Issuu on Google+

ΑΣΡΑΠΟ΢ Φρωστήρων πίνακας η πλάση ριγμένη στους ώμους της η μαύρη αντάρα και μια φωνή μια φωνή σαν ψίθυρος φωνάζει για την επερχόμενη απουσία μη φοβάσαι ο χρόνος με τα μπλε του μάτια το φως κοιτάζει κι απαλύνονται οι ρωγμές του χρόνου κι οι αδιάλλακτοι χρησμοί των εντυπώσεων


ΠΟΡΕΙΑ ΢ΣΟ ΥΨ΢ Πάει ο καιρός που μ’ άρεσε να σεργιανίζω τις νυχτιές σ’ αλλόκοτους δρόμους και σ’ ατραπούς ανώφελων στεναγμών… παγερή η εξάρτηση, μα τόσο ζέστη κι αγαπημένη από εσένα νάμα τη δέχομαι κι ας είμαι μόνη στο στερνό το σκαλοπάτι στέκουν τα βήματά μου δεν προχωρούν στον ήλιο σε περιμένω και το ξέρεις δίχως ανάσα η καρδιά λαβώνει τα άστρα δίχως αναπαμό η σκέψη πονάει την ψυχή και σβήνει.


ΠΕΡ΢ΕΥΟΝΗ Πολύτροπα των θεών τα θελήματα φανερώνονται το προσδοκούμαι δεν γίνεται πάντα κι ένας θεός βρήκε σ’ αδόκητα το δρόμο συμβάντα Φαίρομαι η δόλια τη φυγή απ’ το Έρεβος Γυμνή, γυμνή γυμνή στα χρώματα της Άνοιξης λουσμένη, θ’ αφεθώ θ’ αφεθώ Μες τα ζεστά σου χέρια ουρανέ θα δοκιμάσω μια πανάρχαια ηλιαχτίδα τις προσδοκίες του πολέμου ξεπερνώντας γαλήνεψε κορμί χαρά μου θάρρεψε δυο εποχών υπομονή αντέχει ο χρόνος.


ΟΝΑΡ Παράξενο, μα απόψε ούτε να σκεφτώ μπορώ Μόνο μια θέρμη χτυπά τον πόθο Όπως το αίμα τη ζωή Όπως οι σκέψεις τα όνειρά μου Όπως το παρελθόν, ατόφιο απομένει στα χρώματα της ζαφοράς να σβήνει στον άχρονο χρόνο πληρότητα να σβήνει, ευθύνη, αποδοχή πώς απ’ το λίγο να γεμίσω τη σταγόνα; απ’ το πολύ πώς να δέσω τη στιγμή; πώς; πώς να δέσω την στιγμή κρύβω στο μαξιλάρι έναν κόκκινο χειμώνα και το ζευγάρι που δεν έχει άλλη σιωπή.


ΞΕ΢ΠΑ΢ΜΑ Μυστική η μοναξιά παίζει με την αμέλεια μόνο στις ατελείωτες ώρες προσμονής αχνίζει η βροχή δάκρυα ΑΝΣΑΡΑ ΞΕ΢ΠΑ΢ΜΑ Νότες ευέξαπτες κάποια σημάδια γράφηκαν στη σάρκα… και το νερό του εφήμερου να πίνεις παραλείπεις δεν ξέρω αν αύριο θα είμαι εδώ στο κάθε βήμα πάντα θα υπάρχει μια επιφύλαξη… στο κάθε βήμα τα δάκρυα μη σκουπίζεις μην απλώνεις την ουσία ποιος θα κοιτάξει την ζωή που υποφέρει όταν εσύ τα βήματα προσέχεις; Ο δισταγμός πως αλλιώς υποχωρεί; Αν δεν τολμήσεις να κοπείς δεν θα αναρρώσει το θεριό στην άκρη της πληγής σου.


