Issuu on Google+

TΟ ΣΤΟΜΑ PLATYPUS

του ΔΙΑΒΟΛΟΥ

ΝΤΩΝΗΣ AΚΡΥΣΙΛΑΣ

Αντώνης Κρύσιλας


Το Στόμα του Διαβόλου

e «Ρε ’σεις παιδιά, τον έχετε προσέξει αυτόν;» ρώτησε ο Κώστας δείχνοντας με τα μάτια το χοντρό παιδί που, ακολουθώντας το συνωστισμό στις σκάλες, κατευθυνόταν προς την τάξη του. Φυσικά και τον είχαμε προσέξει. Είχε εμφανιστεί πριν από μία, πάνω κάτω, εβδομάδα στο σχολείο και θυμάμαι, μου είχε κάνει εντύπωση, πέρα από το παρουσιαστικό του, η “κακή” εποχή που είχαν διαλέξει οι γονείς του για να του κάνουν τη μεταγραφή. Είχε μπει πια Μάρτης και η σχολική χρονιά έφτανε αργά αλλά σταθερά στο τέλος της. “Παράξενο” είχα σκεφτεί, αλλά δε με προβλημάτισε και πολύ οφείλω να ομολογήσω. Κάθε παιδί στα δεκατρία του χρόνια έχει ή νομίζει πως έχει, πολύ σοβαρότερα πράγματα 7


Αντώνης Κρύσιλας

ν’ ασχοληθεί. Όσο για το χοντρό, τα στοιχεία του δε μας είχαν γίνει ακόμη γνωστά. Δεν ήταν στο τμήμα μας κι έτσι είχαμε χάσει τις από πρώτο χέρι πληροφορίες. Από την άλλη δεν έκανε παρέα με κανέναν κι όταν το λέω αυτό δεν εννοώ με κανένα γνωστό μας, αλλά με κανέναν. Στα διαλείμματα του άρεσε να βολτάρει μόνος του στο προαύλιο βυθισμένος, θα έλεγε κανείς, στις σκέψεις του, και μερικές φορές ξεχνιόταν κοιτάζοντας τις παρέες των παιδιών που χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές και τα παιχνίδια τους. Για κάποιο εντελώς περίεργο λόγο, κανείς δεν ασχολιόταν μαζί του. Σε άλλες περιπτώσεις το παρουσιαστικό του και μόνο θα είχε προκαλέσει πλήθος αντιδράσεων και πειραγμάτων σε βάρος του, στην αυλή οποιουδήποτε γυμνασίου· ενάντια όμως σε όλους τους άγραφους αλλά ισχύοντες νόμους μιας σκληρής κοινωνίας προεφήβων δαιμόνων όπως ήμαστε τότε κι εμείς, το χοντρό παιδί κινείτο τόσο διακριτικά που έμοιαζε σχεδόν αόρατο, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που έπεσε πάνω του η προσοχή του Κώστα Καβαθά και η δική μας. Ο Βασίλης γύρισε και τον κοίταξε μ’ ένα λοξό χαμόγελο γεμάτο νόημα. «Γιατί;» ρώτησε στο τέλος δήθεν αδιάφορα τον Κώστα. «Έχεις τίποτα στο μυαλό σου;» Τα πρόσωπα και των δύο έλαμπαν από μια τρελή έξαψη. 8


