Page 1


1

Καθισμένη στο γραφείο του δωματίου μου, δεν είναι ανάγκη να διαβάσω τα λόγια της προφητείας για να τα θυμηθώ. Είναι χαραγμένα στο μυαλό μου τόσο καθαρά όσο και το σημάδι που έχει εντυπωθεί στον καρπό μου. Ωστόσο, υπάρχει κάτι το χειροπιαστό και καθησυχαστικό στο να κρατάω το ταλαιπωρημένο κάλυμμα του βιβλίου που έκρυψε ο πατέρας μου στη βιβλιοθήκη πριν πεθάνει. Ανοίγω το παλιό εξώφυλλο, με το βλέμμα μου να πέφτει στο φύλλο χαρτιού που βρίσκεται ένθετο μπροστά. Στους οκτώ μήνες που μεσολάβησαν από τότε που εγώ και η Σόνια ήρθαμε στο Λονδίνο, το διάβασμα του κειμένου της προφητείας έχει γίνει το αγαπημένο μου τελετουργικό πριν τον ύπνο. Εκείνες τις ήσυχες ώρες που η έπαυλη των Μίλθορπ είναι πιο γαλήνια από ποτέ, που δεν ακούγονται οι υπηρέτες και η Σόνια κοιμάται βαθιά στο δωμάτιό της στο βάθος του διαδρόμου. Τότε είναι που συνεχίζω τις προ-


σπάθειές μου να αποκρυπτογραφήσω τα λόγια της προφητείας που έχουν μεταφραστεί με σχολαστικότητα από τον Τζέιμς –για να βρω κάποιο στοιχείο που μπορεί να με οδηγήσει στις σελίδες που λείπουν. Και το μονοπάτι προς την ελευθερία μου. Αυτή την καλοκαιρινή βραδιά, η φωτιά τρίζει απαλά στο τζάκι καθώς σκύβω πάνω από τη σελίδα, και διαβάζω, για μια ακόμη φορά, τα λόγια που με ενώνουν με την αδελφή μου, τη δίδυμή μου –και με την προφητεία που μας χωρίζει. Μέσα από τη φωτιά και την αρμονία η ανθρωπότητα άντεξε Μέχρι να σταλθούν οι Φύλακες Που πήραν για συζύγους και ερωμένες τις γυναίκες των ανθρώπων, Προκαλώντας την οργή Του. Δύο αδελφές, γεννημένες στον ίδιο λικνιζόμενο ωκεανό, Μία είναι η Φρουρός, μία είναι η Πύλη. Η μία υπερασπίζεται την ειρήνη, Η άλλη ανταλλάσσει μαγεία για αφοσίωση. Διωγμένες από τους ουρανούς, οι Ψυχές ήταν Χαμένες Ενώ οι Αδελφές συνεχίζουν τη μάχη Μέχρι οι Πύλες να τις καλέσουν να επιστρέψουν, Ή ο Άγγελος να φέρει τα Κλειδιά της Αβύσσου. Ο Στρατός, προελαύνει μέσα από τις Πύλες. Ο Σαμαήλ, το Θηρίο, μέσα από τον Άγγελο. Ο Άγγελος, προστατεύεται μόνο από το αραχνοΰφαντο πέπλο προστασίας. Τέσσερα Σημάδια, Τέσσερα Κλειδιά, Κύκλος της Φωτιάς Γεννημένες στην πρώτη ανάσα του Σόουιν Στη σκιά του Μυστικιστικού Πέτρινου Φιδιού του Όμπερ.

10


Αφήστε την Πύλη του Αγγέλου να ταλαντευθεί χωρίς τα Κλειδιά Ακολουθούμενη από τις Εφτά Πληγές, Χωρίς Επιστροφή. Θάνατος Λιμός Αίμα Φωτιά Σκοτάδι Ξηρασία Καταστροφή Άνοιξε τα χέρια σου, Αφέντρα του Χάους, για να κυλήσει ο όλεθρος του Θηρίου σαν το ποτάμι Γιατί όλα θα χαθούν όταν ξεκινήσουν οι Εφτά Πληγές.

