Page 1


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Μετάφραση από τα ιταλικά: ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΤΗΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ΑΘΗΝΑ 2002


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Τη στιγμή που παραδίδω την Τελευταία Λεγεώνα για να τυ­ πωθεί, επιθυμώ να ευχαριστήσω τους Κάρλο Καρλέι και Πίτερ Ράντερ, με τους οποίους ανέπτυξα την ιδέα του μυθι­ στορήματος αυτού με την προοπτική της μεταφοράς του στον κινηματογράφο. Η πολύτιμη συνεισφορά τους ε­ μπλούτισε σημαντικά την ιστορία αυτή.

Σειρά: ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Τίτλος πρωποτύπου: L' ULTIMA LEGIONE Συγγραφέας: VALERIO MASSIMO MANFREDI Copyright © Arnoldo Mondadori Editore S.P.A., 2002 Copyright © 2002 για την ελληνική γλώσσα: ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ABE Σόλωνος 98 - 106 80 Αθήνα. Τηλ.: 210 3661200, Fax: 210 3617791 http://www.livanis.gr Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή η α­ πόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου του βιβλίου με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη. Νόμος 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ι­ σχύουν στην Ελλάδα. ISBN 960-14-0640-9


Στον Ντίνο «Fecisti patriam diversis gentibus unam». ΡΟΥΤΙΛΙΟΣ ΝΑΜΑΤΙΑΝΟΣ, De Reditu Suo (Περί της Εαυτού Επανόδου), 63*

* Από διαφορετικούς λαούς ίδρυσες μια πατρίδα. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

του Μίρντιν Εμρέις, δρυΐδη τον ιερού δάσους της Γκλέβα, τον οποίο οι Ρωμαίοι ονόμασαν Μερί­ διο Αμβροσίνο. Τα γράφω με σκοπό να μην ξεχαστούν από τους με­ ταγενέστερους τα γεγονότα, των οποίων είμαι ο τελευταίος μάρτυρας. Έχω διαβεί καιρό τώρα το κατώφλι των γηρατειών και δεν μπο­ ρώ να εξηγήσω στον εαυτό μου γιατί η ζωή μου εξακολουθεί να πα­ ρατείνεται πέρα από τα όρια που θέτει συνήθως η φύση στους αν­ θρώπους. Ίσως ο άγγελος του θανάτου να με λησμόνησε, ίσως πάλι να θέλει να μου αφήσει αυτό το τελευταίο χρονικό διάστημα, ώστε να μετανοήσω για τα αμαρτήματά μου, που είναι πολλά και βαριά. Κυρίως αμαρτήματα αλαζονείας. Γιατί καυχήθηκα πολύ για τη νοη­ μοσύνη που μου έδωσε ο Θεός και από ματαιοδοξία επέτρεψα να δια­ δοθούν μεταξύ των ανθρώπων μύθοι για την προφητική μου ικανό­ τητα ή ακόμα και για δυνάμεις οι οποίες μπορούν να αποδοθούν μό­ νο στον Ύψιστο Δημιουργό και στη μεσολάβηση των αγίων. Ω, ναι, αφοσιώθηκα και σε απαγορευμένες τέχνες, εκείνες που οι αρχαίοι ειδωλολάτρες ιερείς αυτού του τόπου έγραφαν στις φλούδες των δέ­ ντρων, χωρίς ωστόσο να θεωρώ ότι έκανα κάτι κακό. Πράγματι, δεν μπορεί να είναι κακό να ακούει κανείς τη φωνή της Αρχαίας Μητέ­ ρας μας, της φύσης, τη φωνή του ανέμου ανάμεσα στα φυλλώματα, το κελάρυσμα των πηγών την άνοιξη και το θρόισμα των φύλλων το φθινόπωρο, όταν οι λόφοι και οι πεδιάδες βάφονται με ζωηρά κόκΑΥΤΆ ΕΊΝΑΙ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΎΜΑΤΑ

13


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

κινα χρώματα τα ήρεμα δειλινά που προαναγγέλλουν το χειμώνα. Χιονίζει. Μεγάλες λευκές νιφάδες χορεύουν στον αέρα κι ένας κάτασπρος μανδύας σκεπάζει τους λόφους που στεφανώνουν αυτή την ή­ συχη κοιλάδα, αυτό τον απόμερο πύργο. Να είναι έτσι άραγε ο τόπος της Αιώνιας Γαλήνης; Αυτή είναι η εικόνα που θα βλέπουμε για πά­ ­­a με τα μάτια της ψυχής; Αν ήταν έτσι, θα ήταν γλυκός ο θάνατος, ευχάριστο το πέρασμα στην άλλη ζωή. Πόσος καιρός πέρασε! Πόσος καιρός πέρασε από τις ταραγμένες μέρες του αίματος και του μίσους, από τις συγκρούσεις, από τους ρόγ­ χους ενός ετοιμοθάνατου κόσμου, τον οποίο είδα να καταρρέει και τον οποίο θεωρούσα αθάνατο και αιώνιο. Και τώρα, ενώ πλησιάζω να κά­ νω το τελευταίο βήμα, αισθάνομαι το καθήκον να παραδώσω την ι­ στορία εκείνου του ετοιμοθάνατου κόσμου και να διηγηθώ πώς το τελευταίο λουλούδι εκείνου τον ξεραμένου δέντρου μεταφέρθηκε από τη μοίρα σε τούτη τη μακρινή γη, για να πιάσει ρίζες και να γίνει η αρ­ χή μιας νέας εποχής. Δεν ξέρω αν ο άγγελος του θανάτου θα μου δώσει το χρόνο και δεν ξέρω αν αυτή η γέρικη καρδιά θα αντέξει να ξαναζήσει συναισθήμα­ τα τόσο έντονα, που σχεδόν την τσάκισαν όταν ήταν πολύ πιο νέα. Δε θα αφήσω όμως να με αποθαρρύνει το μέγεθος του εγχειρήματος. Νιώθω το κύμα των αναμνήσεων να ανεβαίνει όπως η παλίρροια α­ νάμεσα στα βράχια της Καρβετίας, νιώθω να επιστρέφουν μακρινά ο­ ράματα που πίστευα ότι είχαν σβήσει, σαν μια παλιά τοιχογραφία που έχει ξεθωριάσει από τον καιρό. Πίστευα ότι θα ήταν αρκετό να πιάσω τη γραφίδα και ν' αρχίσω να χαράζω σημάδια πάνω σε αυτή την τραχιά περγαμηνή, για να α­ νασυνθέσω την ιστορία, να την κάνω να κυλήσει σαν ποτάμι μέσα στα λιβάδια, όταν το χιόνι λιώνει την άνοιξη, μα έκανα Χάθος. Είναι τε­ ράστιο το πλήθος των αναμνήσεων, πολύ δυνατός ο κόμπος που μου κλείνει το λαιμό και το χέρι πέφτει ανήμπορο πάνω στη λευκή σελίδα. Θα πρέπει πρώτα να φέρω στη μνήμη εκείνες τις εικόνες, να ξα-

14

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ναδώσω δύναμη σ εκείνα τα χρώματα, στη ζωή και τις φωνές που έ­ χουν εξασθενήσει από τα χρόνια και την απόσταση- να ανασυνθέσω και όσα δεν είδα με τα μάτια μου, όπως κάνει ο δραματουργός, ο ο­ ποίος αναπαριστά στις τραγωδίες του σκηνές που δεν έζησε ποτέ. Χιονίζει στους λόφους της Καρβετίας. Τα πάντα είναι άσπρα και σιωπηλά και το τελευταίο φως της μέρας σβήνει αργά.

15


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ


1

Δέρτωσσα, στρατόπεδο της λεγεώνας Νόβα Ινβίκτα*, σωτήριο έτος 476, από κτίσεως Ρώμης 1229

Το ΦΩΣ ΆΡΧΙΣΕ να διαπερνάει το σύννεφο που σκέπαζε την κοιλάδα και τα κυπαρίσσια ορθώθηκαν ξαφνικά σαν φρου­ ροί στη ράχη των λόφων. Μια σκιά σκυφτή κάτω από ένα δεμάτι ξερόκλαδα φάνηκε στην άκρη ενός καλαμιώνα και αμέσως χάθηκε σαν όνειρο. Το λάλημα ενός πετεινού α­ κούστηκε από μια μακρινή αγροικία, αναγγέλλοντας μια μέρα γκρίζα και μουντή, κι έπειτα έσβησε σαν να το κατά­ πιε η ομίχλη. Μόνο ανθρώπινες φωνές διαπερνούσαν την καταχνιά. «Κάνει κρύο». «Κι αυτή η υγρασία φτάνει μέχρι το κόκαλο». «Είναι η ομίχλη. Ποτέ μου δεν ξαναείδα τόσο πυκνή ο­ μίχλη». «Δίκιο έχεις. Και ακόμα δεν έφεραν το συσσίτιο». «Ίσως να μην έχει απομείνει τίποτα για να φάμε». «Ούτε καν λίγο κρασί για να ζεσταθούμε». «Κι έχουμε να πληρωθούμε εδώ και τρεις μήνες». * Νέα Αήττητη. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.)

19


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Δεν αντέχω άλλο, δεν μπορώ να ανεχτώ αυτή την κατά­ σταση. Αυτοκράτορες που αλλάζουν σχεδόν κάθε χρόνο, βάρβαροι σε όλες τις διοικητικές θέσεις και τώρα ο μεγα­ λύτερος παραλογισμός: ένα μυξιάρικο στο θρόνο των και­ σάρων, ο Ρωμύλος Αύγουστος! Ένα δεκατριάχρονο αγορά­ κι που δεν έχει ούτε καν τη δύναμη να κρατήσει το σκήπτρο θα πρέπει να σηκώσει στους ώμους του τις τύχες του κό­ σμου, της Δύσης τουλάχιστον. Όχι, στ' αλήθεια, για μένα τελείωσε, φεύγω. Με την πρώτη ευκαιρία θ' αφήσω το στρα­ τό και θα πάω σ' ένα νησί να βόσκω κατσίκια ή να καλλιεργώ ένα κομμάτι γης. Δεν ξέρω εσείς, αλλά εγώ έχω αποφασίσει». Μια πνοή ανέμου, μια ελαφριά αύρα, διέλυσε κάπως την ομίχλη και αποκάλυψε μια ομάδα στρατιωτών μαζεμένων γύρω από ένα μαγκάλι. Περίμεναν να τελειώσει η βάρδια τους και να παραδώσουν τη φρουρά. Ο Ρούφιος Βατρένος, ένας Ισπανός από το Σαγούντο, παλαίμαχος στρατιώτης, ε­ πικεφαλής του φυλακίου, απευθύνθηκε στο σύντροφό του, το μόνο που δεν είχε μιλήσει ακόμα: «Εσύ τι λες, Αυρήλιε; Σκέφτεσαι κι εσύ όπως εγώ;» Ο Αυρήλιος σκάλισε με την αιχμή του σπαθιού του τα κάρβουνα στο μαγκάλι, αναζωπυρώνοντας τη φλόγα, που υ­ ψώθηκε τριζοβολώντας και απελευθερώνοντας ένα στρόβι­ λο από σπίθες μέσα στη γαλακτόχρωμη καταχνιά. «Εγώ πάντα ήμουν στρατιώτης, υπηρετούσα πάντα στη λεγεώνα. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω;» Έπεσε σιωπή για πολλή ώρα- οι άντρες κοίταξαν ο ένας τον άλλο καταπρόσωπο, κυριευμένοι από ένα συναίσθημα ταραχής και ανείπωτης αγωνίας. «Άσ' τον ήσυχο», είπε ο Αντωνίνος, ένας ηλικιωμένος υ­ παξιωματικός, «δε θα εγκαταλείψει ποτέ το στρατό, ήταν πάντα κομμάτι του. Δε θυμάται καν τι έκανε πριν κατατα20

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

γεί, απλά δε θυμάται να ήταν κάπου αλλού. Έτσι δεν είναι, Αυρήλιε;» Αυτός στον οποίο απευθυνόταν η ερώτηση δεν απάντη­ σε, αλλά η λάμψη από τα κάρβουνα, που τώρα πια είχαν μισοσβήσει, αποκάλυψε για μια στιγμή μια σκιά μελαγχολίας στο βλέμμα του. «Ο Αυρήλιος σκέφτεται τι μας περιμένει», σχολίασε ο Βα­ τρένος. «Η κατάσταση είναι και πάλι εκτός ελέγχου. Απ' όσο ξέρω, τα βαρβαρικά στρατεύματα του Οδόακρου εξεγέρθηκαν κι επιτέθηκαν στην Παβία, όπου είχε οχυρωθεί ο Ορέστης, ο πατέρας του αυτοκράτορα. Τώρα ο Ορέστης αναδιπλώθηκε προς την Πλακεντία και βασίζεται σε μας για να συνετίσει τους βαρβάρους και να εδραιώσει το θρόνο του μικρού του Ρωμύλου Αυγούστου που κλυδωνίζεται. Δεν ξέρω όμως αν αυ­ τό θα είναι αρκετό. Ίσα ίσα, δεν το πιστεύω καθόλου, αν θέ­ λετε τη γνώμη μου. Εκείνοι είναι τριπλάσιοι από εμάς και...» «Το ακούσατε κι εσείς αυτό;» τον διέκοψε ένας από τους στρατιώτες που βρισκόταν πιο κοντά στον ξύλινο φράχτη. «Έρχεται από το στρατόπεδο», απάντησε ο Βατρένος στρέφοντας το βλέμμα του για να εξερευνήσει το μισοέρημο καταυλισμό, τις σκηνές που σκέπαζε η πάχνη. «Η βάρ­ δια της φρουράς τελείωσε, πρέπει να είναι η ημερήσια πε­ ρίπολος». «Όχι!» είπε ο Αυρήλιος. «Έρχεται απ' έξω. Είναι καλπα­ σμός». «Ιππικό», πρόσθεσε ο Κανίδιος, ένας λεγεωνάριος από την Αρελάτη*. «Βάρβαροι», αποφάνθηκε ο Αντωνίνος. «Αυτό δε μ' αρέ­ σει». * Πόλη της Γαλλίας, η σημερινή Αρλ. (Σ.τ.Μ.)

21


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Οι ιππείς ξεπρόβαλαν εκείνη τη στιγμή μέσα από την ο­ μίχλη στο στενό άσπρο δρόμο που κατηφόριζε από τους λόφους προς το στρατόπεδο, επιβλητικοί πάνω στα δυνα­ τά σαρματικά άλογα, που ήταν καλυμμένα με θώρακες α­ πό μεταλλικές φολίδες. Φορούσαν κωνικές περικεφαλαίες με σιδερένια καρφιά και λοφία, μακριά σπαθιά κρέμονταν από τη μέση τους και τα μακριά ξανθά ή πυρρόξανθα μαλ­ λιά τους κυμάτιζαν στον ομιχλώδη αέρα. Ήταν ντυμένοι με μαύρους μανδύες και περισκελίδες από το ίδιο τραχύ και σκουρόχρωμο μαλλί. Η καταχνιά και η απόσταση τους έ­ καναν να μοιάζουν με δαίμονες που ξέφυγαν από την κό­ λαση. Ο Αυρήλιος έγειρε έξω από το φράχτη για να παρατηρή­ σει το απόσπασμα που πλησίαζε όλο και περισσότερο. «Είναι Έρουλοι και Σκίροι βοηθητικοί του αυτοκρατορικού στρα­ τού», είπε, «άντρες του Οδόακρου, κατάρα! Έχω ένα άσχημο προαίσθημα. Τι γυρεύουν εδώ τέτοια ώρα, χωρίς να μας ει­ δοποιήσει κανείς; Πηγαίνω να το αναφέρω στο διοικητή». Κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα και διέσχισε τρέχοντας το στρατόπεδο προς το διοικητήριο. Ο διοικητής Μανίλιος Κλαυδιανός, ένας παλαίμαχος γύρω στα εξήντα, που στα νιάτα του είχε πολεμήσει με τον Αέτιο εναντίον του Αττίλα, ήταν ήδη όρθιος και, τη στιγμή που ο Αυρήλιος μπήκε στη σκηνή του, προσάρμοζε τη θήκη του σπαθιού στο ζωστήρα του. «Στρατηγέ, πλησιάζει μια ομάδα Έρουλων και Σκίρων βοηθητικών. Κανένας δε μας ειδοποίησε για την άφιξή τους και αυτό με ανησυχεί». «Το ίδιο και μένα», απάντησε ο αξιωματικός. «Να πα­ ραταχθεί η φρουρά και να ανοίξει η πύλη. Ας ακούσουμε τι θέλουν».

Ο Αυρήλιος έτρεξε στο φράχτη και ζήτησε από τον Βατρένο να τοποθετήσει μια ομάδα τοξοτών. Έπειτα κατέβη­ κε στο φυλάκιο της φρουράς, παρέταξε τους διαθέσιμους άντρες, είπε να ανοίξουν την κεντρική πύλη και βγήκε μαζί με το διοικητή. Στο μεταξύ, ο Βατρένος ξυπνούσε τους στρα­ τιώτες έναν έναν, αθόρυβα και χωρίς να ηχήσουν οι σάλ­ πιγγες. Ο διοικητής βγήκε πάνοπλος και με την περικεφα­ λαία στο κεφάλι, φανερό σημάδι ότι θεωρούσε πως βρι­ σκόταν σε πολεμική ζώνη. Στα δεξιά και στα αριστερά του ήταν παραταγμένη η φρουρά, πάνω από την οποία ξεχώρι­ ζαν το κεφάλι και οι πλάτες του Κορνηλίου Βατίατου, ενός Αιθίοπα γίγαντα, μαύρου σαν το κάρβουνο, ο οποίος δεν ε­ γκατέλειπε το διοικητή ούτε στιγμή. Είχε περασμένη στο μπράτσο του μια ωοειδή ασπίδα, φτιαγμένη κατά παραγ­ γελία από τον οπλουργό για να καλύπτει το θεόρατο κορμί του. Από τους ώμους του κρέμονταν στα αριστερά το ρω­ μαϊκό σπαθί και στα δεξιά ένας αμφίστομος πέλεκυς. Το απόσπασμα των έφιππων βαρβάρων βρισκόταν πια σε απόσταση λίγων δεκάδων βημάτων και ο άντρας που ή­ ταν επικεφαλής σήκωσε το χέρι, κάνοντας σήμα να σταμα­ τήσουν. Είχε πυκνά κόκκινα μαλλιά που έπεφταν στα πλά­ για του κεφαλιού, δεμένα σε μακριές κοτσίδες. Ένας μαν­ δύας με γούνα αλεπούς στο γύρο σκέπαζε τους ώμους του και η περικεφαλαία του ήταν διακοσμημένη με ένα στεφάνι α­ πό μικρές ασημένιες νεκροκεφαλές. Πρέπει να ήταν ένα μάλλον σημαντικό πρόσωπο. Απευθύνθηκε στον Κλαυδιανό χωρίς να ξεπεζέψει, μιλώντας λατινικά με τραχιά, λαρυγγι­ κή προφορά: «Ο ευγενής Οδόακρος, αρχηγός της αυτο­ κρατορικής στρατιάς, σε διατάζει να μου παραδώσεις τη δι­ οίκηση. Από σήμερα αναλαμβάνω εγώ τη διοίκηση αυτής της μονάδας». Πέταξε στα πόδια του μια περγαμηνή δεμέ-

22

23


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

νη μ' ένα δερμάτινο λουρί και πρόσθεσε: «Εδώ υπάρχει η διαταγή της αποστράτευσης σου και ο τόπος όπου θα ξε­ κουραστείς». Ο Αυρήλιος έκανε να σκύψει για να τη μαζέψει, αλλά ο διοικητής τον σταμάτησε με μια χειρονομία που δεν επιδε­ χόταν αντιρρήσεις. Ο Κλαυδιανός ήταν από παλιά αριστο­ κρατική οικογένεια, η οποία μπορούσε να περηφανεύεται για την άμεση καταγωγή της από έναν ήρωα της εποχής της δημοκρατίας. Η χειρονομία του βαρβάρου αποτελούσε γι' αυτόν βαρύτατη προσβολή. Απάντησε ατάραχος: «Δεν ξέ­ ρω ποιος είσαι και δε με ενδιαφέρει να το μάθω. Παίρνω διαταγές μόνο από τον ευγενή Φλάβιο Ορέστη, ανώτατο δι­ οικητή της αυτοκρατορικής στρατιάς». Ο βάρβαρος στράφηκε προς τους δικούς του και φώνα­ ξε: «Συλλάβετέ τον!» Εκείνοι υπάκουσαν, σπιρούνισαν τα ά­ λογά τους και όρμησαν τραβώντας τα σπαθιά τους. Προ­ φανώς είχαν διαταγή να τους σκοτώσουν όλους. Η φρουρά αντέδρασε και ταυτόχρονα στις επάλξεις του στρατοπέδου εμφανίστηκε μια ομάδα τοξοτών με τα βέλη τους ήδη πε­ ρασμένα στις χορδές των τόξων. Σε ένα νεύμα του Βατρένου έριξαν με θανατηφόρα ακρίβεια. Οι ιππείς της πρώτης σει­ ράς χτυπήθηκαν σχεδόν όλοι, αυτό όμως δε σταμάτησε τους άλλους, οι οποίοι ξεπέζεψαν για να προσφέρουν μικρότερο στόχο κι επιτέθηκαν μαζικά στη φρουρά του Κλαυδιανού. Ο Βατίατος όρμησε με τη σειρά του στη μάχη σαν ταύρος, καταφέρνοντας χτυπήματα απίστευτης δύναμης με το σπα­ θί του. Πολλοί από εκείνους τους βάρβαρους δεν είχαν δει ποτέ μαύρο και υποχωρούσαν τρομοκρατημένοι μπροστά του. Ο Αιθίοπας γίγαντας τσάκιζε σπαθιά, συνέτριβε ασπί­ δες, θέριζε κεφάλια και χέρια στριφογυρίζοντας τον πέλεκυ και φωνάζοντας: «Είμαι ο Μαύρος Άνθρωπος! Μισώ αυ-

τά τα φακιδιάρικα γουρούνια!» Μέσα στη μανία της επίθε­ σης όμως, προωθήθηκε πολύ αφήνοντας ακάλυπτο το αρι­ στερό πλευρό του Κλαυδιανού. Ο Αυρήλιος, που είχε αντι­ ληφθεί με την άκρη του ματιού του την κίνηση ενός στρα­ τιώτη του εχθρού, απαλλάχθηκε από έναν αντίπαλό του για να καλύψει το διοικητή του. Η ασπίδα του όμως δεν προ­ στάτεψε έγκαιρα το στόχο και η λόγχη του βαρβάρου καρ­ φώθηκε στον ώμο του Κλαυδιανού. Ο Αυρήλιος φώναξε: «Ο διοικητής πληγώθηκε, ο διοικητής πληγώθηκε!» Στο μετα­ ξύ όμως άνοιξαν οι πύλες του στρατοπέδου και το βαρύ πε­ ζικό επιτέθηκε πάνοπλο σε συμπαγή σχηματισμό. Οι βάρ­ βαροι απωθήθηκαν και οι λίγοι επιζήσαντες πήδησαν στα άλογά τους και τράπηκαν σε φυγή. Λίγο αργότερα, αφού πέρασαν τη λοφοσειρά, παρουσιάζονταν μπροστά στον αρ­ χηγό τους, ένα Σκίρο με το όνομα Μλέντο, που τους κοίτα­ ξε με οργή και περιφρόνηση. Η όψη τους ήταν αξιολύπητη: τα όπλα τους ήταν τσακισμένα, τα ρούχα τους κουρε­ λιασμένα και λερωμένα με αίματα και λάσπες. Ο επικεφα­ λής τους είπε με σκυμμένο το κεφάλι: «Αρνήθηκαν. Είπαν όχι». Ο Μλέντο απάντησε με μια βρισιά· ύστερα κάλεσε τον υ­ πασπιστή του κι έδωσε διαταγή να σημάνει συγκέντρωση. Μετά από λίγο ο ήχος των κεράτων ακούστηκε μέσα από το πέπλο της ομίχλης που σκέπαζε ακόμα το τοπίο σαν σάβα­ νο.

Ξάπλωσαν με προσοχή τον Κλαυδιανό στο τραπέζι του ια­ τρείου κι ένας χειρουργός ετοιμάστηκε να αφαιρέσει τη λόγ­ χη που είχε καρφωθεί στον ώμο του. Είχαν ήδη κόψει το κοντάρι για να περιορίσουν τις βλάβες που θα προκαλούσαν

24

25


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

οι ταλαντώσεις, όμως το σίδερο είχε σφηνωθεί ακριβώς κά­ τω από την κλείδα και υπήρχε φόβος μήπως είχε πάθει ζη­ μιά ο πνεύμονας. Σε μια γωνιά, ένας βοηθός πύρωνε στα κάρβουνα ένα σίδερο για να καυτηριάσει το τραύμα. Στο μεταξύ, από τις επάλξεις αντηχούσαν φωνές και σαλ­ πίσματα συναγερμού. Ο Αυρήλιος έφυγε από το ιατρείο, α­ νέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και πλησίασε τον Βατρένο, ο οποίος παρατηρούσε ακίνητος τον ορίζοντα. Η λοφοσειρά απέναντι τους μαύριζε από τη μια άκρη ως την άλλη από πο­ λεμιστές. «Θεοί», μουρμούρισε ο Αυρήλιος, «είναι χιλιάδες». «Πήγαινε πίσω στο διοικητή να του αναφέρεις τι συμ­ βαίνει. Δεν πιστεύω ότι έχουμε πολλές επιλογές, πες του ω­ στόσο ότι αναμένουμε διαταγές». Ο Αυρήλιος επέστρεψε στο ιατρείο τη στιγμή που ο χει­ ρουργός έβγαζε την αιχμή της λόγχης από τον ώμο του πλη­ γωμένου διοικητή και είδε το αριστοκρατικό πρόσωπό του να συσπάται από τον πόνο. Πλησίασε. «Στρατηγέ, οι βάρ­ βαροι μας επιτίθενται: είναι χιλιάδες και παρατάσσονται για να περικυκλώσουν το στρατόπεδό μας. Ποιες είναι οι διαταγές σου;» Το αίμα πεταγόταν άφθονο από το τραύμα στα χέρια και το πρόσωπο του χειρουργού και των βοηθών του που πά­ σχιζαν να το κλείσουν, ενώ ένας άλλος πλησίαζε κρατώντας το πυρακτωμένο σίδερο. Ο χειρουργός το βύθισε στην πλη­ γή και ο Κλαυδιανός μούγκρισε σφίγγοντας τα δόντια για να μην ουρλιάξει. Μια διαπεραστική οσμή καμένης σάρκας γέμισε το μικρό δωμάτιο και πυκνός καπνός υψώθηκε από το πυρακτωμένο σίδερο, που εξακολουθούσε να τσιτσιρίζει μέσα στην πληγή. Ο Αυρήλιος είπε ξανά: «Διοικητή...»

Ο Κλαυδιανός άπλωσε προς το μέρος του το χέρι που εί­ χε ελεύθερο: «Άκου... Ο Οδόακρος θέλει να μας εξοντώσει, γιατί αντιπροσωπεύουμε ένα εμπόδιο που πρέπει να βγάλει από τη μέση πάση θυσία. Η λεγεώνα μας είναι ένα απομει­ νάρι του παρελθόντος, αλλά προκαλεί ακόμα φόβο. Αποτε­ λείται μόνο από Ρωμαίους υπηκόους, από την Ιταλία και τις επαρχίες, και ο Οδόακρος ξέρει ότι δε θα τον υπακούσει ποτέ. Γι' αυτό μας θέλει όλους νεκρούς. Πήγαινε, τρέξε στον Ορέστη, ειδοποίησέ τον ότι είμαστε περικυκλωμένοι, ότι χρειαζόμαστε απεγνωσμένα βοήθεια...» «Στείλε κάποιον άλλο, σε παρακαλώ», απάντησε ο Αυ­ ρήλιος. «Θα ήθελα να μείνω· έχω εδώ όλους μου τους φί­ λους». «Όχι, θα υπακούσεις. Μόνο εσύ μπορείς να τα καταφέ­ ρεις. Πήγαινε, τρέξε, όσο έχουμε ακόμα στον έλεγχό μας τη γέφυρα του Ολύβριου. Αυτός θα είναι σίγουρα ο πρώτος στό­ χος τους, για να μας αποκλείσουν από το δρόμο για την Πλα­ κεντία. Πήγαινε, προτού κλείσει ο κύκλος, και μη σταμα­ τήσεις για κανένα λόγο. Ο Ορέστης βρίσκεται στην έπαυλή του έξω από την πόλη με τον αυτοκράτορα γιο του. Εμείς θα προσπαθήσουμε να αντισταθούμε». «Θα επιστρέψω», αποκρίθηκε ο Αυρήλιος. «Αντισταθεί­ τε όσο πιο σκληρά μπορείτε». Γύρισε. Πίσω του, ο Βατίατος κοίταζε σιωπηλός το διοικητή του, πληγωμένο και θανάσι­ μα χλομό, πάνω στο τραπέζι, που ήταν κατακόκκινο από το αίμα. Ο Αυρήλιος δεν είχε κουράγιο να του πει τίποτα. Έτρε­ ξε έξω και βρήκε τον Βατρένο πάνω στο τείχος. «Με διέτα­ ξε να πάω να βρω ενισχύσεις. Θα επιστρέψω μόλις μπορέ­ σω. Αντισταθείτε, αντισταθείτε, μπορούμε να τα καταφέ­ ρουμε». Ο Βατρένος έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι χω­ ρίς να πει λέξη. Ήταν φανερό ότι στο βλέμμα του δεν υ-

26

27


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

πήρχε ελπίδα και ότι προετοιμαζόταν να πεθάνει τουλάχι­ στον σαν στρατιώτης. Ο Αυρήλιος δε βρήκε το θάρρος να πει κάτι άλλο. Έβα­ λε δύο δάχτυλα στο στόμα του και σφύριξε. Ένα χλιμίντρισμα ήρθε σαν απάντηση και μετά ένα σελωμένο άτι ήρθε τροχάζοντας προς τις επάλξεις. Ο Αυρήλιος καβάλησε το ά­ λογο και το σπιρούνισε κατευθύνοντας το προς την πίσω πύ­ λη. Ο Βατρένος έδωσε διαταγή να βγάλουν τους συρτές και η πύλη άνοιξε ίσα ίσα για να βγει ο καβαλάρης, που κάλπαζε ήδη, και αμέσως ξανάκλεισε πίσω του. Ο Βατρένος τον α­ κολούθησε με το βλέμμα καθώς εκείνος απομακρυνόταν με κατεύθυνση προς το προγεφύρωμα στον ποταμό. Το από­ σπασμα που φρουρούσε το πέρασμα αντιλήφθηκε αμέσως τι συνέβαινε, καθώς μια πολυάριθμη ομάδα ιππέων απο­ σπάστηκε από τον κύριο όγκο της βαρβαρικής στρατιάς και επέλαυνε προς το μέρος τους. «Θα τα καταφέρει;» ρώτησε ο Κανίδιος παρακολουθώ­ ντας από τις επάλξεις. «Να γυρίσει; Ναι, ίσως», απάντησε ο Βατρένος. «Ο Αυ­ ρήλιος είναι ο καλύτερος που έχουμε». Αλλά ο τόνος της φω­ νής του δεν ήταν το ίδιο αισιόδοξος. Έστρεψε και πάλι το βλέμμα του προς τον Αυρήλιο, που διέσχιζε με ξέφρενο καλπασμό το ελεύθερο ακόμα πεδίο ανάμεσα στο στρατόπεδο και τη γέφυρα, και είδε ότι ένα άλλο απόσπασμα βάρβαρων ιππέων ξεπρόβαλλε τώρα α­ πό αριστερά, συντονίζοντας την κίνηση του με τους άλ­ λους, που συνέκλιναν από δεξιά για να κόψουν το δρόμο στο φυγά. Ο Αυρήλιος όμως ήταν γρήγορος σαν τον άνε­ μο και το άλογο του καταβρόχθιζε το ομαλό έδαφος ανά­ μεσα στο στρατόπεδο και τον ποταμό. Ήταν σχεδόν ξα­ πλωμένος πάνω στη ράχη του αλόγου για να μην προσφέ28

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ρει στόχο στα βέλη που μετά από λίγο θα άρχιζαν να πέ­ φτουν σαν βροχή. «Τρέξε, τρέξε», γρύλιζε ο Βατρένος μέσα από τα δόντια του. «Τρέξε, όμορφε, έτσι, έτσι...» Την ίδια όμως στιγμή κα­ τάλαβε ότι οι επιτιθέμενοι ήταν αμέτρητοι και ότι γρήγορα θα σάρωναν το προγεφύρωμα. Έπρεπε να δώσει μεγαλύτε­ ρο πλεονέκτημα στο σύντροφο του. Φώναξε: «Καταπέλτες!» και οι χειριστές, που είχαν ήδη καταλάβει, έστρεψαν τα ό­ πλα προς το βαρβαρικό ιππικό, που συνέκλινε προς τη γέ­ φυρα από δεξιά και από αριστερά. «Ρίξτε!» φώναξε ο Βατρένος και δεκαέξι καταπέλτες ε­ ξαπέλυσαν τα βλήματα τους προς την κεφαλή των δύο ιλών, χτυπώντας μαζικά. Οι πρώτοι από τους επιτιθέμενους σω­ ριάστηκαν στο έδαφος κι εκείνοι που έρχονταν αμέσως πί­ σω τους μπερδεύτηκαν κι έπεσαν και αυτοί. Άλλοι τσακί­ στηκαν κάτω από το βάρος των αλόγων, ενώ άλλοι, στα πλά­ για, έπεσαν κάτω από τις βολές των στρατιωτών που φρου­ ρούσαν τη γέφυρα. Αυτοί εξαπέλυσαν πρώτα ένα σύννεφο βελών σε ευθεία τροχιά στο ύψος του ανθρώπινου αναστή­ ματος κι έπειτα μια ομαδική βολή ακοντίων σε καμπύλη τροχιά. Πολλοί βάρβαροι έπεσαν χτυπημένοι, ενώ τα άλο­ γα σκόνταφταν και κατρακυλούσαν παρασύροντας και συν­ θλίβοντας από κάτω τους τους ιππείς. Οι σύντροφοι τους ό­ μως ανοίχτηκαν για να δίνουν μικρότερο στόχο και συνέχι­ σαν την επέλαση τους, ουρλιάζοντας οργισμένοι από την τα­ πείνωση που είχαν υποστεί. Ο Αυρήλιος βρισκόταν πια σε απόσταση τέτοια που μπο­ ρούσε να ακουστεί από τους συντρόφους του που ήταν πα­ ραταγμένοι στη γέφυρα. Αναγνώρισε τον Ουίβιο Κοδράτο, ένα συμπολεμιστή από την ίδια σκηνή, και φώναξε: «Κα­ λύψτε με! Πηγαίνω να βρω βοήθεια, θα γυρίσω!» 29


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Το ξέρω!» φώναξε ο Κοδράτος και σήκωσε το χέρι του κάνοντας σήμα να ανοίξουν πέρασμα για τον Αυρήλιο. Ο ιππέας πέρασε σαν αστραπή ανάμεσα από τους συντρόφους του και η γέφυρα βρόντηξε κάτω από τις οπλές του δυνατού αλόγου, που κάλπαζε ξέφρενα. Μόλις πέρασε, το απόσπα­ σμα πύκνωσε και πάλι τις γραμμές του, οι ασπίδες σχημά­ τισαν τείχος μ' έναν ξερό μεταλλικό ήχο. Οι άντρες της πρώ­ της γραμμής ήταν γονατιστοί, της δεύτερης όρθιοι και προ­ εξείχαν μόνο οι αιχμές των δοράτων που ήταν μπηγμένα στη γη. Το βαρβαρικό ιππικό εφόρμησε στη δράκα των θαρ­ ραλέων υπερασπιστών κι έπεσε με μανία, σαν ορμητικό κύ­ μα, πάνω σ' εκείνο το τελευταίο προπύργιο της ρωμαϊκής πειθαρχίας. Αναγκασμένοι να στριμωχτούν μεταξύ τους λό­ γω της στενότητας της γέφυρας, μερικοί από τους επιτιθέ­ μενους συγκρούστηκαν βίαια και κατρακύλησαν στο χώμα, ενώ άλλοι συνέχισαν και όρμησαν με τρομακτική δύναμη στη μικρή φρουρά, που υποχώρησε κάτω από το χτύπημα αλλά άντεξε. Πολλά άλογα πληγώθηκαν από τις λόγχες, άλ­ λα σηκώθηκαν αφηνιασμένα στα πίσω πόδια τινάζοντας τους αναβάτες τους και στέλνοντας τους να καρφωθούν στις σιδερένιες αιχμές. Η μάχη μετατράπηκε σε μια φοβερή συ­ μπλοκή, σώμα με σώμα, σπαθί με σπαθί. Οι αμυνόμενοι γνώριζαν ότι κάθε στιγμή που κέρδιζαν για τον ιππέα τους που απομακρυνόταν μπορούσε να σημαίνει τη σωτηρία ο­ λόκληρης της μονάδας και γνώριζαν επίσης ποια φρικτά μαρτύρια τους περίμεναν αν συλλαμβάνονταν ζωντανοί. Μά­ χονταν λοιπόν με όλες τους τις δυνάμεις, παροτρύνοντας ο ένας τον άλλο με δυνατή φωνή. Ο Αυρήλιος, στο μεταξύ, είχε φτάσει στα όρια της πε­ διάδας και κοίταξε πίσω του προτού μπει σ' ένα πυκνό δά­ σος από βαλανιδιές που ορθωνόταν μπροστά του. Το τε-

λευταίο πράγμα που είδε ήταν οι σύντροφοι του που παρα­ σύρονταν από την ακατανίκητη ορμή των εχθρών. «Τα κατάφερε!» αναφώνησε ο Αντωνίνος από τις επάλξεις του στρατοπέδου. «Έφτασε στο δάσος, τώρα πια δεν τον πιάνουν. Έχουμε ακόμα μια ελπίδα!» «Αυτό είναι αλήθεια», αποκρίθηκε ο Βατρένος. «Οι σύ­ ντροφοι μας στη γέφυρα θυσιάστηκαν για να τον καλύψουν». Εκείνη τη στιγμή ήρθε ο Βατίατος από το ιατρείο. «Πώς είναι ο διοικητής;» ρώτησε ο Βατρένος. «Ο χειρουργός καυτηρίασε το τραύμα, λέει όμως ότι η αιχ­ μή τού τρύπησε τον πνεύμονα. Φτύνει αίμα και ο πυρετός α­ νεβαίνει». Έσφιξε τις τεράστιες γροθιές του κι έτριξε τα δό­ ντια του: «Τον πρώτο που θα πέσει στα χέρια μου ορκίζομαι ότι θα τον σφάξω, θα τον τσακίσω, θα του φάω το συκώτι...» Οι σύντροφοι του τον κοίταξαν με θαυμασμό και έκπλη­ ξη· ήξεραν πολύ καλά ότι αυτά δεν ήταν μόνο λόγια. Ο Βατρένος άλλαξε συζήτηση. «Τι μέρα είναι σήμερα;» «Η ενάτη του Νοεμβρίου», απάντησε ο Κανίδιος. «Έχει σημασία;» «Τέτοια ώρα πριν από τρεις μήνες ο Ορέστης ετοιμαζό­ ταν να παρουσιάσει το γιο του στη Σύγκλητο και τώρα πρέ­ πει να τον υπερασπιστεί απέναντι στην επίθεση του Οδόακρου. Αν ο Αυρήλιος είναι τυχερός, ίσως καταφέρει να φτά­ σει αργά τη νύχτα. Οι ενισχύσεις θα μπορούσαν να ξεκινή­ σουν την αυγή και να είναι εδώ σε δύο μέρες. Αν ο Οδόακρος δεν έχει καταλάβει ακόμα όλα τα περάσματα και τις γέφυρες, αν ο Ορέστης διαθέτει ακόμα πιοτά στρατεύματα για να τα διατάξει να ξεκινήσουν, αν...» Τα λόγια του διακόπηκαν από τα σαλπίσματα συναγερ­ μού που ακούγονταν από τις επάλξεις του τείχους και από τις κραυγές των σκοπών: «Επιτίθενται!»

30

31


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Ο Βατρένος αντέδρασε σαν να τον χτύπησε μαστίγιο. Κά­ λεσε το σημαιοφόρο: «Υψώστε το λάβαρο! Όλοι οι άντρες σε θέση μάχης! Οι μηχανές σε θέση βολής! Οι τοξότες στο φράχτη! Λεγεωνάριοι της Νόβα Ινβίκτα, αυτό το στρατόπε­ δο είναι ένα κομμάτι της Ρώμης, ιερή γη των προγόνων μας. Ας το υπερασπιστούμε με κάθε θυσία! Δείξτε σ' αυτά τα κτή­ νη ότι η ρωμαϊκή τιμή δεν έχει πεθάνει!» Άρπαξε ένα ακόντιο και πήρε θέση στις επάλξεις. Την ί­ δια στιγμή από τους λόφους ακούστηκαν οι ιαχές του βαρ­ βαρικού πλήθους και χιλιάδες ιππείς έκαναν τη γη να τρέ­ μει με την τρομερή επέλασή τους. Έσερναν άμαξες και κιλλίβαντες με αιχμηρούς πασσάλους πάνω σε ρόδες, τους ο­ ποίους θα εκτόξευαν εναντίον των οχυρώσεων του ρωμαϊκού στρατοπέδου. Οι αμυνόμενοι συμπυκνώθηκαν πίσω από το φράχτη κρατώντας τις χορδές των τόξων, σφίγγοντας σπα­ σμωδικά στα χέρια τους τα ακόντια. Ήταν χλομοί από την ένταση, τα μέτωπα τους μούσκευαν η ομίχλη και κρύος ι­ δρώτας.

2

Ο ΟΡΕΣΤΗΣ ΥΠΟΔΕΧΤΗΚΕ προσωπικά τους φιλοξενούμενους στην είσοδο της έπαυλης του στο λόφο. Καλεσμένοι ήταν α­ ξιωματούχοι της πόλης, συγκλητικοί, ανώτατοι αξιωματικοί του στρατού με τη συνοδεία των οικογενειών τους. Η έπαυ­ λη ήταν κατάφωτη και το δείπνο έτοιμο να σερβιριστεί. Τα πάντα ήταν έτοιμα για να γιορταστούν τα δέκατα τρίτα γε­ νέθλια του γιου του και η επέτειος του τρίτου μήνα από την άνοδό του στο θρόνο. Βρισκόταν για πολύ καιρό σε δίλημ­ μα αν έπρεπε να αναβάλει το συμπόσιο, με δεδομένη τη δραματική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί μετά την ε­ ξέγερση του Οδόακρου και των Έρουλων και Σκίρων στρα­ τιωτών του, στο τέλος όμως αποφάσισε να τηρήσει ακριβώς το πρόγραμμα, για να μη σπείρει τον πανικό. Η πιο εμπειροπόλεμη μονάδα του, η Νόβα Ινβίκτα, που ήταν εκπαι­ δευμένη όπως οι παλιές λεγεώνες, πλησίαζε με γρήγορο βή­ μα. Ο Παύλος, ο αδερφός του, προχωρούσε από τη Ραβένα επικεφαλής άλλων επίλεκτων στρατευμάτων και η στάση σύντομα θα καταπνιγόταν.

Η σύζυγός του όμως, η Φλαβία Σερένα, φαινόταν ανήσυχη και κακοδιάθετη. Ο Ορέστης είχε προσπαθήσει μέχρι ε32

33


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

κείνη τη στιγμή να της κρύψει το νέο της πτώσης της Πα­ βίας, άρχιζε όμως να φοβάται ότι εκείνη γνώριζε πολύ πε­ ρισσότερα απ' όσα άφηνε να εννοηθεί ότι γνώριζε. Σκυθρωπή και βαρύθυμη, στεκόταν παράμερα κοντά στην πόρτα του τρίκλινου και η στάση της αυτή αποτελού­ σε μια σκληρή επιτίμηση προς τον Ορέστη. Η Φλαβία ήταν από την αρχή αντίθετη με την άνοδο του Ρωμύλου στο θρό­ νο και η γιορτή την ενοχλούσε υπερβολικά. Ο Ορέστης την πλησίασε προσπαθώντας να κρύψει το δράμα που ζούσε μέ­ σα του και τη δυσαρέσκεια του. «Γιατί στέκεσαι παράμερα; Είσαι η οικοδέσποινα και η μητέρα του αυτοκράτορα, θα έ­ πρεπε να είσαι στο επίκεντρο της προσοχής και της γιορτής». Η Φλαβία Σερένα κοίταξε το σύζυγό της σαν να της είχε πει λόγια χωρίς κανένα νόημα και του απάντησε με σκλη­ ρό ύφος: «Θέλησες να πραγματοποιήσεις τις φιλοδοξίες σου εκθέτοντας ένα αθώο παιδί σε θανάσιμο κίνδυνο». «Δεν είναι παιδί, είναι σχεδόν νεαρός άντρας και ανα­ τράφηκε με τον καλύτερο τρόπο, ώστε να γίνει μεγάλος η­ γεμόνας. Έχουμε συζητήσει ήδη πολλές φορές γι' αυτό και είχα την ελπίδα ότι τουλάχιστον σήμερα θα με απάλλασσες από την κακή σου διάθεση. Κοίτα, ο γιος μας είναι ευτυχι­ σμένος. Ο παιδαγωγός του, ο Αμβροσίνος, είναι κι αυτός ι­ κανοποιημένος. Είναι ένας άνθρωπος τον οποίο κι εσύ πά­ ντα εμπιστευόσουν». «Εσύ ονειροπολείς, Ορέστη. Το οικοδόμημα που δημι­ ούργησες γίνεται κομμάτια. Τα βαρβαρικά στρατεύματα του Οδόακρου, που θα έπρεπε να στηρίζουν την εξουσία σου, ξεσηκώθηκαν και σπέρνουν παντού το θάνατο και την καταστροφή». «Θα αναγκάσω τον Οδόακρο να διαπραγματευτεί και να συνάψει μια νέα συμφωνία. Αυτά τα γεγονότα δε συμβαί-

νουν για πρώτη φορά. Ούτε αυτούς συμφέρει να προκαλέ­ σει την κατάρρευση της αυτοκρατορίας η οποία τους δίνει εδάφη και μισθούς». Η Φλαβία Σερένα αναστέναξε και χαμήλωσε το βλέμμα για λίγο, ύστερα είπε κοιτάζοντας το σύζυγό της: «Είναι α­ λήθεια αυτά που λέει ο Οδόακρος; Είναι αλήθεια ότι ως α­ νταμοιβή τού είχες υποσχεθεί το ένα τρίτο της Ιταλίας και ότι έπειτα αθέτησες το λόγο σου;» «Είναι ψέματα. Εκείνος... εκείνος ερμήνευσε λάθος τα λόγια μου». «Αυτό δεν αλλάζει πολύ την κατάσταση. Αν επικρατήσει εκείνος, πώς νομίζεις ότι θα μπορούσες να προστατέψεις το γιο μας;» Ο Ορέστης πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του. Ο θό­ ρυβος της γιορτής έμοιαζε εξασθενημένος, λες και τα πάντα ήταν μακρινά και μετριάζονταν από την αγωνία που πλα­ νιόταν ανάμεσά τους σαν νυχτερινός εφιάλτης. Ένας σκύλος γάβγισε μακριά και ο Ορέστης ένιωσε ένα τρεμούλιασμα να διατρέχει τα χέρια της γυναίκας του. «Μείνε ήσυχη», της εί­ πε. «Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα και, για να ξέρεις ότι μπορείς να μου έχεις εμπιστοσύνη, θα σου πω κάτι που δε σου έχω πει ποτέ ξανά. Αυτά τα χρόνια δημιούργησα με με­ γάλη μυστικότητα ένα ειδικό στρατιωτικό τμήμα, μια μάχι­ μη μονάδα πιστή και συμπαγή, η οποία αποτελείται από Ρω­ μαίους στρατιώτες καταγόμενους από την Ιταλία και τις ε­ παρχίες και έχει εκπαιδευτεί όπως οι παλιές λεγεώνες. Την έθεσα υπό τις διαταγές του Μανίλιου Κλαυδιανού, ενός α­ ξιωματικού που προέρχεται από την παλιά αριστοκρατία, ε­ νός άντρα που δε θα παρέβαινε ποτέ το λόγο του. Αυτοί οι στρατιώτες έχουν δώσει δείγματα απίστευτου θάρρους σε πολλά σημεία των συνόρων μας και τώρα, μετά από διατα-

34

35


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

γή μου, πλησιάζουν ολοταχώς. Ίσως βρίσκεται εδώ σε δυο ή τρεις μέρες. Ο αδερφός μου, ο Παύλος, βαδίζει από τη Ραβένα επικεφαλής ενός άλλου τμήματος. Και τώρα, σε παρα­ καλώ, έλα, πάμε να συναντήσουμε τους καλεσμένους μας». Η Φλαβία Σερένα φάνηκε να πείθεται για μια στιγμή ό­ τι εκείνα τα λόγια ήταν αλήθεια, γιατί μέσα της ήθελε όσο τίποτ' άλλο να τα πιστέψει, όμως, καθώς προσπαθούσε να ξα­ ναβρεί το χαμόγελό της για να πάρει μέρος στη δεξίωση, το γάβγισμα του σκύλου ακούστηκε πιο δυνατό και αμέσως με­ τά ήρθε σε απάντησή του μια χορωδία υλακών. Οι παρευρι­ σκόμενοι κοίταξαν ο ένας τον άλλο κι εκείνη τη στιγμή της σιωπής μια φωνή που καλούσε σε συναγερμό ακούστηκε α­ πό την αυλή και μετά ο μακρόσυρτος ήχος των κεράτων σή­ μανε τη συγκέντρωση της φρουράς. Αμέσως μετά ένας α­ ξιωματικός εισέβαλε στην αίθουσα κι έτρεξε προς τον Ορέ­ στη. «Δεχόμαστε επίθεση, κύριε! Είναι εκατοντάδες, τους κα­ θοδηγεί ο Ουλφίλας, ο υπαρχηγός του Οδόακρου!» Ο Ορέστης πήρε ένα σπαθί από μια πανοπλία που κρε­ μόταν από τον τοίχο και φώναξε: «Γρήγορα, να οπλιστούν όλοι, μας επιτίθενται! Αμβροσίνε, πάρε το παιδί και τη μη­ τέρα του και κρυφτείτε στην αποθήκη με τα καυσόξυλα. Μη φύγετε από εκεί για κανένα λόγο, ώσπου να έρθω να σας πάρω εγώ. Γρήγορα, γρήγορα!» Ακούγονταν ήδη δυνατά χτυπήματα στην πύλη, εκκωφα­ ντικά χτυπήματα από πολιορκητικό κριό, που έκαναν τα τεί­ χη της έπαυλης να τρέμουν. Οι αμυνόμενοι έτρεξαν στον ε­ ξώστη για να απωθήσουν την επίθεση, αλλά εκατοντάδες πο­ λεμιστές έστηναν ήδη σκάλες στο στηθαίο και εισέβαλλαν μα­ ζικά από παντού, βγάζοντας άγριες κραυγές. Η πύλη υποχώ­ ρησε ξαφνικά κάτω από τα χτυπήματα του πολιορκητικού κριού κι ένας γιγαντόσωμος καβαλάρης όρμησε στο εσωτερι-

κό της έπαυλης μ' ένα ακροβατικό άλμα του αλόγου του. Ο Ορέ­ στης τον αναγνώρισε και χίμηξε καταπάνω του κραδαίνοντας το σπαθί και κραυγάζοντας: «Ουλφίλα, καταραμένο κά­ θαρμα!» Ο Αμβροσίνος, στο μεταξύ, έφτασε στην κρυψώνα σέρ­ νοντας τα βήματά του πίσω από το σαστισμένο και τρομο­ κρατημένο αγόρι, όμως μέσα στη σύγχυση και τη βιασύνη του δεν αντιλήφθηκε ότι η Φλαβία Σερένα δεν τους είχε ακο­ λουθήσει. Από μια χαραμάδα της πόρτας ο Ρωμύλος έγινε μάρτυρας του δράματος, είδε τους φιλοξενουμένους να θε­ ρίζονται ο ένας μετά τον άλλο και να σωριάζονται μέσα στο αίμα τους, είδε τον πατέρα του να αντιμετωπίζει εκείνο το δασύτριχο γίγαντα με τη δύναμη της απελπισίας, τον είδε να πληγώνεται, να πέφτει στα γόνατα, να ξανασηκώνεται, να κραδαίνει πάλι το σπαθί, να μάχεται θαρραλέα μέχρι την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών του κι έπειτα να πέφτει τρυ­ πημένος πέρα για πέρα. Το τρέμουλο των βλεφάρων του αποσυνέθετε κάθε κίνηση εκείνης της τραγωδίας, την έσπαγε σε χιλιάδες αιχμηρά θραύσματα που μπήγονταν στη μνήμη του. Άκουσε τη μητέρα του να φωνάζει «Καταραμένοι! Να 'στε καταραμένοι!» και είδε τον Αμβροσίνο να πετάγεται έ­ ξω για να την προστατέψει, ενώ εκείνη φώναζε ακόμα γε­ μάτη τρόμο, τραβώντας τα μαλλιά της και γδέρνοντας το πρόσωπο της, γονατισμένη δίπλα στον άντρα της, που ψυ­ χορραγούσε. Τότε βγήκε και ο ίδιος έξω, αποφασισμένος να πεθάνει με τους γονείς του παρά να μείνει μόνος σ' εκείνο τον άγριο κόσμο. Είδε το γιγαντόσωμο πολεμιστή να βρέχει το χέρι του με το αίμα του πατέρα του και να βάφει το μέτωπό του με μια άλικη γραμμή. Τότε έτρεξε προς το σημείο όπου είχε πέσει το σπαθί του Ορέστη για να το πιάσει και να ανιιμετωπίοει με θάρρος τον εχθρό, ο Αμβροσίνος όμως πή-

36

37


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

γε προς το μέρος του, περνώντας ανάλαφρα και σχεδόν χω­ ρίς να γίνεται αντιληπτός μέσα από τον καταιγισμό των βε­ λών, ανάμεσα από τους πολεμιστές που συμπλέκονταν σε α­ νελέητες μάχες σώμα με σώμα, και ορθώθηκε ανάμεσα σ' ε­ κείνον και το σπαθί ενός βαρβάρου που εισέβαλλε εκείνη τη στιγμή. Η λεπίδα θα τους είχε σκοτώσει και τους δυο, αν ο Ουλφίλας δεν απέκρουε το χτύπημα. «Ηλίθιε», γρύλισε γυρ­ νώντας προς τον πολεμιστή, «δε βλέπεις ποιος είναι;» Ο άλλος κατέβασε το σπαθί αμήχανος. «Πάρ' τους και τους τρεις», τον πρόσταξε ο Ουλφίλας. «Θα τους πάρουμε στη Ραβένα». Η μάχη τελείωσε, οι αμυνόμενοι είχαν νικηθεί και απο­ δεκατιστεί. Από τους φιλοξενούμενους, μερικοί σώθηκαν βγαίνοντας από τα παράθυρα και τρέχοντας μέσα στη σκο­ τεινή ύπαιθρο, άλλοι κρύφτηκαν στα καταλύματα των δού­ λων, κάτω από τα κρεβάτια ή στις αποθήκες, ανάμεσα στα πράγματα. Πολλοί βρήκαν το θάνατο μέσα στην ορμή της πρώτης επίθεσης. Οι μουσικοί, που είχαν τέρψει τους κα­ λεσμένους με τις μελωδίες τους, ήταν κι αυτοί νεκροί και κείτονταν με τα μάτια ορθάνοιχτα, κρατώντας ακόμα στα χέ­ ρια τους τα όργανα. Οι βάρβαροι βίαζαν ξανά και ξανά τις γυναίκες και τις υπέβαλλαν σε κάθε δυνατή ατίμωση. Ανά­ γκαζαν με τη βία τους άντρες να παρακολουθήσουν τις προ­ σβολές που υπέμεναν οι γυναίκες και οι κόρες τους, πριν τους ρίξουν κι αυτούς κάτω και τους σφάξουν σαν πρόβατα. Στον εσωτερικό κήπο τα αγάλματα είχαν γκρεμιστεί από τα βάθρα τους, οι φράχτες και οι θάμνοι είχαν ξεριζωθεί και παντού υπήρχε αίμα, στις κρήνες, στα πατώματα, στους διακοσμημένους με νωπογραφίες τοίχους. Τώρα οι βάρβα­ ροι ολοκλήρωναν το έργο τους λεηλατώντας καθετί πολύτι­ μο που υπήρχε στην πολυτελή κατοικία, κηροπήγια, έπι-

πλα, σκεύη. Όσοι δεν είχαν μπορέσει να αρπάξουν κάτι πο­ λύτιμο έδειχναν την περιφρόνησή τους ακρωτηριάζοντας και παραμορφώνοντας τα πτώματα ή ουρώντας και αφο­ δεύοντας πάνω στα θαυμάσια μωσαϊκά. Παντού ακουγόταν, μαζί με τις άναρθρες κραυγές εκείνων των βαρβάρων που είχαν μεθύσει από τη σφαγή, το τριζοβόλημα της φωτιάς που άρχιζε να καταβροχθίζει τη ρημαγμένη έπαυλη. Έσυραν τους τρεις αιχμαλώτους και τους ανέβασαν σε μια άμαξα στην οποία ήταν ζεμένο ένα ζευγάρι μουλάρια. Ο Ουλφίλας φώναξε: «Πάμε να φύγουμε, πάμε, είπα, έχου­ με πολύ δρόμο μπροστά μας!» Οι άντρες του εγκατέλειψαν απρόθυμα την έπαυλη, η ο­ ποία τώρα πια είχε καταντήσει ένα ερείπιο, και σχημάτι­ σαν φάλαγγα ο ένας μετά τον άλλο πίσω από τη μικρή πο­ μπή. Στην άμαξα, ο Ρωμύλος έκλαιγε σιωπηλά, μέσα στο σκοτάδι, αγκαλιάζοντας τη μητέρα του. Μέσα σε λιγότερο από μια ώρα είχε ξεπέσει από τη μεγαλοπρέπεια του αυτο­ κρατορικού αξιώματος στην πιο αξιοθρήνητη κατάσταση. Είχαν σκοτώσει τον πατέρα του μπροστά στα μάτια του και ο ίδιος ήταν αιχμάλωτος εκείνων των θηρίων, βρισκόταν κά­ τω από την απόλυτη εξουσία τους. Ο Αμβροσίνος καθόταν πίσω τους αμίλητος κι έδειχνε σαστισμένος από τον πόνο· κάθε τόσο γύριζε να κοιτάξει τη μεγάλη αγροτική έπαυλη, που ήταν στο έλεος της φωτιάς, τις σπείρες του καπνού και τις σπίθες που ανέβαιναν προς τον ουρανό, σκορπίζοντας στον ορίζοντα μια αλλόκοτη λάμψη. Είχε σώσει μόνο το δισάκι με το οποίο είχε φτάσει στην Ιταλία πριν από πολλά χρόνια και μόνο ένα από τα χιλιάδες βιβλία που περιείχε η βιβλιοθήκη, μια έκδοση της Αινειάδας με θαυμάσια εικονο­ γράφηση, την οποία οι συγκλητικοί είχαν χαρίσει στον Ρω­ μύλο. Κάθε τόσο περνούσε το χέρι του πάνω από το δερ-

38

39


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

μάτινο εξώφυλλο του τόμου και σχεδόν του φαινόταν ότι η μοίρα δεν ήταν απόλυτα σκληρή, αφού του άφηνε την, προ­ φητική ίσως, συντροφιά των στίχων του Βιργιλίου.

* Πανδοχείο στα σανδάλια του Ηρακλή. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)

m.p.XXII, είκοσι δυο μίλια ως τον επόμενο σταθμό, αν βέβαια υπήρχε ακόμα. Ο Αυρήλιος ξεπέζεψε και μπήκε κοντανασαίνοντας. Μέ­ σα ήταν ένας υπάλληλος της ταχυδρομικής υπηρεσίας που λαγοκοιμόταν πάνω σε ένα κάθισμα, ενώ μερικοί πελάτες, ξαπλωμένοι στους μανδύες τους πάνω στο πάτωμα, κοι­ μούνταν βαθιά. Ο Αυρήλιος τον ταρακούνησε. «Αυτοκρατο­ ρική υπηρεσία», είπε, «με κατεπείγοντα χαρακτήρα, που α­ παιτεί απόλυτη προτεραιότητα. Πρόκειται για ζήτημα ζω­ ής και θανάτου για πολλούς ανθρώπους. Έξω βρίσκεται το άλογό μου, είναι εξαντλημένο. Χρειάζομαι αμέσως ένα ξε­ κούραστο άλογο». Ο υπάλληλος ξύπνησε, άνοιξε τα μάτια του και, μόλις εί­ δε τον άνθρωπο που είχε μπροστά του, κατάλαβε ότι όσα του έλεγε πρέπει να ήταν αλήθεια. Το πρόσωπο του Αυρήλιου ήταν παραμορφωμένο από την κούραση και τα χαρακτηρι­ στικά του αλλοιωμένα από την ένταση και την προσπάθεια. «Έλα μαζί μου», του είπε και προηγήθηκε. Πήρε από ένα ερμάρι ένα κομμάτι ψωμί κι ένα φλασκί με κρασί και του τα έδωσε, για να μπορέσει να φάει μια μπουκιά και να πιει μια γουλιά, καθώς διέσχιζαν το διάδρομο και κατέβαιναν τις σκάλες προς τους στάβλους. Ήταν φανερό ότι δε θα στα­ ματούσε ούτε στιγμή για να ξεκουραστεί. Τα περισσότερα χωρίσματα του στάβλου ήταν άδεια, αλλά μέσα στο μισο­ σκόταδο υπήρχαν τρία ή τέσσερα άλογα που μόλις διακρί­ νονταν. Ο υπάλληλος του σταθμού σήκωσε το φανάρι για να τα φωτίσει. «Πάρε εκείνο», είπε δείχνοντας ένα ρωμαλέο μαύρο άλογο με λείο και γυαλιστερό τρίχωμα, «είναι ένα θαυμάσιο ζώο. Το λένε Γιούμπα. Ανήκε σ' έναν υψηλόβαθ­ μο αξιωματικό που δεν ξαναγύρισε να το πάρει». Ο Αυρή­ λιος δάγκωσε το καρβέλι, ήπιε μια τελευταία γουλιά κρασί,

40

41

Κατά τη διάρκεια του νυχτερινού ταξιδιού του, ο Αυρήλιος βρήκε πολλές φορές το δρόμο αποκλεισμένο μπροστά του. Ο Οδόακρος είχε τοποθετήσει φρουρές στις γέφυρες και στα περάσματα και ομάδες βάρβαρων στρατιωτών του αυ­ τοκρατορικού στρατού περιπολούσαν στις υπατικές οδούς, κι έτσι ο ιππέας αναγκάστηκε πολλές φορές να βγει από το δρόμο του και να χρησιμοποιήσει περάσματα ποταμών, που είχαν γίνει ορμητικοί εξαιτίας των φθινοπωρινών βροχών, ή απόκρημνα μονοπάτια πάνω στα βουνά. Όταν άρχισε να κατηφορίζει και πάλι προς την πεδιάδα, κατάλαβε ότι το ά­ λογο του δε θα τα έβγαζε πέρα, ότι το καθαρόαιμο ζώο θα πέθαινε αν το ανάγκαζε να καλπάσει κι άλλο. Άφριζε κι έ­ σταζε ιδρώτα από την τρομερή κόπωση, η ανάσα του ήταν κοφτή και τα μάτια του είχαν ένα βλέμμα απλανές. Τότε η μοίρα ήρθε σε βοήθεια του και ο ίδιος διέκρινε από μακριά φώτα και κατόπιν ένα κτίριο με οικεία όψη. Ήταν ένας σταθμός αλλαγής αλόγων στην Ποστουμία οδό, ο οποίος ή­ ταν ως εκ θαύματος ανέπαφος και κατά τα φαινόμενα λει­ τουργούσε. Όταν έφτασε κοντά, άκουσε να τρίζει το έμ­ βλημα που κρεμόταν από μια σιδερένια ράβδο καρφωμένη στον εξωτερικό τοίχο. Ήταν μισοσκουριασμένο, αλλά δια­ κρινόταν ακόμα το σχέδιο ενός σανδαλιού και μια επιγρα­ φή με ωραία, κεφαλαία γράμματα: «Mansio ad sandalum Herculis*». Ένας οδοδείκτης μπροστά στο κτίριο έγραφε


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

πήδησε στη ράχη του ζώου και το σπιρούνισε για να ανεβεί τη ράμπα, φωνάζοντας: «Ε! Ε! Γιούμπα!» Πετάχτηκε έξω μ ένα μεγάλο σάλτο, σαν κολασμένη ψυχή που έβγαινε από την κόλαση, και ξεχύθηκε σε έναν ξέφρενο καλπασμό. Διέσχι­ σε την υπατική οδό και μετά ακολούθησε ένα μονοπάτι που άσπριζε στην πεδιάδα κάτω από το αβέβαιο φως του φεγ­ γαριού. Βγήκε και ο υπάλληλος μ' ένα κατάστιχο και μια γραφίδα στο ένα χέρι και το φανάρι στο άλλο, φωνάζοντας: «Την απόδειξη!» Ο Αυρήλιος όμως ήταν ήδη μακριά και το ποδοβολητό του Γιούμπα χανόταν στην πεδιάδα. Ο άντρας επανέλαβε χαμηλόφωνα, σαν να μιλούσε μόνος του: «Πρέπει να μου υπογράψεις την απόδειξη». Από τις σκέψεις του τον έβγαλε ένα υπόκωφο χλιμίντρισμα και τό­ τε αντιλήφθηκε το άτι του Αυρήλιου, που άχνιζε από τον ι­ δρώτα. Τον έπιασε από τα χαλινάρια και τον οδήγησε προς τους στάβλους. «Έλα, όμορφε, αλλιώς θα αρρωστήσεις. Εί­ σαι καταϊδρωμένος και θα πεινάς κιόλας· βάζω στοίχημα πως δε θα 'χεις φάει τίποτα, όπως και το αφεντικό σου».

Ένα χλομό φως άρχιζε να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα, ό­ ταν ο Αυρήλιος είδε την έπαυλη του Φλαβίου Ορέστη. Κα­ τάλαβε αμέσως ότι είχε φτάσει πολύ αργά. Μια στήλη πυ­ κνού μαύρου καπνού υψωνόταν από το μισοερειπωμένο κτί­ ριο και παντού τριγύρω υπήρχαν τα σημάδια της απίστευ­ της καταστροφής. Έδεσε το άλογο σ' ένα δέντρο και πλη­ σίασε επιφυλακτικά, καλυπτόμενος από το τοιχάκι του πε­ ριβόλου, ώσπου βρέθηκε κοντά στην κύρια είσοδο. Είδε τα θυρόφυλλα της πύλης πεσμένα καταγής, ξεχαρβαλωμένα και μισοκαμένα, και στην αυλή δεκάδες πτώματα γεμάτα ξεραμένα αίματα. Πολλοί από τους νεκρούς ήταν στρατιώ-

τες της αυτοκρατορικής φρουράς, δεν ήταν όμως λίγοι και οι νεκροί βάρβαροι, που είχαν σκοτωθεί στις λυσσαλέες μά­ χες σώμα με σώμα. Η συμπλοκή πρέπει να υπήρξε τρομα­ κτικά βίαιη και καθένας κειτόταν εκεί που τον είχε βρει ο θάνατος, έχοντας ακόμα στο πρόσωπο την έκφραση που η φρίκη και η επιθανάτια αγωνία είχαν αποτυπώσει πάνω του. Δεν ακουγόταν κανένας ήχος παρά μόνο το τριζοβόλημα της φωτιάς και κάθε τόσο ο ξερός θόρυβος κάποιου δοκα­ ριού που κατέρρεε ή κεραμιδιών που έπεφταν από την κα­ τεστραμμένη στέγη και θρυμματίζονταν στο πάτωμα. Ο Αυ­ ρήλιος προχώρησε μέσα σ' εκείνη την ερήμωση κοιτάζο­ ντας γύρω του σαν χαμένος, μην μπορώντας να το πιστέψει, και, καθώς η τραγωδία ξετυλιγόταν μπροστά του σε όλη την τρομακτική της διάσταση, η αγωνία πλημμύριζε την ψυχή του προκαλώντας ένα ανυπόφορο βάρος που τον έπνιγε. Η δυσωδία του θανάτου και των περιττωμάτων γέμιζε τα εσω­ τερικά δωμάτια, τα οποία η φωτιά δεν είχε καταβροχθίσει ακόμα. Τα πτώματα των ξεγυμνωμένων και βιασμένων γυ­ ναικών κι εκείνα των ανήλικων ακόμα κοριτσιών κείτονταν με τα πόδια ανοιχτά με χυδαίο τρόπο, δίπλα στα σώματα των σφαγμένων πατέρων και συζύγων τους. Παντού υπήρχε αί­ μα, πάνω στα μαρμάρινα δάπεδα με τα ψηφιδωτά, στους τοίχους με τις θαυμάσιες τοιχογραφίες, στα αίθρια, στα λου­ τρά, στα ανάκλιντρα, στα τραπέζια και στα υπολείμματα των φαγητών, μούσκευε τα παραπετάσματα, τα χαλιά, τα τραπεζομάντιλα. Ο Αυρήλιος έπεσε στα γόνατα βγάζοντας μια αδύναμη κραυγή οργής και απόγνωσης. Έμεινε για πολλή ώρα σ' αυ­ τή τη θέση, με το μέτωπο να αγγίζει σχεδόν τα γόνατα του, ώσπου ξαφνικά τον αφύπνισε ο ήχος ενός βογκητού. Ήταν δυνατό; Ήταν δυνατό κάποιος να ήταν ακόμα ζωντανός μέ-

42

43


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

σα σ' εκείνο το σφαγείο; Πετάχτηκε όρθιος, σκούπισε βια­ στικά τα δάκρυα που του αυλάκωναν το πρόσωπο και κα­ τευθύνθηκε προς το σημείο απ' όπου ακουγόταν ο θρήνος. Ερχόταν από την αυλή, από έναν άντρα πεσμένο με το πρό­ σωπο μέσα σε μια λίμνη αίματος. Γονάτισε δίπλα του και τον γύρισε αργά, ώστε να μπορέσει να δει το πρόσωπο του. Ο άντρας, μολονότι ήταν ετοιμοθάνατος, αναγνώρισε τα εμ­ βλήματα και τη στολή. Μουρμούρισε: «Λεγεωνάριε...» Ο Αυρήλιος πλησίασε περισσότερο. «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε. Ο άντρας αγκομαχούσε με τρόπο επώδυνο και κάθε α­ νάσα πρέπει να του προκαλούσε τρομερό πόνο. Απάντησε: «Είμαι ο Φλάβιος... Ορέστης». Ο Αυρήλιος ανασκίρτησε. «Διοικητή», είπε. «Ω θεοί... Δι­ οικητή, ανήκω στη Νόβα Ινβίκτα». Και το όνομα αυτό ήχη­ σε σαν ειρωνεία της τύχης. Ο Ορέστης έτρεμε, τα δόντια του χτυπούσαν από την παγωνιά του θανάτου που κυρίευε το σώμα του. Ο Αυρή­ λιος έβγαλε το μανδύα του και τον σκέπασε. Αυτή η χει­ ρονομία οίκτου φάνηκε για μια στιγμή να του δίνει θάρ­ ρος, να του χαρίζει μια αναλαμπή δύναμης. «Η γυναίκα μου, ο γιος μου...» είπε. «Πήραν τον αυτοκράτορα. Σε πα­ ρακαλώ, ειδοποίησε τη λεγεώνα. Πρέπει... να τους ελευ­ θερώσετε». «Η λεγεώνα δέχτηκε επίθεση από υπέρτερες δυνάμεις», αποκρίθηκε ο Αυρήλιος. «Ήρθα να ζητήσω ενισχύσεις». Μια έκφραση πανικού ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του Ορέστη, ωστόσο, καθώς τον κοίταζε με μάτια γεμάτα δά­ κρυα, η τρεμάμενη φωνή του είχε ακόμα ένα ίχνος ελπίδας. «Σώσε τους», είπε, «σε ικετεύω». Ο Αυρήλιος δεν μπόρεσε να αντέξει την ένταση εκείνου

του βλέμματος και χαμήλωσε τα μάτια λέγοντας: «Εγώ... έ­ χω απομείνει μόνος, διοικητή». Ο Ορέστης φάνηκε να αγνοεί εντελώς τα λόγια του. Με τις τελευταίες δυνάμεις που του απέμεναν προσπάθησε να ανασηκωθεί· πιάστηκε από την άκρη του θώρακά του. «Σε εξορκίζω, λεγεωνάριε», ψέλλισε, «σώσε το γιο μου, σώσε τον αυτοκράτορα. Αν πεθάνει, θα πεθάνει και η Ρώμη. Αν πε­ θάνει η Ρώμη, είναι όλα χαμένα». Το χέρι του γλίστρησε ά­ ψυχο στο πάτωμα και τα μάτια του έμειναν ανέκφραστα, μέσα στη γεμάτη απορία ακινησία του θανάτου. Ο Αυρήλιος του έκλεισε τα βλέφαρα με τα δάχτυλα, ύ­ στερα πήρε το μανδύα του και βγήκε, ενώ ο ήλιος, που είχε πια ξεπροβάλει πάνω από τον ορίζοντα, φώτιζε πίσω του το φρικτό σκηνικό της σφαγής. Γύρισε στον Γιούμπα, που βο­ σκούσε ήρεμος το χορτάρι του λιβαδιού, τον έλυσε, ανέβη­ κε στη σέλα και κίνησε προς το βορρά, ακολουθώντας τα ί­ χνη του εχθρού.

44

45


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Η ΦΑΛΑΓΓΑ ΜΕ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ τον Ουλφίλα ακολούθησε επί τρεις μέρες μια επίπονη πορεία μέσα από τα χιονισμένα πε­ ράσματα των Απένινων και κατόπιν διασχίζοντας την ομι­ χλώδη πεδιάδα. Οι αιχμάλωτοι δοκιμάζονταν σκληρά από την κούραση και την αϋπνία και είχαν φτάσει στα όρια της αντοχής τους. Κανείς τους δεν είχε ξεκουραστεί ούτε μια νύ­ χτα· μόνο μερικές ώρες έπεφταν σε λήθαργο, τον οποίο διέ­ κοπταν οι εφιάλτες της σφαγής. Η Φλαβία Σερένα προ­ σπαθούσε να κάνει κουράγιο, τόσο λόγω της αυστηρής εκ­ παίδευσης που είχε λάβει από την οικογένειά της, όσο και για να στηρίξει με τη συμπεριφορά της το γιο της, τον Ρω­ μύλο. Πότε πότε το αγόρι ακουμπούσε το κεφάλι του στα γό­ νατά της κι έκλεινε τα μάτια, μόλις όμως το έπαιρνε ο ύ­ πνος, το θέαμα της σφαγής αναδυόταν από τον ταραγμένο του νου και η μητέρα ένιωθε τα μέλη του να συσπώνται ε­ πώδυνα, μπορούσε σχεδόν να δει τη φρίκη των εικόνων που περνούσαν κάτω από τα βλέφαρά του. Ύστερα, ξαφνικά, το αγόρι ξυπνούσε με μια κραυγή, κάθιδρο και με βλέμμα τρομαγμένο. Ο Αμβροσίνος το άγγιζε στον ώμο με το χέρι και προ­ σπαθούσε να του μεταδώσει λίγη ζεστασιά. «Κάνε κουράγιο», του έλεγε, «πάρε θάρρος, παιδί μου, η μοίρα σου επέβαλε

την πιο σκληρή και απάνθρωπη δοκιμασία, μα ξέρω ότι θα τα καταφέρεις». Μια φορά, ενώ ο Ρωμύλος είχε καταφέρει να αποκοιμη­ θεί, τον πλησίασε και του ψιθύρισε κάτι στο αφτί. Για λίγο η αναπνοή του αγοριού έγινε πιο ήρεμη και κανονική και η έκφραση του προσώπου του πιο χαλαρή. «Τι του είπες;» τον ρώτησε η Φλαβία Σερένα. «Του μίλησα με τη φωνή του πατέρα του», απάντησε αι­ νιγματικά ο Αμβροσίνος. «Ήταν αυτό που ήθελε να ακού­ σει και αυτό που είχε ανάγκη». Η Φλαβία δε μίλησε κι έστρεψε ξανά το βλέμμα της προς το δρόμο, που τώρα ακολουθούσε τις πλατιές παράκτιες λι­ μνοθάλασσες, τα νερά των οποίων στεφάνωναν σταχτόχρωμοι αφροί, κάτω από ένα μολυβένιο ουρανό. Έφτασαν στα περίχωρα της Ραβένας το βράδυ της πέμπτης μέρας, την ώ­ ρα που έπεφτε το σκοτάδι. Η φάλαγγα ακολούθησε ένα α­ πό τα πολλά αναχώματα που διέσχιζαν τη λιμνοθάλασσα μέχρι μια συστάδα νησιών, πάνω στα οποία ήταν χτισμένη τα παλιά χρόνια η πόλη και τα οποία τώρα είχαν ενωθεί με μια μακρόστενη αμμώδη λωρίδα της ακτής. Εκείνη την ώ­ ρα η ομίχλη απλωνόταν και σερνόταν πάνω στην επιφάνεια των νερών, ώσπου έφτανε στην ακτή, και ύστερα απλωνόταν στη στεριά γλείφοντας τα ξερά δέντρα και τα απομονωμέ­ να καλύβια των ψαράδων και των χωρικών. Πότε πότε α­ κουγόταν η φωνή κάποιου νυκτόβιου ζώου ή το μοναχικό αλύχτισμα ενός σκύλου από κάποια μακρινή αγροικία. Το κρύο και η υγρασία έφταναν ως το κόκαλο, η κόπωση, σχε­ δόν αφόρητη, έκανε ακόμα πιο δυσβάστακτο το μαρτύριο τους. Οι πύργοι της Ραβένας υψώθηκαν ξαφνικά μπροστά τους σαν γίγαντες μέσα στην ομίχλη. Ο Ουλφίλας κάτι φώναξε

46

47

3


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

στη λαρυγγική γλώσσα του, η πύλη άνοιξε και οι έφιπποι μπήκαν με αργό βηματισμό στην έρημη και καταχνιασμένη πόλη. Οι κάτοικοι φαίνονταν να έχουν εξαφανιστεί, όλες οι πόρτες ήταν αμπαρωμένες, όλα τα παράθυρα ήταν κλει­ στά. Ακουγόταν μόνο ο παφλασμός του νερού στα κανάλια όταν πλησίαζε κάποια βάρκα, σαν φάντασμα, οδηγημένη από το αργό τράβηγμα του κουπιού. Σταμάτησαν στην εί­ σοδο του αυτοκρατορικού παλατιού, που ήταν χτισμένο με κόκκινα τούβλα και την πρόσοψή του κοσμούσαν κολόνες από πέτρα της Ιστρίας. Ο Ουλφίλας διέταξε να χωρίσουν τη μητέρα από το παιδί της και να οδηγήσουν το αγόρι στα διαμερίσματά του. «Άφησε με να πάω μαζί του», του ζήτησε ετοιμόλογος ο Αμβροσίνος. «Είναι τρομοκρατημένος, εξαντλημένος· χρει­ άζεται κάποιον να του κρατήσει συντροφιά. Είμαι ο παιδα­ γωγός του και ξέρω πώς να τον βοηθήσω. Σε ικετεύω, ισχυ­ ρέ άρχοντα». Ο Ουλφίλας, κολακευμένος από αυτή την προσφώνηση, την οποία δεν ήταν συνηθισμένος να ακούει, συγκατένευσε μ' έναν άναρθρο ήχο και ο Αμβροσίνος μπόρεσε να ακο­ λουθήσει το μαθητή του καθώς τον έπαιρναν. Ο Ρωμύλος στράφηκε προς τα πίσω φωνάζοντας: «Μητέρα! Μητέρα!» Η Φλαβία Σερένα τον κοίταξε μ' ένα βλέμμα πληγωμένο και γεμάτο πόνο αλλά και αξιοπρέπεια, μια σιωπηλή παρό­ τρυνση να μην αφήσει να τον κυριεύσει η απελπισία. Έπει­ τα απομακρύνθηκε σ' ένα διάδρομο εν μέσω δύο φρουρών, με βήμα σταθερό, τους ώμους στητούς και τα χέρια σταυ­ ρωμένα στο στήθος για να καλύπτουν ό,τι τα κουρελιασμέ­ να ρούχα άφηναν γυμνό. Ο Οδόακρος είχε ειδοποιηθεί ήδη και την περίμενε κα­ θισμένος στον ελεφάντινο θρόνο των τελευταίων καισάρων.

Ήταν αρκετό ένα νεύμα του για να δώσει στον Ουλφίλα και στους φρουρούς να καταλάβουν ότι ήθελε να μείνει μόνος με τη γυναίκα. Είχαν ετοιμάσει ένα κάθισμα στα πόδια του θρόνου και ο Οδόακρος την προσκάλεσε να καθίσει, όμως η Φλαβία Σερένα έμεινε όρθια, με την πλάτη στητή και τα μάτια καρφωμένα στο κενό. Έστω και με τα ρούχα κουρε­ λιασμένα, τα μαλλιά κολλημένα, με κηλίδες αίματος στο χι­ τώνα της, έστω και με το μέτωπο μαυρισμένο από την καπνιά και τα μάγουλα γεμάτα εκδορές, κατόρθωνε να εκπέ­ μπει τη γοητεία μιας θηλυκότητας αδάμαστης και περήφα­ νης, ενώ τα αγέρωχα και συνάμα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου, ο λευκός λαιμός, οι τέλειοι ώμοι και το στήθος, το οποίο τα σταυρωμένα χέρια δεν κατόρθωναν να κρύψουν εντελώς, φανέρωναν μια ομορφιά ατιμασμένη αλλά ακόμα ανέπαφη. Αισθανόταν πάνω της το βλέμμα του βαρβάρου, αν και δεν τον έβλεπε, κι ένιωθε να φουντώνει από περι­ φρόνηση και ανήμπορη οργή. Μόνο η χλομάδα από την κούραση, την ασιτία και την αϋπνία έκρυβε τα συναισθή­ ματα της σαν σουδάρι. «Ξέρω ότι με περιφρονείς», είπε ο Οδόακρος. «Μας α­ ποκαλείτε βαρβάρους, λες κι εσείς είστε καλύτεροι, είστε ό­ μως μια φυλή αποδυναμωμένη μετά από αιώνες ακολασίας, εξουσίας και διαφθοράς. Διέταξα να σκοτώσουν τον άντρα σου γιατί του άξιζε, γιατί με πρόδωσε αθετώντας το λόγο του. Έπρεπε να δώσω ένα παράδειγμα, ώστε όλοι να κατα­ λάβουν ότι δεν μπορούν να εξαπατούν ατιμώρητα τον Οδόακρο, και το παράδειγμα έπρεπε να είναι τόσο τρομερό, ώ­ στε να τρομοκρατήσει τους πάντες. Και μην υπολογίζεις τον κουνιάδο σου, τον Παύλο. Τα στρατεύματά μου τον περι­ κύκλωσαν και τον εξόντωσαν. Φτάνει όμως με το αίμα τώ­ ρα· δε σκοπεύω να ρημάξω αυτό τον τόπο. Θέλω να ξανα-

48

49


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

γεννηθεί, να ακμάσουν και πάλι τα ειρηνικά έργα, η εργα­ σία στους αγρούς και το εμπόριο. Αυτή η γη αξίζει κάποιον καλύτερο από τον Φλάβιο Ορέστη και τον ανήλικο αυτο­ κράτορα του. Αξίζει έναν πραγματικό ηγεμόνα που να την καθοδηγεί και να την προστατεύει, όπως ο σύζυγος καθο­ δηγεί και προστατεύει τη γυναίκα του. Αυτός ο ηγεμόνας θα είμαι εγώ και θέλω εσύ να είσαι η βασίλισσά μου». Η Φλαβία, που είχε παραμείνει ακίνητη και σιωπηλή ως εκείνη τη στιγμή, επιτέλους αντέδρασε και η φωνή της ήταν κοφτερή σαν λεπίδα. «Δεν ξέρεις τι λες. Εγώ κατάγομαι α­ πό εκείνους που επί αιώνες σάς πολέμησαν και σας απώ­ θησαν στα δάση για να ζείτε όπως τα αγρίμια, με τα οποία μοιάζετε σε όλα. Σιχαίνομαι τη δυσοσμία σας, την αμάθεια σας, την αγριότητά σας, σιχαίνομαι τη γλώσσα σας και τον ήχο της φωνής σας, που μοιάζει περισσότερο με το γάβγι­ σμα των σκύλων παρά με ανθρώπινη λαλιά, με αηδιάζει το δέρμα σας που δεν αντέχει το φως του ήλιου, με αηδιάζουν τα μαλλιά σας που είναι σαν στουπί και τα μουστάκια σας που είναι πάντα λερωμένα με αποφάγια. Αυτό το συζυγικό δεσμό επιθυμείς; Αυτή την ανταπόδοση συναισθημάτων; Μπορείς να με σκοτώσεις ακόμα και τώρα, δε με ενδιαφέ­ ρει. Δε θα σε παντρευτώ ποτέ!» Ο Οδόακρος έσφιξε τα δόντια. Τα λόγια της Φλαβίας τον είχαν χτυπήσει σαν μαστίγιο, πληγώνοντας και ταπει­ νώνοντάς τον. Ήξερε ότι καμία δύναμη δεν ήταν ικανή να υπερνικήσει εκείνη την περιφρόνηση, μέσα του όμως ένιω­ θε έντονο το συναίσθημα που τον διακατείχε από τότε που ήταν νέος, τότε που είχε γίνει μέλος του αυτοκρατορικού στρατού, το θαυμασμό για εκείνες τις πανάρχαιες πόλεις, για τις αγορές και τις βασιλικές, τους κίονες και τα μνημεία, τους δρόμους, τα λιμάνια και τα υδραγωγεία, τα εμβλήμα-

τα και τις αψίδες, τις επίσημες επιγραφές από μπρούντζο, τα λουτρά και τις θέρμες, τις επαύλεις, που ήταν τόσο ω­ ραίες, ώστε έμοιαζαν μάλλον με κατοικίες θεών παρά αν­ θρώπων. Η αυτοκρατορία ήταν ο μόνος κόσμος στον οποίο άξιζε να ζει ένα ανθρώπινο πλάσμα. Την κοίταξε και τη βρή­ κε περισσότερο επιθυμητή από ποτέ, όπως τότε που την εί­ δε για πρώτη φορά, όταν εκείνη σε ηλικία λίγο μεγαλύτερη των είκοσι χρόνων παντρεύτηκε τον Φλάβιο Ορέστη. Τότε του είχε φανεί απόμακρη, λαμπερή και άπιαστη, όπως το α­ στέρι που έβλεπε όταν ήταν παιδί, ξαπλωμένος στην άμαξα των νομάδων γονιών του κάτω από το νυχτερινό ουρανό, στην αχανή πεδιάδα. Τώρα εκείνη ήταν στο έλεός του και θα μπορούσε να την κάνει δική του οποιαδήποτε στιγμή, α­ κόμα και άμεσα. Δεν επιθυμούσε αυτό όμως, όχι ακόμα. «Και όμως θα κάνεις αυτό που λέω εγώ», είπε, «αν θέλεις να σώσεις το γιο σου, αν δε θέλεις να τον δεις να πεθαίνει μπρο­ στά στα μάτια σου. Και τώρα πήγαινε». Οι φρουροί μπήκαν και την πήραν, οδηγώντας την προς τη δυτική πτέρυγα του ανακτόρου. Ο Αμβροσίνος κοίταξε α­ πό την κλειδαρότρυπα όταν άκουσε τους φρουρούς που τη συνόδευαν να συνομιλούν χαμηλόφωνα, και φώναξε κοντά του τον Ρωμύλο. «Κοίτα», είπε, «η μητέρα σου». Και ταυτό­ χρονα του έγνεψε να μη βγάλει λέξη, φέρνοντας το δείκτη στα χείλη του, ενώ έκανε στην άκρη για να του επιτρέψει να κοιτάξει κι αυτός με τη σειρά του. Η μικρή πομπή σύντομα βγήκε από το περιορισμένο ο­ πτικό τους πεδίο, ο Αμβροσίνος όμως ακούμπησε το αφτί του στην πόρτα και μέτρησε τα βήματα, ώσπου άκουσε τον ήχο μιας κλειδαριάς και το θόρυβο μιας πόρτας που ξανάκλει­ νε. «Είκοσι τέσσερα. Το δωμάτιο της μητέρας σου απέχει εί­ κοσι τέσσερα βήματα από το δικό μας και πρέπει να βρί-

50

51


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

σκεται στην άλλη πλευρά του διαδρόμου. Βρισκόμαστε πι­ θανώς στα διαμερίσματα του αυτοκρατορικού γυναικωνίτη. Έχω ξανάρθει μια φορά, πριν από δύο χρόνια, και η μητέ­ ρα σου γνωρίζει κι αυτή το μέρος αρκετά καλά. Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα πλεονέκτημα». Ο Ρωμύλος έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι, συνηθι­ σμένος να παρακολουθεί τους συλλογισμούς του δασκάλου του ακόμα και όταν δεν καταλάβαινε τελείως το σκοπό ή το νόημα τους, δεν έδειξε όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον σ' εκεί­ νο τον ισχυρισμό. Η πόρτα του δωματίου τους ήταν αμπα­ ρωμένη απ' έξω και τη φρουρούσε ένας πολεμιστής οπλι­ σμένος με τσεκούρι και σπαθί. Τι πιθανότητες είχαν να έρ­ θουν σε οποιαδήποτε επαφή με τη μητέρα του; Πλάγιασε στο κρεβάτι εξαντλημένος από τις συγκινήσεις και την κού­ ραση. Η φύση υπερίσχυσε και ο Ρωμύλος βυθίστηκε σε βα­ θύ ύπνο. Ο Αμβροσίνος τον σκέπασε μ' ένα ρούχο, τον χάι­ δεψε τρυφερά στο κεφάλι και ύστερα ξάπλωσε και ο ίδιος στο άλλο κρεβάτι, αναζητώντας λίγη ξεκούραση. Δεν έσβη­ σε το λυχνάρι, γιατί ένιωθε ότι το σκοτάδι θα ξυπνούσε μέ­ σα του εικόνες απέναντι στις οποίες θα ήταν δύσκολο να α­ μυνθεί και γιατί προτιμούσε να διατηρεί μια στοιχειώδη ε­ παγρύπνηση εκείνη τη νύχτα, την οποία στοίχειωναν αιμο­ βόρες σκιές. Δε θα μπορούσε να πει πόση ώρα είχε περάσει όταν στα αφτιά του έφτασε ένας θόρυβος, τον οποίο ακολούθησε κά­ τι σαν υπόκωφος γδούπος. Ο Ρωμύλος κοιμόταν ακόμα βα­ θιά και δεν αντιλήφθηκε τίποτα. Ο ύπνος του ήταν τόσο βα­ θύς, ώστε το αγόρι βρισκόταν ακόμα στην ίδια ακριβώς θέ­ ση στην οποία είχε αποκοιμηθεί. Ο Αμβροσίνος σηκώθηκε και άκουσε άλλο ένα θόρυβο, αυτή τη φορά έναν ξερό και μεταλλικό κρότο που προερχόταν από την πόρτα τους. Πλη52

σίασε το αγόρι και το σκούντησε με δύναμη: «Ξύπνα, γρή­ γορα, κάποιος έρχεται» Ο Ρωμύλος άνοιξε τα μάτια του· στην αρχή δεν κατάλα­ βε πού ήταν, μετά όμως, όταν έστρεψε το βλέμμα του στους τοίχους της φυλακής του, συνειδητοποίησε την οδυνηρή κα­ τάσταση του. Στο μεταξύ η πόρτα άνοιξε τρίζοντας κι εμ­ φανίστηκε μια μορφή που φορούσε μανδύα και είχε το πρό­ σωπο καλυμμένο με μια φαρδιά κουκούλα. Το βλέμμα του Αμβροσίνου έπεσε αμέσως στην αιχμή του σπαθιού που ο ά­ γνωστος κρατούσε στο χέρι του και ενστικτωδώς μπήκε α­ νάμεσα σ' εκείνον και το αγόρι. Αλλά ο άντρας αποκάλυψε το πρόσωπο του: «Γρήγορα», είπε, «είμαι Ρωμαίος στρατιώτης της Νόβα Ινβίκτα και ήρθα να σώσω το αγόρι. Γρήγορα, δεν έχουμε χρόνο». «Μα εγώ πώς μπορώ να...» πήγε να πει ο Αμβροσίνος. «Δεν έχει σημασία. Υποσχέθηκα να σώσω αυτόν, όχι ε­ σένα». «Δε σε γνωρίζω, δεν ξέρω ποιος είσαι και...» «Ονομάζομαι Αυρήλιος και μόλις σκότωσα το φρουρό», είπε δείχνοντας το πτώμα πίσω του. Μετά το έπιασε από τα πόδια και το έσυρε μέσα στο δωμάτιο. «Δεν έρχομαι χωρίς τη μητέρα μου», είπε ετοιμόλογος ο Ρωμύλος. «Πάμε λοιπόν, για τ' όνομα όλων των θεών», αποκρίθη­ κε ο Αυρήλιος. «Πού είναι;» «Εκεί κάτω», απάντησε ο Αμβροσίνος και πρόσθεσε, αποδεικνύοντας ότι ήταν κι εκείνος απαραίτητος για την ε­ πιχείρηση αυτή: «Και ξέρω από πού μπορούμε να φύγουμε. Υπάρχει ένα πέρασμα προς το γυναικωνίτη της αυτοκρατορικής βασιλικής».


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Κατευθύνθηκαν προς το δωμάτιο στο οποίο πρέπει να κρατούσαν κλεισμένη τη Φλαβία Σερένα και ο Αυρήλιος έ­ βαλε τη μύτη του σπαθιού του ανάμεσα στην πόρτα και τον παραστάτη, ξεκαρφώνοντας το σύρτη. Εκείνη όμως τη στιγ­ μή έφτασε ο φρουρός για την αλλαγή και άρχισε να φωνά­ ζει τρέχοντας προς το μέρος τους με το σπαθί γυμνό. Ο Αυ­ ρήλιος αντιμετώπισε το βάρβαρο, τον έκανε να χάσει την ι­ σορροπία του με μια προσποίηση και τον χτύπησε στο πλευ­ ρό διαπερνώντας τον πέρα για πέρα. Ο άντρας σωριάστη­ κε άψυχος και ο λεγεωνάριος μπήκε στο δωμάτιο της Φλαβίας λέγοντας: «Γρήγορα, αρχόντισσά μου, ήρθα να σας ε­ λευθερώσω, γρήγορα, δεν πρέπει να χάσουμε ούτε λεπτό». Η Φλαβία είδε το γιο της και τον Αμβροσίνο και η καρ­ διά της σκίρτησε. Η μοίρα τής πρόσφερε μια ανέλπιστη βοήθεια. «Από εδώ», είπε ο Αμβροσίνος, «μπορούμε να περάσου­ με από το διάδρομο του γυναικωνίτη. Δεν πιστεύω να τον γνωρίζουν οι βάρβαροι». Ξεκίνησε βιαστικός, όμως οι φω­ νές του φρουρού είχαν τραβήξει την προσοχή άλλων αντρών στο βάθος του διαδρόμου. Ο Αυρήλιος είδε ένα σιδερένιο κι­ γκλίδωμα και το έκλεισε πίσω του πάνω στην ώρα, ύστερα βάλθηκε να τρέχει και πάλι με τους συντρόφους του. Πίσω τους τώρα πια αντηχούσαν φωνές από παντού, πυρσοί φαί­ νονταν να τρέχουν μέσα στο σκοτάδι στην αυλή, παντού α­ κουγόταν θόρυβος όπλων και κραυγές γεμάτες ένταση. Ύστερα, όταν πια ο Αμβροσίνος κόντευε να ανοίξει το κρυ­ φό πορτάκι που έβγαζε στο διάδρομο του γυναικωνίτη, από μια πλευρική σκάλα ξεπρόβαλε ξαφνικά, έχοντας στο πλευ­ ρό του δυο συντρόφους του, ένας γιγαντόσωμος πολεμιστής. Ήταν ο Ουλφίλας. Ο Αμβροσίνος αποκόπηκε από τους συ­ ντρόφους του. Κρύφτηκε γεμάτος αγωνία πίσω από την κα54

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

μάρα που έκρυβε το πορτάκι του γυναικωνίτη, παρακολου­ θώντας ανήμπορος την επίθεση. Οι τρεις τους όρμησαν στον Αυρήλιο, που όρθωσε το ανάστημά του για να υπερασπιστεί τη Φλαβία και τον Ρωμύλο. Ο Αμβροσίνος έκλεισε τα μάτια, έσφιξε στο αριστερό του χέρι το κόσμημα που είχε κρεμα­ σμένο στο λαιμό του, ένα κλαδάκι βαλανιδιάς από ασήμι, και συγκέντρωσε όλη τη δύναμη του πνεύματός του πάνω στο χέ­ ρι του Αυρήλιου, που χτύπησε αστραπιαία αποκεφαλίζο­ ντας με μια σπαθιά έναν αντίπαλό του. Το κεφάλι έπεσε α­ νάμεσα στα πόδια και για μια στιγμή το σώμα σπαρτάρισε από τις τελευταίες συσπάσεις της καρδιάς, ενώ ένας μεγά­ λος πίδακας αίματος τινάχτηκε από τον κομμένο λαιμό προ­ τού πέσει προς τα πίσω. Ο Αυρήλιος απέκρουσε με το μα­ χαίρι που κρατούσε σφιχτά στο αριστερό χέρι το χτύπημα του Ουλφίλα κι έκανε στο πλάι, βάζοντας τρικλοποδιά στον τρίτο άντρα, που ήδη χιμούσε καταπάνω του- ύστερα, με μια γρήγορη κίνηση, περιστράφηκε γύρω από τον εαυτό του και αμέσως έμπηξε τη λεπίδα του μαχαιριού του στην ωμο­ πλάτη του πεσμένου πολεμιστή, καρφώνοντας τον στο πά­ τωμα. Τότε ο Αυρήλιος ήρθε αντιμέτωπος με τον πιο επί­ φοβο εχθρό. Τα σπαθιά διασταυρώθηκαν με εκκωφαντικό κρότο σ' έναν καταιγισμό θανάσιμων χτυπημάτων, προκαλώντας έναν καταρράκτη από σπίθες. Και τα δύο σπαθιά ή­ ταν φτιαγμένα από σκληρό ατσάλι και η τρομακτική δύνα­ μη του βαρβάρου αντισταθμιζόταν από την ικανότητα και την ευκινησία του Ρωμαίου. Οι κραυγές των φρουρών ακούγονταν τώρα να πλησιά­ ζουν ολοένα και περισσότερο και ο Αυρήλιος κατάλαβε ότι έπρεπε να απαλλαγεί από τον αντίπαλό του με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αλλιώς σύντομα θα έπεφτε στα χέρια τους και το τέλος του θα ήταν φρικτό. Τα σπαθιά αλληλοεξουδετε55


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ρώθηκαν ανάμεσα στα στήθη των δύο πολεμιστών, καθώς αυτοί προσπαθούσαν να κόψουν ο ένας το λαιμό του άλλου, σφίγγοντας με το ελεύθερο χέρι τους τον καρπό του αντι­ πάλου. Τότε, από εκείνη την κοντινή απόσταση, τα βλέμ­ ματα τους συναντήθηκαν και τα μάτια του Ουλφίλα άνοιξαν διάπλατα από ξαφνική έκπληξη. «Ποιος είσαι;» φώναξε. «Σ' έχω ξαναδεί, Ρωμαίε!» Θα ήταν αρκετό στο βάρβαρο να ακινητοποιήσει τον Αυρήλιο για μερικές στιγμές ακόμα και οι σύντροφοι του θα τους προλάβαιναν, βάζοντας τέλος στη μάχη και λύνοντας το μυστήριο, ο Αυρήλιος όμως απελευθερώθηκε δίνοντας του στο πρόσωπο ένα τρομερό χτύπημα με το κεφάλι. Πισωπάτησε για να δώσει το τελειωτικό χτύπημα, αλλά γλί­ στρησε στο άφθονο αίμα των σκοτωμένων εχθρών κι έπε­ σε. Ο Ουλφίλας όρμησε για να τον αποτελειώσει, ο Ρωμύ­ λος όμως, που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμενε γραπωμένος σπασμωδικά από τη μητέρα του, έχοντας παραλύσει από το φόβο, αναγνώρισε το φονιά του πατέρα του και αφυπνί­ στηκε απότομα, ξέφυγε από την αγκαλιά της και πήρε το σπαθί ενός από τους σκοτωμένους πολεμιστές για να επι­ τεθεί στον Ουλφίλα. Αυτός διαισθάνθηκε την απειλή με την άκρη του ματιού του κι εκτόξευσε το μαχαίρι του, η Φλαβία όμως είχε ήδη ριχτεί προς τα εμπρός για να προστατέ­ ψει το παιδί της και χτυπήθηκε κατάστηθα. Ο Ρωμύλος ξέ­ σπασε σε κραυγές γεμάτος φρίκη και ο Αυρήλιος επωφε­ λήθηκε από την ολιγωρΐα του αντιπάλου του και του κατά­ φερε μια τρομερή σπαθιά. Ο Ουλφίλας έγειρε το κεφάλι του απότομα προς τα πίσω αποφεύγοντας το θάνατο, όχι όμως και μια μεγάλη κοψιά στο πρόσωπο του, από το αριστερό μάτι μέχρι το δεξί μάγουλο. Ούρλιαξε από λύσσα και πόνο κραδαίνοντας το σπαθί του, ενώ ο Αυρήλιος απέσπασε το

αγόρι από το πτώμα της μητέρας του και το τράβηξε πίσω του, κατεβαίνοντας τη σκάλα από την οποία είχαν εμφανι­ στεί οι εχθροί. Ο Αμβροσίνος ξεπέρασε το σάστισμά του και θέλησε να τους ακολουθήσει, είδε όμως να καταφθάνει μια πολυμελής ομάδα φρουρών, κρύφτηκε ξανά στη σκιά της καμάρας και εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα του γυναικωνίτη. Βρέ­ θηκε στο μακρόστενο μαρμάρινο εξώστη που έβλεπε στο κεντρικό κλίτος του ναού, πάνω από το οποίο δέσποζε ένα μεγάλο ψηφιδωτό με την εικόνα του Παντοκράτορα, που μόλις διακρινόταν μέσα στη χλομή ανταύγεια του χρυσού. Κατέβηκε με γρήγορο βήμα ως το κιγκλίδωμα, διέσχισε το πρεσβυτέριο και το ιεροφυλάκιο και μπήκε ο' ένα στενό διά­ δρομο που δημιουργούσε το κενό ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό τοίχο της εκκλησίας. Φανταζόταν από πού θα έβγαινε ο Αυρήλιος και πώς θα επιχειρούσε να ξε­ φύγει και αγωνιούσε για την τύχη του αγοριού, που ήταν ε­ κτεθειμένο σε θανάσιμο κίνδυνο. Ο Αυρήλιος δεν είχε πράγματι παρά μια οδό διαφυγής, δηλαδή μέσα από τα λουτρά του παλατιού. Βγήκε σε μια ευρύχωρη αίθουσα με θόλο, η οποία μετά βίας φωτιζόταν α­ πό δύο λυχνάρια. Στο δάπεδο υπήρχε μια μεγάλη δεξαμε­ νή γεμάτη με νερό, το οποίο, εξαιτίας της αδιαφορίας των νέων αφεντικών, είχε θολώσει και καλυφθεί από ένα στρώ­ μα φυκιών. Ο Αυρήλιος προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα που έβγαζε στο δρόμο, αλλά ήταν κλεισμένη απ' έξω. Ρώτησε τότε το αγόρι: «Ξέρεις να κολυμπάς;» Ο Ρωμύλος έγνεψε καταφατικά, ενώ το βλέμμα του καρφωνόταν με απέχθεια σ' εκείνο το είδος δύσοσμου οχετού. «Τότε έλα μαζί μου, πρέπει να ακολουθήσουμε τον αγωγό αποχέτευσης που επικοινωνεί με το εξωτερικό κανάλι.

56

57


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤ1

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΕΕΩΝΑ

Λίγο πιο πέρα είναι το άλογο μου. Το νερό θα γίνει αμέσως πιο σκοτεινό και κρύο, μπορείς όμως να τα καταφέρεις, θα σε βοηθήσω εγώ. Εμπρός, κράτα την ανάσα σου και πάμε». Έπεσε στη δεξαμενή και βοήθησε τον Ρωμύλο να κατε­ βεί, έπειτα βούτηξαν και ο Αυρήλιος άρχισε να ακολουθεί τον αγωγό. Μετά από λίγο άγγιξε με τα χέρια του το διά­ φραγμα που χώριζε τη δεξαμενή από το αποχετευτικό κα­ νάλι. Ήταν κλειστό. Ένιωσε να χάνεται, σκέφτηκε ότι έ­ πρεπε να είχε δοκιμάσει μόνος του. Το αγόρι μετά από λί­ γο θα πνιγόταν ο Αυρήλιος ένιωθε ήδη, μέσα στο σκοτεινό νερό, τα σκιρτήματα του πανικού και της απελπισίας του. Κατάφερε να βάλει τα χέρια του κάτω από το διάφραγμα και άρχισε να το σπρώχνει προς τα πάνω με όλη του τη δύνα­ μη, ώσπου το ένιωσε να ανεβαίνει, λίγο κάθε φορά. Άρπα­ ξε τότε στα τυφλά το αγόρι και το έσπρωξε από κάτω, προς την άλλη πλευρά, ύστερα πέρασε και ο ίδιος και άφησε το διάφραγμα να ξαναπέσει. Λίγο αργότερα, με τα πνευμόνια του να κοντεύουν να σκάσουν, βγήκε στην επιφάνεια δίπλα στον Ρωμύλο. Τα δόντια του αγοριού κροτάλιζαν από το κρύο και κόντευε να λιποθυμήσει· ο Αυρήλιος δεν μπορού­ σε να το αφήσει στο νερό να τον περιμένει να γυρίσει με το άλογο. Έβγαλε το αγόρι, που ήταν μουσκεμένο κι έτρεμε, στην όχθη, έπειτα βγήκε και ο ίδιος με τη σειρά του και το τράβηξε γρήγορα πίσω από τη νότια γωνία του παλατιού. «Πέφτει ομίχλη», του είπε, «είμαστε τυχεροί. Κάνε κου­ ράγιο, μπορούμε να τα καταφέρουμε. Τώρα μην το κουνή­ σεις από δω». Στην αρχή το αγόρι δεν απάντησε, φαινόταν να μην έχει πλέον καμία επαφή με την πραγματικότητα. Μετά είπε, με φωνή που μόλις ακουγόταν: «Πρέπει να περιμένουμε τον Αμβροσίνο».

