Page 1

- 4 P

«

r

;

GfiRARD NOIRIEL

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΚΟΡΑΣ ΙΔΟΤ


I


Τι είναι η Σύγχρονη Ιστορία;


ΒΙΒ Λ ΙΟ Θ Η Κ Η ΚΟ ΙΝ Ω Ν ΙΚ Η Σ ΕΠ ΙΣΤ Η Μ Η Σ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ - GUTENBERG Επιστημονικός Σύμβουλος: Δ.Γ. ΤΣΑΟΥΣΗΣ Κ α θ η γη τή ς Π α ντείο υ Π α νεπ ισ τη μ ίο υ Κ ο ινω νικ ώ ν κ α ι Π ολιτικώ ν Ε π ισ τη μ ώ ν


GERARD NOIRIEL

T l είναι η Σύγχρονη Ιστορία; ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Μ α ρ ία Κ ο ρ α ς ιδ ο υ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΉΚΗΣ

GUTENBERG · ΑΘΗΝΑ


G tR A R D NOIRIEL

Τι είναι η Σύγχρονη Ιστορία; Μετάφραση: Μαρία

Κ ο ρ α ς ιδ ο υ

372 σσ. (17x24 εκ.) 23,5 δεκαεξασέλιδα Αριθμός έκδοσης 2350 Κωδικός Καταλόγου 9551234

G iR A R D NOIRIEL: Q u'est-ce que I’histoire contemporaine? © HACHETTE Livre, 1998,43, quai de Grenelle, 75905 Paris Cedex 15

Copyright © G u t e n b e r g , 2005 Π ρώ τη έκδοση: Σεπτέμβριος 2005

ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΗ 99- 114 73, ΑΘΗΝΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΔΙΔΟΤΟΥ 37,106 80, ΑΘΗΝΑ Τηλ.: 210.3642003 - 210.3641996 - 210.3611404 Fax: 210.3642030 www.dardanosnet.gr e-mail: info@ dardanosnet.gr Μορφολογία - Τεχνική επιμέλεια: Χ ρ η ς τ ο ς Σ τ α υ ρ ο π ο υ λ ο ς Επεξεργασία κειμένου - Σελιδοποίηση: Π . Κ α π ε ν η ς (Υπεύθυνη: I. Η λ ιο π ο υ λ ο ϋ ) Διορθώσεις: Α γ γ ε λ ι κ ή Σ ω τ η ρ ο π ο υ λ ο υ Μοντάζ: Ν τ ιν α Α γ γ έ λ ο υ (τηλ. 210.6429268) Στήσιμο εξωφύλλου: Κ υρ ιά κ ο ς Α θ α ν α ςια λ η ς

Α παγορεύεται η αναδημοσίευση και γενικά η ολική, μερική ή περιληπτική αναπαραγω γή και μετάδοση έστω και μιας σελίδας του π αρόντος βιβλίου, κατά παράφραση ή διασκευή με οποισνδήποτε τρόπο (μηχανικό, ηλεκτρονικό, φαποτυπικό κ.λπ. - Ν. 2121/93, άρθρο 51). Η απαγόρευ­ ση αυτή ισχύει και για τις δημόσιες υπηρεσίες, βιβλιοθήκες, οργανισμούς κ.λπ. (άρθρο 18). Ο ι παραβάτες διώκονται (άρθρο 13) και τους επιβάλλονται κατάσχεση, αστικές και ποινικές κυ­ ρώσεις σύμφωνα με τον νόμο (άρθρα 64-66).

ISBN 960-01-1056-5


Περιεχόμενα

Π ί ν α κ α ς τ ω ν Τ ε κ μ η ρ ί ω ν .................................................................................................... .......13 Ε ι σ α γ ω γ ή .............................................................................................................................................15

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

1

Κ ά θ ε ισ τ ο ρ ία ε ίν α ι « σ ύ γ χ ρ ο ν η » ( ε π ο μ έ ν ω ς η σ ύ γ χ ρ ο ν η ι σ τ ο ρ ί α δ ε ν υ π ά ρ χ ε ι ; ) ...................................................19 Τι Ε ίναι η «Σ υγχρονία » ; ......................................................................................................... .......20 Η ιστορία ως « δ εξα μ ενή π α ρ α δ ε ιγ μ ά τ ω ν » ..................................................................... .......20 Η α να κ ά λ υ ψ η της «π ρ ο ο π τικ ή ς» κ αι ο ι σ υ ν έπ ειές της σ τη ν ισ τ ο ρ ί α .................. .......22 Η μ ετατροπ ή της ιστορ ίας σε ε π ά γ γ ε λ μ α ........................................................... ............ .......24 Η σ ύ γχρ ο νη ιστορία: Α ν ά μ εσ α σε γνώ σ η κ α ι μνήμη ................................................. .......29 Ο ι ν έ ε ς π ρ ο σ εγ γίσ εις τη ς σ υ γ χ ρ ο ν ία ς .......................................................................................35 Κ λη ρ ονομ ιά , θ εσ μ ό ς, π α ρ ά δ οσ η : Τρεις τ ρ ό π ο ι π ρ ό σ λη ψ η ς το υ π α ρ ελ θ ό ν τ ο ς σ το π α ρ ό ν .....................................................................................................................................36 Α π ο τη Σ ύγχρονη Ιστορία στην Ιστορία του « Π αροντος Χ ρο νο υ » .................. .......39 Η σ ύ γχρ ο νη ιστορ ία ω ς ν έ ο ς το μ έα ς της π α νεπ ισ τη μ ια κ ή ς ιστορικής έρ ευ ν α ς 39 Η συμ βολή τω ν A n n a le s ......................................................................................................... .......42 Τ ι είνα ι η ισ τορ ία τ ο υ « π α ρ ό ν τ ο ς χ ρ ό ν ο υ » ; ................................................................... .......44 Έ ν α θ έμ α π ο υ π ρ ο κ α λ εί α ν τ ιπ α ρ α θ έ σ ε ις ........................................................................ .......46 Η ιστορ ία τ ο υ « π α ρ ό ν τ ο ς χ ρ ό ν ο υ » γ ίν ετ α ι κ ο ιν ό τ ο π η .............................................. .......49 Τ ε κ μ ή ρ ιο Τ ι ε ίν α ι η σ ύ γ χ ρ ο ν η ισ το ρία ; .......................................................................................... .......50

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

2

Μ ι α ιδ ρ υ τ ικ ή σ τ ιγ μ ή :

Η

ισ τ ο ρ ία « τ ω ν γ ε γ ο ν ό τ ω ν »

............................... .......53

Τι Ε ίναι «Η Ιγγορια t o n Γ εγονοτων » ; ............................................................................. .......54 Σ υμ β ολή σ τ η ν ισ το ρ ία μ ια ς λ έ ξ η ς ....................................................................................... .......54 Ο ι δ ια φ ορ ετικ ές σ η μ α σίες τ ο υ ό ρ ο υ .................................................................................. .......56 Τ ο Ο ρόσημ ό : Η Γαλλική Ε π α ν α ς τ α ς η .................................................................................... 59

[7]


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Έ ν α ζή τη μ α μνή μ η ς π ο υ δ ια κ υ β εύ ετ α ι .......................................................................... Η εφ α ρ μ ο γή μιας επ ισ τη μ ονικ ή ς ιστορ ίας της Ε π α ν ά σ τ α σ η ς ............................... Ο A lp h o n se A u lard μ έσ α α π ό τ α έρ γ α το υ ...................................................................

60 61 63

Ε ρευνητικό Π ρόγραμμα και Π αλ η Γ ενεών ................................................................ Η επ ιρρ οή τω ν π α ν ε π ισ τ η μ ια κ ώ ν ....................................................................................... Ν έες πολιτικές διαχω ριστικές γ ρ α μ μ έ ς .............................................................................

66 66 67

Η π ολεμ ικ ή A ulard - M a t h i e z ............................................................................................... Μ ια ολόκλη ρη ζω ή σ τη ν υ π η ρ εσ ία της ε π ισ τ ή μ η ς ......................................................

68 75

Η Ο ικονομική και Κ οινωνική Ιστορία της Ε παναςταςης

....................................

76

Η επ ιρροή το υ Jean Jaures .................................................................................................... Η σ υ μ βολή του G eo rg es L efeb vre ..................................................................................... Μ ια κ οινω νία εξη μερω μ ένη , α λ λ ά π ά ν τ α δ ια ιρ ε μ έ ν η .................................................

76 78 82

Α π ο τη Δ ιπλωματική Ι στορία στην Ι στορία τω ν Δ ιεθνώ ν Σ χ ε ς ε ω ν ..................

83

Η διπλω ματική ιστορ ία τ ο υ A lb ert S o r e l ........................................................................ Έ ν α ά λ λ ο ζή τη μ α μνήμ η ς π ο υ δ ι α κ υ β ε ύ ε τ α ι ................................................................ Η α νά δ υ σ η μιας ισ τορ ίας τω ν δ ιεθ νώ ν σ χέσ εω ν .........................................................

83 85 87

«Β α θ ιές δυνάμ εις», π ο ύ βρισκόσαστε; ............................................................................. Ο δ υ να μ ισ μ ό ς ενό ς νέο υ π εδ ίο υ της ιστορικής έρ ευ ν α ς ......................................... Ισ τορ ία της κ οινή ς γ ν ώ μ η ς ....................................................................................................

91 93 95

Η Π ολίτικη Ιστορία της Γαλλίας : Ε νας Τ ομέας Α κόμη Ε λαχιςτα Ε ξερευνημε νος πριν απο το Β' Π αγκόσμιό Π ολεμο ........................................................................... Τεκμήρια ......................................................................................................................................

97 99

Η ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης: Το μάθημα τον καθηγητή Aulard Οι «βαθιές δυνάμεις» στην ιστορία των διεθνών σ χ έ σ εω ν ...............................

100

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

99

3

Π ο σ ο τ ι κ ή ι σ τ ο ρ ί α κ α ι « μ α κ ρ ά δ ι ά ρ κ ε ι α » ......................................................

103

Ο E rnest L abro usse Ή Η Τ έχνη της Μ ε τ α φ ρ α ς η ς ................................................. Ιστορική και στατιστική μέθοδος: Μ ια δύσκ ολη σ υ ν ά ν τ η σ η .................................. Έ ν α ς π ρω τοπ όρος: Ο Fran§ois Sim iand ( 1 8 7 3 - 1 9 3 5 ) ................................................. Π ώ ς α φ η γ ο ύ ντ α ι τ ο ν Sim iand σ το υ ς ιστορικού ς ......................................................... Η στροφ ή της δ εκ α ετία ς του 1950 .....................................................................................

104 104 107 108 110

Α π ο τη Δ ημογραφικη Ι στορία στην Ι στορική Δ η μ ο γ ρ α φ ία ....................................

116

Η Μ ακρα Δ ιαρκεια ....................................................................................................................

117

Οΐ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ................................................................ Υ λισ τές εν α ν τ ίο ν π ισ τ ώ ν ......................................................................................................... Π ο ικ ιλό μ ο ρ φ ες α ντισ τά σ εις ..................................................................................................

120 120 121

[8 ]


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ο π ρ ό σ κ α ιρ ο ς θ ρ ία μ β ο ς το υ π ο σ ο τ ι κ ο ύ ................................................................................126 Η Ε φαρμογή του Π ρογράμματος toy L a b r o u s s e ...................................................... .....127 Σ υλλογική έρ ευ ν α κ αι κ α τα μ ερ ισ μ ός της ερ γ α σ ία ς ................................................... .....127 Α π ό τη ν ιστορ ία τω ν τιμώ ν σ τη ν ιστορ ία τω ν τ ρ α π ε ζ ώ ν ......................................... .....130 Το διεθ νές ά ν ο ιγ μ α .........................................................................................................................131 Η π ερ ιφ ερ εια κ ή ιστορ ία ......................................................................................................... .....133 Η εκ βιομ η χά νιση , α ντικ είμ ενο μ ελετώ ν .......................................................................... .....136 Π λ υ θ υ σ μ ό ς κ αι κ οινω νικ ές τά ξεις ..................................................................................... .....138 Τ αξική Σ υνείδηση και Κ οινωνικοί Α γ ώ ν ε ς ........................................................................142 Α π ό τη ν τά ξη κ α θ εα υ τή σ τη ν τάξη γ ια ε α υ τ ή ...................................................................142 Έ ν α ν έ ο περιοδικ ό: To M o u v e m e n t s o c i a l .............................................................................144 Σ ειραϊκη Ιστορία και Μ ακρα Δ ι α ρ κ ε ι α ............................................................................. .....146 Το τρίτο ε π ίπ ε δ ο ..............................................................................................................................146 Το ά ν ο ιγ μ α σ το εξω τερικό: Ο ι «πολιτισμικές σφ α ίρες» .................................................149 Ο ταν η Π οσοτική Ιστορία Ε π ιβ α λ λ ε τ α ι ................................................................................149 Ζ ήτω ο η λεκ τρ ονικ ό ς υ π ο λο γισ τή ς! .................................................................................. .....149 Π οσοτικ ή ιστορ ία κ α ι α νά λ υ σ η το υ λ ό γ ο υ .......................................................................... 150 Ε π ’ Ε υκαιρία Ο ρισμένων Α ν τ ιπ α ρ α θ έ σ ε ω ν ........................................................................152 Ο ι διοικητικές διαιρέσεις είνα ι νό μ ιμ ες γ ια τ ο ν ιστορικό; ............................................152 Η οικονομ ικ ή ισ τορ ία δ ι α ι ρ ε μ έ ν η ....................................................................................... .....153 Η ολοκλή ρω ση τ ο υ κ ύ κ λο υ κ αι ο θ ρ ία μ β ο ς τω ν μ εγά λ ω ν σ υ ν θ έσ ε ω ν ..................155 Τ ε κ μ ή ρ ι α .......... .......................................................................................................................... .....156 Ο ι κ ύ κ λ ο ι τη ς γ α λ λ ικ ή ς ο ικ ο ν ο μ ία ς ............................................................................. ..... 156 « Η μ α κ ρ ά δ ιά ρ κ εια » ......................................................................................................... ..... 159

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

4

Ο ρ ι σ μ έ ν ε ς ε ξ ε λ ί ξ ε ι ς τ η ς έ ρ ε υ ν α ς σ τ η ν Ε υ ρ ώ π η κ α ι τ ις Η ν ω μ έ ν ε ς Π ο λ ιτ ε ίε ς

................................................................................................................................... ..... 163

M icrostoria και A lltagsgeschichte ............................................................................. ..... 165 Το έρ γ ο του Edward P. T hom pson: Μ ια πρώ ιμη αμφ ισβή τη ση τη ς π οσ οτικ ή ς ιστορ ίας ................................................................................................................................... ..... 165 Ο ι α ντιφ α τικ ές σ υ ν έπ ειες το υ Μ άη το υ ’68 ........................................................................ 168 M ic r o sto r ia ........................................................................................................................................... 170 Η A llt a g s g e s c h ic h te ......................................................................................................................... 174 M u l t i c u l t u r a l i s m , G e n d e r κ αι L i n g u i s t i c T u r n ςτις Η ν ω μ ε ν ε ς Π ο λ ιτ ε ίε ς 179 Τ α θ εμ έλια της π α νεπ ισ τη μ ια κ ή ς δ η μ ο κ ρ α τία ς κ α ι ο ι α μ φ ισβη τή σ εις της . . . . 180 Η A ffirm ative A c t i o n ................................................................................................................. ..... 181

[9]


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η αμφ ισβή τηση τη ς δια δ ικ α σ ία ς ε ν σ ω μ ά τ ω σ η ς ........................................................... Τα α π ο τελ έσ μ α τα τω ν α ν α τ ρ ο π ώ ν α υτώ ν σ τη ν ιστορική έρευνα: Το π α ρ ά δ ειγ μ α της «gender h is to r y » ........................................................................... Σ χετικά με τη «linguistic turn» ............................................................................................

183

Τ ε κ μ ή ρ ι ο ...................................................................................................................................... Η «τάξη» ω ς κ ο ινω νικ ή κ α τ α σ κ ευ ή ...........................................................................

192 192

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

186 190

5

Ο ι μ ε τ α μ ο ρ φ ώ σ ε ις τ η ς ο ικ ο ν ο μ ικ ή ς κ α ι κ ο ιν ω ν ικ ή ς ισ τ ο ρ ία ς . . .

195

Οι Α λλαγές της Ε ρευνας στο Χ ωρο της Σ ύγχρονης Ιςτοριας Ε δω και Ε ίκοσι Χ ρο ν ιά : Π ανοραμική Θ εώρηση .......................................................................................... Ο «θρυμ μ ατισμ ός» της ιστορικής επιστήμης ................................................................ Η έρ ευ ν α σ το χώ ρ ο της σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ιστορ ίας μ έσα α π ό τις δ ιδακ τορικ ές δ ια ­

196 196

τριβές ........................................................................................................................................ Τρεις μ εγά λοι τομείς ................................................................................................................. Σ τα θερότη τα και α δ ρ α νείς δ υ νά μ εις ................................................................................

198 203 207

Η Α νανέωση των Μ ορφών της Συλλογικής Δ ουλειάς στο Χ ωρο της Ιςτοριας Ν έα ερ ευνη τικ ά ινστιτούτα κ α ι σ ύ λ λ ο γ ο ι ........................................................................ Η α να νέω σ η σ το χώ ρο τω ν περιοδικώ ν: Τα A n n ales, G eneses και H isto ire et

210 210

Societes R urales ....................................................................................................................

211

Ε να N e o Β λέμμα Π ανω στη Σ ύγχρονη Ιστορία ......................................................... Η ισ τορ ία ως « κ α τ α σ κ ε υ ή » .................................................................................................... «Sm all is beautiful» .................................................................................................................... Ο ι α λ λ α γ ές της π οσοτικ ή ς ιστορ ίας .................................................................................. Η υ π ερ ο χ ή τω ν α ν α π α ρ α σ τ ά σ εω ν .....................................................................................

217 217 218 220 223

Ο ρισμένοι Ν εοι Ε ρευνητικοί Τ ομείς στο Χ ωρο της Σ ύγχρονης Ι ςτοριας . . . Ο ι α λ λ α γ ές της οικονομ ικ ή ς ι σ τ ο ρ ί α ς ................................................................................ Η ιστορ ία τω ν κοινω νικ ώ ν ο μ ά δ ω ν ..................................................................................

227 228 234

Α π ό τη ν P en elo p e σ τη ν C lio : Η αρ γή α νά δ υ σ η μιας «ιστορ ίας τω ν γ υ να ικ ώ ν» Ο ι π ερ ιπ λ α νή σ εις της πολιτισμικής ιστορίας ................................................................ Η ισ τορ ία του αστικού χώ ρου .............................................................................................

237 240 243

Σ χετικά με Ο ριςμενες Δ υνητικές Σ υζητηςεις στην Ο ικονομική , Κ οινωνική και Π ολιτισμική Ι σ τ ο ρ ί α .........................................................................................................

244

Η επ ισ τη μ ολογία α νά μ εσ α σε φ ιλελευθερ ισμό κ α ι α λ λ η λ ε γ γ ύ η ............................ Α π ο δ ε κ τ έ ς σ υ μ β ά σ ε ι ς ............................................................................................................... Τ ε κ μ ή ρ ι ο ...................................................................................................................................... Ισ τορία : Α λ λ α γ έ ς κ α ι π α ρ α δ ό σ ε ι ς ................................................................................

246 250 251 251

[

10]


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

6

Η π ο λ ι τ ι κ ή ι σ τ ο ρ ί α : Π ε ρ ι γ ρ ά μ μ α τ α κ α ι σ τ ρ ο φ έ ς ....................................

255

Π ολίτικη Ιστορία , Ιστορία της Π ολίτικης ..................................................................... Γ ια μια πολιτική ισ τορ ία (R e n e R em o n d 1988) ........................................................... Ο ρ ισ μ ένα π ροτιμ ώ μ ενα θ έμ α τα .......................................................................................... Η ιστορ ία το υ « π α ρ ό ν τ ο ς χ ρ ό ν ο υ » .....................................................................................

256 257 259 266

Η Ιστορία του Π ολίτικου ....................................................................................................... Η « εννοιολογικ ή » ισ τορ ία το υ π ο λ ι τ ι κ ο ύ ........................................................................ Κ οινω νική ισ τορ ία κ α ι κ ο ινω νιο-ισ τορία το υ πολιτικ ού .........................................

273 274 281

Η Ιστορία των Ε ξουσιαστικών Σ χ ε ς ε ω ν ........................................................................... Ε ξο υ σ ία και γνώ ση σ ύ μ φ ω να με τ ο ν M ichel F o u c a u lt ..............................................

287 288

Α νο ιχ τ ο ί δρ ό μ ο ι ......................................................................................................................... Τ ε κ μ ή ρ ια ...................................................................................................................................... Η π ο λιτικ ή ισ τ ο ρ ία ............................................................................................................... Ο ι σ χέσ εις ε ξ ο υ σ ί α ς ............................................................................................................

290 295 295 296

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

7

Ι σ τ ο ρ ικ ή έ ρ ε υ ν α , σ υ λ λ ο γ ικ ή μ ν ή μ η κ α ι δ ιδ α σ κ α λ ία τ η ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ι σ τ ο ρ ί α ς ..................................................................................................

299

Ιστορία και Μ ν η μ η .................................................................................................................... Τι είνα ι η «συλλογικ ή μνήμη»; ............................................................................................. Έ ν α ς ν έ ο ς ερ ευ νη τικ ό ς τομέας: Η ιστορ ία της σ υ λλογικ ή ς μ ν ή μ η ς ..................... Ο ι Τ ό π ο ι της μ ν ή μ η ς ................................................................................................................. Τ ρία π α ρ α δ ε ί γ μ α τ α ....................................................................................................................

300 300 302 305 307

Ο Ιςτορικος : Ε πιςτημονας ή Ε ιδικός ; ............................................................................. Η έκρηξη της «κ οινω νικ ή ς ζήτησης» ................................................................................ Ο ι κ ίνδ υ νο ι της εμ π ειρ ο γνω μ ο σ ύ νη ς ................................................................................ Ο ισ το ρ ικ ό ς-εμ π ειρ ο γνώ μ ο να ς σ τη ν ε π ιχ ε ίρ η σ η ...........................................................

313 313 316 317

Η Σ τροφή της Ιγγοριας Μ εςω της Σ ύγχρονης Ιςτοριας .............................................. Έ ν α π εδ ίο σ ε π λή ρ η α ν ά π τ υ ξ η ............................................................................................. Τ ι είνα ι η ι σ τ ο ρ ί α ; ......................................................................................................................

319 319 321

Η Δ ιδασκαλία της Σ ύγχρονης Ι γ γ ο ρ ι α ς ........................................................................... Η δ ιδ α σ κ α λ ία α ν ά μ ε σ α σε γνώ σ η κ α ι μ ν ή μ η ................................................................ Η σ ύ γ χ ρ ο νη ισ τορ ία ω ς π α ιδ α γ ω γ ικ ή ................................................................................ Η διδασκαλία: Έ ν α ζή τη μ α μνήμης π ο υ δ ια κ υ β εύ ετα ι ............................................ Τα διεθνή ζη τή μ α τα π ο υ δ ια κ υ β εύ ο ντ α ι ........................................................................ Ιστορική έρ ευ ν α κ α ι διδασκαλία: Τ ο π α ρ ά δ ειγ μ α της μ ετα νά σ τευσ η ς .............

325 325 326 328 331 333

[ϋ]


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΤΕΚΜΗΡΙΟ

Ιστορία και μνήμη .........................................................................................................

338

Β ιβ λ ιο γρ α φ ία ..........................................................................................................................

341

Ευρετήριο ...............................................................................................................................

363


Πίνακας των Τεκμηρίων Τι είναι η σύγχρονη ιστορία; (Benedetto Croce, απόσπασμα από το Theorie et histoire de Γ historiographie) ..................................................................................

50

Η ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης: Το μάθημα του καθηγητή Aulard (Alphonse Aulard, απόσπασμα από το Taine, historien de la Revolution franqaise) .........................................................................................................................

99

Οι «βαθιές δυνάμεις» στην ιστορία των διεθνών σχέσεων (Pierre Renouvin, απόσπασμα από το Histoire des relations internationales) ..................................

100

Οι κύκλοι της γαλλικής οικονομίας (Ernest Labrousse, απόσπασμα από το La Crise de I’economie franqaise a la fin de VAncien Regime et au debut de la Resolution) ....................................................................................................................

156

«Η μακρά διάρκεια» (Fernand Braudel, απόσπασμα από το «La longue duree», Ecrits sur I’histoire) ....................................................................................................... 159 Η «τάξη» ως κοινωνική κατασκευή (Edward P. Thompson, απόσπασμα από το La formation de la classe ouvriere anglaise) ........................................................... 192 1970-1994: Ποιος διευθύνει τις διδακτορικές διατριβές στη σύγχρονη ιστορία; (π ίνα κ α ς)................................................ ........................................................................

201

Ιστορία: Αλλαγές και παραδόσεις (Bernard Lepetit, απόσπασμα από το «Histoire des pratiques, pratique de l’histoire», Les Formes de Vexperience. Une autre histoire sociale) ...........................................................................................

251

Αριθμός διδακτορικών διατριβών που υποστηρίχτηκαν υπό τη διεύθυνση καθηγητών σύγχρονης ιστορίας σε σχέση με την ηλικία τους (γράφημα) . . . .

254

Η πολιτική ιστορία (Rene Remond, απόσπασμα από το Pour une histoire politique) .........................................................................................................................

295

Οι σχέσεις εξουσίας (Michel Foucault, απόσπασμα από το «Deux essais sur le sujet et le pouvoir»).......................................................................................................

296

Ιστορία και μνήμη (Jean Boutier και Dominique Julia, απόσπασμα από το «Α quoi pensent les historiens?», Passes Recomposes) .........................................

338

[

13]


f

I


Εισαγωγή ι περισσότεροι ιστορικοί όταν γράφουν, παράγουν τρία μεγάλα είδη δημοσιεύσεων. Από τη μια πλευρά, συμβάλλουν στον εμπλουτισμό της ιστορικής γνώσης γράφοντας διδακτορικές δια­ τριβές, επιστημονικά έργα και άρθρα. Από την άλλη, προσπα­ θούν να μεταδώσουν αυτές τις γνώσεις σε έναν ευρύτερο κύκλο γνωστών, είτε με το να δημοσιεύουν έργα για το «ευρύ κοινό» (τα οποία απευθύνονται, πράγματι, σε μερικές χιλιάδες ατόμων που ενδιαφέρονται για την πανεπιστημιακή έρευνα), είτε με το να γράφουν εγχειρίδια για τους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τους φοιτητές. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε το διαφορετικό χαρακτήρα αυτών των δημοσιεύσεων, γιατί δεν απευθύνονται στους ίδιους αναγνώστες και γιατί εφαρμόζουν, συνεπώς, πολύ διαφορετικές λογικές γραφής. Δεδομένου ότι το παρόν έργο αποτελεί ένα εγχειρίδιο εισαγωγής στη σύγχρονη ιστορία, προσπάθησα να σεβαστώ τους κανόνες του είδους παρουσιάζοντας, με συνθετικό τρόπο και με όσο το δυνατόν μεγαλύτε­ ρη σαφήνεια, την κατάσταση της σκέψης και των γνώσεων σχετικά με το θέμα. Πρέπει όμως να υπογραμμίσουμε ότι το εγχείρημα αυτό ήταν ιδιαί­ τερα δύσκολο, δεδομένης της εξαιρετικής ανάπτυξης που γνώρισε αυτός ο τομέας της ιστορικής έρευνας εδώ και είκοσι χρόνια. Στις αρχές της δε­ καετίας του 1980, η γένεση μιας «ιστορίας του παρόντος χρόνου», που σήμερα βρίσκεται σε πλήρη άνθηση, επέτρεψε στους ιστορικούς να αναλάβουν μελέτες σχετικά με το πιο πρόσφατο παρελθόν, που ως τότε αποτελούσε πεδίο διερεύνησης των κοινωνικών επιστημών. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, αυτές οι τελευταίες στράφηκαν ολοένα και περισσό­ τερο προς την ιστορία, με αποτέλεσμα να γεννηθεί μια ιστορική πολιτική επιστήμη, ανθρωπολογία και κοινωνιολογία, που συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στον εμπλουτισμό των γνώσεών μας σχετικά με τον τομέα της σύγχρονης ιστορίας. Πρέπει να προσθέσουμε ότι η σύγχρονη ιστορία ωφελήθηκε σε μεγάλο βαθμό και από την αυξανόμενη διεθνοποίηση της έρευνας. Ενώ μέχρι τη δεκαετία του 1960, την ιστορία της Γαλλίας την

Ο

115}


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

έγραφαν, ουσιαστικά, Γάλλοι ιστορικοί, είναι στο εξής αδύνατον να αγνοήσουμε τη συμβολή των ξένων ερευνητών, κατά κύριο λόγο Αμερι­ κανών. Τέλος, η σύγχρονη ιστορία ωφελήθηκε από το γενικό πάθος, που εδώ και είκοσι χρόνια στρέφεται στην ιστορία της «συλλογικής μνήμης» και της «κληρονομιάς». Ένας μεγάλος αριθμός δημοσίων ή ιδιωτικών οργανισμών επιχείρησαν για αυτόν το λόγο να διασώσουν τα αρχεία τους, να καταγράψουν τις αναμνήσεις των παλιών και να γράψουν τη δική τους ιστορία. Χάρη σε αυτόν τον αξιοθαύμαστο δυναμισμό, οι γνώσεις μας για τη σύγχρονη ιστορία σημείωσαν τέτοια πρόοδο ώστε είναι πρακτικά αδύ­ νατον να συγκεντρωθούν σε ένα συνθετικό έργο. Γι’ αυτό, το μεγαλύτε­ ρο μέρος των πρόσφατων εγχειριδίων περιορίζονται είτε σε μία περίοδο (19ος ή 20ός αιώνας) είτε σε έναν τομέα (οικονομική ιστορία, κοινωνική ιστορία ή πολιτική ιστορία κ.ά.). Αυτός ο καταμερισμός εργασίας πα­ ρουσιάζει το μειονέκτημα της απώλειας κάθε συνολικής θεώρησης. Αυ­ τή την έλλειψη στοχεύει να καλύψει το παρόν έργο. Προσπάθησα να δώ­ σω μια όσο το δυνατόν πληρέστερη σύνθεση των βασικών τομέων που έχουν διερευνηθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα από τους ιστορικούς της «σύγχρονης ιστορίας» και να επισημάνω τις κατευθύνσεις προς τις οποίες προσανατολίζουν σήμερα τις έρευνές τους, είτε στη Γαλλία είτε στο εξωτερικό. Σκέφτηκα όμως ότι ήταν εξίσου απαραίτητο να ενσωμα­ τώσω σε ένα έργο σαν αυτό στοιχεία σκέψης σχετικά με αυτό που εννοού­ με με τον όρο «σύγχρονη ιστορία». Έτσι, το Πρώτο Κεφάλαιο αυτού του βιβλίου παρουσιάζει τους διάφορους ορισμούς της «συγχρονίας» που προτάθηκαν εδώ και έναν αιώνα. Όπως θα δούμε, ο ιστορικός αυτής της περιόδου προσκρούει σε μια δυσκολία που δεν συναντούν (σε κάθε πε­ ρίπτωση όχι στον ίδιο βαθμό) οι ειδικοί άλλων εποχών. Οι γνώσεις που επεξεργάζεται και διαδίδει δεν αποτελούν παρά μία από τις μορφές γνώσης του παρελθόντος που παράγεται καθημερινά στον κοινωνικό κόσμο που ανήκει. Η σύγχρονη ιστορία διατηρεί, πράγματι, ακατάλυ­ τους δεσμούς με τη συλλογική μνήμη που οι ομάδες, τα κόμματα, τα έθνη συνθέτουν και ανασυνθέτουν διαρκώς σε συνάρτηση με τα συμφέ­ ροντα του παρόντος. Γι’ αυτόν το λόγο, ο ιστορικός της σύγχρονης ιστο­ ρίας δεν μπορεί ποτέ να απελευθερωθεί εντελώς από όσα διακυβεύονται σχετικά με τη μνήμη. Οφείλει όμως συγχρόνως, να δηλώνει αδιάκο­ πα κάθε φορά την ιδιαιτερότητα του βλέμματός του, το οποίο στρέφει προς το παρελθόν. 116]


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα περισσότερα πανεπιστημιακά εγχειρίδια στοχεύουν στην προσφο­ ρά, μέσα σε έναν περιορισμένο αριθμό σελίδων, ενός συνόλου γνώσεων σχετικά με έναν ορισμένο τομέα ή μία περίοδο. Γνώσεις που οι φοιτητές θα προσπαθήσουν να συγκρατήσουν ώστε να σχηματίσουν τη δική τους ιστορική κουλτούρα. Η μικρή θέση που αποδίδεται, γενικά, στους τρό­ πους συγκρότησης της ιστορικής γνώσης δημιουργεί πολύ συχνά, στους τελευταίους, την ιδέα ότι η αφήγηση της ιστορίας που περιέχεται στα βι­ βλία αποτελεί ένα σύνολο απόλυτων και αιώνιων αληθειών. Αυτό ισχύει σε τέτοιο βαθμό, ώστε όταν οι φοιτητές ανακαλύπτουν αργότερα τον εύ­ θραυστο, αναθεωρήσιμο, συχνά αμφισβητούμενο χαρακτήρα των γνώ­ σεων που διαθέτουμε για το παρελθόν, καταλήγουν μερικές φορές στο αντίθετο άκρο και γοητεύονται από σχετικιστικούς λόγους, οι οποίοι απορρίπτουν, ως απλοϊκότητα, το ιδεώδες της αλήθειας και της αντικει­ μενικότητας που ένας μεγάλος αριθμός ιστορικών, ευτυχώς, εξακολου­ θούν να πιστεύουν. Σκέφτομαι ότι η καλύτερη λύση για να αποφύγει κα­ νείς αυτόν το σκόπελο, είναι να δείξει από πολύ νωρίς σε όλους αυτούς που ανακαλύπτουν την ιστορία ότι οι γνώσεις που πρέπει να αποκτή­ σουν αν θέλουν να πετύχουν στις σπουδές τους, θα πρέπει να είναι απο­ τέλεσμα μιας πολύχρονης δουλειάς επεξεργασίας, χάρη στην οποία το «πρωτογενές υλικό» του ιστορικού (τα αρχεία) θα μετατραπεί προοδευ­ τικά σε «τελικά προϊόντα», με τη μορφή βιβλίων στα ράφια των βιβλιο­ πωλείων και των βιβλιοθηκών. Η δημιουργία της ιστορικής γνώσης εξαρτάται από το είδος των ερωτημάτων που ο ιστορικός απευθύνει προς το παρελθόν, σε συνάρτηση με την εκπαίδευσή του, τα ενδιαφέροντά του και τις περιέργειες που κυριαρχούν στην εποχή του. Αυτή η δια­ φορετικότητα των δυνατών βλεμμάτων δεν παρεμποδίζει καθόλου το γεγονός ότι, για κάθε δεδομένο τομέα, οι ειδικοί έχουν (κανονικά) τη δυνατότητα να συγκροτήσουν κριτήρια που τους επιτρέπουν να διακρί­ νουν την αλήθεια από το ψέμα στην ιστορία. Αυτά είναι τα βασικά κατευθυντήρια νήματα που υφαίνουν το υφά­ δι αυτού του βιβλίου. Προκειμένου να πετύχω τους στόχους που έθεσα, ήταν επιτακτικό να παρουσιάσω με τον πιο αμερόληπτο και «γενναιό­ δωρο» τρόπο τα διαφορετικά ρεύματα της έρευνας γύρω από τη σύγ­ χρονη ιστορία. Το ουσιαστικό για μένα ήταν να δείξω, συγκεκριμένα, τους πολυάριθμους δρόμους που μπορεί να προσλάβει το αποκαλυπτικό και ανανεωτικό πνεύμα στη σύγχρονη ιστορία. Αισθάνομαι ότι θα έχω πετύχει το στόχο μου αν αυτό το έργο μπορέσει να προκαλέσει σε ορι­ 2

[ 17]


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

σμένους αναγνώστες -σκέφτομαι κυρίως τους φοιτητές που, λόγω της κοινωνικής τους καταγωγής, έχουν περισσότερες δυσκολίες από άλλους να συνεχίσουν τις ανώτατες σπουδές τους- την επιθυμία να συμβάλουν και αυτοί μια μέρα σε αυτή τη συλλογική περιπέτεια που αποτελεί η ιστορική έρευνα.

[ 18]


Κ Ε Φ Α Λ Α ΙΟ 1

Κάθε ιστορία είναι «σύγχρονη» (επομένως η σύγχρονη ιστορία δεν υπάρχει;)

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Ιταλός φιλόσοφος-ιστορικός Bene­ detto Croce δήλωνε ότι κάθε ιστορία είναι «σύγχρονη» γιατί ο ιστο­ ρικός γράφει πάντα στο παρόν. Την άποψη όμως αυτή αμφισβή­ τησαν όσοι εκτιμούν ότι η σύγχρονη ιστορία δεν υπάρχει επειδή, αν αναφερόμαστε στην ετυμολογία της λέξης, πρόκειται για μια καταστατική αντίφαση. Εδώ και έναν αιώνα, όλη η σκέψη γύρω από τη «συγχρονία» και γύρω από τον «παρόντα χρόνο» ταλα­ ντεύτηκε ανάμεσα στις δύο αυτές αντιφατικές ερμηνείες. Οι συζη­ τήσεις αυτές δείχνουν ότι αυτό που αποτελεί τη βασική ιδιαιτερό­ τητα της σύγχρονης ιστορίας, σε σχέση με άλλες περιόδους τις οποίες μελετούν οι ιστορικοί, είναι το γεγονός ότι υτνήρξε σταθε­ ρά διαιρεμένη ανάμεσα στη γνώση και τη μνήμη.

πό πρώτη άποψη, το ερώτημα «Τι είναι η σύγχρονη ιστορία;» μπορεί να φαίνεται παράλογο, γιατί η προφανής χρονολογική τομή που προσδιορίζει την περίοδο που εκτείνεται «από το 1789 ως τις μέρες μας», σύμφωνα με την καθιερωμένη έκφραση, κυ­ ριάρχησε πνευματικά. Ωστόσο, μόλις σκεφτούμε λίγο γύρω από το ζήτη μα, διαπιστώνουμε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η καλύτερη απόδειξη, είναι ότι έπειτα από έναν αιώνα συζητήσεων γύρω από το θέ­ μα, δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία ανάμεσα στους ειδικούς της ιστοριο­ γραφίας. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Benedetto Croce (1915)1γράφει:

Α

1. Ο ι ανα φ ορ ές π ο υ γίνοντα ι μέσα στις παρενθέσεις π α ρ α π έμ π ο υ ν στη βιβλιογραφία, π ο υ οργανώ νεται κατά κεφ άλαιο και υπ ά ρ χει στο τέλος του βιβλίου. Ο αναφ ερόμ ενος

[ 19]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

«Κάθε ιστορία άξια του ονόματος της είναι σύγχρονη ιστορία». Τρία τέ­ ταρτα όμως του αιώνα αργότερα, και ενώ αυτός ο τομέας της ιστορικής έρευνας απέκτησε ηγεμονική θέση στο εσωτερικό της επιστήμης, ο Pierre Nora (άρθρο «Present», στο J. Le Goff, 1978) υπογραμμίζει από την πλευρά του: «Όσο δεν υφίσταται ιστορία, παρά αυτή του παρελθό­ ντος, δεν υπάρχει σύγχρονη ιστορία. Πρόκειται για μια καταστατική αντίφαση. Συνεπώς, η σύγχρονη ιστορία ποτέ δεν ανακαλύφτηκε», και προσθέτει: είναι μια ιστορία «χωρίς αντικείμενο, χωρίς καθεστώς και χω­ ρίς ορισμό». Αντιγράφοντας τον Paul Veyne (1971) -που δήλωνε στο έρ­ γο του σχετικά με τη γραφή της ιστορίας: «Τα πάντα είναι ιστορικά, επομένως η ιστορία δεν υπάρχει»- θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε από τα αντιφατικά αυτά λόγια ότι η σύγχρονη ιστορία δεν υπάρχει, ακριβώς επειδή κάθε ιστορία είναι «σύγχρονη». Το παρόν κεφάλαιο εί­ ναι αφιερωμένο στην αποσαφήνιση αυτού του παραδόξου.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η «ΣΥΓΧΡΟΝΙΑ»; Η ιστορία ως «δεξαμενή παραδειγμάτων»

Ε

τυμολογικά, όπως γνωρίζουμε, ο όρος ιστορία που δημιουργήθηκε από τους Έλληνες, είναι συνώνυμος με την έρευνα, περισσότερο συγγενής συνεπώς με αυτό που σήμερα αποκαλούμε «κοινωνιολογία» ή «δημοσιογραφία», παρά με αυτή καθαυτήν την ιστορική έρευνα. Αυτός που συχνά θεωρείται ο πρώτος «ιστορικός», ο Ηρόδοτος (484425), δικαιολογεί τις έρευνές του δηλώνοντας την έγνοια του «να μην λη­ σμονηθούν οι πράξεις των ανθρώπων και τα μεγάλα επιτεύγματα που πραγματοποιήθηκαν, είτε από τους Έλληνες είτε από τους βαρβάρους». Αυτή η μέριμνα, που συνιστά περισσότερο αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε «συλλογική μνήμη» παρά «ιστορία», αποδίδει μια ουσιαστική θέση στις μαρτυρίες των ατόμων που έζησαν τα αφηγούμενα γεγονότα και στις αναμνήσεις των παιδιών και εγγονών τους. Η βύθιση στο παρόν είναι ακόμη πιο αισθητή στον Θουκυδίδη (460-395), ο οποίος υπήρξε ο χρόνος είναι αυτός της πρώτης έκδοσης του έργου, αλλά όταν γίνεται αναφορά στη σελίδα, ανταποκρίνεται στην έκδοση που συμβουλεύτηκα. [ 20]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

ίδιος ένας από αυτούς που συμμετείχαν στο γεγονός που εκθέτει στα γραπτά του (τον Πελοποννησιακό πόλεμο). Αντίθετα με τον Ηρόδοτο, αρνείται κάθε αναφορά στη μυθολογία και τις παραδόσεις, περιοριζόμενος στην έκθεση πρόσφατων γεγονότων, επιβεβαιωμένων από άμεσες μαρτυρίες που ο ίδιος συνέλεξε. Επιπλέον, αποδίδει ρητά μια «κοινωνι­ κή λειτουργία» (όπως λέμε σήμερα) στη δουλειά του. Θέλει να δημιουρ­ γήσει ένα χρήσιμο έργο που να μπορεί να βοηθήσει τους συγχρόνους του, αλλά και τις μελλοντικές γενιές, στην καλύτερη χειραγώγηση της μοίρας τους. Κατά έναν ορισμένο τρόπο, μπορούμε λοιπόν να δηλώσου­ με ότι η «σύγχρονη» ιστορία υπήρξε το αφετηριακό σημείο τού όλου ιστορικού διαβήματος. Για να άποφύγουμε τους αναχρονισμούς, πρέπει ωστόσο να υπογραμμίσουμε αμέσως ότι ο τρόπος που οι Έλληνες αντι­ λαμβάνονται τη «συγχρονία» εγγράφεται σε ένα σύστημα σκέψης ριζικά διαφορετικό από το δικό μας. Πράγματι, όπως υπογράμμισε ο Reinhart Koselleck (1979), στον οποίο όλο αυτό το μέρος του κεφαλαίου οφείλει πολλά, στην Αρχαιότητα, η ιστορία βασίζεται σε δύο αξιώματα που η σύγχρονη ιστοριογραφία έχει απορρίψει. - Από τη μία, στηρίζεται σε μια αντίληψη της αλήθειας που παραμέ­ νει εξαρτημένη από την άμεση μαρτυρία (ο ιστορικός στηρίζεται στα γε­ γονότα που οι πρωταγωνιστές είδαν με τα ίδια τους τα μάτια και τα διηγήθηκαν, και όχι σε γεγονότα κατατεθειμένα στα «αρχεία»). Σε αυτή την προοπτική, η παρουσία άμεσων μαρτύρων που είδαν και άκουσαν τα γε­ γονότα καθορίζει τον προς διερεύνηση χώρο του ιστορικού. Όταν δεν υπάρχουν πλέον μάρτυρες, δεν υπάρχει δυνατότητα για την ιστορία. Επειδή ο ιστορικός και ο κόσμος που μελετά ανήκουν στον ίδιο χρονικό κόσμο, μπορούμε να πούμε ότι ήδη κατά την εποχή αυτή, εξ ορισμού, κάθε ιστορία είναι «σύγχρονη». - Η απουσία τομής ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν ενισχύεται από την κυκλική αντίληψη του χρόνου που κυριαρχεί στην Αρχαιότητα. Δε­ δομένου, ότι για τους Αρχαίους, το παρελθόν μπορεί να αναπάράχθεί μέσα στο μέλλον, ο ιστορικός ψάχνει στην ιστορία παραδείγματα που προτείνονται ως πρότυπα στους συγχρόνους του. Η έννοια της αντικει­ μενικότητας γίνεται τότε αντιληπτή κυρίως ως αμεροληψία. Για ιστορι­ κούς όπως ο Κικέρωνας και ο Λουκιανός, η μέριμνα να εξηγήσουν στους αναγνώστες πώς τα πράγματα «συνέβησαν πραγματικά», αποτε­ λεί μια σημαντική έγνοια. Αντιλαμβάνονται όμως την αφήγηση ως έναν «καθρέφτη», ένα πιστό «αντίγραφο» του παρελθόντος. Γι’ αυτό, γι’ αυ­ [

21]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

τούς, όσο πιο κοντά βρίσκεται ο ιστορικός στα γεγονότα και τους πρω­ ταγωνιστές που μνημονεύει, τόσο περισσότερο πλησιάζει στην αλήθεια.

Η ανακάλυψη της «προοπτικής» και οι συνέπειες της στην ιστορία

Μ

ια πρώτη ρήξη σε σχέση με αυτό το πρότυπο επέρχεται κατά την Αναγέννηση. Υπό την επιρροή της θεωρίας της προοπτικής, γεν­ νιούνται νέα ερωτήματα σε σχέση με τη θέση της ιστορίας. Αν τα πρό­ σωπα που παρατηρούν το ίδιο πράγμα σύμφωνα με διαφορετικές από­ ψεις δημιουργούν διαφορετικές αναπαραστάσεις του πράγματος, δεν μπορούμε πλέον να αντιλαμβανόμαστε την ιστορική αφήγηση ως έναν απλό «καθρέφτη», μια πιστή αντανάκλαση του παρελθόντος. Αρχίζει να εμφανίζεται η ιδέα ότι η γνώση του παρελθόντος είναι, και αυτή, συνυφασμένη με την προοπτική που υιοθετεί ο ιστορικός. Αυτή η ανακάλυ­ ψη εξηγεί την επαναφορά «σχετικιστικών» αντιλήψεων της γνώσης το 18ο αιώνα. Ακολουθώντας τα ίχνη του Ιταλού ιστορικού Delfico Melchior (1744-1835), οι υπέρμαχοι του «πυρρωνισμού» (που βλέπουν την ιστορία ως έναν «κατασκευασμένο μύθο») πληθαίνουν ολοένα και περισσότερο. Στην άποψή τους όμως αντιτίθενται εκείνοι που εκτιμούν ότι η δυνατό­ τητα υιοθέτησης διαφορετικών προοπτικών για το παρελθόν δεν σημαί­ νει ότι η ιστορία είναι μια φανταστική κατασκευή. Αυτή είναι η περί­ πτωση του Chladenius (1710-1759) στη Γερμανία, ο οποίος υπογραμμίζει ότι σε αντίθεση με το συγγραφέα, ο ιστορικός δεν μπορεί να εφεύρει εξολοκλήρου το παρελθόν γιατί «δεσμεύεται» από τις πηγές του. Δεν μπορεί να τις «χειραγωγήσει» κατά βούληση. Η νοηματική ανανέωση που αποτελεί η εφαρμογή στη σκέψη γύρω από την ιστορία της έννοιας της «προοπτικής» συνδυάζεται, το 18ο αιώνα, με μια άλλη βασική αλλα­ γή της ευρωπαϊκής σκέψης, η οποία χαρακτηρίζεται από την εγκατάλει­ ψη της κυκλικής αντίληψης του χρόνου. Μετά το 1750, η θεώρηση ότι το μέλλον δεν μπορεί παρά να αποτελεί επανάληψη του παρελθόντος εξα­ φανίζεται μπροστά σε μια τελεολογική, γραμμική αναπαράσταση του χρόνου, η οποία δηλώνει την ιδέα της προόδου και μιας αντίληψης για την ιστορία ως διαδικασία. Η βαθιά ρήξη που προκαλεί η Γαλλική Επα­ νάσταση στη συλλογική ευρωπαϊκή συνείδηση συμβάλλει στη διάδοση της ιδέας μιας «επιτάχυνσης της ιστορίας». Από ’κεί και πέρα, η ιστορία [22 ]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

δεν θεωρείται απλώς μια δεξαμενή παραδειγμάτων. Αποτελεί μια αντι­ κειμενική πραγματικότητα που μπορούμε να γνωρίσουμε, με τον ίδιο τρόπο που οι φυσικές επιστήμες επιτρέπουν τη γνώση της φύσης. Ο όρος «ιστορία» χρησιμεύει στο εξής στο να ορίσουμε μια εγγεγραμμένη στην ίδια την πραγματικότητα διαδικασία (το αμετάκλητα συντελεσμέ­ νο «παρελθόν») και τη γνώση αυτού του παρελθόντος. Ο θρίαμβος της γραμμικής αντίληψης του χρόνου συνεπάγεται τις πρώτες προσπάθειες για τον καθορισμό χρονικών περιόδων της ιστο­ ρίας. Από το 1775, ο Γερμανός ιστορικός Busch διακρίνει την «αρχαία», τη «μεσαιωνική» και τη «νεότερη» εποχή. Στο εσωτερικό αυτής της τε­ λευταίας, προσδιορίζει μια «ακόμη νεότερη περίοδο που καλύπτει την εποχή της τελευταίας χρονολογημένης γενιάς αυτού του αιώνα». Αρχίζει λοιπόν να εμφανίζεται η έννοια της «σύγχρονης ιστορίας», ως η πιο πρό­ σφατη περίοδος στη γραμμή του χρόνου. Για τις επόμενες γενιές, η Γαλ­ λική Επανάσταση θα θεωρηθεί, γενικά, το αφετηριακό σημείο της σύγ­ χρονης εποχής. Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμίσουμε ότι η έκφραση «σύγ­ χρονη ιστορία» θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα πριν επιβληθεί. Ακολουθώντας τον Busch, που αναφέραμε παραπάνω, και προκειμένου να διαφοροποιήσουν τις εποχές, οι ιστορικοί θα χρησιμοποιήσουν ένα εξελικτικό λεξιλόγιο. Οι Γερμανοί μιλούν για «neuere Geschichte» (κατά κυριολεξία: «πιο νέα ιστορία»). Προκειμένου να υπογραμμίσει την ιστορική ρήξη που αποτελεί η Γαλλική Επανάσταση, ο Ranke διακρίνει αυτή τη «neuer^ Geschichte» (που τη χρονολογεί από το 1492) από τη «neueste Geschichte» (κατά κυριολεξία: «Η πιο νέα ιστορία» ή η πιο «πρόσφατη») που αρχίζει το 1789. Στα γαλλικά, είναι κατ’ αρχάς ο όρος νεότερη ιστορία που επιβάλλεται. Στο λεξικό του ο Littre την ορίζει ως «την ιστορία από την Αναγέννηση στο 16ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας». Γεγονός που ανταποκρίνεται στον ορισμό που κυριαρχεί ακόμη και σή­ μερα στον αγγλοσαξονικό κόσμο, όπου η «modem history» καλύπτει τη μελέτη ολόκληρης της μεταγενέστερης της Αναγέννησης περιόδου. Αν ο Littre δεν χρησιμοποιεί την έκφραση «σύγχρονη ιστορία», είναι επειδή, σύμφωνα με την ετυμολογία, ο όρος «σύγχρονος» (contemporain) (που σχηματίζεται με βάση τις λατινικές ρίζες cum και tempus) σημαίνει κατά κυριολεξία: «μέσα στον ίδιο χρόνο». Για το λόγο αυτόν, για τον Littre, «η σύγχρονη ιστορία» είναι «η ιστορία που γράφεται στον ίδιο με τους αν­ θρώπους και τα πράγματα χρόνο» (έκδ. 1882). Όπως βλέπουμε, στο τέ­ λος του 19ου αιώνα, η «συγχρονία» γίνεται πάντα αντιληπτή με την έν[23 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

voLa που της έδινε ο Chateaubriand στις Memoires d ’outre-tombe. Περιγράφοντας τα επαναστατικά γεγονότα του 1830, λέει ακριβώς: «Ζωγρά­ φισα τις τρεις μέρες στο βαθμό που κύλησαν μπροστά μου. Ένα κάποιο χρώμα συγχρονίας, πραγματικό τη στιγμή που κυλά, ψεύτικο μετά την περασμένη στιγμή, απλώνεται λοιπόν στον πίνακα» (1848, τ. 3, σ. 249). Η «σύγχρονη ιστορία» είναι η ιστορία του χρόνου που ακυρώνεται την ίδια στιγμή που περνά. Μια ιστορία που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πέ­ ρα από τους άμεσους μάρτυρες, τις βιωμένες αναμνήσεις, τη μνήμη των πρωταγωνιστών. Είναι η «ιστορία» όπως την έβλεπαν οι Αρχαίοι και που ονομάζουμε, όλο και συχνότερα: η «μνήμη». Ο θρίαμβος ενός ορι­ σμού της ιστορίας που στηρίζεται στην τομή ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν καθιστούσε λοιπόν ασύλληπτη την ιδέα μιας «σύγχρονης ιστο­ ρίας», γιατί η έκφραση συνδυάζει δύο αντιφατικούς όρους. Με αυτή την έννοια ο Pierre Nora μπόρεσε να δηλώσει ότι η σύγχρονη ιστορία δεν υπάρχει και δεν έχει αντικείμενο.

Η μετατροπή της ιστορίας σε επάγγελμα Η ερμηνευτική προοπτική

Η

νέα, γραμμική και όχι πλέον κυκλική αντίληψη του χρόνου, θα επι­ τρέψει κατά το 19ο αιώνα την επεξεργασία ενός ερμηνευτικού ορι­ σμού της ιστορίας και θα νομιμοποιήσει, συγχρόνως, τη δημιουργία μιας νέας πανεπιστημιακής λειτουργίας, την οποία ασκούν οι ιστορικοί, καθηγητές-ερευνητές, ειδικευμένοι στην ερμηνεία του παρελθόντος. Όπως υπενθυμίζει ο Marc Bloch στην Απολογία για την ιστορία (1949, σ. 85), ο χρόνος είναι συγχρόνως συνεχής, αλλά και διαρκής αλλαγή. Η ροή της διάρκειας εγκαθιστά ένα δεσμό ανάμεσα στις εποχές, αλλά επίσης τη διαφορά ανάμεσά τους. Αυτή η αντίφαση καθιστά δυνατό και αναγκαίο το επάγγελμα του ιστορικού. Πράγματι, η γνώση του παρελθόντος είναι δυνατή, γιατί ορισμένα «ίχνη» (αρχεία και κατάλοιπα κάθε είδους) που άφησε, έφτασαν ως εμάς. Χάρη σε αυτά τα ίχνη διατηρούμε την επαφή με τους ανθρώπους του παρελθόντος. Το πέρασμα όμως του χρόνου δεν μας επιτρέπει να καταλάβουμε «αυθόρμητα» τις ενέργειες, τα συναισθή­ ματα, τις ιδέες των ανθρώπων του παρελθόντος. Μόνο τα άτομα που απέκτησαν μια ειδική εκπαίδευση μπορούν να ερμηνεύσουν σωστά τα [2 4 ]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

αδρανή ίχνη που επιβιώνουν από τις περασμένες εποχές και να τα κα­ ταστήσουν και πάλι καταληπτά. Οι πρώτοι «επαγγελματίες» ιστορικοί, όπως ο Ranke, που θεωρείται ο θεμελιωτής πατέρας της σύγχρονης ιστοριογραφίας, έχουν λοιπόν ξε­ κάθαρη συνείδηση, αντίθετα με ό,τι έχει ειπωθεί, ότι όλη η ιστορία γρά­ φεται στο παρόν. Αλλά επειδή ακριβώς είναι πεπεισμένοι ότι οι ιστορι­ κοί εξαρτώνται πάντα από την εποχή τους, ο Ranke και οι συνεχιστές του εκτιμούν ότι πρέπει να πάρουν τις αποστάσεις τους από το παρόν, να εξαφανιστούν όσο το δυνατόν περισσότερο μπροστά στα αρχεία. Η σημασία που αποδίδεται στην έννοια της «προοπτικής» ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή τη μέριμνα επειδή επιβάλλει την ιδέα ότι, αντίθετα με ό,τι σκέφτονταν οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού, το παρόν δεν υπερέχει του παρελθόντος. Δεν μπορούμε συνεπώς να κρίνουμε τις παλιές εποχές με βάση τις σύγχρονες κατηγορίες μας, ως να ήταν αυτές αντικειμενικές. Ο Ranke επέμεινε συχνά γύρω από αυτό το σημείο. Γι’ αυτόν, «κάθε εποχή, πράγματι, πρέπει να θεωρείται άξια καθαυτή και επομένως εξαι­ ρετικά άξια να μελετηθεί» (αναφέρεται από τον Β. Croce, 1915, σ. 204). Προσκαλεί έτσι τους ιστορικούς να βυθιστούν εκ νέου στη «συγχρονία» του παρελθόντος, να παρατηρήσουν τις περασμένες εποχές με τα μάτια των ανθρώπων που τις έζησαν, ξεχνώντας δηλαδή αυτό που συνέβη αρ­ γότερα. Αυτή η «λήθη» του παρόντος αποτελεί γι’ αυτόν τον καλύτερο τρόπο φωτισμού του, αξιοποιώντας αυτό που το διαφοροποιεί από το παρελθόν^ Όπως λέει ο ίδιος: «Δεν μπορούμε να ασκήσουμε μια πραγ­ ματική επιρροή στο παρόν, παρά μόνο αν αποστραφούμε καταρχήν από αυτό και ανυψωθούμε στην ελεύθερη αντικειμενική επιστήμη». Ξαναβρίσκουμε αυτή την ιδέα στον Michelet που δηλώνει: «Όποιος θέλει να παραμείνει στο παρόν, στο επίκαιρο, δεν θα καταλάβει το επί­ καιρο» (αναφέρεται από τον Μ. Bloch, ό.π., σ. 92). Αυτή η ερμηνευτική αντίληψη της ιστορίας καθορίζει τους ουσιαστικούς κανόνες του «ιστο­ ρικού επαγγέλματος» όπως ο Wilhelm von Humboldt (1821) το όρισε για πρώτη φορά. Ο ρόλος του ιστορικού πριν απ’ όλα είναι η ερμηνεία των συμβόλων που μας κληροδότησαν οι άνθρωποι του παρελθόντος, για να τους ξαναδώσεί τη σημασία που είχαν για αυτούς τους τελευταίους. Αν ο ιστορικός μπορεί να ελπίζει ότι θα πετύχει αυτόν το στόχο, είναι γιατί πέρα από τα υλικά ίχνη, συνδέεται με τους κόσμους του παρελθόντος με έναν πνευματικό δεσμό που μπορούμε να ονομάσουμε ανθρώπινο δε­ σμό. Οι πρωταγωνιστές του παρελθόντος ήταν, όπως εμείς σήμερα, σκε[25]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

πτόμενα και δρώντα όντα, που υπέφεραν καί επιθυμούσαν. Γι’ αυτό μπορούμε να προσπαθήσουμε να τους καταλάβουμε «μπαίνοντας στη θέση τους». Δύο μείζονες λόγοι δικαιολογούν, σε αυτή την προοπτική, το γεγονός ότι η ιστορία μπορεί να θεωρηθεί επιστήμη. Ο πρώτος συνίσταται στο ότι οι ιστορικοί κατέχουν, στο εξής, μια δική τους μέθοδο με­ λέτης των κειμένων, χάρη στην οποία μπορούν να ελπίζουν, αφού ακο­ λουθήσουν μια μακρά μαθητεία και μια τακτική άσκηση, ότι θα αποκωδικοποιήσουν τα τεκμήρια του παρελθόντος. Ο δεύτερος λόγος συνίσταται στην αρχή της αντικειμενικότητας, που γίνεται αντιληπτή ως αποστασιοποίηση σε σχέση με όσα διακυβεύονται στο παρόν. Για τους «μεθοδιστές» ιστορικούς, μόνο το πέρασμα του χρόνου επιτρέπει την απόκτηση αυτής της κριτικής απόστασης, χωρίς την οποία δεν υπάρχει επιστήμη. Με βάση τις δύο αυτές αρχές θα δομηθούν, θα θεσμοθετηθούν οι πρώτες επαγγελματικές κοινότητες των ιστορικών. Σε αντίθεση με αυτό που σκέφτονταν οι Αρχαίοι, στο εξής, εκτιμούμε ότι η ιστορία δεν είναι δυνατή παρά στο μέτρο που ο υπό μελέτη κόσμος είναι ριζικά διαφορετικός από το δικό μας. Πράγματι, αν η αρμοδιότητα του ιστορικού συνίσταται στο ότι είναι ο μόνος που μπορεί να ερμηνεύ­ σει τα υλικά «ίχνη» του παρελθόντος, η δουλειά του αρχίζει πραγματικά όταν δεν υπάρχουν πλέον ζωντανοί μάρτυρες των υπό μελέτη κόσμων. Όταν μόνο αδρανή ίχνη -η πέτρα και κυρίως τα γραπτά τεκμήρια (αρ­ χεία)- μας φέρνουν σε επαφή με αυτούς. Από τη στιγμή αυτή, η βασική τομή ανάμεσα σε ιστορία και μνήμη στηρίζεται στο διαχωρισμό ανάμε­ σα στους ζωντανούς και τους νεκρούς. Προκειμένου όμως αυτά τα ίχνη να μπορέσουν να ερμηνευτούν από τον ιστορικό, πρέπει, προηγουμέ­ νως, να «αρχειοθετηθούν». Πράγμα που σημαίνει ότι τα διάσπαρτα και άτακτα τεκμήρια που έφτασαν ως εμάς, συχνά κατά τύχη, πρέπει να διασωθούν, να καταχωριστούν σε ευρετήρια, να ταξινομηθούν, να καταγραφούν σε καταλόγους. Μονάχα όταν όλη αυτή η δουλειά της μορφο­ ποίησης ολοκληρωθεί -πραγματοποιούμενη από τους αρχειοθέτες, τους συντηρητές, τους βιβλιοθηκονόμους- ο ιστορικός μπορεί να αρχίσει τις διερευνήσεις του. Η διδακτορική διατριβή, που επιτρέπει την αξιολόγηση της επιστημο­ νικής αξίας του υποψήφιου ιστορικού, καταδεικνύει τέλεια αυτό που εν­ νοούμε στο εξής ως επιστημονική δραστηριότητα στην ιστορία. Το ου­ σιαστικό βρίσκεται στην ανάλυση. Δεδομένου ότι αυτό που ορίζει την ιδιαίτερη αρμοδιότητα του ιστορικού είναι η ικανότητα εφαρμογής της [26

]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

ιστορικής μεθόδου για την αποκωδικοποίηση του παρελθόντος, αυτός είναι υποχρεωμένος να δουλεύει άμεσα πάνω στα τεκμήρια που μας άφησαν οι άνθρωπαι.ταυ παρελθόντος. Δεδομένης όμως της ευρύτητας των διαθέσιμων υλικών, ένα μόνο άτομο δεν μπορεί να μελετήσει παρά ένα πολύ μικρό «τμήμα» της ιστορικής πραγματικότητας. Εξού η σημα­ σία που προοδευτικά αποκτά ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στους ιστορικούς. Γενικά, ο διευθυντής της διδακτορικής διατριβής ορί­ ζει, στο εσωτερικό αυτού του παρελθόντος, στοιχειώδεις ενότητες, ερευ­ νητικά δηλαδή θέματα, αρκετά περιορισμένα ώστε να γίνει δυνατή η εξαντλητική ανάλυση των διαθέσιμων αρχείων. Η συνεργασία όλων των ιστορικών, σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, θα εξασφαλίσει το πέρασμα από την ανάλυση στη σύνθεση, χάρη σε μια τεράστια συλλογική προ­ σπάθεια συγκέντρωσης των επεξεργασμένων από κάθε μέλος της κοινό­ τητας γνώσεων. Η δυσπιστία των ειδημόνων για την πρόσφατη ιστορία

υπενθύμιση αυτή για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήθηκε η μετα­ τροπή της ιστορίας σε επάγγελμα κατά το 19ο αιώνα επιτρέπει την κατανόηση ενός άλλου επιχειρήματος που συχνά προβάλλεται ακόμη και σήμερα προκειμένου να δικαιολογηθεί η δυσκολία μιας πραγματικά «σύγχρονης» ιστορίας. Πράγματι, μόλις συμβεί ένα γεγονός, μπορούμε να πούμε ότι ανήκει στην ιστορία. Προκειμένου όμως να αποτελέσει στοιχείο της» επιστημονικής ιστορικής γνώσης, πρέπει συχνά να περιμέ­ νει πολλά χρόνια, δεκάδες χρόνια. Η νομοθεσία σχετικά με τα αρχεία, για να προστατέψει την ιδιωτική ζωή, επιβάλλει το πέρασμα ενός χρο­ νικού διαστήματος πριν τα συμβουλευτεί κανείς. Όπως είδαμε, για να γίνουν χρησιμοποιήσιμα, τα ίχνη του παρελθόντος πρέπει να αρχειοθε­ τηθούν, δηλαδή να διασωθούν, να ταξινομηθούν, να καταχωριστούν σε ευρετήρια, πράγμα που επίσης απαιτεί πολύ χρόνο. Τέλος, πρέπει να υπολογίσουμε το γεγονός ότι από τη στιγμή που ένας νέος ιστορικός κα­ ταθέτει το θέμα της διατριβής του μέχρι τη στιγμή που την υποστηρίζει, μπορεί να περάσουν πολλά χρόνια. Αν όμως η τομή παρελθόν/παρόν εμφανιζόταν ως ένα άθικτο δόγμα για τους ιστορικούς του 19ου αιώνα, είναι και γιατί αυτή εξυπηρετούσε τις δεξιότητές τους ως ειδικών. Η αποστροφή των πανεπιστημιακών ιστορικών για τη μελέτη του σύγχρονου κόσμου οφείλεται στο γεγονός [

27]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ότι, στα μάτια τους, αποτελεί ένα τμήμα του παρελθόντος που όλος ο κόσμος μπορεί εύκολα να καταλάβει, γιατί είναι ακόμη πρόσφατο στο σύγχρονο κόσμο. Όσο περισσότερο πλησιάζουμε στο παρόν, πράγματι, τόσο περισσότερο ο εξωτισμός του παρελθόντος χάνεται, τόσο περισσό­ τερο τα γεγονότα, οι συμπεριφορές, οι κοινωνικές πρακτικές μάς φαίνο­ νται οικείες (τουλάχιστον φαινομενικά). Αντίθετα, όσο περισσότερο η εποχή που μελετάμε μας φαίνεται, από πρώτη άποψη, «σκοτεινή», τόσο περισσότερο η γλώσσα που χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους αυτής της εποχής απομακρύνεται από τη δική μας, τόσο περισσότερσίτουκολευόμαστε να διαβάσουμε τη γραφή τους και τόσο περισσότερο πρέπει να αποκτήσουμε σπάνιες γνώσεις («νεκρές» γλώσσες, παλαιογραφία, επιγραφική κ.ά.) για να γίνουμε ιστορικοί. Οι βασικές γραμμές αυτών των δεξιοτήτων των ειδημόνων που συνιστούν την περίφημη «ιστορική μέθοδο» καθορίστηκαν από τον Γερμανό ιστορικό Niebuhr στις αρχές του 19ου αιώνα. Γι’ αυτό, η πλειονότητα των ιστορικών των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων το 19ο αιώνα είναι ειδι­ κοί της Αρχαιότητας ή του Μεσαίωνα. Στη Γερμανία, πρόκειται για την περίπτωση του ίδιου του Niebuhr και του Ranke. Στη Γαλλία, ο Louis Halphen (1914, σ. 150) -στο έργο που αφιερώνει στις μεταβολές της ιστοριογραφίας από το 18ο αιώνα και μετά- διαπιστώνει επίσης ότι «η νέα ιστορική γενιά ασχολήθηκε πριν απ’ όλα με τη μελέτη της Αρχαιότη­ τας και του Μεσαίωνα». Το 1900, περισσότεροι από τους μισούς Γάλλους πανεπιστημιακούς ιστορικούς ασχολούνται με τη μεσαιωνική ιστορία και στην Ecole pratique des hautes etudes (το θεσμό που συγκέντρωνε τότε την έρευνα αιχμής στις ανθρωπιστικές επιστήμες), στα πενήντα σε­ μινάρια, δύο μόνο ήταν αφιερωμένα στη μεταγενέστερη του 1500 περίο­ δο. Ο Halphen εκτιμά ότι η περιφρόνηση των νέων ιστορικών απέναντι στη νεότερη και σύγχρονη εποχή οφείλεται στο γεγονός ότι τους φαίνε­ ται «ότι μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτήν πολύ εύκολα, ότι είναι ικανή να προσφέρει έναν αριθμό καθορισμένων στοιχείων σε μια λεγεώ­ να ερευνητών που προσπαθούν να εξερευνήσουν όλο το ανέκδοτο υλι­ κό το οποίο βρίσκεται σε αφθονία και στα τελευταία αρχεία». Η άρνηση ανάμειξης με τους «ερασιτέχνες» ιστορικούς, δηλαδή τους «μη πανεπιστημιακούς» εξηγείται από το γεγονός ότι οι περισσότεροι μεθοδιστές ιστορικοί του 19ου αιώνα (Gabriel Monod, Numa Fustel de Coulanges, Ernest Renan, Ernest Lavisse, Charles Seignobos και άλλοι ακόμη) υπήρξαν στη νεότητά τους οι καλύτεροι μαθητές της γενιάς [

28]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

τους: απόφοιτοι της Ecole Normale Superieure, επιτυχόντες στο διαγω­ νισμό της agregation, διδάκτορες, κατείχαν όλα τα στοιχεία που καθορί­ ζουν την κλασική κουλτούρα και επιτρέπουν, συνεπώς, την «αποκωδι­ κοποίηση» των παλιών κειμένων. Η «ιστορική μέθοδος», ,εμφανίζεται εδώ ως ένα είδος προέκτασης της ευρυμάθειας που αρχίζει με τις σχολι­ κές ασκήσεις όπου αριστεύουν, οι δυνατοί. Το πρώτο περιοδικό εξάλλου που διαδίδει, στη Γαλλία, τους κανόνες αυτής της μεθόδου, η Revue critique d ’histoire et de litterature, διευθύνεται από ειδικούς της φιλολο­ γίας. Αυτοί κατορθώνουν να επιβάλουν αυστηρά κριτήρια που επιτρέ­ πουν το διαχωρισμό των «αληθινών» ιστορικών (αυτών που κατέχουν την τέχνη της κριτικής των πηγών) από τους «ερασιτέχνες» (αυτούς που χρησιμοποιούν τα ψεύτικα τεκμήρια ως αληθινά, που προβαίνουν σε αναχρονισμούς κ.λπ.). Σε αυτό το πλαίσιο, καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί ο Ernest Lavisse μπόρεσε να δηλώσει: «Ο αληθινός ιστορικός είναι ένας φιλόλογος, με την ευρύτερη έννοια του όρου». Την ίδια κατάσταση συναντούμε στη Μεγάλη Βρετανία. Από το 1886 ως το 1918, κανένα άρ­ θρο σχετικά με τη μεταγενέστερη του 1852 περίοδο δεν δημοσιεύτηκε σε επιστημονικό περιοδικό. Ακόμη, το 1914, το index της Modern History School της Οξφόρδης αποκλείει την αγγλική πολιτική ιστορία της περιό­ δου που ακολουθεί μετά το 1837.

Η σύγχρονέ ιστορία: Ανάμεσα σε γνώση και μνήμη Ένα ζήτημα το οποίο προκαλεί αγώνες

Τ

ο γεγονός ότι η «σύγχρονη ιστορία» υπήρξε, αρχικά, μονοπώλιο των «ερασιτεχνών» ιστορικών εξηγείται από αυτή την αποστροφή των πανεπιστημιακών για την πρόσφατη ιστορία. Η εξέταση της βιβλιογρα­ φίας των έργων που το 19ο αιώνα χρησιμοποιούν τον όρο «σύγχρονη ιστορία» στον τίτλο τους δείχνει ότι τα περισσότερα από αυτά είναι γε­ νικά έργα, που καταγράφουν γεγονότα ή έχουν ανεκδοτολογικό χαρα­ κτήρα, που δεν χρησιμοποιούν καθόλου τους κανόνες της επιστημονικής μεθόδου. Το 1864, ο Victor Duruy, παλιός ιστορικός που έγινε υπουργός Παιδείας του Ναπολέοντος Γ', δημοσιεύει μια «σύγχρονη λαϊκή ιστορία της Γαλλίας». Συναντούμε επίσης «σύγχρονες ιστορίες» της Ισπανίας, της Πρωσίας και διαφόρων περιοχών της Γαλλίας. [ 29]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Αν η πλειονότητα αυτών των βιβλίων δεν έχουν ξεκάθαρους πολιτι­ κούς στόχους, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις γραπτές δημοσιεύσεις των εκ­ προσώπων του συντηρητικού στρατοπέδου, οι οποίοι στηρίζονται κατά ένα μεγάλο μέρος στην ιστορία στην προσπάθειά τους να καταστήσουν αναξιόπιστη την Τρίτη Δημοκρατία. Από πολλές απόψεις, στο τέλος του προπερασμένου αιώνα, η έκφραση «σύγχρονη ιστορία» επιβάλλεται ως λάβαρο πίσω από το οποίο συγκεντρώνονται όλοι οι εχθροί της Δημο­ κρατίας. Η επιτυχία του έργου του Taine, Les Origines de la France con­ temporaine (1875-1893), εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από το συντηρητικό του τόνο. Ο θρίαμβος της Δημοκρατίας επέφερε μια σημαντική ανανέω­ ση του πολιτικού προσωπικού αφήνοντας πολλούς αριστοκράτες άερ­ γους... Για το λόγο αυτόν, όπως υπογραμμίζει ο Charles-Olivier Carbonnel (1976, σ. 236), «αποδεσμευμένοι από την ενεργό υπηρεσία, δραστηριο­ ποιούνται στην ιστοριογραφία, όπως δραστηριοποιούνται στα κινήματα της καθολικής δράσης». Αν προτιμούν τη σύγχρονη ιστορία, είναι γιατί η μελέτη αυτής της περιόδου δεν απαιτεί μεγάλη κλασική κουλτούρα, αλλά και γιατί αντιλαμβάνονται την ιστορική έρευνα ως μέσο πολίτικης δράσης που στοχεύει στην αποκατάσταση του Παλαιού Καθεστώτος, αποδυναμώνοντας την Επανάσταση και τη. Δημοκρατία. Η επιρροή τους στη σύγχρονη ιστορία ενισχύθηκε με τη δημιουργία, το 1864, της Revue des questions historiques και της Εταιρείας Σύγχρονης Ιστορίας (το 1890) που συντονίζουν τις προσπάθειες πολυάριθμων επιστημονικών εταιρειών, οι οποίες δραστηριοποιούνται στο σύνολο της επικράτειας και που στο εσωτερικό τους το συντηρητικό καθολικό ρεύμα ασκεί κα­ θοριστική επίδραση. Ακόμη και αν δεν ελέγχεται άμεσα από την αρι­ στοκρατία, η Ελεύθερη Σχολή των Πολιτικών Επιστημών, που ιδρύθηκε από τον Emile Boutmy την επομένη του πολέμου του 1870, με την απο­ τελεσματική υποστήριξη του Taine, ο οποίος ήταν καθηγητής σε αυτή τη Σχολή, αποτελεί έναν ισχυρό χώρο διάδοσης της συντηρητικής άποψης. Αυτός ο ιδιωτικός θεσμός, που έχει βασικό στόχο την εκπαίδευση ανώ­ τατων στελεχών που τα προετοιμάζει για τους διοικητικούς διαγωνι­ σμούς, δημιούργησε από την αρχή πολυάριθμες έδρες σύγχρονης ιστο­ ρίας, σε μια στιγμή που δεν υπήρχε καμία στη Σορβόνη. Σε αυτό το πλαίσιο, καταλαβαίνουμε γιατί οι υπέρμαχοι της Τρίτης ^Δημοκρατίας βρέθηκαν παγιδευμένοι σε σχέση με την ιστορική αντίλη­ ψη πδΤΓόΐ i6ror υπερασπίστηκαν για να νομιμοποιήσουν τη δημιουργία ενός σώματος πανεπιστημιακών ιστορικών που πληρώνονταν απ;ό το [

30]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

κράτος. Το βασικό τους επιχείρημα συνίσταται, πράγματι, στο ότι οι συ­ ντηρητικοί ιστορικοί διαδίδουν μια ιστορία που δεν είναι «επιστημονι­ κή», γιατί δεν σέβεται τις αρχές της ιστορικής μεθόδου. Στο εξής, στα μάτια τους, όπως είδαμε, αυτή η ιστορική μέθοδος δεν μπορεί να εφαρ­ μοστεί παρά μόνο για τη μελέτη της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα. Η απουσία χρονικής απόστασης δεν επιτρέπει στη σύγχρονη ιστορία να εί­ ναι αντικειμενική. Γι’ αυτό έχει αφεθεί στους «ερασιτέχνες». Στο δημο­ κρατικό στρατόπεδο, αυτή η προοπτική εμφανίζεται πολύ γρήγορα ως ένα είδος παραίτησης από όσα διακυβεύονται γύρω από τη μνήμη που, εξ ορισμού, αναφέρονται στο πιο πρόσφατο παρελθόν και ειδικά, στη γαλλική περίπτωση, στην ερμηνεία της Επανάστασης. Αυτός ο περίερ­ γος καταμερισμός εργασίας ανάμεσα σε πανεπιστημιακούς ιστορικούς ευνοϊκά διακείμενους απέναντι στη Δημοκρατία, αλλά αναδιπλωμένους στην αρχαία και μεσαιωνική ιστορία, και τους «ερασιτέχνες» ιστορικούς, που υποστηρίζουν τα συντηρητικά κόμματα, τα οποία μονοπωλούν τη μελέτη της νεότερης και σύγχρονης περιόδου, δεν μπορούσε να ενθαρρυνθεί από τους ηγέτες της Τρίτης Δημοκρατίας. Αυτοί είχαν υποστηρί­ ξει τις φιλοδοξίες της νέας γενιάς των πανεπιστημιακών ιστορικών όχι μονάχα από αγάπη για την επιστήμη, αλλά και με στόχο την προώθηση μιας εθνικής μνήμης σύμφωνης με τα συμφέροντα του νέου καθεστώτος. Σε αυτή την προοπτική, από τη δεκαετία του 1880, ιδρύθηκαν στη Σορβόνη πολυάριθμες έδρες αφιερωμένες στις μετά το Μεσαίωνα περιό­ δους. Η πρώτη έδρα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας δημιουργήθηκε το 1884. Η δεύτερη, επικεντρωμένη στη νεότερη ιστορία, το 1888, και η τρίτη το 1891, αφιερωμένη στη μελέτη της Γαλλικής Επανάστασης. 'Ενα σημείο ωστόσο στο οποίο αξίζει να επιμείνουμε, είναι ότι αρχικά η σύγ­ χρονη ιστορία θεωρήθηκε πριν απ’ όλα ότι θα μπορούσε να αποτελέσει διδακτική ύλη. Οι τρεις νέες έδρες που δημιουργήθηκαν στη Σορβόνη εί­ χαν πρωταρχικό στόχο να διαδώσουν σε ένα ευρύ κοινό μια ευνοϊκή για τη Δημοκρατία άποψη της πρόσφατης περιόδου. Έτσι, οι πρώτοι κάτο­ χοι αυτών των εδρών (Alfred Rambaud, Ernest Lavisse και Alphonse Aulard) δεν επιλέχτηκαν για τις δεξιότητές τους στον εν λόγω τομέα, αλ­ λά γιατί αποτελούσαν τους mo ένθερμους υποστηρικτές του νέου καθε­ στώτος. Γενικότερα, ενώ οι διδακτορικές διατριβές που αναφέρονται στη μετά την Επανάσταση περίοδο ήταν ακόμη πολύ σπάνιες, από τη δεκαετία του 1880, τα επίσημα προγράμματα εισάγουν τη σύγχρονη ιστορία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έτσι, τα εγχειρίδια (των οποίων [

31]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

η χρήση γενικεύτηκε από το 1882) ακολουθούν την τάση αυτή. Οι καθη­ γητές της Σορβόνης (κυρίως ο Lavisse και ο Seignobos), που έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στην επεξεργασία αυτών των νέων προγραμμάτων, αποκτούν γρήγορα μια ηγεμονική θέση στην αγορά της εκλαΐκευσης της γνώσης. Ως προέκταση αυτής της λογικής της εκλαΐκευσης πρέπει να θεω­ ρήσουμε τα πολύτομα έργα που δημοσιεύονται στο τέλος του 19ου αιώ­ να, όπως L ’Histoire generate du Vie siecle a nos jours, που διευθύνεται από τους Lavisse και Rambaud (1893-1900), και της οποίας ο δωδέκατος και τελευταίος τόμος επικεντρώνεται στο «σύγχρονο κόσμο». Ο Lavisse επανέρχεται διευθύνοντας μια Histoire de la France contemporaine de la Revolution a 1919, που αριθμεί συνολικά δέκα τόμους. Είναι επίσης στις αρχές του 20ού αιώνα, που ο φιλόσοφος Henri Berr εγκαινιάζει τη συλ­ λογή του «Η εξέλιξη της Ανθρωπότητας», η οποία περιέχει μια σειρά με τον τίτλο: «Προς τον παρόντα χρόνο». Μια διδακτική ύλη

ν οι νέες έδρες νεότερης και σύγχρονης ιστορίας δημιουργήθηκαν, στην αρχή, κυρίως με σκοπό να ενισχύσουν τη συλλογική δημο­ κρατική μνήμη, θα επιτρέψουν επίσης, σιγά σιγά, τη διεύρυνση του αρ­ χικού ορισμού της «ιστορικής μεθόδου» προσαρμόζοντάς τη στις ανά­ γκες της έρευνας γύρω από τις μετά το Μεσαίωνα περιόδους. Παρόλο που οι πρώτοι κάτοχοι αυτών των εδρών δεν επιδίδονται οι ίδιοι καθό­ λου στην αρχειακή δουλειά, θα συμβάλουν στην εκπαίδευση φοιτητών, οι οποίοι υποστηρίζουν τις πρώτες ειδικές διδακτορικές διατριβές σχετι­ κά με αυτές τις περιόδους. Και βέβαια πριν απ’ όλα οι διατριβές αυτές αναφέρονται στη νεότερη ιστορία. Νέοι ιστορικοί πολλά υποσχόμενοι, όπως ο Henri Hauser ή ο Lucien Febvre, ασχολούνται με τη νεότερη πε­ ρίοδο στη διδακτορική τους διατριβή. Η Γαλλική όμως Επανάσταση θα αποτελέσει τότε το γεγονός το οποίο διακυβεύεται στην ιστοριογραφία. Όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, ο εορτασμός των εκατό χρόνων της Επανάστασης θα αποτελέσει ένα αποφασιστικής σημασίας προτρε­ πτικό γεγονός για την έρευνα. Το δημοκρατικό κάΘεστως^θΟΓεν^οίρρύνει τη δημοσίευση ανέκδοτων τεκμηρίων. Σύλλογοι, ειδικά περιοδικά, συ­ γκροτούνται για να συντονίσουν τις ερευνητικές προσπάθειες. Μέσα σε μερικές δεκαετίες η εμφάνιση πολυάριθμων διδακτορικών διατριβών που εφαρμόζουν τους νέους κανόνες της κριτικής των πηγών επιτρέ­ [32 ]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

πουν την αποδυνάμωση, ως «μη επιστημονικών», των αρνητικών ερμη­ νειών που αναπτύσσονται από τους συντηρητικούς ιστορικούς όπως ο Taine. Προκειμένου να αποδυναμωθεί η Εταιρεία Σύγχρονης Ιστορίας και να διαδοθούν σε όλες τις χώρες οι αρχές που στηρίζουν την επιστη­ μονική δημοκρατική ιστορία, η νέα γενιά «μεθοδιστών» ιστορικών συ­ γκεντρώνεται στους κόλπους της Εταιρείας Νεότερης Ιστορίας (που δημιουργήθηκε το 1898) και του οργάνου της Revue d ’Histoire moderne et contemporaine. Πρέπει ωστόσο να υπογραμμίσουμε ότι μόνο η ιστορία της νεότερης εποχής και της Επανάστασης ενσωματώθηκε, στα τέλη του 19ου αιώνα, στο πεδίο της ιστορίας-επιστήμης. Οι δημοκρατικοί ιστορικοί θεωρούν πράγματι ότι δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στη σύγχρονη περίοδο οι κανόνες της ιστορικής μεθόδου. Για τον Alfred Rambaud (1888), λό"γδΐΓχάρη, αυτή η τελευταία δεν μπορεί να μελετηθεί αντικειμενικά, επει­ δή δεν υπάρχει η απαραίτητη απόστασή χρόνου. Στον πρόλογό του της Histoire de la civilisation contemporaine en France, αναρωτιέται: «Πώς να τολμήσουμε να προεικάσουμε τις μελλοντικές εκτιμήσεις σχετικά με την κάθε σχολή; Πώς να παραμείνουμε αμερόληπτοι ανάμεσα στις ανταγω­ νιστικές σχολές; Πώς να αποφύγουμε τα πάθη και τα συναισθήματα που κυριαρχούν στην γενιά στην οποία ανήκουμε και που αναμφίβολα δεν θα είναι εκείνα των απογόνων μας;». Γι’ αυτόν, τη σύγχρονη ιστορία, επειδή ασχολείται με γεγονότα που βρίσκονται πολύ κοντά μας, δεν μπορούμε να τη διαχωρίσουμε από την πολιτική. Προσθέτει όμως, ότι «και αυτή είναι μια επιστήμη [υπογραμμισμένο στο κείμενο]. Αποτελεί ακόμη μέρος των πειραματικών επιστημών που μπορούν να καταλήξουν σε νόμους». Αυτή η πίστη στη δυνατότητα μιας επιστημονικής πολιτι­ κής, που θα θεωρούσαμε σήμερα απλοϊκή, δηλώνει την επιρροή που άσκησε ο θετικισμός του Auguste Comte (από τον οποίο ο ίδιος ο Jules Ferry επηρεάστηκε πολύ) στους ιδρυτές της Τρίτης Δημοκρατίας. Οι ιστορικοί της επόμενης γενιάς δεν θα υπερασπιστούν αυτή την ουτοπία που φαίνεται επιστημονική. Αλλά συμφωνούν τουλάχιστον και αυτοί με τον Rambaud στην εκτίμηση ότι δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί η ιστορική μέθοδος στη σύγχρονη ιστορία. Ακόμη και ο Charles Seignobos, που διδάσκει μετά τα τέλη του 19ου αιώνα στη Σορβόνη, δηλώνει στον πρόλογο του έργου του για τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ευ­ ρώπης (1897) ότι ο όγκος των διαθέσιμων τεκμηρίων καθιστά αδύνατη την εφαρμογή της κριτικής των πηγών, όπως αυτή ασκείται για τις προη­ 3

[

33]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

γούμενες εποχές. Προσθέτει: «Η ζωή ενός ανθρώπου δεν θα αρκούσε ^δενΤέω να μελετήσει και να ασκήσει κριτική- αλλά να διαβάσει όλα τα τεκμήρια, ακόμη και ενός μονάχα ευρωπαϊκού κράτους. Είναι λοιπόν πρακτικά αδύνατον να γραφεί μια σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης σύμ­ φωνη με τις αρχές της κριτικής». Γι’ αυτό, ολόκληρο το βιβλίο του στη­ ρίζεται σε δευτερογενή τεκμήρια και δεν περιλαμβάνει σχεδόν καμιά υποσημείωση. Βλέπουμε όμως αμέσως την αντίρρηση που μπορεί κανείς να προβάλει σε αυτή τη σκέψη. Αν ο ιστορικός αδυνατεί να εφαρμόσει την επιστημονική του μέθοδο στη σύγχρονη ιστορία, ποιο επιχείρημα μπορεί να προβάλει για να δείξει ότι προσεγγίζει αυτή την περίοδο ως «επιστήμονας» και όχι ως «ερασιτέχνης»; Ο Charles Seignobos δεν μπο­ ρεί τουλάχιστον να αποφύγει τη συζήτηση γύρω από αυτό το σημείο, στο οποίο ο ίδιος άσκησε δριμεία κριτική μερικά χρόνια νωρίτερα, σχε­ τικά με τους «εκλαϊκευτές» που εμφορούνται, σύμφωνα με αυτόν, από κατώτερες εμπορικές εκτιμήσεις, που τους ωθούν να απαλλαγούν από την κριτική των πηγών, γιατί αυτή τους κάνει να «χάνουν χρόνο» και μειώνει «την ποσότητα των υλικών» που μπορούν να διαθέτουν στους εκδότες (1901, σ. 31). Στην ερώτηση αυτή απαντά δηλώνοντας ότι το έρ­ γο του δεν στοχεύει στην παραγωγή νέων γεγονότων, αλλά νέων ερμη­ νειών, με βάση γνωστά γεγονότα. Θεωρ'ώντας ότι η σύγχρονη ιστορία εί­ ναι ουσιαστικά μια πολιτική ιστορία, εκτιμά ότι η κριτική των πηγών δεν είναι απαραίτητη, γιατί η πολιτική ιστορία βασίζεται κυρίως σε επίσημα τεκμήρια των οποίων την αυθεντικότητα δεν μπορούμε σε καμιά περί­ πτωση να αμφισβητήσουμε. Περισσότερο και από την κριτική των τεκ­ μηρίων, είναι η ικανότητα επεξεργασίας ερμηνειών ή πειστικών εξηγή­ σεων που καθορίζει τη δεξιότητα του ιστορικού ο οποίος ασχολείται με τη σύγχρονη ιστορία. Στη συνέχεια των σκέψεών του σχετικά με το θέμα, ο Seignobos θα εγκαταλείψει το καθαρά επιστημονικό έδαφος για να εξετάσει, και αυτός, τη σύγχρονη ιστορία πριν απ’ όλα από την άποψη της διδασκαλίας. Με τον τρόπο αυτόν εξηγεί λοιπόν τον προνομιακό χώρο που παραχωρεί στην ιστορία των γεγονότων, δηλώνοντας ότι αυ­ τή αποτελεί το καλύτερο παιδαγωγικό στήριγμα που μπορεί να βρει ο καθηγητής για να μεταδώσει στους μαθητές τα σχετικά με το παρελθόν αφηρημένα δεδομένα (1907, σ. 111).

[ 34 ]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

Οι νέες προσεγγίσεις της συγχρονίας Το βλέμμα των φιλοσόφων

εξέχουσα θέση την οποία κατέχουν οι «μεθοδιστές» ιστορικοί κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών της Τρίτης Δημοκρατίας επι­ τείνει τους ανταγωνισμούς, ακόμη και στο εσωτερικό του δημοκρατικο στρατοπέδου, ανάμεσα στους εκπροσώπους των κύριων πανεπιστημια­ κών κλάδων. Όσοι θεωρούν ότι αδικήθηκαν, προσπαθούν να αποδυνα­ μώσουν την ιστορία εκμεταλλευόμενοι τις αντιφάσεις που αναφέραμε. Η άρνηση θεώρησής της σύγχρονης ιστορίας ως ξεχωριστού τομέα της επι­ στημονικής έρευνας προκαλεί το σαρκασμό εκείνων που ρωτούν ποιο εί­ ναι το ενδιαφέρον μιας «επιστήμης» που προτείνει ως μόνο στόχο τη συ­ γκέντρωση γνώσεων σχετικά με τις παλαιότερες περιόδους της ιστορίας μας. Εναντίον αυτής της παραίτησης απέναντι στο παρόν αντιδρά ο Benedetto Croce (1915, σ. 13). Δεδομένου ότι, σύμφωνα με αυτόν, «το παρελθόν, χάρη στο παρόν, ξαναγίνεται παρόν», η^στορία οφείλει απα­ ραίτητα να συμβιώνει με τη ζωή. Χωρίς ενασχόληση με τον «παρόντα χρδνο», η ιστορία ξαναγίνεται ένα απλό_^χρονικό»^Οι «μεθοδιστές» όμως ιστορικοί ασχολούνται και με το αντικείμενο κριτικής που καταγ­ γέλλουν, τους ισχυρισμούς τους δηλαδή για επιστημονικότητα. Για πα­ ράδειγμα, στις Considerations intempestiv&, o Νίτσε δήλώνει ότι «η υπερ­ βολική παραγωγή ιστορικών μελετών αποδυνάμωσε τη δύναμη της ζωής» και ζητά από την ιστορία να δώσει μαθήματα μεγαλείου και κίνητρα εξέγερσης. Όλες αυτές τις αμφισβητήσεις εκμεταλλεύονται, στη Γαλλία, οι φιλόσοφοι, που, όπως ο Alfred Fouillee, προσπαθούν να ξαναδώσουν στη φιλοσοφία την πρώτη θέση στο πανεπιστήμιο. Εκτιμώντας ότι η ιστορική μέθοδος αποτελεί «το μεγαλύτερο διανοητικό λάθος του 19ου αιώνα», ζητά στο εξής η φιλοσοφία να αντικαταστήσει την ιστορία ως βάση της σύγχρονης εκπαίδευσης, γιατί μόνο η φιλοσοφία είναι ικανή, στη χώρα του Καρτέσιου, να προσφέρει έναν «ηθικό οδηγό» στο γαλλι­ κό λαό. Οι λογοτέχνες δεν υπολείπονται και η «δημοκρατία των γραμ­ μάτων» ορθώνεται εναντίον της «δημοκρατίας των καθηγητών» για να απορριφθούν οι ισχυρισμοί όσων εκτιμούν ότι η ιστορική κριτική πρέπει να εφαρμοστεί και στη μελέτη λογοτεχνικών κειμένων.

Η

[

33]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Κληρονομιά, θεσμός, παράδοση: Τρεις τρόποι πρόσληψης του παρελθόντος στο παρόν

Η

ιδέα ότι δεν υπάρχει ριζική διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν συναντά μια ολοένα μεγαλύτερη απήχηση στα τέλη του 19ου αιώνα, προκαλώντας πολύ αντιτιθέμενες σκέψεις γύρω από τη «συγχρο­ νία». Οι πλέον επεξεργασμένες αναλύσεις αναπτύσσονται από τον κοι­ νωνιολόγο Emile Durkheim και τους μαθητές του. Στην περίφημη αντι­ παράθεσή του με τον Seignobos, ένας από αυτούς, ο Fran$ois Simiand (1903), ασκεί κριτική στην «εμπειρική» αντίληψη του χρόνου που υπε­ ρασπίζεται η πλειονότητα των ιστορικών. Οι ιστορικοί αυτοί θεωρούν ότι ο χρόνος είναι μια πραγματικότητα που επιβάλλεται στον ερευνητή. Γι’ αυτό, σύμφωνα με αυτούς, ο χρόνος πρέπει απαραίτητα να ακολου­ θήσει το «νήμα του καιρού». Εξού η σημασία που αποδίδεται στη χρο­ νολογία και στην καταγωγή των υπό μελέτη φαινομένων. Για τον Francois Simiand, αυτή η «εμπειρική» προκατάληψη εμποδίζει τους ιστορικούς να δουν ότι η «χρονική απόσταση» δεν αποτελεί από μόνη της την εγ­ γύηση της αντικειμενικότητας της ιστορίας. Ό,τι και αν κάνει, προσθέτει ο Simiand, ο ιστορικός εξαρτάται πάντα απο την εποχή του, γιατί-γράφει πάντα στο παρόν. Μόνο όταν συνειδητοποιήσει το γεγονός αυτό μπορεί να ελπίζει σε έναν έλεγχο της σχέσης του με την ιστορία μέσω της επεξεργασίας μιας σειράς ερωτημάτων, τα οποία θα μπορεί να θέσει στις πηγές του. Σε αυτή την προοπτική, ο χρόνος δεν αποτελεί πια ένα «δε­ δομένο» απέναντι στο οποίο πρέπει να υποκλιθεί ο ερευνητής, αλλά μια απλή μεταβλητή. Κατά συνέπεια, ένας ιστορικός μπορεί τέλεια να οικο­ δομήσει τις χρονικές περιόδους που έχει ανάγκη σε σχέση με τους στο; χους που ακολουθεί στην έρευνά του. Είναι λοιπόν εντελώς δυνατόν να ξεκινήσει κανείς από το παρόν και να προχωρήσει στο παρελθόν για να φωτίσει τη γένεση ενός φαινομένου. Παρόμοια, επειδή είναι ο ιστορικός που οικοδομεί το παρελθόν μέσω των ερωτημάτων που του θέτει, δεν εί­ ναι καθόλου απαραίτητο να συμβουλευτεί το σύνολο των αρχείων μίας δεδομένης περιόδου για την παραγωγή επιστημονικού έργου. Μόνο τα τεκμήρια των οποίων η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη σύλληψη τού υπό μελέτη προβλήματος πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Σε αυτή την προοπτική, η μελέτη ίου πρόσφατου παρελθόντος μπορεί να είναι επί­ σης αντικειμενική όπως αυτή των πλέον παλιών περιόδων, με την προϋ­ πόθεση ότι απαντά σε ερωτήματα που επεξεργάζονται οι ίδιοι οι ερεν[

36]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

νητές,_ σε σχέση με την παρούσα κατάσταση της επιστήμης τους, και όχι αυτή ή εκείνη η κοινωνική ομάδα ή το πολιτικό κόμμα. Οι κοινωνιολόγοι όμως που συμφωνούν με τον Durkheim θεωρούν ότι η πραγματική επι­ στημονική αντικειμενικότητα δεν επιτυγχάνεται παρά μόνο αν ο'ίστδρίΓ κός του σύγχρονου κόσμου κατορθώσει να υπερβεί την ανάλυση μίας συγκεκριμένης περίπτωσης και να εξαγάγει σταθερές, ακόμη και νό­ μους, που υπερβαίνουν τις διαφορές του πλαισίου και της εποχής. Εξού η σημασία που αποδίδουν στις στατιστικές τεχνικές. Ο ίδιος τύπος συλ­ λογισμού, οδηγεί στη Γερμανία τον Max Weber να προτιμήσει τη συ­ γκριτική μέθοδο στην κοινωνιολογία. Για τους κοινωνιολόγους πού συμφωνούν με τον Durkheim, αν η ιστορία γράφεται πάντα στο παρόν, αντίστροφα, το «παρόν» δεν απο­ τελεί, κατά ένα μεγάλο μέρος, παρά το παρελθόν που ενσωματώθηκε στα γραπτά, τους θεσμούς, τα κτίρια κ.λπ. Και όλες αυτές οι «κληρονο­ μιές» καθορίζουν αποφασιστικά, χωρίς να το γνωρίζουμε, τις σκέψεις μας και τις πράξεις μας. Για παράδειγμα, η γλώσσα που χρησιμοποιούμε σήμερα δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του χρόνου από τις γενιές που προηγήθηκαν και είμαστε σε μεγάλο βαθμό «δέσμιοι» αυτής της κληρο­ νομιάς. Όσοι συμφωνούν με τον Durkheim εφάρμοσαν αυτή την άποψη σε εμπειρικές έρευνες σχετικά με τη γένεση των θεσμών και των νοητικών κατηγοριών της εποχής τους. Ωστόσο, με την ιδέα ότι το παρελθόν καθορίζει το παρόν συμφωνεί, στη στροφή του 19ου αιώνα, ένας μεγά­ λος αριθμός συγγραφέων. Εκείνο που διακρίνει τους συγγραφείς αυ­ τούς, είναι τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν για να εξηγήσουν αυτόν τον ιστορικό καθορισμό. Ενώ οι οπαδοί του Durkheim (που ανήκουν στην πανεπιστημιακή αριστερά) εκτιμούν ότι οι θεσμοί (κατά κύριο λό­ γο το κράτος) παίζουν τον ουσιαστικό ρόλο στη μεταβίβαση του παρελ­ θόντος στο παρόνΑο ι:£ΐΰ®βητικβί δίνουν ρονομιά, βασιζόμενοι στις εργασίες που οι ανθρωπολόγοι και οι ψυχολόγοι αφιέρωσαν σε αυτό το ζήτημα. Σύμφωνα με αυτούς, επειδή οι εγκληματίες κληρονόμησαν από τους γονείς τους γενετικά μειονεκτήμα­ τα δεν μπορούν να διαφύγουν από τη μοίρα τους. Κατ’ επέκταση, επι­ καλούνται τους βιολογικούς παράγοντες για να «εξηγήσουν» τα χαρα­ κτηριστικά των «φυλών» ή των «λαών». Ανάμεσα στους δύο αυτούς πό­ λους, βρίσκονται οι μετριοπαθείς δημοκράτες διανοητές, όπως ο Ernest Renan, οι οποίοι θεωρούν ότι οι πολιτιστικές παραδόσεις που μεταδίδο­ νται από τους γονείς στα παιδιά, από γενιά σε γενιά, μπορούν να εξηγή[ 37]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

σουν τη θέση που κατέχει το παρελθόν στον κόσμο των ζωντανών. Αυ­ τή η τελευταία προοπτική προϋποθέτει μια οικογενειακή σταθερότητα και ένα ρίζωμα του πληθυσμού. Εξού η σημασία που οι οπαδοί της απο­ δίδουν στον αγροτικό κόσμο. Ο ιδρυτής της πανεπιστημιακής γεωγρα­ φίας, Paul Vidal de la Blache, ανήκει σε αυτό το τρίτο ρεύμα. Στο περί­ φημο του Tableau geographique de la France (1903), πρώτο τόμο της L ’ Histoire de France που διηύθυνε o Ernest Lavisse, επιχειρεί να εντοπίσει στο χώρο την κληρονομιά του παρελθόντος. Ξεκινώντας από την ιδέα ότι «η ιστορία ενσωματώθηκε στο έδαφος της Γαλλίας», δείχνει πώς τα τοπία διατήρησαν τα ίχνη που αποδεικνύουν την παλαιότητα του ριζώ­ ματος του γαλλικού λαού, ρίζωμα που θεμελιώνει, κατά τη γνώμη του, «τη γαλλική ταυτότητα». Οι αναλύσεις που ο πατέρας ιδρυτής της γαλ­ λικής πολιτικής επιστήμης, Andre Siegfried (1911), αναπτύσσει στο Tableau politique de la France de VOuest τοποθετούνται στην προέκταση του Vidal de la Blache. O Siegfried δεν μένει ικανοποιημένος από τη συσχέτιση ανάμεσα στη διαφορετικότητα της εκλογικής συμπεριφοράς των κατοίκων και τη διαφορετικότητα των τοπικών παραδόσεων και εθίμων. Προσπαθεί να εξηγήσει αυτές τις διαφορές προβάλλοντας, ανάμεσα στα άλλα επιχειρήματα, την υπόθεση ότι η σταθερότητα και το ρίζωμα του αγροτικού πληθυσμού επέτρεψαν την αναπαραγωγή, από γενιά σε γε­ νιά, των εθνικών ιδιαιτεροτήτων των ομάδων που σταθεροποιήθηκαν το Μεσαίωνα (κυρίως των Νορμανδών). Στα επόμενα κεφάλαια θα δούμε πώς οι ιστορικοί χρησιμοποιούν αυ­ τές τις διαφορετικές υποθέσεις σχετικά με τη «συγχρονία» του παρελθό­ ντος. Ας σημειώσουμε προς το παρόν ότι όλοι αυτοί που επιμένουν στην ιδέα ότι το παρελθόν καθορίζει το παρόν (ή ότι «το νεκρό κυριεύει το ζωντανό», σύμφωνα με την περίφημη διατύπωση του ψυχολόγου Theo­ dore Ribot), προσάπτουν επίσης στους «μεθοδιστές» ιστορικούς ότι αντίτ λαμβάνονται τις κοινωνικές σχέσεις ως «συμβάσεις» ανάμεσα σε εντε­ λώς ελεύθερους για τις κινήσεις τους και συνειδητοποιημένους για τις πράξεις τούς πρωταγωνιστές. Η κριτική αναπτύσσεται εδώ σε δύο κα­ τευθύνσεις που πρέπει να διακρίνουμε. Η πρώτη αφορά το ζήτημα του ντετερμινισμού στην ιστορία. Στο ζεύγος ελευθερία/συνείδηση που εφαρ■μόζεΐ-η. πλειονότητα των ιστορικών, αντιπαρατίθεται ολοένα και περισ­ σότερο το ζεύγος ντετερμινισμός/ασυνείδητο:.Υπολανθάνοντες παράγο( λ ντες, «βαθιές, δυνάμεις», καθορίζουν τις ενέργειες των ανθρώπων, χωρίς να το συνειδητοποιούν. Εδώ ακόμη, οι πολιτικές διαιρέσεις εξηγούν το [

38]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

γεγονός ότι οι οπαδοί του ιστορικού ντετερμινισμού μπορούν να τον υποστηρίξουν με πολύ διαφορετικά επιχειρήματα. Για τους προοδευτι- > \ κούς, οι οικονομικές υποδομές (μαρξιστική, εξήγηση) ή οι κοινωνικοί Γ ί em por (£>trrktrerm) κ,άθορίζουν τη δραστηριότητα των ατόμων. ΟΓμέ-~ J τ§1ΰπαθ£ίς δημοκράτες όπως ο Vidal de la Blache ή o Andre Siegfried επικαλούνται, από τη μεριά τους, ένα συλλογικό ασυνείδητο που πηγάζει από το βάθος των εποχών, ενώ οι συντηρητικοί εκτιμούν ότι τα άτό^~γ· / μα παραμένουν σε όλη τους τη ζωή εξαρτημένα από βιολογικούς κατα- J ναγκασμούς, γενετικής φύσης. Η δεύτερη κριτική που όλοι αυτοί οι διανοητές απευθύνουν στους μεθοδιστές ιστορικούς αφορά την υπερβολική θέση που αυτοί οι τελευταίοι αποδίδουν στα άτομα,. Ο ιστορικός ντετεφ- ^ μινισμός συμβαδίζει, πράγματι, με την ιδέα ότι οι σνλλογικέε δυνάαεις (και όχι τα πρόσωπα) παίζουν τον ουσιαστικό ρόλο στην ιστορία<ίΟι συ-) ντηρητικοί προβάλλουν τις «φυλές» ή τα «έθνη», ενώ οι προοδευτικοί προτιμούν τις τάξεις (βλ. Μαρξ) ή τις κοινωνικές ομάδες (βλ. Durkheim). Πέρα από τις διαφορές τους, όλες αυτές οι νέες προσεγγίσεις της «συγχρονίας» έχουν κοινό σημείο το ότι αναθέτουν μια νέα αποστολή στον ιστορικό που ασχολείται με τη σύγχρονη ιστορία. Φωτίζοντας όλα τα «συμπτώματα» του παρελθόντος που βαραίνουν στον κόσμο των ζω­ ντανών, μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να ελέγξουν περισσότερο το παρόν τους. Το καθήκον του ιστορικού γίνεται, έτσι, συγκρίσιμο με εκείνο του ψυχαναλυτή.

\ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ «ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΧΡΟΝΟΥ» Η σύγχρονη ιστορία ως νέος τομέας της πανεπιστημιακής ιστορικής έρευνας υτές οι νέες απόψεις δεν θα επηρεάσουν αρχικά πολύ τους ιστο­ ρικούς. Η σύγχρονη ιστορία θα αναπτυχθεί στις επόμενες δεκαε­ τίες, ακολουθώντας τους δρόμους που προηγουμένως είχε χαρά­ ξει η έρευνα γύρω από τις άλλες περιόδους. Οι διάδοχοι του Charles Seignobos θα δείξουν ότι, αντίθετα με ό,τι αυτός σκεφτόταν, οι αρχές της ιστορικής μεθόδου μπορούν κάλλιστα να εφαρμοστούν στη σύγχρο-

Α

[

39]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

νη εποχή, ότι η αφθονία γραπτών τεκμηρίων δεν παρεμποδίζει καθόλου την πραγματοποίηση εργασιών που να βασίζονται σε «πρωτογενές υλι­ κό» και ότι η κριτική των πηγών, ακόμη και αν χρειάζεται να προσαρ­ μοστεί στις απαιτήσεις τής υπό μελέτη περιόδου, είναι πάντα απαραίτη­ τη. Βοηθούντος του χρόνου, ο 19ος αιώνας, κατόπιν οι αρχές του 20ού αιώνα, θα μπορέσουν να γίνουν κατανοητοί με τα συνηθισμένα εργαλεία του ιστορικού, που επιτρέπουν τον ορισμό της σύγχρονης ιστορίας ως «περιόδου» αυστηρά καθορισμένης, που διαθέτει τους ειδικούς της, τα περιοδικά της, τις δικές της δημοσιεύσεις. Από τις αρχές του 20ού αιώ­ να, αυτές οι θεσμικές μεταβολές έχουν σημαντικές συνέπειες στον τρόπο γραφής της ιστορίας. Όπως υπογραμμίζει ο Louis Halphen (1914, σ. 167) μιλώντας για τους ιστορικούς της νεότερης εποχής, αλλά η διαπίστωση ισχύει και για όσους ασχολούνται με τη σύγχρονη ιστορία: «Τα βιβλία τους άλλαξαν όψη: Η κριτική εισέβαλε σε αυτά και τις παλιές υποσημειώ­ σεις που δεν περιελάμβαναν παρά συνοπτικές αναφορές σε μερικές δέσμες χαρτιών των αρχείων ή σε μερικά αποσπάσματα αναμνήσεων, υποκατέστησαν υποσημειώσεις πλήρεις νοήματος». Όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, κατ’ αρχάς η Γαλλική Επανάσταση, χάρη σε πολυά­ ριθμες διδακτορικές διατριβές που πραγματοποιούν οι μαθητές του Al­ phonse Aulard, κατόπιν η ιστορία των διεθνών σχέσεων, χάρη στον Pierre Renouvin και τους φοιτητές του, θα αποτελέσουν τους πρώτους χώρους πειραματισμού της πανεπιστημιακής έρευνας γύρω από τη σύγ­ χρονη Γαλλία. Για να δώσουμε μια ιδέα της έκτασης των ανατροπών που προκάλεσε αυτή η διαδικασία ιδιοποίησης της πρόσφατης ιστορίας, που προηγουμένως μονοπωλούσαν οι ερασιτέχνες της ιστορίας, μπορού­ με να συγκρίνουμε to περιεχόμενο των έργων γύρω από αυτή την πε­ ρίοδο, που δημοσιεύτηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα, με εκείνα που κυ­ κλοφόρησαν τριάντα χρόνια αργότερα. Τα βιβλία του Rambaud και του Seignobos σχετικά με τη σύγχρονη Γαλλία και την Ευρώπη περιορίζο­ νταν, όπως είδαμε, σε γενικού χαρακτήρα θεωρήσεις. Πρακτικά δεν στηρίζονταν σε ειδικές μελέτες (άρθρα και διατριβές), για τον απλό λό­ γο ότι αυτές ήταν ακόμη πολύ σπάνιες. Όταν εξετάζουμε τα εγχειρίδια της συλλογής «Κλειώ», που δημοσιεύτηκαν από τη δεκαετία του 1930 και μετά, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για αληθινές συνθέσεις που συ­ γκεντρώνουν παλαιότερες επεξεργασμένες επιστημονικές γνώσεις τις οποίες επεξεργάστηκαν οι ιστορικοί στις έρευνές τους με βάση «πρωτο­ γενές υλικό». Το κεφάλαιο με τον τίτλο «Κατάσταση του ζητήματος» επι­ [

40]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

τρέπει στους συγγραφείς να ανακεφαλαιώσουν την πρόοδο των εργα­ σιών. Όταν μια πλευρά της σύγχρονης ιστορίας δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο μιας διδακτορικής διατριβής ή μιας λεπτομερούς πανεπιστήμια- y κής έρευνας, οι συγγραφείς θεωρούν ότι πρόκειται για έναν τομέα του j παρελθόντος που δξν άνα^οικόμη...π^αγματ«44 γνωστός. Για παράδειγ­ μα, στον πρόλογο του τόμου που αφιερώνεται στην ένοπλη ειρήνη και το μεγάλο πόλεμο (1871-1919), που δημοσιεύτηκε το 1939, ο Pierre Re­ nouvin (στο G. Hardy, 1939) υπογραμμίζει ότι οι επιρροές που καθορί­ ζουν την εξωτερική πολιτική των κρατών «μελετιόνται σπάνια με “ιστο­ ρικό” τρόπο, θέλω να πω, διατηρώντας μια στενή σχέση με τα γεγονότα και τα τεκμήρια». Η φράση αυτή είναι ενδεικτική, γιατί δείχνει ότι στο εξής μια γνώση θεωρείται «ιστορική» στο βαθμό που αποτελεί αντικεί­ μενο μελέτης από τον ιστορικό. Στον ίδιο αυτόν πρόλογο και ο Renouvin επιμένει, ακολουθώντας τα βήματα του Seignobos, στο ζήτημα των ιδιαί­ τερων δυσκολιών που συναντά ο ιστορικός του σύγχρονου κόσμου, στο γεγονός ότι «το υλικό των τεκμηρίων τον ξεπερνά και τον συνθλίβει». Αλλά ενώ ο Seignobos θεωρούσε ότι η πληθώρα των αρχείων καθιστού­ σε πρακτικά αδύνατη την εφαρμογή της «ιστορικής μεθόδου» στη σύγ­ χρονη ιστορία, ο Renouvin επιχειρεί να αποδείξει το αντίθετο. Αν η έρευνα που αφορά αυτή την περίοδο είναι ακόμη εμβρυώδης, αυτό συμ­ βαίνει επειδή «σε πολλούς τομείς η δουλειά της ιστορικής κριτικής μόλις που σκιαγ^αφείται και οι ερμηνείες κυριαρχούνται συχνά από μαχητικά ή εθνικά πάθη». Και για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, προσθέτει λίγο μετά: «Οι συνθέσεις δεν είναι δυνατές παρά σε σχέση με ζητήματα που αποτέλεσαν ήδη αντικείμενο σοβαρών εργασιών, στο εθνικό πλαίσιο: η προϋπόθεση αυτή συχνά δεν υπάρχει. Περιπλανώμενοι, χωρίς ικανο­ ποιητικό υλικό τεκμηρίων, σε αυτές τις έρευνες συγκριτικής ιστορίας ή στη μελέτη των ιδεών, μπορούμε να γράψουμε ένα ενδιαφέρον “δοκί­ μιο” με τη μορφή πρώτων υποθέσεων και υποδείξεων με σκοπό την πα­ ραγωγή νέων εργασιών. Κινδυνεύουμε όμως να βγούμε από τον ιστορι­ κό τομέα και να καταλήξουμε σε πρόωρες γενικεύσεις. Οι συσχετίσεις τις οποίες μπορούμε να κάνουμε ανάμεσα στα πολιτικά καθεστώτα απαιτούν, από τη στιγμή που μπορούμε να προχωρήσουμε πέρα από απλές και επιφανειακές διαπιστώσεις, μια εκτεταμένη εμπειρία, μια οι­ κεία γνώση ξένων χώρων που είναι πολύ δύσκολο να αποκτήσουμε» (σ. 56). [

41]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η συμβολή των Annales

Χ

άρη στα Annales, που δημιουργήθηκαν από τον Lucien Febvre και τον Marc Bloch το 1929, οι νέες προοπτικές γύρω από τη «συγχρο­ νία», οι οποίες αναπτύσσονται από τους φιλοσόφους και τους κοινωνιο­ λόγους στις αρχές του 20ού αιώνα, θα επιτρέψουν την προοδευτική ανα­ νέωση της έρευνας για τη σύγχρονη ιστορία. Στην Apologie pour Γ histoire, λόγου χάρη, ο Marc Bloch (1949, σ. 89 κ.επ.) αμφισβητεί την ιδέα ότι η ιστορία είναι «η επιστήμη του παρελθόντος», υπογραμμίζο­ ντας ότι ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν δεν υπάρχει ριζική ρήξη γιατί «στο απεριόριστο της διάρκειας, το παρόν είναι πάντα ήδη παρελ­ θόν». Επικαλούμενος τον παλιό καθηγητή του στο Λύκειο που δήλωνε ότι «μετά το 1830 δεν πρόκειται πια για ιστορία», διαπιστώνει ότι αυτό το είδος σκέψης συναντάται ακόμη συχνά στους ιστορικούς της εποχής του: Η μελέτη του 1914 ή του 1940, είναι, για πολλούς, «δημοσιογραφία». Για τον Marc Bloch, αυτή η προκατάληψη εξηγείται από το γεγονός ότι, αυθόρμητα, «στη μακρά διάρκεια του χρόνου, πιστεύουμε ότι μπορούμε να απομονώσουμε μια φάση μικρής έκτασης [...] που χαρακτηρίζεται, σε σχέση με μας, από ένα πολύ έντονο στοιχείο “συγχρονίας”», γιατί ανταποκρίνεται σε μια περίοδο που δεν παρουσιάζει σημαντική διαφορά από τον κόσμο μας. Ο Marc Bloch θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι τη μελέ­ τη του παρόντος, εξαιτίας αυτής της προκατάληψης, αναλαμβάνουν άλ­ λες επιστήμες και όχι η ιστορία γιατί, γι’ αυτόν, η άγνοια του παρελθόντος δεν επιτρέπει την κατανόηση του παρόντος. Και αντίστροφα, δεν μπο­ ρούμε να κατανοήσουμε το παρελθόν αν δεν γνωρίζουμε τίποτε από το παρόν. Αυτή η αντίληψη του χρόνου αποτελεί τη γνησιότητα των Annales σε σχέση με τα άλλα ιστορικά περιοδικά αυτής της εποχής. Το ενδιαφέρον τους για το παρόν οδηγεί τον Lucien Febvre και τον Marc Bloch να ενσω­ ματώσουν στη συντακτική επιτροπή ειδικούς από άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες (όπως τον κοινωνιολόγο Maurice Halbwachs ή τον πολιτικό επι­ στήμονα Andre Siegfried) και να δημοσιεύσουν έναν πολύ μεγάλο αριθμό άρθρων που αναφέρονται σε ζητήματα της επικαιρότητας. Άλλωστε, επειδή είναι πεισμένοι ότι η απόσταση του χρόνου δεν αρ­ κεί για να εξασφαλίσει την αντικειμενικότητα της ιστορικής έρευνας, οι ιδρυτές των Annales ορίζουν την επιστήμη τους ως «ιστορία-πρόβλημα». Η αντικειμενικότητα στις ανθρωπιστικές επιστήμες δεν κρίνεται σε σχέ­ ση με το χρόνο, αλλά σε συνάρτηση με τα ερωτήματα που απευθύνουμε [ 42]


\ ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

στις πηγές. Η πλειονότητα των ατόμων που μελετούν το παρελθό ψάξουν στην ιστορία στοιχεία που επιτρέπουν την ενίσχυση της συ..,^ γικής μνήμης των ομάδων στις οποίες ανήκουν (οικογένεια, κοινωνική τάξη, έθνος κ.λπ.), την καταγγελία των εχθρών τους ή την αποκατάστα­ ση των οικείων τους. IV αυτόν το λόγο το διάβημά τους είναι «υποκει­ μενικό». Ασψαλώς, είναι προφανές ότι όσο πιο πρόσφατο είναι το πα­ ρελθόν, τόσο περισσότερο η ιστορία αποτελεί ένα ζήτημα γύρω από το οποίο διακυβεύονται οι αγώνες των ανθρώπων της εποχής. Γνωρίζουμε όμως ότι η αρχαία ή μεσαιωνική ιστορία μπορεί, και αυτή, να αποτελέσει αντικείμενο μαχητικών αναγνώσεων, σε συνάρτηση με τις πολιτικές μέ­ ριμνες της στιγμής (αυτό που έδειχναν πρόσφατα ακόμη οι συζητήσεις γύρω από τον εορτασμό του Clovis). Για το λόγο αυτόν, ο ιστορικός δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα φτάσει την αντικειμενικότητα παρά μόνο αν κρατά σε απόσταση όλα αυτά τα βλέμματα που ενδιαφέρονται για το παρελθόν, αντιπαραβάλλοντάς τους ερωτήματα που έχουν σχέση με τις απαιτήσεις της επιστήμης της εποχής του και που υπολανθάνουν στην έγνοια κατανόησης και εξήγησης του παρελθόντος. Αυτή η «ιστορίαπρόβλημα» είναι ακόμη πιο απαραίτητη στη σύγχρονη ιστορία όσο, όπως υπογράμμισε ο Philippe Aries, «οι σύγχρονοί μας αισθάνονται λιγότερο την ανάγκη να εξηγήσουν μέσω της ιστορίας τη συνείδηση του καιρού τους: Αυτή τους δίνεται απλοϊκά» (1954, σ. 233). Μόνο με την υιοθέτηση μιας κριτικής απόστασης απέναντι στη «συνείδηση του και­ ρού μας» μπορούμε να αποφύγουμε την επίδραση της συλλογικής μνή­ μης. Θα επανέλθω σε αυτό το πρόβλημα στο τελευταίο κεφάλαιο. Ας συ­ γκροτήσουμε απλώς προς το παρόν o t l αυτή η «ιστορία-πρόβλημα» θα επιτρέψει στους ιστορικούς των Annales την ανάπτυξη μελετών σχετικά με τη «μακρά διάρκεια». Ο Marc Bloch θα δώσει ένα παράδειγμα στις έρευνές του σχετικά με τα πρωτότυπα χαρακτηριστικά της γαλλικής αγροτικής ιστορίας. Στηριζόμενος ταυτόχρονα στην κοινωνιολογία του Durkheim και τη γεωγραφία του Vidal, περιγράφει τη διαφορετικότητα των μορφών ιδιοκτησίας στη Γαλλία της δεκαετίας του 1930 (μεγάλες εκτάσεις της παρισινής Λεκάνης, δάση της δυτικής Γαλλίας κ.λπ.), και τη φωτίζει μέσα από μια αναγωγική έρευνα που φτάνει μέχρι το Μεσαίωνα. Στις επόμενες δεκαετίες, η οικονομική και κοινωνική κυρίως ιστορία θα εφαρμόσει τη «μακρά διάρκεια». Δεν επιμένω πάνω σε αυτό προς το πα­ ρόν, επειδή ένα ολόκληρο κεφάλαιο του παρόντος έργου είναι αφιερω­ μένο σε αυτό το ζήτημα. [43

]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Τι είναι η ιστορία του «παρόντος χρόνου»;

Ω

στόσο, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι παρ’ όλη την ανανέωση προ­ οπτικής, το ρεύμα των Annales δεν πέτυχε να επιλύσει εντελώς το δίλημμα της «συγχρονίας» της ιστορίας. Οι γενιές που θα διαδεχτούν τον Lucien Febvre και τον Marc Bloch θα δείξουν ολοένα και μικρότερο ενδιαφέρον για τη σύγχρονη ιστορία, για να εστιάσουν την προσοχή τους στη νεότερη ιστορία. Έτσι, δεν θα αναπτύξουν την προβληματική των σχέσεων ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη. Συγχρόνως, πολλα­ πλασιάζοντας τις έρευνες που στηρίζονται στη χρήση της «κλασικής» ιστορικής μεθόδου, οι ιστορικοί της επαναστατικής και μετεπαναστατικής περιόδου θα καταστήσουν «κοινότοπη» την έκφραση «σύγχρονη ιστορία». Σε τέτοιο σημείο που αυτή θα γίνει, μετά το Β' Παγκόσμιο Πό­ λεμο, ένας συνήθης όρος που ορίζει την περίοδο που εκτείνεται από το 1789 μέχρι τις μέρες μας. Κοινοτοπία που εξηγείται καί από το γεγονός ότι με τον καιρό, το αφετηριακό σημείο και οι πρώτες έρευνες αυτής της «σύγχρονης» εποχής θα απομακρυνθούν προοδευτικά από το παρόν του ιστορικού. Έτσι, η πλειονότητα από αυτούς μπορούν να τις θεωρή­ σουν πραγματικά «ιστορικές». Τα ερωτήματα όμως σχετικά με το «σύγχρονο χαρακτήρα» της ιστο­ ρίας θα αναδυθούν την επομένη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, τη στιγμή που οι δημόσιες αρχές κάνουν εκ νέου έκκληση στους ιστορικούς προκειμένου να κατανοηθούν οι λόγοι της βαρβαρότητας που ο κόσμος είχε γνωρίσει και να αποδοθούν οι ευθύνες. Στη Γαλλία, από αυτή τη μέριμνα εξηγείται η δημιουργία της Επιτροπής της Ιστορίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, που το 1980, θα αποτελέσει το Ινστιτούτο Ιστορίας του Παρό­ ντος Χρόνου. Στη Γερμανία, από τη θέληση κατανόησης των αιτιών του ναζισμού, του πολέμου και της διαίρεσης της χώρας εξηγείται η εμφάνι­ ση της Zeitsgeschichte που αναπτύσσεται στα νέα πανεπιστημιακά ινστι­ τούτα τα οποία φέρουν το ίδιο όνομα. Στη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες μια παρόμοια εξέλιξη επιφέρει την ανάδυση, στους κόλπους αυτής που ως τότε ονομαζόταν modern history, ενός ρεύματος ιστορικών ερευνών που επικεντρώνεται στην πιο πρόσφατη περίοδο. Η γένεση του Journal o f Contemporary History το 1966 δηλώνει αυτή τη διαδικασία. Στο πρώτο τεύχος (Ιανουάριος 1966, σσ. 3-4), το κύριο άρ­ θρο υπενθυμίζει ότι ανάμεσα στο 1870 και 1945, η πλειονότητα των ιστο­ ρικών εκτιμούσαν ότι μια πραγματικά «σύγχρονη» ιστορία δεν μπορού[

44]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

σε και δεν έπρεπε να γραφτεί, με το επιχείρημα ότι τα τεκμήρια δεν ήταν διαθέσιμα και ότι η απόσταση του χρόνου δεν ήταν αρκετή προκειμένου να επιτευχθεί η αντικειμενικότητα. Για να προσθέσει ο συγγραφέας ότι ο αποκλεισμός των ζωντανών μαρτύρων δεν μπορούσε να εξηγηθεί από κανένα λογικό επιχείρημα, αλλά εμφανιζόταν ως μια «φυσική» συνέπεια της μετατροπής σε επάγγελμα του επιστημονικού κλάδου του σχετικού με την κριτική των τεκμηρίων. Αν τα δραματικά γεγονότα που έζησε ο κόσμος ανάμεσα στη δεκαε­ τία του 1930 και τα μέσα της δεκαετίας του 1940 επέτρεψαν την εξέλιξη των πραγμάτων, αυτό δεν αρκεί ώστε να εξηγήσουμε γιατί η ιστορία του «παρόντος χρόνου» κατέληξε να επιβληθεί. Οι πόλεμοι του 1870 και του 1914-1918 είχαν και αυτοί τραυματικές συνέπειες και προκάλεσαν μια άφθονη λογοτεχνία που απέβλεπε στην απόδοση ευθυνών. Και o l ιστο­ ρικοί, όπως θα δούμε, έλαβαν ενεργά μέρος σε αυτή τη συλλογική σκέ­ ψη. Αυτό όμως δεν επέφερε την ανάδυση ενός νέου τομέα της ιστορικής έρευνας. Αν η ιστορία του «παρόντος χρόνου» μπόρεσε να «χαράξει τη γραμμή της» στις δεκαετίες που ακολούθησαν το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτό οφείλεται στην εξαιρετική ανάπτυξη που γνώρισε ο πανεπιστημια­ κός κόσμος κατά τη διάρκεια της περιόδου της οικονομικής άνθησης που ονομάζουμε «τα Τριάντα Ένδοξα Χρόνια». Σε όλες τις ανεπτυγμέ­ νες χώρες, η δημοκρατικοποίηση της εκπαίδευσης επέφερε μια σημαντι­ κή αύξηση\του αριθμού των φοιτητών, και αυτή η τελευταία προκάλεσε έναν πολύ σημαντικό εμπλουτισμό του σώματος των καθηγητών-ερευνητών. Ξαφνικά, επιστημονικοί κλάδοι όπως η κοινωνιολογία, η ανθρω­ πολογία, η πολιτική επιστήμη, που μέχρι τότε δεν μετρούσαν παρά έναν πολύ μικρό αριθμό ερευνητών μεταβάλλονται και αυτοί σε «επαγγελμα­ τικές κοινότητες». Σε ό,τι αφορά τους ιστορικούς, ενώ, από την αρχή του 20ού αιώνα, ο αριθμός τους παρέμεινε σταθερός (της τάξης των εκατό), πολλαπλασιάστηκε επί δέκα μέσα σε δύο δεκαετίες. Αυτή η αύξηση επι­ τρέπει μια σημαντική διαφοροποίηση του σώματος των πανεπιστημια­ κών προς όφελος κυρίως της σύγχρονης ιστορίας. Η θεαματική αύξηση των υλικών μέσων και της «φαιάς ουσίας» που αφιερώνονται στις ιστο­ ρικές μελέτες -χάρη στη δημιουργία πολυάριθμων ερευνητικών κέντρων στα πανεπιστήμια και τον πολλαπλασιασμό του αριθμού των ερευνητών που υπάγονται στους επιστημονικούς θεσμούς όπως το CNRS ή η Ecole Pratique des Hautes Etudes (EPHE)- επιτρέπει στον επιστημονικό κλά­ δο να ανοιχτεί στην κατάκτηση νέων εδαφών, όπως στην ιστορία του {4 5 λ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

«παρόντος χρόνου». Η δημιουργία, το 1980, του Institut d’Histoire du Temps Present (ΙΗΤΡ) αποτελεί σίγουρα την πιο θεαματική ένδειξη αυτού του ανοίγματος. Αλλά αυτό το άνοιγμα συγκεκριμενοποιείται μέ­ σα από το ενδιαφέρον που προκαλεί η μελέτη του πρόσφατου παρελθό­ ντος σε πολλά πανεπιστήμια και ερευνητικούς θεσμούς όπως το 6ο Τμή­ μα (οικονομικό και κοινωνικό) της ΕΡΗΕ που αποκτά την αυτονομία της το 1975 και γίνεται η Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales (EHESS).

Ένα θέμα που προκαλεί αντιπαραθέσεις

Μ

ε δεδομένα όσα αναφέραμε στις προηγούμενες σελίδες, καταλα­ βαίνουμε ότι αυτή η επέκταση της σύγχρονης ιστορίας στη μελέτη του πιο πρόσφατου παρελθόντος αποτελούσε μια ανανέωση που δεν μπορούσε να γίνει δεκτή χωρίς αντιστάσεις. Ο Rene Remond (στο F. Bedarida, 1995) υπενθύμισε, πρόσφατα, τις «σφοδρές αντιπαραθέσεις» που προκάλεσε η δημιουργία του ΙΗΤΡ. Οι οπαδοί αυτής της ιστορίας (δεν θα αναφέρω εδώ τα σημεία γύρω από τα οποία αντιπαρατίθενται μετα­ ξύ τους και που εξηγούνται, ουσιαστικά, από ανταγωνισμούς θεσμικής μορφής) ορίζουν, γενικά, τον «παρόντα χρόνο» ως την περίοδο που συ­ μπίπτει με τη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει πια κανένας επιζών μίας δεδομένης εποχής, δεν αποτελεί πια ιστορία του παρόντος χρόνου, αλλά «κλασική» σύγχρονη ιστορία (βλ. κυρίως J.-P. Azema, άρθρο «Temps present», στο A. Burguiere, 1986). Η προοπτική αυτή, όπως βλέπουμε, βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη κα­ τεύθυνση από τον ορισμό της επιστήμης τους που είχαν επεξεργαστεί οι πρώτοι «επαγγελματίες» ιστορικοί το 19ο αιώνα, για να μπορέσουν να νομιμοποιήσουν τον τομέα αρμοδιοτήτων τους σε σχέση με όλους τους «ερασιτέχνες» ιστορικούς, οι οποίοι ήταν οι μόνοι μέχρι τότε που παρήγαγαν μια γνώση σχετικά με το παρελθόν. Αν το ζήτημα των «ζωντανών μαρτύρων» αποτελεί ένα αποφασιστικό ζήτημα που διακυβεύεται, αυτό συμβαίνει γιατί προφανώς τα άτομα που έχουν ζήσει τα γεγονότα τα οποία μελετά ο ιστορικός μπορούν νόμιμα να θεωρήσουν ότι γνωρίζουν αυτά τα γεγονότα καλύτερα από αυτόν, στο μέτρο που υπήρξαν οι πρω­ ταγωνιστές αυτών των γεγονότων. Η ιστορία γίνεται εδώ αντιληπτή ως το σύνολο των αναμνήσεων που μοιράζονται τα μέλη μιας ίδιας κοινο­ ί 46 ]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

τητας. Αυτό είναι που ο Maurice Halbwachs αποκαλεί (θα επανέλθουμε στο θέμα) «συλλογική μνήμη». Η συλλογική μνήμη αντιτίθεται στην επι­ στημονική ιστορία, η οποία στηρίζεται στη γραφή. Ενσωματώνοντας το πιο πρόσφατο παρελθόν στην επιστημονική ιστορική έρευνα, οι οπαδοί της ιστορίας του παρόντος χρόνου δέχτηκαν να αντιμετωπίσουν, συνειδητά ή όχι, ένα πρόβλημα που οι «μεθοδιστές» είχαν αυθαίρετα αποφύγει: Αυτό των σχέσεων ανάμεσα σε «ιστορία» και «μνήμη». Σύμφωνα με τον Pierre Nora (άρθρο «Present», στο J. Le Goff, 1978), δεδομένης της προόδου της διεπιστημονικότητας και της ανάπτυ­ ξης της ιστορικής δημοσιογραφίας, οι ειδικοί της σύγχρονης ιστορίας δεν είχαν, σε κάθε περίπτωση, την επιλογή, «γιατί η ιστορική λειτουργία διαλύθηκε από τα κάτω και από τα πάνω, διαιρεμένη ανάμεσα στη δη­ μοσιογραφία και την ανθρωπολογία. Σε μια ιστορία του παρόντος, ο δη­ μοσιογράφος πήρε σε μεγάλο μέρος τη θέση του ιστορικού». Ταυτόχρο­ να, οι άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες εξερεύνησαν το μεγαλύτερο μέρος των τομέων της σύγχρονης ιστορίας. Γι’ αυτόν το λόγο ο Nora μπορεί να δηλώνει ότι «η σύγχρονη ιστορία είναι μια ιστορία χωρίς ιστορικούς». Αυτό το είδος αναλύσεων δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό, προφανώς, από αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους ειδικούς της σύγχρονης ιστορίας. Στο εγχειρίδιό τους, ο Maurice Agulhon και ο Andre Nouschi (1971, σ. 3) εκφράζουν από την πλευρά τους τις επιφυλάξεις των ιστορι­ κών των προηγούμενων γενεών σχετικά με την επικαιρότητα. «Από το 1914 μέχρι τις μέρες μας, η ιστορία είναι πολύ πρόσφατη ώστε να γρα­ φούν εργασίες βάθους σε σχέση με όλα τα προβλήματα [...]. Επιπλέον, σε αυτή την ιστορία, οι πρωταγωνιστές είναι συχνά ζωντανοί, οι ανα­ μνήσεις πρόσφατες, τα πάθη έντονα [...]. Σε αυτές τις συνθήκες, η πλή­ ρης αμεροληψία και διαγραφή των προσωπικών προτιμήσεων των συγ­ γραφέων μπορούν λιγότερο από ποτέ να επιτευχθούν». Στο δεύτερο τό­ μο (1972, σ. 2), που επικεντρώνεται στην περίοδο από το 1940 μέχρι τις μέρες μας, υπογραμμίζουν ότι κάθε ιστορική έρευνα βασίζεται σε ένα υλικό, αλλά ότι «ο ιστορικός του παρόντος χρόνου δεν διαθέτει τέτοιου τύπου αρχεία. Η αφήγησή του, και η δική μας δεν αποτελεί εξαίρεση, δεν μπορεί να είναι παρά μια πολύ αβέβαιη προσέγγιση». Η θεσμοθέτη­ ση της «ιστορίας του παρόντος χρόνου» έδωσε ώθηση και στους παρα­ δοσιακούς πανεπιστημιακούς επιστημονικούς κλάδους που ήταν στραμ­ μένοι στη μελέτη του επίκαιρου κόσμου. Από τη δεκαετία του 1960, μια ομάδα κοινωνιολόγων, με επικεφαλής τον Edgar Morin, επιχειρεί να [

47]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

επωφεληθεί από το πάθος για τον «παρόντα χρόνο», δημιουργώντας το Centre d’etudes de communication de masse. To Κέντρο αυτό θέτει ως ρητό στόχο του την κοινωνιολογική μελέτη της επικαιρότητας και επιδί­ δεται, εκ νέου, σε πολυάριθμες συλλογικές έρευνες. Αυτού του τύπου όμως οι πρωτοβουλίες δεν εμποδίζουν τους ιστορικούς να προχωρήσουν τις δικές τους θέσεις. Οι προσπάθειές τους θα κάνουν ελάχιστα ευτυχέ­ στερους τους δημοσιογράφους. Από το 1963, ο Jean Lacouture δημιούρ­ γησε, στις εκδόσεις Seuil, μια νέα σειρά: «Η άμεση ιστορία» που εμφανί­ ζεται εμβληματικά ως ένα είδος μανιφέστου για μια δημοσιογραφική πραγμάτευση της ιστορίας του «παρόντος χρόνου». Υπενθυμίζοντας ότι ο Albert Camus χαρακτήρισε το δημοσιογράφο «ιστορικό της στιγμής», ο Lacouture («L’histoire immediate», στο J. Le Goff, 1978) εξηγεί τι εν­ νοεί με αυτό: «Από την αυστηρή δημοσιογραφία την οποία ασκούσαν άνθρωποι μέσα στο γεγονός ως την ιστορική έρευνα γύρω από ένα πρό­ σφατο πρόβλημα μέσω της “έρευνας-συνέντευξης” (από ένα δημοσιο­ γράφο της Monde ή έναν καλό “ερευνητή της σύγχρονης ιστορίας” του Paris-VIII), περάσαμε κάτω και πέρα από μια ορισμένη ειδική γραμμή που είναι αυτή της άμεσης ιστορίας». Σύμφωνα με τον Jean Lacouture, η καλύτερη ένδειξη αυτού του τύπου έρευνας γύρω από το πρόσφατο πα­ ρελθόν αποτελεί η Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης του Τρότσκι. Αν όμως πάμε πιο πίσω, μπορούμε να δούμε στον Πελοποννησιακό πόλεμο το πρώτο παράδειγμα «άμεσης ιστορίας». Πράγματι, όπως ο Θουκυδί­ δης εδώ και είκοσι πέντε αιώνες, ο σημερινός μελετητής που ασχολείται με την «άμεση ιστορία», πραγματοποιεί ένα τετραπλό εγχείρημα: ρεπορ­ τάζ, ταξινόμηση, μοντάζ, εκλογίκευση. Την αντίληψη αυτή για την ιστο­ ρία δεν θα την εκτιμήσουν καθόλου οι ιστορικοί του «παρόντος χρό­ νου», θα αποκτήσει ωστόσο ορισμένους οπαδούς από την πλευρά των Annales. Ο Jacques Le Goff (1978) εκτιμά, πράγματι, ότι η «άμεση ιστο­ ρία», την οποία εγκωμιάζει ο Lacouture, αποτελεί μια ουσιαστική διά­ σταση της «νέας ιστορίας» που ο ίδιος υποστηρίζει. Τελικά, όλες αυτές οι συζητήσεις σχετικά με το «σύγχρονο χαρακτήρα» της ιστορίας θα βρουν διέξοδο στη δημιουργία του Institut d’Histoire du Temps Present. Η επι­ λογή των όρων δεν είναι ουδέτερη. Αν το Ινστιτούτο υιοθετεί τελικά τον τίτλο «παρών χρόνος», αντί, «σύγχρονος κόσμος» όπως το πρότειναν αρ­ χικά οι ιδρυτές του, είναι για να αποφευχθεί κάθε σύγχυση με το Institut d’histoire moderne et contemporaine, που δημιουργήθηκε κατά την ίδια περίοδο. Η έκφραση όμως «παρών χρόνος» επιτρέπει στους ιστορικούς [

48]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

να πάρουν τις αποστάσεις τους από μια «άμεση ιστορία» που τη θεω­ ρούν πολύ δημοσιογραφική (Μ. Trebisch, στο ΙΗΤΡ, 1993).

Η ιστορία του «παρόντος χρόνου» γίνεται κοινότοπη

Χ

ωρίς να εξετάσω, προς στιγμή, τις πολυάριθμες εμπειρικές έρευνες που έγιναν από τους ιστορικούς του «παρόντος χρόνου» εδώ και είκοσι χρόνια, θα ήθελα να τελειώσω αυτό το κεφάλαιο αναφέροντας μερικά από τα προβλήματα στα οποία προσκρούουν σήμερα οι ειδικοί αυτού του τομέα. Σύμφωνα με τον Rene Remond, η δημιουργία του ΙΗΤΡ «εκφράζει μια απόκλιση της επιστημολογικής σκέψης, μια ρήξη με τις προηγούμενες αντιλήψεις και σηματοδοτεί ένα στάδιο στην ιδέα που οι ιστορικοί έχουν για το επάγγελμά τους και τη σχέση τους με το χρό­ νο» (στο F. Bedarida, 1995, σ. 249). Αυτή η διαπίστωση μού φαίνεται ελαφρώς αισιόδοξη. Δηλώνοντας ότι η ιστορία του «παρόντος χρόνου» έχει ως αποστολή τη μελέτη της περιόδου κατά την οποία υπάρχουν ακόμη ζωντανοί μάρτυρες, οι οπαδοί της τη βλέπουν τελικά με τον ίδιο τρόπο που οι προκάτοχοί τους αντιλαμβάνονταν τη «σύγχρονη» εποχή. Στις δύο περιπτώσεις, αυτός ο τομέας της ιστορίας καθορίζεται από χρο­ νολογικά όρια. Είναι ένα τμήμα, στη γραμμή του χρόνου, που ακολουθεί άλλα τμήματα (η αρχαία, μεσαιωνική, νεότερη και σύγχρονη «εποχή»). Η οικειοποιήση του «παρόντος χρόνου» από τους ιστορικούς τούς οδή­ γησε στο να καταστήσουν κοινότοπη την έκφραση, όπως οι προηγούμε­ νες γενιές είχαν καταστήσει κοινότοπη τη «σύγχρονη» ιστορία. Αν η ιστορική έρευνα γύρω από τον «παρόντα χρόνο» μάς φαίνεται «φυσική» σήμερα, αν η πλειονότητα των ιστορικών δέχονται την νομιμότητά της, είναι γιατί αυτοί που ασχολούνται με αυτήν μπόρεσαν να προσαρμό­ σουν στις απαιτήσεις της τους συνήθεις κανόνες της ιστορικής μεθόδου. Χάρη στη δημιουργία του ΙΗΤΡ και πολλών πανεπιστημιακών εδρών που επικεντρώνονται στην ιστορία του «παρόντος χρόνου», το πρόσφα­ το παρελθόν, και αυτό, προοδευτικά αρχειοθετήθηκε και αποτέλεσε αντικείμενο καταλογογράφησης. Τα εργαλεία δουλειάς που αφορούν τη μεταγενέστερη του 1945 περίοδο, τα ευρετήρια και οι κατάλογοι των αρ­ χείων, οι βιβλιογραφικοί οδηγοί κ.λπ., πολλαπλασιάστηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των τελευταίων χρόνων. Προγράμματα διάσωσης της προφορικής μνήμης πραγματοποιήθηκαν. Όλα αυτά επέτρεψαν σε νέους [ 49]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ιστορικούς να πραγματοποιήσουν διδακτορικές διατριβές σχετικά με τον «παρόντα χρόνο» που σέβονται τους συνήθεις κανόνες της επιστη­ μονικής δουλειάς στην ιστορία. Απορρίπτοντας όμως ως «θετικιστικό αμάρτημα» την ιδέα ότι μόνο η χρονική απόσταση επιτρέπει την αμερό­ ληπτη μελέτη του παρελθόντος, οι ιστορικοί του παρόντος χρόνου έθε­ σαν στην ημερήσια διάταξη το ερώτημα που ο Seignobos άφησε χωρίς πραγματική απάντηση: Αν η χρονική απόσταση δεν αποτελεί εγγύηση αντικειμενικότητας, ποια είναι τα κριτήρια που ο ιστορικός του παρό­ ντος χρόνου μπορεί να εφαρμόσει για να νομιμοποιήσει τον επιστημονι­ κό χαρακτήρα της γνώσης του, για να πείσει όσους τον διαβάζουν και τον ακούν ότι αποφεύγει τις αδιάκοπες μαχητικές διενέξεις που συντα­ ράζουν τη συλλογική μνήμη; Μέχρι τώρα, οι ιστορικοί του παρόντος χρόνου δεν απάντησαν πραγματικά σε αυτό το ερώτημα. Αναμφίβολα, επειδή τους αφορούν ιδιαίτερα οι συγκρουσιακές σχέσεις που διατη­ ρούν η ιστορία και η μνήμη, δίνουν την εντύπωση ότι έχουν αδιάκοπα ανάγκη να επαναβεβαιώνουν μια εύθραυστη ακόμη επαγγελματική ταυ­ τότητα. Αυτό τους οδηγεί, πολύ συχνά, στο να αξιοποιούν τη δεξιότητά τους σε σχέση με τα αρχεία και την κριτική των πηγών. Όπως όμως θα δούμε, αυτό δεν αρκεί, γενικά, για τη διαφοροποίηση της ιστορίας από τη μνήμη.

Τ€ Κ ΜΗΡ IΟ

Τι είναι η σύγχρονη ιστορία; «Σύγχρονη ιστορία»: Με τον όρο αυτόν εννοούμε γενικά την ιστορία ενός τμήματος του χρόνου που ανήκει σε ένα πολύ πρόσφατο παρελθόν: Τα τ ε ­ λευταία πενήντα χρόνια, την τελευταία δεκαετία, την τελευταία χρονιά, μήνα ή μέρα, ή ακόμη την τελευταία ώρα ή λεπτό. Αν θέλουμε όμως να σκεφτούμε με μια εξαιρετική αυστηρότητα, δεν θα έπ ρεπ ε να ορίσουμε σύγχρονη π α ­ ρά μόνο την ιστορία που γεννιέται άμ εσα απ ό την πράξη π ου συντελείται: την ίδια τη συνείδηση της πράξης. Για παράδειγμα, η ιστορία που π ρ α γ μ α ­ τοποιώ για τον ίδιο μου τον εαυτό τη στιγμή που συνθέτω αυτές τις σελίδες, δηλαδή η ιδέα π ου συνθέτω. Η ιδέα αυτή συνδέεται αναγκαστικά με τη δ ο υ ­ λειά της σύνθεσης. Σύγχρονη θα ήταν, πράγματι, ο ακριβής όρος, επειδή α υ -

[50]


ΚΑΘΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ «ΣΥΓΧΡΟΝΗ»

τη η συνείδηση, όπως κάθε πνευματική πράξη, δεν προσδιορίζεται σε σχέση με μία χρονολογία, αλλά συγκροτείται «μέσα στο χρόνο» της πράξης με τον οποίο συνδέεται, και διακρίνεται από αυτόν ιδανικά και όχι χρονολογικά. Η «μη σύγχρονη ιστορία» ή «η ιστορία του παρελθόντος», είναι αντίθετα αυτή που σχετίζεται με μια ήδη ολοκληρωμένη ιστορία, της οποίας αποτελεί ανα­ γκαστικά την κριτική - είτε πρόκειται για παλιά ιστορία χιλίων χρόνων ή μό­ λις μίας ώρας. Ωστόσο, αν παρατηρήσουμε πιο προσεκτικά, θα μπορούσε αυτή η ιστορία που έχει ήδη ολοκληρωθεί, η «μη σύγχρονη» ή «του παρελθόντος», όποιο και αν είναι το όνομα που της δίνουμε, να είναι η ίδια σύγχρονη και να μην δια­ φοροποιείται καθόλου από την άλλη - στο μέτρο που είναι πραγματική ιστο­ ρία, έχει δηλαδή ένα νόημα και δεν αντηχεί έναν κενό λόγο. Για τη μία όπως και για την άλλη, δεν πρέπει το γεγονός του οποίου την ιστορία αφηγούμα­ στε να πάλλεται στην ψυχή του ιστορικού; Ή, για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του επαγγέλματος, δεν πρέπει τα τεκμήρια να βρίσκονται εκεί, ανα­ γνώσιμα; Μια αφήγηση, ή μια σειρά αφηγήσεων, πρέπει να συνοδεύει το γε­ γονός αυτό, να εμπλουτίζεται, χωρίς όμως να χάνει την αποτελεσματικότατα της παρουσίας του. Άρα, αυτό που αρχικά ήταν αφήγηση ή κρίση μετατράπηκε και αυτό σε γεγονός, σε τεκμήριο, που πρέπει με τη σειρά του να ερ­ μηνευτεί και να κριθεί: Γιατί η ιστορία δεν συγκροτείται ποτέ με αφηγήσεις, αλλά πάντοτε με τεκμήρια, ή με αφηγήσεις που προσλαμβάνουν τη μορφή τεκμηρίων και χρησιμοποιούνται ως τέτοια. Και αν η σύγχρονη ιστορία ανα­ δύεται άμεσα από τη ζωή, το ίδιο συμβαίνει με αυτήν που ονομάζουμε μη σύγχρονη. αυτή αναδύεται άμεσα από τη ζωή, γιατί, προφανώς, μόνο μια μέριμνα για την παρούσα ζωή μπορεί να μας ωθήσει να διεξάγουμε έρευνες για ένα γεγονός του παρελθόντος. Έτσι, το γεγονός αυτό, συνδεδεμένο με ένα ενδιαφέρον της παρούσας ζωής, δεν αποτελεί μια περιέργεια για το πα­ ρελθόν, αλλά μια μέριμνα για το παρόν. Οι ιστορικοί διατύπωσαν εμπειρικά, είπαν και επανέλαβαν με εκατοντάδες τρόπους, και αυτή η παρατήρηση εξη­ γεί την επιτυχία, αν όχι το βαθύ περιεχόμενο, αυτής της επαναλαμβανόμενης κοινοτοπίας: η ιστορία είναι magistrat vitae. Αν ανέφερα αυτές τις διατυπώσεις της ιστορικής τεχνικής, ήταν για να αφαιρέσω κάθε όψη παραδόξου σε αυτή την πρόταση: «Κάθε ιστορία άξια του ονόματος της είναι σύγχρονη ιστορία». Ωστόσο είναι εύκολο να αποδεί­ ξουμε και να επιβεβαιώσουμε την ορθότητά της μέσω του γεγονότος ότι η ιστοριογραφική πράξη υπάρχει. Με την προϋπόθεση όμως να μην υποπέσου­ με στο σφάλμα να διαβάσουμε όλα μαζί τα βιβλία των ιστορικών ή να δια­ βάσουμε πολλές ομάδες βιβλίων φύρδην μίγδην, θέτοντας στη συνέχεια το ερώτημα, ποιο ενδιαφέρον του παρόντος μάς ωθεί να γράψουμε ή να διαβά­ σουμε αυτές τις ιστορίες, αναφερόμενοι γενικά στον άνθρωπο ή σε μας τους [

51]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ίδιους θεωρώντας τον εαυτό μας ως ένα αφηρημένο ον. Έτσι, ποιο ενδ ια φ έ­ ρον του παρόντος με ωθεί να διαβάσω την αφήγηση του Πελοποννησιακού πολέμου ή του Μιθριδάτη, την ανάπτυξη της μεξικανικής τέχνης ή της α ρ α ­ βικής φιλοσοφίας; Στην παρούσα στιγμή, κανένα. Συνεπώ ς, για μένα hie και nunc, αυτές οι ιστορίες δεν είναι ιστορίες, αλλά πολύ περισσότερο τίτλοι βι­ βλίων. Υπήρξαν ιστορίες ή θα γίνουν ιστορίες για όσους τις σκέφτηκαν ή θα τις σκεφτούν. Υπήρξαν ή θα γίνουν για μένα ιστορίες όταν τις σκέφτηκα ή θα τις σκεφτώ, μέσα α π ό την εκ νέου επ εξεργα σία τους σύμφωνα με τις π ν ε υ ­ ματικές μου ανάγκες. Αν όμως σκεφτούμε την πραγματική ιστορία, την ίδια στιγμή που τη σκεφτόμαστε, είναι εύκολο να ανακαλύψουμε ότι ταυτίζεται τέλεια με την πιο προσωπική και την πιο σύγχρονη ιστορία. B e n e d e tto C roce, Theorie et histoire de I ’historiographie, Dalloz, 1968, σσ. 13-14 (1η έκδο­ ση, 1915).

[5 2 ]


Κ Ε Φ Α Λ Α ΙΟ

2

Μια ιδρυτική στιγμή: Η ιστορία «των γεγονότων» Η ιστορία των γεγονότων, χωρίς να περιορίζεται, στη διακωμώδησή της από τα Annales, μπορεί να θεωρηθεί μια ιδρυτική στιγμή για την έρευνα της σύγχρονης ιστορίας. Από μεθοδολογική άποψη πρόκειται για μια ιστορική προσέγγιση που επιχειρεί να επανατοποθετήσει τα γεγονότα στο πλαίσιό τους, αναδεικνύοντας αυτό που αποτελεί τη μοναδικότητά τους και αποδίδοντας μια σημα­ ντική θέση στους πρωταγωνιστές και τις πράξεις τους. Σχετικά με τα υπό μελέτη θέματα, η ιστορία των γεγονότων επέτρεψε στους ιστορικούς του σύγχρονου κόσμου να αποκτήσουν την αυτονομία τους, χάρη στην ανάπτυξη ερευνών οι οποίες αναφέρονται σε δύο γεγονότα κλειδιά της πρόσφατης ιστορίας μας: την Επανάσταση και τους πολέμους του 1870 και του 1914-1918.

Η

σύγχρονη ιστορία συγκροτήθηκε ως αυτόνομος τομέας της ιστο­ ρικής έρευνας κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, δίνοντας προνομιακή θέση στη μελέτη των σοβαρών τραυματικών εμπειριών που υπήρξαν για τους Γάλλους, οι επα­ ναστάσεις (του 1789, αλλά και του 1830 και του 1848) και οι πόλεμοι (του 1870, του 1914-1918 και του 1939-1945). Έτσι, η μελέτη της σύγχρο­ νης Γαλλίας θα δομηθεί γύρω από δύο μεγάλους πόλους: Ο ένας επικε­ ντρωμένος στα επαναστατικά ζητήματα, ο άλλος στις διεθνείς σχέσεις. Δεδομένης της σημασίας που αποδίδεται από τους ιστορικούς αυτού του τομέα στα ουσιαστικά γεγονότα που αποτελούν για τη ζωή ενός έθνους η επανάσταση και ο πόλεμος, καταλαβαίνουμε ότι μπορούμε να μιλάμε στην περίπτωσή τους για ιστορία «των γεγονότων». Επειδή όμως ο όρος αυτός χρησιμοποιείται πάντα υποτιμητικά, είναι απαραίτητο να [

53]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

αρχίσω, σε αυτό το κεφάλαιο, να ξεκαθαρίζω την έννοια που μπορούμε να δώσουμε σε αυτόν τον όρο, πριν δείξω τη συμβολή αυτού του ιστορι­ κού τομέα στην επιστημονική γνώση.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ «Η ΙΣΪΌΡΙΑ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»; ταν εξετάζουμε τον κατάλογο των καθηγητών σύγχρονης ιστορίας που δίδαξαν στη Σορβόνη, διαπιστώνουμε ότι πριν από το Β' Πα­ γκόσμιο Πόλεμο, ήταν πολύ συχνά ειδικοί της ιστορίας της Γαλλι­ κής Επανάστασης ή των διεθνών σχέσεων. Οι έρευνες που αφορούν αυ­ τά τα δύο ζητήματα επέτρεψαν στη μελέτη αυτής της περιόδου, όπως θα δούμε, να αποκτήσει τις επιστημονικές βάσεις στις οποίες στηρίζεται ακόμη και σήμερα. Με βάση ερωτήματα γύρω από αυτά τα πολιτικά γε­ γονότα, πράγματι, οι ιστορικοί προοδευτικά θα επεκτείνουν την περιέργειά τους για να ανοιχτούν στη μελέτη των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών όψεων. Παρόλο όμως τον «ιδρυτικό» αυτό ρόλο, μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το ιστοριογραφικό αυτό ρεύμα, απαξιώθηκε βαθ­ μιαία κάτω από τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό «ιστορία των γεγονότων». Δύο λόγοι με ωθούν να σταματήσω μια στιγμή σε αυτή την έκφραση. Από τη μία, δίνοντας μερικές ενδείξεις γύρω από την ιστορία αυτού του όρου, μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα πείσουμε τους αναγνώστες για το ενδιαφέρον που παρουσιάζει ένας τομέας της έρευνας της σύγχρονης ιστορίας που δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί πολύ: Η ιστορία του λεξιλογίου που χρησιμοποιούμε καθημερινά. Αλλά, από την άλλη, αυτό το παρά­ δειγμα θα μας δείξει επίσης ότι το βλέμμα που ρίχνουμε στο παρελθόν της δικής μας επιστήμης δεν είναι ουδέτερο, ότι είναι αποτέλεσμα συ­ γκρούσεων στα πλαίσια των οποίων αντιπαρατέθηκαν τα μεγάλα ρεύ­ ματα της γαλλικής ιστοριογραφίας.

Ο

Συμβολή στην ιστορία μιας λέξης ς ανοίξουμε το μικρό μας Robert: «Συμβαντολογική (1959). Λέξη που δεν κάνει άλλο από το να περιγράφει τα γεγονότα. Ιστορία των γεγονότων». Όσοι γνωρίζουν την ιστορία των Annales θα συγκρατήσουν

Α

[54 ]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

κατ’ αρχάς, σε αυτόν τον ορισμό, την ημερομηνία γέννησης αυτού του ορισμού που το Robert καταγράφει. Η ημερομηνία αυτή ακολουθεί με μικρή διαφορά τη χρονιά που ο Fernand Braudel (1958) δημοσίευσε στο περιοδικό το περίφημο άρθρο του σχετικά με τη «μακρά διάρκεια». Και πράγματι σε αυτό το άρθρο βρίσκουμε τον πρώτο πραγματικό ορισμό της «ιστορίας των γεγονότων». Ο Braudel αμφισβητεί «την παραδοσια­ κή ιστορία, τη λεγόμενη “ιστορία των γεγονότων”, η ετικέτα συγχέεται με αυτήν της πολιτικής ιστορίας». Και προσθέτει: «Η ιστορία των τελευ­ ταίων εκατό χρόνων, σχεδόν πάντα πολιτική, επικεντρωμένη στο δράμα των “μεγάλων γεγονότων” δούλεψε μέσα και γύρω από το σύντομο χρό­ νο. Αυτό υπήρξε ίσως το τίμημα της προόδου που συντελέστηκε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, στην επιστημονική κατάκτηση εργαλείων δουλειάς και αυστηρών μεθόδων». Για τον Braudel, όπως βλέπουμε, η «ιστορία των γεγονότων» είναι συγχρόνως συνώνυμη με την πολιτική και την παραδοσιακή ιστορία. Αντιτίθεται, όρο με όρο, σε μια «νέα» οικονομική και κοινωνική ιστορία, της οποίας ο Braudel γίνεται ο κήρυκας και ακόμη, πρέπει να το πούμε, ο «ήρωας». Πριν από τον Braudel, ο Lucien Febvre (1931., σ. 62), υπήρξε ο πρώτος που διέδωσε την έκφραση «ιστορία των γεγονότων» ανάμεσα στους ιστορικούς. Σε έναν απολογισμό, ο οποίος αναφέρεται στη σειρά έργων που διηύθυνε ο Henri Hauser σχετικά με τη διπλωματική ιστορία της Ευρώπης\(1871-1914) και που εκδόθηκε στις εκδόσεις PUF, ασκεί κριτική σε ένα διάβημα το οποίο θυμίζει και αποτελεί προέκταση των εγχειριδίων εξωτερικής πολιτικής που μετά το 1892 δημοσιεύτηκαν από τον Emile Bourgeois. Με τα «συμβαντολογικά γεγονότα, όπως λέμε συ­ χνά», να κυριαρχούν, υπογραμμίζει ο Febvre, το διάβημα αυτό αποδίδει προνομιακή θέση στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις, ξεχνώντας τη «σταθερή πίεση του οικονομικού πάνω στο πολιτικό» που αποτελεί ένα καθοριστικό στοιχείο της συμπεριφοράς των κρατών. Στις αρχές της δε­ καετίας του 1950, η επανέκδοση του απολογισμού αυτού στο έργο Combats pour I’histoire, καθώς και η δημοσίευση, το 1969, των Ecrits sur Vhistoire του Fernand Braudel (που περιέχουν το άρθρο σχετικά με τη μακρά διάρκεια) θα εξασφαλίσουν τη δημοτικότητα της έκφρασης «ιστορία των γεγονότων». Αυτή όμως δεν θα επιβληθεί χωρίς να προκαλέσει ορι­ σμένες αντιστάσεις. Ο Jean Glenisson (1965), στην έκθεση που συντάσσει για το διεθνές Συνέδριο των ιστορικών επιστημών, που αποτελεί εξάλλου μέρος, του [55]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

6ου Τμήματος της ΕΡΗΕ το οποίο διευθυνόταν τότε από τον Fernand Braudel, σημειώνει τις επιφυλάξεις του απέναντι σε έναν όρο που απέ­ κτησε, όπως λέει, «μια προνομιακή θέση στον κατάλογο των υποτιμητι­ κών ονομασιών της παραδοσιακής μορφής της ιστορίας», εις βάρος της έκφρασης «ιστορίζουσα ιστορία», επινοημένης από τον φιλόσοφο Henri Berr, που ήταν εν χρήσει πριν από τον πόλεμο. Μερικά χρόνια αργότε­ ρα, είναι η σειρά του Raymond Aron (στο L ’historien entre I’ethnologue et le futurologue, 1972, σ. 65) να υπογραμμίσει ότι «η ιστορία των γεγονό­ των αποτελεί μια σκοτεινή έννοια, επειδή χρησιμοποιήθηκε με πολεμικό τρόπο από τη σχολή των Annales για να υποτιμήσει όσους ασχολούνταν με αυτήν». Επινοημένη στο πλαίσιο των αγώνων που έφεραν αντιμέτω­ πους τους ιστορικούς αυτού του ρεύματος, που βρισκόταν στην αιχμή της ανανέωσης αλλά ήταν περιθωριοποιημένο, και τους οπαδούς της πο­ λιτικής ιστορίας, η έκφραση θα επιβληθεί, στη συνέχεια, στο σύνολο της ιστορικής κοινότητας. Ενώ η διαπίστωση του Braudel, όπως δείχνει το παραπάνω παράθεμα, παρουσίαζε αποχρώσεις, αφού αναγνώριζε το ρόλο που έπαιξε η ιστορία των γεγονότων στην πρόοδο της επιστημονι­ κής έρευνας, οι μαθητές του θα εντείνουν τον πολεμικό τόνο. Μαζί με τη λέξη «θετικισμός», το επίθετο «συμβαντολογική» θα καταλάβει μια κε­ ντρική θέση στο υβρεολόγιο των ιστορικών. Το πιο εκπληκτικό, ίσως, εί­ ναι ότι οι κληρονόμοι αυτής της πολιτικής ιστορίας «των γεγονότων» κατέληξαν να υιοθετήσουν αυτή την αρνητική άποψη για την ίδια την παράδοση σκέψης τους (βλ., για παράδειγμα, J.-F. Sirinelli, στο F. Bedarida, 1995, ό.π.).

Οι διαφορετικές σημασίες του όρου ταν εξετάζουμε από κοντά αυτές τις κριτικές, διαπιστώνουμε ότι συγχέουν πράγματι πολλά προβλήματα που πρέπει να διακρίνου­ με. Ο ορισμός του Robert, που αναφέραμε παραπάνω, περιέχει δύο ιδέες. Η πρώτη είναι ότι η «συμβαντολογική» ιστορία έχει αντικείμενο τη με­ λέτη «των γεγονότων». Η δεύτερη είναι ότι ευνοεί την περιγραφή και όχι την εξήγηση των ιστορικών φαινομένων. (Γνωρίζουμε ότι ο Braudel κα­ ταλόγιζε στους «παραδοσιακούς» ιστορικούς ότι παρέμεναν στην ιστορία-αφήγηση, ενώ τα Annales εγκωμίαζαν την ιστορία-επιστήμη.) Αυτές οι δύο ιδέες είναι αλληλένδετες. Πράγματι, όπως θα δούμε στο επόμενο [56]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

κεφάλαιο, οι ιστορικοί των Annales αναπτύσσουν, κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, μια ποσοτική οικονομική και κοινωνική ιστορία «μακράς διάρκειας» και δηλώνουν ότι μόνο η στατιστική ή «σειραϊκή» μέθοδος μπορεί να επιτρέψει την παραγωγή πραγματικά επιστημονικών γνώσεων. Η πολιτική ιστορία που ενδιαφέρεται κυρίως για μεμονωμένα γεγονότα, δεν μπορεί λοιπόν, σύμφωνα με τον Braudel, να παραγάγει παρά μόνο «αφηγήσεις»: Αφηγείται τα πράγματα όπως συνέβησαν αντί να τα εξηγεί. Το βάθος αυτής της συζήτησης θυμίζει προφανώς την αντιπαράθεση, που αναφέραμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, ανάμεσα στους ιστορικούς και τους κοινωνιολόγους. Όπως ήδη το είχε υπογραμμίσει ο Paul Lacombe (1894) στο τέλος του αιώνα, με την πιο πλατιά έννοια του όρου, ένα «γεγονός» αποτελεί μια μοναδική πράξη. Αν το δούμε στην ομοιό­ τητά του με άλλα γεγονότα, καταλήγουμε σε ένα «θεσμό». Και προσθέ­ τει: «Αν διαβάσουμε τους ιστορικούς που αφηγούνται, δεν υπάρχουν παρά μόνο γεγονότα, ενώ για τους κοινωνιολόγους δεν υπάρχουν παρά θεσμοί». Αγγίζουμε εδώ ένα πρόβλημα που βλέπουμε αδιάκοπα να ανα­ δύεται στις αντιπαραθέσεις που έφεραν αντιμέτωπους, μέχρι σήμερα, τους ιστορικούς μεταξύ τους. Πρόκειται για τον ορισμό που μπορούμε να δώσουμε για την ιστορική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τον Seigno­ bos, μόνο τα άτομα είναι πραγματικά. Γι’ αυτό ο ιστορικός πρέπει να απορρίψει τις, ·«πραγμοποιημένες» κατηγορίες που είναι οι θεσμοί, για να ξαναβρεί τις πράξεις που πραγματοποιούν τα πρόσωπα. Πρόκειται για την παραδοσιακή, ερμηνευτική αντίληψη της ιστορίας που ευνοεί τη με­ λέτη των μεμονωμένων, μοναδικών γεγονότων, φωτίζοντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκαν με σκοπό να αποκαταστήσει, με βάση αυτά, τις σημασίες που οι άνθρωποι του παρελθόντος έδιναν στις πράξεις τους. Στο όνομα της αντίληψης αυτής για την ιστορία, ο Seignobos, που θεωρείται ένας από τους «πατέρες ιδρυτές» της «ιστορίας των γεγονό­ των», άσκησε κριτική στους κοινωνιολόγους οπαδούς του Durkheim, καταλογίζοντας τους ότι πίστευαν ότι αρκούσε να προστρέξουν στις στατιστικές και να μελετήσουν τους θεσμούς για να θεμελιώσουν μια κοινωνική επιστήμη σύμφωνα με το πρότυπο των φυσικών επιστημών. Σύμφωνα με τον Seignobos, «μόνο οι ιστορικοί των γεγονότων αποφεύ­ γουν αυτή την αυταπάτη, επειδή οι μελέτες τους τούς οδηγούν να βλέ­ πουν τα άτομα» (1901, ό.π., σ. 240). Περισσότερο συχνά, η προοπτική αυτή συνδέεται με την πολιτική ιστορία, δεδομένου ότι τα γεγονότα τα [

57]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

οποία εξετάζει φαίνονται, περισσότερο από τα άλλα, ως ρήξεις που ση­ μαδεύουν την εποχή τους μέσα από τον εξαιρετικό χαρακτήρα τους. Αν όμως ορίσουμε το γεγονός με την πλατιά έννοια, ως μοναδική ή μεμονω­ μένη πράξη, κάθε έρευνα (οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική κ.λπ.) που προτιμά αυτού του είδους τα γεγονότα, μπορεί να χαρακτηριστεί έρευνα των γεγονότων. Αντίστροφα, όπως σημειώνει ο Fernand Braudel στο κείμενο που αναφέραμε παραπάνω, «η πολιτική ιστορία δεν είναι κατ’ ανάγκην ιστορία των γεγονότων, ούτε καταδικασμένη να είναι». Θα δούμε άλλωστε ότι οι προσπάθειες που αποβλέπουν στην εξήγηση της Γαλλικής Επανάστασης μέσα από παράγοντες που ανάγονται στη «μα­ κρά διάρκεια» θα αποτελέσουν ένα αποφασιστικό ζήτημα για την οικο­ νομική και κοινωνική ιστορία. Πρέπει να αναφέρουμε μια άλλη όψη της κριτικής που άσκησε ο Lucien Febvre στην «ιστορία των γεγονότων». Έχω την αίσθηση ότι η διάσταση αυτή, τον απασχολούσε περισσότερο. Για πολλούς ιστορικούς, η έκφραση αυτή αναφέρεται στην ιστορία των μεγάλων ημερομηνιών, των μαχών, των διπλωματικών διαπραγματεύσεων που πριμοδοτεί τους «μεγάλους» αυτού του κόσμου. Είναι αλήθεια ότι κρατήσαμε όλοι στα χέρια μας το ένα ή το άλλο από αυτά τα «ιστορικά» έργα που επιχειρούν να καταγράψουν τα γεγονότα που πρέπει οπωσδήποτε να θυμόμαστε. Και δεν είναι μακριά η εποχή όπου τα εγχειρίδια της ιστορίας περιείχαν πριν απ’ όλα χρονολογικές αναφορές. Αλλά αυτό που ξεχνάμε να πού­ με, περισσότερο συχνά, είναι ότι πρόκειται για εκλαϊκευτικά έργα: εγχει­ ρίδια δηλαδή ή βιβλία προορισμένα για το «μεγάλο κοινό». Δεν πρέπει να τα συγχέουμε με τις δημοσιεύσεις επιστημονικού χαρακτήρα (όπως οι διδακτορικές διατριβές, για παράδειγμα). Έχοντας διαβάσει, για τις ανάγκες αυτού του βιβλίου, το μεγαλύτερο μέρος των διδακτορικών δια­ τριβών σύγχρονης ιστορίας που υποστηρίχτηκαν από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι τη δεκαετία του 1950, δεν βρήκα καμιά που να ανταποκρίνεται σε αυτή την καρικατούρα ιστορίας-ημερομηνιών και ιστορίας-μαχών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο αν η καταδίκη της «ιστορίας των γεγο­ νότων» προβλήθηκε από τον Lucien Febvre σε έναν απολογισμό που ασκεί κριτική στο Manuel d ’histoire diplomatique του Emile Bourgeois, ιστορικού γεμάτου τιμές και δόξα, που ο ίδιος όμως ποτέ δεν εκπαιδεύ­ τηκε στην ιστορική κριτική και δεν δημοσίευσε παρά μόνο εκλαϊκευτικά έργα. Αυτό το είδος των γραπτών δεν έχει τίποτε κοινό με τις επιστημο­ νικές εργασίες που οι ιστορικοί παρήγαγαν από τις αρχές του 20ού αιώ­ [55]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

να σχετικά με τις επαναστατικές ημέρες ή σχετικά με τις διπλωματικές κρίσεις. Καταδικάζοντας την ιστορία «των γεγονότων», οι ιδρυτές των Annales αρνούνται, πράγματι, να δεχτούν μια αντίληψη για την ιστορία που περιστρέφεται γύρω από την παιδαγωγική διάσταση. Αν στρέφο­ νται ιδιαίτερα κατά του Charles Seignobos, είναι γιατί, περισσότερο από κάθε άλλον ιστορικό, διατήρησε τη σύγχυση ανάμεσα στις δύο λειτουρ­ γίες που πρέπει να πληροί ένας πανεπιστημιακός: την έρευνα και τη δι­ δασκαλία. Αυτό που ο Lucien Febvre προσάπτει στους επικεφαλής της προηγούμενης γενιάς, είναι ότι λιποτάκτησαν από το μέτωπο της ζωντα­ νής σκέψης για να περιοριστούν στη δημοσίευση εγχειριδίων, επαναλαμ­ βανομένων συνθέσεων, χάρη στις οποίες οι τελευταίοι διόγκωσαν τα εισοδήματά τους, συνέβαλαν όμως στη σκλήρυνση της ιστορίας. Στη συ­ νέχεια αυτού του κεφαλαίου, η έκφραση «ιστορία των γεγονότων» θα χρησιμοποιηθεί όχι με αυτή την πολεμική έννοια, αλλά για να ορίσει τον τομέα της ιστορικής έρευνας που ενδιαφέρεται για τα γεγονότα, ως μο­ ναδικά και ιδιαίτερα γεγονότα.

ΤΟ ΟΡΟΣΗΜΟ: Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ πως διαπίστωσε ο Francois Furet (1978), για τους περισσότερους ιστορικούς, στη Γαλλία τουλάχιστον, η Γαλλική Επανάσταση εμ­ φανίζεται ως «η συνοριακή γραμμή» ανάμεσα στη νεότερη και τη σύγχρονη ιστορία. Η Επανάσταση αποτελεί το γεγονός που «εξηγεί» τη σύγχρονη ιστορία. «Αποτελεί [υπογραμμισμένο στο κείμενο] τη σύγχρο­ νη ιστορία μας». Για το λόγο αυτόν, το 1789 αποτελεί γενικά το αφετηριακό σημείο αυτής της περιόδου (ακόμη και αν ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν το τέταρτο του 19ου αιώνα, 1789-1815, μια μεταβατική στιγμή ανάμεσα στις δύο εποχές). Η επαναστατική περίοδος εμφανίζεται λοι­ πόν ως ιδρυτικό γεγονός που σηματοδοτεί την έλευση μιας νέας εποχής. Αποτελεί όμως ένα αφετηριακό σημείο για την ιστορική έρευνα γύρω από το σύγχρονο κόσμο, επειδή είναι αυτό το ανεπανάληπτο γεγονός το οποίο θα επιχειρήσουν να κατανοήσουν και να εξηγήσουν οι πρώτες γε­ νιές των ιστορικών που ασχολήθηκαν με τη «σύγχρονη» ιστορία.

Ο

[59]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ένα ζήτημα μνήμης που διακυβεύεται εδομένης της σπουδαιότητας των γεγονότων που έλαβαν χώρα ανάμεσα στο 1789 και το 1815 στην Ευρώπη, οι λαοί που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων είχαν, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, ξεκάθαρη συνείδηση ότι ζούσαν εξαι­ ρετικές εποχές. Αν η Γαλλική Επανάσταση σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο της ιστορικής συνείδησης, αυτό συμβαίνει επίσης γιατί η ιστορία της εί­ ναι σχεδόν «σύγχρονη» με τα ίδια τα γεγονότα. Κανένας άλλος τομέας της έρευνας δεν αντιμετώπισε σε τέτοιο βαθμό την ανάγκη να ασχοληθεί με ένα παρελθόν που αποτέλεσε άμεσα «αντικείμενο της μνήμης». Η επι­ στημονική ιστορία της Επανάστασης δεν συγκροτήθηκε παρά με τίμημα μια τεράστια προσπάθεια αποδέσμευσης από αυτή τη μνημονική παρα­ γωγή. Πριν από τη δημιουργία της πρώτης έδρας ιστορίας της Γαλλικής Επανάστασης στη Σορβόνη (1891), αυτή αποτελούσε αντικείμενο μελέ­ της συγγραφέων που επιδίωκαν πριν απ’ όλα να προσφέρουν τη δική τους άποψη για το γεγονός. Επρόκειτο, σύμφωνα με αυτούς, να εκφέ­ ρουν μια συνολική κρίση γύρω από την Επανάσταση, στο πλαίσιο των πολιτικών αγώνων στους οποίους συμμετείχαν: Αριστοκρατία εναντίον της «τρίτης τάξης» σε μια πρώτη φάση και, όσο προχωρούμε στο 19ο αιώνα, φιλελεύθεροι εναντίον δημοκρατικών. Σίγουρα, οι μέριμνες των ιστορικών είναι μερικές φορές λιγότερο άμεσα πολιτικές. Το ενδιαφέρον επίσης του έργου του Tocqueville (1856) συνίσταται στο γεγονός ότι ο σκοπός του δεν είναι η καταδίκη της Επανάστασης, αλλά η απόδειξη ότι αυτή δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση μια αυθόρμητη δημιουργία ή έλευση ενός εντελώς νέου κόσμου. Σύμφωνα με αυτόν, η Επανάσταση ολοκληρώνει το γραφειοκρατικό συγκεντρωτικό κράτος που οι βασιλείς της Γαλλίας είχαν αρχίσει να δημιουργούν πολλούς αιώνες πριν. Παρ’ όλα αυτά η προοπτική του Tocqueville εκφράζει, και αυτή, μέριμνες πο­ λιτικού χαρακτήρα. Η καταγγελία των πληγμάτων που υπέστησαν τα προνόμια των ευγενών από το μοναρχικό κράτος αποτελεί μια ιδέα που αναπτύχθηκε από το 18ο αιώνα από τον ιστορικό της αριστοκρατίας Boulainvilliers. Ο Tocqueville δεν πραγματοποίησε μια αρχειακή δου­ λειά με τη σημερινή έννοια. Βασίστηκε, ουσιαστικά, σε τεκμήρια που διασώθηκαν στα αρχεία της δικής του οικογένειας. Το κείμενό του δεν περιλαμβάνει ούτε σημειώσεις ούτε αναφορές. Πράγμα που καθιστά δύ­ σκολη την επαλήθευση των λεγομένων του. Η ίδια διαπίστωση αφορά

Δ

[

60]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

και τους άλλους ιστορικούς της Επανάστασης. Οι ερμηνείες που δίνουν ο Guizot, ο Thiers, ο Michelet (1847-1853) ή ο Taine (1875-1893, ό.π.) αποβλέπουν στην καταδίκη ή την αποκατάσταση του γεγονότος ή των πρωταγωνιστών του και καθορίζονται σε σημαντικό βαθμό από την πο­ λιτική τους δέσμευση. - \ j

γ

-V

-

Η εφαρμογή μιας επιστημονικής ιστορίας της Επανάστασης

Μ

ε την προετοιμασία της Εκατονταετηρίδας της Γαλλικής Επανά­ στασης, τα ζητήματα μνήμης που διακυβεύονταν μετατράπηκαν σε ριζικά ζητήματα. Η Τρίτη Δημοκρατία, ελάχιστα ακόμη σταθεροποιημέ­ νη και διεκδικήτρια της κληρονομιάς του 1789, όφειλε να κάνει απολύτως δημοφιλή μια θετική άποψη του γεγονότος. Το συντηρητικό όμως στρατόπεδο μπορούσε να στηριχτεί στην τεράστια επιτυχία που συνά­ ντησε το έργο του Taine σχετικά με την καταγγελία των αδικημάτων της Επανάστασης. Σε αυτό το πλαίσιο, το 1881, μια ομάδα ριζοσπαστών δη­ μοκρατών με επικεφαλής τον Hippolyte Carnot, έναν από τους γιους του «μεγάλου Carnot», δημιουργεί ένα νέο περιοδικό, La Revolution franqai­ se, καθώς επίσης και μια επιτροπή επιφορτισμένη με την συλλογή «τεκ­ μηρίων σχετικά με τη δημόσια εκπαίδευση από το 1789 μέχρι το 1808». Στην αρχή, πρόκειται για μια επιχείρηση καθαρά «μνημονική»: Όπως το βεβαιώνει το γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια η συντακτική επιτροπή, σε σύνολο επτά μελών, δεν περιλαμβάνει κανέναν πανεπιστημιακό. Στην ομάδα κυριαρχούν σε μεγάλο βαθμό πολιτικοί και δημοσιογράφοι, ερα­ σιτέχνες της ιστορίας, όπως ο Jules Claretie. Αλλωστε, το περιοδικό δια­ κηρύσσει ότι δημιουργήθηκε με σκοπό τον εορτασμό της Εκατονταετη­ ρίδας. Το πρώτο άρθρο με τίτλο «Ενότητα της Γαλλικής Επανάστασης» αναπαράγει τη θέση που υπερασπίζονται οι ριζοσπάστες. Η Επανάσταση αποτελεί ένα «σύνολο». Δεν μπορούμε κατά συνέπεια να αντιπαραβάλλουμε το 1789 στο 1793, όπως οι μετριοπαθείς δημοκράτες ή οι φιλελεύ­ θεροι το έκαναν μέχρι τότε. Στο πρώτο τεύχος αφθονούν διατυπώσεις του είδους: «Ιδού τι ήθελε η Γαλλία το 1789. Ιδού τι θέλει η σημερινή Γαλλία». Συγχρόνως, το περιοδικό δημοσιεύει «ανέκδοτα τεκμήρια» σχε­ τικά με την Επανάσταση. Ο μόνος ποιοτικός συγγραφέας που παρου­ σιάζεται στα πρώτα τεύχη δεν είναι άλλος από τον Alphonse Aulard, καθηγητή στη Φιλοσοφική Σχολή του Poitiers, ο οποίος υπογράφει ένα


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

άρθρο γύρω από την ευφράδεια του Le Chapelier. Κατά τη διάρκεια των επομένων χρόνων το περιοδικό θα εγκαταλείψει προοδευτικά αυτή την καθαρά μνημονική στρατηγική, για να υιοθετήσει ολοένα και περισ­ σότερο την προοπτική της επιστημονικής έρευνας. Έτσι, οι πανεπιστη­ μιακοί αποκτούν τον έλεγχο του περιοδικού σε βάρος των «ερασιτε­ χνών» ιστορικών, αυτών των ριζοσπαστών αγωνιστών που το δημιούρ­ γησαν. Το 1886 αποτελεί μια σημαντική ημερομηνία σε αυτή τη διαδικα­ σία. Ο Δήμος του Παρισιού, στον οποίο ηγείται μια ριζοσπαστική ομά­ δα, αναθέτει πράγματι στον Aulard τη διδασκαλία ενός μαθήματος σχε­ τικά με την Επανάσταση, που η έναρξή του έγινε παρουσία του Clemenceau. Αυτή η διδασκαλία θα αποτελέσει το προηγούμενο για τη δημιουργία μιας έδρας στη Σορβόνη το 1891, η οποία θα επιτρέψει όχι μόνο μια μεγαλύτερη απήχηση αυτής της διδασκαλίας, αλλά και ενσωμάτωση της Επανάστασης στην πανεπιστημιακή έρευνα, προτείνοντας θέματα διδακτορικών διατριβών συμφώνων με τους κανόνες της ιστορι­ κής μεθόδου. Την ίδια χρονιά, οι αρμοδιότητες της επιτροπής του 1881 μεταβιβάζονται στην Επιτροπή Ιστορικών και Επιστημονικών Μελετών του Υπουργείου Παιδείας. Η Επιτροπή αυτή θα δημοσιεύσει περισσότε­ ρους από εβδομήντα τόμους τεκμηρίων, από τους οποίους οι τριάντα τρεις τόμοι αποτελούν το Recueil des Actes du Comite de salut public. Πα­ ράλληλα, βοηθούντος του αγωνιστικού ενθουσιασμού, η έρευνα γύρω από την Επανάσταση αποκτά μια συλλογική διάσταση. Ένας μεγάλος αριθμός «Επιτροπών της Εκατονταετηρίδας» δημιουργούνται στους νο­ μούς της Γαλλίας. Για το συντονισμό των εργασιών αυτών των επιτρο­ πών, οι συντάκτες της Revolution franqaise ιδρύουν το 1888 την Εταιρεία Ιστορίας της Γαλλικής Επανάστασης. Τα καταστατικά της καταδεικνύ­ ουν τέλεια τη σπουδαιότητα που αποκτά στο εξής το επιστημονικό διά­ βημα. Η Εταιρεία θέλει να ευνοήσει τις επιστημονικές εργασίες των με­ λών της, να ενθαρρύνει τους δεσμούς ανάμεσα σε ιστορικούς, να δημο­ σιεύσει ανέκδοτα τεκμήρια. Συγκεντρώνει ακόμη ένα μεγάλο αριθμό ερασιτεχνών, στο εξής όμως οι πανεπιστημιακοί ιστορικοί ασκούν ένα διευθυντικό ρόλο. Το 1887, ο Aulard εμφανίζεται ως «διευθυντής-αρχισυντάκτης». Η πολιτική προτίμηση των υπευθύνων δεν αναφέρεται πια, ούτε και τα ονόματα των μελών της συντακτικής επιτροπής. Στο προλογικό σημείωμα που απευθύνεται στους αναγνώστες, αναφέρεται συγκε­ κριμένα ότι το περιοδικό «θα επιτείνει ακόμη τον ανιδιοτελή και επιστη­ μονικό χαρακτήρα των εργασιών του: Θέλει να αποτελέσει ένα όργανο [

62]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

αναφοράς όλων όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία της μεγάλης μας εθνικής κρίσης». Μια έκκληση για συνεργασία απευθύνεται στους ικα­ νότερους ιστορικούς, καθηγητές, δημοσιογράφους. Όπως η Revue historique που δημιουργήθηκε το 1876 από τον Gabriel Monod (η οποία σύντομα αποτέλεσε ένα πρότυπο επιστημονικής δημοσίευσης), διευκρι­ νίζεται ότι η Revolution franqaise δεν θα δέχεται παρά μόνο πρωτότυπες μελέτες, που θα στηρίζονται στις πηγές. Οι συντάκτες θέλουν να μετατρέψουν το περιοδικό σε «ένα όργανο εργασίας χρήσιμο στους Γάλλους και ξένους ιστορικούς». Δύο χρόνια αργότερα, το 1889, ένας νέος υπό­ τιτλος υιοθετείται. Ο τίτλος «Revue historique» αντικαθίσταται από τον «Revue d’histoire moderne et contemporaine». Ένα προλογικό σημείωμα διευκρινίζει ότι σκοπός αυτής της αλλαγής είναι να δοθεί μεγαλύτερο εύρος στο περιοδικό. «Είναι βέβαιο ότι αν θέλουμε να φωτίσουμε ορι­ σμένα τμήματα της σύγχρονης ιστορίας, θα το κάνουμε ως ιστορικοί και όχι ως πολιτικοί και θα παραμείνουμε πιστοί στην αμερόληπτη μέθοδό μας». Έχουμε εδώ τη διαβεβαίωση ότι είναι η μελέτη της Γαλλικής Επα­ νάστασης που εγκαινίασε την ιστοριογραφία της σύγχρονης Γαλλίας. Η επαναστατική περίοδος γίνεται αντιληπτή, πράγματι, ως μια εναρκτήρια πράξη που δεσμεύει όλη τη μεταγενέστερη περίοδο μέχρι την παρούσα μνημόνευσή της. Οι συντηρητικοί δεν θα κάνουν λάθος σε σχέση με αυ­ τό. Θα αντισταθούν άμεσα δημιουργώντας την Εταιρεία Σύγχρονης Ιστορίας, της οποίας σκοπός είναι, και εδώ, η δημοσίευση τεκμηρίων γύ­ ρω από τ^ν ιστορία της Γαλλίας από το 1789 και μετά. Η Εταιρεία αυτή θα εξαφανιστεί το 1927, λίγο πριν από τη διάλυση της Εταιρείας Ιστο­ ρίας της Επανάστασης (1934).

0 Alphonse Aulard μέσα από τα έργα του υτή η βίαιη ενσωμάτωση της ιστορίας της Γαλλικής Επανάστασης στο επιστημονικό πεδίο απεικονίζεται και από την αλλαγή των ενασχολήσεων των ιστορικών. Το παράδειγμα του Alphonse Aulard εί­ ναι σε αυτή την περίπτωση ενδεικτικό. Απόφοιτος της Ecole Normale, καθηγητής ρητορικής, όπως είπαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, χρωστά την έδρα του στη Σορβόνη όχι στις ειδικές του γνώσεις σχετικά με την Επανάσταση, αλλά στην πολιτική του στράτευση στο πλάι των δημο­ κρατών. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να μετατραπεί γρήγορα σε ένθερ­ [

63]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

μο υπερασπιστή της ιστορικής μεθόδου. Ας διαβάσουμε το προλογικό σημείωμα που εμφανίζεται στο πρώτο του έργο Histoire politique de la Revolution franqaise (1901, σ. XII): «Θέλησα, στο μέτρο των δυνάμεών μου, να επιτελέσω έργο ιστορικού και όχι να υπερασπιστώ μια θέση. Φι­ λοδοξώ η δουλειά μου να μπορέσει να θεωρηθεί ένα παράδειγμα εφαρ­ μογής της ιστορικής μεθόδου στη μελέτη μιας εποχής που διαστρεβλώ­ θηκε από το πάθος και το μύθο». Όπως ο Seignobos την ίδια εποχή, ο Aulard εκτιμά ότι η εφαρμογή αυτής της μεθόδου απαιτεί από τον ιστο­ ρικό να συμβουλευτεί το σύνολο των διαθέσιμων τεκμηρίων. Γι’ αυτόν το λόγο προτίμησε την πολιτική προσέγγιση. Διευκρινίζει πράγματι ότι η «ασφάλεια» σχετικά με τα τεκμήρια που χρησιμοποίησε προέρχεται από τη φύση του θέματός του. Έχοντας δουλέψει γύρω από τα πολιτικά γε­ γονότα, «δεν φοβάμαι ότι μου ήταν υλικά αδύνατον να γνωρίσω όλες τις πηγές». Και προσθέτει ότι είναι δυνατόν, για τον ιστορικό που δουλεύει γύρω από την επεξεργασία μιας πολιτικής ιστορίας της Επανάστασης, «σε είκοσι χρόνια, να διαβάσει τα απαραίτητα τεκμήρια». Αυτή η αντί­ ληψη της «ιστορικής μεθόδου» οδηγεί τον Aulard να δηλώσει: «Όποιος θέλει να επιχειρήσει μια οικονομική και κοινωνική ιστορία της Επανά­ στασης θα καταλήξει σε μια επιφανειακή μελέτη, επεξεργασμένη από δεύτερο ή τρίτο χέρι». Πράγματι, σε αυτόν τον τομέα, οι πηγές είναι διά­ σπαρτες, «πράγμα που απαγορεύει σε ένα μόνο άνθρωπο να συμβου­ λευτεί όλα τα τεκμήρια, ακόμη και τα βασικά». Το απόσπασμα αυτό εί­ ναι σημαντικό, γιατί δείχνει ότι αν οι «πατέρες θεμελιωτές» της ιστορι­ κής μεθόδου παραμέλησαν την οικονομική και κοινωνική ιστορία, δεν είναι για ιδεολογικούς λόγους, αλλά γιατί η προτίμηση για την κριτική των τεκμηρίων δεν τους επέτρεπε να μελετήσουν παρά μόνο τομείς που αποτέλεσαν ήδη το αντικείμενο μιας «αρχειοθέτησης». Για τον ίδιο λόγο ο Aulard θα συμβάλει στη συλλογική προσπάθεια που αποβλέπει στη συγκέντρωση ενός μεγάλου όγκου τεκμηρίων με οικονομικό και κοινω­ νικό χαρακτήρα, έτσι ώστε οι διάδοχοί του να μπορέσουν να ανοίξουν αυτόν το νέο ερευνητικό δρόμο γύρω από την Επανάσταση. Το δεύτερο έργο που πρέπει να αναφέρουμε για να δείξουμε αυτή τη θέληση εγγραφής της ιστορίας της Επανάστασης στο πεδίο της ιστορι­ κής επιστήμης είναι ο λίβελος, που προέρχεται από ένα μάθημα στη Σορβόνη τον οποίο ο Aulard (1907) δημοσιεύει εναντίον του Taine. Όπως δείχνει το κείμενο στο παράρτημα αυτού του κεφαλαίου, αυτό που ο Aulard καταλογίζει στον Taine είναι ότι υπήρξε τυφλός από πάθος και [ 64 ]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

ότι θεωρούσε την ιστορία ένα απλό λογοτεχνικό είδος, αγνοώντας όλους τους μεθοδολογικούς κανόνες. Τα σκληρά του σχόλια δείχνουν ότι για το θεμελιωτή της πανεπιστημιακής ιστορικής έρευνας σχετικά με την Επα­ νάσταση, «το έργο του ιστορικού», είναι πριν απ’ όλα η παραγωγή γνώ­ σεων γύρω από το παρελθόν χάρη στην κριτική μελέτη των «πρωτογε­ νών» τεκμηρίων. Αντίθετα από τον Taine που αναζητούσε στα κιβώτια των αρχείων στοιχεία που να επιτρέπουν τη νομιμοποίηση της αρνητι­ κής άποψης την οποία είχε για την Επανάσταση, ο Aulard υπερασπίζε­ ται ένα αντίθετο διάβημα που εξετάζει τα τεκμήρια χωρίς προκαθορι­ σμένη ιδέα, για να δημιουργήσει με βάση αυτά μια νέα γνώση σε σχέση με αυτή την περίοδο. Έτσι αντιλαμβάνεται «την αντικειμενικότητα». Η σπουδαιότητα που αποδίδεται στις «πρωτογενείς» εργασίες και η άρνη­ ση των «αποδεικτικών» χρήσεων του αρχείου αποτελούν πολύ σημαντι­ κά κεκτημένα της έρευνας, χάρη στα οποία η ιστορία της Επανάστασης πήρε τις αποστάσεις της από τη μνήμη. Ωστόσο, η αδυναμία της επιχει­ ρηματολογίας του Aulard είναι προφανής. Πώς να πιστέψουμε σε αυτή τη διεκδίκηση αντικειμενικότητας, όταν γνωρίζουμε ότι είναι πολιτικοί λόγοι που ώθησαν τη δημοκρατική εξου­ σία να δημιουργήσει αυτή την έδρα και να την εμπιστευτεί σε έναν πιστό οπαδό της; Βλέπουμε ότι η λατρεία της ιστορικής επιστήμης έχει στόχο να αποδείξει, σε τελευταία ανάλυση, την υπεροχή του δημοκρατικού κα­ θεστώτος. Η αλήθεια είναι εγγεγραμμένη στα τεκμήρια και αρκεί σε κά­ θε καλό^στο ερευνητή να εξετάσει προσεκτικά αυτά τα τεκμήρια για να συμπεράνει τα οφέλη της Επανάστασης και της Δημοκρατίας. Στον επί­ λογο της πολιτικής του ιστορίας, δεν διστάζει άλλωστε να δηλώσει: «Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί ένα πολιτικό και κοινωνικό ιδεώδες». Όσοι της άσκησαν κριτική μπέρδεψαν αυτό το ιδεώδες με τις ατελείς πρακτικές εφαρμογές του μέχρι σήμερα. Είναι όμως χρέος των νέων γε­ νεών να εισαγάγουν αυτό το ιδεώδες στα γεγονότα. Συμπέρασμα που ευθυγραμμίζεται πλήρως με τον πολιτικό αγώνα που διεξάγει η Τρίτη Δημοκρατία στο τέλος του 19ου αιώνα. Αυτό όμως που μου φαίνεται πολύ σημαντικό είναι ότι, στο εξής, ένας ιστορικός δεν μπορεί πια, χωρίς τον φόβο να γίνει αναξιόπιστος, να χρησιμοποιήσει άμεσα την ιστορία για να υπηρετήσει μια πολιτική υπόθεση. Από εδώ και πέρα, η σχέση ανάμεσα στους δύο κόσμους είναι έμμεση, εξαιτίας άλλωστε του γεγο­ νότος ότι η πανεπιστημιακή κοινότητα των ιστορικών απέκτησε μια ορι­ σμένη αυτονομία σε σχέση με την εκάστοτε εξουσία. Ο Aulard, χρησιμο­ 5

[6 5 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ποιώντας το επιχείρημα της «επιστήμης» για να αποδυναμώσει τη συ­ ντηρητική άποψη που υπερασπίζεται ο Taine, θα συμβάλει εξάλλου στη συγκρότηση ενός όπλου που σύντομα θα στραφεί εναντίον του. Με την εγκατάσταση των ριζοσπαστών στις διευθυντικές θέσεις, ο ίδιος θα γίνει ένας αξιωματούχος του καθεστώτος. Τον συναντούμε περισσότερο συ­ χνά στις επίσημες τελετές και τα σαλόνια παρά στις βιβλιοθήκες και τις αίθουσες των αρχείων. Οι μαθητές του, που συμμετέχουν λιγότερο σε τέ­ τοιου είδους εκδηλώσεις, έχουν περισσότερο χρόνο να δουλέψουν. Έτσι, καθώς αυτοί έμαθαν την «ιστορική μέθοδο» όταν ήταν φοιτητές, δεν θα αργήσουν να στρέψουν κατά του Aulard το επιχείρημα που ο τελευταίος είχε χρησιμοποιήσει εναντίον του Taine.

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ ΠΑΛΗ ΓΕΝΕΩΝ Η επιρροή των πανεπιστημιακών

Η

ολοκλήρωση της διαδικασίας οικειοποίησης της Γαλλικής Επανά­ στασης από την επιστημονική έρευνα πραγματοποιείται στις αρ­ χές του 20ού αιώνα με τη γενιά των πρώτων μαθητών του Aulard. Οι διδακτορικές διατριβές γύρω από το θέμα πολλαπλασιάζοντας ταυ­ τόχρονα με μια τεράστια συλλογική δουλειά που επιτρέπει τη διαφορο­ ποίηση των εργαλείων έρευνας: βιβλιογραφικοί οδηγοί, κατάλογοι αρ­ χείων κ.λπ., που συχνά δεν αφορούν μόνο την επαναστατική περίοδο. Πρέπει να υπογραμμίσουμε, ως προς αυτό, το ρόλο του Pierre Caron που δημοσιεύει κυρίως ένα Manuel critique pour Vetude de la Revolution franqaise και ένα Repertoire methodique de I’histoire moderne et contem­ poraine de la France, μετά το 1898. Αυτή τη στιγμή η ιστορία της Γαλλι­ κής Επανάστασης αποκτά πραγματικά μια δική της ταυτότητα στο εσω­ τερικό της ιστορικής επιστήμης. Ο δυναμισμός αυτός έχει ως αρνητική συνέπεια τη μερική περιθωριοποίηση των εργασιών των μη πανεπιστη­ μιακών ιστορικών. Η μικρή επιρροή που συναντά το έργο του Augustin Cochin (1921) αποτελεί μια καλή ένδειξη. Αρχειοθέτης, συντηρητής, αποτελεί ένα δηλωμένο εχθρό της Δημοκρατίας. Στα βιβλία του σχετικά με τον ιακωβινισμό και τις εταιρείες μελέτης, ενσωματώνει τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία, θέτοντας το πρόβλημα της σχέσης του ατόμου με [

66

]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

την κοινωνία. Στη γραμμή του Tocqueville, εκτιμά ότι ο ιακωβινισμός σήμανε το θρίαμβο των «εταιρειών μελέτης» που γεννήθηκαν το 18ο αιώ­ να, σύλλογοι από τους οποίους αφαιρέθηκε, σύμφωνα με αυτόν, κάθε πραγματική κοινωνική ύπαρξη σε αντίθεση με τις «συντεχνίες» του Πα­ λαιού Καθεστώτος που υπερασπίζονταν πραγματικά επαγγελματικά και κοινωνικά συμφέροντα. Για το λόγο αυτόν, βλέπει στον ιακωβινισμό μια πρώτη εμφάνιση της δημοκρατίας ως πολιτικού συστήματος που στηρί­ ζεται σε αφηρημένες σχέσεις (F. Schrader, 1992).

Νέες πολιτικές διαχωριστικές γραμμές ν αυτό το είδος μελετών δεν προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον στους πανεπιστημιακούς ιστορικούς, είναι επειδή στις αρχές του 20ού αιώνα, το πρόβλημα που τους απασχολεί, δεν είναι πια η νομιμοποίηση της Δημοκρατίας. Το νέο καθεστώς γίνεται στο εξής αποδεκτό από τη μεγάλη πλειονότητα των Γάλλων. Είναι ακόμη στο εσωτερικό του δημο­ κρατικού ρεύματος που οι διαφορές εντείνονται. Σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι η μελέτη της Επανάστασης προσελκύει κατά προτεραιότη­ τα τους «επαναστάτες» της σκέψης. Αναμφισβήτητα, αυτό εξηγεί ότι σε κάθε στιγμή ριζοσπαστικοποίησης της γαλλικής πολιτικής ζωής αναδύε­ ται μια ριζοσπαστικοποίηση της ιστοριογραφίας της Επανάστασης: Οι «ριζοσπάστες» που αντιπροσώπευαν αρχικά την αριστερή πτέρυγα του δημοκρατικού κινήματος, ξεπερνιούνται από τους σοσιαλιστές από τις αρχές του 20ού αιώνα, κυρίως χάρη στον Jean Jaures, που θα παίξει με­ γάλο ρόλο στην προώθηση οικονομικών και κοινωνικών ερευνών σχετι­ κά με την Επανάσταση. Μετά τη νίκη των μπολσεβίκων και τη δημιουρ­ γία του PCF (Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας), η ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης γνωρίζει μια νέα στροφή προς τα αριστερά, της οποίας ηγείται ο Albert Mathiez, και μετά ο Albert Soboul. Η προτίμηση αυτή για τις επαναστατικές εμπειρίες μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι από τι5 «ρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα ο τομέας αυτός της ιστορικής έρευνας υπήρξε, επίσης, ένας κατεξοχήν χώρος ανάπτυξης πολεμικών ανάμεσα σε ιστορικούς.

