Issuu on Google+


Δεν έχω κοιμηθεί. Από την πρώτη απόφαση ως την ώρα Που θα γίνει μια πράξη τρομερή Ο Χρόνος μοιάζει σαν φάντασμα Και σαν όνειρο απαίσιο: Το Πνεύμα και τα θανάσιμα εργαλεία Κάνουν συμβούλιο Και η συνείδηση του ανδρός Όμοια μ’ ένα μικρό βασίλειο, Της επανάστασης τη φύση γνωρίζει. — Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Ιούλιος Καίσαρας


Μέρος πρώτο

Σκοτεινή Κατάβαση ., Τραγούδησα το Χάος και την αιώνια Νύχτα, με έμαθε η ουράνια Μούσα να κατεβαίνω κάτω τη σκοτεινή κατάβαση και πώς να ανεβαίνω ξανά… — Τζον Μίλτον, Χαμένος Παράδεισος


1 πανδαιμονιο

«Πλάκα μου κάνεις;» είπε ο πορτιέρης σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά στο τεράστιο στήθος του. Κοίταξε το αγόρι με το κόκκινο μπουφάν με το φερμουάρ και κούνησε το ξυρισμένο του κεφάλι. «Απαγορεύεται να το φέρεις αυτό μέσα». Οι καμία πενηνταριά έφηβοι που περίμεναν στη γραμμή έξω απ’ το Πανδαιμόνιο έσκυψαν προς τα εμπρός για να ακούσουν καλύτερα. Η αναμονή για να μπει κανείς στο κλαμπ που δεχόταν όλες τις ηλικίες ήταν ατέλειωτη και στην ουρά δεν συνέβαινε ποτέ τίποτα ιδιαίτερο. Οι πορτιέρηδες ήταν πολύ αυστηροί και τα έβαζαν με οποιονδήποτε τους φαινόταν ότι υπήρχε περίπτωση να προκαλέσει προβλήματα. Η δεκαπεντάχρονη Κλέρι Φρέι που στεκόταν στην ουρά με τον κολλητό της, τον Σάιμον, έσκυψε κι εκείνη προς τα εμπρός, μαζί με όλους τους άλλους, ελπίζοντας να δει λίγη δράση. «Έλα τώρα!» επέμεινε το παιδί φέρνοντας αυτό που κρατούσε πάνω απ’ το κεφάλι του. Ήταν σαν ξύλινο ρα-


Cassandra Clare

βδί, μυτερό στην άκρη. «Είναι μέρος της στολής μου». Ο πορτιέρης ανασήκωσε το ένα του φρύδι. «Ποιας στολής ακριβώς;» Το αγόρι χαμογέλασε. Φαινόταν αρκετά νορμάλ για το Πανδαιμόνιο, σκέφτηκε η Κλέρι. Είχε μαλλιά βαμμένα μπλε ελεκτρίκ, σηκωμένα ψηλά σαν πλοκάμια ξαφνιασμένου χταποδιού αλλά δεν είχε περίεργα τατουάζ στο πρόσωπο ή μεγάλα πίρσινγκ στα αυτιά ή τα χείλη του. «Είμαι κυνηγός βρικολάκων», είπε και πίεσε το ξύλινο πράγμα που κρατούσε. Αυτό λύγισε σαν φύλλο που γέρνει στο πλάι. «Είναι ψεύτικο. Από πλαστικό, βλέπεις;» Τα μεγάλα μάτια του αγοριού ήταν ίσως ένα υπερβολικά λαμπερό πράσινο, πρόσεξε η Κλέρι: σαν αντιψυκτικό ή φρέσκο γρασίδι. Μάλλον ήταν έγχρωμοι φακοί επαφής. Ο πορτιέρης ανασήκωσε τους ώμους του σαν να βαριόταν. «Καλά καλά, άντε πέρνα». Το αγόρι γλίστρησε δίπλα του σαν χέλι. Της Κλέρι της άρεσε ο τρόπος που έγειρε τους ώμους του, ο τρόπος που τίναξε τα μαλλιά του καθώς περνούσε. Σκέφτηκε μια λέξη που θα χρησιμοποιούσε η μαμά της για να τον περιγράψει: αμέριμνος. «Σου άρεσε, ε;» είπε ο Σάιμον που έμοιαζε να βαριέται. «Έτσι δεν είναι;» Η Κλέρι του έδωσε μια αγκωνιά αλλά δεν απάντησε. Μέσα στο κλαμπ, ο αέρας ήταν γεμάτος χρωματιστό καπνό. Στην πίστα έπεφταν τα πολύχρωμα φώτα, κάνοντάς τη να μοιάζει με μια παραμυθένια χώρα γεμάτη μπλε ελεκτρίκ και πράσινα, φούξια και χρυσά. Το αγόρι με το κόκκινο μπουφάν χάιδευε το κοφτερό .2,


