Page 1

Ο νεκρός της πλατείας Μπεγιαζίχ A

Ε Κ Δ Ο Σ Ε ΙΣ

ΤΖΙΑΜΠΙΡΗΙ ΠΥΡΑΜΙΔΑ


NAZIM XIKMET Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΜΠΕΓΙΑΖΙΤ

ΤΖΙΑΜΙΙΙΡΗΣ - ΠΥΡΑΜΙΔΑ


NAZIM XIKMET: Μετάφραση: Επιμέλεια: Εκδοτική Επιμέλεια: Στοιχοιοθεσία-Φίλμς:

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΜΠΕΓΙΑΖΙΤ Τάσος Ιορδάνογλου Στέλλα Δάτση-Καραμανρον Πρόδρομος Κυρκόπουλος Χριστίνα Νικολαΐδου

Καλλιτεχνική επιμέλεια

εξωφύλλου: Ηλίας Γκούμας Εκτύπωση: TYPOFFSET-B. Κουκουλής Αγ. Δημητρίου 190

Copyright 1997

Για την ελληνική γλώ σσα

ΤΖΙΑΜΠΙΡΗΣ-ΠΥΡΑΜΙΔΑ


NAZIM XIKMET

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΜΠΕΓΙΑΖΙΤ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΑΣΟΣ ΙΟΡΛΑΝΟΓΛΟΥ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤΕΛΛΑ ΔΑΤΣΗ-ΚΑΡΑΜΑΥΡΟΥ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ:

ΤΖΙΑΜΠΙΡΗΣ - ΠΥΡΑΜΙΔΑ ΦΡΑΓΚΩΝ & ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ 1 ΤΗΛ. 531.248-536.847 FAX: 550.675 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


ΣΤΙΣ ΖΕΣΤΕΣ

Στις ζέστες αυτές εσένα σκέφτομαι τη γύμνια σου το λαιμό σου τους καρπούς σου το κοιμισμένο πάνω στο μιντέρι σαν άσπρο πουλί, πόδι σου τα λόγια σου. Στις ζέστες αυτές εσένα σκέφτομαι. Δεν ξέρω τι μου ’μείνε πιο πολύ στο νου τι μου 'ρχεται μπροστά στα μάτια ο λαιμός σου οι καρποί σου το γυμνό σου πόδι όσα μου ’λεγες όταν γινόσουν δική μου; Στις ξανθές αυτές ζέστες εσένα σκέφτομαι. Στις ξανθές αυτές ζέστες σε μια κάμαρα ξενοδοχείου σε σκέφτομαι και ξεγυμνώνω τη μοναξιά μου τη μοναξιά μου που μοιάζει και λίγο με θάνατο. 10 Ιούλη 1959 4

5


Σ' αυτόν τον κόσμο τι πολλές όμορφες γυναίκες υπάρχουν κι αν πεις κορίτσια... Ανέβα στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου σεριάνα γέρο. Απ'τη μια αράδειαζε ποιήματα πιο φωτεινά το'να απ’τ'άλλο Απ'την άλλη πιάνε κουβέντα με το διπλανό σου θάνατο. 12 Ιούλη 1959

6


ΔΥΟ ΑΓΑΠΕΣ Δε γίνεται δυο αγάπες σε μια καρδιά ψέμα θα είναι. Στην πόλη των ψυχρών βροχών κοιμάμαι το βράδι ανάσκελα στην κάμαρα ξενοδοχείου. Τα μάτια μου καρφωμένα στο ταβάνι. Σύννεφα περνούν απ' το ταβάνι αργά όπως κυλούν τα φορτηγά στη βρεμένη άσφαλτο και στα δεξιά μακριά ένα λευκό γιαπί μπορεί και μ’ εκατό ορόφους. Στην κορφή του λάμπει χρυσή βελόνα. Τα σύννεφα περνούν απ' το ταβάνι φορτωμένα ήλιο όπως τα καρπουζοκάϊκα. Καθισμένος στο τζουμπά* πέφτει στο πρόσωπό μου το φως του νερού. Σ’ όχθη ^^α μ ο ύ ή σ' ακροθαλάσσι βρίσκομαι;

* Τζονμπάς·. Εξώστης των παλιών Τούρκικων σπιτιών.


Τ ' είναι εκείνο στο δίσκο τον τριανταφυλλένιο; φράουλες ή μαυρόμουρα; στο χωράφι Φούλια βρίσκομαι ή στο χιονισμένο δάσος με τα σφεντάμια;* Γελούν και κλαιν σε δυο γλώσσες οι γυναίκες π' αγαπώ. Σύντροφοι πώς βρεθήκατε; δε γνωρίζεστε αναμεταξύ σας. Πού με περιμένετε; Στο καφενείο Τσιναρλί του Μπέγιαζιτ ή στο πάρκο Γκόρκι; Στην πόλη των ψυχρών βροχών κοιμάμαι το βράδι ανάσκελα στην κάμαρα ξενοδοχείου. Καίνε τα μάτια μου ολάνοιχτα τα μάτια μου ένας σκοπός ακούστηκε με φυσαρμόνικα άρχισε με ούτι τελείωσε. Μέσα μου σφιχταγκαλιασμένη κι ανάκατη ήταν η νοσταλγία για τις δυο μεγάλες μακρινές πολιτείες. Να πεταχτώ απ’ το κρεβάτι να τρέξω κάτω απ’ τη βροχή στο σταθμό των τρένων. - Εμπρός αδέρφι μου μηχανικέ τράβα για κει. -Π ού; 17 Ιούλη 1959

* Το σφεντάμι: Είδος δέντρου


τ

Στο εστιατόριο Αστάρια στο Βερολίνο ήταν ένα κορίτσι σαν ασημί δροσοσταλίδα. Μου χαμογελούσε πάνω απ' τους φορτωμένους δίσκους. Έμοιαζε με τα κορίτσια της πατρίδας μου που έχασα. Αλλά γιατί δεν ξέρω σάπιζε το κάτω μέρος των ματιών της μερικές φορές Δεν ήταν τυχερό δε μπόρεσα να καθήσω στα τραπέζια που σέρβιρε. « Ούτε μια μέρα δεν κάθησε στα τραπέζια που σέρβιρα. Ήταν ηλικιωμένος κι ανήμπορος θαρρώ έτρωγε αρρωστιάρικα φαγιά. Ήξερε ν' αφαιρείται λυπημένα πάνω στο πρόσωπό μου αλλ’ όχι και γερμανικά. Τρεις μήνες, τρία γεύματα.... Ήρθε κι έφυγε. Ύστερα χάθηκε. Ίσως στην πατρίδα του να γύρισε ’ Ισως να πέθανε προτού γυρίσει. 23 Ιούλη 1959

9


Κάθε 20 · 30 χιλιόμετρα σα να πέφτουν μυριάδες αστέρια πάνω του ανάμεσα από μυριάδες φύλλα περνάει το τρένο. Κάθε 20 - 30 χιλιόμετρα μεσ'απ'το βαγόνι περνάνε πράσινα φρούρια με χάλκινους. πύργους θλιμμένα βράχια κατακόκκινα κεραμίδια κεραμίδια που λάμπουν σα βερνικωμένα. Στο μπαλκόνι μια γυναίκα με μαβί μαγιό. Νομίζω είναι και ξανθιά. Οι δρόμοι πεντακάθαροι μα έρημοι. Σα χρωματιστοί ήλιοι οι πυρωμένες γλάστρες. Κάθε 20 * 30 χιλιόμετρα οι φάμπρικες καπνοί - καπνοί. Τα φύλλα του Ιούλη φούσκωσαν από το φως. Αγωνία μέσα μου. Αγωνία να φτάσω και να μη δω να δω και να υποφέρω.

10


Κάθε 20 - 30 χιλιόμετρα λάμπ' η άσφαλτος με τις μηχανοκίνητες ρόδες της. Τα στάχυα σα ζώνες χρυσές ι^αι το τρένο περνάει ανάμεσα από μυριάδες φύλλα μετά ξαφνικά πάνω στα νερά της ΒΙλταβα, ανάμεσ’ από γέφυρες κι αγάλματα μια πόλη από μαυρισμένο ασήμι. Εκεί ναι για μένα π πιο όμορφη του κόσμου η μαυρομάτα η αδερφή μου. πιο άσπρο κι απ’ το χαρτί το πρόσωπό της. πεθαίνει από καρκίνο στα 28 της. 25 Ιούλη 1959

11


Το ξέρω πια πολύ καλά το ξέρω όταν ξανάρθω στο σταθμό αυτό ούτε τα μάτια σου θα δω αδερφή μου ούτε τη λάμψη έξω απ' τη μεγάλη πόρτα οι πέτρες τα δέντρα τα τζάμια τα πρόσωπα των ανθρώπων θα 'χουν σβήσει τα μάτια σου θα 'χουν κουβαλήσει κάτω απ'το χώμα το φως της πόλης κι από καιρό θα σάπισαν στο κοιμητήρι. Το ξέρω πια πολύ καλά το ξέρω το ξέρω δεν υπάρχει τίποτα που να ξέρω ίσως εγώ πολύ πιο πριν να μην ξανακατέβώ σε σταθμό πια από τρένο το ξέρω ποιος από μας έχει σειρά αδερφή μου σ δικός σου καρκίνος το δικό μου έμφραγμα. δεν ξέρω δεν ξέρω αλλά και πάλι μου φαίνεται πως όταν με ξαναφέρει κάποιο τρένο στο σταθμό αυτό. Ακόμα και μια μέρα να ζήσω παραπάνω από σένα συχώρα μου την ατιμία αδερφή μου. 29 Ιούλη 1959

12


Γ Όλες οι πόρτες της κλειστές για μένα κατεβασμένες όλες οι κουρτίνες. Ούτε λίγο γαλάζιο ούτε μια χούφτ' αστέρια. Εμάς εδώ θα μας βρει ο θάνατος; Εμείς καλή μου δε θα μπορέσουμε να βγούμε απ’ αυτή την πόλη; 3 Αυγούστου 1959, Λάΐπριτζ

13


ΜΑΥΡΗ ΠΛΗΓΗ

Στην πρώτη σελίδα πάνω σε δυο στύλους ξαπλωμένα δυο γυμνά μικρούλια στην πρώτη σελίδα πάνω σε δυο στύλους μια χούφτα πετσί και κόκκαλο. Τρυπημένο σκισμένο το κρέας τους. 0 ένας απ’ το Διγιαρμπακίρ, απ' το Εργκανί ο άλλος. Τα χέρια τους, τα πόδια τους στραβά τα κεφάλια τους πελώρια το στόμα τους ανοιχτό σε μια τρομαχτική κραυγή. Στην πρώτη σελίδα δυο βατραχάκια λιωμένα με πέτρα. Τα δυο βατραχάκια τα δυο μικρά μου με τη μαύρη πληγή. Ποιος ξέρει πόσες χιλιάδες από σας το χρόνο έρχονται και φεύγουν πριν ακόμα χορτάσουν το πικρό νερό. Κι ο μουστεσάρ μπέης:* (η μαύρη πληγή να του ’ρθει) "Δεν υπάρχει λόγος" λέει "ν'ανησυχείτε". 3 Αυγούστου 1959

* Μονοτεοάρ μπέης: Ανώτερος κρατικός υπάλληλος, σύμβουλος.

14


? I Η ΠΟΛΗ ΤΟ ΒΡΑΔΙ ΚΙ ΕΣΥ Στην αγκαλιά μου είστε ολόγυμνες η πόλη το βράδι κι εσύ. Η λάμψη σας χτυπάει το πρόσωπό μου ακόμα και των μαλλιών σας το χνώτο. Τίνος είν’ αυτή η καρδιά που χτυπάει; Οι χτύποι π ’ ακούγσνται πάνω στην ανάσα μας είναι δικοί σου της πόλης της βραδιάς ή μήπως δικοί μου; Πού τελειώνει το βράδι πού αρχίζει η πόλη πού τελειών’ η πόλη πού αρχίζεις εσύ πού τελειώνω και πού αρχίζω εγώ; 3 Ιούλη 1959

15


Εσύ 'σαι το μεθύσι μου ούτε ξεμέθυσα ούτε μπορώ ούτε θέλω να ξεμεθύσω το κεφάλι μου βαρύ τα γόνατά μου κομματιασμένά μέσ' στη λάσπη παραπατώντας προχωρώ προς το φως σου π'αναβοσβήνει. 10 Ιούλη 1959

16


»

ΡΕΦΙΚ ΚΟΡΑΛΤΑΝ "Απελπιστική η κατάσταση στην Τεξτίλια. Κεζάπι ήπιε ένας εργάτης. Ένα εκατομμύριο παιδιά δεν έχουν σχολειό. Η μαύρη πληγή απλώθηκε τώρα στο Μάρντιν. Πιάσαν τους απεργούς εργάτες. Οι αγρότες καίνε τα στάχυα στα τσιφλίκια. Σε μια σελίδα εφημερίδας ανάμεσ’ απ’ τους τίτλους κοιτάζει απ' την αρχή ο πρόεδρος Ρεφίκ Μπέης κοιτάζει αφηρημένα. Ο αφέντης της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης δείχνει τα μούτρα του στο μιλέτι μου σαν τον τρελό που δείχνει δεν ξέρω κι εγώ τι.

17


Το ξέρουμε αυτός είν' ο δημιουργός των μικρών βουνών και των ποντικιών που γεννιούνται στα βουνά κι αυτός που ρίχνει το ντουφέκι όπως ο Δεμπρελί Χασάν. Το ξέρουμε τον έπιασ’ ο Αμερικάνος απ' το χέρι: άντε περπάτα δούλε Ρεφίκ, είπε κι ο Ρεφίκ Μπέης περπάτησε. Η κοιλιά του μια σπιθαμή μπροστά απ’ τον ίδιο, βουτηγμένος στο αίμα ως τα γόνατα πάνω στα κόκκαλα της εθνικής μας τιμής. Το ξέρουμε, το ξέρουμε την πατρίδα αυτή τη ρίμαξαν ένας Ισμέτ, ένας Αδνάν κι ένας Κόραλταν. 1959

18


ΦΟΒΟΣ Φοβάται ο Αδνάν Μεντερές, φοβάται τους πεθαμένους. Κάποιοι έρχονται απ’τα βουνά της Κορέας. Ντουμανιασμένα τα ορθάνοιχτα μάτια τους ματωμένα τα στριφτά μουστάκια τους. Θα ’ναι είκοσι χρονώ. Φοβάται ο Αδνάν Μεντερές, φοβάται τους πεθαμένους και πιο πολύ τα πεθαμένα παιδιά. Οι κοιλιές τους σα νταούλι, ο λαιμός τους σα σπιρτόξυλο σπάζουν τα τζάμια της κουζίνας του Αδνάν Μπέη βγαίνοντας απ’ τους τάφους τους κάθε νύχτα. Φοβάται ο Αδνάν Μπέης, τους ζωντανούς φοβάται και πιο πολύ αυτούς με τα τσαρούχια πιο πολύ αυτούς με την τραγιάσκα. Αυτοί με την τραγιάσκα δεν ξέρουν να συχωράν τον προδότη. Φοβάται ο Αδνάν Μεντερές. Τα πελώρια μάγουλά του κρέμονται λιγδιασμένα κιτρινιάρικα. Φοβάται ο Αδνάν Μεντερές. 0 ύπνος του λιγόστεψε σε τρεις ώρες. Φοβάται ο Αδνάν Μεντερές. Δε μοιάζει με κανένα φόβο ο φόβος εκεινού που ξεπουλάει το λαό του. 1959

19


ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Μάρτυρες των Εθνικών Δυνάμεων, μάρτυρες, είναι καιρός να βγείτε απ’ τον τάφο) Μάρτυρες των Εθνικών Δυνάμεων, μάρτυρες, στο Σαγγάριο, στο Ίνονού, στο Αφιόν, και βέβαια στο Δουμλούπιναρ κι όσοι έπεσαν στο Αϊδίνι, στο Άντεπ, σεις είστε οι μεγάλες μας ρίζες κάτω απ' το χώμα ξαπλωμένοι μεσ' στα αίματα. Μάρτυρες των Εθνικών Δυνάμεων, μάρτυρες, όσο κοιμόσασταν βαθιά κάτω απ' το χώμα κάλεσαν τον εχθρό πουληθήκαμε, ξυπνήστε! Εμείς πάνω στη γη κοιμόμαστε βαθιά, σηκωθείτε και ξυπνήστε μας! Μάρτυρες των Εθνικών Δυνάμεων, μάρτυρες, είναι καιρός να βγείτε απ’ τον τάφο! 1959

20


Εσένα σκέφτομαι... Στη μύτη μου έρχεται η μυρουδιά της μάνας μου, της ομορφότερης στον κόσμο μάνας μου. Κάθησα τάχα στο παιδικό παιχνίδι της γιορτής που 'χα> μέσα μου. Γυρνάς γύρω - γύρω τα μαλλιά σου πετούν μια το χάνω μια το βρίσκω το ροδαλό σου πρόσωπο. Ποια είναι η αιτία που σε σκέφτομαι σα μια πληγή από μαχαίρι ποια είναι η αιτία που πετιέμαι απ'τη θέση μου στο άκουσμα της φωνής σου ενώ είσαι μακριά μου; Γονατίζω και κοιτάζω τα χέρια σου θέλω ν' αγγίξω τα χέρια σου. Δε μπορώ πίσω απ' το παράθυρο. Είμ' ένας σαστισμένος θεατής αγαπημένη μου στο δράμα που παίζω στο βαθύ μου σκοτάδι. 7 Αυγούστου 1959

21


Τα φυτά απ' τα μεταξένια ως τα κλαδεμένα τα ζώα απ' τα τριχωτά ως τα λεπιδωτά τα σπίτια απ’ τ’ αεροπλάνο ως τη μηχανή ξυρίσματος κι οι θάλασσες και το νερό στο ποτήρι και τ' άστρα και των βουνών ο ύπνος κι ο άνθρωπος ένα κράμα με το καθετί παντού δηλαδή ο ιδρώτας δηλαδή το φως απ' τα βιβλία δηλαδή η αλήθεια το ψέμα δηλαδή ο φίλος ο εχθρός δηλαδή η νοσταλγία η χαρά η θλίψη. Ήρθα και πέρασα μέσ’ από το πλήθος μαζί με το πλήθος που *ρθε και πέρασε. 14 Αυ γούστου 1959

Αγαπημένη μου, κόρη των ματιών μου, δε φοβάμαι το θάνατο, με πληγώνει ο θάνατος, μου πληγώνει την υπόληψη ο θάνατος.

