Issuu on Google+


ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΣΕΙΡΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΥΠΟΔΟΜΗ

Επιμελητής: Δημοσθένης Κούρτοβικ


Τίτλος πρωτοτύπου: Egon Friedell Kulturgeschichte Griechnlands. Leben und Legende der vorchristlichen Seele.

© για την Ελληνική γλώσσα: εκδόσεις α Πορεία» Ζωοδόχου Πηγής 6, Αθήνα 10678, τηλ. 3831622, fax: 3824359 ISBN 960-7043-15-4


EGON FRIEDELL

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΑΑΑΔΑΣ (ΜΪΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΉς Ψ Ϊ Χ Η Σ )

Μετάφραση·.

Δημοοϊθένης Κούρτοβικ Γ'έκΒοση

ΠΟΡΕΙΑ ΑΘΗΝΑ 1994


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΩΝΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ Ψυχή και περιβάλλον 13 - Το ελληνικό τοπίο 15 - Τα βουνά 16 - Τα νησιά 18 - Η ναυσιπλοΐα 19 - Η Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα 20 - Η Πελοπόννησος 21 - Το ευσύνοπτο του χώρου 23 - Οι θερμοκρασίες 25 - Ήλιος, νερό και αέρας 26 - Η υποπλασία της αίσθησης για την προοπτική 29 - Λουλούδια 31 - Δέντρα 32 - Καρποί 35 - Λάδι 38 Ορυκτά 40 - Η λιτότητα 42 - Κυνήγι 42 - Άλογο, σκύλος και γάτα 44 - Βόδι, γουρούνι και πρόβατο 47 - Πουλερικά 48 - Ψάρια 50 Πορφύρα 51 - Το ελληνικό αίσθημα για τη φύση 52 - Το ελληνικό δαιμόνιο 54 - Το ελληνικό ήθος 55 - Η σωφροσύνη 5 7 - 0 ελληνικός ατομικισμός 60 - Η επίφαση της επίφασης 61 - Το ελληνικό αλφάβητο 63 - Τα μέρη του λόγου στην αρχαία ελληνική γλώσσα 65 - Η αρχαία ελληνική προφορά 67 - Οι ελληνικές διάλεκτοι 69 - Όμηρος 70 - Ο κόσμος του Όμηρου 78 - Ησίοδος 80 - Ο Όλυμπος 80 - Οι χθόνιοι θεοί 83 - Οι ήρωες 84 - Το υπερπέραν 85 - Τα μυστήρια 86 Οι χρησμοί 87 - Η ελληνική θρησκεία 90 - Οι περίοδοι της αρχαίας ελληνικής ιστορίας 94 - Μετακλασική ιστορία της Ελλάδοις 97 - Τα ελληνικά φύλα 9 9 - 0 ελληνικός αποικισμός 100 - Κροίσος 103 - Η πτώση της μοναρχίας 104 - Δράκων 105 - Σόλων 106 - Το χρήμα στην αρχαία Ελλάδα 107 - Σπάρτη 109 - Ο λακωνισμός 111 - Κρήτη 1 1 4 - Η ιωνική πόλη 1 1 4 - Η τυραννίδα 115 - Πολυκράτης 118Πεισίστρατος 119 - Η πόλις 120 - Η καλοκαγαθία 1 2 2 - 0 αθλητισμός 123 - Η παιδεραστία 124 - Η αντιβαναυσία 126 - Η αγγειογραφία 128 - Η γλυτΓΓική 131 - Το πρώτο μνημείο 133 - Ο ναός 134 -


ο κίονας 135 - Η μουσική 137 - Αρχίλοχος 139 - Αλκμάν 140 - Η ελεγεία 141 - Αλκαίος και Σαπφώ 142 - Ανακρέων 143 - Θέογνις 144 - Σιμωνίδης 145 - Αίσωπος 145 - Η δωρική κωμωδία 146 - Θαλής 147 - Αναξίμανδρος 148 - Αναξιμένης 150 - Πυθαγόρας 1 5 1 - Ο ι Ελεάτες 154 - Η διαλεκτική 156 - Ηράκλειτος 159 - Μαθηματικά 162 - Ιστορία 163 - Η χερσόνησος των Απεννίνων 164 - Οι Ετρούσκοι 166 - Ρώμη 167 - Οι βασιλιάδες 169 - Χαρακτήρας των πρώτων Ρωμαίων 170 - Η ζωή των πρώτων Ρωμαίων 173 - Η λατινική γλώσσα 175 - Η ρωμαϊκή θρησκεία 176 - Η ρωμαϊκή λατρεία 177 Ο μαζδαϊσμός 180 - Η ζαρατουστρική ηθική 182 - Ιράν 185 - Το βασίλειο των Αχαιμενιδών 185 — Το περσικό ταχυδρομείο 188 — Η περσική τέχνη 188 - Η πτώση της Μιλήτου 189 - Μιλτιάδης 190 - Θεμιστοκλής 191 - Ξέρξης 192 - Αεωνίδας 193 - Σαλαμίνα 193 - Τα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας 195 ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟ Μ Ε Σ Ο Ϊ Ρ Α Ν Η Μ Α Τ Η Σ Α Θ Η Ν Α Σ Η μάσκα 197 - Ο πραγματικός άνθρωπος 198 - Η αφηρημένη και στιλιζαρισμένη εικόνα μας για τους αρχαίους Έλληνες 198 - Η Αττική Συμμαχία 203 ~ Θεμιστοκλής και Κίμων 204 - Η ελληνική Δύση 206 - Κοινωνική εξέλιξη 206 - Βιοτικό επίπεδο 209 - Η ψυχολογία του αρχαίου Έλληνα 212 - Περικλής 213 - Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος 216 - Αλκιβιάδης 218 - Η αθηναϊκή δημοκρατία 222 - Ο κρατικός προϋπολογισμός της Αθήνοις 224 - Οι γυναίκες 226 - Οι συκοφάντες 228 - Η Πολιτεία του Πλάτωνα 229 - Οι δούλοι 230 - Η μέρα ενός Αθηναίου 232 - Η τέχνη της α αυστηρής» τεχνοτροπίας 234 - Το ελληνικό θέατρο 237 - Ο χορός 241 - Η κάθαρσις 242 - Αρχαίο και χριστιανικό δράμα 243 - Αισχύλος 244 - Πίνδαρος 247 - Πολύγνωτος 248 - Ηρόδοτος 250 - Σοφοκλής 252 ~ Φειδίας 254 - Μύρων 257 Πολύκλειτος 258 - Εμπεδοκλής και Αναξαγόρας 259 - Οι Σοφιστές 263 - Πρωταγόρας 264 - Γοργίας 265 - Πρόδικος και Κριτίας 267 Η επίδραση της σοφιστικής φιλοσοφίας 267 - Η δίκη του Σωκράτη 271 - Η φιλοσοφία του Σωκράτη 272 - Ο ατομικισμός του Δημόκρι-


του 274 - Η θεωρία του Δημόκριτου για την αίσθηση 277 - Η ηθική του Δημόκριτου 278 - Ιπποκράτης 281 - Το αρχαίο βιβλίο 282 Θουκυδίδης 284 - Ευριπίδης 286 - Η κωμωδία 291 - Οι ζωγράφοι 294 - Η μεταπολεμική περίοδος 296 ~ Οι δύο Διονύσιοι 298 - Κύρου Ανάβασις 300 - Επαμεινώνδας 302 - Ο ρωμαϊκός μεσαίωνας 305 - Οι Κέλτες 306 - Οι Μακεδόνες 309 - Φίλιππος 310 - Χαιρώνεια 312 Το μυστικό του Αλέξανδρου 314 - Η ψυχή του Αλέξανδρου 316 - Ο Αλέξανδρος και η μοίρα 318 - Το χάσμα πλούσιων και φτωχών 321 Οι εταίρες 324 - Πριήνη 325 - Η ρητορική 327 - Αρίστιππος 330 - Οι Κυνικοί 331 - Ο Πλάτων και οι ιδέες 333 - Ο πρώτος καθηγητής 336 - Ο αριστοτελικός ορθολογισμός 339 - Απολογισμός του έργου του Αριστοτέλη 341 - Οι «Χαρακτήρες» του Θεόφραστου 343 - Η ψυχολογία του Θεόφραστου 345 - Εύδοξος 346 - Απελλής 347 - Πραξιτέλης 348 - Σκόπας και Αύσιππος 350 - Χαρακτήρας της τέχνης του 4ου αιώνα 352 - Το τέλος της αρχαίας Ελλάδας 354 —


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ο Egon Friedeil (Έγκον Φριντέλ) γεννήθηκε στην Αυστρία το 1878 και αυτοκτόνησε το 1938^ αμέσως μετά την κατάληψη της χώρας του από τα χιτλερικά στρατεύματα. Σπούδασε φιλοσοφία και γερμανική φιλολογία, αλλά δεν υπήρξε ποτέ ο κλασικός τύπος του γερμανόφωνου σοφολογιότατου. Αντίθετα, ήταν πολύπλευρη και ανήσυχη φυσιογνωμία: εργάσθηκε ως ηθοποιός, καμπαρετίστας, θεατρικός κριτικός, επιφυλλιδογράφος και συγγραφέας. Όσο ζούσε, έγινε γνωστός κυρίως χάρη στο έργο του ((Πολιτιστική ιστορία των νεότερων χρόνων» (1927-31), Έπειτα από αυτό το βιβλίο άρχισε να γράφει μια ((Πολιτιστική ιστορία της αρχαιότητας», με υπότιτλο ((Μύθος και πραγματικότητα της προχριστιανικής ψυχής». Το 1936 κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος αυτού του έργου, αφιερωμένος στην Αίγυπτο και την αρχαία Ανατολή, Το δεύτερο τόμο, με τίτλο ((Πολιτιστική ιστορία της αρχαίας Ελλάδας», τον είχε μόλις τελειώσει ο Φριντέλ όταν τερμάτισε τη ζωή του, μετά τη γερμανική εισβολή. Το χειρόγραφο κατασχέθηκε από τη Γκεστάπο, αλλά σώθηκε χάρη στο θάρρος των κληρονόμων του Φριντέλ, Ο Φριντέλ σχεδίαζε να γράψει κι ένα τρίτο τόμο, με θέμα την αρχαία Ρώμη, για να ολοκληρώσει έτσι αυτό το μεγαλόπνοο έργο του. Αλλά φυσικά αυτό δεν έγινε ποτέ. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι πολλές παραπομπές του συγγραφέα στον ((προηγούμενο τόμο» αναφέρονται στον πρώτο τόμο για την Αίγυπτο και την αρχαία Ανατολή, Η ((Πολιτιστική ιστορία της αρχαίας Ελλάδας» δίνει μια πολύπλευρη, σφαιρική εικόνα της ζωής και του πολιτισμού της αρχαίας Ελλάδας, από την καθημερινή ρουτίνα ώς την υψηλή πολιτική, από την κτηνοτροφία ώς την τέχνη και τη φιλοσοφία, όπως την έβλεπε αυτός ο πνευματώδης και μαζί βαθυστόχαστος Βιεννέζος συγγραφέας, Δεν είναι μια εικόνα χλωμά ((αντικειμενική», αλλά ζωντανή


και υποκειμενική. Οπωσδήποτε δεν αντιπροσωπεύει ολόκληρη την Αλήθεια, αλλά περικλείει ένα σωρό αλήθειες. Δεν συμφωνεί με την κλασική, εξιδανικευμένη εικόνα που μας έδωσαν ο Βίνκελμαν, ο Χέλντερλιν και ο Γκαίτε, αλλά μας κάνει να χαμηλώσουμε το βλέμμα μας από τις κολώνες και τ' αγάλματα στη ζωή του δρόμου, Ο Φριντέλ, (ακολουθώντας την παράδοση του Μπάχοψεν, του Μτχονοκχαρτ και του Νίτσε, προσπαθεί να δείξει, πλάι στις φωτεινές πλευρές της κλασικής αρχαιότητας, τις αναπόδραστες και, πολλές φορές, ζοφερές αναγκαιότητες που καθόριζαν τη ζωή της αρχαίας Ελλάδας, την ταραχή και την απόγνωση της αλύτρωτης «προχριστιανικής.χρυχής», Και είναι, φαινομενικά τουλάχιστο, παράδοξο ότι ο συγγραφέας, παρόλο που σ' αρκετά σημεία δείχνει αρκετά καθαρά τις μυστικιστικές του τάσεις, κατάφερε να μας δώσει ένα από τα λίγα πραγματικά κριτικά έργα γύρω από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Το πρώτο και ίσως μεγαλύτερο προσόν αυτού του έργου είναι το ύφος του: κομψό, περίτεχνο, στιλπνό, ασυνήθιστο σε συγγράμματα αυτού του είδους, κάνει το διάβασμα του βιβλίου πραγματική απόλαυση για τον αναγνώστη. Ελπίζω ότι το υποδειγματικό αυτό ύφος δεν αδικήθηκε πολύ στη μετάφραση. Εξίσου ανάλαφρη και πρωτότυπη είναι η διάρθρωση του υλικού του: δεν ακολουθεί αυστηρά τους γνωστούς κανόνες της διαίρεσης κατά θέματα, αλλά είναι πιο πολύ συνειρμική, υποταγμένη στον εσωτερικό ειρμό του λόγου του συγγραφέα, που μπορεί να πετάγεται, χωρίς να ενοχλεί καθόλου, από τη χήνα στην εξέλιξη της γραφής, από τη φάλαγγα των Μυρμιδόνων στη σπαρτιατική κοινωνία, απ' την Αθήνα στη Ρώμη και απ' τον Αισχύλο στον Πολύγνωτο, Όσο για το περιεχόμενο του βιβλίου, είναι αδύνατο να μη θαυμάσει κανείς την πρωτοτυπία και τη βαθύτητα που διακρίνουν τις περισσότερες θέσεις του συγγραφέα, έστω κι αν δεν συμφωνεί παντα μαζί τους. Ιδιαίτερα οι παρατηρήσεις του για το αρχαίο ελληνικό ήθος και την ψυχολογία των αρχαίων Ελλήνων, καθώς και οι αναλύσεις του για την αρχαία ελληνική τέχνη, είναι έξοχες και μαρτυρούν μεγάλη διορατικότητα και ευαισθησία. Θα μπορούσαμε να επεκταθούμε πολύ περισσότερο σε μια διεξοδική ανάλυση των απόψεων του Φριντέλ, αλλά δεν θα το κάνουμε, γιατί θεωρούμε ανεπίτρεπτο να προκαταλάβουμε τον αναγνώστη, 10


Η ((Πολιτιστική ιστορία της αρχασίας Ελλάδας» έχει πάρει από καιρό τη θέση της στη χορεία των κλασικών έργων γύρω από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μεγάλη λογοτεχνική αξία της, μας κάνει δικαιολογημένα περήφανους που παρουσιάζουμε επιτέλους αυτό το έργο στο ελληνικό κοινό, σχεδόν μισό αιώνα μετά τη συγγραφή του. Δημοσθένης Κούρτοβικ Αθήνα — Ιανουάριος 1984

11


ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η ΙΩΝΙΚΗ

ΑΝΟΙΞΗ ((Το μεγαλύτερο μυστικό είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Το καθήκον της παγκόσμιας ιστορίας είναι να λύσει αυτό το ατέλειωτο πρόβλημα,» ΝΟΒΑΛΙΣ

Η άποψη ότι ο άνθρωπος είναι απλό προϊόν του εδάφους, όπως τ' αδέρφια του τα φυτά και τα ζώα, είναι τόσο εύλογη ώστε δεν θα ξαφνιαζόμασταν καθόλου αν μαθαίναμε ότι έχει διατυπωθεί από πολύ παλιά. Και πράγματι, βρίσκουμε να την εκφράζει ο Αριστοτέλης, που με τη σειρά του στηρίζεται στον κορυφαίο γιατρό της αρχαίας Ελλάδας, τον Μέγα Ιπποκράτη, όπως τον ονομάζει με το δίκιο του. Και οι δυο τους διακηρύσσουν απερίφραστα ότι, σε γενικές γραμμές, οι άνθρωποι είναι ό,τι είναι η χώρα τους και το κλίμα τους, με το οποίο συμφωνούν στην ψυχή και στο σώμα. Αλλά οι πιο εύλογες ιδέες δεν είναι και οι ανθεκτικότερες. Αυτό το βλέπουμε στον ίδιο τον Αριστοτέλη, που βγάζει από τη θεωρία του το συμπέρασμα ότι οι κάτοικοι των ψυχρών περιοχών της Ευρώττης είναι μεν ανδρείοι, αλλά τους λείπει η πνευματική ενόραση και το καλλιτεχνικό αισθητήριο και δεν έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στη συγκρότηση και τη διοίκηση κρατών. Αυτό το συμπέρασμα, που για τις παγκόσμιες συνθήκες εκείνης της εποχής ήταν απόλυτα σωστό, είναι εξωφρενικά λανθασμένο από τη δική μας σκοπιά* γιατί σήμερα κανένας πια δεν θα τολμούσε να υποστηρίξει ότι στο βόρειο τμήμα της ηπείρου μας, σ^ ένα χώρο που ανέδειξε τον Καντ και τον Νεύτωνα, τον Ρέμπραντ και τον Σαίξττηρ, λείπει η πνευματική ενόραση ή το καλλιτεχνικό αισθητήριο, και ότι η Αγγλία, η Ρωσία και η Πρωσία δεν έδειξαν ικανότητα στη συγκρότηση και τη διοίκηση ενός κράτους. Εδώ βλέπουμε για άλλη μια φορά 1.3


ότι όλες οι φιλοσοφίες της ιστορίας είναι άλλο τόσο λανθασμένες όσο είναι αληθινές: λανθασμένες σε σχέση με το παγκόσμιο τυνεύμα, που το πρόσωπό του είναι μεταβλητό ή μάλλον ανεξιχνίαστο, και αληθινές ως έκφραση της εποχής τους. Όπως φαίνεται, η άποψη του Αριστοτέλη κυριαρχούσε σ' ολόκληρη την κλασική αρχαιότητα: ακόμα κι ένας τόσο οξυδερκής ιστορικός όσο ο Πολύβιος δηλώνει ότι αυτό που διαμορφώνει τα έθιμα των λαών όσο και τη φυσική τους εμφάνιση και το χρώμα τους είναι το κλίμα. Ο Μεσαίωνας παραήταν βαθυστόχαστος για να εγκολπωθεί μια τόσο πεζή αντίληψη. Αλλά το δέκατο ένατο αιώνα η ιδέα αυτή γνώρισε καινούρια ακμή και μάλιστα έγινε σχεδόν ορθόδοξη, ιδιαίτερα με το έργο του Μπακλ «Ιστορία του πολιτισμού στην Αγγλία», που ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά μ^ αυτή, προσπαθώντας ν^ αποδείξει, μ^ ένα πλήθος ενδείξεις απ' όλες τις εποχές και περιοχές που ήταν προσιτές τότε, ότι ο άνθρωπος δεν είναι τίποτ' άλλο παρά τφοϊόν της τροφής, του χώματος, των καιρικών συνθηκών και του «γενικού χαρακτήρα των φυσικών φαινομένων». Αυτό δεν απέχει πολύ από το γνωστό ευφυολόγημα του Αούντβιχ Φόυερμπαχ (που όμως το εννοούσε στα σοβαρά): «Ο άνθρωπος είναι ό,τι τρώει»: ο άνθρωπος υποβαθμίζεται σε παρασκεύασμα, του- οποίου οι ικανότητες και τα πεπρωμένα μαγειρεύονται μηχανικά στο εργαστήρι της Φύσης, και ο ιστορικός δεν έχει να κάνει τίποτ' άλλο απ' το να μάθει τη συνταγή αυτού του παρασκευάσματος σε κάθε εποχή και τόπο, για να υψώσει έτσι την ιστορία στο επίπεδο της «γνήσιας επιστήμης». Αλλά ας μην παραείμαστε αυστηροί με τον φουκαρά τον Μπακλ, που πέθανε σε μικρή ηλικία και μάλιστα από τον υπερβολικό ζήλο του στη συγκέντρωση υλικού: αναμφίβολα ήταν ένας από τους πιο παράξενους θανάτους που έχει να διηγηθεί η ιστορία των ανθρώπινων περιπλανήσεων. Ο Μπακλ δεν παρατέντωσε μόνο τις φυσικές του δυνάμεις, σαν γνήσιο τέκνο του δέκατου ένατου αιώνα που ήταν, αλλά και, σαν γνήσιος Εγγλέζος, την ίδια τη θεωρία του. Αλλά σε κάθε έντιμη και δρασ-ΐήρια προσπάθεια υπάρχει ένας πυρήνας αλήθειας, που αξίζει την προσοχή μας, ακόμα και το σεβασμό μας. Αυτό που διαμορφώνει τόσο τδι άτομα όσο και τους λαούς, είναι το ταλέντο τους και ο χαρακτήρας τους. Κανένας δεν ξέρει από πού προέρχονται αυτές οι δύο δυνάμεις* αλλά δεν πρέπει να νομίσουμε ότι, από τη στιγμή που υπάρχουν, το περιβάλλον είναι αδιάφορο. Ακό14


μα και το πλουσιότερο ταλέντο χρειάζεται μια ατμόσφαιρα, από την οποία να μπορεί ν' αντλήσει εμττνεύσεις, ακόμα και ο δυνατότερος χαρακτήρας χρειάζεται ένα μαγνητικό πεδίο, στό οποίο να μπορεί να επιδράσει. Η μοίρα του ττνεύματος που του λείπουν οι εντυπώσεις είναι η ασιτία, το ριζικό της ενέργειας που δεν έχει υλικό για δράση είναι η μυϊκή ατροφία, θ α μπορούσε βέβαια να πει κανείς ότι το γνήσιο πνεύμα έχει την ικανότητα να μετατρέπει τα πάντα σε τροφή του και η αληθινή ενεργητικότητα τα πάντα σε υλικό της· αλλά ας μην κάνουμε το ίδιο λάθος με τον Μπακλ κι ας μην παρατραβήξουμε κι εμείς τη θεωρία μας. Χρειάζεται και η βοήθεια της φύσης, της «περιρ-. ρέουσας ατμόσφαιρας»: ο κόσμος δεν είναι μόνο θέληση και φαντασία. Συμβαίνει εδώ ό,τι και με τα ταξίδια. Οι ταξιδευτές είναι συχνά οι πιο βαρετοί και συνηθισμένοι άνθρωποι· και ούτε αλλάζουν καθόλου. Όταν όμως ο σωστός ταξιδιώτης κάνει το σωστό ταξίδι! Τότε γίνεται το κοσμογονικό θαύμα της επαφής. Σίγουρα αυτό το μαγικό συνταίριασμα της ψυχής με το περιβάλλον δεν είναι ο κανόνας, ούτε για τα άτομα ούτε για τους λαούς· άλλωστε, αυτή είναι η φύση του θαύματος. Κι ωστόσο —πράγμα που είναι ίσως το πιο θαυμάσιο σ' όλη αυτή την υπόθεση— ολόκληρη η παγκόσμια ιστορία αποτελείται από τέτοια θαύματα. Ας αφήσουμε όμως την άξενη, ομιχλώδη περιοχή της εικασίας, που ρωτάει για το «γίγνεσθαι» των πραγμάτων, κι ας σταματήσουμε στο χειροπιαστό, συγκεκριμένο και εμπειρικό γεγονός^ που χωρίς καμιά αμφιβολία βρίσκεται στο άπλετο φως του ήλιου. Ποφατηρούμε ότι, όσο μακριά κι αν κοιτάξουμε στο χώρο και στο χρόνο, ολόκληρη η ιστορία του ανθρώπου εκτυλίχθηκε πάντα σε μια ορισμένη σκηνή, σ' ένα ιδιόμορφο σκηνικός που δεν είναι βέβαια με κανένα τρόπο το ίδιο το δράμα (αυτή η υλιστική άποψη θα ήταν το ίδιο αστήριχτη όσο και η αντίληψη μερικών ιμπρεσάριων ότι το βασικό πράγμα σε μια θεατρική παράσταση είναι τα σκηνικά). Το περιβάλλον δεν είναι παρά ένα σκηνικό αντικείμενο: οιλλά κάθε σκηνοθέτης ξέρει πολύ καλά πόσο σημαντικός και αναντικατάστατος, ακόμα μάλιστα και μοιραίος, είναι μερικές φορές ο ρόλος ενός τέτοιου αντικειμένου. Το ίδιο και κάθε γνήσιος δραματουργός ξέρει πολύ κοιλά ότι τα σκηνικά είναι κάτι περισσότερο από «διάκοσμος», όπως ονομάζονται πολύ άστοχα, ότι συνοδεύουν τα ψυχικά δρώμενα τονίζοντάς τα, χρωματίζοντάς τα, και παίζουν συνεχώς σαν βουβά πρόσωπα. Ο Γκαίτε γράφει: 15


«Τώρα που έχω μπροστά στα μάτια μου τ' ακρογιάλια και τις βουνοσειρές, τους κόλπους και τους όρμους, τα νησιά και τις χερσονήσους, τους βράχους και τις αμμουδιές, τους θαμνόσκεπους λόφους, τ^ απαλά λιβάδια, τα εύφορα χωράφια, τους στολισμένους κήπους, τα περιποιημένα δέντρα, τις κρεμαστές κληματαριές, τα συννεφιασμένα βουνά και τους πάντα χαρούμενους κάμπους, τις ξέρες και τις σύρτες και τη θάλασσα ολοτρίγυρα με τις τόσες αλλαγές και ποικιλίες, τώρα μόλις η Οδύσσεια είναι για μένα ζωντανή λέξη.» Κι όλα αυτά δεν τα έγραψε από την Ελλάδα, αλλά από τη Νεάπολη, όπου πάντως πολλοί Έλληνες βρήκαν από νωρίς μια δεύτερη πατρίδα: τόσο έντονα ένιωθε ο Γκαίτε, ακόμα κι εκεί, τη δύναμη του περίγυρου. Το «ελληνικό τοπίο», παρόλο που επί αιώνες του δίναμε υπερβολική σημασία, είναι οπωσδήποτε αξεχώριστο από τον ελληνικό πολιτισμό. Το φυσικό χαρακτήρα της ελληνικής χερσονήσου μπορεί να τον περιγράψει κανείς με δυο λέξεις: ο εξερευνητής της Μεσογείου Τέομπαλντ Φίσερ την αποκαλεί «θαλάσσια ορεινή χώρα». Ο πλούσιος διαμελισμός του ανάγλυφου και των ακτών της την κάνει να έχει με την Ευρώπη την ίδια σχέση που έχει αυτή η τελευταία με τις υπόλοιπες ηπείρους: απ^ αυτή την άποψη αξίζει να ονομασθεί Ευρώπη της Ευρώπης· και όχι μόνον απ' αυτή την άποψη. Απόκρημνες οροσειρές, jiou μόλις και αφήνουν ανάμεσά τους χώρο για στενές κοιλάδες, σκεπάζουν σχεδόν ολόκληρη την επιφάνειά της· η Θεσσαλία έχει τη μόνη εκτεταμένη πεδιάδα σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Σ' αυτό το γεγονός πρέπει ν' αναζητήσουμε τις ρίζες του παροιμιώδους αισθήματος ανεξαρτησίας και του τοπικισμού των Ελλήνων, καθώς και της πολύχρωμης ποικιλίας που παρουσίαζαν οι τοπικές ιδιομορφίες των ελληνικών φύλων και που προκαλούσαν ανέκαθεν την απορία των σύγχρονων όσο και των μεταγενέστερων: σχεδόν κάθε μεγαλούτσικη κοιλάδα είχε, από την ίδια της τη φύση, τη δυνατότητα να γίνει ένας αυτόνομος κόσμος. Γι' αυτό και η αποκλειστική ελληνική μορφή πολιτειακής οργάνωσης, η πόλις^ είναι ένα εξαιρετικά ιδιόρρυθμο πολιτικό μόρφωμα, που σ' αυτή την ακραία έκφρασή του δεν υπάρχει πουθενά αλλού στην παγκόσμια ιστορία παρά μόνο στους Φοίνικες —κι αυτό για παρόμοιους λόγους. Μόνον η Λακωνία και η Αττική κατάφεραν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σ' ευρύτερες περιοχές, αλλά για να τη διατηρήσουν έπρεπε να χρησιμοποιούν την πιο ωμή βία. Ο αρχαίος Έλληνας δεν ανεχόταν κανέναν άλλο πάνω απ' το 16


κεφάλι του παρά μόνο την κοινότητά του και θεωρούσε τυραννίδα ακόμα και την προσπάθεια για μια ευρύτερη κρατική οργάνωση. Όμως η άλλη όψη αυτού του νομίσματος ήταν ότι η πόλις εξασκούσε η (δια μια σχεδόν ανεπανάληπτη στην παγκόσμια ιστορία τυραννία πάνω στους κατοίκους της, που ήταν στιβαγμένοι και περιορισμένοι σ' ένα στενό χώρο, και ότι η χώρα σπαραζόταν από παράλογους εμφύλιους πολέμους: η ιστορία της αρχαίας Ελλάδας είναι μια συνεχής αδελφοκτονία, και δεν είναι τυχαίο ότι η μυθολογία της είναι γεμάτη από οικογενειακές φρικαλεότητες. Η παράδοση διέσωσε την ανάμνηση μόνο των μεγάλων διενέξεων αλλά είναι φανερό ότι ο πόλεμος όλων εναντίον όλων, από χωριό σε χωριό, από κοιλάδα σε κοιλάδα, από επαρχία σε επαρχία, ήταν η συνηθισμένη κατάσταση στην Ελλάδα. Γι'' αυτό και η αρχαία ελληνική ιστορία είναι τόσο σύντομη, αφού μακροπρόθεσμα κανένας λαός, όση αντοχή και όση πολεμική ικανότητα κι αν έχει, δεν μπορεί ν' αντέξει σε μια τέτοια αυτοκατακρεούργηση. Από την άλλη μεριά η Ελλάδα, χάρη στη γεωγραφική της θέση και τη διάπλαση του εδάφους της, ήταν σχεδόν αδύνατο να κατακτηθεί με τα μέσα που είχε στη διάθεσή της η αρχαία πολεμική τέχνη, παρά μόνον έπειτα από συνεννόηση με εσωτερικούς εχθρούς. Καθώς από τρεις πλευρές την περιβρέχει η θάλασσα, μόνον από τα βόρεια μπορούσε ν' απειληθεί στα σοβαρά. Αλλά η φύση είχε ορθώσει απέναντι σ' ένα στρατό που θα εισέβαλλε απ' αυτή την κατεύθυνση ένα πλήθος από προμαχώνες* ακόμα κι αν ένας απ' αυτούς έπεφτε εξαιτίας της υπεροπλίας του εισβολέα, της αμέλειας ή της προδοσίας από τα μέσα, αμέσως υψωνόταν πίσω του ένας καινούριος. Αυτός είναι ^ΝΑας πρόσθετος λόγος που οι ελληνικές πόλεις δεν ενώθηκαν ποτέ: η ενότητα δεν ήταν αδήριτη εθνική ανάγκη. Η σαφής διάρθρωση και το ευσύνοπτο είναι τα δυο βασικότερα γνωρίσματα όλων των δημιουργιών του ελληνικού πολιτισμού: των δραμάτων και των φιλοσοφικών συστημάτων, των ναών και των γλυπτών, των θρησκευτικών πεποιθήσεων και των κοινωνικών σχηματισμών. Κάθε ελληνικό τοπίο μπορεί να το αγκαλιάσει κανείς μ' ένα βλέμμα από την κορυφή των ελληνικών βουνών και να το διασχίσει σε μια μέρα με τα πόδια ή με το υποζύγιο. Και καμιά ελληνική πόλη δεν απέχει από τη θάλασσα περισσότερο από μιας μέρας ταξίδι. Οι Έλληνες ήταν θαλασσινοί. Από τη χαραυγή κιόλας της ύπαρξής 17


τους ήταν ερωτευμένοι με την αφρισμένη θάλασσα, που, διεισδύοντας βαθιά μέσα στη στεριά με τους αναρίθμητους χαριτωμένους κόλπους, έδειχνε από το πρωί ώς το βράδι τα μαγικά της χρώματα: αστραφτογάλαζη στο μεσημεριανό φως, πορφυρή και μενεξεδένια το δειλινό, γκρίζα όταν είχε κακοκαιρία, μαύρη το χειμώνα. Αλλά, αν ο Έλληνας αναγνώρισε αμέσως στο νερό το στοιχείο του, ο λόγος δεν ήταν ότι έβλεπε παντού θάλασσα, παρά ότι αντίκρυζε παντού νησιά κι ακρογιάλια. Η θάλασσα δεν ήταν γι' αυτόν ένας κόσμος μυστηρίου και τρόμου, όπως για τον Αιγύπτιο, αλλά ένας γλυκομίλητος, φιλόξενος σύντροφος, που τον καλούσε σε εύκολες περιπέτειες. Η αρχαία ελληνική λέξη για τη θάλασσα, πο'ντος, συγγενεύει με τη λατινική λέξη pons^ που σημαίνει γέφυρα, και με την ελληνική πάτος που σημαίνει μονοπάτι. Το Αιγαίο πέλαγος είναι κατάσπαρτο με νησιά: υπολείμματα της βυθισμένης ηπείρου Αιγηίδας, που γεωλογικά και γεωγραφικά ανήκουν στην Ελλάδα. Η απόσταση από το ένα νησί στο άλλο δεν είναι πουθενά μεγαλύτερη από σαράντα χιλιόμετρα και συνήθως είναι πολύ μικρότερη· επειδή όλα τα νησιά είναι ορεινά, οι σιλουέτες τους φαίνονται από πολύ μακριά όταν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, κι έτσι ο κάτοικος αυτής της περιοχής της Μεσογείου δεν έχει ποτέ το αίσθημα της καταθλιπτικής μοναξιάς και του απειλητικού άπειρου, που κάνει τη θάλασσα τόσο φοβερή για άλλους λαούς. Τα πάμπολλα νησιά που απλώνονται ανάμεσα στη Βαλκανική χερσόνησο και τη Μικρά Ασία έχουν συγκριθεί με αλυσίδες από φυλάκια, με ορόσημα, με παραστάτες μιας γέφυρας, με βότσαλα σ' ένα χείμαρρο. Αντίκρυ ακριβώς από το κέντρο της Ελλάδας βρίσκεται το μεγαλύτερο νησί της κυρίως Ελλάδας, που απλώνεται μακρόστενο, με πλούσιες βοσκές και μεγάλα κοπάδια, γι' αυτό και ονομάζεται Εύβοια, δηλαδή «αυτή που έχει πολλά βόδια». Κοντά της βρίσκονται οι Κυκλάδες, που ονομάσθηκαν έτσι επειδή είναι τοποθετημένες κυκλικά γύρω από τη μικροσκοπική Δήλο, ένα θρησκευτικό κέντρο της αρχαίας Ελλάδας· τα σημαντικότερα νησιά αυτού του συγκροτήματος ήταν η Πάρος, με το κοσμοξακουσμένο της μάρμαρο, και η Νάξος, η έδρα της λατρείας του Διόνυσου. Το σκαλοπάτι για τη Μικρά Ασία ήταν οι Σποράδες, δηλαδή οι «διασκορπισμένες», με κυριότερο νησί την Κω, την πατρίδα των πιο φίνων γυναικείων φορεμάτων και των πιο ικανών γιατρών. Τα ονομαστότερα νησιά κοντά στη μικρασιατική ακτή ήταν ή Ρόδος, μεγάλη εμπορική δύναμη, και η θαλασσοκρά18


τειρα Σάμος, η Χίος, που έβγαζε τα δυνατά κρασιά, και η Λέσβος, που έστελνε στον κόσμο τα φλογερότερα ερωτικά τραγούδια. Στις άκρες βρίσκονταν προς τα βόρεια, στο «θρακικό πέλαγος», η ηφαιστειογενής Λήμνος, η Ίμβρος, το νησί του Ερμή, η Σαμοθράκη με τα παμπάλαια μυστήριά της και η χρυσοφόρα Θάσος, ενώ στα νότια της Πελοποννήσου ήταν τα Κύθηρα, όπου κάποτε η Λφροδίτη αναδύθηκε στο φως μέσα από τον αφρό των κυμάτων, και, σαν μια πελώρια τραβέρσα, η Κρήτη, που με τα αρχαία κριτήρια αποτελούσε ξεχωριστή ήπειρο. Ανάμεσα στριμωχνόταν ένα πολύχρωμο πλήθος από μικρότερα ή μικροσκοπικά νησάκια. Η ναυσιπλοΓα διευκολυνόταν επίσης χάρη στους πολλούς απάνεμους κόλπους με τα θαυμάσια λιμάνια τους, καθώς και από την κανονικότητα των θαλάσσιων ρευμάτων, τη σπανιότητα της ομίχλης και τη σταθερότητα των ανέμων. Όλα αυτά όμως ίσχυαν μόνο για το καλοκαίρι. Το φθινόπωρο ο αρχαίος Έλληνας δεν ξανοιγόταν πρόθυμα στη θάλασσα, ενώ τον χειμώνα δεν τολμούσε καθόλου. Ιδιαίτερα φοβόταν τον Ζέφυρο, τον δυτικό άνεμο, του οποίου το επικίνδυνο φύσημα περιγράφει με μεγάλη παραστατικότητα ο Όμηρος: σφυρίζοντας κουβαριάζει το σύννεφο και το σπρώχνει κατά την ακτή, όπου μαύρο σαν κατράμι ξεχύνεται μ' άγριο στροβίλισμα, και το λυσσομάνημά του μπορεί να συντρίψει ένα καράβι ακόμα κι ενάντια στη θέληση των θεών. Ακόμα χειρότερος ήταν ο Βορέας, ο βορεινός άνεμος με τη μορφή μαύρου αλόγου: μέσα στο ταγάρι του κουβαλάει παγερές χιονοθύελλες κι ουρλιάζοντας μαστιγώνει τη θάλασσα, σηκώνοντας ψηλά τον άσπρο της αφρό. Ακόμα και τη νύχτα ο Έλληνας δεν αρμένιζε παρά μόνον όταν υπήρχε έκτακτη ανάγκη. Γενικά, κατά κανόνα ο αρχαίος Έλληνας έκανε ακτοπλοία, παραπλέοντας το πολύ-πολύ τους κόλπους, και απόφευγε την ευθεία γραμμή. Όταν ταξίδευε κατά μήκος των πολυσκόπελων ακτών εξασφαλιζόταν χάρη σε θαλασσινά σημάδια και ρίχνοντας τακτικά το σκαντάγιο. Η περίσκεψη του αρχαίου ναυτικού, που σ' εμάς φαίνεται σαν ατολμία, ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, γιατί δεν υττηρχε τότε κανένα μέσο ακριβούς προσανατολισμού. Όχι μόνο δεν υπήρχε η πυξίδα, αλλά ούτε καν λεπτομερείς και αξιόπιστοι χάρτες. Οι μόνες ενδείξεις ήταν ο έναστρος ουρανός και ο γνώμων^ που επέτρεπε στο ναυτικό να προσδιορίσει το μάκρος της σκιάς για τον κάθε τόπο και την κάθε μέρα με τη βοήθεια ενός πίνακα, αλλά και πάλι πολύ χονδρικά. Με τέ19


τοιες συνυήκες, δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε τις ναυτικές επιδόσεις των αρχαίων, γιατί, απ' ότι φαίνεται, στις περισσότερες περιπτώσεις έφταναν στον προορισμό τους (αν και βέβαια όχι «σύμφωνα με το ωρολόγιο πρόγραμμα») και μερικές φορές μάλιστα ξεμυτούσαν στο ανοιχτό πέλαγος. Τον πιο αλλόκοτο διαμελισμό τον έχει το βορειότερο τμήμα, όπου η ξηρά σφηνώνει από τ' ανατολικά μέσα στη θάλασσα μια μακρόστενη γλώσσα, τη θρακική χερσόνησο, που τόσο συχνά ακούστηκε στον Παγκόσμιο Πόλεμο με το όνομα Καλλίπολη, ενώ στα δυτικά η χερσόνησος της Χαλκιδικής έχει τρία ολόκληρα πόδια. Αλλά στην αρχαιότητα τα εδάφη αυτά δεν θεωρούνταν μέρος του ελληνικού κόσμου, παρόλο που περιζώνονταν από μια μακριά αλυσίδα ελληνικών αποικιών. Η βόρεια Ελλάδα αρχίζει με τη Θεσσαλία, της οποίας τα δυτικά σύνορα αποτελεί η επιβλητική οροσειρά της Πίνδου. Πέρα απ' την Πίνδο βρισκόταν η Ήπειρος, που ούτε αυτή θεωρούνταν ελληνική, αν και φιλοξενούσε στο τραχύ της έδαφος ένα από τα αρχαιότερα ιερά της χώρας, το μαντείο της Δωδώνης, και μπροστά στη θαλασσοδαρμένη ακτή της απλωνόταν το νησί Κέρκυρα, μια από τις σημαντικότερες ελληνικές αποικίες. Το βορειότερο όσο και ψηλότερο σημείο της αρχαίας Ελλάδας ήταν ο θεσσαλικός Όλυμπος, που η συννεφόσκεπη κορυφή του υψώνεται τρεις χιλιάδες μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Ο κυριότερος ποταμός της Θεσσαλίας είναι ο Πηνειός με την κοιλάδα των Τεμπών, που ήταν ξακουστή σ' ολόκληρη την αρχαιότητα για τη ομορφιά των δαφνώνων της και των ελατόδασών της, των λαμπροκόκκινων βράχων της και των χιονόσκεπων κορυφών της. Παράλληλα, ως πύλη εισόδου στην Ελλάδα, είχε τεράστια στρατηγική σημασία. Αναφέραμε πιο πάνω ότι μόνο στη Θεσσαλία υπάρχουν κάπως μεγάλες πεδιάδες· αλλά και η πλούσια άρδευσή της. της δίνει ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις υπόλοιπες ελληνικές χώρες. Μόνο σ' αυτή την εύυγρη γη υτυήρχαν μεγάλα σταροχώραφα, που τα πράσινα κύματά τους τα σύγκρινε ο σαστισμένος ξένος με τη θάλασσα, και στις απλόχωρες πεδιάδες ανθούσε όσο πουθενά αλλού στην αρχαία Ελλάδα η ιτυποτροφία και η ξυπασιά του ευπατρίδη. Στην κεντρική Ελλάδα, συνόρευαν με τα βόρεια πρώτα πρώτα οι Ακαρνάνες και οι Αιτωλοί, οι Φωκείς και οι Αοκροί. Όλα αυτά τα φύλα δεν είχαν και τόσο καλή φήμη, τα δύο πρώτα μάλιστα συγκαταλέγονταν στους βαρβάρους· αλλά η Φωκίδα δεν φιλοξενούσε στο έ20


δαφός της τίποτα πιο ασήμαντο από το μαντείο των Δελφών. Προς τα ανατολικά της βρισκόταν η Βοιωτία, που από μια άποψη ήταν η καρδιά της αρχαίας Ελλάδας, και το περίπου ισοσκελές τρίγωνο της Αττικής· αντίκρυ στην Αττική βρίσκονταν η Σαλαμίνα και, νοτιότερα, η Αίγινα, δυο μικρά νησιά, που όμως γνώρισαν για ένα διάστημα μεγάλη ακμή χάρη στο εμπόριο και το ναυτικό τους. Στη Βοιωτία "υψωνόταν η οροσειρά του Ελικώνα, η έδρα των Μουσών ο Παρνασσός στη Φωκίδα, με ύψος δυόμισυ χιλιάδες μέτρα, απόκτησε τη φήμη του την εποχή του μπαρόκ, όχι νωρίτερα. Την Πελοπόννησο τη σύγκριναν ακόμα κ��ι στην αρχαιότητα, πολύ εύστοχα, με πλατανόφυλλο· τον μίσχο αυτού του φύλλου τον αποτελούσε η δωρική χώρα της Μεγαρίδας, που χάρη στη γεωγραφική της θέση ήταν προορισμένη να γνωρίσει μεγάλη ακμή, αλλά οι Αθηναίοι την κρατούσαν σε υποδέεστερη μοίρα το ίδιο ζηλότυπα όσο τη Σαλαμίνα και την Αίγινα. Αυτή η γέφυρα ξηράς γίνεται στενότερη στο σημείο ακριβώς που αρχίζει η Πελοπόννησος, κι εκεί, στον Ισθμό, ανάμεσα σε δύο κόλπους, τον Κορινθιακό και τον Σαρωνικό, βρισκόταν η παγκόσμια εμπορική δύναμη που λεγόταν Κόρινθος, με το λαμπρό λιμάνι της, την οχυρή Ακροκόρινθο, που υψωνόταν εξακόσια μέτρα πάνω από την πόλη, και τα πανίσχυρα τείχη της, που, διασχίζοντας εγκάρσια τον Ισθμό, απέκλειαν ολοκληρωτικά την Πελοπόννησο από την υπόλοιπη Ελλάδα. Μια διατρύττηση του Ισθμού σχεδιάσθηκε για πρώτη φορά γύρω στο 600 π.Χ. από τον Περίανδρο, τον τύραννο της Κορίνθου. Τριακόσια χρόνια αργότερα έγιναν καινούρια σχέδια από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, βασιλιά της Μακεδονίας, κι ακόμα αργότερα από τον Ιούλιο Καίσαρα και τον αυτοκράτορα Καλιγούλα, που ανάθεσε σ' έναν αξιωματικό του να κάνει συστηματικές μετρήσεις. Όμως ο πρώτος που έβαλε μπροστά αυτό το σχέδιο ήταν ο Νέρων, που εγκαινίασε αυτό το έργο με πολλές φανφάρες, αλλα το διέκοψε έπειτα από λίγο καιρό εξαιτίας μιας γαλατικής εξέγερσης και διαφόρων αποθαρρυντικών οιωνών. Η κατασκευή της διώρυγας θα είχε σίγουρα πετύχει, γιατί οι Ρωμαίοι μηχανικοί είχαν διαλέξει την καλύτερη γραμμή, την ίδια ακριβώς που χαράχτηκε το 1881, όταν ξανάρχισαν τα έργα εκσκαφής. Το 1893 η διώρυγα, που είχε μάκρος 6 3/4 χιλιόμετρα και βάθος 8 μέτρα, παραδόθηκε στη συγκοινωνία. Όμως ήταν μια απογοήτευση: σήμερα χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για την τοπική συγκοινωνία 21


και είναι ζήτημα αν καλύπτει τα έξοδα λειτουργίας της. Η σημασία που είχε η Κόρινθος στην αρχαιότητα οφειλόταν ακριβώς στο γεγονός ότι ήταν χτισμένη σ' έναν ισθμό, κι έτσι δέσποζε σε δυο θάλασσες, αποτελώντας συνάμα το προπύργιο της Πελοποννήσου· για την εσωτερική διακίνηση επαρκούσε, από τα αρχαία χρόνια, ένας πλακόστρωτος δρόμος, ο δίολκος^ χάρη στον οποίο τα φορτία των πλοίων καθώς και τα σχετικά μικρά πλοία σύρονταν από τον ένα κόλπο στον άλλο. Η Πελοπόννησος, που η ίδια είναι χερσόνησος μιας χερσονήσου, έχει κι αυτή με τη σειρά της τέσσερις χερσονήσους: την αργολική, τις δύο λακωνικές και τη μεσσηνιακή. Το μεγαλύτερο μέρος της Αργολίδας υποφέρει από ανομβρία* πιο εύφορη είναι η Λακωνία, που διαρρέεται από τον Ευρώτα, τον «πλούσιο σε καλαμιές»· αλλά η Μεσσηνία, την οποία οι νοτιοδυτικοί άνεμοι επιδαψιλεύουν με βροχές, έχει την πλουσιότερη βλάστηση σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Ο επιβλητικός όγκος της οροσειράς του ΤαιΣγετου, που χωρίζει τη Μεσσηνία από τη Λακωνία αλλά μακροπρόθεσμα δεν μπορούσε να προστατέψει τους Μεσσήνιους από τους επεκτατικούς Σπαρτιάτες, τελειώνει στην άκρη της δυτικής λακωνικής χερσονήσου, στο ακρωτήριο Ταίναρο, το νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Προς τα βόρεια της Μεσσηνίας εκτείνεται η Ηλεία, που αρδεύεται από τον Αλφειό, τον μεγαλύτερο ποταμό της Πελοποννήσου, και στις όχθες του Αλφειού βρίσκεται η Ολυμπία, όπου γινόταν το πιο ξακουστό «φεστιβάλ» της αρχαίας Ελλάδας. Αλλά το πιο παράξενο πελοποννησιακό τοπίο είναι η Αρκαδία που, με το σχήμα ενός σχεδόν κανονικού τετράγωνου στη μέση της χερσονήσου, περιτειχισμένη θαρρείς και διαμελισμένη από ψηλά βουνά, απολάμβανε μια ξεχωριστή, ειδυλλιακή γαλήνη σ' όλους τους αιώνες των ελληνικών περιπετειών. Η Αρκαδία έχει συγκριθεί συχνά με την Ελβετία· η-σύγκριση αυτή ευσταθεί ακόμα και από την άποψη ότι οι Αρκάδες, περιζήτητοι και καλοπληρωμένοι μισθοφόροι, νοίκιαζαν τις υπηρεσίες τους στον καθένα, όπως ακριβώς και οι Ελβετοί, για τους οποίουτς υπήρχε στα τέλη του Μεσαίωνα η ρήση «point d'argent, point de Suisse» («Δεν έχει λεφτά, δεν έχει Ελβετούς»). Η ζωή στα ξεκομμένα απ' τον υπόλοιπο κόσμο βουνοτόπια, που ήταν απομονωμένα ακόμα και μεταξύ τους, ήταν τραχειά, λιτή και φτωχή σε πολιτιστικές εκδηλώσεις· μόνο τη μουσοφιλία μοιράζονταν οι Αρκάδες με τους υπόλοιπους''Έλληνες. 22


Την Αρκαδία την έκανε παράδεισο ο συναισθηματισμός των κουρασμένων αλεξανδρινών αστών, κι αυτή η ωραιοποίηση, παρόλο που ήταν ψεύτικη, διατηρήθηκε ώς τις μέρες μας μέσα από τη «βουκολική ποίηση» όλων των σύγχρονων λαών. Η Πελοπόννησος, παρά το «κοτσάνι» που τη συνδέει με την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα, πρέπει να θεωρηθεί νησί, και πράγματι οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν νησί του Πέλοπα. Ενώ ο χαρακτήρας σχεδόν όλων των υπόλοιπων ελληνικών χωρών είναι έντονα θαλάσσιος, η Πελοπόννησος, με τα βουνά της που θυμίζουν κάστρα, τα απομονωμένα οροπέδιά της και τις κλειστές κοιλάδες της, έχει ηπειρωτικό χαρακτήρα. Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν ακρόπολη της Ελλάδας. Όπως είναι γνωστό, οι Σπαρτιάτες ήταν ώς το μεδούλι τους στεριανοί, ενώ από την άλλη μεριά, με το συντηρητισμό και τον απομονωτισμό τους, ήταν τυπικοί νησιώτες. Πρέπει να πούμε, με την ευκαιρία, ότι η Πελοπόννησος, που σήμερα είναι ένα τεχνητό νησί, ήταν αρχικά φυσΙκό νησί, γιατί το γεωλογικό υλικό που αποτελεί τον Ισθμό προέρχεται από τα τέλη της τριτογενούς περιόδου. Ο Καντ λέει κάπου για τον αγγλικό λαό ότι έχει ένα χαρακτήρα «που τον δημιούργησε μόνος του»: αυτή η ρήση μπορεί να εφαρμοσθεί σχεδόν επί λέξει στους Λακεδαιμόνιους. Η Σπάρτη είναι η κλασική περίπτωση ενός προϊόντος της τεχνητής επιλργής, που δημιουργήθηκε έξω από τη φύση ή μάλιστα και κόντρα στη φύση. Τέτοια τεχνητά δημιουργήματα διατρέχουν πάντα τον κίνδυνο ν^ αποστεωθούν από νωρίς. Ένα νησί που καλλιεργεί τον εγωκεντρισμό και την «αυτάρκειά» του (ο ιμπεριαλιστικός επεκτατισμός δεν είναι παρά η άλλητπλευρά αυτής της αυτάρκειας), υποκύπτει αργά ή νωρίς στις επιπτώσεις της φυσικής και πνευματικής ενδογαμίας* αυτό φάνηκε με τη Βενετία και θα φανεί και με την Ιαπωνία, ενώ η Αγγλία, νιώθοντας συνειδητά ή ενστικτώδικα τον κίνδυνο, εργάζεται ήδη για να τον αποφύγει, αλλάζοντας στάση. Αυτό που κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση στο σημερινό μάτι, όταν παρατηρεί τον ελληνικό κόσμο, είναι η μικρή έκτασή του. Η απόσταση από τα σύνορα της Μακεδονίας ώς το Ταίναρο είναι 420 χιλιόμετρα, το πλάτος της χερσονήσου κυμαίνεται από 100 ώς 240 χιλιόμετρα, η Αττική δεν είχε ούτε καν τις διαστάσεις του Λουξεμβούργου. Ο συνολικός πληθυσμός τον πέμπτο αιώνα, την εποχή της μεγαλύτερης ακμής, ήταν τρία με τέσσερα εκατομμύρια, μαζί με τις αποι23


κίες ήταν περίπου διπλάσιος. Στην Κύπρο και μόνο υττήρχαν δέκα βασίλεια, και είδαμε στον προηγούμενο τόμο ότι η Κρήτη ήταν μια μεγάλη δύναμη* ακόμα και οι τύραννοι της Σικελίας θεωρούνταν φοβεροί και τρομεροί ηγεμόνες, παρόλο που ο καθένας τους δεν εξουσίαζε παρά ένα μέρος του νησιού. Σύμφωνα με τον «περίπλου», τις ναυτικές αναφορές του πέμπτου και τέταρτου αιώνα, ο τοτινός «γύρος του κόσμου», δηλαδή το ταξίδι από τη μια ώς την άλλη άκρη της τότε γνωστής επιφάνειας της γης, από τη Συρία ώς τη νότια Ισπανία, διαρκούσε ογδόντα μέρες, όσες ακριβώς και ο πραγματικός γύρος του κόσμου που έκανε ο μίστερ Φιλέας Φογκ στο μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν από το 1872. Πρέπει όμως να πούμε ότι η διαδρομή ήταν τότε μεγαλύτερη από τη σημερινή, γιατί, όπως είπαμε, τα αρχαία καράβια έπλεαν όσο ήταν δυνατό κατά μήκος της ακτής: παραπλέανε τα νότια παράλια της Μικράς Ασίας, τα νησία του Αιγαίου, την Πελοπόννησο και τα δυτικά παράλια της Ελλάδας μέχρι την Κέρκυρα, από εκεί περνούσαν στην Κάτω Ιταλία και, διαβαίνοντας το στενό της Μεσσήνης, έπαιρναν τη δυτική ακτή της Ιταλίας, την οποία ακολουθούσαν σ' όλο της το μάρκος, ώσπου τελικά, αρμενίζοντας κοντά στις ακτές της Γαλατίας και της Ισπανίας, έριχναν άγκυρα στις Στήλες του Ηρακλή, στον πορθμό του Γιβραλτάρ. Ό,τι υπήρχε πέρα από εκεί, λόγου χάρη τα Κανάρια νησιά, ονομαζόταν «νησιά των Μακάρων» και οι αρχαίοι έλεγαν ότι οι θεοί είχαν απαγορέψει στους ανθρώπους να ταξιδεύουν πέρα από τις Στήλες του Ηρακλή. Επειδή όμως έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε την ιστορία των αρχαίων Ελλήνων με τα μάτια των δικών τους ιστορικών, που μπορεί βέβαια να μην ήταν υπερβολικά σωβινιστές αλλά ήταν φυσικό να κρίνουν τα πράγματα από τη δική τους σκοπιά, οι διαστάσεις της εικόνας έχουν αλλοιωθεί και για μας. Από την οπτική γωνία της Περσίας, οι πόλεμοι υπέρ της ελευθερίας των Ελλήνων δεν ήταν παρά μια αποτυχημένη εκστρατεία εναντίον μιας από τις πολλές χώρες της πρόσω ασιατικής σφαίρας συμφερόντων, και οι ασταμάτητοι πόλεμοι για την ελληνική ηγεμονία ήταν καβγάδες ανάμεσα σε λιλιπούτια κράτη κάπου στην άκρη μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Ίσως η μικρή έκταση του ελληνικού κόσμου να ήταν κι ένας από τους λόγους της βραχυβιότητάς του. Γιατί είναι πολύ πιθανό ότι υπάρχει στους λαούς, όπως και στα ζωικά είδη, μια σχέση ανάμεσα στο μέγεθος και 24


τη διάρκεια ζωής, χωρ(ς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. Τα μικρά θηλαστικά έχουν συνήθως γεράσει σαν φτάσουν τα δέκα χρόνια, ενώ οι γίγαντες του κόσμου των θηλαστικών, ο ελέφαντας και η φάλαινα, ζουν διακόσια χρόνια και περισσότερα· από την άλλη μεριά, όμως, ο κυπρίνος και ο λούτσος, το κοράκι και ο παπαγάλος, μπορούν κι αυτά μερικές φορές να φτάσουν τα εκατό χρόνια. Εξάλλου, η διάρκεια ζωής δεν είναι μόνο συνάρτηση του μεγέθους του σώματος, αλλά και της έντασης του μεταβολισμού* σ' αυτό μάλλον οφείλεται το ότι οι μεγαλύτερες ηλικίες έχουν διαπιστωθεί στις χελώνες και τους κροκόδειλους. Στα τέρατα της εποχής των δεινοσαύρων ο βραδύς μεταβολισμός συμβάδιζε, όπως φαίνεται, με τη μακροβιότητα· γι' αυτό και θα πρέπει να έφταναν κυριολεκτικά σε «προκατακλυσμιαία» ηλικία. Στον ελληνικό οργανισμό συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο* το μικρό μέγεθός του συνοδευόταν από μια τεράστια αυτοανάλωση λόγω «εσωτερικής τριβής», τόσο στο πολιτικό όσο και στο πνευματικό επίπεδο. Ο ελληνικός πολιτισμός, έστω και μόνο για το ρυθμό με τον οποίο αναπτύχθηκε, αποτελεί μοναδική περίπτωση στην παγκόσμια ιστορία. Ο Φρίντριχ Ράτσελ εκφράζει με ανυπέρβλητη λιτότητα αυτή την αλήθεια λέγοντας: «Η ιστορία των στενών χώρων είναι βιαστική». Και ο έξοχος σύγχρονος του Σίλερ, ο ιστορικός Γιοχάνες φον Μύλερ, είπε: «Τα περισσότερα μεγαλουργήματα έγιναν από μικρούς λαούς». Η Ελλάδα βρίσκεται στην εύκρατη ζώνη, αλλά στην πιο ζεστή περιοχή της, και έχει το ίδιο γεωγραφικό πλάτος με την Καλαβρία, τη Σικελία και το νότιο τμήμα της Ισπανίας· το κλίμα και η βλάστησή της έχουν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους κεντροευρωπαϊκό χαρακτήρα. Αλλά οι ελληνικές κλιματολογικές συνθήκες παρουσιάζουν μερικές χαρακτηριστικές ιδιομορφίες. Σ' αυτές ανήκει, πριν απ' όλα, η παρατεταμένη,, αδιάκοπη καλοκαιρινή ζέστη, που από τις αρχές Ιουνίου ώς τον προχωρημένο Σεπτέμβρη πυρώνει κυριολεκτικά τον αέρα. Συχνά όμως ττνέει το μεσημέρι μια δροσιστική θαλάσσια αύρα, κι έτσι οι πρωινές ώρες, οπότε επικρατεί άτιινοια, είναι οι πιο δυσάρεστες. Μια δεύτερη ιδιορρυθμία του ελληνικού κλίματος είναι οι απότομες εναλλαγές ανάμεσα στην ψυχρή και τη θερμή εποχή. Η θερμοκρασία ανεβαίνει αλματωδώς τον Μάη και το ίδιο ξαφνικά μπαίνει το φθινόπωρο. Αλλά η μέση θερμοκρασία %ου Οκτώβρη αντιστοιχεί στον δικό μας Ιούλη και στο καταχείμωνο υπάρχουν μέρες όπως σ' 25


εμάς τον Σεπτέμβρη. Από την άλλη μεριά, κάθε χειμώνα η θερμοκρασία πλησιάζει στο μηδέν και υπάρχουν μέρες που πέφτει κάτω από το μηδέν, φτάνοντας ώς τους εφτά βαθμούς. Ο σχηματισμός πάγου πάνω σε στάσιμα νερά δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο και σε κανένα μέρος της Ελλάδας δεν είναι άγνωστο το χιόνι: η περίφημη ομηρική παρομοίωση των λόγων του ανθρώπου με νιφάδες χιονιού ήταν βγαλμένη μέσα απ' τη ζωή. Αλλά και σ' άλλα σημεία ο Όμηρος περιγράφει με παραστατικότητα πώς τα άσπρα «βλήματα του Δία» ταλαιπωρούν στεριά και θάλασσα. Αντίθετα, η γοητευτική εικόνα του χιονισμένου τοπίου ήταν κάτι σπάνιο για τους Έλληνες, γιατί το χιόνι λειώνει σχεδόν μόλις πέφτει. Ο Υμηττός, ο Παρνασσός και τα άλλα ψηλά βουνά έχουν χιονισμένη την κορφή τους για ένα μεγάλο διάστημα της χρονιάς, αλλά πουθενά δεν υπάρχει αιώνιο χιόνι, ούτε καν στον Όλυμπο. Πολύ δριμύτεροι απ' ό,τι στην κυρίως Ελλάδα είναι οι χειμώνες στη βόρεια παρυφή του Αιγαίου. Όταν οι Αθηναίοι πολιορκούσαν την Ποτείδαια (στη ρίζα του δυτικότερου από τα τρία «πόδια» της Χαλκιδικής), τουρτούριζαν από το κρύο και μόνον ο Σωκράτης, που ήταν σ' όλα του πρωτότυπος, υπόμενε το κρύο με ηρωική αδιαφορία, περπατώντας ξυπόλητος πάνω στους πάγους με τη συνηθισμένη φορεσιά του. Όταν όμως αργότερα οι Αθηναίοι γνώρισαν και τον χειμώνα της Θράκης, όπου το κρασί πάγωνε μέσα στα πιθάρια, ενώ τ' αυτιά και τα δάχτυλα των ποδιών ξύλιαζαν από το κρύο, άρχισαν να μη βρίσκουν και τόσο αστείες τις αλεπουδίσιες κουκούλες και τα μακριά πανταλόνια των ντόπιων. Σε γενικές γραμμές, όμως, φαίνεται ότι οι αρχαίος ήταν πολύ λιγότερο ευαίσθητος απ' ό,τι ο σημερινός άνθρωπος στις διακυμάνσεις της θερμοκρασίας. Δεν έπαιρνε κανένα μέτρο για να προφυλαχτεί από τα ρεύματα, τα κρυολογήματα και τον κατάρρου. Η θέρμανση ήταν πέρα για πέρα πρωτόγονη, τα σπίτια είχαν πέτρινα πατώματα, πόρτες που δεν έκλειναν καλά, ανοιχτά παράθυρα, απ' τα οποία έμπαινε μέσα ο αέρας. Ο Νέστωρ, σκεπασμένος από χιόνι, εκτίθεται στους θαλάσσιους ανέμους· σκεφτείτε: ένας άνθρωπος της ηλικίας του και μάλιστα μπροστά σε γιατρό, γιατί ο στρατιωτικός γιατρός Μαχάων στέκεται ατάραχος πλάι του. Ειδικά στην Ελλάδα η ζωηρή αντίθεση ανάμεσα στις εποχές, για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω, θα πρέπει να συντελούσε στη σκληραγώγηση των ανθρώπων. Αυτό το κατάλαβε κι ο Ιπποκράτης (ή ένας άλλος, γιατί στη συλλογή που έχει 26


τ' όνομά του είχαν βρει καταφύγιο μια πλειάδα ιατρικών συγγραφέων και δασκάλων, ακόμα και αντίπαλοί του, πράγμα που άλλωστε ήταν γνωστό στα τέλη της αρχαιότητας)· σε μια απ' αυτές τις μπροσούρες, με τίτλο «Περί ανέμων, υδάτων, τόπων», αναπτύσσεται η άποψη ότι το κλίμα είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που ατσαλώνουν την κράση του ανθρώπου: «Το σώμα και το πνεύμα είναι αδύνατο να γίνουν ελαστικά εκεί όπου δεν συμβαίνουν έντονες αλλαγές.» Ο ελληνικός ήλιος είναι παροιμιώδης. Πράγματι, μετεωρολογικές παρατηρήσεις που κράτησαν ένα τέταρτο του αιώνα έδειξαν ότι στην Αθήνα, κατά μέσον όρο, ο ουρανός είναι εντελώς αίθριος τις μισές μέρες του χρόνου, εικοσιπέντε μέρες νεφελώδης και μόνο τρεις μέρες νεφοσκετιής* το υπόλοιπο χρονικό διάστημα είναι αυτό που λέμε «σχεδόν αίθριες μέρες», στις οποίες ο ήλιος είναι αόρατος για μισή ώρα το πολύ. Αλλά και οι άναστρες νύχτες που μετρήθηκαν ήταν μόνο τρεις σ' ολόκληρη τη χρονιά. Επομένως, η Αθήνα έχει συννεφιά μόνο στο ένα δέκατο τρίτο της χρονιάς, ενώ η βόρεια Γερμανία τουλάχιστο στα τέσσερα πέμπτα. Πρέπει όμως να πούμε ότι ακόμα και στη φωτεινή Ελλάδα η Αθήνα θεωρούνταν στην αρχαιότητα ιδιαίτερα ευνοημένη από τον ήλιο. Ούτε η Αίγυπτος δεν έχει καθαρότερο ουρανό. Από αυτή την άποψη, είναι φυσικό να μην είχε ο Έλληνας καμιά ευαισθησία για το χαμηλό, τον διακριτικό, τον μουντό φωτισμό και τον ρομαντισμό του σύθαμπου: ακόμα και τα φαντάσματά του δεν εμφανίζονταν συνήθως τη νύχτα, παρά το καταμεσήμερο, και η φοβερή Έμπουσα, μια οπτασία που ξεπρόβαλλε μέσα στον τρεμουλιαστό καύσωνα του μεσημεριού, δεν έχει τίποτα το τρομαχτικό για τις δικές μας αντιλήψεις. Όμως αυτή την πληθωρικότητα του φωτός οι Έλληνες δεν την θεωρούσαν καθόλου ευλογία* μισούσαν και φοβόντουσαν τα καφτά «βέλη του Απόλλωνα». Αλλά ούτε κι η βροχή τους ερχόταν βολική, γιατί στη χώρα^τους έχει συνήθως τη μορφή ενός σύντομου ψιλόβροχου, που δεν είναι πιο αποτελεσματικό από ένα καταβρεχτικό αυτοκίνητο, ή μιας άγριας νεροποντής, που ξεχύνεται με ολέθριες συνέπειες πάνω στα χωράφια, αποψιλώνει τα βουνά, γεμίζει τις χαράδρες με θορυβώδεις χειμάρρους και καμιά φορά μάλιστα καταστρέφει τεχνητούς δρόμους, ξεριζώνει δάση και πλημμυρίζει ολόκληρες κοιλά-. δες που χρησιμεύουν για τη συγκοινωνία. Αν παρόλ' αυτά, οι αρχαίοι 27


Έλληνες ικέτευαν τον Δία να σμίξει με τη Γη, εννοούσαν κυριολεκτικά τη γονιμοποίηση και τίποτ' άλλο· η «ποίηση της βροχερής μέρας» δεν είχε καμιά θέση στην αρχαιότητα. 'Οταν ο καιρός ήταν βροχερός, σε κανέναν Έλληνα δεν θα ερχόταν η ιδέα να μην καταφύγει αμέσως στο σπίτι του, παρά να μείνει έξω για να παρατηρήσει αυτό το φυσικό θέαμα περπατώντας με την ομπρέλα του, που άλλωστε στα αρχαία ελληνικά λεγόταν σκίάς, δηλαδή αυτή που δίνει σκιά, όπως στα λατινικά λεγόταν umbraculum και στα ιταλικά λέγεται ombrello^ ενώ ο Γάλλος τη amhiti πράγματι με τη βροχή και λέει parapluie. Τους καλοκαιρινούς μήνες δεν βρέχει σχεδόν καθόλου. Ένα άλλο εμπόδιο για τη βλάστηση είναι ο εξαιρετικά ξηρός αέρας. Ιδιαίτερα γύρω από την Αθήνα η υγρασία του αέρα είναι τόσο χαμηλή, ώστε μόνο με δύο άλλες περιοχές της Ευρώπης μπορεί να συγκριθεί: το οροπέδιο της Καστίλλης και το εσωτερικό της Σικελίας. Η καλοκαιρινή ξηρασία ήταν από παλιά το παράπονο των Ελλήνων. Επιπρόσθετα, η χώρα δεν έχει παρά λίγα ρεύματα που ν'^χξίζουν να ονομασθούν ποτάμια, αλλά ακόμα κι αυτά έχουν τόσο σύντομη διαδρομή και τόσο κατηφορική κοίτη, ώστε μόνον ένα μικρό μέρος τους είναι πλωτό. Οι περισσότερες υδάτινες αρτηρίες είναι απλά ρυάκια, που εύκολα μπορεί κανείς να τα περάσει πεζός και πολλές φορές ξεραίνονται εντελώς το-καλοκαίρι. Ο Ιλισός κοντά στην Αθήνα, που έπειτα από νεροποντές γίνεται ένας ορμητικός χείμαρρος, είναι συνήθως ένα λυμφατικό ποταμάκι, που όταν πέφτουν οι μεγάλες ζέστες ξεραίνεται εντελώς. Ο Όμηρος κάνει διάκριση ανάμεσα σε «αείροα» και «χειμερινά» ποτάμια, και η επιστήμη της γεωγραφίας χαρακτηρίζει τα τελευταία μ' έναν ειδικό όρο: την ιταλική λέξη flumara. Έτσι, η τεχνητή άρδευση έπαιζε πάντα μεγάλο ρόλο στον ελληνικό πολιτισμό: τη βρίσκουμε ήδη στον Όμηρο, ενώ ο Πλάτων δεν μπορεί να φανταστεί αλλιώς την ιδανική πολιτεία του παρά αυλακωμένη από ένα ολόκληρο δίκτυο περιποιημένων καναλιών. Σ' αυτές τις συνθήκες εύκολα καταλαβαίνουμε γιατί οι Έλληνες λάτρευαν τόσο πολύ τις νύμφες των ττηγών και θεοποίησαν ακόμα και το αγιάζι, που συχνά είναι για μήνες η μόνη φυσική δροσιά των φυτών: η Αθηνά λατρευόταν με δύο μορφές: ως αυστηρή Άγλαυρος, η απαστράπτουσα, κάτω από τις ακτίνες της οποίας λειώνει η γη, και ως Πάνδροσος, αυτή που ανακουφίζει σκορπίζοντας δροσιά. Για όλους αυτούς τους λόγους, η καλοκαιρινή εικόνα του ελ28


ληνικού τοπίου είναι αρκετά καταθλιπτική. Η επιδερμίδα της γης σκάει και συρρικνώνεται, τα σπαρτά καίγονται από τον λίβα, τα φυτά πέφτουν σε ύτη/ο βαθύ. Στρόβιλοι σκόνης υψώνονται παντού, τα λίγα αειθαλή φυτά που αντέχουν στον καύσωνα δείχνουν σαν αλευρωμένα, οι κοίτες των ποταμών μετατρέπονται σε σκουπιδότοπους. Τα χτυπητά χρώματα της ερήμου απλώνονται πάνω σε βουνά και λαγκάδια, το μεσημέρι ο τρεμουλιαστός αέρας τιήζει και γίνεται καφτή ομίχλη, αλλόκοτες ανταύγειες λάμπουν στην ατμόσφαιρα: η Έμπουσα γίνεται πραγματικότητα. Όλα είναι ακίνητα και νεκρά, μόνο τα τζιτζίκια ενορχηστρώνουν ταιριαστά αυτή την πυρωμένη ερημιά με τη στριγγή, μονότονη μουσική τους. Τη νύχτα όμως τ' αστέρια λάμπουν σαν χρυσά βεγγαλικά στον κρυστάλλινα καθαρό ουρανό. Επειδή ο αέρας στην Ελλάδα περιέχει πολύ λίγους υδρατμούς, δεν αποτελεί, όπως σ' εμάς, ένα μέσο που θολώνει την εικόνα, που ξεθωριάζει τα περιγράμματα, που κάνει τα χρώματα να διαχέονται το ένα στο άλλο κι απλώνει πάνω σ^ ολόκληρο το σκηνικό έναν αχνιστό πέπλο, παρά όλα φαίνονται να έχουν σταθερά περιγράμματα, σαφείς αντιθέσεις και έντονα χρώματα, που στην Ελλάδα ενώνονται σε μια πολύ εντυπωσιακή παλέτα. Οι ελληνικοί ναοί και τα ελληνικά γλυπτά είχαν πάρει κάτι τι από το χρώμα του ουρανού, της θάλασσας, του χιονιού που σκέπαζε τις βουνοκορφές, των γυμνών πλαγιών με τα πολύχρωμα πετρώματά τους, και είναι σχεδόν ακατανόητο πώς μπορούσε κανείς να πιστεύει για αιώνες ότι οι Έλληνες, με όλη αυτή την κραυγαλέα πολυχρωμία γύρω τους, άφησαν άσπρη την πέτρα. Όμως αυτή η διαύγεια της εικόνας έχει κι ένα μειονέκτημα: εξαιτίας της διαφάνειας του αέρα όλα τα αντικείμενα φαίνονται αφύσικα κοντινά και το μάτι δυσκολεύεται να εκτιμήσει τις αποστάσεις τους. Σ"* αυτό οφείλεται, πιθανότατα, το ότι η αίσθηση της προοπτικής ήταν τόσο λίγο ανεπτυγμένη στους αρχαίους Έλληνες, ενώ αντίθετα ο ιμπρεσιονισμός γεννήθηκε στις υγρές περιοχές της Ευρώτυης: την Αγγλία και την Ολλανδία, τη βόρεια Γαλλία και τη Βενετία. Στα δημιουργήματα των αρχαίων Ελλήνων, στα δράματα και τα ποιήματά τους, στα οικοδομήματα και τους ζωγραφικούς πίνακές τους, στα καθεστώτα και τις θρησκευτικές δοξασίες τους τα πάντα είναι προσκηνιακά. Οι Έλληνες ήταν οι ανυπέρβλητοι μάστορες της καθαρής και δυνατής γραμμής. Αυτή η μαστοριά φαίνεται σε κάθε φράση 29


των λόγων και των γραφτών τους, σε κάθε όψη των ναών και των αγαλμάτων τους, σε κάθε σκέψη της φιλοσοφίας και της μυθολογίας τους. 'Οχι σπάνια σφύριζαν ένα ρήτορα επειδή το ρούχο του δεν έριχνε καλές πτυχές, ενώ το σχεδόν παθολογικό ενδιαφέρον τους για όλα τα είδη γυμναστικής και για την επίδειξή τους είναι κατανοητό, αν δούμε σ' αυτό ένα ακατανίκητο πάθος για την ωραία μορφή. Αλλά, όπως τονίσαμε ήδη, δεν πρέπει να υπερτιμά κανείς τη σημασία των φυσικών όρων: είδαμε στον προηγούμενο τόμο ότι οι Κρήτες έκαναν το βήμα προς τον ιμπρεσιονισμό στα προϊστορικά κιόλας χρόνια, ενώ οι Νεοέλληνες πάλι, παρόλο που έχουν μπροστά τους το ίδιο φυσικό σκηνικό, δεν διακρίνονται για το ταλέντο τους στην κλασική πλαστική τέχνη. Το ήπιο κλίμα είχε και μια άλλη συνέπεια: σχεδόν ολόκληρη η ζωή του Έλληνα διαδραματιζόταν έξω από το σπίτι, όπου συνήθως πήγαινε μόνο για να κοιμηθεί. Ο Έλληνας δεν έδινε καμιά αξία σε ευχάριστα και κομψά δωμάτια: ο κύριος χώρος του σπιτιού του ήταν μια ακάλυπτη αυλή, ζωσμένη από μια κιονοστοιχία, που προστάτευε από τον ήλιο. Οι προσόψεις, που έβλεπαν ψυχρές και άψυχες προς το δρόμο, χωρίς κανένα στολίδι, με τη μονοτονία τους να διακόπτεται μονάχα από την πόρτα και σπάνια από μερικά μικρά παράθυρα, έδιναν στην εικόνα της αρχαίας ελληνικής πόλης μια ανατολίτικη χροιά. Οι πιο εύποροι Έλληνες είχαν κάμποσα δωμάτια για ξένους κι ένα γυμνό σαλόνι, την προστάδα, όπου δέχονταν επισκέψεις. Όλα τα άλλα γίνονταν στο ύπαιθρο: στις στοές, ανοιχτούς υπόστεγους χώρους όπου οι άνθρωποι έκαναν περίπατο* στις λέσχες, δημόσια κτίρια που αντιστοιχούσαν ακριβώς στα δικά μας καφενεία, γιατί οι άνθρωποι πήγαιναν εκεί αποκλειστικά για κουβεντολόι· στο παζάρι, το Δείγμα^ όπου δεν ψώνιζε μόνο κανείς, παρά συναντούσε και τους γνωστούς του και μάθαινε τα νέα της πόλης* στους τόπους των λαϊκών συνελεύσεων (στην Αθήνα ήταν η Πνύκα, με το πέτρινο βήμα της, που βρισκόταν πάνω σ' ένα λόφο)* στα λουτρά και στα γυμναστήρια, στους ιππόδρομους και τα θέατρα, που έδιναν τις υπαίθριες παραστάσεις τους μπροστά σε χιλιάδες θεατές. Εννοείται ότι όλες οι επαγγελματικές ασχολίες γίνονταν στο ύπαιθρο. Ακόμα και η φιλοσοφία δεν ήταν υπόθεση του σαλονιού, γιατί όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι δίδασκαν σε ανοιχτούς χώρους, που έδιναν και το όνομά τους στις σχολές τους: η πλατωνική σχολή πήρε το όνομά της από την Ακαδημία, το 30


άλσος του Ακάδημου μπροστά στις πύλες της Αθήνας, η αριστοτελική από τον Περίπατο, ένα διάδρομο όπου περπατούσαν οι μαθητές, η στωική από τη στοά όπου δίνονταν τα μαθήματα, η επικούρεια από τον κήπο του ιδρυτή της, η κυνική από το γυμνάσιο του Κυνοσάργους· και φυσιογνωμίες σαν τον Σωκράτη, τους σοφιστές ή τον Διογένη μόνο στο δρόμο μπορούμε να τις φανταστούμε. Ακόμα και στη σημερινή Ελλάδα ο γιατρός προτιμάει να δέχεται τον κόσμο μπροστά στο φαρμακείο, ο δικηγόρος ή ακόμα και ο δημόσιος υπάλληλος στη βεράντα του καφενείου, ενώ στη κεντρική λεωφόρο συναντάει κανείς ανθρώπους όλων των επαγγελμάτων, όποτε δεν έχουν δουλειά, και ο λαός κοιμάται στο ύπαιθρο από τον Μάη ώς τον Σεπτέμβρη: στην αυλή, στον κήπο, στην ταράτσα. Το ίδιο έκαναν και οι μυριάδες επισκέπτες που συνέρρεαν στην Ολυμπία για τους αγώνες· δεν υπήρχε εκεί παρά μόνον ένας ξενώνας, το Λεωνίδαιον (πράγμα που θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε «Ξενοδοχείον ο Λεωνίδας»), που κι αυτό δημιουργήθηκε μόλις τον τέταρτο αιώνα και δεν ήταν πανδοχείο με τη δική μας έννοια, παρά είχε ιδρυθεί από κάποιον κύριο Λεωνίδα, ένα πλούσιο Πελοποννήσιο, για τη φιλοξενία επιφανών προσκαλεσμένων. Τα βότανα, οι θάμνοι και τα χορτάρια αρχίζουν να φυτρώνουν το φθινόπωρο, με τα πρωτοβρόχια, αντέχουν σ' όλο τον χειμώνα, θρασομανούν την άνοιξη, ξεραίνονται και πεθαίνουν την εποχή της ξηρασίας. Τα ξυλώδη φυτά είναι αειθαλή κι έχουν σκληρά φύλλα, που προστατεύονται από την εξάτμιση χάρη σε μια σκληρή, δερματώδη επιδερμίδα με μεταλλική λάμψη, καθώς επίσης και χάρη στην έκκριση αιθέριων ελαίων, που κάνουν π.χ. τη δάφνη τόσο αρωματική. Στα κωνοφόρα, τη λειτουργία αυτή την επιτελεί η μικρή ανάπτυξη της επιφάνειας των βελονών. Τα λουλούδια έχουν ανοιχτά πέταλα, γιατί πρέπει να τα βγάλουν πέρα με λιγοστό νερό. Σε μεγαλύτερα υψόμετρα, όπου η υγρασία είναι μεγαλύτερη, ή σε νεροτιηγές, βάλτους και μόνιμα ποτάμια συναντάει κανείς μια βλάστηση που μοιάζει περισσότερο με την κεντροευρωπαϊκή. Ο λιτός κόσμος της πόας, του θάμνου και του χαμόδεντρου αντικαθιστά για το Νοτιοευρωπαίο τα λιβάδια του βορρά. Τα αγαπημένα λουλούδια των αρχαίων Ελλήνων ήταν το τριαντάφυλλο και ο κρίνος, ο μενεξές, ο κρόκος και ο υάκινθος· για στεφάνια χρησιμοποιούσαν κατά προτίμηση μυρτιά και δάφνη, ελιά, 31


πεύκο και σέλινο. Το τριαντάφυλλο, ροόον, και ο κρίνος, λείριον^ αναφέρονται σε διάφορες ομηρικές παρομοιώσεις: ο Όμηρος αποκαλεί την αυγή ροδοδάκτυλη και το δέρμα του Αίαντα λειριοεν^ δηλαδή τρυφερό σαν κρίνο, ενώ η Αφροδίτη αλείφει το πτώμα του Έκτορα με ροδομύριστο λάδι. Όμως από την αρχαιότητα κιόλας ένας ερευνητής διατύπωσε το ερώτημα πώς ήταν δυνατό ο Όμηρος να ξέρει το ροδέλαιο, αλλά να μην ξέρει το ρόδο. Συχνά όμως τέτοιες καθημερινές συγκρίσεις είναι εμπνευσμένες από τα πιο εξωτικά πράγματα: κι εμείς επίσης μιλάμε για κροκοδείλια δάκρυα και για βλέμμα βασιλίσκου, παρόλο που αυτά τα δύσμορφα πλάσματα, δεν ανήκουν στην πανίδα μας. Αλλά γύρω στο 600, την εποχή της Σαπφώς, το τριαντάφυλλο, που η ποιήτρια το αγαπούσε πολύ και (ίσως πρώτη αυτή) σύγκρινε μαζί του το μπουμπούκιασμα του κοριτσόπουλου, είχε γίνει ήδη απαραίτητο στοιχείο της γιορταστικής διακόσμησης: η χορεύτρια και η αυλητρίδα, οι ωραίοι έφηβοι και τα ερωτευμένα ζευγάρια, ο πότης και η κούπα του είναι στεφανωμένα με τριαντάφυλλα. Ο κρίνος ήταν συνήθως ο λευκός κρίνος. Μιλώντας για τη βιολέτα, Γον, ο Όμηρος εννοεί πάντα τον μαύρο μενεξέ* αργότερα έγιναν γνωστά και τα ανοιχτόχρωμα είδη: η μανιτιά και το λευκόιο. Ο Πίνδαρος και ο Αριστοτέλης ονομάζουν την Αθηνά ίοστεφές άστυ: ίσως λοιπόν να υπήρχαν από τότε εκτεταμένες καλλιέργειες· και στην αγορά υπήρχαν όλο το χειμώνα φρέσκες βιολέτες, πράγμα που υποδηλώνει ότι ίσως να λειτουργούσαν στην Αθήνα θερμοκήπια. Ο κρόκος ήταν αγαπητός για το άρωμά του, που σήμερα δεν μας λέει και πολλά πράγματα, και τα στίγματα του υπέρου του έδιναν τη ζαφορά, που χρησιμοποιούνταν ως καρύκευμα, φάρμακο και καλλυντικό· προπάντων όμως έδινε στα παπούτσια, στους πέπλους και στα φορέματα (πολύ πιθανό και στα γυναικεία μαλλιά) τη λάμψη ενός έντονα κίτρινου χρώματος, που οι αρχαίοι το εκτιμούσαν σχεδόν όσο και το πορφυρό· σήμερα τη χρησιμοποιούμε μόνο για το χρωμάτισμα ζαχαροπλαστικών προϊόντων. Αλλά οι Έλληνες, παρά την αγάτυη τους για τα λουλούδια, δεν φαίνεται να είχαν πραγματικούς κήπους ή πάρκα πριν από την αλεξανδρινή περίοδο. Ο Όμηρος έχει υπόψη του μόνον ωφέλιμες καλλιέργειες, ενώ ακόμα και για τα λουλούδια του αγρού μιλάει σπάνια. Όλες οι μεσογειακές χώρες είναι φτωχές σε δάση, από τη σκοπιά του Βορειοευρωπαίου. Σ' αυτό όμως δεν φταίει η φύση, παρά οι 32


άνθρωποι. To τσεκούρι, ακόμα και σε διάστημα αιώνων, δεν θα μπορούσε να μειώσει αισθητά τα, αρχικά, πολύ πλούσια αποθέματα ξυλεία��· αλλά οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει από νωρίς να βάζουν φωτιές στα δάση. Ο Όμηρος και πάλι μας πληροφορεί σχετικά· περιγράφει πώς η αγριεμένη φλόγα, όμοια με φουρτούνα, σαρώνει μανιασμένη το δάσος: οι θάμνοι πέφτουν ξεριζωμένοι, η ανταύγεια της πυρκαγιάς φαίνεται από μακριά, ένας φοβερός πάταγος αντηχεί στις χαράδρες των βουνών. Αυτή η παμπάλαιη εγκληματική συνήθεια διατηρήθηκε ώς τη σημερινή εποχή. Όταν με τον καλοκαιρινό καύσωνα το δάσος στέκει ξερό σαν ίσκα, τότε αρκεί ένας σπινθήρας, που ο άνεμος τον μεταδίνει γοργά, για να εξοντώσει ολόκληρους δρυμούς. Μερικές φορές αυτό συμβαίνει από απροσεξία, συνήθως όμως από πρόθεση. Γιατί έτσι ο βοσκός κερδίζει χωρίς μεγάλο κόπο βοσκοτόπια, που μάλιστα είναι λιπασμένα από τη στάχτη. Ό,τι απόμενε, έπεφτε θύμα των μεγάλων αναγκών της οικοδομικής και της ναυπηγικής, της καρβουνοποιίας και της πισσοποιίας. Αναδάσωση ήταν δύσκολο να γίνει, γιατί οι νεροποντές παρέσυραν τη λεπτή κρούστα του εδάφους. Μια άλλη κακοδαιμονία του Νότου ήταν οι κατσίκες, που ροκάνιζαν άπληστα τους νεαρούς βλαστούς. Σαν να μην έφτανε αυτό, μια πρόσθετη ζημιά γινόταν από τη συνεχή αφαίμαξη των δέντρων με το χαράκωμα, γιατί το ρετσίνι είχε γενική χρήση: για την επάλειψη των τϋήλινων κρασοβάρελων, ως προσθήκη στο κρασί, για τη στερέωση των αρωματικών ουσιών στα μύρα και για ιατρικούς σκοπούς, ιδιαίτερα ως φάρμακο για τυνευμονικές παθήσεις. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν αγνοούσαν καθόλου όλα αυτά τα δεινά, αλλά δεν πήραν ποτέ κανένα σοβαρό μέτρο για να τ^ αντιμετωπίσουν, κι έτσι ήδη τον πέμτιτο αιώνα π.Χ. ήταν αναγκασμένοι να εισάγουν ξυλεία από τη Μακεδονία και τη Θράκη. Από εκείνη κιόλας την εποχή σέρνονταν παντού «άχρηστοι θάμνοι» και τα βουνά ήταν φαλακρά, «μέλη ενός άλλοτε ακμαίου σώματος, που το μάρανε η αρρώστια» όπως έλεγε ο Πλάτων. Ακόμα και οι καρστικές οροσειρές ήταν κάποτε σκεπασμένες με πυκνά δάση. Ο λιθάνθρακας, η μπρικέτα και η τύρφη ήταν άγνωστα στους αρχαίους μεσογειακούς λαούς. Αντίθετα, ο ξυλάνθρακας είχε εκτεταμένη χρήση. Η καύση γινόταν, όπως και σήμερα, σε καμίνια. Για το άναμμα της φλόγας χρησιμοποιούσαν από τα παμπάλαια χρόνια το ξύλινο πυροτρύπανο, αργότερα όμως άρχισαν να χρησιμοποιούν 3

33


ατσάλι, πέτρα και ίσκα, ακόμα μάλιστα και καθρέφτες από ορείχαλκο και γυαλιά από χαλαζία. Αλλά η παράδοση ότι ο Αρχιμήδης πυρπόλησε τον ρωμαϊκό στόλο με κάτοπτρα είναι ένας όψιμος θρύλος, βασισμένος σε προϋποθέσεις που είναι τεχνικά αδύνατες. Για τον φωτισμό χρησίμευε αρχικά το δαδί, από το οποίο εξελίχθηκε ο πυρσός: έδεναν μαζί κάμποσα δαδιά και τα άλειφαν με κατράμι, άσφαλτο ή ρετσίνι. Οι ανασκαφές του Σλήμαν έφεραν στο φως πυρσοστάτες από καφεκόκκινο πηλό με σταλαγματοδόχη. Οι αρχαίοι έβαζαν μεγάλη τέχνη στην κατασκευή διαφόρων φαναριών και φανοστατών οι λάμπες αυτές τροφοδοτούνταν με λάδι ή με λίπος, ενώ για να προστατεύονται από τον άνεμο και τη βροχή τις έβαζαν σ' ένα καλάθι από ξύλο ιτιάς. Οι δρόμοι δεν φωτίζονταν στην αρχαιότητα, ενώ αντίθετα σ' όλες σχεδόν τις ακτές υπήρχαν πυροσκοπιές και, αργότερα, φάροι. Το πιο διαδομένο δέντρο του ελληνικού κωνοφόρου δάσους είναι το πεύκο, που αρκείται σε ξερό αμμώδες έδαφος, όπου δεν ευδοκιμεί κανένα άλλο ωφέλιμο φυτό. Το ξύλο του, παρόλο που σαπίζει ευκολότερα από το ξύλο της βαλανιδιάς, το χρησιμοποιούσαν πολύ στη ναυπηγική. Ο στενότερος συγγενής του πεύκου είναι η κουκουναριά, που τα κουκουνάρια της περιέχουν εδώδιμους σπόρους, για λιχουδιά πολύ αγαπητή στους αρχαίους. Το έλατο υπάρχει μόνο σε ορεινές περιοχές, αλλά όχι σπάνια σε σημαντικές ποσότητες, και το σκοτεινό πράσινο χρώμα του αποτελεί μια ζωηρή έγχρωμη κηλίδα στο περιθώριο του τοπίου. Από τα άλλα κωνοφόρα τα συχνότερα ήταν το κυπαρίσσι (που η σκούρα φλόγα του πενθούσε πάνω από τους τάφους) και ο αειθαλής κέδρος (που οι καρποί του χρησιμοποιούνταν ως φάρμακο, κα'ρύκευμα και θυμίαμα), ένα επίσης ολιγαρκές φυτό, που σκέπαζε τις πλαγιές των λόφων και των βουνών με διάφορες θαμνώδεις μορφές, αλλά και ως δέντρο μπορούσε να φτάσει σε αξιόλογο ύφος. Ανάμεσα στα φυλλοβόλα δέντρα, το σημαντικότερο ρόλο τον έπαιζε η βαλανιδιά, τόσο με τις ετήσιες όσο και με τις αειθαλείς παραλλαγές της, πράγμα που φαίνεται από το γεγονός ότι το όνομά της όρΰς, σήμαινε και απλώς «δέντρο». Την ωραιότερη ανάπτυξη την είχε η ήμερη βαλανιδιά με το εντυπωσιακό φύλλωμά της, τον δυνατό κορμό της που φιλοξενούσε μέλισσες και τους πολλούς καρπούς της, που ψημένοι αποτελούσαν ένα εκλεκτό φαγητό* σήμερα το μόνο που εκτιμούμε στις κηκίδες της ήμερης βαλανιδιάς είναι η ταννίνη που μας δίνουν. Δεψικές ουσίες περιέχουν και οι τερεβινθίδες, που όμως 34


μόνο στην ασιατική πατρίδα τους δίνουν εδώδιμους καρπούς και βάλσαμο: την Ευρώπη, η μαστιχιά και η τερέβινθος δεν δικαιολογούν το όνομά τους. Στην ίδια οικογένεια ανήκει και η φιστικιά, που οι καρποί της, εξαιτίας του λεπτού αρώματός τους, χρησιμοποιούνται πολύ από τους ζαχαροπλάστες για τη γέμιση και την επάλειψη διαφόρων γλυκισμάτων αλλά, όπως φαίνεται, η φιστικιά μεταφυτεύθηκε στην Ελλάδα μόλις στα χρόνια των Διαδόχων. Είναι πολύ πιθανό ότι την ίδια περίπου εποχή πολιτογραφήθηκε στην ελληνική χλωρίδα και η καστανιά: οι καρποί της όχι μόνο ψήνονταν και βράζονταν, αλλά και περνούσαν από κατεργασία για να μετατραπούν σε αλεύρι. Αντίθετα, η ιπποκαστανιά ή αγριοκαστανιά εισήχθη μόλις στα τέλη του δέκατου έκτου αιώνα από την Κωνσταντινούπολη· και πραγματικά, με τους λουσάτους ανθούς της έχει κάτι το τούρκικο. Το όνομα ιπποκαστανιά βγαίνει μάλλον από το γεγονός ότι οι σπόροι της είναι κατάλληλοι μόνο για ζωοτροφή. Αρκετά συχνή είναι στον ελληνικό χώρο η αγριοκουμαριά, ένα χαριτωμένο φυτό με φύλλα που μοιάζουν με της δάφνης και ανανεώνονται ολοένα, και με τρυφερά, ανοιχτόχρωμα άνθη* συχνά περιορίζεται στις διαστάσεις θάμνου* οι καρποί της, που είναι άνοστοι, μοιάζουν στο μέγεθος, το χρώμα και την επιφάνεια με φράουλες· οι αρχαίοι τους έτρωγαν με βουλιμία, αργότερα όμως άρχισαν να τους αποφεύγουν θεωρώντας τους ανθυγιεινούς, ενώ για τα πουλιά αποτελούσαν ανέκαθεν εκλεκτό μεζέ. Το ξύλο της αγριοκουμαριάς ήταν σε πολλές περιοχές η σημαντικότερη καύσιμη ύλη, ενώ από το σκληρό ξύλο της μελίας κατασκευάζονταν κυρίως δόρατα, από το λείο πυξάρι τάβλες και κασετίνες, -αυλοί και ξόανα. Το ψηλόκορμο, πλατύφυλλο πλατάνι, αχώριστος σύντροφος των πηγών και των ρυακιών, απολάμβανε ιδιαίτερη εκτίμηση, χάρη κυρίως στη σκιά του. Αυτό όμως που χαρίζει στο ελληνικό τοπίο τη φυσιογνωμία του δεν είναι τα δέντρα, αλλά το κοντοπίθαρο γένος των θάμνων και ποών, που όλο το χρόνο στεφανώνει μ' ένα λαμπρό στεφάνι χλοάροφύλλης τις πλαγιές των βουνών και τα ριζοβούνια, τα βράχια των ακτών, τα χείλη των γκρεμών και όλα τα υδάτινα ρεύματα, ενώ την άνοιξη τα ραντίζει μ'' αναρίθμητα μπουκέτα ολόλευκων, ρόδινων, χρυσοκίτρινων και πορφυρών ανθών. Το ιερό φυτό του Απόλλωνα ήταν η δάφνη, του Διόνυσου ο κισσός, της Αφροδίτης η μυρτιά. Η μυρτιά στόλιζε από τα παλιότερα κιόλας χρόνια τη νύφη, αλλά χρησιμο35


ποιούνταν και για πεζότερους σκοπούς, π.χ. ως χωνευτικό και ως συστατικό ενός νόστιμου είδους λουκάνικου. Και τη δάφνη επίσης την εκτιμούσαν υπέρμετρα οι αρχαίοι, χρησιμοποιώντας την για να καρυκεύουν τις σάλτσες και τα ηρωικά κατορθώματα, όπως άλλωστε γίνεται και σήμερα. Από τα οπωροφόρα μόνον η συκιά, το κλήμα και η ελιά είχαν οικονομική σημασία για τους αρχαίους Έλληνες. Τα αχλάδια και τα μήλα δεν ευδοκιμούσαν και τόσο. Το μήλο του Πάρη ήταν στην πραγματικότητα ρόδι* αλλά κι αυτός ο τελευταίος καρπός υπήρχε πιο πολύ για να ευφραίνει το μάτι του αρχαίου Έλληνα, γιατί μόνο σε ανατολικότερα εδάφη αποκτά την ονομαστή νοστιμιά του. Το δαμάσκηνο και το κεράσι δεν εξευγενίζονταν. Κι η καρυδιά επίσης φύτρωνε συνήθως μόνο στην άγρια μορφή της. Τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων ήταν κυδώνια, που όταν είναι πολύ φρέσκα δεν έχουν και τόσο ευκαταφρόνητη γεύση* αλλά μερικοί Έλληνες μάγειροι ήξεραν από παλιά να παρασκευάζουν απ"* αυτά λαχταριστές μαρμελάδες, προσθέτοντας κρασί και μέλι. Η χουρμαδιά, που αντέχει σε μεγάλη ζέστη, αλλά απαιτεί και μεγάλη υγρασία (ο Άραβας λέει: χώνει το κεφάλι της στη φωτιά και τα πόδια της στο νερό) δεν δίνει καρπούς στην Ελλάδα και οι αρχαίοι την καλλιεργούσαν μόνον ως αξιοπερίεργο: σε μερικά ιερά, όπως π.χ. στη Δήλο προς τιμή του Απόλλωνος Τα κλαδιά του φοίνικα, τα βάγια, χρησίμευαν ως σύμβολο της νίκης. Ο Οδυσσέας, που ακόμα και καραβοτσακισμένος ζητιάνος δεν έπαψε να είναι γαλαντόμος, χαιρετά τη Ναυσικά με τη διαλεχτή φιλοφρόνηση ότι του εμπνέει τον ίδιο θαυμασμό όπως ο «βλαστός του φοίνικα» ΰτη Δήλο, «γιατί πουθενά αλλού δεν γεννάει η γη τέτοιο φυτό». Αντίθετα, τη συκιά την ευνοούσε πολύ το ξερό κλίμα της Ελλάδας. Οι Έλληνες αγαπούσαν με πάθος τους καρπούς της και διηγιόντουσαν ότι ο Ξέρξης έβαζε να του σερβίρουν καθημερινά αττικά σύκα, για να θυμάται ότι η χώρα που τα έβγαζε δεν του ανήκε ακόμα. Αλλά θα μπορούσε να τα παραγγείλει σε πολύ καλύτερη ποιότητα από τη Σμύρνη, που του ανήκε ήδη. Υπήρχαν δύο κυρίως είδη, τα μαύρα και τα άσπρα σύκα, που στην πραγματικότητα όμως ήταν σκουροκόκκινα και πρασινωπά αντίστοιχα. Τα άσπρα, που ήταν πιο γλυκά, ήταν πιο κατάλληλα για στέγνωμα, ενώ τα μαύρα καταβροχθίζονταν συνήθως νωπά. Τα άγρια είδη ξεφύτρωναν γραφικά μέσα από τις ρωγμές παλιών τειχών και αποσαθρωμένων βράχων. 36


Από κρασιά υπήρχαν πάμπολλα είδη. Με εξαίρεση τα συνηθισμένα τοπικά κρασιά, ήταν πολύ δυνατά και συνήθως γλυκά* τη μεγαλύτερη φήμη την είχαν οι νησιώτικες μάρκες. Οι αρχαίοι έδιναν κρασί ακόμα και στα παιδιά· ο Φοίνιξ, που ανατρέφει τον μικρό Αχιλλέα, του κόβει το κρέας σε κομματάκια και του φέρνει στα χείλια μια κούπα κρασί, αλλά ο ήρωας, που από τότε κιόλας ήταν πολύ ανάγωγος, φτύνει το ποτό. Για να κάνουν τα κρασιά πιο ανθεκτικά τους έβαζαν ένα σωρό συστατικά, που για τα δικά μας γούστα είναι κάπως παράξενα: κυπαρισσοβελόνες, κοπανιστά μύρτα, κηκίδες διαφόρων φυτών προπάντων τα ρετσίνωναν για τα καλά, πράγμα που κάνουν και σήμερα οι Έλληνες. Οι ταξιδευτές που συνηθίζουν αυτό το είδος κρασιών διηγούνται δτι δεν καταλαβαίνουν πώς μπορούσαν πριν να βρίσκουν το ελληνικό κρασί άνοστο. Οι αρχαίοι γνώριζαν και το ξύδι- το έφτιαχναν με την απλή μέθοδο ν' αφήνουν το κρασί να ξινίζει στον αέρα. Το ξύδι λεγόταν δξος (οι Ρώσοι χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα τη δάνεια λέξη ονξονς) και το πόσο γνωστό ήταν μας το δείχνουν τα πολλά παράγωγα και σύνθετες λέξεις που υτ^ιρχαν στα αρχαία ελληνικά: όξις (=αγγείο για ξύδι), όξοπώλης, όξέλαιον (=λαδόξιδο), όξόμελι, όξινίζω* έναν άνθρωπο με ξινισμένα μούτρα τον έλεγαν όξινη. Το ξύδι το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι και ως συντηρητικό, το ίδιο και το λάδι. Άλλες μέθοδοι συντήρησης που ήταν γνωστές στην αρχαιότητα ήταν το κάτη/ισμα, το πάστωμα και το ερμητικό σφράγισμα. Η σταφίδα, ένα είδος σταφυλιού χωρίς κουκούτσια, που σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα της Ελλάδας, δεν υπήρχε στην αρχαιότητα. Την πρωτοκαλλιέργησαν οι Βενετοί κοντά στην Κόρινθο. Κάτω από τον αιώνιο ελληνικό ήλιο μπορεί να στεγνώσει επιτόπου. Η ελιά, ένα δέντρο χωρίς πολλές απαιτήσεις, που ακόμα και σε πετρώδες έδαφος φτάνει σε μεγάλη ηλικία, σχηματίζει στην Ελλάδα ολόκληρα δάση, που το ασημόγκριζο φύλλωμά τους φαίνεται σκονισμένο και είναι κάπως μονότονο. Ο σκληρός κορμός της ελιάς προσφερόταν από παλιά για κατεργασία* το ρόπαλο του Κύκλωπα στην Οδύσσεια είναι από ξύλο ελιάς. Στην Ιλιάδα, όχι μόνον οι θεοί και οι άνθρωποι, παρά και τα άλογα ράτσας αλείφονται με λάδι* τα άλογα του Έκτορα μάλιστα πίνουν και κρασί, πράγμα που μερικοί φιλόλογοι θεώρησαν αδικαιολόγητα ως επική υπερβολή, ξεχνώντας ότι και σήμερα πολλοί δίνουν στα άλογα κούρσας να πιούν σαμπάνια. Για 37


