Page 1


ΘΑΝΑΣΙΜΑ

ΕΡΓΑΛΕΙΑ

Βιβλίο Τρίτο

Γυάλινη Πόλη .,

CASSANDRA

CLARE

μετάφραση: Φωτεινή Μοσχή

PLATYPUS


Για τη μητέρα μου. «Μετράω μόνο τις ώρες που λάμπουν» .,


Ευχαριστίες Όταν αναπολείς τη συγγραφή ενός βιβλίου, δεν γίνεται να μη συνειδητοποιήσεις ότι πρόκειται για μια ομαδική προσπάθεια και ότι όλα θα κατέρρεαν γρήγορα, σαν τον Τιτανικό, αν δεν είχες τη βοήθεια των φίλων σου. Γι’ αυτό, ευχαριστώ την ομάδα ΝΒ και τα Αστέρια της Μασαχουσέτης, την Έλκα, την Έμιλι και την Κλίο για τις ατέλειωτες ώρες βοήθειας, όπως και τη Χόλι Μπλακ για τις ώρες υπομονετικής ανάγνωσης των ίδιων σελίδων ξανά και ξανά. Τη Λίμπα Μπρέι για τα κρουασάν και τον καναπέ, τη Ρόμπιν Ουάσερμαν που με αποσπούσε με επεισόδια Gossip Girl, τη Μορίν Τζόνσον που με κοίταζε με έντρομο ύφος όταν προσπαθούσα να δουλέψω, και τους Τζάστιν Λαρμπαλεστιέρ και Σκοτ Γουέστερφελντ που με ανάγκαζαν να σηκωθώ από τον καναπέ και να πάω κάπου να γράψω. Ευχαριστώ επίσης την Ιωάννα που με βοήθησε με τα (ανύπαρκτα) Ρουμάνικά μου. Ακόμα, όπως πάντα, ευχαριστώ τον ατζέντη μου, Μπάρι Γκόλντμπλατ, την επιμελήτριά μου, Κάρεν Γουίτιλα, τις ομάδες στον εκδοτικό οίκο Simon and Schuster και στον Walker Books που στήριξαν αυτήν τη σειρά, καθώς και τη Σάρα Πέιν που έκανε αλλαγές ακόμα και πολύ μετά την προθεσμία. Και βέβαια την οικογένειά μου –τη μητέρα και τον πατέρα μου, τους Τζιμ και Κέιτ, τους Έσον, και φυσικά τον Τζος, που πιστεύει ακόμη ότι ο Σάιμον βασίστηκε σε αυτόν (και μπορεί να έχει και δίκιο).


Ο δρόμος είναι μακρύς Και δύσκολος, που απ’ την Κόλαση οδηγεί στο Φως —Τζον Μίλτον Χαμένος Παράδεισος


Μέρος πρώτο

Όπως οι φλόγες ανεβαίνουν προς τα πάνω ., Ο άνθρωπος είναι επιρρεπής στα προβλήματα όπως οι φλόγες ανεβαίνουν προς τα πάνω. Ιώβ 5:7


1 η πυλη

Το κύμα κρύου της προηγούμενης εβδομάδας είχε τελειώσει· ο ήλιος άστραφτε λαμπρός καθώς η Κλέρι διέσχιζε τρέχοντας τη σκονισμένη αυλή του Λουκ, φορώντας την κουκούλα του μπουφάν της για να μην πέφτουν τα μαλλιά μπροστά στα μάτια της. Ο καιρός μπορεί να είχε ζεστάνει, αλλά ο αέρας του Ηστ Ρίβερ ήταν ακόμη σκληρός. Κουβαλούσε μαζί του μια αχνή χημική οσμή, ανακατεμένη με τη μυρωδιά ασφάλτου από το Μπρούκλιν, βενζίνη και καμένη ζάχαρη απ’ το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο στο τέρμα του δρόμου. Ο Σάιμον την περίμενε στην μπροστινή αυλή, απλωμένος σε μια πολυθρόνα με σπασμένα ελατήρια. Είχε το Νιντέντο του στερεωμένο στο μπλουτζίν του και έπαιζε με τη γραφίδα προσηλωμένος. «Πάρ’ τα!» είπε καθώς η Κλέρι έφτασε στα σκαλιά. «Το ’σκισα πάλι». Η Κλέρι έσπρωξε πίσω την κουκούλα της, έβγαλε τα μαλλιά μπροστά από το πρόσωπό της και ψαχούλεψε την τσέπη της για να βρει τα κλειδιά της. «Πού ήσουν;