22


ΤΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ’’ΤΡΕΙΣ ΠΕΛΑΡΓΟΙ’’

Στην Πράγα ανταμώναμε στο εστιατόριο "Τρεις πελαργοί" Τώρα, στέκομαι στην άκρη ενός δρόμου με μάτια κλειστά. Εσύ όσο κι ο θάνατος μακριά μου. Ίσως να μην υπάρχει στην Πράγα εστιατόριο "Τρεις πελαργοί" ίσως εγώ να το φαντάζομαι. Στην Πράγα ανταμώναμε στο εστιατόριο "Τρεις πελαργοί". Μουρμούριζα κοιτώντας το πρόσωπό σου το τραγούδι των τραγουδιών του προφήτη Σουλεϊμάν. Στην Πράγα ανταμώναμε στο εστιατόριο "Τρεις πελαργοί". Τώρα, στέκομαι στην άκρη ενός δρόμου με μάτια κλειστά. Εσύ όσο κι ο θάνατος μακριά μου Σε βλέπω κομμάτια - κομμάτια μέσα σ' ένα σπασμένο καθρέφτη. Στην Πράγα ανταμώναμε στο εστιατόριο "Τρεις Πελαργοί". Αχ αδερφή μου, αχ Σόνια Δανγιάλοβα, τίποτα δεν ξεχνιέται τόσο γρήγορα όσο οι πεθαμένοι. 18 Αυγούστου ί959

23


Στο φεγγάρι θα πάνε κι ακόμα πιο πέρα εκεί που δε βλέπουν τα τηλεσκόπια. Αλλά πότε στον κόσμο μας δε θα μείνει ούτ' ένας νηστικός δε θα φοβάται κανείς κανένα δε θα διατάζει κανείς κανένα δε θα κρίνει κανείς κανένα δε θα κλέβει κανείς την ελπίδα κανενός; Αλλά να εγώ είμαι κουμμουνιστής επειδή απάντησα στην ερώτηση αυτή. 26 Αυγούστου 1959

24


ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΟ

Έσπειρα τους νεκρούς μου στη γη όπως τους σπόρους. Άλλος αναπαύεται στην Οδησσό, άλλος στην Πόλη, άλλος στην Πράγα. Η γη είν' ο τόπος π ’ αγαπώ πιο πολύ. Σαν έρθ’ η σειρά μου σκεπάστε με με γη. 16 Αυ γούστου 1959

25


Όταν σκάσει σαν ένα άσπρο γαρΐφαλλο ο πυρήνας όταν περπατήσει το φως στα περβόλια του ατόμου όχι μόνο οι περίεργοι, ολάκερη η ανθρωπότητα θα σεριανάει τον εαυτό της στον καθρέφτη της ποίησης. Δεκέμβρης 1959

26


Το χιόνι έκλεισε το δρόμο. Εσύ έλειπες. Γονάτισα αντίκρυ σου σεριάνισα το πρόσωπό σου τα μάτια μου κλειστά. Τα πλοία δεν περνούν τ' αεροπλάνα δεν πετούν. Εσύ έλειπες. Ακουμπισμένος στον τοίχο αντίκρυ σου μίλησα μίλησα μίλησα δεν άνοιξα το στόμα. Εσύ έλειπες. Σ' άγγιξα με τα χέρια μου τα χέρια μου ήταν στο πρόσωπό μου. Δεκέμβρης 1959

27


Να βγάλω το κεφάλι μου και να το κλειδώσω στη ντουλάπα για μια βδομάδα στο σκοτάδι μιας άδειας ντουλάπας. Να φυτέψω στους ώμους μου στη θέση του κεφαλιού ένα πλατάνι να κοιμηθώ στη σκιά του για μια βδομάδα. 1959

28


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ Οι μέρες όλο και μικραίνουν. Κοντεύει ν’ αρχίσουν οι βροχές. Η πόρτα μου ολάνοιχτη σε περίμενε. Για τί άργησες τόσο; Στο τραπέζι μου πιπεριές, ψωμί, αλάτι στην κανάτα το κρασί που σου κράτησα. Ήπια μονάχος μου το μισό περιμένοντάς σε. Γιατί άργησες τόσο; Αλλά να τα μελωμένα φρούτα περιμένουν στα κλαδιά ώριμα, ζωηρά. Θα ’πεφταν στη γη πριν κοπούν αν αργούσες λίγο ακόμη.

29


ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Εκατό χρόνια πέρασαν από τότε που σε είδα. Από τότε που έσφιξα τη μέση σου από τότε που στάθηκα στα μάτια σου από τότε που έκανα ερωτήσεις στο λαμπερό μυαλό σου από τότε που άγγιξα τη ζεστασιά της κοιλιάς σου. Εκατό χρόνια τώρα με περιμένει μια γυναίκα σε μια πόλη. Ήμασταν στο ίδιο κλαδί, στο ίδιο κλαδί. Χωρίσαμε πέφτοντας απ’ το ίδιο κλαδί. Ανάμεσά μας καιρός εκατό χρόνων δρόμος εκατό χρόνων. Εκατό χρόνια τρέχω από πίσω της στο βαθύ σκοτάδι. 6 Ιούλη 1959


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΒΡΑΔΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ Ένα μεγάλο κίτρινο ζεστό βρεμένο λουλούδι, τα κόκκινα ψάρια χωμένα στα φύκια τα μερμήγκια αστραφτερά τα μαυριδερό βιαστικά μερμήγκια και τα πλατάνια με τα πέτρινα άλογα μούσκεμα. Είδα μια γυναίκα. Τα χέρια της στη μέση ένα καλάθι στο κεφάλι. Είδα μια γυναίκα. Καπνίζει στο φορντ αμάξι της, εξήντα μοντέλο. Είδα μια γυναίκα στη στάση του λεωφορείου τα μάτια της κλειστά να την αγγίξεις θα κλάψει. Γύρω μου τζάμια αστραφτερά τζάμια που φώναζαν με μια φωνή. Βράδι Απρίλη ήταν. Έβρεχε. Μια βροχή μελαχρινή, γυμνοπόδαρη. Έβρεχε το πρώτο βράδι της ζωής μου στη Ρώμη και στην πρώτη ομπρέλα της ζωής μου. Η ομπρέλα μου ήταν γεραομένη. Μου την έδωσε ένας νέος σοσιαλιστής ένας ξανθός αριστερός σοσιαλιστής. Πήγαινα σε μια συγκέντρωση κουμμουνιστών. Η ομπρέλα μου ήταν ευτυχισμένη ήμουν ευτυχισμένος. Η Ρώμη ήταν ένας βρεμένος τοίχος και σ' αυτόν τον τοίχο μια αφίσα πια μόνο υπήρχε η αφίσα της συγκέντρωσης που πήγαινα. Απρίλης 1960, Ρώμη

31


Το κορίτσι μου ήρθε μαζί μου ως το Μπρεστ κατέβηκε απ’ το τρένο έμεινε στο περόν μίκραινε, μίκραινε, μίκραινε στο απέραντο γαλάζιο έγινε σα κόκκος σταριού μετά, δε μπόρεσα να δω τίποτ’ άλλο πέρα απ' τις ράγες. Μετά άκουσα τη φωνή της απ' τα χώματα της Βλαχιάς και δε μπόρεσα ν' αποκριθώ δε μπόρεσα να ρωτήσω: "πού είσαι αγαπημένη μου, πού είσαι;" "έλα κοντά μου" είπε, μα δε μπόρεσα να φτάσω κοντά της, το τρένο έτρεχε σα να μη σταματούσε ποτέ, πνιγόμουν απ' τη θλίψη. Μετά, στο αμμουδερό χώμα σάπιζαν κομμάτια από χιόνια, μετά, κατάλαβα ξαφνικά πως το κορίτσι μου μ' έβλεπε. "Με ξέχασες, με ξέχασες;" ρωτούσε ενώ η άνοιξη περπατούσε στον ουρανό με τα λασπωμένα γυμνά της πόδια. Μετά, τ’αστέρια κατέβηκαν και κάθησαν στα σύρματα του τηλεγραφόξυλου ενώ το σκοτάδι έπεφτε πάνω στο τρένο σα βροχή. Το κορίτσι μου στεκόταν κάτω απ' το τηλεγραφόξυλο κι η καρδιά του χτυπούσε δυνατά λες και βρισκόταν στην αγκαλιά μου. Οι κολώνες πηγαινοέρχονταν μα εκείνη δεν κουνούσε απ' τη θέση της. Το τρένο έτρεχε σα να μη σταματούσε ποτέ, πνιγόμουν απ’ τη θλίψη.

32


Μετά, κατάλαβα ξαφνικά πως χρόνια τώρα, αλλά για πολλά χρόνια, ζω σ’ αυτό το τρένο - αλλά κι ακόμη σαστίζω πώς το κατάλαβα αυτό και γιατί — και τραγουδώντας πάντα το ίδιο μεγάλο, το ίδιο ελπιδοφόρο τραγούδι ολοένα απομακρύνομαι απ’ τις πόλεις και τις γυναίκες π ' αγαπώ και κουβαλώ τη νοσταλγία τους σα μια πληγή που δουλεύει μεσ' στο κρέας μου και πλησιάζω σε κάποια μέρη και πλησιάζω σε κάποια μέρη... Μάρτης 1960, Μεσόγειος

33


Ο,ΤΙ ΑΠΟΜΕΙΝΕ ΑΠ' ΤΗ ΘΥΜΗΣΗ ΤΩΝ ΝΟΤΙΩΝ ΒΟΥΝΩΝ

Απ’ το βορρά κατέβηκα στη χώρα των νότιων βουνών μεσημεριάτικα. Μαζί μου μια νέα, ολόλευκη γυναίκα. Τα μάτια της σχιστά σα μια γαλάζια ανατολή στο πρόσωπό της, με τα ολόισια, στο χρώμα των σταχυών μαλλιά της. Απ' το βορρά κατέβηκα στη χώρα των νότιων βουνών μεσημεριάτικα. Τα βουνά αυτά ζούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους, στις αγελάδες, στα φορτηγά με τις ιτιές, τις μηλιές, τις βελανιδιές και τα πεύκα με τους τίγρεις και τους αμίες* Τα βουνά αυτά ήταν χιονισμένα, ηλιόλουστα, κόκκινα και βαθυπράσινα, είχαν ερειπωμένους πύργους. Τα βουνά αυτά ζούσαν ανάμεσα στα φύλλα των σχολικών τετραδίων, μέσα στα σανατόρια και στα κρατικά καταστήματα, ανάμεσα στους ελικωτούς ασφαλτόδρομους και στις ξύλινες γέφυρες. Τα βουνά αυτά ζούσαν στην πληγή των χτυπημένων αγριοκάτσικων και στις λιμνίσιες όχθες και πια μια γυναίκα υπήρχε μια λευκή γυναίκα με μάτια σχιστά σα μια γαλάζια ανατολή στο πρόσωπό της και πια το ξέρω μονάχα αυτή η γαλάζια ανατολή θα μείνει στη θύμηση των νότιων βουνών. 4 Φλεβάρη 1960 Kislovodsk

* Αμίας: είδος ψαριού. 34


ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΜΠΑΚΟΥ

Τη νύχτα μέχρι τη χωρίς άστρα βαριά θάλασσα τη νύχτα στο πηχτό σκοτάδι ε'ιν' ένα ηλιόλουστο χωράφι σταριού είναι το Μπάκου. Είμαι στην κορφή. Χούφτα - χούφτα χτυπούν στο πρόσωπό μου κόκκοι από φως. Ανατολίτικοι ήχοι κυλούν στον αέρα σαν τα νερά του Βόσπορου. Είμαι στην κορφή. Χάνεται στον ατέλειωτο χωρισμό σα μια σχεδία η καρδιά μου πηγαίνει πέρα απ’ τις αναμνήσεις μέχρι τη χωρίς άστρα βαριά θάλασσα στο πηχτό σκοτάδι. 1960 Φλεβάρης Μπάκου

35


Ο χωρισμός αιωρεϊται στον αέρα σα μια σιδερένια βέργα. Με χτυπάει κατάμουτρα ζαλίστηκα. Φεύγω μα ο χωρισμός με κυνηγάει. Δεν υπάρχει τρόπος να γλιτώσεις απ' τα χέρια του. Λύθηκαν τα γόνατά μου θα γκρεμιστώ. Ο χωρισμός δεν είναι χρόνος, δεν είναι δρόμος ο χωρισμός είναι μια γέφυρα ανάμεσά μας πιο λεπτός απ' την τρίχα, πιο κοφτερός απ’ το σπαθί. Απ’ την τρίχα πιο λεπτός, απ' το σπαθί πιο κοφτερός ο χωρισμός είναι μια γέφυρα ανάμεσά μας ακόμα κι όταν καθόμαστε αντικριστά εσύ κι εγώ. 6 Ιούνη 1960 / Βερολίνο · Μόσχα, στο αεροπλάνο


jT H ΒΕΡΑ Έχω ένα δέντρο μέσα μου. Τη ρίζα του την έφερ' απ' τον ήλιο. Τα φύλλα του κουνιούνται σαν ψάρια της φωτιάς οι καρποί του κελαηδούν σαν τα πουλιά. Οι επιβάτες των πυραύλων από καιρό κατέβηκαν στ' αστέρι που 'χω μέσα μου. Μιλάνε με τη γλώσσα π ' άκουσα στον ύπνο μου, δεν έχουν θέση οι εντολές, οι περηφάνιες, τα παρακάλια, οι ικεσίες. Έχω ένα λευκό δρόμο μέσα μου. Τα μερμήγκια με τους κόκκους σταριού τα φορτηγά με τις γιορταστικές κραυγές έρχονται και φεύγουν αλλ' απαγορεύεται, δε μπορεί να περάσ' η νεκροφόρα. Μέσα μου σαν ένα μοσχομυρωδάτο κατακόκκινο τριαντάφυλλο στέκεται ο χρόνος. Αλλά σήμερα είναι Παρασκευή, αύριο Σάββατο έφυγε το πολύ, έμεινε το λίγο, δε δίνω σημασία. 15 -1 - 1960 Kislovodsk

37


ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΟΥ

Το πνεύμα σου είν’ ένα ποτάμι αγαπημένη μου, κυλάει απάνω, ανάμεσα στα βουνά, πίσω απ' τα βουνά προς τον κάμπο προς τον κάμπο που μέ κανένα τρόπο δε μπορεί να φτάσει, προς τον ύπνο της ιτιάς που με κανένα τρόπο δε μπορεί να φτάσει, στην ηρεμία των φαρδιών γεφυρωτών ματιών σου, στα σχοινά, στις πάπιες με το πράσινο κεφάλι χωρίς να φτάνει στην απαλή θλίψη των ομαλών επίπεδων χωρίς να μπορεί ν' ανταμώσει τα χωράφια με τα στάχυα στο φως του φεγγαριού κυλάει προς τον κάμπο κυλάει απάνω, ανάμεσα στα βουνά, σέρνοντας μια τα μαζωμένα μια τα σκόρπια σύννεφα, κουβαλώντας τις νύχτες τα μεγάλα - μεγάλα άστρα τ* άστρα των βουνών και τους γαλάζιους ήλιους των χιονισμένων βουνών, κυλάει αφρίζοντας, ανακατεύοντας στο βυθό τις άσπρες πέτρες με τις μαύρες, κυλάει με τα ψάρια του που κολυμπούν αντίθετα στο ρεύμα, με δισταγμό στις στροφές, πέφτοντας στους γκρεμούς καλπάζοντας, ξετρελαμένο με το δικό του θόρυβο, κυλάει απάνω, ανάμεσα στα βουνά προς τον κάμπο, προς τον κάμπο κυνηγώντας τον κάμπο, χωρίς να μπορεί να τον ανταμώσει.... 3 Φλεβάρη 1960, Kislovodsk


me

TO ΛΕΝΙΝ

Να βουτάς μέσα στη ζωή, όπως βουτάς το καλοκαίρι στο φως της μέρας. Να βρίσκεις την απάντηση στο "γιατί γεννήθηκα, γιατί ζω;" να μένεις νέος όπως οι μέρες που' ρχονται όπως οι μέρες που 'ρχονται να μένεις νέος να μένεις νέος μαζί με τις μέρες που 'ρχονται, να μένεις νέος, ένα χρώμα πράσινο μια σημαία κόκκινη ένα περιστέρι λευκό να είσαι με το Λένιν απ'το ίδιο τραγούδι, απ' το ίδιο ποτάμι, απ' το ίδιο οχυρό, απ' το ίδιο κομμάτι οικοδομής. Φλεβάρης 1960, Μόσχα

39


ΣΥΖΗΤΩ ΜΕ ΤΟ ΒΛΑΔΙΜΪΡ ΙΛΙΤΣ ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΝΙΝ

Βλαδιμ'ιρ Ίλιτς, λέω Λένιν και μέσα μου μια γαλήνη μια σιγουριά: για τον εαυτό μου, τους ανθρώπους, το χώμα, μια ατέλειωτη χαρά... Βλαδιμΐρ Ίλιτς, λέω Λένιν και μια σημαία ξεδιπλώνει στο γαλάζιο σαν κόκκινο τριαντάφυλλο, σκορπούν τα μήλα, τα παιδιά: άσπρα, μαύρα, κίτρινα, γελώντας, παίζοντας μαζεύουν τα μήλα... Βλαδιμΐρ Ίλιτς, λέω Λένιν και σαράντα χρόνια τώρα τον ακολουθώ με το εισιτήριό μου του κόμματος. Κάθε φορά παρουσιάζομαι μπροστά του με την ψυχή στο στόμα, μα δε μου 'ρχεται να κάνω μετάνοιες μπροστά του.