μια φορά ακόμα οι Αθηναίοι ήταν εκείνοι που παινεύονταν ότι έβγαζαν το καλύτερο προϊόν η ελιά ήταν το ιερό δέντρο της προστάτιδας της πόλης Αθηνάς, και στα Μεγάλα Παναθήναια, που γιορτάζονταν προς τιμή της, τα έπαθλα ήταν στάμνες με λάδι. Οι καρποί της ελιάς συνθλίβονταν πρώτα στα ελαιοτριβεία, κατόπιν εκπυρηνίζονταν και εκχυλίζονταν. Για αιώνες επικρατούσε η γνώμη ότι το έντονο άλειμμα του σώματος ήταν μια ιδιοτροπία των Ελλήνων σήμερα όμως, που η συνήθεια αυτή έχει ξαναγίνει της μόδας μαζί με την αναβίωση της εκτίμησης για τον αέρα, τον ήλιο και τον αθλητισμό, οι άνθρωποι αρχίζουν σιγά-σιγά ν^ αντιλαμβάνονται την υγιεινή σημασία της. Οι αρχαίοι Έλληνες όμως δεν χρησιμοποιούσαν μόνο λάδι γι^ αυτόν το σκοπό, παρά και ζωικά λίπη, προπάντων το λίπος που έβγαινε από το μαλλί των προβάτων κι αυτό επίσης το προϊόν ξαναπόκτησε στην εποχή μας την αλλοτινή αίγλη του, αν και πιο πολύ στον τομέα της ιατρικής, όταν το 1885 ο ΑήπραΙχ παρασκεύασε από το λίπος του μαλλιού των προβάτων την πασίγνωστη σήμερα λανολίνη, που διευκολύνει την απορρόφηση πρόσμικτων φαρμακευτικών ουσιών, γιατί διεισδύει πολύ εύκολα στο δέρμα. Το λάδι έπαιζε μεγάλο ρόλο και ως απορρυπαντικό, γιατί η χημική διεργασία της σαπωνοποίησης ανακαλύφθηκε μόλις στα τέλη της αρχαιότητίχς. Ένα αγαπημένο μοτίβο της αρχαίας γλυπτικής είναι ο αποξνόμενος (ο γνωστότερος είναι έργο του Λύσιππου): ένας νέος που μ' ένα ξέστρο αφαιρεί από το σώμα του το λάδι, που απορροφά τη σκόνη και τη βρώμα: σύμφωνα με τις δικές μας αισθητικές αντιλήψεις το μοτίβο αυτό δεν προσφέρεται και τόσο για καλλιτεχνική διαπραγμάτευση, αλλά, όπως φαίνεται, οι αρχαίοι δεν το έβρισκαν καθόλου αντιαισθητικό. Μετά το φαγητό οι αρχαίοι καθάριζαν τα χέρια τους (πράγμα που ήταν απαραίτητο, γιατί τα χρησιμοποιούσαν ως μαχαιροττηρουνα) με ψωμί ή με αρωματισμένο πηλό· τα ασπρόρουχα πλένονταν σε τρεχούμενο νερό, και όπως είναι γνωστό η πριγκίπισσα Ναυσικά ασχολείται προσωπικά μ' αυτή τη δουλειά. Εκτός απ' αυτό οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν πίτουρο και άμμο, στάχτη και σόδα· πάνω απ' όλα όμως η ελαφρόπετρα, η κίσηρις^ ήταν ένα είδος με καθολική χρήση: χρησίμευε για το πλύσιμο των δοντιών, για το καθάρισμα της επιδερμίδας, για την αποτρίχωση, αλλά και για το άργασμα του δέρματος, για το ξύσιμο των γραφίδων, για το σβήσιμο πάνω στην περγαμηνή. 38


Όπως είναι γνωστό, ακόμα και σήμερα οι μεσογειακοί λαοί μαγειρεύουν κυρίως με λάδι. Οι Έλληνες φαίνονται να αισθάνονται σωστή αποστροφή για το βούτυρο και, οπωσδήποτε, το περιφρονούσαν ανέκαθεν ωστόσο, σχεδόν όλες οι λέξεις με τις οποίες χαρακτηρίζεται αυτό το προϊόν στις σύγχρονες πολιτισμένες γλώσσες προέρχονται από την ελληνική λέξη βούτυρον^ που όμως έχει, πιθανότατα, σκυθική προέλευση. Γιατί οι βάρβαροι του Βορρά έτρωγαν πολύ συχνά βούτυρο· οι θράκες μάλιστα επονομάζονταν βοντνροφάγοι. Στους Σκύθες άρεσε επίσης πολύ το αλογίσιο βούτυρο, που σ^ εμάς προκαλεί αηδία. Όμως τα άλλα γαλακτομικά προϊόντα ήταν πολύ προσφιλή στην αρχαία Ελλάδα. Το κατσικίσιο τυρί ήταν βασικό είδος διατροφής του φτωχότερου πληθυσμού, αλλά και οι εύποροι δεν το περιφρονούσαν. Ιδιαίτερα νόστιμο θεωρούνταν το σικελικό κατσικίσιο τυρί. Άλλαζαν τη γεύση του με μπαχαρικά και με το κάπνισμα. Με τον τρίφτη, που δεν έπρεπε να λείπει από καμιά αθηναϊκή κουζίνα, το έτριβαν πάνω σε διάφορους χυμούς και λαχανικά. Το πρόβιο τυρί (η φέτα) ήταν κι αυτό πολύ συνηθισμένο, ενώ λιγότερο απ' όλα έτρωγαν οι αρχαίοι το βοδινό τυρί. Γνωστό ήταν και το καϊμάκι, που λεγόταν αφρόγαλα. Για να προστατεύεται από τις συνηθισμένες απότομες πτώσεις της θερμοκρασίας, ο ηπειρωτικός Έλληνας προτιμούσε το μαλλί από το λινό· σ' αυτό έπαιζε ρόλο και η αίσθησή του για την απλότητα, αφού τα λινά ρούχα θεωρούνταν πολύ πιο πολυτελή. Έτσι, η καλλιέργεια του λίνου δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα σημαντική· ο Ησίοδος, που ήταν ειδικός σε ζητήματα γεωργίας, ούτε καν το αναφέρει. Φυσικά, το ίδιο το προϊόν ήταν από παλιά γνωστό στους Έλληνες: στον Όμηρο οι ευγενείς κοιμούνται πάνω σε φίνα σεντόνια και κάτω από ακριβές τέντες· μερικές φορές μάλιστα φορούν και πανοπλίες από λινό. Αντίθετα, τόσο το πουκάμισο όσο και το προσκεφάλι ήταν άγνωστα στην καθαυτό αρχαιότητα. Η χρήση πούπουλων για το γέμισμα των μαξιλαριών είναι βόρεια συνήθεια, που την έφεραν στους νότιους λαούς τα τευτονικά φύλα, αλλά που και σήμερα ακόμα δεν λέει πολλά πράγματα στους Νοτιοευρωπαίους. Εξαιτίας του υποδεέστερου ρόλου που έπαιζε το λίνο στην οικονομία της αρχαιότητας, δυο πολύ σημαντικές εφευρέσεις είναι παιδιά των νεότερων εποχών: το χαρτί που κατασκευάζεται από κουρέλια και η ελαιογραφία. Η εύοσμη πικροδάφνη, με άνθη που μοιάζουν με τριαντάφυλλα, 39


στολίζει σήμερα στην Ελλάδα τα ποτάμια και τα ρυάκια, αλλά δεν εμφανίσθηκε στον ελληνικό χώρο παρά μόλις στα χρόνια των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Εξάλλου έλειπαν, για ν*· αναφέρουμε μόνο τα σπουδαιότερα φυτά, η πορτοκαλιά και η λεμονιά, η ροδακινιά και η βερυκοκιά, η φραγκοσυκιά και ο αθάνατος, η ντομάτα και η πατάτα, το ρύζι και το καλαμπόκι. Τα πιο συνηθισμένα όσπρια και ζαρζαβατικά ήταν η φακή και το φασόλι, το γογγυλι και το λάχανο, το ραπάνι και το μαρούλι, το κολοκύθι και το αγγούρι* το τελευταίο, ένα μεγάλο είδος που σήμερα δεν καλλιεργείται πια, τρωγόταν νωπό, ψητό, βραστό, μαγειρεμένο με κυδώνια (μια συνταγή που χάθηκε), τουρσαρισμένο ως γαρνιτούρα του ψητού κρέατος. Άλλα καρυκεύματα ήταν το κρεμμύδι και το σκόρδο (ανεξάντλητη πηγή χοντρών αστείων στην κωμωδία), το κύμινο, η μουστάρδα και το μυστηριώδες σίλφιον^ ένα ευωδιαστό φυτό, που οι νεαροί βλαστοί του θεωρούνταν μεγάλη λιχουδιά και η ρίζα του έδινε ένα χυμό που ζυγιζόταν κυριολεκτικά με ασήμι. Σήμερα έχει εξαφανισθεί και δεν μπόρεσε, ώς τώρα, να ταυτισθεί με κανένα γνωστό αρχαίο φυτό. Φύτρωνε μόνο στην Κυρηναϊκή, της οποίας αποτελούσε την κύρια πλουτοπαραγωγική πηγή. Η εξόρυξη μετάλλων γινόταν από πολύ νωρίς στην Ελλάδα με μεθοδικό τρόπο: αρχαία αναθηματικά πινάκια δείχνουν γυμνούς μεταλλωρύχους να λαξεύουν σκαλιά στο πέτρωμα κάτω από το φως μιας λάμπας στην οροφή και να καθαρίζουν το μέταλλο σε μεγάλους φούρνους. Αλλά, σε σύγκριση με τις σημερινές μεθόδους, η τεχνική έμεινε σ' ολόκληρη την αρχαιότητα πολύ ατελής και, αν έφερνε κέρδη, αυτό το χρωστούσε στη φτήνεια της εργασίας των δούλων. Χρυσάφι υπήρχε πολύ λίγο στην κυρίως Ελλάδα, αλλά περισσότερο στη Θράκη και τη Μικρά Ασία. Το σημαντικότερο μεταλλείο αργύρου ήταν το ξακουστό λαυρεωτικό, στη νότια ακτή της Αττικής. Το μεταλλείο αυτό ήταν κρατική ιδιοκτησία, αλλά εκπακτωνόταν σε ιδιώτες, που εκτός από ένα εφάπαξ ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν στο κράτος το ένα εικοστό τέταρτο των εσόδων όμως μόνο τον πέμπτο αιώνα το μεταλλείο αυτό γνώρισε πραγματική άνθηση, ενώ την εποχή του Ξενοφώντα η αποδοτικότητά του είχε ήδη μειωθεί αισθητά. Μεγάλα ορυχεία χαλκού υπήρχαν μόνο κοντά στη Χαλκίδα (που κατά πάσα πιθανότητα οφείλει τ^ όνομά της σ' αυτό το μέταλλο). Αντίθετα, κοιτάσματα με σιδηρομετάλλευμα υπήρχαν σε πολλά μέρη, 40


ιδιαίτερα στη Λακωνία, της οποίας τα κράνη και τα σπαθιά, οι τροχοί και τα κοπίδια, τα τσεκούρια και τα δρεπάνια ήταν περιζήτητα ακόμα κι έξω από την Πελοπόννησο. Όμως σ' ολόκληρη την αρχαιότητα το σίδερο έπαιζε πολύ λιγότερο σημαντικό ρόλο απ^ ό,τι στη νεότερη εποχή· ο χυτοσίδηρος ήταν εντελώς άγνωστος. Ο μόλυβδος, αντίθετα, έβρισκε εκπληκτικά μεγάλη ποικιλία χρήσεων: οι αρχαίοι τον χρησιμοποούσαν για τη στήριξη θόλων και για την κατασκευή υδροσωλήνων, για καταπέλτες και σκαντάγια, κουτιά και κάλπες, γραφίδες και κουζινικά σκεύη, ακόμα και για ψεύτικα ζάρια και παιδικά στρατιωτάκια: γι"* αυτό, όπως φαίνεται, οι μολυβδιάσεις δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Η χρήση του ορείχαλκου μόνο στα τέλη της αρχαιότητας μπορεί να πιστοποιηθεί με σιγουριά· όπου εμφανίζεται νωρίτερα αυτή η λέξη, δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε αν δεν πρόκειται για σύγχυση με τον μπρούντζο· και σήμερα ακόμα τα δύο αυτά κράματα συγχέονται το ένα με το άλλο. Όταν κανείς μιλάει για την Ελλάδα, αμέσως έρχεται στο νου του το μάρμαρο. Πραγματικά, ολόκληρη η ανατολική πλευρά της ελληνικής χερσονήσου είναι πολύ πλούσια σ^ αυτό το πέτρωμα που, με την ομορφιά, την πλαστικότητα και την αντοχή του, προσφερόταν για καλλιτεχνική επεξεργασία. Από μια άποψη, είναι κι αυτό δημιούργημα του ελληνικού ήλιου, γιατί αυτός του έδωσε εκείνο τον ζεστό τόνο, χάρη στον οποίο τα γλυπτά έδειχναν κυριολεκτικά ζωντανά. Τα δυο περιφημότερα είδη ήταν το χρυσωπό πεντελικό μάρμαρο, από τα ορυχεία του Βριλησσού, και το χιονόλευκο παριανό μάρμαρο, από το οποίο είναι γεμάτο σχεδόν ολόκληρο το νησί: ακόμα και σήμερα στην Πάρο όλα τα σπίτια, ακόμα και τα τείχη, είναι χτισμένα από μάρμαρο. Στη Νάξο, εξάλλου, υπήρχαν σμυριδωρυχεία, που προμήθευαν ένα άριστο υλικό για το ακόνισμα του σίδερου και το κόψιμο της πέτρας· γι' αυτό και, όπως λέγεται, εκεί κατασκευάσθηκαν για πρώτη φορά τα μαρμάρινα υποστυλώματα και κεραμίδια που αποτελούν ένα τόσο υπέροχο στολίδι όλων των ελληνικών ναών. Το γυαλί, αντίθετα, δεν βρήκε ποτέ την παραμικρή χρησιμοποίηση στην ελληνική οικοδομική τέχνη, και στην κλασική εποχή είναι ζήτημα αν ήταν γνωστό έστω και από περιγραφές· δεν υτυήρχαν έγχρωμοι υαλοπίνακες για να σπάνε το φως και να προστατεύουν από τον άνεμο. Αυτό είναι πολύ παράξενο, γιατί στους κοντινότερους γείτονες των Ελλήνων, τους Αιγύπτιους και τους Φοίνικες, τα κάθε λογής 41


γυαλικά δεν ήταν τίποτα το ασυνήθιστο, ενώ και οι Πέρσες έπιναν από γυάλινα ποτήρια. Εδώ βλέπουμε ότι οι «πολιτιστικές επαφές» δεν έχουν τόσο καθοριστική σημασία όσο πιστεύεται συνήθως. Οι εφευρέσεις δεν ωφελούν καθόλου, όταν δεν προστίθεται σ' αυτές και το ενδιαφέρον. Προφανώς, το γυαλί δεν έλεγε τίποτα στους αρχαίους Έλληνες. Στην αρκετά φειδωλή φύση όπου ζούσαν, οι αρχαίοι Έλληνες έμειναν σε γενικές γραμμές ένας λιτοδίαιτος λαός. Οι Βοιωτοί είχαν τη φήμη φαγάδων, γιατί, χάρη στο εύφορο έδαφός τους και τη λίμνη της Κωπαΐδας, έτρωγαν πολλά ζυμαρικά και πολλά χέλια, ενώ στην Αθήνα ακόμα και η μεσαία τάξη περιοριζόταν συνήθως στο κριθάλευρο και στα μικρά ψάρια του φαληρικού όρμου. Στή Σπάρτη το σταρένιο ψωμί προσφερόταν στο τραπέζι ως εκλεκτή λιχουδιά. Εκεί το κρασί ήταν απαγορευμένο· οι υπόλοιποι Έλληνες το έπιναν έντονα αραιωμένο: η τυπική ερώτηση όταν αγόραζε κανείς κρασί ήταν: «Σηκώνει τρία μέρη νερό;». Συχνά πάντως αυτή την αναλογία τη χαρακτήριζαν σκωπτικά «βατραχόκρασο»· στα συμπόσια οι αρχαίοι εξέλεγαν ένα συμποσιάρχη, όπως εμείς εκλέγουμε «προεδρείο». Αυτός καθόριζε την αναλογία μίξης, που κατά κανόνα δεν ξεπερνούσε το ένα τρίτο σε κρασί. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι, παρόλο που τα κρασιά, όπως είπαμε, ήταν πολύ δυνατά και οι αρχαίοι το έτσουζαν ώς αργά τη νύχτα, οι μεθυσμένοι δεν ήταν και πολύ συνηθισμένο θέαμα. Αλλά και οι μεζέδες που έτρωγε κανείς μαζί με το κρασί ήταν πολύ φτωχικοί: σύκα και χουρμάδες, ελιές και πεπόνι, τυρί και αλίπαστα, ρεβίθια και καπνιστά ψάρια. Μπύρα δεν έπιναν οι αρχαίοι Έλληνες καθόλου, παρόλο που οι δυο αρχαιότεροι ιστορικοί τους, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος, την ανασέρουν ως αγαπημένο ποτό των Αιγυπτίων: «Εδώ δεν θα βρείτε ζυθοπότες», βάζει ο Αισχύλος τον βασιλιά του Άργους να λέει περήφανα στις Δαναΐδες, που μόλις είχαν έρθει από την Αίγυπτο. Οι Ίωνες στη Μικρά Ασία ζούσαν πολυτελέστερα. Ο Ιππώναξ από την Έφεσο, που αργότερα πήγε στις Κλαζομενές και δεν ήταν μόνο δεινός ιαμβουργός αλλά και δεινός σελέμης, λιγουρευόταν τα τραπέζια των πλουσίων με τις παχιές πάπιες και τους τρυφερούς λαγούς, τις γλυκές σουσαμόπιττες και τις χορταστικές μελόπιττες, τις εντράδες και τα θαλασσινά ψάρια. Αλλά το γεγονός ότι τα σφάγια ονομάζονταν ίερεια δείχνει ότι οι αρχαίοι έτρωγαν συνήθως το κρέας 42


τους μόνο σε θρησκευτικές γιορτές. Το κυνήγι δεν είχε ποτέ μεγάλη οικονομική σημασία στην Ελλάδα της ιστορικής περιόδου, αντίθετα με τη μυκηναϊκή περίοδο, παρόλο που σε πολλές περιοχές υπήρχαν ελάφια, ζαρκάδια και λαγοί: οι τελευταίοι μάλιστα ήταν τόσο άφθονοι στο νησί Κάρπαθος, ώστε η έκφραση «ο Καρπάθιος κι ο λαγός» χρησιμοποιούνταν για την περίπτωση που δεν ήξερε κανείς τι να πρωτοδιαλέξει από τη μεγάλη ποικιλία που είχε μπροστά του. Υπάρχουν κι άλλες εκφράσεις που δείχνουν ότι το ζώο αυτό έπαιζε ρόλο στη ζωή του λαού: ένα είδος γκλίτσας λεγόταν λαγοβολών^ δηλαδή αυτός που πετυχαίνει λαγούς, ενώ ένα αγαπημένο φαγητό των Αθηναίων ήταν ο μίμαρκνς: σκωταριές, πνεμόνια, νεφραμιές λαγού βρασμένες σε καρυκευμένο ζουμί, και στην κωμωδία η έκφραση «όλο ψητούς λαγούς τρώει» σημαίνει τον καλοφαγά. Ο λαγός ήταν επίσης σύμβολο του έρωτα, προφανώς λόγω της μεγάλης γονιμότητάς του, που σήμερα σ' εμάς τη συμβολίζει το κουνέλι* αλλά οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήξεραν το κουνέλι. Επίσης δεν ήξεραν την πέρδικα, άλλα ήξεραν καλά την πετροπέρδικα, που μαζί με τον λαγό ήταν τα πιο συνηθισμένα θηράματα* στην αθηναϊκή ακτή πρέπει να ήταν πολύ διαδομένη η μαυρόκοτα, φαληρίς^ γιατί απ' αυτήν πήρε τ' όνομά του το Φάληρο. Πιο ρομαντική υπόθεση ήταν το κυνήγι του κάπρου. Όταν εφορμούσε με ορθωμένες τις τρίχες του και μάτια που σπίθιζαν άγρια, ο κυνηγός τον περίμενε με το προβόλων^ ένα είδος λόγχης, που του την έμπηγε στο λαιμό δίνοντάς του το θανάσιμο χτύττημα* όταν όμως αστοχούσε, έπρεπε να πέσει αστραπιαία μπρούμυτα, αλλιώς ήταν χαμένος. Για την αρκούδα λέγεται ότι υπάρχει και σήμερα την Ήπειρο* στην αρχαιότητα ήταν κάτοικος όλων των ελληνικών βουνών. Το όνομα Αρκαδία σημαίνει πάνω-κάτω «χώρα των αρκουδών», και στον πρώτο Μεσσηνιακό Πόλεμο οι άνδρες που κατέβηκαν από την Αρκαδία στον κάμπο φορούσαν ακόμα όλοι αρκουδοτόμαρα. Οι ήρωες της μυθολογίας, όμως, κοσμούνται από τη λεοντή. Η σύγχρονη μανία της αμφισβήτησης επιμένει να το θεωρεί κι αυτό ως ποιητική φιοριτούρα και δεν παραδέχεται ότι ο Όμηρος είχε άμεση αντίληψη για το λιοντάρι. Αν όμως διαβάσει κανείς την ακριβή περιγραφή που δίνει για το εξαγριωμένο θηρίο: «σκύβει με ορθάνοιχτο το στόμα, σάλια τρέχουν ανάμεσα στα δόντια του, μαστιγώνει τα καπούλια του με την ουρά του κι έπειτα τινάζεται με πύρινο βλέμμα», 43


τότε ίσως να μη συμμερισθεί αυτόν τον σκεπτικισμό. Με την (δια ακρίβεια περιγράφει ο Όμηρος το φέρσιμο των λύκων: αφού καταβροχθίσουν ένα ελάφι, τρέχουν με το στόμα τους κόκκινο απ' το αίμα σ' ένα κοντινό ρυάκι για να ρουφήξουν με τις λεπτές γλώσσες τους το καθαρό νερό, που βάφεται κόκκινο. Οι λύκοι ζουν και σήμερα στην Ελλάδα, αν και δεν είναι τόσο συχνοί όσο στα χρόνια του Σόλωνα, που είχε ορίσει αμοιβή για όποιον τους σκότωνε. Ακόμα κι αγριοκάτσικα υπάρχουν σήμερα στα νησιά. Από τα οικιακά ζώα, οι Έλληνες έφεραν μαζί τους το άλογο όταν εγκαταστάθηκαν στον ελληνικό χώρο· αλλά, σε γενικές γραμμές, η χώρα τους δεν πρόσφερε ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της ιπποτροφίας. Μόνον οι θεσσαλικές ράτσες ήταν εκλεκτές. Το σπαρτιατικό ιππικό ήταν παρακατιανό. Αλλά και οι Αθηναίοι μόνο στην πεδιάδα του Μαραθώνα είχαν ένα κάπως κατάλληλο έδαφος για την ανάπτυξη του ιππικού τους. Ωστόσο, οι Έλληνες απ' τα παλιά αγαπούσαν πολύ τα άλογα. Πολλά ελληνικά ονόματα σχηματίζονται από τη λέξη ίππος, Ο Ξενοφών, που έγραψε μια δική του πραγματεία για την ιππολογία, αποκαλεί το άλογο φίλο του ανθρώπου και άξιο φορέα των θεών. Ένα αγαπημένο θέμα της εικαστικής τέχνης, που το βλέπουμε σε ανεξάντλητες παραλλαγές, ήταν οι άνθρωποι-άλογα, οι κένταυροι. Σ' ορισμένες εποχές μπορεί να μιλήσει κανείς για σωστή ιππομανία. Στο ρεπερτόριο της αττικής κωμωδίας υπήρχε η σάτιρα του «αρχοντοχωριάτη», που έχει μανία με το άθλημα της ιππασίας. Ο Αλκιβιάδης, που ο σνομπισμός του ήταν τόσος όση και η μεγαλοφυία του, ήταν ιδιοκτήτης ενός περιλάλητου ιπποφορβείου, από το οποίο έστειλε εφτά ολόκληρα τέθριππα να τρέξουν στην Ολυμπία* ας σημειώσουμε, με την ευκαιρία, ότι είχε κι ένα τεράστιο εξωτικό σκύλο, που έκανε όλη την Αθήνα να μιλάει γι' αυτόν. Η ιππική τέχνη γνώριζε από τότε κιόλας ένα σωρό φιγούρες και ακροβατικά κόλπα που χρησιμοποιούνται και σήμερα. Οι αρχαίοι ίππευαν χωρίς σέλα, αναβολέα κ��ι πέταλα, και χρησιμοποιούσαν για την οδήγηση του αλόγου μόνο τα χαλινάρια και τους μηρούς τους, γιατί οι αρχαίοι ιππογνώστες, όπως και οι σημερινοί άλλωστε, συμβούλευαν τους ιππείς να μη χρησιμοποιούν σπιρούνια και καμουτσίκι. Ακόμα και η κουβέρτα χρησιμοποιούνταν συνήθως μόνο στο στρατό. Ο αναβάτης ανέβαινε στη ράχη του αλόγου πηδώντας με τη βοήθεια της λόγχης του, ενώ τα άλογα εκπαιδεύονταν έτσι ώστε να 44


λυγίζουν τα μπροστινά τους πόδια. Οι αθλητές ιππείς κάθονταν γυμνοί πάνω στο άλογο. Στις αρματοδρομίες τα ατυχήματα ήταν στην ημερήσια διάταξη· τα άλογα έπεφταν κάτω, τα άρματα γίνονταν θρύψαλα, οι ηνίοχοι σέρνονταν στην αρένα. Οι λαϊκές δοξασίες απέδιδαν αυτά τα ατυχήματα σ' ένα δαιμόνιο που το έλεγαν Ταράξιππο και στο οποίο προσεύχονταν πριν από την εκκίνηση. Και ο σκύλος επίσης συνδεόταν με αθλητικές δραστηριότητες: η λέξη κυνηγός σημαίνει «οδηγός σκύλων». Βοηθός κυνηγού ήταν και ο περιφημότερος απ** όλους τους σκύλους της αρχαιότητας: ο γέρικος Άργος, στον οποίο ο Όμηρος έστησε ένα συγκινητικό μνημείο: αυτός μόνο, ξεχασμένος, παραμελημένος, ξαπλωμένος πάνω στην κοπριά, αναγνωρίζει τον επαναπατρισμένο Οδυσσέα που τον άφησε όταν ήταν ακόμα κουτάβι, αλλά, πολύ αδύναμος για να σηκωθεί, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να κουνήσει τ' αυτιά και την ουρά του* ο κύριός του χύνει κρυφά ένα δάκρυ, «αλλά ο Άργος, μόλις είδε τον Οδυσσέα την εικοστή χρονιά, τυλίχτηκε από τη μαύρη μοίρα του θανάτου». Είναι όμως πολύ περίεργο ότι υπήρχαν στην Τροία σκυλιά της ράτσας «σπιτς», ολόιδια με τα δικά μας. Μια άλλη ράτσα γνωστή από την αρχαιότητα ακόμα ήταν τα «ντόγκεν»: τα ωραιότερα και δυνατότερα, που λέγονταν «μολοσσοί», προέρχονταν από την Ήπειρο και είχαν περίοπτη θέση ως σωματοφύλακες των μεγαλόσχημων ακόμα και ο Κέρβερος, που φυλάει τον άρχοντα του Κάτω Κόσμου και τους θησαυρούς του, είναι ένας πελώριος μαύρος μολοσσός, που διαφέρει από τους άλλους αντιπρόσωπους του είδους του στο ότι έχει τρία κεφάλια. Ακόμα και σήμερα βλέπει κανείς μεγάλα, μαλλιαρά σκυλιά, άγριους απόγονους των μολοσσών, να προστατεύουν τα ελληνικά κοπάδια, χωρίς όμως και να τα συγκρατούν μαζεμένα, όπως τα δικά μας λυκόσκυλα. Κατά τα άλλα, ο σκύλος έπαιζε στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων ένα ρόλο εξίσου σημαντικό όσο και σήμερα. Δεν παραχαϊδευόταν απλώς από τις κυράδες, παρά ήταν ομοτράπεζος των ανθρώπων στο γεύμα, σύντροφος των παιδιών στο παιχνίδι, μέλος των διαφόρων πλανόδιων θιάσων, συνόδευε τον κύριό του στη μάχη. Ακόμα και ο Ησίοδος λέει ότι ο άνθρωπος πρέπει να κανακεύει το σκύλο, και ο διάσημος ιστορικός Αρριανός, που έγραψε για τα πάντα, συμβουλεύει να τον φιλάει κανείς στο κεφάλι και να τον παίρνει μαζί του στο κρεβάτι. Τη σχέση του ανθρώπου με το σκύλο την εκφράζει με γοητευτική αφέλεια ένα ελληνικό επιτύμβιο 45


ποίημα: «Διαβάτη που περνάς και βλέπεις τούτο το μνημείο, να χαρείς μη γελάς που ανήκει σε σκύλο. Δάκρυα κύλησαν ολόγυρά μου και με τα ίδια του τα χέρια ο κύριός μου μάζεψε τη στάχτη μου, μόνος του έφτιαξε κι αυτούς τους στίχους». Αντίθετα δεν υπήρχαν γάτες, παρόλο που οι Αιγύπτιοι τις είχαν από παλιά και μάλιστα τις λάτρευαν ως θεϊκά πλάσματα. Ίσως όμως γι^ αυτόν ακριβώς το λόγο να μην τις άφηναν να φύγουν απ^ τη χώρα τους. Στην Πομπηία βρέθηκαν θαμμένα στη λάβα άλογα, σκύλοι, κατσίκες κι άλλα οικόσιτα ζώα, αλλά ούτε ίχνος από γάτα· η γάτα λείπει επίσης από τις τοιχογραφίες της Πομττηίας και δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή της στους μύθους του Αίσωπου. Μαζί μ' αυτήν όμως έλειπε και ο αρουραίος, που είναι ένα «δώρο» της μετανάστευσης των λαών. Αλλά τα ποντίκια ήταν μεγάλη πληγή· ιδιαίτερα ^ στους βυρσοδέψες έδιναν αφορμή για αδιάκοπα παράπονα, ενώ οι τεμπέληδες που ζούσαν σε βάρος των άλλων λέγονταν στην αργκό «ποντίκια»: μια χαμένη κωμωδία είχε αυτόν τον τίτλο, και σ' ένα απόσπασμα από τον Αντιφάνη ένας ακαμάτης λέει: «Στο τραπέζι απρόσκλητος μουσαφίρης εγώ, μοιάζω με το ποντίκι, που άδικα πασκίζει κανείς να το διώξει απ' το πηγάδι». Ένα υποκατάστατο της γάτας ήταν η νυφίτσα. Αυτό το χαριτωμένο, ζωηρό ζωάκι, που, όπως διαβεβαιώνουν οι γνώστες του, όταν είναι σε μικρή ηλικία εξημερώνεται εύκολα, ήταν ο διασκεδαστικός ένοικος πολλών αρχαίων σπιτιών για κυνήγι έβγαινε μόνο τη νύχτα, ενώ τη μέρα την περνούσε στο δωμάτιο πάνω σ' ένα μαλακό μαξιλάρι ή στην αγκαλιά της κυρίας του. Κυνηγάει σχεδόν όλα τα μικρά ζώα: θηλαστικά, πουλιά, φίδια, βατράχια, ακόμα και ψάρια. Όταν είναι εξοικειωμένο με τον άνθρωπο, συμπεριφέρεται σαν γάτα, παίζει μαζί του, πίνει από το χέρι του κι έρχεται στο κρεβάτι του. Επειδή όμως πότε-πότε ξαφρίζει κανένα κομμάτι λαρδί ή ψητό, ένα αβγό ή ακόμα κι ένα ολόκληρο κοτόπουλο, δεν ήταν και πολύ συμπαθές στους δούλους που απασχολούνταν στην κουζίνα. Εκτός απ' αυτό έχει την κακιά συνήθεια, όταν εκνευρίζεται ή νομίζει ότι το κυνηγούν, να ξεφορτώνεται με πολύ... διαπεραστικό τρόπο τα αέρια του, και μπορεί να φανταστεί κανείς με πόση βουλιμία η κωμωδία άδραξε αυτό το «καλαίσθητο» θέμα. Στα παραμύθια, στις παροιμίες και στα παιδικά παιχνίδια η «νυφίτσα και το ποντίκι» αποτελούσαν ένα αχώριστο δίδυμο. Αλλά οι αρχαίοι Έλληνες, εκτός από τη νυφίτσα, είχαν στα σπίτια τους όχι μόνο σκαν46


τζόχοφους παρά και δεντρογαλιές (που είχαν το παρανόμι μνοθήραι)^ πράγμα παράξενο, γιατί η δεντρογαλιά θεωρούνταν δηλητηριώδης, όπως άλλωστε και ο φρύνος, που οι αρχαίοι τον φοβόντουσαν περισσότερο κι απ'' την οχιά. Το βόδι, στα αρχαία ελληνικά βοϋς^ υπάρχει ήδη στα σανσκριτικά με το όνομα go, που κι αυτό μιμείται τη φωνή του ζώου. Η επαρχία της Μολοσσίδας στην Ήπειρο ήταν πασίγνωστη όχι μόνο για τα σκυλιά της, αλλά και για τα μοσχάρια της. Ήταν ένα είδος με βαρύ, παχύ σώμα και τεράστια κέρατα, από τα οποία κατασκευάζονταν κύπελλα· οι αγελάδες αυτές κατέβαζαν καθημερινά έναν αμφορέα γάλα, περισσότερο κι απ' τις καλύτερες «ολλανδικές» αγελάδες μας, γιατί όπως φαίνεται έφταναν σ' ένα μέγεθος που δεν υπάρχει σήμερα. Μεγαλοπρεπή κερασφόρα έβοσκαν επίσης στα πλούσια βοσκοτόπια της Θεσσαλίας και της Βοιωτίας, καθώς και στην Αρκαδία, που και σ' αυτό ακόμα έμοιαζε με την Ελβετία· η Αττική, αντίθετα, έκανε εισαγωγές μοσχαρίσιου κρέατος, γιατί τα ντόπια βόδια έκαναν μόνο για γεωργικές δουλειές, γι' αυτό και στην Αττική λέγονταν ύποζύγια. Το ψητό που έτρωγαν περισσότερο οι κάτοικοι της Αττικής ήταν το χοιρινό. Ένα αγαπημένο, γιορτινό φαγητό των Αθηναίων ήταν γουρουνόπουλο με χυλό από μπιζέλια· αλλά οι Αθηναίοι δεν είχαν ποτέ τη φανφαρόνικη ιδέα των Ρωμαίων να σερβίρουν ολόκληρα γουρούνια πάνω σε μια πιατέλα. Αουκάνικα υπήρχαν πολλών ειδών: ψητά, βραστά, κατϊνιστά, που από τότε κιόλας ήταν όχι σπάνια παρασκευασμένα από άλλα ζώα κι όχι απ' αυτά που νόμιζε ο αγοραστής. Το κύριο ζώο που προμήθευε μαλλί ήταν το πρόβατο, που ευδοκιμούσε και στην Αττική. Από το μαλλί του οι αρχαίοι έφτιαχναν κάπες και κουβέρτες, χαλιά και ταπετσαρίες. Η Αακωνία έβγαζε τον καλύτερο κετσέ. Το γνέσιμο και το φάσιμο θεωρούνταν γυναικείες ασχολίες, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε ένα κουβάρι νήμα στην εξώπορτα ενός σπιτιού ανάγγελλε τη γέννηση κοριτσιού. Οι αρχαίοι προσπαθούσαν συχνά να μεγαλώσουν το βάρος του ακατέργαστου μαλλιού υγραίνοντάς το· δεν είναι τυχαίο ότι ο Ερμής ήταν ο θεός των βοσκών, των εμπόρων και των κλεφτών. Από το προβατίσιο δέρμα έφτιαχναν ασπίδες και θώρακες, παπούτσια και σανδάλια, σκούφους και περικνημβες. Ήταν πιο περιζήτητο απ' το μοσχαρίσιο δέρμα. Αλλά και το σκυλίσιο δέρμα το χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες για να κατασκευάζουν ασκούς, λουριά, περικεφαλαίες και τσαμ47


πούνες. Τα γάντια, ως εξάρτημα του κομψού ντυσίματος, ήταν άγνωστα στην αρχαιότητα* φοριόντουσαν μόνον όταν έκανε πολύ κρύο και σε ορισμένα επαγγέλματα, π.χ. στην κηπουρική για την προστασία απ'' τ' αγκάθια, και σε γενικές γραμμές δεν χρησιμοποιούνταν συχνά. Όπως αναφέραμε στον πρώτο τόμο, η κότα, που στη Βαβυλωνία ήταν γνωστή από πολύ παλιά, άργησε αρκετά να διαδοθεί στους Αιγύπτιους και στους Εβραίους: οι πρώτοι την αγνοούσαν πριν από την εποχή της Σάιδας, οι τελευταίοι τη γνώρισαν μόλις στα χρόνια της εξορίας. Ο Όμηρος ξέρει το ουσιαστικό άλέκτωρ^ όμως όχι το ίδιο το ζώο. Αλλά την εποχή των περσικών πολέμων αναφέρεται ήδη συχνά από τους ποιητές· το λάλημα και το κορδωτό περπάτημά του, το λειρί και το φυσικό σπιρούνι του τους χρησίμευαν για ένα σωρό παρομοιώσεις. Την εποχή του Περικλή το πουλί αυτό ήταν ήδη εξίσου συνηθισμένο όσο και σήμερα. Ακόμα και στο φτωχότερο αθηναϊκό σπιτικό υπήρχε η κότα, με τα ονόματα άλεκτορίς και όρνις- είναι χαρακτηριστικό ότι το δεύτερο όνομα σήμαινε γενικά το πουλί. Οι κοκορομαχίες ήταν πολύ δημοφιλείς, όπως βλέπουμε από τις πάμπολλες αγγειογραφίες, που δείχνουν με κάθε λεπτομέρεια την εκγύμναση των ζώων, την πορεία της μονομαχίας, το θρίαμβο του νικητή,τη θλίψη του νικημένου. Λέγεται ότι το άθλημα αυτό το εισήγαγε στην Αθήνα ο ίδιος ο Θεμιστοκλής. Αλλά η κοκορομαχία βρήκε πολύ γρήγορα ανταγωνιστή στην ορτυγομαχία, στην οποία οι διοργανωτές της επιδίδονταν με τέτοιο πάθος, ώστε τους δόθηκε σκωπτικά το παρατσούκλι «ορτυγομανείς». Δεν είναι ξεκάθαρο για ποιο λόγο ο κόκορας ήταν ιερό ζώο του Ασκληπιού* αλλά έδωσε στο Σωκράτη την αφορμή να πει μερικά από τα πιο ωραία λόγια που ακούστηκαν στην αρχαιότητα: καθώς ε��οιμαζόταν να πιεί το κώνειο, όρισε να θυσιάσουν στον Ασκληπιό ένα κόκορα, από ευγνωμοσύνη που ο θεός τον γιάτρεψε από μια μακρόχρονη αρρώστια. Στα βραχώδη και δασώδη μέρη αφθονούσαν τα αγριοπερίστερα, μαύρα, σταχτιά, χρυσωπά και καφετιά, ενώ το εξημερωμένο περιστέρι, που ήρθε στην Ελλάδα όχι νωρίτερα από την κότα, ήταν συνήθως άσπρο: το διατηρούσαν στους ναούς ως πουλί της Αφροδίτης. Η χήνα, που τόσο το ελληνικό όσο και το γερμανικό όνομά της (Gans) υποτίθεται ότι μιμείται το τσίρισμά της, αναφέρεται ήδη στην Οδύσσεια: υπάρχει στην αυλή της Πηνελότυης, όπου θαυμάζεται για 48


την ομορφιά της. Τα φτερά της όμως δεν τα χρησιμοποιούσαν ακόμα για το γράψιμο. Ο Βίκτορ Χεν, στο γοητευτικό βιβλίο του «Εξημερωμένα φυτά και ζώα», που επειδή είναι γραμμένο με κομψότητα και καλλιέπεια θεωρείται ερασιτεχνικό στους επιστημονικούς κύκλους, αλλά παρά τη βιβλική ηλικία του είναι ακόμα και σήμερα αξεπέραστο, λέει ότι υπάρχουν τρεις μεγάλες εποχές της γραφής: η εποχή της σχισμένης καλαμίδας του Θουκυδίδη και του Τάκιτου, η εποχή του χηνίσιου φτερού που κρατούσαν στο χέρι τους ο Δάντης και ο Γκαίτε, και η εποχή του ατσάλινου φτερού, «με το οποίο γράφονται κύρια άρθρα και χρονογραφήματα, για να στοιχειοθετηθούν υγρά ακόμα στο εργαστήριο και να τυπωθούν με τη δύναμη του ατμού». Μπορεί να φανταστεί κανείς τι θα έλεγε ο Χεν για τη γραφομηχανή, αν είχε προλάβει να δει την εμφάνισή της. Η οικόσιτη πάπια δεν κάνει την εμφάνισή της παρά μονάχα στα χρόνια των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Η άγρια παραλλαγή της ήταν ανέκαθεν πολύ συνηθισμένη, ιδιαίτερα στην περιοχή της ΚωπαΙδας, όπου οι αγριόπαπιες πιάνονταν σωρηδόν με δίχτυα. Σπανιότερα τις κυνηγούσαν με τόξο και βέλος (το αιγυπτιακό ακοντιστήριο ήταν άγνωστο στους Έλληνες). Στο δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα ντεμπουτάρισε στην Αθήνα, όπου προκάλεσε μεγάλη κατάπληξη, το γελοίο παγώνι. Το πουλί αυτό είναι άνοστο και με τις δύο σημασίες της λέξης, γι** αυτό και οι Έλληνες άφησαν τους Ρωμαίους των αυτοκρατορικών χρόνων να το εξυψώσουν σε στολίδι των κήπων τους και εκλεκτό μεζέ, αφού, όπως λέει ο Χεν, «οι Ρωμαίοι είχαν τη μανία να χώνουν τα πάντα στο στόμα τους»· αλλά και στην Ελλάδα, όπου για πολ^ μεγάλο διάστημα το παγώνι έμεινε σπάνιο είδος, υτυήρχαν μερικοί εκκεντρικοί που πλήρωναν για να το αποκτήσουν ποσά που, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται ένα απόσπασμα κωμωδίας, θα έφταναν για την αγορά σπουδαίων έργων τέχνης. Στους γυναικωνίτες ήταν της μόδας, για ένα διάστημα, ο ερωδιός. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τη νυχτερίδα πουλί, όταν δεν την περνούσαν για δαίμονα. Γενικά, οι εννοιολογικές συγχύσεις ήταν συχνές στη ζωολογία. Έτσι, η καμηλοπάρδαλη, που ονομάσθηκε έτσι επειδή η όψη της θυμίζει καμήλα και το τρίχωμά της πάνθηρα, θεωρούνταν υβρίδιο ανάμεσα σ' αυτά τα δύο ζώα, και το δελφίνι, που απ^ όλα τα ζώα της θάλασσας έχει την επιφανέστερη θέση στην ελληνική μυθολογία και ποίηση, θεωρούνταν ψάρι, και μάλιστα ως ο βασιλιάς των ψαριών. Αλλά και 49


της χελώνας η ταξινομική θέση δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρη. Στην κουζίνα οι αρχαίοι Έλληνες τη χρησιμοποιούσαν εξίσου λίγο όσο και οι σύγχρονοι, που δεν συγκινούνται από τη νόστιμη σούπα της· αντίθετα, το καβούκι της ήταν σημαντικό για την κατασκευή της λύρας. Από χελώνιο κατασκευάζονταν επίσης κάθε λογής χρηστικά αντικείμενα. Αλλά και πάλι, την κακογουστιά να το χρησιμοποιήσουν για τη διακόσμηση των επίπλων και την επένδυση των τοίχων την επιφύλαξε η Ιστορία στους Ρωμαίους. Ούτε για το στρείδι είχαν οι Έλληνες το πάθος των Ρωμαίων, παρόλο που ο Όμηρος το αναφέρει επαινετικά και ο λαός το έτρωγε πάντα μ' ευχαρίστηση. Βασικό είδος της λαϋκής διατροφής ήταν και τα ψάρια, που οι αρχαίοι Έλληνες τα έτρωγαν σωρηδόν, τόσο φρέσκα όσο και παστά. Στην πρώτη θέση βρισκόταν ο τόννος: είχε για το Αιγαίο την ίδια σημασία που έχει σήμερα για τις βόρειες θάλασσες η ρέγγα. Αλλά, σ' αντίθεση με τη ρέγγα, είναι μεγάλο ψάρι, που όχι σπάνια αποκτά γιγαντιαίες διαστάσεις. Στην περιοχή του Βυζαντίου εμφανιζόταν καμιά φορά σε τόσο πυκνά κοπάδια, ώστε μπορούσε να τον πιάσει κανείς με το χέρι, και η έκφραση «ψάρια στον Ελλήσποντο» είχε την ίδια σημασία όπως «γλαύκα στην Αθήνα» ή «μαλλί στη Δαμασκό». Οι αρχαίοι τον ψάρευαν με αγκίστρι, δίχτυ και τρίαινα, που γι** αυτό είναι και σκήπτρο του Ποσειδώνα. Είναι ενδιαφέρον ότι προσπαθούσαν να τον δελεάσουν και με κουδούνια. Είναι γνωστό ότι και στα δικά μας ιχθυοτροφεία τα ψάρια σπεύδουν για φαγητό όποτε ακούνε ένα κουδούνισμα. Αυτό το εξηγούν οι ειδικοί με την επίδραση της δόνησης του αέρα, και με τον ίδιο τρόπο εξηγούν το γεγονός ότι τα ψάρια αντιδρούν μ' ένα σπασμωδικό τίναγμα σε πυροβολισμούς και διαπεραστικά σφυρίγματα. Αλλά τα αρσενικά μερικών ειδών βγάζουν την εποχή της ωοτοκίας χά^,τι σφυρίγματα και γουργουρητά που, αναμφίβολα, προορίζονται για τα θηλυκά. Υπάρχουν επίσης και ψάρια-μουσουργοί, και είναι δύσκολο να φανταστούμε ένα κουφόμουσικό. Βέβαια, ο μεγαλύτερος απ"* όλους τους καλλιτέχνες του ήχου ήταν πράγματι κουφός, αλλά όχι από γεννησιμιού του. Σ' ολόκληρη την αρχαιότητα διατηρήθηκε η επίμονη αντίληψη ότι τα ψάρια αγαπούν τη μουσική. Ο λαβύρινθός τους, πάντως, δεν περιέχει κανένα ακουστικό όργανο. Μπορεί όμως τα οπτικά τους όργανα ή τα πολύ ευαίσθητα «μουστάκια» τους να διεγείρονται από τα ηχητικά κύματα, κάτι που δεν θα ήταν παρά ένα είδος ακοής που εντοπίζει με διαφορετικό τρόπο τα ακουστικά ερεθίσματα. 50


Ol αρχαίοι είχαν περί πολλού τις ψαρόσουπες. Αλλά για την πιο φημισμένη και πιο δαπανηρή απ' όλες, το γάρον^ δεν ξέρουμε πολύ περισσότερα απ' όσα για το σίλφιον. Ήταν μια λιχουδιά τουλάχιστον εξίσου νόστιμη όσο και το χαβιάρι, για το οποίο όμως οι αρχαίοι φαίνεται ότι δεν ήξεραν τίποτα, παρόλο που ο οξύρρυγχος ήταν γνωστός (ενώ αντίθετα ήταν άγνωστος ο ούσος, απ' τον οποίο βγαίνει το καλύτερο χαβιάρι)· αλλιώτικα οι Ρωμαίοι θα είχαν πέσει πάνω του με τα μούτρα, γιατί έχει όλες τις ιδιότητες που ζητούσαν από ένα φαγητό: είναι ακριβό, εξωτικό, ορεκτικό και αφροδισιακό. Το γάρον περιείχε οξύρρυγχο, επίσης τόννο και σκουμπρί, καθώς και άλλα συστατικά που ήταν μυστικά* για τη συνταγή το μόνο που ξέρουμε είναι ότι έβαζαν στο εκχύλισμα κρασί και μπαχαρικά και κατόπιν το υπέβαλλαν σε πολύμηνη ζύμωση. Στην Πομπηία υπήρχε μια μεγάλη επιχείρηση γάρου: η εταιρία Α. Ουμβρίκιος Σκαύρος και Σία. Μια ακόμα πιο δαπανηρή πολυτέλεια ήταν η πορφύρα. Τα κυριότερα μέρη της Ελλάδας όπου οι αρχαίοι ψάρευαν το ομώνυμο όστρακο ήταν οι ακτές των Κυθήρων, της Αακωνίας και του Κορινθιακού κόλπου. Στη βόρεια πλευρά του τελευταίου, στη Φωκίδα, το όστρακο αυτό ήταν τόσο συχνό ώστε ο μισός πληθυσμός ζούσε απ' αυτό. Η λακωνική πορφύρα δεν υστερούσε παρά μόνον απέναντι στην κοσμοξακουσμένη της Τύρου. Το υγρό που εκκρίνει η πορφύρα είναι αρχικά ασπριδερό, αλλά με την επίδραση του ήλιου χρωματίζεται κατά σειρά λεμονί, κιτρινοπράσινο, πράσινο, μενεξεδί, σκούρο μενεξεδί· ανάλογα με το αν διέκοπτε κανείς αυτή τη διαδικασία νωρίτερα ή αργότερα, μπορούσε να πετύχει τις πιο διαφορετικές αποχρώσεις. Ορισμένα είδη είχαν πιο πολύ μια απόχρωση προς το κόκκινο* με την αραίωση προέκυπτε το κρεμεζί ή το λιλά, με τη διπλή βαφή ένα σχεδόν μαύρο χρώμα: γι' αυτό ο Όμηρος μιλάει για «πορφυρή νύχτα». Η παρασκευή ήταν πολύ πολύπλοκη και δαπανηρή, γιατί κάθε όστρακο δεν έδινε παρά λίγες σταγόνες χρωστικής· ένα και μόνο εργαστήρι κατανάλωνε εκατομμύρια όστρακα κάθε χρόνο. Η σύγχρονη, χημεία είναι σε θέση όχι μόνο να παράγει «συνθετική πορφύρα» στο ένα χιλιοστό περίπου της αρχαίας τιμής της, αλλά και άλλα, πολύ πιο φανταχτερά χρώματα. Ωστόσο, η αρχαία πορφύρα, με τα διάφορα χρώματά της (μενεξεδί, κιτρινοκόκκινο, λιλά, τριανταφυλλί, άλικο) που ίσως να έλαμπαν το ένα μέσα από το άλλο και, όπως λέγεται, με τον καιρό γίνονταν όλο και πιο ωραία, πρέπει να είχε κάτι το 51


μυστηριώδες, που αντιστέκεται σε κάθε χημική ανάλυση. Αυτό το συμπέρασμα βγαίνει από τη μακραίωνη πορφυρομανία των Ελλήνων, στους οποίους η αίσθηση και η χαρά για τα χρώματα ήταν ανεπτυγμένες όσο σε κανέναν άλλο λαό του κόσμου. Αλλά μπορούμε άραγε να πούμε ότι οι Έλληνες, μέσα στην τόσο υπέροχη φύση τους, ανέπτυξαν μια εξίσου έντονη φυσιολατρία; Αν εφαρμόσουμε τα σημερινά κριτήρια, πρέπει ν' απαντήσουμε αρνητικά. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν άμεση συναισθηματική σχέση μόνο με ορισμένα τμήματα της φύσης. Αγαπούσαν μόνο τα κοντινά πράγματα: τα κρασοκόκκινα, ασπροστεφανωμένα κύματα που έσπαγαν στην ακτή, τ' αστραφτογάλαζα ποτάμια και τις κρυσταλλοπράσινες λίμνες, τα βρυοζωσμένα ρυάκια, μέσα στο ασήμι των οποίων άστραφταν πολύχρωμες πέτρες, τα αιωνόβια δέντρα με το πυκνό, λαμπερό φύλλωμά τους, τους φουντωτούς θάμνους με το ανοιξιάτικο χρυσό ή άλικο πανωφόρι τους. Αλλά τα βουνά ήταν γι' αυτούς το πολύ η κορνίζα του τοπίου, κάθε μακρινή επιφάνεια τους προκαλούσε κατάθλιψη, τα ψηλώματα τους φόβιζαν και τον ορίζοντα ούτε καν τον έβλεπαν. Η ανατολή και η δύση του ήλιου ήταν γι' αυτούς απλά φυσικά φαινόμενα, που περιορίζονταν να τα καταγράψουν. Για την ποίηση της νύχτας δεν είχαν κανένα αισθητήριο: το φεγγάρι, που στη σημερινή λυρική ποίηση είναι σχεδόν ο πρωταγωνιστής, στην αρχαία ελληνική παίζει σχεδόν μονάχα το ρόλο ενός χλωμού λυχναριού. Το σιωπηλό δάσος, η μουρμουριστή πηγή, η πολύβουη χαράδρα, το ονειρεμένο λιβάδι ενέπνεαν στους Έλληνες δέος. Εκεί βασίλευε μια θεότητα. Αν θέλετε, κι αυτό επίσης το αίσθημα είναι μια μορφή φυσιολατρίας, αλλά πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Ο αρχαίος ενσαρκώνει τη φύση ολότελα αντικειμενικά, με προσωποποιήσεις, ενώ ο σημερινός άνθρωπος ολότελα υποκειμενικά, με ψυχικές διαθέσεις: για τον δεύτερο η φύση είναι ένας αιώνιος καθρέφτης που αντανακλά τις πιο μύχιες συγκινήσεις του, δίνοντάς τους ένα μυστηριώδες βάθος, ενώ για τον πρώτο είναι ένα ξένο μάτι που τον ατενίζει ψυχρά, βουβά και σχεδόν εχθρικά. Φαίνεται ότι η φύση είναι προϊόν των προσλαμβανουσών παραστάσεών μας, όπως προσπαθήσαμε ν' αποδείξουμε στην εισαγωγή του πρώτου τόμου. Η ελληνική φύση ήταν κλασική γιατί ο αρχαίος Έλληνας την αισθανόταν κλασικά. Είπαμε ήδη ότι ο αρχαίος Έλληνας δεν είχε μάτι για τις φωτοσκιάσεις. Αυτό όμως οφειλόταν, εν μέρει, στο γεγονός ότι το ελληνικό τοπίο είναι πραγμα52


τικά φτωχό σε ενδιάμεσους τόνους: σπάνια είναι τυλιγμένο στο αραχνοΰφαντο πέπλο της ομίχλης, της μέρας που χάνεται σιγά-σιγά (γιατί το σούρουπο είναι πολύ σύντομο και η νύχτα πέφτει σχεδόν απότομα) και του φθινόπωρου με τα αχνά μικτά χρώματά του. Επομένως, είναι εξίσου θεμιτό να πει κανείς ότι ο αρχαίος Έλληνας αισθανόταν κλασικά γιατί έτσι τον υποκινούσε να κάνει η φύση όπου ζούσε. Τέτοιες προτάσεις μπορούν πάντα ν' αντιστραφούν. Γιατί δεν ξέρουμε τι είναι πρωτύτερο, η φύση ή ο άνθρωπος, κι ίσως το ίδιο το ερώτημα να είναι κουτό. Ο συμψηφισμός αντικειμένου και υποκειμένου» είναι ανεξιχνίαστος. Ο Νίτσε λέει κάπου: «Ήταν βράδι, ο αέρας μύριζε έλατο, στο βάθος φαινόταν μια γκρίζα οροσειρά, στην κορφή άστραφτε το χιόνι. Ένας γαλάζιος, γαληνεμένος ουρανός ξεδιπλωμένος από πάνω. Κάτι τέτοιο δεν το βλέπουμε ποτέ όπως είναι καθ^ εαυτό, παρά απλώνουμε πάντα πάνω του μια λεπτή ψυχική μεμβράνη —κι αυτή βλέπουμε». Αυτήν ακριβώς την ψυχική μεμβράνη οι αρχαίοι Έλληνες δεν •την έβλεπαν ποτέ. Γιατί δεν ήξεραν ούτε τι σημαίνει μεμβράνη ούτε τι σημαίνει ψυχή. Καμιά από τις δημιουργίες τους δεν είναι τυλιγμένη σε πέπλο. Και δεν θα ήταν τάχα σχεδόν γελοίο να ισχυρισθούμε για έναν οποιοδήποτε αρχαίο Έλληνα, ακόμα και τον πιο ευγενικό και βαθυστόχαστο, ότι είχε αυτό που εμείς λέμε Gemüt (=ευαισθησία σε εσωτερικές αξίες); Με την ευκαιρία, ο διαφορετικός χαρακτήρας του φυσικού αισθήματος είναι η αιτία που οι ιστορικές κινηματογραφικές ταινίες δεν είναι ποτέ πειστικές. Το πολύ πολύ να συμφωνούν τα κοστούμια, αλλά σε καμιά περίπτωση το τοπίο, θ α μπορούσε να είναι πειστικό μόνον αν ο σκηνοθέτης κατόρθωνε να το παρουσιάσει στην οθόνη όπως το έβλεπαν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής. Ο Ούρμπαν Γκαντ, στο βιβλίο του «Ο κινηματογράφος», λέει ότι γύρισε κάποτε τον «Δον Κιχώτη» και στην προβολή της ταινίας διαπίστωσε έντρομος ότι στα πλάνα που είχε πάρει εκ του φυσικού από ισπανικά τοπία υτυήρχαν τηλεγραφόξυλα. Τέτοια τηλεγραφόξυλα όμως υπάρχουν σε κάθε δονκιχωτικό τοπίο, έστω κι αν δεν είναι ορατά. Αλλά και για τις υπόλοιπες εθνικές ιδιότητες των αρχαίων Ελλήνων δεν μπορούμε να πούμε παρά σχεδόν μόνο διφορούμενα πράγματα. Γιατί ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, παρόλο που στο σχολείο μαθαίνουμε τόσα και τόσα γι' αυτόν, έφτασε ώς εμάς σε μια κα53


τάσταση που δεν μας επιτρέπει να σχηματίσουμε παρά μια πολύ θολή εικόνα. Όπως παρατήρησε ο Τζωρτζ Γκρότε, έχουμε στα χέρια μας όσα ξέβρασε η θάλασσα από το ναυάγιο ενός καραβιού. Η ζωγραφική και η μουσική χάθηκαν ολότελα, από τη γλυπτική και την ποίηση διατηρήθηκαν μόνον αμφίσημα συντρίμμια. Το ίδιο κι από την αρχιτεκτονική, αλλά ακόμα και από τη φιλοσοφία, δεν απόμεινε παρά ένας εντυπωσιακός σωρός ερειπίων. Από το Δημόκριτο και τον Ηράκλειτο, τον «γελαστό» και τον «πεισιθάνατο» φιλόσοφο, όπου τους ονόμασαν ανόητα, δεν διαθέτουμε παρά πενιχρά αποσπάσματα· κι ωστόσο ο Ηράκλειτος ήταν το βαθύτερο, ο Δημόκριτος το οικουμενικότερο πνεύμα που έβγαλε ποτέ η Ελλάδα. Είναι το ίδιο περίπου σαν να είχαμε από τον Νίτσε μόνο μια χούφτα αφορισμούς και από τον Χέγκελ μερικές στενογραφημένες σημειώσεις από τις παραδόσεις του. Προπάντων όμως χάθηκαν τα περισσότερα μέτρια έργα, κι αυτή είναι πάντα η μεγαλύτερη απώλεια για την ιστορία του πολιτισμού· γιατί σ' αυτά ακριβώς τα προϊόντα η φωνή της καθημερινής ζωής ακούγεται πιο εύγλωττη και πιο ζωντανή παρά στα αιώνια αριστουργήματα. Όποιος π.χ. θέλει να γνωρίσει τη γερμανική ατμόσφαιρα γύρω στο 1800, θα μάθει περισσότερα από τον Κοτσεμπούε και τον Ίφλαντ παρά από τον Γκαίτε, περισσότερα από τα τραγουδάκια που ήταν τότε της μόδας παρά από τον Μπετόβεν. Αλλά οι αντιφάσεις του ελληνικού εθνικού χαρακτήρα έχουν κι έναν άλλο, βαθύτερο λόγο. Το ελληνικό έθνος έχει χαρακτηρισθεί επανειλημμένα ως η κατεξοχή μεγαλοφυία ανάμεσα στους λαούς. Αλλά η μεγαλοφυία διακρίνεται προπάντων για δύο πράγματα: τη διπολικότητα και την οικουμενικότητά της. Λέγοντας ότι είναι διπολική εννοούμε ότι αποτελείται από αντιθέσεις, και στη διαδικασία της επαφής και εκφόρτισης αυτών των αντιθέσεων εκδιπλώνεται η παραγωγικότητά της. Και λέγοντας ότι είναι οικουμενική εννοούμε ότι είναι καθρέφτης και απόσταγμα ολόκληρης της ανθρωπότητας, έτσι ώστε μπορεί να πει κανείς χωρίς υπερβολή: μεγαλοφυής είναι ένας άνθρωπος που έχει όλες τις ιδιότητες. Πράγματι, δημιουργοί όπως ο Σαίξπηρ και ο Μικελάντζελο, ο Δάντης και ο Ντοστογέφσκι μας δίνουν την εντύπωση ότι όλο το καλό και το κακό του κόσμου ήταν μαζεμένο μέσα τους. Ένα τέτοιο περίπλοκο και συναρπαστικό θέαμα παρουσιάζουν οι Έλληνες ως σύνολο. Για ν' αρχίσουμε με το σημαντικότερο, το ήθος, οι αρχαίοι Έλ54


ληνες ήταν ηθικοί όσο ήταν και ανήθικοι. Αυτοί ουσιαστικά πρωτοδίδαξαν στον κόσμο τι είναι ελευθερία και υπευθυνότητα, πατριωτισμός και ευσέβεια. Οι ανατολικοί λαοί δεν γνώριζαν αυτές τις ηθικές αξίες στην αμιγέστερη έκφρασή τους. Ωστόσο, μάταια θ^ αναζητήσει κανείς στους αρχαίους Έλληνες το σημερινό αίσθημα του δικαίου. Με εξαίρεση μερικούς ποιητές και φιλόσοφους, τους έλειπε η συναίσθηση ότι το έγκλημα είναι απορριπτέο για λόγους αρχών. Σύμφωνα με μια γενική αντίληψη, που ο απόηχός της ήταν αισθητός και σε πολύ μεταγενέστερες εποχές, το έγκλημα είναι μια ιδιωτική υπόθεση που αφορά τον θύτη και το θύμα. Ακόμα και ο φόνος μπορούσε να μείνει ατιμώρητος: αν το θύμα συγχωρούσε πριν πεθάνει το φονιά του, οι συγγενείς δεν δεσμεύονταν πια από το χρέος της κατηγορίας (που την απάγγελλαν αυτο/, όχι το κράτος). Εκείνο που είχε σημασία ήταν να πάρει εκδίκηση η ψυχή· αν η ψυχή παραιτούνταν εθελούσια απ^ αυτή, τότε ούτε στην κοινή ηθική ούτε στη θρησκεία έπεφτε λόγος. Ακόμα και η βάση κάθε ανώτερης μορφής χρηστοήθειας, η φιλαλήθεια, ήταν υπανάπτυκτη στους αρχαίους Έλληνες· ή μάλλον, για να το πούμε απερίφραστα, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ο κλασικός λαός του ψέματος και της λοβιτούρας, και μάλιστα, πράγμα που μάλλον τους επιβαρύνει παρά τους δικαιολογεί, χωρίς να έχουν συνείδηση ότι αυτό είναι κακό. Ο Οδυσσέας, που περισσότερο από κάθε άλλη μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του εθνικού ήρωα, είναι πρωταθλητής σ^ όλα τα είδη κατεργαριάς, από την αθώα καυχησιολογία ώς την εξοργιστικότερη απάτη. Αλλά το πιο συγκλονιστικό είναι ότι η Αθηνά τον θαυμάζει απεριόριστα γι' αυτές του τις ικανότητες, κι όχι μόνον αυτό, αλλά και προσθέτει ότι στις ψευτιές μόνον οι θεοί τον ξεπερνούν! Και πράγματι, ήδη στους Ρωμαίους η έκφραση graeca fides (=ελληνική πίστη) ήταν παροιμιώδης, ενώ ακόμα και σήμερα στα γαλλικά η λέξη Grec (=Έλληνας) σημαίνει ούτε λίγο ούτε πολύ «απατεώνας»! Η ψευδορκία φαίνεται ότι ήταν σωστό εθνικό σπορ. Πάντως, πολλοί πίστευαν ότι η ψευδορκία προκαλεί τον όλεθρο του ψεύδορκου και ολόκληρου του γένους του, και γι' αυτόν το λόγο ο Ησίοδος συμβουλεύει τους αναγνώστες του να την αποφεύγουν. Αλλά ούτε που περνάει απ' το μυαλό του ότι πρέπει να την αποφεύγει κανείς για λόγους αρχών. Άλλωστε, σ' ολόκληρη την αρχαιότητα η ψευδορκία έμενε ατιμώρητη, γιατί η τιμωρία της ήταν δουλειά των θεών. Οι θεοί όμως δεν την 55


κόλαζαν για ηθικούς λόγους, παρά επειδή ο ψεύδορκος επέσυρε μόνος του την κατάρα, στο όνομα της οποίας ορκίσθηκε· ο ψεύδορκος πέφτει στα χέρια των δαιμόνων της κόλασης, τους οποίους επικαλέσθηκε: πρόκειται δηλαδή για μια διαδικασία νομική, όχι ηθική. Βέβαια, οι ποιητές και οι φιλόσοφοι παρέπεμπαν ολοένα στη Δίκη, την τρανή θεά της δικαιοσύνης που καθόταν στο πλευρό του Δία, αλλά αυτό ακριβώς μας κάνει να υποθέσουμε ότι στη ζωή οι άνθρωποι δεν την υπολόγιζαν και τόσο. Από την άλλη πλευρά, όμως, πρέπει να επαινέσουμε τους αρχαίους Έλληνες γιατί είχαν μια ειλικρίνεια που η δική μας κοινωνία έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό: τους έλειπε κάθε είδος ταρτουφισμού και σεμνοτυφίας, που διαποτίζουν όλες τις πλευρές της ζωής από τότε που η αστική τάξη ανέβηκε στην εξουσία, καθώς και κάθε υποκριτική διακριτικότητα, που σήμερα επιδεικνύεται παντού για «επαγγελματικούς λόγους»· μιλούσαν με αξιοθαύμαστη παρρησία για τις ιδιωτικές τους υποθέσεις, τόσο τις δικές τους όσο και των άλλων συμπολιτών τους. Επίσης, τουλάχιστο τα σώματά τους ήταν απόλυτα ειλικρινή, κινούνταν με φυσική χάρη και ελευθερία, που σήμερα μας φαίνεται σαν χαμένος παράδεισος. Και τέλος, δύσκολα μπο��εί κανείς ν^ αρνηθεί μια βαθιά, εσώτερη αίσθηση της αλήθειας σ' ένα λαό που γέννησε τέτοια τέχνη. Αν η ηθική τους μας φαίνεται κάπως ελαττωματική, αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι το σημερινό αίσθημα της τιμής, που είναι από τους κύριους ρυθμιστές της ηθικής συμπεριφοράς μας, τους ήταν ολότελα άγνωστο. Το ξυλοφόρτωμα ξεχνιόταν με μια απλή χρηματική αποζημίωση και η έννοια «προσβολή της τιμής» δεν υπήρχε. Μια και μόνη παράσταση αρχαίας κωμωδίας θα προκαλούσε σήμερα βροχή από μηνύσεις, αντιμηνύσεις, απαγορεύσεις και τα τέτοια. Είναι γνωστό πόσο αισχρές συκοφαντίες εκτόξευαν οι ρήτορες ακόμα και στις πιο ασήμαντες αστικές δίκες εναντίον της αντίπαλης πλευράς. Και δεν μείωνε ούτε την αξιοπρέπεια ούτε τη φήμη του Σωκράτη το ότι μερικοί ακροατές του απαντούσαν στις κάπως στρεψόδικες αποδεικτικές μεθόδους του με καρπαζιές. Ο Σοπενχάουερ ανάλυσε απολαυστικά στά «Πάρεργά» του την ανεμελιά, με την οποία αντιμετώπιζε ολόκληρη η αρχαιότητα τέτοια ζητήματα. Αλλά αυτή η στάση των αρχαίων Ελλήνων έρχεται σε ζωηρή όσο και αλλόκοτη αντίθεση με την κυριολεκτικά νοσηρή φιλοπρωτία, από την οποία διακατέχονταν πάντα. Δεν είχαν άλλο στο μυαλό τους έξω από νίκες και βραβεία, 56


και όλες τις δραστηριότητες της ζωής δεν μπορούσαν να τις φανταστούν αλλιώς παρά με τη μορφή του άγώνος^ στο τέρμα του οποίου περίμενε κάποιο έπαθλο. Αυτή η υστερική επιδίωξη της εύνοιας και της αναγνώρισης προϋποθέτει ένα παράφορο χαρακτήρα, και για επιβεβαίωση δεν χρειάζεται παρά να κοιτάξουμε το δεύτερο εθνικό ήρωα των αρχαίων Ελλήνων, τον Αχιλλέα, που είναι σωστός παληκαράς. «Ο κίνδυνος υποτροπής στον ασιατικό τρόπο ζωής», λέει ο Νίτσε, «απειλούσε πάντα τους Έλληνες». Κανένας λαός δεν έχει τόσο άναρχη μυθολογία, στην οποία συμβαίνουν συνεχώς φοβερά πράγματα. Κανένας λαός δεν θ^ άντεχε καν μια τέτοια μυθολογία. Κι ωστόσο, ολόκληρη η ελληνική ιστορία καταυγάζεται από το ιδανικό της σωφροσύνης^ που λάμπει με τόσο φέγγος και απαλότητα, ώστε ο Βίνκελμαν, και μαζί του ολόκληρος ο γερμανικός κλασικισμός, πίστευε ότι εκεί βρίσκεται το μυστικό της αρχαίας ελληνικής ψυχής. Λέγεται ότι ακόμα και το ίδιο το όνομα του λαού ανάγεται σ^ αυτή την έννοια, γιατί σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση ελλην σημαίνει συνετός, λογικός. Από τα «Έργα και ήμέραι» του Ησίοδου ξέρουμε τον βαθυστόχαστο μύθο της Πανδώρας: μέσα απ"* το κουτί ξέφυγαν όλα τα κακά, που από τότε ταλαιπωρούν τους ανθρώπους, αλλά η Πανδώρα έσπευσε να κλείσει το κουτί και το χειρότερο απ' όλα, η έληίς^ έμεινε μέσα. Η λέξη έλπίς^ όπως και η λατινική spes^ σημαίνει προσδοκία, και μάλιστα προσδοκία ενός ευνοϊκού ή δυσμενούς γεγονότος, επομένως τόσο ελπίδα όσο και φόβο. Το ότι αυτά τα δύο συναισθήματα θεωρούνται ως η χειρότερη συμφορά είναι η μεγαλύτερη αποθέωση της φρόνησης που μπορεί να φανταστεί κανείς. Και αυτή τη φρόνηση τη συναντάμε από την αρχή ώς το τέλος της ιστορίας του αρχαίου ελληνικού τινεύματος: γιατί ακόμα και η Στοά, με την οποία τελειώνει η αρχαία φιλοσοφία, διδάσκει ότι η επιθυμία και ο φόβος είναι οι κυριότερες αρρώστιες της ψυχής. Πώς όμως συμβιβάζεται αυτή η θυμοσοφία με την παράλογη θηριωδία του ελληνικού λαού, που όσο κορυφωνόταν η πολιτιστική του ανάπτυξη τόσο δαιμονικότερες μορφές έπαιρνε και κατακρεουργούσε τα πάντα, βαρβάρους και αδελφικές φυλές, γειτονικές πόλεις και συμπολίτες, ταξικούς συντρόφους και ομοαίματους συγγενείς; Και πώς συμβιβάζεται μ' αυτή την ωμότητα, που έκανε ακόμα και τους ανατολικούς λαούς ν' ανατριχιάζουν, εκείνη η χάρη του λόγου 57


και της χειρονομίας, εκείνη η τρυφερή αίσθηση για τις αποχρώσεις της καλλιτεχνικής έμπνευσης και του ρυθμού της ζωής, που προκάλεσε την κατάπληξη και τον θαυμασμό ολόκληρου του μεταγενέστερου κόσμου; Χάρη σ' αυτό το λεπτό ένστικτο για το σωστό, οι Έλληνες δημιούργησαν σε πολλούς τομείς διαχρονικά πρότυπα, και γι' αυτό θα έπρεπε να τους θεωρήσει κανείς ως τον πνευματικά υγιέστερο λαό του κόσμου. Αλλά ο ίδιος αυτός λαός μαστιζόταν από περιοδικούς παροξυσμούς ψυχικών ανωμαλιών: επιδημίες χορομανιας, μαζικές παραισθήσεις, οργιασμούς και οργασμούς, που, φαινόμενα γνώριμα στον κάθε αρχαίο Έλληνα ως «διονυσιακή μανία», για μας αποτελούν μεγάλο αίνιγμα. Στην οικονομία της αρχαίας ελληνικής ψυχικής ζωής αυτές οι παρανοϊκές καταστάσεις αποτελούσαν μια τόσο αυτονόητη πλευρά, ώστε στον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς το μπροστινό μέρος παρίστανε τη λατρεία αυτού του θεού, ενώ το πίσω μέρος απεικόνιζε την εκστατική λατρεία του Διόνυσου. Εδώ βρίσκεται το σημείο προσπέλασης στην ελληνική απαισιοδοξία, αυτή τη μεγαλοφυή ανακάλυψη του Γιάκομπ Μπούρκχαρτ, που με τον Νίτσε έγινε κοινό κτήμα όλων των καλλιεργημένων ανθρώπων. Πράγματι, μια ελαφριά μελαγχολία τυλίγει όλη την ελληνική τέχνη και χρωματίζει κάθε μύθο των αρχαίων Ελλήνων, και δύσκολα μπορούμε να καταλάβουμε πώς αυτό το γνώρισμα πέρασε απαρατήρητο για τόσον καιρό. Και δεν θα μπορούσε καθόλου να είναι διαφορετικά, γιατί ολόκληρη η προχριστιανική ανθρωπότητα ζούσε αναγκαία μέσα στον ζόφο: μόνο το χαρμόσυνο άγγελμα λύτρωσε τους ανθρώπους από τον βραχνά που τους πλάκωνε. Αλλά στην περίπτωση των Ελλήνων πρόκειται για ένα είδος μεσημεριανής απαισιοδοξίας^ ενός άγχους που τους κυρίευε μέσα στο άπλετο φέγγος του ήλιου. Ήταν κάτι ολότελα διαφορετικό από το άγχος του Βορειοευρωπαίου και, σε σύγκριση μαζί του, φαίνεται πρωτόγονο, αθώο και σχεδόν οικείο, σαν τις τρομαχτικές μουτσούνες που βλέπουμε στο «σπίτι των φαντασμάτων» ενός πανηγυριού· κι έτσι καταλαβαίνουμε επίσης γιατί το κέφι των Ελλήνων έγινε παροιμιώδες. Γιατί πράγματι, οι Έλληνες ήξεραν θαυμάσια να γλεντούν και ν** απολαμβάνουν την κάθε στιγμή της ζωής. Γιατί ήταν «απλοϊκοί» και, όπως δείχνει το αιώνιο μνημείο της τέχνης τους, ήταν ο φυσικότερος λαός του κόσμου. Αλλά κι αυτό πά58


λι δεν είναι εντελώς αλήθεια. Γιατί πώς μπορεί κανείς να ονομάσει απλοϊκό το κλασικό, που αντιπροσωπεύει την ανώτατη βαθμίδα της καλλιτεχνικής συνείδησης; Και, κατά βάθος, η τέχνη τους δεν ήταν καθόλου φυσική, γιατί βασιζόταν στη μανία του «στιλ», που διαπότιζε και καθόριζε τα πάντα: αγγεία και τοιχογραφίες, ναούς και τραγωδίες, ποίηση και πεζογραφία, ώς και τις φαρμακερότερες δημηγορίες και τις πιο θεότρελες κωμωδίες, που όλες είναι δομημένες. Η «μνημειακότητα» θεωρείται τυπικά ελληνική ιδιότητα. Εξάλλου, δεν είναι εύκολο να θεωρήσει κανείς «απόλυτα φυσικό» ένα λαό, στην ψυχική ζωή του οποίου η ομοφυλοφιλία έπαιζε τόσο σημαντικό ρόλο. Γενικά, οι αρχαίοι Έλληνες μελέτησαν τη φύση πολύ επιπόλαια και δεν είχαν ξεκάθαρη αντίληψη γι' αυτήν. Γι' αυτό έχουν χαρακτηρισθεί επανειλημμένα ως «αντεπιστημονικοί». Πράγματι, αισθάνονταν μια παράξενη αντιπάθεια για κάθε είδους πείραμα, και γι' αυτό αγνόησαν εντελώς ολόκληρους τομείς των θετικών επιστημών, όπως π.χ. τη χημεία. Οι γνώμες τους συγκινούσαν πάντα περισσότερο από τις εμπειρίες. Στα τεχνικά επιτεύγματά τους υστερούσαν πολύ όχι μόνον απέναντι στους σημερινούς λαούς, αλλά και απέναντι στους Αιγύπτιους, τους Βαβυλώνιους ή ακόμα και τους ίδιους τους προγόνους τους, τους Μυκηναίους. Γι' αυτό κι ένας νεότερος ιστορικός δεν δίστασε να τους ονομάσει «τον λιγότερο εφευρετικό απ' όλους τους πολιτισμένους λαούς». Οι ιστορικές, γεωγραφικές και αστρονομικές αντιλήψεις τους ήταν παιδαριώδεις, και οι καλύτερες ιδέες μερικών μεταγενέστερων σοφών δεν έφτασαν ποτέ ώς τον κοινό λαό. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Οι αρχαίοι Έλληνες είναι οι θεμελιωτές του ορθολογισμού και οι επινοητές του θεωρητικού ανθρώπου, του ανθρώπου που αφοσιώνεται στη θεωρία, στην παρατήρηση ως αυτοσκοπό; ποτέ πρωτύτερα δεν είχε υπάρξει κάτι τέτοιο! Όπως είπε ο Ρόντε, «Προηγήθηκαν στη σκέψη από ολόκληρη την ανθρωπότητα· οι βαθύτερες και τολμηρότερες, οι ευσεβέστερες και ασεβέστερες σκέψεις για τους θεούς, τον κόσμο και την ανθρώπινη φύση έχουν την καταγωγή τους στην Ελλάδα.» Όπως ακριβώς, σύμφωνα με μια περιλάλητη ρήση του Ηρόδοτου, ο Ησίοδος και ο Όμηρος δημιούργησαν τη θεολογία του λαού τους, «δίνοντας στους θεούς τα ονόματα, καθορίζοντας τα αξιώματα και τους τομείς της δικαιοδοσίας τους και σχεδιαγραφώντας τη μορφή τους», έτσι και οι αρχαίοι Έλληνες έγιναν οι δάσκαλοι των επιστημών: της ορολογίας 59


και της ιεραρχίας τους, των μορφών και της αρμοδιότητάς τους. Το ίδιο έκαναν και στον τομέα της ποίησης: αυτοί πρώτοι ανακάλυψαν τα επιμέρους είδη, τα οριοθέτησαν, τα ενσωμάτωσαν σ^ ένα ορθολογικό σύστημα· η τραγωδία και η κωμωδία, η ωδή και η ελεγεία, ο αφορισμός και το επίγραμμα, η πραγματολογική ιστοριογραφία και ο φιλοσοφικός διάλογος, τα απομνημονεύματα και η βιογραφία, η δημηγορία και το δοκίμιο είναι λογοτεχνικές μορφές που, χάρη στους Έλληνες, κυριαρχούν ώς σήμερα σ*^ ολόκληρη την παγκόσμια λογοτεχνία· ακόμα και είδη που τα -χώριζαν ήδη οι ανατολικοί λαοί, όπως π.χ. το έπος, η επιστολή, το ερωτικό ποίημα, μόνο με τους Έλληνες απόκτησαν συγκεκριμένη μορφή. Και η ελληνική αρχιτεκτονική, επίσης, δεν είναι απλώς ένα καλλιτεχνικό, αλλά σε ίσο βαθμό και επιστημονικό επίτευγμα. Σ' όλα αυτά εκδηλώνεται η μεγάλη και θεμελιώδης δημιουργική δύναμη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού: ο ατομικισμός του. «Ένας Έλληνας μάγειρας», λέει ο Νίτσε, «είναι πιο μάγειρας από τους άλλους»· και αναμφίβολα, απ' όλους τους λαούς της γης οι Έλληνες είχαν τα περισσότερα άτομα. Υπήρχε όμως στην ελληνική ζωή μια ακόμα ισχυρότερη δύναμη: το κράτος, η πόλις, που προσπαθούσε επίμονα να καθυποτάξει όλα αυτά τα άτομα, να τα ισοπεδώσει, να τα εξουδετερώσει, να τα εκμηδενίσει. Ο διαβόητος οστρακισμός δεν ήταν πολιτικός θεσμός, παρά στρεφόταν γενικά και απροκάλυπτα εναντίον κάθε πιο πλούσιας, πιο ελεύθερης, πιο δυνατής, πιο εντυπωσιακής ατομικότητας, χωρίς την οποία ωστόσο οι Έλληνες δεν μπορούσαν να ζήσουν ευτυχισμένοι: υπήρχε ανάμεσα σ' αυτούς και τους μεγάλους άνδρες τους μιά μόνιμη κατάσταση αγάπης ανάμικτης με μίσος. Όπως πίστευαν ότι οι θεοί τους φθονούσαν κάθε τι που ξεχώριζε, έτσι έκαναν και οι ίδιοι· έχει κανείς την αναπόδραστη εντύπωση ότι αρκούσε να έχει κάποιος μια ασυνήθιστη ικανότητα για να στιγματισθεί ως «εχθρός του δήμου». Οι Έλληνες ήταν λοιπόν πολύ αλλόκοτοι ατομικιστές! Ένα άλλο φαινόμενο, που εξυμνείται ομόφωνα, είναι ο ελληνικός ιδεαλισμός. Αυτό φαίνεται ήδη από το χάρισμά τους να παρατηρούν τον κόσμο χωρίς ιδιοτέλεια, όπως είπαμε πιο πάνω. Εκτός απ' αυτό, ένιωθαν απύθμενη απέχθεια για κάθε βιοποριστική ασχολία, και η βρισιά «βάναυσος», με την οποία εξέφραζαν αυτή την περιφρόνηση, διατηρήθηκε ώς τις μέρες μας.(*) Απ' την άλ(*) Στα γερμανικά, αλλά και στα αγγλικά, η ελληνική αυτή λέξη έχει διατηρήσει

60


λη μεριά, όμως, ήταν ώς το μεδούλι τους υλιστές. Κατά βάθος πίστευαν μόνο στο συγκεκριμένο^ στο χειροπιαστό, στο κοντινό κι έβαζαν το χρήμα και την ιδιοκτησία πάνω απ^ όλα. Η «αντιβαναυσότητά» τους ήταν ουσιαστικά ότι δεν τους άρεσε να εργάζονται· αλλά τον άεργο πλούτο δεν τον απεχθάνονταν καθόλου. Ακόμα και οι λαμπρότεροι ήρωές τους: ο Αγαμέμνων, ο Οδυσσέας, ο Αχιλλέας είναι απίστευτα άπληστοι και στο μυαλό τους έχουν ολοένα λουφέδες, λύτρα και δώρα, ενώ όλοι οι γειτονικοί λαοί, οι Πέρσες και οι Αιγύπτιοι, οι Φοίνικες και οι Ρωμαίοι συμφωνούσαν ότι κάθε Έλληνας εξαγοράζεται. Το μοναδικό αντίθετο παράδειγμα είναι ο Αριστείδης, που με την ανιδιοτέλειά του έγινε αξιοπερίεργο θέαμα στην Ελλάδα και διασημότητα της παγκόσμιας ιστορίας. Αλλά και πάλι πρέπει ν' απαλύνουμε αυτή μας την κρίση. Οι Έλληνες όεν ήταν υλιστές, γιατί αντιμετώπιζαν ολόκληρη τη ζωή σαν παιχνίδι. Σ' αυτό το σημείο αξίζει να επεκταθούμε κάπως περισσότερο, γιατί είναι ο κυριότερος λόγος που μας αναγκάζει ν^ αναγνωρίσουμε ότι οι Έλληνες ήταν η κατ^ εξοχή μεγαλοφυία ανάμεσα στους λαούς. Στον προηγούμενο τόμο είδαμε ότι ένα βασικό γνώρισμα του αρχαίου Αιγύπτιου ήταν η παιχνιδιάρικη διάθεσή του* αλλά ο αρχαίος Αιγύπτιος έπαιζε σαν παιδί, ενώ ο αρχαίος Έλληνας σαν κοιλλιτέχνης. Η διαφορά του καλλιτέχνη από τους υπόλοιπους ανθρώπους είναι ότι δεν εξετάζει τα πράγματα αναζητώντας τη χρησιμότητά τους, αλλά την ουσία τους. Δεν ρωτάει: τι είναι για μένα, παρά τι είναι για τον εαυτό τους. Γι' αυτό μπορεί, και μάλιστα είναι αναπόφευκτο, ν' ανακαλύπτει συνεχώς καινούργια πράγματα. Ό,τι ονομάζουμε χρησιμότητα είναι αυτό που απαιτεί το είδος, το αιώνια απαράλλαχτο· το μυστικό όμως κάθε πλάσματος είναι η μοναδικότητά του. Ο «πρακτικός» άνθρωπος είναι καταδικασμένος να βλέπει σ' ολόκληρη τη ζωή του μονάχα αποσπάσματα της πραγματικότητας, που προάγουν τους σκοπούς του· ο καλλιτέχνης, αντίθετα, αντιμετωπίζει τον κόσμο σαν να ήταν ολότελα άχρηστος: γι' αυτό και μπορεί να τον συλλάβει στο σύνολό του. Αυτή την αλήθεια τη συμπύκνωσε ο νεαρός Σίλερ στα αθάνατα λόγια: «Ο άνθρωπος είναι γνήσιος άνθρωπος μόνον όταν παίζει.» Απ' αυτή τη σκοπιά, ο μύθος για λίγο-πολύ την αρχική της σημασία και σημαίνει τον χοντροκομμένο, άξεστο άνθρωπο. (Σ.τ.Μ.)