ΠΡΟ΢ΠΑΘΕΙΑ ΑΝΑΣΟΛΗ΢ Τγρασία…έχει υγρασία τα πρωινά της επιβίωσης προσπαθεί η ανατολή με πράες ανάσες να γεμίσει ευωδιές φασκόμηλου το ζητούμενο… Ανάρια σύννεφα σε οικείους θορύβους απλώνονται καπνός πάνω απ’ τις στέγες αυτοφυής ο κίνδυνος μιας απόφασης όνειρο γλυκό η θαλπωρή μιας ανατολής κι η δύναμη που τρέχει στον ορίζοντα σκάβει τους λόφους ουρανούς θεριεύει ένα ποτήρι ξέχειλο η ελπίδα των αστεριών που ξέφυγαν το φως στην αγκαλιά της μέρας στην αγκαλιά μου έλα και πιες τ’ άγραφο μήνυμα της τόλμης.


ΣΟΤ ΦΡΟΝΟΤ Η ΝΙΟΣΗ ΢ε ποια μέρα κανείς, να πει ευχαριστώ σε ποια ζεστή νιότη τους ώμους ν’ ακουμπήσει ποιους λύχνους να εμπιστευτεί πως θα φωτίσουν τα σκοτάδια λοιπόν, του χρόνου η νιότη τη λήκυθο της τέφρας της κρατάει σφιχτά στον κόρφο. Ση νύχτα που θα έχει μεγαλώσει γδαρμένο κι άγνωστο θα ’ναι το προσωπείο της… ξεθώριασε η όψη όμως το χρώμα της ψυχής δεν σβήνει με τα λόγια συνωμοσίας τρυφερότητα. άδεια από χρόνο τα μαλλιά κι εφηβική ιστορία στο στερνό μου χάρτη εσύ νησί κατά που πέφτει η καρδιά ποτέ δεν βρήκες ξεθώριασε η όψη όμως το χρώμα της ψυχής ποτέ δεν σβήνει.


ΔΙΑΦΤ΢Η ΕΛΠΙΔΑ΢ Ναι…ναι σου φωνάζω, δεν μ’ ακούς, σε περιμένω Μεσ’ απαλές διαχύσεις προσμένω κάπου να σε βρω, είν’ η κραυγή μου αυτό το χρώμα να σε συναντήσω ατόφια ακέρια στον χρυσό τρούλο του δικού σου διακόσμου Ελπίδα…ναι ελπίζω… μόνο μαζί μόνο μαζί; μόνο μαζί θα βρούμε την αλήθεια μόλις ανοίξει η σκηνή του απόμακρου το έργο θα είναι άσκηση ζωής στην καρδιά μας ειν’ η κραυγή μου αυτό το χρώμα αυτό που γλίστρησε δειλά μέσα στο άλλο κι η προσμονή δεν βρίσκει λόγο για να φύγει θα περιμένω όσο το δάκτυλο στραγγίζει και η διαφάνεια στεγνώνει θα περιμένω γιατί έχω μάθει να ελπίζω σ’ αυτά που οι άλλοι τα αποφεύγουν.


ΑΠ ΣΗ ΘΑΛΑ΢΢Α ΢ΣΟΝ ΟΤΡΑΝΟ Όλα τα πήρες θάλασσα σύνεση, επίγνωση, αλκή κι έπειτα αδιάφορη σάρκες ξεπλένεις από ιδρώτες χαύνων ερώτων κι έπειτα ολόγυμνα τα σώματα αφήνεις στην ερημιά ενός απέραντου στερεώματος, γαλάζιου σαν την αφή σου απαίδευτο το χάδι και το πράσινο φωνάζει… σε θυμάμαι σε θυμάμαι σε θυμάμαι να κλίνεις τον ήλιο στα χέρια κι ύστερα, ύστερα να γελάς να γελάς δυνατά, που άλλο πια δεν σε βλέπω


ΝΑ ΝΑΙ ΜΑΚΡΤ΢ Ο ΔΡΟΜΟ΢ ΢ε δρόμους υδάτινους αργοπεθαίνει μια συγχώρεση ΢την επερχόμενη απουσία στητός σε κοιτάζω ορίζοντα λυσσάω για μια πίστη για ένα χάδι αμέτρητο στο χρόνο λυσσάνε τα χείλια για αλμύρα με δυο ανάσες επάνω να φτάσω με δυο ανάσες επάνω να παραδοθώ για μια λέξη σου, μια ΛΕΞΗ! Μια λέξη, να ναι ο δρόμος μακρύς είχες πει σ αγαπώ σου ψιθύρισα σ ένα στίχο που έτρεξε να σωθεί σ ένα απίστευτο φταίξιμο του καιρού του καιρού που μας κέρασε άλλοθι κι είσαι εσύ η γιορτή π αναθάρρεψε στον νοητό λώρο, στο ανόητο κάλεσμα σ αγαπώ απαρατήρητο σαν υπόκωφος τύραννος να ναι ο δρόμος μακρύς…είχες πει


