Page 1


Εύκολα μπορούμε να συγχωρήσουμε ένα παιδί που φοβάται το σκοτάδι. η πραγματική τραγωδία της ζωής είναι όταν οι άντρες φοβούνται το φως. –ΠΛΑΤΩΝΑΣ


H Π ΡΙΝ J

Κορίτσι Κάστερ

Πίστευα ότι η πόλη μας, θαμμένη στην ενδοχώρα της Νό-

τιας Καρολίνας, κολλημένη στο λασπωμένο πυθμένα της κοιλάδας του ποταμού Σάντι, ήταν στη μέση του πουθενά. Ένα μέρος όπου δεν συνέβαινε ποτέ τίποτα και δεν θα άλλαζε ποτέ τίποτα. Όπως και χθες, ο απαθής ήλιος θα ανέτειλε και θα έδυε πάνω από την πόλη του Γκάτλιν χωρίς να κάνει τον κόπο να σηκώσει ούτε καν ένα αεράκι. Αύριο οι γείτονές μου θα κάθονταν στις κουνιστές τους πολυθρόνες έξω στις βεράντες τους, με τη ζέστη, το κουτσομπολιό και την οικειότητα να λιώνουν όπως τα παγάκια μέσα στο γλυκό τσάι τους, όπως γίνεται εδώ και περισσότερα από εκατό χρόνια. Εδώ, οι παραδόσεις μας ήταν τόσο παραδοσιακές ώστε είναι δύσκολο να θυμηθείς πώς δημιουργήθηκαν. Ήταν αναπόσπαστο κομμάτι όσων κάναμε ή πιο συχνά, δεν κάναμε. Γεννιόσουν ή παντρευόσουν ή πέθαινες, αλλά οι Μεθοδιστές συνέχιζαν να τραγουδάνε. Οι Κυριακές ήταν για την εκκλησία, οι Δευτέρες για να πηγαίνουμε για ψώνια στο Σταματήστε & Ψωνίστε, το μοναδικό μπακάλικο στην πόλη. Η υπόλοιπη εβδομάδα περιλάμβανε το απόλυτο τίποτα και λίγη περισσότερη πίτα, αν ήσουν αρκετά 1


τυχερός ώστε να ζεις με κάποια όπως είναι η οικονόμος της οικογένειάς μου, η Άμμα, που κάθε χρόνο κερδίζει το διαγωνισμό καλύτερης πίτας που πραγματοποιείται στο πανηγύρι της επαρχίας. Η γριά τετραδάκτυλη δεσποινίς Μονρό δίδασκε ακόμα κοτιγιόν, με το ένα άδειο δάχτυλο του γαντιού της να ανεμίζει καθώς σουλατσάριζε καμαρωτά στην πίστα μαζί με τις άλλες ντεμπιτάντ. Η Μέιμπιλιν Σάτερ εξακολουθούσε να κουρεύει στο Ψαλίδι & Μπούκλα, αν και είχε χάσει το μεγαλύτερο ποσοστό της όρασής της περίπου όταν έκλεισε τα εβδομήντα, και τώρα ξεχνούσε να βάλει την ασφάλεια στην ξυριστική μηχανή, με αποτέλεσμα να ξυρίζει μια λωρίδα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου. Ο Κάρλτον Ίτον δεν ξεχνούσε ποτέ, βρέξει χιονίσει, να ανοίξει την αλληλογραφία σου πριν σου την παραδώσει. Αν τα νέα ήταν άσχημα, θα σου τα έλεγε ο ίδιος. Άλλωστε είναι καλύτερα να τα μαθαίνεις από ένα δικό σου άνθρωπο. Ανήκαμε σ’ αυτή την πόλη, αυτό ήταν το καλό και το κακό της υπόθεσης. Ήξερα και το παραμικρό εκατοστό μας, κάθε αμαρτία, κάθε μυστικό, κάθε πληγή. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έκαναν τον κόπο να φύγουν, ενώ εκείνοι που έφευγαν δεν γύριζαν ποτέ πίσω. Πριν γνωρίσω τη Λένα έτσι θα έκανα κι εγώ, πέντε λεπτά μετά την αποφοίτησή μου από το Λύκειο Τζάκσον. Θα εξαφανιζόμουν. Μετά ερωτεύτηκα ένα κορίτσι Κάστερ. Μου έδειξε ότι υπήρχε κι άλλος κόσμος μέσα στις ρωγμές των κακοφτιαγμένων πεζοδρομίων μας. Ένας κόσμος που ήταν πάντα εκεί, κρυμμένος μπροστά στα μάτια μας. Το Γκάτλιν της Λένα ήταν ένα μέρος όπου συνέβαιναν διάφορα πράγματα –αδύνατα, υπερφυσικά πράγματα που σου άλλαζαν τη ζωή. Μερικές φορές σου τερμάτιζαν τη ζωή. Ενώ οι φυσιολογικοί κάτοικοι ασχολούνταν με το κλάδεμα 2


