αλλά ίσως να μην αρκεί ούτε κι αυτό».


116

STEPHEN KING

«Τα όπλα σίγουρα δε θα έσωζαν ζωές κατά την έξοδο από την πόλη». «Συμφωνώ απόλυτα», είπε ο Τομ. «Εκείνοι οι δύο που πάλευ­ αν για ένα βαρελάκι μπίρα; Ευτυχώς που κανένας από τους δυο δεν κρατούσε 38άρι». Ο Κλέι κούνησε το κεφάλι του. Ο Τομ σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο στήθος, έγειρε πίσω ι­ σορροπώντας στα δύο πόδια της καρέκλας του και κοίταξε γύρω. Τα γυαλιά του αντανακλούσαν το φως. Ο φωτεινός κύκλος που έ­ ριχνε το φανάρι του γκαζιού ήταν λαμπερός αλλά μικρός. «Αυτή τη στιγμή, πάντως, δε θα με πείραζε αν είχα ένα πιστόλι. Κι ας εί­ δα τι μπορεί να κάνει. Κι ας θεωρώ τον εαυτό μου ειρηνιστή». «Πόσο καιρό μένεις εδώ, Τομ;» «Σχεδόν εφτά χρόνια. Αρκετά για να έχω δει το Μόλντεν να μετεξελίσσεται σταθερά σε Σκατούπολη. Δεν έχει φτάσει ακόμη στην αλλαγή ονομασίας, αλλά κοντεύει». «Μάλιστα. Σκέψου, λοιπόν. Ποιοι από τους γείτονές σου είναι πιθανόν να έχουν όπλο ή όπλα στα σπίτια τους;» Ο Τομ απάντησε αμέσως. «Ο Άρνι Νίκερσον, τρία σπίτια πιο πάνω, στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Αυτοκόλλητο της NRA, της Εθνικής Ένωσης Οπλοφορίας, στον πίσω προφυλακτήρα της Κάμρι -μαζί με τις δέκα εντολές σε δύο κίτρινες κορδέλες κι ένα παλιό προεκλογικό αυτοκόλλητο των Μπους-Τσένι...» «Οπότε, είναι αυτονόητο...» «Συν δύο αυτοκόλλητα της Εθνικής Ένωσης Οπλοφορίας στον προφυλακτήρα του ημιφορτηγού του, που κάθε Νοέμβρη του φο­ ράει μια τέντα στην καρότσα και φεύγει για κυνήγι στα δικά σας μέρη». «Κι εμείς χαιρόμαστε που θα έρθει να μας τα ακουμπήσει», εί­ πε ο Κλέι. «Ας μπούμε αύριο στο σπίτι του να πάρουμε όπλα». Ο Τομ Μακόρτ τον κοίταξε σαν να πίστευε ότι του είχε στρί­ ψει. «Ο τύπος δεν είναι τόσο παρανοϊκός όσο κάτι παραστρατιωτι­ κοί της Γιούτα -ας μην ξεχνάμε ότι ζει στην Πολιτεία της Φορο-χωσέτης-, αλλά έχει στο γρασίδι του μια από εκείνες τις πινακίδες που βασικά σε προειδοποιούν ότι ΜΕΧΡΙ ΕΔΩ ΣΤΑΘΗΚΕΣ ΤΥΧΕ­ ΡΟΣ, ΑΛΗΤΗ και υποθέτω ότι έχεις ακουστά τα πιστεύω των με-


Το ΚΙΝΗΤΌ

117

λών της Εθνικής Ένωσης Οπλοφορίας όσον αφορά το πότε και πώς θα τους πάρει κάποιος τα όπλα τους». «Κάτι που έχει να κάνει με νεκρά δάχτυλα κοκαλωμένα στη σκανδάλη, αν δεν απατώμαι...» «Καλά θυμάσαι». Ο Κλέι έσκυψε πάνω στο τραπέζι και δήλωσε αυτό που του φαινόταν προφανές από τη στιγμή που είχαν πατήσει το πόδι τους στη Σάλεμ Στρητ: Το Μόλντεν ήταν άλλη μια χτυπημένη πόλη των Ηνωμένων Πολιτειών και η περιοχή ήταν προσωρινά εκτός λειτουργίας, αποσυνδεμένη, οπότε μας συγχωρείτε, παρακαλώ, δοκιμάστε αργότερα. Η Σάλεμ Στρητ ήταν έρημη. Το είχε αισθαν­ θεί όταν πλησίαζαν... έτσι δεν ήταν; Όχι. Βλακείες. Είχε αισθανθεί πως τον παρακολουθούσαν. Σοβαρά; Ακόμη κι αν το είχε αισθανθεί όντως, ήταν το είδος της διαίσθησης στην οποία θα βασιζόταν κανείς για να δράσει ύ­ στερα από μια μέρα σαν κι αυτή; Η ιδέα ήταν για γέλια. «Άκουσε, Τομ. Αύριο ένας από μας θα πάει ως το σπίτι του Νάκελσον, αφού θα έχει ξημερώσει για τα καλά...» «Λέγεται Νίκερσον και δε νομίζω ότι είναι καλή ιδέα, εφόσον ο Γκρινιάρης Μακόρτ τον φαντάζεται ήδη γονατισμένο πίσω από το παράθυρο του σαλονιού του με την αυτόματη καραμπίνα του που τη φυλάει για το τέλος του κόσμου, το οποίο απ' ό,τι φαίνεται έχει έρθει». «Θα πάω εγώ», είπε ο Κλέι. «Και δεν θα το επιχειρήσω, αν α­ κούσουμε πυροβολισμούς από το σπίτι των Νίκερσον απόψε ή αύ­ ριο το πρωί. Σίγουρα δε θα το κάνω αν δω έστω και ένα πτώμα στο γρασίδι του τύπου, με ή χωρίς τραύματα από σφαίρες. Έχω παρακολουθήσει κι εγώ αρκετά επεισόδια της Ζώνης του Λυκόφω­ τος -αυτά όπου αποδεικνύεται πως ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν είναι παρά μια λεπτή, επιφανειακή φλούδα». «Αν είναι έτσι», είπε βλοσυρά ο Τομ, «Ίντι Αμίν, Πολ Ποτ, η κατηγορούσα αρχή αποσύρεται». «Θα πάω με τα χέρια ψηλά. Θα χτυπήσω το κουδούνι. Αν μου απαντήσουν θα πω ότι θέλω να μιλήσω με κάποιον. Ποιο είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να μου συμβεί; Να μου πει να πάω στα τσακίδια;»


118

STEPHEN KING

«Όχι. To χειρότερο θα είναι να πέσεις νεκρός από σφαίρα πά­ νω στο χαλάκι για τα πόδια και να με αφήσεις εμένα μόνο μου με το ορφανό», είπε ξερά. «Όσο κι αν κάνεις τον έξυπνο με τη Ζώνη του Λυκόφωτος, μην ξεχνάς αυτούς που είδαμε σήμερα να παλεύ­ ουν έξω από το σταθμό του μετρό στη Βοστόνη». «Εκείνο ήταν... δεν ξέρω τι ήταν, αλλά εκείνοι οι άνθρωποι ή­ ταν κλινικά παράφρονες. Αυτό δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις, Τομ». «Και η χοντρούλα με τη Βίβλο; Και οι δύο που σφάχτηκαν για ένα βαρελάκι; Παράφρονες ήταν κι αυτοί;» Όχι βέβαια, δεν ήταν, αλλά αν υπήρχε όπλο μέσα σ' εκείνο το σπίτι απέναντι, ο Κλέι το ήθελε, ανεξάρτητα από οτιδήποτε. Και, αν υπήρχαν περισσότερα από ένα, ήθελε ο Τομ και η Άλις να έ­ χουν κι αυτοί ο καθένας το δικό του. «Σκέφτομαι να τραβήξω βόρεια πάνω από εκατόν πενήντα χι­ λιόμετρα», είπε ο Κλέι. «Ίσως μπορέσουμε να βάλουμε μπροστά κανένα παρατημένο αυτοκίνητο και να κάνουμε ένα μέρος της διαδρομής, αλλά μπορεί να χρειαστεί να την κάνουμε όλη με τα πόδια. Θέλεις να έχουμε μόνο μαχαίρια για προστασία; Σε ρωτάω σοβαρά, σαν άντρας προς άντρα, γιατί αρκετοί απ' αυτούς που θα συναντήσουμε στο δρόμο θα έχουν όπλα και το ξέρεις». «Ναι», είπε ο Τομ. Πέρασε τα χέρια από τα καλοκουρεμένα μαλλιά του και τα ανακάτωσε. «Όπως επίσης ξέρω ότι ο Άρνι και η Μπεθ μάλλον δεν είναι σπίτι. Εκτός από τα όπλα είναι τρελαμέ­ νοι και με τα ηλεκτρονικά μηχανήματα κάθε λογής. Αυτόν μια ζωή τον έβλεπα να γκαρίζει στο κινητό όταν περνούσε από το δρόμο καβάλα στον τεράστιο φαλλό του, την Ντοτζ Ραμ Ντιτρόιτ που οδηγεί, εννοώ». «Ορίστε. Τα βλέπεις;» Ο Τομ αναστέναξε. «Εντάξει. Ανάλογα με το πώς θα είναι τα πράγματα το πρωί. Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι». Ο Κλέι έπιασε πάλι το σάντουιτς. Του είχε έρθει λίγη όρεξη να φάει τώρα. «Πού πήγαν;» ρώτησε ο Τομ. «Οι τρελοί των κινητών. Πού να πήγαν;» «Δεν ξέρω».


Το ΚΙΝΗΤΌ

119

«Θα σου πω τι πιστεύω εγώ», είπε ο Τομ. «Πιστεύω πως όταν έ­ πεσε το σκοτάδι σύρθηκαν μέσα σε σπίτια και κτίρια και πέθαναν». Ο Κλέι τον κοίταξε με δυσπιστία. «Δες το από τη σκοπιά της λογικής και θα καταλάβεις ότι έχω δίκιο», είπε ο Τομ. «Καταρχήν συμφωνείς ότι αυτό που έγινε ήταν ένα είδος τρομοκρατικής ενέργειας;» «Μου φαίνεται σαν η πιο πιθανή εξήγηση, αλλά, π' ανάθεμά με, δεν ξέρω πώς ένα σήμα, όσο ανατρεπτικό κι αν είναι, θα μπορούσε να προγραμματιστεί ώστε να προκαλέσει αυτό που προκάλεσε». «Είσαι επιστήμονας;» «Όχι, και το ξέρεις. Είμαι καλλιτέχνης». «Άρα, όταν η κυβέρνηση σου λέει ότι μπορεί να στείλει ηλε­ κτρονικά προγραμματισμένες βόμβες πάνω στις πόρτες υπόγειων καταφυγίων στο έδαφος της ερήμου από αεροσκάφη που βρίσκο­ νται δύο χιλιάδες μίλια μακριά, απλώς κοιτάς τις φωτογραφίες και δέχεσαι ότι η τεχνολογία υπάρχει». «Θα μου έλεγε ποτέ ψέματα ο Τομ Κλάνσι;» είπε ο Κλέι χωρίς να χαμογελάει. «Και αν υπάρχει αυτή η τεχνολογία, γιατί να μη δεχτείς κι αυ­ τό, προσωρινά έστω;» «Εντάξει, λέγε. Με λίγα λόγια, παρακαλώ». «Στις τρεις η ώρα σήμερα το απόγευμα μια τρομοκρατική ορ­ γάνωση -ή μια σκιώδης κυβέρνηση- εξέπεμψε ένα είδος σήματος ή παλμού. Προς το παρόν θα δεχτούμε ότι αυτό το σήμα μεταδό­ θηκε σε όλα τα κινητά τηλέφωνα σ' ολόκληρο τον πλανήτη. Ελπί­ ζουμε ότι δεν είναι έτσι, αλλά ας δεχτούμε τη χειρότερη εκδοχή προς το παρόν». «Σταμάτησε;» «Δεν ξέρω», είπε ο Τομ. «Μήπως θέλεις να βρεις ένα κινητό για να το διαπιστώσεις;» «Πάσο», είπε ο Κλέι. «Αν όμως αυτή η ομάδα μπορούσε να μεταδώσει ένα σήμα που θα τρέλαινε όποιον το άκουγε», συνέχισε ο Τομ, «δεν είναι εξίσου πιθανό αυτό το σήμα να περιείχε και μια εντολή προς κάθε αποδέ­ κτη να τερματίσει τη ζωή του πέντε ώρες αργότερα; Ή απλώς να σταματήσει να αναπνέει και να πεθάνει;» «Θα έλεγα ότι είναι αδύνατον».


120

STEPHEN KING

«Θα έλεγα ότι ήταν αδύνατον να μου ριχτεί ένας τύπος με μα­ χαίρι απέναντι από το ξενοδοχείο Φορ Σίζονς», είπε ο Τομ. «Ή η Βοστόνη να γίνει στάχτη και ο πληθυσμός της -η μειοψηφία των τυχερών που δεν είχαν κινητά- να την εγκαταλείψει με τα πόδια από τις γέφυρες του Μίστικ και του Ζάκιμ». Έσκυψε μπροστά και κοίταξε τον Κλέι ίσια στα μάτια. Θέλει να το πιστέψει, είπε στον εαυτό του ο Κλέι. Μη χάσεις χρόνο προ­ σπαθώντας να τον μεταπείσεις, γιατί το θέλει πραγματικά πολύ. «Από μια άποψη δε διαφέρει και πολύ από το τρομοκρατικό χτύπημα με βιολογικά όπλα που φοβάται η κυβέρνηση μετά την ενδεκάτη Σεπτεμβρίου», είπε ο Τομ. «Χρησιμοποιώντας τα κινη­ τά, που αποτελούν πλέον την κυρίαρχη μορφή επικοινωνίας στην καθημερινή μας ζωή, μπορείς ταυτόχρονα να μετατρέψεις τον πληθυσμό σε επιταγμένο στρατό -ένα στρατό κυριολεκτικά ατρό­ μητο, αφού είναι όλοι παράφρονες- και να διαλύσεις το κράτος. Πού βρίσκεται η Εθνοφρουρά απόψε;» «Στο Ιράκ;» πρότεινε ο Κλέι. «Στη Λουιζιάνα;» Δεν ήταν αστείο και ο Τομ δεν χαμογέλασε. «Πουθενά. Πώς να χρησιμοποιήσεις την πολιτοφυλακή, όταν εξαρτάται σχεδόν από­ λυτα από την κινητή τηλεφωνία για να κινητοποιηθεί; Όσο για τα αεροσκάφη, το τελευταίο που είδα να πετάει ήταν εκείνο το μικρό που τσακίστηκε στη γωνία Τσαρλς και Μπίκον». Έκανε μια παύ­ ση, κι όταν συνέχισε, κοίταξε τον Κλέι ίσια στα μάτια. «Όλα αυτά έκαναν... όποιοι κι αν είναι αυτοί. Μας κοίταζαν από εκεί που ζουν και λατρεύουν τους δικούς τους θεούς και τι έβλεπαν;» Ο Κλέι κούνησε με απορία το κεφάλι του, σαν υπνωτισμένος από τα μάτια του Τομ που άστραφταν πίσω από τα γυαλιά. Ήταν τα μάτια ενός προφήτη. «Έβλεπαν ότι είχαμε χτίσει από την αρχή τον Πύργο της Βα­ βέλ... με ηλεκτρονικά δίκτυα. Και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σά­ ρωσαν τα δίκτυα και ο Πύργος μας κατέρρευσε. Αυτό έκαναν, κι εμείς οι τρεις είμαστε σαν σκαθάρια που έτυχε να γλιτώσουν από την μπότα του γίγαντα. Κι εσύ μου λες ότι δε θα μπορούσαν να κωδικοποιήσουν ένα σήμα που να λέει στους αποδέκτες σε πέντε ώρες ακριβώς να ξαπλώσουν και να σταματήσουν να αναπνέουν; Σιγά το κόλπο, συγκριτικά μ' αυτό που κατάφεραν αρχικά. Πανεύ­ κολο, θα έλεγα».


121

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

«Εγώ θα έλεγα ότι είναι ώρα να πάμε για ύπνο», είπε ο Κλέι. Για μια στιγμή ο Τομ έμεινε όπως ήταν, ελαφρά σκυμμένος πά­ νω από το τραπέζι κοιτώντας τον Κλέι στα μάτια σαν να μην μπο­ ρούσε να καταλάβει τι του έλεγε. Έπειτα γέλασε. «Ναι. Έχεις δί­ κιο. Παρασύρθηκα. Με συγχωρείς». «Κάθε άλλο», είπε ο Κλέι. «Ελπίζω να έχεις δίκιο και να έχουν πεθάνει όλοι οι τρελοί». Έκανε μια μικρή παύση κι ύστερα είπε: «Εννοώ... εκτός αν ο γιος μου... ο Τζόνι-Τζι...» Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Εν μέρει, ή μάλλον κυρίως, γιατί αν ο Τζόνι είχε χρησι­ μοποιήσει το κινητό του σήμερα το απόγευμα και είχε δεχτεί την ί­ δια κλήση με την κυρία Αντρικό Κοστούμι και το Ξανθό Ξωτικό, ο Κλέι δεν ήξερε αν ήθελε να συνεχίσει ο γιος του να ζει. Ο Τομ άπλωσε το χέρι του πάνω από το τραπέζι και ο Κλέι έ­ πιασε τα λεπτά, μακριά δάχτυλα μέσα στα δυο του χέρια. Το είδε να συμβαίνει σαν να βρισκόταν έξω από το σώμα του και, όταν μίλησε, του φάνηκε ότι ήταν κάποιος άλλος που μιλούσε κι ας έ­ νιωθε το στόμα του να κινείται και τα δάκρυα να ξεχειλίζουν από τα μάτια του. «Φοβάμαι πάρα πολύ για τον Τζόνι», έλεγε το στόμα του. «Φο­ βάμαι και για τους δυο, αλλά κυρίως για το παιδί μου». «Θα είναι καλά, θα δεις», είπε ο Τομ. Ο Κλέι ήξερε ότι του το έλεγε από καλή πρόθεση, αλλά τα λόγια έσπειραν τρόμο στην ψυ­ χή του, γιατί ήταν από εκείνα που λένε οι άνθρωποι όταν δεν υ­ πάρχει τίποτε άλλο να πουν. Όπως Θα το ξεπεράσεις ή Εκείνος έ­ φυγε για ένα καλύτερο μέρος. 11 Οι τσιρίδες της Άλις έβγαλαν τον Κλέι από ένα μπερδεμένο, αλλά όχι δυσάρεστο όνειρο. Ήταν, λέει, στο Πανηγύρι του Άκρον, στο Περίπτερο του Μπίνγκο. Στο όνειρό του ήταν έξι χρονών -μπορεί και πιο μικρός, αλλά σίγουρα όχι μεγαλύτερος από έξι-, ήταν χω­ μένος κάτω από το μακρύ τραπέζι όπου καθόταν η μητέρα του, γύρω του έβλεπε ένα δάσος από γυναικεία πόδια, μύριζε το γλυκό πριονίδι και άκουγε τη φωνή του κράχτη να επαναλαμβάνει «Β12, παίκτες, Β-12! Η βιταμίνη της λιακάδας!»


122

STEPHEN KING

Για μια στιγμή το υποσυνείδητό του προσπάθησε να ενσωμα­ τώσει τις τσιρίδες του κοριτσιού στο όνειρό του, επιμένοντας ότι αυτό που άκουγε ήταν η μεσημεριανή σφυρίχτρα του Σαββάτου, αλλά μόνο για μια στιγμή. Ο Κλέι είχε αποκοιμηθεί στην κλειστή βεράντα εισόδου του Τομ μετά από μία ώρα σκοπιάς, γιατί είχε πειστεί ότι δεν επρόκειτο να συμβεί τίποτε εκεί έξω, απόψε τουλά­ χιστον. Πρέπει όμως να ήταν εξίσου πεπεισμένος ότι η Άλις δεν ε­ πρόκειτο να κοιμηθεί ήσυχη ως το πρωί, γιατί το μυαλό του ερμή­ νευσε αυτομάτως τις κραυγές, χωρίς να αναρωτηθεί ούτε πού βρι­ σκόταν, ούτε τι συνέβαινε. Τη μια στιγμή ήταν εξάχρονο παιδάκι κάτω από ένα τραπέζι του μπίνγκο στο Οχάιο. Την επόμενη πετα­ γόταν από το μακρύ, βολικό παγκάκι στην κλειστή βεράντα του Τομ Μακόρτ, με το μεγάλο μάλλινο σάλι που του είχε δώσει ο Τομ τυλιγμένο ακόμη γύρω από τα πόδια του. Και, κάπου μέσα στο σπίτι, η Άλις Μάξγουελ ούρλιαζε στη συχνότητα που σπάει κρύσταλλα, εκφράζοντας μ' αυτό τον τρόπο όλο τον τρόμο της μέρας που είχε ζήσει, επιμένοντας με κάθε καινούριο ουρλιαχτό ό­ τι αυτά τα πράγματα ήταν αδύνατον να έχουν συμβεί και έπρεπε να σβηστούν από τη μνήμη. Ο Κλέι προσπάθησε να ξεμπλέξει τα πόδια του και στην αρχή δεν τα κατάφερε. Κινήθηκε παρ' όλα αυτά προς την εσωτερική πόρτα, χοροπηδώντας και τραβώντας το σάλι ταυτόχρονα, ενώ κοίταζε πανικόβλητος τη σκοτεινή Σάλεμ Στρητ, σίγουρος ότι θα άρχιζαν να ανάβουν φώτα και προς τις δυο κατευθύνσεις του δρό­ μου κι ας ήξερε πως ήταν κομμένο το ηλεκτρικό, περιμένοντας να δει κάποιον -το λάτρη των όπλων και των ηλεκτρονικών μικροσυ­ σκευών κύριο Νίκερσον, ίσως- να βγαίνει στην μπροστινή πρασιά του σπιτιού του και να φωνάζει να κάνει επιτέλους κάποιος αυτό το παιδί να το βουλώσει, για τ' όνομα του Θεού. Για να μην έρθω εγώ εκεί κάτω! θα απειλούσε ο Άρνι Νίκερσον. Για να μην έρθω και της ρίξω και το βουλώσει μια και καλή! Ή ότι οι κραυγές της Άλις θα μάζευαν τους τρελούς των κινη­ τών, όπως τα φώτα του δρόμου τις νυχτοπεταλούδες. Ο Τομ μπο­ ρεί να ήθελε να πιστεύει ότι ήταν νεκροί, αλλά ο Κλέι το πίστευε όσο πίστευε και στο εργαστήρι του Άϊ-Βασίλη στον Βόρειο Πόλο. Όμως η Σάλεμ Στρητ -το δικό τους τετράγωνο, έστω, δυτικά του κέντρου της πόλης και κάτω από την περιοχή που ο Τομ είχε


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

123

ονομάσει Υψίπεδα της Γρανάδα- παρέμεινε σκοτεινή, σιωπηλή και ακίνητη. Ακόμη και η αναλαμπή της φωτιάς από το Ριβίαρ εί­ χε μειωθεί αισθητά. Ο Κλέι ξέμπλεξε τελικά τα πόδια του από το μάλλινο σάλι, μπήκε στο σπίτι και στάθηκε στη βάση της εσωτερικής σκάλας κοιτώντας το σκοτάδι επάνω. Τώρα άκουγε και τη φωνή του Τομ, όχι τα λόγια, αλλά τον τόνο, που ήταν χαμηλός, ήρεμος και καθη­ συχαστικός. Τα ανατριχιαστικά ουρλιαχτά του κοριτσιού άρχισαν να διακόπτονται από απότομες παύσεις για ανάσα, ύστερα από λυγμούς και τέλος από άναρθρες κραυγές που σιγά σιγά έγιναν λόγια. Ο Κλέι ξεχώρισε τη λέξη εφιάλτης. Η φωνή του Τομ συνέ­ χιζε χωρίς διακοπή να λέει ψέματα σε γλυκό καθησυχαστικό τόνο: όλα θα πήγαιναν καλά, θα το έβλεπε, τα πράγματα θα της φαίνο­ νταν πολύ καλύτερα το πρωί. Ο Κλέι τους φαντάστηκε καθισμέ­ νους δίπλα δίπλα στο κρεβάτι, στο δωμάτιο των ξένων, να φοράνε τις ίδιες πιτζάμες σε διαφορετικό χρώμα ο καθένας, με το μονό­ γραμμα ΤΜ κεντημένο στο τσεπάκι του στήθους. Θα του άρεσε να τους ζωγραφίσει έτσι. Η ιδέα τον έκανε να χαμογελάσει. Όταν σιγουρεύτηκε ότι η Άλις δεν θα άρχιζε ξανά τις τσιρίδες, επέστρεψε στην κλειστή βεράντα και στον ξύλινο καναπέ, όπου έ­ κανε κρύο, αλλά τυλίχτηκε ξανά με το σάλι και βολεύτηκε μια χα­ ρά. Έμεινε καθιστός και επιθεώρησε ό,τι μπορούσε να δει από το δρόμο. Προς τα αριστερά, ανατολικά του σπιτιού του Τομ, ήταν μια περιοχή με κτίρια γραφείων και επιχειρήσεων. Του φάνηκε πως διέκρινε στο βάθος το φανάρι που σηματοδοτούσε την είσοδο στην κεντρική πλατεία της πόλης. Προς την άλλη κατεύθυνση -α­ πό τη μεριά που είχαν έρθει- υπήρχαν μόνο σπίτια. Όλα σκοτεινά και ακίνητα μέσα στο βαθύ χαντάκι της νύχτας. «Πού είστε όλοι;» μουρμούρισε. «Κάποιοι τραβήξατε βόρεια ή δυτικά με σώα τα λογικά σας. Πού πήγατε οι υπόλοιποι;» Καμιά απάντηση από το δρόμο. Διάβολε, ίσως είχε δίκιο ο Τομ· τα κινητά είχαν στείλει μήνυμα σε όλους να τρελαθούν στις τρεις και να τα τινάξουν στις οχτώ. Ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό, αλλά θυμήθηκε ότι το ίδιο είχε σκεφτεί κι όταν πρωτάκουσε για τα εγγράψιμα CD. Σιωπή από το δρόμο μπροστά του. Σιωπή από τα σπίτια πίσω του. Μετά από λίγο, ο Κλέι έγειρε πίσω στον καναπέ και άφησε τα


124

STEPHEN KING

μάτια του να κλείσουν. Ίσως να λαγοκοιμόταν λιγάκι, αλλά δύ­ σκολα θα τον έπαιρνε κανονικά ο ύπνος. Κοιμήθηκε όμως τελικά, κι αυτή τη φορά δεν είδε όνειρα. Κάποια στιγμή, λίγο πριν να χα­ ράξει η αυγή, ένα αδέσποτο σκυλί μπήκε στο δρομάκι του σπιτιού του Τομ Μακόρτ, κοίταξε τον Κλέι που ροχάλιζε σιγανά τυλιγμέ­ νος στη ζεστή κουβερτούλα του κι ύστερα έστριψε και συνέχισε το δρόμο του. Δεν βιαζόταν τα απομεινάρια ήταν μπόλικα στο Μόλντεν εκείνο το πρωί, και θα ήταν για αρκετό καιρό ακόμη. 12 «Κλέι. Ξύπνα». Ένα χέρι τον τράνταζε. Ο Κλέι άνοιξε τα μάτια του και είδε τον Τομ να σκύβει από πάνω του, ντυμένος με καθαρό μπλουτζίν και γκρίζο φανελένιο πουκάμισο. Η μπροστινή βεράντα φωτιζόταν α­ πό λαμπερό γκρίζο φως. Ο Κλέι κοίταξε το ρολόι του καθώς κατέ­ βαζε τα πόδια του από τον καναπέ και είδε ότι ήταν έξι και είκοσι. «Πρέπει να δεις κάτι», είπε ο Τομ. Φαινόταν χλομός, ανήσυχος και σαν να είχε γκριζάρει το μουστάκι του κι από τις δυο πλευρές στη διάρκεια της νύχτας. Η μια άκρη του πουκαμίσου του κρεμό­ ταν έξω από το παντελόνι και τα μαλλιά του στέκονταν όρθια στο πίσω μέρος. Ο Κλέι κοίταξε στη Σάλεμ Στρητ, είδε ένα σκύλο που κάτι κρατούσε στο στόμα του να προσπερνάει τροχάδην δύο παρατη­ μένα αυτοκίνητα μισό τετράγωνο πιο κάτω, και δεν είδε τίποτε άλλο να κινείται στο δρόμο. Ο αέρας μύριζε αχνά καπνό και υπέ­ θεσε ότι ήταν από τη Βοστόνη ή το Ριβίαρ. Ίσως και τα δυο, αλλά ο άνεμος είχε πέσει εντελώς. Στράφηκε προς τον Τομ. «Όχι εδώ», του είπε εκείνος. Μιλούσε χαμηλόφωνα. «Στην πί­ σω αυλή. Το είδα όταν κατέβηκα στην κουζίνα να φτιάξω καφέ, πριν θυμηθώ ότι η καφετιέρα δε λειτουργεί. Ίσως δεν είναι τίποτε, αλλά... δε μου αρέσει καθόλου». «Η Άλις κοιμάται ακόμη;» Ο Κλέι ψαχούλευε κάτω από το σά­ λι για τις κάλτσες του. «Ναι, και είναι καλύτερα έτσι. Άσε τις κάλτσες και τα παπού­ τσια, δεν πάμε για δείπνο στο Ριτζ. Έλα».


Το ΚΙΝΗΤΌ

125

Ο Κλέι ακολούθησε τον Τομ, που, φυσικά, φορούσε ένα ζευγά­ ρι μαλακά, άνετα μοκασίνια. Πέρασαν το διάδρομο και μπήκαν στην κουζίνα. Πάνω στον πάγκο ήταν ένα μισογεμάτο ποτήρι πα­ γωμένο τσάι. «Δεν μπορώ ν' αρχίσω τη μέρα μου χωρίς μια δόση καφεΐνης», είπε ο Τομ, «κι έτσι έβαλα να πιω ένα ποτήρι από τούτο -βάλε κι εσύ, αν θέλεις, είναι καλό και δροσιστικό- και άνοιξα την κουρτί­ να πάνω από το νεροχύτη για να ρίξω μια ματιά στον κήπο μου. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο, ήθελα απλώς μια επαφή με τον πραγματικό κόσμο. Και τότε... αλλά δες μόνος σου καλύτερα». Ο Κλέι κοίταξε από το παράθυρο πάνω από το νεροχύτη. Υ­ πήρχε μια μικρή, ανοιχτή πλακόστρωτη βεράντα με μια ψησταριά γκαζιού. Πέρα από τη βεράντα ήταν η πίσω αυλή του Τομ, μισή γρασίδι και μισή κήπος. Στο βάθος ένας ψηλός, φαρδύς φράχτης με πόρτα. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Το μάνταλο που την κρατούσε κλειστή πρέπει να είχε χτυπηθεί ανάποδα, γιατί κρεμόταν στραβά στην άκρη σαν σπασμένος καρπός. Ο Κλέι σκέφτηκε ότι ο Τομ θα μπορούσε να είχε φτιάξει καφέ στην ψησταριά του γκαζιού, αν δεν ήταν αυτός ο άντρας που, καθισμένος στο χορτάρι δίπλα σε ένα ξύλινο, διακοσμητικό καροτσάκι κηπουρού, έτρωγε από το μαλακό εσωτερικό μιας ωμής ανοιγμένης κολοκύθας φτύνοντας δίπλα του τα κουκούτσια. Φορούσε φόρμα μηχανικού αυτοκινήτων και ένα πάνινο κασκέτο γεμάτο γράσα, με ένα ξεθωριασμένο B στο γείσο. Στο στήθος της φόρμας, πάνω στην αριστερή τσέπη, ήταν γραμμέ­ νο με ξεθωριασμένα κόκκινα γράμματα το όνομα Τζορτζ. Ακού­ γονταν καθαρά τα ρουφήγματα κάθε φορά που έχωνε το πρόσωπό του στην κολοκύθα. «Σκατά», είπε ο Κλέι. «Είναι ένας απ' αυτούς». «Ναι. Κι όπου υπάρχει ένας έρχονται κι άλλοι». «Έσπασε την πόρτα για να μπει;» «Φυσικά», είπε ο Τομ. «Δεν τον είδα να την παραβιάζει, αλλά την άφησα κλειδωμένη όταν έφυγα χτες, γι' αυτό να είσαι σίγου­ ρος. Δεν έχω τις καλύτερες σχέσεις με τον Σκότονι, τον κύριο που μένει από την άλλη πλευρά του δρόμου. Δεν τους γουστάρει τους "κουνιστούς σαν κι εμένα", όπως μου έχει πει αρκετές φορές». Σώπασε κι ύστερα συνέχισε χαμηλώνοντας κι άλλο τη φωνή του. Μιλούσε ήδη σιγά και τώρα ο Κλέι αναγκάστηκε να σκύψει προς


126

STEPHEN KING

το μέρος του για να τον ακούσει. «Ξέρεις ποιο είναι το τρελό; Τον γνωρίζω αυτό τον τύπο. Δουλεύει στην Texaco του Σόνι, κάτω στο Κέντρο. Είναι το μοναδικό βενζινάδικο στην πόλη που είναι και συνεργείο. Πρόσφατα μου άλλαξε το λαστιχάκι του ψυγείου. Μου έλεγε ότι είχαν πάει με τον αδερφό του στο γήπεδο των Γιάνκις πέρυσι και ότι είδε τον Κερτ Σίλινγκ να νικάει τον Μπιγκ Γιούνιτ. Φαινόταν πολύ συμπαθητικός τύπος. Κοίταξε τον τώρα! Καθισμέ­ νος στον κήπο μου να τρώει μια ωμή κολοκύθα!» «Τι γίνεται εδώ, παιδιά;» ρώτησε η Άλις πίσω τους. Ο Τομ στράφηκε ενοχλημένος. «Καλύτερα να μη δεις», είπε. «Δεν έχει νόημα», είπε ο Κλέι. «Καλύτερα να το δει». Χαμογέλασε στην Άλις και δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να το κάνει. Δεν υπήρχε μονόγραμμα στο τσεπάκι της πιτζάμας που της είχε δανείσει ο Τομ, αλλά οι πιτζάμες ήταν γαλάζιες, όπως τις είχε φανταστεί, και η Άλις ήταν απίστευτα χαριτωμένη έτσι ξυπόλυτη, με τα μπατζάκια γυρισμένα μέχρι τις γάμπες και τα μαλλιά της α­ νακατωμένα από τον ύπνο. Παρά τον εφιάλτη φαινόταν πολύ πιο ξεκούραστη από τον Τομ. Μάλλον και από τον ίδιο. «Δεν είναι τρακάρισμα, ούτε τίποτε τέτοιο», της είπε. «Απλώς ένας τύπος που τρώει μια κολοκύθα στον κήπο του Τομ». Η Άλις πήγε και στάθηκε ανάμεσά τους, έβαλε τα χέρια της στην άκρη του νεροχύτη και τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να δει έξω. Το μπράτσο της άγγιζε το χέρι του Κλέι και αι­ σθάνθηκε το δέρμα της να ακτινοβολεί τη ζέστη του ύπνου. Κοί­ ταξε αρκετή ώρα από το παράθυρο κι ύστερα στράφηκε στον Τομ. «Εσύ μου είπες ότι πέθαναν όλοι», του είπε. Ο Κλέι δεν μπό­ ρεσε να καταλάβει αν τον κατηγορούσε ή αν τον ψευτομάλωνε. Προφανώς δεν ξέρει ούτε κι αυτή, σκέφτηκε. «Δε σου είπα σίγουρα», απάντησε ο Τομ, αλλά ακούστηκε σαν υπεκφυγή. «Μιλούσες σαν να ήσουν σίγουρος, όμως». Η Άλις κοίταξε πάλι έξω. Τουλάχιστον δεν είχε φρικάρει, σκέφτηκε ο Κλέι. Στην πραγματικότητα, έδειχνε εξαιρετικά συγκροτημένη και σοβαρή -σε στυλ Τσάρλι Τσάπλιν- με τις φαρδιές αντρικές πιτζάμες της. «Χμ... παιδιά;» «Τι είναι;» είπαν κι οι δυο μαζί. «Κοιτάξτε το καροτσάκι δίπλα του. Κοιτάξτε τη ρόδα».


Το ΚΙΝΗΤΌ

127

Ο Κλέι είχε ήδη προσέξει αυτό που τους έδειχνε η Άλις: τα ί­ χνη από φλούδα κολοκύθας, ψίχα κολοκύθας και σπόρια. «Κοπάνησε την κολοκύθα στη ρόδα για να τη σπάσει, να την ανοίξει και να τη φάει», είπε η Άλις. «Μάλλον είναι ένας απ' αυ­ τούς...» «Σίγουρα είναι απ' αυτούς», είπε ο Κλέι. Ο Τζορτζ ο μηχανι­ κός αυτοκινήτων καθόταν πάνω στο γρασίδι με τα πόδια ανοιχτά, αφήνοντας τον καθένα να δει ότι από χτες στις τρεις το απόγευμα είχε ξεχάσει όσα του είχε μάθει η μητέρα του για να μη λερώνεται όταν έκανε την ανάγκη του. «...αλλά χρησιμοποίησε τη ρόδα σαν εργαλείο. Αυτό δε μου φαίνεται και τόσο τρελό». «Ένας άλλος χτες χρησιμοποιούσε μαχαίρι», είπε ο Τομ. «Κι ήταν κι εκείνος με τις κεραίες των αυτοκινήτων που τις κουνούσε σαν σπαθιά». «Ναι, αλλά... ετούτο φαίνεται διαφορετικό, κατά κάποιον τρόπο». «Πιο ειρηνικό, εννοείς;» Ο Τομ κοίταξε πάλι τον άντρα που είχε εισβάλει στον κήπο του. «Δε θα πήγαινα έξω να το διαπιστώσω». «Όχι, δεν εννοώ ειρηνικό. Δεν ξέρω πώς να σας το εξηγήσω». Ο Κλέι νόμιζε πως καταλάβαινε τι εννοούσε το κορίτσι. Η επι­ θετικότητα που είχαν δει την προηγούμενη μέρα ήταν ένα τυφλό, ανεξέλεγκτο πράγμα. Που σάρωνε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Ναι, υπήρχε ο κύριος με το γκρίζο παντελόνι και το μαχαίρι και ο γερο­ δεμένος νεαρός που κάρφωνε τον αέρα με δύο κεραίες αυτοκινή­ του καθώς έτρεχε, αλλά υπήρχε κι ο άντρας στο πάρκο που είχε ξεκολλήσει το αυτί από το κεφάλι του σκύλου με τα δόντια του. Και το Ξανθό Ξωτικό είχε χρησιμοποιήσει τα δόντια του. Ετούτο έμοιαζε διαφορετικό, αλλά, όπως η Άλις, έτσι κι ο Κλέι δεν κατά­ φερνε να εντοπίσει σε τι ακριβώς διέφερε. «Ω Θεέ μου, άλλοι δύο», είπε η Άλις. Από την ανοιχτή πόρτα της πίσω αυλής μπήκε μια γυναίκα γύ­ ρω στα σαράντα που φορούσε βρόμικο γκρίζο παντελόνι με τσάκι­ ση και πίσω της ένας ηλικιωμένος άντρας με σορτσάκι του τζόγκινγκ και κοντομάνικο μπλουζάκι που έγραφε ΓΚΡΙΖΑ ΔΥΝΑΜΗ στο στήθος με μεγάλα κεφαλαία γράμματα. Πάνω από το παντελό­ νι της, η γυναίκα φορούσε μια πράσινη μεταξωτή μπλούζα που


128

STEPHEN KING

τώρα κρεμόταν σε κουρέλια αποκαλύπτοντας ένα σουτιέν σε πα­ στέλ πράσινο χρώμα. Ο ηλικιωμένος αθλητής κούτσαινε άσχημα και τέντωνε τους αγκώνες του προς τα έξω σαν διπλωμένα φτερά με κάθε βήμα, για να κρατάει την ισορροπία του. Το κοκαλιάρικο αριστερό του πόδι ήταν σκεπασμένο με μια παχιά κρούστα από αί­ μα και του έλειπε το παπούτσι. Από το αριστερό του γόνατο ξεκι­ νούσαν τα απομεινάρια μιας πρώην λευκής αθλητικής κάλτσας, μαυρισμένης από αίματα και βρομιές. Η γυναίκα έβγαζε έναν επα­ ναλαμβανόμενο ήχο που ακουγόταν σαν «Γκουμ! Γκουμ!» ενώ ε­ πιθεωρούσε τον κήπο και την πίσω αυλή. Κοίταξε τον Τζορτζ τον Κολοκυθοφάγο ως κάτι το αμελητέο και τον προσπέρασε με μεγά­ λα βήματα τραβώντας προς την πρασιά με τις αγγουριές. Εκεί γο­ νάτισε, έκοψε άγαρμπα ένα αγγούρι κι άρχισε να το μασουλίζει. Ο ηλικιωμένος αθλητής πήγε κουτσαίνοντας γοργά ως την άκρη του κήπου και εκεί σταμάτησε απότομα σαν ρομπότ που του σώθηκε η μπαταρία. Φορούσε μικρά, χρυσά γυαλάκια -πρεσβυωπίας, υπέθε­ σε ο Κλέι- που γυάλιζαν στο γκρίζο φως του πρωινού. Φαινόταν σαν άνθρωπος πολύ έξυπνος που είχε αποβλακωθεί ξαφνικά. Οι τρεις σύντροφοι μέσα στην κουζίνα στριμώχτηκαν στην ά­ κρη του παραθύρου και κοίταζαν κρατώντας την ανάσα τους. Το βλέμμα του ηλικιωμένου αθλητή στάθηκε στον Τζορτζ, που πέταξε κάτω μια φαγωμένη φλούδα, εξέτασε το υπόλοιπο της κολο­ κύθας και έχωσε ξανά τη μούρη του μέσα για να συνεχίσει το πρωι­ νό του. Όχι απλώς δεν έδειξε ίχνος επιθετικότητας προς τους νεο­ φερμένους, αλλά φαινόταν σαν να μην τους είχε αντιληφθεί καν. Ο γέρος προχώρησε κούτσα κούτσα, έσκυψε κι άρχισε να τρα­ βολογάει μια κολοκύθα σε μέγεθος μπάλας ποδοσφαίρου. Απείχε το πολύ ένα μέτρο από τον Τζορτζ. Ο Κλέι, που θυμήθηκε τη μά­ χη έξω από την είσοδο του σταθμού του μετρό, κράτησε την ανά­ σα του και περίμενε. Η Άλις αρπάχτηκε από το μπράτσο του. Όλη η ζεστασιά του ύπνου είχε χαθεί από το χέρι της. «Τι θα κάνει τώρα;» ρώτησε πνιχτά. Ο Κλέι κούνησε με απορία το κεφάλι του. Ο γέρος δοκίμασε να δαγκώσει την κολοκύθα και απλώς κοπά­ νησε τη μύτη του. Κανονικά, θα ήταν πολύ αστείο, αλλά δεν ήταν. Τα γυαλιά του στράβωσαν και τα έσπρωξε πίσω στη θέση τους.


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

129

Ήταν μια κίνηση τόσο αυθόρμητη και φυσιολογική που ο Κλέι έ­ νιωσε για μια στιγμή σαν να ήταν αυτός ο τρελός της υπόθεσης. «Γκουμ!» φώναξε η γυναίκα με τη σκισμένη μπλούζα και πέτα­ ξε πέρα το μισοφαγωμένο αγγούρι της. Είχε εντοπίσει μερικές ό­ ψιμες ντομάτες και σύρθηκε προς τα εκεί με τα τέσσερα. Το πίσω μέρος του παντελονιού της ήταν γεμάτο βρομιές. Ο γέρος πρόσεξε το διακοσμητικό καροτσάκι του κηπουρού. Πήγε ως εκεί με την κολοκύθα του και τότε φάνηκε να δίνει για πρώτη φορά σημασία στον Τζορτζ, που καθόταν δίπλα στο καρό­ τσι. Έγειρε το κεφάλι στο πλάι και τον κοίταξε. Και ο Τζορτζ έδει­ ξε με το χέρι του προς το καροτσάκι, κάνοντας μια κίνηση που ο Κλέι είχε δει αμέτρητες φορές. «Παρακαλώ, καθίστε», μουρμούρισε ο Τομ. «Να με πάρει ο διάβολος!» Ο γέρος γονάτισε στο χώμα, μια κίνηση που προφανώς του προκάλεσε πόνο. Μόρφασε, σήκωσε το ρυτιδωμένο πρόσωπό του προς τον ουρανό και έβγαλε ένα πονεμένο γρύλισμα. Ύστερα σή­ κωσε την κολοκύθα πάνω από τη ρόδα. Τη ζύγιασε στον αέρα για αρκετή ώρα, υπολογίζοντας την ευθεία μέχρι που τα γέρικα μπράτσα του άρχισαν να τρεμουλιάζουν, κι ύστερα την κατέβασε με φόρα πάνω στον μεταλλικό τροχό. Η κολοκύθα άνοιξε στα δύο. Αυτό που έγινε στη συνέχεια έγινε γρήγορα. Ο Τζορτζ άφη­ σε τη δική του μισοφαγωμένη κολοκύθα να πέσει στην αγκαλιά του, έγειρε προς τα εμπρός, άρπαξε το κεφάλι του γέρου με τα μεγάλα, πασαλειμμένα με πορτοκαλιά ζουμιά χέρια του και το έ­ στριψε απότομα. Το κρακ που έκανε ο λαιμός του γέρου ακού­ στηκε ακόμη και πίσω από το κλειστό παράθυρο της κουζίνας. Τα μακριά άσπρα μαλλιά ανέμισαν. Τα χρυσά γυαλάκια έπεσαν πά­ νω στην πρασιά με τα παντζάρια. Το κορμί του έκανε έναν δυνα­ τό σπασμό και κοκάλωσε. Ο Τζορτζ το άφησε να πέσει. Η Άλις έ­ κανε να ουρλιάξει κι ο Τομ της έκλεισε το στόμα με την παλάμη του. Τα μάτια του κοριτσιού, γουρλωμένα από τον τρόμο, συνέχι­ σαν να κοιτάζουν πάνω από το χέρι του. Έξω στον κήπο, ο Τζορτζ έπιασε ένα καινούριο ζουμερό κομμάτι κολοκύθας και άρχισε να τρώει ήρεμα. Η γυναίκα με τη σκισμένη μπλούζα κοίταξε γύρω της εντελώς αδιάφορα κι ύστερα έκοψε άλλη μια ντομάτα και τη δάγκωσε.


130

STEPHEN KING

Κόκκινα ζουμιά έσταξαν από το πιγούνι της και κύλησαν πάνω στον βρόμικο λαιμό της. Αυτή κι ο Τζορτζ συνέχισαν να κάθονται ήρεμα στον κήπο της πίσω αυλής του Γομ Μακόρτ τρώγοντας ω­ μά λαχανικά. Για κάποιο μυστήριο λόγο ο Κλέι σκέφτηκε ξαφνικά τον τίτλο μιας από τις αγαπημένες του ζωγραφιές: Το Ειρηνικό Βασίλειο. Δεν είχε καταλάβει ότι το είπε δυνατά ως τη στιγμή που ο Τομ τον κοίταξε βλοσυρά και είπε: «Όχι πια». 13 Οι τρεις τους στέκονταν ακόμη μπροστά στο παράθυρο της κουζί­ νας πέντε λεπτά αργότερα, όταν άρχισε να χτυπάει ένας συναγερ­ μός από κάποια απόσταση. Ακουγόταν βραχνός και αδύναμος σαν να κόντευε να σταματήσει σύντομα. «Έχεις ιδέα τι μπορεί να είναι;» ρώτησε ο Κλέι τον Τομ. Έξω στον κήπο, ο Τζορτζ είχε εγκαταλείψει τις κολοκύθες και είχε ξε­ θάψει μια μεγάλη πατάτα. Αυτό τον είχε φέρει πιο κοντά στη γυ­ ναίκα, αλλά εκείνη δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται. Όχι ακόμα, του­ λάχιστον. «Αν μαντεύω σωστά, πρέπει να σταμάτησε η γεννήτρια στο Σέιφγουεϊ του Κέντρου», είπε ο Τομ. «Προφανώς, σε περίπτωση που συμβεί αυτό, ενεργοποιείται συναγερμός μπαταρίας, λόγω των ψυγείων με τα τρόφιμα. Αλλά δεν είμαι σίγουρος. Μπορεί να είναι και η Φερστ Μπανκ του Μόλντεν, ή...» «Κοιτάξτε!» είπε η Άλις. Η γυναίκα κοκάλωσε με το χέρι απλωμένο σε μια ντομάτα, ση­ κώθηκε και προχώρησε προς την ανατολική πλευρά του σπιτιού του Τομ. Ο Τζορτζ σηκώθηκε κι αυτός καθώς τον προσπερνούσε η γυναίκα και ο Κλέι ήταν σίγουρος ότι θα τη σκότωνε, όπως είχε σκοτώσει λίγο πριν το γέρο. Μόρφασε αντανακλαστικά και είδε τον Τομ να αγκαλιάζει την Άλις, για να τη στρέψει προς την άλλη πλευρά, να μη δει. Αλλά ο Τζορτζ ακολούθησε απλώς τη γυναίκα και εξαφανίστηκε πίσω από τη γωνία του σπιτιού στο κατόπι της. Η Άλις γύρισε κι έτρεξε προς την πόρτα της κουζίνας.


Το ΚΙΝΗΤΌ

131

«Μη σε δουν!» είπε ο Τομ με σιγανή, αγωνιώδη φωνή κι έτρε­ ξε πίσω της. «Μείνε ήσυχος», είπε η Άλις. Ο Κλέι τους ακολούθησε, ανησυχώντας για όλα. Έφτασαν στην πόρτα της τραπεζαρίας τη στιγμή που η γυναίκα με το βρομερό γκρίζο παντελόνι και ο Τζορτζ με την ακόμα πιο βρομερή εργατική φόρμα περνούσαν έξω από το παράθυρο. Τα στόρια, που ήταν κατεβασμένα αλλά όχι κλειστά, έκοβαν σε λωρί­ δες τις δύο κινούμενες φιγούρες. Κανένας από τους δυο δεν κοίτα­ ξε προς το σπίτι και ο Τζορτζ ακολουθούσε τη γυναίκα από τόσο κοντά που θα μπορούσε άνετα να τη δαγκώσει στο σβέρκο. Η Ά­ λις, με τον Τομ και τον Κλέι πίσω της, προχώρησε στο διάδρομο ως το μικρό γραφείο του Τομ. Εκεί τα στόρια ήταν κλειστά, αλλά φάνηκαν οι σιλουέτες των δύο απέξω να προβάλλονται σαν σκιές σε οθόνη. Η Άλις συνέχισε προς το τέρμα του διαδρόμου και την πόρτα της μπροστινής βεράντας που έστεκε ανοιχτή. Το μάλλινο σάλι ήταν πεσμένο μισό πάνω και μισό κάτω από τον καναπέ, ό­ πως το είχε αφήσει ο Κλέι. Άαμπερό φως πρωινού ήλιου έλουζε την κλειστή βεράντα εισόδου. Οι σανίδες στο πάτωμα έμοιαζαν πυρωμένες. «Άλις, πρόσεχε!» είπε ο Κλέι. «Μην...» Αλλά το κορίτσι είχε ήδη σταματήσει. Απλώς κοίταζε. Ύστερα ο Τομ στάθηκε δίπλα της και είχαν σχεδόν το ίδιο ύψος. Κοιτώ­ ντας τους από πίσω, θα τους έπαιρνε κανείς για αδερφάκια. Κανέ­ νας από τους δυο δεν μπήκε στον κόπο να κρυφτεί για να μην τον δουν οι απέξω. «Να πάρει και να σηκώσει», είπε ο Τομ σαν να είχε δεχτεί ένα χτύπημα που του έκοψε την ανάσα. Η Άλις δίπλα του άρχισε να κλαίει· ένα σιγανό μουρμούρισμα μικρού παιδιού που δεν έχει πια κουράγιο να κλάψει. Ή που έχει αρχίσει να συνηθίζει την τιμωρία. Ο Κλέι έφτασε δίπλα τους. Η γυναίκα με το γκρίζο παντελόνι διέσχιζε διαγώνια την πρασιά με το γρασίδι μπροστά στο σπίτι. Ο Τζορτζ εξακολουθούσε να βαδίζει πίσω της, έχοντας συγχρονίσει απόλυτα το βήμα του με το δικό της. Το έχασε μόνο για μια στιγ­ μή, όταν βγήκαν στο δρόμο κι αυτός πέρασε γρήγορα δίπλα της και έπαψε να είναι η οπισθοφυλακή της. Η Σάλεμ Στρητ ήταν γεμάτη τρελούς των κινητών.


132

STEPHEN KING

Με μια πρώτη εκτίμηση, ο Κλέι υπολόγισε ότι ήταν περίπου χίλιοι, ίσως και παραπάνω. Έπειτα ανέλαβε πρωτοβουλία ο παρα­ τηρητής μέσα του -το ψυχρό μάτι του καλλιτέχνη- και συνειδητο­ ποίησε ότι είχε υπερεκτιμήσει κατά πολύ τον αριθμό τους, έχοντας αιφνιδιαστεί από την παρουσία τους. Εκεί που δεν περίμενε να δει ούτε ψυχή στο δρόμο είχε αντικρίσει ολόκληρο πλήθος. Και ήταν όλοι από αυτούς. Δεν άφηναν κανένα περιθώριο αμφιβολίας τα κε­ νά πρόσωπα, τα μάτια που ατένιζαν στο πουθενά, τα βρόμικα, μα­ τωμένα, κουρελιασμένα ρούχα (σε αρκετούς έλειπαν και τα ρού­ χα), οι σποραδικές άναρθρες κραυγές, οι κοφτές χειρονομίες που θύμιζαν νευρόσπαστα. Όπως εκείνος ο άντρας που φορούσε μόνο ένα μπλουζάκι πόλο και ένα κολλητό μαύρο εσώρουχο και χαιρε­ τούσε κάθε τόσο στρατιωτικά. Ή η ψηλή, παχιά κυρία που το κά­ τω χείλος της είχε σκιστεί και κρεμόταν ανοιχτό σε δυο σαρκώδη ρόδινα πέταλα που αποκάλυπταν όλη την κάτω μασέλα της. Ή ο ψηλός έφηβος με το μπλουτζίν που βάδιζε στο κέντρο της Σάλεμ Στρητ κραδαίνοντας κάτι που έμοιαζε με ματωμένο σιδερένιο λο­ στό. Ή ο Ινδός ή Πακιστανός κύριος που περνούσε τώρα μπροστά από το σπίτι του Τομ κουνώντας το σαγόνι του πέρα δώθε και τρί­ ζοντας δυνατά τα δόντια του. Και το αγόρι -στην ηλικία του Τζόνι, Χριστέ μου!- που περπατούσε σαν να μην έτρεχε τίποτε, σαν να μην ένιωθε κανέναν πόνο, ενώ το ένα χέρι του κρεμόταν σπα­ σμένο από την κλείδωση του ώμου. Και η όμορφη νεαρή με την κοντή φούστα και το κολλητό μπλουζάκι που κρατούσε μια ψόφια κουρούνα και έτρωγε κατευθείαν από το ανοιγμένο κόκκινο στο­ μάχι της. Κάποιοι βογκούσαν, κάποιοι έβγαζαν ήχους που θύμιζαν αόριστα λέξεις και όλοι κινούνταν προς την κατεύθυνση της ανα­ τολής. Ο Κλέι δεν ήξερε αν τους τραβούσε προς τα εκεί ο ήχος του συναγερμού ή η μυρωδιά των τροφίμων, αλλά βάδιζαν όλοι προς την κατεύθυνση του Μόλντεν Σέντερ. «Χριστέ μου, ο παράδεισος των ζόμπι», είπε ο Τομ. Ο Κλέι δεν απάντησε. Οι άνθρωποι εκεί έξω δεν ήταν ακριβώς ζόμπι, αλλά ο Τομ είχε πέσει πολύ κοντά. Αν κάποιος από αυτούς κοιτάξει προς τα εδώ και μας δει και αποφασίσει να μας κυνηγήσει, είμαστε ξεγραμμένοι. Δεν έχουμε καμιά ελπίδα. Ακόμη κι αν κλειδω­ θούμε στο κελάρι. Όσο για τα όπλα από το σπίτι απέναντι; Ξέχνα το. Η σκέψη ότι η γυναίκα του και ο γιος του μπορεί να έρχονταν


133

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

αντιμέτωποι με πλάσματα σαν κι αυτά τον γέμισε τρόμο. Δεν ήταν ιστορία σε κόμικς, κι αυτός δεν ήταν ήρωας. Ήταν ανήμπορος. Μπορεί οι τρεις τους να ήταν ασφαλείς μέσα στο σπίτι, αλλά απ' ό,τι έδειχναν τα πράγματα δεν θα ήταν εύκολο να πάνε πουθενά αλλού στο άμεσο μέλλον. 14 «Είναι σαν πουλιά», είπε η Άλις. Σκούπισε τα δάκρυα από τα μά­ γουλά της. «Σαν ένα σμήνος πουλιά». Ο Κλέι κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε και την αγκάλιασε αυ­ θόρμητα. Η Αλις είχε εντοπίσει αυτό που του είχε κάνει εντύπωση όταν παρακολουθούσε τον Τζορτζ τον μηχανικό να ακολουθεί τη γυναίκα αντί να τη σκοτώσει, όπως είχε κάνει με το γέρο. Φανερά κενοί στον επάνω όροφο και οι δύο, είχαν βγει ωστόσο στην μπροστινή αυλή και στο δρόμο σαν να είχαν κάνει μια κοινή, βου­ βή συμφωνία. «Δεν το πιάνω», είπε ο Τομ. «Μάλλον δεν έχεις δει το Ταξίδι του Αυτοκράτορα, για τη μεγά­ λη πορεία των πιγκουίνων», του είπε η Άλις. «Το έχω δει. Όποτε θέλω να δω πιγκουίνους να κάνουν βάδην πηγαίνω σε γαλλικό εστιατόριο», είπε ο Τομ. «Δεν έχεις προσέξει ποτέ τα πουλιά γενικά, ειδικά την άνοιξη και το φθινόπωρο;» τον ρώτησε ο Κλέι. «Δεν μπορεί. Κουρνιά­ ζουν όλα μαζί στο ίδιο δέντρο ή στη σειρά στο ίδιο σύρμα...» «Και μερικές φορές είναι τόσο πολλά που το σύρμα κάνει κοι­ λιά», είπε η Άλις. «Μετά σηκώνονται όλα μαζί και πετάνε. Ο μπα­ μπάς μου λέει πως πρέπει να έχουν έναν αρχηγό, αλλά ο κύριος Σάλιβαν, στο μάθημα της Βιολογίας -πρόπερσι το κάναμε, στην πρώτη γυμνασίου-, μας είπε ότι είναι ο ομαδικός νους. Το ίδιο κά­ νουν τα μυρμήγκια, ή οι μέλισσες όταν αφήνουν την κυψέλη». «Το κοπάδι στρίβει απότομα δεξιά ή αριστερά, σαν ένα σώμα, αλλά τα πουλιά δε συγκρούονται ποτέ μεταξύ τους», είπε ο Κλέι. «Καμιά φορά είναι τόσο πολλά που μαυρίζει ο ουρανός ή κάνουν τόση φασαρία που σε τρελαίνουν». Σταμάτησε. «Εκεί στην εξοχή


134

STEPHEN KING

που μένω εγώ». Σταμάτησε ξανά. «Τομ... γνωρίζεις κανέναν από αυτούς τους...ανθρώπους;» «Μερικούς. Αυτός εκεί είναι ο κύριος Ποτογουάμι από το φούρνο», είπε δείχνοντας τον Ινδό που κουνούσε το σαγόνι του κι έτριζε τα δόντια. «Εκείνη η όμορφη κοπέλα... νομίζω πως δουλεύει στην τράπεζα. Και θυμάσαι τον κύριο Σκότονι που σου έλεγα, αυ­ τόν που μένει απέναντι μου από την πίσω μεριά του τετραγώνου;» Ο Κλέι ένευσε καταφατικά. Ο Τομ έχασε ξαφνικά το χρώμα του κι έδειξε μια γυναίκα, σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, που φορούσε μόνο μια λεκιασμένη πο­ διά της κουζίνας που της έφτανε μέχρι τη μέση των μηρών. Ξανθά τσουλούφια κρέμονταν πάνω στα μάγουλά της και στο δεξί ρου­ θούνι της γυάλιζε ένας κρίκος. «Αυτή είναι η νύφη του», είπε ο Τομ. «Η Τζούντι. Έχει σκοτωθεί να μου δείξει πόσο με συμπαθεί». Και πρόσθεσε σε ξερό, ψύχραιμο τόνο: «Στενοχωριέμαι πολύ που τη βλέπω έτσι». Από την κατεύθυνση του κέντρου της πόλης ακούστηκαν πυ­ ροβολισμοί. Η Άλις έβγαλε μια φωνή, αλλά αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να της κλείσει το στόμα ο Τομ, το έκανε από μόνη της. Έτσι κι αλλιώς, κανένας από τους ανθρώπους στο δρόμο δεν έριξε ούτε μια ματιά προς το μέρος της. Ούτε η ριπή -από αυτόματο ό­ πλο, υπέθεσε ο Κλέι- είχε φανεί να τους ταράζει. Απλώς συνέχι­ σαν να περπατάνε, ούτε πιο αργά, ούτε πιο γρήγορα. Ο Κλέι περί­ μενε να ακούσει κι άλλους πυροβολισμούς. Ακούστηκε μόνο μια κραυγή, πολύ σύντομη, που κόπηκε απότομα. Είχαν σταθεί και οι τρεις στη σκιά, πίσω από την πόρτα προς τη βεράντα, και παρακολουθούσαν χωρίς να μιλάνε. Όλοι αυτοί που περνούσαν πήγαιναν ανατολικά και, παρ' όλο που δεν βάδι­ ζαν σε σχηματισμό, υπήρχε οπωσδήποτε μια τάξη στην παρέλασή τους. Ο Κλέι το διέκρινε αυτό πιο καλά όχι κοιτώντας τους ίδιους τους τρελούς, που συχνά κούτσαιναν ή έσερναν τα πόδια τους, που παραμιλούσαν και έκαναν παράξενες χειρονομίες, αλλά στο ρυθμό με τον οποίο περνούσαν οι σκιές τους έτσι όπως έπεφταν πάνω στο πεζοδρόμιο. Του θύμισαν τα Επίκαιρα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όπου τα βομβαρδιστικά περνούσαν κατά κύματα στον ουρανό. Μέτρησε διακόσιους πενήντα πριν τα παρα­ τήσει. Άντρες, γυναίκες, έφηβους. Και αρκετά παιδιά στην ηλικία


Το ΚΙΝΗΤΌ

135

του Τζόνι. Πολύ περισσότερα παιδιά παρά ηλικιωμένους, αν και ήταν ελάχιστα τα παιδιά ηλικίας κάτω των δέκα. Δεν ήθελε να σκεφτεί τι είχαν απογίνει τα μικρότερα παιδάκια που έμειναν χω­ ρίς κανέναν να τα φροντίζει μετά τον Παλμό. Ή τα αγοράκια και ra κοριτσάκια που βρίσκονταν κοντά σε ε­ νήλικους με κινητά. Όσο για τα παιδιά με άδεια βλέμματα που περνούσαν τώρα α­ πό μπροστά του, ο Κλέι αναρωτήθηκε πόσα από αυτά δεν είχαν ψήσει φέτος τους γονείς τους να τους αγοράσουν κινητά με χαρω­ πούς ήχους κλήσης, όπως ο Τζόνι. «Ένα μυαλό», είπε ο Τομ. «Το πιστεύετε;» «Εγώ, ναι», είπε η Άλις. «Γιατί... όσο να 'ναι... τι μυαλό μπο­ ρεί να έχουν πια αυτοί από μόνοι τους;» «Δίκιο έχει», είπε ο Κλέι. Το αποδημητικό κύμα (αν το σκεφτόσουν μια φορά έτσι, ήταν αδύνατον μετά να το δεις αλλιώς) αραίωσε μετά από μισή ώρα πε­ ρίπου, αλλά δεν σταμάτησε. Πέρασαν τρεις άντρες που βάδιζαν σε τριάδα, ένας με μπλουζάκι του μπόουλινγκ, ένας με τα υπόλοιπα ενός κοστουμιού και ο τρίτος με το κάτω μέρος του προσώπου του μια μάζα από σάρκες και αίματα. Ύστερα πέρασαν δύο άντρες και μια γυναίκα που πήγαιναν ο ένας πίσω από τον άλλον, έπειτα μια μεσόκοπη κυρία που έμοιαζε για βιβλιοθηκάριος (αρκεί να αγνο­ ούσες το ένα γυμνό στήθος της που κουνιόταν πέρα δώθε) πιασμέ­ νη αγκαζέ με ένα μικρομέγαλο, κοκαλιάρικο κορίτσι που θα μπο­ ρούσε να ήταν βοηθός βιβλιοθηκάριος. Ακολούθησε μια παύση στην πορεία κι έπειτα πέρασε άλλη μια ντουζίνα, βαδίζοντας σε σχηματισμό κενού τετραγώνου, σαν μάχιμη μονάδα από τους Να­ πολεόντειους Πολέμους. Και από μακριά άρχισαν να ακούγονται ήχοι μάχης: σποραδικοί πυροβολισμοί από τουφέκια ή περίστροφα και μια φορά η ριπή ενός αυτομάτου, από πολύ πιο κοντά, από το γειτονικό Μέντφορντ ίσως, ή και από το ίδιο το Μόλντεν. Και κραυγές, μακρινές οι περισσότερες. Υπήρχαν ακόμη λογικοί άνθρωποι σ' εκείνα τα μέρη, και μερι­ κοί από αυτούς είχαν στα χέρια τους όπλα. Προφανώς, αμύνονταν πυροβολώντας τους τρελούς των κινητών. Άλλοι ίσως δεν είχαν την τύχη να βρίσκονται μέσα σε σπίτια όταν ανέτειλε ο ήλιος και βγήκαν οι τρελοί. Ο Κλέι θυμήθηκε τον Τζορτζ τον μηχανικό να


136

STEPHEN KING

αρπάζει το κεφάλι του γέρου με τα πορτοκαλιά του χέρια, να το στρίβει, να σπάει το λαιμό και τα γυαλάκια για το διάβασμα να πέφτουν πάνω στα παντζάρια και να μένουν εκεί. Για πάντα. «Θέλω να πάω μέσα να καθίσω κάπου», είπε η Άλις. «Δε θέλω να τους βλέπω άλλο. Ούτε να τους ακούω. Με αηδιάζουν». «Φυσικά», είπε ο Κλέι. «Τομ, δεν πας;...» «Όχι», είπε ο Τομ. «Πήγαινε εσύ. Εγώ θα μείνω να παρακο­ λουθήσω. Νομίζω πως ένας από μας πρέπει να μείνει να παρακο­ λουθεί, δε συμφωνείς;» Ο Κλέι ένευσε καταφατικά. Συμφωνούσε. «Έλα να με αντικαταστήσεις σε καμιά ώρα. Στρίβε τώρα και πήγαινε να ξεκουραστείς». «Εντάξει. Έγινε». Ο Κλέι αγκάλιασε την Άλις από τους ώμους και προχώρησαν στο διάδρομο. «Κάτι ακόμα», φώναξε πίσω τους ο Τομ. Γύρισαν και τον κοίταξαν. «Νομίζω πως πρέπει να προσπαθήσουμε όλοι να ξεκουρα­ στούμε όσο περισσότερο γίνεται σήμερα. Αν σκοπεύουμε ακόμη να φύγουμε προς τα βόρεια». Ο Κλέι τον κοίταξε καλά καλά για να σιγουρευτεί ότι σοβαρολογούσε. Έτσι έδειχνε, αλλά... «Είδες τι γίνεται εκεί έξω;» ρώτησε. «Άκουσες τους πυροβολι­ σμούς; Τις...» Απέφυγε να πει κραυγές, επειδή ήταν μπροστά η Ά­ λις, αν και ήταν πολύ αργά για να προσπαθήσει να προστατέψει τις ευαισθησίες που της είχαν απομείνει, «...τις φωνές;» «Και βέβαια», είπε ο Τομ. «Όμως οι τρελοί εξαφανίστηκαν τη νύχτα, έτσι δεν είναι;» Για μερικές στιγμές ο Κλέι και η Άλις έμειναν κόκαλο. Έπειτα η Άλις άρχισε να χτυπάει τα χέρια της, σε ένα ήρεμο, σχεδόν βου­ βό χειροκρότημα. Και ο Κλέι άρχισε να χαμογελάει. Αισθάνθηκε άβολα μ' εκείνο το χαμόγελο στα χείλη του και η ελπίδα που το προκαλούσε ήταν σχεδόν μια οδυνηρή αίσθηση. «Τομ, υποψιάζομαι ότι είσαι μεγαλοφυία», είπε. Ο Τομ δεν του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Μη φτιάχνεσαι», εί­ πε. «Ποτέ δεν πέρασα τη βάση στα σχολικά τεστ ικανότητας».


137

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

15 Νιώθοντας εμφανώς καλύτερα, η Άλις ανέβηκε επάνω να ψάξει στην ντουλάπα του Τομ για ρούχα που θα μπορούσε να φορέσει. Ο Κλέι κάθισε στον καναπέ και σκεφτόταν τη Σάρον και τον Τζόνι, προσπαθώντας να μαντέψει τι μπορεί να είχαν κάνει και πού ή­ ταν πιθανό να είχαν πάει, πάντα με την προϋπόθεση ότι είχαν την τύχη να βρίσκονται μαζί. Λαγοκοιμήθηκε καθιστός και τους είδε στον ύπνο του, στο δημοτικό σχολείο του Κεντ Ποντ, εκεί που δί­ δασκε η Σάρον. Ήταν ταμπουρωμένοι στο γυμναστήριο μαζί με καμιά τριανταριά άλλους, έτρωγαν σάντουιτς από την καντίνα του σχολείου και έπιναν μικρά κουτάκια σοκολατούχο γάλα. Ήταν... Τον ξύπνησε η Άλις, που τον φώναζε από επάνω. Ο Κλέι κοί­ ταξε το ρολόι του και είδε ότι κοιμόταν είκοσι λεπτά στον καναπέ. Σάλια είχαν τρέξει στο πιγούνι του. Πήγε στη βάση της σκάλας. «Άλις; Όλα εντάξει;» Είδε ότι είχε στραφεί και ο Τομ και κοίταζε. «Ναι, αλλά μπορείς να έρθεις για ένα λεπτό;» «Και βέβαια». Ο Κλέι κοίταξε τον Τομ, ανασήκωσε τους ώ­ μους του κι ανέβηκε επάνω. Η Άλις ήταν στο δωμάτιο των ξένων, που δεν φαινόταν να έχει φιλοξενήσει και πολλούς ξένους. Τα δυο μαξιλάρια έδειχναν πως ο Τομ είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας κοντά στο κο­ ρίτσι και τα ανακατωμένα σκεπάσματα ήταν ένδειξη άσχημου ύ­ πνου. Η Άλις είχε βρει ένα χακί παντελόνι που της ερχόταν σχεδόν ίσα ίσα και ένα φούτερ με τη στάμπα ενός γιγάντιου κύματος και τις λέξεις ΚΑΝΟΜΠΙ ΛΕΪΚ ΠΑΡΚ να ακολουθούν την κορυφο­ γραμμή του. Πάνω στο πάτωμα ήταν ένα μεγάλο φορητό ραδιοκα­ σετόφωνο, από κείνα που ο Κλέι και οι φίλοι του λιγουρεύονταν όπως ο Τζόνι-Τζι το κόκκινο κινητό, όταν ήταν έφηβοι. Ο Κλέι και οι φίλοι του αποκαλούσαν αυτά τα μηχανήματα «φορητά του γκέ­ το» -οι μαύροι τα κουβαλούσαν συνήθως στον ώμο τους και τα έ­ παιζαν στη διαπασών κολλητά στο αυτί τους- ή «ντουντούκες». «Το βρήκα μέσα στην ντουλάπα και οι μπαταρίες του φαίνο­ νται φρέσκιες», είπε η Άλις. «Σκέφτηκα να το ανοίξω να ψάξω για κανένα σταθμό, αλλά φοβήθηκα».


