Issuu on Google+


Στο πετσί μου έχεις μπει, Έχεις κατακτήσει την καρδιά μου, Τόσο πολύ, που είσαι καρδιά δικιά μου, Στο πετσί μου έχεις μπει. Να μην ενδώσω προσπάθησα πολύ, Είπα στον εαυτό μου: “Η σχέση δε θα πάει καλά”, Μα γιατί να αντισταθώ, γλυκιά μου, αφού ξέρω καλά, Ότι στο πετσί μου έχεις μπει. Θυσία θα έκανα τα πάντα στη στιγμή Για να σ’ έχω κοντά μου Παρά τη φωνή που στοιχειώνει τα όνειρά μου, Και μου ψιθυρίζει ξανά και ξανά στο αυτί, “Δεν ξέρεις, ανόητε, ότι είσαι χαμένος, Σκέψου λογικά, Και ρεαλιστικά”. Μα κάθε φορά που το κάνω, η σκέψη σου και μόνο, Με καθηλώνει στη στιγμή, Επειδή στο πετσί μου έχεις μπει. Cole Porter, “I’ve Got You Under My Skin”

Ας μαυρίσουν οι ουρανοί, Η αρρώστια ας εξαπλωθεί, Αυτή είναι μια καινούρια αρχή Killswitch Engage, “Φλεγόμενος Κόσμος”


ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΡΟΣ…

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η Αλίντα Γκαρσία παραπατούσε μες στο πυκνό παγωμένο δάσος και στο διάβα της το αίμα της σχημάτιζε ένα ατελείωτο μονοπάτι, σαν πύρινη ουρά κομήτη πάνω στο εκτυφλωτικά λευκό χιόνι. Τα χέρια της έτρεμαν έντονα. Με δυσκολία μπορούσε να σφίξει τα σχεδόν μουδιασμένα χέρια της, που ήταν υγρά από τις πυκνές νιφάδες χιονιού που έπεφταν γοργά παντού γύρω της και έλιωναν μόλις ακουμπούσαν το δέρμα της. Άραγε όταν θα ερχόταν η ώρα, θα μπορούσε να τραβήξει τη σκανδάλη του παλιού ρεβόλβερ του Λούις; Ο φριχτός πόνος στο στομάχι της επανέφερε τις σκέψεις της στην αποστολή, τη θεία αποστολή. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Δηλαδή, τίποτα δεν πήγαινε καλά, κι έτσι ήταν από τη στιγμή που είχε αρχίσει να ξύνει την κοιλιά της και τον αγκώνα της. Το χειρότερο από όλα, όμως, ήταν μέσα. Δεν έπρεπε να είναι έτσι… με κάποιο τρόπο, αυτό το ήξερε. Κοίταξε πίσω της, το αιματοβαμμένο χιονισμένο μονοπάτι˙ τα μάτια της γύρευαν τους διώκτες της. Δεν είδε κανέναν. Χρόνια φοβόταν την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Πολιτογράφησης, αλλά τώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Δεν ήθελαν πλέον να την απελάσουν, τώρα την ήθελαν νεκρή. Τα χέρια και τα πόδια της έσταζαν αίμα από τα άγρια κλαδιά που της ξέσκιζαν το δέρμα. Η αριστερή πατούσα της αιμορραγούσε, επειδή η Αλίντα είχε χάσει το παπούτσι της πριν από αρκετή ώρα˙ τα βήματά της κριτσάνιζαν στη λεπτή, τραχιά κρούστα χιονιού. Δεν ήξερε γιατί αιμορραγούσε η μύτη της, απλώς αιμορραγούσε, αλλά όλα αυτά ήταν ασήμαντα μπροστά στο αίμα που ξερνούσε κάθε λίγα λεπτά. Η Αλίντα έπρεπε να συνεχίσει, να συνεχίσει, να βρει το μέ-


Ι ΟΣ ρος… το μέρος όπου θα ξεκινούσαν όλα. Είδε δύο επιβλητικές βελανιδιές, που έγερναν η μία προς την άλλη σαν αιώνιοι εραστές, ένα παγωμένο πλάνο μιας ατέρμονης απαγορευμένης αγάπης. Η Αλίντα σκέφτηκε ξανά τον άνδρα της, τον Λούις και σκέφτηκε και το μωρό. Έπειτα απόδιωξε τις σκέψεις. Δεν μπορούσε να τους σκεφτεί, χωρίς να σκεφτεί και το φρικτό πράγμα στην κοιλιά της. Είχε κάνει αυτό που έπρεπε. Τρεις σφαίρες για τον Λούις. Μία για το μωρό. Μία για τον άνδρα με το αυτοκίνητο. Άρα της έμενε μία σφαίρα. Παραπάτησε και άρχισε να πέφτει. Άπλωσε τα χέρια της στην προσπάθεια να σταματήσει την πτώση της, αλλά οι ματωμένες παλάμες της βούλιαξαν στο χιόνι, που της έφτανε ως το γόνατο. Το παγωμένο χέρι της χτύπησε σε έναν κρυμμένο βράχο, προκαλώντας της πιο έντονο, πιο οξύ πόνο και η Αλίντα έπεσε με το κεφάλι μέσα στη λευκή κρούστα. Ανασηκώθηκε και στο ταλαιπωρημένο πρόσωπό της είχαν κολλήσει κομμάτια υγρού χιονιού και πάγου. Έπειτα, ξέρασε ξανά˙ αίμα ανάβλυσε από το στόμα της και ζωηρές κόκκινες πιτσιλιές εκτοξεύτηκαν στο κατάλευκο χιόνι. Αίμα μαζί με λίγα υγρά κομμάτια από κάτι μαύρο. Μέσα της πονούσε. Πονούσε φρικτά. Σηκώθηκε με δυσκολία στα πόδια της, κι ύστερα έμεινε ακίνητη και κοίταξε τις δυο βελανιδιές. Δέσποζαν σ’ ένα φυσικό ξέφωτο και τα γυμνά κλαδιά τους έμοιαζαν με οστέινο θόλο διαμέτρου δεκαπέντε μέτρων. Κάποια πεισματάρικα, νεκρά φύλλα είχαν παραμείνει στα κλαδιά και θρόιζαν απαλά απ’ το χειμωνιάτικο άνεμο. Η Αλίντα δεν ήξερε τι ήταν αυτό που γύρευε, μόνο ότι έπρεπε να διασχίσει το δάσος, να μπει στην καρδιά του, εκεί που δεν πατούσαν άνθρωποι. Αυτό ήταν, αυτό ήταν το μέρος. 2


