Page 1


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Ξεκίνησε την καινούρια του ζωή όρθιος, περιστοιχισμένος από ψυχρό σκοτάδι και έναν αέρα πνιγηρό από τη σκόνη. Σίδερα που τρίβονταν πάνω σε σίδερα. Ένα βίαιο τράνταγμα που έκανε να σειστεί το δάπεδο κάτω από τα πόδια του. Το αιφνίδιο ταρακούνημα τον έκανε να πέσει κάτω, και σύρθηκε προς τα πίσω με χέρια και με πόδια –το μέτωπό του κάθιδρο, παρά το κρύο. Η ράχη του χτύπησε πάνω σε ένα σιδερένιο τοίχο. Σύρθηκε πλάγια πάνω στο μεταλλικό τοίχωμα, μέχρι που έφτασε στη γωνιά του δωματίου. Σωριάστηκε στο πάτωμα, ύστερα δίπλωσε τα πόδια του και τα μάζεψε σφιχτά πάνω στο σώμα του, ελπίζοντας πως τα μάτια του δε θα αργούσαν να συνηθίσουν στο σκοτάδι. Ένα δυνατό τράνταγμα ακόμη, και ολόκληρο το δωμάτιο ήταν σαν να έφυγε προς τα επάνω, σαν αναβατόριο στη γαλαρία κάποιου ορυχείου. Τραχείς ήχοι από αλυσίδες και τροχαλίες, σαν κάποιο πανάρχαιο μεταλλικό εργοστάσιο να δούλευε στο φουλ, πότιζαν τους σιδερένιους τοίχους και αντηχούσαν μέσα στο χώρο σαν αδύναμα κλαψουρίσματα. Ο θεοσκότεινος ανελκυστήρας αιωρείτο μπρος πίσω όπως ανέβαινε, προκαλώντας ναυτία στο αγόρι. Η μυρωδιά καμένων λαδιών μπούκωσε τα ρουθούνια του, κάνοντάς το να νιώσει ακόμη πιο άθλια. Ένιωθε έντονη την επιθυμία να κλάψει, όμως δάκρυα δεν του έβγαιναν. Το μόνο που του έμενε να κάνει, ήταν να περιμένει εκεί, ανήμπορος. Με λένε Τόμας, είπε από μέσα του. Και αυτό… αυτό το στοιχείο ήταν το μόνο που θυμόταν από την ύπαρξή του. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το μυαλό του δούλευε αλάθητα, προσπαθώντας να εκτιμήσει το πού βρισκόταν και πόσο σοβαρά ήταν


τα πράγματα. Η επίγνωση κυρίεψε σαν ορμητικός χείμαρρος τις σκέψεις του, γεγονότα και εικόνες, αναμνήσεις και λεπτομέρειες του κόσμου και του πώς λειτουργούσε αυτός ο κόσμος. Εικόνες χιονισμένων δέντρων, τρεχαλητό κατά μήκος ενός σπαρμένου με ξερά φύλλα δρόμου, του εαυτού του όπως κολάτσιζε ένα χάμπουργκερ, του φεγγαριού που έλουζε με το χλωμό φως του ένα καταπράσινο λιβάδι, κολύμπι σε μια λίμνη, μια πολύβουη πλατεία πόλης με εκατοντάδες ανθρώπους που πήγαιναν στις δουλειές τους. Και όμως, παρ’ όλα αυτά ο ίδιος δεν ήξερε από πού ερχόταν ή πώς είχε βρεθεί μέσα σε αυτήν τη θεοσκότεινη καμπίνα ανελκυστήρα. Ούτε καν το επώνυμό του δεν ήξερε. Εικόνες ανθρώπων πέρασαν από το μυαλό του, ανθρώπων που ωστόσο δεν αναγνώριζε, καθώς τα πρόσωπά τους έδιναν τη θέση τους σε εφιαλτικές μουντζούρες διαφόρων χρωμάτων. Δε θυμόταν ούτε καν ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο –δε θυμόταν να είχε ανταλλάξει έστω και δυο κουβέντες με τον οποιονδήποτε. Η σιδερένια καμπίνα συνέχιζε να ανεβαίνει αιωρούμενη πάντα. Ο Τόμας στο μεταξύ είχε συνηθίσει στο αδιάκοπο κροτάλισμα των αλυσίδων που τον τραβούσαν προς τα επάνω. Πέρασε κάμποση ώρα. Τα λεπτά έγιναν ώρες, αν και δεν μπορούσε να υπολογίσει το χρόνο με κάποια βεβαιότητα, αφού και τα δευτερόλεπτα ακόμη έμοιαζαν με αιωνιότητες. Όμως όχι. Το μυαλό του μπορούσε να τον βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Με βάση το ένστικτό του, λογάριασε πως βρισκόταν σε κίνηση για κάτι λιγότερο από μισή ώρα. Όλως παραδόξως, ένιωσε το φόβο του να διαλύεται σαν ένα σμάρι από σκνίπες που είχε σκορπίσει ένα δυνατό φύσημα του αέρα. Ο φόβος έδωσε τη θέση του σε ένα αίσθημα έντονης περιέργειας. Ήθελε να μάθει πού βρισκόταν, και τι