Το στόμα του Διαβόλου

«Ελάτε ρε παιδιά», πήγα να συμβιβάσω κάπως τα πράγματα παίζοντας τη φωνή της λογικής, μια που όταν ο Κώστας κι ο Βασίλης σκάρωναν κάτι ήταν η τελευταία που άκουγαν. «Τι σας έφταιξε ο κακομοίρης; Αφήστε τον στην ησυχία του…» Τα βλέμματά τους καρφώθηκαν επιτιμητικά πάνω μου. Ήταν ο Κώστας που μίλησε. «Τι έγινε Ντάφι, κωλώνουμε;» ρώτησε χαμογελώντας. Με φώναζαν Ντάφι λόγω του ελαφρού ψευδίσματος που ποτέ δεν μπόρεσα να ξεφορτωθώ. «Πώς με είπες Φριτς;» ρώτησα τον Κώστα δήθεν θυμωμένος. «Σου έχω πει να μη με λες έτσι», διαμαρτυρήθηκε. Κάποτε είχε κάνει το λάθος να μας πει πως οι γονείς του είχαν πάει μετανάστες στη Γερμανία, πριν αυτός γεννηθεί. Ποιος τον είχε ονομάσει έτσι για πρώτη φορά δε θυμάμαι, αλλά όταν είδαμε πως τον ενοχλεί, του το κολλήσαμε, όπως άλλωστε έγινε και με το δικό μου παρατσούκλι. «Φριτς, Φριτς, Φριτς», ξεφώνησα εγώ. «Αυτό ήταν, πέθανες», είπε ο Κώστας κι αρχίσαμε να παίζουμε μπουνιές, στα ψέματα. Τη διασκέδασή μας την έκοψε ο Βασίλης που δεν μπορούσε να ξεχάσει εύκολα την προοπτική μιας γερής, χοντρής ή όχι, φάρσας. «Τι έχεις στο μυαλό σου;» ρώτησε ξανά τον Κώστα, 9


Αντώνης Κρύσιλας

κοντεύοντας να σκάσει από περιέργεια. Ενώ εγώ συνέχιζα να μοιράζω μπουνιές αγνοώντας το γεγονός πως ήταν πια ο Βασίλης αυτός που τις έτρωγε. Ήταν ο κλασικός τύπος παχουλού παιδιού, με μονίμως αναψοκοκκινισμένα μάγουλα που θα έδινε και την ψυχή του για μια καλή φάρσα, όπως όλοι μας, άλλωστε. Κατά καιρούς είχε προσπαθήσει να καθιερωθεί με διάφορα μεγαλεπήβολα παρατσούκλια, όπως Μπίλι ο τρομερός ή Γουάιλντ Μπιλ και άλλα τέτοια. Τον ενοχλούσε αφάνταστα να είναι απλά και μόνο ο Βασίλης Ζιόγας ο γιος του δημόσιου υπάλληλου. Εμείς από την άλλη, όταν καταλάβαμε τι ακριβώς γινόταν, συνεχίσαμε να τον φωνάζουμε απλά Βασίλη, μια που ήταν το μοναδικό όνομα που τον πείραζε να έχει. «Τι έχεις στο μυαλό σου;» επέμεινε προσπαθώντας ταυτόχρονα ν’ αποφύγει το ανελέητο σφυροκόπημά μου. «Ε να μωρέ…» έκανε πως δίσταζε ο Κώστας, έτσι για να τον παιδέψει λίγο ακόμη. «Ναι…» έκανε εκείνος ανυπόμονα. «Σκεφτόμουν πως, ίσως, μια βόλτα στο στόμα του διαβόλου να του έκανε καλό», ξεστόμισε επιτέλους. «Εξαίσιο!» επικρότησε μ’ ενθουσιασμό ο Βασίλης ενώ η προσοχή του Κώστα είχε στραφεί και πάλι σε εμένα. «Τι λέει λοιπόν κι ο Ντάφι μας;» ρώτησε μελιστά10