138

STEPHEN KING

Ο Κλέι κοίταξε το ραδιοκασετόφωνο πάνω στο καλογυαλισμέ­ νο δρύινο πάτωμα και φοβήθηκε κι αυτός. Λες κι έβλεπε οπλισμέ­ νο περίστροφο. Ταυτόχρονα, του ήρθε να απλώσει το χέρι του και να γυρίσει το κουμπί επιλογής από την ένδειξη CD στην ένδειξη FM. Το ίδιο θα πρέπει να είχε νιώσει και η Άλις, υπέθεσε, και γι' αυτό τον είχε φωνάξει. Δεν πρέπει να διέφερε από την επιθυμία να πιάσεις στα χέρια σου ένα οπλισμένο περίστροφο. «Μου το χάρισε η αδερφή μου πρόπερσι, στα γενέθλια μου», είπε ο Τομ από την πόρτα και ο Κλέι με την Άλις τινάχτηκαν. «Τον Ιούλιο που μας πέρασε του έβαλα μπαταρίες και το πήρα στην παραλία. Όταν ήμουν μικρός, όλοι πηγαίναμε στην παραλία με τα ραδιόφωνά μας, αλλά εγώ ποτέ δεν είχα ένα τόσο μεγάλο». «Ούτε εγώ», είπε ο Κλέι. «Αλλά το ονειρευόμουν». «Το πήρα μαζί μου στην παραλία του Χάμπτον του Νιου Χαμσάιρ, με ένα πάκο CD των Βαν Άλεν και της Μαντόνα, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Ούτε κατά διάνοια. Από τότε δεν το έχω ξαναχρησι­ μοποιήσει. Όλοι οι σταθμοί θα είναι νεκροί, φαντάζομαι, εσείς τι λέτε;» «Μερικοί σίγουρα θα εκπέμπουν ακόμη», είπε η Άλις. Δάγκωνε νευρικά το κάτω χείλος της. Ο Κλέι σκέφτηκε πως, αν δεν σταμα­ τούσε σύντομα, θα το μάτωνε. «Κάποιοι σταθμοί που οι φίλοι μου τους λένε ρομπο-έιτις. Έχουν εύκολα ονόματα όπως ΜΠΟΜΠ και ΦΡΑΝΚ, αλλά προέρχονται όλοι από το ίδιο γιγάντιο ραδιο-κομπιούτερ που βρίσκεται στο Κολοράντο και αναμεταδίδει μέσω δορυφόρου. Τουλάχιστον, έτσι λένε οι φίλοι μου. Και...» Έγλειψε το χείλος της στο σημείο που δάγκωνε. Ήταν γυαλιστερό από το αίμα που είχε μαζευτεί κάτω από την επιφάνεια. «Το ίδιο δε γίνεται και με το σήμα των κινητών; Δε μεταδίδεται μέσω δορυφόρων;» «Δεν ξέρω», είπε ο Τομ. «Νομίζω πως ναι, τα υπεραστικά ί­ σως... τα υπερπόντια σίγουρα... και υποθέτω ότι η σωστή ιδιοφυΐα θα μπορούσε να στείλει το λάθος δορυφορικό σήμα σε όλες αυτές τις κεραίες μικροκυμάτων της κινητής τηλεφωνίας που βλέπου­ με... αυτές που κατανέμουν το σήμα...» Ο Κλέι κατάλαβε για ποιες κεραίες μιλούσε ο Τομ: για τους α­ τσάλινους σκελετούς με τα δορυφορικά πιάτα ολόγυρά τους, που έμοιαζαν με γκρίζες βεντούζες. Είχαν ξεφυτρώσει παντού τα τε­ λευταία δέκα χρόνια.


Το ΚΙΝΗΤΌ

139

«Αν πιάσουμε έναν τοπικό σταθμό», πρότεινε ο Τομ, «ίσως μπορέσουμε να ακούσουμε ειδήσεις. Να πάρουμε μια ιδέα για το τι να κάνουμε, πού να πάμε». «Ναι, αλλά αν αυτό το πράγμα μεταδίδεται και με τα ραδιοκύ­ ματα;» είπε η Άλις. «Καταλάβατε τώρα τι λέω; Αν συντονιστείς μ' αυτό που άκουσε η...» Έγλειψε πάλι το χείλος της και ξανάρχισε το μάσημα, «...η μητέρα μου; Και ο πατέρας μου; Κι αυτός, ναι. Είχε ένα ολοκαίνουριο κινητό, με όλα τα κλαπατσίμπαλα -βίντεο, αυτόματη κλήση, σύνδεση με Ίντερνετ-, είχε ξετρελαθεί με το και­ νούριο μωρό του!» Έβγαλε ένα μικρό γέλιο, υστερικό και λυπημέ­ νο μαζί· συνδυασμός που σε ζάλιζε. «Και αν συντονιστούμε σ' αυ­ τό που άκουσαν εκείνοι; Οι γονείς μου, οι άνθρωποι εκεί έξω; Θέ­ λετε να το ρισκάρετε;» Στην αρχή ο Τομ δεν μίλησε. Ύστερα είπε, διστακτικά, σαν να δοκίμαζε πώς ακουγόταν η ιδέα: «Μπορεί να το ρισκάρει μόνο ο ένας από μας. Οι άλλοι δύο να φύγουν και να περιμένουν μέχρι...» «Όχι», είπε ο Κλέι. «Όχι, σας παρακαλώ», είπε η Άλις, σχεδόν έτοιμη να βάλει τα κλάματα πάλι. «Σας θέλω και τους δυο. Σας χρειάζομαι και τους δυο». Στέκονταν γύρω από το ραδιόφωνο και το κοίταζαν. Ο Κλέι κατέληξε να σκέφτεται τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντα­ σίας που διάβαζε όταν ήταν έφηβος (στην παραλία μερικές φορές, ακούγοντας Νιρβάνα αντί για Βαν Άλεν στο ραδιόφωνο). Σε πολ­ λά απ' αυτά ερχόταν το τέλος του κόσμου. Κι έπειτα οι ήρωες τον ξανάχτιζαν από την αρχή. Όχι χωρίς αγώνες και δυσκολίες και α­ νατροπές, αλλά ναι, χρησιμοποιούσαν όλα τα σύγχρονα εργαλεία και την τεχνολογία για να τον ξαναχτίσουν από την αρχή. Πουθε­ νά δεν θυμόταν να στέκονταν άπραγοι οι ήρωες μέσα σε μια κρε­ βατοκάμαρα κοιτώντας ένα ραδιόφωνο στο πάτωμα. Αργά ή γρή­ γορα κάποιος θα χρησιμοποιήσει ένα εργαλείο ή θα ανάψει ένα ρα­ διόφωνο, κατέληξε, γιατί κάποιος πρέπει οπωσδήποτε να το κάνει. Ναι. Αλλά όχι εκείνο το πρωί. Νιώθοντας σαν να πρόδιδε κάτι ανώτερο απ' αυτό που χωρού­ σε ο νους του, σήκωσε το φορητό ραδιοκασετόφωνο του Τομ, το έβαλε πίσω στην ντουλάπα και έκλεισε την πόρτα.


140

STEPHEN KING

16 Περίπου μια ώρα αργότερα, η τακτική αποδημία προς τα ανατολι­ κά άρχισε να καταρρέει. Ο Κλέι ήταν σκοπιά. Η Άλις βρισκόταν στην κουζίνα και έτρωγε ένα από τα σάντουιτς που είχαν φέρει μαζί τους από τη Βοστόνη. Είχε πει ότι έπρεπε να τελειώσουν τα σάντουιτς πριν αρχίσουν να καταναλώνουν τις κονσέρβες που υ­ πήρχαν στο μικρό ντουλάπι του Τομ, γιατί κανείς δεν ήξερε πότε θα έβρισκαν ξανά φρέσκα τρόφιμα. Ο Τομ κοιμόταν στον καναπέ του καθιστικού. Ο Κλέι άκουγε το σιγανό, ήρεμο ροχαλητό του. Αρχικά πρόσεξε μερικούς που πήγαιναν κόντρα στο ρεύμα προς τα ανατολικά κι έπειτα διαισθάνθηκε μια χαλάρωση της τά­ ξης που επικρατούσε στη Σάλεμ Στρητ. Ήταν τόσο αόριστη που ο εγκέφαλός του το κατέγραψε σαν διαίσθηση και όχι σαν κάτι συ­ γκεκριμένο που το είχε παρατηρήσει με τα μάτια του. Ο Κλέι δεν έδωσε σημασία. Σκέφτηκε ότι ήταν ψεύτικη εντύπωση, ότι οφει­ λόταν στους λίγους αποπροσανατολισμένους που πήγαιναν δυτικά αντί ανατολικά. Μέχρι που κοίταξε τις σκιές στην άσφαλτο. Η τα­ κτική ακολουθία σε σχήμα ψαροκόκαλου που είχε παρατηρήσει νωρίτερα τώρα είχε αρχίσει να παραμορφώνεται. Και σύντομα έ­ παψε να υπάρχει οποιοδήποτε μοτίβο. Κι άλλοι άνθρωποι κατευθύνονταν δυτικά τώρα. Όλοι ροκάνι­ ζαν τρόφιμα που πρέπει να είχαν πάρει από κάποιο σούπερ μάρκετ, μάλλον από το Σέιφγουεϊ που είχε αναφέρει πριν ο Τομ. Η νύ­ φη του κυρίου Σκότονι κουβαλούσε έναν τεράστιο κορμό παγωτό σοκολάτα, που έλιωνε πάνω στην ποδιά της και την είχε πασαλεί­ ψει από τη μύτη ως τα γόνατα. Και αν ο Ινδός κύριος Ποτογουάμι ήταν εκ πεποιθήσεως χορτοφάγος μέχρι χτες, τώρα σεργιάνιζε τσι­ μπολογώντας από τον ωμό κιμά με τον οποίο είχε γεμίσει και τις δύο χούφτες του. Ένας χοντρός με βρόμικο μπεζ κοστούμι κρα­ τούσε αγκαλιά κάτι που έμοιαζε με μισοξεπαγωμένο αρνίσιο μπούτι και, όταν η Τζούντι Σκότονι δοκίμασε να του το πάρει, ο χοντρός τής έριξε μια με το μπούτι κατακούτελα. Η γυναίκα έπεσε αργά και αθόρυβα, σαν χτυπημένος ταύρος σε αρένα, με την κοι­ λιά μπροστά, πλακώνοντας τον μισολιωμένο κορμό παγωτό σοκο­ λάτα της πάνω στην άσφαλτο.


Το ΚΙΝΗΤΌ

141

Στη Σάλεμ Στρητ υπήρχε τώρα ένα αραιό πλήθος που στριφο­ γύριζε άσκοπα καν άφθονη βία για συνοδεία, που όμως σε καμιά περίπτωση δεν ήταν η τυφλή, άσκοπη βία του χτεσινού απογεύμα­ τος. Στο Μόλντεν Σέντερ, ο κουρασμένος βραχνός συναγερμός εί­ χε αποπνεύσει εδώ και ώρα. Από κάπου μακριά συνέχιζαν να α­ κούγονται σποραδικοί πυροβολισμοί, αλλά ούτε ένας κοντινός με­ τά από εκείνη τη ριπή αυτομάτου που είχε ακουστεί νωρίς το πρωί από το κέντρο της πόλης. Ο Κλέι παρατηρούσε προσεκτικά για να δει αν κάποιοι από τους τρελούς θα επιχειρούσαν να μπουν σε σπίτια, αλλά εκείνοι, παρ' όλο που βάδιζαν αραιά και πού στις πρασιές με το γρασίδι, δεν έδιναν κανένα σημάδι ότι σκόπευαν να προχωρήσουν από την απλή καταπάτηση ξένης ιδιοκτησίας στη διάρρηξη. Αυτό που κυρίως έκαναν ήταν να τριγυρίζουν άσκοπα, προσπαθώντας πού και πού ν' αρπάξουν την τροφή ο ένας του άλ­ λου, και τότε άρχιζαν τις μπουνιές και τις δαγκωνιές. Τρεις, τέσ­ σερις -η έγκυος Σκότονι, παραδείγματος χάρη- ήταν πεσμένοι στο δρόμο, νεκροί ή αναίσθητοι. Οι περισσότεροι απ' αυτούς που είχαν περάσει νωρίτερα μπροστά από το σπίτι του Τομ βρίσκο­ νταν ακόμη στην κεντρική πλατεία της πόλης, ίσως έχοντας στή­ σει υπαίθριο χορό, σκέφτηκε ο Κλέι, στα πλαίσια του Πρώτου Ε­ τήσιου Φεστιβάλ Ωμού Κρέατος του Μόλντεν. Καλύτερα που εί­ χαν μείνει εκεί. Ήταν περίεργο όμως το πώς η ομαδική αίσθηση του σκοπού -η αίσθηση του κοπαδιού- έμοιαζε να χαλαρώνει και να χάνεται. Μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, όταν άρχισε να νυστάζει για τα καλά πια, ο Κλέι πήγε στην κουζίνα και βρήκε την Άλις να λαγοκοιμάται στο τραπέζι, με το κεφάλι πάνω στα σταυρωμένα χέρια της. Στη χούφτα της κρατούσε χαλαρά το αθλητικό παπουτσάκι, το Μωρουδίστικο Νάικ, όπως το είχε αποκαλέσει. Όταν ο Κλέι την ξύπνησε, τον κοίταξε νυσταγμένα και έφερε ενστικτωδώς το παπούτσι πάνω στο στήθος της, σαν να φοβήθηκε ότι ήθελε να της το πάρει. Ο Κλέι τη ρώτησε αν μπορούσε να τον αντικαταστήσει για λί­ γη ώρα φυλώντας σκοπιά στο τέρμα του διαδρόμου, χωρίς να απο­ κοιμηθεί ξανά ή να τη δουν απέξω. Του απάντησε ότι μπορούσε. Ο Κλέι βασίστηκε στο λόγο της και κουβάλησε μια από τις καρέ-


142

STEPHEN KING

κλες της κουζίνας για να καθίσει. Η Άλις κοντοστάθηκε μπροστά από την πόρτα του καθιστικού. «Ρίξε μια ματιά», του είπε. Ο Κλέι κοίταξε πάνω από τον ώμο του κοριτσιού και είδε το γάτο, τον Ρέιφ, να κοιμάται κουλουριασμένος πάνω στην κοιλιά του Τομ. Γουργούριζε πανευτυχής. Η Άλις κάθισε εκεί που έβαλε ο Κλέι την καρέκλα, αρκετά πιο μέσα από την πόρτα, ώστε να μη φαίνεται από το δρόμο αν τύχαι­ νε να κοιτάξει κανείς. Με την πρώτη ματιά που έριξε στη Σάλεμ Στρητ, η Άλις είπε: «Δεν είναι πια κοπάδι. Τι έπαθαν;» «Δεν ξέρω». «Τι ώρα είναι;» Ο Κλέι κοίταξε το ρολόι του. «Δώδεκα και είκοσι». «Τι ώρα ήταν όταν προσέξαμε ότι έγιναν κοπάδι;» «Δεν ξέρω, Άλις». Ο Κλέι προσπαθούσε να είναι υπομονετικός με το κορίτσι, αλλά έκλειναν τα μάτια του από τη νύστα. «Εξίμισι; Εφτά; Δεν ξέρω. Τι σημασία έχει;» «Αν καταγράψουμε τη συμπεριφορά τους, μπορεί να σημαίνει πολλά, δε νομίζεις;» Ο Κλέι της απάντησε ότι θα το σκεφτόταν αφού θα είχε κοιμη­ θεί και ξεκουραστεί πρώτα. «Μια δυο ωρίτσες», της είπε. «Ύστε­ ρα ξύπνησε ή εμένα ή τον Τομ. Νωρίτερα, αν κάτι δεν πάει καλά». «Χειρότερα απ' αυτό δε γίνεται», είπε σιγανά η Άλις. «Πήγαι­ νε επάνω. Φαίνεσαι πραγματικά ράκος». Ο Κλέι ανέβηκε στο δωμάτιο των ξένων, έβγαλε τα παπούτσια του και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Σκέφτηκε για λίγο αυτό που είχε πει η Άλις: Αν καταγράψουμε τη συμπεριφορά τους. Είχε μια λογι­ κή. Αίγες οι πιθανότητες, αλλά μπορεί και να... Ήταν ένα ευχάριστο δωμάτιο, πολύ ευχάριστο, γεμάτο ήλιο. Ξαπλώνοντας σ' ένα δωμάτιο σαν κι αυτό, πολύ εύκολα ξεχνούσες πως μέσα στην ντουλάπα υπήρχε ένα ραδιόφωνο που δεν τολμού­ σες να το ανοίξεις. Δεν ήταν όμως καθόλου εύκολο να ξεχάσεις ό­ τι η γυναίκα σου, αγαπημένη ακόμα παρά το χωρισμό, και ο γιος σου -ο λατρεμένος, όχι απλώς αγαπημένος- μπορεί να είχαν τρε­ λαθεί. Παρ' όλα αυτά, το σώμα έχει τις δικές του επιτακτικές ανά­ γκες. Και αν υπήρχε ιδανικό δωμάτιο για απογευματινό υπνάκο, ή­ ταν αυτό εδώ. Το ποντίκι του πανικού σάλεψε, αλλά δεν δάγκωσε και ο Κλέι αποκοιμήθηκε σχεδόν με το που έκλεισε τα μάτια του.


143

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

17 Αυτή τη φορά ξύπνησε η Άλις τον Κλέι, ταρακουνώντας τον. Το μικρό μοβ παπουτσάκι ταλαντευόταν μπροστά στο στήθος του ό­ πως τον κουνούσε από τον ώμο. Η Άλις το είχε δέσει στον καρπό της, σαν ένα είδος μακάβριου φυλαχτού. Το φως στο δωμάτιο είχε αλλάξει. Έπεφτε από άλλη γωνία και ήταν πολύ λιγότερο. Ο ίδιος είχε γυρίσει στο πλευρό του και ένιωθε την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα, σίγουρο σημάδι ότι είχε κοιμηθεί αρκετά. Ανακάθισε στο κρεβάτι και είδε έκπληκτος, αν όχι έντρομος, ότι η ώρα ήταν έξι και τέταρτο. Είχε κοιμηθεί πάνω από πέντε ώρες. Ήταν επόμε­ νο, γιατί η περασμένη νύχτα δεν ήταν η πρώτη που είχε κοιμηθεί ελάχιστα. Και την προηγούμενη του είχε λείψει ύπνος. Νευρικότη­ τα και αγωνία για την παρουσίαση που είχε να κάνει στους αν­ θρώπους της Νταρκ Χορς Κόμικς. «Όλα εντάξει;» ρώτησε την Άλις. «Γιατί με άφησες και κοιμή­ θηκα τόσες ώρες;» «Γιατί το χρειαζόσουν. Ο Τομ κοιμήθηκε ως τις δύο κι εγώ ως τις τέσσερις. Μετά φυλάγαμε σκοπιά μαζί. Κατέβα να δεις κι εσύ. Είναι εκπληκτικό». «Έγιναν πάλι κοπάδι;» Η Άλις κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Και πάνε προς την αντίθετη κατεύθυνση τώρα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Έλα και θα δεις». Ο Κλέι άδειασε την κύστη του στο μπάνιο και έτρεξε στο ισό­ γειο. Ο Τομ και η Άλις στέκονταν όρθιοι στην εσωτερική πόρτα της βεράντας, αγκαλιασμένοι από τη μέση. Δεν υπήρχε πια φόβος να τους δουν απέξω· ο ουρανός είχε συννεφιάσει και η βεράντα εί­ χε βυθιστεί ήδη στη σκιά. Λίγοι άνθρωποι είχαν απομείνει στη Σάλεμ Στρητ. Όλοι κινούνταν προς τα δυτικά, όχι ακριβώς τρέχο­ ντας, αλλά με σταθερό, γοργό βήμα. Πέρασε μια ομάδα των τεσ­ σάρων που έπιανε όλο το δρόμο, δρασκελίζοντας πεσμένα σώμα­ τα και πεταμένα τρόφιμα, που ανάμεσά τους ήταν και το κατεψυγ­ μένο αρνίσιο μπούτι φαγωμένο ως το κόκαλο, πολλές σκισμένες πλαστικές και χάρτινες συσκευασίες με άγνωστο περιεχόμενο και σκόρπια, πατημένα φρούτα και λαχανικά. Πίσω τους ακολουθού-


144

STEPHEN KING

σε μια ομάδα των έξι σε ευθεία παράταξη. Οι δύο ακρινοί πήγαι­ ναν από τα πεζοδρόμια. Δεν κοίταζαν ο ένας τον άλλον, αλλά ήταν τόσο καλά στοιχισμένοι, που, όταν πέρασαν μπροστά από το σπίτι, του Τομ, φάνηκαν για μια στιγμή σαν ένα σώμα και ο Κλέι πρόσεξε ότι ακόμη και τα χέρια τους κινούνταν σε απόλυτο συγχρονι­ σμό. Πίσω τους ακολουθούσε ένας νεαρός, δεκατετράχρονος το πολύ, που κούτσαινε κι έβγαζε κάτι άναρθρα μουγκανητά σαν πρόβατο πασχίζοντας να τους προλάβει. «Άφησαν πίσω τους νεκρούς και τους βαριά αναίσθητους», εί­ πε ο Τομ, «αλλά βοήθησαν έναν δυο που σάλευαν να σηκωθούν». Ο Κλέι αναζήτησε την έγκυο και δεν την είδε πουθενά. «Η νε­ αρή Σκότονι;» «Ήταν μια από αυτούς που βοηθήθηκαν». «Άρα, ξανάρχισαν να λειτουργούν σαν άνθρωποι». «Ούτε να το σκέφτεσαι», είπε η Άλις. «Ένας απ' αυτούς που βοήθησαν δεν μπορούσε να περπατήσει και, αφού ξανάπεσε δυο τρεις φορές, ο ένας από τους δύο που τον στήριζαν βαρέθηκε να παριστάνει τον πρόσκοπο και τον...» «Τον σκότωσε», είπε ο Τομ. «Κι ούτε καν με τα χέρια, όπως ο άλλος στον κήπο. Με τα δόντια. Του έσκισε το λαιμό». «Εγώ είδα τι πήγαινε να κάνει και κοίταξα αλλού», είπε η Ά­ λις. «Άκουσα, όμως, πώς... στρίγκλισε». «Ήρεμα», είπε ο Κλέι και της έσφιξε μαλακά το μπράτσο. «Η­ ρέμησε τώρα». Ο δρόμος είχε σχεδόν ερημώσει. Πέρασαν άλλοι δυο βαριά· χτυπημένοι, αλλά, παρ' όλο που πήγαιναν δίπλα δίπλα, κούτσαι­ ναν τόσο άσχημα και οι δυο που χανόταν κάθε εντύπωση συγχρο­ νισμού. «Πού πηγαίνουν;» ρώτησε ο Κλέι. «Η Άλις πιστεύει ότι μαζεύονται κάπου μέσα», είπε ο Τομ και α­ κουγόταν ενθουσιώδης. «Πριν σκοτεινιάσει. Μπορεί να έχει δίκιο». «Πού; Πού μέσα; Είδατε κανέναν απ' αυτούς να μπαίνει σε κά­ ποιο από τα σπίτια της γειτονιάς;» «Όχι», απάντησαν και οι δυο μαζί. «Δε γύρισαν όλοι πίσω», είπε η Άλις. «Με τίποτε δεν ήταν τό­ σο πολλοί αυτοί που ανέβηκαν τη Σάλεμ Στρητ, όσοι την κατέβη­ καν το πρωί. Επομένως αρκετοί είναι ακόμα στο Μόλντεν Σέντερ


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

145

ή και πιο πέρα. Μπορεί να κινούνται προς τα δημόσια κτίρια, ό­ πως σχολικά γυμναστήρια...» Σχολικά γυμναστήρια. Του Κλέι δεν του άρεσε καθόλου αυτό που άκουσε. «Έχεις δει την ταινία Το Ξύπνημα των Νεκρών;» τον ρώτησε η Άλις. «Ναι. Μη μου πεις ότι οι δικοί σου άφησαν εσένα να τη δεις!» Η Άλις τον κοίταξε σαν να ήταν ηλίθιος. Ή πολύ γέρος. «Μια φίλη μου είχε το DVD. To είδαμε κρυφά ένα βράδυ που κοιμήθη­ κα σπίτι της, όταν ήμαστε ακόμη στη δευτέρα γυμνασίου». Πολύ παλιά, άφηνε να εννοηθεί ο τόνος της φωνής της. Όταν υπήρχε α­ κόμη το Πόνι Εξπρές και μαύριζαν οι πεδιάδες από τα κοπάδια των βουβαλιών. «Σ' αυτή την ταινία όλοι οι πεθαμένοι -εντάξει, όχι ό­ λοι, οι περισσότεροι- γύριζαν πίσω στο εμπορικό κέντρο όταν ξυ­ πνούσαν». Ο Τομ Μακόρτ την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια κι έβαλε τα γέλια. Δεν ήταν ένα σύντομο μικρό γέλιο, αλλά μια σειρά από χα­ χανητά, τόσο δυνατά που ακούμπησε στον τοίχο για να στηριχτεί. Ο Κλέι το βρήκε σκόπιμο να κλείσει την πόρτα ανάμεσα στο διά­ δρομο και τη βεράντα. Κανείς δεν ήξερε τι μπορεί να άκουγαν οι δύο σακάτηδες στο δρόμο. Η ακοή του παρανοϊκού αφηγητή στο διήγημα του Πόε «Μια Καρδιά Ομολογεί» ήταν οξύτατη. «Αλήθεια, αυτό έκαναν», είπε η Άλις κι έβαλε τα χέρια στη μέ­ ση. Το παπουτσάκι χοροπήδησε πάνω στο γοφό της. «Πήγαιναν γραμμή στο εμπορικό κέντρο». Ο Τομ γέλασε ακόμη πιο πολύ. Τα γόνατα του λύγισαν και γλίστρησε αργά προς το πάτωμα του διαδρόμου χαχανίζοντας και χτυπώντας τα χέρια του στους μη­ ρούς του. «Πέθαναν...» είπε λαχανιασμένος από τα γέλια, «και αναστήθη­ καν... για να πάνε... στο εμπορικό κέντρο. Χριστέ μου, ξέρει ο Τζέρι Φ-Φόλγουελ...» Τον έπιασε καινούρια κρίση γέλιου. Δάκρυα κυλούσαν ασυγκράτητα στα μάγουλά του. Κατάφερε να ελέγξει τον εαυτό του ίσα για να αποτελειώσει τη φράση του. «Το ξέρει ο Τζέρι Φόλγουελ ότι ο παράδεισος είναι το Μολ του Νιούκασλ;» Άρχισε να γελάει και ο Κλέι. Και η Άλις, παρ' όλο που ο Κλέι νόμισε πως το κορίτσι είχε τσαντιστεί λιγάκι που η παρατήρησή της είχε αντιμετωπιστεί όχι με ενδιαφέρον, ούτε καν με χιούμορ,


146

STEPHEN KING

αλλά με χάχανα. Κι είναι γνωστό πως έτσι κι αρχίσει ένας να γε­ λάει είναι πολύ δύσκολο να μην κολλήσεις. Ακόμη κι αν είσαι τσαντισμένος. Κόντευαν να ηρεμήσουν, όταν ο Κλέι είπε στα καλά καθούμε­ να, «Αν ο παράδεισος δεν είναι σαν το Ντίξι, εγώ δε θέλω να πάω». Ξανάρχισαν από την αρχή και οι τρεις. Η Άλις γελούσε ακόμη όταν είπε, «Αν σχηματίζουν κοπάδι και κουρνιάζουν για τη νύχτα σε γυμναστήρια και εκκλησίες, οι άνθρωποι μπορούν να τους σκο­ τώσουν κατά εκατοντάδες με πολυβόλα». Ο Κλέι ήταν ο πρώτος που σταμάτησε να γελάει. Μετά σταμά­ τησε και ο Τομ. Κοίταξε το κορίτσι σκουπίζοντας δάκρυα από το λεπτό μουστάκι του. Η Άλις κούνησε το κεφάλι της. Το γέλιο είχε κοκκινίσει έντονα τα μάγουλά της, και χαμογελούσε ακόμη. Εκείνη τη στιγμή, δεν ή­ ταν απλώς ένα όμορφο κορίτσι, αλλά πραγματική καλλονή. «Κατά χιλιάδες, ίσως, αν μαζεύονται όλοι στο ίδιο μέρος». «Χριστέ μου», είπε ο Τομ. Έβγαλε τα γυαλιά του και άρχισε να τα σκουπίζει. «Εσύ δεν αστειεύεσαι». «Είναι θέμα επιβίωσης», είπε σοβαρά η Άλις. Κοίταξε πρώτα το αθλητικό παπουτσάκι που ήταν δεμένο στον καρπό της και με­ τά τους δύο άντρες. Κούνησε ξανά το κεφάλι της. «Πρέπει να τους χαρτογραφήσουμε. Να δούμε αν σχηματίζουν κοπάδια και πότε το κάνουν. Αν κουρνιάζουν για τη νύχτα και που κουρνιάζουν. Γιατί, αν μπορέσουμε να καταγράψουμε τις κινήσεις τους...» 18 Ο Κλέι τους είχε οδηγήσει στην έξοδο από τη Βοστόνη, αλλά ό­ ταν βγήκαν από το σπίτι της Σάλεμ Στρητ, περίπου είκοσι τέσσε­ ρις ώρες αργότερα, η δεκαπεντάχρονη Άλις ήταν αναμφισβήτητα ο αρχηγός. Όσο πιο πολύ το σκεφτόταν ο Κλέι τόσο λιγότερο τον εξέπληττε. Του Τομ Μακόρτ δεν του έλειπε εκείνο που οι Βρετανοί εξά­ δελφοι του θα αποκαλούσαν τσαγανό, αλλά δεν ήταν εκ φύσεως, ούτε επρόκειτο να γίνει ποτέ, ηγετική φυσιογνωμία. Η Άλις είχε και ένα ακόμη πλεονέκτημα πέρα από την ευφυΐα της και τη θέλη-


Το ΚΙΝΗΤΌ

147

ση να επιζήσει: Είχε αντιμετωπίσει τις προσωπικές της απώλειες και τώρα συνέχιζε τη ζωή της. Αντίθετα, αφήνοντας το σπίτι της Σάλεμ Στρητ, οι δύο άντρες έχαναν ο καθένας κάτι δικό του. Ο Κλέι είχε αρχίσει να βασανίζεται από ένα ανησυχητικό αίσθημα κατάθλιψης που αρχικά πίστεψε ότι οφειλόταν στην απόφαση του -δεν γινόταν αλλιώς— να αφήσει πίσω το χαρτοφύλακα με τις ζω­ γραφιές του. Όσο προχωρούσε η νύχτα όμως, συνειδητοποιούσε ότι ήταν ένας βαθύς τρόμος για ό,τι μπορεί να έβρισκε, αν και ό­ ταν θα έφτανε στο Κεντ Ποντ. Για τον Τομ ήταν πιο απλό. Πονούσε που είχε αφήσει πίσω το γάτο του. «Άφησέ του την πόρτα μισάνοιχτη, Τομ», είχε πει η Άλις, η καινούρια σκληρή Άλις που φαινόταν όλο και πιο αποφασισμένη με κάθε λεπτό που περνούσε. «Σίγουρα θα είναι καλά. Υπάρχει ά­ φθονη τροφή. Θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να πεινάσουν οι γά­ τες, ή οι τρελοί των κινητών να πέσουν τόσο χαμηλά στην τροφι­ κή αλυσίδα που ν' αρχίσουν να τις τρώνε». «Θα γίνει αδέσποτος», είπε ο Τομ. Καθόταν στον καναπέ, δυ­ στυχής και πολύ στυλάτος με την καμπαρτίνα του και το καπέλο με το σκληρό γείσο. Είχε στην αγκαλιά του τον Ρέιφερ, που γουργούριζε και έδειχνε να βαριέται αφόρητα. «Ναι, αυτό κάνουν», είπε ο Κλέι. «Σκέψου όλα τα σκυλιά, μι­ κρά και μεγάλα, που θα πεθάνουν». «Τον έχω πολλά χρόνια. Από μικρό γατάκι». Ο Τομ σήκωσε το κεφάλι του και ο Κλέι είδε ότι ήταν έτοιμος να κλάψει. «Επίσης είναι η καλή μου τύχη. Το γούρι μου. Μου έσωσε τη ζωή, μην το ξεχνάς». «Τώρα είμαστε εμείς το γούρι σου», είπε ο Κλέι. Δεν θέλησε να του υπενθυμίσει ότι κι αυτός του είχε ήδη σώσει τη ζωή επίσης, αλλά ήταν αλήθεια. «Έτσι δεν είναι, Άλις;» «Σίγουρα», είπε το κορίτσι. Ο Τομ της είχε βρει να φορέσει έ­ να πόντσο και ένα σακίδιο για τους ώμους, το οποίο προς το πα­ ρόν δεν είχε τίποτε μέσα εκτός από μπαταρίες για τους φακούς... και το ανατριχιαστικό παπουτσάκι -ο Κλέι ήταν σίγουρος ότι η Ά­ λις το είχε κρύψει στο σακίδιό της-, που δεν κρεμόταν πια από τον καρπό της, ευτυχώς. Ο Κλέι κουβαλούσε κι αυτός μπαταρίες στο σακίδιό του μαζί με το φαναράκι του γκαζιού. Δεν πήραν τί-


148

STEPHEN KING

ποτε άλλο, όπως τους υπέδειξε η Άλις. Τους είπε πως δεν υπήρχε λόγος να κουβαλάνε πράγματα που θα μπορούσαν να βρουν εύκο­ λα στο δρόμο τους. «Είμαστε σαν τους Τρεις Σωματοφύλακες, Τομ. Όλοι για έναν και ένας για όλους. Και τώρα πάμε στο σπίτι των Νίκελμπι μήπως βρούμε και κανένα σπαθί». «Νίκερσον», τη διόρθωσε ο Τομ χωρίς να σταματήσει να χαϊ­ δεύει το γάτο. Η Άλις είχε την απαιτούμενη εξυπνάδα -και κατανόηση, προ­ φανώς- να μην του απαντήσει κάτι σαν Χέστηκα πώς τους λένε, αλλά ο Κλέι είδε το δείκτη στο ντεπόζιτο της υπομονής της να κα­ τεβαίνει στο κόκκινο. «Τομ», είπε. «Ώρα να φύγουμε». «Ναι, μάλλον». Ο Τομ έκανε να κατεβάσει το γάτο από την α­ γκαλιά του, τον σήκωσε πάλι και του έριξε ένα γερό φιλί ανάμεσα στ' αυτιά. Ο Ρέιφ το αποδέχτηκε μισοκλείνοντας απλώς τα μάτια του. Ο Τομ απίθωσε το γάτο στον καναπέ και σηκώθηκε. «Διπλή μερίδα στην κουζίνα, δίπλα στο ψυγείο, μικρέ», είπε. «Συν ένα με­ γάλο μπολ γάλα, με τις υπόλοιπες κροκέτες. Η πίσω πόρτα είναι ανοιχτή. Προσπάθησε να θυμάσαι πάντα πού είναι το σπίτι σου και ίσως... ίσως τα ξαναπούμε». Ο γάτος πήδηξε στο πάτωμα και προχώρησε προς την κουζίνα καμαρωτός καμαρωτός, με την ουρά σηκωμένη. Και, πιστός στο είδος του, δεν έριξε πίσω του ούτε μια ματιά. Ο χαρτοφύλακας του Κλέι, με μια τρύπα από μαχαίρι στο κέ­ ντρο και λυγισμένος από μια οριζόντια αυλακιά και προς τις δυο κατευθύνσεις, ήταν ακουμπισμένος στον τοίχο του καθιστικού·. Του έριξε μια ματιά φεύγοντας, αλλά αντιστάθηκε στην επιθυμία να τον αγγίξει. Σκέφτηκε μόνο τα πρόσωπα που ήταν εκεί μέσα, με τα οποία είχε ζήσει τόσο πολύ καιρό, τόσο στο μικρό ατελιέ του, ό­ σο και στα ανοιχτά λιβάδια της φαντασίας του (όπως αυτοκολακευόταν να τα σκέφτεται): το Γητευτή Φλακ, το Κοιμισμένο Τζίνι, τον Τζάμπινγκ Τζακ Φλας, την Πόιζον Σάλι. Και φυσικά, τον Μαυ­ ροντυμένο Περιπλανώμενο. Πριν από δύο μέρες είχε τολμήσει να πιστέψει ότι θα γίνονταν διάσημοι. Τώρα είχαν μόνο μια τρύπα για ανάμνηση και το γάτο του Τομ Μακόρτ για συντροφιά τους. Σκέφτηκε το Κοιμισμένο Τζίνι να εγκαταλείπει την πόλη πάνω στον Ρόμπι τον Ρομπο-Καϊγιούς λέγοντας Α-αντίο, π-παιδιά! Ί-Ί-Ίσως περάσω π-πάλι από δω μια μ-μέρα!


149

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

«Αντίο, παιδιά!» είπε φωναχτά, κάπως μελοδραματικά, αλλά όχι πολύ. Ήταν το τέλος του κόσμου στο κάτω κάτω. Για οριστι­ κός αποχαιρετισμός δεν έλεγε και πολλά, αλλά τι να γίνει; Όπως θα έλεγε και το Κοιμισμένο Τζίνι αν ήταν στη θέση του, Κ-κάνει τα μ-μάτια σου να τ-τρέχουν σαν β-βρύσες. Ο Κλέι ακολούθησε την Άλις και τον Τομ στην κλειστή βερά­ ντα, όπου ακουγόταν μόνο η σιγανή φθινοπωρινή βροχή.

19 Ο Τομ φορούσε το καπέλο του, το πόντσο της Άλις είχε κουκούλα και ο Τομ είχε βρει για τον Κλέι ένα καπελάκι των Ρεντ Σοξ που θα κρατούσε το κεφάλι του στεγνό για λίγο, αν δεν δυνάμωνε η βροχή στο μεταξύ. Αλλά και αν δυνάμωνε... το πλιάτσικο ήταν ά­ φθονο και εύκολο, όπως είχε επισημάνει πολύ σωστά η Άλις. Θα έβρισκαν σίγουρα ρούχα για τη βροχή. Από το ύψος της κλειστής βεράντας μπορούσαν να βλέπουν περίπου δύο οικοδομικά τετρά­ γωνα της Σάλεμ Στρητ. Ήταν αδύνατον να είναι κανείς σίγουρος με τόση σκοτεινιά, αλλά ο δρόμος φαινόταν εντελώς άδειος, με ε­ ξαίρεση μερικά πτώματα και τα πεταμένα τρόφιμα που είχαν αφή­ σει πίσω τους οι τρελοί των κινητών. Κρατούσαν και οι τρεις από ένα μαχαίρι, κρεμασμένο σε θή­ κες που είχε φτιάξει ο Κλέι. Αν ο Τομ είχε δίκιο για τους Νίκερσον, σύντομα θα εξοπλίζονταν καλύτερα. Ο Κλέι το ήλπιζε. Ίσως να ήταν ικανός να χρησιμοποιήσει και πάλι το χασαπομάχαιρο α­ πό το Σόουλ Κίτσεν, αλλά δεν θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει εν ψυχρώ. Η Αλις κρατούσε ένα φακό στο αριστερό της χέρι. Κοίταξε για να σιγουρευτεί ότι κρατούσε και ο Τομ φακό και ένευσε κα­ ταφατικά. «Έτοιμοι», είπε. «Θα μας πας στο σπίτι των Νίκερσον, εντάξει;» «Εντάξει», είπε ο Τομ. «Αν συναντήσουμε κάποιον στο δρόμο, θα σταματήσουμε αμέ­ σως και θα του ρίξουμε το φακό μας». Κοίταξε πρώτα τον Τομ και μετά τον Κλέι, ελαφρά αγχωμένη. Τα είχαν ξαναπεί όλα αυτά. Ο


150

STEPHEN KING

Κλέι υπέθεσε ότι η Άλις το πάθαινε πάντα πριν από τις εξετάσεις... και βέβαια είχαν να δώσουν πολύ σημαντικές εξετάσεις απόψε. «Εντάξει», είπε ο Τομ. «Θα πούμε, "Είμαστε ο Τομ, ο Κλέι κ α ι / η Άλις. Είμαστε φυσιολογικοί. Εσείς ποιοι είστε;"» «Αν έχουν φακούς όπως κι εμείς», είπε ο Κλέι, «μπορούμε να συμπεράνουμε ότι...» «Τίποτε δεν μπορούμε να συμπεράνουμε», τον αποπήρε η Άλις, ανελέητη. «Τα συμπεράσματα είναι για τα κορόιδα, λέει ο μπα­ μπάς μου. Το 'πιασες;» «Το 'πιασα», είπε ο Κλέι. Η Άλις σκούπισε τα μάτια της -δάκρυα ή σταγόνες βροχής, ο Κλέι δεν μπόρεσε να διακρίνει. Αναρωτήθηκε στιγμιαία αν ο Τζόνι ήταν τώρα κάπου και έκλαιγε και τον ζητούσε. Μακάρι να έ­ κλαιγε. Μακάρι ο γιος του να ήταν ικανός ακόμη να κλαίει. Και να θυμάται. «Αν μας απαντήσουν, αν μας πουν καθαρά τα ονόματά τους, τότε εντάξει, μάλλον θα είναι ασφαλείς», είπε η Άλις. «Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι», είπε ο Κλέι. «Ναι», απάντησε ο Τομ κάπως αφηρημένα. Κοίταζε το δρόμο, όπου δεν κινούνταν ούτε άνθρωποι ούτε φωτεινές δέσμες. Κάπου μακριά έπεσαν πυροβολισμοί. Ακούστηκαν σαν βαρε­ λότα. Στον αέρα ήταν έντονη η μυρωδιά καμένου, όπως όλη τη μέρα. Ο Κλέι υπέθεσε ότι την ένιωθαν πιο βαριά λόγω της υγρα­ σίας. Αναρωτήθηκε σε πόσο καιρό η μυρωδιά της σήψης θα μετέ­ τρεπε την καπνιά που κάλυπτε την ευρύτερη περιοχή της Βοστό­ νης σε αφόρητη δυσωδία. Θα εξαρτιόταν και από τη θερμοκρασία των επόμενων ημερών. «Αν συναντήσουμε φυσιολογικούς ανθρώπους και μας ρωτή­ σουν τι κάνουμε ή πού πάμε, θυμάστε τι θα πούμε, έτσι;» είπε η Άλις. «Ότι ψάχνουμε για επιζώντες», απάντησε ο Τομ. «Ακριβώς. Επειδή είναι φίλοι και γείτονές μας. Αν συναντή­ σουμε κάποιους, θα είναι περαστικοί. Θα θέλουν να συνεχίσουν το δρόμο τους. Αργότερα ίσως βρούμε κι άλλους φυσιολογικούς ανθρώπους και κολλήσουμε, γιατί στο πλήθος υπάρχει ασφάλεια, αλλά προς το παρόν...»


151

Το ΚΙΝΗΤΌ

«Θέλουμε μόνο να βρούμε όπλα», είπε ο Κλέι. «Αν υπάρχουν όπλα εκεί μέσα. Έλα, Άλις, ας το κάνουμε». Η Άλις τον κοίταξε ανήσυχη. «Τι τρέχει; Τι είναι αυτό που δεν πιάνω; Μπορείς να μου πεις, το ξέρω ότι είμαι ακόμα μικρή». Υπομονετικά, όσο του επέτρεπαν τα νεύρα του, που τα ένιωθε σαν χορδές κιθάρας έτοιμες να σπάσουν, ο Κλέι της απάντησε, «Δε συμβαίνει τίποτα, καλή μου. Απλώς θέλω να κινηθώ. Δε νο­ μίζω ότι θα συναντήσουμε κανέναν. Νομίζω ότι είναι πολύ νωρίς γι' αυτό». «Μακάρι», είπε η Άλις. «Τα μαλλιά μου είναι χάλια και μου έ­ χει σπάσει και ένα νύχι». Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή αμίλητοι κι ύστερα γέλασαν. Με­ τά απ' αυτό ήταν πολύ καλύτερα μεταξύ τους και έμειναν έτσι κα­ λά μέχρι το τέλος. 20 «Όχι», ψέλλισε η Άλις. Αναγούλιασε δυνατά. «Όχι. Όχι, δεν αντέ­ χω». Πιο δυνατό αναγούλιασμα. Κι ύστερα: «Θα κάνω εμετό. Συ­ γνώμη». Βγήκε από τον φωτεινό κύκλο που σχημάτιζε το φανάρι του γκαζιού και εξαφανίστηκε στο μισοσκότεινο καθιστικό των Νίκερσον που επικοινωνούσε με την κουζίνα με μια φαρδιά καμάρα. Ο Κλέι άκουσε ένα μαλακό γδούπο όταν η Άλις έπεσε με τα γόνατα στο χαλί κι ύστερα μια σειρά αναγουλιάσματα, μια παύση, ένα βο­ γκητό και τον ήχο του εμετού. Σχεδόν ανακουφίστηκε κι ο ίδιος. «Ω Θεέ μου», είπε ο Τομ. Πήρε μια βαθιά, τρεμάμενη ανάσα κι όταν ξανάβγαλε τον αέρα η φωνή του ακούστηκε σαν σκούξιμο. «Θεεεεέ μου!» «Τομ», είπε ο Κλέι. Τον είδε να ταλαντεύεται και κατάλαβε α­ μέσως ότι ήταν έτοιμος κι αυτός να βγάλει τα σωθικά του. Γιατί ό­ χι; Αυτά τα ματωμένα κουφάρια ήταν οι γείτονές του. «Τομ!» Μπήκε ανάμεσα στον Τομ και στα δύο πτώματα που κείτονταν στο πάτωμα της κουζίνας, ανάμεσα στον Τομ και το χυ­ μένο αίμα, που φάνταζε μαύρο σαν μελάνι κάτω από το ψυχρό φως του φαναριού. Του έδωσε ένα μαλακό χαστούκι. «Μη λιποθυ-


152

STEPHEN KING

μήσεις!» Και όταν τον είδε να σταθεροποιείται στα πόδια του, μα­ λάκωσε λίγο τον τόνο της φωνής του. «Πήγαινε στο δίπλα δωμά­ τιο να δεις πώς είναι η Άλις. Θα αναλάβω εγώ την κουζίνα». «Γιατί να μπεις εκεί μέσα;» ρώτησε ο Τομ. «Είναι η Μπεθ Νίκερσον με τα μυαλά... τα μυαλά της χυμένα...» Ξεροκατάπιε. Ακού­ στηκε το σάλιο να κατεβαίνει στο λαιμό του. «Το πρόσωπό της... λείπει, αλλά την αναγνώρισα από τη γαλάζια φανέλα με τις άσπρες νιφάδες χιονιού. Και η άλλη είναι η Χάιντι. Η κόρη τους. Αυτή την αναγνώρισα, παρά...» Κούνησε το κεφάλι του σαν να προσπα­ θούσε να διώξει τη ζάλη. «Γιατί να μπεις εκεί μέσα;» επανέλαβε. «Γιατί είμαι σίγουρος ότι βλέπω αυτό που ψάχνουμε», είπε ο Κλέι. Απόρησε και ο ίδιος με το πόσο ήρεμος ακουγόταν. «Στην κουζίνα;» Ο Τομ δοκίμασε να κοιτάξει πίσω του, αλλά ο Κλέι μετακινή­ θηκε και του έφραξε τη θέα. «Εμπιστέψου με. Εσύ φρόντισε την Άλις. Αν μπορεί κι εκείνη, αρχίστε να ψάχνετε μαζί για περισσό­ τερα όπλα. Φωνάξτε με αν χτυπήσετε φλέβα. Και προσοχή. Μπο­ ρεί να είναι και ο κύριος Νίκερσον εδώ. Εννοώ ότι θα μπορούσα­ με να συμπεράνουμε ότι βρισκόταν στη δουλειά, αλλά όπως λέει κι ο μπαμπάς της Άλις...» «Τα συμπεράσματα είναι για τα κορόιδα», συμπλήρωσε ο Τομ. Κατάφερε να χαμογελάσει. «Το 'πιασα». Έκανε να στρίψει, αλλά σταμάτησε. «Δε με νοιάζει πού θα πάμε, Κλέι, αλλά δε θέλω να μείνω εδώ μέσα ούτε λεπτό παραπάνω απ' όσο θα χρειαστεί. Δε λέω ότι αγαπούσα τον Άρνι και την Μπεθ Νίκερσον, αλλά ήταν γείτονές μου. Και με αντιμετώπιζαν πολύ καλύτερα από εκείνον το βλάκα τον Σκότονι απέναντι». «Κατανοητό». Ο Τομ άναψε το φακό του και πέρασε στο καθιστικό των Νί­ κερσον. Ο Κλέι τον άκουσε να μουρμουρίζει στην Άλις, να την καθησυχάζει. Ο Κλέι προετοιμάστηκε όσο ήταν δυνατόν και πέρασε στην κουζίνα κρατώντας το φανάρι του γκαζιού σηκωμένο ψηλά και α­ ποφεύγοντας να πατήσει τις λίμνες του αίματος πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Το αίμα είχε ξεραθεί, αλλά ακόμα κι έτσι δεν ήθελε ούτε με την άκρη του παπουτσιού του να το ακουμπήσει, όσο ήταν δυνατόν.


Το ΚΙΝΗΤΌ

153

To κορίτσι που ήταν πεσμένο ανάσκελα δίπλα στο τραπέζι ή­ ταν ψηλό, αλλά τα κοκαλιάρικα γόνατα καν τα κοτσιδάκια καθόρι­ ζαν την ηλικία του γύρω στα δώδεκα, τρία χρόνια μικρότερο από την Άλις. Το κεφάλι της ήταν γερμένο στο πλάι σε μια πολύ άβολη γωνία και τα νεκρά γαλάζια μάτια της είχαν πεταχτεί από τις κόγ­ χες τους. Είχε ξανθά ίσια μαλλιά στο χρώμα του ώριμου σταχυού, αλλά στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού της, αυτή που είχε δε­ χτεί το θανατηφόρο χτύπημα, τα ξανθά μαλλιά είχαν πάρει το ίδιο σκούρο καφετί χρώμα με τις κηλίδες στο πάτωμα. Η μητέρα της ήταν σωριασμένη μπροστά στον πάγκο, στα δε­ ξιά της ηλεκτρικής κουζίνας, εκεί όπου τα ωραία ντουλάπια από ξύλο κερασιάς έσμιγαν σχηματίζοντας γωνία. Τα χέρια της ήταν κάτασπρα από αλεύρι και τα πόδια της καταδαγκωμένα, καταματωμένα και ανοιχτά με έναν αισχρό τρόπο. Κάποτε, πριν ξεκινήσει μια δουλειά για μια αυτοτελή ιστορία κόμικς με τίτλο Κολασμένη Μάχη, ο Κλέι είχε επισκεφτεί ένα σάιτ στο Ίντερνετ με φωτογρα­ φίες από θανάσιμα τραύματα, με την ιδέα ότι ίσως υπήρχε εκεί κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Δεν υπήρχε. Τα τραύ­ ματα από σφαίρα έχουν μια δική τους φριχτή, ανέκφραστη γλώσ­ σα, κι αυτή έβλεπε τώρα μπροστά του και πάλι. Η Μπεθ Νίκερσον, από το αριστερό μάτι και πάνω, ήταν πολτός. Το δεξί της μά­ τι είχε πεταχτεί στην κορυφή της κόγχης του, σαν να είχε πεθάνει η γυναίκα πασχίζοντας να κοιτάξει το ίδιο της το κεφάλι. Τα μαλ­ λιά της, μαζί με μια μεγάλη ποσότητα εγκεφαλικής ουσίας, βρί­ σκονταν κολλημένα πάνω στο ντουλάπι από ξύλο κερασιάς όπου είχε γείρει τη στιγμή του θανάτου της. Γύρω της βούιζαν μύγες. Του ήρθε αναγούλα. Γύρισε το κεφάλι του στο πλάι και έφραξε το στόμα του. Είπε στον εαυτό του να συγκρατηθεί. Στο διπλανό δωμάτιο, η Άλις είχε σταματήσει τον εμετό -στην πραγματικότητα μιλούσε με τον Τομ και απομακρύνονταν προς το βάθος του σπι­ τιού- και δεν ήθελε να την προκαλέσει ξανά. Σκέψου τους σαν κούκλες, σαν κούκλες σε κινηματογραφική ται­ νία, είπε στον εαυτό του, αλλά ήξερε ότι το κόλπο δεν θα έπιανε. Όταν ξανακοίταξε πίσω, κοίταξε τα άλλα πράγματα που υπήρ­ χαν στο πάτωμα. Αυτό τον βοήθησε. Το όπλο το είχε δει ήδη. Η κουζίνα ήταν τεράστια και το όπλο ήταν πεσμένο στην άλλη άκρη, ανάμεσα στο ψυγείο και στα ντουλάπια, με την κάννη προς τα έ-


154

STEPHEN KING

ξω. Η πρώτη, αυθόρμητη αντίδρασή του όταν είδε τη νεκρή γυναί­ κα και το νεκρό κορίτσι ήταν να κοιτάξει αλλού, και τότε είχε πέ­ σει τυχαία το βλέμμα του στο πιστόλι. Είναι πολύ λογικό να υπάρχει και ένα όπλο στη σκηνή, είχε σκεφτεί. Είδε και πού βρισκόταν το όπλο πριν: σε μια ειδική υποδοχή βιδωμένη στον τοίχο, ανάμεσα στην εντοιχισμένη τηλεόραση και σε ένα βιομηχανικού μεγέθους ανοιχτήρι για κονσέρβες. Έχουν κόλλημα με τα διάφορα μηχανήματα κάθε λογής όσο και με τα ό­ πλα, είχε πει ο Τομ, και μια υποδοχή περιστρόφου στον τοίχο της κουζίνας, για να έχεις πάντα πρόχειρο το όπλο σου... αυτό κι αν δεν ήταν η επιτομή και των δύο κόσμων! «Κλέι;» Ήταν η Άλις. Από κάπου μακριά. «Τι είναι;» Ακολούθησε ο ήχος βημάτων που ανέβαιναν σκαλοπάτια και ξανά η φωνή της Άλις, από το βάθος του καθιστικού. «Ο Τομ είπε ότι ήθελες να σε φωνάξουμε αν βρίσκαμε κάτι. Χτυπήσαμε φλέβα. Μια ντουζίνα όπλα κάτω στο δωμάτιο της τηλεόρασης. Και του­ φέκια και περίστροφα. Είναι μέσα σε ένα ντουλάπι και υπάρχει το αυτοκόλλητο μιας εταιρείας συναγερμών, οπότε θα μας συλλά­ βουν αν το παραβιάσουμε... Κλέι, αστειεύομαι. Θα έρθεις;» «Σε ένα λεπτό, καλή μου. Μην μπεις εδώ». «Δε σκόπευα. Εσύ μη μείνεις πολλή ώρα εκεί μέσα και φρι­ κάρεις». Ο Κλέι είχε ήδη περάσει αυτό το στάδιο. Υπήρχαν άλλα δυο α­ ντικείμενα πάνω στο αιματοβαμμένο πάτωμα της κουζίνας των Νίκερσον. Το ένα ήταν ένας ξύλινος πλάστης, πολύ λογικά. Πάνω στον πάγκο υπήρχε ένα ταψάκι για πίτες, μια λεκανίτσα για ανακά­ τωμα υλικών και ένα μεγάλο κίτρινο βάζο με την επιγραφή ΑΛΕΥΡΙ. Το δεύτερο αντικείμενο στο πάτωμα, σε κάποια απόσταση από το χέρι της Χάιντι Νίκερσον, ήταν ένα κινητό τηλέφωνο του είδους που θα άρεσε μόνο σε κοριτσάκι: γαλάζια θήκη με μεγάλες πορτο­ καλιές μαργαρίτες. Ο Κλέι μπορούσε να δει τι είχε συμβεί, ήθελε δεν ήθελε. Η Μπεθ Νίκερσον έφτιαχνε μια πίτα. Να έμαθε άραγε ότι κάτι τρο­ μερό είχε συμβεί στη Βοστόνη, στην Αμερική, μπορεί και σε όλο τον κόσμο; Να είχε προλάβει άραγε η είδηση να βγει στην τηλεό-


Το ΚΙΝΗΤΌ

155

ραση; Αν ναι, τότε η τηλεόραση προφανώς δεν είχε στείλει «τρελογράφημα» στην Μπεθ, όπως τα κινητά. Ο Κλέι ήταν σίγουρος γι' αυτό. Η κόρη της, αντίθετα, είχε λάβει ένα. Ω, ναι, σίγουρα. Η μικρή Χάιντι έλαβε το σήμα και επιτέθηκε στη μητέρα της. Να προσπά­ θησε άραγε η Μπεθ Νίκερσον να λογικέψει την κόρη της πριν την πετάξει στο πάτωμα χτυπώντας τη με τον ξύλινο πλάστη, ή να τη χτύπησε κατευθείαν; Όχι από μίσος, αλλά από πόνο και τρόμο; Ό­ πως κι αν έγινε, το χτύπημα δεν ήταν αρκετό. Και η Μπεθ δεν φο­ ρούσε παντελόνι. Μόνο τη μακριά φανέλα, που άφηνε τα πόδια της γυμνά. Ο Κλέι κατέβασε τη φανέλα της γυναίκας. Το έκανε τρυφερά, σκεπάζοντας το απλό, άσπρο εσώρουχο που η Μπεθ είχε λερώσει πριν το τέλος. Η Χάιντι, δώδεκα χρονών, δεκατριών το πολύ, πρέπει να άρχι­ σε να γρυλίζει σ' εκείνη την άγρια, ακατάληπτη γλώσσα που μά­ θαιναν αυτομάτως όλοι τους, με το που λάμβαναν μια πλήρη δόση Ξε-Λογικής από τα κινητά τους, λέγοντας πράγματα όπως ραστ και ιλά και κάζαλα-ΚΑΝ! Το πρώτο χτύπημα με τον ξύλινο πλάστη έριξε κάτω τη μικρή αλλά δεν την ξέκανε, και τότε άρχισε να δα­ γκώνει τα πόδια της μητέρας της. Όχι τσιμπολογήματα, αλλά βα­ θιές, δυνατές δαγκωνιές που σε αρκετά σημεία έφταναν ως το κό­ καλο. Ο Κλέι δεν έβλεπε μόνο σημάδια δοντιών, αλλά και τα ση­ μάδια σαν τατουάζ που πρέπει να είχαν αφήσει τα σιδεράκια της Χάιντι. Κι έτσι -προφανώς ουρλιάζοντας, αναμφίβολα πονώντας φριχτά και σχεδόν σίγουρα μη ξέροντας τι έκανε- η Μπεθ Νίκερ­ σον είχε χτυπήσει ξανά, αυτή τη φορά με μεγάλη δύναμη. Ο Κλέι φαντάστηκε το συντριπτικό χτύπημα με τον πλάστη που είχε σπά­ σει το λαιμό και το κεφάλι του κοριτσιού. Η λατρεμένη κορούλα νεκρή στο πάτωμα της υπερσύγχρονης κουζίνας, με τα σιδεράκια στα δόντια της και με το υπερσύγχρονο κινητό της κοντά στο ά­ ψυχο, απλωμένο χέρι της. Άραγε στάθηκε μια στιγμή η μητέρα να σκεφτεί προτού αρπά­ ξει το όπλο από την έξυπνη υποδοχή, ανάμεσα στην εντοιχισμένη τηλεόραση και στο ανοιχτήρι για κονσέρβες, όπου περίμενε πανέ­ τοιμο, ποιος ξέρει πόσο καιρό, τους διαρρήκτες ή τους βιαστές να εμφανιστούν στην καθαρή, άπλετα φωτισμένη κουζίνα; Ο Κλέι πί-


156

STEPHEN KING

στευε πως όχι. Ο Κλέι πίστευε ότι δεν μεσολάβησε παύση, ότι η Μπεθ ήθελε μόνο να προλάβει την ψυχή της κορούλας της που εί­ χε πετάξει, όσο η εξήγηση γι' αυτό που είχε μόλις κάνει ήταν ακό­ μη φρέσκια στα χείλη της. Ο Κλέι πήγε κοντά στο όπλο και το σήκωσε. Από έναν τύπο κολλημένο με τα όπλα όπως ο Άρνι Νίκερσον θα περίμενε κανείς ένα αυτόματο -μέχρι και ένα με στόχαστρο λέιζερ-, αλλά ετούτο ήταν ένα απλό, παλιό 45άρι Κολτ. Είχε μια λογική. Η γυναίκα του θα αισθανόταν πιο άνετα με ένα τέτοιο περίστροφο. Χωρίς χασομέρια για να τσεκάρεις αν ήταν γεμάτο ή όχι όταν το είχες ανάγκη (χάνοντας χρόνο μέχρι να πιάσεις ένα γεμιστήρα πίσω από τα μπαχαρικά ή από τις σπάτουλες, αν δεν ήταν). Όχι. Με τούτο το παλιόσκυλο, το μόνο που χρειαζόταν ήταν να στρέψεις την κάννη προς τα εκεί που ήθελες, πράγμα που έκανε τώρα ο Κλέι με μεγά­ λη ευκολία. Είχε ζωγραφίσει χιλιάδες φορές αυτό το ίδιο όπλο για τον Μαυροντυμένο Περιπλανώμενο. Όπως το περίμενε, μόνο η μία από τις έξι θαλάμες ήταν άδεια. Τίναξε τον κύλινδρο κι έβγα­ λε τις υπόλοιπες σφαίρες ξέροντας ήδη τι θα έβρισκε. Το 45άρι της Μπεθ Νίκερσον ήταν οπλισμένο με αυστηρά παράνομες σφαί­ ρες διασποράς. Ειδικές για να σκοτώνουν μπάτσους. Δεν απορού­ σε που όλο το πάνω μέρος του κεφαλιού της είχε γίνει πολτός. Α­ πορίας άξιο ήταν το ότι της είχε απομείνει κάτι από το κεφάλι. Ο Κλέι κοίταξε τη νεκρή γυναίκα πάνω στο ντουλάπι της κουζίνας και ξέσπασε σε βουβά κλάματα. «Κλέι;» Ήταν ο Τομ, που ανέβαινε τα σκαλιά του υπογείου. «Δικέ μου, ο Άρνι έχει τα πάντα! Έχει ένα αυτόματο που μπορεί να τον στείλει για μια δεκαετία στο Γουόλπολ και... Κλέι; Είσαι καλά;» «Έρχομαι», είπε ο Κλέι σκουπίζοντας τα μάτια του. Ασφάλισε το περίστροφο και το έχωσε στη ζώνη του. Ύστερα έβγαλε το μα­ χαίρι και το άφησε πάνω στον πάγκο της κουζίνας, έτσι όπως ή­ ταν, μέσα στην αυτοσχέδια θήκη του. Του φάνηκε σαν να έκανε α­ νταλλαγή με τη νεκρή. «Δώσε μου δυο λεπτά». «Έγινε». Ο Κλέι άκουσε τον Τομ να κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά προς το οπλοστάσιο του Άρνι Νίκερσον και χαμογέλασε παρά τα δά­ κρυά του. Να κάτι που θα είχε να το θυμάται: Δώσε σε έναν κα-


157

Το ΚΙΝΗΤΌ

θώς πρέπει ομοφυλόφιλο από το Μόλντεν ένα δωμάτιο γεμάτο ό­ πλα να παίξει και να δεις για πότε θ' αρχίσει να μιλάει σαν τον Σιλβέστερ Σταλόουν! Ο Κλέι άρχισε νο ψάχνει τα συρτάρια. Στο τρίτο βρήκε ένα βα­ ρύ κόκκινο κουτί που έγραφε ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΝΤΙΦΕΝΤΕΡ ΔΙΑΜΕΤΡΗΜΑΤΟΣ .45 ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΝΤΙΦΕΝΤΕΡ 50 ΣΦΑΙΡΕΣ. Ήταν κάτω από τις πετσέτες της κουζίνας. Έβαλε το κουτί στην τσέπη του και πήγε να βρει τον Τομ και την Άλις. Ήθελε να φύγει από εκεί μέσα όσο πιο γρήγορα γινόταν. Το δύσκολο θα ήταν να ξεκολλήσει τους άλλους δύο από τη συλλογή των όπλων. Περνώντας κάτω από την καμάρα γύρισε και έριξε μια ματιά πίσω του, κρατώντας ψηλά το φανάρι. Είδε τα πτώματα. Δεν είχε αλλάξει και τίποτε επειδή είχε κατεβάσει τη φανέλα της Μπεθ. Και πάλι πτώματα ήταν, με ανοιχτές πληγές σαν του Νώε όταν τον χτύπησε ο γιος του μεθυσμένος. Ίσως μπορούσε να βρει κάτι να τα σκεπάσει, αλλά έτσι και άρχιζε να σκεπάζει πτώματα, πού θα τελείωνε; Πού; Στη Σάρον; Στο γιο του; «Θεός φυλάξοι», ψιθύρισε, αμφιβάλλοντας πολύ αν ο Θεός θα το έκανε επειδή του το ζητούσε αυτός. Κατέβασε το φανάρι και πήγε προς το οικογενειακό δωμάτιο στο υπόγειο να βρει τον Τομ και την Άλις. 21 Φορούσαν και οι δύο ζώνες με όπλα μεγάλου διαμετρήματος τα ο­ ποία ήταν αυτόματα. Ο Τομ είχε ρίξει και μια θήκη με φυσίγγια στον ώμο του και ο Κλέι δεν ήξερε αν έπρεπε ν' αρχίσει να γελάει ή να κλαίει. Του ερχόταν να τα κάνει και τα δυο ταυτόχρονα. Φυ­ σικά, αν το έκανε, οι άλλοι θα νόμιζαν ότι είχε πάθει υστερία. Και φυσικά, θα είχαν δίκιο. Εδώ κάτω, η τηλεόραση πλάσματος στον τοίχο ήταν τεράστια -ο μεγάλος αδερφός της άλλης στην κουζίνα. Μια δεύτερη συ­ σκευή, ελάχιστα μικρότερη, ήταν συνδεδεμένη με ένα βιντεοπαιχνίδι που, μια φορά κι έναν καιρό, ο Κλέι θα ήθελε πάρα πολύ να δοκιμάσει να το παίξει. Να το τερματίσει. Σαν αντίδοτο στην τόση τεχνολογία ένα παλιό τζουκμπόξ Σίμπεργκ ήταν στημένο στη γω-


158

STEPHEN KING

νια, δίπλα στο τραπέζι του πινγκ πονγκ του Νίκερσον, με τα μυθι­ κά του χρώματα σκοτεινά και τα φωτάκια του σβησμένα. Και βέ­ βαια, υπήρχαν και οι δύο βιτρίνες με τα όπλα, κλειδωμένες ακόμη αλλά με τα τζάμια σπασμένα. «Είχαν και μπάρες ασφαλείας», είπε ο Τομ. «Αλλά η Άλις βρή­ κε ένα βαλιτσάκι με εργαλεία στο γκαράζ και τις έσπασε με μια τανάλια!» «Σιγά το πράμα», είπε σεμνά η Άλις. «Βρήκα κι αυτό στο γκα­ ράζ, πίσω από τα εργαλεία, τυλιγμένο με ένα κομμάτι από μάλλι­ νη κουβέρτα. Είναι αυτό που νομίζω ότι είναι;» Σήκωσε το αντι­ κείμενο από το τραπέζι του πινγκ πονγκ κρατώντας το προσεκτικά από τη λαβή και με τα δυο της χέρια και το έδωσε στον Κλέι. «Που να πάρει ο διάβολος», είπε ο Κλέι. «Αυτά είναι...» Διά­ βασε με μισόκλειστα μάτια τα ανάγλυφα γράμματα πάνω από την ασφάλεια της σκανδάλης. «Νομίζω ότι είναι ρώσικα». «Σίγουρα είναι ρώσικα», είπε ο Τομ. «Λες να είναι Καλάσνικοφ;» «Αυτό είναι. Βρήκατε και σφαίρες που να ταιριάζουν; Εννοώ κουτιά που να έχουν τα ίδια γράμματα μ' αυτά στό όπλο;» «Μισή ντουζίνα. Βαριά κουτιά. Είναι πολυβόλο, ε;» «Θα μπορούσες να το πεις και έτσι», είπε ο Κλέι. Κατέβασε έ­ να μικρό λεβιέ. «Είμαι σίγουρος ότι η μία από τις δύο θέσεις είναι για μια βολή και η άλλη για ριπή». «Πόσες σφαίρες ρίχνει στο λεπτό;» ρώτησε η Άλις. «Δεν ξέρω», είπε ο Κλέι, «αλλά νομίζω ότι μετράνε ανά δευτε­ ρόλεπτο». «Ουάου». Η Άλις γούρλωσε τα μάτια της. «Μπορείς να βρεις πώς ρίχνει;» «Άλις, ξέρω ότι είναι φτιαγμένο για να το χρησιμοποιούν ακό­ μη και δεκαπεντάχρονα αγόρια. Ναι, μπορώ να βρω πώς ρίχνει. Ί­ σως χαλάσω ένα κουτί πυρομαχικά, αλλά θα το βρω». Κάνε, Θεούλη μου, να μη μου σκάσει στα χέρια, σκέφτηκε. «Είναι νόμιμο τέτοιο όπλο στη Μασαχουσέτη;» ρώτησε το κο­ ρίτσι. «Τώρα είναι, Άλις», είπε ο Τομ χωρίς να χαμογελάει. «Μήπως πρέπει να πηγαίνουμε τώρα;»


Το ΚΙΝΗΤΌ

159

«Ναι», είπε η Άλις κι ύστερα, ίσως επειδή δεν αισθανόταν α­ κόμη άνετα με το να παίρνει αποφάσεις, κοίταξε τον Κλέι. «Ναι», είπε εκείνος. «Πάμε βόρεια». «Εγώ συμφωνώ», είπε η Άλις. «Ναι», είπε και ο Τομ. «Φύγαμε για το βορρά!»


ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΓΚΕΪΤΕΝ


1 Με το πρώτο φως της επόμενης βροχερής μέρας, ο Κλέι, η Άλις και ο Τομ κατασκήνωσαν στον αχυρώνα μιας εγκαταλειμμένης φάρμας αλόγων στο Βόρειο Ρέντινγκ. Κρυμμένοι πίσω από την πόρτα παρακολούθησαν τις πρώτες ομάδες τρελών να εμφανίζο­ νται βαδίζοντας κοπαδιαστά στον Αυτοκινητόδρομο 62, με κατεύ­ θυνση νοτιοδυτική προς το Γουίλμινγκτον. Τα ρούχα τους ήταν βρόμικα, κουρελιασμένα και μουσκεμένα. Μερικοί δεν είχαν πα­ πούτσια. Ως το μεσημέρι είχαν εξαφανιστεί. Γύρω στις τέσσερις το απόγευμα, όταν ο ήλιος ξετρύπωσε από τα σύννεφα με στενές, μακριές ακτίνες, άρχισαν να επιστρέφουν κοπαδιαστά προς την κατεύθυνση απ' όπου είχαν έρθει. Πολλοί μασουλούσαν βαδίζο­ ντας. Άλλοι βοηθούσαν εκείνους που δυσκολεύονταν να περπατή­ σουν από μόνοι τους. Αν υπήρξαν δολοφονικές πράξεις εκείνο το πρωί, ο Κλέι, ο Τομ και η Άλις δεν έτυχε να τις δουν. Καμιά δεκαριά από τους τρελούς των κινητών κουβαλούσαν κάτι ογκώδη αντικείμενα που ο Κλέι τα αναγνώρισε με την πρώτη ματιά. Η Άλις είχε βρει ένα ίδιο μέσα στην ντουλάπα, στο υπνο­ δωμάτιο των ξένων στο σπίτι του Τομ. Είχαν σταθεί και οι τρεις α­ πό πάνω του χωρίς να τολμήσουν να το ανοίξουν. «Κλέι;» είπε η Άλις. «Γιατί μερικοί κουβαλάνε φορητά ραδιο­ κασετόφωνα;» «Δεν ξέρω». «Δε μ' αρέσει αυτό», είπε ο Τομ. «Δε μ' αρέσει που πάνε κο­ πάδι, δε μ' αρέσει που βοηθάνε ο ένας τον άλλον και δε μ' αρέσει καθόλου, μα καθόλου, που κουβαλάνε και ραδιοκασετόφωνα». «Είναι μόνο μερικοί...» άρχισε να λέει ο Κλέι.