40


Είναι μεγάλος, πολύ μεγάλος, αλλά δεν καταπατιέμαι απ' τη μεγαλοσύνη του, με τραβά απ' το χέρι τραβώντας με προς το μέρος του. Το ξέρω Βλαδιμίρ Ιλίτς δεν του αρέσει ο έπαινος, να του γράφεις ποιήματα, να του απαγγέλεις τραγούδια και καθόλου μα καθόλου να γίνει είδωλο. Αλλά η Σοβιετική του Ένωση, η Κίνα του, η Πολωνία του πρωτοπόρες στον κόσμο τρέχουν στη φωνή του ή τη μέρα των γενεθλίων του το ίδιο αγαθό ο ίδιος θαυμασμός η ίδια χαρά θα πλημμύριζε και τη δική σας ψυχή αν εσείς ο ίδιος Βλαδιμίρ Ιλίτς δεν ήσασταν Λένιν. Φλεβάρης 1960, Μόσχα

41


ΤΟ ΑΓΓΟΥΡΑΚΙ Στον Εκμπέρ Μπαμπάγιες Το χιόνι στην αυλή ίσαμε τα γόνατα κι ακόμα πέφτει σε χοντρές νιφάδες Δε λέει να ξεθυμάνει απ' το πρωί. Είμαστε στην κουζίνα. Στο τραπέζι, πάνω στο μουσαμά η άνοιξη, στο τραπέζι, πάνω στο μουσαμά ένα τρυφερό αγγουράκι. Καθισμένοι γύρω γύρω το κοιτάζουμε. Η ανταύγειά του χτυπάει στο πρόσωπό μας απαλά, μια φρεσκάδα μοσχοβολάει μια φρεσκάδα. Καθισμένοι γύρω γύρω το κοιτάζουμε σαστισμένοι σκεφτικοί. αισιόδοξοι. Σα να βλέπουμε όνειρο. Στο τραπέζι, πάνω στο μουσαμά η ελπίδα οι καλές μέρες ένα σύννεφο φορτωμένο μ 'ένα πράσινο ήλιο, ένα σμαραγδένιο πλήθος ανυπόμονο πλησιάζει. Θα ξεφαντώσουν αγάπες. Στο τραπέζι, πάνω στο μουσαμά ένα τρυφερό αγγουράκι. Το χιόνι στην αυλή ίσαμε τα γόνατα κι ακόμα πέφτει σε χοντρές νιφάδες. Δε λέει να ξεθυμάνει απ' το πρωί. Μάρτης I960, Μόσχα

42


ψ ΣΤΗ ΒΕΡΑ 110 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας μάθε απ’ το ποτάμι Ό κα το ασημένιο τραγούδι των ποταμών το μεγαλείο της ασταμάτητης ροής το κάλεσμα των φώτων που μακριά απ' τα ποταμόπλοια πέφτουν στο νερό. Απ' το ποτάμι Όκα έμαθα την αφηρημένη τρέλα της νοσταλγίας Τα καλοκαιρινά βράδια, το ποτάμι Όκα με την ψιλή άμμο και τα σεντέφια του λούζοντας μια λευκή γυναίκα κύλησε στην κάμαρά μου μέσα απ’ τους χοντρούς κορμούς των ξύλων. Τα καλοκαιρινά βράδια δεν έπεσαν απ’ τα κλαδιά τα φύλλα των καιρών. Χωρίς να πάω πήγα στα χώματα που ακόμα δεν ξέρω τ’ όνομά τους. 16 Γούλη 1960

43


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ

Μια καλοκαιρινή βροχή έπεσε μέσα μου ζουλήχτηκαν οι μεγάλες ρόγες σταφυλιών στα τζάμια μου μούδιασαν τα φύλλα των ματιών μου. Μια καλοκαιρινή βροχή έπεσε μέσα μου ασημένια περιστέρια πέταζαν απ' τις στέγες μου έτρεξε ξυπόλητο το χώμα μου. Μια καλοκαιρινή βροχή έπεσε μέσα μου πήδηξε στο τραμ μου μια γυναίκα μουσκεμένα τα λευκά της πόδια. Μια καλοκαιρινή βροχή έπεσε μέσα μου χωρίς να μου δροσίζει τη θλίψη. Μια καλοκαιρινή βροχή έπεσε μέσα μου. Άρχισε ξαφνικά και ξαφνικά σταμάτησε στην ίδια θέση σταματημένη η θερμοκρασία στον τυφλό σιδηρόδρομο σκουριασμένη, χοντρή. 4 Αυγούστου 1960

44


Σ' αγαπώ καθώς τρώω το ψωμί βουτώντας το στ' αλάτι ξυπνώντας τη νύχτα μεσ' στους πυρετούς ακουμπώντας το στόμα μου στη βρύση σα να πίνω νερό. Σ' αγαπώ σα ν' ανοίγω μ' αγωνία, με χαρά, με υποψία το βαρύ δέμα του ταχυδρομείου ποιος ξέρει τι να 'ναι μέσα. Σ' αγαπώ σα να περνώ για πρώτη φορά τη θάλασσα με τ' αεροπλάνο όταν σκοτεινιάζει απαλά στην πόλη. Σ' αγαπώ σαν κάτι που σαλεύει μέσα μου σα να λέω "ζούμε δόξα να ’χει". 27 Αύγουστου 1960

45


Η κάθε μέρα μου μια φέτα πεπονιού που μοσχοβολάει κόσμο χάρη σε σένα. Ό λοι οι καρποί απλώνονται στο χέρι μου σα να 'μαι από ήλιο χάρη σε σένα. Χάρη σε σένα παίρνω το μέλι μου μόνο απ' τις ελπίδες. Χάρη σε σένα χτυπάει η καρδιά μου. Ακόμα κι πιο έρημες βραδιές της ένα γελαστό ανατολίτικο κιλίμι στον τοίχο της χάρη σε σένα. Τελειώνοντας το δρόμο μου προτού φτάσω στην πόλη μου σ’ ένα τριαντάφυλλένιο κήπο αναπαύτηκα χάρη σε σένα. Χάρη σε σένα δε βάζω μέσα μου το θάνατο που φορώντας τα πιο απαλά του ρούχα και με τα τραγούδια του καλεί στην αιώνια ησυχία χτυπώντας την πόρτα μου. 29 Αυγούστου 1960

46


Στ'αντικρινά φώτα βγάζει η άσφαλτος αυτή. φορτώθηκαν οι αγελάδες τρεις τρεις στα φορτηγά· Τα κεφάλια τους κουνιούνται αργά, ήσυχα. Στ’αντικρινά φώτα βγάζει η άσφαλτος αυτή. Φορτώθηκαν οι αγελάδες τρεις τρεις στα φορτηγά, μαύρες, παρδαλές, ξανθές. Κανένας δεν τις εξηγεί. Μεσάνυχτα τις φέρνουν στα σφαγεία. Στ’αντικρινά φώτα βγάζει η άσφαλτος αυτή. Φορτώθηκαν οι αγελάδες τρεις τρεις στα φορτηγά. Τα κεφάλια τους κουνιούνται αργά, ήσυχα. 1 Σεπτέμβρη 1960

47


Ξύπνησα κι αυτό το πρωί και περπάτησαν κατά πάνω μου ανάκατα: ο τοίχος, η κουβέρτα, το τζάμι, το πλαστικό και το ξύλο και το φως από μαυρισμένο ασήμι που πέφτει στο ταβάνι. Και περπάτησαν κατά πάνω μου ένα εισιτήριο του τραμ και το μισό απ'τ’όνειρό μου που'πεσε κατά δω κι έσβησε κι ο εχθρικός χώρος που λέγεται δωμάτιο ξενοδοχείου, τρεις γραμμές από'να ποίημα κι ένα κίτρινο άχυρου. Περπάτησε κατά πάνω μου με το ασπριδερό του πρόσωπο ο χρόνος κι οι αναμνήσεις βροχερές και το κενό σου στο κρεβάτι κι η είδηση για μας τους δυο και για το χωρισμό μας. Ξύπνησα κι αυτό το πρωί. 6 Σεπτέμβρη 1960

48


Στα καλά καθούμενα μέσα μου κάτι σχίζεται και μου σφίγγει το λαιμό, στα καλά καθούμενα πετιέμαι και σηκώνομαι παρατώντας το γραφτό μου, στα καλά καθούμενα βλέπω όνειρο σ'ένα ξενοδοχείο, στο χωλ, στο κρεβάτι, στα καλά καθούμενα χτυπάει στο μέτωπό μου το δέντρο του πεζοδρόμιου, στα καλά καθούμενα ένας λύκος ουρλιάζει απέναντι στο φεγγάρι, δυστυχισμένος, οργισμένος, πεινασμένος, στα καλά καθούμενα τ'άστρα κατεβαίνουν και κρέμονται σ'ένα περβόλι, στην κούνια, στα καλά καθούμενα περνάει απ’το μυαλό μου το χάλι μου στον τάφο, στα καλά καθούμενα ένας ηλιόλουστος καπνός στο κεφάλι μου, στα καλά καθούμενα δένομαι στη μέραπ'άρχισα λες και δε θα τελειώσει ποτέ, και κάθε φορά συ ανεβαίνεις στην επιφάνεια του νερού... 8 Σεπτέμβρη 1960

49


Στο Λάϊπριτζ πέφτ'η βροχή ψιλά-ψιλά πέφτουμε οι βιτρίνες, τα δέντρα, οι άνθρωποι, κι η ταχύτητα των αυτοκινήτων και τα περασμένα χρόνια και το κίτρινο του άχυρου κι εγώ, πέφτουμε με τη βροχή που πέφτει ψιλά-ψιλά. 18 Σεπτέμβρη 1960

50


Πρωί, ώρα έξι. Άνοιξα την πόρτα της ζωής μπήκα μέσα, με προϋπάντησε στο παράθυρο η γεύση του φρέσκου μπλε, στον καθρέφτη οι μεινεμένες από χτες ρυτίδες στο κούτελο και μια φωνή γυναίκας στο σβέρκο μου, απαλή σαν το χνούδι του κυδωνιού κι η είδηση για την πατρίδα στο ραδιόφωνο και με ξεχειλισμένη τη λαιμαργία μου θα τρέξω από δέντρο σε δέντρο στα περβόλια των καιρών κι ο ήλιος θα δύσει μικρό μου κι ελπίζω, περ'από τη νύχτα, θα με περιμένει η γεύση ενός φρέσκου μπλε, το ελπίζω... 14 Σεπτέμβρη 1960

51


Τα τραγούδια των ανθρώπων απ'τους ίδιους πιο όμορφα, απ'τους ίδιους πιο λαχταριστά, απ'τους ίδιους πιο λυπημένα, πιο μακρόβια απ’τους ίδιους. Αγάπησα τα τραγούδια τους πιότερο απ'τους ανθρώπους. Μπόρεσα να ζήσω χωρίς άνθρωπο χωρίς τραγούδι ποτέ. Έτυχε να ξεγελάσω το τριαντάφυλλό μου το τραγούδι του ποτέ. Ποτέ δε με γελάσαν τα τραγούδια. Τα κατάλαβα σ'όποια γλώσσα κι αν ειπώθηκαν. Κανένα, μα κανένα, απ'όσα έφαγα κι ήπια στον κόσμο αυτό, απ’όσα γύρισα και γνώρισα απ'όσα άκουσα απ'όσα άγγιξα κι ένιωσα, δε μ'έκανε ευτυχισμένο όσο τα τραγούδια.... 20 Σεπτέμβρη 1960

52


Το Φθινόπωρο του 1960 στο ξενοδοχείο Αστάρια του Λάϊπριπ’ οι τέσσερις μας κοιμηθήκαμε στο ίδιο κρεβάτι οι τέσσερις μας τριγυρίσαμε στο χωλ πλάι-πλάι οι τέσσερις μας φάγαμε απ’το ίδιο πιάτο οι τέσσερις μας γόνατο με γόνατο ακούσαμε το ίδιο ράδιο οι τέσσερις μας -εσύ ήσουνα πάρα πολύ μακριά οι τέσσερις μας -εγώ ήμουνα πάρα πολύ δεμένος στον κόσμο και σε σένα οι τέσσερις μας -τα γάντια του είχε βγάλει ο θάνατος οι τέσσερις μας το φθινόπωρο του 1960 στο ξενοδοχείο Αστάρια του Λάϊπριτζ 23 Σεπτέμβρη 1960

53


ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΣ

Ό λοι μσς γεννηθήκαμε πριν σαράντα χρόνια, πριν σαράντα χρόνια ένα πρωί πριν σαράντα χρόνια όταν η μέρα κεντούσε στη λίμνη της Νίκαιας του Μπεντρεντίν σε μια απ’τις πευκόφυτες πλαγιές του Κιόρογλου κι όταν ο μπολσεβίκος Οσμάν γυρνώντας απ'την αιχμαλωσία, απ’τη Σιβηρία, παγίδευσε βαθιά χαράματα τους Γάλλους στο δρόμο της Ούρφα. Ό λοι μας είμαστε σαράντα χρονώ κι όσοι πάτησαν τα είκοσι κι όσοι πέρασαν τα εξήντα κι όσοι πήδηξαν απ’το παράθυρο της Ασφάλειας στην Πόλη και σκοτώθηκαν. Στα σαράντα αυτά χρόνια μας ούτε δάσος είμαστε ούτε λεύκα πού και πού στον πέτρινο δρόμο ένα χωράφι είμαστε σπαρμένο. Ό λοι μας πατήσαμε τα σαράντα αυτό το πρωί όσοι από μας βρίσκονται στις φυλακές, στον τόπο της δουλειάς, οι μετανάστες μας. Ό λοι μας πατήσαμε τα σαράντα αυτό το πρωί Σύντροφοι, χρόνια πολλά. 25 Σεπτέμβρη 1960

54


Όλα όσα έγραψα για μας δεν είν'αλήθεια εκείνα ήταν όσα ήθελα να βρίσκονται ανάμεσα μας κι όχι εκείνα που βρίσκονταν εκείνα ήταν οι νοσταλγίες μου που κρέμονταν στ’άφταστα κλαδιά τους εκείνα ήταν η δίψα μου η αντλημένη απ’το πηγάδι των ονείρων μου οι εικόνες που χάραξα στο φως ήταν εκείνα. Όσα έγραψα για μας δεν είν'αλήθεια: η ομορφιά σου δηλαδή ένα καλάθι φρούτα ή τραπέζι εξοχικό η μοναξιά μου δηλαδή το ότι ήμουνα το τελευταίο φανάρι στην τελευταία γωνιά της πόλης η ζήλια μου δηλαδή το τρέξιμό μου με δεμένα μάτια τη νύχτα ανάμεσα στα τρένα η ευτυχία μου δηλαδή το ηλιόλουστο ποτάμι που τρέχει γκρεμίζοντας τα φράγματά του Όλα όσα έγραψα για μας είναι ψέματα Όλα όσα έγραψα για μας είν'αλήθεια 30 Σεπτέμβρη 1960 Layprig