Πόλη των Οστών

σαν ξυράφι σπαθί του με ένα αφηρημένο χαμόγελο. Ήταν τόσο εύκολο –λίγη λάμψη και το σπαθί έμοιαζε αμέσως άκακο κι αθώο. Άλλη μια λάμψη στο βλέμμα του και μόλις ο πορτιέρης τον κοίταξε τον έβαλε μέσα. Φυσικά, θα μπορούσε να έχει μπει και με πολύ λιγότερη προσπάθεια, αλλά ήταν κι αυτό ένα μέρος του παιχνιδιού –να κοροϊδεύεις τους κοινούς θνητούς, να κάνεις ό,τι θέλεις ανοιχτά, μπροστά τους, να βλέπεις τα κενά βλέμματα στα κοιμισμένα τους πρόσωπα. Όχι ότι οι άνθρωποι ήταν τελείως άχρηστοι. Τα πράσινα μάτια του αγοριού έψαξαν την πίστα, όπου αδύνατα χέρια ντυμένα με μετάξι και μαύρη δαντέλα λικνίζονταν, χαμένα ανάμεσα στα σύννεφα καπνού καθώς οι άνθρωποι χόρευαν. Τα κορίτσια τίναζαν τα μακριά μαλλιά τους, τα αγόρια κουνούσαν τους γοφούς τους μέσα απ’ τα δερμάτινα παντελόνια τους και τα γυμνά μέλη τους γυάλιζαν απ’ τον ιδρώτα. Η ζωή απλώς ξεχυνόταν από μέσα τους, κύματα ενέργειας που τον γέμιζαν με μια μεθυσμένη ζάλη. Τα χείλη του τρεμόπαιξαν. Δεν είχαν ιδέα πόσο τυχεροί ήταν. Δεν είχαν ιδέα πώς ήταν να επιβιώνεις σε ένα νεκρό κόσμο, όπου ο ήλιος κρεμόταν γκρίζος στον ουρανό σαν μια καμένη στάχτη. Η ζωή τους έκαιγε ζωηρά σαν φλόγα από κερί –και ήταν εξίσου εύκολο να σβήσει. Το χέρι του έσφιξε τη λεπίδα που κρατούσε και άρχισε να περπατάει προς την πίστα, όταν ένα κορίτσι απομακρύνθηκε απ’ το μπουλούκι των χορευτών και άρχισε να πηγαίνει προς το μέρος του. Την κοίταξε έντονα. Ήταν όμορφη, για άνθρωπος –μακριά μαλλιά, στην ακριβή απόχρωση του μαύρου μελανιού, βαμμένα μαύρα μάτια. Λευκό φόρεμα μέχρι το πάτωμα, σαν .3,


