Page 1


LEO F. BUSCAGLIA The way of the Bull

Ο δρόμος του ταύρου ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ

Μετάφραση: Δημήτρης Κωστελένος

Εκδόσεις Γλάρος Ανθρωπιστικές επιστήμες


LEO F. BUSCAGLIA The way of the Bull 1973 by Charles B. Slack, Inc 1989 Εκδόσεις Γλάρος


Ο Λέο Μπουσκάλια είναι επίκουρος καθηγητής της Κοινωνικής Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας. Ιταλικής καταγωγής, αλλά γέννημα και θρέμμα της Καλιφόρνιας. Είναι γνωστός σε εκατομμύρια ακροατές και θεατές σε όλη την Αμερική που τον παρακολουθούν σε αίθουσες διαλέξεων και τηλεοπτικές εκπομπές. Μέσα από τα μαθήματα διδασκαλίας του ανάπτυξε ένα ειδικό σεμινάριο πάνω στην αγάπη και μέσω αυτής στην αλλαγή της καθημερινής μας συμπεριφοράς. Κατά τη διατύπωσή του, «Η αγάπη δεν είναι δρόμος, είναι συμμετοχή και μοιρασιά. Το να ζεις με τη φιλοσοφία της αγάπης είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής». Τα πιο γνωστά βιβλία του είναι: Να ζεις ν' αγαπάς και να μαθαίνεις, Λεωφορείο 9 για τον Παράδεισο, Η αγάπη, Ο δρόμος του ταύρου, Η πτώση του φύλλου που το έλεγαν Φρεντ και το Γιατί είμαι άνθρωπος.


Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται... Σ' εκείνους που δεν ενδιαφέρονται για το ΔρόμοΣ' εκείνους που προσωρινά χάθηκαν στο ΔρόμοΣ' εκείνους που επισταμένα αναζητούν το ΔρόμοΣ' εκείνους που ξέρουν, μα είναι ανήμποροι ν' ακολουθήσουν το Δρόμο· Σ' εκείνους που απλά ζουν το ΔρόμοΓιατί, όλοι μας, είμαστε ένα.


Εισαγωγή Τον τίτλο, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ, τον εμπνεύστηκα από ένα βιβλίο του Ζεν, Οι Ταύροι, γραμμένο το 12ο αιώνα από τον Κινέζο δάσκαλο του Ζεν, Κακουάν. Στην ιστορία αυτή ο ταύρος αντιπροσώπευε τη ζωική ενέργεια, την αλήθεια και τη δράση. Ο δρόμος αφορούσε τα βήματα που ο άνθρωπος πρέπει να κάνει μέσα στη διαδικασία αναζήτησης της ενόρασης, για ν' ανακαλύψει τον εαυτό του, για ν' αποκαλύψει την αληθινή του φύση.

Σε όλα αυτά τα χρόνια της ζωής μου κατηχήθηκα από την κοινωνία μας για πολλά πράγματα. Κύρια, μάθαινα -και δεν ερευνούσα ποτέ. Σίγουρα οι δάσκαλοί μου, που υποτίθεται ότι με αγαπούσαν, δε θα ήθελαν να με οδηγήσουν σε λαθεμένους δρόμους, δίχως διέξοδο, μακριά από τον εαυτό μου και μέσα στην απελπισία.

Αλλά, μερικά χρόνια πριν, άρχισα να γίνομαι καχύποπτος. Άρχισα να πιστεύω στις δικές μου αισθήσεις, να εμπιστεύομαι το δικό μου μυαλό. Και γρήγορα έγινε επίμονα φανερό ότι πολλά απ' αυτά που είχα διδαχτεί είχαν χρησιμέψει σαν το πιο μεγάλο κατασταλτικό της χαράς και της ανακάλυψης του εαυτού μου και με είχαν οδηγήσει μάλλον σε μεγαλύτερους φόβους, απογοητεύσεις, συγχύσεις και πόνο.

Λόγου χάρη, η κοινωνία με είχε διδάξει ότι η αξία του ανθρώπου μετριέται από τα πράγματα που κατέχει. Αν είχε ένα «μεγάλο» αυτοκίνητο, ένα «πλούσιο» σπίτι κι έναν «εντυπωσιακό» λογαριασμό στην Τράπεζα, έπρεπε να είναι κάποιος σημαντικός κι αξιόλογος άνθρωπος, κι άξι5


ος για μίμηση. Δε μου είπαν ποτέ ότι ο άνθρωπος δεν «κατέχει» τίποτα, παρά μόνο τον εαυτό του. Κι άρχισα ν' αναρωτιέμαι: Αν ο άνθρωπος είναι τα «πράγματά» του, τι θα του συμβεί αν τύχει και τα χάσει, ή αν του τα πάρουν;

Ακόμη με δίδαξαν ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα, εκτός κι αν είναι προσανατολισμένη προς κάποιο αντικειμενικό σκοπό· κι ότι η ζωή μου, για ν' αποκτήσει νόημα, έπρεπε να σπαταληθεί στη δημιουργία σκοπών, στη λήψη αποφάσεων σχετικά μ' αυτούς τους σκοπούς, και πάλι σε αναζήτηση νέων, ακόμη και μέσα στο βούρκο και στη λάσπη, αν χρειαστεί, για την επίτευξή τους.

Ο χρόνος και η εμπειρία μού αποκάλυψαν ότι η ζωή είναι ένα ταξίδι κι όχι ένας σκοπός. Ότι συχνά το άτομο προσηλώνεται τόσο πολύ στο σκοπό του, ώστε να χάνει κυριολεκτικά τη ζωή στο δρόμο, και ν' ανακαλύπτει, μόνο πολύ αργά, πως όταν είχε σκαρφαλώσει το βουνό, έβρισκε να υπάρχει άλλο ένα βουνό, κι άλλο ένα κι άλλο και τίποτε άλλο. Τι κρίμα να μη σταματήσει ποτέ, όσο θα χρειαζόταν για ν' ανασάνει τον καινούριο, φρέσκο και καθαρό αέρα και να θαυμάσει την πανέμορφη θέα! Και χρειάστηκε να ρωτήσω: Αν η ζωή είναι ένα αδιάκοπο ταξίδι, έχει καμιά σημασία το να «φτάσεις» κάπου; Η κοινωνία μού δημιούργησε μερικές ακόμη συγχύσεις καλό και κακό, ώριμο κι ανώριμο, πραγματικότητα και φαντασία. Ήμουν τότε αναγκασμένος έτσι να διαλέξω, υποτίθεται για την ίδια μου την ευημερία, ή το ένα ή το άλλο. Μου έλεγαν ότι η ηθική της κοινωνίας ήταν πάντα ανώτερη από τη δική μου, παρόλο που η αληθινή μου φύση αναγκαζόταν να το αμφισβητήσει αυτό. Ρωτούσα, 6


λόγου χάρη: Έχει κανένα νόημα να γίνονται πόλεμοι, για να διατηρηθεί η Ειρήνη;

Η ιδέα ότι η ωριμότητα έρχεται με την ηλικία, ότι η εμπειρία σημαίνει σοφία, ότι οι νέοι δεν μπορεί να είναι ποτέ σοφότεροι από τους ηλικιωμένους, συγκρουόταν με την προσωπική μου πείρα, που δεν έβλεπε καμιά σχέση ανάμεσα σε όλα αυτά. Άραγε οι σοφότεροι ηλικιωμένοι έκαναν πραγματικά καλύτερο τον κόσμο όπου θα ζήσουμε εμείς;

Η μόνιμη συμβουλή ότι έπρεπε «να βγω από τον κόσμο της φαντασίας μου» και να περάσω στην «πραγματικότητα», ότι έπρεπε «ν' αντιμετωπίσω την πραγματικότητα», συχνά αποδεικνυόταν απογοητευτική, μια που η πραγματικότητα της κοινωνίας έμοιαζε πιο εξωπραγματική από τη φαντασία μου. Κι αναρωτιόμουν: Μήπως η πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από κάτι παγωμένο, κάτι σταθεροποιημένο, όλο χίμαιρα;

Αλλά είχα μάθει τόσο καλά αυτά τα μαθήματα, είχα ακούσει κι είχα ανταποκριθεί σ' αυτές τις διδασκαλίες τόσο σωστά, ώστε μόλις πριν δέκα χρόνια αποφάσισα πια ν' ακούω τον εαυτό μου, ν' ακολουθώ τις δικές μου φωνές και να πάρω το ΔΡΟΜΟ που φαινόταν ο πιο ταιριαστός σ' εμένα και στην αληθινή μου φύση. Μ' άλλα λόγια, αποφάσισα ν' ακολουθήσω το Δρόμο του ταύρου. Αυτός ο Δρόμος δεν υπήρξε πάντα εύκολος, παρόλο που ήταν γεμάτος θαυμαστά πράγματα, γεμάτος γοητεία κι ανακάλυψη, αν και σήμερα πια ξέρω ότι δε χρειάζεται να «πας» πουθενά για ν' ανακαλύψεις τον εαυτό σου, γιατί ο 7


εαυτός σου είναι κιόλας «εδώ».

Πάνω στο Δρόμο μου διάβασα πολλά βιβλία, βίωσα ένα εκατομμύριο θαυμαστά πράγματα και συνάντησα υπέροχους ανθρώπους σε παράξενες χώρες. Το καθετί απ' αυτά βοήθησε για ν' ανοίξει το μυαλό μου και το κεφάλι μου κι η καρδιά μου. Από το καθένα έμαθα πολλά. Ξέρω τώρα, σαν παράδειγμα, ότι η ύπαρξή μου δε βρίσκεται πουθενά αλλού παρά μόνο μέσα μου, γιατί η ύπαρξή μου είναι εγώ. Ξέρω ότι δε χρειάζεται να κρατιέμαι από την εμπειρία για να την κάνω δικιά μου, η εμπειρία είναι αρκετή.

Έμαθα –το πιο σημαντικό– ότι ένας Δρόμος θα είναι μόνο πραγματικότητα αν σχετίζεται με τη βίωση μέσα στο τώρα γιατί, όπως είπαμε πιο πάνω, η ζωή δεν είναι ο σκοπός, είναι το ταξίδι, κι η μοναδική πραγματικότητα μοιάζει να βρίσκεται στην αλλαγή. Αλλά αν όλα τα πράγματα που υπάρχουν είναι κιόλας δικά μας, τότε ακόμη κι η αλλαγή είναι μια χίμαιρα κι ο Δρόμος γίνεται απλά μια αναδίπλωση, όπως το άνοιγμα ενός λουλουδιού, γιατί όλα τα αναγκαία πράγματα είναι κιόλας τμήμα δικό μας και για να τ' ανακαλύψουμε δε χρειάζεται παρά να περιποιηθούμε το λουλούδι, να είμαστε υπομονετικοί και να συνεχίζουμε να ωριμάζουμε.

8


1 Ιαπωνία Το νέο και το παλιό έχουν αξία για μας, μόνο ως προς τη σχέση τους με το παρόν. Το χτες μάς έφτιαξε αυτό που είμαστε σήμερα, το αύριο είναι το όνειρό μας. Αν ζεις για ένα από τα δυο, χάνεις τη μοναδική σου πραγματικότητα, τη στιγμή. Οι Xίτος Υπάρχουν πολλά βουδιστικά μοναστήρια στην Καμακούρα, την πόλη του Γίγαντα Νταϊμπάτσου. Εδώ, ανάμεσα στα γιγαντιαία μπαμπού και στα πανύψηλα πεύκα, σπουδαστές του Βουδισμού περπατούν, συλλογιούνται κι εκτελούν τα πλήθος καθήκοντα που βοηθούν την πολύπλοκη διαδικασία τού «να δεις μέσα στον εαυτό σου». Σ' αυτή την πόλη υπάρχουν πλήθος φανταστικοί ναοί, με γλυπτά ταβάνια, σωστή, καθαρή αρχιτεκτονική και καλογυαλισμένα ξύλινα, μέσα σ' έναν όμορφο, φυσικό περίγυρο.

Η θάλασσα στραφταλίζει μόλις λίγα βήματα από την είσοδο της πόλης κι ο άνεμος ταλανίζει τα δέντρα κάνοντάς τα να παίρνουν παράξενα, στρουφιχτά σχήματα, σαν υπέρογκα «μπονσάι». Από καιρό σε καιρό, το τρένο από το Τόκιο περνά με θόρυβο, τραβώντας κατά τη Γιοκοχάμα, σφυρίζοντας μέσα από την πόλη, σπάζοντας τη σιωπή, μόνο όσο χρειάζεται για να κατέβουν οι επιβάτες και οι αδιάκοπες ορδές των οραματιστών, που πάνε κι έρχονται· αλλά τον πιο πολύ καιρό η πόλη κοιμάται φυσικά και γαληνεμένα στην αγκαλιά της φύσης, νιώθοντας πολύ 9


άνετα μέσα στις απαλές καμπυλότητες των λόφων που την τριγυρίζουν. Ήμουν καλεσμένος του κυρίου και της κυρίας Χίτο, ενός μεσόκοπου και χαριτωμένου ζευγαριού, που μένουν προσκολλημένοι στην παλιά και παράξενη Ιαπωνία, τόσο φυσικά όσο και τα λουλούδια τους, που ομορφαίνουν τον κήπο όπου βρίσκεται το σπίτι.

Αυτό το σπίτι ήταν ένα μάλλον μεγάλο, ξύλινο οικοδόμημα, μ' έναν κομψό, όμορφο νανόκηπο γύρω-γύρω, ανάμεσα στη μεγαλοπρέπεια των καταπράσινων παρτεριών με μικροσκοπικά πέτρινα δρομάκια και μεγάλους βράχους, γύρω από μικρές γέφυρες και, τελικά, κατεβαίνοντας ως τις όχθες κάποιου ποταμού σε μικρογραφία. Μια μεγάλη λίμνη έσφυζε από τη δραστηριότητα ανοιχτόχρωμων, παχουλών, χρυσών κι ασημένιων ψαριών. Ο φράχτης που έκλεινε τον κήπο ήταν από μπαμπού, γέρικα και καφετιά, με την πατίνα του χρόνου πάνω τους, αλλά πάντα γερά και καλοδιατηρημένα. Υπήρχαν τρεις μεγάλες κρεβατοκάμαρες, ένα δωμάτιο για το μαγείρεμα, με μια τεράστια «χιμπάτζι», που χρησίμευε μαζί και για να ζεσταίνει το σπίτι, κι ένα λουτρό με βαθιά, πραγματικά πέτρινη μπανιέρα. Ο κάθε τοίχος ήταν έτσι φτιαγμένος ώστε να διπλώνεται γρήγορα προς τη μια πλευρά, και αμέσως να κάνει το κάθε δωμάτιο σαν ένα κομμάτι του κήπου. Είχα γνωρίσει τον κύριο Χίτο όταν με προσκάλεσε για μια σειρά διαλέξεων η Αγγλόφωνη Εταιρεία, τμήμα ενός μεγάλου πανεπιστήμιου του Τόκιο. Εκτός από το ότι υπηρε10


τούσε σαν επιστημονικός σύμβουλος της Εταιρείας, ήταν και καθηγητής της συγκριτικής φιλολογίας. Είχε σπουδάσει στην Αμερική, όπου αυτός κι η γυναίκα του είχαν περάσει πολλά ευτυχισμένα χρόνια και ενδιαφέρουσες ώρες, μαθαίνοντας αυτό που αποκαλούσαν «Ο Δρόμος του Ανθρώπου της Δύσης».

Μετά την πρώτη διάλεξή μου, ο κύριος Χίτο με πλησίασε και είπε: «Στην πραγματική τους έννοια, δεν είναι όλες οι σχολές ψυχολογίας απλά μια αναζήτηση του εαυτού; Δείχνουν να ισχυρίζονται ότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος ν' ακολουθήσει τον εαυτό του μόνος, κι ότι χρειάζεται τη βοήθεια και την καθοδήγηση κάποιου άλλου». Και εξακολούθησε: «Το ενδιαφέρον μου ξεκίνησε από το γεγονός ότι τώρα κάνω έναν παραλληλισμό των διδασκαλιών της ψυχολογίας με το Ζεν Βουδισμό μας. Γνωρίζετε το Ζεν;»

Αυτή η πρώτη μας συζήτηση οδήγησε σε πολλές συναντήσεις σε τεϊοποτεία και μπιραρίες, σ' όλο το Τόκιο, και στην τελική ερώτηση: «Θα θέλατε να επισκεφτείτε ένα μοναστήρι Ζεν; Μπορώ να το κανονίσω, ξέρετε. Κοντά στο σπίτι μου, στην Καμακούρα, υπάρχει μια από τις καλύτερες σχολές Ζεν στη χώρα. Ο Ονομίτο είναι ένας από τους πιο σπουδαίους δασκάλους και μιλά αγγλικά. Νομίζω ότι μπορεί να έχει πολύ ενδιαφέρον για σας. Πιστεύω ότι θα έχει κάτι να προσφέρει στη Δυτική σας σκέψη».

Του είπα ότι θα χαιρόμουν πάρα πολύ αν είχα μια τέτοια ευκαιρία και μέσα σε λίγες μέρες όλα είχαν κανονιστεί. Θα έμενα για ένα διάστημα μαζί με τους μοναχούς στο μοναστήρι και θα περνούσα τον υπόλοιπο καιρό στο σπίτι του κυρίου Χίτο, που θα ήταν πολύ πιο άνετο για να συνεχίσω 11


τη μελέτη μου.

Ο Ονομίτο, ο δάσκαλός μου, ήταν ένας κοντός, αρκετά γεροδεμένος άντρας, με ξυρισμένο καλοσχηματισμένο κεφάλι και πανέξυπνα μάτια. Τα χέρια του ήταν δυνατά και τα δάχτυλά του απαλά, μακριά και λεπτά. Το κιμονό του ήταν τυλιγμένο γύρω στο κορμί του με αποφασιστικότητα, το πανωκόρμι του στητό και - παρόλο που σπάνια γινόταν κάτι τέτοιο - τα χείλη του έμοιαζαν πάντα έτοιμα ν' ανοίξουν σ' ένα θερμό χαμόγελο. Η ομιλία του στ' αγγλικά ήταν αρκετά καλή, αν και δυσκολευόταν στην προφορά. Μιλούσε αργά και διάλεγε προσεχτικά τις λέξεις του. «Μια που θα μείνετε εδώ για τόσο σύντομο διάστημα, μπορείτε μόνο να κοιτάζετε», είπε ο Ονομίτο. «Χωρίς καμιά βοήθεια, θα βλέπατε μόνο τα πράγματα που είσαστε έτοιμος να δείτε. Θα προσπαθήσω να σας βοηθήσω ν' αντιληφθείτε τα πράγματα έτσι όπως είναι, αλλά όταν οι ημέρες πρέπει να μετριούνται, η αντίληψη σκιάζεται από το χρόνο. Αν είχατε έρθει εδώ σαν νεοφώτιστος μοναχός, θα περιμένατε πολλές ημέρες πριν γίνετε αποδεκτός από την Αδελφότητα. Θα σας ζητούσαν να περιμένετε για μια εβδομάδα ή δέκα ημέρες έξω από την πύλη. Θα θέλαμε ν' αποθαρρυνθείτε από την αναμονή. Η αίθουσα διαλογισμού μας είναι πάντα γεμάτη. Η σύγχρονη νεολαία μας, όπως και η δική σας στην Αμερική, το θεωρεί δύσκολο να περιμένει. Το Ζεν δεν είχε ποτέ κι ούτε έχει μια λαϊκή έλξη στην Ιαπωνία, γιατί είναι δύσκολο για τους πιο πολλούς ανθρώπους να περιμένουν. Το Ζεν χρειάζεται πειθαρχία κι απαιτεί να έχεις μεγάλο κουράγιο κι επιμονή· να είσαι ικανός ν' αναβάλλεις την αναζήτηση του σκοπού για μια απεριόριστη περίοδο χρόνου, χωρίς τη σιγουριά ότι θα 12


φτάσεις κάποτε σ' αυτό το σκοπό. Δεν υπάρχουν διπλώματα για την επίτευξη της φώτισης, κι ούτε ασκήσεις για να βαθμολογούνται αυτοί που έχουν πετυχημένα ακολουθήσει κι ανακαλύψει τον εαυτό, και δεν υπάρχει μετά χρηματική αναγνώριση. Γι' αυτό το λόγο, το Ζεν δε γοητεύει τον καθένα. Ώρες, ακόμη και ζωές ολόκληρες, μπορεί ν' αφιερωθούν στο διαλογισμό. Η πιο σημαντική προσπάθεια σ' ένα μοναστήρι είναι να μάθεις καλά το χειρισμό του "ζαζέν", του διαλογισμού. Αυτό, μαζί με το σωστό δάσκαλο, μπορεί να βοηθήσει το νεοφώτιστο ν' αποκτήσει προσωπική ενόραση· είναι μόνο γι' αυτό το λόγο που ένα τέτοιο μοναστήρι, σαν το δικό μας, δικαιολογείται να υπάρχει». Περάσαμε μέσα στο μοναστήρι. Οι αίθουσες διαλογισμού, όμοιες με μεγάλες, δίχως έπιπλα αίθουσες σχολείου, αποτελούσαν το κυριότερο μέρος από την έκταση του μοναστηριού. Υπήρχαν απλά δωμάτια για κατοικίες, ένα μεγάλο λουτρό και μια μικρή κουζίνα. Ανέσεις ή σημάδια πολυτέλειας έλειπαν από παντού.

Μου έδωσαν ένα «κίζα» (ρόμπα) και με οδήγησαν στο δωμάτιο των φιλοξενουμένων. Αυτό το δωμάτιο, όπως κι όλα τ' άλλα, δεν ήταν παρά τέσσερις τοίχοι και μια σειρά από στρώματα «τατάμι». Οι μοναχοί που περνούσαν, σαν ταξιδιώτες, μπορούσαν πάντα να μένουν εδώ τουλάχιστον για μια νύχτα και να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Είχαν τα ίδια προνόμια με τους μοναχούς του μοναστηριού, αλλά έμεναν πάντα στο δωμάτιο των φιλοξενουμένων.

Ακολούθησα κι εγώ τη ρουτίνα της μοναστικής ζωής. Βασικά, ήταν μια ζωή προσευχής και διαλογισμού. Τρία γεύ13


ματα, μικρά κι απλά, προσφέρονταν μέσα στην ημέρα. «Το μυαλό δε λειτουργεί καλά όταν το στομάχι είναι πολύ γεμάτο. Ένα γεμάτο στομάχι φέρνει μόνο ύπνο».

Υπήρχαν καθορισμένες ώρες για διαλογισμό. Οι μοναχοί έπρεπε να καθίσουν στη σωστή, επίσημη στάση: το δεξί πόδι πάνω στον αριστερό μηρό, το αριστερό πόδι πάνω στο δεξί μηρό. Και τα χέρια το ίδιο, είχαν μια καθορισμένη θέση, το δεξί χέρι πάνω στο αριστερό πόδι, με την παλάμη πάνω, κι εκεί τοποθετούνταν το αριστερό χέρι, με τους αντίχειρες πιεσμένους μαζί πάνω στην παλάμη. Με το κεφάλι ψηλά και την πλάτη ορθή, αλλά όχι άκαμπτη, τα μάτια μισοανοιγμένα και τη γλώσσα στην οροφή του στόματος, με τα χείλη κλειστά, το άτομο χαλαρώνει κι αναπνέει κανονικά.

Η χαλάρωση σ' αυτή τη στάση μου φαινόταν κάτι το αδύνατο και - εξαιτίας του ψηλού, αγύμναστου σώματός μου - ήταν ακριβώς έτσι. Όλοι οι άλλοι έδειχνα να νιώθουν την προκαθορισμένη θέση εκπληκτικά άνετη κι εξαιρετικά εποικοδομητική για ενατένιση. Γιατί, με το κάθε τμήμα του σώματος έτσι αυστηρά πειθαρχημένο στη σωστή θέση, δεν υπήρχε ανάγκη για διόρθωση ή αναπροσαρμογή. Όταν όμως εγώ καθόμουν έτσι, αισθανόμουν σαν κακοδεμένο χριστουγεννιάτικο πακέτο, που ήταν έτοιμο να ξεδιπλωθεί. Μου ήταν απαραίτητο να συγκεντρώνω την προσοχή μου τόσο απόλυτα στο να διατηρήσω αυτή τη θέση, ώστε οποιαδήποτε ενατένιση ή ό,τι άλλο να είναι φανερά αδύνατο. Και, το χειρότερο απ' όλα, δεν ένιωθα, κι ούτε που αισθανόμουν γαληνεμένα κι άνετα, πράγμα που, στο κάτω-κάτω, ήταν κι ο αντικειμενικός σκοπός. Μου επέτρεψαν τελικά, ύστερα από μερι14


κές τραγικές προσπάθειες, να υιοθετήσω την ημισταυρωτή θέση των ποδιών: το αριστερό πόδι πάνω στο δεξί μηρό. Κάτι τέτοιο ήταν λιγότερο δύσκολο. «Η θέση είναι, στην πραγματικότητα, μόνο ένα εργαλείο κι όχι κάτι απαραίτητο», μου είπαν.

Η εργασία αποτελεί ακόμη ένα κανονικό μέρος της καθημερινής ρουτίνας. Ο κάθε μοναχός έχει ένα ορισμένο έργο. Τα εργαλεία είναι απλά κι οι μηχανές δεν επιτρέπονται. Η απλή σωματική εργασία είναι ο σκοπός. Ο κάθε μοναχός, πάλι, πρέπει να βγει έξω για «τακουχάτσου» (ελεημοσύνες). Αυτό εξυπηρετεί ένα διπλό λειτούργημα. Μια που η χρήση των χρημάτων δεν επιτρέπεται σ' ένα μοναστήρι, οι μοναχοί εξασφαλίζουν την τροφή τους μέσα από ελεημοσύνες, που είναι κι η μοναδική πηγή επιβίωσής τους. Και κάτι ακόμη πιο σημαντικό: η επαιτεία αυτή διδάσκει ότι το άτομο κι ο καθένας εξαρτάται από την καλή θέληση των άλλων, πράγμα που διδάσκει την ταπεινοφροσύνη. Υπάρχουν ακόμη η σιωπηλή προσευχή κι οι περίοδοι κοινής προσευχής. Όλες οι προσευχές αναφέρονται στο αίτημα για «Σωστή Γνώση» και για την ικανότητα να παραμείνει το άτομο σταθερό στην επιθυμία του για την αλήθεια.

Τα γεύματα ήταν απλά - χυλός, τουρσιά, ρύζι - αλλά τα έτρωγαν με πολλή επισημότητα και μεγάλο σεβασμό των τύπων. Όσο καιρό έμεινα στο μοναστήρι δε μου επέτρεψαν περισσότερες ελευθερίες και δεν είχα ιδιαίτερα προνόμια 15


από τους άλλους μοναχούς. Από την πρώτη στιγμή που ο κύριος Χίτο με άφησε, την πρώτη ημέρα, με βεβαίωσαν ότι δεν ήμουν πιο σημαντικός απ' όσο ένας κόκκος άμμου, σαν αυτή που ήταν τριγύρω στα μεγάλα πευκόδεντρα που σκίαζαν το μοναστήρι. Υπήρχε και κάποιος Δυτικός εκεί πέρα, που κι αυτός είχε εισχωρήσει όπως κι εγώ στην ομήγυρη, αλλά μου υπέδειξαν ότι για κείνους δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο.

Έβλεπα τον Ονομίτο, το «σενσέι» μου, μόνο ύστερα από ένα προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα συναντήσεων. Τον υπόλοιπο χρόνο μου ήμουν μόνος. Πέρασα τις πρώτες μου ημέρες προσπαθώντας να «νιώσω» τι γινόταν μ' εμένα, μέσα στο σκοτάδι του δωματίου μου. Αυτό έπρεπε να γίνει μέσα σε ηρεμία, αδιαφορία για την ίδια μου την παρουσία, αυστηρή σιωπή κι εσωτερική κι εξωτερική γαλήνη, που αυτά τα πράγματα θα δημιουργούσαν. Έπρεπε ν' απαλλάξω τον εαυτό μου από τη σκέψη και να φτάσω σε μια κατάσταση μη-σκέψης. Στην αρχή, το αποτέλεσμα ήταν ολότελα αντίθετο. Το συναίσθημα ότι ήμουν μόνος κι ακαθοδήγητος ήταν πολύ έντονο. Ένιωθα χαμένος, μπερδεμένος και τρομαγμένος. Διψούσα για καθοδήγηση, για ένα βιβλίο που θα με κατατόπιζε, για κάποιον που μαζί του να συζητήσω. Δεν ήξερα πια τι να κάνω μ' αυτή τη σιωπή που μόλις είχα ανακαλύψει. Δεν ήξερα καθόλου πώς ν' αρχίσω τη διαδικασία, αν πραγματικά υπήρχε κάτι τέτοιο, για ν' απαλλάξω τον εαυτό μου από το μυαλό μου. Ήθελα πολύ να διαβάσω ένα βιβλίο με οδηγίες, κάτι που να μου πει πώς φτάνεις στη μη-σκέψη. Αλλά, όντας αντιμέτωπος μόνο με τον εαυτό μου και με την απλή καθημερινή ρουτίνα, άρχισα να συμβιβάζομαι. Παρόλο που δεν είχα τίποτα να «κάνω» και δεν έπρεπε να «σκεφτώ» (τα 16


μοναδικά πρόχειρα εργαλεία που είχα χρησιμοποιήσει ποτέ στην κάθε μου εργασία), ανακάλυψα ότι υπήρχε ένας άλλος τρόπος να μάθω να «βλέπω».

Το πρώτο μου αυτό «ταξίδι» από το δωμάτιό μου ήταν όμορφο. Ξαφνικά και μονομιάς, όλα έμοιαζαν ν' αποκτούν ζωντάνια, σαν να τα έβλεπα όλα για πρώτη φορά. Τα ψηλά πεύκα απόκτησαν λεπτές λεπτομέρειες στη γραμμή τους. Οι ηλιαχτίδες, μέσα από τα κλαδιά τους, έγιναν προβολείς που φώτιζαν το χορό της σκόνης. Κομμάτια από πράσινο χορτάρι πήραν ντελικάτα σχέδια, κάτω από τις μικρές σταγόνες δροσιάς. Έντομα άπλωναν τα μικροσκοπικά τους ποδαράκια στον ήλιο. Λιμνούλες από νερό γίνονταν βαθιές και άπατες θάλασσες, με το φως του ήλιου να κολυμπά μέσα τους. Σκιές από τα απαλόγραμμα δέντρα άπλωναν τη γραμμή και τα όρια του μικρού δάσους, κάνοντάς το να μοιάζει σαν τεράστιο φαράγγι που μέσα του έπαιζε το φως με τη σκιά. Οι καμπύλες των φύλλων από τα μπαμπού και τα ακίνητα κορμιά τους έμοιαζαν να δίνουν ήχους μέσα στη σιωπή. Τίποτα πια δεν ήταν ασήμαντο. Κάποιες φορές χρειαζόταν να κλείσω τα μάτια μου για να μην τρελαθώ απ' όλο αυτό το θέαμα, αλλά δεν έφευγε από μπροστά μου. Όλα βρίσκονταν πάντα εκεί. Και τα καλοδεχόμουν. Γιατί να θέλω να τα σβήσω; Είχα την πρώτη μου συνέντευξη με τον Ονομίτο την τρίτη ημέρα. Ήταν ευχάριστος, τυπικός, μοιάζοντας πολύ με την πρώτη φορά που τον είχα δει. Μιλήσαμε για πάρα πολλά πράγματα· για τον πανικό μου μέσα στη σιωπή, για τις δυσκολίες μου ν' απαλλαγώ από τη σκέψη και για τη βαθιά συνειδητοποίηση που ξαφνικά είχα νιώσει. 17


«Ναι, είναι πάρα πολύ μεγάλο το κρίμα. Αυτή η ικανότητα του να "βλέπεις" ανήκει στον καθένα», είπε ήσυχα. «Υπάρχει πάντα εκεί, αλλά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εξαιτίας της μεγάλης πάχνης της σύγχυσης, μέχρι που να κάνουμε κάτι για να ξεκαθαρίσει αυτή η πάχνη».

Ο Ονομίτο μου εξήγησε τη σημασία που δίνει το Ζεν στη στιγμή. «Είναι δύσκολο για τη Δυτική σκέψη να κατανοήσει το Ζεν, πρωταρχικά εξαιτίας της διαφοράς στην έμφαση σχετικά με την αξία της στιγμής. Για το Ζεν τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη αξία, όσο η στιγμή. Η ζωή είναι το τώρα. Το χθες ήταν παρελθόν κι έχει φύγει, και γι' αυτό κάτι μη πραγματικό, με μόνο πραγματικό την επίπτωσή του πάνω στη στιγμή. Το μέλλον πάλι δεν είναι πραγματικό, και πιθανό να μη γίνει ποτέ τίποτα περισσότερο και να παραμείνει απλά ένα όνειρο. Έτσι απομένει απλά το τώρα, η στιγμή, σαν μοναδική πραγματικότητα. Ωστόσο είπε - πάρα πολλοί άνθρωποι ζουν μόνο κάτω από τη σκιά της επιτυχίας ή των λαθών του παρελθόντος, ή των πιθανοτήτων και των ελπίδων του μέλλοντος. Δε δείχνουν να καταλαβαίνουν πως, όταν ασχολούνται μ' αυτούς τους κόσμους του μη-πραγματικού, χάνουν τις "στιγμές", που η συσσώρευσή τους φτιάχνει μια ζωή. Η ζωή λοιπόν γίνεται μια σειρά από στιγμές, που είτε τις ζούμε είτε τις χάνουμε. Μια που οι στιγμές περνούν σαν χρόνος, γρήγορα δεν απομένει τίποτα κι η ζωή περνά, αφήνοντας μερικές φτωχές, δυστυχισμένες ψυχές, χωρίς να έχουν ζήσει ποτέ το παραμικρό». Μετά, μου έδωσε ένα «κόαν» για να διαλογιστώ πάνω σ' αυτό. Τα «κόαν» είναι πνευματικά μαθήματα που δεν δέχονται απάντηση με αναλυτικά μέσα ή επιστημονικές με18


θόδους ή με τη γνώση, αλλά με το ν' αφήνουμε απλά το μυαλό να φτάσει στην αλήθεια, διανοητικά και διορατικά. Για μένα δεν ήταν καθόλου απλή μια τέτοια διαδικασία.

Το πρώτο «κόαν» έλεγε περίπου τ' ακόλουθα:

Ήταν ένας βουδιστής μοναχός που κάποια μέρα ανακάλυψε ότι έτρεχε κυνηγημένος από μια πεινασμένη αρκούδα. Η αρκούδα τον κυνήγησε ως την άκρη ενός γκρεμού. Δεν του έμενε τίποτε άλλο να κάνει, αν δεν ήθελε να γίνει τροφή για το πεινασμένο στομάχι της αρκούδας, απ' το να πηδήσει στον γκρεμό. Το έκανε και μπόρεσε να πιαστεί γερά, καθώς έπεφτε, από το κλαδί ενός θάμνου που φύτρωνε στα πλαϊνά του γκρεμού. Καθώς κρεμόταν αποκεί, κοιτάζοντας την πεινασμένη αρκούδα από πάνω, άκουσε το μουγκρητό κάποιου, το ίδιο πεινασμένου λιονταριού, που ήταν βαθιά κάτω και που τον περίμενε να κουραστεί, να χαλαρώσει το κράτημά του και να πέσει στις άγριες μασέλες του.

Καθώς ο μοναχός κρεμόταν έτσι εκεί πέρα, με την πεινασμένη αρκούδα από πάνω και το ψόφιο της πείνας λιοντάρι από κάτω, παρατήρησε τα κεφαλάκια δυο σκίουρων στο πλάι του γκρεμού. Αμέσως οι σκίουροι άρχισαν να ροκανίζουν τα χλωρά κλαδιά του θάμνου απ' όπου εκείνος κρεμόταν έτσι απελπισμένα. Και μονομιάς ο μοναχός είδε ότι ακριβώς λίγο πιο πέρα υπήρχε ένα τσαμπί από αγριοφράουλες. Ήρεμα άπλωσε το άλλο χέρι, πήρε την πιο μεγάλη, την πιο κόκκινη και την πιο ώριμη από τις φράουλες και την έβαλε στο στόμα του. «Τι νόστιμη!» είπε. 19


Είχα χάσει κάθε συναίσθηση του χρόνου όταν μου είπαν ότι είχε έρθει η ώρα για την τελευταία μου συνάντηση με τον Ονομίτο. Ήμουν άραγε εκεί μια βδομάδα; Ένα μήνα; Ένα χρόνο; Ο Ονομίτο ήταν πιο ομιλητικός από τις άλλες φορές που συναντηθήκαμε. Είπε πολλά πράγματα:

• Πιστεύω ότι είναι απλούστατα αδύνατο να εφαρμόσετε το Ζεν, με την πραγματική του έννοια, στην πατρίδα σας, αλλά υπάρχει πολύ καλό και μόνο με τη γνώση του.

• Θα σας χρειαστεί πολύς καιρός για να αφομοιώσετε και να εφαρμόσετε στη ζωή σας αυτά που μάθατε εδώ. Το κύπελλό σας είναι ξέχειλο με Δυτικές ιδέες. Ίσως είσαστε τώρα πιο έτοιμος και λιγότερο τρομαγμένος να χυθεί λίγο από το ποτό σας και να δημιουργήσετε χώρο για νέους δρόμους.

• Διαμορφώστε τη ζωή σας όπως το γιγάντιο μπαμπού. Το εξωτερικό του, αν και λείο κι απαλό στην αφή, είναι σκληρό κι ανθεκτικό από μέσα, παρόλο που το νιώθετε μαλακό κι ευλύγιστο, αφήνοντας πολύ άδειο χώρο για συνεχόμενη ωρίμανση. Ωριμάζει καθαρά και με τάξη, όχι άτσαλα. Ολομόναχο, ανεβαίνει ψηλά, ολόρθο και στητό, πάντα τείνοντας προς τον ουρανό. Εκεί, απλώνει την ομορφιά του στον ήλιο. Δε στηρίζεται σε τίποτα. Φτιάχνει το δικό του δρόμο, ίσως κοντά σε άλλα, όμοιά του, σαν ένα τμήμα των άλλων, αλλά απόλυτα εξαρτημένο από τη δική του δύναμη και ζωντάνια. Έτσι να φτιάξετε τη ζωή σας. Στον καθορισμένο χρόνο, ο κύριος Χίτο ήρθε να με πάρει. Ήταν απόβραδο. Χρειάστηκε να φορέσω τα «δυτικά» μου 20


ρούχα· τα ένιωσα πάνω μου σφιχτά κι άβολα.

Αφήσαμε το ήσυχο μοναστήρι, δίχως αποχαιρετισμούς. Ο κύριος Χίτο περπατούσε σιωπηλά πλάι μου, στο μικρό αμμουδερό μονοπάτι που οδηγούσε ψηλά στο λόφο, ως το σπίτι του. Εκείνο το δειλινό φυσούσε αρκετά, αλλά ο ουρανός της νύχτας που ερχόταν ήταν καθάριος. Η θάλασσα παραδινόταν στον αέρα. Τα στρουφιχτά δέντρα κυμάτιζαν τα κλαδιά τους μέσα σ' ένα θορυβώδικο, μοντέρνο, ρυθμικό χορό, που σ' αυτόν οι σκιές αποκρίνονταν σιωπηλά. Δεν αλλάξαμε ούτε μια λέξη. Η κυρία Χίτο είχε ετοιμάσει ένα υπέροχο δείπνο για μένα εκείνο το βράδυ. Ήξερε το τι είχα φάει όλο αυτό τον καιρό και πίστευε ότι χρειαζόμουν πια ένα καλό, χορταστικό γεύμα με σαλάτα, «σούσι», κουνουπίδι, φρέσκα φασολάκια και χυλό. Μετά το φαγητό ένιωθα ότι θα 'πρεπε να συζητήσω τα συναισθήματά μου με τον κύριο Χίτο, αλλά ανακάλυψα πως μου ήταν αδύνατο να το κάνω.

Ο κύριος Χίτο χαμογελούσε μόνο, δίχως να περιμένει τίποτα. Θυμήθηκα τη φράση του Ονομίτο: «Δεν κουβεντιάζεις το Ζεν, το ζεις».

«Έχω ερωτήσεις μόνο, δεν έχω απαντήσεις», είπα.

«Δεν υπάρχουν απαντήσεις, μόνο ερωτήσεις», είπε ο κύριος Χίτο και χαμογέλασε. «Οι λέξεις δημιουργήθηκαν», συνέχισε, «για ν' αντικαθιστούν την πραγματικότητα. Συχνά, ύστερα από αρκετή χρήση, γίνονται πραγματικές για 21


το άτομο, γίνονται η αληθινή πραγματικότητα. Αλλά είναι μόνο λέξεις, κι έτσι ο άνθρωπος παγιδεύεται».

Τις επόμενες λίγες ημέρες μου τις πέρασα παρακολουθώντας το ζωντανό Ζεν. Ολόκληρη η ζωή του αντρόγυνου Χίτο ήταν μια σταθερή απεικόνισή του: το όμορφο αμάλγαμα του παλιού με το καινούριο, η χαρά να ταξιδεύουν ως το Τόκιο κι η γαλήνη των περιπάτων του απομεσήμερου, μέσα στα χωράφια με τα μπαμπού, κοντά στη θάλασσα, η ηρεμία της τελετουργίας του τσαγιού, μαζί με τις ήσυχες ώρες του διαλογισμού, η χαρά της συντροφιάς με τους άλλους, η γαλήνη του κήπου και του ενός και μοναδικού λουλουδιού. Όταν ήρθε πια η ώρα για την επιστροφή μου στο Τόκιο, ο κύριος Χίτο με συνόδεψε ως το σιδηροδρομικό σταθμό της Καμακούρα.

Κατά κάποιο τρόπο οι αποχαιρετισμοί στην Ιαπωνία δε μοιάζουν καθόλου μ' αυτούς σ' όποιο άλλο τόπο της Ασίας. Υπάρχει πάντα, φυσικά, η νοσταλγία του αποχωρισμού από ένα φίλο· ωστόσο, πέρα απ' αυτό, υπάρχει και το συναίσθημα ότι ο άλλος δεν κρατιέται από σένα, ότι σε χάρηκε, απόλαυσε τη συντροφιά σου, έμαθε από σένα, ίσως μοιράστηκε κάποιες ιδέες μαζί σου, και πως τώρα είναι αρκετά έτοιμος, αφού έτσι πρέπει, να σ' αφήσει να πας σε άλλους. Όταν τα είπα όλα αυτά στον κύριο Χίτο, εκείνος μου απάντησε ότι ο Βούδας μίλησε πάνω σ' αυτό στην Παραβολή του σχετικά με το Ρινόκερο στην Καγκαβίσχα Σούτα. Και μου απάγγειλε απ' έξω τα λόγια του Βούδα, όπως τα θυ22


μόταν: «Αφήστε λοιπόν αυτόν που απεχθάνεται το χωρισμό, που πρέπει να συμβεί αργά ή γρήγορα από κείνους που αγαπά, να μένει και να βαδίζει μόνος σαν το ρινόκερο».

Αυτό που ο κύριος Χίτο δεν ανέφερε από τούτη την Παραβολή ήταν ένα μοναδικό κομμάτι από τη μακριά Σούτα, όπου ο Βούδας δεν συμπεραίνει ότι ο άνθρωπος θα πρέπει «να βαδίζει μόνος σαν το ρινόκερο»:

Αν ένας σοφός άνθρωπος εξασφαλίσει ένα σοφό φίλο, που να μπορεί να ενεργεί αρμονικά μαζί του, να στηρίζεται σταθερά σε καλές αρχές, θα ζήσει ευτυχισμένα μαζί του και θα ξεπεράσει όλες τις αντιξοότητες.

23


2 Ιαπωνία Το μόνο πράγμα που είναι σίγουρο για μας είναι η αλλαγή. Το να μάχεσαι την αλλαγή είναι σπατάλη χρόνου· η μάχη δε θα κερδηδεί ποτέ. Αν γίνεις πρόθυμος σύμμαχος της αλλαγής, εξασφαλίζεις τη ζωή σου.

Ο Άμπε Σαν Όταν μπήκα σ' εκείνο το σύγχρονο κτίριο γραφείων, η ομάδα περίμενε κιόλας σε μια αίθουσα διαλέξεων να με χαιρετήσει. Ήταν εκεί δυο κοπέλες κι έξι άντρες, όλοι σχεδόν νέοι, ή τουλάχιστον έτσι έδειχναν. Μου ήταν αδύνατο να μαντέψω την ηλικία των Γιαπωνέζων, από πάντα. Σηκώθηκαν και υποκλίθηκαν καθώς έμπαινα. Ο «σενσέι», ή δάσκαλος, ήταν ένας θαυμαστά όμορφος άντρας. Είχε ένα πλατύ χαμόγελο που αποκάλυπτε όλα του τα χρυσαφένια πολύτιμα μπροστινά δόντια. Οι βαθιές ρυτίδες στο πλάι των ματιών τον έκαναν να μοιάζει κάπως ζαρωμένος. Με ρώτησε αν θα τους έκανα την τιμή να καθίσω ανάμεσά τους κι απλά να κουβεντιάσουμε στ' αγγλικά, έτσι ώστε να δουν ως ποιο βαθμό θα μπορούσαν να συμμετάσχουν. Πήγα και κάθισα ανάμεσά τους. «Καλησπέρα», είπα σε κάποιον από τους νεαρούς, ακολουθώντας τις οδηγίες που μου είχαν δώσει. «Ποιο είναι το όνομά σας;» «Καλησπέρα», μου απάντησε με μετρημένη, σαν να 'δινε 24


εξετάσεις προφορά, ύστερα από μιας στιγμής δισταγμό, με το κεφάλι κάτω, κοιτάζοντας το πάτωμα. «Το όνομά μου είναι Σενούρε Άμπε».

Ο Άμπε ήταν ένας κοντός, μαυρομάλλης, όλο μυς νεαρός. Το καλοσχηματισμένο κεφάλι κι οι δυνατοί του ώμοι στέκονταν στητά στηριγμένα σε μια γερή πλάτη και στήθος· τα ζυγωματικά του ήταν πεταχτά, τα μάτια του λεπτές, βαθουλωτές σχισμές φωτός, και τα μάλλον παχιά χείλη του καμπυλώνονταν σ' ένα χαριτωμένο, γαληνεμένο χαμόγελο, όλο χαλάρωση. «Πού μένετε, κύριε Άμπε;» ρώτησα.

«Μένω στη Γιοκοχάμα».

«Και πού εργαζόσαστε;»

«Εργάζομαι εδώ, σε μια επιχείρηση εξαγωγών», μου απάντησε κείνος.

εισαγωγών-

«Και πώς διασκεδάζετε;»

«Διασκεδάζω;» είπε και με κοίταξε με κατάπληξη. «Διασκεδάζω κάνοντας τζούντο. Πάω σε μια σχολή τζούντο». Χαμογέλασε πλατιά, καθώς στρεφόμουν στον επόμενο της σειράς. Είχε θριαμβεύσει! Δεν είχε κάνει ούτε ένα σοβαρό λάθος. Και κοίταξε στα μάτια το δάσκαλό του, περιμένοντας την έγκρισή του. Περνούσα από το ένα πρόσωπο στο άλλο. Ένας ήταν ζωγράφος, μια άλλη δασκάλα της τελετουργίας του τσαγιού. 25


Ένας είπε ότι φλερτάριζε μια κοπέλα που ήταν πολύ δύσκολη και έτσι δεν διασκέδαζε καθόλου. Ένας άλλος ισχυρίστηκε ότι πίνει μπίρα για να διασκεδάσει. Όλοι απαντούσαν ελεύθερα, γρήγορα, έχοντας συλλάβει το πνεύμα της συζήτησης. Γελάσαμε και πολύ.

Το μάθημα σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Στις εφτά η ώρα, όταν έπρεπε να τελειώσουμε, δήλωσαν ότι ήθελαν να μείνουν και, με τη σειρά τους, να μάθουν τα σχετικά μ' εμένα. Ο «σενσέι» πρότεινε να πάμε όλοι σε μια μπιραρία, πράγμα που φαινόταν να είναι και το πιο σωστό, και να συνεχίσουμε εκεί το μάθημά μας.

Φλυαρώντας μεταξύ μας, βγήκαμε έξω στη νύχτα του Τόκιο και τραβήξαμε κατά την περιοχή της Γκίνζα, μόλις λίγους δρόμους πιο κάτω. Μπήκαμε στην είσοδο ενός μεγάλου κτιρίου και πήραμε το ασανσέρ για τη μπιραρία, που ήταν στην ταράτσα. Τη βρήκαμε γεμάτη κόσμο. Χρωματιστά φαναράκια κουνιόνταν στο αγεράκι, ανάμεσα στις λάμψεις των φωτεινών επιγραφών. Μαζέψαμε καρέκλες αποδώ κι αποκεί κι ένα τραπέζι εμφανίστηκε σαν από το πουθενά, να το κουβαλά πάνω από κεφάλια, κρατώντας το με το ένα χέρι και με ελάχιστη προσπάθεια, ο κύριος Άμπε. Ταχτοποιηθήκαμε γύρω του. Ο «σενσέι» κάθισε ακριβώς απέναντί μου στο τραπέζι, φανερά πολύ περήφανος που οι σπουδαστές του είχαν περάσει με τόση επιτυχία την πρώτη τους δοκιμασία. Μου εξήγησε: «Οι σπουδαστές θέλουν να σας ξαναδούν κοντά τους, όσο καιρό θα είσαστε στο Τόκιο. Θα είμαστε ευτυχισμένοι αν μπορέσετε να διαθέσετε λίγο χρόνο για να μας τιμήσετε». Τον βεβαίωσα ότι κι εγώ θα ήμουν ευτυχισμένος να συ26


νεχίσω τα μαθήματα, φτάνει πότε-πότε να μπορώ να χρησιμοποιώ τις συνεδρίες μας σαν μια πηγή για πληροφορίες σχετικά με τα όσα θα 'πρεπε να δω στο Τόκιο και στην υπόλοιπη Ιαπωνία.

Ο κύριος Άμπε αμέσως προσφέρθηκε να με πάει στη σχολή τζούντο, αν ενδιαφερόμουν. Μια από τις κοπέλες με κάλεσε σε μια τελετή τσαγιού. Μια άλλη είπε ότι με χαρά της θα με συνόδευε σε μια συνοικία της πόλης, κοντά στο πανεπιστήμιο, όπου θα μπορούσα να βρω παλιά βιβλία και χαλκογραφίες. Άλλοι προσφέρθηκαν να με πάνε να δοκιμάσω το καλύτερο «σούσι» που υπήρχε σ' ολόκληρη την Ιαπωνία, ή να μου δείξουν έναν υπέροχο ιδιωτικό κήπο. Όλοι τους ενδιαφέρθηκαν πολύ να με βοηθήσουν να ικανοποιήσω τις επιθυμίες μου, να δω περισσότερο γιαπωνέζικο θέατρο, και έκαναν σχέδια να με πάνε σε παραστάσεις των θεάτρων «Καμπούκι» και «No».

Ώρες αργότερα, όταν ξαναβρεθήκαμε στο δρόμο, που τώρα είχε πιο πολύ κόσμο από ποτέ, ο καθένας άρχισε να υποκλίνεται μπροστά στον καθένα από τους άλλους κι έφευγαν - εκτός από τον κύριο Άμπε. «Μήπως πεινάτε;» με ρώτησε.

«Ναι», απάντησα. «Πάντα πεινώ».

«Ξέρω ένα εστιατόριο όπου φτιάχνουν πολύ καλά ζυμαρικά». Πήραμε μαζί το δρόμο προς τα κάτω, ενώ ο κύριος Άμπε μου έδειχνε διάφορα αξιοθέατα. 27


Τα ζυμαρικά ήταν εξαίρετα. Πήραμε ο καθένας από δυο μεγάλα μπολ, κι έμαθα να τα τρώω με ξυλάκια, προς μεγάλη απόλαυση του προσωπικού του εστιατόριου, που είχαν μαζευτεί τριγύρω και παρακολουθούσαν την κάθε αδέξιά μου κίνηση. Αφού φάγαμε, μείναμε να κουβεντιάσουμε. Έμεινα κατάπληκτος μαθαίνοντας ότι κάθε μέρα ο κύριος Άμπε έκανε το δρομολόγιο Τόκιο-Γιοκοχάμα κι αντίστροφα. Πίστευα ότι η Γιοκοχάμα ήταν σε μεγάλη απόσταση από το Τόκιο, αλλά με βεβαίωσε ότι υπήρχαν τρένα εξπρές που έφευγαν κάθε λίγα λεπτά από το σιδηροδρομικό σταθμό της Γκίνζα, και που τον πήγαιναν στο σπίτι του το πολύ μέσα σε μια ώρα. Έδειξα το θαυμασμό μου σχετικά με το Τόκιο. «Η πόλη αυτή ήταν μάλλον ένα "σοκ " για μένα», είπα. «Την περίμενα πολύ διαφορετική». Ο κύριος Άμπε γέλασε. «Ναοί; Κιμονό; Ήρεμοι κήποι όπου σερβίρουν τσάι, έτσι;»

«Ήξερα ότι το Τόκιο είναι μια από τις πιο μεγάλες πόλεις του κόσμου, αλλά έλπιζα ότι κάτι από το ιαπωνικό όνειρο όλων των Δυτικών θα 'χε απομείνει».

«Ω!» είπε κείνος, «υπάρχουν ακόμη πάρα πολλά να δείτε από την Παλιά Ιαπωνία».

Ο Άμπε σπούδαζε νομικά στο πανεπιστήμιο κι ήταν ο χαρακτηριστικός τύπος της σύγχρονης Ιαπωνίας σε μια κατάσταση αλλαγής. Ήταν ακλόνητος στην πεποίθησή του ότι η Ιαπωνία έπρεπε να ξαναποκτήσει την υπόστασή της σαν μια μεγάλη διεθνής δύναμη, και κατανοούσε ότι κάτι 28


τέτοιο σήμαινε την πλήρη εκβιομηχάνισή της. Ταυτόχρονα, ήθελε να παραμείνει η Ιαπωνία ασιατική στη φιλοσοφία και στον τρόπο ζωής.

Αγαπούσε τα μικρά πράγματα, την απλή ομορφιά, τη γαλήνη της εσωτερικής ζωής· λαχταρούσε για το κιμονό, παρόλο που καταλάβαινε ότι δεν ήταν δυνατό να φορεθεί μέσα σ' ένα σύγχρονο γραφείο. Αγαπούσε τους απέραντους κήπους, μα έβλεπε και την ανάγκη να χρησιμοποιηθεί το κάθε διαθέσιμο εκατοστόμετρο γης για να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής και για να κατασκευαστούν γιγαντιαία κτίρια, έτσι ώστε ν' αντιμετωπιστεί το ολοένα κι αυξανόμενο πρόβλημα του πληθυσμού κι οι απαιτήσεις της παγκόσμιας αγοράς. Λάτρευε τις αρχαίες τέχνες - την τοξοβολία, το τζούντο, το στόλισμα των λουλουδιών, τον κλασικό χορό και την τελετουργία του τσαγιού - αλλά ταυτόχρονα έβλεπε και την ανάγκη να κουνιέσαι στο ρυθμό του ροκ-εν-ρολ. Ήταν μια μάζα από αντιθέσεις, και το ήξερε. Έμεινε κατάπληκτος κι ενθουσιασμένος με τις γνώσεις μου σχετικά με τις αρχαίες τέχνες και τον πολιτισμό της χώρας του και ξαφνιάστηκε από την άγνοιά μου γύρω από τη σύγχρονη βιομηχανική Ιαπωνία.

«Μα, για φανταστείτε, ήρεμους κήπους εδώ, στην Γκίνζα!» είπε.

Πριν χωρίσουμε, τα κανονίσαμε να συναντηθούμε πάλι την άλλη μέρα. Λογάριαζε να με πάει να επισκεφτώ το Ινστιτούτο Τζούντο. Το Ινστιτούτο Τζούντο στο Τόκιο είναι ένα οικοδόμημαμαμούθ, ένα πλήθος από αίθουσες ασκήσεων, ένας σωρός 29


από σκάλες, διαδρόμους με πατώματα τόσο γυαλισμένα που μοιάζουν σαν από γυαλί και που οδηγούν σε γαλαρίες-παρατηρητήρια, αποδυτήρια και ντουσιέρες. Άντρες κι αγόρια όλων των ηλικιών κινούνταν ανάλαφρα μέσα στο κτίριο, κι ο καθένας ξεχώριζε ως προς την επιδεξιότητά του στο τζούντο από τη ζώνη του. Ξεκινούσαν από αρχάριους ως πρωταθλητές, κι ανάμεσά τους υπήρχαν όλες οι διαβαθμίσεις. Όταν εμφανίστηκε ο κύριος Άμπε, φορούσε στη στενή του μέση τη ζώνη του πρωταθλητή.

Δεν υπήρχαν προκαθορισμένες συναντήσεις. Ο καθένας έψαχνε γύρω για κάποιον ίσο του και με μια κίνηση τον προκαλούσε. Ο Άμπε άρχισε να τριγυρίζει στη μεγάλη αίθουσα, κοιτάζοντας, προκαλώντας, συγκρίνοντας την επιδεξιότητά του με άλλους. Η ικανότητά του ήταν φανερή. Ήταν γρήγορος, όλο ζωηράδα, ευλύγιστος, ευαίσθητος στην κάθε του κίνηση και δυνατός. Η κάθε συνάντηση εκτελούνταν με μεγάλη τελετουργικότητα, χαρακτηριστική αυτής της πρακτικής τέχνης που είναι το τζούντο. Στο τέλος της κάθε συνάντησης, ο κύριος Άμπε στρεφόταν κατά τη μεριά μου, μ' ένα πλατύ χαμόγελο, πριν ξαναγυρίσει σε ό,τι είχε να κάνει, πράγμα που απαιτούσε απόλυτη αυτοσυγκέντρωση. Καθώς πηγαίναμε για τα αποδυτήρια και τις ντουσιέρες, ο κύριος Άμπε είπε: «Πρέπει να μάθετε τζούντο. Σας κάνει να νιώθετε ότι είσαστε ο εαυτός σας».

Τα μαθήματα γλώσσας εξακολουθούσαν να είναι μια όμορφη περιπέτεια. Οι σπουδαστές ήταν πιο χαλαρωμένοι με την κάθε μας συνάντηση. Προγραμμάτιζα το κάθε μάθημα έχοντας υπόψη μου έναν ιδιαίτερο στόχο: συνομιλί30


ες σχετικά με το σπίτι, την εργασία, τον κήπο, τον επισκέπτη, το σχολείο, την πόλη, τις αποστάσεις κ.λπ. Το μισό χρόνο του κάθε μαθήματος συζητούσαμε την προφορά των λέξεων και το σωστό τονισμό στους ήχους των συμφώνων, πράγμα που οι Γιαπωνέζοι θεωρούν ιδιαίτερα δύσκολο: τα «θ», «ρ» και τα «λ» ήταν γι' αυτούς πολύ δυσκολοπρόφερτα. Και στο υπόλοιπο μάθημα οι σπουδαστές ήταν ελεύθεροι να κάνουν τις ερωτήσεις τους. Ήμουν απόλυτα προετοιμασμένος για απλές ερωτήσεις πάνω στη γραμματική και στο συντακτικό. Αλλά οι ερωτήσεις τους ήταν πάντα καλά προετοιμασμένες, τις μάθαιναν απ' έξω με πολλή προσοχή και μου ήταν σχεδόν αδύνατο να τις απαντήσω. «Δόκτωρ, έχετε παρακαλούμε την καλοσύνη να μας πείτε γιατί δεν είναι σωστό να διαθέτει η Ρωσία βάσεις πυραύλων στην Κούβα, μια που βρίσκεται πολύ κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά, από την άλλη μεριά, είναι σωστό οι Ηνωμένες Πολιτείες να έχουν πυραυλικές βάσεις στην Ιαπωνία, που δεν βρίσκεται και πολύ πιο μακριά από τη Ρωσία;»

«Δόκτωρ, πιστεύετε ότι είναι ηθικά σωστό για μια χώρα να διατηρεί τη θέση της μέσω της δύναμης - λόγου χάρη, το χρήμα και τις βόμβες, με το μεγαλύτερο καταστρεπτικό δυναμικό;» «Δόκτωρ, νομίζετε ότι ο κομμουνισμός μπορεί να κρατηθεί μακριά από την Ασία; Εννοώ τον κινεζικό κομμουνισμό, σαν αντίθεση με το ρωσικό». Αυτές οι ερωτήσεις μού γίνονταν με την ειλικρινή επιθυ31


μία να μάθουν, και χωρίς πονηριά. Η καθεμιά ερώτηση μπορούσε να προκαλέσει αρκετές συζητήσεις, ώστε να καλύψουν το υπόλοιπο του χρόνου που απόμενε, καθώς και τις συνηθισμένες μας πια πολύωρες κουβέντες στην μπιραρία.