164

STEPHEN KING

«Για κοίταξε εκείνη εκεί», τον διέκοψε ο Τομ δείχνοντας μια μεσόκοπη γυναίκα που τρέκλιζε πάνω στον Αυτοκινητόδρομο 62 από το βάρος ενός ραδιόφωνου/CD πλέιερ σε μέγεθος μαξιλαριού που κουβαλούσε στην αγκαλιά της. Το κρατούσε πάνω στο στήθος της σαν κοιμισμένο βρέφος. Το καλώδιο της συσκευής είχε φύγει από την υποδοχή του και σερνόταν πίσω της στο δρόμο. «Δε βλέ­ πω κανέναν να κουβαλάει μια λάμπα ή μια τοστιέρα, βλέπεις εσύ; Κι αν είναι προγραμματισμένοι να στήσουν κάπου τα ραδιόφωνα με μπαταρίες, να τα ανοίξουν και να αρχίσουν να μεταδίδουν εκεί­ νο τον παλμό, το σήμα, το υποσυνείδητο μήνυμα, ή ότι διάβολο εί­ ναι; Για να πιάσουν και όσους τους ξέφυγαν με την πρώτη φορά;» Αυτοί. Πάντα αυτοί οι άγνωστοι, παρανοϊκοί κάποιοι. Η Άλις είχε βγάλει από κάπου το αθλητικό παπουτσάκι και το έσφιγγε και το ξέσφιγγε μέσα στη χούφτα της, αλλά όταν μίλησε ακούστηκε αρκετά ήρεμη. «Δε νομίζω ότι είναι αυτό», είπε. «Γιατί όχι;» τη ρώτησε ο Τομ. Η Άλις κούνησε το κεφάλι της. «Δεν ξέρω. Απλώς δε μου φαί­ νεται να κολλάει». «Γυναικεία διαίσθηση;» Ο Τομ χαμογελούσε χωρίς να σαρκάζει. «Ίσως», είπε το κορίτσι, «αλλά ένα πράγμα τουλάχιστον είναι ολοφάνερο». «Ποιο είναι αυτό, Άλις;» ρώτησε ο Κλέι. Μάντεψε τι μπορεί να έλεγε το κορίτσι και δεν έπεσε έξω. «Γίνονται πιο έξυπνοι. Όχι από μόνοι τους, αλλά επειδή σκέ­ φτονται ομαδικά. Μάλλον ακούγεται τρελό, αλλά νομίζω ότι είναι πιο πιθανό από το να στήσουν ένα βουνό φορητά ραδιοκασετό­ φωνα με μπαταρίες για να μας στείλουν όλους στην Τρελανδία μέσω FM». «Ομαδική τηλεπάθεια», είπε ο Τομ. Το στριφογύρισε για λίγο στο μυαλό του. Η Άλις τον παρατηρούσε. Ο Κλέι, που είχε ήδη α­ ποφασίσει πως το κορίτσι είχε δίκιο, κοιτούσε αφηρημένα έξω α­ πό τον αχυρώνα, το φως της μέρας που σωνόταν. Σκέφτηκε ότι έ­ πρεπε να σταματήσουν κάπου για να πάρουν έναν οδικό χάρτη της περιοχής. Ο Τομ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ναι, γιατί όχι; Στο κάτω κάτω, αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό του κοπαδιού: ο­ μαδική τηλεπάθεια».


165

Το ΚΙΝΗΤΌ

«To πιστεύεις ειλικρινά, ή το λες απλώς για να με...» «Το πιστεύω ειλικρινά». Ο Τομ άπλωσε και άγγιξε το χέρι της Άλις, που τώρα έσφιγγε πιο γρήγορα το παπουτσάκι. «Απολύτως ειλικρινά. Παράτα το τώρα αυτό το πράγμα, εντάξει;» Η Άλις του χάρισε ένα φευγαλέο, αφηρημένο χαμόγελο κι ο Κλέι σκέφτηκε για άλλη μια φορά πόσο όμορφη ήταν, πραγματική καλλονή. Και πόσο έτοιμη να καταρρεύσει. «Ο σανός φαίνεται πολύ μαλακός κι εγώ είμαι πτώμα. Νομίζω πως θα πάρω έναν ω­ ραίο, μεγάλο υπνάκο». «Άντε να ξεκουράσεις τον κακό εαυτό σου», της απάντησε ο Κλέι. 2 Ο Κλέι είδε στον ύπνο του ότι αυτός, η Σάρον και ο Τζόνι-Τζι έ­ καναν πικνίκ στην πίσω αυλή του μικρού σπιτιού τους στο Κεντ Ποντ. Η Σάρον είχε απλώσει την ινδιάνικη κουβέρτα της πάνω στο γρασίδι. Έτρωγαν σάντουιτς και έπιναν παγωμένο τσάι. Ξαφ­ νικά ο ουρανός σκοτείνιασε. Η Σάρον έδειξε πάνω από τον ώμο του Κλέι και είπε: «Κοιτάξτε! Τηλεπαθητικοί!» Αλλά όταν στρά­ φηκε, ο Κλέι είδε μόνο ένα σμήνος κοράκια, τόσο μεγάλο που είχε κρύψει τον ήλιο. Και τότε ακούστηκε μια καμπανιστή μελωδία. Α­ κούστηκε σαν το φορτηγάκι με τα παγωτά του Μίστερ Σόφτι που έπαιζε το μουσικό θέμα του Σέσαμι Στρητ, αλλά ο Κλέι ήξερε ότι ήταν ήχος κλήσης και τρομοκρατήθηκε στο όνειρό του. Γύρισε και ο Τζόνι-Τζι είχε εξαφανιστεί. Όταν ρώτησε τη Σάρον πού ήταν το παιδί -έντρομος, ξέροντας ήδη την απάντηση-, εκείνη του είπε ότι ο Τζόνι είχε χωθεί κάτω από την κουβέρτα για ν' απαντήσει στο κινητό του. Υπήρχε ένα εξόγκωμα στην κουβέρτα. Ο Κλέι βούτηξε από κάτω, μέσα στη γλυκερή μυρωδιά του σανού, φωνά­ ζοντας στον Τζόνι να μην το σηκώσει, να μην απαντήσει στην κλήση, απλώνοντας το χέρι για να τον πιάσει και πιάνοντας αντί για το γιο του την κρύα, καμπύλη επιφάνεια μιας γυάλινης σφαί­ ρας. Ήταν το πρες παπιέ που είχε αγοράσει στους Μικρούς Θη­ σαυρούς, εκείνο που είχε στο κέντρο του μια τούφα χνουδωτά γκρίζα άνθη πικραλίδας, σαν ομίχλη τσέπης.


166

STEPHEN KING

Ο Τομ τον κουνούσε για να τον ξυπνήσει, λέγοντάς του ότι ή­ ταν περασμένες εννιά, είχε βγει το φεγγάρι και αν ήταν να συνεχί­ σουν την πεζοπορία κι απόψε έπρεπε να ξεκινήσουν. Ο Κλέι πρώ­ τη φορά ένιωσε τόσο χαρούμενος που τον ξύπνησε κάποιος. Σα­ φώς προτιμούσε τα όνειρα με το Περίπτερο του Μπίνγκο. Η Άλις τον κοίταζε περίεργα. «Τι είναι;» τη ρώτησε ο Κλέι, ελέγχοντας αν ήταν ασφαλισμέ­ να τα αυτόματα όπλα τους -του είχε γίνει ήδη δεύτερη φύση. «Παραμιλούσες στον ύπνο σου. Έλεγες, "Μην το σηκώσεις", "Μην απαντήσεις"». «Κανένας δεν έπρεπε να έχει απαντήσει», είπε ο Κλέι. «Θα ή­ μαστε όλοι πολύ καλύτερα τώρα». «Α, ποιος μπορεί ν' αντισταθεί σε ένα τηλέφωνο που χτυπάει;» είπε ο Τομ. «Εκεί παίζονται όλα». «Τάδε έφη ο γαμημένος Ζαρατούστρα», είπε ο Κλέι. Η Άλις γέλασε μέχρι δακρύων.

3 Ενώ το φεγγάρι έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα -σαν ζωγραφιά σε παιδική ιστορία με πειρατές και κρυμμένους θησαυρούς, έτσι το έβλεπε ο Κλέι-, άφησαν πίσω τους τη φάρμα των αλόγων και συ­ νέχισαν την πορεία προς το βορρά. Εκείνη τη νύχτα άρχισαν να συναντάνε και πάλι ανθρώπους του είδους τους. Γιατί αυτή είναι η δική μας ώρα, σκέφτηκε ο Κλέι και μετέφερε το αυτόματο τουφέκι από το ένα χέρι στο άλλο. Γεμάτο, ήταν δια­ βολεμένα βαρύ. Οι τρελοί των κινητών έχουν δικές τους τις μέρες. Όταν βγαίνουν τα αστέρια, ερχόμαστε εμείς. Είμαστε σαν βαμπίρ. Καταδικασμένοι να ζούμε τη νύχτα. Από κοντά αναγνωρίζουμε ο έ­ νας τον άλλον, επειδή έχουμε ακόμη την ικανότητα του λόγου. Από κάποια απόσταση, μπορούμε να είμαστε σχετικά σίγουροι ο ένας για τον άλλον από τα πράγματα που κουβαλάμε και από τα όπλα, που οι περισσότεροι από μας κρατάνε. Μέχρι πριν από τρεις μέρες ήμαστε το κυρίαρχο είδος στη γη και είχαμε τις ενοχές του επιζώντα για όλα τα είδη που βγάλαμε από τη μέση προκειμένου να φτάσουμε στη νιρ-


167

Το ΚΙΝΗΤΌ

βάνα της εικοσιτετράωρης καλωδιακής τηλεόρασης και στα ποπκόρν από φούρνο μικροκυμάτων. Τώρα είμαστε οι Άνθρωποι των Φακών. Κοίταξε τον Τομ, που βάδιζε δίπλα του. «Πού να πηγαίνουν;» ρώτησε. «Πού πάνε όλοι οι τρελοί των κινητών μετά τη δύση του ήλιου;» Ο Τομ του έριξε ένα περίεργο βλέμμα. «Στον Βόρειο Πόλο. Πέθαναν όλα τα ενήλικα ξωτικά από τη νόσο των τρελών ταράνδων και οι τύποι πάνε να δώσουν ένα χεράκι μέχρι να μεγαλώσει η νέα γενιά». «Χριστέ μου», είπε ο Κλέι. «Κάποιος κοιμήθηκε από τη λάθος μεριά του σανού απόψε». Αλλά ο Τομ δεν έλεγε να χαμογελάσει. «Σκέφτομαι συνεχώς το γάτο μου», είπε. «Αναρωτιέμαι αν είναι καλά. Σίγουρα θα σου φαίνεται γελοίο». «Όχι», είπε ο Κλέι, αν και, ανησυχώντας ο ίδιος για τη γυναίκα και το παιδί του, το έβρισκε λίγο υπερβολικό.

4 Από ένα μαγαζάκι με κάρτες και βιβλία στο μικρό κέντρο ανάμε­ σα στα δύο μοναδικά φανάρια κυκλοφορίας του Μπάλαρντβεϊλ πήραν έναν οδικό χάρτη. Κατευθύνονταν βόρεια και τους βγήκε σε καλό που είχαν επιλέξει να κινηθούν από την αγροτική περιοχή ανάμεσα στο V που σχημάτιζαν οι δύο διαπολιτειακοί αυτοκινητό­ δρομοι, ο 93 και ο 95. Οι άλλοι ταξιδιώτες που συνάντησαν και που οι περισσότεροι κατευθύνονταν δυτικά, μακριά από τον Διαπολιτειακό Αυτοκινητόδρομο 95, τους μίλησαν για τρομερές κα­ ραμπόλες και ατυχήματα. Ένας από τους ελάχιστους που κατευθύ­ νονταν ανατολικά είπε πως ένα βυτιοφόρο είχε ανατραπεί πάνω στον 93, κοντά στην έξοδο του Γουέικφιλντ, και η φωτιά που ακο­ λούθησε προκάλεσε αλυσιδωτές εκρήξεις με αποτέλεσμα να κα­ ούν μια σειρά αυτοκίνητα σε μήκος ενός χιλιομέτρου. «Βρομού­ σε», είπε ο τύπος, «σαν να τηγάνιζαν ψάρια στην κόλαση». Συνάντησαν κι άλλους Ανθρώπους των Φακών διασχίζοντας τα περίχωρα του Άντοβερ και άκουσαν μια φήμη τόσο επίμονη που άρχισε να επαναλαμβάνεται ως βέβαιο γεγονός: Τα σύνορα του


168

STEPHEN KING

Νιου Χαμσάιρ είχαν κλείσει. Η Πολιτειακή Αστυνομία του Νιου Χαμσάιρ και οι ειδικές δυνάμεις πρώτα πυροβολούσαν και μετά έ­ καναν ερωτήσεις. Δεν τους ενδιέφερε αν ήσουν τρελός ή λογικός. «Είναι σαν παραλλαγή του σλόγκαν που είχαν από παλιά στις πινακίδες των αυτοκινήτων τους οι ηλίθιοι», είπε ένας δύστροπος ηλικιωμένος κύριος με τον οποίο έπιασαν κουβέντα για λίγο. Φο­ ρούσε ένα μικρό σακίδιο πάνω από το ακριβό σακάκι του και κρα­ τούσε έναν μακρύ φακό. Από την τσέπη του σακακιού του πρό­ βαλλε η λαβή ενός πιστολιού. «Αν είσαι εντός Νιου Χαμσάιρ, ζή­ σε ελεύθερα. Αν θελήσεις να μπεις στο Νιου Χαμσάιρ, πέθανες!» «Εγώ δε... δύσκολα θα το πίστευα», είπε η Άλις. «Πίστευε ό,τι θέλεις, νεαρή δεσποινίς», είπε ο προσωρινός τους σύντροφος. «Εγώ συνάντησα κάποιους που θέλησαν να πάνε βόρεια, όπως εσείς, και γύρισαν τρέχοντας προς το νότο, όταν έ­ πεσαν πάνω σε κάτι άλλους που τους είχαν πυροβολήσει επειδή προσπάθησαν να μπουν στο Νιου Χαμσάιρ από τα βόρεια του Ντάνσντεϊλ». «Πότε;» ρώτησε ο Κλέι. «Χτες βράδυ». Ο Κλέι σκέφτηκε ένα σωρό ερωτήσεις, αλλά κράτησε τη γλώσσα του. Στο Άντοβερ, ο δύστροπος γέρος κύριος και οι περισ­ σότεροι από τους ανθρώπους με τους οποίους συμπορεύονταν σε ένα δρόμο γεμάτο παρατημένα αυτοκίνητα, αλλά βατό, έστριψαν στον Αυτοκινητόδρομο 133 προς το Λόουελ και άλλες πόλεις στα δυτικά. Ο Κλέι, ο Τομ και η Άλις απέμειναν μόνοι στον κεντρικό δρόμο του Άντοβερ έχοντας να πάρουν μια σημαντική απόφαση. «Το πιστεύεις;» ρώτησε ο Κλέι την Άλις. «Εγώ όχι», είπε το κορίτσι και κοίταξε τον Τομ. Ο Τομ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Ούτε κι εγώ. Η ιστο­ ρία του τύπου μού θύμισε αυτές με τους κροκόδειλους στους υπο­ νόμους της Νέας Υόρκης». Η Άλις κουνούσε το κεφάλι της συμφωνώντας. «Τα νέα δεν ταξιδεύουν τόσο γρήγορα τώρα που δεν υπάρχουν τηλέφωνα». «Μάλιστα», είπε ο Τομ. «Ο μύθος της επόμενης αστικής γε­ νιάς. Παρ' όλα αυτά, εδώ μιλάμε για το Νιου Χάμστερ, όπως το α­ ποκαλεί ένας φίλος μου, και τίποτε δεν αποκλείεται. Θα πρότεινα


169

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

να διασχίσουμε τα σύνορα της Πολιτείας από το πιο διακριτικό σημείο που μπορούμε να βρούμε». «Ακούγεται σαν καλό σχέδιο», είπε η Άλις και συνέχισαν την πορεία τους βαδίζοντας από το πεζοδρόμιο, όσο βρίσκονταν ακό­ μη μέσα στην πόλη και υπήρχαν πεζοδρόμια να βαδίσουν. 5 Στα προάστια του Άντοβερ, είδαν έναν άντρα με δυο φακούς δεμέ­ νους σε ένα αυτοσχέδιο χαλινάρι γύρω από το μέτωπό του (από έ­ να φως σε κάθε κρόταφο) να βγαίνει από τη σπασμένη βιτρίνα ε­ νός IGA. Τους κούνησε φιλικά το χέρι και κινήθηκε προς το μέρος τους διασχίζοντας μια ζούγκλα από καρότσια του σούπερ μάρκετ και γεμίζοντας με κονσέρβες τη δερμάτινη τσάντα του που θύμιζε πλανόδιο εφημεριδοπώλη. Σταμάτησε δίπλα από ένα πλαγιασμένο ημιφορτηγό, τους συστήθηκε ως κύριος Ρόσκο Χαντ από το Μέθουεν και τους ρώτησε πού πήγαιναν. Όταν ο Κλέι του απάντησε στο Μέιν, κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του. «Τα σύνορα του Νιου Χαμσάιρ είναι κλειστά. Πριν από μισή ώρα συνάντησα δύο τύπους που γύριζαν πίσω. Μου είπαν ότι αυ­ τοί στα σύνορα προσπαθούν να διακρίνουν τους τρελούς των κι­ νητών από εμάς τους φυσιολογικούς πριν τους ρίξουν, αλλά δεν προσπαθούν και πολύ». «Το είδαν με τα μάτια τους να συμβαίνει;» ρώτησε ο Τομ. Ο Ρόσκο Χαντ κοίταξε τον Τομ σαν να μην έστεκε καλά στα μυαλά του. «Πρέπει να εμπιστεύεσαι τους άλλους, άνθρωπέ μου», είπε. «Εννοώ, αφού δε γίνεται να τηλεφωνήσεις κάπου' για επαλή­ θευση, καλά δε λέω;» Έκανε μια παύση. «Στο Σάλεμ και στο Νάσουα καίνε τα πτώματα. Βρομάει σαν χοιροστάσιο. Μου το είπαν κι αυτό. Εγώ είμαι παρέα με άλλους πέντε που πάνε δυτικά και θέ­ λουμε να καλύψουμε κάποια χιλιόμετρα πριν ξημερώσει. Ο δρό­ μος προς τη δύση είναι ανοιχτός». «Έτσι λένε, ε;» του είπε ο Κλέι. Ο Χαντ τον κοίταξε με περιφρόνηση. «Ναι, έτσι λένε. Και μια σοφή κουβέντα δε βλάπτει, όπως έλεγε η μάνα μου. Αν επιμένετε


170

STEPHEN KING

πραγματικά να πάτε βόρεια, φροντίστε να είστε στα σύνορα νύ­ χτα. Οι τρελοί δε βγαίνουν με το σκοτάδι». «Το ξέρουμε», είπε ο Τομ. Ο άντρας με τους δύο φακούς στα πλάγια του κεφαλιού του α­ γνόησε τον Τομ και συνέχισε να απευθύνεται στον Κλέι. Προφα­ νώς τον είχε κόψει για αρχηγό της παρέας. «Επίσης, δεν κρατάνε φακούς. Κουνήστε τους φακούς σας πέρα δώθε. Μιλήστε. Φωνάξ­ τε. Αυτά δεν τα κάνουν οι τρελοί των κινητών. Πολύ αμφιβάλλω αν θα σας αφήσουν να περάσετε τα σύνορα, αλλά, αν σταθείτε τυ­ χεροί, τουλάχιστον δε θα σας ρίξουν». «Έχουν αρχίσει να γίνονται έξυπνοι», είπε η Άλις. «Το ξέρετε αυτό, κύριε Χαντ;» Ο Χαντ ρουθούνισε περιφρονητικά. «Πάνε κοπάδι και έχουν σταματήσει να σκοτώνονται μεταξύ τους. Δεν ξέρω αν αυτό τους κάνει πιο έξυπνους ή όχι. Ξέρω όμως ότι ακόμα σκοτώνουν εμάς». Ο Χαντ πρέπει να διέκρινε την αμφιβολία στο βλέμμα του Κλέι, γιατί χαμογέλασε σαρκαστικά. «Τους είδα να πιάνουν μια γυ­ ναίκα σήμερα το πρωί», είπε. «Με τα ίδια μου τα μάτια, εντάξει;» Ο Κλέι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Εντάξει». «Νομίζω πως ξέρω γιατί βρισκόταν στο δρόμο. Ήμαστε στο Τόπσφιλντ, δεκάξι χιλιόμετρα ανατολικά από δω, ξέρεις. Εγώ και οι δικοί μου ήμαστε σε ένα Μοτέλ 6. Αυτή ερχόταν προς εμάς. Αλ­ λά δεν περπατούσε. Βιαζόταν. Σχεδόν έτρεχε. Και κοίταζε συνέχεια πίσω της. Την είδα επειδή δεν μπορούσα να κοιμηθώ». Κούνησε το κεφάλι του. «Μεγάλο ζόρι να συνηθίσεις να κοιμάσαι μέρα». Ο Κλέι σκέφτηκε να του πει ότι αυτός και οι φίλοι του το είχαν συνηθίσει εύκολα, αλλά δεν το έκανε. Είδε ότι η Άλις είχε ξανα­ βγάλει το γούρι της. Ο Κλέι θα προτιμούσε να μην τα ακούει αυτά η Άλις, αλλά δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Κυρίως επειδή ήταν πληροφορίες επιβίωσης (ήταν σίγουρος ότι, σε αντίθεση με τις φή­ μες για τα σύνορα του Νιου Χαμσάιρ, αυτή η πληροφορία ήταν αυθεντική), αλλά και επειδή ο κόσμος θα ήταν γεμάτος από τέτοιες ιστορίες για αρκετό καιρό. Αν άκουγαν αρκετές, ίσως προέκυπτε κάτι κοινό που θα τους οδηγούσε σε συμπεράσματα. «Μάλλον κοίταζε μήπως βρει κανένα καλύτερο μέρος να μεί­ νει», συνέχισε ο κύριος Χαντ. «Ή, μάλλον, είδε το Μοτέλ 6 και σκέφτηκε, "Ω, δωμάτιο με κρεβάτι! Και μπάνιο! Δίπλα στο βενζι-


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

171

νάδικο της Exxon. Μόνο ένα τετράγωνο παρακάτω". Αλλά πριν φτάσει στα μισά, της βγήκε ένα τσούρμο από αυτούς από τη γω­ νία. Περπατούσαν... ξέρετε πώς περπατάνε τώρα, ε;» Ο Ρόσκο Χαντ βάδισε προς το μέρος τους με άκαμπτο βήμα, σαν κουρδιστό στρατιωτάκι, με την τσάντα του εφημεριδοπώλη να ταλαντεύεται. Δεν περπατούσαν έτσι οι τρελοί των κινητών, αλλά οι άλλοι κατάλαβαν τι ήθελε να τους δείξει και συγκατένευσαν. «Και την...» Ο Ρόσκο Χαντ έγειρε πάνω στο πλαγιασμένο ημι­ φορτηγό και έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια. «Αυτό θέλω να καταλάβετε, εντάξει; Να μην αφήσετε να σας πιάσουν, να μην ξε­ γελαστείτε ότι γίνονται πιο φυσιολογικοί επειδή κάθε τόσο κάποιος από αυτούς θα τύχει να πατήσει το σωστό κουμπί και θ' αρχίσει να παίζει το CD στο φορητό που κουβαλάει...» «Το είδες αυτό να γίνεται;» τον ρώτησε ο Τομ. «Το άκουσες;» «Ναι, δυο φορές. Ο δεύτερος τύπος που είδα πήγαινε μόνος του κουνώντας το ράδιο σαν μωρό στην αγκαλιά του τόσο δυνατά που κόντευε να πεταχτεί απέναντι, αλλά ναι, το μηχάνημα έπαιζε. Άρα, τους αρέσει η μουσική και, ναι, σίγουρα έχουν αρχίσει να ξαναβρίσκουν ένα κουκούτσι μυαλό, και γι' αυτό ακριβώς πρέπει να είστε πολύ προσεκτικοί». «Τι έγινε με τη γυναίκα;» ρώτησε η Άλις. «Όταν την έπιασαν». «Προσπάθησε να κάνει ότι ήταν μια απ' αυτούς», είπε ο Χαντ. «Εγώ την έβλεπα από μέσα από το παράθυρο όπου στεκόμουν και σκέφτηκα, "Μπράβο, κοπέλα μου, ίσως τα καταφέρεις άμα το παί­ ξεις τρελή για λίγο και την κοπανήσεις για κάπου μέσα με την πρώτη ευκαιρία". Γιατί δεν τους αρέσει να μπαίνουν σε κλειστούς χώρους, το έχετε προσέξει αυτό;» Ο Κλέι, ο Τομ και η Άλις κούνησαν τα κεφάλια τους. Ο Ρόσκο Χαντ συνέχισε. «Μπαίνουν, τους είδα, αλλά δεν τους αρέσει καθόλου». «Πώς την κατάλαβαν;» ρώτησε η Άλις. «Δεν ξέρω ακριβώς. Τη μύρισαν, ή κάτι τέτοιο». «Ή άγγιξαν τη σκέψη της», είπε ο Τομ. «Ή δεν μπόρεσαν να την αγγίξουν», είπε η Άλις. «Δεν ξέρω τι λέτε εσείς», είπε ο Χαντ. «Εγώ ξέρω μόνο ότι την έκαναν κομμάτια πάνω στο δρόμο. Κι όταν λέω κομμάτια, το εννοώ».


172

STEPHEN KING

«Καν πότε έγινε αυτό;» ρώτησε ο Κλέι. Είδε την Άλις να χάνει το χρώμα της και την αγκάλιασε από τη μέση για να τη στηρίξει. «Σήμερα στις εννιά το πρωί. Στο Τόπσφιλντ. Γι' αυτό, αν δείτε ένα τσούρμο απ' αυτούς να περπατάνε στο Δρόμο με τα Κίτρινα Τούβλα, με ένα ραδιόφωνο να παίζει το "Ας Γίνουμε Φίλοι..."» Σταμάτησε και τους κοίταξε εξεταστικά στο φως που έριχναν οι δυο φακοί του κεφαλιού του. «Εγώ δε θα έτρεχα κοντά τους φω­ νάζοντας κέμο σάμπε*, μόνο αυτό σας λέω». Παύση. «Κι ούτε θα πήγαινα βόρεια. Ακόμη κι αν δε σας πυροβολήσουν στα σύνορα, απλώς χάνετε τον καιρό σας». Παρ' όλα αυτά, μετά από μια σύντομη σύσκεψη στην άκρη του πάρκινγκ του IGA, η συντροφιά των τριών συνέχισε προς το βορρά. 6 Έκαναν στάση για ξεκούραση κοντά στο βόρειο Άντοβερ, σε μια γέφυρα για πεζούς πάνω από τον Αυτοκινητόδρομο 495. Τα σύν­ νεφα είχαν πυκνώσει ξανά, αλλά το φεγγάρι έβγαινε κάθε τόσο για να φωτίσει τέσσερις ακίνητες λωρίδες κυκλοφορίας. Κοντά στη γέφυρα όπου στέκονταν, στις δύο λωρίδες της νότιας κατεύθυν­ σης, μια αναποδογυρισμένη νταλίκα κειτόταν σαν νεκρός ελέφα­ ντας. Πορτοκαλιοί κώνοι είχαν τοποθετηθεί γύρω της, απόδειξη ό­ τι κάποιος είχε ανταποκριθεί σε μια κλήση, και, πράγματι, υπήρ­ χαν δύο εγκαταλειμμένα περιπολικά κάτω από τη γέφυρα, το ένα πλαγιασμένο. Το πίσω μέρος του φορτηγού ήταν καμένο. Πτώμα­ τα δεν φαίνονταν πουθενά, απ' όσο μπορούσαν να δουν στο φως του φεγγαριού. Μερικοί πεζοί περνούσαν γύρω από τις μπλοκαρι­ σμένες λωρίδες, αλλά η κίνηση ήταν πολύ αργή και αραιή. «Αυτό τα κάνει όλα να φαίνονται σαν αληθινά, δεν είναι έτσι;» είπε ο Τομ. «Όχι», είπε η Άλις. Ακούστηκε αδιάφορη. «Εμένα μου φαίνο­ νται σαν ειδικά εφέ σε ταινία θερινού σινεμά. Παίρνεις ένα μεγά* Χαρακτηριστική φράση από το κόμικ του Λόουν Ρέιντζερ. Έτσι χαιρετά ο Ινδιάνος Τόντο τον ήρωα. (Σ.τ.Μ.)


173

Το ΚΙΝΗΤΌ

λο χωνί ποπκόρν και μια Κόκα Κόλα και παρακολουθείς το τέλος του κόσμου σε... πώς τα λένε; Τρισδιάστατα γραφικά; Μπλου σκριν; Κάποια τέτοια μαλακία». Σήκωσε το αθλητικό παπουτσάκι κρατώντας το από το κορδόνι του. «Μου φτάνει αυτό για να θυμά­ μαι ότι είναι όλα αλήθεια. Κάτι μικρό που να χωράει στο χέρι μου. Ελάτε, πάμε να φύγουμε».

7 Υπήρχαν αρκετά παρατημένα αυτοκίνητα πάνω στον Αυτοκινητό­ δρομο 28, αλλά ήταν εντελώς ανοιχτός συγκριτικά με τον 495 κι έτσι κατά τις τέσσερις πλησίαζαν ήδη στο Μέθουεν, γενέτειρα του κυρίου Ρόσκο Χαντ με τους φακούς στέρεο. Και είχαν πιστέψει αρκετά την ιστορία του ώστε να αναζητήσουν κατάλυμα για τη νύχτα πολύ πριν σκοτεινιάσει. Διάλεξαν ένα μοτέλ στη διασταύ­ ρωση του 28 με τον 110. Καμιά δεκαριά αυτοκίνητα ήταν παρκα­ ρισμένα έξω από διάφορα δωμάτια, αλλά ο Κλέι είχε την αίσθηση ότι ήταν άδεια. Πώς να μην ήταν; Οι δυο οδικές αρτηρίες ήταν βα­ τές αλλά μόνο με τα πόδια. Ο Τομ και ο Κλέι στάθηκαν στην άκρη του πάρκινγκ και άρχισαν να κουνάνε τους αναμμένους φακούς πάνω από τα κεφάλια τους. «Είμαστε εντάξει!» φώναξε ο Τομ. «Είμαστε φυσιολογικοί! Ερχόμαστε εκεί!» Περίμεναν. Δεν πήραν καμιά απάντηση από το συγκρότημα που η πινακίδα το διαφήμιζε ως Σουίτ Βάλεϊ Ινν-Θερμαινόμενη Πισίνα-Καλωδιακή Τηλεόραση-Ειδικές Τιμές σε Γκρουπ. «Πάμε», είπε η Άλις. «Πονάνε τα πόδια μου. Και σε λίγο θ' αρχίσει να ξημερώνει». «Κοιτάξτε αυτό», είπε ο Κλέι. Είχε μαζέψει ένα CD από το δρόμο πριν τη στροφή προς το μοτέλ και το φώτιζε με το φακό του. Ήταν τα Ερωτικά Τραγούδια, του Μάικλ Μπόλτον. «Πάνω που είπαμε ότι άρχισαν να γίνονται έξυπνοι», σχολίασε ο Τομ. «Μη βιάζεσαι να τους κρίνεις», απάντησε ο Κλέι καθώς ξεκίνη­ σαν να βαδίζουν προς τα δωμάτια. «Αυτός που το είχε το πέταξε». «Μάλλον θα του έπεσε», είπε ο Τομ.


174

STEPHEN KING

Η Άλις έριξε το φακό της πάνω στο CD. «Ποιος είναι αυτός ο τύπος;» «Καλό μου παιδί», είπε ο Τομ, «δε θέλεις να ξέρεις». Τράβηξε το CD από το χέρι του Κλέι και το πέταξε πάνω από τον ώμο του. Παραβίασαν τις πόρτες τριών συνεχόμενων δωματίων όσο πιο μαλακά ήταν δυνατόν, για να μπορέσουν τουλάχιστον να στρί­ ψουν τα πόμολα από μέσα. Έχοντας κρεβάτια να κοιμηθούν, κοι­ μήθηκαν μέχρι αργά το μεσημέρι. Δεν τους ενόχλησε τίποτε, αν και το βράδυ η Άλις είπε ότι είχε ακούσει μουσική να έρχεται από μακριά. Όμως, παραδέχτηκε, μπορεί και να το είχε ονειρευτεί. 8 Στο λόμπι του Σουίτ Βάλεϊ Ινν υπήρχαν για πούλημα τοπικοί χάρ­ τες πολύ πιο λεπτομερείς από τον οδικό άτλαντα. Βρίσκονταν σε μια γυάλινη προθήκη που τώρα ήταν σπασμένη. Ο Κλέι έπιασε έ­ να χάρτη της Μασαχουσέτης και έναν του Νιου Χαμσάιρ χώνο­ ντας προσεκτικά το χέρι του για να μην κοπεί από τα γυαλιά και, όπως σηκωνόταν, είδε έναν νεαρό πεσμένο στο πάτωμα πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν. Τα μάτια του γυάλιζαν άψυχα. Για μια στιγμή, ο Κλέι σκέφτηκε ότι κάποιος είχε βάλει μια ταινία με πε­ ρίεργο χρώμα πάνω στο στόμα του νεκρού. Ύστερα πρόσεξε τις πρασινωπές μύτες που προεξείχαν από τα μάγουλά του και συνει­ δητοποίησε ότι ταίριαζαν με τα σπασμένα γυαλιά που γέμιζαν τα ράφια της βιτρίνας με τους χάρτες. Το πτώμα φορούσε στο τσεπά­ κι του πουκαμίσου του μια ταμπελίτσα που έγραφε ΜΕ ΛΕΝΕ ΧΑΝΚ - ΡΩΤΗΣΤΕ ΜΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΕΣ ΧΡΕΩΣΕΙΣ. Κοιτώ­ ντας τον Χανκ, ο Κλέι σκέφτηκε τον κύριο Ρικάρντι. Ο Τομ και η Άλις τον περίμεναν στην πόρτα του λόμπι. Ήταν εννιά παρά τέταρτο και έξω ήταν βαθύ σκοτάδι. «Πώς τα πας;» ρώτησε η Άλις. «Αυτά μπορεί να μας βοηθήσουν», της είπε. Της έδωσε τους χάρτες και σήκωσε ψηλά το φανάρι για μπορέσουν ο Τομ και η Ά­ λις να τους μελετήσουν, να τους συγκρίνουν με τον οδικό άτλαντα και να σχεδιάσουν την αποψινή διαδρομή. Προσπαθούσε να καλ­ λιεργήσει μια αίσθηση μοιραίου όταν σκεφτόταν τον Τζόνι και τη


Το ΚΙΝΗΤΌ

175

Σάρον και την κατάσταση γενικά: ό,τι είχε συμβεί στον Κεντ Ποντ, είχε συμβεί. Ο γιος του και η γυναίκα του ή ήταν καλά ή δεν ήταν. Ή θα τους έβρισκε ή δεν θα τους έβρισκε. Η επιτυχία αυτού του μαγικού κόλπου ήταν αμφίβολη, πότε έπιανε, πότε δεν έπιανε. Τις φορές που το έχανε, έλεγε στον εαυτό του ότι ήταν τυχερός που ήταν ζωντανός, κι αυτό ήταν αλήθεια. Αυτό που αναιρούσε την καλοτυχία του ήταν το γεγονός ότι βρισκόταν στη Βοστόνη, ε­ κατόν εξήντα χιλιόμετρα νότια του Κεντ Ποντ από τη συντομότε­ ρη διαδρομή (που σίγουρα δεν ήταν αυτή που ακολουθούσαν τώ­ ρα), όταν χτύπησε ο Παλμός. Παρ' όλα αυτά, είχε σμίξει με κα­ λούς ανθρώπους. Δεν ήταν λίγο κι αυτό. Ανθρώπους που μπορού­ σε να θεωρεί φίλους του. Είχε δει πολλούς άλλους -τον Τύπο με το Βαρελάκι, την Εύσωμη Κυρία με τη Βίβλο, καθώς και τον κύριο Ρόσκο Χαντ από το Μέθουεν- που δεν είχαν σταθεί τόσο τυχεροί. Αν ήρθε σ' εσένα, Σάρον, αν ήρθε κοντά σου ο Τζόνι, πρόσεξε τον σαν τα μάτια σου, το καλό που σου θέλω. Το καλό που σου θέλω. Κι αν ο μικρός είχε μαζί του το κινητό; Αν είχε πάρει το κόκκι­ νο κινητό του στο σχολείο; Μήπως είχε ξαναρχίσει να το παίρνει μαζί του τελευταία; Επειδή όλα τα άλλα παιδιά είχαν κινητά; Χριστέ μου. «Κλέι; Είσαι καλά;» ρώτησε ο Τομ. «Ναι. Γιατί;» «Δεν ξέρω. Φαίνεσαι κάπως... αγριεμένος». «Πτώμα πίσω από τον πάγκο. Άσχημο θέαμα». «Κοιτάξτε εδώ», είπε η Άλις, διατρέχοντας με το δάχτυλο της μια γραμμή πάνω στο χάρτη. Αυτή η καλλικατζούρα έκοβε το σύ­ νορο της Πολιτείας και φαινόταν να ενώνεται με τον Αυτοκινητό­ δρομο 38 του Νιου Χαμσάιρ ανατολικά του Πέλαμ. «Εμένα μου φαίνεται πολύ καλός δρόμος. Αν πάρουμε τον αυτοκινητόδρομο από δω προς τα δυτικά...» Έδειξε τον 110, όπου τα αυτοκίνητα και η άσφαλτος γυάλιζαν κάτω από ένα αραιό ψιλόβροχο. «...θα τον συναντήσουμε σε καμιά δεκαπενταριά χιλιόμετρα. Τι λέτε;» «Καλό ακούγεται», είπε ο Τομ. Η Άλις κοίταξε τον Κλέι. Το αθλητικό παπουτσάκι ήταν πίσω στο σακίδιο της, αλλά ο Κλέι έβλεπε καθαρά την επιθυμία της να το ζουλήξει. Ευτυχώς που δεν κάπνιζε, θα έφτανε τα τέσσερα πα­ κέτα τη μέρα. «Αν υπάρχει φρουρά στο πέρασμα...»


176

STEPHEN KING

«Θα μας απασχολήσει όταν φτάσουμε εκεί», τη διέκοψε ο Κλέι, αλλά δεν ανησυχούσε. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα έ­ μπαινε στο Μέιν. Κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να συρθεί με την κοιλιά ανάμεσα στους βάτους, σαν παράνομος εργάτης που διέσχιζε τα καναδέζικα σύνορα για να δουλέψει στο μάζεμα των μήλων τον Οκτώβρη, θα το έκανε. Αν ο Τομ και η Άλις αποφάσι­ ζαν να μείνουν πίσω, κρίμα. Θα λυπόταν πολύ που θα τους άφη­ νε... αλλά θα συνέχιζε. Γιατί έπρεπε να μάθει. Η κόκκινη καλλικατζούρα που είχε εντοπίσει η Άλις στους χάρτες του Σουίτ Βάλει Ινν είχε όνομα -Ντόστι Στριμ Ρόουντ- και ήταν βασικά άδεια. Μετά από έξι χιλιόμετρα περπάτημα μέχρι τη συνοριακή γραμμή των δύο Πολιτειών, δεν συνάντησαν παρά μό­ νο πέντ' έξι εγκαταλειμμένα οχήματα και μόνο ένα τρακάρισμα. Πέρασαν επίσης δύο αγροικίες όπου υπήρχαν αναμμένα φώτα και ακουγόταν μουγκρητό γεννήτριας. Το σκέφτηκαν να σταματή­ σουν, αλλά απέρριψαν γρήγορα την ιδέα. «Το πιθανότερο είναι ν' αρχίσουμε την ανταλλαγή πυροβολι­ σμών με κάποιον ταλαίπωρο που προσπαθεί να προστατέψει το σπίτι του», είπε ο Κλέι. «Με την προϋπόθεση ότι υπάρχει κάποιος εκεί μέσα. Ίσως αυτές οι γεννήτριες να είναι ρυθμισμένες ώστε να παίρνουν μπροστά από μόνες τους όταν κόβεται το ρεύμα και να δουλεύουν μέχρι να τους σωθούν τα καύσιμα». «Ακόμη κι αν υπάρχουν λογικοί άνθρωποι εκεί μέσα και μας ανοίξουν την πόρτα, πράγμα που δε θα είναι και τόσο λογικό, τι θα τους πούμε;» αναρωτήθηκε ο Τομ. «Ότι θέλουμε να χρησιμο­ ποιήσουμε το τηλέφωνο;» Συζήτησαν και την πιθανότητα να δοκιμάσουν να απαλλοτριώ­ σουν ένα αυτοκίνητο (απαλλοτρίωση ήταν η λέξη που χρησιμοποί­ ησε ο Τομ), αλλά τελικά αποφάσισαν να μην κάνουν ούτε αυτό. Αν στη γραμμή των συνόρων κρατούσαν άμυνα οπλισμένοι αστυ­ νομικοί, ίσως το να τη σπάσουν με μια Σεβρολέτ Τάχο δεν ήταν η πιο έξυπνη κίνηση. Έτσι συνέχισαν με τα πόδια και, φυσικά, δεν βρήκαν τίποτε άλλο στα σύνορα, εκτός από μια πινακίδα, μικρή, όπως ταίριαζε σε επαρχιακό δρόμο με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, που τους ενη­ μέρωνε ότι ΜΠΑΙΝΕΤΕ ΣΤΟ ΝΙΟΥ ΧΑΜΣΑΪΡ και ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ! Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο εκτός από τις σταλαγματιές της υγρα-


177

Το ΚΙΝΗΤΌ

σίας στο δάσος κι από τις δύο πλευρές του δρόμου και κάθε τόσο ο στεναγμός του αέρα στις φυλλωσιές. Ή το σύρσιμο κάποιου μι­ κρού ζώου. Στάθηκαν ίσα για να διαβάσουν την πινακίδα και συ­ νέχισαν το δρόμο τους αφήνοντας πίσω τους τη Μασαχουσέτη. 9 Έπαψαν να έχουν την αίσθηση ότι ήταν μόνοι στον κόσμο όταν έ­ φτασαν στο τέρμα της Ντόστι Στριμ Ρόουντ και μπροστά σε μια δεύτερη πινακίδα που έγραφε: Ν.Χ. ΟΔΟΣ 38 και ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ 30 ΧΛΜ. Οι ταξιδιώτες ήταν σχετικά λίγοι πάνω στην 38, αλλά μισή ώρα αργότερα, όταν έστριψαν στην 128 -έναν φαρδύ δρόμο γεμά­ το σκουπίδια που πήγαινε σχεδόν ευθεία προς το βορρά-, η αραιή ροή έγινε ένα σταθερό ποτάμι προσφύγων. Ταξίδευαν κυρίως σε μικρές ομάδες των τριών ή των τεσσάρων και το κυρίαρχο χαρα­ κτηριστικό τους ήταν ότι αδιαφορούσαν εντελώς για οτιδήποτε πέρα από τους εαυτούς τους. Συνάντησαν μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, με έναν άντρα κάπου είκοσι χρόνια μεγαλύτερο της που ο καθένας τους έσπρω­ χνε κι από ένα καρότσι του σούπερ μάρκετ με ένα παιδί μέσα. Αυ­ τό στο καρότσι του άντρα ήταν αγόρι και αρκετά μεγάλο στην η­ λικία για να το κουβαλάνε, αλλά είχε βρει τρόπο να κουλουριαστεί μέσα στο καρότσι και τώρα κοιμόταν. Ενώ ο Κλέι και οι σύ­ ντροφοι του προσπερνούσαν αυτή την τροχήλατη οικογένεια, έ­ σπασε η μία ρόδα από το καρότσι του άντρα. Το καρότσι πλάγια­ σε απότομα αδειάζοντας το αγόρι, που πρέπει να ήταν εφτά οχτώ χρονών το πολύ. Ο Τομ τον άρπαξε από τον ώμο κόβοντας αρκετή από την ορμή της πτώσης του, αλλά ο μικρός έγδαρε το γόνατο του έτσι κι αλλιώς. Και τρόμαξε πολύ. Ο Τομ τον σήκωσε από κά­ τω, αλλά το αγόρι, επειδή δεν τον γνώριζε, άρχισε να παλεύει να του ξεφύγει κλαίγοντας ακόμη πιο δυνατά. «Αφήστε, δεν πειράζει, θα τον πάρω εγώ», είπε ο άντρας. Πήρε το παιδί και κάθισε μαζί του στην άκρη του δρόμου, όπου του έ­ κανε καλό-καλό, μια έκφραση που ο Τομ είχε ν' ακούσει απ' όταν ήταν ο ίδιος εφτά χρονών. «Τώρα θα το φιλήσει ο Γκρέγκορι, θα το κάνει καλό-καλό και θα περάσει». Ο άντρας φίλησε τη γρα-


178

STEPHEN KING

τσουνιά στο γόνατο του αγοριού κι εκείνο έγειρε το κεφάλι του στον ώμο του άντρα. Ήταν έτοιμο να κοιμηθεί ξανά. Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε στον Τομ και στον Κλέι κουνώντας το κεφάλι του. Φαινόταν κατάκοπος μέχρι θανάτου· ένας καλοβαλμένος, γυμνα­ σμένος εξηντάρης μέχρι προχτές, και τώρα έδειχνε σαν εβδομηντάχρονος Εβραίος που αγωνιούσε να εγκαταλείψει την Πολωνία όσο υπήρχε ακόμη καιρός. «Είμαστε εντάξει», είπε. «Μπορείτε να πηγαίνετε». Ο Κλέι άνοιξε το στόμα του να πει, Γιατί δε μένουμε όλοι μαζί; Γιατί δεν κάνουμε μια συντροφιά, Γκρεγκ; Κάτι τέτοια έλεγαν οι ή­ ρωες στα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας που διάβαζε μικρός: Ας μείνουμε όλοι μαζί. «Άντε, πηγαίνετε, τι στέκεστε εδώ;» είπε η γυναίκα πριν προ­ λάβει ο Κλέι να πει αυτό που σκεφτόταν ή οτιδήποτε άλλο. Στο δικό της καρότσι, ένα πεντάχρονο κοριτσάκι κοιμόταν ακόμη. Η γυναίκα στάθηκε προστατευτικά μπροστά από το καρότσι της, σάμπως να είχε βουτήξει κάποιο πολύτιμο αντικείμενο και φοβόταν μήπως της το αρπάξουν ο Κλέι και οι φίλοι του. «Δεν έχουμε τίπο­ τε να μας πάρετε». «Νάταλι, σταμάτα», είπε κουρασμένα ο άντρας. Όμως η Νάταλι δεν σταμάτησε και ο Κλέι κατάλαβε ποιο ήταν το χειρότερο απ' όλα σ' αυτή τη μικρή σκηνή. Όχι η προσβλητική και επιθετική στάση μιας γυναίκας που ο φόβος και η κούραση την είχαν οδηγήσει στην παράνοια. Αυτό ήταν κατανοητό και της το συγχωρούσε. Εκείνο που του τσάκισε το ηθικό ήταν ο τρόπος με τον οποίο όλοι οι υπόλοιποι συνέχιζαν να περπατάνε, κρατώ­ ντας μπροστά τους φακούς τους, μιλώντας χαμηλόφωνα μόνο στον διπλανό της δικής τους παρέας, αλλάζοντας χέρι στη βαλίτσα ή τη σακούλα που κουβαλούσε ο καθένας. Ένας κόπανος με μοτοσι­ κλέτα εντούρο ανέβαινε το δρόμο με ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στα τρα­ καρισμένα αυτοκίνητα και πάνω από τα σκουπίδια και οι πεζοί πα­ ραμέριζαν για να του ανοίξουν δρόμο, μουρμουρίζοντας εχθρικά. Ο Κλέι σκέφτηκε ότι θα τους έκανε το ίδιο αν το αγόρι που είχε πέσει από το καρότσι είχε σπάσει το λαιμό του, αντί να γρατσουνίσει απλώς το γόνατό του. Δεν θα έδιναν καμιά σημασία αν ο πα­ χύς κύριος που ανηφόριζε αγκομαχώντας από την άκρη του δρό­ μου, με ένα βαρύ σακβουαγιάζ περασμένο διαγώνια στον ώμο του,


Το ΚΙΝΗΤΌ

179

σωριαζόταν εκείνη τη στιγμή από καρδιακή προσβολή. Κανένας δεν θα προσπαθούσε να τον συνεφέρει και, φυσικά, οι μέρες του 911, για να καλέσουν άμεση βοήθεια, είχαν τελειώσει οριστικά. Κανένας δεν σκοτίστηκε ούτε καν να πετάξει ένα, Πες τα, κυρά μου! ή Ρε φίλε, πες της να το βουλώσει! Απλώς συνέχισαν να περ­ πατάνε. «...γιατί εμείς το μόνο που έχουμε είναι ετούτα τα παιδιά, που είναι σκέτο φόρτωμα όταν δεν μπορούμε ούτε τον εαυτό μας να φροντίσουμε, γιατί αυτός έχει βηματοδότη και τι θα κάνουμε όταν σωθεί η μπαταρία, μου λες; Και τα παιδιά! Θέλεις ένα παιδί;» Κοίταξε γύρω της αγριεμένη. «Ε! Θέλει κανείς ένα παιδί;» Το κοριτσάκι άρχισε να σαλεύει. «Νάταλι, ταράζεις την Πόρσια», είπε ο Γκρέγκορι. Η γυναίκα που την έλεγαν Νάταλι γέλασε σκληρά. «Σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου! Εδώ έχει διαταραχτεί ο κόσμος όλος!» Γύρω τους οι άνθρωποι συνέχιζαν την Πορεία των Προσφύ­ γων. Κανένας δεν έδωσε σημασία και ο Κλέι σκέφτηκε: Να πώς αντιδρούμε. Ιδού τι συμβαίνει όταν πέφτουν οι τίτλοι του τέλους. Ό­ ταν δεν υπάρχουν πια κάμερες, ούτε κτίρια να καίγονται, ούτε Άντερσον Κούπερ να λέει: «Και τώρα πίσω στα στούντιο του CNN στην Ατλάντα». Ιδού τι συμβαίνει όταν το υπουργείο Εσωτερικής Α­ σφαλείας αναστέλλει τις εργασίες του λόγω έλλειψης λογικής. «Δώστε μου το παιδί», προσφέρθηκε ο Κλέι. «Θα τον κουβα­ λήσω εγώ μέχρι να βρεθεί κάτι άλλο να τον μεταφέρετε. Αυτό το καρότσι τελείωσε». Κοίταξε τον Τομ. Ο Τομ ανασήκωσε τους ώ­ μους του και ένευσε καταφατικά. «Μακριά από μας!» είπε η Νάταλι και ως διά μαγείας εμφανί­ στηκε στο χέρι της ένα όπλο. Δεν ήταν μεγάλο, 22άρι ίσως, αλλά ακόμη κι ένα 22άρι κάνει μια χαρά τη δουλειά όταν η σφαίρα χτυ­ πήσει στο σωστό σημείο. Ο Κλέι άκουσε και από τις δύο πλευρές τον χαρακτηριστικό ή­ χο όπλου που τραβιέται από τη θήκη του και ήξερε, χωρίς να χρει­ αστεί να κοιτάξει, ότι ο Τομ και η Άλις σημάδευαν τώρα με τα ό­ πλα που είχαν πάρει από το σπίτι του Νίκερσον τη γυναίκα που την έλεγαν Νάταλι. Προφανώς, ήταν κι αυτό μέσα στο πρόγραμμα. «Κατέβασε το όπλο σου, Νάταλι», είπε στη γυναίκα. «Φεύ­ γουμε».


180

STEPHEN KING

«Φύγετε, αλλιώς σας την άναψα!», είπε η γυναίκα σπρώχνο­ ντας βίαια ένα τσουλούφι από το μέτωπο της με την παλάμη του αριστερού της χεριού. Δεν φαινόταν να έχει αντιληφθεί ότι ο νέος άντρας και το κορίτσι που ήταν μαζί με τον Κλέι είχαν τραβήξει τα δικά τους όπλα και τη σημάδευαν. Τώρα οι περαστικοί έριχναν μια ματιά, αλλά η μοναδική τους αντίδραση ήταν να ανοίξουν βή­ μα και να προσπεράσουν γρήγορα τη σκηνή της αναμέτρησης και της πιθανής αιμοατοχυσίας. «Έλα, Κλέι», είπε ήρεμα η Άλις. Τον έπιασε από τον καρπό με το ελεύθερο χέρι της. «Πάμε πριν χτυπηθεί κανένας». Ξανάρχισαν το περπάτημα. Η Άλις κρατούσε το χέρι του Κλέι σαν να ήταν το αγόρι της. Ένας μικρός, νυχτερινός περίπατος, σκέ­ φτηκε ο Κλέι, αν και δεν είχε ιδέα τι ώρα ήταν, ούτε και τον ένοια­ ζε. Ο Τομ πήγαινε δίπλα τους, αλλά όταν έφτασαν στην επόμενη στροφή του δρόμου γύρισε και άρχισε να βαδίζει ανάποδα, με το όπλο μπροστά του. Προφανώς ήθελε να είναι έτοιμος να ανταπο­ δώσει, αν η Νάταλι αποφάσιζε τελικά να χρησιμοποιήσει το πι­ στολάκι της. Γιατί η ανταπόδοση πυρών ήταν επίσης μέσα στο πρόγραμμα, τώρα που οι υπηρεσίες τηλεφωνίας είχαν διακοπεί μέ­ χρι νεωτέρας ειδοποιήσεως. 10 Τις ώρες πριν από την αυγή, περπατώντας στην Οδό 102 ανατολικά του Μάντσεστερ, άρχισαν να ακούν μουσική από κάπου μακριά. «Χριστέ μου», είπε ο Τομ και σταμάτησε απότομα. «Αυτό εί­ ναι "Ο Περίπατος του Μικρού Ελέφαντα"». «Είναι τι;» ρώτησε η Άλις, έτοιμη να γελάσει.. «Ένα γνωστό ορχηστρικό κομμάτι από την εποχή του παππού μου. Ο Λες Μπράουν και η Διάσημη Ορχήστρα του, ή κάτι τέτοιο. Η μητέρα μου είχε το δίσκο». Δυο άντρες έφτασαν δίπλα τους και στάθηκαν να πάρουν μια ανάσα. Ήταν ηλικιωμένοι, αλλά σε πολύ καλή φυσική κατάσταση και οι δυο. Σαν συνάδελφοι ταχυδρομικοί διανομείς που βγήκαν πρόσφατα στη σύνταξη, σκέφτηκε ο Κλέι. Ο ένας κουβαλούσε στην πλάτη του ένα σάκο -όχι κανένα ελαφρύ σακίδιο πόλης, αλ-


Το ΚΓΝΗΤΟ

181

λά κανονικό σάκο με σιδεριά που έφτανε ως χαμηλά στη μέση του— και ο άλλος είχε ένα σακβουαγιάζ κρεμασμένο στον δεξιό του ώμο. Από τον αριστερό κρεμόταν κάτι που έμοιαζε σαν τρια­ ντάρι δίκαννο. Ο κύριος Σάκος σκούπισε τον ιδρώτα από το ρυτιδωμένο μέ­ τωπο του με τη ράχη του χεριού και είπε στον Τομ, «Μπορεί η μα­ μά σου να είχε και την εκτέλεση με τον Λες Μπράουν, νεαρέ, αλ­ λά πιο πιθανό να ήταν ο Ντον Κόστα ή ο Χένρι Μαντσίνι. Εκείνοι ήταν της μόδας τότε. Αυτός...» Έδειξε με το κεφάλι του προς την κατεύθυνση της μακρινής μουσικής, «...αυτός είναι ο Λόρενς Γουέλκ, κόβω το κεφάλι μου». «Ο Λόρενς Γουέλκ», είπε ξέπνοα ο Τομ, σχεδόν με δέος. «Ποιος;» ρώτησε η Άλις. «Εσύ άκου το ελεφαντάκι που περπατάει», είπε ο Κλέι και γέ­ λασε. Ήταν κουρασμένος, δεν καταλάβαινε τίποτε κι ένιωθε λίγο σαν χαζός. Του πέρασε από το μυαλό ότι ο Τζόνι θα ξετρελαινόταν μ' αυτό το κομμάτι. Ο κύριος Σάκος του έριξε ένα υποτιμητικό βλέμμα και στρά­ φηκε πάλι στον Τομ. «Είναι σίγουρα ο Λόρενς Γουέλκ», είπε. «Τα μάτια μου δε με βοηθάνε πια, αλλά τα αυτιά μου είναι μια χαρά. Η γυναίκα μου κι εγώ βλέπαμε την εκπομπή του κάθε Σάββατο βράδυ». «Και η Ντοτζ πέρασε καλά», είπε ο Σακβουαγιάζ. Ήταν η πρώτη φορά που συμμετείχε στο διάλογο και ο Κλέι δεν είχε ιδέα τι εννοούσε μ' αυτό*. «Ο Λόρενς Γουέλκ και η Ορχήστρα της Σαμπάνιας», είπε ο Τομ. «Για φαντάσου». «Ο Λόρενς Γουέλκ και Οι Μουσικοί της Σαμπάνιας», είπε ο Σάκος. «Χριστούλη μου». «Γιατί; Οι Λένον Σίστερς και η υπέροχη Άλις Λον;» είπε ο Τομ. Πέρα μακριά, η ορχηστρική μουσική άλλαξε. «Αυτό είναι το "Καλκούτα"», είπε ο Σάκος και αναστέναξε νοσταλγικά. «Λοιπόν, να πηγαίνουμε. Χάρηκα που περάσαμε τη μέρα μαζί, παιδιά».

*Η εταιρεία Ντοτζ ήταν ο χορηγός της εκπομπής, και το τραγούδι που α­ κουγόταν πάντα στο τέλος της έκλεινε με αυτή τη φράση. (Σ.τ.Μ.)


182

STEPHEN KING

«Τη νύχτα», είπε ο Κλέι. «Όχι. Αυτές είναι τώρα οι δικές μας μέρες. Δεν το έχετε πάρει είδηση; Καλά να περάσετε, παιδιά. Κι εσύ, μικρή μου κυρία». «Ευχαριστώ», είπε σιγανά η μικρή κυρία που στεκόταν ανάμε­ σα στον Τομ και στον Κλέι. Ο Σάκος ξεκίνησε. Ο Σακβουαγιάζ έσπευσε να τον μιμηθεί, με βήμα γοργό. Γύρω τους, μια σταθερή παρέλαση από φωτεινές δέ­ σμες φακών οδηγούσε προς τα βάθη του Νιου Χαμσάιρ. Ο Σάκος σταμάτησε ξανά και γύρισε να πει κάτι ακόμη. «Μη μείνετε στο δρόμο πάνω από καμιά ώρα ακόμη το πολύ», είπε. «Βρείτε ένα σπίτι ή ένα μοτέλ και μπείτε μέσα. Ξέρετε για τα παπούτσια, έτσι;» «Ποια παπούτσια;» ρώτησε ο Τομ. Ο Σάκος τον κοίταξε συγκαταβατικά, όπως θα κοίταζε κάποιον που δεν έφταιγε αυτός αν ο Θεός τον είχε κάνει βλάκα. Πέρα μα­ κριά, η «Καλκούτα» -αν ήταν αυτό το κομμάτι- έδωσε τη θέση της σε μια εύθυμη πόλκα. Ο σκοπός ακούστηκε εντελώς τρελός και παράταιρος μέσα στη μαύρη νύχτα, την ομίχλη και την υγρα­ σία. Ειδικά όταν ένας γέρος κύριος με ένα μεγάλο σακίδιο στην πλάτη μιλούσε για παπούτσια. «Όποτε θα μπαίνετε κάπου για να περάσετε τη μέρα, να αφή­ νετε τα παπούτσια σας στο κατώφλι», είπε ο Σάκος. «Οι τρελοί δεν τα παίρνουν, μη φοβάστε, και όποιος τα βλέπει καταλαβαίνει ότι το μέρος είναι πιασμένο και ψάχνει για άλλο. Έτσι γλιτώνου­ με...» Τα μάτια του στάθηκαν στο βαρύ αυτόματο που κουβαλού­ σε ο Κλέι. «...γλιτώνουμε τα ατυχήματα». «Υπήρξαν ατυχήματα;» ρώτησε ο Τομ. «Α, ναι», απάντησε ο Σάκος με παγερή αδιαφορία. «Και πάντα θα γίνονται, γιατί οι άνθρωποι είναι αυτοί που είναι. Όμως, υπάρ­ χουν άφθονα άδεια μέρη, και δε βλέπω το λόγο να πάθετε εσείς κάποιο ατύχημα. Απλώς αφήστε τα παπούτσια σας απέξω». «Πώς τα ξέρετε όλα αυτά;» τον ρώτησε η Άλις. Ο Σάκος της χαμογέλασε και το χαμόγελο τον μεταμόρφωσε κυριολεκτικά. Ήταν αδύνατον να μη χαμογελάσεις στην Άλις· ή­ ταν νέα και -ακόμη και στις τρεις τα χαράματα-πανέμορφη. «Οι άνθρωποι μιλάνε· εγώ ακούω. Μιλάω εγώ, κάποιες φορές ακούν οι άλλοι. Εσύ άκουσες;»


183

Το ΚΙΝΗΤΌ

«Ναι», απάντησε η Άλις. «Είναι ένα από τα ταλέντα μου». «Τότε, κράτα το και πες το και σε άλλους. Φτάνει που έχουμε να κάνουμε μ' αυτούς», είπε αποφεύγοντας να γίνει πιο σαφής, «δε χρειαζόμαστε και τα ατυχήματα μεταξύ μας από πάνω». Ο Κλέι σκέφτηκε τη Νάταλι, που τον σημάδευε με το 22άρι. «Έχετε δίκιο», είπε. «Ευχαριστούμε». «Αυτή η πόλκα που ακούμε τώρα είναι το "Ενα Βαρέλι Μπίρα", έτσι δεν είναι;» είπε ο Τομ. «Μπράβο, παιδί μου», είπε ο Σάκος. «Με τον Μάιρον Φλόρεν στο ακορντεόν. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή του. Σας προτείνω να κάνετε στάση στο Γκέιτεν. Είναι μια όμορφη κωμόπολη γύρω στα τρία χιλιόμετρα από δω». «Κι εσείς εκεί θα μείνετε;» ρώτησε η Άλις. «Μπα, εγώ κι ο Ρολφ μάλλον θα το τραβήξουμε λίγο ακόμα». «Γιατί;» «Επειδή μπορούμε, μικρή μου κυρία, γι' αυτό. Καλή σας μέρα». Κανείς από τους τρεις δεν τον διόρθωσε αυτή τη φορά και σε λίγα λεπτά οι δύο γέροι, που σίγουρα είχαν αγγίξει τα εβδομήντα, χάθηκαν από τα μάτια τους ακολουθώντας τη φωτεινή δέσμη ενός μόνο φακού, που τον κρατούσε ο Σακβουαγιάζ -ο Ρολφ. «Ο Λόρενς Γουέλκ και Οι Μουσικοί της Σαμπάνιας», μουρ­ μούρισε με θαυμασμό ο Τομ. «Στον "Περίπατο του Μικρού Ελέφαντα"», είπε ο Κλέι και γέ­ λασε. «Και η Ντοτζ γιατί πέρασε καλά;» θέλησε να μάθει η Άλις. «Επειδή μπορούσε, υποθέτω», είπε ο Τομ και έβαλε τα γέλια με το απορημένο ύφος της. 11 Η μουσική ακουγόταν από το Γκέιτεν, την όμορφη κωμόπολη που τους είχε συστήσει ο Σάκος να σταματήσουν. Δεν είχε την ένταση της συναυλίας των AC/DC που είχε παρακολουθήσει ο Κλέι στη Βοστόνη όταν ήταν έφηβος -μέρες μετά κι ακόμα βούιζαν τ' αυ­ τιά του-, αλλά ήταν αρκετά δυνατή για να του θυμίσει τις μπάντες που άκουγε στο Σάουθ Μπέργουικ τα καλοκαίρια με τους γονείς


184

STEPHEN KING

του. Στην πραγματικότητα, του είχε κολλήσει στο μυαλό ότι θα α­ νακάλυπταν την πηγή της μουσικής στο δημοτικό πάρκο της κω­ μόπολης του Γκέιτεν. Υπέθετε ότι κάποιο γεροντάκι, όχι τρελαμέ­ νο από κινητό αλλά σαλεμένο από την καταστροφή, είχε αναλάβει με δική του πρωτοβουλία να διασκεδάσει τη συνεχιζόμενη μαζική έξοδο βάζοντας παλιά, ανώδυνα ορχηστρικά κομμάτια να παίζουν από μεγάφωνα που έπαιρναν ρεύμα από γεννήτρια. Το Γκέιτεν είχε δημοτικό πάρκο, αλλά ήταν εντελώς έρημο, μό­ νο με λίγους ανθρώπους που, κάτω από το φως των φακών, έπαιρ­ ναν ή ένα αργοπορημένο δείπνο, ή το πρωινό τους πριν ξημερώ­ σει. Η πηγή της μουσικής βρισκόταν λίγο πιο βόρεια. Τώρα ο Λό­ ρενς Γουέλκ είχε παραχωρήσει τη θέση του σε κάποιον που έπαιζε κόρνο, μια μελωδία τόσο λιγωτική που σχεδόν σε αποκοίμιζε. «Αυτός δεν είναι ο Γουίντον Μαρσάλις;» ρώτησε ο Κλέι. Ήταν έτοιμος να παραδώσει τα όπλα γι' απόψε και έβλεπε ότι και η Άλις ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. «Αυτός ή ο Κένι Τζι», είπε ο Τομ. «Ξέρεις τι είπε ο Κένι Τζι ό­ ταν μπήκε για πρώτη φορά σε ασανσέρ;» «Όχι», απάντησε ο Κλέι, «αλλά είμαι σίγουρος ότι θα μου το πεις». «"Ψώνιο! Αυτό ήταν κούνημα!"» «Ξεκαρδιστικό», είπε ο Κλέι. «Εγώ δεν το έπιασα», είπε η Άλις. «Δεν αξίζει να σου το εξηγήσω», της είπε ο Τομ. «Ακούστε, παι­ διά, λέω να σταματήσουμε γι' απόψε. Εγώ κοντεύω να τα φτύσω». «Κι εγώ», είπε η Άλις. «Νόμιζα ότι ήμουν γυμνασμένη από το ποδόσφαιρο, αλλά δεν αντέχω άλλο». «Ναι», συμφώνησε ο Κλέι. «Κι εγώ μέσα». Είχαν ήδη περάσει από την περιοχή με τα εμπορικά καταστή­ ματα του Γκέιτεν και, σύμφωνα με τις πινακίδες, η Κεντρική Οδός -που ήταν επίσης η Οδός 102- συνέχιζε ως Ακάντεμι Άβενιου. Ή­ ταν αναμενόμενο, αφού η πινακίδα λίγο πριν από την είσοδο της κωμόπολης χαρακτήριζε το Γκέιτεν ως Πόλη της Ιστορικής Ακα­ δημίας του Γκέιτεν, ενός ιδρύματος για το οποίο ο Κλέι είχε μια γενική και αόριστη ιδέα. Πίστευε ότι ήταν ένα από εκείνα τα προ­ παρασκευαστικά σχολεία της Νέας Αγγλίας, για παιδιά που δεν τα κατάφερναν στο Έξετερ ή στο Μίλτον. Υπέθετε ότι πολύ σύντομα


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

185

οι τρεις τους θα έμπαιναν και πάλι στη χώρα των Μπέργκερ Κινγκ και των μοτέλ, αλλά ετούτο το τμήμα της Οδού 102 του Νιου Χαμσάιρ πλαισιωνόταν μόνο από όμορφα σπίτια. Το πρόβλημα ή­ ταν ότι υπήρχαν παπούτσια, συχνά μέχρι και τέσσερα ζευγάρια, έ­ ξω από όλες τις πόρτες. Η κυκλοφορία των πεζοπόρων είχε αραιώσει αισθητά, καθώς όλο και περισσότεροι έβρισκαν κατάλυμα και αποχωρούσαν. Έχο­ ντας προσπεράσει το πρατήριο της Citgo στην Ακάντεμι Γκρόουβ και πλησιάζοντας προς τις μεγάλες πέτρινες κολόνες που πλαισίω­ ναν την πύλη εισόδου της Ακαδημίας του Γκέιτεν, πρόφτασαν μια τριάδα πεζών που βάδιζε μπροστά τους σε πιο αργό ρυθμό: δυο άντρες και μια γυναίκα, όλοι μεσήλικες. Αυτοί οι τρεις ανέβαιναν αργά από το πεζοδρόμιο, επιθεωρώντας κάθε σπίτι και αναζητώ­ ντας ένα χωρίς παπούτσια στο κατώφλι. Η γυναίκα κούτσαινε ά­ σχημα και ο ένας από τους άντρες τη στήριζε κρατώντας την από τη μέση. Η Ακαδημία του Γκέιτεν βρισκόταν στα αριστερά τους και ο Κλει διαπίστωσε με έκπληξη ότι από κει ερχόταν η μουσική -εκεί­ νη τη στιγμή μια αργόσυρτη διασκευή για ορχήστρα εγχόρδων του «Fly Me to the Moon». Πρόσεξε επίσης άλλα δύο πράγματα. Πρώ­ τον, ότι εδώ τα σκουπίδια του δρόμου -σκισμένες σακούλες, μισοφαγωμένα ωμά λαχανικά, κόκαλα- ήταν πάρα πολλά και τα πιο πολλά απ' αυτά έστριβαν προς το χαλικόστρωτο δρομάκι εισόδου της Ακαδημίας. Το δεύτερο ήταν οι δύο άνθρωποι που στέκονταν στην πύλη: ένας γέρος, καμπουριασμένος πάνω από ένα ξύλινο μπαστούνι, και ένα αγόρι με ένα φανάρι μπαταρίας ακουμπισμένο ανάμεσα στα πόδια του. Το αγόρι δεν φαινόταν πάνω από δώδεκα, στηριζόταν στη μία από τις δύο πέτρινες κολόνες της πύλης και λαγοκοιμόταν. Τα ρούχα του θύμιζαν σχολική στολή: γκρίζο πα­ ντελόνι, άσπρο πουκάμισο, γκρίζο πουλόβερ και καφέ σακάκι με οικόσημο στο στήθος. Όταν η τριάδα που πήγαινε μπροστά από τον Κλέι και τους φί­ λους του έφτασε στο ύψος της πύλης της Ακαδημίας, ο γέρος, που φορούσε τουίντ σακάκι με δερμάτινα μπαλώματα στα μανίκια, τους φώναξε με δυνατή, διαπεραστική φωνή του είδους θα-με-ακούσετεμέχρι-τα-πίσω-έδρανα: «Ε, Εσείς! Εσείς, λέω! Ελάτε μέσα. Είναι σημαντικό. Θα σας προσφέρουμε άσυλο, αλλά πρέπει να μας...»