55


ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΦΑΓΟΙ

Το τραπέζι μου, τα χαρτιά μου, η γραφομηχανή μου, όλα μου μεσ'στα αίματα, μεσ'στα αίματα τα πεζοδρόμια των πόλεων που πέρασα, τα ίχνη των χεριών μου στους τοίχους μεσ'στα αίματα, ξέσκισα το στήθος μου την καρδιά μου τρώμε μαζί μ'ένα θηλυκό. Γράψε γράμμα, στείλε τηλεγράφημα, τηλεφώνησε, πες έρχομαι, έρχομαι, έρχομαι, θάνατε, καθησύχασέ με. 25 Οκτώβρη 1960

56


ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΠΙΕΡ ΡΕΪΣ

Ο Πιρί Ρε'ίς χάραξε το όνειρά μας στο χάρτη του. Τα’βάψε με τα χρώματα της πρωινής θαλασσινής αύρας. Ο Πιρί Ρείς χάραξε τα όνειρά μας στο χάρτη του με τις αθέατες, άπιαστες αρμαθιές άστρων. Ο Πιρί Ρείς χάραξε τα όνειρά μας στο χάρτη του, το δρόμο που οδηγεί στα κρουσταλλένια κιόσκια απ'τις γνωστές όχθες προς τις απάτητες αμμουδιές, ανάμεσα απ'τα έρημα νησιά και τους πράσινους παπαγάλους. Μεγάλα ψάρια με κέρατα στο χάρτη του Ρείς και μαϊμούδες με κεφάλι κροκόδειλου πιο μεγάλες απ'τα ηφαίστεια. Όσο η καρδιά τα ιστιοφόρα στο χάρτη του Ρεϊς, αλλά τα ψάρια κι οι μαϊμούδες δε μπορούν να καταπιούν τα ιστιοφόρα. Άρχισαν τα ταξίδια κι αν δε φωνάξει η καρδιά, ο νους μπορεί να κουραστεί, να διστάσει, αλλ’η καρδιά δεν υποτάσσεται. Με τα ιστιοφόρα πηγαίνουν στον "Cosmo” με τα ιστιοφόρα, όσο η καρδιά, που πλέουν στο χάρτη του Πιρί Ρείς. 29 Δεκέμβρη 1960 Μόσχα

57


ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Ένας ποιητής ταξιδεύει σε μια θάλασσα του κόσμου μας κοιτάζοντας ένα άστρο. Ταξιδεύει κάποιος ποιητής σ’ένα απ’τα άστρα, σε μια θάλασσα, κοιτάζοντας τον κόσμο μας. Ταξιδεύουν οι ποιητές στις θάλασσες του κόσμου κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. 1960 Μεσόγειος

58


ΠΡΩΙΝΟ ΣΚΟΤΑΔΙ Στο πρωινό σκοτάδι τα τηλεγραφόξυλα, ο δρόμος. Στο πρωινό σκοτάδι το τραπέζι, οι παντόφλες, η κονσόλα που ο καθρέφτης της λάμπει, τα έπιπλα που αλληλοκοιτιούνται και αλληλομαθαίνονται. Στην κάμαρά μας το πρωινό σκοτάδι φωτίζεται σαν ιστιοφόρο. Στην κάμαρά μας η μαβιά δροσιά μοιάζει με διαμαντένιο δαχτυλίδι. Τάστρα φέγγουν στην κάμαρά μας. Πολύ μακριά, στο βυθό του ρυακιού, στον ουρανό, ασπρίζουν οι πέτρες. Το κεφάλι της τριανταφυλλένιας μου βουλιάζει στο μαξιλάρι, στο απέραντο, φαρδύ, πουπουλένιο μαξιλάρι το κεφάλι της. Τα χέρια της ξαπλώνουν πάνω στο πάπλωμα σα δυο άσπρες τουλίπες. Αρχινούν το κελάηδημα τα πουλιά στα μαλλιά της. Στο πρωινό σκοτάδι με τα δέντρα της, τις καπνοδόχες των εργοστασίων της η πόλη'. Στο πρωινό σκοτάδι βρεγμένα είναι τα δέντρα, ζεστές οι καπνοδόχες της φάμπρικας. Στο πρωινό σκοτάδι τα πρώτα βήματα περνούν από την κάμαρά μας χαϊδεύοντας την άσφαλτο, η πρώτη βουή της μηχανής το πρώτο χαχανητό η πρώτη βλαστήμια η άχνα στο τζάμι του πλανόδιου τυροπιτά ο οδηγός με τις λαστιχένιες μπότες που μπαίνει στο γαλατά το μωρό του γείτονα που κλαίει το περιστέρι στη μαβιά αφίσα το μανεκέν στη βιτρίνα τα κίτρινα σκαρπίνια στο πόδι του και τα κινέζικα φυσερά απ'το ξύλο των καϊκιών κι εκείνο το κόκκινο χοντρό στόμα της μονάκριβής μου 59


κι απ'όλα τα ξυπνήματα τα πιο ευτυχισμένα, τα πιο φρέσκα, από την κάμαρά μας περνούν στο πρωινό σκοτάδι. Στο πρωινό σκοτάδι ανοίγω το ρόδιο: τα τεράστια μεταλλικά ονόματα ανακατώνονται με τους τεράστιους αριθμούς. Οι πετρελαιοπηγές συναγωνίζονται τα χωράφια καλαμποκιού. Ο Λένιν, ο βοσκός με το παράσημο, (είδα τη φωτογραφία του στις πρώτες σελίδες, τα χοντρά μουστάκια του μαύρα, γυρτά) μιλάει δειλά, ντροπαλά σα νιόβγαλτη παρθένα. Ακολουθούν οι ειδήσεις απ'το διάστημα. Μετά απ'αυτό, το πρωί στις έξι, καθώς το τρίτο "σπούτνικ" περιφέρεται γύρω από τον κόσμο 8879 φορές, ανοίγει στο μαξιλάρι τα μεγάλα της μάτια η τριανταφυλλένια μου. Είν'ακόμη σαν τις βουνίσιες λίμνες μεσ'στην ομίχλη. Περνούν από μέσα τους κάνοντας ελιγμούς μαβιά ψάρια. Στο βάθος πράσινα τζάμια κοιτάζουν πέρα ολόισια. Αστράφτει ολοκάθαρα το τέλος των ονείρων τους στο πρωινό σκοτάδι φωτίζομαι, βλέπω τον εαυτό μου και τον ξαναβρίσκω είμ'αφάνταστα ευτυχισμένος, ντρέπομαι λίγο αλλά πολύ λίγο. Είναι σαν ένα ιστιοφόρο έτοιμο να ταξιδέψει, σαν ένα λαμπερό ιστιοφόρο το πρωινό σκοτάδι στην κάμαρά μας. Η τριανταφυλλένια μου βγαίνει απ'το κρεβάτι γυμνή σα βερίκοκο. Λευκό σαν το περιστέρι στη μαβιά αφίσα είναι το κρεβάτι στο πρωινό σκοτάδι. 1960 Φλεβάρης, Kislovodsk

60


w Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΜΠΕΠΑΖΙΤ Ένας νεκρός κοιμάται. Δεκαεννιά χρονώ ένα παλικάρι. Στον ήλιο τη μέρα, κάτω απ'τ'άστρα τη νύχτα στην Πόλη, στην πλατεία Μπέγιαζιτ. Ένας νεκρός κοιμάται. Το βιβλίο στο’να χέρι και τ'όνειρο που τέλειωσε πριν αρχίσει τ'άλλο, τον Απρίλη του χίλια εννιακόσια εξήντα στην Πόλη, στην πλατεία Μπέγιαζιτ. Ένας νεκρός θα κοιμηθεί. Τον χτύπησαν. Η πληγή απ'τη σφαίρα σαν κόκκινο γαρίφαλο άνοιξε στο μέτωπό του στην Πόλη, στην πλατεία Μπέγιαζιτ. Ένας νεκρός κοιμάται. Σταγόνα - σταγόνα θα στάξει το αίμα του στη γη ώσπου να'ρθει το ένοπλο έθνος μου με τ'απελευθερωτικά τραγούδια και καταλάβει τη μεγάλη πλατεία. Μάης 1960

61


ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΗΣ ΒΕΡΑΣ

Οι καρέκλες κοιμούνται στο πόδι και το τραπέζι το ίδιο. Ο καθρέφτης κοιμάται, τα παράθυρα έχουν κατόκλειστα τα μάτια, κοιμάται και το μπαλκόνι απλώνοντας τα πόδια του στο κενό. Οι καπνοδόχες στις απέναντι στέγες κοιμούνται, ακόμη κι οι ακακίες στο πεζοδρόμιο. Το σύννεφο κοιμάται με τ'άστρα στον ουρανό, μέσα - έξω απ’το σπίτι όλα σκοτεινά. Ξύπνησες, αγαπημένη μου. Οι καρέκλες ξύπνησαν, έτρεξαν από γωνιά σε γωνιά και το τραπέζι το ίδιο. Σαν το τριαντάφυλλο της χαραυγής ξύπνησ'ο καθρέφτης, άνοιξαν τα μεγάλα μαβιά μάτια τους τα παράθυρα, ξύπνησε το μπαλκόνι μαζεύοντας τα πόδια του απ'το κενό, κάπνισαν στην απέναντι στέγη οι καπνοδόχες, οι ακακίες στο πεζοδρόμιο κελάηδησαν, το σύννεφο ξύπνησε, έριξε στην κάμαρά μας τ 'άστρο που’χε στο στήθος του, μέσα - έξω απ’το σπίτι ξύπνησε το φως, σκόρπισε στα μαλλιά σου, αγκάλιασε τη γυμνή σου μέση, τα λευκά σου πόδια. Μάης 1960, Μόσχα


Ήταν από πέτρα, από μπρούντζο, από χαρτί, από δυο εκατοστά μέχρι εφτά μέτρα. Από πέτρα, από μπρούντζο, από γύψο και χαρτί οι μπότες του. Ήμασταν από κάτω του σ'όλες τις πλατείες της πόλης. Στα πάρκα ήταν πάνω στα δέντρα από πέτρα, από μπρούντζο, από γύψο κι από χαρτί η σκιά του. Από πέτρα, από μπρούντζο, από γύψο κι από χαρτί τα μουστάκια του. Στο εστιατόριο ήταν μέσα στη σούπα μας. Στις κάμαρές μας ήμασταν μπροστά στα μάτια του από πέτρα, από μπρούντζο, από γύψο κι από χαρτί. Εξαφανίστηκε ένα πρωί. Εξαφανίστηκε η μπότα του απ'τις πλατείες η σκιά του πάνω απ'τα δέντρα μας απ’τη σούπα μας το μουστάκι του απ'τις κάμαρές μας τα μάτια του κι έφυγε απ'το στήθος μας το βάρος, χιλιάδων τόνων πέτρας, μπρούντζου, γύψου και χαρτιού. Μόσχα 1961

63


ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗ TOY "COSMOS” Είναι κανείς στο "Cosmos” που να σκέφτεται εξόν από μας; Είναι; μας μοιάζει; Δεν ξέρω ίσως να'ναιπιο όμορφος από μας ας πούμε να μοιάζει με βιζόν αλλά να’ναι πιο λεπτός απ'το χορτάρι ίσως να μοιάζει με την ορμή του ποταμού ίσως να'ναι πιο άσχημος από μας ας πούμε να μοιάζει με μερμήγκι αλλά να'ναι μεγαλύτερος από τρακτέρ ίσως να μοιάζει με τρίξιμο πόρτας ίσως να μην είναι ούτε πιο όμορφος ούτε πιο άσχημος από μας ίσως να μας μοιάζει απαράλλαχτα και σ'ένα απ'τ'άστρα σε ποιο δεν ξέρω σ'ένα απ'τ’άστρα θα μιλήσει ο πρεσβευτής σε ποια γλώσσα δεν ξέρω. σ'ένα απ'τ’άστρα θα μιλήσει ο πρεσβευτής μ'εκείνον Τοβάρις θα πει με τη λέξη αυτή θ’αρχίσει το λόγο του το ξέρω Τοβάρις θα πει δεν ήρθα στ'άστρο σου ούτε για να κάνω βάσεις ούτε για να ζητήσω προνόμια για πετρέλαια για προϊόντα ούτε πρόκειται να πουλήσω κοκα-κόλα. Ήρθα να σε χαιρετήσω στ'όνομα της γης που ελπίζει για το τζάμπα ψωμί και για το τζάμπα γαρίφαλο για τους ευτυχισμένος κόπους και τις ευτυχισμένες ανάπαυλες για να μπορέσω να πω "όλοι μαζί παντού και στο καθετί εξόν απ'το μάγουλο της αγαπημένης" για τα σπίτια για τις πατρίδες για τους κόσμους και για την αδελφοσύνη του "Cnw os” . 13 Απρίλη 1961, Παρίσι 64


ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΒΟΛΤΑ ΜΕ ΤΟ ΤΡΑΜ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Τα γερατιά η μοναξιά κι εγώ κι ακόμα ο σεβντάς οι τέσσερις μας περπατάμε βουβοί πλάι - πλάι ο καθένας μόνος του κι όλοι μαζί πλάι - πλάι Τι δε θα δίναμε για να μην ακούμε τα βήματα ο ένας τ'αλλουνού Πονάμε βριζόμαστε από μέσα μας αλλά δεν αγαπιόμαστε γιατί δεν πιστεύουμε ο ένας τον άλλο Τι δε θα δίναμε για να φτάσουμε σε σταυροδρόμι και να πάρουμε κάποια στιγμή τέσσερις διαφορετικούς δρόμους αλλά αν απο μας πεθάνει κάποιος άραγε θα χαρούν οι υπόλοιποι; Τα γερατιά η μοναξιά κι εγώ κι ακόμα ο σεβντάς οι τέσσερις μας περπατάμε βουβοί πλάι - πλάι Τις νύχτες παίρνουμε τα τραμ χωρίς να ξέρουμε πού πάνε. Φαρδιά καθαρά τραμ με τρία βαγόνια μας πάνε τις νύχτες σε κάποια μέρη τσιρίζοντας τρομαχτικά. Ξάφνου βγαίνουν μπροστά μας καμένοι τοίχοι και περπατούν καταπάνω μας πελώριοι και με πείσμα περπα­ τούν στο φως των φαναριών των δρόμων. Παράθυρα βγαίνουν μπροστά μας κι έρχονται καταπάνω μας σωρηδόν και τσαλαπατώντας το'να τ'άλλο χωρίς τζάμια χωρίς τσερτσεβέδες κι όχι απ'τις κάμαρες του κόσμου αλλά τα παράθυρα των κενών. Περνάμε μπροστά από πόρτες χωρίς κανάτια από πόρτες που δε βγάζουν πουθενά. Άνθρωποι με τρεις σαρδέλλες στα μανίκια περιμένουν το τραμ στα πεζοδρόμια ακουμπώντας στα μπαστούνια τους με τη λαστιχένια άκρη. Δεν ξέρω όλοι οι βουβοί είναι κουφοί; Πάντως οι πιο πολλοί απ'τους τυφλούς είναι τυφλοί και το φως των τραμ πέφτει μέσα στ'ανοιχτά τους μάτια 65


χωρίς εκείνοι να καταλαβαίνουν τίποτε. Γεραομένες κουρασμένες γυναίκες εισπρακτόρισσες ανεβάζουν τους τυφλούς στα τραμ γυναίκες που με πιάνουν απ'το χέρι και με σηκώνουν από τη μαλάκιό θέση. Στους πιο πολλούς από σας δε μπόρεσα να δώσω τίποτα εξόν από μερικά ποιήματα ίσως και λίγη θλίψη. Σας ευγνωμονώ όλους. Περνάμε τα σκοτάδια των καμένων τόπων. Τα τραμ προσπερνάνε τα μπαρόκ παλάτια τους ρημαγμένους τόπους κι επειδή μοιάζουν οι καμένες γκρεμισμένες πέτρες θολώνουμε τριγυρνάμε στο ίδιο μέρος. Η πόλη αυτή ρημάχτηκε γιατί έστειλε το στρατό της να ρημάξει άλλες πόλεις. Είδα πολιτείες ισοπεδωμένες. Είχαν στείλει τους φαντάρους τους να γκρεμίσουν άλλες πόλεις και φαντάροι απ’άλλες πόλεις τις είχαν ισοπεδώσει. Είδα πόλεις να ετοιμάζουν στρατό για να γκρεμί­ σουν άλλες πόλεις και να γκρεμιστούν οι ίδιες. Οι βιολιστές ανεβαίνουν στα τραμ με τις θήκες των βιολιών στις μασχάλες τους και τα θλιμένα μακριά μαλλιά τους δεν καταφέρνουν να σκεπάσουν το φαλακρό κεφάλι τους. Ένας απ’τους βιολιστές ρώτησε την εισπρακτόρισσα σε μια γλώσσα που δεν ξέρω: ο Αύγουστος αυτός είν’ο τελευταίος του Αυγουστιάτικου κόσμου; Στις καταπακτές των τραμ στέκονται οργισμένοι οι νέοι. Γιατί και με ποιον τα βάζουν θαρρώ πως κι οι ίδιοι δεν το ξέρουν. Η αγαπημένη μου είναι στην Αβάνα. Τι ώρα να'ναι τώρα, μέρα ή νύχτα; Οι κοπελιές κατεβαίνουν απ 'τα τραμ τα πόδια τους καλογραμμένα. Χωρίς να κουνηθώ απ’τη θέση μου πηγαίνω από πίσω τους. Αισθάνομαι τη ζέστα απ'το χνώτο τους κάτω απ' την πέτρινη γέφυρα και γυρνώ αλλού το κεφάλι. Μια γυναίκα που δεν ξέρω ούτε πού βρίσκεται, μ "αγγίζει στον ώμο. 66