[ 67]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η πολεμική Aulard - Mathiez Albert Mathiez: ένας άνθρωπος του λαού

Η

πολεμική που για δύο δεκαετίες θα φέρει αντιμέτωπους το μαθητή Albert Mathiez με το δάσκαλό του Alphonse Aulard δείχνει την ολοκλήρωση της διαδικασίας μετατροπής της έρευνας σχετικά με τη Γαλλική Επανάσταση σε επάγγελμα στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο Mathiez είναι ένας από τους πρώτους και πιο λαμπρούς μαθητές του Aulard. Είναι ένα καθαρό προϊόν της νέας Σορβόνης, όχι μόνο γιατί αποτελεί μέρος των πρώτων αυξήσεων του αριθμού των φοιτητών που χάρη στη μεταρρύθμιση του 1903 είχαν τη δυνατότητα να συντάξουν τις δύο διδακτορικές τους διατριβές στα γαλλικά (ενώ μέχρι τότε η δεύτερη διδακτορική διατριβή συντασσόταν στα λατινικά), αλλά και επειδή ο Mathiez αποτελεί ένα τέλειο παράδειγμα της πραγματικής δημοκρατικο­ ποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης που επέτρεψαν οι δημοκρατικές με­ ταρρυθμίσεις. Καταγόμενος από μια αγροτική οικογένεια της HauteSaone, σύμφωνα με τα λεγάμενα του βιογράφου του James Friguglietti (1974), ο Mathiez θα διατηρήσει μια διαρκή μνησικακία απέναντι στον αλκοολικό πατέρα του, του οποίου η συζυγική βία ανάγκασε τη μητέρα του σε διαζύγιο και εξορία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άριστος μαθητής, φοίτησε στο γυμνάσιο Lakanal όπου προετοιμάστηκε και πέτυχε στο διαγωνισμό της Ecole normale. Ο Mathiez, εξαιτίας της λαϊκής του κα­ ταγωγής, αλλά και εξαιτίας του οξύθυμου τού χαρακτήρα του, επιδιώ­ κοντας σταθερά τη σύγκρουση (η καριέρα του στη δευτεροβάθμια εκ­ παίδευση και κατόπιν στην ανώτατη, είναι γεμάτη από προβλήματα με την ιεραρχία και τους συναδέλφους του), πολύ στενός φίλος του Charles Peguy, γοητεύτηκε ξαφνικά από τη Γαλλική Επανάσταση. Από την επο­ χή του πτυχίου του (maitrise) μέχρι το θάνατό του, θα της αφιερώσει όλη του την ερευνητική ζωή. Γι’ αυτόν, η ενασχόληση με τη Γαλλική Επανάσταση δεν συνιστά απλώς μια επιλογή του καλύτερου δυνατού θέματος που θα του επιτρέψει να αρχίσει μια λαμπρή καριέρα. Έτσι, η επιλογή του «ιστορικού επαγγέλματος» εμφανίζεται ως ένα είδος στρά­ τευσης, όπου καταργείται το όριο ανάμεσα σε προσωπική ζωή και επαγ­ γελματική δραστηριότητα. Το 1925, γράφει σε ένα φίλο του: «Για να κα­ ταλάβει κανείς την Επανάσταση, και γενικότερα την ιστορία, πρέπει να προέρχεται από το λαό, να έχει γνωρίσει προσωπικά τι σημαίνει πόνος». [ 68 ]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

Όπως πολλοί πανεπιστημιακοί προερχόμενοι από λαϊκούς χώρους, θα πιστέψει κατά γράμμα τους επίσημους λόγους που εγκωμιάζουν την αξία της επιστήμης, την καθαρή και αμερόληπτη έρευνα. Η στράτευση αυτή στην επαναστατική έρευνα συμβαδίζει εξάλλου με τις αγωνιστικές δραστηριότητές του. Ο Mathiez συμμετέχει ενεργά στη γέννηση του συν­ δικαλιστικού κινήματος στο χώρο των καθηγητών. Είναι αγωνιστής της Ligue des droits de l’homme από την ίδρυσή της (1898). Μετά τον πόλε­ μο, υποστηρίζει τη Ρώσικη Επανάσταση. Για ένα χρονικό διάστημα συ­ νοδοιπόρος του PCF, παίρνει ωστόσο τις αποστάσεις του και πολύ νωρίς καταγγέλλει τις σταλινικές δίκες. Οι πρώτες του εργασίες

Mathiez, εξαιτίας του προφίλ του, εμφανίζεται ως ένας κατεξοχήν νεοσύλλεκτος για τους δημοκράτες ιστορικούς. Για το λόγο αυτόν, ενώ ακόμη είναι μαθητής στην Ecole normale, ο Aulard τον παίρνει υπό την προστατευτική του σκέπη και δέχεται να διευθύνει την πτυχιακή του εργασία, και κατόπιν τις διδακτορικές του διατριβές. Από την εποχή αυτή, του ανοίγει τις στήλες του περιοδικού του La Revolution franqaise. Ο Mathiez, ως αντάλλαγμα, δεν διστάζει να μεγεθύνει τη φήμη του δα­ σκάλου του δημοσιεύοντας ένα άρθρο στη Revue des Charentes (31 Μαρτίου 1905), όπου γράφει ότι ο Aulard «προσωποποιεί την πολιτική ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης, όπως ο Sorel τη διπλωματική ιστο­ ρία». Ο Mathiez ενσωματώνεται με ενθουσιασμό στην ομάδα των δημο­ κρατών ιστορικών που επιθυμούσαν να αναπτύξουν την επιστημονική ιστορία της Επανάστασης. Γίνεται μέλος της Societe de la Revolution franqaise από το 1900. Συγχρόνως, συμβάλλει στην ίδρυση της Societe d’ histoire moderne. Κατά τη διάρκεια της πρώτης γενικής της συνέλευσης, τον Ιούλιο του 1901, παρουσιάζει μια έκθεση που δείχνει το ενδιαφέρον του για τη συλλογική δουλειά: «Η εταιρεία μας δεν πρέπει να είναι μια Ακαδημία, αλλά περισσότερο ένα μέρος όπου κουβεντιάζουμε και ταυ­ τόχρονα ένα ερευνητικό εργαστήρι [...]. Θέλουμε να αισθανόμαστε σε αυτήν μεταξύ μας, μεταξύ συντρόφων, δείχνοντας εμπιστοσύνη, όπου θα απουσιάζει κάθε στενοχώρια και κάθε σύμβαση» (αναφέρεται από τον J. Friguglietti, 1974, σ. 48).

0

[

69]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Μια διδακτορική διατριβή αντικείμενο διχογνωμιών

Mathiez, έπειτα από μια διπλωματική εργασία αφιερωμένη στην «κριτική αποτίμηση των ημερών της 5ης και 6ης Οκτωβρίου 1789», τέλεια ένδειξη της πολιτικής ιστορίας που διακηρύσσει ο Aulard, υπο­ στηρίζει μια διδακτορική διατριβή (1903) η οποία δείχνει καλά ότι από αυτή την εποχή, σύμφωνα με αυτόν, το έργο της ανανέωσης στην ιστο­ ρία, δεν είναι πια απλώς, ούτε ακόμη κυρίως, η παραγωγή ανέκδοτων τεκμηρίων προς ανασκευή των προγενέστερων ερμηνειών. Είναι η ανα­ νέωση του ίδιου του θέματος που αποτελεί το καθοριστικό κριτήριο. Η κύρια διδακτορική του διατριβή που αναφέρεται στη θεοφιλανθρωπική θρησκεία σηματοδοτεί μια πρώτη ρήξη με την πολιτική ιστορία. Σε αυτήν υπολανθάνει η μέριμνα για την απόρριψη των αρνητικών αναγνώσεων που δόθηκαν σε προγενέστερη περίοδο από τους συντηρητικούς ιστορι­ κούς. Βλέπουμε όμως να διαφαίνονται ήδη τα στοιχεία μιας διαμάχης στο εσωτερικό του πανεπιστημιακού κόσμου. Πιο συγκεκριμένα, ο Ma­ thiez, όπως θα το διατυπώσει ρητά αργότερα, αμφισβητεί τα φώτα που ο δάσκαλός του Aulard πρότεινε για αυτή τη νέα θρησκεία. Ο Mathiez, μετατρέποντας τις δύο λατρείες του Δεύτερου Έτους της Επανάστασης σε πραγματικές θρησκείες, καταστρέφει πραγματικά τη διατριβή αυτού του τελευταίου, ο οποίος έβλεπε σ’ αυτές μια τεχνητή πίστη. Σύμφωνα με τον Mathiez, επειδή μερικοί πατριώτες απογοητεύτηκαν από το διαχωρισμό του κλήρου από το κράτος, στράφηκαν προς ένα νέο θρησκευτικό κίνη­ μα: τη χριστιανική φιλανθρωπία. Η δεύτερη διδακτορική διατριβή του Mathiez, αφιερωμένη στις πηγές των επαναστατικών λατρειών (1903), αποτελεί μια ακόμη προσφορά. Δείχνει ότι, από αυτή την εποχή, ορισμέ­ νοι ιστορικοί επιδιώκουν να ανανεώσουν τον ερευνητικό τους τομέα, αναπτύσσοντας προβληματικές δανεισμένες από τις κοινωνικές επιστή­ μες που γεννιούνται τότε. Το υπογραμμίζει ο ίδιος στο εισαγωγικό μέρος: «Θέλησα απλώς να δείξω μια νέα προοπτική για τη μελέτη των επανα­ στατικών τελετουργιών. Υποστήριξα μια θέση. Έδωσα ως στήριγμα ορι­ σμένα επιχειρήματα, αλλά γνωρίζω πρώτος πόσο ατελές και προσωρινό είναι το σχέδιο που χάραξα. Ωστόσο, όπως είναι, θα προκαλέσει ίσως τη συζήτηση. Μου αρκεί αυτή η συζήτηση να στραφεί κατά κάποιον τρόπο προς όφελος της ιστορικής επιστήμης». Η δεύτερη διδακτορική διατριβή, απαλλαγμένη από τους καταναγκασμούς των λατινικών, εμφανίζεται έτσι ως μια άσκηση όπου ο ιστορικός μπορεί να ριψοκινδυνέψει. Έχουμε

Ο

[

70]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

εδώ το πρώτο συγκεκριμένο παράδειγμα μιας ιστορικής έρευνας που στρέφεται προς την κοινωνιολογία. Πράγματι, είναι η ανάγνωση ενός άρθρου του Emile Durkheim γύρω από τον ορισμό των θρησκευτικών φαινομένων, το οποίο δημοσιεύτηκε στο Annee Sociologique, που τον πα­ ρακίνησε να κάνει αυτή την επιλογή. Σίγουρα, η πολιτική συγκυρία (βρι­ σκόμαστε στην αιχμή της συζήτησης σχετικά με το διαχωρισμό της Εκ­ κλησίας από το Κράτος) και οι προσωπικές πεποιθήσεις του Mathiez, έν­ θερμου οπαδού της εκκοσμίκευσης, εξηγούν αυτό το ενδιαφέρον για μια σκέψη που επιχειρεί να ορίσει κοινωνιολογικά τη θρησκεία. Ο στόχος εί­ ναι να δείξει ότι η «επινοημένη» από τους επαναστάτες τελετουργία, υποκαθιστώντας την καθολική θρησκεία, μπορεί να θεωρηθεί πραγματι­ κή θρησκεία, γιατί παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά του θρησκευτι­ κού φαινομένου, όπως το όρισε ο Durkheim. Δυστυχώς, η προσπάθεια αυτή στις αρχές του 20ού αιώνα αποτελεί ένδειξη της αδυναμίας συνά­ ντησης μεταξύ ιστορίας και κοινωνιολογίας. Οι οπαδοί του Durkheim, που μάχονται για την είσοδο της κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο, κινη­ τοποιούνται τότε εναντίον του «ιμπεριαλισμού» των ιστορικών. Ξαφνικά, ακόμη και αυτοί ανάμεσά τους που χρησιμοποιούν τις εργασίες των κοι­ νωνιολόγων, απορρίπτονται. Ο Marcel Mauss, ο ανιψιός και κύριος συ­ νεργάτης του Durkheim, ασκεί κριτική στη διατριβή του Mathiez με μια ορισμένη συγκατάβαση. Σύμφωνα με αυτόν, «Η μεθοδολογία του Ma­ thiez [είναι] ουσιαστικά ιστορική. Το συγκεντρωμένο τεκμηριωτικό υλικό δεν εξετάζεται από μια ακόμη και κατά το ήμισυ κοινωνιολογική άπο­ ψη». Ο ιστορικός που θα μπορούσε να είναι ένας εν δυνάμει σύμμαχος των κοινωνιολόγων θα γίνει ο σκληρός αντίπαλός τους, πολλαπλασιάζο­ ντας τις πικρόχολες κριτικές εναντίον όσων υπερασπίζονται την κοινωνιολογία. Η διατριβή του Mathiez απορρίπτεται και από τους ιστορικούς. Το να επικαλείται κανείς ρητά τον Durkheim που εμφανίζεται τότε, για πολλούς ανάμεσά τους, ως ένα είδος «διαβόλου» που ισχυρίζεται ότι τους εξηγεί τι είναι πραγματικά η ιστορία, αποτελεί μια πρόκληση. Κατά την υποστήριξη της διατριβής, ένα μέλος της επιτροπής αμφισβητεί τα επιχειρήματα του Mathiez, πράγμα που προκαλεί μια βίαιη λογομαχία με αυτόν τον τελευταίο. Οι σύντροφοί του, που δημοσιεύουν περιλήψεις στη Revolution franqaise ή στη Revue d ’Histoire Moderne et Contemporaine, αμφισβητούν την ιδέα, σύμφωνα με την οποία, την επαναστατική θρη­ σκεία μπορούμε να τη δούμε, στην ουσία της, ταυτόσημη με άλλες λα­ τρείες. Του προσάπτουν ότι διαστρέβλωσε τη θέση του Durkheim. Δια­ [ 71]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

βάζοντας όμως μέσα από τις γραμμές, είναι την άποψη του «σεβαστού τους δασκάλου» Aulard που επιχειρούν να υπερασπιστούν. Οι κριτικές αυτές εξηγούνται και από την κατάσταση ανταγωνισμού στην οποία βρί­ σκονται αυτοί οι νέοι άνθρωποι. Την εποχή εκείνη, ο αριθμός των πανε­ πιστημιακών ιστορικών δεν ξεπερνούσε συνολικά τους εκατό. Οι ειδικοί της σύγχρονης ιστορίας μετριούνταν ακόμη στα δάχτυλα του ενός χε­ ριού, γιατί ο αριθμός των ατόμων που ακολουθούσαν ανώτατες σπουδές ήταν πολύ περιορισμένος. Όταν το 1911 ο Mathiez διορίζεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Besangon, δεν έχει συνολικά παρά δώδεκα φοιτη­ τές. Σε αυτές τις συνθήκες, οι θέσεις είναι σπάνιες, κυρίως η απόκτηση μιας θέσης στο Παρίσι. Είναι λοιπόν προτιμότερο να μην αντιτίθεται κα­ νείς σε αυτούς που ελέγχουν τους διορισμούς. Ο Mathiez θα πληρώσει το τίμημα για να το μάθει. Παραμένει καθηγητής Λυκείου μέχρι το 1911. Besangon, κατόπιν Dijon: Θα πραγματοποιήσει το ουσιαστικό μέρος της καριέρας του στην επαρχία. Ενώ είναι παγκόσμια αναγνωρισμένος και είναι, από όλους τους ιστορικούς της Επανάστασης, αυτός που διαθέτει το μεγαλύτερο αριθμό δημοσιεύσεων, η υποψηφιότητά του για τη διαδο­ χή του Aulard στη Σορβόνη, το 1922, απορρίπτεται. Η απόφαση της επι­ τροπής είναι εύγλωττη: «Δεν μπορούμε παρά να θεωρήσουμε λυπηρό το γεγονός ότι ο Μ. Mathiez είναι μερικές φορές ταυτόχρονα ένας λιβελογράφος και ένας ιστορικός». Ήδη πριν από τον πόλεμο, ο Mathiez, σε ένα γράμμα προς τον Charles Peguy, γράφει ότι ενώ ήλπιζε σε μια υποτροφία του Ινστιτούτου για να μπορέσει να συνεχίσει τις έρευνές του σε καλές συνθήκες, δεν έχει αυταπάτες: «Φοβάμαι μήπως η Ακαδημία θεωρήσει τα βιβλία μου ανατρεπτικά». Το 1926, στον πρόλογο του έργου του για τον Δαντόν (1926, σ. 7) εκφράζει την πικρία του: «Λιγότερο ευνοημένος από άλλους που πέρασαν όλη τους την πανεπιστημιακή ύπαρξη στο Πα­ ρίσι, κοντά σε μεγάλα αποθέματα βιβλίων και αρχείων και που μπορού­ σαν, αν το ήθελαν, να αφιερωθούν ολοκληρωτικά στην επαναστατική ιστορία, της οποίας άλλωστε τη διδασκαλία είχαν επωμιστεί, εγώ έπρεπε να δουλεύω τις αγαπημένες μου έρευνες κατά τη διάρκεια των διακο­ πών, στις στιγμές ξεκούρασης, σε εξαιρετικές συνθήκες [...] στη διάρκεια του πολύ σύντομου ελεύθερου χρόνου που μου άφηναν τα επαγγελματι­ κά μου καθήκοντα». Ο Mathiez θα καταλάβει μια θέση στη Σορβόνη το 1928, αντικαθιστώντας τον Philippe Sagnac που έφυγε για το Κάιρο. Θα πεθάνει όμως μερικά χρόνια αργότερα (το 1932), εξαντλημένος από το καθήκον. [ 72]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

Δαντόν ή Ροβεσπιέρος;

ο κεντρικό ζήτημα της διαμάχης που ξεσπά το 1907, αφορά το ρόλο που έπαιξαν ο Δαντόν και ο Ροβεσπιέρος κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Ο Aulard, πεπεισμένος οπαδός του Δαντόν, παρουσίαζε πάντα μια πολύ αρνητική άποψη για τον Ροβεσπιέρο, ενώ ο Mathiez έγινε πολύ γρήγορα ένας φλογερός οπαδός του Ροβεσπιέρου. Για το λόγο αυτόν δημιουργεί, το 1907, την Εταιρεία Μελετών για τον Ροβεσπιέρο όπου συμμετέχουν καθηγητές της ανώτατης εκπαίδευσης, μη πανεπι­ στημιακοί ιστορικοί, όπως ο Maurice Dommanget (1888-1976), δάσκα­ λος και συνδικαλιστής που δεν σταμάτησε να μάχεται εναντίον του δια­ χωρισμού της ιστορίας για τις μάζες και της ιστορίας για τους ειδήμονες και πολιτικοί. Η Εταιρεία εκδίδει ένα περιοδικό, τα Annales d ’histoire de la Revolution franqaise και επιχειρεί τη δημοσίευση της δικής της συλλο­ γής τεκμηρίων. Η επιτυχία αυτής της πρωτοβουλίας φαίνεται από το γε­ γονός ότι, από τη δεκαετία του 1920, αριθμεί περισσότερα από τριακό­ σια μέλη, ξεπερνώντας την Εταιρεία του Aulard που δεν θα επιβιώσει μετά το θάνατο του ιδρυτή της. Από τον πρώτο τόμο αυτών των Annales, ο Mathiez στρέφει εναντίον του δασκάλου του τα επιχειρήματα που αφορούν την «ιστορική μέθο­ δο». Σε ένα γράμμα, γράφει: «Όλα τα ζητήματα που αυτός ο δημοσιο­ γράφος προσέγγισε πρέπει να επανεξεταστούν». Συμβολικά, στρέφεται κατά του 'βιβλίου τού αφιερωμένου στον Taine για να δείξει ότι ούτε ο Aulard δεν εφαρμόζει τις μεθοδολογικές συμβουλές που δίνει γενναιό­ δωρα. Υπογραμμίζει ότι για τη σύνταξη του κεφαλαίου που αφιέρωσε στη Συντακτική, στο έργο του Histoire politique de la Revolution, o Aulard δεν συμβουλεύτηκε παρά μόνο εννέα κιβώτια αρχειακού υλικού, έναντι πενήντα για τον Taine. Άλλωστε, οι συλλογές τεκμηρίων που δημοσιεύ­ τηκαν υπό τη διεύθυνση του Aulard είναι, σύμφωνα με τον Mathiez, γε­ μάτες λάθη. Εκτός από τη διαμάχη αυτή σχετικά με την κριτική των πη­ γών, ένα πιο πρωτότυπο επιχείρημα της κριτικής που ασκεί στον Aulard είναι ότι δεν εφάρμοσε στο κείμενο του Taine την «ερμηνευτική» προο­ πτική, την οποία οι ιστορικοί εκθειάζουν στο εξής για τη μελέτη των πα­ λιών τεκμηρίων. Ο Aulard, παρασυρμένος από την ορμή του, δεν έκανε την προσπάθεια να επανατοποθετήσει την ανάλυση του αντιπάλου του στο πλαίσιό της. «Την εξετάζει ως εάν παρουσιάστηκε χθες, ως εάν ο συγ­ γραφέας της εκπαιδεύτηκε στις καλές μεθόδους που διδάσκονται σήμε­

Τ

[ 73 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ρα στη Σορβόνη, που δεν διδάσκονταν όμως σ’ αυτήν εκείνον τον καιρό. Μεταχειρίζεται τον Taine όπως θα μεταχειριζόταν έναν υποψήφιο διδά­ κτορα την ημέρα της υποστήριξης της διδακτορικής του διατριβής». Τέ­ λος, ο Mathiez καθιστά σχετικό το κριτήριο της μεθόδου: «Δεν πρέπει οι απλοϊκοί αναγνώστες να φανταστούν, διαβάζοντάς τον, ότι πρόκειται για ένα μεγάλο ιστορικό, επειδή δεν κάνει ποτέ λάθη σχετικά με τις αρ­ χειακές αναφορές». Για αυτόν, πράγματι, όπως είδαμε παραπάνω, προκειμένου να εκτιμήσουμε το ενδιαφέρον μιας ιστορικής έρευνας, η νεό­ τητα του θέματος και των ερευνητικών υποθέσεων πρέπει να αποτελούν σημεία εξίσου σημαντικά με την κριτική των πηγών. Αυτή η διαμάχη σηματοδοτεί μια αποφασιστική στιγμή στην ιστοριο­ γραφία της Επανάστασης και ολόκληρης της σύγχρονης περιόδου. Κα­ τά πρώτο λόγο, θέτει τέλος στο όνειρο μιας ενωμένης, αλληλέγγυας επι­ στημονικής κοινότητας που μόνη της έγνοια είναι η αλήθεια. Στα επόμε­ να κεφάλαια θα δούμε ότι αυτή η διαλεκτική του ενθουσιασμού και της απογοήτευσης θα αναπαραχθεί, στη συνέχεια, σε άλλους τομείς της σύγ­ χρονης ιστορικής έρευνας. Ενώ η αρχή της «ελεύθερης συζήτησης» θεω­ ρήθηκε εμβληματικά ουσιώδης στον ορισμό της ιστορικής επιστήμης, οι υπέρμαχοί της δεν καταφέρνουν να τη θέσουν σε εφαρμογή. Αν ο Mathiez ήρθε σε ρήξη με την ομάδα των ιστορικών της Επανάστασης, είναι γιατί δεν αποδέχτηκε την κριτική που του έγινε για τις πρώτες του εργασίες. Ούτε και ο Aulard θα αποδεχτεί τις παρατηρήσεις που του απευθύνει ο παλιός φοιτητής του. Για αυτό δεν θα του απαντήσει, προκαλώντας για μια ακόμη φορά το σαρκασμό του Mathiez: «Η σιωπή της περιφρόνησης δεν είναι παρά η απάντηση της υπερηφάνειας». Συναντούμε εδώ μια άλλη σταθερά των εσωτερικών σχέσεων του κόσμου των ιστορικών: Αυ­ τοί που κατέχουν μια κυρίαρχη θέση στο θεσμό δεν απαντούν στην κρι­ τική των «outsiders» γιατί η απάντηση θα ήταν ένας τρόπος να τους αποδοθεί η σπουδαιότητα που οι πρώτοι τους αρνούνται. Αυτή η διαμάχη επιβεβαιώνει επίσης ότι κάθε ιστορικός που επιθυμεί να αμφισβητήσει μια άποψη που αναπτύχθηκε παλαιότερα πρέπει στο εξής να προωθήσει επιστημονικά επιχειρήματα. Ο Mathiez προεκτείνει και ενισχύει τον ορισμό της ιστορίας που επεξεργάστηκαν οι μεθοδιστές. Σε μια «δήλωση πίστης» που χρονολογείται από το 1924, υπερασπίζεται και αυτός έντονα την αρχή της αντικειμενικότητας: «Να μην δηλώνει κανείς τίποτε παρά μόνο βασιζόμενος σε σίγουρες αποδείξεις, να μην θεωρεί ακριβές παρά μόνο εκείνο που βεβαιώνεται από πληροφορημέ174}


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

νους και αξιόπιστους μάρτυρες, να μην κρίνει τους ανθρώπους και τα πράγματα του παρελθόντος παρά μόνο σύμφωνα με τους τρόπους σκέ­ ψης και κρίσης που χρησιμοποιήθηκαν στην εποχή τους, να απορρίπτει αδίστακτα τις προκατειλημμένες ή εσφαλμένες ερμηνείες που κυκλοφο­ ρούν από τους ιστορικούς, ακόμη και τους πλέον αξιόπιστους, τέλος, να μην υπηρετεί παρά μόνο την αλήθεια και να ομολογεί όλη την αλήθεια, αυτός είναι ο σταθερός μας κανόνας, τον οποίο δεν είμαστε έτοιμοι να εγκαταλείψουμε για να τον θυσιάσουμε στις σημερινές μόδες». Συγχρόνως όμως, ο Mathiez, περισσότερο ακόμη και από τον παλιό του δάσκαλο, προσεγγίζει την Επανάσταση με τον τρόπο ενός εισαγ­ γελέα επιφορτισμένου με την υπόδειξη των ενόχων (Δαντόν) και την αποκατάσταση των θυμάτων (Ροβεσπιέρος). Εξάλλου καταλήγει να ταυτιστεί εντελώς με τον ήρωά του, μετατρέποντας τη μάχη κατά της «διαφθοράς» στον πανεπιστημιακό κόσμο σε ένα από τα προσφιλή του θέματα. Είναι ο Alphonse Aulard που αποτελεί και πάλι το στόχο της: «Η επιστήμη δεν του παρουσιάζεται ποτέ παρά μόνο με κριτικές του Mathiez τη μορφή χορηγήσεων, προεδριών, παρασήμων, αποστολών κ.λπ. Επειδή έχει το χέρι στον κρουνό των αξιωμάτων, πιστεύει ότι είναι ανίκητος». Και το 1913 προσθέτει: «Υπάρχει λοιπόν περισσότερο επεί­ γουσα δουλειά από το να αντιτάξει κανείς στη δημοκρατία των εφησυχασμένων και των προσαρμοσμένων τη δημοκρατία των πεπεισμένων και των ανιδιοτελών, στη δημοκρατία πηγή κερδών τη δημοκρατία των αρχών;». \

Μια ολόκληρη ζωή στην υπηρεσία της επιστήμης

Τ

ο έργο του Mathiez δείχνει ωστόσο την πρόοδο που σημείωσε η ιστορική έρευνα από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Από τη μία πλευρά, τα θέματα έρευνάς του εμφανίζονται πολύ διαφοροποιημέ­ να. Εκτός από τα έργα του σχετικά με τον Δαντόν ή τον Ροβεσπιέρο, με­ λέτησε το θρησκευτικό ζήτημα, το ζήτημα των ξένων, αλλά και το οικο­ νομικό ζήτημα. Επηρεασμένος από τον Jaures, θα γράψει πολλά άρθρα σχετικά με το οικονομικό θέμα, που συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο του Vie chere (1927). Ο Mathiez όμως είναι κυρίως ένας από τους πρώτους ιστο­ ρικούς της Επανάστασης που ελέγχει όλες τις όψεις της ιστορικής γρα­ φής. Θεωρείται επιστήμονας και όχι συγγραφέας. Για αυτό δημοσιεύει [ 75]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

κυρίως άρθρα σε ειδικά περιοδικά, τα οποία συχνά στη συνέχεια συγκε­ ντρώνει σε τόμους. Αντίθετα με τις προηγούμενες γενιές ιστορικών (συμπεριλαμβανομένης αυτής του Aulard), δεν αντιλαμβάνεται πια τη δημο­ σίευση ενός γενικού έργου σχετικά με την Επανάσταση ως ένα αφετηριακό σημείο ή ως ένα καθαυτό τέλος. Είναι, αντίθετα, το επιστέγασμα μιας καριέρας. Η στιγμή κατά την οποία ο ιστορικός συγκεντρώνει, συν­ θέτει το σύνολο των «προκαταρκτικών» γνώσεων που συγκέντρωσε κα­ τά τη διάρκεια μιας ζωής εργασίας. Η διάρθρωση ανάλυση/σύνθεση δο­ μεί στο εξής, πράγματι, την καριέρα ενός ιστορικού. Στον πρόλογο του βιβλίου του Δαντόν (1926, σ. 7), γράφει: «Η σύντομη και δυνατή σύνθε­ ση που μου ζητούν δεν είναι ακόμη ώριμη [...]. Οι λεπτομερείς μελέτες που ακολουθώ εδώ και είκοσι χρόνια είναι εργασίες προσέγγισης». Όπως υπογράμμισε ο Henri-Irenee Marrou (1961, σ. 1531), η υπεροχή του Mathiez και των ιστορικών της γενιάς του σε σχέση με τον Aulard συνίσταται στο γεγονός ότι τα γενικά γραπτά κείμενά τους σχετικά με την Επανάσταση στηρίζονται σε ένα μεγάλο αριθμό προκαταρκτικών μελετών με βάση «πρωτογενές υλικό». Εργασίες που μπορούν να ενσω­ ματωθούν κάλλιστα σε μια σύνθεση που είναι «το έργο μιας ομοιογενούς ομάδας, μιας πραγματικής ιστορικής σχολής της οποίας όλοι o l ερευνη­ τές [έχουν] την ίδια εκπαίδευση, την ίδια μέθοδο, το ίδιο πνεύμα».

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ Η επιρροή του Jean Jaures κόμη και αν ο Albert Mathiez στα συμπεράσματα του βιβλίου του Vie chere αμφισβητεί τις ευθύνες της αστικής τάξης στην ανά­ πτυξη του πληθωρισμού το 1793, παρέμεινε πάντα στενά προσκολλημένος στην πολιτική ιστορία των γεγονότων. Ωστόσο, από το τέλος του 19ου αιώνα, ορισμένοι ανάμεσα στους μαθητές του Aulard δε­ σμεύονται εμβληματικά σε μια στενά οικονομική και κοινωνική προσέγ­ γιση. Ο ρόλος που παίζει ο Jean Jaures, ο ίδιος παλιός μαθητής της Ecole normale, είναι από αυτή την άποψη αποφασιστικός. Μετά την αποτυχία του στις εκλογές του 1898, ο επικεφαλής του σοσιαλιστικού ρεύματος αναλαμβάνει να γράψει μια λαϊκή ιστορία της Επανάστασης, της οποίας

Α

[ 76]


Μ ΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

η πρώτη δημοσίευση χρονολογείται το 1900. Ο Jaures αποδίδει προνο­ μιακή θέση στις οικονομικές και κοινωνικές όψεις, ενώ ταυτόχρονα απο­ δίδει σημαντική θέση στο λαό. θ α συντάξει τους τέσσερις πρώτους τό­ μους μιας δημοσίευσης η οποία θα περιλάβει συνολικά δώδεκα, οι άλλοι συνεργάτες του ανήκαν όλοι στη σοσιαλιστική κίνηση. Ο Jaures θα παί­ ξει εξίσου ουσιαστικό ρόλο στη δημιουργία, το 1903, της «Επιτροπής ερευνών και δημοσίευσης τεκμηρίων σχετικών με την οικονομική ζωή της Επανάστασης», η οποία θα μετατραπεί στην «Επιτροπή της Οικονομι­ κής και Κοινωνικής Ιστορίας της Επανάστασης». Αποτελούμενη από δώδεκα πανεπιστημιακούς, τρεις αρχειοθέτες, τρεις βουλευτές και τρεις γερουσιαστές, η Επιτροπή αριθμεί συνολικά είκοσι επτά μέλη. Μετά τον Jaures (1903-1914), ο Louis Barthou (1914-34) και ο Edouard Herriot (1935-40), ο ένας μετά τον άλλον θα γίνουν πρόεδροί της. Επικεντρωμέ­ να στο Έτος II, τρία σώματα τεκμηρίων πριμοδοτοΰνται κατ’ αρχάς: τα Cahiers de doleances του 1789, η πώληση των εθνικών αγαθών και το πρόβλημα των μέσων επιβίωσης. Ο Jaures, επιθυμώντας να υποχωρήσει «μπροστά στους επαγγελματίες της ιστορίας», παραχωρεί την πραγματι­ κή διεύθυνση της Επιτροπής στον Alphonse Aulard. To 1904 δημιουργούνται νομαρχιακές επιτροπές για τη συγκέντρωση των πηγών. Περισ­ σότεροι από εξήντα τόμοι των Cahiers de doleances δημοσιεύονται. Όλοι οι Γάλλοι ειδήμονες επιστρατεύονται. Αυτή η νέα προοπτική γοητεύει τους νέους ιστορικούς που θέλγονται από το σοσιαλισμό, όπως ο Phi­ lippe Sagnac. )^πό το 1898, αυτός υποστήριξε μια διατριβή με τίτλο La Legislation civile de la Revolution franqaise (1789-1804), που μπορούμε να την θεωρήσουμε ως την πρώτη σημαντική μελέτη της σύγχρονης ιστορίας, επικεντρωμένη στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. Στον πρόλογο ο Sagnac υπογραμμίζει ότι θέλησε να προτείνει «ένα δοκίμιο κοινωνικής ιστορίας» επειδή οι ιστορικοί μέχρι τότε παραμελούσαν το κοινωνικό έργο της Επανάστασης. Εμβληματικά, αναφέρει επακριβώς τους στόχους που επιδίωξε: «Πώς οι επαναστάτες θέλησαν να επηρεά­ σουν την κατανομή των περιουσιών, με βάση ποιες θεωρίες, ποια μέσα; Αυτό ερευνήσαμε. Γράψαμε έτσι κατά μεγάλο μέρος μια ιστορία των αγροτικών τάξεων της Γαλλίας κατά την Επανάσταση, που ελπίζουμε να μπορέσουμε να συνεχίσουμε αργότερα. Αποτελεί το κύριο κοινωνικό ζήτημα, που συνδέεται με την πάλη εναντίον του παλιού αγροτικού κα­ θεστώτος, εναντίον των φεουδαρχών και κυρίως εναντίον του κλήρου». Προσθέτει otl πρόκειται εδώ για έναν τομέα ελάχιστα εξερευνημένο. [ 77

]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Δεν υπάρχει κανένα έργο που να είναι αφιερωμένο σε αυτόν. Ο Philippe Sagnac, που δεν είχε τα ίδια κίνητρα με τον Mathiez, θα λιποτακτήσει αρκετά γρήγορα από το έδαφος της επιστημονικής έρευνας. Θα διευθύ­ νει, μαζί με τον μελετητή του Μεσαίωνα Louis Halphen, τη συλλογή «Peuples et Civilisations» και θα δημοσιεύσει το 1926, σε συνεργασία με τον Georges Lefebvre και τον Raymond Guyot, ένα συνθετικό έργο σχε­ τικά με την Επανάσταση. Εκλεγμένος στην έδρα του Aulard στη Σορβόνη, θα διδάξει κατόπιν στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου για πολλά χρόνια. Μετά την επιστροφή του, θα δημιουργήσει το Κέντρο Μελετών της Γαλ­ λικής Επανάστασης, που ήταν συνδεδεμένο με το Ινστιτούτο Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας της Σορβόνης, και θα αναλάβει το περιοδικό του Aulard La Revolution franqaise. Τελικά, μπορούμε να σκεφτούμε ότι η κύρια συμβολή του στην ιστοριογραφία της Επανάστασης συνίσταται στη θέληση να εγγράψει τα επαναστατικά αυτά γεγονότα σε μια διεθνή προοπτική. Την προοπτική αυτή θα επεκτείνουν μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ιστορικοί όπως ο Jacques Godechot και ο Robert Palmer.

Η συμβολή του Georges Lefebvre Ένα αργοπορημένο έργο

ιστορικός που πραγματικά εξύψωσε την οικονομική και κοινωνική ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης, υπήρξε ο Georges Lefebvre. Έχοντας και αυτός λαϊκή καταγωγή, γεννημένος την ίδια χρονιά με τον Mathiez, είναι, ωστόσο, ένας ιστορικός πολύ λιγότερο πρόωρος από αυ­ τόν τον τελευταίο. Έχοντας το μειονέκτημα ότι δεν ήταν απόφοιτος της Ecole normale, θα διδάξει για μεγάλο διάστημα στο Λύκειο και δεν θα υποστηρίξει τη διδακτορική του διατριβή, παρά το 1924. Χάρη όμως στην εξαιρετική του ικανότητα για δουλειά και τη μακροβιότητά του (διορίζεται καθηγητής στη Σορβόνη στη θέση του Sagnac το 1937, σε ηλικία 63 ετών. Θα συνεχίσει όμως να γράφει πρακτικά μέχρι το θάνατό του, το 1959), θα ασκήσει αποφασιστική επιρροή στους νέους ιστορι­ κούς της Επανάστασης που θα υποστηρίξουν τις διδακτορικές τους δια­ τριβές μετά τον πόλεμο. Η σπουδαιότητα του έργου του Georges Lefebvre συνίσταται στο γε­ γονός ότι εγκατέστησε μια σχέση ανάμεσα στην πολιτική ιστοριογραφία

0

[ 78]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

των αρχών του 20ού αιώνα και την οικονομική και κοινωνική ιστορία των Annales. Η διδακτορική του διατριβή, για παράδειγμα, μοιάζει πολύ περισσότερο στο δεδομένο πρότυπο των theses d’Etat που υποστηρίζο­ νταν στα χρόνια 1950-1970, παρά σε εκείνη του Mathiez. Ενώ αυτός ο τελευταίος έκανε τέσσερα χρόνια για να την τελειώσει, ο Lefebvre (1926) δεν θα ολοκληρώσει τη δουλειά που άρχισε το 1904 σχετικά με τους αγρότες της βόρειας Γαλλίας κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστα­ σης, παρά είκοσι χρόνια αργότερα. Το κείμενο της διατριβής είναι 886 σελίδες, o l πηγές και η βιβλιογραφία 18 σελίδες, τα παραρτήματα 114 σε­ λίδες. Στην εισαγωγή, ο συγγραφέας αναγνωρίζει το χρέος του απέναντι στις εργασίες του Philippe Sagnac, αλλά και απέναντι σε έναν Ρώσο ιστορικό που σήμερα έχει ξεχαστεί, τον Loutchisky, που πρώτος μελέτη­ σε τη μικρή ιδιοκτησία την εποχή της Επανάστασης (το 1895 σε ένα τεύ­ χος της Revue historique). Αλλά και εδώ, η επιρροή του Jaures φαίνεται ότι υπήρξε αποφασιστική. Ό χι μόνο εξαιτίας του γεγονότος ότι η έμφα­ ση δόθηκε στις λαϊκές τάξεις, αλλά και γιατί, και κυρίως χάρη, στη συλ­ λογική δουλειά δημοσίευσης τεκμηρίων που πραγματοποιήθηκε από την Επιτροπή Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Επανάστασης. Ο Lefebvre υπογραμμίζει ότι οι συλλογές σχετικά με την ιστορία των μέ­ σων επιβίωσης τον βοήθησαν ουσιαστικά στη μελέτη του. Μια ιστοριογραφική στροφή

Η

παραπάνω διατριβή σηματοδοτεί μια στροφή στην ιστοριογραφία της σύγχρονης περιόδου γιατί, στο εξής, δεν είναι πλέον ένα πολι­ τικό ζήτημα (το θρησκευτικό, νομοθετικό ή οικονομικό έργο που πραγ­ ματοποιήθηκε από τις επαναστατικές κυβερνήσεις) που αποτελεί την κατευθυντήρια γραμμή της έρευνας, αλλά ένα καθαρά κοινωνικό ζήτη­ μα: Σε τι η Επανάσταση άλλαξε, συγκεκριμένα, την καθημερινή ζωή των ανθρώπων του λαού; Για πρώτη φορά, η Επανάσταση εξετάζεται από «τα κάτω». Ξαφνικά, τα κοινωνικά ζητήματα δεν γίνονται πλέον αντιλη­ πτά ως συνέπεια πολιτικών αποφάσεων (πράγμα που αποτελούσε την προοπτική του Mathiez), αλλά εξετάζονται «αυτά καθαυτά». Πιο συ­ γκεκριμένα, ο Georges Lefebvre υιοθετεί και αυτός την ιδέα που εκτέ­ θηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, ότι οι πράξεις των ατόμων εξηγούνται από παράγοντες που δεν ελέγχουν. Στην προκειμένη περίπτωση από πα­ ράγοντες οικονομικής τάξης. Η οικονομία εμφανίζεται εδώ ως η «βά­ [ 79]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ση», η «υποδομή» όλης της κοινωνικής ζωής. Οι έρευνες σχετικά με την κατάσταση της ιδιοκτησίας το 1789 και τις ανατροπές που προκάλεσαν τα επαναστατικά μέτρα χρησιμεύουν στο να αναδείξουν ανάγλυφα την κοινωνική διαστρωμάτωση. Αυτή η προσέγγιση με όρους «συνολικής» ιστορίας απαιτεί την υιοθέτηση ενός σχετικά περιορισμένου πλαισίου. Για αυτόν το λόγο ο Lefebvre περιορίζεται στην περιοχή της βόρειας Γαλλίας, εγκαινιάζοντας αυτό που αργότερα θα αποκαλέσουμε «επαρ­ χιακή μελέτη» της ιστορίας της Γαλλίας. Όπως υπογραμμίζει στην εισα­ γωγή, μόνο μια «συλλογική οργάνωση της εργασίας θα επέτρεπε να αγκαλιάσουμε ένα έδαφος μεγάλης έκτασης». Ένα νέο ερευνητικό πρό­ γραμμα σκιαγραφείται εδώ, που θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο τέλος αυτής της τεράστιας έρευνας, ο Georges Lefebvre φτάνει στο ακόλουθο συμπέρασμα: στα τέλη του Πα­ λαιού Καθεστώτος, η βόρεια Γαλλία είναι μια ακμάζουσα περιοχή. Ένας στους δέκα αρχηγούς οικογένειας, περίπου, είναι ανεξάρτητος. Η αγρο­ τική εύπορη τάξη δεν αποτελεί παρά μια μειονότητα, αλλά πλουτίζει. Μια βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια υπάρχει ωστόσο, που οφείλεται στο γεγονός ότι η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού, οι «νοικοκυραίοι», δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς βοηθήματα, ενώ οι «ημερομίσθιοι ερ­ γάτες γης» ζουν μονάχα με το μισθό τους. Όταν η αστική τάξη των πό­ λεων τούς παρακινεί να εξεγερθούν, στρέφονται εντελώς φυσικά κατά της αριστοκρατίας. Αλλά την αγροτική επανάσταση, παρά τα φαινόμε­ να, πρέπει να τη δούμε ως ένα συμβιβασμό ανάμεσα στην αστική τάξη (που επωφελείται σε μεγάλο βαθμό από την κατάργηση της δεκάτης και των φεουδαρχικών δικαιωμάτων) και την αγροτική δημοκρατία. Σε τε­ λευταία ανάλυση, αυτή η ταυτόχρονα κοινωνική και πολιτική επανά­ σταση δεν επικράτησε. Ο Ιερέας παραμένει ο κύριος στην ύπαιθρο. Ακόμη και αν οι αγρότες διάκεινται ευνοϊκά απέναντι στους επαναστά­ τες, επειδή απέσπασαν τα χωριά τους από την κυριαρχία της αριστο­ κρατίας, για αυτούς «η Επανάσταση δεν υπήρξε ποτέ ένα ενιαίο σύνο­ λο» (σ. 885). Ο Lefebvre θα επεκτείνει και θα διευρύνει τα συμπεράσματα της δια­ τριβής του στις μεταγενέστερες εργασίες του, προκειμένου να διακρίνει τις διάφορες «επαναστάσεις» που συγκροτούν την Επανάσταση. Εκτός από αυτά τα πεδία οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας, ανοίγει και ένα νέο δρόμο με το βιβλίο του La Grande Peur (1932), που θεωρείται το πρώτο παράδειγμα της ιστορίας των νοοτροπιών. Το ουσιαστικό σημείο, [

80]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

σε ό,τι μας απασχολεί εδώ, συνίσταται στο γεγονός ότι ο Georges Lefebvre είναι ο πρώτος ιστορικός της σύγχρονης περιόδου που έθεσε σε εφαρμογή την ιστορία-πρόβλημα την οποία εγκωμίαζαν, την ίδια εποχή, οι ιδρυτές των Annales. Στο έργο αυτό, υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ένας ιστορικός μπορεί να συνεχίσει την επιστημονική του ερ­ γασία μετά τη διδακτορική του διατριβή. Στόχος του δεν είναι πλέον η καταγγελία ή η αποκατάσταση αυτού ή εκείνου του προσώπου ή κόμ­ ματος. Επιδιώκει να επιλύσει ένα ζήτημα επιστημονικής τάξης, μελετώ­ ντας πώς οι φήμες μιας αριστοκρατικής συνωμοσίας διαδόθηκαν στις αγροτικές περιοχές στην αρχή της Επανάστασης. Και με βάση αυτό το ζήτημα συγκεντρώνει το τεκμηριωτικό του υλικό. Στον πρόλογο εξηγεί ότι στηρίχτηκε στις υπάρχουσες μελέτες και ότι τις συμπλήρωσε με προ­ σωπικές έρευνες σε αρχεία. Και για να δικαιολογήσει αυτό το είδος έρευνας, που βρίσκεται ανάμεσα στη διδακτορική διατριβή και τη σύν­ θεση, δηλώνει «ότι επισημαίνοντας τα προς επίλυση ζητήματα και υπο­ δεικνύοντας λύσεις, έχουμε μια τύχη να προκαλέσουμε και να προσανα­ τολίσουμε νέες έρευνες». Συνολικά, ο Georges Lefebvre μπορεί να θεωρηθεί ο ιστορικός που άρχισε να οικοδομεί μια οικονομική και κοινωνική ιστορία που μπορού­ με να χαρακτηρίσουμε και ως «ιστορία των γεγονότων». Η ιστορία αυτή βρίσκεται σε ρήξη με την πολιτική ιστορία, με την έννοια ότι ο Lefebvre επιδιώκει να εξηγήσει τα πολιτικά γεγονότα με βάση άλλους παράγο­ ντες, παράγοντες που περιγράφει ως «υπολανθάνοντες» ή πιο «βαθείς». Στο La Grande Peur, για παράδειγμα, υιοθετεί την υπόθεση του Taine: η πείνα καθορίζει το φόβο, επειδή πολλαπλασιάζει τους περιπλανώμενους και τους ληστές. Βρισκόμαστε εδώ ήδη στην προοπτική που θα αναπτύ­ ξει στη συνέχεια ο Ernest Labrousse: είναι οι οικονομικοί παράγοντες που καθορίζουν τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα. Ωστόσο, ο Le­ febvre δεν υπερβαίνει το όριο που θα τον οδηγούσε να «πνίξει» το επα­ ναστατικό γεγονός μέσα σε επεξηγήσεις μακράς διάρκειας. Παρόμοια, φαίνεται πολύ συγκρατημένος απέναντι στις στατιστικές μεθόδους. Για αυτόν, πράγματι, η οικονομική και κοινωνική ιστορία «δεν προτείνει τη διατύπωση συμπερασμάτων που να ισχύουν παντοτινά και για όλες τις χώρες, αλλά μόνο να περιγράφουν σε μία δεδομένη εποχή, για μία δεδο­ μένη περιοχή, σε ειδικές ιστορικές συνθήκες, την οικονομική και κοινω­ νική οργάνωση ενός ιδιαίτερου έθνους» (1940, σ. 153).

6


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Μια κοινωνία εξημερωμένη, αλλά πάντα διαιρεμένη

Σ

τις δεκαετίες που ακολουθούν το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ιστορικοί της Επανάστασης συγκροτούν μια μικρή επιστημονική κοινότητα με επικεφαλής τον Georges Lefebvre. Παρόλο που δεν τη συνταράσσουν οι βίαιες πολεμικές που συγκλόνιζαν τον Albert Mathiez, τη διαπερνούν σημαντικές ιδεολογικές και επιστημονικές διαφορές. Μπορούμε να δια­ κρίνουμε τρεις ομάδες. Η πρώτη αποτελείται από ιστορικούς που εμφανίζονται ως οι πλησιέστεροι στον Lefebvre και πραγματοποιούν έρευνες σχετικά με τα λαϊ­ κά κινήματα (βλέπε κυρίως τις εργασίες σχετικά με το «επαναστατικό πλήθος» του Georges Rude). Η δεύτερη ομάδα συγκροτείται από τους κληρονόμους του Sagnac, όπως ο Jacques Godechot και ο Robert Palmer. Είναι οπαδοί μιας «ατ­ λαντικής προσέγγισης» των επαναστατικών φαινομένων και επιχειρούν να συγκρίνουν τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση. Το τρίτο ρεύμα, που ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή, καλλιεργεί με κρι­ τικό τρόπο την κληρονομιά του Mathiez. Κοντά στο Γαλλικό Κομμουνι­ στικό Κόμμα (PC F), στην ομάδα αυτή κυριαρχεί ο Albert Soboul (1958). Γραμματέας των Annales d ’Histoire de la Revolution franqaise, πρόεδρος της Εταιρείας Μελετών γύρω από τον Ροβεσπιέρο, εκλέγεται στη Σορβόνη το 1957, στην έδρα του Lefebvre. Έχοντας και αυτός λαϊκή κατα­ γωγή, αφιέρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο κίνημα των sans­ culottes. Η κύρια συμβολή του συνίσταται στο γεγονός ότι μεταθέτει το κέντρο του ενδιαφέροντος, που μέχρι τότε ήταν επικεντρωμένο στον αγροτικό κόσμο, στο λαό των πόλεων. Οι δεσμοί του με τους διανοούμε­ νους του PCF τον οδηγούν να συμμετάσχει ενεργά στις συζητήσεις σχε­ τικά με τον ορισμό των κοινωνικών τάξεων, επιχειρώντας να συσχετίσει τους sans-culottes με την εργατική τάξη σύμφωνα με το μαρξιστικό ορι­ σμό. Ο Soboul μπορεί να θεωρηθεί ο τελευταίος μεγάλος εκπρόσωπος της ιστορίας «των γεγονότων» της Γαλλικής Επανάστασης. Η εκλογή του στη Σορβόνη οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στο γεγονός ότι συνέχι­ σε τον αγώνα του Lefebvre εναντίον εκείνων που ήθελαν να σχετικοποιήσουν τη σπουδαιότητα της γαλλικής επαναστατικής στιγμής, ενσωματώνοντάς τη σε ένα ευρύτερο χωρικό και χρονικό πλαίσιο, στο όνομα της «μακράς διάρκειας» ή του «ατλαντικού χαρακτήρα» των επαναστατι­ κών γεγονότων. {

82}


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ πως την ιστορία της Επανάστασης μονοπώλησαν αρχικά οι «ερα­ σιτέχνες» ιστορικοί, ασχολούμενοι κυρίως με τις πολιτικές διαμά­ χες της εποχής τους, παρόμοια, με την ιστορία των «διεθνών σχέ­ σεων» ασχολήθηκαν κατ’ αρχάς οι διπλωμάτες (συνήθως συνταξιούχοι) που επιθυμούσαν να αναδείξουν το ρόλο που έπαιξαν στην επεξεργασία συμβάσεων και συνθηκών ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις. Το πέρασμα από τη διπλωματική ιστορία στην ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει μια διαδικασία μετατροπής της ιστορίας αυτής σε «επαγγελματική», έναν έλεγχο δηλαδή που ασκούν οι πανεπιστημιακοί, συγκρίσιμο με αυτόν που δείξαμε σε σχέση με τη Γαλλική Επανάσταση.

Ο

Η διπλωματική ιστορία του Albert Sorel ε έναν ορισμένο βαθμό,η «διπλωματική ιστορία» υπήρξε αφετηριακό σημείο της νεότερης ιστοριογραφίας. Ο Benedetto Croce ορίζει πράγματι με αυτή την έκφραση την ιστορική προσέγγιση που ανέπτυξε ο Ranke το 19ο αιώνα, στην οποία αντιπαραθέτει τη «θετικιστική» ιστο­ ρία που υποστήριξε στη Γαλλία ο Taine. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοη­ τό επειδή η «^ιπλωματική» ιστορία (που έχει στόχο την ανάδειξη της αυθεντικότητας των παλιών κειμένων) είναι μια βοηθητική ιστορία που έπαιξε μεγάλο ρόλο στην επεξεργασία της ιστορικής μεθόδου. Με τον καιρό όμως, ο ορισμός της διπλωματικής ιστορίας περιορίστηκε. Σύμφω­ να με τον Jacques Thobie (στο A. Burguiere, 1986, ό.π., σ. 198), η ιστορία αυτή «προτείνει την έκθεση και εξήγηση των σχέσεων ανάμεσα στα κράτη διαμέσου της πολιτικής τους έκφρασης, με βάση τεκμήρια προερ­ χόμενα από τα Υπουργεία των Εξωτερικών». Με την έννοια αυτή, η δι­ πλωματική ιστορία είναι εξίσου παλιά με την ίδια τη διπλωματία. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο De Flassan δημοσίευσε μια Histoire generate et raisonne'e de la diplomatie franqaise jusqu’en 1809 σε επτά τόμους. Στις επόμενες δεκαετίες, τη διπλωματική ιστορία ενθάρρυνε σημαντικά ο Guizot, που υπήρξε ο ίδιος ταυτόχρονα ιστορικός και υπουργός των Εξωτερικών. Ο στόχος όμως αυτής της ιστοριογραφίας συνίσταται πολύ συχνά στην υπενθύμιση των περιπετειών των μυστικών διαπραγματεύ-

Σ

[

83]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

σεων, τη δημοσίευση με σχολιασμό επίσημων τεκμηρίων, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τις μέριμνες των ίδιων των διπλωματών. Ο πόλεμος του 1870 σηματοδοτεί μια πρώτη ρήξη. Το τραύμα της ήτ­ τας ανοίγει πολύ γρήγορα το δρόμο στη θέληση κατανόησης των αιτιών της και υπόδειξης των υπευθύνων. Ο ιστορικός που έπαιξε έναν πρωτο­ ποριακό ρόλο, σε αυτό το επίπεδο, είναι ο Albert Sorel. Κάτοχος της έδρας διπλωματικής ιστορίας από την ίδρυση της Ελεύθερης Σχολής Πολιτικών Επιστημών το 1872, το κύριο έργο του σχετικά με την Ευρώ­ πη και την Επανάσταση (που αριθμεί επτά τόμους) συνενώνει τους δύο πόλους της ιστορίας των γεγονότων: τη Γαλλική Επανάσταση και τη διπλωματική ιστορία. Το 1875, δημοσίευσε μια ιστορία του γαλλογερμανικού πολέμου. Οπαδός του Taine, ο Sorel είναι ένας «θετικιστής» ιστο­ ρικός που επικαλείται, και αυτός, ρητά την «ιστορική μέθοδο», αρνούμενος να συμβάλει σε μια ιστορία που δεν θα είχε άλλο σκοπό από το να υπηρετεί αυτήν ή εκείνη την πολιτική κλίκα. Το παράθεμα, που δανείζε­ ται από τον Guizot, και τοποθετεί ως προμετωπίδα αυτού του βιβλίου, είναι από αυτή την άποψη αποκαλυπτικό: «Οι ιστορικές εξηγήσεις δεν είναι δικαστικές αποφάσεις». Ωστόσο, ο Sorel αντιλαμβάνεται την αντι­ κειμενικότητα της ιστορικής δουλειάς ως ένα είδος διαπίστωσης του ει­ δικού. Εξετάζει τα διάφορα έγγραφα του φακέλου, κατόπιν υποδεικνύει πού ανήκουν, κατά τη γνώμη του, οι ευθύνες και προτείνει λύσεις. Αφού υπογραμμίσει τη βιαιότητα των μαχών και την αυστηρότητα των συνθη­ κών ειρήνης, δηλώνει ότι η Γερμανία, η Ρωσία και η Ιταλία επωφελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από αυτόν τον πόλεμο, ενώ η Γαλλία, η Αγγλία και η Αυστρία υπέφεραν από αυτόν. «Παραμελήσαμε την εμπειρία των πα­ τεράδων μας, είναι περισσότερο και από αναγκαίο να επιμείνουμε στα μαθήματα του παρόντος. [...] Η Γαλλία πρέπει να έχει στόχο, στο εξωτε­ ρικό, τη διατήρηση της ειρήνης και, στο εσωτερικό, τη μεταρρύθμιση του εθνικού πνεύματος». Το έργο αυτό, όπως τα άλλα γραπτά κείμενα του Sorel (εκλεγμένου λίγο αργότερα στη Γαλλική Ακαδημία), δεν περιέχει σχεδόν καθόλου βιβλιογραφικές αναφορές, ούτε και αντίστοιχες αρχεια­ κές. Είναι οι μεγάλοι αυτού του κόσμου που αποτελούν τους ήρωες του έργου του. Ο Sorel υπογραμμίζει ο ίδιος (1883, σ. 1) ότι στόχος της ιστορίας που προβάλλει είναι ο ορισμός «του χαρακτήρα των προσώπων, των προθέσεών τους, του ρόλου που διαδραμάτισαν, της δράσης που άσκησαν. Εί­ ναι οι άνθρωποι που έκαναν την ιστορία. Ο ιστορικός επιδιώκει να τους [ 84]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

ξαναδώσει ζωή. Αν το κατορθώσει, εξάγει από την ιστορία το κύριο μά­ θημα, τη συμβουλή που αυτή δίνει για να ενδυναμώσει όσους της ζητούν φως και υποστήριξη». Όταν ο Fernand Braudel, στο άρθρο του σχετικά με τη «μακρά διάρκεια», ασκεί κριτική στην ιστορία-αφήγηση, είναι αυ­ τό το είδος ιστορίας, που συγγενεύει με αυτήν που αποκαλούμε τώρα η «μικρή ιστορία», που στοχεύει. Σήμερα, κανένας ιστορικός άξιος αυτού του ονόματος, ούτε και αυτοί που εγκωμιάζουν μια «επάνοδο της αφή­ γησης», δεν θα μπορούσαν να επικαλεστούν αυτή την ιστορία.

Ένα άλλο ζήτημα μνήμης που διακυβεύεται

Α

νάμεσα στη δεκαετία 1870 και τις αρχές του 20ού αιώνα, η φήμη του Sorel είναι τόσο μεγάλη που δεν έχει σχεδόν καθόλου ανταγω­ νιστές στον τομέα της διπλωματικής ιστορίας, ανταγωνιστές που να επι­ καλούνται την ιστορική μέθοδο (εκτός ίσως από τον έΐϊε Halevy, και αυτός καθηγητής στη σχολή που διευθύνει ο Boutmy). Για τους λόγους που μνημονεύσαμε προηγουμένως, οι ιστορικοί της Σορβόνης αρνούνται να αναλάβουν ιστορικές έρευνες για μια τόσο πρόσφατη περίοδο. Η απήχηση όμως του Sorel στο ευρύ κοινό δεν πρέπει να μας κάνει να ξε­ χνάμε ότι η επιρροή του στον επιστημονικό κόσμο παραμένει περιορι­ σμένη. Οι καθηγητές της Ελεύθερης Σχολής Πολιτικών Επιστημών είναι πράγματι περιθωριακοί στο επιστημονικό επίπεδο, γιατί ο θεσμός αυτός έχει προορισμό την εκπαίδευση λειτουργών και όχι ερευνητών. Όπως ο Taine ή ο Halevy, ο Sorel είναι πριν απ’ όλα καθηγητής και συγγραφέας. Δεν έχει όμως φοιτητές ικανούς να εμβαθύνουν τις γενικές υποθέσεις που διατυπώνει στα βιβλία του. Με τη δημοκρατικοποίηση όμως της γαλλικής πολιτικής ζωής και την εξάπλωση της καθολικής ψήφου, οι σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, που δεν αφορούσαν προηγουμένως παρά μόνο τους πρίγκιπες, προκαλούν ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον στο ευρύ κοινό. Χάρη στον τύπο, οι διεθνείς κρίσεις γίνονται στο εξής θέματα που προκαλούν το πάθος της κοινής γνώμης. Στο επίπεδο της ιστορικής έρευνας, η εξέλιξη αυτή επιφέρει την αρχή της θεσμοθέτησης της διπλω­ ματικής ιστορίας. Η Εταιρεία Διπλωματικής Ιστορίας ιδρύθηκε το 1886, η Revue d ’Histoire Diplomatique το 1887. To 1898 συγκαλείται το πρώτο διεθνές συνέδριο που είναι αφιερωμένο στα ζητήματα αυτά. Αν όμως εξετάσουμε τη σύνθεση του πρώτου γραφείου της Εταιρείας, διαπιστώ­ [S5]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

νουμε ότι η αριστοκρατία παίζει εκεί έναν καθοριστικό ρόλο. Με πρόε­ δρό της τον A. de Broglie, παλιό διπλωμάτη, υπουργό που η Τρίτη Δη­ μοκρατία οδήγησε σε παραίτηση από τη θέση του, περιλαμβάνει επίσης ως σημαντικό μέλος τον μαρκήσιο De Beaucourt, ιδρυτή της Revue des Questions Historiques, πολύ γνωστό για την εχθρότητά του απέναντι στην αστική δημοκρατία. Στη δεκαετία του 1930, η επιρροή της αριστο­ κρατίας παραμένει πάντα πολύ καθοριστική. Η Revue d ’Histoire Diplo­ matique διευθύνεται από μια επιτροπή τριάντα δύο μελών. Δεν βρίσκου­ με όμως εκεί ούτε έναν πανεπιστημιακό. Για λόγους που εκθέσαμε σε σχέση με την Επανάσταση, η Τρίτη Δημοκρατία δεν μπορούσε να εγκα­ ταλείπει εντελώς αυτό το έδαφος στον «εχθρό». Εδώ ακόμη, η αντεπί­ θεση οργανώνεται κατ’ αρχάς στο επίπεδο της διδασκαλίας. Ο Emile Bourgeois, επιφορτισμένος αρχικά με ένα μάθημα γύρω από την ιστορία της Επανάστασης στη Λυών, αναλαμβάνει στη συνέχεια τη διδασκαλία σχετικά με την ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της Γαλλίας. Από το 1892, δημοσιεύει τον πρώτο τόμο του περίφημου Manuel historique de politique etrangere (που θα εκδοθεί τέσσερις φορές από το 1892 μέχρι το 1925), χάρη στο οποίο εκλέγεται μερικά χρόνια αργότερα στη Σορβόνη στην έδρα της διπλωματικής ιστορίας. Θέση που κατέχει συγχρόνως με εκείνη του λέκτορα στην Ecole normale και του καθηγητή της Ελεύθε­ ρης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Ο Emile Bourgeois ενσαρκώνει τέ­ λεια το είδος της ιστορίας των γεγονότων που διακωμωδεί και καταγ­ γέλλει ο Lucien Febvre στην περίληψη, την οποία παραθέσαμε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου. Όπως ο Seignobos, ο Bourgeois ανήκει και αυτός στη μεταβατική γενιά ανάμεσα σε δύο εποχές της ιστορικής έρευ­ νας. Είναι οι πολιτικές του σχέσεις και όχι οι επιστημονικές του ικανό­ τητες που του επέτρεψαν να κάνει καριέρα. Πριν από τη δημοσίευση του εγχειριδίου του, δεν δημοσίευσε καμιά επιστημονική έρευνα σχετική με τη διπλωματική ιστορία. Αντίθετα από τον Aulard, δεν θα κάνει κα­ μιά προσπάθεια για την απόκτηση δεξιοτήτων σε αυτόν τον τομέα, προ­ τιμώντας να περιοριστεί σε γενικές δημοσιεύσεις που του εξασφαλίζουν τη δημόσια αναγνώριση και τη δημοσιότητα. Όλα τα γραπτά του καλ­ λιεργούν τη σύγχυση ανάμεσα στην έρευνα και τη διδασκαλία της ιστο­ ρίας. Στον πρώτο τόμο του εγχειριδίου του, εμφανίζεται εμβληματικά ως ο πιστός υπολοχαγός του Lavisse, υπενθυμίζοντας τη διατύπωση του τε­ λευταίου: «Το κύριο βάρος της εκπαίδευσης των πολιτών το αναλαμβά­ νει ο καθηγητής ιστορίας». Τονίζει όμως την εθνικιστική διάσταση του [

86]


Μ ΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

μηνύματος: «Η τύχη της Γαλλίας εξαρτάται σήμερα από την ίδια, μονά­ χα από την ίδια [...]. Η εθνική ιστορία αποτελεί τον καλύτερο οδηγό που μπορεί να ακολουθήσει για να πραγματοποιήσει το μεγάλο και ένδοξο αυτό καθήκον». Και προσθέτει: «Το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί ένα δι­ πλωματικό εγχειρίδιο, είναι ένα έργο για τη διδασκαλία και την ιστορία που δεν θα μάθει τίποτε στους έμπειρους διπλωμάτες, που θα μπορέσει όμως να προσφέρει στο δημόσιο φωτισμένους βοηθούς που θα μπορού­ σαν να αποτελέσουν ολόκληρο το Έθνος». Δεν βρίσκουμε στο παραπά­ νω έργο καμιά βιβλιογραφική αναφορά, καμιά σημείωση, καμιά αρχεια­ κή αναφορά. Συνολικά παρουσιάζεται ως μια πραγματική λιτανεία γε­ γονότων, μαχών, διπλωματικών διαπραγματεύσεων από τη γένεση του γαλλικού κράτους. Ο τίτλος του έργου που δημοσιεύει την επομένη της ανακωχής αποτελεί ένα ολόκληρο πρόγραμμα: Les origines et les responsabilites de la Grande Guerre. Preuves et aveux (1921). Φορώντας το έν­ δυμα του εισαγγελέα, δίνει εμβληματικά τον τόνο: «Η Γερμανία εδώ και επτά χρόνια αρνείται, παρά τα φαινόμενα, παρά την ήττα, να αναγνω­ ρίσει ότι μαζί με την Αυστρία ετοίμασε την αιματηρή επιχείρηση του 1914» (σ. VI).

Η ανάδυση μιας ιστορίας των διεθνών σχέσεων 0 ιδρυτής πάξέρας: Pierre Renouvin

ν έπρεπε να ορίσουμε τον «πρόδρομο» μιας πανεπιστημιακής δι­ πλωματικής ιστορίας που να ανταποκρίνεται στα κριτήρια της ιστορικής μεθόδου, το όνομα του Raymond Guyot (1911) επιβάλλεται. Το 1911, υποστηρίζει πράγματι μια διδακτορική διατριβή σχεδόν 1.000 σελίδων με τον τίτλο Le Directoire et la paix de ΓEurope που ανταποκρίνεται καθ’ όλα στους κανόνες της Σορβόνης. Αναγνωρίζοντας τη σπουδαιότητα του έργου του Albert Sorel και κυρίως του Γερμανού ιστορι­ κού Sybel, συγγραφέα μιας Histoire de VEurope pendant la Revolution franqaise σε έξι τόμους, η δουλειά του Guyot διακρίνεται από τις μελέτες που δημοσιεύτηκαν προηγουμένως γύρω από το θέμα από το πλήθος των αρχείων που συμβουλεύτηκε, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στις γειτονικές χώρες. Ωστόσο, η προοπτική που υιοθετεί συγγενεύει με την παραδοσιακή διπλωματική ιστορία, όπως το δείχνει η «προβληματική» [

87]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

που παρουσιάζεται από το συγγραφέα στην εισαγωγή: «Η γαλλική κυ­ βέρνηση πίστεψε, ναι ή όχι, στην ειλικρίνεια των προσφορών τους [των συμμάχων] και δέχτηκε να αφοπλιστεί; Η παρούσα εργασία αποτελεί ένα δοκίμιο που επιχειρεί να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση». Παρόλο που εξελέγη στη Σορβόνη το 1926, στη θέση του Charles Seignobos (ενα­ ντίον του Lucien Febvre), ο Raymond Guyot δεν θα παίξει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ιστορίας των διεθνών σχέσεων. Ελάχιστα πα­ ραγωγικός, θα επιλέξει στη συνέχεια να προσανατολιστεί, και αυτός, προς τη μελέτη της Γαλλικής Επανάστασης. Έτσι, η διδακτορική του διατριβή θα συνενώσει δύο πόλους της ιστορίας των γεγονότων (την Επανάσταση και τη διπλωματική ιστορία). Όπως ο Georges Lefebvre, ο πραγματικός «ιδρυτής πατέρας» της ιστορίας των διεθνών σχέσεων είναι, στην αρχή, ένας «outsider». Πράγ­ ματι, ο Pierre Renouvin δεν είναι απόφοιτος της Ecole normale, πράγμα που την εποχή εκείνη ήταν σπάνιο στον πανεπιστημιακό χώρο. Επι­ πλέον, υποστήριξε μια διδακτορική διατριβή που δεν είχε καμιά σχέση με τη διπλωματική ιστορία. Επικεντρωμένη στις επαρχιακές συνελεύσεις του 1787, η εργασία αυτή έχει σκοπό να δείξει ότι η Brienne φέρει την ευθύνη της αποτυχίας της μεταρρύθμισης του 1787. Πρόκειται λοιπόν για ένα κλασικό θέμα εσωτερικής πολιτικής που εγγράφεται στην προ­ βληματική σχετικά με τις αιτίες της Επανάστασης. Αρχικά, οι λόγοι, με βάση τους οποίους θα οριστεί η τύχη του Renouvin, δεν είναι επιστημο­ νικοί. Ο ίδιος, ανάπηρος πολέμου, διορίζεται βιβλιοθηκάριος της Βιβλιο­ θήκης του Πολέμου που δημιουργήθηκε το 1917 (η οποία αργότερα θα μετατραπεί στη Βιβλιοθήκη της Σύγχρονης Διεθνούς Τεκμηρίωσης) με σκοπό τη συγκέντρωση τεκμηρίων σχετικά με τον πόλεμο, προς χρήση μελλοντικών διεθνών διαπραγματεύσεων που θα αποβλέπουν στην από­ δοση ευθυνών στις διάφορες εμπόλεμες δυνάμεις. Όπως το 1871, το τραύμα που προκάλεσε η σύγκρουση επιφέρει τη δημιουργία, το 1919, μιας Ερευνητικής Επιτροπής σχετικά με τα πολεμι­ κά γεγονότα, της οποίας μέλη είναι γερουσιαστές και πρόεδρος ο Paul Doumer. Ο υπουργός Εξωτερικών επιτρέπει στους ιστορικούς να συμ­ βουλευτούν τα απαραίτητα γι’ αυτό το εγχείρημα τεκμήρια. Την ίδια στιγμή, δημιουργείται μια Εταιρεία Ιστορίας του Πολέμου, με τον τριπλό στόχο να ευνοήσει την κριτική μελέτη της ιστορίας του Μεγάλου Πολέ­ μου, να αναλάβει τη δημοσίευση τεκμηρίων και να βοηθήσει τις δημό­ σιες αρχές να διατηρήσουν και να αναπτύξουν τις συλλογές της Βιβλιο­ [55]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

θήκης και του Μουσείου του Πολέμου. Πολύ γρήγορα, οι εισφορές συρ­ ρέουν. Το 1924, σε ένα συνολικό ποσό 95.000 φράγκων από εισφορές, τα 57.500 προέρχονται από ανώνυμες δωρεές (ο Andre Citroen έδωσε μια επιταγή 25.000 φράγκων). Χάρη σε αυτή τη γενναιοδωρία, η Εταιρεία εί­ ναι σε θέση να αναπτύξει, από το 1923, τη διδασκαλία σχετικά με τον πόλεμο (το ετήσιο κόστος αυτού του μαθήματος ανέρχεται σε 20.000 φράγκα). Κατά τη γενική συνέλευση της Εταιρείας, ο πρόεδρος υπο­ γραμμίζει ότι έπειτα από την πρωτοβουλία αυτή, «η ιστορία του Μεγά­ λου Πολέμου εισάγεται επισήμως στη Σορβόνη». Τον ίδιο χρόνο, η Εται­ ρεία αποφασίζει την έκδοση της Revue d ’histoire de la guerre. Όπως το περιοδικό La Revolution franqaise στις αρχές της δεκαετίας του 1880, συ­ γκεντρώνει πανεπιστημιακούς, «ειδικούς» και πολιτικούς. Στόχος του εί­ ναι «η δημοσίευση τεκμηρίων, η ανάπτυξη ερευνών, η ενδυνάμωση της ιστορίας μέσω της δημοσίευσης πρωτότυπων εργασιών» (τ. 1,1923-1924, σ. 288). Οι υπεύθυνοι της έκδοσης αυτής συμφωνούν με μια αντίληψη της αντικειμενικότητας που συγγενεύει στενά με αυτήν που αναφέραμε σχετικά με τη γένεση της δημοκρατικής ιστοριογραφίας: Η δημοσίευση τεκμηρίων αρκεί για να φέρει στο φως την αλήθεια εναντίον εκείνων που τη διαστρεβλώνουν. «Είπαμε ότι πάντοτε, επειδή είμαστε σίγουροι για το δίκιο μας εναντίον της συκοφαντίας, δεν επικαλεστήκαμε, προς βοήθεια και συμπαράστασή μας, παρά μόνο τη γυμνή αλήθεια», δηλώνει ο πρόεδρος της Εταιρείας. Με άλλα λόγια, η δημιουργία του μαθήματος και του περιοδικού έχει ως ουσιαστικό στόχο να αποδείξει «επιστημονι­ κά» την ευθύνη της Γερμανίας στο ξέσπασμα του πολέμου. Το μάθημα σχετικά με την άμεση προέλευση της σύγκρουσης ανατί­ θεται στον Pierre Renouvin και δημοσιεύεται λίγο αργότερα, με τη μορ­ φή βιβλίου, με μέριμνα της Εταιρείας. Τα επόμενα χρόνια, το μάθημα θα μετατραπεί σε έδρα και η ιδιωτική πρωτοβουλία αντικαθίσταται από το κράτος. Τον Ιανουάριο του 1928, δημιουργείται με διάταγμα μια επιτρο­ πή με σκοπό τη συγκέντρωση όσο το δυνατόν περισσοτέρων πληροφο­ ριών σχετικά με την εξωτερική πολιτική της Γαλλίας και τις σχέσεις της με την προέλευση του πολέμου. Όπως υπογραμμίζει ο Sebastien Charlety, ο πρόεδρος της επιτροπής -ο ίδιος παλιός ιστορικός που έγινε διευθυ­ ντής της Ακαδημίας του Παρισιού- στην εισαγωγή του πρώτου τόμου, η επιτροπή διακατέχεται από «στενά ιστορικό και αυστηρά αμερόληπτο πνεύμα σύμφωνα με τις προθέσεις του Κοινοβουλίου και της κυβέρνη­ σης». Αντανακλά μια συναίνεση που ποτέ δεν υπήρξε στις εορταστικές [89]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

εκδηλώσεις για την Επανάσταση. Οι καθηγητές της Σορβόνης (όπως ο Aulard, ο Guyot, ο Emile Bourgeois, ο Seignobos, ο Renouvin), συνανα­ στρέφονται αρχειοθέτες (όπως τον Caron), στρατηγούς, πολιτικούς, πα­ λιούς πρεσβευτές κ.ά.

Η προέλευση του Μεγάλου Πολέμου

Renouvin βρίσκεται σε μια λεπτή θέση εξαιτίας των περιστάσεων που οδήγησαν στη δημιουργία της θέσης εργασίας του. Οι «εργο­ δότες» του περιμένουν από αυτόν να αποδώσει την ευθύνη στη Γερμα νία, όχι μόνο για ηθικούς, αλλά και για πολιτικούς λόγους. Βρισκόμα­ σταν τότε σε έντονη πολεμική σχετικά με τις «επανορθώσεις» που η Γερμανία όφειλε να καταβάλει στη Γαλλία, σε εφαρμογή της συνθήκης των Βερσαλλιών. Για το λόγο αυτόν, ο Pierre Renouvin δεν μπορεί να κάνει τίποτε διαφορετικό από το να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Δημο­ σιεύει, σε συνεργασία με τον Charles Appohn, μια Introduction aux Tableaux d ’histoire σχετικά με τον Γουλιέλμο Β', όπου προηγείται ένας πρόλογος του ίδιου του Raymond Poincare, που αποκαλύπτει τα «ψεύ­ δη» και τις «σοφιστείες» του Γερμανού αυτοκράτορα. Ο Renouvin δη­ μοσιεύει επίσης άρθρα δημοσιογραφικού χαρακτήρα για να υπερασπι­ στεί τις γαλλικές θέσεις. Έτσι, στο Le Temps (στις 15 Νοεμβρίου 1931) επιχειρεί να δείξει ότι στη Γερμανία διαδόθηκε μια ανακριβής μετάφρα­ ση του περίφημου άρθρου 231 της συνθήκης των Βερσαλλιών που πα­ ρουσιάζει αυτή τη χώρα ως τη μόνη υπεύθυνη για τον πόλεμο. Λανθα­ σμένη μετάφραση την οποία χρησιμοποιεί η γερμανική κυβέρνηση για να ενισχύσει μια εκστρατεία διαμαρτυρίας εναντίον του «Diktat» (της θέλησης των μεγάλων δυνάμεων) που της επιβλήθηκε στις Βερσαλλίες. Ο Renouvin, στο μάθημά του σχετικά με την άμεση προέλευση του πο­ λέμου, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1925, συμπεραίνει ότι τον Ιούλιο του 1914, τη στρατιωτική πρόκληση προκάλεσε μια διπλωματική πρόκληση (η κήρυξη του πολέμου στη Σερβία από την Αυστροουγγαρία). «Άρα, η Γερμανία και η Αυστρία μόνες [υπογραμμισμένο στο κείμενο] θέλησαν αυτή την πρόκληση.» Και προσθέτει ότι «στο πλαίσιο της άμεσης προέ­ λευσης [υπογραμμισμένο στο κείμενο] της σύγκρουσης, το γεγονός αυτό κυριαρχεί έναντι όλων των άλλων». Ο Renouvin λοιπόν σεβάστηκε το «συμβόλαιό» του αποδίδοντας την ευθύνη στη Γερμανία. Ωστόσο, η επι­ χειρηματολογία του απέχει πολύ από τον «εκδικητικό» λόγο που την

0

[90]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

ίδια στιγμή αναπτύσσει ο Emile Bourgeois. Ο Renouvin εκπαιδεύτηκι στην ιστορική κριτική. Συμφωνεί με τις αξίες της. Αλλωστε, καθώς είνα ακόμη νέος, μέριμνά του είναι να μην τον θεωρήσουν αναξιόπιστο οι συ νάδελφοί του, συγχέοντας ιστορική έρευνα και πολιτικό λόγο. Έτσι, στο παραπάνω έργο του, από την εισαγωγή, αποστασιοποιείται από τις πε­ ρισσότερες μελέτες που ασχολήθηκαν μέχρι τότε με αυτόν τον πόλεμο Τις κρίνει «μεροληπτικές» και «μαχητικές», ενώ αναγνωρίζει πόσο δύ­ σκολο είναι να προσεγγίσει κανείς αυτά τα ζητήματα «με το πνεύμα τον. ιστορικού». Το συμπέρασμα αφήνει ήδη να αντιληφθούμε προς ποια κα­ τεύθυνση θα προσανατολίσει, στις επόμενες δεκαετίες, την ιστορία τω\ διεθνών σχέσεων. Υπογραμμίζοντας ότι χάρη στα πολυάριθμα δημο­ σιευμένα τεκμήρια, μπορούμε να ανασυστήσουμε «σχεδόν εξολοκλήρου το υφάδι των γεγονότων, να ορίσουμε τις ημερομηνίες, την αλληλουχία», προσθέτει ότι η ερμηνεία των κειμένων επιτρέπει να «διακρίνουμε μερι­ κές φορές τις προθέσεις των κρατικών προσώπων»: Γεγονός που, για αυ­ τόν, είναι αποφασιστικής σημασίας επειδή «κατά τη διάρκεια μιας δι­ πλωματικής κρίσης, η δράση των κρατικών προσώπων καθορίζεται από ορισμένα αισθήματα και από ορισμένες δυνάμεις» (1925, σσ. 250-267).

«Βαθιές δυνάμεις», πού βρισκόσαστε;

Σ

τις επόμενες δεκαετίες, η διπλωματική ιστορία θα μετατραπεί προοδει^ικά και αυτή σε «επαγγελματική» και θα αποστασιοποιηθεί από τις έγνοιες της επικαιρότητας. Από τη δεκαετία του 1930, η συζήτηση που φέρνει αντιμέτωπους τον ιστορικό Jules Isaac (γενικό επιθεωρητή, σύντροφο του Mathiez στο Λύκειο Lakanal και διευθυντή της περίφη­ μης συλλογής των ιστορικών εγχειριδίων Mallet-Isaac) και τον Pierre Renouvin αποτελεί μια καλή ένδειξη αυτής της διαδικασίας. Αναμφίβο­ λα, είναι η πρώτη φορά που μια συζήτηση γύρω από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο δεν καθορίζεται πια σε σημαντικό βαθμό άμεσα από μέριμνες πολιτικού χαρακτήρα. Πράγματι, αυτό που αμφισβητεί ο Jules Isaac, εί­ ναι η εξαιρετική θέση που κατέχουν, σύμφωνα με αυτόν, οι περιπέτειες του διπλωματικού παιχνιδιού στις εξηγήσεις τις οποίες αναπτύσσουν οι ιστορικοί. Εκτιμά ότι «πρέπει να καθοριστεί κατ’ αρχάς ποιες είναι οι βαθιές αιτίες, οι υπολανθάνουσες δυνάμεις, πριν αναλυθούν τα επιφα­ νειακά παιχνίδια που αντιπροσωπεύει η διπλωματική ιστορία». Ο Isaac χρησιμοποιεί εκ νέου εδώ την κριτική που διατύπωσε ο Lucien Febvre [9 1 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

μερικά χρόνια νωρίτερα, για το βιβλίο που επιμελήθηκε ο Henri Hauser, βιβλίο στο οποίο άλλωστε συμμετείχε ο ίδιος ο Pierre Renouvin. Ο Lucien Febvre (1931, ό.π.) εκτιμά ότι οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου, παρόλο που ο Hauser ανέφερε τη σημασία για τη διπλωματική ιστορία αυτών που αποκαλεί «τα υπολανθάνοντα στρώματα της ιστορίας», δεν τα έλαβαν υπόψη και, με τον τρόπο αυτόν, έμειναν δέσμιοι μιας προσέγ­ γισης «των γεγονότων». Σύμφωνα με τον Lucien Febvre, τα πραγματικά κίνητρα που ωθούν τις εθνικές κοινότητες και τις φέρνουν αντιμέτωπες, δεν αποτελούν μόνο καμώματα των «μεγάλων». «Τα κίνητρα αυτά είναι γεωγραφικά και οικονομικά, διανοητικά, θρησκευτικά και ψυχολογικά». Η αξία του Renouvin έγκειται στο γεγονός ότι όχι μόνο έλαβε υπόψη του αυτές τις κριτικές, αλλά κατόρθωσε να τις μεταμορφώσει σε αποτε­ λεσματικά εργαλεία για την ανάπτυξη της εμπειρικής έρευνας. Θα επι­ τύχει έτσι την εξέλιξη της διπλωματικής ιστορίας με έναν τρόπο συγκρί­ σιμο με τις αλλαγές που μερικές δεκαετίες νωρίτερα γνώρισε η ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης, με επικεφαλής τον Georges Lefebvre. Η έννοια των «βαθύτερων δυνάμεων», που θα αποτελέσει το κλειδί της ιστορίας των «διεθνών σχέσεων», μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμη με την έννοια της «υποδομής» που αναπτύσσει η οικονομική και κοινωνική ιστορία. Στο εξής, η μελέτη των σχέσεων ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της διπλωματίας εμφανίζεται ανεπαρκής. Πρέπει να πάμε να δούμε «πί­ σω», να σκάψουμε «βαθύτερα», για να δώσουμε σε αυτόν τον τομέα της ιστορικής έρευνας μια πραγματικά επεξηγηματική διάσταση. Η έννοια των «βαθύτερων δυνάμεων» έχει μια διπλή αποκαλυπτική αξία. Από τη μία πλευρά, επιτρέπει να περάσουμε από μια μνημονική λογική που αποβλέπει στην αναζήτηση των ενόχων ή των θυμάτων, όπως κάνουν αυθόρμητα οι πρωταγωνιστές των περασμένων γεγονότων, σε μια προο­ πτική η οποία, χωρίς να αρνείται την ανθρώπινη ευθύνη, δεν περιορίζε­ ται πια σε αυτή την όψη. Από την άλλη, επιτρέπει να αποστασιοποιηθούμε από το ζήτημα των «αιτιών του πολέμου» διευρύνοντας τη σκέψη μας πέρα από τη γαλλική περίπτωση και δείχνοντας ότι οι σχέσεις ανά­ μεσα στα κράτη μπορούν να μελετηθούν πέρα από ένα πολεμικό πλαί­ σιο.

[9 2

]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

0 δυναμισμός ενός νέου πεδίου της ιστορικής έρευνας

Ε

ίναι μόνο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στην εισαγωγή του στη L ’ Histoire des relations Internationales, συλλογικό συνθετικό έργο που περιλαμβάνει οκτώ τόμους (1953-1958), που ο Pierre Renouvin επεξηγεί πλήρως την προσέγγισή του. Αφού υπενθυμίσει ότι η παραδοσιακή αντί­ ληψη των διεθνών σχέσεων αποδίδει μια κεντρική θέση στη δράση των κυβερνώντων, υπογραμμίζει ότι «οι νέες τάσεις της ιστορικής έρευνας, που τόνισαν τη μελέτη της υλικής ή πνευματικής ζωής των ανθρώπινων κοινωνιών, υπέδειξαν, στον τομέα των διεθνών σχέσεων, έναν εντελώς άλλον προσανατολισμό. Σε αυτή την προοπτική, οι σχέσεις ανάμεσα στις κυβερνήσεις παύουν να αποτελούν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, αυ­ τό που έχει σημασία είναι η ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στους λαούς [υπογραμμισμένο στο κείμενο]» (σ. X). Σε αυτό το επίπεδο, ο Renouvin τοποθετεί τη δράση των «βαθύτερων δυνάμεων» που κατανέμει σε δύο μεγάλα σύνολα. Το πρώτο συγκεντρώνει τα στοιχεία υλικής τάξης: Είναι οι οικονομικοί και γεωγραφικοί παράγοντες, που αναδείχτηκαν ανάγλυ­ φα, υπενθυμίζει ο Renouvin, από τον Fernand Braudel. Το δεύτερο σύ­ νολο συγκροτείται από αυτές τις «μεγάλες δυνάμεις της ιστορίας» που αποτελούν τους «εθνικούς χαρακτήρες» ή τις συλλογικές «νοοτροπίες». Για τον Pierre Renouvin, η ιστορία των διεθνών σχέσεων εμφανίζεται λοιπόν ως ένας συνδυασμός των διπλωματικών σχέσεων (οι πολιτικές σχέσεις ανάμεσα σε κράτη) και των βαθύτερων δυνάμεων υλικού ή πνευματικού χαρακτήρα. Περισσότερο ακόμη και από την οικονομική και κοινωνική ιστορία του Lefebvre, η ιστορία των διεθνών σχέσεων του Renouvin παραμένει, ωστόσο, στενά προσκολλημένη στην προσέγγιση των «γεγονότων». Ο Renouvin αρνείται, πράγματι, να απομονώσει, αυ­ θαίρετα, ένα στοιχείο της πραγματικότητας. Γι’ αυτόν, οι διεθνείς σχέ­ σεις πρέπει να τοποθετηθούν εκ νέου στο πλαίσιο μιας γενικής ιστορίας. Η θεματική των «βαθύτερων δυνάμεων» εμφανίζεται έτσι αρκετά εύκα­ μπτη και μπορεί να ανοιχτεί στις νέες προοπτικές και να ανοίξει το δρό­ μο σε μια «συνολική» ιστορία της σύγχρονης εποχής. Ο Pierre Renouvin, σε συνεργασία με τον Jean-Baptiste Duroselle ο οποίος θα τον διαδεχτεί, χάρη στην ηγεμονική θέση που απέκτησε μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στους κόλπους των πανεπιστημιακών θεσμών, θα επωφεληθεί από τις πολυάριθμες δημιουργίες θέσεων που λαμβάνουν χώρα εκείνη τη στιγμή για να εξασφαλίσει στην ιστορία των διεθνών σχέσεων μια κυρίαρχη θέ­ [ 93]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ση. Ανάμεσα σε όλες αυτές τις εργασίες, πρέπει να αναφέρουμε εκείνες που επεκτείνουν την πρωταρχική ώθηση που γνώρισαν οι εργασίες γύ­ ρω από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο: του Guy Pedroncini (1971) γύρω από τη γαλλική ανώτατη διοίκηση, του Yves-Henri Nouailhat (1975) και του Andre Kaspi (1974) γύρω από τις σχέσεις ανάμεσα στη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, του Georges Soutou (1985), γύρω από τους οικονομικούς σκοπούς του πολέ­ μου. Η συζήτηση σχετικά με τις αιτίες του Μεγάλου Πολέμου προσανα­ τολίζει επίσης, άμεσα ή έμμεσα, τις έρευνες γύρω από τις σχέσεις ανάμε­ σα στις ευρωπαϊκές χώρες πριν από το 1914. Ας αναφέρουμε από αυτή την άποψη τις διδακτορικές διατριβές που ασχολούνται με τις γαλλογερμανικές σχέσεις: του Raymond Poidevin (1969), του Jacques Bariety (1975), με τις γαλλοϊταλικές σχέσεις: του Pierre Milza (1977), και τις σχέ­ σεις με την αποικιακή ιστορία. Ο Jean Ganiage (1958) και ο Andre Martel (1965) μελέτησαν το ζήτημα της Τυνησίας. Ο Jean-Louis Miege (1961-1963), το Μαρόκο. Ο Marc Michel (1979), τη γαλλική δυτική Αφρι­ κή. Η έννοια των «βαθύτερων δυνάμεων», μέσω της ευκαμψίας της, θα επιτρέψει εφαρμογές που θα καταλήξουν στη συγκρότηση πολυάριθμων πόλων στο ίδιο το εσωτερικό της ιστορίας των διεθνών σχέσεων. Σίγου­ ρα, σε ένα χώρο που ελέγχει, εξ ορισμού, την τέχνη της διπλωματίας, οι αντιπαραθέσεις δεν θα φτάσουν ποτέ στην έκταση που διαπιστώσαμε όταν αναφερόμασταν στην ιστοριογραφία της Γαλλικής Επανάστασης. Ωστόσο, και αυτό αποτελεί γνώρισμα επιστημονικής ζωτικότητας, οι συ­ ζητήσεις θα είναι μερικές φορές ζωηρές, ανάμεσα στους οπαδούς των «βαθύτερων δυνάμεων» και όσους ελαχιστοποιούν το ρόλο τους. Στην εισαγωγή της διδακτορικής του διατριβής, που αναφέρεται στη δεύτερη μαροκινή κρίση, για παράδειγμα, ο Jean-Claude Allain (1974, σσ. ΙΧ-Χ) υπενθυμίζει «ότι οι βαθύτερες δυνάμεις ή οι πιέσεις κερδοσκοπικών συμφερόντων εκφράζονται από τους ανθρώπους [...] εκτός αν θεωρή­ σουμε αξίωμα, πράξη πίστης, ότι ο άνθρωπος αποτελεί το όργανο της βαθιάς δύναμης ή αν αρεσκόμαστε στις προσφιλείς σοφιστείες όσων θέ­ λουν να εξηγήσουν πώς γράφεται η ιστορία [είναι το βιβλίο του Paul Veyne που αποτελεί εδώ ρητά στόχο] με βάση έναν ισοδύναμο και μη­ δενικό ντετερμινισμό όλων των γεγονότων και χειρονομιών ενός προσώ­ που ή μίας δεδομένης κοινωνίας». Για το λόγο αυτόν, προσθέτει ο συγ­ γραφέας, «έπειτα από σκέψη, ο κίνδυνος να γράψουμε μια ιστορία των γεγονότων μάς φάνηκε ότι άξιζε τον κόπο». Οι ιστορικοί που προτιμούν [

94]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

τις «βαθύτερες δυνάμεις» βρίσκονται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, αναλόγως του αν προωθούν τους οικονομικούς παράγοντες (θα επανέλθω σε σχέση με αυτό στο επόμενο κεφάλαιο) ή αν πριμοδοτούν τις «συλ­ λογικές νοοτροπίες». Αυτές οι τελευταίες άνοιξαν ένα νέο δρόμο στην έρευνα της σύγχρονης ιστορίας, επικεντρωμένο στη μελέτη της «κοινής γνώμης»·

Ιστορία της κοινής γνώμης

Μ

ε τη διδακτορική διατριβή τού Rene Remond, Les Etats-Unis (Le­ vant Vopinion franqaise 1815-1852 (1962), την οποία προετοίμασε υπό τη διεύθυνση του Charles Pouthas, η έννοια της «κοινής γνώμης» νο­ μιμοποιείται ανάμεσα στους ιστορικούς. Ο Pierre Renouvin, στον πρό­ λογο που συντάσσει για το βιβλίο το προερχόμενο από αυτή τη διατριβή (ο Rene Remond ήταν τότε διευθυντής μελετών και ερευνών στο Εθνι­ κό Ίδρυμα Πολιτικών Επιστημών), υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα αυ­ τής της μελέτης και δηλώνει ότι «θα έχει μιμητές». Ο συγγραφέας του βι­ βλίου δεν κρύβει άλλωστε όσα οφείλει στον ιδρυτή-πατέρα της ιστορίας των διεθνών σχέσεων. «Η έρευνά μας εγγράφεται στη μελέτη αυτών των βαθύτερων δυνάμεων, στις οποίες ο κ. Renouvin αποδίδει κυρίαρχη θέ­ ση στα πλαίσια μιας διευρυμένης και ανανεωμένης αντίληψης για την ιστορία των διεθνών σχέσεων» (σ. 5). Η έννοια των «βαθύτερων δυνά­ μεων» επιτρέπει στον Rene Remond να αποστασιοποιηθεί από την πα­ λιά ιστορία των ιδεών γιατί, όπως επεξηγεί, η μελέτη του δεν περιορίζε­ ται στην εξέταση της άποψης των ελίτ. Αυτό που τον ενδιαφέρει, είναι ο συλλογικός χαρακτήρας της κοινής γνώμης. Για το λόγο αυτόν, υπο­ γραμμίζει ότι «ο ιστορικός της κοινής γνώμης, από θέση αρχής, δεν ασχολείται με την εξέταση ατομικών περιπτώσεων, δεν γνωρίζει παρά τα σύνολα». Τα σύνολα όμως αυτά είναι «τάξεις» ή «έθνη»; Είδαμε, στο προηγούμενο κεφάλαιο, ότι από τις αρχές του 20ού αιώνα, οι συγγρα­ φείς που επέμεναν στο ρόλο των συλλογικών δυνάμεων, διαφωνούσαν γύρω από το σημείο αυτό: Οι «αριστεροί διανοούμενοι» απέδιδαν προ­ νομιακή θέση κυρίως στις τάξεις ή τις κοινωνικές ομάδες, οι συντηρητι­ κοί κυρίως στο έθνος. Τη στιγμή που ο Rene Remond γράφει τη διδα­ κτορική του διατριβή, η συζήτηση αυτή φτάνει στο απόγειό της στα πλαίσια της πολεμικής, όπου αντιπαρατίθενται οι «μαρξιστές» (με επι­ [

95]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

κεφαλής τον Jean-Paul Sartre) και οι «φιλελεύθεροι» (με επικεφαλής τον Raymond Aron). Ο Rene Remond, χωρίς να αρνείται τυπικά τη δυνατό­ τητα ότι οι εργάτες ή οι χωρικοί επεξεργάστηκαν τη δική τους συλλογι­ κή άποψη για τις Ηνωμένες Πολιτείες, θεωρεί ότι η ταξική συνείδηση δεν αποτελεί την καταλληλότερη έννοια για τη μελέτη της κοινής γνώ­ μης. Στόχος του είναι η ανάδειξη της άποψης για τις Ηνωμένες Πολιτείες με την οποία συμφωνεί το σύνολο των Γάλλων, αποδίδοντας προνομια­ κή θέση στη μελέτη «αυτού του πυρήνα όπου τροφοδοτούνται και συναντώνται οι ιδιαίτερες ατομικές ή συλλογικές γνώμες [...]. Διακρίνουμε την ύπαρξη ενός είδους κοινής κληρονομιάς, συλλαμβάνουμε ένα γενικό κυρίαρχο προσανατολισμό σε κάθε γενιά» (σ. 860). Σε μεθοδολογικό επί­ πεδο, η προοπτική αυτή δικαιολογεί στα μάτια του συγγραφέα, το μικρό ενδιαφέρον του για τα διπλωματικά αρχεία, αντί των οποίων προτίμησε το έντυπο υλικό. Μια «κοινή γνώμη» δεν μπορεί να συγκροτηθεί, πράγ­ ματι, παρά μόνο στις κοινωνίες όπου υπάρχει δημοσιότητα των συζητή­ σεων. Εξού η σπουδαιότητα που αποδίδεται στη μελέτη του τύπου και, γενικότερα, όλου του έντυπου υλικού των τεκμηρίων. Στο μεθοδολογικό επίπεδο, ο Rene Remond αναφέρει τα πολλαπλά δάνεια από τη συγκρι­ τική λογοτεχνία. Υπογραμμίζει ότι οι πρόλογοι, οι εισαγωγικές παρατη­ ρήσεις και τα άλλα «προλογικά σημειώματα», για τον ιστορικό της κοι­ νής γνώμης, είναι συχνά πιο ενδιαφέροντα από το περιεχόμενο των ίδιων των έργων. Η επιχειρηματολογία που προβάλλει για την ανάδειξη αυτού που διακρίνει την ιστορία της κοινής γνώμης από την κοινωνιολογία των ρευμάτων γνώμης, την οποία ο Jean Stoetzel αναπτύσσει την ίδια στιγμή, δείχνει ότι παραμένει πιστός στην ιστορία «των γεγονότων» (όπως την εννοούμε εδώ). Για τον Rene Remond, πράγματι, ο ιστορικός ενδιαφέρεται για τη μοναδικότητα των ιστορικών καταστάσεων, ενώ ο κοινωνιολόγος επιχειρεί την παραγωγή μιας θεωρίας που υπερβαίνει τις διαφορές του πλαισίου. Η διατριβή αυτή σηματοδοτεί την αρχή ερευνών γύρω από την ιστορία της κοινής γνώμης που θα αναπτυχθούν στη συ­ νέχεια από ιστορικούς όπως η Fran^oise Mayeur (1966), ο Jean-Jacques Becker (1977) ή o Ralph Schor (1985).

[ 9 6 ]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ: ΕΝΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΑΚΟΜΗ ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΕΞΕΡΕΥΝΗΜΕΝΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

Η

ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης και η ιστορία των διεθνών σχέσεων έπαιξαν το ρόλο κινητήριας δύναμης στην ανάδυση της σύγχρονης ιστορίας στη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι κα­ τά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ένας μεγάλος αριθμός άλλων ερευ­ νών, αφιερωμένων ουσιαστικά στην εσωτερική πολιτική ζωή της Γαλ­ λίας από τις αρχές του 19ου αιώνα, είδαν το φως της δημοσιότητας. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της παραγωγής προέρχεται από συγγραφείς που βρίσκονται έξω από το μικρόκοσμο των πανεπιστημιακών ιστορικών. Ας αναφέρουμε τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν από τα μέλη της Ελεύθερης Σχολής Πολιτικών Επιστημών, όπως του Elie Halevy, συγ­ γραφέα μιας μνημειώδους ιστορίας της Μεγάλης Βρετανίας ή του Andre Siegfried τον οποίο μπορούμε να θεωρήσουμε ως τον ιδρυτή πατέρα της γαλλικής ιστορίας των εκλογών, ερευνητικός τομέας που θα επεκταθεί στο ΙΕΡ από τον Frangois Goguel (1946). Οι καθηγητές δικαίου θα συμ­ βάλουν και αυτοί σημαντικά. Ο Georges Weill δημοσιεύει πολυάριθμα έργα γύρω από την ιστορία των ιδεών και των πολιτικών θεωριών, το­ μέα στον οποίο συνεργάζονται επίσης κοινωνιολόγοι, όπως ο Hubert Bourgin (συγγραφέας μιας διδακτορικής διατριβής σχετικά με τον Fourier) ή ο Celestin Bougie (που μελέτησε την ιστορία του γαλλικού σο­ σιαλισμού). Σε αυτή την ιστορία των πολιτικών ρευμάτων, συμμετέχουν επίσης ιστορικοί, όπως ο Sebastien Charlety που δημοσιεύει μία από τις πρώτες ιστορίες του σαινσιμονισμού και κυρίως ο Jacques Droz (1944), συγγραφέας μιας διατριβής γύρω από την ιστορία του γερμανικού φιλε­ λευθερισμού. Από την πλευρά των καθηγητών της Σορβόνης, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο Charles Seignobos ήταν ένας από τους πρωτεργά­ τες της ιστορίας των πολιτικών κομμάτων και των εκλογών, στα γενικά έργα που δημοσίευσε πριν από το 1914 και στα άρθρα, από τα οποία ορισμένα συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο που εκδόθηκε το 1934. Πρέπει να συγκρατήσουμε το όνομα του Charles-Edmond Pouthas (1923), ο οποίος πρώτος, χάρη στη διδακτορική του διατριβή σχετικά με τον Guizot, θα δώσει στο βιογραφικό είδος σημαντική πανεπιστημιακή θέ­ ση. Καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στη Σορβόνη, θα διευθύνει μετά τον 7

[97]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

πόλεμο τις έρευνες ενός μεγάλου αριθμού εξαίρετων ιστορικών. Ανάμε­ σα στους μαθητές του (πέρα από τον Rene Remond), συμπεριλαμβάνεται ο Louis Girard που θα τον διαδεχτεί στη Σορβόνη και ο οποίος θα S συμβάλει, και αυτός, στο άνοιγμα νέων δρόμων στη σύγχρονη ιστορία. ; Η διδακτορική του διατριβή, με τίτλο La politique des travaux publics du Second Empire, την οποία υποστήριξε το 1950 (δημοσιεύτηκε το 1952) αποτελεί αναμφίβολα την πρώτη σημαντική έρευνα που στηρίζεται σε ευρεία χρήση των αρχείων των επιχειρήσεων (κυρίως αυτών των σιδη- ' ροδρομικών εταιρειών και της κτηματικής πίστης). Ωστόσο, εδώ ακόμη, η προοπτική παραμένει της τάξης των «γεγονότων», όπως δείχνει το ! πλάνο της διατριβής που οργανώνεται σε έξι μέρη, από τα οποία το κα- ; θένα ανταποκρίνεται σε μία χρονολογική περίοδο. Ο Louis Girard, μαζί με τον Louis Chevalier, θα προωθήσει στη Σορβόνη τις πρώτες έρευνες ΐ γύρω από την ιστορία του γαλλικού κράτους. Ο Jean Tulard (1976) ολο­ κληρώνει μια διδακτορική διατριβή γύρω από το Παρίσι και τη διοίκη­ σή του από το 1800 ως το 1830. Ο Pierre Renouvin, ο Jean-Baptiste Duroselle, o Louis Girard και o Charles-Edmond Pouthas θα συμβάλουν, j χάρη στη δραστηριότητά τους ως διευθυντές διδακτορικών διατριβών, στην ανάδυση πολυάριθμων άλλων ερευνητικών τομέων. Η θρησκευτική ιστορία θα ανοίξει έτσι τα φτερά της με τις έρευνες του Jean-Marie I Mayeur (1968), του Xavier de Montclos (1966), του Gerard Cholvy ' (1972). Η ιστορία των κομμάτων και της περιφερειακής πολιτικής ζωής επωφελείται επίσης από αυτή την άνθηση, κυρίως χάρη στις διδακτορικές διατριβές του Raymond Huard (1977) γύρω από τις εκλογές στο ■ Gard, του Bernard Menager (1979) σχετικά με τη βόρεια Γαλλία. Για να δώσουμε μια ιδέα σχετικά με άλλες ερευνητικές κατευθύνσεις που σκιαγραφούνται εκείνη τη στιγμή, μπορούμε να αναφέρουμε τη διατριβή του ί Pierre Sorlin (1967) σχετικά με τον Waldeck-Rousseau και του Raoul Girardet (1972) γύρω από την ιστορία της αποικιακής ιδέας.