Cassandra Clare

αυτά που φορούσαν οι κοπέλες όταν ο κόσμος ήταν πολύ νέος ακόμα. Γύρω απ’ το λαιμό της είχε μια χοντρή ασημένια αλυσίδα, απ’ όπου κρεμόταν ένα σκούρο κόκκινο μενταγιόν μεγάλο σαν τη γροθιά ενός μωρού. Χρειαζόταν να μισοκλείσει απλώς τα μάτια του για να εκτιμήσει ότι ήταν αληθινό –αληθινό και πολύτιμο. Το στόμα του άρχισε να στεγνώνει καθώς η κοπέλα τον πλησίαζε. Ζωτική ενέργεια ανέβλυσε από μέσα της όπως το αίμα από μια ανοιχτή πληγή. Του χαμογέλασε καθώς πέρασε δίπλα του, κάνοντάς του νόημα με τα μάτια της να την ακολουθήσει. Το αγόρι έκανε μεταβολή για να την ακολουθήσει, νιώθοντας τη νοητή καυτή γεύση του θανάτου της στο στόμα του. Ήταν πάντα εύκολο. Μπορούσε να νιώσει ήδη τη δύναμη της ζωής της να κυλάει στις φλέβες του σαν φωτιά. Οι άνθρωποι ήταν τόσο ανόητοι. Είχαν κάτι τόσο πολύτιμο αλλά δεν το προστάτευαν ποτέ. Πετούσαν όλοι τους τις ζωές τους τόσο εύκολα, για λίγο χρήμα, μερικά πακέτα με σκόνη, το γοητευτικό χαμόγελο ενός αγνώστου. Το κορίτσι ήταν σαν ένα χλωμό φάντασμα που χανόταν μέσα στον πολύχρωμο καπνό. Έφτασε στον τοίχο και σταμάτησε, σηκώνοντας στο χέρι της το φόρεμά της και χαμογελώντας του καθώς του αποκάλυπτε τα πόδια της. Κάτω απ’ το φόρεμα φορούσε μπότες μέχρι τους μηρούς. Πήγε αργά προς το μέρος της και το δέρμα του ρίγησε απ’ την εγγύτητά της. Από κοντά δεν ήταν και τόσο τέλεια: διέκρινε τη μάσκαρα, μουτζουρωμένη κάτω απ’ τα μάτια της, τα μαλλιά της να κολλάνε στον ιδρωμένο λαιμό της. Μύριζε τη θνητότητά της, τη γλυκιά μυρωδιά της παρακμής της. Σε τσάκωσα, σκέφτηκε. .4,


Πόλη των Οστών

Ένα ψυχρό χαμόγελο τρεμούλιασε στα χείλη της. Έκανε στο πλάι και το αγόρι είδε ότι ακουμπούσε σε μια κλειστή πόρτα. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ–ΑΠΟΘΗΚΗ έγραφε με κόκκινα γράμματα ένα σήμα. Άπλωσε το χέρι της στο πόμολο, το γύρισε και γλίστρησε μέσα. Το αγόρι είδε μερικά στοιβαγμένα κουτιά, δεμένα με σύρμα. Αποθήκη. Κοίταξε πίσω του –δεν κοιτούσε κανείς. Ακόμα καλύτερα αν η μικρή ήθελε μυστικότητα. Γλίστρησε πίσω της στο δωμάτιο, χωρίς να αντιληφθεί ότι τον ακολουθούσαν. «Ωραία μουσική, ε;» είπε ο Σάιμον. Η Κλέρι δεν απάντησε. Χόρευαν –ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων: αρκετό κούνημα μπρος πίσω, με περιστασιακές βουτιές προς την πίστα σαν να τους είχε πέσει φακός επαφής– σε ένα κενό μεταξύ κάτι αγοριών με μεταλλικούς κορσέδες και ένα νεαρό ζευγάρι ασιατικής καταγωγής που φιλιόταν με πάθος, μπερδεύοντας τα χρωματιστά εξτένσιον στα μαλλιά τους σαν φίδια. Ένα αγόρι με πίρσινγκ στα χείλη και ένα σακίδιο-αρκουδάκι μοίραζε δωρεάν φυτικά έκστασι από βότανα, με το νάιλον παντελόνι του να ανεμίζει στο ρεύμα της μηχανής του αέρα. Η Κλέρι δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στο άμεσο περιβάλλον της –τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο αγόρι με τα μπλε μαλλιά που είχε καταφέρει να μπει στο κλαμπ με το ζόρι. Περπατούσε μέσα στο πλήθος σαν να έψαχνε κάτι. Υπήρχε κάτι στον τρόπο που περπατούσε που κάτι της θύμιζε… «Εγώ πάντως…» συνέχισε να λέει ο Σάιμον, «μπορώ να πω ότι διασκεδάζω απίστευτα». Δεν ήταν και πολύ αλήθεια αυτό. Ο Σάιμον, όπως .5,