61


την απόφαση του Πάρι αποκτά βαθύτερο νόημα. Όπως ο Πάρις, έτσι και οι Έλληνες έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στα δώρα της Ήρας, της Αθηνάς και της Αφροδίτης. Αν ήθελαν, θα μπορούσαν ν' αποκτήσουν ενωμένοι την κυριαρχία πάνω σ' ολόκληρο τον κόσμο: ούτε η Καρχηδόνα ούτε η Περσία, οι δύο μοναδικοί σοβαροί αντίπαλοί τους, θα μπορούσαν να τους εμποδίσουν. Από την άλλη μεριά πάλι, αν εστίαζαν τις δυνάμεις τους στη γνώση του κόσμου, θα μπορούσαν, χάρη στη μεγαλειώδη ικανότητά τους για ενατένιση, να διεισδύσουν βαθιά στην ουσία των πραγμάτων και ν' αποκτήσουν την ανώτατη δυνατή σοφία. Αυτοί όμως έκαναν ό,τι και ο Πάρις, που προτίμησε την ομορφιά, και μάλιστα μόνο το φάντασμά της, γιατί η αληθινή Ελένη ήταν στην Αίγυπτο. Κι ωστόσο είναι πολύ πιθανό ότι είχαν δίκιο να προτιμούν αυτή την επίφαση της επίφασης από κάθε τι άλλο. Αυτό εννοούσε ο Νίτσε όταν έλεγε: ήταν ρηχοί γιατί ήταν βαθείς. Ο μεγαλοφυής βλέπει τον κόσμο σαν δραματική σύνθεση* αλλά κι αυτός ο ίδιος είναι μια δραματική σύνθεση. Οι αρχαίοι Έλληνες είναι το πλουσιότερο και υποδειγματικότερο, συναρπαστικότερο και φαντασμαγορικότερο θεατρικό θέαμα του κόσμου, και η οικουμένη είναι το αιώνιο και μεταβλητό, κριτικό και αφοσιωμένο κοινό τους. Ακριβώς ο πλούτος τους σ^ αντιθέσεις και αντιφάσεις χαρίζει στους Έλληνες μια μόνιμη αίγλη: είναι παράδοξοι όπως η ίδια η ζωή, σφαιρικοί και πλήρεις όπως οι αθάνατες θεατρικές μορφές, στις οποίες δεν υπάρχει τίποτα το μονόπλευρο ή παραφορτωμένο, άτονο ή χονδροειδές, αμυδρό ή παράταιρο, που να ενοχλεί το μάτι. Το πρώτο και ίσως μεγαλύτερο καλλιτεχνικό δημιούργημα των Ελλήνων είναι η γλώσσα τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη «βάρβαρος» σήμαινε αρχικά αυτόν που βγάζει άναρθρους ήχους: η λέξη μιμείται ηχητικά το κακόφωνο ρέκασμα των ξένων λαών, στους οποίους οι αρχαίοι Έλληνες συγκατάλεγαν αρχικά όχι μόνο τους Αφρικανούς και τους Ασιάτες, αλλά και τους Μακεδόνες και τους Ρωμαίους. Σιγά-σιγά η λέξη βάρβαρος έγινε απλώς πολιτιστική έννοια: όποιος μιλούσε και σκεφτόταν ελληνικά, δεν ήταν πια βάρβαρος. Αλλά, όπως είναι γνωστό, αυτό έκαναν σχεδόν όλοι οι κυρίαρχοι λαοί στα τέλη της αρχαιότητας: ειδικά οι Ρωμαίοι έγιναν κυριολεκτικά δίγλωσσος λαός. Στην αρχαιότητα, η ελληνική γλώσσα ήταν μια δύναμη πολύ μεγαλύτερη απ^ ό,τι η γαλλική τον δέκατο όγδοο αιώνα, γιατί δεν είχε δίπλα της, όπως τα γαλλικά, άλλες γλώσσες 62


και λογοτεχνίες που ν' αποτελούν ασθενέστερους μεν, αλλά εξελίξιμους αντίπαλους. Αυτό που πρώτα-πρώτα εξυψώνει τα ελληνικά πάνω απ' όλες τις άλλες γλώσσες (με την εξαίρεση ίσως της ιταλικής) είναι η μουσικότητά τους, συνέπεια του πλούτου τους σε εύηχα φωνήεντα και διφθόγγους και της σπανιότητας των σκληρών συνιζήσεων και απανωτών συμφώνων. Τη γραφή τους οι Έλληνες δεν την επινόησαν οι ίδιοι, παρά την ανέπτυξαν από τα σημάδια, με τα οποία οι βορειοσημιτικοί λαοί υποδήλωναν τα σύμφωνα, προσθέτοντας μόνο τα τέσσερα τελευταία ψηφία του αλφάβητου: το φ, το χ, το ψ και το ω· αλλά το μεγάλο τους κατόρθωμα ήταν ότι έδωσαν σ' ένα μέρος απ"* αυτά τα ψηφία τη σημασία φωνηέντων. Έτσι, η γραφή τους έγινε για πρώτη φορά πραγματικά έναρθρη και ξέφυγε από τη βαρβαρότητα της Ανατολής, της οποίας η γραφίδα απλώς τραύλιζε. Αυτό όμως δεν έγινε πριν απ' την αρχή του έβδομου προχριστιανικού αιώνα* όχι μόνον η μυκηναϊκή περίοδος, την οποία τραγούδησε ο Όμηρος, αλλά κρ^ι η κατά πολύ νεότερη αριστοκρατική κοινωνία, για λογαριασμό της οποίας τραγούδησε, ήταν ακόμα αναλφάβητες. Από τότε κι έπειτα όμως η γραφή διαδόθηκε αρκετά γοργά. Στην αρχή υττήρχαν, όπως φαίνεται, μόνο μνήμονες^ δηλαδή ειδικοί λειτουργοί που κατέγραφαν λογαριασμούς, αποδείξεις πληρωμής και συμβόλαια, αλλά γύρω στο 600 βρίσκονται ήδη παντού επιγραφές: σε αγγεία, ταφικά μνημεία, αναθήματα, ακόμα και σε ανδριάντες στο Αμπού Σιμπέλ της Νουβίας. Οι τελευταίες αυτές επιγραφές γράφτηκαν προφανώς από Έλληνες μισθοφόρους, που βέβαια δεν ανήκαν στην τη^ευματική αφρόκρεμα. Αλλά η ελληνική γραφή που χρησιμοποιείται στα σημερινά σχολεία είναι όψιμο προϊόν: ώς την αλεξανδρινή περίοδο ήταν σε αποκλειστική χρήση η μεγαλογράμματη γραφή. Όπως είναι γνωστό, το ελληνικό αλφάβητο έχει από δύο γράμματα για το Ε και το Ο: το έψιλον και το ήτα, το όμικρον και το ωμέγα. Το ήτα και το ωμέγα υποδήλωναν τον μακρό φθόγγο, αλλά αυτή δεν ήταν η κύρια σημασία τους, γιατί τότε οι Έλληνες θα είχαν επινοήσει ξεχωριστά ψηφία και για το μακρό α, ι και υ* κατά κύριο λόγο υποδήλωναν τον ανοιχτό φθόγγο. Η σαφής διάκριση ανάμεσα στα ανοιχτά και τα κλειστά φωνήεντα αποτελεί και στις σημερινές γλώσσες μια από τις κυριότερες δυσκολίες για τον αρχάριο. Στη γερμανική, τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα, το κλειστό e είναι μα63


κρό ή βραχύ, π.χ. στις λέξεις Tee, the, tela και Theater, theätre, teatro, ενώ το ανοιχτό e είναι μακρό: Ähre, air, era' αντίθετα, το βραχύ ανοιχτό e υπάρχει μόνο στα γαλλικά και τα ιταλικά {vertu, verticale) ενώ στα γερμανικά δεν υπάρχει ή υπάρχει μόνο σε μια απλώς συγγενική μορφή, δηλαδή ημίμακρο και όχι τόσο ανοιχτό, σε λέξεις όπως Werder, werben. Erbe, To μακρό κλειστό και το βραχύ ανοιχτό ο υπάρχει και στις τρεις γλώσσες: Rose, rose, rosa* Torte, tortue, torta' το βραχύ κλειστό ο λείπει κι από τις τρεις γλώσσες. Το μακρύ ανοιχτό ο είναι πολύ συχνό στις δυο ρωμανικές γλώσσες, π.χ. tort και toro, encore και ora* στη γερμανική γλώσσα, αντίθετα, είναι ένας ξένος φθόγγος. Η λέξη rosa, το τριαντάφυλλο, προφέρεται στα ιταλικά με ανοιχτό το ο, το ίδιο και στα ισπανικά, όπου όμως το s προφέρεται σ και όχι ζ. Η αγγλική γλώσσα έχει κι αυτή ένα ανοιχτό μακρό ο (Aor^e), αλλά η προφορά του κλίνει λίγο προς το a, όπως ταιριάζει στη γλώσσα του Άγγλου. Το ίδιο συμβαίνει και με το μακρό ανοιχτό ö, που στα γερμανικά είναι άγνωστο, αλλά είναι πολύ συνηθισμένο στα αγγλικά (girl, όπου επίσης τείνει κάπως προς το α), τα γαλλικά {coeur) και τα σουηδικά (/ογ, για, forr, πρωτύτερα). Τέτοιοι ακριβώς μακροί ανοιχτοί φθόγγοι ήταν το η και το ω. Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα είναι η προφορά του ζήτα. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν το πρόφεραν «τς», όπως οι Γερμανοί, αλλά είτε όπως οι Ιταλοί, δηλαδή «τζ» {zelo) είτε όπως οι Γάλλοι, δηλαδή «ζ» {zero). Είναι πολύ πιθανό ότι και οι δύο εκδοχές είναι σωστές, και συγκεκριμένα ότι στην αλεξανδρινή εποχή ήταν συνηθισμένη η πρώτη προφορά και αργότερα η δεύτερη. Αρχικά μάλιστα το ζήτα ήταν, καθώς φαίνεται, το σημάδι που υποδήλωνε το διπλό σύμφωνο σδ, πράγμα που συμπεραίνουμε από το γεγονός ότι τύποι όπως άθήναζε, θύραζε προήλθαν ολοφάνερα από τους άθήνασδε, θνρασδε και ότι στα ξένα ονόματα το sd μεταγράφεται με ζήτα (π.χ. το όνομα Auramazda γίνεται Ωρομάζης), Στην ελληνιστική περίοδο, το ψηφίο sain των σημιτικών ονομάτων, που είναι ένα απλό S, αποδιδόταν με το ζήτα, γι' αυτό κι εμείς σήμερα γράφουμε Γάζα, Ζαχαρίας κλπ. Αλλά για να σχηματίσουμε σωστή ιδέα για την ελληνική γλώσσα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι, ακόμα κι όταν η γραφή της είχε παγιωθεί από καιρό, εξακολουθούσε να είναι κατά κύριο λόγο μια ομιλούμενη γλώσσα. Πριν από τον πέμπτο αιώνα δεν υττήρχε καθό64


λου αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα. Τα λογοτεχνικά έργα γράφονταν αποκλειστικά για ακροατές και γι' αυτό οι συγγραφείς τους πρόσεχαν τον ρυθμό και την ηχητική αίσθηση σε βαθμό που εμείς σήμερα δεν μπορούμε πια να διανοηθούμε. Αλλά κι αργότερα αυτό δεν άλλαξε καθόλου, γιατί οι Έλληνες ήταν συνηθισμένοι να διαβάζουν φωναχτά. Αυτό το γεγονός δεν αναφέρεται ποτέ από τους αρχαίους συγγραφείς, γιατί ήταν πολύ αυτονόητο, αλλά αναφέρεται μια φορά ως αξιοπερίεργο το αντίθετο: ο Αυγουστίνος διηγείται στις «Εξομολογήσεις» του ότι είχε παρατηρήσει συχνά τον δάσκαλό του Αμβρόσιο ν' αφήνει τα μάτια του να γλιστρούν πάνω στις αράδες, «αλλά η φωνή και η γλώσσα του ησύχαζαν», και η μόνη εξήγηση που βρίσκει γι' αυτή την ανωμαλία είναι ότι ο Αμβρόσιος ήθελε ν' αποφύγει τις ερωτήσεις των επισκεπτών γύρω από το νόημα κάποιου σκοτεινού εδάφιου ή ότι απλώς ήθελε να ξεκουράσει τα φωνητικά του όργανα. Οι πλούσιοι είχαν ειδικούς ακριβοπληρωμένους δούλους για να τους διαβάζουν τα διάφορα κείμενα. Επίσης, οι αρχαίοι έγραφαν πάντα μεγαλόφωνα. Αν είχε διατηρηθεί αυτή η συνήθεια, τότε μεγάλα τμήματα της σύγχρονης βιβλιογραφίας, ιδιαίτερα της επιστημονικής, δεν θα είχαν γίνει ποτέ βιβλία. 'Οχι μόνον ο ρυθμός και η μελωδία είχαν μια σημασία που σήμερα το πολύ πολύ να διατηρείται στη λυρική ποίηση, παρά έπρεπε ακόμα να προσέχει κανείς την αμεσότητα και το εύληπτο της έκφρασης, σε βαθμό που σήμερα απαιτείται μόνον από τον θεατρογράφο. Γι' αυτό, στην ελληνική γλώσσα υπάρχει μόνο «λαϊκή» λΌγοτεχνία, που συνδυάζει τη ζωντάνια και τη ροή του προφορικού λόγου με την ακρίβεια και τη συνοπτικότητα του γραπτού, τη χαριτωμένη παραστατικότητα με την εννοιολογική λεπτότητα και τη μεγαλοπρέπεια με τη σαφήνεια. Ο Ερνέστος Κούρτιος λέει στην «Ελληνική Ιστορία» του: «Ολόκληρη η γλώσσα μοιάζει με το σώμα ενός καλογυμνασμένου παλαιστή, όπου κάθε μυς είναι αναπτυγμένος έτσι ώστε ν' αποδίδει το άριστο.» Έτσι, για παράδειγμα, τα μόρια, που σε καμιά άλλη γλώσσα δεν υπάρχουν σε τέτοιο πλούτο και ποικιλία, είναι πράγματι οι αρθρώσεις του γλωσσικού σώματος, που του δίνουν αξιοθαύμαστη ευλυγισία και ελαστικότητα. Επιτρέποντας στον ομιλητή ν' απαλύνει και να τονίζει, να σκορπάει φώτα, σκιές και αποχρώσεις, χρησιμεύουν με ανυπέρβλητο τρόπο στη δραματοποίηση της γλώσσας, έτσι ώστε είναι ζήτημα αν υπάρχουν καθόλου «ελληνικά του


χαρτιού»· ο εξαίρετος παιδαγωγός Πάουλ Κάουερ αποκαλεί εύστοχα την ελληνική γλώσσα «φθογγοποιημένες χειρονομίες». Με τη γερμανική γλώσσα η ελληνική μοιράζεται το προσόν ότι έχει και τα τρία οριστικά άρθρα, ενώ ο εντελώς απρόσωπος Ρωμαίος δεν έχει κανένα και ο ασεξουαλικός Άγγλος μόνον ένα. Αντίθετα, της λείπει το αόριστο άρθρο, πράγμα που ίσως να οφείλεται στην αντιπάθεια του Έλληνα για κάθε τι που δεν έχει σαφές περίγραμμα. Από τις παλιές ινδογερμανικές πτώσεις, η ελληνική γλώσσα έχει χάσει την αφαιρετική και την οργανική, από την τοπική έχουν μείνει μόνον ορισμένα ίχνη (Ίσθμοι, Μαραθώνι, Σαλαμινι), ενώ οι άλλες πτώσεις έχουν πλούσια ανάπτυξη. Ας συγκρίνουμε με τα ελληνικά τις ρωμανικές γλώσσες, που έχουν μόνο μία πτώση, αφού η αιτιατική είναι ίδια με την ονομαστική, ενώ η γενική και η δοτική σχηματίζονται περιφραστικά με προθέσεις που προέρχονται από τις λατινικές de και ad. Είναι πασίγνωστο με πόση ανεπανάληπτη λεπταισθησία, κι ωστόσο πάντα με σαφήνεια και συνοπτικότητα, μπορεί η ελληνική γλώσσα να εκφράσει, χάρη στα γένη, τους χρόνους και τις εγκλίσεις των ρημάτων της, τις αποχρώσεις του ενδεχόμενου και. του αναγκαίου, του ευκταίου και του αμοιβαίου, του στιγμιαίου και του διαρκούς, του χρονικά κοντινού και μακρινού. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα είναι επίσης η ελευθερία στη σύνταξη (που είναι δυνατή χάρη στις σαφείς και μονοσήμαντες καταλήξεις) και στον σχηματισμό συνοπτικών προτάσεων (όπως η απαρεμφατική, η μετοχική, της απόλυτης γενικής και της απόλυτης αιτιατικής). Το εκπληκτικότερο όμως γνώρισμα της ελληνικής γλώσσας είναι η γλωσσοπλαστική της ικανότητα, που με τις χιλιάδες παράγωγα και σύνθετες λέξεις δίνει στον ομιλητή έναν ανεξάντλητο γλωσσικό θησαυρό: επιτρέπει στον ομιλητή να παρακολουθήσει μια βασική έννοια σ^ όλες τις διακλαδώσεις της και ν' αποδίδει με μια και μόνο λέξη εννοιολογικές συναρτήσεις που σε άλλες γλώσσες χρειάζονται μια ολόκληρη πρόταση για να εκφρασθούν. Αυτή την κινητικότητα, που λείπει ολότελα από τα λατινικά και τις θυγατρικές τους γλώσσες, την έχει, εκτός από την ελληνική, μόνον η γερμανική γλώσσα, αλλά οι γερμανικές μορφές δεν είναι τόσο εύηχες ούτε τόσο εύχρηστες και πλαστικές όσο οι ελληνικές. Από το ρήμα βονλενω (=συσκέπτομαι) ο Έλληνας παράγει τις λέξεις βουλή, βούλευμα, βουλευτήριον, βουλευτήρως, βουλευτής, βουλευτικός, βουλήεις (=γνωστικός, συνετός), βουλφόρος, βούλαρ66


χος κι ένα σωρό άλλες συνθέσεις, που μπορούν να πολλαπλασιασθούν ανάλογα με τις ανάγκες του λόγου. Η θέτις, η μητέρα του Αχιλλέα, αυτοαποκαλείται δυσαριστοτόκεια: αυτή που για συμφορά της γέννησε τον άριστο («πικρολεβεντομάνα»)· καμιά άλλη γλώσσα δεν θα μπορούσε να εκφράσει μονολεκτικά μια τέτοια έννοια, μόνο στα γερμανικά θα μπορούσε να υπάρξει η αντίστοιχη λέξη UnglücksHeldenmutter, που όμως δεν ακούγεται όμορφα. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο που οι επιστήμες χρησιμοποιούν ανέκαθεν ελληνικές εκφράσεις, και με ιδιαίτερη προτίμηση μάλιστα οι λεγόμενες «θετικές» επιστήμες: η φυσική και η χημεία, η ζωολογία και η βοτανική, η τεχνολογία και η ιατρική, που δεν μπορούν βέβαια να κατηγορηθούν για «ελληνομανία», όπως οι ανθρωπιστικές επιστήμες. Εξάλλου, σε μια γλώσσα που μπορεί με τόση ευκολία να συνδυάζει τις έννοιες, να τους δίνει αποχρώσεις, να τις τροποποιεί, είναι σχεδόν αδύνατο να μη φιλοσοφήσει κανείς* κι εδώ πάλι την ελληνική γλώσσα δεν τη φτάνει καμιά άλλη παρά μόνον η γερμανική. Μπορούμε να πούμε ότι οι ιδέες του Πλάτωνα ενυπήρχαν ήδη στην ελληνική γλώσσα, όπως οι σκέψεις του μαστρο-Έκχαρτ στη γερμανική. Ο περιττός, αλλά μεγαλοπρεπής δυικός εξαφανίζεται ήδη στην ελληνιστική περίοδο, και η γλώσσα που μιλιόταν στα τέλη της αρχαιότητας πλησιάζει ήδη στη νεοελληνική, που κι αυτή δεν έχει πια δοτική και από τις εγκλίσεις έχει κρατήσει μόνο την οριστική και την προστακτική. Ο Νεοέλληνας προφέρει το η, το υ, το ει και το οι ως i, το αι ως e, το φ (που στα αρχαία ελληνικά προφερόταν p+h) ως ένα φθόγγο, το χ (στα αρχαία ελληνικά k+h) επίσης ως ένα φθόγγο, που πριν από το e και το ί είναι ουρανισκικός και στις άλλες περιπτώσεις λαρυγγικός, το ρ με την άκρη της γλώσσας, όπως και σε πολλές άλλες σύγχρονες γλώσσες (ιδιαίτερα στα ισπανικά), το δ και το θ όπως το μαλακό και το σκληρό αγγλικό th αντίστοιχα, το β ως w. Ακόμα και το υ γίνεται w στους διφθόγγους (αυ, ευ), γι' αυτό κι εμείς λέμε Evangelium κι όχι Euangelium. Αυτό το ψηφίο ήταν αρχικά ένα U, και οι δίφθογγοι προφέρονταν a+u, e+u. Μεταβατικές μορφές ανάμεσα στο u και το w υπάρχουν και σ' άλλες γλώσσες: στα λατινικά το U και το ν είναι ισοδύναμα* το αιγυπτιακό w γίνεται συχνά u στα κοπτικά, ιδιαίτερα στους διφθόγγους· το αγγλικό w προφέρεται σχεδόν u. Ξέσπασε έτσι μια μεγάλη διαμάχη γύρω από το αν οι αρχαίοι 67


Έλληνες, τουλάχιστον από την κλασική περίοδο κι έπειτα, δεν μιλούσαν ολόιδια με τους σημερινούς. Η διαμάχη αυτή ξεκινάει από την εποχή της Μεταρρύθμισης. Η γνώση της ελληνικής γλώσσας έφτασε στη Δύση με Βυζαντινούς λόγιους, που φυσικά έφεραν μαζί τους τη δική τους, δηλαδή τη νεοελληνική προφορά. Σ' αυτή την εκδοχή εναντιώθηκε ο φωστήρας του αιώνα, ο ξακουσμένος Έρασμος από το Ρότερνταμ, με μια πραγματεία που είχε τίτλο «De recta Latini Graecique sermonis pronunciatione» («Για τη σωστή προφορά της λατινικής και της ελληνικής γλώσσας»), και που, κατά τη συνήθεια της εποχής εκείνης, είχε τη μορφή διαλόγου: η αρκούδα και το λιοντάρι λογομαχούν γύρω από τη σωστή προφορά των αρχαίων. Η βασική σκέψη του Έρασμου, απλή και εύλογη, ήταν ότι αν οι αρχαίοι Έλλη��ες πρόφεραν το ι, το η, το υ, το ει, το οι και το υι με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή i, τότε δεν είχαν λόγο να καθιερώσουν χωριστά ψηφία γι' αυτόν τον φθόγγο. Αλλά ο Έρασμος, που ακόμα και στους κατά πολύ σημαντικότερους αγώνες για την πίστη και την ελευθερία ήταν ένα δυνατό τινεύμα σ' αδύνατη σάρκα, χώριζε καιροσκοπικά τη θεωρία από την πράξη, κι έτσι διατήρησε ο ίδιος την παραδοσιακή προφορά. Μερικοί Άγγλοι λόγιοι αγωνίσθηκαν ενεργητικότερα για την καινούργια άποψη· εναντίον τους όμως στράφηκε ο επίσκοπος Γκάρντινερ, που, ως πρύτανης του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, έβγαλε ένα διάταγμα όπου απειλούσε τους καθηγητές με απομάκρυνση από τη σύγκλητο, τους φοιτητές με αποβολή και τους μαθητές με κατ' οίκον σωφρονισμό, αν τολμούσαν να κάνουν διάκριση στην προφορά ανάμεσα στο αι και το ε ή ανάμεσα στο οι και το ι. Ο επίσκοπος Γκάρντινερ υπήρξε και σ' αυτό το ζήτημα συνεπής με τη γενική στάση του, γιατί ήταν ένας από τους φανατικότερους αιρετικοφάγους της Ιστορίας. 'Οταν κάποιος είναι φοβιτσιάρης ή φανατικός, το δείχνει ακόμα και στην προφορά. Οι οπαδοί της νεοελληνικής προφοράς ονομάζονταν ιωτακιστές ή (από τον θεμελιωτή των ελληνικών σπουδών στη Γερμανία) ροϋχλινιανοί, σ"* αντίθεση με τους ητακιστές ή ερασμιακούς, που όμως βγήκαν νικητές, γιατί σχεδόν όλοι οι σημαντικοί φιλόλογοι τάχτηκαν με το μέρος τους. Σήμερα πια μόνον οι ίδιοι οι Νεοέλληνες είναι ιωτακιστές, για λόγους που δεν έχουν τόσο σχέση με την επιστήμη όσο με την εκπαιδευτική πολιτικής αφού έτσι τονίζεται η συνέχεια ανάμεσα στο παρόν και το ένδοξο παρελθόν. Τπέρ του ητακισμού συνηγο68


ρε(, εκτός από μια σειρά ειδικά επιχειρήματα, η ίδια η κοινή λογική. Είναι στη φύση κάθε γλώσσας ν' αλλάζει συνεχώς, γι' αυτό και δεν είναι δυνατόν οι Έλληνες να μιλάνε σήμερα όπως ακριβώς μιλούσαν πριν από δυο χιλιάδες χρόνια. Άλλωστε, κάθε λαός γράφει αρχικά όπως ακριβώς μιλάει· και αν μιλάει διαφορετικά απ' ό,τι γράφει, αυτό σημαίνει ότι κάποτε μιλούσε διαφορετικά. Αν ο Γάλλος γράφει Corps, αυτό συμβαίνει επειδή οι πρόγονοι του έλεγαν corpus, και γράφει moi γιατί ώς τα τέλη του Μεσαίωνα έλεγε «moj». Έστω και μόνο το γεγονός ότι σε μια κωμωδία του Κρατίνου ο ήχος των προβάτων αποδίδεται ως «βή βή», πράγμα που αντιστοιχεί ακριβώς στο δικό μας «μπε μπε», αποδείχνει ότι το δίκιο είναι με τη μεριά των ητακιστών. Ένας ροϋχλινιανός αντέταξε σ' αυτό το επιχείρημα την ευτράπελη, αλλά εντελώς ανούσια αντίρρηση ότι τα πρόβατα δεν είναι αρμόδια να κρίνουν τα γλωσσικά ζητήματα. Στην πραγματικότητα όμως είναι και παραείναι, γιατί αν, όπως πρέπει μάλλον να υποθέσουμε, εκφράζονταν εκείνο τον καιρό με τον ίδιο τρόπο όπως σήμερα, τότε ο τρόπος που αποδίδει ο Κρατίνος τη φωνή τους μαρτυρεί αδιάσειστα ότι τα πρόβατα και όλοι οι άλλοι Αθηναίοι ήταν ερασμιακοί. Σύμφωνα με τους ιωτακιστές τα πρόβατα θα έπρεπε να έλεγαΰ «wi wi». Αλλά δεν πρέπει να πιστέψει κανείς ότι η ερασμιακή προφορά μας δίνει μια έστω και κατά προσέγγιση πιστή εικόνα της αρχαίας ελληνικής, Ο Φρίντριχ Μπλας λέει πολύ εύστοχα: «Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι αν αναστηνόταν ένας αρχαίος Αθηναίος κι άκουγε έναν από εμάς να μιλάει ελληνικά, σύμφωνα με όλα τα πορίσματα της επιστημονικής έρευνας και με το ωραιότερο, το πιο εξασκημένο όργανο, θα έβρισκε την προφορά αποκρουστικά βάρβαρη. Αν όμως άκουγε ένα Νεοέλληνα, μάλλον δεν θ' αγανακτούσε τόσο, αλλά για τον απλούστατο λόγο ότι δεν θα καταλάβαινε ότι αυτή είναι η γλώσσα του.» Όλοι οι σημερινοί λαοί μιλούν τα ελληνικά αλλιώτικα, δηλαδή προσαρμοσμένα στη δική τους γλώσσα (μόνο που τις περισσότερες φορές δεν το συνειδητοποιούν), και όλοι τα μιλούν λάθος. Γι' αυτό δεν έχει και τόση σημασία αν αποδίδουμε τα ελληνικά κύρια ονόματα «σωστά» ή εκλατινισμένα ή ακόμα και εκγαλλισμένα. Ένα παράξενο φαινόμενο είναι ότι ποτέ δεν υττήρξε μια ενιαία ελληνική γλώσσα, παρά τέσσερις μεγάλες διάλεκτοι που συνυπήρχαν η μια πλάι στην άλλη: η ιωνική, η δωρική, η αιολική και η αττική. 69


Στα ιωνικά έγραψαν ο Όμηρος και ο Ησίοδος, οι ελεγειακοί ποιητές και οι ιαμβογράφοι, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος, ο Ιπποκράτης και οι μαθητές του. Στα δωρικά έγραψαν ο Επίχαρμος, οι Πυθαγόρειοι και όλοι οι λυρικοί ποιητές, με κορυφαίο τον Πίνδαρο. Η αιολική διάλεκτος βρήκε τους κύριους εκπροσώπους της στη Σαπφώ και τον Αλκαίο, η αττική στον Αριστοφάνη, τον Πλάτωνα, τους ρήτορες, τους τραγωδούς. Σ' αυτούς τους τελευταίους ο διάλογος ήταν γραμμένος στην αττική διάλεκτο, ενώ τα χορικά σε δωρική ή έντονα δωρίζουσα διάλεκτο. Η διάλεκτος δεν είχε καμιά σχέση με την καταγωγή του συγγραφέα· η επιλογή της καθοριζόταν μόνον από αισθητικές σκοπιμότητες και από την παράδοση, θ α ήταν π.χ. αδιανόητο να γράψει κάποιος ένα έπος σε άλλη διάλεκτο εκτός από την ιωνική. Από την άλλη πλευρά, όμως, ακριβώς χάρη στο έπος οι Έλληνες απόκτησαν ένα είδος κοινής γλώσσας. Γιατί ο Όμηρος ήταν κάτι σαν ελληνική Βουλγκάτα. «Σ^ αυτόν τον ποιητή», λέει ο Πλάτων», «οφείλει η Ελλάδα τη μόρφωσή της.» Η Ιλιάδα έχει ονομασθεί καθρέφτης της ιπποτικής ζωής, αλλά σε εξίσου μεγάλο βαθμό είναι και καθρέφτης της λαϊκής ζωής, του κόσμου ολόκληρου* η Οδύσσεια είναι ένα από εκείνα τα σπάνια παραμύθια που περικλείουν μέσα τους όλα τα ανθρώπινα. Δικαιολογημένα λοιπόν ο Όμηρος συμβολίζει κάθε τι το ελληνικό. Με τον Όμηρο η πλαστική ικανότητα των Ελλήνων φτάνει, στην αρχή κιόλας της ιστορίας τους, στο απόγειό της. Ο Όμηρος είναι πάνω απ^ όλα ένας ανυπέρβλητος πλαστουργός: αυτή η ιδιότητα χαρακτηρίζει το μαρμάρινο μεγαλείο και την ψυχρότητά του, τα λιγοστά και αδρά, αλλά λαμπερά χρώματά του, τη σύνθεσή του, που συνήθως ξέρει μονάχα ατομικές μορφές και, όπου οι μορφές αυτές σχηματίζουν ομάδες, τις διατάσσει γραμμικά και συμμετρικά: σε αετώματα, ζώνες και ορόφους. Αυτή χαρακτηρίζει ακόμα και τις παρομοιώσεις του, που πλαισιώνουν και συνοδεύουν το ανάγλυφο σαν εμβλήματα ή σαν περιοδικά επαναλαμβανόμενα ποικίλματα. Τοπίο, καιρικές συνθήκες, εποχή του χρόνου — όλα όσα ανήκουν στην «ατμόσφαιρα» απουσιάζουν* γιατί αυτά τα πράγματα βρίσκονται έξω από τις δυνατότητες της γλυπτικής. Όλα έχουν σαφές περίγραμμα, όλα είναι μονοσήμαντα, όλα είναι Gestalt* ενώ αντίθετα η χριστιανική ποίηση (και όλη η σύγχρονη ποίηση είναι χριστιανική) βλέπει τον άνθρωπο ως κάτι το άμορφο και άπειρο. Οι περιπλανήσεις του Οδυσσέα είναι εικόνες, οι περιπλανήσεις του Φάουστ 70


σύμβολα· στην Ιλιάδα ακόμα και τα πιο απίθανα πράγματα είναι πραγματικά, στην «Αγριόπαπια» ακόμα και τα πιο καθημερινά πράγματα είναι θρύλος. Οι ομηρικοί ήρωες έχουν από φυσικού τους γιγάντιες διαστάσεις. Η απίστευτη σωματική τους δύναμη και γρηγοράδα δεν τους κάνει μυθικά πλάσματα, και η τερατώδης όρεξή τους για δόξα ^ι εκδίκηση, αίμα και ψητό κοψίδι δεν τους δίνει τίποτα το παθολογικό. Αυτή τη στρογγυλεμένη περιγραφή του κόσμου την ενισχύει το εξάμετρο με τη μεγαλοπρεπή ροή του και τη λαγαρή διάρθρωσή του, καθώς και η τυποποίηση των αποστροφών και των επιθέτων, που δεν είναι ούτε αποστεωμένες εκδηλώσεις μιας τυφλής παραδοσιοκρατίας ούτε τυφλοσούρτες για να βοηθούν τη μνήμη των ακροατών και των αοιδών, όπως έχει υποτεθεί, παρά είναι εκφράσεις μιας απόλυτα συγκεκριμένης θέλησης του καλλιτέχνη. Όταν ο προσευχόμενος σηκώνει μέρα μεσημέρι τα χέρια του στον «έναστρο ουρανό» και η Ναυσικά πηγαίνει για πλύσιμο τα «αστραφτερά φορέματά» της, οι αρχαίοι Έλληνες σίγουρα είχαν προσέξει αυτές τις «αντιφάσεις» χωρίς να τους ξενίζουν ιδιαίτερα. Σ** ένα κόσμο λουσμένο στην πραγματικότητα, τα φορέματα είναι πάντα αστραφτερά και τα αιώνια άστρα φαίνονται αδιάκοπα. Τον έβδομο αιώνα ο Όμηρος είχε φτάσει κιόλας στο αποκορύφωμα της φήμης του, που κράτησε μια ολόκληρη χιλιετία* από τον έκτο αιώνα κι έπειτα ολόκληρο το έργο του απαγγελλόταν επίσημα κάθε τέσσερα χρόνια στα Παναθήναια* από τον πέμπτο αιώνα κι ύστερα ήταν σχολικό εγχειρίδιο, από το οποίο τα παιδιά μάθαιναν θρησκευτικά και ιστορία, και ήταν στα στόματα όλων ως εγκόλπιο γνωμικών (ακόμα και για να παρωδήσει κανείς κάτι)· τον χρησιμοποιούσαν ακόμα και ως χρησμοδότη, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη Βίβλο, ενώ στην υστεροελληνική εποχή η αξία που έδιναν σε κάθε του λέξη γέννησε την επιστήμη της φιλολογίας. Με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια συνδέονταν οι «Κύκλιοι ποιητές», που ονομάζονταν έτσι γιατί πραγματεύονταν ολόκληρο τον κύκλο των μύθων που πλαισίωναν τα δύο ομηρικά έττη: την αφορμή του πολέμου, τις μάχες του Αχιλλέα με την Αμαζόνα Πενθεσίλεια, την κατάκτηση του Ίλιου, τις τύχες των Ατρειδών μετά την επιστροφή τους στήν πατρίδα και πολλά άλλα. Για τους Κύκλιους μαθαίνουμε μονάχα από την αποσπασματική «Χρηστομάθεια» του Πρόκλου, πεζογράφημα ενός μεταχρι71


στιανικού Έλληνα γραμματολόγου, στην εποχή του οποίου οι ποιητές αυτοί διαβάζονταν ακόμα πολύ, αλλά, όπως λέει ο ίδιος ο Πρόκλος, λιγότερο για την ποιητική τους αξία και περισσότερο για το πλούσιο μυθολογικό υλικό τους. Και πράγματι, γλύπτες και αγγειογράφοι, λυρικοί και τραγικοί ποιητές εμττνεύσθηκαν πολύ απ' αυτούς, ενώ τα καλλιτεχνικά τους προσόντα θεωρούνταν ομόφωνα απ' όλους τους αρχαίους κριτικούς ως αρκετά χαμηλά. Πενιχρά αποσπάσματα έχουν σωθεί και από το κωμικό έπος «Μαργίτης», που πρέπει να είναι πολύ παλιό, γιατί ο Αρχίλοχος, που έζησε γύρω στο 650, δανείσθηκε απ' αυτό ένα στίχο, και δεν μπορεί να ήταν ασήμαντο, γιατί επί αιώνες συγγραφέας του θεωρούνταν ο Όμηρος. Ο ήρωάς του είναι ένας μπουνταλάς από πλούσια οικογένεια που κάνει όλο γκάφες κι ακόμα και τη νύχτα του γάμου του δεν ξέρει πώς να φερθεί στη γυναίκα του: «πολλά πράγματα καταλάβαινε, αλλά όλα τα καταλάβαινε ανάποδα.» Από πολύ νεότερη εποχή, ίσως από το πρώτο μισό του πέμπτου αιώνα, προέρχεται η «Βατραχομυομαχία», μια παρωδία της Ιλιάδας, από την οποία έχουν σωθεί τριακόσιοι στίχοι, αν και σε πολύ παρεφθαρμένη μορφή. Τα ποντίκια, με επικεφαλής τον βασιλιά τους Ψιχάρπαγα, αποφασίζουν να κάνουν πόλεμο με τα βατράχια και στέλνουν τον κήρυκά τους Εμβασίχυτρο να τους το αναγγείλει. Τα βατράχια, με περικεφαλαίες από κελύφη σαλιγκαριών και δόρατα από μυτερά βούρλα, νικιούνται από τα ποντίκια, που φορούν περικεφαλαίες από καρυδότσουφλα και θώρακες από φασόλια. Η Αθηνά, αγανακτισμένη με τα ποντίκια γιατί ροκάνισαν τον πέπλο της, αλλά και με τα βατράχια γιατί την ενοχλούν όταν κοιμάται, πείθει τους θεούς να μείνουν ουδέτεροι. Στο τέλος όμως οι θεοί στέλνουν τα καβούρια για να δώσουν λύση. Η αφήγηση είναι διασκεδαστική, κυρίως επειδή καταφέρνει να σατιρίσει πετυχημένα το ομηρικό πάθος και το επικό ύφος. Σ' ολόκληρη την αρχαιότητα η ύπαρξη του Όμηρου δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Στην πιο αξιόπιστη πηγή, το ψευδοηροδότειο «Ομήρου βίος», αναφέρεται ότι η γενέτειρα του ποιητή ήταν η Σμύρνη· αλλά και στο σύγγραμμα για τον Όμηρο που αποδίδεται στον Πλούταρχο, καθώς και στο ποίημα για τη μονομαχία ανάμεσα στον Όμηρο και τον Ησίοδο, η Σμύρνη βρίσκεται στην πρώτη θέση. Όπως είναι γνωστό, εφτά πόλεις λέγεται ότι έριζαν για την καταγωγή του Ομήρου· στην πραγματικότητα όμως ήταν ακόμα περισσότερες. Αλ72


λά φαίνεται ότι οι αξιώσεις της Σμύρνης είναι δικαιολογημένες. Γύρω στο 500 π.Χ. οι ραψωδοί αυτοαποκαλούνται Ομηρίδες και θεωρούν ότι όλα τα έπη του κύκλου που απαγγέλλουν είναι ομηρικά. Αλλά από το δεύτερο μισό του αιώνα αρχίζει να σαλεύει η κριτική και ν' αμφισβητεί όλα τα άλλα έπη εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Μια κάποια υφολογική διαφορά, που αναντίρρητα υπάρχει ανάμεσα σ"" αυτά τα δύο έργα, εξηγήθηκε με την υπόθεση ότι το ένα το έγραψε ο ποιητής στα νιάτα του, ενώ το άλλο στα γεράματά του. Η Ιλιάδα συγκρίθηκε με την εκτυφλωτική λάμψη του μεσημεριανού ήλιου, η Οδύσσεια με το απαλό φέγγος του δειλινού. Αλλά από τότε κιόλας υπήρχε μια μειοψηφία από λόγιους που απέδιδαν το όψιμο έργο σ^ έναν άλλο ποιητή και γι' αυτό ονομάσθηκαν «χωρίζοντες»· όμως το κύρος του Αρίσταρχου από τη Σαμοθράκη, ενός από τους σημαντικότερους αλεξανδρινούς γραμματολόγους, τους αποστόμωσε, κι έτσι στα τέλη της αρχαιότητας η θεωρία τους δεν συζητιόταν πια παρά μόνο σαν αστείο. Νά όμως που αυτή ακριβώς η εκδοχή επικράτησε στη νεότερη εποχή και υποστηρίζεται ακόμα και σήμερα από πολλούς φιλόλογους. Δεν είναι μάλιστα λίγοι εκείνοι που πάνε ακόμα μακρύτερα και αρνούνται γενικά την ενότητα των ομηρικών επών. Ο πρώτος που το έκανε αυτό ήταν ο αβάς Φρανσουά Εντλίν ντ' Ωμπινιάκ στο έργο του «Πραγματεία γύρω από την Ιλιάδα», που δημοσιεύθηκε το 1715, τον ίδιο χρόνο με την περίφημη μετάφραση του Όμηρου από τον Πόουπ. Η θέση του ντ' Ωμπινιάκ ξαναδιατυπώθηκε ογδόντα χρόνια αργότερα από τον πολύ ευυπόληπτο γλωσσολόγο Φρίντριχ Άουγκουστ Βολφ, τον θεμελιωτή της ιστορικής έρευνας της ελληνικής λογοτεχνίας. Το κύριο επιχείρημά του ήταν ότι, όπως πιστοποιεί ολόκληρη η αρχαιότητα, ο Πεισίστρατος ήταν εκείνος που πρώτος διέταξε να συγκεντρωθούν και να καταγραφούν τα ομηρικά έπη. Αυτό όμως ούτε πιστοποιείται απ' όλες τις ττηγές ούτε μπορεί να έγινε για πρώτη φορά από τον Πεισίστρατο. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι η πληροφορία αυτή είναι σωστή, το πιθανότερο είναι ότι ο Πεισίστρατος διέταξε να μπει τάξη και να παγιωθούν γραπτά τα διάφορα άσματα που, εξαιτίας της μεμονωμένης απαγγελίας τους από διάφορους αοιδούς, είχαν σκορπιστεί. Το καλλιτεχνικό ένστικτο του Σίλερ χαρακτηρίζει ανενδοίαστα αυτή την υπόθεση «κυριολεκτικά βάρβαρη», ενώ ο Γκαίτε, αφού τη δέχτηκε αρχικά, την αποκήρυξε ως «υποκειμενική κοτσάνα». Άλλωστε, ο ίδιος ο Βολφ δεν ήταν και τόσο σί73


γουρος για τη θεωρία του, γιατί παραδεχόταν ότι η Ιλιάδα μπορεί να είχε γραφτεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της από ένα και μοναδικό ποιητή και ότι ο ίδιος μπορούσε μια χαρά να τη διαβάσει ως ενιαίο όλο, αν άφηνε κατά μέρος τις επιστημονικές αμφιβολίες του. Ωστόσο η θεωρία του Βολφ κίνησε αμέσως μεγάλη προσοχή και άντεξε πολύ στον χρόνο, με τη μορφή διαφόρων παραλλαγών. Οι σημαντικότερες απ' αυτές τις παραλλαγές είναι οι ακόλουθες: Η «υπόθεση της επέκτασης» δέχεται ότι υπήρχε ένας αρχικός πυρήνας με μέτρια έκταση και ότι, με συνεχείς προσθήκες, αυτός ο πυρήνας διογκώθηκε, ώσπου απόκτησε την τελική μορφή του. Είναι γνωστό ότι οι ζωικοί και φυτικοί οργανισμοί αυξάνουν με την αφομοίωση, την προσθήκη δηλαδή νέων συστατικών στα ήδη υπάρχοντα* αλλά προκειμένου για τον οργανισμό ενός λογοτεχνικού έργου η αντίληψη αυτή είναι παράλογη. Η «θεωρία των δημωδών ασμάτων», που θεμελιώθηκε από τον Καρλ Λάχμαν, βλέπει ουσιαστικά τις επικές δημιουργίες των αρχαίων Ελλήνων με τα μάτια του ράφτη, γιατί θεωρεί ότι τα έπη αυτά φτιάχτηκαν χάρη στη συρραφή διαφόρων κομματιών, που το έμπειρο μάτι μπορεί να τα χωρίσει πάλι. Η «θεωρία των Ομηριδών» υποστηρίζει ότι υπήρχε στη Χίο ένα γένος τραγουδιστών που είχε πάρει τ' όνομά του από κάποιον θρυλικό γενάρχη: σ' αυτόν τον γενάρχη αποδίδονταν τα έπη, που στην πραγματικότητα οφείλονταν στη συντεχνιακή μαστοριά των απογόνων του. Μια τέτοια συνεταιρική παραγωγή, που χαρακτηρίζεται από όλο και μεγαλύτερη τεχνική αρτιότητα, είναι κάτι απόλυτα συνηθισμένο στους τενεκετζήδες και τους υφαντές, καθώς και τους διάφορους κλάδους της βιομηχανοποιημένης τέχνης, αλλά αδιανόητη σε καλλιτεχνήματα ανωτάτου επιπέδου. Όλες αυτές οι θεωρητικές κατασκευές προέρχονται από άτομα που συνδυάζουν την ευρυμάθεια και την επιστημοσύνη με την τέλεια άγνοια στα θέματα της ποίησης. Όποιος διαβάζει την Ιλιάδα και την Οδύσσεια αυθόρμητα, επομένως μη φιλολογικά, παρατηρεί αμέσως ότι είναι συνθεμένη. Η σκέψη να συμπυκνωθούν με τέτοια δραματικότητα η δεκαετία της πολιορκίας και η δεκαετία των περιπλανήσεων του Οδυσσέα και να συγκεντρωθούν γύρω από ένα πυρήνα: στη μια περίπτωση την οργή του Αχιλλέα, στην άλλη την αφήγηση του Οδυσσέα, δεν μπορεί παρά να οφείλεται σ' ένα μεγάλο καλλιτέχνη. Πρέπει μάλιστα να παρατηρήσουμε ότι πολύ λίγα είναι τα αφηγηματικά λογοτεχνήματα που έ74


χουν τόσο αυστηρή και ενιαία δομή: στα μεγάλα μυθιστορήματα της εποχής μας αυτή η διάρθρωση δεν πετυχαίνεται ποτέ (και είναι πολύ πιθανό ότι ούτε καν επιδιώκεται, γιατί, όπως είπαμε, η χριστιανική μορφή τέχνης διαφέρει από την ελληνική)· οπωσδήποτε, η θεωρία των δημωδών ασμάτων (ή μάλλον, σ** αυτή την περίπτωση, η «θεωρία της νουβέλας») θα μπορούσε να εφαρμοσθεί ευκολότερα στον Γκαίτε και τον Γκότφριντ Κέλερ παρά στον Όμηρο. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι όλοι οι στίχοι των δύο επών είναι δημιουργήματα του Όμηρου. Απεναντίας: όχι μόνον οι πολλές τυποποιημένες εκφράσεις, που σίγουρα αποτελούσαν παράδοση ήδη πριν από τον Όμηρο, αλλά και πολυάριθμα μοτίβα, επεισόδια, καλολογικά στοιχεία, πορτρέτα, ακόμα και μεγαλύτερα κομμάτια της σύνθεσης θα πρέπει να τα πήρε ο Όμηρος από αλλού. Και σ' αυτό ακόμα έκανε ό,τι κάνει ένας μεγάλος γλύπτης, που δεν τα φτιάχνει όλα μόνος του, αλλά αναθέτει σ' άλλους να του σμιλέψουν διάφορες φιγούρες, συμπλέγματα, εμβλήματα για το κολοσσιαίο έργο του. Και γενικά, είναι στη φύση του γόνιμου ποιητή να χρησιμοποιεί ανενδοίαστα ξένες δημιουργίες: σ' αυτό το ζήτημα ο Σαίξπηρ και ο Καλντερόν, ο Μολιέρος και ο Νέστροϊ μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Η αιδημοσύνη στην εκμετάλλευση παρασοσιακών θεμάτων και μορφών είναι ένας όψιμος διανοουμενισμός, ένας ημιερασιτεχνισμός, έκφραση αναιμίας του ταλέντου: η σφριγηλή διάνοια είναι αδηφάγα, σίγουρη ότι τα πάντα είναι ιδιοκτησία της. Έτσι απλά εξηγείται γιατί πολλά πράγματα στον Όμηρο «δεν ταιριάζουν». Για τον Όμηρο, όλα ήταν ένας φαντασμαγορικός θεατρικός διάκοσμος, που τον σύνθεσε ο ίδιος δεξιοτεχνικά, αλλά όχι πάντα με δικά του σκηνικά αντικείμενα* δεν είναι λοιπόν παράξενο που μερικές φορές τα αντικείμενα αυτά ξεφεύγουν από το γενικό στιλ ή ταράζουν την προοπτική. Ωστόσο, πουθενά δεν νιώθει κανείς το χέρι του σκηνοθέτη. Ακόμα κι αυτό το γεγονός προσπάθησαν πολλοί να το χρησιμοποιήσουν ως αντεπιχείρημα για την ύπαρξη του Όμηρου, αντί να το αξιολογήσουν ως την ύψιστη έκφραση της ποιητικής τέχνης του. Ο Όμηρος εξαφανίζεται ολότελα πίσω από το έργο του, κι ωστόσο ζει ακόμα και στο μικρότερο μέρος του, όπως η ψυχή στο σώμα, όπως ο θεός στον κόσμο: πανταχού παρών, αλλά αόρατος. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Σαίξπηρ: και για τη δική του επίσης ουσία ισχύει ό,τι λέει ο ίδιος για το ττνεύμα στον «Άμλετ»: «πότε είν' εδώ, πότε εκεί, πότε 75


χάνεται». Οι δυο μεγαλύτεροι ποιητές του κόσμου είναι ανώνυμοι με τη διπλή έννοια. Οι άνθρωποι που θεωρούν υπαρκτό μόνον ό,τι τρώγεται, βγάζουν το συμπέρασμα ότι ο θεός και η ψυχή, το έργο του Σαίξτ^ηρ και το έργο του Όμηρου είναι συμπλέγματα μορίων και ατόμων. Η Οδύσσεια έχει πολύ πιο πολύπλοκη και λεπτή δομή απ^ ό,τι η Ιλιάδα: η τελευ��αία είναι ένα πολύχρωμο χρονικό, η πρώτη ένα μυθιστόρημα με πολυδαίδαλη πλοκή. Το γεγονός ότι ο ποιητής βάζει τον ίδιο τον Οδυσσέα να διηγηθεί ένα μέρος από τις περιπέτειές του, αλλά μόνον ένα μέρος, είναι ένα τέχνασμα τόσο έξυτυνο και γοητευτικό ώστε αντιγράφτηκε αργότερα από πολλούς συγγραφείς, γι' αυτό κι εμείς δεν νιώθουμε πια πόσο πρωτότυπη και μεγαλοφυής ήταν αυτή η ιδέα. Η Οδύσσεια δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ στα γεγονότα της Ιλιάδας· θα νόμιζε κανείς ότι δεν έγιναν μάχες μπροστά στα τείχη της Τροίας, κι ας είναι ο Οδυσσέας ένας από τους βασικούς ήρωες του πολέμου. Επίσης, από μερικές απόψεις οι άνθρωποι στην Οδύσσεια είναι διαφορετικοί: σεμνότεροι, αλλά και συναισθηματικότεροι. Τους περιβάλλει μια σχεδόν αβρή ατμόσφαιρα, ενώ από τους ήρωες της Ιλιάδας λείπει συχνά η λεπταισθησία. Βέβαια, και στην Ιλιάδα οι ήρωες κλαίνε συχνά και γοερά, αλλά πιο πολύ σαν ζωηρά παιδιά, ενώ στο νεότερο έπος οι άνθρωποι απολαμβάνουν για τα καλά τα δάκρυά τους, σχεδόν όπως στα βαρύθυμα, γεμάτα ντέρτι και σαράκι έργα της νεότερης εποχής. Αλλά θα πρόδινε άγνοια από τέχνη αν συμπεραίναμε ότι η Οδύσσεια δεν είναι δυνατό να γράφτηκε από τον Όμηρο. Το ότι ολόκληρη η δράση της Ιλιάδας αποσιωπάται, είναι προφανώς καλλιτεχνική πρόθεση του ποιητή, που δεν θέλει να αυτοεπαναληφθεί. Και το ότι συνθέτει αυτό το δεύτερο έργο με πιο πολύπλοκο τρόπο, ότι δημιουργεί ανθρωπινότερες, πιο ευαίσθητες μορφές, εξηγείται άνετα με την προχωρημένη ηλικία του ποιητή: έχει γίνει ωριμότερος και πραότερος, αλλά και κάπως μελαγχολικότερος. Κι εδώ πάλι μπορούμε να βρούμε αναλογίες με νεότερα λογοτεχνικά έργα: μάταια θ' αναζητήσουμε στον «Γκαιτς» την κοινωνική αισθαντικότητα του «Τάσου», ή τη μεγαλόπρεττη ωμότητα των «Ληστών» στον «Βάλενσταϊν». Μάλιστα, για πολύ καιρό υπήρχε η γνώμη ότι η Ιλιάδα δεν είναι παρά ένα απόσπασμα, κι αυτό γιατί «σταματάει απότομα». Πράγματι, τα δυο σημαντικότερα γεγονότα, δηλαδή ο θάνατος του Αχιλλέα και η καταστροφή της Τροίας, δεν εξιστορούν76


ται καθόλου. Αλλά αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό για να καταλάβει κάποιος ότι το τραγούδι για τον θυμό του Πηλείδη γράφτηκε από το χέρι ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές όλων των αιώνων. Η σκηνή που ο γέρος Πρίαμος και ο νεαρός Αχιλλέας αλληλοκοιτάζονται με θαυμασμό, στεφανωμένοι κι οι δυο από το λαμπρό φωτοστέφανο του αιώνιου ηρωισμού, και ο δεύτερος χύνει δάκρυα —γιατί σκέφτεται τον γέρο πατέρα του, που κι αυτός έχει χάσει κιόλας τον γιό του, κι ας ζει ακόμα ο μελλοθάνατος— κι έπειτα παραδίνει το πτώμα του Έκτορα, είναι η ύψιστη έκφραση ανθρωπισμού και μεγαλοθυμίας που μπορούσε να βρει η αρχαιότητα, και θα περίμενε κανείς ν' ανοίξουν εκείνη τη στιγμή οι ουρανοί, αν αυτή η αντίληψη δεν παραήταν ξένη για τη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων. Κανένας άλλος ποιητής δεν θα είχε σταματήσει εδώ. Στην αρχέτυτυη μορφή του μύθου, ο Αχιλλέας έριχνε το πτώμα του εχθρού κομματιασμένο στα σκυλιά. Από ποιόν άλλο θα μπορούσε να είναι αυτή η καταπληκτική συγχορδία, αν όχι από τον Όμηρο; Ο Ναπολέων θεωρούσε την Ιλιάδα ημερολόγιο εκστρατείας ενός στρατιωτικού. Η άποψη αυτή είναι τερατώδης, αλλά στο στόμα ενός Ναπολέοντα δείχνει ότι ο Όμηρος πρέπει να ήταν στρατιωτική αυθεντία. Ακόμα και τα τραύματα τα περιγράφει με την ειδημοσύνη ενός στρατιωτικού γιατρού, ενώ ο Βιργίλιος δεν έχει ιδέα απ' αυτά τα πράγματα. Αλλά δεν υπάρχει σχεδόν κανένας τομέας, στον οποίο ο Όμηρος να μην είναι ειδήμονας. Πόσο βαθιά διαίσθηση των πιο κρυφών φυσιολογικών διεργασιών φανερώνει, π.χ., όταν εντοπίζει την έδρα των θυμικών κινήσεων στο διάφραγμα! Η καρδιά είναι μια αντλία, ένα μηχανοστάσιο, ο εγκέφαλος ένα τηλεγραφείο ή τηλεφωνείο, ένα διοικητικό κέντρο. Το όργανο της ψυχής μας είναι το ηλιακό πλέγμα. Ακόμα και το χαρακίρι βασίζεται στην πεποίθηση ότι το υπογάστριο (χάρα) είναι η έδρα των ευγενών συναισθημάτων δεν πρόκειται για απλή αυτοκτονία, παρά για πράξη που εκτελείται επίσημα μπροστά σε μάρτυρες και με την οποία ο ένοχος θέλει να πει «Η ψυχή μου ντρέπεται», ενώ ο αθώος «Σας δείχνω την ψυχή μου». Εδώ έχει τις ρίζες του το αινιγματικό «υστερικό γέλιο» και το γέλιο από απόγνωση: το διάφραγμα δεν ταράζεται μόνον από ιλαρότητα. Ακόμα κι αυτό το ξέρει ο Όμηρος, γιατί λέει για τους μνηστήρες: «Κι έτσι γελούσαν με παραμορφωμένα πρόσωπα, καταβρόχθιζαν το κρέας ματωμένο ακόμα και ωμό κι ένιωθαν δάκρυα ν' ανεβαίνουν 77


στα μάτια τους και θρήνου προμήνυμα να σηκώνεται στην καρδιά τους»: πόσες ψυχολογικές και παθολογικές παρατηρήσεις υπάρχουν σε μια και μόνη φράση! Για τη σχέση του Όμηρου με τον κόσμο που περιγράφει μιλήσαμε στον προηγούμενο τόμο. Αν σωπαίνει για ορισμένα πράγματα, αυτό μπορεί να οφείλεται σε τρεις αιτίες. Η πρώτη είναι ότι δεν τα γνωρίζει, όπως πρέπει να υποθέσουμε προκειμένου για την κότα, γιατί είναι πολύ απίθανο να παρέλειπε το «θρεπτικό αβγό» και τον «κήρυκα της μέρας» και να μη χρησιμοποιούσε έστω σε μερικές παρομοιώσεις του την εριστικότητα, την έπαρση και τη δεσποτικότητα του κόκορα, τη στιγμή που οι ομηρικοί ήρωες θυμίζουν κραυγαλέα τα κοκόρια. Η δεύτερη εκδοχή είναι ότι ο Όμηρος αρχαΐζει επίτηδες. Και η τρίτη ότι πρόκειται απλώς για σύμπτωση, όπως π.χ. όταν αναφέρει το κερί, το μέλι και τις μέλισσες, αλλά δε λέει λέξη για τη μελισσοκομία* ας μη ξεχνάμε ότι ο Όμηρος δεν είναι εγκυκλοπαίδεια αρχαιογνωσίας. Η λατρεία του γυμνού και η παιδεραστία είναι ακόμα ξένες στον κόσμο του Όμηρου: ο Οδυσσέας ντρέπεται μπροστά στη Ναυσικά επειδή είναι άντυτος, ενώ ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο υπάρχει μια απλή φιλική σχέση, που όμως ήδη στον Αισχύλο μετατρέπεται σε ερωτικό δεσμό κι αργότερα ο Λουκιανός (από τον οποίο βέβαια δεν θα έπρεπε να περιμένουμε τίποτα καλύτερο) την υποβαθμίζει με την παρατήρηση: «Κι αυτού του δεσμού η κινητήρια δύναμη ήταν η λαγνεία». Αντίθετα, η γυναίκα παίζει ακόμα πολύ ευγενέστερο και σημαντικότερο ρόλο. Όχι μόνον ο πόλεμος, αλλά και η οργή του Αχιλλέα ξεσπούν με αφορμή μια γυναίκα. Η γυναικεία ψυχή ζει τη δική της ζωή, που η μεταγενέστερη ποίηση της την αρνήθηκε* ο Όμηρος εξατομικεύει με αγάπη όλες τις γυναικείες μορφές. Η Ελένη και η Πηνελόπη είναι και οι δυο τους κυρίες με τα όλα τους κι ωστόσο ενσαρκώνουν η καθεμιά τις ζωηρότερες γυναικείες αντιθέσεις που μπορεί να φανταστεί κανείς. Η Καλυψώ και η Ανδρομάχη είναι δυο ολότελα διαφορετικοί τύποι της αφοσιωμένης συντρόφισσας. Η Ναυσικά, με την ανυπέρβλητη χάρη της, είναι το πρώτο «κοριτσόπουλο» της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η Ήρα, διακριτικότατα κωμική, είναι η πρώτη «παρεξηγημένη γυναίκα». Η απίστευτα τρυφερή σχέση ανάμεσα στην Αθηνά και τον Οδυσσέα είναι η σχέση της νεράιδας με τον προστατευόμενό της, με τον οποίο είναι λιγάκι ερω78


τευμένη: ένα σχεδόν ρομαντικό μοτίβο, που θυμίζει τους «Άσωτους» του Ράιμουντ. Το ότι οι βασιλιάδες οργώνουν, οι πρίγκιπες σφάζουν, γδέρνουν και ψήνουν, οι άρχοντες ζεύουν άλογα και φυλάνε πρόβατα, δεν είναι ίσως τόσο σκόπιμος αρχαϊσμός όσο το αιώνιο στιλ του παραμυθιού, όπως το χειρίζεται με τόση γοητεία ο Άντερσεν: «Μια μέρα ξέσπασε φοβερή καταιγίδα, άστραφτε και βροντούσε, η βροχή έπεφτε ποτάμια, φρίκη σας λέω! Τότε ένα χτύπημα ακούστηκε στην πύλη του παλατιού κι ο βασιλιάς πήγε ν^ ανοίξει». Κατά τα άλλα, το χρώμα εποχής είναι ένα μίγμα από γνήσιες ιστορικές μνήμες και τυποποιημένες αντιλήψεις για τα «παλιά τα χρόνια». Δεν υπάρχουν «Έλληνες», δεν υπάρχει γραφή, δεν υπάρχουν καβαλάρηδες, δεν υπάρχουν πολεμικά πλοία παρά μόνο μεταγωγικές μαούνες με κατάρτι και πανί, δεν υπάρχει ούτε καν η άγκυρα. Όταν οι ήρωες τρώνε, κάθονται σε καθίσματα χωρίς να είναι στεφανωμένοι και καταβροχθίζουν μόνο ψητά, ποτέ βραστά, ποτέ πουλιά ή ψάρια, πράγμα που μάλλον προορίζεται να εκφράσει το αρχοντικό περιβάλλον, γιατί ούτε καν ο επικός ποιητής δεν θα τολμούσε να ισχυρισθεί ότι αυτή ήταν η μοναδική τροφή των θνητών. Μερικές φορές ο ποιητής αποφασίζει να κάνει ένα συμβιβασμό, όπως π.χ. στο όνειρο του Αχιλλέα. Ξέρει ότι οι «Αχαιοί» πίστευαν στην επιστροφή των νεκρών επειδή όμως ο ίδιος δεν πιστεύει πια σ' αυτή, βάζει τον Αχιλλέα να ονειρευθεί την εμφάνιση του Πάτροκλου. Η βασιλική εξουσία, όπως περιγράφεται στο έπος, είναι κατασκεύασμα της ομηρικής αριστοκρατικής εποχής, που δεν μπορεί πια να φανταστεί μια πραγματική μοναρχία. Δεν είναι παρά μια αδύναμη αναλαμπή της πραγματικής μυκηναϊκής εξουσίας. Οι βασιλιάδες είναι διογενείς^ γεννημένοι δηλαδή από το Δία, επομένως βασιλεύουν ελέω θεού, και το σκήπτρο τούς κάνει εξουσιαστές των πάντων. Ο Αγαμέμνων είναι βαοιλεντερος^ δηλαδή πιο βασιλιάς από τους άλλους, και μάλιστα βασιλεντατος^ ο βασιλικότερος απ' όλους· όλ' αυτά όμως δεν είναι παρά διακοσμητικά επίθετα: όλοι οι ηγεμόνες έχουν ίσα δικαιώματα, ο Αγαμέμνων δεν είναι ούτε δικαστής ούτε αρχιστράτηγος, σ' όλες τις σημαντικές αποφάσεις εξαρτάται από το συμβούλιο των ευγενών και τη γενική συνέλευση, στην οποία παίρνουν μέρος όλοι οι ελεύθεροι. Πλάι σ' αυτούς τους τελευταίους υπάρχουν και οι θήτες: μεροκαματιάρηδες ξενικής καταγωγής και 79


δούλοι, που απολαμβάνουν πατρική μεταχείριση και, όπως υποδηλώνει το όνομα οίκέται^ θεωρούνται μέλη της οικογένειας. Οι οικονομικές ανάγκες καλύπτονται ακόμα σε μεγάλο βαθμό από την οικοτεχνία: στο σπίτι φτιάχνεται ��ο αλεύρι και το κρασί, το μαλλί και τα ρούχα, τα παπούτσια και τα έπιπλα. Ο Οδυσσέας κατασκευάζει μόνος τη σχεδία του. Για ορισμένες τέχνες, όπως η αγγειοπλαστική, η αρματοπόιία, η βυρσοδεψία και η κατεργασία των μετάλλων, υπάρχουν πλανόδιοι ειδικοί που λέγονται δημιουργοί^ δηλαδή δημόσιοι εργάτες, γιατί εργάζονται για λογαριασμό ολόκληρης της κοινότητας: σ' αυτούς συγκαταλέγονται επίσης οι γιατροί, οι τραγουδιστές και οι «κήρυκες», που μπορούμε να τους θεωρήσουμε ένα είδος αρχικαμαρότων. Φυσικά δεν λείπουν οι ζευγάδες και οι θεριστές, οι βοσκοί και οι αμπελουργοί. Αλλά σε γενικές γραμμές ο Όμηρος φαντάστηκε τη μυκηναϊκή εποχή πολύ πιο πρωτόγονη απ^ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Η απονομή δικαιοσύνης είναι αρμοδιότητα των γερόντων, που ουσιαστικά περιορίζονται να παίζουν το ρόλο του διαιτητή σε ιδιωτικές υποθέσεις. Σ"" όλα τ' άλλα ζητήματα το άτομο στηρίζεται στην αυτοβοήθεια και την προστασία των συγγενών. Αλλά σ^ αυτόν τον αριστοκρατικό κόσμο, ο στοχασμός γύρω από το δίκιο και το άδικο δεν παίζει ακόμα σπουδαίο ρόλο. Αυτοί οι ήρωες είναι πολύ ιπποτικοί, πολύ ανδρείοι και μερικές φορές μάλιστα γενναιόψυχοι, αλλά βρίσκονται ακόμα πέρα από τα όρια του καλού και του κακού. Ακόμα κι ο ίδιος ο ποιητής αποφεύγει γενικά τις ηθικές κρίσεις* ήθελε να ξεδιπλώσει μια πανοραμική ζωγραφιά των ανθρώπινων παθών, τίποτα περισσότερο. Αλλά ο κόσμος δεν υπάρχει μόνο για να τον περιεργάζεται κανείς. Γι' αυτό και ο Ησίοδος αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα του Όμηρου και οι Έλληνες τον μνημόνευαν πάντα μαζί μ' εκείνον, παρόλο που ως καλλιτεχνικό τάλαντο ούτε καν μπορεί να συγκριθεί με τον Όμηρο. Κατσούφης και στυφός, θρεμένος στον νοτισμένο αέρα της Βοιωτίας, είναι το κλασικό ταίρι του αμοραλιστή ποιητή της ιωνικής κοσμοχάρειας. Ο Δίας είναι το δίκαιο και όλη η αρετή βρίσκεται στη δικαιοσύνη: αυτή είναι η καινούρια ιδέα που ο Ησίοδος διακηρύσσει με ζήλο. Και η ζωή του ανθρώπου είναι εργασία, γιατί οι θεοί όρισαν ότι για να γίνει κανείς ικανός δουλευτής πρέπει να ιδρώσει: αυτό διδάσκει στο ποίημά του Έργα χαί ήμέραι^ που του ενέπνευσε άθελά του ο αδελφός του Πέρσης, ένας τεμπέλης 80


που προσπάθησε να του φάει την πατρική κληρονομιά. Έτσι, ο απατεώνας κι ανεπρόκοπος Πέρσης έγινε αθάνατος, αλλά ο Ησίοδος αποδείχτηκε γνήσιος ποιητής, γιατί στο νου και την καρδιά του η ιδιωτική του υπόθεση έγινε υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας και τα παθήματά του έγιναν γι^ αυτόν πηγή σοφίας. Έζησε γύρω στο 700 ή 650, δηλαδή όχι πολύ αργότερα από τον Όμηρο, τον οποίο μιμείται μέχρι αντιγραφής στο μέτρο, τη σύνταξη και το ρυθμό: όπως φαίνεται, αυτή ήταν τότε η μόνη μορφή στην οποία μπορούσε κανείς να εκφρασθεί λογοτεχνικά* το κατάλληλο εκφραστικό μέσο για τον απλό ρεαλισμό του Ησίοδου θα ήταν ο ίαμβος ή ακόμα και ο πεζός λόγος. Στο Μέγα Αλέξανδρο αποδίδεται η ρήση ότι ο Όμηρος έγραψε για βασιλιάδες, ενώ ο Ησίοδος για χωριάτες, και πράγματι οι δυο ποιητές ενσαρκώνουν εντυπωσιακά τους δύο πόλους των ανθρώπινων φιλοδοξιών: τη δόξα και τον καρπό. Ο ομηρικός άνθρωπος περπατάει στη γη τυλιγμένος κιόλας σε μια ολύμπια λάμψη, ο ησιόδειος υπηρετεί σ' όλη του τη ζωή τις βουβές και σκοτεινές, αλλά όχι λιγότερο άφθαρτες δυνάμεις του εδάφους. Εδώ, στην αρχή κιόλας της ελληνικής ιστορίας, οι αιώνιες αντιθέσεις βρήκαν τη διαυγέστερη και εντονότερη έκφρασή τους: το πάθος και το ήθος, ο ηρωικός θάνατος και η αφοσιωμένη στο καθήκον ζωή, η ιπποτική περηφάνεια και η αστική τιμή, η τύχη των όπλων και η ευλογία της εργασίας* η έντεχνη ποίηση και η λαϊκή ποίηση, η πλαστική αντικειμενικότητα και η διδακτική υποκειμενικότητα, η τέρψη και η προκοπή. Οι αρχαίοι Έλληνες αντλούσαν τις θεολογικές αντιλήψεις τους από τον Όμηρο και τον Ησίοδο με τον ίδιο τρόπο που εμείς αντλούμε τις δικές μας από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Την «Αγία Γραφή» τους δηλαδή την αποτελούσαν κοσμικά ποιήματα, κι αυτό είναι πολύ ενδεικτικό για το χαρακτήρα της θρησκείας τους, τόσο με την καλή όσο και με την κακή έννοια. Η αρχαία ελληνική θρησκεία είναι δημιούργημα της πλαστικής τέχνης σε όχι μικρότερο βαθμό απ' όσο η ελληνική γλώσσα και το ελληνικό έπος· και, σαν να ήταν το δημιούργημα μιας μεγαλοφυίας, προβάλλει ξαφνικά. Οι ζοφεροί μύθοι για τον Κρόνο και τους Τιτάνες είναι ίσως ο τελευταίος απόηχος που απόμεινε στην εποχή του Ησίοδου από την κρητική θρησκεία, και ο αγώνας του Δία και των άλλων θεών εναντίον αυτού του ολότελα αλλότριου κόσμου των δαιμόνων συμβολίζει τη νίκη της ολύμπιας θρησκείας. Στο γνωστό δωδεκάθεο η Εστία, που δεν υπάρχει 6

81


ακόμα στο ιωνικό έπος, προστίθεται απλώς για στρογγύλεμα: ποτέ δεν κατάφερε ν^ αποκτήσει ξεχωριστή προσωπικότητα. Αντίθετα απουσιάζει ο τόσο σημαντικός Διόνυσος. Ο νεφεληγερέτης Δίας είναι πατήρ άν6ρών τε θεών τε, ως δρκιος tiy/OLi προστάτης του όρκου, ως ξένιος προστάτης των ξένων, αλλά και στις δυο αυτές λειτουργίες του δεν είναι πάντα να τον εμπιστεύεται κανείς. Ως επουράνιος θεός έχει την εξουσία πάνω σ'' ολόκληρη τη φύση, όμως μοιράζεται αυτή την εξουσία με τους δυο αδελφούς του, τον Ποσειδώνα, τον κυρίαρχο των θαλασσών, και τον Άδη, τον άρχοντα του κάτω κόσμου, τον «πιο μισητό θεό». Ο Απόλλων είναι προστάτης της μουσικής και της μαντικής, της θεραπευτικής τέχνης και της σκοποβολής, αλλά τα βέλη του στέλνουν κι επιδημίες. Είναι η θεότητα του ήλιου, αλλά ως άργυροβόλος και της σελήνης, επίσης, όπως άλλωστε και η αδελφή του η Άρτεμις, που ως κυνηγέτιδα, αλλά και προστάτιδα των θηραμάτων, παίζει κι αυτή διπλό ρόλο. Η σημασία των τριών άλλων θεαινών Ήρας, Αφροδίτης, Αθηνάς και του Ηφαίστου, του Άρη και του Ερμή είναι γνωστή. Ιδιαίτερα οι δυο τελευταίοι είναι πέρα για πέρα ανήθικοι! Ο Άρης είναι σωστός καπετάν φασαρίας, ο Ερμής κλέφτης. Πίσω απ' αυτούς τους κύριους θεούς έρχεται ένα παρδαλό πλήθος από κατώτερες θεότητες: Σειρήνες και Νηρηίδες, που το τραγούδι και οι φλυαρίες τους κάνουν τη θάλασσα ν' αντηχεί, Δρυάδες και Ορειάδες, που κατοικούν στα δάση και τα βουνά. Σάτυροι και Σειληνοί, που χοροπηδάνε πέρα δώθε με μορφή μισή ανθρώπινη και μισή τρα^ίσια ή αλογίσια. Μοίρες και Ερινύες, που ενσαρκώνουν τη σοβαρή πλευρά της ζωής, νύμφες των πηγών και των λειμώνων. Χάριτες και Μούσες. Το πρώτο πράγμα που μας κάνει εντύπωση στους ελληνικούς θεούς είναι η αρχοντική ομορφιά και καλόγουστη απλότητα, σχεδόν θα λέγαμε: κομψότητα της εμφάνισής τους. Ακόμα και η τροφή, η κατοικία, η ακολουθία τους χαρακτηρίζονται από μια ευγενική λιτότητα. Τα παλάτια τους είναι απέριττα, το υπηρετικό προσωπικό τους αποτελείται από τρία μόνο πρόσωπα, την Ήβη, την Ίριδα και τον Γανυμήδη. Το νέκταρ και η αμβροσία είναι πολύ απλές γαστριμαργικές απολαύσεις —κι εξάλλου, όπως και το ιχώρ, το αίμα των θεών, αποτελούν παράξενα υλιστικές έννοιες: οι αθάνατοι χρειάζονται το φαΓ, το ποτό και τον ζωικό χυμό όχι λιγότερο απ' όσο οι θνητοί, αλλά σε «αθάνατη» μορφή. Και γενικά έχουν ελάχιστες από τις ιδιότη82


τες που θα περίμενε κανείς από ένα θεό. Δεν είναι πανάγαθοι, παρά ύπουλοι, εκδικητικοί και μεροληπτικοί, δεν είναι πανταχού παρόντες, αν και μπορούν να εμφανισθούν αστραπιαία παντού, δεν είναι παντοδύναμοι, εξαιτίας του αμοιβαίου ανταγωνισμού τους και επειδή πάνω απ' αυτούς στέκει η Μοίρα, δεν είναι παντογνώστες (εκτός από τον Απόλλωνα, μερικές φορές, όταν έχει τη μορφή του ήλιου), παρά αντίθετα εξαπατιούνται και μερικές φορές μάλιστα είναι μωρόπιστοι. Η Αθηνά καυχιέται ότι ξεπερνάει τους θεούς στην εξυπνάδα όπως ο Οδυσσέας τους ανθρώπους: ξέρει ότι ανάμεσα στους αθάνατους υπάρχουν μερικοί που είναι αρκετά κουτοί. Ακόμα και ο Δίας την παθαίνει επανειλημμένα.Η παλιννόστηση του Οδυσσέα αποφασίζεται στο συμβούλιο των θεών πίσω απ' την πλάτη του ανυποψίαστου Ποσειδώνα (πράγμα που αποδείχνει και την περιορισμένη εξουσία του βασιλιά των θεών, γιατί αλλιώς δεν θα είχε ανάγκη απ' αυτή τη σύναξη). Ο Όμηρος βέβαια λέει επανειλημμένα: «Αυτό το ξέρει μόνον ο Δίας κι οι άλλοι αθάνατοι θεοί», αλλά πρόκειται για απλό σχήμα λόγου. Απ' την άλλη μεριά, πάλι, οι θεοί ξέρουν τα μελλούμενα: είναι ένα χάρισμα που δεν το έχει μόνον ο Δίας και οι άλλοι θεοί του δωδεκάθεου, αλλά και ημίθεοι, ήρωες, ακόμα και άλογα. Αν όμως ξέρουν τα μελλούμενα, γιατί επεμβαίνουν με τόσο πάθος στη μάχη; Πρέπει πάντως να πούμε ότι δεν τους επιτρέπεται να επεμβαίνουν παρά μονάχα σε έκτακτες περιπτώσεις, γιατί δεν είναι ούτε κυρίαρχοι του κόσμου ούτε, πολύ περισσότερο, δημιουργοί του, αντίθετα έχουν δημιουργηθεί κι οι ίδιοι, γι' αυτό και οι θνητοί γιορτάζουν τα γενέθλιά τους. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι, αν και η ελληνική μυθολογία μιλάει για θεογονία, δεν έχει λυκόφως των θεών. Ξεχωριστό κόσμο αποτελούν οι «χθόνιοι» θεοί των εγκάτων της γης, που στον Όμηρο δεν παίζουν σχεδόν κανένα ρόλο, ενώ στον Ησίοδο είναι ήδη σημαντικότεροι και στη λαϊκή πίστη ο ρόλος τους είναι σπουδαιότατος. Η Δήμητρα, που στην πραγματικότητα λέγεται Γήμητρα, δηλαδή «μητέρα Γη», είναι η προστάτιδα της γεωργίας, και η κόρη της Περσεφόνη είναι η εξουσιάστρια του θανάτου, έχοντας συνήθως την επωνυμία Κόρη, γιατί οι άνθρωποι δεν τολμούσαν να προφέρουν το φοβερό όνομά της. Και ο Διόνυσος επίσης είναι χθόνιος θεός. Στο κρεβάτι της λεχώνας και στο νεκροκρέβατο παραστέκεται η Εκάτη, που κατά τ' άλλα κατοικεί ανάμεσα σ�� ταφόπετρες. Οι άνθρωποι τη συναπαντάνε σε σταυροδρόμια, στο φεγγαρόφωτο, στο με83


σημεριανό λιοπύρι, και πάντα τους φέρνει συμφορές. Οι τρομαχτικές μορφές της Γοργώς και της Μορμώς, η Λάμια και η Έμπουσα, που αναφέραμε ήδη, είναι σωσίες της. Συχνά η Εκάτη συνοδεύεται από ένα πραγματικό «σκυλολόι»: λυσσασμένα σκυλιά και τις αλύτρωτες ψυχές, που άφησαν τον κόσμο χωρίς να θαφτούν τιμητικά, με τη βία ή «πριν της ώρας τους»: ένα από τα πολλά ονόματά της, Βαυβώ, μιμείται τις οιμωγές της κουστωδίας της. Η Εκάτη είναι η προμάμμη όλων των κακών μαγισσών του κόσμου. Στην αρχή της ιστορικής περιόδου εμφανίζεται το έθιμο της καύσης των νεκρών: το έφεραν στην Ελλάδα οι νέοι λαοί της αιγαίας μετανάστευσης, που, καθώς ζούσαν ημινομαδική ζωή, ήταν αναγκασμένοι να εφαρμόζουν αυτή τη μορφή κηδείας. Πλάι σ' αυτό διατηρήθηκαν στην κυρίως Ελλάδα τα ταφικά έθιμα της μυκηναϊκής περιόδου, και σε μικρότερο βαθμό στη Μικρά Ασία, που της έλειπαν οι παραδόσεις. Στην Αττική υπήρχε το ωραίο έθιμο να σπέρνει κανείς πάνω στον τύμβο δημητριακά, έτσι ώστε ο νεκρός να χαίρεται την καινούρια ζωή. Η φτελιά και το κυπαρίσσι ήταν από τότε οι μόνιμοι φύλακες των τάφων. Οι αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων για τη φύση της ψυχής και τη μεταθανάτια ζωή ήταν πολύ αντιφατικές και θα ήταν άσκοπο να προσπαθήσει κανείς να συναρμολογήσει τις ιδέες τους σε κάποιο σύστημα, για τον απλούστατο λόγο ότι σ' αυτά τα ζητήματα οι Έλληνες δεν ήθελαν καθόλου τη σαφήνεια. Στο επίκεντρο των δοξασιών τους βρίσκεται η ιδιόρρυθμη αντίληψη για την ψυχή. Η ψυχή είναι το δεύτερο εγώ, που στον ύττνο, τη λιποθυμία και την έκσταση εγκαταλείπει το σώμα και ζει αυτόνομα. Το ίδιο κάνει και στην περίπτωση του θανάτου, αυτή τη φορά για πάντα. Η ψυχή όμως είναι μια τρεμάμενη σκιά που αργοσβήνει κάπου μακριά απ^ την εγκόσμια τύρβη. Σε μερικούς εκλεκτούς, βέβαια, οι θεοί χάρισαν την αθανασία, μεταφέροντάς τους στο Ηλύσιο πεδίο, στα νησιά των Μακάρων, όπου εξακολουθούν να ζουν με σάρκα και οστά. Αυτοί οι εκλεκτοί είναι οι ^ρωες. Αυτά όμως γίνονταν στα παλιά χρόνια, τώρα πια όχι. Και σήμερα πάντως συμβαίνει, σύμφωνα με τις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων, να μετατρέπει κάποια θεότητα έναν ευνοούμενό της σε νερό ή πέτρα κι έτσι να του χαρίζει την αθανασία. Οι αρχαίοι Έλληνες έστηναν μνημεία στους ήρωες και διοργάνωναν αγώνες προς τιμή τους. Ο «Δίας ανάμεσα στους ήρωες» 84


είναι ο Ηρακλής. Είναι η δημοφιλέστερη μορφή της ελληνικής μυθολογίας. Ιερά του υτιήρχαν παντού, πολλές πόλεις τον τιμούσαν ως πολιούχο και η καταγωγή απ^ αυτόν ήταν ο υψηλότερος τίτλος ευγενείας, για τον οποίο καυχιόντουσαν ακόμα και βάρβαροι, όπως οι βασιλιάδες της Μακεδονίας. Ο Ηρακλής είναι η προσωποποίηση της ρώμης και του σφρίγους: είναι ο δυνατότερος και ανθεκτικότερος, ο ταχύτερος και ικανότερος στην τοξοβολία απ' όλους τους θνητούς,, αλλά και αδιόρθωτος καυχησιάρης, μέθυσος και φαγάς. Αντίθετα με τους άλλους νεκρούς, οι ήρωες επεμβαίνουν πολλές φορές στη ζωή των ζωντανών. Στον Μαραθώνα πολλοί είδαν τον Θησέα με πλήρη εξάρτυση να οδηγεί τους πολεμιστές στη μάχη. Οι Λοκροί άφηναν πάντα μια θέση κενή στις γραμμές τους, που π^οριζόταν για τον Αίαντα, επειδή πίστευαν ότι αυτός ο ήρωας πολεμούσε αόρατος μαζί τοΌζ. Στα Λεύκτρα εμφανίσθηκε ο Αριστομένης, ο ήρωας των Μεσσηνίων και άσπονδος εχθρός των Σπαρτιατών, και χάρισε στους Θηβαίους τη νίκη. Οι Έλληνες πίστευαν σε τέτοιες εμφανίσεις για πολλούς αιώνες, ακόμα και στα μεταχριστιανικά χρόνια. Λέγεται πως όταν ο Αλάριχος πολιορκούσε την Αθήνα αντίκρυσε τον Αχιλλέα, που στεκόταν μπροστά στα τείχη μέσα στην αστραφτερή πανοπλία του, και έντρομος έκλεισε αμέσως ειρήνη. Οι Έλληνες έβαζαν στο στόμα των νεκρών ένα νόμισμα ως ναύλο για τον Χάροντα και τοποθετούσαν στο φέρετρο κάθε λογής αντικείμενα: για τα παιδιά παιχνίδια, για τις γυναίκες βεντάλιες, καθρέφτες, κοσμήματα, για τους άνδρες όπλα. Πάνω από τον τάφο έχυναν κρασί, λάδι και μέλι. Ακολουθούσε το περίδειτινο, στο οποίο ο νεκρός υποτίθεται ότι ήταν παρών ως οικοδεσπότης. Τον τάφο τον στόλιζαν με κορδέλες και γιρλάντες, μερικές φορές μάλιστα προσπαθούσαν να ευφράνουν την ψυχή του μακαρίτη με μουσική. Γιατί η ψυχή φτερουγίζει σαν νεκροπούλι γύρω απ*^ το μέρος όπου είναι θαμμένο το πτώμα, και μερικές φορές μάλιστα οι άνθρωποι νομίζουν ότι ακούν το κελάδημά της. Αυτό μας θυμίζει το αιγυπτιακό μπα. Είναι φανερό ότι οι αρχαίοι Έλληνες φανταζόντουσαν την ψυχή φτερωτή, γιατί η λέξη ψυχή σημαίνει και πεταλούδα. Μα καλά, η ψυχή δεν βρίσκεται στον Άδη; Ε, αυτές ακριβώς είναι οι αντιφάσεις για τις οποίες μιλήσαμε πιο πάνω, κι όποιος προσπαθεί να τις συμβιβάσει καταλήγει σε μια εικόνα πιο θολή παρά αν τις άφηνε όπως είναι. «Με όσο περισσότερη ακρίβεια χαράζουμε το δρόμο μας)),λέει ο Μπούρκ85


χαρτ (σε άλλη συνάρτηση, αλλά η σοφή ρήση του ισχύει κι εδώ), «τόσο πιο σίγουρο είναι ότι θα χαθούμε». Είναι όμως αναντίρρητο ότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ακράδαντα, έστω και με διάφορες συχνά αντιφατικές μορφές, σε μια εντελώς προσωπική μεταθανάτια ζωή: τους ένοχους τους περίμενε η τιμωρία, τους ερωτευμένους το ξανασμίξιμο στο υπερπέραν. Όλος ο κόσμος πίστευε σε φαντάσματα και στον εξορκισμό των νεκρών οι Σπαρτιάτες, που τους άρεσε να κάνουν επίδειξη της αφοβίας τους, θεωρούσαν ότι η μεγαλύτερη παληκαριά είναι να τριγυρίζει κανείς νυχτιάτικα ανάμεσα σε τάφους, ενώ ακόμα και στον Λουκιανό βρίσκουμε τη θελκτική ιστορία μιας κοκέτας κυρίας που παρουσιάζεται σα φάντασμα στον άνδρα της, που έκαψε γι' αυτήν όλο της το θησαυρό, και του ζητάει ένα χρυσό σανδάλι, που έπεσε κάτω απ' το σεντούκι. Οι φιλόσοφοι βέβαια είχαν διαφορετικές ιδέες, αλλά μόνον ώς ένα βαθμό: ο Δημόκριτος, λόγου χάρη, που μπορούμε να τον θεωρήσουμε πατέρα του ελληνικού «Διαφωτισμού», δεν αμφισβητούσε την ύπαρξη φαντασμάτων. Και πλάι σ' αυτές τις δοξασίες υπήρχε μια μεγάλη και ισχυρή αίρεση, οι «Διονυσιακοί», που πίστευαν ακράδαντα στην επιστροφή της ψυχής, αλλά με τη μορφή της μετεμψύχωσης. Τυλιγμένοι στον μανδύα της νύχτας, στο τρεμουλιαστό φως αναμμένων δαυλών, χτυπώντας κύμβαλα και ταμπούρλα, παίζοντας φλογέρα, χόρευαν τον οργιαστικό κύκλιο χορό μέσα σε άγρια δάση και σ' ερημικές πλαγιές, φορώντας αλεποτόμαρα γύρω απ' τους ώμους τους, κέρατα στο κεφάλι, κραδαίνοντας φίδια και μαχαίρια. Μεθυστικά ποτά μεγάλωναν την έκστασή τους, ώσπου τελικά η ψυχή έβγαινε απ' το σώμα κι ενωνόταν με τον θεό, τον Θρακιώτη Διόνυσο. Το πιο παράξενο είναι ότι αυτές οι επιδημικές ψυχώσεις επαναλαμβάνονταν κανονικά κάθε δύο χρόνια: στα τριετήρια Διονύσια, μέσα στο καταχείμωνο. Συγγενική με τη διονυσιακή θρησκεία ήταν η ορφική. Καταγόταν από τον Ορφέα, που κι αυτός ήταν από τη Θράκη. Η κυριότερη διαφορά της από την ολυμπιακή θρησκεία ήταν ότι είχε αναπτύξει μια συγκεκριμένη διδασκαλία, ενώ η τελευταία έμεινε για πάντα μόνον ιεροτελεστία και μυθολογία. Στην ορφική θρησκεία μπορούμε σχεδόν να μιλήσουμε για δόγμα. Σύμφωνα μ' αυτήν, η ψυχή, για να εξιλεωθεί για μια αμαρτία που διέπραξε πρωτύτερα, εξορίζεται στη φυλακή του σώματος* η επίγεια ζωή είναι ο θάνατος της ψυχής: σώμα σήμα, δηλαδή «το σώμα είναι τάφος». Από τον πιστό δεν ζητείται 86


ν^ αποφεύγει το ένα ή το άλλο επίγειο παράπτωμα, αλλά ν' απαρνηθεί την ίδια την επίγεια ύπαρξη: μόνον έτσι μπορεί να ξεφύγει απ' τον θανάσιμο φαύλο κύκλο των αλλεπάλληλων γεννήσεων. Οι πράξεις της περασμένης ζωής ανταποδίδονται στην επόμενη μετενσάρκωση. Αν η ψυχή είναι ολότελα αγνή κι έχει απαλλαγεί απ' όλες τις κηλίδες, θα γίνει μια μέρα ελεύθερη και δεν θα δοκιμάσει πια το μαρτύριο του θανάτου, παρά θα ζει σε αιώνια μακαριότητα, όπως ο θεός, από τον οποίο προέρχεται. Ο δρόμος προς τον εξαγνισμό περνάει μέσα από την ασκητική ζωή, τη χρηστή συμπεριφορά, τη συμμετοχή στα μυστήρια. Η κρεοφαγία είναι αδελφοκτονία. Όλα αυτά μας φαίνονται σχεδόν ινδικά. Τα Ελευσίνια Μυστήρια, που τον έβδομο κιόλας αιώνα ανακηρύχ^καν στην Αθήνα επίσημη εκδήλωση, υπόσχονταν στους μυημένους μια ξεχωριστή τύχη μετά θάνατον: αυτοί θα γλίτωναν απ' το «αποπνιχτικό σκοτάδι του Άδη». Ο Αριστοφάνης περιγράφει με αρκετές λεπτομέρειες στους «Βατράχους» πώς ζουν αυτοί οι εκλεκτοί: ακόμα κι εκεί κάτω ο ήλιος τους επιδαψιλεύει το χαρούμενο φως του, χορεύουν σε μυρτώνες και τραγουδούν, υπό τον ήχο του αυλού, τραγούδια που δοξάζουν τους αθάνατους θεούς. Γι' ν' αποκτήσει κανείς αυτά τα προνόμια δεν χρειαζόταν τίποτ' άλλο παρά η συμμετοχή στα Ελευσίνια, που ήταν ανοιχτά στον καθένα, ακόμα και στους δούλους, τους ξένους, τις γυναίκες και τα παιδιά. Είναι αδύνατο να σχηματίσουμε μια συγκεκριμένη ιδέα γι' αυτές τις τελετές, που κανένας δεν είχε το δικαίωμα να τις «προδόσει, να τις προσβάλει, να τις ερευνήσει»: το σίγουρο είναι ότι δεν απαιτούσαν από τους πιστούς κανενός είδους εσωτερική μεταστροφή, καμιά ιδιαίτερη στάση ζωής ή κοσμοθεωρία, ούτε καν αστική εντιμότητα. Επομένως, για το σημερινό αίσθημα, ολόκληρος αυτός ο θεσμός, που ώς τα τέλη της αρχαιότητας θεωρούνταν ιερότατος, είναι κυριολεκτικά βλάσφημος. Το καταπληκτικότερο όμως είναι η επαγγελία ότι η λατρεία του θεού θα έφερνε και χρηματικά οφέλη, μπάζοντας στο σπίτι «τον Πλούτο, τον αγατιημένο σύνοικο». Ένας πολύ σοβαρότερος θεσμός ήταν οι χρησμοί. Ο Κικέρων λέει ότι πρέπει να τους θεωρούμε αληθινούς, εκτός αν θέλουμε ν' ανατρέψουμε ολόκληρη την παγκόσμια Ιστορία. Ακόμα και οι πατέρες της Εκκλησίας τους παραδέχονταν, μόνο που τους απέδιδαν στον διάβολο. Η δουλειά του μαντείου δεν είναι τόσο να προφητεύει όσο 87


να συμβουλεύει και να καθοδηγεί: δεν αναγγέλλει τόσο αυτό που θα συμβεί όσο αυτό που πρέπει να γίνει. Σπάνια επίσης κάνει κατήχηση. Οι Έλληνες το συμβουλεύονταν σε λατρευτικά ζητήματα, όταν ήθελαν να ιδρύσουν μια καινούργια πόλη, όταν ετοιμάζονταν για πόλεμο, σε περιπτώσεις λιμών, επιδημιών, σεισμών και άλλων κοινών συμφορών αλλά ο χρησμοδότης καταπιανόταν και με τις καθημερινές έγνοιες του ιδιώτη: τον γάμο, την υιοθεσία, τις επαγγελματικές σκοτούρες, τη γεωργία, την ερωτική απογοήτευση, τα ταξίδια. Εννοείται ότι όχι σπάνια οι ερωτήσεις που υποβάλλονταν στα μαντεία ήταν ανόητες: μήπως το παιδί που επρόκειτο να γεννηθεί ήταν από άλλο πατέρα, πού έπρεπε να σκάψει κάποιος για να βρει θησαυρό, ποιός έκλεψε τα παπλώματα, πού γεννήθηκε ο Όμηρος; Το μαντείο των Δελφών ήταν η «υπηρεσία αποικιών» εκείνης της εποχής, γιατί έδινε οδηγίες για την επιλογή του τόπου και τη διάταξη των καινούριων αποικιών, και συνήθως μάλιστα αυτές οι οδηγίες ήταν σοφές. Επίσης ήταν κι ένα είδος διεθνούς δικαστήριου, το ίδιο μεροληπτικό και ανίσχυρο όσο όλα τα μεταγενέστερα, και σε θρησκευτικά ζητήματα είχε τον χαρακτήρα ιερής συνόδου: αλλά ποτέ δεν έπαιρνε αποφάσεις σε δογματικά προβλήματα. Όλα αυτά ήταν υπόθεση ενός συμβούλιου ιερέων, αλλά προφητείες έκανε και η Πυθία: υπνωτισμένη από τους ατμούς που έβγαιναν από μια σχισμή της γης, ανάγγελλε ό,τι της υπαγόρευε ο θεός και η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι. Προφητείες γίνονταν επίσης με βάση τα όνειρα, (και μάλιστα των ανθρώπων που κοιμόντουσαν στους ναούς), απ^ το συκώτι των ζώων, το πέταγμα των πουλιών, την αστραπή, το ίδρωμα των θεϊκών ειδώλων, το χλιμίντρισμα των αλόγων, το φτάρνισμα (που τις περισσότερες φορές ήταν κακός οιωνός), το ρίξιμο ζαριών αλλά οι χρησμοδοσίες που βασίζονταν στην παρατήρηση των άστρων — μια τέχνη που τη δίδαξαν στους Έλληνες οι «Χαλδαίοι» — εμφανίσθηκαν μόνο στα όψιμα χρόνια. Σήμερα μας είναι πολύ δύσκολο να συλλάβουμε τον ρόλο που έπαιζαν αυτά τα προμηνύματα στην οικονομία της ελληνικής. ζωής. Ολόκληρη η ζωή των αρχαίων Ελλήνων ήταν κυριολεκτικά τυλιγμένη από σημάδια και νεύματα, και κάθε βήμα που έκαναν είχε κι ένα δεύτερο νόημα. Είναι περίεργο ότι ένας λαός με τόση εξυπνάδα και τόσο ρεαλισμό τσαλαβουτούσε όλη του τη ζωή στη «λάσπη της δεισιδαιμονίας», χωρίς ούτε καν τα φωτεινότερα πνεύματά του να μπορούν ν' αντιδράσουν σ' αυτό. Τον περασμένο αιώνα υπήρ88


χε η άποψη ότι τα όνειρα προέρχονται απ** την κοιλιά· σήμερα τείνουμε περισσότερο να τα αποδίδουμε στα γεννητικά όργανα. Αλλά κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος θα έχει παρατηρήσει ότι οι μορφές που εμφανίζονται στα όνειρά μας κατέχουν παράξενες γνώσεις για το μέλλον, που φέγγει μαγικά μέσα απ*^ αυτές: είναι, θα λέγαμε, «ιστορικά διαφανείς». Επίσης, ποτέ δεν λένε κάτι στραβό, δηλαδή κάτι που να μη ταιριάζει στην ψυχολογία τους, πράγμα που είναι κι αυτό πολύ αλλόκοτο, γιατί βέβαια δεν είναι ο κάθε άνθρωπος μεγάλος λογοτέχνης κι ακόμα και ο κορυφαίος ποιητής κάνει καμιά φορά λάθη στη σκιαγράφηση των ηρώων του. Όπως φαίνεται, λοιπόν, τα όνειρα δεν προέρχονται από εμάς τους ίδιους. Άλλωστε, όχι λίγοι άνθρωποι έχουν ένα χάρισμα που ονομάζεται «ψυχοσκοπία» και που συνίσταται στην ικανότητα να διαβάζουν απ' τους ανθρώπους και τα αντικείμενα τη βιογραφία τους. Πρέπει να δεχτούμε ότι όλα τα πράγματα κουβαλούν μόνιμα μέσα τους την ιστορία τους, τόσο την περασμένη όσο και τη μελλούμενη, αφού όλα είναι ένα αιώνιο παρόν, με το παρελθόν να έχει σταματήσει και το μέλλον να έχει ήδη συμβεί, όχι όμως για εμάς· πρέπει ακόμα να υποθέσουμε ότι η ικανότητά μας να βλέπουμε αυτό το αιώνιο παρόν προέρχεται από την ίδια μας την ξεχασιά — και στις δύο περιπτώσεις, ακόμα και όταν πρόκειται για το μέλλον! Αυτή η ξεχασιά έχει διαβαθμίσεις: στο σαλιγκάρι, που δεν θυμάται ούτε καν τι έγινε χτές και δεν γνωρίζει καθόλου την έννοια του «αύριο», είναι μεγαλύτερη, ενώ στον «μάντη» είναι μικρότερη. Οι Έλληνες δεν μιλούσαν ποτέ γι' αυτά τα πράγματα, ίσως από συστολή, αλλά πιθανότερα επειδή τα θεωρούσαν αυτονόητα. Το ότι υπήρχαν ανάμεσά τους ένα σωρό παιδιάστικες προλήψεις δεν μειώνει τη θεουργία τους, όπως και το γεγονός ότι είχαν ένα σωρό χοντροφτιαγμένες πήλινες κούκλες δεν μειώνει την αξία της πλαστικής τέχνης τους. Στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ αληθινό ιερατείο. Ο ιερέας διακονεί τον ναό, θυσιάζει για τους πιστούς, διαχειρίζεται τα έσοδα του ναού και διερμηνεύει τη βούληση της θεότητας. Είναι ένας συνηθισμένος κρατικός υπάλληλος ή και απλός ιδιώτης, που διαθέτει ή προφασίζεται ότι διαθέτει ορισμένες τεχνικές γνώσεις. Δεν περιβάλλεται από καμιά ξεχωριστή οσιότητα, το πολύ πολύ του κρατάνε μια προνομιούχα θέση στο θέατρο και στις λαϊκές συνελεύσεις. Δεν ανήκει σε καμιά «αόρατη» Εκκλησία ούτε σε καμιά άλλη ανώτερη κοινότη89


τα, ούτε κηρύγματα κάνει ούτε τους νέους κατηχεί. Στους μεγάλους ναούς διευθύνει ένα πολυάριθμο προσωπικό από υπηρέτες και δούλους, φύλακες και ταμίες, αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε κανενός είδους ιεραρχία, εκτός από αυτή που καθόριζε η προσωπική υπόληψη. Ίσως το σωστότερο θα ήταν να συγκρίνουμε τη θέση του αρχαίου Έλληνα ιερέα μ^ εκείνη των δικών μας καθηγητών και διδακτόρων, που τους συμβουλεύεται κανείς σε κάθε λογής επιστημονικά ζητήματα και τους εκτιμά ανάλογα με τη φήμη τους και το κύρος του ιδρύματος στο οποίο εργάζονται, αλλά δεν τους θεωρεί ούτε αναντικατάστατους ούτε ιερούς. Για την επικοινωνία του πιστού με τη θεότητα δεν χρειαζόταν κανένας μεσολαβητής: ο βασιλιάς θυσίαζε εξ ονόματος της κοινότητας, ο οικογενειάρχης εξ ονόματος της οικογένειας. Η οικιακή λατρεία υπήρξε πάντα η σημαντικότερη θρησκευτική εκδήλωση στην αρχαία Ελλάδα. Οι κρατικές γιορτές είχαν πάντοτε θρησκευτικό χαρακτήρα· οι επίσημες αργίες δεν υστερούσαν αριθμητικά από τις δικές μας· αλλά δεν υπήρχε κάτι ανάλογο με τη δική μας Κυριακή. Ο Γιάκομπ Μπούρκχαρτ αποκαλεί, πολύ εύστοχα, την αρχαία ελληνική θρησκεία «μια πτυχή της ιδιοσυγκρασίας του ελληνικού λαού». Ήταν η συναρπαστικότερη μυθολογία που έπλασε ποτέ ένας λαός και αργότερα μερικοί φιλόσοφοι την έκαναν μεταφυσική και ηθική, αλλά δεν μπορούμε να την ονομάσουμε θρησκεία με την ανώτερη έννοια, αν όχι γι^ άλλο λόγο τουλάχιστον επειδή δεν απαλλάχτηκε ποτέ από την έννοια της μοίρας. Όπως όλες οι θρησκευτικές αντιλήψεις των Ελλήνων, έτσι κι αυτή είναι κάτι πολύ αντιφατικό: πότε σημαίνει αναπόδραστη αναγκαιότητα, πότε μια ιδιοτροπία της τύχης, πότε θεία δίκη, πότε μια μυστική κληρονομική κατάρα, αλλά πάντοτε καθρεφτίζει μια εξαιρετικά μοιρολατρική αντίληψη. Η αναγκη είναι το απρόσωπο, αναίσθητο πεπρωμένο, η ειμαρμένη ο αναπόδραστος προορισμός, η αίσα (=η ιση, επικά: έίση) είναι το κοινό για όλους ριζικό* η τύχη είναι η αστάθμητη καλοτυχία (ή κακοτυχία), ο πότμος ο λαχνός που πέφτει στον καθένα, η ατη η θεόσταλτη παραφροσύνη· ακόμα και το άγος, το ανοσιούργημα, και ο άλάστωρ, ο δαίμονας της εκδίκησης, είναι, όπως καθένας ξέρει από τις αρχαίες τραγωδίες, τυφλές δυνάμεις. Αλλά η πιο τρέχουσα έννοια ήταν η μοίρα, δηλαδή ο κλήρος, το μερίδιο που ορίζεται στον κάθε άνθρωπο μόλις γεννιέται. Τη μοίρα δεν μπορούν να την αλλάξουν ούτε οι ίδιοι ο: 90


θεοί, τουλάχιστο κατά κανόνα: γιατί μερικές φορές φαίνεται σάμπως η μοίρα να είναι όργανό τους. Μερικές φορές πάλι προσπαθούν τουλάχιστο να την επηρεάσουν ή, ας πούμε, να συνεργασθούν μαζί της. Και υπάρχουν, ακόμα, περιπτώσεις που μερικοί ιδιαίτερα προικισμένοι ή υβριστές άνθρωποι βαδίζουν ενάντια στους θεούς και τη μοίρα: αυτό είναι το ύπέρμορον, αυτό δηλαδή που ξεπερνάει τα όρια της μοίρας και που είναι κάτι φοβερό όσο και αξιοθαύμαστο, κάτι που συνεπισύρει ενοχή όσο και ανταμοιβή. Έπειτα απ' όλα αυτά καταλαβαίνουμε γιατί οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν καμιά λέξη για τη «θρησκεία». Η λέξη ευσεβής (από το ρήμα σέβειν = λατρεύω, τιμώ, σέβομαι) σημαίνει «πιστός στα ιερά έθιμα», και η ευσέβεια είναι, σύμφωνα με τον ορισμό των Στωικών, δικαιοσύνη πρός θεούς, δηλαδή το ν' αποδίδει κανείς στους θεούς τις τιμές που τους αξίζουν. Για τους αρχαίους Έλληνες, ευσέβεια σήμαινε να λατρεύουν τους θεούς και τίποτ' άλλο. Αφού οι θεοί δεν διευθύνουν τις τύχες του κόσμου, δεν υπάρχει λόγος να θεωρούνται ιδιαίτερα ηθικοί. Ο Βιλαμόβιτς λέει: «Την ηθική δεν τη δίδαξαν οι θεοί, μπορούμε να πούμε ότι την έμαθαν από τους. ανθρώπους». Η οργή τους δεν είναι καθόλου απαραίτητο να οφείλεται πάντοτε σε κάποια ανθρώπινη αμαρτία και ο άνθρωπος δεν τη θεωρεί τιμωρία, παρά απλώς συμφορά. Οι θεοί θυμώνουν περισσότερο όταν ο θνητός έχει την αποκοτιά να θέλει να παραβγεί μαζί τους, και το ισχυρότερο ελατήριό τους είναι ο φθόνος: απ' αυτό καταλαβαίνουμε πόσο φθονεροί πρέπει να ήταν οι ίδιοι οι Έλληνες. Η βασική σχέση του θνητού μαζί τους είναι η δυσπιστία, κι όταν κανείς υπακούει στις εντολές τους δεν το κάνει από αφοσίωση παρά από φρονιμάδα, για να μη τους εξερεθίσει. Ασέβεια είναι το να τους προσβάλλει κανείς· οι άλλες αδικίες δεν προκαλούν την αγανάκτησή τους. Οι δίκες λόγω «προσβολής των θεών» ήταν αρκετά συχνές· αλλά αναρωτιόμαστε τι μπορούσε να προσβάλει κανείς σ' αυτούς τους θεούς. Οίκτο — που συχνά μάλιστα ήταν τελείως άτοπος -- ένιωθαν μόνο για τους ευνοούμενούς τους· κατά τα άλλα ήταν άσπλαχνοι. Ούτε και μεταξύ τους αγαπιόντουσαν. Στην Ιλιάδα, η κατάσταση που επικρατεί στον ουρανό ανταποκρίνεται πέρα για πέρα στην κατάσταση της ανθρώπινης κοινωνίας: ο Δίας είναι ο Αγαμέμνων, οι θεοί είναι τυπικά υποτελείς, αλλά ισάξιοί του και πάντα έτοιμοι να σηκώσουν κεφάλι. Ο 'φλυμπος είναι μια ακρόπολη που την κατοικούν έξυπνοι και μπουνταλάδες, όλοι όμως 91


το ίδιο θεϊκοί, το ίδιο άφθαρτοι, θρεμμένοι με νέκταρ και αμβροσία. Η φύση και γενικά η «πραγματικότητα» δεν έχει καμιά ηθική. Επομένως, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για γνήσια θρησκεία παρά μόνον όταν στον φυσικό κόσμο αντιπαρατίθεται ένας άλλος, ανώτερος. Αυτό όμως δεν το κάνει ποτέ η ομηρική θρησκεία: ο θείος κόσμος που μας παρουσιάζει είναι μια επανάληψη του γήινου στον υπερθετικό βαθμό: οι θεοί είναι μακάρια ζωώδεις, όλα διέπονται από μια άψογη φυσική. Το μόνο που ξεχωρίζει τους Ολύμπιους από τους κατοίκους της γης είναι ότι είναι αθάνατοι, επομένως στα πρόσωπά τους διαιωνίζεται η ανθρώπινη ατέλεια, και δεν τους αγγίζουν ούτε γεράματα, ούτε λύπες, ούτε αρρώστιες, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κι εξαιρέσεις: ούτε η δική τους ύπαρξη είναι πάντα ανέφελη (αν όχι τίποτ'' άλλο, τους την κάνει ξινή η αιώνια ζηλοφθονία τους)· έχουν ένα γιατρό, τον Παιώνα, που γιατρεύει τις πληγές του Άδη και του Άρη, ενώ η Αφροδίτη τραυματίζεται* ο Ερμής κουράζεται απ' τις μακρινές αποστάσεις που διανύει, τον Δία μάλιστα τον παίρνει μια φορά ο ύπνος. Το αποκορύφωμα αυτού του ρεαλισμού, του γοητευτικού στην αφέλεια και την παραστατικότητά του, είναι η στιγμή που ο Άρης ξαποσταίνει απ' τη μάχη μέσα στο σύννεφο που του χρησιμεύει ως ρούχο, κρεβάτι, μεταφορικό μέσο καΓμεταμφίεση, κι ακουμπάει το δόρατό του πάνω στο σύννεφο. Ο ορφισμός, που περιέκλειε σπέρματα μιας πραγματικής θεολογίας, δεν υπήρξε ποτέ εθνική θρησκεία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε καν αίρεση (όπως την χαρακτηρίσαμε πιο πάνω), αφού δεν υπήρχε η αντίθετη έννοια της ορθόδοξης Εκκλησίας. Η θρησκεία περιοριζόταν σε λατρευτικές εκδηλώσεις. Μόνον αυτές αποτελούσαν καθήκον, μόνον η παράβασή τους ήταν αθεΓα, «ασέβεια». Συνέβαινε ό,τι περίπου και στην Αναγέννηση, όπου μπορούσε κανείς να σκέφτεται, να λέει και να γράφει ό,τι ήθελε, αρκεί να υποταζόταν στην Εκκλησία, στην εξουσία της και στο τελετουργικό της: στην αρχαία Ελλάδα αυτόν τον ρόλο τον έπαιζε η πόλις. Σε τελευταία ανάλυση, ολόκληρη αυτή η αντίληψη για τη σκοτεινή, αναίσθητη μοίρα, την τύχη που ρίχνει τα ζάρια, τους ματαιόδοξους και οργίλους θεούς υπήρχε ακριβώς εξαιτίας του ανορθολογικού χαρακτήρα της, για να υπάρχει κάποιος φταίχτης όταν ο άνθρωπος δεν ήθελε ν' αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του, των καρπών 92


του πάθους του και της μωρίας του. Η θεότητα δεν είναι το αρνί που κουβαλάει πάνω του την κληρονομική ενοχή της ανθρωπότητας, παρά ο τράγος, στον οποίο φορτώνεται η αμαρτία. Μόνο μια τέτοια θρησκεία έκανε υποφερτό το βάρος του κρίματος. Ένας ηθικός θεός θα προκαλούσε τη συντριβή ενός Έλληνα με μέση ηθική. Δεν μιλάμε εδώ για τους εξαιρετικούς χαρακτήρες, που θα συναντήσουμε σε πολλά σημεία της διαδρομής μας. Η θεότητα στην οποία πίστευε ο Σωκράτης, λόγου χάρη, ήταν τόσο ακατανόητη για τον πολύ λαό ώστε ο κόσμος θεωρούσε τον Σωκράτη βλάσφημο, και μάλιστα με απόλυτη ειλικρίνεια. Στον Όμηρο, όπως είναι γνωστό, όλα είναι θεία: όχι μόνον ο ήλιος και η αυγή, η μέρα και η νύχτα, παρά και η ελιά και το κλήμα, ο γιατρός και ο κήρυκας, ο ζητιάνος και ο γουρουνάρης, ακόμα και ο αξιοκαταφρόνητος Πάρις και ο βδελυρός εσμός των μνηστήρων, και λίγο έλειπε ν' ανακηρυχθεί θεϊκός ακόμα και ο θερσίτης. Οι Έλληνες υπήρξαν οι δάσκαλοι της ανθρωπιάς, αλλά με μια ολότελα διαφορετική έννοια απ^ αυτή που έδωσε στη λέξη ο νεο-ουμανισμός, δηλαδή με την έννοια ότι έβλεπαν τα πάντα ανθρωπομορφικά και με ανθρώπινες διαστάσεις. Η ρήση «παντός μέτρον άνθρωπος», με την οποία οι Σοφιστές συνόψιζαν το πρόγραμμά τους, ήταν απ' την αρχή το αστέρι που οδηγούσε τους Έλληνες στα μονοπάτια της Ιστορίας. Γι' αυτό και οι Έλληνες δεν έμαθαν ποτέ το νόημα της ύπαρξης· αλλά και γι' αυτό ακριβώς έγιναν ο καλλιτεχνικότερος λαός της ιστορίας. Οι Έλληνες λοιπόν δεν πίστευαν κατά βάθος σε τίποτα, εκτός από μερικές υπερβολικά ανθρώπινες προκαταλήψεις· όταν με τον καιρό διαλύθηκαν κι αυτές, δεν έμεινε στη θέση τους παρά ένας πλαδαρός ντεϊσμός ή ένας απροκάλυπτος αθεϊσμός. Κι ωστόσο, χωρίς να το υποψιασθούν, το δάχτυλο του θεού φανερώθηκε περίτρανα στην ιστορική τους μοίρα. Ή ίσως να μην ήταν το δάχτυλο του θεού, παρά η εξουσία των δικών τους θεών, που, σύμβολα της ελληνικής ψυχής, οδηγούσαν ύπουλα τους ανθρώπους στην ύβρη. Παράλληλα όμως, επειδή κάθε λαός γράφει ο ίδιος την ιστορία του, όπως και κάθε άτομο γράφει το ίδιο τη βιογραφία του (σ' αυτό συνίσταται η ελευθερία της βούλησης), η ελληνική ιστορία^ με την άνοδο και την ακμή, την κρίση και την παρακμή, είναι κι αυτή ένα ολοκληρωμένο πλαστικό καλλιτέχνημα, σμιλευμένο απ' το χέρι ενός έθνους που υπήρξε ο πιο προικισμένος γλύπτης απ' όλους τους λαούς του κόσμου. Οι επι93


μέρους «περίοδοι», που συνήθως γεννούν δικαιολογημένα την υποψία ότι είναι υποκειμενικές αυθαιρεσίες ή εγκεφαλικές κατασκευές, εδώ ξεχωρίζουν από μόνες τους, σαν ένα λαμπρό παράδειγμα της ανθοφορίας, της ωρίμανσης και του μαρασμού του ανθρώπινου φυτού, θ α μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με τη δομή ενός αετώματος ή μιας τραγωδίας ή και με τη σαφή, αυστηρή κι ωστόσο αβίαστη διάρθρωση του ελληνικού κίονα. Αυτή η τελευταία παρομοίωση, μάλιστα, θα δικαίωνε επιτέλους την όψιμη περίοδο του οικουμενικού ελληνισμού, που θα έπαιζε έτσι τον ρόλο του πλούσιου κιονόκρανου. Στο τέλος του προηγούμενου τόμου συγκρίναμε τη μυκηναϊκή εποχή με τον μεσαίωνα (εννοώντας την πρώιμη περίοδο, π.χ. την εποχή του Χλωδοβίκου ή του θεοδώριχου) και τη σύγχρονή της υστερομινωική με το ροκοκό. Αυτή είναι μια αντίφαση, που όμως όχι σπάνια γίνεται πραγματικότητα στην Ιστορία: με ανάλογο τρόπο, λόγου χάρη, ο ρωσικός λαός, παρά τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τα τρακτέρ, βρίσκεται σήμερα περίπου στον όψιμο μεσαίωνά του: ο μπολσεβικισμός είναι ένας θρησκευτικός ριζοσπαστισμός που τον διακρίνει η μονολιθική ιδεολογία των Βεγάρδων και ο ισοπεδωτικός φανατισμός των Χουσιτών, μόνο που οι Ρώσοι δεν το ξέρουν αυτό· πλάι σ' αυτόν τον κόσμο βρίσκεται ο όψιμος πολιτισμός των δυτικών λαών. Πρέπει πάντως να παρατηρήσουμε ότι η διάκριση σε αρχαιότητα, μεσαίωνα και νεότερα χρόνια δεν είναι τόσο παλιά όσο θα πίστευε κανείς. Προέρχεται από τον καθηγητή του πανεπιστημίου της Χάλλης Κρίστοφ Τσελάριους, που το 1685 δημοσίευσε το έργο του Historia antiqua. Σ^ αυτό του το σύγγραμμα κλείνει την αρχαία εποχή με την ολοσχερή επικράτηση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και την αναγόρευση του χριστιανισμού σε επίσημη θρησκεία. Στο κατοπινότερο έργο του Historia medii aevi τοποθετεί το τέλος του μεσαίωνα στην άλωση της Κωνσταντινούπολης. Τα μεταγενέστερα γεγονότα τα πραγματεύθηκε στο σύγγραμμά του Historia ηονα. Αλλά η διαίρεση αυτή δεν βρήκε στην αρχή καμιά απήχηση και καθιερώθηκε μόνο χάρη στον καθηγητή του Γκαίτινγκεν Γιόχαν Κρίστοφ Γκάτερερ, που ανάμεσα στο 1761 και το 1791 δημοσίευσε κάμποσες παγκόσμιες ιστορίες. Ο Γκάτερερ όμως τοποθέτησε την τομή ανάμεσα στον μεσαίωνα και την αρχαιότητα ενάμισυ αιώνα αργότερα <χπ* ό,τι ο Τσελάριους, θεωρώντας ως τέλος της αρχαιότητας την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την παραίτηση του αυτοκράτορα 94