ΚΑΠΟΙΟΙ ΜΕΝΟΤΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΥΕΤΓΟΤΝ Πως ν’ ακολουθήσω τα σημάδια Εκείνα τα μαβιά που το κορμί χάραξαν… Μη με λυπάστε… Υύγετε γλάροι, νιώστε τ’ αγέρι κάτω απ’ τα φτερά σας Άδικα κρώζετε να μείνετε στον ίδιο τόπο… Υύγετε…αφήστε με, εγώ θα μείνω εδώ, στο αδόκιμο παρόν να υπομένω την απογύμνωσή μου… φύγετε! Κάποιοι μένουν κάποιοι φεύγουν κι εσύ στέκεσαι…κι εγώ… η απώλεια τρομάζει εκείνους που δεν γνωρίζουν πως δεν υπάρχει απώλεια μόνο μια νέα συνθήκη για το άγνωστο.


΢ΠΟΡΕΑ΢ ΥΨΣΟ΢ Άκου με, έχω πολλά να σου πω βαθιά να σου μιλήσω… μίλα μου κι εσύ αν το θες… μα δεν μιλάς, κοιτάς το φως μονάχα… Ααα, αυτό το φως, Σο έστω, λιγοστό πολύ με τυφλώνει παγιδεύει τα πρόσωπά μας σκάβει ρυτίδες σκήπτρα τις κάνει κοσμικές… μίλα μου κι εσύ αν το θες… Θα κλείσω στο βλέμμα την φλόγα στη μέσα του χειμώνα να κάψω τις πληγές μην αδικείς το θλιβερό μου πρόσωπο είναι που η λάμψη ξέφυγε στ αστέρια κι από το φεγγίτη δεν χωράει να περάσει η χαρά και τι να πω στο άδειο δωμάτιο μωρολογίες υψώνονται στον τοίχο να με σκεπάσουν πριν τον ύπνο κι οι σπόροι μιας απόμακρης άνοιξης φυτρώνουν για να πλέξουν τα όνειρα που δεν είδα.


ΑΝΑΦΨΡΗΣΗ΢ Με τα χρώματα του ουράνιου τόξου αναμείχθηκε το αίμα Ποια φλέβα ν ακολουθήσεις Αναχωρητή, ούτε που ξέρεις Σις μέρες σου ψάχνεις πίσω στο παρελθόν Αναχωρείς αβέβαια γεμάτος λάθη σε τόπου, σε ορίζοντες, σε σώματα, σε πόθους Μου έλειψε μια στιγμή απ το χρόνο γι αυτό και τρέχω τρέχω άσε με να φτάσω είναι η στιγμή αυτής της αναχώρησης ΢φήνωσε στο μυαλό ένας δρόμος. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί; γιατί έφυγα; που πήγα; κι αν κάπου κάποτε θα φτάσω.


ΜΟΙΡΕ΢ Απ’ τον παρόντα χρόνο τρέφονται ακόμα οι ΜΟΙΡΕ΢ γυμνές, αδιάφορες, σκληρές της ειμαρμένης οδηγήτρες ανενδοίαστα κόβουν το νήμα της ζωής πλέκοντας τα χρόνια με ηλακάτη… ΢ε κάθε λέξη σε κάθε σκέψη καθορίζουν την ανάσα, τον πόλεμο πάντα εκεί πάντα εκεί στο φως που κρύβεται μες το σκοτάδι και δεν τις ξέρω μέχρι πια να ναι αργά να τις γνωρίσω