Τα μαλλιά της αχυρένια τα φρύδια της μαβιά ο άσπρος της λαιμός μακρύς στρογγυλός. Στις στάσεις τρομερές παλιόγριες με μαύρα ψάθινα καπέλα πιασμένες χέρι - χέρι περνούν το δρόμο του τραμ. Ο άνθρωπος στα δεξιά της βούλιαξε έχασε τον εαυτό του. Πάλι με θλιβερούς κυματισμούς σωριάστηκε ο διπλανός μου κι εγώ το ξέρω τα γεράματα έτσι αρχίζουν και βέβαια δεν είναι στο χέρι μου να μη πέσω στα θλιμμένα κύματα κι εγώ το ξέρω τα γεράματα έτσι αρχίζουν πάλι με θλιβερούς κυματισμούς σωριάστηκε ο διπλανός μου. Στην πόρτα της αποθήκης κατεβήκαμε απ’το τελευταίο τραμ. Παίρνουμε το δρόμο του γυρισμού με τα πόδια οι τέσσερις μας τα γερατιά η μοναξιά κι εγώ κι ο μαύρος σεβντάς Σκοτείνιαζε όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο ανοίξαμε το ρόδιο στην κάμαρά μας μιλάει για τα πλοία του "Cosmos". 3 Σεπτέμβρη 1961

67


ΤΟ ΠΕΣΙΜΟ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ

Πενήντα χιλιάδες ποιήματα και μυθιστορήματα κ.λ.π. διάβασα που μιλούν για το πέσιμο των φύλλων πενήντα χιλιάδες ταινίες είδα που δείχνουν το πέσιμο των φύλλων πενήντα χιλιάδες φορές είδα να πέφτουν τα φύλλα να πέφτουν να κυλούν να σαπίζουν τα φύλλα πενήντα χιλιάδες φορές άκουσα το πεθαμένο θρόισμά τους κάτω απ'τα παπούτσια μου στη χούφτα μου κι ανάμεσα στα δάχτυλά μου αλλά όταν τύχω σε πέσιμο των φύλλων η καρδιά μου ραγίζει κυρίως αν πέφτουν τα φύλλα στους μεγάλους δρόμους κυρίως αν είναι από καστανιές κυρίως αν περνούν παιδιά οπό κει κυρίως αν ο καιρός είναι ηλιόλουστος κυρίως αν τη μέρα εκείνη είχα νέα καλά για τη φιλία κυρίως αν τη μέρα εκείνη δεν έχω πόνο στην καρδιά κυρίως αν πιστεύω ότι η αγαπημένη μου μ’αγαπάει εκείνη τη μέρα κυρίως αν τη μέρα εκείνη τα’χω καλά με τους ανθρώπους και με τον εαυτό μου ραγίζει η καρδιά μου όταν τύχω σε πέσιμο των φύλλων κυρίως αν πέφτουν τα φύλλα σε μεγάλους δρόμους κυρίως αν είναι από καστανιές. 6 Σεπτέμβρη 1961, Lay prig

68


ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΑΒΑΝΑΣ Τ'αεροπλόνο Πράγας - Αβάνας περιμένει την ομάδα του κουβανέζικου μπαλέτου χόρεψαν έξι μήνες σε σοσιαλιστικές χώρες ήταν τα πολύχρωμα πουλιά που πέταξαν με κραυγές απ’τα νησιά στις ζεστές θάλασσες δε μπόρεσα να συνηθίσω σε καμιά περίπτωση μου'ρχονται στο νου διάφορα ατυχήματα όταν τ'αεροπλάνο ξεκόβει απ'τη γη κι ακόμη όταν δένω τις ζώνες βρισκόμαστε στο γνήσιο μαβί μια κοπέλα απ’τη Μόσχα γαιολόγος κάθεται δίπλα μου μικροκαμωμένη και νοστιμούλα με μάτια τ'ουρανού μια στάλα μέλι η Κούβα απ’τα Ουράλια λίγο νεώτερη είναι λέει δυο εκατομμύρια χρόνια πιο νέα αλλά ο θησαυρός στα σπλάχνα της χίλιες και μια νύχτες σαν τα Ουράλια τριγυρίζω κάτω απ' το χώμα στους ουρανούς, στα κόκαλα χτυπάει το κεφάλι μου τα μέταλλα σωρός - σωρός χρώματα - χρώματα αστράφτουν στο σκοτάδι οι δικοί μας λέει ψάχνουν για πετρέλαιο στα χώματα της Κούβας στα βάθη του Ατλαντικού τα τρυπάνια σχίϋουν τα σπλάχνα της θάλασσας ανάμεσα στα μεγάλα χόρτα που σαλεύουν και μάτια αγκαθωτό με σκασμένα μάτια χτυπούν στο γυαλί της μάσκας μου θα βρούμε λέει η Κούβα δε μπορεί να κάνει χωρίς πετρέλαιο θα βρούμε θα βρουν πετρέλαιο το νιώθω αλλά η μικρή Νατάσα πώς θ ’αντέξει στις ζέστες δυο χρόνια δούλεψα λέει στο Καζαχιστάν η θερμοκρασία σαρανταπέντε σαρανταοχτώ Μπροστά μου οι μηχανολόγοι απ'το Μπακού το Μπρούνο τη Βούδα τη Βαρσοβία το Πεκίνο το Βαΐμάρ ατσάλι θέλει να χύσει ο Φιντέλ Κάστρο τροπικό θέλει να χύσει το ατσάλι ο Φιντέλ σαν τις βροχές που πέφτουν με τους ήλιους τους 69


και να γλιτώσει απ' το σκοτάδι της ζάχαρης από κάτω μας η Ευρώπη αλλά οι χορευτές του κουβανέζικου μπαλέτου ρύθμισαν με φωνές τα ρολόγια τους σύμφωνα με την ώρα της Αβάνας και μπήκαν τρέχοντας στο δροσερό λιθόστρωτο των σπιτιών τους ενώ εγώ δε μπορώ ακόμα να καταλάβω αν κυνηγάμε τη μέρα ή τη νύχτα αν μικραίνει η ζωή μας ή μεγαλώνει βλέπω περνάμε τη γραμμή των συνόρων της Ευρώπης μια γραμμή μεσ’ στους αφρούς βλέπαμε περνούσαμε πάνω απ'τον Ατλαντικό ένα περίεργο αίσθημα μέσα μου για πρώτη φορά ξεμακραίνω απ'τη μεγάλη γη μου στον ωκεανό με ούριο άνεμο τα πολεμικά πλοία κολυμπούν από μόνα τους ανάμεσα στα μεγάλα τριαντάφυλλα του αγέρα και στις γοργόνες κι ο απόηχος απ'τους ζωγραφισμένους χάρτες σε δέρμα καμήλας ανακατεύεται στο περίεργο αίσθημα μέσα μου τριγύρω χωρίς ορίζοντα το μαβί έγινε μελανό μαύρο σ'ένα πολύ μικρό αστέρι όπου διαφεντεύουν διάφορα δημιουργήματα πολύ τυραννικά με χέρια από γάντζους και μ ’ένα μάτι στην κορφή προσγειώθηκε τ’αεροπλάνο μας τη νύχτα Τη νύχτα τ’αεροπλάνο μας προσγειώθηκε στο νησί Σάντα Μαρία μετά από πέταγμα έξι ωρών μιλούν πορτογαλέζικα σκέφτηκα την Αγγόλα στο Σαν Σαλβαδόρ στις φυτείες του καφέ κοντά στο Κογγό άρχισαν ν’απλώνονται οι ξεσηκωμοί

70


σ'εφτά βδομάδες σκοτώσαμε τριάντα χιλιάδες απ’τα ζώα αυτά τον άλλο μήνα θα σκοτώσουμε εκατό χιλιάδες ακόμα να σταματήσουν μια οι βροχές έτσι μίλησε ο Πορτογάλος αξιωματικός στο αεροδρόμιο απογειώθηκε τ'αεροπλάνο μας με το έβγα του φεγαριού το νησί Σάντα Μαρία έμεινε στη μέση της θάλασσας με το χέρι στην καρδιά κυματίζει η θλίψη μιας παλιάς σημαδούρας που'χασε το χρώμα της Στα νερά του Ατλαντικού στο σεληνόφως κοιμήθηκα ξύπνησα τριγύρω άγνωστό μου αστέρια που γρήγορα χάνουν τη λάμψη τους τα κορίτσια του κουβανέζικου μπαλέτου χτενίζονται βάφονται κι η πρωινή τους νύστα στο στενό κλειστό χώρο τις μπουμπουκιάζει με μια λυποθυμιά λεμονιού η ήλιος έφεξε κάτω τα βάθη από σκούρο μπλε σ'ανοιχτό πράσινο τα νησιά Μερκάν απλώνονται κουβαριασμένα σαν τρομερά φίδια πάνω σε λαμπερό μπλε προς το πράσινο φάνηκαν οι όχθες της Κούβας με τους κόλπους της οι κόλποι σαν ασημένιες λεκάνες αραδιασμένες πλάι - πλάι τα νερά των κόλπων της Κούβας είναι ήρεμα και μπορούν να φιλοξενήσουν όλα τα πλοία που ταξιδεύουν σ’όλες τις θάλασσες την ίδια μέρα την ίδια νύχτα το ξέρω η Κούβα είναι ένα φρούτο του παραδείσου στο καλάθι του κόλπου του Μεξικού δεν υπάρχουν φίδια στην Κούβα κι οι σκορπιοί της δεν είναι φαρμακεροί δεν υπάρχουν ούτε άγρια θηρία αν δε λογαριάσεις τους κροκόδειλους στους βάλτους της Σαπάτα με μάκρος εφτά περίπου μέτρα αν περάσεις πίσω τους και τους δώσεις μια με το ξύλο πάει ξόφλησαν και μια τα σκυλόψαρα στις όχθες του Κοχιμάρ

η


ρίχνεις ένα κουκούτσι πορτοκαλιού στο ιδρωμένο ζεστό χώμα της το πρωί και το βράδι στην Κούβα βρίσκεις ένα περβόλι με πορτοκαλιές Π ιστορία είναι για τον άνθρωπο για τα νιάτα του ανθρώπου για τις ελπίδες του διηγήθηκαν την ιστορία καλύτερα από μένα θα τη διηγηθούν από μένα καλύτερα δεν έμεινε φίλος εχθρός που να μην άκουσε την ιστορία ο Μπατίστα ο στρατηγός των εκατομμυριούχων της ζάχαρης των γιάνκηδων και των ντόπιων και πενήντα χιλιάδων στρατού με τανκς κι αεροπλόνα και των στρατοπέδων που σκότωσαν τους ήρωες μετά από άγριο ξυλοδαρμό αφού πρωτύτερα τους ευνούχησαν και τους έβγαλαν τα μάτια και της ασφάλειας όπου σάπιζαν ανάσκελα τα πτώματα και των κραυγών που ξέσκιζαν τους τοίχους της ασφάλειας και ξεπετιούνταν και σπαρταρούσαν στα ζεστά σκοτάδια σα ματωμένα πουλιά και των φραγγισκανών παπάδων και των μαγαζιών με τα τυχερά παιχνίδια και των χοντρέμπορων ναρκωτικών και των γκάγκστερς των γιάνκηδων και των ντόπιων και των κοινών γυναικών και των δεκαπέντε χιλιάδων μόνο στην Αβάνα κι εκείνων που σάπιζαν σαν το σκυλόψαρο που χτύπησε σε ξέρα και της βρωμιάς από τις σάρκες της ανακατεμένης με τις λυποθυμιστικές βαριές μυρουδιές των λουλουδιών ο Μπατίστα ο στρατηγός χρόνια υπηρετούσε τον πρεσβευτή της Αμερικής στην Κούβα τις δυνάμεις ξηράς αέρα και θάλασσας της Αμερικής το δολάριο της Αμερικής που σε πληθυσμό συνολικό έξι εκατομμυρίων τα τέσσερα πεινούσαν κι οι εκατό χιλιάδες ήτανε φυματικοί έφερε στους γιάνκηδες τα τελευταία δέκα χρόνια πάνω από ένα δισεκατομμύριο δολάρια το Νοέμβη του '56 κι ο Φιντέλ ανάμεσα τους 82 άτομα κατέβηκαν από το πλοίο Γκράμμα στη θάλασσα το Νοέμβρη του '56 εκείνοι που κατέβηκαν στη θάλασσα από το πλοίο Γκράμμα στις όχθες της Κούβας

72


κρατώντας τα όπλα τους πάνω απ'το κεφάλι και κάτω απ' τον ξαφνικό κανονιοβολισμό και τη φωτιά των μυδραλιοβόλων βγήκαν στη στεριά αποφεύγοντας τους προβολείς που έγλειφαν τη γη κι έψαχναν τα σκοτάδια σαν τ'αστυνομικά σκυλιά κι αδιαφορώντας στις φωνές κυκλωθήκατε παραδοθείτε και τσαλαπατώντας τα βατράχια βούτηξαν στους βάλτους και στα χωράφια με τα ζαχαροκάλαμα και μετά τιςνφοινικές και τις ινδοκαρυδιές σκαρφάλωσαν τις κορφές και βρέθηκαν στο βουνό Σιέρρα Κι ο Φιντέλ ανάμεσά τους απ'τους 82 επέζησαν οι 12 κι ο Φιντέλ ανάμεσά τους ήταν 12 άτομα το Νοέμβρη του '56 κι ο Φιντέλ ανάμεσά τους ήταν 150 άτομα το Δεκέμβρη του '56 κι ο Φιντέλ ανάμεσά τους ήταν 500 άτομα το Φλεβάρη του '57 κι ο Φιντέλ ανάμεσά τους έγιναν 1000 έγιναν 5000 κι ο Φιντέλ ανάμεσά τους κι ο Φιντέλ ανάμεσά τους έγιναν ένα εκατομμύριο εκατό εκατομμύρια ολάκερη η ανθρωπότητα γκρέμισαν το Μπατίστα το Γενάρη του '59 και τους στρατώνες και τα καρακόλια* που μπροστά τους σαπίζουν τα πτώματα και τους χοντρέμπορους ναρκωτικών και τις χαρτοπαιχτικές λέσχες και τον πρεσβευτή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και τις δυνάμεις αέρα θάλασσας και ξηράς το δολάριο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και στην ατμόσφαιρα της Κούβας σκόρπισε η μυρουδιά των πτωμάτων ανακατεμένη με τις βαριές μυρουδιές των λουλουδιών δηλαδή η μυρουδιά των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής πλησιάζουμε στην Αβάνα είπε η αεροσυνοδός οι φοινικιές οι φοινικιές φώναξε κάποιος νόμισα πως φωνάζει μητέρα μητέρα Η ομάδα του κουβανέζικου μπαλέτου σπαρταράει στα τζάμια σαν τις μεγάλες πεταλούδες μετά από ολάκερο ταξίδι δεκαοχτώ ωρών πατήσαμε στο χώμα όχι στο μπετόν • Αστυνομικά τμήματα. 73


τους είδα μεσ’στο φως σφιχταγκαλιασμένους με το φως ήταν τρεις δυο άντρες μια γυναίκα ο ένας μουσάτος ήταν νέοι δε μπόρεσα να ξεχωρίσω ποιος ήταν άσπρος ποιος μιγάς ποιος μαύρος ο μουσάτος ήταν άσπρος μαύρος μιγάς; δε μπόρεσα να ξεχωρίσω δε μπόρεσα να ξεχωρίσω π γυναίκα ήταν μαύρη άσπρη μιγάδα; τα μάτια τους όλα τους μοιάζουν τόσο πολύ δε μπορείς να ξεχωρίσεις το χρώμα της επιδερμίδας στα μάτια τους άλλωστε στον ήλιο αυτό που λιώνοντας διαλύοντας πλάθοντας δημιουργεί κι οι τρεις ήταν με ξεθωριασμένο πουκάμισο με νεφτί παντελόνι σαν τα αίματα και τις σάρκες ανακατεμένα το’να με τ'άλλο τραγούδια και χορούς στις ζώνες τα πιστόλια με δουλεμένες τις λαβές στα χέρια τους τα πολυβόλα κι ο ένας ταχτοποιώντας το μπερέ του τον πέρασε κάτω από την επωμίδα του ο άσπρος ο μαύρος ο μιγάς δε μπόρεσα να ξεχωρίσω μετά τους έβρισκα κάθε στιγμή της μέρας της νύχτας στους πιο απίθανους τόπους άλλοτε ήταν γεμάτοι φορτηγό άλλοτε ένα άτομο μια φορά ήταν φύλακες στο Μέγαρο Ένωσης των Συνταχτών δυο κορίτσια δεκατέσσερα χρονώ τα κορίτσια της Κούβας μεγαλώνουν γρήγορα όπως τα δικά μας της Ανατολής τα πολυβόλα τους έτοιμα για πυρ και τα πράσινα μπερέ γυρτά πάνω στα μαύρα φρύδια τους μια φορά ήταν ένας νέγρος σα γίγαντας με σγουρά άσπρα μαλλιά κι είχε ακουμπήσει στην πόρτα της Τράπεζας και το πολυβόλο του καταγής ανάμεσα στ’ανοιχτά του πόδια


μια φορά διάβασε τα ποιήματά μου στην τηλεόραση χωρίς να βγάλει το πιστόλι απ’τη μέση του ήταν ο πιο μεγάλος ηθοποιός της Κούβας μπήκαμε στην Αβάνα με μια άσπρη κάντιλακ πρώτη μου φορά κάθομαι σε τέτοιο αμάξι δεν είν’αμάξι είν’ωκεανός ο εκατομμυριούχος της ξέφυγε στο Μαϊάμι μου'ρθε στο νου ο θρόνος του τσάρου στα δεκαεννιά μου στο Κρεμλίνο καθισμένος πάνω του είχα βγει φωτογραφία. Ήταν με θήκη.