Μια Κυριακή, ο κύριος Άμπε πρότεινε να πάω να τον συναντήσω στη Γιοκοχάμα, για μια επίσκεψη στον περίφημο κήπο Σουσένσκι. Με περίμενε όταν έφτασα στο σιδηροδρομικό σταθμό. Είχε βγάλει τα «δυτικά» του ρούχα κι έδειχνε υπέροχος μέσα σ' ένα μακρύ μπεζ κιμονό και μπότες. Πήραμε ένα τραμ και κατεβήκαμε σ' ένα στενό λιθόστρωτο δρόμο, στα προάστια της πόλης. Ο δρόμος είχε, δεξιά κι αριστερά, μικροσκοπικά, ξύλινα σπίτια, απλά κι όμορφα στο σχεδιασμό τους, που ήταν χαρακτηριστικά εκείνων που μπορεί κανένας να δει στην Ιαπωνία.

Ο κήπος ήταν μαγευτικός, με τα τεϊοποτεία του, τις ξύλινες γέφυρές του, τις στρουφιχτές περιπλοκάδες και τις ανθισμένες αζαλέες. Στο πίσω μέρος του κήπου ήταν ένα αυθεντικό αγροτόσπιτο του 16ου αιώνα, που συμπληρωνόταν από ένα ανοιχτό τζάκι, τοίχους που σύρονταν για ν' ανοίξουν, εξαιρετικά λεπτά σε κατασκευή κλιμακοστάσια. Ήταν αργά το απομεσήμερο κι οι πιο πολλοί από τους επισκέπτες είχαν φύγει. Βγάλαμε τα παπούτσια μας και μπήκαμε σ' εκείνο το σπίτι. Καθίσαμε σ' ένα ανοιχτό μέρος που έβλεπε στο πράσινο, σε παρτέρια με μπαμπού, μικροσκοπικές λίμνες και μικρούς καταρράχτες. «Αυτή είναι η Ιαπωνία που αγαπώ», είπε ήρεμα ο Άμπε. «Με ανησυχεί το γεγονός ότι βρισκόμαστε τώρα σε μια θέση όπου, για να επιβιώσουμε και για να μπορέσουμε ν' 32


ανταγωνιστούμε με τον υπόλοιπο κόσμο, πρέπει να γίνουμε σαν κι αυτόν, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει θεληματικά να παραιτηθούμε απ' όλα αυτά κι από τα θαύματα του παρελθόντος μας. Είναι μια δύσκολη απόφαση που πρέπει να πάρουμε. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να το λύσουμε. Οι γονείς μου βλέπουν το τι συμβαίνει, αλλά ξέρουν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα γι' αυτό, κι έτσι έχουν υποχωρήσει στο παρελθόν, που τους είναι οικείο, και, με το δικό τους τρόπο, καταπολεμούν το μέλλον. Εγώ βλέπω τα πλεονεκτήματα του μέλλοντος, αλλά αντιστέκομαι στον αποχωρισμό μου με το παρελθόν». Κοίταζε για πολλή ώρα τον κήπο. «Αν όλα αυτά χαθούν, θα είμαστε σαν όλους τους άλλους. Και τότε πού θα πρέπει να πάμε για να βρούμε λίγη ησυχία;»

Ο κύριος Άμπε είχε κανονίσει να με πάει και στο σπίτι του. Ήταν ένα σπίτι κρυμμένο πίσω από το συνηθισμένο ψηλό ξύλινο φράκτη, σ' έναν ήσυχο βρόμικο δρόμο. Μια μικρή αυλόπορτα μας έβγαλε μέσα στον κήπο. Το γρασίδι κάλυπτε το χώμα. Υπήρχαν μικρά «μπονσάι» και μια μάλλον μεγάλη λιμνούλα με ψάρια, όπου πολλά χρυσωπά και κίτρινα ψάρια κολυμπούσαν αθόρυβα. Ο μόνος ήχος ήταν το ήρεμο κατρακύλισμα του νερού από ένα μικρό καταρράχτη, που κυλούσε πάνω από μερικές όμορφα τοποθετημένες πέτρες, μέσα στη λιμνούλα. Στάθηκα για μια στιγμή να κοιτάξω. Η μητέρα του κυρίου Άμπε κι ο πατέρας του (φορώντας κι οι δυο κιμονό) προχώρησαν έξω στη βεράντα, από τους τραβηγμένους στο πλάι τοίχους, κι υποκλίθηκαν 33


μπροστά μου. Υποκλιθήκαμε κι εμείς και μας καλωσόρισαν μέσα στο σπίτι. Μπήκαμε σ' ένα δωμάτιο δώδεκα στρωμάτων (το μέγεθος των δωματίων στην Ιαπωνία καθορίζεται από τον αριθμό των «τατάμι»-στρωμάτων που περιέχουν). Υπήρχαν τρεις στέρεοι τοίχοι κι ένας συρόμενος, που έβγαζε στον κήπο και που χρησίμευε σαν είσοδος, το ταβάνι ήταν χαμηλό και μέσα στο δωμάτιο υπήρχαν λίγα μικρά έπιπλα, λίγα τραπέζια από λακαρισμένο ξύλο κι ένα μικρό «τακονόμα». Οι τοίχοι ήταν γυμνοί, εκτός από μια περγαμηνή με καλλιγραφικά γράμματα που κρεμόταν πάνω από ένα όμορφο βάζο με κλασικά τοποθετημένα λουλούδια: ήταν μέσα του τρία λουλούδια, πολύ απλά, στολισμένα με πράσινα φύλλα από σφεντάμι.

Μου έδωσαν ένα μαξιλάρι από κάποιο σωρό σε μια γωνιά και γονάτισα μαζί με τους οικοδεσπότες μου. Η μητέρα κι ο πατέρας του Άμπε δεν μιλούσαν αγγλικά. Η μητέρα του άρχισε ν' ασχολείται μ' ένα μεγάλο «χιμπάτσι» και λίγο νερό σ' ένα βαρύ, μεγάλο, χάλκινο αγγείο. «Η μητέρα μου θα κάνει μια τελετή τσαγιού. Είναι πολύ καλή σ' αυτό, είναι μια δεξιοτέχνης», μου είπε ο Άμπε.

Ταχτοποιηθήκαμε, ύστερα από λίγο, ο καθένας σε ευθεία γραμμή και με το μαξιλάρι μας. Η μητέρα του Άμπε, δείχνοντας πολύ γαληνεμένη κι όμορφη, τοποθετούσε το κάθε καρβουνάκι στη σωστή του θέση, με μακριά, μυτερά καλαμάκια. Όταν έγινε κι αυτό, πήρε το μεγάλο αγγείο με το νερό και το ταχτοποίησε πάνω στα κάρβουνα. Περιμέναμε λίγη ώρα, ακούγοντας τον ήχο του νερού που άρχισε να βράζει και τους θορύβους της φύσης απ' έξω. Ο θόρυβος από το τίναγμα της ουράς ενός ψαριού στη λιμνούλα 34


έμοιαζε ν' ακούγεται δέκα φορές πιο έντονος μέσα στη σιωπή.

Το σερβίτσιο του τσαγιού απλώθηκε μπροστά μας, και το κάθε κομμάτι ήταν εξαιρετικής ομορφιάς, ενώ όλα ήταν στη σωστή τους θέση. Με εξασκημένες κι έμπειρες κινήσεις, η μητέρα του Άμπε προχώρησε στην τελετουργία: μέτρησε με ακρίβεια το πράσινο τσάι, έχυσε σωστά το νερό, ανακάτεψε ήρεμα, σκούπισε τα σερβίτσια. Όλα έδειχναν σαν να βρισκόμασταν σε μια υπερβατική κατάσταση. Τελικά, εκείνη πρόσφερε το πρώτο φλιτζάνι στον άντρα της, που είχε γρήγορα μετακινηθεί στο πλάι της. Εκείνος το πέρασε σ' εμένα, και μου έδειξε πώς να πιάσω το φλιτζάνι, πώς να το μετακινήσω στη σωστή θέση, έτσι ώστε να μπορώ καλύτερα να δω τα σχέδια και το σχήμα του, κι ύστερα πώς να πιω το τσάι. Μου έδωσε κι ένα γλύκισμα, που ο Άμπε μου εξήγησε ότι ήταν αναγκαίο για να εξουδετερώσει τη μάλλον πικρή γεύση του τσαγιού.

Στη διάρκεια της τελετουργίας, ένα νέο κορίτσι - η αδελφή του Άμπε - μπήκε κι ήρεμα κάθισε πλάι του. Φορούσε ένα φωτεινόχρωμο κιμονό, μ' ένα χρυσό «σασχ»· τα μαλλιά της ήταν κομμένα και χτενισμένα με τον τρόπο που συνηθιζόταν για όλα τα κορίτσια του σχολείου, με μακριές φράντζες πάνω στο μέτωπο. Μας πρόσφερε τσάι, αφού ο Άμπε τέλειωσε το δικό του· ύστερα κι οι γονείς ήπιαν το τσάι τους, κι η τελετουργία πήρε τέλος. Φάνηκε πως όλα κράτησαν μόνο λίγα λεπτά, κι έμεινα κατάπληκτος όταν διαπίστωσα ότι είχε περάσει κιόλας μια ώρα. Ο Άμπε εξήγησε ότι η διάρκεια της τελετουργίας του τσαγιού ήταν ανάλογη με τη διάθεση. Μερικές φορές είναι σύντομη, καθώς οι χαρακτήρες και τα συναισθήματα δεν 35


είναι κοινά, ενώ άλλες μπορεί να διαρκέσει ώρες, όταν όλοι εναρμονίζονται. Σηκώθηκα από το μαξιλάρι μου με πολλή προσπάθεια. Τα πιασμένα πόδια μου προκάλεσαν πολύ γέλιο και σχόλια.

Το υπόλοιπο απόγευμα το περάσαμε με ευχάριστες συζητήσεις, με τον Άμπε να μεταφράζει για τους γονείς και την αδελφή του. Εκείνη τώρα μάθαινε πώς να ταχτοποιεί τα λουλούδια κι ήταν αυτή που είχε ταχτοποιήσει τα λουλούδια που υπήρχαν στο δωμάτιο.

Το δειλινό στον κήπο ήταν υπέροχο και κατάλαβα πολύ καλά την απροθυμία του Άμπε ν' αποχωριστεί μια τέτοια ομορφιά.

Στη διάρκεια των υπόλοιπων εβδομάδων μου στο Τόκιο, επισκέφτηκα πολλές οικογένειες κι ανακάλυψα ότι οι περισσότερες διατηρούσαν τις παλιές παραδόσεις στα σπίτια τους. Υπήρχε ένας μεγάλος σεβασμός για την οικογένεια. Το κάθε σπίτι, άσχετα με το πόσο φτωχικό μπορεί να ήταν ή πόσο πλούσιο, είχε μια μοναδική ομορφιά, πάντα απλό, ευρύχωρο κι εκπληκτικά εναρμονισμένο με το φυσικό περιβάλλον. Οι άνθρωποι ήταν θαυμάσιοι. Ήταν λόγου χάρη η κυρία Χίτο, που δίδασκε κλασικό χορό και που πάντα έμοιαζε να στέκεται ή να κάθεται σε μια όλο χάρη χορευτική στάση. Ήταν κι η κυρία Όνο, που ακολουθούσε την αρχαία τέχνη της ύφανσης του μεταξιού, φτιάχνοντας πράγματα εξαιρετικής ομορφιάς. Κι η Τομόγιο, που δουλειά της ήταν να με φροντίζει στο ξενοδοχείο όπου έμενα. Πάντα της θα με 36


περίμενε, άσχετα με το πόσο αργά γύριζα, και φρόντιζε ώστε το μπάνιο μου να μην είναι ποτέ πολύ ζεστό, υπηρετώντας με την ίδια κιόλας στιγμή που θα της το ζητούσα, με μεγάλη άνεση και κομψότητα. Με δίδαξε υπομονετικά, με μικρά και μόνιμα ξεσπάσματα γέλιου, πώς να τρώω και πώς να κάνω μπάνιο. Ήταν κι η Φούνιο, σπουδασμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες, που είχε ξαναγυρίσει στην Ιαπωνία πιο αποφασισμένη από ποτέ ν' απορρίψει τις δυτικές επιρροές. Αυτοί και πολλοί άλλοι, το ίδιο υπέροχοι άνθρωποι, αποτελούσαν τον κόσμο της Ιαπωνίας, μέσα στον οποίο εγώ εξακολουθούσα να είμαι σαν παιδί. Με τη βοήθεια των φίλων μου, έφτιαξα έναν πλήρη κατάλογο πόλεων, κωμοπόλεων και χωριών που έπρεπε να επισκεφτώ, κι ήμουν πια έτοιμος να φύγω από το Τόκιο. Οι μαθητές μου οργάνωσαν ένα πάρτι αποχαιρετισμού, σ' ένα πολύ κομψό γιαπωνέζικο εστιατόριο, και με συνόδεψαν όλοι μαζί ως το τρένο που θα μ' έπαιρνε.

Καθώς άφηνα το σιδηροδρομικό σταθμό, σκέφτηκα ότι άρχιζα να βλέπω μια πιθανή απάντηση. Η παράδοση, οι σπαρμένες διδασκαλίες των αιώνων, δεν είναι εύκολο να ξεριζωθούν. Ίσως θα μπορούσαν να φτάσουν σ' ένα συμβιβασμό. Η αναγκαιότητα της ωρίμανσης και τα φανερά πλεονεκτήματα των βελτιώσεων και του εκσυγχρονισμού βάραιναν, από τη μια μεριά, ενάντια στις παραδόσεις της ομορφιάς, της ηρεμίας, της γαλήνης - και της ατομικότητας, από την άλλη. Θα μπορούσε να υπάρξει ένα αμάλγαμα; Η Ιαπωνία θα βρει μια απάντηση με το δικό της σοφό 37


τρόπο. Ο Άμπε έχει διατυπώσει το πρόβλημα: «Αν όλ' αυτά χαθούν, θα είμαστε όπως όλοι οι άλλοι. Τότε πού θα πάμε για να βρούμε ησυχία;»

38


3 Χονγκ Κονγκ Όσο θα έχουμε ελπίδα, θa έχουμε και καθοδήγηση, ενέργεια να κινηθούμε, κι ένα χάρτη για να πορευτούμε. Έχουμε εκατό προοπτικές, χίλιους δρόμους και άπειρα όνειρα. Γεμάτοι ελπίδα, είμαστε κιόλας στα μισά για εκεί που θέλουμε να πάμε· χωρίς ελπίδα, είμαστε χαμένοι για πάντα.

Ο Γουόγκ Λίγες ώρες μετά την άφιξή μου στο Χονγκ Κονγκ, γνώρισα έναν ψηλό, χλωμό, νεαρό Κινέζο, που μιλούσε απαλά. Το όνομά του ήταν Γουόγκ, δεκαεννιά χρονών. Είχα πάει να δω το ηλιοβασίλεμα πάνω από τον κόλπο και τον βρήκα να κάθεται πλάι σ' ένα κιγκλίδωμα και να κοιτάζει το λιμάνι. Καθόταν ήσυχα, φανερά απόμακρος από τα βουερά πλήθη που κυκλοφορούσαν πάνω-κάτω από το ΣταρΦέρι, έτοιμα να περάσουν από το Χονγκ Κονγκ στην αδελφική του πόλη, το Κοουλούν. Ο Γουόγκ εργαζόταν σ' ένα μικρό μαγαζί παιχνιδιών, δώδεκα ώρες την ημέρα, αρχίζοντας από τα χαράματα και τελειώνοντας λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Αλλά ακόμη κι έτσι, μπορούσε να κάνει κάθε απόβραδο έναν περίπατο ως το φέρι για το Κοουλούν, μόνο και μόνο για να δει το ηλιοβασίλεμα. Παρατήρησα ότι κρατούσε ένα μικρό, πολυμεταχειρισμένο κινεζο-αγγλικό λεξικό. 39


«Μιλάς αγγλικά;» τον ρώτησα.

«Λίγο», απάντησε ντροπαλά. «Τώρα, μαθαίνω από μόνος μου. Σε λίγο ίσως πάω στο σχολείο. Αλλά δεν έχω ευκαιρία για πρακτική εξάσκηση. Για να μάθεις μια γλώσσα χρειάζεσαι πρακτική». Κι ύστερα από λίγες ακόμη κουβέντες και με πολλή προσπάθεια πρόσθεσε: «Εσύ καθηγητή. Εσύ, μάθεις εμένα αγγλικά, εγώ σου μάθει Χονγκ Κονγκ».

Έτσι ξεκίνησε μια φιλία. Μέσα από τον Γουόγκ ένας τρομερός κόσμος άνοιξε μπροστά μου, με το Χονγκ Κονγκ σαν τη σκηνή που πάνω της μια μάχη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια διεξαγόταν, το κάθε δευτερόλεπτο, από απρόσμενους ερασιτέχνες ηθοποιούς, μπροστά σ' ένα σκληρό κι αδιάφορο ακροατήριο.

Με τον Γουόγκ σαν οδηγό μου, οι πλήθος πόλεις του Χονγκ Κονγκ, ξεπρόβαλλαν μέσα από τον ωκεανό· δασωμένοι, καταπράσινοι λόφοι και θαλερές Νέες Γαίες άρχισαν ν' αναδιπλώνονται. Η πρώτη πόλη ήταν αυτή των φανταστικών καταστημάτων, των πολυτελών ξενοδοχείων, των πλούσιων για καλοφαγάδες εστιατορίων, των μεγαλόπρεπων μεγάρων, των πολύχρωμων λεωφόρων και των κομψών κι όμορφων ανθρώπων.

Μια άλλη πόλη ήταν αυτή του κόσμου των επιχειρήσεων, των κυνηγών του χρήματος, των απελπισμένων στελεχών-διευθυντών που μετρούσαν τον πλούτο με μετοχικά κεφάλαια και την επιτυχία με το κέρδος, της υπαλληλικής γραφειοκρατίας, που μέσα στα πιο μοντέρνα κτίρια γραφείων του κόσμου εργάζονται μ' ένα συστηματικά εξαε40


ριζόμενο πανικό που προκαλεί η παγκόσμια αγορά, μαζί μ' όλες τις αγωνίες των χρηματιστών της Νέας Υόρκης. Υπήρχε κι η πόλη των μεσοαστών εμπόρων που εξαρτούνταν από τους ατέλειωτους τουρίστες για να ζήσουν που είχαν ένα μικρό μαγαζάκι νεοτερισμών, κάποιο εστιατόριο, ένα καλοδιατηρημένο ξενοδοχείο ή κάποια πεντακάθαρη αίθουσα τσαγιού.

Κάτω από την αποστροφή των πλούσιων, αγνοημένη από τους μεσοαστούς, κρυμμένη από τον περιστασιακό παρατηρητή και ασύλληπτη για τον απλό τουρίστα, ήταν η πόλη των προσφύγων. Αυτή ήταν η πόλη του Γουόγκ.

Ένας τόπος περηφάνιας και φτώχειας, κρυμμένος πίσω από το λούστρο και τη λάμψη της μεγαλοπρέπειας του Χονγκ Κονγκ. Η γνωριμία μου με την πολυπρόσωπη πόλη ήταν η συνεισφορά του Γουόγκ στη συμφωνία μας.

Η δική μου συνεισφορά ήταν να διδάξω στον Γουόγκ αγγλικά, αρχίζοντας με απογευματινούς περιπάτους απίστευτης ποικιλίας. Του έμαθα τη γλώσσα στους δρόμους, με τα φωτεινά νυχτερινά μπαρ και τις στενές δεντροστοιχίες, γεμάτες από υπαίθρια μαγαζάκια και πόρνες· του έμαθα τη γλώσσα της ομορφιάς, χαζεύοντας τις βιτρίνες με κοσμήματα από την Ευρώπη, διαμάντια από την Αφρική, μπιχλιμπίδια από την Ινδία, χαλιά από την Περσία, μεταξωτά από την Ταϋλάνδη· του έμαθα τη γλώσσα του χρήματος, με τον τρόπο των συναλλαγματικών αξιών - το γαλλικό φράγκο, την αγγλική λίρα, το αμερικανικό δολάριο, την ινδική ρουπία, το γιαπωνέζικο γιεν. «Αγόραζε χρήμα με το χρήμα» -«Πούλα χρήμα με το χρήμα». Όλα 41


τα χειρίζονταν με μια απλή συναλλαγή, με τη γρηγοράδα και την αποτελεσματικότητα του ειδικευμένου μάγειρα, αν και με πολύ λιγότερο μετρημένο ενδιαφέρον. Πέντε δολάρια, τετρακόσια, δυο χιλιάδες, σαράντα χιλιάδες! Μάθαμε το λεξιλόγιο των ταξιδιών, περπατώντας μίλια ολόκληρα μπροστά από γραφεία αεροπορικών εταιρειών, ναυτιλιακά γραφεία, τουριστικά πρακτορεία, μπροστά από προξενεία, φωτογραφεία για την έκδοση φωτογραφιών διαβατηρίων, γραφεία της Αμέρικαν Εξπρές και των Ντάινερ'ς Κλαμπ.

Στη διάρκεια των περιπάτων μας έμαθα πολλά σχετικά με τον Γουόγκ. Υπήρχαν άλλα δέκα παιδιά στην οικογένεια, όλα μικρότερα απ' αυτόν. Είχαν ανατραφεί στο Πεκίνο, όπου ο πατέρας τους ήταν ένας πλούσιος έμπορος μέχρι που να φύγει μακριά από τον κομμουνισμό. Η οικογένεια έφυγε για το Χονγκ Κονγκ, όπου έμενε κάποιος φίλος τους. Όταν έφτασαν, όμως, ο φίλος υποχρεώθηκε να τους διώξει· είχε ξοδέψει κιόλας ό,τι περισσεύματα είχε για να βοηθήσει πολλούς άλλους που είχαν έρθει πριν απ' αυτούς. Έτσι χρειάστηκε, με τα λιγοστά χρήματα που είχαν μαζί τους, να μείνουν σ' ένα μικρό ξενοδοχείο, μέχρι που να βρεθεί μια πιο μόνιμη κατοικία· αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός για να συνειδητοποιήσουν ότι ήταν αδύνατο να βρεις σπίτι στο Χονγκ Κονγκ, κι έτσι υποχρεώθηκαν να πάρουν τους δρόμους, ψάχνοντας να βρουν κάποιο ελεύθερο οικόπεδο ή προσωρινό καταφύγιο. Τα χρήματα ξοδεύτηκαν και δουλειές δεν υπήρχαν· πολλά από τα μέλη της οικογένειας αρρώστησαν· ένας μικρότερος αδελφός πέθανε. Η κάθε τους μετακίνηση ήταν σ' ένα μέρος πιο άθλιο από το προηγούμενο, μέχρι που τελικά υποχρεώθηκαν να καταφύγουν στο απελπιστικό στρατόπεδο 42


για πρόσφυγες.

Κάθε βράδυ, μετά τις περιπλανήσεις μας, ο Γουόγκ με συνόδευε στο ξενοδοχείο μου. Έδειχνε σαν να φοβάται να μ' αφήσει να γυρίσω πίσω μόνος. Ένα βράδυ, καθώς πλησιάζαμε την οδό Νάθαν, μέσα από μια μικρή πάροδο γεμάτη αμαξάκια, δίκυκλα, χειράμαξα ανθρωπο-ταξί, κι ένα εκατομμύριο ανθρώπους σε αδιάκοπη κίνηση, σαν χιλιάδες σμάρια μύγες, ο Γουόγκ στράφηκε ξαφνικά και με ρώτησε: «Θα θέλατε να γνωρίσετε την οικογένεια Γουόγκ;» «Ναι, ναι, θα το ήθελα πολύ».

«Την Κυριακή, για το τσάι». Κι ύστερα από μια γρήγορη, ντροπαλή «καληνύχτα», στράφηκε κι έφυγε γρήγορα κατά την κατεύθυνση του σπιτιού του.

Την Κυριακή συναντηθήκαμε σε μια μικρή «τσαγερία», κοντά στη γέφυρα από την πλευρά του Κοουλούν. Μόνο η μητέρα, ο πατέρας και τέσσερα από τα πιο μεγάλα αδέλφια του Γουόγκ ήρθαν. Υποκλιθήκαμε ο ένας στον άλλο και καθίσαμε να πάρουμε το τσάι μας. Ο Γουόγκ ήταν ο διερμηνέας μας. Η συνομιλία μας ήταν απλή και μάλλον δισταχτική· συζητήσαμε το γεγονός ότι δεν είχα πάει ποτέ στην Κίνα, ότι μου άρεσε το Χονγκ Κονγκ, ότι είχα μείνει κατάπληκτος από τον αριθμό των ανθρώπων που ζούσαν σε μια τόσο μικρή περιοχή, κι ότι λογάριαζα να μείνω για λίγες μόνο εβδομάδες ακόμη. Τα αδέλφια έφαγαν το φαγητό τους σιωπηλά, με πότε-πότε ντροπαλά βλέμματα κατά τη μεριά μου. Ο πατέρας του Γουόγκ είχε 43


φέρει ένα δώρο για τη μητέρα μου, μια μπαμπακερή ρόμπα του σπιτιού σε στιλ μανδαρίνου, που σίγουρα ήταν υφασμένη στο χέρι. Στο γιακά ήταν κεντημένη, αλλά κεντήματα υπήρχαν και στα μακριά, φαρδιά μανίκια.

Ο πατέρας του Γουόγκ μου είπε πόσο ένιωθε ευγνωμοσύνη για όλα όσα είχα κάνει για το γιο του. Ένιωθε ότι ήταν σημαντικό που όλη η οικογένεια μάθαινε τη γλώσσα της καινούριας τους πατρίδας. Γρήγορα θα έφτιαχνε κι άλλες ρόμπες σαν κι αυτή που μου είχε δώσει για τη μητέρα μου, και που ήταν πρωτότυπο σχέδιο, από την παράδοση. Με τη βοήθεια ολόκληρης της οικογένειας θα μπορούσε ν' ανεφοδιάζει με ρόμπες έναν τοπικό έμπορο που θα τις πουλούσε σε τουρίστες, οπότε τα αγγλικά ήταν απαραίτητα. Ο πατέρας του Γουόγκ θεωρούσε την τωρινή στιγμή στο Χονγκ Κονγκ έναν καινούριο κόσμο, μια εποχή για να δημιουργήσεις κάτι καινούριο, με τον όποιο δυνατό τρόπο. Δεν ήταν πια καιρός για περηφάνια, για να λυπάσαι τον εαυτό σου ή για να φοβάσαι. Το τσάι μας έδειξε να έχει τελειώσει πολύ-πολύ γρήγορα και, με υποκλίσεις, η οικογένεια έφυγε.

Μερικές ημέρες αργότερα ο Γουόγκ κι εγώ τριγυρνούσαμε στο παλιό τμήμα του Κοουλούν, κοντά στο καινούριο αεροδρόμιο που είχε στοιχίσει πολλά εκατομμύρια δολάρια. Η περιοχή ήταν γεμάτη από κουρελιάρηδες ζητιάνους, με κουρασμένα φανταστικά πρόσωπα. Ο ουρανός ήταν γεμάτος από σαραβαλιασμένα τενεκεδόσπιτα, το 'να πάνω στ' άλλο, κι απλωμένα ρούχα μπουγάδας, που κρέμονταν σαν απαγχονισμένα φαντάσματα, μπλέκονταν και πλατάγιζαν στο ελαφρό αεράκι. Καθώς πλησιάζαμε 44


στην άκρη του δρόμου που ακολουθούσαμε, ο Γουόγκ σχολίασε: «Εδώ είναι ένας από τους τόπους που μένουν πρόσφυγες. Δε μοιάζει με συνοικία του Χονγκ Κονγκ». Κοίταζε την περιοχή που σ' αυτήν αναφερόταν. Ήταν μια περιτειχισμένη συνοικία - τα τείχη, ένα συνονθύλευμα από κομμάτια χαρτόνια, τενεκέδες, χαρντμπόαρντ, σωριασμένες πέτρες και τσιμεντόλιθους, που σκιάζονταν από τα τριγυρινά εξαθλιωμένα τενεκεδόσπιτα. Υπήρχαν εδώ κι εκεί ανοίγματα σ' αυτά τα «τείχη», αρκετά μεγάλα για να περάσει ένα ανθρώπινο σώμα, μέσα σ' αυτό που έμοιαζε σαν ένας λαβύρινθος κατασκευασμένος με θαμπά καφετιά, σκληρά γκρίζα και σκουρόμαυρα χρώματα. «Δεν υπάρχει νόμος εδώ. Ούτε αστυνομία. Πολλές κακές πράξεις κι εγκλήματα», είπε ο Γουόγκ. Και πρόσθεσε: «Θέλετε να μπούμε και μέσα;»

Περάσαμε μέσα από τα ανοίγματα και μπήκαμε στο λαβύρινθο. Ο Γουόγκ ήξερε το δρόμο του κι εγώ ακολουθούσα. Μόνο ένα παρατηρητικό κι εξασκημένο βλέμμα μπορούσε να βρει τη σωστή κατεύθυνση. Καθώς προχωρούσαμε μέσα από αυτά τα χαρτόκουτα με τις τενεκεδένιες στέγες, μέσα σ' αυτή την απίθανη κοινότητα, σκιστά μάτια, βουλιαγμένα σε στεγνά πρόσωπα, μας κοιτάζουν ήσυχα. Εκεί πέρα, παντού επικρατούσε μια φανταστική ακινησία. Όλοι έμοιαζαν στριμωγμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, σε τρομαγμένες ομάδες, σαν να 'ταν ένας τόπος κρυψώνας. Αδυνατισμένα παιδιά, με πρησμένες κοιλιές, έτρεχαν γυμνά, πάνω σε σωρούς από σκουπίδια. Θλιμμένες γυναίκες κάθονταν μπροστά σε βρόμικες πόρτες και κοίταζαν κατά τη μεριά μας με απονεκρωμένη έκφραση. Ένα σμάρι μικροσκοπικά κορίτσια μας πλησίασαν, στριγ45


γλίζοντας τόσο κατά τη μεριά του Γουόγκ, όσο και προς εμένα. Ήταν κορίτσια πόρνες, που μερικά τους δεν ήταν παραπάνω από εννιά χρονών. Τα δαχτυλάκια τους ήταν θεοβρόμικα· τα μακριά τους φουστάνια καταξεσκισμένα, βρομισμένα, κρέμονταν πάνω τους σαν κουρέλια· τα μικρά τους πόδια ήταν μαύρα από τη βρόμα, όλο ψώρα και πληγές· οι φωνούλες τους βραχνές κι όλο απελπισία - και κρέμονταν από πάνω μας με μανιακά, όλο γνώση χέρια.

Τα βρόμικα δρομάκια ήταν ατέλειωτα, με στρουφιχτές διακλαδώσεις προς όλες τις κατευθύνσεις, σαν μακριά αρθριτικά δάχτυλα. Παντού έβλεπες λιμνούλες από ούρα που βρομούσαν έντονα, σωρούς από κόπρανα - προς μεγάλη απόλαυση για τις μύγες - σκόρπια φλούδια από λαχανικά, ρόκες από καλαμπόκια και άδεια σκουριασμένα κονσερβοκούτια. Οι μυρωδιές ήταν τόσο δυνατές που διαπερνούσαν τις αισθήσεις, μουδιάζοντάς τις. Όλα έμοιαζαν ερειπωμένα, νεκρά, χωρίς αίσθηση - κενά από χρώμα ή ζωή. Ενήλικες πόρνες με ακόμη νεανικά κορμιά, σφιγμένα σε στενά φορέματα που τόνιζαν τις καμπύλες τους, ή με μισάνοιχτες κινέζικες ρόμπες, στέκονταν πάνω σε χαρτονένιους τοίχους, χωρίς χαμόγελα και αηδιαστικά αντισεξουαλικές. Τα κάποτε όμορφα πρόσωπα ήταν τώρα μάσκες δίχως έκφραση, μπογιατισμένες, άσπρες, χωρίς άλλο βάψιμο. Η δυνατή γλυκιά μυρωδιά του όπιου, ανάκατη με καπνούς από φωτιές, κοπριές ζώων, βρόμικα φαγιά και σκουπίδια, πύκνωναν τον αέρα. Λίγο αργότερα, έχοντας καταλαγιάσει με ασφάλεια σ' ένα τεϊοποτείο, στράφηκα προς τον Γουόγκ. Ήταν κατάπληκτος, άφωνος. «Δεν υπάρχει άλλος τέτοιος τόπος», είπε απλά ο Γουόγκ. 46


«Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;»

Η απάντηση του ήταν ένας ψίθυρος: «Εκεί πέρα μένω κι εγώ». Ο Γουόγκ έμεινε μαζί μου εκείνη τη μακριά νύχτα. Καθίσαμε ήσυχα μέσα στο σκοτάδι του θορυβώδικου δωμάτιου του ξενοδοχείου μου. Θυμάμαι πως μέσα στη βραδιά είπε: «Μη λυπόσαστε. Εργαζόμαστε για να βρούμε μια καλή ζωή πάλι. Εργαζόμαστε για να φτιάξουμε ομορφιά».

Αναρωτήθηκα τι να ήταν τελοσπάντων αυτό που έκανε τη ζωή τόσο πολύτιμη, ώστε ζώντας μέσα σ' αυτή τη φρίκη να το θεωρείς καλύτερο απ' τη γαλήνη του θανάτου. Ίσως αυτό που είπε ο Γουόγκ να 'ταν αλήθεια. Ίσως ο κάθε άνθρωπος να έχει το ασυνειδητοποίητο όνειρο της ομορφιάς για το οποίο αγωνίζεται κι έτσι μπορεί ν' αντέχει την πείνα, τον πόνο και τ' ανείπωτα βάσανα και την εξαθλίωση, για την τελική υλοποίησή του. Ίσως αυτό το όνειρο να ήταν η μοναδική πραγματικότητα του Γουόγκ. Ίσως μόνο μέσα από αυτό το όνειρο να μπορούσε να συνεχίσει να νιώθει και να πιστεύει σε κάτι. Από τα όνειρα μπορούν να έρθουν οι αλλαγές.

Ο Γουόγκ μου είπε ότι η κυβέρνηση έφτιαχνε διαμερίσματα, αλλά η λίστα αναμονής ήταν μεγάλη και τα σπίτια γέμιζαν ασφυκτικά πριν ακόμη τελειώσει η κατασκευή τους. Άπληστοι ιδιοκτήτες γης χρέωναν τεράστια ποσά για καλύβες - ποσά που μπορούσαν να καλυφθούν μόνο αν μαζεύονταν πολλές οικογένειες κι έτσι η κατάσταση γινόταν ακόμη χειρότερη. 47


Τις τελευταίες μου μέρες στο Χονγκ Κονγκ τις πέρασα εγγράφοντας τον Γουόγκ σ' ένα καλό νυχτερινό σχολείο για αγγλικά μαθήματα και εφοδιάζοντάς τον με βιβλία αγγλικής γραμματικής και συνομιλιών.

Δεν ήταν εύκολο πράγμα ν' αφήσω τον Γουόγκ. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα αγόρι δεκαεννιά χρονών: περήφανος, ανεξάρτητος, ευγενικός, τρυφερός, όλο καλοσύνη κι υπευθυνότητα. Την ημέρα που έφευγα ήρθε στο αεροδρόμιο. Είχε πάρει το «ρεπό» του από τη δουλειά και με περίμενε εκεί να μ' αποχαιρετήσει. Πέρασα από τις συνηθισμένες τυπικές διαδικασίες χωρίς να του ρίξω ούτε μια ματιά, μέχρι που αποτραβηχτήκαμε μ' ένα φλιτζάνι τσάι σε μια γωνιά της όλο πολυτέλεια καφετέριας του αεροδρομίου. Η ατμόσφαιρα ήταν εξωπραγματική, σαν να είχαμε γίνει ξαφνικά ξένοι, σαν να είχαμε αποκαλύψει τους εαυτούς μας τόσο απόλυτα κι ολοκληρωτικά και τώρα να ντρεπόμασταν. Ήταν σαν να νιώθαμε την ανάγκη, κατά κάποιο τρόπο, να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, ν' αντικαταστήσουμε τις προσόψεις που μας προστάτευαν ενάντια στη γυμνότητα και την ενοχή. Τελικά ο Γουόγκ μίλησε: «Θα ξανάρθετε κάποια μέρα στο Χονγκ Κονγκ;»

«Το ελπίζω. Δεν ξέρω».

«Ακόμη δε γράφω καλά αγγλικά. Μελετάω όμως πολύ. Κάποια μέρα θα σας ξοφλήσω γι' αυτά τα υπέροχα πράγματα που κάνατε για μένα και την οικογένειά μου. Θα το δείτε». 48


Η πτήση του αεροπλάνου μου αναγγέλθηκε. Αγκαλιαστήκαμε. «Σας έφερα δώρο», είπε ο Γουόγκ και μου 'δωσε ένα μικρό πακέτο. «Το πακέτο μπορεί να είναι μικρό, αλλά το δώρο μεγάλο. Να το ανοίξετε μέσα στο αεροπλάνο, παρακαλώ».

«Ξέρετε πού θα πάω απόψε;» με ρώτησε καθώς ξεκινούσα για την πύλη. «Θα πάω στο Σταρ Φέρι, εκεί όπου σας πρωτογνώρισα. Θα κοιτάζω το ηλιοβασίλεμα».

Ανέβηκα στο αεροπλάνο, και σε λίγο το σούπερ-τζετ σκαρφάλωνε στα ουράνια, πάνω από το αχνό περίγραμμα του Χονγκ Κονγκ και τη θάλασσα. Έβγαλα το δώρο του Γουόγκ και το άνοιξα. Ήταν ένας μικρός Βούδας. Ο Βούδας ήταν παχουλός και χαμογελαστός. Έγειρα πίσω στο κάθισμά μου και σκεφτόμουν τον Γουόγκ. Μπορούσα ξεκάθαρα να δω το λεπτό του κορμί να κάθεται ήσυχα σ' έναν πάγκο, ανάμεσα στη σπασμωδική βιασύνη των ανθρώπων που έτρεχαν για το βραδινό τους φαγητό στο Σταρ Φέρι. Μπορούσα να δω το τραβηγμένο, θλιμμένο, μάλλον χλωμό του πρόσωπο και τ' αστραφτερά του μάτια, πορτοκαλιά μέσα στο ηλιοβασίλεμα. Έβαλα το Βούδα στην τσέπη του σακακιού μου. Είναι παράξενο, μα ένιωθα όμορφα.

49


4 Ταϋλάνδη Το ν' αρνιόμαστε στον εαυτό μας τη γνωριμία έστω κι ενός μόνο προσώπου, είναι σαν να χάνουμε το κεντρικό κομμάτι από το «παζλ» της ζωής.

Ο Κανόκε Η Ταϊλάνδη είναι κυριολεκτικά μοναδική ανάμεσα στις χώρες της Ασίας. Οι άνθρωποί της δε γνώρισαν ποτέ την αποικιοκρατία, τη μαζική πείνα ή την καταπίεση. Είναι όλο ευημερία, χαλαρωμένοι κι ευτυχισμένοι άνθρωποι.

Η Μπανγκόκ, η πρωτεύουσα της Ταϋλάνδης, μοιάζει σαν μια ανατολίτικη Ντίσνεϊλαντ. Οι εκατοντάδες ναοί της είναι εξωτικοί, κι ο καθένας τους έχει τη μοναδικότητά του. Οι μεγαλόπρεπες, πολύχρωμες σιλουέτες τους ξεχωρίζουν από μίλια μακριά, σκορπισμένες σ' όλο τον ορίζοντα.

Ο ποταμός Τσάο Πράγια κυλά μέσα από την πόλη, σαν ένα φίδι από νεφρίτη. Αποκεί, κανάλια απλώνονται σαν τα ξυλάκια μιας βεντάλιας, σχηματίζοντας γραφικά νησάκια. Αυτά τα νησιά κρατούν την πόλη ζωντανή κι όλο δραστηριότητα και σχηματίζουν τις περίφημες πλωτές αγορές. Ολόκληρη η πόλη είναι περιτριγυρισμένη από βαλτώδικα 50


ρυζοχώραφα, που προσθέτουν μια ασφάλεια ενάντια στη φτώχεια.

Με τους ναούς, τα νησιά, τα πάνω από τετρακόσια εξωτικά μοναστήρια, το πυργωτό Βασιλικό Ανάκτορο με τις τεράστιες αίθουσές του ντυμένες στο μετάξι και στο βελούδο, η Μπανγκόκ μετατρέπει τους παλιούς μύθους της χρυσοντυμένης Ανατολής σε πραγματικότητα.

Αυτή είναι η χώρα του Ανακλινόμενου Βούδα, των βουδιστών με το ξυρισμένο κεφάλι και τις πολύχρωμες ρόμπες, και του πανίσχυρου τσιμεντένιου Ροκ.

Υπάρχουν πανηγύρια, καρναβάλια και θρησκευτικές γιορτές σε αφθονία, έτσι που να κάνουν ευτυχισμένο αυτό το λαό που αγαπά τη διασκέδαση, μαζί με μια αέναα ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα ανάμεσα στις γιορτές, για να τον κρατά πάντα δραστήριο. Οι Ταϋλανδοί έχουν τη φήμη ότι είναι ο πιο φιλικός κι ο πιο φιλόξενος λαός στην Ασία κι έχουν δημιουργήσει ένα ιδανικό σκηνικό μέσα στο οποίο απολαμβάνουν αυτά τα δώρα.

Για τον τουρίστα η πόλη είναι ένας παράδεισος. Τα μεταφορικά μέσα είναι φτηνά κι εξυπηρετικά. Τα ξενοδοχεία είναι υπερσύγχρονα και προσφέρουν όλες τις ανέσεις. Τα εστιατόρια σερβίρουν ανατολίτικη και δυτική κουζίνα με την ίδια άνεση, μαγειρεμένη μάλιστα πιο καλά απ' οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Υπάρχουν μπαρ με φωνακλάδικα «τζιουκ-μποξ», όπου μπορείς να καθίσεις μέσα σε μια κλιματιζόμενη ατμόσφαιρα δροσιάς κι άνεσης και ν' αργοπιείς το ντράι-μαρτίνι σου, εύγευστα φτιαγμένο. Καφετέριες σερβίρουν όλων των τύπων τους καφέδες 51


μέσα από γιγαντιαία ηλεκτρικά μηχανήματα. Μπορείς να ψωνίσεις ό,τι θες στα τριγυρινά καταστήματα, ν' αγοράσεις μεταξωτά κάθε είδους και μάκρους, ύφους και χρώματος. Αν αυτό που ζητάς δεν υπάρχει στις βιτρίνες ή στα ράφια, μπορείς να δώσεις παραγγελία και θα στο στείλουν στο ξενοδοχείο σου μέσα σε λίγες ώρες.

Η Μπανγκόκ προσφέρει απολαύσεις διαφορετικού, πιο μέτριου χαρακτήρα, για όσους δεν μπορούν να πληρώσουν πρώτης κατηγορίας ξενοδοχεία με πισίνες και αιρκοντίσιον. Υπάρχουν άλλα ξενοδοχεία, καταστήματα και εστιατόρια που ταιριάζουν στο κάθε βαλάντιο. Αυτά μπορείς να τα βρεις στις περισσότερες παρόδους ή δεντροστοιχίες, γύρω από το κέντρο.

Το αδυνατισμένο μου πορτοφόλι και οι άτακτες αποδοχές μου με υποχρέωσαν να μοιραστώ τις ανέσεις ενός τέτοιου ξενοδοχείου μαζί μ' έναν άλλο κύριο, έναν Αμερικανό αντιπρόσωπο πωλήσεων. Το ξενοδοχείο ήταν ένα μικρό, ξύλινο οικοδόμημα, σ' ένα μικρό κήπο, πίσω από μια σειρά εμπορικών και κτιρίων που στέγαζαν γραφεία επιχειρήσεων, κατά μήκος του κεντρικού δρόμου. Το μικροσκοπικό, καθαρό μας δωμάτιο ήταν επιπλωμένο με δυο σιδερένια κρεβάτια, το καθένα μ' ένα σακουλιασμένο, πλαδαρό κι άβολο στρώμα, ένα παράθυρο κι ένα νιπτήρα με δυο βρύσες για ζεστό και κρύο νερό, απ' όπου μπορούσες πάντα να είσαι βέβαιος ότι θα έχεις άφθονο κρύο νερό μόνο, όποια βρύση κι αν άνοιγες. Επιπρόσθετα, και χωρίς έξτρα επιβάρυνση, οι ένοικοι του ξενοδοχείου δέχονταν τις περιποιήσεις από στρατιές κοριούς, είχαν κι έναν αργοκίνητο ανεμιστήρα που συνήθως δε λειτουργούσε, και πλάι στο ξενοδοχείο ένα θορυβώδικο μπαρ, με 52


μερικές διαθέσιμες πόρνες.

Ο διευθυντής του ξενοδοχείου ήταν πάντα πρόθυμος να χαμογελάσει, να σ' ακούσει, να κουνήσει το κεφάλι όλο κατανόηση, όταν του παραπονιόσουν ότι «Υπάρχουν κάποιου είδους ζωύφια στο ταβάνι», ή «Η πόρτα δεν κλείνει», ή «Θα μπορούσατε, παρακαλώ, να πείτε σ' εκείνη τη χοντρή πόρνη να μην έρχεται συνέχεια στο δωμάτιό μου;». Μα, παρ' όλ' αυτά, τίποτε απ' όσα ζητούσες δε γινόταν.

Ο Μακ, ο σύντροφος του δωματίου μου, ήταν γύρω στα πενήντα του χρόνια. Δεν έδειχνε να ενοχλείται από τίποτε απ' όλ' αυτά τα διόλου άνετα πράγματα που γίνονταν γύρω μας.

«Ε, τι στο διάολο», έλεγε, «δεν είμαστε στο Γουόλντορφ Αστόρια. Όπως και να 'ναι, γλιτώνω χρήματα έτσι. Μ' αρέσει εδώ πέρα. Δεν μπορώ ν' ανεχτώ αυτά τα καταραμένα τουριστικά ξενοδοχεία και τους διαολεμένους ξεναγούς τους». Ο Μακ ήταν ψηλός, δυνατός, ξανθωπός, με λευκή επιδερμίδα - ο χαρακτηριστικός τύπος που αρέσει πιο πολύ κι αμέσως αναγνωρίζεται από τους Ασιάτες σαν Αμερικανός. Είχε έρθει στην Μπανγκόκ πολλές φορές για εμπορικές δουλειές, απεσταλμένος μιας αμερικανικής φαρμακευτικής εταιρείας. «Είναι όμορφο μέρος αυτή η Μπανγκόκ. Αυτός ο Βούδας και το Παλάτι είναι σπουδαία πράγματα, αλλά καλύτερες είναι οι κυράδες. Έχω γνωρίσει πολλές από δαύτες, φίλε. 53


Πολύ σέξι, καθαρές και φτηνές. Πες μια λέξη και σου κανονίζω αμέσως μια πολύ καλή. Μα, τι στο διάβολο ήθελες να 'ρθεις ως εδώ κάτω, τελικά, φίλε; Εγώ; Α, εγώ έχω να κοιτάξω τις δουλειές μου, το γλεντάω και για λίγο κι ύστερα πάω στο διάολο αποδώ πέρα».

Την πρώτη βραδιά που πέρασα με τον Μακ, με πήγε σ' ένα δυτικού τύπου εστιατόριο. «Πολύ σπουδαίο αμερικάνικο φαγητό», με βεβαίωσε. «Κοίταξε να μη ζυγώσεις αυτά τα ταϋλανδέζικα φαγιά, εκτός κι αν θες να πάθεις καμιά δηλητηρίαση». Μετά το φαγητό με πήγε σ' ένα μπαρ κοντά στο ποτάμι. «Μου κάνει πολύ κέφι αυτό το μέρος», είπε γελώντας. Και η είσοδός του προκάλεσε πραγματική αναταραχή.

«Μακ, γλύκα μου!» φώναξαν οι γυναίκες και μαζεύτηκαν γύρω του. «Μακ, παλικάρι μου! Ταύρε μου, εσύ!»

Τις υποδέχτηκε με άσεμνες χειρονομίες, τις χτυπούσε στα χοντρουλά πισινά τους και φώναζε: «Για δες τι πράγμα είναι τούτο! Αυτή θέλει έναν τίγρη στο κρεβάτι της!»

Τράβηξε μια μάλλον παχουλή γυναίκα κατά τη μεριά μας και την έσπρωξε προς το μέρος μου. «Πιάσ' τη», είπε χαμογελώντας. «Μύρισέ τη. Δεν έχει πάνω της όλα όσα θα χαιρόσουν σε μια Ινδή πόρνη;»

Η γυναίκα μύριζε ένα μάλλον φτηνό άρωμα λουλουδιού. Δεν κινήθηκε αλλά πήρε μια πόζα που την πίστευε προκλητική και που θα 'λεγες ότι έβγαινε κατευθείαν από μια ταινία της Τζιν Χάρλοου, πράγμα που το θεώρησα εξαιρε54


τικά διασκεδαστικό, αν και δίσταζα να χαμογελάσω, από φόβο μήπως πάρει αλλιώς το χαμόγελό μου.

«Είναι στ' αλήθεια φίνο πράγμα», είπε ο Μακ και τη χάιδεψε στα πισινά. «Μπόλικο πράγμα για τα λεφτά που δίνεις, έτσι δεν είναι;» είπε πάλι. «Τι θες;»

Ήταν φανερό ότι τα γούστα μας, τόσο αναφορικά με τις γυναίκες όσο και για τα ταξίδια, ήταν πολύ διαφορετικά. Πολλά βράδια ο Μακ δε γύριζε στο ξενοδοχείο, κι εγώ συχνά έφευγα πριν φανεί, τα πρωινά. Καταλάβαινα το πότε ήταν εκεί, καθώς το δωμάτιο ήταν ανάκατο από τα ρούχα που είχε αλλάξει για να φύγει, μέσα στη βιασύνη του, για τη δουλειά.

Όταν πια έφυγε οριστικά, ύστερα από μια βδομάδα, ο διευθυντής του ξενοδοχείου με πλησίασε πονηρά για να με ρωτήσει αν θα με πείραζε να μοιραστώ το δωμάτιο μ' έναν Ταϋλανδό κύριο. «Είναι ένας πολύ καθαρός, νεαρός επιχειρηματίας», με βεβαίωσε ο διευθυντής. «Ένας από τους πιο ταχτικούς μας πελάτες». Του είπα ότι δε θα με πείραζε.

Μ' αυτό τον τρόπο γνωριστήκαμε ο Πρίτσα κι εγώ. Ήταν ένας κοντός άντρας, γύρω στα τριάντα, μελαχρινός, αδύνατος και μ' ευχάριστο πρόσωπο. Το ντύσιμό του ήταν κομψό και συντηρητικό· οι τρόποι του ξεκάθαροι και τυπικοί. «Ονομάζομαι Πρίτσα», μου συστήθηκε. «Είμαι Ταϋλανδός». 55


Γρήγορα μας έγινε συνήθεια να τρώμε μαζί το βράδυ. Πηγαίναμε συχνά σ' ένα μικρό Ταϋλανδέζικο εστιατόριο στην οδό Τσακ Τσινγκ, όπου τον γνώριζαν, και τρώγαμε φανταστικά εξωτικά κι υπέροχα φαγητά. Μια που ο Πρίτσα έμοιαζε να τα ξέρει όλα σχετικά με τον εαυτό του κι έδειχνε ικανός να «μυριστεί» την κάθε ιδιαιτερότητα αυτής της πόλης, δεν υπήρχε ποτέ κανένα πρόβλημα για το πού θα περάσουμε την υπόλοιπη βραδιά μας - στην κινέζικη όπερα, σε κάποιο καρναβάλι ή στη δημόσια επίδειξη κάποιου ταχυδακτυλουργού.

Μετά το δείπνο, ένα βράδυ, ο Πρίτσα μου πρότεινε να πάμε μια βόλτα με το πλοίο στο ποτάμι. Μου εξήγησε ότι η πραγματική ομορφιά του μεγάλου ποταμού και της συνοικίας της πλωτής αγοράς ήταν κάτι που το απολάμβανες τη νύχτα. Πήγαμε μέχρι μια μικρή αποβάθρα, σ' έναν πλαϊνό δρόμο, όπου μερικές μαούνες, όμοιες στο μάκρος με βενετσιάνικες γόνδολες, λικνίζονταν στα νερά του ποταμού. Ο Πρίτσα ζήτησε να ναυλώσει ένα πλεούμενο κι αμέσως άρχισαν να μας κατακλύζουν οι προσφορές σε διάφορες τιμές. Τελικά διάλεξε μια τέτοια μαούνα, που την είχε ένα νεαρό μάλλον αγόρι, πιο ευχάριστο και λιγότερο επιθετικό από τους άλλους βαρκάρηδες. Μετά ο Πρίτσα πήγε ως έναν υπαίθριο πάγκο με φαγητά, για ν' αγοράσει διάφορα πράγματα, ενώ το αγόρι άναβε ένα μικρό φανάρι και περίμενε, χαμογελώντας μου ζεστά. Ανοιχτήκαμε στον ποταμό και σχεδόν μεμιάς η βάρκα άρχισε να παρασύρεται από το ρεύμα και να κατεβαίνει ήσυχα προς τα κάτω.

Τα χιλιάδες χρωματιστά φώτα της πόλης αντανακλούσαν στα πόδια μας και στραφτάλιζαν πάνω στο νερό. Οι με56


γάλοι ναοί, στις όχθες του ποταμού, έμοιαζαν τώρα σαν γιγάντια μαύρα τέρατα που έγερναν πάνω μας, έτοιμα να μας επιτεθούν και να μας κατασπαράξουν. Όλη η παραξενιά και το χρώμα της Μπανγκόκ μέσα στη μέρα δεν ήταν τώρα παρά ένα ανατολίτικο θέατρο σκιών, σκοτεινό κι όλο χάρη.

Η νύχτα ήταν ζεστή και το αρνάκι και το κοτόπουλο που ο Πρίτσα είχε αγοράσει ήταν νόστιμα ακόμη και για ένα γεμάτο στομάχι. Είχε πάρει και μερικές μποτίλιες μπίρα, που τις μοιραστήκαμε με το βαρκάρη μας. Ο μοναδικός ήχος ερχόταν από τα κουπιά που γλιστρούσαν στα νερά. Το φανάρι τρεμόπαιζε να σβήσει αδιάκοπα.

Η μπίρα ήταν δυνατή και γρήγορα η σιωπή έσπασε από το ηδονικό τραγούδι του βαρκάρη. Το ρεπερτόριό του αποτελούνταν κύρια από δυτικά τραγούδια, που τα 'λεγε σε μια χαλαρωμένη αγγλική παραφθορά, που ήταν πολύ χαριτωμένη κι ευχάριστη. Δεν κρατιόμασταν να μη γελάσουμε.

Καθώς περνούσαμε μέσα από στενά κανάλια, διασχίζοντας ένα όργιο βλάστησης και τη σχεδόν έρημη συνοικία της αγοράς, μπορούσαμε να δούμε τα πλήθη των κατοίκων της πλωτής πόλης ν' ασχολούνται με τις δουλειές βιοπορισμού τους, γελώντας χαρούμενα. Μικρές συντροφιές ανθρώπων στέκονταν φλυαρώντας ή μαλώνοντας, ή άκουγαν με προσοχή. Σε μια στιγμή, ο Πρίτσα ζήτησε από το βαρκάρη μας να σταματήσει. 57


«Μια που ενδιαφερόσαστε για τους ανθρώπους, θα θέλατε να ξεκουραστούμε λίγο εδώ;» είπε κι έδειξε μια μικρή πλωτή ταβέρνα πάνω σ' ένα νησάκι από βούρκο. Μέσα, η αίθουσα ήταν γεμάτη άντρες, καπνό και μυρωδιά από μπίρα. Ώστε λοιπόν ο εργάτης περνά τη βραδιά του όπως όλοι οι εργάτες παντού στον κόσμο, υποθέτω. Με φίλους, ένα τσιγάρο κι ένα μπουκάλι μπίρα, σκέφτηκα. Η συντροφιά χαιρέτησε τον Πρίτσα μ' ένα φιλικό καλωσόρισμα, αν και ήταν φανερό ότι δεν τον γνώριζαν. Εμένα με παρατηρούσαν παράξενα, αλλά αμέσως με δέχτηκαν στην παρέα τους πολύ φυσικά.

Ύστερα από τόσο πολλές ημέρες, ο Πρίτσα κι εγώ είχαμε γίνει γρήγορα φίλοι. Μου μίλησε για την οικογένειά του και για τους φίλους του, για τα όνειρά του σχετικά με το μέλλον και για τους φόβους του. Τα όνειρά του ήταν απλά, σαν κι αυτά του κάθε ανθρώπου, παντού στη γη· οι φόβοι του ήταν μάλλον μοναδικοί, μα όχι λιγότερο πραγματικοί, κατανοητοί κι ανθρώπινοι. Ύστερα από μια βδομάδα, ο Πρίτσα σχεδίαζε να επισκεφθεί κάποιους συγγενείς του, αγρότες, που έκαναν ένα πολύ διαφορετικό είδος ζωής απ' αυτό που είχα δει ως τότε στην Μπανγκόκ. Με ρώτησε αν ενδιαφερόμουν να πάω μαζί του.

«Δεν είναι φτωχοί άνθρωποι», είπε περήφανα. «Έχουν ρυζοχώραφα, μόνο που η ζωή τους είναι πιο απλή από τη δική μας». 58


Μπήκαμε σ' ένα ασφυκτικά γεμάτο κόσμο και θόρυβο λεωφορείο, που περνούσε από το ξενοδοχείο μας, κι ύστερα σ' ένα άλλο, από το τέρμα της γραμμής. Είχαμε κάνει ένα ταξίδι πάνω από μια ώρα μακριά από την Μπανγκόκ, που τώρα έσβηνε θαμπά στο βάθος του ορίζοντα. Στο τέρμα κι αυτής της λεωφορειακής γραμμής υπήρχαν πολλά μικρά αυτοκίνητα, παλιά και κουρασμένα ταξί, που είχαν επιδιορθωθεί για να καλύψουν ένα επιπρόσθετο εκατομμύριο μίλια, χρησιμεύοντας πάλι για συγκοινωνιακό μέσο, έξω από την πόλη όπου θα θεωρούνταν παράνομα. Για ένα διάστημα ο Πρίτσα μίλησε με μερικούς ταξιτζήδες, παζαρεύοντας φανερά την τιμή για τον τελικό προορισμό μας. Όταν όλα τελικά ρυθμίστηκαν, σκαρφαλώσαμε σ' ένα απ' αυτά τα απαρχαιωμένα αυτοκίνητα και ξεκινήσαμε χοροπηδώντας σ' ένα βρόμικο δρόμο.

