Issuu on Google+

Ντρουντ

D A N

S I M M O N S


Ντρουντ

R D AN S IMMONS

Μ ΕΤ ΑΦΡ ΑΣ Η: ΠΗΝΕΛ ΟΠΗ ΤΡΙ ΑΔΑ

PLATYPUS


"Τη διάνοια του Γουίλκι τι ώθησε στην καταστροφή; Δαίμονας του ψιθύρισε— 'Γουίλκι! Έχε αποστολή'." —Α. Τ. Σουίνμπερν Φόρτναϊτλι Ρίβιου, Νοεμ. 1889


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ

R T

ο όνομά μου είναι Γουίλκι Κόλινς και είμαι σίγουρος ότι, εφόσον σκοπεύω να καθυστερήσω την έκδοση αυτού του εγγράφου για τουλάχιστον εκατόν είκοσι πέντε χρόνια από την ημέρα του θανάτου μου, το όνομά μου δεν σου λέει τίποτα. Κάποιοι λένε ότι είμαι άνθρωπος του τζόγου κι εκείνοι που το λένε έχουν δίκιο, γι’ αυτό βάζω στοίχημα, Αγαπητέ Αναγνώστη, ότι δεν έχεις ούτε διαβάσει ούτε ακούσει κάποιο από τα βιβλία μου ή τα θεατρικά μου έργα. Ίσως εσείς οι Βρετανοί ή οι Αμερικάνοι να μη μιλάτε καν αγγλικά εκατόν είκοσι πέντε χρόνια στο μέλλον. Ίσως να ντύνεστε σαν Οτεντότοι1, να ζείτε σε σπηλιές που φωτίζονται από λυχνίες γκαζιού, να ταξιδεύετε με αερόστατα και να επικοινωνείτε με τηλεγραφημένες σκέψεις χωρίς το εμπόδιο της φωνητικής ή γραπτής γλώσσας. Όπως και να ’χει, θα έβαζα στοίχημα την τωρινή μου περιουσία, όποια κι αν είναι αυτή, και όλα τα μελλοντικά μου δικαιώματα από τα θεατρικά μου και τα μυθιστορήματά μου, όποια κι να είναι αυτά, ότι σίγουρα θυμάσαι το όνομα και τα βιβλία και τα θεατρικά και τους φανταστικούς χαρακτήρες του φίλου και πρώην συνεργάτη μου, κάποιου Κάρολου Ντίκενς. Αυτή, λοιπόν, η αληθινή ιστορία μιλά για το φίλο μου (ή τουλάχιστον για τον άνθρωπο που υπήρξε κάποτε φίλος μου) Κάρολο Ντίκενς και για το δυστύχημα στο Στέιπλχερστ που του στέρησε τη γαλήνη του, την υγεία του και, όπως ίσως να έλεγαν κάποιοι, ακόμα και τα λογικά του. Είναι η περιφρονητική ευρωπαϊκή ονομασία για το λαό KhoiKhoi της νοτιοδυτικής Αφρικής. Προέρχεται από το ολλανδικό Huttentut που σημαίνει τραυλός, επειδή έτσι ακουγόταν η γλώσσα τους στους αποικιοκράτες. (Σ.τ.Μ.) 1


