Issuu on Google+

Μετάφραση: Μπέλλα Σπυροπούλου Εικονογράφηση: Γιώργος ∆ημητρίου


Τίτλος πρωτοτύπου: Shadows Over Innsmouth Copyright © 1994 by Stephen Jones. All rights reserved. Για την ελληνική γλώσσα: Jemma Press ISBN: 978-960-6732-88-1 Μετάφραση: Μπέλλα Σπυροπούλου Επιμέλεια: Δημήτρης Αρβανίτης Εικονογράφηση: Γιώργος Δημητρίου Σχεδιασμός λογοτύπου: Βίκτωρ Μελίστας Jemma Press Λευτέρης Σταυριανός Αλκιβιάδου 138-140, Πειραιάς, 185 35 Υποκατάστημα: Αραπάκη 52, Καλλιθέα, 176 76 Τηλ.: 210 4227664 email: info@jemmapress.gr


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Stephen Jones

7 ........ ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο ΓΟΝΟΣ ΤΩΝ ΑΒΥΣΣΑΙΩΝ H. P. Lovecraft 11 ...... Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ Basil Copper 73...... ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΕΡΑ Jack Yeovil 131 .... ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΨΑΡΙ Guy N. Smith 163.... ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ Adrian Cole 169 ... ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ D. F. Lewis

185.... ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΟΡΦΗ ΩΣ ΤΑ ΝΥΧΙΑ Ramsey Campbell

189 ... Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗ ΧΑΪ ΣΤΡΗΤ David Sutton

203... Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΟΥ ΙΝΝΣΜΟΥΘ Peter Tremayne

218 ... DAOINE DOMHAIN


Kim Newman

238 ... ΠΑΡΑ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΡΕΙΣ Brian Mooney

243 ... Ο ΤΥΜΒΟΣ ΤΟΥ ΠΡΙΣΚΟΥ Brian Stableford

274 ... Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΙΝΝΣΜΟΥΘ Nicholas Royle

292 ... Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ David Langford

314 ... DEEPNET

Michael Marshall Smith

321 ... ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ Brian Lumley

350 ... Η ΚΑΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΝΤΑΓΚΟΝ Neil Gaiman 387 ... ΑΝΤΕ ΠΑΛΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

402 .. ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ


Stephen Jones ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο ΓΟΝΟΣ ΤΩΝ ΑΒΥΣΣΑΙΩΝ

Ο

Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ είναι ίσως ο σημαντικότερος συγγραφέας της σύγχρονης λογοτεχνίας υπερφυσικού τρόμου, με τη μεγαλύτερη επιρροή στον χώρο. Γεννημένος το 1890 και μόνιμος κάτοικος του Πρόβιντενς στο Ρόουντ Άιλαντ μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 1937, τα ποιήματά του, τα δοκίμιά του και τα σποραδικά διηγήματά του γνώρισαν μεγάλη καταξίωση στον ερασιτεχνικό τύπο και στα παλπ περιοδικά Weird Tales και Astounding Stories. Πολλές από τις ιστορίες του διαδραματίζονται στους κοσμικούς ορίζοντες που υπάρχουν πέρα από τον χρόνο και τον χώρο ή στις στοιχειωμένες από τον φόβο πόλεις μιας φανταστικής περιοχής της Μασαχουσέτης. “Η Σκιά Πάνω από το Ίννσμουθ” είναι ενδεικτική του τελευταίου. Ένα καίριο μέρος αρκετών και ελαφρώς συνδεδεμένων ιστοριών που έκτοτε έχουν αναγνωριστεί ως “Μυθολογία Κθούλου” (πήρε το όνομά της από έναν θεό του απόκοσμου πάνθεου του Λάβκραφτ), “Η Σκιά Πάνω από το Ίννσμουθ” γράφτηκε το 1931 και, με περίπου 26.000 λέξεις, είναι ένα από τα μεγαλύτερα έργα του συγγραφέα. Η ιστορία επανεισάγει τον αναγνώστη στην παρακμασμένη παράκτια πόλη του Ίννσμουθ (πρώτη φορά αναφέρεται στο “Σελεφαΐς”, ένα από τα πρώτα διηγήματα του Λάβκραφτ), που ιδρύθηκε από τον έμπορο καπετάνιο Όμπεντ Μαρς, ο οποίος τη δεκαετία του 1840 έφερε από τις Νότιες Θάλασσες μια παράξενη γυναίκα με ιχθυόμορφη όψη. Η ιστορία αποκαλύπτει ότι οι Μαρς είχαν επιμιχθεί με μια φυλή ανθρωποειδών όντων που κατοικούσε στους ωκεανούς, τους Αβυσσαίους, δημιουργώντας ένα είδος βατραχοειδών υβριδίων και, έκτοτε, το κάποτε ακμάζον λιμάνι της Νέας Αγγλίας άρχισε να υπονομεύεται από το Εσωτερικό Τάγμα του Ντάγκον,