[98]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

___________ Τ ε Κ Μ Η Ρ Ι Α ------------------

Η ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης: Το μάθημα του καθηγητή Aulard Σ τ α λά θη π ο υ π ρ ο έ ρ χ ο ν τ α ι α π ό α μ έ λ ε ια , α π ό α π ρ ο σ ε ξ ία , π ρ έ π ε ι ν α ε ίμ α σ τ ε α νεκ τικ οί, ε π ε ιδ ή , ο π ο ιο σ δ ή π ο τ ε τ α α ν α δ ε ικ ν ύ ε ι, έ χ ε ι δ ια π ρ ά ξ ε ι ο ίδ ιο ς σ φ ά λ ­ μ α τ α ή θ α δ ια π ρ ά ξ ε ι.

Αν όμως τα λάθη προέρχονται απ ό μια κακή μέθοδο, αν προέρχονται από την υιοθέτηση μιας θέσης, αν προέρχονται α π ό πολιτικά ή φιλοσοφικά πάθη, αν είναι σχεδόν όλα υποκειμενικά, αν υπάρχουν σε κάθε σελίδα, σχεδόν σε κά­ θε φράση, δεν αφαιρούν κάθε κύρος α π ό ένα ιστορικό βιβλίο; Αυτή είναι η περίπτωση του βιβλίου Origines de Ια France contemporaine. Έ πειτα α π ό μια συστηματική και μη προκατειλημμένη επαλήθευση, μ π ο ­ ρούμε να π ούμ ε ότι σε αυτό το βιβλίο αποτελεί εξαίρεση μια ακριβής α να φ ο­ ρά, μια ακριβής μεταγραφή κειμένου, ένας ακριβής ισχυρισμός. Αυτές οι ανακρίβειες, υπάρχουν σοβαρές, υπάρχουν ασήμαντες, υπάρχουν αθώες, υπάρχουν προκατειλημμένες, υπάρχουν όμω ς παντού ή σχεδόν παντού. Ό πως είπα στην αρχή, το βιβλίο μου αποτελεί μια κριτική έκδοση που, από μόνη της, θα μπορούσε να δείξει όλο τον εσφαλμένο χαρακτήρα μιας μεθόδου εργασίας, η οποία είναι πολύ περισσότερο α π ό ασυνήθης. Η έκδοση αυτή όντας αδύνατη, έπ ρεπε να κρατήσω για τον εαυτό μου ένα μεγάλο μέρος των σημειώσεων μου και να προσφέρω μια λεπτομερή κριτική ανάλυση. Αυτές οι λεπτομερείς κριτικές είναι πολυάριθμες. Α κολουθούν κυρίως το υπό κρίση κεί­ μενο, όπως ένα σώμα ένα άλλο σώμα, όπ ου δεν υπάρχει διακοπή επαφής π α ­ ρά μόνο στα λιγότερο σημαντικά, τα λιγότερο χαρακτηριστικά σημεία. Αν διαβάσει κανείς μόνο μερικές σελίδες α π ό αυτή την κριτική, θα μου κ α ­ ταλογίσει βερμπαλισμό, κακόβουλη σχολαστικότητα, πλήγμα εναντίον τη<; μνήμης ενός μεγάλου συγγραφ έα. Α ισθάνομαι ότι φαίνεται να μάχομαι μανιωδώς. Αν έχει κανείς την υπομονή να τη διαβάσει ολόκληρη, θα δει ότι η σχολά* στικότητα αυτή ήταν απαραίτητη, προκειμένου να κριθεί σε βάθος μια ευρ υ­ μάθεια που συνδέεται με πολύ μικρά γεγονότα, με αυτά τα μικρά γεγονότο που ο Taine αποκαλεί σημαντικά. Τα κενά είναι ίσως ακόμη σοβαρότερα α π ό τα λάθη. Οι αυθεντικότερες και πλουσιότερες πηγές της ιστορίας του δημοσίου πνεύματος, το οποίο αποτελεί το αληθινό θέμα του Taine, του διέφυγαν. Η βάση τεκμηρίων του, π α ρ’ όλη τ φ πολυτέλεια των αναφορών, είναι ατελής, ανεπαρκής, ό,τι και αν φαντάζετα και λέει ότι διάβασε και είδε, α π ’ ό,τι είχε να διαβάσει και να δει σχετικά μ£ το θέμα του. Αν απ ό το καθαυτό υλικό τεκμηρίων και α π ό την άμεση χρήση των πηγώ> [

99]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

π ο υ έκανε ο Taine, π εράσουμε στα γενικά συμπεράσματα, στις ιστορικές κρί­ σεις, σε κάθε είδους συμπεράσματα στα οπ οία καταλήγει, διαπιστώ νουμε ότι, παρόλο π ου α π έφ υ γε σχεδόν όλα αυτά τα λάθη ευρυμάθειας, δεν έδωσε μια λιγότερο λανθασμένη ιδέα, και, αν μπορώ να πω, μια ελάχιστα ιστορική ιδέα της Γαλλικής Επανάστασης. Πράγματι, ακόμη και αν όλα αυτά τα μικρά σημαντικά γεγονότα, π ο υ συνέλεξε και παρήγαγε, ήταν αληθινά, οι αφηγήσεις ή οι πίνακες π ου συγκροτεί θα ήταν ψεύτικοι λόγω της κατάχρησης γενικεύσεω ν, είτε μέσα στο χρόνο είτε μέσα στο χώρο. Α πό ένα ή ορισμένα γεγονότα π ου βλέπει μια συγκεκριμένη στιγμή ή έναν συγκεκριμένο τόπο, ο Taine συμπεραίνει αμέσως ότι ανάλογα γεγονότα παράγονται σε κάθε στιγμή και σε κάθε τόπ ο. Αν υπάρχουν ανατα­ ραχές, λεηλασίες, φόνοι στη Bretagne ή στην Provence, ο Taine βεβαιώνει ότι υπάρχουν σε όλη τη Γαλλία. Αν υπάρχουν το 1793, βεβαιώνει ότι υπάρχουν και το 1794 ή το 1795. Δεν είναι μία φορά, δεν είναι ορισμένες φορές π ο υ γενικ εύ­ ει με αυτόν τον τρόπο: γενικεύει πάντα. Αυτή η καταχρηστική γενίκευση, α π ο ­ τελεί τη μέθοδό του, μέθοδο σταθερή π ου έπ ρεπ ε διαρκώς να καταγγέλλω , με κίνδυνο να γίνω μονότονος: Θα έλεγα ότι αποτελεί τη μοναδική του σχεδόν μ έ­ θοδο. A lp h o n s e A u la r d ,

Taine, historien de la Revolution frangaise, A. Colin, 1907, σ σ . 324-326.

Οι «βαθιές δυνάμεις» στην ιστορία των διεθνών σχέσεων Η μελέτη των διεθνών σχέσεων φωτίστηκε ποικιλοτρόπω ς στο χώρο των ιστο­ ρικών ερευνών. Η παραδοσιακή αντίληψη τοποθετεί σε πρώ το π λάνο τις σχέσεις ανάμεσα στις κυβερνήσεις. Για να εξηγήσει αυτές τις σχέσεις, λαμβάνει κυρίως υπόψη τα πολιτικά συμφέροντα των κρατών -μ έρ ιμ να για ασφάλεια, δύναμη ή κύ­ ρ ο ς - και επιχειρεί να γνωρίσει τις πράξεις ή τις χειρονομίες όσων άσκησαν δι­ πλωματική δράση. [.··]

Οι νέες τάσεις της ιστορικής έρευνας, π ου τόνισαν τη μελέτη της υλικής ή πνευματικής ζωής των ανθρώπινων κοινωνιών, υπέδειξαν, στον τομέα των δ ιε­ θνών σχέσεων, έναν εντελώς διαφορετικό προσανατολισμό. Σε αυτή την π ρ ο ο ­ πτική, οι σχέσεις ανάμεσα στις κυβερνήσεις π αύουν να απ οτελού ν το επίκ ε­ ντρο του ενδιαφέροντος. Αυτό π ο υ ενδιαφέρει, είναι η ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στους λαούς. Η ιστορία όμως αυτή περιβάλλεται, πράγματι, α π ό δύο πολύ διαφορετικές μορφές:

[ 100]


ΜΙΑ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ»

Οι μεν επιχειρούν κυρίως να μελετήσουν τις ανθρώ πινες κοινωνίες στις σχέ­ σεις τους με το γεω γραφικό περιβάλλον, τις συνθήκες της υλικής ζωής, τις ο ι­ κονομικές δομές και τις αλλαγές τους, τα χαρακτηριστικά των πολιτισμών. Εί­ ναι αυτές οι «υπολανθάνουσες δυνάμεις», αυτά τα «βαθύτερα κινήματα» που μπορούν να εξηγήσουν, κατά τη γνώμη τους, την ιστορία των σχέσεων α νά μ ε­ σα στα κράτη και τους λαούς. Τι σημασία έχουν τα θεαματικά περιστατικά ή τα «ατυχήματα» π ου συγκροτούν το συνηθισμένο υφάδι της διπλωματικής ιστορίας; Απλή «επιφανειακή κίνηση», λέει ο κ. Fernand Braudel. Τι βαρύτη­ τα αποκτούν οι πράξεις ή οι χειρονομίες των ανδρών του κράτους; «Σκόνη των διαφόρων γεγονότω ν». Η π ροσπάθεια που καταβάλλεται για την α να σ ύ­ σταση των σταδίων μιας διαπραγμάτευσης δεν αξίζει π α ρά ένα ειρωνικό χ α ­ μόγελο. Γιατί να χάνει κανείς το χρόνο του στο να παρατηρεί αυτούς τους ελιγμούς, αυτές τις φτωχές δεξιότητες; Οι άλλοι, για π αρά δειγμ α ο κ. Federico Chabod, δεν πιστεύουν ότι οι οικ ο­ νομικές και κοινωνικές συνθήκες έχουν βαρύνουσα σημασία στις σχέσεις α ν ά ­ μεσα στους λαούς. Οι στατιστικοί πίνακες, οι γραφικές παραστάσεις, τα δ ια ­ γράμματα δεν επιτρέπουν την ανακάλυψη «του ιστορικού μυστικού». Οι μ ε­ γάλες «ιστορικές δυνάμεις» είναι τα συλλογικά συναισθήματα και πάθη. Άρα οι δυνάμεις αυτές συνδέονται κυρίως με το χαρακτήρα, τις παραδόσεις, τους τρόπους σκέψης, των οποίω ν την προέλευση θα ήταν π ολύ αυθαίρετο να α να ­ ζητήσουμε στις υλικές συνθήκες ζωής. Για την κατανόηση της ιστορίας των δ ιε­ θνών σχέσεων, πρέπει λοιπόν κατ’ αρχάς να γνωρίζουμε αυτές τις διανοητικές αντιδράσεις και αυτές τις ψυχικές καταστάσεις: ανάπτυξη του εθνικού αισθή­ ματος, αντίληψη των εθνικών συμφερόντων, ηθική συνοχή στο εσωτερικό του πληθυσμού του κράτους, εικόνα την οπ οία κάθε λαός σχηματίζει γ ια τους γείτονές του, συμπεριφορά αυτού του λαού απέναντι στην ιδέα του πολέμου, όπως και απέναντι στις προσπάθειες οικοδόμησης μιας «διεθνούς κοινωνίας». Έ να κρατικό πρόσω πο, ακόμη και όταν, δίκαια ή πρακτικά, κατέχει μια κ υ­ ρίαρχη εξουσία, δεν μπορεί να απ οφ ύγει αυτές τις επιρροές της συλλογικής ψυχολογίας και να δράσει χωρίς να τις λάβει υπόψη του. P ie r r e R e n o u v in ,

H isto ire des relations Internationales, Hachette, 1953, τ . 1, σσ. IX-XI.

[ 101 ]


r

Κ Ε Φ Α Λ Α ΙΟ

3

Ποσοτική ιστορία και «μακρά διάρκεια»

0 θρίαμβος της ποσοτικής και σειραϊκής ιστορίας στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 αποτελεί μια σημαντική στροφή της σύγ­ χρονης ιστορίας. Με επικεφαλής τον Fernand Braudel και τον Ernest Labrousse, οι στατιστικές μέθοδοι και η ανάλυση της «μα­ κράς διάρκειας» επιβάλλονται, συμβάλλοντας στη μετατροττη της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, σε ηγεμονικό ρεύμα της γαλλικής ιστοριογραφίας.

Pierre Chaunu, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, στη συμβολή του σχετικά με τη γαλλική ιστορική έρευνα, στους τρεις τόμους που διηύθυναν ο Jacques Le Goff και ο Pierre Nora (1974), δια­ πίστωνε (τ. 2, σ. 53) ότι η επιτυχία την οποία σημείωνε τότε η οι­ κονομική ιστορία οφειλόταν στο γεγονός ότι «η γενιά των ιστορικών οι οποίοι, μεταξύ σαράντα και εξήντα χρονών, κατείχαν τη στιγμή εκείνη διευθυντικές θέσεις στην έρευνα, τη γραφή και τη διδασκαλία, άρχισαν να παράγουν μέσα στην ατμόσφαιρα της μεγάλης οικονομικής κρίσης» (της δεκαετίας του 1930). Ξαναβρίσκουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης ιστορίας, που σημειώσαμε ήδη στα προηγούμενα κεφάλαια: Η επιστημονική περιέργεια των ιστορικών που ασχολούνται με αυτή την περίοδο, εξελίσσεται σε συνάρτηση με το πλαίσιο στο οποίο ζουν. Μετά τις επαναστάσεις και τους πολέμους, μετά το «κραχ» της Wall Street το 1929, η προσοχή της κοινής γνώμης θα εστιαστεί στο ζήτημα των «οικο­ νομικών κρίσεων». Το παράθεμα όμως του Pierre Chaunu δείχνει επίσης τη σημασία της έννοιας της γενιάς των ιστορικών. Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, ήδη στις αρχές του 20ού αιώνα, η συνάρθρωση των μεθοδολογικών ανανεώσεων (κριτική του υλικού των τεκμηρίων) και των θεσμικών αλλαγών (δημιουργία εδρών στη Σορβόνη) επέτρεψε

0

[ 103 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

στη γενιά των Sagnac, Mathiez, Lefebvre κ.ά. να επιφέρουν ανατροπές στην ιστοριογραφία της Γαλλικής Επανάστασης. Με παρόμοιο τρόπο, κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η ποσοτική και σειραϊκή ιστο­ ρία θα επωφεληθούν σε μεγάλο βαθμό από τις πολυάριθμες δημιουργίες θέσεων στα πανεπιστήμια. Χάρη σε αυτή τη θεσμική ανάπτυξη, η νέα γε­ νιά θα δείξει όλη την αξία της, θέτοντας σε εφαρμογή ένα νέο ερευνητι­ κό πρόγραμμα: την ποσοτική και σειραϊκή ιστορία. Το πρόγραμμα αυτό παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε με την ευκαιρία της ιστορίας των γεγονότων: Ιδρυτικά κείμενα, συλλογική κινητοποίηση των ιστορικών που απορρίπτουν τους προηγούμενους τρόπους γραφής της ιστορίας και εγκωμιάζουν μια πραγματική «επιστήμη» της ιστορίας, νέες προοπτικές και νέες μεθόδους, o l οποίες αναπτύσσονται με πρωτο­ βουλία νέων συλλόγων ερευνητών, σε νέα περιοδικά. Την ιστορία αυτού του ερευνητικού προγράμματος θα παρουσιάσουμε στο παρόν κεφά­ λαιο.

Ο Ernest lab r o u ss e Ή Η τέ χνη τη ς Μ εταφ ραςης

Ιστορική και στατιστική μέθοδος: Μια δύσκολη συνάντηση ι στατιστικές μέθοδοι εμφανίζονται σήμερα να κατέχουν καλή θέ­ ση ανάμεσα στα ποικίλα εργαλεία που ένας ιστορικός μπορεί να χρησιμοποιήσει για την ανάπτυξη των ερευνών του. Η κοινοτο­ πία όμως αυτή δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε τα εμπόδια τα οποία συνάντησαν όσοι, ιστορικά, υπήρξαν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν αυ­ τές τις μεθόδους. Προκειμένου να τοποθετήσουμε εκ νέου τα πράγματα στο πλαίσιό τους, πρέπει κατ’ αρχάς να επιμείνουμε στο γεγονός ότι, αντίθετα με αυτό που συχνά λέγεται, η οικονομική και κοινωνική ιστο­ ρία δεν δυσκολεύτηκε να επιβληθεί στην επιστήμη. Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, αυτή γεννήθηκε σχεδόν συγχρόνως με την πολι­ τική ιστορία. Μια γρήγορη εξέταση των ευρετηρίων τής Revue d ’histoire moderne et contemporaine, στα χρόνια που ακολουθούν τη δημιουργία της (1899), δείχνει ότι η «οικονομική και κοινωνική» ιστορία είναι η πε­ ρισσότερο ενισχυμένη. Ακόμη, στις αρχές του 20ού αιώνα, ο ερευνητικός αυτός τομέας αποκτά τη δική του έκδοση: τη Revue d ’histoire economique

Ο

[ 104]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

et sociale, που αποτελεί συνέχεια της Revue d ’histoire des doctrines eco­ nomiques, η οποία δημιουργήθηκε το 1908 (μετατρέπεται στη Revue d ’histoire economique το 1914). Εκτός από τον Philippe Sagnac, του οποίου τον πρωτοποριακό ρόλο στον παραπάνω τομέα αναφέραμε, από την εποχή αυτή η οικονομική και κοινωνική ιστορία προσελκύει ένα με­ γάλο αριθμό των πιο λαμπρών νέων ιστορικών. Πρόκειται για την περί­ πτωση του Henri See (1921) και κυρίως του Henri Hauser που κατείχε την έδρα της οικονομικής ιστορίας στη Σορβόνη μέχρι το 1937. Το ενδια­ φέρον αυτό οφείλεται στη σπουδαιότητα που οι πρώτοι στατιστικοί απέ­ δωσαν στην ιστορία. Η συνάντηση ανάμεσα στις δύο επιστήμες έλαβε χώρα πολύ νωρίς. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, στη Μεγάλη Βρετανία και κυρίως τη Γερ­ μανία, μια συζήτηση φέρνει αντιμέτωπους μεταξύ τους τούς ιστορικούς που ασχολούνται με τη χρήση των ποσοτικών προσεγγίσεων στην ιστο­ ρική επιστήμη. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, διάσημοι οικονομολόγοι αποδίδουν την πρωτοκαθεδρία στην οικονομική ιστορία. Εκτός από τον Emile Levasseur, συγγραφέα εργασιών σχετικά με την ιστορία του γαλλικού πληθυσμού και των εργατικών τάξεων, πρέπει να αναφέρουμε τον Albert Aftalion που δημοσιεύει πολλά έργα σχετικά με την ιστορία των οικονομικών κρίσεων στη Γαλλία, έργα στα οποία συ­ γκεντρώνει σειρές δεδομένων που αφορούν την εξέλιξη των τιμών από τα μέσα του 19ου αιώνα. Επηρεασμένοι από τις εργασίες αυτές, ορισμέ­ νοι ιστορικοί όπως ο Philippe Sagnac (1907), επιχειρούν τη χρήση στατι­ στικών μεθόδων από τους ιστορικούς. Πρόκειται όμως για μια αποτυ­ χία, επειδή οι ποσοτικές αυτές μέθοδοι θεωρούνται, γενικά, αντίθετες με την ιστορική μέθοδο. Σχεδόν όλοι οι ιστορικοί των αρχών του 20ού αιώ­ να παραμένουν πιστοί στον ορισμό της επιστήμης που παρουσιάζει ο Humboldt (βλέπε Κεφάλαιο 1). Η ιστορία είναι μια «ερμηνευτική» επι­ στήμη, μια επιστήμη του πλαισίου, του Zusammenhang, όπως λένε οι Γερμανοί. Αντικείμενό της είναι να αποκρυπτογραφήσει τα ίχνη του πα­ ρελθόντος, για να αποκαταστήσει τη σημασία τους επανατοποθετώντας κάθε στοιχείο στο εσωτερικό του συνόλου από το οποίο προέρχεται. Το στατιστικό διάβημα προϋποθέτει μια ολόκληρη δουλειά αφαίρεσης, που απαιτεί την απόσπαση από το πλαίσιό του καθενός από τα ιδιαίτερα στοιχεία τα οποία μελετά ο ιστορικός, με στόχο να μπορέσει να τα εν­ σωματώσει σε ένα ευρύτερο και πιο αφηρημένο σύνολο. Με τον τρόπο αυτόν μπορούμε, κατόπιν, να επεξεργαστούμε μέσους όρους, ποσοστά, συ­ [

105]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

χνότητες. Ένα τέτοιο διάβημα επιβάλλει στον ερευνητή να ομογενοποιή­ σει τα διαφορετικά δεδομένα, επομένως να αποκρύψει αυτό που αποτε­ λεί. τη μοναδικότητα τού υπό παρατήρηση φαινομένου. Για την ιστορία των γεγονότων, ο τρόπος αυτός «χειραγώγησης» του παρελθόντος είναι απαράδεκτος. Από τις αρχές του 20ού αιώνα, ο Charles Seignobos διατύπωσε σοβα­ ρές αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των κοινωνικών κατηγοριών που επεξεργάστηκαν οι υπηρεσίες της Γενικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Γαλλίας. Διαπιστώνει ότι οι όροι που καθορίζουν τα επαγγέλματα είναι ελαστικοί. Το περιεχόμενό τους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το κοι­ νωνικό περιβάλλον, τις περιοχές, τις εποχές κ.λπ. Κατά συνέπεια, οι πα­ ραπάνω στατιστικές κατηγορίες δεν έχουν αξία για την ιστορία. Ο Henri Hauser (1936) συμφωνεί απόλυτα με αυτή την άποψη. Κατά τη γνώμη του, οι στατιστικές μέθοδοι νομιμοποιούνται στην οικονομία, επειδή προσαρμόζονται στο σύγχρονο κόσμο. «Σε εποχές όμως που προηγού­ νται της γενίκευσης του βιομηχανικού πολιτισμού, το τυχαίο του τόπου και του χρόνου κυριαρχεί στην οικονομική ζωή». Για το λόγο αυτόν η ποσοτική ιστορία τού φαίνεται εξ ορισμού αντιφατική. Η άποψή του αυ­ τή επιφέρει άλλωστε τις πικρόχολες κριτικές του Francois Simiand, πριν από τον πόλεμο του 1914, τη στιγμή που οι πολεμικές ανάμεσα στους ιστορικούς και τους κοινωνιολόγους οπαδούς του Durkheim είναι λυσ­ σαλέες. Δεδομένου ότι ο Henri Hauser θα βασιλέψει, από την έδρα του στη Σορβόνη, σε όλο τον τομέα της οικονομικής ιστορίας μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1930 -είναι αυτός που διευθύνει το γαλλικό τμήμα της διεθνούς επιτροπής που δημιουργήθηκε το 1930 για την προώθηση μιας ευρείας ευρωπαϊκής έρευνας γύρω από την ιστορία των τιμών- καταλα­ βαίνουμε ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να εξε­ λιχθούν πριν από την άφιξη μιας νέας γενιάς ιστορικών. Χωρίς να εκθέ­ σουμε λεπτομερώς τις προσπάθειες που οι εκπρόσωποί της κατέβαλαν για να πείσουν τους συναδέλφους τους για τις αρετές του ποσοτικού διαβήματος, κρίνω χρήσιμο, παρ’ όλα αυτά, να υπενθυμίσω τα βασικά στάδια.

[ 106]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

Ένας πρωτοπόρος: 0 Frangois Simiand (1873-1935) ο πρώτο στάδιο είναι συναφές με το έργο του ίδιου του Frangois Simiand. Παρόλο που σήμερα αυτό δεν βρίσκεται σε καθόλου πε­ ρίοπτη θέση (βλέπε, ωστόσο, L. Gillard και Μ. Rosier, 1996), χάρισε στο συγγραφέα του μια πραγματική φήμη. Καθηγητής φιλοσοφίας που πέ­ τυχε στην agregation, καθηγητής στο Conservatoire national des arts et metiers και στο College de France, πρόεδρος της Societe statistique de Paris, o Frangois Simiand θεωρήθηκε, όσο ζούσε, ένας από τους πλέον επιφανείς Γάλλους διανοούμενους. Στηριζόμενοι στα δικά του λόγια, μπορούμε να ορίσουμε ολόκληρη την εργασία του ως μια «πειραματική θεωρία του μισθού». Θεωρία που αναπτύσσει εξολοκλήρου στο μνη­ μειώδες έργο που δημοσίευσε μερικά χρόνια πριν από το θάνατό του, με τίτλο Le Salaire, revolution sociale et la monnaie (1932). Η πολυπλοκότητα της σκέψης του συνίσταται στο γεγονός ότι, από την αρχή, μέσω των ερευνών του, ο Simiand επιδιώκει συγχρόνως τρεις στόχους. Στο φιλοσο­ φικό μέτωπο, στρατεύεται σε επιστημολογικές διαμάχες εναντίον των εκ­ προσώπων του «πνευματοκρατικού» ρεύματος (όπως του Henri Bergson, του οποίου υπήρξε μαθητής) που αρνούνται την ίδια τη δυνατότητα μιας κοινωνικής επιστήμης. Πράγμα που τον οδηγεί να επιχειρήσει να απο­ δείξει ότι είναι δυνατόν να εφαρμόσει στις κοινωνικές επιστήμες την πει­ ραματική μέθοδο που τέθηκε σε εφαρμογή από τις φυσικές επιστήμες. Στο μέτωπο της οικονομίας, αντιτίθεται στο φιλελεύθερο ρεύμα και στους πε­ ριθωριακούς (όπως ο Walras), οι οποίοι αναπτύσσουν μια αφηρημένη μα­ θηματική οικονομική επιστήμη, στην οποία ο Simiand αντιπαραβάλλει μια ανοιχτή οικονομία γύρω από την ιστορία και την κοινωνιολογία. Τέλος, ο Simiand επιχειρεί να δικαιολογήσει στους ιστορικούς τη χρήση ποσοτι­ κών μεθόδων για την εξήγηση του παρελθόντος. Στα μάτια του, η ιστο­ ρία δεν θα γίνει πραγματικά επιστημονική παρά μόνο όταν σταματήσει να αποδίδει προνομιακή θέση στις μονογραφίες και τις μελέτες περιπτώ­ σεων. Αρνείται αυτό που αποκαλεί «το παράδειγμα της μικρής ευτυχίας» που ωθεί τους περισσότερους ιστορικούς να θέτουν υποψηφιότητα για μια θέση, χωρίς ποτέ να αποδεικνύουν τον αντιπροσωπευτικό χαρακτή­ ρα της περίπτωσης που μελέτησαν. Οι στατιστικές μέθοδοι επιτρέπουν (κυρίως μέσω του παιχνιδιού των «σύγχρονων μεταβολών») τη διαδικα­ σία πραγματικών πειραματισμών, τον υπολογισμό των μέσων όρων, των συ­ χνοτήτων, των συντελεστών των συσχετίσεων, χάρη στους οποίους ο ερευ­

Τ

[

107]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

νητής μπορεί να ελπίζει στην εγκαθίδρυση οικουμενικής μορφής σχέσεων. Η σπουδαιότητα του έργου του Simiand έγκειται στο γεγονός ότι δεν μένει ευχαριστημένος από την πρόταση μιας θεωρίας και μιας μεθόδου. Την εφαρμόζει ο ίδιος στις εμπειρικές του έρευνες σχετικά με την ιστο­ ρία του νομίσματος και του μισθού στη Γαλλία. Χωρίς να επιμείνουμε εδώ σε αυτές τις εργασίες, ας υπογραμμίσουμε ωστόσο ότι αξιοποιούν μια συνολική πρόοδο των μισθών και των κερδών καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα. Πρόοδο που ο Simiand αποδίδει στην ανάπτυξη των νομισματικών μέσων (συνέπεια της ανακάλυψης των χρυ­ σωρυχείων στην Αμερική και τη Νότιο Αφρική). Στο εσωτερικό όμως αυτής της ανοδικής καμπύλης, διακρίνει κυκλικές κινήσεις, όπου εναλ­ λάσσονται περίοδοι ευημερίας (φάσεις Α) και ύφεσης (φάσεις Β). Ο Simiand συμπεραίνει ότι η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930 εί­ ναι αποτέλεσμα της σύγκλισης μιας συγκυριακής κρίσης και μιας αλλα­ γής του κύκλου (τέλος της περιόδου ευημερίας που άρχισε στις αρχές του 20ού αιώνα και απαρχή μιας περιόδου ύφεσης) συγκρίσιμη με αυτήν που η Ευρώπη γνώρισε την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης (1873-1896). Έτσι, τρία επίπεδα εξήγησης διακρίνονται: Στο εσωτερικό μιας κίνη­ σης «μακράς διάρκειας» (πολλών αιώνων) αυξήσεων των μισθών και των τιμών, ενσωματώνονται κινήσεις «μέσης διάρκειας» (οι φάσεις A και Β που συνιστούν κύκλους μιας εικοσαετίας) και συγκυριακά στοι­ χεία (ο «σύντομος χρόνος»). Ο Simiand όμως δείχνει επίσης ότι δεν μπο­ ρούμε να απομονώσουμε τους οικονομικούς παράγοντες από το κοινω­ νικό και πολιτικό τους πλαίσιο. Για παράδειγμα, οι διακυμάνσεις των τι­ μών και των μισθών μπορούν να παρακινήσουν ή να εμποδίσουν τη διεκδικητική δράση των εργατών. Αντίστροφα, οι κοινωνικοί αγώνες έχουν οικονομικές συνέπειες, επειδή μπορούν να επιφέρουν πάγωμα της παραγωγής (απεργίες), να καταλήξουν σε αυξήσεις μισθών, επομένως σε αύξηση του κόστους παραγωγής κ.λπ.

Πώς αφηγούνται τον Simiand στους ιστορικούς

Τ

ο δεύτερο αποφασιστικό στάδιο των μεταβολών που θα επιτρέψουν την ανάπτυξη της οικονομικής ιστορίας, συνίσταται σε αυτό που θα αποκαλούσα διαδικασία «μεταφρασης» του έργου του Simiand στη γλώσσα των ιστορικών. Τη στιγμή της δημιουργίας των Annales, ο Lucien [ 108]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

Febvre επιχείρησε να εξοικειώσει αυτούς τους τελευταίους με τη σκέψη του Simiand. Η πρωτοβουλία όμως δεν θα έχει αποτέλεσμα. Ο Simiand, από τη στιγμή της δημοσίευσης των δριμύτατων άρθρων του εναντίον των επικεφαλής της ιστορικής επιστήμης, δεν περιβάλλεται με αγιότητα από την πλευρά των ιστορικών. Άλλωστε, οι ειδικοί της οικονομικής ιστορίας, κυρίως της σύγχρονης ιστορίας, είναι ακόμη ελάχιστοι ώστε να έχουν οι έρευνές του κάποια επιρροή. Σε αυτούς τους λόγους πρέπει να προσθέσουμε και έναν άλλον. Η πολύ αφηρημένη γλώσσα του φαίνεται στους ιστορικούς ακατανόητη και «εξεζητημένη». Ο Simiand εξάλλου, ελάχιστα επιρρεπής στους συμβιβασμούς, δεν θα κάνει ποτέ καμιά παι­ δαγωγική προσπάθεια και θα αρνηθεί, τελικά, την προσφορά συνεργα­ σίας που του γίνεται από τα Annales. Ο Ernest Labrousse θα πραγματοποιήσει τη μακρά εργασία «μετά­ φρασης», χωρίς την οποία το έργο του Simiand δεν θα μπορούσε ποτέ να παίξει κάποιο ρόλο στην ιστορία. Όπως ο Pierre Renouvin, ο Ernest Labrousse μπορεί να θεωρηθεί στην αρχή ένας «outsider». Όχι μόνο δεν προέρχεται από την Ecole normale, αλλά ακόμη δεν πέτυχε στην agregation της ιστορίας (πράγμα που θεωρείται γενικά απόλυτο «μειο­ νέκτημα» για την κοινότητα των ιστορικών). Ο Labrousse, καταγόμενος από τη μικροαστική βιοτεχνική τάξη της δυτικής Γαλλίας, άρχισε σπου­ δές στην ιστορία πριν από τον πόλεμο του 1914, που τον οδήγησαν να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Alphonse Aulard και να αποκτήσει ένα πτυχίο σχετικά με την ιστορία της Επανάστασης. Η πολιτική του όμως στράτευση τον οδηγεί προς τη δημοσιογραφία (συνεργάζεται με τη L ’Humanite, και τον Populaire) και, κατόπιν, στην οικονομία. Η ρήξη με το PCF το 1924 ωθεί τον Labrousse να επενδύσει την αγωνιστική του ενέργεια στην επιστημονική έρευνα. Το 1932, υποστηρίζει στη Νομική Σχολή μια διδακτορική διατριβή οικονομίας υπό τη διεύθυνση του Albert Aftalion, που αναφέρεται στην κίνηση των τιμών και των εισοδη­ μάτων στη Γαλλία κατά το 18ο αιώνα (1933). Η εργασία αυτή στηρίζεται στην επεξεργασία των διοικητικών στατιστικών του Παλαιού Καθεστώ­ τος (επίσημοι εβδομαδιαίοι τιμοκατάλογοι των προϊόντων που πωλούνταν σε μια δημόσια αγορά). Ο Labrousse, χάρη στην εκπαίδευσή του ως οικονομολόγου, μπόρεσε να μελετήσει βαθιά το έργο του Simiand (του οποίου τα μαθήματα πα­ ρακολούθησε στην Ε Ρ Η Ε ) και να το χρησιμοποιήσει για τις δικές του έρευνες. Όπως όμως θα υπενθυμίσει ο ίδιος σε μια συνέντευξη που δη­ [ 109 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

μοσιεύτηκε λίγο καιρό πριν από το θάνατό του, οι ιστορικοί θα υποδε­ χτούν με επιφύλαξη αυτή την εργασία. «Βρισκόμαστε στο 1932, μόλις αρχίζει η έκδοση των Annales. Δεν υπάρχει ακόμη πλήθος ιστορικών με καλή οικονομική κουλτούρα» (Ε. Labrousse, 1980). Οι εργασίες του Labrousse αρχίζουν ωστόσο να κυκλοφορούν. Η διδακτορική του δια­ τριβή παρουσιάζεται από τον Georges Lefebvre κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας της Εταιρείας Νεότερης Ιστορίας. Όπως θα περίμενε κανείς, αντιμετωπίζει τη σφοδρή κριτική του Henri Hauser που του προσάπτει ότι έδειξε πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στις διοικητικές πηγές του Παλαιού Καθεστώτος. Ο Lefebvre, προκειμένου να αντικρούσει την κριτική αυτή, επιμένει γύρω από το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι έρευνες του Labrousse για την καλύτερη κατανόηση των αιτιών της Γαλλικής Επα­ νάστασης. Προσθέτει ότι ο Labrousse δούλεψε «ως ιστορικός». Σε αντί­ θεση με τον Simiand, που δημιουργεί μια θεωρία, ο Labrousse θέλει να κατανοήσει συγκεκριμένα ιστορικά ζητήματα. Ο Lefebvre (1937) προ­ σθέτει ότι ακόμη και αν προσφέρει δεδομένα που μπορούν να τεθούν σε σειρές, αυτά είναι ικανά να εμπλουτίσουν «συμβάντα καθαρά γεγονοτολογικά, όπως λέει ο Simiand, τα οποία ξεφεύγουν από την αρμοδιότητα του στατιστικού». Εύγλωττη αναφορά, γιατί δείχνει ότι ο «ιδρυτής πατέ­ ρας» της γαλλικής ποσοτικής ιστορίας δεν μπόρεσε, αρχικά, να γίνει αποδεκτός από τους ιστορικούς παρά μόνο επειδή παρουσιάστηκε ως οπαδός της ιστορίας των γεγονότων!

Η στροφή της δεκαετίας του 1950 Μια εξαιρετικά ευνοϊκή θεσμική θέση

Ο

ι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές αναστατώσεις που ταρακουνούν τη Γαλλία από την εποχή του Λαϊκού Μετώπου μέχρι τον ■ψυχρό πόλεμο μπορούν να εξηγήσουν το γεγονός ότι το πλαίσιο, στη δε­ καετία του 1950, έγινε πολύ πιο ευνοϊκό για τους οπαδούς της ποσοτικής ιστορίας. Η θέληση των δημοσίων αρχών να κατανοήσουν καλύτερα την κοινωνία και να προβλέψουν την εξέλιξή της συγκεκριμενοποιείται με τη δημιουργία πολυάριθμων θεσμών που στρέφονται προς τις κοινωνι­ κές επιστήμες. Το 6ο Τμήμα («οικονομικό και κοινωνικό») της Ecole Pra­ tique des Hautes Etudes, του οποίου πρόεδρος είναι ο Lucien Febvre, 11 1 0 }


r _____________________

ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»_______________________

ιδρύεται στα χρόνια που ακολουθούν τον πόλεμο, όπως και η Fondation Nationale des Sciences Politiques. Οι στατιστικές μέθοδοι θριαμβεύουν κυρίως χάρη στη δημιουργία του Institut national d’ etudes demographiques (IN E D ) και του INSEE. Οι οικονομολόγοι-στατιστικοί αυτού του οργανισμού εφαρμόζουν, στα επόμενα χρόνια, τις περίφημες «κοινωνικοεπαγγελματικές κατηγορίες» με βάση τις οποίες θα διενεργηθούν όλες οι απογραφές από το 1954 και μετά. Για το πρόβλημα που μας απασχο­ λεί εδώ, πρέπει να αναφέρουμε επίσης τη δημιουργία του Institut de science economique appliquee (ISEA), που διευθύνεται από τον οικονο­ μολόγο Francois Perroux. Με πρωτοβουλία του δημιουργείται μια ερευ­ νητική ομάδα σχετικά με την ποσοτική ιστορία της γαλλικής οικονομίας, η οποία εμψυχώνεται από τον Jean Marczewski και στηρίζεται σε μεγά­ λο βαθμό στα νέα στατιστικά και μαθηματικά όργανα που επεξεργάζο­ νται οι υπηρεσίες του Εθνικού Λογιστηρίου. Στο πλαίσιο αυτό, η ποσο­ τική ιστορία αρχίζει να γίνεται πολύ περισσότερο αποδεκτή από τους ιστορικούς. Το νέο όμως αυτό βλέμμα σχετίζεται με το γεγονός ότι η πα­ λιά γενιά που κυριαρχούσε στην ιστορική επιστήμη από τις αρχές του 20ού αιώνα, εξαφανίζεται προς όφελος της επόμενης. Έτσι, το 1937, ο Marc Bloch διαδέχεται τον Henri Hauser στην έδρα οικονομικής ιστο­ ρίας. Πρόωρα όμως χαμένος (αντιστασιακός, δολοφονείται από τους ναζί το 1944), αντικαθίσταται από τον Ernest Labrousse. Αυτός θα μπο­ ρέσει να προωθήσει ευρέως την ποσοτική οικονομική και κοινωνική ιστορία, λόγω της εξαιρετικής θεσμικής θέσης που κατέχει κατά τις δύο δεκαετίες που ακολουθούν τον πόλεμο. Κατέχει πράγματι την έδρα του στη Σορβόνη μαζί με τη θέση του διευθυντή ερευνών στο 6ο Τμήμα της Ε ΡΗ Ε. Παίζει επίσης έναν πολύ σημαντικό ρόλο στο CNRS και στις επιτροπές προσλήψεων. Προφανώς όμως ο πολλαπλασιασμός του αριθμού των θέσεων στα πανεπιστήμια θα επιτρέψει την εφαρμογή της νέας αυτής προσέγγισης της ιστορίας. Όπως σημειώνει ο Jean Glenisson (1965, ό.π., σ. XXIII), «το φυσικό παι­ χνίδι της αλλαγής φρουράς των γενεών εξύψωσε διαδοχικά στον πανε­ πιστημιακό χώρο τους δασκάλους γύρω από τους οποίους άρχισαν να συγκεντρώνονται οι νέοι μαθητές, γοητευμένοι από τα διάσημα έργα που πρόσφεραν τα αναμενόμενα πρότυπα. Διδακτορικές διατριβές και πτυχία αποτελούν ένδειξη του βαθμού επιρροής των νέων αντιλήψεων σε όλους τους ερευνητικούς τομείς».

[111 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η διδακτορική διατριβή του 1944

Τ

ο πάθος όμως της νέας γενιάς για το έργο του Ernest Labrousse εξη­ γείται από τις προσπάθειες που ο τελευταίος κατέβαλε για να υιο­ θετηθεί από το χώρο. Για το σκοπό αυτόν γράφει μια δεύτερη διδακτο­ ρική διατριβή, ιστορίας αυτή τη φορά, την οποία υποστήριξε στη Φιλο­ σοφική Σχολή και έχει τον τίτλο La Crise de I’economie franqaise a la fin de I’ Ancien Regime et au debut de la Revolution (1944). Αν εξετάσουμε το κείμενο της περίφημης «Εισαγωγής» αυτής της διδακτορικής διατρι­ βής, βλέπουμε τη μέριμνα του Ernest Labrousse στο να γίνει κατανοητή από όλους η νέα γλώσσα που χρησιμοποιεί. Πρόκειται για ένα σημείο που είναι, στα μάτια μου, ουσιαστικό επειδή δείχνει ότι ο Labrousse, όπως ο Marc Bloch πριν από αυτόν, θεωρεί ότι η γραφή της ιστορίας εί­ ναι κατ’ αρχάς ένα ζήτημα επικοινωνίας ανάμεσα σε ένα συγγραφέα και τους αναγνώστες του. Είναι επομένως ζήτημα ζωτικής σημασίας οι μεν και οι δε να μιλούν την «ίδια γλώσσα». Ο Labrousse γνωρίζει, από πεί­ ρα, ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιστορικών δεν έχουν οικονομική κουλ­ τούρα και δεν είναι συνηθισμένοι να χειρίζονται αφηρημένα σχήματα. Επομένως, προκειμένου οι υποθέσεις του και το ερευνητικό του πρό­ γραμμα να μπορέσουν να ασκήσουν μια ορισμένη επιρροή στην επιστή­ μη της ιστορίας, να συζητηθούν δηλαδή, να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής από όσους γνωρίζουν για τι πράγμα μιλούν και να αποκτήσουν συνεχιστές, πρέπει προηγουμένως να εξαλειφθούν οι επικοινωνιακές δυ­ σκολίες. Για το λόγο αυτόν, ο Ernest Labrousse επιχειρεί να εξηγήσει την έννοια με την οποία χρησιμοποίησε τις λέξεις που δεν ανήκουν στο συ­ νηθισμένο λεξιλόγιο των ιστορικών. «Ομολογώ ότι επιλέγοντας τη λέξη “κρίση” είχα κυρίως μια μέριμνα κοσμικού χαρακτήρα: Αυτή του να μι­ λήσω όσο το δυνατόν περισσότερο τη γλώσσα όλου του κόσμου, να υπο­ δεχτώ με αξιαγάπητο τρόπο τον αναγνώστη - με άλλα λόγια, να είμαι περισσότερο παιδαγωγικός». Στη συνέχεια, δίνει τον ορισμό των κύριων οικονομικών όρων που χρησιμοποίησε: «διακυμάνσεις» (εποχικές, ετή­ σιες), «δεκαετής κύκλος», «κίνηση μακράς διάρκειας» (ένα τέταρτο του αιώνα, το πολύ μισός αιώνας), «σύντομος χρόνος» (στιγμή της κρίσης, που χωρίζει δύο φάσεις ευημερίας), «ύφεση», «δομή και συγκυρία». Αν αυτοί οι όροι έχουν περάσει σήμερα στην τρέχουσα γλώσσα του ιστορι­ κού, είναι γιατί ο Labrousse πραγματοποίησε αρχικά όλη αυτή την παι­ δαγωγική δουλειά. [ 112 ]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

Ο δεύτερος λόγος που εξηγεί την επιρροή που άσκησε η διδακτορική διατριβή του 1944 συνίσταται στο γεγονός ότι αποτελεί μια πρωτότυπη συμβολή στη σκέψη γύρω από ένα θέμα το οποίο ανέκαθεν απασχολού­ σε τους Γάλλους ιστορικούς: τις αιτίες της Επανάστασης. Αντίθετα με τον Jaures και τον Mathiez, αλλά σύμφωνα με τον Michelet, ο Labrousse θεωρεί ότι το 1789 υπήρξε μια επανάσταση των εξαθλιωμένων. Εκτιμά ότι η οικονομική κρίση, που επιδεινώθηκε από μια κακή σοδειά, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στα επαναστατικά γεγονότα, επειδή προκάλεσε μια άνοδο των τιμών των προϊόντων αρτοποιίας, πράγμα που επέφερε την πείνα στις λαϊκές τάξεις. Ο Labrousse, όπως ο Georges Lefebvre, εκτιμά ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις κοινωνικές και πολιτικές όψεις της Επανάστασης παρά μόνο αν τονίσουμε τις οικονομικές τους αιτίες. Ο Labrousse όμως αναπτύσσει την προοπτική αυτή στηριζόμενος σε εντελώς νέα εργαλεία ανάλυσης. Όλη του η έρευνα βασίζεται, πράγματι, στην εκμετάλλευση στατιστικών δεδομένων, επεξεργασμένων το 18ο αιώ­ να. Με βάση μια λεπτομερή κριτική εργασία πάνω σε αυτές τις πηγές, επεξεργάζεται εθνικές αριθμητικές σειρές, σχετικά με την εξέλιξη που παρουσιάζουν οι τιμές, οι σοδειές, τα βιοτεχνικά προϊόντα, το εμπόριο. Στην κριτική που αφορά τον εύθραυστο χαρακτήρα των πηγών αυτών, ο Labrousse αντιπαραθέτει την αξιοπιστία των στατιστικών μεθόδων, κυρίως το νόμο των «αντισταθμιστικών σφαλμάτων» και των ελέγχων συμφωνίας. Αυτές οι μεθοδολογικές ανανεώσεις εξαπλώνονται για να επιτρέψουν την τροφοδότηση της συζήτησης σχετικά με τη φύση των οι­ κονομικών κρίσεων στη νεότερη και σύγχρονη εποχή. Στις κοινωνίες όπου κυριαρχεί η αγροτική οικονομία, η απότομη αύξηση των τιμών -ως συνέπεια μιας κακής σοδειάς (η προσφορά γίνεται μικρότερη από τη ζή­ τηση)- εξηγεί την εμφάνιση μιας κρίσης. Εξού η προνομιακή θέση που ο ιστορικός οφείλει να αποδώσει στην ιστορία των τιμών των προϊόντων αρτοποιίας με βάση τα δημητριακά, τα οποία αποτελούν τη βάση της διατροφής του λαού. Η κρίση του 1929 εικονογραφεί ένα άλλο πρότυπο, που είναι χαρακτηριστικό των βιομηχανικών κοινωνιών. Στην περίπτω­ ση αυτή, η υπερπαραγωγή, η συσσώρευση αποθεμάτων από τις επιχει­ ρήσεις προκαλεί την πτώση των βιομηχανικών τιμών και την ύφεση, η οποία συχνά ενισχύεται από τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία.

8

[

113]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Μια οικονομική ιστορία της κοινωνίας ν ο Labrousse υπήρξε αρχικά ένας ιστορικός της οικονομίας, μετά τη δεκαετία του 1950, στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς την κοινωνική ιστορία. Πρέπει ωστόσο να υπογραμμίσουμε ότι η άποψή του για τον κοινωνικό κόσμο θα παραμείνει πάντοτε σημαδεμένη από την οικονομική προοπτική που αρχικά επεξεργάστηκε. Σε τέτοιο σημείο μά­ λιστα που δεν θα ήταν υπερβολικό να σκεφτούμε ότι ο Labrousse και οι μαθητές του επεξεργάστηκαν πραγματικά ως «κοινωνική ιστορία» μια οικονομική ιστορία της κοινωνίας. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά όταν εξετάζουμε τον τρόπο με τον οποίο ο ιστορικός ορίζει τις βασικές κοι­ νωνικές ομάδες της σύγχρονης Γαλλίας. Στα μάτια του, τα οικονομικά κριτήρια (το επίπεδο των εισοδημάτων, η επαγγελματική δραστηριότη­ τα) παίζουν τον ουσιαστικό ρόλο. Για το λόγο αυτόν, ο Labrousse ενδιαφέρεται πριν απ’ όλα για τις κοινωνικές τάξεις. Αυτό εξηγείται, βε­ βαίως, από την επιρροή του μαρξισμού, αλλά και από το γεγονός ότι το οικονομικό διάβημα προσφέρεται ιδιαίτερα καλά για την εφαρμογή στα­ τιστικών εργαλείων. Κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Συνεδρίου των ιστορικών επιστημών που έγινε στη Ρώμη το 1955, ο Labrousse παρου­ σιάζει ένα ευρύ πρόγραμμα συλλογικών ερευνών σχετικά με τις κοινω­ νικές δομές το 18ο και 19ο αιώνα, επικεντρωμένο στη μελέτη της αστικής τάξης. Η προνομιακή θέση που αποδίδεται στην οικονομική προσέγγιση φαίνεται καθαρά από την αρχή της διατύπωσης του σχεδίου, αφού η αρ­ χειακή δουλειά μπορεί να επιτρέψει την «απαρίθμηση, την ταξινόμηση, την ιεράρχηση κατά επαγγέλματα, από επάγγελμα σε επάγγελμα και έξω από επαγγελματικά πλαίσια». Ο πολλαπλασιασμός των εργασιών που πραγματοποιούνται στην προοπτική αυτή, θα επιτρέψει στον Ernest Labrousse, ο οποίος πάντα είχε την έγνοια να δώσει μια συλλογική διά­ σταση στα σχέδιά του, να συμπληρώσει το πρόγραμμά του στην επόμε­ νη δεκαετία. Τρία συνέδρια που οργανώθηκαν στην ανώτατη Ecole normale του Saint-Cloud, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, μπορούν να θεω­ ρηθούν το καταληκτικό σημείο της προσέγγισης αυτής. Κατά τη διάρ­ κεια της πρώτης από τις συναντήσεις αυτές, που αφιερώνεται στην κοι­ νωνική ιστορία, ο Labrousse (1965, σ. 4) αναπτύσσει μια άποψη για την ιστορία, που συμπίπτει εντελώς με τον περίφημο υπότιτλο που υιοθετεί­ ται από τα Annales την επομένη του πολέμου: «Οικονομίες-κοινωνίες-

Α

[ 114

)


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

πολιτισμοί». «Η αλήθεια, δηλώνει με ενθουσιασμό που μαρτυρά την περιρρέουσα αισιοδοξία, είναι ότι μια νέα κοινωνική ιστορία αρχίζει, σε στενή σχέση με μια ανανεωμένη οικονομική ιστορία και μια κοινωνιολογία σε πλήρη ανάπτυξη. Και ότι το αντικείμενο αυτής της ιστορίας, πέρα από τη μελέτη των κοινωνικών ομάδων και των σχέσεών τους, είναι η μελέτη των σχέσεων ανάμεσα στο οικονομικό, το κοινωνικό και το νοητικό [...]. Η κίνηση είναι κατεξοχήν, αλλά όχι πάντοτε, το οικονομικό. Επομένως, όταν η ώθηση προέρχεται από το οικονομικό και σε σχέση με το οικονομικό, το κοινωνικό καθυστερεί. Αντίστροφα, όταν το κοινωνι­ κό έχει το ίδιο την πρωτοβουλία καθυστερεί το οικονομικό. Με άλλα λό­ για, η κοινωνική δομή αποτελεί μια αντίσταση. Σε σχέση όμως με το κοι­ νωνικό, το νοητικό καθυστερεί με τη σειρά του. Και η καθυστέρηση του νοητικού είναι η πιο δυνατή από όλες. Η νοοτροπία ενός χώρου αλλάζει πιο αργά από τον ίδιο το χώρο». Και προσθέτει ότι «η αντίσταση της κυ­ ρίαρχης νοοτροπίας αποτελεί έναν από τους μεγάλους παράγοντες της αργής ιστορίας. Μπλοκάρει ή αναβάλλει τις συνειδητοποιήσεις. Αποτε­ λεί την υπέρμετρη τύχη των αντεπαναστάσεων». Διαπιστώνοντας ότι, μέχρι τότε, οι ιστορικοί μελετούσαν κυρίως τις «κινήσεις», τους προσκαλεί να στραφούν προς τις «αντιστάσεις». Το παράθεμα αυτό εικονογραφεί πλήρως το σχήμα που ο Labrousse επεξεργάστηκε προοδευτικά για να υπερασπιστεί την αρχή μιας συνολι­ κής ιστορίας την οποία αντιπαραθέτει στις μορφές γενίκευσης που ανέ­ πτυξαν προηγουμένως οι οπαδοί της ιστορίας των γεγονότων. Όλη η σύγχρονη ιστορία της Γαλλίας μπορεί να μελετηθεί με βάση αυτό το μη­ χανισμό σε τρία επίπεδα, ο οποίος αρχίζει πάντοτε από τα κάτω (η οι­ κονομική υποδομή) και ολοκληρώνεται πάντοτε προς τα πάνω (οι υπερ­ δομές: νοοτροπίες, κουλτούρες κ.λπ.). Πράγμα που καταλήγει σε μια αντίληψη για την ιστορία με όρους «δομής και συγκυρίας». Αυτή η μή­ τρα του Labrousse (που είναι επίσης αυτή των Annales) θα χρησιμοποιη­ θεί ως σχέδιο, με μικρές παραλλαγές, σε πλήθος διδακτορικών διατρι­ βών, όπως θα δούμε παρακάτω. Προηγουμένως, πρέπει να πούμε μια λέξη για ένα άλλο σημαντικό ρεύμα σχετικό με την ανάπτυξη ποσοτικών μεθόδων στην ιστορία: την ιστορική δημογραφία.

[

115]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΑΠΟ ΤΗ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΑ ις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, χάρη κυρίως στις εργασίες του Jacques Bertillon, η δημογραφία έγινε μια ξεχωριστή, στενά συνυφασμένη με τα μαθηματικά και τις στατιστικές μεθόδους, επι­ στήμη. Στις αρχές του 20ού αιώνα, με επικεφαλής τον Alfred Sauvy, η Γαλλία εμφανίζεται, σε παγκόσμιο μάλιστα επίπεδο, στην αιχμή αυτού του τομέα. Ωστόσο, μέχρι το 1939, οι δημογράφοι δεν διατηρούν σχέσεις με τους ιστορικούς. Η δημιουργία του IN E D , την επομένη του πολέμου, θα επιτρέψει τις πρώτες συναντήσεις. Στο περιοδικό του IN E D , Popu­ lation, ο ιστορικός Jean Meuvret προτείνει να συμπληρώσει τις αναλύ­ σεις του Labrousse εγκαθιστώντας συσχετισμούς ανάμεσα στην εξέλιξη των τιμών και τις πληθυσμιακές κινήσεις. Δείχνει ότι στο Παλαιό Καθε­ στώς, αν η αύξηση των τιμών του σπόρου προκαλεί λιμούς, έχει και δημογραφικές συνέπειες (αύξηση της θνησιμότητας, αμηνόρροια από πεί­ να κ.ά.). Τα επόμενα χρόνια η δημογραφική ιστορία εξελίσσεται προς την ιστορική δημογραφία χάρη σε έναν παθιασμένο δημογράφο της ιστορίας, τον Louis Henry, που θα παίξει, και αυτός, μεγάλο ρόλο «με­ ταφραστή», με σκοπό να εξοικειώσει τους ιστορικούς με τις έννοιες και τις μεθόδους της δημογραφίας. Αρχικά, για την επίλυση κυρίως προβλη­ μάτων του παρόντος, στρέφεται προς την ιστορία. Θέλει να κατανοήσει τους λόγους των διαφορών της γονιμότητας στη Γαλλία (βρισκόμαστε πράγματι στη συγκυρία του baby boom, που ακολουθεί έναν αιώνα μαλθουσιανισμού). Ο Louis Henry (1953), σε ένα ιδρυτικό άρθρο με τον τίτ­ λο «Ένας ανεκμετάλλευτος δημογραφικός πλούτος: Τα ενοριακά κατά­ στιχα», προσελκύει την προσοχή των ιστορικών γύρω από έναν όγκο εξαιρετικά πλούσιων, αλλά ελάχιστα εξερευνημένων αρχείων: τις λη­ ξιαρχικές πράξεις γεννήσεων, γάμων και θανάτων. Μερικά χρόνια αργό­ τερα, σε συνεργασία με τον Michel Fleury, δημοσιεύει το πρώτο εγχειρί­ διο ιστορικής δημογραφίας (1956). Το εγχειρίδιο αυτό, που επεξηγεί στους ιστορικούς πώς να αποδελτιώνουν και να εκμεταλλεύονται τις παλιές ληξιαρχικές πράξεις, θα ασκήσει μια πολύ σημαντική επιρροή. Οπως η εισαγωγή της διδακτορικής διατριβής του Labrousse, πρόκειται πράγματι για ένα εργαλείο δουλειάς που οι ιστορικοί μπορούν άμεσα να χρησιμοποιήσουν. Με τις μεγάλες διδακτορικές διατριβές του Pierre Goubert, του F.m m a -

Τ

[

116]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

nuel Le Roy Ladurie, του Jean-Claude Perrot και πολλών άλλων, η ιστο­ ρική δημογραφία που ασχολείται με τη νεότερη ιστορία θα γνωρίσει τις πιο μεγάλες επιτυχίες της. Ωστόσο, η προώθηση από το INED μιας με­ γάλης συλλογικής έρευνας γύρω από τις δημογραφικές μεταβολές της Γαλλίας από την εποχή του Λουδοβίκου Μου θα καταλήξει στη δημο­ σίευση πολυάριθμων άρθρων στο περιοδικό Population που θα αναδεί­ ξουν ανάγλυφα, με μεγάλη ακρίβεια, τη φυσική κίνηση του γαλλικού πληθυσμού από το 1740 μέχρι το 1829 και κατόπιν μέχρι το 1874. Ακό­ μη εδώ, πρέπει να υπογραμμίσουμε τη συλλογική διάσταση του ερευνη­ τικού αυτού προγράμματος. Το 1964, ο Marcel Reinhardt μαζί με τον Andre Armengaud ιδρύουν την Εταιρεία Ιστορικής Δημογραφίας που θα δημοσιεύει κάθε χρόνο, για μεγάλο διάστημα, πολλές εκατοντάδες μονογραφιών. Ο νέος αυτός ερευνητικός τομέας αποκτά πολύ γρήγορα και το δικό του περιοδικό: τα Annales de demographie historique που διαδίδουν στην ιστορική κοινότητα ένα νέο τεχνικό λεξιλόγιο, νέες με­ θόδους και νέα θέματα συζήτησης (για παράδειγμα, το ζήτημα της πρό­ ωρης ανάπτυξης του γαλλικού μαλθουσιανισμού και των αιτιών του).

Η ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ

Π

αρόλο που ο όρος «μακρά διάρκεια» διαδόθηκε ανάμεσα στους ιστορικούς από τον Ernest Labrousse, είναι ο Fernand Braudel που αναφέρθηκε με τη μεγαλύτερη ακρίβεια στον όρο αυτόν σε ένα διάσημο άρθρο το οποίο δημοσιεύτηκε στα Annales το 1958. Τη χρο­ νιά αυτή, ο Braudel είναι διευθυντής του περιοδικού, πρόεδρος του 6ου Τμήματος της ΕΡΗΕ και τον Κέντρου Ιστορικών Ερευνών που ίδρυσε (και το οποίο θα παίξει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη μεγάλων συλλο­ γικών ερευνών στον τομέα της ποσοτικής ιστορίας). Ο Braudel, οπαδός του Labrousse, του προσάπτει ωστόσο ότι παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό δέσμιος της ιστορίας των γεγονότων. Ο Labrousse, όπως είδαμε, χρησι­ μοποίησε πράγματι, στη διδακτορική του διατριβή, τις ποσοτικές τεχνι­ κές για να εξηγήσει τα επαναστατικά γεγονότα του 1789. Οι κύκλοι της «μακράς διάρκειας» εκτείνονται σε μισό περίπου αιώνα. Ο Braudel, σε ό,τι τον αφορά, προτείνει την εγκατάσταση του ιστορικού σε έναν αιω­ νόβιο χρόνο. Κυρίως όμως, ενσωματώνει στον ορισμό που δίνει για τη [

117]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

«μακρά διάρκεια» τη «δομική» προοπτική, η οποία αρχίζει να επιβάλλε­ ται στο γαλλικό πνευματικό κόσμο. Το άρθρο του Braudel μπορεί να διαβαστεί ως μια προσπάθεια να αντιπαρατεθεί στο σχέδιο της δομικής ανθρωπολογίας που υπερασπίζε­ ται ο Claude Levi-Strauss (1958) σε ένα έργο το οποίο δημοσιεύτηκε λί­ γο καιρό νωρίτερα και στο οποίο θεωρεί την ανθρωπολογία τη βασίλισ­ σα επιστήμη των ανθρωπιστικών επιστημών. Αυτό που εντυπωσιάζει στη μελέτη αυτή, είναι ότι ο Fernand Braudel φαίνεται ότι κατάλαβε αμέσως ότι ο δομισμός επανέφερε στην επικαιρότητα το θέμα των «βα­ θύτερων δυνάμεων» που είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας, όπως είδαμε, στο τέλος του 19ου αιώνα. Παρόλο που στο εξής αποδίδε­ ται στη γλωσσολογία προνομιακή θέση, στο βάθος η επιχειρηματολογία είναι η ίδια: Υπάρχουν υπολανθάνουσες «δυνάμεις» («δομές») που κα­ θορίζουν σε σημαντικό βαθμό τις σκέψεις και τις πράξεις των ανθρώ­ πων, ακόμη και αν αυτοί δεν τις συνειδητοποιούν. Ο ρόλος του ερευ­ νητή (του γλωσσολόγου ή του ανθρωπολόγου) συνίσταται στο να αναδείξει αυτά τα κρυμμένα καθοριστικά στοιχεία. Στη συγχρονική αυτή εκδοχή των «βαθύτερων δυνάμεων», ο Braudel αντιπαραβάλλει μια δια­ χρονική εκδοχή, υπερασπιζόμενος την ιδέα ότι το ασυνείδητο μιας κοι­ νωνίας αποτελεί την ιστορία της. Ενεργοποιεί έτσι εκ νέου προς όφελος της επιστήμης του τις κριτικές που αυτή δέχτηκε, από τις αρχές του 20ού αιώνα, από μέρους των κοινωνιολόγων οπαδών του Durkheim και των γεωγράφων οπαδών του Vidal. Όπως είδαμε στο Πρώτο Κεφάλαιο, οι ιστορικοί όπως ο Charles Seignobos εκκινούσαν από την αρχή ότι οι πράξεις της κοινωνικής ζωής είναι αποτέλεσμα ενός πλήθους ανταλλα­ γών, που φέρνουν σε επαφή άτομα εντελώς ελεύθερα από τις σκέψεις και τις κινήσεις τους. Αντίθετα, ο Durkheim και ο Vidal de la Blache δή­ λωναν ότι τα άτομα πιστεύουν ότι είναι ελεύθερα, αλλά ότι στην πραγ­ ματικότητα οι πράξεις και οι σκέψεις τους καθορίζονται από το βάρος υλικών και πνευματικών κληρονομιών (που μερικές φορές έρχονται από το βάθος των αιώνων), οι οποίες βαραίνουν τους ώμους τους χωρίς να το γνωρίζουν. Ο Braudel υιοθετεί για λογαριασμό του αυτό το είδος σκέψης στο άρθρο του. «Σκεφτείτε, γράφει, τη δυσκολία συντριβής ορι­ σμένων γεωγραφικών πλαισίων, ορισμένων βιολογικών πραγματικοτή­ των, ορισμένων ορίων της παραγωγικότητας, κυρίως αυτών ή εκείνων των διανοητικών καταναγκασμών: Τα πνευματικά πλαίσια αποτελούν και αυτά φυλακές μακράς διάρκειας». Και προσθέτει: «Σε κάθε περίπτω­ [ 118]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

ση, σε σχέση με αυτά τα στρώματα της αργής ιστορίας μπορούμε να ξα~ νασκεφτούμε το σύνολο της ιστορίας, όπως με βάση μια υποδομή. Όλοι οι όροφοι, όλοι οι χιλιάδες όροφοι, όλες οι χιλιάδες ρήξεις του χρόνου της ιστορίας γίνονται κατανοητοί με βάση αυτό το βάθος, αυτή τη σχε­ δόν ακίνητη ιστορία, τα πάντα περιστρέφονται γύρω από αυτήν». Με άλλα λόγια, μόνο η ιστορία μπορεί να φωτίσει τους ασυνείδητους καθορισμούς που εξηγούν τις συμπεριφορές των ατόμων. Ακόμη, σε αυτό συνίσταται η βασική «κοινωνική λειτουργία» του ιστορικού, σύμ­ φωνα με την αγαπημένη διατύπωση του Braudel. Φωτίζοντας αυτό το θαμμένο παρελθόν, μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να απελευθε­ ρωθούν, όπως ο ψυχαναλυτής μπορεί να βοηθήσει τον άρρωστο να αποβάλει τα συμπτώματα που υποσκάπτουν την ύπαρξή του, παρακινώ­ ντας τον να επανακτήσει το παρελθόν του. Η «μακρά διάρκεια» που γί­ νεται αντιληπτή με τον τρόπο αυτόν, δεν μπορεί πλέον να συγχέεται με την ποσοτική προσέγγιση. Οι πρωτοποριακές εργασίες του Alphonse Dupront σχετικά με τον αιωνόβιο μύθο της σταυροφορίας, που ο Braudel αναφέρει ως πρότυπο ιστορικής μελέτης μακράς διάρκειας, δεν χρησι­ μοποιούν καθόλου τις στατιστικές μεθόδους. Ωστόσο, ο συνδυασμός αυ­ τών των μεθόδων και της προσέγγισης της μακράς διάρκειας θα καταλήξει σε πολυάριθμες μελέτες, δημιουργώντας ένα νέο ερευνητικό το­ μέα: τη σειραϊκή ιστορία. Σύμφωνα με τον Pierre Chaunu (στο J. Le Goff και P. Nora, 1974), ο οποίος έκανε γνωστή την έκφραση, «Η σειραϊκή ιστορία περιλαμβάνει όλες τις ποσοτικές ιστορίες, αλλά τις υπερβαίνει, προχωρώντας στην κατάκτηση του τρίτου επιπέδου, ψηλαφώντας τα όρια των πολιτισμικών συστημάτων». Στο εξής, όλοι οι ερευνητικοί το­ μείς της ιστορίας προσφέρονται στο να τεθούν σε σειρά και να γίνουν αντιληπτοί στη «μακρά διάρκεια» (τ. 2, σ. 64). Κατά τη διάρκεια της δε­ καετίας του 1960, το γενικό πάθος για τον υπολογιστή, θα δώσει στο σχέδιο του Braudel μια σπουδαιότητα που στην αρχή αυτός δεν μπο­ ρούσε σίγουρα να υποψιαστεί.

[ 119]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

01 ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ Υλιστές εναντίον πιστών

Π

ριν παρουσιάσουμε τις εμπειρικές έρευνες που εφαρμόζουν τις αρχές της ποσοτικής ιστορίας και της μακράς διάρκειας, πρέπει να πούμε λίγα λόγια και για τις αντιστάσεις τις οποίες, στις μετα­ πολεμικές δεκαετίες, προκάλεσε η νέα αυτή προσέγγιση της ιστορίας. Για να τις κατανοήσουμε, πρέπει να έχουμε κατά νου το πολιτικό πλαί­ σιο της εποχής αυτής. Αν η πλειονότητα των ιστορικών που βρίσκονται κοντά στον Labrousse και τα Annales ανήκουν στην αριστερή διανόηση, γοητευμένοι από το μαρξισμό και συχνά το PCF, όσοι εμφανίζονται εχθρικοί απέναντι στην τριλογία «Οικονομίες-Κοινωνίες-Πολιτισμοί» εγγράφονται γενικώς στο καθολικό κίνημα. Κατά τη διάρκεια της επο­ χής αυτής, η αντίθεση ανάμεσα σε υλιστές και πιστούς φαίνεται η πλέον κατάλληλη για να κατανοήσουμε τις εσωτερικές διαιρέσεις στο χώρο της ιστορίας. Ωστόσο, όπως είδαμε αναφερόμενοι στις συζητήσεις που αφο­ ρούν τη Γαλλική Επανάσταση, δεδομένου ότι στο εξής η ιστορική επι­ στήμη αποκτά μια σχετική αυτονομία, οι πολιτικές ή φιλοσοφικές αυτές αντιθέσεις μεταφράζονται εκ νέου στην ίδια τη γλώσσα των ιστορικών, για να τροφοδοτήσουν αντιπαραθέσεις που έχουν κάποιο νόημα για την επιστήμη. Γενικώς, όσοι είναι εχθρικοί στο πρόγραμμα των Braudel-Labrousse εξακολουθούν να υπερασπίζονται την ερμηνευτική αντίληψη της ιστο­ ρίας «των γεγονότων» (με την έννοια που δώσαμε στον όρο αυτόν στο προηγούμενο κεφάλαιο). Από τη μία, αρνούνται να δεχτούν την ιδέα ότι η κοινωνική, πολιτιστική, θρησκευτική ζωή καθορίζεται αναγκαστικά από υλικούς παράγοντες. Από την άλλη, καταλογίζουν στην ποσοτική ιστορία ότι, για τις δικές της ανάγκες, κακομεταχειρίζεται τα άτομα, τις ιδιαιτερότητες, την υποκειμενικότητα, το πλαίσιο. «Σε έναν πολιτισμό που αποκλείει τις διαφορές, ο ιστορικός οφείλει να εγκαθιδρύσει εκ νέου το χαμένο νόημα των ιδιαιτεροτήτων». Με πολύ διαφορετικές μορφές, ο στόχος αυτός -τον οποίο υπενθυμίζει εδώ ο Philippe Aries (1954, ό.π., σ. 248)- θα κινητοποιήσει στα μεταπολεμικά χρόνια τους ιστορικούς που ασχολούνται με τη «σύγχρονη ιστορία» και διάκεινται εχθρικά απέναντι στο πρόγραμμα του Labrousse.

[ 120]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

Ποικιλόμορφες αντιστάσεις Η Revue d’histoire moderne et contemporaine αντιμέτωπη με τα Annales

Η

πιο ρητή αντεπίθεση αναπτύσσεται από τον Charles Pouthas, που στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ενεργοποιεί εκ νέου τη Revue d ’ histoire moderne et contemporaine (RHMC), με τη ρητή φιλοδοξία να τη μετατρέψει σε ανταγωνιστικό πόλο προς εκείνον των Annales. Το 1954, στην παρουσίαση της νέας μορφής του περιοδικού, εξηγεί τη δική του αντίληψη για την ιστορία: «Τα Annales είναι προσκολλημένα σε μια συν­ θετική μορφή και σε μια μέθοδο για την ιστορία του πολιτισμού, της οποίας η πρωτοτυπία μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον, αποκλείει όμως τις πιο κλασικές αντιλήψεις, καθώς και πολυάριθμους τομείς της ευρυμάθειας». Προσάπτει στους οπαδούς του Braudel και του La­ brousse ότι διακωμωδούν τα άλλα ιστοριογραφικά ρεύματα: «Εδώ και καιρό οι ιστορικοί που ασχολούνται με τη “νεότερη” και “σύγχρονη” ιστορία δεν είναι πλέον προσηλωμένοι στη συγκρότηση καταλόγων των γεγονότων. Ας μην παραβιάζουμε ανοιχτές πόρτες προκειμένου να θριαμ­ βεύσουμε πολύ εύκολα». Η RHMC, προσθέτει, «έχει την άποψή της, το πνεύμα της, αν όχι τη θεωρία της. Μπορεί να τις βρίσκουμε περισσότερο παραδοσιακές παρά επαναστατικές, επειδή διατηρούν την παλιά αντί­ ληψη ότι η απαραίτητη και βαθιά βάση της ιστορίας είναι η ευρυμάθεια, ότι το πρωταρχικό διάβημα της ιστορίας είναι η εγκαθίδρυση του γεγο­ νότος και της χρονολογίας από την πλέον απαιτητική κριτική [...]. Αμφι­ βάλλει ιδιαίτερα για την προβολή αντιλήψεων του παρόντος στο παρελ­ θόν, για την αναχρονιστική θεώρηση πράξεων η οποία απαιτεί από τους ανθρώπους αυτό που δεν μπορούσαν να σκεφτούν στην εποχή τους. Θέ­ λει να παραμείνει ιστορία και να μην είναι φιλοσοφία ή κοινωνιολογία, δεχόμενη ωστόσο ότι υπάρχουν, ανεξάρτητες όμως, μια φιλοσοφία της ιστορίας και μια ιστορική κοινωνιολογία». Η πλειονότητα των μαθητών του Charles-Edmond Pouthas, στη διδακτορική διατριβή τους θα παρα­ μείνουν πιστοί στη γραμμή που υπερασπίζεται ο δάσκαλός τους. Δεν αρνούνται να μελετήσουν τα οικονομικά ή κοινωνικά ζητήματα, απορ­ ρίπτουν όμως την επεξηγηματική «μήτρα» που συγκρότησαν τα Annales και ο Labrousse. Για παράδειγμα, αν ο Louis Girard ενδιαφέρεται στη διδακτορική του διατριβή για οικονομικά ζητήματα (τα δημόσια έργα [ 121

]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

κατά τη Δεύτερη Αυτοκρατορία), τα προσεγγίζει από μια άποψη πριν απ’ όλα πολιτική. Ίδιο διάβημα στη διατριβή του Jean Vidalenc, την οποία υποστήριξε το 1952, σχετικά με το Νομό της Eure κατά τη διάρ­ κεια της μοναρχίας του Ιουλίου, αλλά και στη διατριβή του Philippe Vigier (1963) σχετικά με το Νομό των Basses-Alpes το 1848. Οι μαθητές του Louis Girard, ο οποίος αντικατέστησε τον Charles-Edmond Pouthas στη Σορβόνη, επεκτείνουν αυτό το «μέτωπο της άρνησης» μέχρι τις αρ­ χές της δεκαετίας του 1960. Σίγουρα ο Pierre Barral, στη διατριβή του που αναφέρεται στην περιοχή του Isere κατά την Τρίτη Δημοκρατία (1959), αρχίζει με την ανάλυση των οικονομικών και κοινωνικών δομών. Επιμένει όμως γύρω από τον πρωταρχικό ρόλο που παίζουν τα άτομα και οι «δυνάμεις του πνεύματος». Ξαναβρίσκουμε την ίδια θέληση για αποδυνάμωση των ποσοτικών προσεγγίσεων σε μία από τις πρώτες δια­ τριβές περιφερειακής θρησκευτικής ιστορίας την οποία υποστήριξε η Christiane Marcilhacy (1962). Επικαλούμενη τη θρησκευτική κοινωνιολογία του Georges Le Bras, η εργασία της παρουσιάζεται ως μια «μικροκοινωνιολογία των τοπικών κοινοτήτων» που πριμοδοτεί τη συγκριτική μέθοδο περισσότερο από την ποσοτική ανάλυση. Για τη συγγραφέα, πράγματι, «η χρήση της στατιστικής μεθόδου θα κινδύνευε να δώσει μια απατηλή εντύπωση αντικειμενικότητας, αν δεν συνοδευόταν από την προσφυγή σε άλλα μέσα διερεύνησης». Αν στραφούμε προς την πλευρά της ιστορίας των διεθνών σχέσεων, ξαναβρίσκουμε στον Pierre Renouvin (1953, ό.π.) την ίδια κριτική στάση απέναντι στα Annales. Εκτιμά πράγματι ότι «η τόσο νέα και τόσο πλού­ σια από πολλές απόψεις προοπτική που υιοθετείται από τη “δομική” ιστορία», απατάται όταν γίνεται συστηματική και αναλαμβάνει να αποδεί­ ξει ότι οι αιτίες των διπλωματικών σχέσεων πρέπει πάντοτε να αναζητιούνται στις βαθιές κινήσεις της οικονομίας και στη «μακρά διάρκεια». Η άρνηση χρήσης στατιστικών μεθόδων και προσέγγισης του ζητήματος της κοινής γνώμης με όρους κοινωνικών τάξεων που εκφράζει ο Rene Remond στη διδακτορική του διατριβή (άρνηση που αναφέραμε στο προηγούμενο κεφάλαιο), αποτελεί μια άλλη ένδειξη αυτών των επιφυ­ λάξεων.

[ 122 ]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

Η ποιοτική δημογραφία του Louis Chevalier: Ένα αποτυχημένο πρόγραμμα ις αντιστάσεις όμως αυτές τις συναντούμε επίσης από την πλευρά των δημογράφων, με επικεφαλής τον Louis Chevalier. Στη δεκαετία του 1950, αυτός μπορεί να θεωρηθεί ένας από τους ιστορικούς που ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή στη σύγχρονη ιστορία. Ούτε για αυτόν το πρόβλημα είναι η άρνηση της σημασίας των οικονομικών και κοινω­ νικών πτυχών ούτε η αμφισβήτηση της αναγκαιότητας χρήσης στατιστι­ κών εργαλείων. Υποστήριξε την κύρια διδακτορική του διατριβή σχετικά με τις Les Fondements economiques et sociaux de Γhistoire de la Region parisienne (1848-1870). Στο έργο γενικής δημογραφίας που δημοσίευσε στον Dalloz (1951), αναφέρεται επαινετικά στους Labrousse, Braudel, αλλά και στους δημογράφους όπως στον Marcel Reinhardt ή τον Louis Henry. Υπογραμμίζει τη σημασία των απογραφών, των εκλογικών κατα­ λόγων και των ληξιαρχικών πράξεων για τη δημογραφική ιστορία. Ωστόσο, ο Chevalier αντιτίθεται και αυτός στην ιδέα ότι η οικονομία θα έπρεπε να θεωρηθεί η απόλυτη βάση όλων των άλλων πτυχών της ιστο­ ρίας. Στη συμπληρωματική διδακτορική διατριβή του (την οποία υπο­ στήριξε το 1949) σχετικά με τη διαμόρφωση του πληθυσμού του Παρι­ σιού, δηλώνει ότι «αντίθετα με τις πολιτικές ή οικονομικές εξελίξεις, οι δημογραφικές εξελίξεις είναι αργές, οι χρονολογικές τους φάσεις απλώ­ νονται πλατιά πέρα από τις φάσεις που συνήθως παρατηρούνται από την ιστορική έρευνα». Η δημογραφία εμφανίζεται εδώ ως η κύρια «βα­ θιά δύναμη». Για το λόγο αυτόν, σύμφωνα με τον Chevalier, η επιστήμη αυτή συγκροτεί «τη νεότερη υπόθεση εργασίας που μπορεί να μας επι­ τρέψει να προσεγγίσουμε και να ανανεώσουμε τα διάφορα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά προβλήματα, που μας τίθενται». Ενώ θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι «κάθε είδους έρευνες αναπτύχθηκαν μέχρι σήμερα μέσω της σχεδόν αποκλειστικής εφαρμογής της οικονομικής υπόθεσης», συ­ μπερασματικά δηλώνει: «Η ανανέωση της έρευνας των αιτίων και των αποτελεσμάτων πρέπει στο εξής να λαμβάνει υπόψη τη δημογραφική υπόθεση» (1951, σ. 561). Το συμπέρασμα αυτό ηχεί ως ένα εναλλακτικό ερευνητικό πρόγραμμα σε σχέση με εκείνο του Labrousse. Πρόγραμμα που ο Louis Chevalier -ο οποίος τότε κατείχε τη θέση του διευθυντή ιστο­ ρικών ερευνών στο IN E D , του καθηγητή στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επι­ στημών και στο College de France- είναι σε θέση να πραγματοποιήσει.

Τ

[ 123 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Το σημείο σε σχέση με το οποίο απομακρύνεται περισσότερο από τον Louis Henry και τους άλλους συναδέλφους του τού INED βρίσκεται στην ουσιαστική θέση που αποδίδει στην ποιοτική δημογραφία. Για τον Chevalier, ποσοτική και ποιοτική προσέγγιση είναι οι δύο όψεις του ίδιου αντικειμένου που αποκαλεί η «ιστορία του πληθυσμού», σε αντί­ θεση προς την εκκολαπτόμενη «ιστορική δημογραφία». Ένας από τους κύριους λόγους που δικαιολογεί τη σπουδαιότητα την οποία ο Chevalier αποδίδει στην ποιοτική προσέγγιση των δημογραφικών φαινομένων, συνίσταται στην ανάγκη κριτικής των κατηγοριών που προσδιορίζονται από τις διοικητικές στατιστικές. Στα στοιχεία τα οποία συγκεντρώνο­ νται κατά νομούς «συγχέονται», λέει, «σε μια τεχνητή ενότητα, γεωγρα­ φικά περιβάλλοντα που δεν μοιάζουν μεταξύ τους, ούτε από τη φύση του εδάφους ούτε από τον τρόπο εποίκησης ούτε από τη δομή της ιδιο­ κτησίας ή της εκμετάλλευσης ούτε ακόμη από τις εργασίες». Για το λόγο αυτόν, ο ιστορικός πρέπει «να χύνει τις διοικητικές διαιρέσεις στο γεω­ γραφικό καλούπι» (1951, σ. 84). Όπως όμως στους οπαδούς της ιστορίας των γεγονότων, προσάπτει και στις στατιστικές μεθόδους ότι αποσπούν τα δημογραφικά δεδομένα από το πλαίσιό τους και δηλώνει ότι η αφηρημένη και τυπική ποσοτική μέτρηση απέχει πολύ από το να αντιπρο­ σωπεύει μια ανανέωση, αντανακλά μια «ξεπερασμένη» άποψη για την ιστορική έρευνα στο χώρο της δημογραφίας. Για αυτόν, πράγματι, τα στατιστικά δεδομένα δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά παρά μόνο αν τα εγγράψουμε εκ νέου στο κοινωνικό περιβάλλον που ανήκουν. Ο Louis Chevalier όμως αποδίδει μια εξίσου ουσιαστική θέση στους κλη­ ρονομικούς παράγοντες. Υπό μια νέα μορφή, ξαναβρίσκουμε εδώ το τρίπτυχο φυλή-περιβάλλον-στιγμή που ο Taine κατέστησε δημοφιλές στο τέλος του 19ου αιώνα. Τρίπτυχο που θεωρούσε ως το κλειδί όλης της ιστορίας. Ο Chevalier, ενώ απορρίπτει τις χρήσεις του από τους ναζί, υποστηρίζει ρητά την Ευ­ γονική που δημιουργήθηκε από τον δημογράφο-στατιστικό Francis Galton («ο εφευρέτης» των δακτυλικών αποτυπωμάτων), ο οποίος την ορίζει ως «την επιστήμη των παραγόντων εκείνων που είναι ικανοί να βελτιώσουν ή να καταστρέψουν τόσο πνευματικά όσο και φυσικά τα χαρακτηριστι­ κά της φυλής» (παρατίθεται από τον L. Chevalier, 1951, σ. 151). Ο Louis Chevalier πιστεύει ότι η επιστήμη αυτή μπορεί να είναι χρήσιμη στην εφαρμογή μιας μεταναστευτικής πολιτικής. Παρουσιάζεται εδώ ως μα­ θητής του Alexis Carrel, ενός από τους κύριους οπαδούς του ευγονισμού [ 124]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

στη Γαλλία, που δημιούργησε κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πο­ λέμου, το Ίδρυμα για τη Μελέτη των Ανθρώπινων Προβλημάτων, από το οποίο προήλθε το INED το 1945 (βλέπε, σχετικά με το θέμα αυτό, τη διατριβή του Alain Drouard, 1992). Ο Chevalier πραγματοποίησε τις πρώτες του έρευνες στους κόλπους αυτού του οργανισμού, συμμετέχο­ ντας σε πολυάριθμες συλλογικές έρευνες σχετικά με την αφομοίωση των μεταναστών. Χρησιμοποιεί για λογαριασμό του μια κεντρική ιδέα που εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1930 και αναπτύχθηκε υπό το καθεστώς του Vichy, ότι δηλαδή οι ιστορικοί, οι ανθρωπολόγοι και οι δημογράφοι πρέπει να εργάζονται μαζί για να βοηθήσουν τις δημόσιες αρχές στην στρατολόγηση «ποιοτικών» μεταναστών, προερχομένων δηλαδή από την ίδια «φυλή» ή από τι ίδιες «εθνικές ομάδες» με τους Γάλλους, έτσι ώστε να μπορέσουν να ενσωματωθούν στην εθνική κοινότητα. Ο Louis Chevalier θα εγκαταλείπει αργότερα το ζήτημα της μετανάστευσης για να επικεντρωθεί στην ιστορία του πληθυσμού του Παρισιού το 19ο αιώ­ να. Το βιβλίο όμως που τον έκανε διάσημο, Classes laborieuses, classes dangereuses (1958), παραμένει πιστό στο αρχικό σχέδιο, αφού σε ολό­ κληρη τη μελέτη υπολανθάνει η θέληση ανάδειξης «των βιολογικών θε­ μελίων της κοινωνικής ιστορίας». Σε μεθοδολογικό επίπεδο, ο τόνος που εστιάζεται στις ποιοτικές όψεις της δημογραφίας, ωθεί τον Chevalier να αποδώσει μεγάλη σημασία στις λογοτεχνικές πηγές, κυρίως σε όλα τα μυθιστορήματα που αναφέρονται στο Παρίσι, γιατί μόνο αυτά περιγρά­ φουν τα καθημερινά προβλήματα τα οποία τίθενται από τις μετανα­ στεύσεις, τον ξεριζωμό, τη συγκατοίκηση ομάδων με διαφορετική προέ­ λευση κ.λπ. Στη δεκαετία του 1950, οι προοπτικές που αναπτύσσει ο Louis Chevalier θα συναντήσουν μια σχετική απήχηση στους νέους ιστο­ ρικούς. Για παράδειγμα, ο Andre Armengaud (1961), στη διατριβή του σχετικά με την Ανατολική-Aquitain στις αρχές του 19ου αιώνα, την οποία υποστήριξε το 1957, αναγνωρίζει την οφειλή του απέναντι στη «γαλλική σχολή της δημογραφίας» επειδή αυτή, «υπερβαίνοντας την παρωχημένη αντίληψη μιας καθαρά στατιστικής επιστήμης του πληθυσμού, αφοσιώθηκε στην ανάλυση των σχέσεων μεταξύ των δημογραφικών και του συ­ νόλου των οικονομικών, κοινωνικών και ψυχολογικών γεγονότων». Τον καιρό εκείνο, ο δημογράφος που αποτελεί αυθεντία για τους ιστορικούς, είναι ο Louis Chevalier και όχι ο Louis Henry.

[ 125]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

0 πρόσκαιρος θρίαμβος του ποσοτικού

Α

ν οι νέες προοπτικές που ανέπτυξαν τα Annales και ο Labrousse προκάλεσαν αντιστάσεις, δεν πρέπει, ωστόσο, να υπερβάλλουμε ως προς τη σημασία τους. Ο κόσμος των ιστορικών που ασχολούνταν με τη σύγχρονη εποχή ήταν τότε ακόμη πολύ περιορισμένος και οι γνωριμίες διευκόλυναν τις σχέσεις. Για παράδειγμα, ο Pierre Renouvin διδάσκει ως διευθυντής ερευνών στο 6ο Τμήμα της ΕΡΗ Ε από το 1948 μέχρι το 1950, ο Jean Vidalenc δημοσιεύει τη διδακτορική του διατριβή στον εκδοτικό οίκο Marcel Riviere, στη συλλογή «Βιβλιοθήκη Οικονομικής και Κοινω­ νικής Ιστορίας» την οποία διευθύνει ο Ernest Labrousse. Ο Pierre Barral θα συνεργαστεί στο μεγάλο συνθετικό έργο γύρω από την οικονομική και κοινωνική ιστορία της Γαλλίας που δ η μ ο σ ιεύ τη κ ε τη δεκαετία του 1970 από τον Braudel και τον Labrousse (1976-1982). Στα χρόνια που ακολουθούν τον ψυχρό π ό λ ε μ ο , οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις αμβλύ­ νονται. Οι αποκαλύψεις γύρω από το σταλινισμό κατευνάζουν τα επα­ ναστατικά πάθη ενός μέρους των μαρξιστών διανοουμένων της μεταπο­ λεμικής εποχής. Τον ίδιο καιρό, η υπεράσπιση του ευγονισμού και οι αε­ ρολογίες σχετικά με την εθνική πολιτική θα αποδυναμώσουν γρήγορα τη βιολογική προσέγγιση του Chevalier, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στην ιστορική δημογραφία. Άλλωστε, οι αναντίρρητες επιτυχίες που γνωρίζει η ποσοτική οικονομική ιστορία στο ερευνητικό μέτωπο και το πάθος που αρχίζει να προκαλεί η πληροφορική, παρακινούν τους απο­ μακρυσμένους από τα Annales ιστορικούς να δουν ευνοϊκότερα την πο­ σοτική μέτρηση. Ο Jean Glenisson (1965, ό.π., σ. LXIII), στην έκθεση που συντάσσει για τη Γαλλική Επιτροπή των Ιστορικών Επιστημών, είναι ξε­ κάθαρος σε σχέση με αυτό το στοιχείο: «Σήμερα - είναι ανάγκη να το επαναλάβουμε; Ο αναμφισβήτητος θρίαμβος της ιστορικής αντίληψης, της οποίας τα Annales υπήρξαν οι πιο ενεργοί πρωταθλητές, δεν αφήνει καμιά θέση σε εχθρικές ή απλώς διαφορετικές τάσεις». Μια από τις κα­ λύτερες ενδείξεις του τελικού αυτού θριάμβου της ποσοτικής και σειραϊκής ιστορίας αποτελεί το πρόσφατο έργο που διευθύνεται από τον Rene Rdmond (1988, σ. 28) σχετικά με τις μεταβολές της πολιτικής ιστορίας, από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Αυτός αναγνωρίζει ότι «ένα από τα χαρακτηριστικά για τα οποία η νέου τύπου ιστορία είναι νομίμως υπερήφανη, ένας από τους τίτλους της στο όνομα του οποίου μπορεί να διεκδικεί τον επιστημονικό της χαρακτήρα, συνίσταται στο ότι στηρίζε­ [ 126]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ;

ται σε έναν όγκο τεκμηρίων που επεξεργάζεται στατιστικά: Αυτή η πο­ σοτική ιστορία που επεξεργάζεται σημαντικές σειρές αριθμητικών δεδο­ μένων στήριξε την πιθανολογούμενη ανωτερότητα της ιστορίας των οι­ κονομικών γεγονότων». Προσθέτει όμως αμέσως ότι, στο εξής, και η πο­ λιτική ιστορία διαθέτει τις μακρές αυτές σειρές (που οφείλονται στον πρόωρο χαρακτήρα της καθολικής ψήφου) και ότι με τη σειρά της, απο­ δίδει σήμερα προνομιακή θέση στη «μακρά διάρκεια». Με βάση τις συγκλίσεις αυτές μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι στη δεκαετία του 1960, οι διδακτορικές διατριβές σχετικά με την περιφερεια­ κή ιστορία που υποστηρίχτηκαν στη Σορβόνη, είχαν όλες ένα μικρό οι­ κογενειακό χαρακτήρα. Οι περισσότερες από αυτές αρχίζουν με τη με­ λέτη των οικονομικών όψεων, πριν εγκύψουν στα κοινωνικά ζητήματα και τελειώνουν με την πολιτική συγκυρία. Πολύ συχνά, επαναλαμβάνουν στον τίτλο τους ή τους υποτίτλους, τη μαγική λέξη «δομή». Ο Jacques Rougerie (1965), στον απολογισμό που αφιέρωσε σε πολυάριθμες από αυτές τις διατριβές, υπογραμμίζει ότι όλες διαπνέονται από «ένα κοινό πνεύμα, μια κοινή μέθοδο που δείχνει το ενδιαφέρον της υλιστικής προ­ σπάθειας στην ιστορία».

Η Ε φ αρμ ο γή

το υ

Π ρο γράμ μ ατο ς

toy

La b r o u s s e

Συλλογική έρευνα και καταμερισμός της εργασίας εν θα ήταν ποτέ αρκετό να υπογραμμίσουμε ότι οι νέες απόψεις για την ιστορία, που εμφανίστηκαν στα χρόνια τα οποία ακολού­ θησαν το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, άσκησαν σημαντική επιρροή στην ιστορική έρευνα μόνο επειδή εφαρμόστηκαν από ένα μεγάλο μέρος των νέων ερευνητών που προσλήφθηκαν στα πανεπιστήμια την εποχή εκεί­ νη. Αν ο Ernest Labrousse αποδίδει μεγάλη σημασία στη συλλογική διά­ σταση της ιστορικής δουλειάς, είναι γιατί αντιλαμβάνεται το ζήτημα της σχέσης μελέτες περιπτώσεων/γενίκευση με τον ίδιο τρόπο που το αντι­ λαμβάνονταν και οι ιστορικοί των προηγούμενων γενεών. Ο Labrousse, μακριά από το να αποδέχεται την ιδέα, την αγαπητή στο Simiand, ότι ο στόχος της ιστορίας θα ήταν να οικοδομήσει οικουμενικές σχέσεις για την εξήγηση του παρελθόντος, θεωρεί ότι μόνο ο πολλαπλασιασμός των

Δ

[ 127]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

μονογραφιών μπορεί να επιτρέψει τη διεύρυνση των αποτελεσμάτων των προγενέστερων ερευνών. Για το λόγο αυτόν υιοθετεί και αυτός τον καταμερισμό εργασίας διατριβή/σύνθεση που ορίστηκε από τους «μεθοδιστές» στο τέλος του 19ου αιώνα. Κάθε μαθητής του προσκαλείται να εφαρμόσει ένα μικρό μέρος του προγράμματος. Στο τέλος αυτής της συλλογικής προσπάθειας ανάλυσης θα γίνει δυνατόν να περάσουμε στη σύνθεση, να προτείνουμε δηλαδή μια νέα σφαιρική ανάγνωση της ιστο­ ρίας της Γαλλίας. Όπως στις αρχές του 20ού αιώνα, o l νέοι ιστορικοί που συνδέονται με το εγχείρημα επιδίδονται σε αυτό με ενθουσιασμό. Δεν θα αναφέρω, στο παρόν έργο που επικεντρώνεται στην ιστορία της σύγ­ χρονης εποχής, τον ουσιαστικό ρόλο που έπαιξε ο Pierre Vilar (ιστορι­ κός της νεότερης περιόδου) στην εφαρμογή του προγράμματος αυτού. Είναι βέβαιο όμως ότι η συλλογική διάσταση του σχεδίου του Labrousse του οφείλει πολλά. Κατά τη διάρκεια του πρώτου συνεδρίου του Saint-Cloud (Ε. Labrousse, 1965), ο Jacques Dupaquier υπογραμμίζει ότι η εφαρμογή του ποσοτικού διαβήματος μάς αναγκάζει να φανταστούμε νέες ομαδικές μορφές εργασίας. Όπως ήδη το έκαναν οι ιστορικοί οι ασχολούμενοι με την επαναστατική περίοδο στις αρχές του 20ού αιώνα, συνηγορεί υπέρ μιας νέας συμμαχίας μεταξύ πανεπιστημιακών και ιστορικών που ανή­ κουν σε επιστημονικές εταιρείες. Έτσι, στα επόμενα χρόνια, οι κύκλοι των γενεαλόγων θα συνδεθούν με τις εργασίες των ιστορικών-δημογράφων. Ο Jacques Dupaquier θεωρεί ακόμη απαραίτητη τη δημιουργία ενός «σώματος βοηθών ερευνών», των οποίων ο ρόλος θα ήταν να βοη­ θούν τους ερευνητές στην εκπλήρωση των υλικών εργασιών. Το πανεπι­ στήμιο, μην έχοντας προφανώς ποτέ τα μέσα για την αμοιβή αυτών των «βοηθών», εκ των πραγμάτων θα είναι οι φοιτητές οι οποίοι προετοιμά­ ζουν τη maitrise που θα αναλάβουν το έργο αυτό. Πολλοί ανάμεσά τους ; θα ανακαλύψουν τη γοητεία της ιστορικής δημογραφίας ασκώντας την ; τέχνη της σφράγισης των δελτίων που προορίζονται για επεξεργασία από τη μηχανοργάνωση, πράγμα που θα συμβάλει στο να κατευνάσει γρήγορα τα πάθη ορισμένων εκκολαπτόμενων ποσοτικολόγων -θα επανέλθω σ’ αυτό. ; Σε καθαρά μεθοδολογικό επίπεδο, η εφαρμογή στατιστικών μεθόδων θα επιτρέψει στους ιστορικούς να εξοικειωθούν με τη μέτρηση των μέ­ σων όρων, των τυπικών αποκλίσεων, των ποσοστών συχνότητας και να μάθουν να ελέγχουν τις τεχνικές γραφικών και χαρτογραφικών παρα[ 128]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

στάσεων. Πολύ περισσότερο όμως, όλη η παραδοσιακή κριτική των τεκ­ μηρίων θα ανατραπεί. Ο ιστορικός, στα πλαίσια της «ερμηνευτικής» προοπτικής που παρουσιάστηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, καλείται να εξαφανιστεί μπροστά στις πηγές του. Είδαμε ότι η πιο αυστηρή κρι­ τική που ο Aulard απευθύνει στον Taine είναι ότι αυτός ο τελευταίος μι­ λούσε στο τεκμήριο, αντί να το ακούει. Για αυτόν, όπως και για όλους τους ιστορικούς της γενιάς του, ήταν αδιανόητο να ψάχνουμε στα αρ­ χεία δεδομένα που επιτρέπουν να απεικονίσουμε ή να τεκμηριώσουμε μέριμνες του παρόντος. Αυτό όμως ακριβώς το διάβημα διεκδικεί έντο­ να η ποσοτική και σειραϊκή ιστορία. Για τους οπαδούς της, το ζήτημα που επεξεργάζεται συνειδητά ο ιστορικός, σε συνάρτηση με τις έγνοιες της στιγμής, οδηγεί την έρευνά του, τον παρακινεί, ενδεχομένως, να «αλέσει» τις πηγές του για να τις ομογενοποιήσει. Για παράδειγμα, για την ιστορική δημογραφία μια πράξη θανάτου δεν ενδιαφέρει καθαυτή, ως ίχνος μιας ιδιαίτερης ιστορίας που πρέπει να επανατοποθετήσουμε στο πλαίσιό της. Πρέπει να εξαγάγουμε από αυτή μια πληροφορία (όπως την ηλικία του θανόντος) που θα τοποθετηθεί σε μια ομοιογενή σειρά, δομημένη με βάση το κριτήριο της διάρκειας ζωής των ατόμων. Αυτό θα επιτρέψει να χαράξουμε εκ νέου, με στήριγμα καμπύλες, την εξέλιξη επί πολλούς αιώνες του προσδόκιμου ζωής, να αντιπαραβάλουμε αυτή την καμπύλη με άλλες καμπύλες, που αντανακλούν την εξέλιξη των τιμών, των επιδημιών κ.ά. Αντίθετα, όλα τα δεδομένα που δεν μπο­ ρούν να χρησιμεύσουν σε αυτή την ποσοτική εργασία (για παράδειγμα, όλα αυτά που συγκροτούν τον τυπικό μηχανισμό καταγραφής ή ταυτο­ ποίησης των ατόμων από την εκκλησία ή το κράτος) θεωρούνται ότι δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον. Κατά έναν ορισμένο τρόπο, χάρη στο ποσοτικό διάβημα, η σύγχρονη ιστορία απελευθερώνεται από την επιρροή που ασκούσαν πάνω της οι αρχικά επεξεργασμένες ερμηνευτι­ κές σκέψεις για τη μελέτη των παλιών περιόδων οι οποίες άφησαν ίχνη που μπορούμε ελάχιστα και δύσκολα να διερευνήσουμε. Ο Seignobos, δέσμιος ακόμη αυτής της ερμηνευτικής λογικής, παρέλυε μπροστά στον όγκο των τεκμηρίων των σχετικών με τη σύγχρονη εποχή. Ο θρίαμβος όμως της ποσοτικής ιστορίας επιβάλλει, οριστικά, την ιδέα ότι ο ιστορι­ κός δεν είναι υποχρεωμένος να μελετήσει όλα τα αρχεία που αφορούν μία περίοδο ή ένα δεδομένο θέμα. Πρέπει να τα επιλέξει σε συνάρτηση με τα ερωτήματα που θέτει στον εαυτό του. Η αφθονία των γραπτών τεκμηρίων, που αποτελούσε μια «αναπηρία», γίνεται ένα πλεονέκτημα, 9

[ 129]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

γιατί όσο πιο πλούσια είναι αυτά, τόσο περισσότερο ο ιστορικός μπορεί να ελπίζει ότι θα βρει το υλικό που θα του επιτρέψει τη συγκρότηση σει­ ρών και την ποσοτική μέτρηση.