SCO TT SI GL E R Κατέληξε εκεί μετά από πολύ μεγάλο ταξίδι. Είχε πάρει το αυτοκίνητο εκείνου του άνδρα στο Τζάκσον. Ο άνδρας τής είχε πει ότι δεν ήταν λα μίγκρα, ότι δεν ήταν η Αστυνομία Αλλοδαπών, αλλά εκείνοι οι άνθρωποι την καταδίωκαν όλη της τη ζωή, άρα η Αλίντα μπορούσε να καταλάβει. Ο άνδρας είχε κοιτάξει το πιστόλι, είχε πει ότι δεν ήταν λα μίγκρα, είχε πει ότι έψαχνε μια κάβα. Η Αλίντα ήξερε ότι της έλεγε ψέματα. Το είχε δει στα μάτια του. Τον είχε αφήσει εκεί, του είχε πάρει το αυτοκίνητο, είχε οδηγήσει καταμεσής της νύχτας, κι ύστερα είχε παρατήσει το αυτοκίνητο στο Σάγκινοου. Εκεί, είχε ανέβει σε ένα μεταγωγικό τρένο και αναζητούσε μεγάλα και πυκνά δάση. Όσο ήταν εν κινήσει και κυρίως προς το Βορρά, όλα ήταν καλά. Η μετακίνηση προς το Βορρά ήταν η ιστορία της ζωής της. Όσο πιο βόρεια πήγαινες, τόσο λιγότερα σε ρωτούσαν. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια στην Μονκλόβα, στο Μεξικό. Τα εφηβικά χρόνια της στο Πιέδρας Νέγκρας, μέχρι τα δεκαεννιά της που πέρασε λαθραία τα σύνορα και άρχισε να μετακινείται από περιοχή σε περιοχή του Τέξας κι ακόμα πιο πέρα. Επί εφτά χρόνια δούλευε, κρυβόταν, έλεγε ψέματα και μετακινείτο διαρκώς προς το Βορρά. Είχε γνωρίσει τον Λούις στην Τσικάσα της Οκλαχόμα, κι ύστερα μαζί άλλαζαν προορισμούς και δουλειές στην Αμερική: στο Σεντ Λούις, στο Σικάγο, ώσπου έμειναν με τη μητέρα της στο Γκραντ Ράπιντς του Μίσιγκαν. Τα πράγματα άλλαξαν προσωρινά όταν μετακινήθηκαν ανατολικά, τότε που ο Λούις βρήκε μόνιμη δουλειά ως οικοδόμος στο Τζάκσον. Κι έπειτα ξεκίνησε η φαγούρα. Κι όχι πολύ αργότερα, η ανάγκη να μετακινηθεί πάλι προς το Βορρά. Όχι, όχι απλώς μια ανάγκη, όπως παλιά. Η φαγούρα έκανε την ανάγκη αποστολή. Όμως, τελικά, μετά από είκοσι εφτά χρόνια ζωής, η Αλίντα μπορούσε να σταματήσει να μετακινείται. Κοίταξε τις βελανιδιές, τον τρόπο που έγερναν η μία προς την άλλη. Σαν εραστές. Σαν σύζυγοι. Δεν μπορούσε πλέον να σταματήσει να τον σκέ3


Ι ΟΣ φτεται, δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τον Λούις της. Αλλά τώρα όλα ήταν εντάξει, επειδή μπορούσε να πάει μαζί του. Κοίταξε πίσω της ακόμα μια φορά. Το πυκνό χιόνι που έπεφτε, κάλυπτε ήδη το μονοπάτι του κομήτη, μετατρέποντας το κόκκινο σε θολό ροζ, που σύντομα θα γινόταν πάλι λευκό. Η λα μίγκρα την αναζητούσε, ήθελε να τη σκοτώσει… αλλά τα ίχνη της Αλίντα σύντομα θα εξαφανίζονταν για πάντα, εκτός αν οι αστυνομικοί βρίσκονταν δεκαπέντε ή είκοσι λεπτά πίσω της. Γύρισε να κοιτάξει τα δέντρα ακόμα μια φορά και η εικόνα αποτυπώθηκε στο μυαλό της σαν κάποιο μεγαλειώδες γλυπτό. Αυτό είναι το μέρος. Έβγαλε το παλιό 38άρι ρεβόλβερ από την τσέπη της και πίεσε την κάννη στον κρόταφό της. Όταν τράβηξε τη σκανδάλη, τα παγωμένα δάχτυλά της λειτούργησαν μια χαρά.

4


ΙΟΣ