186

STEPHEN KING

«Δεν πρέπει τίποτα, κύριε», είπε η γυναίκα. «Έχω τέσσερις σκασμένες φουσκάλες, από δύο σε κάθε πατούσα, και με το ζόρι περπατάω». «Μα, έχουμε άφθονο χώρο...» άρχισε να λέει ο γέρος. Ο συνο­ δός της γυναίκας τού έριξε ένα βλέμμα που πρέπει να ήταν πολύ κακό, γιατί ο γέρος κύριος σώπασε απότομα. Η τριάδα προσπέρα­ σε την είσοδο προς την Ακαδημία και την πύλη με τις κολόνες και την παλιομοδίτικη επιγραφή που κρεμόταν από δύο σιδερένιους γάντζους σε σχήμα S. ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΓΚΕΪΤΕΝ. ΙΔΡ. 1846 «Ένα Νεαρό Μυαλό Είναι Ένα Φως Στο Σκοτάδι». Ο γέρος κύριος καμπούριασε πάνω στο μπαστούνι του, είδε τον Κλέι, τον Τομ και την Άλις που ακολουθούσαν και όρθωσε πάλι το κορμί του. Φάνηκε έτοιμος να τους χαιρετήσει, αλλά προ­ φανώς σκέφτηκε ότι ο δικός του τρόπος προσέγγισης, με τη δυνα­ τή, δασκαλίστικη φωνή, δεν θα έπιανε, γι' αυτό σκούντησε τον νε­ αρό σύντροφο του στα πλευρά με τη μύτη του μπαστουνιού του. Το αγόρι τινάχτηκε από τον ύπνο του μ' ένα αγριεμένο βλέμμα, ε­ νώ πίσω του, από τα τούβλινα κτίρια που ορθώνονταν επιβλητικά στο σκοτάδι πάνω στην ομαλή λοφοπλαγιά, το «Fly Me to the Moon» έδωσε τη θέση του σε μια εξίσου αργή και ανούσια δια­ σκευή μιας μελωδίας που αρχικά πρέπει να ήταν το «Ι Get a Kick out of You». «Τζόρνταν!» είπε ο γέρος. «Σειρά σου! Κάλεσε τους!» Το αγόρι που το έλεγαν Τζόρνταν τινάχτηκε, κοίταξε το γέρο κύριο, ανοιγόκλεισε τα μάτια του κι ύστερα κοίταξε την τριάδα των ξένων που πλησίαζαν με ένα ύφος μελαγχολικής καχυποψίας. Του Κλέι του θύμισε τον Μαρτιάτικο Λαγό και το Μοσχοπόντικα από την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Ίσως ήταν άδικος -μάλ­ λον ήταν-, αλλά ήταν και πολύ κουρασμένος. «Ωχ, κύριε, το ίδιο θα γίνει και μ' αυτούς», είπε το αγόρι. «Ούτε αυτοί θα έρθουν. Κανένας δε θα έρθει. Θα δοκιμάσουμε πάλι αύριο. Νυστάζω». Κι εκείνη τη στιγμή ο Κλέι ήταν σίγουρος πως, κουρασμένοι ή όχι, επρόκειτο να δουν εκείνο που ήθελε να τους δείξει ο γηραιός κύριος... εκτός αν ο Τομ και η Άλις αρνούνταν κατηγορηματικά. Ίσως γιατί ο νεαρός σύντροφος του γηραιού κυρίου τού θύμιζε τον Τζόνι του, αλλά κυρίως επειδή το αγόρι το είχε πάρει απόφα­ ση ότι σ' αυτόν το θαυμαστό καινούριο κόσμο κανείς δεν επρόκει-


Το ΚΙΝΗΤΌ

187

το να τους βοηθήσει και ότι αυτός και ο γέρος που τον αποκαλού­ σε «κύριε» ήταν μόνοι τους, γιατί έτσι είχαν πλέον τα πράγματα. Μόνο που, αν ήταν έτσι τα πράγματα, σε λίγο δεν θα απέμενε τί­ ποτε άξιο να σωθεί. , «Εμπρός», επέμεινε ο γέρος. Σκούντησε πάλι με το μπαστούνι του τον Τζόρνταν για να τον ενθαρρύνει, αλλά όχι επιτακτικά. Όχι για να τον πονέσει. «Πες τους πως θα τους δώσουμε άσυλο, πως έχουμε άφθονο χώρο, αλλά πως πρέπει να δουν πρώτα. Κάποιος πρέπει να το δεί αυτό. Αν σου πουν όχι, εντάξει, θα τα παρατή­ σουμε γι' απόψε». «Μάλιστα, κύριε». Ο γέρος χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας δυο σειρές μεγάλα, αλογίσια δόντια. «Ευχαριστώ, Τζόρνταν». Το αγόρι σήκωσε από κάτω το φανάρι και κινήθηκε προς το μέρος τους εντελώς απρόθυμα, σέρνοντας τα σκονισμένα παπού­ τσια του, με την άκρη του πουκαμίσου του να κρέμεται έξω από το γκρίζο πουλόβερ. Τα μάτια του είχαν μαύρους κύκλους από την αϋπνία και τα μαλλιά του ήθελαν επειγόντως λούσιμο. «Τομ;» ρώτησε ο Κλέι. «Θα δούμε τι θέλει», είπε ο Τομ, «γιατί έχω καταλάβει ότι εσύ αυτό θέλεις, αλλά...» «Κύριοι; Με συγχωρείτε, κύριοι;» «Μια στιγμή», είπε ο Τομ στο αγόρι και στράφηκε πάλι στον Κλέι. «Αλλά θ' αρχίσει να ξημερώνει σε καμιά ώρα. Μπορεί και λιγότερο. Γι' αυτό να εύχεσαι να είναι όπως τα λέει ο γέρος και να υπάρχει μέρος να μείνουμε». «Αχ, ναι, κύριε», είπε ο Τζόρνταν. Έδειχνε σαν να μην ήθελε να ελπίσει, αλλά να μην μπορούσε να κάνει αλλιώς. «Υπάρχουν ε­ κατοντάδες δωμάτια, συν το Περίπτερο Τσίταμ. Ο Τομπάιας Γουλφ ήρθε πέρυσι και έμεινε εκεί. Έδωσε διάλεξη πάνω στο βιβλίο του, Το Παλιό Σχολείο». «Το έχω διαβάσει», είπε η Άλις, σχεδόν γελώντας. «Τα παιδιά που δεν είχαν κινητά έφυγαν όλα. Και όσα είχαν...» «Ξέρουμε», είπε η Άλις. «Εγώ είμαι υπότροφος. Είμαι από το Χόλογουεϊ. Δεν έχω κινη­ τό. Έπαιρνα από το σταθερό της επιστάτριας όταν ήθελα να μιλήσω με τους δικούς μου στο σπίτι και τα άλλα παιδιά με κορόιδευαν».


188

STEPHEN KING

«Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος, Τζόρνταν», είπε ο Τομ. «Μάλιστα, κύριε», είπε υπάκουα το αγόρι, αλλά στο φως του φαναριού του ο Κλέι δεν είδε κανένα γέλιο στα μάτια του, μόνο θλίψη και κούραση. «Θέλετε να έρθετε μαζί μου να γνωρίσετε το Διευθυντή;» Και ο Τομ, παρ' όλο που πρέπει να ήταν πολύ κουρασμένος και ο ίδιος, ανταποκρίθηκε με άψογους τρόπους, σαν να στεκόταν σε μια ηλιόλουστη βεράντα κήπου -σε ένα Τσάι Γνωριμίας Γονέ­ ων, ίσως- και όχι ανάμεσα στα σκουπίδια της Ακάντεμι Άβενιου στις τέσσερις και μισή τα χαράματα. «Με μεγάλη μας χαρά, Τζόρ­ νταν», απάντησε. 12 «Ενδοεπικοινωνία του διαβόλου, έτσι τα έλεγα εγώ», είπε ο Τσαρλς Άρντε, ο οποίος είχε κάνει είκοσι πέντε χρόνια πρόεδρος του Τμή­ ματος Αγγλικής Φιλολογίας της Ακαδημίας του Γκέιτεν και εκτε­ λούσε χρέη Διευθυντή ολόκληρης της Ακαδημίας όταν χτύπησε ο Παλμός. Τώρα ανηφόριζε με βαριά βήματα και εκπληκτική ταχύ­ τητα στο λοφάκι, ακουμπώντας στο μπαστούνι του και βαδίζοντας άκρη άκρη για να αποφεύγει το ποτάμι των σκουπιδιών που σκέ­ παζε σαν πολύχρωμο χαλί το δρόμο της εισόδου. Ο Τζόρνταν πή­ γαινε ακριβώς πίσω του για να τον προσέχει και οι άλλοι τρεις α­ κολουθούσαν. Ο Τζόρνταν ανησυχούσε μήπως παραπατήσει ο γέ­ ρος καθηγητής και πέσει. Ο Κλέι ανησυχούσε μήπως ο άνθρωπος πάθει καμιά καρδιακή προσβολή, έτσι όπως μιλούσε και ανηφόρι­ ζε ταυτόχρονα, έστω και σε μια πλαγιά τόσο ομαλή σαν αυτή. «Δεν το εννοούσα, βεβαίως. Στ' αστεία το έλεγα, σαν χωρατό, ήταν απλώς μια κωμική υπερβολή, αλλά, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν τα συμπάθησα, ειδικά στο ακαδημαϊκό περιβάλλον. Θα μπορούσα να κατεβάσω πρόταση να απαγορευτούν στο χώρο του σχολείου, αλλά, βεβαίως, θα καταψηφιζόταν. Είναι ποτέ δυνατόν να ψηφιστεί νόμος που να απαγορεύει την παλίρροια;» Ξεφύσησε ηχηρά κάμποσες φορές. «Ο αδερφός μου μου είχε χαρίσει ένα ό­ ταν έκλεινα τα εξήντα πέντε. Το δούλεψα μέχρι που σώθηκε η


Το ΚΙΝΗΤΌ

189

μπαταρία του...» Ξεφύσημα, λαχάνιασμα. «Και, πολύ απλά, δεν το ξαναφόρτισα. Εκπέμπουν ραδιενέργεια, το ξέρετε; Σε ελάχιστες ποσότητες, είναι αλήθεια, ωστόσο... μια πηγή ραδιενέργειας τόσο κοντά στο κεφάλι του ανθρώπου... στο μυαλό του...» «Κύριε, περιμένετε μέχρι να φτάσουμε στο Τόνι», είπε ο Τζόρνταν. Έπιασε τον Άρντε και τον κράτησε γερά, όταν το μπαστούνι του Διευθυντή γλίστρησε σε ένα σάπιο φρούτο και το βαπόρι έγει­ ρε, στιγμιαία μεν αλλά με ανησυχητική κλίση προς τα αριστερά. «Μάλλον καλή ιδέα», είπε ο Κλέι. «Ναι», συμφώνησε ο Διευθυντής. «Μόνο που... δεν τα εμπι­ στεύτηκα ποτέ, αυτό ήθελα να τονίσω. Δεν αισθανόμουν το ίδιο για τον υπολογιστή μου. Κόλλησα αμέσως, σαν την πάπια στο νερό». Στην κορυφή του λόφου ο κεντρικός δρόμος της πανεπιστημι­ ούπολης χωριζόταν σχηματίζοντας ένα Υ. Η αριστερή διακλάδωση οδηγούσε προς μια σειρά ομοιόμορφα κτίρια που ήταν σίγουρα οι κοιτώνες των φοιτητών. Η δεξιά οδηγούσε προς τα αμφιθέατρα και τα διοικητικά κτίρια και προς μια λευκή στοά που φέγγιζε μέ­ σα στο σκοτάδι. Το ποτάμι των σκουπιδιών κυλούσε κάτω απ' αυ­ τή τη στοά και προς τα εκεί τους οδήγησε ο Διευθυντής Άρντε, πηγαίνοντας όσο πιο άκρη μπορούσε, με τον Τζόρνταν να τον στη­ ρίζει από τον αγκώνα. Η μουσική -τώρα ήταν η Μπέτι Μίντλερ που τραγουδούσε το «Wind Beneath My Wings»- ερχόταν από την άλλη άκρη της στοάς και ο Κλέι πρόσεξε ότι υπήρχαν δεκάδες πε­ ταμένα CD ανάμεσα στα φλούδια, στα κόκαλα και στα άδεια σα­ κουλάκια των τσιπς. Είχε αρχίσει να έχει πολύ άσχημη αίσθηση. «Ε, κύριε; Κύριε Διευθυντά; Ίσως δεν είναι σκόπιμο...» «Δε θα έχουμε πρόβλημα», απάντησε ο Διευθυντής. «Έχετε παίξει ποτέ τις μουσικές καρέκλες μικρός; Και βέβαια. Λοιπόν, ό­ σο δε σταματάει η μουσική, δεν έχουμε να ανησυχούμε για τίποτε. Θα ρίξουμε μόνο μια γρήγορη ματιά και θα πάμε αμέσως στο Πε­ ρίπτερο Τσίταμ. Είναι η κατοικία του εκάστοτε Διευθυντή. Ούτε διακόσια μέτρα από το Γήπεδο Τόνι. Σας διαβεβαιώνω». Ο Κλέι κοίταξε τον Τομ κι εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. Η Άλις ένευσε καταφατικά. Ο Τζόρνταν έτυχε να κοιτάξει προς το μέρος τους εκείνη τη στιγμή (μάλλον ανήσυχος) και έπιασε τη βουβή συνεννόηση μετά-


190

STEPHEN KING

ξύ φίλων. «Πρέπει να το δείτε», τους είπε. «Ο Διευθυντής έχει δί­ κιο. Αν δεν το δείτε, δεν ξέρετε τίποτε». «Τι να δούμε, Τζόρνταν;» ρώτησε η Άλις. Ο Τζόρνταν την κοίταξε· ένα ζευγάρι μεγάλα νεανικά μάτια στο σκοτάδι. «Περίμενε», της είπε. 13 «Να πάρει και να σηκώσει», είπε ο Κλέι. Στο μυαλό του ακούστη­ κε σαν αγριοφωνάρα έκπληξης και τρόμου, αλλά αυτό που ακού­ στηκε στην πραγματικότητα ήταν ένα πονεμένο κλαψούρισμα. Ί­ σως επειδή από κοντά η μουσική ήταν σχεδόν τόσο δυνατή όσο και σ' εκείνη την παλιά συναυλία των AC/DC (αν και η Ντέμπι Μπουν, που τραγουδούσε με τον γλυκανάλατο κοριτσίστικο τρόπο της το «You Light Up My Life», ακόμη και στη διαπασών δεν έ­ φτανε με τίποτε το «Hell's Bells»). Ίσως ήταν από καθαρό σοκ. Ο Κλέι πίστευε ότι μετά τον Παλμό και τη φυγή τους από τη Βοστό­ νη ήταν προετοιμασμένος για όλα, αλλά έκανε λάθος. Δεν πίστευε επίσης πως ένα σχολείο σαν κι αυτό θα είχε ενδώ­ σει στη γοητεία ενός σπορ τόσο λαϊκού και τόσο άγριου όσο το ποδόσφαιρο, αλλά προφανώς το ποδόσφαιρο ήταν ακαταμάχητο. Οι κερκίδες που υψώνονταν και από τις δύο πλευρές του Γηπέδου Τόνι έμοιαζαν αρκετές για να χωράνε μέχρι χίλια άτομα και οι σημαιούλες και τα πανό είχαν μουλιάσει από την υγρασία των τε­ λευταίων ημερών. Στην πέρα άκρη του γηπέδου υπήρχε ένας με­ γάλος πίνακας των σκορ που στην κορυφή του έτρεχε μια σειρά από μεγάλα γράμματα. Ο Κλέι δεν μπορούσε να διαβάσει το μή­ νυμα στο σκοτάδι, αλλά μάλλον δεν θα το έπιανε ακόμη κι αν ή­ ταν μέρα και το διάβαζε καθαρά. Όμως, το φως που υπήρχε έφτα­ νε για να βλέπει τον αγωνιστικό χώρο και αυτό ήταν το μόνο που μετρούσε. Πάνω στο γρασίδι του γηπέδου, τρελοί των κινητών γέμιζαν κάθε ελεύθερο εκατοστό του χώρου. Ήταν όλοι ξαπλωμένοι ανά­ σκελα και παστωμένοι σαν σαρδέλες σε κονσέρβα, πόδι με πόδι, ώμο με ώμο. Τα πρόσωπα τους ατένιζαν τον μαύρο ουρανό.


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

191

«Ιησού Χριστέ», είπε ο Τομ. Η φωνή του ακούστηκε πνιχτή γιατί είχε σκεπάσει το στόμα του με την παλάμη. «Πιάστε το κορίτσι», είπε γρήγορα ο Διευθυντής. «Θα λιποθυ­ μήσει». «Όχι, είμαι εντάξει», είπε η Άλις, αλλά όταν ο Κλέι πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της, έγειρε πάνω του κοντανασαίνοντας. Δεν έκλεισε τα μάτια, αλλά είχε ένα βλέμμα απλανές, σχε­ δόν ναρκωμένο. «Είναι κι άλλοι κάτω από τις κερκίδες», είπε ο Τζόρνταν. Μι­ λούσε με μελετημένη, σχεδόν επιδεικτική ηρεμία που δεν έπειθε κανέναν. Ήταν η φωνή ενός αγοριού που διαβεβαίωνε τα φιλαρά­ κια του ότι δεν είχε φρικάρει από τα αμέτρητα σκουλήκια που σά­ λευαν μέσα στο βγαλμένο μάτι της ψόφιας γάτας... μια στιγμή προτού διπλωθεί στα δυο και βγάλει τα σωθικά του. «Εγώ και ο Διευθυντής πιστεύουμε ότι εκεί βάζουν τους πληγωμένους που δεν πρόκειται να γίνουν καλά». «Λέμε ο Διευθυντής και εγώ, Τζόρνταν». «Συγνώμη, κύριε». Η Ντέμπι Μπουν ολοκλήρωσε την ερμηνεία της, ικανοποιήθη­ κε και σώπασε επιτέλους. Ακολούθησε μια παύση κι έπειτα άρχι­ σε να ακούγεται για άλλη μια φορά ο «Περίπατος του Μικρού Ελέ­ φαντα» από τον Λόρενς Γουέλκ και τους Μουσικούς της Σαμπά­ νιας. Και η Ντοτζ πέρασε καλά, σκέφτηκε ο Κλέι. «Πόσα από αυτά τα φορητά έχουν συνδέσει μεταξύ τους;» ρώ­ τησε το Διευθυντή Άρντε. «Και πώς το έκαναν; Για όνομα του Θε­ ού, αυτοί είναι ανεγκέφαλοι, είναι σαν ζόμπι!» Του πέρασε μια τρομακτική ιδέα, παράλογη και πειστική ταυτόχρονα. «Εσείς το κάνατε; Για να τους κρατάτε ήσυχους ή... δεν ξέρω...» «Δεν το έκανε αυτός», είπε ήρεμα η Άλις, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της από την ασφάλεια του μπράτσου του Κλέι. «Όχι, και κάνετε λάθος και στις δύο υποθέσεις σας», του είπε ο Διευθυντής. «Και στις δύο; Δεν...» «Πρέπει να είναι φανατικοί μουσικόφιλοι», είπε ο Τομ, «γιατί δεν τους αρέσει να μπαίνουν μέσα σε κτίρια. Όμως εκεί βρίσκουν τα CD, έτσι δεν είναι;» «Και τα φορητά», είπε ο Κλέι.


192

STEPHEN KING

«Δεν προλαβαίνουμε να σας εξηγήσω τώρα. Ο ουρανός έχει αρχίσει να φωτίζει και... πες τους, Τζόρνταν». Ο Τζόρνταν απάντησε υπάκουα, στο στυλ ενός μαθητή που α­ παγγέλλει παπαγαλία κάτι που δεν καταλαβαίνει. «Όλα τα καλά βαμπίρ πρέπει να κρύβονται πριν λαλήσει ο πετεινός, κύριε». «Ακριβώς -πριν λαλήσει ο πετεινός. Προς το παρόν, κοιτάξτε καλά. Αρκεί αυτό. Δεν ξέρατε ότι υπήρχαν τέτοια μέρη, έτσι δεν είναι;» «Η Άλις το είχε φανταστεί», είπε ο Κλέι. Κοίταξαν. Και επειδή η νύχτα είχε αρχίσει να ξεθωριάζει, ο Κλέι πρόσεξε ότι τα μάτια σε όλα εκείνα τα πρόσωπα ήταν ανοιχτά. Ήταν απόλυτα σίγουρος ότι δεν έβλεπαν ήταν απλώς... ανοιχτά. Κάτι πολύ κακό συμβαίνει εδώ, σκέφτηκε. Το ότι σχημάτισαν κοπάδια ήταν μόνο η αρχή. Ήταν φριχτό θέαμα όλα εκείνα τα σώματα κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο και τα άδεια πρόσωπα (ως επί το πλείστον λευκά· εδώ ήταν Νέα Αγγλία, ας μην το ξεχνάμε), αλλά τα ανοιχτά, απλα­ νή μάτια, στραμμένα στον σκοτεινό ουρανό, τον γέμισαν μ' έναν παράλογο, σχεδόν πρωτόγονο τρόμο. Κάπου, όχι πολύ μακριά, α­ κούστηκε το πρώτο πουλί της αυγής. Δεν ήταν κόκορας, αλλά ο Διευθυντής τινάχτηκε κι ύστερα τρέκλισε χάνοντας την ισορροπία του. Αυτή τη φορά πρόλαβε και τον κράτησε ο Τομ. «Ελάτε», τους είπε ο Διευθυντής. «Το Περίπτερο Τσίταμ δεν είναι μακριά, αλλά πρέπει να ξεκινήσουμε αμέσως. Η υγρασία με έχει κάνει πολύ δύσκαμπτο. Πιάσε τον αγκώνα μου, Τζόρνταν». Η Άλις τραβήχτηκε από την αγκαλιά του Κλέι και πήγε από το άλλο πλευρό του γέρου καθηγητή. Εκείνος της έριξε ένα απαγο­ ρευτικό βλέμμα και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Θα με φροντίσει ο Τζόρνταν. Φροντίζουμε ο ένας τον άλλον τώρα -έτσι, παιδί μου;» «Μάλιστα, κύριε». «Τζόρνταν;» είπε ο Τομ μετά από λίγο. Πλησίαζαν ένα μεγάλο και μάλλον επιτηδευμένο οίκημα σε στυλ Τυδώρ, που ο Κλέι υπέ­ θεσε ότι πρέπει να ήταν το Περίπτερο Τσίταμ. «Μάλιστα, κύριε». «Η επιγραφή στον πίνακα των σκορ -δεν έβλεπα να τη διαβά­ σω. Τι έλεγε;»


Το ΚΙΝΗΤΟ

193

«ΠΑΛΙΟΙ ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ, ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥ­ ΡΙΑΚΟ ΤΗΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ». Ο Τζόρνταν σχεδόν χαμογέ­ λασε, κι έπειτα θυμήθηκε ότι δεν θα υπήρχε συνάντηση φέτος -τα πανό και οι σημαιούλες στις κερκίδες είχαν ήδη αρχίσει να σκίζο­ νται- και το πρόσωπο του έχασε κάθε λάμψη. Αν δεν ήταν τόσο κουρασμένος, ίσως να είχε διατηρήσει την ψυχραιμία του, αλλά ή­ ταν πολύ αργά, κόντευε πια να χαράξει, κι έτσι, όπως περπατού­ σαν προς την κατοικία του Διευθυντή, ο τελευταίος μαθητής της Ακαδημίας του Γκέιτεν, ντυμένος ακόμη με τα χρώματα του σχο­ λείου του, έβαλε τα κλάματα. 14 «Ήταν υπέροχο, κύριε», είπε ο Κλέι. Είχε υιοθετήσει με απόλυτη φυσικότητα τον τρόπο με τον οποίο απευθυνόταν ο Τζόρνταν στο Διευθυντή. Το ίδιο και ο Τομ και η Άλις. «Ευχαριστώ». «Ναι», είπε η Άλις. «Κι εγώ σας ευχαριστώ. Δεν έχω ξαναφάει ποτέ δύο μπιφτέκια μαζί, τουλάχιστον όχι τόσο μεγάλα σαν αυτά». Η ώρα ήταν τρεις το απόγευμα και βρίσκονταν στην πίσω βε­ ράντα του Περίπτερου Τσίταμ. Ο Τσαρλς Άρντε -ο Διευθυντής, ό­ πως τον αποκαλούσε ο Τζόρνταν- είχε ψήσει τα μπιφτέκια σε μια μικρή ψησταριά που λειτουργούσε με γκάζι. Τους είπε ότι το κρέ­ ας ήταν απόλυτα ασφαλές, γιατί η γεννήτρια που τροφοδοτούσε με ρεύμα τον καταψύκτη της καντίνας λειτουργούσε μέχρι το με­ σημέρι της προηγούμενης μέρας (και πράγματι, τα μπιφτέκια που έβγαλε από το ψυγειάκι που ο Τομ και ο Τζόρνταν είχαν ανεβάσει από το κελάρι ήταν άσπρα από τον πάγο και σκληρά σαν πέτρες). Είπε ακόμη ότι θα ήταν ασφαλές να ψήσουν ως τις πέντε το από­ γευμα, αλλά η σύνεση υπαγόρευε να φάνε νωρίς, καλού κακού. «Μυρίζουν το κρέας που ψήνεται;» ρώτησε ο Κλέι. «Ας πούμε ότι δεν έχουμε την περιέργεια να το ανακαλύψου­ με», απάντησε ο Διευθυντής. «Έχουμε, Τζόρνταν;» «Όχι, κύριε», είπε ο Τζόρνταν και έκοψε μια μπουκιά από το δεύτερο μπιφτέκι του. Έτρωγε αργά τώρα, αλλά ο Κλέι ήταν σί­ γουρος ότι θα κατάφερνε να κάνει το καθήκον του και να τελειώ­ σει τη μερίδα. «Επιδιώκουμε να βρισκόμαστε μέσα όταν ξυπνάνε


194

STEPHEN KING

και όταν γυρίζουν από την πόλη. Εκεί πηγαίνουν κάθε μέρα, στην πόλη. Τσιμπολογάνε σαν τα πουλιά σε χωράφι με σιτάρι. Έτσι λέει ο κύριος Διευθυντής». «Στο Μόλντεν που ήμαστε εμείς, το κοπάδι μαζευόταν νωρίτε­ ρα για να γυρίσει πίσω», είπε η Άλις. «Όχι πως ξέραμε πού γύρι­ ζαν», πρόσθεσε. Γλυκοκοίταζε ένα δίσκο γεμάτο μπολ με πουτί­ γκες. «Μπορώ να έχω ένα απ' αυτά;» «Πώς, βεβαίως!» Ο Διευθυντής έσπρωξε το δίσκο προς το μέ­ ρος της. «Και τρίτο μπιφτέκι, αν θέλετε. Αν δεν τα φάμε σύντομα, θα πάνε χαμένα». Η Άλις βόγκηξε και κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, αλλά πή­ ρε ένα μπολ με πουτίγκα. Το ίδιο και ο Τομ. «Φεύγουν την ίδια ώρα κάθε πρωί, αλλά πράγματι έχουν αρχί­ σει να αργούν να σχηματίσουν το κοπάδι της επιστροφής», είπε σκεφτικός ο Άρντε. «Γιατί άραγε;» «Λιγοστεύουν τα σπόρια;» πρότεινε η Άλις. «Ίσως...» Ο Διευθυντής έφαγε μια τελευταία μπουκιά από το δικό του μπιφτέκι και σκέπασε τακτικά το περίσσευμα με μια χαρ­ τοπετσέτα. «Υπάρχουν πολλά κοπάδια, ξέρετε. Πάνω από δέκα σε μια ακτίνα εβδομήντα χιλιομέτρων. Ξέρουμε από ανθρώπους που πήγαν νότια ότι υπάρχουν κοπάδια στο Σάνταουν, στο Φρίμοντ και στην Κάντια. Στη διάρκεια της μέρας τριγυρίζουν αναζητώ­ ντας τροφή, ή και μουσική ίσως, και μετά επιστρέφουν εκεί απ' ό­ που ήρθαν». «Είναι σίγουρο αυτό που λέτε;» είπε ο Τομ. Είχε τελειώσει την πρώτη πουτίγκα και πήρε και δεύτερη. Ο Άρντε κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Τίποτε δεν είναι σίγουρο, κύριε Μακόρτ». Τα μαλλιά του, μια μπερδεμένη, μακριά λευκή χαίτη (μαλλιά καθηγητή Αγγλικής Φιλολογίας), ανέμιζαν α­ παλά με το ελαφρύ απογευματινό αεράκι. Τα σύννεφα είχαν φύγει. Από την πίσω βεράντα έβλεπαν σχεδόν όλη την Ακαδημία και μέ­ χρι στιγμής ήταν έρημη. Ο Τζόρνταν έκανε το γύρο του σπιτιού σε τακτά διαστήματα για να επιθεωρήσει την πλαγιά του λόφου που κατέβαινε μέχρι την Ακάντεμι Άβενιου και να αναφέρει ότι ήταν όλα εντάξει, δεν υπήρχε κανείς ούτε από εκείνη την πλευρά. «Ε­ σείς δεν τυχαίνει να ξέρετε κανένα άλλο από τα μέρη που κουρ­ νιάζουν;»


Το ΚΙΝΗΤΌ

195

«Όχι», είπε ο Τομ. «Ναι, αλλά εμείς ταξιδεύουμε τη νύχτα», του υπενθύμισε ο Κλέι, «και το σκοτάδι είναι πολύ βαθύ τώρα πια». «Ναι», συμφώνησε ο Διευθυντής. Μίλησε αφηρημένα, σαν μέ­ σα σε όνειρο. «Όπως στο moyen age. Μετάφραση, Τζόρνταν;» «Στο Μεσαίωνα, κύριε». «Πολύ καλά». Ο Διευθυντής χτύπησε χαϊδευτικά τον ώμο του αγοριού. «Εύκολα θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε ακόμη και ένα μεγάλο κοπάδι χωρίς να το δούμε», είπε ο Κλέι. «Δεν έχουν ανά­ γκη να κρυφτούν». «Όχι, δεν κρύβονται», συμφώνησε ο Διευθυντής Άρντε. «Όχι ακόμη, εν πάση περιπτώσει. Σχηματίζουν κοπάδι... αναζητούν τροφή... και η ομαδική σκέψη τους μπορεί να χαλαρώνει κάπως ενώ ψάχνουν για τροφή... αλλά λιγότερο. Ίσως κάθε μέρα και λι­ γότερο». «Το Μάντσεστερ έγινε στάχτη», είπε ξαφνικά ο Τζόρνταν. «Φαινόταν η φωτιά από δω, δε φαινόταν, κύριε;» «Ναι», επιβεβαίωσε ο Διευθυντής. «Ήταν πολύ θλιβερό και τρομακτικό». «Είναι αλήθεια ότι πυροβολούν στα σύνορα αυτούς που προ­ σπαθούν να περάσουν στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης;» ρώτη­ σε ο Τζόρνταν. «Έτσι λένε. Λένε πως πρέπει να πάει κανείς στο Βερμόντ, είναι ο μόνος ασφαλής δρόμος». «Είναι κατασκευασμένη φήμη», είπε ο Κλέι. «Εμείς ακούσαμε ακριβώς το ίδιο πράγμα για τα σύνορα του Νιου Χαμσάιρ». Ο Τζόρνταν τον κοίταξε γουρλώνοντας τα μάτια του κι ύστερα έβαλε τα γέλια. Ο ήχος του γέλιου του ακούστηκε γλυκός και κα­ θαρός μέσα στην ησυχία της εξοχής. Και τότε, κάπου μακριά, α­ ντήχησε ο κρότος ενός πυροβολισμού. Και από πιο κοντινή από­ σταση ένα ουρλιαχτό οργής, ή τρόμου. Ο Τζόρνταν σταμάτησε να γελάει. «Πείτε μας γι' αυτή την παράξενη κατάσταση που βρίσκονταν χτες το βράδυ», είπε ήρεμα η Άλις. «Και για τη μουσική. Ακούν ό­ λα τα κοπάδια μουσική τη νύχτα;» Ο Διευθυντής κοίταξε τον Τζόρνταν.


196

STEPHEN KING

«Ναι», απάντησε το αγόρι. «Μόνο απαλές μελωδίες, όχι ροκ, όχι κάντρι...» «Ούτε και κλασική μουσική, φαντάζομαι», συμπλήρωσε ο Διευ­ θυντής. «Τίποτε που να αποτελεί πρόκληση, εν πάση περιπτώσει». «Μ' αυτά νανουρίζονται», είπε ο Τζόρνταν. «Έτσι πιστεύουμε εγώ κι ο Διευθυντής». «Ο Διευθυντής κι εγώ, Τζόρνταν». «Ο Διευθυντής κι εγώ, κύριε, μάλιστα». «Πράγματι αυτό πιστεύουμε», είπε ο Διευθυντής. «Αν και υπο­ ψιάζομαι ότι ίσως είναι κάτι περισσότερο από νανούρισμα. Ναι, πολύ περισσότερο». Ο Κλέι είχε μείνει άφωνος. Δεν ήξερε πώς να συνεχίσει, τι να πει. Κοίταξε τους φίλους του και είδε στα πρόσωπα τους να κα­ θρεφτίζεται το ίδιο συναίσθημα· όχι απλή απορία, αλλά τρόμος και απροθυμία να μάθουν περισσότερα. Ο Διευθυντής Άρντε έσκυψε προς τα εμπρός και χαμήλωσε τη φωνή του. «Μπορώ να είμαι ειλικρινής; Θα είμαι ειλικρινής· είναι συνήθεια μιας ζωής. Θέλω να μας βοηθήσετε να κάνουμε κάτι φο­ βερό. Ο χρόνος που έχουμε στη διάθεση μας είναι ελάχιστος, πι­ στεύω, και ενώ μια τέτοια πράξη από μόνη της ίσως να μην κατα­ λήξει πουθενά, ποτέ δεν ξέρει κανείς, έτσι δεν είναι; Ποτέ δεν ξέ­ ρει κανείς τι είδους μήνυμα μπορεί να μεταβιβάσουν μεταξύ τους αυτοί... αυτά τα κοπάδια. Εν πάση περιπτώσει, εγώ δεν πρόκειται να μείνω με σταυρωμένα χέρια αφήνοντας αυτούς... αυτά τα πράγ­ ματα... να μου στερούν όχι μονάχα το σχολείο μου αλλά ακόμη και το φως της μέρας. Θα το είχα επιχειρήσει ήδη, αλλά είμαι πο­ λύ γέρος και ο Τζόρνταν είναι πολύ νέος. Πάρα πολύ νέος. Δε θέ­ λω να έχει συμμετοχή. Ό,τι κι αν είναι τώρα αυτοί, πριν από λίγες μέρες ήταν άνθρωποι». «Μπορώ να πάρω μέρος, κύριε!» είπε ο Τζόρνταν. Μίλησε με την τολμηρή αποφασιστικότητα που έπρεπε να δείχνει κάθε έφη­ βος μουσουλμάνος όταν φορούσε μια ζώνη γεμάτη εκρηκτικά, έ­ τοιμος να προσφέρει τη ζωή του. «Χαιρετίζω το κουράγιο σου, Τζόρνταν», του είπε ο Διευθυ­ ντής, «αλλά νομίζω πως όχι». Κοίταξε με καλοσύνη το αγόρι, αλ­ λά όταν στράφηκε προς τους άλλους η ματιά του είχε σκληρύνει εντυπωσιακά. «Εσείς έχετε όπλα, καλά όπλα. Εγώ έχω μόνο ένα


Το ΚΙΝΗΤΌ

197

παλιό 22άρι τουφέκι που μπορεί και να μη λειτουργεί πια, αν και η κάννη του είναι καθαρή -την κοίταξα. Ακόμη και να δουλέψει ό­ μως, τα φυσίγγια που έχω μπορεί να μην αναφλεγούν. Υπάρχει μια αντλία βενζίνης στο μικρό γκαράζ του σχολείου μας και η βενζίνη μπορεί να μας βοηθήσει να τερματίσουμε τις ζωές τους». Πρέπει να είδε τον τρόμο στα πρόσωπα τους, γι' αυτό κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ξέρω πώς ακούγεται. Αλλά δε θα εί­ ναι μαζική δολοφονία, όχι. Στην ουσία θα είναι εξολόθρευση. Δεν μπορώ να σας αναγκάσω να κάνετε κάτι. Εν πάση περιπτώσει... είτε με βοηθήσετε να τους κάψω είτε όχι, πρέπει να μεταφέρετε έ­ να μήνυμα». «Σε ποιον;» ρώτησε σιγανά η Άλις. «Σε όποιον συναντάτε στο δρόμο σας, δεσποινίς Μάξγουελ». Ο Διευθυντής έσκυψε πάνω από τα απομεινάρια του φαγητού τους. Τα μικρά μάτια του, μάτια αμείλικτου δικαστή, έλαμπαν σαν αναμμένα κάρβουνα. «Πρέπει να πείτε τι τους συμβαίνει. Σε ό­ λους όσοι άκουσαν το μήνυμα της ενδοεπικοινωνίας του διαβό­ λου. Πρέπει να το διαδώσετε. Να το μάθουν όλοι όσοι έχουν στε­ ρηθεί το φως της μέρας, πριν να είναι πολύ αργά». Πέρασε νευρι­ κά το χέρι από το πρόσωπο του και ο Κλέι πρόσεξε ότι τα δάχτυλα του έτρεμαν ελαφρά. Θα μπορούσε να μη δώσει σημασία, να το α­ ποδώσει στην ηλικία του, αλλά μέχρι τώρα δεν είχε παρατηρήσει κανενός είδους τρέμουλο άλλη φορά. «Εμείς φοβόμαστε ότι πολύ σύντομα θα είναι πολύ αργά, έτσι δεν είναι, Τζόρνταν;» «Μάλιστα, κύριε». Ο Τζόρνταν σίγουρα νόμιζε ότι ήξερε κάτι. Έδειχνε έντρομος. «Τι είναι; Τι τους συμβαίνει;» ρώτησε ο Κλέι. «Έχει να κάνει με τη μουσική και με τα φορητά που έχουν συνδέσει μεταξύ τους, έτσι δεν είναι;» Ο Διευθυντής βούλιαξε πίσω στην καρέκλα του, σαν να ένιωσε ξαφνικά πολύ κουρασμένος. «Λεν είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους», είπε. «Δε θυμάστε που σας είπα ότι και οι δύο υποθέσεις που κά­ νατε ήταν λάθος;» «Ναι, αλλά δεν καταλαβαίνω τι εννο...» «Υπάρχει ένα φορητό ηχοσύστημα με ένα CD που παίζει, ως προς αυτό έχετε δίκιο. Ένα και μοναδικό CD, με βεβαιώνει ο


198

STEPHEN KING

Τζόρνταν, γι' αυτό και ακούγονται συνεχώς τα ίδια τραγούδια ξα­ νά και ξανά». «Πω, πω, τύχη!» μουρμούρισε ο Τομ, αλλά ο Κλέι ούτε που τον άκουσε. Προσπαθούσε να χωνέψει αυτό που είχε πει προηγου­ μένως ο Άρντε —δεν είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους. Πώς ήταν δυ­ νατόν; Δεν ήταν. «Τα φορητά ηχοσυστήματα -οι "ντουντούκες", αν προτιμάτεείναι τοποθετημένα περιμετρικά σε όλο το γήπεδο», συνέχισε ο Διευθυντής, «και είναι όλα αναμμένα. Τη νύχτα φαίνονται τα κόκ­ κινα φωτάκια τους, αλλά...» «Ναι», είπε η Άλις. «Εγώ πρόσεξα κάτι μικρά κόκκινα φώτα ε­ δώ κι εκεί, αλλά δεν έδωσα σημασία». «...δεν υπάρχει τίποτε μέσα να παίζει -ούτε CD, ούτε κασέ­ τα-, όπως δεν υπάρχουν ούτε καλώδια που να συνδέουν το ένα μηχάνημα με το άλλο. Είναι απλώς φορητά-σκλάβοι που δέχονται την ηχητική διαταγή του φορητού-αφέντη τους και την αναμετα­ δίδουν». «Κι αν έχουν το στόμα τους μισάνοιχτο, η μουσική ακούγεται και απ' αυτούς», είπε ο Τζόρνταν. «Είναι ελάχιστο... ούτε καν σαν ψίθυρος... αλλά ακούγεται». «Όχι», είπε ο Κλέι. «Είναι στη φαντασία σου, μικρέ. Δεν μπορεί». «Εγώ δεν το άκουσα αυτό», είπε ο Άρντε, «αλλά η ακοή μου δεν είναι εκείνη που ήταν κάποτε, τότε που ήμουν φανατικός θαυ­ μαστής του Τζιν Βίνσεντ και των Μπλου Καπς. Βλέπετε, είμαι της "παλιάς σχολής", όπως θα έλεγε ο Τζόρνταν και οι φίλοι του». «Αφού είστε της πολύ παλιάς σχολής, κύριε, πώς να το κάνου­ με;» είπε ο Τζόρνταν. Μίλησε με ευγένεια, σοβαρότητα και αναμ­ φισβήτητη στοργή για τον καθηγητή του. «Ναι, Τζόρνταν, είμαι», συμφώνησε ο Διευθυντής. Χτύπησε το αγόρι στην πλάτη και έστρεψε πάλι την προσοχή του στους άλ­ λους της συντροφιάς. «Αν λέει ο Τζόρνταν ότι το άκουσε... εγώ τον πιστεύω». «Δεν είναι δυνατόν», επέμεινε ο Κλέι. «Δε γίνεται χωρίς ανα­ μεταδότη». «Αυτοί αναμεταδίδουν», απάντησε ο Διευθυντής. «Είναι μια ι­ κανότητα που την απέκτησαν από τον Παλμό και μετά». «Σταθείτε», είπε ο Τομ. Σήκωσε το χέρι του με την παλάμη


Το ΚΙΝΗΤΌ

199

μπροστά, σαν τροχονόμος, το κατέβασε, πήγε να πει κάτι, σήκωσε πάλι το χέρι του. Ο Τζόρνταν τον παρατηρούσε επίμονα από τη σχετικά ασφαλή θέση του στο πλευρό του Διευθυντή Άρντε. «Μι­ λάμε για τηλεπάθεια, δηλαδή;» είπε τελικά ο Τομ. «Δε θα έλεγα ότι είναι η mot juste για να χαρακτηρίσουμε το συγκεκριμένο φαινόμενο, αλλά ας μην κολλήσουμε σε τεχνικές λεπτομέρειες. Θα στοιχημάτιζα όλα τα κατεψυγμένα μπιφτέκια που έχουν απομείνει στο φορητό ψυγείο μου ότι έχετε ήδη χρησι­ μοποιήσει αυτή τη λέξη μεταξύ σας τις προηγούμενες μέρες». «Θα κερδίζατε τριπλή μερίδα μπιφτέκι», είπε ο Κλέι. «Ναι, αλλά το κοπάδι είναι κάτι διαφορετικό», είπε ο Τομ. «Επειδή;» τον προκάλεσε ο Διευθυντής ανασηκώνοντας τα δα­ σιά, άσπρα φρύδια του. «Επειδή...» Ο Τομ δεν μπορούσε να βρει κάτι να πει και ο Κλέι ήξερε γιατί. Δεν ήταν κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν ανθρώπινη συ­ μπεριφορά και το είχαν καταλάβει από τη στιγμή που παρατήρη­ σαν τον Τζορτζ τον μηχανικό να ακολουθεί τη γυναίκα με το βρο­ μερό γκρίζο παντελόνι πάνω στην πρασιά του Τομ κι από εκεί στη Σάλεμ Στρητ. Βάδιζε τόσο κοντά της που θα μπορούσε να τη δα­ γκώσει στο σβέρκο... αλλά δεν το είχε κάνει. Γιατί; Επειδή, για τους τρελούς των κινητών, το μήνυμα πλέον ήταν: Τέρμα οι δα­ γκωνιές, σχηματίστε κοπάδι. Τέρμα οι δαγκωνιές, τουλάχιστον όσον αφορούσε το είδος τους. Εκτός αν... «Κύριε Διευθυντά, στην αρχή σκότωναν αδιάκριτα, όποιον...» «Ναι», συμφώνησε ο Άρντε. «Ήμαστε πολύ τυχεροί που γλι­ τώσαμε, έτσι δεν είναι, Τζόρνταν;» Το αγόρι ανατρίχιασε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Τα παιδιά έτρεχαν από δω κι από κει. Ακόμη και μερικοί καθηγη­ τές. Σκότωναν... δάγκωναν... φώναζαν κάτι αρλούμπες... εγώ κρύ­ φτηκα σε ένα από τα θερμοκήπια». «Κι εγώ στη σοφίτα ετούτου του σπιτιού», πρόσθεσε ο Διευθυ­ ντής. «Και παρακολούθησα από το φεγγίτη εκεί πάνω ολόκληρη την Ακαδημία -το σχολείο που τόσο αγαπάω- να μετατρέπεται κυριολεκτικά σε Κόλαση». Ο Τζόρνταν συνέχισε. «Οι περισσότεροι απ' αυτούς που δεν πέθαναν έφυγαν τρέχοντας σαν τρελοί προς το κέντρο της πόλης.


200

STEPHEN KING

Και τώρα είναι πάλι εδώ. Εκεί πέρα». Έδειξε αόριστα με το κεφά­ λι του προς την κατεύθυνση του γηπέδου. «Και πού μας οδηγούν όλα αυτά;» ρώτησε ο Κλέι. «Νομίζω πως ξέρετε, κύριε Ρίντελ». «Κλέι». «Κλέι. Καλώς. Νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει τώρα δεν είναι απλώς μια κατάσταση προσωρινής αναρχίας. Νομίζω ότι είναι αρ­ χή πολέμου. Ενός πολέμου ο οποίος θα είναι σύντομος, αλλά α­ κραία καταστροφικός». «Μήπως υπερβάλλετε λίγο;» «Όχι. Παρ' ότι βασίζομαι μόνο στις παρατηρήσεις μου -τις δι­ κές μου και του Τζόρνταν-, είχαμε στη διάθεση μας ένα πολύ με­ γάλο κοπάδι για παρατήρηση και τους έχουμε δει σε όλες τις φά­ σεις: να πηγαίνουν, να έρχονται και να... αναπαύονται, ας το πού­ με έτσι. Έχουν πάψει να σκοτώνονται μεταξύ τους, αλλά εξακο­ λουθούν να σκοτώνουν ανθρώπους που εμείς κατατάσσουμε στους φυσιολογικούς. Αυτό εγώ το λέω πολεμική συμπεριφορά». «Τους έχετε δει με τα μάτια σας να σκοτώνουν φυσιολογι­ κούς;» ρώτησε ο Τομ. Η Άλις, που καθόταν δίπλα του, άνοιξε το σακίδιο της, έβγαλε το Μωρουδίστικο Νάικ και το κράτησε στη χούφτα της. Ο Διευθυντής κοίταξε τον Τομ με βαρύ, πένθιμο ύφος. «Ναι, τους έχω δει. Και, δυστυχώς, είδε τη σκηνή και ο Τζόρνταν». «Δε γινόταν αλλιώς», είπε το αγόρι. Τα μάτια του ήταν βουρ­ κωμένα. «Ήταν πάρα πολλοί. Και ήταν κι ένας άντρας με μια γυ­ ναίκα. Δεν ξέρω τι γύρευαν στην Ακαδημία τόσο αργά, κόντευε να νυχτώσει, αλλά δεν ήξεραν για το Γήπεδο Τόνι. Αυτή ήταν χτυ­ πημένη. Κι αυτός τη στήριζε. Έπεσαν πάνω σε καμιά εικοσαριά α­ πό τους άλλους που γύριζαν από την πόλη. Ο άντρας σήκωσε α­ γκαλιά τη γυναίκα και έτρεξε». Η φωνή του Τζόρνταν είχε αρχίσει να σπάει. «Αν ήταν μόνος του μπορεί να γλίτωνε, αλλά κουβαλώ­ ντας τη γυναίκα... έφτασε μόνο μέχρι το Χόρτον Χολ. Είναι ένας από τους κοιτώνες. Εκεί έπεσε και τον έπιασαν». Ο Τζόρνταν έσκυψε ξαφνικά και έκρυψε το πρόσωπο του πάνω στο σακάκι του γέρου καθηγητή -γκρίζο ανθρακί σήμερα το από­ γευμα. Το χέρι του Διευθυντή ανέβηκε προστατευτικά στο κεφάλι του Τζόρνταν και άρχισε να το χαϊδεύει.


201

Το ΚΙΝΗΤΌ

«Δείχνουν να αναγνωρίζουν τον εχθρό», είπε σκεφτικός ο Δι­ ευθυντής. «Ίσως συμπεριλαμβανόταν και αυτό στο αρχικό μήνυ­ μα, εσείς τι λέτε;» «Ίσως», είπε ο Κλέι. Η ιδέα τού άφησε μια απαίσια αίσθηση. «Όσο για το τι κάνουν τις νύχτες, που μένουν ξαπλωμένοι, ακί­ νητοι, με τα μάτια ορθάνοιχτα, ακούγοντας μουσική...» Ο Διευθυ­ ντής αναστέναξε, έβγαλε ένα άσπρο μαντίλι από μια τσέπη του σα­ κακιού του και σκούπισε τα μάτια του Τζόρνταν με αυστηρό, απο­ φασιστικό τρόπο. Ο Κλέι κατάλαβε ότι ο γέρος καθηγητής ήταν πολύ τρομαγμένος και απόλυτα βέβαιος για το όποιο συμπέρασμα είχε βγάλει. «Νομίζω ότι επαναφορτώνουν», είπε ο Διευθυντής. 15 «Τα βλέπετε τα κόκκινα λαμπάκια;» ρώτησε ο Διευθυντής με τη βροντερή φωνή του σε τόνο τώρα-θα-με-ακούσει-όλο-το-αμφιθέατρο. «Έχω μετρήσει τουλάχιστον εξή...» «Σουτ!» του είπε σφυριχτά ο Τομ. Μόνο που δεν του βούλωσε το στόμα με την παλάμη του. Ο Διευθυντής τον κοίταξε ήρεμα. «Ξέχασες τι σας είπα χτες βράδυ για τις μουσικές καρέκλες, Τομ;» Ο Τομ, ο Κλέι και ο Άρντε στέκονταν αμέσως μετά τα αποδυ­ τήρια, έχοντας πίσω τους την έξοδο της στοάς και μπροστά τους το Γήπεδο Τόνι. Η Άλις και ο Τζόρνταν είχαν μείνει πίσω στο Πε­ ρίπτερο Τσίταμ, με κοινή συμφωνία. Η μουσική που ακουγόταν ε­ κείνη τη στιγμή στο γήπεδο ήταν μια ορχηστρική τζαζ διασκευή του «The Girl from Ipanema». Πολύ έξαλλο κομμάτι για τα γού­ στα τους, σκέφτηκε σαρκαστικά ο Κλέι. «Το θυμάμαι», απάντησε ο Τομ. «Όσο παίζει η μουσική, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτε. Απλώς δε θα ήθελα να είμαι αυτός που θα καταλήξει με κομμένο το λαιμό από τη μοναδική εξαίρεση του κανόνα -έναν τρελό που πάσχει από αϋπνία». «Αποκλείεται». «Πώς είστε τόσο σίγουρος;» «Επειδή αυτό δεν είναι ύπνος», είπε ο Διευθυντής. «Ελάτε». Αρχισε να κατεβαίνει την τσιμεντένια ράμπα απ' όπου έμπαι-


202

STEPHEN KING

ναν κάποτε οι παίκτες στο γήπεδο και, βλέποντας ότι ο Τομ και ο Κλέι έμεναν πίσω, στράφηκε και τους κοίταξε υπομονετικά. «Η γνώση δεν αποκτάται χωρίς ρίσκο», είπε, «και στη δική μας περί­ πτωση, η γνώση είναι κρίσιμης σημασίας, δε συμφωνείτε; Ελάτε, λοιπόν». Ακολούθησαν τα γοργά χτυπήματα του μπαστουνιού στο τσι­ μέντο κατεβαίνοντας προς τον αγωνιστικό χώρο. Ο Κλέι πήγαινε λίγο πιο μπροστά από τον Τομ. Ναι, διακρίνονταν τα φωτάκια των φορητών σε όλο το γήπεδο και, ναι, πρέπει να ήταν περίπου εξή­ ντα με εβδομήντα. Μεγάλα, φορητά ραδιοκασετόφωνα-CD πλέιερ, κατανεμημένα ανά τρία τέσσερα μέτρα και περιτριγυρισμένα από ξαπλωμένα σώματα. Στο φως του φεγγαριού το θέαμα ήταν ανα­ τριχιαστικό. Τα κορμιά δεν ήταν στριμωγμένα, είχε το καθένα το χώρο του, αλλά δεν είχε σπαταληθεί ούτε ένα διαθέσιμο εκατοστό. Ακόμη και τα χέρια τους ήταν έτσι τοποθετημένα που να μη συ­ μπλέκονται. Συνολικά ήταν σαν ένα τεράστιο χαλί υφασμένο από σώματα, σε αλλεπάλληλες σειρές, που κάλυπτε όλο τον αγωνιστι­ κό χώρο, ενώ εκείνη η μουσική -μουσική σαν αυτή που ακούς στα σούπερ μάρκετ, σκέφτηκε ο Κλέι- γέμιζε τον αέρα. Τον αέρα γέμι­ ζε και κάτι άλλο όμως: μια επιφανειακή μυρωδιά από χώμα και σάπια λαχανικά, και από κάτω υπέβοσκε η δυσωδία ανθρώπινων απεκκρίσεων και σάρκας σε αποσύνθεση. Ο Διευθυντής έκανε το γύρο του τέρματος, το οποίο είχε ξη­ λωθεί και πεταχτεί στην άκρη, με το δίχτυ του κουρέλια. Εκεί ό­ που ξεκινούσε η λίμνη των σωμάτων ήταν ένας νεαρός άντρας γύ­ ρω στα τριάντα, που το ένα μπράτσο του ήταν γεμάτο σημάδια α­ πό πριονωτές δαγκωνιές που έφταναν ως το μανίκι της NASCAR μπλούζας του. Οι δαγκωνιές έδειχναν να έχουν μολυνθεί. Στο άλ­ λο χέρι του κρατούσε ένα κόκκινο καπελάκι που έκανε τον Κλέι να σκεφτεί το αθλητικό παπουτσάκι, το γούρι της Άλις. Ο νεαρός ατένιζε με γυάλινα μάτια τα αστέρια ψηλά, ενώ η Μπέτι Μίντλερ τραγουδούσε για άλλη μια φορά για τον Άνεμο Κάτω Από τα Φτερά της. «Γεια!» του φώναξε ο Διευθυντής με τη βραχνή, διαπεραστική φωνή του. Σκούντησε τον νεαρό στην κοιλιά με τη μύτη του μπα­ στουνιού του κι ύστερα πίεσε μέχρι που ο νεαρός ξεφύσησε. «Γεια, είπα!»


Το ΚΙΝΗΤΌ

203

«Μη!» γρύλισε ο Τομ. Ο Διευθυντής του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα έντονης επίπλη­ ξης κι έπειτα έφερε την άκρη του μπαστουνιού του κάτω από το καπελάκι που κρατούσε ο νεαρός. Το τίναξε μακριά με μια εξα­ σκημένη κίνηση. Το πάνινο κασκέτο πέταξε σε μια απόσταση τριών μέτρων και προσγειώθηκε πάνω στο πρόσωπο μιας μεσήλικης. Ο Κλέι το παρακολούθησε άναυδος να γλιστράει στο πλάι και να σταθεροποιείται λοξά, απελευθερώνοντας ένα από τα δύο ζωντανά, ακίνητα μάτια της γυναίκας. Σε τρομερά αργή κίνηση, ο νεαρός σήκωσε το χέρι που κρα­ τούσε μέχρι πριν από λίγο το καπελάκι και έσφιξε τη χούφτα του στον αέρα. Ύστερα το κατέβασε. «Νομίζει ότι το έπιασε και το έχει», ψιθύρισε ο Κλέι κατά­ πληκτος. «Ίσως», είπε αδιάφορα ο Διευθυντής. Άγγιξε με το μπαστούνι του μια από τις μολυσμένες πληγές στο μπράτσο του νεαρού. Θα πρέπει να πόνεσε διαβολεμένα, αλλά ο νεαρός δεν αντέδρασε καν. Συνέχισε να ατενίζει τον σκοτεινό ουρανό ενώ η Μπέτι Μίντλερ έδινε τη σκυτάλη στον Ντιν Μάρτιν. «Θα μπορούσα να του τρυ­ πήσω το λαιμό με το μπαστούνι μου και να μη σαλέψει. Ούτε θα πεταγόταν κανείς από τους γύρω για να τον προστατέψει. Αντίθε­ τα, αν ήταν μέρα, είμαι σίγουρος ότι θα με ξέσκιζαν σε κομμάτια με τα ίδια τους τα χέρια». Ο Τομ είχε γονατίσει δίπλα σε ένα από τα φορητά ραδιοκασε­ τόφωνα. «Αυτό έχει μπαταρίες», είπε. «Το καταλαβαίνω από το βάρος». «Ναι. Όλα έχουν. Φαίνεται ότι οι μπαταρίες τους είναι απαραί­ τητες». Ο Διευθυντής το σκέφτηκε λίγο και πρόσθεσε κάτι που ο Κλέι θα προτιμούσε να μην το είχε ακούσει. «Προς το παρόν». «Μπορούμε να τους ξεκάνουμε μια και καλή, έτσι δεν είναι;» είπε ο Κλέι. «Να τους εξολοθρεύσουμε έτσι όπως είχαν κάνει πα­ λιά οι κυνηγοί με την επιδρομή των περιστεριών, τη δεκαετία του 1880». Ο Διευθυντής κούνησε το κεφάλι του. «Τους τσάκιζαν τα κε­ φάλια μόλις κατέβαιναν στο έδαφος, αυτό δεν έκαναν; Καλή ανα­ λογία. Μόνο που εγώ θ' αργούσα πάρα πολύ με το μπαστούνι μου. Ακόμη κι εσείς με τα αυτόματα όπλα σας, φοβάμαι».


204

STEPHEN KING

«Δε θα μας έφταναν οι σφαίρες, έτσι κι αλλιώς. Πρέπει να εί­ ναι...» Ο Κλέι σάρωσε πάλι ξανά με το βλέμμα του τα ξαπλωμένα κορμιά μέσα στο γήπεδο. Μόνο που τα κοιτούσε πονούσε το κε­ φάλι του. «Πρέπει να είναι καμιά εφτακοσαριά. Χωρίς αυτούς κά­ τω από τις κερκίδες». «Κύριε; Κύριε Άρντε;»Ήταν ο Τομ. «Πώς ανακαλύψατε... πό­ τε πρώτο;...» «Πώς ανακάλυψα πόσο βαθιά ναρκωμένοι είναι; Αυτό θέλετε να ρωτήσετε;» Ο Τομ ένευσε καταφατικά. «Ήρθα εδώ την πρώτη νύχτα για να τους παρατηρήσω. Το κο­ πάδι ήταν πολύ μικρότερο, βεβαίως. Το έκανα από απλή, ακατανί­ κητη περιέργεια. Ο Τζόρνταν δεν ήταν μαζί μου. Δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να συνηθίσει να ζει τη νύχτα». «Παίξατε τη ζωή σας κορόνα γράμματα», είπε ο Κλέι. «Είχα ελάχιστες επιλογές», απάντησε ο Διευθυντής. «Ήταν σαν να με είχαν υπνωτίσει. Κατάλαβα αμέσως ότι ήταν αναίσθη­ τοι, παρ' όλο που είχαν τα μάτια τους ανοιχτά, και μερικά πειρά­ ματα με τη μύτη του μπαστουνιού μου με βοήθησαν να προσδιο­ ρίσω το βάθος της νάρκης τους». Ο Κλέι σκέφτηκε τη δυσκολία που είχε ο Διευθυντής στο περ­ πάτημα, σκέφτηκε να τον ρωτήσει αν είχε αναλογιστεί σοβαρά τι θα πάθαινε έτσι και είχε κάνει λάθος και αυτοί του ρίχνονταν, αλ­ λά κράτησε το στόμα του κλειστό. Ο Διευθυντής σίγουρα θα επα­ ναλάμβανε το ρητό του: Η γνώση απαιτεί ρίσκο. Είχε δίκιο ο Τζόρνταν -ο καθηγητής ήταν της πολύ παλιάς σχολής. Ο Κλέι δεν θα ήθελε με τίποτε να είναι δεκατετράχρονος και να έχει κάνει κά­ ποιο παράπτωμα. Ο Άρντε κουνούσε το κεφάλι του. «Εφτακόσιοι είναι πολύ μέ­ τριος υπολογισμός, Κλέι. Αυτό το γήπεδο είναι επαγγελματικών διαστάσεων. Μιλάμε για έξι χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα». «Πόσοι;» «Έτσι στριμωγμένοι; Θα έλεγα τουλάχιστον χίλιοι». «Και δεν έχουν καμιά επαφή με την πραγματικότητα, έτσι; Εί­ στε σίγουρος». «Απολύτως. Αυτό που επιστρέφει καθημερινά εδώ έχει όλο και λιγότερη σχέση μ' αυτό που υπήρξαν -το ίδιο λέει κι ο Τζόρνταν,


Το ΚΙΝΗΤΌ

205

και είναι οξύτατος παρατηρητής, πιστέψτε με. Με άλλα λόγια, δεν είναι πια άνθρωποι». «Μπορούμε να επιστρέψουμε στο Περίπτερο τώρα;» ρώτησε ο Τομ. Δεν φαινόταν καλά. «Βεβαίως», είπε ο Διευθυντής. «Μια στιγμή», είπε ο Κλέι. Γονάτισε δίπλα στον νεαρό με το κοντομάνικο μπλουζάκι από τους αγώνες αυτοκινήτων NASCAR. Δεν το ήθελε -του είχε κολλήσει η ιδέα ότι το χέρι που είχε σηκω­ θεί να πιάσει το καπελάκι θα σηκωνόταν να πιάσει αυτόν-, αλλά ανάγκασε τον εαυτό του να το κάνει. Κοντά στο έδαφος η άσχημη μυρωδιά ήταν πιο έντονη. Ο Κλέι νόμιζε ότι την είχε συνηθίσει, αλλά έκανε λάθος. «Κλέι, τι πας να...» άρχισε να λέει ο Τομ. «Σώπα». Ο Κλέι έσκυψε πάνω από το στόμα του νεαρού που ήταν μισάνοιχτο. Δίστασε, ύστερα πίεσε τον εαυτό του να σκύψει κι άλλο, μέχρι που διέκρινε τη θαμπή γυαλάδα του σάλιου στο κά­ τω χείλος του νεαρού. Στην αρχή νόμισε ότι ήταν μόνο στη φα­ ντασία του, αλλά όταν έσκυψε λίγο ακόμη -τώρα κόντευε να φι­ λήσει το μη-κοιμισμένο πλάσμα με τη στάμπα του Ρίκι Κρέιβεν στο μπλουζάκι του-, η αρχική ψευδαίσθηση διαλύθηκε. Είναι ελάχιστο, είχε πει ο Τζόρνταν. Ούτε καν σαν ψίθυρος...αλ­ λά ακούγεται. Ο Κλέι το άκουσε. Ήταν τα λόγια του «Everybody Loves Some­ body Sometimes», το οποίο έπαιζαν όλα τα φορητά, αλλά μια δυο συλλαβές μπροστά απ' αυτό που ακουγόταν να τραγουδάει την ί­ δια στιγμή ο Ντιν Μάρτιν. Ο Κλέι σηκώθηκε και λίγο έλειψε να τιναχτεί ουρλιάζοντας έ­ ντρομος από τον ξερό ήχο που έκαναν τα γόνατα του καθώς ξεδί­ πλωσαν. Ο Τομ σήκωσε το φανάρι και τον κοίταξε με μάτια ορθά­ νοιχτα. «Τι; Τι; Μη μου πεις πως ο μικρός είχε...» Ο Κλέι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ελάτε. Πάμε πίσω». Στα μισά της ράμπας ο Κλέι έπιασε απότομα από τον ώμο τον καθηγητή Άρντε, που προπορευόταν. Ο Άρντε στράφηκε, χωρίς να δείξει ενοχλημένος από τη συμπεριφορά του. «Είχατε δίκιο, κύριε. Πρέπει να τους ξεφορτωθούμε. Οσο πε-


206

STEPHEN KING

ρισσότερους μπορούμε και όσο πιο γρήγορα γίνεται. Ίσως αυτή να είναι η μοναδική μας ευκαιρία. Ή μήπως κάνω λάθος;» «Όχι», του απάντησε ο Διευθυντής. «Δυστυχώς, έτσι είναι. Ό­ πως σας είπα, έχουμε πόλεμο -εγώ τουλάχιστον αυτό πιστεύω-, και στον πόλεμο αυτό που κάνει κανείς είναι να σκοτώνει τους ε­ χθρούς. Δεν πάμε σπίτι να το συζητήσουμε; Να φτιάξουμε και ζε­ στή σοκολάτα να πιούμε; Εγώ θα προσθέσω και λίγο μπέρμπον στη δική μου, σαν κλασικός βάρβαρος που είμαι». Στην κορυφή της ράμπας ο Κλέι έριξε μια τελευταία ματιά πί­ σω. Το Γήπεδο Τόνι ήταν σκοτεινό, αλλά όχι θεοσκότεινο κάτω α­ πό τον αστροφώτιστο ουρανό του βόρειου ημισφαιρίου. Η λάμψη των αστεριών έφτανε για να διακρίνει κανείς το χαλί από ακίνητα σώματα που σκέπαζε το γήπεδο απ' άκρη σ' άκρη. Σκέφτηκε πως αν το έβλεπε κανείς κατά τύχη, ίσως να μην καταλάβαινε τι ήταν, αλλά έτσι και καταλάβαινε... έτσι και καταλάβαινε... Τα μάτια του του έπαιξαν ένα άσχημο παιχνίδι. Για μια στιγμή, του φάνηκε πως τους είδε να ανασαίνουν και οι εφτακόσιοι ή χί­ λιοι μαζί, όσοι ήταν, σαν ένας οργανισμός. Και πήρε τέτοια τρο­ μάρα που έκανε μεταβολή κι έφτασε το Διευθυντή Άρντε και τον Τομ τρέχοντας. 16 Ο Διευθυντής έφτιαξε ζεστή σοκολάτα στην κουζίνα και κάθισαν να την πιουν στο επίσημο σαλόνι, υπό το φως δύο φαναριών γκα­ ζιού. Ο Κλέι νόμιζε ότι ο γερο-καθηγητής θα τους πρότεινε να κα­ τεβούν αργότερα ως την Ακάντεμι Άβενιου για να στρατολογή­ σουν κι άλλους εθελοντές στο Στρατό του Άρντε, αλλά εκείνος φάνηκε να αρκείται στο διαθέσιμο έμψυχο υλικό. Η αντλία βενζίνης στο γκαράζ της σχολής, τους πληροφόρησε ο Διευθυντής, τραβούσε από τη δεξαμενή της οροφής, χωρητικό­ τητας δύο χιλιάδων λίτρων. Το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να στρίψουν έναν κρουνό. Και στο θερμοκήπιο υπήρχαν ψεκαστήρες των εκατόν τριάντα λίτρων. Τουλάχιστον μια ντουζίνα. Θα μπο­ ρούσαν να τους φορτώσουν στην καρότσα ενός ημιφορτηγού, να κατεβούν με την όπισθεν μια από τις ράμπες...


Το ΚΙΝΗΤΌ

207

«Σταθείτε», είπε ο Κλέι. «Πριν αρχίσουμε να καταστρώνουμε στρατηγική, αν έχετε κάποια θεωρία γι' αυτό, κύριε, εγώ θα ήθελα να την ακούσω». «Τίποτε τόσο επίσημο», απάντησε ο γερο-καθηγητής. «Όμως ο Τζόρνταν κι εγώ έχουμε παρατηρητικότητα, έχουμε διαίσθηση, και έχουμε κι αρκετή εμπειρία συνεργασίας σε...» «Εγώ είμαι ψωνισμένος με τους υπολογιστές», είπε ο Τζόρνταν πάνω από την κούπα με τη σοκολάτα του. Ο Κλέι βρήκε αυτή την παραδοχή του παιδιού περίεργα αφοπλιστική. «Ο απόλυτος ΜακΜάνιακ. Είμαι μέσα στους υπολογιστές από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Αυτά τα πλάσματα επαναφορτώνουν, είναι ολοφάνερο. Το μόνο που τους λείπει είναι ένα ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΛΟΓΙΣΜΙΚΟΥ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ ν' αναβοσβήνει στο μέτωπο τους». «Δε σε καταλαβαίνω», είπε ο Τομ. «Εγώ κατάλαβα», είπε η Άλις. «Τζόρνταν, πιστεύεις ότι ο Παλμός ήταν πραγματικά ένα παλμικό κύμα, έτσι δεν είναι; Όσοι το δέχτηκαν... σβήστηκε ο σκληρός τους δίσκος». «Ε, ναι», είπε ο Τζόρνταν, σαν να μιλούσε για το αυτονόητο. Ήταν πολύ ευγενής για να πει στον Τομ, Μα καλά, χαζός είσαι; Ο Τομ κοίταξε την Άλις με αμηχανία. Μόνο ο Κλέι έμοιαζε να πιστεύει πως ο Τομ δεν ήταν χαζός, ούτε και τόσο αργόστροφος. «Είχες υπολογιστή, τον είδα», του είπε η Άλις. «Στο μικρό γρα­ φείο, στο σπίτι σου». «Ναι, μα...» «Και έχεις εγκαταστήσει διάφορα προγράμματα, σωστά;» «Ναι, αλλά...» Ο Τομ σώπασε απότομα και κοίταξε την Άλις στα μάτια. Εκείνη ανταπέδωσε το βλέμμα του. «Ο εγκέφαλος τους; Εννοείς τον εγκέφαλο τους;» «Τι νομίζεις ότι είναι ο εγκέφαλος;» είπε ο Τζόρνταν. «Ένας μεγάλος, παλιός σκληρός δίσκος. Οργανικά κυκλώματα. Κανένας δεν ξέρει πόσα bytes. Ένα giga στη νιοστή. Άπειρα bytes». Έφερε τα χέρια στ' αυτιά του δημιουργώντας ένα πλαίσιο, μια οθόνη. «Όλα εδώ μέσα». «Δεν το πιστεύω», είπε ο Τομ, αλλά η φωνή του ακούστηκε α­ δύναμη και η έκφραση του ήταν για λύπηση. Ο Κλέι ήταν σίγου­ ρος ότι το πίστευε. Ξαναφέρνοντας στο μυαλό του την παράνοια που είχε συγκλονίσει εκείνο το απόγευμα τη Βοστόνη, ο Κλέι πα-


208

STEPHEN KING

ραδέχτηκε ότι η ιδέα ήταν πολύ πειστική. Ήταν επίσης τρομακτι­ κή: Εκατομμύρια, ίσως και δισεκατομμύρια ανθρώπινοι εγκέφα­ λοι είχαν σβηστεί ταυτόχρονα, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μπορεί κανείς να σβήσει το δίσκο ενός υπολογιστή παλιότερης τε­ χνολογίας με έναν ισχυρό μαγνήτη. Θυμήθηκε το Καστανό Ξωτικό, τη φίλη του κοριτσιού με το πράσινο κινητό. Ποια είσαι εσύ; Τι γίνεται; είχε φωνάξει ξαφνικά το Καστανό Ξωτικό. Ποια είσαι εσύ; Ποια είμαι εγώ; Κι ύστερα εί­ χε αρχίσει να χτυπάει το μέτωπο της με την παλάμη της και μετά είχε πάρει φόρα και είχε πέσει πάνω σ' ένα στύλο όχι μία φορά, αλλά δύο, κάνοντας κομμάτια την πανάκριβη ορθοδοντική εργα­ σία στο στόμα της. Ποια είσαι εσύ; Ποια είμαι εγώ; Δεν είχε απαντήσει στο δικό της κινητό. Απλώς άκουγε από το κινητό της φίλης της και δεν είχε πάρει ολόκληρη δόση. Ο Κλέι, που τον περισσότερο καιρό σκεφτόταν μάλλον με ει­ κόνες παρά με λόγια, είδε μπροστά του σε ολοζώντανα χρώματα την οθόνη ενός υπολογιστή να γεμίζει με τις λέξεις: ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ ΠΟΙΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ ΠΟΙΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ ΠΟΙΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ ΠΟΙΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ και τελικά, στο κάτω μέρος, με έντονα γράμματα, ζοφερό και αναπό­ τρεπτο σαν τη μοίρα του Καστανού Ξωτικού, το μήνυμα: ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ. Το Καστανό Ξωτικό ήταν ένας μισοσβησμένος σκληρός δί­ σκος; Ήταν φριχτό, αλλά έμοιαζε να είναι η αδιαμφισβήτητη αλή­ θεια. «Ειδικεύτηκα στην Αγγλική Φιλολογία, αλλά σαν νεαρός είχα διαβάσει αρκετή ψυχολογία», τους είπε ο Διευθυντής. «Ξεκίνησα με Φρόιντ, φυσικά, όλοι απ' αυτόν ξεκινούν... συνέχισα με Γιουνγκ... Άντλερ... πέρασα όλη την γκάμα. Πίσω από όλες αυτές τις θεω­ ρίες για το πώς λειτουργεί το ανθρώπινο μυαλό κρύβεται μια ευ­ ρύτερη θεωρία: αυτή του Δαρβίνου. Στον Φρόιντ, η ιδέα της επι­ βίωσης ως πρωταρχικής εντολής εκφράζεται με την έννοια του Id. Στον Γιουνγκ με την κάπως πιο επιβλητική ιδέα περί συλλογικού ασυνειδήτου. Κανένας από τους δύο, πιστεύω, δε θα διαφωνούσε


209

Το ΚΙΝΗΤΌ

με την άποψη ότι, αν από το ανθρώπινο μυαλό μπορούσαν να εξα­ λειφθούν την ίδια στιγμή όλη η συνειδητή σκέψη, όλη η μνήμη και όλη η επαγωγική ικανότητα, εκείνο που θα απέμενε θα ήταν αγνό και φριχτό». Έκανε παύση και κοίταξε γύρω περιμένοντας ίσως κάποιο σχό­ λιο. Κανείς δεν είπε τίποτε. Ο Διευθυντής κούνησε το κεφάλι του σαν να είχε ικανοποιηθεί και συνέχισε. «Παρ' ότι ούτε οι φροϊδικοί ούτε οι οπαδοί του Γιουνγκ δε βγαίνουν να το πουν καθαρά, σαφώς υπαινίσσονται ότι ενδέχεται να έχουμε μέσα μας έναν πυρήνα, ένα μοναδικό βασικό φέρον κύ­ μα, ή -για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα που είναι πιο οικεία στον Τζόρνταν- μία μοναδική γραμμή κώδικα που είναι αδύνατον να α­ παλειφθεί». «Την πρωταρχική εντολή», είπε ο Τζόρνταν. «Ναι», συμφώνησε ο Διευθυντής. «Βλέπετε, στο βάθος δεν εί­ μαστε Homo sapiens. Ο πυρήνας μας είναι η τρέλα. Η πρωταρχική εντολή είναι ο φόνος. Αυτό που ο Δαρβίνος ήταν πολύ ευγενικός για να μας το πει στα ίσια, φίλοι μου, είναι ότι φτάσαμε να κυ­ ριαρχήσουμε στη γη όχι επειδή είμαστε οι εξυπνότεροι ή έστω οι πιο κακοί, αλλά επειδή ήμαστε ανέκαθεν οι πιο τρελοί, τα πιο δο­ λοφονικά καθάρματα στη ζούγκλα. Κι αυτό είναι που έφερε στην επιφάνεια ]ς> Παλμός πριν από πέντε μέρες». 17 «Αρνούμαι να πιστέψω ότι ήμαστε μόνο παράφρονες και δολο­ φόνοι πριν γίνουμε οτιδήποτε άλλο», είπε ο Τομ. «Χριστέ μου, και ο Παρθενώνας; Ο Δαβίδ του Μιχαήλ Αγγέλου; Ή πλάκα στη σελήνη που γράφει "Ήρθαμε ειρηνικά εκ μέρους όλης της ανθρω­ πότητας";» «Αυτή η πλάκα έχει και το όνομα του Ρίτσαρντ Νίξον επάνω της», είπε ξερά ο Άρντε. «Ήταν Κουάκερος, αλλά κάθε άλλο παρά άνθρωπος της ειρήνης. Κύριε Μακόρτ -Τομ-, ο στόχος μου δεν είναι η καταδίκη της ανθρωπότητας. Αν ήταν αυτός, θα σου επι­ σήμαινα ότι για κάθε Μιχαήλ Άγγελο υπάρχει ένας Μαρκήσιος ντε Σαντ, για κάθε Γκάντι ένας Άιχμαν, για κάθε Μάρτιν Λούθερ


210

STEPHEN KING

Κινγκ ένας Οσάμα μπιν Λάντεν. Ας το κλείσουμε εδώ το θέμα: Ο άνθρωπος κυριάρχησε στον πλανήτη λόγω δύο βασικών χαρακτη­ ριστικών. Το ένα είναι η ευφυΐα. Το δεύτερο είναι η σαφής διάθε­ ση του να σκοτώνει οποιονδήποτε και οτιδήποτε μπαίνει εμπόδιο στην πορεία του». Έσκυψε μπροστά και τους κοίταξε εξεταστικά με τα μικρά, λα­ μπερά μάτια του. «Η ευφυΐα της ανθρωπότητας υποσκέλισε τελικά το φονικό της ένστικτο και η λογική κυριάρχησε στις παρανοϊκές παρορμήσεις της. Ήταν κι αυτό ζήτημα επιβίωσης. Πιστεύω ότι η τελική αναμέ­ τρηση μεταξύ των δύο ίσως έγινε τον Οκτώβριο του 1963 για μια χούφτα πυραύλους στην Κούβα, αλλά αυτή είναι μια συζήτηση που μπορούμε να την κάνουμε κάποια άλλη μέρα. Παραμένει γε­ γονός ότι οι περισσότεροι από μας είχαμε καταφέρει να καθυποτάξουμε το χειρότερο μέσα μας μέχρι που ήρθε ο Παλμός και έσβη­ σε τα πάντα εκτός από τον πυρήνα». «Κάποιος έβγαλε το δαίμονα της Τασμανίας από το κλουβί του», μουρμούρισε η Άλις. «Ποιος;» «Ούτε αυτό χρειάζεται να μας απασχολεί», της απάντησε ο Δι­ ευθυντής. «Υποψιάζομαι ότι δεν είχαν ιδέα τι έκαναν... ή σε πόση δόση το έκαναν. Βασισμένοι σε λίγα βιαστικά πειράματα μερικών χρόνων -ή και μηνών, δεν αποκλείεται-, πρέπει να πίστεψαν ότι θα εξαπέλυαν ένα καταστροφικό κύμα τρομοκρατίας. Αντί γι' αυ­ τό, προκάλεσαν ένα τσουνάμι αδιανόητης βίας και άγνωστων με­ ταλλάξεων της. Όσο φριχτές κι αν μας φαίνονται ετούτες οι μέρες, δεν είναι απίθανο αργότερα να τις βλέπουμε σαν το διάστημα γα­ λήνης ανάμεσα στη μια καταιγίδα και στην επόμενη. Ετούτες οι μέρες ίσως να είναι επίσης και η μοναδική μας ευκαιρία να κάνου­ με τη διαφορά». «Τι εννοούσατε όταν είπατε "μεταλλάξεις";» ρώτησε ο Κλέι. Αλλά ο Διευθυντής δεν του απάντησε. Στράφηκε προς τον δω­ δεκάχρονο Τζόρνταν. «Αν έχεις την καλοσύνη, νεαρέ». «Μάλιστα. Λοιπόν...» Ο Τζόρνταν έκανε μια μικρή παύση για να σκεφτεί. «Το συνειδητό μας χρησιμοποιεί μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό της συνολικής χωρητικότητας του εγκεφάλου μας. Το ξέ­ ρετε αυτό, παιδιά, έτσι δεν είναι;» «Ναι», είπε ο Τομ, κάπως συγκαταβατικά. «Το έχω διαβάσει».