«Ο Αμβροσίνος είναι μεγάλος», αποκρίθηκε ο Αυρήλιος, «θα τα βγάλει πέρα. Θα είναι κατόρθωμα αν μπορέσουμε να ξεφύγουμε από εδώ. Οι βάρβαροι μας ψάχνουν ήδη εδώ έ­ ξω». Μπορούσαν πράγματι να ακούσουν τους διώκτες τους να βγαίνουν έφιπποι από τους στάβλους της βόρειας πτέ­ ρυγας του παλατιού για να ερευνήσουν τους δρόμους. Ο Αυ­ ρήλιος διέσχισε τρέχοντας ένα δρομάκι, ώσπου βρήκε τον Γιούμπα, δεμένο στο εσωτερικό ενός παλιού, μισοερειπωμένου ιχθυοπωλείου. Πήρε το άλογο από τα χαλινάρια και γύρισε πίσω από τον ίδιο δρόμο, προσπαθώντας να μην κάνει τον παραμικρό θό­ ρυβο, όταν όμως βρισκόταν σε μικρή απόσταση άκουσε μια κραυγή στη γλώσσα των Ερούλων: «Να τος, εκεί είναι. Ακί­ νητος! Ακίνητος!» Και αμέσως μετά είδε τον Ρωμύλο να βγαί­ νει από την κρυψώνα του τρέχοντας κατά μήκος της ανα­ τολικής πλευράς του παλατιού. Τον είχαν ανακαλύψει! Καβάλησε το άλογο του και ξεχύθηκε στο μεγάλο πλά­ τωμα το οποίο ανοιγόταν μπροστά στο αυτοκρατορικό πα­ λάτι, που φωτιζόταν από πολλούς αναμμένους πυρσούς· εί­ δε τον Ρωμύλο να τρέχει με όλες του τις δυνάμεις, κυνηγη­ μένος από μια ομάδα Ερούλων πολεμιστών. Σπιρούνισε κι άλλο το άλογό του και πέρασε ανάμεσα στους διώκτες θε­ ρίζοντας με το σπαθί του δύο από αυτούς, δεξιά και αρι­ στερά, και, πριν οι άλλοι καταλάβουν τι συνέβαινε, τους προ­ σπέρασε. Πρόφτασε τον Ρωμύλο, πέρασε το χέρι του κάτω από τη μασχάλη του και τον σήκωσε, παροτρύνοντας με δυ­ νατή φωνή το άλογό του: «Εμπρός, Γιούμπα! Ε! Ε!» Καθώς όμως ήταν έτοιμος να βάλει το αγόρι μπροστά του στη σέ­ λα, ένας από τους διώκτες τους σημάδεψε με το τόξο κι έ­ ριξε ένα βέλος που καρφώθηκε στον ώμο του. Ο Αυρήλιος έσφιξε τα δόντια και προσπάθησε να αντέ-

58

59


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

ξει, όμως η κίνηση των μυών του προκάλεσε έναν οδυνηρό σπασμό και αναγκάστηκε να αφήσει το αγόρι. Ο Ρωμύλος έπεσε καταγής, αλλά ο Αυρήλιος δεν παρέδωσε τα όπλα. Έσφιξε με τα πόδια του τα πλευρά του αλόγου, κάνοντας το να στρίψει προς τα πίσω, και το σπιρούνισε προς την αντί­ θετη κατεύθυνση για να μαζέψει το αγόρι με το γερό χέρι του. Την ίδια όμως στιγμή, ο Αμβροσίνος πετάχτηκε στο πλάτωμα από μια πλαϊνή πύλη κι έπεσε πάνω στον Ρωμύλο ρίχνοντας τον κάτω για να τον προστατέψει, χρησιμοποιώ­ ντας το σώμα του σαν ασπίδα. Ο Αυρήλιος κατάλαβε ότι δεν είχε άλλη επιλογή και μ' έναν τελευταίο ελιγμό μπήκε σ' έ­ να στενό παράπλευρο δρόμο, υπερπήδησε μ' ένα ακροβα­ τικό άλμα ένα κανάλι που συνάντησε μπροσιά του και συ­ νέχισε με ξέφρενο καλπασμό προς ένα σημείο του τείχους όπου ένα παλιό ρήγμα που ποτέ δεν είχε επιδιορθωθεί ε­ ντελώς του επέτρεψε να φτάσει στην κορυφή, σαν να ανέ­ βαινε μια ράμπα, και να κατεβεί, όχι χωρίς δυσκολία, από την άλλη πλευρά. Μια ομάδα έφιππων βαρβάρου βγήκαν, κρατώντας α­ ναμμένους πυρσούς, από μια πύλη για να του αποκλείσουν την οδό διαφυγής. Ο Αυρήλιος κατάφερε να φτάσει πρώτος στο ανάχωμα που διέσχιζε τη λιμνοθάλασσα, και προσπά­ θησε να δημιουργήσει τη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση α­ πό τους πιο άμεσους διώκτες του· η ομίχλη θα έκανε τα υ­ πόλοιπα. Όμως ο οξύς πόνος στον ώμο δεν του επέτρεπε πια να καθοδηγεί το άλογό του, το οποίο έχανε σιγά σιγά τα­ χύτητα. Διέκρινε μέσα στο σκοτάδι μια πυκνή συστάδα δέ­ ντρων και θάμνων, τράβηξε τα γκέμια, ξεπέζεψε και προ­ σπάθησε να κρυφτεί εκεί, κατεβαίνοντας από το ανάχωμα στο νερό, με την ελπίδα ότι οι διώκτες του θα προσπερνού­ σαν, αυτοί όμως προέβλεψαν την κίνηση του και σταμάτη60

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

σαν κι αυτοί με τη σειρά τους. Ήταν τουλάχιστον έξι· σύ­ ντομα θα τον έβλεπαν και δε θα υπήρχε πια σωτηρία. Τράβηξε το σπαθί του κι ετοιμάστηκε να πεθάνει σαν στρατιώτης, την ίδια όμως στιγμή ένα σφύριγμα διαπέρα­ σε τον αέρα κι ένας από τους βαρβάρους σωριάστηκε σιο χώμα τρυπημένος από ένα βέλος. Ένας δεύτερος χτυπήθη­ κε στο λαιμό κι έπεσε προς τα πίσω ξερνώντας αίμα. Οι άλ­ λοι κατάλαβαν ότι, με τους αναμμένους πυρσούς στα χέρια, ήταν οι μόνοι στόχοι που φαίνονταν μέσα στο σκοτάδι, κι έ­ καναν να τους πετάξουν, ένα τρίτο βέλος όμως βρήκε στην κοιλιά έναν άλλο ιππέα και τον έκανε να βγάλει μια κραυ­ γή πόνου. Οι υπόλοιποι τράπηκαν τρομοκρατημένοι σε φυ­ γή μπροστά ο' εκείνο τον αόρατο εχθρό, τον οποίο έκρυβαν η ομίχλη και το έλος. Ο Αυρήλιος προσπάθησε να σκαρφαλώσει στο ανάχωμα και να τραβήξει το άλογό του, γλίστρησε όμως προς τα πί­ σω, αφού οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν. Ο πόνος έγινε αβάσταχτος, η όρασή του σκοτείνιασε και του φάνηκε ότι βυ­ θιζόταν στην ομίχλη σε μια πτώση χωρίς τέλος. Σε μια α­ ναλαμπή των αισθήσεών του, νόμισε ότι είδε μια φιγούρα με κουκούλα να σκύβει πάνω του και ότι άκουσε τον ήχο ενός κουπιού που χτυπούσε αργά το νερό. Μετά τίποτα.

61


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

4

Ο ΑΜΒΡΟΣΙΝΟΣ ΣΗΚΩΘΗΚΕ από κάτω και βοήθησε με τη σει­ ρά του το αγόρι, που έτρεμε από το κρύο, εντελώς μουσκεμέ­ νο όπως ήταν, με τα ρούχα του λερωμένα με φύκια και λάσπες, τα μαλλιά του κολλημένα στο μέτωπο, τα χείλη του μελανια­ σμένα. Έβγαλε το χιτώνα του και του τον τύλιξε γύρω από τους ώμους, λέγοντας: «Έλα, πάμε μέσα». Πέρασε ανάμεσα στους στρατιώτες του Ουλφίλα, που τους απειλούσαν με τα σπαθιά γυμνά, με ψηλά το κεφάλι, υποβαστάζοντας το αγό­ ρι. Καθώς διέσχιζαν τους διαδρόμους και ανέβαιναν τις σκά­ λες προς την κάμαρα όπου τους κρατούσαν, του ψιθύριζε εν­ θαρρυντικά λόγια. Ο Ρωμύλος δε μιλούσε, προχωρούσε με βήμα αβέβαιο, συχνά σκοντάφτοντας στο κουρελιασμένο ρού­ χο του ή στο μανδύα, που ήταν πολύ μακρύς για το ανάστη­ μά του. Τα μέλη του ήταν ακόμα ξεπαγιασμένα και η ψυχή του βασανιζόταν από την εικόνα της μητέρας του που έπεφτε χτυπημένη από το μαχαίρι του ίδιου ανθρώπου που δολοφό­ νησε τον πατέρα του. Μέσα του μισούσε τον άνθρωπο που του είχε δώσει την απατηλή ελπίδα ότι θα τον ελευθέρωνε και, αντίθετα, έγινε αιτία άλλων, τρομερότερων συμφορών, κι έκα­ νε το μέλλον του ακόμα πιο αγωνιώδες. Ξαφνικά σήκωσε το βλέμμα του προς το δάσκαλό του με μια έκφραση γεμάτη φό­ βο και ρώτησε: «Η μητέρα μου... Είναι νεκρή... έτσι δεν είναι;» 62

Ο Αμβροσίνος δίστασε να απαντήσει. «Είναι νεκρή;» επέμεινε το αγόρι. «Φοβάμαι... φοβάμαι πως ναι», απάντησε ο Αμβροσίνος βάζοντας το μπράτσο του γύρω από τους ώμους του αγοριού και τραβώντας το κοντά του. Ο Ρωμύλος όμως του ξέφυγε φωνάζοντας: «Άφησέ με, άφησέ με! Θέλω τη μητέρα μου! Θέλω να τη δω! Πού την έχετε; Θέλω να τη δω!» Και ορ­ μούσε στους βάρβαρους πολεμιστές χτυπώντας με μανία τις γροθιές του στις ασπίδες τους. Αυτοί γελούσαν κοροϊδεύο­ ντας τον και τον έσπρωχναν ο ένας προς τον άλλο. Ο Αμβρο­ σίνος προσπάθησε να τον πιάσει και να τον ηρεμήσει, αλ­ λά το αγόρι φαινόταν να είναι εκτός εαυτού. Στη ζωή του δεν υπήρχε πια καμία ακτίνα φωτός, καμία οδός διαφυγής από τη φρίκη στην οποία είχε βυθιστεί. Ήταν τέτοια η α­ πελπισία του, ώστε υπήρχε φόβος μήπως αυτοκτονήσει. «Αφήστε τον να δει τη μητέρα του», ικέτευσε ο Αμβροσί­ νος, «ίσως ξεσπάσει και μετά είναι πιο ήρεμος. Σας παρα­ καλώ, αν ξέρετε πού την έχουν, αφήστε τον να τη δει. Δεν είναι παρά ένα τρομαγμένο αγόρι, δείξτε οίκτο». Οι βάρβαροι έπαψαν να γελούν και ο Αμβροσίνος τους κοίταξε καταπρόσωπο, τον ένα μετά τον άλλο. Ήταν τέτοια η δύναμη που εξέπεμπαν τα γαλανά μάτια του, τόσο ανη­ συχητική η επίδραση που ασκούσαν οι διασταλμένες κόρες τους, ώστε μερικοί έσκυψαν το κεφάλι, σαν να τους υπέ­ τασσε μια μυστηριώδης δύναμη. Ύστερα, εκείνος που φαι­ νόταν να είναι ο επικεφαλής του αποσπάσματος απάντησε: «Τώρα δε γίνεται. Πρέπει να επιστρέψετε στα δωμάτιά σας, αυτές είναι οι διαταγές. Θα αναφέρω όμως το αίτημά σου στο διοικητή μου και θα σε ειδοποιήσω». Ο Ρωμύλος φάνηκε επιτέλους να ησυχάζει, νικημένος α­ ­ό την εξάντληση, και οι δυο τους οδηγήθηκαν πίσω στο


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

δωμάτιό τους. Ο Αμβροσίνος δεν είπε τίποτα, γιατί, ό,τι κι αν έλεγε, το μόνο που θα έκανε θα ήταν να επιδεινώσει την κατάσταση. Ο Ρωμύλος καθόταν κατάχαμα στο βάθος του δωματίου, με το κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο και με βλέμμα απλανές. Κάθε τόσο του ξέφευγε ένας μακρόσυρτος στεναγμός πόνου· τότε ο δάσκαλος του σηκωνόταν και τον πλησίαζε για να παρατηρήσει την έκφραση του, να κατα­ λάβει ποιο κομμάτι της ψυχής του ήταν σε εγρήγορση και ποιο έρμαιο του παραληρήματος. Έτσι, μέσα στο λήθαργο ενός ύπνου ταραγμένου και διακεκομμένου, πέρασε η υπό­ λοιπη νύχτα. Όταν ένα αχνό φως άρχισε να διαχέεται στο δωμάτιο μέσα από δύο φεγγίτες που βρίσκονταν ψηλά στον τοίχο, ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα κι έπειτα το φύλ­ λο άνοιξε και μπήκαν δυο δούλες. Έφερναν μια λεκάνη με νερό, καθαρά ρούχα, ένα μικρό αγγείο με μύρο κι ένα δίσκο με φαγητό. Πλησίασαν τον Ρωμύλο, τα άφησαν όλα πάνω ο' ένα τραπέζι και ύστερα υποκλίθηκαν βαθιά και του φί­ λησαν το χέρι με μεγάλο σεβασμό. Ο Ρωμύλος τις άφησε να τον πλύνουν και να τον ντύσουν, αρνήθηκε όμως το φαγητό παρά την επιμονή του Αμβροσίνου. Μία από τις δούλες, μια κοπέλα γύρω στα δεκαοχτώ, πολύ λεπτοκαμωμένη και χα­ ριτωμένη, γέμισε ένα κύπελλο με ζεστό γάλα και μέλι και εί­ πε: «Σε παρακαλώ, κύριε μου, πιες τουλάχιστον αυτό, θα σου δώσει λίγη δύναμη». «Σε παρακαλώ», επέμεινε και η άλλη, που ήταν λίγο με­ γαλύτερη, και το ενδιαφέρον στο βλέμμα της ήταν έντονο και ειλικρινές. Ο Ρωμύλος πήρε τότε το κύπελλο και ήπιε με με­ γάλες γουλιές. Κατόπιν το απόθεσε στο δίσκο και είπε: «Σας ευχαριστώ». Ο Αμβροσίνος σκέφτηκε ότι υπό φυσιολογικές συνθήκες ο Ρωμύλος δε θα ευχαριστούσε ποτέ μια σκλάβα. Ίσως ε-

κείνη η περίσταση του ακραίου πόνου και της μοναξιάς να τον έκανε να εκτιμά την ανθρώπινη ζεστασιά, απ' όπου κι αν προερχόταν. Όταν οι κοπέλες ξεκίνησαν να φύγουν, τις συνόδεψε και τις ρώτησε αν είχαν προσέξει κάποια ιδιαίτερη δραστηριότητα ή ύποπτη κινητικότητα στο παλάτι από την ώρα που επέστρεψε μαζί με τον Αμβροσίνο. Οι κοπέλες έ­ γνεψαν αρνητικά. «Έχουμε ανάγκη τη βοήθειά σας», είπε ο Αμβροσίνος. «Οποιαδήποτε πληροφορία μπορείτε να μας δώσετε μπορεί να είναι πολύτιμη, ίσως και αποφασιστικής σημασίας. Δια­ κυβεύεται η ζωή του αυτοκράτορα». «Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε», αποκρίθηκε η κοπέλα, «ό­ μως δε γνωρίζουμε τη γλώσσα τους και δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι λένε». «Θα μπορούσατε να μεταφέρετε μηνύματα;» «Μας ψάχνουν», απάντησε η κοπέλα κοκκινίζοντας ελα­ φρά, «αν όμως θέλετε να μας πείτε κάτι, μπορούμε να το α­ ναφέρουμε. Αρκεί να μη μας παρακολουθήσουν. Στο παλά­ τι υπάρχει ένα κλίμα έντονης καχυποψίας και μεγάλης ε­ χθρότητας απέναντι σε όποιον έχει ρωμαϊκή καταγωγή». «Καταλαβαίνω. Αυτό που θα ήθελα να ξέρω είναι αν α­ πόψε συνέλαβαν ένα Ρωμαίο στρατιώτη, έναν άντρα γύρω στα σαράντα πέντε, ρωμαλέο, με σκούρα μαλλιά, κάπως ψα­ ρά στους κροτάφους, και με κατάμαυρα μάτια. Είναι τραυ­ ματισμένος στον αριστερό ώμο». Οι κοπέλες συνεννοήθηκαν μ' ένα βλέμμα και απάντησαν πως όχι, δεν είχαν δει κανέναν που να ανταποκρίνεται σ' αυτή την περιγραφή. «Αν τυχόν τον δείτε, ζωντανό ή νεκρό, σας παρακαλώ να μου το πείτε όσο πιο γρήγορα γίνεται. Κάτι τελευταίο: ποιος σας έστειλε;»

64

65


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Ο οικονόμος του παλατιού», απάντησε η μεγαλύτερη κοπέλα. «Ο ευγενής Ανθέμιος». Ο Αμβροσίνος έγνεψε καταφατικά. Ο Ανθέμιος ήταν έ­ νας ηλικιωμένος λειτουργός και υπήρξε πάντοτε πιστός στον αυτοκράτορα, όποιος κι αν ήταν, χωρίς να ρωτάει τίποτ' άλ­ λο. Προφανώς του φαινόταν σωστό να υπηρετεί και τον Ρω­ μύλο, ώσπου να υπάρξει ένας διάδοχος. Οι κοπέλες βγήκαν και το ελαφρύ βήμα τους ενώθηκε με τα πιο βαριά βήματα των φρουρών που τις συνόδευαν. Ο Ρωμύλος φώλιασε ξανά σε μια γωνία του δωματίου και κλεί­ στηκε σε μια πεισματική σιωπή, χωρίς να δέχεται οποια­ δήποτε προτροπή για συζήτηση από την πλευρά του δα­ σκάλου του. Δεν κατόρθωνε να βρει τη δύναμη να βγει από το βάραθρο στο οποίο είχε πέσει και, αν έκρινε κανείς από το απλανές και σαστισμένο βλέμμα, εξακολουθούσε να βυ­ θίζεται ασταμάτητα σ' αυτό. Κάθε τόσο, τα απλανή μάτια του δάκρυζαν από βαθιά συγκίνηση και τα δάκρυα άρχιζαν να κυλούν αργά στα μάγουλα του και να βρέχουν το ρούχο του. Πέρασε ώρα. θα κόντευε μεσημέρι όταν η πόρτα άνοι­ ξε ξανά και ο άντρας στον οποίο είχε απευθυνθεί ο Αμβρο­ σίνος το προηγούμενο βράδυ φάνηκε στο κατώφλι και είπε στον Ρωμύλο: «Τώρα μπορείς να τη δεις, αν το επιθυμείς». Το αγόρι βγήκε αμέσως από το λήθαργό του και τον ακο­ λούθησε χωρίς καν να περιμένει το δάσκαλό του, ο οποίος τους ακολούθησε σιωπηλός. Δεν είχε μιλήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή επειδή ήξερε ότι δεν υπήρχαν λόγια που μπο­ ρούσαν να ρίξουν φως σ' εκείνη τη σκοτεινή άβυσσο κι ε­ πειδή πίστευε ότι τα παιδιά τα προστάτευε κατά βάθος η φύση, η μόνη που είναι σε θέση να θεραπεύσει τόσο επώδυνα τραύματα.

Κατευθύνθηκαν προς τη μεσημβρινή πτέρυγα του παλα­ τιού μέχρι τα, έρημα τώρα, καταλύματα της ανακτορικής φρουράς. Εκεί άρχισαν να κατεβαίνουν τις σκάλες και ο Αμβροσίνος κατάλαβε ότι πήγαιναν προς την αυτοκρατορι­ κή βασιλική, εκεί απ' όπου είχε περάσει λίγες ώρες νωρίτε­ ρα, βγαίνοντας από τους γυναικωνίτες. Διέσχισαν το νάρ­ θηκα και κατέβηκαν σε μια κρύπτη, την οποία κάλυπτε κα­ τά ένα μέρος το αλμυρό νερό της λιμνοθάλασσας. Η κε­ ντρική αγία τράπεζα και το μικρό πρεσβυτέριο αναδύονταν σαν νησάκι, το οποίο συνδεόταν με το γύρω δάπεδο μέσω μιας μικρής γέφυρας από τούβλα. Όποιος την περνούσε διέ­ σχιζε έτσι τον κρυστάλλινο υδάτινο καθρέφτη, κάτω από τον οποίο διακρινόταν ένα αρχαίο μωσαϊκό, που αναπαριστού­ σε το χορό των εποχών. Το σώμα της Φλαβίας Σερένας ή­ ταν τοποθετημένο πάνω στη μαρμάρινη αγία τράπεζα. Ήταν άσπρη σαν κερί και καλυμμένη μ' ένα σκέπασμα α­ πό άσπρο μαλλί, που έπεφτε στα πλάγια- τα μαλλιά της ή­ ταν περιποιημένα και το πρόσωπο της καθαρό κι ελαφρά καλλωπισμένο. Κάποια δούλα του παλατιού πρέπει να είχε φροντίσει το πτώμα και το είχε ευπρεπίσει όσο καλύτερα μπορούσε. Ο Ρωμύλος την πλησίασε αργά, την παρατήρησε για πολ­ λή ώρα, λες κι εκείνο το παγωμένο λείψανο μπορούσε να ξαναπάρει ζωή με τη ζεστασιά του βλέμματός του, ύστερα τα μάτια του γέμισαν με δάκρυα και ξέσπασε σε ασυγκρά­ τητα κλάματα, ακουμπώντας το μέτωπό του στο παγωμένο μάρμαρο. Ο Αμβροσίνος, που τον είχε πλησιάσει, χωρίς πά­ ντως να τολμήσει να τον αγγίξει, τον άφησε να ξεσπάσει. Στο τέλος, τον είδε να σκουπίζει το πρόσωπό του και να μουρμουρίζει χαμηλόφωνα κάτι που δεν μπόρεσε να καταλάβει. Κατόπιν ο Ρωμύλος σήκωσε το κεφάλι και στράφη-

66

67


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

κε προς τους παρευρισκόμενους, τους βάρβαρους στρατιώ­ τες που ήταν υπό τις διαταγές του Ουλφίλα, και ο δάσκαλος του εντυπωσιάστηκε από τη σταθερότητα του βλέμματος του όταν είπε: «Θα το πληρώσετε. Θα πληρώσετε όλοι. Ο Θε­ ός να σας καταραστεί, ράτσα λυσσασμένων σκυλιών!» Κανένας τους δεν κατάλαβε τα λόγια του αγοριού, την κατάρα που ξεστόμισε σε αρχαϊκά λατινικά της Αυλής και ο δάσκαλος ένιωσε ανακούφιση, ψηλά όμως, από ένα μικρό εξώστη που επικοινωνούσε με τους γυναικωνίτες, ο Οδόακρος είχε παρακολουθήσει τη σκηνή έχοντας δίπλα του τους φρουρούς του κι έναν από τους υπηρέτες του. «Τι είπε;» τον ρώτησε. «Σας καταράστηκε όλους», απάντησε συνοπτικά ο δούλος. Ο Οδόακρος χαμογέλασε συγκαταβατικά. Πίσω του όμως, μισοκρυμμένος στη σκιά, ο Ουλφίλας φάνταζε σαν μια ζω­ ντανή μαρτυρία εκείνου του αναθέματος. Το πλατύ κόψιμο που του είχε προκαλέσει το σπαθί του Αυρήλιου του παρα­ μόρφωνε το πρόσωπο και τα ράμματα που είχε τοποθετή­ σει ο χειρουργός του παλατιού έκαναν ακόμα πιο απωθητι­ κά το πρησμένο πρόσωπο και τα χείλη, που ήταν συσπασμένα σ' έναν αλλόκοτο μορφασμό. Ο Οδόακρος απευθύνθηκε στους φρουρούς που τον πε­ ριστοίχιζαν: «Οδηγήστε το αγόρι πίσω στο δωμάτιο του και φέρτε μου το γέροντα. Αυτός πρέπει να γνωρίζει πολλά για την αποψινή επιδρομή». Έριξε μια τελευταία ματιά στο σώ­ μα της Φλαβίας Σερένας και κανένας δεν μπόρεσε να δει μέ­ σα σ' εκείνο το σκοτάδι την έκφραση βαθιάς θλίψης, που σκίασε για μια στιγμή το βλέμμα του. Ύστερα γύρισε και α­ πομακρύνθηκε, ακολουθούμενος από τον Ουλφίλα, προς τα αυτοκρατορικά διαμερίσματα. Ένας από τους φρουρούς κατέβηκε στην κρύπτη και ψιθύρισε κάτι στον επικεφαλής.

Αμέσως μετά χώρισαν τον Ρωμύλο από το δάσκαλό του και ο νεοφερμένος τον πήρε μαζί του. Το αγόρι φώναξε: «Magister!*» Κι ύστερα, όταν ο Αμβροσίνος γύρισε προς το μέρος του: «Μη με εγκαταλείπεις!» «Μη φοβάσαι. Θα ιδωθούμε και πάλι σύντομα. Κάνε κου­ ράγιο, κανένας δεν πρέπει να σε δει να κλαις από εδώ και πέρα, κανένας και για κανένα λόγο. Είδες να σκοτώνονται και οι δύο γονείς σου, δεν μπορεί να υπάρχει στη ζωή πό­ νος μεγαλύτερος από αυτόν. Τώρα δεν μπορείς παρά να α­ νεβείς από εκεί όπου έχεις πέσει, κι εγώ θα σε βοηθήσω». Και συνέχισε το δρόμο του πίσω από τους φύλακές του. Ο Οδόακρος τον περίμενε στα αυτοκρατορικά διαμερί­ σματα, στο δωμάτιο που κάποτε ήταν το γραφείο του προη­ γούμενου αυτοκράτορα, του Ιουλίου Νέπωτα, και του ίδιου του Φλαβίου Ορέστη. «Ποιος είναι ο άντρας που επιχείρησε να απελευθερώσει τους αιχμαλώτους απόψε;» ρώτησε αμέσως. Ο Αμβροσίνος διέτρεξε με το βλέμμα του τα μακριά ράφια, που ήταν γε­ μάτα με παπύρους και βιβλία, και θυμήθηκε ότι ο ίδιος εί­ χε συμβουλευτεί αρκετά από αυτά τους λίγους μήνες κατά τους οποίους ήταν μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας σ' εκείνο το μεγαλόπρεπο οίκημα. Αυτό εξόργισε τρομερά το συνομιλητή του, που φώναξε: «Να με κοιτάζεις όταν σου μι­ λάω! Και να απαντάς σε αυτά που σε ρωτάω!». «Δεν ξέρω ποιος ήταν», απάντησε ήρεμος ο Αμβροσίνος. «Δεν τον είχα ξαναδεί». «Μη με κοροϊδεύεις. Κανένας δε θα επιχειρούσε κάτι τέ­ τοιο χωρίς προηγούμενη συνεννόηση. Εσύ ήξερες ότι θα δρούσε και ίσως γνωρίζεις πού βρίσκεται τώρα. Σε συμφέ-

68

69

* Δάσκαλε. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.)


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ρει να μου το πεις· έχω τον τρόπο να σε κάνω να μιλήσεις, αν θέλω». «Δεν αμφιβάλλω γι' αυτό», απάντησε ο Αμβροσίνος, «όμως ούτε εσύ δεν μπορείς να με κάνεις να πω κάτι που δεν ξέρω. Δεν έχεις παρά να ρωτήσεις τους άντρες της συνοδείας. Από τη στιγμή που φύγαμε από την έπαυλη, κανένας δεν ήρθε σε ε­ παφή μαζί μας, εκτός από τους βαρβάρους σου. Δεν υπήρχε ούτε ένας Ρωμαίος στην ομάδα στην οποία ανέθεσες τη σφα­ γή και κανένας από τους άντρες του Ορέστη δε γλίτωσε και το ξέρεις καλά. Επιπλέον, εγώ εμπόδισα εκείνον τον άντρα να ολοκληρώσει την τελευταία απόπειρα του να πάρει το αγόρι». «Επειδή δεν ήθελες να το εκθέσεις σε άλλους κινδύνους». «Ακριβώς. Κι επειδή δε θα συμφωνούσα ποτέ μ' έναν πα­ ρόμοιο τρόπο δράσης! Ήταν ένα εγχείρημα απελπισμένο, μια μάχη χαμένη από την αρχή. Και το τίμημα ήταν τρο­ μακτικό. Σίγουρα δεν ήταν αυτή η πρόθεσή του, δυστυχώς όμως αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Η κυρία μου, η μητέρα του αυτοκράτορα, θα ζούσε ακόμα, αν δε μεσολαβούσε εκείνη η ασυλλόγιστη ενέργεια. Εγώ δε θα ενέκρινα ποτέ μια πα­ ρόμοια τρέλα και για έναν πολύ απλό λόγο...» «Και ποιος είναι λοιπόν αυτός ο λόγος;» «Απεχθάνομαι την αποτυχία. Σίγουρα, είναι ένας πολύ θαρραλέος άντρας και το μαντρόσκυλό σου θα τον θυμάται για πολύ καιρό. Του χάραξε το πρόσωπο απ' τη μια άκρη ως την άλλη. Καταλαβαίνω ότι θέλεις να εκδικηθείς, δεν μπορώ όμως να σε βοηθήσω· και αν ακόμα με κόψεις κομ­ μάτια, δε θα πάρεις τίποτα περισσότερο απ' όσα είπα». Μίλησε με τέτοια ηρεμία και τέτοια σιγουριά, ώστε ο Οδόακρος έμεινε εντυπωσιασμένος. Ένας τέτοιος άντρας θα του ήταν χρήσιμος, ένας άνθρωπος με μυαλό και βαθιά σοφία, ο οποίος θα τον συμβούλευε μέσα στους λαβύριν-

θους της πολιτικής και στις μηχανορραφίες της Αυλής, στις οποίες σύντομα θα βρισκόταν αναμειγμένος. Ο τόνος όμως με τον οποίο είχε προφέρει τα λόγια «η κυρία μου, η μητέ­ ρα του αυτοκράτορα» δεν άφηνε αμφιβολίες για τις πεποι­ θήσεις του και για τον αποδέκτη της αφοσίωσής του. «Τι θα κάνεις το αγόρι;» τον ρώτησε τότε ο Αμβροσίνος. «Αυτό δε σε αφορά», απάντησε ο Οδόακρος. «Χάρισε του τη ζωή. Δεν μπορεί να σε βλάψει με κανέ­ ναν τρόπο. Δεν ξέρω γιατί εκείνος ο άντρας επιχείρησε να το απελευθερώσει, δεν έχεις όμως λόγους να ανησυχείς. Ήταν μόνος· αν επρόκειτο για συνωμοσία, η επιλογή του χρόνου και του τόπου θα ήταν διαφορετική, δε νομίζεις; Πε­ ρισσότεροι άντρες, διαθέσιμη βοήθεια σε όλη τη διαδρομή, έτοιμη οδός διαφυγής. Αντίθετα, χρειάστηκε να του δείξω ε­ γώ από πού θα μπορούσαμε να αποδράσουμε». Ο Οδόακρος έμεινε έκπληκτος μπροστά σ' αυτή την αυ­ θόρμητη παραδοχή και ταυτόχρονα στην πειστική λογική ε­ κείνων των λόγων. «Τότε όμως πώς μπόρεσε να φτάσει μέ­ χρι τα διαμερίσματά σας;» «Δεν ξέρω, μπορώ όμως να φανταστώ». «Μίλα». «Αυτός ο άντρας γνωρίζει τη γλώσσα σας». «Πώς μπορείς να είσαι βέβαιος γι' αυτό;» «Τον άκουσα να μιλάει με τους στρατιώτες σου», απά­ ντησε ο Αμβροσίνος. «Και από πού βγήκαν;» επέμεινε ο Οδόακρος. Πράγμα­ τι, κανένας από τους άντρες του δεν είχε μπορέσει να εξη­ γήσει πώς ο Ρωμύλος και ο Αυρήλιος βρέθηκαν έξω από το παλάτι, από τη στιγμή που όλες οι οδοί διαφυγής ήταν α­ ποκλεισμένες. «Αυτό δεν το ξέρω, γιατί χωρίσαμε όταν μας επιτέθηκαν

70

71


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

οι φρουροί σου. Το αγόρι ήταν όμως βρεγμένο και ανέδιδε μια φρικτή μυρωδιά. Από υπόνομο, θα έλεγα. Τι νόημα έχει όμως να το ερευνάς; Δεν πιστεύω να φοβάσαι ένα αγόρι που είναι μόλις δεκατριών ετών. Επιπλέον, εκείνος ο άντρας ήταν μόνος, μόνος σου λέω, και τραυματίστηκε βαριά. Αυτή την ώρα ίσως είναι νεκρός. Χάρισε τη ζωή στο αγόρι, σε εξορκί­ ζω. Δεν είναι παρά ένα παιδί, τι κακό μπορεί να σου κάνει;» Ο Οδόακρος τον κοίταξε στα μάτια και ξαφνικά ένιωσε ανήσυχος, σαν να τον κυρίευσε ένα ανεξήγητο αίσθημα α­ νασφάλειας. Χαμήλωσε το βλέμμα, σαν να συλλογιζόταν, κι έπειτα είπε: «Πήγαινε τώρα. Δε θα αργήσω να πάρω την α­ πόφασή μου. Μην ελπίζετε ότι το αποψινό επεισόδιο μπο­ ρεί να επαναληφθεί». «Πώς θα μπορούσε;» απάντησε ο Αμβροσίνος. «Ένας γέ­ ροντας κι ένα αγόρι, τους οποίους φυλάνε δεκάδες πολεμι­ στές... Αν μου επιτρέπεις όμως να σου δώσω μια συμβου­ λή...» Ο Οδόακρος δεν ήθελε να ταπεινωθεί ρωτώντας τον, μέ­ σα του όμως ήταν περίεργος να ακούσει τι είχε να πει εκεί­ νος ο άντρας που ήταν ικανός να του αναστατώσει την ψυ­ χή μ' ένα απλό βλέμμα. Ο Αμβροσίνος κατάλαβε και συνέ­ χισε: «Αν βγάλεις από τη μέση το αγόρι, θα διαπράξεις μια βαρύτατη αυθαιρεσία και ο αυτοκράτορας της Ανατολής, που έχει πολλούς υποστηρικτές και εδώ στην Ιταλία, πολλούς κατασκόπους και πολλούς στρατιώτες, δε θα αναγνωρίσει ποτέ την εξουσία σου. Ένας Ρωμαίος μπορεί να αφαιρέσει την εξουσία από έναν άλλο Ρωμαίο, όχι όμως...» δίστασε στιγμιαία προτού προφέρει τη λέξη «...ένας βάρβαρος. Ακό­ μα και ο μεγάλος Ρικίμερος, ο προκάτοχός σου, κρυβόταν πάντα πίσω από άβουλους αυτοκράτορες για να κυβερνάει. Χάρισε λοιπόν τη ζωή στο αγόρι και θα φανείς μεγαλόψυ-

χος και γενναιόδωρος· θα προκαλέσεις τη συμπάθεια του χριστιανικού κλήρου, που είναι πολύ ισχυρός, και ο αυτο­ κράτορας της Ανατολής θα προσποιηθεί πως δε συνέβη τί­ ποτα. Δεν τον ενδιαφέρει ποιος κυβερνάει στη Δύση, γιατί δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αλλάξει την κατάσταση, για εκείνον όμως είναι πολύ σημαντικό να σωθούν οι τύποι, τα προσχήματα. Να θυμάσαι αυτό που είπα: σώσε τα προ­ σχήματα και θα μπορέσεις να διατηρήσεις την εξουσία σ' αυ­ τό τον τόπο όσο θα ζεις». «Τα προσχήματα;» επανέλαβε ο Οδόακρος. «Άκουσε. Πριν από είκοσι πέντε χρόνια ο Αττίλας επέβαλε φόρο στον αυτοκράτορα Βαλεντινιανό Γ', ο οποίος δεν είχε άλλη επιλογή παρά να πληρώσει. Ξέρεις πώς; Διόρισε τον Αττίλα στρατηγό της αυτοκρατορίας και του πλήρωσε το φόρο υπό τη μορφή μισθού. Στην ουσία ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν φόρου υποτελής σ' ένα βάρβαρο, όμως τα προσχήματα είχαν σωθεί και, μαζί μ' αυτά, η τιμή. Η ε­ ξόντωση του Ρωμύλου θα αποτελούσε μια άσκοπη ωμότη­ τα κι ένα τεράστιο σφάλμα από πολιτική άποψη. Είσαι ένας άνθρωπος της εξουσίας τώρα. Είναι καιρός να μάθεις πώς τη διαχειρίζονται». Έγνεψε ελαφρά με το κεφάλι και γύρι­ σε για να φύγει, χωρίς ο Οδόακρος να σκεφτεί να τον συ­ γκρατήσει. Ο Αμβροσίνος βγήκε και, σχεδόν την ίδια στιγμή, μια πλαϊνή πόρτα του γραφείου άνοιξε και εμφανίστηκε ο Ουλφίλας. «Πρέπει να τον σκοτώσεις, αμέσως», είπε κάνοντας τη φωνή του να σφυρίζει ανάμεσα στα δόντια του, «αλλιώς επεισόδια όπως το αποψινό θα επαναληφθούν». Ο Οδόακρος τον κοίταξε κι εκείνος ο άντρας, που στο παρελθόν είχε διαπράξει κατόπιν διαταγής του κάθε είδους αχρειότητες, ξαφνικά του φάνηκε απόμακρος και σχεδόν ε-

72

73


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

ντελώς ξένος, ένας βάρβαρος με τον οποίο ένιωθε ότι δεν εί­ χε πια τίποτα κοινό. «Εσύ γνωρίζεις μόνο από αίμα και σφαγές», του αποκρί­ θηκε. «Εγώ όμως θέλω να κυβερνήσω, καταλαβαίνεις; Θέ­ λω οι υπήκοοι μου να αφοσιωθούν στις δουλειές και τις α­ σχολίες τους, όχι στις δολοπλοκίες και τις συνωμοσίες. Θα πάρω λοιπόν την απόφαση που θα μου φανεί πιο σωστή α­ πό κάθε άλλη». «Το κλαψούρισμα εκείνου του μυξιάρικου σε συγκίνησε και οι φλυαρίες αυτού του κομπογιαννίτη σου προκάλεσαν σύγχυση. Αν δεν έχεις τη δύναμη, θα το φροντίσω εγώ». Ο Οδόακρος σήκωσε το χέρι, σαν να ήθελε να τον χτυ­ πήσει, σταμάτησε όμως μπροστά στο σημαδεμένο πρόσω­ πο του Ουλφίλα. «Μην τολμήσεις να με προκαλέσεις», του είπε με σκληρό ύφος. «Εσύ πρέπει μόνο να υπακούς χωρίς συζήτηση. Και τώρα πήγαινε, είναι ανάγκη να σκεφτώ. Όταν αποφασίσω, θα στείλω να σε καλέσουν». Ο Ουλφίλας έφυγε, βροντώντας την πόρτα. Ο Οδόακρος έμεινε μόνος στο δωμάτιο, βηματίζοντας πάνω κάτω και κλώθοντας στο νου του τα λόγια του Αμβροσίνου. Ύστερα, ξαφνικά, φώναξε ένα δούλο και τον πρόσταξε να καλέσει τον Ανθέμιο, τον οικονόμο του παλατιού, να παρουσιαστεί μπρο­ στά του. Ο γέροντας κατέφθασε με βήμα βιαστικό και ο Οδόακρος τον έβαλε να καθίσει. «Πήρα την απόφασή μου σχετικά με την τύχη του νεα­ ρού που ονομάζεται Ρωμύλος Αύγουστος», άρχισε. Ο Ανθέμιος σήκωσε τα υγρά και φαινομενικά ανέκφρα­ στα μάτια του. Στα γόνατά του είχε ένα φύλλο περγαμηνής και στο δεξί χέρι κρατούσε μια πένα, έτοιμος να σημειώ­ σει όσα θα άκουγε. Ο Οδόακρος συνέχισε: «Συμπονώ ε­ κείνο το δύσμοιρο αγόρι, που δε φταίει για την προδοσία 74

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

του πατέρα του, και αποφάσισα να του χαρίσω τη ζωή». Ο Ανθέμιος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα στεναγμό ανακούφισης, αλλά ο Οδόακρος συνέχισε αμέσως: «Ωστό­ σο, το επεισόδιο της αποψινής νύχτας αποτελεί σαφή από­ δειξη ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο ή ότι κάποιος θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για να σπείρει τον πόλεμο και τη διχόνοια σ' αυτό τον τόπο, που έχει ανάγκη μόνο α­ πό ειρήνη και ησυχία. Θα τον στείλω επομένως σ' ένα α­ σφαλές μέρος, το οποίο θα επιτηρούν έμπιστα πρόσωπα, και θα του απονείμω ένα χρηματικό ποσό αντίστοιχο με τη θέση του. Τα αυτοκρατορικά εμβλήματα θα σταλούν στην Κωνσταντινούπολη, στον αυτοκράτορα Βασιλίσκο, με α­ ντάλλαγμα το διορισμό μου ως magister militum* της Δύσης. Ένας αυτοκράτορας είναι περισσότερο από αρκετός για τον κόσμο». «Σοφή η απόφασή σου», σχολίασε ο Ανθέμιος. «Το ση­ μαντικότερο είναι πράγματι...» «...να σωθούν τα προσχήματα», ολοκλήρωσε αντί γι' αυ­ τόν ο Οδόακρος. Ο Ανθέμιος τον κοίταξε έκπληκτος. Εκεί­ νος ο τραχύς στρατιώτης μάθαινε γρήγορα τους κανόνες της πολιτικής. «Ο παιδαγωγός του θα μπορέσει να πάει μαζί του;» ρώ­ τησε ο γέροντας. «Δεν έχω καμία αντίρρηση. Το αγόρι θα μπορέσει έτσι να αφοσιωθεί στη μελέτη και αυτό μόνο καλό θα του κά­ νει». «Πότε πρέπει να φύγουν;» ρώτησε ο Ανθέμιος. «Όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο. Δε θέλω άλλα προ­ βλήματα». * Αρχιστράτηγος. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.)

75


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Μπορώ να μάθω τον προορισμό;» «Όχι. Μόνο ο επικεφαλής της συνοδείας θα ενημερωθεί γι' αυτό». «Πρέπει να προετοιμάσω ένα ταξίδι μακρινό ή σύντο­ μο;» Ο Οδόακρος δίστασε για μια στιγμή- έπειτα απάντησε: «Ένα αρκετά μακρινό ταξίδι». Ο Ανθέμιος συγκατένευσε, αποσύρθηκε με μια υπόκλιση σε ένδειξη σεβασμού και κατευθύνθηκε προς το διαμέρισμά του. Λίγο αργότερα ο Οδόακρος συναντήθηκε με μια ομάδα αξιωματικών, τους οποίους εμπιστευόταν περισσότερο απ' όλους και οι οποίοι αποτελούσαν το στενό κύκλο συμβούλων του. Μεταξύ τους ήταν και ο Ουλφίλας, στον οποίο ήταν α­ κόμα εμφανή τα σημάδια του εκνευρισμού μετά την τελευ­ ταία προσωπική συζήτηση που είχε με τον αρχηγό του. Ο Οδόακρος έδωσε διαταγή να τους σερβίρουν το γεύμα και, όταν κάθισαν όλοι και καθένας πήρε μια μερίδα κρέας, ζή­ τησε τη γνώμη τους για τον τόπο όπου έπρεπε να στείλει το αγόρι. Κάποιος πρότεινε την Ιστρία, κάποιος άλλος τη Σαρ­ δηνία. Ξαφνικά, ένας από τους παρευρισκόμενους είπε: «Κα­ τά τη γνώμη μου, είναι προορισμοί πολύ μακρινοί που δύ­ σκολα ελέγχονται. Υπάρχει ένα νησί στην Τυρρηνική Θά­ λασσα, τραχύ και αφιλόξενο, φτωχό αλλά αρκετά κοντά και συνάμα αρκετά μακριά από την ακτή. Σ' έναν απόκρημνο, εντελώς απρόσιτο βράχο είναι χτισμένη μια παλιά έπαυλη, η οποία είναι ερειπωμένη κατά ένα μέρος αλλά ακόμα κα­ τοικήσιμη». Σηκώθηκε και πήγε προς τον τοίχο, στον οποίο ήταν ζωγραφισμένος ένας χάρτης της αυτοκρατορίας, δεί­ χνοντας ένα σημείο στον κόλπο της Νεάπολης: «Κάπρι». Ο Οδόακρος δεν απάντησε αμέσως. Προφανώς αναλο­ γιζόταν τις διάφορες προτάσεις. Κατόπιν είπε: «Αυτός μου

Ο Οδόακρος κράτησε τον Ουλφίλα, που, αντίθετα με τους υπόλοιπους, ήταν ακόμα αρκετά διαυγής χάρη στην ι­ κανότητά του να αντέχει το κρασί. «Άκουσε», του είπε ο Οδόακρος, «αποφάσισα να σου α­ ναθέσω την προστασία του αγοριού, γιατί είσαι ο μόνος που μπορώ να εμπιστευτώ γι' αυτή την αποστολή. Μου είπες ή­ δη τι σκέφτεσαι σχετικά με αυτό και τώρα θα σου πω τι σκέ­ φτομαι εγώ. Αν τυχόν του συμβεί κάτι, οτιδήποτε, θα θεω­ ρηθείς υπεύθυνος και το κεφάλι σου θα αξίζει λιγότερο α­ πό τα αποφάγια που έδωσα στα σκυλιά. Με κατάλαβες;» «Σε κατάλαβα πολύ καλά», απάντησε ο Ουλφίλας, «και πι­ στεύω ότι θα μετανιώσεις για την απόφαση να χαρίσεις τη ζωή στο αγόρι, εσύ έχεις όμως την εξουσία». Πρόφερε τα τε-

76

77

φαίνεται ο καλύτερος προορισμός, είναι ένα μέρος αρκετά απομονωμένο αλλά όχι δυσπρόσιτο. Το αγόρι θα συνοδεύουν εκατό από τους καλύτερους πολεμιστές. Δε θέλω εκπλήξεις ούτε απρόοπτα. Κάντε λοιπόν τις αναγκαίες ετοιμασίες και θα σας ενημερώσω εγώ όταν θα έρθει η στιγμή της αναχώ­ ρησης». Η απόφαση λήφθηκε και άλλαξαν θέμα συζήτησης. Εί­ χαν όλοι εξαιρετική διάθεση. Η επίγνωση ότι βρίσκονταν στις ανώτατες βαθμίδες της εξουσίας και η προοπτική μιας εύκολης ζωής, την οποία θα τους πρόσφεραν τα κτήματα, οι δούλοι, οι γυναίκες, τα κοπάδια, οι επαύλεις και τα παλά­ τια, τους προκαλούσε ευφορία και μια τάση να πιουν χωρίς μέτρο. Όταν ο Οδόακρος τους ξεπροβόδισε, οι περισσότε­ ροι ήταν μεθυσμένοι και χρειάστηκε να τους βοηθήσουν οι δούλοι για να φτάσουν στα καταλύματα τους για τη μεση­ μεριανή ανάπαυση, που ήταν τυπική συνήθεια εκείνου του τόπου και την οποία άρχιζαν και οι ίδιοι να ακολουθούν με ευκολία.


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

λευταία αυτά λόγια με ένα ύφος σαν να ήθελε να συμπλη­ ρώσει: ...«προς το παρόν». Ο Οδόακρος κατάλαβε, αλλά δε θέλησε να προσθέσει τίποτ' άλλο. Όταν έφτασε η μέρα της αναχώρησης, δυο δούλες μπή­ καν στο δωμάτιο του Ρωμύλου λίγο πριν από την αυγή, για να τον ξυπνήσουν και να τον ετοιμάσουν για το ταξίδι. «Πού μας πηγαίνουν;» ρώτησε το αγόρι. Οι δούλες αντάλλαξαν ένα νεύμα όλο νόημα κι έπειτα εί­ παν, απευθυνόμενες στον Αμβροσίνο, που είχε σηκωθεί α­ μέσως: «Δεν ξέρουμε ακόμα, ο Ανθέμιος όμως είναι βέβαιος ότι θα πάτε νότια και από την ποσότητα των προμηθειών θε­ ωρεί ότι πρόκειται για ταξίδι τουλάχιστον μιας εβδομάδας, ίσως και παραπάνω, θα μπορούσε να είναι η Γκαέτα ή η Νε­ άπολη ή ίσως και το Βρινδήσιο, θεωρεί όμως αυτό τον προ­ ορισμό λιγότερο πιθανό». «Και μετά;» ρώτησε ο Αμβροσίνος. «Δε θα υπάρξει μετά», απάντησε η δούλα. «Όπου κι αν πηγαίνετε, είναι για πάντα». Ο Αμβροσίνος απέστρεψε το βλέμμα του προσπαθώντας να κρύψει τα συναισθήματα του. Οι κοπέλες φίλησαν τα χέ­ ρια του Ρωμύλου ψιθυρίζοντας: «Αντίο, καίσαρα, ο Θεός να σε προστατεύει». Λίγο αργότερα ο Ρωμύλος και ο Αμβροσίνος οδηγήθη­ καν με τη συνοδεία των αντρών του Ουλφίλα έξω, από την πλευρά της βασιλικής. Η θύρα ήταν ανοιχτή και στο βάθος του νάρθηκα φαινόταν ένα φέρετρο με αναμμένα κεριά γύ­ ρω του. Ετοίμαζαν την επίσημη κηδεία της Φλαβίας Σερένας. Ο Ανθέμιος, τον οποίο επιτηρούσε με το βλέμμα ένας άντρας του Οδόακρου, πλησίασε, χαιρέτησε τον Ρωμύλο με μεγάλο σεβασμό και είπε: «Δυστυχώς, δε σου επιτράπη­ κε να παρακολουθήσεις την κηδεία της μητέρας σου, την

οποία ο ίδιος προετοίμασα με μεγάλη επιμέλεια, ίσως όμως να είναι καλύτερα έτσι. Καλό ταξίδι, κύριε μου, ο Θεός μα­ ζί σου». «Ευχαριστώ», είπε ο Αμβροσίνος στον Ανθέμιο χαιρετώ­ ντας τον με τη σειρά του μ' ένα νεύμα του κεφαλιού. Ανέβηκε στην άμαξα και κράτησε ανοιχτή την πόρτα για να ανεβεί ο Ρωμύλος, το αγόρι όμως προχώρησε μερικά βήματα, μέ­ χρι το κατώφλι της βασιλικής. Έριξε ένα ατέλειωτο βλέμμα στο σώμα της Φλαβίας Σερένας και ψιθύρισε: «Αντίο, μη­ τέρα».

78

79


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

5

Η ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΙΣΕ σιγά σιγά να παίρνει σχήμα και στην αρ­ χή ήταν ένα συγκεχυμένο λαμπύρισμα, μια πρασινωπή α­ ντανάκλαση, μετά το περίγραμμα της έγινε πιο καθαρό και σαφές μέσα στο χλομό φως του πρωινού ήλιου: ένας μεγά­ λος λουτήρας γεμάτος νερό, ένα άγαλμα που είχε τη μορφή σάτυρου με στόμα ανοιχτό, από το οποίο το νερό χυνόταν κελαρύζοντας στη μεγάλη δεξαμενή. Ψηλά, από ένα θόλο που έσταζε, κρέμονταν τούφες από πολυτρίχια και περνού­ σε το φως από μεγάλες ρωγμές, δημιουργώντας παράξενα φωτεινά παιχνιδίσματα στους τοίχους και στην επιφάνεια του νερού. Γύρω από το λουτήρα υπήρχαν βάθρα με ακρω­ τηριασμένα απομεινάρια αγαλμάτων. Ένα εγκαταλειμμέ­ νο αρχαίο νυμφαίο. Ο Αυρήλιος έκανε να ανασηκωθεί για να καθίσει και η απότομη κίνηση τον έκανε να βγάλει ένα βογκητό. Μερικά βατράχια βούτηξαν τρομαγμένα στα στάσιμα νερά. «Ήρεμα», ακούστηκε μια φωνή πίσω του, «έχεις μια με­ γάλη τρύπα σ' αυτό τον ώμο και θα μπορούσε να ξανανοί­ ξει». Ο Αυρήλιος γύρισε και ξαφνικά ήρθαν στη μνήμη του οι σκηνές της φυγής του μέσα από τη λιμνοθάλασσα, η εικό­ να του τρομοκρατημένου αγοριού, το πρόσωπο εκείνης της 80

πανέμορφης γυναίκας που είχε τη χλομάδα του θανάτου και ο πόνος της ψυχής του έγινε πιο οξύς από τον πόνο του σώ­ ματος. Είχε μπροστά του έναν άντρα γύρω στα εξήντα, με δέρμα ρυτιδωμένο και καμένο απ' την αλμύρα, ο οποίος φο­ ρούσε ένα χιτώνα από ακατέργαστο μαλλί, που του έφτανε μέχρι τα γόνατα, και κάλυπτε το φαλακρό κεφάλι του μ' έ­ να σκούφο, επίσης από μαλλί. «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε. «Αυτός που σε συνέφερε. Λέγομαι Ιουστίνος και κάποτε ήμουν ένας αξιοσέβαστος γιατρός. Έραψα το τραύμα σου όσο καλύτερα μπορούσα με κλωστή από δίχτυ και το έπλυ­ να με ξίδι, ήσουν όμως σε πολύ άσχημη κατάσταση, βου­ τηγμένος στο αίμα. Πρέπει να έχασες αρκετό στη λιμνοθά­ λασσα, καθώς σε μετέφεραν με τη βάρκα». «Σ' ευχαριστώ...» άρχισε να λέει ο Αυρήλιος, εκείνη όμως τη στιγμή άκουσε βήματα να έρχονται από το βάθος του με­ γάλου οικοδομήματος. Στράφηκε και είδε μια κοπέλα ντυ­ μένη σαν άντρας, με περισκελίδες και ένα πανωφόρι από δέρμα ελαφιού και με μαλλιά κομμένα κοντά. Είχε ένα τό­ ξο περασμένο χιαστί στους ώμους και από τη ζώνη της κρε­ μόταν μια φαρέτρα. «Αυτή πρέπει να ευχαριστείς», είπε ο άντρας δείχνοντάς τη. «Αυτή σου έσωσε το τομάρι». Κατόπιν πήρε το δισάκι του και τη μικρή λεκάνη από κασσίτερο, με την οποία του είχε πλύνει το τραύμα, κι έφυγε χαιρετώντας μ' ένα ελαφρύ νεύ­ μα του κεφαλιού. Ο Αυρήλιος κοίταξε τον κοκκινισμένο ώμο του· το πρή­ ξιμο έφτανε μέχρι το στήθος και τον αγκώνα. Είχε τρομερό πονοκέφαλο και τα μηλίγγια του χτυπούσαν. Σωριάστηκε ξανά στο αχυρόστρωμα, πάνω στο οποίο κειτόταν, ενώ η κοπέλα πλησίασε και κάθισε δίπλα του. 81


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ. ΛΕΓΕΩΝΑ

«Ποια είσαι;» ρώτησε ο Αυρήλιος. «Πόσος καιρός έχει περάσει;» «Δυο μέρες». «Κοιμήθηκα δυο μέρες και δυο νύχτες;» «Ας πούμε ότι δεν είχες τις αισθήσεις σου για δυο μέρες και δυο νύχτες. Ο Ιουστίνος μού είπε ότι είχες πολύ υψηλό πυρετό και ότι παραληρούσες. Έλεγες παράξενα πράγμα­ τα...» «Μου έσωσες τη ζωή. Σ' ευχαριστώ». «Ήταν πέντε εναντίον ενός. Το θεώρησα σωστό να απο­ καταστήσω την ισορροπία δυνάμεων». «Απίστευτο σημάδι, νύχτα, με ομίχλη...» «Το τόξο είναι το ιδανικό όπλο σ' αυτό το τόσο ασταθές και ευμετάβλητο περιβάλλον». «Το άλογό μου;» «Θα το πήραν. Ή θα το έφαγαν. Οι καιροί είναι δύσκο­ λοι». Ο Αυρήλιος αναζήτησε το βλέμμα της, αλλά εκείνη το α­ πομάκρυνε. «Έχεις νερό; Καίγομαι απ' τη δίψα». Η κοπέλα τού έβαλε να πιει από ένα πήλινο κανάτι. «Ζεις σε τούτο τον τόπο;» «Αυτό είναι ένα από τα καταφύγιά μου. Είναι ένα ωραίο μέρος, δε βρίσκεις; Μεγάλο, ευρύχωρο, καλά προστατευ­ μένο. Έχω όμως και άλλα...» «Θέλω να πω, ζεις στη λιμνοθάλασσα;» «Από παιδί». «Πώς σε λένε;» «Λιβία. Λιβία Πρίσκα. Κι εσύ ποιος είσαι;» «Ο Αυρηλιανός Αμβρόσιος Βεντίδιος, αλλά οι φίλοι με φωνάζουν Αυρήλιο κι έτσι μπορείς να με αποκαλείς κι εσύ».

«Έχεις οικογένεια;» «Δεν έχω κανέναν. Ούτε θυμάμαι να είχα ποτέ κανέναν». «Είναι αδύνατο. Έχεις όνομα, και αυτό το δαχτυλίδι που φοράς δεν είναι μήπως οικογενειακό δαχτυλίδι;» «Δεν ξέρω. Ίσως να μου το χάρισε κάποιος, ίσως να το έκλεψα, ποιος μπορεί να πει; Η μόνη οικογένεια μου υπήρξε πάντα ο στρατός, οι σύντροφοι της μονάδας μου. Πιο πριν δε θυμάμαι». Η κοπέλα δε φάνηκε να δίνει σημασία σ' αυτά τα λόγια. Ίσως ο πυρετός και ο πόνος του τραύματος να είχαν θολώ­ σει το μυαλό εκείνου του ανθρώπου. Ή, απλά, ίσως δεν ή­ θελε να θυμηθεί. Τον ρώτησε: «Και οι σύντροφοι σου πού είναι τώρα;» Ο Αυρήλιος αναστέναξε. «Δεν ξέρω. Είναι όμως πιθανό να είναι όλοι τους νεκροί. Ήταν εξαιρετικοί πολεμιστές, οι καλύτεροι, οι λεγεωνάριοι της Νόβα Ινβίκτα». «Νόβα Ινβίκτα είπες; Δεν πίστευα ότι υπήρχε στ' αλή­ θεια. Οι λεγεώνες ανήκουν στο παρελθόν, στον καιρό που οι άντρες συγκρούονταν σε ανοιχτό πεδίο και σε πυκνούς σχη­ ματισμούς. Οι πεζοί με τους πεζούς, οι ιππείς με τους ιπ­ πείς... Εσύ πάντως σώθηκες. Είναι παράξενο... Στην πόλη κυ­ κλοφορεί η φήμη ότι ένας εγκληματίας λιποτάκτης απο­ πειράθηκε να απαγάγει τον αυτοκράτορα. Προσφέρουν με­ γάλη αμοιβή σε όποιον βοηθήσει στη σύλληψή του». «Κι εσύ θα ήθελες να την κερδίσεις, έτσι δεν είναι;» «Αν ήθελα, θα το είχα ήδη κάνει, δε νομίζεις; Θα ξυ­ πνούσες στη φυλακή ή κάτω από μια κρεμάλα ή θα πέθαι­ νες κατά τη μεταφορά. Δε θα γνωριζόμαστε καν». Πρόφερε αυτά τα λόγια με τόνο ελαφρά ειρωνικό. Είχε καταπιαστεί μ' ένα δίχτυ ψαρέματος κι έμοιαζε να απο­ φεύγει να κοιτάξει το φιλοξενούμενό της στα μάτια. Ο Αυ-

82

83


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ρήλιος δεν μπορούσε να καταλάβει αν το έκανε επειδή ήταν μια άξεστη και ακοινώνητη κοπέλα ή από συστολή. Σώπα­ σε για λίγο, σαν να άκουγε τις φωνές των ελόβιων πουλιών που ετοιμάζονταν να μεταναστεύσουν και το μονότονο ήχο του νερού που έσταζε μέσα στο μεγάλο πράσινο λουτήρα. Του ήρθαν στο νου οι σύντροφοι του, που δεν είχε μπορέ­ σει να σώσει ούτε να βοηθήσει, που είχε σαρώσει η παλίρ­ ροια των εχθρών. Φανταζόταν τα άταφα σώματα τους, κατατρυπημένα, να γίνονται λεία των αδέσποτων σκυλιών και των αγριμιών. Ο Βατρένος, ο Βατίατος, ο Αντωνίνος, ο δι­ οικητής τους, ο Κλαυδιανός. Η καρδιά του σφίχτηκε και δά­ κρυα ανέβηκαν στα μάτια του. «Μην το σκέφτεσαι», είπε η κοπέλα, λες και τον κοίταζε καταπρόσωπο. «Όσοι επιζούν από μια σφαγή νιώθουν πά­ ντα ένοχοι. Καμιά φορά για όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Ένοχοι επειδή είναι ζωντανοί». Ο Αυρήλιος δεν απάντησε και, όταν ξανάρχισε να μιλάει, προσπάθησε να αλλάξει συζήτηση. «Μα πώς μπορείς να ζεις σ' ένα τέτοιο μέρος; Μια κοπέλα μόνη σ' ένα έλος;» «Είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε σαν βάρβαροι, για να μπορέσουμε να εξακολουθήσουμε να ζούμε σαν Ρωμαίοι», απάντησε η Λιβία χαμηλόφωνα, σαν να μιλούσε μόνη της. «Γνωρίζεις τα κείμενα του Σαλβιανού!» «Κι εσύ, όπως βλέπω». «Ναι... αποσπάσματα γνώσης που έρχονται από το πα­ ρελθόν μου. Λέξεις... εικόνες καμιά φορά...» Η Λιβία σηκώθηκε όρθια και τον πλησίασε. Ο Αυρήλιος σήκωσε το βλέμμα του για να την παρατηρήσει. Μια ακτί­ να φωτός, που είχε διαπεράσει την πρωινή καταχνιά, περ­ νούσε από μια ρωγμή του τοίχου και έλουζε το κεφάλι και την ευλύγιστη σιλουέτα της σαν διάφανη αύρα, σαν κρυ84

στάλλινη αντανάκλαση. Ήταν χωρίς αμφιβολία γοητευτι­ κή, θα μπορούσε μάλιστα να την πει και όμορφη. Ξαφνικά το βλέμμα του έπεσε στο στήθος της, σ' ένα μετάλλιο που εί­ χε πάνω του έναν ασημένιο αετό με τα φτερά ανοιχτά, το ο­ ποίο κρεμόταν από το λαιμό της. Εκείνη το αντιλήφθηκε και η έκφραση της άλλαξε αμέσως. Τον κοίταξε με βλέμμα εξεταστικό, σχεδόν ερευνητικό. Ο Αυρήλιος είδε σαν α­ στραπή τη διεσταλμένη, παραμορφωμένη εικόνα μιας πό­ λης τυλιγμένης στις φλόγες. Του φαινόταν ότι έβλεπε εκεί­ νο το μετάλλιο με τον αετό να πέφτει αργά, σαν φύλλο που στροβιλίζεται στον αέρα, πάνω σ' εκείνη την πύρινη θά­ λασσα. Η Λιβία τον έβγαλε από τις σκέψεις του: «Σου θυμί­ ζει κάτι;» Ο Αυρήλιος απέσπασε το βλέμμα του. «Ποιο πράγμα;» «Αυτό», απάντησε η κοπέλα και πήρε στο χέρι της το με­ τάλλιο, σκύβοντας προς το μέρος του και σηκώνοντάς το στο ύψος των ματιών του. Ήταν ένας μικρός χάλκινος δίσκος, λίγο μεγαλύτερος από το νόμισμα του ενός σολδίου, πάνω στον οποίο διακρινόταν ο μικρός ασημένιος αετός. «Όχι», απάντησε ξερά ο Αυρήλιος. «Είσαι βέβαιος;» «Γιατί, θα 'πρεπε;» «Επειδή μου φάνηκε ότι το αναγνώρισες». Ο Αυρήλιος γύρισε πάνω στο στρώμα του και πλάγιασε στο πλευρό. «Είμαι κουρασμένος», είπε, «εξουθενωμένος». Η Λιβία δεν επέμεινε- στράφηκε κι εξαφανίστηκε κάτω από μια αψίδα, προς ένα πλαϊνό δωμάτιο. Μετά από λίγο ακούστηκαν βελάσματα, έπειτα η κοπέλα ξαναφάνηκε με μια καρδάρα γάλα και του γέμισε ένα κύπελλο. «Πιες», εί­ πε, «μόλις το άρμεξα κι εσύ δεν τρως τίποτα εδώ και μέ­ ρες». 85


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Ο Αυρήλιος ήπιε το γάλα και η ζεστασιά του διαπότισε το κορμί και το μυαλό του μ' ένα ακαταμάχητο αίσθημα χα­ λάρωσης. Πλάγιασε στο αχυρόστρωμά του και αποκοιμή­ θηκε. Η Λιβία κάθισε κοντά του κι έμεινε να τον κοιτάζει για αρκετή ώρα. Αναζητούσε κάτι στα χαρακτηριστικά του, αλ­ λά δεν μπορούσε να πει τι και αυτή η δύσκολη κατάσταση της προκαλούσε έντονη ενόχληση, την ενόχληση που νιώθει κανείς όταν διακατέχεται από μια ξαφνική ελπίδα και ταυ­ τόχρονα από την επίγνωση ότι αυτή η ελπίδα είναι παρά­ λογη, ότι είναι αδύνατο να γίνει πραγματικότητα. Κούνησε το κεφάλι της, σαν να ήθελε να διώξει μια ενοχλητική σκέ­ ψη, πήγε στη βάρκα της, την έσπρωξε στο νερό και απο­ μακρύνθηκε στη λιμνοθάλασσα, ώσπου έφτασε σ' έναν καλαμιώνα· τότε ξάπλωσε στον πάτο περιμένοντας. Ήταν ξα­ πλωμένη ανάσκελα πάνω στο δίχτυ του ψαρέματος και κοί­ ταζε τον ουρανό που σκοτείνιαζε αργά. Πάπιες και αγριό­ χηνες περνούσαν κατά σμήνη, σε μακριές σειρές, ψηλά στον ουρανό, με φόντο τα μεγάλα σύννεφα που κοκκίνιζαν από τις τελευταίες ακτίνες του ηλιοβασιλέματος· πότε πότε α­ κούγονταν οι κραυγές τους. Από τους αγρούς και τα αρδευ­ τικά κανάλια ερχόταν το μονότονο κόασμα των βατράχων, ενώ ένας σταχτόχρωμος ερωδιός πετούσε αργά και μεγαλό­ πρεπα πάνω από την υδάτινη έκταση. Η φθινοπωρινή φύση και το θέαμα των πουλιών, που ε­ τοιμάζονταν να μεταναστεύσουν, τη γέμιζαν με μελαγχολία, μολονότι είχε παρακολουθήσει πολλές φορές αυτό το γεγο­ νός. Αυτές τις στιγμές θα ήθελε και η ίδια να πετάξει μακριά, προς έναν άλλο κόσμο, πέρα από τη θάλασσα, να ξεχάσει εκείνο το σκοτεινό έλος, το οικείο, και όμως πάντα ανησυ­ χητικό, περίγραμμα των τειχών της Ραβένας που βυθίζονταν μέσα στην ομίχλη για τόσους μήνες κάθε χρόνο, την υγρα86

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

σία, τη μονότονη βροχή και τον ψυχρό ανατολικό άνεμο, που πάγωνε τα μέλη κι έφτανε ως το κόκαλο. Κάθε φορά ό­ μως, όταν ερχόταν η άνοιξη και τα χελιδόνια επέστρεφαν στις φωλιές τους στα ερείπια, όταν ο ήλιος έκανε να αστρά­ φτουν κάτω από την επιφάνεια του νερού μυριάδες ασημόχρωμα ψαράκια, τότε ένιωθε νο ξαναγεννιέται μέσα της η ελπίδα ότι ο κόσμος μπορούσε να αρχίσει πάλι από την αρ­ χή, να ξαναγεννηθεί κι αυτός κατά κάποιο τρόπο. Είχε ζήσει όλη της τη ζωή σαν άντρας, είχε συνηθίσει να επιβιώνει σ' ένα περιβάλλον σκληρό, δύσκολο και συχνά ε­ χθρικό, να υπερασπίζεται τον εαυτό της και να χτυπάει χω­ ρίς δισταγμό, να σκληραγωγεί το σώμα και την ψυχή, δεν εί­ χε όμως λησμονήσει τις ρίζες της, τα λίγα χρόνια που είχε περάσει γαλήνια στους κόλπους της οικογένειάς της, στη γε­ νέθλια πόλη της. Θυμόταν την αδιάκοπη δραστηριότητα, τις αγορές, τα πλοία στο λιμάνι, τις μέρες του πανηγυριού, τις τελετές τόσων διαφορετικών θρησκειών. Θυμόταν τους δικαστές να απονέμουν δικαιοσύνη καθισμένοι στα έδρανα τους, στην αγορά, τυλιγμένοι σε κατάλευκα ενδύματα, με­ γαλόπρεποι σαν αγάλματα, και τους χριστιανούς ιερείς να τελούν τη Θεία Λειτουργία στην εκκλησία, που άστραφτε α­ πό τα ψηφιδωτά. Θυμόταν τα θεάματα στο θέατρο και τα μαθήματα των δασκάλων στα σχολεία. Θυμόταν τι ήταν ο πολιτισμός. Ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε μια ορδή βαρ­ βάρων από την Ανατολή, μικρόσωμων και άγριων, με μάτια σχιστά και μαλλιά μαζεμένα σε ουρές παρόμοιες μ' εκείνες των δασύτριχων αλόγων τους. Της φαινόταν πως άκουγε α­ κόμα το μακρόσυρτο ήχο των σαλπίγγων που σήμαιναν συ­ ναγερμό να αντηχεί από τα τείχη, ξανάβλεπε τους στρατιώ­ τες να τρέχουν στις επάλξεις, να παίρνουν θέσεις και να ε­ τοιμάζονται για μακρόχρονη, σκληρή αντίσταση. Ο διοι87


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

κητής της φρουράς έλειπε μακριά, σε αποστολή. Τη διοί­ κηση ανέλαβε ένας νεαρός αξιωματικός. Ήταν λίγο μεγα­ λύτερος από αγόρι, αλλά αποδείχθηκε κάτι παραπάνω από ήρωας. Ο ήχος ενός κουπιού διέκοψε τις σκέψεις της και εκείνη ανακάθισε και αφουγκράστηκε. Μια βάρκα πλησίασε, πλεύρι­ σε την ακτή και αποβίβασε δυο άντρες: ο ένας ήταν προχω­ ρημένης ηλικίας, καλοντυμένος, με αρχοντικό παράστημα- ο άλλος ήταν γύρω στα πενήντα, όχι πολύ ψηλός, ευκίνητος, με λεπτά χαρακτηριστικά, και η Λιβία τον είχε δει κι άλλες φο­ ρές. Ήταν κάτι σαν σωματοφύλακας του γέροντα. Βγήκε τό­ τε από τον καλαμιώνα, πλησίασε και πήδησε στη στεριά. «Ανθέμιε», τον χαιρέτησε, «πίστευα ότι δε θα ερχόσουν πια». «Δε στάθηκε εύκολο να απομακρυνθώ από την πόλη. Με παρακολουθούν και δε θέλω να κινήσω υποψίες. Χρειά­ στηκε να περιμένω ώσπου να βρω μια καλή πρόφαση. Έχω σημαντικές ειδήσεις, αλλά κι εσύ έχεις κάτι να μου αναφέ­ ρεις, αν δεν κάνω λάθος». Η Λιβία τον έπιασε από το μπράτσο και προχώρησε μα­ ζί του, προς ένα εγκαταλειμμένο αγροτόσπιτο, που βυθιζό­ ταν στα στάσιμα νερά σχεδόν μέχρι το ύψος των πρώτων παράθυρων. Προτιμούσε να μην τους ακούσει κανένας. «Ο άντρας που έσωσα τις προάλλες είναι ο ίδιος που α­ ποπειράθηκε να απαγάγει τον αυτοκράτορα από το παλάτι». «Είσαι βέβαιη γι' αυτό;» «Όσο και για το ότι είμαι εδώ. Τον καταδίωκε μια ομά­ δα βαρβάρων του Οδόακρου. Επιπλέον, όταν του είπα ότι στην πόλη γύρευαν ένα λιποτάκτη που είχε επιχειρήσει να απαγάγει τον αυτοκράτορα, δεν προσπάθησε καν να αρνη­ θεί ότι ήταν εκείνος». «Ποιος είναι;» ρώτησε ο Ανθέμιος.

«Λέει ότι είναι ένας λεγεωνάριος της Νόβα Ινβίκτα. Ένας αξιωματικός ίσως, δεν ξέρω». «Η μονάδα που ο Ορέστης συγκρότησε με μυστικότητα για να αποτελέσει το στυλοβάτη της νέας αυτοκρατορίας. Εξολοθρεύτηκε». Η Λιβία είδε ξανά το αγωνιώδες βλέμμα του Αυρήλιου, καθώς αυτός θυμόταν τη θυσία των συντρόφων του. «Αλη­ θεύει ότι δε σώθηκε κανείς;» ρώτησε. «Δεν ξέρω. Ίσως να σώθηκαν κάποιοι, αν οι βάρβαροι έ­ χουν ανάγκη από σκλάβους. Αύριο θα πρέπει να επιστρέ­ ψουν οι στρατιώτες που έστειλε ο Οδόακρος για να τους ε­ ξοντώσει, με επικεφαλής τον Μλέντο. Θα δούμε αν υπάρχουν επιζώντες. Η επιδρομή εκείνου του στρατιώτη ήταν κατα­ στροφική· σίγουρα, σκότωσε καμιά δεκαριά βαρβάρους, πράγμα που δεν μπορεί παρά να με ευχαριστεί, προκάλεσε όμως, έστω και άθελά του, το θάνατο της μητέρας του αυ­ τοκράτορα, της Φλαβίας Σερένας, κι έσπειρε ανησυχία στο παλάτι. Οι βάρβαροι υποπτεύονται τους πάντες και τα πά­ ντα. Για λίγο φοβήθηκα ότι κινδύνευε η ζωή του αυτοκρά­ τορα, ευτυχώς όμως ο Οδόακρος αποφάσισε να μην τον θυ­ σιάσει». «Πολύ γενναιόδωρο εκ μέρους του. Αλλά αυτό δε με κα­ θησυχάζει. Απ' όσο ξέρω, ο Οδόακρος δεν κάνει τίποτα χω­ ρίς απώτερο σκοπό κι εκείνο το αγοράκι μόνο προβλήματα μπορεί να σημαίνει γι' αυτόν». «Κάνεις λάθος», της είπε ο Ανθέμιος, «ο Οδόακρος κα­ τάλαβε πώς λειτουργεί η πολιτική. Αν σκοτώσει τον αυτο­ κράτορα, θα αντιμετωπίσει το μίσος και την περιφρόνηση του ρωμαϊκού λαού, θα ξεσηκώσει το χριστιανικό κλήρο, που θα τον συγκρίνει με τον Ηρώδη, και στην Ανατολή θα θεωρήσουν σαφώς ότι θέλει την πορφύρα για τον εαυτό του.

88

89


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Αν, αντίθετα, χαρίσει τη ζωή στο αγόρι, φαίνεται μεγαλό­ ψυχος και επιεικής και δεν προκαλεί επικίνδυνες υπόνοιες στην Κωνσταντινούπολη». «Μα εσύ πιστεύεις ότι στην Κωνσταντινούπολη νοιάζε­ ται κανένας για τον Ρωμύλο Αύγουστο; Ο Ζήνωνας στήριζε τον παλιό αυτοκράτορα της Δύσης, τον Ιούλιο Νέπωτα, και τον φιλοξένησε κατά τη διάρκεια της εξορίας του στα κτή­ ματά του στη Δαλματία, όταν ο Φλάβιος Ορέστης τον κα­ θαίρεσε. Απ' όσο γνωρίζω, κορόιδευαν το αγόρι εκεί κάτω. Το αποκαλούσαν Μωμύλο αντί για Ρωμύλο, μιμούμενοι την προφορά μικρού παιδιού». «Μα ο Ζήνωνας καθαιρέθηκε και τώρα βασιλεύει ο Βασιλίσκος, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο Σπάλατο*, που απέχει από εδώ μόλις μια μέρα με το πλοίο. Έστειλα μια μι­ κρή αντιπροσωπία. Μεταμφιεσμένοι σε ψαράδες, οι απε­ σταλμένοι μου θα τον συναντήσουν το αργότερο σε δυο μέ­ ρες και σύντομα θα ξέρουμε την απάντηση». «Τι του ζήτησες;» «Να προσφέρει άσυλο στον αυτοκράτορα». «Και πιστεύεις ότι θα συμφωνήσει;» «Του έκανα μια ενδιαφέρουσα προσφορά. Πιστεύω πως ναι». Ο ήλιος έδυε στη μεγάλη, σιωπηλή λιμνοθάλασσα και μια μακριά σειρά έφιππων πολεμιστών διαγράφηκε πάνω στον κόκκινο δίσκο, που βυθιζόταν στον επίπεδο και ομι­ χλώδη κάμπο. «Η εμπροσθοφυλακή του Μλέντο», είπε ο Ανθέμιος. «Αύ­ ριο θα ξέρω σίγουρα αν σώθηκε κάποιος σύντροφος του πο­ λεμιστή σου». * Το σημερινό Σπλιτ της Κροατίας. (Σ.τ.Ε.)

90

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Γιατί το κάνεις;» ρώτησε η Λιβία. «Ποιο πράγμα;» «Αυτή την προσπάθεια να σώσεις το αγόρι. Δε νομίζω ό­ τι μπορεί να προσφέρει κάποιο πλεονέκτημα ούτε σε σένα ούτε σε κανέναν άλλο». «Όχι ιδιαίτερα. Υπήρξα όμως πάντα πιστός στην οικο­ γένεια της Φλαβίας Σερένας. Η αφοσίωση είναι μια αρετή χαρακτηριστική των γερόντων. Είναι πολύ κουρασμένοι για να αλλάξουν συμπεριφορά και ιδανικά...» Αναστέναξε. «Υπηρέτησα τον πατέρα της για χρόνια και θα έκανα ό,τι ή­ ταν δυνατό για να τη βοηθήσω, αν είχα το χρόνο, αν δεν α­ νακατευόταν εκείνος ο στρατιώτης». «Ίσως να είχε κι αυτός τους λόγους του». «Θέλω να το ελπίζω και θα χαρώ να τους μάθω, αν κα­ ταφέρεις να τον κάνεις να μιλήσει». «Και αν ο Βασιλίσκος δείξει ενδιαφέρον να παραχωρή­ σει άσυλο στο αγόρι, τι θα κάνεις;» «Θα το απελευθερώσω». Η Λιβία, που εκείνη τη στιγμή ήταν λίγα βήματα πιο μπροστά, στράφηκε απότομα προς το μέρος του: «Τι θα κά­ νεις, λέει;» «Σου είπα: θα το απελευθερώσω», Η Λιβία κούνησε το κεφάλι και τον κοίταξε μ' έναν κο­ ροϊδευτικό μορφασμό. «Δεν είσαι πολύ γέρος για τέτοιες πε­ ριπέτειες; Και πού θα βρεις τους άντρες για μια τέτοια επι­ χείρηση; Είπες ότι ο Οδόακρος θα του χαρίσει τη ζωή. Αυ­ τό είναι ήδη πολύ, δε νομίζεις; Συμφέρει να αφήσουμε τα πράγματα όπως έχουν». «Ξέρω ότι θα με βοηθήσεις», συνέχισε ο Ανθέμιος, σαν να μην είχε μιλήσει η κοπέλα. «Εγώ; Ούτε που το σκέφτομαι. Έβαλα ήδη σε κίνδυνο τη 91


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

ζωή μου, σώζοντας εκείνο το δύσμοιρο. Δε θέλω να προκα­ λέσω την τύχη μου σ' ένα μάταιο εγχείρημα». Ο Ανθέμιος την έπιασε από το μπράτσο. «Έχεις κι εσύ έ­ να όνειρο, Λιβία Πρίσκα, κι εγώ μπορώ να σε βοηθήσω να το πραγματοποιήσεις. Θα σου δώσω ένα τεράστιο ποσό. Θα έχεις αρκετά χρήματα για να πληρώσεις όποιον σου είναι α­ παραίτητος για την εκτέλεση της επιχείρησης και θα σου μείνουν αρκετά για να προσπαθήσεις να πραγματοποιήσεις τα σχέδια σου. Σίγουρα, είναι νωρίς ακόμα· πρέπει πρώτα να μάθουμε την απάντηση του Βασιλίσκου. Έλα τώρα, ας γυρίσουμε πίσω, η απουσία μου μπορεί να γίνει αντιληπτή». Πλησίασαν στη βάρκα του Ανθέμιου. Ο συνοδός του τους περίμενε καθισμένος στην ακτή. «Ο Στέφανος είναι ο γραμματέας και ο σωματοφύλακας μου, η σκιά μου, θα μπορούσα να πω. Είναι ενήμερος για όλα. Στο μέλλον ίσως κάνει αυτός τις επαφές». «Όπως θέλεις», απάντησε η Λιβία, «νομίζω όμως ότι έχεις υπερβολική εμπιστοσύνη. Ο Βασιλίσκος δε θα νοιαστεί για τη ζωή του Ρωμύλου». «Θα δούμε», απάντησε μόνο ο Ανθέμιος. Ανέβηκε στη βάρκα και ο Στέφανος κάθισε στα κουπιά. Η Λιβία έμεινε ακίνητη στην ακτή να τους κοιτάζει, καθώς χάνονταν μέσα στις σκιές του δειλινού.

92

6

Η ΦΑΛΑΓΓΑ ΔΙΑΝΥΣΕ ένα ανάχωμα που διέσχιζε τη λιμνοθά­ λασσα από το βορρά προς το νότο κατά μήκος μιας σειράς αμμόλοφων, ώσπου έφτασε στη στεριά. Από εκείνο το ση­ μείο ξεκινούσε ένας δρόμος από πατημένο χώμα, ο οποίος, μετά από μερικά μίλια, ενωνόταν με τη λιθόστρωτη οδό που ονομαζόταν Ρωμαία, γιατί εδώ και πολλά χρόνια αποτε­ λούσε το αγαπημένο δρομολόγιο των προσκυνητών που συ­ νέρεαν απ' όλη την Ευρώπη στη Ρώμη για να προσευχηθούν στους τάφους των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Στην κε­ φαλή της φάλαγγας προχωρούσε ο Ουλφίλας καβάλα στο πολεμικό άλογό του, οπλισμένος με τσεκούρι και σπαθί και τον κορμό καλυμμένο από έναν αλυσιδωτό θώρακα ενισχυ­ μένο με μεταλλικές λωρίδες στους ώμους και το στήθος. Ίππευε σιωπηλός και φαινόταν απορροφημένος στις σκέ­ ψεις του, στην πραγματικότητα όμως από το βλοσυρό βλέμ­ μα του δεν ξέφευγε καμία κίνηση στους αγρούς ή στο δρό­ μο. Δεξιά και αριστερά του δύο φρουροί προστάτευαν τα πλευρά του κι ερευνούσαν με το βλέμμα κάθε γωνιά της μεγάλης έκτασης που απλωνόταν μπροστά τους. Δύο αποσπάσματα των δώδεκα αντρών το καθένα διέ­ τρεχαν τον κάμπο στις δύο πλευρές του δρόμου, σε από­ σταση περίπου μισού μιλίου από την κύρια φάλαγγα, για να 93


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

προλάβουν κάθε πιθανή επιδρομή. Πιο πίσω προχωρούσαν καμιά τριανταριά πολεμιστές και ύστερα η άμαξα με τους αιχμαλώτους. Τελευταία, σε αρκετή απόσταση, τη φάλαγ­ γα έκλεινε η οπισθοφυλακή, την οποία αποτελούσαν είκοσι περίπου άντρες. Στο εσωτερικό της άμαξας ο Αμβροσίνος καθόταν απέ­ ναντι από τον Ρωμύλο και πότε πότε του έδειχνε λεπτομέ­ ρειες του τοπίου, χωριά, αγροτόσπιτα ή κατεστραμμένα αρ­ χαία μνημεία. Προσπαθούσε να ζωντανέψει τη συζήτηση αλλά με πενιχρά αποτελέσματα. Το αγόρι έδινε μονολεκτι­ κές απαντήσεις ή κλεινόταν στον εαυτό του. Τότε ο δάσκα­ λος έβγαζε από το δισάκι του τον τόμο της Αινειάδας και άρ­ χιζε να διαβάζει, σταματώντας κάθε τόσο για να ρίξει μια ματιά έξω. Άλλοτε έπαιρνε ένα τετράδιο, άνοιγε το ταξι­ διωτικό μελανοδοχείο, βουτούσε σ' αυτό την πένα και άρχι­ ζε να γράφει ασταμάτητα, σιωπηλός, καμιά φορά για ώρες. Όταν η άμαξα διέσχιζε κάποιο κατοικημένο κέντρο, οι φρουροί τον διέταζαν να κατεβάσει το παραπέτασμα. Κα­ νένας δεν έπρεπε να δει ποιος βρισκόταν μέσα στην άμαξα. Το ταξίδι είχε προγραμματιστεί με μεγάλη επιμέλεια και το πρώτο βράδυ η φάλαγγα σταμάτησε στο εικοστό πέμπτο μίλι του δρόμου, σ' έναν παλιό μισοερειπωμένο σταθμό του ταχυδρομείου που φαινόταν να έχει επισκευαστεί κατά ένα μέρος. Ένα φως ήταν αναμμένο στο εσωτερικό και κάποιος ετοίμαζε το δείπνο για τους φιλοξενούμενους. Οι φρουροί στρατοπέδευσαν παράμερα και μαγείρεψαν το δικό τους φαγητό, ένα χυλό από κεχρί με λαρδί και παστό κρέας. Ο Αμβροσίνος κάθισε απέναντι από τον Ρωμύλο, ενώ ο παν­ δοχέας τους έφερνε λίγο χοιρινό κρέας με φακές, μπαγιά­ τικο ψωμί κι ένα κανάτι με νερό από το πηγάδι. «Δεν είναι και σπουδαίο δείπνο», παρατήρησε, «αλλά

πρέπει να φας. Σε παρακαλώ, το ταξίδι είναι μακρύ κι εσύ είσαι πολύ αδύναμος. Πρέπει οπωσδήποτε να ανακτήσεις τις δυνάμεις σου». «Για ποιο λόγο;» ρώτησε το αγόρι, κοιτάζοντας απρόθυ­ μα το φαγητό που άχνιζε στο πιάτο. «Γιατί η ζωή είναι δώρο θεού και δεν μπορούμε να την πετάμε». «Είναι ένα δώρο που δε ζήτησα», απάντησε ο Ρωμύλος. «Και αυτό που με περιμένει είναι μια αιχμαλωσία χωρίς τέ­ λος, έτσι δεν είναι;» «Κανένας δεν μπορεί να κάνει σχέδια για το μακρινό μέλ­ λον στον κόσμο μας. Υπάρχουν συνεχείς αλλαγές και ταρα­ χές και ανατροπές. Αυτός που σήμερα κάθεται σ' ένα θρό­ νο αύριο θα μπορούσε να κυλιστεί στο χώμα, αυτός που κλαίει θα μπορούσε σύντομα να δει ένα φως ελπίδας... Πρέ­ πει να ελπίζουμε, καίσαρα, δεν πρέπει να υποτασσόμαστε στην κακοτυχία. Φάε κάτι, σε παρακαλώ, κάνε το για μένα που σε αγαπάω». Το αγόρι ήπιε μόνο μια γουλιά νερό, έπειτα είπε με άτονη φωνή: «Μη με αποκαλείς καίσαρα. Δεν είμαι τίποτα και ί­ σως να μην ήμουν ποτέ». «Κάνεις λάθος, είσαι ο τελευταίος μιας μεγάλης γενιάς κοσμοκρατόρων. Ανακηρύχθηκες αυτοκράτορας στη Σύγκλη­ το της Ρώμης κι εγώ ήμουν παρών, μήπως το ξέχασες;» «Πριν από πόσο καιρό;» τον διέκοψε το αγόρι. «Μια ε­ βδομάδα; Ένα χρόνο; Δε θυμάμαι πια. Είναι σαν να μη συ­ νέβη ποτέ». Ο Αμβροσίνος δε θέλησε να επιμείνει. «Υπάρχει κάτι που δε σου είπα ποτέ... κάτι πολύ σημαντικό». «Τι πράγμα;» ρώτησε αφηρημένος ο Ρωμύλος. «Πώς σε συνάντησα την πρώτη φορά. Ήσουν μόλις πέ-

94

95


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ντε χρονών και κινδύνευε η ζωή σου, κάτω από μια σκηνή, καταμεσής σ' ένα δάσος των Απένινων, μια σκοτεινή χει­ μωνιάτικη νύχτα, αν θυμάμαι καλά». Το αγόρι σήκωσε το πρόσωπό του δείχνοντας άθελά του περιέργεια για εκείνη την ιστορία. Ο δάσκαλος είχε το χά­ ρισμα του εξαιρετικού αφηγητή. Του αρκούσαν λίγες λέξεις για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα, να δώσει υπόσταση στις σκιές, ζωή στα φαντάσματα του παρελθόντος. Ο Ρωμύλος πήρε ένα κομμάτι ψωμί και το βούτηξε στις φακές κάτω α­ πό το ικανοποιημένο βλέμμα του Αμβροσίνου, που άρχισε να τρώει κι αυτός με τη σειρά του. «Τι συνέβη λοιπόν;» ρώτησε ο Ρωμύλος. «Είχες πάθει δηλητηρίαση. Είχες φάει δηλητηριώδη μα­ νιτάρια. Κάποιος, από λάθος ή ίσως και σκόπιμα, τα είχε βά­ λει στο φαγητό σου μαζί με τα καλά... Φάε και λίγο κρέας». «Δε θα μπορούσε να είναι δηλητηριασμένο και αυτό το δείπνο;» «Δεν το νομίζω. Αν ήθελαν να σε σκοτώσουν, θα το είχαν ήδη κάνει, δεν πρέπει να φοβάσαι γι' αυτό. Λοιπόν, εγώ περνούσα από εκεί τυχαία. Ήμουν κουρασμένος, πεινα­ σμένος, καταπονημένος από το μακρύ ταξίδι, ξεπαγιασμένος από το κρύο, όταν είδα το φως σ' εκείνη τη σκηνή στη μέση του δάσους κι ένιωσα κάτι μέσα μου. Ένα παράξενο συναίσθημα, σαν μια ξαφνική αποκάλυψη. Μπήκα χωρίς να με σταματήσει κανένας, σαν να ήμουν ένα αόρατο φά­ ντασμα. Ίσως με βοήθησε ο ίδιος ο Θεός, με σκέπασε με καταχνιά κρύβοντας με από τα μάτια των φρουρών κι εγώ βρέθηκα στο εσωτερικό της σκηνής. Εσύ ήσουν ξαπλωμέ­ νος στο κρεβατάκι σου. Ήσουν τόσο μικρός... και χλομός, τα χείλη σου ήταν μελανιασμένα. Οι γονείς σου βρίσκονταν σε απόγνωση. Κατόρθωσα να σε σώσω δίνοντας σου ένα ε-

μετικό και από τότε είμαι κομμάτι της οικογένειάς σου, μέχρι σήμερα». Τα μάτια του Ρωμύλου δάκρυσαν μόλις άκουσε για τους γονείς του, προσπάθησε όμως να μην κλάψει. Είπε: «Καλύ­ τερα να με είχες αφήσει να πεθάνω». Ο Αμβροσίνος προ­ σπάθησε να του βάλει στο στόμα λίγο κρέας και ο Ρωμύλος το καταβρόχθισε. «Πώς και βρισκόσουν σ' εκείνο το μέρος;» ρώτησε. «Πώς; Αυτή είναι μια μεγάλη ιστορία και, αν θέλεις, θα σου τη διηγηθώ στο ταξίδι. Τώρα όμως τελείωσε το φαγη­ τό σου και πάμε να αναπαυθούμε. Αύριο θα πρέπει να ση­ κωθούμε την αυγή και να ταξιδέψουμε όλη μέρα». «Αμβροσίνε...» «Πες μου, παιδί μου». «Γιατί θέλουν να με κρατήσουν φυλακισμένο για όλη μου τη ζωή; Επειδή ο πατέρας μου με ανακήρυξε αυτοκράτο­ ρα; Αυτός είναι ο λόγος;» «Πιστεύω πως ναι». «Άκουσε», είπε τότε ο Ρωμύλος και το πρόσωπό του ξαφ­ νικά φωτίστηκε. «Ίσως θα μπορούσαμε να βρούμε μια λύ­ ση. Είμαι έτοιμος να παραιτηθώ από τα πάντα, από κάθε τίτ­ λο και ιδιοκτησία, από κάθε έμβλημα και κάθε αξίωμα. Θέ­ λω μόνο να είμαι ένα αγόρι όπως όλα τα άλλα. Θα φύγουμε μακριά, εγώ κι εσύ. Θα δουλέψουμε, θα κάνουμε τους πλα­ νόδιους τραγουδιστές στις πλατείες, εσύ είσαι πολύ ικανός, Αμβροσίνε, θα κερδίζουμε το ψωμί μας με κάποιο τρόπο και δε θα ενοχλούμε κανέναν. Θα δούμε πολλά καινούρια μέρη, θα ταξιδέψουμε πέρα από τη θάλασσα, μέχρι τη χώ­ ρα των Πυγμαίων, μέχρι τα βουνά της Σελήνης. Το σκέφτε­ σαι; Το σκέφτεσαι; Πήγαινε να του το πεις, σε παρακαλώ. Πες του... ότι παραιτούμαι από τα πάντα, ακόμα και...».

96

97


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Έσκυψε το κεφάλι για να μη φανεί η έκφραση ντροπής στο πρόσωπο του. «Ακόμα και από την εκδίκηση για τον πατέ­ ρα μου. Πες του ότι θέλω να τα ξεχάσω όλα, όλα. Και ότι δε θα ξανακούσουν ποτέ να μιλούν για μένα. Αρκεί να μας α­ φήσουν να φύγουμε. Εμπρός, πήγαινε να του το πεις». Ο Αμβροσίνος τον κοίταξε στοργικά. «Δεν είναι τόσο α­ πλό, καίσαρα». «Είσαι υποκριτής. Με αποκαλείς καίσαρα, μα δεν υπακούς στις διαταγές μου». «Θα το έκανα αν ήταν δυνατό, αλλά δεν είναι. Αυτοί οι ά­ ντρες δεν έχουν την εξουσία να σου κάνουν καμία παραχώ­ ρηση. Μόνο ο Οδόακρος θα μπορούσε, αλλά ο Οδόακρος είναι στη Ραβένα κι έχει δώσει ήδη διαταγές, τις οποίες κα­ νένας δε θα τολμούσε να παρακούσει. Και μην τολμήσεις ξα­ νά να με αποκαλέσεις υποκριτή. Είμαι ο δάσκαλος σου και μου οφείλεις σεβασμό. Τώρα, αν δε σε πειράζει, τέλειωσε το δείπνο σου και πήγαινε αμέσως στο κρεβάτι χωρίς δεύτερη κουβέντα». Ο Ρωμύλος υπάκουσε και ο Αμβροσίνος τον είδε να μασουλάει απρόθυμα ένα τελευταίο κομμάτι ψωμί προτού πάει να πλαγιάσει στο διπλανό δωμάτιο. Έβγαλε από το δισάκι του το τετράδιο και βάλθηκε να γράφει κάτω από το αδύ­ ναμο φως του λυχναριού. Απ' έξω έρχονταν τα επιφωνήμα­ τα και η φασαρία των βαρβάρων, που άρχιζαν να συνέρχο­ νται από την κούραση του ταξιδιού, καθώς η μπίρα που έ­ πιναν σε άφθονες ποσότητες τους έφερνε στο κέφι. Ο Αμβρο­ σίνος αφουγκράστηκε. Ήταν καλό που το αγόρι κοιμόταν και που πάντως δεν καταλάβαινε τη γλώσσα τους. Πολλοί εί­ χαν πάρει μέρος στη σφαγή στην έπαυλη του Ορέστη και καυχιόνταν για τις λεηλασίες, τους βιασμούς, τις βιαιότητες και τις κάθε είδους προσβολές στις οποίες είχαν υποβάλει

τα θύματα τους. Άλλοι ανήκαν στη στρατιά του Μλέντο, ε­ κείνη που είχε εξολοθρεύσει τη Νόβα Ινβίκτα, τη λεγεώνα του Αυρήλιου. Αυτοί διηγούνταν ιστορίες ωμοτήτων, βασα­ νιστηρίων και ακρωτηριασμών που είχαν διαπραχθεί σε βά­ ρος των ζωντανών αιχμαλώτων, μια σειρά πράξεων φρίκης και βίας πέρα από κάθε φαντασία. Ο Αμβροσίνος σκέφτη­ κε με αγωνία ότι εκείνοι οι άνθρωποι θα κυβερνούσαν τον κόσμο ποιος ξέρει για πόσο καιρό. Ενώ ήταν βυθισμένος σ' αυτές τις μαύρες σκέψεις, ξαφνικά φάνηκε ο Ουλφίλας και η γιγαντόσωμη φιγούρα του δέσποσε απρόσμενα πάνω από τη φωτιά. Τα μεγάλα κρεμαστά μουστάκια, οι μακριές φα­ βορίτες, η πυκνή κόμη και οι κοτσίδες που έπεφταν στο στή­ θος του τον έκαναν να μοιάζει με μια από τις βόρειες θεό­ τητες, τις οποίες λάτρευαν οι Σουηβοί, οι Χάττοι ή οι Σκαν­ διναβοί, και ο Αμβροσίνος έσβησε μ' ένα γρήγορο φύσημα το λυχνάρι, ώστε να φανεί ότι όλοι κοιμούνταν στο εσωτε­ ρικό του σταθμού. Ύστερα πλησίασε τον τοίχο κι έστησε α­ φτί εξακολουθώντας να κρυφοκοιτάζει από το μισάνοιχτο παράθυρο. Ο Ουλφίλας κάτι φώναξε, πιθανώς μια βρισιά, και όλοι σώπασαν. Μετά συνέχισε: «Σας είπα να μην κάνετε φασα­ ρία και να μην τραβάτε την προσοχή. Όσο λιγότερο μας βλέπουν τόσο το καλύτερο». «Έλα τώρα, Ουλφίλα!» είπε ένας από τους δικούς του. «Τι φοβάσαι; Κι αν ακόμα μας ακούσει κάποιος, τι μπορεί να συμβεί;» Και στράφηκε προς τους συντρόφους του: «Εγώ δε φοβάμαι κανέναν, εσείς;» «Σιωπή», τον πρόσταξε ο Ουλφίλας ξερά, «κι εσείς οι άλ­ λοι, πάψτε. Τοποθετήστε σκοπούς σε δύο σειρές, σε από­ σταση εκατό βημάτων η μία από την άλλη. Αν κάποιος ε­ γκαταλείψει για οποιοδήποτε λόγο τη σκοπιά του, θα ε-

98

99


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

κτελεστεί αμέσως. Οι άλλοι πηγαίνετε για ύπνο. Αύριο θα βαδίσουμε ώσπου να νυχτώσει για να στρατοπεδεύσουμε στους πρόποδες των Απένινων». Οι άντρες υπάκουσαν. Κά­ ποιοι πήγαν στις σκοπιές τους, ενώ οι άλλοι άπλωσαν τα σκεπάσματα κατάχαμα και πλάγιασαν για τη νύχτα. Ο Αμβροσίνος ξεπρόβαλε στην πόρτα και κάθισε σ' ένα σκα­ μνί, σε ένα σημείο όπου μπορούσε να τον βλέπει ένας από τους σκοπούς. Εκείνος απαξίωσε να τον κοιτάξει και ο γέ­ ροντας σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό για να πα­ ρατηρήσει τους αστερισμούς: η Κασσιόπεια βρισκόταν πια χαμηλά στον ορίζοντα και ο Ωρίωνας έλαμπε ψηλά, σχεδόν στο κέντρο του ουρανού. Αναζήτησε τον πολικό αστέρα, το άστρο της Μικρής Άρκτου, και αναλογίστηκε την παιδική του ηλικία, τότε που ο δάσκαλος του, ένας σεβάσμιος σο­ φός, τον δίδασκε να προσανατολίζεται, να βρίσκει το δρό­ μο του μέσα στο σκοτάδι στην ανοιχτή ύπαιθρο ή στη θά­ λασσα, να προβλέπει τις εκλείψεις της Σελήνης και να δια­ βάζει στην αέναη κίνηση των άστρων τη διαδοχή των επο­ χών πάνω στη γη. Σκέφτηκε το αγόρι και η καρδιά του φού­ σκωσε από συγκίνηση. Είχε κατορθώσει να το κάνει να φάει κάτι και είχε διαλύσει στο νερό του μια σκόνη για να το βοηθήσει να κοιμηθεί ήσυχα. Θα έφτανε αυτό για να απο­ κτήσει ξανά όρεξη για ζωή; Και αν τα κατάφερνε ποτέ, ποιο μέλλον θα μπορούσε να του προσφέρει; Πόσες μέρες, πό­ σους μήνες και χρόνια θα περνούσε στη φυλακή για την ο­ ποία τους προόριζαν; Μια αιχμαλωσία χωρίς τέλος; Πόσες φορές θα μετρούσαν με αργά βήματα το στενόχωρο δω­ μάτιο; Και πόσο καιρό θα κατόρθωναν να υπομείνουν τη μι­ σητή παρουσία των διωκτών τους; Ξαφνικά του ήρθαν στο νου, σαν ηχώ ενός μακρινού καιρού, οι στίχοι ενός ποιή­ ματος: 100

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Veniet adulescens a man infero cum spatha pax et prosperitas cum illo, aquila et draco iterun volabunt Britanniae in terra lata. Σκέφτηκε ότι ένα σημάδι έφτανε σ' αυτόν από το παρελ­ θόν εκείνη τη στιγμή της απέραντης θλίψης και της ολο­ κληρωτικής εγκατάλειψης. Μα τι σημάδι μπορούσε να είναι αυτό; Και ποιος του το έστελνε;

Τους απάγγειλε ξανά, αργά και χαμηλόφωνα, σχεδόν σι­ γοτραγουδώντας, και για λίγο ένιωσε στο στήθος την καρ­ διά του ελαφριά σαν πουλί που ετοιμάζεται να πετάξει. Γύ­ ρισε στο ετοιμόρροπο οίκημα που κάποτε υπήρξε ένας σταθμός του cursus publicus*, γεμάτος κίνηση και πελάτες, και τώρα ήταν κρύος κι έρημος. Άναψε το λυχνάρι με κάρ­ βουνα από το τζάκι και μπήκε στο δωμάτιο για να ξαπλώ­ σει δίπλα στον Ρωμύλο. Σήκωσε το φανάρι για να του φω­ τίζει το πρόσωπο. Κοιμόταν και η ανάσα του ήταν αργή και κανονική, η εφηβική ζωή του κυλούσε γλυκά κάτω από το σταράτο δέρμα. Ήταν πανέμορφος και στα υπέροχα και λεπτά χαρακτηριστικά ο Αμβροσίνος αναγνώρισε τα χα­ ρακτηριστικά της μητέρας του, το αγαλμάτινο ωοειδές πρό­ σωπο της Φλαβίας Σερένας. Θυμήθηκε το σώμα της, τότε που ήταν ξαπλωμένο πάνω στο παγωμένο μάρμαρο κάτω από το θόλο της αυτοκρατορικής βασιλικής, και ορκίστη­ κε μέσα του ότι θα δημιουργούσε ένα λαμπρό μέλλον για εκείνο το αγόρι, με κάθε θυσία, ακόμα και της ίδιας του * Η ρωμαϊκή ταχυδρομική υπηρεσία. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.)

101


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

της ζωής. Θα την πρόσφερε ευχαρίστως για χάρη της γυ­ ναίκας που είχε δει για πρώτη φορά στο προσκέφαλο του άρρωστου παιδιού της, εκείνη την παγερή, μακρινή νύχτα του φθινοπώρου σ' ένα δάσος των Απένινων. Δεν τόλμησε να τον αγγίξει μ' ένα χάδι. Έσβησε το λυχνάρι και ξάπλω­ σε στο κρεβάτι αφήνοντας ένα μακρόσυρτο αναστεναγμό. Η καρδιά του παραδόθηκε σε μια παράξενη και ασυναί­ σθητη γαλήνη, όπως η επιφάνεια μιας λίμνης κάποια νύχτα χωρίς άνεμο.

Ο Αυρήλιος άλλαξε πλευρό στο κρεβάτι του, ενώ βρισκόταν ακόμα μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Δεν ήταν σίγουρος μέσα του αν ο θόρυβος που είχε ακούσει ήταν όνειρο ή πραγμα­ τικότητα. Σίγουρα ονειρευόταν και δεν είχε ακόμα ανοίξει τα μάτια του όταν μουρμούρισε χωρίς φωνή «Γιούμπα». Το χρεμέτισμα έγινε πιο δυνατό και ξεκάθαρο και συνοδευόταν από θόρυβο οπλών στο νερό. Τότε φώναξε «Γιούμπα!» και το χλιμίντρισμα που του απάντησε ήταν αληθινό και φανέ­ ρωνε όλη τη χαρά εκείνου που ξαναβρήκε ένα φίλο τον ο­ ποίο θεωρούσε χαμένο. «Γιουμπα, όμορφε, όμορφέ μου, έλα, έλα», φώναζε βλέ­ ποντας το άλογό του, γεμάτο λάσπες, γκρίζο, να προχωράει προς το μέρος του σαν φάντασμα μέσα στην πρωινή κατα­ χνιά, με το νερό μέχρι τα γόνατα. Ο Αυρήλιος πήγε προς το μέρος του και το αγκάλιασε συγκινημένος. «Πώς κατάφε­ ρες να με βρεις; Πώς τα κατάφερες; Άφησέ με να σε δω. Κοίτα, κοίτα πώς κατάντησες, όλος βρόμικος, γεμάτος κρου­ στές... Θα πεινάς, καημένε μου, θα πεινάς... Περίμενε, πε­ ρίμενε». Πήγε στο κοίλωμα που η Λιβία χρησιμοποιούσε ως αποθήκη τροφίμων κι επέστρεψε μ' έναν κουβά γεμάτο σα-

νό, στον οποίο το άλογο βύθισε λαίμαργα τη μουσούδα του. Ο Αυρήλιος πήρε ένα κουρέλι, το βούτηξε στο καθαρό νε­ ρό κι άρχισε να του τρίβει το τρίχωμα, ώσπου το έκανε να γυαλίσει. «Δεν έχω ξυστρί, φίλε μου, δεν έχω, πρέπει να αρκεστείς σ' αυτό. Καλύτερο από το τίποτα, έτσι δεν εί­ ναι;» Όταν τελείωσε το έργο του, απομακρύνθηκε λίγο για να κοιτάξει το άλογο: ήταν υπέροχο, είχε πόδια μακριά και αδύνατα, λεπτές ιγνύες, μυώδες στήθος, περήφανο κε­ φάλι, παλλόμενα ρουθούνια, ευλύγιστο λαιμό, τον οποίο στόλιζε μια πανέμορφη χαίτη. Καθάρισε και τη σέλα και έφερε στη θέση τους τους αναβολείς και, όταν είδε το άλογο χορτασμένο, ξεδιψασμένο και σελωμένο στην εντέλεια, σκέφτηκε ότι αυτό ήταν ένα σημάδι που του έστελναν οι ά­ γνωστοι πρόγονοί του από τον άλλο κόσμο. Πήρε το ζω­ στήρα με το σπαθί και τον πέρασε χιαστί στον ώμο του, φό­ ρεσε τις μπότες του και πήρε τον Γιουμπα από το χαλινά­ ρι, οδηγώντας τον προς το σημείο στο οποίο το νερό ήταν πιο ρηχό. «Μήπως ξέχασες κάτι;» είπε μια φωνή πίσω του. Ο με­ γάλος θόλος αντιλάλησε: «...κάτι;» Ο Αυρήλιος στράφηκε έκπληκτος κι έπειτα αμήχανος. Η Λιβία ήταν όρθια απέναντι του μ' ένα καμάκι στο χέρι. Φο­ ρούσε ένα είδος περιζώματος από επεξεργασμένο δέρμα και δύο σταυρωτές λωρίδες στο στήθος της και μόλις είχε βγει από το νερό, που έσταζε ακόμα από το μυώδες κορμί της. Έριξε μπροστά της το δίχτυ που κρατούσε στο άλλο χέρι, γεμάτο χοντρούς κεφάλους που σπαρταρούσαν ακόμα, ενώ ένα πελώριο χέλι συ στρεφόταν σαν φίδι γύρω από τη λα­ βή του καμακιού. Ο Αυρήλιος είπε: «Γύρισε το άλογό μου».

