Page 1


ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΜΥΚΟΝΟΥ


Ο Οδηγός του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου βασίστηκε σε κείμενα προηγούμενων εκδόσεων, γραμμένα από το Βασίλη Δ. Κυριαζόπουλο, ιδρυτή της Λαογραφικής Συλλογής Μυκόνου. Για την παρούσα έκδοση, τα κείμενα αυτά συμπλήρωσαν και επιμελήθηκαν ο Μιχάλης Ασημομύτης και ο Βαγγέλης Πελέκης. Ο σχεδιασμός και η σελιδοποίηση της έκδοσης έγινε από τη Λίλα Παλαιολόγου και η επιμέλεια της παραγωγής από την εταιρεία pelpal productions. Οι φωτογραφίες των εκθεμάτων του Μουσείου καθώς και των παραρτημάτων (το Σπίτι της Λένας και το Αγροτομουσείο) έγιναν από το Νίκο Αναστασίου και το Βαγγέλη Πελέκη. Οι φωτογραφίες αυτές καθώς και άλλες αρχειακές φωτογραφίες του Μουσείου, επεξεργάστηκαν ψηφιακά από τη Λίλα Παλαιολόγου. Οι επιπλέον φωτογραφίες που δεν αφορούν εκθέματα του Μουσείου ανήκουν στο αρχείο της pelpal productions.

© copyright: Λαογραφική Συλλογή Μυκόνου (τηλ. ++30 22890 22591) και pelpal productions (τηλ. ++30 22890 71938 - www.pelpal.gr)

Δήμος Μυκόνου, Μύκονος 2010 ISBN 978-960-87336-3-3 Απαγορεύεται η κάθε είδους αναδημοσίευση του φωτογραφικού υλικού και των κειμένων σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα χωρίς την έγγραφη εξουσιοδότηση του εκδότη και του συγγραφέα. Οι παραβάτες διώκονται ποινικά βάσει του νόμου περί προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας.


ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ Μ ΥΚΟΝΟΥ

Περιεχόμενα 4 5 7 21 29 69 73 94

Χαιρετισμός του Δημάρχου Μυκόνου, Κου Αθανασίου Κουσαθανά-Μέγα Χαιρετισμός του Προέδρου του Δ. Σ. του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου, Κου Μαθιού Αποστόλου Συνοπτική Ιστορία της Μυκόνου Ο οικισμός και το Σπίτι του Κάστρου Ο οδηγός του Μουσείου Παράρτημα 1, Το Σπίτι της Λένας Παράρτημα 2 , Το Αγροτομουσείο Μυκόνου στο Μύλο του Μπόνη Οι δραστηριότητες του Λαογραφικού Μουσείου


Χαιρετισμός του Δημάρχου Μυκόνου

Η έκδοση του Οδηγού του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα εκδοτικά γεγονότα των τελευταίων χρόνων στη Μύκονο. Το Δημοτικό Συμβούλιο και εγώ προσωπικά ως Δήμαρχος αισθανόμαστε ιδιαίτερη ικανοποίηση γιατί με το βιβλίο αυτό προβάλλεται εμπεριστατωμένα το έργο ζωής του Β. Δ. Κυριαζόπουλου, που μας κληροδότησε τη Λαογραφική Συλλογή Μυκόνου, ενώ συγχρόνως τιμάται στο σύνολό της η παράδοση, ο διαχρονικός πολιτισμός και ο ξεχωριστός χαρακτήρας της Μυκόνου. Το χαρακτήρα αυτόν, εν μέσω της τουριστικής ανάπτυξης και των παγκοσμίων εξελίξεων, οφείλουμε να τον προβάλλουμε και να τον προστατεύουμε ως πηγή έμπνευσης και σηματωρό της πορείας των επόμενων γενεών. Έτσι, θα ήθελα να ευχαριστήσω την ομάδα που για χρόνια εργάστηκε με ζήλο για την άρτια ολοκλήρωση και παρουσίαση αυτού του έργου.

Αθανάσιος Κουσαθανάς-Μέγας Δήμαρχος Μυκόνου Μύκονος, Ιούνιος 2010

4

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


Χαιρετισμός του Προέδρου του Δ.Σ. του Λαογραφικού Μουσείου

Με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση χαιρετίζουμε την νέα έκδοση του Δήμου Μυκόνου, τον Οδηγό του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου. Ένα έργο που κατορθώνει μέσα από τις σελίδες του να προσεγγίσει τον αναγνώστη, να τον κάνει κοινωνό της αξίας και της ιδιαιτερότητας των εκθεμάτων που περιγράφει, αλλά και να τον ταξιδέψει στο χωροχρόνο του μουσείου. Το αποτέλεσμα είναι να κατανοήσει την ιστορία του τόπου μας και να βιώσει τον τοπικό μας πολιτισμό. Η Λαογραφική Συλλογή Μυκόνου, έργο του ιδρυτή της Βασίλη Δ. Κυριαζόπουλου το 1958, δημιουργήθηκε από την αγάπη του για την παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Μυκόνου και από το μεράκι του να την περιφρουρήσει και να την διαφυλάξει. Είναι εξάλλου γνωστό ότι τα αντικείμενα εκτός από το θέμα τους, καθρεφτίζουν ουσιαστικά τον πολιτισμό μέσα από τον οποίο γεννήθηκαν και τον οποίον εκφράζουν μιας και κάθε ανθρώπινο δημιούργημα μπορεί να είναι ατομικό στη βάση του, αλλά έχει κοινωνικές προεκτάσεις, γιατί βασίζεται στις συλλογικές παραστάσεις που επικρατούν σε κάθε εποχή. Έτσι το Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου με τα Παραρτήματα του (Σπίτι της Λένας - Αγροτομουσείο), από την ίδρυση του μέχρι και σήμερα, προβάλλει την ταυτότητα τού μυκονιάτικου πολιτισμού, αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα της αυθεντικότητας του τόπου και θεματοφύλακα ηθών και εθίμων, που σε πείσμα των καιρών της παγκοσμιοποίησης, μέσα από ανοικτές πολιτισμικές διαδικασίες τηρούνται και διαιωνίζονται. Το Λαογραφικό Μουσείο είναι ένα ζωντανό κύτταρο όπου φυλάσσεται η ψυχή του τόπου και αυτή ακριβώς την αίσθηση εισπράττει και ο αναγνώστης τής έκδοσης αυτής. Πεποίθησή μου είναι ότι ο οδηγός θα εκτιμηθεί και θα αγαπηθεί όπως αγαπήθηκε και το ίδιο το Μουσείο και θα αποτελέσει άξιο πρεσβευτή του. Θερμά συγχαρητήρια λοιπόν σε όλους όσους εργάστηκαν για το βιβλίο αυτό, με την ευχή ο πολιτισμός μας παραδοσιακός και σύγχρονος να παραμείνει δυναμικός και αέναος. Μαθιός Αποστόλου Πρόεδρος Δ. Σ. Λαογραφικής Συλλογής Μυκόνου Μύκονος, Ιούλιος 2010

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

5


Γιαλός, 1885


ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου

Τα μυθικά βράχια της Μυκόνου που σκέπασαν τους Γίγαντες κατά την Γιγαντομαχία. Από το μύθο αυτόν, προέρχεται και η αρχαία έκφραση ‘πάνθ’ ὑπό μίαν Μύκονον’ που σημαίνει περίπου ‘όλα στο ίδιο καζάνι’.

‘Η Κυρά της Μυκόνου’, πήλινο νεολιθικό ειδώλιο από την περιοχή της Φτελιάς. 8

Η Μύκονος (86,1 τ. χλμ.) αποτελεί ενιαίο νησιωτικό σύμπλεγμα μαζί με τη Δήλο, τη Ρήνεια και μερικές γειτονικές βραχονησίδες. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία υπήρξε κάποτε μια βίαιη σύγκρουση Ολυμπίων Θεών και Γιγάντων. Ο μύθος αναφέρει πως ο Ηρακλής, ο απαραίτητος σύμμαχος των Θεών, αντιμετώπισε τους τελευταίους, τους ‘υγιεινοτάτους’ Γίγαντες στη Μύκονο, όπου τους έθαψε κάτω από τεράστιους βράχους. Το βραχώδες μυκονιάτικο τοπίο με τους διάσπαρτους τεράστιους γρανιτικούς όγκους φαίνεται πράγματι σαν να δημιουργήθηκε σε μια μάχη γιγάντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περιοχή του Άι-Γιώργη του Σπηλιανού, με τη γοητευτική ομώνυμη εκκλησία και τους μεγάλους, αποστρογγυλεμένους γρανιτόλιθους, που μοιάζουν σα να εκσφενδονίστηκαν από χέρια γιγάντων. Πιθανόν το όνομα του νησιού προέρχεται από τη λέξη ‘Μύκων’, που δηλώνει το σωρό λίθων ή τον πετρώδη τόπο. Σε άλλη παράδοση ‘Επώνυμος Ήρως’ της Μυκόνου αναφέρεται ο Μύκονος, γιος του Ανίου, βασιλιά της Δήλου τον καιρό του Τρωικού πολέμου, που με τη σειρά του ήταν γιος του Απόλλωνα και της νύμφης Ροιούς. Στα ομηρικά χρόνια η Μύκονος συνδέεται με το θάνατο και την ταφή του ήρωα του Τρωικού πολέμου, του Αίαντα του Λοκρού. Υπάρχουν πολλές και αξιόλογες μαρτυρίες ή λείψανα, για αρκετές προϊστορικές εγκαταστάσεις στη Μύκονο, όπως και στα γύρω νησιά Ρήνεια, Δήλο και Σταπόδια. Ανασκαφές που έγιναν στην περιοχή της Φτελιάς, έφεραν στο φως ευρήματα από νεολιθικό οικισμό της 5ης χιλιετίας π.Χ., βεβαιώνοντας έτσι τη συμμετοχή της Μυκόνου στις εξελίξεις της απώτερης προϊστορίας. Οι πρωτοκυκλαδικοί τάφοι στην περιοχή Διακόφτης (ανασκαφή 1898), τα μεσοελλαδικά κατάλοιπα στη θέση Παλαιόκαστρο, ο θολωτός τάφος της υστεροελλαδικής-μυκηναϊκής περιόδου στη θέση Αγγελικά -ένας από τους ελάχιστους στις Κυκλάδες(σωστική ανασκαφή 1994), και θαλαμοειδείς μυκηναΛ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου ϊκοί τάφοι στην περιοχή του Κόρφου, υποδηλώνουν μια σχετική ακμή κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους και την ένταξη της Μυκόνου στα δρώμενα της εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα (3000-1100 π.Χ.). Αρχαϊκές και κλασικές ταφές βρέθηκαν και στους Κάτω Μύλους και στην Αλευκάντρα. Σημαντικό επίσης ταφικό εύρημα από τη Μύκονο είναι ο μεγάλος πιθαμφορέας (ύψος 1,30 μ.) του 7ου π.Χ. αιώνα, που βρέθηκε στην περιοχή Τρία Πηγάδια. Έχει ανάγλυφη διακόσμηση σε όλη του την επιφάνεια με θέματα από την άλωση της Τροίας. Κάρες και Φοίνικες λέγεται ότι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Μυκόνου. Οι Ίωνες από την Αθήνα εγκαταστάθηκαν και κυριάρχησαν γύρω στο 1000 π.Χ. εκδιώκοντας τους προηγούμενους κατοίκους. Κατά την αρχαϊκή περίοδο (7ος - 6ος π.Χ. αιώνας), η Μύκονος αναφέρεται από τον αρχαίο γεωγράφο Σκύλακα τον Καριανδέα (6ος π.Χ. αιώνας) ως ‘δίπολις’, καταδεικνύοντας έτσι, την ύπαρξη δύο αυτόνομων πόλεων. Ενώ σχεδόν σε όλες τις θέσεις της τρίτης χιλιετίας υπάρχουν ελληνιστικά, ρωμαϊκά ή μεσαιωνικά λείψανα, μόνο στο Παλιόκαστρο και στο Κάστρο της Χώρας βρέθηκαν τμήματα αγγείων και οικοδομικά λείψανα όλων των περιόδων, πράγμα που δείχνει μια συνεχή ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα στις δύο αυτές θέσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σχολείου του Μάρκου Μαύρου στην περιοχή Κάστρο της Χώρας, όπου βρέθηκαν επάλληλες φάσεις κατοίκησης από την 3η χιλιετία π.Χ. μέχρι και τον 21ο αιώνα μ.Χ. (σωστική ανασκαφή 1993 και 2001). Στο Κάστρο της Χώρας και στο Παλιόκαστρο πρέπει να εντοπίζονται λοιπόν και οι δύο αρχαίες πόλεις της Μυκόνου, οι οποίες ενώθηκαν διοικητικά κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα και στις οποίες αναφέρονται οι λιγοστές αρχαίες μαρτυρίες. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Ο πίθος της Μυκόνου με ανάγλυφες παραστάσεις από την άλωση της Τροίας (β΄τέταρτο 7ου αι. π.Χ.).

Κάτω: Γραμματόσημο με λεπτομέρεια από τον πιθαμφορέα της Μυκόνου.

Ο λόφος του Παλαιοκάστρου στην Άνω Μερά. 9


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου

Η μυκονιάτικη αγροικία, το ‘χωριό’, με τις βοηθητικές εγκαταστάσεις του.

Αρχαίο νόμισμα όπου διακρίνεται ένα στάχυ και η λέξη ‘ΜΥΚΟΝΙΩΝ’. Πάνω: Απόδοση αρχαίου μυκονιάτικου νομίσματος από τον R. Tourte (δεκαετία 1950).

10

Από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι ακόμη και λίγες δεκαετίες πριν, κυρίως στο ΝΔ τμήμα του νησιού, υπήρχαν πολλά αγροκτήματα. Τα αγροκτήματα ήταν ανεξάρτητες και απομονωμένες μονάδες, σε μικρές αποστάσεις μεταξύ τους. Δεν πρέπει να διέφεραν πολύ από τις ελληνιστικές (χωρία), αλλά και τις σημερινές αγροτικές εγκαταστάσεις της Μυκόνου (χωριά), που αποτελούνται από τα χωράφια, το σπίτι και τα απαραίτητα βοηθητικά κτίσματα μιας οικογένειας. Στην υπόλοιπη Μύκονο υπήρχαν αραιές, ποιμενικές κυρίως, εγκαταστάσεις που αποτελούνταν από μια καλύβα, στην οποία έμενε κατά περιόδους ο βοσκός, όμοια σε κατασκευή και χρήση με τα ανάλογα νεότερα κτίσματα, τα Μυκονιάτικα κελιά. Μια σημαντική επιγραφή, που βρέθηκε το 1886 στη Ληνώ, στη στέγη της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας και χρονολογείται γύρω στο 200 π.Χ., αναφέρεται στο συνοικισμό των δύο πόλεων της Μυκόνου και καταγράφει ημερολογιακά τις θυσίες για τους θεούς που λατρεύονταν στο νησί. Δημοφιλέστερος θεός φαίνεται πως ήταν ο Διόνυσος, ο οποίος λατρευόταν στη Μύκονο ως Ληνεύς (θεός του τρύγου) και Βακχεύς (θεός της μυστικιστικής μέθης και της οργιαστικής έκστασης). Κισσοστεφανωμένος και γυμνός απεικονιζόταν στα νομίσματα της πόλης και προς τιμήν του είχαν ονομασθεί δύο μήνες του μυκονιάτικου ημερολογίου, οι μήνες Ληναιών και Βακχιών. Ο Ληναιών (Ιανουάριος-Φεβρουάριος) ήταν ο σημαντικότερος μήνας στο εορτολόγιο του νησιού. Στις 10 του μήνα γιόρταζε η Δήμητρα, η Περσεφόνη και ο Δίας και στις 11 η Σεμέλη, η άτυχη μητέρα του Διονύσου. Στις 12 του μήνα, πιθανόν στη Ληνώ, όπου ήταν ίσως το επισημότερο ιερό της αρχαίας πόλης, το Ιερό του Διονύσου Ληνέως, έκαναν θυσίες στο Διόνυσο Ληνέα, τον Δία Χθόνιο και τη Γη Χθονία, σε μια Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου γιορτή αποκλειστικά για Μυκονιάτες, στην οποία δεν επιτρεπόταν να συμμετέχουν ξένοι. Οι τριήμερες αυτές γιορτές του Ληναιώνα γίνονταν με την φροντίδα των αρχόντων και των ιερέων της πόλης και τα έξοδα για την οργάνωση, τις θυσίες και τα συμπόσια πληρώνονταν από το δημόσιο ταμείο. Έξω από την πόλη, στην ακόμη άγνωστη, βραχώδη περιοχή Δειράς (σειρά λόφων), ήταν το αγροτικό ιερό του Διονύσου Βακχέως, που γιόρταζε στις 10 του μήνα Βακχιώνα (Μάρτιο -Απρίλιο). Τότε θυσίαζαν στο θεό έναν τράγο και ακολουθούσε συνεστίαση με έξοδα και πάλι του δημόσιου ταμείου. Το 2002 εντοπίστηκε στην περιοχή Φοινικιές το ιερό του Απόλλωνος Εκατομβίου, στον οποίο θυσίαζαν στις

7 του μήνα Εκατομβαιώνα (Ιούλιος-Αύγουστος) ένα ταύρο και δέκα αρνιά. Την ίδια ημέρα έκαναν θυσίες στον ποταμό Αχελώο. Η Μύκονος βγήκε αλώβητη από την περιπέτεια των περσικών πολέμων και δεν τη λεηλάτησαν όπως τα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων, επειδή και οι Πέρσες θεωρούσαν τη Δήλο ιερή αλλά και επειδή οι Μυκονιάτες υποτάχτηκαν στους Πέρσες. Μετά τους περσικούς πολέμους, η Μύκονος εντάχθηκε στην Αθηναϊκή Συμμαχία (478 π.Χ.) καταβάλλοντας ετήσιο φόρο 1,5 τάλαντο το 451 π.Χ. και 1 τάλαντο το 442 π.Χ., πράγμα που δείχνει πως το νησί ήταν φτωχό Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Ο αρχαιολογικός χώρος της Δήλου.

11


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου

Οι Πόρτες: μεγαλιθικός ελληνιστικός πύργος πάνω από τον Πλατύ Γιαλό.

12

(η Θάσος για παράδειγμα κατέβαλλε 30 τάλαντα). Μεγάλες εκτάσεις της Μυκόνου ανήκαν στο Ιερό της Δήλου και ενοικιάζονταν ως αγροκτήματα. Στους ελ ληνιστικούς χρόνους όμως το νησί ακμάζει όπως μαρτυρούν τα ευρήματα από τάφους, τα οικοδομικά λείψανα και οι επιγραφές. Σε μια επιγραφή του 2ου αιώνα π.Χ. αναφέρεται ότι σε ένα από τα 24 περίπου αγροκτήματα της Μυκόνου υπήρχαν: 37 συκαί, 2750 άμπελοι, 25 αγριέλαιοι, 2 μυρσίναι, 3 καρύαι, 56 μηλέαι, 1 φοίνιξ, 1 δάφνημα. Μια άλλη επιγραφή της ίδιας εποχής αναφέρει το ρουχισμό που δίνεται ως προίκα σε τρία κορίτσια μυκονιάτικων οικογενειών. Ο ρουχισμός αυτός εκτιμάται στο ποσό των 200, 300, και 500 δραχμών, ποσά τεράστια για την εποχή, που δείχνουν την οικονομική ακμή της Μυκόνου. Σε πολλές θέσεις του νησιού, έχουν εντοπιστεί τετράγωνοι ή στρογγυλοί ελληνιστικοί πύργοι, κεντρικά κτίσματα αγροτικών εγκαταστάσεων, που χρησίμευαν ως χώροι διαμονής και αποθήκευσης καρπών, αλλά παράλληλα, και ίσως πρωταρχικά, ως χώροι παρατήρησης, καταφυγής και άμυνας. Η καταστροφή (69 π.Χ.) και παρακμή του Ιερού της Δήλου φαίνεται πως συμπαρασύρει και τη Μύκονο, αλλά για τα ρωμαϊκά χρόνια και τα πρώιμα βυζαντινά χρόνια, δεν διαθέτουμε πληροφορίες ικανές να σκιαγραφήσουν την πορεία του νησιού. Κατά την πρώιμη μεταχριστιανική περίοδο πολλές από τις Κυκλάδες είχαν πλέον ερημωθεί ή χρησιμοποιούνταν ως τόποι εξορίας για τους επιφανείς Ρωμαίους που έπεφταν σε δυσμένεια. Ο Στράβων αναφέρει πως κατά την εποχή του (αρχές 1ου αιώνα μ.Χ.) τα μόνα νησιά που ήταν σχετικά ακμαία ήταν η Άνδρος, η Νάξος, η Πάρος και η Τήνος. Μετά το Μέγα Κωνσταντίνο οι Κυκλάδες αποτέλεσαν τμήμα του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους και συμπεριλήφθηκαν στη διοίκηση της Ασίας, ενώ στο ‘Περί Θεμάτων’ του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου αναφέρεται ότι ανήκαν στο Θέμα του Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου Αιγαίου. Η εγκατάσταση των Σαρακηνών στην Κρήτη (821 μ.Χ.) επί Μιχαήλ Τραυλού είχε αντίκτυπο και στις Κυκλάδες, που για πολλά χρόνια ταλανίζονταν από τις πειρατικές επιδρομές. Την περίοδο αυτή φαίνεται να έγιναν και έργα στη Μύκονο για την άμυνα κατά των Αράβων πειρατών. Το νησί παρέμεινε ως βυζαντινή κτήση μέχρι το τέλος του 12ου αιώνα, ενώ αμέσως μετά ακολουθεί η περίοδος του φραγκικού Αιγαίου. Για τη ύστερη βυζαντινή περίοδο, τα νησιά του Αιγαίου, δεδομένης της σημαντικής γεωστρατηγικής τους θέσης, βρίσκονταν στο στόχαστρο των δυνάμεων που είχαν συμφέροντα στο Αιγαίο: της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, της Γένοβας, των Καταλανών, της Βενετίας και αργότερα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κατάσταση αυτή ευνοούσε βέβαια και την ανάπτυξη της πειρατείας. Έτσι λοιπόν, μετά την κατάληξη της Δ΄ Σταυροφορίας (1204) σε βάρος του Βυζαντίου, τα νησιά του Αιγαίου που τα περισσότερα είχαν μετατραπεί σε ορμητήριο πειρατών, είχαν μοιραστεί σύμφωνα με την περίφημη Partitio Terrarum Imperii Romaniae ανάμεσα στο Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης κόμη της Φλάνδρας Bαλδουίνο, τους Σταυροφόρους και τη Βενετία. Η ανάγκη λοιπόν για την κατάκτηση των νησιών, ώθησαν τη Βενετία να συνεργαστεί για το σκοπό αυτό με το στρατιωτικό Μάρκο Σανούδο, (ανιψιός του δόγη της Βενετίας Ερρίκου Dandolo), με την προϋπόθεση να αναγνωρίσει την επικυριαρχία του Λατίνου αυτοκράτορα και να διατηρήσει καλές σχέσεις μαζί του. Ο Σανούδος, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην Δ΄ Σταυροφορία, υποσχόμενος φέουδα σε ευγενείς και τυχοδιώκτες κυρίως βενετικής καταγωγής, κατέλαβε μεταξύ των ετών 1204 και 1207 το νησί της Νάξου και στη συνέχεια τα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων. Ο δεύτερος Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης (1206-1216), ο Ερρίκος της Φλάνδρας, παραχώρησε στο Μάρκο Σανούδο την εξουσία των νησιών που κατέκτησε, προάγοντάς τα σε δουκάτο. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Χάρτης της Μυκόνου, Sonetti Bartolomeo, 1485. Το κάστρο της Μυκόνου σημειώνεται στα δυτικά, δίπλα στο λιμάνι και το Παλιόκαστρο στο εσωτερικό του νησιού.

13


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου

Οικόσημα της ενετικής οικογένειας των Γκίζι.