Cassandra Clare

πάντα, ξεχώριζε μέσα στο πλήθος σαν μύγα μες στο γάλα, με το τζιν και το παλιό μπλουζάκι του που έγραφε μπροστά με μεγάλα γράμματα ΜΠΡΟΥΚΛΙΝ. Τα φρεσκοκουρεμένα μαλλιά του ήταν καστανά σκούρα αντί για ροζ ή πράσινα και τα γυαλιά του ήταν στερεωμένα στραβά στην άκρη της μύτης του. Έμοιαζε περισσότερο λες και ετοιμαζόταν να πάει στη σκακιστική λέσχη παρά ότι απολάμβανε τη σκοτεινή μουσική και το κλαμπ. «Μμμμ», είπε η Κλέρι. Ήξερε πολύ καλά ότι πήγαινε στο Πανδαιμόνιο μαζί της μόνο και μόνο επειδή άρεσε σ’ εκείνη, κι ότι του ίδιου του φαινόταν βαρετό. Δεν ήταν καν σίγουρη γιατί της άρεσε, τα ρούχα, η μουσική, το έκαναν να μοιάζει με όνειρο, σαν να ήταν η ζωή κάποιου άλλου, όχι η δική της, βαρετή ζωή. Πάντα όμως ήταν υπερβολικά ντροπαλή και δεν μιλούσε σε κανέναν άλλο εκτός απ’ τον Σάιμον. Το αγόρι με τα μπλε μαλλιά απομακρυνόταν απ’ την πίστα. Έμοιαζε λίγο χαμένο, σαν να μην είχε βρει αυτόν που έψαχνε. Η Κλέρι αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν πήγαινε να του μιλήσει, αν του πρότεινε να τον βοηθήσει. Ίσως να την κοιτούσε καλά καλά. Ή ίσως να ήταν κι εκείνος ντροπαλός. Ίσως να χαιρόταν και να την ευχαριστούσε και θα προσπαθούσε να μην το δείξει –όπως κάνουν πάντα τα αγόρια– αλλά εκείνη θα το καταλάβαινε. Ίσως… Το αγόρι με τα μπλε μαλλιά ξαφνικά τεντώθηκε και η προσοχή του εντάθηκε, σαν σκύλος που ετοιμάζεται για κυνήγι. Η Κλέρι ακολούθησε το βλέμμα του και είδε το κορίτσι με το άσπρο φόρεμα. Μάλιστα. Η Κλέρι προσπάθησε να μη νιώσει σαν μπαλόνι που έχει ξεφουσκώσει κι έχει ξεμείνει σε μια άκρη. .6,


Πόλη των Οστών

Αυτό ήταν. Το κορίτσι ήταν πανέμορφο, από αυτά που άρεσε στην Κλέρι να ζωγραφίζει: ψηλή και αδύνατη σαν σπίρτο, με μακριά μαύρα μαλλιά. Ακόμα και από τόσο μακριά η Κλέρι έβλεπε το κόκ��ινο μενταγιόν στο λαιμό της. Παλλόταν κάτω απ’ τα φώτα του κλαμπ σαν μια ξεχωριστή, ζωντανή καρδιά. «Νομίζω», συνέχισε να λέει ο Σάιμον, «ότι απόψε ο DJ κάνει πραγματικά εξαιρετική δουλειά, δεν συμφωνείς;» Η Κλέρι έκανε μια γκριμάτσα και δεν απάντησε. Ο Σάιμον σιχαινόταν την τρανς. Η προσοχή της ήταν στραμμένη στο κορίτσι με το λευκό φόρεμα. Μέσα στο σκοτάδι, τον καπνό και την τεχνητή ομίχλη το φόρεμά της έλαμπε σαν ένας φάρος μες στη νύχτα. Δεν ήταν παράξενο που το αγόρι με τα μπλε μαλλιά την ακολουθούσε σαν μαγεμένο, μη δίνοντας σημασία σε τίποτα άλλο γύρω του –ούτε καν στις δυο μαύρες μορφές που τον ακολουθούσαν από κοντά, γλιστρώντας πίσω του μέσα στο πλήθος. Η Κλέρι σταμάτησε να χορεύει και κοίταξε προς το μέρος τους. Ίσα που μπόρεσε να ξεχωρίσει ότι οι μορφές ήταν αγόρια, ψηλά και ντυμένα στα μαύρα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ήξερε ότι ακολουθούσαν το αγόρι, αλλά το ήξερε. Το καταλάβαινε απ’ τον τρόπο που περπατούσαν πίσω του, την τεταμένη τους προσοχή, την ύποπτη χάρη της κίνησής τους. Ένα μικρό λουλούδι ανησυχίας άρχισε να ανοίγει τα πέταλά του στην καρδιά της. «Στο μεταξύ», πρόσθεσε ο Σάιμον, «ήθελα να σου πω ότι τελευταία ντύνομαι με γυναικεία ρούχα. Επίσης, τα έχω με τη μητέρα σου. Ήθελα απλώς να το ξέρεις». Το κορίτσι άνοιξε μια πόρτα στον τοίχο που έγραφε .7,


Cassandra Clare ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ.