102

103


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Το βλέπω», απάντησε η Λιβία. «Βλέπω επίσης ότι είσαι έτοιμος να μας εγκαταλείψεις. Θα μπορούσες τουλάχιστον να περιμένεις να γυρίσω και να 'λεγες κι ένα ευχαριστώ». «Σου είχα αφήσει την πανοπλία μου», είπε δείχνοντας το θώρακα, την ασπίδα και την περικεφαλαία που ήταν αφη­ μένα σε μια άκρη της μεγάλης αίθουσας. «Μπορείς να κερ­ δίσεις αρκετά...» Η Λιβία έφτυσε στο χώμα. «Τέτοια παλιοσίδερα βρίσκω όσα θέλω και όπου θέλω». «Θα επέστρεφα, αργά ή γρήγορα, για να σε ευχαριστή­ σω, θα σου άφηνα ένα μήνυμα, αν είχα κάτι να γράψω. Δεν αντέχω τους αποχαιρετισμούς, το χωρισμό... Δε θα ήξερα τι να πω και...» «Δεν υπάρχει τίποτα που μπορείς να πεις. Φεύγεις και αυτό αρκεί. Μας αδειάζεις τη γωνιά μαζί με τα πράγματα σου και δεν εμφανίζεσαι ποτέ πια. Τίποτα πιο εύκολο». «Δεν είναι όπως νομίζεις. Αυτές τις μέρες εγώ...» Τα μά­ τια του σηκώθηκαν αργά και διέτρεξαν το σώμα της, σαν να φοβόταν να συναντήσει κατευθείαν το βλέμμα της. «Εγώ δεν είχα ποτέ κανέναν που να ασχολείται μαζί μου με τέτοιο τρόπο, μια κοπέλα όπως εσύ, τόσο νέα και θαρραλέα και... εσύ δε μοιάζεις με καμία απ' όσες γνώρισα στη ζωή μου... Φοβόμουν ότι, αν περίμενα κι άλλο, θα γινόταν για μένα κά­ θε μέρα πιο... πιο σκληρό. Φοβόμουν ότι θα ήταν πολύ δύ­ σκολο». Η Λιβία δεν απάντησε. Τώρα το βλέμμα του Αυρήλιου ανέβαινε προς το πρό­ σωπό της, στάθηκε όμως ακόμα μια φορά, για μια μόνο στιγμή, στο στολίδι που η κοπέλα φορούσε στο λαιμό της, στο μικρό ασημένιο αετό. Η Λιβία το πρόσεξε και, όταν ε­ κείνος την κοίταξε επιτέλους στα μάτια, ήταν λιγότερο α­ πότομη απ' όσο εκείνος θα περίμενε. Τον κοίταξε με μια

έκφραση που φανέρωνε ταυτόχρονα περιέργεια και τραχιά στοργή και είπε: «Δε χρειάζεται να μου διηγείσαι αυτές τις βλακείες. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Δε μου χρωστάς τίπο­ τα». Ο Αυρήλιος δεν μπόρεσε να πει λέξη. «Που σκέφτεσαι να πας;» συνέχισε η Λιβία. «Δεν ξέρω», αποκρίθηκε ο Αυρήλιος. «Μακριά. Μακριά από αυτό τον τόπο, μακριά από τη δυσοσμία της βαρβαρό­ τητάς τους και της δικής μας διαφθοράς, από αυτή την α­ σταμάτητη παρακμή, μακριά από τις αναμνήσεις μου, μα­ κριά απ' όλα. Κι εσύ; θα μείνεις για πάντα σε τούτο το έ­ λος;» Η Λιβία τον πλησίασε. «Δεν είναι όπως νομίζεις», είπε. «Στο έλος αυτό γεννιέται μια ελπίδα. Και δεν είναι έλος, εί­ ναι λιμνοθάλασσα, έχει μέσα της τη ζωή και την ανάσα της θάλασσας». Ο Γιούμπα ξεφύσηξε υπόκωφα κι έξυσε το χώμα με την οπλή του, σαν να μην καταλάβαινε προς τι όλη αυτή η κα­ θυστέρηση. Η Λιβία έπιασε το μετάλλιο που κρεμόταν απ' το λαιμό της και το έσφιξε στην παλάμη της. Ο Αυρήλιος κούνησε το κεφάλι. «Δεν υπάρχει ελπίδα πουθενά. Μόνο καταστροφές, λεη­ λασίες, προσβολές». «Τότε γιατί επιχείρησες να απαγάγεις εκείνο το παιδί;» «Δεν ήθελα να το απαγάγω. Ήθελα να το ελευθερώσω». «Δύσκολο να το πιστέψει κανείς». «Είτε το πιστεύεις είτε όχι, ο πατέρας του μου ζήτησε να το κάνω, όταν ξεψυχούσε. Έφτασα στην έπαυλη της Πλα­ κεντίας μετά τη σφαγή. Ερχόμουν από το στρατόπεδο της λεγεώνας μου, που είχε περικυκλωθεί από αμέτρητους ε­ χθρούς, ερχόμουν να ζητήσω βοήθεια... Τον βρήκα να ανα-

104

105


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

σαίνει ακόμα. Με ικέτευσε με την τελευταία του πνοή να σώσω το παιδί του. Τι μπορούσα να κάνω;» «Τρελέ. Ευτυχώς που δεν τα κατάφερες. Τι θα το έκανες μετά;» «Δεν ξέρω. Θα το έπαιρνα μαζί μου σε κάποιο μέρος. Θα το μάθαινα να δουλεύει, να εκτρέφει μέλισσες, να φυτεύει ελιές, να αρμέγει κατσίκες. Όπως ένας αληθινός Ρωμαίος του παλιού καιρού». «Και δε θα ήθελες να ξαναδοκιμάσεις;» ακούστηκε μια φωνή πίσω του. «Στέφανε! Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε η Λιβία. «Η συμφωνία ήταν ποτέ τη μέρα και ποτέ εδώ». «Αυτό είναι αλήθεια. Υπάρχει όμως ένας επείγων λόγος. Έφυγαν». «Για πού;» «Δεν ξέρουμε. Πήραν τη Ρωμαία οδό προς το Φάνο. Κα­ τά τη γνώμη μου θα ακολουθήσουν τη Φλαμινία με κατεύ­ θυνση προς το νότο. Θα προσπαθήσουμε, μόλις αυτό γίνει δυνατό, να μάθουμε περισσότερα». «Για τι πράγμα μιλάτε;» ρώτησε ο Αυρήλιος. «Για την απελευθέρωση ενός παιδιού», αποκρίθηκε ο Στέ­ φανος. «Και χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου». Ο Αυρήλιος τον κοίταξε έκπληκτος και κούνησε το κε­ φάλι με δυσπιστία, καθώς έλεγε: «Ένα παιδί... Εκείνον;» Ο Στέφανος έγνεψε καταφατικά. «Εκείνον: τον Ρωμύλο Αύγουστο Καίσαρα, αυτοκράτορα των Ρωμαίων».

106

7

Ο ΑΥΡΗΛΙΟΣ ΚΟΙΤΑΞΕ έκπληκτος το συνομιλητή του, έπειτα γύρισε προς το άλογό του και βάλθηκε να τακτοποιεί τα λου­ ριά της σέλας, σαν να ετοιμαζόταν να φύγει. «Δεν το σκέ­ φτομαι καν», απάντησε. «Γιατί;» ρώτησε ο Στέφανος. «Το έκανες εσύ ο ίδιος, ε­ πιχειρώντας μια απεγνωσμένη πράξη, και τώρα που σου προσφέρουμε υποστήριξη και βοήθεια για το ίδιο ακριβώς εγχείρημα και με πολύ περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας αρνείσαι;» «Ήταν διαφορετικά πριν. Το έκανα επειδή μου φαινό­ ταν σωστό κι επειδή πίστευα ότι είχα μια ελπίδα επιτυχίας δρώντας εντελώς αιφνιδιαστικά, και παραλίγο να τα κατα­ φέρω. Εγώ δε γνωρίζω ούτε εσάς ούτε τους σκοπούς σας. Και πάντως, μετά την επιδρομή μου η επιτήρηση θα έχει ε­ νταθεί. Κανένας δεν μπορεί να πλησιάσει εκείνο το αγόρι, είμαι βέβαιος. Ο Οδόακρος θα έχει βάλει ένα στρατό γύρω του να το φυλάει». Ο Στέφανος πλησίασε: «Εκπροσωπώ μια ομάδα συ­ γκλητικών που διατηρούν άμεσες και σπουδαίες επαφές με την Ανατολική Αυτοκρατορία. Έχουμε την πεποίθηση ότι είναι ο μόνος τρόπος για να μην επιτρέψουμε να βυθιστούν η Ιταλία και η Δύση ολοκληρωτικά στη βαρβαρότητα. Κά107


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ποιοι απεσταλμένοι μας συνάντησαν τον Βασιλίσκο στο Σπάλατο, στη Δαλματία, κι επέστρεψαν μ' ένα σημαντικό μήνυμα. Ο αυτοκράτορας είναι διατεθειμένος να προσφέ­ ρει φιλοξενία και προστασία στον Ρωμύλο στην Κωνστα­ ντινούπολη και να του καταβάλει μια πρόσοδο αντάξια της θέσης του». «Και αυτό δε σας βάζει σε υποψίες;» ρώτησε ο Αυρήλιος. «Ο Βασιλίσκος, απ' όσο γνωρίζω, δεν είναι παρά ένας σφε­ τεριστής. Πώς μπορείτε να έχετε εμπιστοσύνη στο λόγο του; Ποιος μας λέει ότι δε θα φερθεί στο αγόρι χειρότερα απ' ό,τι θα του φερόταν αυτός ο βάρβαρος;» «Αυτός ο βάρβαρος έβαλε να σκοτώσουν τους γονείς του», απάντησε ξερά ο Στέφανος. Ο Αυρήλιος στράφηκε προς αυ­ τόν και συνάντησε το σταθερό και φαινομενικά ατάραχο βλέμμα του. Είχε ανατολική προφορά που του θύμιζε τον τρόπο ομιλίας μερικών συστρατιωτών του από την Ήπει­ ρο. «Επιπλέον», συνέχισε ο Στέφανος, «τον προορίζουν για μόνιμη αιχμαλωσία σ' ένα μέρος απομονωμένο και απρό­ σιτο, είναι καταδικασμένος να ζήσει με τους εφιάλτες και τον τρόμο τις υπόλοιπες μέρες του, περιμένοντας τη στιγμή που μια οποιαδήποτε αλλαγή διάθεσης των δεσμοφυλάκων του θα σημάνει το τέλος του. Έχεις ιδέα για τις προσβολές, τη βία και την ατίμωση που μπορεί να υποστεί ένα αγόρι το ο­ ποίο βρίσκεται στο έλεος αυτών των κτηνών;» Για μια στιγμή, ο Αυρήλιος είδε ξανά το βλέμμα του Ρω­ μύλου τη στιγμή που αυτός, πληγωμένος στον ώμο από ένα βέλος, αναγκαζόταν να τον εγκαταλείψει, ένα βλέμμα από­ γνωσης, ανήμπορης οργής, ατέλειωτης πικρίας. Ο Στέφανος πρέπει να αντιλήφθηκε ότι άρχιζε να κάμπτεται η αντίστα­ ση του και συνέχισε: «Έχουμε φίλους και στην Κωνσταντι-

Η Λιβία αποφάσισε να επέμβει με το δικό της τρόπο. «Μην ασχολείσαι άλλο», είπε απευθυνόμενη στον Στέφανο, «ο φόβος είναι φόβος. Το επιχείρησε μια φορά, κινδύνεψε να πεθάνει και δε σκοπεύει να το κάνει ξανά. Είναι φυσιο­ λογικό». «Έτσι είναι», επιβεβαίωσε ο Αυρήλιος, ατάραχος. «Ακριβώς», συνέχισε η Λιβία. «Μπορούμε κάλλιστα να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας. Εγώ έσωσα αυτόν, όχι αυτός ε­ μένα, στο κάτω κάτω. Τι κατεύθυνση πήρε η φάλαγγα;» «Νότια», απάντησε ο Στέφανος. «Βρίσκονται στο δρόμο του Φάνο». «Θέλουν λοιπόν να διασχίσουν τα Απένινα».

108

109

νούπολη, κάποιοι από τους οποίους διαθέτουν μεγάλη ε­ πιρροή, έχουμε επομένως τον τρόπο να προστατέψουμε αποτελεσματικά τον Ρωμύλο». «Και ο Ιούλιος Νέπωτας;» επέμεινε ο Αυρήλιος. «Αυτός υπήρξε πάντα ο υποψήφιος της Ανατολικής Αυτοκρατορίας για το θρόνο της Δύσης. Γιατί θα πρέπει να αλλάξουν ιδέα και να τον εγκαταλείψουν;» Η Λιβία προσπάθησε να επέμβει στη συζήτηση, αλλά ο Στέφανος τη σταμάτησε με μια ματιά. «Ο Νέπωτας δεν εν­ διαφέρει πια κανέναν, θα τον αφήσουν λοιπόν να γεράσει στην έπαυλή του στη Δαλματία, απομονωμένος από τον υ­ πόλοιπο κόσμο. Εμείς έχουμε ένα σχέδιο πολύ πιο φιλόδο­ ξο γι' αυτό το αγόρι, για να το πραγματοποιήσουμε όμως είναι ανάγκη να βρεθεί μακριά από τους κινδύνους, να λά­ βει επαρκή μόρφωση και εκπαίδευση, να μεγαλώσει μέσα στον αυτοκρατορικό οίκο σε μια θέση ήσυχη και ασφαλή, να μη δίνει αφορμές και να μην κινεί υποψίες, ώσπου να έρθει γι' αυτόν η στιγμή να διεκδικήσει την κληρονομιά του».


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Πιθανό αλλά όχι βέβαιο. Πάντως, θα το μάθουμε σύ­ ντομα». Ο Αυρήλιος ξανάρχισε να φτιάχνει τα λουριά του αλό­ γου του, λες κι εκείνη η συζήτηση δεν τον αφορούσε πια. Η Λιβία προσποιήθηκε ότι δεν το πρόσεξε κι εξακολούθησε να μιλάει με τον Στέφανο: «Αληθεύει ότι επέστρεψε ο Μλέντο;» «Ναι». «Είδες αιχμαλώτους;» Ο Αυρήλιος γύρισε απότομα και το βλέμμα του φανέρω­ νε ελπίδα, ανησυχία, φόβο. Ήταν αρκετή μια φράση για να διαλύσει τη φαινομενική αταραξία του. «Καμιά πενηνταριά, θα έλεγα, το πολύ. Ίσως να κάνω λάθος όμως, ήταν σχεδόν σκοτάδι». Ο Αυρήλιος πλησίασε. «Αναγνώρισες... κανέναν;» «Πώς θα μπορούσα;» απάντησε ο Στέφανος. «Ο μόνος που πρόσεξα ήταν ένας μαύρος γίγαντας, ένας Αιθίοπας Ηρακλής, ένας κολοσσός με ύψος σχεδόν ένα και ενενήντα, φορτωμένος αλυσίδες, που...» «Ο Βατίατος!» αναφώνησε ο Αυρήλιος και το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Δεν μπορεί παρά να είναι αυτός!» Πλησία­ σε τον Στέφανο και τον έπιασε από το ρούχο. «Είναι φίλος και συστρατιώτης μου εδώ και πολλά χρόνια. Σ' εξορκίζω, πες μου πού τον έχουν πάει. Ίσως να είναι κι άλλοι σύ­ ντροφοι μου μαζί του». Ο Στέφανος τον κοίταξε μ' ένα συγκαταβατικό χαμόγε­ λο. «Θέλεις να επιχειρήσεις άλλη μια απελπισμένη πράξη;» «Θέλεις να με βοηθήσεις ή όχι;» «Παράξενη ερώτηση, για κάποιον που μόλις προέβαλε άρνηση σ' ένα αίτημα για βοήθεια». Ο Αυρήλιος συγκατένευσε με το κεφάλι. «Είμαι έτοιμος για όλα, πες μου όμως πού τους έχουν πάει, αν ξέρεις». 110

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Στο Κλάσσιο*. Αυτό όμως δε σημαίνει και πολλά. Υπάρ­ χει λιμάνι, στο Κλάσσιο, και από εκεί μπορεί κανείς να πάει σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου». Ο Αυρήλιος δεν έκρυψε την απογοήτευσή του. Τη χαρά που ένιωσε μαθαίνοντας ότι ο σύντροφος σε τόσες περιπέ­ τειες ήταν ζωντανός διαδέχθηκε αμέσως η επίγνωση ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι' αυτόν. Η Λιβία είδε την από­ γνωση και την αποθάρρυνση στο βλέμμα του κι ένιωσε συ­ μπόνια. «Δεν είναι απίθανο να τους οδηγήσουν στο Μιζένο. Εκεί κάτω υπάρχει μια άλλη βάση του αυτοκρατορικού στό­ λου, είναι σχεδόν παροπλισμένη, αλλά καμιά φορά έχουν ανάγκη από κωπηλάτες. Εκεί βρίσκεται και το μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο της χερσονήσου. Μπορείς να φτάσεις στη βάση και κατόπιν να μαζέψεις πληροφορίες. Χρειάζεται λί­ γος χρόνος και υπομονή και ίσως μάθεις περισσότερα. Κι ύστερα, ο φίλος σου είναι τόσο μεγαλόσωμος, που, σίγουρα, δε θα περάσει απαρατήρητος. Άκουσε», συνέχισε η κοπέλα με τόνο πιο ήρεμο και διαλλακτικό, «εγώ θα πάω νότια για να ακολουθήσω τη φάλαγγα που μεταφέρει τον αυτοκρά­ τορα. Μπορείς να με ακολουθήσεις για λίγο, αν θέλεις. Όταν οι δρόμοι μας χωρίσουν, εσύ θα πάρεις το δικό σου κι εγώ το δικό μου». «Και θα προσπαθήσεις να απελευθερώσεις το αγόρι... μόνη σου;» «Αυτό δεν είναι πια δική σου δουλειά, μου φαίνεται». «Μην το λες αυτό». «Τι θα μπορούσε να σε κάνει να αλλάξεις γνώμη;» «Αν βρω τους συντρόφους μου, θα με βοηθούσατε να τους απελευθερώσω;» * Λιμάνι κοντά στη Ραβένα. (Σ.τ.Ε.)

111


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Ο Στέφανος τους διέκοψε: «Σας περιμένει μεγάλη αμοι­ βή, δέκα χιλιάδες χρυσά σολδία, αν φέρετε το αγόρι στο πα­ λιό λιμάνι του Φάνο στην Αδριατική, όπου, την πρώτη μέ­ ρα κάθε νέας Σελήνης, την αυγή, επί δύο μήνες, αρχίζοντας από τη Σελήνη του Δεκεμβρίου, θα σας περιμένει ένα πλοίο για να μεταφέρει τον αυτοκράτορα στην Ανατολή. Με όλα αυτά τα χρήματα θα μπορέσεις να τους εξαγοράσεις τους φί­ λους σου, αν καταφέρεις να μάθεις που βρίσκονται. Θα α­ ναγνωρίσετε εύκολα το πλοίο, θα υψώσει στην πρύμνη του ένα λάβαρο με το μονόγραμμα του Κωνσταντίνου». «Αν όμως βρω εκείνους πρώτα, θα μπορέσουν να μας βοηθήσουν στην επιχείρηση», είπε ο Αυρήλιος, «είναι οι κα­ λύτεροι πολεμιστές που μπορείς να φανταστείς, πρώτα απ' όλα όμως είναι Ρωμαίοι στρατιώτες, πιστοί στον αυτοκρά­ τορα». Ο Στέφανος συγκατένευσε ικανοποιημένος και στράφη­ κε προς τη Λιβία: «Τι να αναφέρω λοιπόν στον Ανθέμιο;» «Πες του ότι φεύγουμε σήμερα κιόλας και ότι θα τον ε­ νημερώνω όσο καλύτερα μπορώ». «Θα του το αναφέρω», απάντησε ο Στέφανος. «Καλή τύ­ χη λοιπόν». «Τη χρειαζόμαστε», αποκρίθηκε η Λιβία. «Θα σε συνο­ δέψω, θέλω να βεβαιωθώ ότι δε θα σε δει κανείς». Πήγαν στη βάρκα του Στέφανου, ένα μικρό ξύλινο πλοι­ άριο με επίπεδη καρίνα, κατάλληλο για τη λιμνοθάλασσα. Τον περίμενε ένας σκλάβος καθισμένος στα κουπιά. Η Λι­ βία σκαρφάλωσε με εντυπωσιακή ευκινησία σε μια μεγάλη ιτιά, που άπλωνε τα κλαδιά της πάνω από το νερό, και εξε­ ρεύνησε με το βλέμμα τη γύρω περιοχή. Δεν υπήρχε ψυχή. Κατέβηκε, κάνοντας νόημα στον Στέφανο ότι όλα ήταν ή­ συχα. Εκείνος ανέβηκε στη βάρκα, αλλά η Λιβία τον συ-

γκράτησε για μια στιγμή. «Τι πρόσφερε ο Ανθέμιος στον Βασιλίσκο για να τον πείσει να δεχτεί την πρότασή του;» «Αυτό δεν το ξέρω. Ο Ανθέμιος δε μου τα λέει όλα, στην Κωνσταντινούπολη όμως είναι γνωστό ότι τίποτα δε συμ­ βαίνει στη Δύση χωρίς αυτός να το μαθαίνει. Αυτό και μό­ νο του προσδίδει τεράστιο κύρος και ειδικό βάρος». Η Λιβία συμφώνησε και ο άλλος τη ρώτησε με τη σειρά του: «Αυτός ο στρατιώτης... Πιστεύεις πραγματικά ότι είναι άξιος εμπιστοσύνης;» «Από μόνος του αξίζει όσο ένας μικρός στρατός. Ανα­ γνωρίζω έναν πολεμιστή όταν τον δω, αναγνωρίζω το βλέμ­ μα ενός λιονταριού, έστω και πληγωμένου. Κι επιπλέον, το βλέμμα του μου θυμίζει κάτι...» «Τι πράγμα;» Η Λιβία σούφρωσε τα χείλη της σ' ένα πικρό χαμόγελο. «Αν το ήξερα, θα έδινα ένα όνομα κι ένα πρόσωπο στο μο­ ναδικό άνθρωπο που σημάδεψε τη ζωή και την ψυχή μου, εκτός από τον πατέρα και τη μητέρα μου, τους οποίους έχω χάσει εδώ και πολύ καιρό». Ο Στέφανος πήγε να πει κάτι, αλλά η Λιβία τού είχε ήδη γυρίσει την πλάτη και απομακρυνόταν με ανάλαφρα και α­ θόρυβα βήματα, σαν αιλουροειδές. Ο σκλάβος βύθισε τα κουπιά στο νερό, κύρτωσε τη ράχη του και η βάρκα απο­ μακρύνθηκε αργά από την όχθη.

Η φάλαγγα που συνόδευε την άμαξα του Ρωμύλου διέσχισε την ύπαιθρο ακολουθώντας ένα στενό και δύσβατο μονο­ πάτι, παρακάμπτοντας το Φάνο και αποφεύγοντας τους πο­ λυάριθμους περίεργους που σίγουρα θα μαζεύονταν στο πέ­ ρασμα της και θα παρεμπόδιζαν την πορεία της. Η σιγή και

112

113


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

η μυστικότητα έπρεπε να τηρούνται πολύ αυστηρά και ο Αμβροσίνος δεν μπόρεσε να μην παρατηρήσει την παρά­ καμψη. «Πιστεύω», είπε στον Ρωμύλο, «ότι η διαδρομή μας μας οδηγεί στο πέρασμα πάνω στα Απένινα. Σε λίγο θα ξα­ ναπάρουμε τη Φλαμινία οδό και θα διανύσουμε το ψηλότε­ ρο κομμάτι της, περνώντας από μια σήραγγα σκαμμένη στο βουνό. Τη λένε forulus και αποτελεί ένα εξαιρετικό έργο μη­ χανικής, το οποίο σχεδιάστηκε τον καιρό του αυτοκράτορα Αυγούστου και ολοκληρώθηκε από τον αυτοκράτορα Βε­ σπασιανό. Ληστές λυμαίνονται εδώ και καιρό όλη αυτή την τραχιά, ορεινή περιοχή και είναι επικίνδυνο να αποτολμή­ σει κανείς να διασχίσει μόνος το πέρασμα. Οι Αρχές επι­ χείρησαν πολλές φορές να εξαλείψουν αυτή τη μάστιγα, συ­ στήνοντας και ειδικά σώματα επιτήρησης, χωρίς σημαντι­ κά αποτελέσματα. Είναι η φτώχεια αυτή που δημιουργεί λη­ στές· ως επί το πλείστον είναι χωρικοί εξαθλιωμένοι από τους υπερβολικούς φόρους και τους λιμούς, οι οποίοι δεν έ­ χουν άλλη επιλογή παρά να βγουν στην παρανομία». Ο Ρωμύλος φαινόταν να κοιτάζει τα πυκνά δάση βαλα­ νιδιών και φράξων που πλαισίωναν το μονοπάτι ή τους βο­ σκούς που φαίνονταν εδώ κι εκεί να προσέχουν τις ισχνές α­ γελάδες τους που βοσκούσαν. Παρ' όλα αυτά, άκουγε και η απάντησή του ήταν εύστοχη: «Η επιβολή φόρων που οδη­ γούν τον κόσμο στην καταστροφή δεν είναι μόνο άδικη, εί­ ναι και ανόητη. Ένας κατεστραμμένος άνθρωπος δεν πλη­ ρώνει πια κανένα φόρο και, αν γίνει ληστής, αναγκάζει το κράτος να δαπανήσει ακόμα περισσότερα για να κάνει τους δρόμους ασφαλείς». «Η παρατήρησή σου είναι άψογη», είπε ικανοποιημένος ο Αμβροσίνος, «ίσως όμως είναι υπερβολικά απλή για να τε­ θεί σε εφαρμογή. Αυτοί που κυβερνούν είναι άπληστοι και 114

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

οι γραφειοκράτες είναι συχνά στενόμυαλοι, και αυτά τα δύο προβλήματα έχουν τρομακτικές συνέπειες». «Μα όλα αυτά πρέπει να έχουν κάποια εξήγηση. Γιατί αυτός που κυβερνάει πρέπει να είναι κατ' ανάγκη άπληστος και ο γραφειοκράτης κατ' ανάγκη στενόμυαλος; Εσύ μου δί­ δαξες τόσες φορές ότι ο Αύγουστος, ο Τιβέριος, ο Αδρια­ νός, ο Μάρκος Αυρήλιος ήταν άρχοντες συνετοί κι έντιμοι, οι οποίοι τιμωρούσαν τους διεφθαρμένους αξιωματούχους. Ίσως όμως να μην είναι ούτε αυτό αλήθεια- ίσως ο άνθρω­ πος να υπήρξε πάντα στενόμυαλος, άπληστος και κακός». Εκείνη τη στιγμή πέρασε καβάλα στο άλογό του ο Ουλφίλας κι έφτασε καλπάζοντας σ' ένα λόφο που δέσποζε στην περιοχή, για να ερευνήσει το γύρω μέρος και να επιτηρήσει τις κινήσεις των πολεμιστών του. Το άσχημο τραύμα που τον παραμόρφωνε άρχιζε να επουλώνεται, όμως το πρόσω­ πό του ήταν ακόμα πρησμένο και κόκκινο, από τα σημάδια των ραμμάτων έτρεχε ένα πυώδες υγρό και ίσως γι' αυτό να είχε πάντα πολύ άσχημη διάθεση. Η οργή του ξεσπούσε με το παραμικρό και ο Αμβροσίνος απέφευγε να κινεί τις υπο­ ψίες του ή να προκαλεί με οποιοδήποτε τρόπο τη δυσπιστία του. Κατάστρωνε μάλιστα ένα σχέδιο για να κερδίσει την ε­ μπιστοσύνη και ίσως και την ευγνωμοσύνη του. «Είναι κατανοητό να έχεις αυτή τη στιγμή τόσο αρνητι­ κή ιδέα για τον κόσμο», απάντησε στον Ρωμύλο. «Το αντί­ θετο θα προκαλούσε έκπληξη. Στην πραγματικότητα, πολ­ λές φορές η ανθρώπινη μοίρα, και μαζί μ' αυτή η μοίρα των λαών και των αυτοκρατόρων, καθορίζεται από αιτίες και γε­ γονότα που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχο του ανθρώπου. Η αυτοκρατορία αμύνθηκε επί αιώνες απέναντι στις επιθέ­ σεις των βαρβάρων. Τόσοι αυτοκράτορες αναγορεύτηκαν στο αξίωμά τους από τους στρατιώτες τους στο μέτωπο και 115


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

στο μέτωπο πέθαναν με το σπαθί στο χέρι, χωρίς ποτέ να δουν τη Ρώμη ή να συζητήσουν κάτι με τη Σύγκλητο. Κά­ ποιες φορές η επίθεση γινόταν σε πολλά μέτωπα, κατά κύ­ ματα, από διάφορες κατευθύνσεις και από πολλούς λαούς ταυτόχρονα. Γι' αυτό κατασκευάστηκε, με τεράστιο κόστος, μια μεγάλη οχυρωματική γραμμή με μήκος πάνω από τρεις χιλιάδες μίλια, που εκτεινόταν από τα βουνά της Βρετανίας μέχρι τις ερήμους της Συρίας. Έπειτα στρατολογήθηκαν ε­ κατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες. Μέχρι και τριάντα πέντε λε­ γεώνες υπηρέτησαν υπό τα όπλα, σχεδόν μισό εκατομμύριο άντρες! Καμία δαπάνη, καμία θυσία δε φάνηκε πολύ μεγά­ λη στους καίσαρες προκειμένου να σώσουν την αυτοκρατο­ ρία και, μαζί με αυτή, τον πολιτισμό. Ενεργώντας έτσι ό­ μως, δεν αντιλαμβάνονταν ότι τα τεράστια έξοδα γίνονταν δυσβάστακτα, ότι οι φόροι εξαθλίωναν τους χωρικούς, τους κτηνοτρόφους, τους τεχνίτες, κατέστρεφαν το εμπόριο και τις μεταφορές, μείωναν ακόμα και τη γεννητικότητα. Γιατί να φέρουμε στον κόσμο παιδιά, αναρωτιόνταν οι άνθρωποι, για να ζήσουν μέσα στη φτώχεια και τις στερήσεις; Έπειτα, κάποια στιγμή, δεν ήταν πια δυνατό να αποκρουστούν οι ει­ σβολές, κι έτσι σκέφτηκαν να εγκαταστήσουν τους βαρβά­ ρους στο εσωτερικό των συνόρων μας και να τους στρατο­ λογήσουν για να τους βάλουν να πολεμούν εναντίον άλλων βαρβάρων... Ήταν ένα μοιραίο λάθος, ίσως όμως να μην υ­ πήρχε άλλη επιλογή. Η φτώχεια και η καταπίεση είχαν σκο­ τώσει στις ψυχές των πολιτών την αγάπη για την πατρίδα και ήταν αναγκαίο να καταφύγουμε στους μισθοφόρους, οι ο­ ποίοι είναι τώρα οι αφέντες μας». Ο Αμβροσίνος σώπασε καθώς κατάλαβε ότι όχι μόνο πα­ ρέδιδε ένα μάθημα ιστορίας στο μαθητή του, αλλά και ότι έφερνε στη μνήμη γεγονότα αρκετά πρόσφατα και πραγ-

ματικά, γεγονότα που τον είχαν αγγίξει άμεσα και με τρό­ πο εξαιρετικά επώδυνο. Εκείνο το θλιμμένο αγόρι που είχε μπροστά του ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας των Ρωμαίων. Ένας πρωταγωνιστής, άθελά του, και όχι ένας θεατής εκεί­ νης της τρομερής τραγωδίας. «Αυτό είναι που σε βλέπω να γράφεις πότε πότε; Ιστο­ ρία;» τον ρώτησε ο Ρωμύλος. «Δεν έχω τη φιλοδοξία να γράψω ιστορία· άλλοι μπορούν να το κάνουν καλύτερα από μένα, σε γλώσσα καλύτερη και πιο κομψή. Θέλω μόνο να αφήσω μια ανάμνηση της προ­ σωπικής μου ζωής και των γεγονότων των οποίων υπήρξα αυ­ τόπτης μάρτυρας». «Θα έχεις χρόνο να το κάνεις, ατέλειωτα χρόνια αιχμα­ λωσίας. Γιατί θέλησες να με ακολουθήσεις; Θα μπορούσες να μείνεις στη Ραβένα ή να γυρίσεις στην πατρίδα σου, τη Βρετανία. Είναι αλήθεια ότι εκεί πάνω οι νύχτες δεν τελειώ­ νουν;» «Γνωρίζεις ήδη την απάντηση στην πρώτη ερώτηση. Ξέ­ ρεις ότι σε αγαπώ και ότι ήμουν πολύ αφοσιωμένος στην οι­ κογένειά σου. Όσο για τη δεύτερη, δεν είναι ακριβώς έτσι...» άρχισε να απαντά ο Αμβροσίνος, αλλά ο Ρωμύλος τον διέ­ κοψε: «Αυτό θα ήθελα για μένα, μια νύχτα χωρίς τέλος, έναν ύ­ πνο χωρίς όνειρα». Τα μάτια του αγοριού ήταν άδεια καθώς έλεγε αυτά τα λόγια, και ο Αμβροσίνος δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ταξίδεψαν έτσι όλη μέρα. Ο δάσκαλος προσπαθούσε να διακρίνει κάθε αλλαγή στη διάθεση του μαθητή του και ταυ­ τόχρονα να μη χάνει τον έλεγχο όσων συνέβαιναν τριγύρω. Δε σταμάτησαν παρά το σούρουπο. Οι μέρες είχαν πια γί­ νει πολύ μικρές και οι ώρες πορείας ήταν περιορισμένες.

116

117


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Οι βάρβαροι πολεμιστές άναψαν φωτιά, ενώ μερικοί από αυ­ τούς διασκορπίστηκαν έφιπποι στην ύπαιθρο κι επέστρε­ ψαν μετά από λίγη ώρα με σφαγμένα πρόβατα να κρέμονται από τις σέλες τους και κότες δεμένες από τα πόδια σε αρμαθιές. Πρέπει να είχαν λεηλατήσει κάποιο απομονωμένο αγρόκτημα. Μέσα σε λίγη ώρα καθάρισαν, ετοίμασαν κι έ­ βαλαν εκείνη την εύκολη λεία στη θράκα για να ψηθεί. Ο Ουλφίλας κάθισε παράμερα πάνω σε μια κοτρόνα, περιμέ­ νοντας τη μερίδα του. Ήταν κατηφής και τα παραμορφω­ μένα χαρακτηριστικά του προσώπου του τονίζονταν υπέρ­ μετρα από την ανταύγεια της φωτιάς. Ο Αμβροσίνος, που δεν τον έχανε ούτε στιγμή από τα μάτια του, τον πλησίασε με αρ­ γά βήματα και μέσα στο φως για να μην προκαλέσει καμία υποψία. Όταν βρέθηκε αρκετά κοντά για να ακουστεί, εί­ πε: «Είμαι γιατρός και γνώστης των φαρμάκων, μπορώ να κάνω κάτι γι' αυτό το τραύμα. Πρέπει να σε πονάει πολύ». Ο Ουλφίλας έκανε μια κίνηση σαν να ήθελε να διώξει έ­ να ενοχλητικό έντομο, ο Αμβροσίνος όμως δεν κινήθηκε· και συνέχισε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα: «Ξέρω τι σκέφτε­ σαι, έχεις τραυματιστεί και άλλες φορές και αργά ή γρήγο­ ρα το τραύμα έκλεινε και ο πόνος περνούσε. Αυτή η περί­ πτωση είναι διαφορετική: το πρόσωπο είναι το μέρος που θεραπεύεται πιο δύσκολα, γιατί στο πρόσωπο καθρεφτίζε­ ται η ψυχή περισσότερο από κάθε άλλο μέρος του σώματος. Το πρόσωπο είναι πολύ περισσότερο ευαίσθητο και τρωτό. Αυτό το τραύμα είναι μολυσμένο και, αν η μόλυνση εξα­ πλωθεί, θα σου καταστρέψει το πρόσωπο, θα το μετατρέψει σε μια αγνώριστη μάσκα». Γύρισε και κατευθύνθηκε προς την άμαξα, αλλά η φωνή του Ουλφίλα τον σταμάτησε: «Στάσου». Τότε ο Αμβροσίνος πήρε το σάκο του, είπε στους στρατιώτες να του δώσουν

κρασί, έπλυνε επανειλημμένα το τραύμα, το πίεσε για να βγει το πύο ώσπου είδε καθαρό αίμα, έβγαλε τα ράμματα και το έδεσε με επίδεσμο, αφού πρώτα του έβαλε ένα αφέψημα από μολόχα και πίτουρο σιταριού. «Μη σου περάσει ούτε στιγμή από το μυαλό ότι σου εί­ μαι ευγνώμων», είπε ο Ουλφίλας όταν τελείωσε ο Αμβροσί­ νος. «Δεν το έκανα γι' αυτό». «Γιατί το έκανες, λοιπόν;» «Είσαι ένα αγρίμι. Ο πόνος δεν μπορεί παρά να σε κά­ νει πιο άγριο. Το έκανα για δικό μου συμφέρον, Ουλφίλα, και προς όφελος του αγοριού». Γύρισε στην άμαξα για να αφήσει το σάκο. Ένας στρα­ τιώτης ήρθε μετά από λίγο με ψητό κρέας περασμένο σε μια σούβλα και ο γέροντας έφαγε μαζί με το αγόρι. Έκανε κρύο, όχι μόνο επειδή ήταν πια προχωρημένο φθινόπωρο και επειδή ήταν νύχτα, αλλά και εξαιτίας του υψόμετρου, ω­ στόσο ο Αμβροσίνος προτίμησε να ζητήσει ένα επιπλέον σκέπασμα αντί να στρώσει να κοιμηθεί κοντά στη φωτιά, όπως έκαναν οι άλλοι. Πράγματι, η ζέστη έκανε τη δυσοσμία τους ανυπόφορη. Ο Ρωμύλος έφαγε και, καθώς ο δάσκαλος του επέμενε, ήπιε και λίγο κρασί και αυτό έδωσε στο σώμα του κάποια ενέργεια και όρεξη για ζωή. Ξάπλωσαν ο ένας δίπλα στον άλλο κάτω από τον έναστρο ουρανό. «Κατάλαβες γιατί το έκανα;» ρώτησε ο Αμβροσίνος. «Γιατί καθάρισες το πρόσωπο εκείνου του χασάπη; Ναι, το φαντάζομαι, τα άγρια σκυλιά πρέπει να τα χαϊδεύουμε ό­ πως τους αρέσει». «Κάπως έτσι είναι». Έμειναν για πολλή ώρα σιωπηλοί να ακούν το τριζοβόλημα της φωτιάς, στην οποία οι στρατιώτες προσέθεταν

118

119


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

διαρκώς ξερόκλαδα, και να παρατηρούν τις σπίθες που στροβιλίζονταν ανεβαίνοντας στον ουρανό. «Προσεύχεσαι πριν κοιμηθείς;» ρώτησε κάποια στιγμή ο Αμβροσίνος. «Ναι», απάντησε ο Ρωμύλος. «Προσεύχομαι στο πνεύμα των γονιών μου».

8

Η ΛΙΒΙΑ ΣΠΙΡΟΥΝΙΣΕ το άλογό της και ακολούθησε ένα πολύ στενό μονοπάτι που ανηφόριζε προς τη ράχη του βουνού. Ύστερα στάθηκε και περίμενε τον Αυρήλιο, που ανέβαινε από μια άλλη διαδρομή μέσα από το δάσος. Από εκεί πάνω μπορούσαν να παρακολουθούν άνετα την έξοδο της σή­ ραγγας της Φλαμινίας οδού που διέσχιζε το βουνό απ' άκρη σ' άκρη. Ξεπέζεψαν και παραφύλαξαν πίσω από μια συ­ στάδα θάμνων. Δεν πέρασε πολλή ώρα και μια ομάδα Έρουλων ιππέων ξεπρόβαλε από τη σήραγγα, ύστερα φάνηκε ο αρχηγός τους, επικεφαλής περίπου τριάντα ενόπλων, και κατόπιν η άμαξα, την οποία ακολουθούσε η οπισθοφυλακή. Ο Αυρήλιος αναπήδησε αναγνωρίζοντας τον Ουλφίλα και κοίταξε ενστικτωδώς το τόξο που είχε περασμένο χιαστί η Λιβία. «Βγάλ' το από το μυαλό σου», είπε η κοπέλα διαβάζοντας τη σκέψη του. «Κι αν ακόμα κατόρθωνα να τον σκοτώσω, οι άλλοι δε θα μας άφηναν να ξεφύγουμε και ίσως να ξεσπού­ σαν την οργή τους πάνω στο αγόρι». Ο Αυρήλιος δάγκωσε τα χείλη του. «Θα έρθει η στιγμή», επέμεινε η Λιβία. «Τώρα πρέπει να κάνουμε υπομονή». Ο Αυρήλιος παρακολούθησε για λίγο την άμαξα που προ120

121


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

χωρούσε ταλαντευόμενη, ώσπου την είδε να χάνεται πίσω α­ πό μια στροφή του δρόμου. Η Λιβία έβαλε το χέρι της στον ώμο του. «Μου φαίνεται ότι ανάμεσα σ' εσάς τους δύο είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου, ή μάλλον μόνο θανάτου, έτσι δεν

«Δε με αγαπάς όμως. Ούτ' εγώ αγαπώ εσένα. Σωστά;» «Σωστά», απάντησε η Λιβία με φωνή εξίσου σταθερή. Ο Αυρήλιος πήρε τον Γιούμπα από το χαλινάρι και πε­ ρίμενε την κοπέλα να λύσει με τη σειρά της το άλογό της. Έπειτα της είπε: «Έχουμε έναν κοινό σκοπό και μια απο­ στολή να εκτελέσουμε, η οποία θα μας κρατήσει μαζί για αρ­ κετό καιρό. Χρειαζόμαστε μεγάλη συνοχή και πρέπει να μπορούμε να υπολογίζουμε ο ένας στον άλλο με απόλυτη σιγουριά. Ο καθένας μας πρέπει λοιπόν να αποφεύγει να προκαλεί ενόχληση και αμηχανία στον άλλο. Καταλαβαί­ νεις τι εννοώ;» «Απόλυτα», απάντησε η Λιβία. Ο Αυρήλιος άρχισε να κατηφορίζει πεζός στα μισά της πλαγιάς, κρατώντας τον Γιούμπα από τα γκέμια. «Αν θέ­ λουμε να κάνουμε μια απόπειρα», είπε αλλάζοντας συζήτη­ ση, «πρέπει να γίνει κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Απ' τη στιγμή που η φάλαγγα θα φτάσει στον προορισμό της, η επιχείρηση θα γίνει αδύνατη». «Δύο εναντίον εβδομήντα; Δε μου φαίνεται καλή ιδέα. Και το τραύμα σου δεν έχει ακόμα επουλωθεί. Όχι. Δεν μπορούμε να διακινδυνεύσουμε μια δεύτερη αποτυχία». «Τι προτείνεις λοιπόν; Θα έχεις κάποιο σχέδιο. Ή μήπως προχωράμε στην τύχη;» «Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να μάθουμε ποιος είναι ο τόπος προορισμού, κατόπιν θα μελετήσουμε τον τρό­ πο με τον οποίο θα διεισδύσουμε και θα πάρουμε το αγόρι. Δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα- στη Ραβένα δεν υπήρχαν ά­ ντρες για στρατολόγηση και, ακόμα κι αν υπήρχαν, οι κα­ τάσκοποι του Οδόακρου είναι τόσοι πολλοί, ώστε το σχέδιο θα αποκαλυπτόταν αμέσως. Αν και μπορεί να σου φανεί πα­ ράξενο, το πλεονέκτημα μας συνίσταται ακριβώς στο γεγο-

είναι;» «Σκότωσα μερικούς από τους πιο πιστούς άντρες του, προσπάθησα να πάρω μαζί μου τον αιχμάλωτο που είχαν ε­ μπιστευτεί στη φύλαξή του και, όταν προσπάθησε να με ε­ μποδίσει, του χάραξα το πρόσωπο, τον έκανα ένα τέρας για την υπόλοιπη ζωή του. Δε σου φαίνονται αρκετά;» «Αυτά από τη δική σου πλευρά. Από τη δική του;» Ο Αυρήλιος δεν απάντησε. Μασούλαγε ένα ξερό χορτά­ ρι και κοίταζε χαμηλά, προς την κοιλάδα. «Μη μου πεις ότι δεν είχατε συναντηθεί ποτέ ξανά». «Είναι πιθανό, αλλά δεν το θυμάμαι. Βαρβάρους έχω συ­ ναντήσει πολλούς σε τόσα χρόνια πολέμου». Κι εκείνη τη στιγμή ξαναείδε τον εαυτό του πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ουλφίλα στο διάδρομο του αυτοκρατορικού παλατιού, με τα σπαθιά τους να διασταυρώνονται και τη βραχνή φω­ νή του αντιπάλου του να λέει: «Σε ξέρω, Ρωμαίε, σ' έχω ξα­ ναδεί!» Η Λιβία στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε στα μά­ τια με ανελέητη επιμονή. Ο Αυρήλιος απέσπασε το βλέμμα του. «Φοβάσαι να κοιτάξεις μέσα σου και δε θέλεις να το κά­ νει ούτε κάποιος άλλος. Γιατί;» Ο Αυρήλιος γύρισε απότομα. «Εσύ θα ξεγυμνωνόσουν ε­ δώ, μπροστά μου;» της είπε και κάρφωσε στο πρόσωπο της δύο πύρινα μάτια. Η Λιβία υπέμεινε το βλέμμα του ατάραχη. «Ναι», απάντησε, «αν σε αγαπούσα». 122

123


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

νός ότι κανείς δεν ξέρει ότι υπάρχουμε, κανείς δεν υπο­ πτεύεται ότι δυο ταξιδιώτες μπορούν να επιχειρήσουν κάτι τέτοιο. Εσύ παραλίγο να πετύχεις στην απόπειρα σου ακρι­ βώς επειδή κανένας δεν ήταν προετοιμασμένος για ένα τέ­ τοιο ενδεχόμενο. Αν στρατολογήσουμε άντρες, αυτό θα γί­ νει πολύ μακριά από τη Ραβένα, κάπου που δεν ξέρουν τί­ ποτα για μας». «Και με τι χρήματα θα τους στρατολογήσεις;» «Θα έχουμε στη διάθεσή μας χρήματα σε διάφορα μέρη της Ιταλίας. Ο Ανθέμιος έχει καταθέσεις σε πολλούς τρα­ πεζίτες κι εγώ έχω μια δική του πιστωτική επιστολή. Ξέρεις τι είναι αυτό, ή μήπως όχι;» «Όχι. Το σημαντικό είναι όμως να μπορείς να έχεις στη διάθεσή σου τα χρήματα. Δεν έχω χάσει την ελπίδα να ξα­ ναβρώ τους συντρόφους μου». «Ούτε εγώ. Ξέρω πόσο σημαντικό είναι για σένα». Το εί­ πε με ύφος που πρόδιδε ένα συναισθηματικό δεσμό πιο δυ­ νατό από την αλληλεγγύη μεταξύ συμπολεμιστών, που τους συνέδεε εδώ και μερικές μέρες. Προχώρησαν έτσι αρκετά, διανύοντας περίπου είκοσι μί­ λια τη μέρα και μένοντας πάντα σε απόσταση από τη φά­ λαγγα. Η επιτήρηση των βαρβάρων γύρω από την άμαξα φαινόταν να έχει χαλαρώσει κάπως. Η ασφάλεια που πρό­ σφερε η πολυάριθμη συνοδεία, η επιβλητική παρουσία του Ουλφίλα, η πλήρης απουσία οποιασδήποτε απειλής μέσα στο οπτικό τους πεδίο, συνέβαλλαν ώστε να χαλαρώνει η πίεση και, καμιά φορά, ακόμα και η πειθαρχία. Διέσχισαν τα Απένινα και κατέβηκαν την κοιλάδα του Τίβερη. «Αν τυχόν βρούμε τους συντρόφους μου», είπε κάποια στιγμή ο Αυρήλιος, «θα με βοηθούσες να τους εξαγοράσω;»

«Φαντάζομαι πως ναι. Εξαρτάται από το πόσους θα βρού­ με, υπό την προϋπόθεση ότι θα τους βρούμε. Μην έχεις αυ­ ταπάτες, σου επαναλαμβάνω. Το Μιζένο είναι μια πιθανό­ τητα, αλλά υπάρχουν και άλλες». «Παράξενο- από τη μια, θα ήθελα να τους ξαναβρώ, α­ πό την άλλη, φοβάμαι... Φοβάμαι ότι θα μάθω από αυτούς ποια τύχη είχαν οι άλλοι». «Έκανες ό,τι μπορούσες», είπε η Λιβία, «μη βασανίζε­ σαι. Ό,τι έγινε έγινε, δεν μπορούμε να το αλλάξουμε». «Για σένα είναι εύκολο. Η λεγεώνα ήταν η ζωή μου. Ό,τι είχα». «Δεν είχες ποτέ οικογένεια;» Ο Αυρήλιος κούνησε το κεφάλι. «Γυναίκα... ερωμένη;» Ο Αυρήλιος απομάκρυνε το βλέμμα του. «Συναντήσεις ευκαιριακές και σποραδικές. Κανένας δεσμός. Είναι δύ­ σκολο να δεθείς με κάποιον όταν δεν έχεις ρίζες». Προχώρησαν για λίγο χωρίς να πουν τίποτ' άλλο· ύστε­ ρα η Λιβία έσπασε και πάλι τη σιωπή. «Μια λεγεώνα», άρ­ χισε να λέει. «Φαίνεται απίστευτο, από τα χρόνια της με­ ταρρύθμισης του αυτοκράτορα Γαλλιηνού μόνο το όνομα απέμεινε από τις λεγεώνες και ύστερα, τα τελευταία σαρά­ ντα χρόνια, ούτε καν αυτό. Τι νόημα είχε να ριχτεί και πά­ λι στο πεδίο της μάχης μια λεγεώνα;» «Κι όμως ήταν μια εξαιρετική κίνηση. Καταρχήν, το ι­ ταλικό έδαφος δεν προσφέρεται σχεδόν ποτέ για την ανά­ πτυξη μεγάλων τμημάτων ιππικού και, επιπλέον, η επίδρα­ ση θα ήταν τεράστια. Ο Ορέστης ήθελε ο κόσμος να δει και πάλι έναν ασημένιο αετό να αστράφτει στον ήλιο, ήθελε οι Ρωμαίοι να ξαναβρούν την περηφάνια τους, να δουν ξανά τους στρατιώτες να βαδίζουν με τις παλιές πανοπλίες και

124

125


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

τις μεγάλες ασπίδες, τα τμήματα να κάνουν τη γη να τρέμει κάτω από το ρυθμικό βήμα τους. Ήθελε πειθαρχία αντί για βαρβαρότητα, τάξη αντί για χάος. Όλοι εμείς ήμαστε υπε­ ρήφανοι που ανήκαμε στη λεγεώνα, ο διοικητής μας ήταν ένας άντρας παλαιών αρχών και διέθετε απίστευτο θάρρος, ήταν αυστηρός και δίκαιος, υπεράσπιζε με ζήλο την τιμή του και την τιμή των αντρών του». Η Λιβία τον κοίταξε. Τα μάτια του έλαμπαν και η φωνή του παλλόταν από έντονη συγκίνηση καθώς πρόφερε εκεί­ να τα λόγια. Θα ήθελε να καταλάβει περισσότερα για τα συ­ ναισθήματά του, είδε όμως από μακριά ότι η φάλαγγα φαι­ νόταν να επιβραδύνει κι έγνεψε στο σύντροφό της να στα­ ματήσει. «Δεν είναι τίποτα», είπε μετά από λίγο. «Ένα κο­ πάδι πρόβατα που διασχίζει το δρόμο». Συνέχισαν την πορεία τους με αργό βήμα μένοντας στις παρυφές μιας δασώδους λωρίδας που εκτεινόταν παράλλη­ λα με το δρόμο σε μια απόσταση τριακοσίων, τετρακοσίων βημάτων. «Συνέχισε, σε παρακαλώ», είπε. «Οι άντρες επιλέχθηκαν ένας προς έναν από άλλες μο­ νάδες, τόσο οι αξιωματικοί όσο και οι στρατιώτες, οι βοη­ θητικοί και οι τεχνικοί, και κατάγονταν κατά το μεγαλύτε­ ρο μέρος τους από την Ιταλία και τις επαρχίες της αυτο­ κρατορίας. Έγιναν δεκτοί και βάρβαροι, αλλά σε πολύ πε­ ριορισμένο αριθμό και μόνο άντρες αποδεδειγμένα πιστοί, οι οποίοι προέρχονταν από οικογένειες που υπηρετούσαν το κράτος εδώ και πολλές γενιές. Συγκεντρώθηκαν σε μια μυ­ στική τοποθεσία του Νωρικού κι εκπαιδεύτηκαν σχεδόν έ­ ναν ολόκληρο χρόνο, επί πολλές ώρες κάθε μέρα. Όταν η λεγεώνα κατέβηκε να πολεμήσει για πρώτη φορά σε ανοι­ χτό πεδίο, το αποτέλεσμα ήταν φονικό, διέσπασε την ε126

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

χθρική παράταξη με την ισχύ πολεμικής μηχανής, προκα­ λώντας τεράστιες απώλειες στους αντιπάλους. Είχαμε δια­ τηρήσει τα καλύτερα στοιχεία της παλιάς τεχνικής και τα κα­ λύτερα της σύγχρονης». «Κι εσύ; Πού στρατολογήθηκες;» Ο Αυρήλιος προχώρησε για λίγο σαν απορροφημένος, με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά. Έμεναν στις παρυφές των δασών για να μην τους αιφνιδιάσουν οι ανιχνευτές του Ουλφίλα, οι οποίοι τώρα διέτρεχαν αδιάκοπα τις πλαγιές της κοιλάδας για να αποτρέψουν πιθανή αιφνιδιαστική ε­ πίθεση. Σ' εκείνο τον τόσο τραχύ και άγριο τόπο ανησυχού­ σαν περισσότερο για ληστές παρά για απρόσμενους αρωγούς του αγοριού. «Σου το είπα», απάντησε ξαφνικά ο Αυρήλιος, «ήμουν πάντα μέλος της λεγεώνας. Δε θυμάμαι τίποτ' άλλο». Και ο τόνος της φωνής του έδειχνε ξεκάθαρα ότι η συζήτηση είχε τελειώσει. Προχώρησαν έτσι, σιωπηλοί, και κάθε τόσο η Λιβία α­ πομακρυνόταν για να ακολουθήσει μια διαδρομή που παρεξέκλινε ελαφρά είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω, κα­ θώς δεν μπορούσε να υπομείνει την πεισματική σιωπή του συντρόφου της. Όταν ξανάσμιγαν, αντάλλασσε μαζί του λί­ γα λόγια για τη διαδρομή ή για τις δυσκολίες του εδάφους κι έπειτα απομακρυνόταν και πάλι. Γινόταν εύκολα αντιλη­ πτό ότι ο Αυρήλιος δεν κατόρθωνε να απαλλαγεί από τον ε­ φιάλτη της σφαγής των συντρόφων του, της καταστροφής της λεγεώνας του, της αδυναμίας του να τη σώσει. Στο πλάι του ίππευαν φαντάσματα, ματωμένες σκιές νέων που είχαν σκοτωθεί στο άνθος της ηλικίας τους, αντρών που είχαν βα­ σανιστεί φρικτά μέχρι να ξεψυχήσουν. Μπορούσε να ακού­ σει τις σπαρακτικές κραυγές τους, τις επικλήσεις τους από 127


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

τα βάθη του άλλου κόσμου. Προχώρησαν για αρκετές ώρες με αργό ρυθμό, ώσπου άρχισε να σουρουπώνει και είδαν ό­ τι η φάλαγγα ετοιμαζόταν για τη νυχτερινή στάση. Η Λιβία είδε μια μικρή καλύβα στην κορυφή ενός λόφου, σε από­ σταση περίπου ενός μιλίου από τον καταυλισμό του Ουλφίλα, και την έδειξε στο σύντροφό της. «Εκεί πάνω θα μπο­ ρούσαμε ίσως να σταματήσουμε για τή νύχτα και να προ­ φυλάξουμε και τα άλογα σ' ένα στεγασμένο μέρος». Ο Αυ­ ρήλιος συμφώνησε μ' ένα νεύμα και κατεύθυνε τον Γιούμπα προς το δάσος, προς την κατεύθυνση του λόφου. Μπήκε πρώτος στην καλύβα και βεβαιώθηκε ότι δε βρι­ σκόταν κανένας στο εσωτερικό. Απ' ό,τι φαινόταν ήταν ένα καταφύγιο για τους βοσκούς που έφερναν τις αγελάδες να βοσκήσουν. Σε μια άκρη υπήρχε άχυρο και πίσω από την καλύβα, κάτω από ένα είδος πρόχειρου στέγαστρου, υπήρ­ χαν μερικές μπάλες σανού και άχυρου. Λίγο πιο πέρα ένα ρυάκι χυνόταν σε μια ποτίστρα σκαμμένη σ' ένα βράχο α­ πό ψαμμίτη και, καθώς ξεχείλιζε, κυλούσε προς τα κάτω', α­ νάμεσα σε μεγάλες πέτρες σκεπασμένες από βρύα, και γέ­ μιζε μια φυσική κοιλότητα. Είχε δημιουργηθεί έτσι μια λι­ μνούλα με κρυστάλλινα νερά, που αντανακλούσαν τον ου­ ρανό και τα γύρω δέντρα. Το ηλιοβασίλεμα έβαφε το δάσος με τα χρώματα του φθινοπώρου, άγρια κλήματα με μεγάλα κόκκινα φύλλα και μικρά τσαμπιά με πορφυρές ρώγες α­ γκάλιαζαν τους κορμούς των βαλανιδιών. Ο Αυρήλιος φρόντισε τα άλογα, τα έδεσε κάτω από το στέγαστρο κι έβαλε μπροστά τους λίγο σανό. Η Λιβία κατέ­ βηκε στη λιμνούλα, γδύθηκε και μπήκε στο παγωμένο νερό, ανατριχιάζοντας καθώς ερχόταν σε επαφή μ' αυτό. Η επι­ θυμία της να πλυθεί ήταν όμως πιο δυνατή από το κρύο. Ο Αυρήλιος έκανε να κατεβεί την πλαγιά, διέκρινε όμως το γυ-

μνό κορμί της να γλιστράει μέσα στο πεντακάθαρο νερό και στάθηκε να την κοιτάξει για λίγο, μαγεμένος από εκείνη την αγαλμάτινη ομορφιά. Ύστερα απέσπασε το βλέμμα του, α­ μήχανος και αναστατωμένος. Θα ήθελε να την πλησιάσει και να της πει πόσο την ποθούσε, δεν άντεχε όμως τη σκέ­ ψη ότι εκείνη μπορούσε να τον αποδιώξει. Πήγε στην ποτί­ στρα και πλύθηκε κι αυτός με τη σειρά του, πρώτα στον κορ­ μό και τα μπράτσα και κατόπιν στο κάτω μέρος του σώμα­ τος. Όταν η Λιβία επέστρεψε, ήταν τυλιγμένη στην ταξι­ διωτική της κουβέρτα και στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα κα­ μάκι με δυο μεγάλες πέστροφες. «Υπήρχαν μόνο αυτές οι δυο», είπε, «και ήταν μάλλον έ­ τοιμες να πεθάνουν. Κατέβα να φέρεις τα ρούχα μου, είναι κρεμασμένα σ' ένα κλαδί κοντά στη λιμνούλα. Εγώ στο με­ ταξύ θα ανάψω φωτιά». «Τρελάθηκες; Θα μας πάρουν είδηση και θα στείλουν κάποιον να δει». «Δεν μπορούν να ελέγχουν κάθε στήλη καπνού που ανε­ βαίνει από την ύπαιθρο», αποκρίθηκε εκείνη. «Κι εξάλλου, βρισκόμαστε σε πλεονεκτική θέση· αν κάποιος επιχειρήσει να πλησιάσει, θα τον καρφώσω όπως τις πέστροφες και θα τον σύρω στο δάσος. Μετά από λίγη ώρα δε θα έχουν απο­ μείνει ούτε τα κόκαλα. Υποφέρουν και τα αγρίμια από την πείνα αυτό τον καιρό». Η Λιβία έψησε τις πέστροφες όσο καλύτερα μπορούσε, κι εξακολούθησε να ενισχύει τη φωτιά με κλαριά πεύκου, που καίγονταν με ωραία τριζάτη φλόγα, αλλά χωρίς να κά­ νουν καπνό. Όταν έφτασε η ώρα του δείπνου, ο Αυρήλιος διάλεξε για τον εαυτό του το μικρότερο ψάρι, αλλά η Λιβία του έδωσε το πιο μεγάλο. «Πρέπει να φας», είπε, «είσαι α­ κόμα αδύναμος και, όταν έρθει η ώρα να χρησιμοποιήσουμε

128

129


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

τα χέρια μας, θέλω να έχω ένα λιοντάρι στο πλευρό μου, ό­ χι ένα πρόβατο. Και τώρα πήγαινε να κοιμηθείς. Θα φυλά­ ξω πρώτη εγώ σκοπός». Ο Αυρήλιος δεν απάντησε, πήγε προς την άκρη του ξέ­ φωτου και ακούμπησε στον κορμό μιας αιωνόβιας βαλανι­ διάς. Η Λιβία τον είδε έτσι, ακίνητο, με τα μάτια απλανή και ορθάνοιχτα, να υποδέχεται τη νύχτα που κατέβαινε από το βουνό με τις σκιές και τα φαντάσματά της, και θα πήγαινε κοντά του, αρκεί να της το ζητούσε.

με να πάω, σε λίγο θα γυρίσω και θα σου δώσω κι εσένα. Σε διαβεβαιώνω ότι δεν έχεις φάει ποτέ κάτι τόσο νόστιμο». Ο Ουλφίλας τον άφησε και ο Αμβροσίνος άναψε ένα φα­ νάρι και μπήκε στο δάσος. Το έδαφος κάτω από τους με­ γάλους ροζιασμένους κορμούς ήταν στρωμένο με τους α­ γκαθωτούς καρπούς, πολλοί από τους οποίους ήταν μισά­ νοιχτοι και στο εσωτερικό τους φαίνονταν τα κάστανα, που είχαν ένα όμορφο καστανοκόκκινο χρώμα, όπως το κατερ­ γασμένο δέρμα. Μάζεψε αρκετά, ενώ σκεφτόταν ότι εκείνος ο τόπος πρέπει να ήταν εντελώς ακατοίκητος, από τη στιγ­ μή που τόσο πολύτιμοι καρποί αφήνονταν στις αρκούδες και τα αγριογούρουνα. Επέστρεψε στον καταυλισμό με το φανάρι σβηστό και πλησίασε κρυφά στο σημείο όπου ο Ουλ­ φίλας φαινόταν να κάνει συμβούλιο με τους υπαρχηγούς του. «Πότε πρέπει να φύγω;» ρωτούσε εκείνη τη στιγμή ένας από αυτούς. «Αύριο κιόλας, μόλις φτάσουμε στην πεδιάδα. Θα πά­ ρεις μαζί σου έξι άντρες και θα φτάσετε στη Νεάπολη πριν από μας. Εκεί θα έρθετε σε επαφή μ' έναν άνθρωπο ονόματι Αντρέα ντα Νόλα, που σας περιμένει στους στρατώνες της ανακτορικής φρουράς, και θα του πείτε να κάνει τις προε­ τοιμασίες για τη μεταφορά στο Κάπρι. Θα πρέπει να φρο­ ντίσει για όλη τη συνοδεία, για το αγόρι, τον παιδαγωγό του και το υπηρετικό προσωπικό που προορίζεται για εμάς και για εκείνους. Θα πεις ότι θέλω να είναι τα πάντα έτοιμα στον τόπο του τελικού προορισμού, στρατώνες για τους άντρες, τρόφιμα, κρασί, ρούχα, σκεπάσματα. Τα πάντα. Ίσως μας χρειαστούν σκλάβοι- βεβαιώσου ότι δε θα τους αγοράσουν από το Μιζένο. Εκεί βρίσκονται μερικοί από αυτούς που έ­ πιασε ο Μλέντο στη Δέρτωσσα. Δεν τους θέλω μέσα στα πό-

Ο Ουλφίλας έδωσε διαταγή να στρατοπεδεύσουν κοντά σε μια γέφυρα πάνω από έναν παραπόταμο του Τίβερη. Οι ά­ ντρες του άρχισαν να ψήνουν τα πρόβατα και τα κριάρια που είχαν κατασχέσει από ένα βοσκό, ο οποίος λίγη ώρα νωρί­ τερα διέκοψε απερίσκεπτα την πορεία τους. Ο Αμβροσίνος πλησίασε με ύφος ανήσυχο. «Ο αυτοκράτορας απεχθάνεται το πρόβειο κρέας», είπε. Ο βάρβαρος ξέσπασε σε γέλια. «Ο αυτοκράτορας απε­ χθάνεται το πρόβειο κρέας; Τι κρίμα, είναι τρομερό! Δυ­ στυχώς, ο επικεφαλής των αυτοκρατορικών μαγειρείων δε θέλησε να μετακινηθεί από τη Ραβένα και η επιλογή των φαγητών είναι περιορισμένη. Ή θα φάει πρόβατο ή θα πάει για ύπνο νηστικός». Ο Αμβροσίνος πλησίασε. «Είδα καστανιές στο δάσος· αν με αφήσεις να μαζέψω λίγα, μπορώ να του φτιάξω ένα γλυ­ κό πολύ νόστιμο και θρεπτικό». Ο Ουλφίλας κούνησε το κεφάλι του. «Μην κάνεις ούτε βήμα από εδώ». «Πού νομίζεις ότι θα πάω; Ξέρεις πολύ καλά ότι δε θα ε­ γκατέλειπα το αγόρι για κανένα λόγο στον κόσμο. Άφησέ 130

131


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

δια μου. Κατάλαβες καλά; Αν κάτι πάει στραβά, θα λογο­ δοτήσει προσωπικά. Κι εξήγησέ του ότι δεν είμαι μαλακός με τους ανίκανους». Ο Αμβροσίνος απομακρύνθηκε με ελαφρά βήματα, θε­ ωρώντας ότι είχε ήδη ακούσει αρκετά, και παρουσιάστηκε στον καταυλισμό από την αντίθετη πλευρά, όπου οι άντρες της συνοδείας γύριζαν πάνω στη φωτιά σούβλες με κομμά­ τια κριαριού. Κάθισε σε μια άκρη κι έψησε τα κάστανά του, ύστερα τα έλιωσε σ' ένα γουδί, πρόσθεσε λίγο βρασμένο μούστο από τις προμήθειες της φάλαγγας κι έφτιαξε μια μαλακή ζύμη, την οποία έψησε στη φωτιά για να την κάνει τραγανιστή. Την πρόσφερε στον κύριό του με δικαιολογη­ μένη περηφάνια. Ο Ρωμύλος τον κοίταξε έκπληκτος. «Το αγαπημένο μου γλυκό. Μα πώς τα κατάφερες;» «Ο Ουλφίλας αρχίζει να μου παραχωρεί κάποιες ελευ­ θερίες. Ξέρει καλά ότι δεν μπορεί να μου φέρεται πολύ ά­ σχημα, αν αγαπάει το τομάρι του. Πήγα στο δάσος και μά­ ζεψα κάστανα, αυτό είναι όλο». «Ευχαριστώ», απάντησε ο Ρωμύλος. «Μου θυμίζει τις γιορτινές μέρες στο σπίτι, όταν οι μάγειρες μας το ετοίμα­ ζαν πάνω στις πλάκες από σχιστόλιθο στον κήπο. Μου φαί­ νεται σαν να μυρίζω ακόμα το άρωμα του μούστου που έ­ βραζε πάνω στη φωτιά. Δεν υπάρχει άρωμα πιο γλυκό και πιο έντονο από το μούστο που βράζει». «Φάε», του είπε ο Αμβροσίνος, «μην το αφήσεις να κρυώ­ σει». Ο Ρωμύλος δάγκωσε την πίτα και ο δάσκαλός του συνέ­ χισε: «Έχω νέα. Ξέρω πού μας πηγαίνουν. Άκουσα τον Ουλφίλα να μιλάει με το συμβούλιο των υπαρχηγών του, καθώς έβγαινα από το δάσος. Προορισμός μας είναι το Κάπρι». «Το Κάπρι; Μα αυτό είναι νησί».

«Ναι. Είναι νησί, αλλά δεν απέχει πολύ από την ακτή. Μερικοί το βρίσκουν ευχάριστο, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, ό­ ταν το κλίμα είναι πολύ καλό. Ο αυτοκράτορας Τιβέριος έ­ χτισε εκεί πολυτελείς επαύλεις και τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του έζησε στην πιο όμορφη από αυτές, την έπαυ­ λη Γιόβις*. Μετά το θάνατο του...» «Όπως και να χει, θα είναι μια φυλακή», τον διέκοψε ο Ρωμύλος, «όπου θα ζήσω τις υπόλοιπες μέρες μου χωρίς άλ­ λη συντροφιά εκτός από τους πιο μισητούς εχθρούς μου. Δε θα μπορώ να ταξιδεύω, δε θα μπορώ να γνωρίζω άλλους αν­ θρώπους, δε θα μπορώ να κάνω οικογένεια...» «Ας παίρνουμε αυτό που η ζωή μάς δίνει μέρα με τη μέ­ ρα, παιδί μου. Το μέλλον είναι στο νου και στα χέρια του Θεού. Μην παραδίνεσαι, μη λιγοψυχείς, μην παραιτείσαι. Θυμήσου το παράδειγμα των μεγάλων του παρελθόντος, θυ­ μήσου τη διδασκαλία και τις συμβουλές των μεγάλων σο­ φών, του Σωκράτη, του Κάτωνα, του Σενέκα. Η γνώση δεν είναι τίποτα αν δε μας δίνει τα μέσα για να αντιμετωπίσου­ με τη ζωή. Άκουσε, τις προάλλες είχα μια προειδοποίηση. Σαν από θαύμα μού ήρθε στο μυαλό μια αρχαία προφητεία της γης μου και από τότε τα αισθήματά μου άλλαξαν. Νιώ­ θω ότι δεν είμαστε μόνοι και ότι σύντομα θα υπάρξουν κι άλ­ λα σημάδια. Πίστεψέ με, το αισθάνομαι». Ο Ρωμύλος χαμογέλασε, περισσότερο από συμπάθεια παρά από ανακούφιση. «Ονειρεύεσαι», του είπε, «ξέρεις ό­ μως να φτιάχνεις ωραίες πίτες και αυτό είναι ένα αναμφι­ σβήτητο προτέρημα». Ξανάρχισε να τρώει και ο Αμβροσί­ νος τον κοίταζε με τόση ικανοποίηση, ώστε ξέχασε ότι σχε­ δόν δεν είχε αγγίξει φαγητό μέχρι εκείνη τη στιγμή, προτί-

132

133

* Έπαυλη του Δία. (Σ.τ.Μ.)


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

μησε όμως να δώσει όσο απέμενε στον Ουλφίλα, για να τη­ ρήσει την υπόσχεση του και να κερδίσει, όσο ήταν δυνατό, την εύνοιά του. Την επόμενη μέρα ξύπνησαν την αυγή και παρακολου­ θήσαν την αναχώρηση του αποσπάσματος που κατευθυνό­ ταν προς νότο. Έπειτα η φάλαγγα πήρε και πάλι το δρόμο της και δε σταμάτησε παρά μόνο για ένα σύντομο γεύμα το μεσημέρι. Το κλίμα γινόταν πιο γλυκό καθώς κατέβαιναν προς το νότο. Τα σύννεφα ήταν μεγάλα και κάτασπρα, διέ­ σχιζαν τον ουρανό σπρωγμένα από το δυτικό άνεμο και κα­ μιά φορά συμπυκνώνονταν σε μεγάλα μαύρα νέφη φέρνο­ ντας απρόσμενες και βίαιες καταιγίδες που πλημμύριζαν τη γη. Έπειτα έβγαινε και πάλι ο ήλιος για να φωτίσει τους νο­ τισμένους κάμπους που λαμποκοπούσαν. Οι βαλανιδιές και οι φράξοι είχαν δώσει τη θέση τους στα πεύκα και στις μυρ­ τιές, οι μηλιές στις ελιές και στα αμπέλια. «Η Ρώμη είναι πίσω μας τώρα πια», είπε ο Αμβροσίνος. «Πλησιάζουμε στον προορισμό μας». «Η Ρώμη...» μουρμούρισε ο Ρωμύλος και αναλογίστηκε τη μέρα που είχε εισέλθει στο βουλευτήριο της Συγκλήτου, φορώντας τα αυτοκρατορικά ενδύματα, με τη συνοδεία των γονιών του. Έμοιαζε να έχει περάσει ένας αιώνας αντί για λίγους μήνες, και τώρα πήγαινε να ζήσει την εφηβεία και τα νιάτα του, την ωραιότερη ηλικία στη ζωή ενός ανθρώπου, με την καρδιά βαριά από το πένθος και από σκοτεινά προαι­ σθήματα.

134

9

Ο ΟΥΛΦΙΛΑΣ ΠΡΟΣΕΞΕ τη νεροκουβαλήτρα όταν αυτή βρι­ σκόταν ακόμα σε κάποια απόσταση. Στεκόταν στα δεξιά του δρόμου, στο ίσωμα. Ένα ασκί κρεμόταν χιαστί από τον ώ­ μο της και στο χέρι της κρατούσε ένα ξύλινο κύπελλο. Έμοια­ ζε στο παρουσιαστικό με τους πολλούς δυστυχισμένους και ζητιάνους που συναντούσε κανείς στο δρόμο. Εδώ και αρ­ κετή ώρα ο ήλιος είχε γίνει πιο ζεστός, η μεσημεριανή ώρα και η έλλειψη πηγών κατά τη διαδρομή έκαναν τόσο τους άντρες όσο και τα άλογα να διψούν. «Ε, έλα εδώ!» της είπε στη γλώσσα του όταν έφτασαν λί­ γο πιο κοντά. «Διψάω!» Η κοπέλα κατάλαβε από τις χειρονομίες και την έκφρα­ σή του ότι ήθελε να πιει και του έδωσε το γεμάτο κύπελλο. Μολονότι ήταν κακοντυμένη μ' ένα φθαρμένο μανδύα, η ο­ μορφιά της κατόρθωνε να ξεχωρίζει και προκαλούσε τα πρό­ στυχα σχόλια των βάρβαρων πολεμιστών. «Ε, για να σε δούμε λίγο καλύτερα!» της φώναξε κάποιος προσπαθώντας να τραβήξει το μανδύα από τους ώμους της, εκείνη όμως τον απέφυγε με μια ανάλαφρη και γρήγορη κί­ νηση του κορμού της. Προσπάθησε, παρ' όλα αυτά, να χα­ μογελάσει και άπλωσε το χέρι για να πάρει μια ελεημοσύνη σε αντάλλαγμα για το δροσερό νερό που έχυνε στο κύπελλο. 135


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Από πότε πληρώνουμε για το νερό σ' αυτά τα μέρη;» φώ­ ναξε ένας άλλος πολεμιστής. «Όταν πληρώνω μια γυναίκα, πρέπει να μου δίνει πολύ περισσότερα». Και την πλησίασε αρπάζοντάς τη και τραβώντας τη κοντά του. Ένιωσε τη λε­ πτή μέση και την καλλίγραμμη καμπύλη των γοφών, τους τε­ ντωμένους μυς κάτω από το δέρμα, και την κοίταξε με έκ­ φραση έκπληξης λέγοντας: «Τι σφιχτή σάρκα! Δε φαίνεσαι να τρως λίγο και άσχημα». Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ό­ μως μια φωνή να λέει: «Διψάω». Η κοπέλα κατάλαβε ότι προερχόταν από την άμαξα, η ο­ ποία απείχε λίγα βήματα, και πλησίασε παραμερίζοντας το παραπέτασμα που κάλυπτε το παραθυράκι. Βρέθηκε μπρο­ στά σ' ένα αγόρι δώδεκα, δεκατριών χρονών, με ανοιχτά κα­ στανά μαλλιά και μεγάλα σκούρα μάτια, που φορούσε έναν άσπρο χιτώνα με μακριά μανίκια κεντημένα με ασημένια κλωστή. Απέναντι του καθόταν ένας άντρας γύρω στα εξή­ ντα, με γκρίζα γενειάδα, φαλακρός στην κορυφή του κεφα­ λιού, που φορούσε έναν απλό χιτώνα από γκρίζο μαλλί, ενώ ένα μικρό ασημένιο κόσμημα κρεμόταν από το λαιμό του. Αμέσως ο Ουλφίλας τράβηξε το παραπέτασμα και απο­ μάκρυνε άγαρμπα την κοπέλα φωνάζοντας: «Μακριά από δω!» Ο άντρας που καθόταν μέσα στην άμαξα όμως παραμέ­ ρισε ξανά το παραπέτασμα και είπε με σταθερή φωνή: «Το αγόρι διψάει». Τότε τα μάτια του συνάντησαν εκείνα της κο­ πέλας και αμέσως κατάλαβε ότι δεν ήταν αυτό που έδειχνε. Προσπαθούσε να του δώσει να καταλάβει ή να τον προετοι­ μάσει για κάτι και ο άντρας έσφιξε το χέρι του Ρωμύλου, σαν να ήθελε να τον προειδοποιήσει για ένα επικείμενο απροσ­ δόκητο γεγονός. Η νεροκουβαλήτρα πλησίασε και, τη στιγμή που δεν την έπιανε το βλέμμα του Ουλφίλα, έδωσε στο αγόρι το ξύλινο κύπελλο γεμάτο νερό και στον άντρα ένα μεταλλικό

ποτήρι και, καθώς το αγόρι έπινε, του ψιθύρισε στα ελληνικά: «Χαίρε, καίσαρ». Το αγόρι κατόρθωσε να ελέγξει την έκπληξή του, ενώ ο συνοδός του απαντούσε στην ίδια γλώσσα: «Τις ει;» «Μια φίλη», απάντησε η κοπέλα. «Με λένε Λιβία. Πού σας πηγαίνουν;» Την ίδια όμως στιγμή ο Ουλφίλας επενέβη ξανά και την τράβηξε πίσω, δίνοντας τέλος σ' εκείνη τη συζήτηση. Μέσα στην άμαξα ο Ρωμύλος στράφηκε προς τον παι­ δαγωγό του, μην ξέροντας πώς να ερμηνεύσει εκείνη την παράξενη συνάντηση: «Ποια να ήταν, Αμβροσίνε; Πώς ή­ ξερε ποιος είμαι;»

«Λεγεώνα Νόβα Ινβίκτα», διάβασε χαμηλόφωνα. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, καίσαρα; Ότι εκείνος ο στρατιώτης δοκι­ μάζει ξανά και ότι αυτή τη φορά δεν είναι μόνος. Δεν ξέρω αν αυτό πρέπει να με χαροποιεί ή να με ανησυχεί, η καρ­ διά μου όμως μου λέει ότι πρόκειται για ένα ευνοϊκό σημά­ δι, για ένα ευοίωνο γεγονός. Δε μας εγκατέλειψαν στη μοί­ ρα μας κι αισθάνομαι ότι η προειδοποίηση που είχα πριν α­ πό λίγες μέρες ήταν αληθινή...» Ο Ουλφίλας, στο μεταξύ, απωθούσε τη Λιβία προς την ά­ κρη του δρόμου, αυτή όμως τον κοίταξε με ικετευτικό βλέμ­ μα: «Άρχοντά μου, το κύπελλό μου. Το χρειάζομαι».

136

137

Την προσοχή του άντρα είχε τραβήξει εκείνη τη στιγμή το ποτήρι που είχε στο χέρι του. Το γύρισε ανάποδα και ανα­ κάλυψε μια σφραγίδα σε σχήμα αετού αποτυπωμένη στον πάτο και την επιγραφή LEG NOVA INV


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Εντάξει», είπε ο Ουλφίλας, «φύγε όμως από δω». Τη συ­ νόδεψε πίσω, μέχρι την άμαξα και, αφού εκείνη πήρε πίσω το κύπελλό της, την οδήγησε ξανά προς τη στροφή του δρό­ μου, χωρίς να την αφήσει μόνη ούτε λεπτό. Η Λιβία είχε μό­ νο μια στιγμή για να ανταλλάξει ακόμα ένα βλέμμα με τους δυο αιχμαλώτους, αλλά δεν μπόρεσε να πει λέξη. Ακολού­ θησε την άμαξα με το βλέμμα της για πολλή ώρα, ώσπου αυ­ τή χάθηκε πίσω από μια μικρή καμπύλη του εδάφους, και δεν κινήθηκε πριν σβήσει εντελώς ο θόρυβος των οπλών και των τροχών. Σ' εκείνο το σημείο στράφηκε προς το βουνό και είδε έναν ιππέα που την παρατηρούσε ακίνητος από την κο­ ρυφή ενός λόφου. Ήταν ο Αυρήλιος. Τότε ξεκίνησε και προ­ χώρησε μέσα από τη συστάδα, ακολουθώντας ένα φιδογυριστό μονοπάτι που μετά από λίγο την έφερε στους πρόπο­ δες του λόφου. Ο Αυρήλιος ήρθε προς το μέρος της κρατώ­ ντας ένα δεύτερο άλογο από τα χαλινάρια. Η Λιβία το κα­ βάλησε. «Λοιπόν;» ρώτησε εκείνος. «Καθόμουν σε αναμμένα κάρ­ βουνα». «Δεν τα κατάφερα. Ήταν έτοιμος να μου το πει, όταν ο Ουλφίλας με τράβηξε πίσω. Αν δοκίμαζα να ρωτήσω κάτι άλ­ λο, θα με υποπτευόταν και σίγουρα θα με έπιανε. Τώρα ό­ μως ξέρουν τουλάχιστον ότι τους ακολουθούμε, νομίζω. Ο άνθρωπος που είναι με τον αυτοκράτορα έχει βλέμμα έντο­ νο, διαπεραστικό και σίγουρα είναι πανέξυπνος». «Αυτός ο καταραμένος φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρ­ νουν», απάντησε ο Αυρήλιος, «είναι όμως ο δάσκαλος του α­ γοριού και πρέπει σε κάθε περίπτωση να τον λαμβάνουμε υ­ πόψη, όποιο κι αν είναι το σχέδιο που θα θέσουμε σε εφαρ­ μογή. Κι εκείνον, πες μου, εκείνον μπόρεσες να τον δεις;» «Τον αυτοκράτορα; Ναι, βέβαια».

«Πώς είναι;» ρώτησε ο Αυρήλιος χωρίς να κρύψει την α­ γωνία του. «Καλά, θα έλεγα ότι είναι καλά, όμως τα μάτια του φα­ νερώνουν μια απέραντη μελαγχολία. Ο χαμός των γονιών του πρέπει να τον βαραίνει τρομερά». Ο Αυρήλιος συλλογίστηκε σιωπηλός για μερικές στιγμές κι έπειτα είπε: «Τώρα να δούμε αν θα μπορέσουμε να έρ­ θουμε σε επαφή μαζί του. Η συνοδεία δε μου φαίνεται πια τόσο προσεκτική, ίσως έχουν πειστεί ότι κανείς δε σκέφτε­ ται πια τους αιχμαλώτους». «Οι άλλοι, ίσως. Ο Ουλφίλας όχι, είναι δύσπιστος, καχύ­ ποπτος, κοιτάζει αδιάκοπα γύρω του με βλέμμα λύκου. Έχει την κατάσταση πάντα υπό έλεγχο, δεν του ξεφεύγει τίποτα, σε διαβεβαιώνω». «Τον είδες καταπρόσωπο;» «Όπως βλέπω τώρα εσένα. Του άφησες ένα ωραίο ανα­ μνηστικό, δεν υπάρχει αμφιβολία, και, αν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη έστω και μια φορά, δε θα ήθελα να είμαι στη θέ­ ση σου τη μέρα που θα τύχει να πέσεις στα χέρια του». «Δεν υπάρχει πρόβλημα», απάντησε ο Αυρήλιος. «Δε θα πέσω ποτέ στα χέρια του... ζωντανός». Συνέχισαν την πορεία τους όλο το απόγευμα και ως το η­ λιοβασίλεμα, όταν είδαν τη φάλαγγα του Ουλφίλα να παρεκλίνει από το δρομολόγιο της κοντά στα Μιντούρνια έλη. Η αρχαία Αππία οδός δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πια. Τα έλη που κάποτε είχαν αποξηρανθεί, τουλάχιστον κατά έ­ να μέρος, από τα αποστραγγιστικά κανάλια τα οποία είχαν σκαφτεί με διαταγή του αυτοκράτορα Κλαύδιου, είχαν κα­ τακλύσει και πάλι μεγάλες εκτάσεις της πεδιάδας λόγω της έλ­ λειψης συντήρησης και ο δρόμος είχε καλυφθεί από τα νερά σε μεγάλα τμήματά του. Η επιφάνεια των στάσιμων νερών

138

139


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

πυρπολήθηκε τη στιγμή που ο δίσκος του ήλιου βυθίστηκε αργά σ' αυτά, ύστερα, σιγά σιγά, πήρε μολυβένιες αποχρώ­ σεις, καθώς αντανακλούσε τον ουρανό που σκοτείνιαζε. Στη θάλασσα, μεγάλα μαύρα σύννεφα πύκνωναν ανεβαίνοντας αργά προς τη μέση του ουρανού και από μακριά ακούγονταν βροντές. Ίσως να ερχόταν καταιγίδα από τα δυτικά. Εκείνη την ώρα της μέρας η ατμόσφαιρα, βαριά από τις α­ ναθυμιάσεις του έλους και την υγρασία, γινόταν αποπνικτική. Τόσο ο Αυρήλιος όσο και η Λιβία ήταν κάθιδροι, συνέχιζαν ό­ μως την πορεία τους για να μη χάσουν την επαφή με τη φά­ λαγγα που μετέφερε τον αυτοκράτορα, η οποία προχωρούσε με γρήγορο ρυθμό για να διανύσει όσο το δυνατό μεγαλύτερη απόσταση πριν πέσει η νύχτα. Κάποια στιγμή ο Αυρήλιος στα­ μάτησε για να βάλει να πιει από το φλασκί του και η Λιβία του έδωσε και το δικό της κύπελλο, αφού το απόθεμά της σε πό­ σιμο νερό είχε εξαντληθεί από τους άντρες του Ουλφίλα. Το έφερε στα χείλη της και ήπιε με μεγάλες γουλιές. Ξαφνικά, καθώς αποκαλυπτόταν ο πυθμένας του κυπέλλου, η Λιβία πα­ ρατήρησε κάτι και το πρόσωπό της φωτίστηκε. «Στο Κάπρι», είπε. «Πηγαίνουν στο Κάπρι». «Τι;» ρώτησε έκπληκτος ο Αυρήλιος. «Πηγαίνουν στο Κάπρι. Κοίτα, σου το είπα ότι εκείνος ο άνθρωπος είναι έξυπνος». Γύρισε την κούπα προς τον Αυ­ ρήλιο δείχνοντάς του τη λέξη που ήταν χαραγμένη στον πά­ το με τη μύτη μιας γραφίδας: CAPREAE. «Κάπρι», επανέλαβε ο Αυρήλιος. «Είναι ένα νησί στον κόλπο της Νεάπολης, τραχύ και βραχώδες, αφιλόξενο και άγριο, το οποίο κατοικείται μόνο από κατσίκες*, και γι' αυ­ τό το λόγο το αποκαλούν έτσι». * Στα λατινικά caprae. (Σ.τ.Μ.)

140

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Έχεις πάει;» «Όχι, έχουν ακούσει όμως να μιλούν γι' αυτό κάποιοι φί­ λοι μου που κατάγονται από εκείνα τα μέρη». «Δεν πιστεύω ότι είναι όπως τα λες», αντίλεξε η Λιβία. «Αν ο αυτοκράτορας Τιβέριος επέλεξε το νησί ως κατοικία του, δεν πρέπει να είναι τόσο άσχημο. Το κλίμα θα είναι καλό και ήπιο και μπορώ να φανταστώ την αρμύρα της θά­ λασσας να ανακατεύεται με το άρωμα των πεύκων και των σπάρτων». «Θα είναι όπως λες εσύ», απάντησε ο Αυρήλιος, «δεν παύει όμως να είναι μια φυλακή. Έλα, ας αναζητήσουμε καταφύγιο για τη νύχτα λίγο πιο ψηλά, προς τους λόφους, αλλιώς τα κουνούπια θα μας φάνε ζωντανούς». Βρήκαν καταφύγιο σε μια καλύβα από καλάμια και ά­ χυρα, την οποία είχαν φτιάξει οι χωρικοί για να προσέχουν τη σοδειά και η οποία ήταν από καιρό εγκαταλειμμένη. Η Λιβία καψάλισε στη φωτιά λίγο αλεύρι στον πάτο μιας με­ ταλλικής γαβάθας και το ζύμωσε με λίγο νερό και τριμμένο τυρί και αυτό ήταν το δείπνο τους. Έφαγαν σχεδόν αμίλη­ τοι, καθισμένοι δίπλα σε μια μικρή φωτιά από φρύγανα, ε­ νώ από χαμηλά ανέβαινε, σιγανό λόγω της απόστασης, το α­ διάκοπο κόασμα των βατράχων. «Θα κάνω εγώ την πρώτη βάρδια», είπε η Λιβία περνώ­ ντας το τόξο χιαστί. «Είσαι σίγουρη;» «Ναι. Δε νυστάζω τώρα και προτιμώ να κοιμηθώ όταν η νύχτα θα έχει προχωρήσει. Προσπάθησε να ξεκουραστείς». Ό Αυρήλιος έγνεψε καταφατικά, έδεσε τον Γιούμπα στον κορμό μιας σουρβιάς, μπήκε στην καλύβα και ξάπλωσε πά­ νω στο μανδύα του. Παρατήρησε για λίγο το άλογο να τρώει τους ώριμους κόκκινους καρπούς, κατόπιν γύρισε πλευρό 141


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

και προσπάθησε να αποκοιμηθεί, όμως η σκέψη της συ­ ντρόφου του σ' εκείνη την περιπέτεια του προκαλούσε μια ανησυχία και αναστάτωση που ολοένα αυξάνονταν. Θα ή­ θελε να αφεθεί σ' αυτή τη σκέψη που τον κυρίευε όλο και πε­ ρισσότερο και του ζέσταινε την καρδιά, φοβόταν όμως τον αναπόφευκτο αποχωρισμό, όταν θα ολοκληρωνόταν η απο­ στολή. Η Λιβία παρακολουθούσε μέσα στο σκοτάδι τα φώτα του καταυλισμού των εχθρών, κάτω στην πεδιάδα. Πέρασε ώρα, δεν μπορούσε να πει πόση, και ξαφνικά παρατήρησε κινή­ σεις, είδε τις σκιές των βάρβαρων ιππέων να περνούν δίπλα από το έλος κρατώντας αναμμένους πυρσούς. Ήταν πιθα­ νώς μια απλή αναγνώριση, εκείνο όμως το θέαμα της έφε­ ρε στο νου μια άλλη σκηνή θαμμένη στη μνήμη της: ένα πλήθος βάρβαρων ιππέων που κάλπαζαν προς την όχθη της λιμνοθάλασσας με φόντο μια θάλασσα φωτιάς, προς έναν ά­ ντρα που τους περίμενε ακίνητος. Ανατρίχιασε, σαν να τη χτύπησε μια ριπή παγωμένου αέρα, και γύρισε το κεφάλι της προς την καλύβα. Ο Αυρήλιος κοιμόταν τώρα, εξαντλη­ μένος από την πορεία και από την αδυναμία λόγω της κα­ κής διατροφής. Η Λιβία, σαν να της ήρθε μια ξαφνική έ­ μπνευση, πήρε ένα δαυλό από τη φωτιά και πλησίασε επι­ φυλακτικά, πλάγιασε δίπλα του και άπλωσε το άλλο χέρι της για να ξεσκεπάσει το στήθος του. Ο Αυρήλιος τινάχτη­ κε απότομα με το σπαθί στο χέρι, σημαδεύοντας το λαιμό της. «Στάσου, εγώ είμαι», είπε η Λιβία και αποτραβήχτηκε. «Μα τι έκανες; Καταλαβαίνεις ότι θα μπορούσα να σε σκοτώσω;» «Πίστευα ότι δε θα ξυπνούσες, ήθελα μόνο...» «Τι;»

«Ήσουν ξεσκέπαστος, ήθελα να σε σκεπάσω». «Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν είναι έτσι. Και τώρα πες μου την αλήθεια, αλλιώς φεύγω αμέσως». Η Λιβία σηκώθηκε όρθια και πήγε να καθίσει κοντά στη φωτιά. «Εγώ... νομίζω πως ξέρω ποιος είσαι». Ο Αυρήλιος πλησίασε και για μερικές στιγμές φάνηκε να παρατηρεί τις γαλαζωπές φλόγες που έγλειφαν τα κάρβου­ να- ύστερα κοίταξε τη Λιβία στα μάτια. Στο βλέμμα του δια­ κρινόταν μια παγερή σκιά, λες και η ψυχή του κατακλυζό­ ταν από μια σκοτεινή παλίρροια αναμνήσεων, λες κι ένα παλιό τραύμα άρχιζε και πάλι να αιμορραγεί. Γύρισε από­ τομα την πλάτη. «Δε θέλω να σ' ακούσω», είπε με άτονη φω­ νή. «Η νύχτα είναι ακόμα στην αρχή της», απάντησε η Λιβία. «Υπάρχει όλος ο χρόνος για μια μεγάλη ιστορία. Μόλις εί­ πες ότι θέλεις την αλήθεια, το ξέχασες κιόλας;» Ο Αυρήλιος στράφηκε αργά, σκύβοντας σιωπηλός το κε­ φάλι, και η Λιβία συνέχισε: «Μια νύχτα, πριν από πολλά χρόνια, η πόλη όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, όπου είχα το σπίτι μου και τους γονείς μου, κυριεύθηκε μετά από μα­ κρόχρονη αντίσταση. Οι βάρβαροι επιδόθηκαν σε λεηλα­ σίες και σφαγές. Εκτέλεσαν όλους τους άντρες, βίασαν και οδήγησαν στη σκλαβιά τις γυναίκες, λεηλάτησαν και πυρ­ πόλησαν τα σπίτια. Ο πατέρας μου πέθανε προσπαθώντας να μας υπερασπίσει, τον έσφαξαν μπροστά στα μάτια μας, στο κατώφλι του ίδιου του σπιτιού μας. Η μητέρα μου έφυγε κρατώντας με από το χέρι. Τρέξαμε μέσα στο σκοτάδι, σ' ένα παλιό μονοπάτι πίσω από το υδραγωγείο που χρησι­ μοποιούσαν οι περίπολοι, έρμαια του πανικού και της α­ πελπισίας. Ο δρόμος φωτιζόταν εδώ κι εκεί από τη λάμψη των πυρκαγιών, φωνές, θρήνοι και ουρλιαχτά παραφροσύ-

142

143


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

νης ακούγονταν σε κάθε γωνιά, από κάθε τοίχο, έπεφταν α­ πό τον ουρανό σαν πύρινο χαλάζι. Η πόλη ήταν γεμάτη ά­ ψυχα σώματα, το αίμα κυλούσε παντού. Εγώ ήμουν κατά­ κοπη και η μητέρα μου με τραβούσε από το χέρι. Φτάσαμε έτσι στην όχθη της λιμνοθάλασσας, όπου μια βάρκα φορ­ τωμένη με πρόσφυγες ήταν έτοιμη να φύγει. Ήταν η τελευ­ ταία· άλλες βάρκες βρίσκονταν ήδη μακριά, χάνονταν κα­ θώς τις κατάπινε το σκοτάδι, πέρα από την τελευταία αντα­ νάκλαση της πυρκαγιάς». Στάθηκε για μια στιγμή, ερευνώ­ ντας με το βλέμμα το συνομιλητή της μέχρι τα μύχια της ψυχής του, με μάτια που έλαμπαν από τα δάκρυα στην α­ νταύγεια της φωτιάς, αλλά δε συνάντησε παρά φόβο. «Συνέχισε», είπε ο Αυρήλιος. Η Λιβία κάλυψε το πρόσωπο με τα χέρια της, σαν να ήθε­ λε να προστατέψει τα μάτια της από εκείνα τα οράματα που της έκαιγαν την καρδιά, από εκείνες τις αναμνήσεις που είχε απωθήσει για καιρό στα βάθη του μυαλού της. Έκανε κου­ ράγιο και συνέχισε: «Η βάρκα απομακρυνόταν ήδη και η μη­ τέρα μου βάλθηκε να φωνάζει τρέχοντας προς το σκάφος με το νερό ως τα γόνατα, εξορκίζοντας τους να μας περιμένουν...». Μια λάμψη αγωνίας κι έκπληξης πέρασε από τα μάτια του Αυρήλιου και η Λιβία τον πλησίασε κι άλλο, τόσο που εκείνος μπορούσε να νιώσει τη μυρωδιά της αλμύρας που ανέδινε το φιδίσιο κορμί της. Ένα κύμα ζέστης ανέβηκε στο πρόσωπό του, που φούντωσε, του φάνηκε ότι βυθιζόταν σε μια λαίλαπα φωτιάς κι ένιωσε και πάλι ένα αίσθημα πανι­ κού να πλακώνει την καρδιά του σαν πέτρα. Η Λιβία συνέ­ χισε αμείλικτη: «Ένας άντρας καθόταν στην πρύμνη, ένας νεαρός Ρωμαίος αξιωματικός με ματωμένη πανοπλία. Όταν μας είδε, κατέβηκε στο νερό, βοήθησε τη μητέρα μου να α­ νεβεί και με πήρε στην αγκαλιά του καθώς εκείνη καθόταν

στη μοναδική θέση που απόμενε, έπειτα μ' έπιασε από τη μέση και με σήκωσε ψηλά, προς τα απλωμένα χέρια της. Βλέποντας τα σκοτεινά νερά από κάτω μου, φοβήθηκα και πιάστηκα από το λαιμό του και τότε ήταν που του πήρα αυ­ τό». Λέγοντας αυτά, του έδειξε το μετάλλιο με τον ασημένιο αετό που κρεμόταν από το λαιμό της, και μετά συνέχισε: «Η μητέρα μου με πήρε στην αγκαλιά της και μ' έσφιξε στο στήθος της, καθώς η βάρκα απομακρυνόταν αργά από την όχθη. Η τελευταία εικόνα που αποτυπώθηκε στη μνήμη μου είναι η ακίνητη μορφή του αξιωματικού στην όχθη, η σκο­ τεινή φιγούρα του με φόντο την κόλαση φωτιάς που κατα­ βρόχθιζε την πόλη μου και μια ομάδα βάρβαρων ιππέων που κατέφθαναν καλπάζοντας σαν δαίμονες, κραδαίνοντας αναμμένους πυρσούς. Εκείνος ο νεαρός αξιωματικός ήσουν εσύ. Είμαι βέβαιη γι' αυτό». Έσφιξε στο χέρι της το μικρό ασημένιο αετό. «Τον φο­ ράω στο λαιμό μου από εκείνη τη νύχτα και δεν έχασα πο­ τέ την ελπίδα ότι μπορώ να βρω ξανά τον ήρωα που θυσιά­ στηκε για να μας σώσει τη ζωή». Σώπασε κι έμεινε ακίνητη μπροστά στο σύντροφό της, περιμένοντας μια απάντηση, ένα σημάδι που να επιβεβαι­ ώνει ότι οι εικόνες εκείνης της μακρινής νύχτας ξύπνησαν μέσα του τη συνείδηση του παρελθόντος, ο Αυρήλιος όμως δε μιλούσε· έκλεινε τα βλέφαρά του για να συγκρατήσει τα δάκρυα, για να κυριαρχήσει στον τρόμο, στην αγωνία του κενού, στη μέγκενη του κρύου και του σκοταδιού. «Γι' αυτό το λόγο το βλέμμα σου πέφτει ενστικτωδώς σ' αυ­ τό το μετάλλιο, γιατί ξέρεις ότι είναι δικό σου, ότι σου ανή­ κει, είναι το διακριτικό της μονάδας σου, του όγδοου παννονικού συντάγματος σημαιοφόρων, των ηρωικών υπερασπιστών της Ακυληίας!»

144

145


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Ο Αυρήλιος ένιωσε ένα επώδυνο σκίρτημα σ' αυτά τα λό­ για, αλλά συγκρατήθηκε. Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε την κοπέλα με τρυφερότητα, έβαλε τα χέρια του στους ώμους της και είπε: «Εκείνος ο νεαρός είναι νεκρός, Λιβία, νεκρός, το καταλαβαίνεις;» Η Λιβία κουνούσε το κεφάλι της, ενώ τα δάκρυα αυλάκω­ ναν τα μάγουλά της, αυτός όμως συνέχισε: «Είναι νεκρός. Όπως όλοι οι άλλοι. Δεν υπήρξαν επιζήσαντες από εκείνη τη φρουρά. Το ξέρουν όλοι. Όσα μου είπες είναι ένα παιδικό ό­ νειρο. Συλλογίσου το για μια στιγμή: πόσες πιθανότητες υ­ πάρχουν να σώθηκε εκείνος ο νέος, αν η κατάστασή του ήταν αυτή που μου περιέγραψες; Και πόσες πιθανότητες υπάρ­ χουν να τον συνάντησες και πάλι μετά από τόσα χρόνια;». Ενώ μιλούσε, έβλεπε ξανά το πρόσωπο του Ουλφίλα, συσπασμένο από το μένος, και τον άκουγε να φωνάζει: «Σε ξέ­ ρω, Ρωμαίε! Σ' έχω ξαναδεί!» Είπε όμως: «Αυτά τα πράγ­ ματα συμβαίνουν μόνο στα παραμύθια. Ξέχασέ τον». «Αλήθεια; Πες μου λοιπόν, που ήσουν τη νύχτα που έπε­ σε η Ακυληία;» «Δεν ξέρω, πίστεψέ με. Εκείνες οι μέρες είναι πολύ μα­ κρινές, πέρα από τα σύνορα της μνήμης μου». «Ίσως όμως μπορώ να σου δώσω μια απόδειξη. Άκουσε, όταν σε πλησίασα ενώ κοιμόσουν, ήθελα να δω αν...» «Τι;» «Αν έχεις μια ουλή στο στήθος, ακριβώς στη βάση του λαιμού. Νομίζω... νομίζω πως θυμάμαι ότι εκείνος ο στρα­ τιώτης είχε στο στήθος ένα τραύμα που αιμορραγούσε». «Πολλοί στρατιώτες έχουν ουλές στο στήθος. Οι θαρρα­ λέοι, εννοώ». «Και γιατί το βλέμμα σου πέφτει πάντα σ' αυτό το με­ τάλλιο;»

«Δεν κοιτάζω το μετάλλιο. Κοιτάζω... το στήθος σου». «Φύγε!» φώναξε η Λιβία τρέμοντας από οργή και απο­ γοήτευση. «Άφησέ με μόνη! Άφησέ με μόνη!» «Λιβία, εγώ...» «Άφησέ με μόνη», επανέλαβε χαμηλόφωνα. Ο Αυρήλιος έφυγε κι εκείνη γονάτισε δίπλα στη φωτιά που έσβηνε. Έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της κι έκλαψε βουβά. Έμεινε έτσι πολλή ώρα, ώσπου ένιωσε το κρύο να την περονιάζει ως το κόκαλο. Τότε σήκωσε το κεφάλι της και εί­ δε τον Αυρήλιο ακίνητο, να γέρνει στον κορμό μιας βαλανι­ διάς. Μια σκιά ανάμεσα στα φαντάσματα της νύχτας.

146

147


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

10

Ο ΑΥΡΗΛΙΟΣ ΠΗΓΕ στο ρυάκι, έβγαλε τον επενδύτη και το πανωφόρι κι άρχισε να πλένεται από τη μέση και πάνω. Τα δάχτυλά του στάθηκαν στην ουλή που χάραζε το δέρμα του ακριβώς κάτω από την ένωση των κλείδων. Το παγωμένο νερό τον έκανε να αναριγήσει στην αρχή, έπειτα όμως του έδωσε μια αίσθηση δύναμης και ανανεωμένης ενέργειας, μετά από μια νύχτα που είχε περάσει ταραγμένος και σχε­ δόν άυπνος. Ξαφνικά ένιωσε μια σουβλιά που τον έκανε να κλείσει τα μάτια και να σφίξει τα δόντια σ' ένα μορφασμό πόνου. Ο πόνος δεν προερχόταν όμως από εκείνη την ουλή· προερχόταν από ένα καρούμπαλο που είχε στο κεφάλι του, στην ινιακή χώρα, και ήταν ίσως το σημάδι μιας πτώσης ή ενός χτυπήματος που είχε δεχτεί ποιος ξέρει πότε, ποιος ξέ­ ρει που. Με το πέρασμα του χρόνου εκείνος ο οξύς, παρα­ τεταμένος πόνος τον σφυροκοπούσε όλο και πιο συχνά, ό­ λο και πιο έντονα. «Κινούνται!» φώναξε η Λιβία. «Πρέπει να ξεκινήσουμε!» Ο Αυρήλιος σκουπίστηκε χωρίς να γυρίσει, φόρεσε το πανωφόρι και τον επενδύτη, κρέμασε το σπαθί στον αορτήρα κι ανέβηκε τη μικρή ανηφόρα, ώσπου έφτασε στον Γιούμπα, που βοσκούσε ήσυχος το νοτισμένο απ' τη δροσιά χορτάρι. Πήδησε στη σέλα και τον σπιρούνισε να καλπάσει, 148

ενώ η Λιβία τον ακολουθούσε. Όταν μετρίασαν το ρυθμό τους, ο Αυρήλιος είπε: «Ο καιρός χειροτερεύει, οι σουβλιές μου δεν κάνουν λάθος». Η Λιβία χαμογέλασε. «Και ο πάππους μου έλεγε έτσι. Τον θυμάμαι σαν να 'ναι τώρα, λεπτό, ξερακιανό και σχε­ δόν φαφούτη· ήταν όμως παλαίμαχος και είχε πολεμήσει με τον Ευγένιο στη μάχη του Φρίγκιντο, όπου σώθηκε ως εκ θαύματος. Όταν ο καιρός ετοιμαζόταν να αλλάξει, τον έ­ πιαναν οι πόνοι όπως κι εσένα, αν και δεν ήξερε από που προέρχονταν, τόσες ήταν οι ουλές και τα κατάγματα που εί­ χε στο σώμα του. Όμως δεν έκανε λάθος· μέσα σε έξι ή ε­ φτά ώρες έπεφτε βροχή ή κάτι ακόμα χειρότερο». Χαμηλότερα, η μακριά φάλαγγα των Έρουλων και Σκίρων πολεμιστών που συνόδευαν την άμαξα του μικρού αυτοκρά­ τορα και του μέντορά του ξετυλιγόταν κατά μήκος των τελευ­ ταίων λωρίδων του έλους. Στο πέρασμά τους, βούβαλοι έβγαι­ ναν από το τέλμα γυαλίζοντας και στάζοντας, για να πάνε λί­ γο παραπέρα. Άλλοι, ξαπλωμένοι στο δρόμο για να στεγνώσουν στον πρωινό ήλιο, όταν πλησίαζαν τα άλογα σηκώνονταν, σαν νωχελικοί, λασπωμένοι γίγαντες και απομακρύνονταν προς το λιβάδι, που ήταν κατάφυτο από μενεξεδιά γαϊδουράγκαθα και χρυσόχρωμες πικραλίδες. Η πιο εύφορη πεδιάδα της Ιταλίας άρχιζε να ανοίγεται μπροστά τους με αγρούς κίτρινους από τις καλαμιές ή καστανούς από τους σβόλους που είχαν δημι­ ουργηθεί από το πρόσφατο πέρασμα του αλετριού. Ένα μικρό ερειπωμένο ιερό έδειχνε το σημείο απ' όπου άρχιζε η περιο­ χή κάποιας αρχαίας οσκικής φυλής και σε κάποιο τρίστρατο ένας ναΐσκος φιλοξενούσε τη χριστιανική εικόνα που είχε από καιρό αντικαταστήσει εκείνη της Τριοδίτιδας Εκάτης, την Πα­ ναγία με το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά της. Προχώρησαν ώσπου βράδιασε, οπότε η φάλαγγα στα149


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

μάτησε κοντά στις όχθες ενός χειμάρρου και οι άντρες άρ­ χισαν να στήνουν τις σκηνές για τους αρχηγούς και να στρώ­ νουν για να κοιμηθούν και οι ίδιοι τη νύχτα. Οι χωρικοί, που γύριζαν εκείνη την ώρα από τα χωράφια με τα εργαλεία στον ώμο, και τα παιδιά, που έπαιζαν κυνηγητό στο τελευ­ ταίο φως του ήλιου, σταματούσαν και κοίταζαν με περιέρ­ γεια κι ύστερα έπαιρναν και πάλι το δρόμο για τα χωριά τους, από τα οποία άρχιζαν να υψώνονταν λεπτές σπείρες καπνού. Όταν έπεσε το σκοτάδι, η Λιβία έδειξε τα φώτα στο βάθος της πεδιάδας: «Αυτό είναι το Μιντούρνο», είπε, «που κάποτε φημιζόταν για το κρασί του...» Ο Αυρήλιος συμφώνησε μ' ένα νεύμα του κεφαλιού και σχεδόν αυτόματα απάγγειλε δυο στίχους: Vina bibes iterum Tauro diffusa palustris inter Minturnas...* Η Λιβία τον κοίταξε κατάπληκτη. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε ένα στρατιώτη να απαγγέλλει Οράτιο έμμετρα και με την κλασική προφορά, ήταν κι αυτό όμως μέρος ε­ νός παρελθόντος που εξακολουθούσε να της διαφεύγει. «Πρέπει να έρθουμε σε επαφή», είπε ο Αυρήλιος. «Αύριο θα πρέπει να στραφούν νότια για τη Νεάπολη ή νοτιοανα­ τολικά για την Καπύη, όμως, και στη μία και στην άλλη πε­ ρίπτωση, δε θα έχουμε πια τη δυνατότητα να τους ακολου­ θούμε έχοντας την κάλυψη των λόφων. Θα πρέπει να κατε­ βούμε στην πεδιάδα, στα ανοιχτά, να διασχίσουμε όλο και περισσότερα χωριά και αγροικίες, όπου θα είναι ευκολότε* Θα πιεις ξανά κρασιά που είναι διαδεδομένα στου Ταύρου τα έλη ανάμεσα στο Μιντούρνο. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)

150

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ρο να μας προσέξουν. Οι ξένοι δεν περνούν απαρατήρητοι». «Κι αυτό εκεί τι είναι;» τον διέκοψε η Λιβία δείχνοντας έ­ να φως που αναβόσβηνε κοντά σε μια συστάδα ιτιών δίπλα στο χείμαρρο. Ο Αυρήλιος το παρατήρησε προσεκτικά και μετά από λίγο εκείνο το ρυθμικό άναμμα και σβήσιμο του έ­ φερε στο νου πράγματα γνωστά από παλιά. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν το κωδικοποιημένο σύστημα επικοινωνίας που χρη­ σιμοποιούσε η ταχυδρομική υπηρεσία του αυτοκράτορα! Παρατήρησε προσεκτικότερα κι εκείνα τα σήματα απέ­ κτησαν σύντομα ένα νόημα. Ήταν συγκλονιστικό. Έλεγαν: «Hue descende, miles gloriose», «έλα κάτω, καυχησιάρη στρα­ τιώτη». Κούνησε το κεφάλι σαν να μην πίστευε στα μάτια του κι ύστερα είπε, γυρίζοντας προς τη Λιβία: «Κάλυψέ με κι έ­ χε έτοιμα τα άλογα, αν χρειαστεί να το βάλουμε στα πόδια. Εγώ κατεβαίνω». «Περίμενε...» είπε η Λιβία, δεν πρόλαβε όμως να τελειώ­ σει τη φράση της. Ο Αυρήλιος είχε ήδη χαθεί μέσα στην πυ­ κνή βλάστηση. Η Λιβία άκουσε για λίγο το θρόισμα των φύλ­ λων στο πέρασμά του και μετά τίποτα. Ο Αυρήλιος στο μεταξύ προσπαθούσε να μη χάσει από τα μάτια του το φως που είχε κάνει εκείνα τα παράξενα σή­ ματα, και λίγο αργότερα κατάλαβε ότι επρόκειτο για ένα φανάρι, το οποίο κρατούσε ένας ηλικιωμένος άντρας. Το φως, το οποίο κρατούσε ψηλά για να φωτίζει το μονοπάτι, έκανε το φαλακρό κεφάλι του να γυαλίζει. Ο παιδαγωγός! Σε μικρή απόσταση τον ακολουθούσε ένας βάρβαρος πολε­ μιστής. Κάνοντας μερικά βήματα ακόμα, μπόρεσε να α­ κούσει τις φωνές τους. «Μείνε πίσω, που να σε πάρει! Κά­ ποια πράγματα είμαι συνηθισμένος να τα κάνω ιδιαιτέρως. Νομίζεις ότι θα το σκάσω, ζώο; Είναι σκοτεινά, κι εξάλλου δε θα εγκατέλειπα ποτέ τον αυτοκράτορα». 151


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Ο βάρβαρος κάτι μούγκρισε, σταμάτησε κι ακούμπησε στον κορμό μιας ιτιάς. Ο δάσκαλος προχώρησε λίγο, κρέμασε το φανάρι σ' ένα κλαδί κι ύστερα απόθεσε το μανδύα του πάνω σ' ένα θάμνο, με τρόπο τέτοιο ώστε να θυμίζει άν­ θρωπο που κάθεται ανακούκουρδα. Τότε προχώρησε λίγα βήματα ακόμα και αμέσως χάθηκε, σαν να τον κατάπιε το δάσος. Ο Αυρήλιος, που βρισκόταν πια πολύ κοντά, σάστι­ σε και δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν μπορούσε να φωνάξει, για να μην τον ακούσει ο βάρβαρος, ούτε να κάνει κάποια α­ πότομη κίνηση. Κινήθηκε προς το σημείο στο οποίο τον εί­ χε δει να χάνεται και συνέχισε προς την όχθη του ποταμού, όπου η βλάστηση ήταν πιο πυκνή και σκοτεινή. Ξαφνικά μια σιγανή φωνή ακούστηκε σε απόσταση μικρότερη από έ­ να βήμα. «Πολυκοσμία έχει αυτό το μέρος». Ο Αυρήλιος κινήθηκε απότομα και ο δάσκαλος βρέθηκε με το σπαθί στο λαιμό του, αλλά δεν ταράχτηκε. «Ήρεμα», είπε. «Όλα είναι εντάξει». «Μα πώς...» «Σιωπή. Έχουμε ελάχιστη ώρα». «Μα τον Ηρακλή...» «Είμαι ο Αμβροσίνος, ο δάσκαλος του αυτοκράτορα». «Το κατάλαβα». «Μη με διακόπτεις και άκουσέ με. Η επιτήρηση έχει αυ­ ξηθεί επειδή πλησιάζουμε στο στόχο. Τώρα με συνοδεύουν παντού, ακόμα και στο αποχωρητήριο. Θα κατάλαβες, φα­ ντάζομαι, ότι μας πηγαίνουν στο Κάπρι. Πόσοι είστε;» «Δύο. Εγώ και μια... γυναίκα, μα...» «Σωστά, η νεροκουβαλήτρα... Εντάξει, μη δοκιμάσεις, θα ήταν αυτοκτονία. Αν σε πιάσουν αυτοί, θα σε γδάρουν ζω­ ντανό. Χρειάζεσαι κάποιον να σε βοηθήσει».