14

Ο Μάρκος Σανούδος με τον τίτλο του δούκα του Αιγαίου ή του Αρχιπελάγους (Duca dell’ Egeopelagi, Duca dell’ Arcipelago) τέθηκε επικεφαλής του ομώνυμου δουκάτου, το οποίο εκτός από το νησί της Νάξου περιλάμβανε επίσης τα νησιά Πάρο, Αντίπαρο, Μήλο, Ίο, Κύθνο, Αμοργό, Κίμωλο, Σίφνο, Σίκινο, Σύρο και Φολέγανδρο. Τα υπόλοιπα νησιά που κατέλαβε ο Σανούδος μοιράστηκαν στους Βενετσιάνους συνεργάτες του, ως αντάλλαγμα για τη συμμετοχή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι αδελφοί Ανδρέας και Ιερεμίας Γκίζι (Ghisi), κατέλαβαν ως φέουδο την Μύκονο και άλλα νησιά (Τήνο, Κέα, Σέριφο, Αμοργό, Σκύρο, Σκόπελο, Σκιάθο). Οι Γκίζι οχύρωσαν το λόφο του Παλαιοκάστρου στη Μύκονο, όπου είχαν καταφύγει πολλοί κάτοικοι του νησιού μετά τις αραβικές επιδρομές του 7ου αιώνα. Το 1390, η Μύκονος αφήνεται στον άμεσο έλεγχο των Βενετών από τον θνήσκοντα τελευταίο Γκίζι. Το αποτέλεσμα ήταν το νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων να κατακερματιστεί σε διάφορες μικρές λατινικές ηγεμονίες φεουδαρχικού τύπου και να δημιουργηθεί ένα ιδιότυπο καθεστώς, όπου οι τοπικοί ηγεμόνες που αναδείχτηκαν, οι “αυθέντες”, διατηρούσαν την αυτονομία τους ως υποτελείς του Δουκάτου της Νάξου. Ταυτόχρονα υπήρχε η επικυριαρχία του Λατίνου αυτοκράτορα που διήρκεσε μέχρι το 1248, οπότε μεταβιβάστηκε στους Βιλλεαρδουΐνους, τους Φράγκους ηγεμόνες της Πελοποννήσου, ενώ από το 1278 πέρασε στους Ανδεγαυούς της Σικελίας, που απέκτησαν τον έλεγχο της φραγκοκρατούμενης Πελοποννήσου και κατά συνέπεια και την επικυριαρχία των Κυκλάδων. Τα όρια του δουκάτου του Αρχιπελάγους συχνά μεταβάλλονταν κατά τη διάρκεια του μακρόχρονου ιστορικού του βίου. Η Βενετία βέβαια, για την οποία η Μύκονος με την Τήνο αποτελούσαν μια ενότητα, δεν έπαψε ποτέ να προσπαθεί να ελέγχει με κάθε τρόπο τα νησιά του Αρχιπελάγους. Το Δουκάτο της Νάξου υπήρξε το σταθερότερο (300 χρόνια) δημιούργημα της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα. Υπό τους Σανούδους και αργότερα (1383) τους Κρίσπι [Cri(e)spo] με σύντομα διαλείμματα άμεσης βενετικής κυριαρχίας, παρέμεινε ισχυρό ακόμη και μετά την πτώση της λατινικής αυτοκρατοΛ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου ρίας της Κωνσταντινούπολης. Δεν καταλύθηκε ποτέ από την αναγεννημένη βυζαντινή αυτοκρατορία και επέζησε για εκατό σχεδόν χρόνια μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους (1453). Όταν σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε ο Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής, τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου, ανάμεσά τους και η Μύκονος, καταλαμβάνονται το 1537 από τον επικεφαλής του οθωμανικού στόλου κουρσάρο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα και ξεκινά μια περίοδος υποτέλειας των νησιών στο σουλτάνο (1537-1566). Το 1566, έτος κατάλυσης του δουκάτου από τους Οθωμανούς, ο σουλτάνος Σελίμ Β΄ παραχώρησε τη διοίκηση των νησιών που απάρτιζαν το δουκάτο του Αιγαίου στον ισπανοεβραίο ευνοούμενό του, Ιωσήφ Νάζι, ο οποίος τις κυβέρνησε μέσω του τοποτηρητή του, Φραγκίσκου Κορονέλου. Από το 1566 έως το 1579, το διοικητικό καθεστώς του Ιωσήφ Νάζι στη Μύκονο καθώς στα άλλα νησιά των Κυκλάδων αποτελεί μια ιδιαιτερότητα, ανήκει ωστόσο στην οθωμανική περίοδο του νησιού. Μετά το θάνατο του Ιωσήφ Νάζι το 1579, η Μύκονος και τα άλλα νησιά περνούν οριστικά στον άμεσο έλεγχο του αρχιναύαρχου του τουρκικού στόλου (καπουδάν πασάς). Μόνο η Τήνος διέφυγε την οθωμανική κατάκτηση εκείνη την εποχή, παραμένοντας υπό βενετική κυριαρχία μέχρι και το 1715. Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, η Μύκονος διαμορφώνει ισχυρή κοινοτική διοίκηση, η οποία όπως και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων είχε αναλάβει ποικίλα καθήκοντα, ανάμεσα στα οποία το συντονισμό της είσπραξης και ανακατανομής των φορολογικών υποχρεώσεων του νησιού. Το ‘Κοινό της Μυκόνου’ λειτουργεί από τις αρχές τουλάχιστον του 17ου αιώνα, θεσπίζοντας κανόνες κοινοτικής λειτουργίας και τοπικό δίκαιο που ρύθμιζε τη ζωή των κατοίκων. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι σουλτανικοί προνομιακοί ορισμοί, οι αχτναμέδες, ενώ η οθωμανική κυριαρχία στις Κυκλάδες ήταν ασκούμενη κατά κύριο λόγο από απόσταση. Βέβαια, η εαρινή παρουσία του τουρκικού αυτοκρατορικού στόλου υπό την αρχηγία του καπουδάν πασά με σκοπό την είσπραξη Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής. Ο επιφανέστερος των σουλτάνων, με την πιο μακρόχρονη βασιλεία, που κράτησε από το 1520 έως το θάνατό του το 1566.

15


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου

Οι Κάτω Μύλοι στη Χώρα της Μυκόνου.

16

των φόρων, ήταν ο φόβος και ο τρόμος των νησιωτών. Παράλληλα, ο πληθυσμός του νησιού συνεχίζει να ταλαιπωρείται από επιδρομές πειρατών και επιδημίες και από το 17ο έως το 19ο αιώνα, κυμαίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις από 2000 έως 5000 κατοίκους περίπου (ο αριθμός αυτός αναφέρεται στα τέλη του 18ου αιώνα). Κατά το 17ο αιώνα και ιδιαίτερα κατά την περίοδο των τουρκο-βενετικών πολέμων (1645-1669 και 1684-1699), δημιουργήθηκε στο Αιγαίο μια ιδιαίτερα ασταθής κατάσταση. Η έλλειψη σταθερότητας και η συχνά διπλή καταβολή φόρων από τους νησιώτες προς Τούρκους και Βενετούς, δημιούργησαν συνθήκες ανασφάλειας που τροφοδότησαν ιδιαίτερα την πειρατεία. Ο επίσκοπος Ιεραπόλεως Sebastiani που επισκέφτηκε τη Μύκονο το 1666 ως απεσταλμένος του Πάπα, καταγράφει με ακρίβεια πως στη Μύκονο ζούσαν 3000 Έλληνες, 20 Λατίνοι σχεδόν όλοι πειρατές, 50 παπάδες και 40 καλόγεροι. Στα χρόνια αυτά η οικονομία του νησιού στηρίζεται κατά κύριο λόγο στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η αφορία όμως του εδάφους, η αναιμική αγροτική παραγωγή, αλλά και η επαφή των Μυκονιατών με τη θάλασσα, τους ωθεί στο να ασχοληθούν με την ναυτιλία και το εμπόριο. Παράλληλα, αρχίζει να γίνεται πιο έντονη η παρουσία των ανεμόμυλων συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη της μεταποίησης και εμπορείας κυρίως εισαγόμενων σιτηρών. Και είναι τότε που, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η Μύκονος αρχίζει να χρησιμεύει ως σταθμός ανεφοδιασμού (παξιμάδι) για την τροφοδότηση των διερχόμενων πλοίων. Τις περισσότερες φορές, οι Μυκονιάτες συμμετείχαν ταυτόχρονα σε όλες αυτές τις δραστηριότητες. Τα κέρδη που εξασφάλιζαν, βαθμιαία τα επένδυαν στη ναυτιλία, στο εμπόριο, αλλά και στην αγορά γης ή ακινήτων στο νησί. Κατά την διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-74), πολλοί Μυκονιάτες υποστήριξαν Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου θερμά την Ορθόδοξη Ρωσία και συμμετείχαν ενεργά στην εξέγερση των νησιών, που είχαν υποκινήσει η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας και οι αδελφοί Ορλώφ, γνωστή ως Ορλωφικά (1770–74). Την περίοδο αυτή έδρασε και ο Μυκονιάτης υπολοχαγός Αντώνιος Ψαρός. Ο πόλεμος αυτός κατέληξε σε όφελος της Ρωσίας που αποχώρησε από τα νησιά και από άλλες περιοχές, αλλά δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες για την ελληνική εμπορική ναυτιλία (συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή 1774), που αναπτύχθηκε θεαματικά τα αμέσως επόμενα χρόνια. Εκμεταλλευόμενοι μάλιστα τη θετική στάση της Ρωσίας απέναντι στους Έλληνες, κάποιοι από τους κατοίκους του νησιού άρχισαν να μεταναστεύουν σε ρωσικές επαρχίες όπου ανέπτυξαν επιχειρηματική δραστηριότητα. Λέγεται ότι αργότερα, τον καιρό των Ναπολεόντιων πολέμων και του αγγλικού αποκλεισμού, πολλοί Μυκονιάτες πλούτισαν μεταφέροντας με μεγάλο ρίσκο σιτηρά στη Γαλλία. Έτσι, κατά την έναρξη του Αγώνα (1821), η Μύκονος διέθετε 22 πλοία και 132 κανόνια. Κατά την Επανάσταση του 1821, οι Μυκονιάτες παρακινημένοι από την ηρωίδα του νησιού Μαντώ Μαυρογένους (γόνος ισχυρής αριστοκρατικής οικογένειας και μεγαλωμένη στην Τεργέστη με τις ιδέες του Διαφωτισμού), αποκρούουν με ζήλο επίθεση μοίρας του τουρκικού στόλου στη Μύκονο (Οκτώβριος 1822) και συμμετέχουν στον απελευθερωτικό αγώνα με τέσσερα εξοπλισμένα πλοία. Τα δύο από αυτά ανέλαβε να συντηρεί με δικά της έξοδα η Μαντώ, η οποία διέθεσε στον αγώνα του έθνους μια σημαντική πατρογονική περιουσία. Με τα πρώτα βήματα του νέου ελληνικού κράτους, η Μύκονος βλέπει να αναγεννιέται μια δυναμική εμπορική τάξη, που μέσω των ομογενών, καλλιεργεί ιδιαίτερους δεσμούς με τη νότια Ρωσία (Οδησσός, πόλεις της Κριμαίας), τη Ρουμανία (Βραΐλα, Κωστάντζα), την Ιταλία (Λιβόρνο) και τη Γαλλία (Μασσαλία), αλλά και με την Αλεξάνδρεια, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την οικονομικά ανερχόμενη Σύρο. Το 1855 η Μύκονος είχε να παρουσιάσει σημαντικό αριθμό ιστιοφόρων πλοίων που αποτελούσαν το 2% του ελληνικού στόλου. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Η ηρωίδα της Μυκόνου Μαντώ Μαυρογένους, A.Friedel, 1823.

17


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου

Αύγουστος 1894. Δύο Μυκονιάτες εργάτες στις ανασκαφές της Δήλου, φωτογραφίζονται με το άγαλμα του ‘Διαδούμενου’. Αρχείο της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών.

18

Η πλήρης επικράτηση όμως της τεχνολογίας του ατμού (τέλη 19ου αιώνα), η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου (1893) αλλά και η οικονομική κρίση στο βασίλειο της Ελλάδας κατά τη δεκαετία του 1890, δημιούργησαν ανακατατάξεις στην οικονομική ζωή του νησιού. Είναι τότε, που όλο και περισσότεροι Μυκονιάτες αρχίζουν να ξενιτεύονται σε αναζήτηση καλύτερης τύχης, κάποιοι στο εξωτερικό (Ρωσία μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, Αίγυπτος, και ύστερα Η.Π.Α.) και οι περισσότεροι στα νέα αστικά κέντρα του εσωτερικού (Πειραιάς, Αθήνα). Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος με την ιταλο-γερμανική κατοχή, επέφερε σοβαρά επισιτιστικά προβλήματα στο νησί, που ήταν και η κύρια αιτία για τη μείωση του πληθυσμού αυτή την περίοδο. Δημογραφική ανάκαμψη θα παρατηρηθεί και πάλι, μετά τον πόλεμο. Οι σ υσ τηματικές ανασκαφές στη Δήλο ξεκίνησαν το 1873 από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία και την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας. Βέβαια ήδη μετά τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821, οι Μυκονιάτες είχαν αρχίσει ανασκαφές στη Δήλο και σχημάτισαν μια σημαντική συλλογή από αγάλματα και επιτύμβιες στήλες που δώρισαν το 1829 στο νεοσύστατο Εθνικό Μουσείο της Αίγινας. Από το παγκόσμιο ενδιαφέρον που προκάλεσαν τα ευρήματα της ‘μεγάλης γαλλικής ανασκαφής’, επιστήμονες και αρχαιολάτρες άρχισαν να επισκέπτονται Δήλο και Μύκονο, ενώ το 1902 ιδρύθηκε το Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκόνου για να στεγάσει τα ευρήματα του Δ. Σταυρόπουλου από τη νεκρόπολη της αντικρινής Ρήνειας. Από το 1926-28 κρουαζιερόπλοια έφερναν στο ιερό νησί εύπορους ταξιδιώτες, Έλληνες και ξένους, οι οποίοι έρχονταν για να θαυμάσουν τις αρχαιότητες της Δήλου, αλλά στην πορεία ανακάλυπταν και έφευγαν γοητευμένοι Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου από την κατάλευκη, πεντακάθαρη, γραφική Μύκονο και τους ανοιχτόκαρδους και φιλόξενους Μυκονιάτες. Η Μύκονος πολύ σύντομα μετατράπηκε σε κοσμοπολίτικο θέρετρο, προσελκύοντας αναρίθμητους επισκέπτες από όλο τον κόσμο. Μετά το οδυνηρό διάλειμμα του πολέμου, με την αλματώδη ανάπτυξη της βιομηχανίας του τουρισμού στη νότια Ευρώπη, η Μύκονος αφομοιώνει αρκετά καλά τα νέα δεδομένα, ενώ με την εργατικότητα και την επιχειρηματική αντίληψη των κατοίκων της, διεκδικεί και κατέχει σήμερα μια από τις πιο αξιοζήλευτες θέσεις στη διεθνή τουριστική αγορά.

Ο Γιαλός το 1915 και σήμερα.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

19


ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Ο οικισμός και το σπίτι του Κάστρου


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο οικισμός και το Σπίτι του Κάστρου

C. Papas: L’ urbanisme et l’ architecture populaire dans les Cyclades, Paris 1957.

Το Λαογραφικό Μουσείο της Μυκόνου λειτουργεί στο Κάστρο, στη γραφικότατη αυτή γειτονιά, στη βόρεια πλευρά της Χώρας της Μυκόνου. Ο οικισμός αυτός θεμελιώθηκε, πολλούς αιώνες πριν, πάνω σε αυτή την προεξέχουσα βραχώδη έκταση που αρχικά μάλλον διαχωριζόταν από το κύριο σώμα του νησιού. Η θέση αυτή φαίνεται πως κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους και με το πέρασμα των αιώνων διατήρησε τη σημασία της, αποτελώντας τον αρχικό πυρήνα του οικισμού της Χώρας. Εξάλλου, στο κτίριο του Μάρκου Μαύρου, που βρίσκεται στην περιοχή, βρέθηκαν επάλληλες φάσεις κατοίκησης που αποδεικνύουν πως ο οικισμός αυτός κατοικήθηκε, χωρίς διακοπή, ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. έως σήμερα (σωστική ανασκαφή 1993 και 2001). Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας αποτελούσε ένα παραθαλάσσιο, ασφυκτικά οικοδομημένο μικρό οικισμό, 1000 έως 1500 κατοίκων, ενώ η έκτασή του δεν ξεπερνούσε τα 7,5 στρέμματα. Το μικρό αυτό πόλισμα στη θέση της σημερινής συνοικίας Κάστρο, ήταν περίκλειστο έχοντας τη μορφή υποτυπώδους αμυντικού περιτειχίσματος, αφού η ασφάλεια τότε ήταν μια από τις βασικές μέριμνες του πληθυσμού. Το

22

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

Το Σπίτι του Κάστρου τη δεκαετία του ’60.

Μοντέλα ανάπτυξης οχυρωμένων μεσαιωνικών οικισμών στις Κυκλάδες.

οδηγός


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο οικισμός και το Σπίτι του Κάστρου οριοθετούσαν οι συνεχόμενες εξωτερικές τυφλές προσόψεις των υψηλών οικοδομημάτων της περιμέτρου του, στοιχείο που διαπιστώνεται και σε άλλα σωζόμενα οικιστικά κάστρα νησιών του Αιγαίου πελάγους. Από τους τρεις ή τέσσερεις παλαιούς πυργίσκους του αμυντικού τείχους σώζεται τμήμα του ενός από αυτούς στη στέρεα λιθοδομή της βάσης του συμπλέγματος εκκλησιών της Παραπορτιανής. Μέρος ενός άλλου πυργίσκου σώζεται παράπλευρα της Παναγιάς της Πρυανής, στη νότια πλευρά της περιοχής του Κάστρου. Μια σειρά παλαιών απεικονίσεων της Μυκόνου μας δίνει αρκετά ξεκάθαρη εικόνα για την περιοχή του Κάστρου και το πώς αυτή εξελίχθηκε από το 15ο έως το 17ο αιώνα. Σε έγχρωμο χειρόγραφο χάρτη της Μυκόνου, φιλοτεχνημένο το 1420 από το Φλωρεντινό ιερωμένο-περιηγητή Cristoforo Buondelmonti (13851430), στην περιοχή του Κάστρου, παρουσιάζεται ένα κτιριακό σύνολο με πύργους.

Τρεις ακόμη πολύ ενδιαφέρουσες απεικονίσεις που βρίσκονται στο Αρχείο και στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου, μας δίνουν την εικόνα του ιστορικού οικισμού της Χώρας της Μυκόνου από το 17ο αιώνα έως το 1800. Η παλαιότερη, του 17ου αιώνα, αποτελεί σχεδίασμα που ανήκει σε χειρόγραφο πορτολάνο του Museo Civico Correr της Βενετίας. Σε αυτήν ο οικισμός περιορίζεται επίσης στο Κάστρο. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Δήλος-Μύκονος Cr. Buondelmonti, 1420.

Πορτολάνος Μυκόνου. Museo Civico Correr, Βενετία, 17ος αι.

23


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο οικισμός και το Σπίτι του Κάστρου Η δεύτερη απεικόνιση είναι ένα χαρακτικό που προέρχεται από την αγγλική έκδοση του πρώτου τόμου του βιβλίου του Joseph Pitton de Tournefort (1656-1708). Ο Γάλλος J. P. de Tournefort, βοτανολόγος και ιατρός, είχε επισκεφθεί τη Μύκονο το 1700 και φαίνεται ότι παρέμεινε στο νησί για ένα χρόνο. Οι ταξιδιωτικές του εντυπώσεις και μελέτες εκδόθηκαν στο βιβλίο του, ‘Relation d’ un voyage du Levant’ (Paris 1717). Αντίτυπο της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου του (1741) υπάρχει στη βιβλιοθήκη του Μουσείου. Στην απόδοση αυτή του λιμανιού της Μυκόνου παρουσιάζονται οι όψεις των σπιτιών του Κάστρου προς τη μεριά της θάλασσας, τυφλές, δηλ. δίχως ανοίγματα.

Το λιμάνι της Μυκόνου με τα αγκυροβόλια του το 1700 από το βιβλίο του J. P. de Tournefort.

Γενική άποψη της Χώρας της Μυκόνου, Thomas Hope, 1790.

Η τρίτη απεικόνιση είναι μια γκραβούρα του Άγγλου Thomas Hope (1769-1831) και παρουσιάζει τη Χώρα της Μυκόνου το 1790. Στην τελευταία αυτή άποψη, ο οικισμός της Χώρας έχει πλέον επεκταθεί αρκετά εκτός του Κάστρου, ενώ οι προσόψεις των σπιτιών από τη μεριά της θάλασσας παρουσιάζονται με πορτοπαράθυρα. Η Μύκονος φαντάζει ήδη ένα ζωντανό και εύρωστο νησιωτικό λιμάνι. 24

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σχηματική απεικόνιση της περιοχής του Κάστρου (17ος αι.)

Το σχεδιάγραμμα έχει δημοσιευθεί από το Βασίλη Κυριαζόπουλο το 1972. Επιχειρείται μια πολεοδομική αναπαράσταση του οικιστικού συγκροτήματος του Κάστρου Μυκόνου κατά το 17ο αιώνα. Η αναπαράσταση αυτή στηρίχτηκε σε αρχιτεκτονικά λείψανα των νεότερων χρόνων καθώς και στην προφορική παράδοση. 1. Άι-Γιάννης του Βάθους 2. Αγία Σωτήρα. Τάφος του πειρατή Μερμελέχα 3. Καστριανός ανεμόμυλος 4, 5, 6. Συγκρότημα πέντε εκκλησιών της Παναγιάς Παραπορτιανής, πύργος και Παραπόρτι του Κάστρου 7. Συγκρότημα τριών εκκλησιών Αγίας Ελένης 8. Σπίτι καπτα-Νικόλα Μαλούχου 9. Άγιος Δημήτριος 10. Παναγιά Πρυανή (Πυργιανή) 11. Πλευρικός πύργος του Κάστρου 12. Αγία Μονή (νέα θέση) 13. Η Πόρτα του Κάστρου 14. Άγιος Πέτρος και Παύλος 15. Άι-Γιώρης 16. Πηγάδι πειρατή Μερμελέχα. Αίθουσα VΙ Λαογραφικού Μουσείου 17. Άι-Γιάννης της Μπαρκιάς 18. Θέση Σχολείου Μάρκου Μαύρου (19ος αι.) 19. Πόρτα της Σαπιονέρας 20. Αγία Μονή (παλαιά θέση-κεντρικός πύργος) και αρχοντικό των Γκίζι 21. Θέση Αγίου Μάρκου Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

25


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο οικισμός και το Σπίτι του Κάστρου

Αεροφωτογραφία της Χώρας, 1940. Κάτω: Καταστέι στην περιοχή Λίμνη της Χώρας.

26

Από πολεοδομική άποψη, στην περιοχή του Κάστρου παρατηρήθηκε εξελικτικά μια ασφυκτική οικοδομική πυκνότητα δημιουργώντας έτσι ένα οικοδομικό συνονθύλευμα, που η εικόνα του προσομοιάζει με τον εσωτερικό σχηματισμό ενός ροδιού. Χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό στοιχείο που φανερώνει την οικονομία του χώρου ήταν οι πολλοί στενοί κοινόχρηστοι δρομίσκοι που αποτελούσαν στεγασμένους διαδρόμους, τα λεγόμενα καταστέγια, που περνούσαν κάτω από τις οροφές των διώροφων οικοδομών. Έτσι ο δημόσιος χώρος εισχωρούσε στον ιδιωτικό και αντίστροφα. Το τελευταίο καταστέ(γ)ι του Κάστρου έκλεισε το 1920. Περνούσε κάτω από την ανώγεια Παναγία Παραπορτιανή και κατέληγε στο Παραπόρτι, μια δευτερεύουσα είσοδο του Κάστρου. Οι άλλες δύο κύριες είσοδοι του Κάστρου ήταν η Πόρτα (ερείπιά της σώζονταν έως και το 1885) και η Πόρτα της Σαπιονέρας. Στη βόρεια πλευρά του οικισμού, πάνω σε χαμηλό βράχο, διακρίνονται τα θεμέλια του Μύλου του Κάστρου (Καστριανός Μύλος), που μάλλον είναι και ο πιο παλιός στο νησί (βλέπε σχεδιάγραμμα οικισμού). Το σπίτι που στεγάζει σήμερα ένα μεγάλο μέρος της συλλογής του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου είναι μια παλιά οικοδομή που έχει θεμελιωθεί σε κατακόρυφο βράχο, στη βόρεια πλευρά του οικισμού του Κάστρου. Έως τα 1900 το βράχο αυτό τον έβρεχε κυριολεκτικά η θάλασσα. Δεν είναι γνωστό πόσο παλιό είναι αυτό το Σπίτι του Κάστρου. Όλοι όμως οι ταξιδιώτες του παρελθόντος που απεικόνισαν και κατέγραψαν τον οικισμό της Χώρας, στη θέση αυτή έχουν σχεδιάσει ένα υψηλό οίκημα. Αντικρίζει τη Δήλο, τόπο γέννησης του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος και κοσμοπολίτικο κέντρο της Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής, στη συνέχεια την πρωτεύουσα των Κυκλάδων τη Σύρο, το σπουδαίο αυτό εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο του 19ου αιώνα και τέλος την Τήνο, το Πανορθόδοξο Προσκύνημα της Μεγαλόχαρης. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο οικισμός και το Σπίτι του Κάστρου Στη νεότερη εποχή είναι γνωστό ως το σπίτι του καπτα-Νικόλα Μαλούχου, ο οποίος ήταν προπάππος του ιδρυτή του Λαογραφικού Μουσείου, Βασίλη Δ. Κυριαζόπουλου. Αυτό λοιπόν το καπετανέικο σπίτι του 18ου αιώνα θεωρείται ένα από τα παλαιότερα ιδιωτικά κτίσματα του νησιού και φιλοξενεί σήμερα μέρος της Λαογραφικής Συλλογής Μυκόνου. Έχει εμπνεύσει όχι μόνο ένα πλήθος από ζωγράφους και φωτογράφους, αλλά ακόμα και τρεις πολύ γνωστούς και σημαντικούς λογοτέχνες μας: τη Μέλπω Αξιώτη, τον Άλκη Τροπαιάτη και τον Ανδρέα Καραντώνη.