των τριανταφυλλιών τους ή με το ξεδιάλεγμα των φαγωμένων από τα σκουλήκια ροδάκινων στους υπαίθριους πάγκους των μανάβηδων, οι Φωτεινοί και οι Σκοτεινοί Κάστερ με μοναδικά και ισχυρά χαρίσματα ήταν παγιδευμένοι σε μια αιώνια μάχη –έναν υπερφυσικό εμφύλιο πόλεμο χωρίς ελπίδα ότι θα σηκώσει κάποιος τη λευκή σημαία. Στο Γκάτλιν της Λένα κυριαρχούσαν οι Δαίμονες, ο κίνδυνος και μια κατάρα που είχε σημαδέψει την οικογένειά της για περισσότερα από εκατό χρόνια. Και όσο πιο κοντά ερχόμουν στη Λένα, τόσο πιο κοντά ερχόταν το δικό της Γκάτλιν στο δικό μου. Πριν από μερικούς μήνες, πίστευα ότι τίποτα δεν θα άλλαζε ποτέ σ’ αυτή την πόλη. Τώρα όμως ήξερα την πραγματικότητα, και ευχόμουν να είχα τότε δίκιο. Γιατί από τη στιγμή που ερωτεύτηκα ένα κορίτσι Κάστερ, κανένας από όσους αγαπούσα δεν ήταν ασφαλής. Η Λένα νόμιζε ότι μόνο εκείνη ήταν καταραμένη, αλλά έκανε λάθος. Τώρα η κατάρα ήταν και των δυο μας.

3


H 15.2 J

Αιώνια Γαλήνη

Η βροχή που έσταζε από το γείσο του καλύτερου μαύρου

καπέλου που είχε η Άμμα. Τα γυμνά γόνατα της Λένα που σωριάστηκαν πάνω στην παχιά λάσπη μπροστά στον τάφο. Οι σηκωμένες τρίχες στο σβέρκο μου, καθώς στεκόμουν υπερβολικά κοντά σε τόσους πολλούς ομοίους τού Μέικον. Δαίμονες που τρέφονταν από τις αναμνήσεις και τα όνειρα των Θνητών, όπως εμένα, κατά τη διάρκεια του ύπνου μας. Ο ήχος που έκαναν, ένας ήχος που δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο στο σύμπαν, όταν έσκισαν το τελευταίο κομμάτι σκοτεινού ουρανού και εξαφανίστηκαν λίγο πριν την αυγή. Λες και ήταν ένα σμήνος μαύρα κοράκια που πέταξαν την ίδια ακριβώς στιγμή από το ηλεκτρικό καλώδιο στο οποίο κούρνιαζαν. Αυτή ήταν η κηδεία του Μέικον. Μπορούσα να θυμηθώ τις λεπτομέρειες λες και είχε συμβεί χθες, παρόλο που μου ήταν δύσκολο να πιστέψω ότι ορισμένα γεγονότα είχαν πράγματι συμβεί. Οι κηδείες σού έπαιζαν τέτοια παιχνίδια. Και η ζωή, υποθέτω. Τα σημαντικά πράγματα τα ξεχνούσες τελείως, αλλά οι άσχετες, ασήμαντες στιγμές σε στοίχειωναν, και έπαιζαν ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι σου. 4