Τθ ΚΙΝΗΤΟ

211

Ο Τζόρνταν κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ακόμη κι αν προσθέσουμε σ' αυτό όλες τις κινητικές λειτουργίες, συν τα περιε­ χόμενα του ασυνείδητου -όνειρα, υποσυνείδητες σκέψεις, σεξουα­ λικό ένστικτο και όλες αυτές τις αηδίες-, ο εγκέφαλος μας μόλις που λειτουργεί». «Χολμς, έχω μείνει κατάπληκτος», είπε ο Τομ. «Κόψε τις εξυπνάδες, Τομ!» είπε η Άλις και ο Τζόρνταν της χάρισε ένα λαμπερό χαμόγελο. «Το εννοώ», είπε ο Τομ. «Είναι πολύ καλός ο μικρός». «Πράγματι», δήλωσε ο Διευθυντής. «Ο Τζόρνταν μπορεί να έ­ χει κάποια προβλήματα με την Αγγλική του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά δεν κέρδισε την υποτροφία του επειδή αρίστευσε στα επι­ τραπέζια παιχνίδια». Πρόσεξε την αμηχανία του παιδιού και του χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά με τα κοκαλιάρικα δάχτυλα του. «Συ­ νέχισε, παρακαλώ». «Ε, ναι...» Ο Τζόρνταν προσπάθησε σκληρά κι ύστερα φάνηκε να ξαναβρίσκει το ρυθμό του. «Αν ο εγκέφαλος μας ήταν πράγμα­ τι ένας σκληρός δίσκος, θα ήταν σχεδόν άδειος». Είδε πως μόνο η Άλις κατάλαβε αυτό που είπε. «Σκεφτείτε το κάπως έτσι: Η γραμ­ μή πληροφοριών θα έλεγε κάτι σαν 2 τοις εκατό σε χρήση, 98 τοις εκατό διαθέσιμο. Κανένας δεν ξέρει πραγματικά γιατί χρειάζεται αυτό το 98 τοις εκατό, αλλά υπάρχουν πάρα πολλές δυνατότητες. Άνθρωποι που έχουν πάθει εγκεφαλικό, παραδείγμα­ τος χάρη... αναζητάνε πρόσβαση σε περιοχές του εγκεφάλου που βρίσκονταν μέχρι τότε σε αδράνεια για να μπορέσουν να μιλή­ σουν ή να περπατήσουν ξανά. Φαίνεται πως ο εγκέφαλος τους δη­ μιουργεί κύκλωμα γύρω από την κατεστραμμένη περιοχή. Τα φώ­ τα ξανανάβουν σε μια αντίστοιχη περιοχή του εγκεφάλου, από την άλλη πλευρά». «Τα μελετάς αυτά τα πράγματα;» τον ρώτησε ο Κλέι. «Βασικά με ενδιέφεραν οι υπολογιστές και η κυβερνητική κι αυτό προέκυψε σαν φυσικό επακόλουθο», είπε ο Τζόρνταν αναση­ κώνοντας τους ώμους του. «Επίσης, διαβάζω πολλή κυβερνοπάνκ επιστημονική φαντασία. Γουίλιαμ Γκίμπσον, Μπρους Στέρλινγκ, Τζον Σίρλεϊ...» «Νιλ Στίβενσον;» ρώτησε η Άλις.


212

STEPHEN KING

Ο Τζόρνταν της χαμογέλασε ακτινοβολώντας ολόκληρος. «Ο Νιλ Στίβενσον είναι θεός». «Πίσω στο θέμα μας», τον μάλωσε ο Διευθυντής... αλλά πολύ τρυφερά. Ο Τζόρνταν ανασήκωσε τους ώμους του. «Αν σβήσεις τον σκληρό δίσκο ενός υπολογιστή, δεν μπορεί να αναγεννήσει αυ­ θόρμητα πληροφορίες... εκτός αν είναι σε νουβέλα του Γκρεγκ Μπέαρ». Χαμογέλασε πάλι, αλλά αυτή τη φορά το χαμόγελο ήταν βιαστικό και κάπως νευρικό. Ήταν ολοφάνερο ότι ο μικρός είχε ξετρελαθεί με την Άλις. «Με τους ανθρώπους δεν είναι το ίδιο». «Ναι, αλλά από το να μαθαίνει κανείς ξανά να περπατάει μετά από εγκεφαλικό μέχρι το να μπορεί να λειτουργεί ένα ραδιοκασε­ τόφωνο με τηλεπάθεια το άλμα είναι τεράστιο», είπε ο Τομ. «Ένα "κβαντικό" άλμα». Κοίταξε αμήχανα γύρω του όταν ξεστόμισε τη λέξη τηλεπάθεια, σαν να περίμενε να γελάσουν οι άλλοι. Δεν γέ­ λασε κανείς. «Ναι, αλλά μία βλάβη από εγκεφαλικό, ακόμη κι από πολύ βα­ ρύ εγκεφαλικό, απέχει έτη φωτός απ' αυτό που συνέβη στους αν­ θρώπους που χρησιμοποιούσαν τα κινητά τους την ώρα του Παλ­ μού», του απάντησε ο Τζόρνταν. «Εγώ κι ο Διευθυντής -ο Διευ­ θυντής κι εγώ- πιστεύουμε πως ο Παλμός, εκτός από το ότι έσβη­ σε τα πάντα από τους ανθρώπινους εγκεφάλους μέχρι εκείνη την πρωταρχική εντολή που δεν μπορεί να σβηστεί, ταυτόχρονα ενερ­ γοποίησε κάτι άλλο. Κάτι που προφανώς υπάρχει σε όλους μας ε­ δώ και εκατομμύρια χρόνια, θαμμένο κάπου μέσα σ' εκείνο το 98 τοις εκατό του σκληρού δίσκου που βρίσκεται σε αδράνεια». Το χέρι του Κλέι γλίστρησε αυθόρμητα στη λαβή του περι­ στρόφου που είχε πάρει από το πάτωμα της κουζίνας της Μπεθ Νίκερσον. «Το πυροδότησε», είπε. Τα μάτια του Τζόρνταν έλαμψαν. «Ναι! Ακριβώς αυτό! Πυρο­ δότησε μια μετάλλαξη. Δε θα συνέβαινε ποτέ χωρίς κάτι τέτοιο, δηλαδή μια πλήρη διαγραφή μεγάλης κλίμακας. Γιατί αυτό που εμφανίζεται, αυτό που δημιουργείται μέσα σ' αυτούς τους ανθρώ­ πους εκεί έξω... μόνο που δεν είναι πια άνθρωποι, όπως ξέρουμε, και αυτό που δημιουργείται είναι...» «Είναι ένας κοινός οργανισμός», τον διέκοψε ο Διευθυντής. «Αυτό πιστεύουμε».


Το ΚΙΝΗΤΌ

213

«Κάτι πολύ περισσότερο από απλό κοπάδι», είπε ο Τζόρνταν. «Γιατί αυτό που κάνουν με τα CD πλέιερ μπορεί να είναι μόνο η αρχή. Σαν τα μικρά παιδιά που μαθαίνουν πώς να φοράνε τα πα­ πούτσια τους. Σκεφτείτε τι θα μπορούν να κάνουν σε μια βδομά­ δα. Ή σε ένα μήνα. Ή σε ένα χρόνο». «Μπορεί να κάνεις λάθος», είπε ο Τομ, αλλά η φωνή του ακού­ στηκε εντελώς άχρωμη. «Μπορεί και να μην κάνει», είπε η Άλις. «Είμαι σίγουρος ότι δεν κάνει λάθος», είπε ο Διευθυντής. Ρού­ φηξε λίγη από τη ζεστή, ενισχυμένη σοκολάτα του. «Βεβαίως, εγώ είμαι γέρος και τα ψωμιά μου τελειώνουν. Θα συμμορφωθώ με ό­ ποια απόφαση κι αν πάρετε». Μικρή παύση. Τα μικρά λαμπερά μάτια μετακινήθηκαν από τον Κλέι στην Άλις και τέλος στον Τομ. «Αρκεί να είναι η σωστή, φυσικά». «Τα κοπάδια θα προσπαθήσουν να ενωθούν», είπε ο Τζόρνταν. «Αν δεν ακούν ήδη το ένα το άλλο, πολύ σύντομα θα επικοινωνούν μεταξύ τους». «Μπούρδες», είπε φοβισμένα ο Τομ. «Ιστορίες με φαντάσματα». «Μπορεί», είπε ο Κλέι, «αλλά είναι και κάτι άλλο που πρέπει να σκεφτούμε. Τώρα οι νύχτες είναι δικές μας. Αν όμως αποφασί­ σουν πως τους χρειάζεται λιγότερος ύπνος; Ή ότι δε φοβούνται πια το σκοτάδι;» Κανένας δεν μίλησε για μερικά δευτερόλεπτα. Έξω είχε αρχίσει να σηκώνεται αέρας. Ο Κλέι ρούφηξε τη ζεστή σοκολάτα του, που από την αρχή δεν ήταν παρά χλιαρή και τώρα πια σχεδόν κρύα. Ό­ ταν σήκωσε ξανά τα μάτια του, η Άλις είχε αφήσει στην άκρη το φλιτζάνι της και είχε βγάλει το παπουτσάκι, το φυλαχτό της. «Θέλω να τους καθαρίσουμε», είπε. «Αυτούς που είναι στο γή­ πεδο εγώ θέλω να τους καθαρίσουμε. Δε λέω να τους σκοτώσου­ με, γιατί πιστεύω ότι ο Τζόρνταν έχει δίκιο. Επίσης, δε θέλω να το κάνω για χάρη της ανθρωπότητας. Θέλω να το κάνω για τη μητέ­ ρα μου και τον πατέρα μου, γιατί έχει χαθεί κι αυτός και το ξέρω. Το αισθάνομαι. Θέλω να το κάνω για τις δύο καλύτερες μου φίλες, τη Βίκι και την Τες. Είχαν και οι δυο κινητά, δεν πήγαιναν πουθε­ νά χωρίς αυτά και ξέρω πώς είναι τώρα και πού κοιμούνται: σε κάποιο μέρος σαν κι αυτό το γαμημένο γήπεδο εδώ πέρα». Έριξε


214

STEPHEN KING

μια ματιά στο Διευθυντή κι έγινε κατακόκκινη από ντροπή. «Συ­ γνώμη, κύριε». Ο Διευθυντής κούνησε το χέρι του σαν να της έλεγε πως δεν υ­ πήρχε λόγος να ζητάει συγνώμη. «Μπορούμε να το κάνουμε;» τον ρώτησε. «Μπορούμε να τους σβήσουμε όλους;» Ο Τσαρλς Άρντε, που εκτελούσε χρέη Διευθυντή της Ακαδη­ μίας του Γκέιτεν όταν ήρθε το τέλος του κόσμου, έδειξε τα γέρικα, αλογίσια δόντια του σε ένα χαμόγελο που ο Κλέι θα έδινε πολλά για να το αποτυπώσει με το πενάκι ή το πινέλο του σε χαρτί· δεν είχε ούτε ίχνος οίκτου. «Δεσποινίς Μάξγουελ, μπορούμε να προσπαθήσουμε», της α­ πάντησε. 18 Στις τέσσερις το επόμενο πρωί ο Τομ Μακόρτ ήταν καθισμένος σε ένα από τα τραπέζια για πικνίκ, ανάμεσα από τα δύο θερμοκήπια της Ακαδημίας του Γκέιτεν, που και τα δυο είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές μετά τον Παλμό. Φορούσε τα ίδια αθλητικά Ρίμποκ που εί­ χε φορέσει όταν ξεκίνησαν από το Μόλντεν και είχε σηκώσει τα πόδια του πάνω στον πάγκο όπου καθόταν. Το κεφάλι του ακου­ μπούσε στα σταυρωμένα χέρια του, που στηρίζονταν στα διπλω­ μένα γόνατα του. Ο αέρας έπαιρνε τα μαλλιά του μια από δω και μια από κει. Η Άλις καθόταν απέναντι του, με τους αγκώνες της πάνω στο τραπέζι και το πιγούνι της να στηρίζεται στα πλεγμένα δάχτυλα της. Το φως τριών φακών σχημάτιζε έντονες γωνίες στο πρόσωπο της, αλλά ακόμη κι έτσι φαινόταν πολύ όμορφη. Στην η­ λικία της, κάθε είδους φως ήταν κολακευτικό. Ο Διευθυντής που καθόταν δίπλα της φαινόταν εξαντλημένος. Μέσα στο πιο κοντινό από τα δύο θερμοκήπια, δύο ασώματα φανάρια γκαζιού μετακι­ νούνταν σαν πνεύματα που δεν έβρισκαν ησυχία. Τα φανάρια έσμιξαν λίγο πριν από την έξοδο της σέρας. Ο Κλέι και ο Τζόρνταν βγήκαν κανονικά από την πόρτα, παρ' όλο που στα γυάλινα τοιχώματα υπήρχαν μεγάλα κενά και από τις δυο πλευρές. Δευτερόλεπτα αργότερα, ο Κλέι κάθισε δίπλα στον Τομ


Το ΚΙΝΗΤΌ

215

και ο Τζόρνταν πήρε τη συνηθισμένη θέση του δίπλα στο Διευθυ­ ντή. Το αγόρι μύριζε βενζίνη και χημικό λίπασμα, πολύ πιο έντονα απ' όσο μύριζε απογοήτευση. Ο Κλέι πέταξε κάμποσες αρμαθιές κλειδιά πάνω στο τραπέζι ανάμεσα στους φακούς. Κατά τη γνώμη του, θα έμεναν εκεί μέχρι που θα τους ανακάλυπτε κάποιος αρχαι­ ολόγος μετά από τέσσερις χιλιετίες. «Λυπάμαι», είπε μουδιασμένα ο Διευθυντής Άρντε. «Φαινόταν πολύ απλό». «Ναι, σίγουρα», είπε ο Κλέι. Πράγματι είχε φανεί πολύ απλό: Γεμίζεις βενζίνη τους ψεκαστήρες του θερμοκηπίου, φορτώνεις τους ψεκαστήρες στην καρότσα του ημιφορτηγού, οδηγείς το ημι­ φορτηγό στο Γήπεδο Τόνι ψεκάζοντας κι από τις δυο πλευρές, πε­ τάς ένα σπίρτο και φεύγεις. Σκέφτηκε να πει στον Άρντε ότι και στον Τζορτζ Μπους η περιπέτεια του Ιράκ είχε φανεί εξίσου απλή -γεμίζεις τους ψεκαστήρες, πετάς ένα σπίρτο-, αλλά δεν το έκανε. Θα ήταν άδικο για το Διευθυντή. «Τομ;» είπε. «Είσαι καλά;» Είχε ήδη διαπιστώσει ότι ο Τομ δεν είχε μεγάλα αποθέματα αντοχής. «Ναι, απλώς κουρασμένος». Ο Τομ σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε στον Κλέι. «Είμαι ασυνήθιστος στη νυχτερινή βάρ­ δια. Τι κάνουμε τώρα;» «Πάμε για ύπνο, υποθέτω», είπε ο Κλέι. «Σε σαράντα λεπτά θα χαράξει». Ο ουρανός είχε ήδη αρχίσει να φωτίζει ανεπαίσθητα στον ορίζοντα της ανατολής. «Είναι άδικο», είπε η Άλις. Σκούπισε με θυμό τα δάκρυα της. «Είναι πολύ άδικο. Κάναμε τόση προσπάθεια!» Είχαν κάνει πραγματικά μεγάλη προσπάθεια, αλλά τίποτε δεν τους είχε βγει εύκολα. Κάθε μικρή και, όπως είχε αποδειχτεί τελι­ κά, ασήμαντη νίκη ήταν ένα είδος εξαντλητικού αγώνα, απ' αυ­ τούς που σου σπάνε τα νεύρα. Ο Κλέι ήθελε να τα βάλει με το Δι­ ευθυντή... και με τον εαυτό του, που είχε πάρει τοις μετρητοίς την ιδέα με τους ψεκαστήρες του Άρντε. Τώρα αντιλαμβανόταν ότι το να συμπράξεις με το σχέδιο ενός γερο-καθηγητή της Αγγλικής Φι­ λολογίας να βάλει φωτιά σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου με ψεκα­ στήρες και σπίρτα ήταν λίγο πολύ σαν να πήγαινες στον πόλεμο με ακόντιο και ξίφος. Ωστόσο... ναι, του είχε φανεί καλή ιδέα. Μέχρι που ανακάλυψαν ότι η δεξαμενή καυσίμων του γκαράζ


216

STEPHEN KING

της σχολής βρισκόταν μέσα σε κλειδωμένο υπόστεγο. Έφαγαν ένα μισάωρο στο διπλανό δωματιάκι ψαχουλεύοντας με το φως του φαναριού δεκάδες κλειδιά χωρίς καμιά ένδειξη, κρεμασμένα στον πίνακα δίπλα στο γραφείο του επιστάτη. Ο Τζόρνταν ήταν εκείνος που βρήκε τελικά το κλειδί που άνοιγε το υπόστεγο της δεξαμενής. Έπειτα διαπίστωσαν ότι το φτάνει να στρίψεις έναν κρουνό δεν ήταν ακριβώς η περίπτωση. Καταρχήν, ήταν τάπα και όχι κρουνός. Και, όπως το υπόστεγο όπου στεγαζόταν η δεξαμενή, έτσι και η τάπα ήταν κλειδωμένη. Ξανά πίσω στο γραφείο. Ξανά ψαχούλεμα από την αρχή. Και επιτέλους ένα κλειδί που να ταιριάζει στην κλειδαριά της τάπας. Ευτυχώς που η Άλις πρόλαβε να επισημάνει ότι, επειδή η τάπα ήταν στο κάτω μέρος της δεξαμενής, για να υ­ πάρχει ροή αν τύχαινε να σταματήσει η αντλία λόγω διακοπής ρεύματος, θα λούζονταν στη βενζίνη αν δεν χρησιμοποιούσαν ένα λάστιχο ή ένα χωνί. Έφαγαν άλλη μια ώρα ψάχνοντας για ένα λά­ στιχο που να ταιριάζει στην τρύπα και δεν βρήκαν απολύτως τίπο­ τε. Ο Τομ βρήκε κάπου ένα χωνί, τόσο μικρό που κόντεψαν όλοι να πάθουν υστερία μόλις το είδαν. Και επειδή τα κλειδιά των οχημάτων της σχολής δεν ήταν μαρ­ καρισμένα (τουλάχιστον έτσι που να τα ξεχωρίζει και κάποιος που δεν ήταν υπάλληλος του γκαράζ), έσπασαν για άλλη μια φορά τα νεύρα τους ψάχνοντας το σωστό σετ για το φορτηγάκι. Τουλάχι­ στον αυτό τους έφαγε λιγότερη ώρα, γιατί υπήρχαν μόνο οχτώ ο­ χήματα παρκαρισμένα πίσω από το γκαράζ. Και, τέλος, το θερμοκήπιο. Εκεί βρήκαν μόνο οχτώ ψεκαστή­ ρες και όχι δώδεκα, χωρητικότητας τριάντα λίτρων αντί εκατόν τριάντα ο καθένας. Ίσως κατάφερναν να τους γεμίσουν από τη δε­ ξαμενή, έστω και αν θα λούζονταν στη βενζίνη, αλλά το αποτέλε­ σμα θα ήταν μόνο διακόσια σαράντα λίτρα για να ψεκάσουν ολό­ κληρο γήπεδο. Και η ιδέα να εξαλείψουν πάνω από χίλιους τρε­ λούς των κινητών με διακόσια σαράντα λίτρα αμόλυβδης είχε στείλει τον Τομ, την Άλις και το Διευθυντή έξω στο παγκάκι του πικνίκ. Ο Κλέι και ο Τζόρνταν έμειναν λίγο ακόμη μέσα στο θερ­ μοκήπιο ψάχνοντας για μεγαλύτερους ψεκαστήρες, αλλά δεν βρή­ καν ούτε έναν. «Βρήκαμε όμως πέντ' έξι μικρούς, απ' αυτούς που του κρατάς στο χέρι και ψεκάζεις φύλλο φύλλο», είπε στρυφνά ο Κλέι.


ΤΟ ΚΙΝΗΤΌ

217

«Επίσης», είπε ο Τζόρνταν, «οι μεγάλοι ψεκαστήρες είναι γε­ μάτοι με φυτοφάρμακο ή υγρό λίπασμα, ή δεν ξέρω τι άλλο. Θα πρέπει να τους αδειάσουμε πρώτα, κι αυτό σημαίνει πως πρέπει να φορέσουμε μάσκες για να είμαστε σίγουροι ότι δε θα πεθάνουμε από δηλητηρίαση με επικίνδυνα χημικά». «Η πραγματικότητα πονάει», είπε μουτρωμένη η Άλις. Κοίτα­ ξε για μια στιγμή το παπουτσάκι της και τελικά το έχωσε στην τσέπη της. Ο Τζόρνταν έπιασε τα κλειδιά που ταίριαζαν σε ένα από τα η­ μιφορτηγά της υπηρεσίας συντήρησης. «Μπορούμε να πάμε στην πόλη», πρότεινε. «Υπάρχει ένα κατάστημα με εργαλεία και σιδη­ ρικά. Εκεί πουλάνε ψεκαστήρες». Ο Τομ κούνησε το κεφάλι του. «Είναι σχεδόν δύο χιλιόμετρα και ο κεντρικός δρόμος είναι γεμάτος τρακαρισμένα και παρατη­ μένα αυτοκίνητα. Μπορεί να καταφέρουμε να περάσουμε ανάμε­ σα από μερικά, αλλά όχι από όλα. Και δεν υπάρχει περίπτωση να ανεβούμε σε πεζοδρόμια και πρασιές σπιτιών. Υπάρχει λόγος που πηγαίνουν όλοι με τα πόδια». Είχαν δει μερικούς με ποδήλατα, αλλά όχι πολλούς. «Δε θα μπορούσε ένα φορτηγάκι να πάει από τους πίσω δρό­ μους;» ρώτησε ο Διευθυντής. «Θα ερευνήσουμε αυτή την πιθανότητα αύριο βράδυ», είπε ο Κλέι. «Θα εντοπίσουμε πρώτα με τα πόδια μια διαδρομή και θα γυ­ ρίσουμε να πάρουμε το αυτοκίνητο». Το σκέφτηκε λίγο. «Σ' αυτό το κατάστημα που λέει ο Τζόρνταν σίγουρα θα έχει και μάνικες». «Δε σ' ακούω και τόσο ενθουσιασμένο», είπε η Άλις. Ο Κλέι αναστέναξε. «Φτάνει ένα παρατημένο αυτοκίνητο για να μπλοκάρει έναν μικρό δρόμο. Θα καταλήξουμε να φορτωθούμε και να κουβαλάμε σαν γαϊδούρια, ακόμη κι αν έχουμε μεγαλύτερη τύχη από την αποψινή. Ω, δεν ξέρω. Ίσως να μου φανούν λίγο πιο ρόδινα τα πράγματα όταν ξεκουραστώ». «Σίγουρα», είπε ο Διευθυντής, αλλά δεν ακούστηκε σαν να το εννοούσε. «Το ίδιο ισχύει για όλους μας», πρόσθεσε. «Το βενζινάδικο απέναντι από τη σχολή;» πρότεινε ο Τζόρ­ νταν, χωρίς πολλή ελπίδα. «Ποιο βενζινάδικο;» ρώτησε η Άλις. «Εννοεί το Citgo», της απάντησε ο Διευθυντής. «Το ίδιο πρό-


218

STEPHEN KING

βλημα, Τζόρνταν: άφθονη βενζίνη στις δεξαμενές κάτω από τις α­ ντλίες και το ρεύμα κομμένο. Και αμφιβάλλω αν θα έχουν καθό­ λου καύσιμα σε ντεπόζιτα, ίσως μόνο λίγα των δέκα ή δεκαπέντε λίτρων. Ειλικρινά πιστεύω...» Αλλά δεν είπε τι ήταν αυτό που πί­ στευε ειλικρινά. Σταμάτησε. «Τι είναι, Κλέι;» Ο Κλέι είχε θυμηθεί την τριάδα που βάδιζε μπροστά τους να προσπερνάει κουτσαίνοντας το πρατήριο καυσίμων. Ο ένας από τους άντρες κρατούσε αγκαλιά τη γυναίκα από τη μέση για να τη στηρίζει. «Πρατήριο της Citgo στην Ακάντεμι Γκρόουβ», είπε. «Αυτό δεν είναι;» «Ναι...» «Αλλά δεν έχει μόνο βενζίνη, νομίζω». Δεν το νόμιζε απλώς, ήταν σίγουρος. Γιατί είχε δει τα δύο φορτηγά που ήταν παρκαρι­ σμένα στο πλάι. Τα είχε δει και δεν τους είχε δώσει σημασία. Τό­ τε. Γιατί τότε δεν είχε λόγο. «Δεν καταλαβαίνω τι...» είπε ο Διευθυντής και σταμάτησε πά­ λι. Κοίταξε τον Κλέι στα μάτια. Τα κίτρινα, αλογίσια δόντια του σχημάτισαν για άλλη μια φορά εκείνο το χωρίς οίκτο χαμόγελο. «Ω!» έκανε. «Ω! Ω, ναι. Ναι!» Ο Τομ κοίταζε μια τον έναν και μια τον άλλον απορημένος. Το ίδιο και η Άλις. Ο Τζόρνταν απλώς περίμενε. «Θα σας πείραζε να πείτε και σ' εμάς τους υπόλοιπους τι κατα­ λάβατε;» ρώτησε ο Τομ. Ο Κλέι ήταν έτοιμος να το κάνει, γιατί είχε δει καθαρά πώς θα γινόταν η δουλειά και ήταν πολύ καλό για να μην το μοιραστεί με τους άλλους, όταν η μουσική από το Γήπεδο Τόνι έπαψε ξαφνικά. Δεν διακόπηκε απότομα, όπως γινόταν συνήθως κάθε πρωί που ξυπνούσαν αυτοί, έκανε ένα είδος κοιλιάς και έσβησε, σαν κάποιος να είχε πετάξει την πηγή του ήχου μέσα σε ένα πηγάδι. «Ξύπνησαν νωρίς», είπε ο Τζόρνταν με σιγανή φωνή. Ο Τομ άρπαξε το χέρι του Κλέι. «Δεν είναι το ίδιο», είπε. «Ένα από αυτά τα καταραμένα φορητά παίζει ακόμα... το ακούω, πολύ αχνά». Ο αέρας είχε δυναμώσει και φυσούσε από τη μεριά του γηπέ­ δου, γιατί έφερνε μέχρι μέσα στο σπίτι βαριές, άσχημες μυρωδιές: τρόφιμα σε σήψη, σάρκα σε αποσύνθεση, απλυσιά από εκατοντά­ δες σώματα. Μετέφερε επίσης πολύ αχνά τον ήχο του Λόρενς


Το ΚΙΝΗΤΌ

219

Γουέλκ και των Μουσικών της Σαμπάνιας στον «Περίπατο του Μικρού Ελέφαντα». Και τότε, από κάπου στα βορειοδυτικά, από απόσταση είκοσι χιλιομέτρων, αλλά μπορεί και πενήντα, γιατί ήταν δύσκολο να πεις ως πού μπορούσε να το μεταφέρει ο άνεμος, ακούστηκε ένα φασματικό βογκητό, κάτι σαν κλάμα εντόμων. Μετά σιωπή... σιω­ πή... και μετά, τα πλάσματα μέσα στο γήπεδο ποδοσφαίρου, που δεν ήταν ούτε ξύπνια ούτε κοιμισμένα, απάντησαν με τον ίδιο τρόπο. Το δικό τους βογκητό ήταν πολύ δυνατότερο, ένα υπόκωφο τρεμάμενο μουγκρητό που υψώθηκε προς τον μαύρο ουρανό και τ' αστέρια. Η Άλις σκέπασε το στόμα της. Το αθλητικό παπουτσάκι τινά­ χτηκε προς τα πάνω με την απότομη κίνηση. Τα μάτια της γούρ­ λωσαν. Ο Τζόρνταν τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη μέση του Δι­ ευθυντή, κόλλησε πάνω του και έκρυψε το πρόσωπο του στα πλευρά του. «Κοίτα, Κλέι!» φώναξε ο Τομ. Τράβηξε προς τον στενό χορταρένιο διάδρομο ανάμεσα στα δύο διαλυμένα θερμοκήπια, δείχνο­ ντας προς τον ουρανό, ενώ βάδιζε. «Βλέπεις; Θεέ μου, το βλέπεις;» Στα βορειοδυτικά, από την ίδια κατεύθυνση που είχε ακουστεί το μακρινό βογκητό, μια πορτοκαλιά και κόκκινη αναλαμπή είχε χρωματίσει τον ορίζοντα. Δυνάμωσε ενώ την κοίταζαν και ο αέρας έφερε πάλι προς το μέρος τους εκείνον το φριχτό ήχο... και για άλ­ λη μια φορά πήρε σαν απάντηση ένα όμοιο αλλά πολύ πιο δυνατό μουγκρητό από το Γήπεδο Τόνι. Η Άλις πήγε κοντά τους κι ύστερα ο Διευθυντής, που βάδιζε έ­ χοντας αγκαλιάσει τον Τζόρνταν από τους ώμους. «Τι είναι εκεί πέρα;» ρώτησε ο Κλέι δείχνοντας προς τη λάμψη που άρχιζε ήδη να ξεθωριάζει πάλι. «Ίσως είναι το Γκλεν'ς Φολς», είπε ο Διευθυντής. «Ίσως είναι το Λίτλτον». «Ό,τι κι αν είναι, οι γαρίδες μπήκαν στη σχάρα», είπε ο Τομ. «Και ψήνονται. Και οι δικοί μας το ξέρουν. Το άκουσαν». «Ή το αισθάνθηκαν», είπε η Άλις. Ρίγησε, ύστερα όρθωσε το κορμί της και έσφιξε τα δόντια. «Ελπίζω να το αισθάνθηκαν!» Σαν απάντηση σηκώθηκε καινούριο βογκητό από το Γήπεδο Τόνι: πολλές φωνές ενωμένες σε μια κραυγή συμπόνιας και -ί-


222

STEPHEN KING

που είχε αναγνωρίσει ο Τζόρνταν. Οι υπόλοιποι της ομάδας απο­ κομιδής πτωμάτων τους παρακολούθησαν για λίγο κι ύστερα κινή­ θηκαν πάλι προς τις ράμπες του γηπέδου, τακτικά, σε στοίχους των τριών, και συνέχισαν να μαζεύουν πτώματα από κάτω από τις κερκίδες. Είκοσι λεπτά αργότερα η ομάδα θερμοκηπίου εμφανίστηκε ξα­ νά βαδίζοντας τώρα παραταγμένη σε μια γραμμή. Μερικοί ήταν α­ κόμη με τα χέρια άδεια, αλλά οι περισσότεροι είχαν εξασφαλίσει καροτσάκια κηπουρικής ή μικρές χειροκίνητες πλατφόρμες που χρησιμοποιούνταν συνήθως για τη μεταφορά λιπασμάτων ή σά­ κων με κοπριά. Πολύ σύντομα άρχισαν να μεταφέρουν τα πτώμα­ τα χρησιμοποιώντας τα καροτσάκια και τις πλατφόρμες και η δου­ λειά τους γινόταν έτσι πολύ πιο γρήγορα. «Είναι ένα βήμα μπροστά, οπωσδήποτε», είπε ο Τομ. «Παραπάνω από ένα», πρόσθεσε ο Διευθυντής. «Καθαρισμός χώρου διαβίωσης. Χρήση εργαλείων για την επίτευξη του σκοπού». «Δε μου αρέσει αυτό», είπε ο Κλέι. Ο Τζόρνταν σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. «Δεν είσαι ο μόνος», είπε. Ήταν κατάχλομος και φαινόταν κουρασμένος και πολύ μεγαλύτερος από την ηλικία του. 20 Κοιμήθηκαν ως τη μία το μεσημέρι. Κατόπιν, αφού. βεβαιώθηκαν ότι το απόσπασμα που είχε χρεωθεί με τη μεταφορά των πτωμά­ των είχε ολοκληρώσει την αποστολή του και είχε φύγει να συνα­ ντήσει τους υπόλοιπους που πλιατσικολογούσαν στην πόλη, κατέ­ βηκαν και οι πέντε ως τις δυο πέτρινες κολόνες που σηματοδοτού­ σαν την είσοδο στην Ακαδημία του Γκέιτεν. Η Άλις είχε απορρί­ ψει την ιδέα του Κλέι να το κάνουν μόνοι τους, αυτός και ο Τομ. «Δεν είναι ώρα να παίξετε Μπάτμαν και Ρόμπιν», τους μάλωσε αυστηρά. «Γιατί; Εγώ μια ζωή ήθελα να γίνω το Παιδί-Θαύμα», είπε ο Τομ ψευδίζοντας στ' αστεία, αλλά μόλις η Άλις, που τώρα έσφιγγε το αθλητικό παπουτσάκι στη χούφτα της, του έριξε ένα άγριο βλέμμα, σοβαρεύτηκε στη στιγμή. «Συγνώμη», μουρμούρισε.


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

223

«Να πάτε μόνοι σας μέχρι το βενζινάδικο απέναντι», είπε η Άλις. «Αυτό είναι λογικό. Εμείς οι υπόλοιποι όμως θα φυλάμε σκο­ πιά από την άλλη μεριά». Ο Διευθυντής είχε προτείνει να μείνει ο Τζόρνταν πίσω στο Περίπτερο. Αλλά πριν προλάβει ο Τζόρνταν να πει ναι, όπως έδει­ ξε έτοιμος να κάνει, η Άλις τον ρώτησε: «Βλέπεις καλά μακριά, Τζόρνταν;» Το αγόρι την κοίταξε άλλη μια φορά με εκείνο το έκθαμβο ύ­ φος και της χαμογέλασε. «Καλά. Μια χαρά». «Βιντεοπαιχνίδια έπαιζες; Από εκείνα που πυροβολείς συνέ­ χεια;» «Αμέ, ένα σωρό». Η Άλις του έδωσε το πιστόλι της. Ο Κλέι είδε τον Τζόρνταν να ανατριχιάζει σύγκορμος όταν έσμιξαν στιγμιαία τα δάχτυλα τους. «Αν σου πω να σημαδέψεις και να πυροβολήσεις -ή αν σου το πει ο Διευθυντής Άρντε-, θα το κάνεις;» «Και βέβαια». Τότε η Άλις είχε κοιτάξει το Διευθυντή με μια έκφραση που ή­ ταν απολογητική και προκλητική συνάμα. «Όλοι μπορούμε να φα­ νούμε χρήσιμοι σε κάτι», είπε. Ο Διευθυντής είχε ενδώσει και τώρα στέκονταν και οι πέντε στην πύλη της Ακαδημίας και κοίταζαν το πρατήριο καυσίμων α­ πέναντι και λίγο πιο κάτω προς την κατεύθυνση της πόλης. Από ε­ κείνο το σημείο μπορούσαν να διαβάσουν και την άλλη, τη μικρό­ τερη επιγραφή: ΥΓΡΑΕΡΙΟ LP - ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΑΚΑΝΤΕΜΙ. Μπροστά α­ πό τις αντλίες βενζίνης υπήρχε ένα και μοναδικό αυτοκίνητο, φα­ νερά παρατημένο, με την πόρτα του οδηγού ανοιχτή και κατασκονισμένο. Η μεγάλη τζαμαρία του πρατηρίου ήταν σπασμένη. Λίγο πιο πέρα, στα δεξιά, κάτω από τη σκιά ενός δέντρου που έμοιαζε να είναι μια από τις ελάχιστες λεύκες που είχαν απομείνει στη Νέα Αγγλία, ήταν παρκαρισμένα δυο φορτηγά που οι καρότσες τους είχαν σχήμα φιάλης προπανίου. Στα πλάγια τους έγραφαν και οι δυο: Υγραέριο LP και Εξυπηρετούμε το Νότιο Νιου Χαμσάιρ Από το 1982. Σ' εκείνο το τμήμα της Ακάντεμι Άβενιου δεν έβοσκαν τρελοί των κινητών και σε αρκετά από τα κατώφλια των σπιτιών του δρόμου δεν υπήρχαν παπούτσια αφημένα απέξω. Το κύμα των


224

STEPHEN KING

προσφύγων έμοιαζε να έχει καταλαγιάσει. Πολύ νωρίς για να κρί­ νεις, προειδοποίησε τον εαυτό του ο Κλέι. «Κύριε; Κλέι; Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Τζόρνταν. Έδειχνε κά­ τι στη μέση της Ακάντεμι Άβενιου -η οποία, φυσικά, ήταν πάντα η Οδός 102, πράγμα που πολύ εύκολα ξεχνούσε κανείς ένα ήσυχο ηλιόλουστο απόγευμα χωρίς καθόλου αυτοκίνητα και ακούγοντας μόνο τα πουλιά και το θρόισμα του ανέμου στις φυλλωσιές. Κάτι ήταν γραμμένο με ροζ κιμωλία πάνω στην άσφαλτο, αλλά από ε­ κεί που βρίσκονταν ο Κλέι δεν έβλεπε να το διαβάσει. Κούνησε με απορία το κεφάλι του. «Είσαι έτοιμος;» ρώτησε τον Τομ. «Βεβαίως», είπε ο Τομ. Προσπαθούσε να δείχνει άνετος, αλλά η φλέβα στο πλάι του λαιμού του χτυπούσε δυνατά. «Εσύ Μπάτμαν, εγώ Παιδί Θαύμα». Πέρασαν απέναντι με βήμα γοργό και με τα πιστόλια στο χέρι. Ο Κλέι είχε αφήσει το ρώσικο αυτόματο στην Άλις, αν και πολύ φοβόταν ότι θα την τίναζε σαν σβούρα έτσι και αναγκαζόταν η Ά­ λις να το χρησιμοποιήσει. Το μήνυμα που ήταν γραμμένο πρόχειρα με ροζ κιμωλία πάνω στην άσφαλτο ήταν

ΚΑΣΟΥΑΚ=ΟΧ-ΤΙΛ «Σου λέει τίποτε;» ρώτησε ο Τομ. Ο Κλέι κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Δεν έβγαζε νόημα, αλλά ούτε και τον ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή. Τον ένοιαζε μόνο να φύγει γρήγορα από τη μέση του δρόμου, όπου αισθανόταν σαν μύγα μες στο γάλα. Έκανε τη σκέψη, και δεν ήταν η πρώτη φορά, ότι θα πουλούσε και την ψυχή του ακόμα για να μάθει ότι ο γιος του ήταν καλά και βρισκόταν σε ένα μέρος όπου οι άνθρωποι δεν έδιναν αυτόματα πιστόλια σε παιδιά που ήξεραν να παίζουν βιντεοπαιχνίδια. Παράξενο, αλήθεια. Εκεί που νόμιζε ότι είχε βάλει σε τάξη τις προτεραιότητες του και έπαιζε ένα χαρτί τη φορά στην προσωπική του παρτίδα, έρχονταν ξαφνικά και τον τάραζαν αυτές οι σκέψεις, σαν φρέσκιες ανοιχτές πληγές. Φύγε από το μυαλό μου, Τζόνι. Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ. Δεν είναι για σένα αυτή η ώρα, αυτός ο κόσμος.


Το ΚΙΝΗΤΌ

225

To φορτηγά με το υγραέριο ήταν κλειδωμένα, αλλά δεν υπήρ­ χε πρόβλημα. Σήμερα είχαν την τύχη με το μέρος τους. Τα κλει­ διά κρέμονταν από έναν πίνακα στον τοίχο του γραφείου κάτω α­ πό μια επιγραφή που έλεγε: ΡΙΜΟΥΛΚΙΣΕΙΣ ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΕ ΜΕ­ ΤΑΞΥ 12 ΚΑΙ 6 π.μ. - ΚΑΜΙΑ ΕΞΕΡΕΣΗ. Τα κλειδιά των φορτη­ γών ξεχώριζαν από τις μικρές φιάλες προπανίου που είχαν για μπρελόκ. Στα μισά προς την πόρτα, ο Τομ έπιασε τον Κλέι από τον ώμο και σταμάτησαν. Δύο τρελοί των κινητών περπατούσαν στη μέση του δρόμου δίπλα δίπλα, αλλά όχι σε βηματισμό. Ο ένας έτρωγε από ένα κου­ τάκι Τουίνκις. Το πρόσωπο του ήταν πασαλειμμένο με κρέμα, ψί­ χουλα και σοκολάτα. Η γυναίκα που βάδιζε δίπλα του κρατούσε μπροστά της ένα μεγάλο βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο. Θύμιζε τον τρόπο που κρατάνε το υμνολόγιο τα μέλη μιας εκκλησιαστικής χο­ ρωδίας. Η φωτογραφία στο εξώφυλλο έδειχνε ένα κόλεϊ να πηδάει μέσα από ένα λάστιχο φορτηγού κρεμασμένο από χοντρό σκοινί. Το γεγονός ότι η γυναίκα κρατούσε το βιβλίο ανάποδα ήταν μια μικρή παρηγοριά. Οι κενές, αποβλακωμένες εκφράσεις και των δυο, συν το γεγονός ότι τριγύριζαν μόνοι τους, που σήμαινε πως το μεσημέρι δεν ήταν ώρα κοπαδιού, ήταν μια παρηγοριά ακόμη. Αλλά του Κλέι δεν του άρεσε το βιβλίο. Όχι, δεν του άρεσε καθόλου το βιβλίο. Πέρασαν μπροστά από τις πέτρινες κολόνες της πύλης και ο Κλέι είδε την Άλις, τον Τζόρνταν και το Διευθυντή να τους κρυ­ φοκοιτάζουν με γουρλωμένα μάτια. Οι δύο τρελοί πάτησαν πάνω στο κρυπτογραφικό μήνυμα που ήταν γραμμένο στην άσφαλτο -ΚΑΣΟΥΑΚ=ΟΧ-ΤΙΛ- και σε κάποια στιγμή η γυναίκα άπλωσε το χέρι της να πάρει ένα από τα Τουίνκις του συντρόφου της. Ο ά­ ντρας τράβηξε το κουτάκι μακριά της. Η γυναίκα πέταξε πέρα το βιβλίο (προσγειώθηκε με την κανονική πλευρά προς τα πάνω και ο Κλέι είδε τον τίτλο, που ήταν Τα 100 Πιο Αγαπημένα Σκυλιά του Κόσμου) και άπλωσε ξανά το χέρι της. Ο άντρας τής έριξε ένα γε­ ρό χαστούκι, αρκετά γερό ώστε να κάνει να ανεμίσουν τα λαδωμέ­ να μαλλιά της, που ακούστηκε πολύ δυνατά μέσα στην απόλυτη η­ συχία. Όλα αυτά χωρίς να σταματήσουν να περπατάνε. Η γυναίκα έβγαλε έναν ήχο: «Αγού». Ο άντρας απάντησε (του Κλέι του φά­ νηκε σαν απάντηση): «Ιιιν!» Η γυναίκα άπλωσε πάλι το χέρι της


226

STEPHEN KING

στο κουτάκι με τα Τουίνκις. Τώρα περνούσαν μπροστά από το πρατήριο της Citgo. Αυτή τη φορά ο άντρας τής έριξε μια γροθιά στο λαιμό, μια δυνατή, ψηλοκρεμαστή γροθιά, και έπειτα έχωσε ο ίδιος το χέρι του στο κουτί για να πάρει ένα γλύκισμα. Η γυναίκα σταμάτησε. Κοίταξε τον άντρα. Την επόμενη στιγμή σταμάτησε και ο άντρας. Είχε προχωρήσει ένα βήμα και της είχε μισογυρισμένη την πλάτη. Μέσα στο γραφείο του πρατηρίου, ο Κλέι αισθάνθηκε κάτι στον ακίνητο και ζεστό από τον ήλιο αέρα. Όχι, δεν είναι στον αέ­ ρα, σκέφτηκε, είναι σ' εμένα, μέσα μου. Του κόπηκε η ανάσα, έτσι όπως παθαίνει κανείς όταν ανεβεί πολύ γρήγορα δυο τρεις ορό­ φους από τη σκάλα. Μόνο που πρέπει να ήταν και στο γραφείο, γιατί... Ο Τομ σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του και του ψιθύρισε στ' αυτί: «Το νιώθεις κι εσύ;» Ο Κλέι ένευσε καταφατικά και έδειξε το γραφείο. Δεν φυσού­ σε καθόλου, δεν έμπαινε ούτε το παραμικρό ρεύμα αέρα από που­ θενά, αλλά τα χαρτιά πάνω στο γραφείο ανέμιζαν. Και στο τασάκι οι στάχτες άρχισαν να κάνουν αργούς κύκλους, όπως το νερό όταν αδειάζει από την μπανιέρα. Υπήρχαν δύο αποτσίγαρα στο τασάκι -όχι, τρία- και οι περιστρεφόμενες στάχτες τα έσπρωχναν προς το κέντρο. Ο άντρας στράφηκε προς τη γυναίκα. Την κοίταξε. Τον κοίταξε κι εκείνη. Κοίταξαν κανονικά ο ένας τον άλλον. Ο Κλέι δεν διέ­ κρινε καμιά έκφραση στα πρόσωπα τους, αλλά ένιωσε τις τρίχες στα μπράτσα του να σηκώνονται και άκουσε ένα σιγανό κουδούνι­ σμα. Ήταν τα κλειδιά που κρέμονταν στον πίνακα κάτω από την επιγραφή ΡΙΜΟΥΛΚΙΣΕΙΣ ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΕ. Τα κρεμασμένα κλει­ διά ταλαντεύονταν ελαφρά -μόλις που άγγιζαν το ένα το άλλο. «Αγού!» είπε η γυναίκα. Και άπλωσε το χέρι της. «Ιιν!» είπε ο άντρας. Φορούσε τα άθλια απομεινάρια ενός κοστουμιού. Και στα πόδια του συνηθισμένα μαύρα αντρικά παπού­ τσια. Πριν από έξι μέρες μπορεί να ήταν πωλητής ή επιστάτης, ή διαχειριστής συγκροτήματος διαμερισμάτων. Τώρα η μόνη ιδιο­ κτησία που τον ενδιέφερε ήταν το κουτάκι του με τα Τουίνκις. Το κράτησε πάνω στο στήθος του ενώ συνέχιζε να μασουλίζει. «Αγού!» επέμεινε η γυναίκα. Άπλωσε και τα δυο της χέρια τώ-


Το ΚΙΝΗΤΌ

227

ρα αντί για το ένα, στην κλασική παγκόσμια χειρονομία που ση­ μαίνει δώσ' μου, και τα κλειδιά κουδούνισαν πιο δυνατά. Από το ταβάνι ακούστηκε ένα βζζζζτ, καθώς μια λάμπα φθορισμού, η ο­ ποία δεν έπαιρνε ρεύμα από πουθενά, τρεμόπαιξε για μια δυο στιγμές και έσβησε ξανά. Στη μεσαία από τις τρεις αντλίες βενζί­ νης η μάνικα ξεσκάλωσε και έπεσε στην τσιμεντένια νησίδα με έ­ ναν ξερό μεταλλικό κρότο. «Αγού», είπε ο άντρας. Οι ώμοι του χαλάρωσαν και φάνηκε να φεύγει όλη η ένταση από το κορμί του. Η ένταση έφυγε και από τον αέρα. Τα κλειδιά στον πίνακα έπαψαν να κουδουνίζουν. Οι στάχτες έκαναν έναν τελευταίο, όλο και πιο αργό κύκλο μέσα στο τσίγκινο, χτυπημένο τασάκι και κατακάθισαν. Δεν θα μπορούσες να πεις ότι είχε συμβεί κάτι, αν δεν ήταν η πεσμένη μάνικα της α­ ντλίας και οι τρεις γόπες που είχαν μαζευτεί στο κέντρο του στα­ χτοδοχείου πάνω στο γραφείο. «Αγού» είπε η γυναίκα. Κρατούσε ακόμη απλωμένα τα χέρια της. Ο σύντροφος της πλησίασε για να μπορεί να τον φτάσει. Η γυναίκα πήρε από ένα Τουίνκι με κάθε χέρι και άρχισε να τα τρώει μαζί με το περιτύλιγμα. Για άλλη μια φορά ο Κλέι παρηγορήθηκε, αν και ελάχιστα. Το ζευγάρι συνέχισε με σερνάμενα βήματα την αργή πορεία του προς την πόλη. Η γυναίκα κοντοστάθηκε μόνο μια στιγμή, όσο χρειάστηκε για να φτύσει ένα κομμάτι ζελατίνα πασαλειμμένο με κρέμα από τη γωνία των χειλιών της. Δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τα 100 Πιο Αγαπημένα Σκυλιά του Κόσμου. «Τι ήταν αυτό;» ρώτησε ο Τομ με σιγανή τρεμάμενη φωνή ό­ ταν το ζευγάρι είχε χαθεί πια από τα μάτια τους. «Δεν ξέρω, αλλά δε μου άρεσε», είπε ο Κλέι. Κρατούσε τα κλειδιά και των δύο φορτηγών με το προπάνιο. Έδωσε το ένα ζευ­ γάρι στον Τομ. «Ξέρεις να οδηγείς αμάξι με κανονικές ταχύτητες;» «Σε κανονικό έμαθα να οδηγώ. Εσύ ξέρεις;» Ο Κλέι χαμογέλασε υπομονετικά. «Εγώ είμαι στρέιτ, Τομ. Ε­ μείς οι στρέιτ ξέρουμε να οδηγούμε τα κανονικά χωρίς να μας το μάθει κανένας. Σ' εμάς είναι ένστικτο». «Πολύ αστείο». Ο Τομ δεν άκουγε πραγματικά. Κοίταζε πίσω από το αλλόκοτο ζευγάρι που δεν φαινόταν πια και εκείνη η φλέ­ βα στο πλάι του λαιμού του χτυπούσε τρελά. «Τέλος του κόσμου, ελεύθερο το κυνήγι των γκέι, γιατί όχι;»


228

STEPHEN KING

«Ακριβώς. Αλλά θα είναι ελεύθερο και το κυνήγι των στρέιτ, έτσι και αρχίσουν να το ελέγχουν αυτό. Έλα, ας το κάνουμε». Ο Κλέι κινήθηκε προς την πόρτα, αλλά ο Τομ τον κράτησε μια στιγμή ακόμη. «Άκου. Οι άλλοι πίσω μπορεί να το ένιωσαν, αλλά μπορεί και να μην κατάλαβαν τίποτε. Αν δεν κατάλαβαν, ίσως εί­ ναι σκόπιμο να το κρατήσουμε μεταξύ μας προς το παρόν. Τι λες;» Ο Κλέι σκέφτηκε τον Τζόρνταν και πώς δεν άφηνε ούτε στιγμή από τα μάτια του το Διευθυντή και πώς η Άλις είχε πάντα πρόχει­ ρο εκείνο το ανατριχιαστικό παπουτσάκι για να μπορεί να το σφίγγει. Σκέφτηκε τους μαύρους κύκλους κάτω απ' τα μάτια τους κι έπειτα σκέφτηκε αυτό που σχεδίαζαν να κάνουν απόψε. Το «Αρμαγεδδών» ήταν μάλλον βαριά λέξη, αλλά όχι και τόσο. Ό,τι κι αν ήταν τώρα οι τρελοί των κινητών, κάποτε ήταν άνθρωποι και ήταν πολύ βαριά η απόφαση να κάψεις ζωντανούς χίλιους από αυ­ τούς. Ήταν οδυνηρό και μόνο να το φαντάζεται. «Συμφωνώ», απάντησε στον Τομ. «Λοιπόν, ανεβαίνεις το λό­ φο με χαμηλή ταχύτητα, εντάξει;» «Με τη χαμηλότερη που θα μπορέσω να βρω», είπε ο Τομ. Τώ­ ρα προχωρούσαν προς τα δύο βυτία που είχαν σχήμα φιάλης προ­ πανίου. «Πόσες ταχύτητες λες να έχει ένα τέτοιο φορτηγό;» «Η πρώτη αρκεί», είπε ο Κλέι. «Κρίνοντας από το πώς είναι παρκαρισμένα, μάλλον θα πρέπει να βρούμε πρώτα την όπισθεν». «Χέσ' την», είπε ο Κλέι. «Σε τι ωφελεί το τέλος του κόσμου αν δεν μπορείς να σπάσεις έναν ξύλινο φράχτη με ένα φορτηγό;» Κι αυτό ακριβώς έκαναν. 21 Πλαγιά της Ακαδημίας ονόμαζαν ο Διευθυντής Άρντε και ο μονα­ δικός μαθητής που είχε απομείνει στο σχολείο του την ομαλή, κυ­ ματιστή λοφοπλαγιά που κατηφόριζε από τα κτίρια της σχολής μέ­ χρι τον κεντρικό δρόμο. Το γρασίδι ήταν ακόμα καταπράσινο και μόλις είχαν αρχίσει να πέφτουν τα ξερά φθινοπωρινά φύλλα. Όταν πέρασε το απόγευμα κι άρχισε να πέφτει το φως και η Πλαγιά της Ακαδημίας ήταν ακόμα έρημη -χωρίς τρελούς των κινητών να ε-


Το ΚΙΝΗΤΌ

229

πιστρέφουν από την πόλη-, η Άλις άρχισε να πηγαινοέρχεται στον μακρύ κεντρικό διάδρομο του Περίπτερου Τσίταμ σταματώντας σε κάθε γύρο όσο χρειαζόταν για να κοιτάξει έξω από το μεγάλο παράθυρο του καθιστικού. Το τριπλό παράθυρο με το φαρδύ κάθι­ σμα στο περβάζι πρόσφερε πανοραμική θέα στην Πλαγιά, σε δύο κεντρικά αμφιθέατρα και στο Γήπεδο Τόνι. Η Άλις είχε δέσει πάλι το αθλητικό παπουτσάκι στον καρπό της. Οι υπόλοιποι κάθονταν στην κουζίνα ρουφώντας Κόκα Κόλα από κουτάκια. «Δεν έρχονται», τους είπε στο τέλος ενός ακόμη γύρου. «Μυρίστηκαν τι σχεδιάζουμε, το διάβασαν από το μυαλό μας ή κάτι τέτοιο, και δεν πρόκειται να έρθουν». Μετά από άλλους δυο γύρους στον μακρύ διάδρομο και την α­ παραίτητη στάση κάθε φορά για να κοιτάξει από το τριπλό παρά­ θυρο του καθιστικού τους μίλησε ξανά από την πόρτα της κουζί­ νας. «Ή μπορεί να είναι γενική μετανάστευση, παιδιά, το έχετε σκεφτεί αυτό; Μπορεί το χειμώνα να πηγαίνουν νότια, σαν τους κορυδαλλούς». Έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση. Πάνω κάτω στο διάδρο­ μο. Πάνω κάτω. «Κάνει σαν τον Άχαμπ που περίμενε τον Μόμπι με το καμάκι έτοιμο», είπε ο Διευθυντής. «Ο Έμινεμ μπορεί να ήταν κόπανος, αλλά γι' αυτόν είχε δί­ κιο*», είπε κακόκεφα ο Τομ. «Πώς είπες, Τομ;» ρώτησε ο Διευθυντής. Ο Τομ του έκανε νόημα να μην του δίνει σημασία. Ο Τζόρνταν κοίταξε το ρολόι του. «Χτες βράδυ άρχισαν να γυ­ ρίζουν μισή ώρα αργότερα από τώρα», είπε. «Θα πάω να της το πω, αν θέλετε». «Δε νομίζω ότι θα κάνει καμιά διαφορά», είπε ο Κλέι. «Έχει α­ νάγκη να εκτονωθεί, αυτό είναι». «Έχει φρικάρει εντελώς, κύριε, έτσι δεν είναι;» «Εσύ, Τζόρνταν, δεν έχεις φρικάρει;»

*Ενώ ο διευθυντής εννοεί τον Μόμπι Ντικ, από το ομώνυμο μυθιστό­ ρημα του Χέρμαν Μέλβιλ, ο Τομ αναφέρεται στον μουσικό της ηλε­ κτρονικής σκηνής Μόμπι, με τον οποίο ο Έμινεμ βρίσκεται σε αντιπα­ ράθεση. (Σ.τ.Μ.)


230

STEPHENKING

«Ναι», είπε σιγανά το αγόρι. «Είμαι η Φρικ Σίτι». Την επόμενη φορά που έφτασε ως την κουζίνα, η Άλις είπε: «Ί­ σως είναι καλύτερα να μη γυρίσουν εδώ. Δεν ξέρω αν επαναφορτώνουν τους εγκεφάλους τους με κάποιο μαγικό τρόπο, αλλά είμαι σίγουρη ότι κάνουν κάποιου είδους μαύρη μαγεία. Το αισθάνθηκα μ' εκείνους τους δύο το απόγευμα. Η γυναίκα με το βιβλίο και ο τύπος με τα Τουίνκις;» Κούνησε το κεφάλι της. «Μαύρη μαγεία, σας λέω». Και, πριν προλάβει κανείς να της απαντήσει, ρίχτηκε ξανά στην περιπολία του διαδρόμου, με το αθλητικό παπουτσάκι δεμέ­ νο στον καρπό της. Ο Διευθυντής κοίταξε τον Τζόρνταν. «Εσύ, παιδί μου, αισθάν­ θηκες τίποτε;» Ο Τζόρνταν δίστασε λίγο πριν απαντήσει. «Κάτι αισθάνθηκα. Οι τρίχες στο σβέρκο μου σηκώθηκαν». Ο Διευθυντής στράφηκε προς τους δύο άντρες στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού. «Εσείς; Βρισκόσασταν πολύ πιο κοντά». Η Άλις τους γλίτωσε από την απάντηση. Όρμησε στην κουζίνα τρέχοντας, με μάγουλα κατακόκκινα και μάτια ορθάνοιχτα, και οι σόλες των αθλητικών παπουτσιών της στρίγκλισαν πάνω στα πλα­ κάκια του δαπέδου. «Έρχονται», είπε. 22 Από το τριπλό παράθυρο παρακολούθησαν και οι πέντε τους τρε­ λούς των κινητών να ανεβαίνουν την Πλαγιά της Ακαδημίας σε συγκλίνουσες γραμμές, με τις μακριές σκιές τους να σχηματίζουν έναν τεράστιο ακτινωτό τροχό πάνω στο γρασίδι. Καθώς πλησία­ ζαν προς τη Στοά Τόνι, όπως την ονόμαζαν ο Τζόρνταν και ο Διευ­ θυντής, οι γραμμές ενώνονταν και, μέσα στο χρυσό φως της δύσης του ήλιου, ο ακτινωτός τροχός δημιουργούσε την ψευδαίσθηση ό­ τι περιστρεφόταν καθώς στένευε και γινόταν ενιαίο σώμα. Η Άλις δεν άντεχε άλλο να μην κρατάει το παπουτσάκι της. Το είχε λύσει από τον καρπό της και το έσφιγγε μανιασμένα στη χού­ φτα της. «Θα δουν τι κάναμε και θα γυρίσουν πίσω», είπε, μιλώ­ ντας γρήγορα και ψιθυριστά. «Το μυαλό τους έχει φτάσει μέχρι ε-


Το ΚΙΝΗΤΌ

231

κεί, αφού άρχισαν να μαζεύουν βιβλία, σίγουρα φτάνει ως εκεί το μυαλό τους». «Θα δούμε», είπε ο Κλέι. Ήταν σχεδόν βέβαιος ότι οι τρελοί των κινητών θα έμεναν στο Γήπεδο Τόνι, ακόμη κι αν ο ομαδικός νους τους ανησυχούσε από αυτό που θα έβρισκαν εκεί. Σε λίγο θα σκοτείνιαζε και δεν είχαν πού αλλού να πάνε. Από το μυαλό του πέρασε ένας στίχος από κάποιο νανούρισμα που που έλεγε η μητέ­ ρα του: Σήμερα, μικρούλη μου, κουράστηκες πολύ. «Ελπίζω να πάνε μέσα και να μείνουν», είπε η Άλις, ακόμη πιο σιγά. «Κοντεύω να εκραγώ». Άφησε ένα μικρό, ξερό γέλιο. «Αλ­ λά δε θα εκραγώ εγώ, αυτοί θα εκραγούν, έτσι δεν είναι; Αυτοί». Ο Τομ στράφηκε απότομα και την κοίταξε και η Άλις του είπε βια­ στικά: «Καλά είμαι. Είμαι μια χαρά, κλείσε το στόμα σου και μην πεις τίποτε». «Ήθελα μόνο να σου πω πως ό,τι είναι να γίνει θα γίνει». «Μπούρδες. Σαν να ακούω τον πατέρα μου. Το Βασιλιά της Κορνίζας». Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της και το σκούπισε βιαστικά με την παλάμη της. «Ηρέμησε λίγο, Άλις. Περίμενε να δεις». «Θα προσπαθήσω, εντάξει; Προσπαθώ». «Και σταμάτα πια μ' αυτό το παπουτσάκι», είπε ο Τζόρνταν -ασυνήθιστα εκνευρισμένος. «Αυτό το σφίξε-ξέσφιξε με έχει τρε­ λάνει». Η Άλις κοίταξε το παπουτσάκι με ύφος απορημένο κι ύστερα το πέρασε ξανά σαν βραχιόλι στον καρπό της από τη θηλιά του. Παρακολούθησε μαζί με τους άλλους τους τρελούς των κινητών να συγκλίνουν προς τη Στοά Τόνι και να περνάνε από κάτω με πο­ λύ λιγότερη ανακατωσούρα και στριμωξίδι από κάθε πλήθος οπα­ δών που θα συγκεντρωνόταν για τον ποδοσφαιρικό αγώνα του Σαββατοκύριακου των Παλιών Αποφοίτων. Είδαν τους τρελούς των κινητών να διαχωρίζονται ξανά στην πέρα άκρη της στοάς και να κατεβαίνουν παραταγμένοι από τις ράμπες. Περίμεναν μήπως μειωθεί η τακτική παρέλαση και σταματήσει, αλλά τίποτε τέτοιο δεν έγινε. Οι τελευταίοι ταλαίπωροι -βαριά πληγωμένοι οι περισ­ σότεροι και υποβαστάζοντας ο ένας τον άλλον- πέρασαν τη στοά πολύ πριν ο κόκκινος δίσκος του ήλιου χαμηλώσει πίσω από τους κοιτώνες των μαθητών στη δυτική πλευρά της Ακαδημίας του


232

STEPHEN ΚING

Γκέιτεν. Είχαν επιστρέψει για άλλη μια φορά, σαν τα περιστέρια στις φωλιές τους, ή σαν τα χελιδόνια στο Καπιστράνο. Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά από τότε που φάνηκε στον ουρανό ο α­ ποσπερίτης, όταν ο Ντιν Μάρτιν άρχισε να τραγουδάει το «Every­ body Loves Somebody Sometimes». «Ανησυχούσα για το τίποτε, ε;» είπε η Άλις. «Καμιά φορά κά­ νω σαν παλαβή. Μου το λέει κι ο μπαμπάς μου». «Όχι, Άλις», της είπε ο Διευθυντής. «Όλοι οι παλαβοί είχαν κι­ νητά. Γι' αυτό εκείνοι βρίσκονται τώρα εκεί πέρα κι εσύ είσαι εδώ μαζί μας». Ο Τομ είπε: «Αναρωτιέμαι αν είναι ακόμα καλά ο Ρέιφ». «Αναρωτιέμαι αν ο Τζόνι είναι καλά», είπε ο Κλέι. «Ο Τζόνι και η Σάρον». 23 Στις δέκα η ώρα εκείνη τη φθινοπωρινή νύχτα, με τον δυνατό αέ­ ρα και με τη σελήνη να έχει μπει στο τελευταίο της τέταρτο, ο Κλέι και ο Τομ στάθηκαν στο θεωρείο της μπάντας, πίσω από την εστία του γηπεδούχου στο ποδοσφαιρικό γήπεδο Τόνι. Μπροστά τους ήταν ένα τσιμεντένιο τοιχίο που έφτανε ως το ύψος της μέ­ σης και ήταν επενδυμένο με αφρώδες υλικό από τη μεριά του αγω­ νιστικού χώρου. Δίπλα τους είχαν μερικά σκουριασμένα αναλόγια για μουσικές παρτιτούρες και έναν χαμηλό σωρό από σκουπίδια. Ο δυνατός αέρας έφερνε μέσα στο θεωρείο χαρτιά και άδειες πλα­ στικές σακούλες που κολλούσαν στο τοιχίο και έμεναν εκεί. Πίσω και πάνω τους, μπροστά στις περιστροφικές μπάρες εισόδου, στέ­ κονταν η Άλις και ο Τζόρνταν έχοντας ανάμεσα τους το Διευθυ­ ντή -μια ψηλή φιγούρα που στηριζόταν σε ένα λεπτό ραβδί. Η φωνή της Ντέμπι Μπουν αντιλαλούσε από τα μεγάφωνα σε όλο το γήπεδο, δυνατή και κωμικά μεγαλειώδης. Κανονικά, θα την ακολουθούσε η Λη Aνν Γουόμακ στο «I Hope You Dance» και ξα­ νά από την αρχή ο Λόρενς Γουέλκ και οι Μουσικοί της Σαμπά­ νιας, αλλά ίσως όχι απόψε. Ο αέρας ήταν αναζωογονητικός. Έφερνε τη μυρωδιά των πτω­ μάτων που σάπιζαν στο λασπότοπο πίσω από το κτίριο του κλει-


Το ΚΙΝΗΤΌ

233

στού στίβου και τα αρώματα του ιδρώτα και της απλυσιάς των ζω­ ντανών που κείτονταν παστωμένοι σαν σαρδέλες στον αγωνιστικό χώρο, μπροστά από το θεωρείο της μπάντας. Αν είναι ζωντανοί και αν το θεωρούν ζωή αυτό, σκέφτηκε ο Κλέι και χαμογέλασε πικρά από μέσα του. Ο ορθολογισμός ήταν μια σπουδαία ανθρώπινη ικα­ νότητα, ίσως η ικανότητα, αλλά απόψε δεν είχε νόημα να ξεγελάει τον εαυτό του· και βέβαια το θεωρούσαν ζωή. Ό,τι κι αν ήταν, ή ό,τι κι αν γίνονταν, το θεωρούσαν ζωή όσο κι αυτός τη δική του. «Τι περιμένεις;» μουρμούρισε ο Τομ. «Τίποτε», του απάντησε ο Κλέι στον ίδιο τόνο. «Τίποτε... απο­ λύτως». Από τη δερμάτινη ζώνη που είχε βρει η Άλις στο υπόγειο των Νίκερσον, ο Κλέι τράβηξε το παλιομοδίτικο 45άρι Κολτ, το περί­ στροφο της Μπεθ Νίκερσον που ήταν και πάλι γεμάτο. Η Άλις του είχε προτείνει το αυτόματο τουφέκι -με το οποίο μέχρι στιγμής δεν είχαν πυροβολήσει ούτε καν δοκιμαστικά- κι αυτός είχε αρνη­ θεί λέγοντας της ότι, αν το πιστόλι δεν έκανε τη δουλειά, η δου­ λειά μάλλον δεν θα μπορούσε να γίνει. «Γιατί να μην είναι καλύτερο το αυτόματο, αφού ρίχνει τριά­ ντα σαράντα σφαίρες το δευτερόλεπτο;» επέμεινε η Άλις. «Θα τα κάνει σουρωτήρια και τα δύο φορτηγά». Ο Κλέι είχε συμφωνήσει ως προς αυτό, αλλά υπενθύμισε στην Άλις ότι ο σκοπός τους απόψε δεν ήταν η καταστροφή αυτή κα­ θαυτή, αλλά η ανάφλεξη. Έπειτα της εξήγησε πώς ακριβώς λει­ τουργούσαν οι αυστηρά απαγορευμένες σφαίρες με τις οποίες ο Άρνι Νίκερσον είχε εξοπλίσει παράνομα το 45άρι της γυναίκας του. Οι σφαίρες ντουμντούμ, όπως λέγονταν κάποτε. «Εντάξει, αλλά αν δε γίνει τίποτε, να δοκιμάσεις και με τον Σερ Σπίντι», είπε η Άλις. «Εκτός αν τα παιδιά εκεί πέρα, ξέρεις...» Δεν ξεστόμισε τη λέξη επιτεθούν, παρά έκανε με τα δυο της δά­ χτυλα την κίνηση των ποδιών που βαδίζουν. «Τότε, κοπάνα την αμέσως». Ο αέρας έσκισε ένα κουρέλι από το πανό του καλωσορίσματος των Παλαιών Αποφοίτων πάνω από τον πίνακα του σκορ και το έ­ κανε να περάσει χορεύοντας πάνω από τα ξαπλωμένα σώματα. Γύ­ ρω από το γήπεδο, σαν κόκκινα μάτια, μετέωρα μέσα στο σκοτάδι, φαίνονταν τα φωτάκια των φορητών που έπαιζαν χωρίς CD, όλα ε-