2

<

D AN S IMMONS

Αυτή η αληθινή ιστορία θα είναι για τα τελευταία πέντε χρόνια του Κάρολου Ντίκενς και για την αυξανόμενη εμμονή του όλο αυτό το διάστημα με έναν άνθρωπο –αν όντως ήταν άνθρωπος– με το όνομα Ντρουντ, καθώς επίσης και για το φόνο, το θάνατο, τα πτώματα, τις κρύπτες, τον υπνωτισμό, το όπιο, τα φαντάσματα, τους δρόμους και τα σοκάκια των σκοτεινών σπλάχνων του Λονδίνου που ο συγγραφέας πάντα αποκαλούσε «η Βαβυλώνα μου» ή «Ο Μεγάλος Φούρνος». Σ’ αυτό το χειρόγραφο (το οποίο, όπως έχω εξηγήσει –τόσο για νομικούς λόγους όσο και για λόγους τιμής–, σκοπεύω να κρατήσω κρυφό για περισσότερα από εκατό χρόνια μετά το δικό του και το δικό μου θάνατο), θα δώσω απάντηση στην ερώτηση που ίσως κανείς άλλος που έζησε στην εποχή μας δεν ήξερε να θέσει: «Στ’ αλήθεια ο διάσημος, αγαπητός και αξιότιμος Κάρολος Ντίκενς συνωμότησε, για να δολοφονήσει έναν αθώο άνθρωπο και να διαλύσει τη σάρκα του σε ένα λάκκο με καυστικό ασβέστη και να θάψει με μυστικότητα ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτόν, μονάχα τα οστά και το κρανίο δηλαδή, στην κρύπτη ενός αρχαίου καθεδρικού ναού ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην παιδική ηλικία του Ντίκενς; Και στ’ αλήθεια, μετά, ο Ντίκενς ραδιούργησε, για να πετάξει τα γυαλιά, τα δαχτυλίδια, τις καρφίτσες, τα κουμπιά του πουκαμίσου και το ρολόι τσέπης του αθώου θύματος στον Ποταμό Τάμεση; Και αν έγινε όντως έτσι, ή ακόμα κι αν ο Ντίκενς απλά ονειρεύτηκε ότι τα έκανε όλα αυτά, τι ρόλο έπαιξε στο ξέσπασμα αυτής της τρέλας ένα απολύτως αληθινό φάντασμα με το όνομα Ντρουντ; z Η ημερομηνία της συμφοράς που βρήκε τον Ντίκενς ήταν η 9η Ιουνίου του 1865. Η αμαξοστοιχία που μετέφερε την επιτυχία του, τη γαλήνη του, τα λογικά του, το χειρόγραφό του και την ερωμένη του όδευε –κυριολεκτικά– προς ένα ρήγμα στις ράγες και μια τρομερή πτώση. Δεν ξέρω αν εσείς, Αγαπητοί Αναγνώστες που ζείτε τόσα χρόνια μετά, καταγράφετε ή διατηρείτε στη μνήμη σας την ιστορία (ίσως να έχετε απαρνηθεί τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη και να ζείτε αιωνίως στο Έτος Μηδέν), αλλά αν στην εποχή σας διατηρείτε έστω κι ένα παραμικρό ίχνος της, τότε πρέπει να γνωρίζετε καλά τα σημαντικά γεγονότα της χρονιάς που ονομάζεται Σωτήριον Έτος 1865. Κάποια γεγονότα, όπως είναι το τέλος του αδελφοκτόνου πολέμου στις Ηνωμένες Πολιτείες, μελετήθηκαν με μια δόση μελοδράματος και αρκετό ενδιαφέρον