Το Σπίτι του Κάστρου, βορινή όψη.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

27


Από τη Συλλογή Φωτιστικά Σώματα


ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Ο οδηγός του Μουσείου


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κάτοψη κεντρικού κτιρίου ΚΑΤΟΨΗ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ

Οι έξι Αίθουσες και οι δύο αυλές του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου έχουν έκταση 320 τ.μ. Το παλιό Σπίτι του Κάστρου πλαισιώνεται τώρα από δύο νεότερες, χαμηλότερες μονώροφες οικοδομές που αποτελούν προεκτάσεις του Λαογραφικού Μουσείου. Πρόκειται για τις Αίθουσες I και VI, των οποίων η φαινομενικά ακατάστατη γυμνή λιθοδομή μιμείται με επιτυχία την όψη του σωζόμενου τμήματος του τείχους του Κάστρου.

Ε Ι Σ Ο Δ Ο Σ : Κλειδιά και κλειδαριές του παρελθόντος ΑΙΘΟΥΣΑ Ι: Φωτιστικά σώματα, Παλιά έπιπλα και οικιακά σκεύη, Παραδοσιακή μυκονιάτικη φορεσιά, Κυκλαδικά καθίσματα, Σκρίνια, Παλιά μέτρα και σταθμά, Επιτραπέζια σκεύη και αναμνηστικά κεραμικά, Νεοκυκλαδικά λιθόγλυπτα και επιγραφές, Μυκονιάτικα υφαντά, Πίνακες, λιθογραφίες και εικόνες, Τάματα και μαρτυρικά, Τα σκουλαρίκια της Μυκονιάτισσας ΑΙΘΟΥΣΑ ΙΙ: Η μόρφωση των γυναικών τον 19ο αιώνα, Πορτρέτα, Έπιπλα και χρηστικές οικιακές συσκευές, Μουσικά όργανα, Ρουχισμός του 19ου αι., Γραμματόσημα-νομίσματα ΑΙΘΟΥΣΑ ΙΙΙ: Η κρεβατοκάμαρα του 19ου αι. ΑΙΘΟΥΣΑ ΙV: Το δωμάτιο της κουζίνας ΑΙΘΟΥΣΑ V: Ένδυση και καλλωπισμός της Μυκονιάτισσας, Έργα λαϊκής τέχνης και κεραμικά, Αρχείο χειρογράφων και Βιβλιοθήκη ΑΙΘΟΥΣΑ VΙ: Η Μύκονος και η θάλασσα 30

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι Συλλογές του Μουσείου Το Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου κατά την διάρκεια των πενήντα χρόνων λειτουργίας του έχει αναδειχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα εθνογραφικά-ιστορικά μουσεία της Ελλάδας. Ανάμεσα στα εκθέματα του μουσείου ο επισκέπτης μπορεί να δει αντικείμενα από την καθημερινή ζωή των Μυκονιατών κατά την περίοδο των τεσσάρων τελευταίων αιώνων. Η μεγάλη ισόγεια πλακόστρωτη ταράτσα της Αίθουσας VI, ελεύθερη στο κοινό, προσφέρει μια πολύ όμορφη θέα προς το λιμάνι και τα γύρω νησιά. Εκεί σε μια πλάκα είναι χαραγμένες τρεις λέξεις: ΑΙΩΝΕΣ ΓΑΛΑΖΙΩΝ ΑΝΕΜΩΝ Τα εκθέματα, όπως παρουσιάζονται, μπορούμε να τα διακρίνουμε σε: συλλογές, δηλαδή σε ομάδες όμοιων αντικειμένων, που εξυπηρετούσαν κάποτε τον ίδιο ή παρόμοιο σκοπό, όπως είναι για παράδειγμα η Συλλογή Νεοκυκλαδικών Λιθόγλυπτων καθώς και σε λειτουργικές ενότητες του παρελθόντος που θεράπευαν ορισμένες ανάγκες της ανθρώπινης καθημερινότητας, όπως είναι για παράδειγμα η αστική κρεβατοκάμαρα του 19ου αιώνα της Αίθουσας III. Από άποψη πάλι καταγωγής, τα εκθέματα διακρίνονται σε αυτά της εγχώριας λαϊκής παραγωγής, όπως η Συλλογή Μυκονιάτικων Χειροποίητων Υφαντών και σε εκείνα που η χρήση τους ήταν ίδια σε όλη την Ελλάδα, όπως η Συλλογή Παλαιών Μέτρων και Σταθμών ή σε αντικείμενα ευρύτερης μεσογειακής καταγωγής και χρήσης, όπως για παράδειγμα η Συλλογή Φωτιστικά Σώματα.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

31


ΕΙΣΟΔΟΣ

Κλειδιά και κλειδαριές του παρελθόντος Στο μικρό προθάλαμο της εισόδου, σε δύο εντοιχισμένες προθήκες, παρουσιάζεται ένα μέρος της Συλλογής από Κλειδιά κάθε λογής και μεγέθους. Η συλλογή ξεκινά από τα μεγάλα κλειδιά κατωγείων και φθάνει μέχρι τα μικροσκοπικά κουρδιστήρια παλιών ρολογιών τσέπης. Υπάρχουν ακόμα κλειδαριές (κάποιες με καμπανάκι συναγερμού), καντενάσοι (σύρτες), μπάρες, αλυσίδες και ό,τι άλλο ασφάλιζε κάποτε ένα σπίτι, ένα μαγαζί, κάποια εκκλησιά ή μια κασέλα.

ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Φωτιστικά σώματα Η μεγάλη αυτή συλλογή με εκθέματα από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή περιλαμβάνει κάθε λογής υποδοχέα καύσιμης ύλης που δημιουργούσε τεχνητό φως κυρίως κατά την περίοδο πριν από τον βιομηχανικό φωτισμό (φωταέριο, ηλεκτρισμός). Η συλλογή παρουσιάζει πήλινα, χάλκινα, ορειχάλκινα, σιδερένια και γυάλινα φωτιστικά σώματα λαδιού ή κεριού, από τους πήλινους λύχνους του 4ου π.Χ. αιώνα των ελληνιστικών κέντρων της Ανατολικής Μεσογείου, μέχρι τη φορητή και κρεμαστή λάμπα του πετρελαίου και του οινοπνεύματος του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, φερμένες από τη Βιέννη ή την Κωνσταντινούπολη. Μεγάλη ποικιλία παρουσιάζουν τα κηροπήγια, ενώ ένα μέρος από τα μπρούντζινα 32

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Φωτιστικά σώματα φανάρια είναι δημιουργήματα του Μυκονιάτη φαναρτζή και λαϊκού οργανοπαίχτη Αριστόδημου Ράμπια που συνέχιζε να εργάζεται μέχρι τη δεκαετία του 1980. Στην Αίθουσα I υπάρχει άλλη μία προθήκη με φωτιστικά, ενώ η συλλογή ολοκληρώνεται στην Αίθουσα VI όπου στη βιτρίνα με τα φωτιστικά στοιχεία της συλλογής υπάρχει το ακόλουθο επίγραμμα: Μεθύων ελαίω λύχνος εσπέρης ηύχει προς τους παρόντας ως εωσφόρου κρείσσων άπασι φέγγος εκπρεπέστατον λάμπειν. ανέμου δε συρίσαντος ευθύς εσβέσθη πνοή ραπισθείς· εκ της δευτέρης άπτων είπεν τις αυτώ “Φαίνε λύχνε και σίγα των αστέρων το φέγγος ουκ αποθνήσκει”. Βάβριος, Μυθίαμβοι 114 5-7 (2ος αιώνας μ.Χ.)

Μπρούτζινος λύχνος.

Αριστόδημος Ράμπιας Ένας ντόπιος τεχνίτης και οργανοπαίχτης

Όπως πολλοί ανώνυμοι τεχνίτες της εποχής του, ο Αριστόδημος Ράμπιας (1918– 1982), ένας από τους Κιμηλιούς (είχαν έρθει στη Μύκονο από το μικρό νησί της Κιμώλου) ήταν χωρίς αμφιβολία ένας πολυμήχανος Έλληνας αλλά και άνθρωπος με ταλέντο, που κέρδιζε το ψωμί του στο νησί κατασκευάζοντας για όλους, πάσης φύσεως χρηστικά αντικείμενα. Παντού έβρισκες φανάρια, δηλ. κρεμαστά ντουλάπια με σήτα για τη φύλαξη των τροφίμων, σκεπαστά κουτιά με χώρισμα για τον καφέ και τη ζάχαρη, κουταλοθήκες, λαδοφάναρα και λυχνάρια, όπως και μεγαλύτερα περίτεχνα φωτιστικά, δουλεμένα με μαεστρία από τα χέρια του. Πρώτη του ύλη ήταν φύλλα τσίγκου ή χαλκού, τα οποία αφού σχεδίαζε με πατρόν, τα έκοβε με ψαλίδι. Ύστερα τα συγκολλούσε με το καλάι, και τα διακοσμούσε με μοτίβα (πουλιά, ψάρια, γιρλάντες κ.λπ.) ιδιαίτερα κομψά μέσα στην απλότητά τους. Πολλοί τον θυμούνται να δουλεύει στο εργαστήρι του στο Ματογιάννι με τα εργαλεία της δουλειάς στα χέρια ή άλλες φορές με το λαούτο του, αν τύχαινε κι ήταν πανηγύρι είτε γάμος. Στη Μύκονο, σε σπίτια κι εκκλησιές, καμιά φορά και στο ράφι κάποιου μπακάλη, βρίσκουμε ακόμα τα έργα του, προσιτά και χρήσιμα όπως ήταν στον καθένα. Στο μουσείο υπάρχει, τόσο στη συλλογή των φωτιστικών (Αίθουσα I), όσο και ανάμεσα στα σύνεργα της κουζίνας (Αίθουσα IV), ένας σημαντικός αριθμός χειροτεχνημάτων του Αριστόδημου. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

33


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Παλιά έπιπλα και οικιακά σκεύη

Περίτεχνο μπαούλο για τα προικιά του γάμου.

Κοπανέλι.

34

Στο χώρο της Αίθουσας I θα βρούμε ένα γαμήλιο μπαούλο των αρχών του 19ου αιώνα με διάκοσμο από άσπρους καμπαράδες (διακοσμητικά καρφάκια). Στο κέντρο βρίσκεται ένα τρίκλινο τραπέζι μυκονιάτικου τύπου. Γύρω του, αλλά και σε άλλα σημεία της αίθουσας, εκτίθενται πολλές καρέκλες από τη Συλλογή Κυκλαδικά Καθίσματα. Η μεγάλη Συλλογή από Παλιά Έπιπλα που έχουν κατασκευαστεί ή χρησιμοποιηθεί στη Μύκονο κατά το 18ο και το 19ο αιώνα ή και παλαιότερα, δεν έχει εκτεθεί ενιαία αλλά ούτε και ολόκληρη, επειδή δεν υπάρχει ο απαιτούμενος χώρος. Βέβαια το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής αυτής έχει κατανεμηθεί σε διάφορες αίθουσες του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου και του ‘Σπιτιού της Λένας’. Στη δεξιά πλευρά, βλέπουμε ένα μεγάλο μυκονιάτικο καναπέ όπου κάθεται μια Μυκονιάτισσα (κούκλα) με περιβολή των αρχών του 19ου αιώνα. Μια άλλη φιγούρα που στέκεται όρθια, αναπαριστά τη φορεσιά της ηρωίδας της ελληνικής επανάστασης του 1821, Μαντώς Μαυρογένους (βλέπε Η παραδοσιακή μυκονιάτικη φορεσιά). Εκεί κοντά βρίσκεται ένα μεγάλο μπρούντζινο πολίτικο μαγκάλι, φερμένο από την Κωνσταντινούπολη, στα μέσα του 19ου αιώνα, και ένα τραπεζάκι με φιλντισένιο διάκοσμο. Υπάρχει επίσης και ένα κοπανέλι, εργαλείο ύφανσης χειροποίητης δαντέλας που πλέκεται με ειδικά ξυλάκια. Στοιχεία για τη μυκονιάτικη ενδυμασία παρουσιάζονται επίσης στις Αίθουσες ΙΙ και V.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


Η παραδοσιακή μυκονιάτικη φορεσιά Στην αίθουσα I, μία κούκλα φυσικού μεγέθους κάθεται στον παραδοσιακό κυκλαδίτικο καναπέ και στηρίζει τα πόδια της σε μικρό ξύλινο σκαμνάκι. Είναι ντυμένη με παραδοσιακή μυκονιάτικη μεσοαστική φορεσιά των μέσων του 17ου αιώνα, μια αναπαραγωγή που βασίζεται σε πληροφορίες του Άγγλου ταξιδιώτη George Wheler το 1682 και του Ολλανδού Οlfert Dapper το 1688. Δίπλα της στέκεται όρθια μια δεύτερη κούκλα με πλουμιστή βαθυκόκκινη βελούδινη ενδυμασία, αναπαραγωγή βασισμένη σε γκραβούρα των αρχών του 19ου αιώνα του Δανού Adam de Friedel, που απεικονίζει την ηρωίδα της ελληνικής Επανάστασης, Μαντώ Μαυρογένους. Και τα δύο κουστούμια κατασκεύασε και δώρισε στο μουσείο ο Πολιτιστικός Λαογραφικός Σύλλογος Γυναικών Μυκόνου. Ο Γάλλος βοτανολόγος Joseph Pitton de Tournefort που ταξίδεψε στο Αιγαίο από το 1700 έως το 1702, έχει επίσης καταγράψει με λεπτομέρεια την τοπική γυναικεία ενδυμασία. Οι γκραβούρες αυτές εκτίθενται στην Αίθουσα V. Αυθεντικές ανδρικές τοπικές ενδυμασίες του 19ου αιώνα βρίσκονται επίσης στην Αίθουσα II.

Η Μαντώ σε λιθογραφία του A. Friedel, 1829.

Η Μυκονιάτισσα από τους F. Smith και T. Viero, τέλη 18ου αι.

Η μυκονιάτικη φορεσιά από τον C. Decker, για το βιβλίο του O. Dapper, 1688.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

35


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Κυκλαδίκα καθίσματα Το Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου διαθέτει μια Συλλογή από ξύλινα Καθίσματα διαφόρων μορφών. Πολλά από αυτά ανάγονται τουλάχιστον στο 18ο αιώνα. Δύο τύπους από τα καθίσματα αυτά έχουμε αποκαλέσει ‘Κυκλαδικές Καρέκλες’, επειδή η σχετική έρευνα εντόπισε ως χώρο καταγωγής τους τις Κυκλάδες. Ο ένας από τους δύο τύπους έχει την πλάτη σε σχήμα 8, ενώ ο άλλος σε μορφή που θυμίζει έγχορδη λύρα, σχέδια που προφανώς δέχτηκαν επιρροές από γαλλικά και αγγλικά, αλλά και ισπανικά ή ιταλικά πρότυπα.

ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Σκρίνια Στο βάθος της αίθουσας δεσπόζουν τα δύο πολυτελή βενετσιάνικα σκρίνια του τέλους του 18ου αιώνα. Τα σκρίνια ήταν έπιπλα φερμένα από το εξωτερικό. Ο όρος σκρίνιο που προέρχεται από το λατινικό scrinium (κιβώτιο, χαρτοφυλάκιο), επικράτησε στις Κυκλάδες, στα Επτάνησα και αλλού και χαρακτηρίζει μια κατηγορία σύνθετων ξύλινων επίπλων ευρωπαϊκής προέλευσης. Τα σκρίνια όλων των τύπων έχουν κοινό γνώρισμα τα τρία συρτάρια της βάσης, που χρησιμοποιούνταν συνήθως ως λινοθήκες και την αμέσως επικείμενη κατασκευή που αποτελείται από την ανατρεπόμενη πλάκα του γραφείου και του χώρου που καλύπτει. Αυτός ο χώρος κατανέμεται σε μεγάλη 36

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Σκρίνια ποικιλία από έπιπλο σε έπιπλο, σε συρταράκια, ραφάκια και φωλιές καθώς και σε μια αφανή συρταροκάλυπτη κρυψώνα. Η περιγραφή αυτή αφορά τα ονομαζόμενα χαμηλά, όπως και τα καλούμενα όρθια, σκρίνια. Στα καλούμενα υψηλά ή γυάλινα ή βενετσιάνικα σκρίνια, το έπιπλο συνεχίζεται προς τα επάνω με ένα ερμάρι που το ένα ή τα δύο φύλλα του έχουν καθρέφτες. Το ερμάρι που καταλήγει στην κορυφή σε εντυπωσιακό αέτωμα, έχει χωρισμένο το εσωτερικό του σε επιμέρους μικρότερους χώρους. Το 1950 υπήρχαν ακόμα στη Μύκονο περισσότερα από πενήντα σκρίνια. Τα εισαγόμενα αυτά έπιπλα λειτούργησαν τότε και ως σημάδι οικονομικού πλούτου και κοινωνικού γοήτρου για τους ιδιοκτήτες τους, ενώ τα ελάχιστα πια σωζόμενα στο νησί κοσμούν ιδιωτικά σπίτια. Σήμερα το Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου έχει εκθέσει τα πέντε από τα εννέα σκρίνια που διαθέτει, δύο από τα οποία αναπαλαιώθηκαν πλήρως με έξοδα της Ένωσης Φίλων ΔήλουΡήνειας το 2006-7.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

37


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Παλιά μέτρα και σταθμά

Οκάδες, μισές και τέταρτα για το κρασί

Βεζενές

Σε μια μεγάλη βιτρίνα εκτίθεται ένα μέρος της Συλλογής από παλιά Μέτρα και Σταθμά που θεωρείται η πληρέστερη στο είδος της στην Ελλάδα. Περιλαμβάνει καθετί με το οποίο μετρούσαν στο παρελθόν το μήκος, την επιφάνεια, το βάρος, το ειδικό βάρος, τον όγκο των υγρών: οκάδες και μισές για το κρασί, το λάδι, το πετρέλαιο, το ούζο, το φωτιστικό οινόπνευμα, πήλινο νεμπότη κρασιού (δοχείο 3 οκάδων), παλιά θερμόμετρα και χρονόμετρα. Η ποικιλία των εκθεμάτων ξεκινά από το μαρμάρινο σήκωμα με το οποίο ένας έμπορος ή πολίτης της αρχαίας Δήλου έλεγχε ή μετρούσε τα υγρά και φθάνει μέχρι το βεζενέ (μικρή μπρούντζινη ζυγαριά χρυσού) της Τουρκοκρατίας, το κοκάλινο ζυγαράκι τσέπης για χρυσά νομίσματα, καταλήγοντας στο πινάκι, μέτρο χωρητικότητας για τη μέτρηση του ασβέστη. Υπάρχουν όλα τα μέτρα και τα σταθμά, μέχρι φαρμακευτικός ζυγός, πλάστιγγα και βρεφοζυγός που λειτουργούσαν κατά τους χρόνους πριν από την καθιέρωση του δεκαδικού μετρικού συστήματος στην Ελλάδα το 1959.

Κοκάλινο ζυγαράκι νομισμάτων

38

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Επιτραπέζια σκεύη και αναμνηστικά κεραμικά

Σε μεγάλο αψιδωτό χώρο, στο βάθος της αίθουσας, έχει εκτεθεί η Συλλογή από Επιτραπέζια Σκεύη (κυρίως πιάτα) του 19ου και 20ου αιώνα που είναι στολισμένα με εικόνες από προσωπικότητες ή γεγονότα ιστορικού μεγέθους και ελληνικού ενδιαφέροντος. Τα πιατικά αυτά ήταν χρηστικά σκεύη, ενώ αργότερα χρησιμοποιούνται ως διακοσμητικά όπως άλλωστε και σήμερα. Η συλλογή, μια από τις πιο ολοκληρωμένες στην Ελλάδα, ξεκινά με πιάτα φαγεντιανής πορσελάνης του 1863 που παρουσιάζουν το νεαρό βασιλιά Γεώργιο Α΄ όταν ήρθε στην Ελλάδα. Στα περισσότερα πιατικά οι ζωγραφιές έχουν τυπωθεί με την τεχνική της χαλκομανίας σε εγγλέζικα κυρίως εργαστήρια. Τα σχέδια όμως έχουν φιλοτεχνηθεί στην Ελλάδα από λαϊκούς συνήθως καλλιτέχνες. Η εικονογράφησή τους αντανακλά το κοινό αίσθημα της εποχής και λειτουργούν ως αναμνηστικά. Η θεματολογία της συλλογής κατά χρονολογική σειρά είναι η ακόλουθη: Ελληνική Μυθολογία, Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, Ελληνική Επανάσταση, Ηγεμονία Σάμου, Δυναστεία Γεωργίου Α΄, Ένωση Επτανήσου με την Ελλάδα, Κρητικές Επαναστάσεις, Ένωση Θεσσαλίας με την Ελλάδα, Βαλκανικοί Πόλεμοι, Κωνσταντίνος και Βενιζέλος, Γεώργιος Β΄, Κύπρος-Μακάριος, πρωθυπουργοί Γ. Παπανδρέου και Κ. Καραμανλής. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

39


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Επιτραπέζια σκεύη και αναμνηστικά κεραμικά Η συλλογή αυτή περιλαμβάνει και άλλα επιτραπέζια φαγεντιανά κεραμικά, όπως πιάτα, πιατέλες σουπιέρες κ.λπ., ποτήρια, επιτραπέζιες λάμπες πετρελαίου, ανθρωπόμορφες καπνοθήκες. Επίσης συμπεριλαμβάνονται σιδερένιοι δίσκοι σερβιρίσματος, πιάτα και άλλα πολλά πορσελάνινα αντικείμενα, άλλα με ευχές, άλλα με νεοκλασική διακόσμηση, ενώ άλλα έχουν διαφημιστικά θέματα. Μέρος αυτής της συλλογής προέρχεται από το μυκονιάτικο εργαστήρι πορσελάνης που κατά τον 19ο αιώνα λειτουργούσε στην Μπαράνοφκα της Ουκρανίας. Η βιοτεχνία αυτή ήταν ιδιοκτησίας του Μυκονιάτη έμπορου Νικόλαου Γρυπάρη, ο οποίος έδρασε επιχειρηματικά στην τσαρική Ρωσία.

