Page 1

«Η καλή νεράιδα, η κυρία Μάρω και ο θησαυρό του πειρατή» Ένα επίκαιρο Πρωτοχρονιάτικο «Παραμύθι» από τον Ps.M@vro/Stavriotis

«...Πράγματι, και αυτή τη χρονιά δεν έχω τίποτα να σας χαρίσω... (ο μόνος ανεκτίμητος «θησαυρός» που μου έχει δοθεί (και εμένα) από κάποια καλή νεράιδα… είναι να φτιάχνω ζωγραφιές και να μυθεύομε ιστορίες! Μπορώ λοιπών (αντί άλλου δώρου) να μοιραστώ μαζί σας, ένα παραμύθι που σκάρωσα αρχικά για τις εγγονές μου, τη Λυδία και την Ίριδα»… και κατ’ επέκταση για όλα τα παιδιά (μικρά και μεγάλα) όλου του Κόσμου. Ελπίζω να σας αρέσει και να το μοιραστείτε και εσείς με άλλους… γιατί (όπως συμπεραίνουμε από την ιστορία μας… ΟΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΛΑΒΕΙ... ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!

«Η καλή νεράιδα, η κυρία Μάρω και ο θησαυρό του πειρατή» Ένα επίκαιρο Πρωτοχρονιάτικο «Παραμύθι» από τον Ps.M@vro/Stavriotis Απ@γορεύεται η Πώληση / Μόνο Δωρεάν διάβασμα.

Κάποτε ήταν ένα χωριό πολύ φτωχό. Όλοι σε αυτό το χωριό ήταν πολύ φτωχοί. ....και ο παπάς φτωχός ...και ο δάσκαλος φτωχός ...και ο αγροφύλακας φτωχός... Όσοι έμεναν στο χωριό περνούσαν δύσκολα και ήταν πολύ στενοχωρημένοι.

Ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες, ήταν ακόμα πιο σκεφτικοί και προβληματισμένοι Βλέπετε, πλησίαζαν οι μεγάλες γιορτές, τα Χριστούγεννα, η πρωτοχρονιά, τα Θεοφάνια.. και αυτοί, όχι μόνο δεν είχαν χρήματα για να αγοράσουν καλούδια για το τραπέζι τους... αλλά, δεν είχαν ούτε ένα ευρώ να αγοράσουν δώρα στα παιδιά, στα ανίψια και τα εγγόνια τους. Καταλαβαίνετε πόσο δύσκολα ήταν γι’ αυτούς.

Από όλους στο χωριό, ήταν πιο φτωχή μία γριά, η κυρία Μάρω με το όνομα. Αυτή δεν είχε συγγενείς ούτε παιδιά, ούτε ανίψια, ούτε εγγόνια. Ζούσε μόνη, παρέα με τη φτώχεια και τη δυστυχία της. Τις βροχερές ημέρες και τις κρύες νύχτες του χειμώνα, τις περνούσε καθισμένη δίπλα στην (πάντα μισό αναμμένη) ξύλο σόμπα της... για να έχει λίγη ζέστη.

Η σόμπα της ήταν σχεδόν πάντα μισό σβησμένη γιατί δεν είχε πάντα ξύλα για να κάψει... Έτσι, η κυρία Μάρω, είχε κάψει τις καρέκλες, το τραπέζι, το κρεβάτι της και ότι μπορούσε να τη ζεστάνει. Μία μέρα, λίγο πριν από τις γιορτές, η κυρία Μάρω, αποφάσισε να βγει μια γύρα στο βουνό, μπας και βρει κανένα ξύλο για να κάψει. Κουράστηκε όμως και κάθισε σε ένα βράχο να ξαποστάσει... Κάθισε λοιπόν και συλλογίζονταν τη φτώχεια της την πήραν τα δάκρυα Εκεί που έκλαιγε την μοίρα της... νάσου και εμφανίζεται η «καλή νεράιδα». -Τί έχεις κυρία Μάρω και κλαις? ...τη ρώτησε η νεράιδα.


«Η καλή νεράιδα, η κυρία Μάρω και ο θησαυρό του πειρατή»

Ένα επίκαιρο Πρωτοχρονιάτικο «Παραμύθι» από τον Ps.M@vro/Stavriotis Απ@γορεύεται η Πώληση / Μόνο Δωρεάν διάβασμα.