Ν ΤΡΟΥΝΤ

=

3

από πολλούς στην Αγγλία, αν και όχι από τον Κάρολο Ντίκενς. Παρά το μεγάλο του ενδιαφέρον για την Αμερική –είχε ήδη ταξιδέψει εκεί και είχε γράψει βιβλία γι’ αυτήν, όχι ιδιαιτέρως κολακευτικά βιβλία θα μπορούσε να προσθέσει κανείς, και αγωνίστηκε σκληρά, για να λάβει κάποια αποζημίωση για την πειρατεία των έργων του στις πρώην αποικίες που αποτελούσαν τον παράδεισο της πνευματικής κλοπής–, ο Ντίκενς ελάχιστα ενδιαφερόταν για έναν πόλεμο ανάμεσα σε κάποιο μακρινό Βορρά κι έναν ακόμα πιο μακρινό Νότο. Αλλά το 1865, τη χρονιά της συμφοράς στο Στέιπλχερστ, ο Κάρολος Ντίκενς είχε λόγους να είναι πολύ ικανοποιημένος με την προσωπική του ιστορία. Ήταν ο πιο δημοφιλής μυθιστοριογράφος στην Αγγλία, ίσως και στον κόσμο. Πολλοί άνθρωποι στην Αγγλία και στην Αμερική θεωρούσαν ότι ο φίλος μου ήταν –με εξαίρεση τον Σαίξπηρ και ίσως τον Τσόσερ και τον Κιτς– ο μεγαλύτερος συγγραφέας που έζησε ποτέ. Φυσικά, εγώ ήξερα ότι αυτό δεν ήταν παρά μια ανοησία, αλλά η φήμη, όπως λένε (ή τουλάχιστον όπως εγώ έχω πει), γεννά περισσότερη φήμη. Έχω δει τον Κάρολο Ντίκενς χωμένο μέσα σε ένα υπαίθριο αποχωρητήριο χωρίς πόρτα, με τα παντελόνια του κατεβασμένα ως τους αστραγάλους του, να βελάζει σαν χαμένο πρόβατο ζητώντας λίγο χαρτί για να σκουπίσει τον πισινό του, και συγχωρήστε με αλλά θεωρώ την εικόνα αυτή πιο αληθινή από το «ο μεγαλύτερος συγγραφέας που έζησε ποτέ». Αλλά αυτή την ημέρα του Ιουνίου του 1865, ο Ντίκενς είχε πολλούς λόγους να είναι αυτάρεσκος. Εφτά χρόνια νωρίτερα, ο συγγραφέας είχε χωρίσει από τη γυναίκα του, Κάθριν, η οποία στα είκοσι δύο χρόνια του γάμου τους προφανώς τον είχε προσβάλει γεννώντας του αγόγγυστα δέκα παιδιά και υποφέροντας πολλές αποβολές, ενώ παράλληλα υπέμενε το κάθε του παράπονο και ικανοποιούσε την κάθε του ιδιοτροπία. Η στάση της αυτή τον είχε κάνει να την αγαπήσει τόσο πολύ, ώστε το 1857, σε έναν περίπατό μας στην εξοχή κατά τη διάρκεια του οποίου ανοίξαμε πολλά μπουκάλια από το τοπικό κρασί, ο Ντίκενς επέλεξε να μου περιγράψει την αγαπημένη του Κάθριν ως «Πολυαγαπημένη, Γουίλκι, πολυαγαπημένη. Αλλά, γενικώς, μάλλον νωθρή παρά συναρπαστική, μάλλον δυσκίνητη παρά θηλυκή… ένα βαρετό παρασκεύασμα στο τσουκάλι ενός αλχημιστή τα συστατικά του οποίου είναι η αφηρημάδα, η διαρκής ανικανότητα, η βραδύτητα και η αδράνεια, ένας πηχτός χυλός ο οποίος διαταράσσεται