8

STEPHEN JONES

μια παρακμιακή αίρεση αφοσιωμένη στην υπηρεσία και στην ύστατη ανάσταση του Μεγάλου Κθούλου και άλλων σκοτεινών θεών. Ο Λάβκραφτ δεν ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος με την τελική ιστορία, και με τον συνήθη μειωτικό τρόπο που αναφερόταν στον εαυτό του την περιέγραψε ως «το δικό μου φλύαρο και αμφίβολο κύκνειο άσμα… ένα μεγάλο φινάλε στην παρούσα περίοδο της πεζογραφίας μου». Παρά το γεγονός ότι ο Ώγκαστ Ντέρλεθ θεωρούσε τον Λάβκραφτ λογοτεχνική μεγαλοφυΐα και τη νουβέλα «μια σκοτεινή, δυσοίωνη ιστορία, χαρακτηριστική του Λάβκραφτ στα καλύτερά του», άλλοι με τους οποίους αλληλογραφούσε το αποδοκίμασαν, με αποτέλεσμα ο αποκαρδιωμένος συγγραφέας να βάλει το χειρόγραφο στην άκρη και να στραφεί σε άλλα έργα. Το δακτυλογραφημένο κείμενο παρέμεινε αδημοσίευτο μέχρι το 1936, όταν ο Λάβκραφτ το έδωσε στον Γουίλιαμ Λ. Κρώφορντ, έναν φίλο του από την Ένωση Ερασιτεχνικού Τύπου, που ξεκινούσε τις δικές του εκδόσεις. Ο Κρώφορντ τύπωσε τετρακόσια αντίτυπα της Σκιάς Πάνω από το Ίννσμουθ και έδεσε τα μισά σε βιβλία, εικονογραφημένα από τον Φρανκ Ουτπάτελ. Αρχικά πωλούνταν προς ένα δολάριο, μα ο Κρώφορντ κατάφερε να διανείμει μόλις 150 αντίτυπα προτού ξεμείνει από χρήματα και τερματίσει τη σύντομη εκδοτική καριέρα του. Σήμερα, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι οι συλλέκτες λαβκραφτικών αντικειμένων θεωρούν το συγκεκριμένο βιβλίο σπανιότατο και, όποτε κάποιο αντίτυπο βγαίνει προς πώληση, φτάνει σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές. Τελικά, η νουβέλα έφτασε σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό τον Ιανουάριο του 1942, μέσω του περιοδικού Weird Tales. Έκτοτε έχει αναδημοσιευθεί ευρέως, και δικαίως σήμερα θεωρείται ένα από τα καλύτερα μακάβρια διηγήματα του Λάβκραφτ. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Λάβκραφτ παρότρυνε πολλούς συγγραφείς να αντλήσουν θέματα από τη Μυθολογία Κθούλου, και με τα χρόνια, συγγραφείς όπως οι Ρόμπερτ Μπλοχ, Ράμσεϊ Κάμπελ, Ώγκαστ Ντέρλεθ, Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ, Στήβεν Κινγκ, Φρανκ Μπέλκναπ Λονγκ, Μπράιαν Λάμλεϊ, Κλαρκ Άστον Σμιθ, Κόλιν Γουίλσον και πολλοί άλλοι, εξερεύνησαν και βελτίωσαν τις αρχικές του ιδέες. Πολλά ετερόκλητα χέρια έχουν εξατομικεύσει ιδέες που προέρχονται από τη μυθοπλασία του Λάβκραφτ, και μολονότι πολλές ιστορίες έχουν χρησιμοποιήσει ως θέμα τους Αβυσσαίους και τη σκοτεινή τους κατοικία, ποτέ μέχρι στιγμής δεν έχει επιχειρηθεί η αφήγηση μιας φανταστικής ιστορίας του Ίννσμουθ και των ιχθυόμορφων κατοίκων του. Εμπνεόμενοι από τη νουβέλα του Χ. Φ. Λάβκραφτ, οι Βρετανοί συγγραφείς που συνεισέφεραν σε αυτή την ανθολογία —συμπεριλαμβανομένων καθιερωμένων αριστοτεχνών του είδους μα και νεότερων ονομάτων— απεικονίζουν την τρομακτική παρακμή του λιμανιού της Μασαχουσέτης


ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο ΓΟΝΟΣ ΤΩΝ ΑΒΥΣΣΑΙΩΝ

9

από τα τέλη της δεκαετίας του 1920: από τα χρόνια του πολέμου, την εποχή του ροκ εν ρολ και τις πρόσφατες πολιτικές αναταραχές στην Ευρώπη, έως τη σύγχρονη επιστημονική εποχή και ακόμη πιο πέρα. Σε αυτές τις ιστορίες, οι γόνοι του Ντάγκον ξεχύνονται από την ανατολική ακτή της Αμερικής για να ρίξουν τη σκιά τους στα βρετανικά νησιά και την ηπειρωτική Ευρώπη, ενώ το ίδιο το Ίννσμουθ υφίσταται μια μεταμόρφωση, τόσο εντυπωσιακή όσο και απρόσμενη. Ία-Ρ’λυέ! Κθούλου φταγκν! Ία! Ία! Στήβεν Τζόουνς, Λονδίνο, Αγγλία.


H. P. Lovecraſt Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ I ον χειμώνα του 1927-28, αξιωματούχοι της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης διεξήγαγαν μια παράξενη και απόρρητη έρευνα στο αρχαίο λιμάνι του Ίννσμουθ στη Μασαχουσέτη, με αφορμή κάποια περιστατικά. Ο κόσμος έμαθε για την έρευνα τον Φεβρουάριο, όταν διεξήχθη μια σειρά επιδρομών και συλλήψεων, τις οποίες ακολούθησε η εσκεμμένη πυρπόληση και ανατίναξη —με τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα— ενός τεράστιου αριθμού ετοιμόρροπων, σαρακοφαγωμένων και άδειων, υποτίθεται, κτηρίων που βρίσκονταν στην εγκαταλελειμμένη προκυμαία. Οι περισσότεροι αδιαφόρησαν για το γεγονός, πιστεύοντας ότι επρόκειτο για μία από τις μεγάλες συγκρούσεις του ανορθόδοξου πολέμου της ποτοαπαγόρευσης. Ωστόσο, οι τακτικοί αναγνώστες εφημερίδων απόρησαν με τον τεράστιο αριθμό συλλήψεων, την ασυνήθιστα μεγάλη δύναμη ανδρών που χρησιμοποιήθηκε και τη μυστικότητα που περιέβαλλε τη διαχείριση των συλληφθέντων. Ούτε δίκες έγιναν, ούτε καν κατηγορίες απαγγέλθηκαν· κανείς από τους συλληφθέντες δεν εθεάθη ποτέ στις γνωστές φυλακές της χώρας. Υπήρξαν ασαφείς δηλώσεις περί ασθενειών και στρατοπέδων συγκέντρωσης, και αργότερα περί διασκορπισμού των συλληφθέντων σε διάφορες ναυτικές και στρατιωτικές φυλακές, όμως τίποτα δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Το Ίννσμουθ έκτοτε ερήμωσε, και σήμερα μόλις που αρχίζει να παρουσιάζει κάποια σημάδια βραδυκίνητης ανάκαμψης. Οι διαμαρτυρίες των φιλελεύθερων οργανώσεων αντιμετωπίστηκαν με απόρρητες συζητήσεις με εκπροσώπους τους, στους οποίους επιτράπηκε να επισκεφθούν κάποια από τα στρατόπεδα και τις φυλακές. Το αποτέ-