Απότομα ο δρόμος έδειξε να τελειώνει καταμεσής στα ρυζοχώραφα, που τα έλουζε το φεγγαρόφωτο. Τα ψηλά φυτά του ρυζιού έκρυβαν το λασπερό έδαφος από κάτω, που απλωνόταν μυστηριώδικα αόρατο μέσα στο σκοτάδι.

«Αποδώ και πέρα πρέπει να περπατήσουμε», με πληροφόρησε ο Πρίτσα. «Το ταξί θα μας περιμένει για το γυρισμό. Νομίζω πως θα 'ταν πιο σωστό για σας να βγάλετε τα παπούτσια σας, τις κάλτσες και το παντελόνι σας. Θα χρειαστεί να περάσουμε από υγρές, λασπερές σανίδες, που γλιστρούν μέσα στο σκοτάδι. Μπορεί να πατήσετε μέσα στη λάσπη, εδώ κι εκεί, και θα 'ταν καλύτερο να μην καταστρέψετε τα ρούχα σας». Έκανα όπως μου πρότεινε και ξεκινήσαμε βαδίζοντας πάνω σε σανίδες - που εδώ κι εκεί προφυλάγονταν από 59


ένα μόνο πρόχειρα κατασκευασμένο κι αδύναμο παραπέτο και που έμοιαζαν να μην οδηγούν πουθενά. Δεν υπήρχε κανένα φως ή σπίτι ως εκεί που έφτανε το μάτι σου.

Ήταν σαν να περπατούσες μέσα σ' έναν τυφλό λαβύρινθο. Ο Πρίτσα πήγαινε μπροστά κι εγώ τον ακολουθούσα από πολύ κοντά, με το ένα χέρι στο παραπέτο και το άλλο στον ώμο του, όπως ακριβώς μου είχε συστήσει να κάνω.

Οι σανίδες δημιουργούσαν ζιγκ ζαγκ και κατευθύνονταν πότε στη μια πλευρά και πότε στην άλλη. Ένιωθα τη λάσπη να χώνεται γλιστερή ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών μου, και τις κορφές από τα φυτά του ρυζιού να τρίβονται στους αστραγάλους μου. Είχαμε προσελκύσει πάνω μας χιλιάδες έντομα. Δεν τολμούσα αλλά ούτε και μ' ένοιαζε να σταματήσω, έστω και για μια στιγμή. Φοβόμουν ν' αφήσω τον Πρίτσα ν' απομακρυνθεί, ή το παραπέτο με το άλλο χέρι μου, για να τα διώξω. Κι έτσι, τ' άφηνα να με τσιμπάνε και να μου ρουφούν το αίμα.

Μερικές φορές φτάναμε σε κάποια διασταύρωση, με σανίδες να τραβούν προς δυο κατευθύνσεις, αλλά ο Πρίτσα πάντα ήξερε, χωρίς δισταγμό, ποια διακλάδωση ν' ακολουθήσει.

Η πορεία ήταν πολύ πιο μεγάλη απ' όσο είχα φανταστεί. Τελικά, σαν να ξεφύτρωσε μέσα από το ρυζόκαμπο και κυριολεκτικά τριγυρισμένος απ' αυτόν, φάνηκε ένα συγκρότημα από μικρές ξύλινες καλύβες, σκορπισμένες γύρω σε κάτι που έμοιαζε με νησί.

Ο Πρίτσα φώναξε δυνατά: «Κανόκε!» 60


Μέσα σε μια στιγμή, ένας νεαρός, τυλιγμένος μόνο μ' ένα λευκό ύφασμα γύρω στη λεπτή του μέση, βγήκε από μια απ' αυτές τις καλύβες και στάθηκε για μια στιγμή με τη σιλουέτα του να διαγράφεται στο θαμπό φως της ανοιχτής πόρτας. «Κανόκε! Είμαι εγώ, ο Πρίτσα», φάνηκε να λέει ο φίλος μου.

Ο νεαρός, φανερά ενθουσιασμένος, πλησίασε μ' ανοιχτή την αγκαλιά του για να φυτέψει ένα φιλί στο στόμα του Πρίτσα. Ύστερα, ο Πρίτσα μας σύστησε. Εκείνος δε μιλούσε αγγλικά, αλλά ήμουν σίγουρος ότι με καλωσόριζε, γιατί με φίλησε θερμά στο στόμα κι εμένα, όπως είχε κάνει με το συγγενή του.

Μας οδήγησε μέσα στην καλύβα, που τη φώτιζε μια μοναδική λάμπα πετρελαίου. Το δωμάτιο ήταν άδειο, έξω από μερικά γεωργικά εργαλεία και κάποια τυλιγμένα στρωσίδια. Υπήρχαν δυο παράθυρα που ήταν κλειστά για τη νύχτα κι ένα στρώμα στο κέντρο του πατώματος, που πάνω του καθίσαμε, σχεδόν μέσα στο σκοτάδι.

Οι δυο άντρες άρχισαν αμέσως να μιλούν γρήγορα. Υπήρχε μεγάλη ζεστασιά και ζωηρότητα στην κουβέντα τους. Τελικά, φαίνεται ότι ο Κανόκε κατάλαβε ότι ήμουν αποκλεισμένος από την κουβέντα τους κι άπλωσε και πήρε το χέρι μου ζεστά, μέσα στο δικό του. Ένιωσα το χέρι του σκληρό και δυνατό.

«Λυπάται που δεν μπορεί να σας μιλήσει», μετάφρασε ο Πρίτσα. «Θέλει να ξυπνήσει την οικογένειά του για να 61


τους γνωρίσετε όλους, αλλά δε θα τον αφήσω. Εργάζονται πολύ σκληρά όλη την ημέρα και θα είναι πολύ κουρασμένοι». Ο Κανόκε σηκώθηκε και τράβηξε κατά την πόρτα. Πήρε τη λάμπα μαζί του και μας έκανε νόημα να τον ακολουθήσουμε.

«Επιμένει να τους δείτε, τουλάχιστον», είπε ο Πρίτσα. «Είναι πολύ περήφανος για την οικογένειά του».

Προχωρήσαμε μέσα στη νύχτα που τώρα έμοιαζε πιο φωτεινή. Τα χωράφια του ρυζιού που μας περιτριγύριζαν ήταν απέραντα και σιωπηλά και μόνο το αντιφέγγισμα στον ουρανό από την απόμακρη πόλη μού θύμιζε ότι ανήκαμε ακόμη σ' αυτό τον αιώνα.

Ο Κανόκε προχώρησε κατευθείαν σε μια μικρή καλύβα κι άνοιξε την πόρτα. Με τη λάμπα φώτισε τα πρόσωπα και τα χαλαρωμένα, κοιμισμένα σώματα πολλών παιδιών. Κανένα τους δεν κουνήθηκε. Οι εκφράσεις τους ήταν απαλές, γαληνεμένες. Σ' ένα άλλο δωμάτιο, λίγο πιο πέρα αποκεί, κοιμόνταν δυο μεγαλύτερα αγόρια, που θα τα 'κανες γύρω στα δέκα τους χρόνια. Οι γυμνοί ώμοι και τα στήθη τους ήταν δυνατά, σκούρα, σφιχτοδεμένα. Ένα από τα αγόρια ανακάθισε ανάλαφρα και μίλησε, αλλά με τη διαβεβαίωση της απάντησης του πατέρα του ξάπλωσε πάλι κι έδειξε ν' αποκοιμιέται την ίδια στιγμή. Ο Κανόκε κοίταξε περήφανα κατά τη μεριά μου και χαμογέλασε. 62


Τελικά, γνωρίσαμε τη γυναίκα του. Έμοιαζε κι αυτή σαν ένα από τα παιδιά της, νεαρή και ντροπαλή. Φορούσε μια χαλαρωμένη ολόσωμη ρόμπα, μα τα πόδια κι οι αστράγαλοι της ήταν γυμνοί. Βιάστηκε ν' ανασηκωθεί αμέσως κι άρχισε να ετοιμάζει τσάι, με γρήγορες, σίγουρες κινήσεις.

Για πολλή ώρα καθόμασταν έξω, μέσα στο φιλικό τώρα σκοτάδι, πίνοντας το ζεστό τσάι και τρώγοντας μικρές πίτες από ρύζι. Ο Πρίτσα κι ο Κανόκε μιλούσαν σε χαμηλούς τόνους.

Όταν ήρθε πια η ώρα να φύγουμε, ο Κανόκε επέμενε να μας συνοδέψει σ' όλο το μακρύ δρόμο πάνω στις σανίδες, ως εκεί που μας περίμενε το ταξί. Ο Πρίτσα με καθοδηγούσε κι ο Κανόκε με στήριζε. Ήμουν πραγματικά καλά προφυλαγμένος απ' το καθετί, εκτός από τα έντομα που χόρτασαν γερά την πείνα τους, τσιμπολογώντας το ασυνήθιστο στη γύμνια δέρμα μου.

Όταν φτάσαμε στο χωματόδρομο, ο Κανόκε μας οδήγησε σ' ένα σημείο όπου μπορέσαμε να ξεπλύνουμε τη λάσπη από τα πόδια μας, που είχαν λερωθεί ως πάνω ψηλά. Ο οδηγός του ταξί, που είχε αποκοιμηθεί πάνω στο τιμόνι, έδειξε λίγο απογοητευμένος κι ενοχλημένος που είχαμε γυρίσει τόσο σύντομα.

Ο Κανόκε μας φίλησε και τους δυο με μεγάλη τρυφερότητα. Με κοίταξε βαθιά στα μάτια, χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι του από τη μια πλευρά στην άλλη, όλο έγκριση, κι ύστερα, σαν από παρόρμηση, με ξαναφίλησε. 63


Αφήσαμε τον Κανόκε μέσα στο απαλό σκοτάδι του παράξενου κόσμου του και ξεκινήσαμε για την πόλη.

«Είναι ένας θαυμάσιος άνθρωπος. Σας συμπάθησε πάρα πολύ», είπε ο Πρίτσα. «Αισθάνθηκε ότι νιώσατε άνετα στο σπιτικό του. Είσαστε ο πρώτος Δυτικός που γνώρισε ποτέ. Του κάνατε μεγάλη τιμή».

Μεμιάς σκέφτηκα τον Μακ, το θορυβώδη, τον αναίσθητο, το σκληρό. Τι θλιβερό που δε θα γνωρίσει ποτέ το φιλί του Κανόκε!

64


5 ΚΑΜΠΟΤΖΗ Θ' ανακαλύψουμε τα πιο μεγάλα πλούτη, εκεί όπου ανακαλύπτουμε τη χαρά της ζωής· από τη στιγμή που υπηρετούμε το Θεό και τους εαυτούς μας καλύτερα με τη χαρά, αυτή η χαρά θα πρέπει να είναι ο μόνος λογικός σκοπός στη ζωή.

Οτέλ ντε λα Πε Η Πνομ-Πενχ είναι η ασιατική πόλη του Σμαραγδένιου Βούδα, με μια γαλλική πινελιά, που ήταν η αποικιοκρατική της χώρα. Μεγάλοι, όλο χάρη ναοί υψώνονται στον ορίζοντα· αγορές που μυρίζουν μπαχαρικά κι όπου πουλιούνται τα πάντα, από φτηνές εικόνες του Βούδα ως το «Σανέλ No 5» και ξυραφάκια μπλε Ζιλέτ· μελαψόχρωμοι ντόπιοι που κυκλοφορούν με γρήγορα ποδήλατα μέσα στους πηγμένους, βρόμικους δρόμους· κι εκεί κοντά ο μεγάλος ποταμός να διασχίζει ορμητικά την πόλη, σφύζοντας από δραστηριότητα· όλα αυτά είναι Πνομ-Πενχ.

Είναι μια μέρα γεμάτη ταξίδι με το λεωφορείο από την Πνομ-Πενχ στο Σιεμ Ρέαπ. Τα ντόπια λεωφορεία είναι ανοιχτά στα στοιχεία της φύσης, έχουν ξύλινα καθίσματα, σταματούν την οποιαδήποτε στιγμή για τον καθένα και το καθετί κι είναι, παρ' όλ' αυτά, αρκετά εξυπηρετικά. Αφήσαμε την Πνομ-Πενχ με την αυγή, όταν ήταν ακόμη 65


δροσερά. Είχα φτιάξει ένα πακέτο για μεσημεριανό φαγητό με γαλλικό ψωμί, τυρί και φρέσκα φρούτα, μια που είχα μάθει ότι στη διάρκεια του ταξιδιού δε θα συναντούσαμε μαγαζιά με τρόφιμα κι ούτε υπήρχε πρόγραμμα που να πληροφορεί τον ταξιδιώτη πότε το ταξίδι θα τέλειωνε. Όταν ζήτησα χρονοδιαγράμματα, οι ερωτήσεις μου πήραν σαν απάντηση παραξενεμένα βλέμματα, γελάκια και μουγκρητά και «Εγκώ ντεν ξέρει τι είναι κρονοντιαγκράμματα!» Τα χαράματα, καθώς φεύγαμε, οι δρόμοι μόλις που είχαν αρχίσει να παίρνουν ζωή. Τα ποδήλατα έστεκαν νωχελικά· σκουπιδιάρηδες, που προσπαθούσαν αδιάκοπα να κρατήσουν την πόλη καθαρή, έσερναν τις σκούπες τους πάνω στους βρόμικους δρόμους, με κουρασμένους, σταθερούς ρυθμούς, σαν να ήξεραν ότι αυτό που κάνουν είναι μάταιο· μαγαζάτορες, νυσταγμένα, άνοιγαν τα ρολά στις βιτρίνες.

Το λεωφορείο πέρασε μέσα από αυτές τις τελετουργίες του πρωινού με γρήγορη αδιαφορία κι άφησε πίσω του την πόλη. Σχεδόν αμέσως βυθιστήκαμε στη ζούγκλα, που ήταν τριγύρω μας σ' όλο το ταξίδι, σπάζοντας μόνο για μια στιγμή από κάποιο χωριό, κάποιο ρυάκι ή ένα ποτάμι.

Τα καθίσματα στο λεωφορείο ήταν όλα κατειλημμένα, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι δεν υπήρχαν όρθιοι, ή άλλοι που κρέμονταν απ' έξω. Τα μπαγκάζια ήταν δεμένα ψηλά στην οροφή, σαν μια πολύχρωμη πυραμίδα με παράξενα σχήματα. Κάθισα πλάι στο μοναδικό άλλο άτομο μέσα στο λεωφορείο που δεν ήταν ντόπιος. Ήταν μια κοντή, σοβαρά ντυμένη και κομψά χτενισμένη γυναίκα. Το πρό66


σωπό της ήταν μικρό, με ντελικάτα χαρακτηριστικά, εκτός από τα χείλη της που ήταν γεμάτα και καλογραμμένα. Φορούσε μια φούστα και μπλούζα, και τα δυο σε γκρίζο χρώμα, καλοσιδερωμένα και καθαρά. Φανερά δεν ήταν καμιά τουρίστρια, που συνήθως αναγνωρίζονται από τα προχειροπλυμένα και το ίδιο βιαστικά σιδερωμένα ρούχα τους και την όλο ένταση και σχεδόν παθητικά χαμένη ποιότητα της έκφρασής τους.

Της συστήθηκα, λέγοντας: «Μήπως θα θέλατε να καθίσετε πλάι στο παράθυρο;»

Εκείνη μ' ευχαρίστησε. «Όχι, την έχω κάνει αυτή τη διαδρομή πολλές φορές. Είναι βέβαια πολύ όμορφο το ταξίδι, αλλά είμαι σίγουρη ότι θ' απολαύσετε το παράθυρο περισσότερο από μένα. Ονομάζομαι κυρία Κλοτ και μένω στο Σιεμ Ρέαπ».

Εξήγησα, στη διάρκεια της διαδρομής, ότι είχα μάθει πως υπήρχαν δυο πολυτελή ξενοδοχεία στο Σιεμ Ρέαπ, και τα δυο πολύ καλά, αλλά πολύ ακριβά και πέρα από τις οικονομικές μου δυνατότητες. Είχα ακούσει ακόμη για ένα τρίτο ξενοδοχείο, που ήταν πολύ φτηνότερο μα αρκετά καλό.

Εκείνη ήξερε το ξενοδοχείο που της έλεγα, το Οτέλ ντε λα Πε. Ναι, βρισκόταν μέσα στην ίδια την πόλη, κάπως μακριά από τα ερείπια του Ανγκόρ, που, όπως είπε, νόμιζε ότι θα ήθελα να δω. «Για τι άλλο, στο κάτω-κάτω, πάει κανένας στο Σιεμ Ρέαπ;» πρόσθεσε και χαμογέλασε. «Μ' εκπλήσσει που χάσατε τον καιρό σας στην Πνομ-Πενχ. Για το Δυτικό κόσμο, εκτός από μερικούς από μας που 67


έχουμε ζήσει εδώ για πολλά χρόνια και την αγαπούμε, η Καμπότζη είναι απλά μια τεράστια ζούγκλα με απολίτιστους ανθρώπους, όπου δεν υπάρχει τίποτα να δει κανένας, εκτός από τα ογκώδη ερείπια του αρχαίου Ανγκόρ».

Κουβεντιάσαμε για λίγη ώρα. Στενοχωρήθηκα λίγο όταν έμαθα ότι αυτή κι ο άντρας της ήταν οι ιδιοκτήτες του πιο ακριβού και του πιο οργανωμένου ξενοδοχείου της πόλης. Αλλά εκείνη δεν έδειξε καθόλου ενοχλημένη, μάλλον σαν να διασκέδαζε από όλα αυτά που είπα για τα ακριβά ξενοδοχεία και για το σχόλιό μου, «Πληρώνεις πάντα για την ποιότητα, ακόμη και στη ζούγκλα».

Κι εκείνη, επίσης, είχε φέρει φαγητό· κι έτσι, συνδυάζοντας και τα δυο γεύματά μας, το γλεντήσαμε καλά. Εκείνη πρόσφερε μια μποτίλια κρασί, κάτι πολύ αναγκαίο καθώς η ζέστη με το πέρασμα της μέρας μεγάλωνε. Το κρασί, το φαγητό, η ζέστη και το ταρακούνημα του λεωφορείου, μας έφερε ένα μεσημεριανό υπνάκο. Όταν ξυπνήσαμε, μπαίναμε στο Σιεμ Ρέαπ. Έδειχνε πιο πολύχρωμο, λιγότερο κατοικημένο και λιγότερο βρόμικο από την ΠνομΠενχ.

Η κυρία μού εξήγησε πώς θα πάω στο ξενοδοχείο μου, που βρισκόταν κάπου διακόσια μέτρα από το σταθμό των λεωφορείων, και την είδα να μπαίνει σ' ένα μεγάλο αυτοκίνητο, με τον οδηγό του, που την περίμενε, κι ύστερα να χάνεται μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης.

Μόνος, στριμώχτηκα αμέσως από ένα πλήθος οδηγούς ποδηλάτων. Όλοι τους φορούσαν κοντά παντελόνια όλων των χρωμάτων, συνήθως πολύ φαρδιά για να κρατηθούν 68


πάνω στις αδυνατισμένες κοιλιές τους και τις στενές λεκάνες τους, έτσι που θα 'λεγες ότι από στιγμή σε στιγμή θα 'πεφταν καταγής.

«Εγώ να σας πάω στα ερείπια», φώναζαν όλοι μαζί σε τέλεια αγγλικά. «Ελάτε μαζί μου»

«Θα σας πάω φτηνά».

«Θα γίνω ο οδηγός σας».

«Πηγαίνω στο Οτέλ ντε λα Πε», είπα εγώ.

Όλοι έδειξαν μπερδεμένοι. Φανερά η φράση αυτή δεν ανήκε στην περιοχή των γνώσεών τους, ήταν έξω από τον καθημερινό διάλογο που ήξεραν. Κοίταξαν για λίγο ο ένας τον άλλο, κι ύστερα ακολούθησε βαθιά σιωπή.

Το Οτέλ ντε λα Πε ήταν ένα μάλλον μικρό, σαν κουτί, διώροφο γύψινο οικοδόμημα. Στο κάτω πάτωμα λειτουργούσε ένα μεγάλο εστιατόριο κι απ' έξω ήταν μια καφετέρια με τέσσερα τραπεζάκια όλα κι όλα, στο πεζοδρόμιο. Η επιγραφή στον τοίχο ήταν σπασμένη και διάβαζες μόνο «Οτ.,.ντε...».

«Ναι», είπε ο ιδιοκτήτης, που μιλούσε μόνο γαλλικά, «έχουμε δωμάτια».

Με οδήγησαν από τις σκάλες σ' ένα στενό διάδρομο. Το δωμάτιό μου ήταν στην άκρη, με παράθυρα κι από τις 69


δυο πλευρές. Το ένα, από την πίσω μεριά του ξενοδοχείου, έβλεπε στην αυλή μιας πολύ μεγάλης, πολύ φασαριόζικης ντόπιας οικογένειας, μαζί με τα πουλερικά τους, την αγελάδα, τα γουρούνια, τα «μηχανάκια» και τα παιδιά τους. Το άλλο παράθυρο είχε θέα σ' ένα βαλτωμένο χωράφι που έσβηνε στην πυκνή ζούγκλα, κι έτσι κι από τούτη τη μεριά οι θόρυβοι από τα ζώα εναρμονίζονταν μ' αυτούς της αυλής.

Στο δωμάτιο ήταν ένα μικρό, μονό κρεβάτι, με μια σκισμένη κουνουπιέρα που κρεμόταν χαλαρά πάνω του, μια ντουλάπα κι ένα τραπεζάκι. Η τουαλέτα είχε ένα νιπτήρα, μια ντουσιέρα και μια λεκάνη, τόσο στριμωγμένα το 'να πλάι στ' άλλο, ώστε μπορούσες να εκτελέσεις όλες τις λειτουργίες με μια μόνο κίνηση του σώματος.

«Πολύ ωραία δεν είναι;» είπε ο ιδιοκτήτης αστράφτοντας από περηφάνια.

Έκλεισα το δωμάτιο, μαζί με δυο γεύματα, για ενάμισι δολάριο την ημέρα. Πολύ καλή τιμή, σκέφτηκα.

Αλλά μετά την πρώτη μου νύχτα εκεί, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος. Η ντόπια οικογένεια, από κάτω, έμοιαζε να έχει μόνιμο οργιώδες γλέντι, μ' ένα ηλεκτρονικό μηχάνημα να στριγγλίζει όλη τη νύχτα, προφανώς όχι μόνο διασκεδάζοντας τους πολλούς καλεσμένους τους, αλλά ενθουσιάζοντας και τα ζώα, που απαντούσαν με το δικό τους τρόπο. Οι γυναίκες γελούσαν, τα παιδιά φώναζαν, οι άντρες μάλωναν μεταξύ τους. Όλοι μιλούσαν, λες κι όλοι ήταν κουφοί. 70


Τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα και μέσα στο ίδιο το ξενοδοχείο.

Η κάτω αίθουσα έμοιαζε σαν την οδό ντε λα Πε, απ' όπου και το ξενοδοχείο είχε πάρει το όνομά του. Το ίδιο γινόταν και στους διαδρόμους. Οι πόρτες άνοιγαν με τριξίματα και έκλειναν με πάταγο. Άντρες μιλούσαν βαριά, γυναίκες γελούσαν τσιριχτά και στρίγγλιζαν από χαρά. Ποδοβολητά, αντικείμενα έπεφταν και παράθυρα άνοιγαν με φασαρία. Σε κάποια στιγμή ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα μου.

«Ποιος είναι;» ρώτησα θυμωμένα.

Το χτύπημα επαναλήφθηκε. Σηκώθηκα, έβαλα ένα πουκάμισο πάνω στην ιδρωμένη γύμνια μου κι άνοιξα την πόρτα. Ένα πολύ νεαρό κορίτσι, όχι πάνω από δεκαπέντε χρονών, μπήκε βιαστικά στο δωμάτιο. Τα «σπασμένα» γαλλικά της ήταν ακατανόητα, αλλά ο σκοπός της φανερός.

Ύστερα από πολλές κουβέντες, που εκείνη δεν έδειχνε να τις καταλαβαίνει, αναγκάστηκα να τη βγάλω σηκωτή από το δωμάτιο, βλαστημώντας τον εαυτό μου επειδή είχα πέσει σ' αυτή την προαιώνια παγίδα που ήξεραν τόσο καλά να στήνουν οι ασιάτισσες πόρνες. Όταν τελικά αποκοιμήθηκα, είχε σχεδόν ξημερώσει.

Ο ήλιος ήταν κιόλας αφόρητα ζεστός όταν σηκώθηκα και το φως ξεχυνόταν μέσα από τα δίχως κουρτίνες παράθυρα. Αγωνίστηκα με την πρωινή μου τουαλέτα, και το κρύο 71


νερό μου 'κανε καλό πάνω στο κουρασμένο, καταπονημένο από τα τσιμπήματα των εντόμων κορμί μου. Τελικά, κατάφερα να κατεβώ κάτω για το πρόγευμα.

Ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου ήταν πολύ απασχολημένος να γεμίζει με πράγματα ένα πανάρχαιο ψυγείο. «Καλημέρα», είπε. «Λοιπόν;»

Ανάφερα ότι σίγουρα υπήρχαν πολλοί θόρυβοι σ' όλη τη διάρκεια της νύχτας. «Ναι», χαμογέλασε. «Αυτό είναι υπέροχο!»

Ύστερα μου 'δωσε οδηγίες για το πώς θα πάω στα ερείπια. Με συμβούλεψε να παζαρέψω με τους ποδηλάτες και τα μοτοποδήλατα, και φαίνεται πως με όχι παραπάνω από δυο δολάρια θα μπορούσα να νοικιάσω ένα για όλη την ημέρα. Θα με πήγαιναν σε μια προγραμματισμένη περιοδεία που συμπεριλάβαινε το «Μεγάλο Κύκλο», το «Ανγκόρ Βατ» και κάποια από τα βασικά αξιοθέατα και το «Μικρό Κύκλο», που ήταν μερικά από τα πιο απομακρυσμένα ερείπια. Όλα αυτά, πίστευε ο διευθυντής του ξενοδοχείου, θα μπορούσα να τα δω μέσα σε δυο ημέρες· αν ήθελα πραγματικά να τα δω και να τα νιώσω, θα μου χρειάζονταν πέντε ημέρες· ενώ αν ήθελα να τα δω, να τα νιώσω και να τα καταλάβω, θα μου χρειαζόταν μια ζωή.

Βγήκε έξω και μου νοίκιασε ένα μοτοποδήλατο. Ο οδηγός ήταν ένα κοκαλιάρικο αγόρι, που το μισόγυμνο κορμί του λες και το είχε στεγνώσει ο ήλιος. Το κεφάλι του έμοιαζε πολύ μεγάλο για το λεπτό του κορμί, αλλά είχε ένα ευχά72


ριστο πρόσωπο, απαλό κι ειρηνικό. Μου άρεσε. Ήξερε μόνο λίγες αγγλικές λέξεις κι ακόμη πιο λίγες γαλλικές, αλλά ένιωθα σίγουρος ότι θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί μου πολύ καλά, εξαιτίας της κοινής μας σχέσης με τα ερείπια του Ανγκόρ. Το όνομά του έμοιαζε ν' ακούγεται σαν Νόκε. Μετά το πρόγευμα από καλό καφέ με γάλα και φρέσκο γαλλικό ψωμί, σωριάστηκα στο καλαθάκι του μοτοποδήλατου. Ξεκινήσαμε με πολλή φασαρία και τραντάγματα μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης, με τον Νόκε να χαμογελά μπροστά μου. Ήταν ένα θαυμάσιο πρωινό. Ο ουρανός ήταν καθαρός και βαθυγάλαζος. Η ζούγκλα έμοιαζε πλούσια και πυκνή, σαν μια χώρα φαντασίας.

Ο Νόκε μου έδειξε ένα από τα πιο σύγχρονα ξενοδοχεία. Ήταν λευκό, ψηλό, καλοδιατηρημένο. Οι κήποι του ήταν όμορφοι και γεμάτοι πολύχρωμα τροπικά λουλούδια. Καλοντυμένοι τουρίστες με φωτογραφικές μηχανές κάθονταν γύρω στη βεράντα διαβάζοντας, μιλώντας ή, απλά, κοιτάζοντας την πλατιά, ανοιχτή θέα γύρω από το ξενοδοχείο.

«Πολλά φράγκα», είπε ο Νόκε καθώς περνούσαμε αποκεί. Αυτοκίνητα περίμεναν μπροστά στο ξενοδοχείο για να μεταφέρουν τους πελάτες στα ερείπια, μέσα σε μια δροσερή άνεση. «Γιατί δε μένεις εδώ;»

«Όχι, φράγκα», απάντησα. Εκείνος γέλασε. «Κι εγώ το ίδιο», μου είπε στα γαλλικά. 73


Τραβήξαμε μέσα στη σκόνη, πάνω στο στενό κύριο δρόμο, που δεξιά κι αριστερά του ευθυγραμμίζονταν τέλεια γιγάντια δέντρα και θάμνοι, που γύρω τους βούιζαν σμάρια τα έντομα. Στο τέλος του δρόμου, λουσμένοι στον καυτό ήλιο του πρωινού που κιόλας μέσιαζε, βρισκόταν η μεγάλη πλαϊνή πύλη του Ανγκόρ Βατ. Ένα πλατύ κλιμακοστάσιο ξεχυνόταν προς τα κάτω, ως μια τεράστια τάφρο, με χορτάρι, λουλούδια και πάλι άπειρα έντομα. Τα τείχη εκτείνονταν ατέλειωτα σχεδόν κι από τις δυο πλευρές. Πύργοι, σκάλες και μονοπάτια δημιουργούσαν όμορφα σχέδια μέσα στη γραμμή του ουρανού, προσφέροντας σταθερή υποστήριξη στα αγιοκλήματα και στους αναρριχώμενους θάμνους, που σκαρφάλωναν πεινασμένα. Η κύρια είσοδος ήταν τεράστια κι οδηγούσε στον απέραντο κεντρικό βωμό, μέσα από πολλούς τοίχους, υπέροχες πύλες και τη μια αυλή πίσω από την άλλη. Σ' όλο το μάκρος του δρόμου με τις πέτρινες πλάκες ήταν σχεδιασμένα τα ιερά φίδια νάγκα, φυλάγοντας απειλητικά το βωμό - που τον αποτελούσαν μια κεντρική ομάδα από αίθουσες και πυργίσκους όμορφης συμμετρίας και γιγάντιου μεγέθους.

Μέσα στον ήλιο του απομεσήμερου το Ανγκόρ Βατ γίνεται πορτοκαλένιο και μοιάζει σαν ένα κόσμημα κρυμμένο προσεχτικά μέσα στον περίγυρο της άγριας ζούγκλας. Ανενόχλητα, μπορείς να καθίσεις για ώρες σε κάποιο από τους κεντρικούς πύργους, ψηλά πάνω από το σύμπλεγμα των κτισμάτων, και να κοιτάζεις μια πόλη, που, αν και χτίστηκε το 12ο αιώνα, άρχισε να την κατατρώγει η ζούγκλα, αργά και πεινασμένα, μόλις έναν αιώνα πριν. Εδώ η Αυτοκρατορία των Κμερ άνθισε επί 600 χρόνια, πλούσια 74


και γοητευτική, δημιουργώντας καλλιτεχνικά κι αρχιτεκτονικά αριστουργήματα, με ορδές από σκλάβους. Τεράστια αρδευτικά συστήματα κατασκευάστηκαν, μεγάλες πόλεις ασύγκριτης ομορφιάς άνθισαν μέσα στη σκιά των εκπληκτικά όμορφων και πανίσχυρων ναών, που προστατεύονταν από το φίδι νάγκα με τα εφτά κεφάλια. Μετά, ξαφνικά κι ανεξήγητα, όλα άρχισαν να τ' αδράχνουν τα πεινασμένα δάχτυλα της ζούγκλας· κι όλ' αυτά κρύφτηκαν, εξαφανίστηκαν.

Το Ανγκόρ Βατ είναι μόνο ένα από τα εκατοντάδες μνημεία και ναούς που κάλυπταν μια περιοχή από εξακόσια τετραγωνικά χιλιόμετρα. Φοβερό, μεγαλόπρεπο, περιφρονώντας το χρόνο και τη ζούγκλα, παραμένει ακόμη σχεδόν ανέπαφο και προσφέρει στο σύγχρονο άνθρωπο μια δυνατότητα να φανταστεί έναν πολιτισμό που εξαφανίστηκε και να διεισδύσει κάπως στο μυστήριό του.

Οι ορδές των τουριστών είναι απελπιστικές: παραπονιούνται για τη ζέστη, για τα ατέλειωτα σκαλοπάτια και για την απεραντοσύνη της πόλης· ορμούν μέσα σ' αυτό το φανταστικό σκηνικό, όλο βιασύνη να το καλύψουν μέσα σ' ένα δρομολόγιο μιας ή δυο το πολύ ημερών. Ωστόσο, ο χρόνος δεν τους επιτρέπει να μείνουν πάρα πολύ σε κανένα μέρος και γρήγορα η φασαρία και η ενοχλητική βιασύνη τους, που ταράζουν τη γαλήνη με τα πήγαιν' έλα τους, σ' αφήνουν ήσυχο να συνεχίσεις το ταξίδι σου μέσα στη σιωπή. Ιερείς με μακριές ρόμπες από γειτονικούς βουδιστικούς ναούς περιπλανιούνται ήσυχα, μόνοι ή σε μικρές ομάδες, μέσα στους ναούς, και κοιτάζουν αυτή την ομορφιά του 75


περασμένου πολιτισμού τους, πριν ξαναγυρίσουν στην απλότητα των τωρινών μικροσκοπικών ξύλινων ναών τους, που είναι νάνοι κι ασήμαντοι σε σύγκριση μ' αυτά τα αρχαία οικοδομήματα.

Το ξενοδοχείο της κυρίας που γνώρισα στο λεωφορείο βρισκόταν αμέσως απέναντι στο δρόμο, από το Ανγκόρ Βατ. Πήγα ως εκεί, την αναζήτησα και μου είπαν ότι βρισκόταν στην κουζίνα, επιβλέποντας την προετοιμασία του μεσημεριανού φαγητού. Όταν με είδε, με χαιρέτησε σαν παλιό φίλο. «Πώς σας φάνηκε το ξενοδοχείο σας;» ρώτησε. «Ε, καλά», απάντησα. «Είναι πολύ λίγο "Πε" 1, αλλά νομίζω ότι όλα θα πάνε καλά». Εκείνη γέλασε. «Είσαστε γενναίος».

Μιλήσαμε για μερικά λεπτά ακόμη, μέσα από διάφορες διακοπές. Το προσωπικό της ήξερε τόσο την ντόπια γλώσσα, όσο και γαλλικά. «Κυρία, η κυρία Τσαρλς στο δωμάτιο 18 λέει ότι το αιρκοντίσιον κάνει πάρα πολύ θόρυβο». «Ο κύριος και η κυρία Σμιθ θέλουν να ξέρουν αν κανονίσατε για το αυτοκίνητο που θα τους πάει αύριο στο 1

Στα γαλλικά, «Οτέλ ντε λα Πε» σημαίνει «Ξενοδοχείο η Γαλήνη» (Σ.τ.Μ.).

76


Μπαντέι Σερέι».

«Δεν έχουμε αρκετό καφέ για το μεσημεριανό φαγητό και για το δείπνο. Χρειαζόμαστε περισσότερο».

«Να βγάλω έξω τον ελέφαντα το απόγευμα; Τα παιδιά του αντρόγυνου στο δωμάτιο 16 θέλουν να τον καβαλικέψουν και να βγάλουν φωτογραφίες». «Η δεσποινίς Μπάρσι λέει ότι τα τριζόνια κάνουν πολλή φασαρία».

«Πρέπει να φύγω», είπε η κυρία τελικά. «Ελάτε για το δείπνο εδώ απόψε. Θα 'θελα να γνωρίσετε τον άντρα μου και μερικούς φίλους. Κατά τις εννιά, έτσι; Ω, ναι, και πρέπει να επισκεφθείτε το Μπαντέι Σερέι. Έχω ένα μεγάλο "στέισον-βάγκον" που θα πάει εκεί τους πελάτες μου. Είναι πολύ μακριά για να πάτε με μοτοποδήλατο. Αν υπάρχει κάποια κενή θέση θα σας την κρατήσω».

Περίμενα εκείνη την ημέρα να δω το ναό να μεταλλάζει σ' ένα κιτρινο-πορτοκαλο-κόκκινο χρώμα, κάτω από το φως του ήλιου που έγερνε κατά τη δύση. Περιπλανιόμουν μέσα στις βαθιές, βαριές, αρχαίες αίθουσες και μετά πήρα ένα μικρό μονοπάτι που οδηγούσε στο απλό βουδιστικό μοναστήρι, κολλητό στα ερείπια. Νόμισα ότι άκουσα ήχο από φωνές και γέλια και, παρόλο που τα ερείπια έδειχναν έρημα, ακολούθησα τον ήχο ανεβαίνοντας ένα φαρδύ πέτρινο κλιμακοστάσιο, ως την κορυφή ενός τείχους, κατά μήκος της τάφρου, που χώριζε τα ερείπια από τους γύρω δρόμους και τη ζούγκλα. Τα γέλια κι οι φωνές έγιναν πιο δυνατά. Είκοσι ή τριάντα νεαροί καλόγεροι, με ξυρισμένα 77


κεφάλια, γυμνά πανωκόρμια στο χρώμα των αρχαίων τειχών, γυαλιστερές επιδερμίδες μέσα στο πορτοκαλί φως, ήταν ξαπλωμένοι στο ψηλό γρασίδι, τσαλαβουτώντας στο λασπερό νερό της τάφρου, τρέχοντας πάνωκάτω στα κλιμακοστάσια, μ' ευτυχισμένα, αγορίστικα γέλια και κάνοντας βουτιές στο νερό, πηδώντας από τις ψηλές πέτρες, τις σαρακοφαγωμένες από το χρόνο.

Χωρίς να με βλέπουν, τους κοίταζα για λίγη ώρα. Δεν ήθελα να ταράξω τον αυθορμητισμό τους ή να καταργήσω τη χαρά τους. Άκουγα ακόμη τα γέλια τους όταν ξαναμπήκα στο ναό και ξεκίνησα να γυρίσω πίσω, στο μοτοποδήλατο, που ο Νόκε το είχε παρκαρισμένο κάτω από ένα δέντρο.

Ξαναγυρίζοντας στο ξενοδοχείο μου, άλλαξα για το δείπνο. Όταν εξήγησα στο διευθυντή ότι θα έτρωγα το βράδυ στο Ξενοδοχείο του Ναού, εκείνος έδειξε μάλλον απογοητευμένος. «Έχουμε πολύ καλύτερο φαγητό εδώ απ' αυτό που μαγειρεύουν εκεί πέρα», είπε. «Ξεπλένουν κάθε νοστιμιά από το φαγητό και τα μαγειρεύουν όλα μέχρι που να λιώσουν, για να ευχαριστήσουν τους τουρίστες που δεν τρώνε τίποτε αν δεν είναι λάσπη. Θα δείτε». Έδειχνε ειλικρινά πληγωμένος. «Σίγουρα θα φάω εδώ αύριο», τον βεβαίωσα. «Θα φτιάξω κάτι ειδικά για σας», μου είπε.

Το δείπνο στο ξενοδοχείο της κυρίας ήταν εξαίρετο. Είχα τόσο καιρό που έτρωγα ψωμί και τυρί, ώστε η φρέσκια σαλάτα με λάδι και με ξίδι, η ζεστή σούπα, το κοτόπουλο 78


με τις πατάτες και τα φρέσκα χορταρικά, μαζί μ' ένα πραγματικό παγωτό, ήταν μια χαρά για μένα. Η συζήτηση πάλι ήταν γοητευτική. Είχα αποκαλύψει την έντονη επιθυμία μου να γνωρίσω τον Καμποτζιανό λαό. Κι οι σύντροφοί μου στο τραπέζι συμφώνησαν ότι οι άνθρωποι στην Καμπότζη άξιζαν τον κόπο να τους γνωρίσει κανένας, γιατί ήταν θερμοί και μ' έναν απλό, αλλά με βαθύτητα, τρόπο ζωής.

Κάποιος από τους κυρίους της συντροφιάς με ρώτησε αν ενδιαφερόμουν να γνωρίσω ένα φίλο του που ζούσε στη λίμνη. «Οι άνθρωποι της λίμνης κρύβουν το αληθινό νόημα του Καμποτζιανού, γιατί στην πραγματικότητα έχουν μείνει άθικτοι, τόσο από την αποικιοκρατία όσο κι από τον τουρισμό».

Έδειξα ενθουσιασμένος. Έτσι κανόνισαν να μου βρουν ένα μοτοποδήλατο για να με πάει στη λίμνη και μου έδωσαν μια επιστολή γι' αυτό το φίλο που μιλούσε άνετα τ' αγγλικά.

Τις επόμενες λίγες μέρες τις πέρασα με τον Νόκε, χαζεύοντας πότε το ένα σπουδαίο θαύμα και πότε το άλλο. Το μαγευτικό Τα Προχμ, το μυστήριο της Μπαγιόν, τη μεγαλοπρέπεια πάνω από τις Ταράτσες του Λεπρού Βασιλιά και των Ελεφάντων - με τις τεράστιες βεράντες και στοές, που πάνω τους ορθώνονταν διακόσιες κολοσσιαίες πέτρινες μορφές θεών - σειρήνων, που χαμογελαστοί και γαληνεμένοι απολάμβαναν έναν ανθηρό πολιτισμό που τον κατάπιε η ζούγκλα, ή έμεναν παραξενεμένοι από τα βλέμματα των τουριστών. 79


Έκανα και το μακρινό ταξίδι ως το Μπαντέι Σερέι, το ροζ ναό που μέχρι το 1914 ήταν χαμένος για το βλέμμα του ανθρώπου. Πήγα ακόμη κι ως τους ναούς του Μπενγκ Μιαλέα, του Φέαχ Καν και του Κοχ Κερ.

Το κάθε ταξίδι ήταν γεμάτο θαύματα. Ο Νόκε έδειχνε περήφανος, λες κι ο κάθε ναός ανήκε σ' αυτόν προσωπικά. Τον άφηνα ελεύθερο να μου δείχνει, να μου αποκαλύπτει, να κατηγορεί ή και να συκοφαντεί, αν ήθελε. Με μια αληθινή φλέβα ανθρώπου που ξέρει να οραματοποιεί τα πάντα, ακολουθούσε τους πιο παράξενους δρόμους, μέσα από την άγρια πυκνή ζούγκλα, σταματώντας εδώ κι εκεί για να μου αποκαλύψει μια περιοχή όπου δεν είχαν γίνει ακόμη ανασκαφές και που γι' αυτήν ένιωθε σίγουρος ότι ήταν γεμάτη θαυμαστά πράγματα, ακόμη πιο φανταστικά κι απ' αυτά που είχαμε δει ως τότε. Ύστερα από μια βδομάδα ξεκίνησα μ' ένα δανεικό μοτοποδήλατο, κατά μήκος του ποταμού, από το Σιεμ Ρέαπ για τη λίμνη. Η λίμνη Τόνλε Σαπ είναι μια γιγάντια μάζα νερού, που καλύπτει περίπου το ένα τρίτο της περιοχής της Καμπότζης. Ο ποταμός ήταν ένα από τα βασικά παρακλάδια της. Η ζωή κατά μήκος του ποταμού ήταν ένα χάρμα για τα μάτια. Μικρές, καλοχτισμένες καλύβες με τους νερόμυλους, τις γυναίκες να πλένουν, τους άντρες και τα παιδιά να κολυμπούν, με πλανόδιους εμπόρους - μ' όλα αυτά τα πράγματα που συγκροτούν την αργόσυρτη ζωή ενός λαού που ξέρει πολύ γενικά τι θα φέρει το αύριο και δεν ασχολείται καθόλου μ' αυτό. Ακολουθούσα τον ποταμό, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχα πάρει, χωρίς ν' αφήνω ποτέ τον κεντρικό δρόμο. 80


Γρήγορα η πόλη έμεινε πίσω μου κι εγώ έτρεχα με το ποδήλατο, με τις ώρες, μέσα σε μια επίπεδη χορταριασμένη κι υγρή χώρα. Τελικά, στο βάθος μακριά, μπόρεσα να δω μια μικροσκοπική πόλη από καλύβες, στην όχθη της λίμνης. Ήταν αργά το απομεσήμερο. Οι ψαρόβαρκες είχαν ξαναγυρίσει και μερικοί από τους άντρες εργάζονταν σ' αυτές, ενώ άλλοι μπάλωναν δίχτυα, μεγάλα σακιά, ή κουβαλούσαν κιβώτια. Πολλά παιδιά ήρθαν να με προϋπαντήσουν, φωνάζοντας με χαρά και κατάπληξη. Οι άντρες εξακολουθούσαν να εργάζονται, αλλά έχοντας προφανώς συνειδητοποιήσει την παρουσία μου.

«Ο κύριος Γκιλβήη;» ρώτησα γαλλικά.

«Εκεί κάτω», απάντησε ένας από τους άντρες, κι οι άλλοι γέλασαν ακούγοντάς τον να μιλά γαλλικά.

Την ίδια στιγμή, ένας μάλλον κοντός, γεροδεμένος, μεσόκοπος άντρας, με πυκνά μαύρα μαλλιά να πέφτουν πάνω στο ανεμοδαρμένο πρόσωπό του, προχώρησε κατά τη μεριά μου. Μίλησε μ' αψεγάδιαστα γαλλικά: «Το όνομά μου είναι Γκιλβήη».

Του είπα ποιος μ' έστελνε και γιατί και ρώτησα αν αυτή η εποχή ήταν καλή για μια επίσκεψη, ή μήπως είχα έρθει σε περίοδο ακατάλληλη, με πολλές δουλειές από μέρους του.

«Τώρα είναι πάντα καλή εποχή. Δεν υπάρχει κακή εποχή για να καλωσορίσεις φίλους», απάντησε. 81


Πήραμε ένα λασπερό δρόμο που τραβούσε κατά μήκος της όχθης της λίμνης. Είχε στο πλάι του μικρές καλύβες σε ψηλούς πασσάλους, που τις έκαναν να στέκονται πολύ πάνω από τα νερά. Όλες έμοιαζαν να έχουν μόνο ένα δωμάτιο, με ανοιχτά παράθυρα και πολύ λίγα έπιπλα.

«Η ζωή μας εδώ είναι πολύ απλή. Ψαρεύουμε, φυτεύουμε μικρούς κήπους και μαζεύουμε τα όσα σπέρνουμε. Όταν η ψαριά μας είναι καλή, πουλάμε στους εμπόρους που έρχονται απ' το Σιεμ Ρέαπ, αλλά οι πιο πολλοί μάς κλέβουν κι έτσι δεν αξίζει τον κόπο να πουλάμε τα ψάρια μας. Τα ψάρια τρέφουν τους ανθρώπους εδώ και πρέπει να προσέχουμε να μην απογυμνώσουμε πολύ τη λίμνη». Η καλύβα του Γκιλβήη ήταν όμοια με τις άλλες, μικρή κι άδεια, μ' ένα μόνο μεγάλο παράθυρο που έβλεπε σε μια ανεμπόδιστη θέα της γιγάντιας λίμνης και στις ψηλές μάζες από τις λυγερές ιτιές που φύτρωναν στις όχθες της.

«Είναι στ' αλήθεια όμορφα, δεν είναι;» Κι η φράση αυτή ήταν μια δήλωση από μέρους του, όχι ερώτηση. «Ελπίζω να μπορέσετε να μείνετε για λίγο καιρό. Είσαστε πολύ καλοδεχούμενος εδώ».

Με πήρε για έναν περίπατο στη λίμνη με τη μικρή του ψαρόβαρκα που κινιόταν με μηχανή. Στο δρόμο είδαμε βάρκες αγκυροβολημένες και μια ατέλειωτη ζωντάνια. Γυναίκες ανακάθιζαν σε σκαμνιά για να πλύνουν τα παιδιά που βαστούσαν στην αγκαλιά τους. Χαμογελούσαν καθώς περνούσαμε. Νεαρά αγόρια τσαλαβουτούσαν στα λασπόνερα, σαν μεγάλοι βάτραχοι. Όλο το σκηνικό ήταν μια αδιάκοπη κίνηση. 82


Όταν απομακρυνθήκαμε τόσο που να μη βλέπουμε πια τις όχθες, ο Γκιλβήη σταμάτησε τη μηχανή κι άφησε τη βάρκα να πλέει αθόρυβα, κατά το κέφι της. «Αυτή είναι η λίμνη μας», είπε απλά. Ο ήλιος έγερνε κατά τη δύση και τα χρώματα χόρευαν στα γαληνεμένα νερά. Δεν άκουγες άλλο θόρυβο, έξω απ' το περιστασιακό πάφλασμα κάποιου κύματος στα πλευρά της βάρκας.

«Με τέτοια γαλήνη είναι δύσκολο να φανταστεί κανένας πώς τούτη η λίμνη γίνεται δαίμονας την εποχή των μουσώνων. Τα κύματα ανεβαίνουν τόσο ψηλά, που γίνονται επικίνδυνα γι' αυτές τις μικρές βάρκες. Καμιά φορά παρασύρουν ακόμη και τα σπίτια μας και πρέπει να ζούμε όλοι μαζί και να εξαρτιόμαστε ο ένας από τον άλλο για την επιβίωσή μας. Κάθε χρονιά οι μουσώνες μάς φαίνονται χειρότεροι από την προηγούμενη, αλλά ξέρουμε πως είναι μόνο η μνήμη μας που ξεχνά τα δυσάρεστα και θυμάται μόνο στιγμές σαν κι αυτή εδώ». Ξάπλωσα πίσω στη βάρκα κι άκουγα τη σιωπή.

Τις λίγες μέρες που ακολούθησαν τις πέρασα κοιτάζοντας, τον πιο πολύ καιρό. Έβρισκα ότι είναι εκπληκτικά απλό ν' αφομοιωθείς μέσα σ' αυτή την κοινότητα. Τα παιδιά έτρεχαν ξοπίσω μου παντού, οι άντρες μάλωναν ποιος θα με πρωτοπάρει στη βάρκα του, ή θα με καλέσει να δω τη δουλειά του. Η αγάπη κι η σιγουριά ήταν τόσο φανερές και δροσιστικές, όσο και το αεράκι που φυσούσε από τη λίμνη κι η φρέσκια μυρωδιά του ψαριού που ξεφόρτωναν στο λασπερό δρομάκι από τις μικρές τους βάρκες. Ο Γκιλβήη μου εξήγησε: «Δείχνουμε σαν να μην έχουμε 83


τίποτα, αλλά δε χρειαζόμαστε τίποτα περισσότερο. Η Φύση, όταν ζεις τόσο πολύ κοντά της, σου λέει ότι δε σου χρειάζονται πολλά πράγματα. Τα πράγματα καταστρέφονται από τις θύελλες και φεύγουν από σένα. Τα συναισθήματα κι η γνώση και το πλησίασμα με το Θεό είναι αυτά που ζητούμε, γιατί αυτά είναι τα μόνα πράγματα που μένουν μαζί μας για πάντα, και στην πείνα και στην πλημμύρα, ή όταν όλα δείχνουν πως έχουν χαθεί. Είμαστε βουδιστές. Αυτά είναι τα πράγματα που πιστεύουμε».

Ύστερα από λίγες μέρες έφυγα. Είχα προσκολληθεί κοντά τους κι αυτοί είχαν χαρεί μ' εμένα. Αλλά δεν υπήρξε πόνος με το χωρισμό, επειδή, κατά κάποιο τρόπο, αυτοί οι άνθρωποι είχαν εκπαιδευτεί να μην κρατιούνται από τίποτα, γιατί τελικά όλα τα πράγματα κάποτε θα χαθούν.

Όταν ξαναγύρισα στο Σιεμ Ρέαπ ήμουν κιόλας ένας παλιός φίλος για το Οτέλ ντε λα Πε. Οι θόρυβοι είχαν πάψει εδώ και πολύ καιρό να μ' ενοχλούν κι οι όλο απασχόληση μέρες μου με νανούριζαν να κοιμηθώ με την πλούσια, όλο ζωή εμπειρία τους. Η πόρνη κι οι φίλοι της με συντρόφευαν πια ταχτικά στο δείπνο. Τα γεύματα στο λα Πε ήταν μεγαλόπρεπα. Κάθε μέρα ο διευθυντής έβγαζε έναν κατάλογο με τα φαγητά που είχε για σερβίρισμα. Και πάντα φρόντιζε να σε ρωτά: «Τι θα θέλατε να φάτε σήμερα;» Στην αρχή, εγώ εξέταζα τον κατάλογο προσεχτικά κι εκείνος ανάγγελλε: «Τα πατσαδάκια είναι θαυμάσια, σήμερα». «Νομίζω ότι θα πάρω κουνέλι». 84


«Λυπάμαι, αλλά το κουνέλι μάς τέλειωσε». «Τότε θα πάρω κόκορα κρασάτο». «Κι αυτός τέλειωσε».

«Ε, λοιπόν, τι θα προτείνατε εσείς;»

Τότε το πρόσωπό του φωτιζόταν: «Τα πατσαδάκια είναι θαυμάσια». «Εντάξει, λοιπόν, ας πάρω πατσαδάκια».

Γρήγορα κατάλαβα ότι αυτός ο κατάλογος ήταν ένα όνειρο, ότι υπήρχε πάντα ένα «πιάτο», που θα 'πρεπε να του επιτρέψεις να σου το προτείνει κι ύστερα ν' ακολουθήσεις την πρότασή του. Αλλά κι αυτό δεν ήταν πρόβλημα, μια που το φαγητό ήταν πάντα υπέροχο. Την τελευταία μου μέρα αποχαιρέτησα όλους τους καινούριους μου φίλους στο Οτέλ ντε λα Πε. Ανταλλάξαμε διευθύνσεις κι ύστερα σκαρφάλωσα στο μοτοποδήλατο του Νόκε, που έδειχνε πολύ λυπημένος. Είχα αγαπήσει αυτό το ξενοδοχείο κι ένιωθα βαθιά μέσα μου σαν να 'χανα κάτι πολύ ουσιαστικό. Παρ' όλα τα έντομα που είχαν καταφάει το σώμα μου, τον ανύπαρκτο κατάλογο των φαγητών και την όχι και τόσο σχολαστική καθαριότητα του προσωπικού, το ξενοδοχείο είχε μια πραγματική γοητεία, αληθινά γαλλο-καμποτζιανό: ούτε ουσιαστικά γαλλικό, αλλά ούτε και καμποτζιανό. Ήταν κάτι σαν κι αυτή τη χώρα, ούτε φτωχιά ούτε πλούσια, αλλά περήφανη, γεμάτη ζωή κι αγάπη για τη ζωή. 85


Το μικρό αεροδρόμιο έσφυζε από τουρίστες. Οι δυο ή τρεις Καμποτζιανοί υπάλληλοι μας έλεγξαν αργά, χωρίς πολύ ενδιαφέρον για τα παράπονα και τις κατηγορίες περί καθυστέρησης. Ήταν περήφανοι κι ευγενικοί, αλλά δεν άφηναν καμιά αμφιβολία ότι το Ανγκόρ ήταν δικό τους. Κανένας δε μπορούσε πια να τους αποδοκιμάσει ή να τους επιτεθεί. Στο κάτω-κάτω αυτή ήταν η χώρα τους.

86


6 Σαϊγκόν Πρέπει να μάθουμε ν' αφήνουμε τα πράγματα να φεύγουν, το ίδιο εύκολα όπως τ' αδράχνουμε, γιατί αλλιώς θ' ανακαλύψουμε ότι τα χέρια μας είναι γεμάτα και το μυαλό μας άδειο. Μέσα στο κάθε «γεια σου» υπάρχει η αρχή ενός «αντίο», μη στενοχωριόσαστε· γιατί το κάθε «αντίο» μπορεί να είναι και η αρχή για ένα άλλο «γεια σου».

Η Λατ Το πιο φανταστικό πράγμα της Σαϊγκόν είναι οι γυναίκες της. Ούτε Ασιάτισσες ούτε Ευρωπαίες, έχουν τα πιο καλά χαρακτηριστικά και των δυο πολιτισμών. Είναι μικροσκοπικές, καλοσχηματισμένες, λεπτές, όλο χάρη, πολύ θηλυκές, μορφωμένες - και είναι μια χαρά να 'σαι μαζί τους. Το ντύσιμό τους είναι το πιο κομψό στον κόσμο. Φορούν το «άο-ντάι», ένα σφιχτό θηλυκωτό φόρεμα που κυλά ως το έδαφος, συνήθως μονόχρωμο - αχνογάλαζο, ρόδινο, πράσινο ή κίτρινο. Ένα σκίσιμο, από κάτω ως πάνω στους γοφούς, επιτρέπει στο μπρος και στο πίσω κομμάτι να πέφτουν χαλαρά και χαριτωμένα γύρω τους. Κάτω από το φόρεμα υπάρχουν πιο σκούρα, κάπως φαρδιά, τύπου πιτζάμας μεταξωτά παντελόνια. Τα παπούτσια τους είναι ψηλοτάκουνα. Κανένα θέαμα δεν είναι πιο όμορφο απ' το να κοιτάζεις αυτές τις κοντούλες, όμορφες γυναίκες να καβαλικεύουν στο πίσω κάθισμα κάποιου 87


μοτοσακό, κρατώντας σφιχτά τον αγαπημένο τους, με το κεφάλι τους γερμένο πίσω, ένα χαμόγελο στο πρόσωπο και την ουρά του φορέματός τους να κυματίζει χαλαρά πίσω τους, στον αέρα, και τα μαλλιά τους πάντα καλοχτενισμένα.

Η Λατ ήταν ένα τέτοιο κορίτσι. Την πρωτοείδα από μακριά, καθώς ξεναγούσε τέσσερις τουρίστες στο γιγάντιο ζωολογικό κήπο της Σαϊγκόν, δείχνοντας όλο χάρη πότε το ένα και πότε το άλλο ζώο, κι όλα αυτά με χορευτικές χειρονομίες. Καθώς πλησίαζε, μπόρεσα ν' ακούω τον τραγουδιστό τόνο της φωνής της, που αντηχούσε όσο πιο ευχάριστα μπορούσες να φανταστείς. Δεν ήταν πάνω από εκατόν εξήντα εκατοστά ψηλή και δεν θα ζύγιζε πιο πολύ από σαράντα κιλά. Τα μαλλιά της και τα μάτια της ήταν μαύρα· η επιδερμίδα της είχε μια χρυσωπή χροιά. Έδειχνε να χαμογελά συνέχεια.

«Αυτά είναι από τα σπάνια πουλιά της οικογένειας Μανού που έχουμε στο Βιετνάμ», την άκουσα να λέει. «Τα χρώματά τους είναι εκπληκτικά, δε νομίζετε;» Σταμάτησε, δίνοντας στους τουρίστες μια ευκαιρία να παρατηρήσουν τα πουλιά, κι ύστερα πρόσθεσε: «Τώρα θα πάμε στον τομέα των φιδιών, που είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα συλλογή σ' ολόκληρη την Ασία». Προς μεγάλη μου κατάπληξη, στράφηκε σ' εμένα: «Έχετε δει τη συλλογή των φιδιών; Είναι εκεί πέρα», μου έδειξε.