«Έχουμε χρήματα, σκεφτόμαστε να στρατολογήσουμε κι άλλους άντρες». «Να είστε προσεκτικοί, οι μισθοφόροι είναι πάντα έτοι­ μοι να αλλάξουν αφεντικό, πρέπει να αναζητήσετε έμπι­ στους ανθρώπους. Τις προάλλες άκουσα δύο αξιωματικούς του Ουλφίλα να μιλούν για μερικούς Ρωμαίους αιχμαλώτους οι οποίοι στάλθηκαν στο Μιζένο για να υπηρετήσουν στα πλοία. Αξίζει ίσως τον κόπο να ρίξετε μια ματιά». «Ω, ναι, βέβαια», απάντησε ο Αυρήλιος. «Δεν μπορείς να μάθεις περισσότερα;» «Κάνω ό,τι μπορώ. Πάντως, προσπάθησε να μένεις πίσω μου, θα αφήσω άλλα ίχνη, αν μπορέσω. Βλέπω ότι ξέρεις να διαβάζεις το φωτεινό κώδικα... Ξέρεις και να τον χρησιμο­ ποιείς;» «Και βέβαια. Μα πώς μπόρεσες να μάθεις ότι ήμουν ε­ δώ;» «Εύκολο. Είδα εκείνο το ποτήρι. Ήταν σαφώς ένα ση­ μάδι και απάντησα γράφοντας στον πυθμένα του κυπέλ­ λου. Ύστερα σκέφτηκα ότι, αν δεν ήσουν ηλίθιος, θα μας ακολουθούσες από τη μεριά των λόφων και ότι θα πρό­ σεχες το φανάρι, έτσι όπως εγώ πρόσεξα μια φορά τη φω­ τιά σας. Αντίο τώρα, πρέπει να φύγω. Έχει περάσει πολ­ λή ώρα, ακόμα και για κάποιον που δε βιάζεται». Ο Αμβροσίνος έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι κι έφυγε. Πήρε το μανδύα και το φανάρι και συνάντησε το φύλακα του, που τον περίμενε για να τον συνοδέψει πίσω στο στρα­ τόπεδο. Ο Ρωμύλος κοίταζε προς τη θάλασσα με βλέμμα απλα­ νές, γερμένος σ' ένα δέντρο. «Πρέπει να αντιδράσεις, παιδί μου», του είπε ο Αμβρο­ σίνος. «Δεν μπορείς να συνεχίσεις έτσι, είσαι στην αρχή

152

153


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

της ζωής σου και πρέπει να αρχίσεις και πάλι να ζεις». Ο Ρωμύλος ούτε καν γύρισε. «Να ζω; Για ποιο λόγο;» Και κλείστηκε ξανά στον εαυτό του, αμίλητος. Ο Αμβροσίνος στέναξε. «Και όμως, έχουμε μια ελπίδα...» «Μια ελπίδα στον πυθμένα ενός ποτηριού, έτσι δεν εί­ ναι; Κάποτε ήταν στον πυθμένα ενός κουτιού, αν θυμάμαι καλά. Του κουτιού της Πανδώρας». «Ο σαρκασμός σου είναι άτοπος. Ο άντρας που επιχεί­ ρησε να σε σώσει είναι εδώ, αποφασισμένος όσο ποτέ να σε ελευθερώσει». Ο Ρωμύλος έγνεψε με το κεφάλι χωρίς ενθουσιασμό και ο άλλος συνέχισε: «Ο άντρας αυτός σε θεωρεί αυτοκράτορα του και πρέπει να έχει έναν πολύ σοβαρό και σημαντικό λό­ γο για να επιμένει σ' ένα εγχείρημα τόσο απεγνωσμένο και τόσο επικίνδυνο. Θα άξιζε πολύ περισσότερα από ένα αλα­ ζονικό νεύμα εκ μέρους σου». Ο Ρωμύλος δεν απάντησε σ' αυτά τα λόγια, από το βλέμ­ μα του όμως ο Αμβροσίνος κατάλαβε ότι τον είχαν αγγίξει. «Δε θέλω να αντιμετωπίσει ακόμα άσκοπους κινδύνους. Αυτό είναι όλο. Πώς τον λένε;» «Αυρήλιο, αν θυμάμαι καλά». «Είναι ένα αρκετά συνηθισμένο όνομα». «Ναι. Εκείνος όμως δεν είναι καθόλου συνηθισμένος. Συ­ μπεριφέρεται σαν να διοικούσε ένα στρατό υπό τις διατα­ γές σου και είναι μόνος σαν το σκυλί. Για εκείνον, η ζωή σου και η ελευθερία σου είναι ό,τι πολυτιμότερο στον κόσμο. Τόσο τυφλή είναι η πίστη του, ώστε είναι έτοιμος να αντι­ μετωπίσει ένα θανάσιμο κίνδυνο, όταν ακόμα δεν έχει ε­ πουλωθεί το τραύμα που υπέστη κατά την τελευταία από­ πειρα να σε σώσει. Να το σκέφτεσαι όταν σου λείπει το θάρ­ ρος να ξαναπάρεις στα χέρια σου την ύπαρξή σου, όταν φέ154

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ρεσαι λες και δεν αξίζει τον κόπο να ζήσεις τη ζωή σου. Να το σκέφτεσαι, μικρέ καίσαρα». Γύρισε και κατευθύνθηκε προς τη σκηνή για να ετοιμά­ σει κάτι για το δείπνο του μαθητή του, πριν μπει όμως έ­ στρεψε το βλέμμα του προς τους δασωμένους, σκοτεινούς λό­ φους και μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του: «Κράτα γε­ ρά, miles gloriose, στ' όνομα όλων των δαιμόνων και όλων των θεών, κράτα γερά».

«Με αποκάλεσε καυχησιάρη στρατιώτη, το καταλαβαίνεις;» είπε ο Αυρήλιος κοντανασαίνοντας, καθώς ανέβαινε προς την κορυφή της ανηφόρας. «Σαν να ήμουν χαρακτήρας κω­ μωδίας. Μερικές φορές μου 'ρχεται να του κόψω το λαιμό». «Του γέροντα, φαντάζομαι. Αυτός ήταν;» «Ναι, βέβαια». «Διαβάζει Πλαύτο*, αυτό είναι όλο. Κι εσύ το ίδιο, βλέ­ πω. Είσαι ένας άνθρωπος καλλιεργημένος, πράγμα σπάνιο για στρατιώτη, ιδιαίτερα στους καιρούς μας. Αναρωτήθη­ κες ποτέ γιατί;» «Έχω άλλα πράγματα να σκεφτώ», απάντησε ξερά ο Αυ­ ρήλιος. «Μπορείς να με ενημερώσεις ή ζητάω πολλά;» «Μου επιβεβαίωσε ότι πηγαίνουν στο Κάπρι. Και μου εί­ πε κάτι άλλο επίσης: άκουσε να μιλούν για κάποιους Ρω­ μαίους αιχμαλώτους, τους οποίους έστειλαν στο Μιζένο για να υπηρετήσουν στις γαλέρες του στόλου. Αν κατόρθωνα να τους βρω...» * Εννοείται η ομότιτλη κωμωδία του Πλαύτου Miles Gloriosus (Ο Καυχησιάρης Στρατιώτης). (Σ.τ.Ε.)

155


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Αυτό δεν είναι δύσκολο. Με λίγα χρήματα μπορούμε να μάθουμε πολλές πληροφορίες. Τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα;» «Το σκέφτηκα καθώς ανέβαινα. Τώρα πια είμαστε βέ­ βαιοι για τον προορισμό τους και δε μας συμφέρει να ριψοκινδυνεύσουμε βγαίνοντας στ' ανοιχτά, στην πεδιάδα. Πρέπει να προηγηθούμε και να προετοιμαστούμε όσο κα­ λύτερα μπορούμε». «Εσένα σε ενδιαφέρει πάνω απ' όλα να βρεις και πάλι τους συντρόφους σου». «Αυτό είναι προς το συμφέρον όλων μας. Χρειάζομαι ά­ ντρες τους οποίους να μπορώ να εμπιστευτώ τυφλά και στη μονάδα μου δεν υπήρχε ούτε ένας άντρας που να μην άξιζε την απόλυτη εμπιστοσύνη μου. Μόλις σχηματίσουμε την ο­ μάδα εφόδου, θα καταστρώσουμε το σχέδιο της επιδρομής». «Και αν αυτοί αλλάξουν προορισμό ενώ εμείς προχωρά­ με μπροστά;» «Δεν το πιστεύω και, όπως και να 'χει, πρέπει να το δια­ κινδυνεύσουμε. Όσο περισσότερο έχουμε επαφές μαζί τους, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες ανεπιθύμητων συναντήσεων, ιδιαίτερα στην πεδιάδα, στ' ανοιχτά. Εγώ προτείνω να πά­ ρουμε το δρόμο μας αύριο κιόλας. Μπορούμε να φύγουμε, αφού δούμε ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσουν, και να προηγηθούμε κατά πολύ. Εμείς είμαστε πολύ πιο γρήγοροι». «Όπως θέλεις. Ίσως έχεις δίκιο. Μόνο που... δεν ξέρω πώς να το πω, όσο μέναμε κοντά τους μου φαινόταν ότι ε­ κείνος ήταν ασφαλής». «Προστατευμένος. Είναι αλήθεια. Είχα κι εγώ την ίδια αί­ σθηση και λυπάμαι που φεύγω, νομίζω όμως ότι είναι σε καλά χέρια. Εκείνος ο γερο-τρελός τον αγαπάει σίγουρα πο­ λύ και είναι πιο πονηρός απ' όλους αυτούς τους βαρβάρους 156

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

μαζί. Και τώρα ας προσπαθήσουμε να ξεκουραστούμε. Τα­ ξιδεύαμε όλη μέρα και φάγαμε μόνο μια γαλέτα και ένα κομμάτι τυρί». «Από δω και πέρα θα είναι καλύτερα, αλλά σε προειδο­ ποιώ: εδώ τρώνε κυρίως ψάρι». «Προτιμώ ένα κομμάτι βοδινό». «Είσαι κρεατοφάγος, επομένως η καταγωγή σου είναι α­ πό την πεδιάδα, από κάποιο αγρόκτημα του κάμπου». Ο Αυρήλιος δεν απάντησε. Απεχθανόταν αυτή τη συνε­ χή έρευνα της Λιβίας για το παρελθόν του. Έβγαλε τη σέλα και το χαλινάρι από το άλογό του και του άφησε μόνο το καπίστρι, ώστε να μπορεί να βοσκήσει ελεύθερα. Ύστερα ά­ πλωσε κάτω την κουβέρτα του. «Εγώ, αντίθετα, δεν τρώω παρά μόνο ψάρι», είπε η Λιβία. «Ξέχασα ότι είσαι υδρόβιο ζώο», απάντησε ο Αυρήλιος ξαπλώνοντας. Η Λιβία πλάγιασε κοντά του και για λίγο έ­ μειναν σιωπηλοί, να κοιτάζουν τα αστέρια που έλαμπαν στον απέραντο θόλο του νυχτερινού ουρανού. «Ονειρεύεσαι ποτέ τη νύχτα;» ρώτησε ξαφνικά η Λιβία. «Η καλύτερη νύχτα είναι αυτή που περνάει χωρίς όνειρα». «Απαντάς πάντα με τα λόγια κάποιου άλλου. Αυτός είναι Πλάτωνας». «Όποιος κι αν είναι, συμφωνώ μαζί του». «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δε βλέπεις ποτέ όνειρα». «Δε βλέπω όνειρα. Μόνο εφιάλτες». «Και τι βλέπεις;» «Φρίκη... αίμα... κραυγές... φωτιά πάνω απ' όλα, φωτιά παντού, μια κόλαση φωτιάς, που ωστόσο μου προκαλεί μια αίσθηση παγωνιάς, λες και η καρδιά μου γίνεται ένα κομ­ μάτι πάγος. Κι εσύ; Εσύ έχεις ένα όνειρο... μου το είπες. Μια πόλη καταμεσής στη θάλασσα». 157


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Έτσι είναι». «Υπάρχει λοιπόν στ' αλήθεια αυτή η μικρή Ατλαντίδα σου». «Ω, δεν είναι παρά ένα χωριό με καλύβες. Ζούμε από το ψάρεμα και από το εμπόριο του αλατιού, αλλά προς το πα­ ρόν μάς αρκεί. Είμαστε ελεύθεροι και κανένας δεν τολμάει να ριψοκινδυνεύσει στα νερά μας. Υπάρχουν αμμόλοφοι, τέλματα και αβαθή που γίνονται ύπουλα με τις παλίρροιες. Το περίγραμμα της ακτής αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη, από τη μια ώρα στην άλλη, θα μπορούσα να πω...» «Συνέχισε. Μου αρέσει να σ' ακούω να αφηγείσαι». «Την ίδρυσαν οι σύντροφοι στη δυστυχία μας, οι πρό­ σφυγες από την Ακυληία, και στη συνέχεια προστέθηκαν και άλλοι. Από το Γκράντο, το Αλτίνο, την Κονκόρντια. Φτά­ σαμε εκείνη τη νύχτα. Ήμαστε τσακισμένοι, απελπισμέ­ νοι, εξαντλημένοι. Οι ψαράδες γνώριζαν μια συστάδα μι­ κρών νησιών στη μέση της λιμνοθάλασσας, τα οποία χώρι­ ζε ένας μεγάλος δίαυλος, που έμοιαζε με κομμάτι ποταμού που χάνεται στη θάλασσα. Στο μεγαλύτερο νησί υπήρχαν τα ερείπια μιας αρχαίας έπαυλης κι εκεί αναζητήσαμε κατα­ φύγιο. Οι άντρες συγκέντρωσαν ξερά χόρτα και χαμόκλα­ δα, φτιάχνοντας υποτυπώδη κρεβάτια. Οι νεότερες γυναί­ κες ξάπλωσαν για να θηλάσουν τα μωρά τους και κάποιοι κατόρθωσαν να ανάψουν φωτιά ανάμεσα σ' εκείνα τα χα­ λάσματα που ήταν σκεπασμένα με αναρριχητικά φυτά. Την επόμενη μέρα οι ξυλουργοί άρχισαν να κόβουν δέντρα και να κατασκευάζουν καλύβες, οι ψαράδες βγήκαν στα ανοι­ χτά να ψαρέψουν. Είχε γεννηθεί η νέα μας πατρίδα. Ήμα­ στε όλοι Βένετοι, εκτός από ένα Σικελό και δύο Ούμβρους της αυτοκρατορικής διοίκησης, κι έτσι την ονομάσαμε Βε­ νετία». 158

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Είναι ωραίο όνομα, γλυκό», είπε ο Αυρήλιος. «Μοιάζει με όνομα γυναίκας. Και πόσοι είστε;» «Σχεδόν πεντακόσιες ψυχές. Μεγαλώνει ήδη η πρώτη γε­ νιά που γεννήθηκε στην πόλη, οι πρώτοι Βενετοί. Έχει πε­ ράσει τόσος καιρός και αρχίζει πια να διακρίνεται ο ήχος μιας προφοράς διαφορετικής από εκείνη όσων έμειναν στην ξηρά. Δεν είναι θαυμάσιο;» «Και κανένας δε σας ενόχλησε;» «Πολλές φορές, αλλά αμυνθήκαμε. Το βασίλειό μας εί­ ναι η λιμνοθάλασσα, από το Αλτίνο μέχρι τη Ραβένα, και οι άντρες μας γνωρίζουν κάθε γωνιά της, κάθε αβαθές, κάθε παραλία, κάθε νησάκι. Είναι ένας κόσμος χωρίς όρια και α­ σαφής: δεν είναι ούτε στεριά ούτε νερό, ούτε και ουρανός, όταν τα χαμηλά σύννεφα γίνονται ένα με τον αφρό των κυ­ μάτων είναι και τα τρία πράγματα μαζί και είναι συχνά α­ όρατος από την ομίχλη το χειμώνα ή την αχλύ το καλοκαί­ ρι, ένας κόσμος πάνω στην επιφάνεια του νερού. Καθένα α­ πό εκείνα τα νησάκια σκεπάζεται από πυκνά δάση. Όταν τα μωρά μας κοιμούνται, τα νανουρίζουν το τραγούδι των αη­ δονιών και οι κραυγές των γλάρων». «Έχεις παιδί;» ρώτησε ξαφνικά ο Αυρήλιος. «Όχι. Αλλά τα παιδιά του ενός είναι παιδιά όλων. Μοι­ ραζόμαστε ό,τι έχουμε και βοηθάμε ο ένας τον άλλο. Εκλέ­ γουμε τους αρχηγούς μας με καθολική ψηφοφορία και έ­ χουμε επαναφέρει σε ισχύ το παλιό δημοκρατικό σύνταγμα των προγόνων μας, εκείνο του Βρούτου και του Σκαιόλα, του Κάτωνα και του Κλαύδιου». «Μιλάς σαν να ήταν μια πραγματική πατρίδα». «Είναι», απάντησε η Λιβία. «Και, όπως η Ρώμη των πρώ­ των χρόνων, προσελκύει φυγάδες και εξόριστους, κυνηγη­ μένους και απόκληρους. Φτιάξαμε βάρκες με επίπεδη κα159


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

ρίνα που μπορούν να φτάσουν παντού, όπως αυτή που σε πε­ ριμάζεψε τη νύχτα της φυγής σου από τη Ραβένα, κατα­ σκευάζουμε όμως και πλοία ικανά να βγουν στην ανοιχτή θά­ λασσα. Κάθε μέρα σχεδόν χτίζονται νέες κατοικίες και θα έρθει ο καιρός που η Βενετία θα είναι το καύχημα αυτής της γης και μια μεγάλη πόλη της θάλασσας. Ορίστε, αυτό είναι το όνειρό μου. Ίσως γι' αυτό δεν είχα ποτέ άντρα ού­ τε παιδί. Και, όταν έχασα τη μητέρα μου από αρρώστια, έ­ μεινα μόνη». «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι μια κοπέλα τόσο... τόσο ό­ μορφη δεν είχε ποτέ...» «Άντρα; Συμβαίνει. Ίσως γιατί δε συνάντησα ποτέ αυτόν που έχω στο μυαλό μου. Ίσως γιατί όλοι αισθάνονται ότι έ­ χουν το καθήκον ή την εξουσία να φροντίσουν μια κοπέλα που έχει απομείνει μόνη. Χρειάστηκε να αποδείξω ότι είμαι αυτάρκης και αυτό δεν ελκύει τους άντρες. Τους απωθεί. Από την άλλη, όλοι στην πόλη μου πρέπει να είναι έτοιμοι να πολεμήσουν κι εγώ έμαθα να χειρίζομαι το τόξο και το σπαθί προτού μάθω να μαγειρεύω και να ράβω. Σε μας πο­ λεμούν και οι γυναίκες όταν είναι ανάγκη. Έχουν μάθει να διακρίνουν τον ήχο του κύματος που σπρώχνει ο άνεμος α­ πό τον ήχο του κύματος που σπρώχνει το κουπί και έχουν μάθει, όταν φυλάνε σκοποί, να κατουράνε όρθιες, όπως οι άντρες...» Ο Αυρήλιος χαμογέλασε μέσα στο σκοτάδι σ' εκείνα τα χυδαία λόγια, αλλά η Λιβία συνέχισε: «Ωστόσο χρειαζόμα­ στε άντρες όπως εσύ για να χτίσουμε το μέλλον μας. Όταν θα εκπληρώσουμε αυτή την αποστολή, δε θα σου άρεσε να εγκατασταθείς στην πόλη μας;» Ο Αυρήλιος σώπασε, δεν ήξερε τι να απαντήσει σε μια τόσο απρόσμενη πρόταση. Κατόπιν, μετά από μερικές 160

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

στιγμές σιωπής, είπε: «Θα 'θελα να μπορούσα να σου πω τι νιώθω αυτή τη στιγμή, μοιάζω όμως με κάποιον που περ­ πατάει στα σκοτεινά σε άγνωστο έδαφος· δεν μπορεί να κάνει παρά ένα βήμα τη φορά. Ας προσπαθήσουμε στο με­ ταξύ να ελευθερώσουμε εκείνο το αγόρι, αυτό θα είναι ή­ δη πολύ». Άγγιξε τα χείλη της μ' ένα φιλί. «Και τώρα προσπάθησε να κοιμηθείς», είπε. «Θα φυλάξω πρώτος εγώ σκοπός».

161


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

11

ΕΦΤΑΣΑΝ ΣΤΑ ΠΕΡΊΧΩΡΑ των

Ποτίολων δυο μέρες αργότερα, την ώρα που νύχτωνε. Τώρα πια οι μέρες είχαν μικρύνει πο­ λύ και ο ήλιος έδυε νωρίς, μέσα σε μια άλω από κοκκινω­ πούς υδρατμούς. Η ωραιότερη περιοχή της Ιταλίας είχε α­ κόμα την όψη ενός ευτυχισμένου τόπου. Εδώ δεν ήταν ο­ ρατά τα σημάδια των τρομακτικών καταστροφών που είχε υποστεί ο Βορράς ούτε η ερήμωση και η εξαθλίωση των κε­ ντρικών επαρχιών. Η εξαιρετική γονιμότητα των αγρών, που έδινε δυο σοδειές το χρόνο, είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχουν αρκετά τρόφιμα για όλους και να πωλούνται επίσης ακριβά στις περιοχές όπου υπήρχε έλλειψη. Υπήρχαν ακόμα χορ­ ταρικά στα περιβόλια και λουλούδια στους κήπους και η παρουσία των βαρβάρων γινόταν λιγότερο αντιληπτή απ' ό­ σο στο Βορρά. Οι άνθρωποι ήταν ευγενικοί και περιποιητι­ κοί, τα παιδιά θορυβώδη και κάπως ενοχλητικά και παντού διακρινόταν ακόμα η έντονη ελληνική προφορά των κατοί­ κων της Νεάπολης. Η Λιβία παρατήρησε ότι, όταν την έ­ δειχναν, έλεγαν «chilla femina» αντί για «illa foemina»*. Στους Ποτίολους αγόρασαν τρόφιμα στην αγορά που άνοιγε τις ζυγές μέρες της εβδομάδας στο εσωτερικό του αμφιθεάτρου. * Εκείνη η γυναίκα. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)

162

Η αρένα, που κάποτε είχε ποτιστεί με το αίμα των μονομά­ χων, ήταν τώρα γεμάτη πάγκους στους οποίους πωλούνταν ρεπάνια και ρεβίθια, κολοκύθες και πράσα, κρεμμύδια και φασόλια, κραμπολάχανα, ραδίκια κι επιπλέον κάθε είδους φρούτα εποχής, ανάμεσα στα οποία διακρίνονταν σύκα, κόκκινα, πράσινα και κίτρινα μήλα και ρόδια, που είχαν έ­ να όμορφο κόκκινο χρώμα όπως της φωτιάς. Μερικά ήταν κομμένα στη μέση περίτεχνα και στο εσωτερικό τους φαί­ νονταν οι κόκκοι, όμοιοι με ρουμπίνια. Ήταν ένα απολαυ­ στικό θέαμα. «Μοιάζει να ξαναγεννιέται», είπε ο Αυρήλιος. «Όλα είναι τόσο διαφορετικά εδώ». «Έχεις ξανάρθει ποτέ;» ρώτησε η Λιβία. «Εγώ ναι. Πριν από δύο χρόνια με άντρες του Ανθέμιου, για να συνοδέψουμε τον επίσκοπο της Νίκαιας ως τη Ρώμη». «Όχι», απάντησε ο Αυρήλιος. «Δεν έφτασα ποτέ πιο νό­ τια από την Παλεστρίνα. Η μονάδα μας στρατοπέδευε πά­ ντα στο Βορρά, στο Νωρικό, στη Ραιτία ή στην Παννονία. Το κλίμα εδώ είναι ήπιο, η γη μοσχοβολάει, οι άνθρωποι εί­ ναι πρόσχαροι. Μοιάζει με άλλο κόσμο». «Καταλαβαίνεις τώρα γιατί οι άνθρωποι που έρχονται σ' αυτό τον τόπο δε θέλουν να ξαναφύγουν;» «Ναι», απάντησε ο Αυρήλιος. «Και, για να είμαι ειλικρι­ νής, αν μπορούσα να διαλέξω, θα μου άρεσε πολύ περισ­ σότερο να εγκατασταθώ εδώ παρά στο έλος σου». «Λιμνοθάλασσα», τον διόρθωσε η Λιβία. «Λιμνοθάλασσα ή έλος δεν έχει μεγάλη διαφορά. Από πού νομίζεις ότι θα φύγουν;» ρώτησε ύστερα, αλλάζοντας α­ πότομα συζήτηση. «Από το λιμάνι της Νεάπολης. Χωρίς αμφιβολία. Από ε­ κεί είναι ο πιο σύντομος δρόμος για το Κάπρι. Κι εκεί υ163


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

πάρχουν τα καταστήματα για την προμήθεια των αναγκαίων για μια μακρόχρονη διαμονή». «Ας κινηθούμε λοιπόν. Δεν έχουμε πολύ χρόνο και αυτή η γη είναι ξελογιάστρα. Ακόμα και ο Αννίβας και ο στρατός του άφησαν τη ραθυμία και τις απολαύσεις της ζωής αυτού του τόπου να τους κάνουν μαλθακούς». «Η τεμπελιά της Καπύης...» συμφώνησε η Λιβία. «Γνω­ ρίζεις το έργο του Τίτου Λίβιου και του Κορνήλιου Νέπωτα. Έχεις λάβει, όπως κι εγώ, την τυπική μόρφωση μια κα­ λής οικογένειας της μέσης, αν όχι της υψηλής, κοινωνίας. Από την άλλη, αν το όνομα που φέρεις είναι το δικό σου...» «Είναι το δικό μου!» την έκοψε ο Αυρήλιος.

από τα κεντημένα ρούχα, από τα αριστοκρατικά χαρακτη­ ριστικά του προσώπου και από τη μελαγχολική έκφρασή του. Ούτε ο Αυρήλιος ούτε η Λιβία μπόρεσαν να αντισταθούν στο θέαμα. Κάλυψαν τα πρόσωπά τους, ο ένας μ' ένα πλα­ τύγυρο ψάθινο καπέλο και η άλλη με μια εσάρπα, και προ­ χώρησαν κατά μήκος του μόλου. Μένοντας στη σκιά της στοάς που έφτανε μέχρι το τέλος του μόλου, κατόρθωσαν να δουν από μικρή απόσταση το νεαρό αυτοκράτορα, πε­ ριστοιχισμένο από τους μικρούς υπηκόους του. «Έρχεσαι να παίξεις μαζί μας;» ρωτούσε ένα από τα παι­ διά. «Ναι, έλα, έχουμε ένα τόπι!» έλεγε ένα άλλο. Κάποιο του πρόσφερε ένα φρούτο. «Θέλεις ένα μήλο; Εί­ ναι ωραίο, ξέρεις». Ο Ρωμύλος χαμογελούσε κάπως αμήχανος, χωρίς να ξέ­ ρει τι να απαντήσει, ο Ουλφίλας όμως κατέβηκε απ' το ά­ λογό του και τους έδιωξε όλους με την άγρια φωνή και το τρομερό παρουσιαστικό του. Μια ομάδα αχθοφόρων ξε­ φόρτωνε τα εμπορεύματα που προορίζονταν για το Κάπρι, την τελευταία φυλακή του αυτοκράτορα της Δύσης. Κατό­ πιν, δύο μεγάλες λέμβοι πλεύρισαν και οι άνθρωποι άρχι­ σαν να επιβιβάζονται και τα εμπορεύματα να φορτώνονται. Τελευταίο ανέβηκε το αγόρι με τη συνοδεία του παιδαγω­ γού του.

Έφτασαν στο λιμάνι της Νεάπολης την επόμενη μέρα, αρ­ γά το πρωί, και αναμείχθηκαν με το πλήθος που συνωστι­ ζόταν στην αγορά και στις αποβάθρες, για να ακούσουν και ενδεχομένως να αρπάξουν κάποια πληροφορία. Έφαγαν ψωμί και ψητό ψάρι στον πάγκο ενός πλανόδιου πωλητή και θαύμασαν την ομορφιά του κόλπου και τον επιβλητικό όγκο του Βεζούβιου, από τον οποίο έβγαινε μια στήλη κα­ πνού που ο άνεμος παράσερνε προς τα ανατολικά. Κατά το σούρουπο είδαν να καταφθάνει η φάλαγγα που μετέφερε τον αυτοκράτορα. Οι πανοπλίες, οι ασπίδες και τα κράνη των βάρβαρων πολεμιστών έμοιαζαν με τερατώδη εργαλεία μέσα στην ειρηνική, γιορτινή και πολύχρωμη ατμόσφαιρα του λιμανιού. Τα παιδιά μπερδεύονταν ανάμεσα στα πόδια των αλόγων, ενώ άλλα πλησίαζαν τους πολεμιστές προσπα­ θώντας να τους πουλήσουν γλυκά, ψημένους σπόρους και σταφίδες. Όταν ο Ρωμύλος κατέβηκε από την άμαξα, μα­ ζεύτηκαν γύρω του γοητευμένα από το παρουσιαστικό του,

Ο Αμβροσίνος ανασήκωσε την άκρη του ρούχου του τη στιγμή που επιβιβαζόταν, αποκαλύπτοντας τα κοκαλιάρικα γόνατά του, κι έστρεψε το βλέμμα του τριγύρω, σαν να α­ ναζητούσε κάτι ή κάποιον. Για μια στιγμή τα μάτια του συ­ νάντησαν τα μάτια του Αυρήλιου, που στεκόταν στη σκιά της στοάς, και η έκφραση του προσώπου του, το φευγαλέο νεύμα του κεφαλιού έδειξαν ότι τον είχε αναγνωρίσει.

164

165


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Η λέμβος έλυσε τους κάβους, οι ναύτες έδωσαν τα πα­ ραγγέλματα για τους ελιγμούς και, ενώ κάποιοι μάζευαν την άγκυρα και τα σκοινιά, άλλοι έστρεφαν το πανί προς τον ά­ νεμο. Η Λιβία και ο Αυρήλιος βγήκαν από τη σκιά και πή­ γαν μέχρι την άκρη του μόλου ακολουθώντας με το βλέμμα τη μορφή του Ρωμύλου, που στεκόταν όρθιος στην πρύμνη και φαινόταν όλο και πιο μικρός καθώς μεγάλωνε η από­ σταση. Ο άνεμος τον αναμάλλιαζε κι έκανε τα ρούχα του να φουσκώνουν ίσως να στέγνωνε και τα δάκρυα στο πρόσω­ πο του, εκείνο το μελαγχολικό και καταχνιασμένο δειλινό. «Καημένο παιδί», είπε η Λιβία. Ο Αυρήλιος εξακολουθούσε να έχει το βλέμμα προση­ λωμένο στη λέμβο, που βρισκόταν μακριά τώρα πια, και του φάνηκε ότι το αγόρι σήκωσε για μια στιγμή το χέρι του σαν σε χαιρετισμό. «Ίσως μας είδε», είπε. «Ίσως», απάντησε σαν ηχώ η Λιβία. «Μα τώρα έλα, ας γυ­ ρίσουμε πίσω. Καλύτερα να μη μας προσέξουν». Ο Αυρήλιος σταμάτησε μπροστά στο πανδοχείο «Παρθενόπη», όπως έγραφε η πινακίδα, πάνω στην οποία ξεχώ­ ριζε μια μορφή δύσκολα αναγνωρίσιμη, η οποία σύμφωνα με τις προθέσεις του καλλιτέχνη έπρεπε να αναπαριστά μια σειρήνα. «Είχαν μόνο ένα δωμάτιο διαθέσιμο», είπε καθώς ανέβαιναν τις σκάλες, «θα πρέπει να το μοιραστείς μαζί μου». «Κοιμηθήκαμε κάτω από χειρότερες συνθήκες και δε νο­ μίζω ότι παραπονέθηκα ποτέ», απάντησε η Λιβία. Τον κοί­ ταξε με μια διφορούμενη έκφραση και πρόσθεσε: «Κι επι­ πλέον, δεν είμαστε παρά μόνο συμπολεμιστές κι επομένως δε διατρέχουμε κανέναν κίνδυνο αν κοιμηθούμε στο ίδιο δωμάτιο. Έτσι δεν είναι;»

«Έτσι είναι», απάντησε ο Αυρήλιος, αλλά η έκφραση του προσώπου του και ο τόνος της φωνής του έλεγαν άλλα. Η Λιβία πήρε ένα λυχνάρι και μπήκε. Το δωμάτιο ήταν αρκετά μικρό και λιτό αλλά αξιοπρεπές. Την επίπλωση α­ ποτελούσαν δύο κρεβάτια και ένα κομό. Σε μια άκρη υπήρχε μια υδρία γεμάτη νερό και μια λεκάνη. Σε μια εσοχή του τοίχου το δοχείο νυκτός με το μεταλλικό του σκέπασμα. Πά­ νω στο κομό ήταν ακουμπισμένος ένας δίσκος μ' ένα κομ­ μάτι ψωμί, λίγο τυρί και δύο μήλα. Έπλυναν τα χέρια τους κι έφαγαν σιωπηλοί. Όταν πια ετοιμάζονταν να ξαπλώσουν, άκουσαν να χτυ­ πούν την πόρτα. «Ποιος είναι;» ρώτησε ο Αυρήλιος και κόλλησε στον τοί­ χο δίπλα στην παραστάδα, φέρνοντας το χέρι στο σπαθί του. Δεν απάντησε κανένας. Ο Αυρήλιος έκανε νόημα στη Λι­ βία να ανοίξει και πήρε θέση με το σπαθί στο χέρι. Η Λιβία έπιασε το μαχαίρι της με το αριστερό χέρι, σήκωσε αργά το σύρτη με το δεξί και με μια αστραπιαία κίνηση άνοιξε την πόρτα. Ο διάδρομος ήταν έρημος και φωτιζόταν μετά βίας από ένα λυχνάρι κρεμασμένο στον τοίχο. «Κοίτα», είπε ο Αυρήλιος δείχνοντας κάτι στο δάπεδο. «Κάποιος άφησε ένα μήνυμα». Κάτω υπήρχε ένα μικρό, διπλωμένο φύλλο περγαμηνής. Η Λιβία το σήκωσε και το άνοιξε. Υπήρχαν μερικές αράδες γραμμένες με πλαγιαστά γράμματα και μια μικροσκοπική σφραγίδα, ανατολικής κατασκευής, μ' ένα σύμπλεγμα από τρία ελληνικά γράμματα. «Η υπογραφή του Ανθέμιου», είπε χαρούμενη η Λιβία. «Ήμουν βέβαιη ότι δε θα μας άφηνε μόνους». «Τι λέει;», ρώτησε ο Αυρήλιος. «Ο Στέφανος κατέθεσε τα χρήματα που μας χρειάζονται

166

167


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

σ' έναν τραπεζίτη των Ποτίολων. Θα μπορέσουμε να προ­ σλάβουμε άντρες κι επίσης να στείλουμε ειδήσεις στον Ανθέμιο με τους ταχυδρόμους των πιστωτικών επιστολών. Είναι το μυστικό σύστημα επικοινωνίας μας και λειτούργησε πά­ ντα πολύ καλά». «Εγώ πρέπει να αναζητήσω τους συντρόφους μου, αν υ­ πάρχει έστω και η ελάχιστη ελπίδα. Αν σώθηκε έστω και έ­ νας, θέλω να τον βρω». «Ηρέμησε, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, αλλά οι πιθανό­ τητες είναι περιορισμένες». «Ο Αμβροσίνος μου είπε ότι κάποιοι Ρωμαίοι αιχμάλω­ τοι θα οδηγηθούν στο Μιζένο». «Εκεί θα πάμε, μην περιμένεις όμως τίποτα το σίγουρο και εύκολο. Ακόμα κι αν κάποιοι από τους δικούς σου είναι εκεί, είναι σκλάβοι, το καταλαβαίνεις; Σκλάβοι. Πιθανώς τους έχουν αλυσοδεμένους και σίγουρα τους επιτηρούν στε­ νά. Η απελευθέρωση τους θα μπορούσε να μας εκθέσει σε μεγάλους κίνδυνους και να διακυβεύσει τη σημαντικότερη αποστολή». «Δεν υπάρχει πιο σημαντική αποστολή. Με κατάλαβες;» «Μου έχεις δώσει το λόγο σου». «Κι εσύ». Η Λιβία έσκυψε το κεφάλι και δάγκωσε τα χείλη της. Βρι­ σκόταν σε αδιέξοδο. Ο Αυρήλιος ήταν προφανώς αμετάπειστος.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Αναχώρησαν την επόμενη μέρα, λίγο πριν από την αυγή. Ένας ψυχρός βοριάς είχε διώξει την ομίχλη κι ένα μισο­ φέγγαρο έλαμπε χαμηλά στον καθαρό ουρανό, σχεδόν στην επιφάνεια της θάλασσας. Το Κάπρι διαγραφόταν καθαρά

στον ορίζοντα, τραχύ και βραχώδες, καλυμμένο στο ψηλό­ τερο μέρος του από ένα πέπλο πυκνής βλάστησης. Στα νό­ τια, η στήλη καπνού που έβγαινε από τον κρατήρα του Βε­ ζούβιου γινόταν όλο και πιο παχιά και σκούρα και χάραζε στο γαλανό ουρανό μια μακριά γραμμή, μαύρη σαν το πέ­ πλο μοιρολογίστρας. Με την ανατολή του ήλιου συνάντησαν τον τραπεζίτη του Ανθέμιου, κάποιον Ευστάθιο, σ' ένα απόμερο εκκλησάκι έ­ ξω από τα τείχη, ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στο μάρτυρα Σεβαστιανό· η εικόνα του αγίου, δεμένου σ' έναν πάσσαλο και τρυπημένου από τα βέλη, χτύπησε τον Αυρήλιο σαν μα­ στίγιο. Η ακρωτηριασμένη μνήμη του αφυπνίστηκε αναζη­ τώντας μια επαφή που έμοιαζε αδύνατη, πλημμυρίζοντας με αγωνία τα βάθη της ψυχής του, αλλά έκανε κουράγιο, προσπαθώντας να κρύψει τα συναισθήματά του. «Χρειαζόμαστε πληροφορίες», είπε η Λιβία, προσποιού­ μενη ότι δεν το αντιλήφθηκε. «Βασιστείτε πάνω μου», απάντησε ο Ευστάθιος, «για ό,τι περνάει από το χέρι μου». «Απ' ό,τι ξέρουμε, κάποιοι αιχμάλωτοι Ρωμαίοι στρα­ τιώτες μεταφέρθηκαν στο Μιζένο για να υπηρετήσουν στα πλοία». «Ο ναύσταθμος είναι κατά μεγάλο μέρος παροπλισμέ­ νος», απάντησε ο Ευστάθιος, «και τα λίγα πλοία που υπάρ­ χουν αυτή την εποχή βρίσκονται στην ξηρά για επισκευή. Οι κωπηλάτες χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς». «Ποιους;» ρώτησε γεμάτος αγωνία ο Αυρήλιος. «Κάποιοι δουλεύουν στα ορυχεία θειαφιού ή στις αλυ­ κές, ενώ άλλοι αναγκάζονται να μάχονται ως μονομάχοι σε παράνομα θεάματα. Τα ποσά των στοιχημάτων είναι ιλιγ­ γιώδη. Εγώ ξέρω κάτι απ' αυτά».

168

169


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Αν επρόκειτο για στρατιώτες;» επέμεινε ο Αυρήλιος. «Αν μου μιλάς για στρατιώτες, πιο εύκολα θα τους βρεις εκεί». «Που;» «Στην piscina mirabilis». «Τι είναι αυτό;» «Η παλιά δεξαμενή που εφοδίαζε με πόσιμο νερό τα πλοία του αυτοκρατορικού στόλου. Φαντάσου μια γιγαντι­ αία υπόγεια βασιλική με πέντε κλίτη, ένα έργο εντυπωσια­ κό. Τώρα το νερό του υδραγωγείου έχει εκτραπεί κι εκείνο το απέραντο υπόγειο είναι το ιδανικό κρησφύγετο γι' αυτά τα επαίσχυντα όργια. Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι δεν είναι λίγοι οι χριστιανοί που τα παρακολουθούν, στοι­ χηματίζοντας τεράστια ποσά στους μονομάχους που χαί­ ρουν μεγαλύτερης εκτίμησης. Θα σας χρειαστεί μια άδεια εισόδου», πρόσθεσε. Τους έδωσε μια μικρή ψηφίδα από λείο κόκαλο, που είχε χαραγμένο πάνω της το σημάδι μιας τρίαινας, τη σφραγίδα του ναυαρχείου. Η Λιβία πήρε τα χρήματα και την ψηφίδα, υπέγραψε μια απόδειξη κι έγραψε μερικές γραμμές με ειδήσεις για τον Ανθέμιο σε κρυπτογραφημένη γλώσσα, ύστερα χαιρέ­ τησε κι έκανε να φύγει. «Και κάτι άλλο», είπε ο τραπεζίτης. «Αν βρείτε θέση, κα­ θίστε στο "Γκάλους Εσκουλάπι", είναι μια ταβέρνα στο πα­ λιό καρνάγιο. Εκεί μαζεύονται οι πράκτορες και οι παίκτες των στοιχημάτων... Αν τυχόν κάποιος από αυτούς σας ρωτή­ σει "Τι θα 'λεγες για ένα μπάνιο στη δεξαμενή;", να απα­ ντήσετε "Δε ζητάω τίποτα καλύτερο". Αυτό είναι το σύνθημα για τους τακτικούς θαμώνες. Τι άλλο... Α, ναι. Προβλέπεται η ποινή του θανάτου για όποιον οργανώνει και όποιον πα­ ρακολουθεί αγώνες μονομάχων, το ξέρετε, έτσι δεν είναι;» 170

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Το ξέρουμε», απάντησε ο Αυρήλιος. «Είναι ένας παλιός νόμος του Κωνσταντίνου, τον οποίο σέβεται όποιος θέλει». «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά να προσέχετε έτσι κι αλλιώς. Όποτε συμφέρει, οι νόμοι επιβάλλονται, και τότε αλίμονο σ' αυτόν που θα βρεθεί κάτω από την κόψη του τσεκουριού. Καλή τύχη!» είπε τελειώνοντας ο Ευστάθιος. Ταξίδεψαν χωρίς στάση όλη τη μέρα. Πέρασαν από τον Λοκρίνο κόλπο, μετά από την Άορνο κι έφτασαν στο Μιζένο μετά το ηλιοβασίλεμα. Δεν ήταν δύσκολο να βρουν το «Γκάλους Εσκουλάπι», που βρισκόταν απέναντι από το πα­ λιό καρνάγιο του Ιούλιου λιμένα. Το μεγάλο εξάγωνο λιμά­ νι ήταν κατά ένα μέρος επιχωματωμένο και το στόμιό του αρκούσε για να βγαίνει το πολύ ένα πλοίο τη φορά. Τα πο­ λεμικά πλοία ήταν συνολικά πέντε, δύο από τα οποία ήταν σε μάλλον κακή κατάσταση και φανέρωναν τα σημάδια μιας μακρόχρονης παραμέλησης. Βρίσκονταν υπό τις διαταγές ενός διοικητή μοίρας, το κουρελιασμένο λάβαρο της οποίας κρεμόταν από ένα κοντάρι. Αυτό που κάποτε ήταν η βάση της αυτοκρατορικής ναυτικής μοίρας, ένα λιμάνι ικανό να χωρέσει διακόσια πολεμικά πλοία, τώρα ήταν ένα είδος νε­ κροταφείου διάσπαρτου με σάπια συντρίμμια. Η Λιβία και ο Αυρήλιος μπήκαν στην ταβέρνα μετά τη δύση του ήλιου και παράγγειλαν σούπα από κοτόπουλο και χορταρικά. Η ατμόσφαιρα αντηχούσε από τις κραυγές των γλάρων και από τις φωνές των μανάδων, οι οποίες μάζευ­ αν για το δείπνο τα παιδιά τους που έπαιζαν στα σοκάκια. Η ταβέρνα ήταν ήδη γεμάτη κόσμο. Ένας ταβερνιάρης φα­ λακρός και καλοστεκούμενος σερβίριζε λευκό κρασί στους πελάτες που κάθονταν στα τραπέζια, από τους οποίους άλ­ λοι έπαιζαν ζάρια και άλλοι κότσια. Εκείνο το μέρος ήταν προφανώς το βασίλειο των τυχερών παιχνιδιών και των στοι171


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

χημάτων. Που ήταν όμως οι πράκτορες των στοιχημάτων; Η Λιβία κοίταξε γύρω της και πρόσεξε μερικά τραπέζια συγκεντρωμένα κοντά στο μοναδικό παράθυρο, γύρω από τα οποία κάθονταν μερικά ύποπτα υποκείμενα, κακοποιοί με πρόσωπα σημαδεμένα από ουλές και μπράτσα με τα­ τουάζ, όπως των βαρβάρων. Σκούντησε με τον αγκώνα τον Αυρήλιο. «Τους είδα», απάντησε αυτός. Φώναξε τον ταβερνιάρη και του είπε: «Είμαι νέος σ' αυτή την πόλη, αλλά το μέρος μου αρέσει και θα ήθελα να πιάσω φιλία με αυτούς τους κα­ λούς ανθρώπους. Θα ήθελα να προσφέρεις μια καράφα με το καλύτερο κρασί σου στους κυρίους εκεί κάτω». Ο ταβερνιάρης έγνεψε καταφατικά και τους πήγε την κα­ ράφα, που έγινε δεκτή με επευφημίες. «Ε, ξένε! Έλα εδώ να πιεις μαζί μας και φέρε και την πουλάδα. Πρέπει να τα μοι­ ραζόμαστε όλα με τους φίλους, έτσι δεν είναι;» «Δώσε μου χρήματα», είπε χαμηλόφωνα ο Αυρήλιος στη Λιβία. Έπειτα πλησίασε στο τραπέζι με μια υποψία χαμό­ γελου και είπε: «Καλύτερα όχι. Αυτή εκεί δεν είναι πουλά­ δα. Είναι λύκαινα και δαγκώνει». «Ω, έλα τώρα», είπε ένας άλλος και σηκώθηκε από το τραπέζι, μια εγκληματική φάτσα μ' ένα στόμα γεμάτο σά­ πια δόντια, «έλα κι εσύ να γιορτάσεις, κούκλα!» Πλησίασε τη Λιβία, που καθόταν ακόμα, κι έβαλε το χέρι του στον ώ­ μο της, απλώνοντας τα δάχτυλά του προς το στήθος της, ε­ κείνη όμως του έπιασε αστραπιαία με το αριστερό χέρι τους όρχεις και τους έστριψε με όλη τη δύναμη των ατσάλινων δα­ χτύλων της, ενώ με το δεξί τράβηξε το μαχαίρι από τη ζώ­ νη της και του το έβαλε στο λαιμό, καθώς σηκωνόταν από­ τομα όρθια. Ο δύσμοιρος ούρλιαζε, αλλά δεν μπορούσε να κινηθεί, με το μαχαίρι σχεδόν καρφωμένο στο λαιμό του, ού172

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

τε να ελευθερωθεί. Η Λιβία έσφιξε ακόμα περισσότερο, ώ­ σπου ο άντρας λιποθύμησε από τον πόνο και σωριάστηκε κά­ τω. Η κοπέλα έβαλε το μαχαίρι στη ζώνη της και κάθισε, αρ­ χίζοντας να τρώει τη σούπα της σαν να μη συνέβη τίποτα. «Σας το είπα ότι δαγκώνει», είπε ατάραχος ο Αυρήλιος. «Μπορώ να καθίσω;» Οι άλλοι τού έκαναν θέση κατάπληκτοι. Έβαλε να πιει κι άφησε επιδεικτικά μερικά ασημένια νομίσματα πάνω στο τραπέζι. «Μου είπαν ότι εδώ μπορεί κανείς να κερδίσει πολ­ λά με τα στοιχήματα, αν έχει τις σωστές πληροφορίες». «Θέλεις να παίξεις χοντρά, απ' ό,τι βλέπω», είπε εκείνος που φαινόταν ο αρχηγός. «Αν αξίζει τον κόπο». «Όσο γι' αυτό, ήρθες στο σωστό μέρος, για να μπεις ό­ μως χρειάζεσαι έναν προστάτη άγιο· ξέρεις τι εννοώ;» Ο Αυρήλιος έβγαλε την ψηφίδα με την τρίαινα, την έ­ δειξε για μια στιγμή και τη φύλαξε αμέσως. «Όπως αυτόν;» «Βλέπω ότι έχεις καλές συστάσεις. Σου αρέσει να κοιμά­ σαι νωρίς το βράδυ;» «Εγώ; Είμαι αμετανόητος νυχτόβιος». «Θα σου άρεσε ένα μπάνιο στη δεξαμενή κατά τα μεσά­ νυχτα;» «Δε ζητάω τίποτα καλύτερο». «Πόσα θέλεις να στοιχηματίσεις;» «Εξαρτάται. Υπάρχει κάποιος στον οποίο να μπορεί κα­ νείς να βάλει ένα καλό ποσό;» Ο άντρας σηκώθηκε, τον έπιασε από το χέρι και τον πή­ ρε παράμερα, σαν να ήθελε να του εκμυστηρευτεί ένα με­ γάλο μυστικό. «Άκουσε, υπάρχει ένας Αιθίοπας γίγαντας, ψηλός σαν πύργος, ένας πραγματικός Ηρακλής που μέχρι σήμερα έχει συντρίψει όλους τους διαγωνιζόμενους». Ο Αυ173


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ρήλιος ένιωσε την καρδιά του να σκιρτάει. Θα ήθελε να φω­ νάξει «Ο Βατίατος!», αλλά έπνιξε μέσα του την κραυγή και την απέραντη χαρά που πλημμύριζε την ψυχή του. «Όλοι στοιχηματίζουν πάνω του πολύ μεγάλα ποσά. Βλέ­ πω όμως ότι εσύ δεν έχεις πρόβλημα χρημάτων και σου προ­ τείνω να συνεταιριστούμε. Θα στοιχηματίσουμε όσα λεφτά έχεις ότι ο μαύρος θα χάσει. Εγώ σου εγγυώμαι ότι θα χάσει κι έπειτα μοιραζόμαστε τα κέρδη. Μου χρειάζονται όμως του­ λάχιστον πέντε χρυσά σολδία, αλλιώς δεν αξίζει τον κόπο». Ο Αυρήλιος έβγαλε το πουγκί και το ζύγισε στο χέρι του. «Έχω πιο πολλά, αλλά δεν είμαι ηλίθιος. Γιατί να χάσει ε­ κείνη η αρκούδα;» «Για δύο λόγους: ο πρώτος είναι ότι απόψε θα πρέπει να αναμετρηθεί με τρεις αντιπάλους αντί για έναν. Ο δεύτερος είναι έκπληξη και θα το δεις μόνος σου επιτόπου. Δε σε γνω­ ρίζω, φίλε μου, και δε διακινδυνεύω να σου πω περισσότε­ ρα. Και μάλιστα σου έχω πει ήδη αρκετά. Λοιπόν, τα λεφτά;» «Σου το είπα, δεν είμαι ηλίθιος. Θα σου τα δώσω επιτό­ που, πριν αρχίσει το θέαμα». «Εντάξει», είπε ο άντρας. «Τα μεσάνυχτα, όταν ακούσεις να χτυπάει η καμπάνα του ναυαρχείου». «Δε θα λείψω. Α, ένα πράγμα σου λέω: τη βλέπεις εκεί­ νη;» Έδειξε τη Λιβία. «Σε σύγκριση με μένα είναι ένα βρεγ­ μένο κλωσόπουλο. Επομένως, όχι αστεία, συνεννοηθήκαμε; Αλλιώς θα σου τα ξεριζώσω στ' αλήθεια τ' αρχίδια και θα σε βάλω να τα φας. Τώρα συμμάζεψε αυτό το γουρούνι που ξυ­ πνάει, πριν εκείνη αλλάξει γνώμη και του ανοίξει το κεφά­ λι σαν κολοκύθα». Ο άντρας γρύλισε συγκαταβατικά και πήγε να ασχοληθεί με τον ταλαιπωρημένο φίλο του. Ο Αυρήλιος και η Λιβία χάθηκαν στα στενά δρομάκια.

«Είναι εδώ ο Βατίατος», είπε ο Αυρήλιος τρελός από χα­ ρά. «Το καταλαβαίνεις; Είναι εδώ ο Βατίατος!» «Ηρέμησε, κατάλαβα. Και ποιος είναι ο Βατίατος;» «Ένας συμπολεμιστής μου. Ήταν ο σωματοφύλακας του διοικητή μου, ένας Αιθίοπας κολοσσός με ύψος σχεδόν ένα ενενήντα, δυνατός σαν ταύρος. Κάποιος σαν αυτόν αξίζει ό­ σο δέκα άντρες, σου το ορκίζομαι. Αν κατορθώσουμε να τον απελευθερώσουμε, είμαι σχεδόν βέβαιος ότι θα πετύχουμε στην αποστολή μας. Κι αν είναι αυτός εδώ, ίσως να είναι και άλλοι. Ω θεοί, δεν τολμώ να το ελπίσω...» «Μην έχεις πολλές αυταπάτες. Πώς ελπίζεις να τον απε­ λευθερώσεις;» Ο Αυρήλιος έβαλε το χέρι του στη λαβή του σπαθιού. «Με αυτό, τι άλλο;» «Α... Και θα χρειαστείς ένα χέρι βοηθείας, φαντάζομαι». «Θα μου ήταν χρήσιμο». «Έχεις έναν παράξενο τρόπο να ζητάς πράγματα». «Δε ζητάω τίποτα. Προσπαθώ να σε βοηθήσω να φέρεις σε πέρας την αποστολή σου». «Αυτό είναι αλήθεια. Ας κινηθούμε λοιπόν, πρέπει να ε­ τοιμαστούμε και να εφοδιαστούμε με ό,τι χρειαζόμαστε. Τι σου είπε το άλλο γουρούνι;» «Ότι όλοι στοιχηματίζουν στον μαύρο ότι θα κερδίσει, με δεδομένες τις προηγούμενες μονομαχίες, και μου ζή­ τησε ένα μεγάλο ποσό για να στοιχηματίσει ότι ο μαύρος θα χάσει- και ότι θα σκεφτεί αυτός πώς θα τον κάνει να χά­ σει». «Μήπως θέλουν να τον δηλητηριάσουν;» «Αμφιβάλλω. Αξίζει πολλά». «Να τον ναρκώσουν;» «Ίσως».

174

175


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Πάντως αυτή η ιστορία δε μου αρέσει. Πρέπει να εί­ μαστε σε επιφυλακή». Γύρισαν στην ταβέρνα και ετοιμάστηκαν επιμελώς για την επιχείρηση. «Καταρχήν χρειαζόμαστε άλογα», είπε ο Αυρήλιος, «τρία ή τέσσερα αν είναι δυνατό, δεν ξέρεις πο­ τέ. Θα το φροντίσω εγώ, υπάρχει ακόμα ένας ταχυδρομι­ κός σταθμός στην είσοδο της πόλης και τα στρατιωτικά δια­ κριτικά μου θα πρέπει να με βοηθήσουν, ίσως όμως μου χρειαστούν χρήματα». Η Λιβία του έδωσε από το πουγκί και ο Αυρήλιος έφυγε. Επέστρεψε αργά. «Όλα εντάξει», είπε μπαίνοντας. «Ο επι­ κεφαλής είναι ένας άξιος άνθρωπος, ένας υπάλληλος της παλιάς σχολής, από εκείνους που καταλαβαίνουν χωρίς να κάνουν πολλές ερωτήσεις. Θα φροντίσει να βρούμε τα άλο­ γα σ' ένα ελαιοτριβείο κοντά στην ακτή, στο ύψος του τρί­ του οδοδείκτη. Είπα ότι περιμένουμε κάποιους φίλους μας και ότι πρέπει να φύγουμε αύριο πρωί προτού ξημερώσει». «Και τα όπλα;» ρώτησε η Λιβία. «Προβλέπω να μου κάνουν σωματική έρευνα κι επομένως είναι καλύτερα να τα έχεις εσύ, θα πρέπει όμως να έχεις πα­ ρουσιαστικό γυναίκας, με καταλαβαίνεις;» «Σε καταλαβαίνω πολύ καλά», απάντησε η Λιβία καθόλου κο­ λακευμένη. «Βγες λοιπόν έξω για λίγο και χτύπα όταν γυρίσεις». Ο Αυρήλιος επέστρεψε μετά από ένα χρονικό διάστημα που θεώρησε εύλογο κι έμεινε κατάπληκτος από τη μετα­ μόρφωση της συντρόφου του. Την κοίταξε στα μάτια, γοη­ τευμένος από τη λάμψη του βλέμματός της, που τονιζόταν ε­ λαφρά από μια λεπτή γραμμή σκιάς για τα μάτια. Ήθελε να της πει ότι ήταν πανέμορφη, αλλά την ίδια στιγμή ακούστη­ κε ο ήχος μιας καμπάνας από τη μεριά της θάλασσας. «Η καμπάνα του ναυαρχείου», είπε η Λιβία. «Πάμε».

λίγοι λίγοι, χωρίς θόρυβο και σε μι­ κρές ομάδες, μέσα σε απόλυτο σκοτάδι, άντρες στην πλειο­ νότητά τους αλλά και γυναίκες, ακόμα και παιδιά. Όταν έ­ φταναν μπροστά στην είσοδο, οι επιβλέποντες τους έκαναν σωματική έρευνα και, αν έβρισκαν πάνω τους όπλα, τους α­ νάγκαζαν να τα παραδώσουν σ' αυτούς. Το μοναδικό φως προερχόταν από ένα μικρό φανάρι που χρησίμευε για να ε­ λέγχονται οι άδειες εισόδου, που ήταν ίδιες με εκείνη που ο Αυρήλιος είχε πάρει στους Ποτίολους από τον Ευστάθιο, τον τραπεζίτη. Ο Αυρήλιος και η Λιβία στάθηκαν στην ουρά περιμένο­ ντας τη σειρά τους. Η Λιβία είχε χτενίσει τα μαλλιά της και φορούσε ένα πέπλο που της προσέδιδε κάποια θηλυκότητα. Ξαφνικά ακούστηκε ένα συγκεχυμένο μουρμουρητό ανά­ μεσα στο πλήθος κι έπειτα ένας ήχος βαριών βημάτων και αλυσίδων που κουδούνιζαν και όλοι παραμέρισαν για να πε­ ράσει η ομάδα των μονομάχων που θα αναμετριούνταν ε­ κείνη τη νύχτα. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένας γίγαντας που περνούσε τους άλλους ένα κεφάλι: ο Βατίατος! Ο Αυρήλιος πλησίασε, μολονότι η Λιβία προσπάθησε να τον συγκρατή­ σει, και, όταν βρέθηκε κοντά στο φανάρι, ξεσκέπασε το κε­ φάλι του και είπε: «Ε, χοντράνθρωπε, στοιχημάτισα ένα

176

177

12

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΡΧΟΝΤΑΝ


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

βουνό λεφτά πάνω σου, κοίτα να μη με απογοητεύσεις». Ο Βατίατος γύρισε προς το μέρος του στο άκουσμα ε­ κείνης της φωνής και βρήκε μπροστά του τον παλιό συστρατιώτη του. Τα μάτια του άστραψαν από έκπληξη μέσα στο μισοσκόταδο και λίγο έλειψε η συγκίνηση να τους προ­ δώσει και τους δυο, αλλά ο Αυρήλιος του έκανε ένα γρήγο­ ρο νόημα και καλύφθηκε αμέσως. Ο γυμναστής των μονο­ μάχων τράβηξε την αλυσίδα και ο Βατίατος κατέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν στα έγκατα της αχανούς δεξαμενής. Λίγο αργότερα ο Αυρήλιος είδε και τον Βατρένο και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα του. Ένα κομμάτι της περασμένης του ζωής ζωντάνευε ξαφνικά σ' εκείνο το σκο­ τεινό και θλιβερό μέρος, σύντροφοι τους οποίους θεωρού­ σε χαμένους εμφανίζονταν μπροστά του ζωντανοί και χει­ ροπιαστοί, προκαλώντας του αφάνταστη χαρά, αλλά συνά­ μα και τρομερό φόβο. Φόβο ότι τα πάντα μπορούσαν να καταλήξουν στο τίποτα, φόβο ότι ήταν ανεπαρκής για εκεί­ νη την αποστολή, ότι η απόπειρά του μπορούσε να αποτύ­ χει, όπως είχε ήδη αποτύχει η απόπειρά του να ελευθερώ­ σει τον Ρωμύλο στη Ραβένα. Η Λιβία διαισθάνθηκε τι περ­ νούσε από το μυαλό του, του έσφιξε δυνατά το μπράτσο και του ψιθύρισε στο αφτί: «Θα τα καταφέρουμε, είμαι σίγου­ ρη ότι θα τα καταφέρουμε. Κουράγιο τώρα, μπαίνουμε». Ο επιβλέπων ήταν έτοιμος να ψάξει τη Λιβία, αλλά ο Αυ­ ρήλιος μπήκε στη μέση. «Ε, άφησέ την ήσυχη, αυτή είναι η μνηστή μου, όχι η πουτάνα η μάνα σου». Ο άντρας μούγκρισε κάτι θυμωμένος και ύστερα είπε: «Εσύ όμως θα με αφήσεις να σε ψάξω και θα μου δείξεις την άδεια εισόδου, αν δε θέλεις να σου κόψω την όρεξη να κά­ νεις τον έξυπνο». Κι έπιασε με το χέρι του ένα είδος ρόπα­ λου που κρεμόταν από τη ζώνη του.

Ο Αυρήλιος έδειξε την άδεια εισόδου και σήκωσε τα χέ­ ρια ξεφυσώντας, καθώς ο άλλος τον έψαχνε. «Μπορείς να πηγαίνεις», είπε, αφού τον βρήκε εντάξει. Και γύρισε να ελέγξει κάποιους άλλους πελάτες που ανέ­ βαιναν εκείνη τη στιγμή προς την είσοδο. Ο Αυρήλιος και η Λιβία, στο μεταξύ, άρχισαν να κατε­ βαίνουν τη μακριά σκάλα που οδηγούσε στον πυθμένα της δεξαμενής και βρέθηκαν μπροστά σ' ένα απίστευτο θέαμα. Κάτω από το φως δεκάδων πυρσών ανοιγόταν μπροστά τους η μεγαλειώδης piscina mirabilis, μια δεξαμενή ικανή να χω­ ρέσει νερό αρκετό για μια ολόκληρη πόλη. Ήταν χωρισμέ­ νη σε πέντε κλίτη, τα οποία στηρίζονταν σε πανύψηλους θό­ λους. Οι τοίχοι και ο πυθμένας είχαν λειανθεί επιμελώς, το δάπεδο είχε κλίση προς το κέντρο, προς μια μικρή τάφρο η οποία έκλεινε με μια σιδερένια σχάρα και παλιά άνοιγε πό­ τε πότε για να απομακρύνεται η λάσπη που κατακάθιζε στον πυθμένα με το πέρασμα του χρόνου. Ψηλά, κοντά στην ο­ ροφή του ανατολικού τοίχου, διακρινόταν η είσοδος της πα­ ροχής νερού του υδραγωγείου, η οποία κάποτε χρησίμευε για να γεμίζει τη δεξαμενή και την οποία τώρα έκλεινε ένα διάφραγμα. Ένας μακρύς λεκές από σκουριά κι ένα αργό στάξιμο έδειχναν ότι υπήρχε ακόμα νερό στο αυλάκι του υ­ δραγωγείου, αλλά αυτό πιθανώς εκτρεπόταν προς κάποιον πλαϊνό συλλέκτη. Στον αντίθετο τοίχο, το δυτικό, διακρινό­ ταν η παλιά βάνα διανομής που τροφοδοτούσε τις δεξαμε­ νές για το στόλο με το νερό της επιφάνειας, το πιο διαυγές και καθαρό. Τώρα όλη αυτή η τεράστια εγκατάσταση, που κάποτε ξεδιψούσε τους ναύτες και τους στρατιώτες του ι­ σχυρότερου στόλου του κόσμου, δεν ήταν παρά μια άδεια ά­ βυσσος, δεξαμενή μιας τυφλής και αιμοχαρούς βίας, τόπος εκδήλωσης των πιο ταπεινών ενστίκτων.

178

179


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Ο Αυρήλιος πρόσεξε κοντά σε μια από τις κολόνες μερι­ κούς κουβάδες με νερό και σφουγγαρίστρες, που πρέπει να χρησίμευσαν για να καθαρίζονται τα αίματα. Στο βάθος, στηριγμένο στο νότιο τοίχο, υπήρχε ένα ξύλινο παράπηγμα με σκεπή, που πρέπει να αποτελούσε τα αποδυτήρια των μονομάχων. Η Λιβία έδωσε στο σύντροφο της το σπαθί και το μα­ χαίρι και κράτησε για τον εαυτό της τα υπόλοιπα όπλα. «Που πρέπει να σταθώ;» τον ρώτησε. Ο Αυρήλιος κοίταξε γύρω του. «Καλύτερα να γυρίσεις κοντά στην είσοδο. Από εκεί πάνω ελέγχεις όλη την κατά­ σταση και κρατάς ανοιχτή για μένα την οδό διαφυγής. Σε ι­ κετεύω, μη με χάσεις από τα μάτια σου· μόλις με δεις να ε­ πιτίθεμαι, χτύπα όποιον μου κλείσει το δρόμο. Στηρίζομαι πάνω σου». «Θα είμαι ο φύλακας άγγελός σου». «Τι είναι αυτό;» «Ένα είδος φτερωτού πνεύματος που έχουμε εμείς οι χρι­ στιανοί. Φαίνεται ότι όλοι μας έχουμε έναν που μας προ­ στατεύει». «Οτιδήποτε μου καλύπτει τα νώτα μού κάνει. Να, εκεί κάτω είναι ο πράκτοράς μου. Εμπρός, πήγαινε». Η Λιβία ανέβηκε με ανάλαφρα βήματα τη μεγάλη σκά­ λα και κρύφτηκε στη σκιά, κοντά στη μισάνοιχτη πόρτα της εισόδου. Έβγαλε το τόξο κάτω από το μανδύα της και α­ κούμπησε κάτω τη γεμάτη με αιχμηρά βέλη φαρέτρα. Ο Αυ­ ρήλιος πλησίασε τον πράκτορα των στοιχημάτων, που του είπε: «Α, ο μυστηριώδης φίλος μας με τα πολλά χρήματα. Λοιπόν, θα στοιχηματίσεις ότι θα χάσει ο μαύρος;» «Μόλις τον είδα· προκαλεί φόβο, είναι ένας πραγματι­ κός Ηρακλής. Τι θα μπορούσε να τον δαμάσει;» 180

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Είναι μυστικό, δεν μπορώ να σου πω». «Εσύ μου λες το μυστικό, εγώ σκάω τα λεφτά». Κι έκανε το πουγκί που κρατούσε στο χέρι του να κουδουνίσει. Ο ά­ ντρας τού έριξε μια άπληστη ματιά. «Αφού σου λέω ότι εί­ ναι σίγουρο, είναι σίγουρο. Κοίτα, αυτό είναι το δικό μου με­ ρίδιο». Έδειξε ένα μικρό σωρό από χρυσά σολδία. Δίπλα του, άλλοι πράκτορες στοιχημάτων φώναζαν: «Εμπρός κό­ σμε, εμπρός με τα στοιχήματα, γιατί το θέαμα όπου να 'ναι αρχίζει· ποιος θα στοιχηματίσει στο μαύρο Ηρακλή;» Κι ε­ νώ ολοένα δυνάμωνε η οχλοβοή και αυξανόταν η διέγερση, μια ομάδα υπηρετών άρχισε να στήνει ένα είδος σιδερέ­ νιου κιγκλιδώματος που οριοθετούσε το χώρο για τις μονο­ μαχίες. Ταυτόχρονα, μια ομάδα ενόπλων πήρε θέση στο βά­ θος της αίθουσας. Ο Αυρήλιος τους πρόσεξε και προσπά­ θησε να προσελκύσει την προσοχή της Λιβίας πάνω τους με εύγλωττες χειρονομίες. Η Λιβία τού έγνεψε πως τους είχε προσέξει. Το πρώτο ζευγάρι μονομάχων μπήκε στον περιφραγμέ­ νο χώρο και άρχισε να μονομαχεί κάτω από τις όλο και πιο ενθουσιώδεις παροτρύνσεις του συγκεντρωμένου πλήθους. Η ατμόσφαιρα γινόταν υπερβολικά θερμή κι εκείνες οι προ­ καταρκτικές μονομαχίες προετοίμαζαν το έδαφος για το πολυαναμενόμενο γεγονός της βραδιάς, τη δοκιμασία του μαύ­ ρου Ηρακλή! Δεν υπήρχε πια πολύς χρόνος· τι υπαινισσό­ ταν ο πράκτορας μ' εκείνη τη σιβυλλική του φράση; Ο Αυ­ ρήλιος σκέφτηκε να τον κάνει να μιλήσει με κάθε θυσία, α­ κόμα και βάζοντας το μαχαίρι στα πλευρά του· κανένας δε θα το πρόσεχε μέσα στο συνωστισμό. Είδε ότι μεγάλα ποσά συσσωρεύονταν πάνω στο τραπέζι του και κυριεύθηκε από πανικό· πρέπει να ήταν στ' αλήθεια σίγουρος ότι ο μαύρος θα έχανε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για μια στιγμή 181


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

και ο άλλος του έκανε νόημα, σαν να έλεγε: «Λοιπόν, θα α­ ποφασίσεις;» Είδε ότι οι φρουροί είχαν στραμμένη την προσοχή τους στη μονομαχία, η οποία, κάθε στιγμή που περνούσε, γινό­ ταν όλο και πιο λυσσαλέα, σύντομα όμως φάνηκε να βαδί­ ζει προς ένα γρήγορο τέλος. Χτυπημένος στον ώμο, ένας α­ πό τους δυο μονομάχους τρέκλισε και ο αντίπαλος του του έδωσε τη χαριστική βολή. Οι κραυγές του πλήθους αντήχη­ σαν με τρομακτική ένταση ανάμεσα στις αψίδες και τις κο­ λόνες. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή όμως, η ακοή του Αυρήλιου, που ήταν εξασκημένη να διακρίνει έναν ιδιαίτερο ήχο από τους άλλους, συνέλαβε ένα θόρυβο που προερχόταν από τα αριστερά του, από την πλευρά των αποδυτηρίων. Γλίστρη­ σε παράλληλα με τον τοίχο και πλησίασε αρκετά ώστε να βλέπει. Τέσσερις άντρες είχαν δέσει τον Βατρένο και τον φίμωναν, ενώ ένας άλλος μονομάχος, με την ίδια σωματική διάπλαση και το ίδιο ύψος, φορούσε την πανοπλία και την περικεφαλαία του. Να το τέχνασμα! Είχαν καταλάβει ότι ο Βατίατος δεν κα­ τάφερνε ποτέ θανάσιμα χτυπήματα στον άνθρωπο που φο­ ρούσε εκείνη τη στολή, και το αντίθετο, και ήθελαν να τι­ μωρήσουν την απάτη. Ο Βατίατος θα αιφνιδιαζόταν από το θανάσιμο χτύπημα που θα του έδινε ένας εχθρός μεταμ­ φιεσμένος σε φίλο και οι παίκτες των στοιχημάτων θα κέρ­ διζαν τεράστια ποσά. Ευχαρίστησε από μέσα του τους θεούς που του έκαναν αυτό το θαυμάσιο δώρο και κρύφτηκε σε μια γωνία, περιμένοντας υπομονετικά. Είδε ότι έβγαζαν τον Βατίατο στην αρένα. Φορούσε μόνο ένα περίζωμα και κρα­ τούσε μια μικρή στρογγυλή ασπίδα κι ένα κυρτό σαρακηνό σπαθί, ενώ οι επιβλητικοί μύες του γυάλιζαν από τον ιδρώ-

τα. Όταν έκανε την εμφάνισή του, μια υπόκωφη βοή ση­ κώθηκε από το πλήθος, ενώ οι υπηρέτες απομάκρυναν το νεκρό μονομάχο. Πίσω του, ο ψεύτικος Βατρένος ετοιμα­ ζόταν να τον ακολουθήσει. Τώρα ήταν η κατάλληλη στιγ­ μή. Ο Αυρήλιος εισέβαλε σαν αστραπή στα αποδυτήρια αιφνιδιάζοντας τους δυο φρουρούς· αποκεφάλισε τον πρώ­ το με μια σπαθιά κι έμπηξε το μαχαίρι ως τη λαβή στο στή­ θος του δεύτερου. Σωριάστηκαν και οι δυο χωρίς ούτε ένα βογκητό. «Βατρένο, εγώ είμαι!» είπε λύνοντας το φίλο του και βγά­ ζοντάς του το φίμωτρο. «Μα τον Ηρακλή! Από που ξετρύπωσες εσύ; Γρήγορα, ο Βατίατος κινδυνεύει». «Το ξέρω, πάμε». Έτρεξαν έξω και η Λιβία, που εδώ και λίγη ώρα αγωνι­ ούσε καθώς είχε χάσει από τα μάτια της τον Αυρήλιο, τον ε­ ντόπισε. Πέρασε το βέλος στη χορδή του τόξου της και την τέντωσε, έτοιμη να χτυπήσει. Ο Βατρένος και ο Αυρήλιος άνοιξαν δρόμο ανάμεσα στο πλήθος που αλάλαζε, προσπαθώντας να φτάσουν στην πρώ­ τη σειρά. Ο Βατίατος μαχόταν με τους τρεις αντιπάλους του, ήταν όμως εμφανές ότι τα χτυπήματά του δεν έπεφταν με την ίδια βιαιότητα στους δύο που βρίσκονταν στα πλάγια και σ' εκείνον που είχε απέναντι του, ο οποίος πρέπει να του φαι­ νόταν σε όλα ίδιος με το φίλο του. Έφτασαν τη στιγμή που ο ψεύτικος Βατρένος, μετά από μια σειρά θεαματικών αλλά άστοχων χτυπημάτων, χαρα­ κτηριστικών μιας προσποιητής μονομαχίας, εντελώς α­ προσδόκητα εξαπέλυσε ένα ζυγισμένο χτύπημα κατευθείαν στη βάση του λαιμού. Την ίδια στιγμή ο πραγματικός Βατρένος φώναξε με όλη του τη δύναμη: «Βατίατε, πρόσεχε!»

182

183


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Ο γίγαντας το αντιλήφθηκε ακαριαία και απέφυγε το χτύ­ πημα, γλιτώνοντας το θάνατο αλλά όχι ένα τραύμα στον α­ ριστερό ώμο. Ο Αυρήλιος είχε ήδη ρίξει το κιγκλίδωμα και διαπεράσει με το σπαθί του τον έναν από τους δύο αντιπά­ λους, ο Βατρένος σκότωσε το δεύτερο, ενώ ο Βατίατος α­ ναγνώρισε το φίλο του που στεκόταν πλάι του με το πρό­ σωπο ακάλυπτο και, αφού ανέκτησε την ισορροπία του, όρ­ μησε στο σωσία του θερίζοντας τον μ' ένα μόνο χτύπημα του σπαθιού του. Κατόπιν όρμησαν και οι τρεις προς τα εμπρός, με τα ξίφη προτεταμένα, διασχίζοντας το πλήθος, που α­ κόμα δεν είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε, κι έτρεξαν προς τη σκάλα. «Από δω!» φώναζε ο Αυρήλιος. «Από αυτή τη μεριά! Γρή­ γορα, γρήγορα!» Επικράτησε τρομακτική αναταραχή. Οι θεατές, τρομοκρατημένοι, έτρεχαν φωνάζοντας προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι φρουροί βάλθηκαν να τους καταδιώκουν, αλλά η Λιβία ήταν σε επιφυλακή. Τα βέλη της χτύπησαν τους δύο πρώτους με θανατηφόρα ακρίβεια, τον ένα στο στήθος και το δεύτερο καταμεσής στο μέτωπο, ενώ κάρφω­ σαν τον τρίτο στο έδαφος, λίγα βήματα μακριά από τη ρά­ μπα. Οι άλλοι, καμιά εικοσαριά, κατόρθωσαν να φτάσουν στη βάση της σκάλας και άρχισαν να τους καταδιώκουν, φω­ νάζοντας και σημαίνοντας συναγερμό. Ψηλά, ο φύλακας ξε­ πρόβαλε στον εξώστη, αλλά η Λιβία, που είχε κολλήσει στον τοίχο, τον έσπρωξε από πίσω και τον έριξε στο κενό. Το ουρλιαχτό του διακόπηκε μόνο με τη βίαιη επαφή του με το δάπεδο, εκατό βήματα χαμηλότερα. Η έξοδος ήταν πια κο­ ντά, όταν η πόρτα έκλεισε απότομα απ' έξω κι ακούστηκε ένας θόρυβος από σύρτες. Οι φρουροί βρίσκονταν πια στην κορυφή της σκάλας και οι τέσσερις τους αναγκάστηκαν να στραφούν και να τους αντιμετωπίσουν. Ο Βατίατος άρπαξε

τον πρώτο που βρέθηκε σε ακτίνα βολής, και τον έριξε πά­ νω στους άλλους σαν κούκλα, στέλνοντάς τους να κυλιστούν στη σκάλα. Έπειτα γύρισε προς την πόρτα και φώναξε: «Πί­ σω!» Οι φίλοι του παραμέρισαν και αυτός όρμησε σαν πο­ λιορκητικός κριός. Η πόρτα γκρεμίστηκε, βγαλμένη από τους μεντεσέδες, και οι τέσσερις βγήκαν έξω. Ένας από τους φρουρούς έμεινε πλακωμένος κάτω από την πόρτα, ενώ έ­ νας άλλος τράπηκε σε φυγή μόλις αντίκρισε το μαύρο δαί­ μονα που ξεπρόβαλε μέσα από ένα σύννεφο σκόνης. «Από εδώ, ακολουθήστε με, γρήγορα!» φώναξε η Λιβία. Ο Αυρήλιος όμως κατευθύνθηκε προς το διάφραγμα του α­ γωγού τροφοδοσίας φωνάζοντας: «Ήθελαν μπάνιο στη δε­ ξαμενή και θα το έχουν, μα τον Ηρακλή!» «Δεν έχουμε χρόνο», φώναζε η Λιβία. «Πάμε! Πάμε!» Ο Αυρήλιος βρισκόταν όμως ήδη στο βαρούλκο και ο Βα­ τίατος έτρεξε αμέσως κοντά του. Ο μηχανισμός είχε φρα­ κάρει από τη σκουριά, αλλά ο γίγαντας τον ξεκόλλησε μ' έ­ ναν ξερό ήχο. Η θυρίδα σηκώθηκε και το νερό κύλησε στο εσωτερικό με πάταγο, σαν καταρράκτης. Οι κραυγές απελ­ πισίας του πλήθους ξεχύθηκαν από το στενό άνοιγμα της πόρτας όπως μια χορωδία καταδικασμένων ψυχών από τις αβύσσους της κόλασης, αλλά ήδη οι δύο φίλοι έσπευδαν να ακολουθήσουν τη Λιβία και τον Βατρένο, που κατηφόριζαν το δρόμο προς τα άλογα. Μια κραυγή ακούστηκε πίσω τους: «Περιμένετέ μας! Ερχόμαστε μαζί σας!» «Ποιοι είναι;» ρώτησε ο Αυρήλιος κοιτάζοντας πίσω του. «Δύο σύντροφοι στη δυστυχία μας», απάντησε ο Βατία­ τος κοντανασαίνοντας. «Τρέξτε! Δεν έχουμε ούτε στιγμή για χάσιμο!» Ο Αυρήλιος και η Λιβία πήραν τα άλογά τους και οδή-

184

185


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

γησαν τους άλλους στο ελαιοτριβείο, στις παρυφές ενός μι­ κρού ελαιώνα, όπου περίμεναν άλλα τρία άλογα. «Δεν προέβλεψα μια τόσο πολυάριθμη συντροφιά. Οι δυο ελαφρύτεροι μαζί», πρόσταξε ο Αυρήλιος. «Βατίατε, εκείνο είναι το δικό σου!» Και έδειξε ένα γεροδεμένο παννονικό ά­ τι με σκούρο τρίχωμα. «Σε πιστεύω!» φώναξε ο Βατίατος καθώς καθόταν στη ράχη του. Τότε ακούστηκε μια σάλπιγγα να σημαίνει συνα­ γερμό. «Εμπρός!» είπε η Λιβία. «Εμπρός! Σε λίγο θα μας προ­ φτάσουν!» Έφυγαν καλπάζοντας μέσα από τον ελαιώνα κι έφτασαν σε μια σπηλιά σκαμμένη στον τόφφο, ένα καταφύγιο για τα πρόβατα που βοσκούσαν τη νύχτα ανάμεσα στις καλαμιές. Από εκεί, κρυμμένοι εντελώς από τα βλέμματα, είδαν την πε­ διάδα να γεμίζει σκιές έφιππων αντρών, να φωτίζεται από αναμμένους πυρσούς που έσχιζαν το σκοτάδι προς όλες τις κατευθύνσεις σαν μετέωρα. Κραυγές, οργισμένες διαταγές, καλέσματα αντηχούσαν σε κάθε γωνιά. Αλλά οι παλιοί συ­ μπολεμιστές δεν έβλεπαν και δεν άκουγαν τίποτα. Τρελοί α­ πό χαρά, χωρίς ακόμα να το πιστεύουν, αγκαλιάζονταν σφι­ χτά, αναγνώριζαν ο ένας τον άλλο μέσα στο σκοτάδι χωρίς να βλέπουν, από τη μυρωδιά, από τον ήχο των φωνών που ράγιζαν από τη συγκίνηση, από την τραχύτητα των ροζια­ σμένων κορμιών, σαν γέρικα σκυλιά που επιστρέφουν από νυχτερινό κυνήγι. Ο Αυρηλιανός Αμβρόσιος Βεντίδιος, ο Ρούφιος Έλιος Βατρένος, ο Κορνήλιος Βατίατος, στρατιώ­ τες της Ρώμης, Ρωμαίοι που είχαν δώσει όρκο πίστης.

186

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ


13

ΕΦΥΓΑΝ ΑΜΈΣΩΣ με καλπασμό προς την κατεύθυνση της Κύ­

μης, της αρχαίας και ένδοξης ελληνικής αποικίας, που εδώ και καιρό δεν ήταν παρά ένα μικρό ψαροχώρι. Η Λιβία φαι­ νόταν να γνωρίζει μάλλον καλά εκείνη την περιοχή και προ­ χωρούσε με μεγάλη ταχύτητα και ασφάλεια μέσα στο μισο­ σκόταδο. Η φυγή τεσσάρων σκλάβων, ο φόνος μισής ντου­ ζίνας φρουρών και η τρομερή αναταραχή στην piscina mirabilis πρέπει να είχαν ξυπνήσει μια πραγματική σφηκοφωλιά, ή­ ταν επομένως σκόπιμο να βρουν το συντομότερο ένα μέρος ασφαλές και απομονωμένο. Ο Βατίατος ήταν τόσο μεγαλό­ σωμος, ώστε θα τραβούσε την προσοχή όπου κι αν πήγαι­ ναν, κι έπρεπε να βρουν τον τρόπο να περάσει απαρατή­ ρητος. Στο μεταξύ ήταν προτιμότερο να αποφεύγουν παν­ δοχεία, ταβέρνες και δημόσιους χώρους. Η Λιβία τους βρή­ κε καταφύγιο στη νεκρή ζώνη της πόλης, σ' ένα σημείο γνω­ στό στην ίδια, το αρχαίο άντρο της Κυμαίας Σίβυλλας, ένα ζοφερό μέρος, το οποίο έλεγαν πως το στοίχειωναν δαιμο­ νικές παρουσίες. Ένα ακόμα μαύρο δαιμόνιο απλά θα επι­ βεβαίωνε τις λαϊκές φήμες. Πέρασαν στο εσωτερικό του ερειπωμένου τείχους και η Λιβία οδήγησε τους συντρόφους της στο άντρο. Ήταν ένα είδος σήραγγας που είχε διανοιχτεί μέσα στο βράχο· η ο189


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ροφή της είχε σχήμα τραπεζίου. Κατάφερε ν' ανάψει μια μικρή, αδύναμη φωτιά κι ύστερα αφοσιώθηκε στην περι­ ποίηση του τραύματος του Βατίατου, το έραψε, το έδεσε ό­ σο καλύτερα μπορούσε και του έδωσε ένα ρούχο για να σκε­ παστεί. Οι άλλοι, στο μεταξύ, προσπαθούσαν να τακτο­ ποιηθούν όπως μπορούσαν σ' εκείνο το άβολο καταφύγιο. Ο Αυρήλιος μάζεψε ξερά φύλλα κι ένα μέρος τους το έρι­ ξε στη φωτιά, δημιουργώντας περισσότερο καπνό παρά φλόγα, ενώ ένα μέρος το άπλωσε στο έδαφος φτιάχνοντας ένα πρόχειρο στρώμα. Η Λιβία έβγαλε από το δισάκι της όσα τρόφιμα είχε, στην πραγματικότητα όχι πολλά πράγ­ ματα, ένα κεφάλι τυρί, λίγες ελιές κι ένα καρβέλι ψωμί, και τα πρόσφερε σ' εκείνους τους κατάκοπους άντρες για να δειπνήσουν. «Δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο, ίσα ίσα για να ξεγελάσετε την πείνα σας. Αύριο θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Τώρα, καλύτερα να ξεκουραστείτε. Δε μένει πολλή ώρα μέ­ χρι την αυγή». «Να ξεκουραστούμε;» είπε ο Βατίατος. «Θα αστειεύεσαι, κοπέλα μου, έχουμε πάρα πολλά πράγματα να διηγηθούμε. Θέλω να πω, έχεις ιδέα ποιοι είμαστε εμείς; Πόσα έχουμε περάσει μαζί; Θεοί του ουρανού, δεν μπορώ να το πιστέψω. Τούτος εδώ μου κάνει: "Ε, χοντράνθρωπε, μη με απογοη­ τεύσεις, γιατί έχω στοιχηματίσει πολλά πάνω σου". Γυρίζω για να φτύσω καταπρόσωπο εκείνο τον μπάσταρδο, και ποι­ ον βλέπω; Τον Αυρηλιανό Αμβρόσιο Βεντίδιο, με σάρκα και οστά, ακριβώς εκεί, μπροστά μου. Μα τον Ηρακλή, σας ορ­ κίζομαι ότι παραλίγο να πάθω συγκοπή. Είπα μέσα μου: τι γυρεύει εδώ αυτός ο εγκληματίας, αυτός ο σκύλας γιος, να δεις που ήρθε να ελευθερώσει τον παλιό, καλό του φίλο». Η φωνή του έτρεμε καθώς μιλούσε και τα μάτια του ήταν

γεμάτα δάκρυα, όπως ενός μωρού. «Να δεις, είπα μέσα μου, που με θυμήθηκε και με ανακάλυψε μέσα σ' αυτή την αη­ διαστική τρύπα κι έπειτα, λέω, πώς κατάφερε να με βρει στον πάτο αυτού του οχετού, ποιος του είπε ότι ήμουν ε­ δώ... Θεοί του ουρανού, δεν μπορώ να το πιστέψω. Δώστε μου μια γροθιά, γιατί, αν ονειρεύομαι, πρέπει να ξυπνή­ σω». Ο Βατρένος τού έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι. «Το βλέπεις ότι είσαι ξύπνιος; Είναι όλα εντάξει, μαύρε άν­ θρωπε! Τα καταφέραμε, τα καταφέραμε. Τους κανονίσαμε όλους. Φαντάζεστε αύριο που θα έρθει ο άρχοντας πόσα α­ ξιοσέβαστα πρόσωπα, πόσες ευλαβείς δέσποινες θα βρει να κολυμπούν στο νερό, έχοντας πιαστεί επ' αυτοφώρω σε μια παράνομη μονομαχία; Θα ήθελα να ήμουν βάτραχος για να απολαύσω τη σκηνή! Και φαντάζεστε πόσοι άνθρωποι θα εί­ ναι αύριο κρυολογημένοι στην πόλη και τα περίχωρα;» Ο Αυρήλιος ξέσπασε σε γέλια και ύστερα γέλασαν και οι άλλον και ήταν γέλια βροντερά και κελαρυστά, όμοια σχε­ δόν με αναφιλητά, ήταν γέλια λυτρωτικά, όπως το κλάμα ε­ νός μωρού που ζούσε για πολύ καιρό στη σκιά του φόβου. Η Λιβία τους κοίταζε χωρίς να μιλάει. Αυτή η εκδήλωση ανδρικής συντροφικότητας τη γοήτευε, έβλεπε σ' αυτή συ­ γκεντρωμένες τις καλύτερες αρετές του άντρα: τη φιλία, την αλληλεγγύη, το πνεύμα αυτοθυσίας, τον ενθουσιασμό. Ακό­ μα και οι βωμολοχίες του στρατοπέδου, τις οποίες δεν ήταν συνηθισμένη να ακούει, δεν την ενοχλούσαν στην περίπτω­ ση εκείνη. Έπειτα, ξαφνικά, έπεσε σιωπή· η σιωπή των αναμνήσεων και της νοσταλγίας, η σιωπή της κοινής μνήμης αντρών που είχαν αντιμετωπίσει τους ίδιους κινδύνους και υποφέρει α­ πό τους ίδιους πόνους και τις ίδιες κακουχίες για χρόνια, με

190

191


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

μόνη παρηγοριά τη φιλία, την εκτίμηση και την πίστη που έτρεφε ο ένας για τον άλλο. Η σιωπή της συγκίνησης και της απρόσμενης χαράς που προκαλούσε το γεγονός ότι εί­ χαν ξανασμίξει αντίθετα με κάθε προσδοκία, ενάντια στα χτυπήματα της πιο αντίξοης μοίρας. Μπορούσε κανείς σχε­ δόν να διαβάσει τις σκέψεις στα βλέμματά τους, στα δα­ κρυσμένα μάτια τους και στα ρυτιδωμένα μέτωπά τους· μπο­ ρούσε να διαβάσει την ιστορία τους στα ροζιασμένα χέρια τους, στα γεμάτα ουλές μπράτσα, στους ώμους που είχαν σημαδευτεί από το βάρος των όπλων. Σκέφτονταν τους συ­ ντρόφους που δεν υπήρχαν πια, που είχαν χαθεί για πάντα, τον Κλαυδιανό, το διοικητή τους που τραυματίστηκε και ύ­ στερα σφαγιάστηκε από τους μαινόμενους εχθρούς, που στε­ ρήθηκε για πάντα την αντάξια ενός πατρικίου τιμή να ανα­ παυθεί στο μαυσωλείο των προγόνων του. Ο Αυρήλιος ήταν αυτός που έσπασε τη βαριά από τη συ­ γκίνηση σιωπή, όταν κατάλαβε ότι τους συντρόφους του προ­ σέλκυαν το παρουσιαστικό και το παράστημα της Λιβίας, την οποία δεν είχαν δει ποτέ ξανά. Σίγουρα αναρωτιόνταν ποια ήταν και γιατί βρισκόταν μαζί τους σ' εκείνο τον τόπο. «Η κοπέλα λέγεται Λιβία Πρίσκα», είπε, «και κατάγεται από ένα χωριό με λίγες καλύβες που βρίσκεται στη λιμνο­ θάλασσα ανάμεσα στη Ραβένα και το Αλτίνο. Αυτή είναι ο αρχηγός μας, αν και καταλαβαίνω ότι αυτό ίσως να μη σας αρέσει». «Αστειεύεσαι», απάντησε ο Βατρένος, σαν να έβγαινε α­ πό τις σκέψεις του. «Ο αρχηγός είσαι εσύ, αν και, θεωρητι­ κά, εγώ είμαι ανώτερος σε βαθμό». «Όχι. Αυτή μου έσωσε τη ζωή και μου πρόσφερε ένα σκο­ πό, κάτι για το οποίο να πολεμήσω. Είναι γυναίκα, αλλά α­ ξίζει όσο ένας άντρας... από κάποιες πλευρές ακόμα περισ-

σότερο. Είναι... είναι... Με λίγα λόγια, αυτή μας πληρώνει για να εκτελέσουμε μια αποστολή. Αλλά θα ηγηθώ εγώ της αποστολής, εξηγήθηκα;» Ο Βατίατος κούνησε το μεγάλο κεφάλι του αμήχανος. Τους διέκοψε η Λιβία, δείχνοντας τους δυο άντρες που εί­ χαν ενωθεί μαζί τους κατά τη διάρκεια της φυγής. «Αυτοί οι άντρες ποιοι είναι; Μπορούμε να τους έχουμε εμπιστοσύνη;» «Σας είμαστε ευγνώμονες που μας αφήσατε να έρθουμε μαζί σας», είπε ο ένας από αυτούς. «Μας σώσατε τη ζωή. Το όνομα μου είναι Δημήτριος, είμαι Έλληνας από την Ηρά­ κλεια και είμαι αιχμάλωτος πολέμου. Μ' έπιασαν οι Γότθοι στο Σίρμιο ενώ περιπολούσα στον Δούναβη με το πλοίο μου. Έπειτα με πούλησαν στους Έρουλους του Οδόακρου, που με έστειλαν εδώ για να υπηρετήσω στο στόλο, επειδή ήμουν ναυτικός. Είμαι εξαιρετικός ξιφομάχος, σας διαβεβαιώνω, και πολύ ικανός στη ρίψη μαχαιριών. Αυτός είναι ο φίλος και συμπολεμιστής μου Ορόσιος. Έχει πάρει μέρος σε στρα­ τιωτικές εκστρατείες στο μισό κόσμο και το δέρμα του είναι σκληρό σαν πετσί». «Είναι άξιοι», επιβεβαίωσε ο Βατρένος, «και όσο καιρό είμαστε μαζί συμπεριφέρθηκαν πάντα πιστά. Μισούν τους βαρβάρους όπως εμείς και ονειρεύονται μόνο να αποκτή­ σουν ξανά την ελευθερία τους». «Έχετε οικογένεια;» ρώτησε ο Αυρήλιος. «Είχα», απάντησε ο Δημήτριος, «γυναίκα και δυο γιους, δεκατεσσάρων και δεκαέξι χρονών, αλλά δεν έχω νέα τους εδώ και πέντε χρόνια. Ζούσαν στο χωριό κοντά στο χειμε­ ρινό στρατόπεδό μας. Ενώ ήμουν απασχολημένος με μια α­ ναγνώριση στον ποταμό, οι Αλανοί έφτιαξαν μια γέφυρα α­ πό βάρκες κατά τη διάρκεια της νύχτας, αιφνιδίασαν τους δικούς μας και τους έσφαξαν. Όταν γύρισα, βρήκα μόνο

192

193


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

στάχτη και κάρβουνα ανακατεμένα με μαύρη λάσπη, κάτω από την καταρρακτώδη βροχή. Και πτώματα, πτώματα πα­ ντού. Δε θα ξεχάσω αυτή τη σκηνή έστω κι αν ζήσω εκατό χρόνια. Τα γύρισα ένα ένα, με την ψυχή γεμάτη αγωνία, πε­ ριμένοντας από στιγμή σε στιγμή να αναγνωρίσω ένα αγα­ πημένο πρόσωπο...» Δεν μπόρεσε να συνεχίσει παρακάτω. «Εγώ είχα γυναίκα και κόρη», άρχισε να λέει τότε ο Ορόσιος. «Τη γυναίκα μου την έλεγαν Αστερία και ήταν όμορ­ φη σαν τον ήλιο. Μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι με ά­ δεια μετά από μια μακρόχρονη εκστρατεία στη Μυσία, βρή­ κα την πόλη μου λεηλατημένη από τους Ρούγιους. Τις είχαν πάρει μαζί τους και τις δυο. Προσπάθησα με κάθε τρόπο να βρω τα ίχνη εκείνης της φυλής, ο διοικητής μου έστειλε ντό­ πιους οδηγούς να προσφέρουν λύτρα, αλλά εκείνοι οι αγριάνθρωποι ζητούσαν ένα εξωφρενικό ποσό, που δεν μπο­ ρούσα να πληρώσω με κανέναν τρόπο. Χάθηκαν μέσα στην απεραντοσύνη των λιβαδιών τους, έτσι όπως είχαν βγει... Από τότε δεν ονειρεύομαι τίποτ' άλλο παρά να ξαναβρώ τα ίχνη τους. Τη νύχτα, προτού κοιμηθώ, σκέφτομαι πού θα μπορούσαν να είναι, κάτω από ποιον ουρανό... Αναρωτιέμαι πώς να μοιάζει τώρα η κορούλα μου...» Έσκυψε το κεφάλι χωρίς να πει τίποτ' άλλο. Ήταν ιστορίες ίδιες με τόσες άλλες που ακούγονταν ε­ κείνους τους καιρούς, ο Αυρήλιος όμως συγκλονίστηκε. Δεν είχε παραιτηθεί ποτέ, δε συμμεριζόταν το όνειρο της πόλης του Θεού που είχε διακηρύξει ο Αυγουστίνος της Ιππώνας ούτε είχε δει ποτέ καμιά πόλη στον ουρανό, ανάμεσα στα σύννεφα· γι' αυτόν η μοναδική πόλη ήταν η Επτάλοφος Ρώ­ μη, που περιτοιχιζόταν από το Αυρηλιανό τείχος και απλω­ νόταν στις όχθες του θεϊκού Τίβερη, η Ρώμη η λεηλατημέ­ νη και όμως αθάνατη, μητέρα όλων των γαιών και όλων των

γαιών κόρη, σκεύος των ιερότερων αναμνήσεων. Τους ρώ­ τησε: «Και τώρα πού θα θέλατε να πάτε;» «Δεν έχουμε πού να πάμε» απάντησε ο Ορόσιος. «Δεν έχουμε τίποτα πια. Και κανέναν», τον σιγοντάρισε ο Δημήτριος. «Αν εσείς έχετε κάποιο σκοπό ή στόχο, σας παρακαλούμε, πάρτε μας μαζί σας». Ο Αυρήλιος κοίταξε τη Λιβία με ερωτηματικό βλέμμα κι εκείνη συγκατένευσε. «Μου φαίνονται καλοί στρατιώτες», είπε. «Και χρειαζόμαστε άντρες». «Δεν εξυπακούεται όμως ότι θα θέλουν να μείνουν, όταν τους πούμε τι θέλουμε να κάνουμε». Σ' αυτά τα λόγια, οι άντρες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. «Αν δε μας πείτε, δε θα το μάθετε ποτέ», είπε τελικά ο Βατίατος. «Τι σημαίνει όλο αυτό το μυστήριο; Εμπρός, μίλα!» τον παρότρυνε ο Βατρένος. «Μπορείτε να μας έχετε εμπιστοσύνη. Οι φίλοι μας το ξέρουν. Στη μάχη προσπαθούσαμε πάντα να προστατεύου­ με ο ένας τον άλλο», επέμειναν ο Δημήτριος και ο Ορόσιος. Ο Αυρήλιος αντάλλαξε μια γρήγορη ματιά με τη Λιβία κι αυτή συμφώνησε και πάλι μ' ένα νεύμα. Τότε συνέχισε: «Θέ­ λουμε να απελευθερώσουμε τον αυτοκράτορα Ρωμύλο Αύ­ γουστο, που κρατείται αιχμάλωτος στο Κάπρι». «Τι είπες;» ρώτησε ο Βατρένος, μην μπορώντας να το πι­ στέψει. «Αυτό που άκουσες». «Μα τον Ηρακλή», βλαστήμησε ο Βατίατος. «Αυτό παραπάει». «Παραπάει; Είναι τρέλα. Θα τον φυλάνε χιλιάδες φρου­ ροί», αναφώνησε ο Βατρένος. «Φακιδιάρηδες μπάσταρδοι», μούγκρισε ο Βατίατος. «Τους μισώ».

194

195


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Εβδομήντα συνολικά. Τους μετρήσαμε», προσδιόρισε η Λιβία. «Κι εμείς είμαστε πέντε», είπε ο Βατρένος κοιτάζοντας καταπρόσωπο τους συντρόφους του, έναν έναν. «Έξι», τον διόρθωσε και πάλι η Λιβία με πείσμα. «Μην την υποτιμάς», τον προειδοποίησε ο Αυρήλιος. «Σχεδόν ξερίζωσε τα αρχίδια ενός πιο χοντρού από σένα κά­ τω στο λιμάνι και, αν δεν έμπαινα στη μέση, θα τον έσφαζε σαν τραγί». «Που να με πάρει!» αναφώνησε ο Ορόσιος κοιτάζοντας την κοπέλα από πάνω μέχρι κάτω. «Λοιπόν;» ρώτησε ο Αυρήλιος. «Είστε ελεύθεροι. Μπο­ ρείτε να φύγετε, θα μείνουμε φίλοι όπως παλιά. Θα με κε­ ράσετε να πιω όταν ξαναβρεθούμε σε κάποιο πορνείο». Ο Βατρένος αναστέναξε. «Κατάλαβα. Πέσαμε από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη, τουλάχιστον εδώ φαίνεται πως θα το διασκεδάσουμε. Μήπως έχουμε και τίποτα να κερδίσουμε, κατά τύχη; Εγώ δεν έχω δεκάρα και...» «Χίλια χρυσά σολδία ο καθένας», απάντησε η Λιβία, «ό­ ταν θα έχει ολοκληρωθεί η επιχείρηση». «Μα τους θεούς!» αναφώνησε ο Βατρένος. «Για χίλια σολ­ δία σάς φέρνω τον Κέρβερο από τον Άδη». «Τι περιμένουμε λοιπόν;» ρώτησε ο Βατίατος. «Μου φαί­ νεται ότι συμφωνούμε όλοι, ή όχι;» Ο Αυρήλιος σήκωσε το χέρι σε μια επιτακτική κίνηση κι έγινε και πάλι σιωπή. «Είναι μια δύσκολη επιχείρηση», εί­ πε, «η δυσκολότερη απ' όσες μπορεί να έχει εκτελέσει ο κα­ θένας από εμάς. Θα πρέπει να διεισδύσουμε στο νησί, να ε­ λευθερώσουμε τον αυτοκράτορα και, διασχίζοντας την Ιτα­ λία, να τον οδηγήσουμε σ' ένα σημείο των ακτών της Αδρια­ τικής, όπου θα περιμένει ένα πλοίο για να τον μεταφέρει σε

ασφαλές μέρος. Εκεί θα πληρωθούμε όλοι από τη Λιβία και από τα πρόσωπα που της ανέθεσαν να εκτελέσει αυτή την αποστολή». «Και μετά;» ρώτησε ο Βατρένος. «Πολλά ρωτάς», απάντησε ο Αυρήλιος. «Εμένα μου φαί­ νεται ήδη πολύ που σας έβγαλα από εκείνη την κόλαση. Ίσως ακολουθήσει ο καθένας μας το δρόμο του, ίσως ο αυ­ τοκράτορας μας πάρει μαζί του, ίσως... Ε! Ας τ' αφήσουμε. Είμαι πεθαμένος απ' την κούραση και θέλω να κοιμηθώ. Με το φως της μέρας θα έχουμε όλοι πιο καθαρό μυαλό. Για αρχή, πάντως, θα πρέπει να προμηθευτούμε μια βάρκα για να πλησιάσουμε στο νησί και να μελετήσουμε την κα­ τάσταση, μετά βλέπουμε. Ποιος θα φυλάξει πρώτος σκο­ πός;» «Πρώτος και τελευταίος, με δεδομένη την ώρα. Θα φυ­ λάξω εγώ», προσφέρθηκε ο Βατίατος. «Δε νυστάζω, κι άλ­ λωστε μέσα στο σκοτάδι είμαι ουσιαστικά αόρατος». Ήταν κατάκοποι, εξαντλημένοι και κυνηγημένοι, φρι­ κτές ποινές τους περίμεναν αν συλλαμβάνονταν, ήταν όμως και πάλι κύριοι της μοίρας τους και για κανένα λόγο στον κόσμο δε θα την άφηναν να τους φύγει από τα χέρια. Προ­ τιμούσαν να αντιμετωπίσουν το θάνατο.