40

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


Η οικογένεια των Γρυπάρηδων στη Μπαράνοφκα της Ουκρανίας Οι Γρυπάρηδες, μια από τις παλαιότερες οικογένειες της Μυκόνου και των Κυκλάδων, βρέθηκαν στη Ρωσία ακολουθώντας το εμπορικό κλίμα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Οι αδελφοί Γρυπάρη (Νικόλαος και Περικλής) αφού εδραίωσαν την επιχείρησή τους με σιτηρά στην Οδησσό και σε άλλες πόλεις της νότιας Ρωσίας, ανέλαβαν την προμήθεια του ρωσικού στόλου στη Μαύρη θάλασσα. Ένας από τους αδελφούς πήγε στην Αίγυπτο, όπου ανάμεσα σε άλλους Μυκονιάτες ασχολήθηκε με το εμπόριο βαμβακιού. Το 1896, αγόρασαν το εργοστάσιο της Μπαράνοφκα (Baranovka) μαζί με 12.000 εκτάρια γης. Στην έκταση αυτή που βρίσκεται στη περιοχή της Βολυνίας στη νότια Ουκρανία, υπήρχαν λίμνες, λιβάδια, δάση, αγροκτήματα, νερόμυλοι και ένα εργοστάσιο. Το ήδη υπάρχον εργοστάσιο πορσελάνης, είχε ιδρυθεί από έναν Πολωνό επιχειρηματία, τον Michael Mezer, το 1801. Ένας από τους πέντε γιους της οικογένειας Γρυπάρη, ο Πέτρος, έσπευσε στο φημισμένο γαλλικό εργοστάσιο Limoges, για να μάθει την τέχνη της πορσελάνης. Έτσι, αμέσως μετά την αγορά του εργοστασίου, ξεκίνησε και η παραγωγή. Τα προϊόντα του εργοστασίου ξεπέρασαν κάθε προηγούμενη ποιότητα και έγιναν διάσημα με το όνομα ‘Πορσελάνες Ρωσίας’ (‘Sèvres Russes’). Τεχνίτες από τη Γαλλία, συνεργάστηκαν με τους ζωγράφους Kabaliefski και Mezer. Ο πρώτος ήταν ο κύριος δημιουργός για τα χαρακτηριστικά σχέδια των λουλουδιών πάνω στις πορσελάνες, ενώ ο δεύτερος ήταν συγγενής του ιδρυτή της Μπαράνοφκα. Το εργοστάσιο έμεινε ενεργό μέχρι το 1916, οπότε οι θυελλώδεις πολιτικές ανακατατάξεις στη Ρωσία ανάγκασαν τους ιδιοκτήτες να διαφύγουν, αρχικά στην Οδησσό και έπειτα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ο Πέτρος Γρυπάρης την τελευταία στιγμή πήρε μαζί του ‘τη μυστική συνταγή’ της πορσελάνης της Μπαράνοφκα, ενώ ο αδελφός του Νικόλας που ήταν πρόξενος στην Οδησσό και που είχε παρασημοφορηθεί πολλές φορές για τις υπηρεσίες του στον Τσάρο, διέφυγε κι αυτός κρυμμένος σε ένα βαγόνι με άχυρα. Σήμερα, στα εργαστήρια όπου κάποτε παράγονταν οι ιδιαίτερες πορσελάνες Μπαράνοφκα με τα χαρακτηριστικά σχέδια από άνθη, κατασκευάζονται μονωτήρες πορσελάνης για το ηλεκτρικό δίκτυο.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

41


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Νεοκυκλαδικά λιθόγλυπτα και επιγραφές Στο δάπεδο βλέπουμε ένα μέρος της Συλλογής Νεοκυκλαδικά Λιθόγλυπτα. Η συλλογή αυτή απαρτίζεται από εκατό περίπου λιθόγλυπτα και επιγραφές των τελευταίων αιώνων, που αποτελούσαν κάποτε αρχιτεκτονικά μέλη μυκονιάτικων οικοδομημάτων, αλλά και σκεύη του νοικοκυριού (γουδιά, νεροχύτες κ.λπ.). Διακρίνουμε μεταξύ άλλων και μία επιπεδόγλυφη μαρμάρινη πλάκα που το σωζόμενο τμήμα της παριστάνει άνδρα, από τα πόδια μέχρι το στήθος. Φορά μακρύ γούνινο παλτό, χαρακτηριστικό γνώρισμα προύχοντα αξιωματούχου του 18ου αιώνα, ενώ κρατά κομπολόι με σταυρό στο χέρι. Η πλάκα ήταν εντοιχισμένη άλλοτε στο παλιό εκκλησάκι, το Άι-Νικολάκι του Γιαλού της Μυκόνου, κατά δε τον Theodore Blancard, ιστορικό του 19ου αιώνα, παριστάνει το Δημήτριο Μαυρογένη, παππού της Μαντώς, που ήταν βοεβόδας της Μυκόνου γύρω στο 1754. Σε ένα άλλο κομμάτι, από μαρμάρινο φεγγίτη, παρουσιάζεται μια μορφή με βράκα και περικεφαλαία. Εκτός από τα γλυπτά της αίθουσας αυτής, υπάρχουν γλυπτά και στους άλλους χώρους του μουσείου, προερχόμενα από παλιά μυκονιάτικα σπίτια και εκκλησίες. Μερικά από αυτά έχουν εντοιχισθεί σε λειτουργικές θέσεις, ανάλογες με αυτές που είχαν άλλοτε, όπως είναι οι τρεις σκαλιστές πορτοσιές, (η μία του 1710), ένας φεγγίτης του 1797, τέσσερα ακόμα μαρμάρινα φουρούσια κ.ά. Οι πορτοσιές έχουν διακοσμηθεί κατά ένα αναγεννησιακό πρότυπο με κληματίδες, κυπαρισσάκια, ρόδακες και πουλιά, ενώ ο φυτικός διάκοσμος των φουρουσιών παρουσιάζει στιλιζαρισμένα δεντράκια, έλικες, μίσχους και ρόδακες. Ένα μαρμάρινο θωράκιο προέρχεται από χριστιανικό ναό της Δήλου. Ένα άλλο γλυπτό, του 1763, αποτελεί την κτητορική επιγραφή του κατεδαφισμένου ανεμόμυλου της Μονής Παναγιάς Τουρλιανής, της Άνω Μεράς Μυκόνου. Θυμίζουμε πως από τις γνωστές ιδρυτι42

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Νεοκυκλαδικά λιθόγλυπτα και επιγραφές κές επιγραφές ανεμόμυλων στις Κυκλάδες, δύο ή τρεις είναι μυκονιάτικες με σπουδαιότερη τη λατινική επιγραφή του επονομαζόμενου ‘Χοντρού’ μισοερειπωμένου σήμερα, μύλου στη Χώρα, χρονολογίας 1721. Υπάρχει ακόμα μια εντυπωσιακή παλιά επιτύμβια πλάκα. Παριστάνει ανθρώπινο γυμνό σώμα σε θέση ημικατάκλισης, που το δεξί του χέρι στηρίζει το κεφάλι. Το σώμα δεν έχει μαστούς, ούτε μόρια φύλου, οι λαγόνες του όμως μαρτυρούν γυναικεία διάπλαση. Την έχουμε αποκαλέσει ‘Η Κόρη της Μυκόνου’. Μέρος της συλλογής αυτής (αρχιτεκτονικά στοιχεία κυρίως) βρίσκεται και στην Αίθουσα VI.

Η Κόρη της Μυκόνου

Ego Dormio et Cor Meum Vigilat

Το 1754 ο ταξιδιώτης A. Drumond καταγράφει την ύπαρξη της πλάκας αυτής και την επιγραφή της. Διακόσια δέκα χρόνια αργότερα, ένας άλλος Άγγλος, ο Robert Payne (1911-1983), θαυμαστής και αυτός του ίδιου γλυπτού (που το θέλει να παριστάνει ανδρικό σώμα), γράφει: “... μου έκανε μεγάλη εντύπωση ένα καταπληκτικό ανάγλυφο. Είναι αρκετά μικρό και παριστάνει ένα νέο ξαπλωμένο στη γη. Από πάνω του οι λέξεις EGO DORMIO ET COR MEUM VIGILAT.* Αν και οι λέξεις είναι λατινικές, η συντομία τους και ο ήρεμος τόνος τους μοιάζουν περίεργα ελληνικά. Δεν υπήρχε όνομα ή χρονολογία, τίποτα που να δείχνει την προέλευση αυτού του πέτρινου γλυπτού που μπορεί να προέρχεται από την εποχή των σταυροφοριών”. * ‘εγώ κοιμάμαι και η καρδιά μου αγρυπνά’: Στίχος από το Άσμα Ασμάτων του Σολομώντα στην Παλαιά Διαθήκη. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

43


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Μυκονιάτικα υφαντά Όπως σε πολλά μέρη της Ελλάδας αλλά και του κόσμου, έτσι και στην παλιά Μύκονο οι χειροποδοκίνητοι αργαλειοί κάλυπταν ένα μεγάλο μέρος των αναγκών των κατοίκων της σε βαμβακερά και μάλλινα είδη. Τα μυκονιάτικα υφαντά ήταν προϊόντα με ποιότητα και γούστο. Κατά τη δεκαετία του 1930, όταν είχε αρχίσει κάποια τουριστική κίνηση στο νησί, ο παραγωγός υφαντών Θόδωρος Χαρακόπουλος σκέφτηκε να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο είδος πετσέτας μπάνιου. Γι’ αυτό αντέγραψε σχέδια από παλιά φαρδιά αντρικά ζωνάρια που προέρχονταν από την Μπαρμπαριά (Βόρεια Αφρική). Έτσι γεννήθηκε η τυπική παλιά μυκονιάτικη μπολντούρα, μια πλατιά διακοσμητική ταινία που είχε πολύ λιτά σχέδια με εναλλασσόμενες ζώνες από ρίγες διαφορετικού χρώματος και πλάτους που επαναλαμβάνονταν ρυθμικά, αλλά χωρίς μεγάλη αυστηρότητα στο πλάτος των ραβδώσεων, στοιχείο που συνέβαλλε στη χρωματική της συμφωνία και στην αισθητική της ισορροπία. Τα πρώτα εκείνα υφαντά σημείωσαν ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία. Μεγαλύτερη διάδοση είχαν τα μυκονιάτικα υφαντά μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν κυκλοφόρησαν ευρύτερα, αλλά κυρίως όταν έγινε μόδα η μυκονιάτικη φούστα. Μέσα στη δεκαετία του 1950 ο διάσημος δημιουργός της γαλλικής μόδας Κριστιάν Ντιόρ, που παραθέριζε συχνά τότε με τα μανεκέν του στη Μύκονο, παρουσίασε μια χρονιά στην καθιερωμένη φθινοπωρινή μεγάλη επίδειξη μόδας στο Παρίσι τις δημιουργίες του από μυκονιάτικα υφαντά. Επόμενο ήταν, σε ελάχιστο χρόνο, υφαντουργικά εργοστάσια ανά τον κόσμο να παράγουν χιλιόμετρα υφάσματα με τη σήμανση ‘Μυκονιάτικα Υφαντά’. Αυτό ήταν μια πολύ μεγάλη διαφήμιση του νησιού σε διεθνή κλίμακα. Παράλληλα όμως συνέχιζε να υπάρχει και η οικοτεχνία. Πολλές Μυκονιάτισσες παρήγαν στους οικιακούς αργαλειούς τους ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες από υφαντά είδη, με προορισμό όχι μόνο την εσωτερική κατανάλωση, αλλά κυρίως τους ξένους επισκέπτες που αυξάνονταν συνεχώς. Εδραιώθηκε έτσι για τις δεκαετίες, 1950 και 1960, μια ιδιαίτερα ανθηρή 44

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Μυκονιάτικα υφαντά οικοτεχνία που είναι και η χρυσή περίοδος του νεότερου μυκονιάτικου υφαντού. Σύμφωνα με μαρτυρίες, τη δεκαετία του 1960 οι αργαλειοί στο νησί έφτασαν στους πεντακόσιους. Η δραστηριότητα όμως αυτή, για πολλούς λόγους, συρρικνώθηκε δραματικά προς το τέλος του 20ου αιώνα. Σήμερα απομένουν ελάχιστες ανυφάντρες στο νησί που με επιμονή εξακολουθούν να παράγουν μοναδικά κομμάτια από μαλλί και βαμβάκι, κυρίως αντρικά κασκόλ και γυναικείες εσάρπες, συνεχίζοντας έτσι μια παράδοση αιώνων. Στο μεγάλο δρύινο ερμάρι της αίθουσας, μέσα σε πλαστικές θήκες προστασίας και έκθεσης, υπάρχει η Συλλογή από 755 Χειροποίητα Υφαντά Μυκόνου. Τη διακρίνει μεγάλη χρωματική ποικιλία, ενώ τη συνοδεύουν μια σειρά από άλμπουμ σχετικών φωτογραφιών και μια δελτιοθήκη-ευρετήριο των υφαντών. Στην καταγραφή της συλλογής είχε συμβάλει ιδιαίτερα η λαογράφος Άλκη Κυριακίδη-Νέστορος, φίλη και συνεργάτης του μουσείου.

Μυκονιάτισσα ανυφάντρα Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

45


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Πίνακες, λιθογραφίες και εικόνες

Παναγιά η Γαλακτοτροφούσα.

Ανάμεσα στους πίνακες του μουσείου που εκτίθενται στην Αίθουσα I, είναι και εκείνοι του ζωγράφου Εμμανουήλ Ζαΐρη. Ο καλλιτέχνης ήταν διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών στη Αθήνα κατά τη δεκαετία του 1930, τότε που ιδρύθηκε και το παράρτημα της Σχολής στη Μύκονο (1934). Ένα μεγάλο έργο του κοσμεί και το χώρο υποδοχής του Δημαρχείου Μυκόνου. Στην αίθουσα μπορούμε να θαυμάσουμε μια εικόνα κυκλαδικής τέχνης του 18ου αιώνα, την Παναγιά τη Γαλακτοτροφούσα, στολισμένη με τάματα. Αποτελεί μέρος της Συλλογής Εικόνων. Τέλος στους τοίχους υπάρχουν βενετσιάνικοι καθρέφτες και πολλές λιθογραφίες του 19ου αιώνα, του Γάλλου ζωγράφου Lafosse, με ιστορική και αλληγορική θεματολογία, όπως οι Τέσσερεις Ήπειροι, αλλά και έγχρωμες λιθογραφίες με θέμα το ταξίδι του Χριστόφορου Κολόμβου. Κάποιες από αυτές βρίσκονται και στην παρακείμενη Αίθουσα II.

‘Οι Τέσσερεις Ήπειροι’ Έγχρωμες λιθογραφίες του Lafosse, 19ος αι.

46

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Τάματα και Μαρτυρικά

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή που εκτίθεται στην αίθουσα αυτή, μέσα σε ειδικές συρταρωτές προθήκες, είναι η Συλλογή από Τάματα και Μαρτυρικά. Τα τάματα είναι μικρά χειροποίητα ή πρεσαριστά ελάσματα χρυσού, χαλκού, ασημιού ή αλπακά. Παρουσιάζουν μέρη του ανθρώπινου σώματος ή ολόκληρο το σώμα, σπίτια, πλοία ή άλλα μεταφορικά μέσα, ζώα, ερωτικά θέματα κ.ά. Η χρήση τους είναι θρησκευτική μιας και στηρίζουν την προσδοκία του πιστού για την εκπλήρωση κάποιας ευχής του από έναν Άγιο, το Θεό ή τη Παναγία. Τα μαρτυρικά της βάπτισης είναι μικρά σταυρουδάκια ή άλλα σύμβολα της χριστιανικής πίστης, που τοποθετούνται με καρφίτσα στο στήθος εκείνων που παρευρίσκονται στα βαφτίσια ενός παιδιού.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

47


ΑΙΘΟΥΣΑ Ι

Τάματα και Μαρτυρικά Σε ξεχωριστή προθήκη εκτίθενται και τρία περίτεχνα χειροποίητα κοσμήματα της Μυκονιάτισσας καλλιτέχνιδας Σοφίας Θανοπούλου ή Μαρουλίνας, που μαζί με αυτά δώρισε στο μουσείο ένα μεγάλο μέρος (150 τεμάχια) τής Συλλογής Τάματα. Παράπλευρα υπάρχει ένα ρολό με εκτύπωση από τις ‘Υπογραφές του Αιώνα’, υπογραφές δηλαδή των επώνυμων που επισκέφθηκαν το μαγαζάκι της Μαρουλίνας και υπέγραψαν στους τοίχους του κατά το διάστημα 1959-1971. Οι υπογραφές αυτές αποτελούν ταυτόχρονα και ιστορικό ντοκουμέντο για τους διάσημους επισκέπτες του νησιού. Τα δύο έντυπα λευκώματα των κοσμημάτων τής Μαρουλίνας είναι προς έκθεση και συμπληρώνουν την παρουσίαση του έργου της.

Τα σκουλαρίκια της Μυκονιάτισσας Η ενδιαφέρουσα και χαριτωμένη αυτή συλλογή κοσμημάτων αποτελείται από χρυσά κυρίως σκουλαρίκια. Τα σχέδια είναι παραδοσιακά μυκονιάτικα: ρόδες, κα(τ)σαρά, κουκουναριές, αμούρες, ανελέτες, φιόγκοι, φιογκάκια, καραβόλοι κ.ά. Είναι περίτεχνα πάντα, με θαυμάσια χειροποίητη εργασία, ολόχρυσα και στολισμένα τα πιο πολλά με μαργαριτάρια, κοράλλια και σμάλτο πράσινο ή μπλε. Τα κοσμήματα τα χάρισαν στο μουσείο Μυκονιάτισσες και αργυροχρυσοχόοι του νησιού. Φιόγκοι με αμούρες.

Η εργασία της τοπικής λαογράφου Ευαγγελίας Βερώνη-Καμμή με τίτλο ‘Τα σκουλαρίκια της Μυκονιάτισσας’ είναι μια έκδοση του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου (2001). Ανελέτες.

48

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


Σοφία Θανοπούλου (1908-1997) Μια πρωτοπόρος του ελληνικού κοσμήματος Η Σοφία Θανοπούλου είναι γνωστή με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο, Μαρουλίνα. Αυτοδίδακτη καλλιτέχνης, συνδύαζε ευτελή και ακριβά υλικά (κοχύλια, χάντρες, δέρμα, χρυσό κορδόνι, μαργαριτάρια, γιούσουρι και κοράλλι, πολύτιμες και ημιπολύτιμες πέτρες, ασήμι, χρυσό κ.ά.) στις δημιουργίες της που αποτέλεσαν σταθμό στην ιστορία του ελληνικού κοσμήματος. Το 1954 άνοιξε στο Ματογιάννι, το περίφημο ‘Μαγαζάκι της Μαρουλίνας’ που στην τακτική του πελατεία αριθμούσε πολλούς διάσημους Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες που υπέγραψαν στους τοίχους του. Δείγμα της τουριστικής ανάπτυξης της Χώρας, το ‘Μαγαζάκι της Μαρουλίνας’ έγινε για μια εικοσαετία (1954-1972) το σήμα κατατεθέν του νησιού και της αισιοδοξίας που χαρακτήριζε τη μεταπολεμική εποχή. ‘Ο Άσπρος Κήπος’ του μυκονιάτικου σπιτιού της Μαρουλίνας, λειτουργεί σήμερα και ως χώρος όπου οργανώνονται κάθε καλοκαίρι από την κόρη της Μαρλένα Γεωργιάδη και την Ένωση Φίλων Δήλου-Ρήνειας καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Τα έσοδα διατίθενται για πολιτιστικούς σκοπούς και ανάγκες του νησιού.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

49


ΑΙΘΟΥΣΑ ΙΙ

Η μόρφωση των γυναικών τον 19ο αιώνα Ο επισκέπτης εισέρχεται στην αίθουσα αυτή του μουσείου, περνώντας κάτω από μια λιθόγλυπτη πορτοσιά με την επιγραφή (motto) στα λατινικά: TIBI SOLI DEO HONOR GLORIA PF CM 1701 (σε Εσένα μόνο Θεέ Δόξα και Τιμή)

Το Δημαρχείο και δεξιά το Σχολείο του Μαύρου, 1885. Πάνω: Ο Μυκονιάτης Μάρκος Μαύρος, Αιγυπτιώτης έμπορος και ευεργέτης του νησιού.

50

Στους χονδρούς τοίχους του περάσματος υπάρχουν δείγματα χειροτεχνημάτων του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Έγιναν από μαθήτριες του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου που ήταν το πρώτο δημόσιο σχολείο της Μυκόνου και λειτούργησε μέχρι το 1934. Χτίστηκε το 1857-8, κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα, με βάση τα σχέδια του Βαυαρού μηχανικού Wilhelm von Weiler, τα οποία είχε εκπονήσει το 1837 και με χρήματα του Μάρκου Μαύρου, πλούσιου Μυκονιάτη εμπόρου από την Αλεξάνδρεια. Το κτίριο βρίσκεται ανάμεσα στο Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου και το Δημαρχείο (κτίριο της δεκαετίας του 1770). Στο σχολείο αυτό λειτούργησε η πρώτη βαθμίδα εκπαίδευσης, το δημοτικό σχολείο, με τις αρχές της αλληλοδιδακτικής μεθόδου διδασκαλίας. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, οι μεγαλύτεροι μαθητές διδάσκουν τους νεότερους κάτω από τη συνεχή και αυστηρή επιτήρηση του διδασκάλου. Το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο ήταν μια νεωτεριστική για την εποχή σχολή που εξέφρασε την ανάγκη των Μυκονιατών για μάθηση και παιδεία. Ήταν ένα είδος μεικτού Σχολαρχείου, αρρένων και θηλέων, στο οποίο γινόταν και διδασκαλία της γαλλικής γλώσσας, ενώ συνδύαζε πνευματική και χειρωνακτική εργασία, δείγματα της οποίας είναι και τα κεντήματα των μαθητριών που παρουσιάζονται στην Αίθουσα II. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ ΙΙ

Πορτρέτα Στους τοίχους βλέπουμε έργα ζωγραφικής από Μυκονιάτες καλλιτέχνες, όπως του παπα-Μάρκου Μάρκαρη, της Μαρίας Ιγγλέση, του Αντώνη Πολυκανδριώτη, του Παύλου Μαθιόπουλου και της Καίτης Μπέρτου. Στο χώρο αυτό υπάρχουν επίσης αρκετές προσωπογραφίες του 19ου και 20ου αιώνα, όπως αυτή του Β. Κυριαζόπουλου, ιδρυτή του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου, του Γιαννούλη Μπόνη, του Α. Καραντώνη, του Πέτρου Κορδία, υποπρόξενου της Αγγλίας στη Μύκονο και του Γ. Γκύζη, πρόξενου της Γαλλίας, το πορτρέτο του Μυκονιάτη ευεργέτη Ι. Μελετόπουλου και μια εξαιρετική αυτοπροσωπογραφία του παπα-Μάρκου Μάρκαρη. Η έκθεση πλαισιώνεται και με γκραβούρες του 19ου αιώνα σε διάφορα μεγέθη, με εξαιρετικά θέματα από την ελληνική μυθολογία και ιστορία. Το διάκοσμο συμπληρώνουν λιθογραφίες του 19ου αιώνα (βλέπε Αίθουσα I, Πίνακες, Λιθογραφίες και Εικόνες) του Γάλλου ζωγράφου Lafosse με θέμα τα τέσσερα στοιχεία της φύσης: Γη, Αέρας, Νερό και Φωτιά.

Παπα-Μάρκος Μάρκαρης (1871-1941), αυτοπροσωπογραφία.