«Όχι, δεν την είδα», απάντησα. «Θα πάω εκεί αμέσως μετά».

«Ελάτε μαζί μας, λοιπόν», είπε με πολλή απλότητα. Η ο88


μάδα προχώρησε πίσω της κι εγώ ακολούθησα.

«Είσαστε τουρίστας;» με ρώτησε. «Ναι».

«Μόνος;» - με κοίταξε με τα μακρόστενα αμυγδαλωτά της μάτια. «Χωρίς τουρ;» «Όχι», απάντησα. «Χωρίς τουρ και, ναι, μόνος».

Μας ξενάγησε στο τμήμα των φιδιών και πάλι άρχισε τις μελωδικές εξηγήσεις της. Όταν τέλειωσε, έκανε λίγα βήματα πίσω κι άφησε την ομάδα της να κοιτάξει από κοντά.

«Είναι όμορφα, νομίζω. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομερό από ένα ερπετό, αλλά εμείς μεγαλώνουμε μαζί τους εδώ, στη Νοτιοανατολική Ασία», είπε. «Έχετε δει κανένα άλλο τόσο μεγάλο ή τόσο πολύχρωμο;» «Δεν είσαστε στρατιώτης;» με ρώτησε σε λίγο.

«Όχι», απάντησα.

«Δεν πίστευα ότι ήσασταν Αμερικανός στην αρχή. Οι Αμερικανοί σπάνια ταξιδεύουν μόνοι. Σκέφτηκα ότι θα ήσασταν Γάλλος, ή μπορεί και Ιταλός. Οι Αμερικανοί εδώ είναι είτε στρατιώτες, ή πολύ γέροι, ή δάσκαλοι. Τι απ' όλα αυτά είσαστε;» 89


Δεν περίμενε να πάρει απάντηση και στράφηκε στην ομάδα της. «Υπάρχει μια καντίνα με αναψυκτικά εκεί κάτω και παγκάκια πλάι σε μια όμορφη λίμνη. Ίσως θα θέλατε να ξεκουραστείτε για λίγα λεπτά πριν πάμε στο ναό, μέσα στην πόλη». Η ομάδα έδειξε να βιάζεται να δεχτεί την πρότασή της κι άρχισε ο συνηθισμένος διάλογος μεταξύ τους.

«...Κουράστηκα!»

«Δεν ξέρω γιατί ήρθα σ' αυτή την ξενάγηση, στο κάτωκάτω. Ένα ζώο είναι ένα ζώο». «Αυτή η μικρούλα είναι γλύκα, μα κάνει πολλή ζέστη».

«Είδατε ποτέ σας τόσο πολλά καταραμένα φίδια; Τα σιχαίνομαι τα φίδια, ξέρετε!»

Κι εξαφανίστηκαν όλοι προς τη μεριά του περίπτερου με τ' αναψυκτικά.

Εκείνη στράφηκε σ' εμένα. «Με λένε Λατ. Εσάς;»

Της είπα το όνομά μου, που δυσκολεύτηκε πολύ να το προφέρει. Όταν τελικά τα κατάφερε, έβαλε τα γέλια. Από τότε δεν άκουσα ποτέ το όνομά μου να το προφέρουν τόσο όμορφα. «Θα μείνετε πολύ καιρό στο Βιετνάμ;» ρώτησε.

«Δε νομίζω», απάντησα. «Με την απαγόρευση της κυκλο90


φορίας και τους περιορισμούς των ταξιδιών, δεν υπάρχουν και πολλά που να με κρατούν εδώ. Θα ήθελα να πάω έξω, στην επαρχία· θα ήθελα να γνωρίσω ανθρώπους, αλλά φαίνεται ότι δεν υπάρχει πιθανότητα για κάτι τέτοιο τώρα».

«Ναι, αυτό είναι αλήθεια», είπε. «Υπάρχουν πολλοί περιορισμοί. Μερικούς μάλιστα ακόμη κι εμείς δεν τους καταλαβαίνουμε, αλλά άλλοι πάλι είναι αναγκαίοι. Υπάρχει πόλεμος. Αλλά είναι πολλά πράγματα που μπορεί να κάνει κανένας στη Σαϊγκόν, ακόμη και τώρα».

Μου έκανε πολλές ερωτήσεις, σαν να 'ταν ένα παιδί, χωρίς να νοιάζεται για τον προσωπικό χαρακτήρα αυτών των ερωτήσεων. «Τι κάνετε στις Ηνωμένες Πολιτείες; Γιατί αποφασίσατε αυτό το ταξίδι; Πού βρήκατε όλ' αυτά τα χρήματα που χρειάζονται για να ταξιδεύετε τόσο πολύ; Είσαστε πολύ πλούσιος;» Της εξήγησα τα σχετικά με το επάγγελμά μου, της είπα για τον περιορισμένο μου τραπεζικό λογαριασμό και για ποιο λόγο έκανα αυτό το ταξίδι. Με άκουγε προσεχτικά, σαν να ήταν να της ζητούσαν αργότερα να επαναλάβει τα όσα είχε ακούσει. Δέχτηκε το καθετί, εκτός από το ότι τα οικονομικά μου ήταν περιορισμένα.

«Οι Αμερικανοί είναι όλοι πολύ πλούσιοι, το ξέρω εγώ. Καμιά φορά μου δίνουν περισσότερα φιλοδωρήματα απ' όσα παίρνω σαν μισθό όλη τη βδομάδα. Κι εσείς θα πρέπει να έχετε πάρα πολλά χρήματα, για να 'ρθετε τόσο μακριά. Η Αμερική απέχει πάρα πολύ αποδώ. Με τα χρήματα για το εισιτήριό σας, πολλοί Βιετναμέζοι θα ζούσαν πολύ 91


άνετα για πολύ καιρό».

Ακολούθησε μια στιγμή αδέξιας σιωπής. «Πρέπει να φύγω τώρα», μου είπε. «Έχω πολλά πράγματα τα δείξω ακόμη στην ομάδα μου».

Ήθελα να την ξαναδώ, αλλά ένιωθα δισταχτικός, μια που δεν είχα εξοικειωθεί με το βιετναμέζικο πρωτόκολλο. «Μπορείτε να μου συστήσετε ένα καλό εστιατόριο με γαλλική κουζίνα;» ρώτησα χαζά.

«Ναι, πολλά».

«Θα ήταν σωστό αν σας ζητούσα να φάμε μαζί το βράδυ;»

«Θέλετε να μου το ζητήσετε;» «Ναι».

«Τότε, είναι σωστό».

«Λοιπόν, θα δειπνήσετε μαζί μου απόψε;»

«Ναι», είπε απλά. «Σε ποιο ξενοδοχείο μένετε;»

«Θα χαιρόμουν πολύ αν περνούσα εγώ να σας πάρω», είπα.

«Δεν το νομίζω», απάντησε με απλότητα. «Θα σας συναντήσω εγώ στο ξενοδοχείο σας».

Της είπα το όνομα του ξενοδοχείου και συμφωνήσαμε να 92


συναντηθούμε στις 8.30' το βράδυ. «Εις το επανιδείν», μου είπε γαλλικά και τράβηξε προς την ομάδα της. Την κοίταζα καθώς με μεγάλη άνεση τους μάζεψε πάλι, πήρε το χέρι μιας κυρίας που παραπονιόταν και ξεκίνησε κατά την πύλη.

Ήμουν έτοιμος από τις εφτά. Καθώς έκανε πολλή ζέστη για να περιμένω στο δωμάτιο μου, κατέβηκα να κάνω έναν περίπατο στη βεράντα του ξενοδοχείου. Ήταν γεμάτη κόσμο, οι περισσότεροι στρατιωτικοί, που έπαιρναν το απεριτίφ τους. Έκαναν πολλή φασαρία κι έδειχναν ξένοιαστοι. Σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα, στα πόδια του κήπου, μια μικρή ορχήστρα έπαιζε μ' άσχημο τρόπο γαλλικά τραγούδια. Παράγγειλα ένα κρύο ποτό και κάθισα στο μοναδικό άδειο τραπέζι. Ήταν μια από τις πρώτες φορές που είχα φορέσει γραβάτα και σακάκι εδώ και πολύ καιρό, κι ένιωθα δυσφορία, ζέστη και σαν άσχετος με τον εαυτό μου.

Λίγες στιγμές είχαν περάσει από τότε που κάθισα, όταν ένα ζευγάρι Αμερικανών με πλησίασε. «Δεν υπάρχει άλλο τραπέζι, πατριώτη», είπε ο άντρας βραχνά. «Θα μπορούσαμε, εγώ κι η κυριούλα αποδώ, να κάτσουμε για ένα ποτό μαζί σου;»

«Βέβαια», είπα και σηκώθηκα για να συστηθώ. Ήταν ο κύριος και η κυρία Κόντον, από το Τέξας. Παράγγειλαν κι οι δυο ουίσκι με σόδα, ένα πολύ ακριβό ποτό στην Ασία. Εκείνος έβγαλε ένα χοντρό πάκο με χαρτονομίσματα. «Αυτά τα χρήματα εδώ πέρα είναι πολύ αστείο πράγμα», είπε. «Πάνω που συνηθίζεις μ' ένα είδος χρημάτων, πρέπει ν' αρχίσεις να συνηθίζεις μ' ένα άλλο. Η κυρά μου, ξέ93


ρεις, είναι λογίστρια».

«Δεν είναι τίποτα σπουδαίο», είπε κείνη, «απλώς διαιρείς με το...» - κι εξακολούθησε να δίνει ατέλειωτες εξηγήσεις για το πώς μετατρεπόταν το χρήμα στις διάφορες χώρες όπου είχαν πάει. Είχαν οργανώσει ένα ταξίδι έξι εβδομάδων που, φαίνεται, τους είχε κάνει ειδικούς σχετικά με την Ασία.

«Γιατί τα πιο πολλά μέρη απ' αυτά είναι βρομερά, βρόμικα του διαόλου!» είπε ο κύριος Κόντον. «Οι άνθρωποι είναι όλοι μικροαπατεώνες, κι ένα πράγμα μόνο έχουν στο νου τους: το αμερικάνικο δολάριο. Το σιχαίνομαι αυτό το καταραμένο μέρος και δε βλέπω την ώρα να γυρίσω στην πατρίδα. Κι αυτή η διαολο-Καλκούτα, πάλι; Έχετε δει ποτέ χειρότερη βρομιά; Εγώ κι η κυρά αποδώ, που λες, μόλις φτάσαμε, φύγαμε την ίδια μέρα. Ούτε που λύσαμε τα μπαγκάζια μας. Είναι σαν να φεύγαμε από την κόλαση, σου λέω!» «Κι όλ' αυτά τα δυστυχισμένα παιδάκια που πεθαίνουν της πείνας», πρόσθεσε θλιμμένα η κυρία Κόντον. «Γιατί δεν κάνουν κάτι; Είναι τρομερό! Αμ· οι ζητιάνοι; Είναι τόσο βρόμικοι! Ευτυχώς που υπήρχαν και δυτικά ξενοδοχεία! Τουλάχιστον εκεί μπορείς να κάνεις ένα μπάνιο και να γνωρίσεις μερικούς πολιτισμένους ανθρώπους». «Δεν υπήρχε ούτε ένα ξενοδοχείο της προκοπής στην Καλκούτα», είπε ο κύριος Κόντον.

«Ω, μα ναι, υπήρχε αγάπη μου», τον διόρθωσε η σύζυγος με αποφασιστικότητα. «Απλά ο πράκτοράς μας δεν μπό94


ρεσε να μας κλείσει δωμάτιο εκεί!»

Η συζήτηση συνεχίστηκε μ' αυτό το ύφος για αρκετή ώρα. Η κυρία Κόντον είπε: «Το Ταζ Μαχάλ ήταν χαριτωμένο, αλλά θα 'πρεπε να ξοδεύουν και λίγα χρήματα για να ταΐσουν μερικά απ' αυτά τα κοκαλιάρικα παιδιά».

Ο κύριος Κόντον είπε: «Αυτό που χρειάζονται εκείνες οι χώρες είναι λίγη αμερικάνικη τεχνογνωσία για να ορθοποδήσουν. Νομίζω πως όλοι αυτοί οι διαολοκουρελιάρηδες είναι τεμπέληδες και μου τη δίνει όταν σκέφτομαι ότι περιμένουν υποστήριξη».

Η κυρία Κόντον: «Τι μπορεί ν' αγοράσει κανένας στο Βιετνάμ; Χρειάζομαι ένα σωρό δωράκια να κάνω γυρίζοντας στην πατρίδα. Πρέπει να πάρουμε και κάτι για τα παιδιά, ξέρετε. Έχουμε κι έξι εγγόνια. Δείξ' του τις φωτογραφίες, γλυκέ μου».

Ο κύριος Κόντον: «Κι όλα είναι τόσο διαολεμένα ακριβά εδώ πέρα! Δεν μπορείς να πας πουθενά χωρίς κάποιος απ' αυτούς τους βρομο-κιτρινιάρηδες να σου απλώσει το χέρι. Τρομερό!»

Η κυρία Κόντον: «Νομίζω ότι οι άνθρωποι εδώ είναι φοβεροί. Ε, ναι, υποθέτω ότι υπάρχουν και μερικοί χαριτωμένοι άνθρωποι, αλλά δεν υπάρχει κανένας που να ξέρει τι θα πει ένα καλό μπάνιο, ένα αποσμητικό, ή η επίσκεψη στον οδοντογιατρό». 95


Με ανακούφισή μου είδα τη Λατ ν' ανεβαίνει τις σκάλες. Σηκώθηκα καθώς πλησίαζε. Προχώρησε ίσια κατά το τραπέζι. Ήταν ντυμένη με ντόπιο φόρεμα, αυτή τη φορά σε βαθύ μπλε χρώμα. Τα μαλλιά της ήταν χυτά και της έπεφταν στους ώμους.

«Αποδώ, η Λατ», είπα, μια που δεν ήξερα ολόκληρο το όνομά της. «Ο κύριος και η κυρία Κόντον». Τη χαιρέτησαν ευχάριστα. Ο κύριος Κόντον προσφέρθηκε να την κεράσει κάτι, κι εκείνη δέχτηκε. Κάθισε πλάι του.

«Είσαστε από το Τέξας», είπε και γέλασε.

«Σωστά. Πώς το ξέρεις;»

«Ω, πάντα καταλαβαίνω έναν άντρα που είναι από το Τέξας. Είναι όλοι ψηλοί και δυνατοί και μιλούν τόσο αργά και χαριτωμένα». Νόμισα πως είδα την κυρία Κόντον να στριφογυρνά ελαφρά στην καρέκλα της.

«Είσαστε απ' αυτά τα μέρη;» ρώτησε τη Λατ.

«Ναι, είμαι Βιετναμέζα. Γεννήθηκα στη Σαϊγκόν». Κι ύστερα από σιωπή μιας στιγμής, η Λατ μίλησε πάλι. «Ω, κυρία Κόντον, τι όμορφη χτένα! Πού την αγοράσατε;»

Το πρόσωπο της κυρίας Κόντον φωτίστηκε ολόκληρο, κι άρχισε να νιώθει κάπως πιο άνετα. Είπε: «Α, μπα, δεν εί96


ναι τίποτα σπουδαίο! Την πήρα στην Μπανγκόκ».

«Είναι υπέροχη».

Η συζήτηση άρχισε να γίνεται πιο ζωηρή. Η παρουσία της Λατ έκανε ακόμη και τους Κόντον πιο υποφερτούς. Γελούσε κι άκουγε προσεχτικά κι από καιρό σε καιρό κοίταζε κατά τη μεριά μου, σαν να μπορούσε να νιώσει την ανησυχία μου.

«Είναι τόσο χαριτωμένο να γνωρίζεις ντόπιους ανθρώπους», είπε η κυρία Κόντον. «Δεν είχαμε και πολλές ευκαιρίες. Ταξιδεύουμε κιόλας έξι βδομάδες, μα παρόλο που είναι αρκετό χρονικό διάστημα, η Ασία είναι πολύ μεγάλη». «Έξι βδομάδες για ολόκληρη την Ασία;» ρώτησε η Λατ. «Είσαστε σε κάποιο τουρ;»

«Όχι, βέβαια!» απάντησε μ' έμφαση ο κύριος Κόντον, κοιτάζοντας περήφανα τη γυναίκα του. «Ταξιδεύουμε από μόνοι μας. Τα τουρ δεν είναι για μας. Με δαύτα σε τριγυρνούν εδώ κι εκεί, σαν κανένα κοπάδι μοσχάρια. Όχι, η κυρά κι εγώ αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε μόνοι. Φυσικά, ο ταξιδιωτικός μας πράκτορας τα κανόνισε όλα - ξενοδοχεία, τοπικές εκδρομές, κρατήσεις αεροπλάνων και τα ρέστα -αλλά ταξιδεύουμε μόνοι μας. Φυσικά, μας περιμένουν στο αεροδρόμιο της κάθε χώρας. Δεν έχουμε ξαναδεί στη ζωή μας τόσο πολλές αγορές σε πλατείες, ναούς κι ιστορικούς τόπους». «Θα φύγουμε τώρα, Λατ;» είπα. 97


«Ω, δε θα θέλατε ένα ποτό ακόμη;» παρακάλεσαν οι Κόντον, σαν να τρόμαζαν στη σκέψη ότι θα περνούσαν άλλο ένα βράδυ ολομόναχοι, οι δυο τους.

«Πραγματικά, δεν έχουμε χρόνο», είπα.

«Ε, καλά. Χαρήκαμε σίγουρα για τη γνωριμία», είπε ο κύριος Κόντον. «Ναι», είπε η κυρία Κόντον σαν ηχώ. «Να σας ξαναδούμε!»

Κατεβήκαμε από τη βεράντα σιωπηλοί. Όταν φτάσαμε στο δρόμο, η Λατ στράφηκε σ' εμένα. «Νιώθω πολύ λυπημένη γι' αυτούς», είπε. «Δε θα θέλατε να τους ζητήσετε να 'ρθουν μαζί μας;»

«Δε νομίζω πως θα το 'θελα», είπα, κάπως ανακουφισμένος που είχαμε κιόλας απομακρυνθεί.

«Οι Αμερικανοί είναι σαν παιδιά», είπε η Λατ. «Τους συμπαθώ πάρα πολύ. Με κάνουν να νιώθω σαν μια πολύ μεγάλη μητέρα και θέλω να τους φροντίζω όλους. Οι Γάλλοι είναι πολύ ανεξάρτητοι. Οι Γερμανοί είναι πιεστικοί και δεν τους αλλάζεις γνώμη. Οι Ιταλοί είναι πολύ χαλαρωμένοι κι όλο ενθουσιασμό και δε νοιάζονται και πολύ για τίποτα. Αλλά οι Αμερικανοί πάντα χρειάζονται κάποιον να τους φροντίζει!» Το εστιατόριο που είχε διαλέξει η Λατ θα μπορούσε να συγκριθεί με τα περισσότερα απ' αυτά που υπήρχαν στο Σαν-ζ-Ελιζέ του Παρισιού. Η διακόσμηση ήταν γαλλική, με 98


τον πλούσιο κατάλογο φαγητών στα γαλλικά και στα βιετναμέζικα.

Όλα τα φαγητά που πήραμε ήταν μαγειρεμένα στην εντέλεια και το κρασί είχε μια ιδιαίτερα λεπτή γεύση, ύστερα από τόσο καιρό που είχα να πιω κάτι καλό. Όταν μας έφεραν το λογαριασμό, η Λατ σχολίασε: «Βλέπετε, είσαστε ένας πλούσιος άνθρωπος!» Δεν της εξήγησα ότι θα μπορούσα άνετα να περάσω μια ολόκληρη βδομάδα μ' αυτά που είχα πληρώσει για ένα μόνο γεύμα. Αλλά τρώγοντας αρκετές βδομάδες τώρα ρύζι, «νταχλ», «τσαπάτε», χυλό και «σούσι», άξιζε τον κόπο μια τέτοια σπατάλη.

«Θα σας αρέσουν και τα βιετναμέζικα φαγητά μας», είπε. «Είναι πραγματικά πολύ νόστιμα».

Η νύχτα είχε αρχίσει να δροσερεύει και κατεβαίναμε σ' ένα από τα κεντρικά βουλεβάρτα, πλούσια φωτισμένο και βουερό, με τον κόσμο να 'χει βγει για ένα βραδινό περίπατο. Δύσκολα θα μπορούσες να φανταστείς ότι κάπου εκεί, όχι πολύ μακριά, ένας πόλεμος μαινόταν. Η Σαϊγκόν εξακολοθούσε να είναι το Παρίσι της Ανατολής. Ήταν μια πόλη σωστά προγραμματισμένη κι όμορφα σχεδιασμένη, με μεγάλους, φαρδιούς δρόμους με δεντροστοιχίες, όλο ζωή πλαϊνά δρομάκια πεντακάθαρα και καλοφωτισμένα, με υπέροχα στολισμένες βιτρίνες μαγαζιών. Η κυκλοφορία και το πλήθος ήταν τόσο βουερά όπως και στο Παρίσι, και σχεδόν το ίδιο πυκνά. «Κανένας δε φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι κάπου γίνεται πόλεμος», σχολίασα. 99


«Ω», είπε η Λατ, «το συνειδητοποιούμε. Αλλά τι θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς; Είμαι δεκαεννιά χρονών και δε γνώρισα τίποτε άλλο έξω από τον πόλεμο. Οι μάχες συνεχίζονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εδώ και πάνω από είκοσι πέντε χρόνια. Απλούστατα ζούμε μ' αυτές. Στη Σαϊγκόν, εκτός από τους στρατιώτες με άδεια, κάποιες βόμβες που πέφτουν πότε-πότε ή πυρκαγιές και μερικά ερείπια, όλα είναι ίδια, όπως πάντα». Απόμεινε σιωπηλή για πολλή ώρα. «Είναι πολύ δύσκολη η κατάσταση με το σημερινό μας καθεστώς. Το αντιπαθούν πάρα πολλοί, ιδιαίτερα οι βουδιστές. Εγώ είμαι Καθολική, χριστιανή, κι έτσι για μένα είναι πιο εύκολο· αλλά για τους βουδιστές η ζωή είναι ανυπόφορη». Κοίταξε πολύ σοβαρεμένη κατά τη μεριά μου κι εξακολούθησε: «Δεν καταλαβαίνω την πολιτική, αλλά αναρωτιέμαι γιατί η χώρα σας εξακολουθεί να μένει εδώ. Έχετε δει το βομβαρδισμένο παλάτι; Ο λαός μου προσπαθεί να πει πόσο δυστυχισμένος είναι, αλλά...» - η φωνή της ακουγόταν σερνόμενη μέσα στη σιωπή.

«Υποθέτω πως η κυβέρνησή μου νομίζει ότι προτιμάτε αυτό το καθεστώς από τους κομμουνιστές», είπα.

Με κοίταξε με δυσπιστία. «Τους κομμουνιστές;» είπε. «Κομμουνισμός για βουδιστές και χρστιανούς; Νομίζω ότι αυτό που πραγματικά προτιμούμε είναι ελευθερία, να τρώμε, λίγη ησυχία. Έχουμε όλοι κουραστεί από τον πόλεμο. Είμαστε χαρούμενοι άνθρωποι. Εγώ θα 'θελα να ξαναχορέψω πριν ξεχάσω ολότελα τι είναι αυτό που λέγεται χορός. Θα γεράσω, πριν προλάβω να πάω σ' ένα πάρτι!» γέλασε. «Αλλά πολύ σοβαρευτήκαμε, δε νομίζετε; Θα σας 100


πάω σε κάτι που έχει πολύ ενδιαφέρον, σε μια βιετναμέζικη όπερα».

Η όπερα είχε κιόλας αρχίσει. Το θέατρο ήταν ασφυκτικά γεμάτο κι όλο φασαρία. Το έργο, μισό διάλογος - μισό τραγούδι, έμοιαζε πιο πολύ με οπερέτα. Εύκολα μπορούσες να παρακολουθήσεις την υπόθεση, μια παραλλαγή της συνηθισμένης λυρικής όπερας μέσα σε εξωτικά, βασιλικά πλαίσια. Υπήρχε ο αναπόφευκτος κακός, ντυμένος στα μαύρα, η πολύ αγνή ηρωίδα κι ο καλός ήρωας, ντυμένοι στα άσπρα, οι συγχυσμένοι γονείς, οι όλο πονηριά αυλικοί κι οι διεφθαρμένοι μεσάζοντες. Η δράση ήταν το πιο σημαντικό στοιχείο. Ο ήρωας γούρλωνε τα μάτια του κοιτάζοντας κατά το ακροατήριο. Αίμα και κραυγές αγωνίας ήταν το αποκορύφωμα της απόλαυσης. Μαχαιρώματα, βασανιστήρια κι άγριες δολοφονίες, όλα εκτελούνταν με προσεχτικά επινοημένα ειδικά «εφέ». Κι όσο πιο πραγματική, πιο άγρια και πιο βάρβαρη ήταν η δράση, τόσο πιο πολύ ενθουσιαζόταν κι ούρλιαζε το ακροατήριο, σαν να βίωναν κάποια ιδιαίτερη συναισθηματική απελευθέρωση μ' αυτό τον τρόπο. Ζητωκραύγαζαν τον ήρωα, σφύριζαν τον κακό και διασκέδαζαν πολύ. Ήταν πολύ αργά όταν η όπερα τέλειωσε. Προς μεγάλη μου κατάπληξη, η Λατ μου ζήτησε να της φωνάξω ένα ταξί, μπήκε μέσα και δε θέλησε να τη συνοδέψω ως το σπίτι της. Μ' ευχαρίστησε, υποσχέθηκε να μου τηλεφωνήσει την άλλη μέρα κι ύστερα εξαφανίστηκε στους πολυάνθρωπους δρόμους. Την άλλη μέρα περίμενα το τηλεφώνημα της Λατ, χωρίς ν' απομακρύνομαι πολύ από το ξενοδοχείο. Βρήκα τη δικαι101


ολογία ότι έπρεπε να πλύνω κάποια ρούχα που είχαν συσσωρευτεί μέσα σε μια πλαστική σακούλα στη βαλίτσα μου, ότι έπρεπε να γράψω σε κάποιους, που γρήγορα θα με θεωρούσαν κιόλας νεκρό, κι ύστερα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου κοιτάζοντας τις φοινικιές έξω στη βεράντα να στέκονται μεγαλόπρεπα ακίνητες μέσα στη ζέστη της ημέρας. Όλη την ημέρα, κανένα τηλεφώνημα.

Εκείνο το απόβραδο συνάντησα και πάλι το αντρόγυνο Κόντον. Πήραμε ένα ποτό μαζί, ύστερα από πρόσκλησή τους. Ήταν πολύ περίεργοι σχετικά με τη Λατ κι ήθελαν πολλά να μάθουν.

«Το μόνο που θα 'θελα είναι να 'μουν πάλι νέος κι απόλυτα ελεύθερος», είπε ο κύριος Κόντον. Η κυρία Κόντον χασκογέλασε.

«Θα πάμε να δούμε τη νυχτερινή Σαϊγκόν απόψε. Το τουριστικό γραφείο θα στείλει να μας πάρει στις 9. Φυσικά δεν ξέρω τι υπάρχει για να δει κανένας στη Σαϊγκόν που ν' αξίζει είκοσι πέντε δολάρια, μα τουλάχιστον, είναι καλύτερα απ' το να κάθεσαι μέσα σ' αυτό το βάλτο!» είπε βραχνά ο κύριος Κόντον. «Δόξα σοι ο Θεός, φεύγουμε το πρωί. Πηγαίνουμε στην Καμπότζη, να δούμε ένα διαολεμένο μέρος που το λένε Ανγκόρ Βατ. Το ξέρετε εσείς αυτό το μέρος; Ο ταξιδιωτικός μας πράκτορας είπε ότι πρέπει να το δούμε. Τι να 'ναι, άραγε, αυτός ο ναός του διαόλου, ε;» 102


Προσπάθησα να τους εξηγήσω, όσο μπορούσα καλύτερα, μερικά πράγματα σχετικά με το Ανγκόρ, έχοντας πάντα τα μάτια μου κολλημένα στο γραφείο της ρεσεψιόν, για ένα πιθανό τηλεφώνημα.

Η βραδιά ήταν ζεστή κι αποπνιχτική. Όταν οι Κόντον έφυγαν, βγήκα για ένα μικρό περίπατο. Οι θόρυβοι του δρόμου έμοιαζαν ιδιαίτερα δυνατοί κι εκνευριστικοί· τα μοτοποδήλατα σε ξεκούφαιναν. Έμεινα κατάπληκτος για το πώς δεν τα είχα στ' αλήθεια προσέξει όλα αυτά πριν. Άρχισα να βρίσκω τη Σαϊγκόν καταπιεστική. Ξαναγύρισα στο ξενοδοχείο, όπου βρήκα ένα σημείωμα από τη Λατ. Έλεγε απλά: «Η εργασία μου δε μου επιτρέπει καθόλου ελεύθερο χρόνο για να σας ξαναδώ. Σας ευχαριστώ για την όμορφη βραδιά. Συνεχίστε τα καλά σας ταξίδια. Είσαστε πραγματικά υπέροχος άνθρωπος. Ξαναγυρίστε στη Σαϊγκόν μετά τον πόλεμο. Λατ».

Ύστερα από λίγες μέρες έφευγα απ' το Βιετνάμ.

103


7 Μπαλί Στο Χάνι του κόσμου υπάρχουν δωμάτια για όλους. Αν στρέψεις την πλάτη σου έστω και σ' ένα μόνο άνθρωπο, για όποιο λόγο, κινδυνεύεις να χάσεις το κεντρικό κομμάτι από το «παζλ» της ζωής.

Ο Ρατάμπ Έφτασα στο Μπαλί την παραμονή των Χριστουγέννων. Ο οδηγός του λεωφορείου, μ' ένα πλατύ, σε απόχρωση μοσχοκάρυδου χαμόγελο, σταμάτησε στη διασταύρωση του δρόμου. Έδειξε προς τα κάτω ένα στενό, πλακόστρωτο δρομάκι. Όπως οι πιο πολλοί δρόμοι στο Μπαλί, ήταν κομμένο ίσια μέσα στην πυκνή ζούγκλα και λίγο πιο κάτω έσβηνε στην πάχνη της ζέστης. «Ουμπούντ», είπε.

Τον ευχαρίστησα, του έσφιξα το χέρι, έκανα μια χειρονομία αποχαιρετισμού στους συνταξιδιώτες μου και περίμενα μέχρι που να φύγει πάλι το λεωφορείο με πολύ θόρυβο και να εξαφανιστεί στη συνέχεια του κεντρικού δρόμου.

Το πρωινό ήταν ακόμη σχετικά δροσερό. Ο Δεκέμβρης είναι ένας καλός μήνας για το Μπαλί, με ζεστές μέρες, ήρεμες νύχτες και μακριά απομεσήμερα, που καταλήγουν σε θεαματικά, πολύχρωμα ηλιοβασιλέματα. 104


Απ' όσα μου είχαν πει στο Ντενπαζάρ, το ανάκτορο του Αγκούνγκ ήταν λιγότερο από μιας ώρας δρόμο αποκεί που στεκόμουν. Στην Ασία, οι αποστάσεις μετριούνται με την ώρα.

Σήκωσα θαρραλέα τη βαλίτσα μου και ξεκίνησα. Σκουρόχρωμες Μπαλινέζες, ντυμένες με πολύχρωμα «μπατίκ», άρχισαν να εμφανίζονται σαν από το πουθενά, κουβαλώντας αρμαθιές φρέσκα φρούτα, μποτίλιες με διάφορα χρωματιστά πιοτά, ζώα σε διάφορα στάδια προσέγγισης στο θάνατο, και παχουλά, χαμογελαστά γυμνά νήπια. Τα νεαρά κορίτσια με τ' αμυγδαλωτά μάτια, γυμνόστηθα, περπατούσαν γρήγορα σαν μπαλαρίνες, ενώ όμορφα, σκληρόκορμα αγόρια, που το δέρμα τους γυάλιζε σαν μαόνι περασμένο με κερί, έτρεχαν και φλυαρούσαν μεταξύ τους.

Κάθε τόσο, λασπερά μονοπάτια ξεκινούσαν τραβώντας για τη ζούγκλα από το στενό δρόμο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι κάπου πιο πέρα υπήρχαν μικροί οικισμοί, ανάμεσα στη βλάστηση. Μικρές ξύλινες καλύβες, κατά το μεγαλύτερο μέρος κρυμμένες από δέντρα και θάμνους, ορθώνονταν ξαφνικά, στα δεξιά κι αριστερά του δρόμου. Ραγισμένα πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούσαν σε πόρτες που έμεναν ανοιχτές, καλωσορίζοντας τη δροσιά του πρωινού. Τα σπίτια άρχισαν να εμφανίζονται πιο συχνά, περισσότεροι άνθρωποι παρουσιάζονταν, και γρήγορα έφτασα στην κεντρική πλατεία του Ουμπούντ. Εκεί, πυργωμένα πάνω απ' όλα, μέσα σε μια ρόδινη ομορφιά, ήταν τα τείχη που τριγύριζαν το συγκρότημα του ανάκτορου, έχοντας απέναντι μια περιοχή που έμοιαζε σαν έδρα υπαίθριων 105


συγκεντρώσεων. Στην απέναντι μεριά του δρόμου ήταν πολλά μικρά μαγαζιά που πουλούσαν ξυλόγλυπτα και τις περίφημες ζωγραφικές του Μπαλί.

Ο Αγκούνγκ είχε λάβει μια επιστολή από κάποιον απ' τους εκατοντάδες συγγενείς, τους σκορπισμένους στα νησιά της Ινδονησίας, και με περίμενε. Ήταν ένας μάλλον αστείος, στρογγυλούτσικος άντρας, με σκούρα επιδερμίδα και μ' ένα φιλικό χαμόγελο. Όπως γρήγορα ανακάλυψα, η αγαπημένη του φράση, που την επαναλάμβανε πολύ συχνά και που σίγουρα την είχε μάθει ενώ σπούδαζε στην Αγγλία, ήταν «Θεούλη μου, για φαντάσου!»

Μ' αυτή τη φράση με καλωσόρισε. «Ήξερα ότι θα ερχόσασταν, αλλά δεν μου είχαν πει το πότε ακριβώς. Καλώς ήλθατε!»

Δυο μικρά αγόρια έτρεξαν έξω και, κολλημένα στα παχουλά γυμνά του πόδια, κάτω από το «σαρόνγκ» που του έφτανε ως τα γόνατα, με επεξεργάζονταν. «Αυτοί είναι οι γιοι μου», είπε εκείνος περήφανα, «κι αυτά που παίζουν εκεί κάτω, πάλι παιδιά μου είναι, και - Θεούλη μου, για φαντάσου! - εκείνες οι γυναίκες στη βεράντα είναι σύζυγοί μου. Θα τις γνωρίσετε απόψε. Απόψε θα κουβεντιάσουμε». Ακολούθησε μια στιγμή σιωπής, καθώς εκείνος απαλά ξεκόλλησε τα παιδιά του από τα πόδια του κι ύστερα τα σήκωσε τρυφερά στην αγκαλιά του. «Ρατάμπ!» φώναξε. «Ο Ρατάμπ είναι ο καλύτερός μου υπηρέτης». Ο Ρατάμπ έκανε την εμφάνισή του, ντυμένος με δυτικά ρούχα, όλα άσπρα. Το πρόσωπό του ήταν στρογγυλό, σκούρο, όλο 106


ζωντάνια από τα χορευτικά του μάτια, ένα πλατύ χαμόγελο και, ακόμη, κάτασπρα δόντια. Ο Ρατάμπ στάθηκε κοιτάζοντάς με κατάματα, ενώ ο Αγκούνγκ εξακολούθησε: «Θα μείνετε εδώ, στα διαμερίσματα του παλατιού, ή μήπως θέλετε να σας δώσουμε κανένα σπιτάκι στο λόφο, κοντά στο ποτάμι;» Δεν περίμενε την απάντησή μου αλλά συνέχισε: «Έχω πολλούς καλεσμένους μ' ενδιαφέρον, τώρα. Έναν Αμερικανό δάσκαλο σε διακοπές από τη Σουμάτρα, έναν Ιρλανδό ζωγράφο που ήρθε για μια βδομάδα κι έχει εδώ πέρα εφτά χρόνια, κι ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο από το Προξενείο στη Τζακάρτα. Υπάρχουν ακόμη δωμάτια στο παλάτι. Κανένας δε μένει στα σπιτάκια». «Νομίζω ότι θα 'θελα ένα από τα σπιτάκια, αν αυτό δε σημαίνει επιπρόσθετη ενόχληση».

«Θεούλη μου, για φαντάσου, όχι! Ο Ρατάμπ θα 'ρθει μαζί σας εκεί για να φροντίσει για ό,τι χρειαστείτε. Θα του κάνει κι εκεινού καλό. Θα είναι μια ευκαιρία να εξασκηθεί λίγο στ' αγγλικά του. Θα στείλω έναν υπηρέτη πιο μπροστά για να ετοιμάσει το μέρος, κι ο Ρατάμπ θα σας δείξει το δρόμο. Δεν είναι πολύ μακριά». Καθώς ξεκινούσαμε να βγούμε από την αυλή, φώναξε: «Θεούλη μου, για φαντάσου, να 'ρθετε για το δείπνο στις εφτά!»

Βγήκαμε στο δρόμο και πήραμε τη μικρή ανηφόρα που οδηγούσε στα σπιτάκια. Ο Ρατάμπ μου εξήγησε ότι ήταν δεκαεφτά χρονών, ότι είχε τελειώσει τη μέση εκπαίδευση και τώρα σπούδαζε αγγλικά στο Ντενπαζάρ. Δεν ήταν ούτε ντροπαλός ούτε επιθετικός, αλλά είχε μια απλή και 107


τίμια συμπεριφορά, που τον έκανε γοητευτικό. «Θα σας αρέσει εκεί στα σπιτάκια», είπε. «Χαίρομαι πολύ που διαλέξατε να μείνετε εκεί. Υπάρχουν πολλά λουλούδια και πουλιά, κι όλα είναι καταπράσινα. Δε θα 'χετε τη σκόνη του δρόμου και τη νύχτα, όταν όλα θα 'ναι ήσυχα, θα μπορείτε ν' ακούσετε το τραγούδι του ποταμού. Εγώ μένω εκεί μόνο όταν έχουμε κάποιον καλεσμένο. Χαίρομαι πολύ που διαλέξατε τα σπιτάκια». «Είναι όμορφα εδώ», είπα. «Είναι ένα τέλειο μέρος για να περάσεις τα Χριστούγεννα». «Χριστούγεννα;» ρώτησε. «Τι είναι Χριστούγεννα;»

Αυτό για μένα ήταν απρόσμενο. Είχα ξεχάσει ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στον κόσμο που δεν έχουν ποτέ ακούσει για Χριστιανισμό. «Τα Χριστούγεννα είναι η μέρα που γεννήθηκε ο χριστιανικός Θεός, ο Ιησούς».

Ο Ρατάμπ ήταν ίσως το πιο περίεργο πλάσμα που γνώρισα σ' όλα μου τα ταξίδια. Όχι απλά μια παιδική περιέργεια, αλλά ένα βαθύ ενδιαφέρον τον διακατείχε, που δεν του επέτρεπε να ικανοποιηθεί μέχρι να καταλάβει ακριβώς αυτό που ήθελε, χωρίς να σταματά τις ερωτήσεις, είτε υπονοούμενες είτε ξεκάθαρες. Αλλά δεν άφηνε κάτι που θα του περνούσε από το μυαλό αναπάντητο.

«Ποιος είναι ο χριστιανικός Θεός Ιησούς;» ρώτησε.

«Σαν το δικό σας Θεό, τον Βινσού», είπα. «Ε, ναι, κάπως 108


έτσι».

Έτσι άρχισα να του διηγούμαι μια μάλλον απλή ιστορία για τα Χριστούγεννα. Μέχρι εκείνη τη φορά, δεν είχα ποτέ φανταστεί, όσο συχνά κι αν είχα ακούσει την ιστορία, τι υπέροχο, γοητευτικό και θαυμαστά μυστικιστικό παραμύθι ήταν. Καθώς μιλούσα, προχωρούσαμε μέσα από ένα πυκνό, όλο δροσοσταλίδες δάσος από αδηφάγες φτέρες, ψηλά τροπικά δέντρα και θάμνους, που μας έκαναν να φαινόμαστε νάνοι, ενώ λουλούδια κρέμονταν από παντού, με πορτοκαλιές, κίτρινες, ρόδινες και κόκκινες αποχρώσεις, ζευγαρώνοντας υπέροχα με το βαθύ πράσινο του τοπίου. «Ακούω τον ποταμό!» είπα σταματώντας την αφήγησή μου.

«Ναι», απάντησε ο Ρατάμπ. «Κυλά κάτω από τη σκοινένια γέφυρα μπροστά μας. Αλλά γιατί οι άνθρωποι δεν έδιναν στη Μαρία και στον Ιωσήφ ένα μέρος να μείνουν;»

Του εξήγησα πως ούτε η Μαρία ούτε ο Ιωσήφ γνώριζαν κανέναν όταν πήγαν στη Βηθλεέμ. Αλλά αυτό φάνηκε σαν να μην ικανοποιεί τον Ρατάμπ, που επέμενε λέγοντας ότι κάποιος θα 'πρεπε να τους κάνει θέση να κοιμηθούν στο κρεβάτι του. «Αλλά δεν ήξεραν ότι η Μαρία ετοιμαζόταν να γεννήσει το Θεό τους, τον Ιησού».

«Αυτό δεν έχει καμιά σημασία», επέμεινε ορθά-κοφτά ο Ρατάμπ. «Αφού η Μαρία ήταν ταξιδιώτισσα, αφού περί109


μενε να γεννήσει παιδί, τι σημασία είχε αν ήταν ο Θεός τους ή όχι; Θα 'πρεπε να της προσφέρουν ένα μέρος να ξεκουραστεί». Σίγουρα δε θα μπορούσε να διαφωνήσει κανένας μ' αυτό το επιχείρημα και συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν μερικά πράγματα που δε θα ήμουν ποτέ ικανός να τα εξηγήσω στον Ρατάμπ. Άλλαξα λοιπόν θέμα κι άρχισα να του μιλώ για τη σημασία του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Κατενθουσιάστηκε με την ιδέα και με το γεγονός της προσφοράς δώρων και γέλασε με τη σκέψη του «χοντρούλη γεροΆη Βασίλη» - σκέψη που δεν ήμουν αρκετά ικανός να του εξηγήσω πώς σχετιζόταν με το Θεό-Ιησού, μια που ο Άη Βασίλης ήταν κάτι άλλο. «Γιατί ο Άη Βασίλης δεν ήταν ντυμένος σαν τον Ιησού;» ρώτησε.

Σε λίγες στιγμές είχαμε φτάσει σ' ένα βαθύ φαράγγι καταπράσινο και πλούσιο σε χρώματα. Στο βάθος κυλούσε ένας πεντακάθαρος ποταμός, ανοίγοντας το δρόμο του καθώς αγκάλιαζε βράχους με παράξενο όγκο και σχήμα.

«Αυτός είναι ο ποταμός μας», είπε ο Ρατάμπ. «Είναι ένα πολύ ιερό κι αγιασμένο ποτάμι, αφού όλοι οι πρόγονοί μας έχουν θαφτεί εδώ και τα κόκαλά τους κυλούν στο ρεύμα του. Λουζόμαστε στα νερά του κάθε μέρα. Πρέπει κι εσείς να κάνετε ένα μπάνιο μαζί μας».

Περάσαμε την κουνιστή σκοινένια γέφυρα. Κάτω βλέπαμε συντροφιές από γυμνούς ανθρώπους να τσαλαβουτούν ευτυχισμένοι στον ποταμό, πλένοντας τα «σαρόνγκ» τους ή στεγνώνοντας τα καφετιά κορμιά τους στο ζεστό ήλιο. 110


«Πέστε μου για το χιόνι στη Βηθλεέμ», μου είπε ξαφνικά ο Ρατάμπ. «Τι το κάνουν το χιόνι; Κι ύστερα πρέπει να μου εξηγήσετε γιατί δεν ήθελαν ν' αφήσουν τη Μαρία και τον Ιωσήφ να μείνουν στο χάνι».

Αφού περάσαμε τη γέφυρα, κάναμε μια απότομη στροφή στα δεξιά και κατεβήκαμε κάτι απότομα σκαλοπάτια. Εκεί, μέσα σ' ένα φυσικό κήπο από γρασίδι και λουλούδια, υπήρχαν τέσσερα σπιτάκια, με αχυρένιες σκεπές.

«Να πάρετε το πάνω σπιτάκι», μου είπε ο Ρατάμπ. «Αποκεί μπορείτε να δείτε τα βουνά, το ποτάμι, την κοιλάδα και τον ουρανό».

Το κάθε σπιτάκι είχε μια μεγάλη βεράντα σκεπασμένη με κλαδιά φοινικιάς, που έβλεπε στη ζούγκλα. Η κρεβατοκάμαρα ήταν κάπως μικρή, πιάνοντας το μισό της βεράντας, με ανοιχτά τα παντζούρια στα παράθυρα κι ένα μικρό κρεβάτι δυτικού τύπου. Το μπάνιο είχε μια λεκάνη κι έναν πέτρινο νιπτήρα, που μέσα σ' αυτόν έχυναν κάθε πρωί φρέσκο νερό για πλύσιμο. Το νερό, το 'φερναν από τον ποταμό. Σ' όλα τα δωμάτια υπήρχαν μικρές λάμπες πετρελαίου, φτιαγμένες από πηλό. Το σκληρό, χωμάτινο πάτωμα ήταν καλοσκουπισμένο και καθαρό.

Τώρα, μόλις που είχε περάσει το μεσημέρι. Ο ήλιος ήταν ζεστός αλλά ευχάριστος. Ο Ρατάμπ βγήκε έξω για λίγο, στέλνοντας τον υπηρέτη του σπιτιού να φέρει φαγητό. Η ιστορία για τα Χριστούγεννα του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Τη δεχόταν χωρίς αμφισβήτηση, εκτός από το γεγονός ότι οι άνθρωποι αρνήθηκαν να προσφέρουν στέγη στη Μαρία. «Σίγουρα δυο άτομα δεν πιάνουν και πολύ 111


τόπο. Είναι πολύ παράξενο, στ' αλήθεια».

Κοίταξα έξω, το απομεσήμερο. Οι ακτίνες του ήλιου τρύπωναν μέσα από τα φύλλα και τα λουλούδια, ζωντανεύοντας το καθένα με σχέδια και χρώμα.

Όταν ο Ρατάμπ ξαναγύρισε, ερχόταν πίσω του ένας ψηλός, αδύνατος νεαρός, με θλιμμένα, χαμηλωμένα μάτια. Το καφετί κορμί του, όλο σφιγμένους μυς και κόκαλα, ήταν ντυμένο ελάχιστα μ' ένα θαμπωμένο μπατίκ λινό ύφασμα. Τα μακριά του πόδια ήταν ίσια κι όλο μυς. Κρατούσε ένα δίσκο γεμάτο μικρά πιάτα με εξωτικά φαγητά, που ήρθε και τον άφησε μπροστά μου. Ύστερα έφυγε, χωρίς να πει μια λέξη.

Ο Ρατάμπ κάθισε πλάι μου και μου εξηγούσε το κάθε πιάτο, καθώς έτρωγα όλα αυτά τα γευστικά, με τη λεπτή μυρωδιά πράγματα. Πότε-πότε μπορούσες ν' ακούσεις τον ήχο βημάτων και γέλια, καθώς οι ντόπιοι κατέβαιναν την κατηφοριά, τραβώντας για το ποτάμι. Μερικοί σταματούσαν και μας κοίταζαν, φανερά ευχαριστημένοι που ένα από τα σπιτάκια κατοικιόταν πάλι.

Όταν τέλειωσα το φαγητό, ο Ρατάμπ είπε: «Τώρα πρέπει να ξεκουραστείτε. Αργότερα, θα σας πάρω για το μπάνιο. Αν θέλετε τίποτα, φωνάξτε τον Άντζα. Θα είναι εδώ μαζί σας όλη την ώρα, μέρα και νύχτα». Δεν είχε προφτάσει να τα πει αυτά, όταν ο Άντζα εμφανίστηκε για να πάρει το δίσκο που είχε φέρει. Δε σήκωσε καθόλου τα μάτια του, όσο του λέγαμε ποιοι είμαστε.

Γδύθηκα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Από μια αναγερτή 112


θέση μπορούσα να δω τις κορφές από τις φοινικιές, κάποιες πορτοκαλιές και πορφυρές μπουκαμβίλιες, τις ξεφτισμένες άκριες από μερικά λευκά σύννεφα και το γαλάζιο ουρανό. Καθώς η ζέστη γινόταν όλο και πιο έντονη, το απομεσήμερο αφυπνίστηκε ξαφνικά μέσα από μυριάδες ήχους ζωής του Μπαλί: το βουητό των εντόμων, το μουρμουρητό από το κατέβασμα του ποταμού, απαλούς βηματισμούς, φωνές και γέλια. Ο Άντζα μπήκε σιωπηλά και έκλεισε τα παντζούρια. Αποκοιμήθηκα αμέσως.

Ήταν αργά το απόγευμα όταν ο Ρατάμπ με ξύπνησε. Έκανε ακόμη ζέστη και τα σεντόνια μου ήταν βρεγμένα από τον ιδρώτα. «Είναι καιρός για μπάνιο», είπε. Έφερνε μαζί του ένα μπατίκ ύφασμα με σχέδια, που με βοήθησε να το τυλίξω γύρω από το σώμα μου.

Το δρομάκι που κατέβαινε στο φαράγγι κι ως κάτω στο ποτάμι ήταν τόσο στενό, ώστε μπορούσε να κινηθεί μόνο ένα άτομο, και μάλιστα με προσοχή. Το 'χαν χαράξει βαθιά τα αμέτρητα γυμνά πόδια με τις σκληρές πατούσες που το ανεβοκατέβαιναν κάθε μέρα. Φτέρες και λουλούδια το στόλιζαν δεξιά κι αριστερά και κρέμονταν απαλά, έτσι που να τ' αγγίζεις περνώντας.

Αυτό που πριν ήταν ο μόνιμος ψιθυριστός ήχος του ποταμού, τώρα είχε γίνει ένα βουητό, καθώς κατεβαίναμε όλο και πιο χαμηλά στο φαράγγι. Από πάνω, το ποτάμι έμοιαζε στενό και χαριτωμένα καμπυλωτό, αλλά από κοντά αποκάλυπτε την ορμητική του δύναμη. Σε μερικά σημεία το νερό ήταν τόσο καθαρό ώστε βλέπαμε τα βότσαλα της κοίτης του· σε άλλα η κοίτη του ποταμού εξαφανιζόταν μέσα σε αφρούς και σε βαθιά χρώματα. Τετραγω113


νισμένα κτίσματα δημιουργούσαν τις περιοχές όπου μπορούσες να κολυμπήσεις. Μια ομάδα από άντρες σε διάφορες στάσης κολύμβησης, ηλιοψημένοι και τυλιγμένοι στον αφρό του σαπουνιού, μας χαιρέτησαν καθώς πλησιάζαμε στο ποτάμι. Ο Ρατάμπ έδειξε ένα καθαρό σημείο πλάι σ' ένα φαρδύ βράχο. «Εδώ», είπε. Γδυθήκαμε και κάτω από τα περίεργα μάτια των άλλων λουομένων βουλιάξαμε στο κρύο νερό. Το αρχικό ξάφνιασμα απ' την επαφή με το νερό προκάλεσε τη συνηθισμένη αντίδραση και τα γέλια των άλλων. Ύστερα χαλάρωσαν και ξανάρχισαν αυτό που έκαναν πριν έρθουμε.

Όταν σαπουνιστήκαμε και πλυθήκαμε και ξαπλώσαμε στον ήλιο να στεγνώσουμε, οι άλλοι μαζεύτηκαν γύρω από τον Ρατάμπ, μ' εκφράσεις που έμοιαζαν να ρωτούν: «Λοιπόν, ποιος είναι αυτός ο ξένος λευκός;» Ο Ρατάμπ εξήγησε με πολύ κατανοητές χειρονομίες ότι έμενα σ' ένα από τα σπιτάκια του λόφου, σαν φιλοξενούμενος του Αγκούνγκ, κι ότι ήμουν από την πολύ μακρινή Αμερική. Ένας-ένας άρχισαν να μου ρίχνουν πλαϊνά βλέμματα, το χαμόγελό μου συναντιόταν με το δικό τους σε μια γλώσσα καθαρά δική μας. Μέσω του Ρατάμπ μάθαμε μερικά απλά πράγματα ο ένας για τον άλλο: εγώ ήμουν καθηγητής από την Αμερική, ο άλλος ήταν ζωγράφος, ένας άλλος έφτιαχνε ξυλόγλυπτα, άλλοι εργάζονταν στα ρυζοχώραφα των πατεράδων τους, και πάει λέγοντας. Καθώς η αρχική αποξένωση υποχώρησε, ο καθένας βρήκε τη δική του γλώσσα για να πούμε την ιστορία μας. «Σπίτι δικό σας, εκεί».

114


«Νερό. Δροσερό. Όμορφο».

«Αυτός ο βράχος καλύτερος, πιο λείος». «Ήλιος πιο ζεστός εδώ».

«Έλα, ξάπλωσε μαζί μας εδώ».

Γρήγορα με τριγύρισαν γυμνά, αστραφτερά σώματα, χείλη που ψιθύριζαν σε μια παράξενη, θαυμαστή γλώσσα, χαμόγελα που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους σε ζεστασιά κι ομορφιά.

Ήρεμα ο Ρατάμπ άρχισε να μιλά. Ήταν φανερό πως τους έλεγε κάτι που είχε μεγάλη σημασία γι' αυτόν. Η συντροφιά άκουγε με προσοχή την κάθε λέξη. Ανακάλυψα τον εαυτό μου ν' ακούει μαζί με τους άλλους. Κάθε τόσο μου φαινόταν πως άκουγα «Ιησούς», «Μαρία», «Βηθλεέμ», κι ήταν πια φανερό ότι τους διηγιόταν την ιστορία των Χριστουγέννων. Έγειρα πίσω κι έκλεισα τα μάτια μου, νανουρισμένος από τους ήχους της τραγουδιστής γλώσσας.

Αφήσαμε τον ποταμό όλοι μαζί, ανεβαίνοντας το δρόμο ίσια προς το ηλιοβασίλεμα. Καθώς ο ήλιος έπεφτε μέσα στα δέντρα, έμοιαζε να στέκεται λίγο στα κλαδιά των φοινικόδεντρων, κι ύστερα απρόθυμα να τ' αφήνει και να χάνεται πίσω από τα νερόδεντρα, αφήνοντας τον ουρανό μ' εκατοντάδες χρώματα. Αποχαιρέτησα τη συντροφιά μπροστά στο σπιτάκι μου και στάθηκα ν' ακούσω τα γέλια τους και να τους κοιτάζω καθώς σκαρφάλωναν στην τελευταία μικρή ανηφοριά και χάνονταν μέσα στο ηλιοβασίλεμα. Ο Ρατάμπ είπε ότι θα γύριζε σε λίγες ώρες για 115


να με συνοδέψει στο ανάκτορο για το δείπνο.

Καθώς ντυνόμουν εκείνο το απόβραδο, μου φάνηκε ότι άκουσα ένα απαλό βογκητό - ή μήπως ήταν κάποιο παράξενο κλάμα; Βγήκα έξω στο μισόφωτο. Η κραυγή φαινόταν να έρχεται από το πυκνό δάσος κατά μήκος του ποταμού, όπου σίγουρα δεν υπήρχε καμιά ανθρώπινη κατοικία. Στην αρχή ένιωσα σίγουρος ότι ήταν το αεράκι που ξαφνικά είχε σηκωθεί, αλλά ύστερα αντήχησε σαν κάτι πολύ ανθρώπινο, πολύ απελπισμένο. Η νύχτα ήρθε ξαφνικά μ' ένα βαθύ πορφυρό χρώμα, που σκέπασε το καθετί. Τότε μόνο συνειδητοποίησα ότι οι λάμπες πετρελαίου μέσα στο σπιτάκι είχαν ανάψει. Ούτε που είχα δει, ούτε είχα ακούσει τον Άντζα, αν και φυσικά ήταν πολύ πανταχού παρών. Μπαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα, τον βρήκα ν' ανάβει άλλη μια μικρή λάμπα.

Ο κλαψιάρικος ήχος έμοιαζε ακόμη πιο δυνατός τώρα. Έπιασα τον Άντζα από το χέρι και του έδειξα κατά τη μεριά του ήχου, μέσα στο σκοτάδι. Δεν κατάλαβε αμέσως, αλλά ύστερα από μια στιγμή κούνησε το κεφάλι. Ύστερα, για πρώτη φορά μίλησε. Η φωνή του ήταν ταυτόχρονα ερεθιστική και ζωηρή. Φυσικά, δεν κατάλαβα τίποτα. Τελειώνοντας τις πολύπλοκες εξηγήσεις του, που νόμισε ότι τις είχα καταλάβει, με πήρε ως το μπάνιο και μου έδειξε το καθαρό νερό που είχε κουβαλήσει από το ποτάμι, για να ξυριστώ.

Σε λίγο έφτασε ο Ρατάμπ, ντυμένος μ' ένα πολύχρωμο «σαρόνγκ». Τα μαύρα του μαλλιά ήταν μισοκρυμμένα κάτω από ένα μικρό, κόκκινο μεταξωτό, δίκοχο καπέλο. Το στήθος του γυμνό, πλατύ και λείο. Κρατούσε μια μικρή 116


λάμπα πετρελαίου για να φωτίζει το δρόμο μας ως το ανάκτορο. Περάσαμε τη σκοινένια γέφυρα σιωπηλοί. Οι νυχτερινοί θόρυβοι ήταν τώρα δυνατοί. Η φωνή του ποταμού αντηχούσε καθαρή και σταθερή, παρόλο που το ίδιο το ποτάμι δε φαινόταν. Αναρωτιόμουν ακόμη σχετικά με το βογκητό, που τώρα πια δεν ακουγόταν, αλλά δεν ήθελα να ταράξω τη γλυκύτητα της νύχτας με τις ερωτήσεις μου. Η σιλουέτα του Αγκούνγκ διαγράφτηκε στην είσοδο του παλατιού, όταν φτάσαμε. Έδειχνε νεότερος.

«Θεούλη μου, για φαντάσου!» είπε. «Φτάσατε, επιτέλους. Σήμερα είναι τα γενέθλια του μικρότερού μου γιου. Μας περιμένουν όλοι». Με πήρε από το μπράτσο και με οδήγησε μέσα από τη θαμπά φωτισμένη αυλή ως ένα σύμπλεγμα από δέντρα και λουλούδια.

«Ο Ρατάμπ μου είπε ότι του διηγηθήκατε την ιστορία των Χριστουγέννων. Ναι, σε λίγο έχουμε Χριστούγεννα. Παράγγειλα ένα χριστουγεννιάτικο δείπνο για σας. Φαίνεται ότι έχετε κερδίσει τη συμπάθεια των νεαρών του χωριού. Θ' ανακαλύψετε ότι είναι πολύ ειλικρινείς και πολύ καλοί. Είμαι πολύ ευτυχισμένος που θελήσατε να τους γνωρίσετε». Περάσαμε σε μια άλλη αυλή, χαρακτηριστική των εσωτερικών αυλών στα σπίτια του Μπαλί, που περιτριγυρίζονται από ψηλούς τοίχους και περιέχουν πολλά μικρά κτίσματα - καλύβες, έναν τόπο λατρείας κι εργαστήρια. Στο πίσω μέρος του συγκροτήματος ήταν μια μικρή υπερυψωμένη πλατφόρμα. Ανεπίσημα κάθονταν εκεί γύρω όλα 117


τα παιδιά του Αγκούνγκ, είκοσι ή και περισσότερα, και μερικές όμορφες γυναίκες. Εκεί ήταν επίσης ένας ιερέας, μια γυναίκα και το παιδί που γιόρταζε τα γενέθλιά του.