Cassandra Clare

Σε έπαιρνα όλο το πρωί». Ο Σάιμον σηκώθηκε και έχωσε το φωτεινό ορθογώνιο στην τσάντα του. «Ήμουν στο σπίτι του Έρικ. Κάναμε πρόβα». Η Κλέρι σταμάτησε να προσπαθεί να βάλει το κλειδί στην κλειδαριά –πάντα κολλούσε– τόσο όσο χρειάστηκε για να του κάνει μια γκριμάτσα. «Πρόβα; Θες να πεις ότι είσαι ακόμη…» «Στο συγκρότημα; Γιατί να μην είμαι;» Άπλωσε το χέρι του γύρω της. «Άσε με να ανοίξω εγώ». Η Κλέρι έμεινε ακίνητη όσο ο Σάιμον έστριβε επιδέξια το κλειδί, με την κατάλληλη πίεση, κάνοντας την πεισματάρα παλιά κλειδαριά να ανοίξει. Το χέρι του άγγιξε το δικό της· το δέρμα του ήταν δροσερό, στη θερμοκρασία του αέρα. Η Κλέρι ανατρίχιασε λιγάκι. Είχαν διακόψει τις απόπειρές τους για μια ρομαντική σχέση μόλις πριν μία εβδομάδα, και ένιωθε ακόμη μπερδεμένη όποτε τον έβλεπε. «Ευχαριστώ». Πήρε το κλειδί χωρίς να τον κοιτάξει. Στο σαλόνι έκανε ζέστη. Η Κλέρι κρέμασε το μπουφάν της στο καρφί στο διάδρομο και πήγε προς τον ξενώνα, με τον Σάιμον ξοπίσω της. Κατσούφιασε. Η βαλίτσα της ήταν ανοιχτή σαν στρείδι πάνω στο κρεβάτι, τα ρούχα και οι ζωγραφιές της πεταμένα παντού. «Νόμιζα ότι θα πήγαινες στην Άιντρις μόνο για μερικές μέρες», είπε ο Σάιμον βλέποντας το χαμό με ένα ίχνος απογοήτευσης. «Ναι, αλλά δεν ξέρω τι να πάρω μαζί μου. Δεν έχω φορέματα και φούστες, αλλά αν δεν μπορώ να φοράω παντελόνια εκεί;» «Γιατί να μην μπορείς; Σε άλλη χώρα πας, όχι σε άλ.2,


Γυάλινη Πόλη

λον αιώνα». «Ναι, αλλά οι Κυνηγοί είναι τόσο παλιομοδίτες, και η Ίζαμπελ φοράει πάντα φορέματα…» Η Κλέρι σταμάτησε και αναστέναξε. «Δεν είναι τίποτα. Απλώς προβάλλω όλη την ανησυχία μου για τη μητέρα μου στη βαλίτσα. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο. Πώς ήταν η πρόβα; Δεν έχετε βρει ακόμη όνομα;» «Μια χαρά». Ο Σάιμον κάθισε πάνω στο γραφείο, με τα πόδια να κρέμονται στο πλάι. «Σκεφτόμαστε να υιοθετήσουμε νέο σλόγκαν. Κάτι ειρωνικό, όπως: “Έχουμε δει ένα εκατομμύριο πρόσωπα και έχουμε μαγέψει περίπου τα μισά”». «Έχεις πει στον Έρικ και στους υπόλοιπους ότι…» «Είμαι βρικόλακας; Όχι. Δεν είναι από τα πράγματα που αναφέρεις σε μια συζήτηση». «Μπορεί να μην είναι, αλλά τα παιδιά είναι φίλοι σου. Πρέπει να το ξέρουν. Και στο κάτω-κάτω, αυτό θα σε κάνει ακόμα μεγαλύτερο θεό του ροκ στα μάτια τους, σαν αυτόν το βρικόλακα τον Λέστερ». «Τον Λεστάτ», είπε ο Σάιμον. «Το βρικόλακα Λεστάτ, μάλλον, εννοείς. Αυτός είναι φανταστικός. Άλλωστε, δεν σε είδα να τρέχεις να πεις σε όλους σου τους φίλους ότι είσαι Κυνηγός των Σκιών». «Σε ποιους φίλους; Εσύ είσαι ο φίλος μου». Κάθισε βαριά στο κρεβάτι και κοίταξε τον Σάιμον. «Και εσένα σ’ το είπα, έτσι δεν είναι;» «Γιατί δεν είχες επιλογή». Ο Σάιμον έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και την κοίταξε εξεταστικά· το πορτατίφ στο κομοδίνο έφεγγε στα μάτια του, κάνοντάς τα ασημένια. «Θα μου λείψεις». «Κι εμένα», είπε η Κλέρι, αν και ένιωθε το δέρμα της .3,