Τ


12

H. P. LOVECR AFT

λεσμα ήταν οι οργανώσεις αυτές ξαφνικά να αδρανήσουν και να σιωπήσουν. Ο χειρισμός των δημοσιογράφων ήταν πιο δύσκολος, μα τελικά φάνηκαν να συνεργάζονται με την κυβέρνηση. Μόνο μία εφημερίδα —μια φυλλάδα που πάντα αποδοκιμαζόταν για την εξωφρενική αρθρογραφία της— έγραψε για το υποβρύχιο που εξαπέλυσε τορπίλες στη θαλάσσια άβυσσο που ξεκινά λίγο μετά την Ξέρα του Διαβόλου. Αυτή η πληροφορία, που ακούστηκε σε ένα στέκι ναυτικών, πράγματι φάνηκε κάπως παρατραβηγμένη, καθώς η μαύρη ξέρα βρίσκεται μόλις ενάμισι μίλι έξω από το λιμάνι του Ίννσμουθ. Οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής έλεγαν και ψιθύριζαν πολλά μεταξύ τους, μα λίγα άφηναν να βγουν παραέξω. Το κουτσομπολιό τους για τη σχεδόν εγκαταλελειμμένη πόλη του Ίννσμουθ που αργοπέθαινε κρατούσε εδώ και έναν αιώνα, και καμία καινούρια πληροφορία δεν μπορούσε να συγκριθεί με τις αχαλίνωτες και αποτρόπαιες φήμες που διέδιδαν και υπαινίσσονταν όλα αυτά τα χρόνια. Τα γεγονότα και οι καταστάσεις τούς είχαν διδάξει εχεμύθεια, και ήταν ανώφελο να τους πιέσεις να μιλήσουν. Εξάλλου, στην πραγματικότητα γνώριζαν πολύ λίγα, διότι τα αχανή, έρημα και ακατοίκητα αλμυρά έλη κάνουν δύσκολη την πρόσβαση από τη μεριά της ξηράς και κρατούν τους γείτονες μακριά από το Ίννσμουθ. Μόνο που εγώ θα αψηφήσω την απαγόρευση που επικρατεί γύρω από το θέμα. Είμαι σίγουρος ότι το πόρισμα της έρευνας είναι τόσο σαφές και οριστικό πια που, αποκαλύπτοντας τι βρήκαν οι έντρομοι επιδρομείς στο Ίννσμουθ, δεν πρόκειται να προκύψει καμία δημόσια βλάβη, πλην του ψυχικού τραύματος της αποσ��ροφής. Εξάλλου, αυτό που βρέθηκε πιθανώς να επιδέχεται περισσότερες από μία ερμηνείες. Δεν γνωρίζω πόση από την ιστορία έχει ειπωθεί ακόμη και σ’ εμένα, και είναι πολλοί οι λόγοι που δεν επιθυμώ να το ερευνήσω βαθύτερα. Διότι η σχέση μου με αυτή την υπόθεση ήταν στενότερη από κάθε άλλου μη ειδήμονα, και οι εντυπώσεις που έχω αποκομίσει πρόκειται να με οδηγήσουν στη λήψη δραστικών μέτρων. Εγώ ήμουν εκείνος που έφυγε αλλόφρων από το Ίννσμουθ τις πρώτες πρωινές ώρες της 16ης Ιουλίου του 1927, και του οποίου οι απελπισμένες και σπαρακτικές εκκλήσεις για κυβερνητική έρευνα και δράση επέφεραν το προαναφερθέν επεισόδιο. Δέχθηκα να παραμείνω σιωπηλός όσο η υπόθεση παρέμενε ανοιχτή και αμφίβολη· όμως τώρα που ανήκει στο παρελθόν, και το ενδιαφέρον και η περιέργεια του κόσμου έχουν πια σβήσει, νιώθω μια παράξενα έντονη επιθυμία να μιλήσω για εκείνες τις λίγες μα τρομακτικές ώρες που έζησα σ’ εκείνο το κακόφημο, ζοφερό λιμάνι του θανάτου και της ανόσιας διαστροφής. Η αφήγηση και μόνο θα με βοηθήσει, πιστεύω, να ανακτήσω την εμπιστοσύνη μου στις πνευματικές μου ικανότητες· να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν ήμουν απλώς ο πρώτος που υπέκυψε σε μια μεταδοτική εφιαλτική παραίσθηση. Θα με βοηθή-


Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ

13

σει, επίσης, να πάρω μια απόφαση σχετικά με ένα τρομακτικό βήμα που πρέπει να κάνω. Δεν είχα ξανακούσει ποτέ μου για το Ίννσμουθ μέχρι την ημέρα που το είδα για πρώτη και τελευταία —μέχρι στιγμής— φορά. Γιόρταζα την ενηλικίωσή μου κάνοντας μια εκδρομή στη Νέα Αγγλία —περιηγητικού, αρχαιοδιφικού και γενεαλογικού ενδιαφέροντος— και σχεδίαζα να πάω από το αρχαίο Νιούμπερυπορτ απευθείας στο Άρκαμ, από όπου και καταγόταν η οικογένεια της μητέρας μου. Δεν είχα αυτοκίνητο, κι έτσι ταξίδευα με τραίνο, τραμ και τουριστικά λεωφορεία, ψάχνοντας πάντα για τον φθηνότερο δυνατό τρόπο. Στο Νιούμπερυπορτ πληροφορήθηκα ότι το τραίνο ήταν το καλύτερο μέσο για το Άρκαμ, και δεν ήταν παρά στο γραφείο έκδοσης εισιτηρίων του σταθμού, όταν παραπονέθηκα για το ύψος της τιμής του κομίστρου, που έμαθα για το Ίννσμουθ. Ο εύσαρκος υπάλληλος με το πονηρό βλέμμα, η προφορά του οποίου πρόδιδε ότι δεν ήταν ντόπιος, φάνηκε να κατανοεί τις προσπάθειές μου να ξοδέψω όσο το δυνατόν λιγότερα χρήματα και μου πρότεινε μια λύση που κανείς από τους ντόπιους δεν μου είχε προτείνει. «Υπάρχει και η λύση του παλιού λεωφορείου», είπε με κάποια διστακτικότητα, «αν και οι περισσότεροι στην περιοχή το αποφεύγουν. Περνάει από το Ίννσμουθ —αν το έχεις ακουστά— και γι’ αυτό ο κόσμος το αποφεύγει. Το έχει ένας τύπος από κει —ο Τζο Σάρτζεντ— αλλά ποτέ δεν παίρνει κόσμο από δω, μα ούτε κι από το Άρκαμ, φαντάζομαι. Είναι ν’ απορείς πώς το κρατάει ακόμη. Υποθέτω ότι θα ’χει φτηνό εισιτήριο, αν και ποτέ δεν βλέπω πάνω από δυο-τρεις επιβάτες, όλοι τους απ’ το Ίννσμουθ. Φεύγει από την πλατεία —μπροστά από το Φαρμακείο του Χάμοντ— στις 10 το πρωί και στις 7 το απόγευμα, εκτός κι αν έχουν αλλάξει τα δρομολόγια. Είναι λίγο σαράβαλο, βέβαια — εγώ δεν το έχω πάρει ποτέ». Αυτή ήταν η πρώτη φορά που άκουσα για το ζοφερό Ίννσμουθ. Οποιαδήποτε αναφορά σε μια πόλη που δεν περιλάμβαναν οι απλοί χάρτες ή οι πρόσφατοι ταξιδιωτικοί οδηγοί με ενδιέφερε ιδιαιτέρως, και τα παράξενα υπονοούμενα του υπαλλήλου μού κέντρισαν την περιέργεια. Μια πόλη ικανή να εμπνέει τέτοια αντιπάθεια στους γείτονές της σίγουρα θα είναι αρκετά ασυνήθιστη, σκέφτηκα, και άξια της προσοχής ενός τουρίστα. Αν ήταν πριν το Άρκαμ, θα έκανα μια στάση εκεί· έτσι, ζήτησα από τον υπάλληλο να μου πει κάτι γι’ αυτήν. Ήταν πολύ προσεκτικός και μετρημένος στα λόγια του, και μίλησε με ύφος κάπως υπεροπτικό. «Το Ίννσμουθ; Είναι μια παράξενη κωμόπολη στις εκβολές του Μανάξετ. Κάποτε ήταν σχεδόν πόλη —αρκετά μεγάλο λιμάνι πριν από τον Πόλεμο του 1812— αλλά τα τελευταία εκατό χρόνια πάει κατά διαόλου. Ούτε τραίνο δεν έχει τώρα — η Σιδηροδρομική Εταιρεία Βοστόνη & Μέιν δεν πέρασε ποτέ από εκεί, και η διακλάδωση που το συνέδεε με το Ρόουλυ εγκαταλείφθηκε εδώ και χρόνια.