Έκανε νόημα στο αγόρι και γλίστρησαν μέσα. Δεν ήταν κάτι που η Κλέρι έβλεπε πρώτη φορά –ένα ζευγάρι που εξαφανιζόταν στις σκοτεινές γωνιές του κλαμπ για ερωτικές περιπτύξεις– αλλά αυτό που το έκανε περίεργο ήταν το ότι τους ακολουθούσαν. Ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, προσπαθώντας να δει πίσω απ’ το πλήθος. Τα δυο αγόρια είχαν σταματήσει πίσω απ’ την πόρτα και έμοιαζαν να διαπραγματεύονται κάτι. Ο ένας ήταν ξανθός, ο άλλος μελαχρινός. Ο ξανθός έβαλε το χέρι του στην τσέπη του και έβγαλε κάτι μακρύ και μυτερό που άστραψε στο σκοτάδι. Ένα μαχαίρι! «Σάιμον!» φώναξε η Κλέρι. «Τι;» είπε ξαφνιασμένος ο Σάιμον. «Εντάξει, δεν κοιμάμαι με τη μάνα σου, έτσι το είπα για να με προσέξεις. Όχι ότι δεν είναι γοητευτική γυναίκα, για την ηλικία της τουλάχιστον…» «Βλέπεις αυτούς εκεί τους τύπους;» του έδειξε κουνώντας το χέρι σαν τρελή και χτυπώντας ένα κορίτσι που χόρευε δίπλα τους. Το κορίτσι την αγριοκοίταξε. «Συγγνώμη… συγγνώμη!» η Κλέρι γύρισε πάλι στον Σάιμον. «Βλέπεις αυτούς εκεί τους τύπους εκεί πέρα; Δίπλα στην πόρτα;» Ο Σάιμον μισόκλεισε τα μάτια του για να δει καλύτερα και μετά ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν βλέπω τίποτα». «Είναι δύο. Ακολουθούσαν αυτό το αγόρι με τα μπλε μαλλιά…» «Αυτόν που σου άρεσε;» «Ναι, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Ο ξανθός έβγαλε .8,


Πόλη των Οστών

μαχαίρι». «Είσαι σίγουρη;» ο Σάιμον προσπάθησε ξανά να δει κουνώντας το κεφάλι του. «Δεν βλέπω κανέναν». Ξαφνικά, αποφασιστικός, ο Σάιμον ίσιωσε την πλάτη του. «Πάω να φέρω το σεκιουριτά. Εσύ περίμενε εδώ». Έφυγε με βιαστικά βήματα ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στο πλήθος. Η Κλέρι γύρισε τη στιγμή ακριβώς που το ξανθό αγόρι γλιστρούσε στην πόρτα που έγραφε ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ με το φίλο του ακριβώς από πίσω του. Κοίταξε γύρω της. Ο Σάιμον προσπαθούσε ακόμα να διασχίσει την πίστα, αλλά δεν είχε κάνει και πολύ πρόοδο. Ακόμα και να ούρλιαζε, κανένας δεν θα την άκουγε και μέχρι ο Σάιμον να γυρίσει μπορεί να είχε ήδη συμβεί κάτι. Δάγκωσε με δύναμη τα χείλη της και άρχισε να διασχίζει το πλήθος. «Πώς σε λένε;» Γύρισε και του χαμογέλασε. Το λιγοστό φως που φώτιζε το δωμάτιο έμπαινε απ’ τα ψηλά, παράθυρα με κάγκελα που ήταν σκεπασμένα από σκόνη και βρομιά. Το πάτωμα ήταν γεμάτο από στοίβες ηλεκτρικά καλώδια, κομματάκια από σπασμένες ντισκομπάλες και πεταμένα τενεκεδάκια μπογιάς. «Ίζαμπελ». «Ωραίο όνομα». Πήγε προς το μέρος της, πατώντας προσεκτικά ανάμεσα απ’ τα καλώδια σε περίπτωση που κάποιο είχε ακόμη ρεύμα. Στο ημίφως του δωματίου έμοιαζε ημιδιάφανη, χωρίς κανένα χρώμα, τυλιγμένη στα λευκά σαν άγγελος. Τι απόλαυση θα του πρόσφερε η πτώση της… «Δεν σε έχω ξαναδεί εδώ». .9,