Ο Αγκούνγκ ανέβηκε στην πλατφόρμα, φίλησε το παιδί και κάθισε σε μια φαρδιά καρέκλα. Επέμενε να τον ακολουθήσω και να καθίσω δίπλα του, στην τιμητική θέση. Η τελετή ήταν σύντομη κι αποτελιόταν κύρια από τη διανομή ενός ποτού με παράξενη γεύση και από το μουρμουρητό κάποιας γρήγορης προσευχής. Ύστερα ακολούθησαν οι φωνές χαράς από μέρους των παιδιών, καθώς προσφέρονταν υπέροχα γλυκίσματα και ζουμερά φρούτα.

Ένα μεγάλο σεντόνι απλώθηκε κατά μήκος της πλατφόρμας και, αφού όλοι μαζεύτηκαν μπροστά του, παρακολουθήσαμε μια φανταστική παράσταση θεάτρου σκιών. Η υπόθεση ήταν απλή και με μια-δυο λέξεις μου την εξήγησαν. Ο Αγκούνγκ ήταν κατενθουσιασμένος που ήξερα καλά το «Ραμανάγια», μια που ήταν ένα επεισόδιο απ' αυτό το έπος που βλέπαμε στο θέατρο σκιών. Επί δεκαπέντε λεπτά περίπου, ο Ράμα έδινε μάχη με τις δυνάμεις του κακού, χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις του καλού, ενώ τα παιδιά παρακολουθούσαν μαγεμένα τις επιτυχίες του. Ο καλλιτέχνης που κινούσε τις σκιερές φιγούρες πίσω από το σεντόνι «έκανε» όλες τις φωνές και ταχτοποιούσε με άνεση τη δράση. Ο Αγκούνγκ σηκώθηκε όταν η παράσταση τελείωσε. «Πρέπει κάποτε να δείτε τις αληθινά σπουδαίες ιστορίες που έχει φτιάξει αυτός ο δάσκαλος». Χαμογέλασε σ' όλη τη συντροφιά. Ένα παιδί έτρεξε κοντά στον Αγκούνγκ κι 118


εκείνος το άρπαξε και το κάθισε για λίγο στο γυμνό του ώμο. «Θεούλη μου, για φαντάσου!» είπε παραδίνοντας το παιδί σε μια από τις γυναίκες. «Ας πάμε τώρα για δείπνο».

Γυρίσαμε πίσω στο παλάτι, όπου ήταν η τραπεζαρία, φωτισμένη με λάμπες πετρελαίου μεγάλης ομορφιάς. Εκεί, σ' ένα τεράστιο στρογγυλό τραπέζι, βρίσκονταν πάνω από είκοσι δίσκοι, μ' ένα μεγάλο τραγανιστό γουρουνόπουλο στη μέση. Οι μυρωδιές ήταν φανταστικές. Καθισμένοι σε μαξιλάρια γύρω από το τραπέζι ήταν οι άλλοι καλεσμένοι. Ο Αμερικανός δάσκαλος ήταν κάπου τριάντα χρονών και φορούσε μπαλινέζικα ρούχα. Έκανε φανερές προσπάθειες να περάσει για Ινδονήσιος. Ο Ιρλανδός ζωγράφος είχε μια μακριά, μπερδεμένη γενειάδα, μιλούσε με βαριά ιρλανδέζικη προφορά και χαμογελούσε βαθιά κι ήρεμα, σαν να είχε φτάσει σε μια μυστική ενόραση όλ' αυτά τα εφτά του χρόνια στο Μπαλί. Μόνο ο Ινδονήσιος αξιωματούχος του Προξενείου ήταν ντυμένος με δυτικά ρούχα κι έμοιαζε παράξενα εκτός τόπου μέσα στη συντροφιά.

Όταν τέλειωσαν πια κι οι συστάσεις, κάθισα σ' ένα μαξιλάρι, κοντά στο τραπέζι, και δυο χαριτωμένες γυναίκες σιωπηλά άρχισαν να μας σερβίρουν. Ο Αγκούνγκ έκοψε το γουρουνόπουλο, φροντίζοντας σχολαστικά ο καθένας από μας να πάρει το μερίδιό του από την τραγανιστή πέτσα. Το κάθε «πιάτο» ήταν εκλεκτό: ψάρι, λαχανικά, ρύζι, πουλερικά κι ύστερα φρούτα. Μετά το δείπνο, όλοι στη συντροφιά χαλάρωσαν πάνω στα μαξιλάρια τους κι η συζήτηση άρχισε. Η συμμετοχή του Αγκούνγκ αποκάλυψε την άνεσή του στην αγγλική γλώσσα, το έξυπνο μυαλό του, πάντα ξεκάθαρο στις σκέ119


ψεις του, και τις γοητευτικές του ιδέες σχετικά με τη ζωή.

«Εδώ, στο Μπαλί, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει, όπως έγινε σε άλλα μέρη της Ινδονησίας. Κατά κάποιο τρόπο εξακολουθούμε να ζούμε όπως μας αρέσει. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει λίγη πείνα και φτώχεια, αλλά αυτό δεν είναι καινούριο πράγμα ανάμεσα στο λαό μας. Έχουμε μάθει να ζούμε με τη φύση. Είμαστε ένας λαός που αγαπούμε την ευτυχία. Χρειαζόμαστε πολύ λίγα πράγματα: χορεύουμε, παίζουμε τη μουσική μας, εργαζόμαστε. Η Τέχνη είναι κάτι εύκολο στο Μπαλί, γιατί όλα είναι Τέχνη, κι η αναζήτηση της ομορφιάς δεν είναι καθόλου δύσκολο πράγμα. Η ομορφιά υπάρχει παντού. Η ομορφιά είναι ο τρόπος της ζωής μας. Αν θα πούμε "Μη γουργουρίζεις, στομάχι μου, δεν έχω τίποτα να σου δώσω", σε λίγο το στομάχι μαθαίνει και διαμαρτύρεται λιγότερο. Στο Ουμπούντ είμαστε καλύτερα από οπουδήποτε αλλού, γιατί είμαστε μια κοινωνία από καλλιτέχνες. Ο λαός μου είναι ζωγράφοι και χορευτές και ξυλογλύπτες. Οι τουρίστες έρχονται να δουν. Τους δείχνουμε την ομορφιά μας. Έχουμε αλλάξει τη ζωγραφική μας σε μερικές περιπτώσεις, για να την κάνουμε να ταιριάζει στα γούστα τους. Γι' αυτό έχουμε, σε κάποιο βαθμό, συμβιβαστεί με τον υπόλοιπο κόσμο. Αλλά αυτός ο μικρός συμβιβασμός μάς δίνει τη δυνατότητα να τρώμε, να κοιμόμαστε και να ζούμε όπως μας αρέσει. Είμαστε προληπτικοί άνθρωποι. Είμαστε τρυφεροί, χωρίς να γινόμαστε ποτέ παθιασμένοι. Είμαστε δυνατοί, χωρίς να ξεχνούμε κι ότι εξαρτιόμαστε ο ένας από τον άλλο. Είμαστε περήφανοι, χωρίς να χάνουμε από τα μάτια μας τη δύναμη να είμαστε ταπεινόφρονες. Ελπίζω - πρόσθεσε, γυρίζοντας τώρα σ' εμένα - ότι θα μείνετε αρκετά εδώ για να μας γνωρίσετε». 120


Η βραδιά πέρασε πολύ γρήγορα. Ο Ρατάμπ εμφανίστηκε από το πουθενά, μέσα στο οποίο είχε εξαφανιστεί, φέρνοντας μαζί του μια άλλη λάμπα πετρελαίου.

«Αχ, πόσο γρήγορα περνά ο καιρός. Είναι ώρα κιόλας για μας να φύγουμε», είπε ο Αγκούνγκ, καθώς σηκωνόταν τρίβοντας τη στρογγυλή κοιλιά του. «Καλά Χριστούγεννα σε όλους, και καληνύχτα σ' όλους σας. »Έτσι δε θα 'λεγε κι ο Κάρολος Ντίκενς;» πρόσθεσε γελώντας.

Η νύχτα είχε γίνει πιο φωτεινή. Ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια. Ξαναγυρίσαμε ψηλά στο σπιτάκι σιωπηλοί. Ο Ρατάμπ είχε περάσει τρυφερά το χέρι του γύρω στους ώμους μου και κρατούσε τη λάμπα μπροστά μας για να βλέπουμε. «Είναι όμορφη χριστουγεννιάτικη νύχτα», είπε. Όταν φτάσαμε στην κατηφοριά, ο Ρατάμπ προηγήθηκε από το πλάι και με βοήθησε στο δρόμο μέχρι το σπίτι. Στην εξώπορτα στεκόταν ένα μπανανόδεντρο, που το 'χαν κάνει να μοιάζει με έλατο, κλαδεύοντάς το ανάλογα. Σε κάθε κλαδί ήταν δεμένα πολλά λουλούδια με ταιριαστά χρώματα και σκορπισμένες παντού στο δέντρο κρέμονταν μικρές πήλινες λάμπες πετρελαίου, σαν αστεράκια. «Το χριστουγεννιάτικο δέντρο σας», είπε απλά ο Ρατάμπ.

Στάθηκα μέσα στο σκοτάδι, μπροστά στο δέντρο. Τα φωτάκια από τις λάμπες τρεμόπαιζαν ανάλαφρα στο ζεστό αεράκι. Τα μάτια μου πλημμύρισαν δάκρυα. Ο Ρατάμπ με κοίταζε προσεχτικά. Νομίζοντας πως αυτό ήταν μέσα στην παράδοση, άρχισε κι εκείνος να δακρύζει και σε λίγο 121


ενώσαμε τα κλάματά μας. Ύστερα, μπήκαμε στο σπιτάκι. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο με μερικά από τα ίδια αγόρια που μαζί τους είχα κάνει μπάνιο και μ' άλλους, που δεν τους είχα δει πριν. Ο καθένας, όπως μου είπε ο Ρατάμπ, μου είχε φέρει κι από ένα χριστουγεννιάτικο δώρο: μπανάνες, καρύδες, παπάγιας, κομμάτια από μπατίκ, πίνακες ζωγραφικής, ακόμη και λάμπες πετρελαίου σε διάφορα μεγέθη και σχήματα.

Κάθισα στο πάτωμα ανάμεσά τους κι η κουβέντα συνεχίστηκε και δεν έλεγε να τελειώσει. Όλοι ήθελαν ν' ακούσουν από μένα την ιστορία των Χριστουγέννων. Με τον Ρατάμπ να μεταφράζει, άρχισα να διηγούμαι όπως δεν το 'χα κάνει ποτέ άλλοτε. Όταν η ιστορία τέλειωσε, μοίρασα τα φρούτα. Κι ενώ εκείνοι έτρωγαν, εγώ πέρασα στην κρεβατοκάμαρα. Τι είχα να τους προσφέρω εγώ; Είχα πάρει πολύ λίγα πράγματα μαζί μου. Μάζεψα το καθετί που θα μπορούσα να τους δώσω, αδειάζοντας τη βαλίτσα μου. Κοντομάνικα πουκάμισα, μπλούζες, άλλα πουκάμισα, κάλτσες, δεν είχε σημασία τι - η διάθεση μετρούσε. Όλοι έδειξαν ενθουσιασμένοι με τα δώρα μου κι έβγαλαν τα όμορφα μπατίκ τους για να φορέσουν αμέσως μπλουζάκια και κοντομάνικα πουκάμισα, όλα πολύ φαρδιά για τα λυγερά κορμιά τους. Άρχισαν να χορεύουν και να τραγουδούν κι έδειξαν πολύ ευχαριστημένοι όταν κι εγώ χόρεψα μαζί τους.

Μέσα σ' όλα αυτά τα γέλια, οι ήχοι από το ποτάμι, πέρα, ακονίστηκαν πάλι. Αυτή τη φορά ένιωσα σίγουρος ότι ήταν ανθρώπινο κλάμα. «Τι είναι αυτό, Ρατάμπ;» ρώτησα. 122


«Ω, είναι τα πνεύματα», είπε απλά. «Το Μπαλί έχει πολλά πνεύματα. Το δάσος είναι γεμάτο. Υπάρχουν παντού. Το πνεύμα που ακούτε τώρα είναι πολύ θλιμμένο. Λένε ότι ήταν κάποιος Ολλανδός που είχε αγαπήσει ένα κορίτσι από το Ουμπούντ και σκοτώθηκε στον πόλεμο. Το κορίτσι έπεσε απ' αυτόν εδώ τον γκρεμό μέσα στο ιερό ποτάμι, έτσι ώστε κι αυτή δεν πέθανε ποτέ. Μη φοβόσαστε. Τα πνεύματα που έχουν αγαπήσει δεν κάνουν κακό. Το Μπαλί είναι μια χώρα των πνευμάτων». Το γλέντι συνεχίστηκε για λίγο ακόμη, κι ύστερα ο Ρατάμπ ανάγγειλε ότι θα 'πρεπε να είμαι κουρασμένος κι ότι ήταν καιρός για ύπνο. Ύστερα μου εξήγησε ότι πολλοί από τους καλεσμένους είχαν ζητήσει την τιμή να μείνουν εκεί όλη νύχτα. «Όταν κάνεις έναν καινούριο φίλο», μου παρατήρησε, «θεωρείται αγένεια να τον αφήνεις μόνο». Το κρεβάτι ήταν μικρό, αλλά ο Ρατάμπ διάλεξε έξι από τους καλεσμένους να κοιμηθούιν μαζί μου. Μ' έβαλαν στη μέση και βόλεψαν τα κορμιά τους γύρω μου. Σαν παιδιά εξαντλημένα απ' το παιχνίδι αποκοιμήθηκαν μονομιάς: ο ένας κρατώντας το χέρι μου, ο άλλος με το κεφάλι του στον ώμο μου, άλλος με το πόδι του πάνω στο δικό μου.

Κοίταζα την αχυρένια στέγη κι άκουγα την ήρεμη ανάσα των συντρόφων του κρεβατιού μου. Το φως από μια μόνο λάμπα χόρευε γύρω στο δωμάτιο. Έξω, το χριστουγεννιάτικο δέντρο άστραφτε κάτω από τ' αστέρια.

Ο Ρατάμπ, που είχε κρατήσει για τον εαυτό του την τιμητική θέση πλάι μου, γλίστρησε το μπράτσο του κάτω απ' 123


το κεφάλι μου. «Ακόμη δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπόρεσαν να δώσουν λίγο τόπο στη Μαρία».

Ύστερα από μια στιγμή σιωπής είπε: «Ε, λοιπόν, καλά Χριστούγεννα». Κι αποκοιμήθηκε.

124


8 ΚΕΫΛΑΝΗ Η ευτυχία, για μας, έχει το δικό της μέτρο, αν και η ομορφιά και τα πλούτη μπορούν συχνά να κλέβουν στο ζύγι.

Ο Μάνο Τα λεωφορεία κατέβαιναν κυματιστά, μέχρι που η μεγάλη πλατεία πάνω από τη λίμνη, στο Κάντι, γέμισε ασφυκτικά. Μαυριδεροί προσκυνητές, φορώντας στα κεφάλια «ντότι», μερικοί με ζωγραφισμένα πρόσωπα, προχωρούσαν κατά το Ναό του Οδόντος. Χαρούμενα χρωματισμένοι ελέφαντες, με γιορταστικά στολίδια, αργοβάδιζαν αδέξια, κατά μήκος της όχθης της λίμνης. Ψαλμωδίες έφταναν κιόλας από το μεγάλο ναό, όπου χιλιάδες προσκυνητές είχαν έρθει να γονατίσουν μπροστά στο Ιερό Δόντι του Μεγάλου Βούδα.

Η τεράστια αίθουσα, ακριβώς έξω από το διακοσμητικά στολισμένο άδυτο των αδύτων, όπου φυλαγόταν το Δόντι, είχε πλημμυρίσει κυριολεκτικά από γυμνόστηθα, ιδρωμένα σώματα: γονατιστοί, καθιστοί, ξαπλωμένοι, όρθιοι σε αναμονή. Λουλούδια υπήρχαν παντού κι ο κάθε προσκυνητής κουβαλούσε τουλάχιστον μιαν αγκαλιά από φωτεινόχρωμα πέταλα λουλουδιών. Μερικοί είχαν πλεξούδες λουλου125


διών γύρω στο λαιμό τους και στους καρπούς των χεριών τους και μπουμπούκια ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών.

Οι γυναίκες φορούσαν τα καλύτερά τους «σαρί», συχνά από πολύχρωμο μετάξι, που άστραφταν στο φως τα άπειρα χρώματά τους, σαν τα μαντίλια κάποιου ταχυδαχτυλουργού που αλλάζουν σε κόκκινα, μπλε και πράσινα, μπροστά στα μάτια μας.

Θόρυβοι και κινητικότητα κυριαρχούσαν σ' αυτό το σκηνικό: ακατάληπτες οδηγίες ακούγονταν από εκκωφαντικά μεγάφωνα προς τις μάζες που ατακτούσαν, μαζί κι οι ψαλμοί των προσκυνητών, οι κραυγές των δημοσιογράφων κι οι στριγγλιές των μικρών αγοριών που στριμώχνονταν ανάμεσα στα πλήθη ή ήταν σκαρφαλωμένα στους τοίχους του ναού, σαν μικρές, ευλύγιστες σαύρες.

Ιερείς με μακριές ρόμπες, ασυγκίνητοι από την κορυφωμένη αυτή έξαρση, προχωρούσαν κατά τις πύλες του ναού με ομοιόμορφο βηματισμό, λέγοντας ο καθένας ψαλμούς και προσευχές, σαν να 'ταν μόνοι τους στην τεράστια πλατεία.

Οι μεθυστικές μυρωδιές από καμένα αρωματικά ξύλα και λιβάνι, μαζί με τον ανάλαφρο καπνό τους, πρόσθεταν μια θαμπή πάχνη, που έδινε στο σκηνικό το φωτοστέφανο του φωτός πριν από την αυγή. Η τελετουργία συνεχίστηκε ολόκληρη τη μέρα. Άνθρωποι σπρώχνονταν ανυπόμονα προς κάθε κατεύθυνση, ανάμεσα στους συγκεντρωμένους προσκυνητές, σε μακριές 126


γραμμές, σχηματίζοντας φιδίσια σχήματα με τα κορμιά τους. Ένας-ένας, τελικά, περνούσαν όλοι μέσα στην ιερή αίθουσα, με μια θορυβώδικη πομπή. Μπαίνοντας, ο καθένας έριχνε τα πέταλα των λουλουδιών που έφερνε μαζί του πάνω στο χρυσό βωμό, κοντοστεκόταν για μια στιγμή να πει κάποια προσευχή, κι ύστερα, ανυπόμονα, τον έσπρωχναν οι άλλοι που έρχονταν πίσω του. Απόμενε καιρός για μια γρήγορη ματιά στο Ιερό Λείψανο, που κειτόταν πάνω στο χρυσό του δίσκο, και κατόπιν αμέσως έβγαιναν ένας-ένας από το ναό, κατέβαιναν τις σκάλες και χάνονταν πάλι ανάμεσα στις χιλιάδες που ακόμη περίμεναν στην πλατεία.

Πέφτοντας το δειλινό, όλοι το είχαν δει κι είχαν προσευχηθεί μπροστά στο Ιερό Δόντι του Βούδα, κι όλοι στοιβάζονταν πάλι στα λεωφορεία που άρχιζαν να φεύγουν αργά, έτσι όπως είχαν έρθει, για να χωθούν στο δρόμο μέσα στη ζούγκλα, προς το Κολόμπο, ή όποιο άλλο χωριό κατά μήκος της διαδρομής.

Βγαίνοντας το φεγγάρι, η μικρή πόλη πλάι στη λίμνη ξεπρόβαλε πάλι μέσ' από τις σκιές του φεγγαριού και τ' ανάλαφρο αεράκι.

Αυτή ήταν η πρώτη μου μέρα στο Κάντι. Είχα φτάσει με το τρένο, την προηγούμενη μέρα, επίτηδες για την τελετή. Είχα γνωρίσει τον Μάνο, στην αποβάθρα του Κολόμπο. Ήταν ίσως το πιο όμορφο αγόρι που είδα ποτέ στην Ασία: χαρακτηριστικά προσώπου σκούρα και τέλεια, ένας συνδυασμός καλογραμμένων χειλιών, βαριών μαύρων φρυδιών και μαλλιών, και μεγάλων, αμυγδαλωτών ματιών, που τα χώριζε μια αισθησιακή μύτη. Το δέρμα του ήταν 127


ανοιχτό, απαλό σοκολατί, με μια άχνα χρώματος κάτω από τα μάγουλά του. Το κορμί του λεπτό, δυνατό και λυγερό. Μιλούσε καθαρά κι ευδιάκριτα αγγλικά.

«Πώς σας φαίνεται η χώρα μου;» με είχε ρωτήσει αντί για άλλη επίσημη εισαγωγή.

«Στην πραγματικότητα δεν ξέρω ακόμη», απάντησα. «Είμαι εδώ μόνο λίγες μέρες και πιστεύω ότι δεν μπορεί κανένας να κρίνει την Κεϋλάνη από το Κολόμπο».

«Ω, συμφωνώ», χαμογέλασε. «Περιμένετε μέχρι να δείτε το Κάντι, κι είμαι σίγουρος ότι θα το βρείτε μαγευτικό. Γεννήθηκα εκεί. Με λένε Μάνο Σαχαγιάμ. Θα πάτε στην Τελετή του Δοντιού;»

«Ναι».

«Κι εγώ εκεί πηγαίνω. Έχουμε διακοπές από τη σχολή μου». «Πηγαίνετε στο πανεπιστήμιο;»

«Ναι, στα νομικά. Αυτή την επιστήμη διάλεξαν για μένα οι γονείς μου. Αλλά εμένα δε μ' ενδιαφέρουν τα νομικά».

Το τρένο έμπαινε στην πλατφόρμα.

«Έχετε εισιτήριο τρίτης θέσης;» με ρώτησε. «Όχι, έχω βγάλει για δεύτερη θέση». 128


«Ε, καλά», είπε. «Θα σας αφήσουν να καθίσετε στην τρίτη θέση, με εισιτήριο της δεύτερης. Ελάτε μαζί μου». Πήρε τη βαλίτσα μου κι ανεβήκαμε σ' ένα μεγάλο βαγόνι, που έγραφε καθαρά «ΤΡΙΤΗ ΘΕΣΗ». Προς μεγάλη μου κατάπληξη, ήταν το πιο καινούριο και το πιο καλά εξοπλισμένο απ' όλα τα βαγόνια του τρένου. Τα καθίσματα ήταν μαλακά και πολυτελή, κι ήταν τοποθετημένα έτσι, ώστε να μπορείς ν' απολαμβάνεις όσο γίνεται καλύτερα τη θέα από τα μεγάλα παράθυρα. «Αυτό είναι το πιο όμορφο βαγόνι τρίτης θέσης που έχω δει σ' όλα μου τα ταξίδια», σχολίασα. «Όλα είναι σαν κι αυτό;»

Γέλασε. «Πραγματικά, όχι. Κοιτάξτε την πρώτη θέση εκεί πέρα. Είναι φοβερό - παλιά, φθαρμένα, έτοιμα να καταρρεύσουν τα βαγόνια. Αυτό εδώ είναι δώρο από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, στο λαό της Κεϋλάνης. Είναι ένα από τα πολλά που μας πρόσφεραν ειδικά για τους εργάτες μας, οι οποίοι άλλοτε ήταν αναγκασμένοι να ταξιδεύουν στη βρομιά της τρίτης θέσης». Περίμενε να δει την έκφρασή μου και τις αντιδράσεις μου.

«Πολύ έξυπνο δείγμα προπαγάνδας, έτσι;» απάντησε για λογαριασμό μου. «Οι Αμερικανοί μάς έχουν δώσει πολύ περισσότερα, αλλά δε νομίζω ότι οι άνθρωποι που ταξιδεύουν μ' αυτά τα τρένα έχουν δει ποτέ κάτι από σας που να μπορούν πραγματικά να το καταλάβουν. Η αμερικανική βοήθεια κατάντησε πηγή για ανέκδοτα στην Κεϋλάνη. Κατασκευάσατε ένα γιγάντιο φράγμα, που έχει εγκαταλειφθεί και στεγνώνει. Ξεχνάω τώρα πόσες χιλιάδες δολάρια κόστισε. Νομίζετε ότι οι ανάγκες μας είναι σαν τις 129


δικές σας, κι αυτό είναι πολύ ανόητο».

«Ελπίζω», πρόσθεσε ο Μάνο ξαφνικά, «να μη σας πρόσβαλα, μιλώντας κατ' αυτό τον τρόπο. Οι Αμερικανοί που έχω γνωρίσει πάντα μιλούν ελεύθερα».

Χαμογέλασα.

Του άρεσε αυτό κι εξακολούθησε να μιλάει.

«Έχουμε κάνει πολύ δρόμο εδώ, στην Κεϋλάνη, αλλά πρέπει να πορευτούμε στο δικό μας δρόμο. Δε νομίζω ότι είμαστε ακόμη έτοιμοι για δημοκρατία με την αμερικανική έννοια, τουλάχιστον όχι όπως την καταλαβαίνω εγώ. Οι Βρετανοί μάς κυβερνούσαν σαν να ήμασταν νήπια, και μας άφησαν παιδιά. Τώρα ψάχνουμε να βρούμε ποιοι είμαστε. Δεν είμαστε καθόλου σίγουροι για το ποιοι είμαστε ή το τι θέλουμε να γίνουμε. Όταν το ανακαλύψουμε, τότε θα μπορέσουμε να κάνουμε τις επιλογές μας. Ο πατέρας μου είναι συντηρητικός. Εγώ είμαι, ίσως, περισσότερο σοσιαλιστής».

Χάρη στον Μάνο, αυτό το ταξίδι με το τρένο γέμισε με πληροφορίες κι έγινε υπέροχο. Καθώς πλησιάζαμε στο Κάντι, με ρώτησε: «Πού θα μείνετε; Είσαστε καθηγητής και μπορείτε να μείνετε στο πανεπιστήμιο. Είναι η περίοδος των διακοπών και θα υπάρχει πολύς χώρος. Το φαγητό εκεί είναι απαίσιο, αλλά μπορείτε να ερχόσαστε στο σπίτι μου για τα γεύματά σας». Υπήρχε ένας μικρός σταθμός για το πανεπιστήμιο, πριν το τρένο φτάσει στο Κάντι. Έτσι, κατεβήκαμε εκεί και 130


καλύψαμε περπατώντας τη σύντομη απόσταση ως το πανεπιστημιακό συγκρότημα. Ήταν απλό για τον Μάνο να μου κλείσει ένα δωμάτιο, σε κάποιο από τους μεγάλους κοιτώνες, που στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν άδειοι εξαιτίας των διακοπών.

Ο Μάνο μ' άφησε στα χέρια μερικών φοιτητών που έδειξαν παραπάνω από πρόθυμοι ν' αναλάβουν την ευθύνη μου κι έφυγε για το σπίτι του μ' ένα δανεικό μοτοποδήλατο.

Η ζωή στο πανεπιστήμιο έμοιαζε μ' όποιας άλλης πανεπιστημιούπολης κατά την περίοδο των διακοπών: ησυχία, ερημιά, με λίγους φοιτητές που εμφανίζονταν μόνο για τα γεύματα. Το φαγητό σερβιριζόταν σε οικογενειακό στιλ, σε κοινά τραπέζια: μερικά απλά «πιάτα» με κάρι, που συνοδεύονταν από βουνά αχνιστού ρυζιού.

Γύρω στο ηλιοβασίλεμα, ο Μάνο έφτασε με το συνηθισμένο του χαμόγελο. «Έφερα το αυτοκίνητο του πατέρα μου. Είσαστε εγκάρδια προσκεκλημένος για το δείπνο». Είχε βρέξει εκείνο το απόγευμα κι όλα άστραφταν, φρεσκοπλυμένα. Η λίμνη και το δάσος απόμακρα αντανακλούσαν τις αποχρώσεις του πολύχρωμου ηλιοβασιλέματος, καθώς πηγαίναμε κατά το λόφο που οδηγούσε στο σπίτι του Μάνο. «Το κεντρικό τμήμα της πόλης είναι εδώ», έδειξε ο Μάνο. «Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ναό. Εκεί, πέρα από την κατοικήσιμη περιοχή, αρχίζει η ζούγκλα. Κι εκεί θα βρείτε τα λουτρά των ελεφάντων. Έχετε καβαλικέψει ελέφαντα 131


άλλη φορά;»

Ο πατέρας του Μάνο ήταν πολύ καλλιεργημένος, όμορφος σαν το γιο του και μιλούσε αγγλικά με καθαρή βρετανική προφορά. Η μητέρα του κι οι δυο αδελφές του, που όλες φορούσαν «σάρι», έμοιαζαν μεταξύ τους, με τα ίδια μεγάλα μάτια, τη λαδιά επιδερμίδα και τα απαλά χαμόγελα.

«Είμαστε πολύ ευτυχισμένοι που σας έχουμε εδώ», είπε ο πατέρας. «Ο γιος μου μου τα είπε όλα για σας. Κι εγώ, όπως κι εσείς, είμαι εκπαιδευτικός. Διευθύνω ένα ιδιωτικό σχολείο με πολλές εκατοντάδες παιδιά. Το σπίτι μας είναι τμήμα του σχολείου, που απλώνεται πολλά μέτρα πίσω. Κρίμα που το σχολείο αυτές τις μέρες δε λειτουργεί, για να μπορέσετε να το επισκεφθείτε. Εφαρμόζουμε το βρετανικό εκπαιδευτικό σύστημα, φυσικά, και...» συνέχιζε. Το δείπνο σερβιρίστηκε. Το φαγητό ήταν πολύ πικάντικο και πιπεράτο, αλλά με ποικιλία και νοστιμιά. Η συζήτηση την ώρα του δείπνου στράφηκε κύρια στον Μάνο και στα προβλήματα που δημιουργούσε στην οικογένεια. Είχαν κιόλας διαλέξει την κοπέλα που θα παντρευόταν και που τη γνώρισα αργότερα. Ήταν από μια καλή οικογένεια, με ανώτερη μόρφωση και καλά προικισμένη. Ο Μάνο είχε όμως αντιρρήσεις, έλεγαν, παρόλο που αυτός σ' όλη τη διάρκεια του δείπνου δεν είπε λέξη.

Όταν τελειώσαμε το φαγητό, περάσαμε στο καθιστικό για καφέ και, αμέσως μετά, η μελλοντική σύζυγος του Μάνο έφτασε με τους γονείς της. Ήταν ένα πολύ νέο κο132


ρίτσι, όχι πάνω από δεκατριών χρονών. Το σώμα της ήταν μικροσκοπικό κι ασχημάτιστο, μέσα στο καλοδιπλωμένο της «σάρι».

Ο Μάνο δεν είπε παραπάνω από καμιά δεκαριά λέξεις ολόκληρη εκείνη τη βραδιά, ούτε και κοίταξε, έστω μια φορά, τη μελλοντική γυναίκα του. Αργότερα, στο αυτοκίνητο, είπε όλος αγωνία: «Δε ζούμε πια στην εποχή όπου οι άνθρωποι αγοράζονταν και πουλιούνταν. Δεν πρόκειται να παντρευτώ αυτό το μικροσκοπικό πράγμα!» Το αυτοκίνητο προχωρούσε σιωπηλά για κάμποση ώρα. Τελικά, ο Μάνο πρόσθεσε: «Αγαπώ κάποια άλλη».

Σταθήκαμε μπροστά σ' ένα διώροφο άσπρο κτίριο, μ' ένα μακρύ κλιμακοστάσιο να ανεβαίνει μπροστά, οδηγώντας σ' ένα δεύτερο επίπεδο του εδάφους. «Ελάτε», είπε.

Ανεβήκαμε τις σκάλες, φτάσαμε σε μια φαρδιά εξώπορτα κι ο Μάνο μπήκε μέσα στο σπίτι δίχως να χτυπήσει. Μέσα στο σπίτι βρήκαμε τέσσερα γοητευτικά νεαρά άτομα, τρεις κοπέλες κι ένα αγόρι, που όλοι χαιρέτησαν τον Μάνο με ενθουσιασμό. «Το μάθαμε ότι γύρισες».

«Πότε ήρθες; Πόσο θα μείνεις;»

Ο Μάνο απαντούσε στις ερωτήσεις τους κοφτά κι ύστερα με σύστησε στη συντροφιά. Όλοι τους μιλούσαν θαυμά133


σια αγγλικά.

Μια από τις κοπέλες, πιο ανοιχτόχρωμη και ψηλότερη από τις άλλες, φορούσε ένα φωτεινό, πορτοκαλί «σάρι». Τα μαλλιά της κατέβαιναν με μια μακριά μαύρη κοτσίδα ως την πλάτη της. Οι τρόποι της ήταν ανέμελοι και το χαμόγελό της ζεστό κι ευχάριστο. Την έλεγαν Σίλβα. Από την πρώτη στιγμή έγινε φανερό πως ήταν το κορίτσι του Μάνο.

Μέσα σε λίγα λεπτά οι νεαροί είχαν αρχίσει μια ζωηρή συζήτηση, που εξελίχθηκε σε χορό με τη μουσική πολύτιμων και σπάνιων δίσκων του Έλβις Πρίσλεϊ. Είχαν μπερδευτεί από την «αργκό» των στίχων των τραγουδιών και μου ζήτησαν να τους τα μεταφράσω.

Μερικές ώρες αργότερα, ο Μάνο με πήγε με το αυτοκίνητο πίσω στο πανεπιστήμιο. Μιλούσε όλο ζωηρότητα για τη Σίλβα. «Είναι Ινδή, όχι από την Κεϋλάνη. Εργάζεται στη ρεσεψιόν του καλύτερού μας ξενοδοχείου, εδώ, στο Κάντι. Η οικογένειά της μένει στο Κολόμπο».

«Οι Ινδοί», εξακολούθησε, «θεωρούνται εδώ, στην Κεϋλάνη, κατώτερη ράτσα, χωρίς μόρφωση ή καλλιέργεια. Είναι κύρια υπηρέτες. Η οικογένειά μου δε θα μιλούσε σε κανέναν από την τάξη της Σίλβα και, σίγουρα, δε θα δεχόταν ποτέ αυτό το γάμο». Απόμεινε σιωπηλός, όπως όλοι οι άτυχοι ερωτευμένοι. Από τότε έβλεπα τον Μάνο με τη Σίλβα συχνά. Είναι μια χαρά να τους βλέπεις μαζί. Δεν κουβέντιαζαν ποτέ για τη σχέση τους. Ήταν πάντα χαλαρωμένοι κι όλο κέφι. Μαζί 134


κάναμε ταξίδια στα καταπράσινα, θαλερά υψώματα και σε φυτείες τσαγιού του Νουβάρα Ελίγια, της Πουλανέρουα και της Ανουρανταπούρα, όπου καθόμασταν κάτω από τα πανάρχαια μπανανόδεντρα, όπου είχε καθίσει κι ο Βούδας για να διαλογιστεί.

Στη διάρκεια αυτών των εκδρομών γνώρισα θαυμάσιους ανθρώπους. Ένας απ' αυτούς ήταν ένας νεαρός σερβιτόρος που το θεωρούσε μεγάλη του περηφάνια να μου δείχνει το καθημερινό του δώρο προς το Μεγάλο Βούδα. Κάθε μέρα πρόσφερε ένα μικρό ποτήρι ακριβής Κόκα-Κόλα, τοποθετώντας το με μεγάλη προσοχή μπροστά στον ειδικό βωμό, το διακοσμημένο με εικόνες αγίων, μικρά κεράκια και λουλούδια, στο μικροσκοπικό σαν ντουλάπα δωμάτιο, που το 'λεγε δικό του. Ένας άλλος ήταν ένας φούρναρης που εργαζόταν με την παραδοσιακή μεγαλοπρέπεια μπροστά σ' ένα φούρνο με ξύλα, φτιάχνοντας ψωμί που θα ταίριαζε στα καλύτερα τραπέζια της Ευρώπης. Κάποιος άλλος ήταν ένας εθελοντής του Αμερικανικού Σώματος Ειρήνης, με σοβαρό τραύμα στο πόδι, που δεν ήθελε να το αναφέρει, επειδή φοβόταν μήπως τον απομακρύνουν από την εργασία του σ' ένα μικρό αγροτικό σχολείο. Η Σίλβα μάγευε τον καθένα που τη γνώριζε. Ήταν όλο ζωντάνια, γοητευτική, έξυπνη, πρόθυμη να προσφέρει τη βοήθειά της. Ήταν πραγματικά τόσο πολύτιμη, όσο τη θεωρούσε ο Μάνο.

Ένα απόγευμα, όταν ήμασταν μόνοι, η Σίλβα μου εμπιστεύτηκε: «Ο Μάνο είναι ένα πολύ δυστυχισμένο αγόρι και κακομαθημένο, μαζί. Χαριτωμένος, φυσικά, κι όμορ135


φος, αλλά κακομαθημένος. Θέλει να παντρευτεί ενάντια στη θέληση των γονιών του, καθώς ξέρετε, αλλά φοβάται μήπως τον αποκληρώσουν. Η οικογένειά του με βλέπει σαν ανάξια. Προσπαθούν να διατηρήσουν ένα έθιμο, που γρήγορα εξαφανίζεται από την Κεϋλάνη. Ο Μάνο το ξέρει αυτό, αλλά είναι αδύναμος. Με θέλει, αλλά όχι αρκετά. Θα παντρευτεί τη μικρή, θα το δείτε». Την παραμονή που θα έφευγα από το Κάντι, πήγαμε στο λουτρό των ελεφάντων. Ο δρόμος που οδηγούσε ως εκεί ήταν ως ένα σημείο πλακόστρωτος, περνώντας ελικοειδώς μέσ' από τη ζούγκλα, για τρία μίλια περίπου. Εδώ, κοντά σε μια πλατιά, λασπερή όχθη, στέκονταν πολλοί ελέφαντες. Μερικοί είχαν μπει στο νερό μέχρι το στομάχι, άλλοι σαν να σκέφτονταν αν θα 'πρεπε ν' αντιμετωπίσουν με γενναιότητα το ορμητικό ρεύμα, ενώ άλλους τους πίεζαν να μπουν μερικά παιδιά με μακριά ραβδιά, και εκείνοι κινούνταν αργά κατά μήκος της όχθης. Ο καθένας με τη σειρά του κατέβαινε αργά κι αδέξια στο ρεύμα, μέχρι που να σκεπαστεί ολόκληρος.

Ξαναγυρίσαμε το μισό δρόμο ως το Κάντι πάνω σ' έναν ελέφαντα. Φορούσα μόνο ένα κοντό παντελόνι, που δεν πρόσφερε καμιά προστασία ανάμεσα στα πόδια μου και στο άγριο, μαλλιαρό, υγρό, σκληρό και καυτό δέρμα του ελέφαντα. Γλιστρούσε αργά κάτω μου σαν ένας τεράστιος ζεστός πολτός: ήταν μια μοναδικά δυσάρεστη εμπειρία για μένα.

Δυστυχώς, άφησα τον Μάνο, την οικογένειά του και τη Σίλβα στο κοινό τους δίλημμα και ξαναγύρισα στο Κολόμπο, όπου επισκέφθηκα τη Βουδιστική Ένωση Νέων, στο 136


κέντρο της πόλης, που θα μου πρόσφερε στέγη στους κοιτώνες της. Από το παράθυρό μου μπορούσα να δω το όλο κίνηση λιμάνι. Πολλές φορές την ημέρα η σιωπή έσπαζε από το θόρυβο των τζετ που απογειώνονταν μουγκρίζοντας από το αεροδρόμιο, πολλά μίλια μακριά. Ήταν μια αναστάτωση για μένα, επειδή, όλες αυτές τις εβδομάδες που έζησα στην Κεϋλάνη, είχα δει το πιο πρωτόγονο και το πιο μοντέρνο - από τον πρωτόγονο γιατρό του χωριού, ως την πιο σύγχρονη τεχνολογία της εποχής των τζετ - μέσα σε μια πολύ μικρή περιοχή.

Ο Μάνο ήρθε από το Κάντι για να με αποχαιρετήσει. Πριν φύγω, μου είπε με γενναιότητα: «Θα παντρευτώ τη Σίλβα κι εσείς θα είσαστε ο κουμπάρος μου».

Συγκινήθηκα. Σκεφτόμουν τις τεράστιες αλλαγές που γίνονταν σ' αυτή τη χώρα - αλλαγές σε στάσεις ζωής, σε συναισθήματα κι οράματα για το μέλλον. Ίσως με τον καιρό, σκεφτόμουν, ακόμη κι η ολοκλήρωση της επιθυμίας του Μάνο θα μπορούσε να επιτευχθεί.

137


9 Νότια Ινδία Η περηφάνια κι η ανυπομονησία μέσα μας δεν είναι αρετές, αλλά καμιά φορά υπάρχει κάποια ομορφιά και σ' αυτές τις δυο.

Ο καθηγητής Γκούπτα Αυτοί που έχουν γνωρίσει μόνο την Ινδία του βορρά, δεν έχουν γνωρίσει την Ινδία. Πρέπει να περιπλανηθείς στους δρόμους του Τιρουτσιραπάλι, να δεις τον ήλιο ν' ανατέλλει και να δύει πάνω από τη θάλασσα του ακρωτηρίου Κομορίν, να γνωρίσεις βιωματικά ένα παζάρι στο Μαδράς, να μιλήσεις με ομάδες φοιτητών στο Τριβάντρουμ, να περιτριγυρίσεις την όμορφη πλατεία του Ερνάκουλουμ, να τσαλαβουτήσεις στα κανάλια του Κοχίν, ή να περάσεις λίγη ώρα στο γιγάντιο ναό της Μαδούρα. Ύστερα να πας στα βορινά - και τότε θα μπορείς να πεις ότι γνώρισες αυτή την τεράστια χώρα». Τα μάτια του άστραφταν από περηφάνια. Παρόλο που τα λόγια του αντηχούσαν σαν φράσεις από κάποιο διαφημιστικό τουριστικό φυλλάδιο, δεν μπορούσα να μη νιώσω τον ενθουσιασμό του και το βαθύ ενδιαφέρον του για τη σωστή μου πληροφόρηση. Όταν το αεροπλάνο μου από την Κεϋλάνη προσγειώθηκε στο Τιρουτσιραπάλι, ήμουν ο μοναδικός τουρίστας στη 138


συντροφιά. Όσο βαστούσε η σύγχυση του τελωνειακού ελέγχου, μου έδινε συμβουλές κάποιος νεαρός, ο κύριος Ματρίαμ, ένας Νοτιο-ινδός. «Υπάρχουν πολλά πράγματα που σε κάνουν να μένεις στην Ινδία», μου είπε. «Και γι' αυτά θα πρέπει να είσαι προετοιμασμένος, πριν ξεκινήσεις μόνος την περιήγησή σου. Κατ' αρχήν, η Ινδία δε μοιάζει με καμιά άλλη χώρα στον κόσμο. Ο τρόπος της ζωής είναι διαφορετικός, η φιλοσοφία είναι μοναδική, το φαγητό και το ντύσιμο, ακόμη κι οι ξενοδοχειακές ανέσεις, θα είναι μια καινούρια εμπειρία. Γι' αυτό, προετοιμαστείτε. »Οι κοιτώνες στις διάφορες πανσιόν, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό, είναι άνετοι και εξυπηρετικοί», εξακολούθησε. «Είναι και πολύ φτηνά εκεί. Τα τρένα είναι το καλύτερο μεταφορικό μέσο, αν και τα λεωφορεία είναι πολύ καλά». Πήγαμε μαζί, με το λεωφορείο, ως το σιδηροδρομικό σταθμό, όπου με άφησε, εξηγώντας μου ότι εκείνος θα συνέχιζε ως το Μαδράς μ' ένα τρένο, αργότερα.

Ο σταθμός έβλεπε απέναντι σε μια πλατεία και περιβαλλόταν από καταστήματα και μικρά γραφεία. Το κτίριο του σταθμού ήταν σε δυο επίπεδα, με την πλατφόρμα του τρένου, τις αίθουσες αποσκευών και ταχυδρομείου, ένα εστιατόριο και το γραφείο των κοιτώνων που βρισκόταν στο πάνω επίπεδο. Η γυναίκα που ήταν υπεύθυνη για τα δωμάτια έδειχνε κάπως ανυπόμονη κι απότομη. Αργότερα έμαθα ότι αυτός ήταν απλά ο τόνος της φωνής κι ο τρόπος που φέρονται οι Ινδοί, γενικά. Κοίταξε γρήγορα τον κατάλογο με τις κρατήσεις που είχε μπροστά της και 139


είπε: «Έχω ένα διπλό δωμάτιο. Πρέπει να προετοιμαστείτε να το μοιραστείτε με κάποιον άλλο, αν σκοπεύετε να μείνετε παραπάνω από δυο ημέρες».

Το δωμάτιο ήταν στενό και πολύ μακρύ, με παράθυρα στις δυο άκρες. Το πίσω παράθυρο έβλεπε στις γραμμές του τρένου κι εκείνο από μπροστά είχε θέα στην πλατεία. Ήταν ένα καθαρό δωμάτιο. Τα κρεβάτια είχαν σεντόνια κι ήταν σκεπασμένα με καθαρές και δίχως τρύπες κουνουπιέρες. Πολύ κοντά στο δωμάτιο, σε μια μικρή εσοχή, ήταν μια τουαλέτα με ντουσιέρα. Γενικά, ήταν όπως μου τα είχαν πει: όχι πολυτέλειες, πολύ καθαρά, ευχάριστα και σίγουρα όχι ακριβά. Η πόλη, το Τιρουτσιραπάλι, αναφέρεται, ακόμη και από μερικούς Ινδούς, σαν «Βάλτος». Οφείλει αυτό το όνομα στον υπερπληθυσμό της, στους βρόμικους δρόμους της, στην έλλειψη νερού, στην ανυπόφορη ζέστη, στις φτωχές υγειονομικές προβλέψεις και στις πολλές αρρώστιες. Ήμουν προετοιμασμένος για το χειρότερο όταν βγήκα από το δωμάτιό μου και τράβηξα κατά το κέντρο της πόλης.

Ως το απόβραδο, είχα περιπλανηθεί σ' όλη σχεδόν την πόλη, κατά μήκος και πλάτος. Στ' αλήθεια, οι δρόμοι ήταν οι περισσότεροι άστρωτοι και σκονισμένοι, η ζέστη ήταν πολύ δυνατή, οι άνθρωποι και τα ζώα αποπατούσαν στους δρόμους, στέγνα και ξηρασία παντού. Αλλά υπήρχε επίσης κι ένας μολυσματικός ενθουσιασμός, που διαπερνούσε την ατμόσφαιρα και μ' έβαζε σε πειρασμό να κοιτάξω πέρα απ' αυτή την απογοητευτική επιφάνεια.

Το κέντρο της πόλης, μπροστά στο ναό, ήταν το επίκε140


ντρο της γοητείας. Εκεί μπορούσες να βρεις το καθετί, όποια ώρα της μέρας ή της νύχτας. Η είσοδος στο ναό γινόταν μέσα από ένα ψηλό, κόκκινο και λευκό τείχος. Οι άντρες φορούσαν «ντότι», ένα λευκό ινδικό ύφασμα τυλιγμένο γύρω από το σώμα, που δένει σφιχτά στη μέση. Τα πόδια και το πανωκόρμι έμεναν γυμνά, τα σώματα ήταν δυνατά και μαύρα. Οι γυναίκες φορούσαν «σάρι» πορτοκαλιά, κόκκινα, πράσινα, πορφυρά, λευκά, μερικά από θαμπό ξεβαμμένο βαμβακερό ύφασμα, που μαρτυρούσε πολλά πλυσίματα στο λασπωμένο νερό του ποταμού. Άλλες φορούσαν «σάρι» από σκληρό μεταξωτό ύφασμα, που τεντωνόταν κι έτριζε με την κάθε τους κίνηση. Τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών και τα μπράτσα ήταν σκεπασμένα με δαχτυλίδια, δαχτυλιδάκια, βραχιόλια κι αλυσιδίτσες· όλα ντιντίνιζαν και κουνιούνταν με την παραμικρή κίνηση. Τα παιδιά ήταν τα περισσότερα γυμνά κι έτρεχαν ελεύθερα ανάμεσα στα πλήθη, όλο χαρά και δίχως φόβο. Ζώα υπήρχαν παντού - ιερές αγελάδες, με άσπρες, κόκκινες και πράσινες ζωγραφιές πάνω τους· ελέφαντες με βαμμένα πρόσωπα, σαν ευτυχισμένοι παλιάτσοι· κατσίκες· κοτόπουλα· χοροπηδηχτοί κι όλο αταξίες πίθηκοι· και γεροδεμένοι, αδιάφοροι για όλα, ταύροι. Σαν να βρισκόσουν σ' ένα φεστιβάλ λουλουδιών, οι άντρες είχαν κρεμασμένα στο λαιμό τους κολιέ από λουλούδια κι οι γυναίκες τα φορούσαν στο κεφάλι τους. Σαν ζωντανές κούκλες από κάποιο κουκλοθέατρο, οι πλανόδιοι πωλητές κάθονταν ανακούρκουδα στους πάγκους τους, περιτριγυρισμένοι από φρέσκα φρούτα. Φορούσαν λουλούδια στα πυκνά, λαδωμένα, μαύρα τους μαλλιά, κι ανάμεσα στο κάθε δάχτυλο των ποδιών, μπουμπούκια. Μεγάλες γιρλάντες 141


λουλουδιών κρέμονταν από στύλους σαν ουράνια τόξα στην είσοδο του ναού.

Ο ίδιος ο ναός ορθωνόταν σαν μεσαιωνικό φρούριο, ορατός από κάθε σημείο της πόλης κι από πολύ μακριά, μέσα από την τεράστια έρημο που τον τριγύριζε. Ήταν χτισμένος και χαραγμένος σ' ένα μεγάλο μονολιθικό βράχο, που βαθούλωνε σε επίπεδα, τα οποία ενώνονταν με μια μοναδική, απότομη σκάλα, χαραγμένη στο κέντρο του. Το κάθε πάτωμα είχε τη δική του δροσερή αίθουσα από πέτρα: στη μια κυριαρχούσε ένα τεράστιο ανάγλυφο του Κρίσνα που χόρευε, με τα πλήθος χέρια του και μ' ένα σοφό, χαμογελαστό πρόσωπο· στην άλλη, ένας Θεός-ελέφαντας κρατούσε μια γυμνή γυναικεία φιγούρα στα γόνατά του· σε μια τρίτη, πάλι ο Κρίσνα, που απεικονιζόταν αυτή τη φορά σαν φιλήδονη γυναίκα με σφιχτά στήθη και καλογραμμένο σώμα. Πάνω απ' αυτό το επίπεδο ήταν άλλο ένα δωμάτιο, γεμάτο με θορυβώδεις προσκυνητές, όπου μια ομάδα μουσικών κάθονταν σταυροπόδι σ' έναν πέτρινο βωμό, παίζοντας όμορφη αλλά παράξενα παράηχη μουσική.

Υπήρχαν πολλές μικρότερες αίθουσες ακόμη, όλες γεμάτες με ανθρώπους που απάγγελλαν ψαλμούς, συνέχεια τους ίδιους, ή έψελναν προσευχές μπροστά σ' ένα φαλλό μέσα σε κλουβί, ή σε κάποιο σκαλισμένο άγαλμα του τοίχου.

Υπήρχε ελάχιστη σεμνότητα, αφοσίωση ή λεπτότητα στο ύφος αυτής της λατρείας. Ήταν κάτι το προσωπικό και το ανθρώπινο, καθώς ο καθένας, όλο βιασύνη, ζητούσε τη σωτηρία με το δικό του τρόπο, μέσω κάποιου από τα α142


ναρίθμητα δόγματα, τις άπειρες λατρείες και φιλοσοφίες που συγκροτούν το σύγχρονο Ινδουισμό. Προσεύχονταν ή εκτελούσαν τις αναγκαίες ασκήσεις με φασαρία, με πάθος και με παιδιάστικη αφοσίωση σ' αυτό που έκαναν. Ο θρησκευτικός δρόμος που ακολουθούσαν, όπως κι ο Θεός τους, ήταν κατανοητός μόνο απ' αυτούς: γεμάτος από ανθρώπινη αδυναμία, κάποιο χιούμορ κι αναπόφευκτο πόνο κι επιθυμία. Στο κάτω-κάτω, ο Βισνού δεν έπαιρνε συχνά μορφή ανθρώπου; Και σίγουρα ο Σίβα, ο Θεός των δαιμόνων, δεν ήταν ποτέ απρόθυμος ν' απολαύσει τις ανθρώπινες εύνοιες.

Οι δραστηριότητες του ναού μού φάνηκαν σαν να ήταν η ίδια η Ινδία: ατομική, πραγματική, όμορφη, αισθησιακή, πολύχρωμη και μυστικιστική. Οι Ινδοί μάθαιναν νωρίς από τα ιερά τους κείμενα ότι η ζωή περνά κι ότι η μοναδική πραγματικότητα της ζωής ήταν η ψευδαίσθηση ότι υπήρχε. Ήταν μέσα στο ρόλο των Ινδών ν' αποδεχτούν τη ζωή σαν μια χίμαιρα, να χαθούν οι ίδιοι, σαν άνθρωποι απλώς ανάμεσα σε ανθρώπους. Και παντού υπήρχαν αποδείξεις σχετικά με τη ζωντάνια αυτής της πίστης. Το κεφάλι μου βούιζε από τα χρώματα και τη σύγχυση και τα θαύματα του Τιρούτσι. Όταν ξαναγύρισα στο ξενοδοχείο του σταθμού εκείνο το βράδυ, βρήκα ένα σημείωμα, πολύ τυπικά γραμμένο, από κάποιο καθηγητή Γκούπτα, που ζητούσε να κάνει τη γνωριμία μου.

Μετά το δείπνο, ακολουθώντας τις γραπτές του οδηγίες, που μου τις είχε δώσει με πολλή ακρίβεια, πήγα ως ένα μικρό κολέγιο, στα προάστια της πόλης. Ζήτησα εκεί τον καθηγητή Γκούπτα. Ύστερα από λίγη ώρα, ένας εξαιρετι143


κά παχύς, πολύ σκούρος, μεσόκοπος άντρας, έκανε την εμφάνισή του. Ήταν ντυμένος δυτικά, με σακάκι και γραβάτα, παρ' όλη την ανυπόφορη ζέστη εκείνης της βραδιάς. «Είμαι ο καθηγητής Γκούπτα», είπε, απλώνοντας το παχουλό του χέρι. Όταν το έπιασα, ένιωσα δαχτυλίδια στα τρία του δάχτυλα και μια παλάμη σαρκώδη και μουσκεμένη στον ιδρώτα. «Μου μίλησε για την άφιξή σας ο κύριος Ματρίαμ, ο νεαρός κύριος που συναντήσατε στο αεροδρόμιο». Μιλούσε επίσημα, με αμερικανική προφορά, πράγμα αντίθετο με τα συνηθισμένα αγγλικά των συμπατριωτών του, που είχαν έντονο το βρετανικό ύφος.

Με παράσυρε ως το μικρό του γραφείο, άνοιξε τον ανεμιστήρα του ταβανιού και μου έκανε νόημα να καθίσω. Αφήνοντας το βαρύ κορμί του να πέσει στην πολυθρόνα, πίσω απ' το γραφείο του, σαν να σωριαζόταν, πρόσθεσε: «Είμαι καθηγητής εδώ, αλλά μένω στο Μαδράς. Σπούδασα στην Αμερική, φυσικά, όπως θα μπορέσατε να καταλάβετε από την προφορά μου. Ενδιαφέρομαι πάντα για τον κάθε Αμερικανό που έρχεται στο Τιρούτσι. Άλλωστε, είναι τόσο λίγοι». Μιλούσε σαν να απάγγελλε κάποιο λογύδριο που είχε απομνημονεύσει.

Σκούπισε το μέτωπό του ελαφρά μ' ένα μεγάλο άσπρο μαντίλι, το δίπλωσε κατόπιν προσεχτικά και το ξανάβαλε στην τσέπη του με πολλή προσπάθεια. «Κάνει διαβολεμένη ζέστη απόψε! Αυτό το μέρος είναι φοβερό. Μόνο έντομα βρίσκεις άφθονα παντού σε τούτη την πόλη. Ένας βάλτος! Θα θέλατε να κάνουμε ένα σύντομο περίπατο;»

«Ναι, πάρα πολύ». Δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι συμπάθησα τον κύριο Γκούπτα. Έμοιαζε απόμακρος, τυπι144


κός, ψυχρός. Στο κάτω-κάτω αυτός είχε ζητήσει τούτη τη συνάντηση· ωστόσο, έδειχνε σχεδόν ενοχλημένος που έπρεπε να με διασκεδάσει, σαν να είχα προσθέσει κι εγώ κάτι στη γενική δυσφορία του. Έμοιαζε σαν με την κάθε του κίνηση να πονούσε κατά κάποιο τρόπο. Έξω δεν ήταν πιο δροσερά από το γραφείο του. Οι δρόμοι του Τιρούτσι ήταν τώρα δυνατά φωτισμένοι, πάντα γεμάτοι κόσμο και πιο θορυβώδεις από ποτέ. Ήταν, φανερά, η ώρα του φαγητού. Για μερικές ρουπίες μπορούσες ν' αγοράσεις ρύζι και κάρι, ή μερικά νόστιμα γλυκίσματα φτιαγμένα από καρύδα και μέλι και τυλιγμένα κομψά σε φύλλα, ή παγωτά με σιρόπι και χρώματα και τεχνητά αρώματα, ή φρεσκοστυμμένο χυμό ζαχαροκάλαμου και, φυσικά, μοσχοκάρυδα. Ο κύριος Γκούπτα τα 'βλεπε όλ' αυτά τα πράγματα σαν επιπρόσθετες προσωπικές ενοχλήσεις: αυτός που έστυβε το ζαχαροκάλαμο έκλεινε το πεζοδρόμιο, οι ψητές καρύδες μύριζαν μπαγιατίλα, η θέα του κάρι του 'φερνε αναγούλα, τα παγωτά ήταν σίγουρα μολυσμένα.

«Το μάθημα που διδάσκω ιδιαίτερα είναι η αμερικανική λογοτεχνία. Είμαι, κατά κάποιο τρόπο, ειδικός στον Ουίτμαν, τον Έμερσον, τον Μέλβιλ και τον Θορό. Φυσικά, ξέρω και δευτερότερους συγγραφείς, όπως τον Χεμινγουέι και τον Στάινμπεκ, αλλά νομίζω ότι η σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία δεν έχει ούτε ένα σημαντικό συγγραφέα ύστερα από τον Μαρκ Τουαίν, δε συμφωνείτε;» Ωστόσο, δε μου έδινε ποτέ την ευκαιρία ν' απαντήσω. «Όλοι οι άλλοι είναι απλά άνθρωποι που ικανοποιούνται με το κακό γράψιμο και μ' αυτά τα σκουπίδια των μπεστ-σέλερς για 145


το διεστραμμένο σεξ», γκρίνιαζε καθώς σερνόταν πάνω στο σκονισμένο δρόμο. «Υποθέτω ότι βρήκατε το Τιρούτσι μάλλον αηδιαστικό, έτσι;» πρόσθεσε.

