Issuu on Google+


Πρόλογος ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ

Το πελώριο κατασκεύασμα από ατσάλι και γυαλί ορθωνόταν πάνω στη βάση του στην Οδό Φροντ σαν μια αστραφτερή βελόνα που έσκιζε τον ουρανό. Το Μετροπόλ, ο πιο ακριβός καινούριος ουρανοξύστης με κατοικίες στο Μανχάταν, είχε πενήντα επτά ορόφους. Ο τελευταίος όροφος, ο πεντηκοστός έβδομος, στέγαζε το πιο πολυτελές διαμέρισμα: το ρετιρέ Μετροπόλ, ένα αριστούργημα του γυαλιστερού ασπρόμαυρου ντιζάιν. Ήταν τόσο καινούριο, που τα γυμνά μαρμάρινα πατώματά του δεν είχαν προλάβει ακόμη να μαζέψουν σκόνη και αντανακλούσαν τα αστέρια που διακρίνονταν πίσω απ’ τα τεράστια παράθυρα που απλώνονταν απ’ το ταβάνι ως το πάτωμα. Το τζάμι στο παράθυρο ήταν τόσο τέλεια διάφανο, προσφέροντας την απόλυτη ψευδαίσθηση ότι ανάμεσα στο θεατή και στη θέα δεν υπήρχε τίποτα, που προκαλούσε ίλιγγο ακόμα και σε όσους δεν φοβούνταν τα ύψη. Κάτω στο βάθος, έτρεχε η ασημένια κορδέλα του πο-


Cassandra Clare

ταμού Ιστ Ρίβερ, με τις φωτισμένες γέφυρες, τα σκόρπια σκάφη που ήταν μικρά σαν μύγες, χωρίζοντας τις αστραφτερές φωτισμένες όχθες: το Μανχάταν, απ’ τη μία, και το Μπρούκλιν, απ’ την άλλη. Αν η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή, στα νότια φαινόταν το Άγαλμα της Ελευθερίας, αλλά εκείνο το βράδυ είχε ομίχλη και το νησί πάνω στο οποίο βρισκόταν το άγαλμα ήταν κρυμμένο πίσω από ένα λευκό σεντόνι πάχνης. Παρά την υπέροχη θέα, ο άνδρας που στεκόταν μπροστά στο παράθυρο δεν έδειχνε να έχει εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα. Στο στενό, ασκητικό πρόσωπό του είχε σχηματιστεί μια γκριμάτσα καθώς απομακρυνόταν απ’ το παράθυρο, διασχίζοντας το δωμάτιο, κάνοντας τα τακούνια απ’ τις μπότες του να αντηχούν στο μαρμάρινο πάτωμα. «Ακόμη δεν τέλειωσες;» είπε επιτακτικά, περνώντας το χέρι του μέσα απ’ τα λευκά σαν τη στάχτη μαλλιά του. «Είμαστε εδώ σχεδόν μία ώρα». Το αγόρι που ήταν γονατιστό στο πάτωμα τον κοίταξε νευρικά και ανυπόμονα. «Είναι το μάρμαρο. Είναι πιο στέρεο απ’ ό,τι νόμιζα. Με δυσκολεύει στο να φτιάξω την πεντάλφα». «Τότε, μην τη φτιάξεις». Από κοντά, ήταν πιο εύκολο να δει κανείς ότι παρά τα λευκά μαλλιά του, ο άνδρας δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία. Το σκληρό του πρόσωπο ήταν αυστηρό αλλά δίχως ρυτίδες, τα καθαρά του μάτια ήταν σταθερά. Το αγόρι ξεροκατάπιε και τα μαύρα φτερά που εξείχαν απ’ τους ώμους του (είχε κόψει το μπουφάν του στα κατάλληλα σημεία για να βγαίνουν έξω) τινάχτηκαν ανήσυχα. «Η πεντάλφα είναι ένα απαραίτητο βήμα κάθε τελετής πρόσκλησης δαίμονα. Το ξέρετε, κύριε. Χω.2,