Cassandra Clare

να ανατριχιάζει με μια νευρική προσμονή που δεν την άφηνε να συγκεντρωθεί. Θα πάω στην Άιντρις! τραγουδούσε το μυαλό της. Θα δω την πατρίδα των Κυνηγών, τη Γυάλινη Πόλη. Θα σώσω τη μητέρα μου. Και θα είμαι με τον Τζέις. Τα μάτια του Σάιμον άστραψαν, σαν να μπορούσε να ακούσει τις σκέψεις της, αλλά η φωνή του ήταν απαλή. «Πες μου ξανά, γιατί πρέπει να πας εσύ στην Άιντρις; Γιατί δεν μπορούν να το κάνουν αυτό η Μαντλίν και ο Λουκ;» «Η μαμά μου έμαθε το ξόρκι που την έφερε σ’ αυτή την κατάσταση από ένα μάγο –τον Ρέιγκνορ Φελ. Η Μαντλίν λέει ότι πρέπει να τον εντοπίσουμε αν θέλουμε να μάθουμε πώς να λύσουμε το ξόρκι. Αλλά ο Φελ δεν γνωρίζει τη Μαντλίν. Γνώριζε τη μητέρα μου, και η Μαντλίν λέει ότι εμένα θα με εμπιστευθεί, επειδή της μοιάζω τόσο πολύ. Και ο Λουκ δεν μπορεί να έρθει. Θα μπορούσε να έρθει στην Άιντρις, αλλά, απ’ ό,τι κατάλαβα, δεν μπορεί να μπει στο Αλικάντε χωρίς άδεια από το Κονκλάβιο, και δεν θα του τη δώσουν. Και μην του πεις τίποτα, σε παρακαλώ, γιατί δεν χαίρεται και πολύ που δεν μπορεί να έρθει μαζί μου. Αν δεν ήξερε τη Μαντλίν από παλιά, δεν νομίζω να με άφηνε να πάω. «Ναι, αλλά θα είναι εκεί και οι Λάιτγουντ. Και ο Τζέις. Θα σε βοηθήσουν. Εννοώ, ο Τζέις δεν είχε πει ότι θα σε βοηθούσε; Έχει πρόβλημα να πας;» «Και βέβαια θα με βοηθήσει», είπε η Κλέρι. «Και φυσικά και δεν έχει πρόβλημα». Αλλά αυτό ήταν ένα ψέμα, και το ήξερε καλά. * * * .4,


Γυάλινη Πόλη

Η Κλέρι είχε πάει κατευθείαν στο Ινστιτούτο μετά τη συνάντηση με τη Μαντλίν στο νοσοκομείο. Ο Τζέις ήταν ο πρώτος στον οποίο είχε πει το μυστικό της μητέρας της, πριν καν το πει στον Λουκ. Και ο Τζέις καθόταν εκεί και την κοίταζε, όλο και πιο χλωμός καθώς του μιλούσε, σαν να μην του έλεγε πώς να σώσει τη μητέρα της, αλλά σαν να του στράγγιζε το αίμα αργά και βασανιστικά. «Δεν πρόκειται να πας» της είχε πει όταν σταμάτησε να μιλάει. «Αν χρειαστεί, θα σε δέσω και θα κάτσω πάνω σου μέχρι να σου περάσει αυτό το παράλογο καπρίτσιο, πάντως δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω να πας στην Άιντρις». Η Κλέρι ένιωσε σαν να την είχε χαστουκίσει. Περίμενε να τον δει να χαίρεται. Είχε τρέξει όλη την απόσταση από το νοσοκομείο στο Ινστιτούτο για να του το πει, κι αυτός στεκόταν στην πόρτα κοιτάζοντάς την άγρια, με ένα βλέμμα θανατηφόρο. «Μα, αφού εσείς θα πάτε». «Ναι, θα πάμε. Πρέπει να πάμε. Το Κονκλάβιο έχει καλέσει στην Άιντρις όλα τα ενεργά μέλη της που μπορούν να αφήσουν το πόστο τους για μια μεγάλη σύσκεψη του Συμβουλίου. Θα ψηφίσουν για το τι να κάνουν με τον Βάλενταϊν, και εφόσον εμείς είμαστε οι τελευταίοι που τον είδαν…» Η Κλέρι το προσπέρασε. «Άρα, αφού πάτε εσείς, γιατί δεν μπορώ να έρθω κι εγώ;» Η αμεσότητα της απάντησης έμοιαζε να τον εξοργίζει ακόμα περισσότερο. «Γιατί εκεί είναι επικίνδυνα για σένα». «Α, ναι, γιατί εδώ δεν είναι; Παραλίγο να σκοτωθώ δέκα φορές μέσα σε ένα μήνα, και ήταν όλες εδώ, στη .5,