Ρωμύλου Αυγουστύλου το έτος 476. Η χρονολογία αυτή είναι ανακριβής, γιατί ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας ήταν ο Ιούλιος Νέπος, που βασίλεψε ώς το 480· αλλά φαίνεται ότι εδώ έπαιξε ρόλο η λεξιμαγία, αφού το όνομα Ρωμύλος Αυγουστύλος φέρνει στη σκέψη τον ιδρυτή της Ρώμης και τον πρώτο Ρωμαίο αυτοκράτορα. Ακόμα νεότερη είναι η εφαρμογή αυτού του σχήματος στην ιστορία μεμονωμένων λαών ή ομοεθνιών. Προκειμένου για τους Έλληνες, πρώτος ο Χάινριχ Λέο, στο σύγγραμμά του «Εγχειρίδιο της παγκόσμιας ιστορίας» (1835), κάνει διάκριση σε αρχαιότητα, μεσαίωνα (που αρχίζει με τους περσικούς πολέμους) και «ύστερη εποχή», που εγκαινιάζεται με τη μακεδονική επικυριαρχία. Η καινοτομία αυτή έγινε δεκτή από πολλούς ιστορικούς και, από μια άποψη, επέδρασε ευεργετικά, γιατί επισήμανε ότι η αρχαία εποχή είχε κι αυτή μια «νεότερη» περίοδο και γενικά εναλλαγές διαφόρων περιόδων, χωρίς να είναι αδιάκοπα κλασική όπως θεωρούσαν αυτονόητο ώς τότε. Ωστόσο, πολύ δύσκολα μπορούμε να πούμε ότι η εποχή απ^ τον Ξέρξη ώς τον Φίλιππο ήταν «μεσαίωνας». Στην περιοδολόγηση που έκανε ο Λάμπρεχτ για τη γερμανική ιστορία, η συμβολική περίοδος συμπίπτει σχεδόν με την αρχαιότητα, η συμβατιστική με τον μεσαίωνα, η ατομικιστική με τη νεότερη εποχή και η υποκειμενιστική με τους νεότατους χρόνους. Αυτή η περιοδολόγηση μπορεί, ώς ένα βαθμό, να εφαρμοσθεί και στην ελληνική ιστορία: η ομηρική περίοδος, με την ιπποτική κοινωνία της και την επική αντίληψη για τον κόσμο, θα ενέπιπτε στην κατηγορία του μεσαιωνικού συμβατισμού, ο αποικισμός και η τυραννίδα, η ανάπτυξη της διανόησης και των πόλεων τον έκτο, πέμπτο και τέταρτο αιώνα θ"* αντιστοιχούσαν περίπου στην «ατομικιστική» περίοδο (αν μάλιστα θέλει κανείς, μπορεί να παραλληλίσει το ορφικό κίνημα με τη Μεταρρύθμιση και το κίνημα των Σοφιστών με τον Διαφωτισμό), ενώ η αλεξανδρινή εποχή, με τον ρομαντισμό και τη φυσιοκρατία της, την πολυιστορία και την εξειδίκευση, τον ιμπεριαλισμό και τον σοσιαλισμό, θα εμφάνιζε γνωρίσματα «υποκειμενισμού». Ταυτόχρονα όμως βλέπουμε ότι όλα αυτά δεν είναι παρά παρομοιώσεις: ακόμα και τόσο στοιχειώδεις έννοιες όπως η δική μας πόλη και η πόλις των αρχαίων Ελλήνων δεν ταυτίζονται. Πάντως, οι περίοδοι του συμβολισμού και του τυπισμού (που στην περίπτωση των Ελλήνων πρέπει να τοποθετηθούν στα προϊστορικά χρόνια) θα πρέπει να είναι μάλλον ταυτόσημες σ' όλους τους λαούς, κυρίως από την άποψη ότι δεν ξέρουμε τίποτα συγκεκριμένο, γι' αυτές. 95


ο Μπράιζιχ τοποθετεί την ελληνική αρχαιότητα ανάμεσα στο 1500 και το 1000, τον πρώιμο μεσαίωνα ανάμεσα στο 1000 και το 750, τον όψιμο μεσαίωνα ανάμεσα στο 750 και το 500, ενώ από εκεί και πέρα αρχίζουν οι νεότεροι χρόνοι. Όλ'* αυτά είναι αριθμοπληξίες, που κάνουν εντύπωση μόνο χάρη στη συμμετρία τους και, όπως φαίνεται, επιλέχθηκαν επειδή συμφωνούν με την ανάλογη περιοδολόγηση της ρωμαϊκής και της γερμανορρωμαϊκής ιστορίας. Η αλεξανδρινή εποχή αποκαλείται «ο αρχαιοελληνικός (hellenische) επίλογος της ελληνικής (griechischen) ιστορίας». Είναι ένας χαρακτηρισμός που προδίνει αμηχανία και είναι παρμένος από ένα ολότελα διαφορετικό πεδίο συνειρμών. Ο πρώτος που βρήκε τη σωστή αναλογία γι' αυτή την εποχή ήταν ο Σπένγκλερ: πρόκειται για μια περίοδο που υπερκαλύπτει τη δική μας, γιατί εμείς βρισκόμαστε μόλις στις απαρχές μιας παρόμοιας εξέλιξης. Για τον Σπένγκλερ, η νεότητα, η ωριμότητα, η παρακμή δεν είναι ποιητικές εικόνες, παρά βιολογικές καταστάσεις, μορφολογικά δεδομένα, με τα οποία πειραματίζεται κυριολεκτικά για ν' αποκρυπτογραφήσει το παρελθόν, για να ξεσκεπάσει το μέλλον. Για τον Σπένγκλερ, οι Προσωκρατικοί και οι Καρτεσιανιστές, οι Πυθαγόρειοι και οι Πουριτανοί, οι Στωικοί και οι Σοσιαλιστές, ο Σωκράτης και ο Ρουσώ, ο Πλάτων και ο Χέγκελ, ο Φειδίας και ο Μότσαρτ, ο Πολυκράτης και ο ΒάλενσταΙν, η Πέργαμος και το Μπάιροϊτ είναι «συγκαιρινά». Το αποφασιστικό και διαφοροποιητικό γνώρισμα αυτής της αντίληψης είναι ότι δεν πρόκειται για «γραφικές» αντιστοιχίες ή για παιχνίδι με τις έννοιες, παρά για μια δημιουργική σύλληψη μορφών και μορφωμάτων, στα οποία βρήκε έκφραση η βαθύτερη και εσώτερη γλώσσα της κάθε εποχής. Ωστόσο, όλες οι αντιστοιχίσεις αυτού του είδους, ακόμα και οι διαφωτιστικότερες, ακόμα και οι πιο ευλογοφανείς, δεν είναι παρά παρομοιώσεις ή ακόμα κι ένας τρόπος του λέγειν, που δεν πρέπει να τον παίρνουμε κατά γράμμα, γιατί κάθε μεταφορά είναι ουσιαστικά ένα απλό «σχήμα λόγου», που χρησιμεύει στη διασάφηση και παραστατικοποίηση, αλλά δεν μπορεί ούτε θέλει να υποκαταστήσει την πραγματικότητα. Η χρησιμότητα μιας εικόνας οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι όεν είναι το απεικονιζόμενο πράγμα. Διατηρώντας στο εξής το δικαίωμα να συγκρίνουμε τα πάντα με τα πάντα, όταν αυτό είναι σκόπιμο για να κάνουμε πιο ανάγλυφη την άποψή μας, θα περιορισθούμε προς το παρόν να επισημάνουμε 96


ότι η ελληνική ιστορία αποτελείται από τέσσερα μεγάλα κεφάλαια, που θα τα σημαδέψουμε με τις κρίσιμες χρονολογίες 480 (Σαλαμίνα και Ιμέρα), 404 (τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου) και 323 (θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Ενώ τα Μηδικά και η εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου αναγνωρίζονται σχεδόν γενικά ως ορόσημα, υπάρχει η τάση ν' αντιμετωπίζεται ολόκληρη η ενδιάμεση περίοδος ως ενότητα. Όμως ο Έλληνας του τέταρτου αιώνα είναι ολότελα διαφορετικός από τον Έλληνα του πέμπτου αιώνα* ο Πελοποννησιακός πόλεμος έφερε μια ανατροπή ανάλογη μ"* αυτή που προκάλεσε ο Τριακονταετής πόλεμος. Την οριοθέτηση αυτής της εξελικτικής βαθμίδας, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε «όψιμη κλασική», τη βασίζουμε στην αυθεντία του Βίνκελμαν, που αντιπαραθέτει στην «αρχαϊκή» και την «υψηλή» τεχνοτροπία την «ωραία» τεχνοτροπία, την τεχνοτροπία του Πραξιτέλη και του Λύσιππου: «μ' αυτή την περίοδο αρχίζει η τελευταία εποχή των μεγάλων ανδρών στην Ελλάδα.» Ήδη στην όψιμη αρχαιότητα η Ελλάδα δεν ήταν πια παρά ένα ενδιαφέρον ερείπιο. Στην εποχή του Πολύβιου η στειρότητα των ελληνικών γάμων, συνέπεια της φτώχειας και της φυσικής εξάντλησης, ήταν παροιμιώδης. Ο Οβίδιος αποκαλεί την Αθήνα άδεια πόλη, απ' την οποία το μόνο που έμεινε ήταν το όνομα, ενώ ο σύγχρονός του Στράβων λέει ότι η Θήβα ήταν χωριό· εκατό χρόνια αργότερα ο Πλούταρχος παραπονιέται ότι απ' όλους τους λαούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εκείνος που παράκμασε αριθμητικά περισσότερο ήταν ο ελληνικός. Παντού έβλεπε κανείς ρημαγμένα σπίτια, οι αγορές είχαν γίνει βοσκές, μέσα απ' τα χωράφια ξεπρόβαλλαν τα κεφάλια των μαρμάρινων αγαλμάτων. Τα κύρια έσοδα των πόλεων ήταν το εμπόριο με την αναγόρευση διαφόρων ατόμων σε επίτιμους δημότες ή ιερείς και η ανέγερση δημόσιων αγαλμάτων. Ο Μόμζεν συγκρίνει εύστοχα αυτή την κατάσταση με την αγορά τίτλων ευγενείας από τους ηγεμόνες των διαφόρων γερμανικών κρατιδίων. Στη Ρώμη ήταν πασίγνωστες μορφές οι γραικύλοι^ Έλληνες λόγιοι και ρήτορες, που αντιμετωπίζονταν με περιφρόνηση ως αργυρώνητα παράσιτα, αλλά ωστόσο οι Ρωμαίοι τους χρειάζονταν. Τα περισσότερα οικοδομήματα και μνημεία έστεκαν ακόμα όρθια* επίσης, ο πλούτος των βιβλιοθηκών και οι διάσημοι δάσκαλοι προσέλκυαν στη χώρα πολλούς ξένους, ενώ οι ιαματικές πηγές τραβούσαν πολλούς προσκυνητές, 7

97


γιατί στις αρχαίες αντιλήψεις η θρησκεία και η ιατρική ήταν αναπόσπαστα συνδεμένες. Πολλοί θεώρησαν τη ρωμαϊκή κατάκτηση ως καλοτυχία* έκριναν ότι «αν δεν είχαμε χαθεί τόσο γρήγορα, δεν θα μπορούσαμε πια να σωθούμε», και πράγματι, από τότε κι έπειτα επικράτησε διαρκής ειρήνη, γιατί οι μάχες που έκριναν τον ρωμαϊκό εμφύλιο πόλεμο (και που έγιναν όλες σε ελληνικό έδαφος) δεν ταλαιπώρησαν τον πληθυσμό. Αργότερα, στη βυζαντινή περίοδο, η Ελλάδα ήταν μια ασήμαντη επαρχία που μαστιζόταν από επιδρομές ξένων λαών. Οι Γότθοι ήρθαν, έφυγαν και ξανάρθαν. Τους ακολούθησαν Βάνδαλοι, Ούννοι, Άβαροι και από τα μέσα του όγδοου αιώνα τόσο πολλοί Σλάβοι, ώστε ο Φαλμεράιερ διατύπωσε τον περασμένο αιώνα μια θεωρία που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, ότι δηλαδή οι σημερινοί Έλληνες δεν έχουν καμιά σχέση με τους αρχαίους. Η θεωρία αυτή είναι σίγουρα τραβηγμένη απ' τα μαλλιά: μπορεί βέβαια να υπάρχουν στη σημερινή Ελλάδα πλήθος σλαβικά τοπωνύμια, αλλά υπάρχουν ακόμα περισσότερα γνήσια ελληνικά, ενώ ακόμα και σήμερα πολλές αντιλήψεις της αρχαίας μυθολογίας επιζούν στον λαό· η Λάμια π.χ. είναι και σήμερα το ίδιο επίφοβη όσο τον καιρό του Ησίοδου. Τα ελαττώματα που καταλογίζονται στους Νεοέλληνες τα είχαν και οι πρόγονοί τους, και μάλιστα τουλάχιστο στον ίδιο βαθμό. Όμως αυτό που λέει ο Ερνέστος Κούρτιος για την Πελοπόννησο: «Η επισκόπηση της πολυκύμαντης τύχης αυτής της χώρας μας διδάσκει ότι η Πελοπόννησος μόνο στα χρόνια των αρχαίων ελληνικών φύλων είχε μια ιστορία που ν"' αξίζει τον κόπο να ψάξουμε ευλαβικά να βρούμε τα ίχνη της», ισχύει για ολόκληρη την Ελλάδα, ακόμα και για την Αθήνα, για την οποία ένα βυζαντινό επίγραμμα έλεγε: «Τίποτα πια δεν υπάρχει, έξω από τους τάφους των νεκρών και τις σκιές των σοφών.» Ός ένα βαθμό, μάλιστα, η ιστορία ακολουθεί υπόγεια διαδρομή, όπως τα ελληνικά ποτάμια, που τοπικά βυθίζονται σε «καταβόθρες». Ό,τι απόμεινε απ' τον ελληνικό πολιτισμό συνέχισε να ζει στο Βυζάντιο. Και από πολιτική επίσης άποψη το κέντρο βάρους μετατοπίσθηκε στον άλλοτε βάρβαρο Βορρά. Σήμερα, ένα μείζον ελληνικό κράτος δεν θα μπορούσε πια να έχει για κέντρο την Αθήνα, παρά μόνο την Κωνσταντινούπολη. Στα μέσα του δωδέκατου αιώνα εμφανίσθηκαν Φράγκοι κατακτητές. Δούκες και βαρώνοι έστησαν τους σταυρούς τους στις ακρο98


πόλεις, χριστιανοί ιππότες γέμισαν τους ειδωλολατρικούς ναούς, εικόνες της Παναγίας γέμισαν τα ιερά της Αθηνάς. Τον δέκατο τέταρτο αιώνα ήρθαν Αλβανοί, στα μέσα του δέκατου πέμπτου αιώνα οι Τούρκοι. Ο Παρθενώνας έγινε τζαμί. Πολλοί Έλληνες υτυηρετούσαν ως στρατιώτες σε ευρωπαϊκούς στρατούς, ως «ελληνιστές» σε ευρωπαϊκές αυλές, ως υπουργοί και γενίτσαροι στην τουρκεμένη Κωνσταντινούπολη. Γύρω στα τέλη του δέκατου έβδομου αιώνα ο Μωριάς, όπως λεγόταν τώρα η Πελοπόννησος, έγινε για ένα τέταρτο του αιώνα βενετσιάνικος και γνώρισε ακμή. Ο ελληνικός απελευθερωτικός αγώνας, που κάλυψε την τρίτη δεκαετία του δέκατου ένατου αιώνα, παρακολουθήθηκε απ** ολόκληρη την Ευρώπη με μεγάλη αγωνία και σχεδόν γενική συμπάθεια. Ο πόλεμος ήταν απ' την αρχή χαμένος για την Τουρκία, γιατί σ' αυτό το ζήτημα το πρόγραμμα της ρωσικής βαλκανικής πολιτικής συμφωνούσε με το πρόγραμμα του αγγλικού φιλελευθερισμού. Το νεαρό βασίλειο κέρδισε το 1864 τα Ιόνια νησιά, το 1878 τη Θεσσαλία, στους βαλκανικούς πολέμους την Κρήτη, την Ήπειρο, τη νότια Μακεδονία κι ένα μέρος των μικρασιατικών νησιών, στον παγκόσμιο πόλεμο τη νοτιοδυτική Θράκη, για ένα διάστημα μάλιστα ακόμα και την ανατολική Θράκη και το βιλαέτι της Σμύρνης, που όμως τα έχασε προς όφελος της Τουρκίας. Στη σημερινή Ελλάδα επικρατεί διγλωσσία, ένα πολύ παράξενο φαινόμενο, που δεν υπάρχει σε κανέναν άλλο λαό του κόσμου: στην καθημερινή ζωή χρησιμοποιείται η «δημοτική» γλώσσα, που αντιπροσωπεύει τα ζωντανά ελληνικά, ενώ στον γραπτό λόγο και την καλή κοινωνία, την εκκλησία και τις δημόσιες υπηρεσίες είναι σε χρήση η λεγόμενη «καθαρεύουσα», που προσπαθεί να μιμηθεί τα αρχαία ελληνικά των αττικών ρητόρων του τέταρτου προχριστιανικού αιώνα. Φυσικά, τα παιδιά στο σχολείο υποχρεώνονται να μάθουν την καθαρεύουσα σαν ξένη γλώσσα. Ωστόσο, οι σημαντικότεροι Νεοέλληνες λογοτέχνες έχουν τη σύνεση να γράφουν στη γλώσσα του λαού. Οπωσδήποτε, η ελληνική ιστορία είναι η πιο μακραίωνη ευρωπαϊκή ιστορία που γνωρίζουμε* καλύπτει σε αδιάσπαστη συνέχεια τέσσερις χιλιετηρίδες. Αλλά συνήθως η αρχή της «ιστορικής» περιόδου τοποθετείται γύρω στο 750 π.Χ. Όπως αναπτύξαμε στον προηγούμενο τόμο, με την αιγαία μετανάστευση, που συμπίπτει μάλλον με τους τελευταίους δύο αιώνες της δεύτερης προχριστιανικής χιλιετηρίδας, έγιναν μεγάλες πληθυσμιακές ανακατάξεις. Οι Δωριείς 99


απωθήθηκαν από την κεντρική Ελλάδα και, κατεβαίνοντας προς τα νότια, κατέλαβαν τη Μεγαρίδα και τις τέσσερις χερσονήσους της Πελοποννήσου, όπως επίσης την Κρήτη και το νότιο τμήμα των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας με το μεγάλο νησί της Ρόδου. Οι Ίωνες, που ήταν εγκατεστημένοι στην Αττική και την Εύβοια, εξαπλώθηκαν στις Κυκλάδες και στο κεντρικό τμήμα των μικρασιατικών ακτών, με τα νησιά που βρίσκονται μπροστά απ^ αυτές. Η έννοια «Αιολείς» είναι δύσκολη και ασαφής. Σ' αυτούς δεν ανήκαν μόνον οι Θεσσαλοί, οι Βοιωτοί και οι «Αχαωί» που αρχικά ήταν εγκατεστημένοι στην Πελοπόννησο και με τη δωρική εισβολή αναγκάσθηκαν να μεταναστεύσουν εν μέρει στη Λέσβο και τη βόρεια άκρη της αντικρυνής ακτής, αλλά και οι κάτοικοι της Ακαρνανίας και της Αιτωλίας, της Λοκρίδας και της Φωκίδας, της Ήλιδας και της ΑχαΓας, για τους οποίους χρησιμοποιείται πρόσφατα το συλλογικό όνομα «βορειοδυτικοί Έλληνες». Επίσης και οι Αρκάδες ήταν απόγονοι των Αχαιών. Ίσως το απλούστερο θα ήταν να θεωρούμε αιολικά όλα τα φύλα που δεν ήταν ούτε δωρικά ούτε ιωνικά. Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι οι βορειοδυτικοί Έλληνες χαρακτηρίζονται επίσης και «Βορειοδωριείς», κι έτσι καταλήγουμε αισίως σε πλήρη σύγχυση. Ο ελληνικός αποικισμός έφτασε στο αποκορύφωμα της έντασής του ανάμεσα στο 750 και το 550. Οι κυριότεροι «κόμβοι» του, κάτι σαν γάγγλια που έστελναν τα νεύρα τους προς όλες τις κατευθύνσεις, ήταν από τη δωρική πλευρά η Κόρινθος, τα Μέγαρα και η Αίγινα, από την ιωνική η Χαλκίδα και η Ερέτρια στην Εύβοια και η Μίλητος και η Φώκαια στη Μικρά Ασία. Οι δύο τελευταίες πόλεις, καθώς ήταν χτισμένες στη θάλασσα και ταυτόχρονα στην εκβολή μεγάλων ποταμών (η Μίλητος όχι μακριά από τον Μαίανδρο, η Φώκαια κοντά στον Έρμο), είχαν δεσπόζουσα θέση. Οι καινούριες αποικίες ήταν πριν απ^ όλα γεωργικές πόλεις και γι' αυτό τις έχτιζαν κοντά σε εύφορα εδάφη* αλλά φυσικά, εκτός απ** αυτό, φρόντιζαν να τις χτίζουν κοντά σε παράλια κατάλληλα για ελλιμενισμό. Έτσι, μέσα σε δυο αιώνες απλώθηκαν («σαν βεντάλια», λέει ο Μπούρκχαρτ) ελληνικές αποικίες σ' ολόκληρη τη Μεσόγειο και, σαν πυκνοπλεγμένο στεφάνι, γύρω από τη Μαύρη θάλασσα. Δεν πρέπει όμως να φανταζόμαστε κάτι σαν τις σημερινές αποικιακές αυτοκρατορίες, όπως λόγου χάρη η αγγλική, γιατί οι θυγατρικές πόλεις ήταν απόλυτα αυτόνομες και 100


το μόνο που τις έδενε με τη μητρόπολη ήταν συναισθηματικοί δεσμοί, που συχνά όμως ήταν πολύ δυνατοί. Στο Βορρά, η μακεδονική και η θρακική ακτή αποικίσθηκαν κυρίως από την Ερέτρια και τη Χαλκίδα, που έδωσε και τ' όνομά της στη χερσόνησο της Χαλκιδικής. Στη δυτικότερη από τις τρεις γλώσσες της Χαλκιδικής, η Κόρινθος ίδρυσε την Ποτείδαια, που κι αυτή, σαν μικρογραφία της μητρόπολής της, βρίσκεται ανάμεσα σε δυο θαλάσσιους μυχούς. Ο Πόντος, χάρη στη Μίλητο που δημιούργησε εκεί ενενήντα ολόκληρες αποικίες, από άζεινος (δηλαδή αφιλόξενος) που λεγόταν πρώτα, έγινε εΰξεινος^ δηλαδή φιλόξενος, ενώ οι Μεγαρείς κυριαρχούσαν στα στενά του Βόσπορου χάρη στις δυο αντικρυστές πόλεις που έχτισαν, την Καλχηδόνα (αργότερα Χαλκηδόνα) και το Βυζάντιο. Τα Δαρδανέλλια και οι εκβολές του Δούναβη, η ακτή του Καύκασου και η χερσόνησος της Κριμαίας ήταν υπό ελληνική επιρροή. Τα ιωνικά εμπορεύματα έφταναν ώς το Κίεβο, ενώ από τα αστείρευτα εδάφη της νότιας Ρωσίας ξεκινούσαν για την Ελλάδα μαλλί και ξυλεία, κτήνη και δημητριακά. Προς το Νότο οι Έλληνες έφτασαν ώς τα βορειαφρικανικά παράλια: εκεί οι Δωριείς ίδρυσαν στην Κυρηναϊκή μερικές πόλεις που γνώρισαν μεγάλη ακμή. Η περίφημη κύλικα του Αρκεσίλαου, έργο των μέσων του έκτου αιώνα, παριστάνει το βασιλιά της Κυρηναϊκής Αρκεσίλαο Β' να επιβλέπει το ζύγισμα και το φόρτωμα του σίλφιου. Ο Καλλίμαχος, ο πιο ξακουστός ποιητής, και ο Ερατοσθένης, ο πιο επιφανής λόγιος του τρίτου προχριστιανικού αιώνα, κατάγονταν από την Κυρήνη. Την εξάπλωση πέρα από τα όρια της Λιβύης την εμπόδιζε προς τα δυτικά η Καρχηδόνα και προς τα ανατολικά η Αίγυπτος, αλλά στην πόλη του Νείλου Ναύκρατι οι Έλληνες έμποροι απολάμβαναν παρόμοια θέση όπως οι Χανσεάτες στο Λονδίνο. Στα παράλια της νότιας Γαλλίας οι Φωκαείς ίδρυσαν τη Μασσαλία, απ' όπου ξεκινούσαν εμπορικές αποστολές που ανάπλεαν τον Ροδανό και τον Λίγηρα κι έφταναν ώς τον Ατλαντικό ωκεανό. Επίσης, τα γαλλικά ονόματα Αντίμπ και Νις μας θυμίζουν ακόμα και σήμερα τις αρχαίες πόλεις Αντίπολη και Νίκαια. Αλλά οι σημαντικότερες αποικίες ιδρύθηκαν, to αργότερο απ' τις αρχές του έβδομου αιώνα κι έπειτα, στη νότια Ιταλία και τη Σικελία, όπου σε μεγάλες εκτάσεις υπήρχε ακόμα παρθένο, αγονιμοποίητο έδαφος. Οι κυριότεροι αποικιστές ήταν Αχαιοί. Οι εξαίρετες συνθήκες που διαμορφώθη101


καν εκεί βρήκαν την έκφρασή τους στον χαρακτηρισμό «Μεγάλη Ελλάδα», που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες γι** αυτές τις περιοχές. Η Νεάπολη και ο Τάρας, ο Ακράγας και οι Συρακούσες είναι ονόματα με παγκόσμια αίγλη. Ο πλούτος των Μεταποντίων, που είναι ενδεικτικό ότι είχαν για έμβλημά τους το στάχι, ήταν το ίδιο παροιμιώδης όσο και η διαλεκτική δεινότητα των Ελεατών και η καλοζωία των Συβαριτών. Η Σικελία ήταν η πατρίδα της επιστημονικής μαγειρικής. Ο Κρότων έβγαζε τους καλύτερους γιατρούς. Για τους Ακραγαντίνους έλεγαν πως χτίζουν σαν να επρόκειτο να ζήσουν αιώνια και τρώνε σαν να επρόκειτο να πεθάνουν αύριο. Στην πόλη τους έβλεπε κανείς ναούς με τεράστιες διαστάσεις, αφύσικες για το ελληνικό γούστο, πολυτελέστατα ταφικά μνημεία (ακόμα και για άλογα ιπποδρομιών), πολυόροφες κάβες, ένα ιχθυοτροφείο με μήκος πάνω από ένα χιλιόμετρο, παράτες τριακοσίων αρμάτων με εκλεκτά άλογα και χρυσά σύνεργα του μπάνιου. Ολόκληρος ο πολιτισμός της Ιταλίας είναι ελληνικός. Το αλφάβητο, η καλλιτεχνική βιομηχανία, η λογοτεχνία, ακόμα και η μεταγενέστερη θρησκεία, όλα αυτά αναπτύχθηκαν στη Ρώμη σύμφωνα με ελληνικά πρότυπα. Το ίδιο συνέβη και μ^ όλους τους κλάδους της τεχνολογίας: σ' αυτό οφείλονται οι πολλές ξένες λέξεις που υπάρχουν στα λατινικά για τα πιο καθημερινά πράγματα. Οι Ρωμαίοι δεν απόκτησαν ποτέ αυτοδύναμη πνευματική ζωή και φορούσαν πάντα ξένο κοστούμι, αν και το κοστούμι αυτό ήταν το λαμπρότερο και ακριβότερο απ' όλα.Δεν υπάρχει ρωμαϊκή ψυχή. Κι έτσι έγινε κάτι συγκλονιστικό: η Ρώμη να διαφεντεύει ολόκληρο τον κόσμο, αλλά όχι τον ίδιο της τον εαυτό. Μόνον η βόρεια Ιταλία έμεινε σχεδόν ανέγγιχτη απ' την ευλογία και την κατάρα του ελληνικού κέρατος της Αμάλθειας: περιφρονημένη στην αρχαιότητα, έγινε στα νεότερα χρόνια η πηγή της δύναμης στο κράτος, στον πολιτισμό: οι απόγονοι των βάρβαρων Βενετίων και Λιγύων θεμελίωσαν την εξουσία της Βενετίας και της Γένοβας, των δύο θαλασσοκρατειρών, απ' τη Φλωρεντία ξεκίνησε η Αναγέννηση, στο Πεδεμόντιο γεννήθηκε το κίνημα που οδήγησε στην ένωση της Ιταλίας, ενώ και ο φασισμός ήρθε από τα βόρεια. Γύρω στα μέσα του έκτου αιώνα το αποικιστικό κίνημα παραλύει. Εμφανίζονται στο προσκήνιο καινούριες υπερδυνάμεις: στην Ανατολή οι Πέρσες, που λίγο αργότερα απλώνουν χέρι στην Αίγυ102


πτο, στη Δύση οι Ετρούσκοι και οι Φοίνικες. Απ' την άλλη μεριά, την (δια εποχή αρχίζει η άνοδος της Αθήνας. Τον έκτο αιώνα η Αττική αριθμούσε γύρω στις εκατό χιλιάδες κατοίκους, τον πέμπτο αιώνα ένα τέταρτο του εκατομμύριου* απ' αυτούς οι μισοί ή ίσως και τα δύο τρίτα ήταν δούλοι ή μέτοικοι. Ώς εκείνη τη στιγμή, η σημαντικότερη εμπορική δύναμη του Αιγαίου ήταν η Αίγινα, ένα μικρό κι άγονο νησί, που όμως χάρη στην έξοχη γεωγραφική του θέση και τον ισχυρό του στόλο είχε εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις, ανθηρή βιομηχανία, που έτεινε ήδη προς τη μαζική χρησιμοποίηση δούλων, και αξιόλογα κεφάλαια: στην Αίγινα υπήρχαν αρκετοί περιώνυμοι «εκατομμυριούχοι». Στη διάρκεια του έκτqυ αιώνα τα αττικά κεραμικά προϊόντα κατέκτησαν την παγκόσμια αγορά. Για τους Έλληνες της Μικράς Ασίας, τη σοβαρότερη απειλή την αποτελούσε αρχικά το βασίλειο της Αυδίας, που με τον Γύγη απόκτησε αξιόλογη δύναμη στο πρώτο μισό του έβδομου αιώνα. Υπό τον εγγονό του Αλυάττη το κράτος αυτό περιλάμβανε ήδη ολόκληρη τη δυτική Μικρά Ασία, με εξαίρεση τις ελληνικές παράκτιες πόλεις, που όμως υποτάχθηκαν η μια μετά την άλλη στη λυδική επικυριαρχία από τον Κροίσο, το γιο του Αλυάττη* μόνον η Μίλητος κατόρθωσε ν' αντισταθεί μ' επιτυχία. Όμως η κυριαρχία των Αυδών δεν ήταν με κανένα τρόπο βαρβαροκρατία: ο Κροίσος ήταν ένας σπάταλος λάτρης των ελληνικών θεών, στους οποίους αφιέρωσε υπέροχους ναούς και αναθήματα, και του ελληνικού πολιτισμού, τον οποίο υποστήριζε με κάθε μέσο. Ωστόσο είχε σκοπό να υποτάξει τα νησιά και την ευρωπαϊκή Ελλάδα, και λέγεται ότι είχε αρχίσει να ναυπηγεί στόλο, όταν νικήθηκε το 546 από τον Κύρο. Αέγεται ότι τη νίκη των Περσών την έκριναν οι καμήλες (που, με την ευκαιρία, έπαιξαν σημαντικό ρόλο και το 1389 στη μάχη του Κοσσυφοπέδιου). Οι Σάρδεις εκπορθήθηκαν, ο Κροίσος πιάστηκε αιχμάλωτος, αλλά ο Κύρος του φέρθηκε τιμητικά και τον πήρε στην αυλή του ως συμβουλάτορα. Ο γνωστός θρύλος για τον Κροίσο και τον Σόλωνα δεν είναι και τόσο απίθανος, γιατί ο δεύτερος ζούσε ακόμα όταν ο πρώτος ανέβηκε στο θρόνο: η ιστορία αυτή θέλει να δείξει ότι η ύβρη οδηγεί στην πτώση, ή ίσως ακόμα ότι η οικογενειακή κατάρα διαιωνίζεται, γιατί ο Γύγης είχε φορέσει το στέμμα χάρη σ' έναν ύπουλο φόνο. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, αυτό που έσωσε τον Κροίσο από την πυρά δεν ήταν η κραυγή «Ω Σόλων!)), αλλά η βροχή του Απόλλωνα που έσβησε τη φωτιά. 103


Ίσως αυτό να ήταν κάτι σαν αποζημίωση για τον πασίγνωστο και αρκετά πονηρό χρησμό του μαντείου των Δελφών. Πάντως η αφήγηση αυτή είναι μια ωραία αλληγορία για την εφήμερη λάμψη των κάθε λογής κορυφών. Η ελληνική μοναρχία υποχωρεί, από την αρχή κιόλας της περιόδου του αποικισμού, μπροστά στην αριστοκρατία. Όπως φαίνεται, από πρώτύτερα ήδη η μοναρχία δεν ήταν πια παρά ένα είδος στρατιωτικής εξουσίας χωρίς πραγματική νομική κατοχύρωση. Ο φόρος είχε τη μορφή δώρου: ο Ησίοδος αποκαλεί τον βασιλιά «δωροφάγο»· αλλά η κύρια πηγή του βασιλικού πλούτου ήταν πάντοτε το μερίδιο από τα λάφυρα των ληστρικών επιδρομών: ο Οδυσσέας ρωτάει τη σκιά του Αγαμέμνονα αν έπεσε στη μάχη μπροστά στην πόλη ή «καθώς έκλεβε βόδια και μαλλιαρά θρεφτάρια»: και οι δυο δραστηριότητες λοιπόν ήταν το ίδιο αντάξιες του βασιλικού αξιώματος και μάλλον η μια ηταν παραλλαγή της άλλης. Ο Αλκίνοος είναι βέβαια κληρονομικός βασιλιάς των Φαιάκων, αλλά στο πλευρό του παρακάθονται άλλοι δώδεκα «βασιλιάδες» με ίσα δικαιώματα, που εκλέγονται εφ** όρου ζωής: θα μπαίναμε στον πειρασμό να τους αποκαλέσουμε «δόγηδες». Οι «μνηστήρες» πάλι είναι μια κλίκα αριστοκρατών που έχει βάλει σκοπό της την ανατροπή της μοναρχίας. Αυτή η ανατροπή φαίνεται ότι έγινε σχεδόν παντού με ειρηνικό τρόπο, χάρη στη δημιουργία καινούριων αξιωμάτων: του άρχοντα^ ως ανώτατης πολιτικής αρχής, του πολέμαρχου^ ως αρχιστράτηγου, των θεσμοθετών^ επιμελητών των νόμων. Όλοι αυτοί οι αξιωματούχοι περιόριζαν όλο και περισσότερο τη βασιλική εξουσία, ώσπου η τελευταία κατάντησε ένας άδειος τίτλος: στο τέλος η μόνη αρμοδιότητα του βασιλιά ήταν να θυσιάζει για λογαριασμό ολόκληρης της κοινότητας, γιατί σύμφωνα με τις παλιές θρησκευτικές αντιλήψεις μόνον ένας βασιλιάς είχε αυτό το δικαίωμα. Από το 750 περίπου κι έπειτα, μόνο στις παρυφές του ελληνικού κόσμου υπάρχουν πια βασιλικά πολιτεύματα: στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και την Κύπρο. Η υπεροχή των ευγενών «ιππέων» βασιζόταν στη στρατιωτική τους σπουδαιότητα. Ουσιαστικά δεν δικαιολογούσαν το όνομά τους, γιατί συνήθως πολεμούσαν πεζοί. Αλλά μόνον αυτοί είχαν τα μέσα να προσπορίζονται βαρύ οπλισμό. Με τον καιρό όμως η δαπανηρότητα αυτού του οπλισμού ελαττώθηκε, έτσι ώστε σύντομα ακόμα κι ένας πολίτης με μέσο εισόδημα μπορούσε ν' αγοράσει όπλα και θώ104


ρακα. Εξάλλου, η κλειστή φάλαγγα των οπλιτών, που, όπως ήταν φυσικό, στρατολογούνταν από τη μάζα, έγινε σιγά-σιγά ο σημαντικότερος τακτικός σχηματισμός. Στη μεσαία τάξη όμως, ιδιαίτερα την αγροτική, επικρατούσε μεγάλη και δικαιολογημένη δυσαρέσκεια. Οι δικαστικές αποφάσεις στο αριστοκρατικό καθεστώς ήταν μεροληπτικές: παντού ακούγονταν παράπονα για παρωδίες δικών. Καθώς η κληρονομιά μοιραζόταν κατ** ισομοιρία στους γιούς, δημιουργούνταν μικροσκοπικές παραγωγικές μονάδες,που σε περίπτωση κακής συγκομιδής κατέρρεαν. Δάνεια όμως παραχωρούνταν μόνο με δυσβάσταχτο τόκο. Παντού στα χωράφια ξεφύτρωναν πέτρινες στήλες που έδειχναν ότι ήταν υποθηκευμένα. Όσοι καθυστερούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους, γινόντουσαν δούλοι. Προς τα τέλη του έβδομου αιώνα τα πράγματα είχαν προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε η έγγεια ιδιοκτησία βρισκόταν στα χέρια λίγων μεγαλογαιοκτημόνων. Για ν' αποτραπεί η επανάσταση, που ήταν επί θύραις, έγιναν στην αρχή προσπάθειες να μεταρρυθμισθεί η νομοθεσία. Στην Αθήνα, ο Δράκων έβαλε να καταγραφεί το ποινικό δίκαιο. Οι νόμοι του, «γραμμένοι με αίμα», είχαν σκοπό ν' αναχαιτίσουν την κακοδαιμονία της βεντέτας, που ήταν ακόμα πολύ διαδομένη. Ο Δράκων έκανε διάκριση ανάμεσα σε ατιμώρητο φόνο (σε περίπτωση άμυνας, μοιχείας, επιθέσεων κατά της περιουσίας), απόπειρα φόνου, που τιμωρούνταν με εξορία, και δολοφονία, που τιμωρούνταν με θάνατο, καθώς και κάθε είδος κλοπής· ο ηθικός αυτουργός εξισωνόταν με τον δράστη. Σε γενικές γραμμές η καινούρια νομοθεσία ήταν «δρακόντεια» μόνον από τη σκοπιά της μεταγενέστερης ελληνικής νοοτροπίας, που της έδωσε αυτόν το χαρακτηρισμό· αν τη δούμε από τη μεριά της κατάστασης που επικρατούσε ώς τότε, ήταν ήπια και ευεργετική. Σ** ολόκληρη την Ελλάδα η κωδικοποίηση του δικαίου συνδέθηκε με πολυθρύλητες προσωπικότητες και η επιστήμη έσπευσε να τις θεωρήσει όλες μυθικές. Έτσι, ο Δράκων, που τ' όνομά του σημαίνει δράκος, υποτίθεται ότι δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά ο θεός-φίδι, ενώ ο Λυκούργος, δηλαδή «αυτός που φέρνει φως», και ο Ζάλευκος, «ο αστραφτερά λευκός», ήταν ο θεός του ήλιου. Όμως σχεδόν όλα τα ανθρώπινα ονόματα είναι συμβολικά, και γι' αυτό μπορεί κανείς να θεωρήσει τον κάθε φορέα τους ως ανθρωποποιημένο θεό, όταν δεν υπάρχουν αδιάσειστα επιχειρήματα για το αντίθετο. Μ' αυτή τη μέθοδο μπορεί κανείς ν** αποδείξει ό,τι θέλει. Έτσι, για παράδειγμα, ο Αμερικανός ερευνητής 105


Μπέντζαμιν Σμιθ διακήρυξε ότι Ναζωραίος σημαίνει στα εβραϊκά «φύλακας» και επομένως δε βγαίνει από κάποια Ναζαρέτ, που δεν υπήρξε ποτέ, αλλά ήταν απλώς το όνομα μιας αίρεσης και, κατά συνέπεια, ο Χριστός δεν ήταν παρά ένας εβραϊκός θεός. Καταλαβαίνουμε πόσο «σοβαρή» είναι αυτή η μέθοδος, αν πάρουμε ένα σύγχρονο παράδειγμα. 'Οπως είναι γνωστό, υπάρχει μια αίρεση που λέγεται «Χερνχουτικοί». Ίσως έπειτα από δυο χιλιάδες χρόνια μερικοί κουφιοκεφαλάκηδες σοφοί του είδους του Σμιθ να δηλώσουν μ' ένα αγέρωχο χαμόγελο ότι αυτό το όνομα σημαίνει «Hüter des Herrn», δηλαδή «φύλακες του Κυρίου», γιατί εκείνη την εποχή ίσως να μην υπάρχει πια στο χάρτη η πόλη Χέρνχουτ (Herrnhut), όπως δεν υπάρχει πια η Ναζαρέτ στο σημερινό χάρτη. Το 594 οι Αθηναίοι εξέλεξαν τον Σόλωνα «συμφιλιωτή» και νομοθέτη με απεριόριστη εξουσία. Ο Σόλων ανήκε στο παμπάλαιο βασιλικό γένος των Μεδοντιδών, αλλά τα μακρινά εμπορικά ταξίδια του τον είχαν εξοικειώσει με το τυνεύμα της νέας εποχής. Παλιότερα είχε παροτρύνει τους συμπατριώτες του με μια φλογερή ελεγεία να κατακτήσουν τη Σαλαμίνα, που, όπως κατάλαβε χάρη στην πολιτική διορατικότητά του, αποτελούσε το κύριο εμπόδιο στην εξάπλωση της αττικής ναυτικής δύναμης. Σ' άλλα ποιήματά του προειδοποίησε για την καταστροφή που αναπόδραστα θα έφερναν οι κοινωνικές κακοδαιμονίες. Μας προκαλεί έκπληξη ότι οι Αθηναίοι διάλεξαν ίσα-ίσα ένα ποιητή για ν^ ανανεώσει την κρατική τους οργάνωση· ίσως όμως τα ποιήματα του Σόλωνα να μην ήταν παρά η συνηθισμένη τότε μορφή πολιτικού υπομνήματος. Το πρώτο πράγμα που διέταξε ο Σόλων ήταν η γενική «σεισάχθεια», δηλαδή αποτίναξη των βαρών όλα τα χρέη κηρύχ^καν άκυρα, όλοι όσοι είχαν γίνει δούλοι λόγω των χρεών τους απελευθερώθηκαν, όσοι απ' αυτούς είχαν πουληθεί στο εξωτερικό εξαγοράσθηκαν με κρατικά έξοδα, γιατί ο νόμος είχε αναδρομική ισχύ. Ο Σόλων απαγόρεψε ολότελα να δανείζεται κανείς βάζοντας ενέχυρο τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς επίσης και το ν' αποκτά κανείς έγγεια ιδιοκτησία πέρα από ένα ορισμένο ανώτατο όριο. Αντίθετα, αντιτάχ^κε στο ριζοσπαστικό αίτημα ν' ανακατανεμηθεί ολόκληρο το έδαφος της Αττικής. Με το όνομά του συνδέθηκε επιπλέον η καθιέρωση της ελεύθερης διαθήκης, των ορκωτών δικαστηρίων και ενός ταξικού εκλογικού συστήματος που βασιζόταν στο εισόδημα από την έγγεια πρόσοδο. Το έργο του, όπως καυχιόταν ο ί106


διος, ακολουθούσε τη μέση οδό. Κανένας δεν το επιδοκίμαζε εντελώς ούτε το απέρριπτε εντελώς, γι' αυτό ακριβώς κι είχε διάρκεια. Αλλά μπορούμε να πούμε επίσης ότι γι' αυτό ακριβώς δεν ικανοποιούσε μακροπρόθεσμα κανέναν. Όταν ο Σόλων το ολοκλήρωσε, παραιτήθηκε οικειοθελώς από τις έκτακτες εξουσίες του κι εγκατέλειψε το πεδίο όπου είχε δράσει, αποδείχνοντας έτσι ότι δίκαια οι αρχαίοι τον συγκατάλεγαν στους εφτά σοφούς. Ακόμα και τα ποιητικά αποσπάσματά του φανερώνουν οξυδέρκεια και σαφή γνώση του κόσμου, που όμως δεν φτάνει ψηλότερα από μια ολότελα πρακτική ηθική, απορρίπτοντας το κακό μόνον εξαιτίας των αναπόφευκτων αρνητικών συνεπειών του. Η πεζή, πραγματιστική νοοτροπία του Σόλωνα φαίνεται, ανάμεσα στ' άλλα, από το γεγονός ότι χαρακτήριζε την εφεύρεση του θέσπι «ανώφελη ψευδολογία». Οι ανδροπρεπείς, ευγενικοί, ώριμοι στίχοι του αποστηθίζονταν επί αιώνες από τους μαθητές και παραθέτονταν από ρήτορες και πολιτικούς. Πλάι στις κοινωνικές ανακατατάξεις, και μαζί μ' αυτές, έγιναν ριζικές αλλαγές στην οικονομία και στις συναλλαγές. Στις ιωνικές πόλεις κ��θιερώθηκε, γύρω στις αρχές του έβδομου αιώνα, το χρήμα. Ώς τότε χρησιμοποιούνταν στις καθημερινές συναλλαγές λεπτές ράβδοι χαλκού, που απ' το σχήμα τους λέγονταν οβολοί^ δηλαδή σούβλες* έξι τέτοιοι οβολοί αποτελούσαν μια «χούφτα», δραχμή (από το δράττομαι = αδράχνω, πιάνω): αυτά τα ονόματα πέρασαν στα κατοπινά ελληνικά νομίσματα. Τώρα όμως οι Έλληνες άρχισαν να κόβουν κέρματα, που το βάρος και η περιεκτικότητά τους σε πολύτιμο μέταλλο ήταν εγγυημένα με κρατική σφραγίδα και που, σ' ένα λαό που δεν έκανε τίποτα χωρίς τέχνη, ττήραν γρήγορα τις πιο διαφορετικές και γοητευτικές μορφές.Ως μέταλλο χρησιμοποιούσαν το ήλεκτρο, ένα κράμα από χρυσάφι και ασήμι, των οποίων όμως η αναλογία κυμαινόταν έντονα από πόλη σε πόλη. Εκείνος που έβαλε τέρμα σ' αυτή τη σύγχυση, κόβοντας νομίσματα από ατόφιο χρυσάφι και ασήμι, ήταν ο Κροίσος. Ώς τον έκτο αιώνα η κυκλοφορία του χρήματος περιοριζόταν στη Μικρά Ασία και στα κυριότερα εμπορικά κέντρα της Κεντρικής Ελλάδας. Κατόπιν όμως εξαπλώθηκε παντού, ώς τους Έλληνες της Ιταλίας και της Σικελίας. Η μεγαλύτερη ελληνική νομισματική μονάδα ήταν το τάλαντο. Ένα τάλαντο είχε εξήντα μνες, μια μνα εκατό δραχμές, μια δραχμή έξι οβολούς. Παράλληλα υπήρχαν κέρματα των δύο, τριών και τεσσάρων οβολών, των δύο και 107


τεσσάρων δραχμών: διόβολα, τριόβολα και τετρόβολα, στατήρες και τετράδραχμα. Για να πάρουμε μια γενική ιδέα για την αγοραστική δύναμη όλων αυτών των νομισμάτων (που φυσικά άλλαζε συνεχώς στην πορεία της ελληνικής ιστορίας), θ' αναφέρουμε ότι την εποχή του Σόλωνα ένα βόδι με μέτρια ποιότητα κόστιζε πέντε δραχμές, ένας μέδιμνος (52 1/2 λίτρα) δημητριακών μία δραχμή, ενώ στα χρόνια του Περικλή το κατώτερο όριο για την καθημερινή συντήρηση μιας οικογένειας ήταν ένα τρίτο της δραχμής, ποσό που στα τέλη του τέταρτου αιώνα ανέβηκε στη μια δραχμή. Την ίδια περίπου εποχή ένας μετρητής κρασί (περίπου 40 λίτρα, επρόκειτο προφανώς για συνηθισμένο κρασί) έκανε έξι ώς οχτώ δραχμές και τα έξοδα διατροφής ενός δούλου ήταν δύο οβολοί, ποσό με το οποίο ο δούλος μπορούσε να φάει απλά, αλλά χορταστικά. Όποιος είχε περιουσία τρία τάλαντα (οι τόκοι ήταν κατά μέσο όρο 12%) θεωρούνταν ήδη πλούσιος. Για μερικούς σοφιστές και καλλιτέχνες αναφέρεται ότι ποτέ δεν ζητούταν για το μάθημα που παρέδιδαν (και που πάντως διαρκούσε αρκετά χρόνια) λιγότερο από ένα τάλαντο, ένα ποσό προφανώς εξωφρενικό, που θεωρείται ένδειξη της τεράστιας φήμης τους. Ο Επίκουρος πλήρωσε 80 μνες για τον μεγάλο και ωραίο κήπο που αγόρασε το έτος 306 σε θαυμάσια τοποθεσία, για να εγκαταστήσει εκεί τη σχολή του· την ίδια περίπου εποχή ένα συνηθισμένο σπίτι στοίχιζε από 300 ώς 700 δραχμές, μια πολυτελής έπαυλη από 5.000 ώς 10.000 δραχμές. Ο μεγιστάνας του πλούτου Καλλίας, ιδιοκτήτης ορυχείων, πασίγνωστος σ' ολόκληρη την Ελλάδα, είχε περιουσία 200 ταλάντων. Στη συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε τον πρώτο καρχηδονιακό πόλεμο (264-241 π.Χ.), οι Καρχηδόνιοι χρέωσαν τους Ρωμαίους τα έξοδα του 23χρονου πολέμου με 3.200 τάλαντα. Εννοείται ότι και η ναυτιλία γνώρισε μεγάλη άνθηση. Παντού υψώθηκαν επιβλητικά αγκυροβόλια και προβλήτες, ναυπηγεία και νεώσοικοι. Οι Έλληνες ναυπηγούσαν για τις εμπορικές μεταφορές φαρδιά σκάφη με μεγάλο αμπάρι, ενώ για τον κατά θάλασσα πόλεμο ένα λεπτό κι ευκίνητο τύπο πλοίου, που η πλώρη του κατέληγε σ' ένα μπρούτζινο έμβολο (πιθανότατα φοινικική εφεύρεση). Η κλασική μορφή του ελληνικού πολεμικού σκάφους ήταν η τριήρης, που λεγόταν έτσι επειδή οι κωπηλάτες (ερέτες) καθόντουσαν σε τρεις σειρές, η μια πάνω απ' την άλλη. Αυτοί αποτελούσαν το κύριο μέρος του πληρώματος, γιατί η αρχαία ναυμαχία συνίστατο ουσιαστικά σε επιδέ108


ξιους ελιγμούς: εκείνο που επιδίωκε ένα πλοίο ήταν να σπάσει τα κουπιά του εχθρικού σκάφους περνώντας γρήγορα από δίπλα του ή να το τρυπήσει με το έμβολο: μια πετυχημένη διεμβολή ξεκοίλιαζε κυριολεκτικά το εχθρικό πλοίο. Αν όμως η διεμβολή αποτύχαινε, τότε γινόταν μάχη από κατάστρωμα σε κατάστρωμα ανάμεσα στους ναύτες, που τους συνεπικουρούσαν οι όχι και τόσο πολλοί οπλίτες. Καθώς οι αρχαίοι είχαν μάθει όχι μόνο ν' αποσπούν το σίδηρο από το σιδηρομετάλλευμα, αλλά και να τον κάνουν σκληρότερο, ο σίδηρος εκτόπισε σιγά-σιγά τον μπρούτζο στην οπλοποιία. Έτσι προέκυψε η ανάγκη να ενισχυθεί ο προστατευτικός οπλισμός: η δερμάτινη ασπίδα ενισχύθηκε με μπρούτζο, ο θώρακας, οι μπρούτζινες περικνημίδες και το μετάλλινο κράνος με παραγναθίδες· υττήρχαν όμως και τα λεγόμενα κορινθιακά κράνη, που κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου. Αυτή είναι η «πανοπλία», που αναφέραμε στον πρώτο τόμο. Το άρμα αντικαταστάθηκε από το πολεμικό άλογο, που κι αυτό όμως χρησίμευε κυρίως στη μεταφορά. Μόνον οι Θεσσαλοί είχαν τακτικό ιππικό. Σ' όλα τ' άλλα μέρη της Ελλάδας το σημαντικότερο σώμα ήταν οι οπλίτες. Παράλληλα όμως υπήρχε και το ελαφρό σώμα των λεγόμενων ψιλών ή γυμνών, που ως βαστάζοι αποτελούσαν το μεταγωγικό της εποχής και ως τοξότες και λιθοβόλοι ήταν ένα είδος ακροβολιστών. Ο Όμηρος συγκρίνει τον σχηματισμό μάχης των Μυρμιδόνων —μια φάλαγγα που προφανώς ήταν «μοντέρνα» και όχι μυκηναϊκή— με τα σφιχτοκολλημένα αγκωνάρια ενός τείχους. Είναι πολύ πιθανό ότι, κάνοντας αυτή τη σύγκριση, είχε στο νου του τους Σπαρτιάτες, που από τότε κιόλας ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στην ξηρά. Αλλά κατά τα άλλα οι Σπαρτιάτες είχαν εντελώς ξεχωριστή θέση στην υπόλοιτυη Ελλάδα. Είχαν αναδειχτεί με τους δύο μεσσηνιακούς πολέμους, ο πρώτος απ^ τους οποίους τερματίσθηκε στο δεύτερο μισό του όγδοου αιώνα με την κατάληψη του οχυρού της Ιθώμης. Οι Μεσσήνιοι έγιναν είλωτες: υποτελείς δεμένοι με τη γη, που είχαν το δικαίωμα να καλλιεργούν μόνοι τους το έδαφός τους, αλλά έπρεπε να πληρώνουν στον ιδιοκτήτη της γης ένα σταθερό φόρο και να τον ακολουθούν στον πόλεμο ως υτεηρέτες. Ήταν ιδιοκτησία του κράτους και μόνο το κράτος είχε το δικαίωμα να τους πουλάει ή να τους απελευθερώνει. Όταν στα μέσα του έβδομου αιώνα προσπάθησαν ν' αποσείσουν τον ζυγό, συμμαχώντας με τους Αργείους και τους Αρκάδες, οι Σπαρτιάτες μόνον έπειτα από 109


μακρόχρονο και αιματηρό αγώνα κατάφεραν να ξαναγίνουν κύριοι της κατάστασης. Ολόκληρη η πολιτειακή δομή των Σπαρτιατών καθοριζόταν από τον μόνιμο μεσσηνιακό κίνδυνο. Μερικές χιλιάδες κατακτητές εξουσίαζαν μια πολλαπλάσια πλειονότητα υποδουλωμένων και εκμεταλλευμένων αυτόχθονων κατοίκων αυτή η κατάσταση δεν μπορούσε να διατηρηθεί παρά μονάχα με την αρραγή ενότητα, τη συνεχή πολεμική ετοιμότητα και την πλήρη απομόνωση από το εξωτερικό. Για την επιτήρηση των ειλώτων χρησίμευε,^ ανάμεσα στ' άλλα, η περιβόητη κρνπτεία^ ένα είδος χωροφυλακής που εκτελούσε τους υπόπτους χωρίς καμιά διαδικασία. Ανάμεσα στους Σπαρτιάτες υπήρχε (τουλάχιστο θεωρητικά) πλήρης ισότητα στην ιδιοκτησία: γΓ αυτό και αυτοαποκαλούνταν «όμοιοι». Επειδή τόσο οι Αγιάδες όσο και οι Ευρυποντίδες είχαν πανάρχαια δικαιώματα στο θρόνο, οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν να δώσουν τη βασιλική αρχή και στα δύο γένη: αυτή η ανταγωνιστική διπλοβασιλεία, ένας πολύ πρωτότυπος θεσμός που το πολύ-πολύ να έχει κάποια αναλογία με τη ρωμαϊκή υπατεία, είχε σκοπό να εμποδίσει την εγκαθίδρυση μονοκρατορίας. Εκτός όμως απ' τους δυο βασιλιάδες υπήρχαν πέντε έφοροι, που εκλέγονταν κάθε χρόνο και που είχαν την πραγματική εξουσία στο κράτος: δεν σηκώνονταν μπροστά στους βασιλιάδες και μ' ένα νεύμα τους ο καθένας όφειλε «να σπεύσει κοντά τους». Ο Ξενοφών, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης σύγκριναν την εξουσία των εφόρων με τυραννίδα. Οι έφοροι είχαν απόλυτη ελευθερία δράσης στους βασικούς τομείς αρμοδιότητάς τους —εξωτερικές υποθέσεις, ασφάλεια, αστυνομία αλλοδαπών, διαπαιδαγώγηση των νέων, οικονομικά— αλλά ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν λογαριασμό στους διαδόχους τους. Από τον αρχηγό της πεντανδρίας έπαιρνε τ' όνομά της η χρονιά. Στο πλάι τους οι βασιλιάδες δεν ήταν παρά καχύποπτα επιτηρούμενοι πρόεδροι του κράτους, με δικαίωμα τιμητικής θέσης, διπλής μερίδας και δημόσιου πένθους όταν πέθαιναν. Είναι ενδεικτικό ότι οι βασιλιάδες ήταν υποχρεωμένοι να ορκίζονται κάθε μήνα πίστη στο σύνταγμα. Ο Πλούταρχος αποκάλεσε τη λακεδαιμόνια κοινότητα «λογικόν καί πολιτικόν σμήνος», δηλαδή ένα μελίσσι με λογικό και πολιτικό αισθητήριο, και ο Αριστοτέλης έλεγε: «Το σύνταγμα της Σπάρτης θα ήταν τέλειο, αν το κράτος ήταν στρατόπεδο». Μόλις τα παιδιά γίνονταν εφτά χρόνων, τα έπαιρναν απ' τη μητέρα τους, τα κατένειμαν σε «αγέλες» και τα ανάθεταν στην κρατική επίβλεψη, που ήταν 110


μια σχεδόν αποκλειστική και πολύ αυστηρή προετοιμασία για τη στρατιωτική θητεία. Ακόμα και οι ενήλικοι άνδρες ζούσαν σε συσκηνίες με κοινά συσσίτια, στα οποία ο καθένας έπρεπε να συνεισφέρει ένα ορισμένο μέρος: αν δεν μπορούσε πια να εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση, αποκλειόταν από την κατηγορία των πολιτών που είχαν πλήρη δικαιώματα. Ακόμα και τα κορίτσια εκπαιδεύονταν σωματικά με τον ίδιο περίπου τρόπο όπως τα αγόρια, γι' αυτό και οι Λακεδαιμόνισσες θεωρούνταν οι ωραιότερες και υγιέστερες Ελληνίδες. Επίσης, επειδή η φροντίδα για το νοικοκυριό βρισκόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου στα χέρια τους, η θέση τους στην κοινωνία ήταν πιο ελεύθερη και ευυπόληπτη από αλλού. Απ' την άλλη μεριά όμως είναι ευνόητο ότι, κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, η συζυγική ζωή δεν είχε καθόλου προ��ωπικό και απόκρυφο χαρακτήρα: η ανταλλαγή γυναικών δεν ήταν σπάνια, συχνά οι φτωχοί αδελφοί μοιράζονταν μια γυναίκα, ο σύζυγος μπορούσε (και μάλιστα ήταν υποχρεωμένος, σε περίπτωση μόνιμης ατεκνίας) να βρει αντικαταστάτη για τη γυναίκα Ο Ξενοφών λέει ότι στην πολεμική τέχνη υπάρχει ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους υπόλοιπους Έλληνες η σχέση του επαγγελματία τεχνίτη με τον ερασιτέχνη. Η σωματική αγωγή των Σπαρτιατών ήταν περισσότερο γυμναστική και πολεμική άσκηση παρά αθλητισμός, γι' αυτό και σπάνια νικούσαν στην Ολυμπία, ενώ η μουσική και η ποίησή τους είχαν κατά κύριο λόγο τη μορφή εμβατηρίων, πολεμικών τραγουδιών και πατριωτικών χορών. Ακόμα και την παιδεραστία την έβαζαν στην υπηρεσία της στρατοκρατίας. Ο Πλάτων λέει: «Αν ήταν δυνατό ν' αποτελείται ένα ολόκληρο κράτος ή ένα ολόκληρο στρατόπεδο από εραστές και ερωμένους, θα ήταν αδιανόητη μια καλύτερη κοινότητα, γιατί από αμοιβαία αιδώ θ' απόφευγαν κάθε κακή πράξη και θα βρίσκονταν συνεχώς σε ευγενή άμιλλα, ενώ στη μάχη θα νικούσαν κάθε αντίπαλο, ακόμα κι αν υστερούσαν αριθμητικά. Γιατί ένας εραστής προτιμά να τον δει ολόκληρος ο κόσμος να στρέφει τα νώτα στον εχθρό παρά ο αγαπημένος του. Κανένας δεν είναι τόσο τιποτένιος ώστε ο έρωτας να μην τον εμψυχώνει.» Και πράγματι, πριν απ' τη μάχη οι Σπαρτιάτες θυσίαζαν στον Έρωτα. Το εμπόριο και οι συναλλαγές ήταν στα χέρια των περίοικων, δηλαδή εκείνων που ζούσαν στα όρια της πολιτείας και δεν συμμετείχαν στη διακυβέρνησή της. Υπήρχαν μόνο σιδερένια νομίσματα χω111


ρίς αξία και χωρίς πέραση σ' άλλες πόλεις. Τα ταξίδια στο εξωτερικό απαγορεύονταν. Η κλοπή θεωρούνταν όνειδος μόνον αν ο κλέφτης πιανόταν επ' αυτοφώρω. Πολλά άλλα πράγματα που αναφέρονται για τη Σπάρτη και που ακόμα και σήμερα τα μαθαίνει το κάθε σχολαριόπαιδο έχουν την πηγή τους στην τάση πολλών όψιμων Ελλήνων ηθογράφων να υπερβάλλουν και, ώς ένα βαθμό, στην αγάπη των Σπαρτιατών για την επίδειξη. Λόγου χάρη ο «τρίβων» τους, ένας χιτώνας που τον έτριβαν επίτηδες για να φαίνεται λι-^ότερος και που αργότερα χρησίμευε και στους φιλόσοφους για να κάνουν εντύπωση με τη λετσαρία τους, φοριόταν μόνο για φιγούρα. Τους άρεσε να βάφουν τα ρούχα τους με πορφύρα εξίσου όσο και στους άλλους Έλληνες, αλλά δήλωναν με καμάρι ότι το έκαναν μόνο και μόνο για να μη φαίνεται το αίμα πάνω τους· ωστόσο ο Λυκούργος απαγόρεψε αυτή την απρεπή πολυτέλεια, κι από τότε οι Σπαρτιάτες φορούσαν κατακόκκινα ρούχα. Για τον περιώνυμο «μέλανα ζωμό» ένας Συβαρίτης είπε τάχα πως από τότε που τον δοκίμασε ξέρει γιατί οι Σπαρτιάτες βαδίζουν με τόση ευχαρίστηση στον θάνατο* αλλά αυτό δεν είναι παρά καλαμπούρι: στην πραγματικότητα ο μέλας ζωμός ήταν ένα πολύ θρεπτικό και νόστιμο φαγητό, ένα είδος πατσά από αλλαντικά, χοιρινό κρέας, ξύδι και μπαχαρικά, που όσοι ξένοι κατάφεραν να μάθουν τη συνταγή του το εκτιμούσαν ως λιχουδιά και πραγματικά αργότερα εξαγόταν, όπως η μασσαλιώτικη μπουγιαμπέσα. Στα συμπόσια που ακολουθούσαν τις θυσίες υπήρχαν θαυμάσια γλυκίσματα, δυνατά κρασιά, εξαίσια φέτα και σιτευτά μοσχάρια* βέβαια, το συνηθισμένο μενού των συσσιτίων ήταν πολύ πιο απλό και η μέθη τιμωρούνταν, αλλά είναι σίγουρο ότι το κυνήγι δεν ήταν σπάνιο στο τραπέζι. Είναι γνωστό ότι στους Σπαρτιάτες άρεσε επίσης να μιλάνε με μια τυποποιημένη λιτότητα, που ώς ένα βαθμό προερχόταν απ' το γεγονός ότι τους έλειπε η φαντασία, αλλά μερικές φορές ήταν πολύ πετυχημένη. Σ' έναν εχθρό που τους απείλησε: «Αν κυριέψω την πόλη σας, θα την ισοπεδώσω», απάντησαν: «Αν». Στους Σάμιους απεσταλμένους, που έβγαλαν ατέλειωτους λόγους, είπαν: «Δεν καταλάβαμε το τέλος, γιατί ξεχάσαμε την αρχή.» Μερικές άλλες απ' αυτές τις λακωvικiς ρήσεις, που στην αρχαιότητα κυκλοφορούσαν σε μεγάλο αριθμό, έδιναν στη βραχυλογία μια χροιά ευφυολογήματος, που όμως όχι σπάνια είναι τόσο ξερό ώστε να φαίνεται άνοστο. Αλλά εκεί που οι Σπαρτιάτες ήταν ολότελα ανυπόφοροι ήταν η χαρακτηριστική 112


ηθικοληψία τους* και είναι οι μόνοι Έλληνες που τα κατάφεραν να είναι κακόγουστοι. Κάτι που δεν συμφωνεί με την παραδοσιακή σχολική εικόνα των Σπαρτιατών είναι η φιλοχρηματία τους, που ήταν παροιμιώδης σ' ολόκληρη την αρχαιότητα. Ένας Πελοποννήσιος είναι αυτός που βάζει τον Αλκαίο να λέει την περίφημη ρήση: «χρήματα χρήματ' άνήρ», δηλαδή «μόνο τα λεφτά κάνουν τον άνθρωπο.» Αλλά κι ο Ευριπίδης στηλιτεύει την ευτελή κερδομανία τους, που επικρίθηκε προειδοποιητικά ακόμα κι απ' το μαντείο των Δελφών. Η κατοχή χρυσού και αργύρου ήταν βέβαια απαγορευμένη, αυτή η απαγόρευση όμως μπορούσε εύκολα να παρακαμφθεί: με τη λαθραία εξαγωγή χρημάτων στο εξωτερικό, με εικονικές εκχωρήσεις σε περίοικους, με την απόκτηση οικοπέδων και κοπαδιών. Ακόμα, είχε κανείς το δικαίωμα να έχει όσους δούλους ήθελε, που ήταν το κύριο περιουσιακό στοιχείο του αρχαίου Έλληνα. Η συνεισφορά στα συσσίτια ήταν κατανεμημένη ομοιόμορφα, επομένως άδικα, γιατί δεν έπαιρνε υπόψη τη μεγαλύτερη επιβάρυνση των πολύτεκνων νοικοκυριών, που εκτός απ' αυτό διασπώνταν με το μοίρασμα της κληρονομιάς σε όλο και μικρότερες παραγωγικές μονάδες. Έτσι, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ήταν ότι απ' τη μια μεριά, με την πτώχευση και την απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων, δημιουργήθηκε ένα κουρελοπρολεταριάτο (ή μάλλον μια κουρελοαριστοκρατία) κι απ' την άλλη μεριά μια πλουτοκρατία. Τον έκτο αιώνα υπήρχαν ήδη Σπαρτιάτες περιβόητοι για την αμύθητη περιουσία τους. Αν σ' αυτά τα ζητήματα οι Σπαρτιάτες ήταν χειρότεροι απ' την τυποποιημένη εικόνα τους, σε μερικά άλλα ήταν καλύτεροι. Έτσι, το ότι επιδίωκαν πάντα να υποτάξουν ολόκληρη την Ελλάδα είναι μια κακόβουλη εκδοχή που διέδωσε ο προαιώνιος εχθρός τους, η Αθήνα. Στην πραγματικότητα ασκούσαν πάντα μια καθαρά πελοποννησιακή πολιτική και αποστρέφονταν κάθε επέκταση· πέρα απ' τον Ισθμό, αν όχι γι' άλλο λόγο τουλάχιστον επειδή φοβόντουσαν μήπως μολυνθούν με «επαναστατικές» ιδέες. Η μόνη αποικία που ίδρυσε ποτέ η Σπάρτη ήταν ο Τάρας, που όμως, ως πρωτεύουσα της μεγαλοελληνικής βιομηχανίας, επιστήμης και ευζωίας, δεν είχε τίποτα το σπαρτιατικό. Στην Ελλάδα οι Σπαρτιάτες ήθελαν να έχουν μόνο την ηθική ηγεμονία. Μετά την υποταγή της Μεσσηνίας ένιωθαν κορεσμένοι εδαφικά, όπως η Πρωσία του Φρειδερίκου μετά την απόκτηση της Β

113


Σιλεσίας και η Γερμανία του Μπίσμαρκ μετά την ειρήνη του Νίκολσμπουργκ και της Φραγκφούρτης. Είναι γενικά παράξενο ότι τα λεγόμενα «στρατοκρατικά» κράτη δεν είναι σχεδόν ποτέ επιθετικά. Επίσης, δεν είναι σωστό ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήταν οι πιο άμουσοι απ** όλους τους Έλληνες. Ας μη ξεχνάμε ότι ήταν κι αυτοί Έλληνες. Έτσι, είναι ενδεικτικό ότι χάρη στις ελεγείες του Τυρταίου κέρδισαν τον δεύτερο μεσσηνιακό πόλεμο: αυτός ο ποιητής, του οποίου τα φλογερά τραγούδια τραγουδιόντουσαν για αιώνες σ^ ολόκληρη την Ελλάδα, ήταν στην πραγματικότητα ο στρατηγός τους. Γενικά οι Σπαρτιάτες ήταν πολύ μουσόφιλοι, ενώ ακόμα και ο ελληνικός ναός είναι δικό τους δημιούργημα. 'Οπως η εξίσου πολυχλεύαστη Πρωσία γέννησε έναν ιδιόρρυθμο και, στα στενά του όρια, εύρωστο πολιτισμό, που σημαδεύεται απ^ τα ονόματα του Καντ και του Κλάιστ, έτσι και το δωρικό πνεύμα κατέκτησε ανάλογες κορυφές στην αρχιτεκτονική και τη μουσική. Η δεύτερη μεγάλη αποικία των Δωριέων ήταν η Κρήτη. Ο Όμηρος, εξυμνώντας αυτό το πυκνοκατοικημένο νησί για την ομορφιά και την ευφορία του, το αποκαλεί εκατόμπολιν. Οι κατακτητές δεν τεμάχισαν το έδαφος σε κλήρους, όπως είχαν κάνει στη Λακωνία, παρά έκαναν το μεγαλύτερο μέρος του κοινοτική γη. Τα συσσίτια οργανώνονταν από το κράτος, κι όχι μόνον αυτά παρά και τα γεύματα των γυναικών, των παιδιών και των δούλων στα διάφορα νοικοκυριά. Αλλά κι αυτός επίσης ο κολεκτιβισμός, που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια του σπαρτιατικού, δεν είχε διάρκεια. Έγιναν κατατμήσεις και καταπατήσεις, πολλοί Κρήτες μετανάστευσαν ως μισθοφόροι ήταν περίφημοι και περιβόητοι σ^ ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο για τα πολεμικά τους κατορθώματα και, όπως αναφέρει ο Πολύβιος, για την ακατάσχετη κερδομανία τους. Αλλά σ' ολόκληρη την περίοδο του αποικισμού το πολιτιστικό επίκεντρο βρισκόταν στα ανατολικά, στην Ιωνία. Η ζωή μιας μικρασιατικής ελληνικής πόλης εκείνα τα χρόνια ήταν από μερικές απόψεις πιο ζωηρή και ποικιλόχρωμη απ' ό,τι αργότερα, στην «κλασική» περίοδο. Στους σκονισμένους δρόμους, που με τα υττ^στατικά, τα μποστάνια, τα ανοιχτά εργαστήρια και τα πλίθινα σπίτια έδιναν μια πολύ βουκολική εντύπωση, έβλεπε κανείς όλο τον κόσμο να συρρέει στην αγορά, τον χώρο συγκεντρώσεων, όπου συνέβαιναν όλα τα καλά και τα κακά, ή στο λιμάνι, όπου πάντα υπήρχε κάτι να χαζέψει κανείς: έ114


βλεπε κανείς άνδρες με πλεγμένο, στιλιζαρισμένο γένι, με το πάνω χείλι τους ξυρισμένο, με τις κοτσίδες τους στολισμένες με χρυσά τζιτζίκια, ντυμένους με πρασινοκέντητα και κοκκινοκέντητα φορέματα τσιτωμένα με υποστηρίγματα, στολισμένους με βραχιόλια, κολιέ και παράσημα (γιατί αυτή τη σημασία είχαν τα διάφορα στεφάνια)· δανδήδες με αρωματισμένους βοστρύχους, κελεμπίες με μακριές ουρές που σέρνονταν στο χώμα, τεράστια ανθοστόλιστα μπαστούνια και σκουλαρίκια· έντονα μακιγιαρισμένες γυναίκες με χρυσά μυτερά παπούτσια, εντυπωσιακό κότσο και διάδημα ή κεκρύφαλο, πουκαμίσες και χαριτωμένα ανασηκωμένες εσθήτες, πέπλο και παρασόλι (γιατί το ιδανικό της ομορφιάς ήταν το χιονόλευκο δέρμα), έχοντας περασμένη στη ζώνη τους μια οβάλ βεντάλια κι ένα μετάλλινο καθρέφτη με την Αφροδίτη σκαλισμένη στη φιλντισένια λαβή του· μελαψούς Αιγύπτιους και χαλκοπρόσωπους Φοίνικες, Φρύγες με παντελόνια και μυτερό σκούφο, τεχνίτες με γούνινη κουκούλα κι αμάνικο χοντροκομμένο μάλλινο ρούχο· στρατιώτες συντεταγμένους, με την περικεφαλαία περασμένη στον αορτήρα· μαθητές με πανέρια γεμάτα ((ειλητάρια» (βιβλιοκύλινδρους), να οδηγούνται στο σχολείο απ' τον παιδαγωγό· παιδιά να παίζουν με πήλινα αλογάκια, πέτσινα καραβάκια, κρίκους και σβούρες· πλούσιους φανφαρόνους ξαπλωμένους σε πολυτελή φορεία και περιτριγυρισμένους από κτλακες· κομψούς καβαλάρηδες με κυματιστή άσπρη χλαμύδα και μοντέρνα ψηλά στιβάλια πάνω σε ξανθά, περίτεχνα κουρεμένα άλογα από την Κυρήνη* θυσιαστήριες πομπές τυλιγμένες στο λιβάνι, με πελώριους τρίποδες, δάφνες, ξόανα θεών και χρυσοκέρατους στεφανωμένους ταύρους· ξόδια, με τους μαυροφορεμένους συγγενείς του νεκρού ανεβασμένους σ' άρματα, να προχωρούν κάτω απ' τους ήχους του αυλού, πηγαίνοντας για θάψιμο ή για αποτέφρωση τη σορό, την τυλιγμένη σ' ένα κόκκινο σάβανο, και κουβαλώντας μαζί τους κτερίσματα και αμφορείς για τον νεκρό. Αν προσθέσουμε σ' όλα αυτά και τα σμήνη των θαυματοποιών και προφητών, των ζητιάνων και των νεροκουβαλητών, των πλανόδιων εμπόρων και των μαστροπών που παραμόνευαν σε κάθε γωνιά, θα έχουμε μπροστά μας μια εικόνα με αρκετά ανατολίτικο χαρακτήρα. Ιωνικό γούστο προδίνει και η πολυτελής, πολυδάπανη κι επιδεικτική ζωή της εποχής των τυράννων, που, αρχίζοντας μαζί με τον έκτο αιώνα, φτάνει στη μεγαλύτερη ακμή της στο δεύτερο μισό του. 115


Σχεδόν όλοι οι τύραννοι ήταν άνδρες με αριστοκρατική καταγωγή, που όμως ήρθαν σε ρήξη με την τάξη τους, ανέλαβαν την ηγεσία των δυσαρεστημένων μαζών και κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα. Η λέξη τύραννος, που είναι ξένη (πιθανότατα λυδι^ή), σημαίνει τον άρχοντα και δεν ήταν ποτέ επίσημος τίτλος* στην αρχή δεν είχε καθόλου τη μισητή έννοια που της έδωσαν αργότερα οι Έλληνες και που διατηρήθηκε ώς σήμερα* ακόμα και οι τραγωδοί τη χρησιμοποιούν συνήθως με απόλυτα αντικειμενική σημασία, αλλά καμιά φορά της δίνουν ήδη αρνητική χροιά. Ο Πλάτων λέει ότι η βασιλεία και η τυραννίδα διακρίνονται μεταξύ τους με βάση τα γνωρίσματα της αυτοβουλίας και της βίαιης επιβολής ή της νομιμότητας και της παρανομίας. Αυτό είναι σωστό, από την άποψη ότι η εξουσία των τυράννων είχε πράγματι εγκαθιδρυθεί παράνομα και, απειλημένη από δεξιά κι αριστερά, έπαιρνε αναγκαστικά τη μορφή στρατιωτικής δικτατορίας. Ας σημειώσουμε, με την ευκαιρία, ότι και στους Ρωμαίους η έκφραση «μεταχειρίζομαι κάποιον βασιλικά» (regie) σήμαινε περίπου: του φέρνομαι δεσποτικά και ωμά* επομένως, η έννοια του rex (βασιλιά) πέρασε και σ^ αυτούς από παρόμοια αλλαγή όπως στους Έλληνες ο τύραννος. Οι τύραννοι, όπως ήταν φυσικό, ήταν ιδιότροποι και ισχυρογνώμονες, αλλά τις περισσότερες φορές ήταν και έξοχοι ηγεμόνες. Αυτοί προ πάντων είναι που για πρώτη φορά πραγματοποίησαν την ισότητα πλούσιου και φτωχού, αριστοκράτη και πληβείου. Επίσης μόχ^σαν, με μεγάλη επιτυχία, για την ανύψωση του πολιτισμού: στα χρόνια τους άνθησαν το εμπόριο και η βιομηχανία, η τέχνη και η επιστήμη. Ανάμεσά τους είχαν ένα είδος αλληλεγγύης, που προσπαθούσαν να την εδραιώσουν με δεσμούς γάμου. Κατά τα άλλα, η εξωτερική τους πολιτική ήταν ιμπεριαλιστική και η εσωτερική τους κληρικαλιστική, αν μπορεί κανείς να εφαρμόσει αυτούς τους χαρακτηρισμούς στις ελληνικές συνθήκες. Σ' αυτό το σημείο έμοιαζαν με τους νεότερους σφετεριστές της εξουσίας, όπως ο Κρόμγουελ, που στηρίχ ^ κ ε αποκλειστικά στους θρτ^σκόληπτους Πουριτανούς, ο Ναπολέων Α', που φρόντισε να στεφθεί από τον Πάπα, και ο Ναπολέων Γ', που προστάτεψε το εκκλησιαστικό κράτος* και οι τρεις αυτοί ηγέτες έστρεψαν κυρίως την προσοχή τους σε επεκτατικούς «πολέμους αντιπερισπασμού». Άλλες ομοιότητες είναι ότι η υλική ευημερία γνώρισε μεγάλη άνοδο κάτω από την εξουσία των τυράννων και ότι το σύστη116


μά τους δεν κατάφερε να επιβιώσει μετά τον θάνατό τους. Κι αυτοί επίσης δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν διάρκεια στο καθεστώς τους, που βασιζόταν εξ ολοκλήρου στις προσωπικές ικανότητες ενός ανθρώπου. Έτσι, το καθεστώς αυτό κατέρρεε συνήθως στην επόμενη κιόλας γενιά. Αν έχει κανείς την τόλμη ν^ αντικαταστήσει τους Δελφούς με το Βατικανό, τον Ισθμό της Κορίνθου με το Σουέζ και τον Παρθενώνα με την παγκόσμια έκθεση, τότε θ' ανακαλύψει και μερικές άλλες αναλογίες. Αλλά ο πιο σωστός παραλληλισμός των αρχαίων τυράννων είναι με τους ηγεμόνες της Ανίοεγέννησης. Ο πρώτος μεγάλος τύραννος που ξέρουμε ήταν ο Θρασύβουλος της Μιλήτου, που κατέλαβε την εξουσία γύρω στο 600. Υπεράσπισε την ανεξαρτησία της πόλης εναντίον των Λυδών, που προέλαυναν νικηφόρα σ' ολόκληρη σχεδόν τη δυτική Μικρά Ασία, κι έκλεισε μαζί τους συμμαχία με ευνοϊκούς όρους. Κάτω από την εξουσία του οι εμπορικές σχέσεις της Μιλήτου έφταναν απ' τη νότια Ρωσία ώς το Δέλτα του Νείλου κι απ' τον Ευφράτη ώς την Ετρουρία. Λέγεται πως όταν ο Περίανδρος έστειλε έναν απεσταλμένο για να τον ρωτήσει ποιος ήταν ο πιο σίγουρος τρόπος για να κυβερνά κανείς, ο Θρασύβουλος οδήγησε τον απεσταλμένο σ' ένα σταροχώραφο κι έκοψε σιωπηλά τα στάχυα που εξείχαν πάνω απ' το πλήθος των άλλων. Το πιθανότερο είναι ότι η ιστορία αυτή είναι ανέκδοτο, αλλά είναι ένα ανέκδοτο πολύ χαρακτηριστικό. Ουσιαστικά η τυραννίδα έμεινε περιορισμένη στις ιωνικές ακτές, σ' ένα μέρος των νησιών και στις πνευματικά πιο ανήσυχες πόλεις της κυρίως Ελλάδας. Στη Μεγάλη Ελλάδα, μόλις γύρω στο 500 γνώρισε κάπως μεγαλύτερη εξάπλωση, αλλά, παρά τα συνεχή σκαμπανεβάσματα, διατηρήθηκε περισσότερο καιρό απ' οπουδήποτε αλλού. Στον Ισθμό, η Σικυών γνώρισε κάτω από την εξουσία του Κλεισθένη μεγάλη δύναμη, που ποτέ δεν την ξανάφτασε, και η Κόρινθος απόκτησε με τον Περίανδρο μια αίγλη που οι ακτίνες της χρύσωναν τη θύμηση των κατοπινών αιώνων. Ο Περίανδρος εμπέδωσε ένα είδος «αιγαίου συμφώνου», συμμαχώντας με τον Θρασύβουλο, τον Αλυάττη της Λυδίας και τον Άμασι της Αιγύπτου, και χάρη στη μεγαλόπνοη πολιτική του έγινε ρυθμιστής των πολιτικών πραγμάτων σ' ολόκληρη την Ελλάδα, ενώ η Κόρινθος έγινε η εμπορική μητρόπολη της Μεσογείου. Τα κορινθιακά αγγεία και οι κορινθιακοί διθύραμβοι στέλνονταν σ' ολόκληρο τον κόσμο. 117


Αλλά η φυσιογνωμία που απασχόλησε περισσότερο από κάθε άλλη τη φαντασία των Ελλήνων ήταν ο Πολυκράτης, που κατέλαβε την εξουσία στη Σάμο το 537, μισόν αιώνα μετά τον θάνατο του Περίανδρου. Είχε στη διάθεσή του τα πιο καλοτάξιδα καράβια και τους πιο έμπειρους ναυτικούς, με τους οποίους εξασκούσε ένα είδος πειρατικής τρομοκρατίας σ' ολόκληρο το Αιγαίο και συσσώρευε τεράστιους θησαυρούς απ' τα λάφυρα και τα «τέλη συνοδείας». Οι Κυκλάδες και οι Σποράδες, καθώς και πολλές παράκτιες πόλεις, ήταν φόρου υποτελείς του, ενώ η Αθήνα και η Αίγυπτος ήταν σύμμαχοί του. Ο ναός που έχτισε προς τιμή της Ήρας, και από τον οποίο ήρθαν πρόσφατα στο φως ορισμένα τμήματα, φαίνεται ότι ήταν ο καλλιτεχνικότερος και μεγαλοπρεπέστερος που υπήρχε στην Ελλάδα εκείνης της εποχής. Ένα υδραγωγείο, που το τροφοδοτούσαν με νερό βουνίσιες πηγές, ύδρευε ολόκληρη την πρωτεύουσα και το καλοκαίρι έφερνε δροσιά χάρη σε μαρμάρινα σκαλοπάτια που καταβρέχονταν. Στην τεράστια βιβλιοθήκη υπήρχαν όγκοι ελληνικών, βαβυλωνιακών και αιγυπτιακών ειληταρίων, ενώ οι κήποι των ανακτόρων ήταν γεμάτοι με φανταχτερά εξωτικά φυτά. Γύρω απ' τον τύραννο ήταν μαζεμένα τα ωραιότερα αγόρια, οι ονομαστότεροι μεταλλοπλάστες και αρχιτέκτονες, αστρολόγοι και τραγουδιστές. Έπινε τα πιο διαλεχτά κρασιά, φορούσε τα πιο φίνα πορφυρά φορέματα και περπατούσε πάνω στα ακριβότερα χαλιά, ενώ το δαχτυλίδι του Πολυκράτη, ένα αριστούργημα της κοσμηματοποιίας, δεν περίμενε τον Σίλερ για να γίνει διάσημο. Αλλά γύρω στο 530, καθώς ο δυνάστης βρισκόταν στο αποκορύφωμα της δύναμής του, αυτοεξορίσθηκε ο μεγάλος Πυθαγόρας: ένας φιλόσοφος δεν μπορούσε ν' αντέξει τη δηλητηριώδη ατμόσφαιρα της ανελευθερίας και αστυνόμευσης. Οχτώ χρόνια αργότερα ο σατράπης των Σάρδεων παρέσυρε τον ηγεμόνα της Σάμου στη μικρασιατική ακτή, τάζοντάς του ακόμα περισσότερα πλούτη, κι εκεί έβαλε να τον σταυρώσουν ανάμεσα στους θησαυρούς που του είχε υποσχεθεί και αντίκρυ στα ονειρεμένα ακρογιάλια της Σάμου, τα ερείπια της 07t0ίας προκάλεσαν τον θαυμασμό ακόμα και του Καλιγούλα. Το χρυσάφι, που είχε κάνει τρανό τον Πολυκράτη, τον κατάστρεψε τελικά. Φυσικά, και σ' αυτό επίσης το πεδίο η Σπάρτη ήταν έξω από το γενικό κλίμα. Ίδρυσε την Πελοποννησιακή Συμμαχία, ένα είδος στρατιωτικού συμφώνου, στο οποίο ανήκαν όλα τα κράτη της χερ118


σονήσου εκτός από το Άργος, και υποβτήριζε όπου μπορούσε το αριστοκρατικό κόμμα. Ακόμα και την Αθήνα προσπάθησε να θέσει υπό σπαρτιατικό έλεγχο ο βασιλιάς Κλεομένης, με την επανόρθωση της αριστοκρατίας. Γύρω στο 560 είχε επικρατήσει στην Αθήνα ο Πεισίστρατος, ένας άνθρωπος από πολύ αριστοκρατικό γένος, που πίστευε ότι οι ρίζες του γενεαλογικού του δέντρου ξεκινούσαν από τον Νέστορα. Ο Πεισίστρατος κατέλαβε τη στρατηγική πόλη Σίγειο στον Έ^ιί]σποντο, εξασφαλίζοντας έτσι την εισαγωγή σιτηρών από τα εδάφη του Πό��του, ναυπήγησε ένα πολεμικό στόλο, ανέπτυξε τη γεωργία και την οδοποιία, στόλισε την πόλη με μεγαλοπρεπείς ναούς και άλλα κτίρια, και, καθιερώνοντας τα Μεγάλα Διονύσια, στα οποία γίνονταν παραστάσεις με χορωδιακά και διαλογικά στοιχεία, έβαλε τα θεμέλια της αττικής τραγωδίας. Στα χρόνια του η λατρεία της Αθηνάς απόκτησε για πρώτη φορά την ξεχωριστή σημασία της, και το γεγονός ότι μαζί μ' αυτήν ο Πεισίστρατος ξαναζωντάνεψε τη λατρεία των παραμελημένων από καιρό χθόνιων θεών, ιδιαίτερα της Δήμητρας, αποδείχνει το βαθύ του ένστικτο για τις ανάγκες της λαϊκής ψυχής. Προστατευμένος χάρη σε μια οχυρή ακρόπολη και μια ισχυρή σωματοφυλακή, κυβερνούσε σύμφωνα με την αρχή της πεφωτισμένης δεσποτείας, έχοντας, όπως μας λέει ο Αριστοτέλης, τη γνώμη ότι οι πολίτες πρέπει να κοιτάνε τη δουλειά τους και να τον αφήνουν να φροντίζει αυτός για το κράτος. Με την ευκαιρία, ο Αριστοτέλης προσπάθησε επίσης να μας δώσει την εικόνα του τυπικού τύραννου, έχοντας πιθανότατα στο μυαλό του τον Πεισίστρατο. Απαριθμεί τα μέσα, με τα οποία ένας τύραννος μπορεί να διατηρηθεί στην εξουσία: αποδυνάμωση των ισχυρών, εξουδετέρωση των ανυπότακτων, επιτήρηση όλων των εκδηλώσεων της ζωής, ακόμα και των επιστημονικών συζητήσεων, διατήρηση ενός μόνιμου κλίματος φόβου, παρακολούθηση των πάντων ^από χαφιέδες, υποκίνηση αμοιβαίων ερίδων, πόλεμοι. Από την άλλη μεριά, ο Αριστοτέλης συγκαταλέγει στα γνωρίσματα του πετυχημένου τύραννου τη μέριμνα για το κρατικό ταμείο, για τη θρησκεία, για την όψη της πόλης, για την αξιοσέβαστη εμφάνισή του, για την ανταμοιβή των ωφέλιμων υπηρεσιών (όλα αυτά όμως ο τύραννος, κατά τον Αριστοτέλη, τα κάνει μόνο για τα μάτια του κόσμου) και τελικά παραδέχεται ότι ο τύραννος δεν πρέπει να είναι και κανένας παλιάνθρωπος. Η περιγραφή αυτή είναι, αναμφίβολα, κακόβουλη. 119


Όταν πέθανε ο Πεισίστρατος, το 527, οι γιοί του Ίππαρχος και Ιππίας τον διαδέχθηκαν ομαλά, και όπως φαίνεται ασκούσαν την εξουσία από κοινού. Αλλά έπειτα από δεκατρία χρόνια ο Ίππαρχος δολοφονήθηκε από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, που σκοτώθηκαν και οι δυό τους: ο πρώτος επί τόπου, ο δεύτερος από το χέρι του δήμιου. Μια ταυτόχρονη απόπειρα κατά του Ιππία απότυχε, κι έπειτα απ' αυτά τα γεγονότα ο Ιππίας έγινε πραγματικός τύραννος. Τότε όμως ανακατεύτηκε στην υπόθεση ο Κλεομένης, περνώντας τον Ισθό μαζί ]χε τον πελοποννησιακό στρατό και πολιορκώντας τον Ιππία στην Ακρόπολη. Τελικά ο Ιππίας παραιτήθηκε από την εξουσία, με αντάλλαγμα ν' αποχωρήσει απείραχτος και να πάει στο Σίγειο. Αυτό έγινε το 510. Στην κορυφή του κράτους ανέβηκε τότε ο Κλεισθένης, από το πανάρχαιο αριστοκρατικό γένος των Αλκμεωνιδών. Όμως οι σπαρτιατικοί υπολογισμοί βγήκαν λάθος, γιατί ο Κλεισθένης στράφηκε εναντίον της τάξης του κι έγινε υπερασπιστής του δήμου. Έδωσε στην Αθήνα ένα σύνταγμα, που στην ουσία ήταν το σολωνικό, βασισμένο στη λαϊκή κυριαρχία και το ταξικό δικαίωμα ψήφου. Γι** άλλη μια φορά επενέβη ο Κλεομένης, αλλά η επιτυχία του ήταν πρόσκαιρη, κι όταν του αντιτάχθηκε ακόμα κι ο ίδιος ο συμβασιλιάς του ο στρατός διαλύθηκε. Η δημοκρατία είχε σωθεί. Ωστόσο, ακόμα και η μεταγενέστερη ακραία μορφή δημοκρατίας (γιατί η κλεισθενική ήταν ακόμα πολυ αστική) "δεν διέφερε απδ την ολιγαρχία, την τυραννίδα και όλα τα άλλα ελληνικά καθεστώτα παρά μόνο στον βαθμό, όχι στις βασικές αρχές της, γιατί πάντοτε επρόκειτο για μια πόλιν, τη μόνη μορφή πολιτειακής οργάνωσης με την οποία μπορούσε ο Έλληνας να φανταστεί ένα κράτος. Μια τέτοια πόλίς δημιουργούνταν πάντα με τον συνοικισμό, δηλαδή τη συγχώνευση διαφόρων χωριών. Το τείχος και η ακρόπολη δεν ανήκαν αναγκαία στην έννοια της πόλης. Η Σπάρτη ήταν ένα σύμπλεγμα χωριών που αποτελούσαν ένα ανοιχτό στρατόπεδο, κι ωστόσο ήταν γνήσια πόλις. Αντίθετα, κάθε πόλις έπρεπε να έχει πρυτανείο, βουλευτήριο, αγορά και, αργότερα, θέατρο και γυμνάσιο. Από την ίδια της τη φύση η πόλη-κράτος ήταν περιορισμένη σε στενά όρια. Έπρεπε να έχει μια ορισμένη εΐ^άχιστη έκταση, αλλά και να μην υπερβαίνει ένα ορισμένο μέγεθος. Όπως λέει ο Αριστοτέλης, μια πόλις με δέκα πολίτες είναι τό ίδιο αδιανόητη όσο και μια με εκατό χιλιάδες. Αν παραείναι μικρή, τότε δεν θα μπορέσει ν' αμυνθεί εναντίον των 120


εχθρών της* αν παραείναι μεγάλη, τότε παύει να είναι πόλις. Πρέπει να είναι ευσύνοπτη και όλοι οι πολίτες να γνωρίζονται μεταξύ τους. Οι βασικές ιδιότητες που έπρεπε να έχει μια πόλις ήταν η ελευθερία, η αυτονομία και η αυτάρκεια· αυτή η τελευταία όμως δεν ήταν παρά μια ιδανική συνθήκη, γιατί από νωρίς οι μεγάλες πόλεις ήταν αναγκασμένες να κάνουν εισαγωγές. Σ' αυτή την απομόνωση και αυταρχικότητά της, η πόλις ήταν το παν για τον πολίτη. Το ρήμα πολιτεύομαι σημαίνει «συμμετέχω στις κρατικές υποθέσεις, ασκώ τα πολιτικά δικαιώματα», αλλά και απλώς «ζω», γιατί μια ζωή έξω από την πόλη ήταν αδιανόητη. Μπορούμε να πούμε χωρίς υπερβολή ότι οι Έλληνες ήταν ο πρώτος λαός στην παγκόσμια Ιστορία που ανέπτυξε την πραγματική κρατική ζωή, και η λέξη «πολιτική», που έχει περάσει σ' όλες τις σύγχρονες πολιτισμένες γλώσσες, βγαίνει φυσικά από τη λέξη πόλις. Αλλά από την πόλη βγαίνει και η λέξη Polizei, δηλ. αστυνομία. Οι πολίτες είναι τα κύτταρα, η πόλις είναι ο οργανισμός, και γι' αυτό, μόλο που αποτελείται από πολίτες, είναι κάτι περισσότερο απ' αυτούς. Μόνο μέσα στην πόλη πραγματώνεται το νόημα της ζωής και ολοκληρώνεται κάθε ανθρώπινη αξία. Αυτή είναι ο φορέας του πολιτισμού, της ηθικής, ακόμα και της θρησκείας. Και, πέρα απ' όλα αυτά, η πόλις ήταν επιπλέον κι ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα* η λέξη νόμος σημαίνει επίσης και μελωδία* αυτό είναι κάτ^ π^λύ δύσκολα να το νιώσουμε. Ο ελληνικός πατριωτισμός ήταν τόσο δυνατός, ώστε ξεπερνούσε ακόμα και το αίσθημα της πατρώας γης: η πόλις ήταν μεταφέρσιμη* όπου εγκαθίστατο η κοινότητα των πολιτών, εκεί η πόλις γεννιόταν απ' ^ην αρχή, γιατί ήταν μια υπερχρονική και υπερτοπική ιδέα. Γι' αυτό ο Έλληνας μετανάστευε τόσο εύκολα. Η αντίληψή του για την «πατρίδα» ήταν ολότελα αντιρομαντική. Εξάλλου, η σύγχρονη έννοια της «υπαίθρου» ως αντίστιξης στην πόλη ήταν άγνωστη στον αρχαίο Έλληνα* η ύπαιθρος ήταν πολιτικά σχεδόν ανύπαρκτη, τα χωριά ή οι κώμες μόνο σε δευτερεύοντα τοπικά ζητήματα είχαν δικαίωμα αυτοδιάθεσης, ο πολίτης, όπως προδίνει η ίδια η λέξη, ήταν αυτός που ζούσε στην πόλη. Μόνο στην πόλη δηλαδή μπορούσε να υπάρξει πολιτική. Και η λέξη εχθρός σήμαινε αρχικά μόνο τον «αλλοδαπό» (η λέξη συνδέεται με την πρόθεση «εκ»), γιατί ένας που δεν ανήκε στην πόλη ήταν αυτόματα εχθρός. Από την άλλη μεριά, όμως, η λέξη ζεινος σήμαινε τόσο τον ξένο όσο 121


και τον επισκέτττη. Ο ξείνος προστατευόταν από τον Ξένιο Δία, η άσκηση βίας εναντίον του ήταν ανοσιούργημα, ακόμα και ο ζητιάνος θεωρούνταν ως «διόπεμπτος». Αυτό χάρισε στους Έλληνες τον ιστορικό τίτλο του φιλόξενου λαού. Αλλά ήταν αναγκασμένοι να έχουν αυτή την ιδιότητα, διαφορετικά η ζωή θα ήταν ανυπόφορη. Γιατί όχι μόνο δεν υττήρχε διεθνές δίκαιο και διεθνής προστασία των αλλοδαπών, αλλά ούτε καν εστιατόρια και ξενοδοχεία. Εννοείται ότι κάθε πολίτης ήταν υπόχρεως στρατιωτικής θητείας, αλλά η στρατοκρατία της πόλης ήταν ολότελα διαφορετική από τη σημερινή. Οι ελληνικοί στρατοί ήταν πάντοτε πολιτοφυλακές· μόνιμοι στρατοί δεν υπήρχαν, παρά μόνον ένα είδος προπαρασκευαστικής θητείας· στην Αθήνα οι έφηβοι υπηρετούσαν δυο χρόνια, ενώ στη Σπάρτη, μπορεί να πει κανείς, εφ' όρου ζωής. Αλλά ακόμα κι εκεί δεν μπορούμε να μιλήσουμε για επαγγελματικό στρατό με τη σημερινή έννοια. Οργανωτικές μορφές όπως το γενικό επιτελείο, το σώμα αξιωματικών, η σχολή πολέμου, το μηχανικό κλπ., ήταν ολότελα άγνωστες· ακόμα και οι μεγαλύτεροι στρατηλάτες, ο Μιλτιάδης, ο Θεμιστοκλής, ο Αλκιβιάδης, ήταν πολίτες. Είναι εκπληκτικό ότι στους Σπαρτιάτες η ανώτατη διοίκηση του στρατού ήταν στα χέρια των δύο βασιλιάδων, που συνήθως είχαν αντίθετη γνώμη. Ακόμα πιο απίστευτο όμως είναι ότι οι Αθηναίοι εξέλεγαν στον πόλεμο δέκα στρατηγούς, που εναλλάσσονταν καθημερινά στη διοίκηση. Ο βασιλιάς Φίλιππος παρατήρησε σχετικά ότι ζήλευε τους Αθηναίους, γιατί αυτός σ' ολόκληρη τη ζωή του δεν βρήκε παρά μόνον ένα Παρμενίωνα. Αλλά, σύμφωνα με την αντίληψη των Ελλήνων, ένας καλός πολίτης έπρεπε να ξέρει να κάνει τα πάντα: αυτή ήταν η έννοια της καλοκαγαθίας. Αυτή η λέξη είναι αδύνατο να μεταφρασθεί, γιατί περικλείει μια ολόκληρη φιλοσοφία, έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Υποδηλώνει ένα σωματικό, οικονομικό, αθλητικό και ηθικό ιδεώδες, που δεν αρνείται την καταγωγή του από την ιπποτική ιδεολογία μιας κληρονομικής αριστοκρατίας: κάλλος, οικονομική ανεξαρτησία, σωματική ικανότητα και ηθικό φρόνημα που αρχικά είχε την κυριολεκτική σημασία της συμμόρφωσης με τα «καθωσπρέπει ήθη». Η πλησιέστερη αναλογία που υπάρχει είναι ο τζέντλεμαν, που όμως δεν εμπεριέχει την αισθητική διάσταση του καλοκάγαθου ανθρώπου. Η dρετή^ που ση|χαίνει περίπου το ίδιο με την καλοκαγαθία, παραλληλίζεται από τον Βέρνερ Γαίγκερ με τη μεσαιωνική Tagende, που πρά122


