Page 1

δευτερόλεπτα σιωπής κι έπειτα την ησυχία τάραξε η στριγκιά φωνή της κοπέλας. «Κυρία, τρέξτε! Ελάτε! Κάτι έγινε με τη μητέρα σας!» Δεν έτρεξε μόνο η Μαρία. Πρώτος ξεχύθηκε στους διαδρόμους του σπιτιού ο Ρωμανός, και στο κατόπι του ακολούθησαν μουδιασμένοι και οι άλλοι. ΗΤΑΝ Ο ΠΙΟ ΖΕΣΤΟΣ Απρίλης της χρονιάς. Είχαν περάσει δεκαπέντε μέρες από το θάνατο της Μελίνας Κατρά, και σαν να συνωμοτούσε ο καιρός με τη γαλήνη της, είχε φέρει ένα πρόωρο καλοκαίρι με θερμοκρασίες που κόντευαν τους τριάντα βαθμούς Κελσίου. Η Σάνια δίστασε να βγει στο μπαλκόνι για να κρατήσει συντροφιά σιον Αλεξ. Παρέμεινε πίσω απ’ την κουρτίνα αναποφάσιστη, μελετώντας τον από απόσταση χωρίς να ξέρει πώς να φερθεί και τι να κάνει για να τον παρηγορήσει. Έτσι όπως ατένιζε το δάσος απέναντι αργοπίνοντας ένα ποτό και καπνίζοντας το πούρο του, της έδωσε μια εικόνα για τον αληθινό Άλεξ Γκρέι των βουνών και της μοναξιάς του. Έδειχνε εντελώς ξεκομμένος απ’ τα εγκόσμια εκείνη τη στιγμή. Η βλοσυρή του έκφραση σε συνδυασμό με το σκοτάδι που άρχιζε σιγά σιγά να πυκνώνει τον έκαναν να μοιάζει με απόκοσμη σκιά, σαν κι αυτές που φαντάζονται τα μικρά παιδιά κι αρνούνται να κοιμηθούν χωρίς να κρατούν το χέρι της μητέρας τους. Ακόμα και το ταξίδι του μυαλού του δε γινόταν με τον ήρεμο τρόπο που ταξιδεύουν συνήθως οι ανθρώπινες σκέψεις. Τον 501


έβλεπε καθαρά να μάχεται με τις φουρτούνες και τους δαίμονές του πότε σφίγγοντας τα χείλη και πότε φυσώντας τον καπνό του με μανία. Τα δάχτυλά του αγκάλιαζαν σαν αρπάγες το λεπτό κρύσταλλο, κι η Σάνια φοβήθηκε πως θα το έβλεπε να σπάει σε χίλια κομμάτια από στιγμή σε στιγμή, προσθέτοντας ακόμα περισσότερα σημάδια στα χέρια του. Έβλεπε το αριστερό του προφίλ, και παρότι σε εκείνη την πλευρά το πρόσωπό του δεν είχε κανένα σημάδι, την τρόμαζε σαν να το σκέπαζε κι αυτό η μαύρη δερμάτινη καλύπτρα. Ισως ήταν η αξυρισιά ημερών, ίσως επίσης οι λεπτές ρυτίδες που στεφάνωναν τις άκρες των ματιών του συσσωρεύοντας στα μικρά τους ρυάκια όλες τις μπόρες που είχε περάσει. Τα μάτια της κινήθηκαν χαμηλότερα, στο ανοιχτό μαύρο πουκάμισο και το στενό τζιν που φορούσε πάντα όταν ήταν μόνος. Της φάνηκε ότι έβλεπε ένα μεγάλο αρσενικό αγρίμι με ρούχα. Τι κι αν οι πληγές του είχαν επουλωθεί; Όλες οι χαρακιές ήταν εκεί, μία προς μία, αδιάψευστοι μάρτυρες της τραγωδίας που εξακολουθούσε να τραβά σαν ηνίοχος τα γκέμια της ζωής του και να την οδηγεί στους δρόμους που επιθυμούσε. Ήθελε να βγει στο μπαλκόνι και να κάνει ό,τι ήταν δυνατόν για να απαλύνει τη θλίψη του, αλλά δεν τολμούσε. Από τότε που έμαθε ποιος ακριβώς ήταν ο άντρας που είχε παντρευτεί, ο φόβος έδινε καθημερινά μέσα της μάχη με τον έρωτα. Ακόμα δεν μπορούσε να ξεδιαλύνει τι ήταν αυτό που την είλκυε τόσο πολύ πάνω του. Και δεν μπορούσε να ξεχάσει πως είχε χαρίσει ανεπιφύλακτα την καρδιά και το κορμί της σε μια αυταπάτη. Εκείνο τον Άλεξ Γκρέι ήθελε πίσω εκείνον που είχε μεταμορφωθεί στον Ρωμανό Κατρά των παιδικών της χρόνων 502


και μπορούσε με την ηρεμία του να γίνει το λιμάνι που τόσο επιθυμούσε. Αλλά εκείνος ο Ρωμανός Κατράς δεν υπήρχε πια, θύμιζε συνέχεια στον εαυτό της. Είχε θανατωθεί βίαια από ένα μαχαίρι, ένα κελί και μια σκληρή πορεία που τον κομμάτιασαν άγρια και τον πέταξαν στους λύκους. Τα παραμύθια εκείνου του Ρωμανού Κατρά δε θα τη συγκινούσαν ποτέ ξανά. Τώρα υπήρχαν οι σκοτεινές ιστορίες του Ραφαέλ Άλντες κι ο περιφραγμένος πύργος του Άλεξ Γκρέι, που προτιμούσε να γεννά το φόβο στους ανθρώπους για να εξασφαλίζει τη μοναξιά του. Τώρα υπήρχε αυτό το αγρίμι με τα κοφτερά δόντια και τα γαμψά νύχια, που δεν είχε πρόβλημα να ξεσκίσει τις σάρκες όσων τολμούσαννα περάσουν τρ όρια και να διεκδικήσουν, οι δυστυχείς, μια αναμέτρηση μαζί του. «Πάντα σου άρεσε να με κατασκοπεύεις», άκουσε ξαφνικά τη φωνή του και ταράχτηκε. Ένα μόνο βήμα έκανε αυθόρμητα προς τα πίσω, και κατάφερε να σκουντουφλήσει. Πιάστηκε απ’ την κουρτίνα και κρατήθηκε όρθια. Το γέλιο του πύρωσε αμέσως τα μάγουλά της. «Έλα έξω, Σάνια», της πρότεινε χωρίς να στραφεί προς το μέρος της. «Έχει ωραία βραδιά, και τώρα που σκοτεινιάζει η θέα θυμίζει λίγο την πατρίδα μου». Βγήκε έξω ευγνωμονώντας τη νύχτα που έκρυβε την ταραχή και την αμηχανία της. Η χαρά της κράτησε λίγο όμως, γιατί αμέσως μετά τον είδε να τραβά την πολυθρόνα στην οποία θα καθόταν και να τη φέρνει δίπλα του. Στην κουπαστή της βεράντας ήταν ένα μεγάλο κερί με πολλά φιτίλια, που ο Άλεξ φρόντισε ν’ ανάψει γρήγορα. Κάθισε δίπλα του ξεροκαταπίνοντας. Ο ώμος της άγγιξε το δικό του. Τραβήχτηκε διακριτικά και τότε το γέλιο 503


του αντήχησε στη σιγαλιά. «Παραείμαι συγκαταβατικός μαζί σου, πριγκιπέσα», της είπε στρέφοντας ελαφρά το κορμί του, αφήνοντάς τη να βλέπει την ανέγγιχτη πλευρά του προσώπου του. «Κι όσο κοιτώ αυτή τη χαριτωμένη βέρα στο όμορφο δάχτυλό σου, τόσο μπαίνω στον πειρασμό να νιώσω κι εγώ σαν φυσιολογικός παντρεμένος άνθρωπος». «Έχεις πιει πολύ, Άλεξ», παρατήρησε ήσυχα, κι όσο εκείνος έγερνε το κεφάλι του προς το δικό της, τόσο εκείνη τεντωνόταν προς τα πίσω. Αναγκάστηκε να βάλει τα χέρια της στο στήθος του και να τον σπρώξει όσο μπορούσε δηλαδή ούτε δύο χιλιοστά. Έκανε το λάθος να δείξει την απελπισία της, και αμέσως βρέθηκε να αιωρείται για μια στιγμή κι έπειτα να στρογγυλοκάθεται στα πόδια του. Αντέδρασε ξανά επιχειρώντας να ξεφύγει, αλλά γρήγορα κατάλαβε πως ήταν μάταιο. Μπορεί να μην ήταν νηφάλιος, όμως τη δύναμή του την κουμάνταρε μια χαρά. Ένιωσε σαν πάνινη κούκλα στα χέρια του, κι αν χαμήλωσε το κεφάλι, δεν το έκανε επειδή την τρόμαξε η μικρή απόσταση απ’ την καλύπτρα του, αλλά επειδή από τόσο κοντά τα μάτια της δε θα μπορούσαν να πουν ψέματα. «Δε θα σε πειράξω, πριγκιπέσα», την καθησύχασε. Τράβηξε τα χέρια του απ’ το σώμα της κι έκλεισε μέσα τους το πρόσωπό της. Παραμέρισε τα μαλλιά της και την υποχρέωσε να τον κοιτάξει. «Ήθελα μόνο να δω αν έχει δίκιο αυτό το κάθαρμα ο Ζακ. Προσπαθούσε πάντα να μου βάλει στο κεφάλι αυτή ακριβώς την εικόνα: να κρατάω μια γυναίκα στην αγκαλιά μου και να ατενίζω μαζί της το φεγγάρι». «Εγώ δεν μπορώ να δω κανένα φεγγάρι αυτή τη στιγμή, Άλεξ», του είπε όσο πιο κοφτά μπορούσε, ενώ αναρωτιόταν: Άραγε 504


ακούει την καρδιά μου; Καταλαβαίνει πώς νιώθω αυτή τη στιγμή; «Και λυπάμαι που χαλάω τη ρομαντική σου φαντασίωση, αλλά έτσι όπως με κρατάς νιώθω σαν σαρδέλα σε κονσέρβα», συνέχισε, ενώ μέσα της φώναζε: Ψέματα σου λέω! Τα χέρια σου είναι ζεστά και θέλω τόσο πολύ να με ψιλήσεις! Μακάρι να με άφηνες να σε αγγίξω κι εγώ! Μακάρι να συνέχιζες κι εσύ να φοράς τη βέρά σου και να μην έπρεπε να φύγεις! Μακάρι— «Άσε που κοντεύω να μεθύσω κι εγώ απ’ τις αναθυμιάσεις. Πόσο ήπιες, Άλεξ;» «Όχι πολύ—» Ο αντίχειράς του αργοσάλεψε πάνω στα χείλη της. «Τουλάχιστον όχι τόσο όσο να μην ξέρω τι λέω και τι κάνω. Ο Ζακ έχει δίκιο», είπε χώνοντας το άλλο του χέρι μέσα στα μαλλιά της στο ύψος του αυχένα της. «Είναι πολύ ωραίο να κρατάς έτσι μια γυναίκα κάτω απ’ το φως του φεγγαριού. Είναι ωραίο να ακούγονται μόνο οι χτύποι της καρδιάς και τα φτερουγίσματα των πουλιών που πάνε να κουρνιάσουν στη φωλιά τους. Μπορεί να μην το ξαναζήσω αυτό, πριγκιπέσα, αλλά τουλάχιστον τώρα ξέρω πώς είναι και θα μπορέσω να το περιγράψω στα βιβλία μου». «Χαίρομαι που θα χωρίσουμε και με κάποιες καλές αναμνήσεις». «Δε σου πάει να γίνεσαι πικρόχολη». «Δε σου πάει να παριστάνεις τον τρυφερό εραστή που απαγγέλλει ποίηση κάτω απ’ το φεγγάρι». «Αν ήθελα, θα μπορούσα να οε πείσω ακόμα και γι αυτό». «Αν ήθελα, θα μπορούσα να σου αστράψω ένα χαστούκι και να σε στείλω στο διάβολο, που τολμάς να μου θυμίζεις πόσο 505


εύκολα έγινα το κοροϊδάκι σου!» «Αλλά δε θες— » Έσπρωξε το κεφάλι της τόσο κοντά στο δικό του, που οι ανάσες τους έσμιξαν. «Ούτε θέλω να πιστέψω πόσο εύκολα μπορώ να γίνω κι εγώ το δικό σου κοροϊδάκι κάτι τέτοιες στιγμές. Με ερωτεύτηκες, συμφωνώ, αλλά δε θα είχες τα κότσια να με αγαπήσεις. Το βλέπω στα μάτια σου, στον τρόπο που γυρνάς το κεφάλι όταν οι αποστάσεις μικραίνουν, στα ρίγη σου κάθε φορά που σε αγγίζω και στα βήματα που κάνεις πίσω όταν εγώ κάνω βήματα μπροστά. »Ξέρεις τι είμαι για σένα, πριγκιπέσα;» τη ρώτησε χρησιμοποιώντας το ελεύθερο χέρι του για να λύσει τη ζώνη της ρόμπας της και να την τραβήξει έπειτα από πάνω της, αφήνοντάς τη μόνο με το λεπτό νυχτικό της. «Είμαι το αλλόκοτο και το μυστήριο—» της είπε βραχνά, μπλέκοντας τα δάχτυλά του στην τιράντα με ολοφάνερη πρόθεση να την κατεβάσει. «Το σκοτεινό και το απαγορευμένο— » Τράβηξε απαλά το τιραντάκι αποκαλύπτοντας ίσα ίσα τη στρογγυλάδα του στήθους της. «Ο φόβος που σε απωθεί και σε έλκει ταυτόχρονα με την ίδια ακατανίκητη δύναμη—» Αγγιξε τη θηλή της πάνω απ’ το ύφασμα και υποδέχτηκε τη σκληράδα της με βλέμμα θριαμβευτικό. «Είμαι η περιπέτειά σου και το πρώτο παράτολμο βήμα που έκανες ποτέ. Μπορώ να σου πω με κάθε λεπτομέρεια ακόμα και τι φαντάζεσαι ακριβώς αυτή τη στιγμή—» Ο αναστεναγμός της τον έκανε να χαμογελάσει σκληρά. «Φαντάζεσαι πως σου κάνω έρωτα εγώ, ο Ρωμανός Κατράς του παρόντος, με την καλύπτρα, τα σημάδια μου και την ικανότητα να σκοτώνω. Αναρωτιέσαι αν θα σου άρεσε τόσο πολύ όσο εκείνη την πρώτη φορά, και τρέμεις στη σκέψη πως ίσως να απολάμβανες περισσότερο τα χάδια τού άγριου στρατιώτη από εκείνα του ιδεολόγου διανοούμενου. 506


Πραγματικά τρέμεις—» επανέλαβε ανασηκώνοντας το ύφασμα για να χαϊδέψει το μηρό της «— γιατί μια τέτοια διαπίστωση θα έκανε τον κόσμο σου άνω κάτω. Δεν επιτρέπονται τέτοιοι άντρες για ένα κορίτσι μεγαλωμένο όπως εσύ. Έχεις μάθει στην αρμονία, την τάξη και την ασφάλεια. Τέτοιου είδους έλξεις απαγορεύονται για τη Στεφανία Παρίση. Δε μοιάζει άλλωστε στη μητέρα της, και θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να ανακαλύψει πως της μοιάζει— » Τη φίλησε, κι η Σάνια βόγκηξε δυνατά. Τον άγγιξε κι εκείνη. Παραδόθηκε στο χάδι και το φιλί του μ’ έναν τρόπο ορμητικό που θύμιζε χείμαρρο. Τα δάχτυλά της έτρεμαν στο πέρασμά τους πάνω από κάθε ουλή, αλλά δε δίστασαν. Όσο το δικό του χάδι την ξελόγιαζε, τόσο παραδινόταν στη στιγμή δίχως σκέψεις κι ενδοιασμούς. Χάιδεψε κι εκείνη το σώμα του κι απόλαυσε την αίσθηση της σκληρής σάρκας αποδιώχνοντας κάθε αναστολή. Κι αν το φιλί του έγινε τραχύ, άγριο κι απαιτητικό, δεν την ένοιαξε. Ο Άλεξ είχε δίκιο: το απαγορευμένο τη συγκινούσε πολύ περισσότερο απ’ το προβλέψιμο και το επιτρεπτό. Αυτό ήταν που έκανε το αίμα να κοχλάζει στις φλέβες της κι απογείωνε τις αισθήσεις της: ο κίνδυνος· η αίσθηση της ελευθερίας· η υπέρβαση των ορίων και η εντύπωση πως έβγαινε απ’ τον εαυτό της. Και τέλος, η γνώση, εκείνη η ύπουλη, αναπάντεχη γνώση, τόσο διαυγής μα και συγκεχυμένη, πως οι δυο τους ταίριαζαν απόλυτα ως εραστές, αλλά θα αποτύγχαναν οικτρά ως σύντροφοι— Όταν σταμάτησε να την αγγίζει και να τη φιλά, τα μάτια της κυλούσαν ασταμάτητα δάκρυα κι η ανάσα της έμοιαζε με αγκομαχητό. Έβλεπε καθαρά ωστόσο το πρόσωπό του. Έβλεπε καθαρά τη σκληρότητα στο βλέμμα του και την οργή του που είχε πέσει μέσα στις εκτιμήσεις του. Τον αγκάλιασε σφιχτά για 507


να μην αντικρίζει το θυμό του. Έγειρε πάνω του απελπισμένα, κλαίγοντας όλο και πιο γοερά, όλο και πιο πονεμένα, νιώθοντας αφόρητη ντροπή για την αποκάλυψη των δικών της προσωπείων. Η βέρα τής φάνηκε τόσο βαριά ξαφνικά, που πίστεψε ότι από στιγμή σε στιγμή το ασήκωτο φορτίο της θα έκοβε το δάχτυλό της. Κι όμως, το χάδι του στην πλάτη της είχε την ευεργετική δράση της παρηγοριάς. Μέσα στην παραζάλη της τον άκουσε να της λέει πως έπρεπε να ηρεμήσει, όλα ήταν εντάξει. Ένιωσε τα χείλη του να τη φιλούν τρυφερά πολλές φορές στο μάγουλο σαν να ήταν κοριτσάκι που μόλις είχε ξυπνήσει από άσχημο εφιάλτη. Κι όσο εκείνος την κανάκευε και προσπαθούσε να την καθησυχάσει, τόσο εκείνη τον έσφιγγε— και τον έσφιγγε— για να μην υποχρεωθεί να τον κοιτάξει καταπρόσωπο και τον αντιμετωπίσει. «Θα με πνίξεις, πριγκιπέσα—» Δυσκολεύτηκε να τραβήξει τα χέρια της απ’ το λαιμό του, αλλά το ’κανε, ρισκάροντας να τη γεμίσει μελανιές. «Κοίτα με!» απαίτησε μόλις την είδε να κρατά πεισματικά χαμηλωμένο το κεφάλι. «Έτσι μπράβο. Τώρα σταμάτα να κλαις και άκουσέ με—» «Ξέρω τι θέλεις να μου πεις και δεν είμαι σε θέση να το ακούσω». «Θέλω να σου πω πως είσαι μια απόλυτα φυσιολογική γυναίκα». Της σκούπισε ο ίδιος τα μάτια, αφού εκείνη αρνιόταν να κάνει την παραμικρή κίνηση. «Θέλω να σου πω επίσης πως η ζωή είναι γεμάτη από τέτοιου είδους ανατροπές και πως καλά θα κάνεις να είσαι προετοιμασμένη για να τις αντιμετωπίσεις. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να χει μία μόνο όψη, πριγκιπέσα. Κανείς δεν είναι απόλυτα καυλός ή απόλυτα κακός. Όλοι 508


είμαστε ικανοί και για τα δυο, ανάλογα με τις περιστάσεις. Όπως εγώ κρύβω μέσα μου το ρομαντικό ποιητή, έτσι κι εσύ κρύβεις μέσα σου τη ροπή προς τον κίνδυνο. Μόνο που και οι δύο τα κρύβουμε πάρα πολύ καλά. Βλέπεις, εγώ συνήθως είμαι σκληρός και κυνικός κι εσύ γλυκιά κι αξιαγάπητη. Μόνο στο κρεβάτι θα μπορούσαμε να βρούμε μαζί την ευτυχία. Όχι στη ζωή. Στη ζωή εσύ πάντα θα με φοβάσαι κι εγώ πάντα θα προσπαθώ να μη σε πληγώσω—» «Το— το— ξέρω—» τραύλισε. «Το— καταλαβαίνω—» «Γι αυτό θέλω τώρα να πας να ξαπλώσεις και να μ’ αφήσεις ήσυχο στη μοναξιά μου. Θέλω να συγκεντρωθώ». Έβγαλε απ’ την πίσω τσέπη του τζιν του ένα κλειδί και το άφησε στην κουπαστή, δίπλα στο κερί που αργόλιωνε. «Τι είναι αυτό;» «Ελπίζω να ταιριάζει τέλεια στο γραφείο της θείας σου. Έφτιαξα το αποτύπωμα με κερί. Παλιό, καλό κόλπο. Σπάνια αποτυγχάνει». «Θα διαρρήξεις το γραφείο της;» «Απόψε». «Μα γιατί;» Δε δεχόταν με τίποτα πως το πιο αγαπημένο της πρόσωπο ίσως είχε ανάμειξη στα γεγονότα εκείνης της νύχτας. «Ξέρεις γιατί». Κατέβηκε απ’ τα γόνατά του και κάθισε στη διπλανή πολυθρόνα. «Επειδή ήταν εκείνη που φρόντισε τα περιουσιακά του πατέρα μου;» Έσφιξε τις γροθιές της. «Τι ήθελες να κάνει, απ’ τη στιγμή που ο πατέρας μου είχε χρέη προς το δημόσιο; 509


Μαζί πήγαμε σε εκείνο το γραφείο στην Αθήνα, Άλεξ. Η Μάρα Χατζή πέθανε αιφνίδια και κανείς δεν έμαθε ποτέ αν είχε όντως στα χέρια της δεύτερη διαθήκη του πατέρα μου. Η θεία Δανάη έπρεπε να με προστατεύσει και από τις διεκδικήσεις του κράτους και από τις διεκδικήσεις της μητέρας μου. Δε βλέπω τίποτα επιλήψιμο σ’ αυτό..,» «Είναι κι η μητέρα μου». Κοίταξε ευθεία μπροστά. Στη θύμησή της μελαγχόλησε ξανά. «Μέχρι τις τελευταίες της ώρες επέμενε να μιλάει για σένα και να αναφέρει σκόρπια περιστατικά απ’ το παρελθόν. Στεκόταν ιδιαίτερα στους καβγάδες της Μιράντας με τη θεία σου και σ’ ένα φάκελο που έδινε στη μητέρα σου η Δανάη. Προχτές της ζήτησα εξηγήσεις, και μου είπε πως δε θυμόταν κανένα φάκελο. Όσο για τους καβγάδες, μου είπε πως οφείλονταν σε εσένα: έβλεπε τον τρόπο που σου φερόταν η αδερφή της κι επαναστατούσε. Κι εγώ δε βλέπω κάτι επιλήψιμο σε όλα αυτά, Σάνια, αλλά δεν μπορώ να βγάλω απ’ το μυαλό μου’τις τόσες συμπτώσεις— » «Αναφέρεσαι στον πατέρα της Μαργαρίτας; Επειδή ζήτησε τη βοήθειά της; Μα ήταν πολύ καλή δικηγόρος, Αλεξ, και την έβλεπε συχνά. Όταν έχεις τον ειδικό μέσα στα πόδια σου, γιατί να ψάξεις άλλου για βοήθεια; Εξάλλου, του είπε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα—» «Πώς ήξερε ότι δε σου φερόταν καλά η μητέρα σου, Σάνια;» Άφησε το φεγγάρι κι αφοσιώθηκε στο πρόσωπό της. Ένα νέο πούρο ήρθε αργά στα χείλη του. «Κάθε φορά που μας επισκεπτόταν μόνη ή με την οικογένειά της, η Μιράντα κρατούσε τα προσχήματα. “Ηταν στοργική και γλυκιά. Πώς το ήξερε λοιπόν η Δανάη; Εσύ μπορεί να μου πεις ότι το ήξερε από ένστικτο, αλλά προσωπικά υποπτεύομαι μια πολύ καλά 510


οργανωμένη παρακολούθηση. Έτσι εξηγείται αυτομάτως και το μυστήριο της φωτογραφίας. Όποιος κατασκόπευε κρυφά τη ζωή της Μιράντας Βαλέρη έπιασε λαβράκι εκείνο το βράδυ στη βεράντα. Ποια καλή και αξιοπρεπής μητέρα θα τα ρίχνε στο γιο του άντρα της κάτω από τη μύτη του ίδιου και του παιδιού της;» «Μου φαίνεται τραβηγμένο. Η θεία Δανάη δεν είναι τέτοιος άνθρωπος— » «Ελπίζω να το διαπιστώσω κι εγώ απόψε». «Πρόσεχε, σε παρακαλώ. Αν μάθει πως έκανες τέτοιο πράγμα —» «Δε θα το μάθει. Έχω διαρρήξει μέρη φρουρούμενα από πάνοπλους άντρες και χωρίς αντικλείδι. Όλα θα πάνε καλά—» Σηκώθηκε κι έδεσε τη ρόμπα γύρω της. «Εγώ πάντως δε θα κοιμηθώ όλη νύχτα», δήλωσε, «θα κάτσω ξύπνια και θα σε περιμένω». «Κάνε ό,τι νομίζεις εκτός απ’ το να ξεμυτίσεις απ’ αυτό το δωμάτιο». «Δεν είμαι χαζή». «Δεν είπα πως είσαι». Μπήκε στο διαμέρισμα παραμερίζοντας τόσο νευρικά τις κουρτίνες, που κόντεψε να τις ξηλώσει. Εκείνος αφοσιώθηκε ξανά στο φεγγάρι αποτελειώνοντας το ποτό του. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που ευχήθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής του να τον διαψεύσει το ένστικτό του. «Έκανα ό,τι μου είπες». Η Σάνια έκλεισε πίσω της την πόρτα κι 511


έπειτα άρχισε να βηματίζει νευρικά μέσα στο δωμάτιο. «Όλοι κοιμούνται, ακόμα και ο Παύλος. Μόνο ο Κινγκ είναι ξύπνιος, Άλεξ. Έτσι όπως κοιτούσε με τα αφτιά όρθια το φεγγάρι, μου θύμισε αληθινό λύκο». Ο Άλεξ κούμπωσε το πουκάμισό του, φόρεσε ένα μαύρο παντελόνι και πήρε μαζί του μόνο το σουγιά του και μια μαύρη κουκούλα. # Φυσικά δεν τη φόρεσε μπροστά της. Έφτανε μόνο η θέα του σουγιά για να τη δει να χάνει το χρώμα της. Της χαμογέλασε καθησυχαστικά, φόρεσε τα γάντια του κι έχωσε το αντικλείδι στην τσέπη. Έπειτα πήρε απ’ το πρώτο συρτάρι του κομοδίνου του ένα μικρό μεταλλικό φακό και κοίταξε το ρολόι του. Ήταν τρεις το πρωί. Σε λιγότερο από τρεις ώρες ο Πέτρος Μαρκάτος θα ξυπνούσε για να ξεκινήσει το φορτωμένο του πρόγραμμα. Δεν έπρεπε να χάσει ούτε λεπτό σε δισταγμούς, κι αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να αγνοήσει το ικετευτικό ύφος της Σάνιας που τον αποθάρρυνε να προχωρήσει. Έφυγε χωρίς να τη χαιρετήσει. Δε δυσκολεύτηκε να φτάσει αθόρυβα στον πάνω όροφο και να βρεθεί έξω από το κλειδωμένο γραφείο. Είχε κάνει την ίδια διαδρομή πάνω από πενήντα φορές σε ανύποπτο χρόνο, κι ήξερε απέξω κι ανακατωτά μέχρι και τα σημεία που ζάρωνε η μοκέτα. Προσανατολίστηκε τέλεια στο σκοτάδι ξέροντας την ακριβή θέση κάθε μικροεπίπλου και αντικειμένου. Τίποτα δεν έπρεπε να μετακινηθεί έστω και ελάχιστα από τη θέση του. Είχε ψαρέψει τη Βέρα και είχε μάθει ότι το γραφείο δε διέθετε κανένα σύστημα ασφαλείας και πως το άβατο του εξασφαλιζόταν μόνο από τη σύγχρονη κλειδαριά του. Φόρεσε την κουκούλα, άνοιξε το φακό κι έβαλε το αντικλείδι σιην κλειδαριά. Έπιασε αμέσως. Χαμογελώντας 512


ικανοποιημένος, έσπρωξε απαλά τη βαριά ξύλινη πόρτα κι έλεγξε με το φακό το χώρο μπροστά του και πάνω του. Έξυπνο! παίνεσε νοερά τη Δανάη μόλις είδε ένα όμορφο μπρούντζινο κουδουνάκι να κρέμεται απ’ το ταβάνι ακριβώς στα μισά του ανοίγματος της πόρτας. Όποιος έκανε το λάθος να βιαστεί και να ανοίξει διάπλατα, θα τους ξυπνούσε όλους. Προφανώς το είχε τοποθετήσει μόνη της εκεί, διαπίστωσε ρίχνοντας τη δέσμη φωτός στην πρόχειρη τρύπα του σοβά. Ήταν ο χώρος της και ήθελε να τον ελέγχει απόλυτα. Πέρασε στο εσωτερικό του γραφείου κι έκλεισε την πόρτα με άπειρη προσοχή. Εκ πρώτης όψεως, επρόκειτο για ένα ευρύχωρο γραφείο με έντονη προσωπικότητα, διακοσμημένο με γούστο. Του έλειπε ωστόσο η ζεστασιά. Επικρατούσε τάξη και οργάνωση παντού, από τις τρεις τεράστιες βιβλιοθήκες μέχρι το οβάλ σεκρετέρ και τις καφέ δερμάτινες πολυθρόνες. Η Δανάη Βαλέρη-Μαρκάτου έχει εξαιρετικό γούστο, παρατήρησε κοιτώντας και στην αριστερή πλευρά του γραφείου. Σε μια γωνιά δίπλα στην πόρτα ήταν στημένα δύο μικρά αγάλματα, που υπέθεσε ότι ήταν ινδιάνικα τοτέμ, και μια μεγάλη αφρικανική τελετουργική μάσκα. Άλλη μία μεγάλη βιβλιοθήκη φορτωμένη με βιβλία και φακέλους δέσποζε πιο πίσω, αλλά μια κουνιστή πολυθρόνα που είχε ένα λευκό κεντητό μαξιλαράκι στο κάθισμά της έσπαγε λίγο τη ζοφερότητα του χώρου. Ο Άλεξ εντυπωσιάστηκε. Θα πρέπει μέσα σε ένα μόνο χώρο να είχαν συγκεραστεί τουλάχιστον δέκα διαφορετικές εποχές, περιοχές και είδη τέχνης. Υπήρχαν από αρχαία κινέζικα βάζα μέχρι σπάνιες γκραβούρες και βυζαντινές εικόνες. Τα αντικείμενα και τα έπιπ\α ήταν ετερόκλητα, κι όμως έδειχναν να ταιριάζουν τόσο πολύ όλα μαζί, που έδιναν αμέσως την εντύπωση της αρμονίας αντί της 513


έκπληξης. Αποφάσισε πως έφτανε ο θαυμασμός· ήταν ώρα να αφοσιωθεί στην έρευνα. Μέσα στην επόμενη ωρα κατάφερε να τραβήξει ένα ένα τα βιβλία από τις βιβλιοθήκες, να κοιτάξει βιαστικά το εσωτερικό τους για κρυμμένα χαρτιά και να τα ξαναβάλει στη θέση τους ακριβώς όπως πριν. Όσο έψαχνε, τόσο διαισθανόταν πως οι απαντήσεις δε βρισκόταν εκεί. Συγκέντρωσε την προσοχή του στο προσωπικό της γραφείο, κι αφού βολεύτηκε στην καρέκλα της έκλεισε τα μάτια για να σκεφτεί. Υπήρχαν τρία κλειδωμένα συρτάρια στο πλαϊνό του μέρος, μία επίσης κλειδωμένη ξυλόγλυπτη μπιζουτιέρα στη λουστραρισμένη του επιφάνεια κι ένα μικρό σιδερένιο σεντούκι ασφαλισμένο με βαρύ λουκέτο στο πάτωμα δίπλα του. Δεν έχασε καθόλου χρόνο. Έβγαλε το σουγιά και μια λάμα, στερέωσε το φακό στο στόμα κι άρχισε να καταπιάνεται γρήγορα με τα συρτάρια. Στο πρώτο ανακάλυψε τρία φθαρμένα άλμπουμ γεμάτα με φωτογραφίες. Το δεύτερο και το τρίτο ήταν φορτωμένα με σκόρπια χαρ1 τιά, αποκόμματα από εφημερίδες και περιοδικά και διάφορα μικροαντικείμενα που με την πρώτη ματιά δεν έδειχναν ενδιαφέροντα. Ασχολήθηκε πρώτα με τα άλμπουμ. Τα δύο πρώτα ήταν γεμάτα από παιδικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Δανάης, της Μιράντας και του παππού τους. Ήταν τραβηγμένες από κάποιο φωτογράφο της εποχής και σε όλες οι πόζες ήταν τυποποιημένες κι απαλλαγμένες από κάθε αυθορμητισμό. Τα δυο κορίτσια και οι παππούς ήταν μόνιμα χαμογελαστοί. Αγκαλιάζονταν κατόπιν εντολής του φωτογράφου και τα μάτια όλων έδειχναν γυάλινα, κρύβοντας επιμελώς τις όποιες αλήθειες για τη σχέση τους. 514