Το στόμα του Διαβόλου

λαχτα. «Αυτό ήταν μόνο;» απόρησα εγώ. «Γιατί τι νόμισες πως ήθελα; Να τον μαχαιρώσουμε και να τον θάψουμε στην πίσω αυλή;» με κεραυνοβόλησε ο Φριτς. «Ε να, εγώ…» πήγα να δικαιολογηθώ. «Ξέρεις κάτι ρε Ντάφι;» πρόσθεσε γελώντας. «Ώρες ώρες είσαι μεγάλη κότα». Κοίταξε το Βασίλη και κατέρρευσαν και οι δύο από τα γέλια. «Κι εσύ είσαι πολύ μεγάλος μαλάκας», είπα. Τα χαχανητά μας διέκοψε ο επιστάτης του σχολείου ο κυρ Θεόφιλος, που μας είχε πλησιάσει χωρίς να τον ακούσουμε, όπως έκανε πάντα. «Οι κύριοι θα περάσουν στην τάξη τους» ρώτησε «ή περιμένουν ειδική πρόσκληση;» «Ό,τι πεις αφεντικό», του φώναξε ο Φριτς κι αγκαλιάζοντάς μας από τους ώμους μάς τράβηξε προς τις σκάλες ενώ προσπαθούσαμε να καταπολεμήσουμε το νέο κύμα γέλιου που μας κατέκλυσε. Σταματήσαμε μόνο για μια στιγμή έξω από την ανοιχτή πόρτα της τάξης· ευτυχώς η φιλόλογος δεν είχε έρθει ακόμη. «Λοιπόν είσαι μέσα;» με ρώτησε ο Κώστας, ενώ το βλέμμα του Βασίλη καρφωνόταν όλο προσμονή πάνω μου. «Μέσα», είπα χωρίς να το πολυσκεφτώ. Το στόμα του διαβόλου ήταν μια δοκιμασία που όλοι, αργά ή γρήγορα την περνούσαν, γιατί όχι λοιπόν κι ο νέος μας συμμαθητής; 11


Αντώνης Κρύσιλας

Το γιατί όχι το συνειδητοποίησα πολύ αργότερα όταν δεν μπορούσα πια να κάνω τίποτα για ν’ αλλάξω τα όσα έγιναν.

: Η ρεματιά δεν απέχει ούτε εκατό μέτρα από το σχολείο. Αρκούσε να διασχίσουμε τη λεωφόρο και να τρυπώσουμε μέσα της, έτοιμοι για τις πιο ριψοκίνδυνες εξερευνήσεις που σκάρωσαν ποτέ κοινά γυμνασιόπαιδα. Οι επισκέψεις μας εκεί πύκνωναν πάντα την άνοιξη. Όλος ο τόπος άνθιζε τότε και μύριζε μ’ έναν τρόπο τόσο ξεχωριστό που όμοιό του δεν ξανασυνάντησα στη μέχρι τώρα ζωή μου. Όσο για τη διάθεση που κυριαρχούσε… ήταν σαν μια τεράστια έκρηξη, μεγάλη σαν σουπερνόβα, που οι τέσσερις τοίχοι της τάξης ήταν αδύνατο να την αντέξουν. Έφτανε να κατεβούμε τα τσιμεντένια σκαλοπάτια και να περάσουμε το ξύλινο γεφυράκι για να καταλήξουμε στη δημοτική παιδική χαρά ή στο δασάκι που την περιστοίχιζε. Άλλες πάλι φορές, όταν η διάθεση για μυστηριακή ατμόσφαιρα ξεπερνούσε αυτή για ξέφρενο τρεχαλητό και ξεφώνημα, μπαίναμε στον αγωγό. Ο αγωγός όμβριων υδάτων ξεπροβάλλει από το δεξί τοίχωμα της ρεματιάς λίγο πριν φτάσει κανείς στο γεφυράκι. Το ανάχωμα που έπρεπε να σκαρφαλώσουμε για να φτάσουμε ως εκεί δεν ήταν μεγάλο και φά12


Το στόμα του Διαβόλου

νταζε ακόμη μικρότερο συγκρινόμενο με την επιθυμία να βρεθούμε στο πιο απόκοσμο μέρος όλης της περιοχής. Το να εισχωρήσεις στον αγωγό ήταν κάτι το τρομαχτικό από μόνο του. Το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό εκεί, που το φως του φακού δεν μπορούσε να το διαπεράσει, δίνοντας την ψευδαίσθηση πως σε δύο, τρία βήματα θα έβρισκες τοίχο. Ο μόνος αληθινός τοίχος που συναντούσαμε εκεί ήταν αυτός του ίδιου του σκοταδιού, που μας έκανε να μιλάμε δυνατότερα και χωρίς σταματημό προκειμένου να φράξουμε το δρόμο στο κύμα του πανικού που μας αγκάλιαζε σφιχτότερα σε κάθε μας βήμα. Τον αρχέγονο φόβο του σκοταδιού έρχονταν να συμπληρώσουν οι φήμες που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα, γύρω από το μέρος αυτό. Πολλοί έλεγαν πως είναι στοιχειωμένο και ορκίζονταν σε ό,τι έβρισκαν πρόχειρο πως, αν περνούσες νύχτα από ’κει, άκουγες φωνές και ψιθύρους που σου ζητούσαν να μπεις στον αγωγό. Άλλοι πάλι έλεγαν πως εκεί ζει ο μπαμπούλας και ήξερα κι εγώ κάνα δύο παιδιά που επέμεναν πως είχαν δει κάτι να κινείται στο σκοτάδι του τσιμεντένιου τούνελ. Φυσικά οι τελευταίοι ήταν αυτοί που εισέπρατταν τη μερίδα του λέοντος από τις κοροϊδίες και τα πειράγματά μας. Κάθε δεκατριάχρονος που σέβεται τον εαυτό του, οφείλει να μην αναφέρει ποτέ τη λέξη μπαμπούλας. 13