Από την ιστορία των τιμών στην ιστορία των τραπεζών

Ο

πως είδαμε, ένα από τα θέματα που προσέγγισε ο Ernest Labrousse στη διδακτορική του διατριβή ήταν το πέρασμα από τις κρίσεις του τύπου του «Παλαιού Καθεστώτος» (που χαρακτηρίζονταν από την απότομη άνοδο των τιμών των δημητριακών) στις κρίσεις του βιομηχα­ νικού τύπου (όταν η υπερπαραγωγή των εμπορευμάτων, μην βρίσκο­ ντας πλέον αγοραστές, αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα της αλ­ λαγής της συγκυρίας). Η Γαλλική Επανάσταση και η κρίση του 1929, έχοντας οριστεί ως τα καλύτερα παραδείγματα αυτών των δύο προτύ­ πων, έπρεπε να μάθουμε πώς και πότε η Γαλλία και η Ευρώπη πέρασαν από το πρώτο στο δεύτερο. Ξαφνικά, η οικονομική ιστορία θα προχω­ ρήσει αργά παραπέρα. Οι ιστορικοί, αφήνοντας για λίγο τη Μεγάλη Επανάσταση, θα συγκεντρωθούν ολοένα και περισσότερο στις οικονο­ μικές αιτίες της επανάστασης του 1848. Στην εισαγωγή ενός συλλογικού έργου που διηύθυνε, ο Labrousse (1956) διατυπώνει την υπόθεση ότι οι οικονομικές κρίσεις της πρώτης περιόδου του 19ου αιώνα (πριν από το 1870) είναι «μεικτές» κρίσεις, λόγω της θέσης που εξακολουθεί να κατέχει η αγροτική παραγωγή στην οικονομία. Οι κρίσεις αυτές συνδυάζουν παλιά χαρακτηριστικά (άνοδος των αγροτικών τιμών που επιφέρει ελλείψεις στα είδη διατροφής) και σύγχρονα (κρίση διάθεσης των προϊόντων, κυρίως στον υφαντουργικό τομέα). Οι έρευνες που αναπτύχθηκαν από τους πρώτους μαθητές του, θα επιτρέψουν τις αποχρώσεις και τη συμπλήρωση της διάγνωσης αυ­ τής. Δεδομένης της σημασίας που ο Labrousse αποδίδει στο ζήτημα των τιμών, καταλαβαίνουμε ότι η ιστορία των τραπεζών υπήρξε ένας από τους πλέον πρόωρους και δυναμικούς τομείς της γαλλικής οικονομικής ιστορίας. Ο Bertrand Gille (1959), στη διδακτορική του διατριβή σχετικά με «την τράπεζα και την πίστη στη Γαλλία από το 1815 μέχρι το 1848», εκτιμά ότι η εμφάνιση των κρίσεων σύγχρονης μορφής είναι παλαιότερη από ό,τι σχετικά έχει διατυπώσει ο Labrousse. Σύμφωνα με αυτόν, η αλ­ λαγή της συγκυρίας που προηγείται της επανάστασης του 1848, εξηγεί­ [

130]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

ται κατά μεγάλο μέρος από την έλλειψη κεφαλαίων, η οποία συνδέεται με την υπερβολική επένδυση, σε έναν κόσμο όπου η έλλειψη νομίσματος και η δυσκολία της πίστης αποτελούν πληγές για την πλειονότητα των χωρικών, θυμάτων των τοκογλύφων. Η διδακτορική διατριβή του Jacques Nere (1959) σχετικά με την κρίση του 1882 και αυτή του Jean Bouvier σχετικά με την Credit Lyonnais (1961) μεταφράζουν την εισβο­ λή της οικονομικής ιστορίας στη μελέτη της Τρίτης Δημοκρατίας. Όπως δείχνει ο Nere, η Μεγάλη Ύφεση σημαδεύεται από ένα νέο γεγονός: την πτώση των αγροτικών τιμών. Από την κρίση αυτή και μετά, δεν μπορού­ με πλέον να αποδίδουμε στην αγροτική παραγωγή έναν κεφαλαιώδη ρό­ λο, προκειμένου να εξηγήσουμε το πέρασμα από μια φάση Α σε μια φά­ ση Β. Και αυτό ακόμη περισσότερο αφού το νόμισμα γίνεται αφθονότε­ ρο, χάρη στη γένεση νέων τραπεζών καταθέσεων όπως η Credit Lyonnais και τα πρώτα τραπεζικά δίκτυα. Η νομισματική μάζα διογκώνεται, τα τραπεζικά χαρτονομίσματα διαδίδονται. Ο Bouvier όμως δείχνει ότι αυ­ τός ο «εκσυγχρονισμός» του τραπεζικού συστήματος επιδεινώνει την κερδοσκοπία. Το 1882, ο χρηματιστηριακός πανικός επιφέρει την κρίση, γιατί προκαλεί τραπεζικές πτωχεύσεις που οδηγούν τις επιχειρήσεις σε ασφυξία και σε βιομηχανική παράλυση.

Το διεθνές άνοιγμα

Η

έντονη ανάπτυξη της τραπεζικής ιστορίας εξηγεί το γεγονός ότι εί­ ναι κατ’ αρχάς οι ιστορικοί αυτού του τομέα που έθεσαν το πρό­ βλημα της γαλλικής βιομηχανικής καθυστέρησης, το οποίο συζητήθηκε πολύ τις επόμενες δεκαετίες. Ο Maurice Levy-Leboyer (1964), στη διδα­ κτορική διατριβή του, που υποστήριξε το 1963, θέτει ερωτήματα σχετικά με το ρόλο τον οποίο έπαιξε το τραπεζικό σύστημα στην αναιμική αυτή ανάπτυξη της εθνικής βιομηχανίας. Εξετάζει τους διάφορους βιομηχανι­ κούς τομείς, εξετάζει τις συναλλαγές, τις επενδύσεις και το ρόλο των επι­ χειρηματικών τραπεζών. Συμπεραίνει ότι οι σοβαρές ελλείψεις της οικο­ νομίας δεν μπορούν να αποδοθούν στη γαλλική οικονομική αγορά που, από την εποχή αυτή, αναπτύσσεται σθεναρά. Η ιδιαίτερη σημασία της παραπάνω εργασίας συνίσταται στη συγκριτική της διάσταση. Η ιδιαι­ τερότητα του γαλλικού μοντέλου προβάλλει μέσα από την αντιπαράθε­ σή του προς τα γειτονικά του ευρωπαϊκά. Ενώ μέχρι τότε η οικονομική [ 131

]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ιστορία περιοριζόταν στη Γαλλία, στο εξής αρχίζει να ανοίγεται στο εξωτερικό. Ο Frangois Crouzet (1956), στη διδακτορική του διατριβή σχετικά με τη βρετανική οικονομία κατά τη διάρκεια του ναπολεόντειου αποκλεισμού, άνοιξε το δρόμο αυτόν, που θα επεκταθεί κατά τις επόμε­ νες δεκαετίες από τους μαθητές του. Το άνοιγμα όμως αυτό θα ενισχυθεί κυρίως μέσω της συνάντησης οικονομικής ιστορίας και ιστορίας των διε­ θνών σχέσεων. Ο Rene Girault (1970), στην εισαγωγή της διδακτορικής του διατριβής σχετικά με τις οικονομικές και χρηματικές σχέσεις ανάμεσα στη Γαλλία και τη Ρωσία από το 1887 μέχρι το 1914, τίθεται υπό τη διπλή κηδεμονία του Jean Bouvier και του Pierre Renouvin. Η εργασία του, παρόμοια με αυτήν του Jacques Thobie γύρω από τις οικονομικές και χρηματικές σχέ­ σεις ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις και την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις αρχές του 20ού αιώνα, δείχνει καλά την πρόοδο και την ανανέωση της σύγχρονης ιστορίας, μέσω του συνδυασμού νέων δεξιοτήτων. Η ση­ μαντική θέση που αποδίδεται στην ιστορία των επενδύσεων, των κερδών, της μεταφοράς κεφαλαίων μαρτυρά την άνεση που ένα τμήμα της νέας γενιάς των «διεθνιστών» ιστορικών απέκτησε στο χειρισμό των στατιστι­ κών οργάνων. Οι νέες όμως αυτές έρευνες μπόρεσαν να πραγματοποιη­ θούν, επειδή οι συγγραφείς τους κινητοποίησαν ταυτόχρονα γλωσσολογικές και ιστορικές δεξιότητες σχετικά με «πολιτιστικούς χώρους» (τη Ρωσία, τη Μέση Ανατολή κ.ά.) που μέχρι τότε είχαν ελάχιστα μελετηθεί από τους Γάλλους ιστορικούς. Οι εργασίες αυτές σηματοδοτούν την ανάδυση, στους κόλπους της ιστορίας των διεθνών σχέσεων, ενός ρεύ­ ματος επηρεασμένου από το μαρξισμό. Η ανάδυση αυτή εξηγεί τη θέση που κατέχει το ζήτημα του «ιμπεριαλισμού», έννοια που επινοήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από οικονομολόγους όπως ο Rudolf Hilferding και κατόπιν από τον ίδιο τον Λένιν. Σύμφωνα με τους συγγραφείς αυ­ τούς, η ανάγκη των καπιταλιστικών επιχειρήσεων για την εξεύρεση νέων διεξόδων για τα εμπορεύματά τους και τα κεφάλαιά τους εξηγεί την όξυνση των διεθνών εντάσεων και την έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πο­ λέμου. Η αμφισβήτηση του ιμπεριαλισμού επεκτείνεται από την ιστορία των· διεθνών σχέσεων στην ιστορία της αποικιοκρατίας. Η ιστορία αυτή στρέφεται με τη σειρά της προς την οικονομία και τις ποσοτικές τεχνι­ κές. Η Catherine Coquery-Vidrovitch (1992), στις έρευνές της σχετικά με τη μαύρη Αφρική, αναδεικνύει τις πολλαπλές διαστάσεις της αποικιακής [

132]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

καταπίεσης: την αποστέρηση της ιδιοκτησίας της γης, τις νομισματικές καταχρήσεις ως συνέπεια των φορολογικών εξαναγκασμών, την καταναγκαστική εργασία. Ανάμεσα στις πολυάριθμες εργασίες που πραγμα­ τοποιούνται στην προοπτική αυτή, μπορούμε να αναφέρουμε τις διδα­ κτορικές διατριβές της Helene Almeida-Topor γύρω από την οικονομική ιστορία της Δαχομέης, του Michel Cahen σχετικά με την πορτογαλική οι­ κονομική και κοινωνική πολιτική από το 1939 στη Μοζαμβίκη, της Odile Goerg, γύρω από τη γαλλική και βρετανική αποικιακή πολιτική στη Γουι­ νέα. Την κριτική ανάλυση του αποικιοκρατικού συστήματος, και κυρίως των οικονομικών και κοινωνικών διαστάσεών του, τη συναντάμε και στην καρδιά σημαντικών εργασιών που αναφέρονται στην ιστορία της βόρειας Αφρικής και της Ινδοκίνας κυρίως στις διδακτορικές διατριβές του Charles Ageron (1968), του Andre Nouschi (1961), του Gilbert Meynier (1979), του Daniel Hemery (1975). Η διαφοροποίηση αυτή των βλεμμάτων γύρω από την ιστορία της αποικιοκρατίας θα παίξει σημα­ ντικό ρόλο στη «μετατροπή σε επάγγελμα» αυτού του τομέα μελετών σχετικά με το παρελθόν. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής πράγμα­ τι, η παλιά Revue d ’histoire des colonies, της οποίας τον έλεγχο είχαν συ­ νταξιούχοι διπλωμάτες και αποικιοκράτες διοικητές, παραχωρεί τη θέση της σε ένα πραγματικά πανεπιστημιακό έντυπο: τη Revue franqaise d ’ histoire d ’Outre-Mer.

Η περιφερειακή ιστορία

Κ

ατά τη διάρκεια των δεκαετιών που ακολουθούν το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η περιφερειακή ιστορία της σύγχρονης Γαλλίας γνωρίζει μια έντονη ανάπτυξη. Πολλοί είναι οι λόγοι που μπορούν να εξηγήσουν κάτι τέτοιο. Ο πολλαπλασιασμός του αριθμού των θέσεων στην ανώτα­ τη εκπαίδευση επιτρέπει την ανάδυση πανεπιστημιακών πόλων στις με­ γάλες επαρχιακές πόλεις, στο εσωτερικό των οποίων θα ανθήσουν πολ­ λές νέες διδακτορικές διατριβές. Εξάλλου, το γαλλικό σύστημα θέλει πο­ λύ συχνά να αρχίζουν οι νέοι ιστορικοί τη διδακτορική τους διατριβή ενώ είναι ακόμη καθηγητές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Για πρακτι­ κούς λόγους (κυρίως εγγύτητα των πηγών), προσανατολίζονται συχνά στη διεξαγωγή ερευνών γύρω από ένα θέμα που άπτεται της ιστορίας της περιοχής όπου είναι διορισμένοι. Τέλος, δεν πρέπει να υποτιμούμε [ 133

]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

την επιρροή που, μετά το 1968, το περιφερειακό μαχητικό κίνημα άσκη­ σε στην ιστορική έρευνα. Ωστόσο, πριν προχωρήσουμε, πρέπει να συ­ γκεκριμενοποιήσουμε τι εννοούμε με τη λέξη «περιφερειακό». Πράγματι, μου φαίνεται ότι όλες οι εργασίες που εγγράφονται σε ένα περιορισμένο γεωγραφικό πλαίσιο δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ανήκουν στην πε­ ριφερειακή ιστορία. Μόνο όταν η ίδια η γεωγραφική ενότητα αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας, μπορούμε πραγματικά να μιλάμε για περι­ φερειακή ιστορία. Όλες οι διδακτορικές διατριβές που μελετούν ένα πρόβλημα (την εκβιομηχάνιση) ή μια κοινωνική ομάδα (τους αστούς, τους εργάτες κ.λπ.) και για το οποίο το τοπικό πλαίσιο αποτελεί περισ­ σότερο πρόσχημα παρά ένα αντικείμενο σκέψης, δεν εντάσσονται στην περιφερειακή αυτή ιστορία.

Μια «ιστορία των επαρχιών» νάμεσα σε όλες τις διδακτορικές διατριβές περιφερειακής ιστορίας που πραγματοποιήθηκαν στις μεταπολεμικές δεκαετίες, αναμφίβο­ λα η διατριβή του Georges Dupeux (1962) γύρω από την Loir-et-Cher, την οποία υποστήριξε το 1958, αποτελεί την πιο σχολαστική εφαρμογή του προγράμματος του Labrousse. Ο στόχος είναι η παρουσίαση μιας «συνολικής ιστορίας» αυτού του νομού, υιοθετώντας τη μήτρα των τριών επιπέδων που αναφέραμε παραπάνω. Στον πρόλογο του έργου που προήλθε από τη διδακτορική αυτή διατριβή, ο Ernest Labrousse υπογραμμίζει καθαρά το σημείο αυτό: «Ο κ. Dupeux μάς παρουσιάζει μια κοινωνική και πολιτική ιστορία. Μια κοινωνική ιστορία που στηρί­ ζεται στις οικονομικές της βάσεις. Μια πολιτική ιστορία που φωτίζεται πλήρως από την κοινωνική ιστορία. Οικονομία-κοινωνικές ομάδες-ιδεολογίες: Η διαδρομή του συγγραφέα δεν απομακρύνεται πολύ από εκείνη του Lucien Febvre». Ο Georges Dupeux υπερασπίζεται έντονα την ορ­ θόδοξη ποσοτική προσέγγιση από την εισαγωγή του έργου του: «Στον τομέα της κοινωνικής ιστορίας, όπως σε αυτόν της οικονομικής ιστορίας, η έρευνα ενός τεκμηρίου που περιέχει ποσοτικά δεδομένα επιτρέπει να καταλήξουμε σε μια ποσοτική γνώση, να παραμερίσουμε τις υποκειμενι­ κές εντυπώσεις, τις εσφαλμένες ερμηνείες απομονωμένων γεγονότων, την πρόωρη γενίκευση με βάση περιπτώσεις που θεωρούνται τυπικές» (σ. 12). Η εμπιστοσύνη αυτή στην επιστημονική αξία της στατιστικής εξηγεί την αφθονία των χαρτών (43) και των γραφημάτων (32) που δη­ [ 134]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

μοσιεύονται στο παράρτημα της διδακτορικής διατριβής του. Ένας από τους βασικούς στόχους του συγγραφέα είναι να εξετάσει τη γονιμότητα των υποθέσεων οι οποίες αναπτύχθηκαν προηγουμένως από τον La­ brousse. Έτσι, δείχνει ότι μέχρι το 1866, οι κρίσεις που συνταράζουν την περιοχή, παρουσιάζουν ένα «μεικτό» χαρακτήρα (οι βιομηχανικές δυ­ σκολίες συνδυάζονται με μεγάλες αυξήσεις των τιμών των δημητριακών). Έπειτα όμως από την ημερομηνία αυτή, τα παραδοσιακά στοιχεία εξα­ φανίζονται. Δεν υπάρχουν πλέον απότομες αλλαγές των αγροτικών τι­ μών. Ένας μεγάλος αριθμός διδακτορικών διατριβών θα συμβάλουν στη συλλογική αυτή προσπάθεια της ιστορίας «των επαρχιών» της Γαλλίας. Εκτός από τις εργασίες του Pierre Barral γύρω από την περιοχή του Isere και του Philippe Vigier γύρω από τις Άλπεις που ήδη αναφέραμε, μπορούμε να αναφέρουμε τις διατριβές του Maurice Agulhon (1966 και 1969) γύρω από τη Var, του Gabriel Desert (1970) γύρω από το Calva­ dos. Μπορούμε να προσθέσουμε στο σύνολο αυτό, τις έρευνες που διευ­ ρύνουν τον ορίζοντά τους μέχρι τα όρια μιας περιοχής, όπως η διατριβή του Alain Corbin (1975) για το Limousin, του Pierre Leveque για τη Βουρ­ γουνδία (1983), του Francois Roth (1976) για την προσαρτημένη Λορένη, της Danielle Begot για την Camargue στις αρχές του 19ου αιώνα ή του Jean Lorcin για την περιοχή του Saint-Etienne κατά τη δεκαετία του 1930 (μια από τις σπάνιες διατριβές για την περιφέρεια με άξονα τον 20ό αιώνα). Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι, αν πολλές από αυτές τις εργασίες έχουν «έναν οικογενειακό χαρακτήρα», καθεμιά από αυτές αντανακλά ιδιαίτερες έγνοιες και παίρνει αποστάσεις (λίγο ως πολύ μεγάλες) από το «μοντέλο» του Labrousse. Θα επανέλθω σε αυ­ τό στο Κεφάλαιο 5, αναφέροντας περισσότερες λεπτομέρειες για τη δια­ τριβή του Maurice Agulhon. Για να εικονογραφήσουμε τις εντάσεις που προοδευτικά εμφανίζονται μεταξύ του δασκάλου και των μαθητών του, θα ήθελα να κλείσω αυτή την παράγραφο αναφέροντας τα αυστηρά λό­ για του Alain Corbin (στο J.-P. Rioux και J.-F. Sirinelli, 1997, σ. 101) για το διευθυντή της διδακτορικής διατριβής του. Σύμφωνα με αυτόν, «όπως άλλοτε ένας φεουδάρχης ή κατόπιν ένας υπουργός των Εσωτερι­ κών, ο Ernest Labrousse μοίραζε φέουδα και νομαρχίες». Η διανομή δεν είναι, προφανώς, ευνοϊκή για αυτόν, επειδή ο Alain Corbin παίρνει το Limousin και ο δάσκαλος ορίζει αντιπρόσωπό του στη διεύθυνση της διατριβής έναν από τους «νομάρχες» του: τον Bertrand Gille. Ελλείψει [

135]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

στατιστικών στοιχείων σε αυτόν τον «αρχαϊκό» ακόμη νομό, η ποσοτική προσέγγιση δεν αποδίδει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ξαφνικά, ο συγγραφέας μπορεί να γλιστρήσει, προς μεγάλη του ευχαρίστηση, στην ιστορική ανθρωπολογία: οι οικογενειακές δομές, οι βιολογικές συμπερι­ φορές, οι εποχικές μεταναστεύσεις θα δώσουν στη διατριβή του τη δική της πρωτοτυπία.

Οι πόλεις κάτω από το βλέμμα του ιστορικού

Η

μελέτη τους μπορεί να θεωρηθεί μια διάσταση της ιστορίας αυτής των περιφερειών που βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Ακόμη και αν η σύγχρονη ιστορία είναι λιγότερο δυναμική από τη νεότερη ιστορία στον τομέα αυτόν, μετά τη δεκαετία του 1970 εμφανίζεται ένας αυξανό­ μενος αριθμός διατριβών γύρω από τις πόλεις. Από την άποψη αυτή, πρέπει να αναφέρουμε τις πρωτοποριακές διατριβές του Felix-Paul Codaccioni (1971) γύρω από την κοινωνία της Lille κατά το δεύτερο μι­ σό του 19ου αιώνα και της Jeanne Gaillard (1977) γύρω από το Παρίσι κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Στα ίχνη αυτών των ερ­ γασιών, δημοσιεύτηκαν μελέτες γύρω από την ιστορία του Belfort (Yvette Baradel), του Nancy (Odile Voillard), του Bordeaux (Gabrielle CadierRey, Laurent Coste). Μπορούμε να προσθέσουμε ότι η ιστορία των πό­ λεων υπήρξε ένας από τους πρώτους τομείς που υπερέβη μαζικά το όριο του πολέμου του 1914-1918, χάρη κυρίως στις διατριβές του Jean-Paul Brunet (1980) και της Annie Fourcault (1986) γύρω από την περιοχή του Παρισιού.

Η εκβιομηχάνιση, αντικείμενο μελετών

Π

αρά τις απομονωμένες έρευνες που έγιναν σε εθνικό επίπεδο, όπως αυτή του Claude Fohlen (1956) γύρω από την υφαντουργία, η ιστο­ ρία της εκβιομηχάνισης κινήθηκε και αυτή, αρχικά, σε τοπικό επίπεδο. Η διατριβή του Pierre L6on (1954), σχετικά με τη γέννηση της μεγάλης βιο­ μηχανίας στην περιοχή του Dauphine (την οποία υποστήριξε το 1952), αποτελεί ένα πρόωρο παράδειγμα της ιστορίας της «μακράς διάρκειας», επειδή καλύπτει μια περίοδο που εκτείνεται από το τέλος του 17ου αιώνα μέχρι το 19ο αιώνα. Ο στόχος τον οποίο ακολουθεί είναι πολύ νέος [ 136]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

για την εποχή. Ο Pierre Leon προτείνει πράγματι να «δείξει πώς, στην καρδιά των δυτικών Άλπεων, από τη βιοτεχνία στο εργοστάσιο σχη­ ματίστηκε μια μεγάλη βιομηχανία που φέρει άξια αυτό το όνομα». Συμ­ μετέχοντας και αυτός στη συλλογική συζήτηση γύρω από τη φύση των οικονομικών κρίσεων του 19ου αιώνα, βλέπει ότι από το 1848 και μετά εμφανίζονται νέοι μηχανισμοί (τραπεζικός και βιομηχανικός) που συν­ δέονται με αυτές τις τελευταίες. Το Κέντρο Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας, που ιδρύει στο Πανεπιστήμιο της Λυών-ΙΙ (και το οποίο σήμε­ ρα φέρει το όνομά του) αποτελεί, στις δεκαετίες που ακολουθούν, ένα σημαντικό ερευνητικό χώρο της βιομηχανικής ιστορίας. Εδώ ο Yves Lequin και ο Pierre Cayez θα αναπτύξουν τις εργασίες τους γύρω από τον εργατικό κόσμο της Λυών και την εκβιομηχάνιση της περιοχής κατά το 19ο αιώνα. Το Πανεπιστήμιο της Lille αποτελεί μια άλλη μεγάλη εστία ιστορικών ερευνών γύρω από την εκβιομηχάνιση που αναδύεται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Με την παρακίνηση του Marcel Gillet (1971), συγ­ γραφέα μιας διατριβής γύρω από την ιστορία των ανθρακωρυχείων της βόρειας Γαλλίας πραγματοποιείται ένας μεγάλος αριθμός μελετών, οι πε­ ρισσότερες από τις οποίες δημοσιεύονται στη δυναμική Revue du Nord. Ας αναφέρουμε, ανάμεσα σε άλλες, τις εργασίες του Gerard Gayot γύρω από την πρωτοεκβιομηχάνιση, του Jean-Pierre Hirsch (1989) γύρω από την εργοδοσία της Lille, της Odette Hardy-Hemery (1985) γύρω από τη βιομηχανία της Valenciennois. Στις έρευνες αυτές για το «Βορρά», πρέ­ πει να προσθέσουμε, παρόλο που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι (αρχι­ κά υπό τη διεύθυνση του Labrousse και κατόπιν του Crouzet), τη δια­ τριβή του Frangois Caron (1973) γύρω από τη σιδηροδρομική εταιρεία της βόρειας Γαλλίας μεταξύ του 1846 και του 1937. Στη δυτική Γαλλία, το Κέντρο Ποσοτικής Ιστορίας της Caen προωθεί το μεγαλύτερο αριθμό με­ λετών οικονομικής ιστορίας. Σχετικά με τη σύγχρονη εποχή, αναφέρου­ με τις έρευνες κυρίως του Alain Lemenorel γύρω από τη σιδηρουργία της Caen και αυτές του Yannick Marec γύρω από τη φτώχεια στη Rouen.

[

137]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Πληθυσμός και κοινωνικές τάξεις Η ιστορία του πληθυσμού

Ο

πως είδαμε παραπάνω, οι οπαδοί της ποσοτικής ιστορίας πριμοδο­ τούν τα κοινωνικά ζητήματα. Οι ιστορικοί-δημογράφοι επικέντρω­ σαν την προσοχή τους στην ιστορία του πληθυσμού. Ακόμη, σχετικά και με το θέμα αυτό, η σύγχρονη εποχή προκάλεσε μικρότερο ενδιαφέρον από ό,τι η νεότερη περίοδος. Ωστόσο, με την παρακίνηση του Joseph Goy, η ιστορία κυρίως της οικογένειας το 19ο αιώνα αρχίζει να προκαλεί έρευνες. Γενικά, και στον τομέα αυτόν, τα πράγματα αναπτύσσονται περισσότερο σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο, με τις διατριβές του Pierre Guillaume (1970) γύρω από τον πληθυσμό του Bordeaux το 19ο αιώνα, του Maurice Lachiver γύρω από το Meulan, του Jean-Marie Lhote γύρω από τον επαναστατικό πληθυσμό κατά τη διάρκεια της Υπατείας και της Αυτοκρατορίας, και του Pierre Thumerelle γύρω από τον πλη­ θυσμό της βόρειας Γαλλίας.

Οι κοινωνικές τάξεις Jean Bouvier είναι αυτός που παρουσίασε περισσότερο ξεκάθαρα την άποψη του Labrousse για την κοινωνία. Το 1965, στην παρέμ­ βασή του στο συνέδριο του Saint-Cloud, υπογραμμίζει ότι «οι οικονομι­ κές διαφορές αποτελούν το πλαίσιο στο οποίο στηρίζονται οι διάφορες τάξεις». Για το λόγο αυτόν, η κοινωνική ιστορία «εξετάζει τους ομαδοποιημένους ανθρώπους, που μοιάζουν μεταξύ τους με βάση ορισμένα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της κατάστασής τους και των συνθηκών τους, ικανοί ή όχι να συνειδητοποιήσουν τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. Η κοινωνική ιστορία τείνει λοιπόν, αυθόρμητα, σε πορτραίτα ομά­ δων και όχι σε ατομικές βιογραφίες. Αναζητά το τυπικό περισσότερο από το ιδιαίτερο» (στο Ε. Labrousse, 1965, σ. 239). Στην προοπτική αυ­ τή, κατανοούμε καλύτερα γιατί το μεγαλύτερο μέρος των διατριβών κοι­ νωνικής ιστορίας που πραγματοποιούνται αυτή την εποχή προτιμούν τη μελέτη των κοινωνικών τάξεων: Ευγενείς (ή πρόκριτοι) από τη μία πλευ­ ρά. Αστοί (ή εργοδότες) και εργάτες από την άλλη πλευρά. Και εδώ, οι περισσότερες μελέτες επικεντρώνονται στο 19ο αιώνα. Η αγροτική κοι­ νωνία αποτέλεσε το αντικείμενο των περισσοτέρων εργασιών, πάντοτε

Ο

[ 138]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

σε μια περιφερειακή προοπτική. Οι ευγενείς της Franche-Comte και της Somme μελετήθηκαν από την Claude-Isabelle Brelot (1990) και τον Jean-Marie Wiscart (1990). Μετά τις προδρομικές έρευνες του Philippe Vigier (1963) και του Andre Tudesq (1964), η ιστορία των προκρίτων και των χωρικών είναι σήμερα περισσότερο γνωστή χάρη στις διατριβές του Marcel Vigreux (1985) γύρω από το Morvan, του Ronald Hubscher (1978) γύρω από το Pas-de-Calais, του Jean-Claude Farcy γύρω από τους χωρικούς του Bauce. Στο εσωτερικό αυτών των ερευνών, σημειώνουμε τη θέση που κατέχουν οι μελέτες γύρω από τις αμπελουργικές περιοχές, κυρίως στο Languedoc-Roussillon (G. Gavignaud) και στη Βουργουνδία (G. Garrier, P. Goujon). Η ιστορία της αστικής τάξης, ενισχυμένη από τη μεγάλη έρευνα που παρουσίασε ο Labrousse στο Συνέδριο της Ρώμης το 1955, πραγματο­ ποίησε ένα άλμα μπροστά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ειδικό­ τερα χάρη στη διδακτορική διατριβή της Adeline Daumard (1963), που επικεντρώνεται στην περιοχή του Παρισιού. Η παρουσίαση είναι σύμ­ φωνη με το σχήμα «Οικονομίες-Κοινωνίες-Πολιτισμοί». Το πρώτο μέρος επικεντρώνεται στην «περιγραφή των αστικών δομών» (που ορίζονται από τα επίπεδα περιουσίας και τα επίπεδα ζωής). Η συγγραφέας εξετά­ ζει κατόπιν την κοινωνική εξέλιξη της αστικής τάξης του Παρισιού, πριν μελετήσει τη συμμετοχή των μελών της στη συλλογική ζωή. Πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε ότι, αν και πριμοδοτεί τα υλικά κριτήρια για να ορίσει την αστική τάξη, η Adeline Daumard δεν υιοθετεί τη μαρξιστική άποψη για τις κοινωνικές τάξεις. Ακόμη, θεωρεί ότι κανένας από τους ορισμούς που δόθηκαν μέχρι τότε δεν ήταν ικανοποιητικός για τον ιστο­ ρικό, επειδή δεν λάμβανε υπόψη ούτε την κατάσταση ούτε την ψυχολο­ γία των ανθρώπων οι οποίοι, στο 19ο αιώνα, «ζούσαν ως αστοί, αντιδρούσαν ως αστοί, θεωρούσαν τον εαυτό τους αστό και θεωρούνταν αστοί από τον περίγυρό τους και όλη την κοινωνία». Την «ποιοτική» αυ­ τή διάσταση προσπαθεί να ενσωματώσει στην έρευνά της, πράγμα που την οδηγεί να συγκροτήσει τύπους αστικών οικογενειών και να αξιοποιήσει τις σχέσεις τους. Άλλες έρευνες γύρω από την ιστορία της αστικής τάξης, κυρίως αυτές του Bernard Andre γύρω από την εισοδηματική αστική τάξη της Vannes και του Jean-Pierre Chaline (1982) για τις οποίες θα ξαναμιλήσουμε στο Κεφάλαιο 5, θα εμπλουτίσουν και θα αποσαφη­ νίσουν τις διαπιστώσεις αυτές. Πρέπει ακόμη να σημειώσουμε το μεγάλο αριθμό μελετών που αφιερώθηκαν στην εργοδοσία στα πλαίσια του συ­ [ 139]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

σχετισμού της ιστορίας της αστικής τάξης και της βιομηχανικής και τρα­ πεζικής ιστορίας. Οι προδρομικές εργασίες του Jean Lambert-Dansette (1954) στη βόρεια Γαλλία γύρω από ορισμένες μεγάλες οικογένειες της υφαντουργίας ή του Guy Thuillier (1959) γύρω από την εργοδοσία του σιδήρου στο Nivernais, σηματοδοτούν την αρχή μιας μακράς σειράς με­ λετών, ανάμεσα στις οποίες πρέπει να αναφέρουμε τις εργασίες του Louis Bergeron (1974) και του Serge Chassagne (1986) γύρω από την ερ­ γοδοσία του Διευθυντηρίου και της Αυτοκρατορίας, του Alain Plessis (1985) γύρω από τη διοίκηση της Τράπεζας της Γαλλίας, του Jean-Marie Moine (1989) γύρω από τα αφεντικά της σιδηρουργίας της Λορένης, της Jacqueline Herpin γύρω από τις περιουσίες του Bordeaux. Δεδομένου αυτού που είπαμε παραπάνω, δεν θα εκπλαγούμε από τη διαπίστωση ότι ο εργατικός κόσμος κατέχει μια προνομιακή θέση στην κοινωνική ιστορία αυτής της εποχής. Η εργατική ιστορία είχε ήδη προκαλέσει ορισμένες έρευνες πριν από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Για να δώσουμε μια εικόνα των αλλαγών προοπτικής που επέφερε η υιοθέτηση του ποσοτικού διαβήματος, πρέπει να σταματήσουμε μια στιγμή στη δια­ τριβή της Marie-Madeleine Kahan-Rabecq (1939), που αναφέρεται στους εργάτες της Αλσατίας κατά τη μοναρχία του Ιουλίου. Δημοσιευμένη τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η μελέτη αυτή μαρτυρά την απήχηση που είχε το Λαϊκό Μέτωπο στον πανεπιστημιακό χώρο. Πρό­ κειται εδώ, όχι μόνο για μία από τις πρώτες διατριβές σύγχρονης ιστο­ ρίας που υποστήριξε μια γυναίκα, αλλά επιπλέον έρχεται σε ρήξη με το σκληρό και ακαδημαϊκό στυλ που κάθε υποψήφιος διδάκτορας της φι­ λολογίας έπρεπε να υιοθετεί. Από την εισαγωγή κιόλας δίνεται ο τόνος: «Οι ανατροπές που προκάλεσε ο πόλεμος, καθώς επίσης οι ολοένα και πιο έντονες διεκδικήσεις ενός προλεταριάτου που καθημερινά αποκτού-' σε μεγαλύτερη συνείδηση της σημασίας του, οδήγησαν τους ιστορικούς να μελετήσουν την καταγωγή και την αργή ανάπτυξη ενός εργατικού κι­ νήματος, του οποίου το εύρος αποτελεί σίγουρα ένα από τα χαρακτηρι­ στικά της εποχής μας». Ωστόσο, ο ριζοσπαστικός λόγος συνδυάζεται με μια παρουσίαση των πραγμάτων που παραμένει αρκετά παραδοσιακή. Ακόμη, η διατριβή αυτή εγγράφεται πλήρως, πράγματι, στη λογική της ιστορίας των γεγονότων. Όχι μόνο δεν πριμοδοτείται η οικονομική διά­ σταση, αλλά η συγγραφέας αρνείται κυρίως να βασιστεί στις κοινωνικοεπαγγελματικές κατηγορίες που επεξεργάστηκε η διοίκηση στην προσπάθειά της να κατανοήσει εκ των υστέρων στην ενότητά του τον υπό [

140]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

μελέτη κόσμο. Η συγγραφέας εκτιμά πράγματι ότι «είναι αδύνατον να χαράξουμε εκ νέου σε γενικές γραμμές την ιστορία του προλεταριάτου της Αλσατίας, επειδή το προλεταριάτο αυτό δεν υπάρχει ως ομοιογενής ομάδα με σταθερή εξέλιξη και συλλογική συνείδηση. Υπάρχουν προλε­ τάριοι, αλλά αυτοί έχουν τόσο διαφορετικές συνθήκες ύπαρξης, έχουν τόσο διαφορετικές συμπεριφορές απέναντι στα ίδια γεγονότα, ώστε ήταν απαραίτητο εδώ να πραγματοποιήσουμε μια μελέτη πολύ περισσό­ τερο χωρική παρά χρονολογική». Για το λόγο αυτόν κάθε κεφάλαιο της διατριβής αφιερώνεται σε μία συνιστώσα του προλεταριάτου της Αλσα­ τίας. Αντίθετα, οι διατριβές γύρω από τον εργατικό κόσμο που πραγματοποιήθηκαν στις μεταπολεμικές δεκαετίες εγγράφονται σχεδόν όλες στη λογική του Labrousse. Ανάμεσα σε πολυάριθμες μελέτες της εργατικής ιστορίας, ας συγκρατήσουμε αυτές της Rolande Trempe (1971) γύρω από τους ανθρακωρύχους του Carmaux, του Remy Gossez γύρω από τους εργάτες της παρισινής βιοτεχνίας, του Francis Hordern γύρω από τους εργάτες της Αλσατίας το 19ο αιώνα, του Pierre Pierrard (1984) γύ­ ρω από τις σχέσεις ανάμεσα σε εργάτες και θρησκεία στη βόρεια Γαλλία, στις οποίες πρέπει να προσθέσουμε τις διατριβές του Rene Parize γύρω από τους εργάτες του Creusot και του Michel Pigenet γύρω από τους ερ­ γάτες του Cher. Η διατριβή που ο Yves Lequin (1977) αφιέρωσε στους εργάτες της περιοχής της Λυών αντιπροσωπεύει συγχρόνως το μοντέλο του Labrousse και τις αμφιβολίες που τη δεκαετία του 1970 αρχίζουν να πολιορκούν τους Γάλλους ιστορικούς σχετικά με τη γονιμότητα της προ­ σέγγισης αυτής. Το σχέδιο συμφωνεί με τις αρχές της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας. Στο πρώτο μέρος μελετώνται οι υλικές και κοινω­ νικές όψεις και στο δεύτερο οι συλλογικοί αγώνες, ο συνδικαλισμός και το εργατικό κίνημα. Σε σχέση με τις διατριβές που υποστηρίχτηκαν στη δεκαετία του 1960, η προσφυγή της διατριβής αυτής στις στατιστικές και στη χαρτογραφία είναι έντονη. Ωστόσο, ο ίδιος ο τίτλος της παραπάνω διατριβής μαρτυρά μια απόσταση από το μοντέλο του Labrousse. Ο τίτ­ λος ορίζει «τους εργάτες» της περιοχής της Λυών και ο υπότιτλος αναφέρεται «στη συγκρότηση μιας τάξης». Εκφράσεις που ταιριάζουν με το συμπέρασμα του συγγραφέα, επειδή στο τέλος της ευρείας έρευνάς του, ο Yves Lequin συμπεραίνει ότι το 1914, η εργατική τάξη βρίσκεται ακό­ μη «σε αναζήτηση ταυτότητας». Τελικά, το ουσιαστικό πρόβλημα εδώ δεν είναι να αναδειχτούν τα αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζουν την [ 141 ]


•ύνατον να /.ινταριάτου ιοί·1Ρμοιογενής #\'?υν προλε# '·ξης, έχουν ,/ότα, ώστε -1;,Λ) περισσό^ άλαιο της ϊπ ,Ι "ΐης Αλσαt\ii

!<' ηραγματοy v όλες στη »<ΐ(· εργατικής ' 971) γύρω Γ53| γύρω από IIW γύρω από Γ ί (1984) γύι;" ^εια Γαλλία, 'Urize γύρω ;τό τους ερ^ κοσε στους Γ ^ ;' το μοντέλο l|(V Σχίζουν να ; t a της προκψικής και ftf' Ήαι κοινωfc. Ολισμός και Χ,τηκαν στη ■Vvi αστικές και rJ »“ Παραπάνω W'’tUsse. Ο τίτ'γ-1'.τίτλος ανα^,'ιϊζουν με το cs1ρευνάς του, '^ο'^χεται ακό' ^ ,'^λημα εδώ (ν^ςίζουν τη\


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

τάξη, αλλά να κατανοήσουμε τη διαδικασία που επέτρεψε το πέρασμα από το πολυπληθές στο ιδιαίτερο, να απαντήσουμε δηλαδή στο ζήτημα της συγκρότησης της εργατικής ομάδας. Η ιδέα ότι μια ομάδα ή μια τά­ ξη δεν αποτελούν αρχικά δεδομένα, αλλά είναι το αποτέλεσμα μιας δια­ δικασίας οικοδόμησης, ιδέα που ανέπτυξε στη δεκαετία του 1960 ο Βρε­ τανός ιστορικός Edward P. Thompson (θα επανέλθω σε αυτό στο επόμε­ νο κεφάλαιο), αρχίζει να διαδίδεται στη Γαλλία.

ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ Από την τάξη καθεαυτή στην τάξη για εαυτή

Ο

πως συχνά υποστηρίζουμε στην προοπτική που χάραξε ο La­ brousse, τα πολιτικά ζητήματα δεν αποκλείονται ούτε ακόμη αποτελούν δευτερεύοντα ζητήματα. Θεωρούνται όμως, σύμφωνα με τη λογική της «καθυστέρησης» που αναφέραμε παραπάνω, ότι εξαρτώνται από το οικονομικό επίπεδο. Η σχέση ανάμεσα στα δύο επίπεδα εγκαθιδρύεται με δύο τρόπους. Από τη μία πλευρά, οι οικονομικές αλ­ λαγές εξηγούν τα κοινωνικά κινήματα. Από την άλλη, αν οι τάξεις ορί­ ζονται με βάση αντικειμενικά χαρακτηριστικά, ριζωμένα στον υλικό κό­ σμο, δεν μπορούν να θεωρηθούν κοινωνικές τάξεις με την πλήρη έννοια του όρου, παρά μόνο αν τα άτομα έχουν συνείδηση ότι αποτελούν μέρος τους. Για όλους τους ιστορικούς που λίγο πολύ επηρεάζονται από το μαρξισμό, το ζήτημα της «ταξικής συνείδησης» αποτελεί ένα δεδομένο αποφασιστικής σημασίας. Πρόκειται για το πέρασμα από την τάξη «κα­ θεαυτή» στην τάξη «για εαυτή». Για όσους βλέπουν έτσι τα πράγματα, οι εργάτες είναι θύματα της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά γενικά, δεν συνειδητοποιούν την ταξική τους ένταξη, ούτε ακόμη το ταξικό τους συμφέρον. Ο ρόλος της πρωτοπορίας, δηλαδή των οργανώσεων (κομμά­ των ή συνδικάτων) που οι εργάτες δημιούργησαν στην πορεία της ιστο­ ρίας τους, αναδεικνύει την ταξική αυτή συνείδηση, με τρόπο που να ευ­ νοείται η αντιστοιχία αυτή για την καθεαυτή τάξη του προλεταριάτου. Σε αυτή την προοπτική, πραγματοποιήθηκαν πολλών ειδών έρευνες. Μπορούμε κατ’ αρχάς να αναφέρουμε τις εργασίες που επιχειρούν να εξηγήσουν ορισμένες όψεις της πολιτικής ιστορίας με βάση τους οικονο­ [ 142

]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

μικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Κάτι τέτοιο επιχειρεί ο Georges Dupeux στη δεύτερη διατριβή του σχετικά με το Λαϊκό Μέτωπο και τις εκλογές του 1936. Η καλύτερη όμως μελέτη, που εγγράφεται στη λογική αυτή, είναι η διατριβή του Paul Bois (1960) σχετικά με τους χωρικούς της δυτικής Γαλλίας. Το ενδιαφέρον της προσέγγισης αυτής συνίσταται στο γεγονός ότι επανέρχεται σε ένα πρόβλημα που ο Andre Siegfried άφησε άλυτο στο Tableau politique de la France de VOuest. O Siegfried, διαπιστώνοντας ότι οι κάτοικοι της Νορμανδίας είχαν διαφορετική πο­ λιτική συμπεριφορά από αυτούς των άλλων τμημάτων της περιοχής και υιοθετώντας μια υπόθεση του δασκάλου του Paul Vidal de la Blache, απέδωσε τις διαφορές αυτές στο «μυστήριο των εθνικών προσωπικοτή­ των». Ο Paul Bois, σε ό,τι τον αφορά, ανοικοδομεί λεπτομερώς τα οικο­ νομικά και κοινωνικά δεδομένα της Sarthe το 19ο αιώνα και τα αντιπαραβάλλει με τις διαφορετικές πολιτικές στάσεις. Χάρη σε μια αναγωγική ανάλυση που τον οδηγεί μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση, δείχνει ότι οι πολιτικοί αγώνες αυτής της εποχής (η αντίθεση ανάμεσα στην εξεγερμένη αγροτιά στη δυτική Γαλλία και τη δημοκρατική αγροτιά στην ανατο­ λική Γαλλία), που μεταβιβάζονται μέσω της τοπικής συλλογικής μνήμης από γενιά σε γενιά, εξηγούν την παραπάνω αντίθεση. Οι ιστορικοί που ενδιαφέρονται για το ζήτημα των σχέσεων ανάμε­ σα, από τη μια μεριά, στους οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες και, από την άλλη, στην «ταξική συνείδηση», θα προτιμήσουν την ιστο­ ρία των εργατικών απεργιών. Οι ερευνητές διαθέτουν υλικό για την εφαρμογή της ποσοτικής μέτρησης και την ενσωμάτωση της ιστορίας του εργατικού κινήματος στη σειραϊκή ιστορία, χάρη στις τακτικές σει­ ρές που δημοσιεύονται από το 1890 από τη Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Γαλλίας. Τα αριθμητικά αυτά δεδομένα επιτρέπουν πράγματι να χα­ ράξουμε την ιστορία των απεργιακών κινημάτων στη «μακρά διάρκεια», αλλά και κύκλων, ενδιάμεσων κύκλων κ.λπ. Τα δεδομένα αυτά, μετατρεπόμενα σε γραφήματα, αντανακλούν τις συσχετίσεις ανάμεσα στις απερ­ γίες και τις άλλες μεταβλητές που μετρήθηκαν προηγουμένως ποσοτικά από την οικονομική ιστορία: τις τιμές, τους μισθούς, το κόστος ζωής κ.λπ. Η ιστορική κοινωνιολογία, χάρη στις εργασίες του Charles Tilly και του Edward Shorter (1973), θα προσδώσει το μεγαλύτερο εύρος σε αυτή την προοπτική της ποσοτικής ιστορίας των απεργιών. Οι συγγραφείς, χάρη στην επιλογή της μακράς διάρκειας, είναι σε θέση να τις συσχετί­ σουν με τα γεγονότα του Μάη του 68 και να δείξουν αυτό που αποτελεί [ 143 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

την ιδιαιτερότητα τους. Ανάμεσα στους ιστορικούς, η Michelle Perrot (1974) θα προσφέρει την πλέον εμβριθή μελέτη του προβλήματος με τη διδακτορική της διατριβή σχετικά με τη νεότητα της απεργίας. Ένα ση­ μαντικό μέρος της έρευνας αυτής αφιερώνεται στη στατιστική ανάλυση των συγκρούσεων, των διακυμάνσεών τους, των εποχικών ρυθμών τους, του επιθετικού ή αμυντικού τους χαρακτήρα. Αναλύει επίσης τις διάφο­ ρες συνιστώσες αυτών των κινημάτων, τους συσχετισμούς που μπορού­ με να εγκαθιδρύσουμε με τις μορφές εργατικής κατανάλωσης, τις διεκδικητικές μορφές, το προφίλ των απεργών και των εκπροσώπων τους. Όπως όμως η διατριβή του Yves Lequin, η έρευνα αυτή σηματοδοτεί μια ορισμένη απόσταση από το ποσοτικό διάβημα και την πρωτοκαθεδρία που αποδίδεται στους οικονομικούς παράγοντες. Το δεύτερο μέρος, με την επιρροή που δέχτηκε από τον Thompson αναλύει, σε μια ανθρωπολογική προοπτική, τις πορείες, τις τελετουργίες, τον εργατικό λόγο. Στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης της διατριβής, η Michelle Perrot αναφέ­ ρει, για να διαχωρίσει τη θέση της, τη «διπλή ψύχωση, αποτύπωμα αυτής της λίγο αφελούς σοβαρότητας της φοιτητικής γενιάς της δεκαετίας του 1950. Ψύχωση για την εργατική τάξη και την “επιστημονική” ιστορία». Και προσθέτει: «Υπήρξε, κάποια εποχή, μια τρέλα των διάσπαρτων χαρ­ τών, μια “φιλοσοφία” του υπολογιστή, που σήμερα έχουν ξεπεραστεί»' (τ. 1, σσ. 5-6).

Ένα νέο περιοδικό: To Mouvement social

Π

ρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι ένας μεγάλος αριθμός εργασιών που μπορούμε να συνδέσουμε με την κίνηση του Labrousse διαχω­ ρίστηκαν πρόωρα από το αρχικό μοντέλο προσεγγίζοντας τα πολιτικά ζητήματα, χωρίς πραγματικά να τα συνδέσουν με τις οικονομικές και κοινωνικές τους βάσεις. Η ομάδα των ιστορικών που συγκεντρώθηκαν γύρω από το περιοδικό Mouvement social (το οποίο δημιουργήθηκε το 1960), εγγράφεται σε αυτή την προοπτική. Έχουμε εδώ, αναμφίβολα, την καλύτερη απεικόνιση του συλλογικού χαρακτήρα του ιστοριογραφι­ κού αυτού σχεδίου. Όπως οι ιστορικοί της Γαλλικής Επανάστασης στις αρχές του 20ού αιώνα (κυρίως ο Albert Mathiez), οι ιστορικοί του εργα­ τικού κινήματος θα επιτύχουν να συμφιλιώσουν, τουλάχιστον για ορι­ σμένο διάστημα, το πολιτικό τους ιδεώδες με νέες πρακτικές της ιστορι[

144]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

κής έρευνας, ευρέως ανοιχτές στον κόσμο των μη πανεπιστημιακών ιστορικών. Ο ιδρυτής του περιοδικού, Jean Maitron, συγγραφέας μιας διατριβής σχετικά με το αναρχικό κίνημα (1975), ήταν ο ίδιος αρχικά δά­ σκαλος, όπως και ο Maurice Dommanget, ο συνεργάτης του Mathiez. Η πρωτοτυπία του περιοδικού, το οποίο θα διευθύνει για πολλά χρόνια, συνίσταται στη θέση που αποδίδει στη συλλογική σκέψη, στις σχέσεις που διατηρεί με θεσμούς έξω από το πανεπιστήμιο, όπως το Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας, αλλά και στην καθοριστική θέση που από την αρ­ χή κατέχουν οι γυναίκες στη συντακτική επιτροπή: Colette Chambelland, Rolande Trempe, Madeleine Reberioux (η οποία παίζει προωθητικό ρόλο μετά το 1971), Denise Fauvel-Rouif, Annie Kriegel, Michelle Perrot. To Mouvement social θα συμβάλει στη διάδοση της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας και θα επιτρέψει την ανάπτυξη σχέσεων ανάμεσα σε ιστορικούς που εργάζονται γύρω από πολύ διαφορετικά ζητήματα και προοπτικές. Όλοι οι ιστορικοί που μελετούν τον εργατικό κόσμο και αναφέραμε παραπάνω συνεργάζονται με το περιοδικό. Αυτό όμως προ­ σφέρει επίσης πλατιά θέση σε άλλες κοινωνικές ομάδες και σε άλλα ζη­ τήματα, όπως η ιστορία της εργασίας, της επιχείρησης, της στέγης κ.ά. Ανάμεσα σε όλες τις έρευνες που δημοσιεύτηκαν στα χρόνια 1960-1970 από το Mouvement social, πρέπει να αναφέρουμε αυτές που αφορούν την ιστορία του συνδικαλισμού. Οι ταξικοί αγώνες στον αγροτικό κόσμο βρίσκονται στην καρδιά των εργασιών των Jean Sagnes (1983), Yves Rinaudo (1978), Claude Mesliand, Gilles Postel-Vinay. Οι «αναρχοσυνδικαλιστικές» παραδόσεις μελετήθηκαν κυρίως από τον Claude Geslin (1982) για την περιοχή της Nantes, από τον Jacques Julliard, στη διατρι­ βή του σχετικά με τον Pelloutier, από τον Peter Schottler στην εργασία του γύρω από τα Εργατικά Κέντρα. Οι Jean Charles, Antoine Prost, Annie Lacroix-Riz (1981) μελέτησαν διάφορες όψεις της ιστορίας της CGT, ενώ ο Michel Launay (1981) ενδιαφέρθηκε για το χριστιανικό συν­ δικαλισμό. Η ιστορία των εργατικών κομμάτων είχε, και αυτή επίσης, την τιμητική της κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, είτε πρόκειται για τις μελέτες της Madeleine Reberioux σχετικά με τον Jaures, τη δια­ τριβή του Claude Willard (1965) γύρω από τους οπαδούς του Guesdes, του Jacques Girault (1980) γύρω από το σοσιαλισμό στην περιοχή του Var και τις πολυάριθμες έρευνες που προκάλεσε η ιστορία του PCF, με κίνητρο ριζοσπαστικές διατριβές που υπερασπίστηκε η Annie Kriegel 10

[ 145 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

(1974) (θα επανέλθω στο θέμα αυτό, στο Κεφάλαιο 6). Τα μεγάλα επα­ ναστατικά γεγονότα αποτέλεσαν και αυτά αντικείμενο ενός εντυπωσια­ κού αριθμού εργασιών. Ανάμεσά τους ας αναφέρουμε το έργο του Jacques Rougerie (1971) γύρω από την Κομούνα, του Georges Lefranc και του Guy Bourde (1977) γύρω από το Λαϊκό Μέτωπο. Πρέπει τέλος να σημειώσουμε το σημαντικό ρόλο που έπαιξαν οι ιστορικοί του Mouvement social στο να κάνουν καλύτερα γνωστή την ιστορία των εκτός Γαλλίας κοινωνικών κινημάτων. Το περιοδικό θα πα­ ραχωρήσει μεγάλη θέση στις μελέτες που αναφέρονται στους αγώνες κατά της αποικιοκρατίας, όπως αυτές του Rend Gallissot (1988) γύρω από την Αλγερία, των Jean Chesneaux, Lucien Bianco, Alain Roux γύρω από τα επαναστατικά κινήματα στην Κίνα, στις οποίες πρέπει να προ­ σθέσουμε τις εργασίες του Pierre Broue (1971) και της Claudie Weill (1987) γύρω από την ιστορία της Δεύτερης και Τρίτης Διεθνούς. Επι­ πλέον, χάρη κυρίως στην ακούραστη δράση του Georges Haupt, τακτι­ κές επαφές μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν κυρίως με Αμερικανούς ιστορικούς (όπως ο David Montgomery), με Γερμανούς (όπως ο HeinzGerhard Haupt και ο Alf Ludtke) ή με Βρετανούς (Geoff Crossik). Οι δεσμοί αυτοί επέτρεψαν την προώθηση διεθνών ερευνών, όπως η έρευνα γύρω από την ιστορία της ευρωπαϊκής μικροαστικής τάξης, της οποίας τα πρώτα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο Mouvement social.

ΣΕΙΡΑΪΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ Το τρίτο επίπεδο σειραϊκή ιστορία στηρίχτηκε στην αντίληψη του Braudel για τη «μακρά διάρκεια», προκειμένου να επεκτείνει το ποσοτικό διάβη­ μα σε όλα τα επίπεδα της ιστορικής έρευνας, ακόμη και αυτά που, από πρώτη άποψη, φαίνονταν τα δυσκολότερα να τεθούν σε σειρά. Έτσι, ο Emmanuel Le Roy Ladurie (1967) δημοσιεύει μια ιστορία του κλίματος από το έτος 1000 και μετά που αντιτίθεται αποφασιστικά στις προηγούμενες ιστορικές προσεγγίσεις «των γεγονότων». Χάρη στο ισό­ τοπο του οξυγόνου 1δΟ, που περιέχεται σε ποσότητες λίγο ως πολύ μεγά­ λες στον πάγο, οι ερευνητές ανέδειξαν έναν πολύ αξιόπιστο δείκτη, ο

Η

[ 146]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΛΙΑΡΚΕΙΑ»

οποίος επιτρέπει τη μελέτη των αλλαγών του κλίματος κατά τη διάρκεια των αιώνων. Στηριζόμενος σε αυτές τις εργασίες, ο συγγραφέας διακρί­ νει κλιματικούς κύκλους μικρής, μέσης και μακράς διάρκειας. Αναδεικνύει μια μικρή παγετώδη εποχή από το 13ο μέχρι το 19ο αιώνα, που χω­ ρίζεται σε τρία βασικά κύματα ψύχους (1160-1300, το 17ο αιώνα και την περίοδο 1820-1850), ανάμεσα στα οποία διαπιστώνουμε περιόδους ανα­ θέρμανσης. Το ενδιαφέρον μιας τέτοιας έρευνας συνίσταται προφανώς στο γεγονός ότι και εδώ, «η υποδομή» επεξηγεί το «εποικοδόμημα». Οι κλιματικές μεταβολές είχαν συνέπειες στην καθημερινή ζωή των ανθρώ­ πων, μεταβάλλοντας τους δημογραφικούς ρυθμούς, την αγροτική παρα­ γωγή, τις μορφές κοινωνικότητας κ.ά. Τα επόμενα χρόνια, η σειραϊκή ιστορία θα στραφεί ολοένα και περισσότερο προς την πολιτισμική ιστο­ ρία. Το έργο των Frangois Furet και Jacques Ozouf (1977), Lire et e'erire, εισάγει την ποσοτική σκέψη στο πεδίο των ιστορικών μελετών σχετικά με τη διδασκαλία της γραφής και της ανάγνωσης στους αναλφάβητους και τη σχολική φοίτηση. Οι συγγραφείς, στηριζόμενοι στην απογραφή του 1866, αντιπαραβάλλουν τρεις σειρές στατιστικών δεδομένων: την ικανότητα γραφής και ανάγνωσης των κληρωτών, τις υπογραφές των πράξεων γάμου, την αναλογία των Γάλλων ηλικίας άνω των πέντε χρονών που διδάσκονται γραφή και ανάγνωση. Γίνεται έτσι προφανής η ση­ μασία της διάκρισης Saint-Malo - Geneve (η βόρεια Γαλλία προηγείται της νότιας Γαλλίας) και το προνόμιο των πόλεων έναντι της υπαίθρου. Από τη δεκαετία όμως του 1960, η σειραϊκή ιστορία εισήλθε στον το­ μέα της θρησκευτικής ιστορίας, προωθώντας συγχρόνως αποφασιστικά την ιστορία των νοοτροπιών. Για ακόμη μία φορά, οι ανανεώσεις συντελούνται κατ’ αρχάς στη νεότερη ιστορία, για να κερδίσουν στη συνέχεια τη σύγχρονη περίοδο. Ο Michel Vovelle (1995), που βρισκόταν στην πρωτοπορία του ερευνητικού αυτού ρεύματος, δείχνει πώς συγκροτήθηκε σιγά σιγά στο χρόνο και το χώρο η εικόνα του καθαρτηρίου. Μια λεπτομερής εικονολογική ανάλυση των εικονοστασίων, ευχολογίων, γλυ­ πτών βωμών, καθώς επίσης κινηματογραφικών εικόνων και εικονογραφη­ μένων περιοδικών επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη αυτού του θέματος από το 16ο αιώνα μέχρι σήμερα. Η εφαρμογή σειραϊκών προσεγγίσεων από ιστορικούς των νοοτροπιών συμπληρώνει την οικο­ νομική και κοινωνική ιστορία, προσεγγίζοντας το διανοητικό, δηλαδή το «τρίτο επίπεδο». Η σειραϊκή ιστορία επιτρέπει έτσι στον ιστορικό της ποσοτικής μέ­ [ 147]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

τρησης να ανακαλύψει όλους τους ορόφους του σπιτιού-ιστορίας, από το «υπόγειο μέχρι τη σοφίτα» για να χρησιμοποιήσουμε μια αγαπημένη διατύπωση του Michel Vovelle. Το πάθος όμως των ιστορικών της επο­ χής για την ιστορία των νοοτροπιών εξηγείται επίσης από το γεγονός ότι η ιστορία αυτή συναρθρώνεται εύκολα με τον άλλον τομέα στον οποίον αποδίδουν προνομιακή θέση οι οπαδοί της ποσοτικής και σειραϊκής ιστορίας: την ιστορική δημογραφία. Ένας μεγάλος αριθμός ερευνών, που βρίσκονται στη διασταύρωση αυτών των τομέων, εμφανίζονται. Η διδακτορική διατριβή του Jean-Noel Biraben (1975-1976), που αναφέρεται στην ιστορία της πανούκλας στην Ευρώπη από τις απαρχές της μέ­ χρι τα μέσα του 19ου αιώνα, δείχνει τη σημασία που οι ερευνητές του INED αποδίδουν στο νέο αυτό διάβημα. Οι ιστορικοί δεν υπολείπονται, και πολλές διατριβές -κυρίως αυτές της Jacky Gelis (1984) γύρω από την ιστορία της γέννησης στη Δύση- αποδεικνύουν το ενδιαφέρον της προ­ σέγγισης σε πολύ μακρά διάρκεια. Ο αγροτικός κόσμος, πιο σταθερός από τον κόσμο των πόλεων, προσφέρεται καλύτερα σε αυτές τις διερευνήσεις, όπως το απεικονίζουν οι έρευνες της Elisabeth Claverie (1982) γύρω από το Gevaudan ή της Nadine Vivier (1987) γύρω από το Brianςοη. Σε όλες αυτές τις εργασίες, οι στατιστικές αναλύσεις δεν αποτελούν, παρά μόνο μια όψη του διαβήματος σε «μακρά διάρκεια», περιθωριο­ ποιημένη όψη μερικές φορές προς όφελος μιας περισσότερο «ποιοτικής» παρατήρησης. Ο Philippe Aries, ένας «ιστορικός της Κυριακής» (όπως όρισε ο ίδιος τον εαυτό του), έδειξε πρώτος, συνδυάζοντας τις προσεγ­ γίσεις, την αποκαλυπτική αξία ενός διαβήματος που παρατηρεί επί πολ­ λούς αιώνες το ίδιο αντικείμενο. Από τα μεταπολεμικά χρόνια, ο Aries (1948, 1977) δημοσιεύει εργασίες γύρω από την ιστορία του γαλλικού πληθυσμού σε «μακρά διάρκεια» που συμπληρώνουν την καθαρά ποσο­ τική ανάλυση μέσα από μια πρωτότυπη σκέψη σχετικά με τις μεταβολές των αναπαραστάσεων της ζωής και του θανάτου μέσα στην κοινωνία. Στα μεταγενέστερα έργα του, το ζήτημα των αναπαραστάσεων θα απο­ κτήσει μια ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Ο Aries ανοίγει ένα δρόμο που οι ιστορικοί των νοοτροπιών γρήγορα θα διευρύνουν, αποδίδοντας προ­ νομιακή θέση στη μελέτη της σεξουαλικότητας (Jean-Louis Flandrin, 1979) και των κανόνων στον τομέα της υγιεινής και της υγείας (Georges Vigarello, 1985).

[ 148]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

Το άνοιγμα στο εξωτερικό: Οι «πολιτισμικές σφαίρες» εν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι, στην προοπτική του Braudel, η μέ­ ριμνα για επέκταση του χρονολογικού πλαισίου της ιστορικής έρευ­ νας συνδυάζεται με τη θέληση διεύρυνσης του γεωγραφικού πλαισίου. Η διδακτορική διατριβή του Fernand Braudel γύρω από τη Μεσόγειο αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα. Η ανάπτυξη μελετών γύρω από τις «πολιτισμικές σφαίρες» στο 6ο Τμήμα της ΕΡΗΕ απεικονίζει την έγνοια αυτή του μεγάλου εύρους. Για τη σύγχρονη περίοδο, μπορούμε να ανα­ φέρουμε, κυρίως, τις έρευνες του Maurice Aymard και του Gerard Delille (1982) σχετικά με την Ιταλία, του Bruno Bettelheim σχετικά με την Κίνα, του Marc Ferro (1976) σχετικά με τη Ρωσία, του Jacques Pouchepadass (1988) σχετικά με την Ινδία. Αλλά ακόμη, με την παρακί­ νηση του Nathan Wachtel (1971) και του Pierre Vilar, τις μελέτες σχετικά με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, τις οποίες αναπτύσσουν κυρίως ο Jan-Henri Piehl (1983), ο Pierre Veyssiere και ο Yves Saint-Geours.

Δ

ΟΤΑΝ Η ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ Ζήτω ο ηλεκτρονικός υπολογιστής! ι Γάλλοι ιστορικοί ανακαλύπτουν τη γοητεία της πληροφορικής στη δεκαετία του 1960. Το πάθος αυτό θα ολοκληρώσει το θρίαμ­ βο της ποσοτικής ιστορίας, επιτρέποντάς της να επιβληθεί ακόμη και στους χώρους όπου έγινε δεκτή με ψυχρότητα. Στον τομέα της θρη­ σκευτικής ιστορίας, η επιρροή του Gabriel Le Bras συνδυάζεται με το ενδιαφέρον που προκαλεί η σειραϊκή ιστορία του «τρίτου επιπέδου», για να αναδυθεί μια πολλαπλότητα ερευνών που πριμοδοτούν την ποσοτική μέτρηση. Ό,τι μπορεί να μετρηθεί τίθεται σε σειρά, είτε πρόκειται για τη συχνότητα επίσκεψης των εκκλησιών, την κοινωνική καταγωγή των θρησκευόμενων, τις σχέσεις ανάμεσα σε θρησκευτικές συμπεριφορές και εκλογικές στάσεις κ.λπ. Η ιστορική κοινωνιολογία που προωθήθηκε από τον Emile Poulat (1962) ή τον Serge Bonnet (1972) συναντά τότε την κοινωνική ιστορία και έρχεται να εμπλουτίσει την περιφερειακή ιστορία, όπως δείχνουν οι εργασίες που πραγματοποιούνται υπό τη διεύθυνση

Ο

[ 149

]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

του Gerard Cholvy στη νοτιοανατολική, του Yves-Marie Hilaire στη βό­ ρεια, του Michel Lagree (1977) στη δυτική Γαλλία. Όπως όμως είπαμε, η ίδια η πολιτική ιστορία προσηλυτίζεται στην ποσοτική μέτρηση. Κατ’ αρχάς η ιστορία των εκλογών. Ο Andre Siegfried και ο Francois Goguel στηρίχτηκαν πρόωρα στην εκλογική χαρτογραφία. Στις εργασίες τους, ο Jacques Gouault και η Odile Rudelle (1977) φτάνουν σε ένα νέο στάδιο, δείχνοντας το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η χρήση στατιστικών τεχνι­ κών για την ανανέωση της μελέτης της γαλλικής πολιτικής ζωής στις αρ­ χές της Τρίτης Δημοκρατίας. Η μελέτη της κοινής γνώμης στρέφεται και αυτή ολοένα και περισσότερο προς τις ποσοτικές μεθόδους, κυρίως για την ανάλυση του τύπου (βλέπε τις διατριβές του Olivier Lerner σχετι­ κά με τη La Depeche du Midi ή της Fran^oise Mayeur σχετικά με τη L ’Aube).

Ποσοτική ιστορία και ανάλυση του λόγου

Τ

ο κίνημα όμως εγγράφεται σε μια ευρύτερη διαδικασία που αντα­ νακλά μια άλλη επιρροή του δομιστικού κύματος στους ιστορικούς: το ενδιαφέρον για τις αναλύσεις του λόγου (discours). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, οι ιστορικοί συμπληρώνουν την εργαλειοθήκη τους δανειζόμενοι από τη γλωσσολογία ορισμένες από τις μεθόδους της. Ο Antoine Prost (1996, σ. 283), όπως πρόσφατα υπογράμμισε, υπήρξε «αναμφίβολα ο πρώτος ιστορικός που χρησιμοποίησε το 1967 την παραγοντική ανάλυση στις επιστολογραφίες και ένας από τους λίγους που εισήγαγε στην ιστορία λίγο “σκληρές” γλωσσολογικές μεθόδους». Θα επανέλθω, στο Κεφάλαιο 5, στη διατριβή του που αναφέρεται στους παλιούς μαχητές επειδή, όπως η διατριβή του Maurice Agulhon, ανήκει στην ιστο­ ριογραφία της επόμενης περιόδου. Ας σημειώσουμε ωστόσο από τώρα τη θέση που κατέχει στην εργασία αυτή η ανάλυση του λόγου. Αποτελεί μια σημαντική στιγμή του «προσηλυτισμού» της πολιτικής ιστορίας από το ποσοτικό, αφού ο Antoine Prost πραγματοποίησε τη διατριβή του υπό τη διεύθυνση του Louis Girard και δημοσίευσε μαζί του ένα έργο σχετικά με τις εκλογικές διακηρύξεις στη δεκαετία του 1880, έργο το οποίο στηρίζεται στις πηγές της πληροφορικής και της γλωσσολογίας (A. Prost, 1974). Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η πρώτη αυτή συμμαχία μεταξύ ιστορικών και γλωσσολόγων πραγματοποιήθηκε γύρω [

150]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

από ένα κοινό ενδιαφέρον για τη δομική ανάλυση σωμάτων ιστορικών κειμένων. Τα Cahiers de lexicographic και το εργαστήριο λεξικολογίας του ENS του Saint-Cloud υπήρξαν οι κύριοι χώροι συνάντησης. Αν ορι­ σμένοι ιστορικοί έκαναν ένα βήμα προς την κατεύθυνση των γλωσσολό­ γων, και οι γλωσσολόγοι έκαναν ένα βήμα προς την κατεύθυνση των ιστορικών. Στην αρχή του κινήματος, πρέπει να αναφέρουμε την προδρομική διατριβή του κοινωνιο-γλωσσολόγου Jean Dubois (1962), σχετι­ κά με το πολιτικό λεξιλόγιο της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, η οποία στη­ ρίζεται στις τεχνικές ανάλυσης του λόγου που αναδεικνύει ο Louis Harris στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η φιλοδοξία του είναι η κινητοποίηση των ποσοτικών αυτών προσεγγίσεων, προκειμένου να έρθει σε ρήξη με την ιστορία των λέξεων που προώθησε η πρώτη γενιά των Annales (και κυρίως ο Lucien Febvre). Το κίνημα αυτό θα ευνοήσει τη γέννηση ομά­ δων, στο εσωτερικό του εργαστηρίου του Saint-Cloud, στις οποίες συμμε­ τέχουν γλωσσολόγοι και ιστορικοί. Δύο μεγάλα αντικείμενα μελέτης προτιμώνται: το πρώτο αφορά τη Γαλλική Επανάσταση, κυρίως με τις εργασίες της Regine Robin (1973) και του Jacques Guilhaumou (1989) και το δεύτερο επικεντρώνεται στον πολιτικό λόγο του μεσοπολέμου. Έτσι, ο Jean-Baptiste Marcellesi δείχνει ότι, τη δεκαετία του 1920, οι σο­ σιαλιστές και οι κομμουνιστές χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις, δίνοντάς τους όμως διαφορετική έννοια. Ο Denis Peschanski (1989), σε ό,τι τον αφορά, χρησιμοποιεί τα γλωσσολογικά αυτά εργαλεία για να δείξει τις μεταβολές της γραμμής του PCF κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής. Πρέπει να σημειώσουμε ότι το λεξικολογικό διάβημα, περιορίζοντας το κείμενο στο σημαίνον του, πραγματοποιεί, απέναντι στη σημασιολογία, την ίδια ρήξη την οποία η ποσοτική ιστορία επιχείρησε μερικές δεκαε­ τίες νωρίτερα απέναντι στην ιστορία «των γεγονότων». Απορρίπτουμε το πλαίσιο, την υποκειμενικότητα, την έννοια, για να αναδείξουμε τις δο­ μές, το ασυνείδητο δηλαδή του λόγου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΕΠ’ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΩΝ Οι διοικητικές διαιρέσεις είναι νόμιμες για τον ιστορικό; κόμη και αν, όπως είδαμε, η ποσοτική και σειραϊκή ιστορία που υπερασπίζονταν ο Labrousse και τα Annales συνάντησε αντιστά­ σεις πριν γίνει αποδεκτή από το σύνολο των ιστορικών, δεν μπο­ ρούμε να πούμε ότι το ζήτημα αποτέλεσε πραγματικά αντικείμενο πλού­ σιων συζητήσεων ανάμεσα σε οπαδούς και αντιπάλους της προοπτικής αυτής. Ο Jean Glenisson (1965, ό.π., ο. LIII), στην έκθεσή του, εκτιμά ότι «η βασική απουσία εσωτερικών συζητήσεων χαρακτηρίζει πριν απ’ όλα, κατά την παρούσα στιγμή, τη σκέψη των πανεπιστημιακών ιστορικών σχετικά με την επιστήμη που καλλιεργούν». Ξαναβρίσκουμε εδώ ένα πρόβλημα που αναφέραμε ήδη στο προηγούμενο κεφάλαιο και που θα ξανασυναντήσουμε στη συνέχεια του βιβλίου αυτού. Από τη μια γενιά στην άλλη, βλέπουμε να ξανανθήζουν οι προσδοκίες για συλλογική συ­ ζήτηση στο εσωτερικό της επιστήμης. Όμως, κάθε φορά, οι προσδοκίες αυτές διαψεύδονται, ο ενθουσιασμός παραχωρεί τη θέση του στην απο­ γοήτευση, χωρίς να εξηγούνται ποτέ ρητά οι λόγοι, εξαναγκάζοντας τους καλοπροαίρετους να περιορίζονται σε ένα διάλογο με τους νεκρούς. Στη σύγχρονη ιστορία, οι μόνες σημαντικές συζητήσεις που προκάλεσε η εισβολή της ποσοτικής ιστορίας, παρέμειναν περιορισμένες στο εσωτερικό του κύκλου των ιστορικών οι οποίοι ήταν ήδη πεισμένοι για την αξία του μοντέλου που συγκροτήθηκε από τα Annales και τον La­ brousse. Το ζήτημα σχετικά με το αν ο ειδικός του 19ου αιώνα μπορούσε να εμπιστεύεται τις διοικητικές διαιρέσεις για να αναπτύξει τις έρευνες του, προκάλεσε κάποιο ενδιαφέρον. Οι ιστορικοί έθεσαν το ερώτημα αν το επαρχιακό πλαίσιο ήταν κατάλληλο για τις μονογραφίες των διδα­ κτορικών διατριβών. Στην αρχή οι οπαδοί του Pouthas και του La­ brousse συμφωνούν στο σημείο αυτό. Ο Jean Vidalenc δηλώνει, για πα­ ράδειγμα: «Το επαρχιακό πλαίσιο επιβάλλεται για κάθε πολιτική μελέτη μετά το 1790». Ο Georges Dupeux δικαιολογεί την επιλογή του σημειώ­ νοντας ότι «είναι σε αυτό το επαρχιακό πλαίσιο που οργανώνεται η πο­ λιτική ζωή και λειτουργεί η διοίκηση». Συμφωνούμε ότι πρόκειται για μια περίεργη επιχειρηματολογία για έναν οπαδό του Labrousse. Δεν εί­ ναι σαν να δεχόμαστε πράγματι, ότι σε τελευταία ανάλυση, το πολιτικό [

152]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

επιβάλλει το νόμο των διαιρέσεων τον στην οικονομική και κοινωνική ιστορία; Καταλαβαίνουμε γιατί ο Jacques Rougerie (1965), σε μια περί­ φημη περίληψη, μπόρεσε να θέσει το ερώτημα σχετικά με το πάθος αυτό για την ιστορία του «επαρχιακού πλαισίου» της Γαλλίας. Ωστόσο, η κρι­ τική του διαθέτει πολύ περισσότερες αποχρώσεις από την ερμηνεία που της δόθηκε αργότερα. Σε αντίθεση με τον Louis Chevalier (του οποίου οι σκέψεις γύρω από το θέμα φαίνεται ότι είχαν ήδη ξεχαστεί στη δεκαετία του 1960), ο Rougerie δεν αμφισβητεί πραγματικά τη γονιμότητα του επαρχιακού βλέμματος. Αναρωτιέται: «Ξαναρχίζοντας όμως την εμπει­ ρία πολλές φορές, δεν θα κουράσουμε;», χωρίς να προτείνει νέους δρό­ μους που θα επέτρεπαν στους ιστορικούς να υιοθετήσουν καταλληλότε­ ρες διαιρέσεις σχετικά με το υπό μελέτη αντικείμενό τους. Η συζήτηση γύρω από τις κοινωνικο-επαγγελματικές κατηγορίες υπήρξε πιο ζωηρή. Σε ένα ιδρυτικό άρθρο, η Adeline Daumard (1963) επιχειρεί να προσαρμόσει τις κατηγορίες που επεξεργάστηκε το INSEE τη στιγμή των απογραφών του 1946 και του 1954 στις πραγματικότητες των προβιομηχανικών κοινωνιών. Ενας μεγάλος αριθμός κατηγοριών, που διαμορφώθηκαν με βάση το νομικό καθεστώς και τη θέση στην πα­ ραγωγή, υπόκεινται στην οξυδερκή μελέτη της μικρής ομάδας των ιστο­ ρικών που ο Ernest Labrousse συγκρότησε για να εμπλουτίσει το σχήμα αυτό. Πράγμα που καταλήγει στον πολλαπλασιασμό των κατηγοριών και των αντιπροσωπευτικών διαιρέσεων. Σε όλες σχεδόν τις διδακτορι­ κές διατριβές κοινωνικής ιστορίας που αναφέρονται στο 18ο ή το 19ο αιώνα, βρίσκουμε στο εξής μια παράγραφο όπου ο συγγραφέας, με μια πονηρή ευχαρίστηση, δείχνει ότι οι κοινωνικο-επαγγελματικές κατηγο­ ρίες τις οποίες επεξεργάστηκαν οι συνάδελφοί του δεν ισχύουν για την πόλη «του», το νομό «του» ή την περιοχή «του». Η συζήτηση δεν θα προχωρήσει πιο μακριά.

Η οικονομική ιστορία διαιρεμένη

Η

οικονομική ιστορία θα προκαλέσει ίσως τις ζωηρότερες συζητήσεις. Ανάμεσα στα σημεία αντιπαράθεσης, μπορούμε να αναφέρουμε το ζήτημα του ιμπεριαλισμού, που μνημονεύσαμε παραπάνω. Ενώ οι ιστο­ ρικοί που επηρεάζονται από το μαρξισμό, μετατρέπουν το ζήτημα αυτό σε έναν ουσιαστικό παράγοντα της αποικιοκρατίας, οι άλλοι, πιο κοντά [

153]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

στον Renouvin, αρνούνται να πριμοδοτήσουν μια «βαθιά δύναμη» πε­ ρισσότερο από μια άλλη. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, η δη­ μοσίευση της διατριβής του Jacques Marseille (1984) προκαλεί και πάλι τη συζήτηση. Αν και αυτός πριμοδοτεί τις επεξηγήσεις οικονομικού χα­ ρακτήρα, ανατρέπει το παραδοσιακό επιχείρημα των μαρξιστών δηλώ­ νοντας ότι πράγματι οι ζωντανές δυνάμεις του γαλλικού καπιταλισμού προαισθάνθηκαν, συνόδεψαν, διηύθυναν τη διαδικασία αποαποικιοποίησης, στο μέτρο που η αποικιακή αυτοκρατορία μετατράπηκε σε οβίδα. Η L ’Introduction a I’histoire quantitative που δημοσιεύτηκε από τον Jean Marczewski (1965), υπεύθυνο της ομάδας ερευνητών ιστορικής οικονο­ μίας του ISEA (Institut des sciences economiques appliquees), προκάλεσε και αυτή ζωηρές συζητήσεις, γιατί οι ιστορικοί δεν δέχονταν τις κριτικές που τους γίνονταν μέσα στο έργο αυτό και αναδείκνυαν την αναρμοδιό­ τητά τους σχετικά με την οικονομία. Ανταπαντούν ότι το αναδρομικό διάβημα στο οποίο προέβη ο Marczewski καταλήγει σε αναχρονισμούς, επειδή οι έννοιες και τα μοντέλα του σημερινού Εθνικού Λογιστηρίου εί­ ναι ακατάλληλα για την κατανόηση των οικονομικών γεγονότων του 19ου αιώνα. Ωστόσο, οι εργασίες του ISEA, βοηθούντος του κύρους των οικονομετρικών μοντέλων, θα ασκήσουν μια αυξανόμενη επιρροή ακό­ μη και στο εσωτερικό της μικρής ομάδας των παλιών μαθητών του La­ brousse, προκαλώντας αυξανόμενες διαφορές στη συνέχεια, τις οποίες θα οξύνουν κρυφές πολιτικές προθέσεις που δεν δηλώνονται πάντοτε με ξεκάθαρο τρόπο. Ένας ορισμένος αριθμός ανάμεσά τους, όπως ο Frangois Crouzet ή ο Maurice Levy-Leboyer, παίρνουν τις αποστάσεις τους από το έργο του Francois Simiand, στον οποίο καταλογίζουν ότι περιόρισε την οικονομι­ κή ιστορία στο εσωτερικό της ιστορίας των τιμών, κρατώντας έτσι τη γαλλική έρευνα στο περιθώριο μιας ιστορίας των επιχειρήσεων που βρι­ σκόταν σε πλήρη ανάπτυξη στο εξωτερικό (είτε πρόκειται για τη γερμα­ νική Firmengeschichte ή την αμερικανική Business History). Άλλοι, όπως ο Jean Bouvier, υπερασπίζονται την κληρονομιά του Simiand υπογραμ­ μίζοντας ότι, χάρη σε αυτόν, οι δεσμοί μεταξύ οικονομικής και κοινωνι­ κής ιστορίας μπόρεσαν να διαφυλαχτούν. Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε τις συζητήσεις που αφορούν το πρόβλημα της ιδιαιτερότητας της γαλλι­ κής οικονομικής ανάπτυξης. Ο Michel Morineau (1985) αμφισβήτησε έντονα την ιδέα ότι στο 18ο αιώνα η αγροτική επανάσταση επέφερε μια σημαντική αύξηση της παραγωγής. Σύμφωνα με αυτόν, οι επαναστατι­ [ 154

]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

κές κατακτήσεις καθόρισαν πράγματι ένα γαλλικό δρόμο αργής εξέλιξης που περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τον ξεριζωμό των χωρικών. Θα επανέλθω στο σημείο αυτό στο Κεφάλαιο 5, όταν θα αναφερθώ στο ζήτημα της «βιομηχανικής καθυστέρησης» της Γαλλίας.

Η ολοκλήρωση του κύκλου και ο θρίαμβος των μεγάλων συνθέσεων ο 1965, ο Jean Glenisson υπογραμμίζει σχετικά με το πρόγραμμα ερευνών που προωθούν οι οπαδοί της ποσοτικής ιστορίας: «Ο χρό­ νος των μεγάλων συνολικών εργασιών δεν έφτασε ακόμη. Η έρευνα μόλις έχει αρχίσει σε πολλούς σημαντικούς τομείς». Μόνο μία δεκαετία αργότερα, πράγματι, το πρόγραμμα θα εισέλθει στη δεύτερη φάση του κύκλου: την εκλαΐκευση. Έπειτα από είκοσι χρόνια προσπαθειών που επέτρεψαν σε ένα πλήθος ερευνητών να πραγματοποιήσουν έναν εντυ­ πωσιακό αριθμό διδακτορικών διατριβών, η ώρα της σύνθεσης έφτασε επιτέλους. Για το λόγο αυτόν, οι ιστορικοί των δύο τομέων που αναστα­ τώθηκαν περισσότερο από τις ανανεώσεις της ποσοτικής και σειραϊκής ιστορίας θα προσπαθήσουν να συγκεντρώσουν τα αποτελέσματα για να τα θέσουν στη διάθεση του μεγάλου κοινού. Οι κατακτήσεις της ιστορι­ κής δημογραφίας παρουσιάστηκαν στην Histoire de la population fran­ qaise σε τέσσερις τόμους που διηύθυνε ο Jacques Dupaquier (1988). Όσο για το πρόγραμμα του Braudel και του Labrousse, συγκεντρώνεται στην τεράστια Histoire economique et sociale de la France που οι δύο άνδρες θα διευθύνουν στις εκδόσεις PUF (1976-1982). Ευρεία σύνθεση η οποία, μόνο για τη σύγχρονη περίοδο, περιλαμβάνει τέσσερις ογκώδεις τόμους που συνέταξαν δεκαπέντε συνεργάτες, οι περισσότεροι ανάμεσά τους έχοντας πραγματοποιήσει τα προηγούμενα χρόνια τη διδακτορική τους διατριβή υπό τη διεύθυνση του Ernest Labrousse. Υπό την επιρροή του Labrousse και του Braudel, η ποσοτική ιστορία και η μακρά διάρκεια επιβλήθηκαν λοιπόν ως οι γονιμότεροι δρόμοι ανανέωσης, πράγμα που επέτρεψε μια σημαντική ανανέωση μιας επιστήμης στην οποία μέχρι τότε κυριαρχούσε η ερμηνευτική προσέγγιση και η λογική των γεγονότων. Ωστόσο, κυρίως στις δεκαετίες τον 1950 και του 1960 η μήτρα «Οικονομίες-Κοινωνίες-Πολιτισμοί» έπαιξε έναν καθοριστικό ρόλο στην ανασύσταση της ιστορικής γνώσης. Αν διατρέ-

Τ

[

155]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ξουμε την έκθεση του 1980 της Γαλλικής Επιτροπής των Ιστορικών Επι­ στημών, διαπιστώνουμε ότι οι θεσμικές αλλαγές, που υπήρξαν συνέπεια του Μάη του ’68, άρχισαν να παράγουν τα αποτελέσματά τους από τη δεκαετία του 1970. Ο πολλαπλασιασμός των θέσεων (κυρίως στα επαρ­ χιακά πανεπιστήμια) και ο διαμελισμός της παλιάς Σορβόνης επέφεραν αυτό που ο Rene Girault (1980), συγγραφέας της γενικής έκθεσης, αποκαλεί ήδη «η διάσπαση» της σύγχρονης ιστορίας. Αυτή η τελευταία εμ­ φανίζεται ως η μεγάλη ωφελημένη των τρεχουσών αλλαγών, επειδή τα κέντρα ενδιαφέροντος του επαγγέλματος μετατίθενται προς τα κάτω, δηλαδή προς τον 20ό αιώνα. Η έκθεση την οποία συνέταξε ο Jean Bouvier και αναφέρεται στις αλλαγές της οικονομικής ιστορίας, υπο­ γραμμίζει ότι ο Ernest Labrousse -που έφτασε στην ηλικία της συνταξιοδότησης- δεν κατέχει πλέον τη «μονοπωλιακή θέση» που κατείχε από τη δεκαετία του 1950. Αυτό εξηγεί, σύμφωνα με τον Jean Bouvier, τον κατακερματισμό της οικονομικής ιστορίας σε ένα μεγάλο αριθμό αυτό­ νομων ερευνητικών εστιών. Ο συγγραφέας όμως αναφέρει ακόμη στο κείμενο αυτό, τις «ανησυχίες των Γάλλων ιστορικών της οικονομίας», οι οποίοι διαπιστώνουν ότι «η επιστήμη τους ελκύει -αναλογικά- λιγότερους ερευνητές από ό,τι είκοσι χρόνια πριν». Ο βασικός λόγος αυτής της απώλειας ενδιαφέροντος συνίσταται στο ότι μετά τη δεκαετία του 1970, όπως είδαμε, η σύνδεση ανάμεσα στο «οικονομικό» και το «κοινωνικό» δεν είναι πλέον προφανής. Στην επόμενη περίοδο, οι δύο τομείς θα συ­ γκλίνουν ολοένα και περισσότερο. Η σύγχρονη ιστορία εισέρχεται σε μια νέα εποχή.

___________ Τ € Κ Μ Η Ρ I A ____________ Οι κύκλοι της γαλλικής οικονομίας Το υπόλοιπο, θα πουν, είναι λιγότερο αξιαγάπητο α π ό τον τίτλο: Πρόκειται, στο έργο αυτό, π ου προορίζεται ειδικότερα γ ια το κοινό των ιστορικών, για διακυμάνσεις διαφόρου εύρους: εποχικές, ετήσιες, κυκλικές, μακράς διάρ­ κειας, αιωνόβιες, διακυμάνσεις μείζονος τάσης και ακόμη πραγματικής π ερ ιο­ δικής κίνησης! Το κοινό μας θα συγκρατήσει ίσως με δυσκολία κάποιο θυμό εναντίον των νέων αυτών όρων στο επαγγελματικό λεξιλόγιο. Ό λα αυτά δεν μπορούν να ειπω θούν σε πεζό λόγο; Όχι. Εκτός αν χρησιμοποιήσουμε μακρές

[ 156

]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

περιφράσεις και τις επανα λά βουμε εκατό φορές. Παραιτηθήκαμε α π ό το να βαφτίσουμε με ονομασίες μερικές φ ορές νέες, έννοιες μερικές φ ορές νέες - έ ν ­ νοιες π ολύ απ λές άλλωστε. Η οικονομική ζωή αποτελεί, σε όλους τους τομείς της -τιμ ές, παραγωγή, ανταλλαγές, εισοδήματα, κατανάλω ση- μια διαδοχή ανισορροπιών, μια αλυσίδα διακυμάνσεων σε μια περίοδο λίγο ως πολύ μακρά, με εναλλαγές αύξησης και πτώσης, εξάπλωσης και συστολής, ευημερίας και ύφεσης, π ου συνήθως ταξινο­ μούνται σύμφωνα με τη διάρκειά τους. Θα υπενθυμίσουμε την ταξινόμηση αυτή, την οποία θα εμπλουτίσουμε λίγο. Θα αναφέρουμε κατόπιν με μια λέξη τη ση­ μασία για τους ανθρώπους της καθεμιάς α π ό τις κινήσεις αυτές, των οποίων η πραγματική ευρύτητα ξεπερνά άλλωστε σε πολυάριθμες περιπτώσεις την εμφ α­ νή ευρύτητα, όπω ς θα εξηγήσουμε παρακάτω στο Κεφάλαιο της μεθόδου. Η διακύμανση μπορεί να είναι απλώ ς εποχική·. Ώθηση «ικανοποίησης των αναγκώ ν» μέσω των τιμών του σιταριού, γ ια παράδειγμα, ιδιαίτερα ευαίσθη­ τη σε μια αγορά ήδη εκνευρισμένη α π ό την αύξηση, όπ ω ς είναι η περίπτωση κατά τη διάρκεια των μεγάλω ν στιγμών αιχμής του 1770, του 1789, του 1790. Η κίνηση μπορεί να είναι μακροχρόνια και να καλύπτει, χωρίς καμιά π εριοδι­ κότητα άλλωστε, ένα ή περισσότερα χρόνια. Α πό το 1778 μέχρι το 1786 το αμπελουργικό κέρδος παρουσιάζει μια ολόκληρη σειρά ετήσιων μεταβολών. Από το 1777 μέχρι το 1779 ο αριθμός των εξαγω γώ ν υφαντουργικών π ρ οϊό­ ντων βουλιάζει. Περισσότερο τολμηρές, μακροχρόνιες, τακτικές διακυμάνσεις, π ου δεν είναι πάντοτε πολύ εύκολο να διακρίνουμε χωρίς επεξεργασία του ετήσιου ή του εντός του έτους ατυχήματος, θα εγγράψ ουν τις δύο φάσεις τους, τους δύο μ ε­ γάλους, εναλλασσόμενους με εξάπλωση και συστολή χρόνους τους σε μια δ ε ­ καετή περίοδο. Πρόκειται για την περίφημη «κυκλική» κίνηση των θεωρητικών των κρίσεων, η δεκαετής του Sim iand - ο δεκαετής κύκλος θα π ο ύ μ ε - ή, πιο απλά ακόμη, « ο κύκλος»: Γιατί οι διάφοροι χρόνοι του κύκλου, αν προστεθούν κομμάτι με κομμάτι, διαρκούν μερικές φορές περισσότερο απ ό δέκα χρόνια. Ο χαρακτηρισμός της κίνησης ως δεκαετούς χαρακτηρίζεται έτσι απ ό υπερβολι­ κή ακρίβεια. Κεφαλαιώδης κύκλος, π ο υ ρυθμίζει την τρέχουσα οικονομική ζωή, της οποίας όλες οι μορφές ενδιαφέρουν. Η κρίση αποτελεί ένα ατύχημα ακριβώ ς του κύκλου, ένα κυκλικό φ α ινόμε­ νο. Κρίσεις του 1770, του 1782-1784, του 1789-1790, κρίσεις του 1795, του 1802-1803, του 1812, του 1817, σηματοδοτούν τις μεγάλες στιγμές της π ρ ο ε ­ παναστατικής, της επαναστατικής και της μετεπαναστατικής οικονομικής ιστορίας. Ας προσθέσουμε σε αυτές, ανάμεσα σε άλλες, τις κρίσεις του 1830 και του 1847: Αυτές οι μεγάλες οικονομικές στιγμές μπορεί να αποτελούν επ ί­ σης μεγάλες ιστορικές στιγμές. Η διακυκλική διακύμανση, πολύ λιγότερο γνωστή, μη εμφανιζόμενη π αρά

[ 157]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

σε μη τακτά διαστήματα, υπερβαίνει τα όρια του κύκλου. Περιλαμβάνει, π έρα α π ό έναν πλήρη δεκαετή κύκλο, τμήμα ή όλο ενός άλλου κύκλου: Το σύνολο, κατά τη διάρκεια 10 ως 20 χρόνων, προσανατολίζεται βασικά στην αύξηση ή την πτώση. Να ρίξουμε μια ματιά, για παράδειγμα, στις καμπύλες του σιταλεύρου και της σίκαλης π ου δημοσιεύτηκαν σε ένα προηγούμενο έργο και ξαναχρησιμοποιούνται μερικώς εδώ, με στόχο την εμβάθυνση της μελέτης. Α πό το 1770 μέχρι το 1776 η τιμή του σιταλεύρου γνωρίζει πτώση -π α ρ ά την αντί­ δραση του 1775- «ετήσιου» χαρακτήρα: κυκλική πτώση. Α πό το 1776 μέχρι το 1778 ανεβαίνει: κυκλική αύξηση. Συνολικά όμως, απ ό το 1770 μέχρι το 1780, γνωρίζει πτώση: διακυκλική πτώση. Η κίνηση είναι πιο καθαρή ακόμη στο μι­ σό βόρειο τμήμα της Γαλλίας και στη μεγάλη παραγω γή γενικών προϊόντων. Παρόμοια, παρά τις κυκλικές ή ετήσιες αντιδράσεις αύξησης, το αμπελουργι­ κό εισόδημα βρίσκεται βασικά σε πτώση απ ό το 1772 μέχρι το 1787: νέα διακυκλική πτώση. Οι κινήσεις αυτής της τελευταίας κατηγορίας διαφέρουν έτσι απ ό τις προηγούμενες, σε σχέση ταυτόχρονα με τη διάρκειά τους και την όψη τους: περισσότερο μακροχρόνιες και λιγότερο ομοιογενείς απ ό ό,τι οι κυκλικές αυξήσεις ή οι πτώσεις, οι διακυκλικές αυξήσεις ή οι πτώσεις συγκροτούν τα φαινόμενα τα λεγόμενα «μακράς διάρκειας» στα οπ οία φτάνουμε τώρα. Η κίνηση μακράς διάρκειας, π ου δεν είναι πολύ γνωστή στο διεθνές ή στο σύγχρονο γαλλικό πλαίσιο, παρόλο π ου έχει αναγνωριστεί εδώ και π ολύ και­ ρό στη χώρα μας, α π ό τους κ.κ. Aftalion και Lescure, καθώς και α π ό τον Frangois Simiand - π ο υ τη βαφτίζει «ενδιάμεση δεκ α ετή »- συγκροτείται από μια αλυσίδα δεκαετών κύκλων, βασικά προσανατολισμένω ν στην αύξηση ή την πτώση. Κρίνοντας σύμφωνα με τα μεταγενέστερα του 1850 παραδείγματα, η κίνηση αυτή καλύπτει, είτε στη φάση της αύξησής της είτε στη φάση της πτώ ­ σης της, μια περίοδο περίπου ενός τετάρτου του αιώνα, ενώ η πλήρης κίνηση, δηλαδή αύξηση και πτώση μαζί, καλύπτει συνολικά σχεδόν μισό αιώνα: Φάση αύξησης, για παράδειγμα, φάση εξάπλωσης, γενικής π ροόδου των τιμών, της παραγω γής, των εισοδημάτων, από το 1851 μέχρι το 1873, π ου καλύπτει στη Γαλλία όλη την αυτοκρατορική περίοδο. Φάση συστολής κατόπιν, α π ό το 1873 μέχρι το 1896. Οι δύο φάσεις, οι δύο αλυσίδες των δεκαετών κύκλων, αν συνυ­ πολογιστούν, διαρκούν εδώ σαράντα πέντε χρόνια. Ωστόσο, πριν απ ό το 1850, οι κινήσεις αυτές μακράς διάρκειας εμφανίζονται π ιο μακριές ακόμη: Η περίοδος 1817-1851 στη Γαλλία, αποτελεί χρόνο της συστολής, μια κοινή δυσμενή οικο­ νομική περίοδο κατά τη διάρκεια της Παλινόρθωσης, της μοναρχίας του Ιουλί­ ου και της Δεύτερης Δημοκρατίας, μετά τη γρήγορη οικονομική άνοδο π ο υ ση­ μειώθηκε κατά τη διάρκεια της Τπατείας και της Αυτοκρατορίας. L a C rise de I ’economie franqaise a la fin de I ’Ancien Regim e et au debut de la R ivolu tion , PUF, 1944, τ. 1, σσ. XVIII-XI.