Το τρίτο άλμπουμ όμως ήταν σωστή αποκάλυψη. Αυτό ήταν και το πιο φθαρμένο απ’ όλα, σημάδι πως η Δανάη ανέτρεχε συχνά στις σελίδες του. Η κλιμάκωση των συναισθημάτων τον εξέπληξε. Πρώτα η χαρά και η αθωότητα του κοριτσιού που χειροκροτούσε την παράσταση της αδερφής του στο θέατρο, έπειτα η ευτυχία για την επιτυχία της, μετά οι μοναχικές πόζες που φανέρωναν θλίψη, και τέλος μια απότομη ωριμότητα που δεν ταίριαζε καθόλου σε μια νεαρή κοπέλα. Στην τελευταία σελίδα υπήρχε μόνο μία και μοναδική φωτογραφία, αλλοιωμένη σε μερικά σημεία από κάτι υγρό που είχε ξεθωριάσει το χρώμα της δημιουργώντας παράταιρες κηλίδες. “Ηταν ένα βρέφος τυλιγμένο σε μια λευκή δαντελένια κουβερτούλα μ’ ένα μεγάλο χρυσό σταυρό περασμένο στο λαιμό του. Από ένστικτο πήρε τη φωτογραφία και τη γύρισε ανάποδα. Οι αριθμοί και τα γράμματα που είδε ήταν τρεμάμενα, γραμμένα αναμφίβολα από ταραγμένο χέρι. Η καρδιά του ακούστηκε καθαρά μέσα στην απόλυτη σιωπή του χώρου.«16/04/ 1978», διάβασε, κι έπειτα μοναχά οι λέξεις: «Καλώς ήρθες— » Δε χρειάστηκε να ζορίσει το μυαλό του για να καταλάβει ποιο ήταν εκείνο το μωρό. Ήξερε πολύ καλά πως κάθε δεκαέξι του Απρίλη γιόρταζε τα γενέθλιά της η Σάνια. Κάπως μουδιασμένος, συνέχισε να εξερευνά τα υπόλοιπα συρτάρια. Όλα τα αποκόμματα εφημερίδων αφορούσαν την αδερφή της. Τα άρθρα αναφέρονταν πότε στις μεγάλες της επιτυχίες, πότε στους σύντομους έρωτές της και πότε στα ταραχώδη σκάνδαλα που δημιουργούσε με τις εκκεντρικότητές της. Μόνο εκείνα που μιλούσαν για το γάμο της με τον Αλκή Παρίση ήταν συρραμμένα και τακτοποιημένα κατά χρονολογική 515


σειρά δημοσίευσης. Ξεκινούσαν απ’ τη γνωριμία της Μιράντας με το σκηνοθέτη και κατέληγαν στη γέννηση της κόρης τους και στις τρυφερές τους συνεντεύξεις για την ευτυχία που έφερε το μωρό στην οικογένειά τους. Πάλι ένιωσε όπως πριν κοιτώντας τις μικρές ζωγραφιστές καρδούλες που είχε σχηματίσει η Δανάη δίπλα απ’ τις φωτογραφίες της νεογέννητης Σάνιας. Η εμμονή της με την ανιψιά της ήταν ξεκάθαρη, αλλά δε φανέρωνε ζήλια. Μόνο βαθιά κι απέραντη αγάπη— Αφού έψαξε και τα υπόλοιπα χαρτιά και βεβαιώθηκε πως τίποτα δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, τα έβαλε στη θέση τους κι έπειτα παρέταξε πάνω στο γραφείο όλα τα μικροαντικείμενα που είχε βρει στα συρτάρια: μια παραμάνα με ροζ κεφαλάκι σαν κι αυτές που χρησιμοποιούσαν παλιά για να πιάνουν τις φασκιές των μωρών, ένα ζευγάρι μικροσκοπικά παπουτσάκια, μια κουδουνίστρα, μια χρυσή εικόνα της Παναγίας με το Βρέφος, ένα μπουκαλάκι με ελάχιστο λάδι στον πυθμένα του και μερικές γαλάζιες χάντρες περασμένες σε ασημένια αλυσίδα. Δε χρειαζόταν ιδιαίτερη ευφυΐα για να καταλάβει ότι αυτά ανήκαν κάποτε στη Σάνια. Πάντα στη Σάνια— Τα ’βάλε όλα με προσοχή στη θέση τους. Είχε αρχίσει να υποψιάζεται τι συνέβαινε. Με μερικές επιδέξιες κινήσεις, κατάφερε με τη λάμα να ξεκλειδώσει την μπιζουτιέρα. Δεν εξεπλάγη με αυτό που αντίκρισε. Το μόνο αντικείμενο που περιείχε ήταν ο χρυσός σταυρός που είχε δει να φορά η Σάνια στη βρεφική της φωτογραφία. Ήταν ακουμπισμένος με περισσή φροντίδα σε ένα μαύρο βελούδινο μαξιλαράκι, γυαλισμένος σαν να είχε αγοραστεί χτες, με πεντακάθαρα τα σκαλίσματα στη μέση. του, κάτω από το τεράστιο κεντρικό ρουμπίνι. Παρά τους υπερβολικά καλλιγραφικούς χαρακτήρες, το όνομα ήταν ευανάγνωστο: Στεψανία 516


Με σφιγμένα χείλη, σήκωσε το σεντούκι απ’ το πάτωμα, το ακούμπησε στο γραφείο και έλεγξε πόση ώρα του είχε απομείνει. Πενήντα λεπτά είχε ακριβώς πενήντα λεπτά στη διάθεσή του για να επαληθεύσει τις υποψίες του και να βρει επιτέλους τις απαντήσεις. Το λουκέτο παραβιάστηκε πολύ δύσκολα και δαπάνησε αρκετό από τον πολύτιμο χρόνο του. Το άνοιξε πιο απότομα απ’ όσο έπρεπε κι ο ήχος που έκανε το καπάκι καθώς έπεφτε βίαια προς τα πίσω ακούστηκε σαν πυροβολισμός. Παρέμεινε ακίνητος για λίγο να αφουγκράζεται τους θορύβους. Ησυχία. Όλα πήγαιναν καλά. Μόνο που είχε χάσει άλλα λίγα λεπτά. Οι φάκελοι που αντίκρισε ήταν χάρτινοι και στην ετικέτα τους αναγράφονταν ημερομηνίες και κωδικοί. Κατάλαβε αμέσως περί τίνος επρόκειτο. Ήταν αρχεία δικογραφιών υποθέσεων που προφανώς είχε αναλάβει η Δανάη Βαλέρη. Τους ξεφύλλισε όλους ξεχωρίζοντας ταχύτατα τα σημεία που τον έκαναν να τους απορρίπτει ή να τους βάζει σιην άκρη. Στο τέλος κράτησε μόνο τρεις φακέλους, κι άρχισε να μελετά τον πρώτο καρδιοχτυπώντας. Αφορούσε τη δίκη του. Στις σελίδες του υπήρχαν σκίτσα από την ακροαματική διαδικασία, αντίγραφα των πρακτικών, τα αριθμημένα αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του και τέλος η ετυμηγορία: Ένοχος. Ένοχος. ΈνοΠροσπαθώντας να ηρεμήσει και να συγκεντρωθεί στο παρόν, άνοιξε το δεύτερο φάκελο. Το περίμενε. Όλα όσα είδε και διάβασε τελικά τα περίμενε. Τώρα που είχαν ξεκαθαρίσει τα πράγματα, δε θα μπορούσε να τα διαψεύσει ούτε η πιο αριστοτεχνική συνωμοσία. Μπορούσε ακόμα και να μαντέψει τις δικαιολογίες της Δανάης Βαλέρη: «Ήταν ο μόνος τρόπος», θα του έλεγε. «Το μόνο μέσο πίεσηςπου διέθετα. Μπορείς να με κατηγορήσεις επειδή προσπάθησα να τη σώσω; Είχα 517


υπολογίσει να έφευγε μόνο ένας. Πού να ήξερα; Πώς μπορούσα να το προβλέψω;» Τον τρίτο φάκελο δε χρειαζόταν να τον ανοίξει καν, γιατί είχε ήδη λύση νοερά το γρίφο. Έβαλε σε τάξη κάθε πληροφορία που είχε συγκεντρώσει όλο αυτό το διάστημα και ξαφνικά τα πάντα απέκτησαν λογική. Δεν υπήρχε πλέον κανένα κενό, καμία μαύρη τρύπα στο παρελθόν, κανένα σκοτάδι. Μόνο καθαρό φως· άπλετο, εκτυφλωτικό φως που σάρωνε τα ψέματα κι εξαΰλωνε τα μυστικά. Ναι, όλα ήταν απλά τώρα. Κι εκείνος είχε βρεθεί άθελά του στη μέση μιας σκοτεινής δίνης που είχε γεννηθεί από αγάπη, αλλά είχε μετεξελιχθεί σε θεομηνία κι είχε σκορπίσει τον όλεθρο και το αίμα. Ωστόσο, άνοιξε το φάκελο για να έχει όλες τις αποδείξεις και να μην του δημιουργηθεί η παραμικρή αμφιβολία. Όπως το περίμενε, η εξουσιοδότηση της ετοιμοθάνατης συμβολαιογράφου Μάρας Χατζή προς τη Δανάη ΒαλέρηΜαρκάτου ήταν εκεί. Όπως και το αντίγραφο της διαθήκης ήταν εκεί: χειρόγραφη, σύντομη και κατηγορηματική όπως το κρυμμένο γράμμα στο λούτρινο ζωάκι. Απέμεναν πέντε λεπτά, όμως ο Άλεξ χρειάστηκε μόνο τρία για να τα αφήσει όλα όπως τα βρήκε, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος της παρουσίας του. Με πόδια βαριά και βήμα απρόθυμο, σύρθηκε σχεδόν μέχρι το δωμάτιο που η Σάνια, η ανύποπτη κι αθώα Σάνια, τον περίμενε ξύπνια. Πήρε τις αποφάσεις του ακαριαία, ξέροντας πως δεν υπήρχε άλλος δρόμος από αυτόν που σκόπευε να ακολουθήσει. Άλλο ένα ψέμα, για το καλό της, σκέφτηκε θλιμμένος. Το τελευταίο.

518


«Σάνια— » Μόνο αυτό κατάφερε να ψελλίσει η Μαργαρίτα μόλις την είδε να στέκεται απέναντί της στη μέση εκείνου του πνιγηρού, βρομερού δωματίου με τα κλειστά παράθυρα. «Είσαι ελεύθερη», είπε η Σάνια πετώντας τα κλειδιά που κρατούσε στο κρεβάτι οπού κειτόταν η φίλη της ανήμπορη κι εμφανώς αδυνατισμένη. Πήρε βαθιά ανάσα και προσπάθησε να μη δείξει τον οίκτο που της γεννούσε η εικόνα της Μαργαρίτας. Η άλλοτε λαμπερή φίλη της έμοιαζε με καχεκτικό κουτάβι παραπεταμένο από την ίδια του τη μάνα. Όλη η λάμψη της τώρα είχε χαθεί. Το δέρμα της είχε ζαρώσει και οι άλλοτε προκλητικές καμπύλες της είχαν δώσει τη θέση τους σε κόκαλα που εξείχαν από κάθε σημείο του κορμιού της. Μόνο ο γύψος έδειχνε στέρεος πάνω της. Όλα τα άλλα θύμιζαν ερείπιο έτοιμο να καταρρεύσει από στιγμή σε στιγμή. «Λυπάμαι τόσο πολύ, Σάνια μου!» Τα λόγια της βγήκαν κατευθείαν απ’ την ψυχή της και συνοδεύτηκαν από ένα κύμα δακρύων τόσο δυνατό, που σάρωσε αμέσως την ψυχρότητα και την πικρία που είχαν προκαλέσει στη Σάνια οι πράξεις της. Ήταν τσακισμένη, χαμένη και μετανιωμένη. Ο πόνος της ήταν αυθεντικός κι ανάβλυζε από κάθε της κύτταρο με την ίδια ορμή που ξεχύνονταν οι λυγμοί απ’ το στήθος της. «Δεν ήξερα τι έκανα—» συνέχισε με δυσκολία. «Μόνο τον πατέρα μου είχα— μόνο αυτόν— Νόμιζα πως έτσι θα τον προστάτευα— Λυπάμαι — λυπάμαι—» Η Σάνια ξερόβηξε για να κρύψει τη συγκίνησή της. Δεν ήθελε να φαίνεται πως κι εκείνη ήταν ένα μικρό αδύναμο σκαρί παρασυρμένο απ’ το ίδιο σαρωτικό κύμα λύπης. «Ο Άλεξ λέει πως θα πρέπει να σε δει κάποιος ειδικός. Μόνο αυτό το όρο 519


θέτει για να φύγει από τη χώρα χωρίς να σε παραδώσει στις Αρχές». Έγνεψε καταφατικά σαν υπάκουο παιδί που υπόσχεται μεταμελημένο να μην ξανακάνει αταξία. «Είναι— είναι— πολύ μεγαλόψυχος—» τραύλισε. «Νόμιζα πως—» «Να ευχαριστείς το Θεό που έπεσες σ’ εκείνον», την έκοψε η Σάνια. Δεν άντεχε άλλο να ακούει την ευγνωμοσύνη στη φωνή της. «Δε συμφωνώ μαζί του που αποφάσισε να σ’ τη χαρίσει μετά απ’ αυτά που πέρασε εξαιτίας σου, αλλά οφείλω να σεβαστώ την άποψή του. Σε θεωρεί τρελή, ανισόρροπη», της είπε αργά, για να χωνέψει η άλλη τα λόγια της. «Ψυχικά ασθενή. Ως προς αυτό, συμφωνώ απόλυτα με την κρίση του, αλλά και πάλι δε θα σ’ τη χάριζα. Θέλω να το ξέρεις αυτό, Μαργαρίτα». «Το ξέρω». Η Σάνια ανάσανε βαθιά. Η μπόχα τη ζάλισε, αλλά κρατήθηκε όρθια, χωρίς να φανερώσει καθόλου ότι δεν ήθελε πολύ για να λυγίσει. «Θα σε παρακολουθεί ένας συγκεκριμένος γιατρός που θα με ενημερώνει τακτικά για την πορεία της υγείας σου. Στο πρώτο ραντεβού που θα λείψεις, θα ειδοποιήσω κατευθείαν την αστυνομία. Ο Ρωμανός Κατράς έχει μαγνητοφωνημένη την ομολογία σου», την πληροφόρησε. «Μισό λάθος να κάνεις, βρέθηκες την άλλη μέρα στη φυλακή. Επίσης, σε ενημερώνω) πως, αν θες να επιβιώσεις, θα πρέπει σύντομα να ψάξεις για άλλη δουλειά. Η προϊσταμένη μας υπέγραψε εκτός απ’ την παραίτησή μου και την απόλυσή σου». Η Μαργαρίτα χαμήλωσε το κεφάλι. Πολύ μικρές απώλειες μπροστά στο μέγεθος των σφαλμάτων που είχε διαπράξει και των εγκλημάτων που είχε σχεδιάσει. Ρούφηξε τη μύτη της και 520


σκούπισε τα μάτια της. Ήταν παράξενο, αλλά ένιωθε πως περισσότερο απ’ όλα θα της έλειπε η φιλία της Σάνιας. Δεν έμενε στο πλευρό της από δόλο τόσα χρόνια. Ήταν δίπλα της γιατί απολάμβανε τη συντροφιά της κι επειδή κοντά της ένιωθε πάντα ανεβασμένη σε ένα ψηλότερο σκαλί απ’ αυτό όπου στεκόταν συνήθως. Κι αν ζήλευε πολλές φορές την αθωότητα και τη δροσιά της, δεν το κανε από μοχθηρία, αλλά απ’ την καλοπροαίρετη επιθυμία της να της μοιάσει. «Είσαι ευτυχισμένη;» τη ρώτησε αυθόρμητα, τολμώντας να την κοιτάξει στα μάτια. «Σου είπα πως ο Άλεξ θα φύγει», αποκρίθηκε στεγνά. «Γιατί;» «Γιατί πήρε τις απαντήσεις του και δεν έχει άλλο λόγο να μείν.ει εδώ». «Κι εσύ;» «Δε σου χρωστάω καμία απάντηση, Μαργαρίτα». Όσο θυμόταν τα σημειώματα με τα αποσπάσματα των αγαπημένων της βιβλίων να λειτουργούν σαν σκοτεινές απειλές, τόσο ήθελε να κάνει μεταβολή και να τρέξει μακριά της. «Πώς μπόρεσε να μη σε αγαπήσει;» επέμεινε εκείνη. «Όπως μπόρεσες να με απειλήσεις εσύ που με αγαπούσες», κάγχασε. «Όπως μπόρεσε ο πατέρας σου να σκοτώσει εν ψυχρώ δύο ανθρώπους, να μαχαιρώσει ανελέητα έναν τρίτο, να τον πετάξει σ’ ένα κελί και να βυθίσει ένα παιδί στη λήθη. Έτσι απλά, Μαργαρίτα. Όλα τα μπορούμε εμείς οι άνθρωποι, αν το 521


πιστέψουμε. Το πήρα πια το μάθημά μου». «Αχ, Σάνια—» «Ούτε λέξη παραπάνω, σε παρακαλώ!» Στερέωσε την τσάντα στον ώμο της, της γύρισε την πλάτη και πήγε στην πόρτα. Δεν της είπε ούτε αντίο. «Ο αδερφός μου δεν είναι καλά—» παρατήρησε μελαγχολικά η Μαρία κοιτώντας τον Άλεξ να στέκι ται στη βορινή πλευρά των κήπων παρέα με τον Κινγκ, που καθόταν ήσυχα δίπλα του στα πίσω του πόδια. «Έχασα πολλά χρόνια απ’ τη ζωή του, αλλά τον ξέρω καλά. Είναι δυστυχισμένος—» Ο Ζακ συμμερίστηκε την άποψή της κουνώντας το κεφάλι. Οι κουρτίνες της σαλοτραπεζαρίας έκρυβαν την κατασκοπία τους και τους βοηθούσαν να παρατηρούν εκ του ασφαλούς τις εκφράσεις του Άλεξ, που θύμιζαν πότε ανταριασμένο ωκεανό και πότε τρομακτική καταιγίδα. Κι εκείνος τον ήξερε καλά. Τώρα πια ίσως περισσότερο απ’ όσο τον ήξερε η αδερφή του. «Αρνείται να μου μιλήσει», μονολόγησε. «Είναι η πρώτη φορά μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που αρνείται να μου μιλήσει». «Δεν πιστεύω την εκδοχή που μας σέρβιρε», παρατήρησε η Μαρία νευρικά. «Και με πληγώνει που δε με εμπιστεύεται». «Θα μιλήσει όταν θα ’ναι έτοιμος». «Μα θέλει να φύγει, Ζακ», είπε με παράπονο. «Μου το είπε χτες. Το πολύ σ’ ένα μήνα θα ’χει φύγει—» «Το κάθαρμα! Ξέρω πως σχεδιάζει να κάνει τη Σάνια να τον μισήσει πρώτα. Το βλέπω στα μάτια του». 522


«Μα γιατί;» «Για να μην τον αναζητήσει ποτέ». Άναψε εκνευρισμένος τσιγάρο. «Για να συνεχίσει να καβαλά μόνος τ’ άλογό του και να παριστάνει το στοιχειό του πύργου του. Γιατί είναι ένας βλάκας και μισός, Μαρία», πρόσθεσε αργά για να βεβαιωθεί πως τα γαλλικά του γίνονταν κατανοητά απ’ την κοπέλα. «Και γιατί η τυφλά του είναι ανίατη κι εντελώς άσχετη με το χαμένο του μάτι, φυσικά—» «Σώπα, έρχεται!» αναφώνησε η Μαρία και δευτερόλεπτα μετά πήρε το πιο άνετο ύφος της, λες και συζητούσε με τον Ζακ τις λεπτομέρειες της συνταγής που παρουσίαζε πριν μια διάσημη μαγείρισσα στην τηλεόραση. «Τι έγινε, φίλε; Τα πες ωραία με τον Κινγκ;» τον τσίγκλησε ο Ζακ, που, σε αντίθεση με τη Μαρία, δεν έκρυψε καθόλου το γεγονός πως τον είχε στην μπούκα. «Ουί. Έχει κι εκείνος την ίδια άποψη μ’ εμένα. Το κλίμα της Ελλάδας αρχίζει να τον βαραίνει». «Τι μου λες; Άδικα θαύμαζα, φαίνεται, την προσαρμοστικότητά του τόσο καιρό. Λίγο ανέβηκε η θερμοκρασία, κι έβαλε την ουρά στα σκέλια. Γερμανικός ποιμενικός, σου λέει ο άλλος. Αντέχει τα πάντα». «Δεν έχω όρεξη για εξυπνάδες, Ζακ—» Πήγε στην κάβα κι αδιαφορώντας που ήταν μόλις εννιά το πρωί, έβαλε μια γενναία ποσότητα ουίσκι κι ήπιε το μισό ποτήρι λαίμαργα. Δεν ήθελε να βλέπει κανέναν εκείνη τη στιγμή. Δεν ήθελε καν ya βλέπει το είδωλό του στον απέναντι καθρέφτη. Η 523


εικόνα του του προκαλούσε απέχθεια. Για μια ακόμα φορά αντίκριζε ένα αδύναμο ανθρωπάκι. Για μια ακόμα φορά κατάπινε και χώνευε όσα έπρεπε να βγάλει από μέσα του. Ψέματα ξανά, συνέχεια ψέματα. Έβλεπε τον εαυτό του κι αναρωτιόταν αν ήταν ψέμα κι αυτός όπως όλα— «Η Σάνια τι κάνει;» Κοίταξε τον Ζακ σαν να ήταν μολυσμένο απόστημα. Η φωνή του ήταν μελιστάλαχτη, αλλά το ύφος του πονούσε σαν ξυράφι σε ανοιχτή πληγή. Έπρεπε να είχε διαλέξει ένα φίλο ηλίθιο, για να μην τον κάνει κάποιες φορές να νιώθει σαν ανόητο κοτόπουλο απέναντι σε πονηρή νυφίτσα. Τίποτα δεν του ξέφευγε. «Καλά είναι». Ηπιε άλλη μια γουλιά, γενναία κι αυτή όπως η πρώτη. «Θα ησύχασε, φαντάζομαι, τώρα που της ανακοίνωσες ότι δεν υπάρχει καμία εμπλοκή της οικογένειάς της στα γεγονότα εκείνης της νύχτας». «Ανακουφίστηκε». «Χαίρομαι. Δε θα μπορούσε ν’ αντέξει άλλες στεναχώριες το καημένο το κορίτσι». «Έτσι είναι». «Έμαθα πως παραιτήθηκε απ’ τη δουλειά της». «Έτσι πίστευε πως έπρεπε να κάνει, απ’ τη στιγμή που τελευταία απουσίαζε τόσο συχνά. Έχει το ταλέντο και τις γνώσεις, θα βρει κάτι καλύτερο». 524


«Ασφαλώς και θα βρει». Τον κοίταξε με νόημα. «Αφού αυτό της αξίζει: το καλύτερο. Τα λέω σωστά, φίλε;» «Τι σκατά ζητάς να μάθεις, Ζακ;» Ξαναγέμισε το ποτήρι του και τον πλησίασε αγριεμένος. «Αν την πλήγωσα; Αν πήρα την απόφαση να φύγω αδιαφορώντας για εκείνη; Ναι στο ένα, όχι στο άλλο», είπε παγερά. «Πολύ θα ήθελα να πω όχι και στα δύο, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ. Γνωρίζω πολύ καλά πόση ζημιά τής έκανα». «Κοίτα με στα μάτια και πες μου ότι δεν την ερωτεύτηκες», τον προκάλεσε ο Ζακ. Δίπλα του η Μαρία δάκρυσε και χαμήλωσε το κεφάλι. Αυτό που του είπε κοιτώντας τον στα μάτια ήταν μια βαριά γαλλική βλαστήμια. «Μερσί», αποκρίθηκε ατάραχος ο άλλος. «Πήρα την απάντησή μου. Είσαι τρελός γι’ αυτή, αλλά το ξερό σου το κεφάλι δε γυρίζει με τίποτα. Είσαι άξιος της τύχης σου, λοιπόν. Δεν έχω να σου πω τίποτα άλλο». «Ευτυχώς». «Και τώρα πάω να τα πω κι εγώ λιγάκι με τον Κινγκ, αν δεν έχεις αντίρρηση. Ξαφνικά δεν μπορώ να αναπνεύσω». Έφυγε κάνοντας όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσε, κι ο Α\εξ, με το ποτήρι στο χέρι και την καρδιά του θλιβερό ναυάγιο, στράφηκε στην αδερφή του. «Τι;» αναρωτήθηκε γαβγίζοντας σχεδόν, «θα τ’ ακούσω κι από σένα τώρα;» «Δε μου πέφτει λόγος, Ρωμανέ». «Άλεξ!» τη διόρθωσε έξαλλος. 525


«Τότε, δε μου πέφτει λόγος, Άλεξ». Του γύρισε κι εκείνη την πλάτη. «Εξάλλου, θυμήθηκα ότι πρέπει να κουβεντιάσω κι εγώ με το καναρίνι μου. Σίγουρα έχει υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης απ’ το δικό σου». Στο διάβολο το ποτήρι! είπε από μέσα του κι αφού το άδειασε, πήρε ολόκληρο το μπουκάλι. Μόλις το ήπιε κι αυτό, κλείστηκε στο παλιό του δωμάτιο μέχρι αργά το βράδυ. Ήταν η σειρά του να τη βρει καθισμένη στη βεράντα με το βλέμμα καρφωμένο στο φεγγάρι. Έκανε ψύχρα, άλλα έδειχνε να μην κρυώνει. Άφηνε το βοριαδάκι να πέφτει πάνω της ανακατεύοντας τα μαλλιά της, παίζοντας με το λεπτό ύφασμα της ρόμπας της. Είχε καταντήσει μαρτυρικό να διαπιστώνει κάθε τρεις και λίγο πόσο όμορφη ήταν και να εύχεται να βλέπει το πρόσωπό της κάθε απόβραδο και κάθε χάραμα. Αν ήταν· αληθινό αντρόγυνο οι δυο τους, θα είχε το προνόμιο να την κρατά στην αγκαλιά του όποτε ήθελε και θα ρουφούσε το κάθε της χαμόγελο άπληστα, κρατώντας το φυλακισμένο στη μνήμη του για να σβήσει όλες τις λύπες που του έδωσε η ζωή. Κάθισε στη διπλανή πολυθρόνα ξέροντας πως ο ίδιος βοριάς θα έφερνε στα ρουθούνια της το αλκοόλ που είχε καταναλώσει και πως έπαιρνε το ρίσκο να ανοίξει ξανά μια κουβέντα που θα έκανε και τους δύο να αργήσουν πολύ να χαμογελάσουν. Δεν μπορούσε να αντισταθεί όμως. Όσες στιγμές δεν κατάφερνε να την αποφεύγει, ήθελε να είναι κοντά της για να γεμίζει το κεφάλι του με όμορφες ψευδαισθήσεις πολύ σύντομα αυτές οι ψευδαισθήσεις θα ήταν οι πιο πολύτιμοι σύντροφοί του. Θα γυρνούσε στον κόσμο του διαφορετικός: πιο μόνος από ποτέ και με την απόλυτη γνώση όλων των αποχρώσεων που μπορεί 526


να έχει αυτό το περιβόητο συναίσθημα που λέγεται αγάπη. Λύτρωση και καταστροφή μαζί· παράδεισος και κόλαση· φυλακή κι ελευθερία. «Πώς πέρασες τη μέρα σου;» «Πότε κανόνισες να φύγεις;» Μίλησαν κι οι δυο μαζί. Χαμογέλασαν μελαγχολικά με το ουγχρονισμό τους. Είχαν αρχίσει να φέρονται σαν αληθινό ζευγάρι, με τις σκέψεις τους σε απόλυτο συντονισμό και την ταύτιση να απειλεί κάθε πιθανότητα για ανώδυνο αποχωρισμό. Κοιτάχτηκαν ακόμα και την ίδια στιγμή. Ο Άλεξ αντίκρισε δυο τεράστια γαλάζια μάτια γεμάτα θλίψη κι η Σάνια ένα πρόσωπο πιο σκοτεινό απ’ όλες μαζί τις νύχτες που είχε ζήσει στη ζωή της. «Το πολύ σ’ ένα μήνα». «Πήγα σ’ ένα παρεκκλήσι και τράβηξα φωτογραφίες». Αυτή τη φορά γέλασαν με τις ταυτόχρονες απαντήσεις τους. Κι αν ήξεραν πως το γέλιο τους ήταν νευρικό, χειρότερο ίσως κι από κλάμα, δεν το ’δείξαν. Προείχε να πείσουν ο ένας τον άλλο πως είχαν δεχτεί την πραγματικότητα και πως ήδη προσπαθούσαν να τη συνηθίσουν. «Γιατί σ’ ένα μήνα;» ρώτησε η Σάνια όσο πιο φυσικά μπορούσε. «Τώρα πια έλυσες τα μυστήριό σου, Άλεξ. Δεν έχεις λόγο να παραμένεις εδώ». «Δε θέλω να πέσουν πάνω σου όλοι, Σάνια. Αρκετά πια με τις ερωτήσεις. Μέχρι την ώρα που θα φύγω δε θα ’χουν καμιά 527


απορία για να λύσουν». «Και το διαζύγιο;» Πόνεσε πολύ και μόνο που ξεστόμισε τη λέξη, αλλά τώρα πια είχε μάθει κι εκείνη καλά να κρύβεται. «Προτείνω να ξεκινήσουμε τις διαδικασίες του χρόνου τέτοια εποχή. Από απόσταση, φυσικά. Θα στείλω δικηγόρο. Εκτός αν προτιμάς να το βάλουμε μπρος πιο σύντομα. Ισως θα ’θελες να δοκιμάσεις να—» «Να ξαναφτιάξω τη ζωή μου;» μάντεψε. Φρόντισε να του χαρίσει το πιο γοητευτικό της χαμόγελο. «Αν και όταν γνωρίσω τον άντρα των ονείρων μου, κύριε Γκρέι, θα σέ ειδοποιήσω, μην ανησυχείς. Νομίζω πως ένας χρόνος είναι λογικό διάστημα. Θα τους έχω πείσει όλους πως ο χωρισμός μας ήταν ήρεμος καί αναπόφευκτος. Ξέρεις την παροιμία: Μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται». «Ναι— » Για αρκετή ώρα δε μίλησε κανείς. Εκείνος άναψε ένα πούρο κι η Σάνια βάλθηκε να μετρά ξανά τ’ αστέρια που περικύκλωναν το φεγγάρι. Ένας μπούφος έκρωξε από μακριά και δευτερόλεπτα αργότερα του απάντησε μια κουκουβάγια. «Τι θα έκανες αν έμενα έγκυος, Άλεξ;» τον ρώτησε ξαφνικά, κι όταν οι ματιές τους συναντήθηκαν η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε. Σπίθες δε φάνηκαν, αλλά η ένταση τους άγγιξε και τους δυο. Ο άντρας φύσηξε τον καπνό του νευρικά κι η Σάνια ένιωσε το σφυγμό της να αφηνιάζει. <Αφού δεν έμεινες, νομίζω πως είναι άτοπη αυτή η κουβέντα».