75


Σα μα φανέλα μουσκεμένη από ιδρώτα κολλάει στην πλάτη μου η ζέστα κοιτάζω την πόλη νυχτιάτικα απ’τον 24ο όροφο του ξενοδοχείου είναι σα μια θάλασσα που αστραποβολά από ήλιο αυτό που βλέπω των κίτρινων μπλε πορτοκαλί πράσινων ψαριών τρεμοσβήνει η γυαλάδα και τα γιγαντένια μαμούδια με τα λευκά σεντέφια τους και τα βράχια με τα μακρόστενα κόκκινα λουλούδια τους μισά ζώα μισά φυτά απ'τον 24ο όροφο του ξενοδοχείου ακούω την πόλη νυχτιάτικα βυθισμένη η πόλη σε τραγούδια μέσα στο χώμα στην πέτρα στο φύλλο τα τραγούδια τα τραγούδια σαν την τρεμουλιαστή ζέστα μέσα στο χώμα στην πέτρα στην ατμόσφαιρα μέσα σαν το άζωτο τα τραγούδια τα τραγούδια των καρπών η φλούδα η σάρκα ο πυρήνας η μυρουδιά των λουλουδιών τα τραγούδια τα τραγούδια Ισπανία Αραβία Αφρική τα τραγούδια στα μάτια και στους γοφούς των γυναικών τα τραγούδια των αντρών τα ζεστά χέρια τα τραγούδια των χορών τα πόδια η μέση ο ώμος κατεβαίνω στο χωλ με τ'ασανσέρ χωριατοπούλες στ'ασανσέρ ήρθαν στην πόλη απ’τα χωριά Μπαγιάμο, Οριέντε για να μάθουν ράψιμο μένουν στο ξενοδοχείο Αμπάνα Λίμπερε στις πολυκατοικίες στους τοίχους τους έμειναν σκιές απ'τους εκατομμυριούχους το παλιό όνομα του ξενοδοχείου Χίλτον έφτασε τα 24 εκατομμύρια στ’ασανσέρ οι χωριατοπούλες από χωριά της Προύσας της ’ Αγκυρας κορίτσια τι γυρεύετε στην Πόλη; κορίτσια πώς σας άφησαν στο Χίλτον; και γελούν κλείνοντας το στόμα με τα χέρια βαμμένα με κινά είδα τον Ιβάνοφ στο χωλ έριξε στους ώμους του το πέτσινο σακάκι του Αλεξέΐ Βασίλιεβιτς 76


στα πόδια μπότες τα γυριστά μουστάκια του καΐτάνι διηγιέται στο φύλακα πώς μπήκαν στο χειμωνιάτικο παλάτι του Πετρογκιράτ κάτω απ'την εικόνα του Φιντέλ Κάστρο ωστόσο το '41 πέθανε ο Αλεξέϊ Βασΐλιεβιτς πολεμώντας για τη Μόσχα το '41 πέθανε ο Αλεξέϊ Βασΐλιεβιτς τα ψαρά μουστάκια του βουτηγμένα στο αίμα χιονίζει περνούν τα έλκυθρα χαράζοντας λωρίδες - λωρίδες τα χιόνια που σκεπάζουν το ξύλινο δάπεδο της λεωφόρου Τιβέρσκοϊ μπήκε στο χωλ ο Αλιζαδέ απ'τον Καύκασο με τ’αστράγκάν επανωφόρι το καλπάκι τη χαντζάρα τα φισέκια με τ'ασημένια κεφάλια στο στήθος του και με τις δυο πληγές ενθύμιο του Βιράγκελ που πονάν ακόμη άντε να πεις θ'αρχίσει το χορό του Σεΐχη Σαμίλ και θα δαγκώνονται ξαφνιασμένες οι κοπέλες της Αβάνα ωστόσο τον Αλιζαδέ τον είχα δει πριν τρεις μήνες στο Μπακού κατέβηκε γερασμένος απ'το δίχρωμο αυτοκίνητο του Βόλγα δύσκολα τον κατάλαβα στο χωλ οι επίσημοι όσοι ήρθαν χθες από Αργεντινή Χιλή. Εκβατόρ Βραζιλία. Ιταλία Ινδίες Μαδαγασκάρη Φιλανδία Τσεχοσλοβακία Ο Γάλλος Ζαν Πιερ μιλάει ωστόσο το ξέρω ο Ζαν Πιερ πέθανε στις Πύλες της Μαδρίτης απ’τα τανκς του Χίτλερ ωστόσο είν'αντίκρυ μου ο Ζαν Πιερ το πρόσωπό του σαν ένα φρέσκο μήλο. κοκκίνισε απ'το κρύο θα’ναι το 1922 το κρύο στη Μόσχα κάτω απ'το μηδέν 27 το 1961 στην Αβάνα η ζέστα πάνω απ’το μηδέν 35 77


Τριγυρνώ στους δρόμους της Αβάνας ανακατεύω την άσφαλτο με τα δέντρα δε γίνεται να ξεχωρίσεις τ'αυτοκίνητα απτην άσφαλτο τη βροχή απ'τον ήλιο τα λευκά σύννεφα απ'τις καταγάλανες πισίνες ανακατεύω τις γυναίκες με τους καρπούς τους παιδικούς μπαχτσέδες με την ελευθερία δε γίνεται να ξεχωρίσεις την ελευθερία απ'τους ανθρώπους ανακατεύω τα πολυβόλα με τις πόρτες της πόλης αυτής όλες τις πόρτες με κολώνες και χωρίς κολώνες τις σιδερένιες ξύλινες γυάλινες μεγάλες μικρές με τα πολυβόλα ανακατεύω τα πολυβόλα με τα τσουβάλια με άμμο τα οδοφράγματα με τον Ατλαντικό ανακατεύω Δε γίνεται να ξεχωρίσεις τις ανατολές που παραμο­ νεύουν το φάντασμα των αμερικάνικων αεροπλανοφόρων απ'τους σάκκους με άμμο τα οδοφράγματα.

78


ανακατεύω τις χωριάτισες μανάδες με το προεδρικό μέγαρο ανακατεύω τ'αγάλματα τις προτομές του Χόζε Μόρτη με τις φωτογραφίες και ειδικά τις χαλκογραφίες του Φιντέλ ανακατεύω το Φιντέλ με τα τραγούδια το Φιντέλ με τον Εθνικό Ύμνο με το τσατσατσά με το πατσέγκα σόμος σοσιαλίστας παλάντε παλάντε ανακατεύω τα εκατό χιλιάδες άτομα που χορεύουν ρούμπα σε μια αλάνα στη σειρά με τα χέρια του ενός στην πλάτη του αλλουνού με το Φιντέλ δε γίνεται να ξεχωρίσεις το Φιντέλ απ'την Αβάνα βρίσκω το Μαρξ στα ξώφυλλα των βιβλίων βρίσκω το Μαρξ με το μεγάλο γένι που μόλις κατέβηκε απ'το βουνό Σιέρρα ανάμεσα στους ανανάδες βρίσκω το Λένινκάθε μέρα κι ακόμη πιο πολύ βρίσκω το Λένιν στους φωτολουσμένους τοίχους μέσα στα μικρούλικα κόκκινα άστρα και στα σπανιόλικα μιλάει απ'την ψηλή ξύλινη εξέδρα στην κόκκινη Πλατεία με τεντωμένο χέρι βρίσκω το Λένιν Νικίτα ανάμεσα στις σημαίες της Κούβας στις ομοιοκαταληξίες των δημοτικών τραγουδιών βρίσκω και τον Κέννεντι με τα ξένα καρχαρένια δόντια βρίσκω καρφωμένα στις πόρτες των τραπεζών των εργοστασίων χαρτιά συσκευασίας γραμμένα τις πιο πολλές φορές με κόκκινη μελάνη Νασιοναλιζάντο βρίσκω και τους χωριάτες στο δεξί τους χέρι οι τίτλοι ιδιοκτησίας και τα βιβλιάρια του συνεταιρισμού τους στ’αριστερό χέρι φαίνονται σα να βρίσκονται σ'ένα όνειρο βρίσκω πάνω από πενήντα εκατομμύρια δέντρα φυτεμένα απ'την επανάσταση και μερικά απ'τα δέκα χιλιάδες και πάνω σχολειά βρίσκω αρχιτέκτονες

79


που έρχονται απ'τον ήλιο απ το φεγγάρι απ τ άοτρα ή καλύτερα από'να κόσμο πολύ πιο ευτυχισμένο νέους αρχιτέκτονες που έρχονται ας πούμε απ'τα μέσα του εικοστού πρώτου αιώνα που δεν ίδρωσαν ακόμα τα μουστάκια τους φτιάχνουν κήπους κι οικοδομές με τέτοια χρώματα με τέτοιες ανέσεις που τ'ανθρώπινο μάτι δεν τα'δε μέχρι τώρα πουθενά στον κόσμο τα σπίτια δεν είναι σαν τα έτοιμα φορέματα το σπίτι ενός ψαρά ας πούμε δεν είναι σπίτι αλλά μπιζουτιέρα δε μοιάζει με το διπλανό πόσα πολλά πόσα ωραία και στα γρήγορα είχαν να πουν οι σοσιαλιστές επαναστάτες αρχιτέκτονες στους εργάτες στους αγρότες και στους διανοούμενους της Κούβας και πώς ξέρουν ν'αλλάζουν τη ζέστα σε δροσιά και το σκοτάδι σε φως βρίσκω εργάτες κανένας δεν πέρασε με τόση σιγουριά απ’τα σοκάκια σαν αυτούς η Αβάνα από τότε που'γινε Αβάνα κι εγώ κάθε μέρα όλο και πιο νέος είμαι στην Αβάνα κάθε μέρα όλο και πιο πολύ το στόμα μου χάνει την πίκρα του κόσμου κάθε μέρα όλο και πιο πολύ μαλακώνουν οι γραμμές της χούφτας μου και πιστεύω όλο και πιο πολύ πως η γυναίκα που βρίσκεται πολύ μακριά με σκέφτεται εμένα μόνο 'και περπατώ στα σοκάκια της Αβάνας μουρμουρίζοντας όλο και πιο πολύ εύθυμα λαϊκά τραγούδια σόμος σοσιαλίστας παλάντε παλάντε άρχισε το καλοκαίρι του '61 και τελείωσε στη Μόσχα

80


Έρχετ'η σειρά μου ξαφνικά θα πηδήξω στο κενό ούτε θα’χω ιδέα απ'το κρέας μου που θα σαπίζει ούτ'απ τα μαμούδια που θα τριγυρνούν στην τρύπα των ματιών μου το θάνατο σκέφτομ’ασταμάτητα έρχετ’η σειρά μου φαίνεται

81


καλώς ήρθες όμορφη είν’η σειρά σου να ζήσεις παραφυλάει στο διάβα σου η διφθερίτιδα ο κοκκίτης είναι λεπτή αρρώστια το έμφραγμα ο καρκίνος κ.λ.π. η ανεργία η πείνα κ.λ.π. το ατύχημα με τρένο το ατύχημα με λεωφορείο το ατύχημα με αεροπλάνο το ατύχημα στη δουλειά ο σεισμός η πλημμύρα η ξηρασία κ.λ.π. ο παράφορος έρωτας το μεθύσι το γκλοπ της αστυνομίας η πόρτα της φυλακής κ,λ.π. παραφυλάει στο δρόμο σου η ατομική βόμβα κ,λ.π. καλώς ήρθες όμορφη είν'η σειρά σου να ζήσεις παραφυλάει στο δρόμο σου ο σοσιαλισμός ο κουμμουνισμός κ.λ.π. 10 Σεπτέμβρη 1961

82


ΚΙΤΡΙΝΟ Τ'ΑΧΥΡΟΥ Με βαθιά εκτίμηση στη Βέρα Τουλιάκοβα

Τα ξημερώματα μπήκε απροειδοποίητα στο σταθμό το εξπρές ήταν μεσ'στα χιόνια με σηκωμένο του παλτού μου το γιακά ήμουν στο περόν κανείς άλλος δεν υπήρχε στο περόν πέρ’από μένα σταμάτησε μπροστά μου έν'απ'τα παράθυρα του βαγόν- λι ο μπερντές του ήταν μισάνοιχτος μια νέα γυναίκα κοιμόταν στο πηχτό σκοτάδι στο κάτω ράντζο τα μαλλιά της κίτρινο τ'άχυρου τα βλέφαρα μαβιά ενώ τα κόκκινα παχιά χείλια της ήταν αυθάδικα και σκυθρωπά δε μπόρεσα να δω αυτόν που κοιμόταν στο πάνω ράντζο απροειδοποίητα βγήκε απ'το σταθμό το εξπρές δεν ξέρω από ποώ ήρθε πού πηγαίνει

83


κοίταξα από πίσω του εγώ κοιμάμαι στο πάνω ράντζο χρόνια τώρα δεν έχω πέσει σε τέτοιους βαθιούς ύπνους στη Βαρσοβία στο ξενοδοχείο Μπρίστολ ωστόσο το ντιβάνι μου ήταν ξύλινο στενό μια νέα γυναίκα κοιμάται σ'έν'άλλο ντιβάνι τα μαλλιά της κίτρινο τ'άχυρου τα βλέφαρά της μαβιά ο άσπρος της λαιμός μακρύς στρόγγυλος χρόνια τώρα δεν είχε πέσει σε τέτοιους βαθιούς ύπνους ωστόσο το ντιβάνι της ήταν ξύλινο στενό ο χρόνος κυλούσε γρήγορα πλησιάζαμε τα μεσάνυχτα χρόνια τώρα δεν είχαμε πέσει σε τέτοιους βαθιούς ύπνους ωστόσο τα ντιβάνια ήταν ξύλινα στενά κατεβαίνω τα σκαλιά απ'τον τέταρτο όροφο τ'ασανσέρ χάλασε πάλι κατεβαίνω τα σκαλιά μέσα στους καθρέφτες ίσως είμαι είκοσι χρονώ ίσως εκατό χρονώ ο χρόνος κυλούσε γρήγορα


μια κοπέλα γελάει στον τρίτο όροφο πιο πέρα από μια πόρτα στο δεξί μου χέρι ένα θλιμμένο τριαντάφυλλο άνθισε αργά αργά με μια μπαλαρίνα απ’την Κούβα συναντήθηκα στο δεύτερο όροφο στα χιονισμένα παράθυρα σα μια νέα μελαχρινή φλόγα πέρασε πάνω απ'το μέτωπό μου είναι καιρός που γύρισε απ'την Αβάνα ο ποιητής Νικολός Γκιλιέν γι’αρκετά χρόνια καθήσαμε κι ήπιαμε γουλιά γουλιά τη νοσταλγία των πόλεων μας στους διαδρόμους των ξενοδοχείων της Ευρώπης και της Ασίας δυο πράματα ξεχνιούνται μόνο με το θάνατο το πρόσωπο της μάνας μας και το πρόσωπο της πόλης μας

85


ο θυρωρός μ’αττόβγαλε η κόπα του βουτηγμένη στη νύχτα περπάτησα μέσα στον παγωμένο αγέρα μέσα στα νέον περπάτησα ο χρόνος κυλούσε γρήγορα πλησίαζα τα μεσάνυχτα βγήκαν αντίκρυ μου ξαφνικά τα μέρη εκείνα ήταν φωτεινά σαν τη μέρα αλλά κανείς δεν τους είδε εκτός από μένα ήταν ένας ουλαμός των ΣΣ με κοντές γκέτες οι μπότες τους τα παντελόνια τα σακάκια τους στα χέρια τους τ'αυτόματα είχαν ώμους κράνη αλλά δεν είχαν κεφάλια ανάμεσα στους ώμους και τα κράνη το κενό είχαν ακόμα τους γιακάδες τους λαιμούς τους αλλά δεν είχαν τα κεφάλια τους ήταν απ'τους φαντάρους που για το θάνατό τους δεν έκλαψε κανείς προχωρήσαμε είν’ολοφάνερο ότι φοβήθηκαν και μάλιστα όπως τα ζώα