Υπήρξε μια περίοδος που τα λόγια σήμαιναν πολύ λίγα σε μένα. Όταν δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας μύθος που βρέθηκε σε ένα σκονισμένο τόμο, ο οποίος κρύφτηκε στη βιβλιοθήκη του πατέρα πριν το θάνατό του. Αλλά αυτό ήταν προτού ανακαλύψω το φίδι που κουλουριαζόταν στον καρπό μου. Προτού συναντήσω τη Σόνια και τη Λουίζα, δύο από τα τέσσερα κλειδιά, που είχαν και αυτές το σημάδι, αν και όχι ακριβώς ίδιο με το δικό μου. Μόνο εγώ έχω το C στο κέντρο του σημαδιού μου. Μόνο εγώ είμαι ο Άγγελος του Χάους, η απρόθυμη Πύλη της Φρουρού που είναι η αδελφή μου, μια συνέπεια για την οποία δεν κατηγορώ τη φύση, αλλά τις μπερδεμένες συνθήκες της γέννησής μας. Παρ’ όλα αυτά, μόνο εγώ μπορώ να επιλέξω να διώξω τον Σαμαήλ για πάντα. Ή να τον καλέσω και να επιφέρω το τέλος του κόσμου

11


όπως τον ξέρουμε. Κλείνω το βιβλίο, διώχνοντας τα λόγια του από το μυαλό μου. Είναι πολύ περασμένη η ώρα για να σκεφτώ το τέλος του κόσμου. Πολύ περασμένη η ώρα για να σκεφτώ το ρόλο μου στην αποτροπή του. Το βάρος αυτής της ευθύνης με κάνει να επιθυμώ τη μοναδική γαλήνη του ύπνου, γι’ αυτό και σηκώνομαι από το γραφείο και γλιστράω κάτω από το κάλυμμα του μεγάλου κρεβατιού με τον ουρανό, στο οποίο κοιμάμαι στην έπαυλη των Μίλθορπ. Σβήνω τη λάμπα στο κομοδίνο μου. Το δωμάτιο φωτίζεται μόνο από τη λάμψη της φωτιάς, αλλά το απλό σκοτάδι ενός δωματίου στο οποίο καίει μια φωτιά δεν με τρομάζει όπως έκανε κάποτε. Τώρα είναι το κακό που κρύβεται σε μέρη όμορφα και οικεία που κάνει το φόβο να φωλιάσει στην καρδιά μου. ~ Πάει καιρός από την τελευταία φορά που μπέρδεψα ένα ταξίδι μου στο Αστρικό Πεδίο με ένα απλό όνειρο, αλλά αυτή τη φορά, δεν μπορώ να πω με σιγουριά ποιο από τα δύο με διεκδίκησε στον ύπνο. Βρίσκομαι σε ένα δάσος το οποίο ενστικτωδώς ξέρω ότι είναι αυτό που περιβάλλει την έπαυλη του Μπέρτσγουντ, το μοναδικό σπίτι που είχα γνωρίσει ποτέ προτού έρθω στο Λονδίνο πριν οκτώ μήνες. Κάποιοι μπορεί να λένε ότι όλα τα δέντρα μοιάζουν, ότι είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις το ένα δέντρο από το άλλο, αλλά αυτό είναι το τοπίο της παιδικής μου ηλικίας και το γνωρίζω καλά. Ο ήλιος περνάει μέσα από τα φύλλα κλαδιών που βρί-