528


«Θέλω να ξέρω». «Δεν το έχω σκεφτεί». «Δε σε πιστεύω. Εσύ πας ακόμα και στην τουαλέτα βάσει προγνωστικών. Τα προβλέπεις όλα. Σίγουρα είχες σκεφτεί μια λύση και γι αυτό. Θέλω να την ακούσω». «Όχι, Σάνια». Το βλέμμα του έγινε επικίνδυνο. «Δε θα την ακούσεις». «Θα έφευγες και πάλι—» αποκρίθηκε εκείνη για λογαριασμό του. «Αυτό θα έκανες, είμαι σίγουρη. Θα έστελνες ένα γερό ποσό κάθε μήνα για τις ανάγκες του παιδιού και θα έμενες μακριά. Βεβαίως, εγώ θα το δεχόμουν ευχαρίστως, γιατί θα προτιμούσα να μεγαλώνω το παιδί μου ορφανό από πατέρα παρά να του επιβάλλω την παρουσία κάποιου που το πατρικό του ένστικτο αρχίζει και τελειώνει στα ζώα του, στα σταφύλια του και στα βιβλία του». «Μπορεί και να σε· εξέπληττα, αλλά αυτό δε θα το μάθουμε ποτέ». «Τι εννοείς;» Ασυναίσθητα έφερε το χέρι στην κοιλιά της, αλλά το τράβηξε γρήγορα χωρίς να την αντιληφθεί. Είχε είκοσι ολόκληρες μέρες καθυστέρηση. Το συνειδητοποίησε μόλις εκείνο το πρωί, γι’ αυτό κι εξαφανίστηκε απ’ το σπίτι. Ο κύκλος της λειτουργούσε πάντα σαν ελβετικό ρολόι. Όση ακρίβεια έλειπε απ’ τη μνήμη της την είχαν οι ορμόνες της. Ήταν πιστές στις μηνιαίες τους διακυμάνσεις και δε λάθευαν ποτέ. Δε χρειαζόταν να επαληθεύσει τις υποψίες της με κάποιο τεστ εγκυμοσύνης, παρότι θα το έκανε κι αυτό. Το ήξερε. Ήξερε πολύ καλά πως θα έβγαινε θετικό. 529


«Για το Θεό, ας σταματήσουμε αυτή την κουβέντα. Δεν υπάρχει αυτή η πιθανότητα. Έτσι δεν είναι;» «Έτσι είναι». Ήταν κι εκείνη εξαιρετική ψεύτρα λοιπόν. «Αδιαθέτησα λίγες μέρες μετά το— μοιραίο. Όλα είναι καλά, Αλεξ». «Ναι, όλα είναι καλά έτσι». Κοίταξε ευθεία μπροστά. Τα μάτια του ακολούθησαν την παλινδρομική κίνηση της κορυφής ενός πεύκου που είχε αφεθεί στις διαθέσεις του ανέμου. «Γιατί τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν ευτυχισμένα». «Και να γεννιούνται από αγάπη», συμπλήρωσε εκείνη με κακία. «Σωστά». «Όχι απ’ το στιγμιαίο πάθος δυο ανθρώπων που μόνο στο κρεβάτι ευτύχησαν μαζί». «Κόφ’ το». «Μέσα σε τόσα ψέματα και τόση υποκρισία—» «Τι σ’ έχει πιάσει απόψε, μου λες;» «Κατά τύχη — από λάθος—» «Πάψε, Σάνια!» «Δε μου επέτρεψες ούτε να σ’ αγγίξω εκείνο το βράδυ, Άλεξ!» Σηκώθηκε, έκανε το γύρο του τραπεζιού που παρεμβαλλόταν ανάμεσά τους και τον προσπέρασε. Κοντοστάθηκε και τον κοίταξε λίγο πριν παραμερίσει τις κουρτίνες για να μπει στο δωμάτιο. «Δε μου επέτρεψες ούτε να σε δω! Νομίζεις πως εγώ θα ήθελα έναν τέτοιο πατέρα για το παιδί μου; Κάποιον που δεν αντέχει ούτε τον εαυτό του να 530


αντικρίσει σιον καθρέφτη; Διάλεξες το σωστό δρόμο στη ζωή σου, Άλεξ», πρόσθεσε σκληρά. «Δε φταις εσύ για το κατάντημά σου, αλλά δυστυχώς το ποτάμι δε γυρίζει πίσω. Τώρα πια δεν κάνεις γενικώς για πατέρας. Κι αν ποτέ επιθυμήσεις να ζήσεις αυτή τη χαρά, κάν’ το μόνο μέσα από τα βιβλία σου. Οι τερατώδεις πράξεις δεν πληγώνουν κανέναν από κει, και μπορείς πάντα να τις διώξεις από μπροστά σου γυρίζοντας σελίδα». Δεν της απάντησε. Μετά από ώρα την άκουσε να ξαπλώνει. Κάθισε μέχρι το πρωί στη βεράντα παλεύοντας να χωνέψει την αλήθεια των λόγων της. Λίγο πριν το ξημέρωμα, πήρε τον Κινγκ, μπήκε στο αμάξι του και κίνησε για να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό του. Αφού η Σάνια τον μισούσε ήδη τόσο πολύ, θα πετύχαινε εύκολα. Κι όταν θα τέλειωναν όλα, θα έφευγε κρατώντας μόνο τις ελάχιστες καλές αναμνήσεις. Ο ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕ πως οι αδερφές του σταμάτησαν την κουβέντα αμέσως μόλις άκουσαν τα βήματά του. Η μεγάλη πρόλαβε να κρύψει με ταχύτητα ζογκλέρ ένα σακουλάκι στην τσάντα της κι η μικρή φρόντισε να του χαμογελάσει υπέρλαμπρα, λες και είχε χρόνια να τον δει. Έκανε πως δεν είδε τα χέρια της που έτρεμαν και προσποιήθηκε πως δεν πρόσεξε ότι το σακουλάκι ήταν από φαρμακείο. Τις πλησίασε χαμογελώντας κι εκείνος. Πέταξε το τσιγάρο του και στάθηκε απέναντί τους σ’ εκείνη την απόμερη γωνιά των κήπων παριστάνοντας πως δεν είχε αντιληφθεί την αγωνιώδη προσπάθειά τους να του κρύψουν κάτι που θα το ανακάλυπτε, ο 531


κόσμος να χαλάσει. Κοίταξε τη μικρή, που ήταν πάντα πιο ευάλωτη απέναντί του και τον κορόιδευε δύσκολα. Αμέσως το χαμόγελό της μίκρυνε και οι άκρες των χειλιών της άρχισαν να τρέμουν νευρικά. Το πρόσωπό της ήθελε απεγνωσμένα να δείξει λιακάδα, αλλά τα σύννεφα στα μάτια της οδήγησαν την απόπειρά της οε αποτυχία. Αφού ποτέ δεν μπόρεσε να του κρυφτεί, δεν καταλάβαινε γιατί το επιχειρούσε ξανά. Αναστέναξε κι έχωσε τα χέρια στις τσέπες. «Συμβαίνει τίποτα, Βέρα;» τη ρώτησε ήρεμα αλλά με ύφος που προειδοποιούσε ότι δε θα έχαβε το ψέμα. «Σαν τι να συμβαίνει; Εδώ— τα λέγαμε με τη Μίνα—» «Θα πρέπει να ’χετε πολύ καιρό να τα πείτε», παρατήρησε. «Αυτό το σημείο του κήπου το διαλέγατε όταν έπρεπε να λύσετε κρίσιμα ζητήματα, θυμάμαι. Το πρώτο κρυφό τσιγάρο, η πρώτη κοπάνα απ’ το σχολείο, το πρώτο φιλί—» «Τα γενέθλια της Σάνιας—» συμπλήρωσε η Μίνα ψύχραιμα. «Σε δυο μέρες είναι τα γενέθλιά της. Το ξέχασες; Σκεφτόμασταν τι δώρο να της πάρουμε». «Κι έπρεπε να λείπω εγώ για αυτό το— κρίσιμο ζήτημα;» «Δεν ήσουν στο σπίτι. Θα σε βρίσκαμε μετά». «Μάλιστα— » Κοίταξε με νόημα το σακουλάκι που εξείχε απ’ την τσάντα. «Και τι σκεφτήκατε να της πάρουμε; Κάνα παυσίπονο για τους συχνούς πονοκεφάλους της;» Η Μίνα ακολούθησε το βλέμμα του. Έχωσε πιο βαθιά στην τσάντα το σακουλάκι και τον κοίταξε έπειτα νευριασμένη. «Δεν 532


μπορείς να τα μαθαίνεις όλα, Παύλο. Και δεν καταλήξαμε ακόμα σε κάτι». «Ποιον πάτε να κοροϊδέψετε;» Με μια ξαφνική κίνηση, τράβηξε την τσάντα απ’ τον ώμο της Μίνας κι έβγαλε το σακουλάκι. Και οι δυο τους επιχείρησαν να του χιμήξουν, αλλά τις απώθησε εύκολα. Στο τέλος παρέμειναν λαχανιασμένες κι ανήμπορες κοιτώντας τον με τρόμο να ανακαλύπτει το περιεχόμενο της μικρής σακούλας. Η Βέρα έκλαιγε ήδη απαρηγόρητη. «Α!» αναφώνησε ο Παύλος συγκρατώντας μετά βίας την οργή του. «Ιδού το μυστήριο! Ένα τεστ εγκυμοσύνης, και μάλιστα— για να δω— Μα βέβαια! Τι έκπληξη! Θετικό..:» «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό!» τσίριξε η Μίνα. «Δεν έπρεπε, Παύλο!» Εκείνος κοίταξε την αναγραφόμενη διεύθυνση του φαρμακείου. Ζόρισε λίγο τη μνήμη του και θυμήθηκε ότι η συγκεκριμένη οδός βρίσκεται στο κέντρο της Γλυφάδας, δηλαδή εκεί που είχε πάει χτες η Σάνια για να αγοράσει δώρο για το γάμο μιας πρώην συναδέλφου της. Είχε πάει μόνη, του είχε πει, γιατί ο Άλεξ είχε δουλειές. Μόνη, σκέφτηκε ο Παύλος. Όπως πάντα τον τελευταίο καιρό. «Ποια απ’ τις δυο σας θα μου μιλήσει;» ρώτησε κοιτώντας μια τη μία και μια την άλλη. Τώρα έκλαιγε κι η ψύχραιμη συνήθως Μίνα. «Την άκουσα να κάνει εμετό το πρωί— » είπε η Βέρα με χαμηλωμένο κεφάλι ρουφώντας συνεχώς τη μύτη της. «Μπήκα στο δωμάτιό της για να δω αν ήταν καλά. Δε θα το ’κανα, αν δεν 533


ήξερα ότι ο Άλεξ είχε φύγει. Πήρε το σκύλο του κι έφυγε, ήμουν ξύπνια. Τον είδα απ’ το παράθυρο— » «Τέλειωνε!» «Μπήκα λοιπόν και δε με αντιλήφθηκε. Το σακουλάκι ήταν άδειο πάνω στο κρεβάτι της. Μόλις βγήκε απ’ το μπάνιο κρατούσε το τεστ στα χέρια. Τι να μου έλεγε, ψέματα; Αφού το είδα. Είναι έγκυος, Παύλο. Έκανε τέσσερα απανωτά τεστ, όχι ένα. Δε θέλει όμως να το μάθει ο άντρας της. Μ’ έβαλε να ορκιστώ πως θα το κρατούσα μυστικό απ’ όλους κι έκλαιγε. Της το υποσχέθηκα. Ανέλαβα μάλιστα να εξαφανίσω τα τεστ, αλλά, όπως βλέπεις, φύλαξα ένα για να το δείξω στη Μίνα. Δεν καταλαβαίνω το λόγο που θέλει να το κρατήσει μυστικό απ’ τον Άλεξ. Ούτε η Μίνα μπορεί να σκεφτεί κάτι. Αγαπιούνται τόσο πολύ!» «Πού είναι τώρα;» ρώτησε ξερά. Έβαλε ξανά το τεστ στο σακουλάκι και το έδωσε στη Μίνα. «Πάνω. Έχει κλειδώσει την πόρτα της», αποκρίθηκε εκείνη. «Θα την ξεκλειδώσει». Αν έβλεπαν ένα λυσσασμένο σκύλο να τρέχει προς το σπίτι, θα ανησυχούσαν λιγότερο. «Α, έλα, Παύλο. To δωμάτιο είναι λίγο άνω κάτω. Με συγχωρείς—» Πρόσχαρο ύφος, γλυκιά φωνή, χαμόγελο, και πάλι εκείνη η όψη καρμπόν της απόλυτης ευτυχίας που χρύσωνε το χάπι όλο αυτό τον καιρό. Ένας Θεός ήξερε μόνο πώς κρατήθηκε να μην την 534


ταρακουνήσει, μπας και συνερχόταν λίγο ο εγκέφαλος μέσα στο κατάξερο κεφάλι της. Το ενδιαφέρον του για κείνη ωστόσο ξεπερνούσε το θυμό του για την υποκρισία της, οπότε παρέστησε τον χαρωπό και έκανε ότι δεν πρόσεξε τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της. Δρασκέλισε μερικά κιβώτια γεμάτα επαγγελματικές φωτογραφίες και παλιά τεύχη του Μικροσκόπιον, προσπέρασε το ειδικό βαλιτσάκι με τους φακούς και τα σύνεργά της και κατάφερε να σταθεί απέναντί της στο ένα μέτρο διατηρώντας το αμέριμνο ύφος του. «Αφού αξιώθηκα να γυρίσω νωρίς στο σπίτι, είπα να δω τι κάνεις. Σε έχω χάσει τελευταία. Μόνο τον Άλεξ συναντώ πού και πού σε κάνα διάδρομο μες στη νύχτα, όταν τυχαίνει να επιστρέφουμε στο σπίτι την ίδια ώρα». Η μομφή του δεν πέρασε απαρατήρητη, κι ούτε το ήθελε άλλωστε. Χάρηκε πολύ που την είδε να ταράζεται και να τα χάνει, γιατί έψαχνε αυτό ακριβώς το πάτημα προκειμένου να συνεχίσει δριμύτερος. Πρόσεξε πως κόντεψε να της πέσει η αγαπημένη της Nikon και πως τα χείλη της ζορίστηκαν πολύ για να σχηματίσουν ένα αμυδρό χαμόγελο. «Παύλο, σκόπευα να σας το πω σύντομα—» την άκουσε να λέει σιγανά και τα μάτια της βούρκωσαν. «Εγώ κι ο Α\εξ— να— δεν τα πηγαίνουμε και τόσο καλά τελευταία— » Λίγο καιρό πριν θα χαιρόταν αφάνταστα με το νέο. Λίγο καιρό πριν θα άρπαζε γερά αυτή τη δήλωση και θα την έκανε την ίδια στιγμή εφαλτήριο στο νέο του αγώνα για να την κατακτήσει. Λίγο καιρό πριν, σκέφτηκε. Τότε δηλαδή που νόμιζε ότι οι απαγορευμένες φαντασιώσεις του ήταν έρωτας. Τώρα τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Το τοπίο είχε 535


ξεκαθαρίσει και η Σάνια αντιπροσώπευε γι αυτόν μόνο αυτά που έπρεπε απ’ την αρχή. Ήταν μία απ’ τις αδερφές του. Κι αν της είχε λίγο μεγαλύτερη αδυναμία, αυτό οφειλόταν στο γεγονός πως ήταν η πιο ευαίσθητη απ’ όλες. Δεν τον παραπλανούσε πια η γνώση πως δεν είχαν συγγένεια εξ αίματος. Ούτε θα την αγαπούσε περισσότερο αν είχαν. «Γιατί;» ρώτησε απαλά, χωρίς ίχνος υπερβολής στην αντίδρασή του. Ούτε έκπληξη ούτε θυμός. Καμία υπόνοια κατηγόριας είτε προς τον έναν είτε προς τον άλλο. «Μέχρι χτες δείχνατε πολύ ερωτευμένοι». «Ξέφτισε γρήγορα». Την είδε ν’ ανασαίνει κοφτά. «Ήταν ένας υπέρμετρος ενθουσιασμός που μεταφράσαμε κι οι δύο σε αγάπη. Έχουμε το ίδιο μερίδιο ευθύνης. Αφήσαμε τα προβλήματα του παρελθόντος να μας παρασύρουν και να μας κάνουν να πιστέψουμε πως θα έκανε καλό ο ένας στον άλλο. Όμως δεν ταιριάζουμε, Παύλο. Είχατε δίκιο, όλοι σας. Δεν ταιριάζουμε καθόλου». «Και τι σκόπευες να μας πεις;» Δεν τον ξεγελούσαν οι δήθεν ώριμες αναλύσεις της. Την ήξερε τόσο καλά! Δεν μπορούσε να έχει άποψη για τον Άλεξ Γκρέι, αλλά για τη Σάνια έπαιρνε όρκο: αγαπούσε τον άντρα της βαθιά κι ειλικρινά. Αυτό που συνέβαινε την είχε τσακίσει. «Πως θα φύγει». Η φωνή της ράγισε. «Και πως θα ξεκινήσουμε διαδικασίες για συναινετικό διαζύγιο μετά από ένα χρόνο, για να μην ξεσπάσει σκάνδαλο». Μικροί κόμποι ιδρώτα σχημάτισαν στεφάνι στην κορυφή του μετώπου της. «Θα σας πει επίσης τα αποτελέσματα των ερευνών του για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Κατρά και της μητέρας μου. Υπήρξαν κάποιες εξελίξεις—» 536


Ήταν το τελευταίο που τον ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή. Την πλησίασε κι άνοιξε την αγκαλιά του όπως παλιά. Βλαστημώντας σιγανά, την είδε να αποδέχεται ανακουφισμένη την πρόσκληση και να ρίχνεται πάνω του κλαίγοντας με λυγμούς, σαν να είχε ματώσει ολόκληρη. Έκρυψε το πρόσωπό της στο στήθος του κι αφέθηκε. Καλοδέχτηκε το χάδι του στα μαλλιά της και τον έσφιξε πάνω της δυνατά. «Τον αγαπάς;» τη ρώτησε τρυφερά. «Δεν ξέρω—» «Τον μισείς τότε;» «Ούτε κι αυτό το ξέρω, Παύλο. Είμαι μπερδεμένη—» «Θέλεις να του μιλήσω;» «Όχι!» Η άρνησή της ειπώθηκε τόσο βίαια, που η ανάσα της τον έκαψε. Την είδε ν’ αποτραβιέται και να τον κοιτάζει υστερικά όπως οι άνθρωποι που βρίσκονταν στο μεταίχμιο της τρέλας. Από μακριά ακούστηκε ο ήχος του Range Rover που κατέφθανε. Αυτόματα άρχισε να σκουπίζει νευρικά τα μάτια της και να τσιμπά τα μάγουλά της για ν’ αποκτήσουν λίγο χρώμα. Αυτή η αντίδραση τον συγκλόνισε. Διατήρησε την ψυχραιμία του, αλλά από μέσα του έβραζε. Κανένας δεν είχε το δικαίωμα να μετατρέπει τη Σάνια σε ναυάγιο. Κανένας! Γι αυτό θα βρισκόταν σε επιφυλακή από δω και μπρος. Κι αν έπρεπε να κάνει κάτι δραστικό, θα το έκανε δίχως δεύτερη σκέψη, με ή χωρίς τη συγκατάθεσή της.

537


«Φύγε, Παύλο!» τον παρότρυνε τρέμοντας, αλλά εκείνος έμεινε κι άναψε τσιγάρο. Ακούστηκαν βήματα κι οι τυπικοί χαιρετισμοί σε κάποια μέλη του υπηρετικού προσωπικού. Ο Παύλος είδε τη Σάνια, την αδερφή του, να τρέμει σαν άρρωστο ζώο και να μελανιάζει, ξεχνώντας να αναπνεύσει. Έγινε έξαλλος. Δε θα περνούσε έτσι αυτό. Με τίποτα δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι. Όταν βρέθηκαν πια κι οι τρεις στον ίδιο χώρο, τα βλέμματα είπαν περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να εξηγήσουν οι λέξεις. Η Σάνια τέθηκε γρήγορα εκτός πεδίου μάχης κι απέμειναν τα δύο αρσενικά, που δεν έδειχναν την παραμικρή διάθεση οπισθοχώρησης. Ο Άλεξ θεωρούσε τον Παύλο εισβολέα κι ο Παύλος τον κατηγορούσε ευθέως για ανεντιμότητα. «Σάνια, φέρε μας, σε παρακαλώ, δυο ποτά», είπε ο Άλεξ, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του απ’ τον άλλο άντρα. «Σίγουρα ξέρεις τις προτιμήσεις και των δυο μας». Έφυγε αμίλητη και με το χέρι στο στόμα για να μετριάσει κάπως τη ναυτία που ένιωσε. Όταν έκλεισε την πόρτα πίσω της, κάποιες κουβέντες τους έφτασαν εξασθενημένες στ’ αφτιά της: « — σαν άντρας προς άντρα—», «—ευθέως— τώρα—», « — μέλλον—», «έπρεπε νάτο περιμένεις—», «θέλω να τα μάθω όλα—». Οδηγήθηκε μηχανικά στην κάβα και κατάφερε μετά από ώρα, αφού πρώτα έσπασε δυο ποτήρια, να ετοιμάσει τα ποτά τους. 538


Ο Παύλος έφυγε μετά από λίγα λεπτά, αφήνοντάς τη μόνη μαζί του. Δεν άντεχε να τον βλέπει. Κάθε του κίνηση την έκανε να ζαρώνει ακόμα περισσότερο στην πολυθρόνα της πότε σφαλίζοντας δυνατά τα μάτια και πότε ανοίγοντάς τα διστακτικά για να δει αν ο εφιάλτης είχε τελειώσει. Μάταια. Το κακό όνειρο συνεχιζόταν με ακόμα περισσότερη βία, με ακόμα μεγαλύτερη ασχήμια και με μια ένταση που την έκανε να σπαρταρά από φόβο. Μπροστά της είχε έναν ανθρωπόμορφο δαίμονα. Ένα κτήνος ελεύθερο πια απ’ τα δεσμά του καθωσπρεπισμού του, που έσπαγε ό,τι έβρισκε μπροστά του κινούμενο αδιάκοπα απ’ το ένα μέρος στο άλλο, υποφέροντας από έναν πυρετό που ζεματούσε την ψυχή του κι έβαζε ακατονόμαστα λόγια στο στόμα του. Γύρω της επικρατούσε χάος. Τα κιβώτια με τα περιοδικά και τις φωτογραφίες είχαν σκεπάστεί απ’ τα πεταμένα του ρούχα και τα σκισμένα βιβλία του. Όλα τα σύνεργα της επιτυχημένης μεταμφίεσης του Ρωμανού Κατρά σε συντηρητικό Άλεξ Γκρέι είχαν σκορπιστεί με μανία σε κάθε γωνιά του δωματίου. «Μην κλαις!» Η διαταγή του εκσφενδονίστηκε στο πρόσωπό της. Ήταν σκυμμένος από πάνω της, με τα χέρια του να σφίγγουν τα μπράτσα της πολυθρόνας. Άθελά της κοίταξε με φόβο τους τεντωμένους μυς που διαγράφονταν στην ιδρωμένη επιδερμίδα του μπροστά της. Μπορούσε να δει τέλεια την κάθε μαχαιριά, την κάθε ουλή, το κάθε χιλιοστό κατεστραμμένης σάρκας που προκάλεσε εκείνη η νύχτα κι όλες οι άλλες που ξαγρυπνούσε έτοιμος για μάχη. Μπορούσε να δει το φρικτό σημάδι απ’ το έγκαυμα χαμηλά 539


στην κοιλιά του, και μες στην παραζάλη της πίστεψε για μια στιγμή πως οι πόροι του δεν έβγαζαν ιδρώτα, αλλά αίμα. Βόγκηξε, στριμώχτηκε όσο μπορούσε στην πλάτη της πολυθρόνας, έκλεισε τα μάτια, έκλαψε, ησύχασε κι έκλαψε ξανά. Ήξερε πως δεν κινδύνευε από κείνον, αλλά ζητούσε απ’ το Θεό ένα θαύμα για να εξαφανιστεί από μπροστά του και να βρεθεί μ’ ένα μαγικό, λυτρωτικό τρόπο σε κάποιο μέρος όπου δε θα μπορούσε να τη βρει ποτέ— «Δεν έχεις το δικαίωμα να κλαις, πριγκιπέσα! Όχι εσύ!» της φώναξε. «Σε κάθε σου δάκρυ έχεις εκατό ορκισμένους προστάτες ν’ ανακουφίζουν τον πόνο σου. Εγώ τι έχω; Πες μου τι έχω, πριγκιπέσα;» Τα δάχτυλά του έσφιξαν με τόση μανία το έπιπλο, που κατάφεραν να τρυπήσουν το ύφασμα. «Δεν ήσουν εκεί όταν μου πέρασαν χειροπέδες και μ’ έβαλαν στο ίδιο κελί με αντεροβγάλτες. Δεν ήσουν εκεί όταν κρυβόμουν σε σπηλιές και άκουγα τα βράδια τοΛς λύκους να ουρλιάζουν, ούτε τις φορές που κόντεψα να λιμοκτονήσω. Δεν μπορούσα να κλάψω με την ευκολία που το κάνεις εσύ, ξέρεις. Δεν επιτρεπόταν να κλάψω! Ο κάθε περίεργος θόρυβος θα έστελνε ξοπίσω μου τους διώκτες μου. Δεν ήσουν εκεί. Και δεν μπορούσες να ξέρεις με πόση άγρια αποφασιστικότητα ορκίστηκα να αλλάξω. Ούτε πόσο μου κόστισε που υποχρεώθηκα να παίξω αυτό το παιχνίδι για να κερδίσω την αφοσίωσή σου. Τίποτα δεν ξέρεις εσύ! Μόνο να κλαις και να κρύβεσαι πίσω απ’ αυτούς που σ’ αγαπούν: τον Παύλο, τη Δανάη, τον Πέτρο, τα κορίτσια, τις καλές σου νεράιδες. Ποιον είχα εγώ να μ αγαπήσει και να μου πει δυο λόγια παρηγοριάς, πριγκιπέσα; Μόνος μου περπάτησα το στραβό μου δρόμο την ώρα που εσύ έβρισκες πέντε χρυσά δεκανίκια κάθε φορά που σου χαλούσε ένα. Και τώρα το ίδιο κάνεις—» της είπε περιφρονητικά κι απομακρύνθηκε ξαφνικά από κοντά της. «Σηκώνεις τα χρυσά σου δεκανίκια και στέκεσαι 540


όρθια στο βάθρο σου τολμώντας να με κατηγορήσεις για τις πληγές σου. Σε εκμεταλλεύτηκα και σε ξεγέλασα, λες. Σε κορόιδεψα. Κι εγώ ο ηλίθιος ακόμα και τώρα βλέπω την αγγελική σου μορφή και μπαίνω στον πειρασμό να σου ζητήσω συγγνώμη. Όμως δε θα το κάνω», δήλωσε γυρνώντας της την πλάτη. «Γιατί η απόφασή μου να μείνω μακριά σου είναι η γενναιότερη πράξη που έκανα ποτέ. Ισως μια μέρα να καταλάβεις— » «Βοήθησέ με να καταλάβω», τόλμησε να του πει. «Όχι». «Άλεξ—» «Είπα όχι, δεσποινίς Παρίση», της πέταξε ψυχρά. «Αυτή τη στιγμή όλοι θα ξέρουν ποιος είμαι. Ο— αδερφός σου θα φροντίσει γι αυτό. θα πω το αντίο μου όπως πρέπει». «Τι εννοείς; Τι θα κάνεις; Τι κουβεντιάσατε με τον Παύλο;» «Όλα στην ώρα τους, πριγκιπέσα». Έριξε πρόχειρα ένα πουκάμισο πάνω του, εντόπισε το πορτοφόλι και τα κλειδιά του και τα πήρε στο χέρι. «Και τώρα θα μου επιτρέψεις να πάω στο σπίτι μου, φαντάζομαι. Εκεί που ανήκω». «Σε παρακαλώ, μη—» «Καληνύχτα, πριγκιπέσα. Να προσέχεις—» Τη δική της καληνύχτα δεν πρόλαβε να την ακούσει. Καθώς την έλεγε κλαίγοντας, η πόρτα έκλεινε με πάταγο πίσω του. Έμεινε καθισμένη στην πολυθρόνα όλη νύχτα. Ήταν μια πολύ σημαντική μέρα. To σπίτι του Αλέξανδρου Κατρά άνοιγε μετά από τόσα χρόνια για να δεχτεί επισκέπτες. 541


Μπορεί να μην ήταν πολλοί και το επίσημο ένδυμα να μη θεωρούνταν απαραίτητο, αλλά και πάλι επρόκειτο για κοσμογονικό γεγονός. Κι αυτό οφειλόταν στην παρουσία της Δανάης Βαλέρη-Μαρκάτου. Της γυναίκας που πρώτη μετά τους αστυνομικούς είχε αντικρίσει το αποτρόπαιο θέαμα της νεκρής αδερφής και του γαμπρού της. Της γυναίκας που μάζεψε απ’ το υπόγειο τη συγκλονισμένη ανιψιά της. Της γυναίκας που φρόντισε ο προφανής ένοχος να πάρει την τιμωρία που του άξιζε. Ο Αλεξ δεν εξεπλάγη που την είδε να στέκεται ανέκφραστη στη μέση του σαλονιού του σπιτιού του σαν να ήταν αυτή η επίσκεψη μια απλή τυπική υποχρέωση ανάμεσα στις άλλες. Δεν του προκάλεσε καμία αίσθηση η διαπίστωση πως η Δανάη Βαλέρη-Μαρκάτου κοιτούσε το χώρο σαν να βρισκόταν σε ένα ασήμαντο μπακάλικο από όπου θα έκανε τα ψώνια της και θα έφευγε. Τίποτα δεν του έκανε εντύπωση πια. Ούτε το δέος στα πρόσωπα των μικρότερων κοριτσιών της ούτε η ψυχρότητα στο πρόσωπο του άντρα της ούτε η τρυφερή συμπαράσταση που πρόσφερε ο προγονός της στη Σάνια. Ιδιαίτερα αυτοί οι δύο ήταν υπερβολικά προβλέψιμοι. Η μία γύρευε παρηγοριά, κατά την προσφιλή της συνήθεια, κι ο άλλος την πρόσφερε απλόχερα, λαχταρώντας την ευκαιρία να μετατρέψει την παρουσία του στη ζωή της σε αναγκαιότητα. Μπορεί και να τα χει καταφέρει ήδη, σκέφτηκε ο Άλεξ καλύπτοντας την οργή του μ’ ένα «σκληρό χαμόγελο. Κανένα μάθημα ίσως να μην ήταν αρκετό για να γιατρευτεί η αφέλεια της Σάνιας. Θα τη συνόδευε μια ζωή, όπως το χρώμα των ματιών της. «Βολευτείτε—» τους παρότρυνε δείχνοντας ευγενικά το ευρύχωρο σαλόνι με τα ολοκαίνουρια έπιπλα. Μέσα στο τελευταίο δεκαπενθήμερο είχε κάνει θαύματα στο 542


εγκαταλειμμένο αρχοντικό. Τα χρήματα που σκόρπισε απλόχερα περιόρισαν σημαντικά το χρόνο που θα απαιτούσε μια τέτοια ανακαίνιση. Δυο βδομάδες αποδείχτηκαν υπεραρκετές για να βαφτεί μέσα κι έξω η έπαυλη, να πεταχτούν όλα τα παλιά έπιπλα, να μπουν τα καινούρια που είχε διαλέξει η Μαρία στη θέση τους και να ξαναγίνει λειτουργική μέχρι ενός σημείου η προίην κλειδωμένη πτέρυγα. Μέχρι και οι κήποι έδειχναν αγνώριστοι. Συνεργεία κηπουρών εργάστηκαν σκληρά για να μεταμορφώσουν την ατίθαση ζούγκλα του κήπου σε επίγεια Εδέμ γεμάτη χρώματα κι ευωδιές. Είχαν τοποθετηθεί καινούρια κάγκελα κι ένα σύγχρονο σύστημα ασφαλείας που είχε εισαχθεί απευθείας από τη Γαλλία. Του το είχε φέρει η Νικόλ, που έφτασε αεροπορικώς πριν από πέντε μέρες μαζί με τον άντρα της προκειμένου να παίξει τον τελευταίο δύσκολο ρόλο που θα τής ζητούσε το αφεντικό της. Όλοι όσοι έπρεπε να είναι εκεί, ήταν. Με ευχαρίστηση ή με δυσαρέσκεια, δεν είχε σημασία. Η σύντομη προσωπική κουβέντα που είχε κάνει με τη Δανάη Βαλέρη-Μαρκάτου είχε αποδώσει καρπούς -όπως ήταν αναμενόμενο-, και τώρα σύσσωμη η οικογένειά της πατούσε στα καινούρια του χαλιά κοιτώντας τον σχεδόν σαν να ήταν μάγος. Οι μικρές ήταν πιο αυθόρμητες: αδυνατούσαν να κρύψουν την έκπληξη που τους προκάλεσε η αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας κι έδειχναν ανήμπορες να συμφιλιωθούν με την ιδέα πως ένας πρώην υπόδικος και δραπέτης μπορούσε να εξαγοράσει πλέον όλη τους την περιουσία με ένα και μόνο φυλλαράκι από το μπλοκ των επιταγών του. Όχι ότι η εμφάνισή του τους είχε σοκάρει λιγότερο. Τώρα που 543


οι ισορροπίες είχαν αποκατασταθεί, τα μάτια τους πήγαιναν από εκείνον στον Ζακ και το αντίστροφο με ταχύτητα αεροσκάφους στελθ. Ο Ζακ απολάμβανε το μαρτίνι του φορώντας το αγαπημένο του ιταλικό κοστούμι κι ο ίδιος επιδείκνυε το ασημένιο του δαχτυλίδι με το ανάγλυφο λατινικό R κρατώντας το πούρο του. Ήταν βέβαια ντυμένος στα μαύρα από την κορφή ως τα νύχια, αξύριστος κι αλαζόνας. Η δερμάτινη καλύπτρα του έκρυβε το κατεστραμμένο μάτι του. Το βλέμμα του ωστόσο, απτόητο, τους κάρφωνε σαν να ήταν στόχοι σκοποβολής. Μόνο τη Σάνια δεν κοιτούσε έτσι. Μόνο εκείνη κι η ανόητη ανάγκη της να κρατά το χέρι του αδερφού της μετέτρεπαν το βλέμμα του σε ηφαίστειο που εκτόξευε πότε περιφρόνηση και πότε τρυφερότητα. Πρόσεξε πως είχε βγάλει τη βέρα της ο ίδιος άλλωστε είχε ξεφορτωθεί εδώ και μέρες τη δική του. «Από δω η Μονίκ Ριντιέ, πολύ καλή μου— φίλη, κι ο επιστάτης του κτήματός μου, Ζεράρ Λαντό. Μια και φρόντισαν τόσο καλά την περιουσία μου όλο αυτό το διάστημα, έκρινα πως έπρεπε να τους προσκαλέσω για να τους ξεναγήσω στις ομορφιές της χώρας που γεννήθηκα—» Η Νικόλ και ο σύζυγός της έγνεψαν ευγενικά στους υπόλοιπους μπαίνοντας με άνεση στους ρόλους τους. Ο Ζεράρ δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα που η γυναίκα του παρίστανε τη — στενή φίλη του αφεντικού του. Κι αυτό γιατί αφενός της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και αφετέρου τα χρήματα που θα έπαιρναν για αυτή την παράσταση θα έκαναν όλα τους τα όνειρα πραγματικότητα. Για τον Ζεράρ Λαντό η όλη υπόθεση ήταν και κάπως σαν περιπέτεια. Η σκληρή δουλειά στο κτήμα κι οι πρόσθετες ευθύνες που είχε αναλάβει τους τελευταίους 544


μήνες τον είχαν εξοντώσει. Η πρόταση του παράξενου Άλεξ Γκρέι ήταν αληθινή όαση χαράς στην έρημο της καθημερινότητας και του άγχους του. «Κι από δω ο κύριος Δημήτρης Καλιμαντής, πρώην σύζυγος της αδερφής μου. Ασφαλώς τον ξέρετε όλοι, αλλά μια και είχατε διακόψει τις διπλωματικές σας σχέσεις με την οικογένειά μου, δεν είχατε την ευκαιρία να γνωριστείτε από κοντά. Τον ευχαριστώ θερμά που δέχτηκε να παραστεί σε αυτή την αποχαιρετιστήρια βραδιά. Προφανώς το έκανε από περιέργεια—» πρόσθεσε κοιτώντας τον ειρωνικά «— αλλά ακόμα κι έτσι, τον ευχαριστώ. Με γλίτωσε απ’ τον κόπο να τον επισκεφτώ εγώ πριν φύγω. Έπρεπε να φέρεις και την καινούρια σου σύζυγο, Δημήτρη», είπε χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη. Έκανε πως δεν πρόσεξε ότι κόντεψε να φτύσει το ποτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή έπινε αμέριμνα. «Πολιτισμένοι άνθρωποι είμαστε. Τη σήμερον ημέρα τα διαζύγια είναι πιο συχνά κι απ’ τις φθινοπωρινές μπόρες. Εξάλλου, απ’ ό,τι βλέπεις κι εσύ, η Μαρία είναι πια ευτυχισμένη—» Ο Ζακ δεν τράβηξε το χέρι του από τη μέση της Μαρίας. Η τρυφερότητα που ένιωθε γι’ αυτή δεν ήταν προσχεδιασμένη, ούτε κομμάτι της αποψινής παράστασης. Ήρθε φυσικά κι αβίαστα, ωρίμασε όλο αυτό το διάστημα που συγκατοικούσαν κι έδειχνε ξεκάθαρα πλέον πως είχε πολύ καλές πιθανότητες να εξελιχθεί σε κάτι βαθύτερο και πιο μόνιμο. Τόλμησε μάλιστα να τη φιλήσει στο μάγουλο μπροστά σε όλους, και χάρηκε ιδιαίτερα που το χαμόγελό της του έδειξε ότι έτρεφε τα ίδια συναισθήματα. «Σαν καλός οικοδεσπότης— » συνέχισε ο Άλεξ «— αντιλαμβάνομαι πως η παρέα δεν είναι και στα μεγαλύτερά της 545