234

STEPHEN KING

κτός από ένα. Το πανί που είχε παρασύρει ο άνεμος κόλλησε στον προφυλακτήρα ενός από τα δύο φορτηγά με το προπάνιο, κυμάτι­ σε εκεί σαν λάβαρο για μερικά δευτερόλεπτα και ξανάφυγε πετώ­ ντας μέσα στη νύχτα. Τα δυο φορτηγά ήταν παρκαρισμένα δίπλα δίπλα στη μέση του γηπέδου και υψώνονταν σαν παράξενα μεταλ­ λικά βουναλάκια μέσα στη θάλασσα των σωμάτων. Οι τρελοί των κινητών βρίσκονταν ξαπλωμένοι από κάτω τους και ολόγυρα τους, τόσο κοντά που μερικοί από αυτούς ήταν στριμωγμένοι δίπλα στις ρόδες. Ο Κλέι σκέφτηκε πάλι την επιδρομή εκείνου του είδους πε­ ριστεριών, των εκτοπιστών, τον δέκατο ένατο αιώνα, και πάς οι κυνηγοί τα σκότωναν χτυπώντας τα στο κεφάλι με ρόπαλα μόλις κατέβαιναν στο έδαφος. Ολόκληρο το είδος είχε αφανιστεί με την αρχή του εικοστού αιώνα... αλλά, φυσικά, εκείνα ήταν απλώς που­ λιά, με μικροσκοπικό εγκέφαλο, ανίκανο να επαναφορτώσει. «Κλέι;» είπε πάλι ο Τομ. «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να το κάνεις;» «Όχι», του είπε ο Κλέι. Τώρα που βρισκόταν αντιμέτωπος με την πράξη ήταν πολλά τα αναπάντητα ερωτήματα. Το τι θα έκα­ ναν αν πήγαιναν τα πράγματα στραβά ήταν ένα από αυτά. Το τι θα έκαναν αν όλα πήγαιναν καλά ήταν ένα άλλο. Γιατί τα περιστέρια ήταν ανίκανα για εκδίκηση. Ενώ αυτά τα πλάσματα... «Αλλά θα το κάνω», πρόσθεσε. «Τότε, κάν' το», είπε ο Τομ. «Αν μη τι άλλο, γιατί το «You Light Up My Life» είναι το πιο άθλιο τραγούδι». Ο Κλέι σήκωσε το 45άρι και σταθεροποίησε το δεξί του χέρι πιάνοντας σφιχτά τον καρπό του με το αριστερό. Σημάδεψε το κέ­ ντρο της δεξαμενής του αριστερού φορτηγού. Θα πυροβολούσε δύο φορές αυτό και άλλες δύο το διπλανό του. Έτσι θα του έμενε από μία ακόμα σφαίρα για κάθε φορτηγό, αν χρειαζόταν. Και, αν δεν έπιανε ούτε αυτό, θα δοκίμαζε το αυτόματο που η Άλις του εί­ χε κολλήσει το παρατσούκλι Σερ Σπίντι. «Σκύψε κάτω αν τιναχτεί», είπε στον Τομ. «Μην ανησυχείς». Ολόκληρο το πρόσωπο του Τομ είχε γίνει έ­ νας μορφασμός αγωνίας καθώς περίμενε τον πυροβολισμό και ό,τι μπορεί να επακολουθούσε. Η Ντέμπι Μπουν πήγαινε προς το μεγαλειώδες φινάλε. Ο Κλέι αισθάνθηκε ξαφνικά ότι ήταν πολύ σημαντικό να την προλάβει. Αν


Το ΚΙΝΗΤΌ

235

αστοχήσεις από τέτοια απόσταση, είσαι άχρηστος, σκέφτηκε και τράβηξε τη σκανδάλη. Δεν υπήρξε καμιά ευκαιρία για δεύτερο πυροβολισμό, ούτε και χρειάστηκε άλλωστε. Ένα λαμπερό κατακόκκινο λουλούδι άνθισε στο κέντρο του ντεπόζιτου και φώτισε ένα βαθούλωμα που δεν υ­ πήρχε πριν πάνω στη λεία μεταλλική του επιφάνεια. Μέσα έγινε κόλαση. Και φούντωσε. Ύστερα το λουλούδι έγινε ποτάμι και το κόκκινο άλλαξε σε λευκό-πορτοκαλί. «Κάτω!» φώναξε ο Κλέι σπρώχνοντας δυνατά τον ώμο του Τομ και κάνοντας και ο ίδιος βουτιά πάνω στο σώμα του φίλου του που έπεφτε, την ίδια στιγμή που η νύχτα μεταμορφωνόταν σε μεσημέρι στην έρημο. Ακούστηκε ένα σαρωτικό μουγκρητό κι α­ μέσως ένα τρομακτικό ΜΠΑΜ! που ο Κλέι το ένιωσε να τραντάζει όλα τα κόκαλα του. Θραύσματα τινάχτηκαν ψηλά στον αέρα. Του φάνηκε πως άκουσε τον Τομ να ουρλιάζει, αλλά δεν ήταν σίγου­ ρος, γιατί ακούστηκε πάλι ένα σαρωτικό μουγκρητό κι ύστερα ο αέρας άρχισε να γίνεται πολύ, πολύ, πολύ ζεστός. Ο Κλέι βούτηξε τον Τομ, μισό από το σβέρκο και μισό από το γιακά του πουκαμίσου του, και άρχισε να τον σέρνει ανάποδα στην τσιμεντένια ράμπα προς τις περιστρεφόμενες μπάρες εισό­ δου, έχοντας κλείσει τα μάτια του σε δυο ελάχιστες σχισμές κό­ ντρα στην εκτυφλωτική καυτή λάμψη που ακτινοβολούσε από το κέντρο του γηπέδου. Κάτι πελώριο έσκασε πάνω στις βοηθητικές εξέδρες στα αριστερά τους. Πρέπει να ήταν κινητήρας αυτοκινή­ του. Ήταν απόλυτα σίγουρος, πάντως, ότι τα στραβωμένα και σπα­ σμένα μέταλλα κάτω από τα πόδια του ήταν τα μουσικά αναλόγια της Ακαδημίας του Γκέιτεν. Ο Τομ ούρλιαζε και τα γυαλιά του είχαν στραβώσει, αλλά ση­ κώθηκε όρθιος και ήταν ακόμα ακέραιος. Έτρεξαν και οι δυο πά­ νω στη ράμπα σαν να δραπέτευαν από τα Γόμορρα. Ο Κλέι έβλε­ πε τις σκιές τους σαν δυο μεγάλες λεπτές αράχνες στον τσιμεντέ­ νιο διάδρομο μπροστά τους και αντικείμενα να πέφτουν σαν βρο­ χή γύρω και πάνω τους: πόδια, χέρια, ένα κομμάτι από προφυλα­ κτήρα, ένα γυναικείο κεφάλι με μακριά φλεγόμενα μαλλιά. Πίσω τους ακούστηκε ένα δεύτερο τρομακτικό ΜΠΑΜ -ίσως να ήταν και το τρίτο. Τώρα ούρλιαξε αυτός, καθώς μπερδεύτηκαν τα πόδια του σε κάτι και έπεσε φαρδύς πλατύς πάνω στη ράμπα. Ο κόσμος


236

STEPHEN KING

έγινε μια κόλαση από αφόρητη θερμότητα και εκτυφλωτικό φως. Ήταν σαν ο Θεός να τον δημιουργούσε από την αρχή. Δεν ξέραμε τι κάναμε, σκέφτηκε βλέποντας πάνω στο τσιμέντο και ακριβώς μπροστά στα μάτια του μια μασημένη τσίχλα, ένα μπλε χάρτινο κύπελλο από Πέπσι Κόλα, ένα σπασμένο κουτάκι καραμέλες μέντας. Δεν είχαμε ιδέα και τώρα θα το πληρώσουμε με τη ζωή μας. «Σήκω!» Ήταν ο Τομ και ούρλιαζε, αλλά η φωνή του ήταν σαν να έφτανε από μίλια μακριά. Ο Κλέι ένιωσε τα λεπτά μακριά δά­ χτυλα του Τομ να τον τραβάνε από το μπράτσο. Κι ύστερα βρέθη­ κε και η Άλις δίπλα του. Η Άλις τον τραβούσε από το άλλο μπρά­ τσο και έλαμπε μέσα στο φως. Έβλεπε το αθλητικό παπουτσάκι να αναπηδάει και να χορεύει κρεμασμένο στη θηλιά του από τον καρ­ πό της. Η Άλις ήταν πασαλειμμένη με αίματα, κομμάτια ρούχων και σάρκες που κάπνιζαν. Ο Κλέι σκαρφάλωσε με τα τέσσερα, ύστερα έπεσε ξανά στο έ­ να γόνατο και η Άλις τον τράβηξε πάλι προς τα πάνω με τη δύνα­ μη της και μόνο. Πίσω τους το προπάνιο βρυχιόταν σαν δράκο­ ντας. Και τότε έφτασε και ο Τζόρνταν και πίσω του ακριβώς ο Δι­ ευθυντής με πρόσωπο κατακόκκινο, που έσταζε ιδρώτα από την κάθε του ρυτίδα. «Μη, Τζόρνταν, όχι, κάντε στην άκρη!» φώναξε ο Τομ και ο Τζόρνταν παραμέρισε τραβώντας και το Διευθυντή μαζί του, κρα­ τώντας τον γερά από τη μέση κάθε φορά που ο γέρος παραπατού­ σε. Ένα μισοκαμένο κορμί χωρίς μέλη με έναν κρίκο στον αφαλό έπεσε μπροστά στα πόδια της Άλις κι εκείνη το έστειλε κάτω από τη ράμπα με μια κλοτσιά. Πέντε χρόνια ποδόσφαιρο, τη θυμήθηκε ο Κλέι να λέει. Ένα φλεγόμενο κομμάτι πουκαμίσου έπεσε πάνω στο κεφάλι της και ο Κλέι το τίναξε πέρα πριν πάρουν φωτιά τα μαλλιά της. Στην κορυφή της ράμπας, ένας τροχός φορτηγού μαζί με ένα τμήμα από τον σπασμένο του άξονα προσγειώθηκε πάνω στην τε­ λευταία σειρά από τις κερκίδες των επισήμων. Αν είχε πέσει μπρο­ στά τους και τους είχε φράξει το δρόμο, μπορεί να είχαν ψηθεί ζω­ ντανοί -ο Διευθυντής σχεδόν σίγουρα. Όπως είχαν τα πράγματα, μπόρεσαν να περάσουν από δίπλα κρατώντας την ανάσα τους για να μην εισπνεύσουν το πυκνό σύννεφο καπνού από το λάστιχο


Το ΚΙΝΗΤΌ

237

που καιγόταν. Δευτερόλεπτα αργότερα πέρασαν τρυπώνοντας κά­ τω από τις περιστρεφόμενες μπάρες, ο Τζόρνταν και ο Κλέι έχο­ ντας ανάμεσα τους το Διευθυντή, που τον πέρασαν σχεδόν σέρνο­ ντας. Το μπαστούνι του Διευθυντή χτύπησε δυο φορές τον Κλέι δίπλα στο αυτί, αλλά τελικά, μισό λεπτό αφότου είχαν περάσει το φλεγόμενο λάστιχο του φορτηγού, βρέθηκαν πέρα από τη Στοά Τόνι κι εκεί στάθηκαν επιτέλους και κοίταξαν πίσω τους την τερά­ στια στήλη της φωτιάς που υψωνόταν πάνω από τις κερκίδες, έχο­ ντας όλοι,την ίδια έκφραση της απόλυτης κατάπληξης. Ένα αναμμένο πανί, κομμάτι από το πανό του καλωσορίσμα­ τος των αποφοίτων, έπεσε πάνω στην άσφαλτο κυματίζοντας και τινάζοντας σπίθες τριγύρω. «Ήξερες ότι θα γινόταν αυτό το πράγμα;» ρώτησε ο Τομ. Το πρόσωπο του ήταν άσπρο γύρω από τα μάτια και κατακόκκινο στο μέτωπο, στη μύτη και στα μάγουλα. Το μισό μουστάκι του έλειπε. Ο Κλέι άκουγε τη φωνή του, αλλά ήταν σαν να έφτανε από κάπου μακριά. Όλα έτσι ακούγονταν. Ένιωθε σαν να ήταν τα αυτιά του βουλωμένα με βαμβάκι ή με ωτοασπίδες, σαν αυτές που σίγουρα θα φορούσαν η Μπεθ Νίκερσον και ο σύζυγος της ο Άρνι όποτε πήγαιναν για σκοποβολή στο αγαπημένο τους στάδιο. Εκεί όπου ο Κλέι τους φαντάστηκε να σημαδεύουν το στόχο, με τα κινητά τους στερεωμένα σε θήκες στις ζώνες τους. «Το ήξερες;» Ο Τομ προσπάθησε να τον τραντάξει, αλλά έπια­ σε μόνο το πουκάμισο του, με αποτέλεσμα να του το σκίσει μέχρι κάτω. «Όχι, γαμώτο! Τρελός είσαι;» Η φωνή του Κλέι ήταν χειρότε­ ρα από βραχνή· ακούστηκε σαν να ήταν ο λαιμός του καμένος. «Λες να στεκόμουν εκεί με ένα πιστόλι στο χέρι αν το ήξερα; Έ­ τσι και δεν ήταν το τσιμεντένιο τοιχάκι, θα είχαμε γίνει από δυο κομμάτια ο καθένας. Ή θα είχαμε γίνει ατμός». Ήταν απίστευτο, αλλά ο Τομ χαμογέλασε. «Σου έσκισα το πουκάμισο, Μπάτμαν». Του Κλέι του ήρθε να τον σπάσει στο ξύλο. Αλλά και να τον α­ γκαλιάσει και να τον φιλήσει που ήταν ακόμα ζωντανός και χαμο­ γελούσε. «Θέλω να πάω μέσα στο Περίπτερο», είπε ο Τζόρνταν και ο φόβος χρωμάτιζε έντονα τη φωνή του.


238

STEPHEN KING

«Ας μετακινηθούμε σε μια απόσταση ασφαλείας», συμφώνησε ο Διευθυντής. Έτρεμε φανερά και τα μάτια του είχαν μείνει καρ­ φωμένα στην πύρινη κόλαση που υψωνόταν πάνω από τη στοά και τις κερκίδες. «Ευτυχώς που φυσάει προς την Πλαγιά της Ακα­ δημίας». «Μπορείτε να περπατήσετε, κύριε;» ρώτησε ο Τομ. «Ναι, ευχαριστώ. Αν με βοηθήσει ο Τζόρνταν, είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρω να φτάσω ως το Περίπτερο». «Τους φάγαμε», είπε η Άλις. Σκούπιζε αφηρημένα κομμάτια α­ πό σπλάχνα που είχαν κολλήσει στα ρούχα και στο πρόσωπο της, αφήνοντας πίσω λεκέδες από αίμα. Το βλέμμα της ήταν κάτι το α­ περίγραπτο. Ο Κλέι είχε δει κάτι παρόμοιο μόνο σε φωτογραφίες και σε κάποια από τα εμπνευσμένα κόμικς από τις δεκαετίες του '50 και του '60. Θυμήθηκε μια φορά που είχε πάει σε ένα συνέ­ δριο κόμικς, παιδάκι ακόμη τότε ο ίδιος, και είχε ακούσει τον Γουόλας Γουντ να μιλάει για τις προσπάθειες του να ζωγραφίσει κάτι που το αποκαλούσε Μάτι Πανικού. Αυτό ακριβώς έβλεπε τώρα ο Κλέι στο πρόσωπο μιας δεκαπεντάχρονης μαθήτριας από τα προά­ στια της Βοστόνης. «Έλα, Άλις», της είπε. «Πάμε πίσω στο Περίπτερο να δούμε τι σκατά θα κάνουμε. Πρέπει να φύγουμε από δω». Την τελευταία φράση την επανέλαβε σαν να ήθελε να δει αν ακουγόταν αληθινή. Ακούστηκε περισσότερο από αληθινή· ακούστηκε αληθινά τρο­ μαγμένη. Η Άλις ίσως να μην τον άκουσε καν. Φαινόταν να πετάει στα σύννεφα. Συνεπαρμένη. Μεθυσμένη από το θρίαμβο. Άρρωστη α­ πό χαρά, σαν παιδάκι που έχει φάει πάρα πολλά γλυκά στη γιορτή. Οι κόρες των ματιών της ήταν γεμάτες φωτιά. «Τίποτε δεν μπορεί να επιζήσει εκεί μέσα». Ο Τομ έπιασε το μπράτσο του Κλέι. Τον πόνεσε έτσι όπως πο­ νάει ένα έγκαυμα από τον ήλιο. «Κλέι, τι έχεις;» «Νομίζω πως κάναμε λάθος», είπε ο Κλέι. «Αισθάνεσαι κάτι, όπως στο βενζινάδικο;» τον ρώτησε ο Τομ. Πίσω από τα στραβωμένα γυαλιά, τα μάτια του ήταν ανήσυχα. «Τότε που εκείνοι οι δύο μάλωναν για τα Τουίν...» «Όχι», τον διέκοψε ο Κλέι. «Απλώς νομίζω ότι κάναμε λάθος». Στην πραγματικότητα, η αίσθησή του ήταν πολύ πιο έντονη και


239

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

δυσάρεστη. Ήξερε ότι είχαν κάνει λάθος. «Έλα, πάμε. Πρέπει να φύγουμε από δω απόψε». «Αφού το λες εσύ, εντάξει», είπε ο Τομ. «Έλα, Άλις». Κατηφόρισαν όλοι μαζί προς το Περίπτερο, όπου είχαν αφήσει αναμμένα δυο φανάρια γκαζιού στο περβάζι του μεγάλου τριπλού παραθύρου. Στα μισά του δρόμου, η Άλις σταμάτησε και στράφη­ κε να κοιτάξει για άλλη μια φορά πίσω. Τώρα είχαν πιάσει φωτιά και η εξέδρα των δημοσιογράφων και οι κερκίδες. Τα αστέρια εί­ χαν σβήσει στον ουρανό πάνω από το γήπεδο· ακόμη και το φεγ­ γάρι δεν ήταν παρά ένα φάντασμα που χόρευε μέσα στα τρεμάμε­ να κύματα της τρομακτικής θερμότητας που προκαλούσε η ανά­ φλεξη των αερίων. «Πέθαναν όλοι, ψόφησαν όλοι, έγιναν όλοι κάρβουνο», είπε η Άλις. «Έτσι. Καλά να πάθετε, να καείτε...» Τότε ήταν που υψώθηκε στον ουρανό η κραυγή, μόνο που τώ­ ρα δεν ήταν ούτε από το Γκλεν'ς Φολς ούτε από το Άίτλτον, αλλά ερχόταν ακριβώς από πίσω τους. Και δεν ακούστηκε σαν ένα από­ κοσμο οργισμένο βογκητό. Ήταν κραυγή αγωνίας και πόνου, ο ή­ χος που θα έβγαζε κάτι ζωντανό -μια οντότητα με πλήρη συνείδη­ ση, ο Κλέι ήταν σίγουρος-, κάτι που ξυπνούσε από βαθύ λήθαργο και διαπίστωνε ότι καιγόταν ζωντανό. Η Άλις τσίριξε και σκέπασε τα αυτιά της, με τα μάτια γουρλω­ μένα από τον τρόμο. «Να το πάρουμε πίσω!» φώναξε ο Τζόρνταν και άρπαξε τα χέ­ ρια του Διευθυντή. «Κύριε, πρέπει να το πάρουμε πίσω!» «Πολύ αργά, Τζόρνταν», είπε ο Άρντε. 24 Τα σακίδια τους ήταν πολύ πιο φουσκωμένα από πριν όταν τα α­ κούμπησαν δίπλα στην μπροστινή πόρτα του Περιπτέρου Τσίταμ μια ώρα αργότερα. Είχαν μέσα από μια δυο παραπανίσιες μπλού­ ζες το καθένα, συν σακουλάκια με ξηρούς καρπούς, μπισκότα, κουτάκια με χυμούς, καθώς και μπαταρίες και εφεδρικούς φακούς. Ο Κλέι είχε πιέσει τον Τομ και την Άλις να μαζέψουν τα πράγμα­ τα τους όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, αλλά τώρα ήταν αυτός που


240

STEPHEN KING

καθυστερούσε μπαίνοντας κάθε τόσο στο καθιστικό για να κοιτά­ ξει από το μεγάλο τριπλό παράθυρο. Η ανάφλεξη είχε αρχίσει επιτέλους να ελαττώνεται, αλλά η φωτιά στις κερκίδες έκαιγε δυνατά, το ίδιο και στην εξέδρα των δημοσιογράφων. Τώρα είχε αρπάξει και η Στοά Τόνι, που άστρα­ φτε μέσα στη νύχτα σαν πυρωμένο πέταλο. Τίποτε μέσα στο γήπε­ δο δεν θα μπορούσε να είναι ζωντανό -η Άλις είχε δίκιο σ' αυτό. Κι όμως, μέχρι να φτάσουν στο Περίπτερο είχαν ακούσει δυο φο­ ρές εκείνες τις απόκοσμες κραυγές να έρχονται με τον άνεμο από άλλα κοπάδια. Ο Κλέι είχε προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό του ότι δεν ήταν κραυγές οργής κι ότι έφταιγε η φαντασία του -η ένο­ χη φαντασία του, η φαντασία του δολοφόνου, του μαζικού δολο­ φόνου-, αλλά δεν τα είχε καταφέρει. Ήταν λάθος, αλλά τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν; Αυτός και ο Τομ είχαν νιώσει τη δύναμη αυτών των πλασμάτων, την εί­ χαν δει με τα μάτια τους και ήταν μόνο δύο από αυτούς, όχι ολό­ κληρο κοπάδι. Ήταν δυνατόν να το αφήσουν έτσι; Να μείνουν με σταυρωμένα χέρια χωρίς να κάνουν τίποτε; «Όχι, ποτέ», μουρμούρισε ο Κλέι μέσα από τα δόντια του και έφυγε από το παράθυρο. Δεν ήξερε πόση ώρα στεκόταν εκεί και κοίταζε τη φωτιά στο γήπεδο. Αντιστάθηκε στην ανάγκη να κοιτά­ ξει το ρολόι του. Εύκολα θα άνοιγε δρόμο στο ποντίκι του πανι­ κού, έτοιμος ήταν και, αν το έκανε, θα το μετέδιδε και στους άλ­ λους. Με πρώτη και καλύτερη την Άλις. Η Άλις είχε καταφέρει να ελέγξει τον εαυτό της ως ένα σημείο, αλλά η ισορροπία κρεμόταν από μια κλωστή. Πολύ λεπτή κλωστή, έτοιμη να σπάσει. Παρ' ό­ λο που ήταν και η ίδια παιδί, η Άλις έβαζε τα δυνατά της να δεί­ χνει ένα αισιόδοξο πρόσωπο, κυρίως για χάρη του άλλου παιδιού, οπότε δεν θα κατέρρεε εντελώς. Το άλλο παιδί. Ο Τζόρνταν. Ο Κλέι έτρεξε πίσω στο χολ της εισόδου, είδε ότι δεν υπήρχε ακόμη τέταρτο σακίδιο δίπλα στην πόρτα και είδε και τον Τομ να κατεβαίνει από την εσωτερική σκάλα. Μόνος. «Πού είναι ο μικρός;» τον ρώτησε ο Κλέι. Η ακοή του είχε αρ­ χίσει να επανέρχεται, αλλά ακόμη άκουγε τη φωνή του σαν ξένη και πολύ μακρινή. Υποψιαζόταν ότι αυτό θα κρατούσε για ένα διάστημα. «Υποτίθεται ότι θα τον βοηθούσες να μαζέψει μερικά


Το ΚΙΝΗΤΌ

241

πράγματα -ο Άρντε είπε πως το παιδί είχε φέρει μαζί του ένα σα­ κίδιο όταν ήρθε εδώ από τον κοιτώνα που...» «Δεν έρχεται». Ο Τομ έτριψε το μάγουλο του. Φαινόταν κου­ ρασμένος, απογοητευμένος, θλιμμένος. Με το μισό του μουστάκι καμένο φαινόταν και ελαφρά γελοίος επίσης. «Τι;» «Μη φωνάζεις, Κλέι. Δε φτιάχνω εγώ τις ειδήσεις, απλώς τις μεταφέρω». «Τότε, πες μου τι εννοείς, για το όνομα του Θεού». «Ο Τζόρνταν δε φεύγει χωρίς το Διευθυντή. "Δεν μπορείς να με αναγκάσεις", μου είπε. Και, αν επιμένεις να φύγουμε απόψε πάση θυσία, πιστεύω ότι έχει δίκιο». Η Άλις έφτασε τρέχοντας από την κουζίνα. Είχε πλυθεί, είχε δέσει τα μαλλιά της και είχε φορέσει καθαρή μπλούζα -φαρδιά και μακριά, της έφτανε σχεδόν ως τα γόνατα. Το πρόσωπο της ήταν κόκκινο και πρέπει να την έκαιγε όπως ένιωθε ο Κλέι να τον καίει και το δικό του. Πάλι καλά που δεν είχαν πετάξει φουσκάλες. «Άλις», άρχισε να της λέει, «θέλω να βάλεις όλη τη γυναικεία γοητεία σου για να πείσεις τον Τζόρνταν να...» Η Άλις πέρασε σαν σίφουνας από δίπλα του, χωρίς να έχει α­ κούσει τίποτε απ' ό,τι της είπε, έπεσε στα γόνατα, άρπαξε το σα­ κίδιο της και παραλίγο να το σκίσει από τη φούρια της να το α­ νοίξει. Ο Κλέι την παρακολούθησε κατάπληκτος να βγάζει από μέσα πράγματα και να τα πετάει στο πάτωμα. Κοίταξε τον Τομ και είδε ότι το πρόσωπο του είχε πάρει μια έκφραση συμπάθειας και κατανόησης. «Τι είναι;» ρώτησε ο Κλέι. «Για τ' όνομα του Θεού, τι συμβαί­ νει;» Με τον ίδιο τρόπο τον εκνεύριζε και η Σάρον τον τελευταίο χρόνο που είχαν ζήσει μαζί -πολύ συχνά ένιωθε ότι δεν καταλά­ βαινε τι της έφταιγε- και δεν του άρεσε καθόλου που του βγήκε ξανά αυτό το συναίσθημα, ειδικά μια τέτοια ώρα. Όμως, να πάρει, άλλη μια επιπλοκή ήταν το τελευταίο που τους χρειαζόταν τώρα. Πέρασε νευρικά τα δάχτυλα από τα μαλλιά του. «Τι συμβαίνει;» «Κοίταξε το χέρι της», του είπε ο Τομ. Ο Κλέι κοίταξε. Το βρόμικο κορδόνι ήταν ακόμη δεμένο στον καρπό της, αλλά το παπουτσάκι έλειπε. Ο Κλέι ένιωσε ένα παρά­ ξενο κενό στο στομάχι του. Αλλά ίσως να μην ήταν και τόσο πα-


242

STEPHEN KING

ράξενο. Αν είχε τόσο πολλή σημασία για την Άλις. τότε ήταν ση­ μαντικό. Τι κι αν ήταν μόνο ένα αθλητικό παπουτσάκι; Το δεύτερο μπλουζάκι και το φούτερ που είχε βάλει στο σακί­ διο της πέταξαν στον αέρα. Μπαταρίες κύλησαν στο πάτωμα. Ο δεύτερος φακός χτύπησε πάνω στα πλακάκια και το τζάμι του ρά­ γισε. Αυτά έφτασαν για να πείσουν τον Κλέι. Εδώ δεν είχε να κά­ νει με τα νευράκια της Σάρον Ρίντελ επειδή είχαν ξεμείνει από κα­ φέ με άρωμα φουντούκι ή παγωτό Τσάνκι Μάνκι. Αυτός ήταν κα­ θαρός, απροσποίητος τρόμος. Ο Κλέι πήγε κοντά στην Άλις, γονάτισε δίπλα της και την έ­ πιασε ήρεμα από τους καρπούς ακινητοποιώντας τα χέρια της. Έ­ νιωθε τα δευτερόλεπτα να κυλάνε και να γίνονται λεπτά, που θα έ­ πρεπε να τα εκμεταλλευτούν για να φύγουν από αυτή την πόλη. Ένιωθε όμως και τον γρήγορο, δυνατό σφυγμό του κοριτσιού κά­ τω από τα δάχτυλα του. Και έβλεπε και τα μάτια της. Δεν ήταν πανικός τώρα, αλλά αγωνία και πόνος, και ο Κλέι κατάλαβε ότι η Άλις είχε βάλει τα πάντα μέσα σ' εκείνο το παπουτσάκι: τη μητέ­ ρα της και τον πατέρα της, τις φίλες της, την Μπεθ Νίκερσον και την κόρη της, την κόλαση του Γηπέδου Τόνι, τα πάντα. «Δεν είναι εδώ!» φώναξε. «Νόμισα πως το είχα βάλει στο σα­ κίδιο, αλλά δεν είναι! Δεν το βρίσκω πουθενά!» «Ναι, καλή μου, ξέρω». Όπως κρατούσε τα χέρια της, ο Κλέι σήκωσε το ένα, εκείνο απ' όπου κρεμόταν το βρόμικο κορδόνι. «Βλέπεις;» Περίμενε μέχρι να σιγουρευτεί ότι η Άλις το κοίταζε και τότε κούνησε τις ελεύθερες άκρες μετά τον κόμπο, εκεί όπου πριν υπήρχε και δεύτερος κόμπος. «Είναι πολύ μακρύ», είπε η Άλις. «Δεν ήταν τόσο μακρύ πριν». Ο Κλέι προσπάθησε να θυμηθεί πότε είχε δει για τελευταία φο­ ρά το παπουτσάκι. Σκέφτηκε ότι ήταν αδύνατον να θυμάται μια τέτοια λεπτομέρεια ανάμεσα σε όλα τα τρομερά που συνέβαιναν, αλλά διαπίστωσε ότι το θυμόταν. Και μάλιστα πολύ καθαρά. Ή­ ταν τότε που η Άλις μαζί με τον Τομ τον είχαν σηκώσει από κάτω, όταν είχε εκραγεί και το δεύτερο φορτηγό. Τότε το παπουτσάκι χοροπηδούσε κρεμασμένο από τον καρπό της. Η Άλις ήταν πιτσι­ λισμένη με αίματα, κουρελάκια και κομματάκια από σάρκες, αλ­ λά το παπουτσάκι κρεμόταν από το χέρι της. Ο Κλέι προσπάθησε να θυμηθεί αν το είχε ακόμη τότε που πέταξε εκείνο το διαμελι-


243

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

σμένο κορμί κάτω από τη ράμπα με μια κλοτσιά. Όχι, δεν το είχε. Ίσως να έκανε λάθος, βέβαια, αλλά η εντύπωση του ήταν πως δεν το είχε. «Λύθηκε, καλή μου», της είπε. «Λύθηκε και σου έπεσε». «Δηλαδή, το έχασα;» Στα μάτια της κατάπληξη και απορία. Και μαζί τα πρώτα δάκρυα. «Είσαι σίγουρος;» «Ναι, είμαι απόλυτα σίγουρος». «Ήταν το γούρι μου», ψιθύρισε η Άλις και τα δάκρυα ξεχείλι­ σαν από τα μάτια της. «Όχι, γλυκιά μου», της είπε ο Τομ και την αγκάλιασε από τους ώμους. «Το γούρι σου είμαστε εμείς». Η Άλις τον κοίταξε. «Πώς το ξέρεις;» «Επειδή εμάς βρήκες πρώτα», είπε ο Τομ. «Και επειδή εμείς εί­ μαστε ακόμα εδώ». Η Αλις τους αγκάλιασε και τους δυο. Έμειναν και οι τρεις σ' αυτή τη στάση για λίγο, αγκαλιασμένοι μεταξύ τους, στη μέση του χολ, με τα λιγοστά πράγματα της Άλις σκορπισμένα γύρω τους. 25 Η φωτιά εξαπλώθηκε και σε ένα από τα αμφιθέατρα που ο Διευ­ θυντής αναγνώρισε ότι ήταν το Χόκερι Χολ. Έπειτα, γύρω στις τέσσερις το πρωί, ο αέρας έπεσε εντελώς και η φωτιά δεν εξαπλώ­ θηκε άλλο. Όταν βγήκε ο ήλιος, η Ακαδημία του Γκέιτεν βρομού­ σε προπάνιο, καμένο ξύλο και πάρα πολλά καμένα πτώματα. Μια τεράστια στήλη μολυβένιου καπνού θόλωνε τον λαμπερό ουρανό ενός κατά τα άλλα τέλειου ηλιόλουστου πρωινού του Οκτώβρη στη Νέα Αγγλία. Και στο Περίπτερο Τσίταμ υπήρχαν ακόμη άν­ θρωποι. Στο τέλος, είχε γίνει σαν ντόμινο: Ο Διευθυντής δεν μπο­ ρούσε να ταξιδέψει παρά μόνο με αυτοκίνητο, το ταξίδι με αυτο­ κίνητο ήταν αδύνατον και ο Τζόρνταν δεν έφευγε χωρίς το Διευ­ θυντή. Ούτε ο ίδιος ο Άρντε δεν κατάφερε να τον μεταπείσει. Η Άλις, παρ' όλο που είχε αποδεχτεί την απώλεια του φυλαχτού της, αρνιόταν να φύγει χωρίς τον Τζόρνταν. Ο Τομ δεν έφευγε χωρίς την Άλις. Και ο Κλέι δεν ήθελε με τίποτε να φύγει χωρίς αυτούς τους δυο, όσο και αν τον τρόμαζε η διαπίστωση ότι δυο ξένοι εί-


244

STEPHEN KING

χαν γίνει, έστω και προσωρινά, σημαντικότεροι και από το γιο του και παρ' ότι εξακολουθούσε να είναι βέβαιος ότι θα πλήρωναν πο­ λύ ακριβά αυτό που είχαν κάνει στο Γήπεδο Τόνι αν έμεναν στο Γκέιτεν, πόσο μάλλον στη σκηνή του εγκλήματος. Ήλπιζε ότι θα ησύχαζε λίγο με τον ερχομό της μέρας, αλλά δεν ησύχασε. Παρακολουθούσαν και οι πέντε από το μεγάλο παράθυρο του καθιστικού και περίμεναν, αλλά όπως ήταν φυσικό, τίποτε δεν εμ­ φανίστηκε από τα καπνισμένα ερείπια και δεν ακούστηκε κανένας ήχος εκτός από το σιγανό τρίξιμο της φωτιάς που τώρα είχε κατε­ βεί και κατέτρωγε τα γραφεία του Αθλητικού Τμήματος και τα α­ ποδυτήρια, έχοντας σχεδόν αποτελειώσει τις κερκίδες και ό,τι υ­ πήρχε πάνω από το έδαφος. Οι περίπου χίλιοι τρελοί των κινητών που κούρνιαζαν εκεί είχαν γίνει, όπως είπε η Άλις, κάρβουνο. Η μυρωδιά τους ήταν βαριά, σιχαμερή και σου κολλούσε στο λαιμό. Ο Κλέι είχε ήδη κάνει εμετό μια φορά και ήξερε ότι είχαν κάνει και οι άλλοι -ακόμη κι ο Διευθυντής. Κάναμε λάθος, σκέφτηκε ξανά. «Εσείς, παιδιά, έπρεπε να είχατε φύγει», είπε ο Τζόρνταν. «Ε­ μείς θα ήμαστε μια χαρά, όπως ήμαστε και πριν, έτσι δεν είναι, κύριε;» Ο Διευθυντής Άρντε αγνόησε την ερώτηση. Παρατηρούσε τον Κλέι. «Τι συνέβη χτες, όταν εσύ και ο Τομ ήσαστε στο πρατήριο καυσίμων; Κάτι πρέπει να έγινε εκεί για να έχεις τώρα αυτό το ύ­ φος που έχεις». «Ω; Τι ύφος έχω, κύριε;» «Ζώου που μυρίζεται παγίδα. Μήπως σας είδαν εκείνοι οι δύο από το δρόμο;» «Δεν ήταν ακριβώς αυτό», είπε ο Κλέι. Δεν του άρεσε να τον αποκαλούν ζώο, αλλά, σε τελική ανάλυση, αυτό δεν ήταν; Μέσα οξυγόνο και τροφή, έξω διοξείδιο του άνθρακα και περιττώματα. Ο Διευθυντής έτριβε νευρικά την αριστερή πλευρά του στή­ θους του με το μεγάλο του χέρι. Όπως πολλές από τις χειρονομίες του έτσι κι αυτή είχε μια περίεργη θεατρικότητα -όχι ακριβώς ψεύτικη, σκέφτηκε ο Κλέι, αλλά υπερτονισμένη, για να φανεί μέ­ χρι τα πίσω έδρανα. «Τότε, τι ακριβώς ήταν;» Και επειδή ο Κλέι αποφάσισε ότι δεν είχε νόημα πια να προ-


Το ΚΙΝΗΤΌ

245

στατεύει κανέναν, είπε στο Διευθυντή τι ακριβώς είχαν δει από το γραφείο του πρατηρίου καυσίμων: έναν απλό καβγά για ένα κου­ τάκι μπαγιάτικα μπισκότα να μετατρέπεται ξαφνικά σε κάτι άλλο. Του είπε για τα χαρτιά που ανέμιζαν, για τις στάχτες που γύριζαν μέσα στο τασάκι όπως στριφογυρίζει το νερό όταν αδειάζει η μπανιέρα, για τα κρεμασμένα κλειδιά που κουδούνιζαν, για τη μάνικα του έπεσε από την αντλία της βενζίνης. «Αυτό το είδα», είπε ο Τζόρνταν και η Άλις κούνησε καταφα­ τικά το κεφάλι της. Ο Τομ είπε για την αίσθηση ότι δεν μπορούσε να ανασάνει και ο Κλέι το επιβεβαίωσε. Προσπάθησαν και οι δυο να εξηγήσουν ε­ κείνη την αίσθηση της συγκέντρωσης δύναμης στον αέρα. Ο Κλέι είπε ότι ήταν όπως πριν από μια ισχυρή καταιγίδα. Ο Τομ είπε ότι ένιωσε σαν να φορτίστηκε ο αέρας. Να έγινε πολύ βαρύς. «Έπειτα αυτός την άφησε να πάρει δύο από τα αναθεματισμέ­ να γλυκά και όλα επανήλθαν», είπε ο Τομ. «Οι στάχτες σταμάτη­ σαν να γυρίζουν, τα κλειδιά σταμάτησαν να κουδουνίζουν και η αίσθηση της καταιγίδας χάθηκε από τον αέρα». Κοίταξε τον Κλέι για επιβεβαίωση. Ο Κλέι ένευσε καταφατικά. «Γιατί δε μας τα είπατε αυτά πριν;» ρώτησε η Άλις. «Γιατί δε θα άλλαζε τίποτε», απάντησε ο Κλέι. «Θα καίγαμε τη φωλιά ανεξάρτητα από οτιδήποτε, εφόσον μπορούσαμε». «Ναι», είπε ο Τομ. «Πιστεύετε ότι οι τρελοί των κινητών γίνονται ψιονικοί, έτσι δεν είναι;» είπε ξαφνικά ο Τζόρνταν. «Δεν ξέρω καν τι σημαίνει η λέξη, Τζόρνταν», του είπε ο Τομ. «Είναι αυτοί που μπορούν να μετακινούν αντικείμενα μόνο με τη σκέψη, καταρχήν. Ή άθελα τους, όταν τα συναισθήματα τους γίνουν πολύ έντονα και χάσουν τον έλεγχο. Μόνο που οι ψιονικές ικανότητες όπως η τηλεκινησία και η μετεώριση...» «Τηλεκινησία;» είπε επιθετικά η Άλις. Ο Τζόρνταν δεν έδωσε σημασία, «...είναι απλώς παρακλάδια. Ο βασικός κορμός είναι η τηλεπάθεια κι αυτό είναι που φοβάστε εσείς οι δύο, έτσι; Την τηλεπάθεια». Ο Τομ έφερε το χέρι στο στόμα του και τα δάχτυλα του άγγι­ ξαν το σημείο πάνω από τα χείλη του όπου έλειπε το μισό μουστά­ κι και το δέρμα ήταν κόκκινο και ερεθισμένο. «Ναι, μου πέρασε


246

STEPHEN KING

αυτή η σκέψη». Έκανε μια παύση και έγειρε το κεφάλι σαν να σκεφτόταν. «Ίσως αυτό απαιτεί μυαλό. Δεν ξέρω». Ο Τζόρνταν το αγνόησε και αυτό. «Ας πούμε πως είναι. Πως πάνε να γίνουν πραγματικοί τηλεπαθητικοί, εννοώ, και όχι σκέτα ζόμπι με ένστικτο κοπαδιού. Και λοιπόν; Το κοπάδι της Ακαδη­ μίας του Γκέιτεν έχει πεθάνει και πέθαναν όλοι χωρίς να πάρουν μυρωδιά ποιος άναψε τη φωτιά, επειδή κάηκαν ενώ βρίσκονταν σ' αυτή την κατάσταση που είναι γι' αυτούς σαν ύπνος, οπότε αν φο­ βάστε μήπως έστειλαν τηλεπαθητικά φαξ με τα ονόματα και τις περιγραφές μας στα φιλαράκια τους στις γύρω πόλεις, μπορείτε να χαλαρώσετε». «Τζόρνταν...» ξεκίνησε να λέει ο Διευθυντής, αλλά έκανε ένα μορφασμό και σώπασε απότομα. Συνέχιζε να τρίβει το στήθος του. «Κύριε; Είστε καλά;» «Ναι. Μου φέρνεις τα Ζαντάκ μου από το κάτω μπάνιο, σε πα­ ρακαλώ; Και ένα μπουκαλάκι νερό Πόλαντ Σπρινγκ; Μπράβο, κα­ λό παιδί». Ο Τζόρνταν έτρεξε να του κάνει την εξυπηρέτηση. «Έλκος στομάχου; Δε φαντάζομαι;» είπε ο Τομ. «Όχι», απάντησε ο Διευθυντής. «Καθαρό στρες. Ένας παλιός... δε θα έλεγα φίλος... γνώριμος, ίσως;» «Η καρδιά σας είναι εντάξει;» ρώτησε η Άλις χαμηλόφωνα. «Υποθέτω, ναι», είπε ο Διευθυντής και γύμνωσε τα δόντια του σε ένα ανατριχιαστικό χαμόγελο προσποιητής ευθυμίας. «Αν δε μου κάνει τίποτε το Ζαντάκ, μπορούμε να υποθέσουμε διαφορετι­ κά... αλλά μέχρι τώρα το Ζαντάκ πάντα φέρνει αποτέλεσμα, και χρειάζεται να βάλουμε κι άλλες σκοτούρες στο νου μας, όταν ήδη έχουμε τόσες πολλές; Α, Τζόρνταν, ευχαριστώ». «Παρακαλώ πολύ, κύριε». Το αγόρι τού έδωσε το χάπι του και το νερό με το συνηθισμένο του χαμόγελο. «Νομίζω πως πρέπει να πας μαζί τους, Τζόρνταν», του είπε ο Άρντε, αφού κατάπιε το Ζαντάκ. «Με όλο το σεβασμό, κύριε, σε καμία περίπτωση, σε καμία». Ο Διευθυντής κοίταξε ερωτηματικά τον Τομ και τον Κλέι. Ο Τομ άνοιξε τα χέρια του. Ο Κλέι απλώς ανασήκωσε τους ώμους του. Θα μπορούσε να πει στα ίσια αυτό που αισθανόταν, να εκφρά­ σει αυτό που πίστευε ότι αισθάνονταν όλοι τους -κάναμε ένα λά-


247

Το ΚΙΝΗΤΌ

θος και όσο μένουμε εδώ επιβαρύνουμε τη θέση μας-, αλλά δεν εί­ χε νόημα. Ο Τζόρνταν έδειχνε σίγουρος και αποφασισμένος στην επιφάνεια και έντρομος μέχρι θανάτου στο βάθος. Δεν υπήρχε πε­ ρίπτωση να τον μεταπείσουν. Άλλωστε, ήταν μέρα. Και η μέρα α­ νήκε στους άλλους. Ο Κλέι ανακάτωσε τρυφερά τα μαλλιά του αγοριού. «Ό,τι πεις εσύ, Τζόρνταν. Πάω να ρίξω έναν υπνάκο». Ο Τζόρνταν φάνηκε απόλυτα ανακουφισμένος. «Ακούγεται σαν καλή ιδέα. Λέω να το κάνω κι εγώ». «Εγώ λέω να πιω ένα φλιτζάνι από το παγκοσμίως διάσημο μπαγιάτικο κακάο του Περιπτέρου Τσίταμ πριν ανεβώ επάνω», εί­ πε ο Τομ. «Και να ξυρίσω το υπόλοιπο μουστάκι μου. Οι θρήνοι και τα μοιρολόγια που θα ακούσετε θα είναι από μένα». «Μπορώ να έρθω να σε βλέπω;» ρώτησε η Άλις. «Πάντα ήθε­ λα να δω έναν μεγάλο να κλαίει και να χτυπιέται». 26 Ο Κλέι και ο Τομ μοιράζονταν ένα μικρό υπνοδωμάτιο στον τε­ λευταίο όροφο. Η Άλις είχε πάρει το μοναδικό άλλο. Την ώρα που ο Κλέι έβγαζε τα παπούτσια του ακούστηκε ένα ελαφρό, γρήγορο χτύπημα στην πόρτα και μπήκε ο Διευθυντής χωρίς να περιμένει απάντηση. Το πρόσωπο του ήταν κατάχλομο εκτός από δυο έντο­ νες κόκκινες κηλίδες στα μάγουλα του. «Είστε καλά;» ρώτησε ανήσυχος ο Κλέι και σηκώθηκε. «Μή­ πως είναι η καρδιά σας τελικά;» «Χαίρομαι που το ρωτάς αυτό», του απάντησε ο Διευθυντής. «Δεν ήμουν σίγουρος αν είχε πιάσει ο σπόρος που φύτεψα, αλλά προφανώς έπιασε». Κοίταξε πάνω από τον ώμο του προς το χολ έ­ ξω και έκλεισε την πόρτα σπρώχνοντας τη με το μπαστούνι του. «Ακούστε με καλά, κύριε Ρίντελ -Κλέι-, και χωρίς ερωτήσεις, ε­ κτός αν είναι απολύτως απαραίτητο. Θα με βρείτε νεκρό στο κρε­ βάτι μου σήμερα αργά το απόγευμα ή νωρίς το βραδάκι και θα πείτε ότι ήταν η καρδιά μου τελικά και ότι πρέπει να το προκάλε­ σε αυτό που κάναμε χτες το βράδυ. Έγινα κατανοητός;» Ο Κλέι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Είχε καταλάβει


248

STEPHEN KING

καν μάζεψε αμέσως τις αντιρρήσεις που ανέβηκαν αυτομάτως στα χείλη του. Μπορεί να είχαν θέση στον παλιό κόσμο, αλλά στον καινούριο δεν είχαν καμιά. Ήξερε πολύ καλά γιατί ο Διευθυντής πρότεινε αυτό που πρότεινε. «Αν υποψιαστεί ποτέ ο Τζόρνταν ότι ίσως αφαίρεσα τη ζωή μου για να τον απελευθερώσω από αυτό που, με τον άξιο θαυμα­ σμού παιδικό τρόπο του, θεωρεί ιερή υποχρέωση του, δεν απο­ κλείεται να κάνει κι εκείνος το ίδιο. Στην καλύτερη περίπτωση θα πέσει σε μαύρο πένθος. Θα πενθήσει έτσι κι αλλιώς για την απώ­ λεια μου, αλλά αυτό είναι φυσιολογικό και επιτρεπτό. Η ιδέα ότι αυτοκτόνησα για να τον βγάλω από το Γκέιτεν δεν είναι. Το κατα­ λάβατε αυτό;» «Ναι», είπε ο Κλέι, κι αμέσως μετά: «Κύριε, περιμένετε άλλη μια μέρα. Αυτό που σκέφτεστε να κάνετε... ίσως να μη χρειαστεί. Μπορεί να τη γλιτώσουμε τελικά». Δεν το πίστευε, αλλά και ο Άρντε ήταν αποφασισμένος να κάνει αυτό που έλεγε. Ο Κλέι είδε την αλήθεια στο ταλαιπωρημένο πρόσωπο του Διευθυντή, στα σφιγμένα χείλη του, στα μάτια που γυάλιζαν. Παρ' όλα αυτά έκα­ νε άλλη μια προσπάθεια. «Περιμένετε μια μέρα ακόμη. Μπορεί να μην έρθει κανένας». «Ακούσατε τις κραυγές», του απάντησε ο Διευθυντής. «Ήταν οργή. Θα έρθουν». «Ίσως, αλλά...» Ο Διευθυντής σήκωσε το μπαστούνι του και τον σταμάτησε. «Και αν έρθουν και αν είναι ικανοί να διαβάζουν το δικό μας μυα­ λό έτσι όπως επικοινωνούν και μεταξύ τους με τη σκέψη, τι θα διαβάσουν στο δικό σας, στην περίπτωση που το δικό σας θα βρί­ σκεται ακόμη εδώ για να το διαβάσουν;» Ο Κλέι κοίταξε απλώς στα μάτια το Διευθυντή χωρίς να απα­ ντήσει. «Αλλά ακόμη κι αν δεν μπορούν να διαβάσουν τη σκέψη», συ­ νέχισε ο Διευθυντής, «εσείς τι προτείνετε; Να μείνετε εδώ και να περιμένετε μέρα τη μέρα, βδομάδα τη βδομάδα; Ώσπου να χιονί­ σει; Ώσπου να πεθάνω από βαθιά γεράματα; Σας πληροφορώ ότι ο πατέρας μου έζησε μέχρι τα ενενήντα εφτά. Εσείς έχετε γυναίκα και παιδί, μην το ξεχνάτε».


TO KINHTO

249

«Η γυναίκα μου και ο γιος μου ή θα είναι καλά ή δε θα είναι. Έ­ χω συμφιλιωθεί μ' αυτή την ιδέα». Αυτό ήταν ψέμα και ίσως ο Άρντε να το διάβασε στα μάτια του Κλέι, γιατί του χαμογέλασε μ' εκείνο τον ιδιαίτερο τρόπο του που σε έκανε να αισθάνεσαι φταίχτης. «Και πιστεύετε ότι ο γιος σας έχει συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι δεν ξέρει αν ο πατέρας του είναι ζωντανός ή νεκρός, ή τρελός; Μέσα σε μια βδομάδα μόνο;» «Αυτό ήταν χτύπημα κάτω από τη μέση», είπε ο Κλέι και η φωνή του δεν ακούστηκε σταθερή. «Σοβαρά; Δεν είχα καταλάβει ότι παλεύαμε. Εν πάση περιπτώ­ σει, δεν έχουμε διαιτητή. Είμαστε μόνο εμείς οι δυο, όπως βλέπε­ τε». Ο Διευθυντής έριξε μια ματιά στην κλειστή πόρτα πίσω του και κοίταξε πάλι τον Κλέι. «Η εξίσωση είναι πολύ απλή. Εσείς δεν μπορείτε να μείνετε κι εγώ δεν μπορώ να φύγω. Είναι καλύτερα για τον Τζόρνταν να έρθει μαζί σας». «Ναι, αλλά να σας θεωρήσουμε σαν άλογο με σπασμένο πό­ δι...» «Καμία σχέση», τον διέκοψε ο Διευθυντής. «Τα άλογα δε ζη­ τάνε ευθανασία. Οι άνθρωποι, όμως, ναι». Η πόρτα άνοιξε ξαφνι­ κά, μπήκε ο Τομ και ο Διευθυντής, χωρίς ούτε μια παύση για ανά­ σα, συνέχισε λέγοντας: «Έχεις σκεφτεί ποτέ την εμπορική εικονο­ γράφηση, Κλέι; Σε βιβλία, εννοώ». «Οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι θεωρούν το στυλ μου πολύ έντονο και φανταχτερό», απάντησε ο Κλέι. «Έχω κάνει εξώφυλλα για μικρούς εκδοτικούς οίκους φανταστικής λογοτεχνίας, όπως ο Grant και ο Eulalia. Μερικά από τα βιβλία του Άρη, του Έντγκαρ Ράις Μπάροουζ». «Αψού!» φταρνίστηκε δυνατά ο Διευθυντής και κούνησε ζωη­ ρά το μπαστούνι του στον αέρα. Ύστερα έτριψε το στέρνο του και μόρφασε. «Αναθεματισμένη καρδιά! Με συγχωρείς, Τομ -ανέβη­ κα για λίγη κουβεντούλα πριν πάω κι εγώ να ξαπλώσω λιγάκι». «Παρακαλώ», είπε ο Τομ και τον παρακολούθησε να βγαίνει από το δωμάτιο. Όταν το μπαστούνι του έφτασε να ακούγεται πια από αρκετή απόσταση, στράφηκε στον Κλέι. «Είναι καλά ο Διευ­ θυντής; Είναι πολύ χλομός». «Εντάξει μου φάνηκε», είπε ο Κλέι. Έδειξε το πρόσωπο του Τομ. «Δεν είπες πως θα ξύριζες και το άλλο μισό;»


250

STEPHEN KING

«Άλλαξα γνώμη, με την Άλις πάνω από το κεφάλι μου», είπε ο Τομ. «Τη συμπαθώ πολύ, αλλά με ορισμένα πράγματα μπορεί να γίνει πολύ κακιά». «Αυτό είναι σκέτη παράνοια». «Ευχαριστώ, Κλέι. Έχει περάσει μια βδομάδα και ήδη μου λεί­ πει ο ψυχαναλυτής μου». «Σε συνδυασμό με σύνδρομο καταδίωξης και μεγαλομανία». Ο Κλέι ανέβασε τα πόδια του στο ένα από τα δύο μονά κρεβάτια του δωματίου, σταύρωσε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι και κοίταζε το ταβάνι. «Θα προτιμούσες να είχαμε φύγει από δω, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε ο Τομ. «Σαφώς θα το προτιμούσα», είπε ο Κλέι, άχρωμα και χωρίς καθόλου πάθος. «Όλα θα πάνε καλά, Κλέι. Αλήθεια». «Αυτό το λες εσύ, που πάσχεις από μεγαλομανία και σύνδρομο καταδίωξης». «Σωστά», είπε ο Τομ, «αλλά αυτά τα δύο εξισορροπούνται από χαμηλή αυτοεκτίμηση και αραιό έμμηνο κύκλο εγωκεντρισμού. Άλλωστε, όπως και να 'χει...» «...είναι πολύ αργά πια, τουλάχιστον για σήμερα», συμπλήρω­ σε ο Κλέι. «Ακριβώς». Αυτό σαν να τους ηρέμησε. Ο Τομ είπε κάτι ακόμη, αλλά ο Κλέι έπιασε μόνο το «Ο Τζόρνταν πιστεύει...» και αποκοιμήθηκε. 27 Ξύπνησε ουρλιάζοντας, ή, μάλλον, έτσι νόμισε στην αρχή. Μόνο όταν γύρισε και κοίταξε σαν τρελός το διπλανό κρεβάτι, όπου ο Τομ κοιμόταν γαλήνια έχοντας σκεπάσει τα μάτια του με κάτι -έ­ να πανί της κουζίνας διπλωμένο στα τέσσερα-, ο Κλέι πείστηκε ό­ τι το ουρλιαχτό ήταν μόνο μέσα στο κεφάλι του. Μπορεί να του είχε ξεφύγει και κάποια μικρή κραυγή, αλλά προφανώς όχι τόσο δυνατή που να ξυπνήσει το συγκάτοικο του. Το δωμάτιο ήταν κάθε άλλο παρά σκοτεινό, αφού ήταν πέρα-


Το ΚΙΝΗΤΌ

251

σμένο μεσημέρι, αλλά ο Τομ είχε τραβήξει τις κουρτίνες προτού πλαγιάσει και το φως ήταν διάχυτο. Ο Κλέι έμεινε για λίγο ακίνη­ τος, ξαπλωμένος ανάσκελα. Ένιωθε το στόμα του ξερό σαν πριονίδι και την καρδιά του να σφυροκοπάει στο στήθος του και μέσα στα αυτιά του, όπου ο σφυγμός ακουγόταν σαν ποδοβολητό πάνω σε βελούδινο χαλί. Κατά τα άλλα το σπίτι ήταν απόλυτα σιωπηλό. Μπορεί να μην είχαν συνηθίσει ακόμη την αλλαγή από τη μέρα στη νύχτα, αλλά η χτεσινή νύχτα ήταν ιδιαίτερα εξαντλητική και ε­ κείνη την ώρα δεν σάλευε τίποτε μέσα στο Περίπτερο Τσίταμ. Έξω τιτίβισε ένα πουλάκι και κάπου πολύ μακριά -όχι στο Γκέιτεν, πιο μακριά- ένας επίμονος συναγερμός δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Είχε δει ποτέ του χειρότερο όνειρο; Μια φορά ίσως. Ένα μήνα περίπου απ' όταν είχε γεννηθεί ο Τζόνι, ο Κλέι είχε δει στον ύπνο του ότι είχε σηκώσει το μωρό από την κούνια του για να το αλλά­ ξει και το παχουλό κορμάκι είχε διαλυθεί μέσα στα χέρια του σαν κακοφτιαγμένη πλαστική κούκλα. Αυτό το καταλάβαινε -ο φόβος της πατρότητας, ο φόβος μήπως τα κάνει θάλασσα. Ένας φόβος που τον είχε ακόμη, όπως είχε διακρίνει πολύ σωστά ο Διευθυντής Άρντε. Τι νόημα να έβγαζε από το σημερινό όνειρο όμως; Ό,τι και αν σήμαινε, ο Κλέι δεν ήθελε να το χάσει και ήξερε α­ πό πείρα ότι έπρεπε να κάνει γρήγορα για να μη συμβεί αυτό. Στο δωμάτιο υπήρχε ένα μικρό γραφείο και στην πίσω τσέπη του μπλουτζίν που ο Κλέι είχε πετάξει σωρό στα πόδια του κρεβα­ τιού θυμόταν ότι είχε σκαλώσει ένα στυλό. Πήρε το στυλό, πήγε ως το γραφείο ξυπόλυτος, κάθισε και άνοιξε το συρτάρι μπροστά του. Βρήκε αυτό που ήλπιζε: ένα μικρό πακέτο κόλλες αλληλο­ γραφίας με τυπωμένο στην κορυφή το οικόσημο της Ακαδημίας του Γκέιτεν και τη φράση «Ένα Νεαρό Μυαλό Είναι Ένα Φως Στο Σκοτάδι». Τράβηξε μία κόλλα και την έβαλε πάνω στο γρα­ φείο. Το φως ήταν μουντό, αλλά αρκούσε. Πάτησε το κουμπί του στυλό και στάθηκε μια στιγμή για να φέρει στο νου του το όνειρο όσο πιο καθαρά μπορούσε. Αυτός, ο Τομ, η Άλις και ο Τζόρνταν ήταν παραταγμένοι στη σειρά στο κέντρο ενός γηπέδου. Δεν ήταν γήπεδο ποδοσφαίρου ό­ πως το Τόνι, αλλά κάποιο άλλο είδος. Στο βάθος φαινόταν ο σκε­ λετός κάποιας ψηλής κατασκευής που στην κορυφή της αναβό­ σβηνε ένα κόκκινο φως. Δεν είχε ιδέα πού βρίσκονταν, αλλά το


252

STEPHEN KING

γήπεδο ήταν ασφυκτικά γεμάτο από ανθρώπους που τους κοίτα­ ζαν, από ανθρώπους με κουρελιασμένα ρούχα και πληγές στα πρό­ σωπα, που ήξερε πολύ καλά τι ήταν. Αυτός και οι φίλοι του βρί­ σκονταν σε... κλουβιά; Όχι, ήταν πάνω σε εξέδρες. Οι οποίες ήταν κλουβιά έτσι κι αλλιώς κι ας μην είχαν κάγκελα. Ο Κλέι δεν ήξερε πώς ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο, αλλά ήταν. Είχαν ήδη αρχίσει να του διαφεύγουν οι λεπτομέρειες του ονείρου. Ο Τομ ήταν ο πρώτος της σειράς. Ένας άντρας πήγε κοντά του, ένας άντρας κάπως ιδιαίτερος, και ακούμπησε το χέρι του πάνω στο κεφάλι του Τομ. Ο Κλέι δεν θυμόταν πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό ο άγνωστος άντρας, αφού ο Τομ -όπως και η Άλις και ο Τζόρνταν και ο ίδιος ο Κλέι- στεκόταν πάνω σε εξέδρα, αλλά αυ­ τό είχε κάνει. Και, κάνοντας το, είχε πει, «Ecce homo -insanus». Και τότε το πλήθος -χιλιάδες άνθρωποι- είχε βροντοφωνάξει «ΜΗΝ ΑΓΓΙΞΕΙΣ!» με μια φωνή. Μετά ο άντρας είχε πάει στον Κλέι και είχε κάνει ακριβώς το ίδιο. Με το χέρι του πάνω από το κεφάλι της Άλις, ο άντρας είχε πει, «Ecce femina -insana». Και πάνω από τον Τζόρνταν, «Ecce puer -insanus». Και κάθε φορά η ανταπόκριση του πλήθους ήταν η ίδια: «ΜΗΝ ΑΓΓΙΞΕΙΣ!» Ούτε ο άντρας -ο τελετάρχης; Ο διοργανωτής;- ούτε οι άν­ θρωποι που παρακολουθούσαν δεν είχαν ανοίξει το στόμα τους κατά τη διάρκεια αυτής της τελετουργίας. Η κλήση-και-ανταπόκριση γίνονταν πάντα τηλεπαθητικά. Ύστερα ο Κλέι άφησε ελεύθερο το δεξί του χέρι να σκεφτεί τα υπόλοιπα (το χέρι του και εκείνη την ιδιαίτερη γωνιά του μυαλού του που το κινούσε) και άρχισε να σχεδιάζει μια εικόνα στο χαρτί. Όλο το όνειρο ήταν φριχτό -η ψεύτικη κατηγορία, η καθήλωση στην εξέδρα-, αλλά τίποτε δεν ήταν τόσο φριχτό όσο ο άντρας που είχε σταθεί πάνω από τον καθένα τους χωριστά και τους είχε υποδείξει στο πλήθος, βάζοντας το χέρι του πάνω στο κεφάλι του καθενός σαν να ήταν ζώα για πούλημα σε επαρχιακή εμποροπανή­ γυρη. Ο Κλέι σκέφτηκε πως αν κατάφερνε να συλλάβει τη μορφή αυτού του άντρα στο χαρτί θα είχε απεικονίσει τον τρόμο. Ο άντρας αυτός ήταν μαύρος- μια ασκητική μορφή με ωραίο κεφάλι και ψηλόλιγνο, σχεδόν κοκαλιάρικο σώμα. Τα μαλλιά του ήταν σαν ένα εφαρμοστό μαύρο σκουφί από κατσαρές μπούκλες, σκισμένο στο πλάι από μια βαθιά τριγωνική πληγή στο κρανίο


253

Το ΚΙΝΗΤΌ

του. Οι ώμοι του ήταν στενοί, οι γοφοί σχεδόν ανύπαρκτοι. Κάτω από το σκουφάκι των μαλλιών, ο Κλέι σκιτσάρισε με αδρές γραμ­ μές το ωραίο φαρδύ μέτωπο -μέτωπο διανοούμενου. Ύστερα το ασχήμυνε μαυρίζοντας το με άλλη μια βαθιά πληγή και σκιάζοντας την περιοχή όπου το κομμάτι του δέρματος που κρεμόταν έκρυβε εντελώς το ένα φρύδι. Το αριστερό μάγουλο ήταν σκισμένο, από δαγκωνιά ίσως, όπως και το κάτω χείλος από την ίδια πλευρά του προσώπου και του έδινε μια μόνιμη έκφραση κουρασμένης περι­ φρόνησης. Τα μάτια ήταν το μεγάλο πρόβλημα. Ο Κλέι δεν μπο­ ρούσε να τα αποδώσει σωστά. Στο όνειρο του εκείνα τα μάτια εί­ χαν πλήρη συνείδηση, αλλά ήταν νεκρά. Μετά από δυο τρεις ά­ καρπες προσπάθειες, τα παράτησε και καταπιάστηκε με την μπλού­ ζα, πριν ξεχάσει τις λεπτομέρειες: ήταν ένα φαρδύ, κολεγιακό φούτερ με κουκούλα (ΚΟΚΚΙΝΟ, έγραψε δίπλα, μαζί με ένα βέ­ λος), με άσπρα κεφαλαία γράμματα μπροστά στο στήθος. Η μπλούζα ήταν πολύ φαρδιά για ένα τόσο κοκαλιάρικο σώμα και ό­ πως δίπλωνε έκρυβε τα γράμματα σχεδόν ως τη μέση, αλλά ο Κλέι ήταν σίγουρος ότι έγραφε ΧΑΡΒΑΡΝΤ. Αυτό σχεδίαζε όταν άρχισε να ακούγεται από κάτω το κλάμα, ένας σιγανός θρήνος σαν μονό­ τονο μουρμουρητό. 28 Ήταν ο Τζόρνταν. Ο Κλέι το κατάλαβε αμέσως. Έριξε μια ματιά στον Τομ καθώς φορούσε βιαστικά το μπλουτζίν του, αλλά ο Τομ δεν είχε σαλέψει. Εκτός παιχνιδιού αυτός, σκέφτηκε ο Κλέι. Άνοι­ ξε την πόρτα, γλίστρησε ήσυχα έξω και την έκλεισε αθόρυβα πί­ σω του. Η Άλις, με ένα μακρύ μπλουζάκι της Ακαδημίας του Γκέιτεν για νυχτικό, καθόταν στην κορυφή της σκάλας στο πρώτο πάτωμα και νανούριζε το αγόρι στην αγκαλιά της. Ο Τζόρνταν είχε κρύψει το πρόσωπο του πάνω στον ώμο της. Η Άλις σήκωσε τα μάτια με το που άκουσε τα γυμνά πατήματα του Κλέι στα σκαλιά και του μίλησε πριν προλάβει να τη ρωτήσει κάτι που μπορεί να το μετά­ νιωνε αργότερα: Έπαθε τίποτε ο Διευθυντής; «Είδε άσχημο όνειρο», ψιθύρισε η Άλις.


254

STEPHEN KING

Ο Κλέι είπε το πρώτο πράγμα που του κατέβηκε. Εκείνη τη στιγμή του φάνηκε τρομερά σημαντικό. «Είδες και εσύ;» Η Άλις συνοφρυώθηκε. Ξυπόλυτη, με τα μαλλιά της πιασμένα αλογοουρά και το πρόσωπο κόκκινο σαν να την είχε αρπάξει ο ή­ λιος μετά από μια ολόκληρη μέρα στη θάλασσα, έμοιαζε σαν ε­ ντεκάχρονη αδερφούλα του Τζόρνταν. «Τι; Όχι. Τον άκουσα να κλαίει στο διάδρομο. Είχα μισοξυπνήσει έτσι κι αλλιώς και...» «Μια στιγμή», είπε ο Κλέι. «Περίμενε εκεί, όπως είσαι». Ανέβηκε ξανά στον επάνω όροφο και πήρε το σκίτσο από το δωμάτιο του. Αυτή τη φορά ο Τομ άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε γύρω του τρομαγμένος και φανερά αποπροσανατολισμένος, είδε τον Κλέι και χαλάρωσε αυτομάτως. «Πίσω στην πραγματικότη­ τα», είπε. Έτριψε το πρόσωπο του και ανασηκώθηκε στον αγκώνα του. «Ευτυχώς. Χριστέ μου. Τι ώρα είναι;» «Τομ, είδες κανένα όνειρο; Άσχημο όνειρο;» Ο Τομ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ναι, μάλλον. Ά­ κουσα κλάματα. Ο Τζόρνταν ήταν;» «Ναι. Τι όνειρο είδες; Θυμάσαι;» «Κάποιος μας αποκάλεσε παράφρονες», είπε ο Τομ και ο Κλέι ένιωσε ένα απότομο κενό στο στομάχι του. «Πράγμα που είμαστε, προφανώς. Τα υπόλοιπα δεν τα θυμάμαι. Γιατί; Είδες και...» Ο Κλέι δεν περίμενε να ακούσει περισσότερα. Έτρεξε πίσω στη σκάλα. Ο Τζόρνταν γύρισε και τον κοίταξε σαστισμένος και φανερά τρομαγμένος όταν ο Κλέι κάθισε δίπλα του στο σκαλοπά­ τι. Ούτε ίχνος από το παιδί-θαύμα των υπολογιστών. Αν η Άλις φαινόταν σαν εντεκάχρονη με την αλογοουρά και το μακρύ μπλουζάκι της, ο Τζόρνταν έμοιαζε το πολύ εννιά. «Τζόρνταν», είπε ο Κλέι. «Το όνειρο που είδες... τον εφιάλτη. Θυμάσαι τίποτε;» «Αρχίζει να χάνεται τώρα», απάντησε ο Τζόρνταν. «Μας είχαν στήσει σε κάτι εξέδρες. Μας κοίταζαν σαν να ήμαστε... δεν ξέρω, σαν άγρια ζώα... και έλεγαν...» «Ότι είμαστε παράφρονες». Ο Τζόρνταν γούρλωσε τα μάτια του. «Ναι!» Ο Κλέι άκουσε βήματα πίσω τους. Ήταν ο Τομ, που κατέβαινε τη σκάλα. Δεν γύρισε να κοιτάξει. Έδειξε στον Τζόρνταν το σκί­ τσο του. «Μήπως ήταν αυτός ο υπεύθυνος;»


Το ΚΙΝΗΤΌ

255

Ο Τζόρνταν δεν απάντησε. Δεν χρειάστηκε. Τραβήχτηκε από­ τομα μακριά από το σκίτσο και ζάρωσε στην αγκαλιά της Άλις κρύβοντας πάλι το πρόσωπο του πάνω στον ώμο της. «Τι είναι;» ρώτησε η Άλις ταραγμένη. Έκανε να πιάσει το σκί­ τσο, αλλά την πρόλαβε ο Τομ. «Χριστέ μου», είπε κι έδωσε αμέσως πίσω το σκίτσο στον Κλέι. «Το όνειρο το έχω σχεδόν ξεχάσει, αλλά θυμάμαι το σκισμέ­ νο μάγουλο». «Και το χείλος του», είπε ο Τζόρνταν πνιχτά, με το στόμα του πάνω στον ώμο της Άλις. «Έτσι όπως κρεμόταν. Αυτός μας έδει­ χνε στους άλλους. Σ' αυτούς». Ρίγησε σύγκορμος. Η Άλις του έ­ τριψε την πλάτη κι ύστερα σταύρωσε τα χέρια της πάνω στις ωμο­ πλάτες του για να τον κρατάει ακόμη πιο σφιχτά στην αγκαλιά της. Ο Κλέι έφερε το σκίτσο μπροστά στα μάτια της Άλις. «Εσένα σου λέει κάτι; Ο άντρας των ονείρων σου μήπως;» Η Άλις κούνησε το κεφάλι της, αλλά πριν προλάβει να πει όχι ακούστηκε ένα δυνατό, παρατεταμένο τράνταγμα και μια σειρά α­ πό χτυπήματα στην έξω μεριά της κεντρικής πόρτας του Περιπτέ­ ρου Τσίταμ. Η Άλις ούρλιαξε. Ο Τζόρνταν κόλλησε πάνω της σαν να ήθελε να τρυπώσει μέσα της και ούρλιαξε κι αυτός. Ο Τομ έ­ σφιξε τον ώμο του Κλέι. «Ωχ, φίλε, τι σκατά...» Καινούρια τραντάγματα απέξω, πιο επίμονα, πιο δυνατά. Η Ά­ λις ούρλιαξε ξανά. «Τα όπλα!» φώναξε ο Κλέι. «Τα όπλα\» Για μερικές στιγμές έμειναν όλοι ακίνητοι σαν να είχαν παρα­ λύσει πάνω στο κεφαλόσκαλο που το έλουζε ο απογευματινός ή­ λιος. Ύστερα ακούστηκε άλλο ένα από εκείνα τα παρατεταμένα, δυνατά τραντάγματα κι ήταν σαν να κροτάλιζαν ξερά κόκαλα. Ο Τομ έφυγε σαν βολίδα για τον επάνω όροφο. Ο Κλέι έτρεξε πίσω του, γλίστρησε με τις κάλτσες στο σκαλοπάτι και πιάστηκε από την κουπαστή της σκάλας για να μην πέσει. Η Άλις έσπρωξε πέρα τον Τζόρνταν και έτρεξε κι αυτή στο δωμάτιο της αφήνοντας το α­ γόρι μόνο, κουλουριασμένο γύρω από τον ξύλινο στύλο της κου­ παστής, να κοιτάζει από την κορυφή της σκάλας το χολ κάτω με έ­ ντρομα, ορθάνοιχτα μάτια.


