Page 1

νέο κεφάλαιο και οδηγός για ομάδες συζήτησης

STEPHENIE

MEYER

Σ Υ Γ Γ ΡΑ Φ Ε Α Σ Τ Ο Υ Π Α Γ Κ Ο Σ Μ Ι Ο Υ B E S T S E L L E R Λ Υ Κ Ο Φ Ω Σ


Οδηγός για Ομάδες Ανάγνωσης

το σώμα STEPHENIE MEYER

PLATYPUS


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Η

Γ Ι Α

Τ Ο

N E O

Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο

Ενώ εργαζόμουν με τους παραγωγούς για την κινηματογραφική εκδοχή του Σώματος, άρχισα να σκέφτομαι κάποιες άλλες διαστάσεις που θα μπορούσαν να εμφανιστούν στην οθόνη όταν η ιστορία δε θα μπορεί πλέον να παρουσιαστεί σε πρώτο πρόσωπο. Συγκεκριμένα, υπήρχε μια στιγμή που δεν βγήκε ποτέ από το μυαλό μου, αν και δεν μπορούσε να εμφανιστεί στο μυθιστόρημα επειδή εκείνο το διάστημα η αφηγήτριά μου δεν είχε τις αισθήσεις της. Αποφάσισα να τη γράψω, σε περίπτωση που ο σκηνοθέτης ενδιαφερόταν να δείξει αυτή τη σκηνή. Από χρονολογικής άποψης, αυτή η σκηνή λαμβάνει χώρα ανάμεσα στα κεφάλαια 58 και 59 του Σώματος. Ελπίζω να απολαύσετε αυτή τη νέα διάσταση της ιστορίας, καθώς η Μέλανι ξυπνά. —ΣΜ.

Ανάμνηση

Ε

ίμαι μόνη. Είναι σκοτεινά. Δεν μπορώ να θυμηθώ που είμαι… ή γιατί είμαι εδώ. Μου φαίνεται λάθος που είμαι μόνη. Που είναι η Γουάντα; Δεν μπορώ να δω για να την ψάξω. Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς να τη φωνάξω. Είναι σιωπηλά. Δεν μπορώ να τη νιώσω. Δεν μπορώ να νιώσω το σώμα μας. Αρχίζει να με κυριεύει ο πανικός καθώς περιμένω να ακούσω τη φωνή της. Να πει το όνομά μου. Να μου πει που βρισκόμαστε. Να ανοίξει τα μάτια μου ώστε να μπορέσουμε να δούμε. Έχω ανάγκη να ακούσω τη φωνή της –τη φωνή μου, στον πιο απαλό μου τόνο, την πιο ήρεμη χροιά μου. Περιμένω, αλλά δεν ακούω τίποτα. Είμαι μονάχα εγώ και το σκοτάδι. Ο πανικός μεγαλώνει καθώς προσπαθώ να θυμηθώ. Πάλι με απέκλεισε; Ξέρω ότι έχει γίνει μια φορά, αλλά δεν το θυμάμαι. Δεν νομίζω ότι ήταν έτσι, δεν νομίζω ότι περίμενα πανικόβλητη στο σκοτάδι. Τότε δεν ένιωθα τίποτα.


6 8 9

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Και δεν νομίζω ότι η Γουάντα θα το έκανε αυτό. Επειδή αγαπάμε η μια την άλλη. Θυμάμαι ότι το είπαμε αυτό. Λίγο πριν από… κάτι. Προσπαθώ να ξεθάψω την ανάμνηση. Λέγαμε ότι αγαπούσαμε η μια την άλλη… Λέγαμε… Αντίο. Η μνήμη μου επανέρχεται καθαρή και δυνατή, και την ίδια στιγμή επανέρχεται και ο υπόλοιπος εαυτός μου. Μπορώ να αισθανθώ το ράντζο από κάτω μου, μπορώ να νιώσω το ιδρωμένο δέρμα μου να ανατριχιάζει από το δροσερό νυχτερινό αεράκι. Μπορώ να δω ένα κοκκινωπό φως μέσα από τη μεμβράνη των βλεφαρίδων μου. Μπορώ να ακούσω τον εαυτό μου να αναπνέει. Μπορώ να ακούσω μια φωνή να γίνεται πιο δυνατή, λες και κάποιος ανεβάζει το πλήκτρο της έντασης. Η ανάμνηση είναι πιο δυνατή από τις αισθήσεις μου. Η ανάμνηση είναι πόνος. Δεν μπόρεσα να τη σταματήσω. Πέθανε για μένα, και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Είναι τόσο αργά πια ώστε μπορώ να κουνήσω τους μύες στα δάχτυλά μου, μπορώ να σφίξω τα χέρια μου σε γροθιές. Είναι πολύ αργά. Η Γουάντα έχει φύγει. Εκείνη έσωσε εμένα, ενώ εγώ δεν έσωσα εκείνη. Δεν δίνω προσοχή στην κοντινή φωνή που δυναμώνει. Αυτή τη στιγμή δεν με νοιάζει για τα χέρια που ανοίγουν τις γροθιές μου. Ακούω τη φωνή της Γουάντα στη μνήμη μου, σκέφτομαι τις τελευταίες της σκέψεις. Τώρα είναι μονάχα μια ηχώ στο κεφάλι μου, όπως θυμάμαι όλες τις άλλες φωνές. Δεν είναι εδώ. Φοβάμαι πολύ, είπε. Νιώθω ξανά το φόβο της, θυμάμαι. Την άφησα να χαθεί. Το έκανα. Θυμάμαι τη συλλογιστική της. Θυμάμαι ότι πήρε την απόφαση να πεθάνει για να με αφήσει να ζήσω: δεν μπορούσε να ζήσει εις βάρος κάποιου που αγαπούσε. Και τώρα πρέπει να το κάνω εγώ –να ζήσω εις βάρος της ζωής της; Πώς μπορεί να είναι αυτό ευτυχισμένο τέλος; Με εμένα το τέρας που αφήνω τη φίλη μου, την καλύτερή μου φίλη, να πεθάνει για μένα; «Μελ; Μελ, σ’ αγαπώ. Μελ, γύρνα πίσω. Μελ, Μελ, Μελ». Είναι η φωνή του Τζάρεντ, προσπαθεί να με καλέσει να γυρίσω πίσω με τον τρόπο που η Γουάντα κάλεσε πίσω τον ξενιστή του Θεραπευτή, με τον τρόπο που δίδαξε στον Κάιλ να καλέσει πίσω την Τζόντι.


6 9 0

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Μπορώ να του απαντήσω. Μπορώ να μιλήσω τώρα. Μπορώ να νιώσω τη γλώσσα μου στο στόμα μου, έτοιμη να πάρει όποιο σχήμα της ζητήσω. Μπορώ να νιώσω τον αέρα στα πνευμόνια μου, έτοιμα να σπρώξουν έξω τις λέξεις. Αν το θέλω. «Μελ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ». Αυτό είναι το δώρο της Γουάντα σε εμένα, πληρωμένο με το ασημί αίμα της. Ο Τζάρεντ κι εγώ, πάλι μαζί λες και εκείνη δεν υπήρξε ποτέ. Λες και δεν μας είχε σώσει και τους δυο. Αν δεχτώ αυτό το δώρο, κερδίζω από το θάνατό της. Τη σκοτώνω ξανά. Παίρνω τη θυσία της και τη μετατρέπω σε φόνο. «Μελ, σε παρακαλώ! Άνοιξε τα μάτια σου». Νιώθω το χέρι του πάνω στο πρόσωπό μου, να αγκαλιάζει το μάγουλό μου. Νιώθω τα χείλη του να καίνε πάνω στο μέτωπό μου, αλλά δεν τα θέλω. Όχι με αυτό το τίμημα. Ή μήπως τα θέλω; Αν ήθελα αρκετά να σώσω τη Γουάντα, θα είχα σκεφτεί ένα τρόπο; Όπως εκείνη είχε σκεφτεί ένα τρόπο να σώσει εκείνη την απαίσια Ανιχνεύτρια. Επειδή στ’ αλήθεια το ήθελε αρκετά. Ίσως να μην το ήθελα –ίσως στην πραγματικότητα να μην ήθελα να σώσω την πιο αληθινή φίλη που είχα ποτέ– και αυτός ήταν ο λόγος που δεν βρήκα κάποιο τρόπο. Ίσως η λέξη φόνος να είναι η πιο κατάλληλη. Η Γουάντα έκλαιγε καθώς μας αποχαιρετούσε. Ακόμα νιώθω τα μάτια μου υγρά και πρησμένα. Νέα δάκρυα ακολουθούν το μονοπάτι των παλιών και γλιστρούν στους κροτάφους μου. «Μελ!; Γιατρέ, έλα ’δώ! Νομίζω ότι πονάει!» Ο Γιατρός είναι ακόμα στο νοσοκομείο. Τον ακούω να περπατάει γρήγορα προς το μέρος μου. Και τα μάτια μου είναι ακόμα υγρά. Μια στιγμή. Πόση ώρα έχει περάσει; Μερικές ώρες ή μονάχα μερικά λεπτά; Μήπως δεν είναι πολύ αργά; Τα μάτια μου τρεμοπαίζουν και ανοίγουν, και το πρόσωπο του Τζάρεντ είναι κοντά, τα μάτια του γεμάτα ανησυχία, τα χείλη αρχίζουν χωρίζονται για να μιλήσει ξανά. Βλέπει ότι έχω καταλάβει την παρουσία του, και ό,τι κι αν ήταν αυτό που ήθελε να πει έχει χαθεί. Τον σπρώχνω δυνατά στο στήθος και κλυδωνίζεται πίσω, απροετοίμαστος για κάτι τέτοιο. Ανακάθομαι στο σημείο όπου μόλις βρισκόταν εκείνος, το βλέμμα μου χτενίζει το δωμάτιο, ψάχνοντας για κάποιο σημάδι της –μια ασημένια λάμψη, το τρεμοπαίξιμο κάποιας κίνησης. Μήπως


6 9 1

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

πεθαίνει αυτή τη στιγμή κάπου εδώ δίπλα μου; Υπάρχει περίπτωση να έχω προλάβει; «Μελ;» ρωτά ξανά ο Τζάρεντ, αρπάζοντας το δεξί καρπό μου και απλώνοντας το χέρι του για να πιάσει και τον αριστερό μου. «Πού είναι;» λέω μέσα από τα δόντια, προσπαθώντας να ελευθερωθώ καθώς κατεβαίνω από την άλλη πλευρά του ράντζου. Δεν νιώθω να ζαλίζομαι ή να χάνω την ισορροπία μου καθώς σηκώνομαι όρθια. Ίσως τελικά να μην έμεινα αναίσθητη πολλή ώρα. Με κοιτάζει σοκαρισμένος, εξακολουθώντας να κρατάει τον καρπό μου με το χέρι του τεντωμένο από την άλλη πλευρά του ράντζου. Συναντώ τα μάτια του μόνο για μια στιγμή και μετά κοιτάζω και πάλι φρενιασμένα γύρω μου, στη σπηλιά του Γιατρού, ευγνώμων που το φωτεινό φανάρι αλογόνου καίει ακόμα. Δεν βλέπω τη φωτεινή λάμψη που αναζητώ. Δεν είναι εδώ. Αλλά μετά τα μάτια μου βρίσκουν κάτι μεταλλικό. Ένα πιο μουντό μεταλλικό από αυτό που θέλω. Μια σκληρή, επίπεδη, αιχμηρή μεταλλική λεπίδα. Αναγνωρίζω το μεγάλο κυνηγητικό μαχαίρι του Τζάρεντ ακουμπισμένο σε κοντινή απόσταση στο προσκεφάλι του ράντζου, δίπλα μου. Είναι το μαχαίρι που βύθισε η Γουάντα στο μπράτσο μας για να σώσει τον Τζέιμι. Είναι το μαχαίρι που ο Τζάρεντ κουβαλά μαζί του μόνο όταν φεύγει από τις σπηλιές. Είναι ένα μαχαίρι που δεν έχει καμιά δουλειά εδώ στο νοσοκομείο του Γιατρού. Οι ακρωτηριασμένες ψυχές στη μνήμη μου, στη μνήμη της Γουάντα, πλημμυρίζουν το κεφάλι μου, και βγάζω μια πνιχτή κραυγή από το ίδιο δυνατό σοκ που είχε πάθει κι εκείνη τότε, ίσως δυνατότερο. Αυτό που είχε συμβεί σε εκείνες τις άγνωστες ψυχές δεν ήταν τόσο αναπάντεχο, εκτός κι αν ήσουν τόσο αθώος όσο η Γουάντα. Αυτό εκεί, όμως, δεν έχει δικαιολογία. Είναι πιο παράλογο και πιο σκληρό από οτιδήποτε έχω ονειρευτεί ποτέ. Έχει τρελαθεί ο Τζάρεντ; Δεν μας πίστεψε ποτέ; Ακόμα νομίζει ότι η Γουάντα ήταν κατάσκοπος, ακόμα και τώρα που πέθανε για εμάς; Γι’ αυτόν; Της έλεγε ψέματα μέχρι το τέλος; Ή μήπως νόμιζε ότι την απάλλασσε από τον πόνο της; Άραγε, σφάδαζε από αυτόν; Σπαρταρούσε από το μαρτύριο όσο εγώ κοιμόμουν; Ένας πνιχτός βήχας ανεβαίνει στο λαιμό μου και βγαίνει από τα χείλη μου. Ο Τζάρεντ κάνει το γύρο του ράντζου, χωρίς να αφήνει ποτέ τον καρπό μου, και προσπαθεί να με τραβήξει μέσα στον κύκλο του χεριού του.