Cassandra Clare

«Θες να με ρωτήσεις αν έρχομαι εδώ συχνά;» είπε γελώντας, σκεπάζοντας το στόμα της με το χέρι της. Γύρω απ’ τον καρπό της φορούσε κάτι σαν βραχιόλι, ελάχιστα πιο κάτω απ’ το μανίκι του φορέματός της, όταν όμως την πλησίασε περισσότερο είδε ότι δεν ήταν βραχιόλι, αλλά ένα σχέδιο τυπωμένο πάνω στο δέρμα της, ένα σύμπλεγμα από στριφογυριστές γραμμές. Έμεινε ακίνητος. «Παλιο…» Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Η κοπέλα κινήθηκε με την ταχύτητα του φωτός, χτυπώντας τον με το απλωμένο της χέρι, ένα χτύπημα στο στήθος που θα τον είχε στείλει στο πάτωμα, με κομμένη την ανάσα αν ήταν άνθρωπος. Παραπάτησε και είδε ότι στο χέρι της κρατούσε κάτι, ένα στριφογυριστό χρυσό μαστίγιο που άστραψε καθώς το τίναξε με δύναμη προς τα κάτω, τυλίγοντάς το γύρω απ’ τα πόδια του, ρίχνοντάς τον στο πάτωμα. Έπεσε κάτω σπαρταρώντας, νιώθοντας το μισητό μέταλλο να καίει το δέρμα του. Η κοπέλα γέλασε και πήγε από πάνω του και το αγόρι σκέφτηκε μες στη ζάλη του ότι έπρεπε να το έχει καταλάβει. Κανένα θνητό κορίτσι δεν θα φορούσε τέτοιο φόρεμα, σαν αυτό που φορούσε η Ίζαμπελ. Το είχε βάλει για να καλύψει το δέρμα της –από πάνω μέχρι κάτω. Η Ίζαμπελ τράβηξε με δύναμη το μαστίγιο, σφίγγοντάς το. Το χαμόγελό της έλαμπε σαν δηλητηριασμένο νερό. «Όλος δικός σας, παιδιά». Ένα υπόκωφο γέλιο ακούστηκε πίσω του και ένιωσε δυο χέρια να τον σηκώνουν όρθιο και να τον πετάνε με την πλάτη σε μια απ’ τις τσιμεντένιες κολόνες. Ένιωθε στην πλάτη του την υγρή πέτρα. Τα χέρια του ήταν πίσω απ’ την πλάτη του, δεμένα με σύρμα. Ενώ . 10 ,


Πόλη των Οστών

πάλευε για να λυθεί, κάποιος περπάτησε πλάι στην κολόνα και στάθηκε μπροστά του. Ένα αγόρι, νεαρό σαν την Ίζαμπελ και εξίσου όμορφο. Τα καστανά του μάτια έλαμπαν σαν κομματάκια κεχριμπάρι. «Λοιπόν», είπε. «Είναι κανείς άλλος μαζί σου;» Το αγόρι με τα μπλε μαλλιά ένιωσε κάτω απ’ το σφιχτό σύρμα να αναβλύζει αίμα, κάνοντας τους καρπούς του να γλιστράνε. «Τι άλλος εννοείς;» «Έλα τώρα», είπε το αγόρι με τα καστανά μάτια σηκώνοντας τα χέρια του. Τα μανίκια του γλίστρησαν προς τα πίσω δείχνοντας τους ρούνους που ήταν γραμμένοι στο δέρμα του, στους καρπούς, τις παλάμες, το πάνω μέρος των χεριών του. «Ξέρεις τι είμαι». Βαθιά μέσα στο κρανίο του αγοριού, ένα νοητό δεύτερο ζευγάρι δόντια άρχισε να τρίζει. «Κυνηγός Σκιών» είπε με μίσος. Το άλλο αγόρι χαμογέλασε και το χαμόγελό του απλώθηκε σε όλο του το πρόσωπο. «Σε τσάκωσα», είπε.

. 11 ,


ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