κός θησαυρός ήταν μέσα στο σεντούκι του πειρατή... Ένας θησαυρός που τώρα ήταν δικός της! Με μεγάλη μυστικότητα, αλλά και πολύ κόπο, η γριά κουβάλησε το θησαυρό στο σπίτι της.

Έκρυψε το σεντούκι στο «κατώι» εκεί που κοιμόταν, δίπλα στην ξυλόσομπα... Κάτω από το «καντηλιέρι» και το «προσκυνητάρι», έβαλε τα χρυσά η γριά, για να τα φυλάει ο «Άγιος» του σπιτιού... αλλά και για να έχει και αυτή το νου της, το βράδυ.

-Τι να’ χω, που είμαι η πιο φτωχή μέσα στους πιο φτωχούς... στο πιο φτωχό χωριό. ...απάντησε η γριά. Έπιασαν κουβέντα λοιπόν, η κυρά Μάρω με την «νεράιδα» «Tο και το» που λένε. -...και ο παπάς φτωχός και ο δάσκαλος φτωχός και ο αγροφύλακας φτωχός και ο γείτονας... και εγώ, πιο φτωχή από όλους»! ...Όλα, «χαρτί και καλαμάρι», τα είπε η γριά στην «νεράιδα».

Όταν η γριά σταμάτησε να μιλά, η «καλή νεράιδα» σκέφτηκε για λίγο και αποφάσισε... -Νομίζω ότι μπορώ να κάνω κάτι για να βοηθήσω και εσένα και το χωριό. ...είπε. -Nα, σε εκείνη τη σπηλιά, πάνω στη «γράβα»... ένα πειρατής έχει κρύψει τον θησαυρό του. Κανείς μέχρι τώρα δεν τον έχει βρει. Πάρε τον και χρησιμοποίησε τον ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ!

Mετά από αυτό η νεράιδα χάθηκε. Πράγματι, η κυρά Μάρω ανέβηκε στη γράβα, μπέικε στη σπηλιά και βρήκε ένα παλιό σεντούκι. Το άνοιξε και τι να δει... Χρυσά φλουριά, λαμπερά πετράδια, ασημικά και μπακίρια... ακόμα χρυσά ποτήρια, αδαμαντοστόλιστοι σταυροί, σπαθιά στολισμένα με φίλντισι.... περιδέραια με μαργαριτάρια, γυαλιστερές κορόνες... και λογής λογής άλλα πολύτιμα στολίδια! Ένας πραγματι-

Φυσικά ούτε λόγος να μοιρασθεί το θησαυρό με τους συγχωριανούς της... Αλλά ούτε και η ίδια δεν τολμούσε να τον χρησιμοποιήσει μην τυχόν και την καταλάβουν. - Άστον για μια πιο δύσκολη στιγμή. ...σκέφτονταν. Και οι μέρες περνούσαν... Και οι άγιες γιορτές όλο και πλησίαζαν... Και όλοι στο χωριό, συνέχιζαν να ζουν στη φτώχεια. Ήρθαν τα «μαύρα Χριστούγεννα», που ...όλοι τα πέρασαν μίζερα και στερημένα... Πέρασαν... και τώρα έρχονταν η παραμονή της Πρωτοχρονιάς...

Όλοι ήταν κατηφείς, μόνο τα παιδιά έκαναν όνειρα και ετοίμαζαν γράμματα για τον άγιο των παιχνιδιών. - Άγιε μου, φέρε μου ένα κουτί κουραμπιέδες και ένα κόκκινο αυτοκινητάκι ...έγραφε ο Γιωργάκης. - Άγιε μου, φέρε μου μερικά μελομακάρονα και μια κουκλίτσα. ...έγραφε η Ελενίτσα. - Άγιε μου, φέρε μου ένα τσουρέκι και ένα ξύλινο


«Η καλή νεράιδα, η κυρία Μάρω και ο θησαυρό του πειρατή»

Ένα επίκαιρο Πρωτοχρονιάτικο «Παραμύθι» από τον Ps.M@vro/Stavriotis Απ@γορεύεται η Πώληση / Μόνο Δωρεάν διάβασμα.