6 9 2

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

«Μελ, μωρό μου, όλα είναι εντάξει. Γύρισες πίσω». Κρατάει το δεξί μου χέρι, κι έτσι αντί να του δώσω μπουνιά, ρίχνω ένα δυνατό χαστούκι με την ανάστροφη της αριστερής μου παλάμης, χτυπώντας τον στο ζυγωματικό. Η δύναμη του χτυπήματος προκαλεί πόνο στα κόκαλα του χεριού μου. Πνίγει μια κραυγή και τινάζεται πίσω, αφήνοντας τον καρπό μου. Ελεύθερη τώρα, συνοδεύω το πρώτο χτύπημα με μια καλή γροθιά που εξοστρακίζεται στο πλάι του σαγονιού του καθώς σκύβει. Πριν από καιρό είχα πει στη Γουάντα ότι δεν πίστευα ότι θα μπορούσα ποτέ να χτυπήσω τον Τζάρεντ, ό,τι κι αν είχε συμβεί. Τώρα το μόνο που ήθελα ήταν να τον χτυπήσω πιο δυνατά. Δεν υπάρχει κάποια εσωτερική διαμαρτυρία για την οργή μου όπως περιμένω πάντα να ακούσω, καμία έμφυτη αίσθηση του λάθους, και αυτό με κάνει να εξοργίζομαι ακόμα πιο πολύ. «Πώς μπόρεσες;» του στριγκλίζω καθώς εξαπολύω πάλι ένα χτύπημα, αστοχώντας αυτή τη φορά επειδή τώρα είναι σε επιφυλακή. «Τι έχεις πάθει; Πώς μπόρεσες να τη σκοτώσεις;» Θυμάμαι τις ψυχές που έχω δει, την Ανιχνεύτρια και το Θεραπευτή, και μπορώ να τους δω μόνο μέσα από τα μάτια της Γουάντα. Όμορφες, εύθραυστες, απαλές ασημένιες κορδέλες. Τόσο όμορφη θα ήταν και η Γουάντα. Και μετά σκέφτομαι τα διαμελισμένα ασημένια πτώματα… Κάποιος –ο Γιατρός– προσπαθεί να αρπάξει τα μπράτσα μου καθώς ορμάω προς τον Τζάρεντ με σηκωμένες γροθιές. Ρίχνω μια αγκωνιά προς τα πίσω. Νιώθω την πρόσκρουση και τον ακούω να βγάζει μια πνιχτή κραυγή όταν ο αγκώνας μου έρχεται σε επαφή με το σώμα του, και τα χέρια του πέφτουν. «Τη σκοτώσατε!» φωνάζω και στους δυο. Και μετά επαναλαμβάνω τα δικά της λόγια. «Είστε τέρατα! Τέρατα!» «Μελ!» μου φωνάζει ο Τζάρεντ. «Άκουσε!» Ορμάω επάνω του, και τραβιέται γρήγορα στην άκρη, με τα χέρια τεντωμένα μπροστά σαν να σκοπεύει να με συγκρατήσει. Για ένα δευτερόλεπτο σκέφτομαι να σκύψω πίσω και να πάρω το μαχαίρι, και ένα κομμάτι του εαυτού μου συνειδητοποιεί ότι βρίσκομαι εκτός ελέγχου, αλλά δεν θέλω να είμαι λογική. Όχι ενώ η Γουάντα είναι νεκρή –νεκρή για χάρη μου– κι εγώ αναπνέω ακόμα. «Μελ, σε παρακαλώ, απλά –» «Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό; Πώς;»


6 9 3

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Άλλο ένα χτύπημα και αστοχώ. Ο Τζάρεντ είναι γρήγορος. Μια τεράστια σιλουέτα υψώνεται ξαφνικά δίπλα μου. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω ότι το ράντζο σ’ αυτή τη σκιερή εσοχή είναι κατειλημμένο. Το κενό πρόσωπο της Τζόντι, με τα μάτια κλειστά, περιτριγυρισμένο από μαύρες μπούκλες, έχει μπει στο πεδίο της επίθεσής μου. Και ο Κάιλ, με το ένα του χέρι να κρατά ακόμα το δοχείο της Σάνι, μπαίνει ανάμεσα στην Τζόντι κι εμένα. Προστατεύει το σώμα της κοπέλας που αγαπά, και την κοιμισμένη ψυχή για την οποία νιώθει μια αναπάντεχη συμπάθεια. Δεν κάνει καμία κίνηση προς το μέρος μου όπως θα περίμενα. Ακόμα θυμάμαι τα μεγάλα του χέρια να σπρώχνουν το πρόσωπό μου κάτω από το νερό. Ακόμα κι ο Κάιλ είναι ικανός να μάθει. Πώς μπορεί ο Τζάρεντ να είναι πιο ηλίθιος, πιο πεισματάρης, πιο σκληρός από τον Κάιλ; Αυτομάτως, κάνω ένα βήμα μακριά από τον Κάιλ, και ο Τζάρεντ εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι η προσοχή μου έχει αποσπαστεί. Πιάνει ξανά τον καρπό μου και τυλίγει το χέρι μου πίσω μου. Καταλαβαίνω ότι είναι προσεκτικός, ότι δεν θέλει να με πονέσει. Δεν είναι όπως την πρώτη νύχτα που γνωριστήκαμε, όταν ο καθένας μας νόμιζε ότι ο άλλος ήταν εξωγήινος. Όταν ήμασταν έτοιμοι να αλληλοσκοτωθούμε. Αλλά η λαβή του μου φέρνει στο μυαλό εκείνη την πρώτη νύχτα. Και δεν θέλω να του κάνω άλλο κακό, αλλά είμαι τόσο θυμωμένη που δεν ξέρω αν μπορώ να συγκρατηθώ. Δεν μπορώ να γίνω το άτομο που θα δεχτεί το θάνατο της Γουάντα ως το τίμημα για αυτό που θέλει. Δεν πρόκειται. «Μέλανι», λέει απότομα ο Κάιλ με τη βαθιά του φωνή. Ακούγεται ενοχλημένος. Είμαι τόσο σοκαρισμένη που τον ακούω να λέει το όνομά μου ώστε δεν τον διακόπτω. «Ηρέμησε!» διατάζει. «Η Γουάντα είναι μια χαρά. Εκεί είναι». Τον κοιτάζω. Αισθάνομαι το στόμα μου να κρέμεται ανοιχτό. Κάνει ένα νεύμα προς το γραφείο του Γιατρού, όπου βρίσκονται τρία δοχεία ψύξης όλα τους με ένα μουντό κόκκινο χρώμα στο πώμα τους. Τα δυο τους βρίσκονται σε ίση απόσταση στο κέντρο όπως τα θυμάμαι, και υπάρχει άλλο ένα τοποθετημένο ξεχωριστά στην αριστερή γωνία. Κοιτάζω τα τρία δοχεία, και μετά εκείνο στο χέρι του Κάιλ. Τέσσερα. Δυο Θεραπευτές, η Σάνι και άλλος ένας. Η Γουάντα.


6 9 4

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Ξεσπάω σε δάκρυα. Η εξωγήινη που έχει γίνει αδελφή μου είναι ζωντανή. Είναι εκεί, και τώρα που έχω τον έλεγχο των χεριών μου, μπορώ να φροντίσω ότι δε θα εξαφανιστεί ποτέ. Να φροντίσω ότι θα ζήσει περισσότερο από όλους μας. Ο Τζάρεντ αφήνει τον καρπό μου και πλησιάζει για να με αγκαλιάσει, αλλά τον σπρώχνω και απομακρύνομαι από κοντά του παραπατώντας, προσπερνάω το Γιατρό και κατευθύνομαι προς τη Γουάντα. Παίρνω το δοχείο της προσεκτικά στην αγκαλιά μου και την κρατάω σφιχτά. Δεν ξέρει ότι είμαι εκεί, αλλά κάποια μέρα –κάποια μέρα σύντομα– θα της πω γι’ αυτή τη στιγμή. Θα της πω ότι δεν ήθελα να πάρω πίσω το σώμα μου μέχρι που κατάλαβα ότι μπορούσα να το χρησιμοποιήσω για να την προστατεύσω. «Μελ», λέει ο Τζάρεντ πίσω μου. Είναι πιο διστακτικός τώρα. Τα δάχτυλά του πιέζουν πολύ ελαφρά το μπράτσο μου. Δεν γυρίζω. «Δώσε μου ένα λεπτό», λέω βραχνά. Περιμένει σιωπηλός. Τα απαλά δάχτυλά του μένουν πάνω στο δέρμα μου. Παίρνω μερικές βαθιές ανάσες και προσπαθώ να συμφιλιωθώ με αυτή τη νέα πραγματικότητα. Η Γουάντα είναι ασφαλής, κι εγώ θα τη φέρω πίσω. Είμαι ξανά εγώ, αυτό που ήθελα πάντα. Ο Τζάρεντ είναι εδώ μαζί μου. Χάρη στη Γουάντα, η οικογένειά μας είναι άθικτη. Έχω τα πάντα. Δεν υπάρχει κανείς στο κεφάλι μου εκτός από εμένα. Και φυσικά νιώθω τρομερά μόνη. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σταματήσω να κλαίω. Μακάρι να μπορούσα να ακούσω τη Γουάντα να μου λέει ότι όλα είναι εντάξει. Της υποσχέθηκα ότι θα ήμουν ευτυχισμένη, αλλά δεν νιώθω ευτυχισμένη. Νιώθω απλά μόνη. «Μου λείπεις», ψιθυρίζω στο ζεστό μέταλλο στην αγκαλιά μου. Είναι ήσυχα για ένα λεπτό στη σπηλιά του Γιατρού. Τους αισθάνομαι να περιμένουν πίσω μου, αβέβαιοι. «Τι συνέβη;» ρώτησα, χωρίς να γυρίσω. «Πρόλαβα να έρθω», απαντά ο Τζάρεντ. Δεν το κατάλαβα απόλυτα αυτό. «Γιατρέ;» λέω, και η φωνή μου ακούγεται τεταμένη. «Έδωσα το λόγο μου… εε, Μέλανι. Λυπάμαι, δε… σε ξέρω καλά». Γυρίζω να τον κοιτάξω καθώς μιλάει. Έχει κοκκινίσει λίγο, και δυσκο-


6 9 5

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

λεύεται να με κοιτάξει στα μάτια. «Δεν ξέρω πόσο καλά ξέρεις εσύ εμένα», συνεχίζει. «Πόσο μεγάλο κομμάτι ήσουν της σχέσης που είχα με τη Γουάντα». Καθαρίζει το λαιμό του. «Αλλά ήξερε πόσο σημαντικό ήταν αυτό –ο λόγος μου– για μένα. Και νομίζω ότι ξέρω πόσο σημαντικό ήταν για εκείνη να κρατήσω την υπόσχεσή μου. Ήθελε να πεθάνει εδώ». Τώρα με κοιτάζει κατάματα. «Έκανε λάθος», λέω μέσα από τα δόντια μου. Ο Γιατρός μού ανταποδίδει για μια στιγμή το άγριο βλέμμα μου, μετά αναστενάζει και σηκώνει τους ώμους. «Υποθέτω ότι νιώθω ανακουφισμένος που με σταμάτησε ο Τζάρεντ. Ελπίζω να με συγχωρήσει». Το γέλιο μου είναι λίγο σκουριασμένο. «Είναι καλή στο να συγχωρεί». Κοιτάζω τον Τζάρεντ. «Την ακολούθησες;» Νεύει. «Κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά». Με κοιτάζει, διστακτικός, και καταλαβαίνω ότι προσπαθεί να αποφασίσει αν έχει φτάσει επιτέλους η στιγμή να με αγκαλιάσει. Δεν είμαι έτοιμη γι’ αυτό. Κοιτάζω το μαχαίρι και μετά πάλι εκείνον. «Ο Γιατρός δεν ήθελε να γίνουν τα πράγματα με το δικό μου τρόπο», εξηγεί ο Τζάρεντ, και ο Γιατρός τρίβει νευρικά το λαιμό του με το χέρι του. Σηκώνω το ένα μου φρύδι εντυπωσιασμένη, παρόλο που δεν το θέλω. Ο Τζάρεντ δείχνει να εκπλήσσεται που βλέπει εμένα να εκπλήσσομαι. «Κι εγώ την αγαπάω», λέει. «Δε θα άφηνα να της συμβεί τίποτα όσο ήσουν αναίσθητη. Ανεξάρτητα από το τρελό σχέδιο που είχε βάλει σε εφαρμογή». Και ήταν όπως τότε που ο Τζάρεντ τρύπωσε στο σκοτεινό θάλαμο του Τζέιμι, αναισθητοποίησε με χλωροφόρμιο το Γιατρό, και η Γουάντα κι εγώ ξέραμε ότι καταλάβαινε, ότι πίστευε, ότι ήταν αυτός που χρειαζόμασταν να είναι. Είναι ο δικός μου Τζάρεντ, και φυσικά έσωσε τη Γουάντα όπως ακριβώς θα έκανα κι εγώ στη θέση του. Ξέρω τι θα έλεγε γι’ αυτό η Γουάντα –για το γεγονός ότι κατέφυγα στη βία –και σχεδόν με κάνει να χαμογελάσω. Ο Τζάρεντ βλέπει το συναίσθημα να πλημμυρίζει τα μάτια μου, να μαλακώνει το πρόσωπό μου, και κάνει ένα μικρό βήμα μπροστά για να τυλίξει τα χέρια του γύρω μου –γύρω κι από τις δυο μας, αφού ακόμα