12


σκονται πολύ πάνω από το κεφάλι μου. Δημιουργεί μια αμυδρή αίσθηση ημερήσιου φωτός έτσι που μπορεί να είναι πρωί ή βράδυ ή οποιαδήποτε περίοδος ενδιάμεσα. Αρχίζω να αναρωτιέμαι για ποιο λόγο βρίσκομαι εδώ, γιατί ακόμη και τα όνειρά μου φαίνεται να έχουν κάποιο σκοπό πλέον, όταν ακούω κάποιον να φωνάζει το όνομά μου από κάπου πίσω μου. «Λί-α… Έλα, Λία...» Γυρίζοντας, χρειάζομαι μόνο μια στιγμή για να εντοπίσω τη φιγούρα που στέκεται μόλις λίγο πιο πέρα στα δέντρα. Το κορίτσι είναι μικρό και στέκεται ακίνητο σαν άγαλμα. Οι χρυσαφένιες μπούκλες της τρεμοφέγγουν ακόμη και στο διάστικτο φως του δάσους. Αν και έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που την είδα στη Νέα Υόρκη, θα την αναγνώριζα παντού. «Έχω κάτι να σου δείξω, Λία. Έλα γρήγορα». Η φωνή του κοριτσιού είναι το ίδιο νεανική και τραγουδιστή όπως τότε που μου έδωσε για πρώτη φορά το μενταγιόν που φέρει το ίδιο σημάδι με αυτό στον καρπό μου και το οποίο έχω μαζί μου όπου πηγαίνω. Κοντοστέκομαι, και απλώνει το χέρι του, κάνοντάς μου νόημα να πάω προς το μέρος του, με ένα χαμόγελο πολύ συνωμοτικό για να είναι ευχάριστο. «Βιάσου, Λία. Δεν θέλεις να τη χάσεις». Το μικρό κορίτσι γυρίζει και αρχίζει να τρέχει, με τις μπούκλες τις να αναπηδούν καθώς εξαφανίζεται μέσα στα δέντρα. Ακολουθώ, περνώντας δίπλα από τα δέντρα και τις σκεπασμένες με βρύα πέτρες. Τα πόδια μου είναι γυμνά, ωστόσο δεν νιώθω καθόλου πόνο καθώς μπαίνω όλο και πιο βα-

13


θιά στο δάσος. Οι κινήσεις του μικρού κοριτσιού είναι τόσο αέρινες και γρήγορες όσο αυτές πεταλούδας. Περνάει με σβελτάδα ανάμεσα από τα δέντρα, με το λευκό φόρεμά της να ανεμίζει πίσω της σαν να είναι φάντασμα. Τρέχοντας για να την προφτάσω, το νυχτικό μου πιάνεται σε κλαδιά. Τα κάνω στην άκρη καθώς τρέχω, προσπαθώντας να μη χάσω το κορίτσι στο δάσος. Αλλά είναι πολύ αργά. Δευτερόλεπτα αργότερα, έχει χαθεί. Στέκομαι σε ένα σημείο, κάνοντας έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό μου για να ερευνήσω με το βλέμμα μου το δάσος. Νιώθω αποπροσανατολισμένη, ζαλισμένη, και προσπαθώ να καταπολεμήσω ένα κύμα πανικού καθώς συνειδητοποιώ ότι είμαι ολότελα χαμένη μέσα στην ομοιομορφία των κορμών και των φυλλωμάτων. Ακόμη και ο ήλιος έχει χαθεί από το οπτικό μου πεδίο. Ξαφνικά, η φωνή του κοριτσιού επιστρέφει, και στέκομαι τελείως ακίνητη, προσπαθώντας να αφουγκραστώ. Είναι η χαρακτηριστική μελωδία που σιγοτραγουδούσε στη Νέα Υόρκη καθώς απομακρυνόταν από μένα χοροπηδώντας. Ακολουθώ τη μελωδία, νιώθοντας το δέρμα των χεριών μου να μυρμηγκιάζει, κάτω από τα μανίκια του νυχτικού μου. Οι λεπτές τρίχες στο σβέρκο μου έχουν σηκωθεί, αλλά δεν μπορώ να κάνω πίσω. Ελισσόμενη ανάμεσα στους μεγάλους και μικρούς κορμούς δέντρων, ακολουθώ τη φωνή ώσπου ακούω το ποτάμι. Εκεί βρίσκεται το κορίτσι. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό, και όταν αφήνω πίσω μου την τελευταία συστάδα δέντρων, το νερό απλώνεται μπροστά μου, και βλέπω ξανά το μικρό κορίτσι. Είναι σκυμμένη στην απέναντι πλευρά του ποταμιού,