Βασίλης Δ. Κυριαζόπουλος (1903-1991) Ο Βασίλης Δ. Κυριαζόπουλος είναι ο ιδρυτής και ο κύριος δωρητής της Λαογραφικής Συλλογής Μυκόνου. Ο πατέρας του καταγόταν από το Ναύπλιο και η μητέρα του από τη Μύκονο (οικογένεια Μπέρτου). Ήδη από την παιδική του ηλικία ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση με τη Μύκονο που τη θεωρούσε πατρίδα του. Σπούδασε φυσική, μετεωρολογία και κλιματολογία και δίδαξε με επιτυχία στην ανώτατη εκπαίδευση (Γεωπονική Σχολή ΑΠΘ, Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Στρατιωτική Ακαδημία). Πνεύμα ερευνητικό και ακάματο, εντρύφησε αφενός στη μελέτη του νεοελληνικού πολιτισμού και αφετέρου στη συστηματική συλλογή έργων παραδοσιακής-λαϊκής χειροτεχνίας. Το 1958 θεμελίωσε το κοινωφελές ίδρυμα ‘Λαογραφική Συλλογή Μυκόνου’ που περιλαμβάνει το Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου, το Σπίτι της Λένας και το Αγροτομουσείο Μυκόνου. Το 1974 ίδρυσε στην Αθήνα το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής, της συλλογής Β. Δ. Κυριαζόπουλου. Τιμήθηκε πολλαπλά για την αξιοσημείωτη προσφορά του στην εκπαίδευση, καθώς και στη λαογραφική έρευνα και μελέτη. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

51


ΑΙΘΟΥΣΑ ΙΙ

Έπιπλα και χρηστικές οικιακές συσκευές Στην αίθουσα αυτή φιλοξενούνται δύο χαμηλά σκρίνια που αποτελούν και προθήκες με σύνεργα γραφής της εποχής πριν από την κατάργηση του μελανοδοχείου. Στη μέση βλέπουμε ένα μαρμάρινο οβάλ τραπέζι και καρέκλες κυκλαδικού τύπου. Δίπλα βρίσκεται ένας αρκετά καλά διατηρημένος βελούδινος καναπές, μιας ρουστίκ άποψης του στιλ Louis Philippe. Στη γωνία της αίθουσας υπάρχει ένα γωνιακό ντουλάπι με προθήκη, η γνωστή καντουνιέρα, έπιπλο ιδιαίτερα χρήσιμο στους νησιώτες, αφού τους βοηθάει να εκμεταλλεύονται λειτουργικά τις γωνίες των μικρών δωματίων τους. Μέσα εκεί βρίσκεται όλο το έργο του λόγιου Ανδρέα Καραντώνη, κριτικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας που διατηρούσε στενούς δεσμούς με τη Μύκονο. Σε αρμονία με τα έπιπλα του χώρου αυτού είναι και ένας παλιός επιχρυσωμένος καθρέφτης ιταλικής προέλευσης που διατηρεί ακόμα στο γυαλί την πρώτη του επαργύρωση. Το μεγάλο επιτοίχιο εκκρεμές ρολόι είναι του 19ου αιώνα φερμένο στη Μύκονο από τη Γαλλία. Στην αίθουσα υπάρχουν επίσης τρεις (από τις πέντε της συλλογής) ποδοκίνητες και χειροκίνητες ραπτομηχανές. Η παλαιότερη χρονολογείται το 1840, είναι αγγλικής προέλευσης, ενώ οι άλλες είναι του 19ου και του 20ου αιώνα. Ένας φωνογράφος με χωνί του 1900 και η πρώτη τηλεφωνική συσκευή που λειτούργησε στη Μύκονο βρίσκονται επίσης εκεί. Σε ένα άλλο ντουλάπι φυλάσσονται είκοσι οικιακά και εκκλησιαστικά θυμιατά, ορειχάλκινα και πήλινα διαφόρων τύπων. Σε μικρή προθήκη υπάρχει μέρος της Συλλογής Εργαλεία και Όπλα της Προϊστορικής Εποχής από οψιδιανό (οψιανό) λίθο της Μήλου.

52

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ ΙΙ

Μουσικά όργανα Σε ένα ερμάρι υπάρχει η συλλογή από Τοπικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα που περιλαμβάνει την σαμπούνα (άσκαυλος), το τουμπάκι (τύμπανο), το βιολί, σουβριάλια από καλάμι και φτάνει μέχρι το σιδερένιο τρίγωνο για τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Ανάμεσα σε αυτά εκτίθεται και το σαντούρι του περίφημου οργανοπαίχτη Μιχάλη Ράμπια, δωρεά του γιου του Κωνσταντίνου Ράμπια. Οι ντόπιοι λαϊκοί οργανοπαίχτες συνεχίζουν να μεταχειρίζονται τα ίδια όργανα, συμμετέχοντας ως μουσικοί αλλά και διασκεδαστές, σε γιορτές, γάμους, γλέντια. Η κύρια παρουσία τους είναι σε πανηγύρια που οργανώνονται ακόμη και σήμερα, συνεχίζοντας έτσι μια παράδοση αιώνων. Στη συλλογή έχει ενταχθεί ακόμα και η χρονολογημένη καμπάνα της Μητρόπολης Μυκόνου που ηχούσε σε χαρές και σε λύπες από το 1805.

Κάτω: Το σαντούρι του Μ. Ράμπια. Λαϊκοί οργανοπαίχτες με τουμπάκι και σαμπούνα.

ΑΙΘΟΥΣΑ ΙΙ

Ρουχισμός του 19ου αιώνα Σε συρτάρια και σε άλλους χώρους της αίθουσας υπάρχουν μερικές εκατοντάδες εσώρουχα, γυναικείες φορεσιές, όπως και δύο πολυτελείς τουαλέτες γάμου αστικής τάξης και ευρωπαϊκής προέλευσης του 19ου αιώνα. Υπάρχουν και αντρικές φορεσιές, καθημερινές ή εορταστικές, όπως μια κόφα (βράκα) σε χρώμα μαύρο και μια άλλη σε σπάνιο λαδί χρώμα, γιλέκα, μεταξωτά και υφαντά ζωνάρια που φορούσε ο Μυκονιάτης κοφάτος (βρακοφόρος) του 19ου αιώνα. Επίσης εκτίθενται και φυλάσσονται δαντέλες, κεντήματα, πλεκτά και διάφορα εργόχειρα. Για την τοπική ενδυμασία υπάρχουν εκθέματα και αναπαραστάσεις στην Αίθουσα I, καθώς και γκραβούρες με την περιβολή της Μυκονιάτισσας στην Αίθουσα V. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Μυκονιάτης κοφάτος και Μυκονιάτισσες με την τοπική φορεσιά. Σχέδιο του Τhomas Hope, 1790.

53


ΑΙΘΟΥΣΑ ΙΙ

Γραμματόσημα - Νομίσματα Σε ειδικές θήκες φυλάσσεται η μικρή συλλογή από ελληνικά κέρματα και χαρτονομίσματα του νεοελληνικού κράτους (19ος αιώνας και 20ος αιώνας). Η φιλοτελική πλευρά του μουσείου αντιπροσωπεύεται με γραμματόσημα που φέρουν εικόνες από τη Μύκονο (ανεμόμυλοι, Παραπορτιανή) αλλά και με άλλα που απεικονίζουν θέματα της Δήλου.

ΑΙΘΟΥΣΑ ΙΙi

Η κρεβατοκάμαρα του 19ου αιώνα

54

Στην αίθουσα αυτή παρουσιάζεται σύνθεση αστικής κρεβατοκάμαρας του 19ου αιώνα. Το διπλό σιδερένιο κρεβάτι με ουρανό έχει διακοσμητικό γύρο, μεταξωτό πάπλωμα του 1850 και μεγάλες κεντητές μαξιλάρες. Το μαρμάρινο κομοδίνο, η μεγάλη καρυδένια ντουλάπα, ένα υποτυπώδες κρεμαστό χάλκινο νιπτηράκι και η πετσετοθήκη με το ‘Καλημέρα’ συμπληρώνουν το σκηνικό. Πλάι στο κρεβάτι υπάρχει και ένας παλιός μπιντές.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ ΙV

Το δωμάτιο της κουζίνας Η αίθουσα αυτή αποτελούσε την πραγματική κουζίνα του σπιτιού όπου στεγάζεται το μουσείο. Στο τζάκι με το μα(γ)ερειό, υπάρχουν όλα τα σύνεργα μαγειρικής του 19ου αιώνα όπως και τα καύσιμα της εποχής εκείνης: φρύγανα, κληματόβεργες, βουιδιές (αποξηραμένη κοπριά βοοειδών). Υπάρχουν επίσης ένα πιθαράκι νερού με την αγλιά του (δοχείο από ξεροκολοκύθα), μια πιατοθήκη με το σταμνοστάτη ενώ επάνω στον πάγκο βρίσκονται ένα καβουρντιστήρι και και ο χειροκίνητος μύλος του καφέ. Σε δύο τζαμωτά ντουλάπια φυλάσσονται διάφορα παλιά σκεύη μαγειρικής αλλά και επιτραπέζια, η Συλλογή με ομοιώματα από Εορταστικά Αρτοπαρασκευάσματα (κουλούρες της Λαμπρής και των Χριστουγέννων, κουλούρια του Δεκαπενταύγουστου κ.ά.), όπως και ομοιώματα από τρόφιμα και τοπικά γλυκίσματα. Υπάρχει ακόμα ένας γυάλινος μυγοχάφτης (μυγοπαγίδα). Δίπλα στο μικρό νεροχύτη βρίσκεται η σκάφη του ζυμώματος η οποία ενίοτε αποτελούσε και κούνια του μωρού που κουνούσε η νοικοκυρά καθώς μαγείρευε. Υπάρχει ακόμα η πινακωτή και η γυάλινη παγωνιέρα, ο πέτρινος χειρόμυλος του αλατιού και η φάκα για τα ποντίκια. Στους τοίχους βρίσκονται στερεωμένα ένα κλουβάκι με το πουλί, ένα ντουλαπάκι με συλλογή από φλιτζανάκια του καφέ, σύνεργα οικιακής ζαχαροπλαστικής και ντουλάπια με κάθε λογής χάλκινα μαγειρικά σκεύη. Από την ξύλινη οροφή κρέμονται τυροβόλια, συρμάτινο καλάθι με τα αυγά και το απαραίτητο φανάρι για τη διατήρηση των τροφίμων.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

55


ΑΙΘΟΥΣΑ V

Αρχείο χειρογράφων και Βιβλιοθήκη

Πρωτότυπες σπάνιες εκδόσεις που εκτίθενται στην Αίθουσα Ι.

56

Βιβλία, χειρόγραφα και έντυπο υλικό που απαρτίζουν τη Βιβλιοθήκη και το Αρχείο Χειρογράφων του Ιδρύματος είναι στη διάθεση κάθε επιστημονικής μελέτης ή έρευνας. Μέρος της συλλογής βρίσκεται σε παράπλευρο μικρό δωμάτιο της Αίθουσας Ι, ενώ το κύριο σώμα βρίσκεται στη βιβλιοθήκη, στο βάθος της Αίθουσας V. Βέβαια κάποια επιλεγμένα στοιχεία όπως κάρτες, βιβλία, φωτογραφίες, καρτ-ποστάλ κ.λπ., βρίσκονται προς έκθεση στις αίθουσες του μουσείου. Η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει μερικές χιλιάδες τόμους βιβλίων και εκδόσεων που αφορούν στη νεοελληνική κουλτούρα και στις πολύπλευρες εκφάνσεις της. Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η Συλλογή από Παλιά Ελληνικά Βιβλία, όπου περιλαμβάνονται εκδόσεις από τον 16ο έως και τον 19ο αιώνα, που προέρχονται από τα μεγάλα ελληνικά τυπογραφικά κέντρα της Κεντρικής Ευρώπης, της Βενετίας και μετέπειτα της Αθήνας, της Κωνσταντινούπολης και της Σύρου. Η παλαιότερη έκδοση της βιβλιοθήκης είναι ο πρώτος από τους πέντε μεγάλου σχήματος τόμους ιατρικής του Γαληνού της Περγάμου, ιατρού και φιλοσόφου (129216 μ.Χ.). Είναι τυπωμένος στα ελληνικά και εκδόθηκε στο τυπογραφείο του Άλδου Μανουτίου, στη Βενετία το 1525. Το βιβλίο αυτό εκτίθεται στην Αίθουσα I μαζί με τη δεύτερη έκδοση του ίδιου έργου στα λατινικά (H. Froben, Basel, 1538). Η βιβλιοδεσία του τόμου αυτού ακολουθεί την τεχνική και την αισθητική της αναγέννησης. Βιβλία τέτοια χρησιμοποιήθηκαν για αιώνες ως επιστημονικά εγχειρίδια και ήταν ιδιαίτερα χρήσιμα στην ιατρική, μέχρι τις δραματικές ανακατατάξεις που συντελέστηκαν στις φυσικές επιστήμες από τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις του 19ου Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ V

Αρχείο χειρογράφων και Βιβλιοθήκη αιώνα. Το τρίτο βιβλίο που εκτίθεται στη σειρά είναι το γεωγραφικό εγχειρίδιο ‘Εισαγωγή εις τα Γεωγραφικά και Σφαιρικά’ (Paris, 1717) του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθου Νοταρά (1663-1731). Ο συγγραφέας, σπουδαίος αστρονόμος και μαθηματικός, παρέδωσε το πρώτο μοντέρνο αστρονομικό-γεωγραφικό σύγγραμμα του ελληνικού χώρου, ένα βιβλίο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που η πρωτότυπη σκέψη του αντανακλά τη σκέψη του 18ου αιώνα, του Αιώνα των Φώτων. Άλλες εργασίες της ίδιας περιόδου, σύμφωνες με τις αρχές του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του μουσείου και ανήκουν στο σπουδαίο λόγιο και διδάσκαλο του Γένους, Κωνσταντίνο Κούμα (1777-1836). Στη βιβλιοθήκη υπάρχουν και έργα γνωστών Νεοελλήνων συγγραφέων, που εργάστηκαν και εμπνεύστηκαν από τη Μύκονο, όπως η Μέλπω Αξιώτη (19051973), ο Μιχάλης Καραγάτσης (1908-1960), ο Ανδρέας Καραντώνης (1910-1982) και άλλοι. Τέλος, υπάρχει και αρχείο με όλες τις εφημερίδες της Μυκόνου αλλά και με άλλες σχετικές εκδόσεις. Η βιβλιοθήκη του μουσείου αναγνωρίστηκε πλέον ως μια από τις σπουδαιότερες στις Κυκλάδες. Το Αρχείο Χειρογράφων του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου περιλαμβάνει επίσης περί τα 200 χειρόγραφα έγγραφα και λίγους Κώδικες από το 17ο έως το 19ο αιώνα. Ανάμεσά τους είναι τα αρχεία (52 έγγραφα, 1740-1817) και ο Κώδικας του μοναστηριού του Αγίου Παντελέ(η) μονα στο Μαράθι (1740). Συμβολαιογραφικά αρχεία και άλλα δημόσια έγγραφα, περιλαμβανομένων 600 μονόφυλλων διοικητικών ειδοποιήσεων και εγκυκλίων, μαρτυρούν τις προσπάθειες που έγιναν ώστε να οργανωθεί το Νεοελληνικό Κράτος. Άλλα έγγραφα του Αρχείου είναι ημερολόγια πλοίων (όπως εκείνα του ατμόπλοιου ‘Πανελλήνιον’ στο οποίο υπηρέτησε ο Μυκονιάτης πλοίαρχος Ν. Σουρμελής), ασφαλιστήΛ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Ο Κώδικας του μοναστηριού του Αγίου Παντελέμονα.

57


ΑΙΘΟΥΣΑ V

Αρχείο χειρογράφων και Βιβλιοθήκη

ρια συμβόλαια, ναυτικά φυλλάδια, πολλοί χάρτες και γκραβούρες, ενδεικτικά και χειρόγραφα βιβλία από το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Μυκόνου των μέσων του 19ου αιώνα και πολλά άλλα. Ο φιλόλογος και ακαδημαϊκός Λίνος Πολίτης είχε βοηθήσει στην οργάνωση και στη συστηματική καταγραφή αυτής της τόσο πλούσιας συλλογής. Εξάλλου, από τις αρχές του 20ου αιώνα, μεγάλο μέρος του παλαιότερου αρχειακού υλικού της Μυκόνου, εξαιτίας της μεγάλης του σπουδαιότητας, ενσωματώθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα. Κάποια άλλα από τα ιστορικά αυτά τεκμήρια/έγγραφα μοιράστηκαν στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Μυκόνου και στο Ιστορικό Αρχείο Κυκλάδων στη Σύρο. Πρόσφατα (2009-10), με την υποστήριξη της Νομαρχίας Κυκλάδων και του Δήμου Μυκόνου, έγινε ο εντοπισμός και η επιστημονική καταγραφή των Αρχείων της Μυκόνου. Για το σκοπό αυτό εργάστηκε ομάδα ειδικών επιστημόνων του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών, υπό την διεύθυνση του Δ. Δημητρόπουλου. 58

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


Νικόλαος Σουρμελής (1832-1898) Γεννήθηκε στη Μύκονο το 1832 και σπούδασε στη Σύρα εμποροπλοίαρχος. Ήταν όμως και ατρόμητος ναυτικός. Διακρίθηκε στον Κριμαϊκό πόλεμο το 1854 και ύστερα υπηρέτησε στη Συριανή Ατμοπλοϊκή Εταιρεία για τριάντα χρόνια. Στις δύο επαναστάσεις των Κρητών κατά των Τούρκων 18671868 και 1878, υπηρέτησε στα εξοπλισμένα εμπορικά πλοία ‘Κρήτη’, ‘ Ένωσις’ και ‘Πανελλήνιον’, διασπώντας σαράντα δύο φορές το στενό τουρκικό αποκλεισμό, βοηθώντας με τρόφιμα και πολεμοφόδια και μεταφέροντας γυναικόπαιδα από την Κρήτη. Πέθανε το 1898. Το εξοχικό του και ο κήπος του στην περιοχή Βρύση στη Μύκονο ήταν ξακουστά για την ομορφιά τους. Το σπίτι του στη Χώρα στεγάζει σήμερα το Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου ενώ στην Αγία Κυριακή της Χώρας υπάρχει μια επιτοίχια πλάκα στη μνήμη του, εκεί κοντά που άλλοτε υπήρχε το στασίδι με το όνομά του. Στο Αρχείο τού Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου φυλάσσονται τα ημερολόγιά του από το ατμόπλοιο ‘Πανελλήνιον’.

Επάνω: Ελαιογραφία του εμπορικού πλοίου Α/Π ‘Καλουδώ’. Κάτω: Μπελούδες και καΐκια στο παλιό λιμάνι, στις αρχές 20ου αι. Ελαιογραφία της Μ. Ιγγλέση (ιδιωτική συλλογή).

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

59


ΑΙΘΟΥΣΑ V

Ένδυση και καλλωπισμός της Μυκονιάτισσας Σε μια προθήκη της αίθουσας αυτής υπάρχουν όλα τα σύνεργα και ο εξοπλισμός που χρησιμοποιούσε μια αστή κυρία για την τουαλέτα της κατά το τέλος του 19ου αιώνα. Σε ξεχωριστή βιτρίνα βλέπουμε τη Συλλογή με Σίδερα σιδερώματος από χυτοσίδηρο που χρησιμοποιήθηκαν για το σιδέρωμα και το κολλάρισμα των ρούχων, των λινών υφασμάτων και της δαντέλας. Στους τοίχους της αίθουσας βλέπουμε παλιές γκραβούρες με θέμα την περιβολή της Μυκονιάτισσας. Προέρχονται από βιβλία περιηγητών που επισκέφτηκαν τη Μύκονο και κατέγραψαν πληροφορίες από το 17ο έως και το 19ο αιώνα όπως οι Spon και Wheler (1625), ο O. Dapper (1688), ο J.P. de Tournefort (1700), o Choiseul-Goufier (1776) και πολλοί άλλοι. Για την τοπική ενδυμασία υπάρχουν ακόμη εκθέματα και αναπαραστάσεις στην Αίθουσα I, καθώς και αυθεντικός ρουχισμός στην Αίθουσα II.

Χαρακτικά για την μυκονιάτικη ενδυμασία του J. P. de Tournefort, 1700.

60

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ V

Έργα λαϊκής τέχνης και κεραμικά Στην αίθουσα αυτή περιλαμβάνονται δύο βιβλιοθήκες και δύο προθήκες που φιλοξενούν τη Συλλογή Λαϊκής Αγγειοπλαστικής με δείγματα από διάφορες περιοχές της Μεσογείου. Ανάμεσά τους υπάρχουν αντιπροσωπευτικά παραδοσιακά κεραμικά από την Κύπρο, Τουρκία (Τσανάκ-Καλέ, Κιουτάχεια), Ρόδο, Κρήτη, Ελλάδα, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Μαγιόρκα και Τυνησία. Λιγοστά από αυτά έχουν κατασκευαστεί παλαιότερα στη θέση Σ’καλαρειά, στην περιοχή Καμινάκι της Χώρας. Κεραμικά της συλλογής αυτής εκτίθενται και στην Αίθουσα II. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης κάμποσες φιγούρες με ήρωες του Καραγκιόζη, φιλοτεχνημένες από τον καλλιτέχνη του θεάτρου σκιών Ευγένιο Σπαθάρη. Στο βάθος αυτής της αίθουσας βρίσκεται ο κύριος όγκος της Βιβλιοθήκης του μουσείου και του Αρχείου Χειρογράφων. Ένα πέτρινο σκαλάκι μας οδηγεί στην Αίθουσα VI.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

61


ΑΙΘΟΥΣΑ VI

Η Μύκονος και η θάλασσα

Το πηγάδι του Μερμελέχα στην Αίθουσα VI.

62

Η αίθουσα αυτή (105 τ.μ.) περιλαμβάνει καθετί που αφορά τη σχέση της Μυκόνου με τη θάλασσα. Συνδέεται επίσης με μια περίεργη ιστορία που κλείνει μέσα της κι ένα θρύλο. Ο Βασίλης Δ. Κυριαζόπουλος μας αφηγείται: ‘Θα ήμουν πολύ μικρός, θαρρώ στην ηλικία των παραμυθιών, όταν άκουγα τη λαλά μου, το Μαριώ τη Μαλούχαινα, να λέει δείχνοντας το οικόπεδο δίπλα στο επιθαλάσσιο σπίτι της στο κάστρο: «Να εδ’ πα στη μαρμάρινη τη σκάλα ήταν το πηγάδι του Μερμελέχα, που το μπάζωσε ο κύρης μου (ο πατέρας της καπτα-Νικόλας Μαλούχος) όταν έπεσε μέσα και κόντεψε να πνιγεί το Ταρώ (η μικρότερη αδελφή της)». Για τον πειρατή Μερμελέχα η ιστορία που άκουσα τότε ανάμεσα σε παραμύθια που μου έλεγαν η γιαγιά μου και η καστρινή καλογειτόνισσα Ανεζώ η Δεσποτίνα, ήταν για μένα η πιο ενδιαφέρουσα ονειροτόκος ακρόαση. Ήταν λοιπόν ο Μανώλης ο Μερμελέχας που έδρασε κατά την προεπαναστατική περίοδο, ένας φοβερός και τρομερός πειρατής που κούρσευε αδιάκριτα Μουσουλμάνους, Φράγκους και Ορθόδοξους. Χαρακτηριστικό της απάνθρωπης σκληρότητάς του είναι και το ακόλουθο στιχούργημα που αφορά το πειρατικό του σκάφος ‘Bella Vienna’: ω καημένη Bella Vienna κι απ’ τα μπούνια τρέχει γαίμα Ο Μερμελέχας, που ήταν και πολύ καλός ναυτικός, κατάφερνε πάντα να διαφεύγει από την καταδίωξη του οθωμανικού στόλου. Τα καλοκαίρια, όταν έβγαινε από τον Ελλήσποντο στην Άσπρη Θάλασσα (Αιγαίο) είχε δύο προορισμούς: να μαζέψει τους φόρους από τα νησιά και να κατατρέξει την πειρατεία που όμως τη συναγωνιζόταν σε καταπίεση. Ο τουρκικός στόλος λοιπόν, αγκυροβολούσε κάθε καλοκαίρι στη Νάξο ή στην Πάρο που είναι από τα μεγαλύτερα κυκλαδονήσια και περίμενε εκεί έως ότου παραλάβει τους φόρους. Όταν όμως κάποτε παράγινε το κακό με τον Μερμελέχα, ο καπουδάν πασάς (ο Τούρκος αρχιναύαρχος) φουντάρισε ένα καλοκαίρι την καπιτάνα του (ναυαρχίδα) μπροστά στο Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ VI

Η Μύκονος και η θάλασσα Κάστρο της Μυκόνου και έβγαλε όρντινο σε όλους: «ή μου φέρνετε τον Μερμελέχα ή σας καίω όλους». Φόβος και τρόμος στο νησί γιατί ο πειρατής βρισκόταν πραγματικά στη Μύκονο. Αλλά ποιος θα τολμούσε να βάλει χέρι πάνω του; Τότε όμως ήταν που έγινε το αναπάντεχο: Ο Μερμελέχας που ήταν πειρατής αλλά και παλικάρι και που θα τον ενδιέφερε ίσως η υστεροφημία του, πήρε ένα βαρκάκι και πήγε μοναχός του στην καπιτάνα. Όταν μαθεύτηκε αυτό, όλη η Μύκονος με επικεφαλής τους παπάδες μαζεύτηκε στο γιαλό -και είχε πολλούς παπάδες τότες η Μύκονος- για να δει το Μερμελέχα να κρέμεται από τα ξάρτια του δίκροτου. Και εδώ συνέβη η δεύτερη έκπληξη. Ύστερα από κάμποση ώρα είδαν τον πειρατή να επιστρέφει γελαστός με το βαρκάκι του. Τότες οι παπάδες αντί για νεκρικά άρχισαν να ψέλνουν δοξαστικά. Από τη στιγμή εκείνη ο Μερμελέχας έγινε θρύλος. Τι ακριβώς κουβέντιασαν ο πασάς, που ήταν περισσότερο πολιτικός παρά θαλασσινός, και ο κουρσάρος, ποτέ δεν μαθεύτηκε. Φαίνεται όμως πως τα συμφώνησαν, πράγμα καθόλου περίεργο τους καιρούς εκείνους. Πάντως ο Μερμελέχας από τότε δεν ξαναβγήκε σε κούρσο. Διάλυσε το τσούρμο του, πούλησε την ‘Bella Vienna’ και έγινε φούρναρης. Ο φούρνος του, που ήταν αμέσως δυτικά του Λαογραφικού Μουσείου, έπαιρνε νερό από το πηγάδι που συνδέθηκε με το όνομά του, ενώ το αλεύρι προμήθευε ο Καστριανός μύλος. Τα θεμέλια του τελευταίου αυτού μύλου τα θυμάμαι σε ένα ακραίο βράχο της βορειοδυτικής γωνιάς του Κάστρου’. Σύμφωνα με άλλες προφορικές μαρτυρίες που πέρασαν από στόμα σε στόμα, ο Μανώλης Μερμελέχας ξεκίνησε την πειρατική του δράση από τα Ψαρά και μετά την καταστροφή του νησιού (1824) κατέφθασε στη Μύκονο, όπου συνέχισε να κουρσεύει τα τουρκικά καράβια κατά την επαναστατική περίοδο. Μαζί του έφερε και τη δεκαοχτάχρονη κόρη του Μαρία που στη Μύκονο τη μεγάλωσε μια γερόντισσα. Αργότερα έγινε φούρναρης. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Ξύλινα ομοιώματα από μυκονιάτικα καΐκια, φιλοτεχνημένα από ντόπιους τεχνίτες.