Πόλη της Στάχτης

ρίς αυτήν…» «Δεν είμαστε προστατευμένοι. Το ξέρω αυτό, νεαρέ Ελίας. Τελείωνε, όμως. Ξέρω μάγους που θα είχαν καλέσει το δαίμονα, θα του είχαν μιλήσει και θα τον είχαν ξαναστείλει πίσω στην κόλαση στην ώρα που χρειάστηκες εσύ για να ζωγραφίσεις μισή πεντάλφα». Το αγόρι δεν είπε τίποτα, μόνο έστρεψε ξανά την προσοχή του στο μάρμαρο, αυτήν τη φορά πιο επιτακτικά. Απ’ το μέτωπό του έσταζε ιδρώτας, και έσπρωξε πίσω τα μαλλιά του με το χέρι του, στο οποίο τα δάχτυλα ήταν ενωμένα με λεπτεπίλεπτες νηκτικές μεμβράνες. «Έτοιμη», είπε στο τέλος και ακούμπησε στις φτέρνες του λαχανιασμένος. «Έγινε». «Ωραία», είπε ο άνδρας. «Ας αρχίσουμε». «Τα λεφτά μου…» «Σου είπα ότι θα πάρεις τα λεφτά σου αφού μιλήσω στον Άγκραμον, όχι πριν». Ο Ελίας σηκώθηκε όρθιος και έβγαλε το μπουφάν του. Παρά τις σχισμές που είχε κάνει, εξακολουθούσε να καταπιέζει τα φτερά του. Μόλις ελευθερώθηκαν, τινάχτηκαν και απλώθηκαν, σηκώνοντας ένα αεράκι στο κλειστό δωμάτιο. Τα φτερά του είχαν το χρώμα μιας πετρελαιοκηλίδας: μαύρα με ένα ουράνιο τόξο από μεθυστικά χρώματα. Ο άνδρας πήρε το βλέμμα του από πάνω του, σαν να τον δυσαρεστούσε το θέαμα, αλλά ο Ελίας δεν έδειξε να το προσέχει. Άρχισε να περπατάει αντίστροφα απ’ τη φορά του ρολογιού, γύρω γύρω απ’ το πεντάκτινο αστέρι που είχε σχεδιάσει, ψάλλοντας σε μια δαιμονική γλώσσα που έμοιαζε με το κροτάλισμα της φωτιάς. Με έναν ήχο σαν τον αέρα που φεύγει από ένα τρύπιο .3,


Cassandra Clare

λάστιχο, το περίγραμμα του αστεριού άξαφνα άρπαξε φωτιά. Τα τεράστια παράθυρα αντανακλούσαν δεκάδες φλεγόμενα πεντάκτινα αστέρια. Κάτι μέσα στην πεντάλφα κουνιόταν, κάτι άμορφο και μαύρο. Ο Ελίας τραγουδούσε πιο δυνατά τώρα, σηκώνοντας τα ενωμένα του δάχτυλα, σχηματίζοντας περίτεχνα σχήματα στον αέρα. Καθώς το έκανε, μπλε φλόγες άναβαν στο πέρασμά του. Ο άνδρας δεν καταλάβαινε τη Χθόνια, τη γλώσσα των μάγων, τουλάχιστον όχι καλά, αλλά αναγνώριζε κάμποσες από τις λέξεις για να καταλάβει το επαναλαμβανόμενο τραγούδι του Ελίας: «Άγκραμον, σε καλώ. Σε καλώ πέρα από τα όρια μεταξύ των κόσμων». Ο άνδρας έβαλε το χέρι του στην τσέπη του. Κάτι σκληρό, κρύο και μεταλλικό ήρθε σε επαφή με τα δάχτυλά του. Χαμογέλασε. Ο Ελίας είχε σταματήσει να περπατάει. Στεκόταν μπροστά στην πεντάλφα, με φωνή που ανέβαινε και χαμήλωνε σε μια σταθερή ψαλμωδία, ενώ γύρω του κροτάλιζε η μπλε φωτιά σαν αστραπές. Ξαφνικά, μια δέσμη μαύρου καπνού ξεπετάχτηκε μέσα απ’ την πεντάλφα∙ ανέβηκε φιδογυριστά προς τα πάνω, απλώθηκε και έγινε πιο στέρεα. Μέσα της κρέμονταν δυο μάτια σαν διαμάντια πιασμένα στον ιστό μιας αράχνης. «Ποιος με κάλεσε από τον κάτω κόσμο;» φώναξε επιτακτικά ο Άγκραμον με φωνή που έμοιαζε με γυαλί που σπάει. «Ποιος με καλεί;» Ο Ελίας είχε σταματήσει να ψάλλει. Στεκόταν ακόμη μπροστά στην πεντάλφα –ακίνητος, εκτός απ’ τα φτερά του που χτυπούσαν απαλά τον αέρα. Η ατμόσφαιρα βρομούσε σκουριά και καπνίλα. .4,