14


αν και δεν μπορώ να φανταστώ με ποιο τρόπο πέρασε ένα τέτοιο ρεύμα. Το τραγούδι της έχει μελωδικότητα, αλλά και έναν απόκοσμο τόνο που με κάνει να ανατριχιάζω. Συνεχίζω προς την όχθη του ποταμιού που βρίσκεται στην πλευρά μου. Δεν δείχνει να με έχει δει. Απλά συνεχίζει το παράξενο τραγούδι της καθώς περνάει τις παλάμες της πάνω από το νερό. Δεν ξέρω τι βλέπει στην ατάραχη επιφάνειά του, αλλά κοιτάζει με ιδιαίτερη συγκέντρωση. Σηκώνει το βλέμμα της και τα μάτια της συναντούν τα δικά μου λες και δεν εκπλήσσεται καθόλου που με βλέπει να στέκω απέναντί της στο ποτάμι. Γνωρίζω ότι το χαμόγελό της θα μου γίνει έμμονη ιδέα, ακόμη και τη στιγμή που το προσφέρει. «Α, ωραία. Χαίρομαι που ήρθες». Κουνάω το κεφάλι μου. «Γιατί ήρθες ξανά σε μένα;» Η φωνή μου αντηχεί στη σιγαλιά του δάσους. «Τι άλλο θα μπορούσες να έχεις για μένα;» Χαμηλώνει το βλέμμα της, περνώντας τις παλάμες της πάνω από το νερό λες και δεν με άκουσε. «Συγγνώμη;» Προσπαθώ να ακουστώ πιο αποφασιστική. «Θα ήθελα να ξέρω για ποιο λόγο με κάλεσες στο δάσος». «Δεν θα αργήσει τώρα». Η φωνή της ακούγεται άτονη. «Θα δεις». Σηκώνει το βλέμμα της και τα γαλάζια μάτια της συναντούν τα δικά μου. Τρέμουλο εμφανίζεται στο πρόσωπό της καθώς ξεκινάει να μιλήσει ξανά. «Νομίζεις ότι είσαι ασφαλής στον ύπνο σου, Λία;» Το δέρμα που καλύπτει τα μικρά οστά του προσώπου της τρε-

15


μοφέγγει, ο τόνος της φωνής της έχει χαμηλώσει λίγο. «Νομίζεις ότι είσαι πλέον τόσο δυνατή που δεν απειλείσαι από τίποτα;» Η φωνή της είναι εντελώς αταίριαστη, και όταν το τρέμουλο κάνει ξανά την εμφάνισή του στο πρόσωπό της, καταλαβαίνω. Χαμογελάει, αλλά αυτή τη φορά όχι όπως το κορίτσι στο δάσος. Όχι πια. Τώρα είναι η αδελφή μου, η Άλις. Δεν μπορώ να συγκρατήσω το φόβο μου. Ξέρω καλά τι κρύβει αυτό το χαμόγελο. «Γιατί εκπλήσσεσαι τόσο, Λία; Ξέρεις ότι πάντα θα σε βρίσκω». Δεν απαντάω αμέσως, γιατί θέλω να ακουστεί ήρεμη η φωνή μου, δεν θέλω να διακρίνει το φόβο μου. «Τι θέλεις, Άλις; Δεν έχουμε πει όλα όσα είναι να ειπωθούν;» Γέρνει το κεφάλι της και, όπως πάντα, πιστεύω ότι μπορεί να δει γυμνή την ψυχή μου. «Δεν σταματώ να πιστεύω ότι θα σκεφτείς πιο λογικά, Λία. Ότι θα συνειδητοποιήσεις τον κίνδυνο στον οποίο εκθέτεις όχι μόνο τον εαυτό σου αλλά και τις φίλες σου. Και όσους έχουν απομείνει από την οικογένειά σου». Θέλω να εξοργιστώ στην αναφορά της οικογένειάς μου, της οικογένειάς μας, γιατί η Άλις δεν ήταν αυτή που έσπρωξε τον Χένρι στο ποτάμι; Αυτή δεν ήταν που τον έστειλε στον πάτο του και στο θάνατο; Ωστόσο η φωνή της ακούγεται να μαλακώνει, και αναρωτιέμαι αν θρηνεί καν για τον αδελφό μας. Όταν της απαντάω, υπάρχει μια σκληράδα στη φωνή μου. «Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε τώρα είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την ελευθερία που θα έχουμε αργότερα».