14

H. P. LOVECR AFT

»Πιο πολλά είναι τα άδεια σπίτια σήμερα παρά οι άνθρωποι, φαντάζομαι, και από δουλειές μόνο ψάρεμα. Ό,τι πιάνουν, ψάρια κι αστακούς, το πουλάνε εδώ ή στο Άρκαμ ή στο Ίπσουιτς. Κάποτε είχαν μύλους, αλλά τώρα δεν έχει μείνει τίποτα, εκτός από ένα εργοστάσιο επεξεργασίας χρυσού, που αμφιβάλλω αν κι αυτό λειτουργεί. »Το εργοστάσιο όμως αυτό κάποτε ήταν μεγάλο και τρανό, και ο γεροΜαρς που το ’χει πρέπει να ’ναι πλουσιότερος κι από τον Κροίσο. Παράξενος τύπος όμως, σπάνια βγαίνει από το σπίτι του. Λένε ότι κάποια στιγμή στη ζωή του εμφάνισε κάτι σαν δερματοπάθεια ή δυσμορφία, και γι’ αυτό μένει κλεισμένος μέσα. Εγγονός του κάπτεν Όμπεντ Μαρς, που ίδρυσε την επιχείρηση. Η μητέρα του λένε ότι ήταν ξένη —από κάποιο νησί της Νότιας Θάλασσας— γι’ αυτό κι όταν πριν από πενήντα χρόνια παντρεύτηκε μια κοπέλα από το Ίπσουιτς, έγινε χαμός. Πάντα έτσι γίνεται μ’ όσους κατάγονται από το Ίννσμουθ, κι αν τυχόν κάποιος που μένει εδώ ή στις γύρω περιοχές έχει έστω και λίγο από το αίμα τους, το κρύβει. Απ’ ό,τι έχω δει, πάντως, τα παιδιά και τα εγγόνια του Μαρς είναι φυσιολογικά. Είχα ζητήσει να μου τα δείξουν — αν και τώρα που το σκέφτομαι, τα μεγαλύτερα παιδιά του έχουν καιρό να φανούν. Τον γέρο δεν τον έχω δει ποτέ. »Γιατί είναι όλοι τόσο αρνητικοί με το Ίννσμουθ; Ξέρεις, νεαρέ, μην παίρνεις και τόσο τοις μετρητοίς αυτά που λένε εδώ. Δύσκολα τους παίρνεις κουβέντα βέβαια, αλλά έτσι και τους καταφέρεις ν’ αρχίσουν, μετά δεν σταματούν. Εκατό χρόνια τώρα λένε διάφορα για το Ίννσμουθ —κουτσομπολιά στα κρυφά— αλλά, αν θες τη γνώμη μου, από φόβο το κάνουν. Κάποιες από τις ιστορίες είναι για να γελάς —ότι ο γέρος κάπτεν Μαρς έκανε παζάρια με τον διάβολο και έφερε δαιμόνια από την κόλαση για να ζήσουν στο Ίννσμουθ, και ότι λάτρευαν τον σατανά και έκαναν φρικτές θυσίες κάπου κοντά στις αποβάθρες, όπου τους είδαν τυχαία κάποιοι το 1845 ή εκεί γύρω— αλλά εγώ είμαι από το Πάντον του Βερμόντ, και τέτοια παραμύθια δεν τα χάφτω. »Πού ν’ ακούσεις όμως τι λένε οι γέροι για τη μαύρη ξέρα ανοιχτά της ακτής — Ξέρα του Διαβόλου τη λένε. Συνήθως είναι πάνω από το νερό, σπάνια θα τη δεις σκεπασμένη, αλλά και πάλι, δύσκολα τη λες νησί. Υποτίθεται ότι υπάρχει μια ολόκληρη λεγεώνα διαβόλων εκεί πάνω, και καμιά φορά μπορείς να τους δεις να αράζουν ή να μπαινοβγαίνουν σε κάτι σπηλιές στην κορφή της. Έχει μόνο βράχια και ακανόνιστα ανοίγματα, και βρίσκεται λίγο περισσότερο από ένα μίλι από την ακτή. Γύρω στα τέλη των χρυσών χρόνων της ναυτιλίας, οι ναυτικοί έκαναν πολλές μανούβρες για να την αποφύγουν. »Οι ναυτικοί που δεν κατάγονταν από το Ίννσμουθ, εννοώ. Ένα πράγμα που έλεγαν εναντίον του ήταν ότι μερικές φορές, τις νύχτες που δεν είχε φυρονεριά, ο γέρος κάπτεν Μαρς άραζε στην ξέρα. Μπορεί και να το ’κανε, γιατί η αλήθεια είναι ότι ο σχηματισμός του βράχου είναι ενδιαφέρων, και


Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ

15

δεν είναι απίθανο να έψαχνε για λάφυρα πειρατών, και ίσως ακόμη και να βρήκε· βέβαια ο κόσμος έλεγε ότι πήγαινε για να κάνει συναλλαγές με δαίμονες. Πάντως αν θες τη γνώμη μου, μάλλον στον καπετάνιο οφείλει την κακή της φήμη η ξέρα. »Όλα αυτά, βέβαια, συνέβαιναν πριν από τη μεγάλη επιδημία του 1846, που θέρισε πάνω απ’ τον μισό πληθυσμό του Ίννσμουθ. Ποτέ δε βρήκαν τι ακριβώς ήταν, μάλλον κάποια ξένη αρρώστια που θα ’φεραν από την Κίνα ή από κάπου αλλού με τα καράβια. Σίγουρα τα πράγματα ήταν άσχημα —έγιναν φασαρίες και φρικτά πράγματα, που δεν πιστεύω ότι τα ’μαθε ποτέ κανείς— και άφησε το μέρος σε άσχημη κατάσταση. Ποτέ δεν ξανάγινε όπως πριν — ζήτημα να μένουν τριακόσιοι με τετρακόσιοι νοματαίοι σήμερα. »Αλλά στην πραγματικότητα, αυτό που κρύβεται πίσω από το μίσος είναι η φυλετική προκατάληψη — και δεν λέω ότι φταίνε όσοι αισθάνονται έτσι. Κι εγώ απεχθάνομαι όσους είναι από το Ίννσμουθ, και ούτε θέλω να πατήσω ποτέ στην πόλη τους. Θα ξέρεις, φαντάζομαι —αν και από την προφορά σου πρέπει να ’σαι από τα δυτικά— για τα πάρε-δώσε που είχαν οι ναυτικοί της Νέας Αγγλίας με διάφορα παράξενα λιμάνια στην Αφρική, στην Ασία, στις Νότιες Θάλασσες και πού αλλού δεν ξέρω, και για τις παράξενες φυλές που έφερναν καμιά φορά μαζί τους. Σίγουρα θα έχεις ακούσει και για κείνον τον τύπο απ’ το Σάλεμ που ’φερε μαζί του μια Κινέζα για γυναίκα, κι ότι ακόμα υπάρχει μια ομάδα από τα Νησιά Φίτζι κάπου στο Κέιπ Κοντ. »Κάτι τέτοιο πρέπει να έχει γίνει και με τους κατοίκους του Ίννσμουθ. Οι βάλτοι και οι ρεματιές πάντα το κρατούσαν απομονωμένο από την υπόλοιπη χώρα, οπότε λεπτομέρειες δεν μπορούμε να ξέρουμε· το σίγουρο πάντως είναι ότι ο γέρος κάπτεν Μαρς πρέπει να ’φερνε παράξενους τύπους μαζί του τον καιρό που ’χε και τα τρία του καράβια σε υπηρεσία, τη δεκαετία του είκοσι και του τριάντα, γιατί όσοι είναι από το Ίννσμουθ έχουν κάτι το παράξενο πάνω τους — δεν ξέρω πώς να το περιγράψω, πάντως σε κάνει να ανατριχιάζεις. Θα το δεις και στον Σάρτζεντ, αν πάρεις το λεωφορείο του. Κάποιοι έχουν στενά κεφάλια με πλατιές μύτες και γουρλωτά, διαπεραστικά μάτια που δεν φαίνονται να κλείνουν ποτέ. Μέχρι και το δέρμα τους είναι παράξενο. Τραχύ και ψωριάρικο, και ο λαιμός τους στο πλάι είναι γεμάτος ρυτίδες και ζάρες. Και καραφλιάζουν από μικροί. Πού να δεις τους γέρους τους, αυτοί είναι ακόμη χειρότεροι — αν και τώρα που το σκέφτομαι, δεν νομίζω ότι έχω δει ποτέ κάποιον πολύ γέρο απ’ τη φάρα τους. Μάλλον πέφτουν ξεροί με το που κοιτιούνται στο γυαλί! Τα ζώα τούς μισούν — μέχρι να ’ρθουν τα αυτοκίνητα, ζορίζονταν πολύ με τ’ άλογα. »Κανείς εδώ γύρω ή στο Άρκαμ ή στο Ίπσουιτς δεν θέλει να έχει σχέση μαζί τους. Βέβαια κι εκείνοι φέρονται ψυχρά όταν κατεβαίνουν στην πόλη ή έτσι κι επιχειρήσει κανείς να ψαρέψει στα μέρη τους. Παράξενο