6 9 6

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

κρατάω τη Γουάντα. Αυτή τη φορά, τον αφήνω. Και όχι μόνο τον αφήνω –λιώνω μέσα του, στεγνώνοντας το λερωμένο από δάκρυα πρόσωπό μου στον ώμο του. «Σ’ ευχαριστώ», ψιθυρίζω. Ο Τζάρεντ φιλάει την κορυφή του κεφαλιού μου. Είναι ήσυχα. Ακούω ένα ράντζο να τρίζει, και φαντάζομαι ότι ο Κάιλ πρέπει να ξαπλώνει, να ετοιμάζεται πάλι να κοιμηθεί. Αυτός πρέπει να είναι ο λόγος που ακούστηκε τόσο ενοχλημένος πριν. Τον ξύπνησα. Ποιος νοιάζεται για όλο αυτό το δράμα με το Γιατρό, τον Τζάρεντ και ένα νέο άτομο που δεν έχει γνωρίσει ποτέ, όταν χάνει ώρες ύπνου; Μου έρχεται να γελάσω με την εγωπάθειά του. Δεν νομίζω ότι θα κάνω τις υποχωρήσεις που έκανε η Γουάντα απέναντι στον Κάιλ. Δεν συγχωρώ τόσο εύκολα. Με το πρόσωπό μου να πιέζει ακόμα τον ώμο του Τζάρεντ, ξαφνικά αναρωτιέμαι τι λέει ο Γιατρός γι’ αυτή την επανένωση. Τον φαντάζομαι να στέκεται αμήχανα, έχοντας αποστρέψει το βλέμμα. Ή ίσως να κάνω λάθος και να κοιτάζει, προσπαθώντας να αποδεχτεί το άτομο που είμαι τώρα. Η Γουάντα είχε φανταστεί τον τρόπο που θα αντιδρούσαν οι άνθρωποι κοντά μου. Περίμενε ότι θα με δέχονταν, θα με αγκάλιαζαν, θα με εμπιστεύονταν και θα πανηγύριζαν για την επιστροφή μου. Αναρωτιέμαι αν είχε δίκιο. Είμαι σίγουρη ότι αυτή τη στιγμή νιώθω μια ψυχρότητα από το Γιατρό, αλλά ίσως αυτό να οφείλεται στον Τζάρεντ και το μαχαίρι, και όχι σε εμένα. Ή ίσως να οφείλεται μόνο σε εμένα και σε κανέναν άλλο. Ίσως οι φίλοι της Γουάντα να μη με συμπαθήσουν τόσο πολύ. Όλοι οι καλύτεροι άνθρωποι εδώ, τους είχα χαρακτηρίσει. Θα με συγχωρήσει κάποιος από αυτούς που πήρα τη θέση της; Που έκλεψα το σώμα που θεωρούν δικό της; Θα με συγχωρήσει ο Τζέιμι; Νομίζω πως ναι. Με αγαπάει. Το ξέρω. Αλλά πώς θα νιώσει όταν δει τη Γουάντα σε ένα μικρό μεταλλικό δοχείο; Θα χαρεί που θα με έχει ξανά πίσω όταν –για εκείνον– στην πραγματικότητα δεν έφυγα ποτέ; Χρειαζόμαστε ένα σώμα. Ο Τζέιμι θα είναι μια χαρά όταν του πει η ίδια η Γουάντα ότι όλα είναι εντάξει. Ο Ίαν, όμως. Δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι τον Ίαν. Δεν με αγαπάει όπως ο Τζέιμι. Δεν νομίζω ότι ο Ίαν με συμπαθεί καν. Μάλιστα, μπορεί και να με μισεί. Ή θα με μισήσει, όταν ξυπνήσει και δει ότι εκείνη έχει φύγει.


6 9 7

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Υποσχέθηκα στη Γουάντα ότι θα προσπαθούσα να φροντίσω τον Ίαν, αλλά έχω ένα προαίσθημα ότι δε θα μου το επιτρέψει. Πώς μπορώ να ζητήσω ειλικρινά συγγνώμη τη στιγμή που εγώ βρίσκομαι σε αυτό το σώμα και η Γουάντα είναι σε ένα δοχείο; Χρειαζόμαστε ένα σώμα γρήγορα. Υπάρχει κι άλλος ένας λόγος που δεν θέλω να σκέφτομαι τον Ίαν. Θυμάμαι ότι τον φιλούσα, πιθανότατα πριν από μόλις λίγα λεπτά, και θυμάμαι ότι ένιωθα ωραία. Ένα κομμάτι μου τον έχει πεθυμήσει ήδη. Ένα κομμάτι μου τον θέλει εδώ. Αναριγώ στην αγκαλιά του Τζάρεντ, και με σφίγγει πιο πολύ. «Όλα θα πάνε καλά», υπόσχεται ο Τζάρεντ. Τον πιστεύω. Εισπνέω τη μυρωδιά του δέρματός του και ξέρω ότι εδώ είναι το μέρος που θέλω να είμαι. Τώρα είμαι υπερβολικά εξουθενωμένη για να σκέφτομαι τον Ίαν. Είμαι πολύ κουρασμένη για να κάνω οτιδήποτε άλλο από το να έχω ακουμπισμένο το κεφάλι μου στο μπράτσο του Τζάρεντ και να τον αφήνω να με κρατά στην αγκαλιά του. Το όλο πράγμα είναι μπερδεμένο. 9 Η βραχνή φωνή του Κάιλ, πολύ δυνατή ακόμα και όταν προσπαθεί να ψιθυρίσει, με βγάζει από τον ύπνο. Είμαι ξαπλωμένη. Νιώθω αποπροσανατολισμένη, όπως την πρώτη φορά που ξύπνησα. Πόση ώρα κοιμόμουν αυτή τη φορά; «Κοίταξέ με, Τζόντι. Σε παρακαλώ, γλυκιά μου. Πρέπει να ανοίξεις τα μάτια σου. Πρέπει να το κάνεις αυτό για μένα, Τζόντι. Σε παρακαλώ. Σφίξε το χέρι μου. Κάτι». Η φωνή του Κάιλ σπάει καθώς ανοίγω τα μάτια μου. Οι μουσαμάδες είναι ακόμα στη θέση τους πάνω από τους αεραγωγούς. Εμποδίζουν τον ήλιο να γίνεται εκτυφλωτικός. Είναι πρωί, αλλά το φως είναι κίτρινο, όχι πορτοκαλί. Είναι πολλή ώρα μετά την αυγή. Υποθέτω ότι δεν είναι περίεργο που κοιμήθηκα τόσο πολύ. η Γουάντα είχε μείνει ξύπνια μέρες σ’ αυτό το σώμα. Ήταν εξουθενωμένο. Αλλά η σημερινή μέρα δεν είναι η κατάλληλη για πολύ ύπνο. Θα έχει ξυπνήσει ο Ίαν; Θα με ψάχνει; Όχι εμένα. Τη Γουάντα.


6 9 8

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Ανασηκώνομαι πολύ γρήγορα, και το κεφάλι μου γυρίζει καθώς ψάχνω μέσα στη σπηλιά τη Γουάντα. Εντοπίζω το δοχείο στο διπλανό ράντζο από το δικό μου. «Όλα είναι εντάξει», μουρμουρίζει ο Τζάρεντ με καθησυχαστική φωνή –τη φωνή που χρησιμοποιείς όταν μιλάς σε αρρώστους και τρομαγμένα παιδιά. «Εδώ είναι. Δε θα πάει πουθενά». Ο Τζάρεντ έχει γείρει στο ράντζο από την άλλη μου πλευρά. Χαμογελά, και οι γωνίες των ματιών του ζαρώνουν. Υπάρχει ακόμα ένα ίχνος επιφυλακτικότητας σε αυτά τα μάτια. Δεν είναι σίγουρος ότι με ξέρει τόσο καλά όσο πριν. Δεν είναι σίγουρος κατά πόσο με άλλαξε η Γουάντα. Μια μοβ μελανιά καλύπτει το δεξί του ζυγωματικό. Ξεροβήχω για να διώξω τον ύπνο από το λαιμό μου και λέω βραχνά, «Συγγνώμη. Και ευχαριστώ. Ξανά». «Σ’ αγαπώ», απαντά. Ο τρόπος που λέει τις λέξεις τις κάνει να μοιάζουν με κάτι περισσότερο από διαβεβαίωση. Σχεδόν είναι μια πρόκληση. «Κι εγώ σ’ αγαπώ», του λέω. Στριφογυρίζω τα μάτια μου προς τα πάνω. «Προφανώς». Χαμογελά στραβά. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο. Με σηκώνει από το ράντζο και με κλείνει στο στήθος του. Του ανταποδίδω την αγκαλιά, αλλά νιώθω σαν να κλέβω. Δεν έχω την πολυτέλεια να απολαύσω τίποτα ακόμα. Ανέβαλα πολλά όσο κοιμόμουν. Κρέμονται απειλητικά από πάνω μου σαν ποινή φυλάκισης. Υπάρχει κάτι που πρέπει να υπομείνω πριν γίνει το οτιδήποτε άλλο. «Τι;» ρωτά ο Τζάρεντ νιώθοντάς με να γίνομαι άκαμπτη καθώς σκέφτομαι αυτό που πρέπει να κάνω. «Θέλω να καταλάβω τι περνάς τώρα. Μίλησέ μου». Ακούγεται πολύ σοβαρός και αποφασισμένος –αποφασισμένος να γίνει ψυχολόγος, αν αυτό είναι που χρειάζομαι. «Δεν είναι τίποτα περίπλοκο», λέω και αναστενάζω. «Ο Ίαν». Τα χέρια του μένουν κοκαλωμένα για λίγο, και μετά πιέζει τον εαυτό του να χαλαρώσει. Στο πρόσωπό του βλέπω μια αμφιβολία που δεν έχω ξαναδεί ποτέ εκεί. «Πρέπει να μάθει. Όσο περισσότερο περιμένω να του το πω –» «Ακόμα είναι νωρίς. Ίσως να μη έχει ξυπνήσει ακόμα. Πάμε να τον βρούμε». Άμεση δράση, η ειδικότητα του Τζάρεντ. «Πρέπει πρώτα να του μιλήσω μόνη. Να του εξηγήσω».


6 9 9

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Ο Τζάρεντ το σκέφτεται για λίγο. «Δεν μου αρέσει αυτό», λέει τελικά. Ο τρόπος που μιλάει είναι πιο αργός και μελετημένος από ό,τι συνήθως. «Θα είναι θυμωμένος. Πολύ θυμωμένος». «Το ξέρω». «Θα έρθω μαζί σου». «Όχι. Αυτό θα τον πλήγωνε περισσότερο». Είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Και επίσης είμαι σίγουρη ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάμαι τον Ίαν. Τον ξέρω καλά. «Και μη με ακολουθήσεις όπως ακολούθησες τη Γουάντα. Σου το λέω ξεκάθαρα. Πρέπει να το μάθει πρώτα από εμένα». Ο Τζάρεντ νεύει μια φορά, επιφυλακτικός. Η αμφιβολία είναι ξανά εκεί. Δεν νομίζω ότι μπορώ να πω κάτι για να τη διώξω. Τα λόγια δεν είναι αρκετά, ειδικότερα όταν επί έναν ολόκληρο χρόνο από το στόμα μου έβγαιναν τα λόγια κάποιας άλλης. Στο τέλος, ο Τζάρεντ θα καταλάβει ότι το γεγονός ότι η Γουάντα ήταν στο σώμα μου όταν ερωτεύτηκε τον Ίαν δεν έχει αλλάξει τίποτα ανάμεσά μας. Ο χρόνος και οι πράξεις –αυτά θα τον πείσουν. Κι εγώ. Παίρνω το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια μου και του δίνω ένα δυνατό φιλί στο στόμα, και μετά ένα δεύτερο πιο ελαφρά –απλά ακουμπώ τα χείλη μου πάνω στη μελανιά του. Η αίσθηση της ποινής φυλάκισης, όμως, είναι πολύ δυνατή για να χρονοτριβώ. Πρέπει πρώτα να τελειώνω με αυτό πριν αφήσω τον εαυτό μου να τον νιώσει εδώ μαζί μου. Δεν μπορώ να είμαι χαρούμενη με αυτό να ξεπροβάλλει απειλητικά από πάνω μου. Η απόλαυση αλλοιώνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε μετατρέπεται σε πόνο. Ο Τζάρεντ σφίγγει το χέρι μου καθώς γυρίζω να φύγω. Περνάω μπροστά από το Γιατρό, ο οποίος ροχαλίζει σιγανά στο τελευταίο ράντζο. Κατευθύνομαι προς το μακρύ νότιο τούνελ και ξαφνικά με χτυπά η έντονη αίσθηση του σουρεαλιστικού. Δεν περίμενα ότι θα το ξανάκανα αυτό –να περπατήσω μέσα σε αυτό το σκοτάδι. Η προηγούμενη φορά έμοιαζε ότι θα ήταν η τελευταία. Λογικά, θα πρέπει να είχα την επίγνωση ότι ο σκοπός όλων αυτών ήταν να ξυπνήσω, να σηκωθώ από το ράντζο, και να επιστρέψω στις σπηλιές. Αλλά τώρα μου φαίνεται αδύνατο, παράξενο και λάθος. Το τούνελ είναι και πάλι μακρύ και λίγο τρομακτικό, όπως ήταν για πολύ καιρό για τη Γουάντα.