ακριβώς του συνέβαινε. Ξαφνικά ακούστηκε ένα δυνατό τρίξιμο, και το σιδερένιο δωμάτιο σταμάτησε να ανεβαίνει. Αυτή η απότομη αλλαγή ταρακούνησε τον Τόμας όπως καθόταν ανακούρκουδα, και τον εκσφενδόνισε στην άλλη άκρη του σκληρού, μεταλλικού δαπέδου. Όπως στάθηκε με δυσκολία στα πόδια του, ένιωσε την καμπίνα να αιωρείται όλο και λιγότερο, μέχρι στο που τέλος έμεινε εντελώς ακίνητη. Ύστερα η απόλυτη σιωπή. Πέρασε ένα λεπτό. Και άλλο ένα. Ο Τόμας κοίταξε προς κάθε κατεύθυνση, όμως το μόνο που αντίκρισε ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Πλησίασε και άρχισε να ψηλαφίζει κατά μήκος των σιδερένιων τοίχων, ψάχνοντας κάποια έξοδο. Όμως το μόνο που άγγιζε ήταν ψυχρό μέταλλο. Βόγκηξε απαυδισμένος. Και το βογκητό του πολλαπλασιάστηκε και ακούστηκε ακόμη πιο ηχηρό στον αέρα, ίδιο με εφιαλτική οιμωγή θανάτου. Τέλος ο ήχος σβήστηκε και βασίλεψε πάλι η απόλυτη σιωπή. Τώρα ούρλιαξε, κάλεσε σε βοήθεια, άρχισε να χτυπάει απεγνωσμένα τους μεταλλικούς τοίχους με τις γροθιές του. Μπα, τίποτα! Ο Τόμας αποσύρθηκε για μια φορά ακόμη στη γωνιά του, σταύρωσε τα χέρια του και άρχισε να τρέμει, κυριευμένος για μια φορά ακόμη από το φόβο του. Ένιωσε ένα βίαιο σκίρτημα στο στήθος του, λες και η καρδιά του γύρευε να το σκάσει, να δραπετεύσει από το σώμα του. «Ακούει κανείς;… Βοήθεια!» ούρλιαξε πάλι, και η κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του, ήταν σαν να πλήγιαζε το λαρύγγι του. Από πάνω του ακούστηκε πάλι ένας δυνατός μεταλλικός ήχος, και ο Τόμας σήκωσε ψηλά το κεφάλι του να δει, κρατώντας την ανάσα του. Στο ταβάνι της καμπίνας εμφανίστηκε ξαφνικά μια ευθεία φωτεινή γραμμή, και ο Τόμας έμεινε να την κοιτάει όπως μεγάλωνε. Κάτι σαν δυνατό μεταλλικό σούρσιμο αποκάλυψε μια διπλή πόρτα που τα φύλλα


της τραβιόντουσαν τώρα στα πλάγια. Μετά από τόση ώρα στο απόλυτο σκοτάδι, το δυνατό φως έκανε τα μάτια του να τσούξουν. Κοίταξε αλλού, καλύπτοντας το πρόσωπό του με τα χέρια του. Άκουσε θορύβους από πάνω του –φωνές– και ο φόβος τον έκανε να νιώσει ένα σφίξιμο στο στήθος. «Κοίτα ένα βλίτο». «Πόσων χρόνων είναι;» «Μοιάζει με σπλατς ντυμένο με μπλουζάκι». «Εσύ είσαι το σπλατς». «Μάγκα μου, βρομάει και ζέχνει εκεί κάτω». «Ελπίζω να ευχαριστήθηκες το ταξίδι δίχως γυρισμό, Αγουρίδα». «Δεν υπάρχει εισιτήριο επιστροφής, αδερφέ». Ο Τόμας ένιωσε να τον κυριεύει ένα συναίσθημα απερίγραπτης σύγχυσης, ανάμεικτης με πανικό. Οι φωνές ήχησαν στ’ αυτιά του παράξενες, ενισχυμένες από τον αντίλαλό τους. Μερικές από τις λέξεις τού ήταν εντελώς άγνωστες –άλλες πάλι κάπως γνωστές. Καταβάλλοντας προσπάθεια, εστίασε το βλέμμα του στο φως πάνω από το κεφάλι του και στα πρόσωπα που του μιλούσαν. Αρχικά το μόνο που ξεχώρισε ήταν κάτι κινούμενες σκιές, που όμως δεν άργησαν να πάρουν σχήμα και να αποκτήσουν υπόσταση – άνθρωποι που έσκυβαν πάνω από το άνοιγμα που υπήρχε στο ταβάνι της καμπίνας, και κοιτούσαν κάτω, προς το μέρος του, δείχνοντας. Και ύστερα ξαφνικά, λες και ο φακός μιας φωτογραφικής μηχανής νετάριζε πάνω στο θέμα της, τα πρόσωπα φάνηκαν καθαρά. Ο Τόμας δεν ήξερε τι ακριβώς θ’ αντίκριζε, όμως μόλις αντίκρισε αυτά τα πρόσωπα, ένιωσε να απορεί. Πρόσωπα εφήβων. Πιτσιρικάδες. Και τότε ο φόβος του άρχισε να υποχωρεί κάπως, όχι τόσο όμως, ώστε να έκανε την καρδιά του να μη χτυπάει σαν τρελή. Κάποιος από πάνω άφησε την άκρη ενός σχοινιού που