4

<

D AN S IMMONS

μόνο από τον αναδευτήρα της συχνής της αυτολύπησης». Αμφιβάλλω ότι ο φίλος μου θα θυμάται πως μου το είπε αυτό, αλλά εγώ δεν το έχω ξεχάσει. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα παράπονο που μου εκμυστηρεύτηκε η Κάθριν. Όπως φαίνεται (καθόλου δεν «φαίνεται» – εκεί ήμουν όταν αγόρασε εκείνο το αναθεματισμένο πράγμα), ο Ντίκενς είχε αγοράσει στην ηθοποιό Έλεν Τέρναν ένα ακριβό βραχιόλι όταν ανεβάσαμε την παράσταση Τα Παγωμένα Βάθη και ο ανόητος κοσμηματοπώλης το παρέδωσε στο σπίτι του Ντίκενς στο Λονδίνο, στην Οικία Τάβιστοκ, και όχι στο διαμέρισμα της δεσποινίδος Τέρναν. Το αποτέλεσμα αυτής της ατυχούς παράδοσης ήταν η γκρίνια της Κάθριν, η οποία κράτησε αρκετές εβδομάδες, καθώς αρνιόταν να πιστέψει ότι ήταν απλά μια ένδειξη της αθώας εκτίμησης του άντρα της προς την ηθοποιό που είχε κάνει τόσο εξαιρετική (στην πραγματικότητα, θα έλεγα απλά ικανοποιητική) δουλειά στο ρόλο της αγαπημένης του ήρωα, Κλάρα Μπέρνχαμ, στο έργο μας… ή μάλλον στο έργο μου με θέμα έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση στην Αρκτική. Είναι αλήθεια, όπως εξήγησε ο Ντίκενς στη βαθιά πληγωμένη σύζυγό του το 1858, ότι ο συγγραφέας είχε τη συνήθεια να λούζει με γενναιόδωρα δώρα τους πρωταγωνιστές του και όλους όσοι εργάζονταν στα διάφορα ερασιτεχνικά του θεατρικά έργα. Όταν ανέβηκαν Τα Παγωμένα Βάθη, μοίρασε βραχιόλια και κοσμήματα, ένα ρολόι και ένα σετ από τρία μανικετόκουμπα από γαλάζιο σμάλτο και σε άλλους που εργάστηκαν στην παράσταση. Βέβαια, με τους άλλους, δεν ήταν ερωτευμένος. Ενώ με τη νεαρή Έλεν Τέρναν ήταν. Το ήξερα αυτό. Και η Κάθριν Ντίκενς το ήξερε. Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν το ήξερε και ο Κάρολος Ντίκενς. Ο άνθρωπος ήταν τόσο πειστικός μυθοποιός, για να μην πω και ένας από τους μεγαλύτερους υποκριτές που περπάτησαν σ’ αυτήν τη γη, ώστε αμφιβάλλω αν συνειδητοποίησε και αναγνώρισε ποτέ τα ίδια του τα κίνητρα, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες αυτά ήταν αγνά σαν την ανοιξιάτικη βροχή. Σ’ αυτή την περίπτωση, εκείνος που εξοργίστηκε ήταν ο Ντίκενς και άρχισε να ουρλιάζει και να μουγκρίζει στην τρομαγμένη Κάθριν ότι οι κατηγορίες της συζύγου του αποτελούσαν όνειδος για το αγνό και απολύτως τέλειο πρόσωπο της Έλεν Τέρναν. Οι συναισθηματικές, ρομαντικές και, τολμώ να πω, ερωτικές φαντασιώσεις του Ντίκενς περιστρέφο-