Αντώνης Κρύσιλας

Αυτή είναι για να τρομάζουν τα νιάνιαρα του δημοτικού και πολλές φορές ούτε καν γι’ αυτό. Παρ’ όλα αυτά, αυτή ήταν η ιστορία που απασχολούσε περισσότερο το μυαλό μας, όχι όταν βρισκόμαστε όλοι μαζί αλλά τα βράδια όταν σβήναμε το φως για να κοιμηθούμε και παραδινόμασταν, άνευ όρων στο σκοτάδι. Μερικές φορές είχαμε αναφερθεί στο θέμα συζητώντας, μη μπορώντας να ξεχάσουμε τους νυχτερινούς μας εφιάλτες, ποτέ όμως δεν αναφέραμε τη λέξη ταμπού. Η λέξη ΕΚΕΙΝΟΣ, ήταν αρκετή να εξηγήσει από μόνη της σε ποιον αναφερόμαστε. Πέρα όμως από τους παράδοξους φόβους, υπήρχαν και πιο χειροπιαστοί λόγοι για τους οποίους ο αγωγός ήταν απαγορευμένο μέρος για τα παιχνίδια μας. Είχαν πνιγεί παιδιά εκεί. Την ευθύνη βέβαια δεν την είχαν ούτε τα φαντάσματα και τα πνεύματα ούτε καν ΕΚΕΙΝΟΣ, αλλά οι ξαφνικές μπόρες που γίνονταν συχνότερες την άνοιξη. Τρία παιδιά είχαν χάσει τη ζωή τους στο μέρος αυτό. Το πιο πρόσφατο περιστατικό και το πιο γνωστό σ’ εμάς, ήταν αυτό του Αντρέα Παπαγιάννη, μαθητή του λυκείου που, ένα χρόνο πριν είχε πάει στη ρεματιά για να φωτογραφίσει το χείμαρρο. Αυτό είχε δηλώσει στους γονείς του. Παρ’ όλα τα δεκάξι του χρόνια δε φάνηκε ούτε ιδιαίτερα έξυπνος ούτε αρκετά τυχερός. ��ο να πλησιάσεις τον αγωγό όταν βρέχει ήταν σκέτη τρέλα, μια που όλα 14


Το στόμα του Διαβόλου

τα νερά από τους γύρω δρόμους καταλήγουν εκεί. Αυτός όμως πλησίασε. Τον βρήκαν τέσσερις μέρες αργότερα, πεντακόσια μέτρα μακριά, θαμμένο σε μια λακκούβα με λάσπη και φαγωμένο από τ’ αδέσποτα σκυλιά και τις αλεπούδες που ζουν ακόμη στην περιοχή. Όλ’ αυτά μαζί, οι ιστορίες τρόμου από τη μια και τα αληθινά περιστατικά από την άλλη, ήταν αρκετά για να μετατραπεί η ονομασία της εξόδου της σήραγγας, από Αγωγός Όμβριων Υδάτων (μια που οι λέξεις αυτές ούτως ή άλλως δεν περιλαμβάνονταν τότε, ακόμη, στο λεξιλόγιό μας) σε Στόμα του Διαβόλου.

... η συνέχεια τον Φεβρουάριο σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις

PLATYPUS

15


ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