E r n e s t L a b ro u sse,

[ 158]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

«Η μακρά διάρκεια» Κάθε ιστορική εργασία διαμελίζει το παρελθόν, επιλέγει ανάμεσα στις δ ιά φ ο­ ρες χρονολογικές πραγματικότητες, σύμφωνα με προτιμήσεις ή αποκλειστι­ κότητες περισσότερο ή λιγότερο συνειδητές. Η παραδοσιακή ιστορία, με την προσοχή της στραμμένη στο βραχύ χρόνο, στο άτομο, στο γεγονός, μας έχει συνηθίσει εδώ και π ολύ καιρό στη βιαστική της αφήγηση, τη δραματική, τη λα χανιαστή. Η καινούρια οικονομική και κοινωνική ιστορία ιεραρχεί πρώ τα στην έρευνά της την κυκλική εναλλαγή και επενδύει στη διάρκειά της: Κινδυνεύει να π α γ ι­ δευτεί στην οφθαλμαπάτη, καθώς και στην πραγματικότητα των κυκλικών ανόδων και καθόδων των τιμών. Υπάρχει, λοιπόν, σήμερα, πλάι στην αφήγηση -ή στο παραδοσιακό «αφηγηματικό» (« recita tif» )- ένα αφηγηματικό της σ υ ­ γκυρίας π ου εξετάζει το παρελθόν σε μεγάλες περιόδους: δεκαετίες, εικ οσαε­ τίες ή πεντηκονταετίες. Πολύ πέρα α π ό αυτό το δεύτερο αφηγηματικό έχει τη θέση της μια ιστορία ακόμη πιο μακρόπνοη, π ο υ αυτή τη φ ορά απλώ νεται σε αιώνες: η ιστορία της μακράς, μάλιστα της πολύ μακράς διάρκειας. Μ’ αυτόν τον ορισμό, ορθό ή λανθασμένο, έχω εξοικειωθεί για να προσδιορίσω το αντίθετο αυτού π ο υ ο Frangois Simiand, α π ό τους πρώ τους μ ετά τον Paul Lacombe, θα βαφτίσει ιστορία των γεγονότω ν (histoire evenem entielle). Λίγη σημασία έχουν αυτοί οι ορισμοί. Πάντως η συζήτηση μας θα κινηθεί α π ό τον έναν προς τον άλλον, απ ό τον έναν πόλο του χρόνου στον άλλον, απ ό το στιγμιαίο π ρος τη μακρά διάρ­ κεια. Όχι πως δεν δημιουργεί, βέβαια, προβλήματα η χρήση τέτοιων λέξεων. Λ ό­ γου χάρη η λέξη γ εγ ο ν ό ς (evenement). Προσωπικά, θα ήθελα να το απ ομ ονώ ­ σω, να το εγκλωβίσω στη βραχεία διάρκεια: το γεγονός είναι εκρηκτικό, είναι, θα λέγαμε, «συνταρακτική είδηση». Με το ξαφνικό του φούντωμα, γεμίζει τη συνείδηση των συγχρόνων του, αλλά διαρκεί ελάχιστα, μόλις διακρίνουμε τη φλόγα του. Οι φιλόσοφοι πιθανόν να μας έλεγα ν ότι αποψ ιλώ νουμε τη λέξη α π ό ένα μεγάλο μέρος της σημασίας της. [...] Λοιπόν, για να εκφραστούμε σαφέστερα: αντί γ ια περιγραφή γεγονότω ν ο βραχύς χρόνος, στα μέτρα του ατόμου, της καθημερινής ζωής, των ψευδαισθή­ σεων μας, των σύντομων συνειδητοποιήσεων - ο κατεξοχήν χρόνος του χρονι­ κογράφου, του δημοσιογράφου. Ας παρατηρήσουμε, εξάλλου, ότι το χρονικό ή η εφημερίδα δίνουν, πλάι στα μεγά λα γεγονότα, τα λεγόμενα ιστορικά, και τα ήσσονα επεισόδια της καθημερινής ζωής: μια πυρκαγιά, κάποιο σιδηροδρομι­ κό δυστύχημα, την τιμή του σταριού, ένα έγκλημα, μια θεατρική παράσταση, μια πλημμύρα. Λ οιπόν, ο καθένας θα καταλάβει ότι υπάρχει ένας βραχύς χρ ό ­ [

159]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

νος σε όλες τις μορφές της ζωής, στην οικονομία, την κοινωνία, τη λογοτεχνία, τους θεσμούς, τη θρησκεία, ακόμη και στη γεω γραφία (μια ανεμοθύελλα, μια καταιγίδα), καθώς βέβαια και στην πολιτική. \ Ό πω ς κατ’ αρχάς το αντιλαμβανόμαστε, το παρελθόν είναι αυτός ο όγκος μικρών περιστατικών, άλλων λαμπρών, άλλων σκοτεινών και επ ’ αόριστον 1 επαναλαμβανομένω ν, και είναι αυτά τα ίδια π ου αποτελούν την καθημερινή j συγκομιδή της μικροκοινωνιολογίας ή της κοινωνιομετρίας, μέσα α π ό την επικαιρότητα (υπάρχει επίσης μια μικροϊστορία). Αλλά αυτός ο όγκος δεν α π οτε­ λεί όλη την πραγματικότητα, όλο το βάθος της ιστορίας, που πάνω του μπορεί άνετα να δουλέψει η επιστημονική σκέψη. Η κοινωνική επιστήμη σχεδόν α π ε- ί χθάνεται το γεγονός. Και δικαιολογημένα: ο βραχύς χρόνος είναι η πιο ιδιόρ* ρυθμη, η πιο απατηλή διάρκεια. [...] ! Εμφανίζεται ένας νέος τρόπος ιστορικής αφήγησης, ας τον ονομάσουμε το j «αφηγηματικό» της συγκυρίας, του κύκλου, και μάλιστα ενός «ενδιάμεσου ] κύκλου» («intercycle») π ου μας προτείνει να διαλέξουμε, είτε ένα διάστημα ; δέκα ετών είτε ένα τέταρτο του αιώνα είτε, στο έσχατο όριο, την πεντηκονταετία του κλασικού κύκλου του Kondratieff. Για παράδειγμα, αν δεν υπολογί- ; σουμε τις σύντομες και επιφ ανειακές μεταπτώσεις, οι τιμές ανεβαίνουν στην ■ Ευρώπη, α π ό το 1791 ως το 1817. Κ άμπτονται α π ό το 1817 ως το 1852: Αυτή η διπλή και αργή κίνηση ανόδου και καθόδου αντιπροσω πεύει έναν πλήρη «ενδιάμεσο κύκλο» γι’ αυτή την χρονική στιγμή στην Ευρώτα] και, σχεδόν, για ολόκληρο τον κόσμο. Πιθανόν αυτές οι χρονολογικές περίοδοι να μην έχουν απόλυτη αξία. Με άλλες παραμέτρους, όπω ς με την παράμετρο της οικονομι- : κής ανάπτυξης και του εισοδήματος ή του εθνικού προϊόντος, ο FranQois 1 Perroux θα μας πρόσφερε άλλα όρια, ίσως π ιο αξιόπιστα. Α λλά τι σημασία έχουν κάτι τέτοιες διαφωνίες! Ο ιστορικός διαθέτει σίγουρα ένα νέο χρόνο, ; που αποτελεί μια καθεαυτό ερμηνεία, όπ ου η ιστορία μπορεί να επιχειρήσει να ί εγγράφει, σε νέα χρονική βάση, με καινούρια σημεία αναφοράς, ακολουθώντας > αυτές τις καμπύλες και την ίδια τους την αναπνοή. [...] Πέρα α π ό τους κύκλους και τους ενδιάμεσους κύκλους, υπάρχει αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν, χωρίς να το μελετούν πάντοτε, η τάση του αιώ­ να. Αλλά αυτή η τάση π ρος το παρόν ενδιαφέρει μόνον ελάχιστους οικονομο­ λόγους και οι παρατηρήσεις τους γύρω α π ό τις δομικές κρίσεις, π ο υ δεν έχουν υποστεί τη δοκιμασία των ιστορικών επαληθεύσεων, εμφανίζονται ως προσχε­ διάσματα ή υποθέσεις π ο υ μόλις βυθίζονται στο πρόσφατο παρελθόν, ως το 1929, το π ολύ π ολύ μέχρι το 1870. Ωστόσο προσφέρουν μια χρήσιμη εισαγωγή στην ιστορία της μακράς διάρκειας. Α ποτελούν ένα πρώ το κλειδί. Το δεύτερο, πολύ πιο χρήσιμο αυτό, είναι η λέξη δομή. Καλώς ή κακώς, α υ ­ τή δεσπόζει στα προβλήματα της μακράς διάρκειας. Με τη λέξη δομή, οι μ ε­ λετητές της κοινωνίας εννοούν μία οργάνωση, μία συνοχή, αρκετά καθορι­ [

160]


ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ»

σμένες σχέσεις ανάμεσα σε πραγματικότητες και σε κοινωνικά σύνολα. Για μας τους ιστορικούς, δομή είναι πιθανόν συγκέντρωση, αρχιτεκτονική, αλλά ακόμη παραπάνω , μία πραγματικότητα π ο υ ο χρόνος τη φθείρει και την τα ξι­ δεύει πολύ αργά. Μερικές δομές, ακριβώς επειδή διαρκούν πολύ, γίνονται σταθερά στοιχεία για άπειρες γενιές: εμποδίζουν την ιστορία, ενοχλούν, άρα ελέγχουν, τη ροή της. Άλλες π άλι θρίβονται π ιο γρήγορα. Μα όλες αποτελούν ταυτόχρονα υποστηρίγματα και εμπόδια. Εμπόδια, επειδή εμφανίζονται ως όρια ( περιβάλλουσες, όπω ς λέμε στα μαθηματικά) αξεπέραστα για τον ά ν­ θρωπο και τις εμπειρίες του. Σκεφτείτε τι δύσκολο π ο υ είναι να σπάσουν κάποια γεω γραφικά πλαίσια, κάποιες βιολογικές πραγματικότητες, κάποια όρια στην παραγωγικότητα, ακόμη κάποιοι διανοητικοί καταναγκασμοί: τα διανοη­ τικά πλαίσια, είναι και αυτά φυλακές μακράς διάρκειας. «La lo n g u e d u r e e » , E crits s u r I ’histoire, Flammarion, 1969, σσ. 40-50. Η μετάφραση του κειμένου « Η μακρά διάρκεια» περιλαμβάνεται στο: F e r n a n d B r a u d e l , Μελέτες γ ια την ιστορία, μετάφραση Οντέτ Βαρών και Ρόδη Σταμούλη, Ε.Μ.Ν.Ε. ΜΝΗΜΩΝ (Θεωρία και μελέτες Ιστορίας 7), Αθήνα 1986, σσ. 19-26.

F ern and B r a u d e l ,

11

[161 ]


i

j

j

S

■i

j

i : i

j I ■Ί

; ·?,

; 'j


Κ Ε Φ Α Λ Α ΙΟ

4

Ορισμένες εξελίξεις της έρευνας στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες

Ε δ ώ και δύο δεκαετίες, η διεθνοποίηση της ιστορικής έρ ευνα ς π ρ ο ό δευσ ε σημαντικά. Σήμερα, ένα ς φοιτητής π ου σπουδάζει ιστορία δεν μ π ο ρ ε ί να α γν ο ε ί εντελώ ς τις ερ γα σ ίες π ο υ δ ιε ξ ά γ ο ­ νται σ ε ά λλ ες χώ ρ ες της Ευρώττης ή των Ηνωμένων Πολιτειών. Γ ια να δώ σουμε ένα δ είγμ α του σημερινού δυνα μισμού της σύγχρονης ιστορίας στο εξωτερικό, επιλέχθηκαν στο κ εφ ά λα ιο α υτό τρία π α ­ ρ α δείγμ α τα : η ιταλική microstoria, η γερμανική Alltagsgeschichte και η αμερικανική gender history.

ν δεν μπορεί κανείς πλέον, σήμερα, να καταλογίσει στη γαλλική ιστοριογραφία ότι είναι «εθνικιστική», μπορεί ωστόσο να βρίσκει λυπηρό το γεγονός ότι παρέμεινε πολύ έντονα εθνική. Όπως γνωρίζουμε, ο αριθμός των Γάλλων ιστορικών που ειδικεύονται στη μελέτη άλλων «πολιτιστικών ή γεωπολιτικών σφαιρών» είναι πολύ μικρός. Από την άποψη αυτή, η αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες εί­ ναι εκπληκτική, επειδή ένα πολύ σημαντικό μέρος της κοινότητας των Αμερικανών ιστορικών μελετά την ιστορία μιας άλλης χώρας από τη δι­ κή τους. Επιπλέον, οι συγκρίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν είναι υπέρ μας. Οι «συγκριτολόγοι» ιστορικοί είναι πολύ περισσότεροι στη Γερμα­ νία και, ανέκαθεν, οι Ιταλοί ανοίγονται στο διεθνή κόσμο (κάτι που πι­ στοποιείται από τον αριθμό των μεταφράσεων), πράγμα άγνωστο στη Γαλλία. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξυμένο στον τομέα της σύγχρονης ιστορίας, λόγω του γεγονότος ότι οι ερευνητές μελετούν μια περίοδο που «επινόησε» και επέβαλε τις εθνικές διαιρέσεις, σε σημείο που αυτές να φαίνονται ως φυσικά, προφανή πλαίσια. Επιπλέον, η ιστορική έρευνα

Α

[ 163 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

και η συλλογική μνήμη συνδέονται κυρίως στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας. Δεδομένου ότι η κοινή γνώμη ενδιαφέρεται κυρίως για τα «με­ γάλα θέματα» που κατατρέχουν το πρόσφατο παρελθόν μας: τη Γαλλική Επανάσταση, την κυβέρνηση του Vichy κ.λπ., τα θέματα αυτά προτιμώνται από τους ιστορικούς, πράγμα που επιτείνει τη φραγκογαλλική πλευρά της ιστοριογραφίας μας. Η περιορισμένη περιέργεια την οποία δείχνει η γαλλική ιστορική έρευνα για ό,τι συμβαίνει έξω από τη Γαλλία έχει προφανώς αντίκτυπο στο επίπεδο της εκπαίδευσης των φοιτητών της ιστορίας. Σπάνιοι είναι αυτοί που πληροφορήθηκαν, ακόμη και αό­ ριστα, τις σημερινές εξελίξεις της ιστοριογραφίας στην Αφρική, την Ασία, τη Νότια Αμερική, την Ανατολική Ευρώπη, πράγμα που θα τους επέτρεπε να συνειδητοποιήσουν τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπί­ ζουν οι συνάδελφοί μας των χωρών αυτών, αλλά και τα σημαντικά απο­ τελέσματα, τα οποία παρ’ όλα αυτά επιτυγχάνουν. Δεν μου ήταν δυνα­ τό, στο πλαίσιο του παρόντος έργου, να αποδώσω στο ζήτημα αυτό όλη τη θέση που του αξίζει. Παραπέμπω τους αναγνώστες από τη μια στα συλλογικά έργα, κυρίως στον Rene Remond (1986) και τον Antoine 'Maves (1996), από την άλλη στα περιοδικά που προσπαθούν να παρου­ σιάσουν στους Γάλλους αναγνώστες τα μεγάλα ρεύματα της ιστορικής έρευνας στις ξένες χώρες (πρόκειται για την περίπτωση κυρίως του πε­ ριοδικού Geneses). Επικεντρώθηκα, στο κεφάλαιο αυτό, στην αμερικα­ νική και την ευρωπαϊκή ιστοριογραφία, γιατί δεν είναι πλέον σήμερα δυνατόν για έναν φοιτητή που σπουδάζει ιστορία να τις αγνοεί. Σήμερα, υπάρχει πράγματι η εκτίμηση ότι οι μισοί ιστορικοί όλου του κόσμου εί­ ναι Βορειοαμερικανοί. Οι ιστορικοί όλων των χωρών οφείλουν λοιπόν αναγκαστικά να λαμβάνουν υπόψη τους τις εργασίες που δημοσιεύο­ νται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάτι τέτοιο πρέπει να αποτελεί πραγμα­ τικότητα για τη Γαλλία. Εδώ και είκοσι χρόνια, παράλληλα με την ιστο­ ρία της Γαλλίας που γράφουν οι Γάλλοι ιστορικοί, αναπτύχθηκε μια ιστορία της Γαλλίας γραμμένη από Αμερικανούς ιστορικούς και οι δια­ φορές μεταξύ της μιας και της άλλης είναι συχνά σημαντικές. Γενικά, η αμερικανική αυτή ιστοριογραφία της Γαλλίας δεν είναι γνωστή. Σίγουρα, το καλλιεργημένο κοινό δεν αγνοεί τα βιβλία του Robert Paxton (1974) σχετικά με το καθεστώς του Vichy. Ακουσε ίσως να γίνε­ ται λόγος για τις εργασίες του Charles Tilly (1986) γύρω από την ιστορία των κοινωνικών κινημάτων, του John Merriman (1982) γύρω από την ιστορία των πόλεων. Υπάρχουν όμως αναμφίβολα πολύ λιγότεροι ανα­ [ 164 ]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

γνώστες που γνωρίζουν τις εργασίες της Lynn Hunt (1992) γύρω από τη Γαλλική Επανάσταση, της Joan Scott (1996) γύρω από την ιστορία του φεμινιστικού κινήματος, του Herman Lebovics (1992) γύρω από τη γαλ­ λική πολιτιστική πολιτική του 20ού αιώνα. Και πόσοι φοιτητές διαβά­ ζουν τακτικά το French Historical Studies, το βασικό περιοδικό των Αμε­ ρικανών ιστορικών που ειδικεύονται στη μελέτη της Γαλλίας; Η άγνοια των μεγάλων ιστοριογραφικών ρευμάτων της Ευρώπης αποτελεί ένα ακόμη πιο σημαντικό μειονέκτημα. Την ώρα που επιβάλλεται το ενιαίο νόμισμα και o l φοιτητές παρακινούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα να διαμένουν στα πανεπιστήμια των διαφόρων χωρών της ηπείρου, εί­ ναι ολοένα και πιο απαραίτητο να γνωρίζουν τα μεγάλα ιστοριογραφι­ κά ρεύματα που συνυπάρχουν σήμερα στην Ευρώπη. Ωστόσο, η εμπει­ ρία δείχνει o x l και εδώ οι ελλείψεις είναι σημαντικές. Προφανώς το ζήτημα δεν είναι να παρουσιάσουμε στο παρόν βιβλίο μια εξαντλητική όψη της ιστορικής έρευνας στις χώρες αυτές. Ένα ολό­ κληρο βιβλίο θα ήταν απαραίτητο. Αντί για μια απατηλή επισκόπηση, προτίμησα να επικεντρωθώ σε ορισμένα παραδείγματα που επέλεξα, από τη μια, εξαιτίας της επίδρασης που αρχίζουν να ασκούν στην ίδια τη γαλλική ιστορική έρευνα και, από την άλλη, εξαιτίας του ενδιαφέρο­ ντος που παρουσιάζουν για την κατανόηση των ειδικών προβλημάτων, τα οποία αντιμετωπίζουν οι ιστορικοί της σύγχρονης περιόδου.

Mi c r o s t o r e

και

A l l t a g s g e s c h ic h t e

Το έργο του Edward P. Thompson: Μια πρώιμη αμφισβήτηση της ποσοτικής ιστορίας πως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, το ερευνητικό πρόγραμμα που επεξεργάστηκαν ο Ernest Labrousse και ο Fernand Braudel σχετικά με την ποσοτική ιστορία, σημάδεψε το σύνολο της γαλλι­ κής ιστορικής έρευνας, συμπεριλαμβανομένων των ρευμάτων εκείνων που αρχικά ήταν εχθρικά στη χρησιμοποίηση στατιστικών μεθόδων στην ιστορία. Αν η επιρροή αυτού του προγράμματος ξεπέρασε σε με­ γάλο βαθμό τα σύνορα της Γαλλίας (σύμφωνα με τον Jean Glenisson, το Διεθνές Συνέδριο των ιστορικών επιστημών του 1950 ήταν αφιερωμένο

Ο

[ 165]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

«στο θρίαμβο των Annales»), το γενικό πάθος για τις στατιστικές και το ποσοτικό μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν εξηγείται μόνο από την επιρροή της «γαλλικής ιστορικής σχολής». Το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που ευνόησε την ανάπτυξή της στις όχθες του Σηκουάνα, υπήρ­ ξε παντού ένα σημαντικό κίνητρο. Είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι μια μεγάλη έρευνα γύρω από την ιστορία των τιμών ξεκίνησε από το μεσοπόλεμο με πρωτοβουλία της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμέ­ νων Πολιτειών. Σε αυτή την τελευταία χώρα, τα τεράστια μέσα που τέ­ θηκαν στη διάθεση των ερευνητικών κέντρων μετά το 1945 και η πρόω­ ρη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, εξηγούν τη γρήγορη ανάπτυξη της ποσοτικής ιστορίας, η οποία πολύ σύντομα εξελίσσεται προς περισ­ σότερο εξεζητημένες επεκτάσεις, που στηρίζονται στα μαθηματικά και τα οικονομετρικά μοντέλα, όπως η New Economic History. Το πάθος των ιστορικών αυτής της εποχής για τη «μακροϊστορική» προσέγγιση εξηγεί­ ται επίσης από τους δεσμούς που δημιούργησαν με μια κοινωνιολογία που χρησιμοποιεί και αυτή πλήρως τα στατιστικά εργαλεία και που τους επιτρέπει να επεξεργαστούν μεγάλα επεξηγηματικά μοντέλα, στηριζόμενοι σε έννοιες όπως ο «ορθολογισμός» ή η «γραφειοκρατικοποίηση», που δανείζονται από τον Max Weber. Επιχειρούν να προσφέρουν ένα σφαιρικό ορισμό του καπιταλισμού, σε σύγκριση με άλλα οικονομικά συ­ στήματα. Η ιστορική κοινωνιολογία με την προώθηση του Charles Tilly και των μαθητών του στη New School for Social Research στη Νέα Υόρκη εγγράφεται στη λογική αυτή, όπως και «η ιστορία-κοινωνική επιστή­ μη» που αναπτύχθηκε με βάση το Πανεπιστήμιο του Bielefeld, στη Γερ­ μανία, από τον Hans Wehler και κατόπιν από τον Jurgen Kocka. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε ότι στις χώρες αυτές η ποσοτική οικο­ νομική και κοινωνική ιστορία θα προσκρούσει σε αντιθέσεις που προέρ­ χονται από το ίδιο το προοδευτικό ρεύμα. Το καλύτερο παράδειγμα εί­ ναι αυτό του μεγάλου Βρετανού ιστορικού Edward P. Thompson. Το βι­ βλίο που αφιέρωσε στο σχηματισμό της αγγλικής εργατικής τάξης (1963) θα ασκήσει μια εξαιρετικά μεγάλη επιρροή σε μια ολόκληρη γενιά κοι­ νωνικών ιστορικών στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη (εκτός από τη Γαλλία, όπου το έργο θα μεταφραστεί είκοσι πέντε χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του). Με εμβληματικό τρόπο, ο Thompson αναπτύσσει σε αυτό μια ριζική κριτική της ποσοτικής οικονομικής και κοινωνικής ιστο­ ρίας, που τα Annales και ο Labrousse αρχίζουν μόλις να προωθούν στη Γαλλία. Ο πρόλογος του έργου αναδεικνύεί όλα αυτά που φέρνουν αντι­ [ 166]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

μέτωπα τα δύο εν λόγω ρεύματα. Ο όρος making, που δεν αποδίδει πλή­ ρως τη γαλλική λέξη «σχηματισμός» («formation»), υπογραμμίζει την προνομιακή θέση που αποδίδει ο Thompson στη δυναμική διάσταση της ιστορίας, την οποία βλέπει ως διαδικασία. Η λέξη «τάξη» χρησιμοποιεί­ ται στον ενικό για να υπογραμμίσει ότι η κινητοποίηση εναντίον της ερ­ γοδοσίας ενός πλήθους, αρχικά εξαιρετικά διαφορετικών των μεν από τους δε, παραγόντων, επέτρεψε την επεξεργασία μιας ταξικής ταυτότη­ τας (επομένως μιας ενότητας). Οι κοινές εμπειρίες ενός συνόλου ατόμων καθορίζουν την τάξη. Για το λόγο αυτόν προσθέτει: «Δεν αντιλαμβάνο­ μαι την τάξη ούτε ως μία «δομή» ούτε ακόμη ως μία «κατηγορία», αλλά ως κάτι που πραγματικά συμβαίνει -και το οποίο, μπορούμε να δείξου­ με ότι συνέβη- στις ανθρώπινες σχέσεις». Για αυτόν, η έννοια της τάξης προϋποθέτει επίσης αυτήν της ιστορικής σχέσης. Και προσθέτει: «Όπως κάθε άλλη σχέση, αποτελεί ένα δυναμικό φαινόμενο που ξεφεύγει από την ανάλυση, από τη στιγμή που επιχειρούμε να το ακινητοποιήσουμε σε μια ιδιαίτερη στιγμή για να εξαγάγουμε τις συνιστώσες του». Ένα μέρος των επιχειρημάτων που αναπτύσσει ο Edward P. Thompson εναντίον της δομικής ιστορίας (στην οποία καταλογίζει ότι δεν ενδιαφέρεται για το πλαίσιο και το νόημα που οι πρωταγωνιστές δίνουν στις πράξεις τους), συναντά τις συνήθεις κριτικές που η ιστορία των γεγονότων απηύθυνε στους οπαδούς της ποσοτικής ιστορίας. Εδώ όμως εκφράζονται από έναν ιστορικό που επικαλείται ο ίδιος το μαρξισμό και δεν υποστηρίζει μια επιστροφή στην παραδοσιακή ιστορία, αλλά νέες μορφές ανανέω­ σης. Ο Thompson είναι λοιπόν ένας από τους πιο επιφανείς αρχηγούς της βρετανικής αριστεράς. Ανήκει επομένως στο ίδιο πολιτικό «στρατό­ πεδο» με τους ιστορικούς στους οποίους ασκεί κριτική. Επιπλέον, δου­ λεύει γύρω από το ίδιο θέμα, τους εργάτες, και έχει τις ίδιες μεθοδολογι­ κές μέριμνες: να ορίσει την τάξη και την ταξική συνείδηση. Όλα αυτά εξηγούν την επίδραση που θα έχει η δουλειά του στη νέα γενιά των ιστο­ ρικών. Για μια ακόμη φορά, σημειώνουμε ότι οι έγνοιας της πολιτικής επικαιρότητας αποτέλεσαν το σημείο εκκίνησης της νέας αυτής ερευνη­ τικής προοπτικής. Ενεργό μέλος του Βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμ­ ματος την επομένη του πολέμου, ο Thompson αρχίζει τη σύνταξη του έργου αυτού αμέσως μετά τη ρήξη του με το Κομμουνιστικό Κόμμα, για να διαμαρτυρηθεί εναντίον της επέμβασης του σοβιετικού στρατού στην Ουγγαρία. Όπως όμως ο Mathiez και ο Labrousse πριν από αυτόν, ο Thompson πρέπει να ξαναμεταφράσει την πολιτική αυτή ρήξη για να [ 167]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

της δώσει μια ιστορική έννοια. Αυτό τον οδηγεί να πάρει τις αποστάσεις του από μια ιστοριογραφία που αποδίδει προνομιακή θέση στην ιστορία των οργανώσεων (κομμάτων, συνδικάτων), για να ενδιαφερθεί για «αυ­ τούς τους κάτω», τους «πραγματικούς» εργάτες, με σάρκα και οστά.

Οι αντιφατικές συνέπειες του Μάη του ’68

Ο

ι λόγοι που εξηγούν την υποδοχή του έργου του Thompson από μέ­ ρους των ιστορικών είναι και πολιτικοί. Τα γεγονότα του Μάη του ’68 σηματοδοτούν, πράγματι, μια νέα εισβολή της ιστορίας μέσα στην ιστορία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ριζοσπαστικοποίηση των διαμαρτυ­ ριών εναντίον του πολέμου του Βιετνάμ, στην Ευρώπη η κινητοποίηση του φοιτητικού κόσμου την οποία ακολούθησαν οι εργατικές απεργίες και οι διαδηλώσεις (κυρίως στη Γαλλία και την Ιταλία), καταλήγουν σε μια ριζική αμφισβήτηση των «μηχανισμών» και των οργανώσεων. Αυτή η αντιθεσμική διάθεση εντείνεται στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 με την αλλαγή της οικονομικής συγκυρίας. Ένας μεγάλος αριθμός νέων ερευνητών που ήλπιζαν ότι θα εισέλθουν στο πανεπιστήμιο δεν βρί­ σκουν θέσεις. Ανάμεσα σε αυτούς που βρίσκονται στο εσωτερικό του «κάστρου», ένα μεγάλο τμήμα δεν μπορεί πλέον να έχει πρόσβαση στις ανώτατες βαθμίδες της καριέρας. Στις χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολι­ τείες ή η Γερμανία, όπου οι βοηθοί δεν επιτυγχάνουν τη «μονιμοποίησή» τους παρά μόνο εφόσον έχουν δουλέψει για μεγάλο διάστημα ως συμβασίούχοι, πολλοί είναι αναγκασμένοι να εγκαταλείπουν το επάγγελμα γιατί δεν βρίσκουν πλέον διαρκή απασχόληση. Το πλαίσιο αυτό, στο οποίο προστίθενται προφανώς οι ειλικρινείς «επαναστατικές» πεποιθή­ σεις πολλών ανάμεσά τους, εξηγεί την ενίσχυση των βλέψεων για μια «μη επαγγελματική μορφή» της ιστορίας. Η συγκυρία αυτή είναι πολύ ευνοϊκή για την ανάπτυξη μιας ιστορίας «από τα κάτω» που ο Thompson άρχισε να θέτει σε εφαρμογή τα προηγούμενα χρόνια. Όχι μόνο το εν­ διαφέρον για τους «προλετάριους» αυξάνει· αλλά παραπέρα, είναι όλα τα «θύματα» της ιστορίας (γυναίκες, μετανάστες, εθνικές μειονότητες, ομοφυλόφιλοι κ.λπ.) που γίνονται οι νέοι συλλογικοί ήρωες των αμφισβητιών ιστορικών. Συγχρόνως, αυτοί στρέφονται με σφοδρότητα ενα­ ντίον της ίδιας της πανεπιστημιακής εξουσίας. Με την υποστήριξη φι­ λοσοφικών αντιλήψεων νιτσεϊκής έμπνευσης, που προωθούν κυρίως ο [ 168

]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Michel Foucault και ο Jacques Derrida, αμφισβητούν τις έννοιες της «αλή­ θειας» και της «αντικειμενικότητας», τις οποίες κανένας ιστορικός της προηγούμενης γενιάς, ούτε και οι ίδιοι οι μαρξιστές, δεν τόλμησαν να αμφισβητήσουν. Η εχθρότητα όμως αυτών των νέων αμφισβητιών ιστο­ ρικών απέναντι στους «μανδαρίνους» που κατέχουν τις ανώτατες βαθ­ μίδες της ιεραρχίας προσλαμβάνει διάφορες μορφές ανάλογα με τις χώ­ ρες, αναμφίβολα γιατί οι πανεπιστημιακοί θεσμοί δομούνται, ακόμη και σήμερα, σε μια ουσιαστικά εθνική βάση. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, «η ιστορία-κοινωνική επιστήμη», που στηρίζεται στις ποσοτικές μεθό­ δους, βρίσκεται σε διαδικασία επιβολής της. Εξού το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η προοπτική του Thompson για μια «ιστορία από τα κά­ τω», για τους νέους αμφισβητίες ιστορικούς, οι οποίοι αντλούν από αυ­ τήν πληθώρα επιχειρημάτων εναντίον των προσανατολισμών των μεγαλυτέρων τους σε ηλικία. Όπως όμως κανείς δεν είναι προφήτης στον τό­ πο του, η ηγεμονική θέση την οποία κατέχει ο Edward P. Thompson στο χώρο της βρετανικής κοινωνικής ιστορίας δεν εκτιμάται καθόλου από τους νέους ιστορικούς πέραν της Μάγχης. Για το λόγο αυτόν, οι πλέον επιφανείς μαρξιστές ιστορικοί κατά τη δεκαετία του 1970 θα απορρίψουν με θεαματικό τρόπο το έργο του Thompson, αντιπαραβάλλοντάς του επιχειρήματα που δανείζονται από τη «δομική» ανάγνωση του μαρ­ ξισμού την οποία ανέπτυξε τη δεκαετία του 1960 ο Γάλλος φιλόσοφος Louis Althusser και οι μαθητές του. Ακόμη και αν η συζήτηση δεν τοπο­ θετείται εντελώς στο ίδιο επίπεδο, πρόκειται κατά κάποιον τρόπο για μια απάντηση, μετατοπισμένη στο χρόνο, που η δομική ιστορία του Labrousse και του Braudel απηύθυνε στον Thompson. Αυτός δηλώνει, όπως είδαμε, ότι στην πραγματικότητα, μόνο τα άτομα υπάρχουν, ότι η εμπειρία προηγείται της έννοιας, ότι δεν υπάρχουν δομές, αλλά μόνο διαδικασίες, γιατί ο χρόνος δεν σταματά ποτέ. Για τους ιστορικούς της νέας μαρξιστικής γενιάς, όπως ο Perry Anderson και ο Gareth Stedman Jones, αυτό το είδος επιχειρημάτων απεικονίζουν τον παραδοσιακό εμπειρισμό των ιστορικών και, ειδικότερα, των Βρετανών ιστορικών. Αυτοί πιστεύουν αφελώς ότι είναι δυνατόν να προσεγγίσουμε την πραγ­ ματικότητα όπως παρουσιάζεται, ενώ δεν μπορούμε να έχουμε πρόσβα­ ση σε αυτήν παρά διαμέσου των κατηγοριών σκέψης μας και της γλώσ­ σας μας. Οι πολεμικές αυτές έχουν κάποια σημασία για τα ζητήματα που μας απασχολούν εδώ, επειδή δεν θα παραμείνουν σε θεωρητικό επί­ πεδο. Θα εφαρμοστούν σε πολυάριθμες εμπειρικές έρευνες που θα δια[ 169]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

μορφώσουν προοδευτικά τους νέους τομείς της έρευνας για τους οποίους θα μιλήσουμε τώρα.

Microstoria

ρέπει να σημειώσουμε κατ’ αρχάς ότι η ιταλική μικροϊστορία (mi­ crostoria) αποτελεί ένα ερευνητικό ρεύμα που γνώρισε τις σημαντι­ κότερες εξελίξεις του στο χώρο της νεότερης ιστορίας, ακόμη και α σήμερα τείνει να «απλωθεί» σε εκείνον της σύγχρονης ιστορίας. Για να ' κατανοήσουμε την ανάδυση αυτής της νέας προοπτικής, πρέπει κατ’ αρ­ χάς να υπενθυμίσουμε ότι η ιταλική ιστοριογραφία -σημαδεμένη από ■ ; τους πολιτικούς και φιλοσοφικούς ανταγωνισμούς που έφεραν αντιμέ­ τωπους τους οπαδούς του ιδεαλιστή φιλοσόφου Benedetto Croce με : τους οπαδούς του μαρξιστή φιλοσόφου, ενός από τους ιδρυτές του Ιτα- * λικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Antonio Gramsci- καλλιέργησε, για μεγαλύτερο διάστημα και μαζικότερα από ό,τι αλλού, μια ιστορία των κομμάτων και των πολιτικών αρχηγών, την οποία χαρακτήριζε ο πολύ «στρατευμένος» χαρακτήρας της. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, κυρίως όμως του 1970, πα­ ράλληλα με τη βίαιη ανάπτυξη της βιομηχανίας στη βόρεια Ιταλία, μια ' νέα γενιά μαρξιστών ιστορικών άρχισε να ασκεί σφοδρή κριτική στην ' παραδοσιακή αυτή ιστοριογραφία. Το γεγονός όμως ότι η αμφισβήτηση αυτή έλαβε χώρα αρκετά αργά είχε συνέπεια τα ερευνητικά ρεύματα που αναπτύχθηκαν διαδοχικά στη Γαλλία ή τη Γερμανία να αναδυθούν J σχεδόν ταυτόχρονα με την ιταλική περίπτωση. Αυτό εξηγεί, ίσως, τη ; σφοδρότητα των πολεμικών που έφεραν αντιμέτωπους τους εκπροσώ- ! πους των τριών βασικών τάσεων που προέρχονταν από το μαρξισμό. Οι · δύο πρώτες, των οποίων οι εργασίες δημοσιεύονται τακτικά στο περιο- ; δικό Societa e Storia (που δημιουργήθηκε το 1978) και στο περιοδικό Passato e Presente (που δημιουργήθηκε το 1982), αναπτύσσουν σχετικά ! εκλεκτικές προσεγγίσεις, που βρίσκονται όμως, σφαιρικά, κοντά στη γερ­ μανική «ιστορία-κοινωνική επιστήμη» ή τα Annales. Ο όρος της micro­ storia ορίζει το τρίτο ρεύμα της ιταλικής αυτής ιστοριογραφίας των αντι- ϊ φρονούντων. Προτάθηκε από μια μικρή ομάδα ιστορικών (η πλειονότη- | τά τους προερχόμενη από την οικονομική ιστορία) που συγκεντρώνονταν ’ γύρω από το περιοδικό Quaderni Storici, το οποίο ανέλαβαν μετά το

Π

[ 170 ]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΓΓΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

1970. Το άρθρο που μπορούμε να θεωρήσουμε ως το πρώτο «πρόγραμ μα» του κινήματος, με τον τίτλο «Το όνομα και ο τρόπος» (βλέπε C. Por και C. Ginzburg, 1981), προτείνει στους ιστορικούς να εγκαταλείψουν τ μελέτη των μαζών ή των τάξεων για να ενδιαφερθούν για τα άτομο Ακολουθώντας το νήμα μιας ιδιαίτερης μοίρας, είτε πρόκειται για αυτ ενός ανθρώπου είτε μιας μικρής κοινότητας, ακόμη και ενός καλλιτεχνι κού έργου, δίνουμε στον εαυτό μας τα μέσα να φωτίσουμε και να ξεδιο λύνουμε την πολύπλοκη αλυσίδα των σχέσεων στις οποίες εμπλέκοντο (βλέπε γύρω από το θέμα αυτό τον πρόλογο που συνέταξε ο Jacque Revel για τη γαλλική μετάφραση του βιβλίου τού Giovanni Levi [1985]} Η επιρροή του Edward P. Thompson είναι εδώ αναμφισβήτητη. Άλλο: στε, ένας από τους «ιδρυτές πατέρες» της microstoria, ο Eduardo Grend άρχισε από τη μελέτη της ιστορίας του αγγλικού εργατικού κινήματος πράγμα που του επέτρεψε να εξοικειωθεί με την προοπτική του Thompsor Η κύρια όμως διαφορά μεταξύ των δύο διαβημάτων, είναι o t l ο Thompsoi παρέμεινε πιστός σε μια μακροϊστορική προσέγγιση. Το σύνολο της εργατι κής τάξης στη Μεγάλη Βρετανία στις αρχές του 19ου αιώνα αποτελεί τι αντικείμενο μελέτης του. Οι Ιταλοί μικροϊστορικοί, σε ό,τι τους αφορά, εκ θειάζουν την αρχή της «μειωμένης κλίμακας», γιατί αποτελεί το μόνο μέσ< για την εξέταση «στο μικροσκόπιο» των υπό μελέτη φαινομένων. Ίσως περισσότερο από παντού αλλού, το πολιτικό πλαίσιο έπαιξι έναν ουσιαστικό ρόλο στις αλλαγές της ιταλικής ιστοριογραφίας. I microstoria αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου που ονομάστη κε στην Ιταλία «τα μολυβένια χρόνια», η οποία σημαδεύτηκε από τχγ τρομοκρατική παρέκκλιση ενός μικρού τμήματος της άκρας αριστερός Η απογοήτευση της μαρξιστικής νεολαίας απέναντι στα κόμματα τηι κλασικής αριστεράς και απέναντι στα μεγάλα συστήματα που ισχυρίζο νταν ότι εξηγούσαν τους νόμους της ιστορίας, όπως ο μαρξισμός, παρα κίνησε ένα μικρό αριθμό ιστορικών να προωθήσουν ένα ερευνητικό διά βημα που να βρίσκεται πλησιέστερα στους ανθρώπους του λαού, για vc αναδείξουν «καλυμμένες» ή «κρυμμένες» από τους «μηχανισμούς» πραγ ματικότητες. Ενώ η προηγούμενη γενιά θέλησε να παρουσιάσει τις δο μές ή τις λειτουργίες του «καπιταλιστικού συστήματος», διατρέχονταξ τότε τον κίνδυνο να εμφανίσει, συγχρόνως, τους πρωταγωνιστές ως απλο γρανάζια, δέσμιους μιας τεράστιας μηχανής, αυτοί οι νεοαφιχθέντες, σι συμφωνία με τον «αυθορμητισμό» του κινήματος του Μάη του ’68, θέλουΛ να δείξουν ότι οι πρωταγωνιστές, όσο και αν είναι «κυριαρχούμενοι» [ 171

}


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

διατηρούν πάντοτε ένα περιθώριο πρωτοβουλίας, απαραίτητο περιθώ­ ριο για τη λειτουργία του συστήματος, που εξηγεί όμως και την ύπαρξη των «αποτυχημένων» του. Σύμφωνα με αυτούς, ο ιστορικός μπορεί να αξιοποιήσει την αυτονομία των πρωταγωνιστών μόνο αν είναι ικανός να αποκαταστήσει τη συνοχή του κοινωνικού κόσμου που μελετά. Στα μά­ τια τους, οι ηγέτες των κλασικών οργανώσεων, κλεισμένοι στους θε­ σμούς τους, δεν έχουν πλέον πραγματική επαφή με τους ανθρώπους του λαού που εκπροσωπούν. Γι’ αυτό δεν κατανοούν τις προσδοκίες τους. Όχι περισσότερο, άλλωστε, από την πλειονότητα των ιστορικών, που προέρχονται από αστικούς κύκλους και κλείνονται πίσω από τους τοί­ χους της πανεπιστημιούπολής τους. Για να αγωνιστούν εναντίον αυτής της κατάστασης, οι Ιταλοί μικροϊστορικοί ζητούν από τους συναδέλ­ φους τους να σταματήσουν να επιδίδονται σε «εξωτερικές» κρίσεις για τον κόσμο που μελετούν, εφαρμόζοντας θεωρητικά σχήματα που ισχύουν σε κάθε περίπτωση και που δεν εξηγούν τίποτε. Σύμφωνα με αυτούς, ο ιστορικός οφείλει να εισχωρήσει πραγματικά στον κόσμο των ατόμων που παρατηρεί, αναδεικνύοντας τη διαφορετικότητα των σημασιών που οι πρωταγωνιστές δίνουν στις πράξεις τους. Σε αυτή την προοπτική, κα­ τανοούμε τη σπουδαιότητα που οι μικροϊστορικοί αποδίδουν στο ζήτη­ μα της γραφής της ιστορίας. Μεριμνώντας για την αφήγησή του ο ιστο­ ρικός μπορεί να «ζωγραφίσει» όπως ο καλλιτέχνης στον πίνακά του τα «χρώματα», την ατμόσφαιρα ενός καθορισμένου κοινωνικού κόσμου ή το συναίσθημα των πρωταγωνιστών. Η δουλειά γύρω από τη γραφή επι­ τρέπει επίσης να υπενθυμίζουμε αδιάκοπα στον αναγνώστη ότι ο ιστο­ ρικός δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προτείνει μία άποψη, ανάμεσα σε άλλες δυνατές, σχετικά με τον παρελθόντα κόσμο. Αναφέροντας στην αφήγησή του ενδείξεις γύρω από τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε για να καταλήξει στα αποτελέσματά του, ο μικροϊστορικός ελπίζει να έρθει σε ρήξη με την παράδοση του αυταρχικού λόγου αυτών που παρουσιά­ ζουν τη δουλειά τους ως την αντικειμενική αντανάκλαση της ιστορικής πραγματικότητας. Πρέπει ωστόσο να υπογραμμίσουμε, μαζί με τον Giovanni Levi (στο P. Burke, 1991), ότι η microstoria δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο αυστη­ ρού ορισμού από ένα σύνολο θεωρητικών κειμένων. Η εμπειρική έρευνα επέτρεψε, σιγά σιγά, το σχηματισμό ορισμένων βασικών αρχών, που αναφέρθηκαν παραπάνω, στις οποίες οι μικροϊστορικοί αναγνωρίζουν τον εαυτό τους. Η άρνηση αυτή να δοθεί ένας αυστηρός προσανατολι­


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

σμός στο κίνημά τους εξηγεί το ότι μπορούμε να διακρίνουμε, στην πρά ξη, πολλές «μικροϊστορίες», αρκετά διαφορετικές τις μεν από τις δε. Χω ρίς να εισέλθουμε σε λεπτομέρειες, πρέπει να διακρίνουμε μια κοινωνικ' microstoria (της οποίας ο Giovanni Levi είναι ο επικεφαλής) και μι< microstoria που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε «πολιτισμική», και προω θείται κυρίως από τον Carlo Ginzburg. Παρόλο που η δουλειά του επι κεντρώνεται στη νεότερη ιστορία, η προοπτική που υπερασπίζεται αυ τός ο τελευταίος μπορεί να εφαρμοστεί τέλεια σε μελέτες της σύγχρονηι ιστορίας. Ο Carlo Ginzburg (1986) χάραξε τις μεγάλες γραμμές της αντί λήψής του για τη microstoria σε ένα περίφημο άρθρο σχετικά με το «εν δεικτικό παράδειγμα», για το οποίο μπορούμε να αναρωτηθούμε αν δε1 οφείλει την επιτυχία του κυρίως στον τίτλο του, δεδομένης της συμπά θείας που οι ιστορικοί έχουν σήμερα για τον όρο «παράδειγμα», χωρίί να γνωρίζουμε τι ακριβώς εννοούν με τον όρο αυτόν. Ο Ginzburg υιοθε τεί την αρχή της μειωμένης κλίμακας, επειδή αποτελεί το μόνο μέσο όπως υποστηρίζει, για την ανάδειξη της σημασίας φαινομένων που συ χνά παραμελούνται: των λεπτομερειών, των ανωμαλιών, των κανονικών ατόμων, εν ολίγοις όλων των στοιχείων που θεωρήθηκαν παραμελημένες οντότητες από τους επιστημονικούς τομείς, στους οποίους κυριάρχησε r έρευνα των νόμων και των οικουμενικών σχέσεων. Σε αυτό το «παρά­ δειγμα του Γαλιλαίου», ο Ginzburg αντιπαραβάλλει το παράδειγμα της «ένδειξης» που ήταν πάντοτε ανταγωνιστικό προς το πρώτο και ανα­ πτύχθηκε μόνο στο τέλος του 19ου αιώνα. Οι καλλιτεχνικές κριτικές, οι γιατροί, οι αστυνομικοί θα δώσουν όλη της τη σημασία σε μια μορφή επεξεργασίας της γνώσης που θεμελιώνεται στην ερμηνεία των ιχνών, των ενδείξεων, των συμπτωμάτων. Σύμφωνα με τον Carlo Ginzburg, ο ρό­ λος του ιστορικού στο πρώτο στάδιο της έρευνας συνίσταται στην ανα­ σύσταση των «ιστορικών μορφών», εγκαθιδρύοντας συνάφειες ανάμεσα στις προφανείς ενδείξεις. Χάρη στη μέθοδο αυτή την οποία αποκαλεί «μορφολογική», γίνεται δυνατόν, σύμφωνα με αυτόν, να φανούν οι ομοιό­ τητες τις οποίες παρουσιάζουν οι μύθοι, οι δοξασίες, τα έργα τέχνης, που υπήρξαν αντικείμενο επεξεργασίας σε πολύ διαφορετικές εποχές και πλαί­ σια. Σε τελευταία ανάλυση, η πολιτισμική microstoria του Carlo Ginzburg καταλήγει να συναντήσει το δομικό διάβημα, στο οποίο ωστόσο είχε αρ­ χίσει να ασκεί κριτική. Η κοινωνική microstoria, σε ό,τι την αφορά, δεν επιδιώκει την εξαγω­ γή μεγάλων τυπικών μοντέλων. Εντελώς αντίθετα, είναι πολύ επιφυλα­ [ 173

]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

κτική απέναντι στο συγκριτισμό. Ο στόχος της είναι να ανασυστήσει τη συνοχή ενός περιορισμένου κόσμου, να αναδείξει την ποικιλία των απόψεων και να εμφανίσει τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Η προ­ οπτική αυτή, που γειτνιάζει με αυτό που οι κοινωνιολόγοι αποκαλούν «ο μεθοδολογικός ατομικισμός», επιχειρεί να αναδείξει τις σχέσεις, τις μορ­ φολογίες, τις στρατηγικές δράσεις τις οποίες αναπτύσσουν οι πρωταγω­ νιστές, χωρίς να θέτει το ζήτημα της αντιπροσωπευτικότητας τής υπό πα­ ρατήρηση περίπτωσης. Η διδακτορική διατριβή του Maurizio Gribaudi (1987) σχετικά με τους εργάτες του Τορίνο αποτελεί μια καλή ένδειξη της προοπτικής αυτής στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας.

Η Alltagsgeschichte Ιστορία-κοινωνική επιστήμη και ιστορία των εννοιών

Η

γερμανική εκδοχή της microstoria αποδίδεται με τον όρο Alltags­ geschichte, που κυριολεκτικά σημαίνει «ιστορία της καθημερινότη­ τας». Στα γαλλικά, ορίζουμε σήμερα το ρεύμα αυτό χρησιμοποιώντας την έκφραση «ιστορία του καθημερινού». Μία από τις βασικές διαφορές με την ιταλική microstoria συνίσταται στο ότι η Alltagsgeschichte αποτε­ λεί έναν τομέα της ιστορικής έρευνας που ενδιαφέρεται σχεδόν αποκλει­ στικά για τη σύγχρονη ιστορία, ενώ η microstoria παραμένει «προσανα­ τολισμένη», όπως είδαμε, στη νεότερη περίοδο. Αυτή η ιδιαιτερότητα εξηγείται βεβαίως από το ειδικό πλαίσιο της Γερμανίας και κυρίως από το ζήτημα του ναζισμού. Παρόλο που η παθητική, και μερικές φορές η καθαρή ακόμη στάση συνεργασίας της πλειονότητας των Γερμανών ιστορικών με τον Χίτλερ αποτέλεσε αντικείμενο καταγγελίας κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες, μόνο κατά τη δεκαετία του 1960, με την άφιξη μιας νέας γενιάς πανεπιστημιακών, το ζήτημα του Sondenveg, των ιδιαι­ τεροτήτων δηλαδή της σύγχρονης γερμανικής ιστορίας, μετατράπηκε σε κεντρικό ζήτημα της ιστοριογραφικής σκέψης. Προκειμένου να απαντή­ σουν στο ζήτημα αυτό οι προοδευτικοί ιστορικοί, συγκεντρωμένοι στο ρεύμα της «ιστορίας-κοινωνικής επιστήμης», θα επεξεργαστούν ένα ερευνητικό πρόγραμμα αρκετά παραπλήσιο της δομικής και ποσοτικής ιστορίας που αναπτύχθηκε από τα Annales και τον Ernest Labrousse στη Γαλλία. Η πρωτοτυπία της διεπιστημονικής αυτής ιστορίας, της [

174]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

οποίας το επίκεντρο είναι το Πανεπιστήμιο του Bielefeld και το όργανο το Zentrum fur interdisziplindre Forschung, συνίσταται στο γεγονός ότι στηρίζεται στην κοινωνιολογία του Max Weber. Για να είμαι ακριβής, πρέπει να πω ότι το ρεύμα αυτό ενδιαφέρεται για μία όψη του έργου του Weber (θα επανέλθουμε γύρω από το σημείο αυτό στο προτελευταίο κε­ φάλαιο): Το ζήτημα της ιδιαιτερότητας της ευρωπαϊκής ιστορίας, συγκρινόμενης με τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό οδήγησε τον Weber στην επε­ ξεργασία των εννοιών του «εξορθολογισμού» και της «γραφειοκρατίας» που θα χρησιμοποιηθούν πολύ (και θα συναρθρωθούν με τις μαρξιστι­ κές έννοιες) από τους επικεφαλής της «Σχολής του Bielefeld», όπως ο Hans Wehler και ο Jurgen Kocka. Αυτός ο τελευταίος θα δημοσιεύσει έτσι μελέτες που αναφέρονται στην ιστορία των υπαλλήλων στις μεγά­ λες επιχειρήσεις του 20ού αιώνα, συγκρίνοντας τη γερμανική με την αμε­ ρικανική περίπτωση. Θα επιμεληθεί το μνημειώδες συλλογικό έργο σχε­ τικά με την ιστορία των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων (που επιτέλους μεταφράστηκε, μερικώς, στα γαλλικά το 1996). Έτσι, οικοδομείται μια κοινωνική ιστορία που βρίσκεται πολύ κοντά στην ιστορική κοινωνιολογία την οποία προωθεί, την ίδια στιγμή, ο Charles Tilly στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν η «μακρά διάρκεια» μπορεί να πιστωθεί στα Annales, ο συγκριτισμός αποτελεί το δυνατό σημείο των Γερμανών ιστορικών, οπα­ δών της ιστορίας-κοινωνικής επιστήμης, ακόμη και αν πρόκειται για ένα συγκριτισμό που παραμένει θολός εξαιτίας του ζητήματος που στοι­ χειώνει τη συλλογική γερμανική μνήμη (το οποίο έχει όμως προφανώς παγκόσμιες προεκτάσεις): Γιατί ο ναζισμός; Ένα άλλο ερευνητικό ρεύμα συνέβαλε πολύ κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες στην ανανέωση της γερμανικής ιστοριογραφίας. Είναι r Begriffsgeschichte, η ιστορία των εννοιών, την οποία προωθεί βασικά c Reinhart Koselleck (1979, ό.π.), που επιμελήθηκε την έκδοση ενός μνη­ μειώδους λεξικού, εργαλείου δουλειάς χωρίς ισοδύναμο στα γαλλικά σχετικά με την ιστορία πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών εννοιών, ο οποίες χρησιμοποιούνται σήμερα στη Γερμανία.

Μια νέα γενιά εισέρχεται στη σκηνή

Α

κόμη και αν τα δύο αυτά ερευνητικά ρεύματα είναι πολύ διάφορε τικά το ένα από το άλλο, τόσο λόγω των αναλυτικών μεθόδων όσ< και λόγω των θεωρητικών αναφορών που χρησιμοποιούν, η Begriffsges [ 175)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

chichte και η ιστορία-κοινωνική επιστήμη έχουν κοινό σημείο την προώ­ θηση μιας αντίληψης για την ιστορία, η οποία επικαλείται κατά μεγάλο μέρος τη θεωρία, τα αφηρημένα δηλαδή μοντέλα αντίληψης, που δανεί­ ζεται από τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία. Αυτόν τον τύπο θεωρη­ τικής ιστορίας θα απορρίψουν μετά τη δεκαετία του 1970 οι νέοι ιστορικοί της Alltagsgeschichte. Για να κατανοήσουμε τη σημασία που αποδίδεται από την ιστορία-κοινωνική επιστήμη στα μεγάλα επεξηγηματικά μοντέ­ λα, τη μέριμνά της για την εξαγωγή, αν όχι νόμων, τουλάχιστον εγκαθιδρυμένων σταθερών μέσω της σύγκρισης, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι οπαδοί της απέρριψαν βίαια την ιστορικιστική παράδοση η οποία κυ­ ριάρχησε στη γερμανική ιστοριογραφία από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Στηριζόμενος στην ερμηνευτική, ευνοώ­ ντας τις ιδέες σε σχέση με τα υλικά και κοινωνικά γεγονότα, ο ιστορικισμός δήλωνε ότι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τίποτε στην ιστορία, ότι τα πάντα είναι υποκειμενικά, ότι κάθε αλήθεια εξαρτάται από την άπο­ ψη του συγγραφέα. Άδικα ή δίκαια, οι οπαδοί μιας ιστορίας έντονα συνδεδεμένης με τις κοινωνικές επιστήμες εκτιμούσαν ότι η ιδεαλιστική και σχετικιστική αυτή αντίληψη της ιστορίας συνέβαλε στην τύφλωση των Γερμανών ιστορικών του μεσοπολέμου απέναντι στο ναζισμό. Όπως όμως είδαμε, τα γεγονότα του Μάη του ’68 θα καταλήξουν σε μια απο­ κατάσταση της υποκειμενικότητας, του αυθορμητισμού και σε μια αναρχίζουσα απόρριψη της επιστήμης και της τεχνικής. Οι νέοι ιστορικοί της Alltagsgeschichte υιοθετούν τις νέες αυτές στάσεις «μεταφράζοντάς» τες προκειμένου να σχεδιάσουν ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα προσαρμο­ σμένο στους καταναγκασμούς και τα ζητήματα που διακυβεύονται στην ιστορική επιστήμη. Σίγουρα, εδώ ακόμη, δεν πρέπει να αποδώσουμε, a posteriori, πολύ μεγάλη συνάφεια σε ένα κίνημα το οποίο συγκροτήθηκε στην πορεία του. Όπως υπογραμμίζει ένας από τους βασικούς επικεφα­ λής αυτού του ρεύματος, ο Alf Liidtke (1989), ο όρος αυτός της Alltag­ sgeschichte αποτελεί μια προσωρινή λύση, «μια πολεμική διατύπωση εναντίον μιας ιστοριογραφίας που αγνόησε το καθημερινό και τους “μι­ κρούς ανθρώπους”». Περισσότερο ακόμη από ό,τι σε άλλες χώρες, οι διενέξεις αυτές αντα­ νακλούν μια σύγκρουση γενεών. Η ιστορία-κοινωνική επιστήμη, περιθω­ ριακή στην αρχή, θα επιβληθεί προοδευτικά ως ένα από τα κυρίαρχα ρεύματα της γερμανικής ιστοριογραφίας. Οι επικεφαλής της αποκτούν πρόσβαση σε σημαντικές θέσεις εξουσίας στο εσωτερικό του πανεπιστη­ [

176]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

μιακού θεσμού. Συγχρόνως όμως, με την οικονομική κρίση, η επόμενη γενιά βρίσκει δύσκολα απασχόληση στα πανεπιστήμια. Ξαναβρίσκουμε εδώ το πλαίσιο της δεκαετίας του 1970, που αναφέραμε παραπάνω, το οποίο οδηγεί το πιο ριζοσπαστικό τμήμα των ιστορικών στην απόρριψη του ποσοτικού και δομικολειτουργιστικού «παραδείγματος» της δεκαε­ τίας του 1950 και του 1960, προς όφελος μιας προοπτικής που αποδίδει προνομιακή θέση στην ανάλυση του βιώματος, της καθημερινότητας, των αποκλεισμένων κ.λπ. Η εμφάνιση μιας ιστορίας του «παρόντος χρό­ νου» (η οποία επισημοποιείται με τη δημιουργία των Institut fiir Zeitsgeschichte), και αξιοποιεί την προφορική ιστορία, εντείνει το κίνημα. Οι οπαδοί της ιστορίας-κοινωνικής επιστήμης βλέπουν στην απόρριψη αυ­ τή των μεγάλων νοητικών συστημάτων, της επιστήμης, της αντικειμενι­ κότητας, και στην επάνοδο της ερμηνευτικής, ελιγμούς που επιδιώκουν την αποκατάσταση του προπολεμικού ιστορικισμού. Στην περίφημη πο­ λεμική των χρόνων 1986-1987, που ονομάστηκε η «διαμάχη των ιστορι­ κών», τρία ρεύματα έρχονται αντιμέτωπα. Το πρώτο, που αντιπροσω­ πεύει ο Ernst Nolte, υποστηρίζει μια συντηρητική άποψη, με την έννοια, ότι προσπαθεί να «αποενοχοποιήσει» τους Γερμανούς, καθιστώντας κοι­ νότοπο το ναζισμό και τονίζοντας τα «βάσανα» του πληθυσμού. Αντί­ θετα, οι οπαδοί της Alltagsgeschichte αναδεικνύουν τον ενεργό ρόλο που πολλοί Γερμανοί έπαιξαν υπέρ του ναζισμού κατά τη διάρκεια της πε­ ριόδου αυτής. Δείχνουν ότι τα πραγματικά θύματα υπήρξαν οι Εβραίοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι τσιγγάνοι κ.ά. Χωρίς να αρνείται τις όψεις αυτές, ο Jurgen Kocka, επικεφαλής της ιστορίας-κοινωνικής επιστήμης, θεωρεί ότι ένας ιστορικός δεν πρέπει να περιγράφει μόνο μια κατάσταση, αλλά ότι πρέπει να προσπαθήσει και να την εξηγήσει, διαφορετικά να παραι­ τηθεί από το ρόλο του. Εκτιμά (με την υποστήριξη του φιλοσόφου Jur­ gen Habermas) ότι η ανάδυση της Alltagsgeschichte απεικονίζει μια επά­ νοδο του ανορθολογικού στην ιστορία.

Οι συμβολές της Alltagsgeschichte

Μ

ία από τις πιο ενδιαφέρουσες όψεις του κινήματος αυτού συνίσταται στο γεγονός ότι την καταγγελία των «μανδαρίνων της επιστη­ μονικής ζωής» (όπως λέει ο Alf Ludtke) ακολούθησαν προσπάθειες π απέβλεπαν στο να συλλάβουν έναν άλλον τρόπο πρακτικής άσκησης της ιστορικής έρευνας, όπως στη Μεγάλη Βρετανία, που η νέα γενιά των 12

[ 177 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

μαρξιστών ιστορικών προσπάθησε να προωθήσει μια «μη επαγγελματι­ κή μορφή» της ιστορίας εφαρμόζοντας τα «history workshop» (Geschichtswerkstatt, στα γερμανικά). Το κίνημα, που γεννήθηκε το 1982, με την ευκαιρία της πεντηκονταετίας από την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, πολλαπλασιάζει τα ερευνητικά εργαστήρια στα οποία συμμετέ­ χουν πανεπιστημιακοί ιστορικοί και «ερασιτέχνες» ιστορικοί, που συχνά προέρχονται από τον κόσμο ο οποίος αποτελεί το αντικείμενο της έρευ­ νας και που, εξαιτίας του γεγονότος αυτού, κατέχουν μια γνώση γύρω από το θέμα που δεν διαθέτει ο πανεπιστημιακός. Ξαναβρίσκουμε εδώ τη διαδικασία που περιγράψαμε στα προηγούμενα κεφάλαια σχετικά με τη Γαλλία και που χαρακτηρίζει, κατά τη γνώμη μου, τη σύγχρονη ιστο­ ρία: μια νέα προοπτική αναπτύσσεται με κίνητρο πολιτικές συγκρούσεις και ανταγωνισμούς ανάμεσα σε πανεπιστημιακές γενιές. Ένα νέο ερευ­ νητικό πρόγραμμα αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας, που εφαρμόζε­ ται σε ένα μεγάλο αριθμό ειδικευμένων εργασιών. Το σχέδιο προκαλεί έναν ορισμένο ενθουσιασμό και μεταφράζεται σε πολυάριθμες συλλογι­ κές πρωτοβουλίες που καταλήγουν στη γένεση ενός νέου περιοδικού και έναν επανακαθορισμό των σχέσεων μεταξύ επαγγελματκον και ερασιτε­ χνών ιστορικών. Η μέριμνα για την «κατάργηση των διαχωρισμών» στην ιστορία οδηγεί τους οπαδούς της Alltagsgeschichte στην απόρριψη των συνόρων ανάμεσα σε επιστημονικό και πολιτικό κόσμο, ανάμεσα στην ιστορία, τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία. Το κίνημα καταλήγει σε πράξεις αγωνιστικού χαρακτήρα που περιστρέφονται γύρω από όσα διακυβεύονται σε σχέση με τη μνήμη. Οργανώνονται διαδηλώσεις, γίνο­ νται εκκλήσεις για τη μετονομασία των οδών, για την άσκηση κριτικής 1 στα σχέδια των μουσείων κ.λπ. Κατά βάθος, η Alltagsgeschichte στηρίζεται στις ίδιες επιστημολογικές | αρχές με τη microstoria. Η προσοχή που επικεντρώνεται στη μελέτη του ; πλαισίου, εξηγεί γιατί το τοπικό πλαίσιο (χωριό, λαϊκή συνοικία) προτιμάται σχεδόν πάντα. Η υπόθεση ότι οι «θεσμοί», οι «θεωρίες» και ό,τι προέρχεται από τα πάνω, καθιστούν ακατανόητες και παραμορφώνουν ; τις πραγματικότητες που προέρχονται «από τα κάτω», καταλήγει στο ν α ; θεωρεί ορθή μόνο τη μελέτη των μικρών γεγονότων της καθημερινής? ζωής. Ο στόχος είναι η ανασύσταση της συνοχής τους, αποφεύγονταζ ί την εξήγηση αυτών των γεγονότων και χειρονομιών με βάση δυνάμεις ή ; δομές εξωτερικές στον κόσμο των εν λόγω πρωταγωνιστών. Αυτό το διάβημα καταλήγει επίσης στην υπογράμμιση του γεγονότος ότι όλα τα [ 178]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

άτομα, συμπεριλαμβανομένων των πλέον στερημένων, έχουν ένα «περι­ θώριο ελιγμού», μια αυτονομία (που ο Liidtke αποκαλεί Eigen-Sinn). Κάθε άτομο είναι, σε έναν ορισμένο βαθμό, ο δημιουργός της δικής του ιστορίας. Όπως η κοινωνική microstoria, η Alltagsgeschichte οδηγήθηκε έτσι να πριμοδοτήσει τη μελέτη των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στα άτομα, με στόχο να αποδείξει ότι είναι τα ίδια, πάντοτε, παραγωγοί ση­ μασιών. Τέλος, ξαναβρίσκουμε, στις δύο περιπτώσεις, την ίδια δυσπιστία απέναντι στην «επιστημονική» γλώσσα των κοινωνικών επιστημών. Αυ­ τή «μη επαγγελματική μορφή» της ιστορίας συντελείται μέσω της απο­ δοχής της γλωσσικής διαφορετικότητας (η ταινία Shoah του Claude Lanzmann θεωρείται, έτσι, από τον Liidtke ένα παράδειγμα της ιστορίας του καθημερινού) και μέσω της αποκατάστασης της λογοτεχνικής γλώσ­ σας και αφήγησης. Η τελευταία ομοιότητα ανάμεσα στη microstoria και την Alltagsgeschichte συνίσταται στον εκλεκτισμό του κινήματος. Αρκεί να διατρέξουμε το συλλογικό έργο που επιμελείται ο Alf Liidtke (1989) και παρουσιάζει «την ιστορία της καθημερινότητας» στο γαλλικό κοινό, για να διαπιστώσουμε την εξαιρετική ανομοιογένειά του. Οι εργασίες του Liidtke συγγενεύουν με την κοινωνιολογία της αλληλεπίδρασης, αυ­ τές του Hans Medick με την ιστορική ανθρωπολογία. Ο Peter Schottler, σε ό,τι τον αφορά, παραμένει πιστός στη δομική προοπτική της προη­ γούμενης περιόδου, υπερασπιζόμενος τη μελέτη των νοοτροπιών ως ιστορία του «τρίτου επιπέδου». Οι άλλες συμβολές στο βιβλίο αποτελούν κυρίως μελέτες περιπτώσεων που απεικονίζουν τη σημαντική θέση την οποία κατέχει η προφορική ιστορία στην Alltagsgeschichte (βλέπε κυρίως το κείμενο του Lutz Niethammer).

M u l t ic u l t u r a l is m , G e n d e r και L in g u is t ic Tu r n ΣΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ πως σημειώσαμε στην εισαγωγή, η ανάπτυξη των πανεπιστημίων κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες είχε ως αποτέλεσμα την αύξη­ ση, σε σημαντικό βαθμό, του βάρους της αμερικανικής ιστορικής έρευνας σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο εξαιρετικά μεγάλος αριθμός των ιστορικών που δουλεύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, η διαφορετικότητα των ενδιαφερόντων τους, αλλά και η ακραία αποκέντρωση του πανεπι-

Ο

[ 179]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

στημιακοΰ συστήματος καθιστούν δυσκολότερη από αλλού κάθε προ­ σπάθεια καταγραφής μιας «κατάστασης των πραγμάτων» της ιστορικής έρευνας σήμερα στη χώρα αυτή. Στο πρόσφατο έργο που επιμελήθηκαν ο Jean Heffer και ο Frangois Weil (1994) θα βρούμε μια πολύ πλούσια παρουσίαση των σημερινών «ερευνητικών δρόμων».

Τα θεμέλια της πανεπιστημιακής δημοκρατίας και οι αμφισβητήσεις της

Γ

ια να κατανοήσουμε την έκταση των αλλαγών που γνώρισε η αμερι­ κανική ιστοριογραφική σκηνή μετά τη δεκαετία του 1960 (τουλάχι­ στον η κοινωνική ιστορία), πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι, κατά τη διάρ­ κεια ενός πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος, η αμερικανική πολιτική και πολιτιστική ζωή διαχειρίστηκε τη συναίνεση γύρω από τις δημοκρα­ τικές αξίες και την υπεράσπιση του «αμερικανικού μοντέλου» σε ολό­ κληρο τον κόσμο. Η εθνική ενότητα συγκροτήθηκε προοδευτικά μέσω της συνένωσης των κοινοτήτων των μεταναστών που αρχικά ήταν πολύ διαχωρισμένες οι μεν από τις δε. Για το πρόβλημα που μας απασχολεί εδώ, η ελάχιστα αισθητή παρουσία του κράτους, συγκριτικά με την Ευ­ ρώπη, ευνόησε μια μορφή μετατροπής της ιστορίας σε επάγγελμα (πά­ ντοτε σε ισχύ σήμερα), στον αντίποδα αυτής που γνώρισε η Γαλλία. Τα πανεπιστήμια μπορεί να θεωρηθούν πολλές μικρές αυτόνομες δημοκρα­ τίες (που συχνά χρηματοδοτούνται από ιδιωτικούς πόρους), και στεγά­ ζουν επιστήμες που ομαδοποιούνται σε τμήματα, συνδεόμενα μεταξύ τους μέσω επαγγελματικών συλλόγων (όπως ο AHA, ο American Histo­ rical Association, ο οποίος δημιουργήθηκε το 1884). Κάθε μέλος του ΑΗΑ συμμετέχει στην εκλογή των εκπροσώπων του, των οποίων η θη-, τεία είναι πολύ περιορισμένη χρονικά. Κάθε πανεπιστήμιο είναι ελεύθε­ ρο να προσλάβει τους καθηγητές-ερευνητές που επιθυμεί, οι σύλλογοι όμως διαχειρίζονται επίσης τα επαγγελματικά και πανεπιστημιακά προ­ βλήματα της κοινότητας. Στο χώρο της ιστορίας, για παράδειγμα, ο ΑΗΑ εκδίδει την εφημερίδα Perspectives που προσφέρει πολυάριθμες πληρο­ φορίες γύρω από τη ζωή της κοινότητας, δημοσιεύει την προκήρυξη των διαθέσιμων θέσεων στα πανεπιστήμια κ.λπ. Η καλύτερα προσαρμοσμέ­ νη στο σύστημα αυτό φιλοσοφία είναι ο πραγματισμός. Γεννημένη, και δεν είναι τυχαίο, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η φιλοσοφία αυτή ορίζει την [ 180]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

αλήθεια ως τη συμφωνία που επέρχεται ανάμεσα στους ερευνητές στο τέλος μιας διαδικασίας ελεύθερης συζήτησης. Στο χώρο της ιστορίας, η αντίληψη αυτή της δημοκρατίας και της πνευματικής ζωής θα παραμείνει, λίγο πολύ, κυρίαρχη μέχρι το Β' Πα­ γκόσμιο Πόλεμο. Θα αρχίσει να αμφισβητείται μετά τη δεκαετία του 1960, με την εμφάνιση των πρώτων μαρξιστών ιστορικών (οι περισσότε­ ροι είναι ειδικοί της κοινωνικής ιστορίας), κυρίως όμως από το κίνημα των δικαιωμάτων του πολίτη (Civil Right Movement). Οι φυλετικές δια­ κρίσεις που κυριαρχούσαν ακόμη την εποχή εκείνη, κυρίως στο Νότο των Ηνωμένων Πολιτειών, απορρίπτονται από ένα ισχυρό κοινωνικό κί­ νημα που προωθούν οι οργανώσεις υπεράσπισης των δικαιωμάτων των Μαύρων (Afro-American, Αφροαμερικανών, σύμφωνα με τη σημερινή ορολογία). Πολυάριθμοι μαύροι νέοι ιστορικοί συμμετέχουν στο κίνημα αυτό. Στο επίπεδο της έρευνας, η στράτευσή τους αυτή οδηγεί στην εγκατάλειψη της προοπτικής που ανέπτυξαν οι σπάνιοι μαύροι ιστορι­ κοί της προηγούμενης περιόδου και στηριζόταν σε μια λογική αποκατά­ στασης (του τύπου: «οι Μαύροι δεν είναι τόσο κακοί όσο νομίζουν οι Λευκοί»). Για τη γενιά των δικαιωμάτων του πολίτη, προέχει ο στόχος της ενσωμάτωσης. Έτσι, οι ιστορικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν από όσους αποτελούν μέρος της γενιάς αυτής, αποβλέπουν στην επανέ­ νταξη της μαύρης κοινότητας στην ιστορία του αμερικανικού λαού. Οι ιστορικοί αυτοί είναι ανάμεσα στους πρώτους που χρησιμοποιούν πηγές οι οποίες προέρχονται από το μαύρο πληθυσμό, προκειμένου να συ­ μπληρώσουν τα επίσημα αρχεία. Η περιέργειά τους, επικεντρωμένη κατ’ αρχάς στη δουλεία και τις φυτείες του Νότου, διευρύνεται προοδευτικά σε άλλους χώρους, κυρίως στις μεγάλες πόλεις που βρίσκονται στα βο­ ρειοανατολικά (βλέπε, γύρω από το σημείο αυτό, Pap Ndiaye, στο J. Heffer και F. Weil, 1994).

Η Affirmative Action αγώνας εναντίον των διακρίσεων, ο οποίος αρχικά οργανώνεται από τους μαύρους αγωνιστές, θα διευρυνθεί προοδευτικά στις άλ­ λες κατηγορίες που θεωρούν και αυτές ότι είναι θύματα, όπως οι Ινδιά­ νοι (Native American), οι κοινότητες των Ευρωπαίων μεταναστών και κυρίως οι γυναίκες. Με την παρακίνηση του Civil Right Movement ο φε­ [ 181 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

μινισμός επανεμφανίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1961, ο Πρόε­ δρος Κένεντι δημιουργεί μια επιτροπή σχετικά με τη θέση των γυναικών, της οποίας τα συμπεράσματα καθιστούν φανερό ότι αυτές δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους άνδρες. Στο πλαίσιο αυτό των αγώνων εναντίον των νομικών διακρίσεων, οι φεμινίστριες ιστορικοί αρχίζουν να αμφι­ σβητούν, με τη σειρά τους, την υποεκπροσώπηση των γυναικών στο εσωτερικό του Συλλόγου των Αμερικανών Ιστορικών. Κατά τη διάρκεια όμως της περιόδου αυτής, κυριαρχεί πάντα η προοπτική της ενσωμάτωσης. Το μείζον επιχείρημα των αγωνιστριών είναι ότι οι διακρίσεις αυτές πρέπει να καταργηθούν, προκειμένου τα επαγγελματικά ιδεώδη τα οποία ορίστηκαν από την κοινότητα των ιστορικών από τη σύστασή της (κυρίως το ιδεώδες της πρόσληψης που στηρίζεται στη βάση της αξιο­ κρατίας και των ικανοτήτων) να εφαρμοστούν πραγματικά. Οι συγκρού­ σεις αυτές καταλήγουν στον καθορισμό της πολιτικής της θετικής διά­ κρισης (Affirmative Action). Εκκινώντας από την αρχή ότι οι ανισότητες αυτές δεν θα καταργηθούν από μόνες τους, επιβάλλεται η ιδέα ότι σι δημόσιες αρχές πρέπει να παρέμβουν για να ανατρέψουν την πορεία των πραγμάτων, λαμβάνοντας μέτρα που αναβαθμίζουν αυτό που άλ­ λοτε αποτελούσε μειονέκτημα. Στη διοίκηση, στα πανεπιστήμια και αλ­ λού επίσης, υιοθετούνται «ποσοστώσεις» που στηρίζονται στο κριτήριο του φύλου, της φυλής, της εθνοτικής ταυτότητας. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη λογική αυτή, που έρχεται σε αντίθεση με το γαλλικό «οι­ κουμενικό» πνεύμα, πρέπει να γνωρίζουμε ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως κατά τις επαγγελματικές προσλήψεις, αποτελεί παράδοση η επί­ κληση κριτηρίων που δεν σχετίζονται καθόλου με την αξιοκρατία ή την ειδίκευση. Οι φοιτητές που είναι προικισμένοι για τα αθλήματα μπορούν έτσι να μπουν ευκολότερα στα μεγάλα πανεπιστήμια: Οι επιτυχίες τους θα έχουν αντίκτυπο στη φήμη ολόκληρου του θεσμού, πράγμα που θα επιτρέψει την προσέλκυση γενναιόδωρων δωρητών που τον βοηθούν να επιβιώνει. Οι δωρητές αυτοί είναι άλλωστε συχνά παλιοί φοιτητές του εν λόγω πανεπιστημίου. Για αυτό και τα παιδιά τους ευνοούνται και αυτά τη στιγμή των προσλήψεων.

[

182]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Η αμφισβήτηση της διαδικασίας ενσωμάτωσης

Η

λογική αυτή της ενσωμάτωσης αμφισβητείται στο τέλος της δεκαε­ τίας του 1960, όχι μόνο εξαιτίας του κινήματος του Μάη του ’68, αλ­ λά για λόγους ιδιαίτερα αμερικανικούς, όπως κυρίως η επιδείνωση του πολέμου του Βιετνάμ, η δολοφονία του Martin Luther King και οι σοβα­ ρές εξεγέρσεις που πυροδοτούν τα μαύρα γκέτο. Οι πολιτικές αυτές εντάσεις εξηγούν την προοδευτική εγκατάλειψη της λογικής της ενσω­ μάτωσης προς όφελος μιας λογικής της διαφοράς που εξυμνεί τις ιδιαι­ τερότητες των διαφόρων κοινοτήτων («Black is beautiful»). Ο Martin Luther King παραχώρησε τη θέση του στους Black Panthers. Στο εσωτε­ ρικό του ΑΗΑ, οι γυναίκες ιστορικοί αρχίζουν να αρθρώνουν ένα νέο λόγο. Το 1969, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια μιας περίφημης συζή­ τησης που οργανώθηκε από τη «συντονιστική επιτροπή των γυναικών ιστορικών», αυτές απαιτούν από το σύλλογο να πάρει θέση σχετικά με το πρόβλημα της ισότητας των δικαιωμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντί να οχυρώνεται πίσω από το μύθο της αντικειμενικότητας και της επαγγελματικής ουδετερότητας (βλέπε J. Scott, στο P. Burke, 1991). Από την αλλαγή αυτή της κατάστασης εξηγείται η ανάπτυξη πολυπολιτισμικών και κοινοτικών προοπτικών στην ιστορία. Λίγο πολύ παντού ανα­ δύονται διεπιστημονικά ερευνητικά προγράμματα που επικεντρώνονται στη μελέτη ομάδων οι οποίες υφίστανται διακρίσεις, κυρίως οι Cultural studies και οι Women studies. Σε ερευνητικό επίπεδο, η νέα αυτή περίοδος αντιστοιχεί σε αυτό που ονομάστηκε η «νέα κοινωνική ιστορία». Στραμμένη ολοένα και περισσό­ τερο προς τη λογοτεχνία και την ανθρωπολογία (αλλά ολοένα και λιγότερο προς την κοινωνιολογία), ορίζει ως ουσιαστικό στόχο της την ανα­ βάθμιση της ιδιαιτερότητας των κοινοτήτων που μελετά και την ανάδει­ ξη του πλούτου που περιέχει η κουλτούρα τους κ.λπ. Η ιστορία της δου­ λείας ανανεώνεται έτσι χάρη στις εργασίες του μαρξιστή ιστορικού Eugene Genovese (1965), ο οποίος δείχνει ότι το πατερναλιστικό σύστη­ μα που αναπτύχθηκε στις φυτείες άφηνε ένα περιθώριο ελευθερίας στους μαύρους δούλους που ο καπιταλισμός τούς στέρησε. Ο Herbert Gutman (1976), σε ό,τι τον αφορά, αναδεικνύει τα εκφραστικά μέσα της ίδιας της κουλτούρας του κόσμου των δούλων και πώς αυτοί, κινητοποιώντας αυ­ τά τα εκφραστικά μέσα, κατάφεραν να «παρακάμψουν» ή τουλάχιστον να περιορίσουν την εκμετάλλευση της οποίας υπήρξαν θύματα. Σε μεθο­ [ 183

]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

δολογικό επίπεδο, είναι η μεγάλη εποχή της «προφορικής ιστορίας». Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι κοινωνιολόγοι της Σχολής του Σικάγου συγκέ­ ντρωσαν πολυάριθμες αφηγήσεις ζωής στο εσωτερικό της κοινότητας των Πολωνών. Τα πρώτα σχέδια που απέβλεπαν στη συγκέντρωση των αναμνήσεων των παλιών δούλων τέθηκαν σε εφαρμογή κατά τη δεκαε­ τία του 1930. Το διάβημα όμως γνωρίζει μια σημαντική ανάπτυξη μετά τη δεκαετία του 1960. Η νέα αυτή κοινωνική ιστορία επιτρέπει επίσης ένα σημαντικό άλμα της ιστορίας των γυναικών, χάρη και εδώ στη μαζι­ κή προσφυγή στην προφορική ιστορία και στις «ιδιωτικές» πηγές (προ­ σωπικά ημερολόγια, αλληλογραφία κ.λπ.). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, η αμερικανική κοινωνία πέρασε σ’ ένα νέο στάδιο στη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης και διαί­ ρεσης. Ένας πρώτος απολογισμός μπορεί να γίνει σε ό,τι αφορά την πο­ λιτική της Affirmative Action. Τα αποτελέσματα της εμφανίζονται αντι­ φατικά. Αν, σφαιρικά, οι γυναίκες και οι μετανάστες ευρωπαϊκής προέ­ λευσης επωφελήθηκαν από αυτήν, η μαύρη κοινότητα εμφανίζεται εκ νέου ως η μεγάλη χαμένη. Στον τομέα των «ανθρωπιστικών επιστημών» (που στις Ηνωμένες Πολιτείες αποκαλούμε οι «ανθρωπότητες»), οι Μαύροι αντιπροσωπεύουν το 3,8% όσων γίνονται δεκτοί στο doctorat, ενώ αποτελούν το 12% του συνολικού πληθυσμού (είναι αλήθεια ότι η υποαντιπροσώπευση αυτή εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι οι μαύ­ ροι που αποκτούν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση επιλέγουν γενι­ κά για το επαγγελματικό τους μέλλον πιο κερδοφόρους ή πιο σίγουρους κλάδους από τις «ανθρωπότητες»). Από τις ανισότητες αυτές εξηγού­ νται οι στερήσεις που αισθάνονται οι αποκλεισμένοι και η ανάπτυξη εντάσεων ανάμεσα σε κοινότητες. Ενώ δέκα χρόνια νωρίτερα όλες οι ομάδες βάδιζαν προς την ίδια κατεύθυνση, στο εξής βρίσκονται αντιμέ­ τωπες. Η ίδια η λογική της Affirmative Action δημιούργησε ζητήματα πρωταρχικής σημασίας (που αφορούν την απόκτηση υποτροφιών, τις θέσεις απασχόλησης, τα ερευνητικά κονδύλια κ.λπ.). Όπως υπογραμμί­ ζει ο Olivier Zunz (στο J. Heffer και F. Weil, 1994, σ. 444), «για τον κα­ θένα η ιστορία του, επομένως για κάθε ομάδα ο ιστορικός της, μέχρις ότου η σύσταση του καθηγητικού σώματος να αντανακλά αυτήν των φοιτητών». Οι ανταγωνιστικοί αγώνες, όντας αυτό που είναι, νέες «κοι­ νότητες» εμφανίζονται αδιάκοπα και αναδεικνύουν μορφές διακρίσεων άγνωστες μέχρι τώρα. Κυρίως αυτές των οποίων θύματα αποτελούν οι μειονότητες του φύλου. Το πρόβλημα εδώ δεν είναι, προφανώς, να εκφέ­ [

184]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

ρουμε κρίσεις γύρω από το πραγματικό μέγεθος των διακρίσεων αυτών, αλλά να υπογραμμίσουμε τη μορφή της διεκδικητικής λογικής που η διαδικασία αυτή ενισχύει. Νέα έργα εμφανίζονται, όπως αυτό της Paula Giddings (1984), που θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι οι μαύρες γυναίκες διαδραματίζουν το ρόλο της «γυναίκας-άλλοθι» στα κείμενα που γρά­ φονται από μαύρους συγγραφείς και το ρόλο του «μαύρου-άλλοθι» στα κείμενα που γράφονται από τις φεμινίστριες. Υπερασπίζεται το δικό της βιβλίο, δηλώνοντας ότι μόνο οι μαύρες γυναίκες μπορούν να μιλήσουν για τις μαύρες γυναίκες. Ακολουθώντας το συλλογισμό, μπορούμε επί­ σης προφανώς να δηλώσουμε ότι μόνο οι μαύρες ανάπηρες γυναίκες μπορούν να μιλήσουν για τις μαύρες ανάπηρες γυναίκες και ότι πρέπει και αυτή η ομάδα να εκπροσωπείται στο εσωτερικό του καθηγητικού σώματος ανάλογα προς την αριθμητική της βαρύτητα στην κοινωνία. Το παράδειγμα αυτό δείχνει καλά τη σχέση που εγκαθιδρύεται εδώ ανάμε­ σα στους πολιτικούς αγώνες και τις αλλαγές της ιστορικής έρευνας. Η προοπτική μιας συλλογικά επεξεργασμένης και οικουμενικής ιστορίας καταργείται προς χάρη μιας λογικής, όπου κάθε ομάδα ορίζει ως μόνο στόχο την υπεράσπιση των συμφερόντων, της μνήμης, της κοινότητας στην οποία ανήκει. Η παρέκκλιση αυτή θα χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα από τους συντη­ ρητικούς διανοουμένους που επιδίδονται, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, σε μια επιθετική πολεμική εναντίον «της νέας ορθοδοξίας που είναι της μόδας στις πανεπιστημιουπόλεις». Σύμφωνα με αυτούς, τα πανεπιστή­ μια μετατράπηκαν πράγματι σε εστίες μιας συστηματικής κριτικής της δυ­ τικής κουλτούρας και των παραδοσιακών αξιών της αμερικανικής κοινω­ νίας, και σε προπύργια του «politically correct», μιας ιδεολογίας δηλαδή που παίρνει θέση και υπερασπίζεται τα συμφέροντα και τις αρχές των μαύρων, ομοφυλοφιλικών, φεμινιστικών κ.ά. κοινοτήτων. Η αντίδραση αυ­ τή απόρριψης εξηγείται κατά μεγάλο μέρος από το γεγονός ότι η πλειονό­ τητα των συντηρητικών ανήκουν στους κύκλους των WASP (White AngloSaxon Protestants), που είναι απόγονοι των πρώτων Ευρωπαίων μετανα­ στών, των οποίων τα προνόμια αμφισβητήθηκαν από την πολιτική της Affirmative Action. Παρά τις ανεπάρκειές της, η πολιτική αυτή επέτρεψε, πράγματι, σε ορισμένα μέλη ομάδων που άλλοτε υφίσταντο διακρίσεις να αποκτήσουν πρόσβαση σε σημαντικές θέσεις, εις βάρος αυτών οι οποίοι εί­ χαν προηγουμένως το μονοπώλιο. Οι πολεμικές σχετικά με τα ζητήματα αυτά, που δεν σταμάτησαν από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, απεικο­ [ 185 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

νίζουν την όξυνση των εντάσεων που διαπερνούν σήμερα την αμερικα­ νική κοινωνία (σχετικά με όλο αυτό το θέμα, βλέπε Ε. Fassin, 1993).

Τα αποτελέσματα των ανατροπών αυτών στην ιστορική έρευνα: Το παράδειγμα της «gender history»

Τ

ις αλλαγές αυτές που εδώ και τριάντα χρόνια γνώρισε ο αμερικανι­ κός πανεπιστημιακός κόσμος, πρέπει πάντα να τις έχουμε κατά νου, αν θέλουμε να κατανοήσουμε τους νέους προσανατολισμούς που προσέλαβε η ιστοριογραφία της χώρας αυτής. Το αμερικανικό παράδειγμα αναμφίβολα δείχνει περισσότερο καθαρά πόσο η έρευνα στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας εξαρτάται από τις αναταράξεις της πολιτικής ζωής. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι, ακόμη και σε αυτή την ακραία περίπτωση, ιστορική γνώση και πολιτική δράση συγχέονται πλήρως. Ακόμη και αν η παλιά αντίληψη της αντικειμενικότητας αμφισβητήθηκε βίαια, οι άνδρες και γυναίκες ιστορικοί που ανήκουν στα ρεύματα αυτά υποχρεώθηκαν, προκειμένου οι εργασίες τους να ληφθούν υπόψη και να μπορέσουν επίσης «να κάνουν καριέρα», να σεβαστούν τα ισχύοντα επι­ στημονικά κριτήρια (σκιαγράφηση αποδείξεων στη βάση επιχειρημά­ των, συγκέντρωση υλικού κ.λπ.). Παρόμοια, οι διαφορετικές πολιτικές απόψεις έπρεπε να μετατραπούν σε διαφορετικές ερευνητικές απόψεις, προκειμένου να γίνουν αποδεκτές ως νόμιμα αντικείμενα συζήτησης. Για να απεικονίσω το σημείο αυτό, θα αναφέρω το παράδειγμα των πο­ λυάριθμων αντιπαραθέσεων που προκάλεσε, ακόμη και στο εσωτερικό της φεμινιστικής ιστοριογραφίας, η έννοια του «φύλου». Σήμερα, η πλειονότητα των φεμινιστριών ιστορικών συμφωνεί στη θεώρηση των σχέσεων ανδρών και γυναικών ως αποτελέσματος πάντα του συσχετισμού δυνάμεων. Το να δηλώνει κανείς ότι τα δύο φύλα μπο­ ρούν, ορισμένες φορές, να έχουν κοινά συμφέροντα ή ότι η ανδρική κυ­ ριαρχία είναι συχνά δευτερεύουσα σε σχέση με άλλες μορφές κυριαρχίας (ταξικής κυρίως), εμφανίζεται ως μια απαράδεκτη παραχώρηση στην κυρίαρχη άποψη (αυτή των ανδρών). Για το λόγο αυτόν, το μεγαλύτερο μέρος των ιστορικών ερευνών που αφορούν τις γυναίκες, έχουν στόχο να φωτίσουν τις μορφές κυριαρχίας που αυτές υπέστησαν από την αρχή της ανθρωπότητας. Ωστόσο στο εσωτερικό της κίνησης αυτής αντιπαρατίθενται σήμερα δύο τάσεις. [ 186

]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Η πρώτη αποδίδει προνομιακή θέση στις εμπειρίες της βιωμένης από τις γυναίκες κυριαρχίας. Οι οπαδοί της επεκτείνουν τη «νέα κοινωνική ιστορία» που αναφέραμε παραπάνω και το έργο του «πατέρα θεμελιω­ τή» Edward P. Thompson. Αυτοί/αυτές εξετάζουν με διεισδυτικό τρόπο τις διάφορες όψεις της καθημερινότητας των γυναικών: στην οικιακή σφαίρα, την εργασία, το δρόμο κ.λπ., για να δείξουν πώς η ανδρική κυ­ ριαρχία ενισχύει σταθερά τις άλλες μορφές κυριαρχίας (ταξική, φυλετι­ κή κ.λπ.). Στην προοπτική αυτή, μόνο οι εμπειρίες των γυναικών συνέ­ βαλαν στη δημιουργία μιας γυναικείας «συνείδησης», χάρη στην οποία το φεμινιστικό κίνημα μπόρεσε να αναπτυχθεί. Στη διδακτορική της δια­ τριβή, για παράδειγμα, η Laura Downs (1995) συγκρίνει την κατάσταση των εργατριών μεταλλουργίας στη Μεγάλη Βρετανία και στη Γαλλία από το 1914 μέχρι το 1939. Δείχνει πώς η εργοδοσία στηρίχτηκε στην αν­ δρική κυριαρχία στην ιδιωτική σφαίρα για να αυξήσει την επιρροή της στο σύνολο του εργατικού κόσμου και να επιβάλει, τελικά, τον «εξορθολογισμό» της εργασίας. Αυτός ο τρόπος αντίληψης της ιστορίας των γυναικών καταπολεμήθηκε με σφοδρότητα, εδώ και μία δεκαετία, από τις ιστορικούς οι οποίες εκτιμούν ότι η σημασία που αποδίδεται στη «βιωμένη εμπειρία», ενισχύει την ιδέα ότι η κατηγορία «γυναίκα» είναι μια φυσική, αιώνια κατηγορία. Πιστεύοντας ότι καταγγέλλει την ανδρική καταπίεση, η κοινωνική ιστο­ ρία των γυναικών δεν κάνει άλλο από το να την εδραιώνει, υιοθετώντας έναν ορισμό «τής» γυναίκας, που οι άνδρες επέβαλαν ως προφανή. Εκκι­ νώντας από αυτή τη θεμελιακή κριτική αναπτύχθηκε η έννοια του «gen­ der» (φύλου). Μία από τις βασικές πρωτεργάτριες του ρεύματος αυτού είναι η ιστορικός Joan Scott (1988), και αυτή ειδική της γαλλικής ιστο­ ρίας. Έντονα στρατευμένη στη «νέα κοινωνική ιστορία» στην αρχή της καριέρας της, η Joan Scott απαρνήθηκε προοδευτικά την προοπτική αυ­ τή προς χάρη μιας λεγάμενης «μεταδομικής» προσέγγισης. Πράγματι, οι οπαδοί της gender history επεκτείνουν τις κριτικές που απευθύνθηκαν στον Edward P. Thompson από τους Άγγλους μαρξιστές, οι οποίοι επη­ ρεάστηκαν από τη δομική ανάγνωση του Louis Althusser που αναφέρα­ με ήδη εδώ. Παρόλο που η προσφυγή στο μαρξισμό εγκαταλείφθηκε προοδευτικά προς χάρη της γλωσσολογίας (θα επανέλθω σ’ αυτό), το βασικό επιχείρημα παραμένει το ίδιο. Αποδίδοντας προνομιακή θέση στην «εμπειρία», το «βίωμα», οι κοινωνικοί ιστορικοί σφάλλουν λόγω «εμπειρισμού». Πιστεύουν ότι μπορούμε να προσεγγίσουμε άμεσα την [ 187]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

πραγματικότητα του παρελθόντος, ενώ δεν μπορούμε να αποκτήσουμε πρόσβαση σε αυτήν παρά μόνο μέσω κειμένων που μας κληροδότησαν οι άνθρωποι του παρελθόντος και μέσω των δικών μας κατηγοριών σκέ­ ψης, της δικής μας γλώσσας. Αν στη Γαλλία θεωρούμε γενικά ότι οι στρουκτουραλιστές φιλόσοφοι έφεραν στη μόδα, τη δεκαετία του 1960, την καντιανή αυτή προοπτική σχετικά με τη γνώση, οι Αγγλοαμερικανοί ιστορικοί βλέπουν σε αυτήν μια ανακάλυψη των «μεταστρουκτουραλιστών» φιλοσόφων, κατηγορία στην οποία περιλαμβάνουν συγγραφείς τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όπως ο Michel Foucault, ο Jacques Derrida, ο Jacques Ranciere, o Michel de Certeau κ.ά. Οι διαμάχες αυτές σχετικά με τη νομιμότητα των φιλοσοφικών ανα­ φορών (που υποδηλώνουν ταυτόχρονα την προσχώρηση σε ένα συγκε­ κριμένο φιλοσοφικό ρεύμα) είναι δευτερεύουσες. Το σημαντικότερο είναι να υπογραμμίσουμε ότι οι ιστορικοί του gender κατάφεραν να εισαγά­ γουν τη θεωρητική τους προοπτική στην εμπειρική ιστορική έρευνα, προκαλώντας έτσι μια ολόκληρη σειρά νέων ερευνών στην ιστορία των γυναικών. Αν ο όρος «φύλο» προτιμήθηκε από αυτόν της «γυναίκας», εί­ ναι για να δοθεί έμφαση στο ζήτημα της διαφοράς των φύλων, αποδίδο­ ντας προνομιακή θέση στις σχέσεις ανάμεσα στους άνδρες και τις γυ­ ναίκες, δεδομένου ότι δεν μπορούμε να ορίσουμε τους μεν παρά μόνο σε σχέση με τις δε και αντιστρόφως. Οι γυναίκες ιστορικοί του gender σκέ­ φτονται ότι η προσέγγισή τους επιλύει τα προβλήματα στα οποία προσέκρουσε η φεμινιστική ιστοριογραφία. Αντί του πολλαπλασιασμού των μελετών των περιπτώσεων και της επιδείνωσης της διάσπασης του φεμι­ νιστικού κινήματος, η gender history εγκωμιάζει τη «γενεαλογική μέθο­ δο» που επεξεργάστηκε ο Michel Foucault, για να δείξουν πώς οι ανα­ παραστάσεις των ανδρών και γυναικών οι οποίες κυριαρχούν σήμερα, μακριά από το να είναι «φυσικές», επιβλήθηκαν προοδευτικά στις γυ­ ναίκες από τους κυρίαρχους. Οι αναφορές στη φιλοσοφία της «αποδόμησης» του Jacques Derrida χρησιμοποιούνται για να υπογραμμιστεί η ιδέα ότι δεν υπάρχει «αληθινός», «αντικειμενικός» ορισμός της γυναίκας (ή του άνδρα), γιατί η έννοια των κατηγοριών ταυτότητας (όπως το φύ­ λο) δεν μπορεί ποτέ να καθοριστεί μια φορά για πάντα. Για το λόγο αυ­ τόν το ζήτημα του ορισμού των κατηγοριών αυτών αποτελεί ένα ουσια­ στικό ζήτημα των διανοητικών και πολιτικών αγώνων που πρέπει να αναλάβει το φεμινιστικό κίνημα. Σε τελευταία ανάλυση, όπως βλέπουμε, η gender history καταλήγει [ 188]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

στην αμφισβήτηση του συνηθισμένου ορισμού της ιστορικής αντικειμενι­ κότητας και της αλήθειας. Δεδομένου ότι αυτές οι έννοιες υπήρξαν αντι­ κείμενο επεξεργασίας στο πλαίσιο της κυριαρχίας των ανδρών πάνω στις γυναίκες, δεν είναι ουδέτερες. Πίσω από το πρόσχημα της επιστη­ μονικής αντικειμενικότητας, διαδίδουν την ανδρική άποψη του κόσμου. Οι φεμινίστριες δεν δυσκολεύονται άλλωστε να βρουν πολυάριθμα πα­ ραδείγματα, στο επίπεδο της ίδιας της γλώσσας, που επιβεβαιώνουν τις απόψεις τους. Όπως ο καθένας γνωρίζει, πράγματι, ένας πολύ μεγάλος αριθμός λέξεων δεν έχουν θηλυκό. Μπορούμε να πούμε, στα γαλλικά, «η εργάτρια» ή «η χωρική», άλλα όχι «η professeuse» (καθηγήτρια), «η medecine» («γιατρίνα») ή «η ingenieure» («μηχανικίνα»). Το αμερικανι­ κό φεμινιστικό ρεύμα βλέπει ως ύστατη απόδειξη του ανδρικού αυτού δρόμου της ιστορίας στο γεγονός ότι η επιστήμη μας αποκαλείται στα αγγλικά: history («his story»: «η ιστορία του»). Για το λόγο αυτόν υπε­ ρασπίζεται την ανάπτυξη μιας «herstory». Η προοπτική αυτή τέθηκε πρόσφατα σε εφαρμογή στο τελευταίο έργο της Joan Scott (1996), που προτείνει να φωτιστεί εκ νέου η ιστορία του φεμινισμού στη Γαλλία. Ο στόχος δεν είναι να εμπλουτίσουμε τις γνώσεις που έχουμε σχετικά με το κίνημα αυτό, αλλά να το κατανοήσουμε ως ένα παράδοξο που απεικο­ νίζει, για την Joan Scott, τις θέσεις του Jacques Derrida σχετικά με το «μη οριστικό» χαρακτήρα της γνώσης. Εξετάζοντας τις μεγάλες μορφές του γαλλικού φεμινισμού από την εποχή της Επανάστασης (Olympe de Gouges) μέχρι τον 20ό αιώνα (Madeleine Pelletier), αναδεικνύει το γε­ γονός ότι ο φεμινισμός αναπτύχθηκε ως μια διαμαρτυρία εναντίον του πολιτικού αποκλεισμού, του οποίου θύματα υπήρξαν οι γυναίκες, με στόχο την κατάργηση των διακρίσεων που στηρίζονται στο φύλο. Για να μπορέσει όμως να αναπτύξει τον αγώνα του, υπογραμμίζει η Joan Scott, το φεμινιστικό κίνημα δεν μπόρεσε να πράξει διαφορετικά από το να υιο­ θετήσει τις κατηγορίες του φύλου (άνδρας - γυναίκα) που προέρχονται από την ανδρική κυριαρχία. Με τον τρόπο αυτόν ενισχύθηκαν οι διαφο­ ρές τις οποίες οι αγωνίστριες αυτές ήθελαν να καταργήσουν.