16

H. P. LOVECR AFT

πώς το λιμάνι του Ίννσμουθ παραμένει ψαρότοπος, ενώ στα μέρη μας δεν κυκλοφορεί ούτε δείγμα — αλλά για κάνε ότι πας να ψαρέψεις εκεί! Να δεις πώς θα σε πάρουν στο κυνήγι! Παλιά έρχονταν εδώ με το τραίνο —μετά που το ’κοψαν πήγαιναν με τα πόδια στο Ρόουλυ και το ’παιρναν από εκεί— αλλά σήμερα παίρνουν το λεωφορείο. »Ναι, υπάρχει ξενοδοχείο στο Ίννσμουθ, το Γκίλμαν Χάουζ, αλλά δεν νομίζω ότι λέει πολλά. Δεν θα σε συμβούλευα να το δοκιμάσεις. Καλύτερα να μείνεις εδώ και να πάρεις το λεωφορείο των δέκα, αύριο το πρωί· και από εκεί παίρνεις το βραδινό των οχτώ για Άρκαμ. Πριν από κάνα-δυο χρόνια είχε μείνει ένας επιθεωρητής εργασίας στο Γκίλμαν, και άφησε μερικά άσχημα υπονοούμενα για το μέρος. Μάλλον μαζεύει παράξενο κόσμο, γιατί είπε ότι όλη τη νύχτα άκουγε κάτι φωνές από τα υπόλοιπα δωμάτια —παρόλο που τα περισσότερα ήταν άδεια— που τον έκαναν να ανατριχιάσει. Απ’ ό,τι κατάλαβε μιλούσαν ξένα, αλλά το άσχημο δεν ήταν αυτό· το άσχημο ήταν η φωνή που άκουγε να μιλάει. Ακουγόταν τόσο αφύσικη —συρτή και πλαταγιστή, είπε— που δεν τόλμησε να ξεντυθεί και να πέσει για ύπνο. Έμεινε ξύπνιος όλο το βράδυ και έγινε καπνός το επόμενο πρωί. Οι ομιλίες συνεχίστηκαν, λέει, σχεδόν όλη τη νύχτα. »Αυτός ο τύπος —Κέισι, τον έλεγαν— ανέφερε επίσης ότι οι κάτοικοι εκεί τον κοιτούσαν περίεργα και φαίνονταν να ’ναι κάπως σε επιφυλακή. Μέχρι και το εργοστάσιο των Μαρς τού φάνηκε αλλόκοτο μέρος — πρόκειται για έναν παλιό μύλο στους τελευταίους καταρράκτες του Μανάξετ. Ό,τι είπε, πάντως, ταίριαξε με ό,τι είχα ακούσει. Τα λογιστικά βιβλία ήταν σε κακή κατάσταση, και δεν έδιναν καμία εικόνα για δοσοληψίες. Πάντα υπήρχε ένα μυστήριο, ξέρεις, γύρω από το πού βρίσκουν οι Μαρς τον χρυσό που επεξεργάζονται. Δεν φαίνεται να κάνουν αγορές, αλλά πριν από χρόνια εξήγαγαν τεράστιες ποσότητες από ράβδους χρυσού. »Πολλά λέγονταν και για κάτι παράξενα, ξενόφερτα κοσμήματα που πουλούσαν λαθραία οι ναυτικοί και οι εργάτες του εργοστασίου, ή που είχαν δει μερικές φορές να τα φορούν οι γυναίκες των Μαρς. Κάποιοι υπέθεσαν ότι ο κάπτεν Όμπεντ τα αντάλλασσε σε κάποιο λιμάνι των βαρβάρων, επειδή πάντα παράγγελνε ένα σωρό γυάλινες χάντρες και μπιχλιμπίδια, σαν κι εκείνα που παίρνουν οι ναυτικοί για τους ιθαγενείς με τους οποίους κάνουν δουλειές. Άλλοι πάλι πίστευαν, και ακόμη το πιστεύουν, ότι είχε βρει λάφυρα πειρατών στην Ξέρα του Διαβόλου. Αλλά εδώ είναι το περίεργο. Ο γερο-καπετάνιος έχει πεθάνει εδώ κι εξήντα χρόνια, και από τον Εμφύλιο και δώθε ένα σωστό καράβι δεν έχει βγει από το λιμάνι· όμως οι Μαρς εξακολουθούν να αγοράζουν απ’ αυτά τα κοσμήματα για τους ιθαγενείς — κυρίως γυάλινα και λαστιχένια μπιχλιμπίδια, απ’ ό,τι ακούω. Από την άλλη, μπορεί να τους αρέσει να τα φοράνε εκεί στο Ίννσμουθ — ποιος ξέρει, μπορεί να έγιναν κι αυτοί σαν τους κανίβαλους των Νότιων Θαλασσών και τους άγριους της Γουινέας.


Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ

17

»Η μάστιγα του 1846 πρέπει να πήρε το καλύτερο αίμα της πόλης τους. Πάντως όσοι απέμειναν δεν είναι να τους έχεις εμπιστοσύνη, γιατί και οι Μαρς και οι υπόλοιποι πλούσιοι τα ίδια κουμάσια είναι. Όπως σου είπα, είναι δεν είναι καμιά τετρακοσαριά νοματαίοι σ’ ολόκληρη την πόλη, παρά το πόσο μεγάλη λένε ότι είναι. Στον Νότο κάτι τέτοιους τους λένε “λευκά σκουπίδια”, ξέρεις, λεχρίτες και μπαμπέσηδες που όλα τα κάνουν στα μουλωχτά. Πιάνουν ψάρια και αστακούς και τα εξάγουν με φορτηγά. Μυστήριο πάντως πώς εκεί έχει τόσο πολλά ψάρια, και πουθενά αλλού. »Κανείς δεν έχει καταφέρει να τους καταγράψει, και οι επιθεωρητές από το υπουργείο παιδείας κι εκείνοι που έρχονται για την απογραφή πάντα συναντούν προβλήματα και ποτέ δεν βγάζουν άκρη μαζί τους. Και να θυμάσαι ότι κανείς ξένος δεν είναι ευπρόσδεκτος στο Ίννσμουθ, ιδιαίτερα αυτοί που χώνουν τη μύτη τους εδώ κι εκεί. Έχω ακούσει με τα ίδια μου τα αυτιά για αρκετούς επιχειρηματίες και κυβερνητικούς που πήγαν εκεί κι εξαφανίστηκαν, και λένε και για κάποιον που τρελάθηκε και τον κλείσανε στο τρελάδικο στο Ντάνβερς. Πρέπει να του ’καναν γερό χουνέρι αυτού του τύπου. »Γι’ αυτό, εγώ στη θέση σου νύχτα δεν θα πήγαινα. Δεν έχω πάει ποτέ και ούτε πρόκειται, αλλά μια βόλτα το πρωί, κακό, φαντάζομαι, δεν κάνει — παρόλο που οι ντόπιοι θα σε συμβουλέψουν να μην πας. Πάντως, αν ήρθες να δεις τα αξιοθέατα και ψάχνεις για παλιά πράγματα και αντίκες, το Ίννσμουθ θα σ’ αρέσει». Κι έτσι, πέρασα μέρος εκείνου του απογεύματος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Νιούμπερυπορτ, ψάχνοντας στοιχεία για το Ίννσμουθ. Όταν επιχείρησα να μάθω περισσότερες λεπτομέρειες από τους ντόπιους που συνάντησα στα μαγαζιά, στο εστιατόριο, στα συνεργεία και στην πυροσβεστική, διαπίστωσα ότι ήταν πολύ πιο φειδωλοί στα λόγια τους από όσο είχε προβλέψει ο υπάλληλος στον σταθμό, και συνειδητοποίησα ότι έχανα τον χρόνο μου προσπαθώντας να υπερνικήσω την ενστικτώδη επιφύλαξή τους. Είχαν μια αόριστη καχυποψία απέναντι σε όποιον έδειχνε να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το Ίννσμουθ, λες και κάτι πήγαινε στραβά μαζί του. Στη ΧΑΝ, όπου έμενα, ο υπάλληλος απλώς με αποθάρρυνε από το να πάω σε ένα τόσο καταθλιπτικό και παρακμιακό μέρος· και οι υπάλληλοι της βιβλιοθήκης είχαν λίγο-πολύ την ίδια στάση. Προφανώς, στα μάτια των μορφωμένων το Ίννσμουθ δεν ήταν παρά μια παραφουσκωμένη περίπτωση αστικού εκφυλισμού. Τα βιβλία που αναφέρονταν στην ιστορία της Επαρχίας του Έσεξ στη βιβλιοθήκη δεν είχαν πολλά να πουν, πέραν του ότι η κωμόπολη είχε ιδρυθεί το 1643, φημιζόταν για τα ναυπηγεία της πριν από την Επανάσταση, γνώρισε σπουδαία ναυτιλιακή ακμή στις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα, και αργότερα αποτέλεσε ένα μικρό βιομηχανικό κέντρο που χρησιμοποιούσε τον ποταμό Μανάξετ για ενέργεια. Οι αναφορές στην επιδημία και