Οι πρώτες μέρες στη νέα κατοικία του στο Κάπρι φάνηκαν σχεδόν ευχάριστες στον Ρωμύλο. Τα χρώματα του νησιού, το βαθύ πράσινο των δασών από πεύκα, των συστάδων από μυρτιές και μαστιχόδεντρα, το ζωηρό κίτρινο των σπάρτων και το ασημένιο χρώμα των αγριελιών κάτω από εκείνο το γαλανό ουρανό, μέσα σ' εκείνο το μαγικό κι εκτυφλωτικό φως, του έδιναν την εντύπωση ότι βρισκόταν σ' έναν ειδυλ-

196

197


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

λιακό τόπο. Τη νύχτα το φεγγάρι έκανε τα κύματα της θά­ λασσας να αστράφτουν με τρεμάμενες ανταύγειες, έκανε να ασπρίζουν οι αφροί ανάμεσα στα βότσαλα της ακτής, εκεί που έσκαγε το κύμα ή γύρω από τα βράχια που υψώνονταν σαν κυκλώπεια τείχη μέσα από τη θάλασσα. Ο άνεμος έ­ φερνε τη μυρωδιά της αλμύρας μέχρι τις επάλξεις της με­ γάλης έπαυλης, μαζί με χιλιάδες αρώματα εκείνης της μα­ γευτικής γης. Έτσι είχε πλάσει ο Ρωμύλος με την παιδική του φαντασία το νησί της Καλυψώς, όπου ο Οδυσσέας είχε λη­ σμονήσει για εφτά ατελείωτα χρόνια την τραχιά και βρα­ χώδη Ιθάκη. Η βραδινή αύρα έφερνε τη μυρωδιά της συκιάς, το ά­ ρωμα του δεντρολίβανου και του δυόσμου, μαζί με ήχους ε­ ξασθενημένους από την απόσταση, βελάσματα, καλέσματα βοσκών, κραυγές πουλιών που διέγραφαν μεγάλους κύκλους στο βαθυκόκκινο ουρανό του δειλινού. Τα ιστιοφόρα επέ­ στρεφαν προς το λιμάνι, όπως τα αρνιά στο μαντρί, στήλες καπνού υψώνονταν αργά από τα σπίτια που ήταν χτισμένα στο βάθος, γύρω από τον ήρεμο όρμο. Ο Αμβροσίνος είχε αρχίσει αμέσως να συλλέγει βότανα και ορυκτά, πάντα υπό την επιτήρηση των φρουρών και κα­ μιά φορά με τη συντροφιά του Ρωμύλου, στον οποίο προ­ σπαθούσε να διδάξει τις ιδιότητες καρπών, ριζών και βοτά­ νων. Τη νύχτα, πάλι, περνούσε πολλές ώρες παρατηρώντας τον ουρανό και τις κινήσεις των αστερισμών κι έδειχνε στο μαθητή του τη Μεγάλη και τη Μικρή Άρκτο με τον Πολικό Αστέρα. «Εκείνο είναι το άστρο της πατρίδας μου», έλεγε, «της Βρετανίας, ενός νησιού μεγάλου όσο ολόκληρη η Ιτα­ λία, με δάση και λιβάδια τα οποία διασχίζουν τεράστια κο­ πάδια κόκκινων βοδιών με μεγάλα μαύρα κέρατα. Στις ε­ σχατιές του, το καλοκαίρι ο ήλιος δε δύει ποτέ, το φως του

εξακολουθεί να φωτίζει τον ουρανό ως τα μεσάνυχτα και το χειμώνα η νύχτα διαρκεί έξι μήνες». «Ένα νησί μεγάλο όσο η Ιταλία», επαναλάμβανε ο Ρωμύλος. «Πώς είναι δυνατό;» «Κι όμως, έτσι είναι», απαντούσε ο Αμβροσίνος και του θύμιζε τον περίπλου του ναυάρχου Αγρικόλα, ο οποίος στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού, το είχε περιπλεύσει πλή­ ρως. «Και πέρα... πέρα από εκείνες τις ατέλειωτες νύχτες τι υ­ πάρχει, Αμβροσίνε;» «Πιο πέρα βρίσκεται η απώτατη στεριά, η Έσχατη Θούλη, την οποία περιβάλλει ένα τείχος από πάγο ψηλό διακό­ σιους πήχες. Μέρα και νύχτα τη χτυπούν παγεροί άνεμοι και τη φυλάνε θαλάσσια ερπετά και τέρατα με δόντια κο­ φτερά σαν μαχαίρια. Κανένας απ' όσους πήγαν εκεί δε γύ­ ρισε πίσω, εκτός από έναν Έλληνα πλοίαρχο από τη Μασ­ σαλία με το όνομα Πυθέας. Αυτός περιέγραψε μια πελώρια δίνη που καταπίνει τα νερά του Ωκεανού επί ώρες και ύ­ στερα τα ξερνάει με τρομακτικό θόρυβο μαζί με λείψανα πλοίων και ναυτικών, πλημμυρίζοντας τις ακτές και τα πα­ ράλια σε μήκος πολλών μιλίων». Τότε ο Ρωμύλος τον κοίταζε με βλέμμα γεμάτο θαυμασμό, ξεχνώντας τα βάσανά του. Τη μέρα τριγύριζαν στις μεγάλες αυλές ή στους εξώστες, που κρέμονταν πάνω από τη θάλασσα. Όποτε έβρισκε ένα κάθισμα στη σκιά ενός δέντρου, ο Αμβροσίνος καθόταν και παρέδιδε τα μαθήματά του στο μαθητή του, που τον άκου­ γε με προσήλωση. Όμως, καθώς περνούσαν οι μέρες, ο χώ­ ρος που ήταν προορισμένος για τη ζωή τους γινόταν όλο και πιο στενός, ο ουρανός όλο και πιο μακρινός και αδιάφορος, όλα φαίνονταν τρομακτικά ίδια και αμετάβλητα: το πέταγ­ μα των γλάρων, οι ένοπλοι φρουροί που περιπολούσαν πά-

198

199


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

νω στις επάλξεις, σαν σιδερόφρακτα και απαθή ανδρείκε­ λα, οι σαύρες που λιάζονταν στον τελευταίο ήλιο του φθι­ νοπώρου κι έτρεχαν να κρυφτούν στις ρωγμές του τοίχου μόλις άκουγαν το θόρυβο βημάτων. Πότε πότε το αγόρι κυριευόταν από ξαφνική αγωνία, α­ πό έντονη μελαγχολία. Τότε έμενε να κοιτάζει τη θάλασσα ακίνητος, για ώρες, άλλες φορές καταλαμβανόταν από ορ­ γή και απελπισία και πετούσε πέτρες στον τοίχο, δεκάδες, εκατοντάδες πέτρες, κάτω από τα ειρωνικά βλέμματα των βάρβαρων πολεμιστών, ώσπου σωριαζόταν κοντανασαίνοντας, κατάκοπο και λουσμένο στον ιδρώτα. Ο δάσκαλός του τον κοίταζε τότε με τρυφερότητα, ωστόσο δεν ενέδιδε στη συγκίνηση. Τον πλησίαζε για να τον μαλώσει, να τον επι­ πλήξει, τον παρότρυνε να διατηρήσει την αξιοπρέπεια των προγόνων του, του θύμιζε την αυστηρότητα του Κάτωνα, τη σοφία του Σενέκα, τον ηρωισμό του Μάριου, το ασύγκριτο μεγαλείο του Καίσαρα. Μια μέρα που τον είδε λαχανιασμένο κι αποκαμωμένο πέρα από κάθε όριο από εκείνο το ανόητο και άσκοπο παι­ χνίδι, τον πλησίασε, έβαλε το χέρι του στον ώμο του και εί­ πε: «Όχι, καίσαρα, όχι. Φύλαξε τις δυνάμεις σου για τη στιγ­ μή που θα σφίξεις στο χέρι σου τη ρομφαία της δικαιοσύ­ νης». Ο Ρωμύλος κούνησε το κεφάλι. «Τι ωφελεί να έχω αυτα­ πάτες; Αυτή η μέρα δε θα έρθει ποτέ. Τους βλέπεις εκείνους τους άντρες εκεί πάνω, στις επάλξεις; Είναι κι αυτοί αιχμά­ λωτοι αυτού του τόπου, θα γεράσουν μέσα στην ανία και την πλήξη, ώσπου να στείλουν άλλους να τους αντικαταστήσουν, και μετά άλλους, κι εγώ θα είμαι πάντα εδώ, αυτοί θα αλλά­ ζουν κι εγώ θα είμαι πάντα ο ίδιος, όπως τα δέντρα και οι τοί­ χοι, θα γεράσω χωρίς να έχω υπάρξει ποτέ νέος».

Άλλες φορές, όταν τα πάντα φαίνονταν μάταια, όταν δεν υπήρχαν λόγια που να έχουν κάποιο νόημα για το αγόρι, ο Αμβροσίνος πήγαινε και καθόταν σε μια γωνιά της αυλής και αφοσιωνόταν στη συγγραφή των απομνημονευμάτων του. Ο Ρωμύλος στεκόταν παράμερα κάνοντας σχέδια στην άμ­ μο μ' ένα ραβδί, μετά όμως, σιγά σιγά, άρχιζε να πλησιάζει

200

201

Ένα φτερό από πουλί κατέβηκε αργά από ψηλά. Ο Ρω­ μύλος το έπιασε, το έσφιξε στη γροθιά του κι έπειτα άνοιξε ξανά το χέρι του, κοιτάζοντας στα μάτια το δάσκαλό του. «Ή μήπως σκέφτεσαι να μου φτιάξεις δυο φτερά από πούπου­ λα και κερί, όπως έκανε ο Δαίδαλος για τον Ίκαρο, και να πετάξουμε από εδώ πάνω;» Ο Αμβροσίνος έσκυψε το κεφάλι. «Μακάρι να μπορού­ σα, παιδί μου, μακάρι να μπορούσα... Ίσως όμως μπορώ να κάνω κάτι για σένα, μπορώ να σε διδάξω κάτι: μην αφήσεις να φυλακίσουν και την ψυχή σου εκτός από το σώμα σου». Σήκωσε τα μάτια του προς τον ουρανό. «Κοίτα αυτό το γλά­ ρο... τον βλέπεις; Ορίστε, άφησε την ψυχή σου να πετάξει μαζί του, εκεί πάνω, ανάπνευσε βαθιά... έτσι, ξανά... ξανά». Ακούμπησε τα χέρια του στους κροτάφους του παιδιού κλεί­ νοντας τα μάτια του. «Και τώρα πέτα, παιδί μου, κλείσε τα μάτια και πέτα... πέρα από αυτή τη δυστυχία, πέρα από τα τείχη αυτής της ετοιμόρροπης κατοικίας, πέρα από τα βρά­ χια και τα δάση, πέτα προς το δίσκο του ήλιου και λούσου με το ατέλειωτο φως του». Χαμήλωσε τη φωνή του, ενώ δά­ κρυα κυλούσαν αργά από τα κλειστά μάτια του. «Πέτα», έ­ λεγε με σιγανή φωνή, «κανένας δεν μπορεί να φυλακίσει την ψυχή ενός ανθρώπου...» Στην αρχή η ανάσα του Ρωμύλου έ­ γινε πιο κοφτή, σαν φοβισμένου κουταβιού, ύστερα ηρέμη­ σε κι έγινε αργή και κανονική, όπως κάποιου που κοιμάται ήρεμα.


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

και να τον κρυφοκοιτάζει, προσπαθώντας να φανταστεί τι έγραφε σ' εκείνο τον τόμο με την πυκνή και ομαλή γραφή

Ο Ρωμύλος περπάτησε για λίγη ώρα κατά μήκος της πε­ ριμέτρου της μεγάλης αυλής και, κάθε φορά που περνούσε κοντά από τον τόμο του Αμβροσίνου, του έριχνε μια αφη­ ρημένη ματιά. Κάποια στιγμή στάθηκε και στύλωσε το βλέμ­ μα του σ' αυτόν. Ίσως να μην ήταν πρέπον να διαβάσει τι έγραφε, αφού όμως ο δάσκαλός του τον είχε αφήσει εκεί, χω­ ρίς επιτήρηση και χωρίς καμία σύσταση, θα μπορούσε ίσως να ρίξει μια ματιά. Κάθισε και τον άνοιξε. Στην πρώτη σε­ λίδα ήταν σχεδιασμένος ένας σταυρός με τα γράμματα Άλφα και Ωμέγα στις άκρες των κεραιών και στο κάτω μέρος ή­ ταν ζωγραφισμένο ένα κλαδάκι από βαλανιδιά, όπως εκεί­ νο το ασημένιο που κρεμόταν από το λαιμό του Αμβροσίνου. Το βράδυ ήταν ζεστό και τα τελευταία χελιδόνια μαζεύ­ ονταν ψηλά στον ουρανό καλώντας το ένα το άλλο, σαν να ήταν απρόθυμα να αφήσουν τις άδειες πια φωλιές τους για να μεταναστεύσουν προς τόπους πιο ζεστούς. Ο Ρωμύλος χαμογέλασε και είπε χαμηλόφωνα: «Πηγαίνετε, πηγαίνετε, χελιδόνια, εσείς που μπορείτε, πετάξτε μακριά. Θα με βρεί­ τε ξανά τον επόμενο χρόνο στο ίδιο μέρος, θα μείνω εγώ να φυλάω τις φωλιές σας». Ύστερα γύρισε σελίδα και άρχισε να διαβάζει.

του. Μια μέρα παρουσιάστηκε μπροστά του ξαφνικά και ρώ­ τησε: «Τι γράφεις;» «Τα απομνημονεύματά μου. Θα έπρεπε κι εσύ να αφο­ σιωθείς στη γραφή, ή τουλάχιστον στην ανάγνωση. Βοηθάει να ξεχνάμε τα βάσανα, απελευθερώνει την ψυχή από τις α­ γωνίες και από την πλήξη της καθημερινότητας, μας φέρ­ νει σε επαφή μ' ένα διαφορετικό κόσμο. Ζήτησα βιβλία για τη βιβλιοθήκη σου και πέτυχα να μας στείλουν. Φτάνουν σή­ μερα από τη Νεάπολη. Δεν είναι μόνο φιλοσοφία και γεω­ μετρία και εγχειρίδια γεωργίας αλλά και όμορφες ιστορίες, τα Αιθιοπικά του Ηλιόδωρου, οι Βουκολικοί Έρωτες τον Δάφνιδος και της Χλόης, οι περιπέτειες του Ηρακλή και του Θησέα, τα ταξίδια του Οδυσσέα. Θα δεις. Πηγαίνω τώρα να ελέγ­ ξω ότι όλα θα τακτοποιηθούν κατάλληλα. Κατόπιν θα σου ετοιμάσω το δείπνο. Μην απομακρυνθείς πολύ, δε θέλω να ξελαρυγγιαστώ όταν έρθει η ώρα να σε καλέσω». Ο Αμβροσίνος απόθεσε το βιβλίο του στον πάγκο όπου καθόταν, έκλεισε με προσοχή το μελανοδοχείο κι έβαλε στη θέση της την πένα. Ύστερα κατευθύνθηκε προς την αίθου­ σα της παλιάς αυτοκρατορικής βιβλιοθήκης, που κάποτε περιείχε χιλιάδες τόμους, οι οποίοι προέρχονταν απ' όλα τα σημεία της αυτοκρατορίας και ήταν γραμμένοι στα λατινι­ κά και στα ελληνικά, στα εβραϊκά και στα συριακά, στα αι­ γυπτιακά και στα φοινικικά. Τώρα οι μεγάλες εσοχές που φι­ λοξενούσαν τα ράφια έμοιαζαν με άδειες και τυφλές κόγχες, στραμμένες προς το πουθενά. Απόμενε μόνο μια προτομή του, επίσης τυφλού, Ομήρου, άσπρη σαν φάντασμα μέσα σ' εκείνη τη μεγάλη σκοτεινή αίθουσα. 202

203


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

14

ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ακόμα όταν οι τελευταίοι αετοί των ρωμαϊκών

λεγεώνων εγκατέλειψαν τη Βρετανία, για να μην επιστρέψουν ποτέ πια. Ο αυτοκράτορας χρειαζόταν όλους τους στρατιώτες του, κι έτσι η γη μου εγκαταλείφθηκε στη μοίρα της. Για ένα χρονικό διάστημα δε συνέβη τίποτα. Οι πρόκριτοι εξακολούθησαν να κυβερνούν τις πόλεις σύμφωνα με τους κανόνες των πατέρων τους, με τους νόμους και τους θεσμούς της αυτοκρατορίας κι εξακολούθησαν να διατηρούν επαφές με τη μακρινή Αυλή της Ραβένας, ελπίζοντας ότι αργά ή γρήγορα οι αετοί θα επέστρεφαν. Μια μέρα όμως οι βάρβαροι του Βορρά που κα­ τοικούσαν πέρα από το Μεγάλο Τείχος εισέβαλαν στη γη μας, σπέρ­ νοντας το θάνατο, την καταστροφή και την πείνα με συνεχείς επιδρο­ μές και λεηλασίες. Τότε ζητήσαμε βοήθεια από τον αυτοκράτορα με την ελπίδα ότι δε θα μας ξεχνούσε, εκείνος όμως δεν μπορούσε να μας ακούσει. Μια βαρβαρική παλίρροια απειλούσε τα ανατολικά σύ­ νορα της αυτοκρατορίας, άγριοι και ακούραστοι ιππείς, με δέρμα στο χρώμα της ελιάς και σχιστά μάτια, είχαν έρθει από τις αχανείς πεδιάδες της Σαρματίας, σαν φαντάσματα από τα βάθη της νύχτας, και προέ­ λαυναν καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Δεν ξεκουράζο­ νταν ποτέ ούτε κοιμούνταν τους ήταν αρκετό να γείρουν για λίγο το κεφάλι τους ακουμπισμένοι στο λαιμό των τριχωτών αλόγων τους και το φαγητό τους ήταν κρέας μαλακωμένο κάτω από τη σέλα από τον ι­ δρώτα των αλόγων. 204

Ο ανώτατος διοικητής της αυτοκρατορικής στρατιάς, ένας ήρωας με το όνομα Αέτιος, απέκρουσε τους βαρβάρους με τα σχιστά μάτια με τη βοήθεια άλλων βαρβάρων σε μια τρομερή μάχη που κράτησε α­ πό την αυγή μέχρι τη δύση, δεν μπόρεσε όμως να μας δώσει πίσω τις λεγεώνες. Οι απεσταλμένοι μας τον ικέτευσαν θυμίζοντάς του τους δεσμούς αίματος, νόμων και θρησκείας που μας ένωναν επί αιώνες και, στο τέλος, συγκινημένος, αποφάσισε να κάνει κάτι για μας. Έστειλε έναν άντρα με το όνομα Γερμανός, για τον οποίο έλεγαν ότι ήταν προικισμένος με θαυματουργές δυνάμεις, και του παρέδωσε το έμ­ βλημα των λεγεώνων της Βρετανίας, έναν ασημένιο δράκο με ουρά α­ πό πορφύρα, που έμοιαζε να παίρνει ζωή με την πνοή του ανέμου. Δεν μπόρεσε να κάνει κάτι περισσότερο, κι όμως η θέα εκείνου του εμβλήματος ήταν αρκετή για να εξάψει τις φοβισμένες ψυχές και να ζωντανέψει ξανά την αρχαία περηφάνια. Ο Γερμανός ήταν ένας γεν­ ναίος και χαρισματικός στρατηλάτης. Το σπινθηροβόλο και φλογερό βλέμμα του, οι στριγκές κραυγές του που έμοιαζαν με του γερακιού, τα λιπόσαρκα χέρια του που έσφιγγαν τη λαβή του εμβλήματος, η α­ κλόνητη πίστη του στο δίκαιο και τον πολιτισμό πέτυχαν το θαύμα. Οδήγησε τους άντρες του στη μάχη με την κραυγή «Αλληλούια!». Οι βάρβαροι απωθήθηκαν και πολλοί οπλισμένοι πολίτες τοποθετήθη­ καν στο Μεγάλο Τείχος για να το επιτηρούν, για να αποκαταστήσουν τα κατεστραμμένα τμήματά του, για να φρουρούν τα εγκαταλειμμέ­ να κάστρα. Η μέρα της νικηφόρας μάχης έμεινε γνωστή ως η «μάχη του Αλληλούια»! Με το πέρασμα των χρόνων όμως οι άνθρωποι επέστρεψαν στις α­ σχολίες τους και ολιγάριθμα στρατεύματα κακά εκπαιδευμένων πο­ λιτών έμειναν να επιτηρούν τις βόρειες περιοχές από τους πύργους του τείχους. Και οι βάρβαροι γύρισαν, επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατα­ σφάζοντας τους υπερασπιστές. Τους έριχναν κάτω με τα αγκυλωτά δόρατά τους και τους σούβλιζαν σαν ψάρια. Έπειτα εξαπλώθηκαν προς το νότο, κυρίευσαν τις ανυπεράσπιστες πόλεις λεηλατώντας, πυρ205


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

πολώντας, καταστρέφοντας. Ήταν τρομεροί στην όψη, είχαν τα πρό­ σωπά τους βαμμένα μαύρα και μπλε και δε χάριζαν τη ζωή ούτε σε γυναίκες ούτε σε γέρους ούτε σε παιδιά. Στάλθηκε μια δεύτερη πρεσβεία στον Αέτιο, τον ανώτατο διοικη­ τή της αυτοκρατορικής στρατιάς, για να ζητήσει βοήθεια, και αυτή τη φορά όμως δεν μπόρεσε να κάνει τίποτ άλλο παρά να στείλει τον Γερ­ μανό, που ήξερε πώς να εμπνεύσει δύναμη, θάρρος και αποφασιστι­ κότητα στις ψυχές των κατοίκων της Βρετανίας. Ο Γερμανός είχε α­ πό καιρό εγκαταλείψει την εκπαίδευση στα όπλα, είχε γίνει επίσκο­ πος μιας πόλης της Γαλατίας και είχε τη φήμη αγίου. Ωστόσο, δεν αρνήθηκε να κάνει αυτό που του ζητούσαν και για δεύτερη φορά μπή­ κε στο πλοίο για να φτάσει στο νησί μας. Συγκέντρωσε δυνάμεις, έ­ πεισε τους κατοίκους των πόλεων να φτιάξουν σπαθιά και δόρατα, να αρχίσουν και πάλι την εκπαίδευση και, τέλος, να βαδίσουν εναντίον του εχθρού. Αυτή τη φορά η σύγκρουση είχε αβέβαιη έκβαση και ο ί­ διος ο Γερμανός πληγώθηκε βαριά. Τον μετέφεραν στο δάσος της Γκλέβα και τον απόθεσαν στο χορ­ τάρι κάτω από μια αιωνόβια βαλανιδιά, πριν όμως πεθάνει έβαλε τους αρχηγούς του στρατού να ορκιστούν ότι δε θα παραδίνονταν ποτέ, ό­ τι θα εξακολουθούσαν να αμύνονται και ότι θα συγκροτούσαν ένα σώ­ μα μόνιμο και πειθαρχημένο, όπως ήταν κάποτε οι λεγεώνες της Ρώ­ μης, για να φρουρεί το Μεγάλο Τείχος. Έμβλημα του θα ήταν ο δρά­ κος που τους είχε οδηγήσει ήδη μια φορά στη νίκη. Υπήρξα άμεσος μάρτυρας αυτών των γεγονότων. Ήμουν ακόμα νέ­ ος, είχα όμως εκπαιδευτεί στην ιατρική τέχνη των δρυίδων, καθώς και στην τέχνη της μαντείας και της μελέτης των άστρων, είχα ταξιδέψει σε πολλούς τόπους πλουτίζοντας τις γνώσεις μου και με κάλεσαν για να φροντίσω τον ετοιμοθάνατο ήρωα. Δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα για εκείνον, παρά μόνο να ανακουφίσω κάπως τον πόνο του τραύματος, θυμάμαι ακόμα όμως τα ευγενή λόγια του, τη λάμψη του βλέμματός του, που ούτε ο επικείμενος θάνατος δεν μπορούσε να σβήσει. Όταν ο 206

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Γερμανός πέθανε, η σορός του μεταφέρθηκε στη Γαλατία και τάφηκε στη Λουτεκία των Παρισίων, όπου αναπαύεται μέχρι τις μέρες μας. Ο τάφος του τιμάται ως τάφος αγίου και είναι προορισμός προσκυνητών τόσο από τη Γαλατία, όσο και από τη Βρετανία. Το σώμα επίλεκτων πολεμιστών που εκείνος είχε επιθυμήσει συ­ γκροτήθηκε πράγματι υπό τη διοίκηση των αξιότερων αντρών, απο­ γόνων της αρχαιότερης ρωμαϊκής και κελτικής αριστοκρατίας των βρε­ τανικών πόλεων, και τοποθετήθηκε ως φρουρά σε ένα οχυρό του Με­ γάλου Τείχους κοντά στο Μονς Μπαντόνικος. Πέρασαν μερικά χρόνια και φάνηκε ότι η θυσία του Γερμανού εί­ χε φέρει την ειρήνη στα χώματα μας, αυτή ήταν όμως καθαρή αυτα­ πάτη. Οι σκληροί χειμώνες διαδέχονταν τα ξηρά καλοκαίρια, αποδε­ κατίζοντας έτσι τα κοπάδια των βαρβάρων του Βορρά και οδηγώντας τους στην πείνα και την απόγνωση. Δελεασμένοι από τη χίμαιρα των πλούσιων πόλεων της πεδιάδας, άρχισαν μια σειρά από επιθέσεις, σε διάφορα σημεία του Μεγάλου Τείχους, βάζοντας σε σκληρή δοκιμα­ σία την αντίσταση των υπερασπιστών. Εγώ βρισκόμουν τότε στο οχυ­ ρό του Μονς Μπαντόνικος με την ιδιότητα του γιατρού και του κτη­ νίατρου. Με κάλεσε ο διοικητής, ένας άντρας που διέθετε θαυμαστή αξιοπρέπεια και μεγάλο θάρρος και λεγόταν Κορνήλιος Παυλίνος. Στο πλευρό του είχε τον υπαρχηγό του, τον Κωνσταντίνο, ή Κουστένιν στη γλώσσα της Καρβετίας, έναν άντρα που είχε ανέλθει κάποτε στο αξίωμα του υπάτου. Ο Παυλίνος μού μίλησε με μια έκφραση που φανέρωνε μεγάλη ανησυχία και αποθάρρυνση: «Οι δυνάμεις μας δε θα αντέξουν για πολύ ακόμα να αποκρούουν τις εχθρικές επιθέσεις αν κάποιος δεν προστρέξει σε βοήθεια μας. Αναχώρησε αμέσως μαζί με τους αξιω­ ματούχους που επέλεξα γι' αυτή την αποστολή και πήγαινε στη Ραβένα, στον αυτοκράτορα. Ικέτευσέ τον να μας στείλει ενισχύσεις, θύ­ μισέ του την πίστη των πόλεων και του λαού μας στο όνομα της Ρώ­ μης, πες του ότι, αν δε στείλει στρατό, οι βάρβαροι θα κάψουν τα σπί­ τια μας, θα βιάσουν τις γυναίκες μας, θα σύρουν τα παιδιά μας στη 207


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

σκλαβιά. Καθίστε, στην ανάγκη, στις πύλες του αυτοκρατορικού πα­ λατιού, μέρα και νύχτα, αρνούμενοι τροφή και νερό, ώσπου να σας δε­ χτεί. Εσύ είσαι ο πιο έμπειρος απ' όσους γνωρίζω, ο μόνος που έχει ταξιδέψει πέρα από τη θάλασσα, στη Γαλατία και την Ιβηρική. Μι­ λάς πολλές γλώσσες εκτός από τα λατινικά και γνωρίζεις τα μυστικά της ιατρικής και της αλχημείας, με τα οποία θα μπορούσες να κερδί­ σεις εκτίμηση και σεβασμό». Τον άκουσα χωρίς να τον διακόψω ούτε στιγμή, έχοντας επίγνω­ ση της εξαιρετικής σοβαρότητας της κατάστασης και της μεγάλης ε­ μπιστοσύνης που έδειχνε στο πρόσωπό μου, μέσα μου όμως σκεφτόμονν ότι μια τέτοια αποστολή ήταν εξαιρετικά επικίνδννη και είχε μι­ κρές πιθανότητες επιτυχίας. Οι επικίνδννοι δρόμοι, οι επαρχίες της αυτοκρατορίας που βρίσκονταν κατά μεγάλο μέρος στα χέρια απείθαρ­ χων πληθυσμών, οι δυσκολίες προμήθειας τροφίμων για μένα και όσους με συνόδευαν μου φαίνονταν εμπόδια σχεδόν ανυπέρβλητα. Για να μη μιλήσω για την τελευταία και μεγαλύτερη δυσκολία, δηλαδή να γίνουμε δεκτοί από τον αυτοκράτορα και να λάβουμε τη βοήθεια που ζητούσαμε. Απάντησα: «Ευγενή Παυλίνε, είμαι έτοιμος να κάνω αυτό που μου ζητάς και να διακινδννεύσω, αν χρειαστεί, την ίδια μου τη ζωή για τη σωτηρία της πατρίδας, είσαι όμως βέβαιος ότι αυτή είναι η κα­ λύτερη λύση; Δε θα ήταν καλύτερα να έρθουμε σε συμφωνία με τον ευγενή Βόρτιγκερν; Είναι ένας άξιος πολεμιστής, με δύναμη και αν­ δρεία και διαθέτει πολυάριθμους και καλά εκπαιδευμένονς στρατιώ­ τες, οι οποίοι, αν θυμάμαι καλά, πολέμησαν κι άλλες φορές στο πλευ­ ρό μας εναντίον των βαρβάρων του Βορρά. Επιπλέον, ο πατέρας του είναι Κέλτης και η μητέρα του Ρωμαία, κι επομένως έχει το ίδιο αί­ μα με τους περισσότερους κατοίκους αυτής της χώρας. Και ο υπαρ­ χηγός σου, ο Κωνσταντίνος, τον γνωρίζει αρκετά καλά». Ο Παυλίνος αναστέναξε, σαν να το περίμενε ότι θα προέβαλλα α­ ντιρρήσεις. «Επιχειρήσαμε ήδη να το κάνουμε, αλλά το τίμημα που

208

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ζήτησε ο Βόρτιγκερν ήταν υπερβολικό: ζήτησε την εξουσία σ' ολό­ κληρη τη Βρετανία, τη διάλυση των συνελεύσεων των πολιτών, την κα­ τάργηση των παλιών θεσμών, το κλείσιμο των βουλευτηρίων, όπου κι αν βρίσκονται. Η θεραπεία, φοβάμαι, θα ήταν χειρότερη από το κα­ κό και οι πόλεις που ήδη υποτάχθηκαν στην εξουσία του υποφέρουν από σκληρή τυραννία και καταπίεση. Αν αναγκαστώ, θα πάρω μια τέ­ τοια απόφαση, αλλά μόνο όταν δε θα έχω άλλη επιλογή, όταν θα έχουν εξεταστεί όλες οι εναλλακτικές λύσεις. Επιπλέον...» Δεν ολοκλήρωσε τη φράση τον, σαν να μην τολμούσε ή να μην ή­ θελε να πει τίποτ άλλο, αλλά εγώ πίστεψα ότι ερμήνευσα τη σκέψη του. «...επιπλέον», συνέχισα, «εσύ είσαι Ρωμαίος από την κορυφή ως τα νύχια, γιος κι εγγονός Ρωμαίων, ίσως ο τελευταίος αυτής της γε­ νιάς, και μπορώ να σε καταλάβω, αν και νομίζω ότι είναι αδύνατο να σταματήσουμε το χρόνο, να γυρίσουμε πίσω το ρου της ιστορίας». «Κάνεις λάθος», απάντησε ο Παυλίνος. «Δε σκεφτόμουν αυτό, αν και μέσα μου δεν έπαψα να ονειρεύομαι ότι μια μέρα θα επιστρέψουν οι αετοί. Σκεφτόμουν τη μέρα που φέραμε από το πεδίο της μάχης τον Γερμανό, θανάσιμα πληγωμένο, σε σένα, στο δάσος της Γκλέβα, για να φροντίσεις το τραύμα του...» «Θυμάμαι καλά εκείνη τη μέρα», απάντησα. «Δεν μπόρεσα να κά­ νω πολλά». «Έκανες αρκετά», είπε ο Παυλίνος. «Του έδωσες το χρόνο να ε­ ξομολογηθεί και να κοινωνήσει και να προφέρει τα τελευταία του λό­ για». «Τα οποία άκουσες μόνο εσύ. Τα ψιθύρισε στο αφτί σου προτού αφήσει την τελευταία του πνοή». «Και τα οποία σκοπεύω τώρα να σου αποκαλύψω», συνέχισε ο Παυλίνος. Έφερε το χέρι του στο μέτωπο, σαν να ήθελε να συγκεντρώσει σ' εκείνο το σημείο τις δυνάμεις της μνήμης του και του πνεύ­ ματός του. Κατόπιν είπε:

209


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Veniet adulescens a mari infero cum spatha pax et prosperitas cum illo, aquila et draco iterum volabunt Britanniae in terra lata. «Μοιάζουν με στίχους ενός παλιού λαϊκού τραγουδιού», είπα, α­ φού το συλλογίστηκα. «Ένας νεαρός πολεμιστής που έρχεται από τη θάλασσα φέρνοντας ειρήνη και ευημερία. Είναι ένα πολύ κοινό θέ­ μα. Παρόμοια τραγούδια είναι διαδεδομένα στο λαό σε περιόδους πείνας, πολέμου και λοιμού». Ήταν όμως φανερό ότι για τον Κορνήλιο Παυλίνο είχαν άλλο νόημα. Είπε: «Αυτό είναι μόνο το φαινομενικό νόημα. Εκείνα τα λό­ για, τα τελευταία που βγήκαν από το στόμα ενός ετοιμοθάνατου ήρωα, πρέπει να έχουν κάποιο άλλο νόημα, πιο βαθύ και πιο σημαντικό, ου­ σιώδες για τη σωτηρία αυτής της γης και όλων μας. Ο αετός αντι­ προσωπεύει τη Ρώμη και ο δράκος είναι το έμβλημά μας, το έμβλη­ μα της λεγεώνας της Βρετανίας. Νιώθω ότι όλα θα γίνουν σαφή για σένα όταν φτάσεις στην Ιταλία και στον αυτοκράτορα. Πήγαινε, σε ι­ κετεύω, και φέρε σε πέρας την αποστολή σου». Τόσο μεστά και εμπνευσμένα ήταν τα λόγια του, ώστε δέχτηκα αυ­ τό που μου ζητούσε, αν και εκείνοι οι παράξενοι στίχοι δεν είχαν προ­ καλέσει μέσα μου καμιά ιδιαίτερη εντύπωση. Ενώπιον της Συγκλήτου της Καρβετίας, η οποία συνεδρίαζε σε απαρτία υπό την προεδρία του Κουστένιν, ορκίστηκα ότι θα επέστρεφα με μια στρατιά για να απαλ­ λάξω μια για πάντα τη γη μας από τη βαρβαρική απειλή. Έφυγα την επόμενη μέρα και, προτού κατέβω στο λιμάνι με τους συνταξιδιώτες μου, έριξα ένα τελευταίο βλέμμα στο οχυρό πάνω στο Μεγάλο Τείχος, στον κόκκινο δράκο που κυμάτιζε στον ψηλότερο πύργο, στη φιγούρα που στεκόταν όρθια στον εξώστη, τυλιγμένη σ' ένα μανδύα με το ίδιο χρώ­ μα. Ο Κορνήλιος Παυλίνος και οι ελπίδες του χάθηκαν αργά πίσω μου, μέσα στην αραιή ομίχλη μιας φθινοπωρινής αυγής.

210

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Αποπλεύσαμε με ευνοϊκό άνεμο για τη Γαλατία, όπου αποβιβα­ στήκαμε στα τέλη Οκτωβρίου, ύστερα όμως το ταξίδι μας ήταν μακρύ κι επίπονο, όπως είχα προβλέψει. Ένας από τους συντρόφους μου αρ­ ρώστησε και πέθανε, αφού έπεσε στα παγωμένα νερά ενός ποταμού, ένας άλλος χάθηκε κατά τη διάρκεια μιας χιονοθύελλας, καθώς δια­ σχίζαμε τις Άλπεις. Οι δύο τελευταίοι σκοτώθηκαν σε μια ενέδρα που έστησε μια συμμορία ληστών σ ένα δάσος της Παδούσας*. Ήμουν ο μόνος που σώθηκε και, όταν έφτασα στη Ραβένα, προσπάθησα μάταια να γίνω δεκτός από τον αυτοκράτορα, ένα ανδρείκελο, υποχείριο άλ­ λων βαρβάρων. Κανένα aπoτέλεσμα δεν είχαν οι ικεσίες ούτε και η α­ περγία πείνας που μου είχε προτείνει ο Παυλίνος. Στο τέλος, οι δού­ λοι, κουρασμένοι από την παρουσία μου, με έδιωξαν κακήν κακώς α­ πό την αυλή του παλατιού. Εξαντλημένος από τη μακρόχρονη αναμονή και την ασιτία, έφυ­ γα, γεμάτος απόγνωση, μακριά από εκείνη την πόλη κι εκείνους τους αλαζονικούς ανθρώπους. Περιπλανήθηκα από χωριό σε χωριό ζητώ­ ντας φιλοξενία από τους χωρικούς και πληρώνοντας ένα ξεροκόμματο ή ένα ποτήρι γάλα με την εργασία μου ως γιατρός ή κτηνίατρος, ανάλογα με την περίπτωση. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε κάποιες περιπτώσεις είχα μεγαλύτερα κίνητρα να βοηθήσω αθώα καματερά ζώα να επιζήσουν παρά ηλίθιους και αγροίκους ανθρώπους. Τι είχε απογίνει το ευγενές λατινικό αίμα! Την ύπαιθρο λυμαί­ νονταν συμμορίες ληστών, στα αγροτόσπιτα ζούσαν εξαθλιωμένοι χω­ ρικοί, που στέναζαν κάτω από την αβάσταχτη φορολογία. Κατά μή­ κος των παλιών, ένδοξων υπατικών οδών, αυτές που κάποτε ήταν ι­ σχυρές πόλεις περιτοιχισμένες με προμαχώνες και πύργους τώρα πια δεν ήταν παρά φαντάσματα ετοιμόρροπων και μισοκατεστραμμένων τειχών, ανάμεσα στα οποία σκαρφάλωναν τα σκουρόχρωμα βλαστά­ ρια του κισσού. Στα κατώφλια των σπιτιών των πλουσίων, καχεκτικοί * Ο προς βορρά βραχίονας του ποταμού Πάδου. (Σ.τ.Μ.)

211


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

ζητιάνοι διεκδικούσαν τα αποφάγια από τα σκυλιά και τσακώνονταν μεταξύ τους για δύσοσμα κομμάτια εντοσθίων από σφαγμένα ζώα. Στους λόφους δεν υπήρχαν τα αμπέλια και οι ασημόχρωμες ελιές που είχα ονειρευτεί όταν ήμουν παιδί, διαβάζοντας στα σχολεία της Καρβετίας τα ποιήματα του Οράτιου και του Βιργιλίου, ούτε άσπρα βό­ δια με στριφτά κέρατα έσερναν αλέτρια για να σκάψουν τη γη ούτε η μεγαλόπρεπη κίνηση του σπορέα ολοκλήρωνε εκείνο το έργο. Μόνο δασύτριχοι βοσκοί σε ημιάγρια κατάσταση οδηγούσαν ποίμνια προ­ βάτων και κατσικιών στα ξερά βοσκοτόπια ή κοπάδια γουρουνιών στα δάση από βαλανιδιές, συχνά περιμένοντας να ικανοποιήσουν την πεί­ να τους με αυτά τα βαλανίδια. Πού είχαμε εναποθέσει τις ελπίδες μας! Την τάξη, αν μπορούσα­ με να την αποκαλέσουμε έτσι, τηρούσαν ομάδες βαρβάρων, οι οποίοι αποτελούσαν πια κατά μεγάλο μέρος τον αυτοκρατορικό στρατό και ήταν περισσότερο πιστοί στους αρχηγούς τους παρά στους λίγους Ρω­ μαίους αξιωματικούς. Αυτοί μάλλον ταλάνιζαν το λαό παρά τον προ­ στάτευαν. Η αυτοκρατορία δεν ήταν πια παρά ένα φάντασμα, μια κε­ νή σκιά, όπως ο αυτοκράτοράς της, κι εκείνοι που κάποτε ήταν κύριοι του κόσμου βρίσκονταν τώρα κάτω από το ζυγό απολίτιστων και αλα­ ζονικών τυράννων. Πόσες φορές δεν εξερεύνησα με το βλέμμα εκείνα τα άξεστα πρόσωπα, εκείνα τα ιδρωμένα μέτωπα που έσταζαν δουλοπρεπή ιδρώτα, αναζητώντας σ' αυτά τα ευγενή χαρακτηριστικά του Καίσαρα και του Μάριου, την επιβλητική φυσιογνωμία του Κάτωνα και του Σενέκα! Κι όμως, όπως μια ηλιαχτίδα διαπερνάει ξαφνικά τα πυκνά σύννεφα στο αποκορύφωμα μιας καταιγίδας, έτσι, χωρίς εμφανή λόγο, εκείνα τα βλέμματα άστραφταν καμιά φορά με την περηφάνια και την ευψυχία των προγόνων και αυτό μ' έκανε να σκέφτομαι ότι ί­ σως δεν είχαν χαθεί τα πάντα. Στις πόλεις και στα χωριά η θρησκεία του Χριστού είχε επι­ κρατήσει παντού και ο σταυρωμένος Θεός κοίταζε τους πιστούς Του από αγίες τράπεζες λαξεμένες στην πέτρα και στο μάρμαρο. Στην 212

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ύπαιθρο όμως, κρυμμένοι μέσα στα πυκνά δάση που τους προστά­ τευαν, υψώνονταν ακόμα οι ναοί των αρχαίων θεοτήτων των προ­ γόνων. Άγνωστα χέρια απόθεταν προσφορές μπροστά στα τσακι­ σμένα και ακρωτηριασμένα είδωλα και καμιά φορά ο ήχος των αυ­ λών και των τυμπάνων ακουγόταν από τα βάθη των δασών ή από τις κορυφές των βουνών, καλώντας άγνωστους πιστούς να λατρέψουν τις Δρυάδες των δασών, τις Νύμφες των ρυακιών και των λιμνών. Σε τόπους πιο απόμερους, στα βάθη των σπηλιών, ανάμεσα σε μυρω­ δάτα βρύα, ίσως εμφανιζόταν απροσδόκητα το ζωώδες είδωλο του Πάνα με τη διχαλωτή οπλή και τον πελώριο φαλλό να προεξέχει χυ­ δαία από το βουβώνα, μαρτυρία οργίων που δεν είχαν ξεχαστεί ούτε σβήσει. Οι ιερείς τον Χριστού κήρυτταν την επικείμενη επιστροφή Του και την τελική κρίση Του και παρακινούσαν τους πιστούς να εγκατα­ λείψουν τη σκέψη της επίγειας πόλης για να υψώσουν το βλέμμα και τις ελπίδες τους προς τη Βασιλεία του Θεού. Έτσι, μέρα με τη μέρα πέθαινε στις καρδιές του ρωμαϊκού λαού η αγάπη για την πατρίδα, έ­ σβηνε η λατρεία των προγόνων και οι ιερότερες μνήμες που επιζού­ σαν στις καθαρά ακαδημαϊκές μελέτες των ρητόρων. Χρόνια ολόκληρα ανησυχούσα μόνο για την επιβίωσή μου, μέρα με τη μέρα, λησμονώντας το λόγο που με είχε οδηγήσει τόσο μακριά από τη γη μου, βέβαιος ότι τώρα πια κι εκεί πάνω, στα πόδια του Με­ γάλου Τείχους, όλα είχαν καταστραφεί, όλα είχαν χαθεί, είχαν πεθάνει οι φίλοι και οι σύντροφοι, είχαν σβήσει οι ελπίδες για ελευθερία και για την αξιοπρέπεια της πολιτισμένης ζωής. Με τι χρήματα και τι ε­ φόδια θα μπορούσα, πράγματι, να επιχειρήσω να επιστρέψω, αφού ό­ λα όσα κέρδιζα μετά βίας αρκούσαν για να ικανοποιώ την πείνα μου; Δε μου απόμενε παρά μια επιθυμία, ή ίσως ένα όνειρο: να δω τη Ρώ­ μη! Παρά την άγρια λεηλασία που είχε υποστεί μισό αιώνα νωρίτε­ ρα από τους βαρβάρους του Αλάριχου, η Ρώμη ήταν ακόμα μία από τις ωραιότερες πόλεις της γης, κάτω από την προστασία του ανώτατου 213


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

ποντίφικα μάλλον παρά των εκπορθημένων τειχών του Αυρηλιανού. Εκεί συγκεντρωνόταν ακόμα η Σύγκλητος στο αρχαίο βουλευτήριο, πιο πολύ για να συνεχίσει μια σεβαστή παράδοση παρά για να λάβει α­ ποφάσεις που τώρα πια ξέφευγαν σχεδόν τελείως από την αρμοδιότη­ τά της. Έτσι, μια μέρα ξεκίνησα το ταξίδι μου ντυμένος σαν χρι­ στιανός ιερέας, η ιδιότητα του οποίου ήταν ίσως η μόνη που ενέπνεε κάποιο φόβο και σεβασμό στους ληστές και τους κλέφτες. Και ήταν κατά τη διάρκεια εκείνου του ταξιδιού διαμέσου των Απένινων που η μοίρα μου άλλαξε απρόσμενα, λες και το πεπρωμένο με θυμήθηκε ξαφ­ νικά, αντιλήφθηκε ότι ήμουν ακόμα ζωντανός και ότι θα μπορούσα α­ κόμα να χρησιμεύσω σε κάτι σ' εκείνο τον έρημο τόπο, σ' εκείνη τη γη χωρίς ελπίδα. Ήταν ένα βράδυ του Οκτωβρίου, κόντευε να πέσει το σκοτάδι κι εγώ ετοίμαζα ένα κατάλυμα για τη νύχτα σνγκεντρώνοντας ξερά φύλ­ λα κάτω από την προεξοχή ενός βράχου, όταν μου φάνηκε ότι άκου­ σα ένα θρήνο να υψώνεται από το δάσος. Σκέφτηκα ότι θα ήταν η φω­ νή κάποιον νυκτόβιου ζώου ή η κραυγή της κουκουβάγιας, που μοιά­ ζει τόσο πολύ με ανθρώπινο θρήνο, μετά όμως κατάλαβα ότι επρόκειτο για το κλάμα μιας γυναίκας. Σηκώθηκα και ακολούθησα εκείνο τον ήχο γλιστρώντας ανάμεσα στις σκιές του δάσους, ανάλαφρα και αθόρυβα όπως είχα μάθει στα νιάτα μου να κινούμαι στο ιερό δάσος της Γκλέβα. Ξαφνικά φάνηκε μπροστά μου, στο κέντρο ενός ξέφωτου, έ­ νας καταυλισμός που φρουρούσαν τόσο Ρωμαίοι όσο και βάρβαροι στρατιώτες, οι οποίοι ήταν ωστόσο εξοπλισμένοι και παραταγμένοι σύμφωνα με το ρωμαϊκό τρόπο. Στο κέντρο του καταυλισμού έκαιγε μια φωτιά και μία από τις σκηνές ήταν φωτισμένη. Ο θρήνος προερ­ χόταν από εκεί. Πλησίασα χωρίς να με σταματήσει κανένας, γιατί ε­ κείνη τη στιγμή η αρχαία τέχνη του δρυΐδη μου επέτρεπε να ισχναίνω το σώμα μου, να το κάνω ένα με τις σκιές τις νύχτας, και όταν μί­ λησα βρισκόμονν μέσα στη σκηνή και όλοι στράφηκαν κατάπληκτοι προς το μέρος μου, σαν να είχα πάρει μορφή από το τίποτα. Είχα 214

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

μπροστά μου έναν άντρα με επιβλητικό παρουσιαστικό. Μια σκούρα γενειάδα στεφάνωνε το πρόσωπό του, κάνοντάς τον να μοιάζει με αρ­ χαίο πατρίκιο. Το συσπασμένο στόμα, το βλέμμα των σκούρων και εκ­ φραστικών ματιών φανέρωναν την αγωνία που βάραινε την καρδιά του. Στο πλευρό του, μια πανέμορφη γυναίκα έκλαιγε με αναφιλητά δίπλα σ ένα κρεβάτι, στο οποίο κειτόταν ένα παιδάκι τεσσάρων ή πέ­ ντε χρονών που φαινόταν νεκρό. «Ποιος έδωσε διαταγή να καλέσουν ιερέα;» ρώτησε ο άντρας κοι­ τάζοντάς με αμήχανος. Στο ταπεινό παρουσιαστικό μου, στα βρόμικα και τσαλακωμένα ρούχα μου υπήρχε προφανώς κάτι το αξιολύπητο και ίσως αξιοκαταφρόνητο, που με έκανε να μοιάζω περισσότερο με ζη­ τιάνο παρά με λειτουργό του Θεού. «Δεν είμαι ιερέας... όχι ακόμα», απάντησα. «Είμαι ωστόσο έ­ μπειρος στην τέχνη της ιατρικής και ίσως μπορώ να κάνω κάτι γι' αυ­ τό το μωρό». Ο άντρας με κοίταξε μ' ένα βλέμμα φλογερό και δακρυσμένο και απάντησε: «Το μωρό είναι νεκρό. Και ήταν το μοναχοπαίδι μας». «Δε νομίζω», απάντησα. «Αισθάνομαι ακόμα την ανάσα του μέσα σ' αυτή τη σκηνή. Άφησέ με να το εξετάσω». Ο άντρας συγκατένευσε με την παραίτηση των απελπισμένων και η γυναίκα μού απηύθυνε έ­ να βλέμμα γεμάτο με έκπληξη μάλλον παρά με ελπίδα. «Αφήστε με μόνο μαζί του και πριν από την αυγή, αν υπάρχει έ­ στω και μια πιθανότητα, θα σας το φέρω πίσω», είπα εκπλήσσοντας τον ίδιο μου τον εαυτό με τα λόγια μου. Δεν καταλάβαινα, πράγμα­ τι, γιατί ξαφνικά, σ εκείνο τον απόμερο τόπο, ένιωθα στα βάθη της ψυχής μου να ζωντανεύουν η αρχαία ρωμαϊκή γνώση και η κληρονο­ μιά της δύναμης των δρυΐδων σε μια συγκέντρωση εξαιρετικής ενέρ­ γειας και ήρεμης επίγνωσης. Θα 'λεγε κανείς ότι όλα εκείνα τα χρό­ νια είχα ζήσει λησμονώντας τον εαυτό μου και την ιδιότητα μου και ξαφνικά συνειδητοποιούσα ότι μπορούσα να ξαναδώσω χρώμα στα χλομά μάγουλα εκείνου του πλάσματος και φως στα μάτια που έ215


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

μοιαζαν σβησμένα κάτω από τα κλειστά βλέφαρα. Έβλεπα εμφανή τα σημάδια της δηλητηρίασης, δεν μπορούσα όμως να ξέρω πόσο είχε προ­ χωρήσει. Ο άντρας δίστασε, αλλά η γυναίκα τον έπεισε. Τον πήρε α­ πό το χέρι και τον έβγαλε έξω, ψιθυρίζοντάς του κάτι στο αφτί. Πρέ­ πει να σκέφτηκε ότι δεν μπορούσα να κάνω στο παιδί της μεγαλύτε­ ρο κακό απ' όσο του είχε κάνει η αρρώστια που πίστευε ότι το είχε προ­ σβάλει. Άνοιξα το δισάκι μου και ερεύνησα το περιεχόμενό του. Όλα ε­ κείνα τα χρόνια δεν είχα αφήσει να εξαντληθεί το απόθεμά μου σε φάρ­ μακα, εξακολουθούσα να μαζεύω βότανα και ρίζες, όταν ήταν η επο­ χή τους, και να τα επεξεργάζομαι σύμφωνα με τους κανόνες. Έτσι, έ­ βαλα νερό να ζεσταθεί πάνω σ ένα μαγκάλι κι ετοίμασα ένα δυνατό αφέψημα, ικανό να κάνει το σχεδόν νεκρωμένο οργανισμό του παιδιού να αντιδράσει, ζέστανα πέτρες, τις τύλιξα σε καθαρά πανιά και τις το­ ποθέτησα γύρω από το παγωμένο σώμα του. Έβαλα το ζεστό, σχεδόν καυτό, νερό σ ένα ασκί και το ακούμπησα στο στήθος του. Έπρεπε να ξαναδώσω λίγη ζωή σ εκείνο το σώμα προτού χορηγήσω το φάρ­ μακο. Όταν είδα μικρές σταγόνες ιδρώτα στο μελανιασμένο δέρμα του, έσταξα το ρόφημα στο στόμα και τη μύτη του και σχεδόν αμέσως παρατήρησα μια αντίδραση, μια σύσπαση των μικρών ρουθουνιών που μόλις γινόταν αντιληπτή. Έξω, ο κόσμος ήταν βυθισμένος στη σιωπή, δεν άκουγα πια ούτε το κλάμα της μητέρας. Μήπως εκείνη η περήφανη και πανέμορφη γυ­ ναίκα είχε αποδεχτεί μια τόσο σκληρή απώλεια; Έσταξα μερικές στα­ γόνες ακόμα και είδα μια εντονότερη αντίδραση και αμέσως μετά μια εμφανή σύσπαση της κοιλιάς. Πίεσα τότε δυνατά το στομάχι του με τα χέρια μου και ο μικρός έκανε εμετό· ήταν ένα πρασινωπό υγρό με βαριά μυρωδιά, που δε μου άφησε αμφιβολίες. Του έδωσα ακόμα λί­ γο εμετικό και ακολούθησαν άλλες συσπάσεις κι έπειτα ένα πιο δυ­ νατό ξέσπασμα και εμετός, τον οποίο ακολούθησαν άλλες συσπάσεις. Τελικά ο μικρός πλάγιασε εξαντλημένος κι εγώ τον ξεγύμνωσα, τον

216

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

έπλυνα και τον σκέπασα μ' ένα καθαρό πανί. Ήταν καταϊδρωμένος, αλλά τώρα ανάσαινε και ο σφυγμός του ανακτούσε, χτύπο με το χτύ­ πο, έναν αργό ρυθμό, που όμως για μένα ήταν πιο δυνατός και θριαμ­ βευτικός από τον ήχο των τύμπανων. Εξέτασα το περιεχόμενο του στο­ μαχιού του και οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν. Τότε βγήκα από τη σκηνή και βρήκα μπροστά μου τους γονείς. Κάθονταν σε δύο σκαμνιά δίπλα στη φωτιά και στα μάτια τους διακρινόταν έντονη αναστάτωση. Είχαν ακούσει τους σπασμούς και ήξεραν ότι ήταν αναμφισβήτητα σημάδια ζωής, είχαν δεχτεί όμως να με αφήσουν μόνο με το παιδί και τηρούσαν την υπόσχεσή τους. «Θα ζήσει», είπα με μελετημένη, συγκρατημένη έμφαση. Και πρό­ σθεσα αμέσως μετά: «Τον δηλητηρίασαν». Έτρεξαν κι οι δύο στη σκηνή και άκουσα τα κλάματα χαράς της μητέρας που αγκάλιαζε το παιδί της. Εγώ προχώρησα προς το βάθος του καταυλισμού, προς τα καταλύματα των φρουρών, για να μη δια­ ταράξω μια τόσο φορτισμένη συναισθηματικά στιγμή, αλλά μια δυ­ νατή φωνή με σταμάτησε. Ήταν εκείνος, ο πατέρας. «Ποιος είσαι;» ρώτησε. Στράφηκα προς τα πίσω και τον είδα μπρο­ στά μου να με κοιτάζει. «Πώς έφτασες μέχρι μέσα στη σκηνή μου, την οποία φρουρούσαν ένοπλοι άντρες; Και πώς έφερες πίσω στη ζωή το γιο μου; Μήπως είσαι... ένας άγιος ή ένας άγγελος του ουρανού; Ή μήπως είσαι ένα πνεύμα του δάσους; Πες μου, σε παρακαλώ». «Δεν είμαι παρά ένας άνθρωπος, με κάποιες γνώσεις ιατρικής και φυσικών επιστημών». «Σου χρωστάμε τη ζωή του μοναχογιού μας και δεν υπάρχει πά­ νω σ' αυτή τη γη ικανή ανταμοιβή. Όμως ζήτησέ μου το και, όσο περ­ νάει από το χέρι μου, θα ανταμειφθείς». «Ένα ζεστό γεύμα κι λίγο ψωμί για το αυριανό μου ταξίδι θα εί­ ναι αρκετή ανταμοιβή», απάντησα. «Το μεγαλύτερο βραβείο για μέ­ να είναι ότι είδα εκείνο το παιδί να αναπνέει». «Πού πηγαίνεις;» με ρώτησε.

217


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Στη Ρώμη. Το όνειρο της ζωής μου ήταν πάντα να δω την πόλη και τα θαύματά της». «Κι εμείς κατευθυνόμαστε προς τη Ρώμη. Σε παρακαλώ λοιπόν, μεί­ νε μαζί μας. Έτσι, το ταξίδι σου δε θα κρύβει κινδύνους και τόσο εγώ ό­ σο και η σύζυγός μου ελπίζουμε διακαώς ότι θα θελήσεις να μείνεις για πάντα μαζί μας, για να φροντίζεις το γιο μας. Θα έχει ανάγκη ένα δά­ σκαλο, και ποιος θα μπορούσε να τον βοηθήσει περισσότερο από σένα, έναν άνθρωπο με τόσες γνώσεις και τέτοιες θαυμαστές ικανότητες;» Ήταν αυτό που ήλπιζα να ακούσω, αλλά απάντησα ότι θα το σκε­ φτόμουν και ότι θα έδινα την απάντησή μου όταν θα φτάναμε στη Ρώμη. Στο μεταξύ, θα αγωνιζόμουν ώστε το αγοράκι να συνέλθει ε­ ντελώς, εκείνος όμως, ο πατέρας, θα έπρεπε να ανακαλύψει το δολο­ φόνο, τον άντρα που τον μισούσε μέχρι του σημείου να δηλητηριάσει έναν αθώο. Φάνηκε ξαφνικά να συνειδητοποιεί κάτι και απάντησε: «Αυτό εί­ ναι δική μου υπόθεση. Ο υπεύθυνος δε θα μου ξεφύγει. Εσύ, στο με­ ταξύ, δέξου τη φιλοξενία και το φαγητό μου και ξεκουράσου για την υπόλοιπη νύχτα. Το αξίζεις». Είπε ότι λεγόταν Ορέστης και ότι ήταν αξιωματικός του αυτοκρα­ τορικού στρατού, κι ενώ ακόμα μιλούσαμε ήρθε η σύζυγος του, η Φλαβία Σερένα, η οποία, γεμάτη συγκίνηση, έφτασε στο σημείο να πάρει το χέρι μου για να το φιλήσει. Το τράβηξα γρήγορα και υποκλίθηκα μπροστά της για να την τιμήσω. Ήταν η ομορφότερη και ευγενέστε­ ρη φυσιογνωμία που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Ούτε καν ο τρόμος μήπως χάσει το παιδί της δεν είχε αλλοιώσει την αρμονία των αρι­ στοκρατικών χαρακτηριστικών της, ούτε είχε σκιάσει το φως των μα­ τιών της, που είχαν το χρώμα τον κεχριμπαριού. Είχε προσθέσει μό­ νο την ένταση τον πόνου και της αγωνίας. Το παράστημά της ήταν α­ γέρωχο, αλλά είχε βλέμμα τρυφερό σαν ανοιξιάτικο δειλινό, το κα­ θαρό μέτωπό της στεφάνωνε μια πλεξίδα καστανών μαλλιών με με­ νεξεδιές ανταύγειες, τα δάχτυλα ήταν μακριά και λεπτά, η επιδερμί-

218

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

δα της διάφανη. Μια ζώνη από βελούδο τόνιζε τους υπέροχους γο­ φούς κάτω από το φόρεμα και το λαιμό της κοσμούσε ένα ασημένιο περιδέραιο, από το οποίο κρεμόταν ένα μόνο μαύρο μαργαριτάρι. Σε όλη μου τη ζωή δε θα ξανάβλεπα ποτέ ένα πλάσμα με τέτοια μαγευ­ τική ομορφιά και, από την πρώτη στιγμή που την είδα, ήξερα ότι θα της ήμουν αφοσιωμένος για τις υπόλοιπες μέρες της ζωής μου, όποια κι αν ήταν η μοίρα που θα μας επιφύλασσε το μέλλον. Τη χαιρέτησα με μια βαθιά υπόκλιση και ζήτησα την άδεια να α­ ποσυρθώ. Ήμουν κουρασμένος και καταπονημένος και είχα ξοδέψει όλη μου την ενέργεια στη νικηφόρα μονομαχία με το θάνατο. Με συ­ νόδεψαν σε μια σκηνή κι εκεί σωριάστηκα εξαντλημένος σ ένα πρό­ χειρο κρεβάτι, αλλά πέρασα τις ώρες που μας χώριζαν από την αυγή σ ένα είδος λήθαργου, τον οποίο διέκοπταν οι σπαρακτικές κραυγές ενός ανθρώπου που υποβαλλόταν σε βασανιστήρια. Πρέπει να ήταν αυ­ τός που ο Ορέστης υποψιαζόταν για τη δηλητηρίαση. Την επόμενη μέ­ ρα δε ρώτησα ούτε θέλησα να μάθω περισσότερα, γιατί ήξερα ήδη αρ­ κετά. Ο πατέρας εκείνου του παιδιού ήταν σίγουρα άνθρωπος με με­ γάλη δύναμη, αφού είχε δημιουργήσει εχθρούς τόσο φανατικούς, ώ­ στε να επιβουλεύονται τη ζωή του γιου του. Όταν φύγαμε, αφήσαμε πίσω μας το κακοποιημένο πτώμα ενός άντρα, δεμένο στον κορμό ε­ νός δέντρου. Πριν από το βράδυ τα αγρίμια του δάσους θα είχαν α­ φήσει μόνο το σκελετό του. Έγινα έτσι ο παιδαγωγός εκείνου του παιδιού και μέλος εκείνης της οικογένειας και για μερικά χρόνια έζησα μια αξιοζήλευτη ζωή. Κα­ τοικούσα σε πολυτελείς οικίες, γνώριζα σημαντικά πρόσωπα, αφο­ σιώθηκα στις αγαπημένες μου μελέτες και στα πειράματα στον τομέα των φυσικών επιστημών και ξέχασα σχεδόν τελείως την αποστολή για την οποία είχα έρθει στην Ιταλία πριν από τόσο καιρό. Ο Ορέστης α­ πουσίαζε συχνά, παίρνοντας μέρος σε επικίνδυνες στρατιωτικές εκ­ στρατείες, και όταν επέστρεφε τον συνόδευαν οι βάρβαροι αρχηγοί που διοικούσαν τις μονάδες του στρατού. Οι Ρωμαίοι αξιωματικοί ή-

219


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

ταν κάθε χρόνο και λιγότεροι. Τα καλύτερα στοιχεία της αριστοκρα­ τίας προτιμούσαν να ενταχθούν στο χριστιανικό κλήρο και να γίνουν ποιμένες ψυχών παρά αρχηγοί στρατιών. Έτσι συνέβη με τον Αμβρό­ σιο, ο οποίος στα χρόνια τον αυτοκράτορα Θεοδόσιου εγκατέλειψε μια λαμπρή στρατιωτική σταδιοδρομία για να γίνει επίσκοπος Μεδιολάνων, έτσι συνέβη και με τον ίδιο τον Γερμανό, το στρατηλάτη μας στη Βρετανία, ο οποίος στο τέλος πέταξε το σπαθί για να πάρει στο χέρι του την ποιμαντορική ράβδο. Ο Ορέστης όμως είχε διαφορετικό χαρακτήρα. Με το πέρασμα του χρόνου έμαθα ότι στα νιάτα του ήταν στην υπηρεσία του Αττίλα του Ούνου και ότι είχε διακριθεί για τη σύνεση και την εξυπνάδα του· δεν υπήρχε αμφιβολία ότι στόχος του ήταν η άνοδος στην εξουσία. Με εκτιμούσε πάρα πολύ και όχι σπάνια ζητούσε τη συμβουλή μου, το κύριο καθήκον μου όμως παρέμενε η μόρφωση του γιου του, του Ρωμύλου. Σχεδόν μου ανέθεσε τα πατρικά καθήκοντα, καθώς ε­ κείνος ήταν απορροφημένος από την αναρρίχηση στα ανώτερα κλι­ μάκια του στρατού. Ώσπου μια μέρα έλαβε τον τίτλο του πατρικίου του ρωμαϊκού λαού και ανέβαλε τη διοίκηση του αυτοκρατορικού στρα­ τού. Τότε πήρε μια απόφαση που θα σημάδευε βαθιά τη ζωή όλων μας και κατά κάποιο τρόπο θα γινόταν η απαρχή μιας νέας εποχής. Εκείνο το χρόνο βασίλευε ο αυτοκράτορας Ιούλιος Νέπωτας, ένας άνθρωπος δειλός και ανίκανος, ο οποίος όμως διατηρούσε καλές σχέ­ σεις με τον αυτοκράτορα της Ανατολής, τον Ζήνωνα. Ο Ορέστης α­ ποφάσισε να τον καθαιρέσει και να φορέσει αυτός την αυτοκρατορι­ κή πορφύρα. Με ενημέρωσε για κείνη την απόφασή του και με ρώ­ τησε τι γνώμη είχα. Απάντησα ότι ήταν μια τρέλα. Σε τι πίστευε ότι θα διέφερε η μοίρα του από εκείνη των τελευταίων αυτοκρατόρων που είχαν ανεβεί, ο ένας μετά τον άλλο, στο θρόνο των καισάρων; Και σε ποιους τρομερούς κινδύνους θα εξέθετε την οικογένειά του; «Αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά», απάντησε και δε θέλησε να πει τίποτ άλλο. 220

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Και πώς μπορείς να είσαι βέβαιος για την πίστη αυτών των βαρ­ βάρων; Αυτό που θέλουν είναι χρήματα και εδάφη. Όσο θα είσαι σε θέση να τους τα παρέχεις, θα σε ακολονθούν, όταν δε θα μπορείς πια να τους πλουτίζεις θα διαλέξουν κάποιον άλλο, πιο πλούσιο και δια­ τεθειμένο να ικανοποιεί τα αιτήματα και την όλο και μεγαλύτερη α­ πληστία τους». «Άκουσες ποτέ να μιλούν για τη λεγεώνα Νόβα Ινβίκτα;» με ρώ­ τησε. «Όχι. Οι λεγεώνες έχουν καταργηθεί εδώ και καιρό. Ξέρεις κα­ λά, κύριέ μου, ότι η στρατιωτική τεχνική έχει εξελιχθεί πολύ τα τε­ λευταία εκατό χρόνια». Σκεφτόμουν, ωστόσο, τη λεγεώνα που είχε συστήσει ο Γερμανός προτού πεθάνει μπροστά στο Μεγάλο Τείχος, για να φρουρεί το οχυρό του Μονς Μπαντόνικος, και που ίσως δεν υ­ πήρχε πια. «Κάνεις λάθος», απάντησε ο Ορέστης. «Η Νόβα Ινβίκτα είναι έ­ να επίλεκτο τμήμα, αποτελούμενο μόνο από στρατιώτες από την Ιτα­ λία και τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, το οποίο αναδιοργάνωσα με μεγάλη μυστικότητα και διατηρώ σε ετοιμότητα εδώ και χρόνια, υπό τη διοίκηση ενός αδιάφθορου άντρα με μεγάλες πολιτικές και στρα­ τιωτικές αρετές. Αυτή τη στιγμή πλησιάζει βαδίζοντας με γρήγορο ρυθμό και σύντομα οι στρατιώτες θα στρατοπεδεύσουν σε μικρή από­ σταση από την κατοικία μας στην Αιμιλία. Αλλά δεν είναι αυτή η μό­ νη καινοτομία: δε θα είμαι εγώ ο αυτοκράτορας». Τον κοίταξα έκπληκτος, ενώ μια τρομερή σκέψη άρχιζε να παίρ­ νει μορφή στο μυαλό μου. «Δε θα είσαι εσύ;» ρώτησα. «Και ποιος θα είναι λοιπόν;» «Ο γιος μου», απάντησε, «ο γιος μου ο Ρωμύλος, ο οποίος θα πά­ ρει και τον τίτλο του αυγούστου. Θα φέρει τα ονόματα του πρώτου βα­ σιλιά και τον πρώτου αυτοκράτορα της Ρώμης. Κι εγώ θα φυλάω τα νώτα του, διατηρώντας την ανώτατη διοίκηση της αυτοκρατορικής στρατιάς. Τίποτα και κανένας δε θα μπορεί να τον βλάψει».

221


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Δεν είπα τίποτα, επειδή ό,τι κι αν έλεγα θα ήταν μάταιο. Είχε ή­ δη αποφασίσει και τίποτα δε θα τον έκανε να παραιτηθεί από τα σχέ­ διά του. Δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι εξέθετε το γιο του, το μα­ θητή μου, το αγόρι μου, σε θανάσιμο κίνδυνο. Εκείνη τη νύχτα πλάγιασα αργά κι έμεινα για πολλή ώρα στο κρε­ βάτι με τα μάτια ανοιχτά, χωρίς να μπορώ να αποκοιμηθώ. Ήταν πολλές οι σκέψεις πoυ με βασάνιζαν και ανάμεσά τους το όραμα ε­ κείνων των αντρών που πλησίαζαν με γρήγορο ρυθμό για να δημι­ ουργήσουν ασπίδα προστασίας για έναν ανήλικο αυτοκράτορα. Λεγε­ ωνάριοι της τελευταίας λεγεώνας, αποφασισμένοι για την έσχατη θυ­ σία στο όνομα τον τελευταίου αυτοκράτορα...

Η ιστορία τελείωνε εκεί και ο Ρωμύλος σήκωσε το κεφάλι κλείνοντας το βιβλίο. Βρήκε μπροστά του τον Αμβροσίνο. «Ενδιαφέρον ανάγνωσμα, υποθέτω. Σε φωνάζω εδώ και ώ­ ρα και απαξιοίς να απαντήσεις. Το δείπνο είναι έτοιμο». «Με συγχωρείς, Αμβροσίνε, δε σε άκουσα. Είδα ότι το ά­ φησες εδώ και σκέφτηκα...» «Δεν υπάρχει τίποτα σ' αυτό το βιβλίο που να μην μπο­ ρείς να διαβάσεις. Έλα, πάμε». Ο Ρωμύλος πήρε το βιβλίο παραμάσχαλα και ακολού­ θησε το δάσκαλο προς την τραπεζαρία. «Αμβροσίνε...» είπε ξαφνικά. «Ναι;» «Τι σημαίνει εκείνη η προφητεία;» «Η προφητεία; Μα δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κα­ νείς». «Όχι, πράγματι, μα...» «Σημαίνει:

222

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

»"Θα έρθει ένας νέος από τη νότια θάλασσα με σπαθί φέρνοντας ειρήνη και ευημερία. Ο αετός και ο δράκος θα πετάξουν ξανά πάνω από τη μεγάλη γη της Βρετανίας". «Είναι μια προφητεία, καίσαρα, και, όπως όλες οι προ­ φητείες, είναι δύσκολο να ερμηνευθεί, μπορεί όμως να μι­ λήσει στις καρδιές των ανθρώπων που ο Θεός διάλεξε για τα άγνωστα σχέδιά Του». «Αμβροσίνε...» είπε ξανά ο Ρωμύλος. «Ναι». «Εσύ... αγαπούσες τη μητέρα μου;» Ο γέροντας παιδαγωγός έσκυψε το φαλακρό κεφάλι του συγκατανεύοντας βαριά. «Ναι, την αγαπούσα. Με μια αγά­ πη ταπεινή και αφοσιωμένη που δε θα τολμούσα να εξομο­ λογηθώ ούτε στον εαυτό μου, αλλά για την οποία ήμουν έ­ τοιμος να δώσω τη ζωή μου οποιαδήποτε στιγμή». Σήκωσε το βλέμμα του προς το αγόρι και τα μάτια του έ­ λαμπαν σαν κάρβουνα όταν είπε: «Αυτός που τη σκότωσε θα πληρώσει μ' ένα φρικτό θάνατο. Το ορκίζομαι».

223


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Ο ΑΜΒΡΟΣΙΝΟΣ ΕΙΧΕ εξαφανιστεί. Από καιρό επιδιδόταν στην εξερεύνηση των λιγότερο γνωστών τομέων της έπαυλης, ι­ διαίτερα των παλιών δωματίων που δε χρησιμοποιούνταν πια, όπου η ακόρεστη περιέργεια του έβρισκε τροφή σ' ένα πλήθος ετερόκλητων αντικειμένων, τα οποία είχαν εξαιρε­ τικό ενδιαφέρον γι' αυτόν: τοιχογραφίες, αγάλματα, έγγρα­ φα αρχείου, υλικά εργαστηρίου, εργαλεία ξυλουργικής. Περ­ νούσε τον καιρό του επιδιορθώνοντας παλιά αντικείμενα που ήταν σε αχρησία από αμνημονεύτων χρόνων, όπως ο μύλος και το καμίνι του σιδηρουργείου, ο φούρνος και το λουτρό. Οι βάρβαροι τώρα πια τον θεωρούσαν ένα είδος εκκε­ ντρικού τρελού και στο πέρασμα του γελούσαν ή τον κο­ ρόιδευαν. Όλοι εκτός από έναν, τον Ουλφίλα. Είχε σε με­ γάλη υπόληψη την ευφυΐα του και δεν τον υποτιμούσε. Τον άφηνε ελεύθερο στο εσωτερικό της έπαυλης, αλλά δεν του επέτρεπε να βγει από τον εξωτερικό περίβολο παρά μόνο κά­ τω από στενή επιτήρηση. Ο Ρωμύλος σκέφτηκε ότι εκείνη τη μέρα ο Αμβροσίνος, απασχολημένος σε κάποια ιδιαίτερα απαιτητική δραστη­ ριότητα, είχε ξεχάσει να του παραδώσει το μάθημα των ελ­ ληνικών. Κατευθύνθηκε προς το κατώτερο μέρος της έπαυ-

λης, εκείνο που κατέβαινε στην πλαγιά. Εκεί κάτω οι φρου­ ροί ήταν λίγοι, γιατί ο τοίχος ήταν ψηλός και δεν είχε πα­ τήματα στα χαμηλά για να τον ανεβεί κανείς, ενώ απ' έξω έβλεπε σ' έναν απότομο γκρεμό. Ήταν μια μέρα στα τέλη Νοεμβρίου, δροσερή αλλά διαυγής, σε σημείο που από μα­ κριά φαίνονταν τα ερείπια του ναού της Αθηνάς του Συρρέντου και στο βάθος του κόλπου ο κώνος του Βεζούβιου, που είχε το χρώμα της σκουριάς και ερχόταν σε αντίθεση με το βαθύ γαλάζιο του ουρανού. Ο μοναδικός ήχος ήταν ο ή­ χος των βημάτων του πάνω στο δάπεδο και το θρόισμα των φύλλων των πεύκων και των αιωνόβιων πρίνων. Ένας κοκ­ κινολαίμης πέταξε μ' ένα ελαφρύ φτεροκόπημα, μια σαύρα με χρώμα πράσινο όπως του σμαραγδιού έτρεξε να κρυφτεί σε μια ρωγμή του τοίχου. Εκείνο το μικρό σύμπαν χαιρε­ τούσε το πέρασμά του με αντιδράσεις που γίνονταν μόλις α­ ντιληπτές. Σχεδόν μέχρι το πρωί από τα καταλύματα των στρατιω­ τών ακουγόταν φασαρία, καθώς είχαν έρθει πόρνες, γεγο­ νός που δεν του επέτρεψε να κοιμηθεί. Κι όμως, το αγόρι δεν ένιωθε κουρασμένο από την αϋπνία· δεν μπορούσε να υ­ πάρχει κούραση όταν δεν υπήρχε δραστηριότητα, όταν δεν υπήρχαν σχέδια ούτε προοπτικές ούτε μέλλον. Εκείνη τη στιγμή δεν υπέφερε ιδιαίτερα ούτε χαιρόταν, αφού δεν υ­ πήρχε λόγος γι' αυτό. Η ψυχή του παλλόταν παράλογα και άσκοπα στην επαφή με το γύρω κόσμο, όπως ο ιστός της α­ ράχνης στον άνεμο. Ωστόσο, ο καθαρός αέρας, η ήρεμη α­ νάσα της φύσης ήταν ευχάριστη αίσθηση και ο Ρωμύλος σι­ γοτραγουδούσε ένα δικό του παιδικό νανούρισμα που του ήρθε στο νου εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ποιος ξέρει γιατί. Σκεφτόταν ότι στο τέλος θα συνήθιζε στο κλουβί του, ό­ τι ο άνθρωπος συνηθίζει τα πάντα και ότι κατά βάθος η μοί-

224

225

15


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ρα του δεν ήταν χειρότερη από εκείνη πολλών άλλων. Μή­ πως εκεί κάτω, στη στεριά, δε γίνονταν σφαγές και πόλεμοι και εισβολές, δεν υπήρχε λοιμός και πείνα; Προσπαθούσε να συνηθίσει να μη δίνει σημασία στην παρουσία του Ουλφίλα, να απομακρύνει την εικόνα του, το μοναδικό στοιχείο που ήταν ικανό να ταράξει το μακάριο λήθαργο της ψυχής του και να αναστατώσει με τρόπο επώδυνο το νου του, να του προκαλέσει μια οργή που δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του ούτε να τη συγκρατήσει, ένα φόβο όχι πια δικαι­ ολογημένο, ένα καταπιεστικό αίσθημα ντροπής που ήταν αναπόφευκτο και γι' αυτό ενοχλητικό. Ξαφνικά ένιωσε στο πρόσωπό του την παράξενη αίσθηση μιας πνοής ανέμου, δυνατής και σταθερής, που μύριζε μούσκλο, και αθέατων νερών που έσταζαν. Κοίταξε γύρω του, αλ­ λά δεν είδε τίποτα. Έκανε να κινηθεί κι ένιωσε ξανά εκείνη την ξεκάθαρη, έντονη αίσθηση, την οποία συνόδευε ένα α­ νεπαίσθητο σφύριγμα ανέμου. Και ξαφνικά κατάλαβε ότι ερ­ χόταν από κάτω, από τις τρύπες μιας πήλινης σχάρας που χρησίμευε για το στράγγισμα των νερών της βροχής. Κοίτα­ ξε γύρω του επιφυλακτικά· δε φαινόταν κανείς. Πήρε τότε τη γραφίδα από τη σχολική τσάντα που είχε περασμένη χιαστί στον ώμο του. Γονάτισε και άρχισε να ξύνει γύρω από τη σχά­ ρα, από την οποία εξακολουθούσε να βγαίνει εκείνο το μα­ κρόσυρτο σφύριγμα. Όταν τελείωσε, χρησιμοποίησε ως μο­ χλό ένα ραβδάκι, η σχάρα ανασηκώθηκε και ο Ρωμύλος το α­ πόθεσε πλάι του, πάνω στο δάπεδο. Κοίταξε και πάλι γύρω του, ύστερα έβαλε το κεφάλι του στο κενό και αντίκρισε ένα εκπληκτικό θέαμα, που γινόταν ακόμα πιο εντυπωσιακό κα­ θώς το έβλεπε ανάποδα. Από κάτω του ανοιγόταν, στα έγκα­ τα του βουνού, μια ευρύχωρη υπόγεια στοά, διακοσμημένη με τοιχογραφίες και φανταστικές παραστάσεις.

Ένας από τους πλαϊνούς τοίχους είχε καταρρεύσει κι έ­ τσι είχε δημιουργηθεί ένα είδος τσουλήθρας που του επέ­ τρεπε να κατεβεί ως το πάτωμα. Μπήκε, τράβηξε τη σχάρα πάνω από το κεφάλι του και κατέβηκε, χωρίς μεγάλη δυ­ σκολία, ως το πάτωμα· τότε αντίκρισε ένα νέο, φαντασμα­ γορικό θέαμα: από ψηλά, μια δέσμη φωτεινών ακτινών περνούσε από τη σχάρα φωτίζοντας ένα μακρύ πλακοστρωμέ­ νο πέρασμα, το οποίο πλαισίωναν δύο μακριές σειρές α­ γαλμάτων. Το αγόρι προχωρούσε γεμάτο έκπληξη και θαυ­ μασμό ανάμεσα σ' εκείνους τους άντρες με τους ανάγλυφους θώρακες, με πρόσωπα λαξεμένα από το άστατο φως που έ­ πεφτε από ψηλά και πάνω σε κάθε μαρμάρινο βάθρο έβρι­ σκε χαραγμένα τα κατορθώματα, τους τίτλους τιμής, τους θριάμβους κατά των εχθρών. Ήταν τα αγάλματα των Ρω­ μαίων αυτοκρατόρων! Σε κάθε του βήμα ο Ρωμύλος ένιωθε να καταπιέζεται όλο και περισσότερο από εκείνο το τεράστιο φορτίο ιστορίας, α­ πό τη μεγαλειώδη κληρονομιά που αισθανόταν ότι βάραινε τους εύθραυστους ώμους του. Περπατούσε αργά διαβάζο­ ντας τις επιγραφές, επαναλαμβάνοντας χαμηλόφωνα τους τίτλους και τα ονόματα: «Φλάβιος Κωνστάντιος Ιουλιανός, α­ νορθωτής της Οικουμένης, υπερασπιστής της αυτοκρατο­ ρίας...· Λεύκιος Σεπτίμιος Σεβήρος, ανώτατος διοικητής της Παρθικής· Γερμανικός, διοικητής της Αδιαβηνής, ανώτατος ποντίφικας...· Μάρκος Αυρήλιος Αντωνίνος, Ευσεβής, πάντα Αύγουστος, ανώτατος ποντίφικας, έξι φορές δήμαρχος...· Τί­ τος Φλάβιος Βεσπασιανός, Αύγουστος· Κλαύδιος Τιβέριος Δρούσος Καίσαρας, Βρετανικός· Τιβέριος Νέρωνας Καίσα­ ρας, Γερμανικός, Πατέρας της Πατρίδας, ανώτατος ποντίφικας· Καίσαρας Αύγουστος, γιος του θεϊκού Ιουλίου, ανώτατος ποντίφικας, ύπατος για έβδομη φορά...»

226

227


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Ένα λεπτό στρώμα σκόνης είχε κατακαθίσει πάνω ο' ε­ κείνα τα επιβλητικά ομοιώματα, πάνω στα φρύδια, στις βα­ θιές ρυτίδες που αυλάκωναν τα μέτωπα, στις πτυχές των ρούχων, πάνω στα όπλα και τα παράσημα, όμως κανένα α­ πό αυτά δεν είχε σημάδια ή ακρωτηριασμούς. Εκείνο το μέ­ ρος πρέπει να ήταν ένα είδος ιερού, που είχε δημιουργηθεί μυστικά, ποιος ξέρει από ποιον, ίσως από τον Ιουλιανό, τον οποίο οι χριστιανοί είχαν καταδικάσει στο όνειδος με την προσωνυμία Παραβάτης και ο οποίος εγκαινίαζε με τη συ­ νοφρυωμένη και μελαγχολική εικόνα του εκείνη τη μακριά σειρά των κοσμοκρατόρων. Τώρα ο Ρωμύλος, τρέμοντας από συγκίνηση και θαυμα­ σμό, βρισκόταν μπροστά στο βορινό τοίχο της υπόγειας στο­ άς και είχε μπροστά του μια πλάκα από πράσινο μάρμαρο, διακοσμημένη στο κέντρο της με ένα ανάγλυφο δάφνινο στεφάνι από επιχρυσωμένο χαλκό. Μέσα στο στεφάνι ξε­ χώριζε με κεφαλαία γράμματα η επιγραφή: CAIVS IVLIVS CAESAR

Από κάτω, με πλάγια γράμματα, ήταν γραμμένη η σι­ βυλλική έκφραση quindecim caesus, την οποία ο Ρωμύλος ε­ πανέλαβε χαμηλόφωνα: «Χτυπημένος δεκαπέντε φορές». Τι εννοούσε; Ο καίσαρας είχε δεχτεί δεκατρείς μαχαιριές, ό­ πως είχε διαβάσει τόσες φορές στα βιβλία της ιστορίας, ό­ χι δεκαπέντε... Και γιατί σε μια αναμνηστική επιγραφή, σε μια επιβλητική στήλη από πολύτιμο μάρμαρο, χαλκό και χρυσό, έπρεπε να υπάρχει η θλιβερή ανάμνηση των ειδών του Μαρτίου, η θύμηση της δολοφονίας του μεγαλύτερου απ' όλους τους Ρωμαίους; Μα τότε, τι μπορούσε άραγε να σημαίνει εκείνος ο α228

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ριθμός; Εκείνη τη στιγμή του ήρθαν στο νου ξαφνικά τα παιχνίδια ακροστιχίδων κι αινιγμάτων, τα οποία ο παιδα­ γωγός του τον είχε βάλει χιλιάδες φορές να λύσει για να ε­ ξασκεί την οξύνοια και την εξυπνάδα του και για να περνάει η ώρα. Το βλέμμα του Ρωμύλου διέτρεξε εκείνα τα γράμ­ ματα ένα προς ένα, μπροστά και πίσω και αντίστροφα. Πρέ­ πει να υπήρχε κάποιο κλειδί, αλλιώς δεν είχε νόημα. Κανένας θόρυβος δεν ερχόταν απ' έξω, εκτός από το μο­ νότονο τιτίβισμα των σπουργιτιών, και μέσα σ' εκείνο το κε­ νό και ανησυχητικό περιβάλλον το αγόρι δοκίμαζε με φρε­ νήρη ρυθμό κάθε πιθανό συνδυασμό για να βρει κάποια λύ­ ση. Καταλάβαινε ότι πολύ σύντομα κάποιος θα αντιλαμβα­ νόταν την απουσία του και ότι στην έπαυλη θα ξεσπούσε φοβερή αναταραχή, ο ίδιος ο Αμβροσίνος θα βρισκόταν σε κίνδυνο. Η αυξανόμενη αγωνία διέγειρε στο μέγιστο βαθμό το πνεύμα του και ξαφνικά η σκέψη του προσηλώθηκε, κά­ θισε σαν πεταλούδα πάνω σ' εκείνη την επιγραφή, αναλύο­ ντας τη σε μια σειρά αριθμών που έδιναν ένα σύνολο: δε­ καπέντε. Δηλαδή το σύνολο των V, V, V, των «V» από επι­ χρυσωμένο χαλκό που υπήρχαν στις λέξεις CAIVS IVLIVS. Αντίθετα, η επόμενη έκφραση δεν ήταν τυχαία γραμμένη με πλάγια γράμματα, όπου το «u» δεν μπορούσε να ισοδυ­ ναμεί με «v», όπως στη γραφή με κεφαλαία γράμματα. Ναι, αυτή πρέπει να ήταν η λύση! Με τρεμάμενο χέρι πίεσε δια­ δοχικά τα τρία V, που υποχώρησαν εύκολα στο εσωτερικό της πλάκας, αλλά δε συνέβη τίποτα. Αναστέναξε απογοη­ τευμένος και γύρισε για να φύγει από εκεί απ' όπου είχε έρ­ θει, όταν μια νέα ιδέα τού πέρασε από το μυαλό. Η επι­ γραφή έλεγε quindecim, δηλαδή το σύνολο των τριών πεντα­ ριών και όχι το ένα μετά το άλλο. Γύρισε πίσω και πίεσε ταυτόχρονα τα τρία V στις λέξεις CAIVS IVLIVS. Τα τρία 229


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

γράμματα υποχώρησαν και αμέσως ακούστηκε ένας μεταλ­ λικός ήχος, ο θόρυβος ενός αντίβαρου, το τρίξιμο ενός βα­ ρούλκου και, αμέσως μετά, μια πνοή αέρα πέρασε από το περίγραμμα της πλάκας. Η μεγάλη πέτρα είχε ανοίξει, πε­ ριστρεφόμενη γύρω από τον άξονά της! Ο Ρωμύλος την έπιασε από τις άκρες, την έκανε με κόπο να περιστραφεί λίγο ακόμα πάνω στους μεντεσέδες κι έβα­ λε ανάμεσα μια πέτρα για να μην ξανακλείσει πίσω του. Πή­ ρε βαθιά ανάσα και μπήκε. Τα μάτια του αντίκρισαν ένα θέαμα ακόμα πιο εκπληκτι­ κό μόλις συνήθισαν στο μισοσκόταδο. Μπροστά του υπήρχε ένα θαυμάσιο άγαλμα, λαξεμένο σε διάφορα πολύχρωμα μάρ­ μαρα που μιμούνταν τα φυσικά χρώματα, το οποίο έφερε πραγματικά όπλα από μέταλλο έντεχνα σφυρηλατημένο. Ο Ρωμύλος σήκωσε αργά το βλέμμα του για να εξερευνή­ σει κάθε λεπτομέρειά του, από τα υποδήματα, που ήταν δε­ μένα πάνω στις μυώδεις γάμπες, το θώρακα με τις ανάγλυ­ φες παραστάσεις γοργόνων και κητών με φολιδωτές ουρές, μέχρι το αυστηρό πρόσωπο, την αετίσια μύτη, τα απειλητι­ κά μάτια του dictator perpetuus*. Ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας! Πάνω σ' εκείνες τις επιφάνειες διέκρινε ένα παράξενο παι­ χνίδισμα φωτός, που έμοιαζε με την αντανάκλαση μιας αό­ ρατης κυματοειδούς κίνησης, και κατάλαβε ότι ένα φαντα­ σμαγορικό, γαλαζωπό φως φώτιζε το άγαλμα από χαμηλά, α­ πό ένα μαρμάρινο φρέαρ, το οποίο στην αρχή είχε περάσει για βωμό. Ο Ρωμύλος έγειρε πάνω από το χείλος και στο βά­ θος είδε μόνο μια γαλαζωπή λάμψη, ένα αβέβαιο φως. Έρι­ ξε μια πέτρα και τέντωσε το αφτί του, ακούγοντας για μερι­ κές ατέλειωτες στιγμές τον ήχο που έκανε αναπηδώντας και

κυλώντας, προτού την καταπιεί το νερό μ' έναν παφλασμό. Το πέρασμα πρέπει να ήταν μακρύ, η απόσταση πολύ μεγάλη. Τραβήχτηκε κι έκανε το γύρο του αγάλματος, παρατη­ ρώντας το με ακόμα μεγαλύτερη προσοχή. Είδε το ζωστή­ ρα, από τον οποίο ήταν κρεμασμένη η θήκη, και σκέφτηκε ότι τέτοια αληθοφάνεια δεν μπορούσε να συναντήσει κα­ νείς σε κανένα είδος γλυπτικής, είτε σε μάρμαρο είτε σε ο­ ρείχαλκο. Ανέβηκε σ' ένα κιονόκρανο και άπλωσε το τρε­ μάμενο χέρι του για να αγγίξει κι ύστερα για να σφίξει τη λαβή του σπαθιού, προσπαθώντας συνάμα να αποφεύγει το συνοφρυωμένο βλέμμα του δικτάτορα, που φαινόταν να θέ­ λει να τον κεραυνοβολήσει. Τράβηξε. Το σπαθί υπάκουσε γλυκά το χέρι του και άρχισε να βγαίνει από τη θήκη που το περιείχε. Είχε μια λεπίδα που όμοιά της δεν είχε δει ποτέ, κοφτερή σαν ξυράφι, αστραφτερή σαν γυαλί, σκοτεινή σαν τη νύχτα. Είχε πάνω της χαραγμένα γράμματα που δεν μπό­ ρεσε να διαβάσει εκείνη τη στιγμή. Τώρα κρατούσε το σπα­ θί σφιχτά και με τα δύο χέρια μια πιθαμή από το πρόσωπό του κι έτρεμε σαν φύλλο σ' εκείνο το θέαμα. Είχε μπροστά του το σπαθί που είχε υποτάξει τους Γαλάτες και τους Γερ­ μανούς, τους Αιγύπτιους και τους Σύριους, τους Νουμίδες και τους Ίβηρες. Το σπαθί του Ιούλιου Καίσαρα! Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή και του ήρθε ξανά στο νου ο Αμβροσίνος, που πρέπει να ανησυχούσε καθώς δεν τον έβλεπε πουθενά, και ο εξοργισμένος Ουλφίλας. Σκέ­ φτηκε να ξαναβάλει το σπαθί στη θέση του, αλλά μια δύναμη ανώτερη από τη θέληση του τον εμπόδισε. Δεν ήθελε και δεν μπορούσε να το αποχωριστεί. Έβγαλε το μανδύα του, τύλιξε το σπαθί με αυτόν και γύ­ ρισε πίσω όπως είχε έρθει, κλείνοντας την πλάκα. Έριξε έ­ να τελευταίο βλέμμα στο σκυθρωπό δικτάτορα προτού τον

* Αθάνατος δικτάτορας. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.)

230

231


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

χάσει από τα μάτια του και μουρμούρισε: «Θα το κρατήσω μόνο για λίγο... μόνο για λίγο κι έπειτα θα σου το ξαναφέ­ ρω...» Ανέβηκε με κόπο από το υπόγειο, ρίχνοντας ολόγυρα κλε­ φτές ματιές κάτω από τη σχάρα, περιμένοντας τη στιγμή που κανένας δε θα τον έβλεπε, και ξεγλίστρησε πίσω από μια συστάδα θάμνων. Μετά, έχοντας ως κάλυψη μια σειρά ρού­ χων απλωμένων για να στεγνώσουν, έφτασε ξέπνοος στο δω­ μάτιό του κι έκρυψε τον μπόγο κάτω από το κρεβάτι. Έξω, η έπαυλη αντηχούσε τώρα από καλέσματα, κραυγές κι ένα διάχυτο θόρυβο βημάτων, ο οποίος φανέρωνε ένα ξέφρενο πηγαινέλα των φρουρών, που δεν κατόρθωναν να τον βρουν. Κατέβηκε στο ισόγειο, πέρασε μέσα από τους στάβλους, λε­ ρώθηκε με άχυρα και τελικά βγήκε έξω. Ένας από τους βαρ­ βάρους τον είδε αμέσως και φώναξε: «Εδώ είναι! Τον βρή­ κα!» Και τον άρπαξε βίαια από το χέρι, σέρνοντάς τον προς το φυλάκιο της φρουράς. Από το εσωτερικό του ακούγονταν βογκητά, τα οποία ο Ρωμύλος αναγνώρισε αμέσως μ' ένα σφίξιμο στην καρδιά. Ο Αμβροσίνος πλήρωνε σκληρά την πρόσκαιρη εξαφάνιση του μαθητή του. «Αφήστε τον!» φώναξε ξεφεύγοντας από το φύλακά του και τρέχοντας μέσα. «Αφήστε τον αμέσως, καταραμένοι!» Ο Αμβροσίνος, ακινητοποιημένος σ' ένα σκαμνί, με τα χέ­ ρια δεμένα πισθάγκωνα, αιμορραγούσε ασταμάτητα από τη μύτη και το στόμα και το αριστερό μάγουλό του ήταν πρη­ σμένο. Ο Ρωμύλος έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε σφι­ χτά. «Συγχώρεσέ με, συγχώρεσέ με, Αμβροσίνε», έλεγε. «Δεν ήθελα, δεν ήθελα...» «Δεν είναι τίποτα, παιδί μου, δεν είναι τίποτα», απάντη­ σε ο γέροντας. «Το σημαντικό είναι ότι γύρισες, ανησυχού­ σα για σένα».

Ο Ουλφίλας τον άρπαξε από τους ώμους και τον τράβη­ ξε πίσω, στέλνοντας τον να κυλιστεί στο πάτωμα. «Πού κρύ­ φτηκες;» ούρλιαξε. «Ήμουν στο στάβλο και αποκοιμήθηκα πάνω στ' άχυ­ ρα», απάντησε ο Ρωμύλος, καθώς σηκώθηκε όρθιος και στά­ θηκε θαρραλέα μπροστά του. «Λες ψέματα!» φώναξε ο άλλος δίνοντάς του μια ανά­ στροφη που τον έστειλε στον τοίχο, όπου χτύπησε με δύνα­ μη. «Κοιτάξαμε παντού!» Ο Ρωμύλος σκούπισε το αίμα που έτρεχε από τη μύτη του και πλησίασε περισσότερο, μ' ένα θάρρος που άφησε ά­ ναυδο τον Αμβροσίνο. «Δεν κοιτάξατε καλά», απάντησε. «Δε βλέπεις ότι έχω ακόμα άχυρα στα ρούχα μου;» Ο Ουλφίλας σήκωσε ξανά το χέρι για να χτυπήσει, αλλά ο Ρωμύλος τον κοίταξε ατάραχος λέγοντας: «Αν τολμήσεις ν' αγγίξεις ξανά το δάσκαλό μου, θα σε σφάξω σαν γουρού­ νι. Το ορκίζομαι». Ο βάρβαρος ξέσπασε σε βροντερά γέλια. «Με τι; Χάσου τώρα από μπροστά μου και να ευχαριστείς το Θεό σου που σήμερα έχω καλή διάθεση. Φύγετε, είπα, εσύ κι αυτή η γριά κατσαρίδα!» Ο Ρωμύλος έλυσε τα σκοινιά που κρατούσαν τον Αμβρο­ σίνο και τον βοήθησε να σηκωθεί. Ο δάσκαλος είδε στα μά­ τια του μαθητή του μια λάμψη περηφάνιας και αξιοπρέ­ πειας που δεν είχε δει ποτέ πριν κι έμεινε κατάπληκτος, σαν να έβλεπε ένα θαύμα, μια απρόσμενη οπτασία. Ο Ρωμύλος τον υποβάσταξε στοργικά, οδηγώντας τον προς το δωμάτιό του, ενώ γύρω τους οι βάρβαροι γελούσαν και τους χλεύα­ ζαν. Όμως εκείνο το ξέσπασμα χαράς, σχεδόν ευφορίας, έ­ δειχνε ότι μέχρι πριν από λίγο ήταν κυριευμένοι από πανι­ κό. Ένα δεκατριάχρονο αγόρι είχε ξεφύγει από τον έλεγχο

232

233


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

και από τα μάτια εβδομήντα αντρών από τους καλύτερους του αυτοκρατορικού στρατού για περισσότερο από μια ώ­ ρα, σπέρνοντας τον πανικό.

χρόνια μοίρασαν μεταξύ τους την εξουσία και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία: ο Οκταβιανός κράτησε για τον εαυτό του τη Δύση, ο Αντώνιος την Ανατολή. Σύντομα όμως οι σχέσεις τους επιδεινώθηκαν, επειδή ο Αντώνιος απέρριψε την α­ δερφή του Οκταβιανού για να παντρευτεί την Κλεοπάτρα, τη γοητευτική βασίλισσα της Αιγύπτου. Ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα ηττήθηκαν σε μια μεγάλη ναυμαχία στο Άκτιο και διέφυγαν στην Αίγυπτο, όπου αργότερα αυτοκτόνησαν, πρώτα αυτός και μετά εκείνη. Ο Οκταβιανός απέμεινε ο μο­ ναδικός κυρίαρχος του κόσμου κι έλαβε από τη Σύγκλητο τον τίτλο του αυγούστου. Τότε διέταξε να οικοδομήσουν το ναό του Εκδικητή Άρη στην Αγορά της Ρώμης και τοποθέτησε σ' αυτόν το σπαθί του Ιούλιου Καίσαρα. Με το πέρασμα των αιώνων, όταν οι βάρβαροι έφτασαν να απειλούν τη Ρώμη α­ πό κοντά, πήραν το σπαθί από το ναό και το έκρυψαν. Νο­ μίζω ότι ήταν ο Βαλεριανός ή ο Γαλλιηνός ή ίσως κάποιος άλλος αυτοκράτορας. Έχω ακούσει επίσης να λένε ότι ο Κωνσταντίνος το πήρε για να το μεταφέρει στην Κωνστα­ ντινούπολη, τη νέα του πρωτεύουσα. Λέγεται επίσης ότι, α­ πό κάποια στιγμή κι ύστερα, το σπαθί αντικαταστάθηκε α­ πό ένα αντίγραφο, κανείς όμως δεν ξέρει πού κατέληξε το αυθεντικό».

«Πού είχες κρυφτεί;» ρώτησε ο Αμβροσίνος μόλις βρέθηκαν μόνοι στο διαμέρισμά τους. Ο Ρωμύλος πήρε ένα βρεγμένο πανί και άρχισε να του κα­ θαρίζει το πρόσωπο. «Σ' ένα μυστικό μέρος», απάντησε. «Τι; Δεν υπάρχουν μυστικά μέρη σ' αυτή την έπαυλη». «Υπάρχει μια υπόγεια στοά κάτω από το δάπεδο της κά­ τω αυλής κι εγώ... έπεσα μέσα», είπε ψέματα. «Δεν ξέρεις να λες ψέματα. Πες μου την αλήθεια». «Μπήκα με δική μου πρωτοβουλία, από μια σχάρα α­ πορροής. Ένιωσα αέρα να βγαίνει από κάτω της, την έβγαλα και κατέβηκα». «Και τι βρήκες εκεί κάτω; Ελπίζω κάτι που να άξιζε το ξύ­ λο που έφαγα εξαιτίας σου». «Πριν απαντήσω, πρέπει να σου κάνω μια ερώτηση». «Ας την ακούσουμε». «Τι ξέρουμε για το σπαθί του Ιούλιου Καίσαρα;» «Παράξενη ερώτηση, στ' αλήθεια. Άφησε με να σκεφτώ... Λοιπόν, το θάνατο του καίσαρα ακολούθησε μια μακρό­ χρονη περίοδος εμφύλιων πολέμων. Από τη μια πλευρά ή­ ταν ο Οκταβιανός και ο Μάρκος Αντώνιος, από την άλλη ο Βρούτος και ο Κάσσιος, αυτοί που οργάνωσαν τη συνωμο­ σία των ειδών του Μαρτίου και δολοφόνησαν τον Καίσαρα. Όπως θα έπρεπε να ξέρεις πολύ καλά, η τελική μάχη δόθηκε στους Φιλίππους, στην Ελλάδα, στην οποία ο Βρούτος και ο Κάσσιος ηττήθηκαν και σκοτώθηκαν. Απέμειναν έτσι ο Οκταβιανός και ο Μάρκος Αντώνιος, οι οποίοι για μερικά

Ο Ρωμύλος τον κοίταξε με βλέμμα αινιγματικό και θριαμ­ βευτικό ταυτόχρονα. «Τώρα θα δεις», είπε. Πήγε στο πα­ ράθυρο και στην πόρτα για να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν κα­ νείς εκεί κοντά, έπειτα έσκυψε δίπλα στο κρεβάτι κι έβγα­ λε τον μπόγο που είχε κρύψει, κάτω από το γεμάτο περιέρ­ γεια βλέμμα του δασκάλου του. «Κοίτα!» είπε. Και ξεγύμνωσε το θαυμάσιο σπαθί. Ο Αμβροσίνος το παρατήρησε κατάπληκτος, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Ο Ρωμύλος το είχε ακουμπήσει πάνω

234

235


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

στα ανοιχτά και απλωμένα χέρια του, έτσι ώστε να φαίνεται η υπέροχη χρυσή λαβή, που είχε το σχήμα κεφαλής αετού με μάτια από τοπάζι. Το καθαρό ατσάλι της λεπίδας έλαμπε στο ημίφως. «Είναι το σπαθί του Ιούλιου Καίσαρα», είπε ο Ρωμύλος. «Κοίτα αυτή την επιγραφή: Cai Iulii Caesaris ensis ca...» άρ­ χισε να συλλαβίζει. «Ω μεγαλοδύναμε Θεέ», τον διέκοψε ο Αμβροσίνος πλη­ σιάζοντας τα τρεμάμενα δάχτυλά του στη λεπίδα. «Ω μεγα­ λοδύναμε Θεέ! Το χαλυβικό σπαθί του Ιούλιου Καίσαρα! Πάντα πίστευα ότι είχε χαθεί εδώ και αιώνες. Μα πώς το βρήκες;» «Ήταν πάνω στο άγαλμά του, μέσα στη θήκη, σ' ένα μυ­ στικό μέρος. Μια μέρα, όταν θα χαλαρώσουν και πάλι την επιτήρηση, θα σε πάρω και θα σου τα δείξω όλα. Δε θα πι­ στεύεις στα μάτια σου. Μα ποια λέξη είπες πριν; Τι είναι έ­ να χαλυβικό σπαθί;» «Σημαίνει απλά "σφυρηλατημένο από τους Χάλυβες", έ­ να λαό της Ανατολίας ξακουστό για την ικανότητά του να φτιάχνει ένα ακαταμάχητο ατσάλι. Λένε ότι, όταν ο Καίσα­ ρας νίκησε στη μάχη με τον Φαρνάκη, βασιλιά του Πό­ ντου...» «Όταν είπε: "ήλθον, είδον, ενίκησα";» «Ακριβώς. Λένε λοιπόν ότι ένας σιδηρουργός στον οποίο χάρισε τη ζωή το έφτιαξε για εκείνον χρησιμοποιώντας έναν όγκο σιδηρίτη, δηλαδή σίδερου που είχε πέσει από τον ου­ ρανό. Επεξεργάστηκε στη φωτιά το μετέωρο, που είχε βρε­ θεί σ' έναν παγετώνα του Αραράτ, το σφυροκόπησε αδιά­ κοπα για τρία μερόνυχτα κι έπειτα το σκλήρυνε με το αίμα ενός λιονταριού». «Είναι δυνατό;» 236

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΏΝΑ

«Κάτι περισσότερο», απάντησε ο Αμβροσίνος. «Είναι βέ­ βαιο. Θα μάθουμε αμέσως αν αυτό που βρήκες είναι το ι­ σχυρότερο σπαθί του κόσμου. Εμπρός, σφίξε το στο χέρι σου!» Ο Ρωμύλος υπάκουσε. «Και τώρα χτύπα αυτό το κηροπήγιο με όλη σου τη δύ­ ναμη». Ο Ρωμύλος έδωσε το χτύπημα, η λεπίδα έσκισε τον αέ­ ρα σφυρίζοντας, αλλά αστόχησε για λίγο. Το αγόρι σήκωσε τους ώμους κι ετοιμάστηκε για μια δεύτερη προσπάθεια, αλλά ο Αμβροσίνος το σταμάτησε με μια κίνηση του χεριού. «Τώρα θα τα καταφέρω καλύτερα», είπε ο Ρωμύλος, «πρό­ σεξε...»· σταμάτησε όμως σαστισμένος, βλέποντας το εκ­ στατικό και συγκινημένο βλέμμα του δασκάλου του. «Τι είναι, Αμβροσίνε; Γιατί με κοιτάζεις έτσι;» Το χτύπημα που δεν είχε πετύχει το κηροπήγιο είχε κό­ ψει στα δύο έναν ιστό αράχνης που κρεμόταν σε μια γωνιά του δωματίου, αφήνοντας στην αράχνη που τον είχε υφάνει μόνο το πάνω μέρος, με μια τομή τόσο καθαρή και τέλεια, που τους άφησε άναυδους. Ο Αμβροσίνος πλησίασε χωρίς να μπορεί να το πιστέψει και μουρμούρισε: «Κοίτα, παιδί μου, κοίτα... κανένα σπαθί στον κόσμο δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό». Έμεινε σαν μαγεμένος να παρατηρεί την αράχνη που ε­ γκατέλειπε την παγίδα της, έμενε μετέωρη για μια στιγμή στο φως μιας ηλιαχτίδας που περνούσε από μια χαραμάδα του παραθυρόφυλλου κι ύστερα χανόταν μέσα στο σκοτάδι. Μετά γύρισε και το βλέμμα του συνάντησε εκείνο του Ρω­ μύλου. Τα μάτια του έλαμπαν τώρα με την ίδια λάμψη πε­ ρηφάνιας όπως τότε που τον υπερασπίστηκε αντιμετωπίζο­ ντας ατάραχος το σκληρό Ουλφίλα. Μια λάμψη που δεν εί257


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

χε δει ποτέ ξανά... ίδια με τη μεταλλική και κοφτερή αντα­ νάκλαση που άστραφτε στην κόψη εκείνης της λεπίδας, στα λαμπερά μάτια του αετού. Οι αρχαίοι στίχοι ήρθαν στα χεί­ λη του σαν προσευχή: Veniet adulescens a mari infero cum spatha... «Τι είπες, Αμβροσίνε;» ρώτησε ο Ρωμύλος τυλίγοντας και πάλι το σπαθί στο πανί. «Τίποτα... τίποτα...» αποκρίθηκε ο παιδαγωγός. «Μόνο ό­ τι είμαι ευτυχισμένος... Ευτυχισμένος, παιδί μου». «Γιατί; Επειδή βρήκα αυτό το σπαθί;» «Επειδή ήρθε η στιγμή να φύγουμε από αυτό το μέρος. Και κανένας δε θα μπορέσει να μας εμποδίσει». Ο Ρωμύλος δε μίλησε· απόθεσε το σπαθί και βγήκε κλεί­ νοντας πίσω του την πόρτα. Ο Αμβροσίνος γονάτισε στο πά­ τωμα, σφίγγοντας στο χέρι του το κλαδάκι της βαλανιδιάς που κρεμόταν από το λαιμό του, και προσευχήθηκε, από τα βάθη της καρδιάς του, να γίνουν πραγματικότητα τα λόγια που μόλις είχε προφέρει.