Ν ΤΡΟΥΝΤ

=

5

νταν πάντα γύρω από μια εξαγνισμένη ιπποτική αφοσίωση σε κάποια υποθετική νεαρή και αθώα θεά, η αγνότητα της οποίας παραμένει για πάντα αδιαμφισβήτητη. Αλλά ο Ντίκενς ίσως να είχε ξεχάσει ότι η δύσμοιρη, και πλέον εξορισμένη από το σπίτι, Κάθριν είχε παρακολουθήσει τον Θείο Τζον, τη φαρσοκωμωδία που ανεβάσαμε (στον αιώνα μας ήταν παράδοση ��α παρουσιάζεται και μια φαρσοκωμωδία μαζί με ένα σοβαρό δράμα) μετά Τα Παγωμένα Βάθη. Στον Θείο Τζον, ο Ντίκενς (στην ηλικία των σαράντα έξι) έπαιζε τον ηλικιωμένο κύριο και η Έλεν Τέρναν (δεκαοχτώ) έπαιζε την κηδεμονευόμενή του. Φυσικά, ο Θείος Τζον ερωτεύεται τρελά το κορίτσι που έχει λιγότερα από τα μισά του χρόνια. Η Κάθριν θα πρέπει να γνώριζε, επίσης, ότι ενώ εγώ ήμουν εκείνος που είχε γράψει το μεγαλύτερο μέρος του δράματος, Τα Παγωμένα Βάθη, με θέμα μια έρευνα για τη χαμένη Εξερευνητική Αποστολή Φράνκλιν, ο άντρας της ήταν εκείνος που είχε γράψει τη ρομαντική φαρσοκωμωδία και είχε επιλέξει τους ηθοποιούς, μετά τη γνωριμία του με την Έλεν Τέρναν. Ο Θείος Τζον όχι μόνο ερωτεύεται τη νεαρή κοπέλα που θα έπρεπε να προστατεύει, αλλά τη λούζει, και παραθέτω τις σκηνικές οδηγίες του έργου, με «υπέροχα δώρα – ένα μαργαριταρένιο κολιέ, διαμαντένια σκουλαρίκια». Όπως είναι, λοιπόν, φυσικό, όταν το ακριβό βραχιόλι, που προοριζόταν για την Έλεν, εμφανίστηκε στην Οικία Τάβιστοκ, η Κάθριν ξύπνησε, ανάμεσα στις εγκυμοσύνες της, από την αφηρημάδα και την αδράνειά της και άρχισε να μουγκρίζει σαν αγελάδα που κατεβάζει γάλα έχοντας έναν Ουαλό γαλατά ανάμεσα στα πόδια της. Ο Ντίκενς αντέδρασε όπως θα αντιδρούσε κάθε ένοχος σύζυγος. Αλλά μόνο αν αυτός ο σύζυγος τύχαινε να είναι ο πιο διάσημος συγγραφέας σε όλη την Αγγλία και στον αγγλόφωνο κόσμο και ίσως ο σπουδαιότερος συγγραφέας που έζησε ποτέ. Πρώτα, απαίτησε να πραγματοποιήσει η Κάθριν μια κοινωνική επίσκεψη στην Έλεν Τέρναν και στη μητέρα της Έλεν, για να δείξει σε όλους ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ούτε ίχνος υποψίας ή ζήλιας από την πλευρά της γυναίκας του. Στην ουσία, ο Ντίκενς απαιτούσε από τη σύζυγό του να ζητήσει δημοσίως συγγνώμη από την ερωμένη του – ή τουλάχιστον τη γυναίκα που σύντομα θα επέλεγε να γίνει η ερωμένη του, όταν θα έβρισκε το θάρρος να της κάνει την πρόταση. Κλαίγοντας η δυστυχισμένη Κάθριν έκανε αυτό που τη διέταξε. Ταπεινώθηκε πραγ-