7 0 0

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Καθώς περπατάω γρήγορα, το μυαλό μου τρέχει μπροστά σε αυτά που θα πω στον Ίαν. Θα κοιμάται ακόμα, άραγε; Θα πρέπει να χτυπήσω; Δεν θυμάμαι αν η Γουάντα έβαλε την πόρτα στη θέση της όταν έφυγε. Τον φαντάζομαι, τα μέλη του απλωμένα στο στρώμα όπως κοιμάται πάντα, τα μαύρα του μαλλιά να πετάγονται σε άγριες τούφες, τις ανοιχτόχρωμες βλεφαρίδες του κλειστές. Φοβάμαι να κοιτάξω τα φωτεινά γαλάζια μάτια του, επειδή ξέρω πώς θα φαίνεται ο πόνος σε εκείνα τα μάτια. Ο πόνος, ο θυμός και όλες οι κατηγορίες που μου αξίζουν απόλυτα. Αρχίζω να περπατώ πιο γρήγορα, σχεδόν τρέχω. Θέλω να τον προλάβω πριν ξυπνήσει. Θέλω να έχω μερικά δευτερόλεπτα να δω το πρόσωπό του πριν ανοίξει τα μάτια του και αρχίσει να με μισεί. Τώρα πια τρέχω κανονικά όταν στρίβω στη γωνία και μπαίνω στη φωτεινή πλατεία. Θα είναι η πρώτη μου φορά που μπαίνω σ’ αυτό το δωμάτιο καθώς και η χιλιοστή μου. Αυτό συλλογίζομαι όταν πέφτω πάνω στον Ίαν. Με πιάνει αμέσως από τα μπράτσα για να μην πέσω πίσω. Κοιτάζει προς τα κάτω και αρχίζει να χαμογελά. Η έκφραση παγώνει στο πρόσωπό του. Τα χέρια του πέφτουν από τα μπράτσα μου σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Παρόλο που ξέρω ότι δείχνω ακριβώς σαν τη Γουάντα –χωρίς άμεσο φως, τα μάτια μου δεν με προδίδουν– είναι σαφές ότι ξέρει. Το ήξερε από τη στιγμή που με άγγιξε, και η πληροφορία έφτασε στον εγκέφαλό του αφότου το χαμόγελό του είχε ξεκινήσει. Κάνει ένα βήμα πίσω, μισοχαμογελώντας ακόμα, παρόλο που στην έκφρασή του δεν υπάρχει καθόλου χιούμορ. Μοιάζει με μια σχισμή σε ένα πτώμα που έχει αφήσει μισοτελειωμένο ένας αδιάφορος εργολάβος κηδειών. Κοιταζόμαστε. Δεν μπορώ να υπολογίσω πόση ώρα στεκόμαστε έτσι. Με κάθε δευτερόλεπτο που περνά το χαμόγελό του γεμίζει με όλο και περισσότερο πόνο, έως ότου δεν μπορώ να το αντέξω. Τελικά μιλάω, ψελλίζοντας τις πρώτες λέξεις που μπορώ να σκεφτώ. «Είναι καλά. Είναι σε ένα δοχείο. Θα της βρούμε ένα σώμα. Θα είναι καλά. Καλά. Είναι καλά». Στο τέλος η φωνή μου ίσα που ακούγεται. Ένας ψίθυρος σχεδόν. Όσο μιλάω, το πρόσωπό του χαλαρώνει. Περίπου. Το άκαμπτο χαμόγελο χάνεται, οι γωνίες του στόματός του κρεμάνε προς τα κάτω. Τα πα-


7 0 1

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

γωμένα γαλάζια μάτια του μαλακώνουν. Αλλά το πρόσωπό του τεντώνεται τώρα με νέους τρόπους. Ρυτίδες γύρω από τις άκρες των ματιών του. Μαύρα φρύδια ενώνονται σε μια μακριά γραμμή. Δεν απαντά. Κοιτάζουμε ξανά ο ένας τον άλλον, αλλά όχι με τον ακίνητο, παγωμένο τρόπο που κοιταχτήκαμε λίγο πριν. Τα μπράτσα μου λαχταράνε να απλωθούν προς το μέρος του, σε κάποια σωματική έκφραση παρηγοριάς. Τα μισοσηκώνω και μετά τα αφήνω ξανά να πέσουν. Τα χέρια μου συσπώνται προς το μέρος του και τα σφίγγω σε γροθιές. Με τον ίδιο τρόπο σχεδόν κινείται κι εκείνος. Γέρνει ελαφρά προς το μέρος μου, και μετά αποτραβιέται διακριτικά. Κάνει το ίδιο τρεις φορές καθώς είμαστε ο ένας απέναντι στον άλλο. Περιμένω τις κατηγορίες του: Την έκανες να υποφέρει εξαιτίας μου. Ήσουν μικρόψυχη. Ήξερες τα αδύναμα σημεία της και τα χρησιμοποίησες. Την άφησες να θυσιαστεί. Είναι εκατό φορές καλύτερη από εσένα. Είναι όλα αλήθεια. Δε θα διαφωνήσω μαζί του. Θα δηλώσω ένοχη. Δε λέει τίποτα. Άραγε συγκρατείται για χάρη της, επειδή ξέρει ότι δε θα το ενέκρινε; Ή μήπως είναι απλά ευγενικός, όπως είσαι απέναντι σε ένα ξένο; Ακόμα δε μιλάει, και αρχίζω να αναρωτιέμαι μήπως απλά δεν μπορεί. Μήπως δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει τον πόνο που εύκολα μπορώ να διαβάσω στα μάτια του. «Θέλεις να… να πας σε εκείνη;» προτείνω. Δεν απαντά, αλλά ο πόνος στα μάτια του αλλάζει λίγο. Γίνεται… σύγχυση. Το χέρι του σηκώνεται ελαφρά, μετά πέφτει. «Είναι με το Γιατρό», μουρμουρίζω. Μισογυρίζω, παίρνοντας πάλι το δρόμο για το νότιο τούνελ. Στρίβω το σώμα μου πλάγια, καθοδηγώντας τον. Ακολουθεί με μια σπασμωδική κίνηση. Περπατώντας αργά, πλάγια ακόμα, κατευθύνομαι προς το σκοτάδι. Με ακολουθεί, με το βήμα του να γίνεται πιο σίγουρο. Όταν μπαίνουμε στο σκοτάδι, στρέφομαι μπροστά. Κρατάω το βήμα μου ελαφρύ και αφουγκράζομαι για να σιγουρευτώ ότι είναι μαζί μου. Τα βήματά του ακούγονται πιο δυνατά. Αρχίζει να επιταχύνει. Μετά από λίγο, τον ακολουθώ εγώ. Στα σκοτεινά είναι πιο εύκολο. Λες και τα μάτια του είναι κλειστά. Περπατάμε σιωπηλοί, αλλά νιώθω πιο άνετα. Μέχρι πριν από λίγο ήμουν


7 0 2

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

αόρατη για εκείνον, αλλά ήμουν πάντα εκεί, περπατούσα δίπλα του. Νιώθω το ίδιο και τώρα σαν να είμαι και πάλι αόρατη. «Δεν μπόρεσα να τη σταματήσω», λέω μετά από μισό μίλι περίπου. Με εκπλήσσει όταν –μετά από ένα σύντομο δισταγμό– μου απαντά. «Το ήθελες;» Η φωνή του είναι τραχιά, λες και προηγουμένως δεν μπορούσε να μιλήσει γιατί φοβόταν ότι ίσως θα έχανε τον αυτοέλεγχό του, και χαίρομαι ακόμα περισσότερο που δεν μπορώ να τον δω. «Ναι». Περπατάμε πιο αργά, χωρίς να μιλάμε για λίγο. Αναρωτιέμαι πώς να είναι γι’ αυτόν να ακούει τη φωνή μου. Η δική του φωνή εξακολουθεί να είναι η φωνή του φίλου μου, αλλά εγώ θα πρέπει να του ακούγομαι τελείως διαφορετικά. «Γιατί;» ρωτάει τελικά. «Επειδή είναι… η καλύτερη μου φίλη». Η φωνή του είναι διαφορετική όταν μιλάει ξανά. Πιο ήρεμη. «Αναρωτιόμουν γι’ αυτό». Δε λέω τίποτα, ελπίζοντας ότι θα μου εξηγήσει τι εννοεί. Μετά από ένα λεπτό, το κάνει. «Αναρωτιόμουν αν μπορεί κάποιος που την έχει γνωρίσει να μην την αγαπήσει. Εσύ ήξερες την κάθε της σκέψη». «Να», απαντώ σε μια ερώτηση που δεν έκανε. «Την αγαπώ». Διστάζει, μετά ρωτά: «Αλλά θα πρέπει να ήθελες πίσω το σώμα σου». «Όχι αν αυτό σήμαινε ότι θα έχανα τη Γουάντα». Το συλλογίζεται για ένα λεπτό. Οι σόλες των παπουτσιών του ξαφνικά χτυπάνε πιο δυνατά πάνω στο πέτρινο έδαφος, και πρέπει να περπατάω πιο γρήγορα για να τον προφτάσω. «Δε θα φύγει από αυτόν τον πλανήτη», γρυλίζει. Αυτό το άλλο σχέδιο –εκείνο που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα κατασκεύασμα του μυαλού μας– βρίσκεται τόσο μακριά από τις σκέψεις μου ώστε πρέπει να το συλλογιστώ για λίγο μέχρι να καταλάβω. «Δεν είχε ποτέ τέτοια πρόθεση», λέω, θέλοντας να συμφωνήσω μαζί του. Δεν λέει τίποτα, αλλά η σιωπή του είναι μια ερώτηση. Περπατάει πιο αργά πάλι. Προσπαθώ να εξηγήσω. «Είπε ψέματα γι’ αυτό, έτσι ώστε να μην της φέρετε όλοι σας αντίρρηση. Ήθελε να μείνει εδώ… Σχεδίαζε να… ταφεί