ραζε που ήταν νηστική... αρκεί που ο θησαυρός της ήταν ακόμα εκεί, καλά κρυμμένος!

Η «νεράιδα» θύμωσε πολύ, που η γριά δεν μοιράσθηκε το θησαυρό με τους συγχωριανούς της. Μόλις λοιπόν η γριά κοιμήθηκε για τα καλά, η «νεράιδα» βγήκε από τη σόμπα και με το μαγικό ραβδί της, έκανε οργισμένη, έναν κύκλο στον αέρα (έτσι κάνουν οι «νεράιδες» όταν θυμώνουν)... Ευθείς, από όλα τα σπίτια του χωριού... από το σχολείο, από το γραφείο του αγροφύλακα, ακόμα και από το σπίτι του παπά... βγήκαν στο δρόμο δεκάδες, εκατοντάδες ίσος και χιλιάδες ποντίκια!

αλογάκι...» έγραφε το αλβανάκι του χωριού...

Οι γονείς όμως, δεν είχαν χρήματα για «βασιλόπιτα» ούτε για κουραμπιέδες και μελομακάρονα πολύ περισσότερο δεν είχαν χρήματα για δώρα. Τα παιδιά αυτό το υποψιάζονταν όμως, έλπιζαν πως κάτι φέτος θα άλλαζε και πως ο άγιος των παιδιών θα επισκέπτονταν και αυτά! Και πράγματι... κάτι έγινε αυτή τη φορά.

Η «καλή νεράιδα», μέσα στα πολλά χαρούμενα πετάγματα της, θυμήθηκε το φτωχό χωριό και τη γριά. Πέταξε λοιπόν ψηλά και μπέικε μέσα στο «μπουρί» της ξυλόσομπας, της κυρά Μάρως... (οι «νεράιδες» όλα τα μπορούν). Κατέβηκε ως κάτω... εκεί που καίγονταν τα ξύλα... και μέσα από το παραθυράκι της σόμπας... κρυφοκοίταξε τη γριά.

Την είδε να σηκώνετε, να πηγαίνει στο σεντούκι με το θησαυρό του πειρατή, να ανοίγει το καπάκι... να κοιτάξει τα χρυσά... να χαμογελά με ικανοποίηση... να ξανακλείνει το καπάκι... και καθησυχασμένη να πηγαίνει και πάλι στη γωνιά με τα στρωσίδια της. Ο θησαυρός της, ήταν εκεί, ανέπαφος και θα μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχη.

Κάθε βράδυ η γριά έκανε ακριβός τα ίδια. Έλεγχε το θησαυρό της, έτριβε με ικανοποίηση τα χέρια της, χαμογελούσε... και έπεφτε για ύπνο! Τί πεί-

Όλα κατευθύνονταν, από κάθε σημείο του χωριού, προς το φτωχόσπιτο της κυρά Μάρως Σκαρφάλωσαν στα ξεχαρβαλωμένο παράθυρα ανεβήκανε στη στέγη, πέρασαν κάτω από τις σανίδες της πόρτας... από παντού μπήκαν μέσα στο σπίτι και τράβηξαν γραμμή για το σεντούκι του πειρατή... άνοιξαν το καπάκι και χώθηκαν μέσα σε αυτό.

Ήταν, σαν τα ποντίκια να κάνουν μακροβούτια και «απλωτές» σε μία πισίνα με χρυσά φλουριά! Ύστερα, το κάθε ένα, έπαιρνε από ένα φλουρί στο στόμα του, ένα χρυσαφικό, ένα πολύτιμο πετράδι, φορούσε μια κορόνα, ή έσερνε ένα μαργαριταρένιο περιδέραιο... και γραμμή πάλι ίσια στο σπίτι του. Η «καλή νεράιδα» πολύ το διασκέδαζε βλέποντας αυτή την ατελείωτη στρατιά των ποντικών,


«Η καλή νεράιδα, η κυρία Μάρω και ο θησαυρό του πειρατή»

Ένα επίκαιρο Πρωτοχρονιάτικο «Παραμύθι» από τον Ps.M@vro/Stavriotis Απ@γορεύεται η Πώληση / Μόνο Δωρεάν διάβασμα.