Cassandra Clare

Νέα Υόρκη». «Επειδή ο Βάλενταϊν ενδιαφερόταν για τα Θανάσιμα Αντικείμενα που βρίσκονταν εδώ». Ο Τζέις έτριζε τα δόντια του καθώς μιλούσε. «Τώρα όμως θα εστιάσει στην Άιντρις, όλοι το ξέρουμε αυτό…» «Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τίποτα» είπε η Μαρίζ Λάιτγουντ. Στεκόταν στη σκιά του διαδρόμου, και δεν την είχε δει κανένας απ’ τους δύο τους. Έκανε ένα βήμα μπροστά, κάτω από τα σκληρά φώτα της εισόδου. Αυτά φώτιζαν τις γραμμές εξάντλησης που έμοιαζαν να τραβάνε το πρόσωπό της προς τα κάτω. Ο σύζυγός της, ο Ρόμπερτ Λάιτγουντ, είχε πληγωθεί από δηλητήριο δαίμονα κατά τη διάρκεια της μάχης την προηγούμενη εβδομάδα και χρειαζόταν συνεχή φροντίδα. Η Κλέρι φανταζόταν πόσο κουρασμένη θα ήταν η Μαρίζ. «Το Κονκλάβιο θέλει να γνωρίσει την Κλαρίσα. Το ξέρεις αυτό, Τζέις». «Να πάει στο διάβολο το Κονκλάβιο». «Τζέις», είπε η Μαρίζ και ακούστηκε για μια φορά σαν γονιός. «Πρόσεχε πώς μιλάς». «Το Κονκλάβιο θέλει πολλά πράγματα», είπε διορθώνοντάς το ο Τζέις. «Δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα παίρνει πάντα όλα». Η Μαρίζ τού έριξε ένα βλέμμα σαν να ήξερε ακριβώς τι εννοούσε, αλλά δεν της άρεσε. «Το Κονκλάβιο συνήθως έχει δίκιο, Τζέις. Δεν είναι παράλογο να θέλουν να μιλήσουν στην Κλέρι μετά από όλα όσα πέρασε. Όσα μπορεί να τους πει…» «Μπορώ να τους τα πω κι εγώ», είπε ο Τζέις. Η Μαρίζ αναστέναξε και κοίταξε με τα γαλάζια της μάτια την Κλέρι. «Θέλεις να πας στην Άιντρις, απ’ ό,τι .6,