7 0 3

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

εδώ. Με τον Γουόλτερ και τον Γουές». Η σιωπή του είναι πιο βαριά αυτή τη φορά. Έχει ακινητοποιηθεί. Έσπευσα να του εξηγήσω. «Αλλά όπως είπα είναι καλά. Ο Γιατρός την έβαλε σε ένα δοχείο. Θα της βρούμε ένα σώμα. Σύντομα. Με την πρώτη ευκαιρία». Αλλά δεν ακούει. «Πώς σκέφτηκε να μου κάνει τέτοιο πράγμα;» λέει εξοργισμένος μέσα από τα δόντια του. «Όχι», λέω απαλά. «Δεν ήταν έτσι. Ένιωθε ότι θα σε πλήγωνε περισσότερο αν έμενε εδώ… σ’ αυτό το σώμα». «Αυτό είναι γελοίο. Πώς είναι δυνατόν να προτιμούσε να πεθάνει παρά να φύγει;» «Της αρέσει πολύ εδώ», λέω απαλά. «Δε θέλει να ζήσει πουθενά αλλού». Ο Ίαν είναι πολύ θυμωμένος –θυμωμένος με τη Γουάντα, και αυτό με προσβάλλει. Τα λόγια του είναι απότομα. «Ποτέ δεν περίμενα ότι θα ήταν τόσο λιπόψυχη». «Δεν είναι», λέω άγρια, και αυτόματα νιώθω ένοχη. Δεν έχω δικαίωμα να θυμώνω με τον Ίαν. Γι’ αυτό μιλάω αργά, σταθμίζοντας τις λέξεις μου, προσπαθώντας να τον κάνω να καταλάβει. «Η Γουάντα… Θεωρεί ότι έχει κουραστεί να είναι ένα παράσιτο, αλλά εγώ νομίζω ότι είχε κουραστεί γενικώς. Ήταν εξαντλημένη, Ίαν. Περισσότερο από ό,τι έδειχνε στους άλλους. Όταν έχασε έτσι τον Γουές… Ήταν πολύ βαρύ για εκείνη. Κατηγορούσε τον εαυτό της–» «Μα δεν είχε καμία σχέση με–» «Προσπάθησε να της το πεις εσύ αυτό!» Συνειδητοποιώ ότι του φώναξα πάλι, και παίρνω μια βαθιά ανάσα. «Και μετά αναγκάστηκε να έρθει αντιμέτωπη με την Ανιχνεύτρια. Ήταν πιο δύσκολο από ό,τι φαντάζεσαι. Αλλά το βασικότερο από όλα είναι ότι σε αγαπούσε ενώ… αγαπούσε τον Τζάρεντ. Αγαπούσε τον Τζέιμι και πίστευε ότι χρειαζόταν περισσότερο εμένα. Αγαπούσε εμένα. Ένιωθε ότι μας πλήγωνε και μόνο που ανάσαινε. Δε νομίζω ότι μπορείς να καταλάβεις πώς ήταν αυτό για εκείνη, επειδή είσαι άνθρωπος. Δεν μπορείς να φανταστείς πως… πως…» Δεν μπορώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις, και ξαφνικά νιώθω το λαιμό μου να κλείνει. «Νομίζω ότι ξέρω τι εννοείς». Η φωνή του είναι πιο απαλή τώρα. Η ανταγωνιστικότητά του έχει φύγει. Ο Ίαν δεν είναι άνθρωπος που κρατάει το θυμό. «Χρειαζόταν λοιπόν ένα διάλειμμα, αλλά έγινε πολύ –πολύ μελοδρα-


7 0 4

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

ματική με το όλο θέμα. Κι εγώ νόμιζα ότι δεν μπορούσα να τη σώσω». Η φωνή μου σπάει. Παίρνω μια βαθιά ανάσα. «Δεν ήξερα ότι ο Τζάρεντ μάς ακολουθούσε». Όταν λέω το όνομα του Τζάρεντ, ακούω έναν ανεπαίσθητο ήχο μέσα στο σκοτάδι. Σχεδόν σαν… ένα πνιχτό παραπάτημα. Και συνειδητοποιώ ότι, όπως ακριβώς έκανε με τη Γουάντα, ο Τζάρεντ δεν πρόκειται να μείνει ξαπλωμένος σε ένα ράντζο στριφογυρίζοντας τους αντίχειρές του ενώ εγώ πιθανώς να βρίσκομαι σε μια επικίνδυνη κατάσταση. Όχι ότι αυτό είναι επικίνδυνο, αλλά ο Τζάρεντ δεν ξέρει τον Ίαν όπως εγώ. Και για να είμαστε δίκαιοι, αν τα πράγματα ήταν αντίστροφα, πιθανότατα θα είχα κάνει κι εγώ το ίδιο ακριβώς πράγμα. Και αν ξαφνικά σχολίαζε ότι τον είχα ακολουθήσει, ίσως να παραπατούσα κι εγώ. Μέσα στο σκοτάδι στριφογυρίζω τα μάτια μου προς τα πάνω. Ο Ίαν δεν το προσέχει. Αναστενάζει. «Ο Τζάρεντ το κατάλαβε, ενώ εγώ όχι». «Απλά ο Τζάρεντ είναι υπερβολικά προσεκτικός. Πάντα. Το παρακάνει. Το παρακάνει πολύ». Αυτό απευθύνεται σε εκείνον. Για να καταλάβει ότι τον έπιασα. «Είχε δίκιο, όμως», είπε ο Ίαν. «Ναι». Και ελευθερώνω έναν τεράστιο αναστεναγμό ανακούφισης, καθώς σκέφτομαι πόσο κοντά βρεθήκαμε στο τέλος. «Μερικές φορές η παράνοια είναι χρήσιμο πράγμα». Περπατάμε σιωπηλοί για μερικά λεπτά. Προσπαθώ να ακούσω τον Τζάρεντ, αλλά τώρα προσέχει περισσότερο, δε βγάζει απολύτως κανένα ήχο. «Πιστεύεις ότι θα είναι θυμωμένη μαζί μας όταν ξυπνήσει;» ρωτά ο Ίαν. Ρουθουνίζω. «Η Γουάντα; Θυμωμένη; Σε παρακαλώ». «Δυστυχισμένη, τότε;» ρωτά πιο χαμηλά. «Μια χαρά θα είναι», τον διαβεβαιώνω, επειδή ξέρω ότι δε θα μπορέσει να μην χαρεί όταν μάθει ότι αυτό θέλουμε όλοι μας. Είναι απλά στη φύση της. Αλλά δε νιώθω άσχημα που εκμεταλλεύομαι τη φύση της, επειδή ξέρω ότι κάτω από όλη αυτή την αυτοθυσία, αυτό θέλει. Αυτό που θα είχε επιτρέψει στον εαυτό της να θελήσει αν ήταν ελάχιστα πιο εγωίστρια. «Αυτό που είπες πριν, ότι αγαπά εσένα, και τον Τζέιμι, και τον Τζάρεντ… και εμένα». «Ναι;»


7 0 5

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

«Πιστεύεις ότι με αγαπά πραγματικά, ή απλά ανταποκρινόταν στο γεγονός ότι την αγαπώ εγώ; Μήπως απλά ήθελε να με κάνει ευτυχισμένο;» Την καταλαβαίνει. Την ξέρει καλύτερα από τον οποιοδήποτε εκτός από εμένα. Διστάζω. «Ρωτάω επειδή δε θέλω να γίνω… βάρος όταν θα ξυπνήσει». Περιμένει ένα λεπτό την απάντησή μου, και όταν δε λέω τίποτα, συνεχίζει. «Μη φοβάσαι μήπως πληγώσεις τα αισθήματά μου. Θέλω την αλήθεια». «Δεν ανησυχώ για τα αισθήματά σου. Απλά προσπαθώ να σκεφτώ τον κατάλληλο τρόπο για να το περιγράψω. Όλη αυτή τη χρονιά δεν ήμουν απόλυτα… ανθρώπινη, κι έτσι νομίζω ότι το καταλαβαίνω. Δεν είμαι σίγουρη όμως αν μπορείς να το καταλάβεις κι εσύ». «Δοκίμασέ με». «Είναι δυνατό συναίσθημα, Ίαν. Ο τρόπος που αισθάνεται για σένα είναι το κάτι άλλο. Αγαπάει αυτό τον κόσμο, αλλά ο πιο σημαντικός λόγος που δεν μπόρεσε να φύγει ήσουν εσύ. Σε θεωρεί την άγκυρά της. Της έδωσες ένα λόγο να μείνει επιτέλους σε ένα μέρος μετά από περιπλάνηση μιας ζωής». Παίρνει μια βαθιά ανάσα. Όταν μιλά, ακούω για πρώτη φορά γαλήνη στη φωνή του. «Τότε όλα είναι εντάξει». «Ναι». Παύση και μετά λέει: «Μη βιαστείς». «Τι;» Στρίβουμε στη γωνία προς το φως του νοσοκομείου του Γιατρού. Αισθάνομαι μια φαγούρα στις παλάμες μου από την επιθυμία να αγγίξω ξανά το δοχείο της. Να σιγουρευτώ. «Όταν πας να της βρεις σώμα. Με την ησυχία σου. Σιγουρέψου ότι θα της βρεις κάποιο στο οποίο θα είναι ευτυχισμένη. Μπορώ να περιμένω». Σηκώνω το βλέμμα μου και τον κοιτάζω. Τώρα μπορώ να δω την έκφρασή του. Το πρόσωπό του είναι ήρεμο. «Δε θα έρθεις μαζί μας;» ρωτάω, έκπληκτη. Συνειδητοποιώ ότι τον φανταζόμουν ως μέρος του επόμενου βήματος. Φανταζόμουν εκείνον στη μια πλευρά και τον Τζάρεντ στην άλλη, όπως στην τελευταία μας επιδρομή. Κουνάει το κεφάλι του καθώς ανηφορίζουμε προς τη μεγάλη φωτεινή τρύπα που είναι η είσοδος του νοσοκομείου.


7 0 6

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

«Αυτό το κομμάτι δε με νοιάζει. Ξέρεις τι χρειάζεται. Και θα προτιμούσα να καθίσω εδώ μαζί της». Ένα κομμάτι του εαυτού μου νιώθει πληγωμένο που δε θα έρθει μαζί μου, που θα μείνει εδώ με τη Γουάντα, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν ζηλεύω το δικό του χρόνο ή το δικό της. Μπαίνουμε στο φως, και βλέπω τον Τζάρεντ να στηρίζεται, με μια έκφραση αθώας περιέργειας, πάνω στο ράντζο όπου είναι ακουμπισμένο το δοχείο της Γουάντα. Ο Ίαν πηγαίνει κατευθείαν προς το μέρος της. Ο Τζάρεντ παραμερίζει προσεκτικά από μπροστά του. Στις σκιές, ο Κάιλ παρακολουθεί με βαθουλωμένα μάτια. Ο Γιατρός κοιμάται ακόμα. Ο Ίαν σηκώνει το δοχείο με απίστευτη προσοχή. Τον ακούω να εκπνέει. Με ανακούφιση. Με θλίψη. Με ελπίδα. «Ευχαριστώ», λέει προς την κατεύθυνση του Τζάρεντ, αλλά δεν παίρνει το βλέμμα του από το δοχείο. «Της χρωστάω», απαντά ο Τζάρεντ. Μετά ο Τζάρεντ κοιτάζει προς το μέρος μου, με το ένα φρύδι σηκωμένο. Μια ερώτηση. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και πηγαίνω κοντά του. Ναι, απαντώ με το χαμόγελό μου. Ναι, τώρα μπορώ να είμαι ευτυχισμένη. Ναι, κι εγώ σ’ αγαπώ. Ναι. Περνάω το ένα μου χέρι γύρω από τη μέση του, αλλά το άλλο ξεγλιστρά. Τα δάχτυλά μου χαϊδεύουν το ζεστό μέταλλο στα χέρια του Ίαν. Νιώθω δυνατή ξανά. Αυτό θα τακτοποιηθεί. Σύντομα. Και μετά θα μπορώ να αφηγηθώ στη Γουάντα τα πάντα.


ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ STEPHENIE MEYER

Τι σας ενέπνευσε να γράψετε Το Σώμα; Ο πυρήνας της σκέψης που εξελίχθηκε στο Σώμα γεννήθηκε από την απόλυτη ανία. Ταξίδευα με το αυτοκίνητο από το Φοίνιξ στο Σολτ Λέικ Σίτι διασχίζοντας ένα κομμάτι της πιο πληκτικής και μονότονης ερήμου στον κόσμο. Είναι μια διαδρομή που έχω κάνει πολλές φορές, και ένας από τους τρόπους που έχω ανακαλύψει για μην τρελαθώ είναι να λέω στον εαυτό μου ιστορίες. Δεν έχω ιδέα τι ενέπνευσε την ιδέα ενός εξωγήινου που κλέβει ένα σώμα και ερωτεύεται το αγόρι του ξενιστή του παρά τις διαμαρτυρίες του ξενιστή του. Πριν καλά καλά το καταλάβω είχα φτάσει στα μισά της ιστορίας. Από τη στιγμή που ξεκίνησα, όμως, η ιστορία τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Ένιωσα ότι υπήρχε κάτι το συναρπαστικό στην ιδέα ενός τέτοιου περίπλοκου τριγώνου. Άρχισα να κάνω ένα σχεδιάγραμμα σε ένα τετράδιο και όταν μπόρεσα να βρω έναν υπολογιστή το ανέπτυξα αμέσως. Υποτίθεται ότι Το Σώμα θα ήταν απλά κάτι που θα με κρατούσε απασχολημένη κατά τη διάρκεια της επιμέλειας της Έκλειψης – αλλά αποδείχτηκε ότι ήταν κάτι που δεν μπόρεσα να αφήσω μέχρι που τελείωσε. Η προσέγγιση που ακολουθήσατε για τη γραφή του Σώματος, του πρώτου μυθιστορήματός σας για ενήλικες, ήταν διαφορετική από εκείνη της σειράς του Λυκόφωτος; Καθόλου. Όπως και με το Έπος του Λυκόφωτος (και αυτό μάλλον είναι το μοναδικό κοινό που έχει Το Σώμα με το Έπος του Λυκόφωτος!) Το Σώμα είναι άλλη μια διασκεδαστική ιστορία που αφηγήθηκα στον εαυτό μου. Η προσωπική μου ψυχαγωγία είναι πάντοτε ο βασικός λόγος για τον οποίο ολοκληρώνω μια ιστορία. Όταν γράφω κάτι δε σκέφτομαι ποτέ ότι μπορεί να απευθύνεται σε κάποιο άλλο κοινό εκτός από τον εαυτό