Τι μπορούσα να θυμηθώ: Την Άμμα να με ξυπνά μέσα στο σκοτάδι για να πάμε στον Κήπο της Αιώνιας Γαλήνης πριν την αυγή. Τη Λένα παγωμένη και διαλυμένη, να θέλει να παγώσει και να διαλύσει τα πάντα γύρω της. Σκοτάδι στον ουρανό και μέσα στους μισούς ανθρώπους που στέκονταν γύρω από τον τάφο, εκείνους που μόνο άνθρωποι δεν ήταν. Αλλά πίσω από όλα αυτά, υπήρχε κάτι που δεν μπορούσα να θυμηθώ. Ήταν εκεί, περίμενε στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Προσπαθούσα να το σκεφτώ από τη μέρα των γενεθλίων της Λένα, το Δέκατο Έκτο Φεγγάρι της, τη νύχτα που πέθανε ο Μέικον. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι έπρεπε να το θυμηθώ.

j

Το πρωί της κηδείας ήταν πίσσα σκοτάδι έξω, αλλά ανάμεσα από τα σύννεφα το φεγγαρόφωτο έμπαινε μέσα από το ανοιχτό μου παράθυρο. Το δωμάτιό μου ήταν παγωμένο, και δεν με ένοιαζε. Άφηνα το παράθυρό μου ανοιχτό τις τελευταίες δύο βδομάδες από τότε που πέθανε ο Μέικον, λες και περίμενα ότι θα εμφανιζόταν στο δωμάτιό μου, θα καθόταν στην περιστρεφόμενη καρέκλα μου και θα έμενε εκεί για λίγο. Θυμήθηκα τη νύχτα που τον είδα να στέκεται στο παράθυρό μου, στο σκοτάδι. Τότε που έμαθα τι ήταν. Δεν ήταν βρικόλακας ή κάποιο μυθολογικό πλάσμα που είχε βγει από κάποιο βιβλίο, όπως υποπτευόμουν, αλλά ένας αληθινός Δαίμονας. Ένας Δαίμονας που θα μπορούσε να έχει επιλέξει να τρέφεται με αίμα, όμως επέλεξε τα όνειρα. Ο Μέικον Μελκιζέντεκ Ρέιβενγουντ. Για τον κόσμο εδώ, ήταν ο Γέρο Ρέιβενγουντ, ο ερημίτης της πόλης. Επίσης ήταν και θείος της Λένα, και ο μοναδικός πατέρας που γνώρισε ποτέ. Ντυνόμουν στα σκοτεινά όταν ένιωσα τη θέρμη να εξαφανίζεται από μέσα μου, κάτι που σήμαινε ότι η Λένα ήταν εκεί. 5