256

STEPHEN KING

29 «Ήρεμα», είπε ο Κλέι. «Ας ηρεμήσουμε όσο γίνεται, εντάξει;» Στέκονταν και οι τρεις στη βάση της σκάλας δύο λεπτά αφότου είχε ακουστεί το πρώτο από τα δυνατά τραντάγματα στην μπρο­ στινή πόρτα. Ο Τομ κρατούσε το ρώσικο αυτόματο τουφέκι που δεν είχε δοκιμαστεί ακόμη και που του είχαν κολλήσει το παρα­ τσούκλι Σερ Σπίντι. Η Άλις κρατούσε από ένα αυτόματο πιστόλι των εννιά χιλιοστών σε κάθε χέρι και ο Κλέι είχε το 45άρι της Μπεθ Νίκερσον, το οποίο κουβαλούσε από το προηγούμενο βρά­ δυ (αν και δεν θυμόταν πότε το είχε ξαναβάλει στη θήκη της ζώ­ νης του και το είχε πάρει μαζί του). Ο Τζόρνταν έμενε στην κορυ­ φή της σκάλας κουλουριασμένος γύρω από το κάγκελο. Καλό αυ­ τό, σκέφτηκε ο Κλέι. Το απογευματινό φως που έμπαινε στο Περί­ πτερο Τσίταμ ήταν πολύ πιο θαμπό απ' ό,τι θα έπρεπε κι αυτό σί­ γουρα δεν ήταν καθόλου καλό. Το φως ήταν θαμπό επειδή όλα τα παράθυρα του ισογείου ήταν γεμάτα από τρελούς των κινητών που στριμωγμένοι πάνω στα τζάμια κοίταζαν στο εσωτερικό. Δεκάδες, μπορεί και εκατοντάδες από εκείνα τα παράξενα κενά πρόσωπα, σημαδεμένα τα περισσό­ τερα από τις μάχες που είχαν δώσει κι από τα τραύματα που είχαν αποκτήσει κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας αναρχίας. Ο Κλέι εί­ δε μάτια βγαλμένα, αυτιά κομμένα και δόντια να λείπουν, είδε με­ λανιές, πληγές, εγκαύματα και μαυρισμένες σάρκες να κρέμονται. Ήταν όλοι σιωπηλοί. Υπήρχε μια απόκοσμη αίσθηση απληστίας γύρω τους και ο αέρας είχε φορτιστεί πάλι από εκείνη την ασφυ­ κτική πίεση που δημιουργούσε η συγκέντρωση μιας πανίσχυρης, με δυσκολία ελεγχόμενης δύναμης. Ο Κλέι σχεδόν περίμενε να δει όπλα να ξεπετάγονται από τα χέρια του και να πυροβολούν από μόνα τους. Εμάς, σκέφτηκε. «Τώρα ξέρω πώς αισθάνονται οι αστακοί μέσα στη γυάλινη δε­ ξαμενή του εστιατορίου Χάρμπορ Σίφουντ», είπε ο Τομ με σιγανή, σφιγμένη φωνή. «Ηρέμησε», επανέλαβε ο Κλέι. «Ας τους αφήσουμε να κάνουν αυτοί την πρώτη κίνηση».


Το ΚΙΝΗΤΌ

257

Αλλά δεν υπήρξε πρώτη κίνηση. Υπήρξε μόνο ένα ακόμη από εκείνα τα παρατεταμένα τραντάγματα -ήχος που κάνει ένα βαρύ αντικείμενο όταν πέφτει από κάποιο ύψος σε σκληρό έδαφος, ό­ πως φάνηκε στον Κλέι- κι έπειτα οι μορφές στα παράθυρα αποτραβήχτηκαν σαν να είχε δοθεί ένα σύνθημα που μόνο εκείνες εί­ χαν ακούσει. Υποχώρησαν μαζικά, σε τακτικές σειρές. Δεν ήταν η ώρα της μέρας που συνήθιζαν να σχηματίζουν κοπάδι, αλλά τα πράγματα είχαν αλλάξει. Ήταν πλέον ολοφάνερο. Ο Κλέι πήγε στο μεγάλο παράθυρο του καθιστικού κρατώντας το περίστροφο πάνω στο μηρό του. Ο Τομ και η Άλις τον ακολού­ θησαν. Παρακολούθησαν και οι τρεις τους τρελούς των κινητών (που δεν φαίνονταν πια καθόλου σαν τρελοί) να οπισθοχωρούν, βαδίζοντας ανάποδα με μια αλλόκοτη, ανατριχιαστική άνεση χω­ ρίς να χάνει κανείς τους τον ελάχιστο ελεύθερο χώρο που διατη­ ρούσε σε σχέση με τους διπλανούς του στη σειρά. Σταμάτησαν τε­ λικά κάπου ανάμεσα στο Περίπτερο Τσίταμ και στα καπνισμένα ε­ ρείπια του Γηπέδου Τόνι, σαν στρατός κουρελιάρηδων παραταγ­ μένος σε ένα πεδίο στρωμένο με ξερά φύλλα. Εκατοντάδες ζευγά­ ρια όχι-εντελώς-κενά μάτια καρφώθηκαν επίμονα στην κατοικία του Διευθυντή. «Γιατί είναι μουντζουρωμένα τα χέρια και τα πόδια τους;» ρώ­ τησε μια φοβισμένη φωνή. Γύρισαν όλοι και κοίταξαν. Ήταν ο Τζόρνταν. Ο Κλέι δεν είχε προσέξει καν τις καπνιές στα χέρια των βουβών πλασμάτων εκεί έξω, αλλά πριν προλάβει να το πει, ο Τζόρνταν απάντησε μόνος του στην ερώτηση του. «Πήγαν να δουν, έτσι δεν είναι; Ναι. Πήγαν να δουν τι κάναμε στους φίλους τους. Και έχουν θυμώσει. Το αισθάνομαι. Εσείς δεν το αισθάνεστε;» Ο Κλέι δεν ήθελε να πει ναι, αλλά φυσικά το αισθανόταν. Όλο εκείνο το βάρος, η τρομερή φόρτιση στον αέρα, η αίσθηση ότι ό­ που να 'ταν θα ξεσπούσε η καταιγίδα: όλα αυτά ήταν οργή. Σκέ­ φτηκε το Ξανθό Ξωτικό που κατασπάραζε το λαιμό της κυρίας Α­ ντρικό Κοστούμι και την ηλικιωμένη κυρία που είχε κερδίσει τη Μάχη του Σταθμού, εκείνη που είχε αποχωρήσει προς το Δημοτι­ κό Πάρκο της Βοστόνης με το αίμα να στάζει από τις άκρες των γκρίζων μαλλιών της. Τον γυμνό νεαρό που φορούσε μόνο ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια και έτρεχε κρατώντας σε κάθε χέρι από μια κεραία αυτοκινήτου και καρφώνοντας τον αέρα. Τόση ορ-


258

STEPHEN KING

γή ήταν δυνατόν να είχε εξαφανιστεί απλώς και μό\ο επειδή όλοι αυτοί είχαν γίνει κοπάδι; Ε, όχι. «Εγώ το αισθάνομαι», είπε ο Τομ. «Όμως, Τζόρνταν, αν έχουν αποκτήσει ιδιαίτερες ψυχικές δυνάμεις, γιατί δε μας κάνουν να αυτοκτονήσουμε ή να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλον;» «Ή να κάνουν να εκραγεί το μυαλό μας», είπε η Άλις. Η φωνή της έτρεμε. «Το έχω δει σε μια παλιά ταινία». «Δεν ξέρω», είπε ο Τζόρνταν. Κοίταξε τον Κλέι, «Πού είναι ο Κουρελιάρης;» «Έτσι τον αποκαλείς;» Ο Κλέι κοίταξε το σκίτσο, που το κρα­ τούσε ακόμη στο χέρι του: το σκισμένο μάγουλο, το σκισμένο μα­ νίκι της μπλούζας, το φαρδύ μπλουτζίν. Το «Κουρελιάρης» δεν ή­ ταν καθόλου άσχημο όνομα για τον άντρα με την μπλούζα του Χάρβαρντ. «Τον λέω κακό μπελά, καλύτερα», είπε ο Τζόρνταν, με τσιριχτή φωνή. Κοίταξε πάλι έξω τους νεοφερμένους. Ήταν τουλάχι­ στον τριακόσιοι, μπορεί και τετρακόσιοι και είχαν καταφτάσει έ­ νας Θεός ξέρει από ποιες γύρω πόλεις. Ο Τζόρνταν στράφηκε πάλι στον Κλέι. «Τον είδες;» «Μόνο στο όνειρο μου». Ο Τομ κούνησε το κεφάλι του συμφωνώντας με τον Κλέι. «Για μένα είναι απλώς ένα σκίτσο σε ένα φύλλο χαρτί», είπε η Άλις. «Δεν τον είδα στον ύπνο μου, ούτε και βλέπω κανέναν εκεί έξω με τέτοια μπλούζα. Τι γύρευαν στο γήπεδο; Δεν πιστεύω να πήγαν να αναγνωρίσουν τους νεκρούς». Έδειξε να της φαίνεται α­ πίθανο αυτό που είπε. «Εξάλλου, δεν κάνει ακόμη τρομερή ζέστη εκεί μέσα; Πρέπει να κάνει». «Τι περιμένουν τώρα;» αναρωτήθηκε ο Τομ. «Αν είναι να μας απαγγείλουν κατηγορία ή να μας κάνουν να καρφώσουμε κουζινομάχαιρα ο ένας στον άλλον, τι περιμένουν;» Ο Κλέι κατάλαβε ξαφνικά τι περίμεναν και πού ακριβώς βρι­ σκόταν ο Κουρελιάρης του Τζόρνταν -ήταν μια έκλαμψη, κάτι σαν αυτό που η καθηγήτρια του στην άλγεβρα αποκαλούσε στιγμή αχά! Κατευθύνθηκε προς την μπροστινή πόρτα. «Πού πας;» τον ρώτησε ο Τομ. «Να δω τι μας έχουν αφήσει», είπε ο Κλέι.


Το ΚΙΝΗΤΌ

259

Έτρεξαν όλοι πίσω του. Ο Τομ τον έφτασε όταν ο Κλέι είχε ή­ δη πιάσει το πόμολο. «Δεν ξέρω αν είναι καλή ιδέα, Κλέι». «Ίσως όχι, αλλά αυτό περιμένουν να κάνουμε. Και ξέρεις κάτι; Αν ήταν να μας σκοτώσουν, θα το είχαν κάνει ήδη». «Δίκιο έχει», είπε ο Τζόρνταν με σιγανή, αδύναμη φωνή. Ο Κλέι άνοιξε την πόρτα. Η μακριά, στεγασμένη μπροστινή βεράντα του Περιπτέρου Τσίταμ, με τα άνετα ψάθινα έπιπλα και με θέα σε όλη την Πλαγιά της Ακαδημίας ως κάτω στον κεντρικό δρόμο, ήταν ιδανική για ηλιόλουστα απογεύματα σαν κι αυτό, αλ­ λά τον Κλέι ήταν το τελευταίο πράγμα που τον ενδιέφερε. Μπρο­ στά από τα σκαλοπάτια της βεράντας τρελοί των κινητών στεκό­ ταν σε σχηματισμό αιχμής βέλους: ένας μπροστά, δύο πίσω του, τρεις πίσω απ' αυτούς κι ύστερα τέσσερις, πέντε και έξι. Είκοσι έ­ νας συνολικά. Ο μπροστινός ήταν ο Κουρελιάρης από το όνειρο του Κλέι, ήταν το σκίτσο του με σάρκα και οστά. Τα άσπρα γράμ­ ματα στο στήθος της βρόμικης, σκισμένης κόκκινης μπλούζας έ­ γραφαν πράγματι ΧΑΡΒΑΡΝΤ. Το σκισμένο αριστερό του μάγουλο είχε πιαστεί στο πλάι της μύτης με χοντροκομμένα ασπριδερά ράμματα που από το τράβηγμα είχαν ανοίξει δυο πληγές σε σχήμα δακρύων πάνω στο μαύρο δέρμα, που είχε επουλωθεί ακανόνιστα. Ουλές από σκισίματα υπήρχαν στα σημεία όπου είχαν τραβηχτεί και κοπεί ένα τρίτο και ένα τέταρτο ράμμα. Ο Κλέι σκέφτηκε ότι το ράψιμο της πληγής πρέπει να είχε γίνει με πετονιά. Το σκισμέ­ νο κάτω χείλος που κρεμόταν ανοιχτό φανέρωνε μια οδοντοστοι­ χία πρόσφατα φροντισμένη από καλό ορθοδοντικό, όταν ο κόσμος ήταν λιγότερο άγριος. Μπροστά στην πόρτα υπήρχε ένας ψηλός σωρός από μαυρι­ σμένα, παραμορφωμένα αντικείμενα που είχε θάψει το χαλάκι για τα πόδια και απλωνόταν και προς τις δυο πλευρές της εισόδου. Θα μπορούσε να ήταν η καλλιτεχνική άποψη ενός μισότρελου γλύπτη. Ο Κλέι χρειάστηκε μερικές στιγμές για να καταλάβει ότι αυτό που έβλεπε ήταν τα καμένα και λιωμένα απομεινάρια των «φορητών» που είχαν εγκαταστήσει στο Γήπεδο Τόνι οι τρελοί των κινητών. Η Άλις ούρλιαξε. Μερικά από τα λιωμένα μηχανήματα είχαν πέσει όταν άνοιξε την πόρτα ο Κλέι και κάποιο αντικείμενο που πρέπει να ισοροπούσε στην κορυφή του σωρού είχε πέσει κι αυτό μαζί τους και τώρα βρισκόταν μισό στο χώμα και μισό στην άκρη


260

STEPHEN KING

του σωρού. Πριν προλάβει ο Κλέι να τη σταματήσει, η Άλις βγήκε μπροστά, πέταξε κάτω το ένα από τα αυτόματα πιστόλια και άρπα­ ξε το αντικείμενο που είχε δει. Ήταν το αθλητικό παπουτσάκι. Το πήρε, έκανε πίσω και το κράτησε σφιχτά ανάμεσα στα στήθη της. Ο Κλέι κοίταξε τον Τομ. Ο Τομ κοίταξε τον Κλέι. Δεν είχαν τηλεπαθητικές ικανότητες, αλλά συνεννοήθηκαν απόλυτα. Και τώ­ ρα, τι γίνεται; ρωτούσαν τα μάτια του Τομ. Ο Κλέι έστρεψε πάλι την προσοχή του στον Κουρελιάρη. Ανα­ ρωτήθηκε αν το αισθανόταν κανείς όταν διάβαζαν το μυαλό του και αν κάποιος διάβαζε το δικό του εκείνη τη στιγμή. Άπλωσε τα χέρια του στον Κουρελιάρη. Στο ένα κρατούσε ακόμη το περί­ στροφο, αλλά ούτε ο Κουρελιάρης ούτε κανένας άλλος από την ο­ μάδα του δεν έδειξε να αισθάνεται απειλή. Ο Κλέι έστρεψε τις πα­ λάμες του προς τα έξω: Τι θέλετε; Ο Κουρελιάρης χαμογέλασε. Δεν είχε καμιά χαρά εκείνο το χα­ μόγελο. Ο Κλέι νόμισε ότι διέκρινε θυμό στα σκούρα καστανά μά­ τια, αλλά και πάλι ήταν κάτι επιφανειακό. Τίποτε δεν σπίθιζε κά­ τω από την επιφάνεια, τίποτε που να μπορεί να προσδιορίσει σαν συναίσθημα. Ήταν σαν να έβλεπε μια κούκλα να του χαμογελάει. Ο Κουρελιάρης έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και τέντωσε το δάχτυλο του: Περίμενε. Και τότε, σαν να είχε δοθεί ένα σύνθημα, από την Ακάντεμι Άβενιου κάτω ακούστηκαν μαζικά ουρλιαχτά. Ανθρώπινα ουρλιαχτά πόνου. Κι ανάμεσα τους κάτι άναρθρες ζω­ ώδεις κραυγές. Όχι πολλές. «Τι κάνετε;» φώναξε η Άλις. Βγήκε μπροστά σφίγγοντας ασυ­ ναίσθητα το αθλητικό παπουτσάκι στη χούφτα της. Έσφιγγε τόσο δυνατά, που οι φλέβες στο μπράτσο της είχαν πεταχτεί και φάντα­ ζαν σαν μακριές, παχιές γραμμές ζωγραφισμένες πάνω στο δέρμα. «Τι κάνετε στους ανθρώπους εκεί κάτω;» Λες και υπάρχει αμφιβολία για το τι κάνουν, σκέφτηκε ο Κλέι. Η Άλις σήκωσε το χέρι με το οποίο κρατούσε ακόμη το όπλο. Ο Τομ άρπαξε το πιστόλι και το απέσπασε βίαια από τα δάχτυλα της, πριν προλάβει να τραβήξει τη σκανδάλη. Η Άλις του ρίχτηκε με τα νύχια της. «Δώσ' το μου πίσω! Άκουσες; Δώσ' το μου, είπα!» Ο Κλέι την τράβηξε μακριά από τον Τομ. Κατά τη διάρκεια ό­ λης αυτής της σκηνής, ο Τζόρνταν παρακολουθούσε από το χολ


261

Το ΚΙΝΗΤΌ

της εισόδου με ορθάνοιχτα, έντρομα μάτια και ο Κουρελιάρης συ­ νέχιζε να στέκεται στην κορυφή του βέλους χαμογελώντας με μια έκφραση όπου κάτω από το χαμόγελο υπήρχε οργή και κάτω από την οργή... απόλυτο κενό, απ' όσο μπορούσε να διακρίνει ο Κλέι. Απόλυτο κενό. «Έτσι κι αλλιώς ήταν σηκωμένη η ασφάλεια», είπε ο Τομ. «Δό­ ξα τω Θεώ». Στράφηκε στην Άλις: «Θέλεις να σκοτωθούμε όλοι;» «Κι εσύ νομίζεις πως θα μας αφήσουν να φύγουμε;» Η Άλις έ­ κλαιγε τώρα τόσο δυνατά που ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβουν τι έλεγε. Κάτω στο λόφο, από τις δεντροστοιχίες της λεωφόρου που περνούσε μπροστά από την Ακαδημία του Γκέιτεν ακούγο­ νταν κραυγές και ουρλιαχτά. Μια γυναίκα φώναξε Μη, σε παρα­ καλώ, σε παρακαλώ, μη κι ύστερα η φωνή της έγινε ένα τρομερό ουρλιαχτό πόνου. «Δεν ξέρω τι θα κάνουν μ' εμάς», είπε ο Τομ με φωνή που πά­ σχιζε να την κάνει να ακουστεί ψύχραιμη, «αλλά αν ήθελαν να μας σκοτώσουν θα το έκαναν. Κοίταξε τον, Άλις -ό,τι συμβαίνει εκεί κάτω είναι για το χατίρι μας». Έπεσαν μερικοί πυροβολισμοί από κάποιους που προσπάθη­ σαν να αμυνθούν, αλλά όχι πολλοί. Κυρίως ακούγονταν μόνο κραυγές πόνου, φρίκης και κατάπληξης, όλες από την περιοχή που συνόρευε με την Ακαδημία του Γκέιτεν, όπου είχε καεί το κοπάδι. Σίγουρα δεν κράτησαν πάνω από δέκα λεπτά, αλλά μερικές φορές, σκέφτηκε ο Κλέι, ο χρόνος είναι πολύ σχετικός. Τους φάνηκαν σαν ώρες. 30 Όταν έπαψαν τελικά οι κραυγές, η Άλις έμεινε με το κεφάλι σκυ­ φτό, ακίνητη ανάμεσα στον Τομ και στον Κλέι. Είχε αφήσει και τα δύο αυτόματα πάνω σε ένα τραπέζι δίπλα στην είσοδο, που προο­ ριζόταν για χαρτοφύλακες και καπέλα. Ο Τζόρνταν της κρατούσε το χέρι και κοίταξε έξω τον Κουρελιάρη και τους ακόλουθούς του, που στέκονταν στην αρχή του μονοπατιού. Μέχρι στιγμής το αγό­ ρι δεν είχε προσέξει την απουσία του Διευθυντή. Ο Κλέι ήξερε ότι


262

STEPHEN KING

σύντομα θα τον αναζητούσε και τότε θα άρχιζε η επόμενη άσχημη σκηνή εκείνης της φριχτής μέρας. Ο Κουρελιάρης έκανε ένα βήμα μπροστά και ταυτόχρονα μια μικρή υπόκλιση, ανοίγοντας και τα δυο του χέρια σιο πλάι σαν να έλεγε, Στις προσταγές σας. Ύστερα σήκωσε το κεφάλι του και ά­ πλωσε το ένα χέρι μπροστά δείχνοντας προς την Πλαγιά της Ακα­ δημίας και τη λεωφόρο κάτω. Κάνοντας το, κοίταξε τη μικρή συ­ ντροφιά που ήταν μαζεμένη στο άνοιγμα της πόρτας, πίσω από το σωρό με τα λιωμένα ραδιοκασετόφωνα. Το νόημα της χειρονομίας του ήταν ξεκάθαρο για τον Κλέι: Ο δρόμος είναι δικός σας. Ε­ μπρός, πηγαίνετε. «Ίσως», είπε. «Στο μεταξύ ας ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα. Δεν αμφιβάλλω ότι μπορείς να μας ξεκάνεις αν θέλεις, έχεις την αριθ­ μητική υπεροχή, αλλά το σίγουρο είναι πως κάποιος άλλος θα κά­ νει κουμάντο στη θέση σου αύριο. Γιατί εγώ προσωπικά θα φρο­ ντίσω να είσαι ο πρώτος που θα πέσει». Ο Κουρελιάρης έβαλε τα χέρια στα μάγουλα του και γούρλωσε τα μάτια του: Πω, πω! Οι άλλοι πίσω του έμειναν ανέκφραστοι σαν ρομπότ. Ο Κλέι τον κοίταξε για μερικές στιγμές ακόμη και έ­ κλεισε ήσυχα την πόρτα. «Συγνώμη», είπε άχρωμα η Άλις. «Απλώς δεν μπορούσα να στέκομαι και να ακούω τα ουρλιαχτά τους». «Δεν πειράζει», είπε ο Τομ. «Δεν έγινε τίποτε. Το καλό είναι ό­ τι σου έφεραν πίσω το παπουτσάκι σου». Η Άλις το κοίταξε. «Λες να μας βρήκαν απ' αυτό; Να μας μυ­ ρίστηκαν, έτσι όπως πιάνουν τα λαγωνικά τις μυρωδιές;» «Όχι», είπε ο Τζόρνταν. Είχε καθίσει σε μια πολυθρόνα με ψη­ λή ράχη δίπλα στην ομπρελοθήκη και φαινόταν πολύ μικρός, πολύ ταλαιπωρημένος και εξαντλημένος. «Είναι ένας τρόπος να σου πουν ότι σε ξέρουν. Εγώ έτσι νομίζω». «Ναι», συμφώνησε ο Κλέι. «Πιστεύω πως ήξεραν ότι ήμαστε ε­ μείς πριν έρθουν καν εδώ. Το έμαθαν από τα όνειρα μας, έτσι όπως μάθαμε κι εμείς το πρόσωπο του Κουρελιάρη από τα όνειρα μας». «Εγώ δεν...» άρχισε να λέει η Άλις. «Επειδή είχες ήδη ξυπνήσει. Θα έχεις νέα του όταν θα έρθει η ώρα, φαντάζομαι. Αν έχει κάτι άλλο να μας πει». Ο Τομ έκανε μια


263

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

παύση. «Αυτό, πάντως, δεν το καταλαβαίνω, Κλέι. Εμείς το κάνα­ με. Κι αυτοί ξέρουν ότι εμείς το κάναμε, είμαι πεπεισμένος». «Ναι», είπε ο Κλέι. «Τότε, γιατί να σκοτώσουν ένα τσούρμο αθώους πρόσφυγες ό­ ταν θα ήταν το ίδιο εύκολο -σχεδόν το ίδιο, έστω- να μπουκάρουν εδώ μέσα και να μας σκοτώσουν; Θέλω να πω, αντιλαμβάνομαι την έννοια "αντίποινα", αλλά δεν πιάνω το νόημα αυτής της...» Εκείνη τη στιγμή ακριβώς, ο Τζόρνταν σηκώθηκε από την πο­ λυθρόνα, κοίταξε γύρω του με μια έκφραση απορίας και ανησυ­ χίας και ρώτησε δυνατά: «Πού είναι ο Διευθυντής;» 31 Ο Κλέι πρόφτασε τον Τζόρνταν, αλλά το αγόρι είχε φτάσει ήδη στο κεφαλόσκαλο του πρώτου ορόφου. «Τζόρνταν, στάσου!» «Όχι», είπε ο Τζόρνταν. Το πρόσωπο του ήταν πιο χλομό και σοκαρισμένο από κάθε άλλη φορά. Τα πυκνά, σγουρά μαλλιά πε­ τούσαν γύρω από το κεφάλι του και ο Κλέι υπέθεσε ότι φαίνονταν έτσι επειδή χρειαζόταν κούρεμα, αλλά έμοιαζαν σαν να είχαν ση­ κωθεί όρθια από την ταραχή του. «Με όλη αυτή τη φασαρία θα έ­ πρεπε να είχε έρθει, να είναι μαζί μας! Θα είχε έρθει, αν ήταν κα­ λά». Τα χείλη του άρχισαν να τρέμουν. «Θυμάσαι πώς έτριβε το στήθος του; Κι αν δεν ήταν μόνο μια ξινίλα στο στομάχι;» «Τζόρνταν...» Ο Τζόρνταν δεν του έδωσε καμιά σημασία και ο Κλέι ήταν σί­ γουρος πως το αγόρι είχε ξεχάσει και τον Κουρελιάρη και τις ορ­ δές του προς το παρόν. Ελευθερώθηκε από το χέρι του Κλέι με έ­ να απότομο τίναγμα και έτρεξε στο διάδρομο φωνάζοντας, «Κύ­ ριε! Κύριε!» ενώ από τους τοίχους άλλοι Διευθυντές που έφταναν μέχρι και πίσω στον δέκατο ένατο αιώνα τον κοίταζαν αυστηρά μέσα από τα κάδρα τους. Ο Κλέι κοίταξε προς τα κάτω στη σκάλα. Η Άλις δεν θα μπο­ ρούσε να προσφέρει καμιά βοήθεια. Είχε καθίσει στο τελευταίο σκαλοπάτι με το κεφάλι σκυφτό και κοίταζε το αναθεματισμένο το παπουτσάκι της όπως κοίταζε ο Άμλετ το κρανίο του Γιόρικ. Αντί-


264

STEPHEN KING

θετά ο Τομ είχε αρχίσει να ανεβαίνει απρόθυμα τη σκάλα. «Είναι πολύ άσχημα τα πράγματα;» ρώτησε τον Κλέι, «Κοίταξε... ο Τζόρνταν πιστεύει πως ο Διευθυντής θα είχε έρ­ θει να μας βρει αν ήταν καλά και τείνω να...» Ο Τζόρνταν άρχισε να τσιρίζει. Έβγαζε μια ψιλή, αδιάκοπη τσιρίδα που τρυπούσε το κρανίο του Κλέι σαν ακόντιο. Ο Τομ τον προσπέρασε και κινήθηκε πρώτος. Ο Κλέι είχε ριζώσει στην κορυ­ φή της σκάλας, στην αρχή του διαδρόμου, όπου έμεινε τουλάχι­ στον τρία, ίσως και μέχρι εφτά δευτερόλεπτα καθηλωμένος από την εξής σκέψη: Δεν κάνει κανείς έτσι όταν βρει κάποιον νεκρό α­ πό καρδιακή προσβολή. Ο γέρος πρέπει να τα σκάτωσε τελικά με κάποιο τρόπο. Ίσως να πήρε λάθος χάπια. Είχε φτάσει στα μισά του διαδρόμου όταν ακούστηκε ο Τομ να φωνάζει έντρομος και με μια ανάσα: «Ω Θεέ μου, Τζόρνταν, μην τον κοιτάς!» «Περίμενε», φώναξε πίσω του η Άλις, αλλά ο Κλέι δεν στάθη­ κε. Η πόρτα που οδηγούσε στο μικρό διαμέρισμα του Διευθυντή στον πρώτο όροφο ήταν ανοιχτή: το γραφείο του με τα βιβλία και τον άχρηστο πια υπολογιστή, η κρεβατοκάμαρα του πίσω, με την πόρτα ανοιχτή για να μπαίνει άπλετο το φως του ήλιου. Ο Τομ στεκόταν μπροστά από το γραφείο, ο Τζόρνταν ήταν κολλημένος πάνω του και ο Τομ του κρατούσε το κεφάλι πάνω στο στομάχι του. Ο Διευθυντής ήταν καθισμένος πίσω από το γραφείο του. Η πλάτη της περιστροφικής πολυθρόνας είχε γείρει προς τα πίσω α­ πό το βάρος του και ο Διευθυντής φαινόταν σαν να κοίταζε το τα­ βάνι με το ένα μάτι που του είχε απομείνει. Τα μακριά, αχτένιστα άσπρα μαλλιά του κρέμονταν πάνω από τη ράχη της πολυθρόνας. Του Κλέι του θύμισε πιανίστα που μόλις έχει παίξει την τελευταία συγχορδία ενός πολύ δύσκολου κομματιού. Ο Κλέι άκουσε την Άλις να αφήνει μια πνιχτή κραυγή φρίκης, αλλά δεν έδωσε σημασία. Νιώθοντας σαν ξένος μέσα στο ίδιο του το σώμα, πήγε ως το γραφείο και κοίταξε το κομμάτι χαρτί που ή­ ταν αφημένο μπροστά στα χέρια του Διευθυντή. Αν και ήταν λε­ κιασμένο από αίματα, έβγαζε εύκολα τα λόγια. Τα γράμματα του Διευθυντή ήταν στρωτά και καθαρά. Της παλιάς σχολής ως το τέ­ λος, όπως θα έλεγε ο Τζόρνταν.


265

Το ΚΙΝΗΤΌ

aliene geiteskrank insano elnebajos vansinnig fou atamagaokashii gek dolzinnig hullu gila meschuge dement

nebun

Ο Κλέι δεν μιλούσε τίποτε άλλο εκτός από αγγλικά και λίγα γαλλικά του σχολείου, αλλά κατάλαβε πολύ καλά τι ήταν αυτό και τι εννοούσε. 0 Κουρελιάρης ήθελε να φύγουν και ήξερε με κά­ ποιο τρόπο ότι ο Διευθυντής Άρντε ήταν πολύ γέρος και πολύ δύ­ σκαμπτος από τα αρθριτικά για να πάει μαζί τους. Έτσι, ο Διευθυ­ ντής είχε αναγκαστεί να καθίσει στο γραφείο του και να γράψει τη λέξη παράφρων σε δεκατέσσερις διαφορετικές γλώσσες. Και, όταν τελείωσε, είχε αναγκαστεί να μπήξει τη μύτη της χοντρής πένας του στο δεξί του μάτι και ως πίσω βαθιά στον γέρικο, πανέξυπνο εγκέφαλο του. «Τον έβαλαν να σκοτωθεί μόνος του, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η Άλις με σπασμένη φωνή. «Γιατί αυτόν και όχι εμάς; Γιατί αυτόν και όχι εμάς; Τι θέλουν;» Ο Κλέι σκέφτηκε πώς είχε δείξει ο Κουρελιάρης προς την Ακάντεμι Άβενιου -την Ακάντεμι Άβενιου που ήταν επίσης η Οδός 102 του Νιου Χαμσάιρ. Οι τρελοί των κινητών, που δεν ήταν πια και τόσο τρελοί, ή ήταν τρελοί με έναν καινούριο-θαυμαστό τρό­ πο, τους ήθελαν πάλι στο δρόμο. Πέρα απ' αυτό, δεν είχε ιδέα και ίσως αυτό να ήταν καλό. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Ίσως ήταν ευτύχημα.


ΜΑΡΑΘΗΚΑΝ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ, ΠΑΕΙ Ο ΚΗΠΟΣ


1 Σε ένα ντουλάπι, στο τέρμα του πίσω διαδρόμου, υπήρχαν έξι λευ­ κά λινά τραπεζομάντιλα και ένα από αυτά χρησίμεψε για σάβανο του Διευθυντή Άρντε. Η Άλις προσφέρθηκε να το ράψει για να μην ανοίγει, αλλά ξέσπασε σε κρίση δακρύων όταν οι ικανότητες της στη βελόνα ή και η ίδια ίσως αποδείχτηκαν ανεπαρκείς για έ­ να έργο τόσο τελεσίδικο. Ανέλαβε ο Τομ, που τύλιξε σφιχτά τις ά­ κρες του τραπεζομάντιλου, δίπλωσε τη ραφή και άρχισε να τη ρά­ βει από πάνω με γρήγορες, σχεδόν επαγγελματικές βελονιές. Κοι­ τώντας τον, ο Κλέι σκέφτηκε ότι ήταν σαν να παρακολουθούσε έ­ ναν μποξέρ να χτυπάει έναν αόρατο ελαφρύ σάκο με το δεξί. «Μην πεις καμιά εξυπνάδα», είπε ο Τομ χωρίς να σηκώσει τα μάτια από τη δουλειά του. «Εκτιμώ αφάνταστα αυτό που έκανες επάνω -εγώ δεν θα μπορούσα με τίποτε-, αλλά αυτή τη στιγμή δε θα σήκωνα ούτε το παραμικρό αστείο. Με το ζόρι κρατιέμαι να μην καταρρεύσω». «Εντάξει», είπε ο Κλέι. Εξάλλου, ένα αστείο ήταν το τελευταίο πράγμα που θα του περνούσε από το μυαλό. Όσο για το τι είχε κά­ νει επάνω... χμ, κάπως έπρεπε να βγει εκείνη η πένα από το μάτι του Διευθυντή. Σε καμιά περίπτωση δεν θα τον άφηναν έτσι. Οπό­ τε, το είχε αναλάβει αυτός, κοιτώντας στην απέναντι γωνία του δωματίου καθώς τραβούσε την πένα και πασχίζοντας να μη σκέ­ φτεται τι έκανε, ή γιατί είχε σφηνώσει τόσο γερά το αναθεματι­ σμένο κατασκεύασμα, και σε γενικές γραμμές είχε καταφέρει να μη σκέφτεται, αλλά η πένα είχε τρίξει όταν ξύθηκε πάνω στα οστά της κόγχης και, όταν ελευθερώθηκε τελικά, είχε ακουστεί ένα αη­ διαστικό ρευστό πλοπ! σαν να ξεκόλλησε κάτι από τη μυτερή ά-


270

STEPHEN KING

κρη της και να έπεσε πάνω στα χαρτιά του γραφείου. Ο Κλέι σκέ­ φτηκε τότε ότι δεν θα ξεχνούσε ποτέ εκείνους τους δυο ήχους, αλ­ λά το καταραμένο πράγμα είχε ξεσφηνώσει επιτέλους και αυτό ή­ ταν το μόνο σημαντικό. Έξω, περίπου χίλιοι τρελοί των κινητών στέκονταν στην πρα­ σιά με το γρασίδι ανάμεσα στα ερείπια του γηπέδου που κάπνιζαν και στο Περίπτερο Τσίταμ. Εκεί πέρασαν την περισσότερη ώρα του απογεύματος. Έπειτα, γύρω στις πέντε, σχημάτισαν αθόρυβα κοπάδι και κατευθύνθηκαν προς την πόλη του Γκέιτεν. Ο Τομ και ο Κλέι μετέφεραν τη σαβανωμένη σορό του Διευθυντή στο ισό­ γειο από την πίσω σκάλα και την άφησαν στη βεράντα. Μετά, οι τέσσερις επιζώντες μαζεύτηκαν στην κουζίνα και πήραν το γεύμα που είχαν καταλήξει να αποκαλούν πρωινό, ενώ οι σκιές της μέ­ ρας άρχιζαν να μακραίνουν στο προαύλιο. Αν και δεν το περίμεναν, ο Τζόρνταν έφαγε καλά. Τα μάγουλα του ήταν κόκκινα και η ομιλία του ζωηρή. Μιλούσε για αναμνή­ σεις από τη ζωή στην Ακαδημία του Γκέιτεν και για την επιρροή του Διευθυντή Άρντε στην καρδιά και στο μυαλό ενός δωδεκά­ χρονου φρικιού των υπολογιστών από το Μάντισον του Ουισκόν­ σιν, που ήταν κλεισμένος στον εαυτό του και δεν είχε ούτε ένα φί­ λο. Οι ζωηρές περιγραφές του αγοριού έκαναν τον Κλέι να αισθά­ νεται όλο και πιο νευρικός και, όταν έπιασε πρώτα το βλέμμα της Άλις και μετά του Τομ πάνω από το τραπέζι, κατάλαβε ότι κι εκεί­ νοι αισθάνονταν το ίδιο. Το μυαλό του Τζόρνταν κάλπαζε ανεξέ­ λεγκτο, αλλά δεν ήξερε τι θα μπορούσαν να κάνουν γι' αυτό. Δύ­ σκολο να τον στείλουν σε ψυχαναλυτή για να τον βοηθήσει. Κάποια στιγμή, αφού είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά, ο Τομ πρότεινε στον Τζόρνταν να πάει να ξεκουραστεί. Ο Τζόρνταν του απάντησε ότι θα πήγαινε, αφού θα έθαβαν πρώτα το Διευθυντή. Μπορούσαν να τον βάλουν στον κήπο, πίσω από το Περίπτερο, εί­ πε. Τους είπε επίσης ότι ο Διευθυντής αποκαλούσε αυτή τη μικρή βραγιά με τα λαχανικά «κήπο της νίκης», αν και δεν είχε εξηγήσει ποτέ στον Τζόρνταν γιατί. «Είναι η ιδανική μεριά», δήλωσε ο Τζόρνταν μ' ένα πλατύ χα­ μόγελο. Τα μάγουλα του έμοιαζαν φλογισμένα. Τα μάτια του είχαν μεγάλους μαύρους κύκλους και άστραφταν από κάτι που θα μπο­ ρούσε να ήταν έμπνευση, κέφι, παράνοια, ή και τα τρία μαζί. «Ε-


Το ΚΙΝΗΤΌ

271

κτός από το ότι είναι πολύ αφράτο το χώμα, ήταν και η αγαπημένη του μεριά... εκτός σπιτιού, εννοώ. Λοιπόν, τι λέτε; Αυτοί έχουν φύγει, ακόμα δεν έμαθαν να βγαίνουν τη νύχτα, δεν άλλαξε αυτό, και έχουμε τα φανάρια του γκαζιού για να βλέπουμε να σκάψουμε. Τι λέτε;» Αφού το σκέφτηκε για λίγο, ο Τομ ρώτησε: «Υπάρχουν πουθε­ νά φτυάρια;» «Στο υπόστεγο με τα σύνεργα της κηπουρικής! Δε θα χρεια­ στεί να πάμε ούτε ως το θερμοκήπιο», είπε ο Τζόρνταν... και γέλα­ σε χαρωπά. «Ας το κάνουμε», είπε η Άλις. «Ας τον θάψουμε να τελειώνου­ με και μ' αυτό». «Ωραία! Ωραία!» φώναξε ανυπόμονα ο Τζόρνταν. Σηκώθηκε από την καρέκλα του κι άρχισε να βαδίζει πάνω κάτω στην κουζί­ να. «Άντε, παιδιά, πάμε!» Λες και τους παρακινούσε να πάνε να παίξουν κυνηγητό. Έτσι, έσκαψαν έναν τάφο στο λαχανόκηπο του Διευθυντή πί­ σω από το Περίπτερο και τον έθαψαν ανάμεσα στις φασολιές και στις ντοματιές. Ο Τομ και ο Κλέι κατέβασαν τη σαβανωμένη σορό στον μακρόστενο λάκκο που είχε βάθος περίπου ένα μέτρο. Είχαν ζεσταθεί από το σκάψιμο και μόνο όταν σταμάτησαν κατάλαβαν πόσο κρύα ήταν η νύχτα. Είχε πέσει παγωνιά. Τα αστέρια έλαμπαν ψηλά, αλλά ένα πυκνό στρώμα ομίχλης αργοκυλούσε προς τα πά­ νω στην Πλαγιά. Η Ακάντεμι Άβενιου είχε ήδη βουλιάξει στη συννεφένια άσπρη παλίρροια. Μόνο οι κορυφές από τις μυτερές στέγες των μεγάλων παλιών σπιτιών ξεπρόβαλλαν από τη θάλασ­ σα της ομίχλης. «Μακάρι να ήξερε κάποιος από σας ένα καλό ποίημα», είπε ο Τζόρνταν. Τα μάγουλα του ήταν πιο κόκκινα από ποτέ, αλλά τα μάτια του είχαν χαθεί μέσα στους μαύρους κύκλους και έτρεμε α­ πό το κρύο, παρά τα δύο χοντρά πουλόβερ που φορούσε, το ένα πάνω από το άλλο. Η ανάσα του έβγαινε σε μικρά άσπρα συννε­ φάκια. «Ο Διευθυντής τρελαινόταν για ποίηση, μόνο με ποιήματα την έβρισκε πραγματικά. Ήταν...» Η φωνή του Τζόρνταν, που ή­ ταν περίεργα ζωηρή και εύθυμη όλη νύχτα, έσπασε τελικά. «Ήταν εντελώς της παλιάς σχολής».


272

STEPHEN KING

Η Άλις τον πήρε στην αγκαλιά της. Ο Τζόρνταν πάλεψε να της ξεφύγει κι ύστερα αφέθηκε. «Να σας πω τι θα κάνουμε», είπε ο Τομ. «Λέω να τον σκεπά­ σουμε πρώτα -να τον σκεπάσουμε καλά καλά, για να μην κρυώ­ νει- και μετά να του πούμε ένα ποίημα. Συμφωνείτε όλοι;» «Αλήθεια, ξέρεις ένα ολόκληρο ποίημα;» «Αλήθεια», είπε ο Τομ. «Είσαι πολύ εντάξει, Τομ. Ευχαριστώ». Ο Τζόρνταν χαμογέλα­ σε στον Τομ με μια έκφραση ευγνωμοσύνης που σου σπάραζε την καρδιά. Δεν τους πήρε πολλή ώρα να σκεπάσουν τον τάφο και ήταν σχετικά εύκολη δουλειά, αν και στο τέλος χρειάστηκε να τραβή­ ξουν και λίγο χώμα από δίπλα για να φέρουν το έδαφος στο ίδιο ε­ πίπεδο. Όταν τελείωσαν, ο Κλέι είχε ιδρώσει ξανά και ο ιδρώτας του μύριζε άσχημα. Είχε πολύ καιρό να κάνει ντους. Η Άλις προσπάθησε να εμποδίσει τον Τζόρνταν να βοηθήσει τους δύο άντρες, αλλά το αγόρι τής ξέφυγε και κόλλησε δίπλα τους φτυαρίζοντας χώμα με τα γυμνά του χέρια μέσα στο λάκκο. Όταν ο Κλέι τελείωσε οριστικά, έχοντας πατικώσει πια και το χώ­ μα με την επίπεδη πλευρά του φτυαριού, τα μάτια του Τζόρνταν ήταν σαν γυάλινα από την εξάντληση και τρέκλιζε σαν μεθυσμέ­ νος έτοιμος να σωριαστεί. Παρ' όλα αυτά, κοίταξε τον Τομ. «Εμπρός. Μου το υποσχέθη­ κες». Ο Κλέι σχεδόν περίμενε να τον ακούσει να προσθέτει απει­ λητικά, Αλλιώς θα σου φυτέψω μια σφαίρα στο κεφάλι, σαν αδί­ στακτος πιστολέρο σε γουέστερν του Πέκινπα. Ο Τομ πήγε και στάθηκε στην κορυφή του τάφου. Ο Κλέι θεώ­ ρησε ότι ήταν η κορυφή, αν και μέσα στην κούραση του δεν θα έ­ παιρνε όρκο. Δεν μπορούσε να θυμηθεί καν αν το μικρό όνομα του Διευθυντή ήταν Τσαρλς ή Ρόμπερτ. Λωρίδες ομίχλης τυλίγο­ νταν γύρω από τα πόδια του Τομ και μπλέκονταν ανάμεσα στις ξε­ ραμένες φασολιές. Ο Τομ έβγαλε το κασκέτο του μπέιζμπολ από το κεφάλι του και η Άλις τον μιμήθηκε. Ο Κλέι έφερε το χέρι στο κεφάλι του, αλλά θυμήθηκε ότι δεν φορούσε καπέλο. «Έτσι μπράβο!» φώναξε ο Τζόρνταν. Ένα τρελό χασκόγελο ι­ κανοποίησης. «Βγάζουμε όλοι το καπέλο! Βγάζουμε το καπέλο στο Διευθυντή!» Ο ίδιος δεν φορούσε τίποτε στο κεφάλι του, αλ-


Το ΚΙΝΗΤΌ

273

λά μιμήθηκε την κίνηση ανεξάρτητα. Έβγαλε ένα φανταστικό κα­ πέλο και έκανε πως το πέταξε στον αέρα. Κι ο Κλέι φοβήθηκε για άλλη μια ιρορά ότι το αγόρι είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του. «Και τώρα το ποίημα! Εμπρός, Τομ!» «Εντάξει, αλλά πρέπει να κάνεις ησυχία», του είπε ο Τομ. «Δείξε σεβασμό». Ο Τζόρνταν έφερε το δάχτυλο στα χείλη του για να του απο­ δείξει ότι είχε καταλάβει και ο Κλέι είδε σ' εκείνα τα πονεμένα μάτια που κοίταζαν ορθάνοιχτα πάνω από το τεντωμένο δάχτυλο πως το αγόρι δεν είχε χάσει καθόλου τα λογικά του. Έναν πολύτι­ μο φίλο, ναι, αλλά όχι τα λογικά του. Ο Κλέι περίμενε, περίεργος να ακούσει πώς θα συνέχιζε ο Τομ. Περίμενε κάποιον Φροστ, ή ένα απόσπασμα από τον Σαίξπηρ (ο Διευθυντής σίγουρα θα επιδοκίμαζε τον Σαίξπηρ), ίσως ακόμη και λίγο σύγχρονο Τομ Μακόρτ. Εκείνο που δεν περίμενε με τίποτε ή­ ταν αυτό που άρχισε να απαγγέλλει ο Τομ με χαμηλή, άριστα με­ λετημένη φωνή. «Μη μας στερήσεις το έλεος Σου, Κύριε. Είθε η αγάπη και η αλήθεια Σου να μας προστατεύουν αιώνια. Γιατί μας περιτριγυρί­ ζουν αναρίθμητες δυσκολίες. Μας έχουν κυριέψει τα αμαρτήματα μας και δεν μπορούμε να δούμε το δρόμο μπροστά μας. Τα αμαρ­ τήματα μας είναι περισσότερα κι από τις τρίχες της κεφαλής μας και η καρδιά μας δεν αντέχει το βάρος. Σώσε μας, Κύριε, Σε πα­ ρακαλούμε. Ω Κύριε, έλα και βοήθησε μας». Η Άλις στεκόταν στα πόδια του τάφου και έκλαιγε. Κρατούσε το γούρι της, το αθλητικό παπουτσάκι, και έκλαιγε με πυκνά, σι­ γανά αναφιλητά. Ο Τομ άπλωσε το δεξί του χέρι πάνω από τον τάφο με την πα­ λάμη προς τον ουρανό και λυγισμένες τις άκρες των δαχτύλων του. «Είθε αυτοί που επιβουλεύονται τις ζωές μας, αυτοί που πή­ ραν ετούτη τη ζωή, να απωλεσθούν μέσα στο όνειδος και στη σύγχυση. Είθε αυτοί που επιδιώκουν την καταστροφή μας να κα­ τατροπωθούν και να εξευτελιστούν. Είθε αυτοί που μας χλευά­ ζουν να φρικιάσουν από την ντροπή τους. Ιδού ο νεκρός, χους εκ της γης...» «Λυπάμαι, κύριε Διευθυντά!» έσκουξε ο Τζόρνταν με τρεμά­ μενη φωνή που έσπασε στο τέλος. «Λυπάμαι τόσο πολύ, είναι άδι-


274

STEPHEN KING

κο, κύριε, λυπάμαι πάρα πολύ που είστε νεκρός...» Τα μάτια του γύρισαν ανάποδα και σωριάστηκε πάνω στον φρεσκοσκαμμένο τάφο. Η ομίχλη άπλωσε αμέσως τις λαίμαργες γλώσσες της και άρχισε να τον τυλίγει. Ο Κλέι έτρεξε, τον σήκωσε και ψηλάφισε το σφυγμό στο πλάι του λαιμού του. Ήταν δυνατός και σταθερός. «Απλώς λιποθύμησε. Τι ήταν αυτό που έλεγες, Τομ;» Ο Τομ ήρθε σε αμηχανία, σχεδόν κοκκίνισε. «Μια πολύ ελεύ­ θερη απόδοση του Τεσσαρακοστού Ψαλμού. Ας τον πάμε καλύτε­ ρα μέσα να...» «Όχι», είπε ο Κλέι. «Τελείωσε το, αν δεν είναι πολύ ακόμη». «Ναι, σε παρακαλώ», είπε η Άλις. «Τελείωσε το. Είναι πολύ ω­ ραίο. Είναι σαν βάλσαμο σε πληγή». Ο Τομ στράφηκε ξανά προς τον τάφο. «Ιδού ο νεκρός, χους εκ της γης και ιδού εμείς οι ζώντες, ενδεείς και πένητες. Κύριε, σπλαχνίσου μας. Διότι Εσύ είσαι ο προστάτης και η ελπίδα μας. Ω Κύ­ ριε, μην αργήσεις. Αμήν». «Αμήν», είπαν μαζί ο Κλέι και η Άλις. «Ας πάμε μέσα το παιδί», είπε ο Τομ. «Κάνει διαβολεμένο κρύο». «Αυτά σου τα έμαθαν οι θείες σου από την Πρώτη Εκκλησία του Χριστού του Λυτρωτή;» τον ρώτησε ο Κλέι. «Ναι, βέβαια», είπε ο Τομ. «Αμέτρητοι ψαλμοί παπαγαλία για έξτρα επιδόρπιο. Έμαθα επίσης πώς να ζητιανεύω σε γωνίες και πώς να γεμίζω μέσα σε είκοσι λεπτά ένα ολόκληρο πάρκινγκ του Σίαρς με φυλλάδια για Μια Χιλιετία στην Κόλαση Χωρίς Γουλιά Νερό. Ας πάμε το παιδί στο κρεβάτι του. Πάω στοίχημα ότι θα κοιμηθεί ως τις τέσσερις το απόγευμα, κι όταν ξυπνήσει θα αισθά­ νεται πολύ καλύτερα». «Κι αν επιστρέψει αυτός με το σκισμένο μάγουλο και δει ότι είμαστε ακόμα εδώ, ενώ μας είπε να φύγουμε;» ρώτησε η Άλις. Καλή ερώτηση, σκέφτηκε ο Κλέι, αλλά όχι απ' αυτές που χρει­ άζεται να τις σκεφτείς πολύ. Ο Κουρελιάρης ή θα τους έδινε άλλη μια μέρα χάρη ή δεν θα τους έδινε. Καθώς ανέβαζε τον Τζόρνταν στον κρεβάτι του, ο Κλέι διαπίστωσε ότι ήταν τόσο κουρασμένος που δεν τον ένοιαζε τι από τα δυο θα συνέβαινε.


275

Το ΚΙΝΗΤΌ

2 Κατά τις τέσσερις το πρωί, η Άλις πέταξε στον Τομ και στον Κλέι μια νυσταγμένη καληνύχτα και έφυγε παραπατώντας για το κρε­ βάτι της. Οι δυο άντρες έμειναν στην κουζίνα πίνοντας παγωμένο τσάι χωρίς να μιλάνε πολύ. Έμοιαζε να μην έχουν τίποτε να πουν. Ύστερα, λίγο πριν αρχίσει να χαράζει, άλλο ένα από εκείνα τα μα­ ζικά βογκητά που η απόσταση τα έκανε να ακούγονται απόκοσμα σηκώθηκε στον αέρα από την κατεύθυνση της ανατολής. Τρεμούλιασε σαν μακρινό ουρλιαχτό λυκάνθρωπου σε παλιά ταινία φρί­ κης και, πάνω που άρχισε να σβήνει, ήρθε σαν απάντηση μια πολύ πιο δυνατή κραυγή από την πόλη του Γκέιτεν, όπου ο Κουρελιά­ ρης είχε οδηγήσει το καινούριο μεγαλύτερο κοπάδι του. Ο Κλέι και ο Τομ βγήκαν από την μπροστινή πόρτα, αφού πα­ ραμέρισαν το σωρό από λιωμένα φορητά ραδιοκασετόφωνα για να μπορέσουν να κατεβούν τα σκαλιά της εισόδου. Δεν μπόρεσαν να δουν τίποτε. Ο κόσμος ήταν κατάλευκος. Στάθηκαν για λίγο ε­ κεί και ξαναμπήκαν στο σπίτι. Ούτε η κραυγή θανάτου ούτε η απάντηση από το Γκέιτεν δεν είχαν ξυπνήσει την Άλις και τον Τζόρνταν. Κάτι ήταν κι αυτό. Ο οδικός άτλαντας, τώρα με το εξώφυλλο ζαρωμένο και τις σελίδες να στρίβουν στις γωνίες, ήταν πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Ο Τομ τον ξεφύλλισε και είπε: «Αυτό πρέπει να ήταν από το Χούκσετ ή από το Σάνκουκ. Είναι και οι δυο μεγαλούτσικες πόλεις στα βορειοανατολικά -μεγαλούτσικες με τα μέτρα του Νιου Χαμσάιρ, εννοώ. Αναρωτιέμαι πόσους να ξέκαναν. Και πώς το έκαναν». Ο Κλέι κούνησε το κεφάλι του. «Ελπίζω να ήταν πολλοί», είπε ο Τομ μ' ένα μικρό, κακό χα­ μόγελο. «Ελπίζω να ήταν τουλάχιστον χίλιοι και να σιγοψήθηκαν. Θυμάμαι μια αλυσίδα εστιατορίων που διαφήμιζε κάποτε το "κο­ τόπουλο σιγοψημένο στα κάρβουνα". Θα φύγουμε αύριο βράδυ, τι λες;» «Αν μας αφήσει ο Κουρελιάρης να ζήσουμε σήμερα, νομίζω πως πρέπει. Εσύ συμφωνείς;» «Δε βλέπω άλλη επιλογή», είπε ο Τομ. «Αλλά, να σου πω κάτι, Κλέι; Αισθάνομαι σαν μοσχάρι που το πηγαίνουν στο σφαγείο.


276

STEPHEN KING

Μου φαίνεται σαν να μυρίζω το αίμα των αδερφών μου που σφά­ χτηκαν πριν από μένα». Ο Κλέι είχε το ίδιο συναίσθημα, από το οποίο προέκυπτε το κοινό ερώτημα: Αν αυτοί είχαν στο ομαδικό μυαλό τους τη σφαγή, γιατί να μην το κάνουν εδώ; Θα μπορούσαν να το είχαν κάνει χτες το απόγευμα, αντί να τους αφήσουν τα λιωμένα ραδιοκασετόφωνα και το παπουτσάκι-γούρι της Άλις έξω από την πόρτα. Ο Τομ χασμουρήθηκε. «Εγώ αποσύρομαι. Αντέχεις άλλες δυο ώρες;» «Θα μπορούσα», είπε ο Κλέι. Στην πραγματικότητα δεν είχε καμιά διάθεση για ύπνο. Το σώμα του ήταν εξαντλημένο, αλλά το μυαλό του γύριζε, γύριζε και δεν έλεγε να σταματήσει. Και μόλις άρχιζε να ηρεμεί λιγάκι, τότε σκεφτόταν εκείνη την πένα που είχε τραβήξει από το μάτι του Διευθυντή. Το τρίψιμο του μετάλλου πάνω στο κόκαλο. «Γιατί ρωτάς;» «Γιατί, αν αποφασίσουν να μας σκοτώσουν απόψε, θα προτι­ μούσα να γίνει με τον δικό μου τρόπο παρά με τον δικό τους», εί­ πε ο Τομ. «Τον είδα τον δικό τους και δε μου άρεσε». Ο Κλέι σκέφτηκε πως, αν ο συλλογικός νους τον οποίο εκπρο­ σωπούσε ο Κουρελιάρης είχε κάνει το Διευθυντή να μπήξει μια πένα στο μάτι του, οι τέσσερις εναπομείναντες ένοικοι του Περι­ πτέρου Τσίταμ ίσως να διαπίστωναν ότι η αυτοκτονία δεν ήταν πλέον μια από τις επιλογές τους. Αλλά αυτή δεν ήταν ιδέα για να την πει στον Τομ πριν πάει για ύπνο. Έτσι, συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι του. «Θα πάρω όλα τα όπλα επάνω. Εσύ έχεις εκείνο το παλιό με­ γάλο 45άρι, σωστά;» «Το Μπεθ Νίκερσον σπέσιαλ. Σωστά». «Καληνύχτα, λοιπόν. Και αν τους δεις να έρχονται -ή τους αι­ σθανθείς να έρχονται-, βάλε μια φωνή». Ο Τομ έκανε μια παύση. «Αν προλάβεις, δηλαδή. Και αν σ' αφήσουν». Ο Κλέι ακολούθησε με το βλέμμα του τον Τομ που έφευγε από την κουζίνα και σκέφτηκε πόσο πολύ τον συμπαθούσε. Πόσο θα ήθελε να τον γνωρίσει καλύτερα. Οι πιθανότητες για κάτι τέτοιο ήταν ελάχιστες. Και ο Τζόνι και η Σάρον... ποτέ δεν του είχαν φα­ νεί τόσο μακρινοί.


277

Το ΚΙΝΗΤΌ

3 Στις οχτώ το ίδιο πρωί ο Κλέι βρισκόταν καθισμένος σε ένα πα­ γκάκι στον κήπο του Διευθυντή και έλεγε στον εαυτό του πως, αν δεν ήταν τόσο πολύ κουρασμένος, θα σήκωνε τον πισινό του από κει και θα έφτιαχνε στο γέρο έναν πρόχειρο σταυρό. Δεν θα κρα­ τούσε πολύ, αλλά του άξιζε του γερο-καθηγητή, αν μη τι άλλο, ε­ πειδή είχε φροντίσει τον τελευταίο μαθητή του. Το θέμα ήταν ότι δεν ήξερε αν μπορούσε να σηκωθεί από το παγκάκι, να ανεβεί ως το σπίτι και να ξυπνήσει τον Τομ για να φυλάξει σκοπιά. Σύντομα θα ήταν άλλη μια όμορφη κρύα φθινοπωρινή μέρα, μέρα για να μαζέψεις μήλα, να φτιάξεις μηλίτη και να παίξεις μπάλα με το γιο σου στην πίσω αυλή. Προς το παρόν η ομίχλη ή­ ταν ακόμα πυκνή, αλλά ο πρωινός ήλιος έλαμπε δυνατά μέσα της, μεταμορφώνοντας το μικρόκοσμο που περιτριγύριζε τον Κλέι σε ένα εκτυφλωτικό λευκό σύννεφο. Λεπτά σταγονίδια αιωρούνταν στον αέρα και αμέτρητα μικροσκοπικά ουράνια τόξα στριφογύρι­ ζαν μπροστά στα θολά από τη νύστα μάτια του Κλέι. Κάτι κόκκινο πρόβαλε μέσα στην εκτυφλωτική λευκότητα. Για μια στιγμή η μπλούζα με την κουκούλα του Κουρελιάρη φάνηκε σαν να έπλεε στο κενό από μόνη της, αλλά όταν μπήκε στον κήπο και άρχισε να πλησιάζει τον Κλέι εμφανίστηκε και το σκούρο πρόσωπο και τα χέρια του κατόχου της. Αυτό το πρωί, η κουκού­ λα ήταν σηκωμένη και τύλιγε το παραμορφωμένο χαμογελαστό πρόσωπο με τα νεκροζώντανα μάτια. Φαρδύ μέτωπο διανοούμενου που το χάραζε μια βαθιά κοψιά. Βρόμικο, φαρδύ μπλουτζίν με σκισμένες τσέπες, φορεμένο μια βδομάδα συνεχώς. ΧΑΡΒΑΡΝΤ στο στήθος. Το 45άρι της Μπεθ Νίκερσον ήταν στη θήκη στο πλάι της ζώ­ νης του. Ο Κλέι ούτε που το άγγιξε. Ο Κουρελιάρης σταμάτησε γύρω στα τρία μέτρα μπροστά του. Πατούσε πάνω στον τάφο του Διευθυντή και ο Κλέι σκέφτηκε ότι δεν πρέπει να ήταν τυχαίο. «Τι θέλεις;» ρώτησε τον Κουρελιάρη και απάντησε αμέσως στον εαυ­ τό του: «Να. Σου πω». Απέμεινε να κοιτάζει τον Κουρελιάρη άφωνος από κατάπληξη.


278

STEPHEN KING

Αυτός περίμενε τηλεπάθεια ή τίποτε. Ο Κουρελιάρης χαμογέλασε, όσο ήταν δυνατόν να χαμογελάσει με σκισμένο κάτω χείλος, και άνοιξε τα χέρια του σαν να του έλεγε Παρακαλώ, δεν ήταν τίποτε φοβερό... «Πες ό,τι είναι να πεις, λοιπόν», του είπε ο Κλέι και προσπά­ θησε να προετοιμαστεί για την επόμενη απαγωγή της φωνής του. Διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατον να προετοιμαστεί κανείς για κάτι τέτοιο. Ήταν σαν να ήσουν μια ξύλινη χαμογελαστή μαριονέτα καθισμένη στο γόνατο ενός εγγαστρίμυθου. «Φύγετε. Απόψε». Ο Κλέι αυτοσυγκεντρώθηκε και είπε, «Πά­ ψε, σταμάτα!» Ο Κουρελιάρης περίμενε- η προσωποποίηση της υπομονής. «Νομίζω ότι μπορώ να σε σταματήσω, αν προσπαθήσω πολύ», του είπε ο Κλέι. «Δεν είμαι σίγουρος, αλλά νομίζω ότι θα τα κατα­ φέρω». Ο Κουρελιάρης περίμενε με ένα ύφος που έλεγε Έχεις να πεις κι άλλα; «Εμπρός, λέγε», του είπε ο Κλέι κι ύστερα είπε: «Θα μπορού­ σα να φέρω. Κι άλλους. Ήρθα. Μόνος». Ο Κλέι φαντάστηκε τη θέληση του Κουρελιάρη να ενώνεται με ενός ολόκληρου κοπαδιού και υποχώρησε. «Φύγετε. Απόψε. Βόρεια». Ο Κλέι περίμενε και, όταν σιγου­ ρεύτηκε ότι ο Κουρελιάρης δεν χρειαζόταν άλλο τη φωνή του προς το παρόν, ρώτησε: «Πού; Γιατί;» Αυτή τη φορά δεν υπήρξαν λόγια, αλλά μια εικόνα που εμφα­ νίστηκε ξαφνικά μπροστά του από το πουθενά. Ήταν τόσο καθαρή που ο Κλέι δεν ήξερε αν είχε παραισθήσεις ή αν ο Κουρελιάρης την είχε καλέσει με κάποιο μαγικό τρόπο στη λαμπερή λευκή οθό­ νη της ομίχλης. Ήταν εκείνο που είχαν δει γραμμένο πάνω στην ά­ σφαλτο, στη μέση της Ακάντεμι Άβενιου, με ροζ κιμωλία:

ΚΑΣΟΥΑΚ=ΟΧ-ΤΙΛ «Δεν το πιάνω», είπε. Αλλά ο Κουρελιάρης έφευγε. Ο Κλέι είδε ξανά για μια στιγμή την κόκκινη μπλούζα με την κουκούλα να πλέει σαν ασώματη μέ­ σα στην αστραφτερή ομίχλη κι ύστερα χάθηκε κι αυτή. Έμεινε πά-


279

Το ΚΙΝΗΤΌ

λι μόνος με την ελάχιστη παρηγοριά ότι πήγαιναν βόρεια έτσι κι αλλιώς και ότι είχαν πάρει άλλη μια μέρα χάρη. Που σήμαινε ότι δεν υπήρχε λόγος να φυλάξουν σκοπιά. Αποφάσισε να πάει για ύ­ πνο και ν' αφήσει και τους άλλους να κοιμηθούν όσο ήθελαν. 4 Ο Τζόρνταν ξύπνησε και ήταν καλά στα μυαλά του, αλλά έχοντας χάσει όλη εκείνη τη νευρική ζωντάνια και ευθυμία. Μασουλώντας ένα κουλούρι σκληρό σαν πέτρα άκουγε σχεδόν με απάθεια τον Κλέι να διηγείται την πρωινή συνάντηση του με τον Κουρελιάρη. Όταν τελείωσε ο Κλέι, ο Τζόρνταν έπιασε τον οδικό άτλαντα και, αφού συμβουλεύτηκε τα περιεχόμενα πίσω, τον άνοιξε στη σελίδα του δυτικού Μέιν. «Εδώ», είπε δείχνοντας μια μικρή πόλη πάνω από το Φράιμπεργκ. «Εδώ είναι το Κάσουακ, ανατολικά, κι εδώ το Λιτλ Κάσουακ στα δυτικά, σχεδόν πάνω στο σύνορο των Πολι­ τειών του Μέιν και του Νιου Χαμσάιρ. Το θυμήθηκα το όνομα. Α­ πό τη λίμνη». Χτύπησε με το δάχτυλο του το σημείο στο χάρτη. «Είναι σχεδόν ίση με τη Σεμπάγκο». Η Άλις έσκυψε πιο κοντά για να διαβάσει το όνομα της λίμνης. «Κασ... Κασουακάμακ, νομίζω πως γράφει». «Υπάρχει εδώ μια περιοχή που δεν είναι ενταγμένη σε σχέδιο και λέγεται Τι-Αρ-90», είπε ο Τζόρνταν. Χτύπησε με το δάχτυλο του και αυτό το σημείο στο χάρτη. «Έτσι και το ξέρεις αυτό, το Κάσουακ Ίσον Όχι Τηλ είναι αίνιγμα για χαζούς, δε συμφωνείτε;» «Είναι νεκρή ζώνη, σωστά;» είπε ο Τομ. «Ούτε κεραίες κινη­ τής τηλεφωνίας ούτε πυλώνες μικροκυμάτων». Ο Τζόρνταν του χάρισε ένα αχνό χαμόγελο. «Αρκετοί κάτοι­ κοι θα έχουν δορυφορικά πιάτα, φαντάζομαι, αλλά κατά τα άλλα... μπίνγκο!» «Εγώ δεν το πιάνω», είπε η Άλις. «Γιατί να θέλουν να μας στείλουν σε μια ζώνη ελεύθερη από κινητά, όπου λίγο πολύ δεν κινδυνεύει κανείς;» «Θα μπορούσες κάλλιστα να ρωτήσεις γιατί μας άφησαν αρχι­ κά να ζήσουμε», της είπε ο Τομ. «Ίσως να θέλουν να μας μετατρέψουν σε ζωντανούς τηλεκα-


280

STEPHEN KING

τευθυνόμενους πυραύλους και να μας χρησιμοποιήσουν για να βομβαρδίσουν αυτό ειδικά το σημείο», είπε ο Τζόρνταν. «Να ξε­ φορτωθούν και εμάς και αυτούς. Μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια». Το σκέφτηκαν για λίγο όλοι χωρίς να μιλάνε. «Πάμε και βλέπουμε», είπε η Αλις, «αλλά εγώ δεν πρόκειται να βομβαρδίσω κανέναν». Ο Τζόρνταν την κοίταξε με βλοσυρό ύφος. «Είδες τι έκαναν στο Διευθυντή. Αν φτάσουν ως εκεί τα πράγματα, νομίζεις πως θα έχεις επιλογή;» 5 Υπήρχαν ακόμη παπούτσια στα περισσότερα κατώφλια απέναντι από την πύλη με τις δύο πέτρινες κολόνες της Ακαδημίας του Γκέιτεν, αλλά οι πόρτες αυτών των όμορφων σπιτιών ή ήταν ανοι­ χτές ή σπασμένες από τους μεντεσέδες τους. Κάποιοι από τους νε­ κρούς που είδαν να κείτονται πάνω στις πρασιές όταν ξανάρχισαν την πορεία προς το βορρά ήταν τρελοί των κινητών, αλλά οι πε­ ρισσότεροι ήταν αθώοι πρόσφυγες που έτυχε να βρεθούν σε λάθος τόπο, λάθος στιγμή. Ήταν αυτοί που δεν φορούσαν παπούτσια, αν και δεν χρειαζόταν να κοιτάξεις τα πόδια τους για να τους ξεχωρί­ σεις. Τα πιο πολλά από αυτά τα αθώα θύματα είχαν κυριολεκτικά ξεσκιστεί σε κομμάτια. Λίγο παρακάτω από τη σχολή, όπου η Ακάντεμι Άβενιου γινό­ ταν και πάλι Οδός 102, είχε γίνει πραγματικό μακελειό και στις δυο πλευρές του δρόμου σε μήκος περίπου ενός χιλιομέτρου. Η Άλις περπατούσε με τα μάτια ερμητικά κλειστά και την οδηγούσε ο Τομ σαν να ήταν τυφλή. Ο Κλέι προσφέρθηκε να κάνει το ίδιο για τον Τζόρνταν, αλλά εκείνος αρνήθηκε και συνέχισε να βαδίζει σταθερά πάνω στην κεντρική διαχωριστική γραμμή -ένα λιγνό α­ γόρι μ' ένα σακίδιο στην πλάτη και ένα θύσανο από καστανά σγουρά μαλλιά στο κεφάλι του. Μετά από μερικές επιφανειακές σκόρπιες ματιές δεξιά και αριστερά, στύλωσε μόνιμα το βλέμμα στα παπούτσια του. «Είναι εκατοντάδες», είπε σε κάποια στιγμή ο Τομ. Η ώρα ή­ ταν οχτώ και είχε σκοτεινιάσει εντελώς, αλλά και πάλι έβλεπαν


To KΙΝHTO

281

πολύ περισσότερα απ' όσα θα ήθελαν. Κουλουριασμένο γύρω από την πινακίδα του ΣΤΟΠ, στη γωνία Ακάντεμι και Σπόφορντ, ήταν ένα κορίτσι με κόκκινο παντελόνι και μπλε ριγέ ναυτική μπλούζα. Δεν έδειχνε πάνω από εννιά χρονών και δεν φορούσε παπούτσια. Είκοσι μέτρα πιο πίσω έστεκε ορθάνοιχτη η πόρτα του σπιτιού απ' όπου πρέπει να την είχαν σύρει. «Εκατοντάδες». «Ίσως δεν είναι τόσο πολλοί», είπε ο Κλέι. «Κάποιοι από το εί­ δος μας ήταν οπλισμένοι. Σκότωσαν αρκετά απ' αυτά τα καθάρ­ ματα. Μαχαίρωσαν και αρκετούς. Είδα μέχρι και έναν με ένα βέ­ λος να βγαίνει από το...» «Εμείς το προκαλέσαμε αυτό», είπε ο Τομ. «Νομίζεις ότι υπάρ­ χει ακόμα το είδος μας;» Την απάντηση σ' αυτό το ερώτημα την πήραν τέσσερις ώρες αργότερα, όταν έκαναν στάση για γεύμα σε ένα πάρκινγκ του αυ­ τοκινητόδρομου με πανοραμική θέα. Στο μεταξύ είχαν μπει στην Οδό 156 και, σύμφωνα με την πινακίδα, η πανοραμική θέα αφο­ ρούσε το Ιστορικό Φλιντ Χιλ στα δυτικά. Ο Κλέι υπέθεσε ότι το τοπίο θα ήταν σίγουρα γραφικό, αρκεί να έπαιρνες εδώ το γεύμα σου το μεσημέρι και όχι τα μεσάνυχτα, με μόνο φως δυο φαναρά­ κια γκαζιού πάνω σε ένα από τα ξύλινα τραπέζια για πικνίκ. Είχαν φτάσει στο επιδόρπιο -μπαγιάτικα γεμιστά μπισκότα- ό­ ταν μια συντροφιά έξι ατόμων, μεσήλικες όλοι τους, εμφανίστηκε στο δρόμο. Τρεις από αυτούς έσπρωχναν καρότσια του σούπερ μάρκετ γεμάτα τρόφιμα και εφόδια και όλοι τους ήταν οπλισμένοι. Ήταν οι πρώτοι ταξιδιώτες που συναντούσαν από την ώρα που εί­ χαν ξεκινήσει. «Ε!» τους φώναξε ο Τομ και κούνησε το χέρι του. «Έχει και δεύτερο τραπέζι εδώ, αν θέλετε να κάνετε μια στάση!» Στράφηκαν όλοι. Η μεγαλύτερη σε ηλικία από τις δύο γυναίκες της συντροφιάς, ο τύπος της καλής γιαγιάς, με απαλά κάτασπρα μαλλιά που έλαμπαν μέσα στη νύχτα, έκανε να σηκώσει το χέρι της να ανταποδώσει το χαιρετισμό. Και ξαφνικά σταμάτησε: «Αυτοί είναι», είπε ο ένας από τους άντρες και ήταν ξεκάθαρο το μίσος αλλά και ο φόβος στη φωνή του. «Η συμμορία του Γκέιτεν». «Στο διάβολο να πας, φίλε», φώναξε ένας άλλος. Συνέχισαν να περπατάνε, άνοιξαν μάλιστα και το βήμα τους, παρ' όλο που η για­ γιά με τα άσπρα μαλλιά πήγαινε κουτσαίνοντας και ο άντρας δί-


282

STEPHEN KING

πλα της χρειάστηκε να τη βοηθήσει για να κάνει το γύρο ενός Σουμπαρού που είχε σφηνώσει στον πίσω προφυλακτήρα ενός ε­ γκαταλειμμένου Σάτερν. Η Άλις πετάχτηκε πάνω ρίχνοντας ένα από τα φανάρια. Ο Κλέι την άρπαξε από το μπράτσο για να τη συγκρατήσει. «Μην ασχο­ λείσαι, φιλενάδα». Η Άλις τον αγνόησε. «Εμείς τουλάχιστον κάναμε κάτι!» ούρ­ λιαξε πίσω τους. «Εσείς τι κάνατε; Εσείς τι σκατά κάνατε;» «Να σου πω τι δεν κάναμε», της απάντησε ένας από τους ά­ ντρες. Η ομάδα είχε ήδη προσπεράσει τη στροφή του πάρκινγκ και κοίταζε πίσω του για να της μιλήσει. «Εμείς δε γίναμε αιτία να σκοτωθούν τόσοι νορμάλ. Είναι πολύ περισσότεροι αυτοί από μας, αν δεν το πρόσεξες...» «Βλακείες! Δεν ξέρετε αν είναι αλήθεια!» φώναξε ο Τζόρνταν. Ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε το αγόρι από την ώρα που είχαν βγει από τα όρια της πόλης του Γκέιτεν. «Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι», είπε ο άντρας, «αλλά αυτοί έχουν μεγάλη δύναμη και κάνουν ένα σωρό περίεργα. Αυτό σου το υπογράφω. Είπαν ότι θα μας αφήσουν ήσυχους, αρκεί εμείς ν' α­ φήσουμε ήσυχους αυτούς... και εσάς. Είπαμε εντάξει». «Αν πιστεύεις αυτά που σου λένε -ή που σου μεταφέρουν με τη σκέψη-, τότε είσαι ηλίθιος», είπε η Άλις. Ο άντρας τής γύρισε την πλάτη, σήκωσε το χέρι του στον αέ­ ρα, το κούνησε με έναν τρόπο που ήταν μισό άντε-γαμήσου και μισό άντε-γεια, και δεν της απάντησε. Οι τέσσερις παρακολούθησαν τη συντροφιά με τα καροτσάκια μέχρι που τους έχασαν από τα μάτια τους κι έπειτα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους πάνω από το ξύλινο τραπέζι, που ήταν χιλιοχαραγμένο από συνθήματα και αρχικά. «Λοιπόν, τώρα ξέρουμε», είπε ο Τομ. «Είμαστε περιθωριακοί». «Μπορεί και όχι, αν οι άνθρωποι των κινητών θέλουν να πάμε εκεί όπου πάνε και οι υπόλοιποι -πώς τους είπε;- νορμάλ», είπε ο Κλέι. «Ίσως να είμαστε κάτι άλλο». «Τι;» τον ρώτησε η Άλις. Ο Κλέι είχε μια ιδέα, αλλά δεν ήθελε να την εκφράσει εκείνη τη στιγμή. Όχι μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. «Προς το παρόν μ' εν-


283

Το ΚΙΝΗΤΌ

διαφέρει περισσότερο το Κεντ Ποντ», είπε. «Θέλω... είναι ανάγκη να δω αν μπορώ να βρω τη γυναίκα μου και το γιο μου». «Είναι μάλλον απίθανο να βρίσκονται ακόμη εκεί», του είπε ο Τομ, με τη γλυκιά, χαμηλή φωνή του. «Εννοώ, όπως και αν κατέ­ ληξαν, νορμάλ ή τρελαμένοι, σίγουρα θα μετακινήθηκαν από την πόλη». «Αν είναι καλά, θα μου έχουν αφήσει κάποιο μήνυμα στο σπί­ τι», είπε ο Κλέι. «Όπως και να 'χει, είναι ένα μέρος να πάω». Και μέχρι να φτάσει εκεί και να τελειώσει και μ' αυτό το κεφά­ λαιο, δεν θα έπρεπε να καθίσει να σκεφτεί γιατί ο Κουρελιάρης ή­ θελε να τους στείλει σε ένα μέρος ασφαλές, όταν οι άνθρωποι εδώ τους μισούσαν και τους φοβόνταν. Ή πώς γινόταν να είναι ασφαλές το Κάσουακ Οχ-Τιλ, εφόσον ήξεραν γι' αυτό οι άνθρωποι των κινητών. 6 Προχωρούσαν σιγά σιγά προς τα ανατολικά και την Οδό 19, ένα δρόμο που διέσχιζε τα σύνορα της Πολιτείας και θα τους έμπαζε στο Μέιν, αλλά δεν τα κατάφεραν να φτάσουν εκείνη τη νύχτα. Ό­ λοι οι δρόμοι σ' αυτή την περιοχή του Νιου Χαμσάιρ έμοιαζαν να περνάνε από το Ρότσεστερ και το Ρότσεστερ είχε γίνει στάχτη. Ο πυρήνας της πυρκαγιάς έκαιγε ακόμη, εκπέμποντας μια σχεδόν ραδιενεργή λάμψη. Ανέλαβε αρχηγός η Άλις και τους οδήγησε μέ­ σα από ένα μεγάλο ημικύκλιο παρακάμπτοντας τα πιο επικίνδυνα από τα καπνισμένα ερείπια. Αρκετές φορές είδαν το ΚΑΣΟΥΑΚ=ΟΧ-ΤΙΛ γραμμένο βιαστικά πάνω σε πεζοδρόμια και τοίχους· και μια φορά με σπρέι, σε ένα από τα γραμματοκιβώτια των Αμε­ ρικανικών Ταχυδρομείων. «Αυτό συνεπάγεται πρόστιμο ένα δισεκατομμύριο δολάρια και ισόβια στο Γκουαντάναμο Μπει», είπε ο Τομ με ένα μικρό χα­ μόγελο. Η παράκαμψη τους έβγαλε τελικά μέσα στο τεράστιο πάρκινγκ του Εμπορικού Κέντρου του Ρότσεστερ. Πολύ πριν φτάσουν εκεί είχαν αρχίσει να ακούν, υπερενισχυμένη από μεγάφωνα, την ανάλατη μουσική ενός τρίο τζαζ της Νιου Έιτζ, σε εκτελέσεις που ο


284

STEPHEΝ KING

Κλέι αποκαλούσε μουσική για ψώνια. Το πάρκινγκ ήταν πνιγμένο σε σωρούς σκουπιδιών που σάπιζαν όσα αυτοκίνητα είχαν απο­ μείνει ήταν βουλιαγμένα στα σκουπίδια ως το σασί. Το αεράκι που φυσούσε μετέφερε τη δυσωδία του τυμπανισμού και της σήψης των πτωμάτων. «Κάπου εδώ γύρω υπάρχει κοπάδι», σχολίασε ο Τομ. Ήταν στο νεκροταφείο, δίπλα στο εμπορικό κέντρο. Με βάση την πορεία τους, το παρέκαμπταν εντελώς πηγαίνοντας νότια και δυτικά, αλλά όταν βγήκαν από το πάρκινγκ του εμπορικού κέ­ ντρου το πλησίασαν αρκετά ώστε να διακρίνουν τα κόκκινα φω­ τάκια των «φορητών» ανάμεσα στα δέντρα. «Γιατί να μην τους ξεκάνουμε κι αυτούς;» πρότεινε ξαφνικά η Άλις με το που ξαναβγήκαν στη Νορθ Μέιν Στρητ. «Κάπου εδώ γύρω θα υπάρχει σίγουρα ένα βυτίο με προπάνιο». «Φύγαμε!» είπε ο Τζόρνταν. Σήκωσε τα δυο του χέρια σφιγμέ­ να σε γροθιές και τα κούνησε πάνω από το κεφάλι του, δείχνοντας ζωντανός για πρώτη φορά απ' όταν είχε αφήσει το Περίπτερο Τσίταμ. «Για το Διευθυντή!» «Νομίζω, όχι», είπε ο Τομ. «Φοβάσαι μήπως τσαντιστούν μαζί μας;» τον προκάλεσε ο Κλέι. Τον εξέπληξε και τον ίδιο που πήρε κατά κάποιον τρόπο θέ­ ση υπέρ της τρελής ιδέας της Άλις. Το να κάψουν άλλο ένα κοπάδι ήταν τρέλα, δεν υπήρχε αμφιβολία, κι όμως... Θα το έκανα ευχαρίστως, γιατί είναι η χειρότερη διασκευή του «Misty» που έχω ακούσει στη ζωή μου και μου τη βαράει να την α­ κούω, σκέφτηκε. «Όχι αυτό», είπε ο Τομ. Φαινόταν σκεφτικός. «Βλέπεις αυτόν το δρόμο εκεί κάτω;» Έδειχνε μια λεωφόρο που περνούσε ανάμε­ σα από το νεκροταφείο και το εμπορικό κέντρο. Ήταν γεμάτη ακι­ νητοποιημένα αυτοκίνητα. Σχεδόν όλα ήταν στραμμένα προς την αντίθετη κατεύθυνση από το εμπορικό κέντρο. Ο Κλέι εύκολα φα­ ντάστηκε όλα εκείνα τα αυτοκίνητα γεμάτα ανθρώπους που προ­ σπαθούσαν να γυρίσουν στα σπίτια τους μετά τον Παλμό. Ανθρώ­ πους που αγωνιούσαν να μάθουν τι συνέβαινε και αν οι οικογένει­ ες τους ήταν καλά. Σίγουρα θα είχαν πιάσει τα τηλέφωνα των αυ­ τοκινήτων τους ή τα κινητά τους χωρίς δεύτερη σκέψη. «Τι τρέχει μ' αυτόν το δρόμο;» ρώτησε τον Τομ.