63


ΑΙΘΟΥΣΑ VI

Η Μύκονος και η θάλασσα Τόσο όταν καταπιανόταν με τη θάλασσα, όσο και όταν ήταν ένας απλός φούρναρης, ο Μερμελέχας βοηθούσε χήρες και ορφανά, κι έμεινε στη μνήμη των κατοίκων ως ευεργέτης, βοηθός και προστάτης των φτωχών. Το γεγονός αυτό εκφράζει και η λαϊκή μυκονιάτικη ρήση: Μερμελέχα με τα γένια Έχε με και μένα έγνοια Ο μύθος συνεχίζει λέγοντας πως όταν στο τόπο έπεσε λοιμός και θέρισε τους κατοίκους, ο Μερμελέχας αναγκάστηκε να εκτελεί χρέη νεκροθάφτη. Το παράδοξο ήταν ότι εκείνος δεν κόλλησε ποτέ την αρρώστια και έτσι πήρε το χρίσμα του αθάνατου, έγινε δηλαδή μόρτης. Το τέλος του ήρθε το 1854, όταν στο τόπο έπεσε χολέρα για δεύτερη φορά και τότε η αρρώστια τον νίκησε...

Φραγκιάς Φαμέλης Mυκονιάτης αγωνιστής του 1821 στον αγώνα για την απελευθέρωση της Eλλάδας από τους Tούρκους. Tο πλοίο του, τύπου ‘Κοφάτος’ ναυτικός του Αιγαίου πολλάκα, το αγόρασε από συμπασε έγχρωμη γκραβούρα των αρχών του 19ου αι. τριώτισσά του στο Λιβόρνο τον Mάρτιο του 1821. Tο χρησιμοποίησε ως εμπορικό μόνο για τέσσερις μήνες, μιας και έλαβε μέρος στον αγώνα από τις πρώτες κιόλας στιγμές αφού το μετέτρεψε σε πολεμικό, τύπου μπριγαντίνο. H μυκονιάτικη παράδοση, θέλει τον Φραγκιά Φαμέλη τουρκοφάγο παλλικαρά, τέτοιο που η φήμη του και μόνο προκαλούσε πανικό στους Tούρκους. H δράση του, μιας και μάλλον τραυματίστηκε, περιορίστηκε στα δύο πρώτα χρόνια του αγώνα. Πειστήριο του ηρωισμού του για τους Μυκονιάτες, είναι και τάμα από χοντρό ασήμι με χέρι που φέρει τρομερή κάθετη σπαθιά και είναι αφιερωμένο στη Ευαγγελίστρια της Τούμπας στη Χώρα. Φαίνεται πως για να αφιερώσει το τάμα του στη Ευαγγελίστρια, το τραύμα του ήταν σοβαρό και η θεραπεία του μακρόχρονη. Όλοι οι ηλικιωμένοι Μυκονιάτες γνωρίζουν ότι το τάμα αυτό ανήκει στο Φραγκιά. Στη Μύκονο υπάρχει ομώνυμη παραλία ΝΑ του νησιού, ‘του Φραγκιά’, από όπου πιστεύεται πως ο Φραγκιάς πραγματοποιούσε ενέδρες. Ξύλινο ομοίωμα μπριγαντίνου του 19ου αι. 64

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΙΘΟΥΣΑ VI

Η Μύκονος και η θάλασσα Όταν το καλοκαίρι του 1977 άρχισε η εκσκαφή του οικοπέδου για την ανέγερση της Αίθουσας VI, ο χειριστής του μηχανήματος βρέθηκε μπροστά σε ένα θαμμένο κτίσμα. Η εκχωμάτωση που συνεχίστηκε με το φτυάρι αποκάλυψε ένα χτισμένο θόλο που συνεχιζόταν προς τα κάτω με τα τοιχώματα του λαξεμένου βράχου και κατέληγε σε πηγάδι. Έτσι λοιπόν βρέθηκε το πηγάδι του Μερμελέχα που το νερό του δεν ήταν αλμυρό παρότι βρίσκεται τόσο κοντά στη θάλασσα. Παραδίπλα του ήταν χωμένο ένα πελώριο σπασμένο πιθάρι. Όταν λοιπόν βρέθηκε το πηγάδι του Μερμελέχα, άλλαξαν επιτόπου τα σχέδια της νέας αυτής μουσειακής αίθουσας και αποφασίστηκε να διατηρηθεί το πηγάδι σαν ζωντανό έκθεμα. Και αφού για αιώνες τα εμπορικά ή πειρατικά καράβια έπαιρναν νερό από τα παραλιακά πηγάδια του νησιού, έγινε προσπάθεια να ξαναζωντανέψει η διαδικασία της ύδρευσης με το να σκαρωθεί και να εκτεθεί, απέναντι από το πηγάδι του Μερμελέχα, ένα πολεμικό καράβι της εποχής του 1821, σαν εκείνα που είχαν οι αγωνιστές και ήρωες της ελληνικής επανάστασης, Μαντώ Μαυρογένους και Φραγκιάς Φαμέλης. Σε αυτό όμως το καράβι, μόνο το σκαρί αποτελεί ομοίωμα. Όλα τα εξαρτήματά του και ο οπλισμός που υπάρχει πάνω και γύρω του είναι αυθεντικά και πήραν, κατά το δυνατόν, τις λειτουργικές

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

65


ΑΙΘΟΥΣΑ VI

Η Μύκονος και η θάλασσα

Το μυκονιάτικο προεπαναστατικό σιτοκάραβο (μπρίκι) ‘Παναγιά Τουρλιανή’, ναυπηγημένο το 1814.

θέσεις τους. Έτσι το μπρίκι αυτό του 1821, που στην πραγματικότητα είναι ένα τμήμα καραβιού, μήκους οκτώ μέτρων, όσο δηλαδή επέτρεπε ο διαθέσιμος χώρος, είναι φυσικού μεγέθους και στο κατάστρωμά του έχουν πρόσβαση οι επισκέπτες του μουσείου. Εκεί προβάλλουν από τις μπουκαπόρτες τα παλιά εμπροσθογεμή κανόνια που μετακινούνται σε ξύλινους κιλλίβαντες (δίτροχο όχημα) με σχοινοδεσιές ασφαλείας. Παραδίπλα βρίσκονται η κάσα με τις μπάλες, το τιμόνι με το δοιάκι (λαβή), ο αργάτης (ανυψωτικό μηχάνημα) που ανασέρνει την επίσης παλιά άγκυρα, το άλμπουρο, οι μακαράδες (τροχαλίες), το λαδοφάναρο και η καμπάνα της πλώρης, όπως και τόσα άλλα. Η μελέτη των λεπτομερειών κατασκευής του σκάφους, παρουσίασε ένα πλήθος προβλήματα και γι’ αυτό κράτησε τρία χρόνια. Την υλοποίηση βάσει των σχεδίων, πραγματοποίησε ο παλιός και έμπειρος καραβομαραγκός Σταύρος Κόχειλας, ο Καριώτης. Σε μια προθήκη της ίδιας αίθουσας συγκεντρώθηκε και παρουσιάζεται ένας αριθμός από μοντέλα μυκονιάτικων καϊκιών, ενώ σε μιαν άλλη μεγαλύτερων μυκονιάτικων καραβιών του 19ου αιώνα. Τα ξύλινα αυτά ομοιώματα είναι έργα Μυκονιατών τεχνιτών ή ναυτικών που είχαν υπηρετήσει στα σκάφη αυτά και έτσι συστήνουν αξιόλογες ιστορικές μαρτυρίες. Τέλος αποτελούν και δείγματα τοπικής λαϊκής τέχνης του είδους.

66

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


Μαντώ Μαυρογένους (1796/7-1840) Η Μαντώ Μαυρογένους ήταν ηρωίδα στον αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας (1821-1829). Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 από εύπορη ελληνική οικογένεια. Πατέρας της ήταν ο έμπορος Νικόλαος Μαυρογένης, και η μητέρα της η Μυκονιάτισσα αρχόντισσα Ζαχαράτη Αντωνίου Χατζή Μπατή. Ο πατέρας ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας στην οποία συμμετείχε και εκείνη ενεργά από το 1820. Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης πήγε στην Μύκονο και ξεσήκωσε τους κατοίκους της εναντίον των Τούρκων. Με πλοία (δύο εξοπλισμένα με έξοδά της) καταδίωξε τους πειρατές που λυμαίνονταν τις Κυκλάδες και αργότερα πολέμησε στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Για τον Αγώνα διέθεσε όλη της την περιουσία. Για τη δραστηριότητά της συνολικά, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας της απένειμε -τιμή μοναδική σε γυναίκα- το αξίωμα του επίτιμου αντιστράτηγου και της παραχώρησε κεντρικό σπίτι στο Ναύπλιο. Μετά την Επανάσταση, απογοητευμένη από την άτυχη ερωτική περιπέτειά της με το Δημήτριο Υψηλάντη και καταδιωγμένη από τον Ιωάννη Κωλέττη, ξαναγύρισε στη Μύκονο κι έπειτα από λίγα χρόνια πέθανε στην Πάρο το 1840 πολύ φτωχή και λησμονημένη.

Γύρω στους τοίχους υπάρχουν κάδρα με παλιές υδατογραφίες γνωστών μυκονιάτικων καραβιών του 19ου αιώνα, παλιών φορτηγών βαποριών μυκονιάτικης πλοιοκτησίας και μια μεγάλη σειρά, ιδιαίτερης σημασίας, από χάρτες και διαγράμματα της Μυκόνου, όπως την είδαν περιηγητές και γεωγράφοι που την επισκέφτηκαν τους τελευταίους έξι αιώνες. Υπάρχουν επίσης κάδρα με ατμοκίνητα βαπόρια που εξυπηρετούσαν συγκοινωνιακά τη Μύκονο και τις Κυκλάδες μέχρι και την εποχή του Μεσοπολέμου. Στον ενδιάμεσο χώρο της αίθουσας βρίσκονται άλλα δύο εμπροσθογεμή κανόνια, μεγάλες καραβοκασέλες, τρεις προθήκες με σύνεργα πλοήγησης καραβιών, όπως κανοκιάλια, εξάντες, βαρόμετρα κ.ά., μεγάλα ομοιώματα δύο έως τρεισήμισι μέτρων μικρών σκαφών του Αιγαίου, όπως της μπελούς και της τράτας, παλιά εργαλεία ψαρικής και άλλα του καραβομαραγκού. Όλα αυτά μαζί συνθέτουν μία ατμόσφαιρα που διηγείται πολλά για την πραγματικότητα της θαλασσινής ζωής της Μυκόνου του παρελθόντος.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

67


ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Παράρτημα 1

Το Σπίτι της Λένας


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ

Ένα μυκονιάτικο σπίτι του 19ου αιώνα ‘Το Σπίτι της Λένας’ είναι ένα από τα παραρτήματα του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου. Το 1970 οι Μυκονιάτες Γιώργος και Ιωάννα Δρακοπούλου δώρισαν στο ίδρυμα Λαογραφική Συλλογή Μυκόνου, μια μονώροφη οικοδομή του 19ου αιώνα μαζί με την παλιά της επίπλωση, στην κεντρική συνοικία της Χώρας, στα Τρία Πηγάδια. Ανοιχτό στο κοινό, ‘Το Σπίτι της Λένας’ λειτουργεί ως αυτόνομη μονάδα, όπου οι επισκέπτες μπορούν να ανακαλύψουν ένα τυπικό μεσοαστικό μυκονιάτικο σπίτι του 19ου αιώνα. Η διάταξη του σπιτιού αυτού παρουσιάζει την τυπική διαίρεση της εποχής του: μια μεγάλη σάλα εμπρός με καμάρα στη μέση για τη στήριξη της οροφής και δύο μικρότερα δωμάτια στο βάθος. Επιπλέον υπάρχουν δύο μικρές αυλές, στη μία από τις οποίες βρίσκεται ένα ομοίωμα περιστεριώνα και ακόμα ένας βοηθητικός χώρος. Ονομάσαμε το σπίτι αυτό ‘Το Σπίτι της Λένας’ από την τελευταία ιδιοκτήτριά του, τη Λένα Σκριβάνου. Η επίπλωσή του, που έχει εμπλουτιστεί από τους δωρητές και το Λαογραφικό Μουσείο με σύγχρονά του στοιχεία, είναι γενικά του 19ου αιώνα ή και παλαιότερη. Στη μέση της σάλας, με τη βαρύτιμη κρεμαστή λάμπα πετρελαίου, βρίσκεται ένα τρίκλινο παλιό τραπέζι με κυκλαδικού τύπου καρέκλες αλλά και κάποιες προγενέστερες. Υπάρχουν ακόμα ένα σαλονάκι, ένα χαμηλό σκρίνιο, ένα κομό, μια κονσόλα, ένα μαγκάλι, ένα κοπανέλι και ωραίες ξυλόγλυπτες κασέλες. Στους τοίχους μπορούμε να θαυμάσουμε πολύτιμα κεντήματα μέσα σε πλαίσια, παλαιούς καθρέφτες, μια σειρά από μεγάλες γαλλικές γκραβούρες και διακοσμητικά πιάτα του 19ου αιώνα, που ένα από αυτά απεικονίζει 70

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ

Ένα μυκονιάτικο σπίτι του 19ου αιώνα το πλοίο ‘ Όθων’, έργο του ζωγράφου Ανδρέα Κριεζή (1816-1880). Στην αριστερή κρεβατοκάμαρα δεσπόζει το ζωγραφισμένο ολόχρυσο κρεβάτι βιεννέζικης κατασκευής, ένα λαβομάνο, μια λεκάνη με την κανάτα της, ένας καθρέφτης, μια ντουλάπα, ένας καναπές, ένα μπαούλο χρονολογημένο το 1836, ένα εντοιχισμένο ντουλάπι και ένα ράφι με διάφορα παλιά οικιακά σκεύη. Οι τοίχοι διακοσμούνται με κάδρα, μια φορητή εικόνα και μια στεφανοθήκη. Στη δεξιά κρεβατοκάμαρα βρίσκονται ένα διπλό καρυδένιο κρεβάτι, μια ντουλάπα με καθρέφτη, ένα έπιπλο τουαλέτας, μια μεγάλη κασέλα, ένας αυτοσχέδιος μπιντές, καθώς και αυθεντικές παλιές καρέκλες και πολυθρονάκια του οίκου Thonet της Βιέννης. Υπάρχει ακόμα ένα εντοιχισμένο ντουλάπι, ενώ οι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με παλιές γκραβούρες. ‘Πομπηία’ Ελαιογραφία της Μ. Ιγγλέση.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

71


ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Παράρτημα 2

Το Αγροτομουσείο στο Μύλο του Μπόνη


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Μία υπαίθρια αγροτική εγκατάσταση

Το Αγροτομουσείο Μυκόνου ιδρύθηκε ουσιαστικά ως ώριμη σκέψη και με την αφορμή του 1ου Συμποσίου Λαογραφικών Μουσείων της Ελλάδας, που πραγματοποιήθηκε στη Μύκονο το 1984. Ο μύλος του Μπόνη, χτίσμα πιθανά του 16ου αιώνα, βρίσκεται στις παρυφές της Χώρας και είναι ένας από τους επονομαζόμενους Απάνω Μύλους, ενώ η ονομασία του είναι πλέον και τοπωνύμιο. Ανήκε κάποτε στην οικογένεια Μπόνη, οικογενειακό όνομα με ενετικές και κρητικές ρίζες. Το Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου απέκτησε τον ανεμόμυλο αυτό το 1962. Ενσάρκωσε την ιδέα ενός υπαίθριου μουσείου και περιέλαβε ως εκθέματά του το μύλο του Μπόνη και ορισμένες νεότερες επιπρόσθετες αγροτικές εγκαταστάσεις στον περιβάλλοντα χώρο (αλώνι, περιστεριώνας, φούρνος), σε μια προσπάθεια να αναδειχθούν κάποιες από τις αγροτικές ασχολίες και συνήθειες του νησιώτη αγρότη. Το αλώνι, ο μύλος και ο φούρνος είναι οι τρεις εγκαταστάσεις που συνθέτουν την μεταποιητική αλυσίδα σιτάρι - αλεύρι - ψωμί, που για πολλούς αιώνες εξασφάλιζε στο Μυκονιάτη τη βασικότερη τροφή του, το ψωμί. Στη Μύκονο, φαίνεται πως ιδιοκτησίες μεγάλων εκτάσεων γης δεν υπήρξαν ούτε κατά την περίοδο του Βυζαντίου αλλά ούτε και κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας ή αργότερα της Τουρκοκρατίας. Ίσως λόγω του μειωμένου οικονομικού ενδιαφέροντος από τους κατακτητές αλλά και λόγω της γενικότερης οργάνω74

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Μία υπαίθρια αγροτική εγκατάσταση σης και τρόπου λειτουργίας της κοινωνίας του νησιού, η γη ήταν από τότε και συνεχίζει να είναι τετμημένη σε μικρά αγροτεμάχια που ορίζονται από τις ξερολιθιές. Εκεί μέσα υπήρχε η αγροικία με τις όμορες βοηθητικές αγροτικές εγκαταστάσεις της, οργανωμένη σε μια ολοκληρωμένη αυτόνομη οικονομική μονάδα. Πρόθεση του Αγροτομουσείου είναι να διασώσει και να συντηρήσει ζωντανό, όσο αυτό είναι εφικτό, το μεταποιητικό κύτταρο της αγροτικής νησιωτικής Ελλάδας, που στη Μύκονο ονομάζεται χωριό και που δεν πρέπει να διαφέρει πολύ από την αντίστοιχη αγροικία της Ελληνιστικής περιόδου, το ‘χωρίον’. (βλέπε Συνοπτική ιστορία της Μυκόνου). Στο Αγροτομουσείο Μυκόνου υπάρχουν επίσης ομάδες εργαλείων και μηχανημάτων της προβιομηχανικής ή πρωτοβιομηχανικής εποχής, που παίρνουν λειτουργικές θέσεις στις υπάρχουσες αγροτικές εγκαταστάσεις του μουσείου. Τα εργαλεία και τα μηχανήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγή και στη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων. Για να λειτουργήσουν, εξυπηρετούνταν από τον ανθρώπινο μόχθο (χειροκίνητα ή ποδοκίνητα εργαλεία και μηχανήματα), από υποζύγια (μεταφορές, άροση, αλώνισμα, ελαιοτριβεία, μύλοι σουσαμιού, μαγκανοπήγαδα κ.ά.) ή ακόμη και από πρωτογενείς εκμεταλλεύσεις φυσικών μορφών ενέργειας (ανεμόμυλοι, υδρόμυλοι).

Ο μύλος του Γερώνυμου σε λειτουργία (δεκαετία ’50).

Ο μύλος του Μπόνη και ο μύλος του Πεντάρα σε επιζωγραφισμένη καρτ-ποστάλ της δεκαετίας του ’50. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

75


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Ο Μύλος του Μπόνη Εδώ και πολλούς αιώνες, ο άνθρωπος αξιοποίησε την αιολική ενέργεια πρωταρχικά στη ναυσιπλοΐα. Σιγά-σιγά, ανεμομηχανοκίνητα συστήματα αναπτύχθηκαν και εξελίχθηκαν στην ξηρά, αυξάνοντας έτσι την αγροτική παραγωγικότητα. Αρκετά πριν κάνει την εμφάνισή του ο ανεμόμυλος στην Ευρώπη, οι Πέρσες και οι Άραβες είχαν ήδη σε χρήση μύλους και αντλίες νερού που λειτουργούσαν μηχανικά με ιστιοτροχούς εδάφους. Στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την ύστερη Βυζαντινή περίοδο, τις αντίστοιχες λειτουργίες τις εξυπηρετούσαν ξύλινα μηχανήματα, που ήταν ακόμη χειροκίνητα ή τα κινούσαν ζώα, ενώ νερόμυλοι εμφανίζονται συχνά σε περιοχές πλούσιες σε νερό. Οι ερευνητές δεν είναι σίγουροι για το ποιοι εφηύραν τους ανεμόμυλους με υπερυψωμένο ιστιοτροχό. Πότε και πού χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά είναι επίσης ανεξακρίβωτο. Η επαναστατική αυτή ανακάλυψη ήρθε πιθανότατα στην Ευρώπη από τη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά την περίοδο των Σταυροφοριών, κατά τα τέλη του 12ου ή τις αρχές του 13ου αιώνα. Το Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη που έδρασε στη Ρόδο (14ος -15ος αιώνας) έπαιξε προφανώς καθοριστικό ρόλο στη διάδοση της τεχνολογίας αυτής, μιας και βρήκε ευνοϊκές συνθήκες στις ανεμοδαρμένες περιοχές του Νοτίου Αιγαίου. Στην Ηπειρωτική Ελλάδα ανεμόμυλοι χτίζονταν σπάνια, με εξαίρεση παραλιακές περιοχές, τις οποίες πιάνει ο άνεμος και έχουν άμεση επαφή με τα νησιά, όπως η Ανατολική Πελοπόννησος και η Χαλκιδική. Εξαίρεση είναι οι ανεμόμυλοι στο ανεμόδαρτο οροπέδιο της Τρίπολης. Η ύπαρξη ανεμόμυλων στη νησιωτική Ελλάδα τεκμηριώνεται επίσημα στις αρχές του 15ου αιώνα (Buondelmonti manuscript, 1421). Φαίνεται πως κατά την άστατη και ανασφαλή περίοδο που ακολούθησε την πτώση του Βυζαντίου, ο ανεμόμυλος γίνεται για τους νησιώτες εξίσου απαραίτητος για την επιβίωσή τους όπως η στέρνα, το αλώνι ή ο φούρνος. Κατά το18ο αιώνα, η ναυσιπλοΐα επανακάμπτει στη Μεσό76

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Ο Μύλος του Μπόνη γειο ενώ το εμπόριο ακμάζει κατά μήκος των θαλάσσιων δρόμων που ένωναν την Ευρώπη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εξάλλου, η ευνοϊκή για την ελληνική ναυσιπλοΐα συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) οδήγησε σε μεγαλύτερη ανάπτυξη τη ναυτιλία των νησιών. Οικονομικοί πόροι αυτής της περιόδου θα επενδυθούν και στην αγορά ανεμόμυλων. Σε συνδυασμό με το εμπόριο, που σιγά-σιγά αρχίζει να αναπτύσσεται, οι μύλοι θα αποτελέσουν μια πρώτη βιοτεχνική εγκατάσταση. Την περίοδο αυτή, οι νησιώτες καθώς και οι Μυκονιάτες, συνεχίζουν να χρησιμοποιούν αυτή την αγροτική μεταποιητική μονάδα, τον ανεμόμυλο, όχι μόνο με σκοπό την επιβίωση, αλλά για το οικονομικό όφελος από τη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων (σιτηρών) που μεταφέρονταν στο νησί. Έτσι ενισχύθηκε ένα δίκτυο τοπικού εμπορίου εκτός Μυκόνου, που είχε αρχίσει ήδη να διαμορφώνεται από την πρότερη πειρατική δράση στα νησιά. Η παρουσία μύλων σε σύμπλεγμα τεσσάρων έως δέκα μονάδων, κατά το 18ο αιώνα, γίνεται σύνηθες φαινόμενο στις Κυκλάδες. Στα συμπλέγματα αυτά υπήρχε η δυνατότητα αλέσματος ποσοτήτων πολύ μεγαλύτερων από την τοπική παραγωγή. Το γεγονός αυτό έφερε ευημερία στη Μύκονο, όπως και σε άλλα νησιά, αφού εκτός από το όποιο εμπόριο που αναπτύχθηκε, έγινε και λιμάνι ανεφοδιασμού για τα διερχόμενα πλοία (κυρίως με παξιμάδι). Είναι πάντως διαπιστωμένο πως κατά τα τέλη του 18ου έως τα μέσα 19ου αιώνα, λειτουργούσαν στη Μύκονο 28 ανεμόμυλοι. Εκτός από τη Χώρα με τις ανεμώδεις παρυφές της, μύλοι λειτουργούσαν και στην Άνω Μερά. Η υψηλή συχνότητα του ανέμου στη Μύκονο ευνόησε κατά την περίοδο αυτή την επιχείρηση άλεσης αλλά και εμπορίας σιτηρών, που ήταν μέρος της προβιομηχανικής μεταποιητικής αλυσίδας σιτάρι - αλεύρι - ψωμί. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Μύλος του 1870 στον Μπάσουλα της Άνω Μεράς (του Σπύρου Παπουτσά).