Πόλη της Στάχτης

«Άγκραμον», είπε ο μάγος. «Είμαι ο μάγος Ελίας. Εγώ σε κάλεσα». Για μια στιγμή, μεσολάβησε σιωπή. Μετά, ο δαίμονας γέλασε –αν μπορεί να πει κανείς ότι γελάει ο καπνός. Το ίδιο το γέλιο ήταν τόσο καυστικό όσο και οξύ. «Ανόητε μάγε», κλαψούρισε ο Άγκραμον. «Ανόητο παιδί». «Εσύ είσαι ανόητος αν νομίζεις ότι μπορείς να με απειλείς», είπε ο Ελίας, αλλά η φωνή του έτρεμε όπως τα φτερά του. «Θα είσαι φυλακισμένος σ’ αυτή την πεντάλφα, Άγκραμον, μέχρι να αποφασίσω να σε αφήσω ελεύθερο». «Αλήθεια;» Ο καπνός όρμησε μπροστά, αλλάζοντας σχήματα ξανά και ξανά. Ένα πλοκάμι πήρε τη μορφή ανθρώπινου χεριού και χάιδεψε την άκρη της φλεγόμενης πεντάλφας που τον περιόριζε. Έπειτα, με ένα τίναγμα, ο καπνός τρύπωσε πέρα απ’ τα όρια της πεντάλφας και ξεχύθηκε σαν ποτάμι που σπάει ένα φράγμα. Οι φλόγες τρεμούλιασαν και έσβησαν, ενώ ο Ελίας οπισθοχώρησε ουρλιάζοντας. Έψαλλε πάλι, βιαστικά στη γλώσσα των Χθονίων, ξόρκια για τον περιορισμό του δαίμονα και για την τιμωρία του. Τίποτα όμως δεν έπιανε: η πυκνή μαύρη μάζα του καπνού απλωνόταν ακατάπαυστα και τώρα είχε αρχίσει να παίρνει κάτι σαν μορφή –μια δυσειδή, τεράστια, φρικτή μορφή, με τα λαμπερά του μάτια να αλλάζουν, να γίνονται μεγάλα σαν δίσκοι, ρίχνοντας ένα απαίσιο φως. Ο άνδρας παρακολουθούσε με απαθές ενδιαφέρον όταν ο Ελίας ούρλιαξε ξανά και άρχισε να τρέχει. Δεν έφτασε καν στην πόρτα. Ο Άγκραμον όρμησε εμπρός, πέφτοντας με τη μαύρη μορφή του πάνω στο μάγο σαν ένα κύμα καυτής μαύρης ασφάλτου. Ο Ελίας αντιστάθηκε για λίγο, αλλά .5,


Cassandra Clare

σύντομα υπέκυψε. Η μαύρη μορφή αποσύρθηκε, αφήνοντας το μάγο αναίσθητο στο μαρμάρινο πάτωμα. «Ελπίζω» είπε ο άνδρας, που είχε βγάλει το μεταλλικό αντικείμενο απ’ την τσέπη του και το έπαιζε αφηρημένος στο χέρι του «να μην του έκανες κάτι που θα τον αχρηστέψει. Χρειάζομαι το αίμα του, βλέπεις». Ο Άγκραμον γύρισε προς το μέρος του, μια μαύρη κολόνα με φονικά μάτια από διαμάντι. Κοίταξε τον άνδρα, το ακριβό του κοστούμι, το στενό, ατάραχο πρόσωπό του, τα μαύρα Σημάδια που σκέπαζαν το δέρμα του και το λαμπερό αντικείμενο στο χέρι του. «Πλήρωσες το παιδί-μάγο να με καλέσει; Και δεν του είπες τι θα μπορούσα να του κάνω;» «Ακριβώς», είπε ο άνδρας. Ο Άγκραμον μίλησε με μνησίκακο δέος: «Πολύ έξυπνο». Ο άνδρας έκανε ένα βήμα προς το μέρος του δαίμονα. «Ναι, είμαι πολύ έξυπνος. Όπως επίσης είμαι τώρα και ο αφέντης σου. Έχω το Θανάσιμο Κύπελλο. Θα με υπακούσεις ή θα υποστείς τις συνέπειες». Ο δαίμονας έμεινε σιωπηλός για ένα λεπτό. Μετά, γλίστρησε στο πάτωμα σε μια ειρωνική ένδειξη υποταγής –την πιο κοντινή κίνηση σε υπόκλιση που μπορούσε να κάνει μια δέσμη καπνού. «Είμαι στη διάθεσή σας, αφέντη…;» Η πρόταση τέλειωνε ευγενικά, σε ερώτηση. Ο άνδρας χαμογέλασε. «Μπορείς να με λες Βάλενταϊν».

.6,


ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