σχημάτιζε θηλιά να χαμηλώσει στο εσωτερικό της καμπίνας. Ο Τόμας δίστασε, τέλος πέρασε το δεξί του πόδι στο εσωτερικό της θηλιάς, έπιασε πιο ψηλά το σχοινί με τα δυο του χέρια, και βρέθηκε να υψώνεται προς τα ουράνια, όπως τον τραβούσαν οι άλλοι. Χέρια απλώθηκαν προς το μέρος του –πολλά χέρια– που τον άδραξαν από τα ρούχα και τον τράβηξαν προς τα πάνω. Ήταν λες και ο κόσμος γύριζε σαν σβούρα, μια δίνη από πρόσωπα, χρώματα και φως. Μύρια συναισθήματα τον έκαναν να νιώσει ένα σφίξιμο στο στομάχι, τόσο δυνατό, σαν να γύρευε να του ξεριζώσει τ’ άντερα. Ο Τόμας ήθελε να ουρλιάξει, να κλάψει, να ξεράσει. Η χορωδία των φωνών από πάνω του τώρα είχε σιγήσει, ωστόσο ακούστηκε κάποιος να μιλάει, όπως τον τραβούσαν έξω από το σκοτεινό άνοιγμα. Και ο Τόμας κατάλαβε αμέσως πως δε θα ξεχνούσε ποτέ αυτά τα λόγια. «Χαίρω πολύ για τη γνωριμία, βλίτο», είπε το αγόρι. «Καλωσόρισες στο Γκλέιντ».

JAMES DASHNER


Ενημερωθείτε για το Διαγωνισμό με Δώρο ένα XBOX 360 στο www.platypus.gr

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ 10 ΜΑΡΤΙΟΥ 2010


Όταν ο Τόμας ξυπνάει μέσα στον ανελκυστήρα, το μόνο πράγμα που μπορεί να θυμηθεί είναι το όνομά του. Η μνήμη του είναι ένα κενό. Δεν είναι όμως μόνος. Όταν ανοίγουν οι πόρτες ο Τόμας βρίσκεται περικυκλωμένος από πολλά αγόρια που τον υποδέχονται στο Γκλέιντ -ένα μεγάλο, ανοιχτό ξέφωτο που περιβάλλεται από πανύψηλα πέτρινα τείχη. Όπως και ο Τόμας έτσι και οι υπόλοιποι δεν γνωρίζουν ούτε γιατί ούτε πώς βρέθηκαν στο Γκλέιντ. Το μόνο που ξέρουν είναι πως κάθε πρωί τα τεράστια τείχη που τους περιβάλλουν, ανοίγουν. Κάθε βράδυ ξανακλείνουν ερμητικά. Και κάθε τριάντα μέρες ένα καινούριο αγόρι παραδίδεται από τον ανελκυστήρα. Η άφιξη του Τόμας ήταν αναμενόμενη. Όμως την επόμενη μέρα, θα σταλεί ένα κορίτσι –το πρώτο κορίτσι που έχει εμφανιστεί ποτέ στο Γκλέιντ. Και ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη προκαλεί το μήνυμα που έχει να παραδώσει. Ο Τόμας ίσως να είναι πιο σημαντικός από ό,τι μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Μακάρι να μπορούσε να ξεκλειδώσει τα σκοτεινά μυστικά που είναι θαμμένα στο μυαλό του.

ΤΟ ΤΕΣΤ 10 ΜΑΡΤΙΟΥ 2010

ΤΟ ΤΕΣΤ  

Το Τεστ James Dashner

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you