Ο μύλος του Πεντάρα κάτω ακριβώς από το Μύλο του Μπόνη. (δεκαετία του ’60).

77


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Ο Μύλος του Μπόνη

Η καύσιμη ύλη για τους φούρνους, τα φρύανα, μεταφέρονταν με τα ζώα (1955). Πάνω: Η προετοιμασία της φτερωτής για το άλεσμα.

78

Η ιδιοκτησία των μύλων ήταν συνήθως συνεταιριστική, η μερίδα αντιστοιχούσε με μια κεραία από τη φτερωτή του μύλου και η φορολογία ήταν διαφορετική από νησί σε νησί. Οι ιδιοκτήτες τους ήταν εύποροι κτηματίες, έμποροι, ναυτικοί, ενοικιαστές φορολογικών προσόδων κ.ά., ενώ κατείχαν οικονομική ισχύ και εξουσία στα πλαίσια της εκάστοτε τοπικής κοινωνίας. Κάποιοι από αυτούς ήταν απασχολούμενοι με τις καλλιέργειες, και ταυτόχρονα ιδιοκτήτες αποθηκών σίτου, καθώς και φούρνων. Μύλοι ανήκαν και σε μοναστήρια (π.χ. Παναγιά Τουρλιανή), συχνά ως αποτέλεσμα δωρεών. Η εκμετάλλευση του ανεμόμυλου γινόταν συνήθως με πάχτωμα σε επαγγελματία μυλωνά, ο οποίος αμειβόταν συνήθως με το 10% του αλέσματος για αλεστικά. Προς την τελευταία φάση λειτουργίας των μύλων, στα μέσα 20ου αιώνα, συναντάται πιο συχνά το φαινόμενο, ιδιοκτήτες μύλων να γίνονται οι μυλωνάδες. Έτσι η άλεση και η εμπορία δημητριακών που έφταναν με καΐκια από άλλες, όχι τόσο ανεμώδεις περιοχές, άφηνε στη Μύκονο όχι μόνο κέρδος, αλλά και μεγάλες ποσότητες από αλεύρι. Τα κέρδη αυτά αλλά και το πλεόνασμα από το αλεύρι που δεν ήταν δυνατό να αναλωθεί όλο στην τοπική αγορά, τροφοδότησαν με ψωμί και παξιμάδι (καψιμάδι) τη επόμενη μεταποιητική φάση της αλυσίδας. Στους μεγάλους φούρνους της Χώρας της Μυκόνου που έκαιγαν φρύγανα ως καύσιμη ύλη, γινόταν η μεταποίηση των αλεύρων σε εξαγώγιμο παξιμάδι. Το ανθεκτικό αυτό αρτοσκεύασμα ήταν περιζήτητο από τα διερχόμενα καράβια, μιας και η Μύκονος έτυχε να βρίσκεται πάνω στην πολυσύχναστη γραμμή ναυσιπλοΐας της Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Ο Μύλος του Μπόνη δυτικής Μεσογείου, Σμύρνης και Μαύρης Θάλασσας. Η εκμετάλλευση λοιπόν της αιολικής ενέργειας και του αυτοφυούς θάμνου, του φρυ(γ)άνου, στάθηκε για αιώνες σημαντικός πόρος διαβίωσης των Μυκονιατών. Υπάρχουν πράγματι πολλοί λόγοι για τη δημοτικότητα του ανεμόμυλου στις Κυκλάδες. Με τη νέα αυτή τεχνολογία, οι κάτοικοι μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν μια άφθονη πηγή ενέργειας, τον αέρα, βελτιώνοντας έτσι τις συνθήκες διαβίωσής τους, στις μικρές και απομακρυσμένες κοινότητες που ζούσαν. Οι Κυκλάδες είναι μια από τις πιο τις ανεμώδεις περιοχές της Μεσογείου και ιδιαίτερα η Μύκονος, όπου οι ημέρες με απόλυτη άπνοια κατά μέσο όρο δεν υπερβαίνουν τις δέκα το χρόνο. Επιπλέον επικρατούν σχεδόν πάντα οι βόρειοι άνεμοι. Τον Ιούλιο, για παράδειγμα, οι άνεμοι βορείου τομέα στο Φάρο Αρμενιστής Μυκόνου καλύπτουν κατά μέσο όρο τα 86% των περιπτώσεων. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την έλλειψη νερού ως κινητήριας δύναμης, την έλλειψη χαμηλής υγρασίας που καταστρέφει τα πανιά και τα εξωτερικά ξύλινα μέρη του μηχανισμού, αλλά και την ύπαρξη εξαιρετικής ποιότητας μυλόπετρας, είναι οι κύριοι λόγοι για την ανάπτυξη του ανεProf. Soichi Hata’s μόμυλου στις Κυκλάδες. Study Group, 1990 Επιπρόσθετα, κατά την περίοδο εκείνη που το σιτάρι και το κριθάρι ήταν τα κύρια συστατικά της διατροφής, ο ανεμόμυλος ήταν η μηχανή που εξοικονομούσε χρόνο και μόχθο στη διαδικασία αλέσματος των σιτηρών. Ο Μυκονιάτης ανεμόμυλος, είναι μια βαριά τριώροφη κυλινδρική λιθόκτιστη οικοδομή. Το υπερυψωμένο ισόγειο χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και τη ζύγιση του σιτοκρίθαρου, ενώ μια επιτοίχια στενή πέτρινη σκαλίτσα ανεβάζει τον φορτωμένο με (τ)σουβάλια αλεύρι μυλωνά στους ορόφους. Στο μεσαίο όροφο, που ονομάζεται πατάρι, συγκεντρώνεΛ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

79


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Ο Μύλος του Μπόνη

Το ζύγισμα του αλευριού μετά το άλεσμα.

80

ται το αλεύρι που καταρρέει από τις μυλόπετρες, ενώ στο δεύτερο όροφο λειτουργεί το πανάρχαιο αλεστικό μηχάνημα. Κάθε ανεμόμυλος έχει τέσσερα ανοίγματα: μια βαριά εξώθυρα με μικρή θυρίδα στο ισόγειο και δύο παραθυράκια σε διαμετρικές θέσεις στο δεύτερο όροφο, το ένα από τα οποία είναι πάνω από την εξώθυρα. Υπάρχει ακόμα η τρύπα του κάτη (γάτου) στον τοίχο του μύλου, για να μπαινοβγαίνει ελεύθερος ο μικρός αίλουρος που κυνηγά τα ποντίκια αλλά και τα πουλιά που καταστρέφουν με τις φωλιές τους την τούρλα (στέγη) του μύλου. Την τούρλα τη συνθέτουν καλαμωτές που επικαλύπτονται με πυκνές στρώσεις από ξερά βούρλα. Ο ανεμοτροχός ή καλύτερα ο ιστιοτροχός του ανεμόμυλου του Αγροτομουσείου Μυκόνου έχει δώδεκα ξύλινες αντένες που όλες μαζί ονομάζονται φτερωτή. Ισάριθμα είναι και τα τριγωνικά πανιά, η ανάπτυξη των οποίων (κατά τη λειτουργία του μύλου) ρυθμίζεται ανάλογα με την ταχύτητα του ανέμου. Είναι διαπιστωμένο πως ο ανεμόμυλος λειτουργεί με ασφάλεια όταν η ταχύτητα του ανέμου κυμαίνεται μεταξύ 2 και 6 μονάδων της ανεμομετρικής κλίμακας Μποφόρ. Με ορμητικότερο άνεμο, υπάρχει κίνδυνος ζημιών στο μηχάνημα. Ο ανεμοτροχός στρέφει τον ογκώδη ξύλινο άξονα, μήκους οκτώ μέτρων και διατομής 32 x 35 εκ., ο οποίος με τη σειρά του περιστρέφει τη μεγάλη κατακόρυφη οδοντωτή ρόδα, τα δόντια της οποίας εφαρμόζουν στις υποδοχές τού επίσης κατακόρυφου γραναζιού πάνω σε άξονα, του φαναριού. Στον τελευταίο αυτό άξονα έχει στερεωθεί η ανώτερη περιστρεφόμενη οριζόντια μυλόπετρα. Η απόσταση μεταξύ της περιστρεφόμενης ανώτερης και της σταθερής κατώτερης μυλόπετρας ρυθμίζεται με μικρό μοχλό. Από το ταγάρι, το δερμάτινο σάκο που κρέμεται από την οροφή, ο καρπός διοχετεύεται κατάλληλα στο κέντρο μέσα από τις δύο επάλληλες στρογγυλές μυλόπετρες όπου και συνθλίβεται. Το αλεύρι με την Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Ο Μύλος του Μπόνη περιστροφή και τη φυγόκεντρο δύναμη, μαζεύεται στην περιφέρεια του αλεστικού αυτού συστήματος, από όπου πέφτει και γεμίζει τους σάκους στο πατάρι του κάτω ορόφου. Ο ρυθμός παροχής του καρπού από το ταγάρι στις μυλόπετρες ρυθμίζεται αυτόματα από την ταχύτητα άλεσης, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από την περιστροφή του ανεμοτροχού. Την καθεμιά από τις μυλόπετρες συνθέτει ένας αριθμός από ειδικές πέτρες της Μήλου (μυλόπετρες) που τις περισφίγγει κυκλικά και τις συσσωματώνει ένα σιδερένιο στεφάνι. Κατά καιρούς ο μυλωνάς πρέπει να χαρακώνει με καλέμι τις μυλόπετρες. Ο ξύλινος άξονας του μύλου εδράζεται στο μαξιλάρι, ένα κατάλληλα διαμορφωμένο κομμάτι σκληρού ξύλου που παίζει το ρόλο ζευκτή τριβέα, δηλ. κουζινέτου. Όταν φθαρεί, αντικαθίσταται. Το λιπαντικό που χρησιμοποιείται για να διευκολύνει την περιστροφή αλλά και για να μειώσει τη θερμοκρασία της τριβής είναι η παχιά σαπουνάδα, μιας και το ξίγκι (χοιρινό λίπος) αναφλέγεται εύκολα λόγω της τριβής του άξονα. Ολόκληρο το βαρύ σύστημα ανεμοτροχού, άξονα, ρόδας μαζί με τη στέγη του μύλου, είναι δυνατό να στραφεί περί του κατακόρυφου άξονα (που βρίσκεται στο κέντρο του κυκλικού κτίσματος), ώστε κάθε φορά να προσανατολίζεται στην πνοή του ανέμου. Η επίπονη αυτή περιστροφή πραγματοποιείται σιγά σιγά από τον μυλωνά, με ένα μεγάλο σιδερένιο μοχλό που για υπομόχλια χρησιμοποιεί μια σειρά από τρύπες που έχουν διαμορφωθεί σε ένα γύρο στο εσωτερικό τού επάνω μέρους τού τοίχου τού μύλου. Η πολύ κουραστική αυτή διαδικασία της περιστροφής του μύλου δεν επαναλαμβανόταν πολύ συχνά στη Μύκονο, εξαιτίας της μεγάλης συχνότητας των βορείων ανέμων. Η υψηλής στάθμης τεχνική των ανεμόμυλων του Αιγαίου αποτελεί θαυμαστό δείγμα λαϊκής μηχανολογικής σοφίας που διαμορφώθηκε με την πάροδο των αιώνων. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Ο εσωτερικός μηχανισμός άλεσης του μύλου.

81


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Το σπίτι του μυλωνά Πολύ κοντά στον ανεμόμυλο (ΝΔ) αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο υπάρχει το σπιτάκι του μυλωνά που πρέπει να έχει την ηλικία του μύλου. Πρόκειται για κλασική κυβόμορφη επιπεδόστεγη αγροτική οικοδομή που έχει διατηρηθεί ακριβώς όπως ήταν τότε που στέγαζε τους ιδιοκτήτες αγρότες μυλωνάδες. Στο ξύλινο πατάρι του ξάπλωνε κάποτε για ύπνο ολόκληρη η οικογένεια του μυλωνά, ενώ ο μα(γ) ερειός (πρωτόγονο τζάκι) με τον κάπασο (καπνοδόχος) εξασφάλιζε τις διαδικασίες του μαγειρέματος και της θέρμανσης. Στο σπιτάκι αυτό φιλοξενείται προσωρινά η σημαντική Συλλογή από Παλιά Αγροτικά Εργαλεία, όπως ξύλινα ησιόδεια άροτρα, σβάρνες κ.ά., αλλά και χειροκίνητα ή ποδοκίνητα αγροτικά μηχανήματα (μηχανικά κόσκινα, τριέρια κ.ά.) του παρελθόντος.

Το αλώνι

Λίχνισμα με δεκριάνι στην περιοχή Μουρζικά (1994).

82

Το αλώνι είναι ένας χώρος κυκλικός με διάμετρο 5-6 μέτρα, επίπεδος και στρωμένος με πλάκες ή με επίχρισμα πάχους 3-4 εκ. Βρίσκεται χαμηλότερα από το έδαφος και περιφράσσεται με όρθιες πλάκες (σχιστόλιθος), τοποθετημένες η μία δίπλα στην άλλη σε όλη την περίμετρο. Το αλώνισμα είναι το πρώτο στάδιο μετά το θερισμό του σιταριού ή του κριθαριού. Τα υποζύγια (τα μουλάρια ή τα γαϊδούρια), κάτω από την προσεκτική καθοδήγηση του ιδιοκτήτη τους (αλωνάρης), συνθλίβουν τον καρπό πάνω στο αλώνι και έτσι οι πολύτιμοι σπόροι διαχωρίζονται από τα άχυρα. Το επόμενο βήμα είναι το λίχνισμα: τα άχυρα πετιούνται ψηλά με το δεκριάνι (ξύλινη πιρούνα) και ο καρπός, καθώς πέφτει στο αλώνι, ξεχωρίζει από τα άχυρα που παρασύρονται πιο μακριά με τη βοήθεια του ανέμου. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Το αλώνι Στη συνέχεια ο καρπός μαζεύεται, κοσκινίζεται, ξηραίνεται και φυλάσσεται σε τσουβάλια. Τα άχυρα θα χρησιμεύσουν ως ζωοτροφή. Λόγω του τουρισμού, η παραγωγή δημητριακών στη Μύκονο έχει μειωθεί δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες. Πολλά από τα αχρησιμοποίητα αλώνια συνεχίζουν να βρίσκονται κοντά σε παλιές αγροικίες, τα χωριά.

Αλώνισμα στην περιοχή Μουρζικά (1994).

Ο φούρνος

Το τελευταίο και αρκετά σημαντικό στάδιο της μεταποιητικής αλυσίδας σιτάρι - αλεύρι - ψωμί είναι ο φούρνος. Στη Μύκονο, κάθε αγροικία είχε τον υπαίθριο Ο φούρνος φούρνο της, ενώ στους μικρούς συνοικισμούς υπήρχαν του Αγροτομουσείου. και κοινόχρηστοι φούρνοι. Από τις αρχές του 18ου αιώνα στη Χώρα της Μυκόνου, μεγάλοι φούρνοι παρήγαγαν όχι μόνο το ψωμί αλλά και το καψιμάδι (παξιμάδι), μια παραγωγή που δεν απευθυνόταν μόνο στις τοπικές ανάγκες. Οι φούρνοι αυτοί κάποια εποχή πλησίασαν τους 20 με 25. Με τα προϊόντα τους, κυρίως παξιμάδι, προμήθευαν και τα περαστικά πλοία εξασφαλίζοντας σημαντικά έσοδα για το νησί. Κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου (1770-1774), οι φούρνοι αυτοί εξυπηρέτησαν και τις ανάγκες του ρωσικού στόλου. Η καύσιμη ύλη για τους φούρνους ήταν τα φρύ(γ)ανα, θάμνοι που βρίσκονται σε αφθονία στο νησί. Στις μέρες μας υπάρχει ακόμα ο παραδοσιακός φούρνος Ο παραδοσιακός φούρνος του Γιώρα. του Γιώρα με τις χαρακτηριστικές καμάρες (αψίδες) του, που βρίσκεται στο Νιοχώρι, κοντά στους Κάτω Μύλους. Είναι ο μοναδικός που χρησιμοποιεί ακόμα ως καύσιμη ύλη φρύανα και καυσόξυλα για να παράγει καθημερινά ζυμωτό ψωμί και παξιμάδι. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

83


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Το πατητήρι

Άσπρη Ξερομαχαιρού. Μαύρη Ασκαθαριά.

Κοντά στο αλώνι βρίσκεται και ένα άλλο μεταποιητικό κτίσμα. Είναι το πατητήρι, μια παραδοσιακή αγροτική κατασκευή για το πάτημα των σταφυλιών, που συνεχίζει ακόμη και στις μέρες μας να λειτουργεί στο νησί. Η τοπική παραγωγή κρασιού μειώθηκε δραματικά κατά τις δεκαετίες 1920 και 1930 εξαιτίας της μετανάστευσης, αλλά και αργότερα κατά τις δεκαετίες 1970 και 1980 λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης του τουρισμού. Βέβαια, η παραδοσιακή μέθοδος σύνθλιψης των σταφυλιών στο πατητήρι εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα για την παραγωγή μερικών εκατοντάδων κιλών κρασιού, ποσότητα που καλύπτει πλήρως τις ανάγκες ενός νοικοκυριού.

Η αμπελουργία στη Μύκονο Ο Γιώργος Γαλ. Ξυδάκης, αμπελοκαλλιεργητής και μέλος του Ερασιτεχνικού Οινοελαιουργικού Συνδέσμου Μυκονίων (ΕΡΟΣ), από πρόσφατες καταγραφές του, μας πληροφορεί πως στη Μύκονο ευδοκιμούν κυρίως γηγενείς (κυκλαδίτικες) ποικιλίες αμπέλου. Έτσι, στις λευκές ποικιλίες συγκαταλέγονται το Ασκαθάρι ή Ασκαθαριά, το Κουφόρρωγο, η άσπρη Ξερομαχαιρού ή Ξυλομαχαιρού, το Παριανό (Μονεμβασιά) και το άσπρο Ποταμίσι. Ροζέ ποικιλία είναι το Σερφιώτικο, ενώ στις ερυθρές ποικιλίες συμπεριλαμβάνονται η Κουντούρα (Μαντηλάρι), το Αγιαννιώτικο, το μαύρο Ασκαθάρι ή μαύρη Ασκαθαριά, η μαύρη Ξερομαχαιρού και το μαύρο Ποταμίσι. Στα μυκονιάτικα αμπέλια έβρισκαν καταφύγιο και ένα σωρό άλλες ποικιλίες της υπόλοιπης Ελλάδας που τις έφερναν οι ντόπιοι εντυπωσιασμένοι από τις επιδόσεις τους ή από τις υποσχέσεις των δωρητών τους. Συνήθη ευρήματα αυτής της πληθώρας ποικιλιών είναι: ο Ροδίτης, το Σαββατιανό, το Μοσχάτο, η Μαλαγουζιά, ο Σιδερίτης, το Ασύρτικο, το Αθήρι, το Καριώτικο (Φωκιανό), η Φράουλα, το Ροζακί, το Κέρινο, η Σουλτανίνα και άλλα. Από την δεκαετία του ’90 και έπειτα, με την μόνιμη παρουσία στο νησί 3-4 επιχειρήσεων πώλησης φυτωριακού υλικού και λόγω της διαδεδομένης χρήσης διεθνών ποικιλιών, φυτεύτηκαν εισαγόμενες ποικιλίες όπως Σαρντονέ, Σιρά, Καμπερνέ Σοβινιόν κ.ά. Από το 2004, ο ΕΡΟΣ έκανε αναπαραγωγή ντόπιων ποικιλιών αμπέλου με τη μέθοδο του εμβολιασμού σε αντιφυλλοξηρικά υποκείμενα και με τη συνδρομή του Δήμου Μυκόνου μοιράστηκαν δωρεάν έως τώρα 20.000 έρριζα φυτά αμπέλου στο νησί. Παράλληλα έχουν λάβει χώρα σεμινάρια γεωπονικού και οινολογικού περιεχομένου. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ενεργειών είναι το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια η αμπελουργία στο νησί παρουσιάζει ανάκαμψη. Μαύρη Ποταμισιά στα Χάλαρα.

84

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Το πατητήρι Το πατητήρι είναι μια επίγεια, τετράγωνη, στεγανή δεξαμενή με λείο και σκληρό εσωτερικό επίχρισμα, το κουρασάνι. Το κονίαμα αυτό ήταν ηφαιστειακής προέλευσης, ανάμειξη κεραμάλευρου, υδράσβεστου, θηραϊκής γης (ποζολάνη) και χαλαζιακής άμμου που χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους χρόνους. Σήμερα για στεγανοΠαλαιό διπλό πατητήρι με ποδοχάρι στο Μαράθι. ποίηση, τις περισσότερες φορές, χρησιμοποιείται κονίαμα τσιμέντου και ψιλής άμμου (τσιμεντοκονία). Μέσα σε αυτή τη δεξαμενή, οι αμπελουργοί πατούν τα σταφύλια με γυμνά πόδια. Το γλεύκος (μούστος), ακολουθώντας την κλίση του πυθμένα, καταλήγει σε τρόχη (στόμιο), μέσω του οποίου αποστραγγίζει σε εμπρόσθιο χαμηλότερο στεγανό επίσης υποδοχέα, το ποδοχάρι. Αρχέγονες παραδόσεις που σχετίζονται με την Σερφιώτικο. αμπελουργία και την οινοποίηση, παραμένουν ακόμα ζωντανές. Στα πανηγύρια για παράδειγμα ή στα οικογενειακά χοιροσφάγια, το κρασί ρέει άφθονο. Αξίζει να σημειώσουμε πως στη Μύκονο υπάρχει σήμερα το τοπωνύμιο Ληνώ, που προφανώς προέρχεται από την αρχαία λέξη ληνός (το πατητήρι). Ας μην ξεχνάμε επίσης πως ο θεός του κρασιού και της ευωχίας, ο Διόνυσος, γιος της Σεμέλης, ήταν ιδιαίτερα αγαπητός από την αρχαιότητα, όπως μαρτυρείται και από τα αρχαία Κουντούρα σε απλώτρα. νομίσματα της ελληνιστικής περιόδου του νησιού (βλέπε Συνοπτική Ιστορία της Μυκόνου).

Το πηγάδι και οι στέρνες

Σχεδόν γυμνή από δένδρα η Μύκονος και με χαμηλό ύψος βροχοπτώσεων δεν έχει νερά επιφανείας εκτός από κάποια λαγκάδια (π.χ. η Ρουσουνάρα, το λαγκάδι της Άνω Μεράς κ.ά.), που παρουσιάζουν παροδική ροή το χειμώνα και απορρέουν στη θάλασσα, και από κάποιους ελάχιστους υγρότοπους που στραγγίζουν το καλοκαίρι (π.χ. ο Εμπουρδέχτης). Το γρανιτένιο υπέδαφος, όπου αυτό είναι αποσαθρωμένο ή έχει παχύ σώμα αποθέσεων, κατακρατεί ποσότητες Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

85


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Το πηγάδι και οι στέρνες

Μάγγανος σε λειτουργία.