[

189]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Σχετικά με τη «linguistic turn»

Σ

το έργο που ανέφερα παραπάνω, η Joan Scott αναπτύσσει την ιδέα ότι όλοι όσοι αγωνίζονται πολιτικά για την αλλαγή της κοινωνίας χρησιμοποιούν αναγκαστικά τα εργαλεία που επεξεργάστηκαν αυτοί εναντίον των οποίων μάχονται και ότι, εξαιτίας του γεγονότος αυτού, συμβάλλουν στη διαιώνιση των εργαλείων αυτών. Η υπόθεση αυτή δεν είναι καινούρια. Εφαρμόστηκε κυρίως από τους ανθρωπολόγους που έδειξαν ότι τη στιγμή της αποαποικιοποίησης, οι αγωνιστές που μάχο­ νταν για την ανεξαρτησία, διεκδίκησαν το δικαίωμα των αποικιών στην εθνική κυριαρχία, υιοθετώντας τις ιστορικές αναπαραστάσεις που επι­ βλήθηκαν από την αποικιοκρατική διοίκηση κατά τις προηγούμενες δε­ καετίες (βλέπε κυρίως J.-L. Amselle, 1985). Αν, στο σημερινό αμερικανι­ κό πλαίσιο, το ζήτημα αυτό αναδεικνύεται κατά κάποιον τρόπο, είναι γιατί εγγράφεται σε ένα κίνημα ανακάλυψης εκ νέου της σημασίας της γλώσσας στην ιστορία. Όπως προσπάθησα να δείξω (G. Noiriel, 1996, ό.π.), η έκφραση «linguistic turn» δεν ορίζει μόνο το σύνολο των ιστορι­ κών εργασιών που ενδιαφέρονται για την ιστορία της γλώσσας ή του λό­ γου. Το ενδιαφέρον των ιστορικών για τα ζητήματα αυτά είναι πολύ πα­ λιό για να μπορούμε να μιλάμε για «στροφή». Το ρεύμα της «linguistic turn» συγκεντρώνει τους ερευνητές που θεω­ ρούν ότι κάθε ιστορική έρευνα πρέπει να ενδιαφέρεται απαραίτητα για τη γλώσσα, την «κειμενικότητα» ή το λόγο. Δικαιολογούν την προσταγή αυτή με επιστημολογικά επιχειρήματα: Δεδομένου ότι ο ιστορικός δου­ λεύει πάνω σε κείμενα, ότι η πραγματικότητα που αναλύει δεν είναι προσβάσιμη παρά μόνο μέσω της γλώσσας, ακόμη και όταν πιστεύει ότι απέκτησε πρόσβαση στην πραγματικότητα του παρελθόντος, δεν αντι­ λαμβάνεται πρακτικά παρά μόνο τη λεκτική της αναπαράσταση. Λίγό ως πολύ διατυπωμένη ρητά, η προϋπόθεση αυτή είναι παρούσα σε πο­ λυάριθμες εργασίες. Στη Μεγάλη Βρετανία, οι νέοι ιστορικοί οπαδοί του Althusser της δεκαετίας του 1970 εγκατέλειψαν το μαρξισμό, ενώ εξακο­ λουθούσαν να ασκούν κριτική στον «εμπειρισμό» των συναδέλφων τους, τους οποίους κατηγορούσαν ότι δεν ενδιαφέρονταν αρκετά για τη γλώσσα. Ο Gareth Stedman Jones (1983) πρότεινε, έτσι, μια νέα ερμηνεία της ιστορίας των Άγγλων εργατών των αρχών του 19ου αιώνα, που επι­ μένει όχι πια στην ταξική εμπειρία, αλλά στις ταξικές γλώσσες. Το έργο του William Sewell (1983) εγγράφεται σε μια αρκετά παρόμοια προοπτι­ [ 190 ]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

κή, που σέβεται όμως περισσότερο τον πλουραλισμό των απόψεων. Στη Γερμανία, η Alltagsgeschichte -στην «ερμηνευτική» της εκδοχή που προ­ τείνει ο Hans Medick σε κάθε περίπτωση- ενσωμάτωσε επίσης τη μέρι­ μνα αυτή, στηριζόμενη στις εργασίες του Αμερικανού ανθρωπολόγου Clifford Geertz (1973). Αυτός ο τελευταίος θεωρεί ότι ο ανθρωπολόγος «προδίδει» πάντοτε κατά κάποιον τρόπο την κουλτούρα των κοινοτή­ των που μελετά, από το ίδιο το γεγονός ότι δεν προέρχεται ο ίδιος από αυτές. Το μόνο μέσο για να μετριαστεί αυτό το χάσμα, είναι η εφαρμογή της μεθόδου που αποκαλεί «thick description» («πυκνή περιγραφή») που συνίσταται στο να εισχωρήσει κανείς όσο το δυνατόν περισσότερο στον υπό μελέτη χώρο για να τον περιγράψει από το «εσωτερικό». Αυτό οδη­ γεί τον Clifford Geertz και τους οπαδούς του ιστορικούς να δηλώνουν ότι πρέπει να μελετάμε την κοινωνία «ως ένα κείμενο». Ξαναβρίσκουμε τη γοητεία αυτή του λόγου όταν εξετάζουμε τις εργασίες που επικαλού­ νται τη «νέα πολιτισμική ιστορία». Η επιρροή του Michel Foucault φαί­ νεται εδώ να έχει παίξει καθοριστικό ρόλο, κυρίως η έννοια της «πρα­ κτικής του λόγου» (έννοια που ο Foucault επεξεργάστηκε στα έργα της νεότητάς του, όταν ήταν ακόμη «στρουκτουραλιστής»). Και εδώ, μπο­ ρούμε να πούμε ότι το ενδιαφέρον για το λόγο επέτρεψε τον επαναπροσανατολισμό της περιέργειας των ιστορικών και την προσφορά νέων μορφών διεπιστημονικού χαρακτήρα. Η Lynn Hunt (1992) μπόρεσε έτσι να προτείνει μια νέα προσέγγιση της Γαλλικής Επανάστασης που αποδί­ δει προνομιακή θέση στις εικονογραφικές και λογοτεχνικές πηγές, για να δείξει πώς οι δανεισμένες από την ψυχανάλυση έννοιες (η φροϋδική έννοια του «οικογενειακού μυθιστορήματος») μπορούν να συμβάλουν στην επεξήγηση των επαναστατικών πολιτικών αλλαγών. Στις πλέον όμως ριζικές μορφές της, η νέα πολιτισμική ιστορία καταλήγει, και αυτή, στη δήλωση ότι μόνο η ιστορία της γλώσσας, του λόγου, των κειμένων εί­ ναι πραγματικά νόμιμη. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ την ολοένα και με­ γαλύτερη επιρροή της λογοτεχνικής κριτικής και κυρίως των έργων του Hayden White (1987) στους Αμερικανούς ιστορικούς. Στο τέλος μιας με­ λέτης σχετικά με το έργο πολλών ιστορικών του 19ου αιώνα, δηλώνει ότι ο ιστορικός λόγος παραμένει δέσμιος του κόσμου της αφήγησης. Η ιστο­ ρία δεν αποτελεί λοιπόν έναν επιστημονικό κλάδο, όπως ισχυρίζεται με­ ρικές φορές, άλλα ένα λογοτεχνικό είδος, επειδή δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον πραγματικό λόγο (που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την πραγ­ ματικότητα) και το φανταστικό λόγο. Στους αναγνώστες του παρόντος [ 191 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

βιβλίου που είναι ακόμη φοιτητές, δεν θα ήταν ίσως άσκοπο να υπενθυ­ μίσουμε ότι πρόκειται εδώ για μια θέση η οποία αναπτύχθηκε ευρύτατα στη Γαλλία από τον Roland Barthes τη δεκαετία του 1960 για την αποδυνάμωση των κοινωνικών επιστημών. Το να δηλώνει κανείς ότι οι ιστο­ ρικοί επεξεργάζονται δημιουργήματα της φαντασίας ή φανταστικές αφηγήσεις, είναι σαν να υιοθετεί μια «σχετικιστική» θέση που δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει σοβαρά μέχρι τέλους, εκτός αν θεωρεί, για παρά­ δειγμα, ότι οι ιστορικές εργασίες που αφορούν το ναζισμό και τους θα­ λάμους αερίων αποτελούν και αυτές «δημιουργήματα της φαντασίας». Βλέπουμε το όφελος που μπορεί να προκύψει για τους «αναθεωρητές» ιστορικούς που αρνούνται την ύπαρξη του Ολοκαυτώματος. Όσο μου φαίνεται δικαιολογημένο να επιμένουμε στο ενδιαφέρον που παρουσιά­ ζουν για την ιστορική έρευνα οι εργασίες γύρω από τη γλώσσα, τους λό­ γους, τις αναπαραστάσεις, τόσο μου φαίνεται εσφαλμένο (και ακόμη επικίνδυνο) να προσπαθήσουμε να δικαιολογήσουμε τον προσανατολι­ σμό αυτόν χρησιμοποιώντας επιστημολογικά (δηλαδή φιλοσοφικά) επι­ χειρήματα. Το γεγονός ότι δεν έχουμε πρόσβαση στην πραγματικότητα παρά μόνο μέσω της γλώσσας, δεν επιτρέπει σε καμιά περίπτωση να δη­ λώνουμε ότι δεν πρέπει να μελετάμε παρά μόνο τη γλώσσα. Στην περί­ πτωση αυτή, πράγματι, όχι μόνο οι ανθρωπιστικές (ή κοινωνικές) επι­ στήμες δεν θα είχαν πλέον λόγο ύπαρξης, αλλά και οι ίδιες οι φυσικές επιστήμες, επειδή και αυτές δεν έχουν πρόσβαση στην πραγματικότητα, παρά μόνο μέσω μιας γλώσσας, ακόμη και αν αυτή είναι σχηματοποιη­ μένη.

Τ6ΚΜΗΡΙΟ

Η «τάξη» ως κοινωνική κατασκευή 0 τίτλος του βιβλίου αυτού είναι αδόκιμος, έχει όμως το προσόν ότι είναι κα­ τάλληλος. Η λέξη «σχηματισμός» (making) δηλώνει ότι το αντικείμενο της μ ε­ λέτης αυτής είναι μια ενεργός διαδικασία, στην οπ οία λαμβάνουν μέρος τόσο οι πρωταγωνιστές όσο και οι συνθήκες. Η εργατική τάξη δεν εμφανίστηκε όπω ς ο ήλιος μια δεδομένη στιγμή. Συμμετείχε στην ίδια τη διαδικασία σχη­ ματισμού της.

[ 192]


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Θα μιλήσουμε για τάξη, και όχι για τάξεις, γιατί αυτό είναι το αντικείμενο μελέτης του βιβλίου αυτού. Υπάρχει, φυσικά, μια διαφορά. Η έκφραση «εργα­ τικές τάξεις» είναι περιγραφική και όσο παρακάμπτει τόσο ορίζει. 0 όρος αυ­ τός καθορίζει, με τρόπο κάπως αυστηρό, ένα σύνολο ξεχωριστών φαινομένων. Βρίσκουμε ράφτες εδώ, υφαντουργούς εκεί, και μαζί συνθέτουν τις εργατικές τάξεις. Με τον όρο τάξη εννοώ ένα ιστορικό φαινόμενο, που ενοποιεί διάσπαρτα και χωρίς εμφανή σύνδεση γεγονότα, τόσο μέσα στην αντικειμενικότητα της εμπειρίας όσο και μέσα στη συνείδηση. Επιμένω σχετικά με τον ιστορικό χα­ ρακτήρα του φαινομένου. Δεν αντιλαμβάνομαι την τάξη ούτε ως «δομή» ούτε ακόμη ως «κατηγορία», αλλά ως κάτι που συμβαίνει πραγματικά -και που, μπορούμε να το δείξουμε, συνέβη- στις ανθρώπινες σχέσεις. Επιπλέον, η έννοια της τάξης προϋποθέτει αυτήν της ιστορικής σχέσης. Όπως κάθε άλλη σχέση, αποτελεί ένα δυναμικό φαινόμενο που διαφεύγει από την ανάλυση τη στιγμή που προσπαθούμε να το ακινητοποιήσουμε σε μια ιδιαί­ τερη στιγμή για να εξαγάγουμε τις συνιστώσες του. Η πλέον λεπτή κοινωνιο­ λογική ανάλυση δεν θα μπορούσε νάαναδείξει ένα καθαρό μοντέλο τάξης, πο­ λύ περισσότερο από ένα καθαρό μοντέλο σεβασμού ή αγάπης. Η σχέση αυτή πρέπει πάντοτε να ενσαρκώνεται μέσα στους πραγματικούς ανθρώπους και σε ένα πλαίσιο. Ακόμη, δεν μπορούμε να έχουμε δύο διαφορετικές τάξεις, που η καθεμιά να έχει μια ανεξάρτητη ύπαρξη, που θέτουμε κατόπιν σε σχέση τη μία με την άλλη. 0 έρωτας δεν είναι νοητός χωρίς εραστές, ούτε ο σεβασμός χωρίς squires και χωρικούς. Μπορούμε να μιλάμε για τάξη όταν οι άνθρωποι, κατό­ πιν κοινών εμπειριών (που μοιράζονται ή κληρονομούν), αντιλαμβάνονται και αρθρώνουν τα συμφέροντά τους από κοινού και σε αντίθεση με άλλους αν­ θρώπους, των οποίων τα συμφέροντα διαφέρουν από τα δικά τους (και, γενι­ κά, αντιτίθενται σε αυτά). Η ταξική εμπειρία καθορίζεται κατά μεγάλο μέρος από τις σχέσεις παραγωγής στις οποίες η γέννηση ή οι περιστάσεις τοποθέτη­ σαν τους ανθρώπους. Η ταξική συνείδηση αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο οι εμπειρίες αυτές μεταφράζονται σε πολιτιστικούς όρους και ενσαρκώνονται στις παραδόσεις, τα συστήματα αξιών, τις ιδέες και τις θεσμικές μορφές. Αντί­ θετα με την ταξική εμπειρία, η ταξική συνείδηση δεν είναι καθορισμένη. Μπο­ ρούμε ασφαλώς να διακρίνουμε μια λογική στις αντιδράσεις ομάδων ανθρώ­ πων με παραπλήσια επαγγέλματα απέναντι σε παρόμοιες εμπειρίες, αλλά δεν μπορούμε να διατυπώσουμε νόμο. Η ταξική συνείδηση γεννιέται με τον ίδιο τρόπο σε διαφορετικούς τόπους και εποχές, αλλά ποτέ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Πολύ συχνά στις μέρες μας έχουμε την τάση να βλέπουμε στην τάξη ένα πράγμα. Δεν πρόκειται για την έννοια της λέξης τάξη, όπως ο Μαρξ τη χρησι­ μοποίησε στα ιστορικά του έργα, και ωστόσο αυτή την εσφαλμένη αποδοχή 13

[193 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

βρίσκουμε σε πολυάριθμες πρόσφατες «μαρξιστικές» μελέτες. Αποδίδουμε στην «εργατική τάξη» μια πραγματική ύπαρξη, που σχεδόν ορίζεται με μαθη­ ματικούς όρους: ένας ορισμένος αριθμός ανθρώπων που κατέχουν μια ορισμέ­ νη θέση σε σχέση με τα μέσα παραγωγής. Από τη στιγμή που γίνεται δεκτό αυτό το αξίωμα, είναι δυνατόν να συναγάγουμε την ταξική συνείδηση που «αυτή» η εργατική τάξη θα έπρεπε να έχει (αλλά κατέχει πραγματικά σπάνια) αν «αυτή» είχε μια επακριβή συνείδηση της πραγματικής της κατάστασης και των συμφερόντων της. Υπάρχει ένα εποικοδόμημα, μέσω του οποίου η συνεί­ δηση αυτή εμφανίζεται κάτω από αναποτελεσματικές μορφές. Οι πολιτισμικές αυτές «καθυστερήσεις» και παραμορφώσεις είναι ενοχλητικές, και είναι εύκο­ λο να καταλήξουμε, ξεκινώντας από εδώ, σε μια θεωρία υποκατάστασης: το κόμμα, η αίρεση ή ο θεωρητικός που αναδεικνύουν την ταξική συνείδηση όχι όπως είναι, αλλά όπως θα έπρεπε να είναι. Ένα ανάλογο σφάλμα γίνεται από την άλλη πλευρά του ιδεολογικού φά­ σματος. Το σφάλμα αυτό, κατά κάποιον τρόπο, είναι το ακριβώς αντίθετο του προηγουμένου. Επειδή είναι εύκολο να απορρίψουμε τη στοιχειώδη έννοια της τάξης που αποδίδεται στον Μαρξ, από αυτό συνάγουμε ότι κάθε έννοια τάξης δεν αποτελεί παρά μια θεωρητική κατασκευή που επιβάλλεται πάνω στην ; πραγματικότητα. Αρνούμαστε την ίδια την ύπαρξη τάξεων. Κατά έναν άλλον ■ τρόπο, και μέσω μιας περίεργης επανόδου, περνάμε από μια δυναμική σε μια στατική άποψη. Η εργατική τάξη ασφαλώς υπάρχει, και μπορούμε να την ορί­ σουμε με μια ορισμένη ακρίβεια ως μία συνιστώσα της κοινωνικής δομής. Η i ταξική συνείδηση όμως είναι ένα ολέθριο πράγμα, επινοημένο από σαστισμέ­ νους διανοούμενους. Η άποψη αυτή συμφέρει γιατί καταγγέλλει ως «σύμπτω­ μα αδικαιολόγητης αταξίας» όλα αυτά που διαταράσσουν την αρμονική συνύ- / παρξη των ομάδων, οι οποίες παίζουν διαφορετικούς «κοινωνικούς ρόλους» ,ϊ και παρεμποδίζουν έτσι την οικονομική ανάπτυξη. Σύμφωνα με την αντίληψη j αυτή, μπορεί να βρεθεί καλύτερος τρόπος για να οδηγηθεί η εργατική τάξη στην αποδοχή του κοινωνικού της ρόλου και να «χειραγωγηθεί» η δυσαρέ- ' σκειά της. jΕίναι αδύνατον να σκεφτόμαστε με τέτοιους όρους αν θυμόμαστε ότι η τά- ί ξη αποτελεί μια σχέση και όχι ένα πράγμα. Δεν υπάρχει ούτε για να έχει ένα ; συμφέρον και μια αφηρημένη συνείδηση ούτε για να ξαναβρεθεί στον πάγκο του κατασκευαστή. j E d w a r d P. T h o m p s o n , L a form ation de la classe ouvriere anglaise (απόσπασμα από τον πρό­ λογο), μτφρ. G. Dauve, Μ. Golaszewrski, Μ.-Ν. Thibault, Hautes Etudes-Gallimard-Le S e u il, 1988, σσ. 13-14 (1η έκδ. 1963).

[ 194 ]


Κ Ε Φ Α Λ Α ΙΟ

5

Οι μεταμορφώσεις της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας Η οικονομική και κοινωνική ιστορία «διασπάστηκε» εδώ και δύο δεκαετίες σε πληθώρα τομέων που λίγο πολύ αρθρώνονται οι μεν με τους δε. Πέρα από όλα αυτά που τους χωρίζουν, τα νέα αυτά ρεύματα της σύγχρονης ιστορίας έχουν κοινό σημείο την απόρρι­ ψη της μορφής της ολικής ιστορίας που υπερασπιζόταν τα Anna­ les (Economies-Sociites-Cimlisations), προκειμένου να διεκδικήσουν την αυτονομία τους. Σε μεθοδολογικό επίπεδο, η σειράική ιστορία και η μακροϊστορική προσέγγιση εγκαταλείφθηκαν προς χάρη της προσωπογραφίας και της μικροϊστορίας. Τρεις ερευνητι­ κοί πόλοι είναι σήμερα ιδιαίτερα ενεργοί: η οικονομική ιστορία που επικεντρώνεται εκ νέου στη μελέτη των επιχειρήσεων, η κοι­ νωνική ιστορία που ευνοεί τη μελέτη μικρών ομάδων και η πολι­ τισμική ιστορία που ανοίγεται στην ιστορία των επιστημών. νας μεγάλος αριθμός άρθρων και έργων που δημοσιεύτηκαν τα τελευταία αυτά χρόνια διέγνωσαν μια «κρίση» της ιστορίας. Χω­ ρίς να προχωρήσουμε εδώ στη συζήτηση σχετικά με τη φύση και την έκταση της δυσφορίας αυτής (βλέπε G. Noiriel, 1996, ό.π.), εί­ ναι αναγκαίο να διαπιστώσουμε ότι η οικονομική και κοινωνική ιστορία που θριάμβευσε κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1970 δεν έχει πια καμιά απήχηση σήμερα. Από τα ερείπιά της, αναδύονται άλλες προσεγ­ γίσεις που το παρόν και το επόμενο κεφάλαιο έχουν σκοπό να παρου­ σιάσουν. Αν εξέτασα χωριστά, από τη μία την οικονομική και κοινωνική ιστορία και από την άλλη την πολιτική ιστορία, είναι μονάχα για λόγους παιδαγωγικούς. Όπως θα δούμε πράγματι, η διάκριση αυτή αμφισβητείτ«ι σήμερα έντονα. Αλλά πριν εισέλθω στις λεπτομέρειες της ανάλυσης,

Ε

[ 195]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

είναι απαραίτητο να πούμε μερικά λόγια σχετικά με τις συνολικές αλλα­ γές που γνώρισε η σύγχρονη ιστορία κατά τη διάρκεια των δύο προη­ γούμενων δεκαετιών.

Οΐ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ: ΠΑΝΟΡΑΜΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ 0 «θρυμματισμός» της ιστορικής επιστήμης ν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η ιστορική έρευνα εισήλθε εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα σε ένα νέο κύκλο, είναι δύσκολο να πούμε ποιες είναι οι βασικές γραμμές των αλλαγών που λαμβά­ νουν χώρα. Τις τελευταίες αυτές δεκαετίες, η ιστορία, και ειδικότερα η σύγχρονη ιστορία, γνώρισε μια σημαντική διαφοροποίηση των κέντρων 'ενδιαφερόντων της, πράγμα που οδήγησε έναν ορισμένο αριθμό παρα­ τηρητών να μιλούν για «ιστορία σε ψίχουλα» (F. Dosse, 1987). Μετά την έκρηξη του πανεπιστημιακού δυναμικού που ακολούθησε τον εκδημο­ κρατισμό της πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, ο αριθμός των καθηγητών-ερευνητών στο χώρο της ιστορίας αυξήθηκε με ιλιγγιώδη ταχύ­ τητα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, πριν ανατραπεί η κίνηση αυτή. Ο δεκαπλασιασμός αυτός των δυνάμεων ευνόησε τη συλλογική εφαρμογή ερευνητικών προγραμμάτων που παρουσιάσαμε στα προη­ γούμενα κεφάλαια, δεδομένου ότι αυτοί που τα προώθησαν μπόρεσαν να έχουν στη διάθεσή τους ένα μεγάλο αριθμό «υποψήφιων διδακτό­ ρων». Όταν όμως οι τελευταίοι (ένα μικρό μέρος ανάμεσά τους σε κάθε περίπτωση), έγιναν «δάσκαλοι» με τη σειρά τους, οδηγήθηκαν στο να πάρουν τις αποστάσεις τους από τους ηγέτες της προηγούμενης γενιάς για να χαράξουν το δικό τους δρόμο, παρακινώντας τους φοιτητές τους να τους ακολουθήσουν. Η διαδικασία αυτή (που ενισχύθηκε με την κα­ τάργηση της these d’ Etat) συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην ατομικοποίηση της ιστορίας, διαφοροποιώντας τις προβληματικές, τα ερευνητικά θέ­ ματα, τις ερευνητικές μεθόδους κ.λπ. Αυτό συνέβη πολύ περισσότερο, επειδή κατά τη διάρκεια της περιόδου ανάπτυξης των πανεπιστημίων όλες οι επιστήμες γνώρισαν μια εξαιρετική άνθηση. Βοηθούντος του πά­ θους για τη «διεπιστημονικότητα», οι ιστορικοί είχαν λοιπόν στη διάθε­

Α

[

196]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

σή τους μια σημαντική «πανοπλία» εννοιών, προβληματικών, μεθόδων, πανοπλία από την οποία ο καθένας μπορούσε να αντλήσει αυτό που θα ικανοποιούσε την επιθυμία του για ανανέωση και αναγνώριση. Το γεγο­ νός ότι οι ιστορικοί άκουγαν ολοένα και περισσότερο το ευρύ κοινό τούς επέτρεψε να μετατρέψουν σε ερευνητικά σχέδια τις νέες προσδοκίες που εκφράστηκαν στην κοινωνία μετά το Μάη του ’68 (επιστροφή στις ρίζες, υπεράσπιση των μειονοτήτων κ.ά.). Ένας τελευταίος παράγοντας που επέτεινε την τάση αυτή προς το θρυμματισμό είναι το άλμα προς τα εμπρός το οποίο γνώρισε η διεθνοποίηση της επιστημονικής έρευνας εδώ και είκοσι χρόνια, που συνδέεται με την πρόοδο των εναέριων με­ ταφορών, την εφεύρεση του fax και του Internet. Σήμερα, τα μοντέλα, οι έννοιες, τα θέματα κυκλοφορούν αμέσως από μια χώρα στην άλλη και είναι ολοένα και πιο δύσκολο να μιλά κανείς για «γαλλική», «γερμανική» κ.λπ. ιστορική έρευνα. Μια άλλη δυσκολία που συναντά ο παρατηρητής ο οποίος επιθυμεί να παρουσιάσει τις νέες τάσεις της ιστορικής έρευνας, συνίσταται στο γεγονός ότι η ανάπτυξη της διεπιστημονικότητας επέτρεψε σε ένα μικρό αριθμό ιστορικών να αποκτήσουν ορισμένες ικανότητες στην επιστημο­ λογία, πράγμα που κατέληξε στον πολλαπλασιασμό λόγων σχετικά με την ιστορία. Εδώ και μερικά χρόνια (θα επανέλθω σ’ αυτό), συσσω­ ρεύονται οι μελέτες που περιέχουν σκέψεις σχετικά με την ανανέωση, ενδιαφερόμενες όχι πλέον για τις ιστορικές έρευνες όπως γίνονται, αλλά όπως παρουσιάζονται από τους «εκπροσώπους» της επιστήμης. Η τάση αυτή επιτάθηκε σημαντικά τα τελευταία αυτά χρόνια, επειδή προφανώς το γεγονός της υπόδειξης στο κοινό των τομέων της έρευνας που είναι «νέοι» και εκείνων που είναι «ξεπερασμένοι» δεν αποτελεί μια ουδέτερη υπόθεση. Σπάνιοι είναι οι ιστορικοί που αντιστέκονται στον πειρασμό να παρουσιάσουν το δικό τους τομέα ως ένα παράδειγμα ανανέωσης. Στις συνθήκες αυτές, κατανοούμε γιατί τα μέλη της ιστορικής κοινότη­ τας δεν κατέληξαν ποτέ σε συμφωνία γύρω από τα κριτήρια που θα ήταν ικανά να ορίσουν την ανανέωση στον κλάδο. Για τους μεν, αυτή πρέπει να μετριέται υπολογίζοντας τον αριθμό των διδακτορικών δια­ τριβών που υποστηρίζονται σε έναν τομέα. Πρόκειται για τους καθηγη­ τές Πανεπιστημίου γενικά που διευθύνουν πολυάριθμους υποψήφιους διδάκτορες, οι οποίοι όμως, ως αντιστάθμισμα, οφείλουν να αναλάβουν βαριά παιδαγωγικά και διοικητικά καθήκοντα, πράγμα που περιορίζει σε σημαντικό βαθμό το χρόνο που οι ίδιοι μπορούν να αφιερώσουν στην [ 197]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

έρευνα. Για τους άλλους, ερευνητές στο CNRS ή σε μεγάλα επιστημονι­ κά ιδρύματα που έχουν κατά συνέπεια λιγότερους φοιτητές και περισ­ σότερο χρόνο, μόνο τα καθαρά διανοητικά κριτήρια (νέα «παραδείγμα­ τα», νέα ερωτήματα κ.λπ.) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Πέρα από τις διχογνωμίες αυτές, η προβληματική σχετικά με την ανανέωση στην ιστο­ ρία καθίσταται δύσκολη εξαιτίας του γεγονότος ότι οι ταξινομήσεις κα­ τά «τομείς» ή κατά «περιόδους», για παράδειγμα, δεν είναι ουδέτερες. Η αντίστοιχη αξιολόγηση της «πολιτικής», «πολιτισμικής» ή άλλης ιστο­ ρίας, θα σήμαινε ότι αποδεχόμαστε ήδη το γεγονός ότι οι παλιές ετικέτες (που χρονολογούνται τουλάχιστον από το 19ο αιώνα) παραμένουν πά­ ντοτε ορθές. Άρα, οι πρόοδοι της εμπειρικής έρευνας συμβάλλουν συ­ χνότατα στη διάσπαση των πλαισίων αυτών προκειμένου να επιβάλουν καινούρια. Οι προκαταρκτικές αυτές επισημάνσεις θα επιτρέψουν, ελπίζω, να γί­ νει κατανοητό σε ποια προοπτική συνέλαβα τα δύο κεφάλαια που ακο­ λουθούν. Αντί να θεωρήσω σκόπιμα αυτό ή εκείνο το ιστοριογραφικό ρεύμα ότι μόνο αυτό ενσαρκώνει την ανανέωση, μου φάνηκε χρησιμότε­ ρο, στα πλαίσια του βιβλίου αυτού, να παντρέψω διαδοχικά τα κυριάτερα σημερινά βλέμματα, για να αξιολογήσω καλύτερα τις διάφορες όψεις της σημερινής έρευνας στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας. Δεν πρέπει λοιπόν να δούμε στις σελίδες που ακολουθούν έναν «κατάλογο βραβευθέντων», ακόμη λιγότερο ένα «hit parade» της ιστορίας, αλλά απλώς μια προσπάθεια, που εγγράφεται στην προέκταση των προηγούμενων κεφα­ λαίων, για να δείξω στους φοιτητές και τους νέους ερευνητές πώς εμφα­ νίζονται και αναπτύσσονται οι ιδέες και τα προβλήματα που ανανεώ­ νουν, σε διαφορετικό βαθμό, τις ισχύουσες γνώσεις.

Η έρευνα στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας μέσα από τις διδακτορικές διατριβές

Ο

πως είδαμε προηγουμένως, η διδακτορική διατριβή μπορεί να θεα>· ρηθεί «το επίκεντρο» της ιστορικής έρευνας. Όπως κάθε φοιτητής που εύχεται να γίνει μια μέρα «επαγγελματίας» ιστορικός οφείλει, κανο­ νικά, να φέρει αισίως σε πέρας μια διδακτορική διατριβή, παρόμοια κα­ νείς δεν μπορεί να συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στην ανανέωση της επιστήμης, αν η προοπτική που προτείνει δεν εφαρμοστεί συλλογικά από [ 198]


OI METAMQPa»OVPiT χΗ Σ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ένα μεγάλο αριθμό «υποψήφιων διδακτόρων». Τα θαυμαστά επιτεύγμα­ τα της σύγχρονης τεχνολογίας προσφέρουν νέα εργαλεία για να μετρή­ σουμε τις αλλαγές της ιστορικής γνώσης κατά τη διάρκεια της πρόσφα­ της περιόδου. Χάρη στο cd rom «Doctheses», διαθέτουμε πράγματι μια βάση δεδομένων που συγκεντρώνει το σύνολο των διδακτορικών δια­ τριβών που υποστηρίχτηκαν από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Οι πληροφορίες που ακολουθούν προέρχονται από μια τρέχουσα μελέτη, η οποία στηρίζεται σε στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τη βάση αυτή. Τα συμπεράσματα τα οποία παρουσιάζονται εδώ έχουν λοιπόν έναν προσωρινό χαρακτήρα. Όπως κάθε εργαλείο δουλειάς, το Doctheses έχει πράγματι τα δικά του όρια. Το κυριότερο είναι ότι αν τουλάχιστον εξε­ τάσουμε τις πληροφορίες οι οποίες αφορούν καθεμιά από τις διατριβές που καταγράφονται, δεν είναι δυνατόν να σχηματίσουμε ακριβή ιδέα του συνόλου των διατριβών οι οποίες υποστηρίχτηκαν στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας, ούτε και της κατανομής τους σε διαφορετικούς το­ μείς. Οι θεματικές ταξινομήσεις που υιοθετήθηκαν από τους υπευθύ­ νους της τράπεζας δεδομένων είναι ορισμένες φορές τόσο αόριστες (όπως «κοινωνίες και νοοτροπίες») ώστε να συμπεριλαμβάνουν πολύ ετερογε­ νείς εργασίες. Επιπλέον, η σύγχρονη περίοδος χωρίζεται σε υποπεριόδους «Γαλλική Επανάσταση», «19ος αιώνας», «1914-1945», «Περίοδος μετά το 1945». Πράγμα που οδηγεί στο να μετριούνται πολλές φορές οι εργασίες που υπερβαίνουν τα χρονολογικά αυτά όρια. Τέλος, η κατηγο­ ρία «Περίοδος μετά το 1945» περιλαμβάνει ένα μεγάλο αριθμό διατρι­ βών που υποστηρίχτηκαν σε διαφορετικές από την ιστορία επιστήμες: πολιτικές επιστήμες, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία κ.λπ. 'Ενα άλλο πρό­ βλημα που δεν πρέπει να υποτιμούμε αφορά τον τρόπο με τον οποίο συ­ γκεντρώθηκαν οι πληροφορίες. Πράγματι, αυτές προέρχονται άμεσα από τις πληροφορίες τις οποίες δίνουν οι φοιτητές στο έντυπο που πρέ­ πει να συμπληρώσουν τη στιγμή της υποστήριξης. Διαπιστώνουμε ότι τα λάθη (που οφείλονται κυρίως σε ορθογραφικά λάθη του επωνύμου του διευθυντή της διατριβής ή σε μια κακή κατανομή κατά επιστήμη) είναι συχνά. Ούτε και μπορούμε να αποκλείσουμε ότι ορισμένες διατριβές δεν καταγράφηκαν, ακόμη και αν η περίπτωση δεν φαίνεται συχνή. Τέλος, δεδομένου ότι οι διατριβές που υποστηρίχτηκαν μετά το 1994 δεν είχαν ακόμη ενσωματωθεί τη στιγμή που πραγματοποίησα την εργασία αυτή, δεν μπόρεσα να συμπεριλάβω τις πιο πρόσφατες αλλαγές της επιστήμης. Παρ’ όλες αυτές τις ατέλειες, το Doctheses αποτελεί για εμάς ένα χρήσι­ [ 199]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

μο και σημαντικό εργαλείο πληροφόρησης: μας πληροφορεί για το ρόλ που παίζουν οι διευθυντές των διατριβών στον προσανατολισμό τ έρευνας στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας. Με βάση την κατευθυντήρ αυτή γραμμή συγκέντρωσα τις πληροφορίες που παρουσιάζονται σττ παράγραφο αυτή. | Ο πίνακας που αναπαράγεται στην επόμενη σελίδα δείχνει τον αριθ* μό των διατριβών που υποστηρίχτηκαν και τις οποίες διηύθυναν οι καθη­ γητές και οι διευθυντές ερευνών στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας απά: τις αρχές της δεκαετίας του 1970 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 19904 Η πρώτη διαπίστωση που επιβάλλεται με την ανάγνωση του πίνακα; αυτού, είναι η δημογραφική ανισορροπία που χαρακτηρίζει τον κόσμο των καθηγητών-ερευνητών στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας στις αρχές! της παρούσας δεκαετίας. Στους 86 ιστορικούς, οι οποίοι το 1995 είχαν , διευθύνει τουλάχιστον 5 διατριβές που υποστηρίχτηκαν, οι 6 μόνο γεν- < νήθηκαν μετά το 1940 (λιγότερο από πενήντα πέντε χρονών) και οι 17 μετά το 1935 (λιγότερο από εξήντα χρονών). Πράγμα που σημαίνει ότι σε αυτή την ημερομηνία, το 80% των διευθυντών των διατριβών ήταν τουλάχιστον εξήντα χρονών! Σίγουρα, δεδομένου ότι για να μπορεί να διευθύνει κανείς μια διατριβή, πρέπει να έχει ο ίδιος υποστηρίξει μια these d’Etat (σήμερα μια habilitation), το μέρος αυτό των επαγγελματι­ κών του δραστηριοτήτων δεν αρχίζει πρακτικά ποτέ πριν από την ηλι­ κία των σαράντα χρονών. Αν προσθέσουμε το διάστημα πολλών χρόνων που χωρίζει την εγγραφή στη διατριβή από την υποστήριξή της, δεν θα μπορούσαμε σε καμιά περίπτωση να βρούμε στο δείγμα μας άτομα που γεννήθηκαν μετά το 1950. Ωστόσο, τα δεδομένα μάς επιβεβαιώνουν αυ­ τό που ήδη παρατηρήθηκε αλλού (D. Roche, 1986), ότι δηλαδή η διακο­ πή των προσλήψεων στα πανεπιστήμια, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, επέφερε μια καθαρή γήρανση της ιστορικής κοινότητας. Αν εξετά­ σουμε τώρα την κατανομή των διατριβών ανάμεσα στους ιστορικούς, έκπληξη προκαλεί η σπουδαιότητα των αποκλίσεων. Ορισμένοι, όπως ο Jean-Louis Miege διηύθυναν περισσότερες από εκατό διατριβές που έφτασαν στο στάδιο της υποστήριξης (115), ενώ άλλοι έχουν στο ενερ­ γητικό τους 5 (ή λιγότερες). Για να εξηγήσουμε τις διαφορές αυτές, ας εξετάσουμε την επεξεργασμένη με βάση τα δεδομένα αυτά γραφική πα­ ράσταση (βλέπε σ. 254).

[200]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Ποιος διευθύνει τις διδακτορικές διατριβές στη σύγχρονη ιστορία1; Bariety J. (1930)

7

LequinY. (1935)

24

Nora P. (1931)

6

Nouailhat Y.-H. (1935)

Agulhon M. (1926)

55

Caron F. (1931)

28

Coquery C. (1935)

93

55

Barral R (1926)

14

Denis M. (1931)

12

Aymard M. (1936)

10

Remond R. (1918)

61

Tudesq A. (1927)

66

Milza P. (1932)

26

Launay M. (1936)

21

Dupeux G. (1920)

26

Furet F. (1927)

24

Cholvy G. (1932)

22

Valensi L. (1936)

10

Le Gallo Y. (1920)

11

Gadille J. (1927)

15

Estebe J. (1932)

5

Corbin A. (1936)

11

Reberioux M. (1920)

26

Hilaire Y.-M. (1927)

20

Guillaume P. (1933)

19

Kaspi A. (1937)

17

Levy-Leboyer M. 22 (1920)

Willard J.-C. (1927)

14

Bergere M.-C. 17 (1933)

Vayssiere P. (1937)

7

Glenisson J. (1921)

12

Becker J.-J. (1928)

12

Prost A. (1933)

29

Lombard D. (1938)

49

Dupaquier J. (1922)

16

Poidevin R. (1928)

24

Vovelle M. (1933)

83

Wahl A. (1938)

7

Nouschi A. (1922)

48

Perrot M. (1928)

71

Chariot M. (1933)

46

Bastid-Bruguiere M. (1940)

9

Crouzet F. (1922)

34

Dreyfus F.-G. (1928)

24

Mayeur F. (1933)

Maurin J. (1940)

7

Trempe R. (1916)

41

Ay9oberry P. (1925)

Guillen P. (1917)

17

Temime E. (1926)

Girardet R. (1917)

26

Duroselle J.-B. (1917)

9

.

9

38 9

1. Στο δείγμα μου δεν συμπεριέλαβα τους πανεπιστημιακούς που δεν έχουν διευθύ­ νει διδακτορική διατριβή που να υποστηρίχτηκε μετά το 1990, ούτε όσους είχαν διευθύ­ νει μέχρι το 1995 λιγότερες από πέντε διδακτορικές διατριβές (που υποστηρίχτηκαν). Δεν συμπεριέλαβα επίσης λίγους ιστορικούς των οποίων δεν βρήκα την ημερομηνία γέν­ νησης. (Οι σχετικές με τις ημερομηνίες γέννησης πληροφορίες που αναφέρονται σε πα­ ρένθεση αντλήθηκαν από το Δελτίο του Αυτόνομου Εθνικού Συνδικάτου Annuaire des Enseignants Lettres et Sciences Humaines de VEnseignement Superieur, Οκτώβριος 1978, και από τον Ετήσιο Οδηγό του IHMC, Les Historiens franqais de la periode modeme et contemporaine, 1991.) [201 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Miege J.-L. (1923)

115

Bergeron L. (1929)

20

Tulard J. (1933)

29

Levillain P. (1940)

5

Ganiage P. (1923)

38

Debouzy M. (1929)

6

Sorlin P. (1933)

9

Bauberot J. (1941)

6 39

9

Thobie J. (1929)

35

Mayeur J.-M. (1933)

47

Vigarello G. (1941)

Desert G. (1924)

12

Girault R. (1929)

32

Berstein S. (1934)

12

Jeanneney J.-N. (1942)

Ferro M. (1924)

59

Valette J. (1929)

35

Allain J.C. (1934)

17

Guerra F. (1942)

10

5

Albert P. (1930)

67

Gallissot R. (1934)

5

Vai'sse V. (1942)

11

Pedroncini G. (1924)

39

Bianco L. (1930)

21

Michel M. (1935)

Vigier P. (1924)

31

Carbonnel C.-O. 18 Goy J. (1930) (1935)

11

Martel A. (1930)

14

Daumard A. (1924)

De Montclos X. (1924)

Rey A. (1925)

5

70

Garner G. (1935)

15

Fremeaux J. (1949)

6

5

Βλέπουμε αμέσως ότι το κριτήριο της ηλικίας παίζει ένα ρόλο, επειδή σφαιρικά, οι πιο ηλικιωμένοι ιστορικοί διηύθυναν περισσότερες διδα­ κτορικές διατριβές από ό,τι οι νεότεροι. Αν όμως η ημερομηνία γέννησης είναι ο μόνος κατάλληλος παράγοντας, τα σημεία μας ευθυγραμμίζονται σε μια διαγώνιο που ξεκινά από τα «βορειοδυτικά» της γραφικής μας παράστασης για να βυθιστεί προς τα «νοτιοανατολικά». Στη μία άκρη, έχουμε τους παλαιότερους που έχουν στο ενεργητικό τους το μεγαλύτε­ ρο σώμα διδακτόρων και στην άλλη άκρη αυτούς που έρχονται τελευ­ ταίοι, επικεφαλής των πιο αδύνατων ομάδων. Προφανώς όμως, η επα­ νάληψη των σημείων δεν υπακούει στην αρχή αυτή. Για να εξηγήσουμε τους λόγους των ανισορροπιών αυτών, πρέπει να εξετάσουμε τις άλλες πληροφορίες που καταγράφονται στο Doctheses. Κυρίως τον τόπο της υποστήριξης και το θέμα της έρευνας. Συνολικά, διαπιστώνουμε ότι, πα­ ρά την ανάπτυξη έντονων περιφερειακών πόλων έρευνας στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας εδώ και είκοσι χρόνια, τα πανεπιστήμια του Παρι­ σιού εξακολουθούν να παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Ό χι μόνο μια σημα­ ντική αναλογία διδακτορικών διατριβών ιστορίας υποστηρίχτηκαν πά­ [ 202]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ντα στην πρωτεύουσα αλλά, γεγονός ακόμη σημαντικότερο, ένας μεγά­ λος αριθμός καθηγητών, που άρχισαν τη δραστηριότητά τους διεύθυν­ σης διατριβών σε ένα επαρχιακό πανεπιστήμιο, την τελειώνουν στο Πα­ ρίσι, δείγμα του κύρους που διατηρούν οι θεσμοί της πρωτεύουσας. Τα δεδομένα μάς επιτρέπουν επίσης να αξιολογήσουμε την απόσταση που χωρίζει τους διάφορους τύπους θεσμών στους οποίους είναι προσδεδεμένοι οι διευθυντές διατριβών. Σφαιρικά, οι καθηγητές Πανεπιστημίου βλέπουν να συρρέει προς το μέρος τους ένας αριθμός διατριβών πολύ πιο σημαντικός από ό,τι οι συνάδελφοί τους του CNRS ή της EHESS.

Τρεις μεγάλοι τομείς

Π

ροκειμένου να εκτιμήσουμε σε ποιο βαθμό οι ερευνητικοί τομείς παίζουν ένα ρόλο στην άνιση κατανομή των υποψήφιων διδακτό­ ρων ανάμεσα στους ιστορικούς, συγκέντρωσα τις εργασίες αυτές σε τρία μεγάλα σύνολα.

Η μελέτη άλλων χωρών έξω από τη Γαλλία ο πρώτο συγκροτείται από όλες τις διατριβές που αφορούν τη σύγ­ χρονη ιστορία άλλων χωρών έξω από τη Γαλλία. Μπορούμε να δια­ κρίνουμε τρία ρεύματα στην ομάδα αυτή. Κατ’ αρχάς την ιστορία των διεθνών σχέσεων. Αυτή παραμένει έντονα συνδεδεμένη με την πολιτική ιστορία (θα επανέλθουμε σε αυτό στο επόμενο κεφάλαιο). Ωστόσο, η προοδευτική διεύρυνση της έννοιας των «βαθύτερων δυνάμεων» κατέ­ ληξε σε μια προοπτική όπου η ιστορία των διεθνών σχέσεων γίνεται αντιληπτή ως μια μορφή συνολικής ιστορίας. Με την παρακίνηση του Rene Girault, διευθυντή του Institut Pierre Renouvin στο Πανεπιστήμιο Paris-I, πολυάριθμες διδακτορικές διατριβές προσέγγισαν έτσι τις οικο­ νομικές, τεχνολογικές, θρησκευτικές και πολιτιστικές όψεις των σχέσεων μεταξύ κρατών. Ένας ορισμένος όμως γεωγραφικός καταμερισμός της εργασίας εγκαθιδρύθηκε ανάμεσα στους ειδικούς του ζητήματος αυτού. Μπορούμε έτσι να διακρίνουμε το χώρο της Μέσης Ανατολής (γύρω από τον οποίο δούλευαν κυρίως οι μαθητές του Jacques Thobie), τον αμερικανικό χώρο (τον οποίο διερεύνησαν διατριβές που πραγματοποιήθηκαν υπό τη διεύθυνση του Yves-Henri Nouailhat, του Andre Kaspi,

Τ

[ 203

}


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

του Rene Remond), τον ευρωπαϊκό χώρο (που καλλιεργήθηκε κυρίως από τους μαθητές του Raymond Poidevin και του Jacques Bariety σχετικά με τις γαλλογερμανικές σχέσεις, από εκείνους του Pierre Milza σχετι­ κά με τις γαλλοϊταλικές σχέσεις). Οι σχέσεις με την Αφρική διατήρησαν μια πολύ σημαντική διάσταση, υπό τη διεύθυνση κυρίως του Pierre Guillen (1967) και του Jean-Claude Allain (1974, ό.π.). Ένας μεγάλος αριθμός των ερευνών αυτών βρίσκονται σε στενή συνάφεια με την αποικιοκρατική ιστορία, που αποτελεί το δεύτερο άξονα του πρώτου αυτού συνόλου. Και εδώ, οι αρχικές διαφορές ανάμεσα σε αυστηρά πολιτική και οικονομική προσέγγιση αμβλύνθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευ­ ταίων αυτών χρόνων, προς χάρη γεωγραφικών κυρίως διακρίσεων. Η βόρεια Αφρική (χάρη στους φοιτητές του Rene Gallissot, του Gilbert Meynier, του Benjamin Stora) και η Μαύρη Αφρική (με την παρότρυνση του Jean-Louis Miege, του Marc Michel, του Jacques Fremeaux και της Catherine Coquery-Vidrovitch) αποτέλεσαν αντικείμενο του μεγαλύτε­ ρου αριθμού μελετών. Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να σημειώσουμε, είναι ότι οι ειδικοί της αποικιοκρατικής ιστορίας και των διεθνών σχέ­ σεων εξύφαναν ολοένα και πιο στενές σχέσεις με τους ειδικούς των «πο­ λιτισμικών σφαιρών». Η πλειονότητα των διευθυντών διατριβών, ειδι­ κευμένοι αρχικά στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, έγιναν στη συνέχεια καλοί γνώστες της ιστορίας των χωρών (ή γεωπολιτικών ζωνών) που έβλεπαν κατ’ αρχάς υπό το πρίσμα των διπλωματικών τους σχέσεων με τη Γαλλία. (Ο Andre Kaspi, για παράδειγμα, έπειτα από μια διδακτορι­ κή διατριβή γύρω από την αμερικανική βοήθεια προς τους Συμμάχους κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, διευθύνει σήμερα δια­ τριβές που αναφέρονται κυρίως στην ιστορία της Βόρειας Αμερικής.) Παρόμοια, οι ιστορικοί της γαλλικής αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας οδηγήθηκαν να ενδιαφερθούν για τη σύγχρονη ιστορία των κρατών που προέκυψαν μετά την αποαποικιοποίηση. Αυτή η διεύρυνση προοπτικής ευνοήθηκε με τη δημιουργία νέων ερευνητικών κέντρων, όπως το Institut d’Histoire des Pays d’Outre-Mer στο Πανεπιστήμιο της Provence ή το Institut Maghreb-Europe στο Πανεπιστήμιο Paris-VIII. Η διαδικασία αυτή επέτρεψε να αμβλυνθεί μια από τις μεγάλες αδυναμίες της γαλλικής ιστοριογραφίας: ο περιορισμός της ενασχόλησης με τη Γαλλία. Η EHESS είναι σήμερα λιγότερο απομονωμένη σε ό,τι αφορά τις με­ λέτες σχετικά με τις «πολιτισμικές σφαίρες», των οποίων πρωτεργάτης υπήρξε ο Fernand Braudel, ακόμη και αν ο τομέας αυτός παρέμεινε ένα [204 ]

;

f ν ,


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ισχυρό σημείο της σχολής, δεδομένου του μεγάλου αριθμού των διεπι­ στημονικών ομάδων (οι οποίες συνδέουν ανθρωπολόγους, κοινωνιολό­ γους, ιστορικούς κ.ά.) που δουλεύουν πάνω στις περιοχές αυτές. Στα παραδείγματα που ήδη αναφέραμε στο Κεφάλαιο 3, πρέπει να προσθέ­ σουμε τις πολυάριθμες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν από τους αν­ θρωπολόγους και τους ιστορικούς του Κέντρου Αφρικανικών Μελετών, το άνοιγμα νέων δρόμων που αφορούν το μεσογειακό και ισλαμικό κό­ σμο (με την παρότρυνση κυρίως της Lucette Valensi) και την Ωκεανία (οι πρωτεργάτες όπως ο Maurice Godelier και ο Denys Lombard υπο­ στηρίζονται σήμερα από μια νέα γενιά ανθρωπολόγων που στρέφονται πολύ προς την ιστορία, όπως ο Alban Bensa και από νέες ιστορικούς, όπως η Isabelle Merle [1995]). Οι νέοι αυτοί δεσμοί, που συνδέουν επίσης συχνά τα τμήματα λογο­ τεχνίας των πανεπιστημίων, είχαν ένα ακόμη επωφελές αποτέλεσμα, την προσέγγιση των θεσμών που γίνονταν αρχικά αντιληπτοί ως ανταγωνι­ στικοί. Έτσι, ο τομέας των βορειοαμερικανικών μελετών γνώρισε μεγάλη πρόοδο τα τελευταία αυτά χρόνια, χάρη στις καλές σχέσεις ανάμεσα στους ερευνητές του Centre d’etudes nord-americaines της EHESS και του CERI (που εξαρτάται από τη FNSP). Οι Claude Fohlen, Rene Remond, Marianne Debouzy (1972) και Jean Heffer (1984) βλέπουν έτσι τις προσπάθειες τους να επεκτείνονται από νεότερους ιστορικούς, όπως η Catherine Collomp (1985), ο Francis Weil (1989) και πολλοί άλλοι. Η ίδια εξέλιξη άγγιξε το πεδίο των γερμανικών μελετών. Μετά τις προδρομικές εργασίες του Jacques Droz (1944, ό.π.) και του Pierre Aygoberry (1977), οι γνώσεις μας γύρω από την ιστορία της Γερμανίας εμπλουτί­ στηκαν χάρη στις έρευνες της Rita Thalmann (1973), του Louis Dupeux (1974), οι οποίες σήμερα επεκτείνονται από τις εργασίες νεότερων ιστο­ ρικών, κυρίως της Sandrine Kott (1995) και του Frederic Barbier (1995). Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι ειδικοί της γερμανικής ιστορίας έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη ενός νέου ερευνητικού ρεύματος που ενδιαφέρεται για τις πολιτισμικές «μεταφορές» από τη μια χώρα στην άλ­ λη (Michel Espagne και Michael Werner, 1997). Από μια ορισμένη άπο­ ψη βρισκόμαστε πάντοτε, εδώ, στον τομέα των «διεθνών σχέσεων». Δεν πρόκειται όμως πλέον μονάχα, ούτε ακόμη κυρίως, για σχέσεις κράτους με κράτος. Αυτό που απασχολεί τους ιστορικούς αυτούς είναι η κατα­ νόηση της κυκλοφορίας των ιδεών, των ανανεώσεων, από μια κοινωνία προς μια άλλη, η πραγματοποίηση των δανείων, η εξήγηση, στηριζόμε[

205]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

νοι στα εργαλεία που επεξεργάστηκαν οι κοινωνικές επιστήμες, των αντιστάσεων, της έλλειψης κατανόησης, των στερεοτύπων κ.ά. Το ίδιο διάβημα αναπτύσσει ο Eric Fassin (1993, ό.π.) στις έρευνες του γύρω από τις σχέσεις ανάμεσα στη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η τοπική ιστορία

Η

δεύτερη ομάδα διδακτορικών διατριβών που συγκρότησα, ενδιαφέρεται για την περιφερειακή ιστορία. (Δεν επανέρχομαι στη συ­ ζήτηση σχετικά με την έννοια αυτή που προσεγγίσαμε στο Κεφάλαιο 3.) Από την ενίσχυση της πανεπιστημιακής έρευνας στις μεγάλες επαρχια­ κές πόλεις εξηγείται το γεγονός ότι το κίνημα που γεννήθηκε στη δεκαε­ τία του 1960 αναπτύχθηκε σημαντικά. Σε έναν ορισμένο αριθμό πόλεων δημιουργήθηκαν ειδικευμένα κέντρα για τη μελέτη της επαρχιακής κουλτούρας. Είναι η περίπτωση στην Βρετάνη του Centre de recherche bretonne et celtique de Brest, που διευθύνεται από τον Yves Le Gallo. Στις μεθοριακές περιοχές, είδαμε να πολλαπλασιάζονται οι μελέτες που αποβλέπουν να αναδείξουν την ιδιαιτερότητα της γεωπολιτικής αυτής θέσης. Στην Αλσατία-Λορένη, με την παρότρυνση κυρίως του Raymond Poidevin (στο Μετς και κατόπιν στο Στρασβούργο) και του Pierre Barral (στο Nancy), πολλές εργασίες ασχολήθηκαν με την ιστορία της συνορια­ κής αυτής κουλτούρας. Είναι η περίπτωση της διατριβής του Andre Wahl (1980), που συγκρίνει την περιοχή του Bade με την Αλσατία ή του Franqois Roth (1976, ό.π.) σχετικά με την προσαρτημένη Λορένη. Κατά ένα γενικότερο τρόπο, οι επικεφαλής της έρευνας στο χώρο της σύγχρο­ νης ιστορίας στα μεγάλα περιφερειακά πανεπιστήμια (ο Michel Denis στη Rennes, ο Pierre Guillaume στο Bordeaux, ο Marcel Gillet στη Lille, o Yves Lequin στη Λυών, o Emile Temime στο Aix-Marseille, η Rolande Trempe και o Jean Estebe στην Τουλούζη κ.ά.) ανέλαβαν τη διεύθυνση ενός επιβλητικού αριθμού διατριβών οι οποίες εγγράφονται σε ένα περι­ φερειακό πλαίσιο, πραγματεύονται όμως οικονομικά, κοινωνικά, πολιτι­ κά, πολιτιστικά ζητήματα μεγαλύτερης εμβέλειας. Για το λόγο αυτόν θα ξαναμιλήσουμε για αυτές στη συνέχεια αυτού και του επόμενου κεφα­ λαίου.

[ 206 ]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η ιστορία της Γαλλίας

Η

τρίτη ομάδα συγκεντρώνει τις διατριβές που προσεγγίζουν ζητήμα­ τα «εθνικού ενδιαφέροντος». Δεδομένου ότι τα εθνικά αρχεία βρί­ σκονται στο Παρίσι, οι ιστορικοί που συνδέονται κυρίως με τους θε­ σμούς της πρωτεύουσας προσανατολίζουν τους υποψήφιους διδάκτορές τους προς αυτή την κατεύθυνση, προτείνοντάς τους θέματα τα οποία αποτελούν μεγάλα ζητήματα της ιστοριογραφίας του σύγχρονου κό­ σμου: τη Γαλλική Επανάσταση, την οικονομική, κοινωνική, θρησκευτική, πολιτισμική και πολιτική ιστορία της Γαλλίας. Δεν είναι χρήσιμο, για την ώρα, να κάνουμε μια λεπτομερή παρουσίαση της ιστοριογραφίας αυτής, επειδή θα επανέλθω σε αυτήν αναλυτικότερα στη συνέχεια του παρό­ ντος κεφαλαίου.

Σταθερότητα και αδρανείς δυνάμεις

Η

σύντομη αυτή αναφορά στα θέματα με τα οποία ασχολούνται οι διδακτορικές διατριβές, δείχνει ότι, σφαιρικά, οι ερευνητικοί τομείς δεν αναπτύχθηκαν πολύ εδώ και είκοσι χρόνια. Πράγμα που επιβεβαιώ­ νει τις πρόσφατες διαπιστώσεις του Christophe Charle (στο F. Bedarida, 1995, ό.π.), που πραγματοποιήθηκαν με βάση την ετήσια βιβλιογραφία της ιστορίας της Γαλλίας. Έκπληξη προκαλεί ο αριθμός των υποψήφιων διδακτόρων που εργάστηκαν, εδώ και είκοσι χρόνια, γύρω από την ιστο­ ρία των διεθνών σχέσεων ή γύρω από την αποικιοκρατική ιστορία. Τα δύο αυτά ζητήματα απέκτησαν τέτοια σπουδαιότητα, ώστε οι υπεύθυνοι του Doctheses οδηγήθηκαν στο να δημιουργήσουν ένα ειδικό κεφάλαιο για καθένα από αυτά, στον ίδιο βαθμό με το κεφάλαιο «19ος αιώνας» ή «Μεσοπόλεμος». Γενικότερα, πώς να μην σημειώσουμε την αντίφαση ανά­ μεσα στους λόγους που δημοσιεύονται στον τύπο σχετικά με τη «νέα ιστορία» ή σχετικά με τις «στροφές» της ιστορικής έρευνας και τη στα­ θερότητα των υπό μελέτη τομέων όταν τους εξετάζουμε με βάση τις δια­ τριβές που υποστηρίχτηκαν; Η σταθερότητα αυτή εξηγείται από πολλούς παράγοντες. Κατ’ αρχάς, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας, οι «κλασικοί» τομείς προσελκύουν τους φοιτητές γιατί γειτνιάζουν περισσότερο με ζητήματα της επικαιρότητας (ή με ζητήματα της μνήμης) που συχνά τους παθιάζουν. Είναι προ­ [ 207]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

φανές ότι η πρωταρχική θέση που κατέχει η ιστορία των διεθνών σχέ­ σεων και η αποικιοκρατική ιστορία εξηγείται, κατά ένα μέρος, από το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός ξένων φοιτητών (οι οποίοι προέρχο­ νται κυρίως από τις παλιές γαλλικές αποικίες) υποστηρίζουν τις διατρι­ βές τους στη Γαλλία και στρέφονται προς θέματα που αφορούν την ιστορία της χώρας τους. Η κατάσταση αυτή όμως εξηγείται και από λό­ γους θεσμικού χαρακτήρα. Όπως είδαμε παραπάνω, μετά τη δεκαετία του 1970, η διακοπή των προσλήψεων επέτεινε τη γήρανση της κοινότη­ τας των ιστορικών. Η μεγάλη πλειονότητα των ιστορικών που διηύθυναν διατριβές στις αρχές της δεκαετίας του 1990 άρχισαν την εργασία αυτή της επιστημονικής πλαισίωσης μετά τη δεκαετία του 1970. Η μακροβιότητα αυτή δεν μπορούσε παρά να ενισχύσει τους τομείς που είχαν ήδη εγκαθιδρυθεί. Η αδράνεια όμως αυτή εξηγείται επίσης από τις σχέ­ σεις εξουσίας που δομούν την επιστήμη. Ακόμη και αν είναι λιγότερο έντονη από ό,τι πριν από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η κοινότητα των ιστορικών παραμένει, ακόμη και σήμερα, δέσμια μιας πολύ πυραμιδικής ιεραρχικής λογικής. Η πρόσβαση στις θέσεις στο Παρίσι (ελεγχόμενη πρόσβαση από έναν πολύ μικρό αριθμό ατόμων) που διακυβεύεται, πα­ ρεμποδίζει την ανάπτυξη κριτικών ιστοριογραφικών ρευμάτων, όπως αυτά που αναφέραμε στο προηγούμενο κεφάλαιο {gender history στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Alltagsgeschichte στη Γερμανία). Για να απεικονί­ σουμε το σημείο αυτό, μπορούμε να πούμε μια λέξη σχετικά με τη θέση που το ρεύμα των Annales (το οποίο συμβόλιζε την επομένη του πολέ­ μου μια κριτική άποψη της ιστορίας) πέτυχε να αποκτήσει στο εσωτερι­ κό της ιστορικής επιστήμης. Αν εκτιμήσουμε την επιρροή ενός ιστορικού με βάση το' κριτήριο του αριθμού των διατριβών που υποστηρίχτηκαν και τις οποίες διηύθυνε, αξίζει να διαπιστώσουμε ότι το ρεύμα που αντι­ προσώπευε ο Fernand Braudel και ο Ernest Labrousse παρέμεινε μειοψηφικό. Ας πάρουμε τους δέκα ιστορικούς, οι οποίοι στο δείγμα μας διηύθυναν το μεγαλύτερο αριθμό των διατριβών από τις αρχές της δε­ καετίας του 1970. Διαπιστώνουμε ότι μόνο τρεις (εκ των οποίων δύο γυ­ ναίκες) μπορούν να θεωρηθούν ότι προέρχονται από το κίνημα αυτό των Annales και του Labrousse (ο Marc Ferro αποτελεί μια ιδιαίτερη πε­ ρίπτωση, επειδή υποστήριξε τη διατριβή του με τον Pierre Renouvin, πριν συναντήσει την ομάδα των Annales). Αυτή η σχετική περιθωριοποίηση φαίνεται ακόμη πιο καθαρά αν διακρίνουμε τις theses de troisieme cycle από τις theses d’Etat. Η διάκριση είναι σημαντική, επειδή επιτρέπει να [208 ]


01 ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

διαφοροποιήσουμε δύο κατηγορίες ερευνητών. Ανάμεσα στους υποψή­ φιους διδάκτορες τρίτου κύκλου, πολλοί δεν έχουν στόχο να γίνουν οι* ίδιοι πανεπιστημιακοί ιστορικοί. Ενώ οι υποψήφιοι για doctorat d’Etat είναι πολύ συχνά ήδη ενσωματωμένοι στην ανώτατη εκπαίδευση και προετοιμάζονται να διευθύνουν με τη σειρά τους έρευνες. Φαίνεται κα­ θαρά ότι οι ιστορικοί που ανήκουν στο κίνημα των οπαδών του Renouvin προσελκύουν περισσότερους υποψηφίους για doctorat d’ Etat από ό,τι οι οπαδοί του Labrousse. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το Doctheses, στην περίοδο που αναφερθήκαμε, η Michelle Perrot διηύθυνε 5 doctorats d’Etat που υποστηρίχτηκαν σε ένα σύνολο 71 διατριβών, ενώ η αντιστοιχία είναι 34 στις 55 για τον Jean-Baptiste Duroselle, 25 στις 61 για τον Rene Remond, 22 στις 115 για τον Jean-Louis Miege. Ο μόνος ιστορικός της σχολής των οπαδών του Labrousse ο οποίος εμφανίζεται να έχει διευθύνει έναν αρκετά μεγάλο αριθμό doctorats d’Etat είναι ο Mau­ rice Agulhon, με 18 theses d’Etat, πράγμα που εξηγείται αναμφίβολα επειδή διδάσκει στο College de France. Πώς να μην συμπεράνουμε ότι τα νέα και κάπως ανατρεπτικά θέματα τη μελέτη των οποίων η Michelle Perrot ενθάρρυνε (όπως η ιστορία των απεργιών, των γυναικών ή των φυλακών) προσελκύουν πολύ τους νέους φοιτητές, αλλά λιγότερο αυ­ τούς που έχουν ένα «σχέδιο καριέρας»; Υπό το φως των παραδειγμάτων αυτών, βλέπουμε ότι, όταν ο Jacques Le Goff εδώ και μερικά χρόνια στρεφόταν με οξύτητα εναντίον των λιβέλων που κατήγγελλαν τον «ιμπε­ ριαλισμό» των Annales, δεν είχε πραγματικά άδικο. Με βάση αυτά τα πρώτα στοιχεία, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ισχνή θέση που οι τενό­ ροι του πανεπιστημίου επιφύλαξαν στις αντιλήψεις της ιστορίας τις οποίες ανέπτυξαν τα Annales, οδήγησε τους οπαδούς τους να αντεπιτεθούν, στηριζόμενοι στις εκδόσεις και τη δημοσιογραφία.

14

[ 209]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Η ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Νέα ερευνητικά ινστιτούτα και σύλλογοι υτή η σύντομη εξέταση των διατριβών που υποστηρίχτηκαν γύρα) από τη σύγχρονη ιστορία εδώ και είκοσι χρόνια, μας επέτρεψε να I αναδείξουμε αυτό που συνιστά, από πρακτική άποψη, τον «πυρή- ■ να» της επιστημονικής παραγωγής στο χώρο της ιστορίας: τη σχέση ί φοιτητή/καθηγητή, υποψήφιου διδάκτορα/διευθυντή της διατριβής. Η ; ανάπτυξη όμως της έρευνας απαιτεί επίσης την εφαρμογή μορφών πο*> ί συνδέουν έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό εταίρων. Πρέπει να επιμείνου- : με στο γεγονός ότι σήμερα όπως χθες, η έρευνα γύρω από τη σύγχρονη ■ ιστορία σημειώνει πρόοδο επειδή στηρίζεται σε ένα συλλογικό διάβημα του οποίου όλοι οι ιστορικοί δεν αποκτούν συνείδηση, που είναι όμως ζωτικής σημασίας. Ο καταμερισμός εργασίας, που θεσμοθετήθηκε στα J τέλη του 19ου αιώνα, ανάμεσα σε αυτούς που έχουν ως λειτουργία να συγκροτήσουν το αρχειακό και τεκμηριωτικό υλικό πάνω στο οποίο ερ- | γάζεται ο ιστορικός και τους ίδιους τους ερευνητές, παραμένει μια ανα- ■ πόφευκτη πραγματικότητα, ακόμη και αν καταβλήθηκαν προσπάθειες για να αποφευχθεί ένας πολύ καθαρός διαχωρισμός ανάμεσα στους δύο | χώρους. Πρόσφατα, νέοι θεσμοί ήρθαν να συμπληρώσουν το μηχανισμό J διατήρησης των τεκμηρίων που αναπτύχθηκε από το 19ο αιώνα, όπως * τα εθνικά, νομαρχιακά, δημοτικά αρχεία κ.λπ. Στο Κεφάλαιο 7 θα δούμε : ότι το αυξανόμενο πάθος για τη συλλογική μνήμη προκάλεσε τον πολ- | λαπλασιασμό δομών (κυρίως των οικομουσείων) που θέτουν ως στόχο | να «προστατεύσουν από τη λήθη» ολόκληρα τμήματα του παρελθόντος. ; Με την ανάπτυξη του ραδιοφώνου, του κινηματογράφου και της τηλεό- * ρασης, έπρεπε να δημιουργηθούν νέοι θεσμοί επιφορτισμένοι με τη διά­ σωση των οπτικοακουστικών πηγών, όπως το Institut national d’ audiovisuel που αποτελεί σήμερα τον τόπο νόμιμης κατάθεσης των αρχείων J / c· > 'V της τηλεόρασης. Οι προοδοι ομως της ερευνάς γυρω απο τη σύγχρονη | ιστορία κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου εξηγούνται επίσης ! από τη δημιουργία νέων ερευνητικών κέντρων στα πανεπιστήμια και ' νέων ινστιτούτων που εξαρτώνται από το CNRS. Θα επανέλθω, στην πο­ ρεία, στις συλλογικές έρευνες που προωθήθηκαν από τους οργανισμούς αυτούς. Ας συγκροτήσουμε προς στιγμή τον ουσιαστικό ρόλο που παί­

Α

[ 210]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡφΡΤΡΤΤ χΗ Σ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ζουν στην κατασκευή νέων εργαλείων δουλειάς απαραίτητων για τους ερευνητές. To Institut d’Histoire Moderne et Contemporaine (IHMC) ανέλαβε τη συγκρότηση της ετήσιας βιβλιογραφίας της ιστορίας της Γαλ­ λίας. To Institut d’Histoire du Temps Present (ΙΗΤΡ) δημιούργησε νέα εργαλεία τεκμηρίωσης, όπως «το ηχητικό αρχείο» που διατηρεί σήμερα πάνω από 300 μαγνητοταινίες ή κασέτες συνομιλιών και «ιστοριών ζωής». Στην EHESS, το Κέντρο ιστορικών ερευνών στρέφεται ολοένα και πε­ ρισσότερο προς τη σύγχρονη ιστορία. Ανάμεσα στα εργαλεία δουλειάς που το κέντρο εξακολουθεί να αναπτύσσει πρέπει να αναφέρουμε τα λε­ ξικά (των κατοικημένων τόπων, των ενοριών της Γαλλίας), αλλά και τον Atlas de la Revolution franqaise υπό τη διεύθυνση του Serge Bonin και της Claude Langlois. Ο δέκατος τόμος, που αναφέρεται στην οικονομία, εκδόθηκε με επιμέλεια των G. Beaur, P. Minard, A. Laclau (1997). Πέρα από τις θεσμικές αυτές δημιουργίες, η σύγχρονη ιστορία είδε να πολλαπλασιάζονται τα τελευταία χρόνια οι πρωτοβουλίες που αποβλέπουν στην οργάνωση των ερευνητών οι οποίοι δουλεύουν πάνω σε νέα αντι­ κείμενα. Θα δούμε ότι η συλλογική αυτή ώθηση οδήγησε στην άνθηση νέων ερευνητικών συλλόγων. Το κίνημα όμως αυτό επέτρεψε και τη δη­ μιουργία νέων περιοδικών. Δεν είναι δυνατόν να τα παρουσιάσουμε όλα. Για το λόγο αυτόν, επέλεξα τρία παραδείγματα που απεικονίζουν τις διαφορετικές όψεις της διαδικασίας ανανέωσης στο χώρο της σύγ­ χρονης ιστορίας σήμερα.

Η ανανέωση στο χώρο των περιοδικών: Τα Annales, Geneses και Histoire et Societes Rurales

Οι αλλαγές των Annales

o 1988, τα μέλη της συντακτικής επιτροπής των Annales απευθύνουν μια έκκληση προς την κοινότητα των ιστορικών προκειμένου αυτοί να σκεφτούν την «κριτική στροφή» που, όπως εκτιμούν, γνωρίζει η επι­ στήμη. Αναγνωρίζουν ότι η οικονομική και κοινωνική ιστορία, που συ­ νέβαλε στη διεθνή φήμη του περιοδικού στις μεταπολεμικές δεκαετίες, «είναι ξεπερασμένη» σήμερα. Παρόμοια, απορρίπτουν τη δομική προο­ πτική και τη μακρά διάρκεια που ήταν αγαπητές στον Fernand Braudel, υπογραμμίζοντας ότι οι κοινωνικές σχέσεις «δεν μπορούν να αναλυθούν

T

[211 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

από τη στιγμή που προσπαθούμε να τις ακινητοποιήσονμε σε μια ιδιαί­ τερη στιγμή για να εξαγάγουμε τις συνιστώσες». Ο προσεκτικός αναγνώστης βλέπει ότι η τελευταία αυτή δήλωση χρη­ σιμοποιεί, λέξη προς λέξη, ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του βι­ βλίου του Edward P. Thompson γύρω από το σχηματισμό της αγγλικής εργατικής τάξης, που δημοσιεύτηκε το... 1963 (βλέπε προηγούμενο κε­ φάλαιο). Στις συνθήκες αυτές, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η προοπτική που προτείνεται από τα Annales είναι παραπλήσια με τον προσανατολισμό που όρισε ο διάσημος Άγγλος ιστορικός. Το κύριο άρ­ θρο του περιοδικού χρησιμοποιεί εκ νέου τα δύο επιχειρήματα που συ­ νήθως αντιπαραβάλλονται σε εκείνους οι οποίοι ενδιαφέρονται για τους θεσμούς και τις δομές. Κατ’ αρχάς, τους καταλογίζει ότι θεωρούν τις κοινωνικές τάξεις ή τις κοινωνικές ομάδες φυσικές οντότητες (ή «πραγμοποιημένες» όπως συχνά λέμε σήμερα). Για τον Ernest Labrousse και τους φίλους του, πράγματι, η τάξη γινόταν αντιληπτή ως ένας συλλογι­ κός πρωταγωνιστής, που σκέφτεται, δρα, αποφασίζει, και όχι ως το απο­ τέλεσμα μιας κοινωνικής κατασκευής. Για να μην υποπέσουν στην ίδια αντίληψη, οι υπεύθυνοι των Annales μάς καλούν να συναντήσουμε εκεί­ νους οι οποίοι θέλουν να ξαναβρούν -πίσω από τις συλλογικές οντότη­ τες που είναι οι τάξεις, οι ομάδες, οι εθνότητες, τα έθνη- τα άτομα με σάρκα και οστά και τις σχέσεις που δημιουργούν μεταξύ τους. Κατά δεύτερο λόγο, η συντακτική επιτροπή των Annales εκτιμά ότι η δομική προοπτική έχει το μειονέκτημα ότι αντιλαμβάνεται το παρελθόν μέσω μιας ομοιόμορφης ανάγνωσης, μέσω μιας παράθεσης αρχών που τίθενται η μία πάνω στην άλλη (είναι η μήτρα: «Οικονομίες, Κοινωνίες, Πολιτισμοί» στην οποία αναφερθήκαμε εκτενώς στο Κεφάλαιο 3). Επιμένοντας στο γεγονός ότι η πραγματικότητα που μελετά ο ιστορικός απορρέει από μια κοινωνική κατασκευή, οι συγγραφείς της έκκλησης θέλουν να γίνει κατανοητό ότι η αντίληψή μας για το παρελθόν διαφο­ ροποιείται ανάλογα με το πρίσμα που υιοθετείται. Αντί να ξαναχρησιμοποιήσει, οκνηρά, υπό μορφή πλάνου, μια ανάλυση passe-partout, ο ιστορικός οφείλει να κατασκευάσει τις διαρθρώσεις της απόδειξής του σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόβλημα που μελετά. Προκειμένου να σκεφτούμε σχετικά με τους τρόπους αυτής της κατασκευής δύο δρό­ μοι προτείνονται. Ο πρώτος συνίσταται στο να εμβαθύνει κανείς την έν­ νοια της κλίμακας (οι πληροφορίες που εμφανίζονται σε έναν οδικό χάρτη διαφοροποιούνται ανάλογα με την κλίμακα που υιοθετείται. Πα­ [ 212]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ρόμοια στην ιστορία, δεν αντιλαμβανόμαστε ένα γεγονός του παρελθό­ ντος με τον ίδιο τρόπο, αν το παρατηρούμε σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο). Ο δεύτερος δρόμος που προτείνεται αφορά το ζήτημα της γραφής της ιστορίας. Οι συγγραφείς του κύριου άρθρου μάς υπενθυμίζουν ότι, πολύ συχνά, ο ιστορικός δεν αποκτά πρόσβαση στην πραγματικότητα του πα­ ρελθόντος παρά μόνο στο μέτρο που αυτή αποτυπώνεται γραπτά. Επι­ πλέον, ο ίδιος οφείλει πάντοτε να καταβάλει μια προσπάθεια γραφής για να εκθέσει τις ανακαλύψεις ίου, η προσπάθεια όμως αυτή σπάνια αναλύεται ως τέτοια. Οι σκέψεις αυτές καταλήγουν στο να επαναθέσουν το ζήτημα της διεπιστημονικότητας. Οι υπεύθυνοι των Annales θεωρούν ότι οι συμμαχίες που έγιναν κατά τη διάρκεια των προηγουμένων δε­ καετιών συνέβαλαν σε μια διάσπαση της ιστορικής έρευνας, η οποία αποδυνάμωσε την ίδια την ταυτότητα της επιστήμης. Για να εδραιωθεί αυτή, πρέπει να αναπτυχθεί, όπως εκτιμούν, η συλλογική σκέψη γύρω από αυτό που συνιστά το ίδιο το αντικείμενο της ιστορίας: την ανακά­ λυψη των μηχανισμών του χρόνου που ο Braudel άρχισε να μελετά στο άρθρο του γύρω από τη «μακρά διάρκεια». Θα επανέλθω στο τέλος του κεφαλαίου αυτού στις συζητήσεις που προκάλεσαν οι δηλώσεις αυτές. Ας σημειώσουμε προς στιγμή ότι η ανά­ λυση της «κριτικής στροφής» ισχύει για το σύνολο της ιστορικής έρευνας και έχει μια ιδιαίτερη σημασία για τη σύγχρονη ιστορία. Το περιοδικό αναφέρεται, πράγματι, στην προοδευτική μετάθεση του κέντρου βάρους προς τη σημερινή εποχή. Ενώ αρχικά τα Annales απέδωσαν μια ορισμέ­ νη προνομιακή θέση στον «παρόντα χρόνο», ενσωματώνοντας πολλούς ειδικούς των γειτονικών επιστημών στη συντακτική του επιτροπή (κυ­ ρίως τον κοινωνιολόγο Maurice Halbwachs και τον πολιτειολόγο Andre Siegfried), μετά τον πόλεμο το περιοδικό αναδιπλώθηκε στον κόσμο των ιστορικών, εγκαταλείποντας τη σύγχρονη εποχή προς όφελος προηγού­ μενων περιόδων (κυρίως της νεότερης ιστορίας). Η σκέψη γύρω από την «κριτική στροφή» καταλήγει μερικά χρόνια αργότερα στην εγκατάλειψη του παραδοσιακού υποτίτλου του περιοδικού, προς χάρη ενός υποτίτ­ λου που δηλώνει εκ νέου τους δεσμούς ανάμεσα στην ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες (Ιανουάριος 1994). Συγχρόνως, η συντακτική επι­ τροπή ανοίγεται και πάλι σε μη ιστορικούς για να υπογραμμίσει, όπως αναφέρει το πρώτο κύριο άρθρο του νέου σχήματος: «Το ενδιαφέρον του περιοδικού για τα σύγχρονα ζητήματα». Πολύ σύντομα, ο νέος προ­ σανατολισμός συγκεκριμενοποιείται μέσω της δημοσίευσης αφιερωμά­ [213 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

των γύρω από προβλήματα που βρίσκονται στην καρδιά της σημερινής πολιτικής και διανοητικής σκέψης: Ο εκσυγχρονισμός των παραδοσια­ κών κοινωνιών, οι σχέσεις μεταξύ λογοτεχνίας και ιστορίας, η εβραϊκή ιστορία, τα προβλήματα που τίθενται από το άνοιγμα των σοβιετικών αρχείων, η κοινωνική ιστορία των επιστημών, το ζήτημα της μνήμης και του χρόνου κ.ά. Επεκτείνοντας τη σκέψη γύρω από την «κριτική στρο­ φή», δύο νέες προοπτικές αναπτύχθηκαν πρόσφατα στο εσωτερικό του Κέντρου Ιστορικών Ερευνών της EHESS: η μικροϊστορία (J. Revel, 19%) και μια «άλλη κοινωνική ιστορία» -για να επαναλάβουμε τον τίτλο ενός συλλογικού έργου με επιμέλεια του αείμνηστου Bernard Lepetit (1995)που εκθειάζει μια προσέγγιση της κοινωνίας η οποία να επικεντρώνεται στις έννοιες των κοινωνικών «αλληλεπιδράσεων» και «συμβάσεων».

Geneses. Κοινωνικές επιστήμες και ιστορία ατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, δημιουργείται το περιοδικό Geneses που προτείνει, και αυτό, μια νέα συμμαχία ανάμεσα στην ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες. Το σύντομο «μανιφέστο» που εγκαινιάζει το πρώτο τεύχος του περιοδικού (1990) αναφέρεται στη δι­ πλή εξέλιξη που χαρακτήρισε την έρευνα στις κοινωνικές επιστήμες την προηγούμενη δεκαετία. Από τη μια μεριά, οι ιστορικοί φαίνονται ολοένα και πιο ανοιχτοί γύρω από το ζήτημα του «παρόντος χρόνου» και, από την άλλη, με τη γενική απόρριψη του δομισμού, οι κοινωνικές επιστήμες ανακαλύπτουν εκ νέου τη σημασία της ιστορίας για τις δικές τους ενα­ σχολήσεις. Ο τίτλος του περιοδικού, Geneses, υπογραμμίζει ότι η ιστορι­ κότητα του παρόντος αποτελεί το ειδικό αντικείμενο του νέου αυτού εντύπου. Για το λόγο αυτόν η συντακτική επιτροπή συγκεντρώνει, από την αρχή, διαφορετικά επιστημονικά προφίλ, πράγμα που δεν έχει το ισοδύναμό του στη Γαλλία. Οικονομολόγοι, νομικοί, κοινωνιολόγοι, πο­ λιτικοί επιστήμονες, ανθρωπολόγοι και ιστορικοί ξαναβρίσκονται γύρω από την κοινή ιδέα ενός πήγαινε-έλα ανάμεσα στο παρελθόν και το πα­ ρόν. Πέρα από αυτό, οι υπεύθυνοι του περιοδικού μοιράζονται την ίδια ερευνητική «φιλοσοφία». Αποδίδουν μεγάλη σημασία στη συλλογική δουλειά και σε ένα εμπειρικό διάβημα που κινητοποιεί τα θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία, τα οποία επεξεργάστηκαν οι κοινωνικές επι­ στήμες, προκειμένου να εκμεταλλευτούν το «πρωτογενές» υλικό. Οι υπεύ­ θυνοι όμως του περιοδικού αρνούνται να προχωρήσουν πέρα από τις βα­ [214 ]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

σικές αυτές αρχές. Δεν παρουσιάζουν το σχέδιό τους ως μια νέα «στρο­ φή» της ιστορικής έρευνας, ούτε ακόμη ως ένα «ξεπέρασμα» του ό,τι έγινε πριν από αυτούς. Αν η ανασύνθεση της διεπιστημονικότητας αποτε­ λεί μια δηλωμένη έγνοια, το μανιφέστο είναι ρεαλιστικό: «Αν θέλουμε να συμβάλουμε στην εξέλιξη των επιστημών μας, πρέπει να ξεκινήσουμε κυρίως από αυτό που είναι και όχι διακηρύσσοντας αυτό που θα έπρε­ πε να είναι» (Geneses, 1, Σεπτέμβριος 1990, σ. 2). Αυτή η «πραγματιστι­ κή» στάση εξηγεί γιατί το περιοδικό έγινε γρήγορα ένα νέο σταυροδρό­ μι όπου πολυάριθμοι νέοι ερευνητές μπόρεσαν να εκθέσουν τις πρώτες τους εργασίες, αποδεικνύοντας στην πράξη, τις νέες σχέσεις που η ιστο­ ρία (ουσιαστικά η σύγχρονη ιστορία) μπορεί να εξυφάνει με τις γειτονι­ κές επιστήμες. Στα επτά χρόνια ύπαρξής του, το Geneses δημοσίευσε πο­ λυάριθμα αφιερώματα, τα οποία οργανώθηκαν ως ένας συνδυασμός επιστημονικών προσεγγίσεων γύρα) από ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, όπως η κοινωνική προστασία, η διατήρηση της τάξης, το εθνικό γεγονός, το ζήτημα των πόλεων, οι διαδικασίες συγκρότησης ταυτότητας, το νό­ μισμα, η περιουσία κ.λπ. Το μειονέκτημα της πλουραλιστικής αυτής δια­ νοητικής θέσης που αρνείται να εισέλθει σε επιστημολογικές διαμάχες, είναι ότι η ταυτότητα του περιοδικού, η πρωτοτυπία του σχεδίου του, δεν δηλώνονται πάντα σε ικανοποιητικό βαθμό. Εξού ο «εκλεκτικισμός» που μερικές φορές καταλογίζεται στο Geneses. Histoire et soci6tes rurales

T o περιοδικό αυτό αποτελεί μια άλλη απεικόνιση των μορφών που μπορεί να προσλάβει η έκκληση για ανανέωση στο χώρο της ιστο­ ρίας. Από τα τρία παραδείγματα που αναφέρθηκαν εδώ, στο περιοδικό αυτό η διαδικασία συλλογικής κινητοποίησης εμφανίζεται περισσότερο καθαρά. Τον ίδιο καιρό που δημιουργήθηκε το περιοδικό, το Μάιο του 1993, εξήντα ιστορικοί οργανώνονται σε ένα σύλλογο, τον οποίο, σύμ­ φωνα με τους πρωτεργάτες του, υποστηρίζουν περισσότεροι από 600 ερευνητές. Σύλλογος που θέτει στόχο να «επανενεργοποιήσει έναν το­ μέα που εγκαταλείφθηκε λίγο μετά τις ωραίες μέρες της αγροτικής ιστο­ ρίας». Στο κύριο άρθρο του πρώτου τεύχους, ο Ghislain Brunei και ο Jean-Marc Moriceau, δύο από τους βασικούς υπευθύνους της πρωτο­ βουλίας, εξηγούν ότι θέλησαν «να προσφέρουν υπηρεσία σε μια ευρεία κοινότητα ερευνητών και να επανενεργοποιήσουν το ενδιαφέρον για τα [215

]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ S

σχετικά με τον αγροτικό κόσμο ζητήματα». Σύμφωνα με αυτούς, στο χώρο της νεότερης και σύγχρονης κυρίως ιστορίας η μείωση του ενδια­ φέροντος υπήρξε έντονη, εξαιτίας της αποδυνάμωσης της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας μετά τη δεκαετία του 1970. «Οι συνέπειες αυτές της μόδας βαραίνουν αδυσώπητα στην κατάσταση των γνώσεών μας σε μια στιγμή όπου η ζήτηση αγροτικής ιστορίας αυξάνεται από τη μεριά της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης». Ξαναβρίσκουμε εδώ ορισμένα κοι­ νά θέματα με τις άλλες πρωτοβουλίες που αναφέραμε παραπάνω: «Η ανάλυση της αλλαγής μέσα στο χρόνο, όποια και αν είναι η οξύτητά της, θα ευνοηθεί αντί μιας δομικής αντίληψης που, παρ’ όλες τις αναμφισβή­ τητες αρετές της, καταλήγει μερικές φορές στην άρνηση της ίδιας της έν­ νοιας της ιστορίας». Περισσότερο και από τη διεπιστημονικότητα, αυτό που απασχολεί τους συγγραφείς, είναι να θέσουν τέλος στο διαχωρισμό ανάμεσα σε ιστορικές περιόδους, έτσι ώστε η σύγχρονη ιστορία να επι­ κοινωνεί περισσότερο με τους μελετητές της αγροτικής ιστορίας των παλαιότερων εποχών. Το περιοδικό ανακοινώνει ότι θα διαθέσει σημαντικό χώρο στην ποσοτική, οικονομική και κοινωνική ιστορία, χωρίς ωστόσο να παραμελήσει την κοινωνικο-πολιτισμική και κοινωνικο-πολιτική διά­ σταση. Ενθαρρύνει τις μελέτες γύρω από τη μακρά διάρκεια, ενοποιώ­ ντας τις περιόδους. «Έτσι από το τοπικό στο διεθνές, από τη μικροϊστορία στη μακροϊστορία, οι διαφορετικές προοπτικές θα πολλαπλασιάσουν τους δρόμους και θα εμπλουτίσουν τη γνώση μας». Τα πρώτα τεύχη του νεότατου αυτού περιοδικού επέτρεψαν ήδη να ανοίξει η συζήτηση γύρω από τα προβλήματα που θέτει η ποσοτική προσέγγιση στο χώρο της αγροτικής ιστορίας, να παρουσιαστεί η κατάσταση γύρω από την πολι­ τικοποίηση της υπαίθρου, την ιστορία των τεχνικών, των ζητημάτων των πηγών κ.ά. Η στρατηγική που εφαρμόζεται σε αυτή την περίπτωση για να παρακινήσει την ανανέωση διαφέρει από τα δύο προηγούμενα πα­ ραδείγματα με την έννοια ότι το περιοδικό Histoire et societes rurales δεν έχει τη φιλοδοξία μιας «γενικής θεώρησης». Ξεκινώντας από την αρχή ότι «το έδαφος του αγροτικού χώρου είναι ένα προνομιακό σταυροδρό­ μι για συμπληρωματικές προσεγγίσεις», ο «αγροτικός κόσμος» αποτελεί εδώ τη βάση της συγκέντρωσης αυτών των προσεγγίσεων. Το εγχείρημα δεν μπορεί, προφανώς, να ενδιαφέρει παρά μόνο τους ειδικούς του το­ μέα αυτού. Το πλεονέκτημα όμως είναι ότι ο περιορισμός αυτός συμβάλ­ λει στη συνοχή και την ορατότητα του σχεδίου.

[

216]


ΟΙΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Ε να Ν ε ο Β λ έ μ μ α Π α ν ω

στη

Σ ύ γχρο ν η Ιστο ρία

Η ιστορία ως «κατασκευή» α τρία περιοδικά που αναφέραμε, αντανακλούν, το καθένα με τον τρόπο του, τη γενική τάση που χαρακτηρίζει σήμερα την ιστορική έρευνα. Και τα τρία διαπιστώνουν πράγματι, ακόμη και αν μερικές φορές είναι λυπηρό (όπως στην περίπτωση των υπευθύνων της νέας αγροτικής ιστορίας), ότι η ποσοτική οικονομική και κοινωνική ιστορία, που αποτελούσε την αιχμή της ανανέωσης κατά τις μεταπολεμικές δε­ καετίες, χάνει σήμερα έδαφος. Στη θέση της βλέπουμε να αναδύεται μια νέα προοπτική που αντιτίθεται, σημείο προς σημείο, στην προηγούμενη. Ενώ αυτή η τελευταία ξεκινούσε από επίκαιρους ορισμούς των κοινωνι­ κών τάξεων και ομάδων για να επαναπροσδιορίσει την ιστορία, οι σημε­ ρινοί ιστορικοί ευνοούν ένα «κονστρουκτιβίστικό» διάβημα που ενδιαφέρεται κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο οι ορισμοί των τάξεων και των ομάδων αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας κατά τη διάρκεια του χρόνου. Ενώ ο Labrousse (1980, ό.π.) θεωρούσε ότι τα Annales πέτυχαν «τη γενικευμένη εισαγωγή των συλλογικών δυνάμεων στην προ­ βληματική της ιστορίας», σήμερα η προσοχή συγκεντρώνεται στα άτο­ μα. Ενώ θεωρούσαμε, όχι πολύ πριν από είκοσι χρόνια, ότι έπρεπε να μελετάμε μαζί, τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές (ή πολιτιστικές) όψεις, σήμερα το καθένα από τα επίπεδα αυτά αποτελεί ξεχωριστό αντι­ κείμενο μελέτης. Προσπαθούμε να εξηγήσουμε τα οικονομικά ζητήματα μέσω οικονομικών επιχειρημάτων, τα κοινωνικά ζητήματα μέσω κοινω­ νιολογικών επιχειρημάτων κ.λπ. Καλύτερα, ενώ η οικονομία εθεωρείτο ο καθοριστικός παράγοντας της ιστορίας, η πλειονότητα των ιστορικών (αν θέλαμε να είμαστε ακριβείς, θα έπρεπε ορθότερα να πούμε: η πλειο­ νότητα των ιστορικών που αναπτύσσουν λόγο γύρω από την ιστορία) φαίνεται να συμφωνεί σήμερα στο αντίθετο και να ευνοεί τις «αναπαρα­ στάσεις». Ωστόσο, η επαναφορά του εκκρεμούς προς έγνοιες που ήταν αυτές των ιστορικών των αρχών του 20ού αιώνα (είδαμε, στο Κεφάλαιο 2, ότι ο Charles Seignobos εκτιμούσε ότι μόνο η μελέτη των ατόμων πα­ ρουσίαζε ενδιαφέρον στην ιστορία) δεν αποτελεί μια επιστροφή προς τα πίσω. Πρέπει αντίθετα εδώ να δούμε μια απεικόνιση της διαλεκτικής της προόδου της ιστορικής έρευνας. Στην αρχή, πράγματι, αυτοί που ενδιαφέρονταν για τα άτομα, έδιναν προνομιακή θέση στη μελέτη των «μεγά­

Τ

[

217]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

λων ανδρών». Για το λόγο αυτόν, τους αντιτάχθηκε μια περισσότερο «δημοκρατική» ιστορία, επικεντρωμένη στις λαϊκές «μάζες» και «τάξεις». Σήμερα, η ανανέωση της ατομικής προοπτικής τίθεται στην υπηρεσία αυτών των ίδιων των «μαζών». Προσπαθούμε να μελετήσουμε κάθε αν­ θρώπινο ον ως εάν ήταν ένας «μεγάλος άνδρας», ως εάν ήταν μοναδικό, διάβημα που δεν υιοθέτησαν ούτε η μεθοδική ιστορία των αρχών του 20ού αιώνα ούτε η ποσοτική ιστορία της δεκαετίας του 1950. Οι λόγοι που εξηγούν την εξέλιξη αυτή είναι πολύπλοκοι. Πολλοί ιστορικοί απογοητεύτηκαν από τις μεγάλες σειραϊκές έρευνες που ανα­ πτύχθηκαν με ενθουσιασμό, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και του 1970, οι οποίες όμως δεν κατέληξαν στα επιθυμητά αποτελέσμα­ τα. Η απογοήτευση αυτή εξηγείται επίσης, αναμφίβολα, από το γεγονός ότι οι έρευνες αυτές, συχνά άχαρες και μακρόπνοες, δεν εκτιμήθηκαν όσο άξιζαν. Προσαρμόστηκαν κυρίως στον «αγώνα βάθους» που αποτελούσε η these d’Etat. Σήμερα, οι νέοι κανόνες της επιστημονικής εργα­ σίας αντιγράφουν εκείνους του PhD, χωρίς όμως τα μέσα, ούτε την αυ­ τονομία την οποία διαθέτουν τα αμερικανικά πανεπιστήμια. Βοηθούσης και της ζήτησης των μεγάλων εκδοτών, το ενδιαφέρον του μεγάλου κοι­ νού εξυπηρέτησε αυτού του είδους την εργασία. Οι αποκαλύψεις γύρω από τη συμπεριφορά αυτού ή εκείνου του διάσημου άνδρα κατά τη διάρκεια της Κατοχής γοητεύουν περισσότερο, πράγματι, τον ερασιτέ­ χνη της ιστορίας, απ’ ότι οι στατιστικές αναλύσεις γύρω από την ανά­ πτυξη του καπιταλισμού σε μακρά διάρκεια.

«Small is beautiful»

Η

έγνοια για τη συνάντηση των «πραγματικών» ατόμων, πίσω από τις δομές, τους θεσμούς, τις κατηγορίες κ.λπ., επέφερε ένα νέο, σφαιρι­ κό προσανατολισμό της έρευνας προς τη «μικροϊστορία». Σίγουρα, πολύ συχνά, ο όρος αυτός χρησιμεύει ως διαφορετικός ορισμός αυτού που πριν αποκαλούσαμε «μονογραφία» ή «τοπική» ιστορία. Είδαμε στο προηγού­ μενο κεφάλαιο ότι οι «πατέρες ιδρυτές» της ιταλικής microstoria θεωρού­ σαν ότι δεν έπρεπε να καταναλώνουμε πολλή ενέργεια στην προσπάθεια ορισμού της νέας αυτής προσέγγισης. Ωστόσο, μπορούμε να αναδείξου­ με σημαντικές διαφορές ανάμεσα στη μορφή της μονογραφίας που ανέ­ πτυξαν οι μαθητές του Labrousse, όπως ο Georges Dupeux, στις δεκαε­ [ 218]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

τίες 1950-1960 και αυτές που τείνουν να επιβληθούν σήμερα. Όπως το ανέφερα στο Κεφάλαιο 3, η διδακτορική διατριβή του Maurice Agulhon (1966,1969, ό.π.) αποτελεί μία από τις πρώτες έρευνες που ανοίγουν το πεδίο και εικονογραφούν το νέο βλέμμα το οποίο στρέφεται στην τοπι­ κή ή περιφερειακή ιστορία. Αν η έρευνα αυτή εντάσσεται σε έναν ορι­ σμένο βαθμό στη «μακρά διάρκεια», βρισκόμαστε εδώ πιο κοντά στο διάβημα της προοδευτικής μείωσης της κλίμακας που πρότεινε ο Marc Bloch, παρά στη δομική προοπτική, αγαπητή στον Labrousse ή στον Braudel. Ό συγγραφέας θεωρεί πράγματι ως σημείο εκκίνησης την εξέ­ γερση του 1851 στην Provence η οποία αποτελεί τη στιγμή όπου ανα­ δύεται η δημοκρατική συνείδηση στην κόκκινη νότια Γαλλία. Πραγμα­ τοποιεί στη συνέχεια μια κοινωνιολογική έρευνα, η οποία επικεντρώνε­ ται κυρίως σε ένα χωριό του Var: την Garde-Freinet που του επιτρέπει να αποδείξει ότι οι κοινωνικοί αγώνες οι οποίοι παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Δημοκρατίας προέρχονται, πράγματι, από τις μορφές κοινωνικότητας που αναπτύχθηκαν το 18ο αιώνα (από τις αδελ­ φότητες των μετανοούντων μέχρι τις μυστικές δημοκρατικές εταιρείες που αποκαλούμε «chambrees»). Παρόλο που και αυτή η διατριβή πραγματοποιήθηκε υπό τη διεύθυνση του Ernest Labrousse, η πρωτοτυπία της συνίσταται στην ισχνή θέση που αποδίδει στην καθαρά ποσοτική διάσταση και την άρνηση να ενταχθεί στο καλούπι «Οικονομίες, Κοινω­ νίες, Πολιτισμοί». Μελετώντας τη «Δημοκρατία στο χωριό», ο Maurice Agulhon δείχνει το ενδιαφέρον ενός διαβήματος που αποδίδει προ­ νομιακή θέση στους δεσμούς τους οποίους δημιουργούν τα άτομα ανά­ μεσά τους, σε τοπικό επίπεδο, προκειμένου να κατανοήσουμε και τα μείζονα πολιτικά γεγονότα της γαλλικής ιστορίας. Οι εργασίες του ση­ ματοδοτούν την αφετηρία μιας ιστορικής ανθρωπολογίας που συμπίπτει με την προσέγγιση του Thompson, από την οποία θα εμπνευστούν στα επόμενα χρόνια, άμεσα ή έμμεσα, πολλοί από τους ιστορικούς-οπαδούς της «νέας κοινωνικής ιστορίας». Η εργατική ιστορία θα επωφεληθεί, όπως το δείχνουν οι διατριβές του Gerard Jacquemet σχετικά με την Belleville και του Jean-Paul Burdy γύρω από τη συνοικία του «Μαύρου Ήλιου» στο Saint-Etienne. Αλλά η προσέγγιση αυτή θα αποκτήσει επί­ σης πολλούς πιστούς στο χώρο της θρησκευτικής ιστορίας. Όπως στην κοινωνική ιστορία περάσαμε από το νομό στο χωριό ή στη συνοικία, παρόμοια οι ιστορικοί του θρησκευτικού έχουν την τάση να εγκαταλεί­ πουν την επισκοπή προς χάρη της ενορίας. Η διδακτορική διατριβή του [

219]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Philippe Boutry (1986) προσφέρει ένα παράδειγμα που στρέφει τον προ­ βολέα σε μερικές εκατοντάδες ιερέων της υπαίθρου, στην περιοχή του Ιερέα του Ars, για να δείξει πώς αντιμετώπισαν τις αλλαγές της χριστια­ νοσύνης το 19ο αιώνα. Η τάση αυτή για μείωση της κλίμακας ανάλυσης δεν αφορά μόνο το χώρο. Την ξαναβρίσκουμε και στη μελέτη κοινωνι­ κών ομάδων, όπως θα το δούμε τώρα λέγοντας λίγα λόγια για την προ­ σωπογραφική προσέγγιση.

Οι αλλαγές της ποσοτικής ιστορίας Η επιτήδευση των μοντέλων

Ο

ι οπαδοί της ποσοτικής ιστορίας, έχοντας να αντιμετωπίσουν αυτή την αμφισβήτηση των βασικών αρχών της, αντέδρασαν προτείνοντας προσεγγίσεις ολοένα και περισσότερο επιτηδευμένες, που ολοκλή­ ρωσαν τη διάσπαση της παλιάς οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας, παρ’ όλες τις προσπάθειες τις οποίες κατέβαλαν κυρίως οι υπεύθυνοι του περιοδικού Histoire et mesure (το οποίο ιδρύθηκε το 1986) για τη δη­ μιουργία ενός χώρου σκέψης γύρω από τη χρήση ποσοτικών τεχνικών, ανοιχτού στο σύνολο των ιστορικών. Η αμφισβήτηση της μήτρας των Annales και του Labrousse ενίσχυσε τη θέληση των υποστηρικτών της αμερικανικής New Economic History (της οποίας ο επικεφαλής Robert Fogel τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ το 1993) να διακοψουν οριστικά τους δεσμούς με την κοινωνική ιστορία, με σκοπό την επεξεργασία οικο­ νομετρικών μοντέλων, φιλτραρισμένων από όλα τα παράσιτα που αδυ­ νατούν να μετατραπούν σε μεταβλητές. Η ιστορική δημογραφία γνώρι­ σε την ίδια εξέλιξη. Αυτή εμφανίζεται σήμερα διχασμένη ανάμεσα σε δύο αντιφατικούς πόλους. Από τη μία πλευρά, ιστορικοί όπως η Patrice Bourdelais (1993) προσπαθούν να ανανεώσουν τον τομέα αυτόν ανοίγοντάς τον περισσότερο σε «ποιοτικές» προσεγγίσεις, όπως είναι η ιστορία της γήρανσης. Από την άλλη πλευρά, οι οπαδοί της ποσοτικής προσέγγι­ σης στηρίζονται ολοένα και περισσότερο, και αυτοί, σε μαθηματικά μο­ ντέλα, όπως το εικονογραφούν στο εργαστήριο ιστορικής δημογραφίας της EHESS κυρίως πολυάριθμες εργασίες που πραγματοποιούνται συ­ χνά από ερευνητές οι οποίοι προέρχονται από την Πολυτεχνική Σχολή (Noel Bonneuil, 1997). Την ίδια τάση, αν και λιγότερο κατηγορηματική, [220]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ξαναβρίσκουμε στις έρευνες που κατατάσσονται στο χώρο της ποσοτι­ κής «μικροϊστορίας» και πραγματοποιήθηκαν κυρίως από τον Maurizio Gribaudi και τον Andre Rosental (στο J. Revel, 1996). Οπαδοί της προ­ σέγγισης αυτής είναι, σίγουρα, οι ιστορικοί που εμφανίζονται περισσό­ τερο αυστηροί απέναντι στην ποσοτική οικονομική και κοινωνική ιστο­ ρία η οποία αναπτύχθηκε από την προηγούμενη γενιά. Χωρίς όμως να καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι στατιστικές μέθοδοι πρέπει να ρι­ χτούν στον κάλαθο των αχρήστων, προσπαθούν να δείξουν ότι με βάση τα «πραγματικά» άτομα, όπως μας τα παρουσιάζει η μικροϊστορία, είναι δυνατόν να οικοδομήσουμε μια νέα ποσοτική ιστορία. Για να προχωρή­ σουν στο δρόμο αυτόν, στηρίζονται στο σώμα των 46.000 πράξεων γά­ μου που συγκροτήθηκε στο πλαίσιο της μεγάλης έρευνας την οποία διηύθυνε ο Jacques Dupaquier γύρω από την κινητικότητα 3.000 γαλλικών οικογενειών από το 1803 μέχρι τις μέρες μας. Η στατιστική επεξεργασία του υλικού αυτού έρχεται σε ρήξη με την κλασική μέθοδο της συνάθροι­ σης των ονομαστικών δεδομένων προς χάρη προσανατολισμένων γρα­ φημάτων που συνδέουν το σύνολο των ονομαστικών προσδιορισμών του σώματος του υλικού. Οι ατομικές δηλώσεις που καταγράφονται από το ληξιαρχείο αναπαριστώνται υπό μορφή σχηματισμού σημείων, διακριτών που μπορούν όμως να συνδεθούν. Η μέθοδος αυτή, η οποία εφαρ­ μόζεται για τη μελέτη της κοινωνικής και γεωγραφικής κινητικότητας κατά το 19ο αιώνα -και στηρίζεται στις θεωρίες που αναπτύχθηκαν από την κοινωνιολογία της αλληλεπίδρασης και την κοινωνιολογία των δι­ κτύων, στις δεκαετίες του 1960 και του 1970- παρουσιάζει το πλεονέ­ κτημα, κατά τα λεγάμενα των οπαδών της, ότι αναδεικνύει τη διαφορε­ τικότητα των στρατηγικών τις οποίες μπορούν να αναπτύξουν τα άτομα στην καθημερινή τους ζωή, αντί να διαλύονται σε ένα ενιαίο σχήμα.