Λ; Η Λένα μίλησε από τα βάθη του μυαλού μου, όσο πιο κοντά και όσο πιο μακριά μπορούσε να βρίσκεται κάτι. Κέλτινγκ, η σιωπηλή μορφή επικοινωνίας μας. Η ψιθυριστή γλώσσα που Κάστερ σαν εκείνη μοιράζονταν πολύ πριν το δωμάτιό μου οριστεί ότι βρίσκεται στο νότο της Γραμμής Μέισον-Ντίξον.1 Ήταν η μυστική γλώσσα της οικειότητας και της ανάγκης, και γεννήθηκε σε μια εποχή που το να είσαι διαφορετικός μπορούσε να σε οδηγήσει στην πυρά. Ήταν μια γλώσσα που κανονικά δεν θα έπρεπε να μπορούμε να μοιραζόμαστε, επειδή ήμουν Θνητός. Αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο μπορούσαμε, και ήταν η γλώσσα στην οποία λέγαμε τα αδιατύπωτα και τα ανείπωτα. Δεν μπορώ να το κάνω. Δεν θα το κάνω. Εγκατέλειψα την προσπάθεια να δέσω τη γραβάτα μου και κάθισα στο κρεβάτι μου, με τα ελατήρια του αρχαίου στρώματος να παραπονιούνται από κάτω μου. Πρέπει να πας. Δεν θα συγχωρήσεις τον εαυτό σου αν δεν πας. Για μια στιγμή, δεν απάντησε. Δεν ξέρεις πώς νιώθω. Ξέρω. Θυμάμαι όταν καθόμουν εγώ στο κρεβάτι μου και φοβόμουν να σηκωθώ, φοβόμουν να φορέσω το κοστούμι μου και να μπω στον κύκλο της προσευχής και να τραγουδήσω το Μείνε Μαζί Μου2 και να λάβω μέρος στην πομπή με τα φανάρια μέσα από την πόλη μέχρι το νεκροταφείο για να θάψω τη μητέρα μου. Φοβόμουν ότι έτσι θα γινόταν αληθινό. Δεν άντεχα να το σκέφτομαι, αλλά άνοιξα το μυαλό μου και έδειξα στη Λένα… Δεν μπορείς να πας, αλλά δεν έχεις επιλογή, επειδή η Άμμα 1 2

Το σύνορο ανάμεσα στην Πενσυλβάνια και το Μέριλαντ. (Σ.τ.Μ.) Χριστιανικός ύμνος του Χένρι Φράνσις Λάιτ (Σ.τ.Μ.)

6


περνάει το χέρι της μέσα από το μπράτσο σου και σε οδηγεί στο αυτοκίνητο, στο στασίδι της εκκλησίας, στην πομπή. Παρόλο που πονάς όταν κινείσαι, λες και όλο σου το σώμα υποφέρει από πυρετό. Τα μάτια σου σταματούν στα πρόσωπα μπροστά σου που ψελλίζουν κάτι, αλλά δεν μπορείς να ακούσεις τι λένε. Όχι πάνω από τα ουρλιαχτά στο κεφάλι σου. Έτσι τους αφήνεις να βάλουν το χέρι τους πάνω στο μπράτσο σου, μπαίνεις στο αυτοκίνητο, και συμβαίνει. Επειδή αντέχεις να το κάνεις αν κάποιος λέει ότι μπορείς. Ακούμπησα το κεφάλι μου στα χέρια μου. Ίθαν – Λέω ότι μπορείς, Λ. Πίεσα τις γροθιές μου στα μάτια μου, και ήταν υγρά. Άναψα τη λάμπα μου και παρατήρησα το γυμνό γλόμπο, αποφασισμένος να μη βλεφαρίσω μέχρι να ξεράνω τα δάκρυα. Ίθαν, φοβάμαι. Εδώ είμαι. Δεν θα πάω πουθενά. Δεν είπαμε τίποτα άλλο καθώς επέστρεψα στην προσπάθεια να δέσω τη γραβάτα μου, αλλά μπορούσα να νιώσω τη Λένα εκεί, λες και καθόταν στη γωνία του δωματίου μου. Το σπίτι έμοιαζε άδειο τώρα που έλειπε ο πατέρας μου, και άκουσα την Άμμα στο διάδρομο. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, στεκόταν αθόρυβα στην πόρτα κρατώντας την καλή της τσάντα. Τα μαύρα της μάτια έψαξαν τα δικά μου, και το μικροσκοπικό της σώμα έδειχνε ψηλό, παρόλο που δεν μου έφτανε ούτε μέχρι τον ώμο. Ήταν η γιαγιά που δεν γνώρισα ποτέ, και η μοναδική μητέρα που μου είχε απομείνει πια. Κοίταξα την άδεια καρέκλα δίπλα στο παράθυρό μου, όπου πριν από λιγότερο από ένα χρόνο είχε ακουμπήσει το καλό μου κοστούμι, και μετά ξανά το γυμνό γλόμπο της λάμπας πάνω στο κομοδίνο μου. Η Άμμα άπλωσε το χέρι της, και της έδωσα τη γραβάτα μου. Μερικές φορές ένιωθα ότι η Λένα δεν ήταν η μόνη που 7


μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη.

j

Πρόσφερα στην Άμμα το μπράτσο μου καθώς ανεβαίναμε το λασπωμένο λόφο προς τον Κήπο της Αιώνιας Γαλήνης. Ο ουρανός ήταν σκοτεινός, και η βροχή ξεκίνησε πριν φτάσουμε στην κορυφή του υψώματος. Η Άμμα φορούσε το πιο κομψό πένθιμο φόρεμά της, με ένα πλατύ καπέλο που προστάτευε το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου της από τη βροχή, εκτός από το κομμάτι του λευκού δαντελένιου γιακά που ξέφευγε από το γείσο. Ήταν στερεωμένος στο λαιμό της με την καλύτερη καρφίτσα της, ένδειξη σεβασμού. Όλα αυτά τα είχα δει τον περασμένο Απρίλη, όπως ακριβώς είχα νιώσει τα καλά της γάντια στο μπράτσο μου, να με στηρίζουν καθώς ανεβαίναμε το λόφο και εκείνη τη φορά. Αυτή τη φορά δεν ήξερα ποιος στήριζε ποιον. Ακόμα δεν ήμουν σίγουρος γιατί ο Μέικον ήθελε να θαφτεί στο νεκροταφείο του Γκάτλιν, αν λάβει κανείς υπόψη του πώς ένιωθε γι’ αυτόν ο κόσμος σ’ αυτή την πόλη. Αλλά σύμφωνα με τη γιαγιά της Λένα, ο Μέικον άφησε αυστηρές οδηγίες ζητώντας να ταφεί συγκεκριμένα εδώ. Είχε αγοράσει τον τάφο ο ίδιος πριν από χρόνια. Η οικογένεια της Λένα δεν φάνηκε να χαίρεται μ’ αυτό, αλλά η γιαγιά είχε πατήσει πόδι. Θα σέβονταν τις επιθυμίες του, όπως θα έκανε κάθε καλή οικογένεια του Νότου. Λένα; Ήρθα. Το ξέρω. Καταλάβαινα ότι η φωνή μου την ηρεμούσε, σαν να είχα τυλίξει τα χέρια μου γύρω της. Σήκωσα το βλέμμα μου και κοίταξα το λόφο, όπου θα βρισκόταν η τέντα για την τελετή. Θα έμοιαζε με οποιαδήποτε άλλη κηδεία στο Γκάτλιν, πράγμα ειρωνικό, αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν του Μέικον. Ακόμα δεν είχε χαράξει, και μετά βίας μπορούσα να διακρί8