Γυάλινη Πόλη

κατάλαβα;» «Μόνο για λίγες μέρες. Δεν θα σας είμαι βάρος», είπε η Κλέρι κοιτάζοντας ικετευτικά τη Μαρίζ, αγνοώντας την καυτή θυμωμένη ματιά του Τζέις. «Το ορκίζομαι». «Το θέμα δεν είναι αν θα μας είσαι βάρος. Το θέμα είναι αν θέλεις να συναντηθείς με το Κονκλάβιο όσο θα είσαι εκεί. Θα θέλουν να σου μιλήσουν. Αν πεις όχι, αμφιβάλλω αν θα μας δώσουν την άδεια να σε πάρουμε μαζί μας». «Όχι…» άρχισε να λέει ο Τζέις. «Θα πάω στο Κονκλάβιο», τον διέκοψε η Κλέρι, αν και η σκέψη έστελνε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά της. Η μόνη εκπρόσωπος του Κονκλάβιου που είχε γνωρίσει ως τότε ήταν η Ανακρίτρια, και δεν ήταν και ο πιο ευχάριστος άνθρωπος του κόσμου. Η Μαρίζ έτριψε τους κροτάφους της με τα ακροδάχτυλά της. «Άρα, είμαστε σύμφωνοι». Ωστόσο, δεν έμοιαζε και πολύ σίγουρη. Ακουγόταν μάλλον εύθραυστη, και τεντωμένη σαν χορδή βιολιού. «Τζέις, συνόδευσε την Κλέρι έξω και έλα να με βρεις στη βιβλιοθήκη. Θέλω να σου μιλήσω». Εξαφανίστηκε στις σκιές χωρίς να πει καν αντίο. Η Κλέρι την κοίταξε να απομακρύνεται, νιώθοντας σαν να της είχαν πετάξει παγωμένο νερό. Ο Άλεκ και η Ίζαμπελ έμοιαζαν να αγαπάνε πολύ τη μητέρα τους, και ήταν σίγουρη ότι η Μαρίζ δεν ήταν κακός άνθρωπος, αλλά δεν ήταν και πολύ θερμή. Το στόμα του Τζέις ήταν τεντωμένο σαν μια λεπτή γραμμή. «Κοίτα τι κατάφερες τώρα». «Πρέπει να πάω στην Άιντρις, ακόμα και αν δεν καταλαβαίνεις το γιατί», είπε η Κλέρι. «Πρέπει να το κάνω .7,


Cassandra Clare

για τη μητέρα μου». «Η Μαρίζ εμπιστεύεται υπερβολικά το Κονκλάβιο», είπε ο Τζέις. «Έχει ανάγκη να πιστεύει ότι είναι τέλειο, και δεν μπορώ να της πω ότι δεν είναι, γιατί…» Σταμάτησε απότομα. «Γιατί κάτι τέτοιο θα έλεγε ο Βάλενταϊν». Περίμενε μια έκρηξη, αλλά το μόνο που είπε ο Τζέις ήταν: «Κανείς δεν είναι τέλειος». Άπλωσε το χέρι του και πάτησε με δύναμη το κουμπί του ανελκυστήρα. «Ούτε καν το Κονκλάβιο». Η Κλέρι σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. «Αλήθεια, γι’ αυτό δεν θέλεις να έρθω; Επειδή δεν είναι ασφαλές;» Μια σπίθα έκπληξης φώτισε το πρόσωπό του. «Τι εννοείς; Για ποιον άλλο λόγο να μη θέλω να έρθεις;» Ξεροκατάπιε. «Γιατί…» Γιατί μου είπες ότι δεν νιώθεις πια τίποτα για μένα, και, βλέπεις, αυτό είναι πολύ άβολο. Γιατί εγώ ακόμη νιώθω. Και βάζω στοίχημα ότι το ξέρεις. «Γιατί δεν θέλω να με ακολουθεί παντού η μικρή μου αδερφή;» Η φωνή του είχε μια παράξενη νότα, μισή πειρακτική και μισή κάτι άλλο. Το ασανσέρ έφτασε και σταμάτησε μπροστά τους με έναν κρότο. Η Κλέρι έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα και γύρισε προς τον Τζέις. «Δεν θέλω να πάω επειδή θα πας εσύ. Πάω επειδή θέλω να βοηθήσω τη μητέρα μου. Τη μητέρα μας. Πρέπει να τη βοηθήσω. Δεν το καταλαβαίνεις; Αν δεν το κάνω αυτό, μπορεί να μην ξυπνήσει ποτέ. Θα μπορούσες τουλάχιστον να προσποιηθείς ότι σε νοιάζει έστω και λίγο». Ο Τζέις έβαλε τα χέρια του στους ώμους της και άγγι.8,