285

Το ΚΙΝΗΤΌ

«Ας τον περπατήσουμε ως ένα σημείο», είπε ο Τομ. «Με πολ­ λή προσοχή». «Τι είδες, Τομ;» «Προτιμώ να μην το πω. Ίσως δεν είναι τίποτε. Μακριά από το πεζοδρόμιο. Μείνετε κάτω από τα δέντρα. Αυτή η συμφόρηση μπροστά είναι φοβερή. Θα υπάρχουν πτώματα». Υπήρχαν. Δεκάδες πτώματα επέστρεφαν σαπίζοντας στη μεγά­ λη αγκαλιά του σύμπαντος, πάνω στο κομμάτι της Τούμπλεϊ Στρητ που συνόρευε με το νεκροταφείο. Όταν έφτασαν στη δεντροστοιχία, το «Misty» είχε παραχωρήσει τη θέση του σε μια γλυκανάλατη διασκευή του «I Left My Heart in San Francisco». Φαίνονταν πάλι τα κόκκινα φωτάκια των «φορητών». Ξαφνικά, ο Κλέι είδε και κάτι άλλο και σταμάτησε. «Χριστέ μου», είπε ψιθυριστά. Ο Τομ κούνησε το κεφάλι του. «Τι είναι;» ψιθύρισε ο Τζόρνταν. «Τι;» Η Άλις δεν είπε τίποτε, αλλά ο Κλέι κατάλαβε ότι το είχε δει κι εκείνη, από την κατεύθυνση που είχε το βλέμμα της και από τον τρόπο που κρέμασαν απότομα οι ώμοι της. Υπήρχαν άντρες με καραμπίνες που στέκονταν φρουροί στην περιφέρεια του νεκροτα­ φείου. Ο Κλέι έπιασε το κεφάλι του Τζόρνταν, το γύρισε προς τη σωστή κατεύθυνση και είδε και τους ώμους του αγοριού να κα­ μπουριάζουν απότομα. «Πάμε να φύγουμε», ψιθύρισε ο Τζόρνταν. «Αυτή η μυρωδιά με αηδιάζει».

7 Στο Μέλροουζ Κόρνερ, γύρω στα δέκα χιλιόμετρα βόρεια του Ρότσεστερ (φαινόταν ακόμη η κόκκινη λάμψη να φουντώνει κάθε τόσο και να ξεθωριάζει μακριά στον ορίζοντα του νότου), βρήκαν άλλη μια περιοχή για πικνίκ δίπλα στον αυτοκινητόδρομο. Αυτή, εκτός από τραπέζια και πάγκους, είχε και μια μικρή πέτρινη ψη­ σταριά. Ο Κλέι, ο Τομ και ο Τζόρνταν μάζεψαν ξερόκλαδα από γύρω. Η Άλις, που καυχήθηκε ότι ήταν προσκοπίνα, απέδειξε τις ικανότητες της ανάβοντας τη μικρή φωτιά, όπου ζέσταναν τρεις μεγάλες κονσέρβες με «φασόλια για άστεγους», όπως τα ονόμασε


286

STEPHEN KING

η Άλις. Ενώ έτρωγαν πέρασαν δύο συντροφιές πεζοπόρων από το δρόμο. Και οι δύο κοίταξαν- ούτε ένας, από καμιά απ' τις δυο συ­ ντροφιές, δεν τους μίλησε, ούτε τους χαιρέτησε. Όταν χόρτασε λιγάκι ο λύκος στο στομάχι του, ο Κλέι είπε στον Τομ: «Και πώς τους είδες αυτούς τους τύπους από τόσο μακριά; Α­ πό το πάρκινγκ του εμπορικού κέντρου! Θα έπρεπε να σε λένε Αετομάτη!» Ο Τομ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Ήταν καθαρή τύχη. Συν η λάμψη του Ρότσεστερ. Ξέρεις, τα αναμμένα κάρβουνα;» Ο Κλέι ένευσε καταφατικά. Ήξερε. Όλοι ήξεραν τι εννοούσε ο Τομ. «Έτυχε να κοιτάξω προς το νεκροταφείο ακριβώς τη σωστή στιγμή και με τη σωστή γωνία και είδα την αναλαμπή στις κάννες των όπλων. Είπα στον εαυτό μου ότι δεν ήταν δυνατόν να είναι αυτό που νόμιζα πως ήταν, ότι μάλλον ήταν κάποιο συρματόπλεγ­ μα ή κάτι άλλο, αλλά...» Ο Τομ αναστέναξε, κοίταξε τα υπόλοιπα φασόλια του και τελικά τα έκανε στην άκρη. «Έτσι έγινε». «Ίσως ήταν τρελοί των κινητών», είπε ο Τζόρνταν χωρίς να το πιστεύει. Ο Κλέι το διέκρινε στη φωνή του. «Οι τρελοί των κινητών δεν κάνουν τη νυχτερινή βάρδια», είπε η Άλις. «Μπορεί να χρειάζονται λιγότερο ύπνο τώρα», είπε ο Τζόρ­ νταν. «Μπορεί να είναι μέρος του προγραμματισμού τους». Ακούγοντας τον να μιλάει μ' αυτό τον τρόπο, σάμπως οι άν­ θρωποι των κινητών να ήταν ένα είδος οργανικών υπολογιστών σε διαδικασία φόρτωσης κάποιου προγράμματος, ο Κλέι ανατρίχιασε. «Αυτοί δεν έχουν όπλα, Τζόρνταν», του είπε ο Τομ. «Δεν τα χρειάζονται». «Επομένως, τώρα έχουν κάποιους συνεργάτες που τους προσέ­ χουν ενώ ξεκουράζονται για να στρώσει το δερματάκι τους», είπε η Άλις. Πίσω από τον πικρό σαρκασμό, τα δάκρυα ήταν έτοιμα να ξεχειλίσουν. «Εύχομαι να σαπίσουν στην κόλαση». Ο Κλέι δεν είπε τίποτε. Σκέφτηκε την παρέα που είχαν συνα­ ντήσει αρκετές ώρες νωρίτερα, τους ηλικιωμένους με τα καρότσια του σούπερ μάρκετ, και θυμήθηκε το μίσος και το φόβο στη φωνή του άντρα που τους είχε αποκαλέσει συμμορία του Γκέιτεν. Λες και έλεγε η Συμμορία του Ντίλινγκερ, σκέφτηκε. Κι ύστερα: Δεν


287

Το ΚΙΝΗΤΌ

τους σκέφτομαι πια σαν τρελούς των κινητών, αλλά σαν ανθρώ­ πους των κινητών. Γιατί; Η σκέψη που ακολούθησε ήταν ακόμη πιο δυσάρεστη. Πότε ένας συνεργάτης του εχθρού παύει να είναι συνεργάτης του εχθρού; Η απάντηση ήταν, πίστευε, πως έπαυαν να θεωρούνται συνεργάτες του εχθρού όταν γίνονταν πλειοψηφία. Τότε, εκείνοι που δεν υπήρξαν συνεργάτες γίνονταν... Αν ήταν κανείς ρομαντικός, θα τους αποκαλούσε «περιθωρια­ κούς». Αν δεν ήταν, θα τους αποκαλούσε φυγάδες. Ή απλώς εγκληματίες. Συνέχισαν το δρόμο τους ως το χωριό Χεις Στέισον και διανυ­ κτέρευσαν για τη μέρα σε ένα σαράβαλο μοτέλ που λεγόταν ο Ά­ νεμος στα Πεύκα. Από κει φαινόταν ήδη η πινακίδα που έγραφε ΟΔΟΣ 19 - ΣΑΝΦΟΡΝΤ, KENT ΠΟΝΤ, ΜΠΕΡΓΟΥΙΚΣ 12 ΧΛΜ. Δεν άφησαν τα παπούτσια τους έξω από το κατώφλι του δωματίου που διάλεξε ο καθένας. Δεν χρειαζόταν πια. 8 Βρισκόταν πάλι μέσα σ' εκείνο το καταραμένο γήπεδο, ακίνητος πάνω σε μια εξέδρα στο κέντρο, και τον κοίταζαν όλοι. Πέρα στον ορίζοντα φαινόταν ο γιγάντιος μεταλλικός σκελετός του πυλώνα με το κόκκινο φωτάκι που αναβόσβηνε στην κορυφή. Το γήπεδο ήταν μεγαλύτερο κι από το Φόξμπορο. Οι φίλοι του στέκονταν κι αυτοί στη σειρά δίπλα του, αλλά τώρα δεν ήταν μόνοι τους. Παρό­ μοιες εξέδρες υπήρχαν κατά μήκος μιας μεγάλης ανοιχτής περιο­ χής. Στα αριστερά του Τομ στεκόταν μια νεαρή έγκυος που φο­ ρούσε ένα μπλουζάκι Χάρλεϊ-Ντάβιντσον με κομμένα τα μανίκια. Στα δεξιά του Κλέι ένας ηλικιωμένος κύριος -όχι ακριβώς συνο­ μήλικος του Διευθυντή αλλά σχεδόν- με γκρίζα μαλλιά πιασμένα αλογοουρά και μια τρομαγμένη έκφραση στο μακρύ, ευγενικό πρόσωπο του. Δίπλα του ήταν ένας νεαρός άντρας που φορούσε έ­ να στραπατσαρισμένο καπελάκι των Μαϊάμι Ντόλφινς. Ο Κλέι αναγνώρισε ανθρώπους ανάμεσα στα πλήθη, αλλά δεν ξαφνιάστηκε καθόλου -έτσι δεν γίνεται συνήθως στα όνειρα; Τη μια στιγμή βρίσκεσαι στριμωγμένος σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο


288

STEPHEN KING

με τη δασκάλα που είχες στην πρώτη δημοτικού· την επόμενη, χα­ ζεύεις τη θέα από την κορυφή του Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ, πα­ ρέα με τα τρία μέλη των Ντέστινι'ς Τσάιλντ. Οι Ντέστινι'ς Τσάιλντ δεν ήταν στο όνειρο του, αλλά ο Κλέι εί­ δε τον γυμνό νεαρό που κάρφωνε τον αέρα με δύο κεραίες αυτοκι­ νήτων (τώρα ντυμένο με φαρδύ χακί παντελόνι και άσπρο κοντο­ μάνικο), είδε τον τύπο με το μεγάλο σακίδιο που αποκαλούσε την Άλις μικρή κυρία, είδε και την καλή γιαγιά με τα άσπρα μαλλιά. Αυτή έδειξε τον Κλέι και τους υπόλοιπους που στέκονταν σχημα­ τίζοντας μια σειρά γύρω στα πενήντα μέτρα μήκος και είπε κάτι στη διπλανή της... η οποία ήταν, όπως διαπίστωσε χωρίς έκπληξη ο Κλέι, η έγκυος νύφη του κυρίου Σκότονι. Αυτή είναι η συμμορία του Γκέιτεν, είπε η καλή γιαγιά και η νύφη του κυρίου Σκότονι α­ νασήκωσε το πάνω χείλος της σ' έναν περιφρονητικό μορφασμό. Βοήθησε με! φώναξε η γυναίκα από την εξέδρα που στεκόταν δίπλα στον Τομ. Απευθυνόταν στη νύφη του κυρίου Σκότονι. Θέ­ λω κι εγώ να γεννήσω το μωρό μου, όπως κι εσύ! Βοήθησε με! Αυτό έπρεπε να το σκεφτείς πριν κάνεις ό,τι έκανες, της απάντη­ σε η έγκυος νύφη του κυρίου Σκότονι και ο Κλέι είδε, όπως και στο προηγούμενο όνειρο, ότι κανείς δεν μιλούσε με το στόμα. Ε­ πικοινωνούσαν με τηλεπάθεια. Ο Κουρελιάρης περνούσε μπροστά από τη γραμμή των παρα­ ταγμένων στην εξέδρα απλώνοντας το χέρι του πάνω από το κεφά­ λι του καθενός χωριστά. Το έκανε με τον ίδιο τρόπο που το είχε κάνει ο Τομ πάνω από τον τάφο του Διευθυντή: η παλάμη προς τον ουρανό, τα δάχτυλα λυγισμένα στις άκρες. Ο Κλέι είδε ένα με­ ταλλικό βραχιόλι να γυαλίζει γύρω από τον καρπό του Κουρελιά­ ρη, κάτι σαν τους βομβητές των γιατρών, και επίσης κατάλαβε ότι υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα -οι προβολείς του γηπέδου ήταν όλοι α­ ναμμένοι. Είδε και κάτι άλλο. Ο λόγος για τον οποίο ο Κουρελιά­ ρης μπορούσε να φτάνει πάνω από τα κεφάλια των παραταγμένων, ακόμη κι ενώ αυτοί στέκονταν πάνω σε εξέδρα, ήταν ότι δεν πα­ τούσε στο έδαφος. Ο Κουρελιάρης περπατούσε, αλλά στον αέρα. «Ecce homo —insanus», έλεγε. «Ecce femina -insana». Και κά­ θε φορά, το πλήθος ούρλιαζε «ΜΗΝ ΤΟΝ ΑΓΓΙΞΕΙΣ!» ή «ΜΗΝ ΤΗΝ ΑΓΓΙΞΕΙΣ!» όλοι με μια φωνή, και οι άνθρωποι των κινητών


289

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

και οι νορμάλ. Γιατί τώρα δεν υπήρχε καμιά διαφορά. Στα μάτια του Κλέι ήταν όλοι ίδιοι. 9 Ξύπνησε αργά το απόγευμα, κουλουριασμένος σε εμβρυϊκή στά­ ση, σφίγγοντας το λεπτό μαξιλάρι του μοτέλ. Βγήκε από το δωμά­ τιο του και είδε την Άλις και τον Τζόρνταν να κάθονται στο ρεί­ θρο ανάμεσα στο πάρκινγκ και τα δωμάτια. Η Άλις είχε αγκαλιά­ σει τον Τζόρνταν από τους ώμους και το αγόρι ακουμπούσε το κε­ φάλι του στον ώμο της και είχε περάσει το χέρι του γύρω από τη μέση της. Τα μαλλιά του στέκονταν όρθια στο πίσω μέρος. Ο Κλέι πήγε κοντά τους. Πιο κάτω, ο αυτοκινητόδρομος που οδηγούσε στην Οδό 19 και στο Μέιν ήταν άδειος, εκτός από μια τρακαρι­ σμένη μοτοσικλέτα και ένα φορτηγάκι της FedEx που ήταν παρα­ τημένο πάνω στη διαχωριστική γραμμή με ανοιχτές τις πίσω πόρ­ τες της καρότσας. Ο Κλέι κάθισε δίπλα στα δυο παιδιά. «Είδατε...» «Ecce puer, insanus», είπε ο Τζόρνταν χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του από τον ώμο της Άλις. «Εγώ είμαι αυτός». «Κι εγώ είμαι η femina», είπε η Άλις. «Κλέι, υπάρχει κανένα τεράστιο ποδοσφαιρικό γήπεδο στο Κάσουακ; Γιατί, αν υπάρχει, εγώ δεν το πλησιάζω». Πίσω τους ακούστηκε μια πόρτα να κλείνει. Βήματα που πλη­ σίασαν. «Ούτε κι εγώ», είπε ο Τομ και κάθισε δίπλα τους. «Έχω κάποια ζητήματα, πρώτος εγώ το παραδέχομαι, αλλά αυτοκτονι­ κός δεν είμαι». «Χωρίς να είμαι σίγουρος, νομίζω πως το μόνο που υπάρχει ε­ κεί πάνω είναι ένα δημοτικό σχολείο», είπε ο Κλέι. «Τα παιδιά του γυμνασίου πηγαίνουν με λεωφορείο στην κοντινή πόλη». «Είναι στάδιο σε εικονική πραγματικότητα», είπε ο Τζόρνταν. «Ε;» έκανε ο Τομ. «Εννοείς, όπως στα παιχνίδια στον υπολο­ γιστή;» «Εννοώ, όπως στον υπολογιστή». Ο Τζόρνταν σήκωσε το κε­ φάλι του, αλλά συνέχισε να κοιτάζει μπροστά, τον έρημο δρόμο που οδηγούσε στο Στάνφορντ, στα Μπέργουικς και στο Κεντ Ποντ.


290

STEPHEN KING

«Δε με νοιάζει αυτό, ούτε που σκοτίστηκα. Αν δε7 κάνει να μας αγγίξουν -οι άνθρωποι των κινητών, οι νορμάλ άνθρωποι—, ποιος θα μας αγγίξει;» Ο Κλέι δεν είχε ξαναδεί τόσο πόνο σε μάτια ανή­ λικου παιδιού. «Ποιος;» Κανένας δεν απάντησε. «Θα μας αγγίξει ο Κουρελιάρης;» συνέχισε ο Τζόρνταν και η φωνή του υψώθηκε κατά έναν δυο τόνους. «Θα μας αγγίξει μόνο ο Κουρελιάρης; Μπορεί. Γιατί αυτός μας παρακολουθεί, τον νιώ­ θω που παρακολουθεί». «Υπερβάλλεις, Τζόρνταν», είπε ο Κλέι, αλλά η ιδέα του αγο­ ριού είχε μια περίεργη λογική. Αν τους είχε σταλεί ένα κοινό όνει­ ρο -το όνειρο με τις εξέδρες-, τότε, ίσως εκείνος τους παρακολου­ θούσε. Δεν μπορείς να στείλεις γράμμα αν δεν έχεις τη διεύθυνση. «Δε θέλω να πάω στο Κάσουακ», είπε η Άλις. «Δε μ' ενδιαφέ­ ρει αν είναι ζώνη ελεύθερη από κινητά. Καλύτερα να πάω... στο Άινταχο». «Εγώ θα πάω στο Κεντ Ποντ πριν πάω στο Κάσουακ ή στο Άι­ νταχο, ή οπουδήποτε», είπε ο Κλέι. «Θα φτάσω με δυο νύχτες περπάτημα. Μακάρι να ερχόσαστε κι εσείς, παιδιά, αλλά δε θέλε­ τε, ή δεν μπορείτε, καταλαβαίνω». «Ο άνθρωπος θέλει να κλείσει ένα κεφάλαιο», είπε ο Τομ στους άλλους. «Ας το κλείσουμε. Και μετά, βλέπουμε τι θα κά­ νουμε. Εκτός αν έχει κανείς καμιά καλύτερη ιδέα». Κανείς δεν είχε. 10 Συχνά η Οδός 19 ήταν άδεια και προς τα δύο ρεύματα κυκλοφο­ ρίας, κατά διαστήματα που έφταναν μέχρι και το μισό χιλιόμετρο, κι αυτό ενθάρρυνε τους «γκαζάκηδες». Ήταν το όνομα που χρησι­ μοποιούσε ο Τζόρνταν για τους απερίσκεπτους αλήτες που τους προσπερνούσαν τρέχοντας με μεγάλη ταχύτητα, συνήθως στη μέ­ ση του δρόμου και με αναμμένους τους μεγάλους προβολείς του αυτοκινήτου. Ο Κλέι και οι άλλοι έβλεπαν από μακριά τα φώτα να έρχονται και έτρεχαν γρήγορα στην άκρη του δρόμου, έξω και από τη βοη-


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

291

θητική λωρίδα, μέσα στους θάμνους και τα αγριόχορτα, ειδικά ό­ ταν είχαν εντοπίσει μπροστά σταματημένα ή τρακαρισμένα οχή­ ματα. Αυτά ο Τζόρνταν τα αποκαλούσε «βραχάκια για γκαζάκηδες». Ο «γκαζάκιας» στο τιμόνι κατέβαινε το δρόμο με χίλια και μ' αυτούς που ήταν μέσα να τσιρίζουν ενθουσιασμένοι (και σχε­ δόν σίγουρα πιωμένοι). Αν υπήρχε μόνο ένα εμπόδιο, ένα μικρό «βραχάκι» μπροστά, ο οδηγός συνήθως επέλεγε να το παρακάμ­ ψει. Όταν ο δρόμος ήταν εντελώς μπλοκαρισμένος, και πάλι μπο­ ρεί να επέλεγε να προσπεράσει από γύρω, βγαίνοντας από το οδό­ στρωμα, αλλά συνήθως τόσο αυτός όσο και οι επιβάτες του θα πα­ ρατούσαν το όχημα τους επιτόπου και θα συνέχιζαν με τα πόδια μέχρι να βρουν κάποιο άλλο κατάλληλο όχημα για να «γκαζώ­ σουν» -με άλλα λόγια, κάτι πολύ γρήγορο που θα τους έφτιαχνε. Ο Κλέι φανταζόταν την πορεία των «γκαζάκηδων» σαν μια σειρά από απανωτές μαλακίες... αφού μαλάκες ήταν έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι «γκαζάκηδες», αλλά ήταν και μεγάλος μπελάς σε έ­ ναν κόσμο που είχε γίνει ένας μεγάλος μπελάς. Ο Γκάνερ δεν απο­ τελούσε εξαίρεση. Ήταν ο τέταρτος «γκαζάκιας» εκείνη την πρώτη νύχτα τους στην Οδό 19 και τους εντόπισε να στέκονται στην άκρη του δρό­ μου όταν τους έλουσαν οι προβολείς του αυτοκινήτου του. Εντό­ πισε την Άλις. Έβγαλε το κεφάλι του από το ανοιχτό παράθυρο, με τα μαύρα μακριά μαλλιά του να ανεμίζουν προς τα πίσω, και της φώναξε «Πάρε μου μια πίπα, πουτανάκι!» καθώς περνούσε από μπροστά τους σαν βολίδα με μια Κάντιλακ Εσκαλέιντ. Οι συνεπι­ βάτες του ζητωκραύγαζαν και κουνούσαν τα χέρια από τα παρά­ θυρα. Κάποιος φώναξε «Κι εμένα!» κι ακούστηκε σαν κραυγή α­ πόλυτης έκστασης με προφορά Νότιας Βοστόνης. «Ευγενέστατοι», ήταν το μόνο σχόλιο της Άλις. «Μερικοί άνθρωποι δεν έχουν...» άρχισε να λέει ο Τομ, αλλά πριν προλάβει να τους πει τι δεν είχαν μερικοί άνθρωποι, άκουσαν στρίγκλισμα ελαστικών από το σκοτάδι μπροστά τους, που το ακο­ λούθησε ένα δυνατό υπόκωφο μπαμ και ήχος γυαλιού που σπάει. «Χριστέ μου -γαμώτο!» είπε ο Κλέι κι άρχισε να τρέχει. Πριν κάνει ούτε είκοσι μέτρα, τον προσπέρασε σαν βολίδα η Άλις. «Στά­ σου, μπορεί να είναι επικίνδυνοι!» της φώναξε. Η Άλις σήκωσε ένα από τα αυτόματα πιστόλια για να το δει ο


292

STEPHEN KING

Κλέι και συνέχισε να τρέχει. Σύντομα τον άφησε τόσο πίσω που ήταν αδύνατον να τη φτάσει. Ο Τομ και ο Τζόρνταν πρόφτασαν τον Κλέι με κομμένη ιην α­ νάσα. Ο Τζόρνταν, που έτρεχε δίπλα του, αγκομαχούσε με κάθε βήμα. «Και... τι θα... κάνουμε... αν είναι βαριά... χτυπημένοι;» ρώτη­ σε ο Τομ. «Θα καλέσουμε... ασθενοφόρο;» «Δεν ξέρω», είπε ο Κλέι, αλλά σκέφτηκε πώς είχε σηκώσει η Άλις το αυτόματο ψηλά. Ήξερε. 11 Έφτασαν την Άλις μετά τη στροφή του αυτοκινητόδρομου. Στεκό­ ταν στο πίσω μέρος της Κάντιλακ. Το αυτοκίνητο ήταν πλαγια­ σμένο και οι αερόσακοι είχαν σκάσει. Δεν ήταν δύσκολο να δει κανείς τις λεπτομέρειες του ατυχήματος. Η Κάντιλακ είχε βγει με μεγάλη ταχύτητα από την κλειστή στροφή και είχε βρεθεί αντιμέ­ τωπη με ένα βυτίο μεταφοράς γάλακτος παρατημένο στη μέση του δρόμου. Ο οδηγός της, μαλάκας ή όχι, είχε καταφέρει πολύ καλά να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση. Τώρα έκανε κύκλους γύρω από το στραπατσαρισμένο αυτοκίνητο διώχνοντας τα μαλλιά του που του έπεφταν συνεχώς στο πρόσωπο. Αίμα έτρεχε από τη μύτη του κι από ένα βαθύ τραύμα στο μέτωπο. Ο Κλέι πλησίασε την Κάντιλακ με τις σόλες των αθλητικών παπουτσιών του να τρίζουν πάνω σε θρυμματισμένα κρύσταλλα και κοίταξε μέσα στο αυτοκί­ νητο. Ήταν άδειο. Φώτισε το εσωτερικό με το φακό του και είδε αίματα μόνο στο τιμόνι, πουθενά αλλού. Οι επιβάτες ήταν αρκετά καλά ώστε να πεταχτούν από το τρακαρισμένο αυτοκίνητο και να την κοπανήσουν από αντανακλαστική αντίδραση, το πιθανότερο. Εκτός από έναν. Αυτός που είχε μείνει στο πλευρό του οδηγού ή­ ταν ένας κακορίζικος δεκαοχτάχρονος, με έντονα σημάδια από ακ­ μή, πεταχτά δόντια και μακριά, άλουστα κόκκινα μαλλιά. Η ακα­ τάσχετη φλυαρία του θύμισε στον Κλέι το σκυλάκι που είχε για είδωλο του τον Σπάικ, στη γνωστή σειρά κινουμένων σχεδίων. «'σαι 'ντάξει, Γκάνα;» ρωτούσε. Ο Κλέι υπέθεσε πως έτσι πρόφερε κανείς το «Γκάνερ» στα νότια βοστονέζικα. «Σκατά! Έ-


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

293

χεις αίματα, μεγάλε! Το κέρατο μου, νόμισα ότι σκοτωθήκαμε». Κι ύστερα στον Κλέι: «Εσύ τι σκατά κοιτάς;» «Βούλωσ' το», του είπε ο Κλέι -και, με δεδομένες τις περιστά­ σεις, μάλλον ευγενικά. Ο κοκκινομάλλης έδειξε τον Κλέι και στράφηκε στο φίλο του που αιμορραγούσε από τη μύτη. «Είναι ένας απ' αυτούς, Γκάνα! Είναι συμμορία!» «Βούλωσ' το, Χάρολντ», είπε ο Γκάνερ. Καθόλου ευγενικά. Ύστερα κοίταξε τον Κλέι, τον Τομ, την Άλις και τον Τζόρνταν. «Να σου βάλω κάτι στο μέτωπο», του είπε η Άλις. Είχε ξανα­ βάλει το όπλο της στη θήκη, είχε ξεκρεμάσει από τους ώμους της το σακίδιο και ψαχούλευε στο εσωτερικό του. «Έχω τσιρότα και γάζες. Έχω και οξυζενέ, που θα σε τσούξει λιγάκι, αλλά καλύτερα λίγο τσούξιμο παρά μια μόλυνση, έτσι;» «Με δεδομένο το πώς σε αποκάλεσε ο κύριος από δω περνώ­ ντας, είσαι καλύτερη χριστιανή ακόμη κι από εμένα στα νιάτα μου», είπε ο Τομ. Είχε ξεκρεμάσει από τον ώμο του το αυτόματο τουφέκι και το κρατούσε από το λουρί του κοιτώντας σταθερά τον Γκάνερ και τον Χάρολντ. Ο Γκάνερ πρέπει να ήταν γύρω στα είκοσι πέντε. Τα μακριά μαλλιά του που θύμιζαν τραγουδιστή της ροκ είχαν μουσκέψει στο αίμα. Κοίταξε το βυτίο, ύστερα την Κάντιλακ και τέλος την Άλις, που κρατούσε στο ένα χέρι μια γάζα και στο άλλο ένα μπου­ καλάκι οξυζενέ. «Ο Τόμι κι ο Φρίτο κι ο τύπος που σκάλιζε όλη την ώρα τη μύ­ τη του την κοπάνησαν», έλεγε ο κοκκινομάλλης καλικάντζαρος. Φούσκωσε το δείγμα στήθους που διέθετε. «Εγώ όμως, βράχος! Ε, Γκάνα; Το κέρατο μου, τρέχει πολύ αίμα, μεγάλε!» Η Άλις μούσκεψε με οξυζενέ τη γάζα και έκανε ένα βήμα προς το μέρος του Γκάνερ. Εκείνος έκανε αυτόματα ένα βήμα πίσω. «Μη με πλησιάζεις. Είσαι σκέτο δηλητήριο». «Είναι αυτοί!» τσίριξε ο κοκκινομάλλης. «Αυτοί από τα όνει­ ρα! Τι σου έλεγα;» «Μην πλησιάζεις», είπε ο Γκάνερ. «Γαμημένο παλιοθήλυκο. Μακριά. Όλοι σας». Ο Κλέι αισθάνθηκε μια τρελή επιθυμία να τον πυροβολήσει και δεν απόρησε γι' αυτό. Ο Γκάνερ έμοιαζε και αντιδρούσε σαν


294

STEPHEN KING

επικίνδυνο σκυλί που έχει στριμωχτεί στη γωνία και γυμνώνει τα δόντια, έτοιμο να δαγκώσει -και τι κάνει κανείς με τα αγριεμένα σκυλιά, όταν δεν υπάρχει άλλος τρόπος; Τα πυροβολεί και τα σκο­ τώνει. Φυσικά, σ' αυτή την περίπτωση υπήρχε κι άλλος τρόπος. Κι αφού η Άλις ήταν ικανή να φερθεί σαν καλή Σαμαρείτισσα στο ρεμάλι που την είχε αποκαλέσει «πουτανάκι», υπέθετε ότι θα μπο­ ρούσε κι αυτός να συγκρατηθεί και να μην τον σκοτώσει σαν σκυ­ λί. Άλλωστε, υπήρχε κάτι που ήθελε να μάθει προτού αφήσουν τους δυο νεαρούς ιππότες να συνεχίσουν το δρόμο τους. «Αυτά τα όνειρα», είπε. «Έχετε... υπάρχει... δεν ξέρω... κάτι, σαν πνεύμα-οδηγός στα όνειρα σας; Ένας τύπος με κόκκινη μπλούζα με κουκούλα μήπως;» Ο Γκάνερ ανασήκωσε τους ώμους του. Έσκισε μια λωρίδα από το πουκάμισο του και σφούγγισε μ' αυτή τα αίματα από τη μύτη του. Είχε αρχίσει να συνέρχεται κάπως, να καταλαβαίνει τι ακρι­ βώς είχε συμβεί. «Ναι, ο Χάρβαρντ. Ε, Χάρολντ;» Ο κοκκινομάλλης κούνησε ζωηρά το κεφάλι του. «Ναι, ο Χάρ­ βαρντ. Ο μαύρος με την κόκκινη μπλούζα. Αλλά δεν είναι όνειρα. Άμα δεν ξέρετε, δεν κάνει να σας το πω. Είναι εκπομπές. Μεταδό­ σεις στον ύπνο μας. Αν δεν τις πιάνετε, είναι επειδή εσείς είστε σκέτο δηλητήριο. Ε, Γκάνερ;» «Τα σκατώσατε πολύ άσχημα, μάγκες», είπε ο Γκάνερ με βα­ ριά φωνή και σκούπισε το μέτωπο του με το πανί. «Μη μας αγγί­ ξετε». «Εμείς θα έχουμε το δικό μας μέρος», είπε ο Χάρολντ. «Έτσι δεν είναι, Γκάνα; Πάνω στο Μέιν, άμα θέλεις να ξέρεις. Όποιος δεν άρπαξε τον Παλμό, θα πάει να μείνει εκεί και οι άλλοι θα μας αφήσουν ήσυχους. Θα κυνηγάμε, θα ψαρεύουμε, θα ζούμε από τη γη. Ο Χάρβαρντ το λέει». «Κι εσύ τον πιστεύεις;» ρώτησε η Άλις, κατάπληκτη. Ο Γκάνερ της κούνησε απειλητικά το δάχτυλο του, που έτρεμε ελαφρά. «Κλείσε το στόμα σου, βρομοθήλυκο». «Εσύ να κλείσεις το δικό σου», του είπε ο Τζόρνταν. «Εμείς έ­ χουμε τα όπλα». «Καλύτερα να μην το σκεφτείς να μας ρίξεις!» είπε ο Χάρολντ με στριγκή, διαπεραστική φωνή. «Ξέρεις τι θα σου κάνει ο Χάρ­ βαρντ έτσι και μας ρίξεις, κωλόπαιδο;»


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

295

«Τίποτα», είπε ο Κλέι. «Δεν ξε...» άρχισε ο Γκάνερ, αλλά πριν προλάβει να πει τίποτε άλλο, ο Κλέι έκανε ένα βήμα μπροστά και τον χτύπησε στο σαγό­ νι με το 45άρι της Μπεθ Νίκερσον. Το σκόπευτρο στην άκρη της κάννης άνοιξε μια καινούρια κοψιά στο πρόσωπο του Γκάνερ, αλ­ λά ο Κλέι σκέφτηκε ότι ίσως αυτό να αποδεικνυόταν τελικά πολύ πιο αποτελεσματικό γιατρικό από το οξυζενέ που είχε αρνηθεί ο Γκάνερ. Έκανε λάθος. Ο Γκάνερ έπεσε προς τα πίσω, πάνω στο σταματημένο φορτη­ γό, και κοίταξε τον Κλέι με μάτια ορθάνοιχτα από κατάπληξη. Ο Χάρολντ έκανε αυθόρμητα ένα βήμα εμπρός. Ο Τομ σήκωσε το αυτόματο τουφέκι και τον σημάδεψε κουνώντας του μια φορά το κεφάλι, απαγορευτικά. Ο Χάρολντ μαζεύτηκε ξανά κι άρχισε να μασάει νευρικά τις άκρες των βρόμικων νυχιών του. Τα μάτια του, πάνω από το χέρι, ήταν ορθάνοιχτα και τρομαγμένα. «Φεύγουμε τώρα», είπε ο Κλέι. «Θα σας συμβούλευα να μεί­ νετε εδώ τουλάχιστον για μία ώρα ακόμα, γιατί, ειλικρινά, θα είναι καλύτερα για σας να μη συναντηθούμε ξανά. Σας κάνουμε δώρο τις ζωές σας. Αν σας ξαναδούμε, θα το πάρουμε πίσω». Οπισθοχώ­ ρησε προς τον Τομ και τους άλλους, με το βλέμμα του στυλωμένο στο κατάπληκτο, οργισμένο και καταματωμένο πρόσωπο του Γκά­ νερ. Αισθάνθηκε λίγο σαν τον παλιό θηριοδαμαστή, τον Φρανκ Μπακ, που προσπαθούσε να κάνει όλη τη δουλειά με τη δύναμη της θέλησης. «Ένα τελευταίο πράγμα. Δεν ξέρω γιατί οι άνθρωποι των κινητών θέλουν να μαζέψουν όλους τους νορμάλ στο Κάσουακ, αλλά ξέρω τι σημαίνει συνήθως το μάντρωμα για τα γελάδια. Σκεφτείτε το λιγάκι κι αυτό την επόμενη φορά που θα σας μετα­ δώσουν τη νυχτερινή εκπομπή για τα καλά του μαντριού». «Άντε γαμήσου», του είπε ο Γκάνερ, αλλά κατέβασε πρώτος τα μάτια του. «Έλα, Κλέι», είπε ο Τομ. «Πάμε να φύγουμε». «Φροντίστε να μη σας ξαναδούμε, Γκάνερ», είπε ο Κλέι. Αλλά τους είδαν.


296

STEPHEN KING

12 Ο Γκάνερ και ο Χάρολντ πρέπει να είχαν περάσει μπροστά τους με κάποιο τρόπο, ίσως παίρνοντας το ρίσκο να ταξιδέψουν και στη διάρκεια της μέρας, όταν ο Κλέι, ο Τομ, η Άλις και ο Τζόρνταν κοιμούνταν στο μοτέλ Στέιτ Λάιν, που βρισκόταν γύρω στα διακόσια μέτρα μετά τη συνοριακή γραμμή του Μέιν. Το ζευγάρι μπορεί να είχε κοιμηθεί στο πάρκινγκ Σάλμον Φολς του αυτοκινη­ τόδρομου, όπου ο Γκάνερ θα βρήκε το καινούριο μεταφορικό του ανάμεσα σε καμιά εικοσαριά οχήματα που ήταν εγκαταλειμμένα εκεί. Δεν είχε πραγματική σημασία. Εκείνο που είχε σημασία ήταν ότι οι δύο αλήτες πέρασαν μπροστά, τους περίμεναν να φτάσουν και τότε χτύπησαν. Ο Κλέι ούτε που άκουσε το μουγκρητό μηχανής αυτοκινήτου που πλησίαζε ή το σχόλιο του Τζόρνταν -κι άλλος «γκαζάκιας». Πατούσε επιτέλους το χώμα της πατρίδας και με κάθε γνώριμο σημάδι του δρόμου που προσπερνούσαν -το Εκτροφείο Αστακών Φρενό, τρία χιλιόμετρα από το μοτέλ Στέιτ Λάιν, τα Νόστιμα Κα­ τεψυγμένα του Σέικι απέναντι, το άγαλμα του στρατηγού Τζόσουα Τσάμπερλεν στη μικρή πλατεία του Τέρνμπουλ- ένιωθε όλο και πιο πολύ σαν να ζούσε μέσα σε όνειρο. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο λίγο ήλπιζε ότι θα έφτανε ποτέ ξανά στο σπίτι του, μέχρι που είδε τον μεγάλο πλαστικό σκούφο του μάγειρα πάνω στη στέγη του Σέικι -ήταν τόσο κοινό και τόσο εξωτικό συνάμα, σαν κομμά­ τι από εφιάλτη τρελού έτσι όπως φάνταζε με φόντο έναν ουρανό γεμάτο αστέρια. «Ο δρόμος είναι πολύ γεμάτος για κούρσα ταχύτητας», σχολία­ σε η Άλις. Τραβήχτηκαν στο πλάι του δρόμου και οι τέσσερις, με το που φάνηκαν οι προβολείς του αυτοκινήτου στην κορυφή της ομαλής ανηφόρας που είχαν αφήσει πίσω τους. Ένα ημιφορτηγό είχε ανα­ τραπεί πάνω στη διπλή γραμμή. Ο Κλέι σκέφτηκε ότι ήταν πιθανό να πέσει πάνω του το αυτοκίνητο που ερχόταν, αλλά τα φώτα έ­ στριψαν απότομα αριστερά αμέσως μόλις πρόβαλαν από την κο­ ρυφογραμμή του λόφου. Ο «γκαζάκιας» απέφυγε εύκολα το ημι­ φορτηγό βγαίνοντας στη βοηθητική λωρίδα για μερικά δευτερόλε-


ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

297

πτα, πριν ξαναμπεί στο δρόμο κι ανοίξει ταχύτητα. Αργότερα, ο Κλέι συμπέρανε ότι ο Γκάνερ και ο Χάρολντ πρέπει να είχαν ήδη δοκιμάσει αυτό το κομμάτι της πίστας, χαρτογραφώντας με προ­ σοχή τα εμπόδια. Είχαν σταθεί και παρακολουθούσαν το αυτοκίνητο περιμένο­ ντας να περάσει. Ο Κλέι ήταν ο πρώτος προς τη μεριά του αυτοκι­ νήτου και δίπλα του στεκόταν η Άλις. Στα αριστερά της ήταν ο Τομ και ο Τζόρνταν. Ο Τομ είχε αγκαλιάσει χαλαρά το αγόρι από τους ώμους. «Πω, πω, σφαίρα έρχεται», είπε ο Τζόρνταν. Καμιά νότα ανη­ συχίας στη φωνή του- ένα απλό σχόλιο. Ούτε ο Κλέι αισθάνθηκε καμιά ανησυχία. Κανένα κακό προαίσθημα για το τι θ' ακολου­ θούσε. Είχε ξεχάσει εντελώς τον Γκάνερ και τον Χάρολντ. Υπήρχε ένα αμάξι, κάποιο σπορ μοντέλο, MG ίσως, παρκαρι­ σμένο μισό έξω μισό πάνω στο δρόμο, καμιά δεκαπενταριά μέτρα δυτικά από το σημείο όπου στέκονταν οι τέσσερις. Ο Χάρολντ, που οδηγούσε το αυτοκίνητο, έκοψε απότομα το τιμόνι για να το αποφύγει. Μια μικρή στραβοτιμονιά, που ίσως έγινε αιτία να χάσει ο Γκάνερ το στόχο του. Ίσως και όχι. Ίσως ο στόχος του να μην ή­ ταν ο Κλέι. Ίσως την Άλις σκόπευε να χτυπήσει από την αρχή. Απόψε οι δύο αλήτες ταξίδευαν με μια κοινή Σεβρολέτ σεντάν. Ο Γκάνερ είχε γονατίσει πάνω στο πίσω κάθισμα, είχε βγει ο μι­ σός έξω από το παράθυρο και κρατούσε με τα δυο του χέρια ένα μισοκαμένο κούτσουρο γεμάτο ρόζους. Έβγαλε μια άναρθρη κραυγή, σαν κι αυτές στα μπαλόνια των κόμικς που σχεδίαζε ο Κλέι σαν ελεύθερος συνεργάτης διαφόρων περιοδικών -Γιαχχχχχχ!-, και πέταξε το ξύλο. Αυτό διέγραψε μια μικρή θανατηφό­ ρα τροχιά στο σκοτάδι και βρήκε την Άλις στο πλάι του κεφαλιού. Ο Κλέι δεν θα ξεχνούσε ποτέ τον ήχο της σύγκρουσης. Ο φακός που κρατούσε η Άλις, ο φακός που την έκανε εύκολο στόχο, όπως και τους υπόλοιπους, ξέφυγε από τα δάχτυλα της, που λύθηκαν α­ πότομα, και έπεσε κάτω ζωγραφίζοντας έναν φωτεινό κώνο πάνω στην άσφαλτο, όπου μέσα του φαίνονταν πετραδάκια και ένα κομ­ μάτι από το πίσω φανάρι αυτοκινήτου να λαμπυρίζει σαν ψεύτικο ρουμπίνι. Ο Κλέι γονάτισε δίπλα στην Άλις φωνάζοντας το όνομα της, αλλά δεν άκουγε καν την ίδια του τη φωνή μέσα στην ξαφνική έ-


298

STEPHEN KING

κρηξη του Σερ Σπίντι, του αυτόματου που επιτέλους δοκιμάστηκε. Η νύχτα φωτίστηκε από τις απανωτές αστραπές που ξερνούσε η κάννη και στις αναλαμπές τους ο Κλέι είδε αίμα να τρέχει στην α­ ριστερή πλευρά του προσώπου της Άλις —Θεέ μου, ΤΙ όμορφο πρό­ σωπο-, είδε αίμα να τρέχει ποτάμι. Ύστερα η ριπή σταμάτησε. Ο Τομ άρχισε να ουρλιάζει, «Η κάννη σηκώθηκε, αδύνατον να την κρατήσω κάτω, άδειασα όλο το γαμημένο το -γεμιστήρα στον ουρανό», και ταυτόχρονα ο Τζόρνταν ούρλιαζε, «Τι έπαθε; Τη χτύπησε; Είναι καλά;» και ο Κλέι σκέφτηκε πώς η Άλις είχε προσφερθεί να καθαρίσει με οξυζενέ την πλη­ γή στο μέτωπο του Γκάνερ και να την επιδέσει. Καλύτερα λίγο τσούξιμο, παρά μια μόλυνση, έτσι δεν είναι; είχε πει η Άλις και τώ­ ρα αυτός έπρεπε να σταματήσει αμέσως την αιμορραγία. Να το κάνει τώρα. Έσκισε το μπουφάν που φορούσε κι ύστερα τη μπλούζα από κάτω. Θα την τύλιγε σφιχτά γύρω από το κεφάλι της σαν τουρμπάνι. Το φως του φακού που ο Τομ έριχνε σαν τρελός από δω κι από κει έπεσε πάνω στο μισοκαμένο ξύλο και πάγωσε. Πάνω στο ξύλο ήταν κολλημένα μυαλά και τρίχες. Ο Τζόρνταν το είδε κι άρχισε να ουρλιάζει. Ο Κλέι, ασθμαίνοντας και λουσμένος στον ιδρώτα παρά το κρύο, τύλιγε γρήγορα την μπλούζα γύρω από το κεφάλι του κοριτσιού. Το αίμα τη μούσκεψε αμέσως. Τα χέρια του τα έ­ νιωθε σαν να φορούσε πολύ ζεστά, υγρά γάντια. Τώρα το φως του φακού που έριχνε γύρω του ο Τομ έπεσε πάνω στην Άλις, με το κε­ φάλι της τυλιγμένο σε μια μπλούζα μέχρι τη μύτη, να θυμίζει φω­ τογραφία αιχμαλώτου μουσουλμάνων εξτρεμιστών στο Ίντερνετ, με το μάγουλο της (ό,τι είχε απομείνει από το μάγουλο της) και το λαιμό βουτηγμένα στο αίμα, και άρχισε κι αυτός να ουρλιάζει. Βοηθήστε με, ήθελε να τους πει ο Κλέι. Σταματήστε κι οι δυο κι ελάτε να με βοηθήσετε. Αλλά η φωνή του δεν έβγαινε. Το μόνο που έκανε ήταν να πιέζει τη μουσκεμένη μπλούζα πάνω στο κεφά­ λι του κοριτσιού και να σκέφτεται ότι η Άλις είχε αίματα στο πρό­ σωπο της και όταν την πρωτογνώρισαν κι ήταν εντάξει τότε, δεν είχε τίποτε, ήταν εντάξει. Τα χέρια της τινάζονταν σπασμωδικά και τα δάχτυλα σήκωναν μικρά σιντριβάνια από χώμα. Ας της δώσει κάποιος το παπουτσάκι της, σκέφτηκε ο Κλέι, αλλά το παπουτσάκι ήταν μέσα στο σακίδιο


299

Το ΚΙΝΗΤΌ

της και η Άλις ήταν πεσμένη ανάσκελα. Χτυπημένη θανάσιμα στο κεφάλι από έναν αλήτη που είχε θελήσει να κλείσει ένα μικρό λο­ γαριασμό. Τώρα τινάζονταν και τα πόδια της και ο Κλέι ένιωθε α­ κόμη το αίμα της να αδειάζει, μέσα από την μπλούζα και πάνω στα χέρια του. Φτάσαμε, λοιπόν, στο τέλος του κόσμου, σκέφτηκε. Κοίταξε στον ουρανό και είδε τον αποσπερίτη. 13 Η Άλις δεν έπεσε σε κώμα, αλλά ούτε και ξαναβρήκε ποτέ κανονι­ κά τις αισθήσεις της. Ο Τομ κατάφερε να ελέγξει τον εαυτό του και βοήθησε να τη μεταφέρουν πάνω από το ανάχωμα του δρό­ μου. Εδώ υπήρχαν δέντρα· ο Κλέι θυμόταν ένα μεγάλο περιβόλι με μηλιές. Θυμόταν ότι αυτός και η Σάρον είχαν έρθει μια φορά και είχαν μαζέψει μήλα από δω, όταν ο Τζόνι ήταν πολύ μικρός. Όταν ήταν ακόμη καλά μεταξύ τους, όταν δεν είχαν αρχίσει ακόμη οι καβγάδες για λεφτά, για φιλοδοξίες και για το μέλλον. «Δεν κάνει να μετακινούμε κάποιον που έχει βαρύ τραύμα στο κεφάλι», είπε νευρικά ο Τζόρνταν, που ερχόταν πίσω τους κουβα­ λώντας το σακίδιο της. «Αυτό είναι το τελευταίο που θα μπορούσε να μας απασχολή­ σει», του είπε ο Κλέι. «Δεν πρόκειται να ζήσει, Τζόρνταν. Όχι έτσι όπως είναι. Και δε νομίζω ότι θα μπορούσαν να κάνουν τίποτε ού­ τε και στο νοσοκομείο». Είδε το πρόσωπο του Τζόρνταν να ζαρώ­ νει. «Λυπάμαι». Την ξάπλωσαν πάνω στο χορτάρι. Ο Τομ δοκίμασε να της δώ­ σει νερό από ένα πλαστικό μπουκαλάκι με στόμιο και, όντως, ήπιε λίγο. Ο Τζόρνταν της έδωσε το παπουτσάκι, το Μωρουδίστικο Νάικ, το γούρι της, και το δέχτηκε και αυτό, το έσφιξε ελαφρά γε­ μίζοντας το αίματα. Ύστερα κάθισαν και περίμεναν να πεθάνει. Περίμεναν όλη τη νύχτα.


300

STEPHEN KING

14 «Ο μπαμπάς μού είπε να κρατήσω τα ρέστα, γι' αυτό μη φωνάζεις σ' εμένα», είπε η Άλις. Αυτό ήταν γύρω στις έντεκα. Είχε για μα­ ξιλάρι της το σακίδιο του Τομ, όπου ο Τομ είχε παραχώσει την κουβέρτα που είχε πάρει από το Σουίτ Βάλεϊ Ινν. Ήταν εκείνο στα περίχωρα του Μέθουεν σε μια άλλη ζωή, όπως τους φαινόταν τώ­ ρα. Σε μια ζωή καλύτερη. Το σακίδιο είχε ήδη μουλιάσει στο αίμα. Το ένα ακέραιο μάτι της Άλις έμενε σταθερά καρφωμένο στον ου­ ρανό. Το αριστερό της χέρι ήταν ανοιχτό και ακίνητο πάνω στο γρασίδι. Το δεξί της χέρι έσφιγγε αδιάκοπα το αθλητικό παπου­ τσάκι. Έσφιγγε... και χαλάρωνε. Έσφιγγε... και χαλάρωνε. «Άλις;» είπε ο Κλέι. «Μήπως διψάς; Θέλεις λίγο νερό;» Δεν του απάντησε. 15 Αργότερα -μία παρά τέταρτο, με το ρολόι του Κλέι- ρώτησε κά­ ποιον αν μπορούσε να πάει να κολυμπήσει. Δέκα λεπτά αργότερα είπε, «Δεν τα θέλω τα ταμπόν, τα ταμπόν είναι βρόμικα», και γέ­ λασε. Ο ήχος του γέλιου της ήταν εντελώς φυσικός, αιφνιδιαστι­ κός, και ξύπνησε τον Τζόρνταν που λαγοκοιμόταν. Είδε πώς ήταν η Άλις κι έβαλε τα κλάματα. Πήγε παράμερα κι έκλαψε μόνος του. Όταν ο Τομ δοκίμασε να πάει κοντά του να τον παρηγορήσει, ο Τζόρνταν του φώναξε ουρλιάζοντας να τον αφήσει ήσυχο. Στις δύο και τέταρτο, μια μεγάλη συντροφιά από φυσιολογι­ κούς πέρασε από το δρόμο κάτω. Είδαν πολλούς φακούς να χο­ ρεύουν στο σκοτάδι κι ο Κλέι έτρεξε στην άκρη της χαμηλής πλα­ γιάς και τους φώναξε. «Μήπως υπάρχει γιατρός ανάμεσα σας;» ρώτησε χωρίς πολλές ελπίδες. Οι φακοί σταμάτησαν. Ακολούθησαν μουρμουρητά καθώς οι σκοτεινές σιλουέτες κάτω στο δρόμο το συζητούσαν μεταξύ τους και τελικά του απάντησε η φωνή μιας γυναίκας, μια ευχάριστη και γλυκιά φωνή. «Αφήστε μας ήσυχους. Είστε απαγορευμένοι». Ο Τομ πήγε κοντά στον Κλέι στην κορυφή του αναχώματος.


Το ΚΙΝΗΤΌ

301

«"Και οι Λευίτες συνέχισαν το δρόμο τους από την άλλη πλευ­ ρά"», φώναξε στη γυναίκα. «Να πας να πηδηχτείς, κυρά μου». Πίσω τους, η Άλις μίλησε ξαφνικά με δυνατή, καθαρή φωνή. «Θα τους κανονίσω εγώ αυτούς με το αυτοκίνητο. Όχι για χάρη δική σας, αλλά σαν προειδοποίηση για τους υπόλοιπους. Καταλα­ βαίνετε». Ο Τομ άρπαξε το χέρι του Κλέι. Τα δάχτυλα του ήταν παγωμέ­ να. «Χριστέ μου, μιλάει σαν να είναι εντελώς καλά». Ο Κλέι έπιασε το χέρι του Τομ μέσα στα δικά του και το κρά­ τησε. «Δε μιλάει αυτή. Είναι ο τύπος με την κόκκινη μπλούζα που τη χρησιμοποιεί σαν... σαν μεγάφωνο». Τα μάτια του Τομ φάνταζαν πελώρια μέσα στο σκοτάδι. «Κι ε­ σύ πώς το ξέρεις;» «Το ξέρω», είπε ο Κλέι. Κάτω στο δρόμο, οι φακοί άρχισαν να απομακρύνονται. Σύ­ ντομα θα χάνονταν και ο Κλέι σκέφτηκε ότι ήταν καλύτερα έτσι. Ήταν δική τους υπόθεση, ιδιωτική. 16 Στις τρεις και μισή, μέσα στο μαύρο σκοτάδι, η Άλις είπε: «Αχ, μαμά, τι κρίμα! Μαράθηκαν τα τριαντάφυλλα, πάει ο κήπος». Ύ­ στερα ο τόνος έγινε χαρωπός. «Λες να χιονίσει; Θα φτιάξουμε ένα κάστρο, θα φτιάξουμε ένα φύλλο, θα φτιάξουμε ένα πουλί, κι άλ­ λο ένα πουλί, θα φτιάξουμε ένα χέρι, ένα μπλε χέρι, θα...» Σώπασε ήρεμα κοιτώντας τον ουρανό, όπου τα αστέρια μετρούσαν τις ώ­ ρες της νύχτας σαν ρολόι. Έκανε κρύο. Την είχαν τυλίξει να είναι ζεστή. Η κάθε ανάσα της έβγαινε σαν λευκό συννεφάκι. Η αιμορ­ ραγία είχε σταματήσει επιτέλους. Ο Τζόρνταν κάθισε δίπλα της και χάιδευε το αριστερό της χέρι, εκείνο που ήταν ήδη νεκρό και που περίμενε το υπόλοιπο σώμα ν' ακολουθήσει. «Παίξε εκείνο το γρήγορο που μ' αρέσει», είπε η Άλις. «Εκεί­ νο των Χολ εντ Όουτς».


302

STEPHEN KING

17 Στις πέντε παρά είκοσι είπε: «Είναι το ωραιότερο φόρεμα που είχα ποτέ». Όλοι μαζεύτηκαν γύρω της. Ο Κλέι πίστεψε ότι την έχαναν. «Τι χρώμα έχει, Άλις;» τη ρώτησε, χωρίς πραγματικά να περι­ μένει απάντηση, αλλά εκείνη του απάντησε. «Πράσινο». «Πού θα το φορέσεις;» «Οι κυρίες να έρθουν στο τραπέζι», είπε η Άλις. Το δεξί της χέρι συνέχιζε να σφίγγει και να ξεσφίγγει το παπουτσάκι, αλλά πολύ πιο αργά τώρα. Το αίμα στα πλάγια του προσώπου της είχε γίνει μια σκληρή, γυαλιστερή κρούστα, σαν να ήταν από σμάλτο. «Οι κυρίες να έρθουν στο τραπέζι, οι κυρίες να έρθουν στο τραπέ­ ζι. Ο κύριος Ρικάρντι να μείνει στο πόστο του και οι κυρίες να έρ­ θουν στο τραπέζι». «Ναι, καλή μου», είπε γλυκά ο Τομ. «Ο κύριος Ρικάρντι έμεινε στο πόστο του». «Οι κυρίες να έρθουν στο τραπέζι». Το γερό της μάτι στράφη­ κε προς τον Κλέι και μίλησε για δεύτερη φορά μ' εκείνη την άλλη φωνή. Αυτή που ο Κλέι είχε ακούσει να βγαίνει και από το δικό του στόμα. Μόνο μια φράση αυτή τη φορά. «Ο γιος σου είναι μα­ ζί μας». «Λες ψέματα», ψιθύρισε ο Κλέι. Έσφιξε ασυναίσθητα τις γρο­ θιές του σαν να ήταν έτοιμος να χτυπήσει το ετοιμοθάνατο κορί­ τσι. «Λες ψέματα, κάθαρμα». «Οι κυρίες να έρθουν στο τραπέζι για να πάρουμε όλοι το τσάι μας», είπε η Άλις.


303

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

18 Η πρώτη αχνή λωρίδα φωτός είχε αρχίσει να φαίνεται στον ορίζο­ ντα της ανατολής, όταν ο Τομ κάθισε δίπλα στον Κλέι και τον άγ­ γιξε δειλά στο μπράτσο. «Αν μπορούν να διαβάσουν το μυαλό μας», είπε, «θα έμαθαν ότι έχεις ένα γιο και ανησυχείς γι' αυτόν το ίδιο εύκολα όπως βρίσκουμε εμείς κάτι στο Google. Αυτός ο τύπος ίσως χρησιμοποιεί την Άλις για να σε τσαντίσει». «Το ξέρω», είπε ο Κλέι. Ήξερε και κάτι άλλο όμως: ότι αυτό που είχε πει η Αλις με τη φωνή του Χάρβαρντ ήταν πολύ πιθανό. «Ξέρεις τι σκέφτομαι συνέχεια;» Ο Τομ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όταν ήταν μικρός, δύο, τριών χρονών -τότε που η Σάρον κι εγώ τα πηγαίναμε καλά ακόμη και τον φωνάζαμε Τζόνι-Τζι-, κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο ερχόταν τρέχοντας. "Φό-φονο ε­ γώ;" φώναζε. Πεθαίναμε στα γέλια. Κι αν τύχαινε να είναι η για­ γιά του ή ο παππούς του, του λέγαμε "Φό-φονο εσύ" και του το δί­ ναμε. Ακόμα θυμάμαι πόσο μεγάλο φαινόταν το ακουστικό μέσα σ' εκείνα τα χεράκια... και δίπλα στο κεφαλάκι του...» «Κλέι, σταμάτα». «Και τώρα... τώρα...» Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Δεν χρεια­ ζόταν. «Παιδιά, ελάτε!» φώναξε ο Τζόρνταν. Η φωνή του ήταν γεμά­ τη αγωνία. «Γρήγορα!» Πήγαν εκεί όπου ήταν η Άλις. Το σώμα της ήταν αγκυλωμένο από έναν δυνατό σπασμό και η μέση της σχημάτιζε μια χαμηλή καμάρα που έτρεμε πάνω από το χορτάρι. Το μάτι της είχε γουρ­ λώσει· τα χείλη της ήταν τραβηγμένα στις γωνίες. Ύστερα, μονο­ μιάς χαλάρωσε ολόκληρη. Είπε ένα όνομα που δεν σήμαινε τίποτε γι' αυτούς -Χένρι- και έσφιξε το παπουτσάκι για τελευταία φορά. Τα δάχτυλα της άνοιξαν και το άφησε να πέσει. Ένας στεναγμός, μαζί κι ένα τελευταίο άσπρο συννεφάκι, πολύ αχνό, από τα μισά­ νοιχτα χείλη της. Ο Τζόρνταν κοίταξε τον Κλέι, ύστερα τον Τομ κι ύστερα πάλι τον Κλέι. «Είναι...» «Ναι», είπε ο Κλέι.


304

STEPHEN KING

Ο Τζόρνταν έβαλε τα κλάματα. Ο Κλέι άφησε την Άλις να κοι­ τάξει για λίγες στιγμές ακόμη τα άστρα που είχαν αρχίσει να ξε­ θωριάζουν κι ύστερα πέρασε την παλάμη του από το πρόσωπό της και της έκλεισε απαλά το μάτι. 19 Δίπλα από το περιβόλι με τις μηλιές υπήρχε μια αγροικία. Στην α­ ποθήκη βρήκαν φτυάρια. Την έθαψαν κάτω από μια μηλιά, μαζί με το παπουτσάκι της. Αυτό θα ήθελε κι εκείνη, συμφώνησαν ό­ λοι. Κατ' απαίτηση του Τζόρνταν, ο Τομ απήγγειλε για άλλη μια φορά τον Τεσσαρακοστό Ψαλμό, αν και αυτή τη φορά δυσκολεύ­ τηκε πολύ να τελειώσει. Ύστερα είπαν ο καθένας από κάτι που θυ­ μόταν από την Άλις. Στη διάρκεια αυτής της αυτοσχέδιας νεκρώ­ σιμης τελετής, ένα κοπάδι άνθρωποι των κινητών -ένα μικρό- πέ­ ρασε από το δρόμο με κατεύθυνση προς το βορρά. Τους πρόσε­ ξαν, αλλά δεν τους ενόχλησαν. Αυτό δεν εξέπληξε καθόλου τον Κλέι. Ήταν παράφρονες, δεν έπρεπε να τους αγγίξει κανείς... πράγμα που ο Γκάνερ και ο Χάρολντ θα είχαν μάθει πια, για κακή τους τύχη. Κοιμήθηκαν στην αγροικία το μεγαλύτερο διάστημα της μέρας και μετά συνέχισαν προς το Κεντ Ποντ. Ο Κλέι δεν περίμενε πια να βρει το γιο του εκεί, αλλά δεν είχε εγκαταλείψει ακόμη την ελ­ πίδα ότι θα έβρισκε ένα μήνυμα από τον Τζόνι ή ίσως από τη Σά­ ρον. Μόνο να μάθαινε έστω ότι εκείνη ήταν ζωντανή, ίσως βοη­ θούσε να λιγοστέψει αυτή η λύπη που τον είχε κυριέψει, μια θλί­ ψη τόσο βαριά που την ένιωθε πάνω στις πλάτες του σαν μολυβέ­ νιο μανδύα.


KENT ΠΟΝΤ


1 Το παλιό του σπίτι, το σπίτι όπου ζούσαν η Σάρον και ο Τζόνι την ώρα του Παλμού, βρισκόταν στη Λίβερι Λέιν, δύο τετράγωνα με­ τά τον σβηστό φωτεινό σηματοδότη της μικρής κεντρικής πλατεί­ ας του Κεντ Ποντ. Ήταν το είδος του σπιτιού που μερικές διαφη­ μίσεις κτηματομεσιτικών γραφείων χαρακτήριζαν ως «σταθερή α­ ξία» και μερικές ως «πρώτη κατοικία». Το αστείο του Κλέι και της Σάρον -πριν από το χωρισμό- ήταν ότι η «πρώτη κατοικία» τους μάλλον θα ήταν και η «τελευταία κατοικία» τους όταν θα εί­ χαν βγει κι οι δυο στη σύνταξη. Και όταν η Σάρον έμεινε έγκυος είχαν σκεφτεί να ονομάσουν το μωρό Ολίβια, αν ήταν -όπως έλε­ γε η Σάρον- «θηλυκών πεποιθήσεων». Και τότε η Σάρον είχε πει ότι η κόρη τους θα ήταν η μοναδική Λίβι της Λίβ