γματι μας παραπέμπει σε κάτι παρόμοιο, γιατί συνδέει το αριστοκρατικό με το ηρωικό στοιχείο. Αλλά ανάμεσα στην άρετή και την Tugende παρεμβάλλεται ο χριστιανισμός. Ο αρχαίος Έλληνας ζούσε ακόμα στην ενότητα του αισθητικού με το ηθικό: γι' αυτόν, το «ωραίο» και το «καλό» ταυτίζ��νταν, ήταν οι δύο αξεχώριστες πλευρές, η μπροστινή και η πίσω όψη του νομίσματος της ανθρώπινης ύπαρξης — μια αντίληψη που για τους μεταγενέστερους έγινε όχι απλώς αλλόκοτη, αλλά και αδιανόητη. Σ' αυτή τη μεγάλη εκτίμηση για το σώμα πρέπει ν' αποδώσουμε και το γεγονός ότι η εγκατάλειψη των βρεφών που παρουσίαζαν σωματικά ελαττώματα ήταν συνηθισμένη σ' ολόκληρη την Ελλάδα, στη Σπάρτη μάλιστα την επέβαλλε το κράτος. Αν είχαμε κι εμείς το ίδιο σύστημα, θα είχαν πέσει θύματά του ο Καντ και ο Βολταίρος, που ήταν καμπούρηδες, ο Βύρων και ο Βέμπερ, που κούτσαιναν, καθώς και πολλοί άλλοι, που χωρίς αυτούς δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Πρέπει να πούμε πάντως ότι οι Έλληνες είχαν, όπως φαίνεται, μια υποψία ότι συχ\;ά η δημιουργικότητα και η σωματική αναπηρία κλείνουν μεταξύ τους μια μυστηριώδη συμμαχία, γιατί απεικόνιζαν παράλυτο τον Ήφαιστο, τον καλλιτέχνη ανάμεσα στους Ολύμπιους. Αλλά είναι πολύ πιθανό ότι, από την άλλη μεριά, ήθελαν έτσι να τον στιγματίσουν ως άσχημο και άξεστο χειρώνακτα. Σε ειρηνικούς καιρούς, ολόκληρο το ενδιαφέρον των Ελλήνων το απορροφούσε ο αθλητισμός. Εκτός απ' αυτόν, τα μόνα πράγματα με τα οποία ασχολούνταν κάπως ήταν η μουσική, η μαντική και η αποστήθιση ύμνων και νόμων. Οι σπουδαιότεροι αγώνες ήταν αυτοί που γίνονταν στην Ολυμπία και που, όπως είναι γνωστό, χρησίμευαν ακόμα και για τη χρονολόγηση· η τετραετία που μεσολαβούσε ανάμεσα σε δύο ολυμπιάδες έπαιρνε το όνομα του νικητή στο αγώνισμα του δρόμου. Δεν υπήρχε ανώτερη διάκριση: όποιος κέρδιζε αυτό το έπαθλο, είχε «φτάσει στις Ηράκλειες Στήλες», όπως τραγουδάει ο Πίνδαρος. Άλλοι πανελλήνιοι αγώνες ήταν τα Πύθια, που γίνονταν επίσης κάθε τέσσερα χρόνια στους Δελφούς, τα Ίσθμια και τα Νέμεα, που διεξάγονταν κάθε δύο χρόνια. Σ' αυτές τις γιορτές μαζευόταν ολόκληρη η Ελλάδα, όπως μαζεύεται η παριζιάνικη ή η λονδρέζικη κοινωνία στις πρεμιέρες και στις εκθέσεις* ακόμα κι εκείνοι που ήθελαν ν' αποκτήσουν πανελλήνια δημοσιότητα ως ρήτορες ή αοιδοί έπρεπε να εμφανισθούν εκεί. Υπήρχε όμως μια σημαντική διαφορά: έλειπαν οι κυρίες. 123


To κανονικό πένταθλο το αποτελούσαν ο δρόμος, το άλμα, η πάλη, η δισκοβολία και ο ακοντισμός. Σ' αυτά τα αγωνίσματα προστίθετο συνήθως το παγκράτιο, ένας συνδυασμός πάλης και πυγμαχίας, και η αρματοδρομία, που γινόταν ακόμα και με μουλάρια. Ένας ελληνικός ιδιωματισμός ήταν η έκφραση «τιμημένος σαν αθλητής»: αν κάποιος νικούσε, η πόλη του, που ένιωθε δοξασμένη χάρη σ^ αυτόν, του έδινε τιμητική θέση στις γιορτές και του εξασφάλιζε διατροφή στο πρυτανείο. Οι καλύτεροι ποιητές έγραφαν γι'' αυτόν ύμνους και οι πιο φημισμένοι γλύπτες του έφτιαχναν αγάλματα από μέταλλο ή μάρμαρο. Αγάλματα στήνονταν επίσης και προς τιμή των νικηφόρων αλόγων και αρμάτων. Από την άλλη μεριά όμως, η βαθουλωμένη μύτη και το τσαλακωμένο αυτί ήταν τα τυπικά γνωρίσματα του παγκρατιαστή, κι όταν γερνούσε τον έβρισκε η ίδια θλιβερή τύχη που περιμένει τους δικούς μας φημισμένους καλλιτέχνες· αλλά η σημερινή μεταχείριση ενός ξεπεσμένου αθλητικού ειδώλου δεν μας δίνει παρά πολύ αμυδρή ιδέα για την τύχη που περίμενε ένα νικημένο παλαιστή. Πάντως, υτιήρχαν πάντοτε μερικές εξαιρέσεις, άνθρωποι"που προειδοποιούσαν τους συμπολίτες τους να μη δίνουν υπέρμετρη σημασία στον αθλητισμό. Ο φιλόσοφος Ξενοφάνης έλεγε: «Η πόλη φορτώνει με τιμές και δώρα τον νικηφόρο αθλητή, που ωστόσο δεν αξίζει τόσο όσο εγώ! Γιατί ψηλότερα απ' τη σωματική δύναμη των ανθρώπων και των αλόγων στέκει η σοφία. Είναι στραβό το έθιμο που μας παρασύρει σ' αυτή τη σφαλερή εκτίμηση. Σε τι ωφελεί την πόλη μια νίκη των παιδιών της στον αθλητισμό;». Αλλά τα λόγια αυτά έπεφταν στο κενό, όπως άλλωστε συνέβαινε πιθανότατα και με τα πασίγνωστα γνωμικά των εφτά σοφών: παν μέτρον άριστον γνώθι σαυτόν έλεγχε την οργή σου* η μέση οδός είναι η καλύτερη· μη ξεχνάς το τέλος!: Οι ρήσεις αυτές μας φαίνονται κοινότοπες, αλλά φαίνεται ότι ήταν αναγκαίο να υπενθυμίζει κανείς διαρκώς στους Έλληνες αυτές τις φαινομενικά αυτονόητες αλήθειες. Τόσο η καλοκαγαθία όσο και ο άγών συνδέονται με τον ελληνικό ομοερωτισμό. Το ρήμα γυμνάζω σημαίνει επί λέξει «είμαι γυμνός». Οι λέξεις παιδεραστής^ παιδομανής, παώοπίπης (=αυτός που χαζεύει τ' αγόρια) αναφέρονταν στον ομοφυλοφιλικό έρωτα και αντιστοιχούσαν στις δικές μας έννοιες φιλογύνης, γυναικομανής και γυναικοθήρας. 'Οπως σ' εμάς το κορίτσι, έτσι στην αρχαία Ελλάδα 124


το αγόρι θεωρούνταν θεμιτό αντικείμενο του ερωτικού πόθου μόνον όταν έμπαινε στην εφηβεία. Η σεξουαλική επαφή με άτομα μικρότερης ηλικίας ήταν κολάσιμη. Μια περίεργη αλλαγή της σημασίας της γνώρισε η λέξη εταιρεία. Αρχικά σήμαινε την απλή συντροφικότητα, κατόπιν μια αριστοκρατική λέσχη που συνήθως είχε πολιτικό χαρακτήρα, και τελικά κατέληξε να σημαίνει την πορνεία, και μάλιστα κυρίως την ανδρική. Το ρήμα εταιρώ σημαίνει γενικά «εκδίδομαι επί χρήμασι», και μόνον αργότερα εμφανίσθηκε η εταίρα με τη σημασία της παλλακίδας, σημασία με την οποία επιβιώνει αυτή η λέξη στη σημερινή γλώσσα. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στην παλιότερη φάση της ελληνικής ιστορίας οι Έλληνες θεωρούσαν ως «ωραίο φύλο» το ανδρικό. Αναφέραμε ήδη ποια επίσημη σημασία είχε η παιδεραστία στη Σπάρτη· οι Σπαρτιάτες θεωρούσαν κυριολεκτικά επονείδιστο για έναν έφηβο που είχε μια ορισμένη ηλικία να μην έχει βρει ακόμα εραστή: η θέση του ήταν ανάλογη με της κοπέλας που «έμεινε στο ράφι». 'Οπως ισχυρίζεται ο Αριστοτέλης, στην Κρήτη την παιδεραστία την καθιέρωσε ο ίδιος ο Μίνως (λες και μπορεί κανείς να καθιερώσει τέτοιο πράγμα!), και μάλιστα για κοινωνικούς λόγους, δηλαδή για ν' αναχαιτίσει την υπερβολική αύξηση του πληθυσμού! Στην πραγματικότητα όμως, όπως εξηγήσαμε στο τελευταίο κεφάλαιο του προηγούμενου τόμου, ο μινωικός πολιτισμός ήταν ο αντίποδας της παιδεραστίας. Αλλά η φήμη που διέδοσε ο Αριστοτέλης έχει μια δόση αλήθειας, από την άποψη ότι η ερωτική έλξη προς τον άνδρα είναι δωρική επινόηση. Στην Ιωνία θα πρέπει να έπαιζε σημαντικότερο ρόλο η ανατολίτικη επίδραση. Όπου κι αν ψάξουμε στην ελληνική ιστορία θα βρούμε παιδεραστές. Όλες οι διασημότητες είχαν αυτή την ιδιότητα: ο Λυκούργος και ο Σόλων, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος, ακόμα και ο άψογος Αριστείδης. Μόνον ο Σωκράτης ξέφευγε κι εδώ από τον γενικό κανόνα: αγαπούσε μόνο «πλατωνικά». Ούτε οι θεοί αποτελούν εξαίρεση: ο Δίας αγαπάει τον Γανυμήδη, ο Απόλλων τον Υάκινθο, ο Ποσειδών τον Πέλοπα, ο Ήφαιστος τον Πηλέα. Και παντού: σε κίονες και αμφορείς, ασπίδες και δίσκους, σκαμνιά και σεντούκια, κούπες και ασκούς ήταν χαραγμένα τα ονόματα των ερωμένων. Ο Φειδίας μάλιστα έγραψε σ' ένα δάχτυλο του Δία της Ολυμπίας «ωραίος Παντάρκης», ενώ, όπως τουλάχιστον έλεγαν οι κακές γλώσσες, έκανε διάσημο έναν άλλο φίλο του, τον γλ j125


πτη Αγοράκριτο, αφήνοντάς τον να υπογράψει μερικά δικά του έργα. Γενικά, σ^ αυτά τα ζητήματα η τέχνη είναι πάντα εξαιρετικά διαφωτιστική. Βλέπουμε ότι πριν από τους περσικούς πολέμους οι γυναικείες μορφές παριστάνονται σαν έφηβοι στη διάπλαση και το περίγραμμα, ενώ τα γυναικεία σεξουαλικά χαρακτηριστικά υποδηλώνονται πολύ αδρά. Ακόμα και σ' ένα μεγάλο τμήμα του πέμπτου αιώνα, τα γυναικεία γλυπτά εξακολουθούν να είναι πολύ σπάνια. Η ελληνική λυρική ποίηση κινείται, αν όχι αποκλειστικά, πάντως με σαφή προτίμηση, στη σφαίρα της ομοφυλοφιλίας, και μόνο σ' αυτή διατη^έεται από γνήσιο πάθος· φανατικότερος παιδεραστής θεωρούνταν ο Ίβυκος, που στην αρχαιότητα ήταν ξακουστός, αλλά στους περισσότερους σημερινούς ανθρώπους είναι γνωστός μόνον από τους γερανούς του. Το ότι ο έρωτας ανάμεσα σ' έναν άνδρα κι έναν έφηβο αποτελούσε πολύ συχνά την ττηγή των ευγενέστερων αισθημάτων βγαίνει από τα λόγια του Πλάτωνα, τα οποία αναφέραμε πιο πάνω: κατά τη γνώμη του ακόμα και η φιλοσοφία είναι ζήτημα ομοφυλοφιλικού έρωτα. Αυτός ο πλατωνικός έρωτας δεν ήταν λιγότερο αισθησιακός από τον έρωτα του Τριστάνου ή του Ρωμαίου, αλλά, όπως ο έρωτας αυτών των δύο τελευταίων μορφών, εξιδανικευόταν στο έπακρο, όχι σπάνια μάλιστα έφτανε ώς τον συναισθηματισμό, που κατά τα άλλα μάταια θα τον αναζητήσουμε στον χαρακτήρα των Ελλήνων. Αλλά μόνον ο χριστιανικός πολιτισμός ανέπτυξε μια καθαρά τ^ευματική αντίληψη για τον έρωτα: ο πλατωνικός έρωτας δεν ήταν πλατωνικός. Με την αθλομανία των Ελλήνων συνδέεται κι ένα άλλο βασικό τους γνώρισμα: η αντιβαναυσία. Η ελληνική έννοια του βάναυσου ανθρώπου δεν μπορεί να περιγραφεί εύκολα. Το αντίθετο του βάναυσου δεν είναι ούτε ο διανοούμενος (γιατί οι επιστήμονές μας, με τα εργαστήρια και τα αρχεία τους, θα φαίνονταν στους Έλληνες βάναυσοι) ούτε ο λεγόμενος «ελεύθερος επαγγελματίας» (γιατί και οι περισσότεροι καλλιτέχνες θεωρούνταν ελεύθεροι επαγγελματίες), παρά χαρακτηριζόταν βάναυσο οτιδήποτε έχει σκοπό, οτιδήποτε γίνεται για το χρήμα, οτιδήποτε πρέπει να κάνει κανείς, οτιδήποτε παραμορφώνει ή απαιτεί υπέρμετρη σωματική προσπάθεια. Επομένως, κάθε μισθωτός, είτε γεωργός είναι είτε τεχνίτης, θεωρείται κατ' αρχή βάναυσος. Ο Τράιτσκε λέει στην «Πολιτική» του, αναφερόμενος στις νότιες πολιτείες της βορειοαμερικανικής Ένωσης: «Εκεί που το με126


γαλύτερο μέρος του πληθυσμού είναι ανελεύθερο, η εργασία γίνεται εξευτελιστική· ακόμα και ο ελεύθερος εργάτης θεωρείται άνθρωπος που δεν έχει κανένα δικαίωμα στον σεβασμό των άλλων.» Από την άλλη μεριά, όμως, ο Περικλής λέει στον Επιτάφιό του: «Σ' εμάς δεν θεωρείται επονείδιστο να είναι κανείς φτωχός, αλλά το να μη προκόβει με την εργασία του», και ακούσαμε ήδη πόσο εκτιμούσε ο Ησίοδος την τίμια εργασία των χεριών. Ακόμα και ο Ηρακλής, ο εθνικός ήρωας των Ελλήνων, έζησε μια ζωή γεμάτη κόπους και εντατικές προσπάθειες. Η άποψη ότι οι Έλληνες ήταν ένας λαός της γλυκειάς σχόλης, που ολοένα χουζούρευε, είναι μια οπερετική αντίληψη. Όπως σε κάθε εξελιγμένη κοινωνία που μας είναι γνωστή στην ιστορία, έτσι και στην αρχαία Ελλάδα την κύρια μάζα του πληθυσμού την αποτελούσε μια εμπορική μεσαία τάξη και μια τέταρτη τάξη που εργαζόταν σωματικά. Ούτε οι δούλοι, φυσικά, ήταν απαλλαγμένοι από τη σωματική εργασία. Οι «αργόσχολοι», δηλαδή οι φιλόσοφοι και οι αθλητές, οι ντελάληδες και οι σουρτούκηδες, ήταν μια μικρή μειοψηφία, για την οποία όμως γινόταν ο περισσότερος λόγος, κι έτσι δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι μ^ αυτό τον τρόπο ζούσε ο μέσος Έλληνας. Στην αριστοκρατική εποχή υπήρχε πράγματι μια κάστα αφεντάδων που περνούσε τον καιρό της με το κυνήγι και τον πόλεμο, με αθλητικές εκδηλώσεις και τσιμπούσια· στις μεταγενέστερες εποχές όμως η περιφρόνηση προς τη βαναυσία ήταν σκέτη φιλολογία και ιστορική ανάμνηση χωρίς αντίκρυσμα στην πραγματικότητα, όπως ακριβώς συνέβαινε με τον τζέντλεμαν στον δέκατο ένατο αιώνα, οπότε κάθε μικροαστός θεωρούσε τον εαυτό του τζέντλεμαν. Αλλά η θεωρία αυτή διατηρήθηκε, έστω και με μερικές ανακολουθίες. Το ότι οι χορηγοί και οι επιχειρηματίες δεν θεωρούνταν βάναυσοι εξηγείται μάλλον από το γεγονός ότι δεν εργάζονταν σωματικά. Για τους Σοφιστές ο Λάνγκε λέει στο έργο του «Ιστορία του υλισμού» ότι ακόμα και οι οπαδοί τους δεν τους έβλεπαν πολύ αλλιώτικα απ'* ό,τι βλέπουν σήμερα οι πλούσιοι θαυμαστές ενός διάσημου τενόρου το ίνδαλμά τους: «Οι περισσότεροι απ'* αυτούς, παρ' όλο τον θαυμασμό τους, θα ντρέπονταν να γίνουν το ίδιο.» Τους ποιητές δεν τους άγγιζε το στίγμα της βαναυσίας, παρόλο που έγραφαν τις επινίκειες ωδές τους επί χρήμασι, και μάλιστα κατά παραγγελία κάποιου πλούσιου ιδιοκτήτη ιπποφορβείου, τον οποίο εξυμνούσαν με ενθουσιασμό (πράγμα που εμείς με τη σειρά μας θα βρίσκαμε βάναυσο)· αλλά οι φτασμένοι 127


ποιητές κέρδιζαν τόσο πολλά ώστε, όπως περίπου συμβαίνει σήμερα με τους μεγαλοτραπεζίτες, το όνειδος γινόταν αυτόματα σεβασμός. Εκείνοι που ήταν μόνιμα «ριγμένοι» στην υπόληψη των αρχαίων Ελλήνων ήταν οι γλύπτες, γιατί η δουλειά τους θεωρούνταν ιδιαίτερα επίπονη. Αν η λέξη βάναυσος χαρακτηρίζει κυριολεκτικά αυτόν που κάθεται πλάι στον βαννο (=κλίβανο), τότε ο μεταλλοπλάστης και ο λιθοξόος ήταν οι τυπικοί βάναυσοι. Ο Πλούταρχος λέει ότι μπορεί κανείς να ευχαριστιέται από ένα έργο τέχνης, χωρίς ωστόσο να θεωρεί αξιομίμητο τον καλλιτέχνη: «Αγαπάμε τα αρώματα και την πορφύρα, αλλά θεωρούμε βάναυσους τους μυροποιούς και τοι^ς βαφιάδες»· επίσης δεν έβρισκε καμΙά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον κατασκευαστή ενός υφάσματος ή τον παρασκευαστή ενός αρώματος και τον δημιουργό ενό': ναού ή ενός γλυπτού. Λέει μάλιστα ότι κανένας καθωσπρέπει νέος δεν θα ήθελε να είναι Φειδίας ή Πολύκλειτος, Ανακρέων ή Αρχίλοχος. Πρέπει όμως να θυμηθούμε ότι ακόμα και πριν από ενάμισυ ή δύο αιώνες κανένας άνθρωπος της «καλής κοινωνίας» δεν θα θεωρούσε ισάξιό του έναν «λόγιο» και θ' αντιμετώπιζε έναν Αέσινγκ κι έναν Ρουσώ μ' ένα παρόμοιο μίγμα από ευχαρίστηση και περιφρόνηση. Οι ζωγράφοι φαίνεται ότι ξέφευγαν συνήθως απ"^ αυτή την αρνητική κρίση, επειδή αμείβονταν πλουσιοπάροχα ή επειδή η δραστηριότητά τους δεν θεωρούνταν εργασία. Κι ωστόσο, κανένας σήμερα δεν θα θυμόταν πια αυτό το έθνος των τζόκεϊ, των μποξέρ και των δρομέων που κυνηγούσαν τα ρεκόρ, αν δεν είχε αποτυπωθεί στο έργο των βάναυσων κι αν αυτό το αποτύπωμα, σαν ένα βιβλίο με ανεξίτηλες εικόνες, δεν είχε αντέξει στον χρόνο περισσότερο από τ' άλλα παιχνίδια των Ελλήνων. Και όπως η ελληνική τέχνη εξακολούθησε να ζει και μετά τον ελληνικό λαό, έτσι υπήρχε κατά κάποιο τρόπο πριν αυτός ο λαός γεννηθεί. Πολύ προτού οι Έλληνες αποκτήσουν ιστορική βαρύτητα, είχαν ήδη μια ιδιόμορφη κεραμική τέχνη. Αυτή ήταν αναντίρρητα η πρώτη τους τέχνη, και οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν ότι αυτός που επινόησε τη γλυπτική και τη ζωγραφική ήταν ένας αγγειοπλάστης που λεγόταν Βουτάδης. Και πραγματικά, είναι σχεδόν αδιανόητο το χύσιμο του μέταλλου, αν δεν έχει προϋπάρξει μια κεραμική τεχνική, και το ότι η αγγειογραφία είναι η μητέρα της τοιχογραφίας το βλέπουμε και σήμερα καθαρά στην Πομπηία. Τα σχήματα των αγγείων παρουσίαζαν μεγάλη ποικιλία: βρίσκουμε ό,τι κι αν βάλει ο νους μας, από τον αμφορέα με τις 128


δύο λαβές, που χρησιμοποιούσαν για το φύλαγμα προμηθειών, ώς την υδρία με τα τρία χερούλια για τη μεταφορά και τη διατήρηση του νερού, και από τον κρατήρα για το ανακάτεμα και τον ψυκτήρα για την ψύξη διαφόρων υγρών ώς το ρντόν, ένα είδος κύπελλου, τη λήκυθο για τα λάδια, το αλάβαστρο για τις αλοιφές και τα πάμπολλα κύπελλα και κανάτια, πιατέλες και γαβάθες, φλιτζάνια και πιάτα, χωνιά και ποτιστήρια. Για την αγγειοπλαστική της πρώιμης εποχής δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν «ακόμα τυπόποιημένη» αλλά ούτε ότι ήταν «ήδη τυποποιημένη»· αυτή η αυστηρή και λαγαρή δομή, αυτή η μαθηματική σαφήνεια και σιγουριά στην έκφραση ήταν ευθύς εξαρχής ειδικότητα των Ελλήνων. Ο Χάινριχ Μπρουν χαρακτηρίζει πολύ εύστοχα την αγγειογραφία ως εικονογραφική γραφή, γιατί η σκέψη είναι το κύριο στοιχείο και η μορφή μόνον ένα μέσο για την έκφρασή της.Στην αγγειογραφία πάλλεται ήδη ολοζώντανη ολόκληρη η ελληνική ζωή, σε μια εποχή που η γλυπτική είναι ακόμα σχεδόν άψυχη, ένας βώλος χώμα που μόλις πριν από λίγο τον χάιδεψε η τινοή του δημιουργού. Οι αγγειογράφοι παίρνουν τα θέματά τους απ' όλους τους τομείς της ζωής: από τη γεωργία και τη ναυσιπλοΓα, τη βιοτεχνία και το εμπόριο, τον πόλεμο και τη θρησκευτική λατρεία, την παιδεία και τον αθλητισμό, τον δρόμο και το λουτρό, το μπουντουάρ και το παιδικό δωμάτιο, τον γάμο και το συμπόσιο, τον έρωτα και τον θάνατο και, επιπλέον, τον πολύχρωμο και αλλόκοτο κόσμο των θεών και των ηρώων. Τα παλιότερα αγγεία της λεγόμενης γεωμετρικής τεχν^οτροπίας (από τον δέκατο ώς τον όγδοο ή έβδομο αιώνα), που τα δκχκοσμητικά μοτίβα τους είναι εμττνευσμένα από τις πανάρχαιες τεχνικές του πλεξίματος, της ύφανσης και της στίξης, αναδίνουν ήδη μια εκπληκτική μουσικότητα. Τα περιφημότερα απ' αυτά είναι τα αγγεία του Δίπυλου, που ονομάζονται έτσι επειδή βρέθηκαν στο νεκροταφείο που ήταν έξω απ' τη διπλή αθηναϊκή πύλη, το Δίπυλο. Για την Αθήνα, που είχε πολύ πλούσια κεραμίτιδα γη, η κεραμική βιομηχανία είχε μιγάλη σημασία. Το κυριότερο στολίδι των αγγείων ήταν διάφοροι συνδυασμοί από κύκλους και σταυρούς, αστραπές και μαιάνδρους, που με μεγάλη δύναμη και κομψότητα οργανώνουν και γεμίζουν τον χώρο. Οι άνθρωποι, τα άλογα και τα πλοία είναι στο επίπεδο παιδικών ιχνογραφημάτων αλλά ακόμα κι εδώ η διακοσμητική διάταξη χαρακτηρίζεται από εξαιρετική δεξιοτεχνία και η πρωτόγονη απει9

129


κόνιση, που θυμίζει ταπετσαρία, ίσως να είναι σκόπιμη, γιατί ο καλλιτέχνης ήθελε ακριβώς να μιμηθεί το σχέδιο διαφόρων υφασμάτων. Οι άνδρες παριστάνονται με την υπερβολικά λεπτή, «κρητική» μέση. Τα πιο αγαπημένα θέματα είναι χοροί, νεκρικές πομπές, αρματοδρομίες, ναυμαχίες. Στην αρχή περίπου του έκτου αιώνα εμφανίζονται τα μελανόμορφα αγγεία. Ιδιαίτερα στην Αττική οι αγγειογράφοι κατόρθωναν να δίνουν στο μαύρο βερνίκι μια υπέροχη μεταλλική λάμψη. Ένα από τα λαμπρότερα δείγματα αυτής της τεχνοτροπίας είναι το κοσμοξακουσμένο αγγείο του Φρανσουά (που ανακαλύφθηκε το 1845 από τον Φρανσουά και βρίσκεται στο Μουσείο της Φλωρεντίας)· παριστάνει σε έξι ζώνες το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, τους αγώνες που οργάνωσε ο Αχιλλέας προς τιμή του Πάτροκλου, την πομπή των θεών που πηγαίνουν στους γάμους της Θέτιδος, τον Αχιλλέα και τον Τρωίλο, διάφορες ζωομαχίες και (στη βάση του αγγείου) μια κωμική μάχη ανάμεσα σε Πυγμαίους και γερανούς· το σχέδιο φανερώνει αξιοθαύμαστη λεπταισθησία. Έχουμε ήδη αναφέρει την κύλικα του Αρκεσίλαου, που παριστάνει το εμπόριο του σίλφιου. Κι εδώ επίσης όλα απεικονίζονται με απόλυση φυσικότητα: ο σοβαροπρεττής βασιλιάς, με μυτερό καπέλο και παπούτσια με γυριστή μύτη, οι εργώδεις μετρητές και φορτωτές, τα ξάρτια και η ζυγαριά, τα διακοσμητικά ζώα: πάνθηρας και ερωδιός, πίθηκος και σαύρα. Οι Κυρηναίοι που τρέχουν, φωνάζουν και χειρονομούν, θεωρώντας φοβερά σπουδαίο αυτό που κάνουν, με τα σουβλερά πρόσωπά τους που θυμίζουν πουλιά, μας κάνουν σχεδόν να σκεφτούμε ότι πρόκειται για γελοιογραφία, αλλά ίσως πάλι ο καλλιτέχνης να ήθελε να εκφράσει την εξωτική εμφάνιση των Αφρικανών. Και στις δύο περιπτώσεις η εικόνα προδίνει ακριβή παρατήρηση των ανθρώπων. Σ' όλες όμως αυτές τις μικρογραφίες (μερικές από τις οποίες είναι αριστουργηματικές) η επίδραση της αιγυπτιακής τέχνης είναι πρόδηλη. Συναντάμε όλα τα γνωρίσματα της αιγυτιτιακής τέχνης που περιγράψαμε στον προηγούμενο τόμο: την «ακτινογραφία», την περιγραφική απαρίθμηση όλων των αντικειμένων, το «καταχρηστικό ανφάς», το επεξηγηματικό κείμενο που τ��υτόχρονα είναι και διακόσμηση, την άγνοια-της προοπτικής, την αδιαφορία για τη φωτοσκίαση, την παραδοσιοκρατία, που αρέσκεται να χρησιμοποιεί τυποποιημένες μορφές. Ακόμα και η συνήθεια να παριστάνονται οι γυναίκες (και τα ά130


λογα) με άσπρο χρώμα είναι ένας αιγυπτιακός χρωματικός συμβολισμός, που οι Έλληνες τον μιμήθηκαν ολότελα άκριτα, γιατί στους Αιγυπτίους οι άνδρες έμοιαζαν συχνά τόσο πολύ με τις γυναίκες στο ντύσιμο, τη μορφή και το πρόσωπο, ώστε η διάκριση ήταν δύσκολη, πράγμα που δεν συνέβαινε στους Έλληνες. Στα ερυθρόμορφα αγγεία, που εμφανίζονται προς τα τέλη του έκτου αιώνα, οι όροι αντιστρέφονται: οι μορφές αναδύονται μέσα από ένα στιλτινό μαύρο φόντο και διατηρούν το φυσικό κόκκινο χρώμα του πηλού, δίνοντας έτσι στον καλλιτέχνη τη δυνατότητα να σχεδιάσει με μεγαλύτερη λεπτολογία το εσωτερικό τους. θ α περιορισθούμε και πάλι σε δύο παραδείγματα. Στην «κύλικα του Σωσία» ο Αχιλλέας επιδένει τα τραύματα του Πάτροκλου: με άφταστο τρόπο αποδίδονται τόσο η αφοσίωση του Αχιλλέα στη δύσκολη και δυσάρεστη δουλειά του όσο και το φυσικό μαρτύριο του Πάτροκλου, που αποστρέφει το κεφάλι, τεντώνει το ένα του πόδι και μάλιστα χαμογελάει απ' τον πόνο — μια εξαιρετικά λεπτή παρατήρηση. Στην «Καιρετανή υδρία» απεικονίζεται με χιούμορ ο Ηρακλής ν' αποκρούει τους Αιγύπτιους που ήθελαν να τον σκοτώσουν: τα καταφέρνει να ξεκάνει όχι λιγότερους από έξι, ποδοπατώντας δύο, συντρίβοντας έναν στο έδαφος με το αριστερό του χέρι, πνίγοντας άλλον έναν με το δεξί του και στραγγαλίζοντας δύο με τους αγκώνες του: πρόκειται δηλαδή για μια χαριτωμένη ζωγραφιστή μυγχαουζιάδα! Προφανώς, οι λεπτοκαμωμένες, σχεδόν εύθραυστες μορφές που απεικονίζονται στα αγγεία αυτής της τεχνοτροπίας δεν μπορούσαν ν' αντιδράσουν παρά ειρωνικά σε τέτοιους λεονταρισμούς. Η τέχνη της ταπητουργίας φαίνεται ότι έφτασε κι αυτή σε σημαντική ακμή. Δύο ταπητουργοί μάλιστα, ο Ακέσας και ο Ελικών, είχαν τόσο σπουδαία φήμη ώστε όταν ήθελε κανείς να παινέψει κάτι ιδιαίτερα χρησιμοποιούσε την έκφραση: «λες κι είναι φτιαγμένο από τον Ακέσα και τον Ελικώνα». Εξάλλου, ο έκτος αιώνας γνώριζε ήδη ζωγραφικούς πίνακες από ττηλό, στους οποίους τα χρώματα ήταν συνήθως μουντά (καφετί, μαύρο, σκούρο κόκκινο), ενώ το σχέδιο διαυγές και σίγουρο, αλλά σκληρό και συγκρατημένο. Στα προφίλ, το μάτι απεικονιζόταν ανφάς. Αέγεται ότι ο πρώτος που εισήγαγε στη ζωγραφική την προοπτική ήταν ο Πελοποννήσιος Κίμων από τις Κλεωνές. Για τα γλυπτά τους οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν, αρχικά, μα131


λακά υλικά: ξύλο και πορώδη ασβεστόλιθο. Στη διάρκεια του έβδομου αιώνα πέρασαν στη χρήση του μάρμαρου· το χυσιμο του μπρούντζου επινοήθηκε από τους Σάμιους όχι νωρίτερα από τα τέλη του έκτου αιώνα. 'Οπως είναι γνωστό, ως πρώτος Έλληνας γλύπτης θεωρείται ο Αθηναίος Δαίδαλος· για πολύ καιρό οι μεταγενέστεροι αρκούνταν στη φήμη ότι ανήκαν στη σχολή του και αυτοαποκαλούνταν Δαιδαλίδες, όπως οι επικοί τραγουδιστές ονομάζονταν Ομηρίδες. Ενώ ώς εκείνη την εποχή οι μορφές αποτελούσαν ένα συμπαγή όγκο, ο Δαίδαλος ξεκόλλησε τα χέρια από το σώμα κι έβαλε τα πόδια να περπατήσουν. Αυτή η καινοτομία, η τόσο εντυπωσιακή για την εποχή της, εξηγεί τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν για τη φυσικότητα των έργων του: λέγεται π.χ. ότι ο Ηρακλής άρχισε να πετροβολεί το ίδιο του το άγαλμα. Αναφέρεται ότι ο Δαίδαλος φιλοτέχνησε και μια κινητή Αφροδίτη, πράγμα που εξηγήθηκε αργότερα με την υπόθεση ότι έχυσε στο εσωτερικό του ξύλινου αγάλματος υδράργυρο: είναι ένα κόλπο που χρησιμοποιείται σε εργαστήρια κέρινων ομοιωμάτων. Από τον έκτο αιώνα προέρχονται οι Απολλίνες, όπως λέγονταν παλιότερα, γιατί είχαν θεωρηθεί αγάλματα του Απόλλωνα· σήμερα ονομάζονται κούροι, δηλαδή νεαροί άνδρες, γιατί επρόκειτο απλώς για μνημεία πεθαμένων νέων. Ο γνωστός Απόλλων από την Τενέα, κοντά στην Κόρινθο, υπακούει ακόμα σχεδόν ολότελα στον νόμο της μετωπικότητας: με εξαίρεση το αριστερό πόδι, που είναι ελαφρά μετατοπισμένο προς τα εμπρός, οι δύο πλευρές του σώματός του είναι εντελώς συμμετρικές. Αλλά και η στερεότυπη νεανικότητα των μορφών, η συγκρατημένη επίσημη στάση τους, η κόμμωση που σχεδόν θυμίζει περούκα, οι σφιγμένες γροθιές, η χαμογελαστή έκφραση του προσώπου, όλα αυτά είναι αιγυπτιακά στοιχεία, ακόμα και η προβολή του αριστερού ποδιού: σίγουρα οι Έλληνες δεν ήξεραν γιατί οι Αιγύπτιοι διάλεγαν το αριστερό πόδι. Αντίθετα, ολότελα καινούργιο στοιχείο είναι η απόλυτη γυμνότητα των αγαλμάτων. Με ιδιαίτερη ακρίβεια αποδίδονται τα πόδια, οι μηροί, τα γόνατα, και λιγότερο ο κορμός. Έπειτα από τη διπλή καταστροφή της Ακρόπολης της Αθήνας από τους Πέρσες (το 480 και το 479), τα συντρίμμια χρησιμοποιήθηκαν κατά την ανοικοδόμηση για την επιπέδωση της κορυφής του ιερού βράχου. Μέσα απ' αυτά τα «περσικά μπάζα» ανασύρθηκαν γύρω στα τέλη του περασμένου αιώνα μερικά πολύ παράξενα δείγματα της 132


πρώιμης αττικής τέχνης. Ο παλιός ναός της Αθηνάς, που επειδή είχε μήκος εκατό πόδια λεγόταν εκατόμπεδον, ήταν χτισμένος ολόκληρος από γκριζοκίτρινο ασβεστόλιθο (τον λεγόμενο πορο), σοβατισμένος και βαμμένος με πολύ ζωηρά χρώματα. Οι μορφές μοιάζουν σαν ξυλόγλυπτες, ο χρωματισμός τους είναι ολότελα αυθαίρετος: συνήθως γαλάζιο και κόκκινο, που και σήμερα είναι τα πιο αγαπημένα χρώματα των παιχνιδιών, η έκφραση του προσώπου τους είναι στερεότυτυη: π.χ. ο φρικαλέος Τυφών, ένα τέρας με φιδίσιο κορμί και τρία ανθρώπινα κεφάλια, χαμογελάει φιλικά στον Δία, που ετοιμάζεται να τον σκοτώσει μ' ένα αστροπελέκι. Μεγάλη πρόοδο δείχνουν οι τουλάχιστο κατά μισόν αιώνα νεότερες παρθένες ή κόρες, που ξεθάφτηκαν κοντά στο εκατόμπεδον: δεκατέσσερις μαρμάρινες μορφές, που πιθανότατα παριστάνουν θεραπαινίδες, ή καλύτερα κυρίες επί των τιμών, της πολιούχου θεάς. Είναι σμιλεμένες και χρωματισμένες με εξαιρετική λεπτότητα· σε μερικά σημεία ο καλλιτέχνης άφησε επίτηδες άσπρη την επιφάνεια του μάρμαρου για να δημιουργήσει αντίθεση, τα μαλλιά και οι πτυχώσεις των φορεμάτων είναι πλούσια κι έχουν αποδοθεί με μεγάλη τέχνη, αλλά δεν υπάρχει οργανική σχέση ανάμεσα σ^ αυτά και τα σώματα. Τα ρούχα και τα παπούτσια, η κόμμωση και τα κοσμήματα έχουν απεικονισθεί με μεγάλη ειδημοσύνη και, προφανώς, σύμφωνα με την τελευταία μόδα. Η ψυχρή αρχοντιά αυτών των πικάντικων και περιπαικτικών, καπριτσιόζικων και φιλάρεσκων μορφών αναδίνει την πολυτελή και ήδη κάπως παρακμιακή κομψότητα της Ιωνίας: είναι το ελληνικό ροκοκό. Οι νεαροί Γερμανοί καλλιτέχνες που ττηραν μέρος στις ανασκαφές της δεκαετίας του 1880 έλεγαν αυτές τις, αναντίρρητα, κάπως επιτηδευμένες δεσποσύνες «θείες», και μια απ' αυτές, που είχε κόκκινα μαλλιά, πράσινα μάτια κι ένα έντονο χαμόγελο τη βάφτισαν «η εύθυμη Έμα». Λίγο μετά το 510 ο Αντήνωρ έφτιαξε τα μπρούντζινα αγάλματα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, που τριάντα χρόνια αργότερα μεταφέρθηκαν από τον Ξέρξη στα Σούσα και δεν επέστρεψαν στην Ελλάδα παρά μόνο χάρη στον Μέγα Αλέξανδρο. Οι Αθηναίοι όμως ανάθεσαν αμέσως στον Κρίτιο και τον Νησιώτη να κατασκευάσουν δυο καινούριους ανδριάντες. Το αντίγραφό τους βρέθηκε στην έπαυλη του αυτοκράτορα Αδριανού στο Τίβολι· είναι φτιαγμένο από μάρμαρο, το κεφάλι του Αριστογείτονα είναι αρχαίο αλλά δεν ανήκει στο 133


υπόλοιπο σύμπλεγμα. Το πόσο δημοφιλές ήταν αυτό το γλυπτό μας το δείχνει ένα αθηναϊκό αγγείο, που παριστάνει την πολιούχο θεά της Αθήνας και στην ασπίδα της το αντίγραφο του διπλού αγάλματος. Τα όσα διηγιόντουσαν οι Έλληνες για το ιστορικό συμβάν, την ανάμνηση του οποίου προοριζόταν να διαιωνίσει το άγαλμα, πρέπει να τα δεχτούμε με μεγάλη επιφύλαξη, γιατί υτιήρχε για την «τυραννοκτονία» ένα παραδοσιακό κλισέ. Σύμφωνα μ' αυτό, ο Ίππαρχος επιδίωξε μάταια την ερωτική εύνοια του Αρμόδιου και κατόπιν, για να τον εκδικηθεί, απαγόρεψε στην αδελφή του να πάρει μέρος στην πομττή των Παναθηναίων αυτό εξόργισε τόσο τον Αρμόδιο, που μαζί με τον εραστή του Αριστογείτονα μαχαίρωσε τον τύραννο τα χαράματα. Αν αυτή η εκδοχή ήταν αληθινή, τότε θα επρόκειτο για μια ιδιωτική εκδίκηση και οι δυο τυραννοκτόνοι δεν θ' άξιζαν καθόλου τις τιμές των Αθηναίων* είναι όμως πολύ πιθανό ότι ανήκαν σε μια λέσχη δυσαρεστημένων ευγενών, όπου σχεδιάσθηκε η απόπειρα, κι όλα τ' άλλα είναι μάλλον κακόβουλο κουτσομπολιό. Ο Πλίνιος λέει ότι τα δύο συμπλέγματα (που πρέπει να υποθέσουμε ότι έμοιαζαν πολύ μεταξύ τους) ήταν τα πρώτα δημόσια τιμητικά αγάλματα που ανέγειρε ποτέ ένας λαός· και πραγματικά, απ' αυτά κατάγονται όλα τα «μνημεία». Αυτό που απεικονίζεται είναι η ώέα του επεισόδιου: η ηρωική θέληση για την πράξη, όχι η ίδια η πράξη. Και οι δύο μορφές είναι γυμνές (πράγμα που επίσης αποτελεί ένα εξιδανικευτικό στοιχείο), ο Αρμόδιος υψώνει το σπαθί, ο Αριστογείτων τον σκεπάζει με τον μανδύα, που τον έχει τυλίξει γύρω από το μπράτσο του, και ανασπά το δικό του για την περίπτωση που το πρώτο χτύττημα θ' αποτύχαινε. Ο Αρμόδιος είναι ο τύπος του ερωμένου: με περιποιημένη κόμμωση, σώμα με απαλές γραμμές, κάπως γεμάτο, ενώ ο Αριστογείτων είναι ο νευρώδης, ρωμαλέος, ανδροπρεπής εραστής. Το όλο σύμπλεγμα χαρακτηρίζεται από ορμητική κι ωστόσο ευγενική κίνηση. Είναι ένα λαμπρό μνημείο της ελευθερίας και της παιδεραστίας, των δύο έμμονων ιδεών του ελληνισμού. Εξίσου ραγδαία όσο η εξέλιξη της γλυπτικής ήταν η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής. Πριν από το 600 δεν θα πρέπει να υπήρχαν μεγάλα πέτρινα οικοδομήματα. Ο ναός, που ήταν άγνωστος στον κρητομυκηναϊκό πολιτισμό, εξελίχθηκε από το βασιλικό «παρεκκλήσιο», που συνδεόταν με το ανάκτορο. Σιγά-σιγά οι Έλληνες προχώρησαν στην ιδέα να χτίσουν ξεχωριστή κατοικία για τη θεότητα, που στην αρχή 134


δεν θα πρέπει να διέφερε σχεδόν καθόλου από την ανθρώπινη κατοικία: ένα τετράγωνο ξύλινο μέγαρο μ' ένα προαύλιο περιζωσμένο από κολώνες. Ο αρχαιότερος ελληνικός ναός που μας είναι γνωστός, το Ηραίο της Ολυμπίας, ήταν ένα τέτοιο χτίσμα από ξυλοδεσιά και τούβλα. Όμως οι Έλληνες προσπάθησαν από νωρίς να κάνουν ωραιότερη την όψη του ναού, ασβεστώνοντάς τον και επιστρώνοντάς τον με χρωματιστές πήλινες πλάκες. Αλλά και ο πέτρινος ναός δεν μπορεί να κρύψει την καταγωγή του από την ξυλοδομία: οι κολώνες μιμούνται κορμούς δέντρων, τα κιονόκρανα μιμούνται ξυλόγλυπτα αντικείμενα. Ο βωμός βρισκόταν πάντα στο ύπαιθρο, μπροστά από τον ναό* ο ίδιος ο ναός δεν ήταν παρά ο χώρος που στέγαζε το είδωλο της θεότητας. Αυτή τη βασική αρχή ακολουθούσε ολόκληρη η διάταξή του, που διέφερε ριζικά από τη διάταξη των χριστιανικών εκκλησιών. Επειδή ο ναός δεν ήταν προορισμένος να στεγάζει το πλήθος των πιστών που προσεύχονταν, δεν ήταν ανάγκη να είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Στην κλασική μορφή του ο ναός συμπληρωνόταν από μια πλήρη κιονοστοιχία, οπότε λεγόταν περίπτερος, ή είχε ένα προστέγασμα στη μια ή και στις δυο μικρές πλευρές του, που το στήριζαν κολώνες, οπότε λεγόταν πρόστυλος ή αμφιπρόστυλος. Σχεδόν δεν υπάρχουν πιο περίπλοκες μορφές. Ο δωρικός ρυθμός ωριμάζει στη διάρκεια του έκτου αιώνα. Οι κίονες, που δεν έχουν βάση, κι είναι αυλακωμένοι από ραβδώσεις, καταλήγουν στο πάνω μέρος τους σε χρωματιστούς δακτύλιους, σ^ ένα λεπτοδουλεμένο εξόγκωμα, τον εχίνο, και μια τετράγωνη πλάκα, τον άβακα- σ' αυτούς στηρίζεται η κύρια μαρμαροδοκός, το επίστνλιο' πάνω απ' αυτήν υψώνεται το διάζωμα, στο οποίο τα τρίγλυφα εναλλάσσονται με μετόπες^ στολισμένες με ανάγλυφες παραστάσεις· το επιστέγασμα αποτελείται από το αέτωμα, με το πλατύ γείσο^ το τύμπανο^ δηλαδή την κυρίως επιφάνεια του αετώματος, που φιλοξενεί τις μεγάλες γλυπτικές συνθέσεις, και την πλούσια διακοσμημένη υδρορρόη, που κι αυτή ακόμα είναι ένα έργο τέχνης. Κάτω από τα τριγλυφα και στην κάτω πλευρά του γείσου υπήρχαν σταγονόμορφες διακοσμήσεις, που μαζί με τα ακρωτήρια, δηλαδή κεραμικά κοσμήματα των τριών γωνιών του αετώματος, συμπλήρωναν την εικόνα, μια εικόνα πολύ πλούσια σε χρώματα. Τα τρίγλυφα και οι βάσεις των σταγονόμορφων διακοσμήσεων ήταν μωβ, οι ραβδώσεις 135


ανάμεσα στο επιστύλιο και το διάζωμα, όπως επίσης ανάμεσα στο διάζωμα και το γείσο είχαν χρώμα κεραμιδί και οι διακοσμητικές σταγόνες ήταν επίχρυσες* αλλά και οι πολυάριθμοι μαίανδροι και τα ακροκέραμα ήταν πολύχρωμα και όλα τα γλυπτά ήταν χρωματισμένα με λαμπρά χρώματα. Το χρώμα, επειδή διαρθρώνει, είναι ένα δομικό στοιχείο, το ίδιο σημαντικό όσο το σχήμα και η διάταξη των αρχιτεκτονικών μερών, και γι' αυτό είναι αναπόσπαστο από την ελληνική αρχιτεκτονική· έστω και μόνο γι'' αυτόν τον λόγο ένας αρχαίος Έλληνας θ'' απόστρεφε με φρίκη το βλέμμα του από τις δικές μας ανιαρές, ασπρουλιάρικες αναπαραστάσεις των κλασικών οικοδομημάτων. Το ότι το χρώμα δεν είναι ένα απλό «γραφικό» στοιχείο το βλέπουμε σ' έναν οποιοδήποτε γεωγραφικό χάρτη και σε παρόμοια επιστημονικά βοηθήματα (π.χ. στην έξοχη «Βίβλο του ουράνιου τόξου», που αποδίδει τα διάφορα στρώματα των κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης με τα χρώματα του ηλιακού φάσματος). Δυστυχώς, συχνά ακόμα και οι καλύτεροι σχεδιαστές χαρτών δεν έχουν τόσο ανεπτυγμένη αίσθηση των χρωμάτων, που να τους επιτρέπει να διαλέγουν το χρώμα έτσι ώστε το μάτι ούτε να ενοχλείται ούτε, πράγμα ακόμα χειρότερο, να μπερδεύεται, και δεν παίρνουν υπόψη τους ότι συγγενικά χρώματα, λόγου χάρη το πορτοκαλί και το βυσσινί, δεν δημιουργούν αρκετή αντίθεση για το μάτι. Γενικά, η ελληνική αρχιτεκτονική αντίληψη βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τον αστικό κλασικισμό, που, σε γενικές γραμμές και χωρίς να πάρουμε υπόψη μας μερικά επιφανειακά αντίθετα ρεύματα, κυριαρχεί στην Ευρώπη από τη Μεταρρύθμιση κι έπειτα. Εδώ δεν γίνεται καμιά προσπάθεια απόκρυψης, δεν υπάρχει καμιά διάθεση του καλλιτέχνη να είναι αλλιώς απ' ό,τι είναι: όλα διατινέονται από τη φιλοδοξία του δημιουργού να φανερωθεί σε ιδανική γυμνότητα, το σχέδιο προδίνει την επιθυμία του να δείξει τον σκελετό του, τους μυς και τους τένοντές του, τα επιμέρους μέλη καταφάσκουν στη λειτουργία τους. Πόσο αλλιώτικα αισθανόταν π.χ. ο αρχιτέκτονας των πρώτων χρόνων του γερμανικού ράιχ, που κυριολεκτικά ντρεπόταν ν' αφήσει ένα κομμάτι του οικοδομήματος να πει τι είναι, γιατί προφανώς θεωρούσε κάτι τέτοιο χυδαίο, θα έλεγε κανείς μάλιστα ανήθικο· και την ίδια έλλειψη καλλιτεχνικής υπευθυνότητας προδίνει και το μπαρόκ, που παρόλη τη μεγαλοπρέπειά του, με τις λυγισμένες κολώνες και τις διχοτομημένες αψίδες, τις λουσάτες προσόψεις και τους 136


μπογιατισμένους θόλους, τα ψεύτικα βάθρα και τα σχεδόν μετέωρα υποστηρίγματα, που δεν έχουν να υποστηρίξουν τίποτα, δεν κάνει άλλο τίποτα παρά να παίζει θέατρο. Αλλά και οι Αιγύπτιοι, παρόλο που επινόησαν τον κίονα, δεν τον χρησιμοποιούσαν για να στηρίξουν καμιά οροφή. Η υπερβατική νοοτροπία των κατοίκων του Νείλου δεν σήκωνε τέτοιες ρεαλιστικές ιδέες. Στον ελληνικό κίονα, αντίθετα, η ιδέα της στήριξης είναι επεξεργασμένη ώς τις τελευταίες της λεπτομέρειες. Το ύψος, η διάμετρος της κολώνας και η κατανομή των ραβδώσεων, που ενισχύουν την εντύπωση της στηρικτικής δύναμης, ανταποκρίνονται τέλεια στο καθήκον που της ανατίθεται· στον ίδιο σκοπό χρησιμεύει και η έντασις, η εξόγκωση της κολώνας στη μέση, καθώς και το στένεμα στον λαιμό της. Ενώ το αιγυπτιακό κιονόκρανο, με τις πολυάριθμες παραλλαγές του, είναι σκέτο στολίδι ή θρησκευτικό σύμβολο, το ελληνικό κιονόκρανο είναι ένα ανώτατο προϊόν της κατασκευαστικής λογικής: τόσο το δωρικό, με τη μαθηματικά απλή αλλά γι' αυτό ακριβώς πειστική κατάληξή του σ' ένα εξόγκωμα και μια πλάκα, όσο και το ιωνικό, με τη σπειροειδή κορυφή του, που σαν ένα ελατήριο στηρίζει ανάλαφρα κι ωστόσο σίγουρα, αλλά γι' αυτό απαιτεί ως αντίβαρο την πλούσια διάρθρωση της βάσης. Ο ιωνικός κίονας, με τη φινέτσα του και τα τόσα στολίδια του, φαίνεται πλάι στον δωρικό, που η αυστηρή λακωνικότητά του εκφράζει μόνο το απαραίτητο, αλλά το κάνει αυτό με απαράμιλλη ρώμη και ακρίβεια, σαν τις φιλάρεσκες κόρες πλάι στους γυμνούς κούρους: θηλυκός και κοσμικός, φλύαρος και σκερτσόζικος, λεπτεπίλεπτος και πνευματώδης, αλλά και λιγάκι επιπόλαιος. Η Ιωνία είναι επίσης η πατρίδα της ελληνικής λυρικής ποίησης. Οι Έλληνες, με τη λεπτή τους αίσθηση για διαφοροποιήσεις, διαμόρφωσαν από πολύ νωρίς την ορολογία των διαφόρων ειδών λυρικής ποίησης. Η πανηγυρική επίκληση των θεών λεγόταν νμνος- όταν αναφερόταν στον Διόνυσο λεγόταν διθύραμβος, αν ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα λεγόταν παιάν. Οι θρήνοι ήταν μοιρολογία για πεθαμένους, τα έπιννκια ήτ(χν δοξαστικά τραγούδια για τους νικητές των γυμνικών αγώνων: όπως ήδη αναφέραμε, αυτά τα τελευταία γράφονταν κατά παραγγελία και, πράγμα που τα κάνει ακόμα πιο ύποπτα, συνήθως δεν εξυμνούσαν τον αθλητή που πέτυχε την επίδοση, αλλά τον πλούσιο ιδιοκτήτη των αρμάτων και των αλόγων. Πιο εύ137


θυμο χαρακτήρα ε(χε το έπιθαλάμιον, η καντάδα που τραγουδούσαν νέοι και νέες το βράδι του γάμου προς τιμή των νιόπαντρων, και το σκόλιον, ένα τραγουδάκι που ακουγόταν στο συμπόσιο. Η ερωτική ποίηση, όπως είπαμε, ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της αφιερωμένη στον ομοφυλοφιλικό έρωτα· στην ελληνιστική περίοδο ασχολούνταν περισσότερο με τη γυναίκα, αλλά πολλές φορές εκτρεπόταν στην πορνογραφία. Οι λυρικοί ποιητές ήταν μουσουργοί με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, γιατί ο στιχουργός και ο συνθέτης (συνήθως μάλιστα και ο τραγουδιστής) ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο: ένας ποιητής ήταν οπωσδήποτε μουσικός, και ο Έλληνας χαρακτήριζε ακόμα και τις καθαρά οργανικές συνθέσεις ως ποιήματα. Σ' αυτά πρέπει να προσθέσουμε, ως τρίτο στοιχείο, τον χορό: η λέξτ\ χορός σήμαινε αρχικά το μέρος όπου χόρευε κανείς, το χοροστάσι. Κατόπιν σήμαινε την ομάδα των χορευτών και τέλος τους αοιδούς. Επομένως, ο χορός ήταν αρχικά χορευτική μουσική και, ώς ένα βαθμό, αυτόν τον χαρακτήρα διατήρησε για πάντα στην Ελλάδα. Από το 600 περίπου και ύστερα, η μουσική γίνεται η κορυφαία τέχνη. Την ίδια περίπου εποχή αυξάνεται ο αριθμός των χορδών της κιθάρας, εισάγεται ο αυλός, επινοούνται οι νότες. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι για ποιητές όπως ο Ανακρέων και ο Πίνδαρος το κείμενο δεν έπαιζε μεγαλύτερο ρόλο απ' ό,τι για τον Ρίχαρντ Βάγκνερ: γι"* αυτό δεν μπορούμε ν' αποφανθούμε για την τέχνη τους παρά με τον ίδιο περίπου τρόπο που θ' αποφαινόμασταν για τον Βάγκνερ, αν είχαμε μόνο το κείμενο του «Τριστάνου» ή των «Τροβαδούρων». Τα εθνικά όργανα των Ελλήνων ήταν τα έγχορδα, με τις τρεις κύριες μορφές τους: τη λύρα, την κιθάρα και την άρπα. Σ' αυτά πρέπει να προσθέσουμε τα τρία τινευστά όργανα: τη σύριγγα, τον αυλό και τη σάλπιγγα. Το πρώτο αντιστοιχούσε στη δική μας φλογέρα, το δεύτερο περίπου στο κλαρινέτο, ενώ το τρίτο, η τρομπέτ��, χρησιμοποιούνταν μόνο για τη μετάδοση σημάτων. Τπήρχε κιθαρωδία και αυλωδία, δηλαδή τραγούδι με κιθάρα και αυλό, αλλά και κιθαριστική και αυλιστική, δηλαδή παίξιμο της κιθάρας και του αυλού χωρίς τραγούδι. Το τραγούδι το εκτελούσε είτε ένας σολίστας ^ίτε μια χορωδία από άνδρες ή αγόρια και παρθένες, που τραγουδούσαν μονοφωνικά ή σε απλές οκτάβες· και τα όργανα επίσης έπαιζαν μονόηχα και ακολουθούσαν τη μελωδία του τραγουδιού, προσθέτοντας το πολύ-πολύ μερικές απλές φιοριτούρες, μια ουβερτούρα ή ένα ιντερμέ138


τζο. Η δεύτερη φωνή, το ακόρντο, η αντίστιξη, η πολυφωνική ορχήστρα ήταν άγνωστα πράγματα. Ή (σως να ήταν γνωστά, αλλά οι Έλληνες δεν τα ήθελαν, όπως θ' απόρριπταν τη φωτοσκίαση στη ζωγραφική, όπως αντιστάθηκαν για πολύ καιρό στην προοπτική. Είχαν διαφορετική αντίληψη για την αρμονία απ' ό,τι εμείς: για εκείνους, αρμονία σήμαινε μάλλον αυτό που εμείς θα ονομάζαμε «αναλογία»: συμφωνία των μερών με το όλο και μεταξύ τους, με το μέτρο τους· αλλά η αρμονία είχε τεράστια σημασία, γιατί κυριαρχούσε σ' ολόκληρη την κοσμοαντίληψη των αρχαίων Ελλήνων, απ' το πιο μεγάλο ώς το πιο μικρό. Ήταν μια έννοια κοσμική και μαθηματική, αρχιτεκτονική και φυσιολογική, πολιτική και ηθική. Κατά τα άλλα, ο ρόλος της μουσικής στην ελληνική ζωή ήταν αφάνταστα σπουδαίος. Η δεκτικότητα και ευαισθησία των αρχαίων Ελλήνων στη δύναμη των ήχων πρέπει να ήταν κυριολεκτικά παθολογική, με τις δικές μας αντιλήψεις. Η οικοδομική τους τέχνη ήταν μαρμαρωμένη μουσική, η ρητορική τους τέχνη ομιλούμενη μουσική. Οι μαρτυρίες που μιλούν για θεραπεία αρρώστων με τη μουσική είναι τόσο πολλές και τόσο σοβαρές, ώστε δεν είναι δυνατό να πρόκειται απλώς για ποιητικές υπερβολές. Διαβάσαμε ήδη ότι τα τραγούδια του Τυρταίου κέρδισαν το δεύτερο Μεσσηνιακό πόλεμο. Υπάρχουν επίσης αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες μερικές φορές οι αυλητές έκριναν μια μάχη ή ναυμαχία. Αντίθετα, οι «κακές» μελωδίες, που επιδρούσαν παραλυτικά, εκνευριστικά ή εξαχρειωτικά, θεωρούνταν ούτε λίγο ούτε πολύ εθνοπροδοσία. Ήδη τα τρία είδη μουσικού ύφους που διέκριναν οι Έλληνες —μουσική που προτρέπει σε ηρωικές πράξεις, μουσική που αποκαθιστά την ψυχική ισορροπία και μουσική που εκστασιάζει ώς το βαθμό που η ψυχή ν' αφήνει το σώμα και να ενώνεται με το θείο— δείχνουν πόσο μεγάλη θεωρούσαν οι Έλληνες τη δύναμη των ήχων. Οι αρχαίοι Έλληνες έπαιζαν μουσική ακόμα και στο ζευγάρωμα των αλόγων: αυτή τη μουσική την έλεγαν νόμος ύπόδορος. Πίστευαν ότι έτσι γεννιόντουσαν καλύτερα πουλάρια. Φαίνεται ότι η σημαντικότερη μορφή στην ιστορία της ελληνικής μουσικής ήταν ο Αρχίλοχος από την Πάρο: σύμφωνα με την παράδοση, αυτός επινόησε ζωηρότερους ρυθμούς, καθώς και τη μοναδική μορφή της αρχαίας ετεροφωνίας: την παραλλαγή της μελωδίας με διακοσμητικές φιγούρες. Αέγεται ότι ο ίδιος επινόησε και την παρακαταλογή, ένα είδος μελοδραματικής απαγγελίας. Ήταν ο άπορος 139


γιος ενός αριστοκράτη και μιας δούλας, και πρέπει να έζησε γύρω στα μέσα του έβδομου αιώνα, γιατί περιέγραψε μια ηλιακή έκλειψη που, όπως έχει εξακριβωθεί, έγινε τον Απρίλη του 648. Από το έργο του δεν σώθηκαν παρά μερικά αποσπάσματα ποιημάτων, που συνολικά δεν ξεπερνούν τους εκατόν πενήντα στίχους. Είναι επίσης ο πατέρας του ίαμβου, που ο Αριστοτέλης αποκαλεί μέτρον λεκτικώτατον, δηλ. το μέτρο στο οποίο μπορεί κανείς να μιλήσει καλύτερα. Και πράγματι, είναι ζήτημα αν υπάρχει άλλο μέτρο που να προσφέρεται για τη φυσική κι ωστόσο καλλιτεχνική έκφραση τόσο πολύ όσο ο ανάλαφρος ίαμβος και το φλεγματικότερο ταίρι του, ο τροχαίος, τον οποίο οι αρχαίοι συγκατάλεγαν στην «ιαμβογραφία». Επί λέξει, ίαμβος σημαίνει βέλος και αρχικά χρησίμευε πράγματι μόνο για ν^ ασκεί κανείς πολεμική. Όλοι όσοι γνώρισαν το έργο του Αρχίλοχου εκθείαζαν τη σαρωτική δύναμη του λόγου, τη λαμπρότητα της έμτινευσης, τη ζωντάνια των εικόνων, και τον τοποθετούσαν πλάι στον Όμηρο. Ο Αρχίλοχος δεν δίσταζε να βουτάει τα βέλη του στο δηλητήριο του κυνισμού και στη λάσττη του άσεμνου, και λέγεται ότι η χλεύη του ήταν τόσο φοβερή ώστε έσπρωχνε τα θύματά της ώς τον θάνατο. Η αττική κωμωδία φαίνεται ότι έμαθε πολλά από τον Αρχίλοχο· ο Οράτιος και ο Κάτουλλος ομολογούσαν ανοιχτά ότι ήταν μιμητές του. Μόνο σκόρπια αποσπάσματα έχουν απομείνει κι από το έργο του Αλκμάνα από τις Σάρδεις, που έζησε σίγουρα πριν από το 600, αλλά είναι άγνωστο πότε ακριβώς. Ένα απ^ αυτά τα αποσπάσματα θυμίζει το γνωστό ποίημα του Γκαίτε «Πάνω απ' όλες τις δεντροκορφές»: «Ααφροκοιμούνται τώρα των βουνών οι κεφαλές και τα φαράγγια, οι κορφές κι οι χαράδρες, τα φυτά και τα ζώα, τ' αγρίμια μέσ' στα δάση, των μελισσών τα σμάρια, τα τέρατα στης θάλασσας τα πορφυρένια βάθη, κοιμάται ακόμα και των πουλιών τ' αλαφροφτέρουγο κοπάδι». Για τις παρθένες της Σπάρτης που χόρευαν τραγουδούσε τα «παρθένεια» σε λακωνική διάλεκτο. Απ' τα βασικά γνωρίσματα αυτού του ποιητή πρέπει να ήταν η δροσερή φυσικότητα, που αγνοεί το πάθος και την πόζα, κι ένα χαριτωμένο χιούμορ, στο οποίο δεν είναι ξένη ακόμα και η αυτοειρωνεία. Καθώς ο Αλκμάν νιώθει τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, εύχεται να ήταν αρσενική αλκυόνα που να την κουβαλάνε στα φτερά τους τα νεαρά θηλυκά, ονειρεύεται ένα τρίποδο καζάνι γεμάτο μπιζελόσουπα, «που 140


τόσο αρέσει στον Αλκμάνα τον φαγά», και για τις εποχές του χρόνου λέει: «Τρεις έφτιαξε ο θεός, το καλοκαίρι, τον χειμώνα και το φθινόπωρο, και σαν τέταρτη την άνοιξη, που όλα^Έίν' ανθισμένα αλλά δεν έχει μπόλικο φαΓ», και παινεύει την «ξαδερφούλα Αγησιχόρα» με τα λόγια: «Τα μαλλιά της λάμπουν σαν ατόφιο χρυσάφι και τ' ασημένιο πρόσωπό της —αλλά τι κάθομαι και τα λέω όλ^ αυτά; Νάτη μπροστά μου, η Αγησιχόρα μας!». Αναγνωριζόταν ως ο πατέρας του χορικού άσματος, και σημαντικότερος διάδοχός του θεωρείται ο Στησίχορος, που γύρω στο 600 έπλασε στην Ιμέρα της Σικελίας τη μορφή του ερωτευμένου τσοπάνη Δάφνι. Η μορφή αυτή έζησε ώς την ποίηση του μπαρόκ· αλλά ο ίδιος ο Στησίχορος είχε ήδη ξεχαστεί στα τέλη της αρχαιότητας. Την ίδια περίπου εποχή έζησε ο Μίμνερμος από τον Κολοφώνα της Μικράς Ασίας. Στα μελαγχολικά ερωτικά ποιήματά του τραγούδησε την όμορφη Αύδισσα Ναννώ, που συνόδευε με τη φλογέρα της τον ποιητή στα γεράματά του* τα ποιήματα αυτά περιστρέφονται, σε αδιάκοπες παραλλαγές, γύρω από την ίδια ιδέα, ότι δηλαδή μαζί με τα νιάτα φεύγει κι η χαρά: «Τι είναι η ζωή κι η ευτυχία όταν είναι φευγάτη η χρυσή αγάπη;». Λίγο μόνο κρατάει ο ανθός της νιότης, έπειτα μας περιμένει ο πρώιμος θάνατος ή τα άραχλα γερατιά, γεμάτα αρρώστιες και μάταιη νοσταλγία: «περιφρονημένος απ' τα αγόρια, εγκαταλειμμένος απ' τα κορίτσια, νά πόση δυστυχία στέλνει ο θεός στον γέροντα». Μ' αυτόν τον τρόπο, ο Μίμνερμος έγινε ο δημιουργός της ελεγείας. Η μορφή της είναι το δίστιχο, που αποτελείται από ένα δακτυλικό εξάμετρο και ένα δακτυλικό πεντάμετρο: «Στο εξάμετρο ανεβαίνει η υγρή στήλη της πηγής, στο πεντάμετρο που ακολουθεί πέφτει μελωδικά». Στην αρχαιότητα όμως η ελεγεία δεν είχε πάντα «ελεγειακό» περιεχόμενο: ήταν επίσης πολεμικό και «ταβερνειακό» άσμα, σκωπτικός στίχος και επίκληση των θεών, πολιτική και φιλοσοφική παραίνεση και,γενικά, καλούπι για την έκφραση κάθε λογής σκέψεων και διαθέσεων, στοχασμών και συναισθημάτων. Ακόμα και οι «ερμές», οδοδείκτες που κατέληγαν σε ανθρώπινη προτομή, είχαν στην μπροστινή τους πλευρά γραμμένη σε εξάμετρα την ένδειξη των τόπων στους οποίους οδηγούσε ο δρόμος, ενώ στην πίσω πλευρά είχαν ένα γνωμικό γραμμένο σε ελεγειακή μορφή. Γύρω στο 600 γεννήθηκε στην Ιωνία το μέλος. Η λέξη αυτή ση141


μα(νει το έντεχνο τραγούδι που αποτελείται από στροφές —κάτι άγνωστο ακόμα στην ελεγεία και την ιαμβογραφία* σίγουρα συμβάδιζε με μια πλουσιότερη ενοργάνωση και πολυπλοκότερη μελωδία. Ο Αλκαίος δημιούργησε την ωδή, που αποτελείται από τετράστιχες αλκαϊκές στροφές. Όταν απεύθυνε ένα ποίημα στη Σαπφώ, χρησιμοποίησε το σαπφικό μέτρο και η Σαπφώ απάντησε σε αλκαϊκό μέτρο: ήταν μια φιλοφρόνηση που μας θυμίζει το έθιμο των παλιών αρχόντων ν' ανταλλάζουν στολές όταν επισκέπτονταν ο ένας τον άλλο. Ο Αλκαίος καταγόταν από τη Μυτιλήνη και ήταν από παλιό γένος. Στις εσωτερικές έριδες που δε λυπήθηκαν ούτε αυτό το νησί, τάχθηκε ολόθερμα με το μέρος των ευγενών. Τον Πιττακό, τον Σόλωνα της Λέσβου, τον έλεγε «πλατυπόδαρο κοιλαρά» και «μεγαλόστομο υποκριτή», αλλά ο Πιττακός, που ήταν ένας απ^ τους εφτά σοφούς, τον συγχώρεσε και αργότερα τους συναντάμε και τους δυο μαζί πάνω σε νομίσματα. Ως χαρακτήρας ο Αλκαίος ήταν, όπως φαίνεται, ο τύπος του φουριόζου ευπατρίδη: τα κύρια θέματά του ήταν ο αθλητισμός και το ποτό, οι κομματικοί αγώνες και οι φατριασμοί. Τα τραγούδια του εξυμνούσαν ιδιαίτερα τις χαρές της οινοποσίας. Σε μια απ"* τις ωδές του ο Αλκαίος επιδίωξε την αγάπη της Σαπφώς: «Σαπφώ, εσύ με τις μαύρες σου τις μπούκλες και το γλυκό χαμόγελο, θα 'θελα κάτι να σου πω, αλλά δεν μ' αφήνει η ντροττή». Η Σαπφώ απάντησε: «Αν αγαπούσες την αρετή και την ευγένεια κι αν τα λόγια σου δεν έκρυβαν τίποτα το πονηρό, τότε η ντροττή δεν θα σου χαμήλωνε τα μάτια»: σπάνια η χυλόπιττα που έφαγε ένας άνδρας ήταν πιο νόστιμη. Η καρδιά της Σαπφώς ανήκε στις ομόφυλές της. Αλλά η ερωτική της ποίηση χαρακτηρίζεται από ένα βάθος αισθημάτων που μάταια θα το αναζητήσουμε στους υμνητές της ανδρ��κής ομοφυλοφιλίας. Η πρώτη ποιήτρια της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι μαζί και η μεγαλύτερη. Στην τέχνη του μέτρου οι στίχοι της ξεπερνούσαν ακόμα και τους αλκαϊκούς, ενώ σε γλυκύτητα και ατμόσφαιρα δεν τους έφτασε παρά μόνον η λυρική ποίηση της νεότερης εποχής. Από την άλλη μεριά, η ασυγκράτητη περιπάθειά της και η ανεπιφύλακτη ειλικρίνειά της δίνουν στην τέχνη της κάτι το ανδροπρεπές. Τη δύναμη του έρωτα τη συγκρίνει με τον άνεμο που μαστιγώνει τα κλαδιά της βαλανιδιάς, μ' ένα γλυκόπικρο ακατανίκητο φίδι. Η ύστερη αρχαιότητα επινόησε τον θρύλο ότι η Σαπφώ ρίχτηκε στη θάλασσα από τα βράχια της Λευκάδας, επειδή αγάπησε χωρίς 142


ανταπόκριση τον ωραίο νέο Φάωνα· αυτόν το θρύλο τον μετέφερε ο Γκρίλπαρτσερ στα βιεννέζικα προάστια κι έφτιαξε μια τραγωδία με θέμα την αγάπη μιας ντίβας της όπερας για ένα νεαρό, που όμως προτιμάει τη γλυκιά και άδολη Μελίτα. Με την ευκαιρία, στη γυναίκα το αισθησιακό και το ψυχικό στοιχείο είναι ακόμα πιο αξεχώριστα απ' ό,τι στον άνδρα. Ο Οβίδιος έλεγε ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο αισθησιακό από την ποίηση της Σαπφώς και τη συνιστούσε ολόθερμα στις νεαρές Ρωμαίες· είχε την τύχη να μπορεί να διαβάσει τα έργα της μεγάλης ποιήτριας σχεδόν πλήρη, αλλά είναι πολύ αμφίβολο αν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να κρίνει τις λεπτές αποχρώσεις του σαπφικού ερωτισμού. Οι αρχαίοι σύγκριναν τη Σαπφώ με το Σωκράτη, και η σχέση της με τις μαθήτριές της πρέπει να ήταν παρόμοια με τους δεσμούς που είχε ο Σωκράτης με τους δικούς του μαθητές: ένας έρωτας που διεγείρεται από τη θέα του σωματικού κάλλους, αλλά εξιδανικεύεται ώς την ύψιστη πνευματικότητα, που μόνον ένας ποιητής μπορεί να πετύχει, και ώς το βαθύτερο συναίσθημα, που μόνο μια γυναίκα μπορεί να αισθανθεί. Μια λεπτομερέστερη συζήτηση αυτού του ζητήματος θα ήταν το ίδιο κακόγουστη και χυδαία όσο οι ανεξάντλητες έρευνες για τη Φρειδερίκη του Γκαίτε και για τις αγάπες των άλλων ποιητών. Σ' αυτά τα ζητήματα, το μόνο πράγμα που έχει ενδιαφέρον για τις μελλοντικές γενιές είναι ο συναισθηματικός κόσμος του ποιητή, που τόσο στην περίπτωση του Γκαίτε όσο και στην περίπτωση της Σαπφώς προσανατολιζόταν στη γυναίκα* όλα τ' άλλα είναι ιδιωτικά ζητήματα, και πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι λεγόμενες «αποκαταστάσεις της τιμής» (με τις οποίες οι προφεσόροι εννοούν συνήθως τις αποδείξεις ότι οι σχέσεις του ποιητή με την τάδε κυρία ήταν πλατωνικές) είναι μια αδιακρισία εξίσου άκομψη και σαχλή όσο και οι σκανδαλοθηρικές εκδοχές. Για τους φίλεργους ιστορικούς της λογοτεχνίας θα ήταν ένα θέμα που δεν έχει ακόμα εξαντληθεί να εξακριβώσουν πόσο διάσημος πρέπει να είναι κανείς για να εκτίθεται σε ενοχλήσεις που, όταν πρόκειται για κοινούς θνητούς, απαγορεύονται από τους νόμους του κράτους όχι λιγότερο από όσο απ' τους νόμους της καλαισθησίας. Ενώ δεν υπάρχει σχεδόν καμιά αμφιβολία ότι, αν είχαν σωθεί περισσότερα κομμάτια από το έργο της Σαπφώς, θα δικαιώναμε τη γνώμη των αρχαίων ότι ήταν η «δέκατη μούσα», είναι πολύ πιθανό ότι θ' απογοητευόμασταν αρκετά από τα άπαντα του ποιητή Ανα143


κρέοντα, από την Τέω της Ιωνίας, που δεν πρέπει να ήταν πολύ περισσότερο από ένας μερακλής γλεντζές με καλλιτεχνικό τάλαντο. Ζούσε στην αυλή του Πολυκράτη, που είχε τον διάσημο ποιητή σαν μπιμπλό, και εξυμνούσε τις χρυσομαλλούσες κοπέλες και τα μαυρομάτικα αγόρια, τις χαρές της παρέας και τα δώρα της στιγμής, με θελτικούς, αλλά κάπως ρηχούς στίχους και με πληθωρικές, υπερβολικά τρυφηλές μελωδίες, που γι' αυτό τον λόγο εξορίσθηκαν από τα σχολικά βιβλία. Ο Ανακρέων έδωσε στους Έλληνες ιδανικά τραγούδια για το «τσακίρ κέφι». Ο Ιππώναξ από την Έφεσο επινόησε τον πρωτότυπο χωλίαμβο, που αποτελείται από πέντε ιάμβους κι ένα τροχαίο. Επρόκειτο για ένα κυριολεκτικά διαβολικό μέτρο (που ο Βίλχελμ Σλέγκελ το περιγράφει ως εξής: «Ο χωλίαμβος φαίνεται ότι είναι ένας στίχος για τους τεχνοκρίτες —που ολοένα μιλάνε με έπαρση και μόνον ένα θα 'πρεπε να ξέρουν: ότι δεν ξέρουν τίποτα»). Τότε όμως η μητροπολιτική Ελλάδα αρχίζει να παίρνει τα πρωτεία στη μουσική. Γύρω στο 500 έδρασε ο Δωριέοςς αριστοκράτης θέογνις, που εξορίσθηκε από την πατρίδα του, τα Μέγαρα, εξαιτίας της επανάστασης κι από τότε εκτόξευε τους κεραυνούς της οργής του ενάντια στους «ελεεινούς», που έγιναν «αρχοντάδες». Τελικά οι αριστοκράτες πέτυχαν με τη βία τον επαναπατρισμό τους, αλλά η συμφορά είχε εξαγνίσει τον θέογνι και τον είχε κάνει ηπιότερο. Η τελευταία πικρόχολη ρήση του ήταν: «Κανένας άνθρωπος δεν καταφέρνει να πραγματοποιήσει την πρόθεσή του όπως θα ήθελε, γιατί οι θεοί ορίζουν κατά τη δική τους βούληση την κατάληξη». Από τον θέογνι έχει σωθεί μια μεγάλη γνωμολογία, ένα απάνθισμα από γνωμικά που είναι παρμένα από τις ελεγείες του, αλλά δεν μας δίνουν πολύ σαφή εικόνα της ποιητικής προσωπικότητάς του κι εξάλλου, είναι ανακατεμένα με στίχους άλλων ποιητών. Ο θέογνις είναι απ' την κορφή ώς τα νύχια ένας αριστοκράτης της παλιάς φρουράς, η ηθική του είναι μια κλειστή ταξική ηθική, η συλλογή με τα γνωμικά του είναι ο δωδεκάλογος του αριστοκράτη. Σαν γνήσιος Δωριέας, συγκινείται μόνον από την παιδεραστία: τα σοφά διδάγματά του απευθύνονται στον ερωμένο του, τον Κύρνο. Είναι ο πρώτος που διακήρυξε τη ζοφερή σοφία: το άριστο θα ήταν να μην είχε γεννηθεί κανείς ποτέ* μια και γεννήθηκε όμως, ας ευχηθεί να ξεμανταλώσει όσο το δυνατό γρηγορότερα τις πύλες του Άδη, για να ξαπλώσει εκεί μέσα με τη γη στοιβαγμένη πάνω του. 144


Ε(χε χαράξει μια καινούρια εποχή, κι αυτό μας το δείχνει ο σύγχρονος του θέογνι, ο Σιμωνίδης από την Κέα, το βορειότερο νησί των Κυκλάδων. Τα επινίκιά του, πλούσια σε ιδέες και ζωηρά σε εικόνες, καθώς και τα πνευματώδη επιγράμματά του λέγεται ότι μπορούσε να τ' αποκτήσει όποιος πλήρωνε αρκετά, ακόμα κι αν ήταν ανάξιος για κάθε έπαινο· λέγεται ότι ο Σιμωνίδης, όταν τον ρώτησαν γιατί στα τραγούδια του εξυμνεί ανθρώπους κι όχι θεούς, απάντησε ότι οι θεοί δεν πληρώνουν, και μια άλλη φορά που τον ρώτησαν τι είναι προτιμότερο, η σοφία ή τα πλούτη, λέγεται ότι είπε: «Δεν ξέρω. Βλέπω όμως ότι οι σοφοί χτυπάνε την πόρτα των πλουσίων». Αλλά, παρά τον κυνισμό του, πρέπει να ήταν συναρπαστική και σημαντική προσωπικότητα. Ο Λέσινγκ τον σύγκρινε με τον Βολταίρο. Ξεχάσαμε όμως ένα ακόμα δώρο της Ανατολής, που, αν και λιγότερο φανταχτερό, ίσως να ήταν σημαντικότερο για τους ανθρώπους απ^ όλα τα τραγούδια της ιωνικής και της αιολικής λύρας. Είναι οι μύθοι του Αισώπου. Ο Αίσωπος ήταν ένας Φρύγας δούλος, που έζησε στην εποχή των εφτά σοφών. Ήταν άσχημος και καμπούρης, στην αρχή μάλιστα και μουγγός (πράγμα που, όπως η αναπηρία του Ηφαίστου, κρύβει πιθανότατα κάποιον συμβολισμό). Η ζωή του είναι διανθισμένη με πολλά ανέκδοτα και θρύλους, στους οποίους ο Αίσωπος καταφέρνει να ξεπερνάει κάθε αντιξοότητα χάρη στην εξυπνάδα και την ανθρωπογνωσία του, ενώ με την απλή, υγιή φιλοσοφία του για τη ζωή ντροπιάζει τους μεγάλους και ισχυρούς. Απ' αυτόν κατάγεται η μορφή του βασιλιά των ζώων και του πονηρού υπουργού του, του τσακαλιού, που στην ευρωπαϊκή παραλλαγή έγινε αλεπού. Οι ιστορίες του διακρίνονται για εκείνη την απλότητα και μεστότητα που σαγηνεύει τον κόσμο, για παράδειγμα: «Ένας λύκος είπε στους τσοπάνους που καταβρόχθιζαν στη σκηνή τους ένα αρνί: Τι σκάνδαλο που θα ξεσηκώνατε, αν τχυτό το έκανα εγώ!». Οι Αθηναίοι του έστησαν άγαλμα και τα παιδιά τους μάθαιναν τους μύθους του στο σχολείο. Τους μύθους αυτούς τους μετέφερε ο Καλλίμαχος σε χωλίαμβους και ο Φαίδρος, ένας απελεύθερος του αυτοκράτορα Αύγουστου, σε κομψούς λατινικούς ιάμβους. Η μίμησή τους απλώνεται σ' ολόκληρες τις κατοπινές εποχές: περνάει από τον Λούθηρο, τον Ααφονταίν, τον Ααμότ και φτάνει ώς τον Γκέλερτ, τον Λέσινγκ και τον Γκαίτε. Στην άλλη άκρη του ελληνικού κόσμου, στις Συρακούσες, ο io

145


Επίχαρμος δημιούργησε γύρω στα τέλη του έκτου αιώνα τη δωρική κωμωδία. Αυτή η μορφή κωμωδίας επισκιάσθηκε από τη νεότερη αττική αδελφή της, έτσι που ελάχιστα ίχνη της έφτασαν ώς τις μεταγενέστερες εποχές. Ο Επίχαρμος δεν ήταν κανένας συνηθισμένος καλαμπουρτζής και παλιάτσος σαν τους προδρόμους" του, αλλά φιλοσοφημένο πνεύμα και μεγάλος τεχνίτης του λόγου, που μάλιστα ήξερε να δομεί ένα σκηνικό έργο. 'Οπως φαίνεται, αυτός ήταν ο πρώτος που ανέβασε στη σκηνή τη μορφή του χαραμοφάη, που αργότερα έπαιξε τόσο μεγάλο ρόλο στην ελληνική κωμωδία. Ο Πλάτων τον εκτιμούσε εξαιρετικά, όπως και τον Σώφρονα, τον αριστοτέχνη του μίμου^ ενός νέου είδους που γεννήθηκε κι αυτό στις Συρακούσες και, παιγμένο με έναν ή περισσότερους ηθοποιούς αλλά χωρίς σκηνή, παρωδούσε διάφορες σκηνές της καθημερινής ζωής, και μάλιστα σε πεζό λόγο (κάτι πολύ τολμηρό για εκείνη την εποχή): εμείς θα το παρομοιάζαμε με τα νούμερα του καμπαρέ, και μερικοί διάλογοι του Πλάτωνα ανήκουν ουσιαστικά σ' αυτό το είδος. Όπως φαίνεται, το μεγαλύτερο προτέρημα του Επίχαρμου ήταν τα γνωμικά που έβαζε στο στόμα των ηρώων του. Μερικά απ^ αυτά θυμίζουν τον Νέστροϊ, που έκανε το ίδιο (μια άλλη ομοιότητά του με τον τελευταίο είναι ότι έγραφε κι αυτός σε διάλεκτο). Νά μερικά: «Φυσικό είναι ν' αρέσουμε ο ένας στον άλλο και να θεωρούμε τον εαυτό μας τόσο καλοφτιαγμένο: και το βόδι επίσης πιστεύει ότι το βόδι είναι ό,τι ωραιότερο υπάρχει, το ίδιο κι ο γάιδαρος για το γάιδαρο και το γουρούνι για το γουρούνι»· «τι είναι τάχα οι άνθρωποι από φυσικού τους; φουσκωμένα τομάρια»· «να τα ^χεις τετρακόσια και να δυσπιστείς: αυτά είναι τα χέρια του ττνεύματος»· «να δείχνεσαι στους ανθρώπους ντυμένος εντυπωσιακά, κι αυτοί τότε θα σε θεωρήσουν έξυτυνο»· «δεν θέλω να πεθάνω, αλλά δεν θα ήταν άσχημα να είμαι κιόλας πεθαμένος». Εναντίον του Ηράκλειτου στρέφεται η παρατήρησή του ότι δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να πληρώσει τα χρέη του, γιατί δεν είναι πια ο ίδιος μ^ εκείνον που τα έκανε, αλλά και δεν πρέπει να δέχεται καμιά πρόσκληση, γιατί αύριο δεν θα είναι πια αυτός που την έλαβε. Φαίνεται ότι είχε σχέσεις με τους σύγχρονούς του στοχαστές, πράγμα καθόλου παράξενο, γιατί τον έκτο αιώνα η ελληνική φιλοσοφία έφτασε σε μεγάλη ακμή, ίσως τη μεγαλύτερή της. Ο Χέγκελ βάσισε την ιδέα του για την ιστορία της φιλοσοφίας, και ειδικά της ελληνικής φιλοσοφίας, στο αξίωμα «ότι η αλληλοδια146


δοχή των φιλοσοφικών συστημάτων στην ιστορία είναι η ίδια με την αλληλοδιαδοχή στη λογική κατεύθυνση του εννοιολογικού προσδιορισμού της Ιδέας»: αυτό δηλαδή που στην εξέλιξη της σκέψης είναι αναγκαίες στιγμές με αιώνια ισχύ, στην ιστορία της φιλοσοφίας είναι αναγκαία συστήματα με προσωρινή ισχύ. «Κάθε φιλοσοφία», λέει ο Χέγκελ στις διαλέξεις του, «υττήρξε αναγκαία και καμιά δεν έχει σβήσει ακόμα»: πρόκειται για μια βαθιά και σωστή, γνήσια φιλοσοφική και γνήσια ιστορική σκέψη* αλλά στην εφαρμογή της έγινε άκαμπτο σχήμα, που βίασε τόσο τη φιλοσοφία όσο και την ιστορία. Σύμφωνα μ' αυτό το σχήμα, οι Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι έθεσαν πρώτα το ερώτημα ποια είναι η ύλη του σύμπαντος, οι Πυθαγόρειοι το ερώτημα ποια είναι η μορφή του σύμπαντος, κι απ' αυτά τα δύο ερωτήματα προέκυψε το τρίτο ερώτημα για τη σύζευξη ύλης και μορφής, το ερώτημα για την παγκόσμια διαδικασία. Σ' αυτό το ερώτημα, πάλι, μπορούσαν να δοθούν δύο απαντήσεις, που πράγματι δόθηκαν από τους Ηρακλείτειους και τους Ελεάτες. Οι πρώτοι έλεγαν: τα πάντα είναι διαδικασία, το γίγνεσθαι είναι η θεμελιώδης αρχή που διέπει το σύμπαν, ενώ οι δεύτεροι: τίποτα δεν είναι διαδικασία, το γίγνεσθαι είναι απλή επίφαση. Είναι δηλαδή σαν ν' ανατίθεται σε κάθε φιλοσο^ φική σχολή μια ορισμένη παράγραφος από το σχολικό εγχειρίδιο, την οποία οφείλει ν' αναπτύξει. Το μάθημα συνεχίζεται αργότερα με την όψιμη ελληνική, τη χριστιανική και τη νεότερη φιλοσοφία, για να κλείσει με τον Χέγκελ, πέρα απ' τον οποίο δεν υπάρχει τίποτ' άλλο: ο επιστάτης χτυπάει το κουδούνι, το μάθημα τέλειωσε. Στην πραγματικότητα, το ξύπνημα και τα πρώτα βήματα της ελληνικής σκέψης δεν έγιναν τόσο προγραμματισμένα, αλλά πολύ απλοϊκότερα και ποιητικότερα. Οι Έλληνες θεωρούσαν ότι πατέρας της φιλοσοφίας ήταν ο Θαλής από τη Μίλητο, ο κορυφαίος από τους εφτά σοφούς. Η «ακμή» της ηλικίας του, που όπως είναι γνωστό οι Έλληνες την τοποθετούσαν στο τεσσαρακοστό έτος της ζωής ενός άνδρα, συνέπεσε με το 585 π.Χ. Στα ανέκδοτα που μας παραδίνονται για το Θαλή, αυτή η πρώτη μορφή δυτικού στοχαστή εμφανίζεται ήδη με τα γνωρίσματα ενός υποδειγματικού φιλοσοφικού χαρακτήρα. Λέγεται ότι μια φορά, καθώς παρατηρούσε τ' άστρα, έπεσε σ' ένα πηγάδι και μια θρακιώτισσα υπηρέτρια τον ειρωνεύθηκε, λέγοντάς του ότι ήθελε να μάθει τι γίνεται στον ρυρανό και δεν πρόσεχε τι υπάρχει κάτω απ' τη μύτη 147


του. Ο Πλάτων παρατήρησε ότι αυτή η ειρωνεία ταιριάζει για όλους όσους καταγίνονται μόνο με τη φιλοσοφία, και ο Χέγκελ ότι οι άλλοι δεν μπορούν να πέσουν στο ττηγάδι γιατί βρίσκονται παντοτινά μέσα σ' αυτό· και, οπωσδήποτε, εξακολουθεί ώς σήμερα να είναι αληθινό ότι όλοι όσοι κοιτάζουν προς τ' αστέρια δεν μπορούν ν' αποφύγουν την επίγεια πτώση τους. Εξίσου χαρακτηριστική είναι η ιστορία ότι κάποτε ο Θαλής, βασισμένος στις μετεωρολογικές παρατηρήσεις του, πρόβλεψε μια πολύ πλούσια σοδιά ελιάς κι έσπευσε ν' αγοράσει όλα τα λιοτρίβια που υτυήρχαν, βγάζοντας κατόπιν μεγάλα κέρδη απ^ το νοίκιασμά τους: λέγεται όμως ότι το έκανε αυτό για ν' αποδείξει ότι ένας ερευνητής μπορεί εύκολα, αν θέλει, να βγάλει υλικά οφέλη από την επιστήμη του* και πράγματι: γιατί τάχα ένας φιλόσοφος πρέπει καλά και σώνει να είναι μπουνταλάς; θ α μπορούσε να τα καταφέρει στις εγκόσμιες υποθέσεις εξίσου καλά ή και καλύτερα από τους άλλους· μόνο που δε θέλει. Λέγεται επίσης ότι ο Θαλής υπολόγισε το ύφος των πυραμίδων με μια πολύ απλή μέθοδο: μέτρησε τη σκιά τους την ώρα που η σκιά του ανθρώπου είναι ίση με το ύψος του· το αβγό του Κολόμβου δηλαδή: το γνώρισμα όλων των φιλοσόφων που αξίζουν πραγματικά αυτό το όνομα. Ο Θαλής απέδιδε ψυχή στον μαγνητίτη και στο κεχριμπάρι, το οποίο οι Έλληνες ονόμαζαν ήλεκτρον. Ίσως αυτή η αντίληψη να δείχνει ότι είχε υποψιασθεί την ύπαρξη του μαγνητισμού και του ηλεκτρισμού. Ακόμα, ο Θαλής διακήρυσσε ότι τα πάντα είναι γεμάτα από θεούς, πάντα πλήρη θεών, πράγμα που προφανώς αποτελεί την παραστατική έκφραση ενός γενικού βιταλισμού. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο Θαλής πίστευε ότι αυτό απ' το οποίο γεννιέται και αποτελείται το κάθε τι είναι το νερό. Σίγουρα αυτό δεν ήταν ποιητική υπερβολή, όπως πιστεύουν πολλοί, παρά καρπός μακρόχρονης έρευνας και στοχασμού. Ακόμα και ο Αριστοτέλης υποθέτει ότι ο Θαλής κατέληξε σ' αυτή την αντίληψη χάρη στην παρατήρηση ότι η ζωή των ζώων βρίσκεται στο αίμα, των φυτών στον χυμό, και πραγματικά η έκφραση του θανάτου στα τελευταία είναι η αφυδάτωση, στα πρώτα η αιμορραγία, ενώ και τα δύο μπορούν να ζήσουν μόνο σ' ένα συνεχές λουτρό από υδρατμούς. Οι περισσότερες ομάδες ζώων ζουν μόνιμα στο νερό, το ίδιο και μερικές αερόβιες στο νεανικό τους στάδιο (ως νύμφες, γυρίνοι κλπ.), και οι υπόλοιπες τουλάχιστο πριν από τη γέννησή τους (στο ενάμνιο υγρό του μητρικού σώματος, στον θρε118


πτικό κροκό του αβγού), ενώ μετά τη γέννηση πρέπει να ζουν πάντα κοντά στο νερό. Εξάλλου το νερό, από την άποψη της μάζας, είναι το κύριο συστατικό του σώματος των φυτών και των ζώων. Στη δεύτερη πεντηκονταετία του δέκατου όγδοου αιώνα ο ποσειδωνισμός, που εξηγούσε όλες τις αλλαγές του γήινου φλοιού με την επίδραση του νερού, αποτελούσε αδιαφιλονίκητο δόγμα. Αλλά και στην κοσμογονία του Χέρμπιγκερ ο πάγος είναι το σημαντικότερο^ομικό υλικό του κόσμου. Η φιλοσοφία του Θαλή, επομένως, δεν είναι και τόσο παιδαριώδης όσο πίστευε για πολύ καιρό η συντεχνιακή ιστοριογραφία. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Αναξίμανδρο, που καταγόταν κι αυτός από τη Μίλητο και άκμασε μισή γενιά μετά τον Θαλή. Ο Αναξίμανδρος έγραψε μια πραγματεία περί φύσεως^ που χάθηκε. Σ' αυτό το έργο διακήρυσσε ότι η αρχή του σύμπαντος είναι το άπειρο: αυτό αγκαλιάζει και διέπει τα πάντα και, ως άφθαρτο και ακατάλυτο στοιχείο, είναι ομοούσιο με το θείο. Μ' αυτό το μυστηριώδες άπειρο ο Αναξίμανδρος δεν εννοεί, προφανώς, κανένα από-τα εμπειρικά υλικά, γιατί όλα αυτά είναι πεπερασμένα, αλλά το υπόστρωμα του κόσμου, που δεν μπορούμε να το γνωρίσουμε εμπειρικά παρά μόνο να το συλλάβουμε εννοιολογικά. Ο Αναξίμανδρος είναι ο πρώτος μεταφυσικός του δυτικού κόσμου. Αυτό όμως που είναι ακόμα πιο παράξενο είναι ότι ήταν ήδη ένα είδος νευτωνιστή και δαρβινιστή. Δίδασκε ότι η γη αιωρείται ελεύθερη στον χώρο, ισορροπώντας σε ίσες αποστάσεις από τις άκρες του κόσμου, και ότι στην αρχή, όταν η γη ήταν ακόμα ρευστή, τα ζώα της ξηράς ζούσαν στο νερό και ο άνθρωπος υτϋήρξε πρώτα ένα πλάσμα που έμοιαζε με ψάρι. Και ο δαρβινισμός επίσης διακηρύσσει ότι τα αερόβια ζώα κατάγονται από τα υδρόβια, δικαιολογώντας αυτή τη θέση με τις αρχικές συνθήκες ζωής που επικρατούσαν στη γη και που έκαναν αδύνατη τη ζωή έξω απ' το νερό, με την απλούστερη δομή των υδρόβιων οργανισμών και με τη μεταμόρφωση μερικών ψαριών ή της λιβελούλας από υδρόβιους σε αερόβιους οργανισμούς* ένας από τους σύγχρονους δαρβινιστές, ο Εντγκάρ Ντακέ, ξεκινάει από την παραδοχή ότι ο άνθρωπος ακολούθησε όλα τα μεγάλα ζωικά φύλα στην ιστορική τους εξέλιξη και γι' αυτό ο Αδαμίτης ίσως να ήταν ένα αμφίβιο ον ή ένας άνθρωπος-ψάρι. Από τον Αναξίμανδρο το μόνο που διατηρήθηκε ώς σήμερα αυτούσιο είναι μια και μόνη φράση, που όμως ισοδυναμεί με ολόκληρο φιλοσοφικό σύγγραμμα. Είναι η εξής: «Απ' αυτό που γεννήθηκαν τα 149


/:ρ'χγ;/ατα, σ' αυτό θα επανέλθουν, όπως αρμόζει, γιατί θα τιμωρηθούν και θα επανορθώσουν για την αδικία κατά την τάξη του χρόνου». Αυτή είναι μια από τις βαθύτερες σκέψεις που εκφράσθηκαν ποτέ: η ατομικότητα είναι φταίξιμο, σημαίνει την απομάκρυνση από την αιώνια πρώτη αιτία, και ο εξιλασμός γι' αυτό το έγκλημα είναι η επιστροφή στους κόλπους της παγκόσμιας ψυχής. Αυτή τη βασική ιδέα τη συναντάμε στον βουδισμό, που γεννήθηκε την ίδια περίπου εποχή: όποιος ενώνεται με το ατμάν^ τη θεμελιώδη αρχή όλων των πραγμάτων, και αναγνωρίζει ότι η ατομική ψυχή του είναι μια ψευδαίσθηση, αυτουνού τα έργα καίγονται σαν το καλάμι στη φωτιά και τα μελλοντικά έργα δεν τον πιάνουν, όπως το νερό δεν μένει πάνω στο φύλλο του λωτού. Πρόσφατα όμως διατυπώθηκε μια κάπως διαφορετική εκδοχή αυτής της ρήσης του Αναξίμανδρου: σύμφωνα μ' αυτή, μετά τη φράση «διδόναι γάρ αυτά δίκην καί τίσιν της άδικίας» υπήρχε η λέξη «άλλήλοις», δηλαδή το ένα στο άλλο. Με μεγάλη απροθυμία αποχωριζόμαστε την παλιά εκδοχή, παρόλο που η καινούρια είναι πιθανότατα η σωστή. Αυτή η καινούρια εκδοχή τροποποιεί σημαντικά την έννοια του ρητού: τώρα πια σημαίνει ότι όλα τα πράγματα είναι υπόλογα το ένα στο άλλο χάρη στην αιώνια τάξη του κόσμου και για κάθε αδικία υπάρχει τιμωρία και επανόρθωση, σύμφωνα με την αδυσώτιητη πορεία του κόσμου και την απόφαση του δικαστή χρόνου. Κι αυτή επίσης η σκέψη είναι υψηλή και ωραία. Αν η πρώτη σχεδόν παραήταν βαθιά για έναν Έλληνα, αυτή είναι γνήσια ελληνική. Ο κόσμος είναι ένας ναός: η δύναμη ισοζυγίζεται τέλεια από το βάρος, η κολόνα από την οριζόντια μαρμαροδοκό της οροφής· ακόμα κι αν δεν μπορεί κανείς να το διαπιστώσει αυτό στα επιμέρους, αποκαλύπτεται ωστόσο στον παρατηρητή που βλέπει τα πράγματα από κάποια απόσταση. Είναι η αγατ^ημένη ιδέα του Έμερσον για την compensation (=εξισορρ07τηση): «Η ευεργεσία είναι ο απώτερος σκοπός της φύσης. Αλλά τις ευεργεσίες που δεχτήκαμε πρέπει να τις μεταβιβάσουμε παραπέρα, σπιθαμή προς σπιθαμή, πράξη προς πράξη, δεκάρα προς δεκάρα... Ο κόσμος μοιάζει σαν ένα κατάστιχο ή μια μαθηματική εξίσωση, που, όπως κι αν τη γυρίσει κανείς, διατηρεί την ισορροπία της... Σ' όλες τις πράξεις και τα εγχειρήματά μας είναι πάντα παρούσα μια αόρατη σιωττηρή, αμερόληπτη αρχή». Ένας τρίτος Μιλήσιος, ο Αναξιμένης, που ήταν καμιά εικοσαριά χρόνια νεότερος από τον Αναξίμανδρο, πίστευε ότι η αρχική ύλη είναι 150