86


δε μπορώ να πω ότι φαίνεται απ'τα μάτια τους αφού δεν έχουν κεφάλια για να'χουν και μάτια είν'ολοφάνερο ότι φοβήθηκαν και μάλιστα όπως τα ζώα φαίνεται απ’τις μπότες τους ο φόβος φαίνεται απ'τις μπότες; εκεινών φαινόταν απ'το φόβο τους άρχισαν να ρίχνουν ασταμάτητα σ’όλες τις οικοδομές σ’όλα τα οχήματα σ'όλα τα ζωντανά ρίχνουν σε κάθε φωνή σε κάθε σάλεμα έριξαν ακόμα σε μια αφίσα με μαβί ψάρι στην οδό Σοπέν αλλά δεν πέφτει ούτ'ένα κομμάτι από σουβά ούτε και σπάζει κάνα τζάμι κι ούτε κανείς άλλος πέρ'από μένα δεν ακούει τους πυροβολισμούς οι νεκροί δε μπορούν να σκοτώνουν και να'ναι ακόμα ένας ουλαμός των ΣΣ οι νεκροί μπορούν να σκοτώνουν αν αναστηθούν τρυπώνοντας μέσα στο μήλο σα σκουλήκι είν'ολοφάνερο ότι φοβήθηκαν και μάλιστα όπως τα ζώα δεν είχε σκοτωθεί η πόλη αυτή πριν σκοτωθούν οι ίδιοι; τα κόκκαλα της πόλης αυτής δεν είχαν τσακιστεί το δέρμα της δεν είχε γδαρθεί; απ’το δέρμα της δε φτιάχτηκε ξώφυλλο βιβλίου απ'το λάδι της σαπούνι απ'τα μαλλιά της σκοινί;

87


αλλά να στεκόταν αντίκρυ τους μέσα στη νύχτα και στον παγερό αγέρα σα μια ζεστή φρατζόλα ο χρόνος κυλούσε γρήγορα πλησίαζα τα μεσάνυχτα θυμήθηκα τους Πολωνούς στο δρόμο Μπελβεντέρ το πρώτο και τελευταίο παράσημό μου το’δωσαν σ’αυτό το παλάτι ο υπάλληλος της τελετής άνοιξε τη λευκόχρυση πόρτα μπήκα στη μεγάλη αίθουσα με μια νέα γυναίκα τα μαλλιά της στο κίτρινο τ'άχυρου τα βλέφαρά της μαβιά κανείς άλλος δεν υπήρχε στη μέση εκτός από μας και τις ακουαρέλες και τις πολυθρόνες και τους καναπέδες σα σε κουκλόσπιτα κι εσύ γ ι’αυτό το λόγο ήσουν μια ζωγραφιά σ'ανοιχτό μαβί κι ίσως μια γυάλινη κούκλα ίσως μια λάμψη ήσουνα που έσταξε απ'τ’όνειρό μου πάνω στ'αριστερό μου στήθος κοιμόσουν στο πηχτό σκοτάδι στο κάτω ράντζο ο άσπρος σου λαιμός μακρύς στρόγγυλος χρόνια τώρα δεν είχες πέσει σε τέτοιους βαθιούς ύπνους και να το μπαρ Καπρίς στην πόλη Κιράκοφ ο χρόνος κυλάει γρήγορα πλησιάζουμε τα μεσάνυχτα πάνω στο τραπέζι ήταν ο χωρισμός ανάμεσα στο φλιτζάνι σου με τον καφέ και τη λεμονάδα μου αυτό εσύ το 'βαλές εκεί

88


ήταν το νερό στο βυθό ενός πέτρινου πηγαδιού κοιτάζω σκύβοντας ένας γεροδεμένος χαμογελάει σε κάποιο σύννεφο ανεπαίσθητα φωνάζω οι απόηχοι της φωνής μου σ'έχασαν κι επιστρέφουν ο χωρισμός ήταν πάνω στο τραπέζι στο πακέτο τα τσιγάρα μου το’φερε το γκαρσόν αλλά εσύ το παράγγειλες ήταν ένας στριφογυριστός καπνός στα μάτια σου μέσα στην άκρη του τσιγάρου σου και στη χούφτα σου που'ταν έτοιμη ν'αποχαιρετήσει ο χωρισμός ήταν πάνω στο τραπέζι στο σημείο που'χες ακουμπισμένο τον αγκώνα σου σ'όσα περνούσαν απ'το μυαλό σου ήταν ο χωρισμός σ'όσα έκρυβες ή δεν έκρυβες ο χωρισμός ήταν στην ξεκούρασή σου στην εμπιστοσύνη σου σε μένα στο φόβο σου το μεγάλο ήταν ο χωρισμός στο να ερωτευθείς ξαφνικά ανοίγοντας απότομα την πόρτα σου ωστόσο μ'αγαπάς χωρίς να το καταλαβαίνεις ο χωρισμός ήταν στο ότι δεν το κατάλαβες είχ'ελευθερωθεί ο χωρισμός από την έλξη της γης δεν είχε βάρος ήταν σα πούπουλο δε μπορώ να πω και το πούπουλο έχει το βάρος του

89


ο χωρισμός δεν είχε αλλ’ο ίδιος υπήρχε ο χρόνος κυλάει γρήγορα τα μεσάνυχτα μας πλησιάζουν περπατήσαμε στο σκοτάδι των τειχών του μεσαίωνα π'άγγιζαν τ'άστρα ο χρόνος έτρεχε γρήγορα προς τα πίσω ο ήχος απ'τα βήματά μας ερχόταν σαν τα κιτρινισμένα κοκκαλιάρικα σκυλιά από πίσω μας έτρεχε μπροστά μας τριγυρνάει ο διάολος στο Πανεπιστήμιο της Γιεγκελόν μπήγοντας τα νύχια του στις πέτρες να χαλάσει θέλει τον αστρολάβο του Κοπέρνικου που'μεινε απ’τους Άραβες και στο παζάρι κάτω απ'τα τόξα του τσαρσιού με τα υφαντά χορεύει ροκ εντ ρολ με τους καθολικούς φοιτητές ο χρόνος κυλάει γρήγορα πλησιάζουμε τα μεσάνυχτα χτυπάει στα σύννεφα η κοκκινιά της Νόβα Χούτα εκεί οι νέοι εργάτες που'ρθαν απ'τα χωριά χύνουν στα καινούργια καλούπια μαζί με το μέταλλο και την ψυχή τους φλόγα φλόγα κι είναι χίλιες φορές πιο δύσκολο να λιώνεις την ψυχή παρά το μέταλλο η τρομπέτα στο καμπαναριό της Παναγιάς π'ακούγεται κάθε ώρα σήμανε μεσάνυχτα υψώθηκ'η κραυγή που'ρχεται απ'το μεσαίωνα ειδοποίησε τον εχθρό που πλησιάζει στην πόλη και ξαφνικά σώπασε με το βέλος που μπήχτηκε στο λαρύγγι της

90


η τρομπέτα πέθανε με ήσυχη τη συνείδησή της κι εγώ συλλογίστηκα την πικρία του σκοτωμού βλέποντας τον εχθρό να πλησιάζει χωρίς να μπορώ να ειδοποιήσω ο χρόνος κυλάει γρήγορα τα μεσάνυχτα μόλις έσβησαν τα φώτα τους κι έμειναν πίσω σαν την αποβάθρα τα ξημερώματα απροειδοποίητα μπήκε στο σταθμό το εξπρές μεσ'στις βροχές ήταν το "Πράγα" έν'ασημί σκαλιστό σεντούκι στο βυθό μιας λίμνης άνοιξα το καπάκι του μια νέα γυναίκα κοιμάται ανάμεσα σε γυάλινα πουλιά τα μαλλιά της κίτρινο τ'άχυρου τα βλέφαρά της μαβιά χρόνια τώρα είχε να πέσει σε τέτοιους βαθιούς ύπνους έκλεισα το καπάκι φόρτωσα το σεντούκι στο βαγόνι αποσκευών απροειδοποίητα ήρεμα βγήκε απ’το σταθμό το εξπρές κοίταξ'άπό πίσω του με κρεμασμένα τα χέρια μου στις δυο πλευρές

91


μεσ'στις βροχές ήταν η Πράγα εσύ δεν υπάρχεις κοιμάσαι στο πηχτό σκοτάδι στο κάτω ράντζο το πάνω ράντζο εΐν'ολόαδειο εσύ δεν υπάρχεις άδειασε μια απ'τις πιο όμορφες πόλεις του κόσμου σαν ένα γάντι που τραβάς από μέσα του το χέρι άδειασε έσβησε πια όπως σβήνουν οι καθρέφτες που δε σε βλέπουν σαν τις χαμένες βραδιές τρέχει το νερό της Βίλταβα ‘κάτω απ’τις γέφυρες οι δρόμοι ολόαδειοι κατεβασμένοι οι μπερντέδες στα παράθυρα τα τραμ περνούν ολόαδεια δεν έχουν ούτε οδηγό ούτε εισπράκτορα τα καφενεία έρημα τα εστιατόρια τα μπαρ το ίδιο οι βιτρίνες ολόαδειες ούτε υφάσματα ούτε κρύσταλα ούτε κρέας ούτε κρασί ούτε ένα βιβλίο ούτε ένα κουτί ζαχαρωτά ούτε ένα γαρίφαλο ένας ολόκληρος άνθρωπος μέσα στη μοναξιά αυτή που τυλίγει την πόλη σαν καπνός βουτώντας κάθε μπουκιά στο αίμα της πιότερο απ’ό,τι πρέπει νέας καρδιάς του ρίχνει ψωμί στους γλάρους απ’τη γέφυρα των Λεγεώνων για να συνέρθει απ'τη θλίψη των γερατιών που μεγαλώνει δέκα φορές στη μοναξιά θέλω να γραπώσω το χρόνο στα δάχτυλά μου μένει η χρυσόσκονη της γρηγοράδας του στο βαγόνι με κρεβάτι μια κοπέλα κοιμάται στο κάτω ράντζο χρόνια τώρα δεν είχε πέσει σε τέτοιους βαθιούς ύπνους

92


τα μαλλιά της στο κίτρινο τ'άχυρου τα βλέφαρά της μαβιά ενώ τα χέρια της κεριά σε ασημένια κηροπήγια δε μπόρεσα να δω αυτόν που κοιμάται στο πάνω ράντζο εγώ δεν είμ’ αυτός που κοιμάται εκεί ίσως είναι άδειο το πάνω ράντζο ίσως να’ταν στη Μόσχα αυτός του πάνω ράντζου καπνός σκέπασε το πολωνικό έδαφος και το Μπρεστ το ίδιο δυο μέρες τώρα δε μπορούν ν'απογειωθούν και να προσγειωθούν τ'αεροπλάνα αλλά τα τρένα πηγαίνουν κι έρχονται περνούν μέσ'απ’τα μάτια που οι κόρες του χύθηκαν απ'το Βερολίνο κι εδώ είμαι μόνος στο κουπέ ξύπνησα τ’άλλο πρωί με τον ήλιο των χιονισμένων πεδιάδων ήπια έν'αριάνι που λέγεται κεφίρ στο βαγόνι εστιατόριο η γκαρσόνα με γνώρισε παρακολούθησε δυο θεατρικά έργα μου στη Μόσχα μια νέα γυναίκα με περίμενε στο σταθμό η μέση της πιο λεπτή απ’τη μέση του μερμηγκιού τα μαλλιά της στο κίτρινο τ'άχυρου τα βλέφαρά της μαβιά την κράτησ’απ'το χέρι περπατήσαμε περπατήσαμε κάτω απ'τον ήλιο πάνω στα χιόνια κάνοντάς τα να σπάνε

93


mmmm

τη χρονιά εκείνη νωρίς είχ'έρθει η άνοιξη ήταν μέρες που έστελναν μήνυμα στην Αφροδίτη η Μόσχα εγώ εμείς ήμασταν ευτυχισμένοι σ'έχασα ξαφνικά στην πλατεία Μαγιακόφσκι σ έχασα ξαφνικό ωστόσο δε σ'έχασα ξαφνικά γιατί σ'έχασα πριν τη ζεστασιά του χεριού σου στη χούφτα μου έχασα μετά το βάρος του απαλού χεριού σου στη χούφτα μου έχασα μετά το χέρι σου κι ο χωρισμός είχε αρχίσει με την πρώτη επαφή των δαχτύλων μας προ πολλού αλλά πάλι ξαφνικά σ'έχασα σταματώντας τ'αυτοκίνητα στις θάλασσες του τσιμέντου κοίταζα μέσα δεν υπάρχεις οι μεγάλοι δρόμοι χιονισμένοι ανάμεσα στα χνάρια των ποδιών δε βρίσκω τα δικά σου με μπότες με πέδιλα με κάλτσες γυμνά τα χνάρια σου αμέσως τα γνωρίζω ρώτησα τους ιεραπόστολους μήπως την είδατε; αν έβγαλε τα γάντια της δε μπορεί θα φάνηκαν τα χέρια της είναι κεριά τα χέρια της σε ασημένια κηροπήγια οι ιεραπόστολο^ αποκρίθηκαν πολύ ευγενικά δεν την είδαμε ·

94


ένα ρυμουλκό με τρεις μαούνες από πίσω περνάει μπροστά απ'τ'ακρωτήρι του Σαραϊμπουρνου της Πόλης γκαν γκαν κάνουν βαν βαν κάνουν οι γλάροι φώναξα προς τις μαούνες προς τον καπετάνιο του ρυμουλκού από την Κόκκινη Πλατεία δε μπόρεσα να φωνάξω γιατί σκέπαζε τη φωνή μου ο θόρυβος της μηχανής δεν ήταν μπορετό ν'ακούσει ήταν κουρασμένος και σπασμένα τα κουμπιά του σακακιού του καπετάνιου φώναξα προς τις μαούνες από την Κόκκινη Πλατεία δεν την είδαμε μπήκα μπαίνω σ’όλες τις ουρές σ'όλους τους δρόμους της Μόσχας ρωτάω μοναχά γυναίκες γριές με μάλλινο τσεμπέρι γελαστό πρόσωπο υπομονετικές ήσυχες φρέσκες με ροδαλά μάγουλα μικρή μύτη πράσινα βελούδινα καπέλα και νιες πεντακάθαρες καλοντυμένες ίσως να υπάρχουν και τρομαχτικές παλιόγριες εξαντλημένες νέες γυναίκες κουτές κοπέλες μα τι με νοιάζει για δαύτες η γυναίκα βλέπει τ'όμορφο πριν απ'τον άντρα και δεν το λησμονά μήπως την είδατε; δεν την είδαμε τα μαλλιά της στο κίτρινο τ'άχυρου τα βλέφαρά της μαβιά άσπρος ο γιακάς του μαύρου παλτού της και μεγάλα σεντεφένια κουμπιά από την Πράγα

95


παλεύω με το χρόνο μα 'κείνος περνά μπροστά όταν εκείνος με περνά σπαζοχολιάζω μη τυχόν και δε μπορέσω πια να δω τα κόκκινα φωτάκια τους που όλο και μικραίνουν όταν εγώ περνώ μπροστά τα φώτα ρίχνουν τη σκιά μου στο δρόμο τρέχει μπροστά μου αγωνιά μη τυχόν και χάσω τη σκιά μου μπαίνω στα θέατρα στα κοντσέρτα στους σινεμάδες δε μπήκα στο Μπολσόϊ δε θα σ'αρέσει η αποψινή οπερέτα μπήκα στην ταβέρνα του ψαρά στα Καλαμίσια και γλυκό κουβεντιάζαμε με το Σαΐτ Φαϊκ* πριν ένα μήνα είχα βγει απ'τη φυλακή εκείνος πονούσε αφόρητα στο ήπαρ κι ο κόσμος τόσ’ωραίος μπαίνω στα εστιατόρια με τις γνωστές ορχήστρες ρωτώ τους θυρωρούς με τις χρυσοκέντητες στολές τους αφηρημένους σερβιτόρους π'αγαπούν το φιλοδώρημα τον υπάλληλο της γκαρνταρόμπας και το δικό μας νυχτοφύλακα της συνοικίας δεν την είδαμε το ρολόι στον πύργο της Μονής Στρασνόϊ σήμανε μεσάνυχτα ωστόσο εκεί κοντά ο πιο μεγάλος σινεμάς της πόλης στα δεκαεννιά μου ε*εί γύρω την αντάμωσα αμέσως γνωρίσαμε ο ένας τον άλλο ωστόσο δεν είχαμε δει πρωτίτερα το πρόσωπο ο ένας τ'αλλουνού

* Τούρκος συγγραφέας (1906 · 1954).