18

H. P. LOVECR AFT

στις ταραχές του 1846 ήταν ελάχιστες, λες και αποτελούσαν όνειδος για την επαρχία. Ελάχιστες ήταν επίσης και οι αναφορές στην παρακμή της, αν και η σπουδαιότητα των μεταγενέστερων αρχείων ήταν σαφέστατη. Μετά τον Εμφύλιο, η βιομηχανική δραστηριότητα είχε περιοριστεί στην Εταιρεία Επεξεργασίας Χρυσού των Μαρς, και η εμπορία ράβδων χρυσού αποτελούσε τη μοναδική οικονομική δραστηριότητα πέρα από τη σταθερή ανά τους αιώνες αλιεία. Η αλιεία απέδιδε όλο και λιγότερα, καθώς η τιμή των ψαριών έπεφτε συνεχώς λόγω της ανταγωνιστικότητας των μεγάλων εταιρειών, αλλά ποτέ δεν υπήρξε έλλειψη ψαριών στο λιμάνι του Ίννσμουθ. Οι ξένοι σπάνια έμεναν εκεί, και σύμφωνα με κάποιες διακριτικά συγκαλυμμένες μαρτυρίες, μερικοί Πολωνοί και Πορτογάλοι που το επιχείρησαν εκδιώχθηκαν με ιδιαίτερα δραστικά μέσα. Το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα ήταν μια σύντομη αναφορά στα παράξενα κοσμήματα που φαίνονταν να σχετίζονται αόριστα με το Ίννσμουθ. Προφανώς είχαν εντυπωσιάσει πολύ τους κατοίκους της γύρω επαρχίας, διότι υπήρχαν αναφορές για δείγματά τους στο Πανεπιστήμιο Μισκατόνικ του Άρκαμ και στον εκθεσιακό χώρο της Ιστορικής Εταιρείας του Νιούμπερυπορτ. Οι αποσπασματικές περιγραφές των κοσμημάτων ήταν λιτές και πεζές, αλλά άφηναν να εννοηθεί ότι επρόκειτο για κάτι ιδιαιτέρως παράξενο. Είχαν κάτι τόσο αλλόκοτο και προκλητικό, που δεν μπορούσα να τα βγάλω από το μυαλό μου, και παρά το περασμένο της ώρας αποφάσισα να πάω να δω το δείγμα που φυλασσόταν στο Νιούμπερυπορτ —που ήταν, σύμφωνα με τις περιγραφές, ένα μεγάλο κόσμημα με παράξενες αναλογίες, μάλλον μια τιάρα— αν αυτό ήταν δυνατόν. Η βιβλιοθηκάριος μου έδωσε ένα συστατικό σημείωμα για την έφορο της Ιστορικής Εταιρείας, κάποια δεσποινίδα Άννα Τίλτον, που έμενε εκεί κοντά, και αφού της είπα κάποια πρόχειρη δικαιολογία, η υπέργηρη κυρία είχε την καλοσύνη να με οδηγήσει στο κλειστό κτήριο, καθώς δεν ήταν υπερβολικά αργά ακόμη. Η συλλογή ήταν πράγματι εξαιρετική, όμως στη διάθεση που βρισκόμουν δεν είχα μάτια παρά μόνο για το παράξενο αντικείμενο που γυάλιζε σε μια γωνιακή προθήκη κάτω από τα ηλεκτρικά φώτα. Δεν χρειαζόταν να διαθέτω κάποια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στην ομορφιά για να μείνω κυριολεκτικά άναυδος μπροστά στην παράξενη, αλλόκοτη μεγαλοπρέπεια της απόκοσμης, οργιώδους φαντασίας που έστεκε εκεί, πάνω σ’ ένα πορφυρό βελούδινο μαξιλαράκι. Ακόμη και τώρα με δυσκολία μπορώ να περιγράψω αυτό που είδα, μολονότι ήταν ξεκάθαρα κάποιο είδος τιάρας, όπως την περιέγραφαν τα βιβλία. Ήταν ψηλή στο μπροστινό μέρος, και με μεγάλη και παράξενα ασύμμετρη διατομή, λες και ήταν σχεδιασμένη για κάποιο ασυνήθιστα ελλειπτικό κεφάλι. Φαινόταν να είναι κυρίως από χρυσό, αν και η παράξενη στιλπνότητά του άφηνε