ο αέρας, πιθανότατα επειδή ο αέρας υπάρχει «παντού» και ταυτόχρονα ε(ναι η προϋπόθεση κάθε μορφής ζωής· το μόνο εδάφιο από τα έργα του που σώθηκε λέει: «'Οπως η ψυχή μας, που είναι αέρας, μας χαρίζει τη συνοχή μας, έτσι το τυνεύμα και ο αέρας διαποτίζουν ολόκληρο τον κόσμο». Για τη γένεση των ουράνιων σωμάτων είχε διατυπώσει μια θεωρία που έμοιαζε μ' εκείνη των Καντ και Λαπλάς: τα ουράνια σώματα δημιουργούνται και γίνονται κατοικήσιμα χάρη στη συμπύκνωση και τη βαθμιαία ψύξη. Ο Αναξιμένης, βέβαια, δεν ήξερε ότι το σύμπαν δεν είναι γεμάτο από αέρα, παρά από αιθέρα· αλλά κι εμείς με τη σειρά μας δεν ξέρουμε τι είναι ο αιθέρας<*>. Συνοψίζοντας, πρέπει να πούμε ότι οι Μιλήσιοι, με τα σημερινά κριτήρια, ήταν απλούστατα φυσιοδίφες, αν και σκεπτόμενοι φυσιοδίφες. Άλλωστε, και σήμερα επιστήμονες σαν τον Λαπλάς και τον Λαμάρκ, τον Δαρβίνο και τον Ντακέ δεν αναγνωρίζονται απ' όλους ως φιλόσοφοι. Γι' αυτό, ο συνηθισμένος χαρακτηρισμός «Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι» είναι παραπλανητικός· οι Έλληνες τους ονόμαζαν «φυσιολόγους», που σημαίνει πάνω-κάτω φυσιοδίφες. Πρέπει να επισημάνουμε, πάντως, ότι ζούσαν ακόμα στην ευτυχή εποχή της ενότητας, όταν η θεωρία και το πείραμα, η μεταφυσική και η παρατήρηση δεν είχαν χωριστεί ακόμα σε διαφορετικούς κλάδους. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να κατατάξουμε τον Πυθαγόρα. Ο Πλάτων λέει γι' αυτόν: «ο λόγος, για τον οποίο τιμήθηκε τόσο εξαιρετικά, είναι ότι υπόδειξε έναν ορισμένο τρόπο ζωής», κι αυτή η φράση φαίνεται ότι αγγίζει την ουσία του Πυθαγόρα: ήταν οδηγός και πρότυπο για όσους αναζητούσαν μια ανώτερη μορφή ύπαρξης. Διαβάσαμε ήδη ότι στο μεσουράνημα της ζωής του εγκατέλειψε την πατρίδα του τη Σάμο και μετανάστευσε στην Κάτω Ιταλία. Εκεί ίδρυσε, στον Κρότωνα, έναν όμιλο με ημιθρησκευτικό και ημιπολιτικό χαρακτήρα, στον οποίο ίσχυαν ορισμένοι κανόνες αρκετά αυστηροί για τους ανώτερους βαθμούς: αγαμία, καθημερινή αυτοέξέταση, πολύχρονη σιωττή, λινά φορέματα, αποχή όχι μόνον από αιματηρές θυσίες, κρέας, αβγά, αλλά και από τα κουκιά: γιατί ειδικά απ' αυτά τα τελευταία, αυτό ήταν μυστικό. Έλεγαν για τον Πυθαγόρα ότι ήταν γιος του Απόλλωνα, ότι είχε ταξιδέψει ώς τα βάθη της Βαβυλωνίας, της Εδώ ο Φριντέλ δεν είναι και τόσο ενημερωμένος. Στην εποχή του είχε ήδη αποδειχθεί από τον Αϊνστάιν ότι δεν υπάρχει αιθέρας. (Σ.τ.Μ.). 151


Περσίας και της Αιγύπτου, ότι μάλιστα είχε κάνει κι ένα ταξίδι στον Άδη και ότι μπορούσε ν' ακούσει την αρμονία της σφαίρας (αυτό το τελευταίο θεωρείται ανέκδοτο, αλλά δεν είναι καθόλου παράλογο, γιατί η συμμετρία της κίνησης είναι μουσική και δε χρειάζεται παρά να έχει κανείς ευαίσθητο αυτί για να την ακούσει). Διηγιόντουσαν επίσης μερικές ιστορίες που είχαν για ήρωα αυτόν και διάφορα ζώα και που μας θυμίζουν τον Άγιο Φραγκίσκο: αγόρασε την ψαριά ενός ψαρά για να ελευθερώσει τα ψάρια, ένας αητός χαμήλωσε για να φιληθεί απ^ αυτόν, ημέρεψε μια αρκούδα, την τάισε και την έπεισε να μην ξανακάνει κακό σε άλλο ζωντανό. Ο Πυθαγόρας πέθανε πολύ γέρος στις αρχές του πέμπτου αιώνα, στο Μεταπόντιο, όπου αναγκάσθηκε μάλλον να καταφύγει από αντίθεση στο δημοκρατικό κίνημα, γιατί η ομάδα του ήταν αυστηρά αριστοκρατική. Ο ίδιος δεν έγραψε τίποτα, αλλά οι μαθητές του διατήρησαν μ' επιμέλεια στη μνήμη τους τα λόγια του και η μεγαλύτερη επικύρωση ενός ισχυρισμού ήταν όταν πρόσθετε κανείς: «αύτός ?φα», αυτός το είπε. Οι ρήσεις που του αποδίδονται εκφράζουν γνήσια ευσέβεια, περιφρόνηση προς τον κόσμο, υψηλή αίσθηση της αλήθειας, μεταφυσικότητα: όλα αυτά ιδιότητες ασυνήθιστες για το ελληνικό ττνεύμα. Αλλά και γενικά ο Πυθαγόρας έπαιζε μέσα στον ελληνικό κόσμο τον ρόλο του προφήτη και του ανταγωνιστή. Σ' ό,τι αφορά την επιστημονική δραστηριότητα του Πυθαγόρα, ο Ηράκλειτος είπε γι' αυτόν ότι ασχολήθηκε περισσότερο απ' όλους τους ανθρώπους με την έρευνα* πρόσθεσε όμως ότι αυτό τον παρέσυρε να κάνει τον πολύξερο και τον ταχυδακτυλουργό, γιατί ο Ηράκλειτος δεν παραδεχόταν καμιά άλλη αυθεντία εκτός από τη δική του. Τα κυριότερα μαθήματα των Πυθαγορείων ήταν η γυμναστική, η ιατρική και τα μαθηματικά, στα οποία κατέτασσαν την αριθμητική, τη γεωμετρία, την αστρονομία και τη μουσική. Αυτή η διαίρεση διατήρησε την ισχύ της σ' ολόκληρη την αρχαιότητα. Ο μεγαλύτερος τινευματικός τους άθλος ήταν, ακριβώς, ότι κατάλαβαν πως η αστρονομία και η μουσική είναι ένα είδος εφαρμοσμένων μαθηματικών. Ανακάλυψαν ότι τα τονικά διαστήματα τετάρτη, πέμπτη και ογδόη μπορούν να εκφρασθούν με τις απλές αριθμητικές σχέσεις 3 : 4, 2 : 3, 1 : 2, και από αυτή την ανακάλυψη έφτασαν στη βαθυστόχαστη διαπίστωση, που στην όψιμη αρχαιότητα είχε κιόλας πάψει να είναι κατανοητή, ότι όλα είναι μουσική, αρμονία και αριθμός. Σύμφωνα με 152


την αρχή του άρτιου και του περιττού αριθμού κατάρτισαν ένα είδος πίνακα των παγκόσμιων κατηγοριών, όπου το 1 ήταν ο άρτιοςπεριττός, πρωταρχικός αριθμός, που παράγει μόνος του τις δύο σειρές, Ο περιττός αριθμός είναι το πεπερασμένο, ο άρτιος το απεριόριστο (γιατί μπορεί να διαιρείται επ' άπειρο). Σαν γνήσιοι Έλληνες, οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ότι το πεπερασμένο είναι πιο τέλειο. Σ' αυτή τη διαρχία ανταποκρίνονται όλες οι αντιθέσεις του σύμπαντος: το ένα και τα πολλά, το αριστερό και το δεξιό, το αρσενικό και το θηλυκό, το φως και το σκοτάδι, το καλό και το κακό, και πάει λέγοντας. Το σημείο είναι η αρχή της ενότητας, η γραμμή (επειδή ορίζεται από δύο σημεία) είναι η αρχή της δυαδικότητας, η επιφάνεια της τριαδικότητας, το σώμα της τετραδικότητας: από τους αριθμούς 1, 2, 3, 4 αποτελείται ολόκληρος ο κόσμος των σωμάτων. Αλλά κι ολόκληρος ο κόσμος των αριθμών, γιατί 1+2+3+4 μας κάνουν 10 κι όλοι οι επόμενοι αριθμοί δεν είναι παρά επαναλήψεις των τεσσάρων πρώτων. Οι περιττοί αριθμοί αποδείχνονται οι πιο τέλειοι και από την πρόσθετη άποψη ότι προκύπτουν όλοι τους από διαφορές τετραγώνων: 3=2^5=3^-22, 7=42-32, 9=5^-42, j^Qj^ αθροίσματα των διαδοχικών περιττών αριθμών δίνουν πάντα τετράγωνα: 1+3=2^, 1+3+5=32, 1+3+5+7=42, 1^.3+5+7+9=52 ώς το 102. ^υτά τα λίγα παραδείγματα αρκούν ίσως για να φανταστεί κανείς πάνωκάτω πού θέλει να καταλήξει ο πυθαγορισμός. Ουσιαστικά, η θεμελιώδης αρχή του δεν είναι άλλη από τη γαλιλαϊκή: «Το βιβλίο του σύμπαντος είναι γραμμένο με μαθηματικά ψηφία», και, γενικά, δε διαφέρει από τη θεμελιώδη αρχή των σύγχρονων φυσικών επιστημών: πράγματι, η σημερινή επιστήμη ανάγει την ετερομορφία των διαφόρων σωμάτων που αποτελούνται από τα ίδια συστατικά στην ανομοιότητα των ατομικών αριθμών τους, και την ποικιλία των χρωμάτων σε απλές διαφορές της συχνότητας του φωτός. Μόνο που ο πυθαγορισμός πήγαινε πολύ μακρύτερα, γιατί έκανε τα μαθηματικά σύμμαχο του μυστικισμού. Ακόμα κι αυτό, μόνο με την πρώτη ματιά μπορεί να φανεί παράδοξο* γιατί μόνο τα κατώτερα μαθηματικά είναι ορθολογικά, ενώ τα ανώτερα είναι ένα είδος μαγείας κι ένα μονοπάτι που οδηγεί στο απόλυτο. Γι*^ αυτό κι ένας από τους μεγαλύτερους Γερμανούς μυστικιστές, ο Νοβάλις, είπε: «Τα γνήσια μαθηματικά είναι το κατεξαχή εργαλείο του μάγου· η υπέρτατη ζωή είναι μαθηματικά· η ζωή των θεών είναι μαθηματικά· τα καθαρά μαθημα153


τικά είναι θρησκεία». Και πράγματι, ο πυθαγορισμός ήταν μια θρησκεία που είχε στενή συνάφεια με την ορφική: κι αυτός επίσης πρέσβευε τη μετεμψύχωση· εδώ μάλλον βρίσκεται η εξήγηση του σημαντικού ρόλου που έπαιζαν οι γυναίκες —ένα γνώρισμα που κι αυτό επίσης ήταν ξένο στον ελληνικό πολιτισμό. Όμως ένα από τα πιο αλλόκοτα δόγματα του πυθαγορισμού ήταν η παλιγγενεσία, η αιώνια επιστροφή στη ζωή. Αλλά αυτό το δόγμα δεν απείχε πολύ από μια μαθηματική κοσμοθεωρία. Σύμφωνα με τα όσα λέει ο Σιμπλίκιος, ο αριστοτελικός φιλόσοφος Εύδημος είπε κάποτε στους μαθητές του: «Αν πιστέψουμε τους Πυθαγόρειους, που λένε ότι όλα ξανάρχονται και ξανασυμβαίνουν, τότε μια μέρα θα κάθεστε πάλι μπροστά μου κι εγώ θα σας διδάσκω κρατώντας πάλι στο χέρι αυτό το ραβδάκι, και το ίδιο θα συμβεί και μ' όλα τ' άλλα». Όπως είναι γνωστό, αυτή την ιδέα την αναζωογόνησε ο Νίτσε στην τελευταία φάση της φιλοσοφικής του εξέλιξης. «Η αρχή της διατήρησης της ενέργειας», λέει, «απαιτεί την αιώνια επανάληψη»· απ' αυτή την αρχή έπεται ότι «στα ζάρια της ζωής ο κόσμος περνάει αναγκαία από ένα πεπερασμένο αριθμό συνδυασμών. Αν ο χρόνος είναι άπειρος, κάθε δυνατός συνδυασμός θα βγει κάποτε· ακόμα περισσότερο μάλιστα, θα βγει άπειρες φορές!». Ο κόσμος, «ευλογώντας τον εαυτό του ως αυτό που αναγκαία επανέρχεται αιώνια», ένας «διονυσιακός κόσμος της αιώνιας αυτοδημιουργίας, της αιώνιας αυτοκατάλυσης», είναι «χωρίς σκοπό, αν η ίδια η ευδαιμονία της ανακύκλησης δεν αποτελεί σκοπό». Πώς όμως συμβιβάζονται αυτά με την ολότελα καινούρια κλίμακα αξιών του Νίτσε και με τον υπεράνθρωπο, που αναμφίβολα αποτελεί μια ανώτερη εξέλιξη ρπος κάτι που ποτέ πριν δεν είχε υπάρξει; Είναι πολύ πιθανό, όμως, ότι τέτοιες αντιρρήσεις δεν θα πολυέκαναν εντύπωση στον Νίτσε, γιατί αυτός δεν ήθελε να διατυπώσει μια φυσικοφιλοσοφική θεωρία, παρά ένα ηθικό αξίωμα: «Αν εγκολπωθείς την ιδέα των ιδεών, θα σε μεταμορφώσει. Σ' όλα όσα θέλεις να κάνεις, το ερώτημα ^είναι έτσι ώστε να θέλω να το κάνω άπειρες φορές% έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα.» Μόνον οι φιλοσοφίες που εμφορούνται από ύψιστο ήθος και υπευθυνότητα (και σ' αυτές ανήκε προφανώς η πυθαγόρεια) μπορούν έστω και ν' αντέξουν αυτή τη σκέψη. Την ίδια περίπου εποχή με τον Πυθαγόρα έζησε ο Ξενοφάνης, που κατατάσσεται στους «Ελεάτες», αλλά δεν ήταν, όχι μόνο λόγω της καταγωγής του (ήταν από τον Κολοφώνα της Μικράς Ασίας), 154


αλλά, πράγμα πιο σημαντικό, λόγω της φιλοσοφίας του, που, χωρίς ακόμα να eivai καθόλου γνωσιοκριτική, συγγενεύει με τον απλοϊκό ρεαλισμό των Μιλησίων και προετοιμάζει μόνον αρνητικά τον ελεατισμό: με την πολεμική του εναντίον του κυρίαρχου κοσμοείδωλου που είχε ο πολυθεϊσμός. Γενικά, η φιλοσοφία του Ξενοφάνη δεν αποτελεί σύστημα, παρά μόνο φιλοσοφική ποίηση. Ο Ξενοφάνης ήταν πλανόδιος τραγουδιστής το επάγγελμα, αλλά, παρά τη φτώχεια και τη μικρή του φήμη —ή ίσως ακριβώς γι' αυτούς τους λόγους— ήταν περήφανος σχεδόν σε βαθμό έπαρσης για τη μεγάλη αξία του ως στοχαστή. Τις αντιλήψεις του για το σύμπαν τις κατέγραψε σ' ένα εξαμετρικό διδακτικό ποίημα, που το μεγαλύτερο μέρος του έχει χαθεί. Εκεί μέσα λέει: «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς όλες τις μικρότητες και τα ελαττώματα των ανθρώπων: κλεψιά, πορνεία, απάτη.» Και καταλήγει στη θέση που θα διατύπωνε πολύ αργότερα ο Φόυερμπαχ: «homo homini deus»: ο Αιθίοπας φαντάζεται τους θεούς του μαύρους και πλακουτσομύτηδες, ο Θρακιώτης ξανθούς και γαλανομάτηδες, το βόδι τους φαντάζεται σίγουρα σα βόδια, το άλογο σαν άλογα· αυτό όμως που στον Φόυερμπαχ ήταν μόνο μια ξερή και πεζή «στερνή γνώση», στον Ξενοφάνη, τον πικρόχολο Ίωνα διανοητή, ήταν ένας ττνευματικός άθλος που τον διέκρινε αξεπέραστη πρωτοτυπία και τόλμη. Για τον Ξενοφάνη υπάρχει μόνον ένας θεός, «που δεν μοιάζει με τους θνητούς ούτε στη μορφή ούτε στη σκέψη», «όλος μάτια, όλος αυτιά, όλος νου», κι αυτή η θεότητα ταυτίζεται με την ολότητα του κόσμου, Sva καΐ πάν. Ο Ξενοφάνης είναι ο πρώτος Έλληνας πανθεϊστής. Ταυτόχρονα όμως, όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές, είναι αγνωστικιστής: κανένας δεν έχει αποκτήσει απόλυτη βεβαιότητα για τον θεό και τη φύση ούτε και θ' αποκτήσει ποτέ, γιατί όλα είναι τυλιγμένα στην επίφαση. Αυτή τη σκέψη, ότι δηλαδή ο κόσμος μας είναι ένας φαινομενικός κόσμος —μια σκέψη που στον Ξενοφάνη δεν ήταν παρά ποιητική υπερβολή— την έκανε ακρογωνιαίο λίθο μιας βαθυστόχαστης φιλοσοφίας ο Παρμενίδης, «ο μέγας», όπως τον έλεγε ο Πλάτων. Ο Παρμενίδης άκμασε γύρω στο 500 στην Ελέα, μια φωκική αποικία στη δυτική ακτή της Κάτω Ιταλίας, από την οποία σήμερα δεν σώζονται ούτε τα ερείπια. Από το διδακτικό του ποίημα υπάρχουν ακόμα γύρω στους 150 στίχοι. Το αποτελούσαν δύο μέρη: το πρώτο πραγματευόταν την αλήθεια, το δεύτερο τη δόξα^ δηλαδή τη γνώμη, τη δοξασία. 155


θ α μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι το πρώτο βιβλίο πραγματευόταν τον αληθινό και το δεύτερο τον αισθητό κόσμο, και να τιτλοφορήσουμε όλο το έργο, σύμφωνα με το στιλ του Σοπενχάουερ, «Ο κόσμος ως είναι και ως παράσταση». Στην αρχή του ποιήματος ο Παρμενίδης περιγράφει ένα όραμα: ένα άρμα, που το οδηγούν ηλιακές παρθένες, τον βγάζει από το βασίλειο της νύχτας και τον οδηγεί στο φως, κι αυτή η ευφάνταστη εισαγωγή δεν είναι αδικαιολόγητη, γιατί ο Παρμενίδης θα πρέπει πράγματι να είχε την αίσθηση ότι η αστραττή, που τον έκανε ν' αντιληφθεί μεμιάς τον φαινομενικό χαρακτήρα του κόσμου, ήταν μια θεία έκλαμψη και επιφοίτηση υπεράνθρωπης γνώσης. Κατά τα άλλα λέει: «Μου είναι αδιάφορο από πού ξεκινάω, αφού πάντα γυρίζω στο ίδιο σημείο». Αυτή η θεμελιώδης σκέψη, που επανέρχεται ολοένα, είναι ο ενιαίος, άφθαρτος και αμετάβλητος χαρακτήρας του Είναι. Το Είναι είναι ένα και μοναδικό, δεν έχει αρχή ούτε τέλος, είναι συνεχές, είναι ταυτόχρονα τα πάντα: «Δεν μπορούμε να πούμε: ήταν ή θα είναι, παρά ότι είναι ήδη.» Αλλά η φύση που (χας περιβάλλει δεν επιβεβαιώνει αυτή τη θέση: αντίθετα, μας παρουσιάζει πολυειδία, δημιουργία, φθορά, αλλαγή. Επομένως η φύση έχει άδικο, κι αυτό που εμείς ονομάζουμε γίγνεσθαι είναι μια ψευδαίσθηση. Αυτό το συμπέρασμα, για τον άνθρωπο που το έβγαλε πρώτος, μαρτυρεί απύθμενη τόλμη! Αλλά ο Παρμενίδης προσπαθεί επιπρόσθετα να το δικαιολογήσει διαλεκτικά: το Είναι δεν μπορεί να δημιουργήθηκε ούτε από το Είναι, γιατί αυτό είναι ο ίδιος ο εαυτός του, ούτε από το μη-Είναι, γιατί αυτό δεν υπάρχει καθόλου. Δεν μπορεί ούτε να φθαρεί, γιατί τότε θα γινόταν το αντίθετό του, θα γινόταν μηΕίναι. Δεν μπορεί ούτε καν να είναι άπειρο, γιατί τότε δεν θα τελείωνε ποτέ, επομένως θα ήταν ατελές. Αυτή η αντίληψη είναι εξίσου τυπικά ελληνική όσο και η κατώτερη αξία του άρτιου αριθμού στον πυθαγορισμό. Ακόμα ελληνικότερη είναι μια σκέψη που σ' εμάς φαίνεται αρκετά αλλόκοτη: το Είναι είναι μια σφαίρα! Εκτείνεται εξίσου προς όλες τις κατευθύνσεις, έχει απόλυτα συμμετρική δομή, είναι στρογγυλή και αυτοτελής: μόνον αυτά της εγγυώνται την αιωνιότητα. Αυτό το απόλυτο Είναι μπορεί να το συλλάβει κανείς με τον καθαρό διαλογισμό, γιατί, όπως λέει ο Παρμενίδης, «η σκέψη και το αντικείμενο της σκέψης ταυτίζονται». Εδώ βλέπουμε να προαναγγέλλεται ήδη η θεωρία του Πλάτωνα για τις ιδέες, ακόμα μάλιστα και ολόκληρη η νεότερη φιλοσοφία από τον Καρτέσιο ώς τον Χέγκελ. 156


Την (δια περίπου εποχή, δηλαδή γύρω στο τέλος του έκτου αιώνα, δίδασκε στη μακρινή Ινδία ο Γκαουτάμα, ο Βούδας, που το 477 πέρασε στη νιρβάνα. Ο Γκαουτάμα έλεγε ότι η πολλαπλότητα υπάρχει μόνο για τον αδαή· όποιος αντιλαμβάνεται ότι είναι μια φενάκη, αυτός λυτρώνεται. Αυτό το δεύτερο μέρος της παρμενιδικής φιλοσοφίας, τη θεωρία δηλαδή ότι ο κόσμος των αισθήσεων είναι ανύπαρκτος, το επεξεργάσθηκε με μεγάλη οξυδέρκεια ο Ζήνων, που καταγόταν κι αυτός απ' την Ελέα. Ήταν μαθητής και, κατά τον Πλάτωνα, ερωμένος του Παρμενίδη: στους αρχαίους Έλληνες δηλαδή ακόμα και η μεταφυσική ήταν ζήτημα ομοφυλοφιλίας. Ο Αριστοτέλης αποκαλεί τον Ζήνωνα πατέρα της διαλεκτικής. Περιλάλητες έμειναν οι «απορίες» του, δηλαδή σπαζοκεφαλιές στις οποίες δεν μπορεί κανείς ν' απαντήσει. Ισχυριζόταν π.χ. ότι κάθε σώμα είναι άπειρα μικρό και ταυτόχρονα άπειρα μεγάλο: άπειρα μικρό επειδή αφού μπορεί να διαιρείται απεριόριστα, αποτελείται από ένα σύνολο αναρίθμητων μικρών κομματιών, που όλα μαζί δίνουν αναγκαία ένα άπειρα μικρό σώμα- και άπειρα μεγάλο επειδή μ' αυτές τις απεριόριστες διαιρέσεις προκύπτουν άπειρα κομμάτια, από τα οποία μπορεί να συντεθεί το σώμα, και, επειδή όσα κι αν χρησιμοποιηθούν πάλι θα περισσεύουν άπειρα, το σώμα μπορεί ν' αυξηθεί απεριόριστα. Αυτή η επιχειρηματολογία βασίζεται σε μια κατάχρηση της έννοιας του άπειρου, έννοιας που, θελητά ή αθέλητα, δεν ορίζεται σαφώς: σε όσα κομμάτια κι αν χωρίσω το σώμα, το άθροισμά τους θα είναι πάντα 1/Χ · Χ (ή, αν τα κομμάτια είναι απειράριθμα 1/οο · οο) και θα μας δίνει 1, δηλαδή το ίδιο το σώμα. Τρεις άλλες απορίες ήταν το «βέλος», ο «μέδιμνος» και ο «φαλακρός». Το ιπτάμενο βέλος είναι ακίνητο, γιατί σε κάθε απειροελάχιστη υποδιαίρεση του χρόνου, που ονομάζεται «παρόν», βρίσκεται σ' ένα και μόνο τόπο, δηλαδή ακινητεί· επειδή όμως ολόκληρο το χρονικό διάστημα που το βέλος πετάει αποτελείται από τέτοιες μεμονωμένες στιγμές, το βέλος δεν προωθείται καθόλου. Εδώ το σόφισμα έγκειται στο ότι το «διαφορικό» υποτίθεται ότι είναι 0: στο «παρόν», δηλαδή στο ελάχιστο χρονικό διάστημα dt (διαφορικό του t) αντιστοιχεί ο απειροελάχιστος δρόμος ds, και σύμφωνα με τον τύπο v=s/t η ταχύτητα του βέλους στον ελάχιστο χρόνο είναι ds/dt, όχι όμως 0/0. Ο «μέδιμνος» επισημαίνει την αντίφαση ότι όταν πέφτει ένας μέδιμνος στάρι κάνει θόρυβο, ενώ ο μεμονωμένος κόκκος όχι. Επομένως, είτε ο θόρυβος που παράγουν 157


όλοι μαζί οι κόκκοι είτε η απουσία θορύβου όταν πέφτει ένας κόκκος είναι ψευδαίσθηση. Αυτό το παράδοξο εξηγείται με τον νόμο της κατωφλιακής τιμής ενός ερεθίσματος, που ανακάλυψε ο Φέχνερ. Κάθε ερέθισμα γίνεται αντιληπτό μόνον όταν έχει μια ορισμένη ένταση, χάρη στην οποία μπορεί να περάσει το κατώφλι των αισθήσεων ακουστικά ερεθίσματα παράγει κάθε κόκκος στάρι, αλλά μόνο το άθροισμά τους φτάνει στην κατωφλιακή τιμή: μόνο με το πείραμα μπορούμε να διαπιστώσουμε πόσοι κόκκοι χρειάζονται για να συμβεί αυτό. Ακόμα πιο μπερδεμένο όμως είναι το πρόβλημα του «φαλακρού»: πόσες τρίχες πρέπει να χάσει ένα κεφάλι για να γίνει φαλακρό; Προφανώς, μόνο μία τρίχα ευθύνεται για τη μετάβαση από τη μια κατάσταση στην άλλη. Εδώ, αν γενικεύσουμε το πρόβλημα, έχουμε πράγματι να κάνουμε μ' ένα κόμπο που πολύ δύσκολα λύνεται: την αυθαιρεσία των εννοιολογικών διακρίσεων που κάνουμε. Αυτό όμως δεν είναι τόσο ένσταση εναντίον των αισθητηριακών εντυπώσεών μας, όσο ακριβώς εναντίον του κόσμου των ιδεών μας, που ο Παρμενίδης τον θεωρούσε ως τον μόνο αληθινό (ο «φαλακρός» δεν διατυπώθηκε μ^ αυτή τη μορφή παρά αργότερα, από τον Ευβουλίδη τον Μιλήσιο, ένα σωκρατικό φιλόσοφο, αλλά η βασική αρχή του υπάρχει ήδη στον Ζήνωνα). Οι απορίες είναι οι πρόδρομοι των καντιανών «αντινομιών του καθαρού λόγου»: έτσι ονόμαζε ο Καντ τις προτάσεις, των οποίων η κατάφαση είναι εξίσου σωστή και αποδεικτή όσο και η άρνηση. Για παράδειγμα: ο κόσμος είναι ένα χρονικά απεριόριστο μέγεθος. Αν όμως ο κόσμος δεν είχε αρχή στον χρόνο, τότε ώς την τωρινή στιγμή θα έπρεπε να έχει περάσει ήδη μια αιωνιότητα. Αλλά μια αιωνιότητα που πέρασε ήδη είναι κάτι το παράλογο. Επομένως ο κόσμος είναι ένα χρονικά περιορισμένο μέγεθος. Αν όμως είχε αρχή στον χρόνο, τότε πριν απ"* αυτή την αρχή θα υττήρχε ένας χρόνος όπου δεν υπήρχε κόσμος, όπου δηλαδή δεν υττήρχε τίποτα, ένας κενός χρόνος, κάτι που επίσης είναι παράλογο. Η λύση αυτής της αντινομίας είναι ότι το σύμπαν δεν είναι ένα δεδομένο μέγεθος, δεν είναι αντικείμενο της γνώσης μας ούτε του λογικού μας. Για εμάς είναι ένα «πράγμα καθ' εαυτό», δηλαδή βρίσκεται έξω από τα όρια της παραστατικής ικανότητάς μας. Γι' αυτό, δεν μπορούμε να πούμε ούτε ότι είναι χρονικά περιορισμένο ούτε ότι είναι χρονικά απεριόριστο, γιατί ο χρόνος είναι μια υποκειμενική, ανθρώπινη εποπτική μορφή, που δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στο πράγμα καθ' εαυτό. 158


Την (δια ακριβώς εποχή με τον Ζήνωνα άκμασε ο Ηράκλειτος από την Έφεσο, που δίδασκε ακριβώς το αντίθετο απ^ ό,τι ο Παρμενίδης. Καταγόταν από το βασιλικό γένος των Κοδριδών και είχε μάλιστα το αξίωμα του βασιλιά-θυσιαστή, το οποίο όμως μεταβίβασε στον αδελφό του για ν' αφοσιωθεί ο ίδιος απερίσπαστος στη φιλοσοφία. Για τη γενέτειρά του δεν είχε και πολύ καλή γνώμη: έλεγε ότι «το καλύτερο που θα είχαν να κάνουν οι Εφέσιοι θα ήταν να πάνε να κρεμαστούν όλοι τους», και μια άλλη φορά τους έδωσε την ευχή: «Μακάρι να μη σας λείψουν ποτέ τα πλούτη, για να φαίνεται έτσι η διαφθορά σας.» Γενικά ο Ηράκλειτος περιφρονούσε τη μάζα: πίστευε ότι άγεται και φέρεται από τους δημαγωγούς, ότι δεν ξέρει ότι η πλειοψηφία είναι κακή και μόνον η μειοψηφία καλή, ότι «οι περισσότεροι χουζουρεύουν καλοταϊσμένοι σαν τα κτήνη τους». Αλλά ούτε κι εκείνους που ξεχώριζαν από τη μάζα τους εκτιμούσε: «Η πολυμάθεια δεν καλλιεργεί το πνεύμα, αλλιώς θα είχε δασκαλέψει τον Ησίοδο, τον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο» (τον «πατέρα της γεωγραφίας», για τον οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω)· σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, του Όμηρου και του Αρχίλοχου θα τους άξιζε να μαστιγωθούν για τα καλά. Αλλά για τη δική του φιλοσοφία, που τη χαρακτήρισε με τα βαθυστόχαστα λόγια: «Αναζήτησα τον εαυτό μου», δεν υπολόγιζε να βρει κατανόηση από τους άλλους: «Τα σκυλιά γαβγίζουν όποιον δεν γνωρίζουν κι ο όχλος επιτίθεται σ^ ό,τι του είναι καινούργιο», «Οι άνθρωποι δεν σκοτίζονται για τον Αόγο, ούτε πριν τον ακούσουν ούτε έπειτα», «Είναι σαν κουφοί, όταν είναι παρόντες απουσιάζουν». Ολόκληρη η αρχαιότητα θεωρούσε τον Ηράκλειτο «σκοτεινό», και ο Σωκράτης έλεγε γι^ αυτόν: «Όσα κατάλαβα δείχνουν υψηλό πνεύμα, και, όπως πιστεύω, το ίδιο δείχνουν κι όσα δεν κατάλαβα· αλλά για την εξιχνίασή τους χρειάζεται ένας Δήλιος δύτης» (η Δήλος έβγαζε τους ικανότερους βουτηχτές). Αναμφίβολα, οι μεστοί, υπερσυμπυκνωμένοι αφορισμοί του Ηράκλειτου ήταν ένας τρόπος έκφρασης που τον διάλεξε επίτηδες και η αινιγματικότητά τους ήταν θεληματική· για τα λόγια του ισχύει αυτό που έλεγε ο ίδιος για το μαντείο των Δελφών: «Δεν μιλάει ούτε κρύβει, παρά σημαίνει.» Ό,τι σώθηκε απ^ τον Ηράκλειτο είναι μόνο τέτοιες σύντομες γριφώδεις φράσεις, αλλά είναι περισσότερο από πιθανό ότι ολόκληρο το έργο του αποτελούνταν από τέτοιες ψηφίδες, που συναποτελούσαν ένα αόρατο σύστημα, όπως συμβαίνει με την «Αυγή» του Νίτσε και 159


τα υπόλοιπα έργα της μεσαίας περιόδου του. Είναι λεπτοδουλεμένες προτάσεις, στιβαρές, στιλτυνές, σκληρές σαν ατσάλι κι αστραφτερές σαν διαμάντια: «Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει μετακινώντας πιόνια εδώ κι εκεί», «Τη φύση της ψυχής δεν μπορείς να την ανακαλύψεις, όποιον δρόμο κι αν πάρεις, τόσο βαθειά είναι η ουσία της», «Ο δαίμονας του ανθρώπου είναι το ήθος του», «Το μίγμα αποσυντίθεται όταν δεν το κουνάει κανείς». Η περίφημη ρήση του Ηράκλειτου: «Στα ίδια ποτάμια μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε αυτοί που μπαίνουν, γιατί δεν μπορεί κανείς να μπει δυο φορές στο ίδιο ρεύμα» σημαίνει ότι όλα τα επίγεια πράγματα υπόκεινται σε συνεχή αλλαγή, ότι ολόκληρη η ύπαρξη είναι ένα τέτοιο ποτάμι. Ακόμα πιο μακριά προχώρησε ο ηρακλείτειος φιλόσοφος Κρατύλος, διακηρύσσοντας ότι δεν μπορεί κανείς να μπει στο ίδιο ποτάμι ούτε μια φορά, κι αργότερα έπαψε ολωσδιόλου να μιλάει και περιοριζόταν να υποδηλώνει με το δάχτυλο τον κύκλο της αιώνιας ροής, εννοώντας, όπως φαίνεται, ότι το γίγνεσθαι είναι τόσο ρευστό και ασύλληπτο ώστε ακόμα και η καθήλωσή του με τα λόγια αποτελεί παραποίηση. Ο Ηράκλειτος κατηγορεί τη φύση ότι μας εξαπατά με διαμετρικά αντίθετο τρόπο απ' ό,τι πίστευε ο Παρμενίδης: ότι μας παρουσιάζει την εικόνα ενός ασάλευτου Είναι. Η επίφαση του αμετάλλαχτου δημιουργείται όταν δύο αντίρροπες δυνάμεις ισορροπούν. Κάθε γεγονός είναι αποτέλεσμα μιάς αυτοδιάσπασης και επανασυμφιλίωσης, ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων, η ερις, δηλαδή η διαμάχη, είναι ο παλμός του κόσμου. Όπως είναι γνωστό, και η φιλοσοφία του Χέγκελ επίσης στηρίζεται στη βασική σκέψη ότι το κινούν αίτιο στην παγκόσμια εξέλιξη είναι η αντίφαση και η άρση της. 'Οπως ακριβώς στον Χέγκελ, έτσι και στον Ηράκλειτο κάθε κατάσταση εμπεριέχει τη μετάβαση στην αντίθετή της, επομένως το ίδιο το αντίθετό της: «Η μάζα», λέει ειρωνικά ο Ηράκλειτος, «γυρεύει ορμήνια στον Ησίοδο, νομίζοντας ότι αυτός ήξερε τα πιο πολλά απ' όλους, αυτός που δεν ήξερε ούτε τη μέρα και τη νύχτα, αφού αγνοούσε ότι και οι δύο είναι το ίδιο πράγμα.» Η νύχτα γεννάει τη μέρα, η μέρα τη νύχτα, επομένως η νύχτα είναι λανθάνουσα μέρα, η μέρα δυνητική νύχτα. Από το άψυχο γεννιέται το έμψυχο, από το έμψυχο γίνεται το άψυχο, από τον ξύπνιο ο ύπνος, από τον ύτ^νιο ο ξύτυνιος, και το ίδιοι συμβαίνει με το καλοκαίρι και τον χειμώνα, την πείνα και τη χόρταση, την κούραση 160


και την ξεκούραση, την υγεία και την αρρώστια, τα νιάτα και τα γερατιά. Από το δίπολο αρσενικού-θηλυκου γεννιέται η ζωή, από τα φωνήεντα και τα σύμφωνα η γλώσσα, από τους υψηλούς και βαθιούς ήχους η αρμονία. Αυτή η οφμονία κυριαρχεί παντού, και σ^ όσους αντιτείνουν ότι δεν γίνεται αντιληπτή ο Ηράκλειτος απαντάει με τον χρησμό: «άρμονίη άφανής της φανερής κρείττων», δηλαδή η αόρατη αρμονία είναι τελειότερη από την ορατή. Προς την ίδια κατεύθυνση σκοπεύει και μια βαθυστόχαστη παρομοίωσή του, που μας την έσωσε ο Πλάτων στο «Συμπόσιο»: «Η ενότητα διασπάται και συμφιλιώνεται ξανά με τον εαυτό της, όπως η αρμονία του τόξου και της λύρας». Πολλές ερμηνείες έχουν δοθεί σ^ αυτή τη ρήση. Οι ερμηνευτές σκέφτηκαν τους δύο βραχίονες του τόξου και της λύρας, την πάλη του χεριού με τη χορδή κλπ.* το πιθανότερο όμως είναι ότι ο Ηράκλειτος εννοούσε, απλούστατα, το φαινόμενο της τάσης, μια οικουμενική αλήθεια που διαισθάνθηκε η μεγαλοφυία του και που με τις σημερινές ανακαλύψεις στο πεδίο του ηλεκτρισμού, του μαγνητισμού και της χημείας έχει πάψει πια να είναι απλή εικασία. Απ' όλα αυτά όμως βγαίνει το συμπέρασμα ότι μπροστά στη θεότητα όλα είναι εξίσου ωραία, καλά και δίκαια, «μόνον οι άνθρωποι θεωρούν το ένα άδικο, το άλλο δίκαιο». Αυτός ο κόσμος, που υπήρχε ανέκαθεν και θα υπάρχει παντοτινά, είναι μια «αιώνια φωτιά, που ανάβει και σβήνει με μέτρο». Αυτή η φωτιά δεν είναι καμιά αρχέγονη ύλη, όπως το νερό του Θαλή ή ο αέρας του Αναξιμένη, αλλά η παγκόσμια ψυχή που εξουσιάζει και ζεσταίνει τα πάντα, ο παγκόσμιος λόγος που καταυγάζει τα πάντα. Όταν ο Ηράκλειτος έλεγε ότι τα πάντα είναι φωτιά, εννοούσε ότι όλα είναι έμψυχα. Την ακριβή, και όχι απλώς συμβολική, αναλογία ανάμεσα στη ζωή και τη φλόγα την αποκάλυψε η σημερινή επιστήμη. Η ανθρακούχα τροφή καίγεται στον οργανισμό, καθώς οξειδώνεται από το οξυγόνο που εισπνέεται, και το τελικό προϊόν είναι ανθρακικό οξύ. Εκτός απ' αυτό, στη φλόγα γίνεται ένας συνεχής και ταχύτατος μεταβολισμός, πράγμα που επίσης την έκανε κατάλληλη για να γίνει η παγκόσμια αρχή του ηρακλειτισμού. Και με τη θεωρία του για την αιώνια ανακύκληση ο Ηράκλειτος προανάγγειλε μια από τις βασικές ιδέες της σύγχρονης επιστήμης. Αν κοιτάξουμε για μια ακόμα φορά προς τα πίσω, θα δούμε ότι οι Προσωκρατικοί διατύπωσαν σχεδόν όλες τις φιλοσοφικές ιδέες της //

161


Εσπερίας, παρόλο που ώς τότε η φιλοσοφία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη: πρόκειται για ένα εκπληκτικό γεγονός. Όλοι οι μονιστές κατάγονται από τον Θαλή, όλοι οι υπέρμαχοι του deus sive natura (=ή θεός ή φύση) από τον Ξενοφάνη, όλοι οι φαινομενοκράτες από τον Παρμενίδη, όλοι 01 οπαδο�� της coincidentia oppositorum (= σύμττυωσης των αντιθέτων) από τον Ηράκλειτο* στον Αναξίμανδρο βρίσκουμε σε εμβρυακή μορφή τον νόμο για τη διατήρηση της ενέργειας και τη θεωρία της βαρύτητας, στον Ζήνωνα τη θεωρία της σχετικότητας. Γενικά, ακόμα και στο πεδίο των θετικών επιστημών η εποχή εκείνη έβαλε τα θεμέλια. Ο Θαλής διατύπωσε μια σειρά από σημαντικές γεωμετρικές προτάσεις, όπως ότι η διάμετρος διχοτομεί τον κύκλο, ότι στο ισοσκελές τρίγωνο οι γωνίες της βάσης είναι ίσες, ότι δύο τρίγωνα είναι όμοια όταν έχουν μία πλευρά και δύο αντίστοιχες γωνίες ίσες· με βάση τις αστρονομικές παρατηρήσεις του πρόβλεψε την ηλιακή έκλειψη της 28 ΜαΓου 585. Ο Αναξιμένης ήξερε ήδη ότι η σελήνη παίρνει το φως της απ' τον ήλιο και εντόπισε την αιτία των σεληνιακών εκλείψεων στην κάλυψη του σεληνιακού δίσκου από τη σκιά της γης. Η γη, που για τον Αναξίμανδρο ήταν ένας κύλινδρος μετέωρος στο διάστημα, στον Πυθαγόρα έχει γίνει ήδη μια σφαίρα, και μάλιστα όχι πια στο κέντρο του σύμπαντος, γιατί εκεί βρίσκεται το κεντρικό πυρ, γύρω από το οποίο περιστρέφεται ο ήλιος, η σελήνη, η γη, μια αντι-γη, της οποίας την ύπαρξη υπόθεσε ο Πυθαγόρας, και οι απλανείς αστέρες* αν εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε αυτή την κίνηση, η αιτία είναι ότι ζούμε στην εξωτερική πλευρά της σφαίρας (δηλαδή ο Πυθαγόρας δεν δεχόταν ακόμα την περιστροφή της γης γύρω από τον άξονά της), αλλά σίγουρα είναι ορατή από τον ήλιο, που αντανακλά το φως του κεντρικού πυρός. Το περίφημο «πυθαγόρειο θεώρημα», την πρόταση δηλαδή ότι το τετράγωνο της υποτείνουσας ενός ορθογώνιου τριγώνου είναι ίσο με το άθροισμα των τετραγώνων των δύο καθέτων πλευρών, το απόδειξε με εποπτικό τρόπο, κατασκευαστικά, όπως άλλωστε και το τετράγωνο του αθροίσματος δύο μεγεθών: (α+β)^ = α^+2αβ-Ηβ^. Και πράγματι, δεν χρειάζεται παρά να ρίξει κανείς μια ματιά στα αντίστοιχα σχήματα για να καταλάβει αμέσως την ορθότητα των δύο προτάσεων. Αλλά και πολλά άλλα προβλήματα, ακόμα και δευτεροβάθμιες εξισώσεις, τα έλυναν οι Πυθαγόρειοι κάνοντας γεωμετρικές πράξεις με γραμμές και επιφάνειες* αυτή η «γεωμετρική άλγεβρα» είναι μια 162


γνήσια ελληνική επιστήμη και ο αντίποδας της «αναλυτικής γεωμετρίας», που με τη σειρά της είναι γνήσιο τέκνο του μπαρόκ. Όμως το μεγαλύτερο μαθηματικό επίτευμα των Πυθαγορείων είναι η ανακάλυψη του «ανορθολογικού» (irrationale) αριθμού, όπως τον ονομάζουμε εμείς μάλλον άστοχα, ακολουθώντας τους Ρωμαίους, ενώ οι Έλληνες τον χαρακτήριζαν πολύ πιο πετυχημένα ως «άρρητο», δηλαδή απερίγραπτο, ακατονόμαστο. Άρρητος (ή ασύμμετρος) είναι ένας αριθμός ή μια σχέση, την τιμή οποίας δεν μπορεί να εκφράσει κανείς παρά μόνο κατά προσέγγιση, όχι χωρίς ένα έστω ελάχιστο λάθος, δηλαδή που μπορεί κανείς να την εκφράσει μόνο μ' ένα άπειρο δεκαδικό κλάσμα. Ο τύπος του είναι y j l . Κι αυτό επίσης μπορεί κανείς να το παραστήσει εποπτικά. Η ρίζα του 2 είναι η σχέση της διαγωνίου του τετραγώνου με τις πλευρές του: υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να εκφρασθεί με αριθμούς. Η διαγώνιος και η πλευρά του τετραγώνου είναι ασύμμετρες, δηλαδή είναι μεγέθη που δεν μπορούν να μετρηθούν με το ίδιο μέτρο, σ' αντίθεση π.χ. με την περίμετρο και την πλευρά του τετραγώνου που έχουν μεταξύ τους τη σχέση 4 : 1. Οι Πυθαγόρειοι όμως κράτησαν κρυφή αυτή την ανακάλυψη και λέγεται ότι έτυνιξαν για τιμωρία έναν που τη μαρτύρησε· δικαιολογημένα, γιατί αυτή η ανακάλυψη υπονομεύει τα θεμέλια της πυθαγόρειας κοσμοθεωρίας: ότι δηλαδή ο αριθμός είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων και η αρχή που φέρνει την τάξη στον κόσμο. Ένας σύγχρονος του Πυθαγόρα, αλλά νεότερος στην ηλικία, ήταν ο Αλκμέων, που κι αυτός καταγόταν από τον Κρότωνα. Με βάση ζωοτομές και παρατηρήσεις σε διαταραχές βλαμμένων τμημάτων του εγκέφαλου εντόπισε σ' αυτό το μέρος του σώματος το κεντρικό όργανο της σκέψης και, εκτός απ' αυτό, ανακάλυψε τα αισθητήρια νεύρα, που τα ονόμασε «πόρους». Οι «Κροτωνιάτες» είχαν μεγάλη φήμη και ως χειρουργοί, ενώ ως οδοντογιατροί ήταν εξοικειωμένοι με γέφυρες, βιδωτά δόντια και χρυσά σφραγίσματα. Ένας άλλος κλάδος της επιστήμης που γνώρισε τότε την πρώτη του άνθηση ήταν η ιστορία, με την οποία οι αρχαίοι δεν εννοούσαν μόνο την ιστοριογραφία, αλλά και τη γεωγραφία, την^ εθνογραφία και τη μυθολογία. Οι πρώτοι Έλληνες ιστορικοί ήταν οι λογογράφοι, που προσπαθούσαν να μεταπλάσουν τους πλούσιους λαϊκούς θρύλους σε συναρπαστικά αφηγήματα, ακολουθώντας το πρότυπο του Όμηρου, αλλά (πρά163


γμα που σήμαινε μεγάλη πρόοδο) σε πεζό λόγο. Ο Διονύσιος από την Αλικαρνασσό, που αντέγραψε στην εποχή του αυτοκράτορα Αύγουστου, τους κρίνει αρκετά περιφρονητικά από το ύψος της αρχειοθήκης του: λέει ότι είχαν καταγράψει όχι μόνον ελληνικές, αλλά και βαρβαρικές ιστορίες, αλλά δεν τις είχαν συζεύξει, παρά τις είχαν χωρίσει κατά πόλεις και λαούς, κι επιπλέον είχαν επίσης καταγράψει πανάρχαιους μύθους, που στους σημερινούς αναγνώστες φαίνονται παιδιάστικοι Αλλά την ίδια γνώμη είχε και ο Εκαταίος, που συγκαταλέγεται κι ο ίδιος στους λογογράφους: το έργο του «Γενεαλογίαι» άρχιζε με τα περήφανα λόγια: «Μιλάει ο Εκαταίος από τη Μίλητο: τα γράφω αυτά όπως μου φαίνονται αληθινά. Γιατί κατά τη γνώμη μου οι κουβέντες των Ελλήνων είναι αμετροεπείς και γελοίες.» Για τον Εκαταίο, πάλι, ο Στράβων παρατηρεί ότι τόσο αυτός όσο και οι άλλοι άρχαίοι συγγραφείς γράφουν πολλά πράγματα που δεν συνέβησαν, γιατί μεγάλωσαν μέσα σε ψέματα, εξαιτίας της προσκόλλησής τους στους μύθους. Ονομάζει τον Εκαταίο, τον Όμηρο και τον Αναξίμανδρο τους πρώτους Έλληνες γεωγράφους: για την οικουμενικότητα αυτού του τελευταίου σχηματίζουμε μια ιδέα αν μάθουμε ότι σ' αυτόν οφείλεται ο πρώτος γεωγραφικός χάρτης, καθώς κι ένας χάρτης του ουρανού για τον προσανατολισμό των ναυτικών τη νύχτα. Ο Εκαταίος συμπλήρωσε και διόρθωσε με μεγάλη παρατηρητικότητα, πλούσιες γνώσεις και άγρυπνη κριτική διάθεση την εικόνα που είχαν οι σύγχρονοί του για τη γη. Σ' αυτό τον βοήθησαν τα συχνά και μακρινά ταξίδια του. Το κύριο έργο του, το «Γης περίοδος», που γράφτηκε στα τελευταία χρόνια του έκτου αιώνα, αποτελούνταν από δύο βιβλία: Ευρώπη και Ασία. Σ'' αυτά ο Εκαταίος πραγματευόταν όχι μόνο τα βουνά και τα ποτάμια, τα φυτά και τα ζώα, το κλίμα και τις εδαφικές συνθήκες, αλλά και τις φορεσιές και τα όπλα, τα ήθη και τα έθιμα, τις θυσίες και τους θεούς, δηλαδή περίπου αυτό που ώς τον δέκατο ένατο αιώνα αποτελούσε αντικείμενο της «πολιτιστικής ιστορίας». Ο κόσμος τον οποίο αγκαλιάζει είναι κατά κύριο λόγο ο μεσογειακός χώρος: στην Ασία συγκατάλεγε ο Εκαταίος ακόμα και τη Λιβύη και το δέλτα του Νείλου· προς τα δυτικά, ο ορίζοντάς του έφτανε ώς την Ισπανία και τη νότια ακτή της Γαλατίας. Οι Έλληνες εκείνων των χρόνων ήξεραν καλά όχι μόνο το νότιο τμήμα της Ιταλίας, αλλά και το βόρειο. Η χερσόνησος των Απεννίνων, αντίθετα με την ελληνική, έχει ορμητικά ποτάμια, πλα164


τιούς κάμπους, πλαγιές με πλούσια βλάστηση, κι εκτός απ' αυτό ήταν άλλοτε σκεπασμένη ολόκληρη με πυκνά δάση: ακόμα και τα Αβρούζια και η Σικελία, που σήμερα είναι ολότελα αποψιλωμένα, ήταν στην αρχαιότητα δασώδεις περιοχές. Ιδιαίτερα πλούσια ήταν η Ιταλία σε οξιές, βαλανιδιές και κωνοφόρα· σήμερα το τοπίο κυριαρχείται σχεδόν ολοκληρωτικά από χωράφια και κηπευτικές καλλιέργειες. Εντελώς αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει στη βαλκανική χερσόνησο, η ανατολική πλευρά της Ιταλίας δεν έχει πλούσιο διαμελισμό, ενώ η δυτική ακτή είναι γεμάτη κόλπους και φυσικά λιμάνια και η θάλασσα που τη βρέχει είναι κατάσπαρτη με νησιά· αλλά κι εκεί ακόμα το προφίλ δεν είναι τόσο πλούσια σκαλισμένο όσο στην πλευρά της Ελλάδας που βλέπει προς το Αιγαίο. Μια άλλη διαφορά είναι ότι στο ιταλικό έδαφος ζούσαν πολυάριθμα έθνη που διέφεραν πολύ στην καταγωγή, την ηλικία και τη γλώσσα, προτού ενωθούν από τη Ρώμη σ' ένα λαό, ενώ στην Ελλάδα κατοικούσε ένας αρκετά ομοιογενής πληθυσμός, που όμως δεν ενώθηκε ποτέ. Η ονομασία «Ιταλοί» χαρακτήριζε ώς τα τέλη του πέμπτου προχριστιανικού αιώνα μόνο τους κατοίκους της μικρής περιοχής της Βρεττίας, που αποτελεί την άκρη της ιταλικής «μπότας» και τη γέφυρα ανάμεσα στη χερσόνησο των Απεννίνων και τη Σικελία. Οι αρχαιότεροι εξακριβωμένοι οικισμοί προέρχονται από την εποχή του μπρούντζου: είναι οι λεγόμενοι Terremare, χωριά χτισμένα πάνω σε πασσάλους που ήταν μττηγμένοι σε στέρεο έδαφος. Η εποχή του σιδήρου αντιπροσωπεύεται από τον πολιτισμό του Villanova, που πήρε τ' όνομά του από ένα νεκροταφείο κοντά στη Μπολόνια. Στον προηγούμενο τόμο είπαμε ότι τα προϊόντα του μινωικού πολιτισμού είχαν βρει από νωρίς τον δρόμο τους για την Ιταλία. Σ' ότι αφορά τη Σικελία, δεν είναι πολύ μακρινή η εποχή που σχημάτιζε μια ενιαία μάζα ξηράς με την Ιταλία. Οι τοπικές φυλές της, οι Σικελοί στα ανατολικά και οι Σικανοί στα δυτικά, υποτάχθηκαν στους Έλληνες και εξελληνίσθηκαν τελείως. Οι Ούμβροι, οι Σάβελλοι (γνωστοί επίσης ως Σαβίνοι και Σ(χμνίτες) και οι Ιάπυγες, που γέμιζαν ολόκληρο τον κορμό της χερσονήσου, συγγένευαν μάλλον μεταξύ τους. Στην Άνω Ιταλία, ζούσαν στην ανατολική ακτή οι Βενέτιοι και στη δυτική οι Λίγυες. Απ' τους πρώτους σώζονται μερικές επιγραφές που δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί, ενώ απ' τους δεύ165


τερους δεν έχει μείνει κανένα ίχνος· ο Κάτων ο πρεσβύτερος έλεγε γι' αυτούς: «Είναι αγράμματοι, ψεύτες και δεν έχουν μνήμη για την αλήθεια.» Αλλά ο ισχυρότερος λαός στην πρώιμη ιταλική ιστορία ήταν αναντίρρητα οι Ετρούσκοι, τους οποίους μνημονεύσαμε στο τελευταίο κεφάλαιο του πρώτου τόμου. Η κυρίως περιοχή τους ήταν η χώρα που εκτείνεται ανάμεσα στον Τίβερη και τον Άρνο, αλλά ο ζωτικός χώρος τους απλωνόταν κατά καιρούς πολύ βορειότερα και νοτιότερα. Το όνομα «Ετρούσκοι» προέρχεται από τους Λατίνους. Οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν «Ρασέννα». Τόσο η γλώσσα τους όσο και το παρουσιαστικό τους ήταν πολύ αλλόκοτα, θεωρούνταν πολύ πλούσιοι, ικανοί έμποροι και ναυτικοί (λέγεται ότι αυτοί εφεύρανε τον «κόρακα))(*) και τα πειρατικά τους πλοία ήταν το φόβητρο των θαλασσών, τόσο που η λέξη «Ετρούσκοι» κατέληξε να είναι συνώνυμο του «πειρατής»), αλλά και μαλθακοί, έκλυτοι και λαίμαργοι. Σύμφωνα μάλιστα με τον θεόπομπο από τη Χίο, ένα μαθητή του-Ισοκράτη, επικρατούσε ανάμεσά τους σεξουαλικός κομμουνισμός, ελευθερομιξία, και δεν ντρέπονταν να συνουσιάζονται δημόσια. Αυτή η πληροφορία, που ο Ρόμπερτ φον Πέλμαν τη χαρακτήρισε με το δίκιο του φανταστική εικόνα ενός «σεξουαλικού παράδεισου», είναι αναμφίβολα υπερβολική και το μόνο αληθινό σ' αυτήν είναι μάλλον ότι οι Ετρούσκοι χαρακτηρίζονταν από πολύ ελεύθερη αντίληψη για τις ερωτικές σχέσεις, από ασυνήθιστη ηδυπάθεια και από γενική πολυγυνία. Η τελετουργική λατρεία του φαλλού, που έχει αποδειχθεί, είχε θρησκευτικό χαρακτήρα, γιατί οι Ετρούσκοι έβλεπαν τον φαλλό σαν δαίμονα της αναπαραγωγής και γονιμοποιό του κόλπου της γης· φαίνεται όμως ότι συνοδευόταν από όργια. Οι ετρουσκικές θεότητες, με το γουρουνίσιο τρίχωμά τους, τ"* αυτιά τους που ήταν σαν της νυχτερίδας, τις μύτες τους που έμοιαζαν με ράμφη και τους χαυλιόδοντές τους, είχαν απαίσια εμφάνιση. Στα νότια οι Ετρούσκοι έκαιγαν τα πτώματα, αλλά στα βόρεια υττήρχαν ολόκληρες νεκροπόλεις με πέτρινες σαρκοφάγους και πλούσια κτερίσματα από χρυσαφικά, όπλα και όμορφα αγγεία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ταφικές παραστάσεις. Απεικονίζουν κατά προτίμηση νεκρικά συμπόσια, που φαίνεται ότι ή* Είδος γάντζου, στερεωμένου σ' ένα κοντάρι, που οι πειρατές έριχναν στο εχθρικό πλοίο για να μπηχτεί στο κατάστρωμα και να τους διευκολύνει να τραβήξουν το πλοίο προς το μέρος του. (σ.τ.Μ.) 166


ταν το κύριο μέρος της κηδείας, με χορευτές, μουσικούς, στεφανοπλέχτες, άνδρες και γυναίκες που παραβγαίνουν στο ποτό· παράλληλα βρίσκουμε σκηνές από ψάρεμα, κυνήγι πουλιών, θαλάσσια ταξίδια με δελφίνια που ττηδούν πάνω απ' τη θάλασσα, κύκνους που πλέουν, πουλερικά που φτεροκοπούν. Όλες αυτές οι ταφογραφίες μοιάζουν στα μοτίβα τους με τις αιγυπτιακές, ενώ στο αίσθημα για το τοπίο μοιάζουν με τις κρητικές και αντικαθρεφτίζουν με μεγάλη εκφραστικότητα τον τραχύ και πληθωρικό χαρακτήρα των δημιουργών τους. Η ετρουσκική τέχνη, παρόλο που διακρίνεται από μεγάλη τεχνογνωσία, είναι κατά βάθος βαρβαρική, και μερικές φορές η ζοφερή ωμότητά της έχει κάτι το κυριολεκτικά διαβολικό. Ιδιαίτερα τα γλυπτά τους από τόφο και πηλό (το μάρμαρο πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην Ετρουρία από τους Ρωμαίους), μερικά από τα οποία είναι πολύ πετυχημένα, είναι ανατριχιαστικές μαρτυρίες ενός καθαρά αισθησιακού, ολότελα αντιπνευματικού υλισμού, θ α έλεγε κανείς ότι η αρχή και το τέλος συναντιούνται εφιαλτικά: ο τύπος του αγροίκου Ετρούσκου φαίνεται σαν πιστό αντίγραφο του πωρωμένου Ρωμαίου της όψιμης περιόδου. Παραδίδεται ότι οι Ετρούσκοι πρέσβευαν το ωραίο και βαθύ δόγμα ότι ο κόσμος, μαζί με τους θεούς του, εξουσιάζεται από τις αποφάσεις των «κρυφών θεών». Αυτοί οι κρυφοί θεοί δέσποζαν και στην ιστορία της Ρώμης, αλλά οι Ρωμαίοι δεν τους πρόσεξαν ποτέ: σπρωγμένοι από την τυφλή κατακτητική μανία που τους εμφυσούσαν οι «κατώτεροι θεοί», δεν φαντάζονταν ότι ο ager Romanus (=ρωμαϊκός αγρός), αν και στο μεταξύ είχε αγκαλιάσει όλη τη γη κι είχε γίνει Orbis terrarum, (=γη, κόσμος), δεν είχε άλλο προορισμό παρά να γίνει ο αγρός όπου θα σπερνόταν ο λόγος του θεού. Ο Ράνκε αποκαλεί τη ρωμαϊκή παράδοση «μίγμα παλιών αναμνήσεων και πολιτικών αντιλήψεων». Οι Ρωμαίοι, που η πεζότητά τους τους έκανε ανίκανους να ενδιαφερθούν για την ποίηση και οι επιστημονικές γνώσεις τους βρίσκονταν ακόμα στο επίπεδο της προϊστορίας, εφάρμοσαν εδώ την ίδια μέθοδο όπως στο πλάσιμο των θεών τους: συμπύκνωσαν σε πρόσωπα πολιτικές πράξεις, θεσμούς και έννοιες. Οι παραδόσεις τους για την πρώτη φάση της ιστορίας τους προσωποποιούν την εξέλιξη των συνόρων τους, του νομικού συστήματός τους και του συντάγματός τους. Σύμφωνα με τον γνωστό θρύλο, ο Ρωμύλος και ο Ρώμος (ή καλύτερα Ρέμος) ήταν γιοί του Άρη και μιας βασιλοπούλας από την Άλβα Λόγγα, τη μυθική πρωτεύου167


σα της λατινικής ομοσπονδίας. Έτσι, η Ρώμη θα μπορούσε εξίσου καλά να έχει ονομασθεί Ρέμη. Αλλά ο Ρέμος εξαφανίζεται τελείως απ' το προσκήνιο και τελικά σκοτώνεται από τον Ρωμύλο. Είναι ενδεικτικό ότι η ρωμαϊκή ιστορία αρχίζει με μια αδελφοκτονία. Κατόπιν ο μύθος παραδέχεται απερίφραστα ότι η Ρώμη άρχισε σαν ένα είδος αποικίας εγκληματιών. Επειδή έλειπαν οι γυναίκες και κανένας απ' τις γειτονικές περιοχές δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει την κόρη του σ' αυτούς τους κακοποιούς, έγινε η περίφημη αρπαγή των Σαβίννων, που είναι εξίσου χαρακτηριστική για τα ήθη των Ρωμαίων όσο και για τη φήμη που είχαν. Στα γενικά επιτεύγματα της βασιλικής περιόδου ανήκουν: η ίδρυση της κοινότητας και η διάρθρωση του σώματος των πολιτών, η περιτείχιση της πόλης και η ανέγερση των πρώτων δημόσιων κτιρίων, η υποταγή των γειτονικών περιοχών και τελικά ολόκληρου του Λάτιου. Η βασιλεία δεν ήταν «νόμιμη» με τις σημερινές αντιλήψεις. Μπορούσε να περάσει από το ένα γένος στο άλλο και, θεωρητικά, να μεταβιβασθεί σε κάθε πολίτη που είχε πλήρη δικαιώματα* από τη στιγμή όμως που ένας βασιλιάς εκλεγόταν, είχε απεριόριστη εξουσία. Ήταν ανώτατος δικαστής, ιερέας, πολέμαρχος και είχε πάνω στο κράτος την ίδια απόλυτη εξουσία που είχε ο pater familias στο σπίτι του* ο senatus, η γερουσία ή σύγκλητος, δεν είχε τυπικά καμιά εξουσία, αλλά η παράκαμψή του σε σημαντικά ζητήματα θεωρούνταν κατάχρηση εξουσίας. Οι πατρίκιοι («τέκνα των πατέρων», γιατί μόνον αυτοί κατάγονταν από ένα πατέρα που είχε το δικαίωμα να κληροδοτήσει την περιουσία του) είχαν γενικό δικαίωμα εκλογής σ' όλα τα δημόσια αξιώματα και ιερατικά λειτουργήματα* απέναντί τους, χωρισμένοι απ' αυτούς με την απαγόρευση του γάμου, έστεκαν οι πληβείοι, οι απόγονοι των υποταγμένων πληθυσμών, που δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, αλλά ήταν πάντως ελεύθεροι. Το πολιτικό αισθητήριο των Ρωμαίων, που έκλεινε ήδη μέσα του τα σπέρματα μιας οικουμενικής πολιτικής, φαίνεται από το γεγονός ότι, αντίθετα με τους Σπαρτιάτες (με τους οποίους, κατά τα άλλα, είχαν κάποια ομοιότητα) δεν μετέτρεψαν τους νικημένους σε είλωτες, παρά τους ενσωμάτωσαν στην κοινότητά τους. Έτσι όμως δημιουργήθηκε το πληβειακό ζήτημα, που όπως είναι γνωστό διατρέχει ολόκληρη τη ρωμαϊκή ιστορία. Η τρίτη τάξη ήταν οι πελάτες (clientes), οι υποτελείς των μεγάλων γαιοκτημόνων, ελεύθεροι, συνήθως μέτοικοι χωρικοί, πακτωτές και μικροβιοτέχνες, που υπο168


στήριζαν πολιτικά τον πάτρωνά τους, έχοντας σ^ αντάλλαγμα τη νομική προστασία του, και καλλιεργούσαν το έδαφος πληρώνοντας ως αντίτιμο έναν ορισμένο φόρο. Την εποχή της μεγάλης ακμής της Ρώμης έπαιζαν χαρακτηριστικό ρόλο στη ζωή του δρόμου και γενικά της κοινωνίας, αλλά η σχέση τους με τον πάτρωνά τους είχε ήδη αλλάξει. Τους μεταγενέστερους πελάτες δεν μπορούμε να τους μεταφράσουμε αλλιώς παρά με τη λέξη «παράσιτα». Είχαν το καθήκον να συνοδεύουν αδιάκοπα τον πάτρωνα, για να υπογραμμίζουν τον πλούτο του και την υπόληψή του, ή ακόμα και για να δημιουργούν την ψευδή εντύπωση ότι ο πάτρωνας ήταν φερέγγυος, όπως σήμερα ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης διατηρεί για παρόμοιους λόγους υπηρέτη και σωφέρ, στους οποίους χρωστάει μόνιμα τους μισθούς. Συχνά η αποζημίωση για την κοπιαστική υπηρεσία τους δεν ήταν τίποτα πε- · ρισσότερο από ένα άθλιο μεροκάματο, που οι αφέντες έδιναν στους δούλους σαν πουρμπουάρ, μερικά φθαρμένα ρούχα και για φαγητό ξινό κρασί, μπαγιάτικο ψωμί, νερουλά μύδια και λάδι κατώτερης ποιότητας. Από την άλλη μεριά, είναι σίγουρο ότι, καθώς περιτριγύριζαν τον εργοδότη τους «όπως οι μίγες τον μάγειρο», ήταν συνήθως αδιάκριτοι, άπληστοι, αγενείς και, με τη δουλικότητα και τις γαλιφιές τους, φορτικοί. Η παράδοση διηγείται ότι ο Ρωμύλος έχτισε στην αριστερή όχθη του Τίβερη, κάπου πέντε ώρες από τη θάλασσα^ και συγκεκριμένα στον λόφο Παλατίνο, την παλιότερη Ρώμη, τη Roma quadrata (=τετράγωνη Ρώμη), με την ακρόπολη, το Καπιτώλιο και το επιβλητικότερο ιερό της πόλης, τον ναό του Δία Καπιτωλίνου. Αυτός επίσης δημιούργησε τη σύγκλητο των εκατό patres, τον populus ή δήμο και τις τάξεις. Ο δεύτερος βασιλιάς, ο Νουμάς Πομπίλιος, που λέγεται ότι ρύθμισε τα θρησκευτικά ζητήματα και, για προστασία των μικροκτηματιών, καθόρισε τα όρια των αγρών, χαρακτηρίζεται από τον Πέλμαν ως «μυθικός πρόδρομος των Γράκχων». Ο διάδοχός του Τούλλος Οστίλιος κυρίεψε την Άλβα Λόγγα κι έκανε τους Αλβανούς Ρωμαίους πολίτες. Ο Άνκος Μάρκιος πρόσθεσε τους Αατίνους και ίδρυσε στην εκβολή του Τίβερη την Όστια, το επίνειο της Ρώμης.Ο Ταρκίνιος Πρίσκος (που σημαίνει Ταρκίνιος ο Πρώτο ή Ταρκίνιος ο Πρεσβύτερος) έχτισε το τσίρκο και τον αποχετευτικό αγωγό, την cloaca. Ο Σέρβιος Τούλλιος χώρισε τους πολίτες σε τάξεις σύμφωνα με μια απογραφή των περιουσιών και επέκτεινε τη 169


στρατιωτική θητεία από τους πατρικίους σ^ όλους τους εύπορους — μέτρο που αποδείχθηκε δίκοπο μαχαίρι, αφού αργά ή νωρίς θα είχε για συνέπεια να ζητήσουν αυτοί οι τελευταίοι και δικαιώματα πλάι στα καθήκοντα. Ως τελευταίος βασιλιάς αναφέρεται ο Ταρκίνιος Σουπέρμπους, ο «Υπερήφανος». Ανατράπηκε από τη συνδυασμένη επίθεση των δημοκρατικών και των εθνικιστών, αντιπάλων του γένους των Ταρκινίων, το οποίο, όπως δείχνει το όνομά του, ήταν ετρουσκικής καταγωγής.Ο θρύλος λέει ότι, αφού ο Ταρκίνιος παρεκτράπηκε σε διάφορες καταχρήσεις, ένας από τους γιούς του ατίμασε τη Λουκρητία, τη γυναίκα του Κολλατίνου, οπότε ο Βρούτος κίνησε μια εξέγερση, στην οποία ενώθηκε κι ο στρατός. Οι επανειλημμένες προσπάθειες παλινόρθωσης της βασιλείας, που έγιναν με τη βοήθεια των Ετρούσκων, απότυχαν. Τη θέση του βασιλιά την πήραν δύο ύπατοι που εκλέγονταν κάθε χρόνο. Η εξουσία τους ήταν βασιλική και περιοριζόταν μόνον από το γεγονός ότι ο ένας μπορούσε ν' ακυρώσει τις αποφάσεις του άλλου. Σε περιόδους άμεσου πολεμικού κινδύνου οι Ρωμαίοι ανάθεταν την αποκλειστική εξουσία σ' ένα δικτάτορα, που όμως δεν μπορούσε να μείνει στην εξουσία πάνω από έξι μήνες. Λέγεται ότι οι Ταρκίνιοι εκδιώχ^καν την ίδια χρονιά με τους Πεισιστρατίδες. Αυτή η εκδοχή δεν χρειάζεται να είναι όψιμο μύθευμα των ιστορικών, γιατί υπάρχει κάτι σαν ένα μυστηριώδες πνεύμα της εποχής που διατρέχει ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο. Όπως και να έχει το πράγμα, από εκείνη τη στιγμή το βασιλικό όνομα ήταν μισητό στη Ρώμη και αποτελούσε σχεδόν βρισιά, όπως στην Ελλάδα ο τίτλος του τύραννου. Οι Ρωμαίοι της βασιλικής περιόδου ήταν ήδη ο λαός των πολεμιστών που ξέρει η Ιστορία· αυτοαποκαλούνται κυριτες, λογχοφόροι, και χαρακτηρίζουν τους πολίτες που έχουν δικαίωμα ψήφου και το ένοπλο σώμα με την ίδια λέξη : centuria, εκατοντάδα. Εκείνη την εποχή όμως ήταν ακόμα το αντίθετο ενός ναυτικού λαού: αρχικά δεν είχαν ούτε ένα θαλάσσιο θεό και σχεδόν όλοι οι ναυτικοί όροι τους προέρχονται από τα ελληνικά. Εξάλλου, οι περισσότεροι όροι της ιπποδρομίας και αρματοδρομίας είναι κελτικοί. Οι Γαλάτες, με τους οποίους η Ρώμη ήρθε σ^ επαφή το αργότερο στις αρχές του έκτου αιώνα, έπαιξαν στην ιταλική φυλετική ανάμιξη παρόμοιο ρόλο όπως οι Ιρλανδοί στην αγγλοσαξονική: ενώ στον χαρακτήρα δεν ήταν καθόλου ισάξιοι με τους Ρωμαίους, ήταν αναντίρρητα ανώτεροί τους 170


στο πνεύμα: ο ΒφγΓλιος και ο Κάτουλλος, ο Λίβιος και ο Πλίνιος και πολλοί άλλοι φορείς του λατινικού πολιτισμού είχαν κελτικό αίμα στις φλέβες τους. Οι «αρχέγονοι Ρωμαίοι» δεν ήταν παρά αξιόμαχοι γεωργοί. Ακόμα και το εμπόριο έπαιζε ασήμαντο ρόλο: χρησίμευε σχεδόν αποκλειστικά για την εσωτερική επικοινωνία, που κι αυτή περιοριζόταν ουσιαστικά στις εμποροπανηγύρεις, οπότε ο αγροτικός πληθυσμός είχε την ευκαιρία να ικανοποιήσει τις λιγοστές ανάγκες του. Ακόμα και την εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου ο Έλληνας κωμωδιογράφος Έρμιππος δεν ξέρει άλλα ιταλικά εξαγώγιμα είδη εκτός από το μπληγούρι και τις μοσχαρίσιες μπριζόλες. Ιδρυτής τοί>ν συντεχνιών θεωρείται ο Νουμάς: αναφέρεται ότι οι σπουδαιότερες ήταν των σιδεράδων και των μαραγκών, των γναφέων και των βαφέων, των αγγειοπλαστών και των τσαγκάρηδων, αλλά και των αυλητών. Από παλιά οι Ρωμαίοι καλλιεργούσαν γογγύλια και φασόλια, επίσης κεχρί, κριθάρι και ασπροσίτι. Σιτάρι άρχισαν να καλλιεργούν μόνο στα μέσα του πέμπτου αιώνα, ενώ η ευγενής καλλιέργεια του κλήματος, του σύκου και της ελιάς καθιερώθηκε μόνο πολύ αργά. Αντίθετα, οι Ρωμαίοι αφοσιώθηκαν από νωρίς στην αλατοπαραγωγή. Ο κύριος πλούτος της χώρας ήταν τα κτήνη, joecwi, που ήταν και μέτρο αξίας, όπως δείχνει καθαρά το όνομα του χρήματος: pecunia. Ένα άλλο ντοκουμέντο της γλωσσικής ιστορίας, η συνάφεια ανάμεσα στο dives (=πλούσιος) και το divus (=θείος, θεϊκός), είναι θλιβερότατο: κανένας άλλος λαός δεν ήταν τόσο άξεστος, ή ίσως θα έπρεπε να πούμε τόσο αφιλοσόφητος, ώστε να συνδέσει την έννοια του υλικού πλούτου με την έννοια του θείου. Με την ειλικρίνεια και την τιμιότητα οι Ρωμαίοι φαίνεται ότι είχαν καλύτερες σχέσεις απ' ό,τι οι Έλληνες. Οι αφηρημένες θεότητες στις οποίες αφιέρωναν τους περισσότερους βωμούς ήταν η Fides, που δεν σημαίνει γενικά πίστη, αλλά πίστη με την έννοια της συμβατικής αξιοπιστίας, και η Pietas, που, στενά συγγενική με τη Fides, σημαίνει την ευσυνείδητη τήρηση των υποχρεώσεων απέναντι στον καθένα, ακόμα και απέναντι στους κατώτερους, και επομένως δεν συμπίπτει ούτε αυτή με το στενότερο και εσωτερικότερο περιεχόμενο της λέξης «ευσέβεια», με την οποία μεταφράζεται συνήθως. Οι Ρωμαίοι είχαν ανέκαθεν ένα έντονο, αν και ψυχρό αίσθημα του δικαίου. Την κατεργαριά, ακόμα μάλιστα και την πονηριά στο εμπόριο και 171


την πολιτική, τη μισούσαν: τη θεωρούσαν ιδιότητα των δούλων και των πορνών. Το κάθε τι που είχε σχέση με την επιστήμη και την τέχνη το περιφρονούσαν και το θεωρούσαν ένα είδος παρεκτροπής. Υπάρχει στα λατινικά μόνον η λέξη scriba, που σημαίνει γραφέας· η λέξη poeta είναι παρμένη από τα ελληνικά. Όλες οι τινευματικές ενασχολήσεις που δεν είχαν πρακτικό αντίκρυσμα θεωρούνταν artes leviores (= κούφιες, ελαφρές τέχνες) και studia minora (=ουτιδανές σπουδές). Το μόνο ποιητικό δημιούργημα που γεννήθηκε στο ιταλικό έδαφος ήταν το ατελλανό δράμα, που καταγόταν από τους Όσκους και ήρθε στη Ρώμη πριν από το 500. Ήταν μια χυδαία φάρσα γεμάτη βωμολοχίες, χοντροκοπιές, μεθύσια και ξυλοφορτώματα. Οι χαρακτήρες των ηρώων ήταν τυποποιημένοι: ο pappus ήταν ο ξεμωραμένος γέρος, ο mnccus ο φαγάς, ο buccus ο χαζούλιακας, και πάει λέγοντας. Όπως ταιριάζει σ^ ένα λαό νομικών, το πρώτο γραπτό μνημείο των Ρωμαίων είναι η δωδεκάδελτος, από το πρωτότυπο κείμενο του οποίου έχουν σωθεί μόνο μεμονωμένες φράσεις σε αδέξια και χοντροκομμένα, αλλά πυκνά και σαφή λατινικά, όπως για παράδειγμα: «Si ηοχ furtum faxsit, si im occisit, iure caesus esto.» (Av [κάποιος] διαπράξει τη νύχτα κλοπή [και] αν [ο νοικοκύρης] τον σκοτώσει, δίκαια σκοτώθηκε. Είναι ενδεικτικό ότι το αγαταιμένο παιχνίδι των παιδιών ήταν οι «δικαστές». Ο κύριος χώρος του ιταλικού σπιτιού, ένα είδος αυλής, ήταν το άτριο. Το άτριο αντιστοιχεί ακριβώς στο ελληνικό μέγαρο. Ήταν κι αυτό αρκετά σκοτεινό και φωτιζόταν μόνον από ένα φεγγίτη στην οροφή που,επειδή άφηνε να μπαίνει και η βροχή, λεγόταν impluvium' τα νερά της βροχής συλλέγονταν σε μια στέρνα, το compluvium- στον πίσω τοίχο βρισκόταν η εστία. Γύρω-γύρω υπήρχαν διάφοροι χρηστικοί χώροι: ο αχυρώνας και η σιταποθήκη, το κελάρι με τα οπωρικά, η αποθήκη για τις ζωοτροφές, το αλώνι, η αλευραποθήκη, ο φούρνος, το πλυσταριό, που ταυτόχρονα χρησίμευε και ως λουτρό, οι στάβλοι και ο μελισσώνας. Ο pater familias επέβλεπε προσωπικά τις δουλειές,δίνοντας κι αυτός ένα χέρι. Η patria potestas (= πατρική εξουσία) περιλάμβανε το δικαίωμα στη ζωή και τον θάνατο της γυναίκας, των παιδιών και του υττηρετικού προσωπικού: ακόμα κι ο ενήλικος γιός μόνο μέσω του πατέρα του μπορούσε να κάνει δικαιοπραξίες. Η ρωμαϊκή λέξη pater ηχεί πολύ σκληρότερα απ' ό,τι η αντίστοιχη σε άλλες γλώσσες: τονίζει λιγότερο την πατρι172


κότητα και περισσότερο το διαφέντεμα: οι patres της συγκλήτου είναι οι εξουσιαστές του δήμου, οι πάτρωνες είναι οι κύριοι των πελατών τους, οι patricii είναι η άρχουσα τάξη. Η νοικοκυρά απολάμβανε μεγάλο σεβασμό, αλλά κι απ' αυτόν έλειπε κάθε εσωτερικότητα: ο σύζυγος την εκτιμούσε μόνον ως παιδοποιό: στα λατινικά το ρήμα «παντρεύομαι» λέγεται in matrimonium ducere, δηλαδή «οδηγώ στη μητρότητα». Η μικρή σημασία που έδιναν οι Ρωμαίοι στις θυγατέρες φαίνεται από το γεγονός ότι δεν είχαν ξεχωριστή λέξη για να χαρακτηρίσουν τον αδελφό (frater) και την αδελφή (soror) μαζί, παρά έλεγαν/raire^ (=αδέλφια), κι όχι σπάνια αντί για ονόματα έδιναν στους θηλυκούς απογόνους νούμερα. Αλλά και γενικά, τα ρωμαϊκά κύρια ονόματα φανερώνουν την πεζότητα και την έλλειψη φαντασίας των Ρωμαίων. Ακόμα και στους άνδρες, ονόματα όπως Κουίντος (=πέμπτος), Σέξτος (=έκτος), Δέκιμος (=δέκατος) ήταν πολύ προσφιλή, ενώ οι μισοί μήνες ^είχαν για ονόματα αριθμούς: Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Quinctilis (=πέμπτος), που αργότερα μετονομάσθηκε σε Ιούλιο προς τιμή του Ιουλίου Καίσαρα, και Sextiiis (=έκτος), που αργότερα τυήρε το όνομα του αυτοκράτορα Αύγουστου. Οι Έλληνες, αντίθετα, χρησιμοποιούσαν στις διάφορες πόλεις τους συνολικά γύρω στα πεντακόσια ονόματα μηνών, και τα κύρια ονόματά τους ήταν αναρίθμητα: ακόμα και στην ύστερη αρχαιότητα επινοούσαν ολοένα καινούρια. Οι Ρωμαίοι της παλιότερης εποχής σηκώνονταν απ' το κρεβάτι το καλοκαίρι με το γλυκοχάραμα, τον χειμώνα πολύ νωρίτερα. Έκαναν μια σύντομη προσευχή στον Ματουχίνο, τον θεό της αυγής, και κατόπιν αφοσιώνονταν ώς το βράδι στη δουλειά — οι γυναίκες· στο σπίτι, οι άνδρες στο χωράφι. Ο pater familias δασκάλευε συνήθως μόνος του τους γιούς του στην οιωνοσκοπία, στα νομικά ζητήματα, στη γεωργία* όσο για τα κορίτσια, ελάχιστα πράγματα μάθαιναν πέρα απ' το πώς να χρησιμοποιούν το αδράχτι. Τα γεύματα ήταν το πρωινό κολατσιό ή prandium, το μεσημεριανό ή cena και το δείτινο ή vesperna. Μόνο στην cena έτρωγαν όλοι μαζί και μόνο στο convivium, το συμπόσιο, σερβίριζαν κρέας οικιακών ζώων και μερικές φορές επίσης ψάρι ή κυνήγι, γλυκίσματα ή καρπούς. Αυτό το συμπόσιο πρέπει να ήταν αφάνταστα ανιαρό και δεν ��ρέπει να νομίσουμε ότι το διέκρινε ο πνευματώδης ερωτισμός και οι ενδιαφέρουσες συζητήσεις, το κέφι και η φιλοπαιγμοσύνη των ελληνικών συμπο173


σίων. Η συνηθισμένη τροφή των Κυριτών ήταν τηγανίτες κι ένα είδος χορτόσουπας, λάχανο και τουρσί, μαρούλι και κρεμμύδια. Μεγάλη αδυναμία είχαν για τα όσπρια, πράγμα που το δείχνει μια σειρά από κύρια ονόματα: το όνομα Φάβιος βγαίνει από τη/α6α, δηλαδή τη φάβα, το όνομα Λέντουλος από τη λέξη lens (=φακή), το Κικέρων από το cicer (=μπιζέλι). Το αγαπημένο φαγητό τους ήταν το χοιρινό κρέας: δύο απ' τα αρχοντικότερα γένη, οι Πόρκιοι και οι Σουίλιοι, είχαν ονόματα βγαλμένα απ' το γουρούνι, και το όνομα που έδινε ο Λατίνος στο χοιρινό κρέας, caro suilla, προδίνει τρυφερότητα. Την κότα την έφεραν στην Ιταλία οι Έλληνες. Στην εποχή της Δημοκρατίας οι Ρωμαίοι είχαν περί πολλού τους χρησμούς που έδιναν τα κοτόπουλα: αν τα πουλερικά αυτά έτρωγαν με βουλιμία, αυτό ήταν αίσιος οιωνός, ενώ το αντίθετο θεωρούνταν προειδοποίηση. Ο Πόπλιος Κλαύδιος Πούλχερ, στρατηγός των Ρωμαίων στον πρώτο καρχηδονιακό πόλεμο, διέταξε να πετάξουν στο νερό τα ιερά κοτόπουλα που περιφρονούσαν το φαγητό, λέγοντας: αν δεν θέλουν να φάνε, τότε ας μεθύσουν. Αλλά τα κοτόπουλα είχαν δίκιο, γιατί ο Πούλχερ έχασε τον στόλο του. Το σταφιδόκρασο ή μούστος που σερβιριζόταν στο τραπέζι πρέπει να είχε απαίσια γεύση· στις γυναίκες απαγορευόταν να πίνουν οινοπνευματώδη ποτά. Μόνο στα Σατουρνάλια επιτρεπόταν να παίζει κανείς ζάρια για λεφτά. Ο χορός και το τραγούδι επιτρέπονταν μόνο σε θρησκευτικές εκδηλώσεις, που κατά τα άλλα ήταν λιτές και ξερές. Ακόμα και ο πολύ μεταγενέστερος Κικέρων λέει: «Κανένας ξεμέθυστος δεν θα σκεφτεί ποτέ να χορέψει, εκτός κι αν είναι τρελός.» Αυτή η λιτότητα σ' όλες τις εκδηλώσεις της ζωής δεν ήταν μόνον αποτέλεσμα της πρωτόγονης ασκητικότητας των Ρωμαίων, αλλά οφειλόταν και στο γεγονός ότι, απλούστατα, ήταν δύστοκοι σε ιδέες. Η tunica, ένα άβαφο μάλλινο πουκάμισο, στους άνδρες αμάνικο και κοντό, στις γυναίκες με μανίκια και μακρύ ώς τους αστράγαλους, αντιστοιχεί στον ελληνικό χιτώνα* η toga, (τήβεννος), ένα άσπρο φουσκωτό φόρεμα που μόνο στους συγκλητικούς και τους ιερείς ήταν στολισμένο, αντιστοιχούσε στο ιμάτιο των Ελλήνων όταν έκανε κρύο οι Ρωμαίοι φορούσαν το pallium, ένα είδος κουβέρτας, και στη βροχή φορούσαν μια κουκούλα πλεγμένη από σχοίνα. Οι γυναίκες έδεναν τα μακριά μαλλιά τους σε κότσο, που τον συγκρατούσε ένας φιλές, ή σε πλεξούδες· οι άνδρες ξύριζαν μόνο το μουστά174


κι, ενώ τα μαλλιά τους δεν ήταν ακόμα τόσο κοντά όσο αργότερα: τα κοντό μαλλί και το ξυρισμένο γένι ήταν της μόδας μόνον απ^ τον τρίτο αιώνα κι έπειτα. Απ^ την άλλη μεριά, όχι σπάνια οι Ετρούσκοι ξύριζαν τα γένια τους κι ίσως αυτή η συνήθεια να βρήκε μιμητές στο Λάτιο· συχνά όμως είχαν το γνωστό σουβλερό «μυκηναϊκό» γένι. Αλλά οι χρυσές μάσκες των μυκηναϊκών τάφων έχουν μόνο μουστάκια, μια μόδα που ήταν ολότελα άγνωστη στους μεταγενέστερους Έλληνες· εξαπλώθηκε όμως στους Κέλτες και ίσως μέσω αυτών να έφτασε στη Ρώμη. Επομένως, δεν μπορούμε να ξέρουμε καθόλου πώς ήταν στην εμφάνιση ο Μούκιος Σκαιβόλας και ο Κοριολανός. Τα λατινικά είναι η διάλεκτος της πόλης Ρώμης, που από νωρίς έγινε κοινή γλώσσα της περιοχής του Λάτιου. Η προφορά τους δεν είναι λιγότερο αβέβαιη απ' ό,τι η προφορά των αρχαίων ελληνικών. Οπωσδήποτε, το t προφερόταν τ μπροστά στο i, ενώ η δική μας συνήθεια να το προφέρουμε «τς» προέρχεται απ' τα ιταλικά. Επίσης και το c δεν ήταν «τς» μπροστά στο e και το ί, παρά k, πράγμα που βγαίνει απ' την ελληνική γραφή των λατινικών κύριων ονομάτων (Κικέρων και όχι Ζιζέρων), απ' το γεγονός ότι το ελληνικό κ αποδίδεται στα λατινικά πάντοτε με c και, τέλος, απ' τη μορφή που πήραν στα γερμανικά οι λατινογενείς λέξεις (Kiste απ' το cista, Keller απ' το cellarium): γιατί διαφορετικά το caesar θα γραφόταν στα ελληνικά ζαίσαρ και η γερμανική λέξη για το ανώτατο εγκόσμιο αξίωμα θα ήταν «Τσάιζερ» κι όχι «Κάιζερ». Αλλά η «τσιτσερώνεια προφορά» είναι τόσο βαθιά ριζωμένη σ' εμάς ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να καταργηθεί. Με την ευκαιρία, πρέπει να πούμε ότι οι Ιταλοί, παρόλο που βρίσκονται πολύ πιο κοντά στους αρχαίους Ρωμαίους απ' ό,τι εμείς, έχουν εξίσου λανθασμένη προφορά όταν λένε «Τσίτσερο». Αρχικά, τα λατινικά ήταν πολύ πλουσιότερα σε διφθόγγους, καταλήξεις και εγκλίσεις: για παράδειγμα, υπήρχε ως έβδομη πτώση η τοπική, καθώς και ο δυικός αριθμός, λείψανα του οποίου αποτελούν οι λέξεις duo και ambo. Η ελληνική ευκτική κι ο αόριστος αντιπροσωπεύονται απ' την υποτακτική (coniunctivus) και τον παρακείμενο (perfectum), η μέση φωνή έχει συρρικνωθεί στα λίγα λεγόμενα «ουδετεροπαθητικά» ρήματα. Προφανώς ο ρεαλιστής, οικονόμος Ρωμαίος δεν πολυενδιαφερόταν για τέτοιες πολυτελείς μορφές. Γενικά είναι χαρακτηριστική η φτώχεια των λατινικών σε λεπίομερέστε175


ρους προσδιορισμούς; η απουσία του άρθρου μπροστά απ' το ουσιαστικό, της προσωπικής αντωνυμίας μπροστά απ*^ το ρήμα, η έλλειψη μορίων που να δίνουν αποχρώσεις στον λόγο. Οι Ρωμαίοι πέτυχαν κι εδώ ένα πολιτικό, νομικό και στρατιωτικό κατόρθωμα: στα λατινικά, αντίθετα με την αναρχία των ελληνικών διαλέκτων, επικρατεί ενότητα, στις περιόδους τους κυριαρχεί η στρατιωτική πειθαρχία, η σαφής διάκριση των αρμοδιοτήτων, η ορθολογικότητα ενός νομικού κώδικα. Στον αυστηρό, κοφτό ρυθμό τους αντηχεί το βήμα του λεγεωνάριου. Έχουν την πεζότητα και τη λιτότητα, αλλά και τη στιβαρότητα και τη λαγαρότητα μιας ξερολιθιάς. Ο Κουιντιλιανός έλεγε «Subtilitate vincimur, valeamus pondere»! Ακόμα κι αυτή η βραχύλογη υπόμνηση δεν μπορεί να μεταφρασθεί κατά λέξη στα γερμανικά.(*) Ώς σήμερα, όλοι οι λαοί της γης, όταν θέλουν να πουν κάτι με την ανώτατη δυνατή ακρίβεια, συντομία και μεστότητα, μόνο στα λατινικά μπορούν να το πουν. Για οτιδήποτε πέρα απ' τη σαφήνεια και την έμφαση τα λατινικά δεν είναι κατάλληλα: είναι μια γλώσσα πλασμένη για συνθήματα και φραστικά αστραπόβρχ)ντα, λοιδορίες και νομικούς κανόνες, διαταγές κι επιτύμβιες επιγραφές. Όσο για τη ρωμαϊκή θρησκεία, αρχικά δεν είχε τίποτα το κοινό με την ελληνική· μόνο με τον εξελληνισμό των Ρωμαίων έγινε και η θρησκευτική εξομοίωση. Οι Ρωμαίοι άλλωστε έκαναν πάντα διάκριση ανάμεσα στους di indigetes, τους ντόπιους θεούς, και τους di novensides, τους φερμένους απ' έξω. Ο Χέγκελ παρατηρεί πολύ λεπτά πως όταν ακούμε τα λόγια του Jupiter (=Δία), της Juno ( = Ή ρας) και της Minerva (=Αθηνάς), έχουμε την εντύπωση πως τέτοια ακούμε στο θέατρο. Δύσκολα μπορούμε ν' αποφανθούμε αν η ρωμαϊκή θρησκεία ήταν βαθύτερη απ' την ελληνική. Πάντως ήταν σοβαρότερη. Αν εξισώσουμε την ευσέβεια με την τελετουργικότητα, τότε οι Ρωμαίοι ήταν οι ευσεβέστερος λαός του κόσμου. Ο Κικέρων παράγει τη λέξη religio (=θρησκεία) απ' το ρήμα religare (=δένω, προσδένω)· αλλά εδώ δεν πρέπει να σκεφτούμε μια πρόσδεση στο θείο με την έννοια της πολύ εσωτερικότερης «απόλυτης εξάρτησης» που εννοεί ο Σλάιερμάχερ, παρά μονάχα την προσήλωση στα ιερά έθιμα και την ακριβή εφαρμογή τους. Μπορούμε επίσης να θεωρήσουμε τη (*) Η φράση σημαίνει πάνω-κάτω: «Με τη λεπτολογία νικιέται κανείς, ενώ κατισχύει με το βάρος.» (Σ.τ.Μ.)