238

16

Ο ΡΩΜΥΛΟΣ ΚΑΘΟΤΑΝ σ' έναν ξύλινο πάγκο και σκάλιζε μια μυρμηγκοφωλιά μ' ένα ραβδί. Στη μικροσκοπική κοινότη­ τα, που είχε ήδη προετοιμαστεί για το χειμώνα, επικρατού­ σε πανικός και τα μυρμήγκια έτρεχαν προς όλες τις κατευ­ θύνσεις προσπαθώντας να σώσουν τα αβγά της βασίλισσας. Τον πλησίασε ο Αμβροσίνος, που τύχαινε να περνάει εκεί­ νη τη στιγμή. «Πώς είναι σήμερα ο μικρός μου καίσαρας;» «Άσχημα. Και μη με αποκαλείς έτσι. Δεν είμαι τίποτα». «Και ξεσπάς την απογοήτευσή σου πάνω σ' αυτά τα δύ­ σμοιρα, αθώα πλάσματα; Κατ' αναλογία, προκάλεσες σ' αυ­ τά μια τραγωδία όχι μικρότερη από την πτώση της Τροίας ή την πυρκαγιά της Ρώμης τον καιρό του Νέρωνα, το ξέρεις;» Ο Ρωμύλος πέταξε θυμωμένος το ραβδάκι. «Θέλω τον πατέρα μου, θέλω τη μητέρα μου. Δε θέλω να είμαι μόνος και φυλακισμένος. Γιατί η μοίρα μου πρέπει να είναι τόσο σκληρή;» «Πιστεύεις στο Θεό;» «Δεν ξέρω». «Θα έπρεπε. Κανένας δεν είναι πιο κοντά στο Θεό από τον αυτοκράτορα. Είναι ο αντιπρόσωπός Του στη γη». «Δε θυμάμαι κάποιον αυτοκράτορα που να έμεινε στο θρόνο περισσότερο από ένα χρόνο. Ίσως ο Θεός θα έπρε239


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

πε να επιλέγει αντιπροσώπους λιγότερο εφήμερους πάνω σε τούτη τη γη, δε νομίζεις;» «Θα το κάνει, και η δύναμή Του θα δείξει τον εκλεκτό με τρόπο αναμφισβήτητο. Και τώρα πάψε να χάνεις τον καιρό σου με τα μυρμήγκια και πήγαινε στη βιβλιοθήκη να μελε­ τήσεις. Σήμερα θα πρέπει να σχολιάσεις τις δύο πρώτες ρα­ ψωδίες της Αινειάδας». Ο Ρωμύλος σήκωσε τους ώμους. «Παλιές, άχρηστες ι­ στορίες». «Δεν είναι αλήθεια. Ο Βιργίλιος μας διηγείται την ιστο­ ρία του ήρωα Αινεία και του γιου του Ίουλου, ενός αγοριού όπως κι εσύ, που έγινε ο ιδρυτής του μεγαλύτερου έθνους ό­ λων των εποχών. Ήταν πρόσφυγες, απελπισμένοι, κι όμως μπόρεσαν να σταθούν στα πόδια τους και να βρουν το θάρ­ ρος και τη θέληση να δημιουργήσουν για τους ίδιους και για το λαό τους ένα νέο πεπρωμένο». «Όλα είναι δυνατά στο μύθο. Μα το παρελθόν είναι πα­ ρελθόν και δε γυρίζει πια». «Αλήθεια; Τότε γιατί φυλάς εκείνο το σπαθί κάτω από το κρεβάτι σου; Δεν είναι μήπως κι εκείνο το απομεινάρι μιας παλιάς, άχρηστης ιστορίας;» Έριξε μια ματιά στο ηλιακό ρο­ λόι στο κέντρο της αυλής και φάνηκε να θυμάται κάτι εντελώς ξαφνικά. Του γύρισε την πλάτη και, χωρίς να πει τίποτ' άλλο, διέσχισε την αυλή και χάθηκε στη σκιά του περιστυλίου. Λί­ γες στιγμές αργότερα ο Ρωμύλος τον είδε να ανεβαίνει μια σκάλα που οδηγούσε στο στηθαίο του τείχους που έβλεπε προς τη θάλασσα και να μένει εκεί όρθιος και ακίνητος, ενώ ο άνε­ μος έκανε τα μακριά γκρίζα μαλλιά του να κυματίζουν. Το αγόρι σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς τη βιβλιο­ θήκη, προτού μπει όμως έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον Αμβροσίνο, που τώρα του φάνηκε προσηλωμένος σε μια α240

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

πό τις συνηθισμένες του παρατηρήσεις. Κοίταζε μπροστά του και ταυτόχρονα έγραφε με την πένα στο τετράδιό του. Ίσως μελετούσε την κίνηση των κυμάτων ή τη μετανάστευ­ ση των πουλιών ή τους καπνούς που εδώ και μερικές μέρες έβγαιναν όλο και πιο πυκνοί από την κορυφή του Βεζούβιου, μαζί με απειλητικούς θορύβους. Κούνησε το κεφάλι και πλησίασε την πόρτα της βιβλιο­ θήκης για να μπει, εκείνη τη στιγμή όμως ο Αμβροσίνος τού έγνεψε να πάει κοντά του. Ο Ρωμύλος υπάκουσε κι έτρεξε στο δάσκαλό του, που τον υποδέχτηκε χωρίς να πει λέξη, δείχνοντας απλά ένα σημείο στη θάλασσα. Μπροστά τους, μικρή λόγω της απόστασης, φαινόταν μια βάρκα ψαράδων, ένα καρυδότσουφλο μέσα στη γαλάζια απεραντοσύνη. «Τώρα θα σου δείξω ένα ενδιαφέρον παιχνίδι», είπε ο Αμβροσίνος. Έβγαλε από τις πτυχές του ρούχου του έναν α­ στραφτερό μπρούντζινο καθρέφτη, τον έστρεψε προς τον ήλιο και προέβαλε μια φωτεινή ακτίνα πάνω στα κύματα κοντά στη βάρκα, έπειτα στην πλώρη και στο πανί με εντυ­ πωσιακή ακρίβεια. Αμέσως μετά άρχισε να κάνει με τον καρπό του κινήσεις γρήγορες και μελετημένες, κάνοντας το μικρό φωτεινό σημείο να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται κατά διαστήματα πάνω στη γέφυρα του σκάφους. «Τι κάνεις;» ρώτησε ο Ρωμύλος γεμάτος θαυμασμό. «Θα με αφήσεις να δοκιμάσω κι εγώ;» «Καλύτερα όχι. Επικοινωνώ με τους ανθρώπους εκείνης της βάρκας με φωτεινά σήματα. Ένα σύστημα που λέγεται notae tironianae*. To επινόησε ένας δούλος του Κικέρωνα * Τιρωνιανά σημεία. Λατινικά στο πρωτότυπο. Είδος συμβατικής γραφής από συντετμημένα, τροποποιημένα ή ενωμένα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου. Αποτέλεσε για πολλούς αιώνες το κατεξοχήν ταχυγραφικό σύστημα που χρησι­ μοποιούνταν στη Δύση. Αυτή η γραφή πήρε το όνομά της από τον Μάρκο Τύλλιο Τύρρωνα, ο οποίος την τελειοποίησε. (Σ.τ.Ε.)

241


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

πριν από πέντε αιώνες. Στην αρχή ήταν μόνο ένα σύστημα για να γράφει κανείς γρήγορα καθ' υπαγόρευση, έπειτα με­ ταβλήθηκε σε κώδικα επικοινωνίας για το στρατό». Δεν είχε τελειώσει τη φράση του, όταν ένα ανάλογο δια­ κοπτόμενο σήμα απάντησε από τη βάρκα. «Τι λένε;» «Λένε: "Ερχόμαστε να σας πάρουμε. Στις νόνες του Δε­ κεμβρίου*». Το οποίο σημαίνει... ακριβώς σε τρεις μέρες. Σου το είχα πει ότι δε θα μας εγκατέλειπαν και ότι δεν πρέ­ πει ποτέ να απελπιζόμαστε». «Δε με κοροϊδεύεις...» είπε δύσπιστος ο Ρωμύλος. Ο Αμβροσίνος τον αγκάλιασε. «Είναι αλήθεια», απάντησε με τρεμάμενη φωνή. «Είναι αλήθεια, επιτέλους!» Ο Ρωμύλος με δυσκολία κατόρθωνε να ελέγξει τη συγκί­ νησή του. Δεν ήθελε να στηριχτεί σ' αυτή τη νέα ελπίδα, α­ πό φόβο μήπως απογοητευτεί για ακόμα μια φορά. Ρώτη­ σε μόνο: «Πόσο καιρό διαρκεί αυτή η ιστορία;» «Δύο εβδομάδες. Είχαμε πολλά πράγματα να συζητή­ σουμε». «Και ποιος άρχισε πρώτος;» «Εκείνοι. Μου έστειλαν ένα μήνυμα μ' έναν από τους δού­ λους που κατεβαίνουν στο λιμάνι για να ψωνίσουν, κι έτσι φρόντισα να βρεθώ στο προκαθορισμένο σημείο με τον κα­ θρέφτη μου καλά γυαλισμένο. Ήταν ωραία να λέω δυο κου­ βέντες με κάποιον απ' έξω, επιτέλους». «Και δε μου είπες τίποτα...» Ο Ρωμύλος κοίταξε κατάπληκτος τον παιδαγωγό του, που του χαμογελούσε κλείνοντάς του το μάτι, και μετά τη μικρή

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

βάρκα. Κάτω από το βλέμμα του συνεχίστηκε ο διάλογος με τα φωτεινά σήματα, ο οποίος διακόπηκε μόνο όταν ένας θόρυβος βημάτων σήμανε την άφιξη της περιπόλου. Ο Αμβροσίνος τον πήρε από το χέρι, κατέβηκαν μαζί τη σκά­ λα και κατευθύνθηκαν προς τη βιβλιοθήκη. «Δεν ήθελα να σου δημιουργήσω για άλλη μια φορά αυ­ ταπάτες χωρίς λόγο. Τώρα όμως πιστεύω ότι αυτό το εγχεί­ ρημα μπορεί να πετύχει. Είναι μόνο μια χούφτα απελπι­ σμένων, έχουν όμως ένα ισχυρό όπλο...» «Και ποιο είναι αυτό;» «Η πίστη, παιδί μου. Η πίστη που κινεί βουνά. Όχι η πί­ στη σ' ένα Θεό στον οποίο δεν έχουν συνηθίσει να εναποθέ­ τουν τις ελπίδες τους. Έχουν πίστη στον άνθρωπο, έστω και σε τούτη τη σκοτεινή εποχή, έστω και όταν καταρρέουν όλα τα ιδανικά και οι καθιερωμένες αντιλήψεις. Και τώρα πάμε να μελετήσουμε, θα μπορούσα να σου διδάξω τις notae tironianae, τι λες;» Ο Ρωμύλος τον κοίταξε με θαυμασμό. «Υπάρχει κάτι που να μη γνωρίζεις, Αμβροσίνε;» Το πρόσωπο του δασκάλου έγινε σκεφτικό ξαφνικά. «Πολ­ λά πράγματα», είπε, «και από τα πιο σημαντικά στη ζωή: έ­ να παιδί, για παράδειγμα· ένα σπίτι, μια οικογένεια... η α­ γάπη μιας συζύγου...» Τον χάιδεψε και από τα γαλάζια μά­ τια του πέρασε μια σκιά νοσταλγίας.

* Έτσι ονομαζόταν από τους Ρωμαίους η έβδομη μέρα των μηνών Μαρτίου, Μαΐου, Ιουλίου και Οκτωβρίου και η πέμπτη μέρα των υπόλοιπων μηνών. (Σ.τ.Ε.)

Η βάρκα συνέχισε την πορεία της παραπλέοντας το βόρειο άκρο του νησιού. «Είσαι σίγουρος ότι κατάλαβαν;» ρώτησε ο Βατίατος. «Και βέβαια είμαι σίγουρος. Δεν είναι η πρώτη φορά που ανταλλάσσουμε μηνύματα», απάντησε ο Αυρήλιος.

242

243


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Να το ανατολικό ακρωτήριο και η βορινή πλαγιά», εί­ πε ο Βατρένος. «Μα τον Ηρακλή, είναι κάθετη σαν τοίχος. Κατά τη γνώμη σου, εμείς πρέπει να αναρριχηθούμε μέχρι εκεί πάνω, να πάρουμε το αγόρι παρά την αντίθετη γνώμη που έχουν καμιά εβδομηνταριά σκληροί πολεμιστές, να κα­ τέβουμε στη θάλασσα, να ξανανεβούμε στη βάρκα και να φύ­ γουμε έτσι όπως ήρθαμε;» «Πάνω κάτω», απάντησε ο Αυρήλιος. Η Λιβία έλυσε μια σκότα μαζεύοντας το πανί και η βάρ­ κα σταμάτησε, ταλαντευόμενη γλυκά πάνω στα κύματα. Η πλαγιά ορθωνόταν τώρα σχεδόν κάθετα από πάνω τους, γυ­ μνή και τραχιά, και στην κορυφή της ήταν χτισμένος ο τοί­ χος της έπαυλης. «Αυτό είναι το μόνο σημείο πρόσβασης για μας», συνέχισε ο Αυρήλιος, «ακριβώς επειδή θεωρείται αδύνατο κάποιος να ανεβεί από εδώ. Είδαμε ότι η περίπολος περνάει μόνο δυο φορές, μια στην πρώτη βάρδια της σκοπιάς και μια την τρί­ τη, πριν από την αυγή. Έχουμε σχεδόν δυο ώρες για να εκτε­ λέσουμε την αποστολή μας». Αναποδογύρισε μια κλεψύδρα νερού κι έδειξε με το δάχτυλο τα διάφορα επίπεδα που ήταν σημειωμένα πάνω στο γυαλί. «Μια ώρα για να ανέβουμε, μι­ σή ώρα για να πάρουμε το αγόρι, μισή ώρα για να κατέβου­ με και να φύγουμε και μισή ώρα για να φτάσουμε στην ακτή, όπου μας περιμένουν τα άλογα. Ο Βατίατος θα μείνει κάτω για να φυλάει τη βάρκα και να χειρίζεται τα σκοινιά, οι άλλοι θα ανέβουν επάνω. Η Λιβία, σ' εκείνο το σημείο, θα βρίσκεται ή­ δη επιτόπου, στο διάδρομο του βορινού τείχους της έπαυλης». «Πώς;» ρώτησε ο Βατρένος. Ο Αυρήλιος αντάλλαξε με τη Λιβία μια ματιά με νόημα. «Μ' ένα στρατήγημα αρχαίο όσο και ο κόσμος, το Δούρειο Ίππο». 244

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Ο Βατίατος μέτρησε με το βλέμμα την πλαγιά πιθαμή προς πιθαμή, μέχρι το τείχος στην κορυφή της, και ανα­ στέναξε. «Ευτυχώς που εγώ μένω κάτω. Δε θα ήθελα να εί­ μαι στη θέση σας». «Δεν είναι τόσο τρομερό», είπε η Λιβία. «Έχει ξαναγίνει και το έκανε ένας άνθρωπος μόνος του, ο οποίος αναρρι­ χήθηκε μέχρι εκεί πάνω μόνο με τα χέρια του». «Δεν μπορώ να το πιστέψω», απάντησε ο Βατίατος. «Κι όμως, έτσι είναι. Στα χρόνια του Τιβέριου, ένας ψα­ ράς ήθελε να δωρίσει στον αυτοκράτορα έναν πελώριο α­ στακό που μόλις είχε ψαρέψει και, καθώς δεν τον άφηναν να περάσει από την κύρια πύλη, εκείνος σκαρφάλωσε στην πλαγιά από τη θάλασσα». «Μα τον Ηρακλή!» αναφώνησε ο Βατρένος. «Και πώς τε­ λείωσε η ιστορία;» Η Λιβία έσκασε μισό χαμόγελο. «Θα σας το πω μετά το τέλος της αποστολής. Και τώρα θα πρότεινα να φύγουμε, προτού αλλάξει ο άνεμος». Τέντωσε τη σκότα, ενώ ο Δημή­ τριος χειριζόταν την κεραία του καταρτιού ώστε να στρέψει το πανί προς την κατεύθυνση του ανέμου, και η βάρκα πή­ ρε μια πλατιά στροφή, βάζοντας πλώρη για τη στεριά. Ο Αυρήλιος έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στις επάλξεις της έ­ παυλης και είδε καθαρά μια μορφή όμοια με φάντασμα, έ­ να γιγαντόσωμο πολεμιστή τυλιγμένο μ' ένα μαύρο μανδύα, που φούσκωνε από την αύρα. Ο Ουλφίλας.

Τρεις μέρες αργότερα, κατά το σούρουπο, ένα μεγάλο φορ­ τηγό πλοίο μπήκε στο μικρό λιμάνι και ο καπετάνιος έβαλε μια φωνή στους εκφορτωτές, ρίχνοντας τους τον κάβο. Από 245


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

την πρύμνη ο τιμονιέρης έριξε ένα δεύτερο κάβο και το σκά­ φος πλεύρισε. Οι εκφορτωτές πλησίασαν μια μικρή γέφυρα και οι αχθοφόροι άρχισαν να ξεφορτώνουν τα μικρότερα σε όγκο εμπορεύματα, σακιά με σιτάρι και αλεύρι, με φα­ σόλια και ρεβίθια, αμφορείς με κρασί, με ξίδι και βρασμέ­ νο μούστο. Ύστερα έφεραν έναν ανυψωτήρα για τα βαριά εμπορεύματα, έξι μεγάλα πήλινα πιθάρια των δύο χιλιάδων κοτυλών το καθένα, τρία γεμάτα με λάδι ελιάς και τρία με πόσιμο νερό για τη φρουρά της έπαυλης. Η Λιβία, κουλουριασμένη στην πρύμνη ανάμεσα στα σα­ κιά, βεβαιώθηκε ότι δεν κοίταζε κανένας προς το μέρος της και πλησίασε ένα από τα πιθάρια. Σήκωσε το καπάκι του πρώτου και το βρήκε γεμάτο με νερό, έριξε μέσα μια κου­ λούρα σκοινί, έπειτα μπήκε και η ίδια και τράβηξε το κα­ πάκι πάνω από το κεφάλι της. Μια ποσότητα νερού ξεχεί­ λισε, αλλά όλο το πλήρωμα ήταν απασχολημένο με την εκ­ φόρτωση και κανένας δεν το πρόσεξε. Ο ανυψωτήρας σή­ κωσε το ένα μετά το άλλο τα πελώρια δοχεία και τα απόθε­ σε πάνω σε μια άμαξα την οποία έσερνε ένα ζεύγος βοδιών. Όταν ολοκληρώθηκε η φόρτωση, ο αμαξάς έκανε το μα­ στίγιό του να πλαταγίσει, φωνάζοντας «Ε! Ε!», και η άμαξα άρχισε να κινείται στον ανηφορικό και στενό δρόμο που ο­ δηγούσε ψηλά, στην έπαυλη. Όταν έφτασε, στο χαμηλό μέ­ ρος του νησιού είχε ήδη σκοτεινιάσει, ενώ το τελευταίο φως του ήλιου που είχε δύσει έβαφε κοκκινωπά τα σύννεφα στον ουρανό και τις στέγες στα ψηλότερα σημεία του μεγάλου οικήματος. Η μεγάλη πόρτα άνοιξε διάπλατα και η άμαξα μπήκε στην κάτω αυλή, με τα στεφάνια των τροχών να κά­ νουν δυνατό θόρυβο πάνω στο λιθόστρωτο. Χήνες και κότες βάλθηκαν να φτεροκοπούν και να τρέχουν προς όλες τις κα­ τευθύνσεις, τα σκυλιά άρχισαν να γαβγίζουν και αμέσως οι

δούλοι και οι αχθοφόροι ετοιμάστηκαν να ξεφορτώσουν την άμαξα. Ο επικεφαλής των υπηρετικού προσωπικού, ένας γέρο­ ντας από τη Νεάπολη με ρυτιδωμένο δέρμα, έβαλε μια φω­ νή στους άντρες του, που είχαν ήδη ετοιμάσει το αναβατόριο στον επάνω όροφο, και αυτοί άρχισαν να κατεβάζουν την πλατφόρμα με μια τροχαλία, ώσπου την έφεραν δίπλα στην καρότσα της άμαξας. Γύρισαν το πρώτο πιθάρι στο πλάι, το κύλησαν μέχρι την πλατφόρμα και ύστερα το στα­ θεροποίησαν με σκοινιά και με τάκους. Ο επικεφαλής έκα­ νε τα χέρια του χωνί και φώναξε: «Βίρα!» Οι δούλοι άρχι­ σαν να τραβούν τις λαβές της τροχαλίας και η πλατφόρμα, βογκώντας και τρίζοντας, στην αρχή αιωρήθηκε ταλαντευόμενη στο κενό και μετά, σιγά σιγά, άρχισε να ανεβαίνει προς τον επάνω όροφο.

Στην άλλη πλευρά της έπαυλης, στους πρόποδες της απότο­ μης πλαγιάς, ο Βατίατος πήδηξε στη στεριά και τράβηξε τη βάρκα από την πρύμνη στο μυχό, τον οποίο περιέβαλλαν με­ γάλα βότσαλα και μυτερά βράχια. Ο καιρός άλλαζε. Ριπές ψυχρού αέρα ρυτίδωναν τα κύματα της θάλασσας, σηκώνο­ ντας αφρούς, ενώ η φευγαλέα λάμψη των αστραπών έσκιζε πότε πότε τα μαύρα σύννεφα που πλησίαζαν από τα δυτικά. Το βουητό της βροντής γινόταν ένα με την υπόκωφη βοή του Βεζούβιου, η οποία μετριαζόταν από την απόσταση. «Η καταιγίδα μάς έλειπε», μουρμούρισε ο Βατρένος, ξε­ φορτώνοντας δύο κουλούρες σκοινιού από τη βάρκα. «Καλύτερα έτσι», είπε ο Αυρήλιος. «Οι φρουροί θα κλει­ στούν στο καβούκι τους κι εμείς θα έχουμε μεγαλύτερη ε­ λευθερία δράσης. Εμπρός, πάμε, γιατί η ώρα περνάει».

246

247


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Ο Βατίατος έδεσε τον κάβο της πρύμνης σ' ένα βράχο κι έγνεψε στον Δημήτριο να αμολήσει την άγκυρα της πλώ­ ρης, ύστερα πήδηξαν όλοι στην ξηρά. Όλοι φορούσαν πά­ νω από το χιτώνα έναν επενδύτη από ενισχυμένο δέρμα ή α­ λυσιδωτό θώρακα, εφαρμοστές περισκελίδες, ζωστήρα με σπαθί και μαχαίρι και σιδερένια περικεφαλαία. Ο Αυρή­ λιος έφτασε στη βάση του βράχου και πήρε βαθιά ανάσα, όπως έκανε πάντα όταν πλησίαζε η στιγμή να έρθει αντιμέ­ τωπος με τον εχθρό. Από χαμηλά, το πρώτο τμήμα της πλα­ γιάς φαινόταν να έχει μέτρια κλίση, η οποία επέτρεπε μία όχι και τόσο δύσκολη αναρρίχηση. «Πρέπει να ανεβούμε ανά δύο μέχρι εκείνη την προεξοχή, εκεί που φαίνεται εκείνη η φλέβα ανοιχτόχρωμου πετρώμα­ τος», είπε. «Εγώ θα πάρω το σκοινί με τους πασσάλους που θα χρησιμοποιήσουμε για ανεμόσκαλα. Εσύ, Βατρένε, πάρε το σάκο με τους πασσάλους και το σφυρί. Η Λιβία θα πρέπει να μας ρίξει από ψηλά το άλλο σκοινί για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε το δεύτερο τμήμα, το πιο απότομο. Σε αντίθε­ τη περίπτωση, θα κάνουμε ελεύθερη ανάβαση· αφού τα κα­ τάφερε εκείνος ο ψαράς, μπορούμε να τα καταφέρουμε κι ε­ μείς». Στράφηκε προς τον Βατίατο: «Όταν θα επιστρέφουμε, θα πρέπει να κρατάς την κάτω άκρη του σκοινιού καλά τε­ ντωμένη, ώστε να μην ταλαντεύεται με τον αέρα. Το αγόρι θα μπορούσε να τρομάξει ή να χάσει την ισορροπία του και να πέσει, κυρίως αν αρχίσει να βρέχει και τα πάντα γίνουν πολύ πιο γλιστερά. Πάμε όσο υπάρχει ακόμα λίγο φως». Ο Βατρένος τον έπιασε από το μπράτσο: «Είσαι σίγουρος ότι θα αντέξει ο ώμος σου; Ίσως είναι καλύτερα να ανεβεί ο Δημήτριος, που είναι και πιο ελαφρύς». «Όχι, θα πάω εγώ. Ο ώμος μου είναι εντάξει, μην ανη­ συχείς».

«Είσαι ξεροκέφαλος και, αν ήμαστε στο στρατόπεδο, θα σου έδειχνα εγώ ποιος διοικεί, αλλά εδώ αποφασίζεις εσύ. Εμπρός, ας κινηθούμε». Ο Αυρήλιος πέρασε την κουλούρα του σκοινιού χιαστί στον ώμο του και άρχισε να σκαρφαλώνει. Σε μικρή απόσταση πί­ σω του άρχισε να ανεβαίνει ο Βατρένος, μ' ένα βαρύ δερμά­ τινο σακίδιο. Περιείχε το σφυρί και τους πασσάλους που θα χρησιμοποιούσε για να στερεώσει την ανεμόσκαλα του Αυ­ ρήλιου στο βράχο, όταν θα έφταναν στην πρώτη προεξοχή.

Στην κάτω αυλή της έπαυλης ανέβαζαν το πέμπτο από τα με­ γάλα πιθάρια, όταν μια ξαφνική ριπή ανέμου έκανε την πλατφόρμα να ταλαντευτεί. Μια δεύτερη ριπή προκάλεσε μια μεγαλύτερη ταλάντωση, κι έτσι το πελώριο αγγείο, που βρισκόταν τώρα πια στη μέση ανάμεσα στο δάπεδο της αυ­ λής και τον επάνω όροφο, έσπασε τα λεπτά λουριά που το κρατούσαν κι έπεσε σκάζοντας με μεγάλο πάταγο στο έδα­ φος και σκορπίζοντας παντού πήλινα θραύσματα και μια μεγάλη ποσότητα λαδιού. Μερικοί από τους άντρες τραυ­ ματίστηκαν, ενώ άλλοι βουτήχτηκαν στο λάδι από την κο­ ρυφή ως τα νύχια και μεταμορφώθηκαν σε αλλόκοτες μορ­ φές που έσταζαν και μόλις που στέκονταν στα πόδια τους. Ο επικεφαλής του υπηρετικού προσωπικού βλαστήμησε και τους πήρε με τις κλοτσιές, φωνάζοντας εκτός εαυτού: «Ήταν ανάγκη να χάσουμε το λάδι, καταραμένοι, ανίκανοι! Αλλά εγώ θα σας κάνω να το πληρώσετε, και θα δείτε πώς!» Η Λιβία κρυφοκοίταξε κάτω από το καπάκι και αμέσως χαμήλωσε. Μετά από την πρώτη σύγχυση, η πλατφόρμα κα­ τέβηκε ξανά και η κοπέλα κατάλαβε ότι ασφάλιζαν το κα­ πάκι κι έγερναν το δοχείο. Κράτησε την ανάσα της ώσπου

248

249


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Σε μικρή απόσταση, σ' ένα δωμάτιο των αυτοκρατορικών διαμερισμάτων, ο Αμβροσίνος και ο Ρωμύλος ετοιμάζονταν

για την απόδραση φορώντας άνετα ρούχα και πάνινα υπο­ δήματα, που θα τους επέτρεπαν να κινούνται με ταχύτητα και εντελώς αθόρυβα. Ο γέροντας συγκέντρωσε στο δισάκι του όσα μπορούσε από τα πράγματά του, τρόφιμα, κι επι­ πλέον τις σκόνες, τα βότανα, τα φυλαχτά. Και στο τέλος πρό­ σθεσε και την Αινειάδα. «Μα είναι περιττό βάρος», είπε ο Ρωμύλος. «Έτσι νομίζεις; Και όμως είναι το πολυτιμότερο πράγμα, παιδί μου», απάντησε ο Αμβροσίνος. «Όταν κανείς φεύγει και αφήνει πίσω του τα πάντα, ο μόνος θησαυρός που μπο­ ρεί να πάρει μαζί του είναι η μνήμη. Η μνήμη της καταγω­ γής μας, των καταβολών μας, της ιστορίας των προγόνων μας. Μόνο η μνήμη μπορεί να μας επιτρέψει να αναγεννη­ θούμε από το μηδέν. Δεν έχει σημασία πού, δεν έχει σημα­ σία πότε, αν διατηρήσουμε την ανάμνηση του περασμένου μεγαλείου μας και των λόγων για τους οποίους το χάσαμε, θα σταθούμε ξανά στα πόδια μας». «Μα εσύ κατάγεσαι από τη Βρετανία, Αμβροσίνε, είσαι Κέλτης». «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά τούτη την τόσο τρομερή στιγ­ μή, όταν όλα καταρρέουν και διαλύονται, όταν ο μοναδικός πολιτισμός αυτού του κόσμου χτυπιέται στην καρδιά, δεν μπορούμε να μην αποκαλούμε τους εαυτούς μας Ρωμαίους, ακόμα κι εμείς που καταγόμαστε από τις πιο μακρινές ε­ παρχίες της αυτοκρατορίας, ακόμα κι εμείς που εγκαταλει­ φθήκαμε, πριν από τόσα χρόνια, στη μοίρα μας... Κι εσύ, καίσαρα, δε θα πάρεις τίποτα μαζί σου;» Ο Ρωμύλος έβγαλε το σπαθί κάτω από το κρεβάτι. Το εί­ χε ήδη επιμελώς τυλίξει και δέσει μ' ένα σκοινάκι και του εί­ χε τοποθετήσει ένα λουρί που του επέτρεπε να το κρεμάσει στην πλάτη του.

250

251

να σταθεροποιηθεί το νερό στο εσωτερικό και μετά έβαλε στο στόμα της ένα καλάμι και ξανάρχισε να αναπνέει. Κα­ θώς η πλατφόρμα ανέβαινε, το τρίξιμο ολόκληρου του μη­ χανισμού αυξανόταν, το ίδιο και οι ταλαντώσεις, και το σφύ­ ριγμα του ανέμου που δυνάμωνε έφτανε στο εσωτερικό του πιθαριού σαν ένα υπόκωφο μουγκρητό. Η Λιβία ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς της να δυναμώνουν σε ένταση μέσα στο σκοτάδι εκείνης της στενόχωρης, υγρής φυλακής, σ' ε­ κείνο το είδος πέτρινης μήτρας, μέσα στην οποία τραντα­ ζόταν σε κάθε ταλάντωση, μέσα στην οποία είχε χάσει κά­ θε αίσθηση προσανατολισμού και ισορροπίας. Βρισκόταν πια στα όρια της αντοχής της και ήταν έτοι­ μη να σπάσει με το σπαθί της το τοίχωμα του δοχείου, α­ διαφορώντας για το τι θα συνέβαινε, όταν ένιωσε ότι η πλατ­ φόρμα ακούμπησε επιτέλους πάνω σε μια σταθερή βάση. Έκανε κουράγιο και κράτησε την ανάσα της, καθώς οι υ­ πηρέτες κυλούσαν το πιθάρι στο πάτωμα κι έμεινε χωρίς καθόλου αέρα. Μετά από λίγο κατάλαβε ότι οι εργάτες το έστηναν ξανά όρθιο, πιθανώς κοντά στα άλλα. Έβγαλε το κε­ φάλι της πάνω από την επιφάνεια του νερού και ανάσανε βα­ θιά, φυσώντας το υγρό από τα ρουθούνια της. Περίμενε μέ­ χρι να σβήσει τελείως ο θόρυβος των βημάτων των εργατών που απομακρύνονταν, έβγαλε το μαχαίρι της και το πέρα­ σε στη χαραμάδα ανάμεσα στο λαιμό του αγγείου και το κα­ πάκι, ώσπου βρήκε το σκοινί που το στερέωνε και άρχισε να κόβει. Ήταν εξαντλημένη και τα μέλη της είχαν κοκαλώσει, είχαν σχεδόν παραλύσει από το κρύο.


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Εγώ θα πάρω αυτό», είπε.

Ο Αυρήλιος απείχε λίγα βήματα από τη βραχώδη προεξοχή που έκοβε εγκάρσια την πλαγιά, όταν μια ξαφνική λάμψη φώ­ τισε το βράχο σαν να ήταν μέρα· ακολούθησε ο πάταγος μιας βροντής και αμέσως άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. Όλα έγιναν πιο δύσκολα, τα πατήματα πιο γλιστερά, η όραση πιο δύσκολη εξαιτίας του νερού που μούσκευε τα μαλλιά κι έ­ μπαινε στα μάτια και, κάθε στιγμή που περνούσε, η κουλού­ ρα του σκοινιού που ο Αυρήλιος είχε περασμένη χιαστί γινό­ ταν βαρύτερη, καθώς μούσκευε με όλο και μεγαλύτερη πο­ σότητα νερού. Ο Βατρένος αντιλήφθηκε τις δυσκολίες του φί­ λου του και προσπάθησε να τον πλησιάσει όσο περισσότερο μπορούσε. Βρήκε ένα σημείο στήριξης κι έμπηξε ένα καρφί στο βράχο, όσο ψηλότερα μπορούσε. Ο Αυρήλιος τον είδε, μετακινήθηκε προς το μέρος του, στήριξε το πόδι του στο καρ­ φί και τεντώθηκε ώσπου γραπώθηκε από μια αιχμηρή προε­ ξοχή που υπήρχε στα δεξιά του. Από εκείνο το σημείο και με­ τά ο βράχος είχε μεγαλύτερη κλίση και τους επέτρεπε να προ­ χωρήσουν με μεγαλύτερη ασφάλεια μέχρι το πλάτωμα κάτω από την κάθετη πλαγιά. Επρόκειτο για μια ασβεστολιθική προεξοχή σκεπασμένη από τα θραύσματα που είχαν πέσει με το πέρασμα των χρόνων από τον υπερκείμενο βράχο. Ο Αυ­ ρήλιος άφησε κάτω την ανεμόσκαλα κι έγειρε πίσω για να βοηθήσει και το σύντροφό του να ανεβεί. Όταν ανέβηκε στην προεξοχή, ο Βατρένος έβγαλε το σφυρί από το σάκο του, έμπηξε δύο καρφιά στο βράχο, έ­ δεσε γερά σ' αυτά το σκοινί και το ξετύλιξε κατεβάζοντάς το μέχρι το σημείο όπου είχαν αράξει. Ο Βατίατος το έπιασε και το κούνησε με δύναμη για να το δοκιμάσει. 252

«Κρατάει», σχολίασε ικανοποιημένος ο Βατρένος. Τεντωμένο κατ' αυτό τον τρόπο, με καμιά τριανταριά πασσάλους δεμένους σε απόσταση τριών βημάτων περίπου ο ένας από τον άλλο, το σκοινί έμοιαζε σχεδόν με ανεμό­ σκαλα. «Το αγόρι θα τα καταφέρει σίγουρα», είπε ο Αυρήλιος. «Και ο γέροντας;» ρώτησε ο Βατρένος. «Κι αυτός. Είναι πιο ευκίνητος απ' όσο νομίζεις». Σήκω­ σε το βλέμμα του ψηλά, προσπαθώντας να προστατέψει τα μάτια του από την καταρρακτώδη βροχή. «Η Λιβία δε φαί­ νεται ακόμα, που να πάρει η οργή. Τι θα κάνουμε; Θα πε­ ριμένω λίγο ακόμα και ύστερα θα ανεβώ μόνος μου». «Αυτό είναι τρέλα. Δε θα τα καταφέρεις ποτέ. Όχι με αυ­ τές τις συνθήκες». «Κάνεις λάθος. Θα ανεβώ με τα καρφιά. Δώσε μου το σά­ κο». Ο Βατρένος τον κοίταξε άναυδος, εκείνη όμως τη στιγ­ μή μια χούφτα πετραδάκια έπεσαν από ψηλά. Ο Αυρήλιος κοίταξε πάνω και είδε μια φιγούρα που έκανε ζωηρές χει­ ρονομίες. «Λιβία!» αναφώνησε. «Επιτέλους!» Η κοπέλα έριξε το σκοινί της και η άκρη του σταμάτησε σε κάποια απόσταση από το κεφάλι του Αυρήλιου, που άρ­ χισε να αναρριχάται γδέρνοντας τα χέρια, τα μπράτσα, τα γόνατά του, αφήνοντας κομμάτια δέρματος πάνω στις κο­ φτερές γωνιές του βράχου, ώσπου άρπαξε την κάτω άκρη. Ύστερα άρχισε να ανεβαίνει με πολύ μεγάλο κόπο. Ο άνε­ μος, που κάθε στιγμή δυνάμωνε, έκανε το σκοινί να ταλα­ ντεύεται αριστερά και δεξιά και πότε πότε τον έριχνε πάνω στις προεξοχές του βράχου, κάνοντάς τον να βγάζει μου­ γκρητά πόνου που ανακατεύονταν με το ουρλιαχτό της θύελ253


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

λας. Κάθε τόσο έβλεπε, από μακριά, αλλόκοτες κατακόκκι­ νες ανταύγειες να ξεπηδούν από τον κρατήρα του Βεζούβιου. Το σκοινί, μουσκεμένο από το νερό, γινόταν όλο και πιο γλι­ στερό και το βάρος του κορμιού του τον τραβούσε πότε πό­ τε προς τα κάτω, κάνοντας τον να χάσει μέσα σε μια στιγ­ μή ό,τι είχε κατακτήσει με μεγάλη προσπάθεια. Κάθε φο­ ρά όμως συνέχιζε να ανεβαίνει, με πείσμα, σφίγγοντας τα δόντια, υπερνικώντας την κούραση και τον πόνο, που βα­ σάνιζε κάθε μυ και κάθε άρθρωσή του, αλλά και τις σουβλιές του παλιού τραύματός του, που σφυροκοπούσαν το κρανίο του σαν γροθιές. Η Λιβία παρακολουθούσε γεμάτη υπερένταση κάθε κί­ νηση του και, όταν επιτέλους ο Αυρήλιος έφτασε κοντά, έ­ γειρε έξω από το στηθαίο, τον έπιασε από το μπράτσο και τράβηξε όσο μπορούσε. Με μια τελευταία προσπάθεια ο Αυρήλιος υπερπήδησε το στηθαίο κι έσφιξε τη σύντροφό του μ' ένα λυτρωτικό αγκάλιασμα, κάτω από τη ραγδαία βροχή. Ήταν εκείνη που τραβήχτηκε πρώτη. «Γρήγορα, ας βοηθήσουμε τον Βατρένο και τους άλλους». Χαμηλότερα, ο Δημήτριος και ο Ορόσιος είχαν ανεβεί μέχρι τη βραχώδη προεξοχή, χρησιμοποιώντας το σκοινί με τους πασσάλους, και από εκεί είχαν φτάσει την άκρη του σκοινιού που είχε ρίξει η Λιβία. Ένας ένας την έδεσαν στη μέση τους και ανέβηκαν γρήγορα, με τη βοήθεια των συ­ ντρόφων τους που τραβούσαν από ψηλά. Τελευταίος ανέ­ βηκε ο Βατρένος. «Σας το είπα ότι θα τα καταφέρναμε», αναφώνησε η Λιβία. «Και τώρα ας ψάξουμε για το αγόρι, προτού περάσει η περίπολος».

254

17

Ο ΕΠΑΝΩ ΟΡΟΦΟΣ ήταν έρημος και το δάπεδο από μεγάλες πλάκες σχιστόλιθου γυάλιζε σαν καθρέφτης μέσα στο ξαφ­ νικό φως των αστραπών. Τα πιθάρια που είχαν ανεβάσει το απόγευμα ήταν ακόμα συγκεντρωμένα μπροστά στον τοίχο και η Λιβία τους έριξε ένα βλέμμα καθώς θυμήθηκε την πρό­ σφατη περιπέτεια που έζησε στο εσωτερικό ενός από αυτά. «Πίσω από αυτά τα πιθάρια υπάρχει μια πλατφόρμα που κατεβαίνει προς το εσωτερικό μ' ένα αναβατόριο», είπε. «Θα μπορούσαμε να βάλουμε τον Ορόσιο και τον Δημήτριο να μας κατεβάσουν με το βαρούλκο μέχρι την αυλή και από ε­ κεί να φτάσουμε στη βιβλιοθήκη. Εκεί δε μας περιμένουν;» «Ναι», απάντησε ο Αυρήλιος, «αν όμως μας δουν ενώ αι­ ωρούμαστε στο κενό, θα είμαστε εύκολος στόχος. Καλύτε­ ρα μια εσωτερική διαδρομή. Δεν πρέπει να είναι πολύ δύ­ σκολο να φτάσουμε στην αυλή και στη βιβλιοθήκη θα είναι αναμμένο ένα φως για να μας οδηγεί». Απευθύνθηκε στον Ορόσιο. «Εσύ μείνε εδώ φρουρός να κρατάς ανοιχτή την ο­ δό διαφυγής. Μέτρησε αργά ως το χίλια αρχίζοντας από τη στιγμή που θα μας δεις να εξαφανιζόμαστε. Αν όταν τελειώ­ σεις δεν έχουμε φτάσει ακόμα, κατέβα, συνάντησε τον Βατίατο και φύγετε με τη βάρκα. Θα σας συναντήσουμε στη στεριά με κάποιο τρόπο σε δύο μέρες το αργότερο, αλλιώς 255


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

θα σημαίνει ότι η αποστολή μας είχε θλιβερή έκβαση και ό­ τι θα είστε ελεύθεροι να πάτε όπου θέλετε». «Είμαι σίγουρος ότι θα γυρίσετε σώοι και αβλαβείς», α­ πάντησε ο Ορόσιος. «Καλή τύχη». Ο Αυρήλιος ανταπέδωσε την ευχή μ' ένα αβέβαιο χαμό­ γελο. Έπειτα έκανε νόημα στους συντρόφους του και άρχι­ σε να κατεβαίνει την πέτρινη σκάλα πού οδηγούσε στους κάτω ορόφους. Πρώτος πήγαινε ο ίδιος με το σπαθί στο χέ­ ρι, μετά η Λιβία, ο Βατρένος και τελευταίος ο Δημήτριος. Το κλιμακοστάσιο ήταν εντελώς σκοτεινό και μόνο οι α­ στραπές το φώτιζαν κάθε τόσο μέσα από τις στενές πολεμί­ στρες που έβλεπαν στην εσωτερική αυλή. Μετά από κάποιο σημείο ένα αμυδρό φως άρχισε να διαχέεται στους τοίχους και στα σκαλοπάτια. Ο Αυρήλιος έγνεψε στους συντρόφους του να προχωρή­ σουν με πολύ μεγάλη προσοχή και ύστερα συνέχισε να κι­ νείται προς το φως. Η σκάλα κατέληγε σ' ένα διάδρομο που φωτιζόταν από μερικά λυχνάρια λαδιού κρεμασμένα στον τοίχο στον οποίο υπήρχαν πόρτες δωματίων. Ο Αυρήλιος έκανε ξανά νόημα στους δικούς του να πλη­ σιάσουν και ψιθύρισε: «Μπροστά μας υπάρχει ένας διά­ δρομος και αυτές οι πόρτες πρέπει να είναι υπνοδωμάτια. Όταν σας κάνω νόημα, διασχίστε τον όσο πιο γρήγορα μπο­ ρείτε για να φτάσουμε στη δεύτερη σκάλα, που πρέπει να οδηγεί κάτω, στο ισόγειο. Κουράγιο, προς το παρόν όλα φαίνονται ήρεμα». «Πήγαινε», είπε ο Βατρένος. «Εμείς ερχόμαστε πίσω σου». Όμως, μόλις ο Αυρήλιος κινήθηκε, άνοιξε μια πόρτα στα αριστερά του και βγήκε ένας βάρβαρος πολεμιστής μα­ ζί με μια ημίγυμνη κοπέλα. Ο Αυρήλιος του επιτέθηκε με το σπαθί στο χέρι και, προτού εκείνος προλάβει να τον αντι256

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ληφθεί, τον τρύπησε πέρα για πέρα. Η κοπέλα άρχισε να ουρλιάζει, αλλά η Λιβία της όρμησε αμέσως και της έκλει­ σε το στόμα με το χέρι. «Σιωπή! Δε θέλουμε να σου κάνου­ με κακό, αν όμως φωνάξεις πάλι, θα σου κόψω το λαιμό. Κατάλαβες;» Η κοπέλα συγκατένευσε σπασμωδικά με το κε­ φάλι. Μέσα σε λίγες στιγμές ο Δημήτριος και ο Βατρένος τής έδεσαν τα χέρια και τους αστραγάλους, τη φίμωσαν και την τράβηξαν σ' ένα σκοτεινό κοίλωμα του τοίχου. Κάτω, στην παλιά τραπεζαρία, ο Ουλφίλας, που εκείνη τη στιγμή τελείωνε το δείπνο του, τινάχτηκε τεντώνοντας το αφτί του. «Το άκουσες κι εσύ αυτό;» ρώτησε τον υπαρχηγό του, έναν από τους Σκίρους που είχαν πολεμήσει υπό τις διαταγές του Μλέντο. «Τι πράγμα;» «Μια κραυγή». «Οι άντρες διασκεδάζουν επάνω με τις καινούριες πόρ­ νες που ήρθαν χθες από τη Νεάπολη. Ησύχασε». «Δεν ήταν κραυγή ηδονής. Ήταν κραυγή τρόμου», επέ­ μεινε ο Ουλφίλας και σηκώθηκε φέρνοντας το χέρι του στο σπαθί του. «Και λοιπόν; Το ξέρεις ότι σε μερικούς αρέσουν τα χο­ ντρά παιχνίδια. Είναι συνηθισμένες, είναι μέρος του επαγ­ γέλματός τους. Το μόνο που με ανησυχεί είναι μήπως αυτές οι πόρνες καταλήξουν να εξαντλήσουν τους πολεμιστές μας. Ήδη από καιρό μού φαίνεται ότι δε σκέφτονται παρά μό­ νο το πήδημα...» Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του, όταν ακούστη­ κε άλλη μια κραυγή, αυτή τη φορά λύσσας και πόνου, η ο­ ποία αμέσως πνίγηκε μέσα σ' έναν επιθανάτιο ρόγχο. «Κατάρα!» βλαστήμησε ο Ουλφίλας πηγαίνοντας στο πα­ ράθυρο που έβλεπε στην αυλή. Δεν ήταν αναμμένο παρά 257


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

μόνο ένα λυχνάρι στη βιβλιοθήκη, μπόρεσε όμως να δει συ­ γκεχυμένες μορφές να κινούνται και λεπίδες να αστράφτουν μέσα στο σκοτάδι και άκουσε νέες κραυγές και βογκητά γε­ μάτα αγωνία. «Μας επιτίθενται. Σήμανε συναγερμό, γρήγορα, γρήγο­ ρα!» Ο άντρας υπάκουσε. Κάλεσε ένα φρουρό και αυτός σάλ­ πισε επανειλημμένα με το πολεμικό κέρας, ώσπου απάντη­ σε ένα άλλο κέρας και μετά ένα ακόμα και η έπαυλη αντή­ χησε ολόκληρη από εκείνο τον τρομερό ήχο. Μια αστραπή φώτισε τη μεγάλη αυλή σαν να ήταν μέρα και ο Ουλφίλας αναγνώρισε από ψηλά τον Αυρήλιο τη στιγμή που αυτός σκότωνε έναν από τους άντρες του που είχε τρέξει να του φράξει το δρόμο. Τον περιστοίχιζαν άλλες φιγούρες, δυο ή τρεις, και πίσω έρχονταν ο γέροντας με το αγόρι. «Καταραμένε», φώναξε, «πάλι εσύ!» Βγήκε στο διάδρομο με το σπαθί στο χέρι, ουρλιάζοντας σαν δαιμονισμένος: «Τον θέλω ζωντανό, να μου τον φέρετε ζωντανό!» Ο Αυρήλιος κατάλαβε ότι είχε μόνο λίγες στιγμές καιρό και οδήγησε τους άντρες του προς τις σκάλες, ενώ άλλοι πο­ λεμιστές κατέφθαναν από παντού κρατώντας αναμμένους πυρσούς. Έφτασαν με δυσκολία στον επάνω διάδρομο, αλ­ λά τον βρήκαν αποκλεισμένο από μια πυκνή ομάδα ενό­ πλων. Η Λιβία επιτέθηκε από αριστερά, ο Βατρένος και ο Δημήτριος από δεξιά, με θανάσιμα χτυπήματα, προσπα­ θώντας να τους παρασύρουν μακριά από τη σκάλα και να επιτρέψουν στον Αυρήλιο να ανοίξει δρόμο προς τον επά­ νω εξώστη. Ο Αμβροσίνος είχε κολλήσει στον τοίχο και κρα­ τούσε σφιχτά πάνω του τον Ρωμύλο. Ο παιδαγωγός ήταν α­ πελπισμένος· η επιχείρηση κινδύνευε να αποτύχει ήδη εν 258

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

τη γενέσει της. Ξαφνικά ο Αυρήλιος κατάφερε μια δυνατή σπαθιά, αλλά ο αντίπαλός του την απέφυγε και το σπαθί του Ρωμαίου έγινε κομμάτια πάνω στην κολόνα που στήριζε τη σκάλα. Ο Ρωμύλος δε δίστασε ούτε στιγμή και, καθώς ο Αυ­ ρήλιος υποχωρούσε και αμυνόταν όσο καλύτερα μπορούσε με το μαχαίρι, ξέφυγε από τον Αμβροσίνο και του πέταξε το σπαθί φωνάζοντας «Δοκίμασε αυτό!». Το θρυλικό όπλο πέταξε, αστράφτοντας σαν κεραυνός μέσα στη νύχτα, προς το χέρι του Αυρήλιου που σηκωνόταν για να το αρπάξει στον αέρα. Τώρα το έσφιγγε γερά στο χέ­ ρι του και αμέσως το κατέβασε αμείλικτος. Τίποτα δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Καταρράκτες α­ πό σπίθες ξεπηδούσαν σε κάθε επαφή με ασπίδες και πελέκεις. Έκοβε τις περικεφαλαίες και τα κρανία σαν να ήταν από το ίδιο υλικό και, όταν χτυπούσε στην κολόνα, έκανε να πετάγονται μυριάδες πυρακτωμένα θραύσματα προκα­ λώντας έναν οξύ, εκκωφαντικό κρότο. Αποσβολωμένοι και πανικόβλητοι, οι επιζήσαντες υποχώρησαν και η Λιβία ο­ δήγησε τον Ρωμύλο και τον Αμβροσίνο στη σκάλα, που τώ­ ρα ήταν ελεύθερη από εμπόδια. Ο Αυρήλιος έμεινε τελευ­ ταίος για να καλύψει τα νώτα των συντρόφων του και σ' ε­ κείνη τη θέση, μέσα σ' ένα σωρό άψυχων κορμιών, με το ματωμένο όπλο να αστράφτει στο χέρι του, τον είδε ο Ουλ­ φίλας. Τα βλέμματα των δύο πολεμιστών συναντήθηκαν στιγμιαία και ο Αυρήλιος έφυγε αμέσως για να προφτάσει τους συντρόφους του στον επάνω όροφο. Πριν τους προλά­ βουν οι διώκτες τους, έκλεισαν και αμπάρωσαν την πόρτα πίσω τους. Ο Ουλφίλας, που έφτασε την επόμενη στιγμή, χτύπησε πάνω στη συμπαγή σιδερένια πόρτα και τη σφυ­ ροκόπησε με τις γροθιές του, αφρίζοντας από λύσσα, ανή­ μπορος. Φώναξε: «Γρήγορα, στην ανατολική σκάλα! Δεν 259


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

μπορούν να ξεφύγουν!» Κατέβηκαν γρήγορα τη σκάλα, συ­ ναντώντας μια άλλη ομάδα, που κατέφθανε εκείνη τη στιγ­ μή με επικεφαλής τον υπαρχηγό του. «Εσείς από την εξωτερική σκάλα των αποθηκών, γρήγο­ ρα, θα τους βάλουμε στη μέση!» διέταξε. Οι άντρες υπά­ κουσαν, όρμησαν τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση και χάθηκαν στο βάθος του διαδρόμου. Στον επάνω όροφο ο Αυρήλιος και οι σύντροφοι του έ­ τρεξαν προς το στηθαίο, όπου ο Ορόσιος περίμενε γεμάτος αγωνία, φρουρώντας τη μοναδική οδό διαφυγής. «Πρώτο το αγόρι!» πρόσταξε ο Αυρήλιος. Ο Ορόσιος έ­ γειρε προς τα έξω φωνάζοντας με όλη του τη δύναμη για να ακουστεί πάνω από τον αχό της καταιγίδας και της θαλασ­ σοταραχής. Ο Βατίατος τον άκουσε κι ετοιμάστηκε να υπο­ δεχτεί τους φυγάδες. Στο μεταξύ ο Δημήτριος, ο Βατρένος και οι άλλοι παρατάχθηκαν σε ημικύκλιο γύρω από τον Ρω­ μύλο, που ετοιμαζόταν να κατεβεί. Το αγόρι κοίταξε κάτω κι ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Η πλαγιά, από αυ­ τή την απόσταση, γυάλιζε σαν ατσάλι και στο βάθος δε φαί­ νονταν παρά μόνο αφροί ανάμεσα στα κοφτερά βράχια. Η βάρκα, που σκαμπανέβαζε πάνω στα κύματα, έμοιαζε με εύθραυστο τσόφλι. Πήρε βαθιά ανάσα, ενώ ο Ορόσιος προ­ σπαθούσε να τον δέσει πρόχειρα στο σκοινί της καθόδου, ε­ κείνη όμως τη στιγμή η Λιβία, που είχε σκαρφαλώσει σε μια προεξοχή του στηθαίου, είδε από μακριά τους άντρες του Ουλφίλα να καταφθάνουν από δεξιά και από αριστερά και σήμανε συναγερμό. «Τα πιθάρια!» φώναξε αμέσως πηδώντας κάτω. «Να ρί­ ξουμε πάνω τους τα πιθάρια! Το πρώτο και το τρίτο είναι γεμάτα λάδι!» Οι σύντροφοι της έτρεξαν και ο Ορόσιος ά­ φησε το σκοινί για να βοηθήσει κι αυτός. Έγειραν το ένα με260

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

τά το άλλο τα δύο μεγάλα αγγεία και τα έκαναν να κυλή­ σουν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Τα δύο δοχεία, ελεύθε­ ρα τώρα πια, ταλαντεύτηκαν αριστερά και δεξιά, περνώ­ ντας ξυστά πρώτα από το στηθαίο και μετά από τον εσωτε­ ρικό τοίχο, ώσπου, σε μια πιο δυνατή πρόσκρουση, έγιναν θρύψαλα απελευθερώνοντας ένα γυαλιστερό κύμα λαδιού που κύλησε ως τις δύο ομάδες που εφορμούσαν τρέχοντας. Αυτοί που έρχονταν πρώτοι γλίστρησαν κι έπεσαν και οι πυρσοί που κρατούσαν στα χέρια τους έβαλαν φωτιά στο υ­ γρό προκαλώντας πύρινους στροβίλους στα δύο άκρα του ε­ ξώστη. Κάποιοι από τους πολεμιστές, που είχαν μεταβληθεί σε ανθρώπινους πυρσούς, ρίχτηκαν στη θάλασσα και χά­ θηκαν μέσα στα κύματα, ενώ άλλοι γκρεμίστηκαν πάνω στο βράχο και τα σώματα τους αναπήδησαν από τη μια προε­ ξοχή στην άλλη, μέχρι που τελικά τσακίστηκαν ανάμεσα στα βράχια της ακτής σαν σπασμένες κούκλες. Έσπευδαν όμως άλλοι σε ενίσχυση και ο Αυρήλιος συνειδητοποίησε ό­ τι δεν τους απέμενε παρά να πολεμήσουν ως τον τελευταίο. Έσφιξε τα δόντια και κράτησε γερά στο χέρι του το σπαθί που του είχε εμπιστευτεί ο αυτοκράτοράς του. θα το εξακόντιζε στη θάλασσα με την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών του πριν πεθάνει, πριν πέσει στα χέρια των εχθρών. Καθώς όμως οι πέντε τους σχημάτιζαν κύκλο ώμο με ώμο, ο Ρωμύ­ λος αναπήδησε ξαφνικά, σαν να του είχε έρθει μια έμπνευ­ ση. «Ακολουθήστε με!» φώναξε. «Γνωρίζω μια οδό διαφυ­ γής!» Κι έτρεξε προς τη σιδερένια καγκελόπορτα τραβώ­ ντας το σύρτη. Ο Αυρήλιος κατάλαβε την πρόθεσή του, έγειρε έξω από το στηθαίο φωνάζοντας και κάνοντας χειρονομίες στον Βατίατο να λύσει τον κάβο και να απομακρυνθεί με τη βάρκα κι έριξε κάτω το σκοινί, ώστε ο άλλος να μην έχει αμφιβο261


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

λίες ότι δε θα κατέβαιναν από εκεί. Μετά έτρεξε στην πόρ­ τα και ακολούθησε τους συντρόφους του, κατεβαίνοντας τη σκάλα που είχαν ανεβεί λίγο νωρίτερα. Η καταιγίδα κόπα­ ζε, αλλά μακριά ακουγόταν όλο και δυνατότερο το βουητό του ηφαιστείου, ο θυμός του οποίου σιγόβραζε μέσα στο σκοτάδι. Έφτασαν στην αυλή περνώντας σύρριζα από το βορινό τοίχο, που βυθιζόταν στο σκοτάδι, και κατόπιν ο Ρωμύλος ακολούθησε τη δεντροφυτεμένη οδό, η οποία πρόσφερε κά­ λυψη στους φυγάδες μέχρι το σημείο όπου η σχάρα απορ­ ροής τους επέτρεπε να κατέβουν στην υπόγεια στοά. Την ά­ νοιξε κι έγνεψε στους άλλους να τον ακολουθήσουν καθώς κατέβαινε. «Ευτυχώς που δεν είναι μαζί μας ο Βατίατος», είπε ο Βατρένος. «Δε θα κατάφερνε ποτέ να περάσει από εδώ». Άρχισαν να κατεβαίνουν ο ένας μετά τον άλλο, όμως έ­ νας από τους σκλάβους, που είχε ξυπνήσει απ' όλη εκείνη τη φασαρία, τους είδε και βάλθηκε να στριγκλίζει. Του απά­ ντησε σαν ηχώ το δυνατό γάβγισμα των σκυλιών και μια ο­ μάδα φρουρών έσπευσε με πυρσούς και φανάρια, ερευνώ­ ντας τη γύρω περιοχή. «Που είναι οι εισβολείς;» ρώτησε ο επικεφαλής τους. Ο δούλος δεν ήξερε τι να πει. «Μα σας ορκίζομαι ότι ή­ ταν εδώ πριν από λίγο, τους είδα, είμαι βέβαιος». Κάτω από τη σχάρα όλοι έμεναν ακίνητοι, γιατί οι διώ­ κτες τους ήταν όρθιοι ακριβώς από πάνω τους και φαίνονταν καθαρά τα πρόσωπα τους που φωτίζονταν από τα φανάρια που κρατούσαν στα χέρια τους. «Λοιπόν;» επέμεινε ο επικεφαλής των φρουρών. Ο άντρας σήκωσε τους ώμους; ενώ τα σκυλιά εξακολουθούσαν να τρέ­ χουν πάνω κάτω γαβγίζοντας. Ο βάρβαρος τον έσπρωξε

προς τα πίσω βρίζοντας και οδήγησε τους άντρες του προς άλλη κατεύθυνση, όπου άλλες ομάδες συνέχιζαν τις έρευ­ νες. Ο Ρωμύλος σήκωσε λίγο τη σχάρα και κοίταξε έξω για να βεβαιωθεί ότι είχαν πράγματι απομακρυνθεί, ύστερα άρ­ χισε να κατεβαίνει μέχρι το δάπεδο της στοάς και τον ακο­ λούθησαν όλοι οι άλλοι. Το υπόγειο ήταν βυθισμένο σε α­ πόλυτο σκοτάδι. Ο Αμβροσίνος έβγαλε μια τσακμακόπετρα και, μετά από μερικές προσπάθειες, κατόρθωσε να ανάψει ένα φιτίλι που είχε τυλιγμένο μέσα σ' ένα δοχείο γεμάτο με μια μαυριδερή ουσία που έμοιαζε με λίπος. Η μικρή φλό­ γα πολύ σύντομα δυνάμωσε κι έγινε μια σφαίρα λευκού φω­ τός, που τους καθοδήγησε, μέσα από την εντυπωσιακή πα­ ράταξη των αυτοκρατορικών αγαλμάτων, μέχρι τη μεγάλη πλάκα από πράσινο μάρμαρο. Ο Αυρήλιος και οι άλλοι ή­ ταν κυριευμένοι από θαυμασμό τόσο για τη θαυμαστή φλό­ γα του Αμβροσίνου, όσο και για εκείνη την απίστευτη πα­ ρέλαση καισάρων, που απεικονίζονταν σ' όλη τους τη λα­ μπρότητα με τους χιτώνες και τα όπλα. «Θεοί...» μουρμούρισε ο Βατρένος, «σ' όλη μου τη ζωή δεν έχω ξαναδεί μέρος σαν αυτό». «Χριστέ μου...» τον σιγοντάρισε ο Ορόσιος, γουρλώνο­ ντας τα μάτια μπροστά σ' εκείνα τα θαύματα. «Αυτός το ανακάλυψε», είπε περήφανος ο Αμβροσίνος δείχνοντας το μαθητή του, που εκείνη τη στιγμή πλησίαζε τη μεγάλη πλάκα από πράσινο μάρμαρο. Ο Ρωμύλος στρά­ φηκε προς τον Αυρήλιο λέγοντας: «Και ακόμα δεν είδατε τί­ ποτα. Από εδώ προέρχεται το σπαθί που έχεις στο χέρι σου. Κοίτα!» Έβαλε τα δάχτυλά του στα τρία «V» κι έσπρωξε προς τα μέσα. Ακούστηκε ο θόρυβος των αντίβαρων και του μηχα­ νισμού που έμπαινε σε λειτουργία και, κάτω από τα όλο και

262

263


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

πιο έκπληκτα βλέμματα των συντρόφων του, η μεγάλη πλάκα άρχισε να περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της, ώσπου μπροστά στα μάτια τους εμφανίστηκε, όρθιο πάνω στο βά­ θρο, το άγαλμα του Ιούλιου Καίσαρα, με την ασημένια πα­ νοπλία που άστραφτε, με τα πολύχρωμα μάρμαρα που μι­ μούνταν το πορφυρό χρώμα του χιτώνα και της χλαμύδας, με το χλομό και σκυθρωπό πρόσωπο, που ένας μεγάλος καλ­ λιτέχνης είχε λαξέψει στο πολυτιμότερο μάρμαρο της Λού­ να. Το σιωπηλό θαυμασμό της μικρής ομάδας διέκοψε όμως απότομα η κραυγή συναγερμού του Δημήτριου. «Μας ανα­ κάλυψαν!» φώναξε. «Είδαν το φως!» Στο βάθος της μεγάλης υπόγειας στοάς φαινόταν πράγ­ ματι η τρεμουλιαστή λάμψη των πυρσών και ακούγονταν φωνές και προσταγές. Με επικεφαλής τον ίδιο τον Ουλφίλα οι φρουροί δρασκέλιζαν τον γκρεμισμένο τοίχο και διέσχι­ ζαν την αίθουσα με τα αγάλματα. «Γρήγορα, μέσα!» είπε ο Ρωμύλος. «Υπάρχει οδός δια­ φυγής σ' αυτό το κελί!» Η ομάδα χάθηκε στο εσωτερικό του κελιού και η μεγάλη πλάκα ξανάκλεισε πίσω τους. Η κλαγγή των όπλων που χτυπούσαν το μάρμαρο και οι λυσσα­ σμένες κραυγές του Ουλφίλα αντήχησαν μέσα στην κοιλό­ τητα του μικρού υπογείου και, μολονότι η μεγάλη πλάκα α­ ποτελούσε απροσπέλαστο εμπόδιο, η αντήχηση εκείνων των χτυπημάτων που φανέρωναν έναν άγριο θυμό προκαλούσε μια αίσθηση αγωνίας στο στενό χώρο, γέμιζε τον ακίνητο α­ έρα με μια απειλή που δεν μπορούσε να τους αγγίξει προς το παρόν, αλλά πάντως φάνταζε τρομερή κι επικείμενη. Για μια στιγμή κοίταξαν ο ένας τον άλλο φοβισμένοι, αλλά ο Ρωμύλος τούς έδειξε το χείλος του πηγαδιού, από το οποίο έβγαινε ένα μυστηριώδες γαλαζωπό φως, λες κι εκείνο το ά­ νοιγμα επικοινωνούσε με το υπερπέραν.

«Αυτό το πηγάδι επικοινωνεί με τη θάλασσα», είπε ο Ρω­ μύλος. «Και είναι η μόνη οδός διαφυγής. Πάμε, εδώ δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». Και μπροστά στα μάτια ό­ λων των συντρόφων του, προτού κανείς προλάβει να μιλή­ σει, κατέβηκε στο στόμιο. Ο Αυρήλιος δε δίστασε ούτε στιγ­ μή και κατέβηκε πίσω του. Αμέσως μετά ακολούθησε η Λιβία και μετά ο Δημήτριος, ο Ορόσιος και ο Βατρένος. Ο Αμβροσίνος ήταν ο τελευταίος και πρώτα η μεγάλη τσου­ λήθρα πάνω σ' ένα είδος κεκλιμένου επιπέδου κι έπειτα η κάθετη πτώση μέσα από ένα στενό στόμιο του φάνηκαν α­ τελείωτες. Η επαφή με το νερό τού προκάλεσε ένα αίσθη­ μα πανικού και ασφυξίας και κατόπιν, αμέσως μετά, γαλή­ νης. Ένιωθε να λικνίζεται μέσα σ' ένα κελαρυστό υγρό, μέ­ σα σ' ένα ουράνιο και παλλόμενο φως. Ο πυρσός που κρα­ τούσε σφιχτά στο χέρι του του ξέφυγε και βυθίστηκε αργά, ώσπου κατακάθισε στο βυθό κι εκείνη η φωτεινή σφαίρα έ­ δωσε στα νερά μια έντονη γαλάζια λάμψη, σαν του ζαφειριού. Κολύμπησε με όλες του τις δυνάμεις προς τα πάνω και α­ ναδύθηκε ανάμεσα στους συντρόφους του, που προσπα­ θούσαν να φτάσουν στην όχθη. Βρίσκονταν στο εσωτερικό μιας σπηλιάς που επικοινωνούσε με τη θάλασσα μέσω ενός μικρού ανοίγματος, το οποίο βρισκόταν τόσο κοντά στην ε­ πιφάνεια, ώστε ήταν μετά βίας ορατό. Ο Αυρήλιος και οι άλλοι κοίταζαν κατάπληκτοι εκείνη τη φλόγα που έκαιγε κάτω από το νερό, αλλά και ο Αμβροσίνος έστρεφε ολόγυ­ ρα τα μάτια του με τον ίδιο θαυμασμό. Ο Βατρένος τον πλη­ σίασε δείχνοντας το φως που έμοιαζε να πηγάζει από τον ί­ διο το βυθό της θάλασσας. «Μα... τι θαύμα είναι αυτό. Μή­ πως είσαι μάγος;» «Υγρό πυρ, μια συνταγή του Ερμογένη από τη Λάμψακο», απάντησε ο Αμβροσίνος με επιδεικτική αδιαφορία. «Καίει

264

265


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

και μέσα στο νερό». Το βλέμμα του όμως περιπλανιόταν ο­ λόγυρα, παρατηρώντας τις θαυμάσιες εικόνες των Ολύμπιων θεών που αναδύονταν εντελώς ή κατά ένα μέρος από τα νε­ ρά εκείνης της θαλάσσιας σπηλιάς: ο Ποσειδώνας πάνω σ' ένα άρμα το οποίο έσερναν άλογα με ουρά ψαριού, η σύζυ­ γος του Αμφιτρίτη με μια συνοδεία ωκεάνιων νυμφών, τρί­ τωνες που φυσούσαν μέσα σε θαλάσσια κογχύλια φουσκώ­ νοντας τα λεπιδωτά στήθη τους. Η αντανάκλαση εκείνου του απόκοσμου φωτός πάνω σ' εκείνες τις μορφές με την κυματοειδή κίνηση έμοιαζε να τους δίνει ζωή, να ζωντανεύει τα πρόσωπα και τα απλανή μάτια από μάρμαρο. Ένα αρ­ χαίο, μυστικό νυμφαίο που είχε εγκαταλειφθεί. Ο Ρωμύλος παρατηρούσε κι αυτός γοητευμένος εκείνες τις εικόνες. «Ποιοι είναι;» ρώτησε. «Εικόνες ξεχασμένων θεών», απάντησε ο Αμβροσίνος. «Μα... υπήρξαν ποτέ;» «Προφανώς όχι!» απάντησε σκανδαλισμένος ο Ορόσιος. «Υπάρχει ένας μόνο Θεός». Ο Αμβροσίνος, αντίθετα, του απεύθυνε ένα αινιγματικό βλέμμα. «Ίσως», απάντησε. «Όσο πίστευαν κάποιοι σ' αυ­ τούς». Μετά έπεσε σιωπή για πολλή ώρα. Η μαγεία εκείνου του μέρους φαινόταν να τους κατακλύζει όλους. Εκείνο το γα­ λάζιο φως που διαχεόταν στο μεγάλο θόλο, εκείνες οι εικό­ νες, ο μακρινός θόρυβος των βροντών, η δυνατή ανάσα της θάλασσας που ξεδίπλωνε αργά τα κύματά της μετά τη θύελ­ λα προκαλούσαν σ' όλους ένα αίσθημα σχεδόν υπερφυσι­ κής γαλήνης. Έτρεμαν από το κρύο, ήταν εξαντλημένοι α­ πό την κούραση, από τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που είχαν καταβάλει, ένιωθαν όμως ότι την ψυχή τους κυρίευε μια άφατη ευτυχία. 266

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Ο Ρωμύλος έσπασε πρώτος τη σιωπή. «Είμαστε ελεύθε­ ροι;» ρώτησε. «Προς το παρόν», απάντησε ο Αυρήλιος. «Βρισκόμαστε α­ κόμα στο νησί. Αν δεν ήσουν εσύ όμως, τώρα θα ήμαστε ό­ λοι νεκροί. Συμπεριφέρθηκες σαν πραγματικός στρατηγός». «Τώρα τι κάνουμε;» ρώτησε ο Βατρένος. «Ο Βατίατος είδε ότι δεν μπορούσαμε να κατεβούμε και θα έχει λύσει τους κάβους. Μάλλον θα αρμενίζει κάπου ε­ δώ γύρω. Πρέπει να προσπαθήσουμε να τον φτάσουμε ή να φροντίσουμε να μας φτάσει αυτός». «Πηγαίνω εγώ να δω», είπε η Λιβία. «Εσύ μείνε εδώ με το αγόρι». Και πριν ο Αυρήλιος προλάβει να απαντήσει, βού­ τηξε στο νερό, διέσχισε τη σπηλιά με μερικές δυνατές α­ πλωτές και βγήκε στην ανοιχτή θάλασσα. Κολύμπησε για λίγο κοντά στην ακτή, ώσπου βρήκε ένα σημείο όπου ήταν δυνατό να σκαρφαλώσει στο βράχο. Ανέβηκε όσο ψηλότε­ ρα μπορούσε, ώστε να βλέπει μια μεγάλη έκταση της θά­ λασσας, και περίμενε τρέμοντας από το κρύο. Τα σύννεφα άρχιζαν να ανοίγουν και το φεγγάρι άπλωνε το φως του πά­ νω στα κύματα. Στην ηπειρωτική χώρα ο Βεζούβιος έστελ­ νε κόκκινες αναλαμπές προς τα σύννεφα που κάλπαζαν στον ουρανό, σπρωγμένα από το δυτικό άνεμο. Ξαφνικά αναπήδησε· πίσω από ένα ακρωτήριο ξεπρό­ βαλε μια βάρκα μ' ένα μικρό φανάρι στην πλώρη της. Στην πρύμνη, μια χαρακτηριστική μορφή χειριζόταν το πηδάλιο. Φώναξε: «Βατίατε, Βατίατε!» Η βάρκα έστριψε και πλησίασε την ακτή. «Πού είσαι;» ρώτησε ο τιμονιέρης. «Εδώ, από αυτή τη μεριά!» «Επιτέλους!» είπε ο Βατίατος μόλις έφτασε κοντά. «Είχα αρχίσει να απελπίζομαι. Είστε όλοι εδώ;» 267


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Ναι, δόξα τω Θεώ. Οι άλλοι είναι κρυμμένοι εδώ μέσα, σε μια σπηλιά. Πηγαίνω τώρα να τους βγάλω». Ο Βατίατος κατέβασε το πανί, ενώ η Λιβία βουτούσε ξα­ νά για να επιστρέψει στη σπηλιά και να ειδοποιήσει τους συ­ ντρόφους της. Ένας ένας οι φυγάδες βγήκαν κολυμπώντας στην ανοι­ χτή θάλασσα και κατευθύνθηκαν προς τη βάρκα, ενώ ο Βα­ τίατος τους παρότρυνε: «Γρήγορα, γρήγορα, γιατί πριν εί­ δα ένα πλοίο να βγαίνει από το λιμάνι, γρήγορα, πριν μας ανακαλύψουν!» Η Λιβία πλησίασε πρώτη τον Ρωμύλο και ανέβηκαν μα­ ζί στη βάρκα με τη βοήθεια του Βατίατου. Έπειτα ήταν η σειρά του Αμβροσίνου. Ακολούθησαν ο Βατρένος, ο Ορόσιος και ο Δημήτριος. Ο Αυρήλιος είχε σκαρφαλώσει σ' ένα βρά­ χο έξω από τη σπηλιά για να ελέγχει καλύτερα την κατά­ σταση, όταν στα αριστερά του είδε μια κοκκινωπή λάμψη να απλώνεται πάνω στα κύματα και μετά να εμφανίζεται έ­ να πολεμικό πλοίο που έπλεε με τα κουπιά. Ο Ουλφίλας στε­ κόταν στην πλώρη και το κατεύθυνε προς τη βάρκα του Βα­ τίατου. Ο Αυρήλιος δε δίστασε και φώναξε με όση δύναμη είχε στα πνευμόνια του. «Ουλφίλα, σε περιμένω! Έλα να με πιάσεις, βάρβαρε, αν έχεις κότσια! Έλα να με πιάσεις, ση­ μαδεμένο κάθαρμα!» Ο Ουλφίλας κοίταξε προς την ακτή και στο φως του φα­ ναριού της πλώρης και των πυρσών είδε τον εχθρό του όρ­ θιο πάνω σ' ένα βράχο, να κρατάει στο χέρι του το ανίκητο σπαθί. Φώναξε: «Στρίψτε! Στρίψτε! Θέλω αυτό τον άντρα και το σπαθί με κάθε θυσία!» Ο Βατίατος κατάλαβε, έστρεψε το πανί προς τον άνεμο και απομακρύνθηκε προς την κατεύθυνση της ηπειρωτικής χώρας, ενώ ο Ρωμύλος φώναζε: «Όχι! Όχι! Πρέπει να τον

βοηθήσουμε! Δεν μπορούμε να τον εγκαταλείψουμε! Γύρισε πίσω, γύρισε πίσω, σε διατάζω!» Τον πλησίασε η Λιβία. «Θέλεις να είναι μάταιη η θυσία του; Το έκανε για σένα. Τράβηξε την προσοχή τους, ώστε να μπορέσουμε να απομακρυνθούμε». Κοίταξε προς το νησί και η εικόνα του Αυρήλιου, που στεκόταν όρθιος στην ακτή κάτω από τη λάμψη των πυρσών, έγινε ένα με μια άλλη ει­ κόνα, από μια μακρινή εποχή, την εικόνα ενός Ρωμαίου στρατιώτη που, ακίνητος στην ακρογιαλιά, δεχόταν επίθε­ ση από μια ομάδα βαρβάρων με φόντο μια πυρπολημένη πόλη, και ξαναείδε τον εαυτό της, κοριτσάκι, πάνω σε μια βάρκα γεμάτη πρόσφυγες που απομακρυνόταν, όπως τώρα, πάνω στα μαύρα νερά της λιμνοθάλασσας. Έκλαψε.

268

269


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

18

«Πλοίο στα δεξιά!» ακούστηκε η φωνή του Δημήτριου α­ πό την πλώρη. Ένα άλλο σκάφος, πιο μικρό, κατέφθανε γε­ μάτο πολεμιστές με αναμμένους πυρσούς και φανάρια κα­ τά μήκος των πλευρών και στις κεραίες. Βρισκόταν σε α­ πόσταση περίπου δυο λευγών, αλλά πλησίαζε με μάλλον αυ­ ξημένη ταχύτητα. «Τι κάνουμε;» ρώτησε ο Δημήτριος. «Σε λίγο θα μας φτά­ σουν και θα μας επιτεθούν». «Ας περιμένουμε!» φώναξε ο Ρωμύλος. «Ας περιμένουμε όσο περισσότερο μπορούμε, σας παρακαλώ!» Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ο πάταγος των ξύλων που κομματιάζονταν πάνω στα βράχια, αλλά αμέσως τον κάλυ­ ψε το πολύ δυνατότερο μουγκρητό του ηφαιστείου, που άρ­ χιζε να εκτοξεύει ένα σύννεφο φωτιάς και σπιθών προς τον ουρανό. Μέσα στη μανία του να φτάσει τον εχθρό, ο Ουλφίλας είχε καταφέρει να σφηνώσει την πλώρη στα βράχια και τα κύματα ανασήκωσαν την πρύμνη, στέλνοντας τους ό­ λους να κυλιστούν πάνω στη γέφυρα. Όλοι πάσχιζαν να γρα­ πωθούν από την κουπαστή, βλαστημώντας, και ο Ουλφίλας προσπάθησε να ανακτήσει την ισορροπία του για να επιτε­ θεί στον αντίπαλό του, ο Αυρήλιος όμως βούτηξε στο νερό κι εξαφανίστηκε.

Ο ΟΥΛΦΙΛΑΣ ΔΙΕΤΑΞΕ να σηκώσουν το φανάρι της πλώρης και το πλήρωμα εκτέλεσε τη διαταγή του φωτίζοντας τη βρα­ χώδη ακτή απέναντι από το πλοίο, όπου ο Αυρήλιος περί­ μενε ακίνητος σφίγγοντας στο χέρι του το σπαθί. Μερικοί από τους άντρες του πέρασαν τα βέλη στα τόξα τους και σημάδεψαν νομίζοντας ότι ο αρχηγός τους ήθελε να φωτίσει καλύτερα τον ήδη εύκολο στόχο, αλλά ο Ουλφίλας τους σταμάτησε. «Κάτω τα τόξα! Είπα ότι θέλω αυτό το σπαθί· αν πέσει στη θάλασσα, δε θα το βρούμε ποτέ. Πλεύ­ ρισε!» φώναξε έπειτα στον πηδαλιούχο. «Πλεύρισε, σου εί­ πα. Θα τον πιάσουμε ζωντανό!» Από μακριά, ο Βατρένος είδε συγκεχυμένα τη σκηνή και αντιλήφθηκε τι συνέβαινε. «Μάινα το πανί!» πρόσταξε τον Βατίατο. Η Λιβία ανασκίρτησε σ' αυτά τα λόγια και σκούπισε τα μάτια της, πι­ στεύοντας ότι εκείνη η απρόσμενη διαταγή έκρυβε μέσα της μια ελπίδα. Ο Βατίατος υπάκουσε χωρίς να καταλαβαίνει και η βάρ­ κα επιβράδυνε την πορεία της ώσπου σταμάτησε. «Γιατί σταματάμε;» ρώτησε. «Γιατί ο Αυρήλιος τους παρασύρει προς τα βράχια», α­ πάντησε ο Βατρένος. «Δεν το κατάλαβες;»

Η ατμόσφαιρα σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο· άρχι­ σε να βρέχει στάχτη στη γέφυρα της βάρκας της Λιβίας και των δικών της και σύντομα άρχισαν να πέφτουν πυρακτω­ μένες πέτρες. «Πρέπει να φύγουμε», είπε ο Αμβροσίνος, «πριν είναι πολύ αργά. Η έκρηξη του ηφαιστείου πλησιάζει στην κο­ ρύφωσή της. Αν δε μας προλάβουν οι βάρβαροι, οι πυρα­ κτωμένες πέτρες θα κάψουν τη βάρκα και θα πάμε όλοι στον πάτο».

270

271


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

των συντρόφων του δεν τον άφησε να σωριαστεί πάνω στη γέφυρα. Η Λιβία έτρεξε κοντά του και τον έσφιξε στο στή­ θος της, σχεδόν αναίσθητο, ενώ πλησίασε και ο Ρωμύλος και τον κοίταζε, σαν να μην μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι ήταν σώος και αβλαβής, λες κι εκείνο το εξωπραγματι­ κό σκηνικό ήταν ένα απατηλό όνειρο προορισμένο να δια­ λυθεί με το φως της μέρας. Η πυκνή καπνιά που ξερνούσε το ηφαίστειο απλωνόταν τώρα πάνω στη θάλασσα, γλιστρώντας πάνω στα κύματα, ώσπου έγλειφε τις ακτές του νησιού. Η βάρκα της Λιβίας μπήκε μέσα στο σύννεφο καπνού και χάθηκε από τα βλέμ­ ματα. Οι διώκτες τους άκουσαν τότε τις φωνές των συντρό­ φων τους που κολυμπούσαν σπασμωδικά ανάμεσα στα τσα­ κισμένα ξύλα του πλοίου τους. Ο Ουλφίλας είχε κατορθώ­ σει να αναρριχηθεί στα βράχια και φώναζε δυνατά να σπεύ­ σουν σε βοήθεια του. Το πλοίο πλησίασε, αλλά έμεινε συ­ νετά σε κάποια απόσταση, για να μην εξοκείλει κι αυτό με τη σειρά του. Οι ναυαγοί κολύμπησαν και ανέβηκαν στο πλοίο ο ένας μετά τον άλλο. Όταν ανέβηκε και ο Ουλφίλας, έδωσε αμέσως διαταγή να καταδιώξουν τους φυγάδες, αλ­ λά ο πηδαλιούχος, ένας γέρος ναυτικός από το Κάπρι που γνώριζε εκείνα τα νερά, τον απέτρεψε: «Αν βάλουμε πλώρη για τα ανοιχτά, δε θα γυρίσει κανένας μας ζωντανός. Δε βλέ­ πουμε ούτε μια πιθαμή πέρα από τη μύτη μας και βρέχει φω­ τιά, κοίτα!»

«Όχι!» φώναξε ο Ρωμύλος. «Ας περιμένουμε κι άλλο». Και εξερευνούσε με αγωνία τη σκοτεινή επιφάνεια της θά­ λασσας, ενώ το εχθρικό πλοίο πλησίαζε όλο και περισσότε­ ρο κι έμπαινε ανάμεσα στη βάρκα τους και το πλοίο του Ουλφίλα, που ήταν πια έρμαιο των κυμάτων. Η βροχή των μύδρων αυξήθηκε κι άλλο και μια μικρή εστία φωτιάς εμ­ φανίστηκε πάνω στη γέφυρα, κοντά στη Λιβία και στις κου­ λούρες του σκοινιού. Το εχθρικό σκάφος δεν ήταν ακόμα σε θέση να δει το λείψανο του πλοίου του Ουλφίλα που παρά­ δερνε στα κύματα, αλλά μετά από λίγες στιγμές θα έβλεπε τη βάρκα της Λιβίας. «Πόσοι να είναι;» ρώτησε ο Ορόσιος κοιτάζοντας ανή­ συχος μπροστά του, ενώ το εχθρικό πλήρωμα συνωστιζόταν στην πλώρη ουρλιάζοντας και κραδαίνοντας τα όπλα. «Είναι αρκετοί», απάντησε συνοφρυωμένος ο Βατρένος. Στράφηκε προς τη Λιβία: «Αν θέλεις να σώσεις το αγόρι, πρέπει να φύγουμε τώρα!» Η Λιβία συγκατένευσε με βαριά καρδιά. «Όρτσα το πανί!» διέταξε τότε ο Βατρένος. «Γρήγορα, πάμε να φύγουμε από δω!» Ο Βατίατος χειρίστηκε τη σκότα με τη βοήθεια του Δη­ μήτριου, που είχε καθίσει στο πηδάλιο, και η βάρκα κινή­ θηκε και άρχισε να απομακρύνεται αργά. Την ίδια στιγμή όμως ένα σπαθί ξεπρόβαλε από τα κύματα ανάμεσα στους αφρούς, μετά ένα μυώδες χέρι, που γυάλιζε μέσα στην α­ νταύγεια των πυρσών, κι έπειτα ένα κεφάλι κι ένας δυνατός κορμός. Ο Αυρήλιος! «Αυρήλιε!» φώναξε ο Ρωμύλος σ' ένα ξέσπασμα χαράς. «Αυτός είναι!» φώναξαν οι σύντροφοι του τρέχοντας στην κουπαστή. Ο Βατρένος τού έριξε ένα καραβόσκοινο και τον ανέβασε στη βάρκα. Ήταν κατάκοπος και μόνο η αγκαλιά

Ο Ουλφίλας έστρεψε το βλέμμα του προς το μαύρο ου­ ρανό πάνω από την ξηρά, τον οποίο αυλάκωναν μυριάδες πυρακτωμένα μετέωρα, κι ένιωσε τον τρόμο να υποβόσκει ανάμεσα στους άντρες του, ανθρώπους του Βορρά που πο­ τέ τους δεν είχαν δει κάτι παρόμοιο. Δάγκωσε τα χείλη του στη σκέψη ότι άφησε ένα δεκατριάχρονο αγόρι κι έναν η-

272

273


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

λικιωμένο άντρα να δραπετεύσουν από ένα φρούριο το οποίο φρουρούσαν εβδομήντα δεινοί πολεμιστές, αυτό όμως που τον πλήγωνε περισσότερο ήταν η απώλεια εκείνου του υπέ­ ροχου σπαθιού, το οποίο είχε επιθυμήσει με όλη του την ψυχή από την πρώτη στιγμή που το είδε να αστράφτει με αλ­ λόκοτες λάμψεις στο χέρι του εχθρού του. «Γυρίζουμε στο λιμάνι», διέταξε. Το πλοίο έκανε στροφή ακολουθώντας αντίθετη πορεία. Οι ναύτες, όλοι ντόπιοι, κω­ πηλατούσαν με δύναμη γνωρίζοντας καλά τον κίνδυνο που τους απειλούσε, αλλά υπάκουγαν πειθαρχημένα και ήρεμα στις διαταγές του πηδαλιούχου. Οι βάρβαροι, αντίθετα, ή­ ταν πια κυριευμένοι από πανικό, κοίταζαν χλομοί από το φόβο την πύρινη βροχή που έπεφτε από τον ουρανό και α­ ναπηδούσαν τρέμοντας σε κάθε μουγκρητό που συντάραζε τη γη. Η στάχτη απλωνόταν παντού, μια στυφή μυρωδιά θειαφιού διαπότιζε τον αέρα και ο ορίζοντας προς τη μεριά της ξηράς παλλόταν από άλικες λάμψεις.

Η βάρκα της Λιβίας, στο μεταξύ, έπλεε αργά, βυθισμένη στο σκοτάδι. Ο Δημήτριος είχε πάει στην άκρη του καταρ­ τιού της πλώρης, από το οποίο κρεμόταν το φανάρι, και κοί­ ταζε με ερευνητικό βλέμμα μπροστά του προσπαθώντας να προλάβει απροσδόκητους κινδύνους ή εμπόδια, αλλά η κοινή μοίρα ήταν στα χέρια κυρίως της τύχης, σ' εκείνες τις τρο­ μακτικές συνθήκες. Στη βάρκα επικρατούσε ένταση, κανέ­ νας δε μιλούσε, για να μην αποσπά την προσοχή των συ­ ντρόφων του που ήταν προσηλωμένοι στους ελιγμούς εκεί­ νης της πορείας σχεδόν στα τυφλά. Ο Δημήτριος, κουρνια­ σμένος στο πίκι της πλώρης, με τα πόδια του να κρέμονται έξω από το σκάφος, προσπαθούσε να κατευθύνει όσο κα-

λύτερα μπορούσε τηγ πορεία, εμπιστευόμενος το ένστικτό του περισσότερο από κάθε άλλη αίσθηση. Ο Αμβροσίνος πλησίασε τον Βατρένο. «Προς τα πού πηγαίνουμε;» ρώτη­ σε. «Ποιος ξέρει; Βόρεια, υποθέτω. Είναι η μόνη δυνατότη­ τα που έχουμε». «Θα μπορούσα ίσως να σας βοηθήσω... μόνο αν...» Ο Βατρένος κούνησε το κεφάλι σκεφτικός. «Άσ' το κα­ λύτερα, είμαστε ήδη αρκετά σαστισμένοι. Ποτέ μου δεν εί­ δα κάτι παρόμοιο». «Κι όμως, έχει συμβεί ξανά. Πριν από τετρακόσια χρό­ νια. Το ηφαίστειο έθαψε τρεις πόλεις με τους κατοίκους τους. Δεν έμεινε κανένα ίχνος τους, αλλά ο Πλίνιος περι­ γράφει ακριβώς τις φάσεις της έκρηξης του ηφαιστείου. Γι' αυτό σας πρότεινα την αποψινή νύχτα... σκεφτόμουν ότι μέ­ σα στη γενική σύγχυση η φυγή μας θα ήταν πιο εύκολη. Δυ­ στυχώς, έκανα λάθος· η εκρηκτική φάση άρχισε με κάποιες ώρες καθυστέρηση σε σχέση με τις προβλέψεις μου». Ο Βατρένος τον κοίταξε άναυδος. Τους πλησίασε ο Αυρήλιος, που είχε συνέλθει. «Σε τι ή­ θελες να μας βοηθήσεις;» ρώτησε. Ο Αμβροσίνος ήταν έ­ τοιμος να απαντήσει, όταν από την πλώρη ακούστηκε η φω­ νή του Δημήτριου: «Κοιτάξτε!» Το νέφος άρχιζε να διαλύεται και μια σχεδόν ανεπαί­ σθητη μαρμαρυγή των κυμάτων μπροστά τους ανάγγελλε το πρώτο φως της μέρας. Παρέπλεαν το ακρωτήριο Μιζένο, το οποίο ορθωνόταν τώρα πάνω από το πέπλο καπνού και στάχτης που σκέπαζε τη θάλασσα και το φως του ήλιου που ανάτελλε φώτιζε την κορυφή του. Προσήλωσαν όλοι εκ­ στατικοί το βλέμμα τους σ' εκείνο το απρόσμενο θέαμα, ενώ η καπνιά αραίωνε κάθε στιγμή όλο και περισσότερο,

274

275


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ώσπου η βάρκα και το πλήρωμα της φωτίστηκαν άπλετα α­ πό τις ακτίνες του ήλιου, που ξεπρόβαλλε πίσω από τις κο­ ρυφές των ορέων Λατάρι. Άφησαν πίσω τους τη νύχτα με τον τρόμο, την αγωνία, την κούραση μιας αβέβαιης απόδρασης, μιας καταδίωξης α­ διάκοπης και ανελέητης, με τον τρόμο μήπως η ελπίδα δια­ λυθεί σαν απατηλό όνειρο με το φως της μέρας. Ο ήλιος έ­ λαμπε από πάνω τους σαν καλός θεός, η βοή του ηφαιστείου χανόταν μακριά σαν τις τελευταίες βροντές μιας καταιγί­ δας, το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού γινόταν ένα μέσα σε μια πανδαισία φωτός, αέρα κι δυνατών αρωμάτων που ο άνεμος έφερνε από τη στεριά. Ο Ρωμύλος πλησίασε το δάσκαλό του. «Είμαστε ελεύθε­ ροι τώρα;» Ο Αμβροσίνος θα ήθελε να του εξηγήσει ότι οι κίνδυνοι δεν είχαν απομακρυνθεί εντελώς, ότι τους περίμενε ένα τα­ ξίδι πιθανώς γεμάτο περιπέτειες και εμπόδια, αλλά δεν του έκανε καρδιά να σκιάσει τη χαρά που, για πρώτη φορά με­ τά από πολύ καιρό, έβλεπε να λάμπει στα μάτια του αγο­ ριού. Απάντησε ελέγχοντας με κόπο τη συγκίνηση του, που έκανε τη φωνή του να τρέμει: «Ναι, παιδί μου, είμαστε ε­ λεύθεροι». Ο Ρωμύλος κούνησε το κεφάλι ξανά και ξανά, σαν να ή­ θελε να πειστεί για την αλήθεια εκείνων των λόγων. Ύστε­ ρα πλησίασε τον Αυρήλιο και τη Λιβία, που στέκονταν πα­ ράμερα και τον κοίταζαν, και είπε με αδύναμη φωνή: «Ευ­ χαριστώ».

Η βάρκα έπιασε στεριά σε μια έρημη παραλιακή τοποθε­ σία, κοντά στα ερείπια μιας παραθαλάσσιας έπαυλης, πε-

ρίπου τριάντα μίλια βόρεια της Κύμης, και η Λιβία πήδηξε στο νερό και βγήκε πρώτη απ' όλους στην ξηρά, για να δεί­ ξει ότι το πρόσταγμα της επιχείρησης βρισκόιαν πάντα στα δικά της χέρια. «Βυθίστε τη βάρκα!» φώναξε στον Αυρήλιο. «Και μετά ακολουθήστε με, από αυτή τη μεριά, γρήγορα!» Κι έδειξε μια γκρεμισμένη αγροικία που μόλις διακρινόταν πίσω από μια συστάδα δέντρων, σε απόσταση λίγο μικρότερη από ένα μί­ λι. Ο Αυρήλιος βοήθησε τον Ρωμύλο να κατεβεί στο νερό, ε­ νώ ο Βατίατος και ο Δημήτριος έπαιρναν τα τσεκούρια τους, κάτω από το ανήσυχο βλέμμα του Αμβροσίνου. «Μα γιατί;» ρώτησε. «Γιατί να βυθίσουμε τη βάρκα; Αυ­ τό τον καιρό είναι το ασφαλέστερο μέσο για να ταξιδεύει κα­ νείς. Σταματήστε, σας παρακαλώ, ακούστε με!» Η Λιβία κατάλαβε ότι καθυστερούσαν και γύρισε πίσω. «Σας είπα να με ακολουθήσετε! Δεν έχουμε ούτε λεπτό για χάσιμο. Μπορούν να μας επιτεθούν οποιαδήποτε στιγμή. Αυτό το αγόρι είναι το πλέον καταζητούμενο πρόσωπο σ' ό­ λη την αυτοκρατορία, δεν το καταλαβαίνεις;» «Ναι, βέβαια», απάντησε ο Αμβροσίνος. «Αλλά η βάρκα είναι το πιο ασφαλές μέσο και...» «Ούτε κουβέντα, ακολουθήστε με, και τρέχοντας μάλι­ στα!» πρόσταξε η Λιβία με ύφος ξερό, που δεν επιδεχόταν αντιρρήσεις. Ο Αμβροσίνος την ακολούθησε απρόθυμα, γυ­ ρίζοντας πολλές φορές να κοιτάξει τη βάρκα, που άρχιζε να βυθίζεται. Ο Ορόσιος είχε ήδη κατεβεί, τον ακολούθησε ο Δημήτριος και αμέσως μετά ο Αυρήλιος, ο Βατρένος και ο Βατίατος πήδηξαν στη στεριά, ο ένας μετά τον άλλο, και α­ κολούθησαν τρέχοντας την ομάδα που προπορευόταν, την οποία η Λιβία ήδη οδηγούσε για κάλυψη μέσα στο παρα­ θαλάσσιο δάσος που κάλυπτε την περιοχή.

276

277


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω», έλεγε αγκομαχώντας ο Βατρένος. «Οι έξι μας ρεζιλέψαμε εβδομήντα φρουρούς οχυρωμένους σ' εκείνο το φρούριο». «Όπως τον παλιό καιρό!» αναφώνησε ο Βατίατος. «Αλλά με μια ευχάριστη διαφορά», πρόσθεσε κλείνοντας το μάτι στη Λιβία, που ανταπέδωσε μ' ένα χαμόγελο. «Δε βλέπω την ώρα να μετρήσω όλα εκείνα τα ωραία χρυ­ σά νομίσματα», είπε και πάλι ο Βατρένος. «Χίλια σολδία εί­ πες, έτσι δεν είναι;» «Έτσι είναι», επιβεβαίωσε ο Αυρήλιος. «Σου υπενθυμίζω όμως ότι δεν τα έχουμε κερδίσει ακόμα. Πρέπει να διασχί­ σουμε την Ιταλία από τη μια άκρη ως την άλλη, μέχρι τον προκαθορισμένο τόπο της συνάντησης». «Και που είναι αυτός ο τόπος;» ρώτησε ο Βατρένος. «Είναι ένα λιμάνι στην Αδριατική, όπου μας περιμένει έ­ να πλοίο. Εκεί το αγόρι θα είναι ασφαλές κι εμείς θα έχου­ με ένα σωρό λεφτά». Η Λιβία σταμάτησε μπροστά στην αγροικία και εξερεύ­ νησε με προσοχή τα ερείπια, σημαδεύοντας μπροστά της με το τόξο έτοιμο. Άκουσε ένα σιγανό φρούμασμα και αμέσως μετά είδε έξι άλογα κι ένα μουλάρι δεμένα από τα χαλινάρια σ' ένα σκοινί τεντωμένο ανάμεσα σε δυο κάγκελα. Ανάμεσά τους διέκρινε αμέσως τον Γιούμπα, που άρχισε να χτυπάει τα πόδια του μόλις ένιωσε τη μυρωδιά του αφεντικού του. «Γιούμπα!» φώναξε ο Αυρήλιος τρέχοντας να τον λύσει. Τον αγκάλιασε όπως έναν παλιό φίλο. «Είσαι ευχαριστημένος;» είπε η Λιβία. «Ο Ευστάθιος έ­ κανε καλή δουλειά· ο Στέφανος έχει άριστες επαφές σ' αυ­ τά τα μέρη. Όλα προχωρούν θαυμάσια». «Είμαι ευτυχισμένος», απάντησε ο Αυρήλιος. «Δεν υπάρ­ χει στον κόσμο άλογο καλύτερο από τον Γιούμπα».

Ο Αμβροσίνος έκανε ένα βήμα μπροστά και πλησίασε τη Λιβία, που έλυνε το άλογό της κι ετοιμαζόταν να ανεβεί στη σέλα. «Είμαι υπεύθυνος για την ασφάλεια του αυτο­ κράτορα», είπε κοιτάζοντάς τη με σταθερό βλέμμα, «και νο­ μίζω ότι έχω δικαίωμα να ξέρω πού τον μεταφέρετε». «Εγώ είμαι η υπεύθυνη για την ασφάλεια του αγοριού, με δεδομένο ότι σας ελευθέρωσα και τους δύο από την αιχ­ μαλωσία. Κατανοώ όμως την ανησυχία σου. Δεν ενήργησα με δική μου πρωτοβουλία, αυτό το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; Εκτελώ τις οδηγίες που έχω λάβει. Θα οδηγήσουμε το αγόρι στην Αδριατική και από εκεί θα φύγει και θα με­ ταφερθεί σ' έναν τόπο όπου οι βάρβαροι δε θα μπορέσουν ποτέ να το φτάσουν και όπου το αυτοκρατορικό αξίωμά του θα βρει τη φυσική του έδρα...» Το πρόσωπο του Αμβροσίνου σκοτείνιασε. «Στην Κων­ σταντινούπολη... έτσι δεν είναι; Θέλετε να τον πάτε στην Κωνσταντινούπολη... είναι μια φωλιά φιδιών, όπου στην πά­ λη για την εξουσία δε γλιτώνει κανείς, ούτε αδέρφια ούτε α­ δερφές, ούτε γονείς ούτε καν παιδιά...» Δεν αντιλήφθηκε ό­ τι ο Ρωμύλος είχε πλησιάσει και ότι πιθανώς δεν είχε χάσει ούτε λέξη από τον παθιασμένο λόγο του. Ήταν όμως πολύ αργά και ήταν καλύτερα για το αγόρι να αντιληφθεί την κα­ τάσταση. Ο Αμβροσίνος έβαλε το χέρι του στον ώμο του και το έσφιξε πάνω του, σαν να ήθελε να το προστατέψει από μια νέα απειλή, όχι μικρότερη από εκείνες που είχε αντι­ μετωπίσει μέχρι τότε. «Εκεί κάτω δε θα έχει κανέναν να τον προστατεύει», συνέχισε. «Θα είναι στο έλεος οποιασδήποτε ιδιοτροπίας, οποιασδήποτε αυθαιρεσίας. Άφησέ τον σε μέ­ να, σε παρακαλώ». Η Λιβία δεν μπόρεσε να αντέξει το βλέμμα του. Απάντησε, όχι χωρίς αμηχανία: «Δεν είναι ένα οποιοδήποτε α-

278

279


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

γόρι, και το ξέρεις πολύ καλά. Δεν μπορείς να πιστεύεις ό­ τι θα το οδηγήσεις όπου νομίζεις και χωρίς εμάς δε θα πη­ γαίνατε μακριά. Και πάντως θα μπορέσεις να πας μαζί του, αν το θελήσεις. Καβαλήστε τα άλογα, καλύτερα, και ας ξε­ κινήσουμε, είναι επικίνδυνο να μένουμε εδώ, είμαστε πολύ κοντά στην ακτή». Σπιρούνισε το άλογό της και ακολούθη­ σε το μονοπάτι που προχωρούσε μέσα στο δάσος. «Τα λεφτά δεν είναι το ζήτημα; Είναι ζήτημα χρημάτων, έτσι δεν είναι;» φώναξε πίσω της ο Αμβροσίνος. Ο Αυρήλιος του έδωσε στο χέρι τα χαλινάρια του μουλαριού. «Μη λες ανοησίες, δάσκαλε. Έχεις ιδέα τι θα της έ­ καναν, αν την έπιαναν ενώ προσπαθούσε να σας απελευθε­ ρώσει; Κανένας δε διακινδυνεύει τη ζωή του μόνο για τα χρήματα. Κι όλοι εμείς τη διακινδυνεύσαμε πολλές φορές. Και τώρα προχώρα, με άκουσες;» «Μπορώ να ανεβώ στο άλογο μαζί σου;» τον ρώτησε ο Ρωμύλος, αλλά ο Αυρήλιος αρνήθηκε. «Καλύτερα να ανε­ βείς στο μουλάρι με το δάσκαλό σου», είπε. «Εμείς πρέπει να κινούμαστε ελεύθερα σε περίπτωση επίθεσης». Σπιρού­ νισε το άλογό του. Ο Ρωμύλος ανέβηκε απογοητευμένος πί­ σω από τον Αμβροσίνο, που παρότρυνε το υποζύγιό του, και προχώρησε σιωπηλός στο μονοπάτι. Ακολούθησαν ο Βατρένος, ο Ορόσιος, ο Δημήτριος και ο Βατίατος, που προ­ χωρούσαν σε ζευγάρια με γρήγορο ρυθμό. Όταν έφτασαν στην κορυφή ενός υψώματος, κοίταξαν πίσω τους, προς την ακτή. Η θάλασσα άστραφτε κάτω από τις ακτίνες του ή­ λιου, που βρισκόταν ήδη αρκετά ψηλότερα από την κορυ­ φογραμμή των βουνών, και φαινόταν καλά η βάρκα που βούλιαζε μέσα σε αφρούς. Από την άλλη πλευρά, οι κορυ­ φές των Απένινων υψώνονταν κατάλευκες από το χιόνι πά­ νω από το δάσος, πάνω από το σκούρο πράσινο των ελά-

των. Η ανηφόρα έγινε πιο απότομη και οι ιππείς επιβρά­ δυναν το ρυθμό τους, προχωρώντας αργά. Ο Βατρένος κέ­ ντρισε το άλογό του και ήρθε πλάι στη Λιβία και τον Αυρή­ λιο, για να ενισχύσει την κεφαλή της πομπής, που ήταν πε­ ρισσότερο εκτεθειμένη. «Έχω μια απορία», είπε κάποια στιγμή γυρίζοντας προς τη Λιβία. «Ποια;» «Τι συνέβη με τον ψαρά που σκαρφάλωσε στη βορινή πλαγιά για να φέρει έναν αστακό στον καίσαρα Τιβέριο;» «Ο αυτοκράτορας δεν το πήρε πολύ καλά. Ενοχλημένος που ένας παρείσακτος κατόρθωσε να μπει στην έπαυλή του από μια πλευρά που θεωρούσε απρόσιτη, διέταξε τους φρου­ ρούς του να πάρουν τον αστακό και να τον τρίψουν στη μού­ ρη του ψαρά, προτού του δείξουν την έξοδο». Ο Βατρένος έξυσε το σβέρκο του. «Να πάρει. Με μας πή­ γε πολύ καλύτερα, στο κάτω κάτω». «Προς τον παρόν», είπε ο Αυρήλιος. «Σωστά, προς το παρόν», παραδέχτηκε ο Βατρένος. Πίσω, σε απόσταση περίπου εκατό βημάτων, έρχονταν ο Αμβροσίνος και το αγόρι, καβάλα στο μουλάρι. «Πιστεύεις στ' αλήθεια ότι θα με πάνε στην Κωνσταντι­ νούπολη;» ρώτησε ο Ρωμύλος. «Το φοβάμαι», απάντησε ο Αμβροσίνος. «Ή μάλλον, εί­ μαι βέβαιος γι' αυτό. Η Λιβία δε με διέψευσε όταν το είπα, το αντίθετο, κατά μια έννοια το επιβεβαίωσε». «Και είναι στ' αλήθεια τόσο απαίσια εκεί;» Ο Αμβροσίνος δεν ήξερε τι να απαντήσει. «Πες μου», επέμεινε ο Ρωμύλος. «Έχω δικαίωμα να ξέ­ ρω τι με περιμένει». «Η αλήθεια είναι ότι ούτε εγώ ξέρω· δεν μπορώ να κάνω

280

281


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

παρά υποθέσεις. Ένα πράγμα είναι σαφές: κάποιος έχει α­ ναθέσει στη Λιβία να σε πάρει από το Κάπρι. Αυτή οργάνωσε τα πάντα. Η παρουσία του Αυρήλιου στην αρχή με παρα­ πλάνησε, καθώς ήξερα ότι είχε αποπειραθεί ήδη μια φορά στη Ραβένα. Μου φαινόταν λογικό να δοκιμάσει ξανά. Το γεγονός ότι είχε μαζί του την κοπέλα δε μου προκαλούσε έκπληξη. Μπορούσε να είναι η σύντροφός του. Πολλοί στρα­ τιώτες έχουν κάποια και στο τέλος της θητείας τους συνήθως την παντρεύονται. Χρειάστηκε όμως να αλλάξω γνώμη. Προ­ φανώς αυτή έχει το πρόσταγμα κι επομένως αυτή έχει στη διάθεσή της τα χρήματα για να τους πληρώσει». «Αληθεύει λοιπόν αυτό που είπες... τα κάνουν όλα για τα χρήματα». «Έστω κι έτσι, θα πρέπει να τους είμαστε ευγνώμονες. Ο Αυρήλιος έχει δίκιο, κανένας δε διακινδυνεύει τη ζωή του μό­ νο για τα χρήματα, σίγουρα όμως το χρήμα βοηθάει. Είναι θεμιτό ένας άνθρωπος να προσπαθεί να βελτιώσει την κα­ τάστασή του, ιδιαίτερα στον καιρό μας, και αυτοί είναι στρα­ τιώτες χωρίς στρατό και χωρίς πατρίδα». «Γιατί είπες αυτά τα πράγματα πριν; Τι μπορεί να μου συμβεί αν πάω στην Κωνσταντινούπολη;» «Πιθανώς τίποτα. Θα ζούσες μέσα στην πολυτέλεια. Αλλά δεν παύεις να είσαι ο αυτοκράτορας της Δύσης και αυτό, ό­ πως και να 'χει, θα αντιπροσώπευε έναν κίνδυνο σ' εκείνα τα μέρη. Κάποιος θα μπορούσε απλά να σε χρησιμοποιήσει ε­ ναντίον κάποιου άλλου, όπως ένα πιόνι σε επιτραπέζιο παι­ χνίδι, καταλαβαίνεις; Και καμιά φορά θυσιάζουμε τα πιό­ νια χωρίς να σκεφτούμε ούτε στιγμή για να προετοιμάσου­ με μια πιο αποτελεσματική κίνηση με σκοπό τη νίκη. Σ' αυ­ τή την περίπτωση, δυστυχώς θα την πλήρωνες πάντα εσύ. Η Κωνσταντινούπολη είναι μια διεφθαρμένη πρωτεύουσα». 282

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΏΝΑ

«Κι εκείνοι, επομένως, δεν είναι καλύτεροι από τους βαρ­ βάρους». «Σ' αυτό τον κόσμο όλα πληρώνονται, παιδί μου. Όταν ένας λαός φτάνει σ' ένα υψηλό επίπεδο πολιτισμού, ανα­ πτύσσεται ταυτόχρονα και η διαφθορά, σ' έναν ορισμένο βαθμό. Οι βάρβαροι δεν είναι διεφθαρμένοι επειδή ακριβώς είναι βάρβαροι, αλλά σύντομα θα μάθουν κι αυτοί να εκτι­ μούν τα ωραία ρούχα, το χρήμα, τα εξεζητημένα γεύματα, τα αρώματα, τις όμορφες γυναίκες, τις πολυτελείς κατοι­ κίες. Όλα αυτά στοιχίζουν και, για να τα αποκτήσει κανείς, χρειάζονται τόσα χρήματα, όσα μόνο η διαφθορά μπορεί να δώσει. Όπως και να 'χει, δεν υπάρχει πολιτισμός που να μην έχει μέσα του ορισμένα ίχνη βαρβαρότητας και δεν υ­ πάρχει βαρβαρότητα που να μην περιέχει κάποια στοιχεία πολιτισμού. Με καταλαβαίνεις;» «Ναι, πιστεύω πως ναι. Μα τότε, τι κόσμος είναι αυτός στον οποίο ζούμε, Αμβροσίνε;» «Ο καλύτερος δυνατός, ή ο χειρότερος δυνατός, ανάλο­ γα πώς τον βλέπει κανείς. Πάντως, κατά τη γνώμη μου, ο πο­ λιτισμός είναι πολύ προτιμότερος από τη βαρβαρότητα». «Και τι είναι, κατά τη γνώμη σου, ο πολιτισμός;» «Πολιτισμός σημαίνει νόμοι, πολιτική οργάνωση, α­ σφάλεια δικαίου. Σημαίνει επαγγέλματα και δουλειές, δρό­ μοι και επικοινωνίες, τελετές και εθιμοτυπία. Επιστήμη αλλά και τέχνη, κυρίως τέχνη· λογοτεχνία, ποίηση, όπως αυτή του Βιργιλίου που τόσες φορές διαβάσαμε μαζί. Δρα­ στηριότητες του πνεύματος που μας κάνουν να μοιάζουμε πολύ με το Θεό. Ένας βάρβαρος, αντίθετα, μοιάζει πιο πολύ με ζώο. Δεν ξέρω αν εξηγούμαι. Όταν αποτελείς μέ­ ρος ενός πολιτισμού, νιώθεις ιδιαίτερη περηφάνια, την πε­ ρηφάνια ότι συμμετέχεις σ' ένα μεγάλο συλλογικό εγχεί283


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

ρήμα, το μεγαλύτερο που ανέλαβε ο άνθρωπος να εκτελέ­ σει». «Αλλά ο δικός μας, ο πολιτισμός μας εννοώ, πεθαίνει, έ­ τσι δεν είναι;» «Ναι», απάντησε ο Αμβροσίνος κι έμεινε για πολλή ώρα σιωπηλός.