Γυάλινη Πόλη

ξε με τις άκρες των δαχτύλων του το γυμνό δέρμα στην άκρη του λαιμού της, κάνοντάς τη να ανατριχιάσει απεγνωσμένα και δίχως νόημα μέχρι τα κόκαλα. Κάτω από τα μάτια του είχε σκιές, πρόσεξε η Κλέρι, και τα μάγουλά του ήταν ρουφηγμένα. Το μαύρο μπλουζάκι που φορούσε τόνιζε ακόμα περισσότερο το μελανιασμένο του δέρμα· ήταν μια σπουδή στις αντιθέσεις, κάτι που θα μπορούσε να ζωγραφίσει με αποχρώσεις του μαύρου, του γκρι και του λευκού, με στίγματα χρυσού σε κάποια σημεία, όπως στα μάτια του, για μια ιδέα χρώματος… «Άσε με να το κάνω εγώ». Η φωνή του ήταν απαλή, επιτακτική. «Μπορώ να τη βοηθήσω εγώ για σένα. Πες μου πού να πάω, ποιον να ρωτήσω. Θα κάνω εγώ ό,τι χρειαστεί». «Η Μαντλίν είπε στο μάγο ότι θα πάω εγώ. Θα περιμένει την κόρη της Τζόσλιν, όχι το γιο της». Τα χέρια του Τζέις έσφιξαν τους ώμους της. «Πες της ότι άλλαξαν τα σχέδια. Θα πάω εγώ, όχι εσύ. Όχι εσύ». «Τζέις…» «Θα κάνω ό,τι, μα ό,τι χρειαστεί», είπε. «Ό,τι θέλεις, αρκεί να μου υποσχεθείς ότι θα μείνεις εδώ». «Δεν μπορώ». Την άφησε σαν να τον είχε σπρώξει. «Γιατί;» «Γιατί» του είπε «είναι η μητέρα μου, Τζέις». «Και δική μου». Η φωνή του ήταν ψυχρή. «Μάλιστα, γιατί η Μαντλίν δεν μίλησε και σε μένα γι’ αυτό; Γιατί μόνο σε σένα;» «Ξέρεις γιατί». «Επειδή» είπε ο Τζέις, και αυτήν τη φορά η φωνή του ακούστηκε ακόμα πιο ψυχρή «γι’ αυτήν είσαι η κόρη της Τζόσλιν. Ενώ εγώ θα είμαι πάντα ο γιος του .9,


Cassandra Clare

Βάλενταϊν». Έκλεισε με δύναμη την πόρτα ανάμεσά τους. Για μια στιγμή τον κοίταξε πίσω από τα κάγκελα… το πλέγμα της πόρτας χώριζε το πρόσωπό του σε μια σειρά από ρόμβους σαν διαμάντια, με μεταλλικό περίγραμμα. Ένα χρυσό μάτι την κοίταζε μέσα από το ένα διαμάντι, και μέσα στα βάθη του άστραφτε ένας μεγάλος θυμός. «Τζέις…» άρχισε να λέει. Αλλά με ένα τίναγμα και ένα ηχηρό τράνταγμα, ο ανελκυστήρας είχε αρχίσει ήδη να κατεβαίνει, παίρνοντάς τη μαζί του στη σκοτεινή σιωπή του καθεδρικού. «Γη καλεί Κλέρι». Ο Σάιμον κούνησε τα χέρια του μπροστά στο πρόσωπό της. «Είσαι εδώ;» «Ναι, συγγνώμη». Ανασηκώθηκε και κούνησε το κεφάλι της για να το καθαρίσει από τις αράχνες. Εκείνη ήταν η τελευταία φορά που είχε δει τον Τζέις. Δεν είχε σηκώσει το τηλέφωνο όταν τον είχε πάρει, έτσι είχε κάνει όλα τα σχέδια για το ταξίδι της στην Άιντρις με τον Άλεκ να μοιάζει με απρόθυμο και ντροπαλό διαμεσολαβητή. Ο καημένος ο Άλεκ, που είχε μπει ανάμεσα στη μητέρα του και στον Τζέις, που πάντα προσπαθούσε να κάνει το σωστό. «Είπες κάτι;» «Απλώς ότι μου φάνηκε ότι γύρισε ο Λουκ», είπε ο Σάιμον και πήδηξε απ’ το γραφείο τη στιγμή που άνοιγε η πόρτα του δωματίου. «Και όντως γύρισε». «Γεια σου, Σάιμον». Ο Λουκ ακουγόταν ήρεμος, ίσως λίγο κουρασμένος –φορούσε ένα φθαρμένο τζιν μπουφάν, ένα λινό πουκάμισο και παλιά κορδόνια δεμένα σε κάτι μπότες που οι καλύτερες μέρες τους πρέπει να ήταν πριν από κάμποσα χρόνια. Τα γυαλιά του ήταν . 10 ,

ΓΥΑΛΙΝΗ ΠΟΛΗ  

CASSANDRA CLARE

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you