6

<

D AN S IMMONS

ματοποιώντας κοινωνική επίσκεψη στην Έλεν και στην κυρία Τέρναν. Αυτό, όμως, δεν ήταν αρκετό για να μετριάσει την οργή του Ντίκενς. Έδιωξε τη μητέρα των δέκα παιδιών του. Έστειλε τον Τσάρλι, το μεγαλύτερο γιο του, να ζήσει με την Κάθριν. Κράτησε τα υπόλοιπα παιδιά να ζήσουν μαζί του στην Οικία Τάβιστοκ και μετά στο Γκαντς Χιλ. (Είχα παρατηρήσει ότι ο Ντίκενς χαιρόταν να βρίσκεται με τα παιδιά του μέχρι που εκείνα άρχισαν να σκέφτονται και να ενεργούν αυτόβουλα… με άλλα λόγια, όταν σταμάτησαν να φέρονται σαν τη Μικρή Νελ1, ή τον Πολ Ντόμπι2, ή κάποιον άλλο από τα φανταστικά του δημιουργήματα… τότε άρχισε να τα βαριέται πολύ γρήγορα). Φυσικά, αυτό το σκάνδαλο δεν τελείωσε εκεί – ακολούθησαν διαμαρτυρίες από τους γονείς της Κάθριν, δημόσιες αναιρέσεις αυτών των διαμαρτυριών μετά από πίεση του Ντίκενς και δικηγόρων του, ψευτοπαλικαρισμοί και διαστρεβλωμένες δηλώσεις από το συγγραφέα, νομικοί ελιγμοί, πολλή αρνητική δημοσιότητα και ένας τελικός και οριστικός νομικός χωρισμός που επέβαλε στη γυναίκα του. Στο τέλος, αρνήθηκε να διατηρήσει την οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί της, ακόμα κι αν αυτή αφορούσε την ευημερία των παιδιών τους. Όλα αυτά από έναν άντρα που αντιπροσώπευε, όχι μόνο για την Αγγλία αλλά και για όλο τον κόσμο, το πρότυπο του «χαρούμενου οικογενειάρχη». Φυσικά, ο Ντίκενς εξακολουθούσε να χρειάζεται μια γυναίκα στο σπίτι του. Είχε πολλούς υπηρέτες. Είχε εννιά παιδιά στο σπίτι με τα οποία δεν επιθυμούσε να ασχολείται, εκτός κι αν είχε διάθεση να παίξει μαζί τους, ή να τα βάλει να κάτσουν στα γόνατά του, για να βγάλουν φωτογραφίες. Είχε κοινωνικές υποχρεώσεις. Έπρεπε να ετοιμάζει μενού και λίστες για τα ψώνια και να δίνει παραγγελίες στους ανθοπώλες. Έπρεπε να επιβλέπει το καθάρισμα και την οργάνωση. Ο Κάρολος Ντίκενς έπρεπε να απελευθερωθεί από όλες αυτές τις λεπτομέρειες. Άλλωστε, όπως καταλαβαίνετε, ήταν ο μεγαλύτερος συγγραφέας του κόσμου. Ο Ντίκενς έκανε το προφανές, παρόλο που για εσάς ή για μένα ίσως να μη φαίνεται και τόσο προφανές. (Ίσως σ’ αυτόν το μακρινό εικοστό ή εικοστό πρώτο αιώνα στον οποίο παραδίδω αυτά τα απομνημονεύματα να είναι όντως το εμφανές. Ή, αν είστε έξυπνοι, ίσως να έχετε εγκατα1 2

Ηρωίδα του βιβλίου του Κάρολου Ντίκενς «Το Παλαιοπωλείο». (Σ.τ.Μ.) Ήρωας του βιβλίου του Κάρολου Ντίκενς «Ντόμπι και Υιός». (Σ.τ.Μ.)