7 0 8

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

μου. Αυτό μπορεί να περιμένει μέχρι το στάδιο της επιμέλειας. Έχετε αναφερθεί στο Σώμα ως ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας για ανθρώπους που δεν τους αρέσει η επιστημονική φαντασία. Μπορείτε να το εξηγήσετε αυτό; Όταν διαβάζει κάποιος Το Σώμα δεν αισθάνεται ότι διαβάζει επιστημονική φαντασία. ο κόσμος είναι οικείος, το σώμα με το οποίο κινείσαι εσύ ως αφηγητής είναι οικείο, τα συναισθήματα στα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω σου είναι οικεία. Διαδραματίζεται στο δικό μας κόσμο με μερικές μόνο βασικές διαφορές. Αν δεν υπήρχε το γεγονός ότι οι ιστορίες με εξωγήινους θεωρούνται εξ’ ορισμού επιστημονική φαντασία, δε θα το κατέτασσα σ’ αυτό το είδος. Υπάρχει πολύς εσωτερικός διάλογος ανάμεσα στη Γουάντερερ, την αφηγήτρια και εισβολέα “ψυχή”, και τη Μέλανι, τον άνθρωπο στο σώμα του οποίου κατοικεί τώρα η Γουάντερερ. Ο κάθε χαρακτήρας έχει τη δική του φωνή και δίνει τη δική του εσωτερική μάχη. Ήταν πρόκληση να δώσετε στους δυο χαρακτήρες, που ουσιαστικά μοιράζονται το ίδιο σώμα, μια ξεχωριστή υπόσταση; Από την πρώτη κιόλας μέρα η Γουάντερερ και η Μέλανι ήταν πολύ διαφορετικές προσωπικότητες για μένα. Ποτέ δεν αντιμετώπισα πρόβλημα να τις κρατήσω ξεχωριστά. Η Μέλανι είναι το θύμα –με εκείνη θα ταυτιζόμασταν εμείς ως άνθρωποι. Ταυτόχρονα, δεν είναι πάντα ο πιο αξιοθαύμαστος χαρακτήρας. Μπορεί να εξοργιστεί, να γίνει βίαιη και αδίστακτη. Η Γουάντερερ είναι η επιτιθέμενη, η κλέφτρα. Δεν είναι σαν εμάς, δεν ανήκει καν στο είδος μας. Ωστόσο, είναι εκείνη στην οποία, εγώ προσωπικά, θα ήθελα να μοιάζω περισσότερο. Είναι καλύτερος άνθρωπος από τη Μέλανι από πολλές πλευρές, και ωστόσο είναι πιο αδύναμος άνθρωπος. Οι διαφορές ανάμεσα στους δυο πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες είναι το βασικό θέμα της ιστορίας. Αν δεν ήταν τόσο διαφορετικοί, δε θα υπήρχε λόγος να τη γράψω. Σας εξέπληξε κάποιος από τους χαρακτήρες ενώ γράφατε; Οι χαρακτήρες μου με εκπλήσσουν αδιάκοπα όταν γράφω – και μάλιστα αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα μου σημεία. Όταν ένας χαρακτήρας αρ-


7 0 9

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

νείται να κάνει αυτό που είχα σχεδιάσει για εκείνον, τότε ξέρω ότι αυτός ο χαρακτήρας είναι πραγματικά ζωντανός. Στο Σώμα υπήρξαν πολλοί χαρακτήρες που με αιφνιδίασαν. Συγκεκριμένα είδα δώσει σε κάποιον το μικρό ρόλο του ενός από τους δυο κακούς. Με κάποιο τρόπο, κατάλαβε ότι ήταν κάτι περισσότερο από αυτό, και δεν μπόρεσα να τον εμποδίσω να πάρει τη μορφή ενός πρωταγωνιστικού αντικειμένου πόθου. Η σειρά του Λυκόφωτος γνώρισε μεγάλη απήχηση στο ενήλικο αναγνωστικό κοινό. Πιστεύετε ότι Το Σώμα θα έχει την ίδια απήχηση στους πιο νεαρούς αναγνώστες σας; Έχω εισπράξει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον από τους νεαρούς αναγνώστες μου για Το Σώμα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα συνεχίσουν να αποτελούν το βασικό πυρήνα του αναγνωστικού μου κοινού. Μου αρέσει να αναμιγνύω διαφορετικά είδη και κατηγορίες –επειδή, κατά την άποψή μου, ένα καλό βιβλίο δεν μπαίνει σε καλούπια. Ελπίζω ότι Το Σώμα θα συνεχίσει να κάνει αυτό που κάνει το Έπος του Λυκόφωτος: να δείχνει ότι μια καλή ιστορία δεν ανήκει δημογραφικά σε κανέναν. Πώς νιώθετε για την τεράστια επιτυχία που έχετε γνωρίσει με τη σειρά του Λυκόφωτος; Πώς άλλαξε τη ζωή σας; Η επιτυχία των βιβλίων μου συνεχίζει να με σοκάρει μέχρι σήμερα. Ποτέ δεν τη θεωρώ δεδομένη, και δε βασίζω σε αυτήν τις προσδοκίες που έχω από το μέλλον μου. Είναι κάτι πολύ ευχάριστο, και θα το διασκεδάσω για όσο κρατήσει. Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου πρώτα και πάνω απ’ όλα μητέρα, επομένως η συγγραφική μου ιδιότητα δεν έχει αλλάξει και τόσο τη ζωή μου –πέρα από το ότι ταξιδεύω περισσότερο και έχω λιγότερο χρόνο. Πρόσφατα πουλήθηκαν τα κινηματογραφικά δικαιώματα του Σώματος. Μπορείτε να μας πείτε κάτι για τη μεταφορά του Σώματος στη μεγάλη οθόνη; Είμαι ενθουσιασμένη που θα συνεργαστώ με τον Νικ Γουέσλερ, και τους Στιβ και Πόλα Μέι Σουόρτς, για την οπτικοποίηση του Σώματος. Ήταν πάντα όνειρό μου να δουλέψω μαζί τους, είναι πολύ συμπαθητικοί και


7 1 0

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

συνεργάσιμοι, και πραγματικά πιστεύω ότι έχουμε τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε μια πολύ καλή ταινία μαζί. Και να έχουμε και τον Άντριου Νίκολ να γράφει το σενάριο και να σκηνοθετεί; Πραγματικά εκπληκτικό. Το Gattaca είναι μια από τις αγαπημένες μου ταινίες. Είναι ένα καταπληκτικό παράδειγμα επιστημονικής φαντασίας που βασίζεται στους χαρακτήρες, κάτι που είναι ιδανικό για Το Σώμα. Το διασκεδάζω όταν φαντάζομαι το ιδανικό καστ και τα διάφορα διαδικτυακά φόρουμ των θαυμαστών στα οποία θα μπαίνω για να διαπιστώσω αν οι προτάσεις τους ταυτίζονται με τις δικές μου.


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Κ Α Ι Θ Ε Μ ΑΤΑ Γ Ι Α Σ Υ Ζ Η Τ Η Σ Η

1. Πώς σχετίζεται το ποίημα “Ερώτηση” της May Swenson, το οποίο εμφανίζεται στην αρχή του μυθιστορήματος, με κάποια από τα σημαντικά θέματα στο Σώμα; 2. Οι ψυχές περιγράφονται ως λαμπερά ασημένια πλάσματα που μοιάζουν με κορδέλες και έχουν εκατοντάδες μικροσκοπικά προσαρτήματα. Για κάποιους είναι όμορφα, ενώ για κάποιους άλλους μοιάζουν με “σκουλήκια” και “σαρανταποδαρούσες”. Πιστεύετε ότι η σωματική μορφή των ψυχών ταιριάζει στη φύση τους; Αν μπορούσατε να φανταστείτε μια διαφορετική μορφή για τις ψυχές, ποια θα ήταν αυτή; 3. Υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση στο Σώμα σχετικά με την αληθινή φύση των ανθρώπων. Η Γουάντερερ σκέπτεται: «Οι άνθρωποι ήταν κτηνώδεις και ακυβέρνητοι. Αλληλοσκοτώνονταν τόσο συχνά ώστε ο φόνος είχε γίνει ένα αποδεκτό κομμάτι της ζωής» (σελίδα 48). Πιστεύετε ότι αυτή η κτηνωδία αποτελεί έμφυτο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους; Και αν ναι, αυτό καθιστά την απόφαση των φιλειρηνικών ψυχών να καταλάβουν τη γη πιο ηθική; 4. Ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του Σώματος αφηγήτρια είναι η Γουάντερερ, μερικές φορές την αφήγηση αναλαμβάνει η Μέλανι για να εξιστορήσει σημαντικές αναμνήσεις. Για ποιο λόγο επέλεξε η Stephenie Meyer να πει την ιστορία με αυτόν τον τρόπο; Ταυτιστήκατε περισσότερο με τη μια φωνή παρά με την άλλη; 5. Οι ψυχές πιστεύουν ότι μεταμορφώνουν το μοχθηρό ανθρώπινο κόσμο σε μια ουτοπία. Η κοινωνία που δημιουργούν οι ψυχές είναι καλύτερη από τη φυσική κοινωνία των ανθρώπων; Η Μέλανι λέει στη Γουάντερερ ότι οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι οι ψυχές καταλάμβαναν σώματα «Όταν οι βραδινές ειδήσεις δεν έδειχναν τίποτα άλλο εκτός από εμψυχωτικές ανθρώπινες ιστορίες… όταν τα πάντα


7 1 2

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

μετατράπηκαν σε μια ουτοπία» (σελίδα 118). Πώς συγκρίνεται η κοινωνία των ψυχών στη γη με την εικόνα που έχετε εσείς για “έναν τέλειο κόσμο;” 6. Από ηθικής πλευράς οι ψυχές είναι περίπλοκα πλάσματα. Από τη μια είναι «από τη φύση του πολύ καλός: συμπονετικός, υπομονετικός, ειλικρινής, ενάρετος και γεμάτος αγάπη» (σελίδα 3). Από την άλλη, επιβιώνουν καταλαμβάνοντας το σώμα και το νου ανυποψίαστων ξενιστών. Η παρασιτική φύση των ψυχών επισκιάζει τις αρετές τους; Νιώσατε συμπόνια για τις ψυχές ή τις θεωρήσατε εχθρούς των ανθρώπων; 7. Όταν η Γουάντερερ περιπλανιέται στην έρημο αναζητώντας τον Τζάρεντ και τον Τζέιμι, η Μέλανι τής λέει: «Επιτέλους βρήκες το μέρος και το σώμα για το οποίο θα πέθαινες. Νομίζω ότι βρήκες το σπίτι σου, Γουάντερερ» (σελίδα 123). Ποια είναι η σημασία του “σπιτιού” στο Σώμα; Γιατί επέλεξε η Γουάντερερ να μετακινείται από τον ένα κόσμο στον άλλο για τόσες χιλιετίες; Μπορεί η γη να γίνει πραγματικά πατρίδα για μια ψυχή; 8. Όταν η Γουάντερερ φτάνει πρώτη φορά στις σπηλιές, σκέφτεται: «Αυτό το μέρος ήταν στ’ αλήθεια ο καλύτερος και ο χειρότερος από όλους τους κόσμους –οι πιο όμορφες αισθήσεις, τα πιο εξαίσια συναισθήματα… οι πιο κακόβουλες επιθυμίες, οι πιο σκοτεινές πράξεις» (σελίδα 155). Είναι αυτά τα ακραία χαρακτηριστικά αναπόφευκτα; Οι πιο σκοτεινές μας τάσεις είναι απαραίτητες για τον εμπλουτισμό της ανθρώπινης εμπειρίας; Συμφωνείτε με το συλλογισμό ότι τα περισσότερα απολύτως “καλά” όντα όπως είναι οι ψυχές δεν μπορούν να βιώσουν τη ζωή τόσο ολοκληρωτικά όσο οι άνθρωποι; 9. Οι άνθρωποι στις σπηλιές είναι διχασμένοι σε ό,τι αφορά τη στάση και τη συμπεριφορά τους απέναντι στη Γουάντερερ. Πιστεύετε ότι είναι πιο λογικό να αντιμετωπίσουν τη Γουάντερερ με καλοσύνη ή να την εξοστρακίσουν ως μια πιθανή απειλή για την ομάδα; Αν ζούσατε στις σπηλιές, πώς θα την υποδεχόσασταν; 10. Από όλους στις σπηλιές, ο Τζάρεντ αντιδρά στη Γουάντερερ με έναν