«Καθόλου», τον βεβαίωσα. «Το βρήκα υπέροχο. Γοητευτικό. Δεν είδα ποτέ κάτι παρόμοιο. Κάπως μυστικιστικό». «Σαν ένα παράξενο ζώο σε ζωολογικό κήπο, ε;»

Η παρατήρησή του με βρήκε απροετοίμαστο. «Μ' αρέσει εδώ», είπα τελικά, χωρίς να κάνω καμιά προσπάθεια να κρύψω την ενόχλησή μου. «Ήρθα εδώ επειδή ήθελα να ζήσω στην Ινδία».

«Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί να έρχεται κανένας εδώ με την ελεύθερη βούλησή του. Βρίσκω αυτή την πόλη απογοητευτική». Άπλωσε να βγάλει το μαντίλι του, αλλά δεν το χρησιμοποίησε. Αντίθετα, με μια νευρική κίνηση το ξανάβαλε στην τσέπη του. «Πέρασα τη μέρα μου στο ναό», του είπα, θέλοντας ν' αλλάξω θέμα. «Δεν ξέρω αν έχω ξανανιώσει τέτοια συναισθήματα στη ζωή μου. Τόσα πολλά χρώματα και χαρά. Δε βρίσκω την πόλη αυτή καθόλου απογοητευτική, ξέρετε!»

«Η ζέστη είναι απογοητευτική, η βρομιά απογοητευτική, οι άνθρωποι απογοητευτικοί. Δεν μπορώ να πω τίποτα για το ναό, μια που δεν πήγα ποτέ εκεί». Το είπε αυτό με τόση ανεμελιά και περιφρόνηση, σαν να 'θελε να μου δείξει ότι δεν ήταν σοβαρός, αλλά ότι προσπαθούσε να γίνει διασκεδαστικός, σαν κάποιος από τους κυνικούς ήρωες θεατρικού έργου του Όσκαρ Ουάιλντ. 146


«Θα μπορούσα να καταλάβω κάποιον που επισκέπτεται το Μαδράς, τη Μιζόρη, την Μπαγκαλόρη, ίσως ακόμη και την Κοχιγκίνα, αν ο καιρός ήταν ευνοϊκός, αλλά τι θα μπορούσε να βρει κανένας εδώ; Το μόνο που μπορώ να υποψιαστώ είναι ότι ήρθατε να διασκεδάσετε παρατηρώντας τους ντόπιους».

Ξαφνικά στάθηκε, αναστέναξε βαθιά κι είπε: «Στέγνωσα· πρέπει να πιω ένα φλιτζάνι τσάι. Ξέρω ένας μέρος όπου θα μπορούσαμε να διακινδυνεύσουμε ένα φλιτζάνι τσάι. Το τσάι βράζεται, ξέρετε, κι είναι καθαρό. Αγαπητέ μου δόκτορ, φοβάμαι ότι θα πρέπει να μάθετε να συγχωρείτε αυτές τις πρωτόγονες συνθήκες, αν λογαριάζετε να περάσετε λίγο καιρό εδώ, στη Νότια Ινδία».

Μπήκαμε στο τεϊοποτείο και καθίσαμε σ' ένα μικρό ξύλινο τραπέζι. Ο σερβιτόρος, ένα αδύνατο, μελαχρινό αγόρι, ήρθε αμέσως.

«Τσάι», πρόφερε καθαρά ο κύριος Γκούπτα, προσθέτοντας πολλές ειδικές οδηγίες που ήμουν ανίκανος να καταλάβω. Ο τόνος της φωνής του ήταν περιφρονητικός, σταθερός. «Πρέπει να δίνεις λεπτομερείς οδηγίες σ' αυτούς τους ανθρώπους. Είναι τόσο ανόητοι, ξέρετε». Κοίταζε τα χέρια του, ισιώνοντας τα δαχτυλίδια με τα παχουλά του δάχτυλα και μίλησε: «Ώστε, αγαπητέ μου δόκτορ, έχετε προγραμματίσει ένα εκτεταμένο ταξίδι μέσα στη μυστηριώδη Ινδία. Ωραία, ελπίζω ν' ανακαλύψετε αυτό που ζητάτε. Αν και εξακολουθώ ν' αναριωτιέμαι τι να είναι αυτό». 147


«Ε, να», άρχισα να λέω, αλλά δε μ' άφησε ν' αποτελειώσω τη φράση μου.

«Ο ναός στη Μαδούρα! Είναι πραγματικά πολύ όμορφος, αλλά τώρα οι τρελοί έπιασαν και το 'βαψαν όλο αυτό το πράγμα σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τελικά θα μοιάζει μονάχα με μια γιγάντια πυραμίδα από γελωτοποιούς του τσίρκου. Τα μαργαριτάρια στα γουρούνια!» είπε. «Ναι, ρίχνουν τα μαργαριτάρια στα γουρούνια! Το Μαδράς είναι υπέροχο, αλλά η θάλασσα κάνει το κάθε μέρος υποφερτό, δεν είναι έτσι;» Το τσάι ήρθε. Ο σερβιτόρος τοποθέτησε μπροστά μας τα σερβίτσια με πολλή προσοχή κι έφυγε. «Ε, ναι, τουλάχιστον φτιάχνουν λίγο σωστό τσάι εδώ», αναστέναξε ο κύριος Γκούπτα.

Όταν τον άφηνα εκείνο το βράδυ, ήμουν πολύ θυμωμένος κι ούτε που μ' ένοιαζε αν θα τον ξανάβλεπα. Γι' αυτό ξαφνιάστηκα όταν με κάλεσε να πάμε μαζί, την άλλη μέρα το πρωί, να επισκεφθούμε το Ναό του Ταύρου, στην Τανζόρη. «Θα προσπαθήσω να βρω ένα αυτοκίνητο», είπε, «αλλά μπορεί να χρειαστεί να πάρουμε το αναθεματισμένο λεωφορείο». Δεν περίμενε την απάντησή μου, αλλά, μ' ένα βιασμένο χαμόγελο, μου άπλωσε το παχουλό, ιδρωμένο του χέρι κι είπε με τον καλύτερο δυτικο-αμερικάνικο τρόπο: «Χαίρετε! Θα σας δω αύριο», και με μεγάλη προσπάθεια αργοσύρθηκε κάτω στο σκονισμένο δρόμο, προς το κολέγιο, σκουπίζοντας αδιάκοπα το μέτωπό του και βογκώντας. 148


Έλπιζα ότι δε θα 'ρχόταν την άλλη μέρα το πρωί. Προσπάθησα να σκεφτώ μερικές δικαιολογίες για να μην πάω, αλλά όταν έφτασε, ιδρωμένος και λαχανιασμένος, στάθηκε αδύνατο να του αρνηθώ. Είπε πολλές δικαιολογίες, ζήτησε πολλές φορές συγνώμη που δεν είχε βρει αυτοκίνητο. «Θα χρειαστεί να πάρουμε αυτό το καταραμένο λεωφορείο», είπε.

Στην πραγματικότητα, το λεωφορείο ήταν μάλλον ευχάριστο. Ήταν γεμάτο κόσμο, αλλά βρήκαμε καθίσματα. Με το ζεστό αέρα να φυσά στα πρόσωπά μας από τ' ανοιχτά παράθυρα, τα πράγματα δεν ήταν πολύ άσχημα. Με ανακούφισή μου ανακάλυψα ότι ο Γκούπτα ήταν λιγότερο ομιλητικός από όσο στην προηγούμενη συνάντησή μας, πράγμα που μου πρόσφερε την ευχαρίστηση να παρατηρώ την αγροτική ζωή της Ινδίας χωρίς καυστικά σχόλια.

Περνούσαμε το ένα μίλι πίσω απ' το άλλο καλλιεργημένων χωραφιών, όπου όμως τίποτα δεν έμοιαζε να φυτρώνει. Ζώα που το δέρμα τους κρεμόταν σακουλιασμένο πάνω στα κόκαλα, και που τα όλο αφρούς στόματά τους μαρτυρούσαν την ανάγκη τους για φαγητό και νερό, στέκονταν σαν αγάλματα μπροστά σε στεγνές λακκούβες νερού. Σχεδόν γυμνοί αγρότες δούλευαν με χοντροκομμένα εργαλεία πάνω σε μικρά κομμάτια γης με λίγο πράσινο. Ο ουρανός ήταν αστραφτερά καθαρός, δίχως σύννεφα. Ο ήλιος μαστίγωνε τη γη άγρια, σαν μέσ' από ένα μεγεθυντικό φακό να είχε αποφασίσει να ξεράνει τον άνθρωπο και τον πλανήτη του. Σε αντίθεση μ' όλο αυτό, ακόμη κι η γύμνια της, Τανζόρης έμοιαζε σαν όαση, με τη μικρή της μάζα από μεγάλες οι149


κοδομές, ασπροπλυμένες απ' τον ήλιο, να στέκονται σαν σκιερά καταφύγια ενάντια στην αφόρητη ζέστη.

Ο ναός ήταν κλειστός. «Τι ανοησία κι αυτή πάλι!» φώναξε οργισμένος ο Γκούπτα. «Θα τον ανοίξουμε αμέσως». Προχώρησε βαρύς ως το σπιτάκι του νεωκόρου και, με πολλές χειρονομίες και φωνές, εξασφάλισε την άδεια να μπούμε μέσα. Ο νεωκόρος το ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι δεν μπορούσαμε να μπούμε φορώντας δυτικά ρούχα. «Ηλίθιες, παιδιάστικες ανοησίες!» φώναξε ο Γκούπτα, αλλά ως προς αυτό ο άλλος ήταν ακλόνητος. Ο Γκούπτα με οδήγησε σ' ένα μικρό μαγαζί, όπου αγοράσαμε «ντότι», μουρμουρίζοντας σ' όλο το δρόμο. «Ηλίθιοι! Ηλίθιοι! Ηλίθιοι! Έχω χρόνια να φορέσω αυτά τα πράγματα. Νιώθω κυριολεκτικά γελοίος!» παραπονιόταν προσπαθώντας να τυλίξει το ύφασμα γύρω στην παχιά, τριχωτή κοιλιά του. «Ανόητες προκαταλήψεις! Πότε, λοιπόν, θα ωριμάσουμε;» Μέσα στο ναό, πάνω σ' ένα ψηλό βάθρο, στεκόταν ο γιγάντιος μπρούντζινος ταύρος.

«Σίγουρα θα ξέρετε ότι ο ταύρος ήταν το ζώο που διάλεξε για τη μεταφορά του στη γη ο Θεός Σίβα. Έτσι θ' ανακαλύψετε ότι τον τιμούν σ' όλη την Ινδία. Ένας ιερός ταύρος, στ' αλήθεια!»

Ο Γκούπτα παραδέχτηκε ότι το μπρούντζινο ζώο ήταν εντυπωσιακό σαν εμφάνιση δύναμης και με μια έκφραση ευγενικής, εκλεπτυσμένης σοφίας. «Δεν θα περιμένατε να βρείτε μια τόση λεπτότητα κατασκευής σ' έναν ταύρο, έτσι δεν είναι;» είπε μελετώντας τον από κοντά, σαν να 150


τον έβλεπε για πρώτη φορά. «Ναι, σκέφτηκα ότι θα 'πρεπε να το δείτε αυτό. Είναι αρκετά όμορφο».

Ο Γκούπτα εξακολουθούσε να με μπερδεύει. Η στάση του απέναντι στη χώρα του και στο λαό της ήταν λιγότερο από ανεχτική, ευγενική, αποδεχτική. Οι επιθέσεις του ήταν παθιασμένες, κι ωστόσο έδειχνε να νοιάζεται πολύ ν' απολαύσω και να δω προσεχτικά αυτά τα ίδια πράγματα που επιτιμούσε. Παρόλο που δεν έδειχνε καμιά ευχαρίστηση με τον αυτοδιορισμό του σαν προσωπικού μου ξεναγού, εξακολουθούσε να επιμένει να μου δείξει όσο γινόταν πιο πολλά. Ήταν σαν να φοβόταν σχεδόν να μ' αφήσει να παραλείψω κάτι, ή να το αντιληφθώ χωρίς καθοδήγηση. Καταδέχτηκε, ύστερα από πολλές προσκλήσεις μου, να δειπνήσει μαζί μου ένα βράδυ. Έφτασε, σκουπίζοντας το μέτωπό του, όπως συνήθως. Κάθε φορά που συναντιόμασταν, έδειχνε λίγο πιο χαλαρωμένος. Τώρα μάλιστα είχε αρχίσει να χαμογελά, κάπου-κάπου.

«Καλησπέρα σας, αγαπητέ μου δόκτορ», είπε. «Πεθαίνω της πείνας, ξέρετε!»

Καθώς δειπνούσαμε στο καλύτερο εστιατόριο του Τιρούτσι, ο κύριος Γκούπτα αποδείχτηκε ότι είχε πολλούς λόγους για να στρογγυλέψει έτσι το κορμί του. Ζητούσε δεύτερο πιάτο σχεδόν απ' όλα. «Το φαγητό εδώ είναι αρκετά καλό. Ενώ αυτά που τρώμε στο κολέγιό μας είναι βάρβαρα πράγματα! Όμως αυτό ισχύει και για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ε; Τα φαγητά στα κολέγιά σας κάνουν μόνο για να χορτάσουν τους νεαρούς με τα άδεια κεφάλι151


α. Εμένα, πάλι, μ' αρέσει πολύ να τρώω. Πάντα νομίζω ότι είναι πολύ κρίμα για όλους σαν κι εμένα, που έχουμε πάθος για το φαγητό, κι ούτε που μας νοιάζει για τις συνέπειες, να μην μπορούμε να ζήσουμε σ' ένα μέρος σαν την Ιταλία ή το Παρίσι, όπου το φαγητό είναι αξιοσέβαστο κι η μαγειρική μια τέχνη. Δώστε μου μια καλή γεμιστή πάπια, φρέσκες πέστροφες με βούτυρο, λαχανικά με σάλτσα ολαντέζ, κι ένα αφράτο σουφλέ...

»Ουσιαστιακά, βλέπετε, η ζωή εδώ, στη Νότια Ινδία, έχει σημαντικά βελτιωθεί από τότε που ήμουν νέος» εξακολούθησε. «Όταν ήμουν παιδί, θυμάμαι ότι έβλεπα ανθρώπους να πεθαίνουν στους δρόμους από πείνα κι αρρώστιες. Η οικογένειά μου είχε πάντα οικονομική άνεση και δεν ανησυχούσαμε ποτέ για το τι θα φάμε αύριο, αλλά δεν μπορείς να ζεις ανάμεσα σε άστεγους και πεινασμένους ανθρώπους, δίχως να νοιάζεσαι. Ειδικά όταν ξέρετε ότι όλα αυτά είναι αχρείαστα. Τέτοια καταραμένη σπατάλη!» Απόμεινε σιωπηλός για λίγο κι ύστερα έβγαλε το μαντίλι του και σκούπισε το μαυριδερό του μέτωπο. «Υπάρχει τόσο μεγάλο δυναμικό στην Ινδία που δεν αξιοποιείται! Λόγου χάρη, εδώ, στη Νότια Ινδία, τα εργοστάσιά μας έχουν απομακρύνει τον κίνδυνο του θανάτου από πείνα. Σχεδόν ο καθένας που είναι πρόθυμος να εργαστεί μπορεί να φάει, και να εξασφαλίσει ένα μέρος για να μείνει. Περισσότεροι άνθρωποι τώρα στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Αυτό θα ήταν καλό, αν είχαμε όμως μια σωστή εκπαίδευση να τους προσφέρουμε. Αν μπορούσαμε να καθαρίσουμε το μυαλό τους από τις προκαταλήψεις κι από τα πολιτιστικά σφάλματα! Ανοησίες!» Αποφάσισα ότι θα μπορούσα να εκμεταλλευτώ τώρα την, 152


καθώς φαίνεται, καλύτερη διάθεση του Γκούπτα. «Ναι, αλλά τι συμβαίνει με την κυρίαρχη φιλοσοφία εδώ, την αποδοχή της ζωής έτσι όπως είναι;» ρώτησα.

«Αυτό ακούγεται σαν μια παράφραση από μέρους κάποιου όψιμου αναλυτή του Ινδουισμού», απάντησε. «Πόση άγνοια έχετε εσείς οι Δυτικοί γι' αυτές τις πίστεις! Φυσικά, αποδέχεται κανένας κάτι, όταν δεν έχει άλλες επιλογές. Αν ο άνθρωπος μπορεί να καλυτερέψει τον εαυτό του, το κάνει. Μόνο οι άγιοι άνθρωποι, αυτοί που με κάποιους μυστικιστικούς τρόπους πιστεύουν ότι ξέρουν την επιθυμία του Θεού, θα ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν από πείνα χωρίς να δώσουν μια μάχη. Αν πραγματικά ενδιαφερόματε για τους Ινδούς - και, για κάποιο παράξενο λόγο, πιστεύω πως ενδιαφερόσαστε - παρατηρήστε από πιο κοντά αυτούς τους ανθρώπους. Όχι με τα δυτικά σας μάτια, αλλά με άδεια, ευαίσθητα μάτια. Θα βρείτε ότι οι Ινδοί είναι σαν παιδιά. Ακόμη κι οι πιο ταπεινοί κι οι πιο φτωχοί ανάμεσά τους μπορούν να βρουν κάτι για να χαμογελάσουν και να γελάσουν επίσης μ' αυτό. Σπάνια κάνουν ερωτήσεις. Είναι καλοί εργάτες. Ίσως, κάτω από μια έννοια, ν' αποδέχονται, αλλά μόνο ό,τι τους είναι γνωστό και πιθανό. Λέω "τους", επειδή, κάτω από μια πολύ πραγματική έννοια, εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς. Δεν μπορώ να είμαι. Δεν είμαι Ινδουιστής. Έχω μια δυτική μόρφωση και κατάγομαι από την ανώτερη μεσοαστική τάξη». Μιλήσαμε για πολλά πράγματα εκείνο το βράδυ, καθώς μια άλλη πλευρά του Γκούπτα αποκαλύφθηκε. Έδειχνε να ενδιαφέρεται, μου έδινε ευκαιρίες να διατυπώσω τις απόψεις μου και να κάνω ερωτήσεις. Κι ακόμη, ήταν λιγότερο απότομος απ' όσο στις προηγούμενες συναντήσεις 153


μας.

«Επιτρέψτε μου να προγραμματίσω εγώ το ταξίδι σας στη Νότια Ινδία. Πρώτα, νομίζω ότι πρέπει να δείτε...» Κι έτσι, με τη βοήθεια του Γκούπτα, χρησιμοποιώντας το Τιρούτσι σαν βάση, προγραμμάτισα ταξίδια ως τη βιομηχανική πόλη Ερνάκουλουμ και την πανεπιστημιούπολη του Τριβάντρουμ.

Στο Τριβάντρουμ μου ζήτησαν να κάνω ένα σύντομο σεμινάριο, σε κάποιο από τα πολλά πανεπιστήμια, για δώδεκα απόφοιτους σπουδαστές της ψυχολογίας, νεαρούς άντρες και γυναίκες. Ο Γκούπτα με είχε προειδοποιήσει: «Η εκπαίδευση στην Ινδία βασίζεται στο αγγλικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι η μόρφωση μετριέται από την έκταση στην οποία κάποιος είναι ικανός να μαθαίνει γεγονότα, κι όχι νοήματα, απλά γεγονότα. Όχι διαδικασίες σκέψης, ω, αυτές, Θεέ μου, απαγορεύονται! Είναι μια θλιβερή κατάσταση πραγμάτων. Ο σπουδαστής περνά από εξετάσεις, τη μια μετά την άλλη, μέχρι που να τελειώσει με την επίσημη εκπαίδευση. Ύστερα είναι μορφωμένος, αλλά δεν είναι χρήσιμος για τίποτα. Βρίσκεται σε μια κατάσταση σύγχυσης σχετικά με το τι να κάνει τα απομονωμένα πράγματα που έχει μάθει. Οι περισσότεροι πάνε να εργαστούν σε κάποια Τράπεζα, ή στη Σελ Όιλ της Ινδίας. Είναι ντροπή κι ηλιθιότητα, πραγματικά». Η ανάλυσή του επιβεβαιώθηκε δραματικά στο σεμινάριό μου. Οι σπουδαστές ήταν όλο εξυπνάδα, μ' ένα άγρυπνο μυαλό, ήξεραν όλα τα γεγονότα, τα θέματα, τους ορισμούς. Ήξεραν ένα σωρό πράγματα σχετικά με τα αίτια και τις θεραπείες των διανοητικών ασθενειών, αλλά ομο154


λογούσαν ότι δεν είχαν δει ποτέ έναν πραγματικά διανοητικά άρρωστο. Πρότεινα να επισκεφτούμε ένα τοπικό νοσοκομείο για τέτοιους άρρωστους. Στην αρχή σοκαρίστηκαν, αλλά ύστερα άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρον για την πρόταση.

Δεν ήταν εκπληκτικό που ανακάλυψα το ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Τριβάντρουμ να υποφέρει από πολλά απ' τα προβλήματα των παρόμοιων ιδρυμάτων σ' ολόκληρο τον κόσμο: είχε περισσότερους άρρωστους απ' το κανονικό, ελλιπές προσωπικό, δε διέθετε κεφάλαια κι ούτε επαγγελματική βοήθεια. Η επίσκεψη εντυπωσίασε βαθιά μερικούς από τους σπουδαστές. Κάποιοι θέλησαν να προσφέρουν εθελοντικά τη βοήθειά τους. Παραδέχτηκαν, αρκετά ειλικρινά, ότι δεν είχαν ποτέ υποθέσει ότι οι γνώσεις τους πάνω στην ψυχολογία θα μπορούσαν να έχουν την όποια πραγματική ή πρακτική αξία. Οι περισσότεροι σπουδαστές ανήκαν σε οικογένειες ανώτερης τάξης, όπου η μόρφωση ήταν μόνο για τη μόρφωση. Πολλοί λογάριαζαν να ενταχθούν στην οικογενειακή επιχείρηση, όποια κι αν ήταν αυτή, ενώ οι περισσότερες από τις κοπέλες θα παντρεύονταν και θα διηύθυναν νοικοκυριά.

Κάθε μέρα οι σπουδαστές έρχονταν στο ξενοδοχείο μου να μιλήσουμε για τα συναισθήματά τους και για το θαυμασμό τους για την εργασία που μόλις είχαν ανακαλύψει στο ίδρυμα. Γενικά συμφωνούσαν ότι η ινδική εκπαίδευση, έτσι όπως υπήρχε, είχε ελάχιστη, για να μην πούμε καθόλου, ουσιαστική επίπτωση· ότι μια εκπαιδευτική επανάσταση ήταν η μοναδική ελπίδα για το μέλλον της χώρας, αλλά ακόμη χρειαζόταν να γίνει πολύς δρόμος. Επιθυμούσαν με βιασύνη την αλλαγή, αλλά δεν είχαν την 155


παραμικρή ιδέα για το από πού θα 'ρχόταν. Είχαμε αρκετά προβλήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες με την ανώτερη εκπαίδευση. Η δουλειά έμοιαζε τόσο μεγάλη, ώστε γινόταν τώρα πιο εύκολο να καταλάβω γιατί ο κύριος Γκούπτα ζήτησε καταφύγιο στην προσποιητή αδιαφορία και στην όλο γκρίνια ανυπομονησία.

«Είμαι ευτυχισμένος που τα είδατε όλ' αυτά», μου είπε όταν ξαναγύρισα. «Είναι σημαντικό να ξέρετε το γιατί κινούμαστε τόσο αργά. Είναι σαν τις διαλέξεις που δίνουμε στις γυναίκες των χωριών για τον έλεγχο των γεννήσεων. Ακούν προσεχτικά κι ύστερα γυρίζουν σπίτι τους και φαντάζονται ότι όλ' αυτά δεν αφορούσαν εκείνες, αλλά μόνο τη γειτόνισσά τους, κι έτσι συνεχίζουν να γεννούν παιδιά. Έχω παραιτηθεί εδώ και πολλά χρόνια! Είναι πολύ δύσκολο να καταπολεμήσεις το σύστημα. Συνήθως διευθύνεται από ανθρώπους που φοβούνται το καινούριο και κρατιούνται από τη σιγουριά του παλιού. Το κολέγιο εδώ είναι μικρό αλλά φιλελεύθερο. Προσπαθώ να χρησιμοποιήσω το αμερικανικό σύστημα, κι όχι το αγγλικό. Δεν κάνω συμβιβασμούς με τις ιδέες μου. Φροντίζω οι σπουδαστές μου να σκέφτονται. Δε δίνω δεκάρα αν δεν ξέρουν την τοποθεσία του Γουάλντεν Ποντ, από τη στιγμή που ξέρουν πώς να εφαρμόσουν πάνω τους τη φιλοσοφία του Θορό. Τι φοβερή ζέστη!» πρόσθεσε βγάζοντας το μαντίλι του. Ξεκουράστηκα για μια βδομάδα στο Κοχίν, μια υπέροχη πόλη στον Κόλπο της Βεγγάλης. Σαν τροπικό νησί καλύπτεται από φοινικόδεντρα, λουλούδια και μικρούς καταρράχτες απίστευτης ομορφιάς, κεντημένο από άλλα μικρά αραιοκατοικημένα νησάκια γύρω-γύρω. Μια από 156


τις πιο παλιές πόλεις της Ινδίας, ήταν ένα σημαντικό λιμάνι για αιώνες. Η επιρροή από την πρόσμιξη των πολιτισμών πολλών λαών ήταν ακόμη φανερή: οι Εβραίοι, οι Χριστιανοί, οι Μουσουλμάνοι, οι Ινδουιστές. Αρχιτεκτονικά, ήταν ένα συνονθύλευμα από βικτοριανά κτίρια, μοντέρνα της δεκαετίας του 1950 και χορτάρινες καλύβες. Λίγα πλεούμενα πήγαιναν από το ένα θαυμαστό νησί στο άλλο· κι έβλεπες να χάνεσαι μέσα στη ζούγκλα με την άπειρη ομορφιά, να περνάς μέσα από τελείως έρημες παραλίες ή να συναντάς συντροφιές από ντόπιους να εργάζονται γυμνοί, ποτίζοντας, κόβοντας δέντρα ή ψαρεύοντας σε μικροσκοπικά κανάλια, ανάμεσα σε κομμάτια βλάστησης και καλλιεργημένων φυτειών, που έμοιαζαν με εγκαταλειμμένους κήπους.

Πήγα με το καϊκάκι στην πόλη του Ερνάκουλουμ κι αποκεί πήρα ένα λεωφορείο για το ακρωτήριο Κομορίν, όπου κάθισα ανάμεσα σε εκατοντάδες θαμπωμένους παρατηρητές κατά μήκος της τεράστιας αμμουδερής ακτής, καθώς ο ήλιος ξημέρωνε και βασίλευε στην ίδια θυμωμένη γαλάζια θάλασσα. Εδώ, πάλι ο μυστικιστικός ναός του Διαμαντένιου Ντέβι στεκόταν και περιφρονούσε τα γιγαντιαία κύματα, με το διαμαντένιο περίβλημά του να στραφταλίζει τις μαγικές ακτίνες μέσ' από τη θάλασσα και να καθοδηγεί σαν φάρος το ναυτικό με σιγουριά στο λιμάνι.

«Χαίρομαι που βρίσκετε τη χώρα μου όμορφη. Αλλά το πιο όμορφο απ' όλα τα θαύματα στη Νότια Ινδία, όπως σας το είπα, είναι ο ναός στη Μαδούρα», είπε ο κύριος Γκούπτα, «δηλαδή αν μπορέσετε ν' αγνοήσετε τα βαψίματα που του 'χουν κάνει!» Μου έδωσε ένα γράμμα για 157


κάποιο καθηγητή μιας ιατρικής σχολής στη Μαδούρα. «Ο Σαμούτρι είναι ένας παλιός φίλος. Θα σας φροντίσει πολύ!»

Έφτασα με το τρένο στη Μαδούρα, ακριβώς στην προγραμματισμένη ώρα, όπως πάντα. Ήταν αργά το απομεσήμερο, - ένα υγρό και ζεστό απομεσήμερο. Πάχνη χόρευε πάνω στους καυτούς δρόμους, ενώ ακόμη κι οι μύγες είχαν χάσει τη ζωτικότητά τους και ξεκουράζονταν ήσυχα σε σκιερούς, τεράστιους σωρούς σκουπιδιών. Οι πύργοι του ναού, ορατοί από την αποβάθρα του τρένου, είχαν ένα κίτρινο του ήλιου χρώμα και έδειχναν πορφυροί από μακριά. Ήταν μια απλή διαδικασία να βρει κανένας το δρόμο του στην καλά ρυμοτομημένη Μαδούρα. Ο ναός ήταν στο κέντρο της πόλης, απ' όπου οι δρόμοι ξεκινούσαν παράλληλοι, δρόμος πλάι στο δρόμο, ως τα όρια της πόλης.

Από πολύ κοντά ο ναός έμοιαζε να δεσπόζει πάνω σ' ολόκληρη την πόλη. Οι τέσσερις γιγαντιαίοι πύργοι του, ο καθένας πολύπλοκα σκαλισμένος με μικροσκοπικές φιγούρες ανθρώπινων πλασμάτων που εργάζονταν ή έπαιζαν, ορθώνονταν σαν φάροι πάνω από την πόλη. Οι κόκκινοι κι άσπροι βαμμένοι εξωτερικοί τοίχοι είχαν πολλές ψηλές πύλες, που η καθεμιά τους οδηγούσε στις κύριες εσωτερικές αίθουσες. Η κάθε αίθουσα ήταν τεράστια και στέγαζε πελώρια αγάλματα των Θεών. Στην κεντρική αυλή ήταν ένα ντελικάτο, όλο αντανακλάσεις συντριβάνι, το πιο μεγάλο στην Ινδία. Στο εσωτερικό, οι προσκυνητές κινούνταν μέσα στη λουλουδένια μεγαλοπρέπειά τους, διασχίζοντας μακρούς προθάλαμους, ως τα εσώτερα ιερά και τους βωμούς. Εδώ κι εκεί κάθονταν γκουρού, έχοντας 158


τριγύρω τους μαθητές που λαχταρούσαν να μάθουν. Τα χείλη τους κινούνταν αργά, απαλά, περήφανα και σεβαστικά, αρθρώνοντας την αρχαία σοφία του Γκίτα ή του κώδικα του Μαχαραμπάτα, μέρος μιας θρησκευτικής κληρονομιάς που είχε εγκαθιδρυθεί εκατοντάδες χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού. Μεγαλόπρεποι ιερείς, με σοφά, χορευτικά μάτια, ευλογούσαν τους ευσεβείς προσκυνητές που μαζεύονταν γύρω τους κι εκτελούσαν τις θρησκευτικές τους τελετές με εξασκημένη επιδεξιότητα. Γαμήλιες συντροφιές, μαζί με θορυβώδεις ορχήστρες και χορευτές με πολύχρωμα ντυσίματα κινούνταν μέσα στα πλήθη, τραβώντας για το ολονύχτιο γλέντι τους.

Ζητιάνοι κάθονταν στη δροσιά του ναού, ανάμεσα σε ζώα που χασμουριόνταν ή αποπατούσαν, μπροστά σε γιγάντιους βωμούς, λες κι ο ναός είχε χτιστεί αποκλειστικά για τη δική τους ευχαρίστηση και χρήση.

Μυρωδιές από αρωματισμένο ξύλο που καιγόταν και λιβάνι, αρώματα με γλυκιά αποφορά κι ανθρώπινοι ιδρώτες πότιζαν τον αέρα. Έξω, οι σκάλες που οδηγούσαν στην κεντρική αυλή και στο κομψό αντανακλαστικό συντριβάνι. Η αυλή ήταν γεμάτη με γυμνά πανωκόρμια, που όλο βιασύνη προετοιμάζονταν για τις θρησκευτικές τελετές, φρόντιζαν κι έπλεναν τα ρούχα τους, απλώνοντάς τα απλά στον ήλιο, ή φλυαρούσαν και δροσίζονταν μισοβουτηγμένοι στο βρόμικο, πρασινωπό νερό.

Το σπίτι του δόκτορα Σαμούτρι βρισκόταν εκεί όπου θα 159


μπορούσες να πεις ότι ήταν η μεριά της κάτω πόλης, μια που τα πιο σύγχρονα, τα πιο μεγάλα σπίτια βρίσκονταν στα προάστια. Με περίμενε.

«Ω, ναι, μας βρήκατε. Ωραία. Ελάτε μέσα. Ο Γκούπτα μας είπε ότι θα 'ρχόσασταν. Περάστε! Περάστε μέσα!». Ήταν ένας όλο μυς άντρας, γύρω στα σαράντα του χρόνια, με τα μαλλιά του πρόωρα γκρίζα, με μεγάλα μάτια, όλο ζεστασιά και δόνηση. «Αποδώ η γυναίκα μου, Γκρέτχεν», με σύστησε στην ξανθιά, γαλανομάτα γυναίκα του, που την είχε γνωρίσει ενώ σπούδαζε στη Βιέννη. «Και η κόρη μας, Λίζα». Η Λίζα ήταν ίσως το πιο όμορφο παιδί που είχα δει στα ταξίδια μου, με τα καλύτερα χαρακτηριστικά κι από τους δυο όμορφους γονείς της. Ενώ καθόμουν, μαζεύτηκαν όλοι γύρω μου, με κάποια αγωνία. «Πεθαίνουμε από περιέργεια. Πώς έτυχε να γνωριστείτε μ' αυτόν τον Γκούπτα; Είναι τόσο μοναχικός τύπος. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μιλούσε με κανέναν, πόσο μάλλον μ' έναν ξένο. Δείχνει να έχει ένα πολύ έντονο ενδιαφέρον για σας. Το γράμμα του ήταν ενθουσιώδες. Τι συμβαίνει, λοιπόν;» Τους περιέγραψα τη συνάντηση μας. «Πραγματικά, δεν ξέρω γιατί φάνηκε τόσο καλός. Ήταν σπουδαίος».

Ο Σαμούτρι γέλασε. «Ο Γκούπτα έγινε ρομαντικός στα γεράματά του. Επιτέλους, έγινε Ινδός. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ καλός τύπος, ξέρετε. Απλούστατα, είναι κάπως σνομπ. Οι άνθρωποι τον φοβούνται, κατά κάποιο τρόπο, κι αποφεύγουν τη συντροφιά του. Ευτυχώς γι' αυτόν, το χαίρεται που είναι μόνος. Πρέπει να τον μάθεις 160


πρώτα καλά για να εκτιμήσεις την πραγματική γοητεία και την αίσθηση του χιούμορ του».

«Εμείς τον αγαπούμε», είπε η Γκρέτχεν και γέλασε. «Τον βρίσκουμε πολύ διασκεδαστικό. Μισεί τα πάντα, τόσο πολύ. Αλλά, ουσιαστικά, είναι το πιο ζεστό πλάσμα που ξέρουμε. Εγώ τον φωνάζω Ρόμπερτ Μόρλεϊ της Ινδίας. Του μοιάζει, δε νομίζετε; Εκείνο το προγούλι του, η πικρόχολη έκφραση κάτω από τα γουρλωμένα του ματάκια με τις σακουλίτσες, ο τρόπος που χειρονομεί και που αργοσέρνεται όταν περπατά».

«Ισχυρίζεται ότι μισεί την Ινδία», τη διέκοψε ο Σαμούτρι. «Αποκαλεί τους Ινδούς, πάντα με την αγαπημένη του έκφραση, "ηλίθιους". Ουσιαστικά, όμως, αγαπά την πατρίδα του. Απλούστατα, νιώθει αρκετά απογοητευμένος. Όπως οι πιο πολλοί από μας που έχουμε δει τον κόσμο, ο Γκούπτα κι εγώ θα θέλαμε να βγάλουμε το λαό μας από την κατάσταση ύπνωσης όπου βρίσκεται. Αλλά ανακαλύπτουμε πως το να ξυπνήσεις κάποιοιον που έχει κοιμηθεί στις δροσερές σκιές για τόσο πολύ καιρό, δεν είναι κάτι εύκολο. Πρέπει να είσαι υπομονετικός. Πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να προσφέρουμε σ' αυτό το λαό χρόνο. Ο Γκούπτα δεν έχει αυτή την υπομονή, κι έτσι γίνεται νευρικός! Ξέρετε, θα μπορούσε να διοριστεί σχεδόν όπου θα ήθελε στην Ινδία, αν έδειχνε μια προθυμία να συμβιβαστεί με το σύστημα, αλλά διάλεξε να κερδίζει λιγότερα χρήματα και να ζει μέσα στις δύσκολες συνθήκες του Τιρούτσι, για να είναι ελεύθερος να ζει και να διδάσκει ό,τι κι όπως του αρέσει. Υπάρχουν πολλοί σαν κι αυτόν στην Ινδία. Τον αποστρέφονται οι καλλιεργημένοι Ινδοί επειδή δείχνει ακριβώς αυτό που είναι, και τον φοβούνται οι 161


φτωχοί Ινδοί επειδή δεν ανέχεται να τον σπρώχνουν. Έτσι ο Γκούπτα υπάρχει σ' ένα δικό του, χωριστό κόσμο. Αλλά, τώρα, πείτε μας και για σας κάτι...».

Εκείνο το βράδυ στο δείπνο είχαμε βιεννέζικο «σνίτσελ», κι ύστερα ανεβήκαμε στην ταράτσα του σπιτιού, όπου καθίσαμε σ' έναν κουνιστό καναπέ κι ακούγαμε την Ενάτη του Μπετόβεν, ενώ κοιτάζαμε το μυστικιστικό ναό της Μαδούρας ν' αλλάζει χρώματα καθώς κατέβαινε η νύχτα.

Οι τελικοί σταθμοί μου ήταν στο Μαδράς, στην Μπανγκαλόρη και στη Μιζόρη. Καθώς είχε πει ο Γκούπτα, ήταν οι τρεις πιο όμορφες, από πλευράς φύσης, πόλεις της Νότιας Ινδίας. Όλες πρόσφεραν το παλιό και το καινούριο μέσα σ' ένα ευχάριστο, λουλουδένιο σκηνικό: πανάρχαιες αναρριχώμενες κληματαριές σκέπαζαν τους ναούς και τους βωμούς, μαζί με καλοσχεδιασμένους, καλοπεριποιημένους κήπους. Απλές καλύβες στριμώχνονταν στις σκιές από τα τεράστια μαρμάρινα παλάτια του μαχαραγιά. Πλανόδιοι πωλητές, με κινούμενους πάγκους γεμάτους μπιχλιμπίδια, κάθονταν μπροστά σε πολυτελή μαγαζιά που πουλούσαν κοσμήματα από καθαρό χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες, που μπορούσες να τα αγοράσεις με πίστωση. Ξαναγυρίζοντας στο Τιρούτσι, πληροφόρησα τον Γκούπτα ότι έπρεπε πια να φύγω. Έδειχνε παράξενα διαφορετικός σ' εμένα τώρα κι ήταν πιο εύκολο ν' αγνοήσω την αλλόκοτη ιδιόμορφη συμπεριφορά του, τα περίεργα ξεσπάσματά του και την πικρόχολη γλώσσα του. «Λοιπόν», είπε, «πώς βρήκατε τη Νότια Ινδία; Ανακαλύ162


ψατε το μυστήριο και τη μεγαλοπρέπεια που ήρθατε να βρείτε, ή μήπως ήταν όλα μια απλούστατη βρομιά, μια υπερληθυσμιακή πλήξη;»

Είμαι βέβαιος ότι ένιωσα μια όλο ειλικρίνεια περηφάνια στην έκφρασή του, καθώς μιλούσα για την ισχυρή έλξη που ασκούσε πάνω μου η χώρα του, η τέχνη της, η κουλτούρα της, αλλά ιδιαίτερα οι άνθρωποί της, ο λαός της.

«Ναι, η Ινδία είναι όμορφη, αλλά αλλάζει», είπε. «Από τον αδιάφθορο άγιο άνθρωπο που εξακολουθεί να περιπλανιέται στους δρόμους μέσα στη γυμνότητά του, πληγιασμένος κι άρρωστος, ως τον πλούσιο εργοστασιάρχη που κάθεται στη βεράντα του με τους ανεμιστήρες να τον δροσίζουν και παραπονιέται για τη μεγάλη φορολογία, όλοι μας αλλάζουμε. Από το μαχαραγιά που προσβλέπει πίσω στο χρόνο, όταν τα μεγαλόπρεπα μαρμάρινα παλάτια του ήταν γεμάτα από πολύτιμες πέτρες και πλημμύριζαν από κομψές μαχαρανές, ως τον απλό εργάτη στα χωράφια και τον ανερχόμενο εργαζόμενο με το λευκό κολάρο, όλοι είναι υποχρεωμένοι ν' αντιμετωπίσουν αυτή την αλλαγή, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Κανένας δε θα μπορέσει να ξεφύγει απ' αυτήν. Αλλά είναι όλα τόσο διαολεμένα αργά, τόσο καθυστερεί αυτή η διαδικασία!» Σκούπισε πάλι το μέτωπό του. «Δεν πάει στο διάβολο!» είπε. «Όπως και να 'χει το πράγμα, είμαι ευτυχισμένος που ήρθατε στα νότια και που γίναμε φίλοι». Τα ψιθύρισε όλ' αυτά, μ' ένα μάλλον ταραγμένο τρόπο, κοιτάζοντας τα δαχτυλίδια του. Την τελευταία φορά που είδα τον Γκούπτα, σφούγγιζε 163


πάλι το μέτωπό του με μανία και βλαστημούσε το βαστάζο του σιδηροδρομικού σταθμού, φωνάζοντάς του να προσέχει πώς κουβαλούσε τις βαλίτσες μου. «Ηλίθιοι!» είπε στ' αγγλικά. «Πότε θα ξυπνήσουν αυτοί οι άνθρωποι;»

164


10 Καλκούτα Μη σπαταλάς τον πολύτιμο χρόνο σου ρωτώντας: «Γιατί αυτός ο κόσμος δεν είναι καλύτερος;» Θα είναι μόνο χαμένος χρόνος. Αυτό που πρέπει να ρωτάς είναι: «Πώς μπορώ να κάνω τον κόσμο καλύτερο;» Σ' αυτή την ερώτηση, υπάρχει μια απάντηση.

Η οικογένεια Κέιζ Με την πρώτη εντύπωση, η Καλκούτα μοιάζει να είναι η πιο πυκνοκατοικημένη, η πιο βρόμικη, η πιο άσχημη κι η πιο απογοητευτική πόλη της Ινδίας. Δεν έχει ούτε ένα μνημείο, ούτε καθαρή θάλασσα, ούτε έναν όμορφο κήπο, ούτε φανταστικούς ναούς, ούτε φανερή πλούσια κουλτούρα να σου προσφέρει. Είναι μια πλατιά, απλωμένη, άχρωμη βιομηχανική πόλη, όπου ο αέρας είναι βαρύς, όλο σκόνη, καπνό και βρόμα. Ιερές αγελάδες και γυμνά παιδιά αποπατούν στους κεντρικούς δρόμους· πλήθη κινούνται αδιάφορα, μέσ' από ένα σωρό πεινασμένους, ακρωτηριασμένους, ανάπηρους ζητιάνους. Αυτοκίνητα, λεωφορεία και ταξί περνούν με ταχύτητα μέσ' από γεμάτους σκουπίδια δρόμους, επιδεικνύοντας την ίδια αδιαφορία για τα παιδιά που τριγυρνούν παντού, για τους κουτσούς γέρους ή για τα σκυλιά. Ο ήλιος σε μαστιγώνει δίχως οίκτο τις πιο πολλές μέρες του χρόνου, στεγνώνει τη γη έτσι που ακόμη κι οι ανοιχτοί χώροι μοιάζουν με τεράστιες 165


ερήμους· ο ποταμός κυλά μέσ' από την πόλη, μαύρος από πετρέλαια και βρομερά κατάλοιπα. Οι φράχτες στα πάρκα είναι καφετιοί από τη σκόνη και τα καυσαέρια και τα δέντρα κραυγάζουν για φροντίδα, τιμωρώντας εκείνους που τ' αγνοούν με το να τους αρνούνται έστω και λίγη σκιά.

Είναι μια πόλη μεγάλου πλούτου κι απελπιστικής φτώχειας, μεγάλων συμφερόντων κι απέραντης αδιαφορίας, μεγάλων υποσχέσεων κι έλλειψης κάθε ελπίδας, ανθρώπων που υπερσιτίζονται κι άλλων που πεθαίνουν από πείνα, μια πόλη γεμάτη μεταξωτά «σάρι» κι αφόρητη γύμνια. Είναι μια πόλη όπου, καθημερινά, ατέλειωτα ρεύματα απελπισμένων ανθρώπων ανοίγουν το δρόμο τους δίνοντας μάχη για μια γωνιά σ' ένα στενό δρομάκι ή σ' έναν έρημο δρόμο, όπου θα ξαποστάσουν τα κουρασμένα κορμιά τους.

Η Καλκούτα είναι η Ινδία σε μεταβατική κατάσταση, η Ινδία των διανοουμένων, των νέων στοχαστών της Δύσης· όπως το Σικάγο της δεκαετίας του '20, το Παρίσι του 1800, η Νάπολη του '40. Ό,τι άλλο κι αν είναι, η Καλκούτα δεν καταλαγιάζει στα απολιθωμένα ερείπια ή στους γεμάτους μύγες σωρούς των σκουπιδιών. Αλλά, κινείται.

Η ημέρα που έφτασα στην Καλκούτα ήταν μια καυτή, όλο πάχνη, σκονισμένη μέρα, όπου όλες οι δραστηριότητες έμοιαζαν καταναγκαστικές και σπασμωδικές, όπου οι άνθρωποι, υπερθερμασμένοι και καταϊδρωμένοι, ένιωθαν στο αποκορύφωμα της αδιαφορίας τους. Παρόλο που είχα γράψει στη Χριστιανική Ένωση Νέων 166


από πολύ νωρίς, με πληροφόρησαν ότι δεν υπήρχε καμιά κράτηση στο όνομά μου για τους κοιτώνες της και ότι δεν είχαν χρόνο για ν' απαντούν στις αιτήσεις για τέτοιες κρατήσεις. Μου πρότειναν να πάω ως το τέλος εκείνου του ίδιου δρόμου, όπου υπήρχε ένας κοιτώνας της εκκλησίας. Ίσως εκεί να είχαν κάτι, αν δε ζητούσα τίποτα το ιδιαίτερο.

Βγαίνοντας πάλι στο δρόμο, με περικύκλωσε αμέσως ένα πλήθος ζητιάνων άλλοι ήθελαν να με καθοδηγήσουν, άλλοι ζητούσαν να κουβαλήσουν τα μπαγκάζια μου κι άλλοι να μου συστήσουν ένα καλό μπορντέλο. Στρεβλές φιγούρες, απρόσωπες, άφωνες, σέρνονταν γύρω μου σαν πεινασμένα ερπετά. «Μπαξίς» (χρήματα), μούγκριζαν.

Ο δρόμος ως τον κοιτώνα έγινε ένας εφιάλτης. Μάζευα γύρω μου τους ζητιάνους, σαν το μέλι τις μύγες· κι ανακάλυψα τον εαυτό μου να γίνομαι κακός και να τους βλαστημώ για να μ' αφήσουν ήσυχο, πράγμα που αρνιόνταν να κάνουν. Ακόμη κι η ελαφριά μου βαλίτσα βάραινε πάνω μου και μ' εμπόδιζε ν' ανοίξω το δρόμο μου, μέσ' από αυτό το στρίμωγμα.

Το κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στον κοιτώνα έμοιαζε να λειτουργεί σαν ένα τεχνητό φράγμα, αναγκάζοντας τους ζητιάνους να σκορπίσουν και να εξαφανιστούν, με τον ίδιο μυστηριώδη τρόπο που είχαν κάνει και την εμφάνισή τους. Σε μια μικρή αίθουσα, στην κορυφή της σκάλας, πίσω 167


από ένα παλιό βικτοριανό γραφείο, καθόταν ένας πολύ νέος, πολύ μελαχρινός Ινδός.

«Έχετε κανένα δωμάτιο;» ρώτησα.

«Να φωνάξω τη μις Κέιζ, σαχίμπ», είπε κι εξαφανίστηκε μέσα σε μια παράξενα διακοσμημένη τραπεζαρία. Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο, σκοτεινό και γεμάτο από παράξενα, όμοιου ρυθμού έπιπλα. Το δωμάτιο άνοιγε σ' ένα μπαλκόνι που έβλεπε στο στενό δρόμο από κάτω. Εδώ μέσα ήταν πιο δροσερά. Ύστερα από λίγα λεπτά ο νεαρός ξαναφάνηκε.

«Η μις Κέιζ έρχεται γρήγορα, σαχίμπ. Περιμένετε, παρακαλώ».

Με κοίταζε κατά πρόσωπο, αθώα. Για να σπάσω αυτή την αδέξια, όπως μου φάνηκε, σιωπή, του χαμογέλασα και ρώτησα: «Μένετε στην Καλκούτα πολύ καιρό;»

Χαμογέλασε μ' ένα πλατύ χαμόγελο, όλο άσπρα δόντια. «Όλη μου τη ζωή», είπε.

Εκείνη τη στιγμή φάνηκε η μις Κέιζ. Ήταν επιβλητική, σχεδόν το ίδιο ψηλή μ' εμένα και διπλάσια παχιά, μ' ένα γεροδεμένο, σφιχτό πάχος. Τα ξανθά μαλλιά της ήταν κομμένα αγορίστικα, κοντά και χτενισμένα ίσια πίσω στο κεφάλι της, τονίζοντας περισσότερο αυτό το μακρύ, μάλλον αισθησιακό πρόσωπο και τα βαθυγάλαζα μάτια της. Η φωνή της βγήκε βαθιά κι ο τόνος της ήταν σχεδόν εχθρικός. 168


«Θα 'θελα ένα δωμάτιο», είπα. «Η ΧΕΝ μου σύστησε να έρθω εδώ, με την ελπίδα πως ίσως θα μου βρίσκατε κάπου να μείνω».

«Έχω ένα δωμάτιο», είπε κοφτά, με αμερικάνικη προφορά. «Πόσο καιρό θα μείνετε;»

«Δεν ξέρω. Δεν έχω συγκεκριμένο πρόγραμμα». «Δεν πειράζει.»

Μου άπλωσε ένα μεγάλο βιβλίο και μου ζήτησε να γράψω τα στοιχεία μου. «Να θυμάστε, εδώ δεν είναι ξενοδοχείο πολυτελείας. Θα πρέπει να τα κάνετε όλα μόνος σας, εκτός από τα γεύματα. Η κουζίνα είναι ινδική και θα χρειαστεί να μοιραστείτε το δωμάτιό σας με άλλον. »Ο κοιτώνας μας δεν είναι κερδοσκοπική επιχείρηση», συνέχισε. «Κι έτσι πρέπει να αγωνιζόμαστε κάθε μέρα για να τον κρατούμε σε λειτουργία. Εδώ βρισκόμαστε έχοντας να εκτελέσουμε μια αποστολή».

Σε άνετα ινδικά, και μάλιστα στη διάλεκτο της Βεγγάλης, έδωσε εντολή στο νεαρό, πού να με πάει.

Διασχίσαμε την τραπεζαρία, περάσαμε σ' ένα χολ κι ανεβήκαμε μια στενή ξύλινη σκάλα. Ο νεαρός άνοιξε την πόρτα που δεν κλείδωνε και μ' άφησε να περάσω στο δωμάτιο. Είχε δυο κρεβάτια και μια μικρή ντουλάπα. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι, καθαροί και φωτεινοί. Πάνω στον κομό ήταν μια Βίβλος, το μοναδικό αντικείμενο πέρα από τα βασικά έπιπλα. Το δωμάτιο είχε ένα μικρό παράθυρο που 169


έβλεπε κατευθείαν απέναντι σε μια πολυκατοικία, ακριβώς λίγα μέτρα πιο κει, απ' όπου έβγαινε καπνός, σαν από πουθενά, ή σαν κάποιο από τα διαμερίσματα να είχε πιάσει φωτιά.

Μετά, ο νεαρός με οδήγησε πάλι από μια σκάλα σ' ένα λουτρό. Κι εδώ, μόνο τ' απαραίτητα: νιπτήρας, ένας καθαρός αλλά σπασμένος καθρέφτης που παραμόρφωνε το καθετί μέσα του, μια ντουσιέρα που ξεπρόβαλλε από κάποιο τοίχο σαν σπασμένο χέρι και μια δυτικού τύπου λεκάνη, χωρίς κάλυμμα.

Διατύπωσα τις ανάμικτες ευχαριστίες μου στο νεαρό, μ' ένα «Ναμάστε» (το «ευχαριστώ» στα βεγγαλέζικα) κι ένα πλατύ χαμόγελο και ξαναγύρισα στο δωμάτιό μου. «Το δείπνο αρχίζει να σερβίρεται στις εφτά, σαχίμπ», με πληροφόρησε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

Γρήγορα έγινε φανερό ότι η πρώτη μου εντύπωση για τη δροσιά του δωματίου οφειλόταν στην αντίθεση με την έντονη ζέστη, έξω· άρχισα να νιώθω κόμπους ιδρώτα να σχηματίζονται στην πλάτη μου και να τρέχουν αργά προς τα κάτω στο σώμα μου, γαργαλώντας με. Έβγαλα τα ρούχα μου και σκουπίστηκα με μια πετσέτα, χωρίς κανένα όφελος· μέσα σε λίγες στιγμές ήμουν μούσκεμα στον ιδρώτα. Ήταν τώρα αργά το απομεσήμερο κι ετοιμάστηκα να βγω λίγο στην πόλη. Σίγουρα η Καλκούτα είχε περισσότερα να προσφέρει απ' αυτή τη φρίκη που είχα δει στους λίγους δρόμους απ' όπου είχα περάσει πριν. 170


Πέρασα από την τραπεζαρία. Δυο νεαροί με βιασύνη ετοίμαζαν τα τραπέζια για το δείπνο. Ο ένας ήταν εκείνος που με είχε υποδεχτεί φτάνοντας. Βλέποντάς με, φωτίστηκε ολόκληρος. «Δόκτορ», φώναξε, «εσείς δόκτορ; Έχετε γράψει "δόκτορ" στο βιβλίο».

«Ναι», είπα, «είμαι δόκτορ».

«Βοηθήστε με, σας παρακαλώ», είπε και με οδήγησε στην πλαϊνή κουζίνα. Και καθώς άρχισε να βγάζει το παντελόνι του, κατάλαβα ότι με νόμισε γιατρό.

«Όχι», είπα. «Δεν είμαι τέτοιος δόκτορ. Είμαι δόκτορ της φιλοσοφίας». Δεν είχε σημασία. Τα παντελόνια του ήταν κιόλας κατεβασμένα γύρω στους αστραγάλους του, αποκαλύπτοντας το εξαιρετικά αδύνατο πανωκόρμι, το βουλιαγμένο στομάχι και μακριά, μαυριδερά, σαν αράχνης πόδια. Με τα δάχτυλά του αραίωσε τις τρίχες πάνω στην ήβη του κι έδειξε μικρά κόκκινα τσιμπήματα, υποδηλώνοντας το πόσο δύσκολο ήταν γι' αυτόν να τα ξύνει. Ύστερα με κοίταξε ερωτηματικά. Ήταν εύκολο ακόμη και για κάποιον που δεν ήταν γιατρός να διαγνώσει ψείρες, κι ο καθένας που έχει ταξιδέψει στην Ανατολή, μένοντας σε μικρά τοπικά ξενοδοχεία και κοιτώνες, είναι κανονικά σωστά εξοπλισμένος για να τις αντιμετωπίσει. Χαμογέλασε. «Δεν μπορώ να δείξω εδώ στην κυρία Κέιζ», είπε απλά. «Έχετε φάρμακο;» 171


Του έκανα νόημα να μαζέψει τα παντελόνια του και να μ' ακολουθήσει. Ξαναγυρίσαμε στο δωμάτιό μου, όπου του έδωσα τις απαραίτητες οδηγίες και μια μποτίλια με σχετικό υγρό, που την πήρε μαζί του. «Ναμάστε, δόκτορ», είπε.

Βγήκα έξω στο εκτυφλωτικό απομεσήμερο. Ο ήλιος ήταν πιο καυτός από ποτέ. Πλήθη άπλυτων και βρόμικων ανθρώπων κινούνταν αργά στους δρόμους, φανερά χωρίς σκοπό. Οι πιο πολλοί από τους δρόμους ήταν στενοί, σκονισμένοι και θεοβρόμικοι, με συσσωρευμένα σκουπίδια εβδομάδων.

Πέρασα ανάμεσα από πάγκους και πλάι σε τοίχους όπου οι πλανόδιοι πωλητές ήταν παραταγμένοι. Παιδιά εκπαιδεύονταν στην τέχνη της ζητιανιάς. Σ' ακολουθούσαν ολόκληρα τετράγωνα κλαψουρίζοντας για «μπαξίς», μ' απλωμένες τις βρόμικες παλάμες τους. Έμοιαζαν να επαναστατούν με την οργή που προκαλούσαν, να γίνονται ακόμη πιο επιθετικά και να δείχνουν πιο ικανοποιημένα με τον εαυτό τους. Ξαφνικά βρέθηκα μπροστά σ' ένα ψηλό, μάλλον επιβλητικό κτίριο. Ήταν η Όπερα της Καλκούτας. Ορθωνόταν απέναντι σε μια μεγάλη σκεπαστή αγορά που σου πρόσφερε το καθετί, από τα πιο φίνα μεταξωτά ως τις πιο βρόμικες, ζουληγμένες γλυκοπατάτες. Καθώς όλοι εκεί έκαναν παζάρια, έψαχναν και φώναζαν, έμοιαζε σαν όλες τις άλλες αγορές της Ασίας, μόνο που αυτή εδώ είχε πιο πολύ κόσμο, ήταν πιο απεριποίητη, βρόμικη και μ' απαίσιες μυρωδιές. Παράξενα σχεδιασμένοι δρόμοι οδήγησαν τα βήματά μου 172


έξω από τεράστιες «ουρές» που περίμεναν σε εκατοντάδες κινηματογράφους, απ' όπου ξεχυνόταν εκκωφαντική μουσική κι οι προσόψεις τους ήταν γεμάτες με διαφημιστικές αφίσες που έδειχναν πλούσια ντυμένες, με βαριά κοσμήματα μαχαρανές, πλάι στους όμορφους μαχαραγιάδες τους. Τελικά βγήκα σ' ένα μεγάλο ανοιχτό χώρο, που αναγνώρισα ότι ήταν η Πλατεία Βικτορίας. Οι δρόμοι γύρω από την πλατεία ήταν γεμάτοι καταστήματα, εστιατόρια και πιο ακριβούς κινηματογράφους με αιρκοντίσιον, όπου περίμεναν μικρότερες «ουρές».

Το πάρκο απλά σ' άφηνε να εννοήσεις ότι θα μπορούσε να ήταν πάρκο. Το γρασίδι του είχε καλυφθεί από σκόνη, εξαιτίας της κακής του χρήσης και της έλλειψης νερού. Ιερές αγελάδες κινούνταν αργά μέσ' από τα ξερά παρτέρια, ψάχνοντας χαζά για κάτι, χωρίς να είναι, καθώς φαίνεται, σίγουρες για τι. Ομάδες ανθρώπων τριγυρνούσαν ή κάθονταν εδώ κι εκεί, μέσα στη βρομιά, μιλώντας, πουλώντας, αγοράζοντας.