96


ούτε και τις φωτογραφίες μας αλλ'αμέσως γνωρίσαμε ο ένας τον άλλο δε σαστίσαμε θελήσαμε ν'αγγίξουμε τα χέρια αλλά τα χέρια δε μπορούν ν'αγγίξουν το'να τ’άλλο βρισκετ'ανάμεσά μας καιρός σαράντα χρόνων και πέφτει χιόνι στην πλατεία Πούσκιν'παλιότερα. πλατεία Στράσνοΐ κρυώνουν τα χέρια μου τα πόδια μου παρ’όλο που φορώ μάλλινες κάλτσες και τα παπούτσια και τα γάντια μου έχουν γούνα εκείνη ήταν ξυπόλητη με πανί είχε τυλιγμένα τα ποστάλια της γυμνά τα χέρια της ο κόσμος στο στόμα της έχει τη γεύση άγουρου μήλου στα χέρια της η σκληράδα του στήθους μιας δεκατετράχρονης το μπόι των δημοτικών τραγουδιών στα μάτια της χιλιόμετρο το μπόι του θανάτου μια σπιθαμή κι ούτε έχει ιδέα απ'αυτά που θα της τύχουν μόνο εγώ τα ξέρω γιατί πίστεψα σ’όλα τα πιστεύω της αγάπησα όλες τις κοπελιές που θ ’αγαπήσει έγραψα όλα τα ποιήματα που θα γράψει έμεινα σ ’όλες τις φυλακές που θα μείνει πέρασ'απ'όλες τις πόλεις που θα περάσει αρρώστησα μ'όλες τις αρρώστιες της κοιμήθηκα όλους τους ύπνους της είδα όλα τα όνειρα που θα δει έχασα όλα όσα πρόκειται να χάσει

97


τα μαλλιά της στο κίτρινο τ'άχυρου τα βλέφαρα μαβια άσπρος ο γιακάς του μαύρου παλτού της και πελώρια τα σιντεφένια κουμπιά της δεν είδα είμαι δεκαεννιά χρονώ περνώ απ’την πλατεία Μπέγιαζιτ ανεβαίνω στην Κόκκινη Πλατεία κατεβαίνω στο Κονκόρ βρίσκω τον Αμπιντίν και κουβεντιάζουμε για τις πλατείες προχτές ο Γκαγκάριν επέστρεψε αφού γύρισε τη μεγαλύτερη πλατεία κι ο Τίτο θα τη γυρίσει και μάλιστα δεκαεφτάμιση φορές θα τη γυρίσει όμως ιδέα δεν έχω ακόμα γι'αυτό για τις πλατείες και τα κτήρια κουβεντιάζουμε με τον Αμπιντίν στη σοφίτα του ξενοδοχείου ο Σικουάνας κυλά απ'τις δυο πλευρές της Νοτρ Νταμ το βλέπω απ'το παραθύρι μου τη νύχτα σα μια φέτα φεγγαριού στο Σικουάνα των άστρων και μια νέα γυναίκα κοιμάται στη σοφίτα μου ανακατεύτηκε στις καπνοδόχες των σπιτιών στο Παρίσι χρόνια τώρα είχε να κοιμηθεί τόσο βαθιά τα μαλλιά της στο κίτρινο τ'άχυρο τυλιγμένα με ρολά τα μαβιά βλέφαρά της ένα σύννεφο στο πρόσωπο για την πλατεία του σπόρου για το γιαπί του σπόρου κουβεντιάζω με τον Αμπιντίν για τον Τζελαλεττίν μιλάμε που στριφογυρνάει στον πυρήνα ο Αμπιντίν κάνει να χυθούν τα χρώματα της ατέλειωτης ταχύτητας κι εγώ τα τρώω σαν τα φρούτα

98


κι ο "μάτης" είν'ένας μανάβης πουλάει φρούτα του "Cosmos” κι ο δικός μας Αμπιντίν έτσι είναι κι ο Αβνί κι ο Λεβνί οι οικοδομές οι πλατείες που βλέπουμε στο μικροσκόπιο και τα "λουμπούζ" των πυραύλων εκείνων τα χρώματα κι οι ποιητές οι ζωγράφοι οι οργανοπαίχτες ζωγραφίζουν ο Αμπιντίν στην πλατεία των εκατό πενήντα χρόνων όπως βλέπω τα ψάρια στο νερό κι όπως τα ψαρεύω έτσι μπορώ να δω και να ψαρέψω τον καιρό που τρέχει μπουσουλώντας στην ελαιογραφία του Αμπιντίν κι ο Σικουόνας σα μια φέτα φεγγαριού μια νέα γυναίκα κοιμάται πάνω στη φέτα του φεγγαριού πόσες φορές την έχασα πόσες φορές τη βρήκα κι ακόμα πόσες θα τη χάσω και πόσες θα τη βρω να έτσι να έτσι κόρη μου έπεσε ένα κομμάτι της ζωής μου στο Σικουάνα απ'τη γέφυρα του Σεν Μισέλ στου μεσιέ Ντουπόν τη μπετονιά θα σκαλώσει το'να κομμάτι της ζωής μου πέφτοντας αργά αργά ένα πρωί το φως ο μεσιέ Ντουπόν θα το βγάλει απ’το νερό με το γαλάζιο-αντίγραφο του Παρισιού και δε θα μοιάζει με τίποτΘ της ζωής μου το κομμάτι δε θα το ρίξει ο μεσιέ Ντουπόν ούτε στο ψάρι ούτε στο παλιοπάπουτσο το αντίγραφο θα μείνει στην παλιά του θέση μαζί με το αντίγραφο του Παρισιού το κομμάτι της ζωής μου θα τρέξει με το Σικουάνα στο μεγάλο κοιμητήρι των ποταμών

99


ξύπνησα απ'το θρόισμα του αίματος που κυλάει στις φλέβες μου δεν έχουν βάρος τα δάχτυλά μου θα φύγουν απ’τα χέρια και τα πόδια μου και θ'απογειωθούν θα κρέμονται πάν'απ'το κεφάλι μου δεν έχω δεξιά ζερβά πάνω κάτω πρέπει να το πούμε στον Αμπιντίν να ζωγραφίσει εκείνον που'πεσε μάρτυρας στην πλατεία Μπέγιαζιτ και το σύντροφο Γκαγκάριν και το σύντροφο Τίτο που δεν ξέρουμε ακόμα τ'όνομά του τη ρίζα του τα μάτια του και τους κατοπινούς και τη νέα γυναίκα που κοιμάται στη σοφίτα απ’την Κούβα γύρισα αυτό το πρωινό έξι εκατομμύρια κόσμος στην πλατεία της Κούβας άσπροι μαύροι κίτρινοι φυτεύουν τραγουδώντας ένα φωτεινό σπόρο το σπόρο των σπόρων εσύ Αμπιντίν μπορείς να ζωγραφίσεις την ευτυχία αλλά χωρίς να καταφύγεις στα εύκολα όχι να ζωγραφίσεις τη μανούλα με τ'αγγελικό πρόσωπο που βυζαίνει το μωρό της με τα τριανταφυλλένια μάγουλα ούτε τα μήλα στο άσπρο τραπεζομάντηλο ούτε τα χρυσόψαρα που κολυμπούν στη γυάλα ανάμεσα στις φυσαλίδες εσύ Αμπιντίν μπορείς να ζωγραφίσεις την ευτυχία μπορείς να ζωγραφίσεις την Κούβα κατακαλόκαιρο του '61 μπορείς καλλιτέχνη μου να ζωγραφίσεις το δόξα να’χει δόξανα’χει είδα κι αυτές τις μέρες και πια δεν έχει σημασία να πεθάνω κρίμα κρίμα μπορείς να ζωγραφίσεις την αναγέννηση στην Αβάνα αυτό το πρωί είδα ένα χέρι 150 χιλιόμετρα ανατολικά της Αβάνας πάνω σ'ένα τοίχο κοντά στη θάλασσα ένα χέρι είδα ένα χαρούμενο λαϊκό τραγούδι ήταν ο τοίχος

100


το χέρι χάϊδευε τον τοίχο έξι μηνών ήταν το χέρι χάϊδευε το λαιμό της μάνας του δεκαεφτά χρονώ ήταν το χέρι χάϊδευε τα στήθια της Μαρίας γεμάτη κάλους ήταν η χούφτα του και μύριζε θάλασσα της Καραΐβικής είκοσι χρονώ ήταν το χέρι χάϊδευε το λαιμό του εξάμηνου παιδιού του εικοσιπέντε χρονώ ήταν το χέρι κι είχε από καιρό ξεχάσει το χάδι τριάντα χρονώ ήτανε το χέρι και το είδα 150 χιλιόμετρα ανατολικά της Αβάνας πάνω σ'ένα τοίχο κοντά στη θάλασσα τον τοίχο χάϊδευε εσύ Αμπιντίν μπορείς να ζωγραφίσεις χέρια ζωγράφισε τα χέρια της εργατιάς μας στα σιδηρουργεία και το χέρι του Νικόλα απ'την Κούβα με καραμπογιά το χέρι του Νικόλα απ'την Κούβα π ’αντάμωσε το χάδι και δε θα το χάσει ποτέ στον τοίχο της ολοκαίνουργιας κατοικίας που πήρε απ'το συνεταιρισμό ένα πελώριο χέρι ένα χέρι σαν της θαλασσινής χελώνας που δε μπορεί να πιστέψει ότι χαϊδεύει έναν ευχάριστο τοίχο ένα χέρι που πιστεύει πια σ'όλες τις χαρές ένα χέρι φωτεινό θαλασσινό ευλογημένο ένα χέρι της ελπίδας που πρασίνισε και μέλωσε και ξεπετάχτηκε με την ορμή του ζαχαροκάλαμου σε εύφορα χώματα όπως τα λόγια του Φιντέλ κάποιο χέρι που φυτεύει κατοικίες σαν πολύχρωμα και

101


δροσερά δέντρα και δέντρα σαν αναπαυτικές κατοικίες κάποιο χέρι που ετοιμάζεται να χύσει ατσάλι κάποιο χέρι που κάνει το πολυβόλο λαϊκό τραγούδι και το λαϊκό τραγούδι πολυβόλο χέρι της αλήθειας της λευτεριάς χέρι που σφίγγει ο Φιντέλ χέρι που γράφει τη λέξω λευτεριά με το πρώτο μολύβι της ζωής του στο πρώτο χαρτί της ζωής του σαλιάζουν οι Κουβανοί μουρμουρίζοντας τη λέξη λευτεριά σα να κόβουν ένα μελένιο καρπούζι αστράφτουν τα μάτια των αγοριών και των κοριτσιών η ψυχή ακουμπώντας τα χείλια τους στη λέξη λευτεριά κι οι άντρες τραβώντας απ'το πηγάδι τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις τους τις πίνουν γουλιά γουλιά μπορείς Αμπιντίν να ζωγραφίσεις την ευτυχία βραδιάζει στο Παρίσι αναβόσβησε η Νοτρ Νταμ σα μια πορτοκαλιά λάμπα κι οι πέτρες του Παρισιού αναβόσβησαν σα μια πορτοκαλιά λάμπα σκέφτομαι τις δικές μας τέχνες την ποίηση τη ζωγραφική τη λαϊκή μουσική κι άλλα σκέφτομαι και καταλαβαίνω ότι ένα τεράστιο ποτάμι τρέχει από τότε που το ανθρώπινο χέρι ζωγράφισε το πρώτο βιζόν στην πρώτη σπηλιά μετά όλα τα ρέματα με τα φρέσκα ψάρια τους με τα φρέσκα νερόχορτα με τη φρέσκια γεύση τους

102


χύνονται μέσα του και μόνο εκείνο τρέχει αστείρευτα χωρίς όρια θα υπάρχει μια καστανιά στο Παρίσι η πρώτη καστανιά του Παρισιού ο προπάππος των καστανιών του Παρισιού μεταφέρθηκε στο Παρίσι απ’τις πλαγιές του Βόσπορου της Πόλης δεν ξέρω αν ζει ακόμα αν ζει θα πρέπει να'ναι διακόσια χρονώ περίπου θα'θελα να πάω και να φιλήσω το χέρι της να ξαπλώσουμε στη σκιά της αυτοί που φτιάξαν το χαρτί ετούτου του βιβλίου αυτοί που στοιχειοθέτησαν το κείμενο αυτοί που το στόλισαν αυτοί που το πούλησαν στα μαγαζιά αυτοί που πλήρωσαν κάι τ'αγόρασαν και το σεριάνισαν και μια ο Αμπιντίν και μια εγώ και μια ο μπελάς του κεφαλιού μου στο κίτρινο τ'άχυρου. Τρένο, Βαρσοβία - Κρακοβία - Πράγα Μόσχα - Παρίσι - Αβάνα - Μόσχα 1961

103


NAZIM XIKMET Ο Νεκρός της πλατείας Μπεγιαζίτ “ Ό λ α ό σ α έ γ ρ α ψ α γ ια μ α ς δ ε ν ε ίν α ι α λ ή θ ε ια ε κ ε ίν α ή τ α ν ό σ α ή θ ε λ α ν α β ρ ίσ κ ο ν τ α ι α ν ά μ ε σ α μ α ς κ ι ό χ ι ε κ ε ίν α π ο υ β ρ ίσ κ ο ν τ α ν ε κ ε ίν α ή τ α ν ο ι ν ο σ τ α λ γ ίε ς μ ο υ π ο υ κ ρ έ μ ο ν τ α ν στ" ά φ τ α σ τ α κ λ α δ ιά τ ο υ ς ε κ ε ίν α ή τ α ν η δ ίψ α μ ο υ η α ν τ λ η μ έ ν η απ' το π η γ ά δ ι τ ω ν ο ν ε ίρ ω ν μ ο υ ο ι ε ικ ό ν ε ς π ο υ χ ά ρ α ξ α σ τ ο φ ω ς ή τ α ν ε κ ε ίν α . Ό σ α ε'γρ α ψ α γ ια μ α ς δ ε ν ε ίν ’ α λ ή θ ε ια : η ο μ ο ρ φ ιά σ ο υ δ η λ α δ ή έ ν α κ α λ ά θ ι φ ρ ο ύ τ α ή τ ρ α π έ ζ ι ε ξ ο χ ικ ό η μ ο ν α ξ ιά μ ο υ δ η λ α δ ή ό τ ι ή μ ο υ ν α το τ ε λ ε υ τ α ίο φ α ν ά ρ ι σ τ η ν 'τε λ ε υ τα ία γ ω ν ιά τ η ς π ό λ η ς η ζ ή λ ια μ ο υ δ η λ α δ ή το τ ρ έ ξ ιμ ό μ ο υ μ ε δ ε μ έ ν α μ ά τ ια τ η ν ύ χ τ α α νά μ εσ α στα τρένα η ε υ τ υ χ ία μ ο υ δ η λ α δ ή το η λ ιό λ ο υ σ τ ο π ο τ ά μ ι π ο υ τ ρ έ χ ε ι γ κ ρ ε μ ίζ ο ν τ α ς τ α φ ρ ά γ μ α τ ά το υ Ό λ α ό σ α έ γ ρ α ψ α γ ια μ α ς ε ίν α ι ψ έ μ α τ α Ό λ α ό σ α έ γ ρ α ψ α γ ια μ α ς ε ίν α ι α λ ή θ ε ια ” . Εδώ και χρόνια ο Ν αξιμ Χ ικμ έτ είνα ι α π ό τους π ιο α γα π η μ ένο υ ς ξένους λογοτέχνες στην Ελλάδα. Μ εγάλο μέρος του έργου του (πολλά π οιήμ α τα, π εζά κι αρκετά θεατρικά) μεταφράστηκε στα ελληνικά αλλά και σε π ολλές άλλες γλώ σσες. Μ ε την Ελλάδα τον συνδέουν ιδιαίτεροι δεσμοί. Γ εννήθηκε στη Θ εσσαλονίκη (1902), αλλά τα φ ιλελληνικά του αισ θήμ α τα αναπ τύ σ σ ο ­ ντα ι κυρίω ς στη Μ όσχα, όπου π ή γε για σ π ουδές κι όπου γνω ρίζει και γίνεται φ ίλος με Έ λ λ η ν ε ς σ υ μ φ οιτη τές του. Μ έσα στα έργα του, βρίσκουμε σ υ χνά φ ιγο ύ ρες Ελλήνω ν αγω νιστώ ν, αρχα ίω ν συμβόλων αλλά κι απ λώ ν ανθρώ πω ν του μόχθου. Θ έμ ατα που τον θλίβουν και τον εμ π νέουν είναι η κοινω νική αδικία, ο ιμ π ερ ια λ ισ μ ό ς, ο φ α σισμ ός, ο εμ φ ύλιος πόλεμ ος στην Ε λλάδα, η φ τώ χεια κι η αμ άθεια του τούρκικου λαού... Μ εγάλο μέρος της ζω ής του π ερνά κατα τρεγμ ένος. Τον κυνηγούν για τις π ο λ ιτικ ές του πεπ ο ιθή σ εις. Μ έσα απ ό τις φ υ λακ ές τη ς Χ ό π π α ς και της Π ρούσας και την εξορία, γρά­ φ ει τα μεγάλα , ανθρώ πινα, δραμ ατικά του έργα. “Ο νεκρός τη ς π λ α τεία ς Μ π έγ ια ζιτ” είναι από τα ανέκδοτα μ έχρ ι σ τιγμ ή ς έργα του ποιητή. Τ ελειώ νει τη ζωή του στη Σοβιετική Έ ν ω σ η (1963), όπου τιμήθηκε με το βραβείο Λ ένιν Ειρήνης.

Ο νεκρός της πλατείας μπεγιαζίτ ναζίμ χικμέτ  

greek

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you