κέφια απόψε, αλλά σκοπεύω να το διορθώσω αυτό. Καθίστε στο τραπέζι, παρακαλώ. Το μενού είναι παραδοσιακά γαλλικό και το έχει φροντίσει εξ ολοκλήρου η Μονίκ. Όσο για τα κρασιά, η— Σάνια θα σας διαβεβαιώσει πως είναι από τα καλύτερα. Τα διάλεξε ο Ζεράρ από το κελάρι μου». «Συγχαρητήρια, κύριε Κατρά. Πρόκοψες», παρατήρησε ο Παύλος οδηγώντας τη Σάνια στο τραπέζι. Τη βοήθησε να καθίσει τραβώντας της ευγενικά την καρέκλα και δεν παρέλειψε να της δώσει ένα απαλό φιλί στο γυμνό της ώμο ένδειξη του δεσμού που υπήρχε πια ανάμεσά τους. Εκείνη του χαμογέλασε και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα, αποφεύγοντας την καυτή ματιά του Άλεξ. Η ζωή του κι η ζωή της. Ο δρόμος του κι ο δικός της. Ντρεπόταν λίγο που χρησιμοποιούσε τον Παύλο για να τον ενοχλήσει, αλλά όσο έβλεπε αυτή τη Μονίκ να κρέμεται από πάνω του, τόσο μειώνονταν οι ενοχές της. Ας πίστευε ό,τι ήθελε. Μπροστά στις μεγαλεκδδεις παραστάσεις που είχε δώσει ο ίδιος κατά καιρούς, η δική της σήμερα έμοιαζε με παιδικό θεατρικό εργαστήρι. Σύντομα κάθισαν όλοι στο τραπέζι κι άρχισαν να δέχονται τις περιποιήσεις των πέντε υπηρετών. Η Δανάη καθόταν δίπλα στον άντρα της, η Βέρα δίπλα στη Μίνα, ο Άλεξ πλάι στη Μονίκ κι ο Ζακ, φυσικά, δίπλα στη Μαρία. Ο Δημήτρης Καλιμαντής κι ο επιστάτης του Άλεξ αποφάσισαν να ενώσουν τις μοναξιές τους και να στήσουν ψιλή κουβέντα παράλληλα με το σερβίρισμα των πιάτων. Κι αφού ήταν οι μόνοι που συζητούσαν, οι υπόλοιποι αντιμετώπιζαν την αμηχανία τους αδειάζοντας και ξαναγεμίζοντας τα ποτήρια τους με το κρασί του Άλεξ. Μόνο η Δανάη στεκόταν εντελώς ακίνητη με πασιφανή 546


απροθυμία να συμμετέχει σ’ αυτή την κοροϊδία. Ούτε έτρωγε ούτε έπινε. Μόνο δεχόταν τις ερωτηματικές ματιές του άντρα της κι απεύθυνε τις διερευνητικές δικές της στο πρόσωπο του Άλεξ Γκρέι. Εκείνη ήταν θλιμμένη κι εκείνος χαρούμενος. Εκείνη ήταν ανήσυχη κι εκείνος ψύχραιμος. Και μετά από τη μυστική συζήτηση που είχαν κάνει, η Δανάη ήταν το ποντίκι κι ο Άλεξ η γάτα. Μπορούσε αν ήθελε ν’ απλώσει το χέρι του και να την πνίξει. Μπορούσε αν ήθελε να τη συντρίψει με μια του λέξη και να αποχωρήσει θριαμβευτικά, αφήνοντας ερείπια στο πέρασμά του. Αν ήθελε— αν ήθελε— αν ήθελε— Ήπιε με το ζόρι μια γουλιά κρασί και στράφηκε αλλού. Ένιωθε άρρωστη, αλλά πίεσε τον εαυτό της να κρατηθεί στητής και ατάραχη. Ο Ρωμανός Κατράς ή Άλεξ Γκρέι ήταν το πιο δυνατό και ακέραιο ανθρώπινο πλάσμα που είχε συναντήσει στη ζωή της. Δεν τον ξεπερνούσε κανείς, ούτε θα βρισκόταν ποτέ κάποιος να τον ξεπεράσει. Κι όσοι πίστευαν, παραπλανημένοι απ’ το φέρσιμό του, πως ήταν τέρας έκαναν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής τους. Δεν ήταν τέρας αυτός ο άντρας. Ήταν μια τεράστια ψυχή, πολύ ανώτερη απ’ τις ψυχές όλων τους, που επέλεγε τη σιωπή και το σκοτάδι μόνο και μόνο για να προστατεύσει ό,τι αγαπούσε το μόνο ίσως που κατάφερε να αγαπήσει στα τόσα χρόνια των περιπλανήσεων και των μαχών: τη Σάνια. Τη Σάνια— «Συμβαίνει κάτι, κυρία Μαρκάτου; Δε σας αρέσει το φαγητό, μήπως;» τη ρώτησε ο Άλεξ, και εκείνη βιάστηκε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι, ξέροντας πως την κοιτούσαν όλοι. Κατάφερε κιόλας να καταπιεί την μπουκιά που μασούσε τόση ώρα αδυνατώντας να τη σπρώξει στο λαιμό της. «Προτείνω να πιούμε όλοι στην υγειά του Άλεξ!» τράβηξε την 547


προσοχή η όμορφη Γαλλιδούλα, κι αφού κόλλησε για λίγο τα κατακόκκινα χείλη της στο μάγουλό του, ύψωσε το ποτήρι της κοιτώντας τον με λατρεία. «Επιτέλους, αγάπη μου!» αναφώνησε με ενθουσιασμό. «Είσαι ελεύθερος πια. Δε θα σε βλέπω άλλο να παλεύεις με τα φαντάσματά σου!» Της ανταπέδωσε το φιλί με τον ίδιο ενθουσιασμό και ύψωσε το ποτήρι του δίπλα στο δικό της. Μην μπορώντας να κάνουν αλλιώς, ήπιαν στην ευτυχία του όλοι. Μόνο ο Ζακ χαμήλωσε το βλέμμα. Ο Ζακ που τον ήξερε τόσο καλά και που βίωνε τον κρυφό του πόνο με την ίδια ένταση. Κοίταξε τη Σάνια. Το δικό της ποτήρι υψωνόταν περισσότερο απ’ όλα. Το δικό της χαμόγελο έμοιαζε το ειλικρινέστερο απ’ όλα. Κι η δική της καρδιά ίσως να ήταν η πιο διαλυμένη απ’ όλες. Ούτε ένα δάκρυ δεν πρόβαλε απ’ τα μάτια της· ούτε μια στιγμή δε φανέρωσε πως το δικό της φιλί στα χείλη του Παύλου το υποκίνησε η απελπισμένη της ανάγκη να δείξει πως κι εκείνη είχε γυρίσει σελίδα. Κατάφερε να πείσει ακόμα και τον ηλίθιο το φίλο του. Θα πρέπει να τον έπεισε, γιατί μόνο ο Ζακ μπορούσε να διακρίνει τον πόνο που γέμισε η κίνησή της το βλέμμα του. Θα του τα ’ψελνε μετά. Θα του έλεγε καθαρά κι ωραία πως η Σάνια ακολουθούσε το μόνο μονοπάτι πουΐης είχαν αφήσει οι επιλογές του. «Πάντως, αξίζει βραβείο Όσκαρ και οπούς δυο σας— » παρατήρησε ο Πέτρος Μαρκάτος μετά από αρκετή ώρα σιωπής. «Και ο ένας ήταν εκπληκτικός ως Ρωμανός Κατράς και ο άλλος ως μετριοπαθής Αλεξ Γκρέι. Τώρα που το σκέφτομαι, αξίζουν συγχαρητήρια και στην κόρη μου—» είπε κοιτώντας με νόημα τη Σάνια. «Καμία πραγματική ηθοποιός δε θα μπορούσε να αποδώσει με μεγαλύτερη πειστικότητα το ρόλο της τρελά ερωτευμένης συζύγου. Κρίμα που αποφάσισες να μη δουν ποτέ 548


το φως της δημοσιότητας όλα αυτά, κύριε Κατρά. θα σου πλήρωναν πέντε φορές το βάρος σου σε χρυσάφι για να τα κάνουν σενάριο—» Ο Αλεξ χαμογέλασε ευγενικά. «Έχω πάντα τη δυνατότητα να τα κάνω βιβλίο, κύριε Μαρκάτο. θα αλλάξω απλά τα ονόματα, κι αυτό ήταν: άλλο ένα μπεστ σέλερ». «Μα φυσικά. Απορώ πώς μου διέφυγε αυτό. Ας πιούμε στο καινούριο σου μπεστ σέλερ, λοιπόν. Έχασες μια φανατική αναγνώστρια—» συνέχισε κοιτώντας τη Σάνια «— αλλά φαντάζομαι πως θα κερδίσεις εκατομμύρια άλλες. Το ταλέντο σου στα παραμύθια είναι μοναδικό, άλλωστε». «Με κολακεύετε». Κοίταξε έντονα τη Δανάη, δήθεν τυχαία. «Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι όλοι κρύβουμε μέσα μας έναν παραμυθά. Πότε βγαίνει στην επιφάνεια και πότε όχι. Το κίνητρο είναι το παν ανάλογα με το κίνητρό μας πλάθουμε τα ψέματα και τις αλήθειες μας. Δείτε, για παράδειγμα, τι έκανε η Μαργαρίτα—» Το βλέμμα του στάθηκε ξανά στον πρώην πεθερό του. «Ενώ ήξερε πως ο πατέρας της είχε κάνει το έγκλημα, πλησίασε τη Σάνια, της πρόσφερε τη φιλία της με απώτερο σκοπό να την ελέγχει, και στο τέλος αποπειράθηκε να προστατεύσει τη μνήμη του με τον τρόπο που ξέρετε όλοι. Γι αυτό σας λέω, είναι στα κύτταρα όλων μας το παραμύθι». «Έμαθα πως δε θα την καταγγείλεις», είπε ο Πέτρος. «Δεν έχει νόημα. Ο ένοχος είναι ήδη στον τάφο». «Κι είσαι σίγουρος πως διαλεύκανες εντελώς το έγκλημα;» επέμεινε εκείνος. «Είσαι σίγουρος πως ανακάλυψες όλα τα— παραμύθια;» «Αυτά που είχαν σκοπό να ξεγελάσουν εμένα, ναι, 549


τα ανακάλυ-φα». Κοίταξε ξανά τη Δανάη και τα δάχτυλά της που έτρεμαν. «Τα υπόλοιπα δε με αφορούν. Υπάρχει και Θεός για να κρίνει—» «Ποιο ήταν το κίνητρο λοιπόν αυτοΰ του ανθρώπου;» θέλησε να μάθει ο Πέτρος Μαρκάτος. «Εν ολίγοις, ο έρωτάς του και οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του προκάλεσαν ψύχωση», απάντησε με άνεση. Έφερε το ποτήρι στο στόμα του ακριβώς τη στιγμή που η Δανάη έριχνε απρόσεκτα το δικό της. Οι υπηρέτες έσπευσαν να της προσφέρουν πετσέτα και να της φέρουν καινούριο ποτήρι. Περίμενε μέχρι να τη δει να ανακτά την αυτοκυριαρχία της και συνέχισε: «Χρειαζόταν χρήματα για να βγάλει την κόρη του από τα κυκλώματα των μαστροπών και τωγ εμπόρων ναρκωτικών. Από ποιον θα τα ζητούσε, αν όχι από την ερωμένη του; Δεν του τα έδωσε, κι έτσι αποφάσισε να την εκδικηθεί. Πού να ’ξερε η σύζυγός σας ότι θα έφταναν εκεί τα πράγματα;» αναρωτήθηκε κοιτώντας τη με κατανόηση. «Ορθώς του αρνήθηκε τη βοήθειά της όταν της τη ζήτησε. Ήταν αξιοσέβαστη νομικός. Δεν ήθελε να κηλιδώσει τη φήμη της, και δεν την κατηγορώ που αποφάσισε να μην εμπλακεί». «Δεν ήξερα ότι είχε προσεγγίσει τη γυναίκα μου—» Ο Πέτρος Μαρκάτος κοίταξε απορημένος τη Δανάη.

550


«Μην την κατηγορείτε για την παράλειψή της. Εδώ εγώ που δέχτηκα τις μαχαιριές του και είδα τον πατέρα μου νεκρό από τις σφαίρες του, και δεν μπόρεσα να αναγνωρίσω τη φωνή του. Κι ας δούλευε κάμποσους μήνες για εμάς. Δεν επικοινωνούσα και τόσο με τον έξω κόσμο, απ’ ό,τι θυμάστε. Ήμουν λίγο αλλοπαρμένος, χαμένος στην επιστήμη και στα βιβλία μου». «Και η φωτογραφία;» μπήκε στην κουβέντα ο Παύλος, έχοντας πάντα το,Λέρι του περασμένο στους ώμους της Σάνιας. «Ήταν κι αυτή αποτέλεσμα της ψύχωσης που λέγαμε. Ο Στράτος Αποστόλου παρακολουθούσε τη μητριά μου καιρό πριν προσληφθεί ως οδηγός στην οικογένεια. Η μανία του γι’ αυτή ήταν κι ο λόγος που είχε απομακρυνθεί από την κόρη του, με αποτέλεσμα να μπλεχτεί η Μαργαρίτα με τα παράνομα κυκλώματα. Μας είδε εκείνο το βράδυ στη βεράντα και μας φωτογράφισε. Ισως να χρησιμοποιούσε τη συγκεκριμένη φωτογραφία για να την εκβιάσει και να του κάνει τα κέφια του —» «Κι αν είναι έτσι, γιατί δεν τη χρησιμοποίησε και για να της αποσπάσει τα λεφτά που χρειαζόταν;» ρώτησε ο Παύλος. «Μπορεί και να το ’κανε. Σίγουρα το ’κανε—» διόρθωσε περνώντας κι αυτός το χέρι του στους ώμους της Νικόλ. «Μονάχα που έπεσε σε λάθος χρονική στιγμή. Η Μιράντα Βαλέρη εκείνη την εποχή δεν τα πήγαινε καλά με τον άντρα της. Δεν την ενδιέφερε αν θα χώριζε. Είχε βαρεθεί, όπως συνέβαινε με τις περισσότερες σχέσεις της, και δεν την απασχολούσε το σκάνδαλο που θα ξέσπαγε. Ήταν συνηθισμένη στα σκάνδαλα, άλλωστε. Σκάνδαλα και σεξ: το αλατοπίπερο της ζωής της». 551


«Ναι, αλλά έτσι ρίσκαρε να βγει το διαζύγιο εις βάρος της», παρατήρησε ο Πέτρος Μαρκάτος. «Δε θα ’παίρνε μία σε αυτή την περίπτωση. Την ήξερα κι εγώ καλά, είχα τσακωθεί δεκάδες φορές μαζί της. Αυτή η γυναίκα δε ζούσε χωρίς προβολή και χρήμα. Με το διαζύγιο θα εξασφάλιζε την προβολή, αλλά θα έχανε τα λεφτά. Κάτι δε μου κολλάει— » Ο Άλεξ ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτό. Κρίνοντας πως είχε βασανίσει αρκετά τη Δανάη, απέφυγε να την κοιτάξει αυτή τη φορά. Είπε το ψέμα του αβίαστα, γεμίζοντας αμέσως τα κενά. «Ο πατέρας μου την είχε εξασφαλίσει. Είχαν υπογράψει ιδιωτικό συμφωνητικό παρουσία δικηγόρου για το μοίρασμα της περιουσίας σε περίπτωση διαζυγίου. Η Μαρία το βρήκε τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου του. Είχα παραλείψει να το αναφέρω ακόμα και στη Σάνια, που ήταν η βασική μου βοηθός στις έρευνες. Όμως έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν υπάρχει πια καμία αμφιβολία». «Μίλα μας λίγο για το κτήμα σου», πετάχτηκε η Βέρα, που λόγω της καλλιτεχνικής της ιδιότητας έβλεπε με άλλο μάτι την όλη κατάσταση. Βαθιά μέσα της δεν μπορούσε να αντιπαθήσει τον Άλεξ Γκρέι, κι ήταν η μόνη από τα αδέρφια της που την έθλιβε βαθιά το γεγονός ότι εκείνος αγνοούσε την εγκυμοσύνη της Σάνιας. Βλέποντάς τον τόσο κυρίαρχο στο χώρο του, τόσο απόλυτα ικανό για όλα, έτρεμε κιόλας στη σκέψη πως ίσως, μια μέρα, ανακάλυπτε το μυστικό της αδερφής της. Αν είχε εμπνευστεί και εκτελέσει τόσο άψογα όλη αυτή τη συνωμοσία, τότε ένας Θεός ήξερε τι είδους εκδίκηση μπορούσε να πάρει από τη Σάνια. Ευτυχώς που ζούσε μακριά. Ευτυχώς που ο κόσμος του ήταν υπερβολικά πολύτιμος για να τον εγκαταλείψει, αν και δεν το είχε σε τίποτα να τον δει να κάνει την απόσταση Παρίσι Αθήνα ακόμα και δυο φορές τη μέρα 552


προκειμένου να λύσει τις διαφορές του μαζί της. Η ερώτησή της βοήθησε ώστε η κουβέντα να στραφεί σε πιο ανώδυνα θέματα. Όλοι ανακάλυψα” πως εκτός από δεινός χειριστής του γραπτού λόγου, ήταν επίσης εκπληκτικός ομιλητής. Μέχρι το τέλος της διήγησής του, μπορούσαν όλοι να φανταστούν με κάθε λεπτομέρεια το άγριο τοπίο που φαινόταν από τα παράθυρα του πύργου του, να ακούσουν τον καλπασμό του Ντάρκο και να δουν το δέος στα πρόσωπα των χωρικών κάθε φορά που μιλούσαν για το μυστηριώδη Άλεξ Γκρέι, τον ξένο που έμαθαν να τον σέβονται όσο και να τον φοβούνται. Μπορούσαν να μυρίσουν το άρωμα των αγρών μετά τη βροχή, να νιώσουν την ψύχρα που διατηρούσαν οι πέτρινοι τοίχοι του σπιτιού του και να αφουγκραστούν τους ψιθύρους του ανέμου κάθε φορά που ταξίδευε πάνω από τα κτήματα και τα αμπέλια του. Είχε σταθεί ιδιαίτερα στην περιγραφή του ανέμου, κι ήταν τόσο λυρικός, που όλοι κατάλαβαν και ένιωσαν το λόγο που ο άνεμος έπαιζε τόσο σημαντικό ρόλο στα βιβλία του. «— Αυτός τα ξέρει όλα—» τον άκουσαν να καταλήγει με τα μάτια καρφωμένα στη Σάνια. «— Έχει τις απαντήσεις σε κάθε ερώτηση, και μπορεί να σε τρομάξει ή να οε γαληνέψει, ανάλογα με τον τρόπο που θα του επιτρέψεις να οε αγγίξει. Είναι επειδή ταξιδεύει παντού—» συνέχισε υψώνοντας το ποτήρι του σε εκείνη. «Επειδή βλέπει τους αθώους και τους αμαρτωλούς, τους τρωτούς και τους γενναίους, τους νικητές και τους χαμένους. Όποιος καταφέρει να μιλήσει τη γλώσσα του ανέμου μαθαίνει όλα τα μυστικά, όλα τα πάθη, όλες τις γεύσεις και τα αρώματα του κόσμου—» «Μόνο οι τρελοί μπορούν να το πετύχουν αυτό, κύριε Γκρέι», 553


σχολίασε η Σάνια υψώνοντας και εκείνη το ποτήρι της. «Γιατί σου ορκίζομαι πως όσες φορές κι αν τον ρώτησα, απάντηση δεν πήρα». «Τότε είμαι τρελός». Αδειασε το κρασί του με μια γουλιά. «Γιατί σου ορκίζομαι πως εγώ πήρα απάντηση σε όλες μου τις ερωτήσεις». «Μπράβο σου!» Ήπιε κι εκείνη μονορούφι το κρασί της. «Σου εύχομαι να μην απορήσεις ποτέ για τίποτα. Κι αν υπάρχουν στιγμές που θα αμφιβάλλεις για κάτι, μακάρι να καταλαβαίνεις πάντα τη γλώσσα του ανέμου σου, ώστε να λύνεις τα μυστήρια και να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια». Σηκώθηκε απ’ τη θέση της κοπανώντας το άδειο ποτήρι στο τραπέζι. «Τέλος, σου εύχομαι να περάσεις καλά το υπόλοιπο της διαμονής σου εδώ και να έχεις ένα ασφαλές κι ευχάριστο ταξίδι— » «Κάτσε κάτω, Σάνια». «θέλω να φύγω!» Κανείς δεν είδε τις αστραπές στα μάτια της, γιατί όλοι έσκυψαν το κεφάλι. «Μας συγχωρείτε για λίγο—» Πέταξε κι εκείνος την πετσέτα του, έσπρωξε την καρέκλα του κι αφού έκανε το γύρο του τραπεζιού την πλησίασε και την άρπαξε απ’ το χέρι. Ο Ζακ φρόντισε να βάλει μουσική στο στερεοφωνικό και να ξαναγεμίσει τα άδεια ποτήρια, την ίδια στιγμή που η Μαρία πήγε στην κουζίνα να φροντίσει για το επιδόρπιο. Ο Άλεξ έκλεισε καλά τη συρόμενη πόρτα της τραπεζαρίας κι εξασφάλισε την απομόνωσή τους στη βεράντα. Κατά διαβολική σύμπτωση, στέκονταν στο ίδιο σημείο όπου χρόνια πριν η μητέρα της είχε επιχειρήσει να τον ξελογιάσει. Βέβαια, η 554


κατάσταση τώρα ήταν εντελώς διαφορετική: η Σάνια τον έσπρωχνε με μανία μακριά της χτυπώντας τον όπως μπορούσε κι εκείνος πάλευε να μαγκώσει τα χέρια της για να τη φέρει κοντά του. Μετά από μια μικρή μάχη, τα κατάφερε. Την είδε να παραδίνεται κλαίγοντας, και πρόσφερε για τελευταία φορά στον εαυτό του τη χαρά της επαφής με το σώμα της, εισπνέοντας σαν τρελός τη μυρωδιά της. Βανίλια πάντα βανίλια. Όταν επέστρεφε στο κτήμα του, θα φρόντιζε να μην ξαναμυρίσει βανίλια ποτέ. Τίποτα δεν ήθελε να του τη θυμίζει. «Γιατί μου το κάνεις αυτό;» τον ρώτησε μέσα απ’ τους λυγμούς της. «Ποιο, πριγκιπέσα;» «Μην παριστάνέις το βλάκα!» τσίριξε. «Ξέρεις πολύ καλά ποιο! Ξέρεις πολύ καλά την επίδρασή σου πάνω μου, όπως και πόσο ευάλωτη είμαι στο άγγιγμά σου. Σε προσπέρασα, αλλά δε σε ξεπέρασα, Άλεξ! Αυτό δεν ήθελες να ακούσεις; Ζήτημα εγωισμού δεν είναι όλα; Κάθαρμα!» τον έβρισε πασχίζοντας να του ξεφύγει. «Κάθαρμα!» επανέλαβε ουρλιάζοντας. «Έφερες ακόμα και την ερωμένη σου για να μου δείξεις πόσο μεγάλος παίκτης είσαι! Για να καταλάβω πόσο εύκολα θα πεις το αντίο σου! Πες το λοιπόν, για να τελειώνουμε, θέλω να φύγω από δω και να κάνω ό,τι μπορώ για να βεβαιωθώ πως δε θα σε ξαναδώ ποτέ μου!» Αυτό ακριβώς ήθελε να πετύχει κι εκείνος, μόνο που δε θα την άφηνε να το καταλάβει ποτέ. Κι αν ήθελε να ψιθυρίσει το αντίο του μέσα στο στόμα της, πάνω στα μαλλιά της, πάνω σ’ όλο της το κορμί, θα το ’κρύβε με την ίδια ευκολία που της είχε κρύψει 555


τόσα και τόσα. «Ήδη κάνεις ό,τι μπορείς—» της είπε παρασυρμένος απ’ τη ζήλια. «Το χρυσό σου δεκανίκι είναι ήδη κάτω απ’ το μπράτσο σου, πριγκιπέσα. Πολύ σύντομα θα βρεθεί και μέσα στο κρεβάτι σου, αν φυσικά αυτό δεν έχει ήδη συμβεί—» «Αν υπαινίσσεσαι ότι εγώ κι ο Παύλος— » «Είναι δικαίωμά σου», την έκοψε θυμωμένος. «Δε μου πέφτει λόγος και δεν είσαι υποχρεωμένη να μου πεις. Αυτή τη στιγμή θέλω μόνο να σε αποχαιρετίσω. Περάσαμε και καλές στιγμές οι δυο μας, πριγκιπέσα. Στο όνομα αυτών θέλω λοιπόν να δώσω το τέλος που πρέπει—» «Μην τολμήσεις να—» Τόλμησε όμως. Κι απ’ όλα τα φιλιά που της είχε δώσει ήταν το συγκλονιστικότερο. Γεμάτο ανεκπλήρωτα όνειρα και πόθους· γεμάτο οδύνη για το χωρισμό και παράπονο για όσα θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί, αλλά δεν τους ήταν γραφτό γεμάτο μόνο απ’ την αλήθεια των συναισθημάτων, απαλλαγμένο από κάθε υποκρισία γεμάτο απ’ την αγάπη του για κείνη, που η πληγωμένη της καρδιά την ερμήνευε σαν επίδειξη δύναμης κι αλαζονείας. Γεμάτο απ’ όλα κατά τη διάρκειά του και τίποτα στο τέλος του. Το κύκνειο άσμα της παράδοξης σχέσης τους το ρέκβιεμ του— «Σε μισώ!» του είπε κλαίγοντας. «Και θα σε μισώ όσο ζω, Άλεξ Γκρέι!» «Το ξέρω». Δεν είπαν τίποτα άλλο. 556


Είδε τη μαυροντυμένη μορφή του να απομακρύνεται κι έμεινε μόνη δίπλα στην τριανταφυλλιά να κλαίει για το τελευταίο της ψέμα. Έφερε το χέρι στην κοιλιά της και τη χάιδεψε με άπειρη τρυφερότητα αλλά και αδιανόητο πόνο. Δυστυχώς εκείνη, είτε μισώντας τον είτε αγαπώντας τον, δε θα τον ξεχνούσε ποτέ. Φώλιαζε ήδη μέσα της η ανάμνησή του: το δώρο που της άφησε ήταν η καταδίκη της να μην τον ξεπεράσει ποτέ. «Θα τον σκοτώσω!» άκουσε τη φωνή του Παύλου, που την εντόπισε. «Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ— Θέλω μόνο να φύγουμε —» «Τι σου έκανε, Σάνια;» «Τίποτα. Εγώ φταίω. Βάζω τα κλάματα με το παραμικρό— » Προσποιήθηκε πως την πίστεψε και τη συνόδευσε στο σπίτι. Θα φρόντιζε να μη μάθει κανείς για την τελευταία συνάντηση που θα είχε με το κάθαρμα πριν πάρει το αεροπλάνο του κι εξαφανιστεί επιτέλους απ’ τη ζωή της.

«Μεσιέ Γκρέι;» Η Νικόλ άνοιξε διστακτικά την πόρτα του γραφείου και έβαλε μέσα το κεφάλι της. Τον είδε να κάθεται στη μεγάλη καρέκλα που κάποτε ανήκε στον πατέρα του. Ο χώρος μύριζε ακόμα μπογιά από την πρόσφατη ανακαίνιση και κάποια έπιπλα έδειχναν ολοκαίνουρια. 557


Πήρε θάρρος από το νεύμα που της έκανε να περάσει και προχώρησε πιο αποφασιστικά. Κάτω από άλλες συνθήκες, θα χάζευε εκστατική τις μινιατούρες πλοίων που στόλιζαν την τεράστια βιβλιοθήκη πίσω από το γραφείο, αλλά τώρα είχε συγκεντρώσει όλη την προσοχή της στο αφεντικό της. Δ°ν ήταν η εντύπωσή της, βεβαιώθηκε κοιτάζοντάς τον προσεκτικά. Ήταν αλήθεια. Ο Άλεξ Γκρέι, ο φοβερός και τρομερός πυργοδεσπότης που αρκούσε η θωριά του από απόσταση για να σκιαχτούν όλοι, φαινόταν τρωτός κι ευάλωτος όπως όλοι οι άνθρωποι που έχουν αισθήματα κι αδυναμίες. Τα μαύρα ρούχα του δεν τον έκαναν πια να δείχνει διαβολικός και απρόσιτος τόνιζαν μονάχα τη θλίψη του και την αίσθηση της ήττας. «Μου έλειψε η περιέργειά σου, Νικόλ». Της χαμογέλασε κουρασμένα και της έδειξε με ένα νεύμα την κάβα για να βάλει μόνη της ποτό, αν ήθελε. «Μεσιέ Γκρέι, ήρθα να σας πω πως δε μου άρεσε καθόλου αυτό που έκανα σήμερα». Πήρε ένα μπουκάλι λικέρ κι ένα ποτηράκι, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί του. Ο Άλεξ έβαλε τα γέλια. Ίδια κι απαράλλακτη με την ατρόμητη κατάσκοπο που έσκαβε λαγούμια για να περάσει τους φράχτες του. Ίδια κι απαράλλακτη με το κοκκινοτρίχα τερατάκι που αψήφησε τα κουτσομπολιά και τις δεισιδαιμονίες για να ζητήσει δουλειά στον πύργο του βρικόλακα. Το θάρρος και το θράσος τής περίσσευαν ακόμα, όπως και η ομορφιά της. Δε μετάνιωνε καθόλου που της είχε επιτρέψει να τον πλησιάσει λίγο περισσότερο. Κι ας έβρισκε αυτή η απίθανη μικρή τα κότσια ακόμα και να τον επικρίνει. «Το ξέρω, Νικόλ. Ούτε κι εμένα θα μου άρεσε, αν ήμουν στη θέση σου. Όμως έπρεπε να γίνει». 558


«Η κοπέλα σάς αγαπάει, μεσιέ», τόλμησε να του πει. «Το είδα, το κατάλαβα. Δεν αγαπάει τον άλλο. Τον χρησιμοποιούσε, όπως εσείς χρησιμοποιούσατε εμένα. Ανόητο παιχνίδι, κατά τη γνώμη μου. Κι εντάξει για εκείνη, είναι μπερδεμένη, δικαιολογείται. Όμως εσείς είστε ολόκληρος άντρας!» «Καμιά φορά πρέπει να χαμηλώνουμε το επίπεδό μας στο επίπεδο των άλλων αν θέλουμε να μας καταλάβουν». «Κι εσείς την αγαπάτε», συνέχισε αμείλικτη εκείνη. «Έχω να σας δω πολύ καιρό, κι αναγνωρίζω τη διαφορά. Φυσικά, δε μου πέφτει λόγος, αλλά ήρθα να σας πω αυτά που πιστεύω, επειδή νιώθω τύψεις γι’ αυτό που έκανα απόψε. Δε θέλω να με ξαναβάλετε να κάνω τέτοιο πράγμα, μεσιέ Γκρέι. Συμφωνήσαμε μάλιστα με τον Ζεράρ να μην πάρουμε τα χρήματα που μας υποσχεθήκατε. Φτάνουν και περισσεύουν τα έξοδα του ταξιδιού κι οι λίγες μέρες ξεκούρασης που θα · περάσουμε εδώ—» Ο Άλεξ αναστέναξε. Ήπιε ξανά. Όλη μέρα έπινε. «Είσαι καλό παιδί, Νικόλ— » «Λοιπόν, την αγαπάτε;» Ανάθεμα στη γυναικεία διαίσθηση, σκέφτηκε. Έτσι ακριβώς τον αντιμετώπιζε κι η αδερφή του: διάβαζε το μυαλό του, την καρδιά του, ολόκληρη την ψυχή του με ένα και μόνο βλέμμα. Ή εκείνος δεν μπορούσε να κρυφτεί απ’ τους ανθρώπους τόσο καλά πια ή υπήρχε κάποιο είδος αόρατης σφραγίδας που στάμπαρε τα πρόσωπα όσων υπέκυπταν σε αυτό το ανεπιθύμητο συναίσθημα που λέγεται αγάπη. «Ναι— » άκουσε τον εαυτό του να ψιθυρίζει απρόθυμα πριν ρίξει κι άλλο αλκοόλ στο αίμα του. 559


«Αλλά υπάρχει κάτι που σας χωρίζει— » μάντεψε εκείνη. «Υπάρχουν πολλά». «Είναι μυστικά; Είναι πράγματα που δεν πρέπει να μάθει κανείς και που υπήρχε κίνδυνος να μαθευτούν αν μένατε εδώ;» «Κανονικά έπρεπε να σε διώξω από δω μέσα, Νικόλ. Μιλάς πολύ—» «Δε χρειάζεται, μεσιέ Γκρέι. Θα φύγω μόνη μου, γιατί συμβαίνει να ξέρω ποια είναι τα όρια που δεν πρέπει να περάσω ποτέ». Σηκώθηκε, τον κοίταξε και μετά έκανε κάτι που τον άφησε άναυδο: τον πλησίασε βιαστικά και του έδωσε ένα ζωηρό φιλί στη σημαδεμένη πλευρά του προσώπου του. «Σας είχα παρεξηγήσει», την άκουσε να λέει χωρίς ίχνος ντροπής ή ταραχής στην έκφρασή της. «Είστε καλός άνθρωπος, μεσιέ. Κι είμαι βέβαιη ότι κάνετε το σωστό, ανεξάρτητα αν φαινομενικά είναι λάΛος. Επίσης, ανυπομονώ να σας ξαναδώ στο κτήμα. Ο τόπος είναι άδειος χωρίς εσάς». Την είδε να φεύγει χαμογελώντας λυπημένα και βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στη μοναξιά του. Άγγιξε το μάγουλό του στο σημείο που τον είχε φιλήσει και βούρκωσε. Ήξερε κι εκείνος πως έκανε το σωστό, αλλά ευχήθηκε να είχε τη δύναμη αυτή τη φορά να κάνει το λάθος. Κάθισε στο κρεβάτι της θείας της και της έπιασε το χέρι. «Θέλω να μείνω ξανά στο σπιτάκι μου, θεία», της είπε απαλά, χωρίς προλόγους και δισταγμούς. Αυτό ήθελε κι αυτό θα έκανε. Απλώς όφειλε να τους ενημερώσει. «Το ξέρω, παιδί μου». Η Δανάη προσπάθησε πολύ για να μη 560


δακρύσει. «Μπορώ να σε βοηθήσω οικονομικά μέχρι να βρεις καινούρια δουλειά και να συντηρείσαι και πάλι μόνη σου. Ό,τι κι αν από-φασίσεις, θα είμαι δίπλα σου, κοριτσάκι μου. Πάντα ήμουν. Μόνο που το έκανα με λάθος τρόπο. Σε έπνιγα όλοι σε πνίγαμε. Δε σε αφήναμε να αναπνεύσεις— » Η Σάνια έσκυψε και τη φίλησε κλείνοντας σε αυτή την κίνηση όλη την αγάπη που ένιωθε γι αυτήν αλλά και όλη τη συγχώρεση για τα σφάλματα που καταλόγιζε η Δανάη στον εαυτό της. «Θα φερθώ κι εγώ πιο λογικά, χωρίς ανόητους συναισθηματισμούς», είπε χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά. Τώρα έχω και κάποιον άλλο να κοιτάξω, συμπλήρωσε μέσα της και συνέχισε: «Σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω τα κεφάλαια του πατέρα μου και να ασχοληθώ πιο επαγγελματικά με τη φωτογραφία. Έχω τη διαθήκη του στα χέρια μου. Ξέρω πως με αγαπούσε με όλη του την ψυχή, και πως αυτό θα ήθελε να κάνω». «Ναι—» Δε συγκράτησε το λυγμό της. «Ναι, κοριτσάκι μου. Σ’ αγαπούσε πάρα πολύ, κι αν σε βλέπει τώρα από εκεί που βρίσκεται, θα χαίρεται με την απόφασή σου. Αυτό θα ήθελε κι εκείνος: να σε δει ν’ ανοίγεις τα φτερά σου και να πετάς, έχοντας χτίσει πάνω στα δικά του θεμέλια. Ήσουν ο θησαυρός του, Σάνια μου. Ο θησαυρός του—» «Έλα τώρα, θεία, μην κλαις—» Της σκούπισε τα μάτια και τη φίλησε ξανά. «Θα κάνουμε όλοι μια καινούρια αρχή. Τώρα ξέρω ποια είμαι». «Ο πατέρας σου θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς, Σάνια». Ανασηκώθηκε λίγο κι άπλωσε τα χέρια της για να την αγκαλιάσει. Μόλις τα κατάφερε, αναστέναξε από ανακούφιση. 561