νω μερικά σχήματα σε απόσταση. Ήταν όλες τους στραβές, διαφορετικές. Οι αρχαίες, άνισες σειρές από μικροσκοπικές ταφόπετρες που υψώνονταν στους τάφους παιδιών, οι τεράστιες οικογενειακές κρύπτες, οι ετοιμόρροποι λευκοί οβελίσκοι που τιμούσαν τους στρατιώτες της Ομοσπονδίας που είχαν πέσει στο πεδίο της μάχης, με τους χαρακτηριστικούς μπρούτζινους σταυρούς. Ακόμα και ο Στρατηγός Τζούμπαλ Α. Έρλι, το άγαλμα του οποίου ατένιζε εκείνο του Στρατηγού Γκριν στο κέντρο της πόλης, είχε θαφτεί εδώ. Προσπεράσαμε τον οικογενειακό τάφο μερικών όχι και τόσο γνωστών Μόλτρι, οι οποίοι βρίσκονταν εδώ τόσο καιρό ώστε ο κορμός της μανόλιας στην άκρη του τάφου είχε καλύψει τη μια πλευρά της πιο ψηλής ταφόπετρας, κάνοντας τους τάφους αδιαχώριστους. Και ιερούς. Ήταν όλοι τους ιεροί, που σημαίνει ότι είχαμε φτάσει στο πιο παλιό κομμάτι του νεκροταφείου. Ήξερα από τη μητέρα μου ότι η πρώτη λέξη που είναι λαξευμένη σε κάθε παλιά ταφόπετρα στο Γκάτλιν είναι Ιερός. Αλλά καθώς πλησιάζαμε και τα μάτια μου προσαρμόστηκαν στο σκοτάδι, κατάλαβα πού οδηγούσε το λασπώδες χαλικόστρωτο μονοπάτι. Θυμήθηκα ότι περνούσε μπροστά από το πέτρινο παγκάκι στην καταπράσινη πλαγιά, διάσπαρτη με μανόλιες. Θυμάμαι τον πατέρα μου να κάθεται σε εκείνο το παγκάκι, ανίκανος να μιλήσει ή να κουνηθεί. Τα πόδια μου αρνούνταν να προχωρήσουν παραπέρα, επειδή είχαν καταλάβει το ίδιο με εμένα. Ο κήπος της Αιώνιας Γαλήνης του Μέικον ήταν μόλις μια μανόλια μακριά από της μητέρας μου. Οι φιδογυριστοί δρόμοι απλώνονται ανάμεσά μας. Ήταν ένας ανόητος στίχος από ένα ακόμα πιο ανόητο ποίημα που είχα γράψει στη Λένα για την Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Αλλά εδώ στο νεκροταφείο, ήταν αλήθεια. Ποιος θα το φανταζόταν ότι οι γονείς μας ή ό,τι πιο κοντινό είχε η Λένα 9


σε γονιό, θα ήταν γείτονες στον τάφο; Η Άμμα πήρε το χέρι μου, οδηγώντας με στον τεράστιο τάφο του Μέικον. «Σταθερά». Περάσαμε το μαύρο κιγκλίδωμα γύρω από τον τάφο του που έφτανε ως το ύψος της μέσης, το οποίο στο Γκάτλιν χρησιμοποιείτο για την περίμετρο των καλύτερων τάφων, σαν λευκός πασσαλοφράχτης για τους νεκρούς. Μερικές φορές ήταν στ’ αλήθεια ένας λευκός πασσαλοφράχτης. Ο συγκεκριμένος ήταν από σφυρήλατο σίδερο, ενώ η στραβή πόρτα ήταν ανοιχτή πάνω στο ψηλό χορτάρι. Ο τάφος του Μέικον έμοιαζε να έχει μια δική του ατμόσφαιρα, όπως ο ίδιος ο Μέικον. Πίσω από το κιγκλίδωμα βρισκόταν η οικογένεια της Λένα: η Γιαγιά, η θεία Ντελ, ο θείος Μπάρκλεϊ, η Ρις, η Ράιαν και η μητέρα του Μέικον, η Αρέλια, κάτω από το μαύρο σκίαστρο στη μια πλευρά του σκαλισμένου μαύρου φέρετρου. Στην άλλη πλευρά μερικοί άνδρες και μια γυναίκα με ένα μακρύ μαύρο παλτό κρατούσαν τις αποστάσεις τους τόσο από το φέρετρο όσο και από το σκίαστρο, και στέκονταν δίπλα δίπλα στη βροχή. Ήταν όλοι τους απολύτως στεγνοί. Θύμιζε γάμο όπου οι καλεσμένοι χωρίζονται από το διάδρομο ανάμεσά τους, με τους συγγενείς της νύφης να κάθονται απέναντι από τους συγγενείς του γαμπρού σαν δυο φατρίες που έχουν πόλεμο. Στη μια άκρη του φέρετρου υπήρχε ένας ηλικιωμένος που στεκόταν δίπλα στη Λένα. Η Άμμα κι εγώ στεκόμασταν στην άλλη άκρη, και το σκίαστρο ίσα που μας κάλυπτε. Η Άμμα έσφιξε το χέρι της πάνω στο μπράτσο μου, και έβγαλε μέσα από τη μπλούζα της το χρυσό φυλαχτό που φορούσε πάντα, και το έτριψε ανάμεσα στα δάχτυλά της. Η Άμμα ήταν κάτι παραπάνω από προληπτική. Ήταν Προφήτισσα, από μια γενιά γυναικών που διάβαζαν τα χαρτιά ταρό και επικοινωνούσαν με πνεύματα, και είχε ένα φυλαχτό ή μια πάνινη κούκλα για όλα. Αυτό ήταν για προστασία. Κοίταξα τους Δαίμονες μπροστά μας, τη βροχή να κυλάει από τους ώμους 10