Στη μια άκρη της πλατείας ήταν μια σειρά από κτίρια, μαύρα από το καυσαέριο και τη σκόνη, κι ο κεντρικός σταθμός των τοπικών λεωφορείων. Στην απέναντι πλευρά ήταν το Κυβερνητικό Μέγαρο, που περνούσαν μπροστά του βιαστικά λεωφορεία και τραμ, οδηγώντας στο ποτάμι κι ακόμη πιο πέρα. Ξεκίνησα αργά να γυρίσω πίσω στον κοιτώνα μου τόσο εξαιτίας της ζέστης που απέκλειε τη βιασύνη, όσο και της βαθιάς κατάπτωσης. Η πόλη μου είχε επιβληθεί.

Όταν έφτασα, το δείπνο είχε κιόλας αρχίσει να σερβίρε173


ται. Κάθισα σ' ένα από τα άδεια τραπέζια, αλλά σύντομα μου ζήτησαν να πάω να καθίσω με μια συντροφιά σ' ένα άλλο τραπέζι, κοντά στο μπαλκόνι. «Είναι πιο δροσερά, εδώ», μου είπε ένας ξανθός άντρας με βρετανική προφορά.

Με σύστησε στους άλλους, που όλοι τους έμεναν στον ίδιο κοιτώνα σαν φιλοξενούμενοι. Οι δυο ήταν ιεραπόστολοι που επισκέπτονταν την Καλκούτα για λίγες ημέρες, από μια περιοχή κοντά στο Χιντεραμπάντ, της Κεντρικής Ινδίας. Ήταν και μια αγγλική οικογένεια, άντρας, γυναίκα και δυο παιδιά, αγόρια στα δεκαοχτώ με δεκαεννιά τους χρόνια, που κάποτε είχαν ζήσει στην Ινδία και τώρα επισκέπτονταν φίλους κι ένιωθαν μάλλον νοσταλγία για τον «παλιό» καιρό. Το άλλο μέλος της συντροφιάς ήταν ένα μάλλον ξανθό κορίτσι, από κάποιο αμερικανικό πανεπιστήμιο, που έκανε το γύρο της Ινδίας για μια έρευνα σχετικά με τη διατριβή της πάνω στις συγκριτικές θρησκείες. «Πόσο καιρό είσαστε στην Ινδία;»

«Μερικούς μήνες».

«Πόσο θα μείνετε;»

Οι συνηθισμένες ερωτήσεις.

«Δεν ξέρω».

«Σας αρέσει εδώ;»

174


«Μ' άρεσαν οι νότιες κι οι κεντρικές περιοχές», είπα. «Θα μπορούσα να μείνω για πάντα στο Κοχίν, στο Ερνάκουλουμ, στο Τριβάντρουμ, στο ακρωτήριο Κομορίν ή ακόμη και στη Μαδούρα. Μ' άρεσε η κεντρική περιοχή το ίδιο, αλλά δεν ξέρω αν η Καλκούτα είναι χαρακτηριστική, ώστε να μ' αρέσει κι η Βόρεια Ινδία». «Μη βιαζόσαστε», είπε η ξανθή κοπέλα. «Είναι υπέροχη! Τόσο φανταστικά ζωντανή και γήινη».

«Μάλλον πολύ ζωντανή και γήινη για τα γούστα μου», σχολίασε ξερά ο Άγγλος με την οικογένεια. «Έχει αλλάξει, ύστερα από τον πόλεμο. Είναι παράξενο, αλλά φαίνεται όπως αλλάζει ένα σπίτι όταν φεύγουν αυτοί που το 'χτισαν».

«Αυτοί που το 'χτισαν!» είπε με κατάπληξη ο νεαρός ιερωμένος. «Εννοείτε εμάς, τους Βρετανούς; Ξέρετε, παρόλο που ακόμη, καθώς φαίνεται, δεν το 'χουμε καταλάβει, εμείς κι οι συμπατριώτες μας, οι Ινδοί υπήρχαν εδώ πολύ πριν έρθουν οι Βρετανοί».

Η Αμερικανίδα σπουδάστρια γέλασε χαρούμενα. Αλλά κανένας απ' τους άλλους δεν τη μιμήθηκε κι έτσι εκείνη ησύχασε.

Η συζήτηση για πιο σιγουριά ξαναγύρισε σ' εμένα καθώς τρώγαμε. «Θα πάτε στη λειτουργία;»

«Δεν το είχα προγραμματίσει», απάντησα. 175


«Θα πρέπει να πάτε τουλάχιστον για μια φορά», είπε η νεαρή Αμερικανίδα. «Πρέπει να δείτε την κυρία Κέιζ επί το έργον. Είναι μια πραγματική εμπειρία».

Μετά το δείπνο με πλησίασε η οικογένεια των Άγγλων και κατεβήκαμε μαζί τις σκάλες ως το επίπεδο του δρόμου. Πήραμε ένα βρόμικο πλαϊνό δρομάκι, ως μια μεγάλη αίθουσα όπου θα γινόταν η λειτουργία.

Μέσα στο δωμάτιο, που ήταν απόλυτα άδειο από έπιπλα ή όποια άλλη διακόσμηση, τουλάχιστον πενήντα αν όχι παραπάνω Ινδοί κάθονταν σταυροπόδι, τρώγοντας ρύζι και τουρσιά με τα χέρια, πάνω σε φύλλα μπανανόδεντρου. Δυο νεαροί Ινδοί τριγυρνούσαν ανάμεσά τους με κατσαρόλες και με επιδέξιες κινήσεις άδειαζαν μερικές κουταλιές φαγητού στα μικρά στρουφιχτά φύλλα.

Καθώς αυτοί που ήταν εκεί τέλειωναν το φαγητό τους, οι νεαροί μάζευαν τα φύλλα, τα τοποθετούσαν σ' ένα μεγάλο χαρτόκουτο και το 'σερναν έξω από το δωμάτιο. Ύστερα όλοι ταχτοποιούνταν, κοιτάζοντας τώρα προς την ίδια κατεύθυνση, και περίμεναν. Μετά από μια στιγμή εμφανίστηκε η κυρία Κέιζ. Φορούσε μια άσπρη ρόμπα κι από πάνω της μια βαριά μαύρη κάπα.

Η αίθουσα ήταν ζεστή και μύριζε ιδρωτίλα, άπλυτα σώματα και φαγητό. Το μέτωπο της κυρίας Κέιζ ήταν γεμάτο σταγόνες ιδρώτα, αλλά έδειχνε ψυχρή και άνετη. Στο ένα χέρι κρατούσε μια Βίβλο, που δεν την άνοιξε. Στάθηκε μπροστά τους κι άρχισε να μιλά με απαλό, χαϊδευτικό τόνο, σε βεγγαλέζικη διάλεκτο, όπως υποψιάστηκα. 176


Οι άλλοι κάθονταν απέναντί της, σιωπηλοί και με βαθύ σεβασμό. Δεν ήταν ξεκάθαρο από τ' ανέκφραστα πρόσωπά τους αν την καταλάβαιναν ή όχι. Η οικογένεια των Άγγλων έδειχναν να καταλαβαίνουν τι έλεγε κι αντιδρούσαν κάθε λίγο και λιγάκι, ψιθυρίζοντας ένα «Αμήν, αδελφή», αλλά κανένας άλλος δε φαινόταν ν' ακούει.

Μετά από δέκα λεπτά, η κυρία Κέιζ χαμογέλασε, δίπλωσε τα χέρια της μ' ένα νόημα «Ναμάστε» (ευχαριστώ), πάνω από τη Βίβλο και προχώρησε προς την ομήγυρη. Οι ακροατές σηκώθηκαν διορθώνοντας τα ρούχα τους, που ήταν κολλημένα πάνω τους από τον ιδρώτα. Όταν κι ο τελευταίος τους έφυγε, η κυρία Κέιζ ήρθε προς το μέρος μας, χαιρέτησε την οικογένεια των Άγγλων και χαμογέλασε σ' εμένα. Έδειχνε πιο απαλή, πιο ευγενική απ' όσο μου 'χε φανεί νωρίς το απόγευμα. «Χαίρομαι που ήρθατε», είπε. «Νομίζω ότι είσαστε γιατρός» . «Όχι, είμαι καθηγητής της φιλοσοφίας».

«Ω, με συγχωρείτε», είπε. «Σκέφτηκα να σας στρώσω στη δουλειά αν ήσασταν γιατρός, πραγματικά. Αλλά, βλέπετε, εδώ δε χρειαζόμαστε και πολύ ένα δόκτορα φιλοσοφίας. Υπάρχει αρκετή φιλοσοφία κιόλας στην Ινδία. Πάρα πολλή, μάλιστα!» Σκούπισε το μέτωπό της. «Δεν κάνει περισσότερη δροσιά έξω», είπε, «αλλά αν δεν έχετε άλλα σχέδια, θα θέλατε να με συνοδέψετε σ' έναν περίπατο;» 177


Η οικογένεια των Άγγλων βρήκαν μια δικαιολογία κι έτσι βγήκαμε οι δυο μας στην υγρή νύχτα. Ο ήλιος είχε δύσει, μα η ζέστη του παράμενε.

«Ήταν μια καυτή μέρα», είπε κείνη, κάνοντας αέρα με το μαντίλι της. Προχωρήσαμε για ένα διάστημα μέσα στη σιωπή. «Ο Βισνού μού είπε ότι του δώσατε κάποιο φάρμακο», είπε πάλι η κυρία Κέιζ.

«Δεν ήταν ακριβώς φάρμακο», απάντησα. «Έχει ψείρες. Του έδωσα κάτι για να τις διώξει. Του είπα ότι δεν ήμουν δόκτορας-γιατρός, όπως νόμισε, αλλά δεν φάνηκε να το πιστεύει».

Εκείνη γέλασε, ένα βαθύ λαρυγγικό γέλιο. «Μα πώς μπορέσατε να φανταστείτε ότι ένα πλάσμα σαν τον Βισνού ήταν δυνατό να καταλάβει; Είδε την υπογραφή σας στο βιβλίο κι είπε, "Δόκτορ". Κατά την άποψή του, υπάρχει μόνο ένα είδος δόκτορα».

Καθώς προχωρούσαμε δε μου 'κανε καμιά από τις συνηθισμένες ερωτήσεις: Γιατί ταξίδευα; Μου άρεσε η Ινδία; Πόσο καιρό θα μείνω εκεί; και τα παρόμοια.

Όταν φτάσαμε στο ποτάμι, με οδήγησε ως μια μικρή αποβάθρα για τα καΐκια. Τα φώτα του δρόμου είχαν ανάψει, με επιγραφές «νέον» πάνω στα κτίρια να διαφημίζουν Κόκα-Κόλα, παπούτσια, μεταξωτά. Ο αέρας δεν ήταν πιο δροσερός, μα έδειχνε πιο φρέσκος. Τα χρώματα της νύχτας λες κι είχαν καθαρίσει την Καλκούτα κι οι νεαροί 178


που περπατούσαν κατά μήκος της όχθης και στα τριγύρω σκοτάδια θα μπορούσαν να 'ναι εραστές, σε οποιαδήποτε από τις μεγάλες πόλεις του κόσμου. Αυτοκίνητα και μοτοποδήλατα-ταξί αργοπερνούσαν, ενώ μαστρωποί κι οι αναπόφευκτες πόρνες κυκλοφορούσαν μόνες και επίτηδες αργά. Μιλήσαμε για πολλή ώρα.

«Ο άντρας μου κι εγώ ήρθαμε εδώ, πριν πάνω από είκοσι χρόνια, από την Αϊόβα. Εκείνος μόλις που είχε πάρει το χρίσμα. Πήγαμε πρώτα στη Νότια Ινδία, κοντά στην Ποόνα», μου είπε. «Ήταν όμορφα εκεί. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν κάναμε και πολλούς προσηλυτισμούς, αλλά όταν οι άνθρωποι είναι άρρωστοι και πεινασμένοι, δεν έχεις πολύ καιρό για κηρύγματα. Στην αρχή, μίσησα την Ινδία. Αλλά υπάρχει κάτι πολύ ιδιαίτερο σχετικά μ' αυτό. Από τον τρόπο που μιλήσατε πριν λίγη ώρα, νομίζω πως ξέρετε τι εννοώ. Είναι κάτι που σου δημιουργεί ενθουσιασμό, ένα πάθος, που σε κάνει να συνειδητοποιείς περισσότερο τη ζωή». Κοίταζε το μαύρο ποτάμι που κυλούσε απαλά. «Ο σύζυγός μου πέθανε στην Ποόνα. Από κάποια παράξενη αρρώστια. Ουσιαστικά νομίζω ότι ήταν περισσότερο μια νευρική κατάπτωση. Ήταν ένας ψηλός άντρας, πιο ψηλός κι από μένα. Έπαιζε ποδόσφαιρο κι όλ' αυτά, αλλά κατά βάθος ήταν πολύ τρυφερός. Νομίζω ότι θεωρούσε το έργο που είχε να κάνει πολύ σπουδαίο και τη συμβολή του πολύ μικρή. Νομίζω ότι απλούστατα μια μέρα παραιτήθηκε και πέθανε. Στην αρχή, σκέφτηκα να γυρίσω πίσω στην πατρίδα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ύστερα έ179


μαθα γι' αυτή την αποστολή στην Καλκούτα. Οι άνθρωποι που τη διηύθυναν είχαν μόλις παραιτηθεί. Δεν είχαν καταφέρει να καταλάβουν τους Ινδούς. Εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι έπρεπε πρώτα να βοηθήσουν τον εαυτό τους! Πολλοί με βεβαίωσαν ότι θα ήταν καλύτερα για μένα να βρεθώ σε μια πόλη σαν την Καλκούτα, αλλά νομίζω ότι η Ινδία είναι όμορφη σχεδόν παντού για μια γυναίκα μόνη. Εδώ δεν είναι οι βιαστές κι οι κλέφτες που σου ρίχνονται στο δρόμο, αλλά οι ζητιάνοι. Όπως και να 'ναι, ανακάλυψα πως ύστερα από λίγο οι ζητιάνοι σε γνωρίζουν πια και σ' αφήνουν ήσυχη. Είναι, ξέρετε, πολύ έξυπνο σινάφι, ιδιαίτερα τα παιδιά κι οι ανάπηροι. Μερικοί λένε ότι αυτοί είναι οι μοναδικοί, εκτός από τους πλούσιους, που τρώνε κάθε μέρα στην Καλκούτα».

Γυρίσαμε αργά πίσω στον κοιτώνα. Κάποιες φορές χρειάστηκε να κατεβαίνουμε και να περπατούμε στη μέση του δρόμου, γιατί τα πεζοδρόμια είχαν γίνει τα ξενοδοχεία των φτωχών και για ολόκληρα τετράγωνα, απ' όλες τις κατευθύνσεις, έβλεπες ξαπλωμένους ανθρώπους πάνω στα πεζοδρόμια, τον έναν πλάι στον άλλο, σαν σειρές από πτώματα. «Πώς είναι δυνατό οι αρχές να κρατήσουν καθαρή την Καλκούτα, ή όποια άλλη πόλη στην Ινδία, όταν υπάρχει αυτή η κατάσταση; Όταν σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της πόλης χρησιμοποιούν τα πεζοδρόμια για κατοικία, όταν έχουν τους δρόμους για κουζίνα τους, για σκουπιδοτενεκέ τους και για τουαλέτα τους;» Καθώς μιλούσε, είχαμε μπει στο δρόμο για τον κοιτώνα. Ο Βισνού και τρεις άλλοι νεαροί κάθονταν στα σκαλοπάτια. 180


«Ναμάστε, γιατρέ», είπε ο Βισνού. Η κυρία Κέιζ κι εγώ βάλαμε τα γέλια.

Νωρίς το άλλο πρωί, ο Βισνού χτύπησε την πόρτα μου. «Σαχίμπ», είπε, «έφερα δυο φίλους μου να σας δουν». Μπήκε μαζί με δυο νεαρούς Ινδούς, γύρω στα είκοσί τους χρόνια. «Χρειάζονται γιατρό. Να τους κοιτάξετε». Στράφηκε και μίλησε στους άλλους. Ο ένας σήκωσε το πουκάμισό του που κρεμόταν πάνω από το «ντότι» του κι έδειξε τεράστιες πληγές, όλο πύον και μόλυνση. Ο άλλος χαλάρωσε το «ντότι» του, για να μου δείξει ένα τεράστιο, πρησμένο πέος. «Πολύς πόνος», είπε ο Βισνού με ύφος αυτόκλητης Φλόρανς Νάιτινγκέιλ 2.

Ήξερα πως δε θ' έβγαινε τίποτε αν προσπαθούσα να τους εξηγήσω ότι δεν ήμουν γιατρός και έτσι τους είπα να ξανάρθουν σε λίγες ώρες. Έκανα ένα ντους. Πήρα το πρωινό μου. Ο Βισνού με σερβίριζε με μεγάλη ευχαρίστηση. Φανερά με θεωρούσε θεόσταλτο και γρήγορα κατάλαβα ότι μου 'βαζε στο τραπέζι μου περισσότερα απ' όσα θα 'πρεπε να μου σερβίρει. Του άρεσε πολύ ο τίτλος «Δόκτορ» και τον χρησιμοποιούσε με την παραμικρή ευκαιρία. 2

Η Φλόρανς Νάιτινγκέιλ ήταν μια εθελόντρια, αρχικά, νοσοκόμα, που για πρώτη φορά οργάνωσε σε σωστή βάση τη νοσοκομειακή περίθαλψη στην Αγγλία (Σ.τ.Μ).

181


Μετά το πρόγευμα, πήρα τους δυο φίλους του Βισνού και ξεκίνησα να βρω ένα γιατρό. Βρήκα κάποιον στην κεντρική πλατεία, έναν Ινδό που μιλούσε αγγλικά, με προφορά και κομψούς τρόπους κατευθείαν εισαγόμενους από το Γουέστ Εντ του Λονδίνου. Αφού του εξήγησα την κατάσταση, η πρώτη του αντίδραση ήταν να με κατευθύνει στο πιο κοντινό νοσοκομείο. Οι δυο νεαροί, που δεν είχαν καταλάβει λέξη, στέκονταν στο πλάι με νευρικότητα. Τελικά δέχτηκε να τους κοιτάξει. Δε μίλησε σε κανέναν από τους δυο, αλλά έκανε στα γρήγορα τις εξετάσεις, ξεχνώντας τώρα τους κομψούς του τρόπους. Τελικά, έγραψε συνταγές και για τους δυο και τους είπε τι έπρεπε να κάνουν. Ακόμη, τους υπέδειξε άλλη φορά να πάνε στο νοσοκομείο. Αργά εκείνο το απομεσήμερο ο Βισνού ήρθε να με δει. «Γιατί δεν περιποιηθήκατε τους φίλους μου;»

Ένιωθα ότι θα 'πρεπε αυτό το πράγμα να σταματήσει αμέσως, πριν βρεθώ κυριολεκτικά «γιατρός» για τον κάθε άρρωστο της Καλκούτας - ακατόρθωτο έργο, ακόμη και για μια πολυάριθμη ομάδα γιατρών. Με χειρονομίες κι απλά λόγια τού είπα ότι εγώ δεν μπορούσα να θεραπεύσω κανέναν, ότι όλα μου τα εργαλεία και τα φάρμακα τα είχα αφήσει πίσω, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι θα 'πρεπε να πει στους φίλους του να μη φοβούνται το νοσοκομείο κι ότι η περιποίηση εκεί ήταν καλή και δωρεάν. Άκουγε τις εξηγήσεις μου, αλλά χωρίς να δείχνει ότι τις αποδέχεται απόλυτα. Κάθε μέρα η Καλκούτα γινόταν όλο και πιο ζεστή και φανερά πιο πυκνοκατοικημένη. Χιλιάδες ντόπιοι μετανάστες 182


έφταναν καθημερινά κι όλα έδειχναν ότι δεν υπήρχε τρόπος να σταματήσει αυτή η εισροή. Μικρά αντίσκηνα από κουρέλια στήνονταν στον κάθε ελεύθερο χώρο· μετά τις εννιά το βράδυ, τα πεζοδρόμια ήταν σχεδόν αδιάβατα. Η πόλη μ' έσφιγγε στο λαιμό. Διψούσα να δω ένα ξέφωτο, μια μοναδική στιγμή σιωπής κι ησυχίας, ένα δέντρο ή κάτι καθαρό και δίχως σκόνη, κάτι όμορφο.

Ένα απόγευμα, γνώρισα έναν πλούσιο Ινδό σε κάποιο θέατρο, όπου είχα πάει για να γλιτώσω από την τρομερή ζέστη. Ήταν ένας πολύ ευγενικός άνθρωπος κι έδειξε να ενδιαφέρεται πολύ για τις αντιδράσεις μου σχετικά με την Ινδία. Περάσαμε πολλά βράδια στο σπίτι του, με κήπους τριγύρω και παντού ανεμιστήρες, μιλώντας για τον έλεγχο των γεννήσεων, για την ανακούφιση των φτωχών, την ιατρική περίθαλψη των αρρώστων αλλά το μέγεθος αυτών των προβλημάτων ήταν τόσο μεγάλο, ώστε η κάθε προσπάθεια για τη λύση τους έμοιαζε σαν να σκοτώνεις μια μόνο μύγα πάνω στην ουρά ενός γιγάντιου ελέφαντα. Οι συζητήσεις μας, αν και με πολύ ενδιαφέρον, μ' άφηναν πάντα με μια δυσφορία, σύγχυση κι απογοήτευση. Αλλά η κυρία Κέιζ φανερά πίστευε ότι κάτι μπορούσε να γίνει. Οι μέρες της ήταν γεμάτες. Από πολύ νωρίς το πρωί ξεκινούσε την καθημερινή της προσπάθεια, φροντίζοντας να βοηθήσει τους πιο δυστυχισμένους.

«Οι Ινδοί που έχουν χρήματα δεν αρνιούνται ποτέ να δώσουν σε Δυτικούς ζητιάνους», μου είπε. «Δίνουν σχεδόν τόσο άνετα, σαν με την ελεημοσύνη να μεταθέτουν λίγη από την ευθύνη τους σε κάποιον άλλο και ν' αλαφρώνουν 183


τις δικές τους τύψεις κι ενοχές».

Μ' αυτά τα χρήματα στα χέρια της και συνοδευόμενη από τους τέσσερις υιοθετημένους γιους της, με τον Βισνού επικεφαλής, ξεκινούσε να κάνει τα παζάρια της στις αγορές. Εκεί την ήξεραν σαν «τη μις Κέιζ με τη βαριά φωνή και τα δυνατά χέρια», αλλά ήταν φανερό ότι την αγαπούσαν πολύ.

Ξαναγυρίζοντας σπίτι, ετοίμαζε το «πρωινό» για τους φιλοξενούμενούς της στον κοιτώνα, φρόντιζε για την καθαριότητα και την τάξη, επιθεωρούσε όλες τις εργασίες και το καθημερινό «μενού» και, τελικά, στρωνόταν να μαγειρέψει για τους πενήντα ή εξήντα κάτοικους των δρόμων που μαζεύονταν για το βραδινό τους φαγητό.

Το γεγονός ότι τάιζε τους φτωχούς ήταν πολύ γνωστό σ' ολόκληρη την Καλκουτα, και μερικοί από τους πεινασμένους μαζεύονταν ακριβώς την ώρα του δείπνου, περιμένοντας να φάνε για πρώτη φορά σ' όλη τη μέρα τους.

«Πρώτα πρέπει να γεμίσεις την άδεια κοιλιά τους κι ύστερα να κάνεις κήρυγμα για το μυαλό τους. Είμαι σίγουρη ότι οι μισοί απ' αυτούς δεν καταλαβαίνουν τίποτε απ' αυτά που τους λέω στη βεγγαλέζικη διάλεκτο με αμερικάνικη προφορά. Αλλά κάθονται ήσυχα και τρώνε και χορταίνουν κι αυτό είναι πραγματικά που έχει σημασία, δε νομίζετε;»

Καθώς περνούσαν οι μέρες, τα συναισθήματά μου για την Καλκούτα άλλαζαν. Δεν ένιωθα πια τρόμο για τα όσα έβλεπα - αισθανόμουν απλά ηττημένος. Οι ζητιάνοι δε μ' 184


ενοχλούσαν πια, εγώ απλά αγνοούσα τα τρομερά βογκητά και τις παρακαλεστικές κραυγές τους. Ακόμη κι η ζέστη γίνεται σχεδόν ευχάριστη όταν σταματήσεις ν' αγωνίζεσαι ενάντιά της.

Τελικά, είπα στην κυρία Κέιζ ότι θα 'φευγα. Έδειξε λυπημένη. «Στενοχωριέμαι που σας βλέπω να φεύγετε. Σκεφτόμουν ότι τελικά θα γίνετε κι εσείς ένας ακόμη από τους τρελούς μας σταυροφόρους, αλλά υποθέτω πως καταλαβαίνετε ότι το λέω στ' αστεία», είπε. «Ξέρω ότι δεν κάνω πραγματικά τίποτα το σημαντικό. Αλλά νιώθω πως και μόνο να διατηρήσεις ζωντανούς σαράντα, πενήντα ανθρώπους για μια μέρα, είναι κάτι. Ποιος ξέρει την απάντηση;» Με κοίταζε απολογητικά, σχεδόν σαν να ντρεπόταν.

Όταν έφευγα, η κυρία Κέιζ κι η οικογένειά της μπήκαν στη γραμμή για να μ' αποχαιρετήσουν. Ο Βισνού δεν καταλάβαινε γιατί έφευγα τόσο γρήγορα.

«Γιατί είμαι ένας δειλός», είπα. Κι εκείνος τα 'χασε.

Απόφυγα να κοιτάξω την κυρία Κέιζ όταν της έσφιγγα το χέρι· άρπαξα τη βαλίτσα μου κι έφυγα γρήγορα.

185


11 Κασμίρ Για να δεις τους ανθρώπους όπως πραγματικά είναι, πρέπει να τους αγαπάς δίχως όρους. Αν δεν το κάνεις αυτό, δε θα σου αποκαλυφθούν ποτέ και θα τους έχεις χάσει για πάντα.

Η Κάτι Μας είχαν πει ότι εξαιτίας των άσχημων καιρικών συνθηκών μπορεί να μη γίνονταν πτήσεις για την ολοκλήρωση του ταξιδιού από το Δελχί ως το Σρινιγκάρ, μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Το Σρινιγκάρ, από τη γεωγραφική του θέση, με τα τριγύρω βουνά, που το ύψος τους ήταν γιγάντιο, όταν χιόνιζε, όπως τώρα, γινόταν απρόσιτο. Ωστόσο, οι περισσότεροι από τους καλοντυμένους επιβάτες είχαν έρθει, κάνοντας σχεδόν το μισό γύρο του κόσμου, για να γνωρίσουν από πρώτο χέρι το μυστήριο της κοιλάδας του Κασμίρ και το αεροπλάνο ήταν γεμάτο. Μια απ' όλους τους επιβάτες ξεχώριζε. Ήταν καμιά εικοσιπενταριά χρονών, όχι παραπάνω, φορούσε μια μαύρη μπλούζα αγκορά με γυριστό λαιμό, πολύ φαρδιά γι' αυτήν και πολύ ζεστή για το κλίμα. Κρεμόταν χαλαρή πάνω στο αδύνατο μπούστο της και κολλούσε στις φαρδιές της λεκάνες, κατεβαίνοντας ως τους γοφούς. Πολύ σφιχτό παντελόνι του σκι κάλυπτε τους παχουλούς μηρούς της. Στα 186


μεγάλα, απεριποίητα και άπλυτα πόδια της φορούσε φαρδιά ινδικά σανδάλια, που πλατάγιζαν στο πάτωμα όταν περπατούσε. Τα μαλλιά της, πρωταρχικά ξανθά, κρέμονταν σε πολύχρωμες φράντζες, σαν να είχε μέρες να τα βουρτσίσει. Η μύτη της ήταν πολύ μακριά και πολύ μυτερή, τα χείλη της πολύ λεπτά· το πρόσωπό της ασπριδερό, χλωμό μάλλον, δεν έδειχνε κανένα σημάδι περιποίησης ή βαψίματος. Ήταν φανερά μόνη, ανέμελη κι αδιάφορη. Όταν αναγγέλθηκε η πτήση μας, οι περισσότεροι από τους επιβάτες, σε ζευγάρια ή ομάδες, βιάστηκαν να είναι οι πρώτοι που θα επιβιβαστούν. Όταν το στριμωξίδι τέλειωσε, ανέβηκα κι εγώ και βρέθηκα να κάθομαι πλάι στην Κάτι.

Ήταν Αγγλίδα κοινωνιολόγος, όπως μου είπε, που έκανε το γύρο της Ινδίας, μελετώντας τις επιπτώσεις της αγγλικής αποικιοκρατίας πάνω στους Ινδούς. Ύστερα από αυτές τις σύντομες, ευγενικές συστάσεις γνωριμίας, έδειξε να μην έχει τίποτ' άλλο να πει και καμιά επιθυμία να συνεχίσει τη συζήτηση. Το ταξίδι γινόταν μέσα στη σιωπή. Εκείνη είχε βουλιάξει στο βιβλίο της.

Την ώρα που το αεροπλάνο πλησίαζε τα βουνά, ο καιρός είχε γίνει πολύ επικίνδυνος, έτσι ώστε αναγκαστήκαμε να προσγειωθούμε σ' ένα μικρό αεροδρόμιο στους πρόποδες των βουνών. Οι επιβάτες εξοργίστηκαν όταν άκουσαν την ανακοίνωση ότι μπορούσαμε να πάρουμε το ίδιο αεροπλάνο για μια πτήση επιστροφής στο Δελχί, ή να μείνουμε εκεί με έξοδα της αεροπορικής εταιρείας, περιμένοντας ν' αλλάξει ο καιρός την επόμενη μέρα, ή να πάρουμε το το187


πικό λεωφορείο για το Σρινιγκάρ. Το μετεωρολογικό δελτίο έλεγε ότι οι θύελλες στα βουνά ήταν τόσο βίαιες, ώστε υπήρχε πρόβλημα αν ακόμη και το λεωφορείο θα μπορούσε να κάνει το ταξίδι. «Πρέπει να μας πάτε στον προορισμό μας! Εμείς έχουμε έρθει από το Οχάιο!»

«Αυτό είναι ασυγχώρητο, είναι το αποκορύφωμα της ανικανότητας. Θα παραπονεθώ στο Γαλλικό Προξενείο γι' αυτό. Δεν είναι τρόπος συμπεριφοράς αυτός σ' ένα Γάλλο τουρίστα!»

«Όλ' αυτά δε θα γίνονταν ποτέ αν οι ανίκανοι Ινδοί εξακολουθούσαν να έχουν τη βρετανική καθοδήγηση, σας το λέω!» «Μα εγώ έχω ένα καθορισμένο πρόγραμμα, χωρίς κενά, δεν μπορώ να περιμένω».

Έχοντας έτσι εκφράσει την αγανάκτησή τους, οι επιβάτες όλοι αποφάσισαν να ξαναγυρίσουν στο Δελχί κι εξακολουθούσαν να γκρινιάζουν όσο έπαιρναν πάλι το δρόμο για το αεροπλάνο. Εγώ είχα αποφασίσει να περιμένω ως την άλλη μέρα· κι αν πάλι ήταν αδύνατο, θα εμπιστευόμουν το λεωφορείο. Οι μηχανές του αεροπλάνου μπήκαν μπροστά με θόρυβο και πολλή ανασφάλεια και σε λίγο το σκάφος σηκώθηκε κι εξαφανίστηκε μέσα στα μαύρα σύννεφα που μαζεύονταν στον ορίζοντα. 188


Γύρισα πίσω, κατά το κτίριο του μικρού αεροδρομίου. Εκεί, κουλουριασμένη πλάι στον τοίχο, σαν μια λεπτή μαύρη αράχνη, ήταν η Κάτι, η μοναδική από τους επιβάτες που είχε μείνει, διαβάζοντας πάντα ήρεμα το βιβλίο της. «Αποφασίσατε κι εσείς να μείνετε;» ρώτησα ανόητα.

Με κοίταξε σηκώνοντας το βλέμμα από το βιβλίο, μισόκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. «Το αποφάσισα πριν φύγω από την Αγγλία».

Ο πράκτορας της αεροπορικής εταιρείας, ένας μαυριδερός, γεροδεμένος Ινδός, με σπασμένη βρετανική προφορά, μας οδήγησε στο ξενοδοχείο από ένα λιθόστρωτο δρόμο.

«Εδώ δεν είναι Δελχί», εξήγησε αδιάφορα, κάπως ενοχλημένος για τις φασαρίες που θα μπορούσε να τους προκαλέσει η απόφασή μας να παραμείνουμε εκεί.

Ο μοναδικός κεντρικός δρόμος της πόλης είχε δεξιά κι αριστερά του μαγαζιά, με τις συνηθισμένες ανοιχτές προσόψεις, που ομόρφαιναν με τα πολύχρωμα εμπορεύματα που κρέμονταν σε πλατιά επίδειξη, από το ταβάνι, και τους σωρούς από τα χειροποίητα αντικείμενα από αστραφτερό χαλκό, κασσίτερο και πέτρα. Μικροί δρόμοι με πέτρινες κατοικίες, ή ξύλινα ή γύψινα σπίτια, οδηγούσαν σ' ευθείες γραμμές από τη λεωφόρο, ως πάνω στους λόφους, που πλαισίωναν τη μικρή πόλη. Πάνω της στεκόταν ο όγκος ενός τζαμιού, σαν ένα τεράστιο χάλκινο τέρας, με λεπτούς σαν μπράτσα μιναρέδες να υψώνονται 189


στον ουρανό, ζητώντας προστασία για το βρέφος-πόλη, που κουλουριαζόταν στην ποδιά του βουνού. Βρισκόμασταν τώρα στη μουσουλμανική περιοχή της Ινδίας.

Ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν μάς βεβαίωσε ότι παρόλο που το ξενοδοχείο του δεν ήταν σαν κι αυτά του Δελχί, τα δωμάτια θα ήταν άνετα για μας. Και ήταν κάτι τεράστια δωμάτια: το καθένα μ' ένα νιπτήρα, ιδιαίτερη τουαλέτα και παράθυρα που έβλεπαν στην πλευρά της πόλης με τις κατοικίες. Τα κρεβάτια ήταν δυτικού τύπου, με στρώματα που βούλιαζαν στη μέση και καφετιά από τη χρήση.

«Ε, καλά», είπε ο πράκτορας, «σας είπα ότι εδώ δεν είναι Δελχί. Τα γεύματά σας θα τα παίρνετε στο εστιατόριο, στην απέναντι μεριά του δρόμου».

Μισόγυμνοι καμαριέρηδες κινούνταν τεμπέλικα γύρω μας. Η Κάτι καθόταν ήσυχα στο άστρωτο ακόμη κρεβάτι της και τους κοίταζε έντονα με τα μικρά φωτεινά της μάτια.

«Δεν είναι θαυμάσιοι άνθρωποι;» σχολίασε όταν είδε ότι την παρατηρούσα. «Ακόμη κι οι πιο φτωχοί, κι οι πιο αμόρφωτοι Ινδοί μοιάζουν να έχουν τον ιδιωτικό τους κόσμο, που δεν τον μοιράζονται με κανέναν. Εκατό εκατομμύρια μυστήρια». Και συνέχισε να τους παρακολουθεί για μερικές ακόμη στιγμές, σιωπηλή.

«Κοιτάξτε τον τρόπο που ξεσκονίζουν τον κομό. Νομίζουν, είμαι σίγουρη, ότι πρόκειται για κάποιο στολίδι, που δε χρησιμοποιείται ποτέ από μέσα. Πρόσεξα ότι μέσα στον κομό υπάρχει ένα μπολ με σκουληκιασμένο ρύζι. 190


Στοιχηματίζω ότι ούτε που θα σκεφτούν ν' ανοίξουν τα συρτάρια». Κοιτάζαμε, μέχρι που έφυγαν οι υπηρέτες. Το δωμάτιο ήταν αρκετά καθαρό, τα σκουλήκια ανενόχλητα. «Χα! ακριβώς όπως σας το 'πα! Δεν είναι θαυμάσιο;» γέλασε χαρούμενα και κουλουριάστηκε στο κρεβάτι. Ήταν ένα υπέροχο γέλιο, χωρίς προσποίηση, όλο ευφυΐα, θερμό. Το υπόλοιπο απόγευμα περπατήσαμε στους στενούς πίσω δρόμους της πόλης. Την περισσότερη ώρα μέναμε σιωπηλοί. Η Κάτι, με το σαν αράχνη ντύσιμό της, τραβούσε την προσοχή των Ινδών περισσότερο απ' όσο θα χρειαζόταν. Όλοι, με παιδιάστικη περιέργεια, μας κοίταζαν καθώς περνούσαμε. Γυμνά παιδιά μας έπαιρναν από πίσω στους δρόμους, γελώντας και φλυαρώντας μεταξύ τους, μέχρι που έχαναν το ενδιαφέρον τους κι ύστερα εξαφανίζονταν σε πιο πολυσύχναστους δρόμους, τραβώντας για τα σπίτια τους. Μείναμε έξω ως αργά, κοιτάζοντας το χρώμα της πόλης να θαμπώνει μέσα στη δροσερή νύχτα, και μιλώντας.

Η Κάτι ρωτούσε για το καθετί, μα δεν ήθελε απαντήσεις για τίποτα. Αναρωτιόταν μάλιστα αν υπάρχουν καθόλου απαντήσεις. Ένιωθε επιτακτική την ανάγκη ν' απελευθερωθεί από την κουλτούρα της, για να μπορέσει στ' αλήθεια να δει, να νιώσει και να καταλάβει την Ινδία - και αγωνιζόταν γι' αυτό. «Αισθάνομαι σαν να έχω ζήσει εδώ κάποτε πριν. Ίσως σε μια άλλη ζωή», είπε. 191


«Παρ' όλη τη φτώχεια, τις αρρώστιες, τους πολέμους, τις πολιτικές και τις θρησκευτικές διαφορές, οι Ινδοί έχουν κατά κάποιο τρόπο καταφέρει να κρατηθούν σ' αυτό που είναι η ζωή γύρω τους», εξακολούθησε απαλά. «Υπάρχει ένας τέτοιος σεβασμός για τη ζωή, λες και την κάθε μέρα, όλοι τους κάνουν όλο το δρόμο, από τη γέννηση, την αυγή, ως το θάνατο, τη νύχτα, μόνο για να ξαναγεννηθούν την επόμενη μέρα.

»Έχουν μια πολύ διαφορετική αντίληψη για τον έρωτα και την ομορφιά, ξέρετε. Ω, Θεέ μου! Βλέπουν ομορφιά ακόμη και σ' εμένα. Πάντα πίστευα ότι ήμουν μια από τις λίγες κοπέλες που θα μπορούσαν να ταξιδέψουν σ' ολόκληρο τον κόσμο και να είναι ασφαλείς, όπως είμαι εγώ στην Αγγλία. Ακόμη κι οι Ιταλοί δε μου βάζουν χέρι. Όμως, Θεέ μου, ανακάλυψα ότι είχα λάθος σχετικά μ' αυτό, εδώ, στην Ινδία. Νομίζουν ότι είμαι σπουδαία. Για τον Ινδό, ο έρωτας και το σεξ είναι πολύ διαφορετικά πράγματα. Πολύ πολύπλοκα», είπε και κουλούριασε τα χέρια της απλά. «Βρίσκομαι στην Ινδία ένα χρόνο τώρα και δέχτηκα προτάσεις από υπαλλήλους ξενοδοχείων, από οδηγούς λεωφορείων, από επιχειρηματίες κι αστυνομικούς, και με ξελόγιασε ένας άντρας που ισχυριζόταν ότι είναι ο μαχαραγιάς του Τζαϊπούρ. Εγώ, φυσικά, ήξερα ότι δεν ήταν τίποτα τέτοιο, αλλά υπήρξε ένα υπέροχο ξελόγιασμα. Και τόσο ρομαντικοί! Κλαίνε με πάθος και χαρά. Τους αρέσει να σου λένε όμορφα λόγια. Πραγματικά, πολύ σπουδαίο αυτό». Ήταν μια παράξενη, υπέροχη νύχτα. Ανακαλύψαμε ότι επικοινωνούσαμε οι δυο μας, απολαμβάνοντας τη σπάνια ευκαιρία να βρούμε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα που να 192


μπορεί να μας ακούει. Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι η Κάτι έμοιαζε πολύ με την Ινδία που αγαπούσε - φτωχή, απεριποίητη, κουρελιασμένη, αλλά ξένοιαστη και γεμάτη από την ομορφιά και τη ζωτικότητα της ζωής.

Το πρωί, ο διευθυντής του ξενοδοχείου με ξύπνησε για να μου αναφέρει ότι το αεροπλάνο δεν είχε καν ξεκινήσει από το Δελχί, κι ότι η πτήση είχε οριστικά ακυρωθεί. Είπε, τελικά, πως αν βιαζόμασταν λίγο είχαμε χρόνο να προλάβουμε το λεωφορείο.

Η Κάτι είχε κιόλας σηκωθεί και καθόταν έξω στο δροσερό πρωινό αεράκι, απορροφημένη στο βιβλίο της. Έδειχνε λιγότερο κουρασμένη απ' όσο την προηγούμενη νύχτα, αλλά το ίδιο απεριποίητη.

«Τα μάθατε;» ρώτησε. «Νομίζω, άλλωστε, ότι το λεωφορείο θα είναι πολύ πιο διασκεδαστικό, τι λέτε κι εσείς;»

Οι ειδήσεις κυκλοφορούν γρήγορα στις μικρές πόλεις της Ινδίας· έτσι, πριν προφτάσουμε να ξεκινήσουμε για το σταθμό των λεωφορείων, μια καινούρια Μερσεντές έφτασε, κι ένας παχουλός, μάλλον ευχάριστος στην όψη Ινδός βγήκε από μέσα. Υποκλίθηκε κι είπε: «Επιτρέψτε μου να συστηθώ. Είμαι ο κύριος Ατάλ. Πρόκειται να πάω στο Σρινιγκάρ με το αυτοκίνητό μου. Έχω δουλειές εκεί. Κι οι δουλειές, αυτό είναι σίγουρο, δεν επηρεάζονται από τις καιρικές συνθήκες», εξακολούθησε με κοφτή, βρετανική προφορά. «Πρέπει να βρίσκομαι στο Σρινιγκάρ απόψε. Έμαθα ότι αναζητείτε μέσο για να πάτε κι εσείς. Μπορώ να έχω την τιμή να σας προσφέρω τις ανέσεις του αυτοκίνητου μου; Θα είναι μια συντροφιά για μένα, ενώ για 193


σας το ταξίδι θα είναι πολύ καλύτερο από το βρόμικο και κρύο λεωφορείο».

Μια σχεδόν απογοητευμένη Κάτι, αφού με κοίταξε μ' απελπισία και μη βρίσκοντας τρόπο διαφυγής, έδωσε τη συγκατάθεσή της με μια κίνηση του κεφαλιού κι έτσι πήραμε τις θέσεις μας στο πολυτελέστατο αυτοκίνητο. Ο κύριος Ατάλ κάθισε ανάμεσα στην Κάτι και σ' εμένα, με την κόρη του που τον συνόδευε στα πόδια του. Κρατούσε το μικρό της σώμα σφιχτά πάνω του, σαν εραστής· κι εκείνη είχε κουλουριαστεί σαν πάνινη κούκλα πάνω στα περιγράμματα του παχουλού κορμιού του, μένοντας ξύπνια και σιωπηλή σ' όλο το ταξίδι, ενώ μετακινιόταν μόνο πότε-πότε για να διορθώσει τις μακριές, μαύρες, καλοπλεγμένες κοτσίδες της. Ο δρόμος ήταν σε άθλια κατάσταση, ο καιρός απαίσιος και το ταξίδι μας πήρε σχεδόν δεκατέσσερις ώρες. Όλα έδειχναν σαν να σκαρφαλώναμε αδιάκοπα κι ατέλειωτα τη μια βουνοσειρά πίσω από την άλλη. Ο κύριος Ατάλ μιλούσε συνέχεια για το καθετί. Από την αγάπη του για τη μητέρα Αγγλία, ως τη λογοτεχνία και τη θρησκεία, τονίζοντας ότι ήταν χριστιανός.

Μερικές φορές σταματούσαμε για ένα τσάι σε κάποια πολύ μικρά χωριά. Ο κύριος Ατάλ φαινόταν καθαρά ότι είχε κάνει αυτό το δρόμο πολλές φορές κι ήταν πολύ γνωστός εκεί. Οι τρόποι του ήταν πάντα κοφτοί κι ο τόνος του όλο ανυπομονησία. «Αυτά τα μπισκότα είναι μπαγιάτικα! Πάρ' τα αποδώ! Μα δεν μπορείς να σερβίρεις το τσάι ζεστό; Δε μάθατε ακόμη πώς να φτιάχνετε τσάι;» Ύστερα γυρνούσε σ' εμάς: «Πρέπει να συγχωρήσετε αυ194


τούς τους ανθρώπους, γιατί είναι αληθινά απολίτιστοι. Ο πραγματικός πολιτισμός εγκατέλειψε την Ινδία μαζί με τους Βρετανούς. Τώρα μείναμε με ψευδομορφωμένους ανόητους και με χαζούς χωριάτες». Εκτός από μερικές φορές που αστειεύτηκε, η Κάτι δεν είπε ούτε λέξη σ' ολόκληρο το ταξίδι.

Οι δρόμοι ανάμεσα στα βουνά είχαν όλο και πιο πολύ πάγο. Παγωμένες δροσοσταλίδες κρέμονταν από τις στέγες και τα ηλεκτρικά καλώδια και χιόνι σκέπαζε τα βουνά και τα χωράφια, όπου κι αν γύριζες να κοιτάξεις. Οι λίμνες ήταν οι πιο πολλές παγωμένες κι έδειχναν γκρίζες κάτω από τον αγριεμένο, τώρα φεγγαροφωτισμένο ουρανό, καθώς φτάναμε στο Σρινιγκάρ.

«Πού θα μείνετε;» ρώτησε ο κύριος Ατάλ.

«Σ' ένα καραβόσπιτο», απαντήσαμε η Κάτι κι εγώ, σχεδόν ταυτόχρονα.

«Σε καραβόσπιτο;» είπε ο κύριος Ατάλ απορημένος. «Μα αυτό δεν είναι μέρος για να μείνει κανένας το μεσοχείμωνο. Θα παγώσετε του θανάτου· άλλωστε, τώρα, όλα θα 'χουν κλείσει».

Τελικά συνειδητοποίησε ότι δε θα δεχόμασταν ούτε την πρόσκλησή του να μείνουμε στο σπίτι του με τα δώδεκα δωμάτια, που γενναιόδωρα μας πρόσφερε, ούτε σε κάποιο από τα ανοιχτά, δυτικού τύπου, ξενοδοχεία της πόλης. Ανασήκωσε τους ώμους του με αδιαφορία κι έδωσε εντολή στον οδηγό του να προχωρήσει πλάι στο χαμηλό 195


τείχος που έκλεινε τη λίμνη. Τύλιξε γύρω στο κορμί του μια βαριά κουβέρτα και βγήκε έξω μέσα στη νύχτα. «Καραβόσπιτο!» φώναξε ανυπόμονα στο σκοτάδι.

Μονομιάς η νύχτα ζωντάνεψε με φώτα, φανάρια και μικρά πλεούμενα. Όλ' αυτά γρήγορα σχηματίστηκαν, στα πόδια μιας σειράς από σκαλοπάτια. Ο κύριος Ατάλ στεκόταν από πάνω κι επιθεωρούσε τη σύναξη, σαν στρατηγός που ετοιμάζεται να βγάλει λόγο στα στρατεύματά του. Ύστερα από λίγες στιγμές, στράφηκε και χώθηκε πάλι μέσα στ' αυτοκίνητο, τραβώντας δυνατά την πόρτα ενάντια στο κρύο. «Ο Χαμπίμπ είναι ένας καλός διευθυντής καραβόσπιτου και θα σας δώσει το καλύτερο πλεούμενό του με κάτι παραπάνω από δυο αμερικανικά δολάρια, ή - στράφηκε προς την Κάτι - μια εγγλέζικη λίρα την ημέρα και για τους δυο σας. Στην τιμή φυσικά περιλαμβάνονται όλα τα γεύματα, ένας καμαριέρης κι ένας μάγειρας, καθώς κι ο ίδιος ο Χαμπίμπ που θα είναι ο οδηγός σας».

Πήραμε τις βαλίτσες μας από το πορτ-μπαγκάζ κι αφού διατυπώσαμε τις ευχαριστίες μας κι ένα σύντομο αποχαιρετισμό, κουτρουβαλιαστήκαμε στ' απότομα σκαλοπάτια, για να μας υποδεχτεί ο Χαμπίμπ, που βαστούσε ένα φανάρι. Ήταν ένας μελαχρινός, μέσου αναστήματος άντρας, με μουστάκι, μάλλον πλαδαρός. Χαμογελούσε ευτυχισμένα, πράγμα που έδειχνε την περηφάνια του επειδή διαλέξαμε αυτόν ανάμεσα στους άλλους ιδιοκτήτες καραβόσπιτων, που στέκονταν γύρω μάλλον αποκαρδιωτικά ηττημένοι, 196


για να μείνουμε εμείς, οι τόσο ξεχωριστοί ξένοι, σε μια τέτοια εποχή μάλιστα, εντελώς ακατάλληλη.

Μας έμπασε στο καραβόσπιτό του. «Αυτή είναι η Λιακάδα μου, το πιο όμορφό μου καραβόσπιτο», είπε. «Ο αδελφός μου κι εγώ έχουμε τέσσερα τέτοια, μα αυτό είναι το καλύτερο απ' όλα. Δε θα χρειαστεί πολύ για να το ετοιμάσουμε. Θα πω στο μάγειρα να σας φτιάξει λίγο τσάι όσο θα περιμένετε. Θα ευχαριστηθείτε πολύ με το πλοίο μου». Ο καμαριέρης μάς περίμενε στην πόρτα της καμπίνας. Ήταν ξυπόλητος. Στο πανωκόρμι του φορούσε ένα παλιό γκριζωπό πουλόβερ, κάτω από μια φαρδιά άσπρη ζακέτα και μ' ένα άσπρο «ντότι» να κρέμεται κάτω από τη λεπτή του μέση. Πήγε τις βαλίτσες μας ως το σαλόνι, όπου άναψε φωτιά σε μια μεγάλη, κοιλαρού, πήλινη σόμπα. Ο Χαμπίμπ είχε εξαφανιστεί κι εγώ με την Κάτι ήμασταν μόνοι.

«Ένα καραβόσπιτο στο Κασμίρ!» φώναξε με ενθουσιασμό. «Κακομοίρα Κάτι, τα κατάφερες επιτέλους! Δε θα μ' ένοιαζε καθόλου ακόμη κι αν παγώναμε του θανάτου εδώ μέσα. Δεν είναι υπέροχο; Θεέ μου! Η σκέψη μόνο ότι θα 'μενα με τον κύριο Βιομήχανο, το σωθέντα χριστιανό, τον ειδικό στη φιλοσοφία, τον πολιτισμό κι όλες τις Τέχνες συλλήβδην, μ' έκανε ν' ανατριχιάζω». Αλλά ο κύριος Ατάλ είχε οπωσδήποτε δίκιο. Ήταν όλα παγωμένα εκεί μέσα, μα για την ώρα αυτό ήταν κάτι ασήμαντο, μια που το πλεούμενο ήταν σωστή καλλονή. Το εξετάσαμε απ' άκρη σ' άκρη. Το σαλόνι ήταν φαρδύ και με βικτοριανή διακόσμηση. Τα έπιπλα ήταν βαριά κι επίσημα, αλλά άνετα. Στο κέντρο του σαλονιού ήταν εκείνη η 197


μεγάλη σόμπα με ξύλα, που τώρα έτριζε από τη ζωή της φωτιάς. Δαντελένιες κουρτίνες κρέμονταν από τα παράθυρα κι έπεφταν για ν' αγγίξουν θεαματικά, απαλά χαλιά του Κασμίρ, με πολύπλοκα σχέδια και πλούσια χρώματα.

Σ' όλο το μάκρος, από την πλευρά του λιμανιού, το πλεούμενο το διαπερνούσε ένας στενός διάδρομος, που έδινε πρόσβαση σε πολλά δωμάτια, συμπεριλαμβάνοντας μια τραπεζαρία, επιπλωμένη με ένα βαρύ σκαλιστό τραπέζι και καρέκλες από οξυά. Μια διακοσμημένη πόρτα χώριζε την τραπεζαρία από την κουζίνα, όπου μπορέσαμε ν' ακούσουμε τον Χαμπίμπ να μιλά με χαμηλωμένη φωνή, πότε στον καμαριέρη και πότε στο μάγειρα. Πλάι στην τραπεζαρία, από την άλλη μεριά, ήταν δυο κρεβατοκάμαρες αρκετά φαρδιές, με διπλά κρεβάτια η καθεμιά και χωριστά λουτρά, που είχαν τεράστιους νιπτήρες και μπάνια. Ήταν μια αληθινή πολυτέλεια.

Ο καμαριέρης μάς σερβίρισε εγγλέζικο τσάι, δυνατό, ζεστό και καλοδεχούμενο. Ο Χαμπίμπ, που είχε ξαναγυρίσει, κάθισε σταυροπόδι στο χαλί του σαλονιού, με το λουλουδάτο παντελόνι του και το φαρδύ του μάλλινο σακάκι, κάτω απ' το οποίο κρατούσε το ατομικό του μαγκάλι φωτιάς, που του πρόσφερε ιδιόκτητο σύστημα θέρμανσης. «Πρέπει κι οι δυο σας να προμηθευτείτε τέτοια σακάκια. Ύστερα θα σας δώσω μαγκαλάκια και θα είσαστε πάντα ζεστοί».

Κουρασμένοι, αλλά πολύ ενθουσιασμένοι για να πάμε ακόμη να κοιμηθούμε, καθίσαμε πλάι στη σόμπα και μι198


λούσαμε ως αργά τη νύχτα. Ο Χαμπίμπ, όπως όλοι οι Κασμίριοι, ήταν μουσουλμάνος. Παρόλο που η Ινδία ήταν η πατρίδα του, τα βουνά και η θρησκεία έκαναν το Κασμίρ ένα χωριστό κόσμο. Ο Χαμπίμπ ήταν ολότελα διαφορετικός από τους Ινδούς που είχα γνωρίσει.

«Θα σας πάω παντού», υποσχέθηκε. «Είμαι ελεύθερος. Έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου. Το καλοκαίρι και την άνοιξη είμαστε πολύ απασχολημένοι εδώ. Πλούσιοι άνθρωποι από το Δελχί έρχονται στο Κασμίρ, αλλά είναι πολύ δύσκολο να τους ευχαριστήσεις. Προτιμώ έτσι να έχω ξένους στα πλοία μου. Είναι πιο εύκολο να τους κάνεις αυτούς ευτυχισμένους. Αύριο θα δούμε πολλά πράγματα. Πρώτα, θα σας βρούμε σακάκια, έτσι ώστε να είσαστε ζεστοί. Θα κάνει κρύο για πολλούς μήνες ακόμη. Γιατί δεν ήρθατε το καλοκαίρι; Είναι πολύ όμορφα το καλοκαίρι, όταν όλα είναι ένας κήπος εδώ. Αλλά θα βρείτε καλά και τώρα. Αυτή είναι η εποχή όπου πάλι η πόλη ανήκει στους κατοίκους της. Θα περάσουμε πολύ όμορφα», είπε. «Πόσο θα μείνετε;» «Δεν ξέρουμε ακόμη», απάντησα εγώ. «Θα δούμε. Είναι εντάξει έτσι;» «Πάντα είναι εντάξει», απάντησε. Και μ' αυτή τη σιγουριά, κοιμηθήκαμε καλά εκείνη τη νύχτα.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν συννεφιασμένες, πάνω από μια γκριζόασπρη, σαν ονείρου πάχνη, που κατακάθιζε στη λίμνη κι έκοβε σε φέτες τα τριγυρινά βουνά. Πότεπότε, μπαλώματα γαλάζιου ουρανού γίνονταν ξαφνικά ορατάκαι τότε, ανάμεσα από τις κορυφές των βουνών, 199


μαύρα σύννεφα άρχιζαν να κινούνται σιωπηλά κατεβαίνοντας στην κοιλάδα, κι έριχναν τη χλωμή, γκριζόασπρη υγρασία τους σ' όλη την πόλη.

Προμηθεύτηκα ένα σακάκι, όπως πρότεινε ο Χαμπίμπ. Είχε ένα μικρό κολάρο που κούμπωνε σφιχτά στο λαιμό κι ύστερα έπεφτε σαν φαρδύ αντίσκηνο ως κάτω από τα γόνατα. Η Κάτι επέμενε ότι δε χρειαζόταν κάτι τέτοιο, αλλά τελικά πείστηκε να ρίξει μια μακριά μάλλινη κουβέρτα πάνω από τη μαύρη της μπλούζα, πράγμα που άλλαξε το αραχνένιο της σχήμα και την έκανε να μοιάζει με μεγάλη καφετιά φτερωτή μύγα. Μας εφοδίασαν με ατομικά πήλινα μαγκαλάκια, που μας συμβούλεψαν να τα κρατάμε κάτω από τα σακάκια μας, λίγο πιο ψηλά από το επίπεδο του στομαχιού, πράγμα που μας έκανε και τους δυο να μοιάζουμε σαν έγκυες εννιά μηνών. Αλλά, καθώς όλοι στο Σρινιγκάρ κουβαλούσαν τέτοια μαγκαλάκια, δεν ήμασταν διαφορετικοί από τους άλλους.

Περνούσαμε τις μέρες μας τρώγοντας υπέροχα εξωτικά φαγητά, κουλουριασμένοι πλάι στη σόμπα του σαλονιού μας· ταξιδεύοντας με τον Χαμπίμπ πάνω στην ακύμαντη, παγωμένη και γκρίζα λίμνη και στα στενά κανάλια· περιδιαβάζοντας σε λαβύρινθους από ξύλινες οικοδομές, μαγαζιά, πάγκους, ναούς και τζαμιά, που σχημάτιζαν την πόλη· περπατώντας κάτω από δέντρα, που τα γιγάντια κλαδιά τους κρέμονταν γυμνά πάνω σε λασπερούς δρόμους και μέσ' από μεγάλους κήπους, που αποκάλυπταν μόνο μια απόμακρη ιδέα για την πολύχρωμη θαλερότητά τους του καλοκαιριού και της άνοιξης που θα 'ρχονταν. Οι δρόμοι ήταν πάντα ένα θαύμα δραστηριότητας. Παρ' 200


όλο το κρύο και το μόνιμο χιονόνερο ή και χιόνι, ήταν γεμάτοι κόσμο και ζωντάνια. Κυκλοφορούσαν παντού λευκοντυμένες γυναίκες σαν φαντάσματα κι άντρες με τις κιτρινωπές αδιάβροχες μπέρτες τους, κουβαλώντας τα μαγκαλάκια τους με τη φωτιά. Τα παιδιά ήταν σαν τα παιδιά σ' όλο τον κόσμο, αδιάφορα για τον καιρό, έτσι που έτρεχαν εδώ κι εκεί φωνάζοντας ανάμεσα στα πλήθη των στενών δρόμων. Όλ' αυτά ήταν το Κασμίρ κι εμείς είχαμε γίνει κιόλας ένα μέρος του.