«Ήταν άρρωστος. Οι γιατροί δεν του έδιναν παραπάνω από δυο μήνες ζωή. Ρίχτηκε με το αυτοκίνητο στην κολόνα για να μην περάσει ανυπόφορους πόνους, για να μη βασανιστεί. Δεν ξέρω γιατί δε σου το είχα πει ως τώρα. Υποθέτω γιατί ήθελα να πλάσω έναν κόσμο ονειρικό για σένα— επιθυμούσα να γεμίσω το μυαλουδάκι σου μόνο με καλές αναμνήσεις. Η μητέρα σου είναι ασυγχωρητη. Αν το ’ξέρα πως θα σου φερόταν έτσι— » «Τι θα μπορούσες να κάνεις;» μουρμούρισε στην αγκαλιά της. «Ξέρω πως προσπάθησες να τη συνετίσεις, έχω κάποιες σχετικές αναμνήσεις. Ισακωνόσουν συχνά μαζί της, ήμουν η αιτία που χάλασαν οι σχέσεις σας. Κάποτε ήσασταν πολύ αγαπημένες—» «Μην το ξαναπείς αυτό, παιδί μου!» Την απομάκρυνε λίγο για να βλέπει το πρόσωπό της. «Η αιτία που χάλασαν οι σχέσεις μας ήταν η ίδια η μάνα σου: ο εγωισμός της και η πλεονεξία της. Τα πράγματα δυσκόλεψαν μεταξύ μας από τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να τη θαυμάζω. Ήταν αρκετά μεγαλύτερη από εμένα’ εγώ δεν πρόλαβα να ζήσω καθόλου τους γονείς μας. Μετά τον παππού μας, εκείνη ήταν το μόνο πρότυπο που είχα. Μέχρι που αντιλήφθηκα ότι αγαπούσα ένα ψέμα— μια απάτη—» «Εντάξει, θεία, αρκετά». Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και πήρε την τσάντα της. «Τώρα είμαι σε θέση να πω με σιγουριά πως δε χρειάζομαι άλλες αναμνήσεις. Έχω κοντά μου εσάς, κι είναι σαν να έχω όλο τον κόσμο. Είναι ευτύχημα επίσης που γνωρίζω πλέον ότι δεν έχω καμία σχέση με τη μητέρα μου από πλευράς — κλίσεων. Την ευχαριστώ που με έφερε στη ζωή, αλλά μέχρι εκεί. Ας αναπαύσει ο Θεός την ψυχή της. Κι εκείνης και του Αλέξανδρου Κατρά, που ήταν ο πιο αθώος αυτής της ιστορίας 562


—» «Κι ο Ρωμανός ήταν αθώος, Σάνια», θέλησε να της υπενθυμίσει. «Ναι, θεία. Κι ο Ρωμανός ήταν αθώος. Ο Ρωμανός όμως. Όχι ο Άλεξ Γκρέι. Αυτόν δε θα τον συγχωρέσω ποτέ μου!» «Μα— » Την έκοψε με μια απαγορευτική χειρονομία. «Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα πάθη του για να γίνει καλύτερος», της είπε φεύγοντας. «Δεν έγινε όμως. Γι’ αυτό είναι άξιος της τύχης του που ελπίζω κι εύχομαι να μην ξαναδιασταυρωθεί ποτέ με τη δική μου!» «Δεν ξέρεις, κοριτσάκι μου—» ψέλλισε η Δανάη κλείνοντας τα μάτια μόλιςη Σάνια έφυγε. «Δεν ξέρεις πως είναι ο καλύτερος απ’ όλους μας—» Οι πόνοι στα πόδια της κόντευαν να την εξοντώσουν. Παρέμεινε (πο κρεβάτι όλη μέρα κι όλη νύχια. ΤΑ ΚΙΑΛΙΑ ανήκαν κάποτε στον πατέρα του κι ήταν σαφώς μικρότερης εμβέλειας από τα δικά του, εξακολουθούσαν όμως να τον εξυπηρετούν μια χαρά. Απ’ το παράθυρο της σοφίτας του μπορούσε μια χαρά να διακρίνει το μικρό σπιτάκι, που εδώ και δυο μέρες έπαψε να είναι κλειδωμένο και σκοτεινό. Ήθελε να βεβαιωθεί με τα μάτια του πως όσα του είπε ο Παύλος Μαρκάτος στην πρωινή τους συνάντηση ήταν αλήθεια. Και βεβαιώθηκε. Είδε εκείνον κι εκείνη μαζί. Το αυτοκίνητό του ήταν παρκαρισμένο έξω απ’ το σπιτάκι από το απόγευμα και 563


τώρα κόντευαν μεσάνυχτα. Ήλπιζε να τον δει να φεύγει, αλλά αντί γι’ αυτό είδε τη σκιά του να βγάζει το πουκάμισο και να την πλησιάζει. Το κεφάλι της έγειρε προς τα πίσω και οι ώμοι της τραντάχτηκαν. Γελούσε. Πέντε μόλις μέρες μετά τον οριστικό αποχαιρετισμό τους και τους σπαραγμούς της στη βεράντα του, γελούσε με όλη της την καρδιά. Δεν ήθελε να δει περισσότερα. Κατέβασε τα κιάλια και τα πέταξε στο κρεβάτι. Το βλέμμα του έπεσε στο κλειστό σακβουαγιάζ που περιείχε τα ελάχιστα πράγματα που έπαιρνε πίσω στο κτήμα του. Κανένα ρούχο. Η γκαρνταρόμπα του Άλεξ Γκρέι που γνώρισε και ερωτεύτηκε η Σάνια είχε παραμείνει στο κοινό τους δωμάτιο, έτοιμη να καεί στο ακριβό της τζάκι, αν της έκανε κέφι. Δεν τον ενδιέφερε. Οτιδήποτε ήταν ικανό να του θυμίσει εκείνη δεν τον ενδιέφερε. Έπαιρνε πίσω μόνο μερικά απ’ τα παλιά του βιβλία και όλα τα χειρόγραφα πρωτόλειά του. Έπαιρνε πίσω μόνο τις καλές αναμνήσεις κι ό,τι νόμιζε πως θα του χρησίμευε για να είναι στο εξής υποφερτό το μέλλον του. «Α, εδώ είσαι— » Ήταν ο Ζακ, φυσικά. Ο μόνος που άνοιγε τις πόρτες του σπιτιού του χωρίς να χτυπήσει ήταν ο Ζακ. Χαμογέλασε αντί να θυμώσει. Να και κάποιος που δεν άλλαζε ποτέ συνήθειες και χαρακτήρα. Γαϊδούρι ήταν και γαϊδούρι θα παρέμενε, δόξα τω Θεώ! «Φεύγω αύριο το πρωί. Η Νικόλ κι ο Ζεράρ πετάνε ήδη». Ο Ζακ έξυσε αμήχανα το κεφάλι του. «Δε σε πειράζει που εγώ θα μείνω λίγο ακόμα— Έτσι δεν είναι;» «Προχωρήσατε;» Η ερώτησή του ήταν ευθεία και σαφής, αλλά ο Ζακ παρέστησε τον ηλίθιο. 564


«Τι εννοείς;» «Αυτό που καταλαβαίνεις. Εσύ και η Μαρία: προχωρήσατε;» «Α, αυτό—» «Ευτυχώς που δε χρειάστηκε να σου το ζωγραφίσω κιόλας». . «Όχι», αποκρίθηκε ο Ζακ ξεφυσώντας. «Ασφαλώς, δε χρειάζεται να σου υπενθυμίσω ότι μιλάμε για την αδερφή μου. Ούτε έχει νόημα να σου πω τι ακριβώς σε περιμένει αν την πληγώσεις. Ένας κόπανος στη ζωή της ήταν αρκετός. Να της λείπει και δεύτερος». «Έχει— ξεκαθαρίσει η— κατάσταση με αυτόν; Δηλαδή— πιστεύεις ότι τον έχει ξεπεράσει;» ρώτησε αμήχανα ο Ζακ. «Αν την ξέρω όσο καλά νομίζω πως την ξέρω, ναι», απάντησε ο φίλος του με ειλικρίνεια. «Ο τύπος αυτός ήταν η απόλυτη απογοήτευση. Και μάλλον θα αργήσει πολύ να τον ξαναδεί», πρόσθεσε χαιρέκακα. Ακόμα τρέχει, σκέφτηκε με ικανοποίηση. Θα πετάγεται για καιρό στον ύπνο του για νά βεβαιωθεί πως το μαχαίρι δεν είναι κολλημένο στο λαιμό του. Τι δειλός! Δε διεκδίκησε καν το αναφαίρετο δικαίωμά του να βλέπει το παιδί του. «Θα στέλνω χρήματα», θυμήθηκε τα λόγια του. «Θα μείνω μακριά της μέχρι να αποφασίσει εκείνη ότι μπορώ να την επισκεφτώ ξανά». «Φίλε, νομίζω πως έχω μπλέξει», είπε τελικά ο Ζακ περίλυπος. «Είμαι τελείως αναρμόδιος για να σε βοηθήσα) να ξεμπλέξεις. Το μόνο που σου ζητάω είναι να προσέχεις. Δε θα ανεχτώ να τη δω να πληγώνεται. 565


Όχι ξανά. Πέρασε πολλά, και τα πέρασε μόνη. Αν με χρειαστεί, θα είμαι κοντά της». «Δε μου κάνει καρδιά να φύγω—» «Μείνε τότε». Άπλωσε το χέρι και του έσφιξε τον ώμο. «Δώσε το χρόνο που χρειάζεται και σε εκείνη και στον εαυτό σου. Πρόσεξε όμως, ό,τι κι αν κάνεις κάνε το με καθαρό μυαλό. Ούτε ένα ψέμα», τον προειδοποίησε. «Κι αν ξυπνήσει ο Δον Ζουάν μέσα σου, φρόντισε να τον πνίξεις εγκαίρως». «Θα δω τι θα κάνω. Θα βρω τρόπο να της μιλήσω— » «Δεν ξέρει;» Ο Άλεξ τον κοίταξε με ειλικρινή απορία. «Μόνο πως μου αρέσει, πως χαίρομαι την παρέα της και πως νοιάζομαι για το παιδί της. Όλα τα άλλα είναι μόνο στο κεφάλι’ μου. Και στο δικό σου, πλέον». Ο Άλεξ έβαλε τα γέλια. «Τα πράγματα είναι σοβαρά— » «Κόφ’ το,!» «Μόνο εσύ θα με πειράζεις;» Του έδωσε ένα φιλικό μπατσάκι. «Περίμενα τόσα χρόνια για να βρεθώ στη θέση σου. Είναι η σειρά μου να σου τσακίσω τα νευρά— » Ο Ζακ κίνησε να φύγει. «Το ’ξέρα!» μονολόγησε περπατώντας προς την πόρτα. «Αφού το ξέρα ο ηλίθιος πως ήσουν ο τελευταίος άνθρωπος στη γη που θα μπορούσε να με βοηθήσει —» Ο Άλεξ συνέχισε να γελά.

566


Μπορεί να μην το έδειξε, ούτε να το είπε, όμως ο Ζακ Λαρουά ήταν ο πρώτος άνθρωπος στη γη που εκείνος μπορούσε να του έχει αληθινή εμπιστοσύνη. Κοίταξε τα κιάλια κι έβρισε σιγανά. Ισως παρερμήνευσε αυτά που είχε δει, σκέφτηκε πριν τα πάρει ξανά στα χέρια του. Κάτι τον έτρωγε: είχε την ελπίδα πως έκανε λάθος. Αυτή τη φορά άναψε κι ένα πούρο. Θα κοιτούσε μέχρι να εξαντληθεί, αποφάσισε. «Κοίτα πώς κατάντησε το καημένο το πουκάμισο—» είπε η Σάνια αγγίζοντας τους λεκέδες απ’ τον καφέ που έριξε κατά λάθος. «Συγγνώμη, Παύλο. Ξέρω πως ήταν δώρο. Κάνε ένα ντους και θα το καθαρίσω». Της το πήρε απ’ τα χέρια και το πέταξε μακριά. Έκανε ζέστη και την τράβηξε μέχρι την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Τέτοια ώρα δεν υπήρχε πιθανότητα να τους βλέπει κανείς, γι’ αυτό παραμέρισε και τις κουρτίνες. Βλέποντάς τη βουτηγμένη στην αγωνία για ένα ασήμαντο πουκάμισο, θυμήθηκε το λόγο που νόμιζε ότι την είχε ερωτευτεί. Αυτή η κοπέλα είχε κορμί γυναίκας, χαρακτήρα παιδιού και καρδιά γίγαντα. Ποτέ της δεν ήθελε να στεναχωρεί κανέναν. Ένιωθε ένοχη ακόμα και για μια απλή απροσεξία, που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. Πήρε τα χέρια της, τα κράτησε σταυρωτά και τα έφερε στο στόμα για να της δείξει την τρυφερότητά του. Αυτό ένιωθε πια για τη Σάνια: ανεξάντλητη τρυφερότητα και αγάπη. Ήταν αδερφή του. Ποτέ και για κανένα λόγο δε θα άλλαζε αυτό. «Το μόνο που θέλω να κάνεις είναι να μου φτιάξεις ένα φρέσκο 567


φραπεδάκι. Και να μου υποσχεθείς πως αύριο κιόλας θα φωνάξεις να σου βάλουν κλιματιστικό. Αυτό το σπίτι είναι φούρνος». «θα τα φροντίσω όλα», τον διαβεβαίωσε και χασκογέλασε. «Κοίτα πώς είσαι! Κολυμπάς στο φραπέ, κακομοίρη μου!» «Ξέρω πολλές που θα έκαναν ακόμα και τάμα για ζήσουν αυτή τη στιγμή: με εμένα μπροστά τους μισόγυμνο κι έτοιμο να χρησιμοποιήσω το μπάνιο τους». «Όμως τον τελευταίο καιρό υπάρχει μόνο μία. Καλά δε λέω;» Αφησε τα χέρια της κι έβαλε τα δικά του στη μέση. «Ποια απ’ τις δύο με κάρφωσε;» «Η Βέρα», του απάντησε η Σάντα αδίστακτα. «Μου είπε πως είσαι ερωτευμένος. Στ’ άλήθεια αυτή τη φορά, εννοώ—» τον πείραξε κλείνοντάς του το μάτι. «Η Βέρα!» Έκανε μια κίνηση λες και δεν το περίμενε. «Αυτή η μικρή φλύαρη αλεπού που της αρέσει να χώνει τη μύτη της στα προσωπικά των άλλων—» «Λοιπόν; Έχει δίκιο;» «Τη λένε Χαρά κι είναι δημοσιογράφος. Δουλεύει μαζί με τη Μίνα κι είχε βαλθεί πριν με γνωρίσει να καταστρέψει την πολιτική μου καριέρα. Ανήκε στο αντίπαλο πολιτικό στρατόπεδο μέχρι πριν δυο τρεις μήνες περίπου. Αφού την έπεισα για το δίκαιο των θέσεών μου, έχει πλέον βαλθεί να κάνει λίφτινγκ στο πολιτικό μου προφίλ. Ισχυρίζεται πως δεν πρέπει να δείχνω σαν άμυαλος πλέι μπόι. Υποψιάζομαι πως 568


απλώς προσπαθεί να κρατήσει μακριά μου τις αντιζήλους». «Κι εγώ αυτό υποψιάζομαι». Έπεσε στην αγκαλιά του όπως παλιά, τότε που δε φοβόταν μήπως παρεξηγηθεί η ανάγκη της για παρηγοριά και στοργή. «Χαίρομαι για σένα, Παύλο. Είδες που σ’ τα λεγα; Είδες που είχα δίκιο για μας; Σου είχα γίνει έμμονη ιδέα μόνο και μόνο επειδή δε σε έβλεπα όπως οι άλλες γυναίκες. Κακό πράγμα ο εγωισμός. Σε τυφλώνει— » «Ναι, είχες δίκιο, μικρή». Τη φίλησε στο μέτωπο κι άρχισε να τη χαϊδεύει στην πλάτη. «Έμεινες πολύ καιρό στο σκοτάδι, όμως ώρες ώρες βλέπεις πολύ μακρύτερα απ’ όλους μας—» «Παύλο, θέλω να σου πω κάτι— » Απομακρύνθηκε, κι αυτή τη φορά τον πήρε εκείνη απ’ το χέρι για να τον οδηγήσει στον καναπέ. «Ξέρω», τη διευκόλυνε μόλις κάθισαν. Την είδε να χαμηλώνει το κεφάλι και της ζήτησε να τον κοιτάξει στα μάτια. Ακούμπησε το χέρι του στην κοιλιά της. «Το ξέρω εδώ και λίγες μέρες. Η Βέρα πάλι—» «Δε θέλω να το μάθει ποτέ!» «Δε θα το μάθει». Κι αν το μάθει, δε θα πιστέψει ποτέ πως το παιδί είναι δικό του, σκέφτηκε ο Παύλος. «Νομίζω πως ο Ζακ θα μείνει στην Ελλάδα». «Θα πιστέψει κι αυτός ό,τι πρέπει να πιστέψει». «Τι εννοείς;» «Ίσως θα πρεπε ν’ αρχίσεις να βγαίνεις, Σάνια, να κυκλοφορείς 569


με τους παλιούς σου φίλους. Δε χρειάζεται να ξέρει κανείς ποιος είναι ο πατέρας». «Και το σκάνδαλο; Δε φοβάσαι πια το σκάνδαλο, Παύλο;» «Ο κόσμος θα πιστέψει ότι είναι του άντρα σου, αφού θα εξακολουθήσετε να είστε παντρεμένοι για αρκετό καιρό ακόμα. Εκείνος όμως δε θα το πιστέψει αν αποφασίσεις να γίνεις πιο κοινωνική. Θα σκεφτεί πως πάνω στην απογοήτευσή σου άρχισες να κάνεις επιπολαιότητες. Ψυχίατρος είναι, ξέρει πολύ καλά πως ορισμένοι άνθρωποι αντιδρούν με αυτό τον τρόπο όταν πληγώνονται». «Ξέρει κι εμένα όμως. Δε θα πιστέψει ποτέ ότι—» «Θα σε ξεμάθει. Και θα πειστεί». «Δε θα γινόταν καλός πατέρας— » είπε βουρκώνοντας. «Δεν ξέρει να αγαπά, και δε θα μάθει ποτέ του». «Κάνε μου τη χάρη και προσπάθησε να τον βγάλεις απ’ το μυαλό σου. Εκείνος έχασε. Μόνο αυτό πρέπει να θυμάσαι τώρα πια». Τον είδε να σηκώνεται και να λύνει τη ζώνη του παντελονιού του. Εκείνη έγειρε στον καναπέ νιώθοντας την επιτακτική ανάγκη να ξαπλώσει για να ηρεμήσει. Ο Παύλος τράβηξε πρώτα τις κουρτίνες κι έπειτα πήγε στο μπάνιο. Μόνο από σεβασμό στη μνήμη του πατέρα του δεν έκανε τα κιάλια κομμάτια. Τι άλλο έπρεπε να δει δηλαδή για να χωνέψει πως οι δυο τους ήτζχν εραστές; Αγκαλιές, χάδια, πεταμένα 570


πουκάμισα, τρυφερά φιλιά στο μέτωπο και τώρα ξεκουμπωμένο παντελόνι. Δεν τον γελούσε η όρασή του. Εκείνη ξάπλωσε στον καναπέ κι εκείνος, μισόγυμνος, φρόντισε να κλείσει τις κουρτίνες για να μην τους δει κανείς. Θα πρέ-πει να έχει ξαπλώσει πάνω της τώρα. θα πρέπει να της δείχνει ήδη όλους τους τρόπους— παρηγοριάς που ξέρει, ξεκινώντας απ’ τον βασικότερο. Βλαστημώντας, σήκωσε το σακβουαγιάζ του απ’ το πάτωμα κι εγκατέλειψε το παλιό του δωμάτιο. Ο ήχος που έκαναν οι μπότες του καθώς κατέβαινε τα σκαλιά έμοιαζαν με εκρήξεις. Σφύριξε στο σκύλο του, κι εκείνος βρέθηκε αμέσως στο πλευρό του, παρά την ολοφάνερη νύστα του. Δεν πέρασαν δυο λεπτά, και στο σαλόνι μπήκαν η Μαρία με τον ανιψιό του κι ο Ζακ. Τους είχε ξυπνήσει, φυσικά, κι ήταν απόλυτα λογικό, αφού πήγαινε πέρα δώθε σαν να ήθελε να γκρεμίσει το σπίτι. Πάλι καλά που βγήκαν από διαφορετικά δωμάτια, σκέφτηκε. Με τα νεύρα που είχε, έψαχνε και την πιο ασήμαντη αφορμή για να ξεσπάσει. «Είπες πως θα έφευγες αύριο το πρωί», του θύμισε ο Ζακ. «Ήθελες πρώτα να επισκεφτείς τον τάφο της μαμάς», είπε αμέσως μετά η Μαρία. «θα το κάνω τώρα και θα φύγω απόψε». «Τρελάθηκες; Δε θα σου επιτρέψουν να μπεις!» «Δε χρειάζεται να μου το επιτρέψουν, θα πάρω την άδεια μόνος μου». «Ρωμανέ—» «Σου έχω πει χιλιάδες φορές πως δε με λένε έτσι, Μαρία!» Την 571


πλησίασε και φίλησε το μικροσκοπικό μέτωπο του μωρού που κοιμόταν στην αγκαλιά της. Την κοίταξε. Στα μάγουλά της κυλούσαν ήδη δάκρυα. «Με λένε Άλεξ Γκρέι—» της είπε πιο μαλακά και φίλησε την άκρη της μύτης της. «Κι αν χρειαστείς τη βοήθειά μου για οτιδήποτε, έτσι θα με ζητήσεις. Τώρα πια μπορείς να επικοινωνείς απευθείας μαζί μου. Ο Ζακ θα σου δώσει τους αριθμούς του σταθερού και του κινητού μου. Μπορείς επίσης να έρθεις και να με βρεις ανά πάσα στιγμή. Ποτέ μη διστάσεις να μου ζητήσεις χρήματα, αν χρειαστείς. Έχω αρκετά για να ζήσουν σαν πριγκιπόπουλα ακόμα και τα δισέγγονα αυτού εδώ του μπόμπιρα. Δε θα χαθούμε—» της υποσχέθηκε βραχνά. «Ποτέ ξανά δε θα χαθούμε οι δυο μας, Μαρία— » Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και του έδωσε ένα παρατεταμένο φιλί στο μάγουλο. «Σ’ αγαπώ, Άλεξ». «Κι εγώ, γλυκιά μου». Κίνησε να φύγει κρατώντας σφιχτά τη μία και μοναδική του αποσκευή. «Εμένα δε μ’ αγαπάς;» τον σταμάτησε ο Ζακ κρύβοντας μ’ ένα αστείο τη βαθιά του συγκίνηση. «Δεν έχει χαιρετούρα για μένα;» Τον χαιρέτησε, αλλά στρατιωτικά. «Ραντεβού στην ελιά για σκοποβολή, λεγεωνάριε. Θα σε περιμένω». Ο Ζακ ανταπέδωσε το χαιρετισμό βουρκώνοντας. «Θα σε νικήσω, Γιατρέ», του υποσχέθηκε. «Αυτή τη φορά θα σε νικήσω». «Μόνο στα όνειρά σου». 572


Ήταν οι τελευταίες λέξεις που άκουσαν απ’ τα χείλη του πριν τον δουν να φεύγει μαζί με τον Κινγκ. Ακόμα και ο ήχος της μηχανής του αυτοκινήτου τούς φάνηκε μελαγχολικός εκείνη τη στιγμή. Γιατί ήξεραν πως δεν είχαν αποχαιρετίσει ένα νικητή εκείνο το βράδυ. Είχαν πει το αντίο τους σ’ ένα μοναχικό στρατιώτη: στο λεγεωνάριο Άλεξ Γκρέι, που κουβαλούσε σε ένα σάκο όλες τις κερδισμένες του μάχες μαζί με την οδύνη από τη μία και μοναδική που είχε χάσει. «Μου λείπει ήδη—» είπε η Μαρία κλαίγοντας. «Κι εμένα», ψιθύρισε συνοφρυωμένος ο Ζακ. «Είναι καθίκι πολλές φορές, αλλά είναι ο φίλος μου». Και οι δύο έμειναν ξάγρυπνοι όλη νύχτα. Η υπόθεση του Ρωμανού Κατρά έκλεισε και επίσημα τρεις βδομάδες αργότερα με την ένορκη κατάθεση της Σάνιας και του Ζακ, που έπαιξε για τελευταία φορά με απόλυτη επιτυχία το ρόλο του. Παρουσιάστηκαν και οι δύο ενωπιον του αρμόδιου εισαγγελέα κι επανέλαβαν τα γεγονότα εκείνης της νύχτας, απαντώντας υπομονετικά σε όλες τις ερωτήσεις. Στην ακροαματική διαδικασία παρέστη όλη η οικογένεια της Σάνιας, όπως και η Μαρία Κατρά. Οι δικηγόροι χρειάστηκαν μόνο για τα διαδικαστικά και μόλις υπογράφτηκαν οι καταθέσεις, το παρελθόν -τουλάχιστον για τον πολύ κόσμοσίγησε οριστικά. Παρά τις προσπάθειες του υπουργού να κρατηθεί μυστική η ημερομηνία της κατάθεσης, κάποιοι δημοσιογράφοι ήταν ενήμεροι και είχαν στηθεί έξω απ’ το δικαστικό μέγαρο πανέτοιμοι να δρέψουν τους καρπούς της πολύωρης αναμονής τους μέσα στη ζέστη και να μονομαχήσουν για λίγες αποκλειστικές δηλώσεις των πρωταγωνιστών. Η Σάνια 573


κοντοστάθηκε κι έκανε νόημα στο θείο της να εμποδίσει τους άντρες της προσωπικής του ασφάλειας, που επιχείρησαν αμέσως να σχηματίσουν ανθρώπινη ασπίδα γύρω της. Καλοδέχτηκε το προστατευτικό αγκάλιασμα του Ζακ και περίμενε χωρίς βιασύνη να πάρουν την κατάλληλη θέση όλοι οι δημοσιογράφοι που τους πολιορκούσαν. Ήξερε πως τα περισσότερα κανάλια μετέδιδαν αυτή τη στιγμή σε απευθείας σύνδεση και δε δυσανασχέτησε με τις αγωνιώδεις προσπάθειές τους να πετύχουν την καλύτερη λήψη και να φέρουν όσο γινόταν πιο κοντά της τα μικρόφωνα. «Είμαστε έτοιμοι;» ρώτησε ευγενικά και, σαν να έδωσε σινιάλο, οι φωνές σταμάτησαν κι ακούστηκε καθαρά η πρώτη ερώτηση. «Θα συνεχιστούν οι έρευνες για την ανεύρεση του δράστη, κυρία Γκρέι;» ρώτησε μια κοπέλα. «Όχι», αποκρίθηκε ανενδοίαστα. «Ο κύριος Κατράς κι εγώ συμφωνήσαμε, σε ό,τι αφορά εμάς τουλάχιστον, να κλείσει η υπόθεση εδώ. Παρότι νομικά δεν υφίσταται παραγραφή του αδικήματος, καταλήξαμε πως είναι προτιμότερο για το κοινό μας συμφέρον να μην ασχοληθούμε άλλο με το θέμα. Όταν και αν χρειαστεί, η αστυνομία θα κάνει τη δουλειά της». Μια άλλη κοπέλα με κοντά ξανθά μαλλιά και λευκό τζόκεϊ καπέλο πήρε το λόγο: «Δεν ανησυχείτε μήπως ξαναχτυπήσει ο δράστης; Θυμόμαστε όλοι την ιστορία με την πέτρα και το απειλητικό σημείωμα. Είχε σχέση με τις δολοφονίες ή είχε στόχο το θείο σας;»

574


«Ήταν τυχαίο περιστατικό», απάντησε όσο πιο άνετα μπορούσε. «Ακόμα ένας φαρσέρ. Η οικογένειά μου είχε γίνει στόχος παρόμοιων ανόητων ενεργειών και στο παρελθόν. Οι αποφάσεις του θείου μου και η πολιτική του δράση δεν αρέσουν σε όλους—» «Κυρία Γκρέι, υπάρχουν στοιχεία για το αν ο δράστης βρίσκεται εν ζωή ή όχι;» ρώτησε ένας γνωστός ρεπόρτερ. Έπρεπε να είναι προσεκτική τώρα. Αν ήθελε την ησυχία της, απαγορεύονταν τα κενά και οι απορίες στο μυαλό των δημοσιογράφων. «Απ’ ό,τι γνωρίζετε, τον τελευταίο καιρό υπέφερα από κρίσεις, που ήταν συνέπεια κάποιων αποσπασματικών αναμνήσεων που είχα ξαφνικ’ά. Είμαι σχεδόν σίγουρη λοιπόν ότι αναγνώρισα τη φωνή του δράστη, το όνομα του οποίου δόθηκε ήδη στον εισαγγελέα. Η απάντησή μου λοιπόν στην ερώτησή σας είναι πως υπάρχουν στοιχεία, και δείχνουν ότι ο ένοχος δε βρίσκεται πια εν ζο,ή. Το όνομά του δε θα δει ποτέ το φως της δημοσιότητας», διευκρίνισε αυστηρά. «Τόσο εγώ όσο κι ο κύριος Κατράς θέλουμε να ζήσουμε ειρηνικά και ήσυχα από δω και μπρος». «Θα παραμείνετε στην Ελλάδα, κύριε Κατρά;» ρώτησε ο ίδιος δημοσιογράφος τον Ζακ, που φυσικά δεν κατάλαβε την ερώτηση. «Στα γαλλικά, παρακαλώ», παρενέβη η Σάνια πιάνοντάς του το χέρι σε ένδειξη συμπαράστασης. «Ή το πολύ πολύ στα αγγλικά. Ούτε στις προσωπικές του στιγμές δε χρησιμοποιεί πια τη γλώσσα του. Οι άντρες και οι όρκοι τιμής τους—» πρόσθεσε, ανασηκώνοντας τους ώμους σαν να μην καταλάβαινε την απόφασή του, αλλά με ύφος που έδειχνε καθαρά ότι τη σεβόταν. 575


Ο δημοσιογράφος συμμορφώθηκε αμέσως και αναδιατύπωσε σε σπαστά γαλλικά. «Νο»; απάντησε εκείνος κοφτά, φροντίζοντας να χαρίσει στη Σάνια ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης για την παρέμβασή της. «θα επιστρέψω στη Γαλλία ως ελεύθερος πολίτης πια, και θα πάψω επιτέλους να κρύβομαι. Σίγουρα δε θα χετε γνωρίσει άλλο άνθρωπο στον κόσμο που να ονειρεύεται να κάνει την πρώτη φορολογική του δήλωση», πρόσθεσε, κι η τάξη που επικρατούσε τόση ώρα διαταράχτηκε από ομαδικά γέλια. Ακόμα κι η Σάνια γέλασε. Ο Ζακ έπρεπε να είχε γίνει ηθοποιός. Θα ήταν αξεπέραστος. «Πώς επιβιώνατε τόσα χρόνια, κύριε Κατρά;» ρώτησε μια άλλη κοπέλα, ίσως η νεαρότερη της ομήγυρης, που δεν έκανε τον κόπο να κρύψει πόσο είχε γοητευτεί απ’ τον πρώην υπόδικο και δραπέτη. Η Σάνια την καταλάβαινε. Αρκούσε ένα χαμόγελο του Ζακ Λαρουά για να λιώσουν όλοι οι πάγοι του πλανήτη. «Όταν θα γράψω τα απομνημονεύματά μου, δεσποινίς, θα σας στείλω αντίτυπο με προσωπική αφιέρωση». Η κοπέλα χαμογέλασε κολακευμένη κι εκείνος προσπέρασε το σκόπελο δείχνοντας πως δε σκόπευε να κάνει την παραμικρή αποκάλυψη. Δεν είχε τέτοια εντολή απ’ τον Αλεξ και δε ρίσκαρε να πει κάτι που θα τον στεναχωρούσε. Προσποιήθηκε μάλιστα πως είχε αρχίσει να κουράζεται. Τα μάτια του αναζήτησαν τη Μαρία, που στεκόταν πίσω απ’ τη σφηκοφωλιά των δημοσιογράφων κουνώντας απαλά το μωρό στην αγκαλιά της για να το ηρεμήσει. «Κι ο σύζυγός σας, κυρία Γκρέι; Δεν είναι σήμερα εδώ—» παρατήρησε κάποιος άλλος δημοσιογράφος. 576


«Ανειλημμένες επαγγελματικές υποχρεώσεις». Ήταν κλισέ, αλλά δεν μπόρεσε να σκεφτεί κάτι καλύτερο. Διατήρησε πάντως την ψυχραιμία και την αταραξία της. Σε αυτό συνέβαλε και η κίνηση του Ζακ να της σφίξει το χέρι, μεταδίδοντάς της το κουράγιο που χρειαζόταν. Ήταν υπέροχος άνθρωπος ο Ζακ. θα τον θυμόταν πάντα με τρυφερότητα. «Γιατί μένετε μόνη σας, κυρία Γκρέι; Σκοπεύετε να ακολουθήσετε το σύζυγό σας στη Γαλλία κάποιά στιγμή; Μήπως η απόφασή σας να παραιτηθείτε απ’ τη θέση σας στο Μικροσκόπιο έχει σχέση με την πιθανή μόνιμη εγκατάστασή σας στη γενέτειρα του συζύγου σας;» «Μένω μόνη γιατί κανένας λογικός άνθρωπος δε θα επέλεγε το σπίτι ενός υπουργού για να έχει την ησυχία του», είπε με χιούμορ. «Στις άλλες σας ερωτήσεις δυστυχώς δεν έχω απάντηση. Όλα είναι ρευστά. Δε θα μπορούσαν να είναι αλλιώς, απ’ τη στιγμή που παντρεύτηκαν τόσο γρήγορα δυο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί, με άλλη εθνικότητα και διαφορετικό αντικείμενο εργασίας. Αυτά προς το παρόν», δήλωσε κάνοντας ένα βήμα μπροστά για να δείξει πως είχε τελειώσει αυτή η μίνι συνέντευξη Τύπου. «Σας ευχαριστώ που τόσα χρόνια φανήκατε διακριτικοί μαζί μου, και σας παρακαλώ να πράξετε το ίδιο και στο μέλλον. Ειλικρινά έχω ανάγκη από γαλήνη και απομόνωση». Ήταν παράξενο, αλλά κανείς δεν αποπειράθηκε να συνεχίσει τις ερωτήσεις. Μ’ ένα μαγικό τρόπο, τα μικρόφωνα κατέβηκαν κι οι κάμερες άρχισαν να μεταδίδουν μόνο τα πρόσωπα των ρεπόρτερ που έκαναν την αποφώνηση. Ο ρόλος των φρουρών αποδείχτηκε διακοσμητικός, καθώς δε χρειάστηκε να παρέμβουν για να ανοίξουν δρόμο. Η Σάνια και ο Ζακ 577