19

δε βρίσκεις;» Σ' αυτά τα λόγια ο Αυρήλιος ανασκίρτησε. Ο Ρωμύλος τον αιφνιδίασε βγαίνοντας από το σκοτάδι πίσω του, ενώ αυ­ τός περιέστρεφε το σπαθί μπροστά στη φωτιά, σχεδόν υ­ πνωτισμένος από τις γαλαζωπές ανταύγειες της λεπίδας, που άλλαζαν χρώμα όπως τα «μάτια» στην ουρά ενός πα­ γονιού. «Με συγχωρείς», απάντησε προσφέροντάς του το σπαθί. «Ξέχασα να σου επιστρέψω αυτό. Είναι δικό σου». «Καλύτερα να το κρατήσεις εσύ προς το παρόν. Σίγουρα το χρησιμοποιείς καλύτερα». Ο Αυρήλιος το παρατήρησε κι άλλο. «Αυτό το όπλο είναι απίστευτο· παρ' όλα τα χτυπήματα που έδωσε και δέχτηκε, δεν έχει ούτε μια χαρακιά, δεν έχει σημάδια ή γρατσουνιές. Μοιάζει με όπλο ενός θεού». «Αυτό είναι αλήθεια κατά μία έννοια. Αυτό το σπαθί α­ νήκε στον Ιούλιο Καίσαρα. Είδες την επιγραφή;» Ο Αυρήλιος έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι και πέρα­ σε τα δάχτυλά του πάνω από τη σειρά γραμμάτων που ήταν χαραγμένα στο κέντρο της λεπίδας, στο εσωτερικό μιας αυ­ λάκωσης που μόλις φαινόταν. «Την είδα και δεν πίστευα στα μάτια μου. Και αυτό το σπαθί αποπνέει μια μυστηριώ«ΟΜΟΡΦΟ,

284

285


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

δη δύναμη, που εισχωρεί κάτω από το δέρμα, στα δάχτυλα, στο μπράτσο, μέχρι την καρδιά...» «Ο Αμβροσίνος λέει ότι το σφυρηλάτησαν οι Χάλυβες στην Ανατολία από έναν όγκο σιδηρίτη και το σκλήρυναν μέ­ σα σε αίμα λιονταριού». «Και η λαβή... κανένα ξίφος μάχης δεν έχει λαβή τόσο πλούσια και πολύτιμη. Μόνο τα τελετουργικά ξίφη. Κι ό­ μως, ο λαιμός του αετού εφαρμόζει στο χέρι μου όσο καμία άλλη λαβή που έσφιξα ποτέ, μοιάζει με προέκταση του χε­ ριού...» «Είναι μόνο ένα τρομερό εργαλείο θανάτου», είπε ο Ρω­ μύλος, «που φτιάχτηκε για ένα μεγάλο κατακτητή. Εσύ εί­ σαι ένας στρατιώτης, είναι φυσικό να σε γοητεύει». Έριξε ένα βλέμμα στον παιδαγωγό του, που ήταν απασχολημένος αραδιάζοντας τα πράγματά του κοντά στη φωτιά. «Βλέπεις τον Αμβροσίνο; Είναι ένας άνθρωπος της γνώσης και προ­ σπαθεί να σώσει τα εργαλεία του που μούσκεψαν από το νε­ ρό μετά από εκείνη τη βουτιά στη σπηλιά, τις σκόνες του... τα βότανά του... Και το αντίγραφό μου της Αινειάδας· ένα δώρο για τη μέρα της ανακήρυξής μου». «Κι εκείνο το τετράδιο;» «Είναι το προσωπικό του ημερολόγιο. Εκεί είναι γραμ­ μένη η ιστορία του... και η δική μας επίσης». «Εννοείς ότι μιλούσε και... για μένα;» «Μπορείς να είσαι βέβαιος γι' αυτό. Μα γιατί λες "μι­ λούσε";» «Βουτήχτηκε στο νερό. Φαντάζομαι ότι σώθηκαν λίγα πράγματα». «Ίσα ίσα, σώθηκαν τα πάντα. Ανεξίτηλο μελάνι. Άλλη μια από τις συνταγές του. Και γνωρίζει επίσης κι εκείνη για το αόρατο μελάνι». 286

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ.

«Με κοροϊδεύεις». «Ω, όχι. Ενώ γράφει, δε βλέπεις τίποτα, λες κι έχει βουτή­ ξει την πένα σε νερό πηγής, και μετά, ξαφνικά, όταν αυτός...» Ο Αυρήλιος τον διέκοψε. «Τον αγαπάς πολύ, έτσι δεν εί­ ναι;» «Δεν έχω άλλον στον κόσμο», απάντησε ο Ρωμύλος. Και το είπε με ένα ιδιαίτερο ύφος, σαν να επιζητούσε τη διά­ ψευση του συνομιλητή του. Ο Αυρήλιος δε μίλησε και ο Ρω­ μύλος τον κοίταξε καθώς έβαζε το σπαθί στη θήκη, με μια κίνηση συνεχή και αρμονική, σαν ιερέα. Έμειναν να κοι­ τάζουν τις φλόγες της φωτιάς για λίγη ώρα, μετά ο Ρωμύλος έσπασε και πάλι τη σιωπή. «Γιατί σήμερα δεν ήθελες να α­ νεβώ μαζί σου στο άλογο;» «Σου το είπα· αν πρέπει να σε προστατέψω, πρέπει να έ­ χω ελευθερία κινήσεων». «Δεν είναι γι' αυτό. Πρέπει να είσαι ελεύθερος, τελεία και παύλα, έτσι δεν είναι;» Και προτού ο Αυρήλιος προλά­ βει να απαντήσει, έφυγε και πήγε στον Αμβροσίνο, που του έστρωνε την κουβέρτα του πάνω σ' ένα στρώμα ξερών φύλ­ λων. Ο Δημήτριος φύλαγε σκοπός στα όρια του καταυλι­ σμού, ο Ορόσιος είχε εγκατασταθεί σε κάποια απόσταση, πάνω σ' ένα λοφίσκο, για να προλάβει ενδεχόμενες κινήσεις των διωκτών τους από τα δυτικά. Οι άλλοι, ο Βατίατος, η Λιβία, ο Αυρήλιος και ο Βατρένος, ετοιμάζονταν κι αυτοί να αναπαυθούν. «Παράξενο», είπε ο Βατρένος. «Θα 'πρεπε να είμαι ψό­ φιος από την κούραση και όμως δεν έχω καμία όρεξη να κοιμηθώ». «Κάναμε τόσα πολλά τη μέρα που πέρασε», παρατήρη­ σε ο Αυρήλιος, «και το σώμα μας δεν καταφέρνει ακόμα να πιστέψει ότι μπορεί να ξεκουραστεί». 287


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Είναι μια καλή εξήγηση», απάντησε ο Βατίατος. «Πράγ­ ματι, εγώ που δεν έκανα σχεδόν τίποτα πέφτω κάτω οπό τη νύστα». «Δεν ξέρω... θα μου άρεσε να τραγουδήσουμε», είπε ο Βατρένος, «όπως κάναμε μερικά βράδια στο στρατόπεδο, γύρω από τη φωτιά. Θυμάστε; Μα τους θεούς... θυμάστε τι φωνή είχε ο Αντωνίνος;» «Ω, ναι», είπε ο Αυρήλιος. «Και βέβαια. Ο Κανίδιος πά­ λι; Και ο Παυλίνος;» «Ούτε ο Κλαυδιανός, ο διοικητής, είχε άσχημη φωνή», είπε ο Βατίατος. «Θυμάστε; Καμιά φορά ερχόταν έτσι, με­ τά την επιθεώρησή του, και καθόταν κοντά στη φωτιά και, αν τραγουδούσαμε κάτι, άρχιζε κι αυτός να σιγοτραγουδά­ ει. Και μετά έστελνε να φέρουν λίγο κρασί κι έπινε ένα πο­ τήρι μαζί μας. Έλεγε: "Πιείτε, παιδιά, να ζεσταθείτε λίγο". Καημένε διοικητή, θυμάμαι ακόμα το τελευταίο βλέμμα του, καθώς έπεφτε πληγωμένος μέσα σ' ένα πλήθος εχθρών...» Και τα μάτια του μαύρου γίγαντα δάκρυζαν μέσα στο σκο­ τάδι, καθώς θυμόταν εκείνη τη φρικτή σκηνή. Σ' αυτά τα λόγια ο Αυρήλιος σήκωσε το κεφάλι και οι δυο τους αντάλλαξαν σιωπηλοί ένα ατελείωτο βλέμμα. Για μια στιγμή, στο βλέμμα του Αυρήλιου φάνηκε μια έκφραση ε­ ρωτηματική, κάτι σαν τη σκιά μιας υποψίας, που δεν ξέφυ­ γε από τον Βατίατο. «Ξέρω τι σκέφτεσαι», είπε. «Αναρωτιέ­ σαι πώς σωθήκαμε στη Δέρτωσσα, έτσι δεν είναι; Θέλεις να μάθεις γιατί είμαστε ζωντανοί...» «Κάνεις λάθος, εγώ δεν...» «Μη λες ψέματα, σε ξέρω πολύ καλά. Μα μήπως εμείς σε ρωτήσαμε γιατί δε γύρισες; Γιατί δε γύρισες να πεθάνεις μαζί με τους άλλους συντρόφους μας;» «Γύρισα για να σας ελευθερώσω, δε σου φτάνει αυτό;»

«Πάψτε», πρόσταξε ο Βατρένος. Και το είπε χωρίς να φωνάξει, με ύφος ήρεμο και σταθερό. «Θα σου πω εγώ τι έ­ γινε, Αυρήλιε, έτσι θα βάλουμε μια πέτρα από πάνω μια και καλή και δε θα ξαναμιλήσουμε γι' αυτό, εντάξει; Δεν το ή­ θελα, καταλαβαίνω όμως ότι είναι ανάγκη. Λοιπόν, αφού έ­ φυγες εμείς αρχίσαμε να πολεμάμε, καθώς δεχόμαστε επί­ θεση από παντού, και πολεμήσαμε για ώρες. Και ώρες. Και ώρες. Πρώτα από τους φράχτες, έπειτα από την τάφρο, έ­ πειτα έξω, σε τετράγωνο, όλοι πεζοί, όπως τον καιρό του Αννίβα. Και ενώ εμείς όλο και λιγοστεύαμε και κουραζό­ μαστε, εκείνοι εξακολουθούσαν να στέλνουν νέα στρατεύ­ ματα, κατά κύματα, το ένα μετά το άλλο... Μας κατέκλυζαν με βέλη, καταιγισμό βελών. Μετά, όταν μας είδαν εξαντλη­ μένους, ματωμένους, κατάκοπους -σ' εκείνο το σημείο είχε πια σουρουπώσει-, ήρθαν προς το μέρος μας αργά, πάνω στα σιδερόφρακτα άλογά τους, κραδαίνοντας τους πελέκεις, για να μας αποτελειώσουν, να μας σφάξουν. Έναν έναν. Εί­ δαμε τους συντρόφους μας να πέφτουν κατά δεκάδες, κατά εκατοντάδες, ανίκανοι τώρα πια ακόμα και να σηκώσουν το βάρος των όπλων. Κάποιοι έπεφταν πάνω στα σπαθιά τους, δίνοντας έτσι τέλος στο μαρτύριό τους, άλλους τους κομμά­ τιαζαν ζωντανούς... τους παρατούσαν καταγής χωρίς πόδια ή χέρια, παραμορφωμένους κορμούς που ούρλιαζαν, που αιμορραγούσαν μέσα στη λάσπη...» «Δε θέλω να ακούσω!» κραύγασε ο Αυρήλιος, αλλά ο Βα­ τρένος δεν τον άκουσε καν. «Τότε επενέβη ο επικεφαλής τους, εκείνος ο Μλέντο, ένας από τους υπαρχηγούς του Οδόακρου. Είχαμε απομείνει καμιά εκατοστή όλοι κι όλοι, νο­ μίζω, παραμορφωμένοι από την κούραση, βουτηγμένοι στα αίματα και τις λάσπες, τσακισμένοι. Έπρεπες να μας δεις, Αυρήλιε... έπρεπε... να μας δεις!» Η φωνή του έτρεμε, ο Ρού-

288

289


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

φιος Έλιος Βατρένος, ο σκληρός στρατιώτης, ο παλαίμαχος, είχε κρύψει το πρόσωπο στα χέρια του κι έκλαιγε με αναφι­ λητά, σαν μωρό, ενώ ο Βατίατος είχε βάλει το χέρι του στον ώμο του και τον χτυπούσε ελαφρά για να τον ηρεμήσει. Ήταν αυτός που συνέχισε: «Ο Μλέντο κάτι φώναξε στη γλώσσα του και η σφαγή σταμάτησε. Ένας κήρυκας μας διέταξε να ρί­ ξουμε τα όπλα μας και να σώσουμε τις ζωές μας. Κι εμείς τα ρίξαμε, ναι, τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε; Μας αλυ­ σόδεσαν και μας έσυραν με κλοτσιές και βρισιές μέχρι το στρατόπεδό τους, όπου πολλοί από εκείνους θα ήθελαν να μας σκοτώσουν με τα πιο φρικτά βασανιστήρια, γιατί είχα­ με σκοτώσει τουλάχιστον τέσσερις χιλιάδες από τους συ­ ντρόφους τους και τραυματίσει πολλούς άλλους. Αλλά ο Μλέ­ ντο πρέπει να είχε πάρει τη διαταγή να χαρίσει τη ζωή σ' έ­ ναν ορισμένο αριθμό αντρών, για να χρησιμοποιηθούν ως σκλάβοι. Μας οδήγησαν στο Κλάσσιο και από εκεί ξεκινή­ σαμε για διάφορους προορισμούς. Μερικούς τους έστειλαν στην Ίστρια, νομίζω, στα λατομεία, άλλους στο Νωρικό, για να κόβουν δέντρα. Εμάς στο Μιζένο, όπου μας βρήκες. Ορί­ στε, Αυρήλιε, αυτό είναι όλο, δεν έχω τίποτ' άλλο να σου πω. Και τώρα πηγαίνω να κοιμηθώ, αν δε με χρειάζεστε άλλο». Ο Αυρήλιος έγνεψε βαριά με το κεφάλι. «Πήγαινε», είπε. «Πήγαινε να κοιμηθείς, μαύρε άνθρωπε. Κοιμηθείτε, αν μπορείτε, κι εσύ, Βατρένε, παλιέ μου φίλε. Εγώ... δεν αμ­ φέβαλα ποτέ. Εγώ... το μόνο που ήλπιζα ήταν να σας βρω ζωντανούς, τίποτ' άλλο, τ' ορκίζομαι... Θα έδινα τα πάντα για να μπορέσω να σας βρω ζωντανούς. Η ζωή είναι το μόνο που μας απομένει». Απομακρύνθηκε και πήγε να καθίσει στον κορμό μιας βαλανιδιάς, κοντά στον Γιούμπα. Η Λιβία δεν ήταν μακριά και πρέπει να είχε ακούσει τα πάντα, αλ­ λά δεν είπε τίποτα, το ίδιο κι εκείνος. Ο Αυρήλιος θα ήθελε

να κλάψει, ναι, αν μπορούσε, αλλά η καρδιά του ήταν από πέτρα και οι σκέψεις στο κεφάλι του στριφογύριζαν σαν φί­ δια κουλουριασμένα στη φωλιά τους. Πιο πέρα, ο Ρωμύλος ήταν ξαπλωμένος στο στρώμα του, αλλά δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. Είχε καταλάβει ότι κάτι τρο­ μερό είχε ανάψει μια σκληρή λογομαχία μεταξύ των συ­ ντρόφων του, όχι όμως και για τι επρόκειτο. Φοβόταν ότι ή­ ταν κατά κάποιο τρόπο το αντικείμενο εκείνης της συζήτη­ σης. Γι' αυτό εξακολουθούσε να στριφογυρίζει χωρίς να βρί­ σκει γαλήνη. «Δεν κοιμάσαι;» τον ρώτησε ο Αμβροσίνος. «Δεν τα καταφέρνω». «Λυπάμαι, εγώ φταίω. Δεν έπρεπε να πω εκείνα τα πράγ­ ματα σχετικά με την Κωνσταντινούπολη και όλα τα άλλα. Είμαι απερίσκεπτος. Συγχώρεσέ με». «Μη στενοχωριέσαι, έπρεπε να το φανταστώ. Γιατί να οργανώσουν μια επιχείρηση τόσο δύσκολη και επικίνδυνη, αν όχι για λόγους πολιτικού χαρακτήρα; Ή για χρήματα, ό­ πως είπες εσύ. Σε άκουσα ενώ φώναζες στη Λιβία». «Ήμουν εκτός εαυτού. Δεν πρέπει να δώσεις μεγάλη βα­ ρύτητα σ' εκείνα τα λόγια». «Κι όμως έχεις δίκιο. Είναι μισθοφόροι, τόσο η Λιβία, ό­ σο και ο Αυρήλιος και οι άλλοι που ενώθηκαν μαζί τους· τι άλλο;» «Είσαι άδικος. Ο Αυρήλιος, επιχείρησε να σε ελευθερώ­ σει στη Ραβένα χωρίς καμιά ανταμοιβή, μόνο γιατί του το ζήτησε ο πατέρας σου λίγο πριν πεθάνει. Μην το ξεχνάς, ο Αυρήλιος είναι ο άνθρωπος που άκουσε τα τελευταία λόγια του πατέρα σου. Επομένως, μέσα του έχει κάτι από τον πα­ τέρα σου, κάτι πολύ σημαντικό». «Δεν είναι αλήθεια».

290

291


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Έτσι είναι, ό,τι κι αν πιστεύεις εσύ». Ο Ρωμύλος προσπάθησε να ηρεμήσει και να απλώσει τα πιασμένα μέλη του. Η κραυγή ενός γκιόνη ακούστηκε μα­ κριά, σαν λυπητερό τραγούδι, και τον έκανε να αναριγήσει κάτω από το σκέπασμα. «Αμβροσίνε...» «Ναι». «Εσύ δε θέλεις να με πάρουν στην Κωνσταντινούπολη, έ­ τσι δεν είναι;» «Ναι». «Και τι μπορούμε να κάνουμε για να το αποφύγουμε;» «Πολύ λίγα πράγματα. Ουσιαστικά, τίποτα». «Εσύ όμως θα έρθεις μαζί μου, ό,τι κι αν γίνει». «Μπορείς να αμφιβάλλεις γι' αυτό;» «Όχι. Δεν αμφιβάλλω. Αν όμως εξαρτιόταν από σένα, τι θα έκανες;» «Θα σε έπαιρνα μαζί μου». «Πού;» «Στη Βρετανία. Στην πατρίδα μου. Είναι ωραία, ξέρεις. Είναι ένα καταπράσινο νησί με όμορφες πόλεις κι εύφορες πεδιάδες, επιβλητικά δάση με πελώριες βαλανιδιές, οξιές και σφενδάμνους, που αυτή την εποχή υψώνουν στον ουρα­ νό τα γυμνά μπράτσα τους, σαν γίγαντες που προσπαθούν να αρπάξουν τα αστέρια. Και λιβάδια, απέραντα βοσκοτό­ πια. Εδώ κι εκεί υψώνονται μεγαλόπρεπα μνημεία, τερά­ στια κυκλικά μνημεία από πέτρα, το νόημα των οποίων εί­ ναι γνωστό μόνο στους ιερείς της αρχαίας θρησκείας, τους δρυΐδες». «Ξέρω ποιοι είναι. Το διάβασα στο Γαλατικό Πόλεμο του Ιούλιου Καίσαρα... Γι' αυτό φοράς στο λαιμό σου αυτό το κλαδάκι της βαλανιδιάς. Αμβροσίνε; Είσαι κι εσύ δρυΐδης;»

«Διδάχθηκα αυτή την αρχαία γνώση, ναι». «Και πιστεύεις και στο δικό μας Θεό;» «Δεν υπάρχει παρά ένας Θεός, καίσαρα. Διαφορετικοί είναι μόνο οι δρόμοι που ακολουθούν οι άνθρωποι αναζη­ τώντας τον». «Κι όμως, στα απομνημονεύματά σου που διάβασα πε­ ριγράφεις μια χώρα ταραγμένη. Υπάρχουν και σε σας ά­ γριοι βάρβαροι...» «Αυτό είναι αλήθεια. Εδώ και καιρό το Μεγάλο Τείχος δεν αρκεί για να τους συγκρατήσει». «Δεν υπάρχει λοιπόν ειρήνη σ' αυτό τον κόσμο; Δεν υ­ πάρχει ένας τόπος όπου να μπορεί κανείς να ζήσει ειρηνι­ κά;» «Την ειρήνη πρέπει να την κατακτούμε, παιδί μου, για­ τί είναι το πολυτιμότερο αγαθό. Τώρα όμως κοιμήσου. Ο Θεός θα μας δώσει έμπνευση όταν έρθει η στιγμή. Είμαι σί­ γουρος». Ο Ρωμύλος δε μίλησε άλλο και κουλουριάστηκε κάτω α­ πό το σκέπασμα, ακούγοντας το μονότονο μοιρολόι του γκιό­ νη που αντηχούσε από τα βουνά, ώσπου τον κυρίευσε μια αί­ σθηση μεγάλης εξάντλησης κι έκλεισε τα μάτια. Τα αστέρια διέγραφαν αργά τις τροχιές τους στον ουρα­ νό και ο ψυχρός βοριάς έκανε την ατμόσφαιρα διαυγή σαν κρύσταλλο. Οι φλόγες της φωτιάς αναζωογονήθηκαν σκορ­ πίζοντας ένα έντονο φως· μετά έσβησαν γρήγορα και πάνω στο απέραντο σκοτεινό βουνό έμεινε μόνο η ελαφριά α­ νταύγεια της θράκας.

292

293

Στα μισά της νύχτας ο Αυρήλιος αντικατέστησε τον Δημή­ τριο και ο Βατρένος τον Ορόσιο. Είχαν συνηθίσει σ' αυτούς


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

H ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

τους ρυθμούς μετά από μια ζωή στα στρατόπεδα και κάτι μέ­ σα τους τους ξυπνούσε τη σωστή στιγμή, λες και το μυαλό τους μπορούσε να ακολουθεί και να υπολογίζει την κίνηση των άστρων ενώ αυτοί αναπαύονταν. Συνέχισαν το ταξίδι την αυγή, μετά από ένα λιτό πρόγευμα. Ο Ευστάθιος είχε φροντίσει να βρουν προμήθειες στους σάκους των αλόγων, ψωμί, ελιές, τυρί και δυο ασκιά με κρασί. Ο Αμβροσίνος μάζεψε τα πράγματα που είχε αφήσει να στεγνώσουν κοντά στη φωτιά και τα ξανάβαλε στο σάκο του. Ο Ρωμύλος τύλι­ ξε κι έδεσε την κουβέρτα του με τις έμπειρες κινήσεις ενός στρατιώτη. Η Λιβία περνούσε εκείνη τη στιγμή από κοντά του, με τη σαγή του αλόγου της στα χέρια. «Είσαι πολύ ικανός», εί­ πε. «Πού έμαθες;» «Τα τελευταία δύο χρόνια είχα κι ένα στρατιωτικό εκ­ παιδευτή, έναν αξιωματικό της φρουράς του πατέρα μου. Σκοτώθηκε κι αυτός τη νύχτα της επίθεσης στην έπαυλη της Πλακεντίας. Τον αποκεφάλισαν». «Θα ήθελες να ανεβείς μαζί μου στο άλογο σήμερα;» ρώ­ τησε η Λιβία, φορώντας το χαλινάρι και τα γκέμια στο άλο­ γό της. «Δεν πειράζει», είπε ο Ρωμύλος. «Δε θέλω να είμαι βάρος για κανέναν». «Εμένα θα με ευχαριστούσε», επέμεινε η Λιβία. Ο Ρωμύλος δίστασε για μια στιγμή πριν απαντήσει: «Εντάξει, υπό τον όρο ότι δε θα μιλήσουμε για την Κων­ σταντινούπολη και όλα τα άλλα πράγματα». «Σύμφωνοι», απάντησε η Λιβία. «Όχι Κωνσταντινούπο­ λη». «Πρώτα όμως πρέπει να το πω στον Αμβροσίνο. Δε θα ή­ θελα να προσβληθεί».

«Σε περιμένω». Ο Ρωμύλος επέστρεψε μετά από λίγο. «Ο Αμβροσίνος συμφώνησε, είπε όμως να μην πηγαίνουμε πολύ γρήγορα». Η Λιβία συγκατένευσε μ' ένα χαμόγελο. «Εμπρός, ανέβα». Και τον έβαλε να καθίσει μπροστά της. Η φάλαγγα ξεκίνησε με κατεύθυνση προς το πέρασμα που φαινόταν μακριά, ένα διάσελο ανάμεσα σε δυο χιονι­ σμένες κορυφές. «Θα κάνει κρύο εκεί πάνω», είπε ο Ρωμύλος. «Και θα εί­ μαστε εκεί απόψε το βράδυ». «Ναι, αλλά μετά θα αρχίσουμε να κατηφορίζουμε προς την Αδριατική, τη θάλασσά μου. Θα συναντήσουμε και τα τελευταία κοπάδια που κατεβαίνουν στα χαμηλά βοσκοτό­ πια για το χειμώνα. Ίσως δεις και κάποιο νεογέννητο αρ­ νάκι. Θα σου άρεσε αυτό;» «Έχω και γνώσεις γεωργίας και κτηνοτροφίας· έχω δια­ βάσει Κολουμέλλα, Βάρρωνα, Κάτωνα και Πλίνιο, έχω ε­ ξασκηθεί στη μελισσοκομία και γνωρίζω τις τεχνικές του κλαδέματος και του μπολιάσματος, τις εποχές για το ζευ­ γάρωμα, την οινοποίηση του μούστου...» «Όπως ένας πραγματικός Ρωμαίος του παλιού καιρού». «Και όλα αυτά θα τα έχω μάθει για το τίποτα. Δεν πι­ στεύω ότι θα βρω ποτέ τρόπο να ασκήσω αυτές τις τέχνες. Το μέλλον μου δεν εξαρτάται από μένα». Η Λιβία δεν απάντησε σ' αυτά τα λόγια, που ακούγονταν σχεδόν σαν μομφή. Ήταν ο Ρωμύλος αυτός που μίλησε πάλι. «Είσαι η κοπέλα του Αυρήλιου;» «Όχι. Δεν είμαι». «Αλλά θα σου άρεσε να είσαι;» «Δε νομίζω ότι αυτό είναι δική σου δουλειά. Πάντως, αν θέλεις να ξέρεις, εγώ τον έσωσα τη νύχτα που αποπειράθη-

294

295


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

H ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ.

κε να σε ελευθερώσει στη Ραβένα. Είχε ένα άσχημο τραύ­ μα στον ώμο». «Το ξέρω. Ήμουν μαζί του όταν τον χτύπησαν. Πάντως αυτό δε σε κάνει κοπέλα του». «Όχι, πράγματι. Είμαστε μαζί γι' αυτή την αποστολή». «Και μετά;» «Μετά ο καθένας θα πάρει το δρόμο του, υποθέτω». «Α...» «Απογοητεύτηκες;» «Θα 'πρεπε; Δεν είναι δική μου δουλειά, νομίζω». «Όχι, πράγματι». Προχώρησαν σιωπηλοί για περίπου δύο μίλια. Ο Ρωμύ­ λος φαινόταν να κοιτάζει τριγύρω του, να παρατηρεί το σχε­ δόν έρημο αλλά μαγευτικό τοπίο. Τώρα περνούσαν κοντά από μια λίμνη, η οποία αντανακλούσε έναν ουρανό εξίσου καθαρό και διαυγή. Μερικά αγριογούρουνα που έψαχναν για τροφή στις παρυφές του δάσους έτρεξαν να κρυφτούν. Ένα μεγάλο ελάφι σήκωσε το υπέροχο κεφάλι του και δια­ γράφηκε για μια στιγμή, ακίνητο και μεγαλόπρεπο, με φό­ ντο τον ήλιο που ανάτελλε· μετά εξαφανίστηκε μ' ένα μόνο άλμα. «Είναι αλήθεια ότι το κάνατε για τα χρήματα;» ρώτησε ο Ρωμύλος και πάλι. «Θα πάρουμε μια αμοιβή, όπως κάθε στρατιώτης που υ­ πηρετεί τη χώρα του, τούτο όμως δε σημαίνει ότι το κάνα­ με γι' αυτό». «Τότε γιατί;» «Γιατί είμαστε Ρωμαίοι κι εσύ είσαι ο αυτοκράτορας μας». Ο Ρωμύλος δεν είπε τίποτα. Ο άνεμος δυνάμωσε, ένας ψυ­ χρός άνεμος που φυσούσε από τα βορειοανατολικά και εί­ χε αγγίξει τις χιονοσκέπαστες κορυφές των Απένινων. Η Λι-

βία κατάλαβε ότι το αγόρι αναριγούσε, το σκέπασε με το μανδύα της και το τράβηξε τρυφερά κοντά της, αγκαλιάζο­ ντάς το. Στην αρχή ο Ρωμύλος προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά μετά αφέθηκε στη ζεστασιά του κορμιού της. Έκλει­ σε τα μάτια του και του φάνηκε ότι μπορούσε ακόμα να εί­ ναι ευτυχισμένος.

296

297


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

20

Τ ο ΤΑΞΊΔΙ ΣΥΝΕΧΊΣΤΗΚΕ ακόμα για τρεις μέρες μέσα από μέ­ ρη ως επί το πλείστον ακατοίκητα, μέσα από δάση και μο­ νοπάτια κρυφά και απόκρημνα, όπου ήταν πιο εύκολο να α­ ποφύγουν ανεπιθύμητες συναντήσεις. Όποτε σταματούσαν για να στρατοπεδεύσουν, ο Αυρήλιος έκανε ένα μεγάλο α­ ναγνωριστικό γύρο με έναν από τους δικούς του ή με τη Λιβία, για να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχαν κίνδυνοι. Δεν έβρι­ σκαν όμως ποτέ κάτι που μπορούσε να τους ανησυχήσει. Πιθανώς οι εχθροί να μην μπόρεσαν να καταλάβουν προς τα πού είχαν κατευθυνθεί. Από την άλλη, δεν είχαν λόγους να σκεφτούν ότι είχαν μπορέσει να ανακαλύψουν τα ίχνη τους. Το σκοτάδι της νύχτας και ο καπνός της έκρηξης εί­ χαν κρύψει την πορεία τους, μετά βύθισαν τη βάρκα και πή­ ραν τα άλογα από μια τοποθεσία στην ενδοχώρα, ώστε να μην αφήσουν ίχνη στο σημείο της αποβίβασης. Όλα φαίνονταν να προχωρούν προς το καλύτερο και η πορεία ήταν προγραμματισμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε η ά­ φιξή τους στην ακτή να συμπέσει με τη μέρα άφιξης του βυ­ ζαντινού πλοίου. Το κλίμα είχε γίνει πιο χαλαρό, η ατμό­ σφαιρα πιο ήρεμη. Ξανάρχιζαν τα αστεία, καμιά φορά ε­ πέστρεφε και η ευθυμία και ο Ρωμύλος εξακολουθούσε να ιππεύει με τη Λιβία. Ο Αυρήλιος του χαμογελούσε, συχνά ίπ298

πευε στο πλάι τους και καμιά φορά τον πλησίαζε, όταν στα­ ματούσαν το βράδυ για να στρατοπεδεύσουν. Ωστόσο, φαι­ νόταν να μη θέλει να αποκτήσει μεγάλη οικειότητα μαζί του. Ο Ρωμύλος σκέφτηκε ότι αυτό συνέβαινε εν όψει του επι­ κείμενου αποχωρισμού. «Μπορείς και να μου μιλήσεις», του είπε ένα βράδυ που ο Αυρήλιος καθόταν παράμερα κι έτρωγε το δείπνο του. «Αυ­ τό δε σε βάζει με κανέναν τρόπο σε κίνδυνο». «Είναι ευχαρίστηση να μιλάω μαζί σου, καίσαρα, εκτός από τιμή», απάντησε ο Αυρήλιος χαμογελώντας και χωρίς να απαντήσει στην πρόκληση. «Και αν ακολουθούσα την επι­ θυμία μου, θα το έκανα πολύ συχνά. Δυστυχώς, θα αναγκα­ στούμε να χωρίσουμε πολύ σύντομα και, αν γίνουμε φίλοι, ο αποχωρισμός θα είναι ακόμα πιο δύσκολος». «Δεν είπα ότι θέλω να γίνουμε φίλοι», απάντησε ο Ρωμύ­ λος κρύβοντας με δυσκολία την απογοήτευσή του. «Είπα ότι μπορούμε να ανταλλάσσουμε δύο λόγια, τίποτα περισσότερο». «Αν είναι έτσι...» είπε ο Αυρήλιος. «Γιατί πράγμα να μι­ λήσουμε;» «Για εσάς, για παράδειγμα. Τι θα κάνετε αφού με πα­ ραδώσετε στους νέους φύλακές μου;» «Το "παραδώσετε" δε νομίζω ότι είναι η σωστή λέξη». «Ίσως, αλλά η ουσία δεν αλλάζει». «Θα προτιμούσες να μείνεις στο Κάπρι;» «Έτσι όπως έχουν τα πράγματα όχι, αλλά στην πραγμα­ τικότητα δεν ξέρω τι θα συναντήσω. Η επιλογή μου, αν εί­ χα ποτέ, θα ήταν, αν κατάλαβα καλά, μεταξύ δύο διαφορε­ τικών ειδών αιχμαλωσίας, καθώς όμως δε γνωρίζω ακόμα αυτή που με περιμένει, πώς θα μπορούσα να εκφράσω προ­ τίμηση; Σ' έναν ελεύθερο άνθρωπο δίνεται η ευκαιρία να διαλέξει, ενώ εμένα με γλίτωσαν από τη μια εξουσία για να 299


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

με παραδώσουν σε μια άλλη και δεν είναι αυτονόητο ότι η δεύτερη δεν πρέπει να με κάνει να νοσταλγώ την πρώτη». Ο Αυρήλιος θαύμασε τη ρητορική πληρότητα εκείνων των επιχειρημάτων και δεν μπόρεσε να βρει, από την πλευ­ ρά του, τον τρόπο να τα αντικρούσει. Είπε μόνο: «Ελπίζω ό­ χι. Και το ελπίζω με όλη μου την καρδιά». «Αυτό είμαι διατεθειμένος να το πιστέψω. Λοιπόν, τι θα κάνετε;» «Δεν ξέρω. Μίλησα μερικές φορές με τους συντρόφους μου γι' αυτό, κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, λίγο για να περάσει η ώρα, λίγο από το φόβο για το μέλλον, όμως κα­ νένας μας δεν έχει ξεκάθαρη γνώμη. Μια μέρα, την ίδια ε­ κείνη μέρα που δεχτήκαμε επίθεση, ο Βατρένος είπε ότι έ­ χει βαρεθεί αυτή τη ζωή, ότι ήθελε να πάει σ' ένα νησί να βόσκει πρόβατα και να καλλιεργεί τη γη. Θεοί, μου φαίνε­ ται σαν να ήταν ένας αιώνας πριν, κι όμως έχουν περάσει μό­ λις λίγες εβδομάδες! Όταν τα είπε, εκείνα τα λόγια μου α­ κούστηκαν σαν ανέκδοτο· κι όμως τώρα, σ' αυτή την αβέβαιη και δυσοίωνη κατάσταση, φαίνονται μια επιλογή συγκεκρι­ μένη, σχεδόν επιθυμητή...» «Να βόσκει πρόβατα σ' ένα νησί. Γιατί όχι; Θα ήταν ε­ πιθυμητό και για μένα, αν μπορούσα να αποφασίσω για το μέλλον μου. Μα δεν μπορώ». «Δε φταίει κανείς γι' αυτό». «Κι όμως ναι. Όποιος δεν εμποδίζει μια αδικία γίνεται συνένοχος». «Σενέκας». «Μην αλλάζεις συζήτηση, στρατιώτη». «Δεν μπορούμε, εμείς οι έξι ή εφτά, να πολεμήσουμε ε­ ναντίον ολόκληρου του κόσμου κι εγώ ο ίδιος δε θέλω να βάλω πάλι σε κίνδυνο τις ζωές των συντρόφων μου. Έκαναν 300

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΏΝΑ

ό,τι μπορούσαν. Τώρα τους αξίζει η αμοιβή που τους υπο­ σχέθηκαν και η ελευθερία να αποφασίσουν τι θέλουν να κά­ νουν στη ζωή τους. Ίσως πάμε στη Σικελία, όπου ο Βατρέ­ νος έχει ένα κτήμα, ίσως χωρίσουμε και καθένας μας ακο­ λουθήσει το δικό του δρόμο. Ίσως, ποιος ξέρει, ίσως πάμε κι εμείς στην Ανατολή κάποια μέρα κι έρθουμε να σε χαι­ ρετήσουμε στο πολυτελές παλάτι σου. Το σκέφτεσαι; Ελπί­ ζω τουλάχιστον ότι θα μας καλέσεις σε γεύμα». «Ω, ναι, βέβαια, θα ήταν υπέροχα! Θα ήμουν ευτυχισμέ­ νος, περήφανος και...» Συγκρατήθηκε. Καταλάβαινε ότι δεν υπήρχε χώρος για συναισθήματα. «Ίσως είναι καλύτερα να πάω να κοιμηθώ», είπε και σηκώθηκε. «Ευχαριστώ για τη συντροφιά». «Εγώ σ' ευχαριστώ, καίσαρα», απάντησε ο Αυρήλιος γνέ­ φοντας με το κεφάλι και τον ακολούθησε με το βλέμμα. Συνέχισαν το ταξίδι τους όλη την επόμενη μέρα, σ' ένα έδαφος συχνά τραχύ, και σε μεγάλα τμήματα της διαδρομής αναγκάστηκαν να προχωρήσουν πεζοί για να μη διακινδυ­ νεύσουν να τραυματίσουν τα άλογα. Ακολουθούσαν το ρεύ­ μα ενός μικρού ποταμού, ένα δύσβατο δρόμο προς τη θά­ λασσα, ο οποίος όμως τους επέτρεπε να αποφεύγουν τα κα­ τοικημένα μέρη, όπου το πέρασμά τους δε θα έμενε απα­ ρατήρητο. Κάθε τόσο η μικρή κοιλάδα πλάταινε και γινό­ ταν πεδιάδα και τύχαινε να δουν βοσκούς με τα κοπάδια τους ή χωρικούς που μάζευαν ξερόκλαδα στο δάσος για να τα κάψουν στο τζάκι το χειμώνα. Είχαν όλοι τους παρου­ σιαστικό τραχύ και αγριωπό, μακριά γένια και αχτένιστα μαλλιά, φορούσαν υποδήματα από δέρμα γίδας και ήταν ντυμένοι με ρούχα φθαρμένα και μπαλωμένα, που μετά βίας τους προστάτευαν από τον ψυχρό βοριά. Στο πέρασμα της μικρής φάλαγγας σταματούσαν, ό,τι κι αν έκαναν και την πα301


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

ρατηρούσαν αμίλητοι να περνάει από μπροστά τους. Άντρες οπλισμένοι κι έφιπποι ήταν για εκείνους, σε κάθε περίπτω­ ση, πρόσωπα σημαντικά, ικανά να αμυνθούν ή να επιτε­ θούν, και για το λόγο αυτό επίφοβα. Μια φορά ο Ρωμύλος είδε κάποια συνομήλικά του αγόρια και κάποια κορίτσια λίγο νεότερα. Περνούσαν σκυφτά, σχεδόν διπλωμένα στα δύο κάτω από το βάρος ενός κοφινιού γεμάτου ξύλα, αγκο­ μαχώντας, με τα ημίγυμνα πόδια τους μελανιασμένα από το κρύο, με μύξες να τρέχουν από τη μύτη τους, με τα χεί­ λη τους σκασμένα από την παγωνιά και τον υποσιτισμό. Ένα από αυτά πήρε θάρρος, απόθεσε στη γη το, δυσανάλογο για την καχεκτική διάπλασή του, φορτίο του και τον πλησίασε απλώνοντας το χέρι. Ο Ρωμύλος, που ήταν καβάλα στο άλογο με τη Λιβία, της είπε: «Μπορούμε να του δώσουμε κάτι;» «Όχι», απάντησε η Λιβία. «Αν το κάναμε, παρακάτω στην κοιλάδα θα συναντούσαμε ολόκληρο πλήθος και δε θα ξέ­ ραμε πώς να απαλλαγούμε από αυτό. Θα καταλήγαμε να προσελκύσουμε την προσοχή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, κάτι που δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας». Ο Ρωμύλος κοίταξε το αγόρι, το απλωμένο άδειο χέρι του και την έκφραση θλίψης και απογοήτευσης στα μάτια του, καθώς απομακρυνόταν. Στράφηκε προς τα πίσω για να το ακολουθήσει για λίγο με το βλέμμα, σαν να ήθελε να του δώσει να καταλάβει ότι ήθελε να το βοηθήσει αλλά δεν μπο­ ρούσε, ότι δεν εξαρτιόταν από εκείνον. Μετά, όταν κατά­ λαβε ότι κόντευαν να μπουν και πάλι στο δάσος, σήκωσε το χέρι για να το χαιρετήσει. Το λιπόσαρκο αγόρι απάντησε στο χαιρετισμό μ' ένα μελαγχολικό χαμόγελο και κούνησε κι αυ­ τό το χέρι του. Έπειτα, πήρε ξανά το φορτίο του και μπή­ κε, τρικλίζοντας, στο θαμνότοπο. 302

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Είναι θλιβερό αλλά αναγκαίο», είπε η Λιβία μαντεύο­ ντας τις σκέψεις του Ρωμύλου. «Συχνά στη ζωή μας πρέπει να κάνουμε επιλογές που μας είναι δυσάρεστες αλλά δε μας αφήνουν άλλη λύση. Είναι ένας κόσμος σκληρός και ανελέ­ ητος ο κόσμος στον οποίο ζούμε, τον κυβερνάει η αυθαιρε­ σία και η τύχη». Ο Ρωμύλος δεν απάντησε και το θέαμα εκείνης της εξα­ θλίωσης του έδινε πάντως να καταλάβει ότι τα δύσμοιρα ε­ κείνα πλάσματα θα θεωρούσαν ουράνια ευλογία, ίσως και πολυτέλεια, το είδος της ζωής που αυτός είχε ζήσει στο Κά­ πρι μέχρι πριν από λίγες μέρες και ότι, όσο θλιβερή κι αν είναι μια κατάσταση, πάντα υπάρχουν στον κόσμο άλλες περιπτώσεις κατά πολύ χειρότερες. Καθώς περνούσαν οι μέρες και το ταξίδι συνεχιζόταν, το ποταμάκι έγινε ένας χείμαρρος που κυλούσε ανάμεσα σε λείες πέτρες, με δίνες και μικρούς καταρράκτες και στο τέ­ λος χυνόταν σ' έναν άλλο ποταμό, τον οποίο ο Αμβροσίνος ταύτισε με τον Μέταυρο. Η θερμοκρασία γινόταν πιο ήπια, σημάδι ότι πλησίαζαν στη θάλασσα κι επομένως στο στόχο και την ολοκλήρωση μιας περιπέτειας, τον επίλογο της ο­ ποίας κανένας δε θα μπορούσε να προβλέψει. Το δάσος άρ­ χιζε να αραιώνει όλο και περισσότερο, δίνοντας τη θέση του στα βοσκοτόπια και τις καλλιέργειες καθώς πλησίαζαν στα παράλια. Κάθε τόσο συναντούσαν χωριά, από τα οποία ή­ ταν ολοένα δυσκολότερο να μένουν μακριά, καμιά φορά διέσχιζαν τμήματα της Φλαμινίας οδού και στο τέλος της τελευταίας μέρας του ταξιδιού είδαν μια παλιά, εγκατα­ λειμμένη mansio* με το σκουριασμένο τώρα πια έμβλημά * Σταθμός που πρόσφερε τροφή και κατάλυμα σε όσους ταξίδευαν στις ρωμαϊκές οδούς και εξυπηρετούοε τους υπαλλήλους της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)

303


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

της, με τον οδοδείκτη και την κρήνη που γέμιζε τις ποτίστρες. Ήταν όμορφες γούρνες λαξεμένες σε ψαμμίτη των Απένινων, οι οποίες κάποτε χρησίμευαν για τα άλογα του τα­ χυδρομικού σταθμού και στις οποίες τώρα σύχναζαν τα κο­ πάδια που πήγαιναν στα χειμαδιά, όπως μπορούσε κανείς να συμπεράνει από τα πυκνά ίχνη διχαλωτών νυχιών και α­ πό την άφθονη κοπριά που υπήρχε ολόγυρα. Η Λιβία πήγε πρώτη, πεζή, για να βεβαιωθεί ότι δεν υ­ πήρχαν κίνδυνοι, αφήνοντας στον Ρωμύλο τα χαλινάρια του αλόγου της. Προσποιήθηκε ότι αντλούσε νερό και, όταν εί­ δε ότι δεν υπήρχε κανείς στα περίχωρα, σφύριξε και ήρθαν όλοι οι υπόλοιποι. Ο Ρωμύλος μπήκε από τους πρώτους, α­ φού έδεσε το άλογο, και κοίταξε γύρω του: στους τοίχους μπορούσε κανείς ακόμα να διαβάσει τα μηνύματα που εί­ χαν αφήσει χιλιάδες πελάτες με το πέρασμα των αιώνων, πολλά από τα οποία ήταν χυδαία. Σ' έναν τοίχο, ψηλά, υ­ πήρχε μια τοιχογραφία: ήταν ένας χάρτης, στον οποίο μπο­ ρούσε κανείς να αναγνωρίσει την Ιταλία με τη Σικελία, τη Σαρδηνία και τα παράλια της Αφρικής στο κάτω μέρος, τις ακτές της Ιλλυρίας στο επάνω, με τις θάλασσες, τα βουνά, τους ποταμούς, τις λίμνες, όλα με τα χρώματά τους. Δια­ κρινόταν επίσης μια κόκκινη γραμμή, ο cursus publicus, το ο­ δικό δίκτυο που υπήρξε η τιμή και το καύχημα της αυτο­ κρατορίας, με όλα τα σημεία των σταθμών και τις αποστά­ σεις σημειωμένες σε μίλια. Ψηλά, μισοσβησμένος από την υγρασία, ένας τίτλος έλεγε: TABVLA IMPERII ROMANI*. Το βλέμμα του Ρωμύλου έπεσε στην επιγραφή CIVITAS RAVENNA**, που συνοδευόταν από μια μικρογραφία, η ο* Πίνακας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.) ** Πολιτεία της Ραβένας. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Ε.)

304

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΏΝΑ

ποία απεικόνιζε την πόλη με τους πύργους και τα τείχη της, κι ένιωσε να τον κυριεύει ο φόβος. Απομάκρυνε αμέσως το βλέμμα του και συνάντησε εκείνο του Αυρήλιου και καθένας τους διάβασε στα μάτια του άλλου τις λυπηρές σκέψεις που έφερνε στη μνήμη εκείνη η εικόνα: τη δύσκολη φυγή, την α­ ποτυχία, τη φυλάκιση, το θάνατο της Φλαβίας Σερένας. Ο Αμβροσίνος άρχισε να ψάχνει τριγύρω αναζητώντας οτιδή­ ποτε θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο και, όταν στο βάθος ε­ νός ξεχαρβαλωμένου επίπλου ανακάλυψε δύο κυλίνδρους περγαμηνής χρησιμοποιημένους κατά ένα μέρος, τους πή­ ρε και αφοσιώθηκε στην αντιγραφή ενός από τα δρομολό­ για που απεικονίζονταν πάνω στο χάρτη του τοίχου. Μπήκαν και οι άλλοι με τη σειρά τους και άρχισαν να τα­ κτοποιούν τις κουβέρτες τους. Ο Δημήτριος παρατήρησε ό­ τι πιο κάτω υπήρχε ένα χωράφι με καλαμιές στο οποίο ή­ ταν διάσπαρτες θημωνιές από άχυρα και πήγε να φέρει λί­ γα άχυρα για τη νύχτα. Τα επιφανειακά στρώματα ήταν γκρίζα και μουχλιασμένα, αλλά από κάτω το άχυρο ήταν α­ κόμα στεγνό, μολονότι η εποχή ήταν προχωρημένη, και εί­ χε ένα όμορφο ξανθό χρώμα, που έδινε μια αίσθηση ζε­ στασιάς και μόνο που το κοίταζε κανείς. Πιο πέρα υπήρχε ένας φράχτης από σφενδάμνους και βάτους, ο οποίος δια­ κοπτόταν σε πολλά σημεία, και πέρα από αυτόν υπήρχε μια έκταση με χαμηλούς θάμνους, που έφτανε σχεδόν μέχρι τη χαμηλή και αμμουδερή ακτή. Στα αριστερά τους φαίνονταν οι εκβολές του Μέταυρου, του ποταμού που είχαν ακολου­ θήσει τις τελευταίες μέρες της πορείας στην ενδοχώρα. Πί­ σω τους εκτεινόταν το δάσος, προς τη δύση και προς το βορ­ ρά. Ο Βατρένος το εξερεύνησε έφιππος, για να βεβαιωθεί ό­ τι δεν έκρυβε κινδύνους, και είδε ότι σε μικρή απόσταση α­ πό τα όρια του καλλιεργημένου αγρού, προς το βορρά, υ305


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

πήρχαν στοίβες από κορμούς βαλανιδιών και πεύκων, οι ο­ ποίες ήταν στερεωμένες στο έδαφος με σκοινιά πλεγμένα από φλοιούς δέντρων που ήταν δεμένα σε πασσάλους μπηγ­ μένους στο χώμα. Πρέπει να υπήρχαν ξυλοκόποι σ' εκείνη την περιοχή, οι οποίοι ζούσαν από το εμπόριο της ξυλείας με τους πληθυσμούς των παραλίων. Μακριά φαινόταν η θάλασσα, την οποία ρυτίδωνε ο βο­ ριάς, χωρίς όμως να την ταράζει, και οι καιρικές συνθήκες τους επέτρεπαν να ελπίζουν ότι το πλοίο θα έφτανε χωρίς με­ γάλα προβλήματα. Ο Αμβροσίνος ήθελε να δείξει την ευ­ γνωμοσύνη του στους άντρες που τους ελευθέρωσαν με κίν­ δυνο της ζωής τους και τους οδήγησαν μέχρι εκεί και, όταν ήρθε η στιγμή, ετοίμασε με μεγάλη φροντίδα το δείπνο, ε­ μπλουτίζοντάς το με βότανα και ρίζες που είχε μαζέψει στα περίχωρα. Κατόρθωσε να μαζέψει ακόμα και φρούτα, με­ ρικά άγρια μήλα που κρέμονταν από ένα γυμνό τώρα πια δέ­ ντρο στο μέρος που κάποτε πρέπει να ήταν ο δεντρόκηπος του ταχυδρομικού σταθμού. Άναψε τη φωτιά στο παλιό τζά­ κι και, μολονότι η στέγη σε πολλά σημεία άφηνε να φαίνο­ νται τα αστέρια από μεγάλες χαραμάδες, το τριζοβόλημα της φωτιάς και το φως του τζακιού σκόρπιζαν μια αίσθηση ευ­ θυμίας και οικειότητας που μετρίαζε κάπως τη θλίψη για τον επικείμενο χωρισμό. Κανένας δεν έκανε λόγο για το γεγονός ότι ο Ρωμύλος θα έφευγε την επόμενη μέρα, ότι θα τους άφηνε ίσως για πά­ ντα, ότι ο μικρός αυτοκράτορας θα ακολουθούσε ένα σκο­ τεινό πεπρωμένο στην άλλη άκρη του κόσμου, σε μια μη­ τρόπολη τεράστια και άγνωστη, μέσα στις δολοπλοκίες και τους κινδύνους μιας διεφθαρμένης και αιμοχαρούς Αυλής. Γινόταν όμως φανερό ότι όλοι το σκέφτονταν, από τις φευ­ γαλέες ματιές που κάθε τόσο έριχναν στο αγόρι, από τα μι306

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

σόλογα και τις μισοτελειωμένες φράοεις που κάθε τόσο ά­ φηναν να τους ξεφεύγουν, από τα τραχιά χάδια που του έ­ καναν δήθεν τυχαία, καθώς περνούσαν από δίπλα του. Ο Αυρήλιος διάλεξε να φυλάξει ο ίδιος πρώτος σκοπιά. Πήγε και κάθισε κοντά στις ποτίστρες και κοίταζε τη θά­ λασσα που τώρα είχε πάρει το χρώμα του μολυβιού. Η Λιβία τον πλησίασε από πίσω. «Καημένο παιδί», είπε. «Όλες αυτές τις μέρες προσπά­ θησε να πλησιάσει τον καθένα από εμάς, κυρίως εσένα και εμένα, αλλά δεν του το επιτρέψαμε». «Θα ήταν χειρότερα», απάντησε ο Αυρήλιος χωρίς να γυ­ ρίσει. Ένα σμήνος γερανών πέρασε μέσα στη νύχτα και οι κραυγές τους έπεσαν από το σκοτεινό ουρανό σαν μοιρο­ λόγια για την ξενιτιά. «Θα βρίσκονται στον Βόσπορο πριν από εκείνον», είπε η Λιβία. «Σωστά». «Το πλοίο θα πρέπει να φτάσει πριν από την αυγή. Θα πάρουν το αγόρι κι εμείς θα πάρουμε την αμοιβή μας. Εί­ ναι πολλά χρήματα, θα μπορέσετε να ξαναρχίσετε τη ζωή σας, να αγοράσετε χτήματα, δούλους... Τα κερδίσατε με την αξία σας». Ο Αυρήλιος δεν απάντησε. «Τι σκέφτεσαι;» ρώτησε η Λιβία. «Δεν είναι δεδομένο ότι το πλοίο θα φτάσει έγκαιρα. Θα μπορούσε να αργήσει μερικές μέρες». «Αυτή είναι μια εικασία ή μια ελπίδα;» Ο Αυρήλιος φάνηκε για λίγο να ακούει τις συγκεκομμέ­ νες κραυγές των γερανών που χάνονταν μακριά. Αναστένα­ ξε. «Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που βίωσα κάτι τόσο 307


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

κοντινό στην οικογένεια. Και αύριο όλα θα έχουν τελειώσει. Ο Ρωμύλος θα βαδίσει προς το πεπρωμένο του κι εσύ...» «Κι εγώ το ίδιο», είπε η Λιβία, με μια ξαφνική αποφασι­ στικότητα. «Ζούμε σε μια σκληρή εποχή, παρακολουθούμε ανήμποροι τον κόσμο μας να ψυχορραγεί. Καθένας μας πρέπει να αναζητήσει ένα σκοπό, ένα λόγο αρκετά σημα­ ντικό, που να του επιτρέπει να επιζήσει μέσα σ' όλη αυτή την καταστροφή». «Και γι' αυτό θέλεις να επιστρέψεις ο' εκείνη τη λιμνο­ θάλασσα; Δε θα ήθελες...» «Τι πράγμα;» «Να έρθεις μαζί μας... μαζί μου». «Πού; Σου το είπα, σ' εκείνη τη λιμνοθάλασσα γεννιέται μια ελπίδα. Η Βενετία είναι η πατρίδα μου, αν και εσένα μπορεί να σου φαίνεται παράξενο, μερικές καλύβες χτι­ σμένες από μια χούφτα απελπισμένων που έφυγαν από τις κατεστραμμένες πόλεις τους». Ο Αυρήλιος σκίρτησε ανεπαίσθητα σ' αυτά τα λόγια και η Λιβία συνέχισε: «Είμαι σίγουρη ότι σύντομα θα γίνει μια πραγματική πόλη. Γι' αυτό μου χρειάζεται το μερίδιο των χρημάτων που θα μου δώσουν αύριο: για να ενισχυθούν τα αμυντικά έργα, να εξοπλιστούν τα πρώτα πλοία μας, να χτι­ στούν νέα σπίτια για νέους μετανάστες. Θα 'πρεπε να ενω­ θείς κι εσύ μαζί μας, με τους συντρόφους σου, γιατί όχι; Έχουμε ανάγκη από άντρες όπως εσείς. Στη Βενετία ξανα­ ζεί η ψυχή των καμένων και ισοπεδωμένων πόλεων μας, του Αλτίνο, της Κονκόρντια... της Ακυληίας! Θυμήσου την πό­ λη σου, Αυρήλιε, θυμήσου την Ακυληία!» «Γιατί εξακολουθείς να με βασανίζεις με αυτό το όνομα;» αντέδρασε ο Αυρήλιος. «Γιατί δε με αφήνεις σε ησυχία;» Η Λιβία γονάτισε μπροστά του κοιτάζοντάς τον με βλέμ308

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

μα πυρετικό. «Γιατί ίσως μπορώ να σου δώσω πίσω το πα­ ρελθόν που σβήστηκε από τη μνήμη σου ή που εσύ θέλησες να σβήσεις. Το κατάλαβα την πρώτη φορά που σε είδα. Το κατάλαβα από τον τρόπο που κοίταζες αυτό, παρόλο που ε­ σύ εξακολουθείς να το αρνείσαι». Σήκωσε το μετάλλιο που κρεμόταν από το λαιμό της και το έβαλε μπροστά του, σαν ένα ιερό λείψανο που μπορούσε να τον θεραπεύσει από μια μυστηριώδη αρρώστια. Και τα μάτια της έλαμπαν μέσα στο σκοτάδι από δάκρυα και πάθος. Ο Αυρήλιος ένιωσε να φλέ­ γεται, να κυριεύεται από έντονα συναισθήματα, από τη φλο­ γερή επιθυμία που μάταια κατέπνιγε τόσο καιρό. Ένιωσε τα χείλη της να πλησιάζουν, την ανάσα της να γίνεται ένα με τη δική του σ' ένα φιλί φλογερό και ξαφνικό, που το λαχτα­ ρούσε από πολύ καιρό κι όμως ήταν ανέλπιστο και απρό­ σμενο. Την αγκάλιασε και τη φίλησε όπως δεν είχε φιλήσει ποτέ γυναίκα στη ζωή του, μέ όλη τη φλόγα που ανάβλυζε απ' την καρδιά του και με αφάνταστη τρυφερότητα κι εκεί­ νη έδεσε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του, χωρίς να α­ πομακρύνει τα χείλη της από το στόμα του, και κόλλησε πά­ νω του με κάθε σημείο του κορμιού της που ριγούσε, με το στητό στήθος, με την επίπεδη κοιλιά, με τα μακριά, νευρώ­ δη πόδια. Εκείνος την ξάπλωσε στη γη, πάνω στο μανδύα του, και την έκανε δική του, έτσι, πάνω στο ξερό χορτάρι, με τη μυρωδιά της γης να ανακατεύεται με το άρωμα των μαλλιών της. Κι έμεινε για πολλή ώρα μέσα της, για να πα­ ρατείνει όσο μπορούσε εκείνη την οικειότητα που γέμιζε την καρδιά του και που θα ήθελε να μην τελειώσει ποτέ. Πλάγιασε δίπλα της σκεπάζοντας τη με το μανδύα του, σφίγ­ γοντάς την πάνω του, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά του κορ­ μιού της και τη μυρωδιά της επιδερμίδας της. Έπειτα η Λιβία έφυγε από κοντά του μ' ένα φιλί. «Ήταν 309


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

όμορφα», του είπε, «και θα ήταν ακόμα πιο ωραία αν υ­ πήρχε ένα μέλλον, αλλά είμαι σίγουρη ότι το πλοίο δε θα αρ­ γήσει να έρθει. Με την ανατολή της νέας μέρας όλα θα φαί­ νονται διαφορετικά, πιο δύσκολα και κοπιαστικά, όπως ή­ ταν μέχρι τώρα. Εσύ θα ακολουθήσεις τους συντρόφους σου, θα προσπαθήσεις να ξεφύγεις από τις χαμένες αναμνήσεις σου κι εγώ θα γυρίσω πίσω στη λιμνοθάλασσά μου. Θα μας απομείνει η ανάμνηση όλων αυτών, αυτού του έρωτα που κλέψαμε από την τελευταία νύχτα, η ανάμνηση αυτής της φοβερής περιπέτειας, αυτού του άτυχου κι ευγενικού αγο­ ριού, που αγαπήσαμε χωρίς να έχουμε το θάρρος να του το πούμε. Ίσως μια μέρα επιθυμήσεις να έρθεις να με βρεις κι εγώ θα σε υποδεχτώ με ενθουσιασμό, αν δεν είναι πολύ αρ­ γά, ή ίσως να μη σε δω ποτέ πια, γιατί τα γυρίσματα της ζωής θα σε έχουν παρασύρει μακριά. Αντίο, Αυρήλιε, οι θεοί σου ας σε προστατεύουν». Έφυγε από κοντά του και γύρισε στο παλιό, ερειπωμένο οικοδόμημα. Ο Αυρήλιος έμεινε μόνος κάτω από το σκο­ τεινό ουρανό, να ακούει τη φωνή του ανέμου και τις κραυ­ γές των γερανών που πετούσαν μέσα στο σκοτάδι.

310

21

Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑΣ ακούστηκε ξανά και ξανά α­ πό μια μεγάλη συστάδα ιτιών κοντά στο ποτάμι. Ύστερα έ­ να φως άρχισε να κινείται χαμηλά, μπρος πίσω, κοντά στη γέφυρα πάνω από το χείμαρρο. Στο εσωτερικό της mansio, η Λιβία φαινόταν να κοιμάται ακουμπισμένη στον τοίχο κο­ ντά σε μια ρωγμή. Η κραυγή εκείνη την ξύπνησε, σηκώθη­ κε με μια ανεπαίσθητη κίνηση και γλίστρησε έξω περνώ­ ντας από το άνοιγμα του τοίχου. Ο Αυρήλιος, που είχε γυ­ ρίσει από τη σκοπιά, κοιμόταν, τυλιγμένος με την κουβέρ­ τα του, κοντά στον τοίχο στην απέναντι πλευρά του δωμα­ τίου. Έξω ήταν τώρα ο Δημήτριος, που φύλαγε σκοπός κα­ θισμένος κάτω και ακουμπώντας στην ασπίδα του. Παρα­ κολουθούσε τη γραμμή της ακτής με την ελπίδα να δει το πλοίο που όλοι περίμεναν. Η Λιβία έστριψε στη νότια γω­ νία του οικοδομήματος, πήγε στον περίβολο στο πίσω μέρος κι έλυσε το άλογό της, βάζοντας το χέρι της στη μουσούδα του, ώστε αυτό να μην προδώσει την παρουσία της. Ο Γιούμπα, που ήταν δεμένος λίγο πιο πέρα, φάνηκε να μην την προσέχει καν ή ίσως η μυρωδιά της, που του ήταν οικεία, να μην τον ενόχλησε στη νυχτερινή του ανάπαυση. Η Λιβία προχώρησε πεζή προς τα δυτικά, στο κοίλωμα του εδάφους πίσω από το κτίριο, έπειτα έστριψε δεξιά, ώ311


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

σπου έφτασε στη ρεματιά, απ' όπου μπορούσε να κατεβεί α­ θέατη, με το άλογο, μέσα από τη συστάδα των ιτιών, μέχρι τη γέφυρα ή τη θάλασσα. Στο μεταξύ, στο εσωτερικό της mansio, οι κινήσεις της δεν είχαν διαφύγει της προσοχής του Αμβροσίνου, που δεν είχε κλείσει μάτι μέχρι εκείνη τη στιγμή και είχε πάρει την απόφασή του. Πλησίασε τον Ρωμύλο και τον κούνησε ελα­ φρά, ώσπου ξύπνησε. «Σσστ!» του ψιθύρισε στο αφτί για να προλάβει οποια­ δήποτε θορυβώδη αντίδραση του. «Τι είναι;» ρώτησε ο Ρωμύλος ακόμα πιο χαμηλόφωνα. «Φεύγουμε. Τώρα. Η Λιβία βγήκε, ίσως έρχεται το πλοίο». Ο Ρωμύλος τον αγκάλιασε σφιχτά και σ' εκείνη την α­ γκαλιά ο σοφός παιδαγωγός ένιωσε όλη την ευγνωμοσύνη του αγοριού για εκείνη την ανέλπιστη οδό διαφυγής, ένιω­ σε την επιθυμία του για ελευθερία, τη θέληση να αφήσει πί­ σω του εκείνο τον κόσμο που του είχε δώσει μόνο πόνο και πίκρες. Του ψιθύρισε πάλι στο αφτί: «Πρόσεχε να μη θροΐσει το άχυρο όταν σηκωθείς, πρέπει να κινηθούμε σαν σκιές». Προπορεύθηκε προς τη μικρή πόρτα που έβγαζε στο περι­ βόλι, πίσω από το κτίριο. Ο Ρωμύλος κοίταξε γύρω του, πε­ ρίμενε το βαρύ ροχαλητό του Βατίατου να φτάσει στο από­ γειό του και ύστερα ακολούθησε τα βήματα του δασκάλου του πατώντας στις μύτες των ποδιών. Ήταν πια έξω. Στ' α­ ριστερά τους, τα άλογα έξυσαν νευρικά το χώμα με τις οπλές τους. Ο Γιούμπα κούνησε πάνω κάτω το περήφανο κεφάλι του ξανά και ξανά, ξεφυσώντας ατμούς από τα ρουθούνια του. Αυτή η αντίδραση έκανε τον Αμβροσίνο να ανατριχιά­ σει και να σταματήσει τον Ρωμύλο γνέφοντάς του να κολ­ λήσει στον τοίχο. «Ας του δώσουμε λίγη ώρα να ηρεμήσει», είπε, «και με312

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

τά φεύγουμε προς το δάσος, κρυβόμαστε σ' ένα ασφαλές μέρος και περιμένουμε να ηρεμήσει η κατάσταση προτού ξε­ κινήσουμε το ταξίδι μας, εγώ κι εσύ μόνοι μας». «Μα, αν φύγω, ο Αυρήλιος και οι φίλοι του δε θα πάρουν καμία αμοιβή· θα έχουν κάνει όλο αυτό τον κόπο και θα έ­ χουν διακινδυνεύσει τη ζωή τους για το τίποτα». «Σσστ!» τον έκανε να σωπάσει ο Αμβροσίνος. «Σου φαί­ νεται κατάλληλη αυτή η στιγμή για να νιώσεις τύψεις; Θα ξέρουν σίγουρα πώς να τα βγάλουν πέρα». Τα άλογα όμως, αντί να ηρεμήσουν, γίνονταν όλο και πιο νευρικά και ο Γιούμπα σηκώθηκε στα πίσω πόδια, χτυπώ­ ντας τον τοίχο με τις οπλές του και βγάζοντας ένα ηχηρό χλιμίντρισμα. «Πάμε να φύγουμε, αμέσως», είπε ο Αμβροσίνος και πή­ ρε το αγόρι από το χέρι. «Αυτό το ζώο θα τους ξυπνήσει ό­ λους». Κι έκανε να κινηθεί, αλλά ένα ατσάλινο χέρι βύθισε τα δάχτυλά του στον ώμο του, ακινητοποιώντας τον. «Ακί­ νητος!» «Αυρήλιε», είπε ο Αμβροσίνος αναγνωρίζοντάς τον μέσα στο σκοτάδι. «Άφησέ μας να φύγουμε, σε εξορκίζω. Δώσε την ελευθερία σ' αυτό το αγόρι, αν το αγαπάς έστω και λίγο. Έχει υποφέρει πάρα πολύ... Άφησέ το να είναι ελεύθερο». Ο Αυ­ ρήλιος όμως, χωρίς να αφήσει τη λαβή του, είχε το βλέμμα του στραμμένο αλλού. «Δεν ξέρεις τι λες», απάντησε. «Κοίταξε, κοίταξε εκεί κά­ τω, κοντά σ' εκείνα τα δέντρα». Ο Αμβροσίνος έστρεψε το βλέμμα του προς την κατεύ­ θυνση που έδειχνε το δάχτυλο του Αυρήλιου. Είδε μια συ­ γκεχυμένη κίνηση απειλητικών σκιών κι ένιωσε την καρδιά του να σταματάει στο στήθος του. «Ω φιλεύσπλαχνε Κύριε...» μουρμούρισε. 313


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η Λιβία, στο μεταξύ, είχε φτάσει σε μικρή απόσταση από τη γέφυρα και μπορούσε να διακρίνει, μέσα στο πρώτο φως της αυγής, μια φιγούρα όρθια πίσω από ένα αρμυρίκι, μ' ένα φα­ νάρι στο χέρι. Ένα άλογο ήταν δεμένο σ' ένα θάμνο σε μικρή απόσταση, πίσω από κάτι ιτιές. Κέντρισε το άλογο της και πλησίασε, ώσπου αναγνώρισε τη μορφή. «Στέφανε». «Λιβία», απάντησε ο άλλος, αναγνωρίζοντας τη με τη σει­ ρά του. «Ακολουθήσαμε μια δύσκολη διαδρομή μέσα από τα δά­ ση, αλλά κατορθώσαμε να φτάσουμε έγκαιρα. Κατά τ' άλ­ λα, όλα είναι εντάξει. Το αγόρι και ο παιδαγωγός του είναι καλά, οι άντρες συμπεριφέρθηκαν θαυμάσια. Μα που είναι το πλοίο; Κοντεύει να ανατείλει ο ήλιος, έπρεπε να είναι ε­ δώ από χθες το βράδυ. Μου φαίνεται ριψοκίνδυνο να επι­ βιβαστούν με το φως της μέρας, το ίδιο και το σινιάλο σουκάποιος θα μπορούσε να το δει...» Ο Στέφανος τη διέκοψε με μια κίνηση. «Το πλοίο δεν πρόκειται να έρθει». «Τι είπες;» «Άκουσες πολύ καλά- δυστυχώς, το πλοίο δε θα έρθει πια». «Συνέβη καμιά επίθεση; Κάποιο ναυάγιο;» «Κανένα ναυάγιο. Απλά, τα πράγματα άλλαξαν». «Άκουσε, αυτή η ιστορία δε μου αρέσει καθόλου. Έβα­ λα σε κίνδυνο τη ζωή μου, το ίδιο και οι άντρες μου και...» «Ηρέμησε, σε παρακαλώ, το φταίξιμο δεν είναι δικό μας. Ο Ζήνωνας επανέκτησε το θρόνο που είχε σφετεριστεί ο Βασιλίσκος, αλλά χρειάζεται ειρήνη για να εδραιώσει την ε­ ξουσία του. Δεν μπορεί να κάνει εχθρό του τον Οδόακρο κι επιπλέον ο υποψήφιός του για το θρόνο της Δύσης υπήρξε πάντα ο Ιούλιος Νέπωτας, το ξέρεις καλά». 314

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Η Λιβία κατάλαβε ξαφνικά το θανάσιμο κίνδυνο που α­ ντιπροσώπευε για όλους εκείνη η παράλογη κατάσταση. «Ο Ανθέμιος είναι ενήμερος για όλα αυτά;» ρώτησε όλο και πιο ανήσυχη. «Ο Ανθέμιος δεν είχε δυνατότητα επιλογής». «Κατάρα! Μα έτσι καταδικάζει το αγόρι σε θάνατο!» «Όχι. Και γι' αυτό είμαι εδώ. Έχω μια λέμβο πιο βόρεια, κοντά στις εκβολές του ποταμού. Θα μπορέσουμε να πάμε στην έπαυλή μου στο Ρίμινι, εκεί θα είστε όλοι ασφαλείς. Πρέπει να κάνετε γρήγορα όμως, αυτό το μέρος είναι πολύ εκτεθειμένο». Η Λιβία καβάλησε το άλογό της. «Πηγαίνω να τους ει­ δοποιήσω», είπε καθώς το σπιρούνιζε. «Όχι, περίμενε!» φώναξε ο Στέφανος. «Κοίτα εκεί πά­ νω». Η Λιβία κοίταξε προς το λόφο και είδε μια ομάδα βάρ­ βαρων ιππέων που έρχονταν από νότια να περικυκλώνουν το μικρό κτίριο, ενώ άλλοι έβγαιναν εκείνη τη στιγμή από τη συστάδα των δέντρων. Ο Στέφανος προσπάθησε να τη συ­ γκρατήσει. «Περίμενε, θα σε σκοτώσουν!» Σκόνταψε όμως, το φανάρι του έπεσε από το χέρι και τσακίστηκε στο έδα­ φος. Η Λιβία κοίταξε την κηλίδα λαδιού που καιγόταν, έ­ πειτα το χωράφι με τις καλαμιές και τις θημωνιές και δε δί­ στασε ούτε στιγμή. Πήρε το τόξο της από τη σέλα, έβαλε φω­ τιά σ' ένα βέλος και το εκτόξευσε με καμπύλη τροχιά προς μια θημωνιά, κατόπιν ένα δεύτερο κι ένα τρίτο, ώσπου οι με­ γάλοι σωροί από άχυρο άρχισαν να καίγονται αργά, ελευ­ θερώνοντας πυκνές σπείρες καπνού. «Είσαι τρελή», είπε ο Στέφανος καθώς σηκωνόταν. «Δε θα τα καταφέρεις». «Αυτό θα το δούμε», αποκρίθηκε η Λιβία. 315


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ, πρέπει να γυρίσω πίσω», είπε ο Στέφανος εμφανώς τρομαγμένος από την τροπή που έπαιρναν τα γεγονότα. «Σε περιμένω στο Ρίμινι- προσπά­ θησε να σωθείς, σε παρακαλώ!» Η Λιβία απάντησε μ' ένα νεύμα του κεφαλιού και σπιρούνισε το άλογό της να ακο­ λουθήσει την όχθη του ποταμού, προς την κατεύθυνση του λόφου. Οι βάρβαροι στην αρχή δεν αντιλήφθηκαν τίποτα, προ­ σηλωμένοι καθώς ήταν στην περικύκλωση της παλιάς mansio. Είχαν ξεπεζέψει και προχωρούσαν πεζοί με τα σπαθιά γυ­ μνά, περιμένοντας το σήμα του αρχηγού τους, του Ουλφίλα. Το μέρος ήταν βυθισμένο στην απόκοσμη σιωπή που πέ­ φτει στη φύση όταν παύουν οι φωνές των νυκτόβιων ζώων και τα ημερόβια δεν τολμούν ακόμα να χαιρετήσουν τον ήλιο, τη σιωπή που καθορίζει τα όρια ανάμεσα στο σκοτάδι της νύχτας και το πρώτο φως της μέρας. Μόνο το έμβλημα της mansio άρχισε να τρίζει βασανιστικά στην πνοή της πρώτης θαλασσινής αύρας. Ο Ουλφίλας έδωσε το σήμα κατεβάζο­ ντας απότομα το σηκωμένο αριστερό του χέρι και όλοι όρ­ μησαν στο εσωτερικό με τα όπλα στο χέρι και, μέσα στο ημίφως εκείνου του ερειπωμένου καταφυγίου, άρχισαν να σπαθίζουν τα σώματα που κοιμούνταν ξαπλωμένα. Πολύ γρήγορα όμως, μια ομοβροντία βρισιών συνόδεψε την ανα­ κάλυψη της απάτης. Κάτω από τα σκεπάσματα δεν υπήρ­ χαν παρά άχυρα, οι ένοικοι είχαν ήδη φύγει. «Ψάξτε τους!» φώναξε ο Ουλφίλας. «Πρέπει να είναι ε­ δώ κοντά. Αναζητήστε τα ίχνη, έχουν άλογα!» Οι άντρες του έτρεξαν έξω, αλλά έμειναν αποσβολωμένοι βλέποντας το χωράφι σπαρμένο με πυρές, τις φλόγες να υψώνονται πα­ ντού, δυναμωμένες από τον άνεμο. Έμοιαζε με θαύμα, για316

τί η Λιβία δε φαινόταν ακόμα, κρυμμένη καθώς ήταν στο βά­ θος της ρεματιάς. «Τι στο διάβολο συμβαίνει;» βλαστήμησε ο Ουλφίλας, που δεν κατόρθωνε να δώσει μια εξήγηση σ' εκείνη την α­ πότομη αλλαγή της κατάστασης. «Αυτοί πρέπει να το έκα­ ναν, κατάρα. Ψάξτε τους, ψάξτε τους! Είναι εδώ κοντά!» Οι άντρες υπάκουσαν και σκόρπισαν ολόγυρα, ερευνώ­ ντας το έδαφος πιθαμή προς πιθαμή, ώσπου ένας από αυ­ τούς εντόπισε ίχνη ανθρώπων και αλόγων που πήγαιναν προς το δάσος. «Από εδώ!» φώναξε. «Πήγαν προς τα εκεί!» Έτρεξαν όλοι προς τα άλογά τους κι έκαναν να εφορμή­ σουν προς το δάσος, αλλά η Λιβία, μαντεύοντας προς τα που κατευθύνονταν, σπιρούνισε το άλογό της και βγήκε στα α­ νοιχτά για να τραβήξει πάνω της την προσοχή των εχθρών. Ένα ακόμα από τα εμπρηστικά βέλη της έπεσε στο στόχο του βάζοντας φωτιά, ένα δεύτερο έσκισε τον αέρα και χτύ­ πησε έναν από τους εχθρούς. Την ίδια στιγμή η Λιβία φώ­ ναξε: «Από εδώ, κερατάδες! Ελάτε να με πιάσετε!» Και βάλ­ θηκε να τρέχει μπρος πίσω στα μισά της απόστασης που τη χώριζε από εκείνους, περνώντας μέσα από πυκνά παραπε­ τάσματα καπνού και βγαίνοντας ξαφνικά στα ανοιχτά για να χτυπήσει πάλι, για να εκτοξεύσει τα φονικά βέλη της. Σ' ένα νεύμα του Ουλφίλα τρεις πολεμιστές αποσπάστη­ καν από την ομάδα και άρχισαν να την καταδιώκουν, ενώ οι φλόγες, δυναμωμένες από τον άνεμο, μετέτρεπαν ολό­ κληρο το χωράφι σε πυρά. Η Λιβία τρύπησε έναν από τους διώκτες, απέφυγε το δεύτερο και όρμησε με το σπαθί ενα­ ντίον του τρίτου, που ερχόταν καταπάνω της κραυγάζοντας σαν δαιμονισμένος. Κατόρθωσε να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του με μια προσποίηση και ύστερα τον έσπρωξε βίαια με το πλευρό του αλόγου της, κάνοντάς τον να κυλή317


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

σει μέσα στις φλόγες. Τα ουρλιαχτά πόνου του βάρβαρου, που μεταβλήθηκε σε ανθρώπινο πυρσό, γρήγορα έγιναν έ­ να με το βρυχηθμό της φωτιάς που τύλιγε τα πάντα. Η Λιβία διέσχισε καλπάζοντας την κόλαση φωτιάς κι έφτασε στις παρυφές του δάσους. Παρουσιάστηκε αναπάντεχα στους συντρόφους της με το σπαθί στο χέρι και τα μαλλιά της να ανεμίζουν, όμοια με αρχαία θεά του πολέμου. «Πάμε να φύγουμε από εδώ!» φώναξε. «Μας πρόδωσαν! Ακολουθήστε με, γρήγορα! Σε λίγο θα έρθουν καταπάνω

παλιά διακλάδωση της Ποπιλίας οδού, που τώρα πια ήταν λίγο μεγαλύτερη από μονοπάτι, το οποίο χανόταν μέσα σε μια συστάδα βάτων και χαμαιδρυών. Η Λιβία ξεπέζεψε κι έδειξε ένα πέρασμα στο δάσος λίγο πιο ψηλά. «Ξεπεζέψτε κι ακολουθήστε με, κρατώντας τα άλογα από τα χαλινάρια. Ο τελευταίος να προσπαθήσει να σβήσει τα ίχνη». Ο Ορόσιος ανέλαβε αυτό το καθήκον, δεμάτιασε κλαδιά και οπισθοχωρώντας έσβησε τα ίχνη ανθρώπων και αλόγων. Η Λιβία, στο μεταξύ, παρέκαμψε την πυκνή συστάδα που διέκοπτε το μονοπάτι, και σταμάτησε μπροστά στην πλαγιά ενός γήλοφου, που ήταν σκεπασμένος από αναρριχητικά φυτά και κισσούς. Δοκίμαζε την πλαγιά σε πολλά σημεία με τη μύτη του τόξου της, ώσπου το όπλο βυθίστηκε εντελώς μέ­ σα στο πράσινο παραπέτασμα. «Από δω», είπε. «Το βρή­ κα». Παραμέρισε τα αναρριχητικά φυτά και αποκάλυψε έ­ να πέρασμα σκαμμένο στον ψαμμίτη, το οποίο εισχωρούσε στο λόφο. Οι σύντροφοι της την ακολούθησαν ένας ένας και ο Ορόσιος τακτοποίησε πίσω τους τη φυσική βλάστηση κα­ λύπτοντας εντελώς το άνοιγμα. Όταν στράφηκε προς το ε­ σωτερικό, τους είδε όλους να κοιτάζουν τριγύρω με θαυμα­ σμό. Το φως της μέρας περνούσε μέσα από τα φυλλώματα μετριάζοντας το σκοτάδι και επιτρέποντας τους να μαντέ­ ψουν τα όρια της κοιλότητας που τους έκρυβε από τα βλέμ­ ματα. «Είναι ένα παλιό ιερό του θεού Μίθρα, το οποίο βρίσκε­ ται σε αχρησία εδώ και αιώνες. Εδώ σύχναζαν κάποτε οι α­ νατολίτες ναυτικοί που αγκυροβολούσαν στο Φάνο», εξή­ γησε η Λιβία. «Το έχω χρησιμοποιήσει μόνο μια φορά ως καταφύγιο. Είναι θαύμα που θυμήθηκα τη θέση του. Ο Θεός πρέπει να είναι μαζί μας, αν μας δείχνει με αυτό τον τρόπο το δρόμο της σωτηρίας».

μας!» «Όχι πριν τους αφήσουμε μια ανάμνηση!» απάντησε ο Αυρήλιος κι έκανε νόημα στους συντρόφους του, οι οποίοι παραμόνευαν πίσω από τις στοίβες των κορμών που ο Βατρένος είχε παρατηρήσει το προηγούμενο βράδυ. Στο νεύ­ μα του Αυρήλιου οι σύντροφοι του έκοψαν με τα τσεκούρια και τα σπαθιά τους τα σκοινιά που συγκρατούσαν τους κορ­ μούς και ο Βατίατος τους έσπρωξε προς τα κάτω, κάνοντάς τους να κυλήσουν στην πλαγιά. Οι χοντροί κορμοί ανέπτυ­ ξαν γρήγορα ταχύτητα και κατρακύλησαν με πάταγο, ανα­ πηδώντας στις ανωμαλίες του εδάφους, σπέρνοντας τον πα­ νικό και το θάνατο ανάμεσα στους ιππείς του Ουλφίλα, που προσπαθούσαν να ανεβούν προς το δάσος. Άλλοι χτύπησαν τις φλεγόμενες θημωνιές και τις διασκόρπισαν μέσα σε στρο­ βίλους από σπίθες, τις έκαναν να εκραγούν σε πύρινες σφαί­ ρες που ο άνεμος μετέβαλλε σε σύννεφα φωτιάς. Στο δάσος όλοι καβάλησαν τα άλογά τους και ο Αυρήλιος έδωσε το χέρι του στον Ρωμύλο για να ανεβεί μαζί του κα­ βάλα στον Γιούμπα. Κατόπιν ακολούθησαν τη Λιβία, που φαινόταν να έχει μια ιδέα για το πού τους οδηγούσε. Μπή­ καν καλπάζοντας σ' ένα μονοπάτι που περνούσε μέσα από τη βλάστηση και μετά από λίγη ώρα βρέθηκαν ξανά σε μια 318

319


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Αν ο Θεός σου είναι μαζί μας, έχει έναν παράξενο τρό­ πο να το αποδεικνύει», σχολίασε ο Βατρένος. «Και, για να είμαι ειλικρινής, στο μέλλον θα προτιμούσα να μας αφήσει ήσυχους και να ασχοληθεί με κάποιον άλλο». «Συγκεντρώστε όλα τα άλογα στο πιο σκοτεινό σημείο και προσπαθήστε να τα κρατήσετε ήρεμα. Οι διώκτες μας θα είναι εδώ σε λίγο και, αν μας ανακαλύψουν, αυτή τη φο­ ρά θα είναι το τέλος μας». Δεν είχε ολοκληρώσει τη φράση της, όταν ακούστηκε θό­ ρυβος οπλών στο δρόμο. Η Λιβία πλησίασε στο στόμιο και κρυφοκοίταξε έξω. Ο Ουλφίλα ερχόταν καλπάζοντας, επι­ κεφαλής των αντρών του, και προσπερνούσε με μεγάλη τα­ χύτητα. Η Λιβία ανέπνευσε με ανακούφιση και γύρισε προς τους συντρόφους της για να αναγγείλει ότι ο κίνδυνος είχε περάσει, αναγκάστηκε όμως αμέσως να αλλάξει γνώμη. Ο θόρυβος του καλπασμού είχε σταματήσει ξαφνικά και τώ­ ρα ακούγονταν τα αργά βήματα των αλόγων που γύριζαν πί­ σω. Η Λιβία έγνεψε να κάνουν απόλυτη ησυχία κι έριξε ένα βλέμμα στο εξωτερικό, ενώ ήρθε κοντά της ο Αυρήλιος, α­ φού άφησε τα ηνία του Γιούμπα στα χέρια του Βατίατου. Ο Ουλφίλας δεν απείχε τώρα περισσότερο από είκοσι βήματα από την είσοδο της στοάς και ο θώρακας και οι ώ­ μοι του ξεχώριζαν πάνω από το περίγραμμα της συστάδας βλάστησης που έκρυβε την παλιά χάραξη του δρόμου. Ήταν φρικτός στην όψη, με πρόσωπο μαύρο από την καπνιά, με μάτια κόκκινα και μια ουλή που του παραμόρφωνε το πρό­ σωπο, κι έστρεφε ολόγυρα το βλέμμα του σαν λύκος που οσμίζεται τη λεία του. Πίσω του έρχονταν οι άντρες του- είχαν ανοίξει σαν βεντάλια και ερευνούσαν το δάσος ψάχνοντας για ίχνη. Στο εσωτερικό της στοάς όλοι κρατούσαν την ανάσα τους, νιώθοντας την αμεσότητα του κινδύνου, κι έσφιγγαν τις 320

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

λαβές των σπαθιών, έτοιμοι, όπως πάντα, να εμπλακούν σε μια θανάσιμη μάχη χωρίς να αναρωτιούνται γιατί. Το απόσπασμα διασκορπίστηκε στα περίχωρα για να ε­ ρευνήσει άλλες πιθανές οδούς διαφυγής και μετά, βλέπο­ ντας τη ματαιότητα της αναζήτησης, ο Ουλφίλας έβαλε μια φωνή, τους συγκέντρωσε όλους γύρω του και γύρισαν πίσω. «Συνάντησα τον Στέφανο πριν από την αυγή», είπε η Λι­ βία. «Μου είπε ότι ο Ανθέμιος μας πούλησε. Δυστυχώς, δε θα έχω τα χρήματα που σας υποσχέθηκα, τουλάχιστον προς το παρόν». Πλησίασε ο Αμβροσίνος. «Μα... δεν καταλαβαίνω». «Είναι απλό», απάντησε η Λιβία. «Στην Ανατολή ο αυτο­ κράτορας Ζήνωνας ανέκτησε την εξουσία εκθρονίζοντας τον Βασιλίσκο και θέλει να διατηρήσει καλές σχέσεις με τον Οδόακρο. Ίσως να έμαθε για τη συμφωνία με τον Ανθέμιο, ο οποίος έτσι βρέθηκε εκτεθειμένος και πιθανώς να μην εί­ χε άλλη επιλογή παρά να θυσιάσει τον Ρωμύλο στο βωμό της νέας πολιτικής κατάστασης». «Και τώρα τι θα κάνουμε με το αγόρι;» ρώτησε ο Βατρένος. «θα μπορούσαμε να το πάρουμε μαζί μας», απάντησε ο Αυρήλιος. «Μια στιγμή...» προσπάθησε να πάρει μέρος στη συζή­ τηση η Λιβία. «Πού όμως;» αντέτεινε ο Δημήτριος, χωρίς να της δώσει σημασία. «Ο Οδόακρος θα εξαπολύσει εναντίον μας και τον τελευταίο άντρα του, δε θα μας αφήσει ούτε στιγμή να α­ νασάνουμε, ούτε στιγμή σε ησυχία. Ας μη μας δημιουργεί αυ­ ταπάτες το γεγονός ότι αυτοί οι βάρβαροι απομακρύνθη­ καν, θα ξανάρθουν όταν δε θα το περιμένουμε, και θα μας κάνουν να το πληρώσουμε. Αυτό καλό είναι να γίνει σαφές σε όλους, μου φαίνεται». 321


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Τι θα έπρεπε λοιπόν να κάνουμε, κατά τη γνώμη σου;» ρώτησε ο Αυρήλιος. «Να διαπραγματευτούμε μια αμοιβή με τους βαρβάρους και να παραδώσουμε το αγόρι;» «Ε, μια στιγμή!» είπε ο Βατίατος. «Θέλω να καταλάβω κι εγώ, ας μου εξηγήσει κάποιος...» «Αφήστε με να μιλήσω, που να πάρει...» προσπάθησε πά­ λι να πει η Λιβία. Ο Ρωμύλος κοίταξε γύρω του γεμάτος αγωνία εξαιτίας ε­ κείνης της οχλαγωγίας, εκείνης της συζήτησης που περνού­ σε πάνω από το κεφάλι του χωρίς να δίνεται η παραμικρή σημασία στην παρουσία του. Ακόμα μια φορά, η μοίρα του βρισκόταν στα χέρια άλλων. Τώρα που δεν υπήρχε πια α­ μοιβή, για εκείνους τους άντρες δεν ήταν παρά ένα βάρος, ένα ανεπιθύμητο φορτίο. Ο Αυρήλιος κατάλαβε την ψυχική του κατάσταση, διάβασε στα μάτια του την ταπείνωση και το φόβο και προσπάθησε να επανορθώσει: «Άκουσε, αυτοί δεν...» Τον διέκοψε η φωνή του Αμβροσίνου, μια φωνή που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε ακουστεί τόσο γεμάτη θυμό και α­ γανάκτηση. «Φτάνει πια!» φώναξε. «Εσύ να με ακούσεις, να με ακούσετε όλοι σας! Εγώ ήρθα από τη Βρετανία σ' αυτή τη χώρα πριν από πολλά χρόνια, ως αντιπροσωπία μαζί με άλλους απεσταλμένους για να μιλήσουμε με τον αυτοκρά­ τορα. Ζητούσαμε βοήθεια για τον πληθυσμό του νησιού μας που στέναζε κάτω από ένα σκληρό τύραννο, που βασανιζό­ ταν από τις συνεχείς λεηλασίες και βιαιότητες άγριων βαρ­ βάρων. Έχασα τους συντρόφους μου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, πέθαναν από το κρύο, τις αρρώστιες, τις ενέδρες των ληστών. Έφτασα μόνος και δεν έγινα καν δεκτός. Ο αυ­ τοκράτορας ήταν ένα ανδρείκελο, υποχείριο άλλων βαρβά­ ρων. Δε θέλησε να με ακούσει. Μετά από λίγο καιρό ξέπε­ σα στη φτώχεια και επιβίωσα χάρη στις γνώσεις ιατρικής

και αλχημείας, ώσπου έγινα παιδαγωγός αυτού του αγοριού. Το ακολούθησα και του συμπαραστάθηκα στην καλοτυχία και στις ατυχίες, στις στιγμές της χαράς και στις στιγμές της απόγνωσης, της ταπείνωσης και της αιχμαλωσίας και μπο­ ρώ να σας πω ότι διαθέτει περισσότερο θάρρος, συμπόνια και ευγένεια ψυχής απ' όλους όσους γνώρισα ποτέ». Όλοι σώ­ πασαν υποταγμένοι από τη φωνή του αυτοσχέδιου ρήτορα, που έβαλε το χέρι του στον ώμο του Ρωμύλου και τον τοπο­ θέτησε στο κέντρο, σαν να ήθελε να τους υποχρεώσει να τον προσέξουν. Έπειτα, με τόνο πιο συγκρατημένο αλλά επί­ σημο, συνέχισε: «Τώρα εγώ του ζητώ να ακούσει την επί­ κληση των υπηκόων του από τη Βρετανία, που έχουν αφε­ θεί στη μοίρα τους εδώ και πολλά χρόνια, και να σπεύσει σε βοήθεια τους, του ζητώ να αντιμετωπίσει μαζί μου νέους κιν­ δύνους και νέες στερήσεις, με ή χωρίς τη δική σας βοήθεια». Οι παρευρισκόμενοι τον παρατήρησαν άναυδοι και με­ τά κοίταξαν ο ένας τον άλλο, σαν να μην πίστευαν στ' αφτιά τους. «Ξέρω τι σκέφτεστε, το διαβάζω στα πρόσωπά σας», εί­ πε ο Αμβροσίνος. «Σκέφτεστε ότι έχασα τα λογικά μου, αλ­ λά κάνετε λάθος. Τώρα που στερηθήκατε την αμοιβή σας και η αποστολή σας δεν είχε την έκβαση που περιμένατε, δε σας απομένουν παρά δύο λύσεις: μπορείτε να παραδώσετε τον Ρωμύλο Αύγουστο στους εχθρούς του και να πάρετε ίσως α­ κόμα μεγαλύτερη αμοιβή, μπορείτε να προδώσετε τον αυ­ τοκράτορά σας και να κηλιδωθείτε μ' ένα φρικτό έγκλημα, αλλά δε θα το κάνετε. Είχα τον τρόπο να σας γνωρίσω αυτό το λίγο καιρό που είμαστε μαζί και είδα ότι μέσα σας επι­ ζεί κάτι που πίστευα ότι είχε πεθάνει εδώ και αιώνες, η αν­ δρεία, το θάρρος και η αφοσίωση των πραγματικών Ρω­ μαίων στρατιωτών. Ή μπορείτε να μας αφήσετε να φύγου-

322

323


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

με, να μας χαρίσετε την ελευθερία». Το βλέμμα του Αμβροσίνου έπεσε στη λαβή του σπαθιού που κρεμόταν από τον ώ­ μο του Αυρήλιου. «Αυτό το σπαθί θα είναι το φυλαχτό μας και οδηγός μας η αρχαία προφητεία που μόνο εγώ κι αυτός γνωρίζουμε». Έπεσε απόλυτη σιγή μέσα στη μεγάλη σπηλιά. Όλοι εί­ χαν καθηλωθεί από τα λόγια εκείνου του σοφού, από την α­ ξιοπρέπεια και το θάρρος του μικρού βασιλιά χωρίς βασί­ λειο και χωρίς στρατό. «Θα έρθω μαζί σου, Αμβροσίνε», είπε ο Ρωμύλος, «ο­ πουδήποτε θελήσεις να με οδηγήσεις, με ή χωρίς αυτό το σπαθί. Ο Θεός θα μας βοηθήσει». Τον έπιασε από το χέρι κι έκανε να βγει έξω. Ο Αυρήλιος τους έκλεισε το δρόμο. «Μπορώ να σε ρω­ τήσω πώς υπολογίζετε ότι θα φτάσετε μέχρι εκεί πάνω;» «Με τα πόδια», απάντησε λακωνικά ο Αμβροσίνος. «Με τα πόδια», επανέλαβε ο Αυρήλιος σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι άκουσε καλά. «Ναι». «Και όταν φτάσετε εκεί πάνω», επενέβη στη συζήτηση με σαρκαστικό ύφος ο Βατρένος, «αν δεχτούμε ότι θα φτά­ σετε, πώς θα καταφέρετε να νικήσετε αυτό το σκληρό τύ­ ραννο για τον οποίο μιλούσες και τους τρομερούς βαρβάρους του, οι δυο σας, ένας γέροντας κι ένα...» «Παιδί», ολοκλήρωσε την πρόταση ο Ρωμύλος. «Αυτό ή­ θελες να πεις, έτσι δεν είναι; Ωστόσο, και ο Τουλος, ο γιος του ήρωα Αινεία, ήταν παιδί όταν άφησε πίσω του την πυρ­ πολημένη Τροία και ήρθε στην Ιταλία. Κι όμως, έγινε ο ι­ δρυτής του μεγαλύτερου έθνους όλων των εποχών. Εγώ δεν έχω να σας δώσω τίποτα, δεν έχω αγαθά ούτε χρήματα ού­ τε κτήματα με τα οποία να ξεπληρώσω το χρέος μου απέ-

ναντί σας. Μπορώ μόνο να σας ευχαριστήσω για όσα κάνε­ τε για μένα. Μπορώ να σας πω ότι δε θα σας ξεχάσω ποτέ, ότι θα σας έχω πάντα στην καρδιά μου, ακόμα κι αν ζήσω εκατό χρόνια...» Η φωνή του έτρεμε από τη συγκίνηση: «Εσύ, Αυρήλιε, κι εσύ, Βατρένε, Δημήτριε, Βατίατε, Ορόσιε, κι ε­ σύ, Λιβία, μη με ξεχάσετε... Αντίο». Στράφηκε προς το δά­ σκαλό του: «Έλα, Αμβροσίνε, ας ξεκινήσουμε το ταξίδι μας». Πήγαν στην έξοδο του ιερού, παραμέρισαν τη βλάστηση και προχώρησαν στο μονοπάτι. Τότε ο Αυρήλιος πήρε τον Γιούμπα από τα γκέμια, κοίταξε τους συντρόφους του κα­ τάματα και είπε: «Πηγαίνω μαζί τους». Σαν να έλεγε το πιο προφανές πράγμα στον κόσμο. Ο Βατρένος συνήλθε από την έκπληξή του. «Το εννοείς στ' αλήθεια;» είπε. «Περίμενε, που να σε πάρει, περίμενε, πού πηγαίνεις;» Και τον ακολούθησε. Η Λιβία χαμογέλασε, σαν να μην περίμενε τίποτ' άλλο, και βγήκε με τη σειρά της, τραβώντας πίσω της το άλογό της. Ο Βατίατος έξυσε το κε­ φάλι του. «Είναι πολύ μακριά αυτή η Βρετανία;» ρώτησε τους άλλους δύο. «Νομίζω ναι», απάντησε ο Ορόσιος. «Φοβάμαι πως εί­ ναι η πιο μακρινή γη απ' όλες, τουλάχιστον από όσες ξέρω». «Τότε καλύτερα να βιαστούμε». Σφύριξε στο άλογό του και βγήκε, μέσα από το παραπέτασμα των αναρριχητικών φυτών, στο φως του ήλιου. Ο Αμβροσίνος και ο Ρωμύλος, που είχαν ήδη πάρει το μο­ νοπάτι, άκουσαν πίσω τους το θόρυβο από τα κλαδιά και το ποδοβολητό των οπλών, αλλά εξακολούθησαν να περπα­ τούν. Μετά, όταν κατάλαβε ότι όλοι ακολουθούσαν τον ίδιο δρόμο, ο Ρωμύλος σταμάτησε κι έσφιξε το χέρι του Αμβροσίνου. Στράφηκε προς τα πίσω αργά και τους βρήκε και τους έξι απέναντι του. Ρώτησε: «Πού πηγαίνετε;»

324

325


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Πλησίασε ο Αυρήλιος. «Πίστευες στ' αλήθεια ότι θα σε εγκαταλείπαμε;» είπε. «Από δω και πέρα, αν το θέλεις, θα έχεις ένα στρατό. Μικρό, αλλά γενναίο. Και πιστό. Χαίρε, καίσαρα!» Έβγαλε το σπαθί και του το έδωσε. Εκείνη τη στιγμή μια ηλιαχτίδα ξεπρόβαλε ανάμεσα στα σύννεφα, πέρασε μέσα από τα κλαδιά των πεύκων και των πρίνων και φώτισε το αγόρι και το θαυμαστό σπαθί του μ' ένα φως μα­ γικό, απόκοσμο. Ο Ρωμύλος το έδωσε πίσω στον Αυρήλιο μ' ένα χαμόγε­ λο. «Φύλαγε το εσύ για μένα», είπε. Ο Αυρήλιος του έδωσε το χέρι του και τον βοήθησε να α­ νεβεί στο άλογο και να καθίσει μπροστά του. Μετά έγνεψε στους άλλους να δώσουν στον Αμβροσίνο το μουλάρι του. «Τώρα μας περιμένει ένα μακρύ κι επικίνδυνο ταξίδι», εί­ πε. «Σε δύο ή τρεις μέρες θα δούμε μπροστά μας την κοι­ λάδα του Πάδου, που είναι κατά μεγάλο μέρος ανοιχτή και δε διαθέτει κρυψώνες- θα μπορούν να μας δουν εύκολα». «Αυτό είναι αλήθεια», απάντησε ο Αμβροσίνος. «Θα έ­ χουμε όμως έναν ισχυρό σύμμαχο». «Α, ναι; Ποιον;» «Την ομίχλη», απάντησε. «Ίσως ο Στέφανος μπορέσει ακόμα να κάνει κάτι για μας», είπε η Λιβία. «Ήρθε με τη βάρκα του για να μας προ­ σφέρει μια οδό διαφυγής. Ίσως μπορέσει να μας δώσει του­ λάχιστον ένα μέρος των χρημάτων που μας υποσχέθηκαν ή προμήθειες. Η κοιλάδα του Πάδου είναι μεγάλη, οι μέρες σύντομες και ομιχλώδεις. Δε θα είναι τόσο εύκολο να μας ε­ ντοπίσουν». «Πραγματικά», συμφώνησε ο Αυρήλιος. «Μετά όμως θα πρέπει να διασχίσουμε τις Άλπεις και θα βρισκόμαστε ήδη στην καρδιά του χειμώνα». 326

22

Ο ΣΤΈΦΑΝΟΣ ΕΙΔΕ να εμφανίζεται στις παρυφές του δάσους το απόσπασμα του Ουλφίλα, έξι άντρες στο σύνολο, και πή­ γε προς το μέρος τους, προσπαθώντας να φέρεται φυσικά. «Πού είναι οι άλλοι;» ρώτησε. «Τους χώρισα σε ομάδες και τους έστειλα τριγύρω να ψά­ ξουν. Είμαι σίγουρος ότι βρίσκονται ακόμα εδώ κοντά. Έχο­ ντας μαζί τους το γέροντα και το αγόρι, δεν μπορεί να μας άφησαν πολύ πίσω». «Ναι, αλλά στο μεταξύ ο καιρός χειροτερεύει και αυτό δε θα κάνει εύκολα τα πράγματα», αποκρίθηκε ο Στέφανος. Από τη θάλασσα ερχόταν πράγματι ένα μέτωπο μαύρων νε­ φών και σύντομα άρχισε να πέφτει μια παγωμένη βροχή α­ νακατεμένη με χιονόνερο. Η πυρκαγιά, που τώρα πια είχε καταβροχθίσει τις κα­ λαμιές και τις θημωνιές, έσβησε τελείως, αφήνοντας πίσω της μια μαύρη έκταση που κάπνιζε. Οι κορμοί των δέντρων που είχαν κυλήσει προς τα κάτω σταμάτησαν όπου βρήκαν εμπόδια, ή έφτασαν σχεδόν μέχρι την παραθαλάσσια πε­ διάδα ή το χείμαρρο. Ο Στέφανος έτρεμε σαν φυλλαράκι και τα δόντια του κρο­ τάλιζαν από το κρύο, παρ' όλα αυτά βρήκε τη δύναμη να μιλήσει. «Αυτό δε θα αρέσει στον Οδόακρο και δε θα αρέσει 327


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

ούτε στους κατασκόπους του Ζήνωνα. Δε θα ήθελα να είμαι στη θέση σου όταν θα υποχρεωθείς να πεις πώς πήγαν τα πράγματα. Και μην ελπίζεις να διακινδυνεύσω εγώ τη θέση μου για να σώσω τη δική σου. Άφησες να δραπετεύσουν έ­ νας γέρος κι ένα αγόρι κάτω από τη μύτη σου, έχοντας ε­ βδομήντα φρουρούς υπό τις διαταγές σου. Είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς· κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ό­ τι δωροδοκήθηκες». «Πάψε!» γρύλισε ο Ουλφίλας. «Αν με προειδοποιούσες εγκαίρως, θα τους πιάναμε όλους». «Δε στάθηκε δυνατό. Ο άνθρωπος του Ανθέμιου στη Νε­ άπολη οργάνωσε τη φυγή τους τόσο καλά, ώστε κι εγώ ο ί­ διος έχασα τα ίχνη τους κι εκείνοι δεν έδωσαν ξανά σημεία ζωής. Τι μπορούσα να σου πω; Το μόνο σίγουρο σημείο ή­ ταν εδώ, το σημείο της συνάντησης με το πλοίο. Και αυτό φρόντισα να μάθεις». «Δεν μπορώ να καταλάβω με ποιου το μέρος είσαι στ' α­ λήθεια, αλλά να προσέχεις. Αν τυχόν καταλάβω ότι παίζεις διπλό παιχνίδι, θα σε κάνω να καταραστείς τη μέρα που γεννήθηκες». Ο Στέφανος δεν είχε τη δύναμη να τον αντικρούσει: «Δώ­ σε μου κάτι να σκεπαστώ», είπε. «Δε βλέπεις ότι πεθαίνω α­ πό το κρύο;» Ο Ουλφίλας τον κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια με περιφρονητικό ύφος, μετά πήρε μια κουβέρτα από τη σέλα του και την έριξε στα πόδια του Στέφανου. Αυτός τη σήκω­ σε, την έβαλε στους ώμους του και τυλίχτηκε εντελώς μέχρι το κεφάλι. «Τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα;» ρώτησε όταν συνήλθε κάπως. «Να τους πιάσω. Με κάθε θυσία. Όπου κι αν πηγαίνουν».