7 13

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

τρόπο που πιθανώς είναι και ο πιο περίπλοκος. Σας εκπλήσσει ο τρόπος που την αντιμετωπίζει; Τι πιστεύετε ότι περνάει από το μυαλό του τις πρώτες μέρες μετά την άφιξη της Γουάντερερ; Τι ωθεί την αλλαγή στη στάση του απέναντί της; 11. Όταν η Γουάντερερ/Μέλανι φτάνει στις σπηλιές, η Μέλανι θέλει να τους εξηγήσουν την κατάστασή τους, αλλά η Γουάντερερ επιμένει να σιωπά, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει φυλάκιση και κακομεταχείριση. Γιατί κάνει αυτή την επιλογή η Γουάντερερ; Πιστεύετε ότι είναι σοφή επιλογή; Κατά πόσο τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά αν είχαν ακολουθήσει τον τρόπο της Μέλανι; 12. Ενώ η Γουάντερερ περιγράφει λεπτομερώς πολλούς από τους κόσμους όπου έχει ζήσει, μαθαίνουμε πολύ λίγα για τον κόσμο στον οποίο γεννήθηκε, Την Πηγή. Πώς φαντάζεστε Την Πηγή; Πώς θα ήταν ένας κόσμος κατοικημένος μονάχα από ψυχές; 13. Προς το τέλος του μυθιστορήματος, η Γουάντα κάνει μια συμφωνία με το Γιατρό. Πιστεύετε ότι παίρνει τη σωστή απόφαση για τη μοίρα της Μέλανι και για τη δική της; Σας ικανοποίησε η αντίδραση των ανθρώπων στην απόφασή της; 14. Ο Τζέιμι λέει στη Γουάντερερ ότι επέλεξε την Πετ επειδή «Έψαχνα κάποια που να μοιάζει με εσένα. Και σκέφτηκα ότι αυτό το σώμα έμοιαζε με εσένα» (σελίδα 670). Συμφωνείτε με τον Τζέιμι; Πιστεύετε ότι το σώμα της Πετ ταιριάζει με τη φύση της Γουάντερερ; 15. Φανταστείτε ένα βιβλίο που θα περιγράφει την ιστορία των ηρώων πριν από Το Σώμα. Από όλους τους διαφορετικούς κόσμους στους οποίους έζησε η Γουάντερερ πριν φτάσει στη Γη, ποιον θα ενδιαφερόσασταν να φανταστείτε πιο ολοκληρωμένα; Παρομοίως, ο καθένας από τους ανθρώπους που ζουν στις σπηλιές στο Σώμα κουβαλά μια ιστορία. Ποιανού την ιστορία θα ενδιαφερόσασταν περισσότερο να μάθετε;


Λ Ι Σ Τ Α Τ Ρ Α Γ Ο ΥΔ Ι Ω Ν Γ Ι Α Τ Ο Σ Ω Μ Α Α Π Ο Τ Η STEPHENIE MEYER

Όσο κι αν αγαπάω τη μουσική, όσο μεγάλο ρόλο κι αν παίζει η μουσική στη διαδικασία γραφής μου, πάντοτε δυσκολεύομαι να εξηγήσω τη μουσική μου –σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τον τρόπο που σχετίζεται με την ιστορία. Καταλήγω να χρησιμοποιώ ξανά και ξανά τη φράση “αυτό το τραγούδι ταιριάζει στη στιγμή εκείνη που…” Είναι πολύ ανιαρό. Αντί λοιπόν να εξηγήσω τη θέση του κάθε τραγουδιού, έχω παραθέσει τους χαρακτήρες από την προοπτική των οποίων ακούω τους στίχους (οι περισσότεροι, φυσικά, είναι από την προοπτική της Γουάντερερ) και έχω προσθέσει ένα απόσπασμα που δίνει ένα παράδειγμα της στιγμής κατά την οποία αυτό το τραγούδι ταιριάζει με την πράξη/συναίσθημα στο μυαλό μου. Κάποια από τα τραγούδια χαρακτηρίζουν συγκεκριμένα τη σκηνή – όπως το #15, «Don’t Stay» των Linkin Park. Άλλα έχουν μια πιο ευρεία σημασία, και αντιστοιχούν σε μεγάλα θέματα σε όλη την ιστορία – όπως το #3, «Futurism» των Muse, και το #22, «Original of the Species» των U2. Στις περιπτώσεις αυτές, χρησιμοποιώ και πάλι ένα μόνο απόσπασμα, αλλά εκείνο που πιστεύω ότι εξηγεί γενικώς το θέμα. Επίσης, κάποια από τα τραγούδια δεν είναι τοποθετημένα με τη σειρά στην ιστοσελίδα μου. Τα έχω αριθμήσει, αλλά μέσα από τις σελίδες και τα κεφάλαια που παραθέτω θα δείτε σε ποια σειρά ανήκουν πραγματικά. 1. “Soul Meets Body”, Death Cab for Cutie Γουάντερερ, Κεφάλαιο 1: «Ανάμνηση», σελίδα 9 Με το πιο γνήσιο ένστικτο του είδους μου, είχα δεθεί με ασφάλεια στο κέντρο της σκέψης του σώματος, είχα ενωθεί αναπόδραστα με την κάθε του ανάσα και αντανακλαστικό μέχρι που δεν ήταν πλέον μια ξεχωριστή οντότητα. Ήταν εγώ. Δεν ήταν το σώμα, ήταν το δικό μου σώμα. 2. “Papercut”, Linkin Park Γουάντερερ, Κεφάλαιο 4: «Όνειρο», σελίδα 41


7 15

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Η φωνή της στο κεφάλι μου ήταν καθαρή σαν τη δική μου, και ακούστηκε δυνατά. Ρίγησα από τρόμο. 3. “Futurism”, Muse Μέλανι, Κεφάλαιο 5: «Χωρίς Ανακούφιση» σελίδα 50 Κανείς δεν μπορούσε να κάνει τη σύγκριση ανάμεσα σ’ αυτό που υπήρξε κάποτε και αυτό που υπήρχε τώρα χωρίς να παραδεχτεί ότι η Γη ήταν ένα καλύτερο μέρος, χάρη σ’ εμάς. Δολοφονείτε ένα ολόκληρο είδος και μετά συγχαίρετε ο ένας τον άλλο. 4. “I Wasn’t Prepared”, Eisley Γουάντερερ, Κεφάλαιο 9: «Ανακάλυψη», σελίδα 92 «Αρκετά», είπα δυνατά, ζαρώνοντας μακριά από τον πόνο που έμοιαζε με χτύπημα μαστιγίου. «Αρκετά! Έγινες κατανοητή! Τώρα δεν μπορώ να ζήσω ούτε εγώ χωρίς αυτούς. Είσαι ικανοποιημένη τώρα; Επειδή δεν έχω και πολλές επιλογές, έτσι δεν είναι; Μονάχα μια –να σε ξεφορτωθώ». 5. “Walking After You”, Foo Fighters Γουάντερερ/ Μέλανι, Κεφάλαιο 11: «Αφυδάτωση», σελίδα 110 Η λαχτάρα ανήκε και στις δυο μας. η εικόνα των προσώπων τους, ενός άντρα, ενός παιδιού, ερχόταν μέσα από τις αναμνήσεις και των δυο μας. Όταν περπατούσαμε πιο γρήγορα, δεν ήμουν σίγουρη ότι εγώ ήμουν εκείνη που όριζε ολοκληρωτικά την κίνηση αυτή. 6. “Down In It” Nine Inch Nails Γουάντερερ, Κεφάλαιο 13: «Καταδίκη», σελίδα 130 Την ανάγκασα να δει την κατάσταση από τη δική μου οπτική: να δει τις απειλητικές μορφές μέσα στα βρόμικα τζιν και τα ανοιχτόχρωμα βαμβακερά μπλουζάκια, που είχαν γίνει καφέ από τη σκόνη. Μπορεί να ήταν άνθρωποι –όπως αντιλαμβανόταν τη λέξη– κάποτε, αλλά αυτή τη στιγμή ήταν κάτι άλλο. Ήταν βάρβαροι, τέρατα. Κρέμονταν από πάνω μας, πεινασμένοι για αίμα. Σε κάθε ζευγάρι μάτια υπήρχε μια θανατική ποινή. 7. “Blood”, Editors Γουάντερερ, Κεφάλαιο 13: «Καταδίκη», σελίδα 134 Η ηλικιωμένη γυναίκα που ονομαζόταν Μάγκι όρμησε εμπρός με μια


7 1 6

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

ταχύτητα που δεν ταίριαζε στο εύθραυστο εξωτερικό της. Δε σήκωσε το χέρι που κρατούσε το μαύρο λοστό. Αυτό το χέρι παρακολουθούσα, κι έτσι δεν είδα το ελεύθερο χέρι της να απλώνεται για να με χαστουκίσει δυνατά στο πρόσωπο. Το κεφάλι μου τινάχτηκε προς τα πίσω και μετά εμπρός. Με χτύπησε ξανά. «Δε μας ξεγελάς, παράσιτο. Ξέρουμε πώς λειτουργείς. Ξέρουμε πόσο καλά μπορείς να μας μιμηθείς». Γεύτηκα αίμα από το εσωτερικό μέρος του μάγουλού μου. 8. “Pts.OF.Athrty” Linkin Park Γουάντερερ, Κεφάλαιο 15: «Αιχμαλωσία», σελίδα 158 Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά όλο και πιο γρήγορα, και να τινάζεται πάνω στα πλευρά μου τόσο δυνατά ώστε το χτύπημα διατάρασσε το ρυθμό των πνευμόνων μου, και με δυσκόλευε να αναπνεύσω. Η Μέλανι είχε πετρώσει από το φόβο, ανίκανη να σκεφτεί με ένα λογικό ειρμό. Θα του έκαναν κακό. Αυτοί οι παλαβοί άνθρωποι θα επιτίθονταν σε έναν από τους δικούς τους. 9. “Fortress Around Your Heart”, Sting Γουάντερερ, Κεφάλαιο 17: «Επίσκεψη», σελίδα 182 Ο Τζέιμι με παρακολουθούσε με επιφυλακτικό βλέμμα, και μετά έκανε τέσσερα βήματα εμπρός μέχρι που στάθηκε από πάνω μου. Η ματιά του πετάχτηκε στον Τζεμπ, ο οποίος δεν είχε κουνηθεί ούτε είχε ανοίξει τα μάτια του, και μετά ο Τζέιμι γονάτισε δίπλα μου. Το πρόσωπό του είχε ξαφνικά ένταση, αυτή η έκφραση τον έκανε, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ως τώρα, να θυμίζει ενήλικα. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά για το θλιμμένο άντρα που έβλεπα στο πρόσωπο του μικρού αγοριού. 10. “The Ghost of You”, My Chemical Romance Τζάρεντ, Κεφάλαιο 17: «Επίσκεψη», σελίδα 186 Ο Τζάρεντ έφτυσε στο έδαφος. «Αυτή δεν είναι η Μέλανι. Δεν πρόκειται να γυρίσει πίσω, Τζέιμι». 11. “Because I Want You”, Placebo Γουάντερερ, Κεφάλαιο 19: «Εγκατάλειψη», σελίδα 202


7 17

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Η φωνή του Τζάρεντ άλλαξε, έγινε χαμηλή, σχεδόν τρυφερή. Ήταν πολύ πιο επικίνδυνη απ’ όταν φώναζε. «Γιατί δεν ήθελες να της το πεις;» Το σαγόνι μου σφίχτηκε. Δεν ήταν το μυστικό, αλλά και πάλι, ήταν ένα μυστικό που θα έπρεπε να μου αποσπάσει με τη βία. Εκείνη τη στιγμή, η αποφασιστικότητά μου να κρατήσω το στόμα μου κλειστό είχε λιγότερο να κάνει με την αυτοσυντήρηση απ’ ό,τι είχε να κάνει με ένα ανόητο, μνησίκακο είδος περηφάνιας. Δε θα έλεγα σ’ αυτόν τον άντρα που με απεχθανόταν ότι τον αγαπούσα. 12. “Stockholm Syndrome”, Muse Γουάντερερ, Κεφάλαιο 26: «Επιστροφή» 290 Ο Τζεμπ είχε σπαταλήσει όλες του τις προσπάθειες στους λάθος ανθρώπους. Δεν είχε σημασία αν η Τρούντι ή η Λίλι μου μιλούσαν, ότι ο Ίαν έβαζε τον εαυτό του ανάμεσα σ’ εμένα και τον αδελφό του, ότι η Σάρον και η Μάγκι δεν έκαναν κάποια εχθρική κίνηση απέναντί μου. Ο μοναδικός που έπρεπε να πειστεί είχε, τελικά, αποφασίσει. «Δε νομίζω ότι χρειάζεται να ηρεμήσει κανείς», είπε ο Τζάρεντ μέσα από τα δόντια του. «Τζεμπ» συνέχιζε χωρίς να κοιτάξει αν ο ηλικιωμένος άντρας τον είχε ακολουθήσει εμπρός «δώσε μου το όπλο». Η σιωπή που ακολούθησε τα λόγια του ήταν τόσο τεταμένη ώστε μπορούσα να νιώσω την πίεση μέσα στα αυτιά μου. Από τη στιγμή που μπορούσα να δω καθαρά το πρόσωπό του, ήξερα ότι όλα είχαν τελειώσει. Ήξερα τι έπρεπε να κάνω τώρα. Η Μέλανι συμφωνούσε. Όσο πιο ήσυχα μπορούσα, έκανα ένα βήμα στο πλάι και ελαφρώς προς τα πίσω, έτσι ώστε να απομακρυνθώ από τον Ίαν. Μετά έκλεισα τα μάτια μου. 13. “As You Are”, Travis Γουάντερερ, Κεφάλαιο 31: «Χρήσιμη», σελίδες 361-362 Επειδή ήμουν ερωτευμένη μαζί του, παρόλο που δεν το ήθελα, δεν κρατήθηκα να μην κοιτάξω τον Τζάρεντ πριν φύγω. Το ήθελε και η Μελ, αλλά ευχόταν να μπορούσε με κάποιον τρόπο να με αποκλείσει από τη διαδικασία. Με κοιτούσε. Είχα την αίσθηση ότι τα μάτια του είχαν παραμείνει επάνω μου για πολλή ώρα. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, αλλά στα μάτια του υπήρχε ξανά έκπληξη και καχυποψία. Με κούραζαν. Τι νόημα θα είχε να παίζω θέατρο τώρα, ακόμα κι αν ήμουν τόσο ταλαντούχα ψεύτρα; Ο