περπάτησαν άνετα μέχρι τα αυτοκίνητα που τους περίμεναν, και τα μόνα που τους ακολούθησαν ήταν λίγα τελευταία φλας από φωτογραφικές μηχανές. Οι αδερφές της περίμεναν στο πίσω κάθισμα, και δεν παρέλειψαν να τη φιλήσουν για να επιβραβεύσουν την ψυχραιμία και το κουράγιο της. Έριξε μια τελευταία ματιά στο αυτοκίνητο πίσω της και είδε τη Μαρία να γέρνει το κεφάλι στον ώμο του Ζακ, που τη χάιδεψε στοργικά στο μάγουλο. Αναστέναξε και χαμογέλασε μελαγχολικά, αγγίζοντας την ελάχιστα φουσκωμένη κοιλιά της. Η σύλληψη μιας καινούριας ανθρώπινης ζωής κι ένας έρωτας που δείχνει επιτέλους να πατάει σε γερά θεμέλια. Όχι κι άσχημα, σκέφτηκε, καθώς η Βέρα προσπαθούσε να απαλύνει το βαρύ κλίμα με χαριτωμένες φλυαρίες. Καθόλου άσχημα, διόρθωσε από μέσα της η αισιόδοξη πλευρά του εαυτού της. Δύο ωραίες αλήθειες μετά από τόσα άσχημα ψέματα ήταν ανέλπιστη ευτυχία— ΠΑΡΙΣΙ, ΓΑΛΛΙΑ Η πρεμιέρα του Κόκκινον Πέπλον ήταν εξαιρετικά λαμπερή είχαν φροντίσει για αυτό τα ξεφτέρια που έκαναν τις δημόσιες σχέσεις των παραγωγών της ταινίας. Οι περισσότερες συνήθως ακριβοθώρητεςπροσωπικότητες του Χόλιγουντ είχαν συγκεντρωθεί στο Γκραν Ρεξ και απολάμβαναν την εμφάνισή τους στο κόκκινο χαλί και τα φλας των φωτογράφων. Σε λίγο θα άρχιζε η προβολή της ταινίας στη Μεγάλη Αίθουσα του παλαιότερου κινηματογράφου του Παρισιού, που έχει τη μεγαλύτερη οθόνη στην Ευρώπη. Θα τον παρουσίαζαν τελευταίο, κι έτσι δε βιάστηκε να αποχωριστεί την καμπίνα του αυτοκινήτου του από όπου 578


απολάμβανε το πούρο του και το θέαμα απερίσπαστος. Είδε τον Τζέρι Πίτερς και την Αλεξάνδρα Μόρις -τον Ρομάν του και την Αννα τουνα χαιρετούν το πλήθος που χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε. Τους είδε να ανταλλάζουν κι ένα σύντομο φιλί στα χείλη, σίγουρα προμελετημένο απ’ τα τσακάλια που είχαν αναλάβει την προώθηση της ταινίας, αλλά ιδιαιτέρως πειστικό. Η νεαρή ηθοποιός, απαστράπτουσα στη χρυσή επώνυμη τουαλέτα της, μοίραζε χαμόγελα σε όλους, και ο συμπρωταγωνιστής της φρόντιζε σαν γνήσιος ζεν πρεμιέ να κλέβει τις καρδιές των κοριτσιών, που σφάζονταν να αποτυπώσουν την εικόνα του στις οθόνες των κινητών τους. Ο Άλεξ παραδέχτηκε πως ήταν αχτύπητο δίδυμο οι δυο τους. Ο τέλειος Ρομάν κι η τέλεια Άννα. Ο μελαχρινός γοητευτικός Σκοτσέζος διέθετε το ιδανικό πρόσωπο για να ενσαρκώσει τον πνευματώδη, κυκλοθυμικό και φλεγματικό Ρομάν, ενώ η νεαρή Αμερικανίδα ήταν προικισμένη με το κατάλληλο μείγμα αθωότητας και πονηριάς ώστε να αποδώσει πειστικά τη ρομαντική και γενναία Άννα. Δε χωρούσε αμφιβολία πως η ταινία θα έσπαγε ταμεία. Εκτός από το λαμπερό καστ, τον υψηλό προϋπολογισμό και το δυνατό σενάριο, διέθετε ακόμα ένα όπλο το πιο ισχυρό απ’ όλα: εκείνον. Η φήμη πως ο συγγραφέας του Κόκκινον Πέπλον, ο μυστηριώδης Ραφαέλ Άλντες, θα έκανε επιτέλους την εμφάνισή του στο κοινό είχε σκάσει σαν βόμβα. Ήταν επιλογή του. Δεν υπήρχε λόγος να κρύβεται πια, ούτε να φοβάται πως θα διαταρασσόταν η ηρεμία του. Μπορούσε πολύ εύκολα να μετατραπεί ξανά σε μαύρη σκιά κρυμμένη στην ασφάλεια των βουνών του. Αυτός ήταν άλλωστε κι ο όρος του: μία και μοναδική εμφάνιση. Κι αυτό γιατί ήθελε να αποκατασταθούν οι ισορροπίες και να μην υποχρεωθεί ξανά ο καλύτερός του φίλος 579


να αναλάβει κάποια ευθύνη που δεν του ανήκε. Είχε κάνει ήδη πάρα πολλά γι αυτόν πολύ περισσότερα απ’ όσα θα έκανε πρόθυμα ένας καλός φίλος ακόμα κι ένας φίλος με τη σπάνια ψυχή του Ζακ Λαρουά. Έσβησε το πούρο του και βγήκε χωρίς βιασύνη από το αυτοκίνητό του. Η γοητευτική Ελέν Μπατί, η πολυμήχανη υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων των εκδοτών του, έσπευσε αμέσως στο πλευρό του. «Από δω, μεσιέ Άλντες—» του είπε κάνοντας ταυτόχρονα νόημα σε δύο σωματοφύλακες να κάνουν τη δουλειά για την οποία είχαν προσληφθεί. «Οι κύριοι θα σας συνοδεύσουν στην είσοδο». «Μερσί, Ελέν». Τακτοποίησε τη ζώνη του και βεβαιώθηκε πως η καλύπτρα του ήταν στη θέση της. Ίσιωσε τους ώμους, κι η μακριά μαύρη καμπαρντίνα που φορούσε ανέμισε ελαφρά. Αντιλήφθηκε πως οι δύο άντρες που τον συνόδευαν τον κοίταζαν με θαυμασμό. Τους περνούσε στο ύψος και φαινόταν πολύ μυώδης. Ήξεραν πολλούς συναδέλφους τους που θα τον ζήλευαν. Η αναγγελία του ονόματός του έγινε τη στιγμή που οι μπότες του πατούσαν το κόκκινο χαλί. Ακολούθησαν επιφωνήματα κι ένας καταιγισμός από φλας. Ως ένδειξη σεβασμού στο κοινό που είχε αγαπήσει τα βιβλία του χαιρέτησε υψώνοντας το χέρι. Έπειτα περπάτησε αργά ως την είσοδο του Γκραν Ρεξ, γνωρίζοντας πως κάθε του βήμα θα γέμιζε την επόμενη μέρα τις εφημερίδες και τα περιοδικά με γλαφυρές περιγραφές και σχόλια. Μια νεαρή κοπέλα ξέφυγε από τον κλοιό κι έτρεξε καταπάνω του κρατώντας ένα αντίτυπο του Κόκκινον Πέπλον. Οι συνοδοί του πήγαν να την απωθήσουν, αλλά εκείνος τους σταμάτησε μ’ ένα νεύμα. Πήρε το οτιλό που του έδωσε 580


τρέμοντας η κοπέλα και της χαμογέλασε. «Πώς σε λένε;» τη ρώτησε κοιτώντας με συμπάθεια τα ξαναμμένα της μάγουλα και τα τεράστια γαλανά μάτια της. «Σέσιλ, μεσιέ—» αποκρίθηκε ξέπνοα το κορίτσι. Ο Ά\εξ υπέγραψε και της έδωσε πίσω το βιβλίο και το σαλό. «Μπορείς να λες από σήμερα ότι έχεις το πρώτο και το τελευταίο βιβλίο με την υπογραφή του Ραφαέλ Άλντες, Σέσιλ». «Σας ευχαριστώ τόσο πολύ, μεσιέ!» αναφώνησε δακρύζοντας το κορίτσι. «Έτσι σας φανταζόμουν. Ακριβώς έτσι—» Η Σέσιλ χάθηκε ξανά στο πλήθος κι εκείνος πέρασε την εντυπωσιακή είσοδο του αρ ντεκό κινηματογράφου αφήνοντας πίσω του τα φλας και τους αλαλαγμούς των θαυμαστών. Δύο άλλοι άντρες τον συνόδευσαν μέχρι το θεωρείο του, κι αθέατος έπειτα ξανά, χάθηκε στον κόσμο που ο ίδιος είχε δημιουργήσει. Έφυγε αμέσως μετά τους τίτλους τέλους από κάποια παράπλευρη έξοδο. Στον ήσυχο δρόμο, που είχε αποκλειστεί από τους υπεύθυνους για την ασφάλεια των συντελεστών, τον περίμενε το αμάξι του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, κάθισε πίσω από το τιμόνι και πήρε το μακρύ δρόμο της επιστροφής για το κτήμα. Άλλη μια εκκρεμότητα που τακτοποιήθηκε. Η τελευταία. ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ΕΛΛΑΔΑ «Μαρία— Ζακ— περάστε—» 581


Η Σάνια παραμέρισε αμέσως κι η Μαρία προχώρησε πρώτη. Την ακολούθησε ο Ζακ, σκύβοντας ελαφρά για να μη χτυπήσει το κεφάλι του στο δοκάρι της πόρτας. Ίσως περίμεναν να τη βρουν μόνη, γιατί τα πρόσωπά τους έδειξαν έκπληξη όταν αντίκρισαν τον Παύλο στο καθιστικό. Αλληλοκοιτάχτηκαν, κι η Μαρία, ασυνήθιστη καθώς ήταν να κρύβει διαρκώς τα συναισθήματά της, δαγκώθηκε από αμηχανία. Αντιθέτως, ο Ζακ φόρεσε αμέσως ένα ύφος ανεξιχνίαστο και βιάστηκε να δώσει το χέρι στον Παύλο, που έκλεισε το φορητό υπολογιστή του και σηκώθηκε να αντιχαιρετήσει. Η Σάνια κοκκίνισε. Η εικόνα του Παύλου θρονιασμένου στον καναπέ της φορώντας πουκάμισο εντελώς ξεκούμπωτο και πρόχειρη βερμούδα πεσμένη χαμηλά στους γοφούς του θα παρέπεμπε κάθε λογικό μυαλό σε πολύ συγκεκριμένες σκέψεις. Δαγκώθηκε κι εκείνη. Ήξερε πολύ καλά τι νέα θα μετέφερε ο Ζακ στο φίλο του όταν θα συναντιόντουσαν. «Ήρθαμε να σε αποχαιρετίσουμε». Η Μαρία ξερόβηξε και προσπάθησε να μαζέψει την ταραχή της. Κατά διαβολική σύμπτωση, η τηλεόραση άρχισε τότε να μεταδίδει πλάνα και σχόλια από τη φαντασμαγορική πρεμιέρα του Κόκκινον Πέπλου. Αυθόρμητα όλοι εστίασαν την προσοχή τους στην οθόνη. Εκείνη τη στιγμή η κάμερα έκανε ζουμ στο συγκινημένο πρόσωπο μιας νεαρής Γαλλίδας που είχε πλησιάσει τον Άλεξ. Το ζουμ μετακινήθηκε στη μαύρη καλύπτρα και το αμυδρό χαμόγελο του συγγραφέα. Κάποιο ισχυρό μικρόφωνο κατέγραψε τη στιχομυθία ανάμεσα στον άντρα και στο κορίτσι την ώρα που η δημοσιογράφος σχολίαζε γεμάτη έξαψη το επιβλητικό παράστημα και τη γοητευτική φωνή του. 582


Ακούστηκε ακόμα ένας ξερόβηχας, αυτή τη φορά από τον Ζακ. Ταυτόχρονα ο Παύλος έκλεισε την τηλεόραση κοιτώντας ανήσυχος τη Σάνια. Εκείνη δεν τον απογοήτευσε. Το ύφος της πρόδιδε τα ίδια ακριβώς συναισθήματα που θα είχε αν πληροφορούνταν την έναρξη των θερινών εκπτώσεων. Δε θα επέτρεπε σε τίποτα να τη λυγίσει. Κανένα πισωγύρισμα, υποσχέθηκε γι’ ακόμα μια φορά στον εαυτό της, και πρότεινε αμέσως στους επισκέπτες της να καθίσουν. «Φεύγετε λοιπόν—» επανέλαβε το προφανές, και τους κοίταξε με γνήσια χαρά. «Μαζί, όπως έπρεπε», πρόσθεσε χαμογελώντας. «Ο Ζακ θέλει να με γνωρίσει στον πατέρα του», είπε η Μαρία λάμποντας ολόκληρη. Η προηγουμένη άβολη στιγμή είχε περάσει. «Θα μείνουμε για ένα διάστημα στο σπίτι του— στον —» «Στον Άλεξ», τη διευκόλυνε με απαλή φωνή. «Μπορεί να μην είχαμε την ίδια ευτυχή κατάληξη με σας, αλλά σε βεβαιώνω πως μπορώ να ακούω το όνομά του χωρίς να παθαίνω αναφυλαξία». Η Μαρία προσπέρασε το σχόλιο και συνέχισε: «Έπειτα θα ψάξουμε για σπίτι στο Παρίσι. Ο Ζακ θα ασχοληθεί με την οικογενειακή επιχείρηση κι εγώ θα κάνω μερικά ταξίδια για να πουλήσω την εταιρεία. Μόλις ξεμπερδέψω, θα μείνω στη Γαλλία. Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να δοκιμαστεί η σχέση μας με τη συγκατοίκηση πριν κάνουμε το επόμενο βήμα». «Είμαι σίγουρη ότι θα τα πάτε θαυμάσια οι δυο σας. Ταιριάζετε πάρα πολύ», είπε με ειλικρίνεια.

583


«Κι ο πρώην σύζυγος;» αναρωτήθηκε ο Παύλος κοιτώντας τη Μαρία. «Δε θα έχει αντιρρήσεις γι αυτή τη ριζική αλλαγή στη ζωή σου; Δε θα θέλει να βλέπει το παιδί του;» «Το κουβεντιάσαμε». Η Μαρία αναζήτησε το χέρι του Ζακ, κι εκείνος της το πρόσφερε πρόθυμα, «θα έρχομαι κάθε καλοκαίρι εδώ, κι αν το επιθυμεί μπορεί να βλέπει το γιο του». «Αλλά μάλλον δε θα το επιθυμεί και πολύ», μάντεψε ο Παύλος. «Μου φάνηκε λίγο τρομαγμένος την τελευταία φορά που τον είδα». «Τρομαγμένος;» Η Μαρία δεν έκανε καθόλου επιτυχημένα την έκπληκτη. «Δε νομίζω. Η γυναίκα του είναι έγκυος σε δίδυμα, και μάλλον είχε αλλού το μυαλό του. Τέλος πάντων, τα συζητήσαμε όλα. Τόσο εκείνος όσο κι εγώ θέλουμε να προχωρήσουμε. Δε θα απαρνηθεί το παιδί του, αλλά συμφωνήσαμε πως είναι καλύτερο να έχει μόνο ένας το ρόλο του πατέρα». «Κι έτσι βάζεις πλώρη για το Παρίσι!» αναφώνησε η Σάνια, θέλοντας οπωσδήποτε να αλλάξει θέμα προκειμένου να επανέλθει ένα φυσιολογικό χρώμα στο πρόσωπο της Μαρίας. Ακούστηκε σαν χαζοχαρούμενη, αλλά δεν την ένοιαζε. «Θα μου λείψεις, Μαρία. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα τόσα χρόνια, τώρα θα ένιωθα πως αποχαιρετώ μια αδερφή». Ο Ζακ είχε πιάσει μερικές σκόρπιες λέξεις και φρόντισε να καρφώσει το βλέμμα του στον Παύλο. «Φεύγουμε πάντως με τη γνώση πως βρίσκεσαι σε πολύ καλά χέρια», είπε στη γλώσσα του. Κι ο Παύλος με τη σειρά του φρόντισε να τραβήξει πάνω του τη 584


Σάνια, αποδεικνύοντας έμπρακτα πόσο καλά ήταν τα χέρια που την άγγιζαν. «Όσο γι αυτό, να είστε σίγουροι. Τόσο εσείς που βλέπετε όσο κι εκείνοι που δε βλέπουν— αλλά θα μάθουν». «Σας μεταφέρω προκαταβολικά τα συγχαρητήρια εκείνων που θα μάθουν», είπε ψυχρά ο Ζακ και σηκώθηκε. Η Μαρία τον μιμήθηκε αμέσως. Ωστόσο ο Ζακ δεν έκανε καμία κίνηση για τον τελευταίο αποχαιρετισμό, όπως περίμενε ν όλοι. Αφήνοντας τη Μαρία και τον Παύλο σύξυλους, άρπαξε τη Σάνια απ’ τον καρπό και την έσυρε μέχρι την αυλή του σπιτιού της, κλείνοντας πίσω τους την πόρτα. Η κοπέλα τον κοίταξε εμβρόντητη κι εκείνος την κατακεραύνωσε με βλέμμα σκοτεινό, απαράλλακτο με του φίλου του. «Είσαι ευτυχισμένη;» απαίτησε να μάθει, λες και είχε το δικαίωμα να ξέρει. «Ναι». Το είπε βιαστικά, κοφτά και αδιάλλακτα. Μόνο έτσι θα τον έπειθε κι αν έκρινε απ’ το μπερδεμένο ύφος του Ζακ, μάλλον τα κατάφερε. «Είστε μαζί;» «Ναι». «Από πότε;» «Δεν έχει σημασία». «Κι είσαι ερωτευμένη μαζί του, σερί; Νιώθεις γι’ αυτόν όπως ένιωθες για τον Άλεξ;» «Επίσης δεν έχει σημασία».

585


«Όταν πληγωνόμαστε κάνουμε λάθη». «Να μιλάς μόνο για τον εαυτό σου και για το φίλο σου, Ζακ. Το τι κάνω εγώ όταν πληγώνομαι ή όταν δεν πληγώνομαι είναι δικός μου λογαριασμός». «Ο Άλεξ θα ήθελε να σε δει πραγματικά ευτυχισμένη». «Να του πεις να μην κόπτεται τόσο για μένα!» Ανάσανε βαθιά κι έκλεισε στιγμιαία τα μάτια για να ηρεμήσει. «Αυτός ακολούθησε το δρόμο του, κι εγώ τον δικό μου. Δεν έχει σημασία ποιος αγάπησε ποιον και πόσο. Κι αν υπάρξουν στιγμές που θα ρωτήσει τους ανέμους του για την τύχη μου, θα του πουν το ίδιο πράγμα: πως κοντά του ήμουν για λίγο καλά, αλλά πως μακριά του θα είμαι πάντα καλύτερα». «Αυτή είναι η τελευταία σου λέξη, σερί;» «Ναι, Ζακ». Πάτησε στις μύτες των ποδιών της και του έδωσε ένα ζεστό φιλί στο μάγουλο. «Αυτή είναι η τελευταία μου λέξη». Την αγκάλιασε και της ανταπέδωσε με τρυφερότητα το φιλί. Ακόμα κι εκείνος ο σκληροτράχηλος πρώην κομάντο, ένας άντρας εκπαιδευμένος να μη συγκινείται, δυσκολεύτηκε να της πει αντίο. ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ, ΓΑΛΛΙΑ Άλλη μία από τις αγαπημένες του στιγμές: Να αργοπίνει το κρασί του καθισμένος στη βικτοριανή του πολυθρόνα και να πλάθει τα πάθη των ηρώων του στο ημίφως των κεριών, καθώς ο καπνός απ’ το πούρο του σχηματίζει μικρά σύννεφα με 586


ακαθόριστα σχήματα που διαλύονται στην οροφή του γραφείου του. Κόντευε τέσσερις το πρωί και το χέρι του μετακινούνταν ακούραστα από γραμμή σε γραμμή κι από σελίδα σε σελίδα, χτίζοντας τον ονειρικό του κόσμο και δημιουργώντας πότε τρομακτικές Συμπληγάδες και πότε Ιθάκες που έφερναν τη λύτρωση. Θα ήταν το καλύτερο βιβλίο του, και με διαφορά. Αυτή τη φορά το αστυνομικό μυστήριο είχε δώσει τη θέση του σ’ ένα αυθεντικό επικό μυθιστόρημα με χαρακτήρες γεμάτους ηρωισμό και λυρισμό, που δε δίσταζαν να θυσιάσουν τη ζωή τους για να υπερασπιστούν τους κώδικες τιμής τους και την ελευθερία της ψυχής τους. Χρειάστηκε τρεις μήνες ασταμάτητης έρευνας προκειμένου να φτάσει στο σημείο να περιγράφει αβίαστα τη ζωή του μεσαίωνα, και τώρα, καθώς το ένα κεφάλαιο διαδεχόταν το άλλο, μπορούσε ακόμα και να μυρίσει το άρωμα εκείνης της αλλοτινής εποχής ή να ακούσει τον ήχο των σπαθιών που συγκρούονταν με απώτερο στόχο την αναγνώριση και την κυριαρχία. Υπήρχε ανέκαθεν ερωτισμός στις ιστορίες του, αλλά το ερωτικό στοιχείο ποτέ δεν ήταν πρωτεύον παρέμενε στη σκιά του κινδύνου και των γρίφων που έπρεπε να λυθούν. Τώρα όμως ο έρωτας ήταν πρωταρχικός, σε όλες του τις μορφές. Ανάλογα με τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του, γινόταν πότε λυτρωτικός, πότε ανεκπλήρωτος και πότε μαρτυρικός όπως τα διαβόητα βασανιστήρια που υπέμεναν οι αιρετικοί της εποχής. Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών ήταν ο Λούξορ και η Έλινορ. Μια άβυσσος μίσους και προδοσιών χώριζε τις οικογένειές τους, κι η σχέση τους ακροβατούσε συνεχώς ανάμεσα σε 587


ανομολόγητα μυστικά και στιγμές ακατανίκητης έλξης. Ο αναγνώστης καταλάβαινε από την πρώτη στιγμή την τραγικότητα της συνύπαρξής τους. Αν χώριζαν, τους περίμενε θάνατος. Κι αν έμεναν μαζί αψηφώντας τις αντιξοότητες, τους περίμενε ένα μέλλον χειρότερο κι από θάνατο. Ωστόσο, έστω και για λίγο, έπρεπε να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να λύσουν το αίνιγμα της χαμένης ασπίδας, εκείνης που οι μάγοι της περιοχής τους ισχυρίζονταν ότι είχε τη δύναμη να αναδεικνύει και να καταστρέφει βασιλιάδες. Τώρα δούλευε τη σκηνή όπου η Έλινορ πάλευε με τον εαυτό της για να δεχτεί ή να απορρίψει την πρόταση του σατανικού Γκάλιντ, που ζητούσε την αγνότητά της ως αντάλλαγμα για τις μαγικές του δυνάμεις. Αν συμμαχούσε μαζί του θα έσωζε τη ζωή του Λούξορ, κι αν τον απέρριπτε θα αποκτούσε ακόμα έναν αμείλικτο εχθρό και διώκτη. Σε αυτό το σημείο σταμάτησε. Είχε θυμώσει με τον εαυτό του. Λίγο καιρό πριν δε δίσταζε να τυραννά τα πρόσωπα που επινοούσε προς όφελος της μυθοπλασίας, αλλά σε αυτή την περίπτωση δυσκολευόταν να κάνει το ίδιο. Παραείχε συμπαθήσει την Έλινορ και του ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να τη βάλει να περάσει τις τρικυμίες που πέρασε κάποτε η άλλη ηρωίδα του, η Άννα. «Ακόμα γράφεις;» Η βραχνή, νυσταγμένη φωνή τον έβγαλε από τις σκέψεις του και τον έκανε να θυμώσει ακόμα περισσότερο. Παράτησε την πένα, έφερε το ποτήρι με το κρασί στα χείλη του και κοίταξε εξαγριωμένος στο άνοιγμα της πόρτας για να αντικρίσει το όμορφο γυναικείο κεφάλι που πρόβαλε. Αναθεματισμένα θηλυκά! Πάντα κάνουν όσα απαγορεύονται και πάντα επιτρέπουν όσα θα έπρεπε να απαγορεύουν. Μικροί επίγειοι 588


δαίμονες: δύσκολο να αντισταθείς στα πονηρά τους κόλπα, αλλά επικίνδυνο να υποκύψεις. «Θυμάμαι πως ήμουν κατηγορηματικός. Σου ζήτησα να μη με διακόψεις». Ο— δαίμονας με τα μακριά καστανά μαλλιά και το διάφανο νεγκλιζέ όχι μόνο δεν πτοήθηκε απ’ το ύφος του, αλλά πέρασε και το κατώφλι. Τον πλησίασε με λάγνο βήμα και θρονιάστηκε στο γραφείο του κουνώντας πέρα δώθε τις μακριές του γάμπες και στριφογυρίζοντας ναζιάρικα μια τούφα απ’ τα μαλλιά του. Ήταν εξαιρετικά σέξι δαίμονας, έπρεπε να το παραδεχτεί, αλλά αυτό δεν ελάφρυνε καθόλου τη θέση του. Απεναντίας, την επιβάρυνε, και μάλιστα πολύ, γιατί ο Άλεξ είχε ήδη χορτάσει από τα θέλγητρα που του επιδείκνυε τόσο αυτάρεσκα και το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να την ξεφορτωθεί. «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ— » είπε με παράπονο η κοπέλα σκύβοντας προς το μέρος του, ώστε να του θυμίσει τον όγκο και την ωραιότητα του στήθους της. «Προσπάθησα, αλλά δεν μπόρεσα. Είναι πολυ καταθλιπτική η κρεβατοκάμαρά σου! Μαυρίλα παντού κι ανυπόφορο σκοτάδι. Μου έλειψες επίσης —» συνέχισε κι άπλωσε το χέρι της για να το χώσει με μαεστρία στο άνοιγμα της ρόμπας του. «Έφερνα στο μυαλό μου όλα αυτά που κάναμε πριν και— » Ξεφορτώθηκε το χέρι της σαν να ήταν σιχαμερή βδέλλα. Σηκώθηκε απότομα, έκανε γρήγορα το γύρο του γραφείου και βρέθηκε απέναντί της. Μάλλον φάνηκε καθαρά η αποστροφή στο βλέμμα του, γιατί το ωραίο πρόσωπο της κοπέλας καθρέφτισε την έκπληξη, μα και το θυμό της. «Πήγαινε να κοιμηθείς όπου διάβολο σου αρέσει και φρόντισε 589


να εξαφανιστείς μόλις ξημερώσει», της είπε αργά, κοιτώντας με περιφρόνηση τα γυμνά της πόδια, προσέχοντας ότι δε φορούσε εσώρου; χο. «Και όλα αυτά που κάναμε πριν θέλω να είναι οι μοναδικές σου αναμνήσεις από μένα». «Μα γιατί;» Η οργή δεν έπιασε, κι έτσι πήρε σειρά το παράπονο κι ο ψεύτικος λυγμός. «Αν ήξερα ότι θα σε στεναχωρούσα τόσο που ήρθα να σε βρω—» «Με άκουσες». Με μια σβέλτη κίνηση την κατέβασε απ’ το γραφείο του και την έστησε στα πόδια της απέναντί του. Είδε ένα αληθινό δάκρυ στα μάτια της και βλαστήμησε. Παραήταν σκληρός μαζί της. Και της φερόταν υπερβολικά άσχημα μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν η Σάνια. «Δε φταις εσύ—» είπε πιο ήρεμα. «Εγώ έχω το πρόβλημα. Αγαπώ πάρα πολύ τη μοναξιά μου». «Κρίμα, μεσιέ Γκρέι», ψιθύρισε μελαγχολικά η κοπέλα. «Γιατί στο κρεβάτι τουλάχιστον δε θυμάμαι ποτέ να είχα συναρπαστικότερη παρέα». Προς τιμήν της, του γύρισε την πλάτη χωρίς να πει άλλη λέξη. Τη θαύμασε κιόλας που κατάφερε να τον προσπεράσει τινάζοντας περήφανα το κεφάλι και κρατώντας τους ώμους στητούς. Ευτυχούς για την ίδια, είχε διατηρήσει τη λίγη αξιοπρέπεια που της είχε απομείνει. Νωρίς το πρωί, καθώς άκουγε το αυτοκίνητό της να κατηφορίζει από τον πύργο του, πήγε στο υπνοδωμάτιό του και βρήκε ένα σημείωμα πάνω στο μαξιλάρι του. Από σένα θα κρατήσω τις αναμνήσεις που πρέπει.

590


Από μένα θέλω να κρατήσεις μόνο μία: Με λένε Ζαν, όχι Σάνια — Τσαλάκωσε βρίζοντας το χαρτί. Χρειαζόταν μια βόλτα με τον Ντάρκο επειγόντως. ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ΕΛΛΑΔΑ «Σε παρακαλώ, μη με διώξεις!» Η Μαργαρίτα την κοίταξε ικετευτικά κι η Σάνια υπέκυψε με έναν αναστεναγμό. Ανοιξε την πόρτα διάπλατα και παραμέρισε για να περάσει η άλλη κοπέλα. Ωστόσο, δεν της πρότεινε να καθίσει. Παρέμειναν κι οι δυο όρθιες στη μέση του καθιστικού και παρατηρούσαν η μία την άλλη με επιφύλαξη. Πρώτη χαμογέλασε η Μαργαρίτα. Και στο χαμόγελο εκείνο κλείστηκε όλο το φως που στερήθηκε τόσα χρόνια. «Είσαι τόσο όμορφη! Σου πάει πολύ η εγκυμοσύνη». Η Σάνια έφερε αυτόματα το χέρι στην εμφανή πλέον κοιλιά της. Διένυε τον έκτο μήνα κύησης. Χαμογέλασε κι εκείνη, αλλά το χαμόγελό της δεν απευθυνόταν στην πρώην φίλη της. Ήταν ένα χαμόγελο προορισμένο για την κόρη της, που στριφογύριζε και κλοτσούσε μέσα της, αδημονώντας μάλλον να βγει απ’ τη μικρή φωλιά της.

«Κι εγώ έμαθα πως τα πας μια χαρά—» είπε κοιτώντας το αμακιγιάριστο πρόσωπο της Μαργαρίτας. Φαινόταν υγιής και δυνατή. Το συνήθως εκκεντρικό χτένισμά της είχε δώσει τη θέση του σε ένα συμμαζεμένο καρέ. Τα μαλλιά της ήταν 591


βαμμένα σε απαλό καστανό χρώμα. Είχε παχύνει επίσης, και τα άλλοτε επώνυμα ρούχα της είχαν αντικατασταθεί από απλό λευκό παντελόνι κι αμάνικο μαύρο φάνε-λάκι. Δυο λεπτοί ασημένιοι κρίκοι κρέμονταν στα αφτιά της, και δε φορούσε το μικρό μενταγιόν που τη συντρόφευε από τα παιδικά της χρόνια. «Αφού πρέπει να σου δίνω αναφορά για κάθε μου κίνηση, ήρθα να σου ζητήσω την άδεια για ένα σύντομο ταξίδι στην Αυστρία», είπε γρήγορα η Μαργαρίτα, φοβούμενη μάλλον μη χάσει το κουράγιο της. «Θα πάω μαζί με— ξέρεις— Νομίζω πως είμαι ερωτευμένη μαζί του». Το κόκκινο χρώμα στα μάγουλα της κοπέλας ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για τη Σάνια. Αν και δεν είχε πια να πει πολλά με τη Μαργαρίτα, η χαρά της με την είδηση ήταν γνήσια. Ήξερε πως δεν της έλεγε ψέματα. Μόλις χτες είχε επικοινωνήσει με τον προϊστάμενο του γιατρού που την είχε αναλάβει και γνώριζε πως η Μαργαρίτα είχε σχεδόν θεραπευτεί. Γνώριζε επίσης για το φλερτ ανάμεσα σε εκείνη και τον αδερφό του θεραπευτή της. Όλα πήγαιναν καλά. Δεν υπήρχε περίπτωση πλέον να ξαναγίνει η Μαργαρίτα Αποστόλου απειλή για κανέναν. Φαινόταν να έχει συμφιλιωθεί με το παρελυόν και τον εαυτό της. «Την έχεις την άδεια—» είπε η Σάνια ήσυχα. «Και σου εύχομαι ειλικρινά να βρεις αυτό που ζητάς και να γίνεις ευτυχισμένη». «Με συγχώρεσες;» Ήταν απίστευτη η ταχύτητα εναλλαγής των συναισθημάτων της. Τα χαμόγελα έγιναν μονομιάς βούρκωμα. «Προσπαθώ, Μαργαρίτα». Ήταν ειλικρινής, και χάρηκε που είδε την άλλη κοπέλα να κουνά με κατανόηση το κεφάλι.