«Ίσως περάσει πολύς καιρός όμως. Αφού δεν τους έπια­ σες τώρα που ήταν εδώ γύρω, δεν είναι σίγουρο ότι θα τα κα­ ταφέρεις στη συνέχεια. Ο χρόνος είναι υπέρ τους. Επιπλέ­ ον, από το Κάπρι θα μπορούσαν να διαδοθούν παράξενες φήμες και να δημιουργηθούν παράλογες προσδοκίες». Ο Ουλφίλας αποφάσισε επιτέλους να κατεβεί από το ά­ λογο και ο λαιμός του Στέφανου μπόρεσε να πάρει μια πιο φυσιολογική θέση. «Τι εννοείς;» τον ρώτησε. «Είναι απλό: αν διαδοθεί η φήμη ότι ο αυτοκράτορας δραπέτευσε, κάποιος θα μπορούσε να επωφεληθεί, με πο­ λύ σοβαρές συνέπειες». Ο Ουλφίλας σήκωσε τους ώμους. «Κι επιπλέον, η βούληση του Οδόακρου», συνέχισε ο Στέ­ φανος, «ήταν εκείνος να περάσει τις υπόλοιπες μέρες του στο νησί, κι έτσι πρέπει να γίνει. Κανένας δεν πρέπει να α­ ντιληφθεί ότι το αγόρι εξαφανίστηκε». «Τι πρέπει να κάνω;» «Στείλε στο Κάπρι κάποιον που εμπιστεύεσαι. Δώσε δια­ ταγή να αντικαταστήσουν τον Ρωμύλο Αυγουστύλο μ' ένα σωσία, ένα αγόρι της ηλικίας του ντυμένο με τα ίδια ρούχα και φρόντισε να μην το δει κανένας από κοντά, τουλάχιστον για μερικούς μήνες, ώσπου να αλλάξεις όλο το προσωπικό, συμπεριλαμβανομένων των αντρών που προορίζονται για τη φύλαξή του. Για τον απλό λαό, και όχι μόνο γι' αυτόν, ο αυτοκράτορας δε βγήκε ποτέ από την έπαυλη και δεν έφυ­ γε ποτέ από το νησί. Ούτε θα φύγει ποτέ. Εξηγήθηκα;» Ο Ουλφίλας έγνεψε καταφατικά. «Κατόπιν θα πρέπει να αναφέρεις στον Οδόακρο. Και θα το κάνεις εσύ, προσωπικά». Ο Ουλφίλας έγνεψε ξανά με το κεφάλι, συγκρατώντας την οργή του. Σιχαινόταν εκείνο το ραδιούργο αυλικό, αντιλαμ­ βανόταν όμως ότι εκείνη τη στιγμή, μολονότι βρεγμένος, ξε-

328

329


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

παγιασμένος και κουκουλωμένος μ' εκείνη την κουβέρτα για άλογα, βρισκόταν σε καλύτερη θέση από τον ίδιο. Του έκα­ νε νόημα να τον ακολουθήσει και πήγαν στην παλιά mansio, η οποία λόγω της θέσης της δεν είχε πληγεί από την πυρκα­ γιά, κι εκεί περίμεναν να επιστρέψουν οι υπόλοιποι άντρες α­ πό την περιπολία. Ο Στέφανος θυμήθηκε τότε κάτι άλλο για το οποίο είχε ακούσει να μιλούν και του έγνεψε να πλησιάσει για να μην τους ακούσουν. «Ο Ανθέμιος είχε πληροφοριοδό­ τες και στο Κάπρι και στα πλοία με τα οποία καταδίωκες τους φυγάδες κι ένας από αυτούς μου ανέφερε, μεταξύ άλλων ει­ δήσεων, και μια παράξενη ιστορία...» άρχισε. Ο Ουλφίλας τον κοίταξε καχύποπτα. «Απ' ό,τι φαίνεται, ένας από εκείνους τους άντρες είχε ένα φοβερό όπλο, ένα σπαθί που όμοιο του δεν είδε ποτέ κανένας. Μήπως ξέρεις κάτι γι' αυτό;» Ο Ουλφίλας απέφυγε το βλέμμα του με αρκετή αμηχα­ νία, ώστε να του δώσει να καταλάβει ότι έλεγε ψέματα όταν απάντησε: «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς». «Παράξενο. Φαντάζομαι ότι εσύ πολέμησες για να εμπο­ δίσεις εκείνη τη δράκα να πάρει τον αυτοκράτορα». «Οι άνθρωποι λένε ό,τι θέλουν. Δεν ξέρω τίποτα. Κι όταν μάχεσαι, κοιτάζεις τον εχθρό σου καταπρόσωπο, δεν κοι­ τάζεις το σπαθί του. Εξάλλου, κι εγώ σου ζήτησα μια πλη­ ροφορία και δε μου είπες ακόμα τίποτα». «Για κείνο το λεγεωνάριο; Ξέρω μόνο ότι ανήκε στη μο­ νάδα που ο Μλέντο εξόντωσε στη Δέρτωσσα και ότι λέγεται Αυρήλιος». «Αυρήλιος; Είπες Αυρήλιος;» «Σου λέει κάτι;» Ο Ουλφίλας σκέφτηκε για λίγο σιωπηλός κι ύστερα είπε: «Είμαι βέβαιος ότι τον έχω δει ξανά, πριν από πολύ καιρό. Δεν ξεχνάω ποτέ έναν άνθρωπο όταν τον δω μια φορά. Αλλά 330

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

δεν έχει σημασία τώρα πια. Ο άντρας αυτός χάθηκε στη θά­ λασσα εκείνη τη νύχτα και κατά πάσα πιθανότητα έγινε τρο­ φή για τα ψάρια». «Δε θα ήμουν τόσο βέβαιος», απάντησε ο Στέφανος. «Απ' όσο ξέρω μπορεί να έχει σωθεί και να έχει ακόμα μαζί του εκείνο το σπαθί». Ο πρώτοι από τους άντρες του έφτασαν μετά από λίγη ώ­ ρα, κατάκοποι, με τα άλογα να αχνίζουν από τον ιδρώτα, κι έγινε αμέσως φανερό από την απογοητευμένη έκφραση τους ότι η έρευνα ήταν άκαρπη. Ο Ουλφίλας τους κατσάδιασε ά­ γρια, έξαλλος από θυμό. «Δεν μπορείτε να μου λέτε ότι δεν τους βρήκατε. Εφτά έφιπποι άνθρωποι δεν εξαφανίζονται στον αέρα, που να πάρει!» «Ψάξαμε παντού», είπε ένας από αυτούς. «Ίσως γνώρι­ ζαν κάποιο κρησφύγετο. Ζούσαν πάντα σ' αυτή τη γη, τη γνωρίζουν καλύτερα από εμάς. Ή ίσως κάποιος να τους πρό­ σφερε καταφύγιο». «Έπρεπε να ερευνήσετε τα σπίτια, να κάνετε τους χωρι­ κούς να μιλήσουν. Ξέρετε τον τρόπο, έτσι δεν είναι;» «Το κάναμε. Μα πολλοί δε μας καταλαβαίνουν». «Προσποιούνται!» ούρλιαξε ο Ουλφίλας. Ο Στέφανος τον παρατηρούσε χωρίς να δείχνει οποιαδήποτε αντίδραση, μέ­ σα του όμως απολάμβανε να βλέπει εκείνο το δασύτριχο α­ γρίμι να κυριεύεται από πανικό. Άλλες ομάδες έφτασαν κα­ τά το μεσημέρι. «Τσως βρήκαν ίχνη πιο βόρεια», είπε ένας από τους ιπ­ πείς. «Όπως και να 'χει, συμφωνήσαμε να συναντηθούμε στο Πέζαρο- αυτοί που θα φτάσουν πρώτοι θα περιμένουν τους άλλους. Και τώρα τι κάνουμε;» «Συνεχίζουμε την καταδίωξη», απάντησε ο Ουλφίλας. «Αμέσως». 331


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Ο Στέφανος τον αποχαιρέτισε. «Θα σε δω στη Ραβένα, φαντάζομαι. Εγώ θα μείνω εδώ να περιμένω τη βάρκα που θα έρθει να με πάρει». Μετά του έκανε και πάλι νόημα να πλησιάσει. «Αληθεύει ότι εκείνο το σπαθί είχε χρυσή λαβή σε σχήμα κεφαλής αετού;» «Δεν ξέρω τίποτα. Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς», απά­ ντησε ξανά ο Ουλφίλας. «Ίσως, αν όμως πέσει στα χέρια σου, να θυμάσαι ότι κάποιοι θα ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν οποιοδήπο­ τε ποσό για να το αποκτήσουν, να σε γεμίσουν, κυριολε­ κτικά, με χρυσάφι. Με κατάλαβες; Μην κάνεις ανοησίες, αν τυχόν το πάρεις στην κατοχή σου, πες το μου κι εγώ θα φροντίσω να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου μέσα στην πο­ λυτέλεια». Ο Ουλφίλας δεν απάντησε, τον κοίταξε μ' ένα αινιγματι­ κό βλέμμα κι έπειτα κάλεσε τους άντρες του να συγκεντρω­ θούν, τους παρέταξε σαν βεντάλια και ξεχύθηκαν καλπάζο­ ντας προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο ίδιος οδηγούσε την ο­ μάδα που πήγαινε βόρεια. Προχώρησαν για μέρες, διατρέ­ χοντας όλα τα μονοπάτια χωρίς αποτέλεσμα, ώσπου ενώ­ θηκαν ξανά με την ομάδα που προπορευόταν κοντά στο Πέζαρο. Ο καιρός χειροτέρευε παντού κι έπεφτε μια ελαφριά αλλά επίμονη βροχή που μετέτρεπε τους δρόμους σε χεί­ μαρρους λάσπης κι έκανε σχεδόν αδιάβατους τους καλ­ λιεργημένους αγρούς, ενώ τα υψώματα άρχιζαν να ασπρί­ ζουν από το χιόνι σχεδόν μέχρι τα χαμηλότερα σημεία των πλαγιών. Η εμπροσθοφυλακή, η οποία προπορευόταν, είχε ήδη διαδώσει στις φρουρές που είχε συναντήσει την είδηση ότι αναζητούσαν μια ομάδα από πέντε άντρες και μια γυ­ ναίκα μαζί μ' ένα γέροντα κι ένα αγόρι. Αργά ή γρήγορα κάποιος θα τους έβλεπε. Ο Ουλφίλας προχώρησε τότε όσο

πιο γρήγορα μπορούσε προς τη Ραβένα, όπου τον περίμενε η δυσκολότερη δοκιμασία: να έρθει αντιμέτωπος με τον Οδόακρο. Ο magister militum τον δέχτηκε σ' ένα από τα δωμάτια των αυτοκρατορικών διαμερισμάτων, το οποίο είχε επιλέξει ως κατάλυμα του, και από το βλέμμα του ο Ουλφίλας κατάλα­ βε αμέσως ότι γνώριζε ήδη τα γεγονότα και πως οτιδήποτε έλεγε απλά θα χειροτέρευε τη διάθεση του. Περίμενε λοιπόν να ξεσπάσει η καταιγίδα προτού αντιδράσει. «Οι καλύτεροι άντρες μου», φώναξε ο Οδόακρος, «και ο ίδιος ο υπαρχηγός μου ρεζιλεύτηκαν από μια χούφτα απελ­ πισμένων, από μαλθακούς Ρωμαίους. Πώς είναι δυνατό;» «Δεν ήταν καθόλου μαλθακοί!» απάντησε εκνευρισμένος ο Ουλφίλας. «Αυτό είναι προφανές. Επομένως οι μαλθακοί είστε ε­ σείς». «Πρόσεχε, Οδόακρε, δεν έχεις ούτε εσύ το δικαίωμα να μου μιλάς μ' αυτό τον τρόπο». «Με απειλείς; Αφού απέτυχες τόσο οικτρά στο έργο σου, τολμάς να με απειλείς κιόλας; Τώρα θα μου πεις όλα όσα συνέβησαν, χωρίς να παραλείψεις καμία λεπτομέρεια. Πρέ­ πει να καταλάβω τι είδους άνθρωποι με περιβάλλουν, πρέ­ πει να ξέρω αν γίνατε πιο δειλοί και ανίκανοι από τους Ρω­ μαίους που κατακτήσαμε και υποτάξαμε». «Μας αιφνιδίασαν μια νύχτα με καταιγίδα, ανεβαίνοντας από τη βόρεια πλαγιά, από ένα μέρος ουσιαστικά απρόσι­ το. Διέφυγαν μέσα από ένα μυστικό πέρασμα που επικοι­ νωνούσε με τη θάλασσα. Παρ' όλα αυτά, διέταξα τα δυο πλοία που είχα διαθέσιμα να περιπολήσουν στα γύρω νερά, αλλά ακόμα και τα στοιχεία της φύσης ήταν εναντίον μας. Ενώ η καταιγίδα κόντευε να κοπάσει, εξερράγη το ηφαί-

332

333


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

στειο και το σκάφος τους χάθηκε μέσα στο αδιαπέραστο πέ­ πλο καπνού. Είδα τη θάλασσα να καταπίνει τον αρχηγό τους, τον ίδιο που είχε ήδη επιχειρήσει να απελευθερώσει το α­ γόρι εδώ, στη Ραβένα, ωστόσο δεν εγκατέλειψα την προ­ σπάθεια». «Είσαι βέβαιος γι' αυτό;» ρώτησε έκπληκτος ο Οδόακρος. «Είσαι βέβαιος ότι ήταν ο ίδιος; Πώς μπορείς να το πεις, αν ήταν σκοτάδι, όπως λες;» «Τον είδα όπως βλέπω εσένα τώρα και δεν μπορεί να κά­ νω λάθος. Κι επιπλέον, δε νομίζω ότι αυτό πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη- όποιος προσπάθησε και απέτυχε μια φορά μπορεί να προσπαθήσει και δεύτερη, αν και μου προ­ κάλεσε μεγάλη εντύπωση που τον είδα ξανά μπροστά μου τόσο μακριά από τη Ραβένα». «Συνέχισε», είπε ο Οδόακρος, ανυπόμονος να μάθει τη συ­ νέχεια αυτής της παράξενης ιστορίας. «Θα μπορούσα να σκεφτώ ότι ναυάγησαν», συνέχισε ο Ουλφίλας, «ότι τσακίστηκαν πάνω στα βράχια καθώς προ­ χωρούσαν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, κι όμως διέσχισα τα Απένινα κι έφτασα την ίδια μέρα μ' εκείνους, που είχαν το πλεονέκτημα ότι γνώριζαν την περιοχή. Δυστυχώς, όταν τους είχα πια στο χέρι, μου ξέφυγαν και, όσες προσπάθειες κι αν κάναμε οι άντρες μου κι εγώ, δεν κατορθώσαμε να ξανα­ βρούμε τα ίχνη τους. Είναι φανερό, σε κάθε περίπτωση, ό­ τι ήξεραν που βρίσκονταν οι αιχμάλωτοι, ήξεραν ότι η βό­ ρεια πλαγιά συνήθως δε φρουρείται και γνώριζαν μια οδό διαφυγής, την ύπαρξη της οποίας δε γνωρίζαμε ούτε εμείς, επομένως κάποιος τους είχε πληροφορήσει». «Ποιος;» φώναξε ο Οδόακρος. «Μπορεί να ήταν οποιοσδήποτε, ένας δούλος, ένας ερ­ γάτης, ένας φούρναρης ή ένας πεταλωτής, κάποια από τις

μαγείρισσες... ή μια πόρνη, γιατί όχι; Σίγουρα όμως πίσω απ' όλα αυτά πρέπει να βρισκόταν ένα σημαντικό πρόσωπο, πώς αλλιώς θα μπορούσε να γνωρίζει το μυστικό πέρασμα; Περιόρισα στο ελάχιστο τις επαφές ανάμεσα στην έπαυλη και το υπόλοιπο νησί, αλλά ήταν αδύνατο να τις εμποδίσω εντελώς». «Αν υποψιάζεσαι κάποιον, μίλα». «Ο Ανθέμιος ίσως. Αυτός μπορούσε κάλλιστα να γνωρί­ ζει την έπαυλη του Κάπρι. Φαίνεται ότι στη Νεάπολη έχει πολλές γνωριμίες. Και ο ίδιος ο Στέφανος...» «Ο Στέφανος είναι ένας έξυπνος και ικανός άνθρωπος με πρακτικό νου και μου χρειάζεται για τις σχέσεις μου με τον Ζήνωνα», απάντησε ο Οδόακρος, ήταν όμως φανερό ότι τα λόγια του Ουλφίλα τον είχαν εντυπωσιάσει. Μαρτυρούσαν ένα κατόρθωμα ανθρώπων που διέθεταν απίστευτο θάρρος και ικανότητα και εξαιρετική οξυδέρκεια. Την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε πόσο δύσκολο, αν όχι αδύνατο, θα ήταν να βασιλεύσει σ' εκείνη τη χώρα μόνο με τη δύναμη ενός στρατού, τον οποίο όλοι αντιμετώπιζαν ως ξένο, βίαιο και σκληρό, βαρβαρικό, με μια λέξη. Κατάλαβε ότι έπρεπε να περιστοιχίζεται από έξυπνους ανθρώπους μάλλον παρά α­ πό ικανούς στρατιώτες, από γνώση παρά από δύναμη και ό­ τι ήταν περισσότερο εκτεθειμένος και ευάλωτος ανάμεσα στους εκατοντάδες πολεμιστές που φρουρούσαν το παλάτι του παρά στο πεδίο της μάχης. Και για μια στιγμή ένιωσε να απειλείται από ένα δεκατριάχρονο αγόρι, που τώρα πια ήταν ελεύθερο, προστατευμένο και άφαντο. Θυμήθηκε τα λόγια εκδίκησης που αυτό είχε προφέρει μπροστά στη σο­ ρό της μητέρας του, στην κρύπτη της βασιλικής. Αντέδρα­ σε με εκνευρισμό. «Και τώρα τι πρέπει να κάνουμε, κατά τη γνώμη σου;» ρώτησε.

334

335


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Έλαβα ήδη μέτρα», απάντησε ο Ουλφίλας. «Φρόντισα να αντικατασταθεί το αγόρι από ένα σωσία, κάποιον που έ­ χει την ίδια ηλικία και το ίδιο ανάστημα, που θα ντύνεται όπως εκείνος και θα ζει στο ίδιο μέρος, αλλά θα έρχεται σε επαφή μόνο με έμπιστα πρόσωπα. Οι άλλοι θα τον βλέπουν μόνο από μακριά. Σε λίγο καιρό θα αλλάξω όλους τους φρου­ ρούς και τους δούλους, έτσι ώστε οι καινούριοι να μην έ­ χουν μέτρο σύγκρισης και να νομίζουν ότι εκείνος είναι ο πραγματικός Ρωμύλος Αυγουστύλος». «Μου φαίνεται έξυπνο το σχέδιό σου, δε σε θεωρούσα ι­ κανό για κάτι τέτοιο. Καλύτερα έτσι, τώρα όμως θέλω να μάθω πώς θα καταφέρεις να συλλάβεις το αγόρι κι εκείνους που είναι μαζί του». «Δώσε μου ένα διάταγμα που να μου παραχωρεί πλήρεις εξουσίες και τη δυνατότητα να τον επικηρύξω. Δε θα μπο­ ρέσουν να μας ξεφύγουν. Είναι η πιο ετερόκλητη ομάδα που μπορείς να φανταστείς και δε θα είναι πολύ δύσκολο να ε­ ντοπιστούν, θα αναγκαστούν να βγουν στα ανοιχτά αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να αγοράσουν τρόφιμα, να αναζητή­ σουν κατάλυμα- δεν είναι πια η εποχή που μπορεί κανείς να κοιμηθεί στο ύπαιθρο». «Μα δεν ξέρεις καν πού κατευθύνονται». «Πιστεύω ότι κατευθύνονται βόρεια, τώρα που ο δρόμος προς την Ανατολή έκλεισε. Πού αλλού θα μπορούσαν να πά­ νε; Πρέπει αναγκαστικά να επιχειρήσουν να βγουν από την Ιταλία. Και η εποχή της ναυσιπλοΐας έχει περάσει». Ο Οδόακρος συλλογίστηκε σιωπηλός για λίγη ώρα. Ο Ουλφίλας τον παρατηρούσε τώρα σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Είχαν χωρίσει μόνο για λίγους μήνες και η αλ­ λαγή ήταν εντυπωσιακή: ο Οδόακρος είχε τα μαλλιά του κομμένα κοντά και περιποιημένα, το πρόσωπό του ήταν

φρεσκοξυρισμένο, ήταν ντυμένος μ' ένα λινό μακρυμάνικο χιτώνα με δύο λωρίδες κεντημένες με χρυοή και ασημένια κλωστή, οι οποίες κατέβαιναν από τους ώμους προς το γύ­ ρο του ενδύματος, φορούσε κοντές μπότες από δέρμα μοσχαριού, διακοσμημένες κι αυτές με κεντίδια από κόκκινο και κίτρινο μαλλί και με λουριά από κόκκινο δέρμα. Από το λαιμό του κρεμόταν ένα μεγάλο ασημένιο κόσμημα με χρυ­ σό σταυρό και φορούσε μια ζώνη από ασημένιους κρίκους. Στον παράμεσο του αριστερού χεριού φορούσε ένα δαχτυ­ λίδι με μια πολύτιμη καμέα. Δε διέφερε σε τίποτα από ένα μεγάλο Ρωμαίο αξιωματούχο, εκτός από το πυρρόξανθο χρώμα που είχαν τα μαλλιά και οι τρίχες του και τις φακίδες που είχε στο πρόσωπο, τη μύτη και τα χέρια. Ο Οδόα­ κρος αντιλήφθηκε τον τρόπο που τον κοίταζε ο Ουλφίλας και προτίμησε να διακόψει εκείνη την ενοχλητική παρατήρηση. «Ο αυτοκράτορας Ζήνωνας μου έστειλε το διορισμό μου ως Ρωμαίου πατρικίου», είπε, «και αυτό μου δίνει το δικαίωμα να προτάσσω του ονόματός μου το όνομα "Φλάβιος" κι ε­ πιπλέον, μου χορηγήθηκαν πλήρεις εξουσίες για τη διοίκη­ ση αυτής της χώρας και των γειτονικών περιοχών, θα σου δώσω τα διατάγματα που μου ζητάς και, από τη στιγμή που η ύπαρξη εκείνου του αγοριού δεν έχει καμία πολιτική αξία, τουλάχιστον όσον αφορά τις σχέσεις μας με την Ανατολική Αυτοκρατορία, και με δεδομένο τον κίνδυνο σοβαρών ανα­ ταραχών που αντιπροσωπεύει, βρες το και σκότωσέ το. Φέ­ ρε μου το κεφάλι του, κάψε το υπόλοιπο σώμα και σκόρπι­ σε τις στάχτες. Ο μοναδικός Ρωμύλος Αύγουστος, ή Αυγουστύλος, όπως τον αποκαλούν κοροϊδευτικά οι αυλικοί του πίσω από την πλάτη του, θα είναι εκείνος που βρίσκεται στο Κάπρι. Για όλους και για πάντα. Όσο για σένα, δε θα επι­ στρέψεις ώσπου να εκτελέσεις τη διαταγή, θα τον κατα-

336

337


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

διώξεις, αν είναι ανάγκη, μέχρι την άκρη του κόσμου και, αν γυρίσεις χωρίς το κεφάλι του, θα πάρω το δικό σου στη θέση του. Και ξέρεις ότι είμαι ικανός να το κάνω». Ο Ουλφίλας απαξίωσε να απαντήσει σ' αυτή την απειλή. «Ετοίμασε αυτά τα διατάγματα», είπε. «Θα αναχωρήσω το συντομότερο δυνατό». Και κινήθηκε προς την έξοδο, όμως πριν περάσει το κατώφλι, κοίταξε πίσω. «Τι γίνεται με τον Ανθέμιο;» ρώτησε. «Γιατί θέλεις να μάθεις;» «Για να καταλάβω καλύτερα ποιος είναι αυτός ο Στέφα­ νος, που φαίνεται να έγινε ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος εδώ στη Ραβένα». «Ο Στέφανος έκανε δυνατή την αποκατάσταση των καλών σχέσεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης», απάντησε ο Οδόακρος, «και συνέβαλε στη σταθεροποίηση της θέσης μου στη Ραβένα. Ήταν μια περίπλοκη και λεπτή επιχείρηση που ε­ σύ δε θα μπορούσες καν να καταλάβεις. Όσο για τον Ανθέ­ μιο, είχε το τέλος που του άξιζε. Είχε υποσχεθεί στον Βασιλίσκο μια βάση στη λιμνοθάλασσα με αντάλλαγμα την προ­ στασία του Ρωμύλου και μηχανορραφούσε μαζί του για να με δολοφονήσουν. Έβαλα να τον στραγγαλίσουν». «Κατάλαβα», απάντησε ο Ουλφίλας και βγήκε.

ίδιο, για λόγους που αγνοούσε αλλά που σίγουρα είχαν να κάνουν με την εξουσία και τα χρήματα, αφού ήταν διατε­ θειμένος να του υποσχεθεί τόσα πολλά. Ο Στέφανος, επι­ πλέον, πρέπει να κληρονόμησε το δίκτυο πληροφοριοδο­ τών που πρωτύτερα έδινε αναφορά στον Ανθέμιο, χωρίς να λερώσει τα χέρια του σκοτώνοντάς τον ο ίδιος. Με λίγα λό­ για, ήταν ο πιο ικανός κι επικίνδυνος άνθρωπος με τον οποίο του είχε τύχει να έχει σχέσεις μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αν διαπραγματευόταν μαζί του, θα σήμαινε ότι έπαιζε το παι­ χνίδι του και σίγουρα θα έχανε. Το καλύτερο που είχε να κά­ νει, επομένως, ήταν να δει αν εκείνος θα έκανε κάποια κί­ νηση, όπως να φύγει από τη Ραβένα. Αν είχε καταλάβει κα­ λά, αυτό θα συνέβαινε πολύ σύντομα και σε αυτή την περί­ πτωση θα τον παρακολουθούσε στενά, βέβαιος ότι θα έ­ φτανε σε κάποιο σημαντικό στόχο. Στο μεταξύ, έστειλε πα­ ντού αγγελιαφόρους για να ζητήσουν πληροφορίες σχετικά με το πέρασμα ενός καραβανιού έξι ή εφτά ατόμων μ' ένα γιγαντόσωμο μαύρο, ένα γέροντα κι ένα αγόρι.

Ο Στέφανος αποβιβάστηκε στο Ρίμινι την επόμενη μέρα, γιατί το πλοίο του αναγκάστηκε να αναπλεύσει την Αδρια­ τική μ' έναν πολύ επικίνδυνο πλευρικό βορειοανατολικό ά­ νεμο. Από εκείνη τη στιγμή ο Ουλφίλας φρόντισε να μην του ξεφύγει καμία κίνηση του. Είχε καταλάβει κάποια πο­ λύ σημαντικά πράγματα για το πρόσωπό του: ότι εκείνο το σπαθί του είχε γίνει έμμονη ιδέα, τουλάχιστον όσο και στον

Το μικρό καραβάνι του Αυρήλιου, αφού απομακρύνθηκαν οι άντρες του Ουλφίλα, φρόντισε να χαθούν τα ίχνη του α­ νεβαίνοντας την κλειστή και αθέατη κοιλάδα ενός μικρού χειμάρρου και ύστερα μένοντας αρκετά ψηλά στις πλαγιές των βουνών, ώστε να μπορεί να ελέγχει την περιοχή σε με­ γάλη ακτίνα. Επιπλέον, χωρίστηκε σε τρεις ομάδες που βά­ διζαν σε απόσταση περίπου ενός μιλίου η μία από την άλ­ λη. Ο Βατίατος προχωρούσε πεζός και σκεπασμένος μ' ένα μακρύ μανδύα με κουκούλα, που τον έκρυβε σχεδόν εντελώς. Βάδιζε μόνος, έτσι ώστε το ανάστημά του να φαίνεται λιγό­ τερο επιβλητικό απ' όσο θα φαινόταν αν περπατούσε ανά-

338

339


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

μέσα στους συνταξιδιώτες του. Ο Ρωμύλος βάδιζε με τη Λιβία και τον Αυρήλιο, ώστε να μοιάζουν με οικογένεια που τα­ ξίδευε με τις λιγοστές αποσκευές της. Όλοι τους έκρυβαν τα όπλα κάτω από τους μανδύες, εκτός από τις ασπίδες, τις ο­ ποίες, ογκώδεις καθώς ήταν, τις είχαν φορτώσει στο μου­ λάρι του Αμβροσίνου και σκεπάσει μ' ένα πανί. Ο Αμβροσίνος είχε προτείνει αυτά τα τεχνάσματα, ενώ η Λιβία είχε επιλέξει το δρομολόγιο, δείχνοντας για ακόμα μια φορά ό­ τι διέθετε την πείρα παλαίμαχου. Σχεδόν παντού υπήρχε χιόνι, αλλά ακόμα δεν ήταν τόσο βαθύ ώστε να εμποδίζει τη διέλευση. Επιπλέον, η θερμοκρασία δεν ήταν πολύ χαμηλή, καθώς ο ουρανός ήταν σχεδόν πάντα σκεπασμένος με σύν­ νεφα. Την πρώτη νύχτα ετοίμασαν ένα προσωρινό κατάλυμα κόβοντας κλαδιά ελάτων με τα τσεκούρια και κατασκευά­ ζοντας μια καλύβα κάτω από ένα φυσικό κάλυμμα. Και ό­ ταν βεβαιώθηκαν ότι δεν είχαν πια τον εχθρό πίσω τους, άρ­ χισαν ξανά να ανάβουν φωτιά, ιδιαίτερα μέσα στο δάσος, με την κάλυψη της βλάστησης. Την επόμενη μέρα ο ουρανός καθάρισε και η θερμοκρασία έπεσε· έτσι ο αέρας που ερ­ χόταν από τη θάλασσα, πιο ζεστός και υγρός, συμπυκνωνό­ ταν στα πρώτα υψώματα των Απένινων δημιουργώντας ένα πυκνό πέπλο ομίχλης που τους έκρυβε εντελώς από τα βλέμ­ ματα όσων κοίταζαν από χαμηλά. Στο τέλος της δεύτερης μέρας, όταν έφτασαν κοντά στην πεδιάδα, χρειάστηκε να αποφασίσουν αν θα κατέβαιναν και θα τη διέσχιζαν ή αν θα ακολουθούσαν την κορυφογραμμή των Απένινων κι έτσι θα οδηγούνταν προς τα δυτικά. Αυτός θα ήταν μακράν ο ευ­ κολότερος δρόμος και ίσως ο λιγότερο δύσβατος, προέβλε­ πε όμως ένα αναγκαστικό πέρασμα από τα παράλια της Λιγυρίας προς τη Γαλατία, όπου ίσως συναντούσαν φρουρές 340

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

του Οδόακρου, που πιθανώς θα είχαν ειδοποιηθεί για το πέ­ ρασμα τους. Δεν μπορούσαν να αποκλείσουν και το ενδε­ χόμενο ο Ουλφίλας να είχε στείλει σε κάθε πέρασμα από έ­ ναν άντρα που ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τους φυγάδες, με δεδομένο ότι πολλοί από τους στρατιώτες του γνώριζαν πολύ καλά τόσο τον Ρωμύλο, όσο και τον παιδαγωγό του, α­ φού τους είχαν δει στο Κάπρι κατά τη διάρκεια της αιχμα­ λωσίας τους. Ο χάρτης που ο Αμβροσίνος είχε προνοήσει να αντιγράψει στη mansio του Φάνο έγινε εξαιρετικά πολύ­ τιμος και, όταν έπεσε η νύχτα, συγκεντρώθηκαν γύρω από τη φωτιά για να αποφασίσουν για τη διαδρομή και να συ­ ζητήσουν τι θα έκαναν. «Εγώ θα απέφευγα να κατεβώ τώρα στην πεδιάδα και να διασχίσω την Αιμιλία», είπε ο Αμβροσίνος. «Θα είμαστε πο­ λύ κοντά στη Ραβένα και οι κατάσκοποι του Οδόακρου θα μπορούσαν να μας εντοπίσουν. Θα πρότεινα να μείνουμε στο βουνό και να προχωρήσουμε προς τα δυτικά, μέχρι να βρεθούμε στο ύψος της Πλακεντίας. Στο σημείο εκείνο θα πρέπει να διαλέξουμε αν θα προχωρήσουμε μέχρι να βρού­ με την Ποστουμία οδό και από εκεί να κατεβούμε προς τη Γαλατία ή αν θα τραβήξουμε βόρεια, προς τη λίμνη Βερμπάνο, από την οποία μπορούμε να φτάσουμε στο πέρα­ σμα που συνδέει την κοιλάδα του Πάδου με τη δυτική Ραιτία, που τώρα ελέγχεται από τους Βουργουνδούς». Ο Αμβρο­ σίνος θυμόταν επιπλέον, καθώς είχε περάσει από εκεί κατά τον ερχομό του στην Ιταλία, ότι κοντά στο πέρασμα υπήρ­ χε ένα μονοπάτι, όχι πολύ δύσβατο, που οδηγούσε, μέσα α­ πό τη χώρα των Μεσιατών, σ' ένα χωριό της Ραιτίας που βρισκόταν σχεδόν πάνω στην κορυφογραμμή. «Αν θέλετε τη γνώμη μου», κατέληξε, «θα απέρριπτα την πρώτη εκδοχή, γιατί θα ακολουθούμε συνεχώς μια πολυσύ341


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

χναστη διαδρομή και επομένως θα είμαστε εκτεθειμένοι σε διαρκή κίνδυνο. Η διαδρομή προς τα βόρεια είναι πολύ πιο σκληρή, κουραστική και δύσκολη και, ακριβώς γι' αυτό, πιο ασφαλής». Ο Αυρήλιος συμφώνησε και μαζί του ο Βατίατος και ο Βατρένος. Αυτή η ομοφωνία των τριών συμπολεμιστών δεν ξέφυγε από την προσοχή του Αμβροσίνου. Ήξεραν ότι, πη­ γαίνοντας δυτικά, θα αναγκάζονταν να περάσουν από τη Δέρτωσσα, όπου οι πεδιάδες ήταν ακόμα σκεπασμένες με τα οστά των νεκρών συντρόφων τους.

342

23

μακρύ ταξίδι», είπε η Λιβία σπάζοντας τη σιωπή που ξαφνικά έπεσε στον μικρό καταυλισμό. «Θα χρει­ αστούν χρήματα κι εμείς δεν έχουμε». «Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε ο Αμβροσίνος, «για να αγοράσουμε τρόφιμα, για να πληρώσουμε διόδια σε γέ­ φυρες και σε πορθμεία, για το σανό των ζώων όταν θα εί­ μαστε ψηλά στα βουνά ή για τη διαμονή μας, όταν θα κά­ νει πολύ κρύο για να κοιμόμαστε στην ύπαιθρο». «Υπάρχει μόνο ένας τρόπος», αποκρίθηκε η Λιβία. «Ο Στέφανος θα πρέπει να βρίσκεται στο Ρίμινι αυτή την ώρα, στην παραθαλάσσια έπαυλή του. Μας χρωστάει την αμοι­ βή για την αποστολή που εκτελέσαμε και, ακόμα κι αν δε μας την πληρώσει ολόκληρη, δεν πιστεύω ότι θα μας αρνηθεί μια βοήθεια. Γνωρίζω το μέρος, γιατί μια φορά συνάντησα εκεί τον Ανθέμιο και δε θα δυσκολευτώ να φτάσω». «Μπορούμε να του έχουμε εμπιστοσύνη;» ρώτησε ο Αυ­ ρήλιος. «Στο κάτω κάτω ήρθε στο Φάνο για να μας προσφέρει μια οδό διαφυγής. Ο Στέφανος πρέπει να επιβιώσει, όπως όλοι, και να προσαρμοστεί σε κάθε μεταβολή των ισορροπιών της εξουσίας, αλλά, αφού τον εμπιστευόταν ο Ανθέμιος, πρέ­ πει να είχε κάποιο λόγο». «ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΟΛΥ

343


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Αυτό με ανησυχεί. Ο Ανθέμιος μας πρόδωσε». «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ την πρώτη στιγμή, όταν όμως το συλλογίστηκα, θεώρησα ότι η αλλαγή στο θρόνο της Κων­ σταντινούπολης πρέπει να τον έφερε σε μια εξαιρετικά ά­ βολη θέση. Ίσως να ανακάλυψαν το σχέδιό του, να τον βα­ σάνισαν. Είναι δύσκολο για μας να φανταστούμε τι έγινε στ' αλήθεια. Όπως και να 'χει, εσείς δε διακινδυνεύετε τίποτα. Θα πάω μόνη». «Όχι, θα έρθω εγώ μαζί σου», αποκρίθηκε ο Αυρήλιος. «Καλύτερα όχι», επέμεινε η Λιβία. «Είσαι απαραίτητος ε­ δώ, κοντά στον Ρωμύλο. Θα φύγω πριν από την αυγή και, αν όλα πάνε καλά, θα γυρίσω μεθαύριο, προς το βράδυ. Αν τυ­ χόν δεν επιστρέψω, φύγετε χωρίς εμένα. Θα κατορθώσετε να επιζήσετε με κάποιο τρόπο, έχετε περάσει και χειρότε­ ρα». «Είσαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις μέσα σε τόσο λίγο χρόνο;» ρώτησε ο Αμβροσίνος. «Ναι, αν δε συμβούν απρόοπτα, θα είμαι στην έπαυλη του Στέφανου πριν σκοτεινιάσει. Την επόμενη μέρα θα ξε­ κινήσω πριν ξημερώσει και θα είμαι ξανά εδώ για να πε­ ράσω τη νύχτα μαζί σας». Οι σύντροφοι κοιτάχτηκαν αμήχανοι. «Τι φοβάστε;» τους καθησύχασε η Λιβία. «Πριν σας γνω­ ρίσω, τα έβγαζα πέρα μια χαρά, κι εξάλλου με είδατε σε δράση, έτσι δεν είναι;» Ο Αμβροσίνος σήκωσε τα μάτια από το χάρτη του. «Άκου­ σέ με, Λιβία», είπε, «όταν μια ομάδα χωρίζει, δημιουργείται μια δύσκολη κατάσταση. Αυτός που περιμένει πέρα από το συμφωνημένο χρόνο κάνει τις πιο παράξενες εικασίες κάθε στιγμή που περνάει, φαντάζεται κάθε είδους καταστάσεις, μετράει τα βήματα του συντρόφου που απουσιάζει και προ-

σπαθεί να υπολογίσει ξανά και ξανά το χρόνο που είναι α­ ναγκαίος για την επιστροφή του. Και οι εξηγήσεις που προ­ σπαθεί να βρει για την καθυστέρηση σχεδόν ποτέ δε συ­ μπίπτουν με τις πραγματικές. Από την άλλη πλευρά, αυτός που είναι μακριά και μπορεί να αντιμετωπίζει οποιοδήπο­ τε απρόοπτο βασανίζεται στη σκέψη ότι θα μπορούσε να έ­ χει υπολογίσει λίγες ώρες παραπάνω για την επιστροφή του κι έτσι να απαλλάξει τους συντρόφους του από ώρες αγωνίας και ανησυχίας. Ας κανονίσουμε λοιπόν μια δεύτερη συνά­ ντηση. Αν δε σε δούμε μεθαύριο βράδυ, θα μείνουμε εδώ για τη νύχτα και θα ξεκινήσουμε ακριβώς πριν από την αυγή. Αν δε σε ξαναδούμε ούτε τότε, θα σκεφτούμε ότι κάποιο α­ νυπέρβλητο εμπόδιο μπήκε ανάμεσά μας. Να ξέρεις όμως ότι θα διασχίσουμε τις Άλπεις από το πέρασμα των Μεσιατών, αυτό που βλέπεις στο χάρτη», είπε δείχνοντας με το δά­ χτυλο. «Μπορείς να τον κρατήσεις, έχω αποστηθίσει αυτή τη διαδρομή σε κάθε της λεπτομέρεια. Θα σε οδηγήσει από ε­ δώ μέχρι το πέρασμα, έτσι ώστε να μπορέσεις να μας προ­ λάβεις, αν στη συνέχεια σου δοθεί η δυνατότητα». «Μου φαίνεται εξαιρετική αυτή η λύση», απάντησε η Λι­ βία. «Πηγαίνω να ετοιμαστώ για την αναχώρηση». Πήρε τα χάμουρα και πήγε στο άλογό της, που βοσκούσε εκεί κοντά. Ο Αυρήλιος την ακολούθησε. «Στο Ρίμινι», της είπε, «θα είσαι πολύ κοντά στο σπίτι σου. Λίγες ώρες ταξίδι με το πλοίο και θα ήσουν και πάλι στην πόλη σου στη λιμνοθά­ λασσα. Τι θα κάνεις;» «Θα επιστρέψω», απάντησε η Λιβία. «Όπως υποσχέθη­ κα». «Εμείς βαδίζουμε προς το άγνωστο», συνέχισε ο Αυρή­ λιος, «ακολουθώντας τα όνειρα ενός γέροντα παιδαγωγού, ως συνοδεία ενός νεαρού αυτοκράτορα που καταδιώκεται από

344

345


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

ανελέητους εχθρούς. Δε μου φαίνεται ότι είναι συνετή η α­ πόφαση σου να συνεχίσεις αυτό το ταξίδι. Η πόλη σου πά­ νω στο νερό σε περιμένει, έτσι δεν είναι; Οι συμπολίτες σου θα ανησυχούν έχοντας να σε δουν τόσο καιρό. Δεν έχεις α­ γαπημένα πρόσωπα εκεί κάτω;» Η Λιβία φάνηκε να έχει το βλέμμα της προσηλωμένο στην κοιλάδα, στη θάλασσα ομίχλης από την οποία ξεπρό­ βαλλαν μόνο οι κορυφές των ψηλότερων δέντρων κι ένα χω­ ριουδάκι φωλιασμένο στην κορυφή ενός υψώματος. Από τις καπνοδόχους των σπιτιών υψώνονταν λεπτές σπείρες κα­ πνού, σαν βραδινές προσευχές προς τον έναστρο ουρανό, και τα γαβγίσματα των σκύλων έφταναν εξασθενημένα από τη μουντή και ψυχρή ατμόσφαιρα που βάραινε πάνω από την πεδιάδα. Αφότου είχαν φύγει από τη mansio του Φάνο, δεν είχαν μπορέσει να μείνουν μόνοι ούτε για μια στιγμή και αυτό προκάλεσε ένα αίσθημα αμηχανίας και δυσφο­ ρίας. Θα έλεγε κανείς ότι ο ένας απέδιδε στον άλλο την ε­ πιθυμία να αποφύγει έστω και την παραμικρή οικειότητα, ότι φοβούνταν πως δε θα υπήρχε πια μια αφορμή τόσο ση­ μαντική όσο ο αποχαιρετισμός στο Φάνο, ώστε να οδηγή­ σει τον ένα στην αγκαλιά του άλλου, αν τους δινόταν η ευ­ καιρία να μείνουν μόνοι. Είναι όπως όταν βλέπει κανείς τον ήλιο να δύει σ' έναν ομιχλώδη ορίζοντα και φαίνεται αδύ­ νατο ότι μπορεί να ανατείλει την επόμενη μέρα. «θα μπορούσες ποτέ να προβλέψεις ότι η επιχείρηση μας θα είχε τέτοια έκβαση;» ρώτησε ο Αυρήλιος. «Όχι», απάντησε η Λιβία. «Δεν πιστεύω όμως ότι έχει με­ γάλη σημασία». «Τι έχει σημασία, λοιπόν;» «Αυτό που νιώθουμε μέσα μας. Εσύ γιατί πηγαίνεις μαζί τους; Γιατί αποφασίσατε να τους ακολουθήσετε;» 346

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Γιατί αγάπησα αυτό το αγόρι, γιατί δεν έχει κανέναν να το υπερασπίσει, γιατί ο μισός κόσμος το θέλει νεκρό και ο άλλος μισός θα χαιρόταν αν πέθαινε. Γιατί τους εφηβικούς ώμους του βαραίνει ένα αβάσταχτο βάρος, που θα καταλή­ ξει να τον συνθλίψει... Ή ίσως, πιο απλά, γιατί δεν ξέρω τι άλλο να κάνω ούτε πού να πάω». «Και πώς μπορείς να νομίζεις λοιπόν ότι έχεις ώμους τό­ σο δυνατούς, ώστε να αντέξουν αυτό το βάρος αντί για ε­ κείνον, όπως έκανε ο Ηρακλής όταν αντικατέστησε τον Άτλα­ ντα και κράτησε τον ουράνιο θόλο;» «Ο σαρκασμός δε μου φαίνεται κατάλληλη απάντηση», αποκρίθηκε ο Αυρήλιος και της γύρισε την πλάτη. «Όχι, πράγματι», παραδέχτηκε η Λιβία. «Λυπάμαι. Στην πραγματικότητα, τα έχω με τον εαυτό μου, επειδή επέτρε­ ψα να με εξαπατήσουν μ' αυτό τον τρόπο, επειδή σας πα­ ρέσυρα σ' αυτή την παράλογη περιπέτεια χωρίς να μπορέ­ σω να σας ανταμείψω ούτε να σας αποζημιώσω, επειδή σας εξέθεσα όλους σε θανάσιμο κίνδυνο». «Κι επειδή έχασες το πρόσταγμα της επιχείρησης. Τώρα πια δεν είσαι επικεφαλής των άλλων, αλλά τους ακολουθείς, χωρίς να ξέρεις πού πηγαίνουν και τι σε περιμένει». «Και γι' αυτό, ίσως. Έχω συνηθίσει να ζω με πρόγραμ­ μα, δε μου αρέσουν τα απρόοπτα». «Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο με αποφεύγεις;» «Εσύ με αποφεύγεις», απάντησε η Λιβία. «Φοβόμαστε τα συναισθήματα μας... ίσως. Σου φαίνεται λογική αυτή η εξήγηση;» «Συναισθήματα... Δεν ξέρεις για τι μιλάς, στρατιώτη. Πό­ σους φίλους έχεις δει να πέφτουν νεκροί στο πεδίο της μά­ χης, πόσες πόλεις και χωριά να καίγονται και να ισοπεδώ­ νονται, πόσες γυναίκες να βιάζονται; Και ακόμα τολμάς να 347


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

νομίζεις ότι σ' έναν κόσμο όπως αυτός υπάρχει θέση για τέ­ τοιου είδους συναισθήματα;» «Δε φαινόσουν να σκέφτεσαι έτσι πριν από λίγο καιρό, ό­ ταν μιλούσες για την πόλη σου, όταν αγκάλιαζες τον Ρωμύ­ λο, τον σκέπαζες με το μανδύα σου και τον κρατούσες σφι­ χτά πάνω στο άλογο σου». «Η κατάσταση ήταν διαφορετική, η αποστολή είχε ου­ σιαστικά εκτελεστεί. Το αγόρι θα πήγαινε σ' έναν τόπο όπου θα του φέρονταν με κάθε σεβασμό, εσείς θα παίρνατε τα χρήματα σας, εγώ το ίδιο. Η περίσταση ήταν ευνοϊκή, έστω και για λίγο». «Δεν ήταν ο μόνος λόγος, είμαι σίγουρος». «Όχι, απείχα ένα βήμα από το να ξαναβρώ έναν άνθρω­ πο που αναζητούσα για χρόνια». «Κι αυτός ο άνθρωπος δε βρέθηκε, έτσι δεν είναι;» «Έτσι είναι· από φόβο, από δειλία, δεν ξέρω». «Όπως νομίζεις. Δεν μπορώ να υποδυθώ κάποιον άλλο, δεν είμαι ο ήρωας που αναζητάς ούτε ηθοποιός ικανός να ερμηνεύσει αυτό το ρόλο. Πιστεύω ότι είμαι ένας καλός στρατιώτης, δηλαδή ένας άντρας αρκετά συνηθισμένος αυ­ τό τον καιρό. Τίποτ' άλλο. Εσύ θέλεις κάποιον ή κάτι που έ­ χασες τη νύχτα που έφυγες από την Ακυληία. Εκείνος ο νε­ αρός που έδωσε στη μητέρα σου τη θέση του στη βάρκα α­ ντιπροσωπεύει για σένα τη ρίζα από την οποία σε έκοψαν, όταν ακόμα δεν είχες μεγαλώσει. Κάτι μαράθηκε μέσα σου εκείνη τη νύχτα και δεν κατορθώνεις να το κάνεις να ανθή­ σει ξανά. Μετά, ξαφνικά, σκέφτηκες ότι ένας άγνωστος, έ­ νας πληγωμένος λεγεωνάριος που διέφευγε μέσα από το έ­ λος της Ραβένας κυνηγημένος από ένα τσούρμο βαρβάρων, μπορούσε να είναι εκείνο το φάντασμα που ζωντάνευε, αλ­ λά ήταν μόνο η επανάληψη μιας παρόμοιας κατάστασης

αυτή που προκάλεσε στο νου σου εκείνο το συνειρμό. Ο λε­ γεωνάριος, οι βάρβαροι, η βάρκα, το έλος... Συμβαίνει, Λιβία, συμβαίνει, όπως στα όνειρα, καταλαβαίνεις; Όπως στα όνειρα». Την κοίταξε στα μάτια. Ήταν υγρά από τα δάκρυα που εκείνη μάταια προσπαθούσε να συγκρατήσει σφίγγοντας τα δόντια. Συνέχισε: «Τι περίμενες; Ότι θα σ' ακολουθούσα στην πόλη σου πάνω στο νερό; Ότι θα σε βοηθούσα να α­ ναστήσεις την Ακυληία που έχει χαθεί για πάντα; Δεν ξέρω, θα μπορούσα ίσως να το κάνω. Όλα είναι δυνατά και όλα είναι αδύνατα για έναν άνθρωπο στην κατάσταση μου, για κάποιον που έχει χάσει τα πάντα, ακόμα και τις αναμνήσεις του. Μου απομένει όμως κάτι, η μόνη περιουσία που έχω: ο λόγος μου ως Ρωμαίου. Μια ιδέα ξεπερασμένη, το ξέρω, κάτι που υπάρχει μόνο στα βιβλία της ιστορίας· κι όμως εί­ ναι μια άγκυρα σωτηρίας για κάποιον όπως εγώ, ένα ση­ μείο αναφοράς, αν θέλεις. Κι εγώ έδωσα το λόγο μου ο έ­ ναν ετοιμοθάνατο άνθρωπο. Υποσχέθηκα να σώσω το παι­ δί του και μάταια προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι η πρώτη απόπειρα θα με απάλλασσε από τον όρκο, ότι θα μπορούσα να θεωρούμαι ελεύθερος κι ας είχα αποτύχει. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τα λόγια εκείνα εξακολουθούν να η­ χούν στ' αφτιά μου και δεν υπάρχει τρόπος να απαλλαγώ. Γι' αυτό σε ακολούθησα στο Μιζένο και γι' αυτό θα εξακο­ λουθήσω να είμαι στο πλευρό του, ώσπου να βρεθεί σε κά­ ποιο ασφαλές μέρος. Στη Βρετανία, στην άκρη του κόσμου, πού να ξέρω;» «Κι εγώ;» ρώτησε η Λιβία. «Εγώ δεν αντιπροσωπεύω τί­ ποτα για σένα;» «Ω, ναι, βέβαια», απάντησε ο Αυρήλιος. «Αντιπροσω­ πεύεις όλα αυτά που δε θα μπορέσω ποτέ να έχω».

348

349


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

Η Λιβία τον κεραυνοβόλησε μ' ένα βλέμμα πληγωμένου και προδομένου πάθους, χωρίς όμως να πει τίποτα, μετά α­ πομακρύνθηκε και πήγε να ετοιμαστεί για την αναχώρηση. Την πλησίασε ο Αμβροσίνος, κρατώντας στα χέρια του το μικρό κύλινδρο της περγαμηνής με τη διαδρομή. «Ορίστε ο χάρτης σου», είπε. «Εύχομαι να μη χρειαστεί να τον χρη­ σιμοποιήσεις και να σε ξαναδούμε μεθαύριο βράδυ». «Το εύχομαι κι εγώ», απάντησε η Λιβία. «Ίσως αυτή η αποστολή να μην είναι πραγματικά ανα­ γκαία...» «Είναι επιβεβλημένη», αποκρίθηκε η κοπέλα. «Φαντά­ σου να τραυματιστεί ένα άλογο ή να αρρωστήσει κάποιος ή να χρειαστεί να πάρουμε μια βάρκα. Αν έχουμε χρήματα, το ταξίδι μας θα είναι πολύ πιο γρήγορο και εύκολο. Αν, αντί­ θετα, χρειαζόταν να ζητήσουμε βοήθεια από κάποιον, θα έ­ πρεπε να αποκαλυφθούμε, θα τραβούσαμε την προσοχή... Μείνε ήσυχος. Θα γυρίσω». «Είμαι βέβαιος γι' αυτό. Μέχρι εκείνη τη στιγμή όμως θα είμαστε όλοι ανήσυχοι, ιδιαίτερα ο Αυρήλιος». Η Λιβία έσκυψε το κεφάλι χωρίς να μιλήσει. «Προσπάθησε να ξεκουραστείς», είπε ο Αμβροσίνος και απομακρύνθηκε.

Η Λιβία ξύπνησε πριν από την αυγή, έβαλε το χαλινάρι στο άλογο της και πήρε την κουβέρτα και τα όπλα της. «Να προσέχεις, σε παρακαλώ», ακούστηκε πίσω της η φωνή του Αυρήλιου. «Θα προσέχω», απάντησε η Λιβία. «Ξέρω να φροντίζω τον εαυτό μου». Ο Αυρήλιος την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε. Η Λι-

βία τον αγκάλιασε σφιχτά για λίγες στιγμές και μετά καβά­ λησε το άλογο. «Να κοιτάζεις τον εαυτό σου», είπε. Σπιρούνισε το άλογο της κι έφυγε καλπάζοντας. Προχώρησε δια­ σχίζοντας το δάσος, ώσπου έφτασε στην κοιλάδα του ποτα­ μού Αρίμινο και τον ακολούθησε με κανονικό ρυθμό για αρ­ κετές ώρες, αφού θα την οδηγούσε με σιγουριά στον προο­ ρισμό της. Τον ουρανό κάλυπταν και πάλι μεγάλα σύννεφα, μαύρα και φορτωμένα βροχή, τα οποία έφερνε ο άνεμος α­ πό τη θάλασσα, και σύντομα άρχισε να βρέχει. Η Λιβία σκε­ πάστηκε όσο καλύτερα μπορούσε και συνέχισε το ταξίδι της σ' ένα απόμερο μονοπάτι, χωρίς να συναντήσει παρά μόνο λίγους βιαστικούς περαστικούς, χωρικούς κυρίως ή σκλά­ βους που αιφνιδιάστηκαν από την κακοκαιρία καθώς πή­ γαιναν στις δουλειές τους. Αντίκρισε το Ρίμινι αργά το απόγευμα κι έστριψε νότια αφήνοντας την πόλη στα αριστερά της. Μπορούσε να δει τα τείχη και, πιο μακριά, το επάνω μέρος του μισοερειπωμένου αμφιθεάτρου. Η έπαυλη του Στέφανου παρουσιά­ στηκε μπροστά της αφού διέσχισε τη Φλαμινία οδό, με τις πλάκες από βασάλτη που γυάλιζαν σαν σίδερο κάτω από τη βροχή. Έμοιαζε με φρούριο, με τους δύο πυργίσκους που πλαισίωναν την κεντρική πύλη και το διάδρομο για περι­ πολία στον εξωτερικό τοίχο. Ένοπλοι άντρες φρουρούσαν την είσοδο και περιπολούσαν κατά μήκος του τείχους και η Λιβία δίστασε να παρουσιαστεί στην πύλη. Δεν ήθελε να την προσέξουν. Παρέκαμψε το οικοδόμημα και, μόλις είδε έναν υπηρέτη να βγαίνει από μια πόρτα υπηρεσίας από την πλευ­ ρά των στάβλων, τον πλησίασε. «Ο αφέντης σου, ο Στέφανος, είναι στο σπίτι;» «Γιατί θέλεις να μάθεις;» απάντησε με αγένεια ο άντρας. «Παρουσιάσου στην πύλη και ζήτησε να σε αναγγείλουν».

350

351


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Αν είναι μέσα, πες του ότι ο φίλος που συνάντησε στο Φάνο πριν από δύο μέρες είναι εδώ έξω και θέλει να του μι­ λήσει». Πήρε ένα από τα τελευταία νομίσματα που της α­ πέμεναν και του το έβαλε στο χέρι. Ο άντρας κοίταξε το νόμισμα και μετά τη Λιβία, που έ­ σταζε κάτω από τη βροχή. Είπε «Περίμενε» κι εξαφανίστηκε στο εσωτερικό του κτιρίου. Επέστρεψε μετά από λίγο βια­ στικά και είπε απλά: «Μπες, γρήγορα». Έδεσε ο ίδιος το ά­ λογο σ' ένα σιδερένιο κρίκο καρφωμένο στον τοίχο κάτω α­ πό ένα υπόστεγο και κατόπιν της έδειξε το δρόμο. Διέσχισαν ένα διάδρομο που οδηγούσε στο εσωτερικό της έπαυλης κι έ­ φτασαν σε μια πόρτα, μπροστά στην οποία ο υπηρέτης την άφησε μόνη. Η κοπέλα χτύπησε ελαφρά· αμέσως άκουσε το μάνταλο να σηκώνεται και μπροστά της παρουσιάστηκε ο Στέφανος λέγοντας: «Επιτέλους! Είχα πάψει να ελπίζω. Είχα φοβερή αγωνία όλο αυτό τον καιρό, δεν ήξερα τίποτα για την τύχη σου... Εμπρός, πέρασε, σκουπίσου. Είσαι μούσκεμα». Η Λιβία μπήκε σ ένα ευρύχωρο δωμάτιο, στο κέντρο του οποίου έκαιγε μια ωραία φωτιά, και πλησίασε για να ζε­ σταθεί. Ο Στέφανος κάλεσε δυο υπηρέτριες. «Φροντίστε τη φιλοξενούμενη μου», διέταξε. «Ετοιμάστε της ένα λουτρό και καθαρά ρούχα για να αλλάξει, γρήγορα». Η Λιβία προσπάθησε να τον σταματήσει. «Δεν έχω χρό­ νο, σκέφτηκα ότι είναι καλύτερα να φύγω αμέσως, δε θέλω να ριψοκινδυνεύσω». «Ούτε να το σκέφτεσαι. Είσαι σε οικτρή κατάσταση. Αυ­ τό που προέχει τώρα για σένα είναι να κάνεις ένα ζεστό λου­ τρό και ύστερα να καθίσεις μαζί μου μπροστά σ' ένα στρω­ μένο τραπέζι. Πρέπει να μιλήσουμε εμείς οι δύο. Πρέπει να μου πεις όλα όσα σου συνέβησαν και τι μπορώ να κάνω για να σε βοηθήσω».

Η Λιβία ένιωσε τη θαλπωρή της φωτιάς στο πρόσωπο και τα χέρια της κι εκείνη τη στιγμή οι κόποι και οι περι­ πέτειες που πέρασε τις τελευταίες μέρες φάνηκαν να τη βα­ ραίνουν ταυτόχρονα. Ένα λουτρό κι ένα ζεστό γεύμα τής φάνηκαν το πιο επιθυμητό πράγμα στον κόσμο κι έγνεψε κα­ ταφατικά. «Θα κάνω ένα λουτρό και θα φάω κάτι», είπε, «μετά όμως πρέπει να φύγω». Ο Στέφανος χαμογέλασε. «Τότε εντάξει. Ακολούθησε αυ­ τές τις καλές γυναίκες που θα σε φροντίσουν». Την οδήγησαν σε μια παράμερη αίθουσα, διακοσμημέ­ νη με παλιά ψηφιδωτά, αρωματισμένη με σπάνια αρώμα­ τα, κορεσμένη από τους ατμούς που αναδύονταν από το με­ γάλο μαρμάρινο λουτήρα που υπήρχε στο κέντρο του δα­ πέδου και ήταν γεμάτος με ζεστό νερό. Η Λιβία ξεγυμνώθηκε και μπήκε στο νερό ακουμπώντας τα όπλα της, δύο ακονι­ σμένα μαχαίρια, στο χείλος του λουτήρα, κάτω από τα έκ­ πληκτα βλέμματα των υπηρετριών. Άπλωσε τα μουδιασμέ­ να από την κούραση και το κρύο μέλη της και ανάπνευσε α­ πολαυστικά το άρωμα που διαπότιζε το χώρο. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε παρόμοια εμπειρία, ποτέ της δεν είχε απολαύει τόση πολυτέλεια. Μία από τις γυναίκες πέρασε το σφουγγάρι στους ώμους και την πλάτη της τρίβοντάς τη με επιδεξιό­ τητα, ενώ η άλλη της έλουσε τα μαλλιά με αρωματισμένο και τονωτικό νερό. Η Λιβία αφέθηκε να βυθιστεί εντελώς κλεί­ νοντας τα μάτια και σχεδόν της φάνηκε ότι διαλυόταν μέσα σ' εκείνη τη ζεστασιά που την τύλιγε. Όταν βγήκε, της έδω­ σαν να φορέσει έναν κομψό χιτώνα από φρυγικό μαλλί, λεπτοκεντημένο, και δύο μαλακές παντόφλες, ενώ ο επενδύ­ της και οι λασπωμένες δερμάτινες περισκελίδες της παρα­ δόθηκαν στην πλύστρα. Ο Στέφανος την περίμενε στην τραπεζαρία και πήγε να

352

353


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΊ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

την υποδεχτεί μ' ένα χαμόγελο. «Απίστευτο!» αναφώνησε. «Εκπληκτική μεταμόρφωση. Είσαι η ομορφότερη γυναίκα που είδα ποτέ. Υπέροχη!» Η Λιβία ένιωσε αμηχανία, σ' εκείνη την άγνωστη και ά­ βολη για την ίδια κατάσταση, και απάντησε με αγένεια: «Δεν ήρθα για να δεχτώ φιλοφρονήσεις, αλλά για να πάρω αυτό που συμφωνήσαμε. Δε φταίω εγώ αν τα πράγματα άλλαξαν. Έφερα σε πέρας την αποστολή και πρέπει να πληρώσω τους άντρες μου». Ο Στέφανος πήρε ένα πιο αδιάφορο ύφος: «Απόλυτα δί­ καιο», απάντησε. «Δυστυχώς, τα χρήματα που σου υποσχέ­ θηκαν επρόκειτο να έρθουν από την Κωνσταντινούπολη, αλ­ λά, με δεδομένη τη ριζική αλλαγή της κατάστασης, κατα­ λαβαίνεις... Μα, σε παρακαλώ, κάθισε, φάε». Κι έκανε νόη­ μα στο θαλαμηπόλο να της σερβίρει ψητό ψάρι και κρασί. «Χρειάζομαι χρήματα», επέμεινε η Λιβία. «Ακόμα κι αν δεν είναι το συμφωνημένο ποσό, δώσε μου όσα μπορείς. Εκείνοι οι άντρες έβαλαν σε κίνδυνο τη ζωή τους κι εγώ τους έδωσα το λόγο μου. Δεν μπορώ να τους πω: "Ευχαριστώ, έ­ ξοχη δουλειά, αντίο"». «Δεν είναι ανάγκη. Μπορείς να μείνεις όσο θέλεις, θα μου έδινε μεγάλη χαρά και κανένας δε θα ερχόταν να σε α­ ναζητήσει εδώ». Η Λιβία έφερε στο στόμα της ένα μεγάλο κομμάτι ψαριού και ήπιε ένα ποτήρι κρασί. «Το πιστεύεις στ' αλήθεια αυτό;» είπε μετά. «Ξεχνάς ότι εκείνοι οι άντρες αναρριχήθηκαν την πλαγιά του Κάπρι, σκότωσαν καμιά δεκαπενταριά φρουρούς, απελευθέρωσαν τον αυτοκράτορα και διέσχισαν τη μισή Ιτα­ λία, αποφεύγοντας εκατοντάδες διώκτες που εξαπέλυσε πα­ ντού ο Ουλφίλας. Θα μπορούσαν να φτάσουν εδώ, στην ίδια αυτή αίθουσα, οποιαδήποτε στιγμή, αρκεί να το ήθελαν».

Ο Στέφανος φάνηκε να ενοχλείται. «Δεν εννοούσα αυτό... μόνο ότι... κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει πώς θα ε­ ξελίσσονταν τα πράγματα. Τι σκοπεύετε να κάνετε με το α­ γόρι;» ρώτησε ύστερα. «Να το οδηγήσουμε σε ασφαλές μέρος». «Στην πόλη σου;» «Αυτό δεν μπορώ να σου το πω, κάποιος θα μπορούσε να μας ακούσει». Ο Στέφανος προσποιήθηκε ότι δεν αντιλήφθηκε εκείνη την εκδήλωση δυσπιστίας. «Σωστά», απάντησε. «Καλύτερα να είμαστε συνετοί. Και οι τοίχοι έχουν αφτιά σε τούτα τα μέρη, ειδικά στις μέρες μας». «Λοιπόν, τι μου απαντάς; Το αργότερο αύριο πρέπει να φύγω». «Πόσα σου χρειάζονται;» «Διακόσια σολδία θα μου αρκούσαν. Είναι ένα ελάχιστο μέρος όσων είχαμε συμφωνήσει». «Δεν παύει πάντως να είναι ένα σημαντικό ποσό. Δεν τα έχω αυτή τη στιγμή. Μπορώ όμως να δώσω εντολή να μου τα φέρουν». Κάλεσε έναν υπηρέτη, κάτι του ψιθύρισε κι αυ­ τός έφυγε με γρήγορο βήμα. «Θα πρέπει να είναι εδώ αύριο, αν όλα πάνε καλά. Έτσι τουλάχιστον θα έχω τη χαρά να σε φιλοξενήσω την αποψινή νύχτα. Είσαι σίγουρη ότι δεν μπο­ ρείς να μείνεις περισσότερο;» «Σου το είπα. Πρέπει να φύγω το συντομότερο». Ο Στέφανος φάνηκε να παραδίνεται και ξανάρχισε να τρώ­ ει χωρίς να μιλάει. Κάποια στιγμή έβαλε να πιει και πήγε να καθίσει κοντά της, σαν να ήθελε να της μιλήσει πιο εμπι­ στευτικά. «Υπάρχει ακόμα η δυνατότητα για εσάς να πάρετε εκείνο το ποσό... ή μάλλον πολλά, πολλά περισσότερα». «Με ποιον τρόπο;» ρώτησε η Λιβία.

354

355


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Απ' ό,τι γνωρίζω, ένας από τους άντρες σου είχε ένα σπα­ θί... ένα ξεχωριστό αντικείμενο... Η λαβή έχει σχήμα κεφα­ λής αετού και ο φυλακτήρας είναι τα δυο ανοιχτά φτερά. Ξέρεις για τι πράγμα μιλάω, έτσι δεν είναι;» Ήταν φανερό ότι ο Στέφανος είχε πολύ ακριβείς πληρο­ φορίες, τις οποίες θα ήταν ανώφελο να αρνηθεί η Λιβία· έ­ τσι, έγνεψε καταφατικά. «Υπάρχει κάποιος που θα πλήρωνε ένα τεράστιο ποσό για να το αποκτήσει. Θα σας ήταν χρήσιμα τόσα χρήματα, δε νομίζεις; Όλα θα γίνονταν ευκολότερα». «Φοβάμαι ότι χάθηκε κατά τη διάρκεια της μάχης», εί­ πε ψέματα. Ο Στέφανος έσκυψε το κεφάλι για να κρύψει την απο­ γοήτευση του και δεν επέμεινε περισσότερο. «Τι νέα από τον Ανθέμιο;» ρώτησε η Λιβία για να αλλά­ ξει θέμα. «Αυτός έστειλε να με καλέσουν επειγόντως για να μου πει ότι βρισκόσαστε σε κίνδυνο, γιατί το σχέδιό του είχε απο­ καλυφθεί, και για να μου ζητήσει να σας σώσω. Δυστυχώς, έφτασα αργά. Τουλάχιστον κατορθώσατε να ξεφύγετε... Όσο για τον Ανθέμιο, δεν τον είδα ξανά από τότε και φο­ βάμαι ότι δεν μπορώ να κάνω πολλά γι' αυτόν, πάντα με την προϋπόθεση ότι είναι ακόμα ζωντανός». «Καταλαβαίνω», απάντησε η Λιβία. Ο Στέφανος σηκώθηκε όρθιος, την πλησίασε κι έβαλε το χέρι του στον ώμο της. «Είσαι στ' αλήθεια αποφασισμένη να γυρίσεις στα βουνά, μέσα στα δάση, να ζεις σαν κυνηγημέ­ νο ζώο; Άκουσε με, έκανες ήδη ό,τι περνούσε από το χέρι σου, δεν είσαι υποχρεωμένη να διακινδυνεύσεις περισσότε­ ρο τη ζωή σου για κείνο το αγόρι. Μείνε μαζί μου, σε πα­ ρακαλώ. Εγώ πάντα σε θαύμαζα, εγώ...»

Η Λιβία τον κοίταξε με σταθερό βλέμμα. «Δε γίνεται, Στέ­ φανε, δε θα μπορούσα ποτέ να ζήσω σ' ένα μέρος όπως αυ­ τό, μέσα σε τόσες ανέσεις, έχοντας δει τόση εξαθλίωση και τόσο πόνο». «Πού θα πάτε;» ρώτησε ο άντρας. «Θα μπορούσα ίσως να σας βοηθήσω, τουλάχιστον...» «Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμα. Και τώρα, αν μου επι­ τρέπεις, θα ήθελα να πάω να ξεκουραστώ. Έχω πολλές νύ­ χτες να κοιμηθώ πραγματικά». «Όπως επιθυμείς», απάντησε ο Στέφανος και κάλεσε τις δούλες για να τη συνοδέψουν στο υπνοδωμάτιο. Η Λιβία γδύθηκε για να ξαπλώσει, ενώ οι γυναίκες απο­ μάκρυναν τον πήλινο αμφορέα με τα κάρβουνα και τις στά­ χτες που ζέσταινε το κρεβάτι μέχρι εκείνη τη στιγμή, και η κοπέλα πλάγιασε απολαμβάνοντας εκείνη την υπέροχη θαλ­ πωρή που μύριζε λεβάντα, αλλά δεν κατάφερε να αποκοι­ μηθεί. Έξω η καταιγίδα δυνάμωνε, ακουγόταν η βροχή να σφυροκοπάει τη στέγη και τους εξωτερικούς εξώστες και κάθε τόσο οι αστραπές περνούσαν μέσα από τις χαραμάδες των παραθυρόφυλλων προβάλλοντας στην οροφή δέσμες χλομού φωτός, οι βροντές έσκαγαν με εκκωφαντικό κρότο, κάνοντάς τη να σκιρτάει κάτω από τα σκεπάσματα. Σκε­ φτόταν τους συντρόφους της που ήταν φωλιασμένοι σε κά­ ποιο μέρος καταμεσής στο δάσος, μαζεμένοι γύρω από μια φωτιά που κάπνιζε, μέσα στο κρύο και το σκοτάδι, και δύ­ σκολα συγκρατούσε το κλάμα της. Θα έφευγε αμέσως μό­ λις έπαιρνε τα χρήματα. Στην αίθουσα του ισογείου ο Στέφανος αγρυπνούσε, α­ πορροφημένος στις σκέψεις του, δίπλα στη φωτιά, χαϊδεύο­ ντας πότε πότε ένα μεγάλο μολοσσό που ήταν ξαπλωμένος δί­ πλα του πάνω σε μια ψάθα. Η ομορφιά της Λιβίας τον είχε α-

356

357


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

νασχατώσει, ο θαυμασμός και η επιθυμία που είχε νιώσει γι' αυτή από την πρώτη στιγμή που την είδε στη λιμνοθάλασσα τώρα γίνονταν έμμονη ιδέα στη σκέψη ότι εκείνη βρισκόταν στο σπίτι του, ότι κοιμόταν σε μικρή απόσταση από το υπνο­ δωμάτιό του, ντυμένη μόνο μ' ένα ελαφρύ φόρεμα. Πώς θα μπορούσε όμως να δαμάσει ένα τέτοιο πλάσμα; Η πολυτέλεια και οι ανέσεις με τις οποίες την περιέβαλε από την πρώτη στιγμή δε φαίνονταν να έχουν κανένα αποτέλεσμα πάνω της, όπως και η υπόσχεση ενός μεγάλου χρηματικού ποσού. Και ήταν βέβαιος ότι του είχε πει ψέματα όταν του είπε ότι το σπα­ θί είχε χαθεί. Εκείνο το σπαθί... θα έδινε οτιδήποτε για να μπορέσει να το δει, να το αγγίξει με το χέρι του. Ήταν το σύμ­ βολο της εξουσίας που επιθυμούσε με όλη του την ψυχή και μιας δύναμης που ποτέ δεν είχε και πάντα επιθυμούσε. Ξαφνικά μπήκε μια από τις γυναίκες κρατώντας κάτι στα χέρια της. «Βρήκα αυτό στα ρούχα της φιλοξενούμενής σου», του είπε δίνοντάς του μια μικρή διπλωμένη περγαμηνή. «Δεν ήθελα να καταστραφεί καθώς θα τα έπλενα». «Έκανες πολύ καλά», απάντησε ο Στέφανος και την ξε­ δίπλωσε κάτω από το φως του λυχναριού που έκαιγε δίπλα του. Είδε το δρομολόγιο και αμέσως κατάλαβε πού κατευ­ θύνονταν. Το μυθικό σπαθί δε θα του ξέφευγε πια και τότε ίσως και η Λιβία να γινόταν δική του. Στράφηκε προς τη γυ­ ναίκα που έφευγε. «Περίμενε», της είπε δίνοντάς τη το χάρ­ τη. «Βάλε το πάλι εκεί που το βρήκες». Η γυναίκα συμφώ­ νησε μ' ένα νεύμα του κεφαλιού κι έφυγε. Ο Στέφανος ακούμπησε τότε το κεφάλι του στην πλάτη της καρέκλας του για να κοιμηθεί λίγο. Τώρα στη μεγάλη αίθουσα ακουγόταν μόνο ο ήχος της βροχής και το σφύριγ­ μα του ανέμου, που έφερνε από τη θάλασσα πελώρια κύ­ ματα τα οποία έσπαγαν με θόρυβο στην έρημη ακτή.

Η ΛΙΒΙΑ ΞΎΠΝΗΣΕ πριν από την αυγή και βρήκε τα ρούχα της απλωμένα πάνω σ' ένα χαλί, πλυμένα και στεγνωμένα, και, όταν τα φόρεσε, τα ένιωσε ακόμα ζεστά- πρέπει να είχαν μείνει απλωμένα μπροστά στη φωτιά όλη νύχτα. Πέρασε τα δύο μαχαίρια στο ζωστήρα κάτω από τον επενδύτη, φόρε­ σε τις μπότες της και κατέβηκε στο ισόγειο. Ο Στέφανος ή­ ταν ακόμα μπροστά στη φωτιά, γερμένος στην καρέκλα με μπράτσα, ένα παλιό έπιπλο της εποχής των Αντωνίνων αυ­ τοκρατόρων που πρέπει να ανήκε στην πολύτιμη επίπλωση της οικίας. Ξύπνησε από τον ελαφρύ θόρυβο των βημάτων της Λιβίας, που κατέβαινε τις σκάλες, και γύρισε προς το μέρος της. Ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχε ξαπλώσει καθόλου. «Δεν πήγες να κοιμηθείς, βλέπω», είπε η κοπέλα. «Λαγοκοιμήθηκα λίγο μπροστά στη φωτιά. Ο θόρυβος της καταιγίδας δε θα με άφηνε έτσι κι αλλιώς να κοιμηθώ. Ακούς; Βρέχει ακόμα καταρρακτωδώς». «Ναι», απάντησε η κοπέλα ανήσυχη. Ήρθε μια υπηρέ­ τρια μ' ένα φλιτζάνι ζεστό γάλα με μέλι και της το πρόσφε­ ρε. «Δεν μπορείς να φύγεις με τέτοιο καιρό», είπε ο Στέφα­ νος. «Σκέψου τον εαυτό σου. Φαίνεται πως άνοιξαν οι κα­ ταρράκτες του ουρανού. Αν έφερνες και τους συντρόφους

358

359

24


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

σου, όπως σου είπα, θα σας φιλοξενούσα όλους και θα ή­ σαστε σε ασφαλές μέρος». «Ξέρεις ότι αυτό δεν είναι αλήθεια», απάντησε η Λιβία. «Μια τέτοια ομάδα ανθρώπων θα γινόταν αμέσως αντιληπτή. Και είμαι βέβαιη ότι το σπίτι σου είναι γεμάτο κατασκό­ πους. Πολύ σύντομα ο Οδόακρος θα μάθει ότι είμαι εδώ, το ίδιο και ο Ουλφίλας». «Δεν πιστεύω ότι εδώ θα κινδύνευαν περισσότερο απ' ό­ σο τώρα, όπου κι αν βρίσκονται. Και ούτε οι πιο ευσυνεί­ δητοι κατάσκοποι δε θα έχουν όρεξη να αφήσουν την κα­ τοικία μου με αυτό τον παλιόκαιρο για να πάνε να αναφέ­ ρουν τις επισκέψεις που δέχομαι. Κι αν άλλαζες ιδέα, θα μπορούσα να κάνω πολλά για σένα. Για παράδειγμα, την α­ ναγνώριση της αυτονομίας της μικρής σου πόλης στη λι­ μνοθάλασσα, τόσο από την Ανατολή, όσο και από τη Δύση. Αυτό δεν ήταν πάντα όνειρό σου;» «Ένα όνειρο που υπερασπίσαμε με τα όπλα και την πί­ στη στο μέλλον μας», απάντησε η Λιβία. Ο Στέφανος αναστέναξε. «Όπως φαίνεται, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω ή να πω για να σε πείσω να παρατήσεις αυτή την παράλογη περιπέτεια. Και, μολονότι δε μου αρέσει που το παραδέχομαι, δεν υπάρχει παρά μία εξήγηση: πρέπει να είσαι ερωτευμένη μ' εκείνο το στρα­ τιώτη». «Θα προτιμούσα να μιλήσουμε για τα χρήματα που μου υποσχέθηκες. Πότε θα φτάσουν;» «Εσύ τι λες; Με αυτό τον καιρό ο ποταμός μπορεί να ξε­ χείλισε, ίσως υπάρχουν πλημμυρισμένες εκτάσεις από εδώ μέχρι τη Ραβένα. Ο άνθρωπός μου δε θα φτάσει πριν από το βράδυ ή αύριο το πρωί, αν όλα πάνε καλά». «Δεν μπορώ να περιμένω τόσο», απάντησε ξερά η Λιβία.

«Σκέψου το λίγο: δεν έχει νόημα να φύγεις με αυτές τις συνθήκες. Οι δικοί σου θα σε περιμένουν όπως και να 'χει, νομίζω». Η Λιβία κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Όχι πέρα από ένα ο­ ρισμένο χρονικό σημείο. Δεν μπορούν να το επιτρέψουν στους εαυτούς τους και καταλαβαίνεις πολύ καλά γιατί». Ο Στέφανος συγκατένευσε. Μετά πρόσθεσε: «Τότε μείνε, σε παρακαλώ, θα σκεφτούν ότι είχες κάποιο λόγο. Έχεις ή­ δη κάνει πάρα πολλά γι' αυτούς, διακινδύνευσες τη ζωή σου κι εκείνος ο στρατιώτης δεν μπορεί να σου δώσει τίποτα, ε­ νώ εγώ θα ήμουν έτοιμος να μοιραστώ τα πάντα μαζί σου, όνειρα, εξουσία, πλούτη. Συλλογίσου το, όσο έχεις ακόμα καιρό». «Το συλλογίστηκα ήδη», απάντησε η Λιβία. «Απόψε, ενώ ήμουν ξαπλωμένη μέσα στη ζεστασιά εκείνου του κρεβα­ τιού που μοσχομύριζε, σκεφτόμουν εκείνους που κοιμήθη­ καν στο ύπαιθρο, σ' ένα πρόχειρο κατάλυμα, κι ένιωθα ά­ σχημα. Η θέση μου είναι μαζί τους, Στέφανε. Αν εκείνα τα χρήματα δε φτάσουν μέχρι το μεσημέρι, θα φύγω έτσι κι αλλιώς. Και τώρα με συγχωρείς, πηγαίνω να ετοιμάσω το άλογό μου». Βγήκε από το διάδρομο από τον οποίο είχε μπει την προηγούμενη μέρα και διέσχισε τρέχοντας το μέρος που χώριζε την έπαυλη από τους στάβλους, κάτω από την κατα­ κλυσμιαία βροχή. Το άλογο περίμενε ήσυχο, δεμένο στη θέ­ ση του. Το είχαν ξυστρίσει και ταΐσει και ήταν έτοιμο να α­ ντιμετωπίσει μια δύσκολη μέρα ταξιδιού. Του έβαλε το χα­ λινάρι και τα χάμουρα και του φόρεσε τη σέλα, πάνω στην οποία στερέωσε την κουβέρτα. Μετά από λίγο ήρθε ο Στέ­ φανος, με τη συνοδεία δύο δούλων που κρατούσαν ένα α­ διάβροχο πανί.

360

361


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

«Τι μπορώ να κάνω για σένα», τη ρώτησε, «αφού δεν μπο­ ρώ να σε πείσω να μείνεις;» «Αν μου δώσεις κάτι», απάντησε η Λιβία, «ό,τι μπορείς, θα σου είμαι ευγνώμων... Ποτέ δε θα ζητούσα κάτι για μέ­ να, το ξέρεις». Ο Στέφανος της έδωσε ένα πουγκί. «Αυτά έχω», είπε. «Θα είναι είκοσι, τριάντα σολδία». «Θα φροντίσω να φτάσουν», απάντησε η Λιβία. «Σ' ευ­ χαριστώ πάντως. Όμως δώσε μου τα τουλάχιστον σε αση­ μένια κέρματα, δε θα έβρισκα πολλούς σε θέση να μου αλ­ λάξουν νομίσματα τόσο μεγάλης αξίας». Ο Στέφανος της άλλαξε τα χρήματα, η Λιβία τα πήρε και κινήθηκε προς το διάδρομο. «Δε θα με χαιρετήσεις καν;» είπε ο Στέφανος. Και προ­ σπάθησε να τη φιλήσει, αλλά η Λιβία απέφυγε τα χείλη του και του έδωσε το χέρι. «Μια χειραψία μού φαίνεται ο κα­ ταλληλότερος χαιρετισμός, όπως ταιριάζει σε δυο παλιούς συμπολεμιστές». Εκείνος προσπάθησε να κρατήσει το χέρι της στα δικά του, αλλά η κοπέλα ξέφυγε. «Πρέπει να πηγαίνω», είπε. «Εί­ ναι αργά». Ο Στέφανος πρόσταξε τότε τους υπηρέτες να της δώσουν ένα μανδύα από κερωμένο ύφασμα και σάκους με προμή­ θειες. Η Λιβία τον ευχαρίστησε και πάλι, κατόπιν ανέβηκε στο άλογό της και χάθηκε πίσω από ένα πέπλο βροχής. Ο Στέφανος μπήκε μέσα και διέταξε να του φέρουν το πρωι­ νό στη μεγάλη βιβλιοθήκη της έπαυλης. Πάνω στο μεγάλο δρύινο τραπέζι στο κέντρο του δωματίου υπήρχε ένας κύ­ λινδρος με μια πολύτιμη εικονογραφημένη έκδοση της Γε­ ωγραφίας του Στράβωνα, ανοιχτός στην περιγραφή της Αγο­ ράς της Ρώμης. Ένας από τους πίνακες απεικόνιζε το εξω362

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

τερικό του ναού του Εκδικητή Άρη με το βωμό. Ένας άλλος απεικόνιζε μια λεπτομέρεια του εσωτερικού μ' ένα θαυμά­ σιο άγαλμα του Καίσαρα από πολύχρωμα μάρμαρα, ντυ­ μένο με την πανοπλία του. Μπροστά στα πόδια του απει­ κονιζόταν ένα σπαθί, μικρό στο σχέδιο, αλλά όχι τόσο ώστε να μη διακρίνεται η λεπτότητα της κατασκευής, η λαβή σε σχήμα κεφαλής αετού με τα φτερά ανοιχτά. Την κοίταξε για πολλή ώρα γοητευμένος, έπειτα τύλιξε τον κύλινδρο και τον έβαλε πίσω στο ράφι. Η Λιβία στο μεταξύ προχωρούσε αργά προς την πόλη, πιστεύοντας ότι η γέφυρα της Αιμιλίας οδού θα ήταν το μό­ νο διαβατό πέρασμα στον ποταμό Αρίμινο, σύντομα όμως βρήκε το δρόμο μπροστά της πλημμυρισμένο εντελώς. Στο βάθος μπορούσε μετά βίας να δει το στηθαίο της γέφυρας, που σχεδόν καλυπτόταν από τα μανιασμένα νερά. Κυριεύ­ τηκε από βαθιά αποθάρρυνση. Πώς θα μπορούσε να ξανα­ βρεί τους συντρόφους της μέσα στον καθορισμένο χρόνο; Κι εκείνοι, θα την περίμεναν στο μέρος που είχαν συμφωνήσει ή θα είχαν ήδη αναγκαστεί να μετακινηθούν, να αναζητή­ σουν ένα καταφύγιο που να τους προστατεύει από τη μανία των στοιχείων της φύσης; Οι καταρρακτώδεις βροχές είχαν προκαλέσει την υπερχείλιση του ποταμού και πλημμυρίσει μια μεγάλη έκταση και πιο ψηλά πρέπει να ήταν ακόμα χει­ ρότερα λόγω των κατολισθήσεων. Οπλίστηκε με θάρρος και άρχισε να ανεβαίνει παράλ­ ληλα με τον ποταμό για να βρει ένα πέρασμα ψηλότερα, σύντομα όμως η πορεία της έγινε εφιάλτης. Οι αστραπές τύφλωναν το άλογό της που σηκωνόταν στα πίσω πόδια χλιμιντρίζοντας τρομαγμένο, υποχωρούσε γλιστρώντας στη λά­ σπη και ύστερα ξανάρχιζε να προχωρεί με κόπο στην ανη­ φόρα, βήμα βήμα, καθώς η Λιβία το τραβούσε από τα χα363


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

λινάρια με μεγάλο κόπο. Το μονοπάτι από το οποίο είχε κα­ τεβεί σύντομα μεταβλήθηκε σε χείμαρρο γεμάτο αιχμηρές πέτρες και ο ποταμός, χαμηλότερα, είχε γίνει ένα αφρισμέ­ νο ρεύμα από λασπόνερα που κυλούσε με πάταγο προς την κοιλάδα. Μέχρι το μεσημέρι είχε κάνει περίπου τρία μίλια και κατάλαβε ότι η νύχτα θα την έβρισκε στη μέση της πλα­ γιάς, σε μια περιοχή ανοιχτή και χωρίς κάποιο απάγκιο. Ψηλά, μπορούσε να δει τις χιονισμένες κορυφές και κατά­ λαβε ότι ίσως έβαζε τη ζωή της σε κίνδυνο. Ένιωσε να καταλαμβάνεται από πανικό για πρώτη φο­ ρά στη ζωή της, από τον τρόμο μήπως πεθάνει μόνη, σ' έ­ ναν έρημο τόπο, μέσα στη λάσπη. Φαντάστηκε το σώμα της, άψυχο, να παρασύρεται από το χείμαρρο, να παραδέρνει μέσα στα θολά νερά, ανάμεσα στις κοφτερές πέτρες. Προ­ σπάθησε να αντιδράσει, να επιστρατεύσει όλες τις δυνάμεις της και να προχωρήσει όσο μπορούσε προς την κατεύθυν­ ση του χωρίου που την προηγουμένη μέρα είχε δει να ξε­ προβάλλει από την ομίχλη. Το αντίκρισε προς το σούρου­ πο, όταν η βροχή, με την πτώση της θερμοκρασίας, μετα­ βαλλόταν σε παγωμένο χιονόνερο που έκοβε το πρόσωπο σαν θραύσματα γυαλιού. Την καθοδηγούσαν τα αδύναμα φώτα των σπιτιών που ήταν χτισμένα διάσπαρτα ανάμεσα στα βοσκοτόπια και τις παρυφές του δάσους. Κάποια στιγ­ μή βρέθηκε αναγκασμένη να διασχίσει μια κρεμαστή γέ­ φυρα από κορμούς και ξερόκλαδα, η οποία ένωνε τις όχθες του χειμάρρου που κυλούσε από κάτω ορμητικός με κιτρι­ νωπούς αφρούς. Είδε το άλογο της να οπισθοχωρεί τρο­ μαγμένο και χρειάστηκε να του δέσει τα μάτια για να το κα­ ταφέρει να την ακολουθήσει, βήμα βήμα, σ' εκείνο το επι­ σφαλές πέρασμα που ταλαντευόταν τρομακτικά πάνω από το φουσκωμένο χείμαρρο. Έφτασε στο κατώφλι του χω-

ριού όταν είχε ήδη σκοτεινιάσει, προχώρησε ανάμεσα στα σπίτια και τα καλύβια με τις τελευταίες της δυνάμεις, ώσπου έπεσε κατάκοπη στα γόνατα, μέσα στη λάσπη. Άκουσε ένα σκύλο να γαβγίζει και μετά φωνές. Ένιωσε να τη σηκώνουν και να τη μεταφέρουν στο εσωτερικό ενός σπιτιού. Ένιωσε τη ζέστη της αναμμένης φωτιάς και μετά τίποτα.

Ο Αυρήλιος και οι σύντροφοι του περίμεναν πολύ πριν α­ ποφασίσουν να εγκαταλείψουν το προσωρινό καταφύγιο που είχαν φτιάξει για να προστατευτούν από την κακοκαιρία, θεωρώντας ότι η Λιβία πρέπει να συνάντησε κάθε είδους ε­ μπόδια στο δρόμο της επιστροφής. Περίμεναν όλη τη μέ­ ρα και όλη την επόμενη νύχτα. Μετά αναγκάστηκαν να πά­ ρουν μια απόφαση. «Αν δε φύγουμε, θα πεθάνουμε από το κρύο και την πείνα», είπε ο Αμβροσίνος. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή». Κοίταξε τον Ρωμύλο, που ήταν τυλιγμένος με την κουβέρτα του, χλομός από την κούραση και την πείνα. «Έτσι νομίζω κι εγώ», συμφώνησε ο Βατρένος. «Πρέπει να κινηθούμε όσο είμαστε σε θέση να περπατήσουμε. Δεν μπορούμε να φτάσουμε στο σημείο να σκοτώσουμε τα άλο­ γα για να τραφούμε. Κι επιπλέον, δεν μπορούμε να απο­ κλείσουμε το ενδεχόμενο η Λιβία, αφού προσπάθησε μά­ ταια να μας προφτάσει, να επέστρεψε στην πόλη της». «Θα ήταν μια απολύτως κατανοητή επιλογή», παραδέχτη­ κε σκεπτικός ο Αμβροσίνος. «Αυτή δεν είναι πια η δική της α­ ποστολή, δεν είναι πια το δικό της ταξίδι. Εκείνη έχει πατρί­ δα, ίσως έχει και αγαπημένα πρόσωπα». Κοίταξε τον Αυρήλιο σαν να ήθελε να ερμηνεύσει τη σκέψη του. «Πιστεύω ότι όλοι μας θα τη νοσταλγήσουμε. Ήταν μια ξεχωριστή γυναίκα, α­ ντάξια των λαμπρότερων παραδειγμάτων του παρελθόντος».

364

365


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

«Δεν υπάρχει αμφιβολία», πρόσθεσε ο Βατρένος. «Και κάποιος από μας θα τη νοσταλγήσει περισσότερο από τους άλλους. Γιατί δεν πηγαίνεις μαζί της, Αυρήλιε, γιατί δεν πη­ γαίνεις να τη συναντήσεις στο καταφύγιο της στη λιμνοθά­ λασσα όσο έχεις ακόμα καιρό; Ίσως αυτό να θέλει, δε νο­ μίζεις; Ίσως θέλησε να σε αναγκάσει να πάρεις μια από­ φαση, να κάνεις μια επιλογή που αλλιώς δε θα έκανες πο­ τέ. Εμείς είμαστε αρκετοί για να προστατέψουμε το αγόρι και μια μέρα θα μπορέσουμε να σε ξαναβρούμε. Δε θα υ­ πάρχουν πολλές πόλεις πάνω στο νερό. Το αντίθετο, μου φαίνεται πως εκείνη θα είναι η μοναδική. Όπως και να 'χει, αν ιδωθούμε ξανά, θα είναι όμορφα να γιορτάσουμε μαζί. Αν, πάλι, δεν ξαναϊδωθούμε, αυτός θα είναι ο καλύτερος α­ ποχαιρετισμός, μεταξύ αληθινών φίλων που δε θα ξεχάσουν ποτέ τα χρόνια που πέρασαν μαζί». «Μη λέτε ανοησίες», απάντησε ο Αυρήλιος. «Εγώ σας πα­ ρέσυρα σ' αυτή την περιπέτεια και θα εξακολουθήσω να κά­ νω αυτό που πρέπει. Ας ξεκινήσουμε, μας περιμένει μια με­ γάλη πορεία και πρέπει να βιαστούμε όσο μπορούμε· κάθε μέρα που χάνουμε κάνει πιο σκληρή και δύσκολη τη διά­ βαση των Άλπεων». Δεν είπε τίποτ' άλλο, γιατί η καρδιά του ήταν γεμάτη θλίψη κι εκείνη τη στιγμή θα έδινε τα πάντα για να δει ξανά τη γυναίκα που αγαπούσε, έστω και για μια στιγμή. Ο Ρωμύλος ανέβηκε σ' ένα άλογο, αφού κουκουλώ­ θηκε όσο καλύτερα μπορούσε, και οι άλλοι προχώρησαν πε­ ζοί στο δύσβατο μονοπάτι, μέσα από άγρια κι έρημα μέρη, κάτω από το χιόνι που έπεφτε σε μεγάλες νιφάδες.

Η Λιβία άνοιξε τα μάτια της πολλές ώρες αργότερα και βρέ­ θηκε σε μια καλύβα που φωτιζόταν αμυδρά από ένα λυχνά-

ρι με λίπος και από τις φλόγες της φωτιάς που έκαιγε στο τζά­ κι. Ένας άντρας και μια γυναίκα απροσδιόριστης ηλικίας την παρατηρούσαν με περιέργεια και η γυναίκα πήρε από τη χύτρα που γουργούριζε πάνω στη φωτιά μια κουτάλα με ζε­ στή σούπα και της την έδωσε, μαζί μ' ένα κομμάτι ξερό ψω­ μί, που ήταν σκληρό σαν πέτρα. Δεν ήταν τίποτα περισσό­ τερο από μια σούπα από γογγύλια, αλλά η Λιβία ένιωσε να ανακτά τις δυνάμεις της και μόνο που κοίταζε την αχνιστή γαβάθα. Βούτηξε το ψωμί και άρχισε να τρώει αχόρταγα. «Ποια είσαι;» ρώτησε ο άντρας μετά από λίγο. «Τι γύ­ ρευες έξω με τέτοιο καιρό; Δεν περνάει κανείς από αυτά τα μέρη». «Ταξίδευα με την οικογένειά μου και χάθηκα μέσα στην καταιγίδα. Με περιμένουν στο ξέφωτο κοντά στο πέρασμα. Θα μπορούσατε να με συνοδέψετε, σας παρακαλώ, για να μη χαθώ; Μπορώ να σας πληρώσω». «Το πέρασμα;» είπε ο άντρας. «Το μονοπάτι έχει υπο­ χωρήσει εντελώς και το παρέσυρε το νερό. Και τώρα χιονί­ ζει, δε βλέπεις;» «Είστε βέβαιοι ότι δεν υπάρχει τρόπος να ανεβώ; Πρέπει να τους προφτάσω πάση θυσία. Θα ανησυχούν, θα νομίσουν ότι πέθανα. Σας εκλιπαρώ, βοηθήστε με». «Θα το κάναμε ευχαρίστως», είπε η γυναίκα. «Είμαστε χριστιανοί και θεοφοβούμενοι, αλλά είναι στ' αλήθεια αδύ­ νατο. Οι δυο γιοι μας, που προσπαθούσαν να οδηγήσουν κά­ τω τα ζώα, έμειναν αποκλεισμένοι στα ψηλά και ως τώρα δεν μπόρεσαν να γυρίσουν. Κι εμείς ανησυχούμε, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτ' άλλο παρά να περιμένουμε». «Τότε θα κατεβώ», είπε η Λιβία. «Θα τους βρω πιο πέρα». «Γιατί δεν περιμένεις να σταματήσει το χιόνι;» της είπε 0 άντρας. «Μπορείς να μείνεις μαζί μας μια μέρα ακόμα, αν

366

367


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

θέλεις. Είμαστε φτωχοί, αλλά θα σε φιλοξενήσουμε ευχαρί­ στως». «Σας ευχαριστώ», απάντησε η Λιβία, «αλλά πρέπει να βρω ξανά τους ανθρώπους που αγαπώ. Ο Θεός να σας α­ νταμείψει για τη στέγη και το φαγητό που μου προσφέρα­ τε και που μου έσωσαν τη ζωή. Αντίο, να προσεύχεστε για μένα». Έριξε το μανδύα στους ώμους της και βγήκε. Η κοπέλα κατέβηκε με μεγάλη δυσκολία τις απότομες πλαγιές της κοιλάδας, συχνά σταματώντας για να ελέγξει τα πιο επικίνδυνα περάσματα, ώστε να μην κινδυνεύσει να τραυ­ ματίσει το άλογο. Όταν επιτέλους βρέθηκε στην πεδιάδα, α­ νέβηκε στη σέλα και ξεκίνησε, ακολουθώντας μια διαδρο­ μή παράλληλη με την Αιμιλία οδό, από τα ψηλότερα ση­ μεία, για να αποφεύγει τις μεγάλες εκτάσεις που είχαν κα­ λυφθεί από τα νερά των υπερχειλισμένων ποταμών και χει­ μάρρων. Και καθώς προχωρούσε, προσπαθούσε να φαντα­ στεί τι σκέφτηκαν οι σύντροφοι της, τι σκέφτηκε ο Αυρή­ λιος καθώς δεν την έβλεπε να επιστρέφει. Ήξεραν για τα ε­ μπόδια που συνάντησε στο δρόμο του γυρισμού της ή ένιω­ θαν εγκαταλειμμένοι; Και πώς θα κατόρθωναν να συνεχί­ σουν τη διαδρομή τους σχεδόν χωρίς χρήματα και με λιγο­ στές προμήθειες; Ταξίδεψε έτσι για τρεις μέρες, χωρίς να σταματήσει κα­ θόλου. Κοιμόταν στους αχυρώνες ή στα καταφύγια που οι χωρικοί χρησιμοποιούσαν το καλοκαίρι για να επιτηρούν τις σοδειές τους τη νύχτα. Σκεφτόταν ότι ο μόνος τρόπος για να συναντήσει και πάλι τους συντρόφους της ήταν να φτά­ σει πριν από εκείνους σ' ένα σημείο από το οποίο θα περ­ νούσαν υποχρεωτικά, ένα σημείο που πίστευε ότι είχε εντο­ πίσει στο χάρτη του Αμβροσίνου. Ήταν ένα σημάδι πάνω στο φύλλο που αντιστοιχούσε σε μια γέφυρα ή ένα πορθμείο

στον ποταμό Τρεβία, η ένδειξη ενός περάσματος. Τόσες φορές είχε κάνει και ξανακάνει τους υπολογισμούς της δια­ δρομής τους, ώστε στο τέλος πείστηκε ότι θα τους έβρισκε ξανά στο ποτάμιο πέρασμα, στο οποίο υπολόγιζε να φτάσει το ίδιο βράδυ, μετά τη δύση του ήλιου. Ήταν τόση η αγω­ νία της να τους προφτάσει, ώστε, χωρίς να το καταλάβει, εί­ χε υποχρεώσει το άλογο της να καλπάζει, και μόνο όταν ά­ κουσε την ανάσα του ζώου να γίνεται κοφτή κι ένιωσε το ρυθμό του καλπασμού να διακόπτεται το συγκράτησε για να εξοικονομήσει δυνάμεις. Προχώρησε έτσι, αργά, μέσα στο σκοτάδι της μεγάλης χειμωνιάτικης νύχτας, σ' ένα τοπίο βυθισμένο στην ομίχλη, ανάμεσα σε σκελετούς δέντρων και τις μακρόσυρτες υλακές των αδέσποτων σκυλιών. Σταμάτη­ σε μόνο όταν, τη στιγμή που αισθάνθηκε να καταρρέει από την κούραση, την προσέλκυσε, σαν πεταλούδα, ένα φως, το μόνο φως που μπορούσε να δει μέσα στο απόλυτο σκοτάδι που βασίλευε στον ουρανό και τη γη. Καθώς πλησίαζε, ένας σκύλος άρχισε να γαβγίζει με μανία, αλλά η Λιβία δεν του έδωσε σημασία. Ήταν εξαντλημένη, κατάκοπη, πεινασμέ­ νη. Το κρύο και η υγρασία μούδιαζαν τα μέλη της σε σημείο που κάθε κίνηση της προκαλούσε περισσότερο πόνο παρά κούραση. Το φως που είχε δει ήταν ένα φανάρι κρεμασμέ­ νο μπροστά σ' ένα ετοιμόρροπο κτίριο με ταμπέλα πανδο­ χείου: Ad pontem Trebiae*. Δεν υπήρχε καμία γέφυρα, όπως δήλωνε η σκουριασμένη πινακίδα, μόνο ένα πορθμείο από τη μια όχθη στην άλλη, αλ­ λά το βουητό του ποταμού ήταν αρκετά δυνατό για να κατα­ λάβει ότι όποιος ήθελε να κατευθυνθεί βόρεια δεν είχε άλλο τρόπο να περάσει. Μόλις μπήκε, την υποδέχτηκε μια ατμό-

368

369

* Στη γέφυρα του Τρεβία. Λατινικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

σφαίρα θολή και βαριά. Στο κέντρο του δωματίου μια φωτιά από βρεγμένα κλαδιά λεύκας έβγαζε περισσότερο καπνό πα­ ρά ζέστη. Μια μικρή ομάδα ταξιδιωτών κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι από κυρτωμένες σανίδες. Έτρωγαν μια σούπα από κεχρί και από ένα κοινό πιάτο έπαιρναν πράσινα κουκιά και γογγύλια, τα οποία νοστίμιζαν με λίγο αλάτι. Ο πανδοχέ­ ας καθόταν στην άλλη πλευρά, κοντά στους φούρνους, κι έ­ γδερνε βατράχια ζωντανά ακόμα, τα οποία έριχνε σ' ένα κα­ λάθι όπου στριφογύριζαν σπασμωδικά. Ένα ρακένδυτο, κα­ χεκτικό κορίτσι τα έπαιρνε ένα ένα, τους έκοβε το κεφάλι και τα καθάριζε από τα εντόσθια πριν τα ρίξει σ' ένα τηγάνι για να τηγανιστούν σε χοιρινό λίπος. Η Λιβία κάθισε παράμερα και, όταν πλησίασε ο πανδοχέας, ρώτησε μόνο αν είχε ψωμί. «Από σίκαλη», απάντησε ο άντρας. Η Λιβία έγνεψε καταφατικά. «Και σανό κι ένα μέρος για το άλογο μου». «Υπάρχουν μόνο άχυρα. Και το άλογο μπορεί να κοιμη­ θεί μαζί σου στο στάβλο». «Εντάξει. Στο μεταξύ, ρίξε πάνω του την κουβέρτα που υπάρχει στη σέλα». Ο πανδοχέας κάτι είπε στο κοριτσάκι, που πήγε να φέ­ ρει το ψωμί. Ο ίδιος βγήκε μουρμουρίζοντας για να φρο­ ντίσει το άλογο. Όπως και να 'χε, σκέφτηκε, εκείνη η νεα­ ρή πρέπει να είχε χρήματα για να πληρώσει, αφού είχε ά­ λογο και φορούσε δερμάτινες μπότες. Ανασκίρτησε μόλις βγήκε έξω, καθώς είδε μια ομάδα εφίππων να φτάνουν ε­ κείνη τη στιγμή στην όχθη πάνω στο χειροκίνητο πορθμείο. Κατέβηκαν ο ένας μετά τον άλλο βλαστημώντας και κρα­ τώντας στο ένα χέρι τα χαλινάρια των αλόγων και στο άλλο αναμμένους πυρσούς. Εμπιστεύτηκαν τα άλογα στον παν­ δοχέα και τον πρόσταξαν να τους φέρει αμέσως να φάνε.

Ήθελαν κρέας. «Κρέας!» φώναζαν διαρκώς καθώς κάθο­ νταν. Ο πανδοχέας φώναξε ένα παιδί του μαγαζιού. «Σκό­ τωσε το σκύλο», είπε, «και μαγείρεψε τους τον. Δεν έχουμε τίποτ' άλλο και αυτοί δε θα καταλάβουν τίποτα. Είναι σαν τα ζώα αυτοί. Αν δεν τους δώσουμε αυτό που θέλουν, θα δια­ λύσουν την παράγκα». Η Λιβία τους κρυφοκοίταξε· ήταν βάρβαροι μισθοφόροι, πιθανώς στην υπηρεσία του αυτοκρατορικού στρατού. Ένιω­ σε μεγάλη αμηχανία, αλλά δε θέλησε να κινήσει τις υποψίες τους φεύγοντας αμέσως. Μάσησε με δυσκολία το ψωμί και ήπιε μερικές γουλιές από ένα υγρό που έμοιαζε περισσότε­ ρο με ξίδι παρά με κρασί, όταν όμως έκανε να σηκωθεί, α­ ντιλήφθηκε ότι ένας από τους βαρβάρους στεκόταν όρθιος μπροστά της και την κοίταζε. Έφερε ενστικτωδώς το χέρι της στο μαχαίρι που είχε κάτω από τον επενδύτη και με το άλλο χέρι έβαλε να πιει για να κρύψει την αμηχανία της. Ήπιε αργά, μετά πήρε βαθιά ανάσα και σηκώθηκε. Ο βάρ­ βαρος απομακρύνθηκε χωρίς να μιλήσει και πήγε προς το μαγειρείο για να ζητήσει κρασί. Η Λιβία πλήρωσε το δείπνο και βγήκε για να βρει ένα μέρος στο στάβλο να κοιμηθεί, κο­ ντά στο άλογο της. Δεν είδε ότι ο βάρβαρος, ενώ αυτή έ­ βγαινε, γύριζε ξανά να την κοιτάξει κι ύστερα αντάλλαζε έ­ να βλέμμα γεμάτο νόημα με τον αρχηγό του, σαν να έλεγε: «Είναι εκείνη;» Αυτός έγνεψε καταφατικά και μετά φώναξε: «Πανδοχέα, φέρε κρασί και φέρε και αυτό το κρέας, αν δε θέλεις να σε ξυλοκοπήσω!» «Λίγη υπομονή, κύριέ μου», απάντησε ο πανδοχέας. «Σφάξαμε ένα κατσίκι ακριβώς για σας, πρέπει όμως να μας δώσεις λίγο χρόνο να το ετοιμάσουμε». Χρειάστηκε μια ώρα ακόμα για να μαγειρέψουν το σκύ­ λο και να τον φέρουν στο τραπέζι κομμένο κομμάτια και

370

371


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

γαρνιρισμένο με χόρτα. Οι βάρβαροι πέταξαν τα χόρτα και όρμησαν στο κρέας, καταβροχθίζοντας το μέχρι το κόκαλο κάτω από το ικανοποιημένο βλέμμα του πανδοχέα, που για μια στιγμή τρομοκρατήθηκε όταν ο αρχηγός τον πρόσταξε: «Φέρε μου το κεφάλι, γιατί τα μάτια είναι το καλύτερο κομ­ μάτι». Συνήλθε όμως αμέσως. «Το κεφάλι, κύριέ μου; Ω, πό­ σο λυπάμαι. Δεν μπορώ να σε ικανοποιήσω, το κεφάλι και τα εντόσθια τα δώσαμε... στο σκύλο».

της έλειπαν όλα και καμία άλλη προοπτική δεν της φαινό­ ταν ελκυστική, παρά μόνο να βρει ξανά τους συντρόφους της. Εκείνος ο γεμάτος φρίκη κόσμος, εκείνη η αθλιότητα που χαρακτήριζε καθετί γύρω της, η βασανιστική αίσθηση μοναξιάς που ένιωθε τόσο έντονα και η συνειδητοποίηση ό­ τι ο εντοπισμός των φίλων της θα ήταν αρκετά δύσκολος την έπεισαν να πάρει γρήγορα μια απόφαση. Θα μπορούσε να περιμένει ακόμα μια δυο μέρες για να δει αν θα έρχονταν, αν όμως δεν έρχονταν, θα βρισκόταν πολύ μακριά από τη διαδρομή προς το πέρασμα και θα κινδύνευε να μην τους προλάβει ποτέ πια. Σκέφτηκε ότι το μόνο συνετό πράγμα που μπορούσε να κάνει ήταν αυτό που στο κάτω κάτω της είχε προτείνει ο Αμβροσίνος: να φτάσει στο πέρασμα πριν από εκείνους και να τους περιμένει να έρθουν. Κι ύστερα ας γινόταν το θέλημα του Θεού. Περίμενε το πρώτο φως της αυγής, σέλωσε το άλογο της κι έφυγε στα κλεφτά. Κατευθύνθηκε βόρεια, ακολουθώντας το δρόμο που θα έπρεπε να διανύσουν οι φίλοι της, είτε βρίσκο­ νταν μπροστά είτε πίσω της. Ήταν μόνη και προχωρούσε γρή­ γορα και σχεδόν σίγουρα θα κατόρθωνε να τους προφτάσει στο πέρασμα των Μεσιατών, απ' όπου ήξερε ότι θα διέρχονταν. Για μια στιγμή αποθαρρύνθηκε στη σκέψη ότι ίσως άλλαζαν ή υ­ ποχρεώνονταν να αλλάξουν δρόμο, αναγκασμένοι από τις συν­ θήκες του εδάφους ή από απρόβλεπτα γεγονότα, και σ' αυτή την περίπτωση δε θα τους έβλεπε ποτέ πια. Έδιωξε αυτή τη σκέψη θεωρώντας ότι ο Αμβροσίνος έπαιρνε πάντα την πιο συ­ νετή απόφαση και ότι την τηρούσε πάση θυσία.

Η Λιβία, ταραγμένη ακόμα από τη συνάντηση με το βάρ­ βαρο, έμεινε ξύπνια για αρκετή ώρα, ακούγοντας τη φασα­ ρία, έτοιμη να ανεβεί στο άλογο και να φύγει. Δε συνέβη τί­ ποτα όμως και κάποια στιγμή τους άκουσε να βγαίνουν α­ πό την ταβέρνα και να απομακρύνονται προς το νότο. Ανά­ σανε με ανακούφιση και ξάπλωσε για να ξεκουραστεί λιγά­ κι, αλλά την ψυχή της κατέκλυσε μια ανεξέλεγκτη θύελλα συ­ ναισθημάτων. Της έλειπε ο Αυρήλιος, η φωνή του και η πα­ ρουσία του και βασανιζόταν από την απουσία του Ρωμύλου, από το γεγονός ότι δεν ήξερε πώς ήταν, πού βρισκόταν, τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή. Της έλειπε ακόμα και ο γέρο­ ντας Αμβροσίνος, η ήρεμη στάση του ως σοφού, που είχε πάντα μια απάντηση για όλα, η γεμάτη ζήλο στοργή του για το αγόρι και η τυφλή πίστη του ως προς το μέλλον του, πα­ ρά τις αντιξοότητες. Της έλειπαν οι άλλοι σύντροφοι της, ο Βατρένος, ο Βατίατος, ο Ορόσιος και ο Δημήτριος, που ή­ ταν αχώριστοι σαν τους Διόσκουρους, το θάρρος, η αυτα­ πάρνηση, η απίστευτη ψυχική τους δύναμη. Πώς μπόρεσε να τους αποχωριστεί μόνο για να βρει χρήματα; Ακόμα και η θύμηση της πόλης της φαινόταν εκείνη τη στιγμή να σβήνει από το μυαλό της. Ένιωθε μόνο ότι τώρα

Το ίδιο εκείνο βράδυ ο Στέφανος πληροφορήθηκε ότι στην ταβέρνα του πορθμείου στον Τρεβία είχαν δει ένα άτομο

372

373


ΒΑΛΕΡΙΟ ΜΑΣΙΜΟ ΜΑΝΦΡΕΝΤΙ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΓΕΩΝΑ

που ανταποκρινόταν στην περιγραφή της Λιβίας. Ξεκίνησε λοιπόν με τη συνοδεία του για να την ακολουθήσει από κά­ ποια απόσταση, χωρίς να γίνει αντιληπτός. Ήταν βέβαιος ότι, αν την ακολουθούσε στο δρόμο που οδηγούσε προς τη Ραιτία, στο τέλος θα κατόρθωνε να τη φέρει πίσω μαζί του και θα έπαιρνε το σπαθί που πρέπει να βρισκόταν στην κα­ τοχή κάποιου από τους συντρόφους της. Για εκείνο το όπλο είχε κάνει υπαινιγμούς στους απεσταλμένους του αυτοκρά­ τορα Ζήνωνα και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο καίσαρας της Ανατολής θα του πρόσφερε οποιοδήποτε ποσό και οποιο­ δήποτε προνόμιο προκειμένου να αποκτήσει ένα τόσο πο­ λύτιμο αντικείμενο, ένα σύμβολο και κειμήλιο της ισχύος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ξεκίνησε μόλις κόπασε η καταιγίδα και τα νερά των υ­ περχειλισμένων ποταμών κύλησαν προς τη θάλασσα, προ­ βάλλοντας μια δικαιολογία στον Οδόακρο για να του πα­ ραχωρήσει μια ομάδα μισθοφόρων ως συνοδεία. Καθώς έ­ φυγε όμως, τον ακολούθησε ο Ουλφίλας, βέβαιος ότι μόνο ο Στέφανος είχε τα μέσα και τις πληροφορίες για να τον ο­ δηγήσει ξανά στα ίχνη της λείας του. Ο βάρβαρος είχε ήδη στείλει παντού αγγελιαφόρους για να ζητήσουν πληροφο­ ρίες σχετικά με το πέρασμα ενός καραβανιού μ' ένα γιγα­ ντόσωμο μαύρο, ένα γέροντα κι ένα αγόρι, αλλά δεν είχε λάβει καμία ικαν