16


«Αργότερα;» ρωτάει. «Πότε θα συμβεί αυτό, Λία; Δεν έχεις βρει καν τα δύο εναπομείναντα κλειδιά, και με αυτό το γερασμένο ντετέκτιβ του πατέρα, ενδεχομένως δεν θα τα βρεις ποτέ». Το επικριτικό της σχόλιο για τον Φίλιπ με κάνει έξαλλη. Ο πατέρας τον εμπιστευόταν για να βρει τα κλειδιά, και ακόμη και τώρα, εργάζεται ακούραστα για λογαριασμό μου. Φυσικά, τα άλλα δύο κλειδιά δεν θα μου προσφέρουν και πολλά χωρίς τις σελίδες που λείπουν από το Βιβλίο του Χάους, αλλά πριν πολύ καιρό έμαθα ότι δεν ωφελεί να σκέφτεσαι μακροπρόθεσμα. Υπάρχει μόνο το εδώ. Μόνο το τώρα. Μιλάει ξανά λες και ακούει τις σκέψεις μου. «Και τι θα γίνει με τις σελίδες; Ξέρουμε και οι δύο ότι δεν τις έχεις βρει ακόμη». Κοιτάζει ήρεμη το νερό, περνώντας το χέρι της από πάνω του όπως έκανε και το μικρό κορίτσι. «Δεδομένης της θέσης σου σε όλη την κατάσταση, θεωρώ ότι θα ήταν πιο συνετό να εκφράσεις την πίστη σου στον Σαμαήλ. Τουλάχιστον εκείνος μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλειά σου και την ασφάλεια εκείνων που αγαπάς. »Περισσότερο από την ασφάλεια, μπορεί να εγγυηθεί τη θέση σου στη νέα παγκόσμια τάξη. Αυτή που θα εξουσιάζεται από Εκείνον και τις Ψυχές. Αυτή που θα γίνει στο τέλος πραγματικότητα, ανεξάρτητα αν μας βοηθήσεις με τη θέλησή σου ή όχι». Δεν πίστευα ότι ήταν δυνατόν να σκληρύνει και άλλο η καρδιά μου απέναντι στην αδελφή μου, αλλά να που συμβαίνει. «Το πιο πιθανό είναι να εγγυηθεί τη δική σου θέση σε αυτή τη νέα παγκόσμια τάξη, Άλις. Γι’ αυτό γίνονται όλα, έτσι δεν είναι; Γιατί συνεργάστηκες με τις Ψυχές ενώ ακόμη

17


ήμαστε παιδιά;» Ανασηκώνει τους ώμους της και το βλέμμα της συναντάει το δικό μου. «Ποτέ δεν προσποιήθηκα την αλτρουίστρια, Λία. Θέλω απλά να τιμήσω το ρόλο που θα έπρεπε να είναι δικός μου, και όχι αυτόν που μου επιβλήθηκε εξαιτίας της άστοχης αντιμετώπισης της προφητείας». «Αν αυτή εξακολουθεί να είναι η επιθυμία σου, τότε δεν έχουμε τίποτα άλλο να συζητήσουμε». Το βλέμμα της επιστρέφει στο νερό. «Τότε ίσως δεν είμαι το καταλληλότερο άτομο για να σε πείσω». Νομίζω ότι έχω κουραστεί από τις οδυνηρές εκπλήξεις. Έχω κουραστεί να νιώθω φόβο, τουλάχιστον προς το παρόν. Αλλά η Άλις σηκώνει το βλέμμα της, και το τρέμουλο κάνει για μια ακόμη φορά την εμφάνισή του στο πρόσωπό της. Για μια στιγμή βλέπω τη σκιά του μικρού κοριτσιού προτού επανέλθει η Άλις στο οπτικό μου πεδίο. Αλλά η εικόνα της δεν διαρκεί. Το πρόσωπό της κυματίζει, δείχνοντας να βρίσκει τη θέση του σε ένα κεφάλι παράξενου σχήματος προτού αρχίσει και πάλι να αλλάζει χωρίς σταματημό. Είμαι καθηλωμένη στο σημείο που στέκομαι δίπλα στο ποτάμι, ανήμπορη να κινηθώ παρά τον τρόμο που με κυριεύει. «Εξακολουθείς να με αρνείσαι, Αφέντρα;» Η φωνή, που στο παρελθόν ακούστηκε διαμέσου της Σόνιας όταν εκείνη επιχείρησε να επικοινωνήσει με το νεκρό πατέρα μου, είναι χαρακτηριστική. Τρομακτική. Αφύσικη. Δεν ανήκει σε κανένα κόσμο. «Δεν υπάρχει κανένα μέρος για να κρυφτείς. Κανένα καταφύγιο. Δεν υπάρχει γαλήνη», λέει ο Σαμαήλ. Παύει να είναι καθιστός δίπλα στο ποτάμι και όταν σηκώνεται το ύψος του είναι διπλάσιο από αυτό οποιουδήποτε