Ν ΤΡΟΥΝΤ

=

7

λείψει τελείως τον αλλόκοτο και ανόητο θεσμό του γάμου. Όπως θα δείτε, κι εγώ στην εποχή μου απέφυγα το γάμο, επιλέγοντας να ζήσω με μια γυναίκα και να κάνω παιδιά με μια άλλη, και προς μεγάλη μου ικανοποίηση κάποιοι με αποκαλούσαν παλιοτόμαρο και παλιάνθρωπο. Μάλλον, όμως, ξέφυγα από το θέμα μου). Έτσι λοιπόν, ο Ντίκενς έκανε το προφανές. Αναβάθμισε τη γεροντοκόρη αδερφή της Κάθριν, Τζορτζίνα, στο ρόλο της αναπληρώτριας συζύγου, κυρίας του σπιτικού του και εκείνης που φροντίζει για την πειθαρχία των παιδιών του, της οικοδέσποινας στις πολλές δεξιώσεις του και στα δείπνα του, και τέλος, της Υπολοχαγού για το μάγειρα και τους υπηρέτες. Όταν ξεκίνησαν οι αναπόφευκτες φήμες –με επίκεντρο την Τζορτζίνα και όχι την Έλεν Τέρναν, η οποία είχε αποσυρθεί, θα έλεγε κανείς, στα παρασκήνια–, ο Ντίκενς κάλεσε ένα γιατρό στην Οικία Τάβιστοκ. Ο γιατρός διατάχτηκε να εξετάσει την Τζορτζίνα και μετά να δημοσιεύσει μια ανακοίνωση, όπως και έκανε, η οποία δήλωνε σε όλους ότι η Δεσποινίς Τζορτζίνα Χόγκαρθ ήταν μια ανέγγιχτη παρθένα. Ο Κάρολος Ντίκενς υπέθεσε ότι το θέμα θα έκλεινε εκεί. Η νεότερη κόρη του θα μου έλεγε αργότερα, ή τουλάχιστον θα την άκουγα να λέει: «Ο πατέρας μου έκανε σαν τρελός. Αυτή η παράνομη σχέση τού έβγαλε το χειρότερό –και τον πιο αδύναμο– εαυτό. Δεν έδινε δεκάρα τι θα συνέβαινε σ’ εμάς. Τίποτε δεν μπορούσε να ξεπεράσει τη δυστυχία και τη θλίψη του σπιτιού μας». Αν ο Ντίκενς είχε επίγνωση της δυστυχίας τους, ή αν τον ένοιαζε καν, δεν το έδειξε. Ούτε σ’ εμένα ούτε στους καινούριους και τελικά πιο στενούς του φίλους. Και είχε δίκιο όταν υπέθεσε ότι η κρίση θα περνούσε χωρίς να χάσει την υποστήριξη των αναγνωστών του. Αν όντως γνώριζαν τα οικογενειακά του ατοπήματα, προφανώς τον είχαν συγχωρέσει. Άλλωστε, ήταν ο Άγγλος προφήτης του ευτυχισμένου σπιτικού και ο μεγαλύτερος συγγραφέας του κόσμου. Πρέπει να γίνονται και κάποιες υποχωρήσεις. Αλλά και οι άνδρες συνάδελφοί μας λογοτέχνες, καθώς επίσης και οι φίλοι, τον συγχώρεσαν και ξέχασαν –εκτός από τον Θάκερεϊ, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία–, και πρέπει να παραδεχτώ ότι κάποιοι από αυτούς, κάποιοι από εμάς, σιωπηρά ή ιδιωτικά, επιδοκίμασαν την κίνηση του Κάρολου να απελευθερωθεί από την άσχημη και βαριά άγκυρα με την οποία ήταν δεμένος. Ο χωρισμός έδωσε μια ελπίδα σε όλους τους


8

<

D AN S IMMONS

δυστυχισμένους παντρεμένους και διασκέδαζε εμάς τους εργένηδες με τη σκέψη ότι ίσως τελικά κάποιος να κατάφερνε να γυρίσει από εκείνη την ανεξερεύνητη χώρα του γάμου από την οποία λέγεται ότι ποτέ κανείς δεν μπορεί να γυρίσει. Αλλά σε εκλιπαρώ, Αγαπητέ Αναγνώστη, θυμήσου ότι μιλάμε για τον άνθρωπο που, κάποια στιγμή νωρίτερα, λίγο πριν από τη γνωριμία του με την Έλεν Τέρναν, την εποχή που εκείνος κι εγώ γυρίζαμε τα θέατρα αναζητώντας τις «ξεχωριστές μικρές βιολέτες» όπως τις αποκαλούσαμε –εκείνες τις πολύ νέες και πολύ όμορφες ηθοποιούς που μας προσέφεραν αισθητική ικανοποίηση–, μου είχε πει: «Γουίλκι, αν μπορείς να σκεφτείς κάποιον υπέροχο τρόπο να περάσεις το βράδυ σου, κάν’ το. Δεν με νοιάζει ποιος είναι αυτός. Γι’ αυτό και μόνο το βράδυ θα χαλιναγωγήσω τους Ανέμους! Αν ο ανθρώπινος νους μπορεί να επινοήσει κάτι που να μοιάζει με τη Φιλήδονη Ρώμη την εποχή της αποκορύφωσης της λαγνείας της, εγώ είμαι ο άνθρωπός σου». Και για το συγκεκριμένο σπορ, κι εγώ ήμουν ο δικός του. z


Ντρουντ