μονή της Πρωτοχρονιάς. Όλα τα παιδιά του χωριού, από νωρίς, είχαν πέσει στο κρεβάτι τους. Κοιμόνταν, κάνοντας όνειρα ότι, ο άγιος των παιχνιδιών, θα έρχονταν και στο δικό τους φτωχό σπιτικό.... και πως θα τους έφερνε αυτά που του είχαν ζητήσει. Και όλοι οι μεγάλοι... και ο δάσκαλος και ο αγροφύλακας και ο παπάς... είχαν πέσει και αυτοί από νωρίς για ύπνο... να ξεχάσουν την φτώχεια και την πείνα τους.

να φεύγει χρυσό φορτωμένη... και με φλουριά στο στόμα... από το σπίτι της κυρά Μάρως, που ...παρεμπίπτοντος ροχάλιζε, του καλού καιρού, στη γωνιά της. Όσο τα ποντίκια πηγαινοέρχονταν τόσο το σεντούκι της γριάς άδειαζε. Μέχρι που έμειναν στον πάτο του ελάχιστα φλουριά.

Τότε η «καλή νεράιδα» έδωσε, με το μαγικό της ραβδί, μία ξυλιά στη γριά (το κάνουν και αυτό οι «νεράιδες»)...

Αυτή σηκώθηκε από τα στρωσίδια της, ξαφνιασμένη... Αγουροξυπνημένη και έντρομη η γριά, είδε τα τελευταία ποντίκια με το θησαυρό να φεύγουν τρέχοντας. Βλέποντας το άδειο σεντούκι... άρχισε να φωνάζει και να χτυπιέται... ενώ η «καλή νεράιδα», που είχε μπει και πάλι στην ξυλόσομπα, ξεκαρδίζονταν στα γέλια... (είναι αλήθεια πως το διασκεδάζουν για τα καλά με τα παθήματα των ανθρώπων οι «νεράιδες»)

Ένα τελευταίο χρυσό φλουρί, στο πάτο του σεντουκιού, έλαμπε μονάχο... είχε μείνει εκεί, σαν αποζημίωση στην κυρά Μάρω, για να θυμίζει στην άμυαλη τσιγκούνα γριά, το πάθημά της... (...βλέπετε η «καλή νεράιδα» δεν ήθελε να την αφήσει... έτσι, χωρίς φλουρί, μέρες που ήταν! Και πραγματικά. Εκείνο το βράδυ ήταν η παρα-

Φανταστείτε τη χαρά όλων, όταν την άλλη ημέρα, την πρώτη ημέρα του χρόνου... ξυπνώντας το πρωί, είδαν μέσα στα σπίτια τους, διάσπαρτα στο πάτωμα... χρυσά φλουριά, πετράδια, ασημικά, λογίς λογίς πολύτιμα αντικείμενα! Τα ποντίκια είχαν μοιράσει το θησαυρό του πειρατή σε όλα τα σπίτια του χωριού.

...και για όσου, όλα αυτά, φαντάζουν παραμυθένια... ας κοιτάξουν το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, τη φλόγα στην ξυλοσομπά τους... ίσος η «καλή νεράιδα» να επισκεφτεί και το δικό τους σπίτι, για να δει... αν, αυτό που τους έχει δώσει... το έχουν πράγματι μοιρασθεί και με τους άλλους... γιατί... τίποτα από ότι μας έχει χαριστεί, από τον ουρανό, δεν είναι αποκλειστικά δικό μας, αλλά... ΟΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΛΑΒΕΙ... ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!

Ανέκδοτα παραμύθια και αλληγορίες για όλα τα παιδιά του κόσμου (μικρά και μεγάλα) από τον P.S.M@vro/Stavriotis Απ@γορεύεται η Πώληση / Μόνο Δωρεάν διάβασμα.

Η καλή νεράιδα, η κυρία Μάρω και ο θησαυρός του πειρατή  

Μύθευμα

Η καλή νεράιδα, η κυρία Μάρω και ο θησαυρός του πειρατή  

Μύθευμα

Advertisement