Η ΣΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ

19

να εννοηθεί ότι επρόκειτο για ένα ασυνήθιστο κράμα, μια σύντηξη με κάποιο άλλο, εξίσου όμορφο μα καθόλου αναγνωρίσιμο μέταλλο. Ήταν σε άριστη κατάσταση, και θα μπορούσε κανείς να περάσει ώρες μελετώντας τα εντυπωσιακά και αινιγματικά ιδιόρρυθμα σχέδια —κάποια απλώς γεωμετρικά, και κάποια ολοφάνερα θαλασσινά— χυτά ή χαραγμένα με απίστευτη επιδεξιότητα και χάρη. Όσο πιο πολύ την κοιτούσα, τόσο περισσότερο μαγευόμουν· μα μέσα σ’ αυτή τη μαγεία υπήρχε κάτι το παράξενα ενοχλητικό, που με δυσκολία μπορούσα να χαρακτηρίσω ή να εξηγήσω. Στην αρχή πίστεψα ότι ήταν ο εκκεντρικός, απόκοσμος χαρακτήρας της τέχνης που με έκανε να αισθάνομαι άβολα. Όλα τα αντικείμενα τέχνης που είχα δει ποτέ στη ζωή μου, αν δεν ανήκαν σε κάποιο γνωστό φυλετικό ή εθνικό ρεύμα, ήταν συνειδητές μοντερνιστικές προκλήσεις απέναντι σε κάθε αναγνωρισμένο καλλιτεχνικό ρεύμα. Όμως η τιάρα δεν ανήκε σε καμία από αυτές τις δύο κατηγορίες. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι ανήκε σε κάποια άλλη, εδραιωμένη τεχνική, απόλυτα ώριμη και τέλεια, που δεν είχε ουδεμία σχέση με καμία —ανατολική ή δυτική, αρχαία ή μοντέρνα— τεχνική που είχα ποτέ δει ή διαβάσει γι’ αυτήν. Ήταν λες και το αντικείμενο προερχόταν από κάποιον άλλο πλανήτη. Γρήγορα όμως αντιλήφθηκα ότι υπήρχε και ένας δεύτερος, εξίσου ισχυρός λόγος για την ανησυχία μου, και αυτός ήταν οι εικονογραφικοί και οι μαθηματικοί υπαινιγμοί των παράξενων σχεδίων. Όλα τα μοτίβα υπονοούσαν απώτερα μυστικά και αδιανόητες αβύσσους στον χρόνο και στο διάστημα, και ο μονότονος θαλάσσιος χαρακτήρας των ανάγλυφων έγινε σχεδόν καταχθόνιος. Ανάμεσα σ’ εκείνα τα ανάγλυφα υπήρχαν μυθικά τέρατα αποτρόπαιης ασχήμιας και μοχθηρίας —ιχθυώδη κατά το ένα ήμισυ και βατραχοειδή κατά το άλλο— τα οποία δεν μπορούσα να αποσυνδέσω από μια κάποια βασανιστική και ενοχλητική αίσθηση ψευδούς ανάμνησης· σαν να ανακαλούσαν κάποια εικόνα από τα πιο βαθιά κύτταρα και τους ιστούς του σώματός σου, που διατηρούν μνήμες ολότελα αρχέγονες και αποτρόπαια προπατορικές. Μερικές φορές μάλιστα νόμιζα πως κάθε περίγραμμα αυτών των βλάσφημων βατραχόψαρων ξεχείλιζε από την απόλυτη πεμπτουσία ενός άγνωστου και απάνθρωπου κακού. Παράξενα αντίθετη με την εικόνα της τιάρας ήταν η σύντομη και πεζή ιστορία της, που μου αφηγήθηκε η δεσποινίς Τίλτον. Είχε δοθεί ενέχυρο για ένα γελοίο ποσό σε ένα μαγαζί στη Στέιτ Στρητ το 1873, από κάποιον μεθυσμένο από το Ίννσμουθ, που σκοτώθηκε λίγο αργότερα σ’ έναν καβγά. Η Ιστορική Εταιρεία την απέκτησε από τον ενεχυροδανειστή, και της έδωσε αμέσως τη θέση που της άξιζε. Πιθανή προέλευση θεωρούσαν τις Ανατολικές Ινδίες ή την Ινδοκίνα, αλλά αυτός ο χαρακτηρισμός ήταν προσωρινός. Η δεσποινίς Τίλτον, συγκρίνοντας κάθε πιθανή υπόθεση σχετικά με


20

H. P. LOVECR AFT

την προέλευση και την παρουσία της τιάρας στη Νέα Αγγλία, ήταν περισσότερο της άποψης ότι αποτελούσε τμήμα κάποιου εξωτικού πειρατικού θησαυρού που είχε ανακαλύψει ο γέρος κάπτεν Όμπεντ Μαρς. Αν μη τι άλλο, η άποψη αυτή ενισχυόταν και από τις επίμονες προσφορές των Μαρς να την αγοράσουν, και μάλιστα σε υψηλή τιμή, μόλις έμαθαν την ύπαρξή της, τις οποίες συνέχιζαν μέχρι και σήμερα, παρά την ανένδοτη απόφαση της Εταιρείας να μην την πουλήσει. Συνοδεύοντάς με μέχρι την έξοδο του κτηρίου, η ευγενική κυρία μού έδωσε να καταλάβω ότι η θεωρία που ήθελε την περιουσία των Μαρς να προέρχεται από πειρατικό θησαυρό ήταν και η επικρατέστερη μεταξύ των μορφωμένων ανθρώπων της περιοχής. Η στάση της απέναντι στο ζοφερό Ίννσμουθ —το οποίο δεν είχε επισκεφθεί ποτέ— ήταν μια γενικότερη απέχθεια προς μια κοινότητα που βρισκόταν στη χαμηλότερη βαθμίδα της πολιτισμικής κλίμακας, και με διαβεβαίωσε ότι οι φήμες περί λατρείας του διαβόλου εν μέρει δικαιολογούνταν, λόγω της παράξενης αποκρυφιστικής αίρεσης που είχε επικρατήσει εκεί εξοβελίζοντας όλες τις χριστιανικές εκκλησίες. Η αίρεση, μου είπε, λεγόταν “Εσωτερικό Τάγμα του Ντάγκον”, και ήταν δίχως αμφιβολία μια διεφθαρμένη, ψευδοπαγανιστική λατρεία που είχε εισαχθεί πριν από έναν αιώνα από την Ανατολή, όταν οι ψαρότοποι του Ίννσμουθ έδειχναν να στερεύουν. Λογικό ήταν, λοιπόν, ο απλός κόσμος να στραφεί σ’ αυτήν, βλέποντας ξαφνικά τα ψάρια να επιστρέφουν, με αποτέλεσμα η αίρεση να ασκήσει μεγάλη επιρροή στην πόλη, αντικαθιστώντας μέχρι και τον Ελευθεροτεκτονισμό και αποκτώντας ως έδρα την παλιά Μασονική Στοά στο Νιου Τσερτς Γκρην. Όλα αυτά, για την ευλαβή δεσποινίδα Τίλτον συνιστούσαν έναν εξαιρετικό λόγο για να αποστρέφεται εκείνη την αρχαία πόλη της παρακμής και της εγκατάλειψης· για μένα όμως δεν ήταν παρά ένα ακόμη κίνητρο. Στα αρχιτεκτονικά και ιστορικά ενδιαφέροντά μου είχε τώρα προστεθεί και ένας ανθρωπολογικός ζήλος, και με το ζόρι κατάφερα να κλείσω μάτι στο μικρό μου δωμάτιο στη ΧΑΝ εκείνο το βράδυ. II Το επόμενο πρωί, λίγο πριν τις δέκα, στεκόμουν με μια μικρή βαλίτσα μπροστά από το Φαρμακείο του Χάμοντ στην παλιά πλατεία, περιμένοντας το λεωφορείο για το Ίννσμουθ. Όσο πλησίαζε η ώρα για να φτάσει, παρατήρησα μια γενικότερη μετακίνηση των περαστικών προς άλλα, πιο απόμακρα σημεία του δρόμου ή προς το εστιατόριο Ιντεάλ, το οποίο βρισκόταν στην απέναντι πλευρά της πλατείας. Τελικά ο υπάλληλος δεν είχε υπερβάλει καθόλου για την αντιπάθεια που έτρεφαν οι ντόπιοι απέναντι στο Ίννσμουθ και στους κατοίκους του. Λίγα λεπτά αργότερα, ένα μικρό σαράβαλο, γκρίζο λεωφορείο κατέβηκε αγκομαχώντας την Στέιτ Στρητ,


Shadows over insmouth