592


«Όταν τα καταφέρεις, θέλω να το μάθω. Έχει σημασία για μένα, Σάνια. Ακόμα κι αν δεν ξαναμιλήσουμε ποτέ, θέλω να ξέρω πως με συγχώρεσες». «Κοίτα να περάσεις καλά και να εκμεταλλευτείς κάθε καινούρια εμπειρία», της είπε μόνο. «Αυτό πρέπει να κάνουμε όλοι μας: να προχωράμε μαθαίνοντας και αξιοποιώντας τις εμπειρίες μας. Ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνεις καινούρια μέρα, αλλά μπορείς πάντα να έχεις τα εφόδια για να την αντιμετωπίσεις». «Πάντα ήσουν η σοφότερη από τις δυο μας!» Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο κι έφυγε βιαστικά, για να μη φανεί πως το βούρκωμα έγινε κλάμα. Η Σάνια στάθηκε στο παράθυρο και την είδε να ξεμακραίνει. Μόλις χάθηκε απ’ τα μάτια της, αναστέναξε κι έκλεισε την κουρτίνα. Βούρκωσε κι εκείνη. Δεν ήταν και τόσο ευχάριστο να νιώθει συνεχώς πως γύριζε σελίδες στη ζωή της. ΠΑΡΙΣΙ, ΓΑΛΛΙΑ Ήταν η μόνη ίσως βραδιά που αποχωρίστηκε τις ζοφερές του σκέψεις κι ένιωσε πως υπήρχαν ακόμα χαρές να πάρει. Έβλεπε την αδερφή του να ιππεύει ξένοιαστη τα συννεφάκια της προσωπικής της ευτυχίας και τη συντρόφευε στις πτήσεις της με την ίδια χαρά. Ήταν η βραδιά του αρραβώνα της με τον καλύτερό του φίλο. Η βραδιά που μετά από αυτή θα κόπαζαν οι μπόρες κι οι φουρτούνες· θα χάνονταν τα σκοτάδια στο πέρασμα του ήλιου, που έδειχνε ότι θα σκόρπιζε μόνιμα το καλοκαίρι στη ζωή τ

ης.

593


“Υψωσε το ποτήρι του μαζί με το δικό της και ήπιε στην ευτυχία της. Και καθώς γευόταν το κρασί, έκλεισε στη μνήμη του το χαμόγελό της για να το έχει σύμμαχο τις στιγμές που θα πάλευε με τις δικές του φουρτούνες. Έρωτας, σκέφτηκε εκείνα τα απειροελάχιστα δευτερόλεπτα. Πανδαμάτωρ κι αυτός, όπως ο χρόνος— «Και στις δικές σου χαρές, αδερφέ μου», ευχήθηκε θερμά η Μαρία. «Όποιες κι αν είναι αυτές, απ’ όπου κι αν σκοπεύεις να τις αντλήσεις». Κανείς δεν είδε πόσο δυνατά έσφιξε το ποτήρι του και πόσο κοντά βρέθηκε στο να το σπάσει. Φίλησε την αδερφή του και πήρε για πολλοστή φορά το μπουκάλι για να πιει κι άλλο. Στο διάβολο η οδήγηση, σκέφτηκε. Στην ανάγκη, θα πλήρωνε κάποιον για να τον μεταφέρει με ασφάλεια στο κτήμα του όταν θα τέλειωνε η γιορτή. «Τι γνώμη έχεις για τον Κλοντ;» τον ρώτησε η Κατρίν, το μόνιμα αναποφάσιστο μέλος της οικογένειας Λαρουά, που ζούσε άλλο έναν από τους έρωτες που θα ενοχλούσαν οπωσδήποτε τον πατέρα της. Ο γερο-Ολιβιέ την κοίταζε ήδη σαν να σκόπευε να την αποκηρύξει. Δεν ενέκρινε ούτε τον Κλοντ ούτε το καινούριο της λουκ με το ξανθό πλατινέ μαλλί και τα δεκάδες σκουλαρίκια στ’ αφτιά. «Ξέχασε τον». Η Κατρίν αναστέναξε. «Κι εγώ το ίδιο πιστεύω». «Αν ήσουν δική μου αδερφή, θα σου τις είχα βρέξει από καιρό, Κατρίν», συνέχισε γεμίζοντας το ποτήρι

594


της.

«Τι φταίω εγώ που δεν υπάρχουν πια άντρες;» Ζάρωσε παιχνιδιάρικα τη χαριτωμένη μύτη της κλασική γαλλική, με λίγες διάσπαρτες φακίδες. «Κι εκείνοι οι λίγοι που υπάρχουν προτιμούν τους γοτθικούς πύργους τους και τις βόλτες με τα άλογά τους». «Υπάρχουν κι άλλοι, αλλά χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου περνώντας σκουλαρίκια στ αφτιά σου». «Ισως γιατί θα ήθελα πολύ να μου τις βρέξει ένας άντρας σαν κι εσένα για να συνετιστώ». «Ένας άντρας σαν κι εμένα θα σε καρύδωνε κιόλας. Τι απολαύσεις θα είχες να περιμένεις με στριμμένο λαρύγγι;» «Είσαι το κάτι άλλο, Άλεξ Γκρέι!» του είπε γελώντας. «Τόσα χρόνια φίλοι, κι ακόμα να μου λύσεις την απορία: Τι είδους θηλυκό δε θα σε έκανε να θες μονίμως να του στρίψεις το λαρύγγι;» Έδιωξε άγρια την εικόνα της Σάνιας που εισέβαλε στο μυαλό του. Μέχρι πριν λίγο καιρό θα έδινε εύκολα την απάντηση μέχρι εκείνη την αναθεματισμένη στιγμή που έμαθε ότι ήταν έγκυος στο παιδί του Παύλου. Ήταν άγγελος μέχρι τότε, ιδανική: ο μόνος παράδεισος που γνώρισε ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το ίδιο βράδυ κιόλας, η ηρωίδα του η Έλινορ πέρασε τα πάνδεινα. «Δε σου έχει πει ο Ζακ ότι είμαι μισογύνης, Κατρίν;» Διάβολε, κόντευε να μεθύσει. «Δε σου έχει πει ότι τα στριμμένα γυναικεία λαρύγγια είναι το φετίχ μου;»

595


«Δεν κουράστηκες να παριστάνεις τον μπαμπούλα, Άλεξ;» του πέταξε εκείνη. «Αφού είσαι ένας γλύκας κατά βάθος. Απλώς δε βρέθηκε η κατάλληλη για να βγάλει τις χάρες σου προς τα έξω». «Πολύ φοβάμαι, γλυκιά μου, ότι οι χάρες μου δε θα δουν ποτέ το φως», σχολίασε απαλά, κι η Κατρίν έκανε μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας. Πρωταθλήτρια στο πείσμα όπως ήταν, επιχείρησε να συνεχίσει τη λογομαχία ανοίγοντας το στόμα της για να του δώσει την απάντησή της, αλλά ο Ζακ -από μηχανής θεός του όπως πάντααπέσπασε την προσοχή όλων με ακόμα μία πρόποση. Κατόπιν οι κουβέντες έδωσαν τη θέση τους στο γλέντι. Η μικρή παρέα ξεσήκωσε το εστιατόριο με τους χορούς και τα γέλια της, παρασύροντας στη χαρά της και τους υπόλοιπους θαμώνες, που διασκέδασαν μαζί τους μέχρι το πρωί, χορεύοντας πότε ευρωπαϊκά και πότε ελληνικά τραγούδια. Τον Άλεξ τον οδήγησε στο κτήμα του ένας υπάλληλος του γεροΟλιβιέ. Παρέμεινε κλεισμένος στην κρεβατοκάμαρά του μέχρι το επόμενο βράδυ, όταν κατόρθωσε επιτέλους να κάνει ένα βήμα χωρίς να ζαλίζεται. Η επόμενη φορά που έγινε τύφλα στο μεθύσι ήταν στα μέσα του Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς. Τότε που η αδερφή του τον πληροφόρησε ότι η Σάνια είχε γεννήσει ένα υγιέστατο κοριτσάκι βάρους τριών κιλών μετά από δύσκολο τοκετό. Μαζί με τα μπουκάλια ουίσκι που τον συντρόφεψαν, εκείνο το βράδυ στο γραφείο του ήταν εκτυπωμένες και στοιβαγμένες και οι πεντακόσιες ενενήντα σελίδες του καινούριου του βιβλίου. 596


Μεθυσμένος έβαλε την τελευταία τελεία και μεθυσμένος έγραψε με μαύρο μελάνι τον τίτλο: Ψυχές Δαιμόνων. Παρά το γεγονός ότι η ιστορία του μεσαιωνικού του ζευγαριού κατέληγε τραγικά, το μυθιστόρημά του έκανε ρεκόρ πωλήσεων στην Ευρώπη και την Αμερική, και τέσσερις μόλις μήνες μετά την έκδοσή του η παραχώρηση των δικαιωμάτων για την κινηματογραφική του μεταφορά τον έφερε στις πρώτες θέσεις της λίστας των πλουσιότερων ανθρώπων της Γαλλίας.

Ιούλιος 2009, Ελλάδα ΔΕΝ ΤΗΣ ΕΛΕΙΠΕ ΤΙΠΟΤΑ, αλλά οι στιγμές ήταν ακόμα εκεί. Έρχονταν απροειδοποίητα, συνήθως όταν ήταν μόνη, και κατάφερναν πάντοτε να διώχνουν τη χαρά απ’ το πρόσωπό της και να της στερούν την αισιοδοξία και την πίστη που έκαναν τα βήματά της σταθερά και τη ζωή της γεμάτη. Ήταν εκείνες οι ύπουλες στιγμές που οι σκέψεις της αδιαφορούσαν για τα σύνορα και τις απαγορεύσεις, ψάχνοντας επίμονα προορισμούς που της έφερναν θλίψη και μελαγχολία. Πάλεψε πολύ και πάλευε ακόμα να τον ξεχάσει, αλλά της ήταν αδύνατο. Τώρα που ο Άλεξ Γκρέι δεν κρυβόταν, τώρα που όλος ο κόσμος ήξερε πως ήταν το ίδιο πρόσωπο με τον Ραφαέλ Άλντες, όλες οι προσπάθειές της να αποκοπεί από τις αναμνήσεις έπεφταν στο κενό. Τα βιβλία του τα έβλεπε στο δρόμο της, αφού φιγουράριζαν σε κάθε βιτρίνα βιβλιοπωλείου, από τα μεγαλύτερα της χώρας μέχρι τα μικρότερα και συνοικιακά. Ο εκδοτικός οίκος που είχε τα δικαιώματα της κυκλοφορίας των βιβλίων του στην Ελλάδα είχε κάνει μια εξαιρετική διαφημιστική καμπάνια και προωθούσε τις Ψυχές Δαιμόνων με ρυθμούς καταιγιστικούς: Το ραδιόφωνο, η 597


τηλεόραση και ο Τύπος είχαν κάνει τον Ραφαέλ Άλντες ήρωα μυθικών διαστάσεων, αφού δεν παρέλειπαν να υπενθυμίζουν την τραγική προσωπική του ιστορία, και κυρίως την καταγωγή του, που γέμιζε αυτή τη μικρή χώρα με περηφάνια. Δεν υπήρχε πλέον άνθρωπος στην Ελλάδα που να μη γνώριζε το τέχνασμα που είχε σκαρφιστεί ο Ρωμανός Κατράς για να αποδείξει την αθωότητά του τις νομικές και ποινικές επιπλοκές του οποίου ρύθμισαν χωρίς εντάσεις οι δυο χώρες. Δεν υπήρχε τηλεοπτικός σταθμός που να μην είχε παίξει κατά κόρον τα πλάνα της σύλληψης του υποτιθέμενου Ρωμανού και της μεταφοράς του στις φυλακές, όπως και τις δηλώσεις του μετά το επίσημο κλείσιμο της υπόθεσης. Όλα τα κανάλια ανεξαιρέτως, από αυτά με πανελλαδική εμβέλεια μέχρι τα περιφερειακά, είχαν κάνει αναλύσεις επί αναλύσεων στις λίγες εικόνες του Άλεξ Γκρέι, του υποτιθέμενου εκπροσώπου της Γαλλικής Αστυνομίας και προσωπικού ψυχιάτρου του Ρωμανού Κατρά, τονίζοντας το ευφυές παιχνίδι ρόλων που μοναδικό σκοπό του είχε την ανακάλυψη του αληθινού ενόχου. Ο Ρωμανός Κατράς και τα κατορθώματά του ήταν για πολλούς μήνες το αγαπημένο θέμα συζήτησης όλων, από τον περιπτερά της γειτονιάς της μέχρι το υπουργικό συμβούλιο. Κι αν τα λαγωνικά του Τύπου είχαν αποτύχει μέχρι τώρα να προσεγγίσουν το κτήμα του και να του αποσπάσουν μια μικρή, έστω, δήλωση, δε συνέβη το ίδιο με τις λεπτομέρειες του παρελθόντος του. Εκείνη η δαιμόνια Γαλλίδα ρεπόρτερ που κατάφερε να αποσπάσει ελάχιστες πληροφορίες από κάποιο φίλο του, πρώην συνάδελφό του στη Λεγεώνα των Ξένων, έγινε διάσημη εν μία νυκτί. Και η ζωή του Ρωμανού Κατρά-Άλεξ Γκρέι μετατράπηκε σε λαϊκό ανάγνωσμα σε όλες τις χώρες όπου κυκλοφορούσαν τα βιβλία του Ραφέλ Άλντες. 598


Τακτοποίησε το σεντονάκι πάνω από την κοιμισμένη κορούλα της και κάθισε δίπλα στην κούνια της χαζεύοντας τις πτυχές της χαρούμενης παιδικής κουρτίνας. Πώς να ξεχνούσε έτσι; Πώς να τον έδιωχνε απ’ το μυαλό της; Πέρα από την καθημερινή εξιστόρηση των ανδραγαθημάτων του που ανέχτηκε επί μήνες, είχε να αντιμετωπίσει και την ασφυκτική πίεση του Τύπου για τη διαλεύκανση του μυστηρίου του γάμου τους. Τα στόματα δεν έκλειναν παρά τις δηλώσεις της. Είχαν ερωτευτεί στ’ αλήθεια; Ο γάμος τους ήταν αποτέλεσμα κεραυνοβόλου έρωτα, όπως είχαν πει στην αρχή, ή ακόμα ένα κόλπο για να θολώσουν τα νερά; Γιατί βρίσκονταν μακριά τόσο καιρό και για ποιο λόγο ο Άλεξ Γκρέι δεν ήταν παρών στη γέννηση του παιδιού του, αφού ήταν δικό του, όπως είχε ξεκαθαρίσει εξαρχής η Σάνια; Κάτι τέτοιες στιγμές, στιγμές σαν κι αυτή που αγωνιζόταν να ξεφύγει από το παρελθόν και να γαντζωθεί γερά στο παρόν, η κόρη της ήταν η μοναδική σανίδα σωτηρίας. Όλα της τα όνειρα άρχιζαν και τέλειωναν σε αυτό το παιδί, σε αυτό το μικρό πλάσμα που είχε γεννηθεί από ένα καπρίτσιο της τύχης, αλλά θα μεγάλωνε σαν να είχε έρθει στον κόσμο από επιθυμία κι αγάπη. Κάτι τέτοιες στιγμές έσφιγγε τα δόντια κι αρνιόταν να υποκύψει στην ανάγκη να ελπίσει, να φανταστεί, να πιστέψει πως στην επόμενη σελίδα του παραμυθιού δεν παραμόνευαν κακοί δράκοι αλλά νεράιδες και ονειρεμένα τοπία. Κάτι τέτοιες στιγμές πάσχιζε να εμποδίσει τα δάκρυα επειδή της έλειπε κι επειδή λαχταρούσε με όλη της την ψυχή να νιώσει ξανά τα χάδια του και να βρει όσο κουράγιο είχε χάσει στα φιλιά του. Αυτές τις στιγμές θυμόταν πως τον είχε αγαπήσει και με πόνο παραδεχόταν πως τον αγαπούσε ακόμα. Έβγαλε από το συρτάρι του κομοδίνου της το τελευταίο του βιβλίο κι άγγιξε τρυφερά το σκληρό μαύρο εξώφυλλο. Ψυχές 599


Δαιμόνων, διάβασε γι’ ακόμα μία φορά τον τίτλο του και ανατρίχιασε. Δίσταζε να το αρχίσει. Το είχε αγοράσει την πρώτη μέρα που κυκλοφόρησε, κι ακόμα δεν είχε βρει το θάρρος ούτε να το ξεφυλλίσει. Ήξερε πολύ καλά’πως δεν είχε καλό τέλος. Ήξερε πολύ καλά πως την ψυχή δαίμονα την κουβαλούσε ο Λούξορ, και πως θύμα των σκοταδιών της ήταν η Έλινορ. Ήξερε πολύ καλά επίσης ποια είχε στο μυαλό του ο Άλεξ την ώρα που επινοούσε την ηρωίδα του. Δεν το άντεχε αυτό. Κι αν έκρινε από το τρέμουλο του χεριού της πάνω στο εξώφυλλο, μάλλον δε θα διάβαζε ποτέ αυτό το μυθιστόρημα. Ξαφνικά το μωρό άρχισε να βήχει δυνατά κι η προσοχή της στράφηκε πάνω του. Το σήκωσε απ’ την κούνια και το έκλεισε τρυφερά στον κόρφο της. Χτύπησε απαλά την πλατοΰλα του, αλλά ο βήχας αντί να καλμάρει έγινε δυνατότερος. Έντρομη η Σάνια είδε το πρόσωπο του βρέφους να μελανιάζει. Άρπαξε το κινητό της και κάλεσε ασθενοφόρο, αδυνατώντας να δώσει λογικές απαντήσεις στις ερωτήσεις που της έκαναν. Η κόρη της άρχισε να έχει σπασμούς την ώρα που οι γιατροί ετοιμάζονταν να την υποβάλουν κατεπειγόντως σε καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση. ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ, ΓΑΛΛΙΑ Το τηλέφωνο χτύπησε μέσα στη νύχτα, την ώρα που έδενε τη ρόμπα του κι ετοιμαζόταν να ξαποστείλει ευγενικά τη νεαρή καλλονή απ’ το κρεβάτι και το σπίτι του. Η κοπέλα σταύρωσε ατάραχη τις γάμπες της καπνίζοντας το τσιγάρο της, κι εκείνος προσπέρασε τις πεταμένες γόβες και τα σέξι εσώρουχα προκειμένου να φτάσει στην ασύρματη συσκευή. «Κάνε μου τη χάρη να ντυθείς», είπε στο κορίτσι πριν 600


απαντήσει στο τηλέφωνο. Ο τόνος της φωνής του ήταν περιφρονητικός, όπως και το βλέμμα του, αλλά η κοπέλα δε φάνηκε να το καταλαβαίνει. Γι’ αυτό τον αγνόησε και φύσηξε αυτάρεσκα τον καπνό της κοιτώντας το βαθύ κόκκινο χρώμα των νυχιών της. «Άλεξ;» «Ποιον περίμενες να ακούσεις, αδερφούλα;» κορόιδεψε τον ερωτηματικό τόνο της φωνής της. «Και γιατί με καλείς μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα;» συνέχισε ενοχλημένος. «Δεν είχα καταλάβει ότι μου είχες βάλει και ωράριο κλήσεων» αγρίεψε κι εκείνη. «Στο κάτω κάτω, μπορεί να ήθελα μονάχα να σε ακούσω, να δω τι κάνεις—» «Με τον Ζακ στο πλευρό σου δεν υπάρχει περίπτωση να σου λείπω τόσο. Τα είπαμε τις προάλλες. Άλλωστε, κάνετε διακοπές—» Αναγκαστικά πέρασε το χέρι του πάνω απ’ το γυμνό στήθος της κοπέλας για να πιάσει το πούρο του. Το έκοψε και το άναψε νευρικά. «Τέλος πάντων, σε ακούω», κατέληξε απότομα. «Να— έγινε κάτι χτες το βράδυ—» «Είσαι καλά;» «Ναι». «Ο Ζακ είναι καλά;» «Ναι». «Ο ανιψιός μου;» 601


«Ναι, γαμώτο!» «Τότε δε μ’ ενδιαφέρει να ακούσω τίποτ’ άλλο». «Μην τολμήσεις να μου κλείσεις το τηλέφωνο, Ρωμανέ!» «Άλεξ», τη διόρθωσε με φωνή που πρόδιδε πως θα ακολουθούσε πολύ άσχημο ξέσπασμα. «Το παιδί σσ— το παιδί της Σάνιας είναι στην εντατική», του είπε βιαστικά η Μαρία. «Κόντεψε να πεθάνει. Το επανέφεραν οι γιατροί και τώρα είναι διασωληνωμένο, σε κρίσιμη κατάσταση». Ακολούθησε σιγή. «Μ’ ακούς, Άλεξ;» Η Μαρία δεν έκρυβε τον εκνευρισμό της. «Ελπίζω να διαφύγει τον κίνδυνο». «Αυτό έχεις μόνο να πεις;» «Και κάτι άλλο». Φύσηξε τον καπνό του πούρου με τόση δύναμη, που είδε τις βαριές κουρτίνες να κινούνται ελαφρά. «Πως αν διανοηθείς να με ξαναπάρεις για να μου μεταφέρεις νέα δικά της και του παιδιού της, θα ιδωθούμε ξανά την επόμενη δεκαετία». «Δεν είσαι τόσο παλιάνθρωπος όσο θέλεις να δείχνεις». «Διορθώνω: την επόμενη εικοσαετία». «Άλεξ, για το Θεό! Δεν καταλαβαίνω τι δαίμονες σε έχουν κυριεύσει! Η μικρή είναι κόρη σου! Μέτρα τις μέρες, γαμώτο! 602


Ένα κι ένα κάνουν δύο, απλά μαθηματικά είναι!» «Καληνύχτα, Μαρία». «Σε παρακαλώ, μη—» Δεν κάθισε να ακούσει τα παρακάλια της. Αποσύνδεσε το τηλέφωνο, εντόπισε το κινητό του και το έκλεισε κι αυτό. Δεν είχε νόημα να πείσει ούτε την αδερφή του ούτε κανέναν άλλο γι’ αυτό που ήξερε. Κι αν εξακολουθούσαν όλοι να μη σέβονται τη μία και μοναδική του επιθυμία να μην ακούει λέξη για τη Σάνια Παρίση, θα αναγκαζόταν να πάρει πιο δραστικά μέτρα. Ήθελε να προχωρήσει στη ζωή του. Ήθελε να απαλλαγεί μια και καλή από το φάντασμά της και να πάψει να βασανίζεται απ’ τη θύμηση της αγγελικής της μορφής και των μεγάλων γαλάζιων ματιών της που είχαν κάνει κατάληψη στο συνειδητό και στο ασυνείδητό του. Κι ήθελε να πάψει επιτέλους να σιχαίνεται τον εαυτό του που φερόταν τόσο άκαρδα στα ανύποπτα θηλυκά μόλις χόρταινε τη σάρκα του. Το τέρας είχε γίνει ακόμα χειρότερο τον τελευταίο καιρό. Η οργή ήταν πλέον μόνιμο κουσούρι του ήταν οργισμένος ακόμα και τις ώρες που κοιμόταν. «Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε η κοπέλα με αυθεντική ανησυχία στα ωραία πράσινα μάτια της. «Συμβαίνει πως πρέπει να φύγεις». «Μέσα στη νύχτα; Από αυτό το βουνό;» «Θα φωνάξω κάποιον να σε πάει στην πόλη». «Μα γιατί;» 603


«Σε δέκα λεπτά να είσαι έτοιμη». Εγκατέλειψε την κρεβατοκάμαρά του και κατέβηκε στο σαλόνι. Ο Κινγκ κλαψούρισε μόλις τον είδε, πιάνοντας αμέσως την κακή του διάθεση. Ο Άλεξ γονάτισε δίπλα του και του χάιδεψε αφηρημένος τη μουσούδα. Ο σκύλος αντιλήφθηκε τότε πως θα περνούσε πάλι μια άγρυπνη νύχτα με το αφεντικό του. ΕΛΛΑΔΑ Τηρούσαν όλοι σιγήν ιχθύος. Νοσοκόμες και γιατροί μπαινόβγαιναν συνεχώς στην εντατική χωρίς να της λένε το παραμικρό. Δεν είχε σημασία αν ήταν η Σάνια Παρίση-Γκρέι. Δεν είχε σημασία αν ο θείος της ήταν υπουργός, άρα οι πιέσεις που, μοιραία, δέχονταν ήταν ακόμα μεγαλύτερες. Δεν είχε σημασία αν ήταν άυπνη τρία εικοσιτετράωρα κι εκλιπαρούσε κλαίγοντας να μάθει κάτι για την κατάσταση της κόρης της. Τα στόματα είχαν σφραγιστεί ερμητικά και τα βλέμματα όλων την προσπερνούσαν πεισματικά, αφού πρώτα έδειχναν κατανόηση και συμπόνια. Είχε φτάσει στο σημείο να μην αναγνωρίζει πια τα πρόσωπα που της έλεγαν μερικά λόγια παρηγοριάς και την αγκάλιαζαν για να της δώσουν δύναμη. Ο Παύλος, τα κορίτσια και οι γονείς της ήταν διαρκώς μαζί της, αλλά τώρα δεν μπορούσε πια να θυμηθεί ποιοι άλλοι έτρεξαν να της συμπαρασταθούν. Θα πρέπει να ήταν πρώην συνάδελφοί της και κάποιοι παλιοί της φίλοι. Θυμόταν αμυδρά ορισμένα μέλη του υπηρετικού προσωπικού που πέρασαν για να της σφίξουν το χέρι. Ήταν κι άλλοι πολλοί, γνωστοί και άγνωστοι, που πληροφορήθηκαν τα νέα απ’ τις ειδήσεις κι έσπευσαν να της πουν από κοντά να έχει δύναμη και πίστη.

604


Τα μάτια της ήταν θολά, γεμάτα μαύρους κύκλους. Δεν έτρωγε, δεν έπινε κι αρνιόταν να εγκαταλείψει τον καναπέ στην αίθουσα αναμονής της εντατικής παρά τις προτροπές των γιατρών και τις αυστηρές προειδοποιήσεις για την υγεία της. Δεν την ενδιέφερε. Ήταν ένα με την κόρη της. Οι αδύναμες ανάσες της ήταν ίδιες με τις δικές της. Τη μάχη της για τη ζωή την έδινε κι εκείνη, που έβλεπε τα λεπτά να περνούν ασθμαίνοντας και υποφέροντας όσο ποτέ. Το ήξερε ήξερε πολύ καλά πως αν την έχανε θα χανόταν μαζί της. Ένιωσε κάποιον να την αγκαλιάζει και να τη φιλά στο μάγουλο με αγάπη. Μόλις αναγνώρισε την επισκέπτρια, ξέσπασε σε λυγμούς. «Μαρία—» ψέλλισε μ’ ένα σκάρτο χαμόγελο και μάτια που αγωνίζονταν να βγάλουν απ’ τα βάθη τους έστω μια λάμψη. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες—» Στο άλλο της πλευρό βρέθηκε κι ο Ζακ. Μουρμούριζε κάτι που μάλλον ήταν βρισιά, κι οι γροθιές του σφίγγονταν σαν να ήταν έτοιμες να εξαπολύσουν χτυπήματα παντού. Τη φίλησε κι αυτός, αλλά αδέξια, αμήχανα, με μια υποψία ενοχής που δεν ήταν δική του. Κοιτάχτηκαν, και στο επόμενο κύμα λυγμών βρήκε καταφύγιο στην αγκαλιά του. «Δε μου λένε τίποτα— » είπε με παράπονο. «Ρωτάω— ρωτάω — και δε μου λένε τίποτα. Το μωρό μου κινδυνεύει, Ζακ. Η κορούλα μου δεν είναι καλά—» Στη μικρή τους παρέα προστέθηκε κι ο Παύλος, που στάθηκε όρθιος απέναντί τους με τα χέρια στις τσέπες. Ήταν κι αυτός σε άθλια κατάσταση: αξύριστος, άγρυπνος, με ρούχα τσαλακωμένα και βρόμικα απ’ την τριήμερη παραμονή του στο νοσοκομείο. Το κινητό του χτυπούσε ακατάπαυστα και δεν έκανε πια τον κόπο να το σηκώσει. Ήταν εξαντλημένος και δεν είχε τη 605


δύναμη ούτε να απαντήσει. «Δε μου χε δείξει κανένα σημάδι— τίποτα— » μονολόγησε η Σάνια μέσα στην αγκαλιά του Ζακ. «Δεν είχα καταλάβει. Μήπως έπρεπε να το είχα δει; Μήπως μου ξέφυγε κάτι; Εγώ φταίω— Αχ, εγώ φταίω—» Η Μαρία πετάχτηκε απ’ τη θέση της θυμωμένη και πήγε στην άλλη άκρη της αίθουσας για να μη φανεί πόσο δυνατό ήταν και το δικό της κλάμα. Ο Παύλος την πλησίασε και στάθηκε απέναντί της κοιτώντας τη λυπημένος. Τη συμπονούσε. Το πρόσωπό της καθρέφτιζε τις ενοχές του αδερφού της και όλη την ντροπή που κανονικά έπρεπε να βαραίνει εκείνον. «Του το είπες;» θέλησε να μάθει μόλις κόπασε κάπως το ξέσπασμά της. Έβγαλε ένα μαντίλι απ’ την τσέπη του και της το έδωσε. «Πιστεύει πως δεν είναι δικό του το παιδί», απάντησε με μια ανάσα. «Κι αν κρίνω από την ανύπαρκτη κοινωνική ζωή της Σάνιας αφότου χώρισαν μέχρι τώρα, είμαι σίγουρη ότι νομίζει πως εσύ είσαι ο πατέρας». Αν δεν το εμπόδιζε με λύσσα, θα φαινόταν κι η δική του ενοχή. Ο Άλεξ Γκρέι δεν είχε ενημερώσει λοιπόν ούτε την ίδια του την αδερφή για την κουβέντα που είχαν οι δυο τους λίγο πριν αναχωρήσει οριστικά για τη Γαλλία. Κράτησε την πληροφορία μέσα του, την πίστεψε και ζούσε μ’ αυτή χωρίς να μπει ποτέ στον κόπο να την εξακριβώσει. «Εγώ όμως ξέρω πως δεν ‘·ίσαι!» συνέχισε η Μαρία οργισμένη. «Εγώ ξέρω πολύ καλά πως εκεί μέσα χαροπαλεύει αυτή τη στιγμή η ανιψιά μου, η κόρη του αδερφού μου, η 606


ξαδέρφη του γιου μου. Εγώ ξέρω, Παύλο! Ξέρω!» «Έγιναν λάθη—» είπε αδύναμα εκείνος. «Από όλους μας—» «Πες μου—» Τον άδραξε απ’ το τσαλακωμένο του πουκάμισο και τον κοίταξε άγρια. «Υπάρχει στ’ αλήθεια κάποιος λόγος για να μην είναι αυτοί οι δύο μαζί; Η Σάνια έχει καταντήσει ένα ζωντανό φάντασμα κι ο αδερφός μου μια σκιά που βρίζει και μπεκροπίνει όλη την ώρα. Δε μου κάνει καρδιά ούτε να τον βλέπω ούτε να τον ακούω πια. Αν μπορούσα να ζήσω σε άλλο πλανήτη για να μη νιώθω τον πόνο του, θα το έκανα ευχαρίστως!» «Ήταν επιλογή τους», προσπάθησε να αμυνθεί εκείνος. «Κανείς δεν τοϋς το επέβαλε, Μαρία. Άλλωστε, ποιανού το μέρος περίμενες να πάρω;» «Τώρα είναι αργά—» Η Μαρία κατέβασε τα χέρια κι έσκυψε το κεφάλι. «Τώρα κι εγω κι εσύ και όλοι μας θα πρέπει να ζούμε με τη γνώση πως θα περάσουν και οι δυο την υπόλοιπη ζωή τους μ’ ένα κενό που δε θα γεμίσει ποτέ. Απ’ το ένα χτύπημα στο άλλο. Συνέχεια— συνέχεια—» Ξαφνικά η πόρτα της εντατικής άνοιξε και βγήκε ο γιατρός που είχε αναλάβει το μωρό από την πρώτη στιγμή. Η Σάνια πετάχτηκε αμέσως και κρεμάστηκε σχεδόν από πάνω του. «Τι συμβαίνει, γιατρέ;» ρώτησε τρέμοντας. «Ελάτε— ηρεμήστε λίγο, κυρία Γκρέι. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως το κοριτσάκι διέφυγε τον κίνδυνο. Μόνο που —» Δίστασε. Είδε τα μάτια όλων να καρφώνονται πάνω του, αλλά εκείνος αναζήτησε μόνο το βλέμμα του θείου της. «Θα ήθελα να σας δω ιδιαιτέρως, κύριε Μαρκάτο». Ξερόβηξε κι έκανε ένα καθησυχαστικό νεύμα στη Σάνια. «Δεν είναι τίποτα σπουδαίο— Να, πρόκειται για κάποια τυπικά θέματα που 607


αφορούν στη νοσηλεία του παιδιού—» «Μπορώ να τη δω;» ρώτησε με ελπίδα η Σάνια. «Αύριο το πρωί», της υποσχέθηκε ο γιατρός. «Κι αφού σας εγγυώμαι ότι το παιδί θα περάσει μια ήσυχη νύχτα, προτείνω να κάνετε το ίδιο κι εσείς. Οι νοσοκόμες θα σας οδηγήσουν σε κάποιο δωμάτιο, αν δε θέλετε να φύγετε από το νοσοκομείο». Η Σάνια αποφάσισε να εμπιστευτεί το γιατρό. Ήξερε πως είχε κάνει τα πάντα για να βοηθήσει την κόρη της και διαισθανόταν πως ήταν ειλικρινής. «Εντάξει—» συμφώνησε, κι αφού χαιρέτησε αδύναμα τους επισκέπτες της, αφέθηκε στην τρυφερή καθοδήγηση μιας νοσοκόμας. ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ, ΓΑΛΛΙΑ Έτρεχε με δαιμονισμένη ταχύτητα κατά μήκος του κτήματος καβάλα στον Ντάρκο, που για πρώτη φορά εκδήλωνε σημάδια κούρασης. Ο Κινγκ είχε παρατήσει την προσπάθεια να παραβγεί τον επιβήτορα σε γρηγοράδα απ’ τα μισά κιόλας της διαδρομής. Τώρα πήγαινε αργά, με τη γλώσσα να κρέμεται στο πλάι αγκομαχώντας. Ο Άλεξ σταμάτησε το άλογο κι έριξε μια ματιά πίσω του. Ξεπέζεψε βλαστημώντας που δεν μπορούσε να κάνει αυτό που ήθελε ούτε καν με τα πιοτά ζωντανά του, και έδεσε τον Ντάρκο σ’ ένα δέντρο. Η ζέστη του μεσημεριού τον χτύπησε στο πρόσωπο. Ένας καυτός νοτιάς ανακάτεψε τα μαλλιά του, που είχαν μακρύνει αρκετά, κι ανέμισε το πουκάμισό του. «Στο διάβολο κι αυτό—» μονολόγησε βγάζοντας το ρούχο από πάνω του και πετώντας το έπειτα κουβάρι σ’ ένα θάμνο. «Στο διάβολο όλοι και όλα!» 608