176


religio ως ένα είδος δέους, αλλά και πάλι με μια έννοια που, με τα δικά μας μέτρα, είναι πολύ εξωτερική. Το επίθετο religiosus θα μπορούσε να μεταφρασθεί περίπου ως «επισφαλής»: οι loca religiosa και οι dies religiosi είναι τόποι και μέρες που αποτελούν ταμπού: εκεί που έπεσε ένας κεραυνός, η μέρα μιας ήττας κλπ.· σε τέτοια μέρη δεν πρέπει να πατάει κανείς το πόδι του παρά μόνο με αφορμή ορισμένες τελετές, και τέτοιες μέρες πρέπει ν' αποφεύγει κάθε εγχείρημα ή καλύτερα να μη βγαίνει καθόλου απ' το σπίτι του. Ο Ρωμαίος δεν ξέρει καμιά κοσμογονία σαν κι αυτές που υπάρχουν στις Βέδες, στη Γένεση, στην Έδδα και αλλού, ακόμα και στους Έλληνες. Ο ουρανός και η γη υπάρχουν εξαρχής, για να λάμπουν και να βρέχουν, να πρασινίζουν και να καρπίζουν ο Ρωμαίος δεν ρωτάει πώς δημιουργήθηκαν. Αρχικά δεν υπήρχαν ούτε θρύλοι ούτε είδωλα των θεών, και επομένως ούτε οίκοι των θεών: η λέξη templum σημαίνει στην αρχαϊκή γλώσσα μόνον ένα ιερό μέρος. Ως βωμός χρησίμευε ένας χλοερός λόφος, ως έμβλημα του Mars ένα δόρατο, της Vesta η φλόγα του τζακιού, του Jupiter ένα βότσαλο. Οι Ταρκίνιοι ήταν οι πρώτοι που έστησαν το πήλινο είδωλό του Jupiter στο Καπιτώλιο. Οι θεοί είναι numina, φορείς διαφόρων εκδηλώσεων της θέλησης, αφηρημένες ενέργειες, δεν έχουν πρόσωπο. Ακριβώς όμως επειδή δεν έχουν ανθρώπινη μορφή τους τυλίγει το πέπλο και το δέος του μεγαλείου, που λείπει ακόμα κι απ' τα πιο υπέροχα δημιουργήματα της ελληνικής φαντασίας, και γι' αυτό ο πιστός μπορούσε να δει σ' αυτούς, ανάλογα με την ποιότητα του θρησκευτικού του αισθήματος, το άκρο άωτο του υπέροχου ή του κενού, του μυστηρίου ή της προστυχιάς. Αυτό δεν ήταν στο χέρι του Έλληνα, που για να βαθύνει το αίσθημά του για τον κόσμο έπρεπε ν' απαρνηθεί τους θεούς του. Η λέξη numen (το θείο, η θεότητα) παράγεται απ' το ρήμα nuere, που σημαίνει τη συγκατανευτική κίνηση του κεφαλιού. Οι Ρωμαίοι έβλεπαν τους θεούς τους να τους γνέφουν συγκατανευτικά από μακριά και μόνον από μακριά. Οι κυριότεροι θεοί ήταν ο Jupiter, ο Mars και ο Quirinus. Είναι πιθανό ότι οι δύο τελευταίοι ταυτίζονταν αρχικά. Ο Mars ήταν ο θεός του πολέμου, αλλά και της γεωργίας· απ' αυτόν είχε πάρει τ' όνομά του ο πρώτος μήνας του έτους, που άρχιζε την άνοιξη: mensis martius. Ο Jupiter επονομάζεται fulgurator, tonans, pluvius, serenator: αστραποβόλος, βροντόλαλος, υέτιος και αιθριαστής. Το 12

177


arbor jovis είναι η βαλανιδιά, που ήταν ιερό δέντρο και στους περισσότερους άλλους ινδοευρωπαϊκούς λαούς: τους Σλάβους και τους Κέλτες, τους Τεύτονες και τους Έλληνες· στη Δωδώνη, το αρχαιότερο ελληνικό ιερό, υττήρχε η βαλανιδιά του Δία· το θρόισμα των φύλλων της και το πέταγμα των ιερών περιστεριών που φώλιαζαν μέσα της ανάγγελλαν το μέλλον. Αλλά και για κάθε πράξη που μπορεί να βάλει ο νους υπήρχαν χωριστά numina: π.χ. ο Vervactor για το πρώτο όργωμα του χωραφιού, ο Redarator για το δεύτερο, ο Imporcitor για το τρίτο· ο Convector για τη συγκομιδή του σταριού, ο Conditor για την εναποθήκευσή του, ο Promitor για τη διάθεσή του· ο Ossipago είναι η θεότητα που κάνει γερά τα κόκαλα των παιδιών, ο Statilinus αυτός που τα μαθαίνει να περπατάνε, ο Fabulinus αυτός που τα μαθαίνει να μιλάνε. Ακόμα και τα χειρότερα πράγματα, η πανούκλα, ο λιμός, ο πυρετός, η ερυσίβη έχουν τους ειδικούς θεούς τους, και με τον ίδιο τρόπο είναι προσωποποιημένες οι σημαντικότερες ηθικές και πολιτικές έννοιες: η spes (=ελπίδα) και η fides (= πίστη), η pietas (= ευσέβεια) και η aequitas (= ισότητα), η concordia (=ομόνοια) και η d e m e n t i a (=πραότητα), η salus (=σωτηρία) και η victoria (=νίκη). Πολύ σημαντικός για τον γεωργό είναι ο Terminus, ο θεός των ορόσημων, προς τιμή του οποίου γίνεται κάθε χρόνο μια ειδική γιορτή, τα Τερμινάλια. Στον Saturnus, τον θεό της σποράς, ήταν αφιερωμένα τα Σατουρνάλια, που είχαν κάποια ομοιότητα με τα δικά μας Χριστούγεννα: έπεφταν στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκέμβρη, όλα τα μαγαζιά έκλειναν, οι άνθρωποι έκαναν δώρα ο ένας στον άλλο, εύχονταν αμοιβαία «Καλά Σατουρνάλια» (Bona saturnalia), άναβαν κεριά και παρέθεταν ένα γιορταστικό γεύμα· υπήρχε επίσης το ωραίο έθιμο να υπηρετούν οι κύριοι τους δούλους τους. Στο σπίτι δέσποζαν ο J a n u s (=Ιανός) και η Vesta (=Εστία), οι ενσαρκώσεις της πόρτας και του τζακιού, οι Πενάτες, οι Μάνες, οι Λάρητες και οι δαίμονες (genii), που η πιο συνηθισμένη μορφή τους ήταν το φίδι. Ουσιαστικά το κάθε τι έχει τον δικό του προστάτη δαίμονα: όχι μόνο κάθε άτομο, αλλά και κάθε τόπος, κάθε σωματείο και ο ρωμαϊκός λαός γενικά. Η έννοια genius loci σημαίνει μια πνευματικότερη εκδοχή της φύσης απ^ ό,τι η αντίστοιχη ελληνική, που λίγο πολύ κατέληγε να είναι πάντα μια αλληγορία. Οι οικιακές θυσίες ήταν συνήθως αναίμακτες; γάλα, φασόλια, γλυκίσματα, επίσης στε178


φάνια, λιβάνι, φώτα, ενώ στις κρατικές θυσίες σφάζονταν ζώα: γουρούνια, πρόβατα, μοσχάρια, γ^ αυτό και οι θυσίες αυτές ονομάζονταν συνοπτικά suovetaurilia (απ' τις λέξεις sus, ovis, taurus). Για το σφάξιμο οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν μαχαίρια από πέτρα ή μπρούντζο. Τα αγγεία είχαν κι αυτά μια αρχαϊκή απλότητα. Οι Ρωμαίοι άναβαν φωτιά τρίβοντας ξύλινα ραβδιά. Ο θεματοφύλακας του θείου νόμου ήταν το σώμα των ποντιφήκων, που μόνον αυτοί κατείχαν τη γνώση της σωστής επικοινωνίας με τους θεούς. 'Οπως οι θυσίες δεν ήταν παρά μια τεχνική για τον πρακτικό έλεγχο του παρόντος και του μέλλοντος, έτσι και το τάμα, votum, ήταν μια απλή συναλλαγή, ένα συμβόλαιο επί προθεσμία, που έληγε «άμα τη παραδόσει», ενώ και η evocatio, η έκκληση προς τον εχθρικό θεό να εγκαταλείψει την πολιορκημένη πόλη, ήταν μια καθαρά νομικιστική διαδικασία, που σ' εμάς φαίνεται σχεδόν κωμική. Την τέχνη της οιωνοσκοπίας την είχαν μάθει οι Ρωμαίοι απ' τους Ετρούσκους. Ένας οιωνός μπορούσε να εγκρίνει μια απόφαση ή ν' αποτρέπει απ' αυτή· μετά τη λήψη της απόφασης μπορούσε να προαναγγέλλει την έκβασή της, αλλά και να «νουθετεί» χωρίς συγκεκριμένη αφορμή. Για τη χρησμοδοσία χρησίμευε η (πολύ περίπλοκη) παρατήρηση των αστραπών ως προς το σχήμα, το μήκος, την κατεύθυνση, τη θέση τους στον ουρανό και τη χρονική τους αλληλουχία, καθώς επίσης η πτήση των αετών, των γυπών, των κορακιών, των κουκουβαγιών και σ' ορισμένες περιπτώσεις κι άλλων πουλιών, κι ακόμα κάθε ασυνήθιστο φυσικό φαινόμενο: οι εκλείψεις του ήλιου και της σελήνης, το ουράνιο τόξο, οι διάττοντες αστέρες, η αποβολή μιας έγκυας γυναίκας, οι ξαφνικές επιδρομές μελισσών κλπ. Μόνον οι Ετρούσκοι ήξεραν να τα ερμηνεύουν όλ' αυτά σωστά, και γι' αυτό, ώς την αυτοκρατορική εποχή, οι Ρωμαίοι τους προτιμούσαν για οιωνοσκόπους. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι Ρωμαίοι πίστευαν σ' αυτά τα πράγματα ακόμα και στον κολοφώνα της δόξας τους, όταν είχαν στα χέρια τους ολόκληρη την αρχαία παιδεία και μια αξεπέραστη ώς τα σήμερα νομολογία και κρατική οργάνωση. Ο Κάτων, με την περίφημη σαρκαστική έκφρασή του για τους haruspices, δεν μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη για το αντίθετο, όπως οι κοροϊδίες του Βολταίρου για τους παπάδες δεν είναι αντιπροσωπευτικές για τη λαϊκή πίστη. Η εντολή της castitas /=αγνότητας) δεν είχε καμιά ηθική ση179


μασι'α: αναφερόταν μόνο στην τελετουργική καθαρότητα του ιερέα, του θυσιαστή, του θύματος, σε πλύσεις, ραντίσματα, λιβανίσματα. Η παραμικρή απόκλιση απ^ το τυπικό μιας προσευχής, η παράλειψη μιας λέξης, μια λάθος κίνηση του χεριού, ένας λάθος ήχος της φλογέρας, το κλώτσημα των αλόγων, το χαλάρωμα του χαλιναριού έκαναν άκυρη τη θυσία, που όχι σπάνια έπρεπε να επαναληφθεί τριάντα φορές. Ένας ιδιαίτερος ταραξίας ήταν η μυγαλή, που το αδιάκριτο τσίρισμά της διέκοπτε αναρίθμητες τελετές. Ο εκκλησιαστικός πατέρας Τερτυλλιανός σύγκρινε τον «νόμο του Νουμά» με τον μωσαϊκό νόμο, εξαιτίας των πολλών και αυστηρών κανόνων του. Ο Βάρρων τόνιζε με καμάρι ότι αρχικά οι Ρωμαίοι λάτρευαν τους θεούς τους sine simulacro (=χωρίς είδωλα) και ότι η θεία λειτουργία τους ήταν πιο γνήσια· αυτοί που εισήγαγαν την εικονολατρία, λέει, αφαίρεσαν απ' τον λαό τη θεοσέβεια και την αντικατέστησαν μ' ένα κίβδηλο δόγμα. Αλλά η άποψη αυτή του Βάρρωνα (που πέθανε το 27 π.Χ.) αντανακλά ήδη το πνεύμα της μεγάλης ιστορικής αλλαγής· οι παλιότεροι Ρωμαίοι δεν είχαν ανακαλύψει ακόμα ούτε καν τα είδωλα. Ο Βάρρων παρέπεμπε στους Εβραίους· αλλά θα μπορούσε ν' αναφέρει και τους Πέρσες. Γιατί ούτε αυτοί είχαν είδωλα για τους θεούς τους. Δεν έφταναν όμως ώς τα άκρα, γιατί ανεχόντουσαν ένα έμβλημα για τον Ωρομάσδη: τον φτερωτό δακτύλιο, που συμβολίζει τον ήλιο, και μέσα σ' αυτόν τη μορφή του θεού με κορώνα και βασιλική εσθήτα, γένια και μακριούς βοστρύχους, με το δεξί χέρι υψωμένο διδακτικά. Απ' την άλλη μεριά, ήταν συνεπέστεροι απ' ό,τι ο μωσαϊσμός, γιατί δεν έχτιζαν ναούς: «Κατά τη γνώμη μου», λέει ο Ηρόδοτος, «αυτό το κάνουν επειδή δεν πιστεύουν, όπως οι Έλληνες, ότι οι θεοί τους μοιάζουν με τους ανθρώπους.» Περιορίζονταν να επικαλούνται πάνω στις βουνοκορφές τον ήλιο και το φεγγάρι, τη γη και τη φωτιά, το νερό και τον άνεμο. Όπως είπε ο Κλήμης από την Αλεξάνδρεια: «Έβλεπαν τα φανερώματα των θεών όχι στο ξύλο και τις πέτρες, όπως οι Έλληνες, ούτε στις ίβιδες και τους ιχνεύμονες, όπως οι Αιγύπτιοι, αλλά, όπως οι φιλόσοφοι, στη φωτιά και το νερό.» Η θρησκεία των Ιρανών ήταν καταγραμμένη στα ιερά τους κείμενα, που αντιστοιχούν στη Βέδα των Ινδών και λέγονται Αβέστα (λέξη που κι αυτή επίσης σημαίνει πάνω-κάτω «γνώση»). Η Αβέστα είναι γραμμένη στην παλιά εκκλησιαστική γλώσσα του Ιράν, τα αρχαία βακτριανά, που έχουν με τα αρχαία περσικά περίπου ό,τι σχέση 180


έχουν τα γοτθικά με τα πρώιμα μεσαιωνικά γερμανικά και στην εποχή του Κύρου ήταν ήδη μια νεκρή γλώσσα, συγκρίσιμη με τα λατινικά του Μεσαίωνα ή με τα εβραϊκά στα χρόνια του Ιησού. Ό,τι σώθηκε ώς την εποχή μας είναι αποσπάσματα με ιερουργικό κυρίως περιεχόμενο. Γύρω στο 1760 ο Ανκετίλ Ντυπερόν ανακάλυψε στους «πυρολάτρες», που ζούσαν στην περιοχή της Βομβάης, μια πλούσια συλλογή από αντίγραφα, που το 1771 κυκλοφόρησε στα γαλλικά· το γεγονός ότι οι Πέρσες είχαν δΐ)ίή τους θρησκεία είχε ξεχαστεί ολότελα και η έκδοση αυτή προκάλεσε τόση έκπληξη, ώστε η γνησιότητά της αμφισβητήθηκε. Η θρησκεία αυτή ονομάζεταΓμασδαϊσμός, από τον Αχουραμάζντα, ή ζωροαστρισμός, από το όνομα του ιδρυτή της. Ο Ζωροάστρης, όπως τον έλεγαν οι Έλληνες (η αβεστική μορφή του ονόματός του είναι Ζαρατούστρα) γεννήθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, γύρω στο 660 π.Χ. Οιωνοί και θαύματα περιβάλλουν τη γέννησή του, κακοί μάγοι προσπαθούν να σκοτώσουν το παιδί. Σε ηλικία είκοσι χρόνων αποσύρεται στην ερημιά, στα τριάντα του δέχεται την αποκάλυψη και αρχίζει το προσηλυτιστικό του έργο, αρχικά όμως χωρίς μεγάλη επιτυχία. Φυλακίζεται μάλιστα από τους εχθρικούς ιερείς, αλλά γιατρεύει το αγαπημένο άλογο του βασιλιά κι έτσι κερδίζει την εύνοιά του. Κατορθώνει να προσηλυτίσει τον δυνάστη και τη γυναίκα του στην καινούρια πίστη, που τώρα διαδίδεται γοργά. Αλλά δεν λείπουν οι αντίπαλοι και οι συγκρούσεις, και φαίνεται ότι ο Ζωροάστρης έπεσε σε μια απ' αυτές τις «σταυροφορίες». Λέγεται ότι όταν σκοτώθηκε ήταν εξηνταεφ,τά χρόνων. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της ζωροαστρικής διδασκαλίας είναι ο αυστηρός δυϊσμός της. Ο Ωρομάσδης (Ορμάσδ, Ορμούσδ, η ελληνική μορφή του Αχουραμάζντα) και ο Αριμάν, με τα αλληλοσυγκρουόμενα βασίλειά τους της αλήθειας και του ψέματος, του καλού και του κακού, του άπειρου φωτός και του ατέλειωτου ζόφου, αντιπαρατίθενται άμεσα ο ένας στον άλλο. Απ"^ την άλλη μεριά όμως η ζωροαστρική θρησκεία είναι μονοθεϊστική, γιατί η πάλη αυτή θα τελειώσει με την ήττα του κακού, με τον θρίαμβο του καλού. Ο Αχούρα Μάζντα (δηλαδή: «ο κύριος που είναι η σοφία») είναι δημιουργός, φύλακας και κριτής του κόσμου, δάσκαλος και προστάτης του καλού· ο θρόνος του είναι ο ουρανός, το σώμα του σκέτη φωτιά, πράγμα που στην περσική αντίληψη σημαίνει πνεύμα (ο μασδαϊσμός γνωρίζει ήδη την έννοια του αγίου τη/εύματος, σπέντα μαίνίου). Πιο κάτω απ' αυ181


τόν υπάρχει μια ιεραρχία από επουράνιους άρχοντες: επικεφαλής τους είναι οι έξι «ευεργέτες άγιοι», ένα είδος αρχαγγέλλων τα ονόματά τους είναι: «καλή σκέψη», «ευθυδικία», «πολυπόθητο βασίλειο», «ολόψυχη αφοσίωση», «σωτηρία» και «αθανασία». Μαζί με τον Ορμούσδ αποτελούν τους εφτά αγίους* έπειτα ακολουθούν, σε άπεφες διαβαθμίσεις, οι φραβάσι ή φύλακες άγγελοι. Ο Ορμούσδ είναι παντογνώστης και πανταχού παρών, αλλά όχι παντοδύναμος, γιατί τον αντιμάχεται ο Αριμάν, όπως είναι η νεοπερσική μορφή του ονόματός του* στην Αβέστα λέγεται άνγκρα μαϊνιον: κακό πνεύμα. Η ουσία του είναι: αντίσταση, ζημιά, χρεία, χλεύη, κάθε τι κακό. Όταν ο Ορμούσδ έπλασε τη ζωή, ο Αριμάν έπλασε τον θάνατο. Το στοιχείο του Αριμάν είναι ο ύπνος, η νύχτα, ο καττνός που θαμπώνει τη φωτιά, ο χειμώνας και η έρημος, η αρρώστια, η ακαθαρσία και το ψέμα, που συνίσταται στο ότι ο Αριμάν θεωρεί το κακό καλό. Έβαλε σε πειρασμό ακόμα και τον Ζαρατούστρα, όπως ο Σατανάς τον Χριστό, αλλά εξίσου μάταια. Υπηρέτες του είναι οι έξι αρχιδαίμονες και οι μυριάδες των νταέβας, που δεν είναι άλλοι παρά οι φυσικοί θεοί της παλιάς λαϊκής θρησκείας, δαιμονοποιημένοι από την καινούργια πίστη, όπως έκανε και ο χριστιανισμός με τις ειδωλολατρικές θεότητες. Κάθε ελάττωμα, κάθε συμφορά είναι έργο ενός δαίμονα. Ο ίδιος ο Νίτσε εξήγησε γιατί διάλεξε τη μορφή του Ζαρατούστρα για φερέφωνο της φιλοσοφίας του: «Ο Ζαρατούστρα θεώρησε ότι ο τροχός που κινεί τα πάντα είναι ο αγώνας του καλού με το κακό. Ο Ζαρατούστρα δημιούργησε αυτή τη μοιραία πλάνη, την ηθική. Επομένως, αυτός πρέπει να είναι ο πρώτος που θα την αντιληφθεί. Όχι μόνον είχε μεγαλύτερη και διαρκέστερη επιτυχία σ' αυτό τον τομέα από κάθε άλλο στοχαστή, παρά, πράγμα που είναι σημαντικότερο, ο Ζαρατούστρα είναι ειλικρινέστερος από κάθε άλλο στοχαστή. Η περσική αρετή είναι να λέει κανείς την αλήθεια και να εκτοξεύει εύστοχα τα βέλη τον. Στο στόμα μου, το όνομα Ζαρατούστρα σημαίνει την αυτοϋπέρβαση της ηθικής για χάρη της ειλικρίνειας,την αυτοϋπέρβαση του ηθικολόγου και τη μετατροττή του στο αντίθετό του — στο ε)/ώ.» Ωστόσο, όπως καθένας ξέρει, ο Νίτσε έβαλε στη θέση της παλιάς διαρχίας μια καινούργια, τη διαρχία του «ανώτερου» και του «παρακατιανού», καθόλου ασυμφιλίωτη με τη ζωροαστρική θρησκεία, που ήταν έκδηλα αριστοκρατική. Κάθε θρησκευτική διάνοια — 182


και σ** αυτή την κατηγορία ανήκε ο Νίτσε — είναι αναγκαία διαρχική και ηθικολογική. Οι κύριες αρετές του υπεράνθρωπου: γενναιοψυχία, αγνότητα και γενναιοδωρία, υττηρεσία του φωτός, στιβαρότητα της δράσης με παράλληλη ευθύνη απέναντι στην αιωνιότητα, δεν είναι παρά εκλεπτυσμένες αβεστικές αξίες. Εύκολα καταλαβαίνουμε από την όλη δομή του μασδαϊσμού ότι πιστεύει στην κρίση των νεκρών, στον παράδεισο και την κόλαση. Ο μασδαϊσμός έχει ήδη φτάσει στη συνεπή σκέψη ότι, αφού μπορεί κανείς να ζυγίσει τις καλές και τις κακές πράξεις, πρέπει να υπάρχει καθαρτήριο. Ο άνθρωπος, ως πλάσμα του Ορμούσδ, ανήκει από'τη φύση του στο βασίλειο του καλού. Αλλά σε κάθε στιγμή της ζωής του έχει το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής. Απ' αυτή την επιλογή εξαρτάται όχι μόνον η δική του τύχη, αλλά και η τύχη ολόκληρου του κόσμου. Γιατί κάθε καλή πράξη αυξάνει την εξουσία του Ωρομάσδη, ενώ κάθε κακή πράξη επεκτείνει το βασίλειο του Αριμάν κι έτσι επιβραδύνει την τελική νίκη του φωτός. Οι άγγελοι κρατούν λεπτομερή λογαριασμό των καλών και κακών πράξεων. Η βάση της ζωροαστρικής ηθικής αποτελείται από την αγία τριάδα: «καλές σκέψεις, καλά λόγια, καλά έργα». Συγκεκριμένα, ζητείται από τον πιστό αγνότητα της ψυχής και του σώματος, ειλικρίνεια κι ευσπλαχνία, φροντίδα για το χωράφι και το μοσχάρι (η αγελάδα θεωρείται το αγαπημένο πλάσμα του Ωρομάσδη). Η φωτιά λατρεύεται ως το αγνότερο στοιχείο, αυτό που εξαγνίζει τα πάντα και ταυτόχρονα δίνει ζωή: ο ιερέας δεν πρέπει να πλησιάζει την ιερή φλόγα στους βωμούς παρά μόνο με γάντια και κημό, για να μη τη μαγαρίσει. Για το ανασκάλεμα και το αναρρίπισμά της χρησιμεύουν ιερές μασιές και βεντάλιες. Επειδή το πτώμα είναι ακάθαρτο, δεν μπορεί ούτε να καεί ούτε να ταφεί στη γη, κι αυτό οδήγησε στο ανεπανάληπτο έθιμο να παραδίνονται οι νεκροί ως βορά στα σκυλιά και στα όρνεα. Υπήρχαν όμως κι άλλες μορφές ταφής, που δεν συγκρούονταν με την εντολή για αγνότητα: οι νεκροί αλείφονταν με κερί και κηδεύονταν καθιστοί ή τοποθετούνταν σε μονωτικά φέρετρα. Ιερά ζώα ήταν ο σκύλος και ο κόκορας — ο τελευταίος προ πάντων ως κήρυκας της αυγής και του φωτός· στην Ελλάδα επονομαζόταν για μεγάλο διάστημα «περσικό πουλί». Στον σκύλο, έλεγαν οι θρησκευτικές εντολές, έπρεπε να προσφέρει κανείς ό,τι καλύτερο είχε, όπως σ"^ έναν επίτιμο προσκεκλημένο. Ένας σκύλος με τέσσερα μ ί 183


τια (δηλαδή με δύο κηλίδες στο μέτωπο) μπορούσε με το βλέμμα του να διώξει τους διαβόλους. Η μεγάλη εκτίμηση που έτρεφαν οι Πέρσες για το άλογο και την καμήλα φαίνεται από τα ανδρικά κύρια ονόματα, που συντίθενται από τις λέξεις ούστρα (καμήλα) και άσπα (άλογο): για παράδειγμα, ο πατέρας του πρώτου Δαρείου λεγόταν Βιστάσπα (ελληνικά: Τστάσπης). Υπήρχαν κυρίως δύο ράτσες αλόγων: τα γοργοπόδαρα αραβοειδή άτια των νοτιοδυτικών περιοχών και τα βαριά, πολύ ανθεκτικά άλογα των βορειανατολικών επαρχιών. Ένας ειδικά περσικός τρόπος αξιοποίησης των πρώτων ήταν το ταχυδρομείο και των δεύτερων τα δρεπανηφόρα άρματα. Τα τελευταία αυτά είχαν κοφτερά δρεπάνια στον ρυμό και τις ρόδες, σέρνονταν από τέσσερα θωρακισμένα άλογα και στην αρχή προκαλούσαν μεγάλο φόβο. Απ' την άλλη μεριά, πλάσματα του Αριμάν ήταν τα ποντίκια και οι αρουραίοι, τα φίδια και τα βατράχια, τα σαρκοφάγα ζώα και τα έντομα· η εξόντωσή τους ήταν θρησκευτικό καθήκον. Αλλά το υπέρτατο καθήκον ήταν η αποφυγή του ψέματος, και γι' αυτόν τον λόγο απαγορευόταν να δημιουργεί κανείς χρέη, επειδή εύκολα μπορούσε τότε να βρεθεί στην ανάγκη να πει ψέματα. Σχετικά με τους Πάρσι της Βομβάης, τους μόνους γνήσιους απόγονους των πρώτων οπαδών του Ζαρατούστρα, η χειραψία τους θεωρείται σ' ολόκληρο τον επιχειρηματικό κόσμο μεγαλύτερη εγγύηση από κάθε συμβόλαιο* παροιμιώδης είναι και η γενναιοδωρία τους. Μια άλλη ιδιότητα των Περσών, που δεν προκαλούσε λιγότερη έκπληξη στους Έλληνες απ' όσο η φιλαλήθειά τους, ήταν ο ιπποτισμός τους απέναντι στους εχθρούς και η ήπια μεταχείριση των νικημένων: έλεγαν ότι την πυρπόληση των ναών την είχαν μάθει από τους Έλληνες· άλλωστε, σπάνια κατέφευγαν σ' αυτό το μέτρο, για να παραδειγματίσουν ή για να τρομοκρατήσουν τον εχθρό. Η παιδεραστία απαγορευόταν από την Αβέστα, χωρίς όμως αυτή η απαγόρευση να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, ενώ η οινοποσία δεν απαγορεύθηκε παρά μόνον από το Κοράνι: μαζί με το κυνήγι, τα ζάρια και τον αγώνα δρόμου αποτελούσε την κύρια διασκέδαση των Περσών. Όπως λέει ο Ηρόδοτος, οι Πέρσες έπαιρναν αποφάσεις πίνοντας κρασί, αλλά ό,τι αποφάσιζαν το επανεξέταζαν μόλις ξεμεθούσαν: μια μέθοδος κάθε άλλο παρά ασύνετη. Συνοψίζοντας, ο ζωροαστρισμός, αντίθετα μ' όλες τις αρχαίες μορφές θρησκείας (με εξαίρεση τον ινδουισμό), είναι μια οικονμενιστική και πατρική θρησκεία, και, σ' αντίθεση με τον ινδουι184


σμό, μια θρησκεία της πράξης. Οι Ινδοί και οι Ιρανοί αποτελούσαν αρχικά ένα λαό, τους Άριους με τη στενότερη έννοια, και θα έλεγε κανείς ότι η φύση θέλησε να δείξει πώς από την ίδια ρίζα μπορούν να προκύψουν δύο διαμετρικά αντίθετες κοσμοθεωρίες και τρόποι ζωής. Οι Πέρσες, οι Μήδοι και οι Πάρθοι ήταν απλώς κλάδοι της ιρανικής ομοφυλίας, και δεν διέφεραν μεταξύ τους περισσότερο απ' όσο οι Φράγκοι, οι Σουήβοι και οι Βαυαροί. Το Ιράν είναι μια καθαρά ορεινή χώρα. Οι χαμηλότερες κοιλάδες του βρίσκονται σε ύψος 1.500 μέτρα πάνω απ' τη θάλασσα, ενώ οι κορυφές των βουνών του όχι σπάνια φτάνουν και ξεπερνούν τα 5.000 μέτρα. Το κεντρικό τμήμα του το σχηματίζει μια μεγάλη, εντελώς αδιάβατη αλμυρή έρημος. Δάση δεν υπάρχουν σχεδόν πουθενά σ' ολόκληρη τη χώρα. Αραιές συστάδες από λεύκες και πλατάνια, κυπαρίσσια και νανώδεις φοινικιές είναι το μοναδικό δεντροστολίδι της χώρας. Στις οάσεις εύφορης γης υπάρχει πλούσια βλάστηση: παπαρούνες και γιασεμιά, μενεξέδες και νάρκισσος διάφοροι οπωροφόροι θάμνοι και προπάντων τριανταφυλλιές, που η πατρίδα τους είναι ίσως η Περσία: η ελληνική λέξη ρόδο προέρχεται απ' τα ιρανικά. Ακόμα και σήμερα οι κάτοικοι της Τεχεράνης έχουν αληθινό πάθος για τα τριαντάφυλλα, απ' τα οποία ξεχειλίζουν οι κήποι και οι αυλές τους, τα λουτρά και οι τραπεζαρίες τους. Η πανίδα μοιάζει πολύ με τη μεσοποτάμια· τα ιδιαίτερα ζώα της είναι η χελώνα της στέππας, ο βάρανος της ερήμου (μια γιγάντια πολύχρωμη σαύρα, που μετά τον κροκόδειλο είναι το μεγαλύτερο ερπετό) κι ένα πολύ δηλητηριώδες είδος κοριού. Ο συνολικός πληθυσμός του βασίλειου των Αχαιμενιδών, που απλωνόταν απ' τον Ινδό ώς το Αιγαίο, θα πρέπει να έφτανε τα πενήντα εκατομμύρια, απ' τα οποία οι Πέρσες ήταν το πολύ το ένα εκατοστό. Η Περσέπολη, η πρωτεύουσα της Περσίδας, της χώρας που αποτελούσε τον πυρήνα του κράτους, ήταν χτισμένη σε πολύ περιφερειακή θέση και γι' αυτό δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως καρδιά του διοικητικού μηχανισμού του βασίλειου* γι' αυτό αναπτύχθηκαν πλάι της και απόκτησαν μεγάλ�� σημασία τα Εκβάτανα, η πρωτεύουσα της Μηδίας, και τα Σούσα, η μητρόπολη του Ελάμ: η πρώτη ήταν έδρα των Περσών βασιλιάδων το καλοκαίρι, η δεύτερη τον χειμώνα. Η Μηδία θεωρούνταν ανέκαθεν η σημαντικότερη επαρχία του κράτους πλάι στην Περσίδα, γι' αυτό οι δυτικοί συγγραφείς αποκα185


λούσαν τους Πέρσες Μήδους και οι Έλληνες έλεγαν τους περσικούς πολέμους «Μηδικά». Αλλά και η Βαβέλ διατήρησε την παλιά αίγλη της, επειδή ήταν κέντρο του προσωασιατικού εμπορίου, είχε μεγάλο πληθυσμό, πάμπολλα οικοδομήματα και οι γνώσεις των μηχανικών, των ιεροφαντών, των αστρονόμων και των μάγων της ήταν ξακουστές. Πάνσεπτος και πολυτίμητος, αλλά όχι θεοποιημένος, ο βασιλιάς έστεκε ψηλά πάνω απ' τους υπηκόους του, που ήταν όλοι υπηρέτες του. Όποιος τον πλησίαζε έπρεπε να πέσει στο χώμα, όποιος μιλούσε μαζί του έπρεπε να κρύβει τα χέρια του στα μανίκια του, ο δούλος που έστεκε πίσω απ' τον θρόνο του και του έκανε αέρα φορούσε επίδεσμο στο στόμα* όταν περπατούσε στο παλάτι του άπλωναν χαλιά, που κανένας άλλος δεν επιτρεπόταν να πατήσει* όταν κυκλοφορούσε στην πόλη, έκλειναν οι δρόμοι· ακόμα και οι «ομοτράπεζοί» του, υψηλοί αξιωματούχοι, έτρωγαν σ' ένα τραπέζι που βρισκόταν στον προθάλαμο της βασιλικής τραπεζαρίας. Απ' την άλλη μεριά, ο λαός περίμενε απ' τον βασιλιά του να είναι υπόδειγμα σ' όλες τις ζωροαστρικές αρετές. Μόνον οι γιοί των επίσημων γυναικών του ήταν νόμιμοι. Οι περισσότεροι Αχαιμενίδες ήταν παντρεμένοι με τις αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς αδελφές τους, ο Αρταξέρξης Β' μάλιστα με την αδελφή του Άτοσσα: η μασδαϊκή θρησκεία επέτρεπε όχι μόνο τον γάμο με την αδελφή, αλλά και με τη μητέρα. Ολόκληρο το κράτος ήταν χωρισμένο σε είκοσι σατραπείες. Επικεφαλής κάθε σατραπείας ήταν ένας αρμοστής {ξατράπα)' κάθε χρόνο εμφανίζονταν «μάτια κι αυτιά του βασιλιά» για να κάνουν έλεγχο. Στη διακυβέρνηση των κατακτημένων χωρών οι Πέρσες έδειχναν εξυπνάδα και ανθρωπιά: τα μέλη των υποταγμένων λαών μπορούσαν να φτάσουν ώς τα ανώτατα αξιώματα, τόσο στη βασιλική αυλή όσο και στην πατρίδα τους· τα έθιμα, η θρησκεία και η κοινωνικοπολιτική οργάνωση κάθε κατακτημένης χώρας έμεναν συνήθως ολότελα απρόσβλητα: οι νομάδες και οι ημιβάρβαροι μπορούσαν να κρατήσουν τους σεΓχηδες και τους φυλάρχους τους, οι Φοίνικες τους «δικαστές» τους, οι Αιγύπτιοι τους τοπικούς πρίγκηπές τους, οι Κιλίκιοι τη «συέννεσή» τους, οι Εβραίοι τη θεοκρατία τους, οι Έλληνες την πόλι τους. Στη νομολογία τους, που κι αυτή πρέπει να ήταν πολύ ανθρωπιστική, μας ξαφνιάζει η αρχή ότι η ποινή μπρούσε να μειωθεί ή και ν' απαλειφθεί εντελώς αν ο κατηγορούμενος είχε προσφέρει στο παρελθόν κοινωφελείς υπηρε186


σίες, ενώ η Ευρώπη το μόνο που κατάφερε ώς σήμερα ήταν να φτάσει ώς τη χλωμή έννοια του «προτέρου εντίμου βίου» και δεν μπορεί ούτε καν να διανοηθεί ότι στην αξιολόγηση της ζωής ενός ανθρώπου οι θετικές πράξεις μπορούν να εξισορροπήσουν τις κακές· αντίθετα, ο οπαδός της μασδαϊκής θρησκείας, στο σύστημα της οποίας η καλή πράξη έχει αυτόνομη και αποφασιστική αξία, μπορούσε εύκολα να συλλάβει και να ενστερνισθεί αυτή την αρχή. Αν και οι Πέρσες αρίστευσαν στη νομισματοκοπία, δεν κατάφεραν να καθιερώσουν τη χρηματική οικονομία στο κράτος τους, που περιλάμβανε λαούς με διαφορετικό πολιτιστικό επίπεδο. Οι επαρχίες πλήρωναν ένα μεγάλο μέρος απ'' τους φόρους τους σε είδος: άλογα και μουλάρια, ρούχα και χαλιά, αλεύρι και παστά ψάρια, οικιακά σκεύη και άλλα χρειώδη. Αλλά ακόμα και τα χρηματικά δοσίματα μετατρέπονταν, στα θησαυροφυλάκια των πρωτευουσών, σε εμπόρευμα: οι αρμόδιοι έλειωναν τα νομίσματα και τα έκαναν ραβδιά, πόρπες, δοχεία για να χρησιμοποιηθούν, αν ήταν ανάγκη, πάλι στη νομισματοκοπία. Ένα σημαντικό πόστο στην κρατική διοίκηση ήταν η μέριμνα για τη συντήρηση των νεαρών ευγενών, που ανατρέφονταν στην αυλή ως υποψήφιοι δημόσιοι υπάλληλοι και εκπαιδεύονταν στην ιππασία και την τοξοβολία, τη νομολογία και τη θεολογία (αλλά και κάθε έφηβος που είχε ταλέντο μπορούσε να φτάσει «στις πύλες του βασιλιά»). Ένα άλλο λειτούργημα ήταν η συντήρηση ενός μόνιμου στρατιωτικού σώματος: των δέκα χιλιάδων «Αθανάτων», που ο αριθμός τους συμπληρωνόταν διαρκώς και των «Χιλίων», της σωματοφυλακής του βασιλιά, που ήταν στρατωνισμένη στο παλάτι κι είχε επικεφαλής ένα χιλίαρχο: το έμβλημά της ήταν ένας χρυσός αετός στο κοντάκι της λόγχης. Το εξοχότερο πολεμικό σώμα των Περσών ήταν οι τοξότες, των οποίων η βροχή από βέλη νικούσε σχεδόν τον κάθε αντίπαλο και, μαζί με το επίσης πολύ αξιόμαχο ιππικό, αποτελούσαν σχηματισμούς με μεγάλη ικανότητα ελιγμών, γιατί αντί για κράνη, θώρακες και περικνημίδες φορούσαν πανταλόνια, ελαφρές πουκαμίσες και την τιάρα, ένα χαμηλό σκούφο, ενώ η «ψηλή τιάρα» ή κίδαρις στόλιζε μόνο του βασιλιά το κεφάλι. Τα πληρώματα του στόλου αποτελούνταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από ξένους: Έλληνες, Κιλίκιους, αλλά προπάντων Φοίνικες. Μια ειδικότητα των Περσών ήταν οι έφιπποι καμηλιέρηδες και οι ελέφαντες. Τα δρεπανηφόρα άρματα είχαν πάψει πια να εμπνέουν τρόμο στα χρόνια του Ξενοφώντα: 187


Ol αντίπαλοι είχαν μάθει να τ' αποφεύγουν ή να φοβίζουν τα άλογα. Αλλά και στην οδοποιία οι Πέρσες ήταν ικανότατοι: ένας δρόμος, η λεγόμενη βασιλική οδός, οδηγούσε από την Έφεσο στις Σάρδεις και από εκεί, περνώντας από τη Λυδία, τη Φρυγία, την Καππαδοκία και την Αρμενία, έφτανε ώς τα Σούσα. Προπάντων όμως οι Πέρσες είναι οι εφευρέτες του ταχυδρομείου. Στις κύριες οδικές αρτηρίες και σε διαστήματα τεσσάρων ώς πέντε παρασανγκών (μια παρασάνγκα ήταν περίπου έξι χιλιόμετρα) υττήρχαν βασιλικοί σταθμοί, όπου μέρα και νύχτα μπορούσαν ν' αντικατασταθούν τα άλογα ή οι αγγελιαφόροι, έτσι ώστε τα μηνύματα έφταναν στον προορισμό τους «σχεδόν γρηγορότερα απ' όσο πετούσαν οι γερανοί πάνω απ' τη χώρα». Τόσο οι Πτολεμαίοι όσο και οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν αυτόν τον θεσμό, που στην αρχή χρησίμευε μόνο για τις τηλεπικοινωνίες της κυβέρνησης και τη μεταφορά κρατικών υπαλλήλων, αλλά απ' αυτόν εξελίχθηκε στη νεότερη εποχή το ιδιωτικό ταχυδρομείο. Εκτός απ' αυτό, ο Δαρείος αποτέλειωσε τη διώρυγα του Σουέζ, που την είχε αρχίσει ο φαραώ Νεχώ· η διώρυγα λειτουργούσε ακόμα στην εποχή του Ηρόδοτου, που μας λέει ότι είχε «μάκρος τέσσερις μέρες ταξίδι και πλάτος δύο τριήρεις», αλλά αργότερα σκεπάσθηκε με άμμο και μόλις ο Πτολεμαίος Β' την επισκεύασε. Σ' αντίθεση με τη Βαβυλωνία, η Περσία διέθετε ένα ανθεκτικό οικοδομικό υλικό: τον θαυμάσιο μαρμαροειδή ασβεστόλιθο, που υπήρχε στα βουνά της. Το ελεύθερο πνεύμα της θρησκείας του φωτός φαίνεται και στη διάταξη των ανακτόρων, που αποτελούνταν από τεράστιες στοές, χωρίς καθόλου εξωτερικούς τοίχους παρά μόνο κουρτίνες. Χαλιά και γιρλάντες, πολύχρωμες ζωγραφιές και πλούσια πλακόστρωτα έδιναν στους χώρους ευχάριστη όψη. Φυσικά, στους Πέρσες δεν υπάρχει τίποτα απ' τις βαθιές αρχιτεκτονικές ιδέες των Ελλήνων: οι αναλογίες των υπερβολικά μακρόστενων κιόνων είναι ολότελα τυχαίες, τα κιονόκρανα (που παριστάνουν γονατιστά άλογα, λιοντάρια και ταύρους) δεν είναι παρά ένα φανταχτερό μπιχλιμπίδι. Η γλυπτική του Ιράν, τόσο στον ρυθμό και τη δομή της όσο και σ' ολόκληρη τη θεματολογία της, είναι απλή παραφυάδα της βαβυλωνιακής, αλλά διατινέεται κι αυτή απ' την πύρινη, ζωογόνα ανάσα του Αχουραμάσδα. Γύρω απ' τα ανάκτορα απλώνονταν μεγάλοι κήποι με κυνήγια και πισίνες, που στα αρχαία περσικά λέγονταν παραντέζα (ή κάπως έτσι), πράγμα που σημαίνει πάνω-κάτω «θεσπέσιο 188


μέρος»' απ^ αυτή τη λέξη οι Έλληνες έκαναν τον «παράδεισο», κι η έκφραση αυτή πέρασε στη μετάφραση της Βίβλου από τους Εβδομήντα. Ελάχιστοι άνθρωποι ξέρουν ότι όταν λένε πως ένα τοπίο είναι «παραδεισένιο», μιλάνε περσικά και ότι ο τόπος όπου ζούσε ο πρώτος άνθρωπος πήρε τ' όνομά του από ένα μαγευτικό τεχνητό πάρκο. Η ορμή του περσικού ιμπεριαλισμού στρεφόταν ασυγκράτητη προς τη Δύση. Όταν όλες οι κτήσεις της Λυδίας πέρασαν στα χέρια των Αχαιμενιδών και κατακτήθηκε ακόμα και η Αίγυπτος, η εισβολή στη Βαλκανική χερσόνησο ήταν πια ζήτημα χρόνου. Η θέση των Ελλήνων της Ιωνίας δεν ήταν καθόλου χειρότερη απ^ ό,τι ήταν όταν είχαν πάνω απ' το κεφάλι τους τον Κροίσο: οι Πέρσες περιορίσθηκαν να εγκαταστήσουν στην εξουσία τυράννους, πιστεύοντας ότι από ευγνωμοσύνη αυτοί θα τους ήταν αφοσιωμένοι, και κατά τα άλλα άφησαν στις πόλεις πλήρη ελευθερία, ακόμα μάλιστα και το σημαντικότερο για τους Έλληνες δικαίωμα, το δικαίωμα να πολεμούν μεταξύ τους. Όμως ίσα-ίσα αυτοί οι τύραννοι υποκίνησαν την εξέγερση, που ξέσπασε το 499, παρά τις έντονες προειδοποιήσεις του πολυκάτεχου Εκαταίου από τη Μίλητο, που μάταια προσπάθησε να εξηγήσει στους συμπατριώτες του, πάνω σ' ένα παγκόσμιο χάρτη, ότι το εγχείρημά τους δεν είχε καμιά πιθανότητα επιτυχίας. Η Αθήνα έστειλε πλοία για υποστήριξη, ενώ η Σπάρτη είχε τη φρονιμάδα να κρατήσει απ' έξω την ουρά της. Η έφοδος στις Σάρδεις, την έδρα του σατράπη, πέτυχε: η πόλη παραδόθηκε στίς φλόγες. Αλλά κατά την αποχώρησή τους τα ελληνικά στρατεύματα συντρίφθηκαν από τους Πέρσες κοντά στην Έφεσο. Όταν και ο στόλος των στασιαστών νικήθηκε αποφασιστικά στον κόλπο της Μιλήτου, κοντά στο νησί Αάδη, οι Πέρσες απέκλεισαν την πόλη από ξηρά και θάλασσα και την κατέλαβαν εξ εφόδου το 494. Επειδή η Μίλητος ήταν η ψυχή της εξέγερσης, πυρπολήθηκε και ο πληθυσμός της εκτοπίσθηκε, όπως είχε πάθει και η Ιερουσαλήμ έναν αιώνα νωρίτερα απ' τους Χαλδαίους. Η Μίλητος γνώρισε στην αρχαιότητα μια δεύτερη ακμή, αλλά σήμερα είναι ένα άθλιο χωριό γεμάτο κουνούπια, ενώ το λιμάνι, στο οποίο κάποτε τρεις ήπειροι αντάλλαζαν τους θησαυρούς τους, έχει γίνει ένας θλιβερός βοσκότοπος και η Αάδη προβάλλει μέσα απ' τη θάλασσα σαν τύμβος. Οι υπόλοιπες πόλεις υπάχ^καν πια επίσημα στον σατράπη των Σάρδεων και απόκτησαν δημοκρατικές κυβερνήσεις, μια που η τυ189


ραννίδα τα είχε κάνει μούσκεμα. Εύκολα μπορούσε να προβλέψει κανείς ότι ο μεγάλος βασιλιάς δεν θ^ άφηνε ατιμώρητη την ανάμιξη της Αθήνας. Είναι πιθανό ότι στην αρχή δεν είχε άλλο σκοπό παρά την ενσωμάτωσή της στο κράτος των Αχαιμενιδών και την παλινόρθωση του Ιππία. Υπήρχαν μερικοί Αθηναίοι που συμβούλευαν τους συμπολίτες τους να δεχτούν το αναπόφευκτο. Αλλά η πλειοψηφία ήταν αποφασισμένη ν' αντισταθεί. Όμως κι ανάμεσά τους υπήρχαν δύο παρατάξεις: η μία, με επικεφαλής τον Μιλτιάδη, στήριζε όλες τις ελπίδες της στους οπλίτες, η άλλη υποστήριζε με φανατισμό το σχέδιο του Θεμιστοκλή για την ενίσχυση του στόλου. 'Οπως λέει ο Θουκυδίδης, ο Θεμιστοκλής «ήταν ο πρώτος που τόλμησε να πει στους Αθηναίους ότι έπρεπε να στηριχθούν στη θάλασσα». Η αντίθεση ανάμεσα στις δύο παρατάξεις δεν αντανακλούσε απλώς διαφορετικές στρατηγικές θεωρίες, αλλά και διαφορετική εσωτερική πολιτική: οι οπλίτες στρατολογούνταν από την ευκατάστατη μεσαία τάξη, ενώ τα πληρώματα των πλοίων από τα κατώτερα στρώματα, που σ' ένα ναυτικό κράτος θ' αναλάμβαναν τον ηγετικό ρόλο. Αρχικά επικράτησε η διπλά συντηρητική αντίληψη του Μιλτιάδη. Όταν ο Δαρείος ζήτησε από τις ελληνικές πόλεις «γην καί ύδωρ» σαν σημάδι της υποταγής τους, η μια πόλη μετά την άλλη υποχώρησαν μόνον η Αθήνα και η Σπάρτη αρνήθηκαν, και μάλιστα έριξαν τους αγγελιαφόρους στο πηγάδι, για να κάνουν οριστική τη ρήξη. Στις αρχές του 492 ο περσικός στρατός άρχισε να βαδίζει προς τη Θράκη, με την κάλυψη του στόλου, που όμως εξόκειλε στον Άθω κι ένα μεγάλο μέρος του βυθίσθηκε. Έτσι, η πρώτη αυτή εκστρατεία ναυάγησε. Στη δεύτερη, που έγινε το 490, οι Πέρσες εφάρμοσαν άλλη μέθοδο :χρησιμοποίησαν τα πλοία μόνο για τη μεταφορά και διεκπεραίωσαν τον στρατό κατ' ευθείαν από τη Σάμο στην Αττική. Οι Αθηναίοι ήταν ουσιαστικά αναγκασμένοι να στηριχθούν μόνο στις δικές τους δυνάμεις, γιατί μόνον οι Πλαταιείς έσπευσαν να τους βοηθήσουν, ενώ οι Σπαρτιάτες ήρθαν πολύ αργά. Ο Μιλτιάδης, με τη μεγάλη επιρροή του, κατόρθωσε να πείσει τους συμπολίτες του να μην περιμένουν τον εχθρό στην πόλη, αλλά να βαδίσουν εναντίον του. Τα όπλα ήταν μάλλον άνισα. Η δύναμη των Αθηναίων ήταν η φάλαγγα, ένας γραμμικός σχηματισμός που κανονικά είχε βάθος οχτώ άνδρες, καμιά φορά όμως διπλό και τριπλό. Όταν η φάλαγγα ήταν πυκνή, τότε, χάρη στον βαρύ οπλισμό των ανδρών, και ιδιαίτερα χάρη στο 190


δόρατο, που ήταν ενάμισυ μπόι μακρύ, είχε σχεδόν ακατανίκητη δύναμη κρούσης. Οι μόνες αδυναμίες της ήταν η δυσκινησία της και η ευπάθεια των πλευρών της. Γι' αυτό, η μεγαλύτερη απειλή προερχόταν από τη δυνατότητα του εχθρού να την περικυκλώσει και να την εξουθενώσει με τα ελαφρά σώματα των τοξοτών και των ιππέων, που ήταν το μεγάλο ατού των Περσών. Η τακτική ιδιοφυία του Μιλτιάδη αντιμετώπισε αυτόν τον κίνδυνο με το τολμηρό σχέδιο ν' αραιώσει όσο γινόταν περισσότερο το κέντρο (κι έτσι ν' αυξήσει το πλάτος του μετώπου) και να διατάξει τους άνδρες του να προωθηθούν ξαφνικά τροχάδην. Μ** αυτόν τον τρόπο απέφυγαν τα εχθρικά βέλη και υπερφαλάγγισαν το ιππικό. Πολλοί απ' τους Πέρσες απωθήθηκαν στους βάλτους, άλλοι κατέφυγαν στα πλοία, όπου συνεχίσθηκε η μάχη. Αυτή ήταν η μάχη του Μαραθώνα. Η νίκη των Αθηναίων οφείλεται και στην πετυχημένη επιλογή του εδάφους: η μάχη δόθηκε στην έξοδο μιας κοιλάδας, όπου τα βουνά κάλυπταν τις δύο πτέρυγες των Αθηναίων και το περσικό ιππικό δεν είχε αρκετό χώρο για ν' αναπτυχθεί. Η συμπεριφορά των Αθηναίων προς τον Μιλτιάδη ήταν γνήσια αθηναϊκή. Όταν ο νικητής του Μαραθώνα, ένα χρόνο αργότερα, επιχείρησε να επιτεθεί στην Πάρο και απότυχε ολοκληρωτικά, τον καταδίκασαν λόγω «απάτης» να πληρώσει ένα εξωφρενικό χρηματικό πρόστιμο (η αρχική πρόταση μάλιστα ήταν να καταδικασθεί σε θάνατο)· ο Μιλτιάδης όμως πέθανε έπειτα από λίγες βδομάδες από μια πληγή που είχε δεχτεί στη μάχη. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τον Θεμιστοκλή και τα σχέδιά του να ενισχυθεί το ναυτικό. Ο Θεμιστοκλής όμως βρήκε ένα καινούργιο αντίπαλο στο πρόσωπο του Αριστείδη, που όσο δίκαιος άλλο τόσο κοντόθωρος ήταν. Ο Αριστείδης είχε μεν την καλή φήμη ότι έκανε περιττά τα δικαστήρια, γιατί όλοι δέχονταν τη διαιτησία του, αλλά, σαν συντηρητικός που ήταν, δεν είχε μάτι για τα μεγάλα προβλήματα της παγκόσμιας πολιτικής. Έγινε λοιπόν για μια ακόμα φορά ο περίφημος οστρακισμός και ο αθηναϊκός λαός διάλεξε το μέλλον, εξορίζοντας τον Αριστείδη. Ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους να καταργήσουν τη διανομή των εσόδων από τα μεταλλεία του Ααυρίου και εισήγαγε ένα είδος φόρου εισοδήματος, την τριηραρχία, σύμφωνα με την οποία οι πλουσιότεροι πολίτες έπρεπε να εξοπλίζουν από ένα πλοίο. Έτσι δημιούργησε μέσα σε λίγα χρόνια ένα μεγάλο στόλο από νέου τύπου πλοία, τις τριήρεις, που ήταν ανώ191


τερα απ' τα προηγούμενα στην ικανότητα ελιγμών και στο πλήθος του πληρώματος. Λέγεται ότι και οι Πέρσες προπαρασκευάζονταν δέκα χρόνια για την καινούρια εκστρατεία. Αυτή η εκδοχή είναι σίγουρα μια ελληνική υπερβολή· στην πραγματικότητα οι Πέρσες είχαν στραμμένη την προσοχή τους σ' άλλα και σημαντικότερα πράγματα: εξεγέρσεις στην Αίγυπτο και τη Βαβυλωνία και διενέξεις γύρω από τον θρόνο, όταν πέθανε ο Δαρείος. Οπωσδήποτε, ο νέος μεγάλος βασιλιάς, ο Ξατζάρσα, γνωστότερος με το ελληνικό του όνομα Ξέρξης, αντιλήφθηκε ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να κατακτηθεί μ' ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα. Αλλά οι αριθμοί που αναφέρει ο Ηρόδοτος είναι παραφουσκωμένοι. Αν ο περσικός στρατός αριθμούσε πάνω από τέσσερα εκατομμύρια άνδρες, όπως ισχυρίζεται, οι στρατιώτες αυτοί θα σχημάτιζαν μια φάλαγγα με μήκος περισσότερα από τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα, μεγαλύτερη από τη βασιλική οδό. Είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς πώς θα μπορούσαν αυτές οι ορδές να ριχτούν πάνω στην Ελλάδα. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Ο Κλάουζεβιτς, που σ' αυτά τα ζητήματα μπορεί να θεωρηθεί η μεγαλύτερη αυθεντία, τονίζει ότι «η αριθμητική υπεροχή είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για την έκβαση μιας μάχης», μόνο'που πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη ώστε να εξισορροπεί τους άλλους παράγοντες: «Αυτή είναι η πρώτη θεμελιώδης αρχή της στρατηγικής. Έτσι γενικά όπως διατυπώνεται εδώ, ισχύει εξίσου για τους Έλληνες και τους Πέρσες, τους Άγγλους και τους Μαχράτ ή τους Γάλλους και τους Γερμανούς.» Αν λοιπόν οι Πέρσες είχαν μια τόσο συντριπτική αριθμητική υπεροχή, θα είχαν νικήσει αναπόφευκτα, πολύ περισσότερο αφού δεν ήταν Μαχράτ παρά ισάξιοι αντίπαλοι. Ο Ξέρξης αποφάσισε να ξαναπιάσει το παλιό σχέδιο του 492. Έβαλε να φτιάξουν γέφυρες πάνω απ' τον Ελλήσποντο, να διατρυπήσουν την επικίνδυνη χερσόνησο του Άθω και να εγκαταστήσουν στη Θράκη αποθήκες ανεφοδιασμού. Ταυτόχρονα έκλεισε επιθετική συμμαχία με τους Καρχηδόνιους εναντίον του Γέλωνα των Συρακουσών, που αντιπροσώπευε τη σημαντικότερη στρατιωτική δύναμη της Δύσης, και όρισε να γίνει η κοινή επίθεση το 480. Επομένως, από τη σκοπιά των μεσογειακών λαών, ήταν ένα είδος παγκοσμίου πολέμου, μια μεγάλη αναμέτρηση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ανατολή. 192


Η βορειότερη γραμμή άμυνας, η κοιλάδα των Τεμπών, εκκενώθηκε, γιατί μακροπρόθεσμα δεν μπορούσε να κρατηθεί. Έτσι οι Πέρσες είχαν στη διάθεσή τους ολόκληρη τη Θεσσαλία, ως ορμητήριο για τις επιχειρήσεις τους. Το ελληνικό εκστρατευτικό σχέδιο ήταν το εξής: ο Λεωνίδας, με εφτά χιλιάδες περίπου Πελοποννήσιους, ανάμεσα στους οποίους τριακόσιοι Σπαρτιάτες, θα συγκρατούσε τον εχθρό στην επόμενη γραμμή άμυνας, το στενό των Θερμοπυλών, ώσπου ο αθηναϊκός στόλος, που ήταν παραταγμένος απέναντι, στη βόρεια άκρη της Εύβοιας κοντά στο ακρωτήρι Αρτεμίσιο, να καταναυμαχούσε τον περσικό. Οι Πέρσες όμως, αν και λίγο πρωτύτερα είχαν χάσει ένα μεγάλο μέρος των πλοίων τους από αβαρίες που έπαθαν στην ακτή της Σηπιάδας, κράτησαν γερά σε μια ναυμαχία που διάρκεσε τρεις μέρες και, έπειτα από δύο αποτυχημένες μετωπικές επιθέσεις, παρέκαμψαν τις θέσεις του Λεωνίδα. Για να γίνει αυτ<^ το τελευταίο δεν χρειαζόταν κανένας Εφιάλτης. Όπως λέει ο κόμης Γιορκ φον Βάρτενμπουργκ, συγγραφέας μιας συνοπτικής αλλά θαυμάσιας παγκόσμιας ιστορίας, «Οι Έλληνες έμοιαζαν, όπως φαίνεται, με τους σημερινούς Γάλλους, για τους οποίους κάθε ήττα πρέπει να οφείλεται σ' ένα προδότη.» Πολλοί μεταγενέστεροι ιστορικοί υποστήριξαν ότι ο Λεωνίδας θυσίασε ανώφελα τους τριακοσίους του. Πάνω σ' αυτό ο Χάινριχ Λέο έκανε την εξής πνευματώδη, όσο και πετυχημένη παρατήρηση: «Οι κριτικοί λένε ότι ο Λεωνίδας θα έπρεπε ν' αποσυρθεί· εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι οι κριτικοί θα είχαν αποσυρθεί.» Υπάρχουν και ηθικές νίκες, κι εξάλλου η θυσία των Σπαρτιατών ήταν και μια πράξη με τεράστια στρατηγική αξία· όπως συμπεραίνει με οξυδέρκεια ο Χανς Ντέλμπρυκ, «δεν ήταν απλή θυσία ούτε απλή μάχη υποχώρησης, αλλά και τα δύο μαζί». Αλλά και η ναυμαχία στο Αρτεμίσιο δεν ήταν άσκοπη: απ' αυτήν έβγαλε ο Θεμιστοκλής το δίδαγμα ότι δεν έπρεπε να ναυμαχήσει με τους Πέρσες στο ανοιχτό πέλαγος, αλλά να διαλέξει στενούς χώρους: χωρίς το Αρτεμίσιο δεν θα υπήρχε η Σαλαμίνα. Αυτή η ναυμαχία, η σημαντικότερη ίσως στην παγκόσμια ιστορία, έγινε δύο μήνες αργότερα, στις 28 Σεπτεμβρίου του 480. Με την εκπόρθηση των Θερμοπυλών, ολόκληρη η Κεντρική Ελλάδα είχε πέσει στα χέρια των Περσών. Αλλά ούτε οι Αθηναίοι ούτε οι Σπαρτιάτες σκέφτονταν να υποταχθούν: οι πρώτοι εγκατέλειψαν την πόλη συν γυναιξί και τέκνοις, οι δεύτεροι υποχώρησαν κάτω απ' τον f'i

193


Ισθμό. Ο εχθρός ερήμωσε την Αττική και πυρπόλησε την Ακρόπολη. Για τον Θεμιστοκλή τώρα το πρόβλημα ήταν να παρασύρει τον Ξέρξη στον πορθμό της Σαλαμίνας, όπου ο περσικός στόλος δεν μπορούσε ν^ αναπτυχθεί, και να τον αναγκάσει να ναυμαχήσει εκεί. Pf αυτό λοιπόν του έστειλε ένα γράμμα, όπου τον πληροφορούσε ότι οι σύμμαχοι είχαν χάσει το ηθικό τους και είχαν ξεσπάσει διαφωνίες ανάμεσά τους, οπότε, αν έκανε τώρα την επίθεσή του, θα μπορούσε να κερδίσει αμέσως τον πόλεμο. Για ένα γνώστη των ελληνικών πραγμάτων, αυτή η είδηση δεν είχε τίποτα το απίθανο, κι έτσι ο μεγάλος βασιλιάς αποφάσισε να επιτεθεί. Παρόλο που τα περσικά πληρώματα έδειξαν φοβερή γενναιότητα, γιατί πολεμούσαν κάτω απ' τα μάτια του Ξέρξη, έγινε αυτό που είχε προβλέψει ο Θεμιστοκλής: τα πολλά καράβια εμπόδιζαν το ένα το άλλο σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν μπορούσαν ούτε καν να υποχωρήσουν με τάξη. Η μάχη άρχισε νωρίς το πρωί και κράτησε ώς το βράδι· όταν, δυο ώρες μετά το ηλιοβασίλεμα, βγήκε το φεγγάρι, δεν φώτισε παρά μόνο περσικά πτώματα, ναυάγια και φευγάτους Πέρσες. Την ίδια εποχή, σύμφωνα μάλιστα με την ελληνική παράδοση την ίδια μέρα, ο Γέλων νίκησε τους Καρχηδόνιους κοντά στον ποταμό Ιμέρα. Ένα χρόνο αργότερα, τον Σεπτέμβρη του 479, στις Πλαταιές, ο ελληνοπερσικός πόλεμος κρίθηκε και στην ξηρά. Οι εδαφικές συνθήκες έμοιαζαν μ** εκείνες του Μαραθώνα: οι βουνοπλαγιές προστάτευαν τις πτέρυγες των οπλιτών από τις επιθέσεις των ιππέων. Αλλά και των Περσών ο αρχιστράτηγος είχε μάθει να είναι προσεχτικός, κι έτσι οι δύο στρατοί έστεκαν για μέρες ακίνητοι ο ένας αντίκρυ στον άλλο. Τελικά οι Έλληνες, που είχαν αρχίσει να υποφέρουν από τις αψιμαχίες με τους Πέρσες τοξότες και ιππείς, είχαν τη σωτήρια έμπνευση να στείλουν τον στόλο τους στην Ασία — μια κίνηση εξαιρετικά επικίνδυνη για τους Πέρσες. Τότε ο Μαρδόνιος δεν είχε άλλη λύση παρά ν** αποτολμήσει την επίθεση. Σκοτώθηκε μαζί με το άνθος του στρατού του· το ιππικό κατάφερε τουλάχιστο να καλύψει την υποχώρηση. Το οχυρωμένο στρατόπεδο των Περσών, με το χαρέμι, τους στάβλους, την κουζίνα του αρχιστράτηγου και μεγάλες ποσότητες χρυσών νομισμάτων, κυριεύθηκε απ' τους Έλληνες. Το δόρατο είχε νικήσει το τόξο. Η ασιατική εκστρατεία ήταν κι αυτή νικηφόρα. Στη χερσόνησο της Μυκάλης, απέναντι απ' τη Σάμο, οι Πέρσες έπαθαν πανωλεθρία τόσο στη θάλασσα όσο και στην ξηρά· πάλι σύμφωνα με την παράδο194


ση, η μάχη αυτή έγινε την ίδια μέρα με τη μάχη των Πλαταιών. Ολόκληρη η Ιωνία ξεσηκώθηκε. Έτσι ο πόλεμος κρίθηκε, πριν ακόμα τελειώσει. Κι αυτό αποκλειστικά χάρη στη μεγαλοφυία του Θεμιστοκλή, που κατάλαβε απ' την αρχή ότι μόνο στη θάλασσα μπορούσαν οι Έλληνες ν"* αντισταθούν αποτελεσματικά. Γιατί στην ξηρά δεν θα μπορούσαν ποτέ να κρατήσουν για πολύ. Αλλά και το γεγονός ότι κατάφεραν να νικήσουν στο νερό φαίνεται σχεδόν σαν θαύμα. Όπως γράφει ο έξοχος στρατιωτικός συγγραφέας Α. Κέστερ, «Αν η τρικυμία που αιφνιδίασε τον περσικό στόλο στο ακρωτήρι της Σηπιάδας είχε ξεσπάσει δώδεκα ώρες αργότερα, είναι πολύ πιθανό ότι η παγκόσμια ιστορία θα είχε ακολουθήσει άλλη πορεία.» Αυτό είναι απόλυτα σωστό, γιατί ο ακέραιος περσικός στόλος θα είχε συντρίψει τον ελληνικό στο Αρτεμίσιο, θα είχε αποκλείσει την Πελοπόννησο και η Ελλάδα θα είχε γίνει σατραπεία. Αλλά εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται το βαθύτερο νόημα της παγκόσμιας ιστορίας: ο κινητήριος τροχός της είναι αόρατος, για ανεξιχνίαστους λόγους ο δείκτης της επιβραδύνεται ξαφνικά, επιταχύνεται, σταματάει ή και κινείται αντίστροφα. Γιατί νικήθηκαν οι Ούννοι στα Καταλαυνικά Πεδία, γιατί η προέλαση των Τούρκων σταμάτησε μπροστά στη Βιέννη, γιατί κατατροπώθηκε αμαχητί η Αρμάδα και γιατί οι Μογγόλοι εγκατέλειψαν τη Σιλεσία παρά τη νίκη τους; Χωρίς αυτές τις μυστηριώδεις μεταστροφές του ρου των γεγονότων η Ευρώπη θα είχε γίνει ουννική, τουρκική, ισπανική, μογγολική. Αυτό που εμείς θεωρούμε ιστορικές αιτίες είναι αποτελέσματα αιτιών που βρίσκονται πέρα από τα όρια της Ιστορίας. Η αληθινή πορεία του κόσμου δεν συνίσταται στα λεγόμενα «κοσμοϊστορικά γεγονότα».

195


ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟ

ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΜΑ

ΤΗΣ

ΑΘΗΝΑΣ

((Βλέπουμε τις περασμένες εποχές μέσα απ* το πέπλο της τέχνης, κι ευτυχώς η τέχνη ξέρει πάντα να κρύβει την αλήθεια,)) ΟΣΚΑΡ ΟΤΑΪΑΝΤ Πλησιάζουμε τώρα στη λεγόμενη «κλασική περίοδο», την εποχή του Περικλή και του Πλάτωνα, έναν ολότελα εξωπραγματικό κόσμο από γύψο και μέρη του λόγου. Σε τ£ οφείλεται αυτό το παράξενο γεγονός, ότι δηλαδή ένα από τα ζωντανότερα πρόσωπα του παγκόσμιου ττνεύματος δεν άφησε στην ανάμνηση της ανθρωπότητας παρά το αποτύπωμα μιας άκαμπτης νεκρικής μάσκας χωρίς μάτια; θ α μπορούσε κανείς ν^ απαντήσει ότι αυτή δυστυχώς είναι η μοίρα της ζωής γενικά. Αλλά η ιστορία ανασκευάζει αυτή τη θλιβερή σοφία. Υπάρχουν εποχές που μας κληροδότησαν μια πολύ δραματική, σπαρταριστή εικόνα, ίσως μάλιστα πιο φανταχτερή απ' όσο ήταν στην πραγματικότητα. Ή μήπως φταίνε οι λεγόμενες «ανώτατες σχολές» και η μυστηριώδης αλχημιστική ικανότητά τους να μετατρέπουν κάθε στοιχείο σε μολύβι; Πραγματικά, είναι γνωστό ότι η εποχή της μέγιστης ακμής του ελληνικού πολιτισμού απολαμβάνει εδώ και πολλούς αιώνες το αμφίβολο προνόμιο να είναι το αγαπημένο παιδί όλων των πανεπιστημιακών δασκάλων. Αλλά ούτε εδώ μπορεί να βρίσκεται η αιτία, γιατί τους ίδιους υποτονικούς Έλληνες τους συναντάμε στον πολύχρωμο, φαντασμαγορικό κόσμο του θεάτρου μας: ακόμα κι όταν περπατάνε πάνω στα σανίδια του πάλκου είναι ασώματα φαντάσματα, και κανένας δεν θα σκεφτόταν στα σοβαρά να θεωρήσει πραγματικά πλάσματα την Ιφιγένεια του Γκαίτε ή τη Σαπφώ του Γκρίλπαρτσερ. 197


Ίσως μάλιστα να μη συγχέουμε απλώς το δικό μας χλωμό όραμα για τους αρχαίους Έλληνες, παρά την εικόνα που ε(χαν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους, με τη ζωή τους: εκείνο που δημιούργησαν μ' εκείνο που ήταν οι ίδιοι, την πραγματικότητα με την αφαίρεση της σμίλης και του λόγου, το μοντέλο με το στιλιζαρισμένο πορτρέτο. Γιατί, αναμφίβολα, είναι ένα γενικό ψυχολογικό φαινόμενο ότι κάθε μορφή τέχνης στιλιζάρει, ακόμα και η νατουραλιστικότερη και πιστότερη στην πραγματικότητα, και κάθε πράξη, τη στιγμή που γίνεται, είναι νατουραλιστική, ακόμα και η ιδεαλιστικότερη και ουτοπικότερη. Ακόμα και το πιο απρόσωπο καλλιτεχνικό προϊόν αλλάζει την πραγματικότητα: ακόμα και μια φωτογραφία δεν είναι ποτέ εντελώς «όμοια» με το αντικείμενό της όπως είναι όμοια δύο τρίγωνα, γιατί έχει περάσει μέσα από έναν άνθρωπο. Ακόμα και η ευγενέστερη ηρωική πράξη της παγκόσμιας ιστορίας ήταν, τη στιγμή που έγινε, ένα «πεζό» γεγονός, που το αποτελούσαν καθημερινές στιγμές χωρίς κανένα «στιλ». Ο πραγματικός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος της καθημερινής ρουτίνας, ο άνθρωπος με τις μικρές επιθυμίες και τα μεγάλα βάρη, ο αφανής δουλευτής του εργαστήριου και του χωραφιού, ο αθόρυβος πρωταγωνιστής του δρόμου και του δωματίου, ο άνθρωπος που κάνει στην άκρη για ν' αποφύγει ένα κάρο, χαιρετάει τον γνωστό του και κοιτάζει τι καιρό κάνει, ο άνθρωπος που μυρίζει ένα λουλούδι, τρώει ένα ψάρι ή χύνει νερό στο κεφάλι του, ο άνθρωπος που το λεξιλόγιό του εξαντλείται σε μερικές τυποποιημένες φράσεις, έτοιμες να χρησιμοποιηθούν μόλις εμφανισθούν τα εξίσου καθημερινά και επαναλαμβανόμενα ερεθίσματά τους, ο άνθρωπος που κάνει τη δουλειά του με την κανονικότητα του σφυγμού του, παρόλο που αυτή η δουλειά μόνο σε δέκα ή είκοσι ανθρώπους εξασκεί αισθητή επίδραση κι ωστόσο δεν είναι μόνο γι' αυτόν η ανάσα και το οξυγόνο του, παρά και για ολόκληρο τον πολιτισμό του καιρού του, που δεν αποτελείται από τίποτα άλλο παρά από το άθροισμα όλων αυτών των ταπεινών σκιρτημάτων της ζωής. Αλλά η τέχνη δεν μπορεί ποτέ να ζωγραφίσει αυτόν τον άνθρωπο, τον μοναδικό πραγματικό άνθρωπο, που η ύπαρξή του αποτελείται, θα λέγαμε, από ένα πλήθος τυνευματικές μοριακές κινήσεις: σ' αυτό ακριβώς βρίσκεται το μεγαλείο της τέχνης και η δικαίωσή της, στο ότι δηλαδή δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Καλύτερα από παντού 198


αλλού φαίνεται αυτό στο θέατρο. Ο Λάουμπε είπε κάποτε ότι ο ηθοποιός πρέπει να έχει μια πλατειά σφραγίδα, που, όταν λείπει, δεν μπορεί ν' αντισταθμισθεί από κανένα άλλο ταλέντο. Αυτή η «πλατιά σφραγίδα» είναι η συμπύκνωση σε μια εικόνα, μια ιδιότητα που η τέχνη την έχει πάντα, ενώ η ζωή ποτέ. Υπάρχουν βέβαια πολλοί άνθρωποι που νομίζουν ότι εκφράζουν τον ανώτατο δυνατό έπαινο για έναν ηθοποιό όταν λένε ότι ήταν «όπως ακριβώς στη ζωή»· αυτή όμως είναι μια ολότελα ερασιτεχνική κρίση. Αν ο ηθοποιός ήταν όπως ακριβώς στη ζωή, δεν θα ήταν ούτε καλός ούτε κακός, παρά αόρατος, Αν θέλει να φέρει στη σκηνή μια από τις καθημερινές πράξεις για τις οποίες μιλούσαμε τώρα δα, πρέπει να την παραστήσει. Πρέπει, θα λέγαμε, να δη��ιουργήσει το μονόγραμμα ενός ανθρώπου που κοιτάζει τι καιρό κάνει, μυρίζει ένα λουλούδι και τρώει ένα ψάρι. Είναι τόσο πιο φυσικός όσο υποβλητικότερα ενσαρκώνει την ιδέα της φυσικότητας. Ακόμα κι αν έπρεπε να παίξει τον ίδιο του τον εαυτό, πάλι θα έπρεπε ν' αυτομεταφερθεί στην εικόνα που έχει ο κόσμος γι' αυτόν επειδή όμως αυτή η εικόνα του είναι εντελώς άγνωστη (όπως κανένας δεν ξέρει τη φωνή του και το πρόσωπό του), γι' αυτό ο μόνος ρόλος που ποτέ δεν κατάφερε να παίξει πετυχημένα ένας ηθοποιός είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Παρόμοια και μια πολιτιστική περίοδος δεν μπορεί ν' απεικονίσει τον εαυτό της στην τέχνη της. Μοιάζει μάλιστα με τον ηθοποιό και από μια πρόσθετη άποψη: εκείνο που κατορθώνει ν' απεικονίσει καλύτερα από κάθε τι άλλο είναι το συμπλήρωμά της, το ψυχικό της ταίρι, η ιδανική της εικόνα, το πλατωνικό «έτερον ήμισυ», που το αναζητεί στη ζωή παθιασμένα όσο και μάταια. Απ' αυτή τη λαχτάρα της ψυχής πηγάζει η δύναμη της καλλιτεχνικής μετουσίωσης. Ίσως το εντυπωσιακότερο παράδειγμα είναι η λεγόμενη «ιδρυτική περίοδος», η εποχή που ακολούθησε τον Γαλλογερμανικό πόλεμο. Η τέχνη της είναι γεμάτη από τις αλλόκοτες φαντασιώσεις του Μπαίκλιν, τις κυκλώπειες παραισθήσεις του Ροντέν, τις επικλήσεις λησμονημένων γιγάντων και ηρώων από τον Βάγκνερ, τον ζοφερό χορό των βρυκολάκων του Ίψεν, τα μεγαλεπήβολα οράματα του Ζαρατούστρα. Το πρόσωπο και τα ρούχα των αγαλμάτων είναι γεμάτα άκαμπτες, επιβλητικές ζάρες. Ο στρατώνας είναι κάστρο, το χρηματιστήριο ναός, η τράπεζα παλάτι. Οι εσωτερικοί χώροι είναι πλημμυρισμένοι στο χρυσό και βελουδένιο λούσο, στους καθρέφτες και τους πολυέλαιους, το 199


σαλόνι είναι αίθουσα ακροάσεων, η τραπεζαρία είναι ο πύργος κάποιου ιππότη. Και η πραγματικότητα που κρυβόταν πίσω απ' όλα αυτά ήταν ένα μπουλούκι από άχαρους, αγχώδεις, μαυροντυμένους μικροαστούς που περνούσαν τη μέρα τους σε πνιγηρά γραφεία και μουντές μπυραρίες, σκαρφαλωμένοι σε γελοία ποδήλατα και διώροφα λεωφορεία, τυλιγμένοι στην καταθλιπτική αχλύ του αεριόφωτου, του ταμπάκου και του ατμού των τρένων. Κάθε ιστορική εποχή που έχει ξεφύγει από τη θύμησή μας την ατενίζουμε μέσα από την τέχνη της. Π.χ. τον άνθρωπο της εποχής της Μεταρρύθμισης τον βλέπουμε σαν ένα είδος ξυλογραφίας, γιατί αυτόν τον χαρακτήρα είχε η καλλιτεχ\;ική πρακτική του. Γι' αυτό η Ιστορία δεν διαθέτει παρά στιλιζαρισμένες ζωγραφιές. Αλλά και πάλι μένει ανεξήγητο γιατί η εικόνα που έχουμε ίσα-ίσα για τους αρχαίους Έλληνες είναι τόσο απίστευτα αφηρημένη. Γιατί, αν καλοεξετάσουμε τα πράγματα, η τέχνη τους δεν είναι και τόσο ιδανική όσο μαθαίνουμε στο σχολείο. Ας σκεφτούμε ότι σε μια από τις περιφημότερες αναπαραστάσεις της σεπτής Παλλάδας η θεά κρατάει παρασόλι, ότι ο Πίνδαρος, στους μεγαλοπρεπείς παιάνες του, κάνει υπαινιγμούς για την αμοιβή του, ότι οι ήρωες της κωμωδίας βωμολοχούν μ' ενθουσιασμό, ξεψειρίζονται και ρεύονται (για να μη μιλήσουμε για ακόμα χειρότερους θορύβους), ότι ο πλατωνικός Σωκράτης δανείζεται σχεδόν όλα τα παραδείγματα και παρομοιώσεις από το πεζοδρόμιο, ότι μερικές Αφροδίτες είναι φτιαγμένες τόσο αισθησιακά που θά 'λεγες πως αναδίνουν μια σωματική ζεστασιά, και ότι η ωμότητα με την οποία ο Θουκυδίδης κάνει τις πολιτικές και ο Ευριπίδης τις ψυχολογικές αναλύσεις του δεν έχει ξεπεραστεί ώς σήμερα. Κι όλα αυτά ήταν επιδόσεις που ακόμα και οι ίδιοι οι Έλληνες τις αναγνώριζαν ως «κλασικές». Η εικόνα χάνει ακόμα περισσότερο από το παραδοσιακό λούστρο της αν εξετάσουμε τις δευτερότερες καλλιτεχνικές δημιουργίες: τους μιμίαμβους του Ηρώνδα, που θα σοκάριζαν ακόμα και τους θαμώνες ενός σημερινού τεκέ, τους χαρακτήρες του Θεόφραστου, που σφύζουν από ζωή, τις τερακότες, που είναι ρεαλιστικές σε βαθμό γελοιογράφησης, το πλήθος των λόγων και κειμένων, όπου ξεδιπλώνεται σ' όλο του το μεγαλείο το ταλέντο των Ελλήνων στην πολεμική και η εκρηκτική ιδιοσυγκρασία τους, και τέλος —πράγμα που κι αυτό αποτελεί έκφραση του καλλιτεχνικού αισθήματος— την αμφίεση, που ήταν η απλούστερη και φυσικότερη του κόσμου. 200


Γιατί λοιπόν εμείς στιλιζάρουμε τόσο πολύ τους αρχαίους Έλληνες; Εδώ εκδηλώνεται, πιθανότατα, κάτι που κι αυτό συνήθως παραβλέπεται στην καθιερωμένη θεώρηση των Ελλήνων: το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες μας είναι μακρινοί και ξένοι. Συγχέουμε την επαφή με την εξοικείωση, τη γνώση με την επίγνωση. Αιώνες τώρα ασχολούμαστε εντατικά με τους Έλληνες χωρίς ποτέ να εξοικειωθούμε μαζί τους. Μοιάζουν με ορισμένες ιστορικές προσωπικότητες που η μοίρα τους ήταν να ζήσουν μόνιμα πίσω από πέπλα, όπως για παράδειγμα ο Βάλενσταϊν, που πριν ακόμα πεθάνει ήταν θρύλος και με τον καιρό γινόταν όλο και θρυλικότερος, έτσι ώστε ο Σίλερ, παρά της εμπεριστατωμένες επιστημονικές μελέτες που υτυήρχαν, δεν είχε άλλη λύση παρά να τον επινοήσει. Αποτελεί όμως ψυχολογικό γεγονός ότι κάθε τι που δεν καταλαβαίνουμε, που μας είναι ξένο, κάθε τι που δεν είμαστε εμείς, μας φαίνεται στιλιζαρισμένο, και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο λιγότερο το κουβαλάμε μέσα μας. Γι' αυτό και κάθε φυσικό συμβάν, πλημμύρα ή σεισμός, θύελλα ή φουρτούνα, ακόμα και η χιονόπτωση και το θρόισμα των φύλλων του δάσους, έχει στη φαντασία μας ένα ορισμένο στιλ· το ίδιο και κάθε θηριοτροφείο, κάθε θερμοκήπιο, κάθε ινδιάνικο χωριό. Οι Έλληνες όμως, παρόλο που ένα πολύ μεγάλο μέρος του πολιτισμού μας κατάγεται απ' αυτούς, είναι για μας πολύ εξωτικοί, ακόμα περισσότερο μάλιστα: είναι μυθικά όντα, όχι πιο πραγματικά απ' όσο ο Κινέζος για το μικρό παιδί, που μπορεί ν' ακούει πολύ συχνά γι' αυτόν και ν' ασχολείται μαζί του στη φαντασία του, αλλά δεν πιστεύει ούτε μια στιγμή στα σοβαρά ότι υπάρχουν πράγματι Κινέζοι. Ο Άντερσεν, που τόσο γοητευτικά ήξερε να διεισδύει στην παιδική ψυχή, αρχίζει το παραμύθι του «Το αηδόνι» με τα λόγια: «Στην Κίνα, πρέπει να ξέρεις, ο αυτοκράτορας είναι Κινέζος, κι όλοι οι αυλικοί του είναι κι αυτοί Κινέζοι.» Και πράγματι, ακόμα κι αυτό το αυτονόητο γεγονός, ότι στην Κίνα ο αυτοκράτορας και οι αυλικοί του είναι Κινέζοι, θα πρέπει να φαίνεται πολύ παράξενο σ' ένα παιδί, αφού στην Κίνα δεν υπάρχει τίποτα απολύτως! Και το ίδιο συμβαίνει και σε μας όταν ασχολούμαστε με τους αρχαίους Έλληνες. Μας φαίνεται σαν φοιτητικό ανέκδοτο ότι είχαν κοντυλομάχαιρα και κλειδιά, εισιτήρια για το θέατρο και σημειωματάρια, δοχεία νυκτός και κοριούς. Το χάσμα είναι αγεφύρωτο. Αν παρ' όλα αυτά, εδώ και δυο αιώνες, δεν προσπαθούμε^ονάχα να τους κατανοήσουμε, αλλά και πασκίζουμε επίμονα να τους μι201


μηθούμε, αυτό είναι μια από εκείνες τις αδιόρθωτες παλαβομάρες που κάνουν υποφερτή την ανθρώπινη ύπαρξη. Όπως είναι γνωστό, η εποχή που άρχισε με τη μεγάλη ήττα των Περσών και τελείωσε με την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου θεωρείται η καθαυτό περίοδος ακμής της Ελλάδας. Οι φοιτητές και οι μαθητές τη φοβούνται ως εξεταστέα ύλη και θέμα έκθεσης, γιατί έχει το αποθαρρυντικό όνομα «πεντηκονταετία»: ο Θουκυδίδης χαρακτήρισε μ^ αυτή τη λέξη, που την έπλασε ο ίδιος, το παραπάνω χρονικό διάστημα, που καλύπτει σχεδόν ακριβώς πενήντα χρόνια* στη γερμανική γλώσσα δεν υπάρχει αντίστοιχη λέξη, το πολύ θα μπορούσαμε να πούμε «ημιαιώνας». Αναρωτιέται κανείς τι θα είχε συμβεί αν οι Πέρσες είχαν νικήσει ή αν, αντίθετα, ο ελληνισμός είχε νικήσει ολοκληρωτικά, δηλαδή είχε επιτευχθεί η ελληνική ενότητα, όπως επιτεύχ^κε η γερμανική ενότητα μετά το 1866 και το 1870. Αν είχε πραγματοποιηθεί το πρώτο ενδεχόμενο, είναι πολύ πιθανό ότι ο ελληνικός πολιτισμός θα είχε συνεχίσει την εξέλιξή του, υπό την επικυριαρχία του μεγάλου βασιλιά στη Βαλκανική χερσόνησο, το ίδιο ήσυχα όσο στη Μικρά Ασία, γιατί μια από τις ευγενέστερες ιδιότητες των Περσών ήταν η ανεκτικότητά τους απέναντι σε ξένους τρόπους ζωής και, εκτός απ^ αυτό, είχαν αρχίσει οι ίδιοι να γίνονται ελληνομανείς, μια και, όπως όλοι οι άλλοι λαοί, υτ^ωτίσθηκαν κι αυτοί από την ελληνική τέχνη και επιστήμη. Στη δεύτερη περίπτωση θα είχε γίνει μια οριστική αναμέτρηση αφ' ενός με τους Πέρσες, όπως σχεδιάσθηκε αργότερα από τον Φίλιππο και πραγματοποιήθηκε από τον Αλέξανδρο, και αφ' ετέρου με την Καρχηδόνα, όπως τη συνέλαβε ο Αλέξανδρος και την υλοποίησαν οι Ρωμαίοι* τότε η απώτερη συνέπεια ίσως να ήταν η παγκόσμια κυριαρχία του ελληνισμού. Με μια λέξη: στην πρώτη περίπτωση οι Έλληνες θα είχαν παίξει τον ίδιο ιστορικό ρόλο σαν κι αυτόν που έπαιξαν όταν υποτάχ^καν στους Ρωμαίους, ενώ στη δεύτερη τον ρόλο που έπαιξαν οι ίδιοι οι Ρωμαίοι. Αλλά και στις δυο περιπτώσεις δεν θα είχε εμφανισθεί αυτό το αθάνατο δημιούργημα που λέγεται ελληνικός πολιτισμός, δηλαδή εκείνη η απαράμιλλη ελευθερία που διαπότιζε κάθε τι το ελληνικό: γιατί τόσο η δουλεία όσο και η κυριαρχία δεν αφήνουν το πνεύμα να φτάσει στην ανώτατη άνθησή του. Ο δούλος και ο τύραννος ανασαίνουν τον ίδιο ττνιγηρό αέρα, και αν η Ελλάδα είχε γίνει το κέντρο μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας θα είχε πέσει στον ίδιο μαρασμό ό202


πως κι αν είχε γίνει περσική σατραπεία. Η πρώτη πολιτική συνέπεια των ελληνικών νικών ήταν η γρήγορη άνοδος της Αθήνας. Η πόλη του Θεμιστοκλή ίδρυσε το 478 την Αττική Συμμαχία, που λέγεται και Συμμαχία της Δήλου, γιατί οι συνελεύσεις των συμμαχικών πόλεων γίνονταν στη Δήλο και στο ίδιο νησί φυλαγόταν το συμμαχικό ταμείο. Η συμμαχία, που απλω��όταν στο μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου, περιλαμβάνοντας σχεδόν τριακόσιες πόλεις, ήταν θεωρητικά ένα στρατιωτικό σύμφωνο εναντίον των Περσών και όλα τα μέλη της έπρεπε να είναι αυτόνομα και ισότιμα* οι σύμμαχοι που δεν μπορούσαν να διαθέσουν πλοία και πληρώματα μπορούσαν ν' αντικαταστήσουν αυτή την υποχρέωση με μια χρηματική εισφορά. Πολύ γρήγορα όμως φάνηκε ότι η απελευθέρωση από τον περσικό ζυγό δεν ήταν για την Αθήνα παρά η πρόφαση για να επιβάλει η ίδια σ' όλους τους Ίωνες τον ζυγό μιας βίαιης και ιδιοτελούς ηγεμονίας. Η χρηματική εισφορά έγινε πολύ σύντομα φόρος υποτέλειας, που η Αθήνα τον χρησιμοποιούσε όπως της άρεσε, κι αυτό επισφραγίσθηκε όταν, εικοσιπέντε χρόνια μετά την ίδρυση της συμμαχίας, τό συμμαχικό ταμείο μεταφέρθηκε στην Ακρόπολη* οι συμμαχικές πόλεις χαρακτηρίζονταν επίσημα «υπήκοοι», εκτός από λίγες εξαιρέσεις, και πολλές απ^ αυτές αναγκάσθηκαν να δεχτούν αττικές φρουρές και κυβερνητικούς επίτροπους, που έχωναν τη μύτη τους στην εσωτερική διοίκηση. Αλλά ο ενοχλητικότερος κανονισμός ήταν η υποχρέωση των συμμάχων να λύνουν τις διαφορές τους μπροστά στα αθηναϊκά ορκωτά δικαστήρια. Αυτό δεν ήταν μόνον, όπως παρατήρησε εύστοχα ο Ντρόιζεν, «βασιλικός παρεμβατισμός με δημοκρατικό μανδύα», αλλά σήμαινε και την ενθρόνιση του όχλου, στο τάισμα του οποίου πήγαιναν τα έξοδα των δικών και τα λεφτά από τα «λαδώματα», ενώ ένα μεγάλο μέρος των συμμαχικών φόρων ξοδεύονταν για τον εξωραϊσμό της Αθήνας. Η αδιαφορία των Αθηναίων για τον αρχικό σκοπό της συμμαχίας φαίνεται από το γεγονός ότι γκρέμιζαν τα τείχη τών πόλεων που στασίαζαν, γιατί τις φοβόντουσαν περισσότερο από όσο τους Πέρσες. Για να μη πολυλογούμε, ο Πλάτων είχε απόλυτα δίκιο όταν έλεγε ότι η συμμαχία ήταν «οιονεί τυραννίς». Αλλά, ευτυχώς για την Αθήνα, ήταν μόνο μικρογραφία τυραννίδας. Με τα σημερινά κριτήρια, η «αττική αυτοκρατορία» δεν αξίζει αυτό το όνομα ούτε στην έκταση ούτε, πολύ λιγότερο, στην οργάνωση, γιατί η Αθήνα δεν έπαψε να είναι μια πόλις^ και μια πόλις 203


δεν μπορεί παρά να έχει απλώς υποδεέστερά της προάστια, που τα καταπιέζει και τα εκμεταλλεύεται. Στον νικητή της Σαλαμίνας οι Αθηναίοι φέρθηκαν με την ίδια αγνωμοσύνη που έδειξαν και στον νικητή του Μαραθώνα. Ο Θεμιστοκλής ήταν υπέρμαχος της μεγαλοδυναμικής πολιτικής της Αθήνας και γι' αυτόν τον λόγο η αναμέτρηση με την Σπάρτη του φαινόταν σπουδαιότερη από τον αγώνα εναντίον των Περσών. Αφού έμεινε στα πράγματα καμιά δεκαριά χρόνια, υπόκυψε στη συνδυασμένη επίθεση των «λακωνιζόντων», που ερωτοτροπούσαν με τη Σπάρτη, των αριστοκρατών, που τον φθονούσαν για την ηγετική του θέση, και των ριζοσπαστικών δημοκρατών, που τον έβλεπαν σαν τύραννο, γιατί ήθελαν να τυραννούν οι ίδιοι το κράτος. Ο Θεμιστοκλής κατηγορήθηκε για «μηδισμό», δηλαδή περσοφιλία, εξορίσθηκε και κατέφυγε στον μεγάλο βασιλιά Αρταξέρξη, που απόδειξε και πάλι ότι οι Πέρσες ξεπερνούσαν πολύ τους Έλληνες σε μεγαλοψυχία και σεβασμό προς τη μεγαλοφυία, γιατί όχι μόνο τον δέχτηκε φιλικά, αλλά και τον γέμισε τιμές και τον έκανε ηγεμόνα της Μαγνησίας. Έχουν βρεθεί όστρακα με το όνομα «Θεμιστοκλής», κι αν στοχαστεί κανείς λιγάκι γύρω από ένα τέτοιο πήλινο θρύψαλο μπορεί να βγάλει από μέσα του ολόκληρη φιλοσοφία της Ιστορίας. Το μεγαλύτερο ειρηνικό έργο που έκανε ο Θεμιστοκλής ήταν ο Πειραιάς με τα τεράστια οπλοστάσιά του, τους νεώσοικους και τα ναυπηγεία του. Ο Πειραιάς ήταν το μεγαλύτερο πολεμικό λιμάνι των Ελλήνων και το σημαντικότερο εμπορικό λιμάνι ολόκληρου του μεσογειακού κόσμου. Οι γερές οχυρώσεις του, τα λεγόμενα «Μακρά τείχη», έκαναν την Αθήνα παραθαλάσσιο φρούριο, γιατί προχωρούσαν μέσα στη στεριά σ** απόσταση μιάμισης ώρας από την παραλία. Η πόλη είχε χτιστεί απόλυτα συμμετρικά από τον Ιππόδαμο τον Μιλήσιο, τον εξοχότερο αρχιτέκτονα του καιρού του: με ίσιους δρόμους που τέμνονταν ορθογώνια· σύμφωνα με το ίδιο σχέδιο ο Ιππόδαμος είχε ανοικοδομήσει πρωτύτερα τη γενέτειρά του και αργότερα το εφάρμοσε στους θουρίους της Κάτω Ιταλίας και στη Ρόδο, δύο πόλεις προορισμένες να γνωρίσουν μεγάλη ακμή. Αυτή η πολεοδομική μέθοδος έγινε της μόδας (καθιερώθηκε μάλιστα ο χαρακτηρισμός «ιπποδάμειες πόλεις») και εφαρμόσθηκε αργότερα στη μεγαλύτερη απ' όλες τις αρχιτεκτονημένες πόλεις, την Αλεξάνδρεια. Μετά τον Θεμιστοκλή απόκτησε μεγάλη επιρροή ο Κίμων, ο 204


γιός του Μιλτιάδη. Υποστήριζε την προσέγγιση με τη Σπάρτη, γιατί πίστευε ότι χωρίς τη Σπάρτη η Ελλάδα ήταν «κουτσή στο ένα πόδι», και τη δραστήρια συνέχιση του πολέμου εναντίον των Περσών. Και πράγματι, το 467 κατόρθωσε να νικήσει τους Πέρσες σε μια αποφασιστική ναυμαχία που έγινε στην εκβολή του Ευρυμέδοντα, ενός ποταμού της νότιας Μικράς Ασίας. Ο πολύ μεγάλος εχθρικός στόλος δεν υπερτερούσε μόνον αριθμητικά, αλλά διέθετε και εξαίρετους Φοίνικες ναύτες. Έγινε όμως ό,τι και στη Σαλαμίνα: τα πλοία δεν μπορούσαν να ελιχθούν στον στενό κόλπο, τα πληρώματά τους κατέφυγαν στην ξηρά και εξοντώθηκαν μαζί με τον περσικό στρατό από τους Έλληνες, που έκαναν απόβαση. Για μια φορά ακόμα το δόρατο είχε νικήσει το τόξο. Οι επιτυχίες αυτές προκάλεσαν τον φθόνο των Σπαρτιατών, που στις δικές τους υποθέσεις τους κυνηγούσε η γκίνια. Μια εξέγερση των ειλώτων, που ξέσπασε με αφορμή ένα μεγάλο σεισμό και υποστηριζόταν από τον βασιλιά Παυσανία, τον νικητή των Πλαταιών (που έλπιζε ότι με μια επανάσταση θα γινόταν ανεξάρτητος από τους εφόρους), τους έβαλε σε μεγάλους μπελάδες. Το εκστρατευτικό σώμα που τους έστειλε η Αθήνα για βοήθεια, σύμφωνα με τις συνθήκες, δεν κατάφερε πολλά πράγματα, γι^ αυτό κι οι Σπαρτιάτες το έστειλαν πίσω. Αυτό θεωρήθηκε από τους Αθηναίους προσβολή. Το αποτέλεσμα ήταν ρήξη με τη Σπάρτη και, ταυτόχρονα, πτώση του Κίμωνα, που οστρακίσθηκε. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν ν' ακολουθήσουν καινούρια πολιτική: τον διμέτωπο πόλεμο εναντίον της Περσίας και της Σπάρτης. Αλλά, στηριγμένοι αποκλειστικά στη μικρή βάση που πρόσφερε η αττική γη και στους αναξιόπιστους συμμάχους τους, δεν μπορούσαν μακροπρόθεσμα να τα βγάλουν πέρα. Η μόνη σημαντική επιτυχία του πολυκύμαντου πολέμου ήταν η κατάκτηση της Αίγινας, χάρη στην οποία οι Αθηναίοι έβγαλαν από τη μέση έναν επικίνδυνο αντίζηλο, αλλά παράλληλα κατέστρεψαν την υπέροχη αιγινίτικη τέχνη πάνω στη μεγαλύτερη άνθησή της. Έτσι, γύρω στα μέσα του αιώνα, οι Αθηναίοι έκλεισαν ειρήνη και με τους δυο αντιπάλους τους: το 448 με την Περσία, αναγνωρίζοντας σιωτϋηρά τις περσικές κτήσεις, και το 446 με τη Σπάρτη, οπότε οι δύο πόλεις ανέλαβαν την υποχρέωση να λύνουν τις διαφορές τους μπροστά σ' ένα διαιτητικό δικαστήριο και να μη προσπαθούν ν' αποσπούν συμμάχους η μια από την άλλη. Μ' αυτόν τον τρόπο αναγνωρίσθηκε επίσημα η διαρχία· αλλά την τυνευ205


ματική ηγεμονία δεν μπορούσε να την αμφισβητήσει κανένας από την Αθήνα: η πόλη της Παλλάδας θεωρούνταν «μορφωτικό κέντρο», «μεγάλο σχολείο της σοφίας» για ολόκληρη την Ελλάδα, ή, όπως έλεγε ακόμα επιγραμματικότερα ο κόσμος, «Ελλάδα της Ελλάδας». Από την άλλη μεριά, η ελληνική Δύση ήταν ένα είδος Αμερικής: ένας κόσμος αποίκων, μ' ένα ανεξάντλητα εύφορο έδαφος, με μια τέχνη κι ένα πολιτισμό από δεύτερο χέρι, ένα καθόλου ελληνικό πάθος για το «τέμπο» και τον εντυπωσιασμό, την επίδειξη και την ελεφαντίαση (ο ναός του Απόλλωνα στη Σελινούντα και ο ναός του Δία στον Ακράγαντα είχαν κίονες που στ' αυλάκια τους χωρούσε ολόκληρος άνθρωπος), καθώς επίσης μια κάποια προδιάθεση για το χιούμορ (σικελική κωμωδία) και τον αποκρυφισμό (Πυθαγόρειοι)· ως χώρα του μαμωνισμού και των απεριόριστων δυνατοτήτων, ήταν ο ελπιδοφόρος προορισμός όλων των «απαυδισμένων από την Ευρώπη». Αλλά φυσικά, όταν κάνουμε αυτόν τον παραλληλισμό, πρέπει να φανταζόμαστε αυτόν τον «Νέο Κόσμο» των αρχαίων σε μικρή κλίμακα και να μη ξεχνάμε ότι και οι Έλληνες της Κάτω Ιταλίας ήταν Έλληνες, που πήραν μαζί τους στα ξένα το πνεύμα και το γούστο τους. Αντίκρυ, στον κόλπο της Τύνιδας, βρισκόταν η Καρχηδόνα, η «Νέα Πόλη», που ήταν ήδη σημαντική δύναμη, πρωτεύουσα ενός μεγάλου αφρικανικού κράτους και πλουσιότερο εμπορικό κέντρο των Φοινίκων. Η Καρχηδόνα είχε ήδη υποσκελίσει από καιρό τη μητρόπολή της, την Τύρο, και εξουσίαζε μεγάλα τμήματα της Ισπανίας, της Σαρδηνίας και της Σικελίας, όντας έτσι ο φυσικός εχθρός όλων των πληθυσμών της Ιταλίας, Ετρούσκων, Ελλήνων και Ρωμαίων. Κατά τα άλλα, ο πολιτισμός της Καρχηδόνας δεν ήταν ούτε βάρβαρος ούτε αυτόχθων, γιατί ήταν εξίσου εττηρεασμένος από τον ελληνικό όσο αργότερα ο ρωμαϊκός πολιτισμός. Στη διάρκεια του πέμπτου αιώνα το ελληνικό έθνος γνωρίζει μια ανάπτυξη, που σε πληθωρικότητα και ταχύτητα ίσως να μην έχει το ταίρι της στην παγκόσμια ιστορία. Όλες οι τόσο γόνιμες δημιουργίες του γεννήθηκαν με ξαφνικούς και βίαιους σπασμούς, όπως πετιέται ο σπόρος του φυτού μέσα από το κέλυφος. Χάρη στη μετανάστευση απ' όλες τις ελληνικές επαρχίες, αλλά και από βαρβαρικές χώρες όπως η Αυδία, η Φοινίκη και η Αίγυπτος, ο πληθυσμός των μεγάλων πόλεων αυξήθηκε γοργά: στο δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα η Αθήνα αριθμούσε ήδη πάνω από εκατό χιλιάδες ψυχές —πέντε φορές 206


περισσότερες απ^ όσες στην εποχή των Πεισιστρατιδών—, οι Συρακούσες δεν είχαν πολύ λιγότερες, της Κορίνθου ο πληθυσμός πλησίαζε τις ενενήντα χιλιάδες, της Μιλήτου ήταν καμι�� εξηνταριά χιλιάδες, της Θήβας γύρω στις τριάντα χιλιάδες — αριθμός που με τα κριτήρια εκείνης της εποχής έφτανε για να θεωρηθεί και η Θήβα μεγαλούπολη. Αυτό φυσικά σήμαινε μια εξίσου ραγδαία αύξηση του προλεταριάτου και του μικρομεσαίου στρώματος: όλες οι πόλεις ήταν γεμάτες από τεχνίτες και μαθητευόμενους, λιανοπωλητές και γυρολόγους, ναυτικούς και αγωγιάτες. Η έντονη οικοδομική δρατηριότητα, ιδιαίτερα η δημόσια^ έδινε ψωμί σ' ένα πλήθος από επαγγελματίες: ζωγράφους και βαφιάδες, γλύπτες και λιθοξόους, μεταλλευτές και χρυσοχόους, βυρσοδέψες και φιλντισάδες, υφαντές και σκοινάδες, κεντητές και χαράκτες. Η κατανομή εργασίας ήταν ήδη πολύ προχωρημένη: υπήρχαν ειδικοί τεχνίτες για την κατασκευή δοράτων, δρεπανιών, λοφίων, κορινθιακών κρανών με σταθερές παραγναθίδες, αττικών κρανών με πτυσσόμενες παραγναθίδες, ανδρικών και γυναικείων παπουτσιών στην υποδηματοποιία, άλλος έκοβε το πετσί, άλλος το έραβε, και με τον ίδιο τρόπο υττήρχαν ειδικοί κόφτες για φορέματα. Από την άλλη μεριά, όμως, με τον υπερπληθυσμό και με τον υπερπόντιο ανταγωνισμό η γεωργία έπεσε σε κρίση. Βέβαια, η καλλιέργεια των λαχανικών και των κηπευτικών, της ελιάς και του αμπελιού τελειοποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό και συντηρούσε ένα σωρό μικροκτηματίες, αλλά οι μεγάλες μεταπτώσεις των τιμών της αγοράς και, προπαντός, οι καταστροφές από τους πολέμους οδηγούσαν πολύ συχνά στη χρεωκοπία τους. 'Οπως αναφέραμε ήδη, οι Έλληνες είχαν το βάρβαρο έθιμο να ερημώνουν εντελώς την εχθρική γη, από σκέτη κακία, να καίνε τα δάση, να χερσώνουν τα χωράφια, να ξεριζώνουν τα ωφέλιμα δέντρα. Επειδή τα πολυτιμότερα από αυτά τα δέντρα μεγαλώνουν πολύ αργά (η ελιά φτάνει στο αποκορύφωμα της παραγωγικότητάς της έπειτα από δεκάξι ώς δεκαοχτώ χρόνια), οι συνέπειες ήταν καταστροφικές. Εκείνοι που έβγαιναν ωφελημένοι ήταν οι μεγάλοι κερδοσκόποι, που αγόραζαν τα υποβαθμισμένα χωράφια για πενταροδεκάρες και σιγά-σιγά τα βελτίωναν πάλι. Γενικά, με τον καιρό αναπτύχθηκαν σχετικά μεγάλα εργοστάσια, εμπορικές εταιρίες, υποστατικά. Αυτή ήταν η αρχαία μορφή του καπιταλισμού. Το αλεύρι και το ψωμί, τα έπιπλα και τα αγγεία, τα μεταλλικά και τα υφαντουργικά προϊόντα είχαν ήδη αρχίσει να παράγονται εν μέρει 207


μ"* αυτόν τον τρόπο· επίσης βρίσκουμε ήδη τη διάκριση ανάμεσα στον επιχειρηματία και τον διευθυντή παραγωγής. Οι χαμηλές τιμές των δούλων συμπίεζαν τα μεροκάματα των ελεύθερων εργατών. Έτσι, από τότε κιόλας ξεσπούσαν κατά καιρούς απεργίες· μόνο που αυτό το όπλο του οικονομικού αγώνα δεν μπορούσε να έχει τότε ούτε κατά προσέγγιση τη σημερινή αποτελεσματικότητά του, αφού ένα μεγάλο μέρος της εργατιάς, δηλαδή οι δούλοι, δεν μπορούσαν να οργανωθούν. Οι διαφορές ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς δεν ήταν μικρότερες απ' όσο στην προσολωνική εποχή, αλλά είχαν πάψει να θεωρούνται αυτονόητες. Από τη μια μεριά ήταν οι «ευκατάστατοι», οι «άνθρωποι του χρήματος», οι «χορτάτοι», από την άλλη οι «ενδεείς», στους οποίους συγκαταλέγονταν όλοι όσοι δεν μπορούσαν να ζήσουν από τα έσοδα του χωραφιού ή της τέχνης τους: αυτοί λέγονταν οι «πολλοί», η «μάζα», ο «δήμος». Δημοκρατία επομένως σημαίνει, απλούστατα, κυριαρχία των φτωχών, κι έτσι την ορίζει ο Αριστοτέλης, θεωρώντας ως ολιγαρχία ένα πολίτευμα που ευνοεί τους εύπορους. Μερικές φορές αρκούσε να είναι κανείς πλούσιος για να στιγματισθεί ως «εχθρός του λαού» και να συρθεί στα δικαστήρια· και τα λαϊκά δικαστήρια απέδιδαν επανειλημμένα ταξική δικαιοσύνη, πολύ περισσότερο αφού οι δημεύσεις περιουσιών ωφελούσαν τον δήμο. Αυτές οι διαφορές δεν ήταν απλώς ζήτημα εσωτερικής πολιτικής. Στην Αθήνα και σ' άλλες πόλεις με δημοκρατικά καθεστώτα οι προνομιούχοι τηρούσαν φιλοσπαρτιατική στάση, χωρίς να το θεωρούν αυτό προδοσία της πατρίδας τους. Ο Ευριπίδης πίστευε ότι μόνο το μεσαίο στρώμα ήταν η αληθινή τάξη των πολιτών: οι πλούσιοι είναι άχρηστοι και ακόρεστοι, οι φτωχοί αχαλίνωτοι και φθονεροί και τα βέλη της ζήλιας τους είναι «βουτηγμένα στο φαρμάκι που στάζει η γλώσσα των λαοπλάνων». Επειδή ο αρχαίος κόσμος δεν γνώριζε την έννοια της πίστωσης, τουλάχιστο με τη μορφή που κυριαρχεί σ"* ολόκληρη τη σημερινή οικονομική ζωή, το κεφάλαιο επενδυόταν κυρίως στη γη. Ένα κάποιο υποκατάστατο για τις μετοχές και τις ομολογίες, που έλειπαν, ήταν οι δούλοι, που αποτελούσαν άλλωστε κι αυτοί με τον τρόπο τους μια κινητή, προσοδοφόρα περιουσία, με τις ίδιες περίπου πιθανότητες κέρδους και ζημιάς. Αντίθετα, υπήρχαν ήδη τράπεζες, που όμως δεν ήταν δανειοδοτικοί οργανισμοί, αλλά καταθετήρια: οι άνθρωποι κα208


τέθεταν εκεί τους θησαυρούς τους σε ρευστό, προτιμώντας μάλιστα τους ναούς, εξαιτίας της μεγαλύτερης, αλλά πάντως όχι απόλυτης ασφάλειας που τους πρόσφερε η ιερότητά τους. Εκτός από δούλους, τα κυριότερα εισαγόμενα είδη ήταν ξυλεία και σιτηρά, μοσχάρια και πρόβατα, χαλκός και κασσίτερος· εξάγονταν κυρίως βιομηχανικά είδη: εκτός από τα κοσμοξακουσμένα όπλα και τα πήλινα αγγεία, φίνα υφαντά, είδη ραπτικής και καλλυντικά* η εξαγωγή μελιού και σύκων, κρασιού και λαδιού φαίνεται ότι δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα σημαντική. Στον Πειραιά, με τις μεγάλες πλατείες και τις σκεπαστές στοές του, υπήρχαν δείγματα των προϊόντων κάθε χώρας του κόσμου: ακριβές αλοιφές και μίσχοι από σίλφιο, αιγυπτιακός πάπυρος και λιβάνι, νουβικός έβενος και ελεφαντόδοντο, συριακοί χουρμάδες και σταφίδες, παφλαγονικά αμύγδαλα και κάστανα, φοινικικά χαλιά και μαξιλάρια, σπάνια ψάρια, αραχνοΰφαντα υφάσματα, εξωτικά μπαχαρικά και πολλά άλλα προϊόντα που έρχονταν από πολύ μακριά. Πάντως, φαίνεται ότι η μεταφορά συνεπαγόταν μεγάλους κινδύνους, γιατί οι τόκοι για τα θαλασσοδάνεια ήταν κατά μέσον όρο το ένα τρίτο του κεφάλαιου, και πράγματι κάθε φορτίο διέτρεχε τον τριπλό κίνδυνο του ναυάγιου, της επίθεσης από πειρατές και της λεηλασίας από το πλήρωμα του ίδιου του πλοίου που το μετέφερε. Παρά τη συνεχή ανάπτυξη της οικονομικής ζωής, το βιοτικό επίπεδο τον πέμπτο αιώνα χαρακτηριζόταν από μια λιτότητα σχεδόν μεγαλύτερη απ'^ ό,τι παλιότερα. Σ** ένα σημερινό παρατηρητή, το μόνο πράγμα που θα έκανε εντύπωση θα ήταν το αρκετά πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό που διέθεταν ακόμα και οι πολίτες της μεσαίας τάξης· στην αρχαιότητα όμως αυτό δεν θεωρούνταν πολυτέλεια. Αντίθετα, τα ασβεστωμένα σπίτια, με την επίπλωσή τους που περιοριζόταν στα απολύτως αναγκαία, θα του φαίνονταν πολύ φτωχικά: στην παλιά πόλη ήταν φτιαγμένα σχεδόν εξ ολοκλήρου με ξυλοδεσιά. Μόνο στο ύπαιθρο υπήρχαν μερικοί πλούσιοι, που είχαν ωραίες επαύλεις με ανέσεις. Τα διώροφα κτίρια ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Όταν ο Αλκιβιάδης έβαλε να διακοσμήσουν τα δωμάτιά του με τοιχογραφίες, που ήταν φιλοτεχνημένες με τη μέθοδο της προοπτικής, κατάφερε αυτό που ήθελε: να προκαλέσει δηλαδή διπλή εντύπωση μ** αυτή την ασυνήθιστη και από πάνω υπερμοντέρνα διακόσμηση. Πολλοί κάτοικοι της πόλης είχαν στο σπίτι τους τα γουρούνια και τις κατσίκες τους. Τα βράδια οι ακαθαρσίες χύνονταν στον δρόμο με την Μ