νερού σε δεξαμενές του υδροφόρου ορίζοντα. Η άντληση του νερού αυτού γίνεται μέσα από τη διάνοιξη πηγαδιών μικρού βάθους. Το νερό των πηγαδιών τροφοδοτεί τις στέρνες. Οι στεγανές επίγειες αυτές κατασκευές ήταν χωρίς σκέπασμα μιας και η μακρόχρονη αποθήκευση νερού σε κλειστή δεξαμενή δεν ήταν απαραίτητη, όπως σε άλλα νησιά (π.χ. Σύρος). Ακόμη και σήμερα, πηγάδια, μαγκανοπήγαδα και λάκκες, παρέχουν κάποιες από τις ποσότητες του νερού για τις περιορισμένες γεωργικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες του νησιού. Βέβαια τα τελευταία είκοσι χρόνια τα μικρά πηγάδια έχουν δώσει τη θέση τους σε μεσαίου βάθους (80-150 μ.) γεωτρήσεις που τροφοδοτούν ξενοδοχειακές μονάδες ή οικιακές χρήσεις, καλλιέργειες και κτηνοτροφία. Παράλληλα, κατασκευάστηκαν και λειτουργούν για τις ανάγκες του Δήμου δύο ταμιευτήρες νερού (φράγματα), συνολικής χωρητικότητας τεσσάρων εκατομμυρίων κυβικών μέτρων, που συλλέγουν βρόχινο νερό και δύο σύγχρονες μονάδες αφαλάτωσης. Το θέμα διαχείρισης των υδάτινων πόρων αξιολογείται και σήμερα ως σοβαρό και επίκαιρο.

86

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

Φυσικός ομβροδέκτης στην περιοχή Λειβαδάκια της Άνω Μεράς.

οδηγός


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Το πηγάδι και οι στέρνες Πριν από την εποχή της υδροδότησης των οικισμών του νησιού μέσω δικτύου ύδρευσης, τα πηγάδια ήταν το σημείο άντλησης του νερού. Από εκεί το μετέφεραν σε κάθε σπίτι με το σταμνί. Την ύδρευση της Χώρας από τα μέσα του 18ου αιώνα έως τη δεκαετία του 1950, την εξασφάλιζαν κυρίως τα τρία δημοτικά πηγάδια, που βρίσκονται στην ομώνυμη θέση στο κέντρο σήμερα της πόλης της Μυκόνου. Υπήρχαν βέβαια και άλλα επτά ή οκτώ δημόσια πηγάδια στην περιοχή της Χώρας. Ο μάγγανος, ο οποίος παρουσιάζεται στο Αγροτομουσείο Μυκόνου, ήταν ξύλινο αρχικά αντλητικό μηχάνημα πηγαδιού με ρόδα, πάνω στην οποία ήταν στηριγμένα πήλινα δοχεία, τα σιγκλιά ή σικλιά που ανασέρναν το νερό από το πηγάδι. Κατά το τέλος του 19ου αιώνα ο μηχανισμός έγινε από χυτοσίδηρο (μαντέμι) που κατασκευαζόταν σε χυτήρια της Σύρου ή του Πειραιά και τα σιγκλιά του έγιναν κι αυτά μεταλλικά. Ένα γαϊδουράκι γύριζε τη ρόδα του μάγγανου στο πηγάδι αντλώντας φρέσκο νερό, διοχετεύοντάς το μέσα σε σκαμμένα κανάλια για να ποτιστούν τα μποστάνια ή οι κήποι. Ακόμα και σήμερα τέτοιοι κήποι τροφοδοτούν την αγορά της Χώρας με λουλούδια, λαχανικά και φρούτα. Τα πουλούν οι χωριανοί περιβολάρηδες που τα μεταφέρουν ακόμα σε κοφίνια με τα γαϊδούρια ή τα μουλάρια τους. Ο γεραν(ι)ός, πιο πρωτόγονος μηχανισμός άντλησης νερού από το πηγάδι, δεν παρουσιάζεται στο Αγροτομουσείο Μυκόνου. Ήταν ένα χοντρό, κάθετο, στερεωμένο ξύλο που λειτουργούσε ως υπομόχλιο, επάνω στο οποίο, σε διάταξη Τ, στηριζόταν ένα λεπτότερο, η αντ(d)ένα. Στη μία άκρη της αντένας υπήρχε ένας γκαζοντενεκές, το μπουλιό, που βυθιζόμενο στο πηγάδι ανέβαζε το νερό. Στην άλλη άκρη της αντένας ήταν δεμένο ένα αντίβαρο, συνήθως μια πέτρα, για να Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Ο μαντεμένιος μάγγανος του Αγροτομουσείου.

Σκεπαστή λάκκα στο Βαρούχα.

87


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Το πηγάδι και οι στέρνες

Γούρνα σε χοιροκέλι.

88

βοηθά το χωρικό να ανεβάσει το μπουλιό. Ήταν προγενέστερος μηχανισμός από τον μάγκανο αλλά συνέχισε να λειτουργεί παράλληλα με αυτόν για τα πιο μικρά ή απομακρυσμένα πηγάδια. Οι λάκκες είναι σκαμμένα ανοίγματα σε επικλινή εδάφη και σκοπό είχαν να εξασφαλίσουν νερό για τα ζώα που έβοσκαν σε απομακρυσμένες περιοχές. Η τεχνική τους προσομοιάζει στον τύπο αρχαίων πηγαδιών (π.χ. το αρχαίο πηγάδι του Γιανναρού ή ο Πούαδος στον Τούρλο κ.ά.) που υπήρχαν στη Μύκονο. Τα ζώα πλησιάζουν να πιουν νερό, να ποτιστούν, από την οριζόντια πλευρά του ανοίγματος, ενώ οι άλλες κάθετες πλευρές στηρίζονται συνήθως με τοιχοποιία. Λάκκες λειτουργούν ακόμη και σήμερα. Έχουν βέβαια πιο πρόχειρη κατασκευή, αφού συχνά λείπει η λιθοδομή στα πλαϊνά μέρη. Στη Χώρα υπάρχει περιοχή που ονομάζεται Λάκκα, προφανώς από την επιτόπου συγκέντρωση όμβριων υδάτων. Στο χώρο του Αγροτομουσείου, δίπλα από το πηγάδι υπάρχει το μικρό στεγανό στερνάκι και πιο εκεί, σκαλισμένη στο βράχο, βρίσκεται η μικρή γούρνα που λειτουργεί ως ποτίστρα για τα πουλερικά. Στη Μύκονο, οι στέρνες και τα στερνάκια, που υπήρχαν πάντα δίπλα στο πηγάδι, χρησίμευαν για περιστασιακή αποθήκευση νερού ή πλύση αντίστοιχα. Μια μικρή χτιστή σκάφη με βάση (στερνάκι), σαν κι αυτή που υπάρχει στην αυλή του Αγροτομουσείου, χρησίμευε για το πλύσιμο των ρούχων. Μόνιμες γούρνες σκαλισμένες στην πέτρα ή μαρμάρινες (συχνά αρχαίες) καθώς και πήλινες κινητές είχαν και χρήση ποτίστρας για τα κατοικίδια ζώα. Στις αγροικίες, τα χωριά, υπήρχαν δεξαμενές μεγαλύτερης χωρητικότητας, οι στέρνες, που μέσα από πήλινα λούκια διοχέτευαν νερό στο αρδευτικό σύστημα σκαμμένων καναλιών για το πότισμα των εποχικών καλλιεργειών. Στη Χώρα σώζονται ακόμη κάποιες κοινόχρηστες στέρνες με διπλές γούρνες. Σήμερα, κλειστές στέρνες για νερό κατασκευάζονται σε όλες σχεδόν τις νεόδμητες οικοδομές που βρίσκονται εκτός δικτύου ύδρευσης. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Ο περιστεριώνας Ο μικρός περιστεριώνας που χτίστηκε για τις ανάγκες του Αγροτομουσείου φιλοξενεί στις φωλιές του τα περιστέρια. Τον εξαιρετικό σχεδιασμό του περιστεριώνα που χτίστηκε στο Αγροτομουσείο, αλλά και άλλων χτισμένων ανάμεσα στον 17ο έως και τα μισά του 20ου αιώνα, θαυμάζουν οι επισκέπτες και συχνά γίνονται πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες. Χαρακτηριστικό κτίσμα της κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής (Άνδρος, Τήνος, Μύκονος, Σίφνος κ.ά.), ο περιστεριώνας συναντάται, εκτός από το Αιγαίο, και σε περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας (Αρκαδία, Μαντινεία, Μάνη κ.ά.). Σε σχήμα τετραγωνισμένου μικρού πύργου, οι περιστεριώνες είναι άλλοτε αυτόνομοι και άλλοτε αποτελούν μέρος ενός οικοδομικού συμπλέγματος όπως είναι το μοναστήρι ή το μεγάλο αγροτόσπιτο. Η παράδοση του περιστεριώνα υιοθετήθηκε από τους νησιώτες στις Κυκλάδες κατά τους νεότερους χρόνους και έχει τη ρίζα της στο μεσαιωνικό προνόμιο το δικαίωμα του περιστεριώνα (droit de pigeonnier). Την εκτροφή περιστεριών σε περιστεριώνα, έφεραν στις Κυκλάδες οι ευγενείς της περιόδου της Ενετοκρατίας. Όμως με την αποχώρησή τους από τα νησιά, μετά τον 16ο αιώνα, εγκατέλειψαν και τους περιστεριώνες. Την παράδοση αυτή συνέχισαν οι χωρικοί που τους συντηρούσαν μιας και κατείχαν την τέχνη αυτή. Στο επάνω μέρος του χτίσματος, τα μικρά ανοίγματα, οι είσοδοι για τα πουλιά, είναι κυρίως χρηστικά αλλά έχουν και διακοσμητική χρήση. Με λεπτές επίπεδες πέτρες (σχιστόλιθοι) οι ντόπιοι τεχνίτες συνέθεταν στους εξωτερικούς τοίχους διακοσμητικές αναπαραστάσεις από γεωμετρικά σχήματα, όπως ρόδακες, ρόμβους ή τρίγωνα. Με τη βοήθεια του Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

Ο περιστεριώνας του Αγροτομουσείου.

Περιστεριώνας στο μοναστήρι του Αγίου Παντελέμονα στο Μαράθι.

89


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Ο περιστεριώνας φωτός και της σκιάς αναδεικνύονται μοναδικά μοτίβα με αφηρημένα σχέδια (ψαροκόκαλο) ή με θέματα από τη φύση (κυπαρισσάκι, ήλιος). Εξαιρετικά είναι και τα διακοσμητικά στοιχεία του ακροδώματος, πεσσοειδείς απολήξεις, που παραπέμπουν σε μεσαιωνικά κτίσματα των Κυκλάδων. Εσωτερικά, ο περιστεριώνας χωρίζεται σε δύο επίπεδα. Στο επάνω μέρος υπάρχουν οι φωλιές που βρίσκονται σε σειρά και είναι καταφύγιο για τα περιστέρια. Στο πάτωμα του επάνω ορόφου μαζεύεται και η κοπριά. Ο ισόγειος χώρος χρησιμεύει για την αποθήκευση ζωοτροφών και κάποιων εργαλείων. Το κρέας των περιστεριών ήταν περιζήτητο έδεσμα και συμπλήρωνε τη διατροφή των ντόπιων, ενώ η κοπριά τους ήταν άριστο λίπασμα για τις καλλιέργειες. Το συχνό άσπρισμα του χτίσματος εσωτερικά και εξωτερικά εξασφάλιζε τις κατάλληλες συνθήκες υγιεινής. Βέβαια, πρέπει να τονίσουμε πως, για ευνόητους λόγους καθαριότητας, η θέση τους δεν ήταν κοντά σε μύλους. Η λέξη περιστέρι ετυμολογικά προέρχεται από τη σημιτική ρίζα perah Istar (= πουλί-σύμβολο της βαβυλωνιακής θεότητας Istar, θεά αντίστοιχη της Αφροδίτης). Εκτός της συμβολικής της σημασίας, η λέξη περνά και στην ποίηση του νησιού: καλησπερίζω δυο ψυχές μάνα και θυγατέρα τη μάνα λένε πέρδικα τη g(κ)όρη περιστέρα

Το χοιροκέλι

Χοιροκέλι, λίγο πιο μακριά από το ‘χωριό’ για λόγους υγιεινής.

90

Σε μια άλλη γωνιά του Αγροτομουσείου βρίσκεται και ο μεγάλος μισοστεγασμένος λάκκος, το χοιροκέλι. Κάθε μυλωνάς με τα υπολείμματα της άλεσης έτρεφε όχι μόνο κότες αλλά και γουρούνια. Η εκτροφή οικόσιτων χοίρων συνέβαλλε σημαντικά στη διατροφή των κατοίκων, αφού παρείχε ικανές ποσότητες από συντηρημένο κρέας και λίπος, τροφές που θα κατανάλωνε η αγροτική οικογένεια κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Το χοιροκέλι Οι χοίροι σφάζονται στη Μύκονο, όταν ο καιρός αρχίζει να ψυχραίνει και να φυσάει βοριάς (τέλη Οκτώβρη έως και τα Χριστούγεννα), πράγμα που βοηθά το κρέας να στεγνώσει και τα πιο πολλά από τα παρασκευάσματα να ψηθούν στον ήλιο. Φίλοι και συγγενείς βοηθούν όλοι στη γιορτή αυτή, τα χοιροσφάγια, αφού για τη σφαγή του χοίρου και την παρασκευή των προϊόντων του χρειάζονται πολλά χέρια και τέχνη που δεν την κατέχουν όλοι. Οι συνευρέσεις αυτές δεν είναι ανοιχτή γιορτή όπως το πανηγύρι, αλλά φέρνουν πιο κοντά τον ευρύτερο κύκλο κάθε οικογένειας. Τα χοιροσφάγια, παράδοση που συνεχίζεται και σήμερα, ορίζουν την αρχή κάθε χειμώνα, χαρακτηρίζονται από κέφι και έχουν ιδιαίτερο κοινωνικό και τελετουργικό συμβολισμό. Σ’(υ)κωτάκια αλλά και κομμάτια του χοίρου όπως ψαχνωμένο λαρδί και ψαχνά τηγανίζονται ή ψήνονται επιτόπου, ενώ η χοιροκεφαλή σερβίρεται βραστή με λάχανα. Από τον χοντροκομμένο κιμά που θα χρησιμοποιηθεί στα λουκάνικα, θα τηγανιστούν και κεφτέδες. Όλα καταναλώνονται με ιδιαίτερη όρεξη κατά τη διάρκεια της γιορτής αυτής, και καθώς το κρασί ρέει άφθονο, ακούγονται και παραδοσιακά τραγούδια όπως:

Λούζες ψήνονται στον ήλιο. Παλιότερα, οι λούζες ήταν ολόκληρο το φιλέτο του χοίρου. Σήμερα, για τις ευκολίες του εμπορίου, το μέγεθός τους είναι μικρότερο.

του χοίρου μας η κεφαλή δεν ήτανε μεγάλη του χρόνου να ξανάρθουμε να του τη φάμε πάλι Από τα υπόλοιπα μέρη του χοίρου θα γίνουν τα λουκάνικα (από χοντροκομμένο χοιρινό κιμά και λίπος), οι λούζες (τα κόντρα φιλέτα) και τα μπούμπουλα (το μικρό ψαρονέφρι), τα σίσερα και τα σύγλινα (αποκόμματα χοιρινού τηγανισμένα και συντηρημένα σε γλίνα) καθώς και οι παΐδες (τα ξεψαχνισμένα πλευρά). Το λαρδί του χοίρου (καθαρό λίπος ή λίπος κομμένο με λίγο κρέας - ψαχνωμένο) θα κοπεί σε κομμάτια μέτριου μεγέθους, τα χαράματα. Αυτά, καθώς και κάποια κομμάτια κρέατος, θα παστωθούν στη σκάΛ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

91


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Το χοιροκέλι φη με μπόλικο χοντρό αλάτι και για να διατηρηθούν θα τοποθετηθούν σε στρώσεις στην πήλινη βουτίνα. Το παστό λαρδί ή το παστό χοιρινό, μαγειρεμένα με λάχανα ή προβασόχορτα, θα αποτελέσουν τις παραδοσιακές λιχουδιές στο μυκονιάτικο γιορτινό τραπέζι της Πρωτοχρονιάς. Το μείγμα των μπαχαρικών που χρησιμοποιείται για να ψηθούν τα περισσότερα υποπροϊόντα του χοίρου, είναι ένα μείγμα από θρύμπη, ρίγανη, μπαχάρι, θυμάρι, μπόλικο αλάτι και πιπέρι. Βέβαια για τη θαυμαστή γεύση απαραίτητο είναι το μυκονιάτικο βοριαδάκι και ο αιγαιακός ήλιος.

Οι δίδυμες εκκλησιές

Prof. Soichi Hata’s Study Group, 1990

92

Το σκηνικό όλης αυτής της οικογενειακής αγροτικής εγκατάστασης, συμπληρώνουν τα δύο γραφικά δίδυμα παλιά εκκλησάκια, του Αγίου Αντωνίου και του Αγίου Νικολάου, μιας και κάθε αγροτικό μικροσυγκρότημα του νησιού έχει το εκκλησάκι (εκκλησιδάκι) του, που αποτελεί το εικονοστάσι και το οστεοφυλάκιο της οικογένειας. Ο μεγάλος αριθμός από παρεκκλήσια χαρακτηρίζει το μυκονιάτικο τοπίο. Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο λέγεται πως αυτές οι εκκλησιές ήταν όσες και οι μέρες του χρόνου. Οι Μυκονιάτες συνεχίζουν να χτίζουν παρεκκλήσια ως ένδειξη πίστης και αφοσίωσης ή λόγω τάματος, αλλά και επειδή συνεχίζουν την παλιά τους συνήθεια να τοποθετούν στους τοίχους (παλαιότερα στο πάτωμα) των εκκλησιών τα οστά των νεκρών τους. Υπολογίζεται πως σήμερα υπάρχουν περισσότερα από 800 εκκλησιδάκια στο νησί, ανάμεσά τους και κάποια πολύ παλιά που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα ιστορικά μνημεία από το Υπουργείο Πολιτισμού. Στολίδια της μυκονιάτικης υπαίθρου, δείγματα απλότητας και αρχιτεκτονικής χάρης, οι εκκλησιές έχουν συνήθως κόκκινη αψιδωτή οροφή και αποτελούν ζωντανό στοιχείο της πνευματικής και κοινωνικής ζωής του νησιού. Η οικογένεια που φροντίζει (λατρεύει) κάθε εκκλησιά, μεριμνά για τη λειτουργία της την ημέρα του προστάτη Αγίου και με την αφορμή αυτή, αποφασίζει και για την οργάνωση του πανηγυριού. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΑΓΡΟΤΟΜΟΥΣΕΙΟ ΜΥΚΟΝΟΥ

Η γιορτή του τρύγου Κάθε χρόνο, την πρώτη Κυριακή του Σεπτέμβρη, οι χωρικοί της Μυκόνου έχουν αναβιώσει στο χώρο του Αγροτομουσείου το ξεχασμένο πανηγύρι του Τρύγου. Μαζεύονται εκεί με τις οικογένειές τους, κάποια ζώα τους, αλλά και με φαγώσιμα και κρασιά και γλεντοκοπούν όλη μέρα. Τα διπλανά εκκλησάκια σημαιοστολίζονται, τα περιστέρια φτερουγίζουν σύννεφο, το γαϊδουράκι γυροφέρνει στο μαγγανοπήγαδο, ο ανεμόμυλος ανοίγει τα πανιά του και τριζοβολούν οι ξυλοδεσιές του. Ο φούρνος λαμπαδιάζει και ψήνει κουβαρωτές (κρίθινα στρογγυλά καρβέλια) και πούλους (μακρόστενες φρατζόλες), κρομμυδόπιτες και μελόπιτες. Στο πατητήρι, όλοι μαζί πατούν τα σταφύλια, ενώ τα χορευτικά βήματα ρυθμίζουν πάντα η (τ)σαμπούνα και το (ν)τουμπάκι, τα δύο αρχέγονα αυτά όργανα που παίζουν ασταμάτητα στο νησί. Η αυθόρμητη ανταπόκριση στη γιορτή αυτή του Αγροτομουσείου από νέους και ηλικιωμένους, από επισκέπτες Έλληνες και ξένους, είναι πραγματικά συγκινητική και φανερώνει την ανάγκη των ντόπιων να κρατήσουν ζωντανά τα έθιμα και τις παραδόσεις τους. Το Αγροτομουσείο είναι περήφανο για τον εποικοδομητικό του ρόλο προς τέτοιες κατευθύνσεις.

Φούρναρης και λαϊκοί οργανοπαίχτες στη γιορτή του Αγροτομουσείου.

Λιθογραφία του R. Tourte (δεκαετία του ’50). Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

93


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι δραστηριότητες του Λαογραφικού Μουσείου

Ομοιώματα αργαλειού, περιστεριώνα και του καραβιού του Μερμελέχα (απέναντι σελ.) από το Παιδικό Καλλιτεχνικό Εργαστήρι του Λαογραφικού Μουσείου.

94

Μέσα στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του Μουσείου που το καθιστούν ένα ζωντανό οργανισμό, εντάσσονται οι δραστηριότητες που αναπτύσσει από το 1995 και κάθε καλοκαίρι το Παιδικό Καλλιτεχνικό Εργαστήρι του Λαογραφικού Μουσείου. Με την οργάνωση και τη φροντίδα της πρώην επιμελήτριας του Μουσείου, Κας Δήμητρας Νάζου, τα παιδιά εκφράζονται μέσα από εικαστικές δημιουργίες, με περιεχόμενο και θεματολογία σχετικά με την ιστορία και τη λαογραφία του νησιού. Με μια ουσιαστική παιδαγωγική προσέγγιση γίνονται κατασκευές ή μακέτες, με θέματα όπως η γιαλούδα (νεράιδα του μεσημεριού), ο περιστεριώνας, τα καραβάκια, ο πειρατής Μερμελέχας, τα σκιάχτρα και πολλά άλλα. Οι βιωματικές αυτές δραστηριότητες στοχεύουν στην ψυχαγωγία, στην ενεργή συμμετοχή των παιδιών στην ομάδα και ενισχύουν τη δημιουργική τους έκφραση και φαντασία. Έτσι το Μουσείο προσφέρει στη νεότερη γενιά μια πρώτη επαφή με τον τοπικό πολιτισμό, την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα της Μυκόνου. Εκθέτοντας τη δουλειά τους στο κοινό, τα παιδιά αισθάνονται ιδιαίτερη χαρά. Από το προαύλιο της Αγίας Ελένης, της εκκλησιάς που βρίσκεται απέναντι από το Μουσείο, κοντά στο κτίριο του Μάρκου Μαύρου, ξεκινά κάθε χρόνο η γύρα των Βαΐων. Παιδιά κρατούν τα βάγια (πλεγμένα και στολισμένα φοινικόφυλλα σε σχήμα σταυρού) και τραγουδώντας, τα περιφέρουν στη Χώρα. Το Μουσείο παραμένει ανοιχτό την Κυριακή της Βαϊοφόρου και βοηθά στην οργάνωση της εκδήλωσης. Τη Μεγάλη Παρασκευή, κατά τη μεταφορά του Επιτάφιου κάθε ενορίας της Χώρας, το ‘Σπίτι της Λένας’ παραμένει επίσης ανοιχτό και προσφέρει νηστίσιμα κεράσματα. Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι δραστηριότητες του Λαογραφικού Μουσείου Την ημέρα του Σταυρού, στις 14 του Σεπτέμβρη, γίνεται λειτουργία στην Αγία Ελένη, όπου με τον Αγιασμό της ημέρας ευλογούνται και οι πρώτοι σπόροι που θα φυτευτούν στη γη. Το Λαογραφικό Μουσείο παραμένει ανοιχτό και προσφέρει στους εκκλησιαζόμενους καφέ και τσάι. Κάθε πρώτη Κυριακή του Σεπτέμβρη, στο χώρο του Αγροτομουσείου, στο Μύλο του Μπόνη, οργανώνεται η ‘Γιορτή του Τρύγου’ με πλούσιο φαγοπότι, πάτημα σταφυλιών και χορό με παραδοσιακά όργανα. Τέλος, το Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου οργανώνει ή συμμετέχει περιστασιακά σε εκθέσεις, συζητήσεις και συνέδρια γύρω από τη λαογραφία και την ιστορία του νησιού.

Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Ε Ι Ο Μ Υ Κ Ο Ν Ο Υ

οδηγός

95


Mykonos Folklore Museum  

a guide for Mykonos Folklore Museum

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you