18


θνητού ανθρώπου. Οι διαστάσεις του είναι τεράστιες. Έχω την απολύτως βάσιμη αίσθηση ότι αν το ήθελε, θα μπορούσε να πηδήξει πάνω από το ποτάμι και μέσα σε δευτερόλεπτα να βρεθεί μπροστά μου. Κίνηση πίσω του τραβάει την προσοχή μου. Βλέπω φευγαλέα τα πλούσια κατάμαυρα φτερά μαζεμένα στην πλάτη του. Και τώρα μαζί με τον τρόμο μου υπάρχει και μια ξεκάθαρη επιθυμία. Μια έλξη που με κάνει να θέλω να διασχίσω το ποτάμι και να χωθώ σε αυτά τα μαλακά, χνουδωτά φτερά. Ο χτύπος της καρδιάς ξεκινάει απαλά και αρχίζει να δυναμώνει. Ντουπ-ντουπ. Ντουπ-ντουπ. Ντουπ-ντουπ. Τον θυμάμαι από την τελευταία φορά που συνάντησα τον Σαμαήλ στο Αστρικό Πεδίο και τρομοκρατούμαι για άλλη μια φορά που ακούω την ίδια μου την καρδιά να χτυπάει πιο δυνατά και στον ίδιο ρυθμό με τη δικιά του. Κάνω ένα βήμα πίσω. Όλο μου το είναι μού λέει να το βάλω στα πόδια, αλλά δεν τολμώ να γυρίσω. Αντί γι’ αυτό, κάνω μερικά πίσω βήματα, με το βλέμμα μου καρφωμένο στη διαρκώς μεταμορφούμενη μάσκα που αποτελεί το πρόσωπό του. Κάποιες στιγμές, είναι πιο όμορφος και από τον ωραιότερο θνητό άντρα. Και μετά αλλάζει ξανά και γίνεται αυτό που ξέρω ότι είναι. Ο Σαμαήλ. Το Θηρίο. «Άνοιξε την Πύλη, Αφέντρα. Αυτό είναι το καθήκον σου και ο λόγος της ύπαρξής σου. Μόνο δεινά θα ακολουθήσουν την άρνησή σου». Η λαρυγγική φωνή δεν ηχεί μόνο από την απέναντι πλευρά του ποταμιού αλλά και μέσα στο μυαλό μου λες και τα λόγια του είναι δικά μου. Κουνάω το κεφάλι μου. Χρειάζεται και η τελευταία ικμά-

19


δα δύναμης που έχω για να γυρίσω. Ωστόσο, το κάνω. Γυρίζω και αρχίζω να τρέχω, αφήνοντας πίσω μου τα πλησιέστερα στην όχθη δέντρα, μη έχοντας ιδέα για το που να πάω. Ο βρυχηθμός του ακούγεται βροντερός μέσα στα δέντρα σαν να πρόκειται για κάτι που έχει ζωή. Σαν να με καταδιώκει. Προσπαθώ να τον διώξω, πέφτοντας πάνω στα κλαδιά των δέντρων τα οποία γδέρνουν το πρόσωπό μου, πιέζοντας τον εαυτό μου να ξυπνήσει από αυτό το όνειρο, να αποδράσει από αυτό το ταξίδι. Αλλά δεν έχω χρόνο για να σκεφτώ κάποιο σχέδιο, γιατί το πόδι μου χτυπάει στη ρίζα ενός δέντρου και πέφτω στο έδαφος, με τέτοια δύναμη και ταχύτητα που το μόνο που βλέπω είναι μια μαύρη θολούρα. Με τη βοήθεια των χεριών μου προσπαθώ να σταθώ και πάλι όρθια. Πιστεύω ότι θα ξεφύγω. Ότι θα σηκωθώ και θα συνεχίσω να τρέχω. Αλλά αυτό πριν νιώσω ένα χέρι να με αρπάζει από τον ώμο. Πριν ακούσω τη φωνή να λέει με ένα συριγμό: «Άνοιξε την Πύλη». ~

20

ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ  

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ - ΒΙΒΛΙΟ 2 MICHELLE ZINK

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you