209


προειδοποιητική κραυγή «στη μπάντα!»· όταν ο καιρός ήταν άσχημος, δεν μπορούσε να βγει κανείς έξω χωρίς ψηλές πέτσινες μπότες, γιατί δεν υπήρχε λιθόστρωτο* αργότερα όμως υπήρχαν στην Αθήνα «αστυνόμοι», δημοτικοί υπάλληλοι που μεριμνούσαν για τη στοιχειώδη καθαριότητα των δρόμων, ενώ οι «οδοποιοί» φρόντιζαν, με τη βοήθεια κρατικών δούλων, για τη συντήρηση του οδικού δίκτυου και οι «φρεωρύχοι» για τις υδραυλικές εγκαταστάσεις· η αποκομιδή των απορριμμάτων γινόταν από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι υγειονομικές συνθήκες δεν ήταν πολύ καλύτερες απ' ό,τι στον Μεσαίωνα και, όπως και τότε, έρχονταν σε χαρακτηριστική αντίθεση με τη μεγαλοπρέπεια των δημοτικών εγκαταστάσεων: των ναών και των δημαρχείων, των θεάτρων και των γυμνασίων, των αγορών και των στοών. Μόνο τα θερμά λουτρά —τόσο σημαντικά για τις μεταγενέστερες εποχές— ήταν ακόμα άγνωστα: στα δημόσια λουτρά υπήρχε μόνο κρύο νερό και το ιδιωτικό λουτρό, αυτονόητο στην κρητική και τη μυκηναϊκή εποχή, ήταν κάτι το σπάνιο. Οι Έλληνες έτρωγαν κανονικά μόνο μια φορά τη μέρα, λίγο πριν πάνε για ύπνο. Η κωμωδία μας πληροφορεί πώς φαντάζονταν τις μεγαλύτερες δυνατές γαστριμαργικές απολαύσεις: στους «Ιππείς» δίνεται στον «κύριο Δήμο» η υπόσχεση ότι από τώρα και στο εξής θα τρώει πάντα φρεσκοψημένα ψωμάκια, ζεστά γιουβαρλάκια και ψητό μοσχάρι· στο μελλοντικό κράτος των «Εκκλησιαζουσών» υπάρχουν πάντα πάνω στη σχάρα φρέσκα ψάρια και λαγοί, γλυκίσματα και κάστανα· και σε μια άλλη περιγραφή της χαρισάμενης ζωής, στους «Πέρσες» του Φερεκράτη, ξεχύνονται στους δρόμους ποτάμια από σούπα, τα λούκια των σπιτιών κατεβάζουν σταφύλια και μελόπιττες, φακές και κουλούρια, ενώ τα δέντρα βγάζουν λουκάνικα και μπακαλιαράκια. Όλοι αυτοί οι μεζέδες δεν έχουν τίποτα το αριστοκρατικό. Στο ντύσιμο έγινε μια μεγάλη απλούστευση: ήταν μια ανάλογη εξέλιξη όπως αυτή που σημειώθηκε μετά τη Γαλλική Επανάσταση, όταν επισημοποιήθηκε το απλό ντύσιμο του αστού* ενώ όμως στους Έλληνες αυτή η εξέλιξη σήμαινε έναν εξαιρετικό καλλωπισμό, σ' εμάς σημάδεψε τον θρίαμβο της ασχήμιας, τη νίκη του κλακ, της ρεντιγκότας και του μακριού πανταλονιού, κοντολογίς μιας αμφίεσης που θυμίζει χοντροφτιαγμένους, ακαλαίσθητους σωλήνες. Ο Γκαίτε είπε το εξής ωραίο: ότι η αρχαία αμφίεση ήταν η χιλιαπλή ηχώ της ανθρώπινης μορφής. Την αποτελούσαν ο χιτώνας —ένα κοντό αμάνικο πουκάμισο, που συνή210


θως ήταν στολισμένο με μια χρωματιστή μπορντούρα, αλλά κατά τα άλλα ήταν άσπρο και το συγκρατούσε μια ζώνη και παραμάνες— και το ιμάτιο, ένα τετράγωνο πανί που φοριόταν σαν πανωφόρι και στις επίσημες εμφανίσεις ήταν κι αυτό άσπρο· γενικά το άσπρο χρώμα θεωρούνταν το ευγενέστερο, αλλά πολύ αγατϋητά ήταν επίσης το κίτρινο, το πορφυρό και το βιολετί. Τττήρχε ακόμα η χλαμύδα, ένας μανδύας που τον φορούσε κανείς στην κακοκαιρία, στον πόλεμο, στην ιππασία ή στα ταξίδια, και που αποτελούνταν μόνον από ένα μακρουλό κομμάτι ύφασμα. Συχνά οι αρχαίοι κυκλοφορούσαν ντυμένοι μόνο με τον χιτώνα ή και μόνο με το ιμάτιο: αυτό έκανε π.χ. ο Σωκράτης. Περιέργως όμως δεν σκέφτηκαν ποτέ να χρησιμοποιήσουν τον χιτώνα και σαν πυτζάμα: κοιμόντουσαν γυμνοί. Τα κουμπιά και οι τσέπες ήταν κι αυτά τελείως άγνωστα: για τη φύλαξη διαφόρων μικροαντικειμένων χρησίμευε μια πτυχή του ρούχου. Το κεφάλι ήταν κανονικά ακάλυπτο: μόνον οι γεωργοί και οι βοσκοί, οι αγγελιαφόροι και οι αγωγιάτες, οι ταξιδιώτες και οι θεατές του θεάτρου φορούσαν σκούφους από κετσέ ή κουκούλες* το καπέλο ανήκε στη στολή των πελταστών, που, αντίθετα με τους βαριά οπλισμένους οπλίτες, ήταν αρματωμένοι μόνο μ^ έναν ελαφρό θώρακα από πετσί ή από γαζωμένα κομμάτια λινού υφάσματος, μια μικρή ασπίδα και κάμποσα κοντά δόρατα. Ο Αλκιβιάδης, ο ζωγράφος Απολλόδωρος και ο εκατομμυριούχος Καλλίας φορούσαν μια ψηλή τιάρα, πράγμα που οι συμπολίτες τους θεωρούσαν σημάδι ξυπασιάς και τρυφηλότητας. Το γυναικείο ντύσιμο έμοιαζε πολύ με το ανδρικό. Ο πέπλος αντιστοιχούσε περίπου στο ιμάτιο, ενώ οι εργάτριες, οι αθλήτριες και οι χορεύτριες περιορίζονταν κι αυτές στο πουκάμισο, που θεωρούνταν επίσης η τυπική αμφίεση των Αμαζόνων, της κυνηγέτιδας Άρτεμης και της αγγελιαφόρου των θεών, της Ίριδας. Και στις Σπαρτιάτισσες επίσης άρεσε να κυκλοφορούν με κοντό φόρεμα, ανασηκώνοντας τον πέπλο από τη μια μεριά, γι' αυτό και οι Αθηναίοι τις έλεγαν ειρωνικά «δειχνομπούτες». Είδη κόμμωσης υπήρχαν πολλά και θελκτικά* αλλά οι άνδρες είχαν τα μαλλιά τους αρκετά κοντά (εδώ, όπως και στο ντύσιμο, εκδηλωνόταν η κυριαρχία του μεσοστρώματος), αν και δεν τα κούρευαν τόσο πεζά όσο αργότερα οι Ρωμαίοι. Ο Αλκιβιάδης προσπαθούσε κι εδώ να κάνει αίσθηση με την εντυπωσιακή λιονταρίσια χαίτη του, κι όπως φαίνεται τον μιμήθηκαν κάμποσοι άλλοι δανδήδες. Στο γένι, που κι αυτό δεν ήταν πολύ μακρύ, προστέθηκε το 211


μουστάκι· μόνον οι Λακεδαιμόνιοι, με την προσήλωσή τους στις παλιές συνήθειες, το ξύριζαν. Από τον τέταρτο αιώνα, κι ύστερα το ξύρισμα της κορυφής του κρανίου (όπως κάνουν σήμερα οι καθολικοί παπάδες) θεωρούνταν ιδιαίτερα κομψό και, κατά πάσα πιθανότητα, σημάδι ολιγαρχικού φρονήματος. Το βασικότερο ψυχολογικό γνώρισμα εκείνης της εποχής, αν θέλουμε να το χαρακτηρίσουμε με μια μόνη λέξη, ήταν αυτό που ο Έλληνας λέει «πλεονεξία», η επιθυμία να θέλει κανείς όλο και περισσότερα, η απληστία και η έπαρση, η αρχομανία και η φιλαυτία, που ανάμεσα στ' άλλα εκδηλώνεται με μια σχεδόν υστερική μανία για νεωτερισμούς. Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της τάσης, όπως και για κάθε τι άλλο, είναι φυσικά η Αθήνα. «Γιατί εδώ η πρόοδος, η καινοτομία και η περιφρόνηση για το παραδοσιακό θεωρούνται η αληθινή και η μόνη σοφία», διαβάζουμε στον Αριστοφάνη. Ακόμα πιο σαφής όμως είναι ο Θουκυδίδης. Βάζει τους Κορίνθιους να πουν στους Λακεδαιμόνιους ότι οι Αθηναίοι είναι γεννημένοι για να μην ησυχάζουν ποτέ ούτε ν' αφήνουν ήσυχους τους άλλους, και ο Κλέων φωνάζει στους Αθηναίους κατά πρόσωπο: «Είστε δούλοι του ασυνήθιστου και περιφρονητές του συνηθισμένου, και θα 'λεγε κανείς ότι ζητάτε πάντα κάτι άλλο απ' αυτό που έχετε.» Σ' ένα άλλο σημείο διαβάζουμε ότι οι Αθηναίοι είναι πάντα ακούραστα δραστήριοι, ότι πάντα λείπουν από τη χώρα τους για ν' αυξήσουν την περιουσία τους, ότι σπάνια απολαμβάνουν ήσυχα τους καρπούς των κόπων τους, γιατί ολοένα σκέφτονται πώς θ' αποκτήσουν καινούργια πράγματα, μια και γι' αυτούς το χρήμα δεν είναι μέσο, αλλά αυτοσκοπός. Όλα αυτά μας θυμίζουν έντονα τους Αμερικανούς και ρίχνουν ένα παράξενο φως στην «αντιβαναυσία». Αν τους κοιτάξουμε από κοντά, οι Αθηναίοι ήταν, όπως σχεδόν κάθε αστικός πληθυσμός, μια αεικίνητη μυρμηγκιά από δουλευτές, παράσιτα και κερδοσκόπους. Κι ωστόσο ο Ζαν Πάουλ, συμφωνώντας με τόσους και τόσους αρχαιολάτρες, υποστήριξε ότι η μελέτη της αρχαιότητας είναι το «διάβα μέσα από τον σιωπηλό ναό των μεγάλων εποχών και ανθρώπων της αρχαιότητας στην εμποροπανήγυρη των μεταγενέστερων αιώνων.» Αυτή ακριβώς ήταν η βασική πλάνη του κλασικισμού. Οι κλασικιστές ξέπλυναν τα χρώματα όχι μόνον από τα ελληνικά αγάλματα, αλλά κι από την ίδια την ελληνική ζωή κι άφησαν μονάχα ένα άχρωμο και ψεύτικο πρόπλασμα, στημένο πάνω στην έδρα της σκυθρωπής αίθουσας ενός 212


αυστηρού σχολείου. Ο άνθρωπος όμως αποτελείται από αντιφάσεις, και γι^ αυτό δεν πρέτ^ι να παραβλέψουμε, από την άλλη μεριά, ότι το ήθος και η χάρη εκείνης της εποχής πρέπει να είχαν μια λεπτότητα που ίσως κανένας λαός και καμιά άλλη περίοδος δεν μπόρεσε ποτέ να φτάσει. Ιδεώδης άνθρωπος θεωρούνταν εκείνος που μπορούσε βάσιμα να διεκδικήσει για τον εαυτό του τον χαρακτηρισμό άστεως: αυτή η ιδιότητα, που σημαίνει επί λέξει τον αναθρεμμένο σε πόλη, ήταν λέξη της μόδας και μαζί τιμητικός τίτλος, όπως περίπου τον δέκατο όγδοο αιώνα η λέξη «ανθρωπιστικός» (human). Αλλά η κομψότητα και η φινέτσα της κοινωνικής συμπεριφοράς δεν συγγένευε με την αυλική μορφή του μπαρόκ και του ροκοκό, γιατί αγνοούσε ολότελα την εθιμοτυπία, ούτε με την αστική μορφή του δέκατου ένατου αιώνα, γιατί της έλειπε κάθε συναισθηματισμός: ακόμα και τα ταφικά μνημεία δεν δείχνουν ίχνος μελαγχολίας, οι νεκροί συνεχίζουν τη ζωή τους πάνω στην πέτρα περιτριγυρισμένοι από τους ζωντανούς συγγενείς τους, με τους οποίους αντα)^άζουν συγκρατημένες διαχύσεις. Γύρω στο 450 ο Περικλής πήρε στα χέρια του το πηδάλιο του αθηναϊκού κράτους και το κράτησε για δυο δεκαετίες. Αν και ήταν βέρος αριστοκράτης, Αλκμεωνίδης από τη μεριά της μητέρας του και γιός ενός ανεψιού του Κλεισθένη, ωστόσο ήταν, όπως κι ο πρόγονός του, οπαδός της μετριοπαθούς δημοκρατίας και σε μερικά σημεία συνέχιζε τις παραδόσεις του Πεισίστρατου, με τον οποίο λέγεται ότι έμοιαζε πολύ στην εμφάνιση. Ο Θουκυδίδης προσδιόρισε ακριβέστατα αυτό το καθεστώς, λέγοντας ότι κατ' όνομα ήταν κυριαρχία του λαού, στην πραγματικότητα όμως κυριαρχία του ενός. Η μορφή, με την οποία ο Περικλής ασκούσε αυτή την εξουσία, ήταν το αξίωμα του στρατηγού, που ήταν κάτι σαν συνδυασμός των αρμοδιοτήτων του στρατάρχη, του ναύαρχου, του γενικού διευθυντή της αστυνομίας και του υπουργού εξωτερικών σ' αυτές τις λειτουργίες πρέπει να προσθέσουμε τη γενική διεύθυνση των οικονομικών και της οικοδομικής. Αν στην πασίγνωστη προτομή ο Περικλής απεικονίζεται με περικεφαλαία, δεν το έκανε αυτό για να κρύψει το κρεμμυδόσχημο κεφάλι του, όπως ισχυρίζονται οι κακές γλώσσες, αλλά για να εκφράσει καθαρά τον τίτλο της εξουσίας του. Οι μεταγενέστεροι Έλληνες τον θεωρούσαν δημιουργό της δημοκρατίας, και πραγματικά μερικά από τα δημοφιλέστερα μέτρα ανάγονται σ' αυτόν: η καθιέρωση μισθού 213


για τη συμμετοχή στη σύνθεση του δικαστηρίου, τη λαϊκή συνέλευση και την πολεμική υτιηρεσία, καθώς και «θεωρικών» για την παρακολούθηση των θεατρικών παραστάσεων και άλλων γιορταστικών εκδηλώσεων (ο Δημάδης ονόμασε τα θεωρικά «συνδετική ύλη της δημοκρατίας»), τα τακτικά συσσίτια και τα πολυάριθμα δημόσια έργα, που, όπως λέει ο Πλούταρχος, «εξωράιζαν και μαζί τάιζαν την πόλη». Ωστόσο, ο Περικλής προκάλεσε τη ζωηρή έχθρα ίσα-ίσα του λαϊκού κόμματος. Επειδή όμως οι αντίπαλοί του δεν τολμούσαν να τα βάλουν προσωπικά μαζί του, προσπαθούσαν να τον βλάψουν δυσφημώντας τα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντός του. Τον ειρωνεύονταν ως ήρωα της παντόφλας, εξαιτίας του δεσμού του με μια ωραία και πνευματώδη γυναίκα, την εταίρα Ασπασία από τη Μίλητο, και σύγκριναν τη σχέση αυτή με τη σχέση του Δία με την Ήρα ή του Ηρακλή με την Ομφάλη, αλλά αϋτό δεν ήταν τίποτα μπροστά σε σοβαρότερες ρετσινιές που του κόλλησαν: κατάγγειλαν π.χ., αν και χωρίς επιτυχία, την Ασπασία ως άθεη και μαστροπό. Κατηγορία για προσβολή των θεών απαγγέλθηκε και εναντίον του φιλόσοφου Αναξαγόρα, φίλου και δάσκαλου του Περικλή, επειδή είχε διακηρύξει ότι ο ήλιος είναι μια πυρωμένη πέτρα· ο Αναξαγόρας γλίτωσε τη θανατική καταδίκη καταφεύγοντας στη Λάμψακο, μια ιωνική αποικία στις ακτές του Ελλήσποντου, όπου έγινε δεκτός με τις μεγαλύτερες τιμές, και παρηγοριόταν για την εξορία του με μερικές θυμοσοφικές ρήσεις: όταν του είπαν: «Έχασες τους Αθηναίους», απάντησε: «Δεν τους έχασα εγώ, αυτοί μ** έχασαν»· όταν του εξέφρασαν τη λύτιη τους γιατί ήταν καταδικασμένος να πεθάνει μακριά από την πατρίδα του, αποκρίθηκε: «Ο δρόμος για τον Άδη είναι παντού ο ίδιος»· κι όταν τον ρώτησαν: «Μα καλά, δεν νοιάζεσαι καθόλου για την πατρίδα σου;», αυτός είπε: «Απεναντίας, νοιάζομαι και πολύ για την πατρίδα μου», κι έδειξε τον ουρανό. Αλλά η μεγαλύτερη ατιμία των Αθηναίων ήταν η δίκη του Φειδία, του καλλιτέχνη που επέβλεπε ολόκληρη την οικοδομική δραστηριότητα του Περικλή: τον κατηγόρησαν εντελώς αναίτια ότι είχε καταχρασθεί πολύτιμα υλικά. Δεν ξέρουμε αν ο Φειδίας πέθανε προφυλακισμένος στην Αθήνα ή πολυδοξασμένος στην Ήλιδα, όπου λέγεται ότι κατέφυγε· υπάρχει μάλιστα και μια τρίτη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία τον δηλητηρίασαν οι Αθηναίοι. Φαίνεται ότι ο Περικλής ήταν δεινός ρήτορας. Λέγεται ότι πριν από κάθε λόγο του προσευχόταν στον Δία για να μη τον αφήσει να 214


πει τίποτα περιττό. Όταν μιλούσε δημόσια, στεκόταν ολότελα ακίνητος, τυλιγμένος στον μανδύα του, και χωρίς να δείχνει κανένα πάθος, χωρίς καν να έχει μεταπτώσεις στη φωνή του. Αν, παρ' όλα αυτά, τον παίνευαν ότι μπορούσε να βροντά σαν τον Δία, εννοούσαν προφανώς τα ψυχρά αστραπόβροντα ενός θεού που, ασυγκίνητος ο ίδιος, συνταράζει τα πάντα — με μια λέξη επρόκειτο για μια φειδιακή ολυμτζιακότητα. Ο Πλούταρχος λέει για τον Περικλή ότι στους λόγους του «έχυνε φυσιολογία όπως χύνει ο ζωγράφος το χρώμα», εννοώντας πιθανότατα ότι του άρεσε να χρησιμοποιεί παρομοιώσεις και εικόνες παρμένες από τις φυσικές επιστήμες. Αλλά και στους υπόλοιπους ρήτορες της εποχής οι αρχαίοι εγκωμίαζαν την άφέλεια^ δηλαδή την απλότητα, τον απέριττο, ρωμαλέο λόγο, και την ισχνότητα, που όμως δεν σημαίνει ένδεια, αλλά τη μυώδη λιποσαρκία του εξασκημένου παλαιστή. Οι Σοφιστές καυχιόντουσαν κι αυτοί για την τέχνη να εκφράζουν τη γνώμη τους με τον συνοπτικότερο δυνατό τρόπο, ενώ ο Αντιφών και ο Λυσίας, που ανήκαν στη νεότερη γενιά, ξεχώριζαν κι αυτοί για την απλότητα και τη διαύγεια του λόγου τους. Μιλήσαμε πιο πάνω για τη μαρμάρινη προτομή του Περικλή, που φυλάγεται στο Βρεταννικό Μουσείο* η προτομή αυτή, καλό αντίγραφο ενός έργου του πέμπτου αιώνα, δεν είναι προσωπογραφία με τη δική μας έννοια (δείχνει π.χ. τη χωρίς ρίζα «ελληνική μύτη», που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει), αλλά μια εξιδανικευμένη μορφή, που ωστόσο είναι τόσο εξατομικευμένη, ώστε οι Αθηναίοι αναγνώριζαν σ' αυτή τον ηγέτη τους. Το περιποιημένο γένι και η συγκατάβατική στάση του κεφαλιού υποδηλώνουν ένα κομψό τζέντλεμαν, το απαλό, χαριτωμένο στόμα προδίνει ευφράδεια, τα βαθιά μάτια, στεγασμένα από αρχοντικά φρύδια, φανερώνουν τινευματικό πλούτο και φρόνηση. Στο χαμένο πρωτότυπο, που ήταν από μπρούντζο και παρίστανε ολόκληρη τη.μορφή, αυτός ο απρόσιτος και μαζί αξιαγάπητος αριστοκράτης θα πρέπει ν** απεικονιζόταν ακόμα πιο εύγλωττα. Στην εξωτερική πολιτική ο Περικλής, όπως όλα δείχνουν, εκπροσωπούσε τη σοφή θέση ότι η Αθήνα μόνον αν είχε την ουσιαστική ηγεμονία ολόκληρης της Ελλάδας μπορούσε να χτυτιήσει καίρια την Περσία και γι' αυτό έπρεπε πρώτα να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με τη Σπάρτη ή, για να το μεταφράσουμε στα πρωσικά, ότι πριν από τον πόλεμο με τη Γαλλία έπρεπε να γίνει πόλεμος με την Αυστρία. Αλλά ο Περικλής δεν είχε, όπως ο Μπίσμαρκ, ένα γερό 215


έρεισμα στο πρόσωπο της μοναρχίας και γι' αυτό δεν είχε τη δύναμη να οδηγήσει τη δημοκρατία στη νίκη παρά τη θέλησή της. Επίσης, ήταν μεγάλη ατυχία για την Αθήνα ότι πέθανε στην αρχή του πολέμου. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν πολύ ετερόκλητες, αλλά περίπου ισοδύναμες. Η Σπάρτη διέθετε ασύγκριτα καλύτερους συμμάχους: στο πλευρό της δεν ήταν μόνο τα μέλη της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, αλλά τρεις περιοχές με σημαντική γεωγραφική θέση, η Μεγαρίδα, η Φωκίδα και η Λοκρίδα, και οι δυό ισχυροί εμπορικοί ανταγωνιστές της Αθήνας, η Κόρινθος και η Θήβα με τις κτήσεις τους· οι Αθηναίοι είχαν με το μέρος τους μόνο τους Πλαταιείς, τους Θεσσαλούς και φυσικά τους Μεσσήνιους· ο προαιώνιος εχθρός της Σπάρτης, το Άργος, έμεινε στην αρχή ουδέτερος, όπως και η Περσία. Από την άλλη μεριά, η Αθήνα διέθετε πολύ σημαντικά χρηματικά μέσα, ενώ οι Πελοποννήσιοι δεν είχαν καθόλου πολεμικό ταμείο. Στην ξηρά οι Λακεδαιμόνιοι είχαν την απόλυτη υπεροχή, γι' αυτό οι Αθηναίοι απόφευγαν να δίνουν μεγάλες μάχες μαζί τους: γίνονταν μόνον αψιμαχίες με τους οπλίτες, που καλύπτονταν στα πλάγια από τους ιππείς και τους πελταστές. Τα πανίσχυρα τείχη της Αθήνας δεν μπορούσαν να παρθούν, γιατί η πολιορκητική τέχνη με τη στενότερη έννοια, δηλαδή η πολιορκία μιας πόλης με μηχανές, ήταν ακόμα υπανάπτυκτη· επομένως, η πόλη μπορούσε να κυριευθεί μόνο με τη λιμοκτονία των κατοίκων της ή με αιφνιδιασμό, πράγμα όμως που δεν μπορούσαν να ελπίζουν οι Πελοποννήσιοι, γιατί τα αθηναϊκά τείχη φυλάγονταν άγρυτινα και οι προμήθειες σε τρόφιμα έμπαιναν στην πόλη από την πλευρά της θάλασσας, που την κάλυπτε ο αττικός στόλος· ο τελευταίος ήταν ασύγκριτα ανώτερος από τον στόλο των αντιπάλων. Όλα αυτά, με μια προσεχτική και συγκρατημένη διεξαγωγή του πολέμου, όπως τη σχεδίαζε ο Περικλής, θα οδηγούσαν αργά ή νωρίς στην εκμηδένιση του εχθρού, που, εξαντλημένος οικονομικά, απογοητευμένος από τα χτυπήματα του στρατού του στο κενό, εξουθενωμένος από τις επιθέσεις των αθηναϊκών πλοίων στις ακτές του και εγκαταλειμμένος από τους εκνευρισμένους συμμάχους του, θ' αναγκαζόταν τελικά να προτείνει ειρήνη με βάση τον ώς τότε συσχετισμό δυνάμεων. Αυτό όμως θα σήμαινε μια επιτυχία των Αθηναίων όχι μικρότερη απ' ό,τι ο Επταετής πόλεμος για τον Μέγα Φρειδερίκο, που κι αυτός τελείωσε φαινομενικά χωρίς νικητή, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια ηθική νίκη της Πρωσίας και εδραίωσε την 216


υπεροχή της. Είναι απίθανο ότι ο Περικλής προετοιμαζόταν τόσο εντατικά για τον πόλεμο επειδή η θέση του είχε κλονισθεί, θέλοντας έτσι να δεσμεύσει τις δυνάμεις των ντόπιων αντιπάλων του, όπως έκανε ο γιακωβινισμός με τους επαναστατικούς πολέμους, ο Ναπολέων Γ' με τον γαλλοπρωσικό πόλεμο και ο τσάρος της Ρωσίας με τον παγκόσμιο πόλεμο. Σ' όλες αυτές (και στις περισσότερες ανάλογες) περιπτώσεις οι πρωταίτιοι του πολέμου δεν πέτυχαν τον σκοπό τους, παρά αντίθετα επιτάχυναν την πτώση τους. Οι «πόλεμοι αντιπερισπασμού» δεν είναι μόνον απερισκεψία, αλλά και βλακεία, δυο ιδιότητες που δεν μπορούμε να καταλογίσουμε σ^ έναν άνδρα όπως ο Περικλής. Έχει αποδειχθεί ότι ο Περικλής είχε προτείνει τη σύγκληση διαιτητικού δικαστηρίου για την επίλυση των διαφορών, πράγμα που οι Σπαρτιάτες δεν δέχτηκαν. Ίσως όμως να θεωρούσε αναπόφευκτη την αναμέτρηση, και γι^ αυτό, όπως ο Μπίσμαρκ, να μη προσπαθούσε να την αποφύγει με κάθε θυσία, παρά να ήταν έτοιμος για να εκμεταλλευθεί την ευνοϊκότερη δυνατή στιγμή. Το κρατικό ταμείο ήταν γεμάτο, η πόλη απόρθητη, ο στόλος ασυναγώνιστος, ο πληθυσμός ζητούσε πώς και πώς πόλεμο και ήταν έτοιμος για θυσίες. Από την άλλη μεριά, όμως, η κατάσταση ήταν και για τη Σπάρτη πλεονεκτική, γιατί χάρη στην αυταρχικότητα των Αθηναίων απέναντι στους συμμάχους τους μπορούσε να πολεμήσει με σύν^^ημα την «απελευθέρωση των Ελλήνων» (πράγμα που στην πραγματικότητα σήμαινε, φυσικά, ηγεμονία της Σπάρτης). Ωστόσο και η Σπάρτη, επίσης, εξαιτίας του πατροπαράδοτου συντηρητισμού της, δίστασε πολύ πριν ξεκινήσει τον πόλεμο* το εμπρηστικό στοιχείο ήταν η Κόρινθος. Οι αρκετά ασαφείς περιπλοκές που οδήγησαν στην τελική ρήξη δεν έχουν σημασία για την εκτίμηση των αιτίων του πολέμου: όταν ο πόλεμος είναι διάχυτος στην ατμόσφαιρα, τα πάντα μπορούν να χρησιμέψουν ως «αφορμή». Η πρώτη φάση του πολέμου, που κράτησε από το 431 ώς το 421 και ονομάζεται «Αρχιδάμειος πόλεμος» (από το όνομα του τότε βασιλιά της Σπάρτης), είχε τη σφραγίδα της στρατηγικής του Περικλή να εξαντλήσει τον εχθρό. Ο αγροτικός πληθυσμός της Αττικής κατέφυγε στην πόλη, ενώ οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν κάθε χρόνο στα εχθρικά εδάφη (τον χειμώνα δε γίνονταν στρατιωτικές επιχειρήσεις). Αλλά ούτε οι καταστροφές που έκαναν οι Αακεδαιμόνιοι στην αττική γη ούτε η πανούκλα, που εκδηλώθηκε εξαιτίας του συνωστισμού και 217


του μολυσμένου νερού και είχε για θύματα το ένα τέταρτο των κατοίκων της Αθήνας (ανάμεσά τους και τον ίδιο τον Περικλή), δεν μπόρεσαν να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ των Πελοποννησίων. Η μόνη αξιόλογη επιτυχία των Σπαρτιατών ήταν η κατάληψη των Πλαταιών. Έτσι, έκαναν προτάσεις για ειρήνη· αλλά οι Αθηναίοι, φανατισμένοι από τον Κλέωνα, ηγέτη του ριζοσπαστικού δημοκρατικού κόμματος και τυπική περίπτωση ερασιτέχνη πολιτικού, ήταν τόσο τυφλωμένοι ώστε αρνήθηκαν. Τότε όμως η ήττα τους στη μάχη του Δήλιου, τη μόνη μεγάλη κατά ξηρά σύγκρουση του πολέμου, και η απώλεια της Αμφίπολης, που είχε μεγάλη στρατηγική σημασία, τους έκαναν ν' αλλάξουν μυαλά. Καθώς στο μεταξύ ο Κλέων είχε πέσει στη μάχη, ο μετριοπαθής Νικίας κατάφερε να συνομολογήσει μια πολύ συμφερτική ειρήνη, που πήρε τ' όνομά του· η ειρήνη αυτή όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε καν εκεχειρία, γι' αυτό και ο Θουκυδίδης τονίζει: όποιος δε θεωρεί πόλεμο το διάστημα της ειρήνης, δεν κρίνει σωστά την κατάσταση. Γιατί οι Αθηναίοι είχαν ήδη ριχτεί στη ριψοκίνδυνη περιπέτεια της Σικελίας. Το μεγαλεπήβολο όσο και παράτολμο σχέδιο αυτής της εκστρατείας είχε βγει από το κεφάλι του Αλκιβιάδη: οι Έλληνες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας, διαιρεμένοι, αποχαυνωμένοι από την καλοπέραση και στρατιωτικά καθυστερημένοι, θα υποτάσσονταν με τη βοήθειά τους θα νικιόταν η Καρχηδόνα κι έπειτα θα εγκαθιδρυόταν σ' ολόκληρη τη Μεσόγειο η αθηναϊκή κυριαρχία, στενά συνδεμένη με τη μονοκρατορία του ίδιου του Αλκιβιάδη, αδιάφορο σε ποια μορφή. Στην αρχή ο λαός εκστασιάσθηκε από την επιβλητική προοπτική να επεκταθεί η εξουσία της Αθήνας· όμως λίγ�� πριν ξεκινήσει το εκστρατευτικό σώμα, όλες οι ερμές της Αθήνας βρέθηκαν ένα πρωί ακέφαλες· επρόκειτο πιθανότατα για πράξη μισομεθυσμένων νεαρών δανδήδων ή ίσως μιας εταιρίας Ελλήνων «σατανιστών»· αλλά οι Αθηναίοι πήραν πολύ σοβαρά αυτό το γεγονός και υποψιάσθηκαν τον Αλκιβιάδη, που πρέπει να πούμε ότι ήταν πράγματι ικανός για κάτι τέτοιο και οπωσδήποτε «επιδίωκε την τυραννίδα»· οι Αθηναίοι τον κατηγόρησαν επιπρόσθετα ότι μαρτύρησε τα Ελευσίνια μυστήρια, παρόλο που όλα δείχνουν ότι τα μυστήρια αυτά δεν είχαν και πολλά πράγματα να προδώσει κανείς. Τελικά όλοι συμφώνησαν ν' αναβληθεί η δίκη ώσπου να επιστρέψει ο Αλκιβιάδης. Ο στόλος ξεκίνησε· τότε όμως απαγγέλθηκε ξαφνικά η κατηγορία που είχε αναβληθεί και ο Αλκιβιάδης καταδι218


κάσθηκε ερήμην σε θάνατο. Αλλά εκείνος ειπε: «Θ' αποδείξουμε ότι ακόμα ζούμε» και πήγε στη Σπάρτη. Πληροφόρησε τη σπαρτιατική κυβέρνηση ότι μια αθηναϊκή νίκη στη Δύση θα σήμαινε τον ναυτικό αποκλεισμό της Πελοποννήσου και το τέλος της σπαρτιατικής ηγεμονίας, κι έπεισε έτσι τους Σπαρτιάτες να ξαναρχίσουν τον πόλεμο* σαν να μην ήταν αρκετό αυτό, φρόντισε να συμμαχήσει η Σπάρτη με τον Τισσαφέρνη, τον σατράπη των Σάρδεων, που έδωσε στους Σπαρτιάτες χρηματική βοήθεια, με αντάλλαγμα τις ελληνικές πόλεις που ήταν υποτελείς στην Περσία πριν από τους περσικούς πολέμους (κάτι ανάλογο στη νεότερη ιστορία είναι η συμφωνία της Αυστρίας με το Ναπολέοντα Γ' στις 12 Ιουνίου 1866, με βάση την οποία, σε περίπτωση επανάκτησης της πρωσικής Σιλεσίας, θα παραχωρούνταν ως αντάλλαγμα στη Γαλλία η αριστερή όχθη του Ρήνου). Στο μεταξύ όμως, έπειτα από μερικές αρχικές και ελπιδοφόρες επιτυχίες των Αθηναίων, η σικελική εκστρατεία ναυάγησε ολότελα: ο αθηναϊκός στόλος νικήθηκε στο λιμάνι των Συρακουσών και ο αθηναϊκός στρατός, καθώς υποχωρούσε, εξοντώθηκε ή αιχμαλωτίσθηκε. Επειδή το όλο εγχείρημα είχε καθαρά ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, μια πόλις δεν μπορούσε ποτέ να το πραγματοποιήσει με επιτυχία, αλλά θα μπορούσε να το πετύχει αυτό η μεγαλοφυία ενός Αλκιβιάδη, που, προπορευόμενος των ιστορικών εξελίξεων κατά έναν ολόκληρο αιώνα, ενσάρκωνε ήδη το πολιτικό δόγμα των επιγόνων του Αλέξανδρου, δηλαδή απόβλεπε στην παγκόσμια κυριαρχία. Ακολούθησε τότε ο Δεκελεικός πόλεμος, από το 413 ώς το 404, που λέγεται έτσι επειδή αυτή τη φορά οι Σπαρτιάτες δεν αρκέσθηκαν σε ληστρικές εκστρατείες εναντίον της Αττικής, αλλά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο οχυρό της Δεκέλειας: ήταν ένα πολύ πιο αποτελεσματικό μέτρο, που κλόνισε ολόκληρη την οικονομική ζωή της Αττικής και ήταν ιδέα του Αλκιβιάδη, όπως άλλωστε και η έξοχη επιλογή του τόπου. Σιγά-σιγά όμως ο Αλκιβιάδης άρχισε να μην αισθάνεται ασφαλής ούτε στη Σπάρτη, γιατί ανταγωνιζόταν με επιτυχία τον βασιλιά Άγι όχι μόνο στην πολιτική, αλλά και στον γάμο του. Έτσι κατέφυγε πια στον Τισσαφέρνη, τον οποίο έπεισε ότι το καλύτερο για την Περσία ήταν ν' ακολουθήσει επαμφοτερίζουσα πολιτική, για να μην αφήσει καμιά από τις δυο ελληνικές υπερδυνάμεις να επικρατήσει: ήταν μια πολύ έξυπνη κίνηση, με την οποία ο Αλκιβιάδης προσπαθούσε να εξασφαλίσει την επάνοδό του στην Αθήνα. Πράγματι, το 411 ανακλήθηκε στη 219


γενέτειρα του και λιγο αργότερα νίκησε τους Πελοποννήσιους στην Κύζικο. Η Σπάρτη ήταν έτοιμη να κλείσει ειρήνη, με τον όρο ν' αναγνωρισθεί το status quo' ο Αλκιβιάδης όμως, που τώρα ήθελε να πετύχει με τον πόλεμο τα φιλόδοξα σχέδιά του, εμπόδισε τη συμφωνία, υποστηριγμένος από τον λυροποιό Κλεοφώντα, ένα δεύτερο Κλέωνα. Δεν ήθελε πολύ ακόμα για ν'^ ανέβει στον θρόνο. Αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή οι Σπαρτιάτες ανέδειξαν, στο πρόσωπο του Λύσανδρου, έναν άνδρα που ήταν ισάξιος του Αλκιβιάδη, αν όχι στο πνεύμα, πάντως στη βιαιότητα και στον αδίσταχτο χαρακτήρα του. Ο Λύσανδρος νίκησε το 407 στο Νότιο, χωρίς να φταίει ο Αλκιβιάδης. Η ήττα αυτή όμως επισφράγισε την πτώση του τελευταίου. Την επόμενη χρονιά έγινε η ναυμαχία στις Αργινούσες, η μεγαλύτερη ναυμαχία που έγινε ποτέ ανάμεσα σε Έλληνες. Οι Αθηναίοι νίκησαν ωστόσο οι ναύαρχοί τους κατηγορήθηκαν ότι δεν έσπευσαν να σώσουν τους ναυαγούς, κατς-δικάσθηκαν σε θάνατο και εκτελέσθηκαν. Για μια φορά ακόμα η Σπάρτη έτεινε κλάδο ελαίας, με τους ίδιους όρους όπως μετά την Κύζικο, και για μια φορά ακόμα ο Κλεοφών έπεισε τους Αθηναίους ν' αρνηθούν. Η ολοκληρωτική καταστροφή του αθηναϊκού στόλου στους Αιγός Ποταμούς, ένα παράλιο ποταμάκι στη Θρακική χερσόνησο, οδήγησε στη συνθηκολόγηση της Αθήνας, που δεν είχε πια τις ναυτικές δυνάμεις για να εμποδίσει τον αποκλεισμό και τη λιμοκτονία της. Οι θανάσιμοι εχθροί της, η Κόρινθος και η Θήβα, ζήτησαν να ισοπεδωθεί η Αθήνα και να γίνει χερσότοπος* αλλά είναι προς τιμή των Σπαρτιατών ότι δε θέλησαν ούτε ν' ακούσουν κάτι τέτοιο. Η λακωνική ανταλλαγή μηνυμάτων ανάμεσα στον Λύσανδρο και τη σπαρτιατική κυβέρνηση ήταν: «Η Αθήνα κυριεύθηκε»· «Αυτό αρκεί». Όπως αναφέρει ο Ξενοφών, οι Σπαρτιάτες είχαν τη γενναιοφροσύνη να πιστεύουν «ότι δεν πρέπει να εξοντωθεί μια ελληνική πόλη που κάποτε έσωσε την Ελλάδα από τον μεγαλύτερο κίνδυνο»· ένα πρόσθετο στοιχείο ήταν σίγουρα ο σεβασμός γι' αυτό το μεγάλο πολιτιστικό κέντρο. Αλλά και μόνο το γεγονός ότι συζητήθηκε αυτό το ενδεχόμενο αποκαλύπτει μια ανατριχιαστική πλευρά της ελληνικής ψυχής. Τα «Μακρά τείχη» πάντως γκρεμίσθηκαν και η Αθήνα υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από όλες τις εξωτερικές της κτήσεις. Όταν, τον Απρίλιο του 404, ο Λύσανδρος κατέπλευσε στον Πειραιά, δεν τον επευφήμησαν μόνον οι απελευθερωμένοι σύμμαχοι της Αθήνας, αλλά και πολλοί Αθηναίοι· γιατί τα τελευταία χρόνια η δη220


μοκρατία είχε εκφυλισθεί σε αληθινή τρομοκρατία. Αλλά την έκβαση του μεγάλου πολέμου την είχε κρίνει το εξωτερικό. Η Αθήνα ήταν απρόσιτη από την ξηρά, και μόνο τα περσικά χρήματα επέτρεψαν στους Σπαρτιάτες να ναυπηγήσουν ένα στόλο ισάξιο του αττικού. Και η Περσία ήταν πάλι αυτή που κέρδισε τα περισσότερα οφέλη από τον πόλεμο. Το αποτέλεσμα ήταν ανάλογο όπως στους δυο μεγάλους γερμανικούς εμφυλίους πολέμους, τον Τριακονταετή και τον Επταετή, από τους οποίους ο πρώτος ανέδειξε ουσιαστικά νικήτρια τη Γαλλία και ο δεύτερος την Αγγλία. Αλλά τον Δεκελεικό πόλεμο τον διεξήγαγε και από τις τρεις πλευρές ο Αλκιβιάδης, που τη χρονιά της συνθηκολόγησης δολοφονήθηκε από τον Φερνάβαζο, τον σατράπη της Φρυγίας, κατά προτροπή των Σπαρτιατών. Αυτός ο άνθρωπος, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και πιο μυστηριώδεις προσωπικότητες της παγκόσμιας Ιστορίας, έκανε φαίνεται ό,τι ήθελε μ' όλο τον κόσμο, γιατί κανένας δεν μπορούσε ν' αντισταθεί στην προσωπική του σαγήνη. Και τα δύο φύλα ήταν ανεπανόρθωτα ερωτευμένα μαζί του, γιατί δεν είχε μόνο σπάνια ομορφιά και χάρη, αλλά ήταν γενικά ένας πολυτάλαντος άνθρωπος: ήταν άφταστος στην ιππασία και τη γυμναστική, στο ποτό και τη ρητορική, στη μουσική και τη διαλεκτική, στην πολεμική τέχνη και τη διπλωματία, με δυο λόγια ήταν ακαταμάχητος. Και προπάντων ήταν ο τελειότερος ηθοποιός που μπορούσε να υπάρξει: στην ανάγκη γινόταν πιο Σπαρτιάτης απ' όλους μαζί τους Σπαρτιάτες και πιο Ανατολίτης απ' όλους τους Πέρσες σατράπες, αλλά στην ουσία ήταν η πεμπτουσία του αθηναϊκού πνεύματος. Γιατί είχε το χάρισμα να μετατρέπει τη ζωή του σε μια αλυσίδα από λαμπρά σκάνδαλα· μπορούμε όμως να πούμε επίσης: το χάρισμα να κάνει τη ζωή του ποίημα. Η βιογραφία του είναι ένα έπος, που όμως δεν είναι γραμμένο στο παλιό περιπαθές και ηρωικό στιλ, αλλά σπεύδει αστραπιαία από τη μια περιπέτεια στην άλλη, σαν ένα μυθιστόρημα που περιγράφει με χαμαιλεόντια χρώματα την πολυκύμαντη ζωή ενός «αρχικατεργάρη». Τον τέταρτο αιώνα οι ρήτορες ασχολήθηκαν πολύ με τη φυσιογνωμία του Αλκιβιάδη και γράφτηκαν ένα σωρό αλληλοσυγκρουόμενες πραγματείες γύρω από το ερώτημα αν ήταν μεγαλοφυία ή κοινός εγκληματίας κι αν^ ο διωγμός του έφερε στην πατρίδα του τη σωτηρία ή τη συμφορά. Από ηθική σκοπιά, το ερώτημα αυτό είναι ανόητο: ο Αλκιβιάδης δεν μπορεί καθόλου ν' αξιολογηθεί με βάση το ηθικό του ανάστημα, ήταν ένας τυχοδιώκτης, αλλά η 221


ελληνική μορφή της πολιτικής εξουσίας ήταν ακριβώς ο τυχοδιωκτισμός· από πολιτική άποψη, για ν' απαντήσουμε στο ερώτημα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι ο Αλκιβιάδης, αν του είχαν δώσει ελευθερία κινήσεων, θα είχε επισπεύσει σημαντικά την αλεξανδρινή εξέλιξη κι έτσι θα είχε ανακόψει την ανάπτυξη της Ρώμης: το πιθανότερο, επομένως, είναι ότι οι Έλληνες θα είχαν επικρατήσει σ' ολόκληρη τη Μεσόγειο και θα είχαν ττνίξει εν τη γενέσει της την άνοδο της Ρώμης. Αλλά το αν αυτό θα ήταν καλό για τον ελληνικό πολιτισμό, είναι άλλο ζήτημα. Ο κοσμοπολίτικος αλεξανδρινισμός θα είχε έρθει έναν αιώνα νωρίτερα, ενώ ακόμα και στην πραγματικότητα ήρθε πριν της ώρας του. Γιατί η ελληνική δημοκρατία, όσα κακά κι αν της προσάψει κανείς, ήταν το μόνο υπόστρωμα στο οποίο το ελληνικό πνεύμα μπορούσε να ευδοκιμήσει και να δώσει τόσο εξαίσια άνθη. 'Οπως οι Εβραίοι απέδιδαν τη νομοθεσία τους στον Μωυσή, έτσι και οι Αθηναίοι απέδιδαν το πολίτευμά τους στον Θησέα, τον εθνικό τους ήρωα. Το πολίτευμα αυτό βασιζόταν σε τρεις αρχές: ισονομία, δηλαδή ισότητα όλων μπροστά στον νόμο, ισοτιμία, δηλαδή το δικαίωμα όλων των πολιτών να κατέχουν τιμητικές θέσεις, και ισηγορία, δηλαδή την πλήρη ελευθερία του λόγου. Μ^ άλλα λόγια, κάθε πολίτης υπαγόταν ��τους ίδιους κανονισμούς, μπορούσε να επενδύει οποιοδήποτε αξίωμα και μπορούσε να πάρει δημόσια τον λόγο όποτε ήθελε. Ιδιαίτερα αυτό το τελευταίο, που σύμφωνα με τον Ξενοφώντα ήταν μια κατάσταση όπου όλοι οι μεθυσμένοι φώναζαν ταυτόχρονα, θεωρούνταν ως το σημαντικότερο εχέγγυο της αστικής ελευθερίας και κυριολεκτικά ταυτόσημο με την ίδια τη δημοκρατία. Οι κυριότερες περιπτώσεις στις οποίες γίνονταν οι αγορεύσεις ήταν η λαϊκή συνέλευση και το λαϊκό δικαστήριο, δυο σώματα στα οποία είχε πρόσβαση κάθε πολίτης. Η συνάθροιση ολόκληρης της κοινότητας, στην οποία οι αποφάσεις παίρνονταν με απλή αριθμητική πλειοψηφία (αφού όλες οι ψήφοι ήταν ισότιμες), λεγόταν εκκλησία, που σημαίνει το σύνολο των «εκκλήτων», δηλαδή αυτών που φωνάχθηκαν έξω από τα σπίτια τους. Αυτό το όνομα ήταν απομεινάρι από την εποχή που τα μέλη της συνέλευσης καλούνταν από ένα κήρυκα. Για τον έλεγχο χρησίμευαν μάρκες· η ψηφοφορία γινόταν με ανάταση του χεριού ή με βότσαλα, όστρακα, κουκιά. Σε περίπτωση καταιγίδας, σεισμού, έκλειψης ηλίου, αλλά και απλής βροχής η συνέλευση αναβαλ222


λόταν αμέσως, γιατί αυτά τα φαινόμενα θεωρούνταν «σημάδια του Δία». Καθώς όλες οι σημαντικές κρατικές αποφάσεις παίρνονταν στην εκκλησία, η δραστηριότητα της δημόσιας αρχής περιοριζόταν ουσιαστικά στην επεξεργασία και εκτέλεση των λαϊκών αποφάσεων. Για τις συνεδριάσεις του λαϊκού δικαστήριου διαλέγονταν έξι χιλιάδες ένορκοι, που όμως φαίνεται ότι μόνο σποραδικά συνεδρίαζαν σε απαρτία. Επειδή η απόφαση έβγαινε από τον ανώτατο κυρίαρχο, δηλαδή ολόκληρο τον λαό, ήταν αμετάκλητη κι έπρεπε να εκτελεσθεί αμέσως. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο μεροληπτική ήταν. Γιατί η δικαιοσύνη δεν ήταν μόνον απροκάλυπτα ταξική, αλλά την ασκούσε από πάνω ένα ανεύθυνο, φανατισμένο πλήθος, που αγόταν και φερόταν άβουλο από δημαγωγικές ρητορείες, στρεψόδικα επιχειρήματα και διαθέσεις της στιγμής. Αν ο Πλάτων έχει δίκιο όταν λέει ότι κάθε πόλις όπου τα δικαστήρια δεν λειτουργούν σωστά καταντάει «άπολις», η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν ένα τέτοιο αντικράτος. Η λαϊκή συνέλευση καθόριζε επίσης την οικοδομική δραστηριότητα, γιατί αυτή διάλεγε τους αρχιτέκτονες και εξέταζε τις μακέτες τους. Αναρωτιόμαστε με απορία πόσο προικισμένος πρέπει να ήταν αυτός ο λαός που ήταν σε θέση να κρίνει και να διορθώνει τα σχέδια, από τα οποία βγήκε μια τέτοια Αθήνα! Οι εκκλησίες φαίνεται ότι δεν συνέρχονταν συχνότερα από τρεις φορές τον μήνα* έτσι, για τις τρέχουσες υποθέσεις χρειάζονταν ορισμένες υπηρεσίες, που, όπως είπαμε, μπορούσε να τις επενδύσει κάθε πολίτης. Αλλά για να μη διαμορφωθεί με τον καιρό μια τυραννική κάστα γραφειοκρατών, τα αξιώματα αυτά επενδύονταν μόνο για ένα χρόνο ή και λιγότερο, μπορούσαν ν^ ασκηθούν μόνο μια ή το πολύ δύο φορές από το ίδιο πρόσωπο και απονέμονταν με κλήρωση, εκτός από εκείνα, για τα οποία ήταν εντελώς απαραίτητη μια ορισμένη τεχνική κατάρτιση. Κάθε δημόσιος λειτουργός ήταν υποχρεωμένος να κάνει απολογισμό στο τέλος της θητείας του· αυτός ο κανόνας, που στην αρχή είχε σκοπό ν^ αποτρέπει τις καταχρήσεις, εξελίχ^κε σιγά-σιγά σε εργαλείο για μηχανορραφίες και πολιτικές διώξεις. Πάντως, όλοι αυτοί οι θεσμοί πρέπει να προϋπόθεταν, αλλά παράλληλα και να καλλιεργούσαν στους πολίτες ένα ζωηρό ενδιαφέρον, ακόμα μάλιστα κι ένα κάποιο ταλέντο για τη δημόσια διοίκηση. Η ουσιαστικότερη διαφορά από όλα τα σημερινά συντάγματα, ακόμα κι από τα δημοκρατικά, είναι η 223


απουσία του αντιπροσωπευτικού συστήματος, στο οποίο βασίζονται όλα τα σημερινά κοινοβούλια, ορκωτά δικαστήρια και δημόσια αξιώματα. Στην αρχαία Αθήνα ήταν πάντα παρών ολόκληρος ο λαός, το σμήνος των σφηκών όπως το περιγράφει ο Αριστοφάνης, με την αχαλίνωτη απληστία του, τις ιδιοτροπίες, την αστάθειά του, την τυφλή μανία του, το «μεγάλο ζώο» του Πλάτωνα, αστάθμητο κι επικίνδυνο σαν θεομηνία. Τα κυριότερα έσοδα του αθηναϊκού κρατικού ταμείου προέρχονταν από το νδίκιασμα των αργυρωρυχείων του Λαυρίου και άλλων περιουσιακών στοιχείων του κράτους, από τους δασμούς για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές, που ανέρχονταν στο ένα πεντηκοστό της αξίας του εμπορεύματος, από το νοίκι των καταστημάτων της αγοράς και των δούλων, καθώς και από άλλες παρόμοιες τιηγές. Οι Αθηναίοι εφάρμοζαν το πολύ αμφίβολο σύστημα να εκχωρούν τους έμμεσους φόρους στον πλειοδότη, κάτι που γινόταν και στη Γαλλία των Βουρβώνων και αποτέλεσε μια από τις κυριότερες αιτίες της Γαλλικής επανάστασης. Σ^ ολόκληρη την αρχαιότητα ο «τελώνης» ήταν ένα φοβερά μισητό και περιφρονημένο πρόσωπο. Όταν διαβάζουμε στη Βίβλο για τους αμαρτωλούς τελώνες, δεν πρέπει να σκεφτόμαστε τους σημερινούς τελωνειακούς υπαλλήλους των συνόρων, αλλά τον άρπαγα φοροπακτωτή, που είναι ένας απλός ιδιώτης και προσπαθεί με κάθε μέσο να υπερκαλύψει το επενδυμένο κεφάλαιό του. Άλλα έσοδα του κράτους ήταν οι φόροι υποτέλειας των συμμάχων και τα τέλη που πλήρωναν οι τελευταίοι για την εκδίκαση των υποθέσεών τους, τα χρηματικά πρόστιμα και οι δημεύσεις περιουσιών σε περιπτώσεις «εσχάτης προδοσίας» — ένα ακόμα μέτρο που αποτελούσε ττηγή διαφθοράς, αφού πρότρεπε κυριολεκτικά τον πολίτη να γίνει καταδότης. Τα κυριότερα έξοδα του κρατικού προϋπολογισμού ήταν η μισθοδοσία των διαφόρων λειτουργών, των ξένων μισθοφόρων, των φρουρών που στάθμευαν στο εξωτερικό και της λιμενικής αστυνομίας, τα ποσά που πήγαιναν στην κατασκευή και συντήρηση των δρόμων και των υδραυλικών εγκαταστάσεων, των ναυπηγείων και των οπλοστάσιων, των ναών και των άλλων δημόσιων κτιρίων, και οι πολύ σημαντικές δαπάνες για τις αντιπροσωπίες που πήγαιναν στις μεγάλες πανελλήνιες γιορτές, για τα αναθήματα, τις θυσίες και άλλους λατρευτικούς σκοπούς. Το κράτος φρόντιζε επίσης για τη συντήρηση των ανίκανων προς εργασία, των χηρών και των *>·> ι


ορφανών των σκοτωμένων στρατιωτών. Μερικές φορές όμως τα χρήματα του κράτους δεν έφταναν για όλα αυτά, οπότε η πολιτεία επέβαλλε στους πιο εύπορους πολίτες έναν έκτακτο φόρο εισοδήματος, την εισφορά. Όμως οι άμεσοι φόροι θεωρούνταν πάντοτε αντιδημοκρατικό μέσο, άξιο μόνον ενός τυράννου. Γι' αυτό οι Αθηναίοι προτιμούσαν να καταφεύγουν στις λειτουργίες, τις «υπηρεσίες προς τον λαό», που αποτελούσαν μια μόνιμη επιβάρυνση των πλούσιων. Μια από τις σημαντικότερες ήταν η τριηραρχία, η υποχρέωση δηλαδή να εξοπλίσει και να συντηρεί κανείς ένα πολεμικό πλοίο. Η δαπάνη αυτή δεν ήταν φυσικά τόσο σημαντική όσο θα ήταν σήμερα: οι τριήρεις ήταν ελαφρά ξύλινα σκάφη, που δεν άντεχαν στην τρικυμία και γενικά δεν ήταν κατάλληλα για ταξίδια στην ανοιχτή θάλασσα· ήταν επίσης αρκετά μικρές σε μέγεθος και έπρεπε να σύρονται συχνά στην ξηρά* οι φουρτούνες και οι ναυμαχίες εκμηδένιζαν όχι σπάνια ολόκληρους στόλους, που όμως η πόλη μπορούσε να τους αντικαταστήσει μέσα σε λίγους μήνες. Εξάλλου, στις περισσότερες περιπτώσεις το κράτος προμήθευε τα σύνεργα και το σκαρί του πλοίου, ενώ ο τριήραρχος αναλάμβανε να βάλει τα πανιά, να το επανδρώσει και να το συντηρήσει, απολαμβάνοντας σ' αντάλλαγμα την τιμή να το διοικεί, αν και συχνά μόνο τυπικά* ο πραγματικός διοικητής, ιδιαίτερα στα μεταγενέστερα χρόνια, ήταν ένας επαγγελματίας ναυτικός: ο κυβερνήτης, Επίσης και στο σύστημα της χορηγίας, δηλαδή της συγκρότησης, πληρωμής και εξάσκησης του χορού μιας τραγωδίας ή κωμωδίας, ο χορηγός έπαιρνε συνήθως μόνο τη δόξα, ενώ η δουλειά έπεφτε σ' ένα τεχνικό, κυρίως τον ίδιο τον ποιητή, που ωστόσο έβρισκε πολύ λιγότερη αναγνώριση. Ο γυμνασίαρχος είχε την υποχρέωση να χρηματοδοτεί κάθε λογής αθλητικές εκδηλώσεις, ιδιαίτερα τη φαντασμαγορική λαμπαδηδρομία, μια αθηναϊκή εφεύρεση. Αν η πολιτεία ανάθετε σε κάποιον μια λειτουργία κι αυτός έβρισκε πως θα ταίριαζε καλύτερα σ' έναν άλλο, μπορούσε να ζητήσει δημόσια επανεξέταση της περίπτωσης και, αν κατόρθωνε ν' αποδείξει τον ισχυρισμό του, απαλλασσόταν από την υποχρέωση. Ο άλλος μπορούσε ν' αντισταθεί κάνοντας την πρόταση ν' ανταλλάξει την περιουσία του μ' εκείνη του ενάγοντος: και για τα δύο μέρη επρόκειτο για μια πολύ δύσκολη κατάσταση, που έτσι κι αλλιώς κατέληγε στην ανάθεση της λειτουργίας σε κάποιον. Αυτό οι αρχαίοι το έλεγαν άντίδοσις. Κάτι άλλο πάλι ήταν η έπίδοσις, η εθελοντική εισφορά «για τη σωτη/5

225


ρία του κράτους», την οποία καλούνταν να κάνει ένας πολίτης έπειτα από λαϊκή απόφαση, με δέλεαρ μελλοντικές τιμές και με φόβητρο μελλοντικά καψόνια. Η υποχρέωση του πολίτη ν' αναλάβει μια λειτουργία άρχιζε ήδη από την περιουσία των τριών ταλάντων, κι αν σκεφτούμε ότι τα έξοδα μιας χορηγίας υπολογίζονταν σε 1200 ώς 3.000 δραχμές (ένα πέμπτο του ταλάντου ώς μισό τάλαντο), καταλαβαίνουμε γιατί στην ελληνική γλώσσα υπήρχαν δυο ξεχωριστά ρήματα γι' αυτή την εξοντωτική εργοληψία: καταλειτονργώ και καταχορηγώ, δηλαδή χαντακώνω κάποιον αναθέτοντάς του μια λειτουργία ή μια χορηγία. Ένα από τα κρισιμότερα προβλήματα του αθηναϊκού κράτους ήταν ο επισιτισμός του πληθυσμού: μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματική επισιτιστική πολιτική. Όλα τα εγχειρήματα των Αθηναίων στο εξωτερικό αντιμετωπίζονταν από αυτή τη σκοπιά: στην αρχή η Αθήνα δοκίμασε να κατακτήσει την Κύπρο και την Αίγυπτο, κατόπιν τη Σικελία, τελικά τη Θράκη και τα εδάφη γύρω από τον Πόντο* ο Ελλήσποντος είχε την ίδια περίπου σημασία που έχει σήμερα η διώρυγα του Σουέζ. Η εξαγωγή σιτηρών απαγορευόταν κατ' αρχή. Αγορανόμοι επέβλεπαν την ποιότητα των προϊόντων, μετρονόμοι το βάρος, σιτοφύλακες τις τιμές, που ωστόσο παρουσίαζαν σημαντικές διακυμάνσεις από χρονιά σε χρονιά, συχνά μάλιστα είχαν μέσα σε μια μέρα μεταπτώσεις της τάξης του ενός πέμπτου ή και ενός τρίτου. Αυτό το τελευταίο οφειλόταν εν μέρει στις φήμες που διέσπειραν έντεχνα οι εισαγωγείς ή οι χονδρέμποροι: ο Ελλήσποντος τάχα έκλεισε, ξανάρχισαν οι εχθροπραξίες, ένα μεγάλο φορτίο έπεσε σε φουρτούνα ή βούλιαξε. Όχι σπάνια οι εύποροι υπάλληλοι της αγοράς βρίσκονταν στην ανάγκη να πληρώσουν από την τσέπη τους τις διαφορές στις τιμές. Όλα όμως τα δικαιώματα και πλεονεκτήματα για τα οποία μιλήσαμε ίσχυαν μόνο για τους πλήρεις πολίτες, τους απογόνους που προέρχονταν από ένα νόμιμο γάμο ανάμεσα σ' ένα πολίτη και μια πολίτισσα του ίδιου κράτους. Επομένως, όποιος καταγόταν από μια μέτοικη, μια δούλα ή ακόμα κι από μια ελεύθερη ξένη δεν είχε πολιτικά δικαιώματα· ακόμα και η υιοθεσία δεν επιτρεπόταν«' αυτή την περίπτωση. Ωστόσο, η λαϊκή συνέλευση μπορούσε ν' απονείμει τα δικαιώματα του πολίτη σ' ένα άτομο που είχε προσφέρει εξαιρετικές υπηρεσίες στο κράτος. Οι μη πολίτες δεν είχαν το δικαίωμα ν' απο226


κτούν έγγεια ιδιοκτησία, ούτε να συνάψουν εντελώς έγκυρο γάμο, μπορούσαν να κάνουν δίκες μόνο μέσω ενός προστάτη και να συμμετέχουν μόνο σ' ορισμένες από τις επίσημες θρησκευτικές τελετές. Τη σημαντικότερη ομάδα ανάμεσά τους την αποτελούσαν οι μέτοικοι, που όχι σπάνια αποκτούσαν μεγάλες περιουσίες ως εργοστασιάρχες και μεγαλέμποροι, εφοπλιστές και τραπεζίτες, και έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη σύνθεση των λαϊκών στρωμάτων ως λιανοπωλητές και χειρώνακτες, ναυτικοί και λιμενεργάτες. Πλήρωναν ένα «τέλος προστασίας», που στην Αθήνα ήταν δώδεκα δραχμές, και δεν ξεχώριζαν καθόλου από τον υπόλοιπο πληθυσμό, εκτός από τους νομικούς περιορισμούς. Αλλά το δικαίωμα του πολίτη μπορούσε ν' αφαιρεθεί από κάποιον, όταν αυτός εξοριζόταν ή κηρυσσόταν άτιμος, πράγμα που δεν απαγόρευε την παραμονή του στην πατρίδα του. Τα κυριότερα εγκλήματα για τα οποία μπορούσε κανείς να κηρυχθεί άτιμος ήταν: κατάχρηση δημόσιου χρήματος, δωροδοκία, δειλία, τριπλή ψευδομαρτυρία. Συχνά η ποινή αυτή επιβαλλόταν σε άτομα που ήταν απλώς ανεπιθύμητα ή ενοχλητικά, πράγμα που φαίνεται από το γεγονός ότι μπορούσε να εφαρμοσθεί ακόμα και για την «οκνηρία», και ο πολιτικός χαρακτήρας της γίνεται ολοφάνερος αν σκεφτούμε ότι απειλούσε ακόμα κι εκείνους που προσπαθούσαν ν"* ακυρώσουν ή να τροποποιήσουν τις αποφάσεις των λαϊκών συνελεύσεων. Επομένως, αυτή η ακραιφνέστερη από όλες τις δημοκρατίες ήταν κατά βάθος μια ολιγαρχία του κόμματος που κυβερνούσε κάθε φορά, και αγνοούσε τόσο τα «ανθρώπινα δικαιώματα» όσο και την ισότητα των δύο φύλων. Οι γυναίκες δεν είχαν το δικαίωμα ούτε να εκλέγουν ούτε να επενδύουν δημόσια αξιώματα, δεν μπορούσαν να παρευρίσκονται σε πολιτικές συναθροίσεις ούτε σε γιορταστικές εκδηλώσεις, και μόνο στη Σπάρτη είχαν το δικαίωμα ν' αθλούνται. Ολόκληρη τη ζωή τους την περνούσαν υπό την κηδεμονία του πατέρα, του αδελφού, του συζύγου, του ενήλικου γιού· αντίθετα, διατηρούσαν την κυριότητα της προίκας τους, της οποίας ο σύζυγος είχε μόνο την επικαρπία. Στις κοινωνικές συναναστροφές δεν εμφανιζόταν ποτέ η οικοδέσποινα, παρά μόνο χορεύτριες και αυλητρίδες, φιλόσοφες και εταίρες, δυο ομάδες που θεωρούνταν περίπου ταυτόσημες, γιατί τις περισσότερες φορές οι εταίρες ήταν πολύ καλλιεργημένες και οι φιλόσοφες συνήθιζαν να ζουν πολύ ελεύθερα, τουλάχιστον εξωτερικά. Ο Θουκυδίδης βάζει τον Περικλή να λέει: «Η πιο ενάρετη γυναίκα είναι 227


εκείνη που τη σχολιάζουν λιγότερο οι άνδρες, είτε για να την παινέψουν είτε για να την φέξουν.» Η σεμνή γυναίκα, ιδιαίτερα των ανώτερων στρωμάτων, ζούσε τη ζωή του χαρ^μιού. Έβγαινε στον δρόμο μόνο με τη συνοδεία ενός ηλικιωμένου δούλου, του γυναικονόμου, και δεν πήγαινε ούτε καν στην αγορά· βέβαια συχνά μπορούσε να δει κανείς εκεί φτωχότερες γυναίκες, ως πωλήτριες, αλλά κι αυτές δεν εργάζονταν ποτέ στα εργαστήρια. Η γυναίκα εμφανιζόταν δημόσια το πολύ-πολύ ως ιέρεια σε κάποια θυσία που απαιτούσε να είναι ο θύτης θηλυκού γένους ή ως κομπάρσος σε μια γιορταστική πομπή. Κατά τ' άλλα, το καθήκον της ήταν να φέρνει στον άνδρα που παντρευόταν, πρώτα λεφτά και κατόπιν παιδιά. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι το «φωτισμένο πνεύμα, που έκανε τους Αθηναίους να γεύονται τη γλυκύτητα της απόλυτης ελευθερίας», όπως λέει ο Βίνκελμαν, μετά τον θάνατο του Περικλή δεν ήταν σχεδόν τίποτα παραπάνω από μια παρδαλή αναρχία, που τον θεμέλιο λίθο της τον είχε βάλει ο ίδιος ο Περικλής με το σύνταγμά του — μια ταραχώδης οχλοκρατία και ταυτόχρονα (αφού ο μυριοκέφαλος αυτός κυρίαρχος μπορούσε να εξαγορασθεί) μια αναίσχυντη πλουτοκρατία. Η δικαιοσύνη ήταν στα χέρια ενός προλεταριάτου από ενόρκους που ενδιαφερόταν μονάχα να βγάλει το μεροκάματο χωρίς να κάνει τίποτα. Τα δημόσια αξιώματα ήταν προσιτά ακόμα και στον ηθικά και πνευματικά υπανάπτυκτο, που σ' αυτή την περίπτωση (επειδή η άσκησή τους ήταν πολύ επίπονη) δεν δελεαζόταν τόσο από τον χαμηλό μισθό όσο από τη δυνατότητα της δωροληψίας. Καθώς ο ένας θεωρούσε τον άλλο ικανό για το χειρότερο (και μάλλον δικαιολογημένα), επικρατούσε εκείνη η κατάσταση που ο Μπούρκχαρτ συνόψισε στη θαυμάσια φράση: η μόνιμη διάθεση των Αθηναίων ήταν σαν να τους έκλεβε κανείς κάτι. Αυτό ήταν το έδαφος, στο οποίο άνθησε η δηλητηριώδης χλωρίδα της συκοφαντίας. Η λέξη «συκοφάντης» σήμαινε αρχικά εκείνον που εντοπίζει και καταγγέλει ανθρώπους που εξάγουν παράνομα σύκα (αν και αυτή η ετυμολογία αμφισβητείται τελευταία), αργότερα όμως κατέληξε να σημαίνει γενικά τον συστηματικό σπιούνο και καταδότη. Εννοείται όμως ότι η απειλή να ξεσκεπαστεί μια υπόθεση και να τεθεί στην κρίση του λαού δεν ήταν ακίνδυνη ούτε καν για τον ολότελα αθώο , πρώταπρώτα γιατί ήταν από μόνο του δυσάρεστο να σύρεται κανείς στο φως της δημοσιότητας, δεύτερον επειδή επρόκειτο συχνά για πολύ 228


αόριστα εγκλήματα, όπως αθεΓα, παράνομη κατοχή κρατικών κτημάτων, καθυστέρηση πληρωμής φόρων, σπατάλη της πατρικής περιουσίας κι άλλα παρόμοια, και τρίτον επειδή οι συκοφάντες δεν δίσταζαν να εκτοξεύουν ακόμα και ολότελα αστήριχτες κατηγορίες. Έτσι, με τον καιρό η λέξη «συκοφαντία» τυήρε τη σημασία της «ψευδούς κατηγορίας». Αλλά, τέτοια που ήταν η ηθική και οικονομική στάθμη των μαζών, δεν ήταν και τόσο δύσκολο να τεκμηριωθεί μια τέτοια κατηγορία με ψευδομάρτυρες. Έτσι, για καλό και για κοικό έπρεπε να βουλώνει κανείς το στόμα των συκοφαντών. Σε γενικές γραμμές οι συκοφάντες, καθώς συνδύαζαν τον εκβιασμό, τη μνησικακία, την εμπάθεια και πληρώνονταν για να σωπάσουν ή για να ψευδομαρτυρήσουν, αντιστοιχούν στους δικούς μας κιτρινιστές δημοσιογράφους, μόνο που έπαιζαν πολύ σημαντικότερο ρόλο στη δημόσια ζωή. Μπορούμε να τους συγκρίνουμε επίσης με δικηγορίσκους, όχι μόνον εξαιτίας της στρεψοδικίας και του θράσους τους, αλλά και επειδή μερικοί πλούσιοι είχαν μόνιμα στην υττηρεσία τους έναν αντισυκοφάντη. Η εξοντωτικότερη κριτική της αθηναϊκής δημοκρατίας είναι η ιδανική πολιτεία του Πλάτωνα, που αποτελεί τον τέλειο αντίποδά της. Ο Πλάτων ζητάει τη διαπαιδαγώγηση ενός μόνιμου σώματος δημοσίων υπαλλήλων σύμφωνα με την αρχή της κατανομής εργασίας, που έχει τα φυσικά της θεμέλια στις ιδιαίτερες καταβολές των ανθρώπων, στις ειδικές γνώσεις τους και στην ανισότητα της ηθικής τους στάθμης. Οι άνδρες που κατέχουν δημόσια αξιώματα δεν επιτρέπεται να έχουν καθόλου ιδιωτική περιουσία· αλλά και γενικά η κυβέρνηση πρέπει να επαγρυπνεί «ώστε να μην εμφιλοχωρήσει στο κράτος ούτε η φτώχεια ούτε ο πλούτος». Οι γυναίκες εξισώνονται απόλυτα με τους άνδρες στην εκπαίδευση και τον τρόπο ζωής και έχουν πρόσβαση σ'' όλα τα επαγγέλματα· πρέπει να υπάρχει κοινοκτημοσύνη των γυναικών και των παιδιών (προφανώς επειδή με τον γάμο και την κληρονομιά γεννιέται η δίψα της ιδιοκτησίας και η ιδιοτέλεια). Το κράτος πρέπει να βρίσκεται μακριά από τη θάλασσα, που ποτίζει τους πολίτες με εμπορικό ττνεύμα και κερδομανία και κάνει τον λαϊκό χαρακτήρα πονηρό και αναξιόπιστο. Από τις τέχνες πρέπει να εξοβελισθούν όλα όσα κολακεύουν τις αισθήσεις, όσα χρησιμεύουν απλώς στην επίδειξη ή δίνουν κακό παράδειγμα (γι' αυτό πρέπει ν' απεμποληθεί και ο Όμηρος, εξαιτίας των ευτελών αντιλήψεών του 229


για τους θεούς, καθώς και το δράμα, επειδή δείχνει κακούς ανθρώπους). Ο Αριστοτέλης παρατήρησε με το δίκιο του ότι η «συμφωνία» όλων των πολιτών που οραματιζόταν ο Πλάτων είναι μονοτονία. Μόνο που και η ίδια η πραγματικότητα δεν ήταν λιγότερο μονότονη. Ο πολιτικός λεγόταν «ρήτωρ», η δίκη «άγών». Όλα ήταν μια μόνιμη θεατρική παράσταση και, επιπλέον, αυτά τα έργα διαδραματίζονταν μπροστά στον αθηναϊκό λαό, που ήταν το καλύτερο κοινό του κόσμου, και μάλιστα για κάθε είδους θεάματα. Η δουλεία δεν απασχολούσε ακόμα τους φιλόσοφους εκείνης της εποχής. Ακόμα και σήμερα σπάνια συνειδητοποιούμε ότι διατηρήθηκε ώς τα σχετικά πρόσφατα χρόνια. Αυτό το δείχνει ακόμα και το ίδιο το όνομα «σκλάβος», που οφείλεται στο γεγονός ότι σ' ολόκληρο τον Μεσαίωνα οι δούλοι ήταν Σλάβοι αιχμάλωτοι. Στ��ν Πρωσία, ένας Αμερικανός υπήκοος είχε ώς το 1857 το δικαίωμα ν' απαιτήσει ν' αναγνωρισθούν επίσημα ως ιδιοκτησία του οι δούλοι που κουβαλούσε μαζί του. Στις αγγλικές αποικίες η χειραφέτηση των δούλων έγινε το 1833, στις γαλλικές το 1848, στη Βόρεια Αμερική το 1865, στη Βραζιλία μάλιστα μόλις το 1888. Ακόμα και σήμερα οι κούληδες στην Ανατολική Ασία και οι Κανάκοι στις Νότιες θάλασσες αντιπροσωπεύουν μια (περιορισμένη) μορφή δουλείας. Στην περίπτωση των δούλων της αρχαίας Ελλάδας, η ίδια η καταγωγή τους ήταν συνήθως ένα υποτιμητικό στοιχείο, γιατί κατά κανόνα προέρχονταν από βαρβαρικές χώρες: τη Λυδία και τη Φρυγία, τη Συρία και τη Λιβύη, τη Θράκη και τον Πόντο· ιδιαίτερα τεμπέληδες θεωρούνταν οι Παφλαγόνες. θεωρητικά όμως κάθε Έλληνας μπορούσε να καταλήξει δούλος λόγω πολέμου, πειρατείας ή χρεών, όπως συνέβη προσωρινά σ^ ένα Πλάτωνα και σ' ένα Διογένη. Στην Αθήνα μάλιστα υτϋήρχε ένας νόμος, σύμφωνα με τον οποίο ο πατέρας είχε το δικαίωμα να πουλήσει δούλα την ατιμασμένη κόρη του, αλλά όπως φαίνεται ο νόμος αυτός υτυήρχε περισσότερο στα χαρτιά παρά στην πράξη, θεωρητικά οι δούλοι ήταν πράγματα, όπως φαίνεται από το όνομά τους: λέγονταν «σώμα άνδρεΐον, γυναικειον», δηλαδή ανδρικό ή γυναικείο σώμα, και «άνδράποδα», δηλαδή ανθρώπινα πόδια, μπαίνοντας έτσι στο ίδιο επίπεδο με τα μεγάλα κτήνη, που ονομάζονταν «κραταίποδα», δηλαδή γερά πόδια. Ο δουλοκτήτης όμως δεν είχε το δικαίωμα να σκοτώσει τον δούλο του: ακόμα κι αν σκότωνε κατά λάθος ένα δούλο, η πράξη του θεωρούνταν ανθρωποκτονία και 230


ο δράστης έπρεπε να εξιλεωθεί τελετουργικά· αν όμως ο φόνος ήταν εσκεμμένος, τότε ισοδυναμούσε με δολοφονία. Μια ορισμένη προστασία των δούλων από την κακομεταχείριση ήταν το άσυλο που πρόσφεραν οι ναοί· επίσης ο δούλος που είχε απάνθρωπο κύριο μπορούσε να ζητήσει από την πολιτεία να εξαναγκάσει τον αφέντη του να τον πουλήσει. Μόλο που ο δούλος δεν ήταν νομικό υποκείμενο και γι' αυτό δεν μπορούσε ούτε να ενάγει ούτε να συμβάλλεται, είχε τη δυνατότητα ν' αποκτά δική του περιουσία ως αντιπρόσωπος του κυρίου του. Επίσης μπορούσε να συμμετέχει στις περισσότερες δημόσιες εκδηλώσεις· μόνον οι αθλητικοί αγώνες, που θεωρούνταν ιεροί, αποτελούσαν εξαίρεση. Εξωτερικά ξεχώριζε από τους ελεύθερους μόνον από τα κοντοκουρεμένα μαλλιά του. Ο Πλάτων συμβουλεύει τους δουλοκτήτες να φέρνονται για το δικό τους συμφέρον καλά στους δούλους, αλλά να μην έχουν πολλή οικειότητα μαζί τους και ν' ανακατεύουν τις εθνικότητες, για να μην εξοικειώνονται ούτε οι ίδιοι οι δούλοι μεταξύ τους. Στην ύπαιθρο η σχέση αφέντη-δούλου ήταν σίγουρα πατριαρχική, όπως στα παλιά χρόνια· στην πόλη εξαρτιόταν από τη χρησιμοποίηση του δούλου, που παρουσίαζε μεγάλη ποικιλία. Ττιήρχαν ανάμεσα στους δούλους διαχειριστές κτημάτων και εργοδηγοί με πολύ υπεύθυνα πόστα, σεβάσμιοι οικονόμοι και διακριτικοί θαλαμηπόλοι, αυστηροί παιδαγωγοί και υπερόπτες βιβλιοθηκάριοι, έμπειροι γλύπτες, γυμναστές αλόγων, οιωνοσκόποι, αρχιμάγειροι, κομμωτές και άλλοι δούλοι ειδικευμένοι σε κάθε λογής δουλειά. Μια ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούσαν οι δημόσιοι δούλοι, πολλοί από τους οποίους απασχολούνταν σε όχι ασήμαντες θέσεις: ως γραφείς στα δικαστήρια, λογιστές στη δημόσια διοίκηση, φύλακες του δημόσιου αρχείου και αστυνομικοί, που ανάλογα με την πατρίδα τους ονομάζονταν Σκύθες, ανάλογα με τον οπλισμό τους τοξότες. Οι δούλοι που έκαναν οικονομίες χάρη σε κάποιο επάγγελμα ή χάρη σε δουλειές που είχαν διεκπεραιώσει οι ίδιοι στο όνομα του ιδιοκτήτη τους μπορούσαν να εξαγοράσουν την ελευθερία τους· όχι σπάνια όμως η απελευθέρωσή τους ήταν μια χαριστική πράξη του κυρίου τους. Οι απελεύθεροι δούλοι γίνονταν μέτοικοι. Η τιμή των δούλων ήταν κατά μέσον όρο διακόσιες δραχμές, επομένως δεν ήταν και πολύ ψηλή· κατά τα άλλα ήταν ανάλογη με την προσφορά (που έπειτα από πολέμους ανέβαινε αισθητά), το φύλο (οι γυναίκες ήταν κάπως ακριβότερες), την καταγωγή (οι Έλληνες 231


κόστιζαν πολύ περισσότερο) και φυσικά τις ικανότητες: μερικές ειδικότητες (π.χ. όταν ο δούλος ήξερε να παρασκευάζει εκλεκτά αρώματα ή μπορούσε ν' απαγγείλει απ' έξω ολόκληρο τον Όμηρο) ζυγίζονταν με χρυσάφι. Η Αθήνα, η Κόρινθος, οι Συρακούσες και η Αίγινα (ώς την υποταγή της) ήταν κέντρα δουλεμπόριου, γιατί ήταν βιομηχανικές πόλεις* όμως με τα δικά μας κριτήρια οι επιχειρηματικές μονάδες ήταν πολύ μικρές: στο εργοστάσιο όπλων που κληρονόμησε ο Δημοσθένης δούλευαν 33 ξιφουργοί, και γενικά φαίνεται ότι δεν απασχολούνταν περισσότερα από 100 άτομα. Αλλά κι αυτοί οι αριθμοί ήταν αρκετοί για να δημιουργήσουν εργατικό ζήτημα. Όλα τα έξοδα παραστάσεως που καθιέρωσε ο Περικλής ήταν, στην ουσία, επιδόματα ανεργίας. Αν και, όπως τονίσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, η ρομαντική αντίληψη που θέλει τον αρχαίο Έλληνα να ζει μόνο για την ομορφιά και την απόλαυση της στιγμής είναι λαθεμένη, πρέπει να παραδεχτούμε ότι από την εποχή του Περικλή και ύστερα υπήρχε ένας αργόσχολος όχλος και ότι γενικά στην αρχαιότητα οι άνθρωποι εργάζονταν πολύ λιγότερο απ' ό,τι σήμερα. 'Οπως συμβαίνει και σήμερα πολλές φορές στις νότιες χώρες, οι δουλειές ήταν τις περισσότερες φορές ευκαιριακές και υτϋήρχαν πολλές μέρες που δεν έκανε κανείς τίποτα. Ένας τέτοιος Αθηναίος σηκωνόταν συνήθως νωρίς-νωρίς, ακόμα κι αν ήταν μουδιασμένος από το μεθύσι της προηγούμενης μέρας. Το ντύσιμό του δεν του έπαιρνε πολύ καιρό, ούτε το πρωινό του, που ήταν μερικές μπουκιές ψωμί βουτηγμένες σε κρασί. Έπειτα έχωνε στο στόμα του μερικά νομίσματα (γιατί η στοματική του κοιλότητα ήταν το πορτοφόλι του) κι έβγαινε έξω. Πήγαινε στη συνέλευση του δήμου, στο δικαστήριο, στο γυμνάσιο, στο πεδίο ασκήσεων, σε μια διάλεξη, και πουθενά δεν περιοριζόταν στον ρόλο του βουβού ακροατή ή θεατή, γιατί είχε τη συνήθεια να πετάει παντού τη δική του κουβέντα. Ύστερα επιθεωρούσε το μαγαζί του, αν είχε μαγαζί, πράγμα που όπως φαίνεται κατέληγε λίγο-πολύ σε φλυαρίες, και τελικά κατέβαινε στρ λιμάνι, όπου φυσικά υττήρχαν τα περισσότερα αξιοθέατα. Ο αρχαίος Έλληνας είχε μια ειδική έκφραση γι' αυτό το σεργιάνισμα: το έλεγε «άγοράζω» και δεν εννοούσε μ' αυτό, όπως θα ήταν η επί λέξει μετάφραση, απλώς «κυκλοφορώ στην αγορά», παρά ένα νόστιμο, απολαυστικό μίγμα από κουτσομπολιό και εκκλησιασμό, πολιτικολογία και αθλητικολογία, βωμολοχίες r.ai φιλοσοφία. Όταν ο καιρός 232


ήταν άσχημος, αυτή η απασχόληση, που ενδεικτικά λεγόταν και «συμπόσιο χωρίς κρασί», μεταφερόταν στα καταστήματα: στα μυροπωλεία, στα κουρεία, στα τσαγκαράδικα, στα μαρμαρογλυφεία, τον χειμώνα κατά προτίμηση στα σιδηρουργεία, όπου έκανε ζέστη. Εδώ το φαγητό έπαιζε ασήμαντο ρόλο: ένα-δυο λουκάνικα από τον πλανόδιο λουκανικά, μερικά προχειροψημένα ψάρια από τον ψαρά, μια χούφτα σύκα έφταναν για τις ανάγκες του στομαχιού. Όταν όμως ο Ισοκράτης ισχυρίζεται ότι παλιότερα, δηλαδή στον παλιό καλό καιρό του Περικλή, ούτε καν ένας σχετικά κόσμιος δούλος δεν πήγαινε σε καπηλειά, εξιδανικεύει την πραγματικότητα· στα καπηλειά οι θαμώνες έπαιζαν επίσης ζάρια και μεθοκοπούσαν με κορίτσια ελαφρών ηθών, τις λεγόμενες «αυλητρίδες». Αλλά σε γενικές γραμμές οι Έλληνες απολάμβαναν τις τέρψεις του λάρυγγα μόνο τις βραδινές ώρες. Έπειτα από ένα απλό γεύμα, το τελετουργικό πλύσιμο των χεριών και τη σπονδή, άρχιζε μια κρασοκατάνυξη που δεν ήταν ανόμοια με τα μεθύσια των διαφόρων φοιτητικών αδελφοτήτων. Αλλά, όπως καθένας ξέρει από το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, το πιοτί δεν ήταν το πιο σημαντικό πράγμα, αν και φυσικά το έργο αυτό του Πλάτωνα είναι μια ποιητική συμπύκνωση και δεν αποδίδει ακριβώς την καθημερινή πραγματικότητα. Η διασκέδαση των συνδαιτυμόνων με αινίγματα, αισχρολογίες, απαγγελίες κι άλλα τέτοια βαρετά πράγματα είναι ένα μεταγενέστερο εκφυλιστικό φαινόμενο. Συχνά το συμπόσιο συνοδευόταν από τον κώμο, μια νυχτερινή πομπή με κρασί και τραγούδια, ερωτικές διαχύσεις και κάθε λογής αταξίες· φαίνεται ότι τα κεφάλια των ερμών, που βρέθηκαν σπασμένα πριν από τη σικελική εκστρατεία, έπεσαν θύματα ενός τέτοιου κώμου. Το έθιμο του κώμου υιοθετήθηκε κι αυτό από τους φοιτητές, αλλά στα νεότερα χρόνια εκχυδαΓσθηκε τόσο, ώστε στο τελετουργικό του δεν ανήκαν μόνον οι άγριοι ξυλοδαρμοί, παρά και η θορυβώδης εκκένωση της ουροδόχου κύστης (και μάλιστα κατά προτίμηση μπροστά στην πόρτα της αγαπημένης). Επίσης έλειπαν στην αρχαιότητα οι συγκρούσεις με τους νυχτοφύλακες, γιατί η αστυνομία σταματούσε τη δουλειά της με τη δύση του ήλιου. Για να πάρουμε μια σωστή εικόνα της ζωής του "αρχαίου Αθηναίου, πρέπει να προσθέσουμε την καλλιτεχνική όψη της πόλης. Παντού υψώνονταν αγάλματα θεών και ηρώων, πολεμάρχων και πολιτικών, ποιητών και φιλοσόφων, ρητόρων και αθλητών, ακόμα 233


μάλιστα και διάσημων εταφών και αλόγων: στους ναούς και στα γύρω οικοδομήματα, στους κήπους και στις στοές, στις λέσχες και στην αγορά, στα θέατρα, τα γυμνάσια και τα στάδια, στις ιερές σπηλιές και στα άλση. Αλλά δεν πρέπει να φανταστούμε κανένα μουσείο γεμάτο κλασικά αριστουργήματα: ιδιαίτερα τα αναθήματα δεν μπορούσαν να είναι όλα χωρίς εξαίρεση σπουδαία έργα τέχνης — αυτό ήταν το ίδιο αδύνατο όσο και για τα τάματα των δικών μας εκκλησιών. Επίσης, με τον καιρό θα πρέπει να δημιουργήθηκε φοβερός συνωστισμός από αγάλματα, και η γενική εντύπωση που έδινε η Ακρόπολη, όπου το χρυσάφι, το αστραφτερό μάρμαρο και τα ζωηρά χρώματα συναγωνίζονταν κραυγαλέα μεταξύ τους, δεν πρέπει να ήταν ανόμοια με την εντύπωση που δίνει ένα τεράστιο κατάστημα παιχνιδιών. Στα γλυπτά, ήταν οπωσδήποτε βαμμένα τα μαλλιά και τα χείλη, τα φρύδια και οι κόρες των ματιών. Τα χρώματα της σάρκας και των ρούχων υποδηλώνονταν με τον εμποτισμό του μάρμαρου, αν δεν αποδίδονταν και μ^ άλλους τρόπους. Οι περικεφαλαίες και οι ασπίδες, τα στεφάνια και τα διαδήματα, τα όπλα και τα κοσμήματα φτιάχνονταν από αστραφτερό μέταλλο. Ίσως όμως ο χρωματισμός να προχωρούσε ακόμα περισσότερο: τα γλυπτά που αποτελούσαν τμήματα οικοδομημάτων ήταν πιθανότατα χρωματισμένα. Επίσης και οι μπρούντζινες μορφές, χάρη στους διάφορους τόνους του μεταλλεύματος και της πάτινας, θύμιζαν παλέτα. Η πρώιμη κλασική περίοδος της λεγόμενης «αυστηρής τεχνοτροπίας» τοποθετείται από το 480 ώς το 460 περίπου. Το βασικό γνώρισμά της είναι μια αδρή και κάπως στυφή νεανικότητα, που εκφράζεται με μια κάποια σκληρότητα των περιγραμμάτων και ακαμψία των κινήσεων: μια λιτότητα, που αγγίζει τα όρια της πεζότητας, μια διαύγεια των γραμμών που πλησιάζει τον πρωτογονισμό* η ψυχική έκφραση δεν τολμάει ακόμα να βγει στην επιφάνεια, οι μορφές βρίσκονται ακόμα, θα έλεγε κανείς, σε προνυμφική κατάσταση. Το αποκορύφωμα αυτής της εξελικτικής βαθμίδας είναι οι «Αιγινήτες», που η ανακάλυψή τους το 1811 προκάλεσε τεράστια αίσθηση. Ο ναός, το αέτωμα του οποίου στόλιζαν κάποτε, δεσπόζει πάνω από τον Σαρωνικό κόλπο και προσφέρει υπέροχη θέα ώς τη Σαλαμίνα. Και πράγματι, οι πολεμικές σκηνές είχαν σκοπό να τιμήσουν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, αν και, σε συμφωνία με το καλλιτεχνικό αισθητήριο της εποχής, τα θέματά τους ήταν παρμένα από τον Τρωι234


κό πόλεμο· το ότι οι πολεμιστές παριστάνονται γυμνοί σημαίνει ένα ποιητικό στιλιζάρισμα, που ξεκινάει πολύ πριν από την ομηρική περίοδο. Οι καλλιτέχνες είναι ήδη τόσο τέλειοι ανατόμοι που ίσως μάλιστα να επηρεάζονται υπερβολικά από τις γνώσεις τους. Είναι αξιοπαρατήρητο ότι οι μορφές είναι επεξεργασμένες εξονυχιστικά ακόμα και σ-eViv πίσω πλευρά τους. Αυτή η τέχνη δεν ξέρει από τερτίπια και προσποιήσεις, δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει εξωτερικά, αδιαφορεί για τη θεατρική εντύπωση. Το δυτικό αέτωμα φαίνεται ακόμα ολότελα αρχαϊκό, το ανατολικό μοιάζει σαν να ήταν νεότερο κατά μια ολόκληρη καλλιτεχνική εποχή, παρόλο που η χρονολογική διαφορά τους είναι πολύ μικρότερη. Οι Έλληνες παρομοίαζαν τις συνθέσεις των αετωμάτων τους μ"* έναν αετό που έχει απλωμένα τα φτερά· και πράγματι, εδώ κυριαρχεί ήδη ένας πολύ ευγενικός ρυθμός, αλλά και μια παγερή συμμετρία που φαίνεται τυποποιημένη, αν και οι παραστάσεις των αετωμάτων έχουν φιλοτεχνηθεί με εξαιρετική επιδεξιότητα. Ο Χάινριχ Μπρουν μίλησε πολύ εύστοχα για «στάση νεοσύλλεκτου». Σ^ αυτά τα πλαίσια ανήκει και το περίφημο «αιγινήτικο χαμόγελο». Πολλοί πίστεψαν ότι είχε σκοπό να δείξει ότι ο ήρωας, ακόμα και τη στιγμή του θανάτου του, στέκει πιο ψηλά από αυτή την κατάσταση, κάτι που θα ταίριαζε κάπως με την ινδιάνικη νοοτροπία. Αλλά σε μια εξελικτική βαθμίδα, στην οποία το ρεπερτόριο των σημείων είναι ακόμα περιορισμένο, το ανασήκωμα των γωνιών του στόματος μπορεί να σημαίνει και πόνο: το συναντάμε μερικές φορές ακόμα και σε σκηνές ταφής από την πρώιμη Αναγέννηση, όπου εκφράζει υπέρτατη οδύνη. Πιθανότερη είναι μάλλον η εξήγηση ότι οι Έλληνες αντέγραψαν, απλούστατα, αυτό το χαμόγελο από τους Αιγύπτιους, στους οποίους, όπως εξηγήσαμε στον προηγούμενο τόμο, δεν σήμαινε τίποτα λιγότερο από πρωτογονισμό. Στον ναό του Δία της Ολυμπίας, που ανασκάφθηκε γύρω στο 1875-80, οι μετόπες ξεχωρίζουν ιδιαίτερα χάρη στον ωραίο, ανδροπρεπή νατουραλισμό τους. Μπορούμε να συγκρίνουμε αυτά τα οικοδομικά μέρη με τα επιγράμματα: παρόλο που σ' όλους τους ναούς πραγματεύονται πολύ παραπλήσια θέματα, καταφέρνουν ωστόσο να μην επαναλαμβάνονται σχεδόν ποτέ· το μοτίβο των κενταύρων, λόγου χάρη, εκδιπλώνεται σ' ένα ανεξάντλητο πλήθος από τυνευματώδεις παραλλαγές. Το μεταλλικό άγαλμα ενός ηνίοχου από τους Δελφούς, με τον προσεχτικά διπλωμένο, σχεδόν πλισαρισμένο χιτώνα 235


του, είναι ενδιαφέρον κυρίως επειδή έχουν διατηρηθεί τα μάτια (ο βολβός είναι άσπρος, η ίριδα καφετιά, η κόρη μαύρη, τα ματοτσίνορα είναι φτιαγμένα από λεπτά μπρούντζινα φύλλα), πράγμα που δίνει στο κεφάλι εξαιρετική ζωντάνια. Μεγάλη αμεσότητα και δροσιά έχει και ο «Απακανθιζόμενος», ίσως το δημοφιλέστερο γλυπτό της αρχαιότητας, που αντιγράφτηκε αναρίθμητες φορές. Η σκέψη ν' απαθανατισθεί ένας νικητής δρομέας σ'^ αυτή την πεζή και καθημερινή ασχολία είναι πολύ πρωτότυπη. Η υστεροελληνική περίοδος προσηλώθηκε αποκλειστικά σ' αυτή την ασχολία και μετέτρεψε τον κομψό αθλητή σε αλητόπαιδο. Οι καλλιτέχνες ήξεραν τώρα ν^ απεικονίζουν με συναρπαστικό τρόπο τη γυμνή γυναικεία μορφή, όπως δείχνει το μαρμάρινο άγαλμα της Νιοβίδης, που, χτυπημένη από το αδυσώπητο βέλος του Απόλλωνα, σωριάζεται νεκρή καθώς τρέχει. Είναι ένα από τα ωραιότερα γυναικεία σώματα που έχουν βγει ποτέ από τη σμίλη. Η στάση είναι ίσως κάπως υπέρμετρα συγκρατημένη, αλλά απαράμιλλα ευγενική· η διαγραφή του πεσμένου φορέματος έχει γίνει με εξαιρετική λεπταισθησία, αλλά, όπως και στον ηνίοχο των Δελφών, ακόμα συμβατικά. Μια από τις μεγαλύτερες προόδους στην αναπαράσταση του ανθρώπινου κορμιού σημειώθηκε κι αυτή στο πρώτο μισά του πέμπτου αιώνα: η ανακάλυψη της αντίθεσης ανάμεσα στο πόδι που στηρίζει το σώμα και το πόδι που απλώς κρατάει την ισορροπία. Τα δύο πόδια δεν σηκώνουν πια το ίδιο βάρος, παρά το ένα φαίνεται χαλαρωμένο, όπως πράγματι συμβαίνει πάντα στην πραγματικότητα: ήταν μια απελευθερωτική πράξη, που μόνο το ελληνικό πνεύμα μπορούσε να πραγματοποιήσει στην αρχαιότητα. Ο Παρθενώνας, το τελειότερο δείγμα δωρικού ναού, άρχισε να χτίζεται ένα χρόνο μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, το 447, και τελείωσε ένα χρόνο πριν ξεσπάσει ο Πελοποννησιακός πόλεμος, το 432. Είναι πολύ πιθανό ότι η επινόηση, το σχέδιο και η διάταξη των πλαστικών μερών έγινε από τον Φειδία* η εκτέλεση δεν είναι παντού εξίσου καλή. Στο εσωτερικό του ναού υψωνόταν το άγαλμα της παρθένας Αθηνάς, που εξαφανίσθηκε χωρίς ν** αφήσει ίχνη· το δυτικό αέτωμα παρουσίαζε τη διαμάχη της θεάς με τον Ποσειδώνα για την κυριαρχία της Αττικής, το ανατολικό αέτωμα τη γέννησή της μέσα από το κεφάλι του Δία· ένα διάζωμα που περιέτρεχε ολόκληρο τον ναό έδειχνε την πομπή των Παναθηναίων, που γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια και κορυφωνόταν με την αφιέρωση ενός καινούριου πέπλου κι 236


άλλων δώρων στη θεά. Οι μετόπες περιείχαν σκηνές από μάχες ανάμεσα σε θεούς, Γίγαντες, Λαπίθες, Κενταύρους. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των γλυπτών (όσων είχαν διατηρηθεί κάπως) μεταφέρθηκε στην αρχή του περασμένου αιώνα από τον λόρδο Έλγιν στο Λονδίνο, όπου αποτελούν και σήμερα ένα από τα καυχήματα του Βρετανικού Μουσείου. 'Οχι μόνον οι εμπειροτέχνες, αλλά και οι κτηνοτρόφοι ήταν ενθουσιασμένοι από τα βόδια και τα πρόβατα της πομπής, ένας Άγγλος δάσκαλος της ιππασίας μάθαινε στους μαθητές του πώς να κάθονται πάνω στο άλογο παίρνοντας ως πρότυπο τους Αθηναίους καβαλάρηδες της πομπής των Παναθηναίων, και ο Γκαίτε θεωρούσε ότι το κεφάλι του αλόγου στο ανατολικό αέτωμα παρίστανε το «αρχετυπικό άλογο». Παρόλο που εκτός από τον Παρθενώνα χτίστηκαν ακόμα το Ερεχθείο, τα Προπύλαια κι άλλα υπέροχα οικοδομήματα, οι Αθηναίοι εκείνης της εποχής δεν είχαν ακόμα την ιδέα να φτιάξουν πέτρινο θέατρο, παρά αρκούνταν σε πρόχειρες ξυλοδεσιές. Οι κύριες παραστάσεις δίνονταν την άνοιξη στα «Μεγάλα Διονύσια»: επί τρεις μέρες παίζονταν τέσσερα έργα κάθε μέρα, και την εποχή που η δύναμη της Αθήνας είχε φτάσει στο ζενίθ της οι θεατές θα πρέπει να πλησίαζαν τις τριάντα χιλιάδες, θ α πρέπει να υποθέσουμε ότι δεν ήταν και τόσο σπάνιο φαινόμενο να καταρρέουν οι εξέδρες* αλλά και στα πέτρινα σκαλιά των μεταγενέστερων εξεδρών δεν καθόταν κανείς πολύ άνετα, άσε που ήταν καρφωμένος στη θέση του απ^ το πρωί ώς το βράδι, χωρίς τη δυνατότητα να σηκωθεί για να ξεμουδιάσει ή να πάρει ένα αναψυκτικό· επίσης, αυτή την εποχή του χρόνου θα πρέπει να έκανε ήδη πολύ ζέστη. Ο Έλληνας τ' ανεχόταν όλα αυτά με την εύθυμη μακροθυμία του νότιου, κι όσο για τις γυναίκες και τα παιδιά, που ίσως να ήταν πιο ευαίσθητα σ' αυτές τις άβολες συνθήκες, έτσι κι αλλιώς δεν είχαν το δικαίωμα να παρακολουθούν τις παραστάσεις. Η ακουστική όμως ήταν σ' όλες τις θέσεις εξαιρετική, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς και σήμερα. Ακόμα και σήμερα θα μπορούσε κανείς να παίξει θέατρο σ** αυτά τα αρχαία παλκοσένικα: στο Τιμγκάντ, την «Πομττηία της Αλγερίας», πολλοί σπουδαίοι παριζιάνικοι θίασοι δίνουν από καιρό σε καιρό θεατρικές παραστάσεις, στις οποίες το κοινό μεταφέρεται με τρέ