7 1 8

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Γουόλτερ δε θα με υπερασπιζόταν ποτέ ξανά. Δε θα μπορούσα πια να τον κοροϊδέψω. Συνάντησα το βλέμμα του για ένα ατελείωτο δευτερόλεπτο και μετά στράφηκα για να διασχίσω, τρέχοντας, τον κατασκότεινο διάδρομο ο οποίος, σε σύγκριση με την έκφρασή του, έμοιαζε πιο φωτεινός. 14. “Smile Like You Mean It”, The Killers Γουάντερερ, Κεφάλαιο 38: «Συγκίνηση», σελίδα 436 «Είναι καλό, λοιπόν, έτσι δεν είναι, Γουάντα; Θα είναι όπως πριν έρθουμε εδώ!» Ζάρωσα. Ένιωσα λες και ένα ξυράφι πέρασε ανάμεσα από τα πλευρά μου όταν το είπε αυτό –ο πόνος ήταν πολύ χειρουργικός και ακριβής για να μπορεί να συγκριθεί με ένα χτύπημα ή ένα σπάσιμο. Ο Τζέιμι ανέλυσε τη βασανισμένη μου έκφραση με ανησυχία. «Ω. Όχι, εννοώ μαζί και με εσένα τώρα. Θα είναι ωραία. Οι τέσσερίς μας, σωστά;» Προσπάθησα να ξεπεράσω τον πόνο με γέλιο. ο πόνος ήταν ίδιος και όταν δεν γελούσα. 15. “Don’t Stay”, Linkin Park Γουάντερερ, Κεφάλαιο: 40: «Τρόμος», σελίδα 457 ΒΓΕΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ! ούρλιαξα. Καθώς την έσπρωξα μακριά μου –τη φίμωσα έτσι ώστε να μην είμαι αναγκασμένη να ακούω τις δικαιολογίες της– συνειδητοποίησα πόσο αδύναμη είχε γίνει όλους αυτούς τους μήνες της φιλίας μας. Πόσα της είχα επιτρέψει. Ενθαρρύνει. Ήταν πάρα πολύ εύκολο να την κάνω να σιωπήσει. Όσο εύκολο θα έπρεπε να ήταν από την αρχή. 16. “Just Like You”, Three Days Grace Γουάντερερ, Κεφάλαιο: 40: «Τρόμος», σελίδα 459 «Κοίτα, υποθέτω ότι πρέπει να ήταν αρκετά… άσχημο. Δε θέλαμε να το δεις. Λυπάμαι». Λυπόταν; Ο Τζέφρι είπε ότι ήταν δική του ιδέα. Ήθελε να με βγάλει από το σώμα αυτό, να με κόψει μικρά κομματάκια, να τινάξει το αίμα μου στον τοίχο. Θα κατακρεουργούσε αργά ένα εκατομμύριο ψυχές σαν εμένα αν μπορούσε να βρει έναν τρόπο να κρατήσει το αγαπημένο του


7 19

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

τέρας ζωντανό μαζί του. Θα μας πετσόκοβε όλους. 17. “Consolation Prizes”, Phoenix Ίαν, Κεφάλαιο 42: «Υποχρέωση», σελίδα 476 «Απλά δες το σαν… πείραμα», έλεγε ο Ίαν. «Είσαι τρελός;» απάντησε ο Τζάρεντ. «Είναι κάποιο αρρωστημένο αστείο;» Ένιωσα το στομάχι μου να βυθίζεται στο πάτωμα. Να συγκλονιστώ. Αυτό εννοούσε. Το πρόσωπό μου έκαιγε, σαν τον πυρετό του Τζέιμι. Τι μου έκανε ο Ίαν; Ήθελα να τρέξω, να κρυφτώ κάπου καλύτερα από την τελευταία κρυψώνα μου, κάπου που δε θα με έβρισκαν ποτέ, όσους φακούς κι αν χρησιμοποιούσαν. Αλλά τα πόδια μου έτρεμαν και δεν μπορούσα να κουνηθώ. Ο Ίαν και ο Τζάρεντ μπήκαν στο δωμάτιο όπου συναντιόντουσαν όλα τα τούνελ. Το πρόσωπο του Ίαν ήταν ανέκφραστο. είχε το ένα του χέρι στον ώμο του Τζάρεντ και τον καθοδηγούσε, σχεδόν τον έσπρωχνε μπροστά. 18. “My Name Is Love”, Rob Dockinson Γουάντερερ/ Ίαν, Κεφάλαιο 56: «Κολλημένη» σελίδα 637 Με τον Ίαν ήταν διαφορετικά, τόσο πολύ διαφορετικά, επειδή η Μέλανι δεν τον αγαπούσε με τον τρόπο που τον αγαπούσα εγώ. Έτσι όταν με άγγιξε, ήταν πιο βαθύ και πιο αργό από την άγρια φωτιά, σαν τη ροή λιωμένου βράχου πολύ κάτω από την επιφάνεια της γης. Πολύ βαθιά για να νιώσω τη θέρμη του, αλλά κινείτο ασυγκράτητη, αλλάζοντας στο πέρασμά της τα θεμέλια του κόσμου. Το απρόθυμο σώμα μου ήταν μια ομίχλη ανάμεσά μας –μια παχιά κουρτίνα, αλλά αρκετά αραχνοΰφαντη ώστε να μπορώ να δω μέσα της, να μπορώ να δω αυτά που συνέβαιναν. Άλλαξε εμένα, όχι εκείνη. Ήταν σχεδόν μια μεταλλουργική διαδικασία βαθιά μέσα στον πυρήνα αυτού που ήμουν, κάτι που είχε ήδη αρχίσει, είχε ήδη σχεδόν σφυρηλατηθεί. Αλλά αυτό το μακρύ, συνεχόμενο φιλί το τελείωσε, το έκανε δυνατό και λείο –με ένα συριστικό ήχο βύθισε αυτό το νέο δημιούργημα μέσα στο κρύο νερό που το έκανε σκληρό και ολοκληρωμένο. Άθραυστο. Και άρχισα να κλαίω πάλι, συνειδητοποιώντας ότι θα πρέπει να τον


7 2 0

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

άλλαζε κι εκείνον, αυτό τον άντρα ο οποίος ήταν αρκετά καλός ώστε θα μπορούσε να είναι ψυχή, αλλά τόσο δυνατός όσο μονάχα ένας άνθρωπος θα μπορούσε να είναι. Μετακίνησε τα χείλη του στα μάτια μου, αλλά ήταν πολύ αργά. Είχε γίνει. «Μην κλαις, Γουάντα. Μην κλαις. Θα μείνεις μαζί μου». 19. “The Hand That Feeds”, Nine Inch Nails Γουάντερερ, Κεφάλαιο 51: «Έτοιμη», σελίδα 574 Τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στα πόδια μου καθώς κατηφόριζα. Ήταν απαραίτητο. Δεν υπήρχε μονοπάτι, και οι χαλαροί βράχοι έκαναν το πάτημα επικίνδυνο. Αλλά ακόμα κι αν ο δρόμος ήταν ασφαλτοστρωμένος και λείος, αμφέβαλα ότι θα κατάφερνα να σηκώσω τα μάτια μου. Και οι κυρτωμένοι μου ώμοι, έμοιαζαν να μην μπορούν να σηκωθούν. Προδότρια. Όχι μια απροσάρμοστη, μια Γουάντερερ. Απλά προδότρια. Έβαζα τις ζωές των καλοσυνάτων αδερφών μου στα γεμάτα κίνητρα άγρια χέρια της υιοθετημένης μου ανθρώπινης οικογένειας. Οι άνθρωποί μου είχαν κάθε δικαίωμα να μισούν τις ψυχές. Είχαμε πόλεμο, κι εγώ τους έδινα όπλο. Έναν τρόπο για να σκοτώσουν ατιμωρητί. 20. “My Body Is a Cage”, Arcade Fire Γουάντερερ, Κεφάλαιο 57: «Ολοκλήρωση», σελίδα 642 Κοίταξα μέσα στα μάτια του Τζάρεντ και συνέβη το πιο παράξενο πράγμα. Όλο το λιώσιμο, η συγχώνευση, η συγκόλληση που είχα μόλις νιώσει βάλθηκαν στην άκρη, στο πιο μικρό κομμάτι του σώματός μου, τη μικρή γωνία που καταλάμβανα σωματικά. Ο υπόλοιπος εαυτός μου λαχταρούσε τον Τζάρεντ με την ίδια απελπισμένη, μισότρελη πείνα που είχα νιώσει την πρώτη φορά που τον είχα δει εδώ. Αυτό το σώμα δεν ανήκει ούτε σε μένα ούτε στη Μέλανι –ανήκε σ’ εκείνον. Στ’ αλήθεια δεν υπήρχε αρκετός χώρος και για τις δυο μας εδώ. 21. “Rescued”, Jack’s Mannequin Γουάντερερ/Τζάρεντ, Κεφάλαιο 58: «Τέλος», σελίδα 655 «Μείνε εδώ, Γουάντα. Μαζί μας. Μαζί μου. Δε θέλω να φύγεις. Σε παρακαλώ. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα είναι να έχεις φύγεις. Δεν μπορώ να το δω. Δεν ξέρω πώς να… πώς να…» Η φωνή του έσπασε. Ήταν πολύ καλός ψεύτης. Και θα πρέπει να ήταν πολύ, πολύ σίγουρος για μένα για να λέει αυτά τα πράγματα.


7 2 1

Ο Δ Η ΓΟ Σ

Ο Μ Α Δ Ω Ν

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Η Σ

Έμεινα ακουμπισμένη πάνω του ένα λεπτό, αλλά μπορούσα να νιώσω το χρόνο να με τραβά μακριά. Ο χρόνος είχε τελειώσει. Ο χρόνος είχε τελειώσει. 22. “Original of the Species” U2 Ίαν, Κεφάλαιο 57: «Ολοκλήρωση» σελίδα 651 «Σ’ αγαπώ στ’ αλήθεια, Ίαν». Ήταν ο μοναδικός τρόπος για να του πω αντίο. Ο μοναδικός τρόπος που θα δεχόταν. Το ήξερα ότι αργότερα θα το θυμόταν και θα καταλάβαινε. «Με όλη μου την ψυχή, σ’ αγαπώ». «Κι εγώ σ’ αγαπώ στ’ αλήθεια, Γουάντερερ μου». Έτριψε το πρόσωπό του πάνω στο δικό μου μέχρι που βρήκε τα χείλη μου, μετά με φίλησε, αργά, και απαλά, ενώ το κύμα του λιωμένου βράχου φούσκωνε σιγά σιγά στο σκοτάδι στο κέντρο της γης μου, μέχρι που το τρέμουλό μου επιβραδύνθηκε. 23. “The Last Song”, The All-American Rejects Γουάντερερ, Κεφάλαιο 58: «Τέλος» σελίδα 655 Κανείς δεν είπε ποτέ καλύτερα ψέματα από εκείνα που είπε ο Τζάρεντ με το σώμα του τα τελευταία μου λεπτά, και γι’ αυτό ήμουν ευγνώμων. Δεν μπορούσα να το πάρω μαζί μου, επειδή δε θα πήγαινα πουθενά, αλλά ανακούφισε λίγο από τον πόνο της αναχώρησης. Μπορούσα να πιστέψω το ψέμα. Μπορούσα να πιστέψω ότι θα του έλειπα τόσο πολύ ώστε αυτό μπορεί και να χαλούσε λίγη από τη χαρά του. Δε θα έπρεπε να το θέλω αυτό, αλλά ένιωθα καλά να το πιστεύω. 24. “Beautiful Day”, U2 Γουάντερερ, Κεφάλαιο 59: «Ανάμνηση» σελίδα 673 Ευτυχισμένη και θλιμμένη, κατενθουσιασμένη και δυστυχισμένη, ασφαλής και φοβισμένη, αγαπημένη και απαρνημένη, υπομονετική και θυμωμένη, γαλήνια και άγρια, ολοκληρωμένη και άδεια… όλα αυτά. Θα τα ένιωθα όλα. Θα ήταν όλα δικά μου.


ΤΟ ΣΩΜΑ - Νέο κεφάλαιο  

Stephenie Meyer

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you