Πάγκοι με μπαχαρικά, γεμάτοι σακουλίτσες, μπουκαλάκια και αστραφτερά τσίγκινα κουτιά, γεμάτα σκόνες, σπόρους και έντονα μυρωδάτα μπαχαρικά, πρόσφεραν ένα φάσμα από χρώματα και μυρωδιές, που η Κάτι τα αποθαύμαζε κολλημένη πλάι τους σαν μικρό πουλί. Παρόλο που ήταν αδύνατο να ρωτήσεις ή να κουβεντιάσεις στη γλώσσα των πλανόδιων εμπόρων, οι εκφράσεις κι οι χειρονομίες μας ήταν ένα θαυμάσιο μέσο επικοινωνίας. «Πρέπει να δοκιμάσετε αυτό», μας έλεγε με χειρονομίες ο μαγαζάτορας. «Είναι πολύ πικρό», απαντούσε η έκφραση της Κάτι.

Οικογένειες που έφτιαχναν χαλιά κάθονταν κουλουριασμένες πίσω από λεπτούς χάρτινους τοίχους, με τα γρήγορα δάχτυλά τους να πετούν πάνω από τα πολύπλοκα σχέδια που θα γίνονταν σε λίγο τα πανάκριβα χαλιά του Κασμίρ. Ακούγαμε μέσα σε παγωμένη σιωπή, καθώς ο αρχηγός της οικογένειας όριζε με τραγουδιστή φωνή τα χρώματα που έπρεπε να προστεθούν, κι η μισοπαγωμένη οικογένεια ανταποκρινόταν στις εντολές του με αυτόματη, δίχως ερωτήσεις σιωπή, πάντα αγνοώντας ποιο θα ήταν το τελικό αποτέλεσμα. 201


Η Κάτι ήταν μια λάτρις των αισθήσεων. Τα πράγματα δεν υπήρχαν, δεν ήταν πραγματικά, μέχρι που να τα μυρίσει, να τ' αγγίξει ή να τα γευτεί. Κάποιες φορές έδειχνε σχεδόν υπνωτισμένη, σε κατάσταση υπέρβασης, από την αίσθηση ενός παχιού μάλλινου χαλιού, ή από τις μυρωδιές που αναδύονταν μέσ' από πήλινα τσουκάλια με ζεστό φαγητό, βράζοντας πάνω από φωτιές που τριζοβολούσαν στο μάκρος του δρόμου.

«Η πόλη έμοιαζε στην αρχή σαν πλυμένη μέσα σε γκρίζο νερό», σχολίασε μια μέρα, «λες και όλα της τα χρώματα ξεκουράζονταν το χειμώνα, σκαρφαλωμένα στα σύννεφα των βουνών. Αλλά τώρα τρεμουλιάζει το κόκκινο και το πορτοκαλί, παντού».

Το βράδυ, ο Χαμπίμπ ερχόταν να μας κάνει συντροφιά στο σαλόνι. Η Κάτι καθόταν κουλουριασμένη, σαν γάτα, στο βαρύ μαξιλάρι ή στο πάτωμα, έχοντας μαζέψει τα μακριά της πόδια κάτω απ' το σαγόνι. Με τον αέρα να στέλνει απαλά τη βροχή πάνω στα παράθυρα, καθόμασταν και μιλούσαμε για ένα πλήθος πράγματα.

«Αλλά, μας το υποσχέθηκαν», έλεγε ο Χαμπίμπ. «Μας είπαν ότι μετά την αποχώρηση των Άγγλων, θα μπορούσαμε ν' αποφασίσουμε, είτε να παραμείνουμε ένα τμήμα της Ινδίας ή να πάμε με το Πακιστάν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση έχει παρθεί εδώ και πολύ καιρό. Εμείς είμαστε μουσουλμάνοι, δεν είμαστε ινδουιστές. Ζούμε, βέβαια, στην Ινδία, αλλά δεν είμαστε αληθινοί Ινδοί. Ωστόσο, πρέπει να σωπαίνουμε και να μη μιλούμε γι' αυτά».

Στη διάρκεια τέτοιων συζητήσεων ήταν που μάθαμε για 202


τον αδελφό του Χαμπίμπ, τον Αλάμ. Ο Αλάμ ήταν ριζοσπάστης, ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος, που είχε αποφασίσει ότι το Κασμίρ - η πιο πραγματική τους πατρίδα από την Ινδία- έπρεπε να γίνει τμήμα του Πακιστάν. Ήταν ειδικός στη μελέτη του Κορανίου και πίστευε ότι αυτή η αλλαγή ήταν προκαθορισμένη από τον Αλλάχ. Στην περιοχή αυτή οι άνθρωποι τον σέβονταν πολύ.

Με τον ήρεμο τρόπο της, η Κάτι μου αποκάλυψε ότι είχε βαθιές γνώσεις και κατανόηση της πολιτικής και των θρησκειών της Ινδίας. Ο Χαμπίμπ κι ο Αλάμ συνέχεια ξαφνιάζονταν με την ικανότητά της ν' αναφέρεται κατευθείαν σε αποσπάσματα του Κορανίου και να μεταφράζει έξυπνα λέξη προς λέξη τα κείμενα που ανάφερε, αλλά κι από τις γενικές γνώσεις της για τη χώρα τους και για την κοινωνική και πολιτική ιστορία της.

Ο Αλάμ ερχόταν να πάρει μέρος στις νυχτερινές μας συζητήσεις. Ήταν ένας πολύ αδύνατος άνθρωπος, χλωμοπρόσωπος, με βουλιαγμένα κατάμαυρα μάτια, μια τούφα από ακόμη πιο μαύρα μαλλιά και με γένεια αξύριστα για πολλές ημέρες. Τα χείλη του ήταν βαριά και κινούνταν αργά γύρω από τις αγγλικές λέξεις, που τις πρόφερε με πολλή φροντίδα. Μερικές βραδιές μάς διάβαζε απαλά, στα αραβικά, τα ιερά λόγια του Κορανίου. Καθώς διάβαζε, η γλώσσα αντηχούσε σαν ένα απαλό νανούρισμα. Παρόλο που έτρεφε μεγάλη περιφρόνηση για τις γυναίκες γενικά, ο σεβασμός του Αλάμ απέναντι στην Κάτι μεγάλωνε. Ύστερα από μερικές βραδιές συζητήσεων άρχισε να τη βλέπει σαν σχεδόν ίση του και τη χρησιμοποιούσε για να του προσφέρει γνώσεις που τόσο πολύ ήθελε, σχε203


τικά με την ψυχολογία, τη φιλοσοφία και τα κοινωνικά συστήματα του κόσμου. «Είναι οι άνθρωποι πραγματικά ελεύθεροι;»

«Πώς μπορεί να είναι όλοι οι άνθρωποι ίσοι;»

«Είναι αλήθεια ότι πιστεύετε σ' ένα Θεό κι ότι εσείς πιστεύετε πως Αυτός είναι ο μοναδικός Θεός για όλους τους ανθρώπους πάνω στη γη;»

Άκουγε προσεχτικά τις έξυπνες κι απλές απαντήσεις της Κάτι. Τα μαύρα του μάτια σκοτείνιαζαν ακόμη περισσότερο και βάθαιναν ακόμη πιο πολύ με την κάθε λέξη, ενώ φωτίζονταν όταν μια σκέψη ολοκληρωνόταν κι εκείνος ήταν ικανός να τη φέρει μέσα στη σκοπιά της κατανόησής του.

Επί δυο μήνες σχεδόν το Σρινιγκάρ έμοιαζε σαν ένα νησί, που το χώριζε απ' τον υπόλοιπο κόσμο μια παγωμένη θάλασσα. Οι μέρες περνούσαν, ενώ ακόμη και τα λεωφορεία δεν έρχονταν πια. Τα βουνά γίνονταν πιο άσπρα κι η αντανάκλαση τους πάνω στην παγωμένη, σαν γυαλί λίμνη, προκαλούσε τον παρατηρητή να αποφασίσει ποια ήταν η πραγματικότητα. Ολόκληρο το Σρινιγκάρ έμοιαζε να 'χει αναποδογυρίσει, στο έλεος του χειμώνα. Ύστερα, για μερικές ημέρες, ο ήλιος άστραψε κι η δραστηριότητα απ' το λιώσιμο του χιονιού πλημμύρισε την πόλη. Οι πάγοι έτριζαν κι έλιωναν σε υδάτινες λιμνούλες, οι καφετιές σιλουέτες των σπιτιών πήραν μια χρυσωπή απόχρωση, το γκρίζο της πόλης άρχισε να βάφεται με 204


πορτοκαλιά και μπλε χρώματα κι οι άνθρωποι περπατούσαν λίγο πιο γρήγορα, ξαναπιάνοντας τις καινούριες εργασίες που έπρεπε να γίνουν. Μικρά πλεούμενα φορτωμένα με λαχανικά εμφανίζονταν σαν από πουθενά, σαν από κάποια μαγεία. Καραβόσπιτα καθαρίζονταν, τρίβονταν κι ετοιμάζονταν για τους επισκέπτες της άνοιξης και του καλοκαιρού.

Η Κάτι πήρε μέρος σ' αυτή τη νέα δραστηριότητα, πηγαίνοντας να επισκεφτεί σχολεία, ινστιτούτα και σπίτια. Μιλούσε με αξιωματούχους του δημοσίου κι επιχειρηματίες, με πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες. Ο ενθουσιασμός της κάθε βράδυ ήταν κολλητικός και, άσχετα με το πόσο επιφανειακά εγκόσμια ήταν η κάθε εμπειρία της, αποτελούσε κάποιο καινούριο θαύμα γι' αυτή.

Αυτές οι μέρες ήταν που μας επέτρεψαν αναβάσεις στους λόφους γύρω από την κοιλάδα, όπου ήταν τα τζαμιά. Αυτά τα τζαμιά ήταν πάντα άδεια και κρύα, με μεγάλες αίθουσες στρωμένες με χαλιά, εκπληκτικά σκαλισμένους τοίχους από πέτρα, με λιγοστά παράθυρα, απ' όπου ο λαμπερός ζεστός ήλιος, πια τώρα, θα μπορούσε να μπει. Κάναμε πολλά άλλα ταξίδια με το πλεούμενο σε λίμνες και κανάλια και πολλούς περίπατους μέσα στα παζάρια.

Ένα βράδυ ο Χαμπίμπ μας πληροφόρησε ότι το αεροπλάνο από το Δελχί πιθανόν να μπορούσε να έρθει την άλλη μέρα. Εγώ είχα μείνει κιόλας στο Σρινιγκάρ πολύ περισσότερο απ' όσο είχα προγραμματίσει και, καθώς η πιθανότητα μιας άλλης παγωνιάς ήταν επικείμενη και τώρα μπορούσα να βρω εισιτήριο, σκέφτηκα να φύγω αμέσως. 205


Εκείνη τη νύχτα είχαμε ένα ασυνήθιστα σπουδαίο γλέντι και καλέσαμε πολλούς από τους φίλους που είχαμε κάνει, όλες αυτές τις βδομάδες στην κοιλάδα. Ήταν μια πεντακάθαρη κι όμορφη βραδιά. Το φεγγάρι, κάτασπρο, φώτιζε το Σρινιγκάρ, με μια απαλή, ασπρόμαυρη, χειμωνιάτικη λάμψη.

Το πάρτι ήταν θορυβώδες, χαρούμενο. Ο κύριος Ατάλ και πολλοί από τους άλλους καλεσμένους φλερτάριζαν με την Κάτι, πράγμα που εκείνη το απόφευγε τρυφερά, χαμογελώντας κατά τη μεριά μου με φωτερά μάτια και μια όμορφη γκριμάτσα. Έχοντας μείνει μόνοι οι άντρες, αγκαλιάζονταν ευτυχισμένα, χόρευαν μαζί και φιλιούνταν όλο χαρά. Ήταν αργά, όταν το γλέντι τέλειωσε. Οι αποχαιρετισμοί υπήρξαν θερμοί και τρυφεροί, με αγκαλιές, φιλιά και λόγια γι' αγάπη, συντροφικότητα ανάμεσα στα έθνη, και με τις αναπόφευκτες υποσχέσεις για μελλοντικές συναντήσεις.

Αργότερα, όταν μείναμε μόνοι, η Κάτι μου είπε: «Θα φύγω κι εγώ από το καραβόσπιτο. Η τιμή θ' ανεβεί κι ο Χαμπίμπ το χρειάζεται για κάποιους από τους επιβάτες του αεροπλάνου. Είναι καλύτερα έτσι. Τι θα 'κανα σ' αυτό το Κουίν Μαίρη μόνη μου; Θα πάω σ' εκείνο το μικρό κοιτώνα νέων κοντά στο μουσείο. Θυμάσαι; Έχει θαυμάσια θέα στο κανάλι. Είναι ακόμη πάρα πολλά πράγματα που θέλω να κάνω και να καταλάβω εδώ, αλλά θα νιώθω παράξενα χωρίς εσένα».

Το άλλο πρωινό, η Κάτι ήρθε μαζί μου ως το σταθμό των λεωφορείων για το αεροδρόμιο. Η κρύα αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο, που αγωνιούσε να πάρει το πρώτο αερο206


πλάνο που έφευγε για το Δελχί, ύστερα από τόσες εβδομάδες. Ο Χαμπίμπ, πάντα καλός επιχειρηματίας, είχε προγραμματίσει τη στρατηγική του για να κλέψει μερικούς από τους καινούριους τουρίστες στα καραβόσπιτά του.

Όταν ήρθε το λεωφορείο, η Κάτι μ' αποχαιρέτησε βιαστικά, με μια υπόσχεση: «Θα σου γράψω για τα γενέθλιά σου».

Καθώς το λεωφορείο έπαιρνε το σκονισμένο δρόμο, κοίταξα πίσω. Η Κάτι ανέβαινε κατά τους λόφους, μακριά από τη λίμνη. Είχε αφήσει την κουβέρτα της στο πλοίο εκείνο το πρωί κι ήταν ντυμένη όπως την είχα δει την πρώτη μέρα, με τη σακουλιασμένη, μαύρη αγκορά μπλούζα, τα πολύ κολλητά παντελόνια του σκι και τα ινδικά σανδάλια να πλαταγίζουν στις λάσπες, καθώς περπατούσε.

Αφήσαμε το Σρινιγκάρ την καθορισμένη ώρα, ανεβαίνοντας αργά πάνω απ' την κοιλάδα, με τους δυο κινητήρες του αεροπλάνου ν' αγωνίζονται για ύψος και ταχύτητα. Κάτω, οι δρόμοι έμοιαζαν άδειοι· τα πλεούμενα, κατά μήκος του ποταμού, σκορπισμένα ανάμεσα στα νησάκια της λίμνης, έδειχναν σαν χρωματιστά τετράγωνα σ' ένα σκούρο καφετί χαλί.

Όταν περάσαμε το λόφο με το μεγάλο τζαμί, μου φάνηκε πως είδα μια μαυροντυμένη φιγούρα κάποιου κοριτσιού καθισμένη στα σκαλοπάτια. Τα χέρια της είχαν αγκαλιάσει τα πόδια, που ήταν τραβηγμένα ως κάτω απ' το σαγόνι. Το κεφάλι ήταν σηκωμένο, με το πρόσωπο ψηλά. Για μια στιγμή φάνηκε σαν να νιώθαμε ο ένας τις δονή207


σεις του άλλου. Εκείνη απόμενε ακίνητη, καθώς το αεροπλάνο έστρεφε για να τρυπώσει ανάμεσα σε δυο πυργωτά βουνά και να χωθεί μες στα σύννεφα.

208


12 Νεπάλ Δε χρειάζεται va σκαρφαλώσεις στο βουνό για να δεις την κοιλάδα. Όλα όσα είναι να δεις, βρίσκονται σ' ένα απλό κύπελλο με ρύζι που το μοιράζεσαι με κάποιον.

Ο Λάτο Ο λόγος που γι' αυτόν ήρθα στ' αλήθεια εδώ, είναι για ν' ακούσω τον κρυσταλλένιο, καθάριο ήχο της καμπάνας κάποιου ναού να χτυπά πάνω στα Ιμαλάια, νωρίς το πρωί», του είπα στ' αστεία. Ο Μοχάν με κοίταξε πολύ σοβαρός. «Μα, γιατί, δεν έχετε ακούσει ποτέ μια τέτοια καμπάνα;» ρώτησε.

Ήμουν στο Κατμαντού μόλις μια βδομάδα κι είχα γνωρίσει τον Μοχάν στο παράρτημα του μικρού ξενοδοχείου, όπου έμενα. Ήταν διευθυντής ξενοδοχείου, ξεναγός σε τουρ, επικεφαλής μάγειρας, διερμηνέας και στρατηγός σε όλα. Ήταν είκοσι χρονών, ένας πολύ όμορφος, εξαιρετικά μελαχρινός Ινδός, που είχε βαρεθεί την πατρίδα του και μετανάστευσε στο Νεπάλ. Η οικογένειά του έμενε στο Δελχί κι αυτός ζούσε μόνος, εδώ και μερικά χρόνια, σε τούτη την καινούρια πατρίδα που είχε αγαπήσει. Το παράρτημα που διηύθυνε ήταν τμήμα ενός πιο ακριβού, σε πιο κεντρική τοποθεσία, ξενοδοχείου. Είχε μόνο 209


τέσσερα δωμάτια, για να στεγάζει περισσευούμενους πελάτες από το κεντρικό ξενοδοχείο, ένα μπάνιο και μια μικρή τραπεζαρία. Μόνο δυο άτομα ακόμη έμεναν στο παράρτημα, ένας μάλλον αστείος συνταξιούχος Γερμανός κύριος κι η γυναίκα του, που κι οι δυο έδειχναν πολύ νέοι, σφύζοντας από ενεργητικότητα, δραστηριότητα και ζωή. Ύστερα από λίγες ώρες είχαμε όλοι γίνει γρήγορα φίλοι και σχηματίσαμε μια στενά δεμένη οικογένεια, μ' ένα ολοδικό μας σπιτικό. Το απόγευμα που είχα εκφράσει την επιθυμία ν' ακούσω την καμπάνα του ναού, ξεκουραζόμασταν στον κήπο του ξενοδοχείου, που είχε απέναντί του τα Ιμαλάια. Ο ήλιος ήταν ζεστός. Κι ήταν Μάρτης μήνας, άνοιξη.

«Έχω έναν καλό φίλο που γεννήθηκε σε τούτη την κοιλάδα. Αυτός θα ξέρει πού να πάμε για ν' ακούσουμε την καμπάνα σας», μου είπε ο Μοχάν. «Θέλετε να τον επισκεφτούμε απόψε; Είναι φοιτητής και τώρα βρίσκεται σε διακοπές, γι' αυτό είναι καλό να πάμε αμέσως».

«Για! Να πάμε αμέσως!» φώναξε η Γερμανίδα, με βραχνιασμένο τόνο, σαν ηχώ. «Δεν είσαστε αρκετά νέος για να πάτε ως εκεί πέρα, αλλά πρέπει να βιώσετε την αυγή στα Ιμαλάια. Εμείς κιόλας ξέρουμε όλη την κοιλάδα πολύ καλά. Δεν υπάρχει δρόμος που να μην τον έχουμε περπατήσει σ' όλο το Πατάν, ή είκοσι μίλια γύρω-γύρω. Έτσι, γιατί να μην πάμε;»

Το ίδιο απόβραδο επισκεφτήκαμε τον Τάρα στο δωμάτιό του, που βρισκόταν στη μεγάλη λεωφόρο, στο κέντρο του Κατμαντού. Ήταν ένα μικρό αγόρι, όχι παραπάνω από 210


δεκάξι χρονών, μ' ένα μάλλον στρογγυλό, με αμυγδαλωτά μάτια πρόσωπο, που τον έκανε να μοιάζει ακόμη νεότερο. Είχε ένα αφοπλιστικό χαμόγελο κι υπέροχα κάτασπρα δόντια. Καθώς φοιτούσε σε αγγλικό σχολείο, ευχαριστήθηκε πολύ που θα 'χε κάποιον ν' ασκηθεί στη συζήτηση. Ήταν ενθουσιασμένος με την επίσκεψή μας.

«Ναι, μπορώ να φύγω αμέσως», είπε. «Πότε θέλετε να ξεκινήσουμε;»

Όλα έγιναν έτσι απλά. Προγραμματίσαμε την αναχώρησή μας για το τέλος της εβδομάδας, δηλαδή μερικές μέρες αργότερα.

«Ξέρω πολλά όμορφα χωριά», μας είπε ο Τάρα. «Θ' ακολουθήσουμε το ποτάμι, ως τη μεγάλη κοιλάδα, κι ύστερα θ' ανεβούμε στα βουνά, μέχρι το μικρό χωριό με τις καμπάνες».

Οι Γερμανοί φίλοι μας νοίκιασαν ένα τζιπ και το πρωί της αναχώρησής μας πήγαμε με τ' αυτοκίνητο ως το τέλος του δρόμου. Εκεί, ένα στενό, πολυπερπατημένο μονοπάτι άρχισε, που οδηγούσε σε μια ελαφριά ανηφοριά, πριν βουτήξει κάτω, στη θεαματική κοιλάδα του Νεπάλ.

Ο Τάρα μας είχε πει να πάρουμε μαζί μας μόνο από μια μάλλινη κουβέρτα και τα ρούχα που φορούσαμε κι ο Μοχάν μας είχε φτιάξει σε πακέτα ένα γεύμα για να μας κρατήσει, ώσπου να φτάσουμε στο πρώτο χωριό εκείνο τ' απόγευμα. Αποχαιρετήσαμε τους Γερμανούς φίλους μας κι αρχίσαμε 211


να κατεβαίνουμε προς την κοιλάδα. Από μακριά μπορούσαμε να δούμε έναν ασημένιο φιδωτό ποταμό να κλωθογυρίζει και τελικά να χάνεται μέσα στα βουνά. «Θ' ακολουθήσουμε αυτό το ποτάμι», είπε ο Τάρα.

Στα επόμενα αρκετά μίλια φλυαρούσαμε χαρούμενα, τραγουδούσαμε στ' αγγλικά και στα νεπαλέζικα και λέγαμε τα όνειρά μας. Ο Μοχάν ήταν ευχαριστημένος να μείνει στο Νεπάλ για πάντα. Είχε γνωρίσει ένα κορίτσι έντεκα χρονών, που τώρα πήγαινε ακόμη σχολείο, μα γρήγορα θα ήταν έτοιμη να παντρευτεί. Θα έμεναν στο ξενοδοχείο. Θα είχαν πάντα φαγητό και ζεστασιά. Θα μπορούσαν μάλιστα να κάνουν πολλά παιδιά.

Ο Τάρα, από την άλλη μεριά, ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο. Αγωνιούσε να δει τη μεγάλη Ινδία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πολύ μακριά για τα νεανικά του όνειρα, αλλά φυσικά θα ήθελε κάποια μέρα να πάει κι εκεί. Δε θα παντρευόταν ποτέ.

Κατά το μεσημέρι σταματήσαμε και φάγαμε το ινδικό μας γεύμα από ρύζι, τουρσιά, καθώς και κιμά, κι ήπιαμε νερό από τα παγωμένα αυλάκια που έμοιαζαν να κυλούν προς την κοιλάδα. Ο ήλιος ήταν ζεστός κι η κοιλάδα από κάτω φαινόταν ολότελα ακατοίκητη.

Όταν φτάσαμε στο ποτάμι, ήταν αργά το απόγευμα. Ο ήλιος εξακολουθούσε να είναι ζεστός, τα κορμιά μας ήταν ζεστά κι η μοναδική μάλλινη κουβέρτα που είχαμε κουβαλήσει είχε αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις. Ήμασταν ενθουσιασμένοι που σταματήσαμε στην όχθη του ποτα212


μού, όπου απλώσαμε τις κουβέρτες μας, γδυθήκαμε και κάναμε ένα μπάνιο στο παγωμένο νερό. Ο Μοχάν είχε φέρει ένα κομμάτι σαπούνι και τριφτήκαμε όλοι για ν' απαλλαγούμε από τη σκόνη και τη βρομιά. Ο Τάρα έπλυνε και τα ρούχα του, την ώρα που όλοι είχαμε ξαπλώσει γυμνοί στον ήλιο. Οι μοναδικοί ήχοι έφταναν από ένα μικρό καταρράχτη, που έριχνε το λιγοστό φορτίο του στη ροή του ποταμού, κι από τον ίδιο τον ποταμό που κυλούσε μέσ' από την κοιλάδα με μεγάλη ταχύτητα, σαν κάπου να βιαζόταν να πάει, σαν να έπρεπε να φτάσει σε κάποιο ραντεβού. Ο Τάρα μου ζήτησε να τραγουδήσω το τραγούδι που του άρεσε, αυτό που του είχα πει λίγες μέρες νωρίτερα, και συχνά από τότε, όποτε μου το ζητούσε.

«Το καλοκαιράκι, όταν η ζωή γίνεται εύκολη...»

Εκείνος άκουγε όλος προσοχή και τελικά είπε: «Πρέπει να το μάθω αυτό το τραγούδι. Μ' αρέσει πολύ».

Φτάσαμε στο πρώτο χωριό την ώρα που έπεφτε η νύχτα. Ήταν ένα απλό σμάρι από ξύλινα χτίσματα, το καθένα διώροφο, με στενά κλιμακοστάσια να οδηγούν πάνω στα μεγάλα κοινά δωμάτια. Τα κάτω πατώματα ήταν χωρισμένα, με ένα ανοιχτό δωμάτιο και το άλλο κλεισμένο, για φαγητό και για ύπνο.

Η άφιξή μας μάζεψε γύρω μας ένα πλήθος, που έμοιαζε να είναι ολόκληρος ο πληθυσμός του χωριού. Με πολλή ζωηρότητα ο Τάρα άρχισε να κουβεντιάζει μαζί τους. Γρήγορα έγινε φανερό ότι ο Τάρα εξηγούσε την παρουσία μας, 213


λέγοντάς τους ποιος είμαι κι ότι είχα έρθει από μια πολύ μακρινή χώρα, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη τους εξήγησε, όπως μου είπε αργότερα, για τον κρυστάλλινο ήχο της καμπάνας. Κανένας δεν αμφισβήτησε αυτό μου το κίνητρο, αλλά μάλλον έκαναν προτάσεις σχετικά με το πού θα βρίσκαμε την καλύτερη καμπάνα. Χαμογελούσαν ζεστά, καλωσορίζοντάς μας.

Ταχτοποίησαν ένα μέρος για να κοιμηθούμε, στο πάνω πάτωμα ενός από τα σπίτια. Η μια πλευρά του δωματίου ήταν ανοιχτή προς τη νύχτα. Μας έφεραν ένα κερί κι ύστερα φαγητό σ' ένα μεγάλο ξύλινο δίσκο. Ήταν ρύζι και «νταλ», ένα μίγμα που το έτρωγα συχνά, όσο καιρό έμεινα στην κοιλάδα. Το «νταλ», αν και διαφορετικό στην εμφάνιση και στην πυκνότητα, πολύ συχνά έμοιαζε με κόλλα και είχε τη γεύση κρεμμυδιού κι εξωτικών μπαχαρικών. Μου έδειξαν πώς ν' ανακατεύω το ρύζι με το «νταλ», με τα δάχτυλά μου, και να τρώω παίρνοντάς το με τα δάχτυλα. Ήταν ζεστό, μάλλον καλό και πάντα χορταστικό. Ο Τάρα φλυαρούσε άνετα με τη συντροφιά που μαζεύτηκε να μας κοιτάζει την ώρα που τρώγαμε. Τους ζήτησε να τραγουδήσουν. Τα τραγούδια τους είχαν ένα ρομαντικό τόνο, χωρίς τις παρηχήσεις της ινδικής μουσικής - ρομαντικά τραγούδια, κι όμως όχι δυτικά. Αντηχούσαν μάλλον θλιβερά. Δε με ξάφνιασε λοιπόν που ενθουσιάστηκαν με το «Σάμερτάιμ» και μου ζήτησαν να το τραγουδήσω πολλές φορές.

Αμέσως μόλις έπεσε ο ήλιος, η νύχτα γίνηκε παγωμένη. Τελειώσαμε το φαγητό μας στο φως του κεριού, ήπιαμε ζεστό τσάι κι ύστερα ο Τάρα ανάγγειλε ότι ήταν καιρός για ύπνο. Εξήγησε ότι είχαμε ένα μακρύ, δύσκολο ταξίδι 214


την άλλη μέρα. Η συντροφιά διαλύθηκε. Ο Μοχάν άπλωσε τη μια από τις κουβέρτες πάνω σε κάποιες ψάθες, μ' έβαλε στη μέση, με τον Τάρα και τον εαυτό του δεξιά κι αριστερά, κι ύστερα άπλωσε τις άλλες δυο κουβέρτες από πάνω μας. Ήμασταν ευτυχισμένοι, ενθουσιασμένοι, εξαντλημένοι και κοιμηθήκαμε εύκολα.

Έξω ακούγαμε μεγάλη δραστηριότητα όταν ξυπνήσαμε το άλλο πρωί. Μεγάλες φωτιές άναβαν, με τις τούφες του καπνού ν' ανεβαίνουν στον ψυχρό, γκρίζο, δίχως ήλιο ακόμη ουρανό. Όλοι έμοιαζαν πολύ απασχολημένοι, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί ή με τι.

Σηκωθήκαμε κι ο Τάρα μας οδήγησε αμέσως στο ποτάμι για το τελετουργικό της καθημερινής τουαλέτας· πλύναμε τα χέρια μας, το πρόσωπο, το στήθος και βουρτσίσαμε τα δόντια μας με το παγωμένο νερό.

Όταν ξαναγυρίσαμε στο σπίτι, μας περίμεναν πίτες με μια γευστική, πηχτή κρέμα, κι ακολούθησε το πολύ ζεστό τσάι. Μας πρόσφεραν ακόμη κι ένα δυνατό, κατσικίσιο τυρί. Την ώρα που τελειώναμε το πρόγευμά μας, φάνηκε πως ολόκληρος ο πληθυσμός του χωριού είχε εξαφανιστεί. Οι καλύβες κι οι παράγκες ήταν άδειες. Μόνο λίγοι πολύ γέροι άντρες και γυναίκες κάθονταν κουλουριασμένοι πλάι στις φωτιές και πολλά μικρά παιδιά, που τα πλατιά πρόσωπά τους με τα σχιστά μάτια έμοιαζαν να ζωντανεύουν μόνιμα μ' ένα χαμόγελο. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν άκουσα ποτέ κανένα απ' αυτά τα παιδιά να κλαίει. 215


Μαζέψαμε τις κουβέρτες μας και ξαναπιάσαμε το ταξίδι μας, διασχίζοντας την κοιλάδα. Σταματήσαμε μόνο για το μεσημεριανό φαγητό, που το είχαμε αγοράσει το πρωί, και για ένα σύντομο κολύμπι και ξεκούραση το απομεσήμερο. Ο Τάρα ήταν σαν να είχε χαθεί σε μια άγνωστη κατεύθυνση, φανερά στο πουθενά, αλλά δεν είχαμε ούτε στιγμή την παραμικρή αμφιβολία ότι ήξερε ακριβώς το πού μας οδηγούσε. Ο στόχος μας εκείνο το βράδυ ήταν να φτάσουμε ως το τέλος της κοιλάδας και ν' αρχίσουμε ν' ανεβαίνουμε στο ψηλό βουνό, που κιόλας έφραζε το μεγαλύτερο μέρος του ουρανού μπροστά μας. Τα μονοπάτια ήταν έρημα, εκτός από κάποιες περιστασιακές συντροφιές Νεπαλέζων, με γιγάντια φορτία στις πλάτες τους, που πήγαιναν κι έρχονταν από το πουθενά, καθώς έδειχναν, στο πουθενά. Ακόμη συναντήσαμε πολλούς Θιβετιανούς, με πολύχρωμα ντυσίματα, με πολλά κοσμήματα και με τατουάζ στα πρόσωπα.

Με το δειλινό, φτάσαμε στον προορισμό μας, σ' ένα χωριό που ήταν απλά μια ντουζίνα από πέτρινα σπίτια. Κατά κάποιο τρόπο τα χωριά έμοιαζαν να εμφανίζονται μέσ' από το άγνωστο, τη στιγμή ακριβώς που ήμασταν υπερβολικά κουρασμένοι για να συνεχίσουμε άλλο.

Ο οικοδεσπότης μας εκείνο το βράδυ ήταν ένας κοντός άντρας και, όπως για τους πιο πολλούς Νεπαλέζους που είχα δει, ήταν αδύνατο να μαντέψεις την ηλικία του. Η κορμοστασιά του ήταν γεροδεμένη κι οι μυώνες του δυνατοί. Τα μάτια του στενά και φωτεινά, το πρόσωπό του στρογγυλό, και στο κεφάλι του φορούσε ένα μυτερό καπέλο, που τον έκανε να μοιάζει σαν καλοκάγαθο ξωτικό. 216


Τον έλεγαν Λάτο.

Καθώς προχωρούσαμε για το σπίτι του, ρωτούσε τον Τάρα σχετικά μ' εμένα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές κατά τη μεριά μου, χαμογελώντας και κουνώντας το κεφάλι, σαν μια έκφραση έγκρισης, πράγμα που το ξανάκανε πολλές φορές.

Το σπίτι ήταν απλό, πάλι σε δυο επίπεδα. Μας έδωσαν το πάνω, όπου υπήρχαν δυο δωμάτια για ύπνο, αρκετά μικρά και δίχως παράθυρα. Δεν υπήρχαν έπιπλα στο σπίτι. Μια τρύπα για τη φωτιά και μερικά σιδερένια εργαλεία ήταν όλα κι όλα. Απλώσαμε τις κουβέρτες μας πάνω στο άχυρο στη μια άκρη του δωματίου και προετοιμαστήκαμε για τη νύχτα, όταν, αναγκαστικά, κάθε δραστηριότητα θα 'πρεπε να σταματήσει.

Ο Λάτο ήταν παντρεμένος κι είχε δυο μικρά παιδιά. Η γυναίκα του δεν ήταν πάνω από δεκάξι χρονών, λεπτή κι εξαιρετικά ντροπαλή, με πολύ νεανικό πρόσωπο. Κινιόταν γύρω από το σπίτι γρήγορα, μ' ελάχιστες περιττές κινήσεις και με την ευλυγισία μικρού σκίουρου. Ο Λάτο μας είπε ότι θα μαγείρευε κοτόπουλο κι ότι θα 'χαμε πραγματικό γλέντι· η γυναίκα ετοίμασε ακόμη φρέσκο ρύζι, «νταλ» κι άρμεξε γάλα από την κατσίκα. Σε λιγότερο από μια ώρα όλα ήταν έτοιμα, κι εκείνη ντροπαλά άπλωσε το φαγητό μπροστά μας. Ο Λάτο είχε καθίσει πλάι σ' εμένα κι εξακολουθούσε να δυναμώνει τη φιλία μας με ζεστές ματιές και χαμόγελα όλο τρυφερότη217


τα. Εξυμνούσε τη γυναίκα του και τόνιζε την εξαιρετική ποιότητα της μαγειρικής της. Από καιρό σε καιρό ρωτούσε τον Τάρα: «Πόσο μακριά είν' αυτές οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε μέρες, από το Κατμαντού, με τα πόδια, φυσικά;» «Πώς είναι η ζωή εκεί πέρα;»

«Τρώνε κι αυτοί τόσο όμορφο νταλ;»

Ο Λάτο ήταν ένας άνθρωπος που γι' αυτόν τα λόγια περίσσευαν. Με το κάθε του βλέμμα επικοινωνούσε πολύ πιο πέρα από τα όρια της ομιλίας.

«Πάρτε κι άλλο φαγητό, παρακαλώ. Ανησυχώ που δεν τρώτε αρκετά», ο Τάρα μετάφραζε δίχως να χρειάζεται. «Είμαι τόσο ευχαριστημένος που διαλέξατε το σπίτι μου για να το τιμήσετε με την παρουσία σας. Είσαστε καλοδεχούμενος, να μείνετε για πάντα».

Ο Λάτο σέρβιρε το δείπνο, πρώτα σ' εμένα, ύστερα στους άλλους και, τελικά, πήρε ο ίδιος ό,τι απόμεινε. Είχα αρχίσει να νιώθω πολλή τρυφερότητα για τον Λάτο κι ήθελα να μάθω περισσότερα γι' αυτόν. Όταν μας άφησε μόνους για λίγα λεπτά, ζήτησα από τον Τάρα να μας πει τι ήξερε σχετικά με τον οικοδεσπότη μας.

Όπως κι όλοι οι άλλοι στην κοιλάδα, ο Λάτο ήταν αγρότης. Αλλά ήταν πλουσιότερος από τους άλλους κι είχε πολλά ζώα, ανάμεσά τους μια αγελάδα, δυο γουρούνια και πολλά κοτόπουλα. Το σπίτι του βρισκόταν σε πολύ 218


πλεονεκτική θέση, πολύ κοντά στην αντλία νερού. Είχε γεννηθεί εδώ, στην κοιλάδα, κι είχε ταξιδέψει μόνο ως το Κατμαντού, μια και μοναδική φορά στη ζωή του. Ούτε η γυναίκα του ούτε τα παιδιά του είχαν πάει ποτέ τόσο μακριά. Όλα του τα παιδιά πήγαιναν σχολείο τα πρωινά, ενώ τις υπόλοιπες ώρες αυτός τους μάθαινε όσα χρειάζονταν για να διατηρήσουν τη θέση του, σαν ενός από τους καλύτερους αγρότες της κοιλάδας. Τον σέβονταν εξαιρετικά στο χωριό, όχι μόνο για την επιδεξιότητά του σαν αγρότη και για τις δυνατές του πλάτες, αλλ' ακόμη και για το ξυπνό του μυαλό. Κι αυτό ήταν τόσο πολύ αλήθεια, ώστε ένας συνταξιούχος δάσκαλος από το Κατμαντού, που είχε έρθει να ζήσει ήσυχα στο χωριό, είχε διαλέξει τον Λάτο σαν τον καλύτερο φίλο και συνομιλητή του.

Όταν ξαναγύρισε ο Λάτο, το χωριό είχε κιόλας βυθιστεί στο απόλυτο σκοτάδι. Το φεγγάρι ήταν σχεδόν στη γέμισή του κι έριχνε ένα απαλό άσπρο πάνω στους λασπερούς δρόμους. Τα σπίτια, έχοντας πάρει τη λάμψη της νύχτας, έμοιαζαν λιγότερο χοντροκομμένα και παλιά. Ο Λάτο μας είχε φέρει δυο «δώρα»: το δάσκαλο, που, προς μεγάλη μου χαρά, μιλούσε καλά αγγλικά, και μερικές μποτίλιες από το περίφημο νεπαλέζικο ρούμι.

Μέσα σε ελάχιστη ώρα, που θα 'λεγες ότι ήταν μηδενική, νιώσαμε όλοι τις επιπτώσεις της θερμής συζήτησης και του δυνατού πιοτού. Ο δάσκαλος μιλούσε συνέχεια. Ήταν ινδουιστής και, κάτω από τη μαγεία της επικοινωνίας μας και την επίδραση από το ρούμι, άρχισε ν' απαγγέλλει ελεύθερα αποσπάσματα από ινδουιστικά ιερά κείμενα, χωρίς ν' απευθύνεται σε κανέναν ιδιαίτερα. 219


Ο Λάτο άκουγε όλος ένταση, σαν να 'βλεπε σ' αυτό μια ευκαιρία εκείνη τη στιγμή για ν' αποκτήσει νέες ενοράσεις, να μάθει κάποια καινούρια μυστήρια.

«Ο άνθρωπος δε θα πρέπει να μισεί κανένα ζωντανό πλάσμα. Πρέπει να είναι φιλικός κι όλο συμπάθεια με όλους. Πρέπει ν' απαλλαγεί από τις αυταπάτες του "Εγώ" και "Δικό μου"», φώναζε ο δάσκαλος.

Σέρβιρε κι άλλο ρούμι στο ποτήρι του, κι ύστερα εξακολούθησε: «Η σοφία είναι το μυστικό των μυστικών. Η γνώση είναι τα άγια των αγίων, η θεά των θεών, και προστάζει σεβασμό ακόμη κι από εστεμμένους· χωρίς γνώση, ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα ζώο».

Ο φιλόσοφος με φίλησε κατευθείαν στο στόμα: «Ω, αυτός που δημιούργησε τα δυο γράμματα, "μι-τραμ" (φιλία), που είναι πιο πολύτιμα κι από ένα ορυχείο με διαμάντια!» Τώρα πια ήταν μεθυσμένος.

Στο διάστημα αυτό, ο οικοδεσπότης μας, όπως το συνηθίζουν οι Νεπαλέζοι, είχε κουλουριαστεί πλάι σ' εμένα, και με τα χέρια του μέσα στα δικά μου στήριζε το κεφάλι του στον τοίχο, πίσω μας. Έμοιαζε να ζει τη χαρά όλης αυτής της σκηνής, σαν εραστής.

Καθώς κι άλλο πιοτό έρευσε, όλοι στη συντροφιά σηκώθηκαν κι άρχισαν να χορεύουν. Πόσο παράξενα ήταν όλ' αυτά, εδώ ψηλά στο Νεπάλ, στα πόδια των Ιμαλαΐων, μια συντροφιά ανθρώπων, που δύσκολα μπορούσαν να επικοινωνήσουν με το λόγο, που μόλις χτες δεν ήξεραν ο ένας τον άλλο, τώρα τραγουδούσαν και χόρευαν μέσα στη 220


νύχτα, σαν αδέλφια.

Μέσα σ' αυτή τη χαρά, μια φωνή ακούστηκε από το δρόμο κάτω. Ο Τάρα εξήγησε πως ήταν η νεαρή γυναίκα του Λάτο, που τον φώναζε να κατέβει να κοιμηθεί. Ο Λάτο της απάντησε ότι εγώ ήμουν ένας πολύ ξεχωριστός καλεσμένος κι ότι δεν θα υπήρχε ύπνος εκείνη τη βραδιά, κι έτσι αυτή μπορούσε να πάει στο κρεβάτι και να πάψει τις ανόητες φωνές. Εκείνη σώπασε αμέσως, αλλά πότε-πότε τη βλέπαμε κάτω, με τη μικροσκοπική της φιγούρα να διαγράφεται στο φεγγαρόφωτο, περιμένοντας.

Ένας-ένας πέφταμε εξαντλημένοι στις κουβέρτες μας και, κουλουριασμένοι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αποκοιμηθήκαμε. Ο δάσκαλος μουρμούρισε μεθυσμένα στο αφτί μου: «Να θυμόσαστε, ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να βλέπει τον ήλιο, την ώρα της ανατολής... Έτσι λένε τα Πιούρνας κι έτσι προστάζει ο Κύριος». Κι αφού τα είπε αυτά, τράβηξε μια γωνιά της κουβέρτας πάνω απ' το κεφάλι του κι αμέσως ακούστηκε το πλατύ ροχαλητό του.

Ξυπνήσαμε αργά το άλλο πρωί. Ο οικοδεσπότης μας ήταν έξω, περιμένοντάς μας να σηκωθούμε. Μ' ένα νόημά του, η γυναίκα του ντροπαλά μας έφερε το πρόγευμα και τ' ακούμπησε πλάι μας. Εκτός από το δάσκαλο, κανένας από μας δεν είχε διάθεση να φάει τίποτα, αλλά, μη θέλοντας να προσβάλουμε την οικοδέσποινά μας, αρχίσαμε να τρώμε με το ζόρι και καταπίναμε το φαγητό όσο καλύτερα μπορούσαμε. Προσπάθησα να της πω πόση ευγνωμοσύνη ένιωθα για το καθετί που είχε κάνει για μας. Έδειξε να καταλαβαίνει και χαμογέλασε υπέροχα. 221


Ο Τάρα επέμενε ότι θα ήταν κακόγουστο αν δοκιμάζαμε να πληρώσουμε για τη φιλοξενία τους και με έμαθε πώς να πω «Ευχαριστώ» στα Νεπαλέζικα, μια που μόνο αυτό χρειαζόταν. Όταν το 'κανα αυτό, το πρόσωπο του Λάτο έσπασε σ' ένα πλατύ χαμόγελο. Μ' αγκάλιασε σφιχτά, σχεδόν βγάζοντας στυμμένο όλο τον αέρα από το σώμα μου, και με φίλησε. Δάκρυα φάνηκαν στα μάτια του.

Όλο το χωριό βγήκε έξω να παρακολουθήσει την πρωινή μας τουαλέτα. Μας κοίταζαν με απορία, καθώς ο δάσκαλος τους έλεγε όλα τα σχετικά μ' εμένα, τον ξένο. Ο Λάτο μας πρόσφερε μερικά σφιχτά βρασμένα αβγά, φρεσκομαγειρεμένα λαχανικά και τριζάτα μήλα, οπότε ήμασταν έτοιμοι να συνεχίσουμε το ταξίδι μας.

«Δε θα θέλατε να μείνετε για λίγες μέρες;» μετάφρασε ο Τάρα, αλλά βεβαιώσαμε τον Λάτο ότι βιαζόμασταν πολύ. Όταν αγκαλιαστήκαμε για τελευταία φορά, ένιωσα βαθύ πόνο που δε θα ξανάβλεπα ποτέ αυτό τον άνθρωπο - αυτόν που για κείνον ήμουν τόσο κοντινός, που είχε μοιραστεί μαζί μας το σπίτι του, το φαγητό του, την αγάπη του, χωρίς κανένα δισταγμό, δίχως να σκεφτεί το κέρδος, απλά για την ευχαρίστηση που γνώρισε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα. Αυτή τη φορά κλάψαμε κι οι δυο. Η ανάβαση ως το επόμενο χωριό δεν ήταν εύκολη. Πραγματικά, υπήρξαν κάποιες στιγμές όπου άρχισα ν' αναρωτιέμαι μήπως η ιδέα μου ήταν μάλλον τρελή. Η ανάβαση, όπως οι περισσότερες απ' αυτές που υπήρχαν στο Νεπάλ προς τα Ιμαλάια, ήταν χαραγμένη έτσι ώστε να συντομεύει την απόσταση ανάμεσα σε δυο κορυφές, άσχετα με το πόσο απότομο ήταν το μονοπάτι ή τους κινδύνους που 222


περιέκλειε. Αυτή τη φορά, καθώς σκαρφαλώναμε, δεν είχαμε το κουράγιο ούτε και να τραγουδήσουμε.

Από καιρό σε καιρό συναντούσαμε κι άλλους ταξιδιώτες, πάντα φιλικούς και πρόθυμους να σταθούν για λίγο και να φλυαρήσουν με τον Τάρα. Αν υπήρχε και καμιά κοπέλα στη συντροφιά, ο Τάρα κι ο Μοχάν έκαναν πειρακτικές παρατηρήσεις, που σ' αυτές όλες αντιδρούσαν με παιδιάστικη χαρά. Εκτός από ένα σύντομο σταθμό για το μεσημεριανό φαγητό, συνεχίσαμε να σκαρφαλώνουμε ολόκληρη τη μέρα.

Πότε-πότε ο Τάρα έλεγε κάποιο αστείο, όπως: «Τι θα γίνει, όταν το ψάρι πηδήξει και το μπαμπάκι ψηλώσει;»

Ο Μοχάν συνήθως απαντούσε: «Ο μπαμπάς σου θα πλουτίσει κι η μαμά σου θα ομορφύνει». «Ω!»

Μετά, συνεχίζαμε σιωπηλά.

Αργά το απομεσήμερο είχαμε φτάσει στην κορυφή του βουνού. Ήταν πλατιά, λες κι η φύση την είχε επιπεδοποιήσει, έτσι ώστε να χτιστεί εκεί μια πόλη, που να 'χει μια θέα τριγύρω ολότελα ανεμπόδιστη. Βρήκαμε στον κεντρικό δρόμο της μερικά πολύ εντυπωσιακά κτίρια, ένα τριώροφο παλάτι, που ο Τάρα το χαρακτήρισε σαν το δημαρχείο, κι έναν όμορφο, στρογγυλό ναό, στην πέρα άκρη της πόλης. Ο Τάρα είχε ελπίσει ότι θα μπορούσαμε να μείνουμε στο 223


παλάτι, αλλά, όταν ρωτήσαμε, ανακαλύψαμε ότι κάτι τέτοιο δεν επιτρεπόταν. Αντίθετα, μας έστειλαν σ' ένα μεγάλο αναπαυτήριο, στον κεντρικό δρόμο. Το χτίσμα έβλεπε κάτω, χωρίς εμπόδιο, στην κοιλάδα για μερικές εκατοντάδες μίλια, καθώς και στα τριγυρινά βουνά.

Ο ιδιοκτήτης έδειξε γοητευμένος μαζί μας και μας πρόσφερε μια σοφίτα, δίχως έπιπλα. Είχε δυο φαρδιά παράθυρα, με βαριά παντζούρια, που έβλεπαν σ' έναν απότομο γκρεμό. Ένα μικρό κλιμακοστάσιο οδηγούσε κάτω, στο υπόλοιπο σπίτι. Το δωμάτιο ήταν κρύο, αλλά μας άναψαν αμέσως μια φωτιά. Αν και ήταν ακόμη νωρίς το απόγευμα, έκανε κιόλας τόσο κρύο, ώστε υποχρεωθήκαμε να τυλιχτούμε στις κουβέρτες μας, αν θέλαμε να βγούμε και να περπατήσουμε στους δρόμους της μικρής πόλης.

Πήγαμε κατευθείαν στο ναό. Κάθισα με πολλή προσοχή στην άκρη ενός γκρεμού, που κατρακυλούσε απότομα στο βάθος της κοιλάδας. Οι τοίχοι του ναού ήταν από χοντρή πέτρα. Οι σκάλες μάς οδήγησαν επάνω, σε μια μεγάλη, άδεια αίθουσα λατρείας, με πολλά μικρά πλαϊνά δωμάτια. Τα συνηθισμένα αγάλματα του Σίβα, ο ταύρος, ο χορευτής, ο ευνούχος και το απαραίτητο ομοίωμα πέους βρίσκονταν όλα εκεί. Το ξύλινο ταβάνι ήταν περίτεχνα σκαλιστό, με γυμνούς άντρες και γυναίκες σε πολύπλοκες στάσεις σεξουαλικής συνομιλίας. Ο Τάρα γελούσε μ' όλα αυτά και εξήγησε ότι είχαν γίνει εκατοντάδες χρόνια πριν, για να διώξουν μακριά, σοκαρισμένη, την παρθένα των κεραυνών. 224


Σ' έναν πρόδομο του ναού, σε κάποιο ανοιχτό χώρο μέσα στον τοίχο, κρέμονταν δυο πολύ μεγάλες καμπάνες.

«Εδώ είναι όπου θ' ακούσετε τις καμπάνες του ναού σας που θέλατε», είπε ο Τάρα. «Είναι πολύ όμορφες καμπάνες και μπορούν ν' ακουστούν σχεδόν ως το Κατμαντού».

Κατεβήκαμε από μια σκάλα ως τα υπόγεια του ναού, που τώρα χρησίμευαν σαν σχολική αίθουσα κι ήταν γεμάτα από παιδιά ηλικίας εφτά ως δεκαεφτά χρονών. Ο ίδιος ο δάσκαλος ήταν πολύ νέος, όχι παραπάνω από δεκαεφτά χρονών. Το κάθε παιδί έκανε ένα διαφορετικό μάθημα, είχε μαζί του ένα βιβλίο, ένα φύλλο εφημερίδας ή κάποιο χειρόγραφο. Το καθένα διάβαζε αυτό που είχε φέρει μαζί του, δυνατά, για να ακούν όλα τ' άλλα. Μερικά έμοιαζαν να ξέρουν απ' έξω τα όσα διάβαζαν και μόλις που κοίταζαν το χαρτί που βαστούσαν, αλλά μάλλον κοίταζαν εμάς με περίεργα μάτια. Ο δάσκαλος έκανε βόλτες πάνω-κάτω, όλος σοβαρότητα, μπροστά στην ομάδα των παιδιών, κουνώντας ένα φαρδύ χάρακα, σαν να διηύθυνε κάποια ορχήστρα.

Όταν βγήκαμε από τη σχολική αίθουσα, ο ήχος από τις παιδικές φωνές μάς ακολουθούσε ακόμη και στους δρόμους του χωριού, αντηχώντας πάνω στις μικρές καλύβες που ήταν κατά μήκος του δρόμου, ως κάτω στην πηγή του νερού, στη λοφοπλαγιά.

Το νερό της πηγής έμοιαζε να είναι το κέντρο δραστηριότητας. Εκεί, μισόγυμνοι χωρικοί έπλεναν τα κιτρινοκαφετιά κορμιά τους και γυναίκες φλυαρούσαν καθώς γέμιζαν κουβάδες με νερό· πολλές γυναίκες έπλεναν ρού225


χα, ενώ άλλες στέκονταν στο πλάι, κοιτάζοντας και φλυαρώντας. Ο Τάρα κι ο Μοχάν μπήκαν εύκολα στο πνεύμα των πραγμάτων και γρήγορα πήραν μέρος στη γενική δραστηριότητα.

«Ζήτησα σε μερικούς από τους χωρικούς να έρθουν στο δωμάτιό μας απόψε», μου είπε ο Τάρα αργότερα. «Ενδιαφέρονται να μιλήσουν μαζί σας. Θα ήθελαν πολλά ν' ακούσουν για τη χώρα σας και για το λαό σας».

Μετά το δείπνο μας με το συνηθισμένο ρύζι και «νταλ», οι καλεσμένοι μας άρχισαν να φτάνουν. Με σύστησαν στο γιο του δημάρχου, στο δάσκαλο του σχολειού, στο διευθυντή του χανιού και στους δυο γιους του και σε μερικούς άλλους, που τους είχα δει στην πηγή. Όλοι κάθισαν σταυροπόδι μπροστά μου, σιωπηλά, περιμένοντάς με να μιλήσω. Ήταν πολύ δύσκολο να βρω από πού ν' αρχίσω ή τι να πω. Προσπαθώντας να βρω κάτι που είχαμε κοινό, αποφάσισα ν' αρχίσω με την οικογένεια και το σπίτι. Η συντροφιά άκουγε προσεχτικά την κάθε μου λέξη, σαν πραγματικά να με καταλάβαιναν, κι αντιδρούσαν στις μεταφράσεις του Τάρα με εκδηλώσεις θαυμασμού και χειρονομίες που έμοιαζαν να λένε: «Τ' άκουσες αυτό;» Οι ερωτήσεις που μου έκαναν ήταν απλές, αλλά αποκάλυπταν ότι υπήρχε επικοινωνία. Ήταν φανερό ότι μια γέφυρα ανάμεσα στους δυο πολιτισμούς μας ήταν αδύνατο να δημιουργηθεί, μια που ζούσαμε, νιώθαμε και κατανοούσαμε τόσο διαφορετικά.

Ο Τάρα είχε παραγγείλει ρούμι, που προσφέρθηκε σε όλους. Οι μποτίλιες έκαναν πολλές διαδρομές ανάμεσα στη 226


συντροφιά και γρήγορα όλοι έγιναν πιο ομιλητικοί, πιο τρυφεροί, αντιδρώντας πιο εύκολα. Αρχίσαμε να τραγουδάμε. Μουσικά όργανα έκαναν την εμφάνισή τους και το δωμάτιο γέμισε με μια όλο παράπονο μουσική. Και την ώρα που άρχισε ο χορός, είχαμε κιόλας πολλά κοινά: ήμασταν μια συντροφιά ευτυχισμένων ανθρώπων.

Το πρωί ήρθε πολύ-πολύ γρήγορα. Ένας πορτοκαλής ήλιος τρύπωσε μέσα στο σκοτεινό μας δωμάτιο, για ν' αναγγείλει την αυγή. Αμέσως, βαθιά, πανέμορφα, μια κρυστάλλινη σε ήχο καμπάνα από το ναό σήμανε κι αντήχησε μέσα στον κρύο πρωινό αέρα. Πετάχτηκα όρθιος, φωνάζοντας τον Τάρα και τον Μοχάν. Μετά βγήκαμε τρέχοντας στο δρόμο, για ν' ακολουθήσουμε τον ήχο της καμπάνας. Ο ναός ήταν λουσμένος σ' ένα φωτερό πορτοκαλί χρώμα, όπως κι ολόκληρο το χωριό. Αποχρώσεις από χλωμό πορφυρό κι αδύναμο γαλάζιο και κόκκινο έδιναν έμφαση στα σκιερά σημεία.

Η καμπάνα αντηχούσε, με μια μετρημένη καθαρότητα. Έμοιαζε να τρέχει γρήγορα για να φτάσει στις μακρινές κορυφές του Αναπούρα και του Έβερεστ, πέρα ως πέρα, για ν' αφυπνίσει την αυγή και να πλημμυρίσει την κοιλάδα με πρωινό φως.

Ο Τάρα κι ο Μοχάν κοίταζαν τη σκηνή με νυσταγμένα μάτια. Νιώθαμε απέραντη συμπάθεια ο ένας για τον άλλο. Οι άνθρωποι γρήγορα ενώνονται μπροστά στην ομορφιά. Κανένας δε μιλούσε. Είχαμε γίνει ένα με το καθετί και τα λόγια πια δε χρειάζονταν. Η καμπάνα εξακολούθησε να σημαίνει για λίγη ώρα, μέσα στο άγνωστο και, φανερά, στο υπερπέραν. 227


Γυρίσαμε πίσω στο αναπαυτήριο σιωπηλοί. Είχα ακούσει την καμπάνα του ναού μου να σημαίνει ως πέρα, κατά μάκρος των Ιμαλαΐων, μέσα στα χαράματα.

Και μονομιάς ένιωσα πολύ κουρασμένος, στεγνωμένος, εξαντλημένος. Το απέδωσα στο υψόμετρο, στον ενθουσιασμό, στο τρέξιμο. Σκεφτόμουν τον Λάτο, κάπου εκεί κάτω στην κοιλάδα. Άκουσε άραγε κι αυτός την καμπάνα; Εξακολουθούσε κι αυτός να αναρωτιέται για μένα και τον κόσμο μου, όπως εγώ γι' αυτόν; Θα μπορούσε ένας από μας να εξηγήσει ποτέ στον άλλο αυτά που είχαμε νιώσει εκείνη τη νύχτα που περάσαμε μαζί; Ξαφνικά ήθελα πολύ να ξαπλώσω ανάμεσα στον Τάρα και τον Μοχάν, κάτω από τις μάλλινες κουβέρτες μας, να κλείσω τα μάτια μου και ν' αποκοιμηθώ.

228


Επίλογος Αυτό το βιβλίο περιέγραψε ένα σύντομο τμήμα από το ταξίδι μου, κάποιους από τους δασκάλους που γνώρισα πάνω στο ΔΡΟΜΟ και το τι με δίδαξαν. Δεν είναι ούτε οδηγός ούτε χάρτης, κι αν θελήσετε ν' ακολουθήσετε το ΔΡΟΜΟ μου σίγουρα θα χαθείτε. Είναι απλά κάτι που το μοιράστηκα μαζί σας. Γιατί ο ΔΡΟΜΟΣ μου μπορεί να είναι μόνο δικός μου, μια που κάποια μέρα, αν συνεχίσω να τον ακολουθώ, θα με οδηγήσει πίσω στον εαυτό μου. Ο δικός σας ΔΡΟΜΟΣ μπορεί να είναι το ίδιο γοητευτικός, μια που θα σας οδηγήσει πίσω στον εαυτό σας, στο μόνο μέρος όπου μπορείτε ποτέ να πάτε.

Απολαύστε το ταξίδι.

Λέο Μπουσκάλια

229

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ-Leo Buscaglia  

Σύμφωνα με τη βουδιστική παράδοση Ζεν, ο ταύρος αντιπροσωπεύει τη ζωτικότητα, την αλήθεια και τη δράση. Ο ταύρος δεν δένεται με χαλινάρια. Π...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you