τους χωρίς να αφήνει ίχνος. Ήλπιζα ότι ήταν από εκείνους που τρέφονταν μόνο με όνειρα. Προσπάθησα να τραβήξω το βλέμμα μου αλλά δεν ήταν εύκολο. Ένας από τους Δαίμονες είχε κάτι που σε τραβούσε σαν ιστός αράχνης, όπως κάθε καλό αρπακτικό. Στο σκοτάδι, δεν μπορούσες να δεις τα μαύρα τους μάτια, και σχεδόν έμοιαζαν με φυσιολογικούς ανθρώπους. Κάποιοι από αυτούς ήταν ντυμένοι όπως ντυνόταν πάντα ο Μέικον, με σκούρα κοστούμια και πανωφόρια που φαίνονταν ακριβά. Ένας δύο έμοιαζαν περισσότερο με οικοδόμους που πήγαιναν να πιουν μια μπίρα μετά τη δουλειά, με τζιν και μπότες εργασίας, και είχαν τα χέρια τους χωμένα στις τσέπες των μπουφάν τους. Η γυναίκα πιθανότατα ήταν Δαιμόνισσα. Είχα διαβάσει γι’ αυτές, κυρίως στα κόμικ, και νόμιζα ότι δεν ήταν παρά αστικοί μύθοι, όπως οι λυκάνθρωποι. Αλλά ήξερα ότι έκανα λάθος επειδή στεκόταν στη βροχή, στεγνή όπως οι υπόλοιποι. Οι Δαίμονες δημιουργούσαν έντονη αντίθεση με τα μέλη της οικογένειας της Λένα, που ήταν όλα τους ντυμένα με ένα ιριδίζον μαύρο ύφασμα που παγίδευε το λιγοστό φως που υπήρχε, για να το διαθλάσει, λες και η πηγή ήταν οι ίδιοι. Δεν τους είχα ξαναδεί έτσι. Ήταν ένα παράξενο θέαμα, ειδικότερα αν σκεφτεί κανείς τον αυστηρό ενδυματολογικό κώδικα που επιβάλλεται στις γυναίκες στις κηδείες του Νότου. Στο κέντρο όλων αυτών ήταν η Λένα. Η όψη της μόνο μαγική δεν ήταν. Στεκόταν μπροστά στο φέρετρο με τα δάχτυλά της να ακουμπάνε ήσυχα επάνω του, λες και ο Μέικον κρατούσε με κάποιο τρόπο το χέρι της. Ήταν ντυμένη με το ίδιο ιριδίζον ύφασμα όπως και η υπόλοιπη οικογένειά της, αλλά κρεμόταν επάνω της σαν σκιά. Τα μαύρα της μαλλιά ήταν σηκωμένα σε ένα σφιχτό κότσο, χωρίς να φαίνεται ούτε μια από τις χαρακτηριστικές της μπούκλες. Έδειχνε τσακισμένη και παράταιρη, λες και στεκόταν στη λάθος πλευρά του διαδρόμου. 11

ΟΜΟΡΦΟ ΣΚΟΤΑΔΙ  

Kami Garcia & Margaret Stohl

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you