Η προσωπογραφία

Η

ίδια θέληση για την επεξεργασία μιας νέας ποσοτικής ιστορίας, που να ξεκινά από τα άτομα και όχι από τις διοικητικές κατηγορίες, εξηγεί την επιτυχία της προσωπογραφίας. Η ερευνητική αυτή μέθοδος συνίσταται στη συλλογή πληροφοριών που αφορούν ένα σύνολο ατό­ μων (την οικογενειακή τους κατάσταση, το επάγγελμά τους και τα δια­ φορετικά χαρακτηριστικά, τα οποία μπορεί να παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον για την έρευνα), έτσι ώστε να συγκροτηθεί η συλλογική βιο­ [221 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

γραφία ενός κοινωνικού σώματος ή μιας κοινωνικής ομάδας. Η προσω­ πογραφική προσέγγιση εφαρμόστηκε κατ’ αρχάς στη μελέτη των αρι­ στοκρατικών οικογενειών της ρωμαϊκής εποχής. Επεκτάθηκε κατόπιν στη μεσαιωνική ιστορία, κυρίως στις έρευνες της Fran^oise Autrand σχε­ τικά με τα μέλη της Βουλής του Παρισιού. Σήμερα, προσαρμόζεται στις ανάγκες της σύγχρονης ιστορίας, με σκοπό να συμπληρώσει, να βελτιώ­ σει, να σχετικοποιήσει την εικόνα του κοινωνικού κόσμου που αντανα­ κλούν οι απογραφές της Γενικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Γαλλίας. Ανάμεσα στις σημαντικές εργασίες που χρησιμοποίησαν την προσωπο­ γραφία, πρέπει να αναφέρουμε τη διδακτορική διατριβή του Jean-Lue Pinol (1989), της οποίας στόχος είναι η μέτρηση της φύσης και του εύ­ ρους της κοινωνικής κινητικότητας στη Λυών κατά τη διάρκεια του με­ σοπολέμου. Σύμφωνα με το συγγραφέα, δεν μπορούμε να προχωρήσου­ με στο δρόμο αυτόν, παρά μόνο αν «εγκαταλείψουμε το χώρο των κοι­ νωνικών ομάδων, οι οποίες γίνονται αντιληπτές ως πρωταγωνιστές και εμφανίζονται με τον τρόπο αυτόν σε όλες τις μελέτες που στηρίζονται σε μια εγκάρσια προσέγγιση [...] και αν επανέλθουμε σε μια ιστορία των ατόμων, των ανωνύμων όμως ατόμων» (σ. 27). Πράγματι, όταν η ομάδα ή η τάξη γίνονται αντιληπτές ως το βασικό επίπεδο του κοινωνικού κό­ σμου, σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατόν να διαφοροποιηθεί η κοι­ νωνική από την επαγγελματική κινητικότητα. Η πρώτη μιλά για την αλ­ λαγή θέσης από τη μια γενιά στην άλλη. Προϋποθέτει, κατά συνέπεια, το να παρακολουθήσει κανείς τα άτομα δύο γενεών για να συγκρίνει τις επαγγελματικές τους διαδρομές και τις περιοχές κατοικίας τους. Η δεύ­ τερη μετρά τις αλλαγές δραστηριότητας του ίδιου ατόμου κατά τη διάρ­ κεια της σταδιοδρομίας του, πράγμα που προϋποθέτει την προσφυγή στις προσωπογραφικές μεθόδους. Η διδακτορική διατριβή του Christophe Charle (1986) στηρίζεται, και αυτή, σε μεγάλο βαθμό, στην προσέγ­ γιση αυτή. Στην αρχή, ο συγγραφέας συγκροτεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των ελίτ στις αρχές της Τρίτης Δημοκρατίας (δηλαδή 1.093 άτο­ μα, το πέμπτο των βιογραφικών σημειωμάτων τού Ποιος είστε;). Κατό­ πιν επιχειρεί μια εκτενή έρευνα (στο ληξιαρχείο, τους διοικητικούς φα­ κέλους, τα νεκρολογικά σημειώματα κ.ά.) με στόχο να συγκεντρώσει για κάθε ταυτοποιημένο άτομο τις πληροφορίες οι οποίες αφορούν τα έξι σύνολα μεταβλητών (δημογραφικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, ιδεολο­ γικών, οικονομικών και δυναμικών), που πριμοδοτήθηκαν προκαταβο­ λικά, έτσι ώστε να μπορεί να τις επεξεργαστεί στον υπολογιστή. Με τη [222 ]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΟΤΤίΓΓ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

συγκρότηση του δείγματος, η κωδικοποίηση των δεδομένων αποτελεί μια ουσιαστική στιγμή της έρευνας επειδή απαιτεί την κατανομή των ατόμων σε πολλές κατηγορίες, κατηγορίες που πρέπει να συμφωνούν συγχρόνως με τις «εγχώριες» ταξινομήσεις και τη μέριμνα του ιστορικού, ο οποίος επιθυμεί, για παράδειγμα, να αξιοποιήσει τις μορφές που προ­ σλαμβάνει η κοινωνική κινητικότητα. Ο Christophe Charle εγκαθιδρύει έτσι μια διάκριση ανάμεσα στα νομικά και ιατρικά επαγγέλματα ενώ, γε­ νικά, αυτά συγχέονται στην κατηγορία «ελευθέρια επαγγέλματα». Πράγ­ μα που επιτρέπει να φανεί η εύνοια του νέου καθεστώτος απέναντι στο ιατρικό σώμα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι εργασίες που πραγματο­ ποιήθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή πολλαπλασιάστηκαν. Μπορούμε να αναφέρουμε τις πρωτοποριακές διδακτορικές διατριβές στον τομέα αυτόν του Jean Estebe (1978) σχετικά με τους υπουργούς της Τρίτης Δη­ μοκρατίας και του William Serman (1982) σχετικά με την ιστορία των αξιωματικών το 19ο αιώνα. Η προσωπογραφία όμως επέτρεψε επίσης την ανανέωση των μορφών της συλλογικής έρευνας, επιτρέποντας τη δη­ μιουργία νέων εργαλείων δουλειάς, κατά κύριο λόγο των βιογραφικών λεξικών. Το μνημειώδες Dictionnaire biographique du mouvement ouvrier franqais, που πραγματοποιήθηκε υπό τη διεύθυνση του Jean Maitron και κατόπιν του Claude Pennetier, είναι διαθέσιμο σήμερα υπό μορφή cd rom. Στο Institut d’Histoire modeme et contemporaine, o Frederic Barbier και o Dominique Barjot διηύθυναν μια συλλογική έρευνα σχετικά με τους εργοδότες κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Αυτοκρατορίας που κατέληξε ήδη στη δημοσίευση πέντε έργων. Στο Centre de recherche historique της EHESS, η νομαρχιακή έρευνα γύρω από τους μεγάλους προκρίτους της Πρώτης Αυτοκρατορίας, που διηύθυναν ο Louis Ber­ geron και ο Guy Chaussinad-Nogaret, έχει στο ενεργητικό της είκοσι τό­ μους.

Η υπεροχή των αναπαραστάσεων

Ε

νώ η ιστορία του Labrousse τόνιζε την υπεροχή της οικονομίας, σή­ μερα ένας αυξανόμενος αριθμός ιστορικών σκέφτονται ότι η μελέτη των αναπαραστάσεων αποτελεί προϋπόθεση για κάθε ιστορική μελέτη Μπορούμε να αναρωτηθούμε σε πιο βαθμό το πάθος αυτό δεν εξηγείται [ 223

]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

από τον ασαφή και απατηλό χαρακτήρα του όρου «αναπαράσταση» (που παίζει σήμερα τον ίδιο ρόλο που έπαιζε η λέξη «νοοτροπίες» εδώ και είκοσι χρόνια). Η φτώχεια της γαλλικής γλώσσας μάς περιορίζει σε ένα μόνο όρο, εκεί όπου οι Γερμανοί, για παράδειγμα, μπορούν να χρη­ σιμοποιήσουν τουλάχιστον τέσσερις, πράγμα που τους επιτρέπει να δια­ κρίνουν την «αναπαράσταση» με την έννοια της εικόνας (Darstellung), με την έννοια της αντίληψης (Vorstellung), της πολιτικής αναπαράστα­ σης (Reprasentation) και της διοικητικής αναπαράστασης (Vertretung). Παρόλο που οι Γάλλοι ιστορικοί σπάνια εξηγούν επακριβώς με ποια έν­ νοια χρησιμοποιούν τη λέξη «αναπαράσταση», μπορούμε ωστόσο να διακρίνουμε τις εργασίες τους γύρω από το θέμα αυτό σε τρία μεγάλα σύνολα. Το πρώτο αντιτίθεται στους ορισμούς που οι ιστορικοί, οπαδοί του Labrousse, έδιναν στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 για τις κοινωνι­ κές τάξεις και ομάδες. Για τον Ernest Labrousse, όπως είδαμε, οι κοινω­ νικές κατηγορίες ήταν δεδομένες εξαρχής. Η ύπαρξη της εργατικής τά­ ξης, για παράδειγμα, δεν αποτελούσε αντικείμενο αμφισβήτησης, επειδή ήταν δυνατόν να την ορίσουμε με βάση αντικειμενικές ιδιότητες. Η «αντικειμενικότητα» αυτή απορρίπτεται σήμερα ως ένα είδος επιστημο­ λογικής αφέλειας από όλους όσοι εκτιμούν ότι οι κοινωνικο-επαγγελματικές κατηγορίες αποτελούν οι ίδιες κοινωνικές κατασκευές (A. Prost, 1996, ό.π.). Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι μια τέτοια ιδέα δεν είναι και­ νούρια. Αναπτύχθηκε από τις αρχές του 20ού αιώνα από τους κοινωνιο­ λόγους οπαδούς του Durkheim. Στη Γαλλία όμως δεν αρχίζει να συνα­ ντά μια μικρή απήχηση στους ιστορικούς παρά μόνο στη δεκαετία του 1980, αφού ο Pierre Bourdieu και οι μαθητές του έδειξαν την αποκαλυ­ πτική γονιμότητα του «κονστρουκτιβιστικού» διαβήματος. Οι έρευνες που ανέλαβε μια μικρή ομάδα ερευνητών του INSEE (1977) γύρω από την ιστορία της στατιστικής υπογράμμισαν τον εν μέρει αυθαίρετο χα­ ρακτήρα της επαγγελματικής νομενκλατούρας. Οι εργασίες του Luc Boltanski (1983) σχετικά με τα στελέχη, του Alain Desrosieres και του Laurent Thevenot (1988) σχετικά με τις κοινωνικο-επαγγελματικές κατη­ γορίες αμφισβήτησαν την ιδέα ότι οι κοινωνικές ομάδες θα μπορούσαν να οριστούν μονάχα με βάση αντικειμενικές ιδιότητες (όπως το επάγ­ γελμα, το επίπεδο ειδίκευσης, τα εισοδήματα κ.λπ.). Σύμφωνα με τους συγγραφείς αυτούς, οι κοινωνικοί αγώνες που προωθήθηκαν από τις ορ­ γανώσεις (συνδικάτα, ομάδες πίεσης κ.ά.) τις οποίες δημιούργησαν οι [

224]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ομάδες αυτές, τους επέτρεψαν να σταθεροποιήσουν τη συλλογική τους ταυτότητα. Στην προοπτική αυτή, οι κοινωνικές ομάδες δεν υπάρχου\ παρά μόνο στο μέτρο που εκπροσωπούνται στην πολιτική σκηνή από τους porte-parole που μιλούν στο όνομά τους. Όπως βλέπουμε, πρόκει­ ται εδώ για μια προσέγγιση που συνδυάζει στενά την κοινωνική και πο­ λιτική ιστορία. Για αυτό θα επανέλθω στο ζήτημα με περισσότερες λε­ πτομέρειες στο επόμενο κεφάλαιο. Η ιστορία των αναπαραστάσεων βρίσκεται επίσης στην καρδιά τω\ εργασιών που ενδιαφέρονται για το ζήτημα της πρόσληψης της πραγ­ ματικότητας. Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης περιόδου, ο Alain Cor­ bin (1988, σσ. 7-8) υπερασπίστηκε περισσότερο έντονα την προοπτική αυτή. Σχετικά με το είδος των πηγών, συνηγορεί υπέρ της απόδοσης προνομιακής θέσης από τον ιστορικό στα λογοτεχνικά κείμενα, γιατί αυ­ τά εκφράζουν καλύτερα από τα αρχεία την ευαισθησία μιας εποχής. Κα­ τά βάθος, «δεν υπάρχει άλλο μέσο», σύμφωνα με αυτόν, «για την κατα­ νόηση των ανθρώπων του παρελθόντος από το να προσπαθήσουμε να δανειστούμε το βλέμμα τους, να ζήσουμε τις συγκινήσεις τους». Για το λόγο αυτόν, εκτιμά ότι το πρωταρχικό καθήκον του ιστορικού είναι η «οριοθέτηση των νοητικών περιγραμμάτων, ο εντοπισμός των μηχανι­ σμών της νέας συγκίνησης, η γένεση των επιθυμιών, ο τρόπος με τον οποίο, σε μια δεδομένη στιγμή, βιώνονται ο πόνος και η ηδονή, η περι­ γραφή των συνηθειών, η επαναφορά της συνοχής των συστημάτων ανα­ παράστασης και πρόσληψης». Χωρίς να μπορούμε να επιμείνουμε γύρω από το ζήτημα αυτό, διαπιστώνουμε ότι στις πρόσφατες εμπειρικές έρευνές του, ο Alain Corbin εφάρμοσε το πρόγραμμα αυτό δανειζόμενος ταυτόχρονα δύο δρόμους που, από μια λογική άποψη, είναι αρκετά αντιφατικοί μεταξύ τους. Ο πρώτος, που γειτνιάζει με την κοινωνική μικροϊστορία, επανασυνδέεται με τις ερμηνευτικές μέριμνες που, όπως εί­ δαμε, κυριαρχούσαν στην επιστήμη πριν από την ποσοτική επανάσταση. Στο Village des cannibales (1990), για παράδειγμα, ο Corbin προσπαθεί να κατανοήσει ένα συλλογικό φόνο (τη δολοφονία ενός ευγενούς από μια ομάδα χωρικών το 1870), τοποθετούμενος σε ένα όσο το δυνατόν πιο στοιχειώδες επίπεδο, για να συλλάβει τη συμπεριφορά των διαφορε­ τικών δραστών και την έννοια που μπόρεσαν να δώσουν στην πράξη αυτή. Στο Territoire du vide (1988) όμως, δεν τοποθετείται από την πλευ­ ρά των πρωταγωνιστών. Πρόκειται για ένα «δομικό» διάβημα -το οποίο γειτνιάζει με αυτό που ο Michel Foucault αποκαλούσε, στη δεκαετία του 15

[ 2 25]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

1960, η «συμπτωματολογική» ανάγνωση- που εφαρμόστηκε με στόχο να εξαγάγει «επίπεδα» συλλογικής ευαισθησίας, να εντοπίσει τις γενέσεις, τις ρήξεις, να συγκροτήσει γενεαλογίες, να ανιχνεύσει τη συνοχή των αναπαραστάσεων όπως αυτές δομούνται σε μία δεδομένη στιγμή. Οι δύο αυτές προσεγγίσεις συγκλίνουν ωστόσο για να στηρίξουν την υπό­ θεση μιας απότομης αλλαγής της συλλογικής ευαισθησίας στη γαλλική κοινωνία κατά τις αρχές του 19ου αιώνα, ακόμη και αν η αλλαγή αυτή δεν αγγίζει με τον ίδιο ρυθμό όλους του κοινωνικούς χώρους (στις λαϊ­ κές τάξεις, η ειρήνευση των ηθών θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο για να επιβληθεί). Το τρίτο σύνολο ιστορικών ερευνών που επικεντρώνονται στο ζήτη­ μα των αναπαραστάσεων αποδίδει προνομιακή θέση στη μελέτη των «εικόνων» που οι διάφορες κοινωνικές ομάδες δίνουν για τον εαυτό τους στο δημόσιο χώρο. Οι αναλύσεις με όρους «ταξικής συνείδησης» εγκαταλείπονται ολοένα και περισσότερο προς χάρη σκέψεων γύρω από τις «συλλογικές ταυτότητες». Για τους μεν, είναι τα σύμβολα: σημαίες, ύμνοι, «τόποι μνήμης» κ.λπ., που δομούν την «αίσθηση του ανήκειν» σε μια ομάδα ή μια κοινότητα. Θα επανέλθω γύρω από το θέμα αυτό στο επόμενο κεφάλαιο. Για τους άλλους, είναι η γλώσσα που παίζει το ρόλο αυτόν. Για παράδειγμα, στη διδακτορική του διατριβή, ο Jean-Louis Ro­ bert (1989) βλέπει τον «εργατικό λόγο» ως το υλικό που, δίνοντας σώμα σε αξίες μέσα στις οποίες νομιμοποιείται η εργατική ομάδα, σε αντίθεση με άλλες κοινωνικές ομάδες, εδραιώνει τη συλλογική της ταυτότητα. Σε όλους τους τομείς, διαπιστώνουμε σήμερα μια τάση που αποβλέπει στην εγκατάλειψη της μελέτης των υλικών, κοινωνικών ή θεσμικών πραγματι­ κοτήτων, προκειμένου να ευνοηθεί η ανάλυση των αναπαραστάσεων των ίδιων αυτών πραγματικοτήτων. Για παράδειγμα, στη διδακτορική της διατριβή σχετικά με τη διαμόρφωση των γαλλικών νομαρχιακών διαμερισμάτων, η Marie-Vic Ozouf-Marignier (1989, σ. 14) υπογραμμίζει ότι θέλησε να «επιχειρήσει την ιστορία των κατηγοριών σκέψης, των δια­ νοητικών διαβημάτων, στη συνάρθρωση αυτού που μπορούμε να αποκαλέσουμε άνετα ο αντιληπτός χώρος και η θέληση οργάνωσης της επι­ κράτειας». Για το λόγο αυτόν, άξονας της μελέτης της είναι η ιστορία των αναπαραστάσεων, υπογραμμίζοντας ότι αυτές συγκροτούν εξίσου την πραγματικότητα. Η τάση αυτή εμφανίζεται επίσης όταν εξετάζουμε την πρόσφατη εξέλιξη των διανοητικών διαδρομών των ιστορικών. Η Marie-Noelle Bourguet, για παράδειγμα, αφού μελέτησε τη δημιουργία [ 226]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

της διοικητικής στατιστικής της Γαλλίας στις αρχές του 19ου αιώνα (1988), ενδιαφέρεται σήμερα για την ιστορία των περιγραφών και των αναπαραστάσεων της φύσης στη σύγχρονη εποχή. Παρόμοια, η Florence Gauthier εγκατέλειψε την κοινωνική ιστορία της αγροτιάς κα­ τά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, αντικείμενο των πρώτων ερ­ γασιών της, για να προσανατολιστεί προς την πολιτική φιλοσοφία (την ιστορία του φυσικού δικαίου).

ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΝΕΟΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΙ ΤΟΜΕΙΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ διαχωρισμός ανάμεσα σε νέο «βλέμμα» και νέους «τομείς», που υιοθέτησα εδώ προκειμένου να διευκολύνω την ανάγνωση του κειμένου, είναι αρκετά τεχνητός, το ομολογώ. Κατανοούμε καλά ότι η έμφαση που δίνεται σήμερα στις αναπαραστάσεις έχει συνέπειες ταυτόχρονα στο είδος της προσέγγισης που εφαρμόζεται και στον επανα­ καθορισμό των ίδιων των αντικειμένων μελέτης. Ωστόσο, οι δύο διαστά­ σεις δεν συμπίπτουν. Όπως πάντα στο χώρο των ιστορικών, η ανανέω­ ση είναι περισσότερο αισθητή στο επίπεδο των τομέων (των «εδαφών») απ’ ό,τι στο επίπεδο των μεθόδων ή της προβληματικής. Η σύντομη εξέ­ ταση που παρουσιάστηκε εδώ δεν έχει στόχο, το υπογραμμίζω μία ακό­ μη φορά, να προτείνει μια κατάσταση των πραγμάτων, ακόμη λιγότερο έναν κατάλογο της ανανέωσης. Η μόνη μου φιλοδοξία είναι να δείξω, στηριζόμενος σε ορισμένα παραδείγματα, πώς επιχειρούνται συγκεκρι­ μένα οι ανασυνθέσεις των ερευνητικών τομέων, πώς ορισμένοι εξαλεί­ φονται, συχνότερα λόγω έλλειψης μαχητών, προς χάρη των νεοαφιχθέντων. Θα ήθελα να επιμείνω επίσης στο γεγονός ότι οι ανανεώσεις αυτές λαμβάνουν χώρα συχνότερα μέσω μιας ανανέωσης των συμμαχιών ανά­ μεσα σε επιστήμες και μέσω συναντήσεων ανάμεσα σε ιστορικούς τομείς που προηγουμένως ζούσαν μέσα στην αμοιβαία άγνοια. Οι νέοι δεσμοί που εξυφαίνονται ανάμεσα στην οικονομική και την πολιτισμική ιστορία ή ανάμεσα στην κοινωνική ιστορία και την ιστορία των διεθνών σχέσεων αποδεικνύουν κάτι τέτοιο.

0

[ 227]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Οι αλλαγές της οικονομικής ιστορίας

Η

έντονη φωνή ανησυχίας που ύψωσε ο Jean Bouvier στην έκθεση την οποία παρουσίασε το 1980 σχετικά με τις τρέχουσες μεταβολές της οικονομικής ιστορίας (βλέπε Κεφάλαιο 3) δεν υπήρξε αρκετή για να ανατρέψει την τάση. Η πλειονότητα των οικονομολόγων ιστορικών θεω­ ρούν σήμερα ότι η ρήξη με την κοινωνική ιστορία είναι οριστική. Οι δύο εταίροι αυτού του χωρισμένου ζεύγους συμφωνούν τουλάχιστον σε ένα πράγμα: τους λόγους του διαζυγίου. Οι εκπρόσωποι των δύο στρατοπέ­ δων όχι μόνο εκτιμούν ότι η πρόσληψη της ιστορίας μέσω του πρίσματος των τριών επιπέδων (οικονομία, κοινωνία, πολιτισμός) έχει ξεπεραστεί, αλλά όλοι απορρίπτουν επίσης τον «αντικειμενιστικό» ορισμό των κοι­ νωνικών «τάξεων» και «κατηγοριών» που είχε προτείνει ο Labrousse.

Η σεφαϊκή ιστορία στον καλύτερο ρυθμό της χοντας διαπιστώσει ότι το INSEE δεν δημοσίευσε αναδρομική στα­ τιστική επετηρίδα εδώ και δύο δεκαετίες, ο Francois Caron οργά­ νωσε στους κόλπους του IHMC μια ερευνητική ομάδα για να καλύψει την έλλειψη αυτή. Έτσι, από το τέλος της δεκαετίας του 1980, πολλοί τόμοι στατιστικών σειρών που συγκεντρώνουν διάσπαρτα δεδομένα από πο­ λυάριθμες εθνικές και τοπικές πηγές, μπόρεσαν να τεθούν στη διάθεση των ερευνητών: στατιστικές σειρές σχετικά με την ενέργεια (D. Barjot), τις επιχειρήσεις (P. Jobert), τις μεταφορές (Μ. Merger), το ανθρώπινο κεφά­ λαιο (F. Barbier). Για τον Frangois Caron, το σχέδιο αυτό επεκτείνει τη μα­ κροοικονομική αυτή ιστορία, που στηρίζεται στην ανασύσταση των μεγά­ λων συμπιλημάτων της εθνικής λογιστικής, η οποία επιχειρήθηκε στους κόλπους του ISEA (Institut des Sciences Economiques Appliquees) με την παρότρυνση του Jean Marczewski, και την οποία ο Maurice Levy-Leboyer και ο Francois Crouzet άρχισαν να εφαρμόζουν στο χώρο των ιστορικών. Στην εισαγωγή του τόμου που εγκαινιάζει τη συλλογή αυτή, ο Emmanuel Chadeau (1988, σ. 16) αναγνωρίζει ότι η σειραϊκή αυτή προσέγγιση είναι, σήμερα, «λιγότερο ιδρυτική, λιγότερο πρωτοποριακή, ίσως στιγμιαία λιγότερο ευφάνταστη» από ojl στην αρχή. Ακολουθεί όμως την τύχη η οποία επιφυλάσσεται σε κάθε τομέα μελέτης που έχει φτάσει στην ωριμότητα. Έπειτα από τρεις δεκαετίες, προσθέτει, η οικονομική ιστορία έφτασε σε ένα «στάδιο πραγματικά επιστημονικό». Πράγματι, δεν μπορούμε πια σή­

Ε

[ 228

}


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

μερα να καταλογίσουμε στους ιστορικούς, όπως το έκανε ο Marczewski στη δεκαετία του 1960, ότι δεν γνωρίζουν να αξιοποιούν τους αριθμούς. Η νέα γενιά απέκτησε τις απαραίτητες ικανότητες στο θέμα αυτό. «Οι ιστο­ ρικοί που ήρθαν από μόνοι τους στην οικονομία συνάντησαν τους οικο­ νομολόγους που ενδιαφέρονταν για την ιστορία, χωρίς οι μεν ούτε οι δε να απαρνούνται την επιστημονική τους ειδικότητα (η συχνότερη προσφυ­ γή των πρώτων στο συγκεκριμένο, η κλίση των άλλων για τα μοντέλα)».

Η ιστορία της επιχείρησης

κλάδος της οικονομικής ιστορίας που γνώρισε τη μεγαλύτερη ανά­ πτυξη τα τελευταία χρόνια είναι η ιστορία της επιχείρησης. Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, αυτή άρχισε να αναπτύσσεται, α τη δεκαετία του 1950, από τους πρωτοπόρους όπως ο Bertrand Gille και ο Pierre Leon. Δεν απέκτησε όμως την πλήρη αυτονομία της παρά μόνο μετά τη δεκαετία του 1980, κυρίως γιατί οι επιχειρήσεις φάνηκαν ολοένα και πιο ευνοϊκές στη δουλειά των ιστορικών, ανοίγοντας κατά μεγάλο μέρος τα αρχεία τους, ακολουθώντας το παράδειγμα του Pont-a-Mousson, και χρηματοδοτώντας οι ίδιες έρευνες γύρω από το παρελθόν τους. Ανάμεσα στις διδακτορικές διατριβές που αφιερώθηκαν στο ζήτημα αυ­ τό μπορούμε να διακρίνουμε τις εργασίες που παρουσιάζονται ως μονο­ γραφίες βιομηχανικών καταστημάτων (του Alain Baudant σχετικά με το Pont-a-Mousson, του Jean-Pierre Daviet σχετικά με το Saint-Gobain, του Claude Ferry σχετικά με το καθαριστήριο και το βαφείο του Thaon-lesVosges κ.λπ.) ή τραπεζικών καταστημάτων (του Hubert Bonin γύρω από την Banque nationale de Credit, του Andre Gueslin σχετικά με την Credit agricole, του Jean-Pierre Alline σχετικά με την Credit foncier). Η μελέτη κλάδων δραστηριότητας αποτέλεσε αντικείμενο πολυάριθμων ερευ­ νών. Ο Emmanuel Chadeau (1986) μελέτησε την αεροναυτική, ο Philippe Mioche (1987) και ο Denis Woronoff, τη σιδηρουργία, ο Michel Lescure (1996) τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ο Pascal Griset (1996) τις τη­ λεπικοινωνίες, η Michele Merger τις μεταφορές, ο Dominique Baijot (1989) τα δημόσια έργα, ο Alain Beltran (1991) και ο Henri Morsel (1990) την ηλεκτρική βιομηχανία. Μια ένδειξη της ζωτικότητας του το­ μέα αυτού της ιστορικής έρευνας αποτελεί το γεγονός ότι στεγάζει αρ­ κετά διαφορετικές προσεγγίσεις. Από τη μία πλευρά, βρίσκουμε ιστορι­ κούς που βλέπουν την επιχείρηση ως ένα είδος κοινότητας συμφερό­

0

[2 2 9 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ντων. Ο Pascal Griset (στο C. Charle, 1993), για παράδειγμα, καταλογί­ ζει στην κοινωνική ιστορία των προηγούμενων δεκαετιών, ότι όχι μόνο παραμέλησε τη μελέτη των επιχειρήσεων, αλλά ότι έδωσε μια αρνητική θεώρηση παρουσιάζοντάς τες ως έναν τόπο εκμετάλλευσης των εργα­ τών. Σύμφωνα με αυτόν, πρέπει στο εξής να υπερβούμε την παλιά αντί­ θεση ανάμεσα σε οικονομική και κοινωνική ιστορία, για να προχωρή­ σουμε προς μια πολιτιστική ιστορία της επιχείρησης. Η αναβάθμιση της «κουλτούρας της επιχείρησης» εγγράφεται στο γενικότερο κίνημα που αποβλέπει στο να «συμφιλιωθούν» οι Γάλλοι με την οικονομία. Στη δια­ δικασία αυτή μπορούμε να δούμε μια ένδειξη της αποδυνάμωσης του εργατικού κινήματος και της αυξανόμενης επίδρασης που ασκεί σήμερα η αμερικανική business history. Διευρύνοντας τις έρευνες που αφιέρωσε αρχικά στην ιστορία της αυτοκινητοβιομηχανίας, ο Patrick Fridenson (1972) ανέπτυξε εδώ και μία δεκαετία, στην EHESS, μια προσέγγιση που επικεντρώνεται στο πρόβλημα των οργανώσεων (P. Fridenson, 1989). Το ρεύμα αυτό διαθέτει σήμερα, το δικό του περιοδικό: Entreprises et hi­ stoire που δημιουργήθηκε το 1992. Παίρνοντας τις αποστάσεις της από την κάπως καταγγελτική θεώρηση που ανέπτυξαν προηγουμένως οι ιστο­ ρικοί οι οποίοι ήταν κοντά στο εργατικό κίνημα, η προοπτική αυτή ξεκι­ νά από την αρχή ότι είναι οι άνθρωποι που συμβάλλουν στην «ύπαρξη» τω,ν επιχειρήσεων. Επιχειρεί να κατανοήσει το ρόλο που παίζουν οι πρω­ ταγωνιστές, χωρίς να απορρίπτει a priori, την υπόθεση ότι η επιχείρηση αποτελεί ένα χώρο συγκρούσεων ανάμεσα σε διαφορετικά συμφέροντα και ένα χώρο που διαθέτει τις δικές του μορφές κοινωνικής κυριαρχίας. Μπορούμε να κατατάξουμε στο ρεύμα αυτό τις ιστορικές έρευνες που διεξήχθησαν σχετικά με τον εξορθολογισμό της εργασίας, όπως η μελέτη της Sylvie Vandecasteele-Schweitzer (1990) για τη Citroen, της Aimee Moutet (1995) για ολόκληρη τη Γαλλία και του Yves Cohen σε μια συ­ γκριτική προοπτική ανάμεσα στη Ρωσία και την Ευρώπη. Ενώ στη δε­ καετία του 1970 κάθε μορφή ανανέωσης στο χώρο της επιχείρησης γινό­ ταν αντιληπτή ως ένα επιπρόσθετο μέσο υποδούλωσης των εργατών, η σημερινή προοπτική είναι αναμφίβολα λιγότερο μονόπλευρη. Στη θέση μιας απλής σύγκρουσης εργοδότη-εργάτη, οι μελέτες επιμένουν στο εξής στην πολυπλοκότητα του κοινωνικού κόσμου που συνιστά η επιχείρηση. Η εφαρμογή, από τον Alain Dewerpe (στο Β. Lepetit, 1995), στο χώρο της ναυπηγικής βιομηχανίας, των υποθέσεων που επεξεργάστηκε πρό­ σφατα η οικονομία των συμβάσεων (R. Salais και Μ. Storper, 1993), επι­ [ 230]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

τρέπει να φανεί ότι η παραγωγή δεν είναι δυνατή παρά μόνο μέσω της σύμπραξης μιας πολλαπλότητας συναλλαγών ανάμεσα σε όλα τα μέρη της επιχείρησης, αλλά και των πελατών που παρεμβαίνουν στον ίδιο τον καθορισμό του προϊόντος (στην προκειμένη περίσταση των θωρηκτών και των υπερωκεανίων).

Η ιστορία των τεχνικών

Η

ιστορία των τεχνικών, τομέας που για μεγάλο διάστημα παραμελήθηκε από τους Γάλλους ιστορικούς, γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη μετά τις πρωτοποριακές εργασίες του Bertrand Gille. Η δημιουργία ενός DEA σχετικά με την ιστορία των τεχνικών όπου συνεργάζονται ερευνητές και καθηγητές του CNAM, της EHESS, του ΙΗΤΡ και των πανεπιστημίων ευ­ νόησε την κίνηση αυτή. Οι διαφορές όμως παραμένουν έντονες ανάμεσα σε αυτούς που μελετούν αυτές καθαυτές τις τεχνικές ή τις θεωρούν απλώς ένα όργανο παραγωγικότητας στην υπηρεσία της επιχείρησης και εκείνους που επεκτείνουν την προηγούμενη οικονομική και κοινωνι­ κή προοπτική, αντιλαμβανόμενοι την τεχνική ως ένα «συνολικό κοινωνι­ κό γεγονός», για να ξαναχρησιμοποιήσουμε την περίφημη διατύπωση του ανθρωπολόγου Marcel Mauss. Με την παρακίνηση του Louis Bergeron, του Serge Woronoff και του Serge Benoit, η ιστορία των τεχνικών ανοί­ χτηκε στην ιστορία της βιομηχανικής κληρονομιάς και των savoir-faire, καταλήγοντας σε μια «εθνοϊστορία» που έπαιξε μεγάλο ρόλο στη δη­ μιουργία πολυάριθμων οικομουσείων κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου σε διάφορες περιοχές της Γαλλίας. Στο επίπεδο της ιστορικής έρευνας, η κίνηση αυτή επέτρεψε την άνθηση μελετών που βρίσκονται στο σταυροδρόμι της ιστορίας των τεχνικών, της αρχαιολογίας και της αρχιτεκτονικής, κυρίως με τις εργασίες του Andre Guillerme (1981) γύ­ ρω από την ιστορία των υδραυλικών δικτύων, του Jean-Yves Andrieux (1992) γύρω από τη βιομηχανική αρχαιολογία της Βρετάνης και του Jean-Frangois Belhoste σχετικά με τα σιδηρουργεία του Allevard.

Επιχειρήσεις και κράτος

Η

ιστορία της επιχείρησης αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια χάρη επίσης στις εργασίες που εξέτασαν τους δεσμούς ανάμεσα στο βιο­ μηχανικό κόσμο και το κράτος. Στη διδακτορική του διατριβή - που εγ [231 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

γράφεται και αυτή σε μία μικροϊστορική λογική, αφού ο συγγραφέας πε­ ριορίζει την έρευνά του μόνο στην περιφέρεια της Lille - ο Jean-Pierre Hirsch (1989, ό.π.) μελετά τη σύγκρουση ανάμεσα σε οπαδούς του φιλε­ λευθερισμού και του συστήματος μιας διευθυνόμενης οικονομίας ανάμε­ σα στα 1780 και 1860. Υπογραμμίζει ότι η αντιφατική και συχνά δυστυ­ χισμένη σχέση, που δημιουργήθηκε στη διάρκεια της περιόδου αυτής ανάμεσα στους Γάλλους επιχειρηματίες και τους θεσμούς της χώρας τους, δεν μπορεί να αναλυθεί με τη βοήθεια του ζεύγους φιλελευθερι­ σμός - σύστημα διευθυνόμενης οικονομίας γιατί αυτό δεν είναι λειτουρ­ γικό. Η ιστορία δείχνει πράγματι ότι οι επιχειρηματίες ζητούν αυτό που ο συγγραφέας αποκαλεί τα δύο «όνειρα» του εμπορίου: την ελευθερία του επιχειρείν ταυτόχρονα με την κρατική προστασία. Πέρα από το άνοιγ­ μα προς το κράτος και τον πολιτικό κόσμο, η ιστορία της επιχείρησης επιθυμεί σήμερα μια μορφή συνολικής ιστορίας, της οποίας ο Frederic Barbier (1995) δίνει ένα παράδειγμα στη διδακτορική του διατριβή γύ­ ρω από την ιστορία του βιβλίου στη Γερμανία ανάμεσα στα 1815 και 1914. Ξεκινώντας από μια μελέτη των τεχνικών μεταβολών της τυπογρα­ φίας, η έρευνα φωτίζει κατόπιν τις προόδους της πολυγραφικής βιομη­ χανίας, την αγορά της εκδοτικής επιχείρησης, για να στραφεί προς τις κοινωνικές όψεις (τους επαγγελματίες της βιομηχανίας του βιβλίου, αλ­ λά και τους αναγνώστες και τους συγγραφείς) και τελειώνει με μια εξέ­ ταση του περιεχομένου των ίδιων των έργων. Οι εργασίες του Jean-Yves Mollier (1984) εγγράφονται στην ίδια «συνολική» φιλοδοξία. Έπειτα από μια διδακτορική διατριβή γύρω από τον εκδοτικό οίκο Calmann-Levy, επεξεργάζεται από έργο σε έργο τα πλαίσια μιας ιστορίας της εκδοτικής κίνησης, που την αντιλαμβάνεται ρητά σε μια προοπτική συνολικής ιστορίας.

Η χρηματοοικονομική ιστορία

Η

χρηματοοικονομική ιστορία αποτελεί έναν άλλον τομέα που οι ιστο­ ρικοί της οικονομικής ιστορίας ανέπτυξαν τα τελευταία χρόνια. Το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, μέσω της επιτροπής για τη χρηματοοικονομική ιστορία, έδωσε αποφασιστική ώθηση στον τομέα αυτόν, ανοίγοντας κατά μεγάλο μέρος τα αρχεία του, οργανώνοντας συ­ νέδρια, δημοσιεύοντας τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν από τους ιστορικούς. Χάρη στις ευνοϊκές αυτές συνθήκες, η οικονομική και νομι­ [ 232]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

σματική ιστορία της σύγχρονης Γαλλίας μπόρεσε να αναπτυχθεί, κυ­ ρίως με την παρότρυνση του Michel Bruguiere (1992) και του JeanClaude Debeir, και ανοίγεται σήμερα στα διεθνή ζητήματα όπως δεί­ χνουν οι πρόσφατες εργασίες του Eric Bussiere (1988) και του JeanPierre Dormois (1997). Ορισμένες από τις έρευνες αυτές παραμένουν πι­ στές στην οικονομική και κοινωνική ιστορία του Ernest Labrousse και του Pierre Vilar. Πρόκειται κυρίως για την περίπτωση της διδακτορικής διατριβής του Michel Zylberberg (1993) που εξετάζει την κυριαρχία της Γαλλίας στην ισπανική οικονομία στο τέλος του 18ου αιώνα και τις αρ­ χές του 19ου, με βάση μια συγχρόνως ποσοτική και ποιοτική μελέτη των γαλλικών επιχειρηματικών υποθέσεων στην Ισπανία. Αλλά, και εδώ, πολλοί ιστορικοί αποδίδουν προνομιακή θέση σήμερα στην αλληλεπί­ δραση ανάμεσα σε οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Έτσι, στη διδα­ κτορική του διατριβή, ο Michel Margairaz (1991) φωτίζει τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στο κράτος, τα οικονομικά ζητήματα και τη γαλλική οι­ κονομία στην περίοδο 1932-1952. Ξεκινώντας από ένα ερώτημα σχετικά με το ρόλο που παίζουν οι δημόσιες αρχές στις μεταβολές της οικονο­ μίας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αυ­ τής, το γαλλικό κράτος προσαρμόστηκε στους κανόνες που επιβλήθη­ καν από την ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλισμού υπό τη συνδυα­ σμένη επίδραση του πολιτικού και κοινωνικού κινήματος (κυρίως κατά τη διάρκεια της Αντίστασης) και υπό την επίδραση των Ηνωμένων Πο­ λιτειών.

Η εκβιομηχάνιση

Η

ιστορία της εκβιομηχάνισης που αναπτύχθηκε έντονα, σε περιφε­ ρειακό επίπεδο, από τη δεκαετία του 1960, αποτελεί, μετά την ιστο­ ρία της επιχείρησης και τη χρηματοοικονομική ιστορία, τον τρίτο σημ ντικό άξονα της σημερινής οικονομικής ιστορίας. Παρόλο που η περιφε­ ρειακή διάσταση παραμένει πάντοτε ζωντανή (βλέπε Michel Hau, 1985), ο τομέας αυτός εξελίχτηκε προς άλλες, από ορισμένες απόψεις συμπλη­ ρωματικές κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, οι έρευνες γύρω από την πρωτοεκβιομηχάνιση γνώρισαν ένα πρώτο πέταγμα, κυρίως χάρη στις διδακτορικές διατριβές του Alain Dewerpe (1985) γύρω από τη βόρεια Ιταλία, του Claude Cailly γύρω από την Perche, αλλά και χάρη στις συλ­ λογικές έρευνες στη βόρεια Γαλλία κυρίως από τον Pierre Deyon και τον [233 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Gerard Gayot. Από την άλλη πλευρά, πολλοί ιστορικοί (κυρίως ο D. Woronoff, 1994, και ο P. Verley, 1997) επιχείρησαν να προσεγγίσουν την εκβιομηχάνιση ως ένα σφαιρικό φαινόμενο, εντάσσοντας εκ νέου τη γαλλική εμπειρία σε ένα ευρύτερο σύνολο.

Η ιστορία των κοινωνικών ομάδων

Σ

τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, όπως είδαμε, η κοινωνική ιστο­ ρία ενδιαφερόταν κυρίως για τις «τάξεις»: τους προύχοντες, τους χω­ ρικούς, τους αστούς, τους εργάτες. Την προοπτική αυτή ακολούθησαν κατά τη διάρκεια της πρόσφατης περιόδου πολλές άλλες εργασίες. Χω­ ρίς να επανέλθουμε σε όσες αναφέρθηκαν στο Κεφάλαιο 3, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η εργατική ιστορία, έπειτα από μια σχετική υποχώ­ ρηση, ξαναβρίσκει σήμερα έναν ορισμένο συλλογικό δυναμισμό τον οποίο μαρτυρά η σύνδεση «κοινωνική ιστορία-εργατική ιστορία» την οποία προωθούν νέοι ιστορικοί. Ωστόσο, παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, εί­ ναι ολοφάνερο ότι η έλλειψη ενδιαφέροντος για την οικονομική και κοι­ νωνική ιστορία επέφερε μια στροφή από μια ιστορία γύρω από τις τά­ ξεις προς μια ιστορία γύρω από τις κοινωνικές ομάδες.

Από τις τάξεις στις ομάδες υτό το οποίο περισσότερο καταλόγισαν στον Ernest Labrousse, εί­ ναι ότι θέλησε να επεξεργαστεί ομοιογενή πλαίσια, που στηρίζο­ νταν σε ένα μικρό αριθμό οικονομικών κριτηρίων που οι υποψήφιοι δι­ δάκτορες δεν είχαν παρά να εφαρμόσουν. Η μαζική απόρριψη αυτής της κάπως διευθυντικής αντίληψης της έρευνας επέτρεψε στους ιστορι­ κούς να επανακτήσουν μια ελευθερία δράσης, σε αρμονία με τις ατομιστικές πρακτικές που κυριαρχούν στο γαλλικό πανεπιστήμιο. Ξαφνικά, η ιστορία των κοινωνικών ομάδων διασπάστηκε σε πληθώρα μικρών .ερευ­ νών που δεν ασχολούνται πλέον, γενικά, με το να προτείνουν κριτήρια που να μπορούν να ισχύουν πέρα από τη συγκεκριμένη μονογραφία. Γι’ αυτό, οι ιστορικοί αποκαλούν «ομάδες» ή «κατηγορίες» σύνολα ατόμων πολύ διαφορετικής φύσης. Η ιστορία των επαγγελμάτων έχει σήμερα ού­ ριο άνεμο, όπως δείχνουν οι πρόσφατες μελέτες που αναφέρονται στους υπαλλήλους (Dominique Bertinotti-Autaa, Delphine Gardey), τους συμ­ [234 ]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΤΕ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

βολαιογράφους (Jean-Paul Barriere), τους στρατιωτικούς (William Serman, 1982), τους γιατρούς (Jacques Leonard, 1978), τους πανεπιστημια­ κούς (Christophe Charle, 1986’ Jean-Frangois Sirinelli, 1988) κ.ά. Η κοι­ νωνική ιστορία πολιτικών προσώπων γνώρισε, και αυτή χάρη στην προ­ σωπογραφία, ένα καλό ξεκίνημα, κυρίως με τις εργασίες του Jean Estebe (1978) σχετικά με τους υπουργούς της Τρίτης Δημοκρατίας και της Vida Azimi σχετικά με τους γερουσιαστές της Υπατείας και της Αυτοκρατο­ ρίας. Η κοινωνική ιστορία στράφηκε επίσης προς τη μελέτη ομάδων των οποίων η μόνη συλλογική ύπαρξη συνίσταται στην υπεράσπιση κοινών συμφερόντων. Η διδακτορική διατριβή του Antoine Prost (1975) γύρω από τους παλιούς πολεμιστές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου συνέβαλε στην απαρχή της διευρυμένης αυτής προοπτικής. Συνδυάζοντας την ιστο­ ρία, την κοινωνιολογία, τη γλωσσολογία και την εθνολογία, ο συγγραφέ­ ας δείχνει το ρόλο της συλλογικής μνήμης στη δημιουργία της ταυτότη­ τας της ομάδας και το ρόλο που οι σύλλογοι των παλιών πολεμιστών έπαιξαν στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Γαλλίας στο μεσοπόλεμο. Κατ’ επέκταση, είδαμε να αναπτύσσεται τα τελευταία αυτά χρόνια πλη­ θώρα μελετών που επικεντρώνονται στην ιστορία των ομάδων (ή των κατηγοριών) οι οποίες οφείλουν τη συλλογική τους ύπαρξη στην ανά­ πτυξη της κοινωνικής νομοθεσίας. Είναι η περίπτωση των ανέργων που μελέτησε ο Christian Topalov (1994) ή των συνταξιούχων, στους οποίους ο Bruno Dumons και ο Gilles Pollet (1994) αφιέρωσαν τη διδακτορική τους διατριβή. Η απώλεια ενδιαφέροντος, της οποίας σε ένα βαθμό υπήρξε θύμα η εργατική ιστορία, εξηγείται, κατά μεγάλο μέρος, από το γεγονός ότι οι ιστορικοί είχαν την τάση να στρέφονται προς νέες μορφές που, μετά τη δεκαετία του 1970, ενσάρκωσαν την κυριαρχία και την περιθωριακότητα. Πέρα από τις μελέτες σχετικά με τις γυναίκες (που αναφέρονται πα­ ρακάτω) και τους φυλακισμένους (J.-G. Petit, 1990), οι μετανάστες άρχι­ σαν να ενδιαφέρουν τους ιστορικούς, κυρίως χάρη στις εργασίες του Pierre Milza (1977, ό.π.), του Gerard Noiriel (1984), της Nancy Green (1985), της Janine Ponty (1985). Μπορούμε να ενσωματώσουμε στο ρεύ­ μα αυτό τις νέες έρευνες γύρω από την κοινωνική ιστορία του αποικια­ κού κόσμου, κυρίως τις εργασίες της Isabelle Merle (1995) γύρω από τους Caldoches της Νέας Καληδονίας (θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό στο επόμενο κεφάλαιο). [ 235]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Η τάση να ανοιχτεί η έρευνα στις «μειονότητες» παρατηρείται και στη θρησκευτική ιστορία. Ενώ η προσοχή είχε επικεντρωθεί μέχρι τώρα στους καθολικούς, στο εξής, επιχειρείται μια επαναφορά ισορροπίας προς χάρη των προτεσταντών (Jean Bauberot, 1985, Andre Encreve, 1983), των εβραίων (Sylvie Goldberg, 1989) καί των μουσουλμάνων (Claude Liauzu, 1989).

Από την ομάδα στο πρόβλημα να άλλο χαρακτηριστικό της πρόσφατης περιόδου είναι ότι συχνά οι υπό μελέτη ομάδες δεν γίνονται αντιληπτές αυτές καθαυτές, αλ­ λά για να μελετηθεί ένα πρόβλημα που τις αφορά. Για παράδειγμα, η με­ λέτη του Christophe Charle (1986) σχετικά με τις Elites au debut de la IHe Republique έχει σκοπό να φωτίσει τις μεταβολές στις μορφές κρατι­ κού ελέγχου και την εξέλιξη των μοντέλων κοινωνικής κυριαρχίας. Η ιστορία των γιατρών του Jacques Leonard (1978) φωτίζει τις δυσκολίες που συναντά μια ομάδα που εμπνέεται από το Διαφωτισμό σε έναν αγροτικό χώρο ο οποίος παραμένει ακινητοποιημένος στις πατρογονικές πεποιθήσεις. Ο William Serman (1982), μέσω της μελέτης μιας ομάδας στρατιωτικών, ενδιαφέρεται για τις συγκρούσεις που διατρέχουν το στρατό, ο οποίος διχάζεται ανάμεσα στο αριστοκρατικό ιδεώδες και τη δημοκρατική πρόοδο. Ο Jacques-Guy Petit (1990) αντιλαμβάνεται τη φυλακή ως ένα χώρο αποκαλυπτικό της σύγχρονης κοινωνίας που προήλ­ θε από την Επανάσταση. Πράγμα που τον οδηγεί να θέσει υπό συζήτη­ ση τις θέσεις τις οποίες ανέπτυξε ο Michel Foucault στο Surveiller et punir. To «πανοπτικό», που αποτελούσε για τον Foucault την κεντρική μορφή της πειθαρχικής κοινωνίας, κατέχει σίγουρα μια πρωταρχική θέ­ ση στους λόγους σχετικά με τη φυλακή, δεν βρίσκεται όμως στην καρδιά της πραγματικής φυλακής γιατί, όπως εκτιμά ο Jacques-Guy Petit, αυτή κατά το 19ο αιώνα συγκροτείται γύρω από τη σωφρονιστική μανιφακτούρα, με την επιβολή της εργασίας στους εγκληματίες. Η πρόσφατη διδακτορική διατριβή του Jean-Frangois Chanet (1996) προσεγγίζει την ιστορία των δασκάλων για να δει σε ποιο βαθμό διευκόλυναν ή καθυ­ στέρησαν τη γαλλοποίηση των λαϊκών τάξεων, κυρίως στην ύπαιθρο. Αγγίζουμε εδώ το πρόβλημα της εθνικής ενσωμάτωσης και αφομοίωσης που είχε ήδη προσεγγίσει ο Eugen Weber (1976) στο βιβλίο του σχετικά με «το τέλος των επαρχιών». Το ίδιο πρόβλημα προσέγγισα στη διδακτο­

Ε

ί 236 ]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΤΡΙΤ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ρική μου διατριβή, εξετάζοντας το όχι από την άποψη της ενσωμάτωσης ενός περιφερειακού πληθυσμού, αλλά ενός ξένου πληθυσμού που μετανάστευσε στη Λορένη στις αρχές του 20ού αιώνα. Και εδώ, περισσότερο από τη μελέτη μιας κοινωνικής ομάδας, η ιστορική έρευνα είχε στόχο να απαντήσει σε ένα αίνιγμα: Γιατί, κατά τη διάρκεια των μεγάλων απερ­ γιών του 1979-1980 εναντίον του κλεισίματος των εργοστασίων, οι δια­ δηλωτές -που ήταν μετανάστες στη μεγάλη τους πλειονότητα- ένιωθαν την ανάγκη να τοποθετήσουν στην κορυφή των πορειών παιδιά ντυμένα με την τοπική ενδυμασία της Λορένης, ενώ αυτή είχε επινοηθεί στα τέλη του 19ου αιώνα, από τα εθνικιστικά κινήματα που ήταν εχθρικά στη Γερμανία και τους «ξένους» (G. Noiriel, 1984);

Από την Penelope στην Clio: Η αργή ανάδυση μιας «ιστορίας των γυναικών»

Η

ιστορία των γυναικών αποτελεί ένα από τα καλύτερα παραδείγμα­ τα της προοδευτικής αυτής προβληματικής γύρω από ένα ζήτημα που, αρχικά, γινόταν αντιληπτό κυρίως ως η ιστορία μιας ξεχασμέν κατηγορίας, η οποία έπρεπε να αποκατασταθεί. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ξεκινά η ιστοριογραφία των γυναικών. Η έκταση του γαλλικού φεμινιστικού κινήματος στα χρόνια που ακολούθησαν το Μάη του ’68 και ο δυναμισμός των Women studies στις Ηνωμένες Πολιτείες (βλέπε προηγούμενο κεφάλαιο) καταλήγουν στη γένεση ενός νέου περιοδικού: Penelope. Pour I’histoire des femmes. Η παρουσίαση του σχεδίου στο πρώ­ το τεύχος (Ιούνιος 1979) απεικονίζει το αγωνιστικό πλαίσιο που κυριαρ­ χεί την εποχή αυτή: «Η επιθυμία μας; Να μην δημιουργήσουμε ένα ακα­ δημαϊκό, πλήρες και τέλεια επεξεργασμένο περιοδικό: Δεν έχουμε ούτε τα μέσα ούτε την επιθυμία για κάτι τέτοιο. Δεν θέλουμε να δημιουργή­ σουμε ένα γκέτο της ιστορίας των γυναικών». Παρουσιαζόμενο ως ένα σύνολο «ταπεινών τετραδίων» και ακόμη ως ένα «δελτίο σύνδεσης» (τχ. 2), το περιοδικό είναι πολυγραφημένο. Κάθε τεύχος οργανώνεται γύρω από ένα θέμα, που συχνά συνδέεται με την επικαιρότητα: οι γυναίκες και ο τύπος (τχ. 1), η εκπαίδευση των κοριτσιών (τχ. 2), η γυναίκα θεραπεύτρια (τχ. 5), η γυναίκα στο γραφείο (τχ. 10) κ.λπ. Παρά τη βοήθεια που προσφέρουν στο εγχείρημα πολλές αναγνωρισμένες ιστορικοί (Yvon­ ne Knibiehler, Michelle Perrot), εξαιτίας της έλλειψης θεσμικής υποστή­ [

237]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ριξης, το περιοδικό εξαφανίζεται το 1985. Δέκα χρόνια αργότερα, η Pe­ nelope ξαναρχίζει το έργο της, παίρνοντας τη μορφή της Clio. Histoire. Femmes et societes. To σύντομο «άρθρο» που εξηγεί τη γένεση του νέου περιοδικού, απεικονίζει ταυτόχρονα τη συνέχεια και τις μεταβολές της ιστορίας των γυναικών: «Ποιες είμαστε; Ιστορικοί πεπεισμένες ότι οι σχέσεις ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες βρίσκονται στην καρδιά των ερωτημάτων του καιρού μας και της επιστήμης μας. Τι θέλουμε; Να γνω­ στοποιήσουμε στο γαλλικό κοινό και στην κοινότητα των ιστορικών τον καρπό πολύ συχνά εμπιστευτικών ερευνών που αφορούν την “ιστορία των γυναικών”». Και οι υπεύθυνες του περιοδικού υπογραμμίζουν ότι δεν πρόκειται για «ένα νέο έδαφος, αλλά για μια νέα προσέγγιση, που με βάση την έννοια της διαφοράς των φύλων, θέτει ερωτήματα στο σύνολο της επιστήμης». Αποτίνοντας φόρο τιμής στις «πρωτεργάτριες», οι υπεύ­ θυνες του περιοδικού αναφέρουν ότι «στρέφονται προς το μέλλον» και ότι «έχουν συνείδηση ότι αποτελούν τις κληρονόμους». Κομψός τρόπος που σηματοδοτεί το πέρασμα από μια γενιά στην άλλη. Η Penelope άνοι­ ξε το δρόμο, δημιούργησε μια αρχή παράδοσης. Γι’ αυτό, προσθέτουν οι συγγραφείς, «δεν μας διακατέχει πια σήμερα ο άλλοτε τόσο υπαρκτός φόβος ότι μετατρέπουμε την ιστορία των γυναικών σε γκέτο». Παραδό­ ξους, οι υπεύθυνες της Penelope φοβούνταν το γκέτο, αλλά αρνούνταν να διαλυθούν μέσα στον ακαδημαϊκό κόσμο. Δεν δίσταζαν να πολλα­ πλασιάζουν τους προκλητικούς τίτλους: «Η καταδιωκόμενη μήτρα» ή «Από την πυρά στο νΐιβάνι» (τχ. 8). Αν οι εκδότριες της Clio δεν φοβού­ νται το γκέτο, είναι αναμφίβολα γιατί δέχονται να παίξουν πλήρως το πανεπιστημιακό παιχνίδι. Κάθε αφιέρωμα προσεγγίζει ένα «κανονικό» επιστημονικό ζήτημα (τη θρησκεία, το συνδικαλισμό, την Αντίσταση), προσπαθώντας όχι μόνο να δείξει το ρόλο που έπαιξαν οι γυναίκες σ’ αυτό αλλά, πιο θεμελιακά, να προσεγγίσει αυτά τα ζητήματα από την άποψη των σχέσεων των φύλων. Το περιοδικό εφαρμόζει, με συλλογικό τρόπο, το πρόγραμμα που σκιαγράφησε η Michelle Perrot (1985) στην εισαγωγή του βιβλίου (το οποίο προήλθε από ένα σημαντικό συνέδριο) Une histoire des femmes estelle possible? Υπογραμμίζοντας ότι η οικονομική και κοινωνική ιστορία την οποία προώθησαν τα Annales στις προηγούμενες δεκαετίες δεν έλα­ βε υπόψη την κατά φύλα διαίρεση, η συγγραφέας εκτιμά ότι η νέα ιστο­ ριογραφική συγκυρία, στραμμένη προς το πρόβλημα των «αναπαρα­ στάσεων», είναι περισσότερο ευνοϊκή για την ιστορία των γυναικών. Το [ 238]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

έργο παρουσιάζει έναν πρώτο απολογισμό των ερευνών γύρω από αυτό το ζήτημα. Στο μεθοδολογικό επίπεδο, οι συνεργάτριες επιμένουν στο γεγονός ότι οι γυναίκες άφησαν λιγότερα γραπτά ίχνη από τους άνδρες, πράγμα που καθιστά την προφορική ιστορία ιδιαίτερα σημαντική και επιβάλλει την ενίσχυση των σχέσεων ανάμεσα στην ιστορία και τη λογο­ τεχνία. Πολλές συμβολές που συγκεντρώνονται στο έργο συγκλίνουν επίσης στην απόρριψη ταυτόχρονα, των προσεγγίσεων που έχουν την τάση να παρουσιάζουν κατά προτίμηση την αθλιότητα και των προσεγ­ γίσεων που «φυσικοποιούν» τις γυναίκες («το αιώνιο θηλυκό»). Συνηγο­ ρούν υπέρ της έμφασης της έρευνας στο υποκειμενικό, στην οικειότητα. Αν εξετάσουμε τις εργασίες που δημοσιεύτηκαν στον τομέα αυτόν εδώ και τριάντα χρόνια, θα διακρίνουμε μια πολύ καθαρή εξέλιξη των προ­ οπτικών. Αρχικά, το γυναικείο (και φεμινιστικό) ζήτημα έγινε αντιληπτό ως ένας υποτομέας της ιστορίας του εργατικού κινήματος, όπως το απεικονίζει το πρωτοποριακό έργο της Madeleine Guibert (1967). Προ­ οδευτικά, το ζήτημα θα αποκτήσει την αυτονομία του. Οι έρευνες που προσεγγίζουν τη δημόσια και κοινωνική ζωή των γυναικών πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία αυτά χρόνια. Η Catherine Omnes (1997), συν­ δυάζοντας τη μακρά και γενεακή προσέγγιση, χρησιμοποιεί το προσω­ πογραφικό διάβημα για να δείξει τις ειδικές μορφές κυριαρχίας που υφίστανται οι εργάτριες στην περιοχή του Παρισιού κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Η Francine Muel-Dreyfus (1996) προσεγγίζει το ζήτημα του «αιώνιου θηλυκού» υπό το καθεστώς του Vichy, η Claude Langlois (1985) μελετά τις γυναικείες θρησκευτικές αδελφότητες, η Nicole Edelman (1995) τις μάντισσες και τις θεραπεύτριες. Τις μελέτες αυτές συ­ μπληρώνουν εργασίες που επικεντρώνονται στην ιδιωτική σφαίρα. Έτσι, η Anne-Marie Sohn (1996), αφού μελέτησε 700 δικαστικούς φακέ­ λους, μπόρεσε να δείξει τη διαφορά των γυναικείων ρόλων στην ιδιωτι­ κή ζωή το 19ο-20ό αιώνα. Το πάθος του κοινού για το γυναικείο ζήτημα εξηγεί το γεγονός ότι ο νέος αυτός τομέας της ιστορικής έρευνας ενισχύθηκε από τους εκδοτι­ κούς οίκους πριν από την πανεπιστημιακή θεσμοθέτησή του. Η δημο­ σίευση των τεσσάρων τόμων Ecrire I’histoire des femmes που επιμελήθηκαν ο Georges Duby και η Miclelle Perrot (1991-1992), θα επιτρέψει τη συγκέντρωση των περισσοτέρων γυναικών ιστορικών ειδικών του ζητή­ ματος. Αναφέροντας μόνο το γαλλικό τμήμα ενός έργου πλατιά ανοι­ χτού στις άλλες χώρες, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ο τόμος για το [

239]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

19ο αιώνα (που επιμελή θηκαν η Michelle Perrot και η Genevieve Fraisse) προσφέρει ένα πλούσιο δείγμα των ερευνών που πραγματοποιήθηκαν γύρω από το ζήτημα της ιδιότητας του πολίτη κατά τη διάρκεια της Επανάστασης (Dominique Godineau, Elisabeth Sledziewski), τα θρη­ σκευτικά προβλήματα (Jean Bauberot, Nancy Green, Frangoise Mayeur), τη σχέση με την εργασία (Joan Scott), τη γυναικεία αγαμία (Cecile Dau­ phin). Ο τόμος για τον 20ό αιώνα, που επιμελήθηκε η Fran^oise Thebaud, είναι ακόμη περισσότερο διεθνής. Η Anne-Marie Sohn συγκρίνει την κατάσταση των γυναικών στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, και η Franijoise Thebaud φωτίζει το ρόλο που έπαιξαν στον πόλεμο. Το έργο ανοίγεται επίσης σε σημαντικό βαθμό στις κοινωνικές επιστήμες, χάρη στις συμβολές των νομικών (Jacqueline Costa-Lascoux) και των κοινω­ νιολόγων (Rose-Marie Lagrave και Nadine Lefaucheur). Ορισμένες από αυτές τις συμβολές προσεγγίζουν το ζήτημα της εξουσίας, θ α τις ανα­ φέρω στο επόμενο κεφάλαιο.

Οι περιπλανήσεις της πολιτισμικής ιστορίας

Η

σημασία που απέκτησε κατά τα τελευταία χρόνια το ζήτημα των «αναπαραστάσεων» είχε ως συνέπεια να προκαλέσει έρευνες στο χώ­ ρο της πολιτισμικής ιστορίας. Και σε αυτόν τον τομέα, η απόσταση από τους οικονομικούς καθορισμούς είναι πολύ ορατή και λίγοι ιστορικοί ασχολούνται σήμερα με την περιήγηση στην «αποθήκη» πριν βιαστούν να επισκεφτούν τη «σοφίτα», που βρίσκεται πολύ ψηλά στο «σπίτι της ιστορίας». Το αντιστάθμισμα όμως αυτής της εξάπλωσης της πολιτισμι­ κής ιστορίας συνίσταται στον εκλεκτικισμό των εργασιών που διεκδικούν το χαρακτηρισμό αυτόν. Μπορούμε να αναφέρουμε, κατ’ αρχάς, τις έρευνες στο χώρο της ιστορίας της τέχνης, κυρίως αυτές της Christine Peltre σχετικά με το «ταξίδι στην Ελλάδα» των Γάλλων ζωγράφων το 19ο αιώνα και της Laurence Bertrand-Dorleac σχετικά με τις πλαστικές τέχνες στο Παρίσι την εποχή του Vichy. Στο επόμενο κεφάλαιο θα δού­ με ότι η συνάφεια ανάμεσα στην ιστορία της τέχνης και την πολιτική ιστορία αποτελεί μία από τις ενδιαφέρουσες μορφές που προσλαμβάνει σήμερα η ανανέωσή στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας. Ένας άλλος δρό­ μος, που συχνά συνδέεται με την πολιτισμική ιστορία και γνώρισε μεγά­ λη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, είναι η ιστορία της εκπαίδευσης και {

240}


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

των γνώσεων. Όπως στον τομέα της οικονομικής ιστορίας, ένας από του βασικούς λόγους αυτού του δυναμισμού οφείλεται στη θεσμική υποσττ ριξη, την οποία συνάντησε χάρη κυρίως στη δημιουργία του Institu National de Recherches Pedagogiques (INRP), που διευθύνει ένας ιστο ρικός (Pierre Caspard). Πρόκειται για ένα κέντρο το οποίο διαθέτει σή μερα το δικό του περιοδικό: Histoire de Teducation. Μέχρι τη δεκαετΰ του 1950, ο τομέας αυτός μελετών περιοριζόταν στην ιστορία της διδα σκαλίας, που γινόταν αντιληπτή ως προέκταση της πολιτικής ιστορίας Στην επόμενη περίοδο, οι πρωτοποριακές εργασίες του Maurice Crubel lier (1979) επέτρεψαν μια πρώτη διεύρυνση της προοπτικής. Η ιστορί* της εκπαίδευσης αναδύθηκε και αυτή μέσω του ποσοτικού και σειραϊ κού κύματος, κυρίως μετά τη δημοσίευση του βιβλίου των Fransois Fure και Jacques Ozouf (1977, ό.π.), Lire et ecrire. Εδώ και δέκα χρόνια, τ< ποσοτικό διάβημα υποχώρησε και από το εν λόγω πεδίο προς χάρη ενό< διαβήματος που πριμοδοτεί τους «πρωταγωνιστές» του εκπαιδευτικοί κόσμου, είτε πρόκειται για τους «χρήστες» του νηπιαγωγείου (Jean-Noe Luc) και του δημοτικού σχολείου (Jacques Gavoille) ή τους φοιτητές των οποίων η ιστορία σκιαγραφείται στις πρωτοποριακές εργασίες τοι Paul Gerbod (1965), που σήμερα επεκτείνονται από τον Jean-Claud< Caron (1989). Και οι εκπαιδευτικοί έχουν την τιμητική τους. Μετά του< δασκάλους, που μελετήθηκαν από τον Jacques και τη Mona Ozouf, είνα οι καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (χάρη στις εργασίες τη< Fran^oise Mayeur, του Jean-Michel Chapoulie και του Jean-Louis Fabia ni) και της ανώτατης εκπαίδευσης (Jean-Frangois Sirinelli και Christo phe Charle) που κυρίως μελετήθηκαν. Στους καθηγητές και τους χρή στες των λαϊκών πανεπιστημίων επικεντρώθηκε η διδακτορική διατριβτ του Lucien Merrier (1987). Άλλη σημαντική διάσταση της ιστορίας τη; εκπαίδευσης: το αυξανόμενο ενδιαφέρον που όσοι συμμετέχουν σε αυ τήν αποδίδουν στη μελέτη των περιεχομένων της διδασκαλίας. Πρέπε να αναφέρουμε εδώ τις εργασίες του Andre Chervel (1977) γύρω απ<: την ιστορία της γραμματικής, του Christian Amalvi (1988) γύρω από ττ διδασκαλία της ιστορίας, της Lucette Le Van Lemesle γύρω από τη δι­ δασκαλία της πολιτικής οικονομίας, της Nicole Hulin γύρω από την επι­ στημονική διδασκαλία και, σε μια λίγο διαφορετική προοπτική, του Pier­ re Arnaud γύρω από την παιδαγωγική της άθλησης. Επεκτείνοντας αυ­ τές τις νέες ενασχολήσεις, μπόρεσαν να εγκαθιδρυθούν συνάφειες με ττ θρησκευτική ιστορία. Κυρίως χάρη στις μελέτες γύρω από το καθολικό 16

[241 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

βιβλίο το 19ο αιώνα (Claude-Leon Savart) και ιδιαίτερα γύρω από τη δι­ δασκαλία της θεολογίας (Etienne Fouilloux, 1980). Στους ίδιους τους κόλπους της πολιτισμικής ιστορίας αυτονομήθηκε πρόσφατα ένας νέος ερευνητικός τομέας: η ιστορία των επιστημών. Και εδώ η θέληση για ενεργοποίηση εκ νέου συλλογικών ερευνητικών πρα­ κτικών είναι πολύ αισθητή. Το 1987 δημιουργήθηκε η Societe franqaise pour l’histoire des sciences de l’homme που διευθύνεται από τον Claude Blanckaert, και που συμπλήρωμά της το 1993 αποτελεί η Societe d’ histoi­ re et d’epistemologie des sciences de la vie. Η αξιοσέβαστη Revue de synthese ανανεώθηκε προσφέροντας μια θέση ολοένα μεγαλύτερη στην ιστορία των επιστημών. Ενώ ο τομέας αυτός αποτελούσε σχεδόν απο­ κλειστικό χώρο των φιλοσόφων (Bachelard, Canguilhem, Koyre), ο δυ­ ναμισμός της κοινωνιολογίας των επιστημών, αρχικά στις Ηνωμένες Πο­ λιτείες και κατόπιν στη Γαλλία (Bruno Latour), επέτρεψε την ανάπτυξη μιας κοινωνικής ιστορίας των επιστημών. To Centre Alexandre Koyre, που διευθύνεται από τον Roger Chartier, έγινε ένας χώρος σταυροδρόμι των ερευνών σε έναν τομέα όπου η διεπιστημονικότητα αποτελεί ανα­ γκαιότητα. Έχοντας την υποστήριξη της EHESS, του CNRS και του Musee National d’Histoire Naturelle, το Κέντρο προσφέρει σήμερα ένα DEA που συνδυάζει τη διδασκαλία γύρω από την ιστορία των θετικών επιστημών (Jean Dhombres, Eric Brian, Amy Dahan και Jeanne Peiffer), την ιστορία της στατιστικής (Marc Barbut και Ernest Coumet), των αν­ θρωπιστικών .επιστημών (Claude Blanckaert, Claudine Cohen), των επι­ στημών και τεχνικών (Andre Grelon, Dominique Pestre). Η αφθονία ερευνών που εμφανίζονται σήμερα σε αυτόν τον τομέα καθιστά δύσκο­ λη τη συνθετική παρουσίασή τους. Για να απεικονίσουμε τη διαφορετι­ κότητα των πρόσφατων προσανατολισμών, θα αναφέρουμε τις πρωτο­ ποριακές εργασίες του Denis Buican (1983) σχετικά με την ιστορία της γενετικής και της Michelle .Goupil (1986) γύρω από τη χημεία, τις έρευ­ νες του Jean-Pierre Goubert στο σταυροδρόμι της ιστορίας των επιστη­ μών, των τεχνικών και της υγείας, εκείνες του Claude Blanckaert γύρω από την ιστορία των ανθρωπιστικών επιστημών το 19ο αιώνα. Η διδα­ κτορική διατριβή του Dominique Pestre (1984) γύρω από την ιστορία της φυσικής είναι αντιπροσωπευτική των νέων προσανατολισμών της ιστο­ ρίας των επιστημών. Παίρνοντας ρητά τις αποστάσεις του από το μο­ ντέλο του Bachelard (που απέρριπτε τους «εξωτερικούς» καθορισμούς στην επιστήμη και αντιλαμβανόταν την επιστημονική πρόοδο μονάχα [ 242]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ως μια καθαρή ιστορία του πνεύματος), ο συγγραφέας διεκδικεί την ε στημολογία του Thomas Kuhn και του Alexandre Koyre (διάσημου γ τί τοποθέτησε την επανάσταση του Γαλιλαίου στο διανοητικό πλαί< της εποχής του). Αποδίδοντας τη φυσική στους φυσικούς, ο Pestre v j γραμμίζει ότι η θεωρία της περιορισμένης σχετικότητας που επεξερ' στηκε ο Αϊνστάιν δεν επιβλήθηκε «από μόνη της» λόγω της ισχυρής ι ωρητικής της συνοχής. Για να κατανοήσουμε πώς μπόρεσε να γίνει aj δεκτή από τον επιστημονικό χώρο, πρέπει να την τοποθετήσουμε εκ ου στο πλαίσιό της και να εφαρμόσουμε στον κόσμο της επιστήμης εργαλεία που η ιστορία χρησιμοποιεί για τη μελέτη των άλλων κοινω κών κόσμων.

Η ιστορία του αστικού χώρου

Η

ιστορία του αστικού χώρου αποτελεί ένα άλλο παράδειγμα π απεικονίζει συγχρόνως τη διάσπαση και τις ανασυνθέσεις της χ λιάς οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας. Και εδώ, το ποσοτικό της New Urban History μειώθηκε τα τελευταία χρόνια. Λιγάκι αποπ( σανατολισμένοι οι εκπρόσωποι της νέας γενιάς των ιστορικών του ασ κού χώρου αναρωτιούνται σχετικά με τους προσανατολισμούς που π< πει να ενθαρρύνονται σήμερα και κάνουν έκκληση για μια συλλογι σκέψη (βλέπε R. Baudoin και άλλοι, 1990). Ενώ η πόλη αποτελούσε c χνά ένα πλαίσιο μελέτης για τις κοινωνικές τάξεις, σήμερα, ολοένα > περισσότερο εμφανίζεται ως ένα πρόβλημα. Η διατριβή του Berm Lepetit (1988) σχετικά με τις γαλλικές πόλεις ανάμεσα στα 1740 και 18 αποτελεί, από αυτή την άποψη, μια στροφή. Διαφοροποιείται από τη \ νογραφία που υιοθετείται στις περισσότερες διατριβές της ιστορίας τ αστικού χώρου, υπογραμμίζοντας ότι λόγω της έλλειψης μιας κοι\ προβληματικής, οι εργασίες αυτές δεν μπορούν να συγκριθούν μετα τους ούτε να προσφέρουν μια συνολική προβληματική σχετικά με τις [ ταβολές των πόλεων το 18ο και 19ο αιώνα. Γι’ αυτό αναφέρει συγκεκ μένα ότι το πραγματικό αντικείμενο της εργασίας του είναι η εξέλιξη τι συστημάτων των αστικών χώρων της προβιομηχανικής Γαλλίας. Πρόκ ται για μια προσπάθεια «συμβολής στην ιστορία των οργανωτικών μο φών του οικονομικού χώρου» που αποβλέπει σε μια ευρεία πρόβλημα κή με στόχο να μετατραπεί ο χώρος σε ένα αντικείμενο της ιστοριχ [243 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

έρευνας. Ο Bernard Lepetit επιχειρεί να ταξινομήσει τις πόλεις ανάλογα με τις δραστηριότητές τους, να συγκροτήσει μια τυπολογία των μορφών ανάπτυξης, που στηρίζεται στην κατανομή των οικονομικών, δημογραφικών και κοινωνικών μεταβλητών. Η τιμή που οι μαθητές του Bernard Lepetit του απέδωσαν σε ένα πρόσφατο τεύχος των Cahiers du CRH (1996), του οποίου ήταν διευθυντής, δείχνει όλη τη γονιμότητα και τη μακροβιότητα αυτού του νέου δρόμου. Ας αναφέρουμε, μεταξύ άλλων, τις συμβολές της Caroline Varlet γύρω από τις σχέσεις ανάμεσα στο χώ­ ρο και την κοινωνική ταυτότητα στο Παρίσι από το 1919 μέχρι το 1939, της Isabelle Bakouche γύρω από τις σχέσεις ανάμεσα στο Παρίσι και το Σηκουάνα το 19ο αιώνα. Εργασίες που έρχονται να προστεθούν στις πρόσφατες διατριβές του Patrick Gervaise ή του Pierre-Yves Saulnier για να πυκνώσουν έναν ιδιαίτερα ενεργό σήμερα ερευνητικό τομέα. Πέ­ ρα από το ζήτημα του αστικού χώρου με τη στενή έννοια, οι εργασίες του Bernard Lepetit συνέβαλαν και στην ανανέωση των μελετών σχετικά με την ιστορία της ρύθμισης του χώρου, των αστικών τοπίων, της αρχιτε­ κτονικής κ.ά.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΔΥΝΗΤΙΚΕΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ τον πρόσφατο απολογισμό μισού αιώνα οικονομικής ιστορίας που πραγματοποίησε ο Alain Plessis (στο F. Bedarida, 1995, ό.π., σ. 278), διαπιστώνει: «Πόση μεταβολή σε διάστημα μιας γενιάς! Οι ιδεολο­ γικές συζητήσεις αμβλύνθηκαν, οι ερευνητές εμφανίζονται λιγότερο φι­ λόδοξοι». Ξαναβρίσκουμε εδώ το μοτίβο που αναφέρεται στα προηγού­ μενα κεφάλαια και σχετίζεται με την απουσία συζητήσεων στο χώρο της σύγχρονης ιστορίας. Με πρότυπο τα Annales που άνοιξαν μια τακτική στήλη «Συζητήσεις και αγώνες» για την οποία ο Fernand Braudel ήταν πολύ υπερήφανος, που εξασθένησε όμως με το πέρασμα του χρόνου, πολ­ λά νέα περιοδικά τα οποία εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια δημιούρ­ γησαν χώρους συζήτησης και αντιπαράθεσης. Παρ’ όλα αυτά όμως οι συζητήσεις αυτές δεν τροφοδοτήθηκαν καθόλου. Σήμερα, η απουσία συ­ ζητήσεων είναι ιδιαίτερα αισθητή στο επίπεδο των ερμηνειών (ή των εξη­ γήσεων) των ιστορικών φαινομένων. Στη Γαλλία, δεν έχουμε τίποτε το συ­

Σ

[ 244]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

γκρίσιμο με τη συλλογική συζήτηση η οποία διαρκεί επί πολλές δεκαε­ τίες στη Γερμανία σε σχέση με τη «Sonderweg», τις ιδιαιτερότητες της γερμανικής ιστορίας που μπορούν να εξηγήσουν γιατί ο ναζισμός θριάμ­ βευσε. Θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, ότι στη Γαλλία, η οικονομική και κοινωνική ιστορία δεν λαμβάνεται ακόμη πραγματικά υπόψη στις έρευνες για το Vichy. Οι μόνες συζητήσεις που διαθέτουν ένα ορισμένο εύρος επεκτείνουν τις συζητήσεις που εμφανίστηκαν στις δεκαετίες 19601970. Ακόμη και αν τείνουν να εκπνεύσουν εδώ και μερικά χρόνια, μπο­ ρούμε να αναφέρουμε σε σχέση με αυτό, τις αντιπαραθέσεις που προκάλεσε το ζήτημα του «γαλλικού δρόμου εκβιομηχάνισης». Σε ένα πρώτο στάδιο, η πλειονότητα των ιστορικών συμφώνησε με τη θέση που ανέ­ πτυξε στο πρωτοποριακό του έργο ο David Landes (1969), όπου διαπί­ στωνε μια «καθυστέρηση» της γαλλικής εκβιομηχάνισης, συγκρινόμενης με την εκβιομηχάνιση της Μεγάλης Βρετανίας, καθυστέρηση που απέδι­ δε στο «μαλθουσιανισμό» και την «έλλειψη τόλμης» της γαλλικής εργοδο­ σίας. Στη συνέχεια, οι οικονομολόγοι ιστορικοί οδηγήθηκαν να ασκήσουν κριτική στη θέση αυτή της «καθυστέρησης», προτιμώντας να μιλήσουν για ένα διαφορετικό δρόμο εκβιομηχάνισης. Η απουσία εργοστασιακής πύκνωσης και αλματώδους αστικοποίησης δεν παρεμπόδισε την έντονη ανάπτυξη της γαλλικής οικονομίας, όπως το βεβαιώνουν οι αριθμοί (Ρ. Fridenson και A. Strauss, 1987). Ο ίδιος ο David Landes κατέληξε να αποδεχτεί αυτή την άποψη δείχνοντας, σε νέες εργασίες, το δυναμισμό ενός τμήματος της γαλλικής εργοδοσίας (κυρίως στη βόρεια Γαλλία). Αν η συζήτηση δεν προχώρησε πιο μακριά, δεν οφείλεται σε έλλειψη νέων υποθέσεων. Στις έρευνές μου γύρω από την ιστορία της μετανάστευσης, για παράδειγμα, κατάλαβα προοδευτικά ότι αν παρατηρήσουμε τα πράγ­ ματα όχι από την άποψη της επιχείρησης, σε μια μακροοικονομική προο­ πτική, αλλά από την άποψη των εργατών, θα πρέπει να σχετικοποιήσουμε έντονα αυτή την ιδέα ενός «ήπιου» γαλλικού δρόμου εκβιομηχάνισης. Αν πάρουμε ως κριτήρια, τον ξεριζωμό, την άγρια αστικοποίηση, τον αριθμό των περιπτώσεων φυματίωσης κ.λπ., μπορούμε να επιχειρηματο­ λογήσουμε εκ νέου προς χάρη της θέσης της γαλλικής «καθυστέρησης». Σε σχέση με χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία ή η Γερμανία, οι κοινωνι­ κές συνέπειες της εκβιομηχάνισης μετατέθηκαν απλώς μέσα στο χρόνο. Η ρήξη παράγεται στο μεσοπόλεμο και αγγίζει ουσιαστικά το προλετα­ ριάτο των μεταναστών. Το μικρό ενδιαφέρον που οι ιστορικοί έδειξαν για την ιστορία της μετανάστευσης και το γεγονός ότι παραμένουν προ­ [2 4 5 ]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

σηλωμένοι στη χρονολογική τομή του 1914 εξηγούν γιατί η ρήξη αυτή υποτιμήθηκε (G. Noiriel, 1988). Δεν πρόκειται εδώ παρά μόνο για μια υπόθεση που υποβάλλεται στη συλλογική κριτική. Όταν διαβάζουμε προσεκτικά τις διατριβές που υποστηρίχτηκαν κατά τη διάρκεια των τε­ λευταίων χρόνων, διαπιστώνουμε ότι πολλές από αυτές προτείνουν ερ­ μηνείες και εξηγήσεις ικανές να ανανεώσουν την κατανόησή μας για τη σύγχρονη περίοδο. Προσκρούουμε όμως στο γεγονός ότι οι υποθέσεις αυτές πρέπει να επιβεβαιωθούν και να συζητηθούν από άλλους ιστορι­ κούς προκειμένου να γίνουν αποδεκτές ή να απορριφθούν. Σήμερα ο κατακερματισμός της έρευνας καθιστά ολοένα και δυσκολότερη την εφαρμογή αυτού του συλλογικού διαβήματος. Σίγουρα, οι ιστορικοί συ­ νεχίζουν να μιλούν μεταξύ τους στα σεμινάρια και τα συμπόσια, δεν υπάρχει όμως δημόσιος χώρος για την επιστημονική συζήτηση.

Η επιστημολογία ανάμεσα σε φιλελευθερισμό και αλληλεγγύη πως είδαμε σε όλο αυτό το κεφάλαιο, στο επιστημολογικό επίπεδο, η πρόσφατη περίοδος σημαδεύτηκε· από το θρίαμβο «κονστρουκτιβιστικών» προσεγγίσεων. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε πολύ ωφέλιμη για την έρευνα της σύγχρονης ιστορίας. Μας υποχρέωσε να αμφισβητήσουμε τα πλαίσια σκέψης που, για μας, ήταν αυτονόητα. Ας πάρουμε το παρά­ δειγμα του χώρου. Η επιστημολογική σκέψη σχετικά με αυτό το ζήτημα (που οφείλει πολλά στο περιοδικό Espaces Temps) κατέληξε να θέσει ερωτήματα όχι μόνο σε σχέση με το νομαρχιακό ή επισκοπικό πλαίσιο, αλλά σε σχέση με όλα τα χωρικά πλαίσια που δεν προσαρμόζονται αυ­ στηρά στο αντικείμενό τους. Το ζήτημα αυτό αποτελεί το κυρίαρχο διακύβευμα της έννοιας της «κλίμακας», όπως την επεξεργάστηκε ο Bernard Lepetit. Μπορούμε να μετρήσουμε την αποκαλυπτική αξία της όταν δια­ βάζουμε τις πρόσφατες εργασίες που δείχνουν την απόσταση ανάμεσα στις διοικητικές διαιρέσεις και τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα οικειοποιούνται και αντιλαμβάνονται τους χώρους όπως η συνοικία (PierreYves Saulnier) ή ενδιαφέρονται για υπολανθάνοντα διακυβεύματα στην οικοδόμηση του χώρου στην ιστορία της χαρτογραφίας (Christian Jacob, 1992). Ο πολλαπλασιασμός των πρόσφατων σκέψεων γύρω από το χρό­ νο εγγράφεται στην ίδια λογική. Υιοθετώντας την ιστορικιστική προο­ πτική που ανέπτυξε εναντίον της δομικής ιστορίας ο Edward P. Thompson, [ 246]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

οι ιστορικοί των Annales μάς προσκάλεσαν σταθερά να δεχτούμε τη· ιδέα ότι ο χρόνος, όπως ο χώρος, πρέπει να οικοδομείται σε σχέση με τ< αντικείμενο μελέτης και όχι σε αναφορά με γενικά εξωτερικά πλαίσια. Στο όνομα των ίδιων επιχειρημάτων αναπτύχθηκε η κριτική των κοι νωνικο-επαγγελματικών κατηγοριών. Είδαμε ότι, από τη δεκαετία τοι 1960, οι περισσότερες διατριβές οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας συνέκλιναν προκειμένου να δηλώσουν ότι οι κατηγορίες του Labroussf δεν ανταποκρίνονταν στις τοπικές πραγματικότητες. Σήμερα, τα επιχει ρήματα προχωρούν προς την ίδια κατεύθυνση, είναι όμως πολύ περισ­ σότερο «φιλοσοφικώς ορθά», πολύ πιο εξεζητημένα. Όπως είδαμε, προ­ σάπτουν στους ιστορικούς που χρησιμοποιούν τις κατηγορίες αυτές ότι «πραγμοποιούν» την πραγματικότητα, δηλαδή ότι εμπιστεύονται φα­ νταστικές, αναχρονιστικές, αφηρημένες ιδέες, αντί να μεριμνούν για τα άτομα «με σάρκα και οστά». Για μια ακόμη φορά δεν θα ήταν αρκετό να επαναλάβουμε το όφελος που η σύγχρονη ιστορία προσκόμισε από το κριτικό αυτό διάβημα. Από τη στιγμή που συνειδητοποιήσαμε ότι δεν ήταν δυνατόν να θεωρούμε τις διαιρέσεις που καθορίστηκαν το 19ο αιώ­ να από τους υπαλλήλους της Γενικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Γαλλίας ως απλή αντανάκλαση πραγματικών κοινωνικο-επαγγελματικών κατηγο­ ριών, αρχίσαμε να αμφισβητούμε τις δηλώσεις μιας οικονομικής ιστορίας ανίκανης να συλλάβει τον ουσιαστικό ρόλο που παίζουν οι εργάτεςαγρότες στη γαλλική κοινωνία του 19ου αιώνα, γιατί αυτοί οι τελευταίοι δεν υπήρχαν στις επίσημες στατιστικές. Καταλάβαμε ότι, συγχέοντας την πραγματικότητα και τις κατηγορίες που θεωρούνται ότι την αντι­ προσωπεύουν, δεν θα κατανοούσαμε ότι οι διοικητικές αυτές διαιρέσεις απέρρεαν από μια διαδικασία κρατικής καταγραφής η οποία δεν είναι ουδέτερη, επειδή θέτει σε κίνηση σχέσεις εξουσίας, όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο. Το να θέτουμε ερωτήματα ως προς τον τρόπο που παρήχθησαν οι κατηγορίες αυτές, ως προς την ιστορικότητά τους (η λέ­ ξη «αστός», όπως τη χρησιμοποιούμε σήμερα, είχε την ίδια έννοια το 19ο αιώνα;), αποτελεί σήμερα ένα «αντανακλαστικό» που κάθε ιστορικός θα πρέπει να ενσωματώσει στη μεθοδολογική του κουλτούρα. Αυτό που μπορεί να θεωρούμε λυπηρό, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι, διακατεχόμενοι από την ορμή τους, οι «κονστρουκτιβιστές» ιστορικοί καταλήγουν μερικές φορές να αναπαράγουν το δογματισμό στον οποίο υπέπεσαν οι υπέρμαχοι της ποσοτικής οικονομικής και κοινωνικής ιστο­ ρίας. Το να είμαστε επιφυλακτικοί σχετικά με τις διαδικασίες κατασκευής [ 247]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

των κατηγοριών που χρησιμοποιούμε στις έρευνες μας είναι ένα πράγ­ μα, το να πιστέψουμε ότι θα μπορούσαμε να απαλλαγούμε από κάθε κα­ τηγορία είναι ένα άλλο. Η θεώρηση αυτή δεν μπορεί να στηριχτεί, πράγ­ ματι, σε καμιά φιλοσοφική «απόδειξη», οι ίδιοι οι φιλόσοφοι μην έχο­ ντας ποτέ καταφέρει να δώσουν λύση στο πρόβλημα. Πρόκειται απλώς για μια προσωπική προτίμηση. Με την έννοια αυτή είναι εντελώς σεβα­ στή. Όσοι όμως, όπως εγώ, θεωρούν λυπηρό γεγονός την εξασθένιση των συλλογικών πρακτικών στην ιστορία, δεν μπορούν να υιοθετήσουν αυτή τη θεώρηση, γιατί αυτή συμβάλλει στην επιδείνωση του κατακερ­ ματισμού της ιστορίας που όλοι διαπιστώνουν σήμερα. Στο συμπόσιο του Saint-Cloud, το 1965, σε απάντηση στην κριτική που ο Roland Mousnier απηύθυνε στην ονοματολογία των τάξεων, ο Ernest Labrousse δή­ λωνε: «Υπάρχουν δύο πνευματικές οικογένειες, εξίσου αξιοσέβαστες, αυτή που ψάχνει λύσεις στα προβλήματα και αυτή που ψάχνει δυσκο­ λίες στις λύσεις, εγώ ανήκω στην πρώτη». Αυτή η παρατήρηση μου φαί­ νεται πολύ ουσιαστική. Επισημαίνει ένα διαχωρισμό που δεν σταμάτησε να αναπαράγεται μέχρι σήμερα, ανάμεσα σε εκείνους που δίνουν προ­ νομιακή θέση σε ένα ατομικό διάβημα, που υπερασπίζονται πριν απ’ όλα την ελευθερία της δημιουργικότητας και της επινοητικότητας του ιστορικού (ο οποίος συχνά, στην περίπτωση αυτή, θεωρείται «συγγρα­ φέας») και σε όσους δίνουν προνομιακή θέση σε ένα συλλογικό διάβη­ μα, δεχόμενοι να πληρώσουν το τίμημα, να θυσιάσουν δηλαδή ένα μέρος της προσωπικής τους πρωτοτυπίας, προκειμένου να διαπραγματευτούν με τους συναδέλφους τους τις συμβάσεις της γλώσσας που καθιστούν δυνατή τη συζήτηση. Όπως ο Labrousse, σκέφτομαι ότι η πρόοδος της ιστορικής έρευνας έχει ανάγκη από τις δύο αυτές «πνευματικές οικογέ­ νειες». Το «κονστρουκτιβιστικό» διάβημα συγκεντρώνει εκείνους που ψά­ χνουν «τις δυσκολίες στις λύσεις». Είδαμε πώς συνέβαλε στην ανανέωση τα τελευταία χρόνια. Αν το ωθήσουμε όμως στα άκρα, καθιστά αδύνατη κάθε συζήτηση. Θα αναφέρω τρία αμφιλεγόμενα παραδείγματα για να το αποδείξω. Το πρώτο το δανείζομαι από τη διατριβή του Jean-Pierre Chaline (1982, ό.π.) σχετικά με την αστική τάξη της Rouen το 19ο αιώνα. Στα συμπεράσματά του, διαχωρίζει και αυτός τη θέση του από τις προ­ σπάθειες του Ernest Labrousse και της Adeline Daumard που επιχείρη­ σαν να προσφέρουν έναν ορισμό της αστικής τάξης το 19ο αιώνα. Αν αποδεχτούμε τα κριτήρια του τρόπου ζωής, του ριζώματος στον αστικό [ 248]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

κόσμο, τις πολιτιστικές πρακτικές, κάθε συνολικός ορισμός αποδεικνύεται αδύνατος, εκτιμά ο Jean-Pierre Chaline. Οχι μόνο δεν υπάρχει τίποτε το κοινό ανάμεσα στους αστούς της Havre και εκείνους της Rouen, αλλά σε αυτή την τελευταία πόλη η αστική τάξη διακρίνεται σε πολυάριθμες ομάδες που απέχουν πολύ οι μεν από τις δε. Ας φανταστούμε έναν ιστο­ ρικό που θα ήθελε να ακολουθήσει αυτή τη δουλειά της «αποδόμησης». Είναι πιθανόν ότι θα έβρισκε νέα κριτήρια για να δείξει ότι στο εσωτερι­ κό μιας ίδιας γειτονιάς, ενός ίδιου κλάδου δραστηριότητας, οι διαφορές κυριαρχούν έναντι των κοινών σημείων και ότι κανένας αστός δεν μοιά­ ζει με έναν άλλον. Όπως όμως έλεγε ο Simiand, ασκώντας κριτική στα επιχειρήματα του ίδιου τύπου που υποστήριζε ο Seignobos, θα μπορού­ σαμε να υποστηρίξουμε την ίδια μορφή σκέψης σχετικά με τα σκυλιά ή τα λουλούδια. Αν δεν διαθέτουμε κανένα γενικό στοιχείο που να μας επι­ τρέπει να γνωρίσουμε τι είναι ένας «αστός», πώς μπορούμε να χρησιμο­ ποιούμε ακόμη αυτόν τον όρο; Αν ο καθένας επεξεργάζεται το δικό του λεξιλόγιο, πώς είναι δυνατή μια συζήτηση μεταξύ ιστορικών; Τα ερωτήματα αυτά θα μπορούσαν επίσης να τεθούν στους «μεταμο­ ντέρνους» ιστορικούς που, όπως ο Daniel Milo (1991), δημιούργησαν ως ειδικότητά τους την καταστροφή όλων των κατηγοριών (χρονολογικών, χωρικών, κοινωνικών) που οι άλλοι ιστορικοί μόχθησαν πολύ να οικο­ δομήσουν. Ωστόσο, οριακά, για τους οπαδούς του Νίτσε, το διάβημα μπορεί να φαίνεται λογικό, επειδή είναι η ίδια η ιστορική γνώση που πρέπει να καταστραφεί. Χωρίς να προχωρούν μέχρι εκεί, τα πρόσφατα επιχειρήματα του Alain Corbin (1992) προς υπεράσπιση του ερευνητι­ κού προγράμματος που έχει την εύνοιά του, εγγράφονται σε αυτό το εχθρικό κίνημίχ απέναντι στους ορισμούς. Δηλώνει ότι σήμερα η ιστορία «δεν έχει ανάγκη από ονοματοθεσίες πεδίων», ότι επιθυμεί να απαλλα­ γεί «από την αυστηρότητα των ονοματοθεσιών και ρητορικών κατανα­ γκασμών» και ότι, τελικά, εναπόκειται στον κάθε ιστορικό να ορίσει όπως το επιθυμεί το αντικείμενό του, τις μεθόδους του και το λεξιλόγιό του. Αλλά αν κάθε ιστορικός μιλά μια γλώσσα που μόνο ο ίδιος γνωρί­ ζει, μπορούμε να αναρωτηθούμε σε τι χρησιμεύουν όλα τα καθήκοντα επικοινωνίας (από την έκδοση έργων μέχρι την υποστήριξη διατριβών και, ακόμη, τη διδασκαλία) που καθημερινά αναλαμβάνουμε στο πλαί­ σιο των επαγγελματικών μας δραστηριοτήτων ως ιστορικοί.

[

249]


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Αποδεκτές συμβάσεις πως υπογράμμισα, ήμουν υποχρεωμένος σε όσα αναφέρθηκαν πα­ ραπάνω να παρουσιάσω φανταστικές, δυνητικές συζητήσεις, όπως λένε οι «χρήστες του Internet», δεδομένου ότι, στην πραγματικότητα, οι ιστορικοί δεν συζητούν πια μεταξύ τους. Σκέφτομαι ωστόσο ότι αν ορ­ γανώναμε συζητήσεις γύρω από αυτά τα ζητήματα, ένας ορισμένος αριθμός παρανοήσεων θα μπορούσαν να διαλυθούν γιατί η τεράστια πλειονότητα των ιστορικών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που μόλις ανέ­ φερα παραπάνω, πιστεύουν ότι η επικοινωνία στο εσωτερικό της κοινό­ τητάς μας είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και απαραίτητη. Η αισιόδοξη υπό­ θεση που διατυπώνω για να κλείσω αυτό το κεφάλαιο, είναι ότι αν μι­ λούσαμε για τα προβλήματα αυτά, θα ανακαλύπταμε ότι είναι δυνατόν, κατά τη γνώμη μου, να συμφιλιώσουμε τα αναμφισβήτητα επιχειρήματα όσων άσκησαν κριτική στο δογματισμό των προκατασκευασμένων και «πραγμοποιημένων» κατηγοριών, στο εσωτερικό των οποίων ο Labrousse και οι δικοί του θέλησαν να περιορίσουν την ιστορία και το ιδεώδες της συλλογικής συζήτησης που υπολάνθανε στο σχέδιό τους. Για να επέλθει μια λύση σε αυτό το πρόβλημα, αρκεί να δεχτούμε ότι οι κατηγορίες αποτελούν συμβάσεις με τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι ερευνητές μπο­ ρούν να συμφωνήσουν σε συνάρτηση με τα προβλήματα που θέλουν να επιλύσουν. Η επιστημολογική αυτή θέση, που μπορούμε να αποκαλέσουμε «πραγ­ ματιστική», αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια ουσιαστική διάσταση της κληρονομιάς που μας άφησε ο Marc Bloch. Χωρίς να υπενθυμίσουμε εδώ το ενδιαφέρον που παρουσιάζει, ως προς το ζήτημα αυτό, το Apologie pour I’histoire ou le metier d ’historien, θα περιοριστώ σε ένα πα­ ράδειγμα που απεικονίζει πλήρως τη σημασία των γλωσσικών συμβά­ σεων για την ιστορική έρευνα. Στην εισαγωγή τού Caracteres originaux de I’histoire rurale franqaise (1931, σ. IX), o Marc Bloch θέτει το ερώτημα σε ποιο βαθμό ένας ιστορικός μπορεί να μιλά για τη «Γαλλία» όταν αναφέρεται στις γεωπολιτικές πραγματικότητες του Μεσαίωνα. Και προσθέ­ τει: «Το να μιλάμε για “γαλλικά” δεδομένα, όταν αυτά προέρχονται γε­ νιά μετά γενιά από πρωτόγονες διαφορετικότητες και είναι σχετικά, για παράδειγμα, με τον 9ό αιώνα, όταν είναι μάλιστα επαρχιακά και αναφέρονται στο 13ο αιώνα, αποτελεί μια καθαρή παραδοξότητα, αν δεν συμ­ φωνήσουμε εκ των προτέρων ότι αυτός ο τρόπος ομιλίας σημαίνει απλώς

Ο

[ 250]


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ότι η γνώση αυτών των παλιών φαινομένων, δανεισμένων από διάσπαρ­ τα περιβάλλοντα, αποδεικνύεται απαραίτητη στην κατανόηση της νεό­ τερης και σύγχρονης Γαλλίας. Εν ολίγοις, ο ορισμός σχετίζεται περισσό­ τερο με το σημείο κατάληξης παρά με τις καταβολές ή την ίδια τη διαδι­ κασία ανάπτυξης: αποδεκτή σύμβαση, αναμφίβολα, στο μέτρο που δεν αγνοεί η ίδια τον εαυτό της». Αποδεκτές συμβάσεις που δεν αγνοούν τον εαυτό τους, αυτό είναι αναμφίβολα που έχει σήμερα περισσότερο ανάγκη η σύγχρονη ιστορία για να ξαναβρεί τους δρόμους της συλλογι­ κής συζήτησης.

T e K M H P IO

Ιστορία: Αλλαγές και παραδόσεις Ό ποιος θα προσπαθούσε να διηγηθεί εν συντομία την εξέλιξη της γαλλικής ιστοριογραφίας α π ό την επομένη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, θα διέκρινε αναμφισβήτητα, σχηματοποιώντας σημαντικά, δύο στιγμές. Η πρώτη, χα ρ α ­ κτηριστική των δεκαετιών του 1950 και του 1960, συνδυάζει στο εσωτερικό της επιστήμης τη μακροοικονομική προσέγγιση, τη μελέτη των κοινωνικών δομών, τη συνδυασμένη ανάλυση των μακρόχρονων τάσεω ν και της σύντομης συγκυ­ ρίας. Ο Ernest Labrousse και ο Fernand Braudel, π ο υ διηύθυναν μαζί το μ εγά ­ λο εγχείρημα της δημοσίευσης της H istoire economique et sociale de la France συνέβαλαν, μέσω διαφορετικών εξάλλου προτάσεω ν και πρακτικών, στην ο ρ ­ γάνωση του επ α γγέλμ α τος του ιστορικού και στην προικοδότησή του με α να ­ φορές γύρω α π ό τις οποίες υπήρχε συμφωνία. Η συλλογική έρευνα (στο Κ έ­ ντρο Ιστορικών Ερευνών του 6ου Τμήματος της Ecole pratique des hautes etu­ des) και ο συντονισμός ατομικών εργασιών (στο Institut d’histoire economique et sociale της Σορβόνης) εξασφάλιζαν την π ρόοδο μιας ακόμη ενοποιημένης γνώσης μέσω της μεθοδολογικής προσφυγής στην περιγραφική στατιστική, π ου εγκαθίστατο ως πρότυπο. Η ιεραρχία των ζητημάτων προσανατολιζόταν από ένα ανάμεσά τους: επρόκειτο να μάθουμε πώς, και σύμφωνα με π οιου ς ρυθ­ μούς, πραγματοποιήθηκε η σύγχρονη ανάπτυξη (ή απέτυχε να πραγματοποιη­ θεί), και με π ο ιες συνέπειες για τις ομάδες, των οποίω ν η συνένωση α π οτελούσε την κοινωνία. 0 χαρακτηρισμός «νέα ιστορία», δανεισμένος α π ό τον τίτλο του λεξικού που δημοσίε