ΣΗ΢ ΢ΚΕΧΗ΢ ΣΟ ΜΟΝΟΠΑΣΙ ΢κέψη…σκέψη μου… ΢ε τούτη την απεραντοσύνη ψάχνω το μονοπάτι σου Να σε ακολουθήσω θέλω, μα τίποτα οικείο Λαχανιάζω… Κλειστές όλες οι πόρτες Ανασφάλεια… ΢έρνω το νου μου σε ίσκιους μαλακούς Μα κι εκεί…στενή η δικαιοσύνη σου Μα, όμως, μένω στον κύκλο σου Με άπραγο… Γυμνό μυαλό… Γκρίζος ουρανός η ισορροπία με δικάζει και δοκιμάζω χρώματα πες μου το φως είναι εδώ; Δως μου μιας λύσης προμηνύματα γιατί δεν έχω άλλο από φόβο και σκέψη… μια σκέψη που σωπαίνει…


ΚΤΘΕΡΨ΢ Δέσανε τ’ άρμουρα σφιχτά σε μαύρη κώμη πλάτη γυνή ξαπλωμένη μελτέμια τα σεντόνια νότισαν βόγκοι άγγιξαν τα σώματα ένα απέραντο φως καθαρής αλήθειας φώτισε το σύθαμπο στερέωμα η έκσταση τρέμει το κενό σ’ αγέρωχη ζωή μεταμορφώνονται οι ανάγκες μ’ επιμέλεια στη σιωπή αφήνονται τα σώματα είναι ο έρωτας μιας θλίψης που άγγιξε το φωτεινό μου σύννεφο όπως της Αφροδίτης η χαρά περνάει και χάνεται… Καλέ μου… ένα κομμάτι ουρανό θα σου χαρίσω κι αυτό τ’ αστέρι που νομίζει πως υπάρχει καλέ μου…είναι ο έρωτας μιας θλίψης ή η θλίψη μιας ανάγκης;


ΑΝΑΖΨΗ Δεν έχω πια φωνή ΢ωπάσανε οι φλέβες Φτύπος κανένας Ίσως, ίσως… το ένστικτο της νύχτας να ορίζει τους κανόνες ΢ε φλέβες μαβιές ξεσπούν οι ανήσυχοι όρκοι το αίμα, τον πόθο για ζωή… παύουν σαρκάζοντας… Κρέμασα στο παράθυρο του κόσμου τις αρτηρίες της καρδιάς ανέβα ανέβα εκεί που τίποτα δεν παύει κι όλα γνωρίζουν από πριν το τέλος.


ΜΑΓΙΚΟ΢ ΚΟ΢ΜΟ΢ Κι εγώ ρε τι σου ζητάω, από τον κόσμο αυτό το μαγικό να μην με βγάλεις Με αψέντι και μ’ άλλο βάλσαμο την ομορφιά του κέρασέ με ΢την πιο απλή θεά του κόσμου βρίσκω απόλαυση γενναίος γίνομαι για να τον ζήσω και γενναιόδωρος να στον χαρίσω Κι εγώ ρε τι σου ζητάω, Λίγο γέλιο μόνο… ΢ήκωσες τη σκάλα ψηλότερα απ τους ώμους και το κορμί που στάζει δε στεγνώνει η οργή σου χάρισε γαλήνη και η σιωπή την ακοή…άκου τον εαυτό σου… άκου άκου τον εαυτό σου… εκείνος πιο καλά από εσένα σε γνωρίζει κι ο κόσμος σου ήταν δικός σου πάντα…


ΚΟΦΤΛΙ ΢’ ένα κοχύλι ξεφτισμένο ξαπλώσανε αναμνήσεις σαν κύματα στοιβαγμένες Από μακρινό παρελθόν μοναδική μνήμη μια πληγή, μια ρωγμή, μια γυναίκα Κόκκινη κορδέλα μιας πεθυμιάς μιας τρυφερότητας, μιας σκέψης ανέλπιδης… στοργική η φωνή των χρωμάτων κοχύλι…από το φύλντισι προβάλλουν αντίδοτο οι ευχές σ’ επιθυμίες Όμως δεν έχει δώσει ο κύκλος την τελεία μα η δική σου πινελιά την επανάσταση Ζωή μου πρόκληση μέχρι το τέλος θα σε ζήσω!


Άννα Αυγέρη