Θα πρέπει να είχε στείλει στον αγύριστο ακόμα και τα πετραδάκια που ενοχλούσαν τις σόλες απ’ τις μπότες του, όταν είδε τον Κινγκ να τον πλησιάζει κατάκοπος και να σωριάζεται δίπλα του. Διψούσε, αλλά εκεί που βρίσκονταν τώρα, στην πιο ερημική άκρη του κτήματος, μόνο μια βροχή θα μπορούσε να σβήσει τη δίψα του. Ξεστόμισε άλλη μια βλαστήμια, απ’ τις αμέτρητες που είχε κατεβάσει από το πρωί. Τα πάντα είχαν στραβώσει. Ούτε μια βελτίωση στην άχαρη καθημερινότητά του ούτε μια μικρή, τόση δα ασήμαντη χαρά, για να νιώσει πως προχωρούσε και πως είχε απαλλαγεί πια απ’ τα δεσμά του παρελθόντος. Δεν είχε καν την ησυχία του το μόνο αχώριστο σύντροφο εκτός απ’ τον Ζακ και τον Κινγκ, στον οποίο μπορούσε να καταφύγει για να γαληνέψει την ψυχή του. Είχε υπολογίσει λάθος. Νόμισε πως η μία και μοναδική εμφάνιση του Ραφαέλ Άλντες θα ικανοποιούσε την περιέργεια των ανθρώπων και θα έδινε σιγά σιγά ένα τέλος στις ερωτήσεις. Σφάλμα μεγάλο κτ ολέθριο σφάλμα: γιατί από εκείνη τη νύχτα και μετά, στα φαντάσματα του χτες προστέθηκε η ηρεμία του. Όλοι έψαχναν να βρουν κάτι, το παραμικρό. Κι όταν το έβρισκαν, τα αποτελέσματα των ερευνών τους έμπαιναν στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων. Σαν να είχαν αδελφοποιηθεί ξαφνικά όλοι οι δημοσιογράφοι του κόσμου, ένωναν τις δυνάμεις και τις πληροφορίες τους για να συμπληρώνουν μέρα με τη μέρα το παζλ και να συνθέτουν την ιστορία της ζωής του. Όχι, δεν το περίμενε αυτό. Μένοντας τόσα χρόνια έξω απ’ την πραγματικότητα των μεγαλουπόλεων, αγνοώντας τους κανόνες του σταρ σίστεμ, δεν είχε καν 609


διανοηθεί τη χιονοστιβάδα που θα προκαλούσε εκείνη η μία και μοναδική του εμφάνιση. Τώρα κάθε καινούρια φωτογραφία του είχε γίνει έπαθλο χιλιάδων ευρώ. Τώρα οι σκαπάνες της περιέργειας χτυπούσαν αλύπητα τα θεμέλια της ζωής του για να εντοπίσουν ακόμα ένα εύρημα και να χυθεί περισσότερο μελάνι στις αναλύσεις των αποκαλύψεων. Φαύλος κύκλος. Έγινε ήρωας στην πατρίδα του χωρίς να το επιδιώξει και στόχος τολμηρών δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ στα βουνά του, που μέχρι πριν από λίγο καιρό φιλοξενούσαν μόνο άγρια ζώα κι αρπακτικά πτηνά. Η εικοσιτετράωρη φύλαξη της περίφραξης του πύργου ήταν απαραίτητη πια. Όπως και η αλλοφροσύνη του στις ελάχιστες εκείνες περιπτώσεις που η πονηριά των περίεργων διαπέρασε το άβατο του χώρου του και ορισμένοι κατάφεραν να διανύσουν λίγα μέτρα στη γη του. Ακούγοντας τώρα τον καλπασμό δύο αλόγων που τον πλησίαζαν, ήξερε χωρίς να κοιτάξει τι είχε συμβεί πάλι. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και παρέμεινε ατάραχος να ατενίζει τις κατάφυτες πλαγιές μπροστά του, προβλέποντας με ακρίβεια ακόμα και τις λέξεις που θα ακολουθούσαν. «Άλλος ένας δημοσιογράφος, κύριε Γκρέι. Τι θέλετε να κάνουμε;» «Τη βρήκαμε στο Κεφάλι της Αλεπούς, κύριε Γκρέι. Τι θέλετε να κάνουμε;» Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν ελαφρά με έκπληξη. Η πιο δύσβατη περιοχή του κτήματος, αυτή που οι ντόπιοι ονόμαζαν Κεφάλι της Αλεπούς, ήταν μια πραγματικά έξυπνη επιλογή. Χαμογέλασε σκεπτόμενος την τόλμη της δημοσιογράφου. 610


Μάντευε την όψη της εκείνη τη στιγμή. Έβλεπε ήδη με τη φαντασία του τη φρίκη στο βλέμμα της καθώς θα αντίκριζε τα σημάδια στο σώμα του αλλά και το φόβο για την αναμενόμενη αντίδρασή του. Μπράβο της! Μετά τα όσα είχαν πάθει οι άλλοι συνάδελφοί της που είχαν τολμήσει να εισβάλουν στο κτήμα του, ήθελε κότσια μεγατόνων το εγχείρημά της. Γύρισε να την κοιτάξει. Άλλη μία έκπληξη. Περίμενε κάποια ζόρικη ρεπόρτερ γύρω στα σαράντα με βλέμμα υπεροπτικό, κι αντί γι’ αυτό είδε ένα κοριτσάκι να τον κοιτάζει με τρόμο. Ήταν μια σταλιά, ένα κι εξήντα με το ζόρι, αδύνατη σαν αθλήτρια της ενόργανης, με πρόσωπο κουκλίστικο και μάτια σαν γαλάζια ζαφείρια. Έκλαιγε, έτρεμε σύγκορμη κι ανάσαινε κοφτά λες κι από στιγμή σε στιγμή’θα της απαγόρευαν να αναπνέει. «Γυρίστε στις δουλειές σας», αποκρίθηκε απαλά, καταλαβαίνοντας ενστικτωδώς πως αν η φωνή του έβγαινε έστω και μια ιδέα πιο τραχιά, το λιλιπούτειο πλάσμα μπροστά του θα λιποθυμούσε. Απέφυγε ακόμα και να την πλησιάσει. Την είδε να σφίγγει πάνω της τη σπασμένη φωτογραφική μηχανή της και τη λυπήθηκε. «Πώς σε λένε;» τη ρώτησε ήρεμα. «Ερμιόνη, μεσιέ». Τα γαλλικά της είχαν προφορά. «Είσαι Ελληνίδα;» μάντεψε εκείνος. Το κορίτσι ένευσε καταφατικά. Ο καλπασμός των αλόγων των αντρών που την ανακάλυψαν άρχισε να εξασθενεί. Η μικρή της παλάμη έγινε μαντίλι για τα δάκρυά της αλλά και τη μύτη της, που τη ρουφούσε νευρικά τόση ώρα.

611


«Για ποιον δουλεύεις;» τη ρώτησε στα ελληνικά. «Για την Αιχμή, κύριε. Ζω στο Παρίσι τα τελευταία δύο χρόνια κι έχω αναλάβει το ρεπορτάζ από τη Γαλλία. Μου υποσχέθηκαν πως, αν καταφέρω να σας τραβήξω μια φωτογραφία -κι ακόμα καλύτερα, αν καταφέρω να σας πάρω συνέντευξη-, θα πάρω προαγωγή. Προσπάθησα—» κατέληξε χαμηλώνοντας τα μάτια. Έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή από το λαιμό της και του την έδειξε. «Μου την έσπασαν οι άντρες σας. Τους εξήγησα ότι δεν είχα τραβήξει τίποτα σπουδαίο, αλλά δε με πίστεψαν. Κατέστρεψαν το φιλμ και μου την έσπασαν—» «Μπορείς πάντα να περιγράψεις όσα είδες». Αυτή τη φορά την πλησίασε. «Κι αν η πένα σου είναι γερή, Ερμιόνη, μπορείς ακόμα να κερδίσεις την προαγωγή σου». «Μα δε θα πω κάτι καινούριο. Τι να πω; Για τις ουλές και τα σημάδια; Για το γεγονός πως τρέχετε σαν τρελός πάνω σ’ ένα μαύρο άλογο; Για τον πιστό σας σκύλο και το μυστηριώδη πέτρινο πύργο σας; Τα ξέρουν όλα αυτά, κύριε Γκρέι. Τα ήξερα κι εγώ πριν έρθω— » «Αλλά ήθελες μια φωτογραφία». «Ναι». «Και μερικές απαντήσεις στις ερωτήσεις σου». «Ναι». «Έχεις πολύ ωραία μάτια, Ερμιόνη». Γέλασε όταν την είδε να αιφνιδιάζεται. «Πολύ όμορφα και πολύ καθαρά γαλάζια μάτια. Με πέτυχες στις καλές μου. Γι αυτά τα μάτια, θα μου κάνεις και δύο ερωτήσεις που θα απαντηθούν. Μόλις όμως πάρεις τις απαντήσεις σου, θα φύγεις. Για τη φωτογραφία δεν μπορώ να 612


κάνω τίποτα. Θα πρέπει όλοι να αρκεστείτε σε αυτές που τραβήξατε στην πρεμιέρα της ταινίας κι όταν με ξέρατε ως ψυχίατρο του Ρωμανού Κατρά και σύζυγο της Σάνιας Παρίση». «Πήρατε διαζύγιο;» «Μόλις σπατάλησες την πρώτη σου ερώτηση». Την είδε να μουτρώνει με την απερισκεψία της και γέλασε. «Όχι ακόμα, είναι η απάντησή μου». Η κοπέλα βρήκε το θάρρος να αναμετρηθεί με το βλέμμα του. Δε φάνηκε να ζορίζεται ιδιαίτερα για να σκεφτεί τη δεύτερη ερώτησή της. Η έξαψη στο πρόσωπό της φανέρωνε πως την είχε ήδη έτοιμη στο μυαλό της. «Η κόρη σας γλίτωσε απ’ του χάρου τα δόντια. Γιατί δεν ήσασταν στο πλευρό της εκείνες τις δύσκολες ώρες, κύριε Γκρέι;» Κι αν ταράχτηκε με την ερώτηση, δεν το έδειξε. «Θα γράψεις ακριβώς αυτό που θα σου πω», τη διέταξε μιλώντας επίπεδα. «Σας το υπόσχομαι». «Αν αθετήσεις το λόγο σου, εσύ και το έντυπο όπου εργάζεσαι θα χρεοκοπήσετε στα δικαστήρια». «Δε θα τον αθετήσω, κύριε». «Ωραία». Την κοίταξε σκληρά. «Γράψε λοιπόν πως δεν ήμουν εκεί γιατί η σύζυγός μου δεν το επιθυμούσε. Γράψε επίσης πως συμφωνήσαμε να έχω τυπικό ρόλο στη ζωή του παιδιού μας, ο οποίος αρχίζει και τελειώνει στην οικονομική συνδρομή για την ανατροφή του. Τέλος, γράψε πως 9 γάμος μου με τη δεσποινίδα 613


Παρίση ήταν ένα λάθος που έγινε και πέρασε, όπως όλα γίνονται και περνούν σ’ αυτή τη ζωή». Η κοπέλα τον κοίταξε απορημένη, αλλά δεν τόλμησε να κάνει καμία άλλη ερώτηση. Ξανακρέμασε στο λαιμό της τη φωτογραφική της μηχανή κι επανέλαβε μηχανικά τα λόγια του, σημειώνοντας ταυτόχρονα μανιωδώς, για να τον βεβαιώσει πως δε θα έγραφε καμία ανακρίβεια. «Και τώρα θα πρέπει να μου πείτε πώς θα φύγω από δω—» κατέληξε κοιτώντας τα ψηλά βουνά προβληματισμένη. «Με όλη αυτή τη φασαρία έχασα το κινητό μου και δεν μπορώ να ειδοποιήσω τους συνεργάτες μου. Μήπως—» «Δεν πρόκειται να μπεις στο σπίτι μου, Ερμιόνη», της είπε κοφτά. «Όσα είδες είδες κι όσα έμαθες έμαθες. Θα σε πάω τώρα μέχρι την κεντρική πύλη με το άλογο, κι από κει και πέρα καθαρίζεις μόνη σου». «Ναι,.βέβαια—» βιάστηκε να συμφωνήσει, ξέροντας πως ακόμα και την πιο ευγενική παράκληση θα τη θεωρούσε παράλογη απαίτηση, δεδομένων των συνθηκών, θα ταλαιπωρούνταν λιγάκι, αλλά δεν την πείραζε. Με όσα θα έβγαιναν στο φως της δημοσιότητας την επόμενη μέρα, είχε την προαγωγή και το παχυλό μπόνους στο τσεπάκι. ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ΕΛΛΑΔΑ Ο Πέτρος Μαρκάτος είδε ότι η γυναίκα του βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρά τους, οπότε μπήκε και διπλοκλείδωσε την πόρτα πίσω του. Την πλησίασε και την αγκάλιασε σφιχτά, χωρίς να πει τίποτα για πολλή ώρα. Δεν υπήρχε λέξη ικανή να προσφέρει παρηγοριά σε κάποιον από τους δυο τους. Δεν υπήρχε λέξη, δεν υπήρχε δάκρυ, και τώρα -μετά την επανάληψη των εξετάσεων και την επιβεβαίωση του αποτελέσματοςκαμία ελπίδα. 614


«Γιατί στη Σάνια;» βόγκηξε η Δανάη μετά από λίγο, πνιγμένη στα δάκρυα. «Γιατί όλα να συμβαίνουν σ’ αυτό το κορίτσι; Τι θα κάνουμε, Πέτρο; Τι θα κάνουμε;» Τι να της έλεγε; Ο φάκελος με το ένα και μοναδικό χαρτί που παρουσίαζε με σαφήνεια το σύντομο μέλλον του μωρού βρισκόταν στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του και τον βάραινε. Αν το μάθαινε η Σάνια— αν ήξερε— «Δε θα της πούμε τίποτα!» Η Δανάη απομακρύνθηκε και στο πρόσωπό της απλώθηκε ο τρόμος μαζί με την οδύνη. Σκούπισε τα μάτια της βίαια καταφέρνοντας μια γρατσουνιά στο μάγουλό της απ’ την πέτρα του δαχτυλιδιού της. Η μικρή σταγόνα αψατος ανακατεύτηκε με τα λιγοστά δάκρυα που είχαν απομείνει. «Δεν πρέπει να της πούμε τίποτα, Πέτρο μου. Δε θα το αντέξει. Όχι τώρα!» Εκείνος συμφώνησε με ένα νεύμα. Έβγαλε απ’ την τσέπη του το φάκελο και τον πέταξε στα μεταξωτά στρωσίδια του κρεβατιού με τέτοια φρίκη, λες και μέσα του έκλεινε τον ιό που θα εξαφάνιζε με τη διασπορά του το ανθρώπινο γένος. «Καμία ελπίδα—» επανέλαβε τα λόγια του γιατρού. «Η περίπτωση είναι σπάνια και δεν υπάρχει σωτηρία— » Η γυναίκα του δάγκωσε τη γροθιά της για να μην ουρλιάζει και ακουστεί. Ούτε τα άλλα της παιδιά έπρεπε να μάθουν. Θα κατάπινε κι αυτό το μυστικό και θα φρόντιζε να το κρατήσει επτασφράγιστο όπως το άλλο. Γνώριζε πάρα πολύ καλά την τέχνη των κρυμμένων μυστικών. Κι ο Άλεξ Γκρέι ήταν ο μόνος που είχε κατορθώσει να βρει τις κρύπτες τους μετά από τόσα χρόνια. Τον εμπιστευόταν όμως. Απόδειξη, το γεγονός πως σώπασε θυσιάζοντας την ευτυχία του για το καλό της Σάνιας. Όπως θα σώπαινε τώρα κι ο Πέτρος. 615


Ο γιατρός το είχε διαπιστώσει από την πρώτη στιγμή και το ανα-. κοίνωσε στον Πέτρο αφότου επαλήθευσε τη διάγνωσή του μετά από συζήτηση που είχε με ομολόγους του στο εξωτερικό. Ο εγκέφαλος της μικρής έπασχε από μια σπάνιας μορφής δυσπλασία που εκφυλιζόταν αργά και σταθερά, συντομεύοντας τη διάρκεια ζωής της. Οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις προέβλεπαν πως είχε ακόμα δύο χρόνια ζωής οι πιο απαισιόδοξες της έδιναν το πολύ δεκατέσσερις μήνες. Η αναπνευστική δυσλειτουργία που επέφερε την καρδιακή δυσλειτουργία ήταν εντελώς τυχαία. Προκλήθηκε από αλλεργική αντίδραση σε κάποιο συστατικό της παιδικής τροφής, και δεν υπήρχε περίπτωση να επαναληφθεί. Έγινε όμως αφορμή για να γίνουν πολλές εξετάσεις, που τις ακολούθησε η φρικτή διάγνωση. Ο γιατρός περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τα συμπτώματα που θα εμφανίζονταν στο μέλλον: ανεπαρκής χειρισμός των άκρων αδυναμία συντονισμού των οπτικών και ακουστικών νεύρων αδυναμία προφορικής επικοινωνίας και ανεπαρκής έλεγχος του σφιγκτήρα. Κι αν το παιδί κατόρθωνε να ξεπεράσει τα τρία χρόνια ζωής, σοβαρή νοητική υστέρηση και εμφάνιση περισσότερων και ακόμα πιο σοβαρών νευρολογικών προβλημάτων. «Δεν πρέπει να καταλάβει—» Η Δανάη έγινε κατάχλομη από την αγωνία που την πλημμύρισε ξαφνικά. «Πρέπει να φερόμαστε σαν να είναι όλα εντάξει— » «Δε θέλω να σκέφτομαι τη στιγμή που—» «Δεν πρέπει να καταλάβει!» επανέλαβε απελπισμένα. «Όλη της η χαρά είναι αυτό το παιδί. Δεν είχε καμιά κρίση από τη μέρα 616


που έμαθε για την εγκυμοσύνη της. Ησύχασε, γαλήνεψε. Δεν πρέπει να την αφήσουμε να το αντιληφθεί!» «θα το αντιληφθεί όμως αν σε δει έτσι», προσπάθησε να συνεφέρει τη Δανάη ο σύζυγός της. «Με όλα αυτά που έχει περάσει, έχει γίνει υπερευαίσθητη και συντονίζεται πιο εύκολα στις διαθέσεις των άλλων. Πρέπει να βάλεις τα δυνατά σου, Δανάη. Κι εσύ κι εγώ οφείλουμε να φερόμαστε αυτή τη στιγμή σαν να είναι όλα μια χαρά». «Μην ανησυχείς». Για του λόγου το αληθές, αναζήτησε το μπαστούνι της και σηκώθηκε όρθια. Κατευθύνθηκε έπειτα προς το μπάνιο για να πλυθεί και να διώξει από πάνω της κάθε ένδειξη της ταραχής της. «θα κάνω ακριβώς αυτό που πρέπει, Πέτρο. Πάντα κάνω αυτό που πρέπει—» Ο Πέτρος Μαρκάτος προσποιήθηκε πως δεν αντιλήφθηκε κάποιο κρυφό νόημα σταλόγια της, και παρότι οι γιατροί τού το χαν απαγορεύσει, άναψε ένα τσιγάρο και κοίταξε τη μεγάλη φωτογραφία του γάμου τους που κρεμόταν κλεισμένη σε βαρύτιμη κορνίζα πάνω απ’ το κρεβάτι τους. Δεν είχε καμία απόδειξη για τις υποψίες του, αλλά ένιωθε πως θα επαληθεύονταν αν αποφάσιζε να τις ερευνήσει. Κι αν επαληθεύονταν, θα έπαιρνε επίσης απάντηση στα ερωτήματά του για την επιμονή του Άλεξ Γκρέι να εγκαταλείψει τη Σάνια και να επιστρέψει στο κτήμα του. Δε θα υπήρχε κανένας άλυτος γρίφος τότε, αλλά ανησυχούσε σοβαρά για την ικανότητά του να καταλάβει και να συγχωρέσει. Προτιμούσε λοιπόν να παραμένει αδρανής και σιωπηλός. Προτιμούσε να υποψιάζεται, αλλά να μη γνωρίζει. Όπως προτιμούσε και να πιστεύει ότι τη σχέση του με την 617


πολυαγαπημένη του σύζυγο δεν τη σκίαζε ίχνος ψεμάτων και μυστικών. Εξάλλου, ούτε η Σάνια θα άντεχε άλλη μία αποκάλυψη τέτοιας βαρύτητας. Ήδη την είχαν ξεγελάσει πολλοί ήδη την είχαν κοροϊδέψει— Βγήκε απ’ το δωμάτιο πριν δει τη γυναίκα του να επιστρέφει απ’ το μπάνιο. Ήθελε να περάσει αυτή τη νύχτα μόνος. Κι ας ήταν η πρώτη νύχτα που περνούσε με τη θέλησή του μακριά της από τη μέρα που την παντρεύτηκε. ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΗΝΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, ΕΛΛΑΔΑ Της συνέβη εντελώς απροειδοποίητα, σε στιγμή ανύποπτη, την ώρα που τακτοποιούσε στα συρτάρια τα καλτσάκια και τα πλυμένα σεντόνια της κόρης της. Πρώτα είδε μια λάμψη εκτυφλωτική σαν ηλιαχτίδα που αντανακλούσε σε καθρέφτη κι έπειτα ένιωσε δυνατό πόνο στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Αν δεν καθόταν ήδη, θα είχε σωριαστεί στο πάτωμα. Τα σεντονάκια τής ξέφυγαν απ’ τα χέρια και το κορμί της έπεσε βίαια στο στρώμα του κρεβατιού. Ένιωσε ναυτία και σπασμούς να τη συγκλονίζουν πριν χαθεί. Έφερε ασυναίσθητα τα χέρια της στο λαιμό της, και παρότι ο βομβητής της δεν ήταν πια εκεί, ένιωσε την ασφάλεια που χρειαζόταν και αφέθηκε— «Είδα τη θεία Δανάη να κλαίει. Γιατί;» απαίτησε να μάθει απ’ τη μητέρα της μόλις την εντόπισε στο μπουντουάρ της να χτενίζει με ύφος ματαιόδοξο τα μακριά της μαλλιά. Φορούσε κατακόκκινο κραγιόν και ψεύτικες βλεφαρίδες, σαν κι αυτές που έβαζε στις θεατρικές παραστάσεις της και στα γυρίσματα των ταινιών της. «Δε βλέπεις ότι έχω δουλειά; Τράβα βρες τον Ρωμανό για να πάρεις τις απαντήσεις σου. Έχει ράψει κοστούμι σε όλους μας. 618


Κι είμαι βέβαιη ότι μπορεί να ψυχολογήσει καλύτερα τη θεία σου από μένα». «Ο Ρωμανός δεν είναι εδώ», την πληροφόρησε η Σάνια πλησιάζοντάς τη. «Κι αφού η θεία μιλούσε μαζί σου λίγο πριν, εσύ θα ξέρεις το λόγο που έφυγε κλαμένη. Μήπως μπήκε κι άλλο σκουπιδάκι στο μάτι της, μαμά; Μα όλα τα σκουπιδάκια αυτού του σπιτιού μπαίνουν στα μάτια της όταν έρχεται;» Η Μιράντα την κοίταξε μέσα απ’ τον καθρέφτη και γέλασε. «Είναι δικό της πρόβλημα αν δε βρίσκει καμιά καλύτερη δικαιολογία να σου πει. Μια ζωή κλαψιάρα ήταν. Για ψύλλου πήδημα η ίδια ιστορία. Δε θέλω να με ζαλίζεις άλλο με τη Δανάη. Άντε φύγε τώρα, γιατί είμαι απασχολημένη». «Ώρες ώρες την αγαπώ περισσότερο από σένα!» θέλησε να την πληγώσει. «Εκείνη δε με στεναχωρεί ποτέ και μου μιλάει καλύτερα. Μακάρι να ήταν αυτή η μαμά μου! Μακάρι! Εσύ μόνο μπροστά στους άλλους δείχνεις ότι μ’ αγαπάς. Είσαι κακιά, μαμά! Είσαι κακιά γυναίκα!» Η Μιράντα αντέδρασε σαν να της είχαν κάνει το ωραιότερο κομπλιμέντο. Σηκώθηκε αργά από τη θέση της, έστρωσε τις πτυχές της ολοκαίνουριας ρόμπας της, τίναξε τα μαλλιά της και πλησίασε την κόρη της χαμογελώντας. «Δεν είμαι κακιά, γλυκό μου παιδί. Απλώς δεν είμαι πλασμένη για μητέρα. Ωστόσο, μου είσαι χρήσιμη. Και γι’ αυτό θα συνεχίσω να σε αγαπώ όταν πρέπει». «Θα μαρτυρήσω στον Ρωμανό αυτό που μου ’πες!» την απείλησε. «Τράβα πες το όπου νομίζεις. Εγώ είμαι η ηθοποιός, Στεφανία. 619


Ποιον νομίζεις ότι θα πιστέψουν;» Η μικρή ξέσπασε σε κλάματα. «Δε σε θέλω για μαμά μου! Δε θέλω να σου ξαναμιλήσω ποτέ μου!» Η Μιράντα αναστέναξε. «Παιδικά πείσματα— » μονολόγησε. «Είσαι φτυστή ο πατέρας σου. Ευτυχώς, δηλαδή. Αυτή η ομοιότητα είναι κι ο μόνος λόγος που αποφάσισα να—» Σώπασε. Όχι, σκέφτηκε. Όσο κι αν την έφερνε στα άκρα αυτή η ατίθαση μικρή, δε θα έλεγε περισσότερα. Της ήταν υπερβολικά πολύτιμη για να πάρει τέτοιο ρίσκο αληθινό χρυσωρυχείο. «Τι ήθελες να πεις;» ρώτησε νευριασμένη η Σάνια. «Πήγαινε να διαβάσεις τα μαθήματά σου». «Τι ήθελες να πεις, μαμά;» «Πως θα τις φας αν δεν ξεκουμπιστείς αμέσως από δω μέσα». «Είσαι κακιά!» Αρχισε να οπισθοχωρεί ξεσπώντας σε νέο τυφώνα δακρύων. «Κακιά, κακιά, κακιά! Σαν τις άσχημες μάγισσες των παραμυθιών του Ρωμανού! Σαν τους δράκους και τα τέρατα! Δε σ’ αγαπάω! Καθόλου δε σ’ αγαπάω!» Έφυγε κοντεύοντας να πνιγεί στους λυγμούς της. Κι όταν επέστρεψε στο παρόν, τα μάγουλά της ήταν βρεγμένα. Σηκώθηκε με δυσκολία και πήγε στο κρεβατάκι της κόρης της για να ελέγξει αν ήταν καλά. Το μωρό κοιμόταν γαλήνια. Ανακουφίστηκε κι έσυρε τα πόδια της μέχρι την κουζίνα για να πιει ένα ποτήρι νερό. Το στόμα της ήταν ξερό, όπως και το λαρύγγι της. Έβηξε στην πρώτη γουλιά, μα κατάπιε ευχάριστα τη δεύτερη. 620


Παρά το βουητό στο κεφάλι της, η διαπίστωση ήταν εκεί, καθαρή κι αναμφισβήτητη: Ο Άλεξ είχε φύγει χωρίς να της έχει πει ολόκληρη την αλήθεια. Δεν ήξερε γιατί το πίστευε αυτό, κι ούτε την ενδιέφερε. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι το ένστικτό της δε λάθευε ποτέ, κι ότι είχε έρθει η ώρα να εγκαταλείψει την παθητικότητα και το θρήνο. Το ίδιο βράδυ ανακοίνωσε στην οικογένειά της πως πολύ σύντομα θα αναχωρούσε για τη Γαλλία. ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ, ΓΑΛΛΙΑ Ο μικρός Αλέξανδρος-Ρωμανός είχε σκαρφαλώσει στο στομάχι του θείου του κι έκανε ό,τι μπορούσε για να τον γαργαλήσει την ώρα που η μαμά του στριφογύριζε γύρω τους λέγοντας όλα εκείνα που δεν καταλάβαινε. Μα γιατί δεν τον άφηνε ήσυχο να παίξει με το θείο του; Που θα του πήγαινε; Αν η μαμά έφευγε επιτέλους, θα έβρισκε τη δύναμη του Σπάιντερμαν και θα του τραβούσε εκείνο το μαγικό μαύρο πράγμα απ’ το μάτι. «Έχεις γίνει σωστό γουρούνι!» τον επέπληξε η Μαρία κοιτώντας απελπισμένη γύρω της. «Από τότε που έφυγε η Νικόλ, έχεις πνιγεί στη βρόμα. Πούρα, άδεια ποτήρια, χαρτιά, ρούχα— Πώς μπορείς να ζεις μέσα σε αυτό το χάος, Άλεξ;» Εκείνος κατέβασε τον μικρό από πάνω του και καταδέχτηκε να σηκωθεί απ’ το βρομερό του πάτωμα για να σταθεί απέναντί της. Παρά τη μόνιμη γκρίνια της, απολάμβανε την επίσκεψή της. Θα την ανεχόταν λοιπόν και θα απαντούσε στις βολές της με εκείνα τα λοξά πονηρά χαμόγελα που ήξερε ότι την έριχναν. 621


«Το μόνο θηλυκό που δε λατρεύει αυτή την ακαταστασία είσαι εσύ», της είπε κρεμώντας ένα πούρο στο στόμα του. «Πράγμα που μου υπενθυμίζει ότι εκτός από τα πεταμένα σου σώβρακα στο δωμάτιό σου, εντόπισα και δύο κόκκινα κιλοτάκια». «ΓΙ’ ανάθεμά τες!» έκανε δήθεν ενοχλημένος. «Βιάζονται τόσο να τα βγάλουν, που μετά τα ξεχνάνε. Έλα τώρα, Μαρία! Μόνο με τα χαρτιά και τα όπλα μου υπήρξα υποδειγματικός νοικοκύρης». «Καιρός να μάθεις να νοικοκυρεύεις και τα βρακιά σου», του πέταξε αγανακτισμένη. «Όπως και τα βρακιά των φιλενάδων σου. Κι αν δεν το κάνεις όταν είσαι μόνος, κάν’ το όταν σε ειδοποιώ πως έρχομαι. Δεν είναι θέαμα αυτό για τον ανιψιό σου —» «Έχεις δίκιο». Τη φίλησε τόσο τρυφερά και της χαμογέλασε τόσο— λοξά, που σε κλάσμα δευτερολέπτου ο θυμός της εξανεμίστηκε. Η πόρτα άνοιξε απότομα και μπήκε ο Ζακ φορτωμένος με μια αγκαλιά ξύλα. «Κάθαρμα— » μουρμούρισε κι εκείνος αγκομαχώντας να τα μεταφέρει μέχρι τη θέση τους δίπλα στο τζάκι. «Ξεπατώθηκα για να κάνω όσα έπρεπε να έχεις ήδη κάνει εσύ». Χτύπησε δυνατά τα χέρια του για να τα ξεσκονίσει, τους πλησίασε και φίλησε τη γυναίκα του. «Έχει γίνει σάτυρος και βρομιάρης—» παραπονέθηκε η Μαρία μισογελώντας. «Θα πεθάνει σίγουρα από πανούκλα—» «Μην ανησυχείς. Ούτε κι η πανούκλα δε θα τολμούσε να τον πλησιάσει έτσι όπως έχει καταντήσει». 622


«Ευχαριστώ, φίλε. Με την καλή κουβέντα στο στόμα όπως πάντα». Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν σαν να ήταν έτοιμοι να σφαχτούν. «Έχεις αποκτήσει πολύ κακές συνήθειες, αδερφέ. Έτσι όπως πας, θα αρρωστήσεις». «Τι να κάνουμε; Δυστυχώς εγώ δεν έχω μια αφοσιωμένη σύζυγο να με φροντίζει όπως εσύ». «Είχες», του αντιγύρισε ο Ζακ, κι αυτή η μία και μοναδική λέξη ήταν αρκετή για να μεταφερθεί ακαριαία η παγωνιά του καιρού μέσα στο σπίτι. Η Μαρία έτρεξε να μαζέψει το παιδί που έπαιζε με το σταχτοδοχείο που παρίστανε τη Μέδουσα κι οι δύο άντρες έμειναν να κοιτάζονται άγρια χωρίς να υποχωρεί κανένας. «Αν ήρθες για να—» ξεκίνησε να λέει ο Άλεξ, αλλά ο Ζακ έκανε μια απαγορευτική χειρονομία. «Ναι, έχω πολύ συγκεκριμένο λόγο που ήρθα, φίλε μου». Έβγαλε κι εκείνος ένα τσιγάρο. Φύσηξαν ταυτόχρονα τον καπνό τους. «Κι ήθελα να δω τη φάτσα σου την ώρα που θα σου τον ανακοινώσω». «Δες την καλά και λέγε». «Μίλησα με το διοικητή», ξεκίνησε. «Ο αδερφός του δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον κύριο Μαρκάτο. Ζήτησε να μάθει πού ακριβώς μένεις, και φυσικά δεν μπόρεσε να αρνηθεί αυτή τη χάρη σ’ ολόκληρο υπουργό. Στο κάτω κάτω, δεν έχεις πια τίποτα να κρύψεις».

623


«Παρακάτω, Ζακ», επέμεινε ο Άλεξ εκνευρισμένος. «Καλά θα κάνεις να είσαι εδώ όταν θα έρθει η Σάνια», τον αποτέλειωσε. «Γιατί θα έρθει, φίλε μου, κι απ’ ό,τι άκουσα ούτε ο Θεός ο ίδιος δεν μπορεί να την εμποδίσει». Αν τον έσερναν στη λαιμητόμο, θα υπέφερε λιγότερο. «Πότε;» ρώτησε ξερά. «Αυτό δε θέλει να το ξέρεις. Σύντομα πάντως. Μόνο αυτό έμαθα». «Καλώς να ρθει λοιπόν». «Μόνο αυτό έχεις να πεις;» «Αν περίμενες να συνθέσω κι εμβατήριο υποδοχής, είσαι γελασμένος». «Δεν μπορεί να είσαι τόσο αναίσθητος». «Το τι είμαι, το τι δεν είμαι και το τι μπορώ να είμαι θα το διαπιστώσει η ίδια», του ξεκαθάρισε απότομα. «Τι θα της πεις;» «Αυτά που πρέπει». «Άλεξ—» «Πρέπει να πάω στο οινοποιείο». «Άσ’ τον, Ζακ», είπε η Μαρία μόλις είδε τον άντρα της έτοιμο να τον ακολουθήσει. «Έχει τον τρόπο του ο Άλεξ. Ας του δείξουμε εμπιστοσύνη».

624


«Έγινε κομμάτια, σερί— » «Δεν είναι η πρώτη φορά. Θα μείνει όρθιος. Πάντα μένει όρθιος ο αδερφός μου». «Εύχομαι να έχεις δίκιο». Μέχρι το βράδυ που τον ξαναείδαν, το σπίτι του έλαμπε. Κι αν πρόσεξαν πως δε συνέβαινε το ίδιο με το βλέμμα του, δεν είπαν κουβέντα. ΦΕΒΡΟΥΆΡΙΟΣ 2010, ΕΛΛΑΔΑ «Καλύτερα να μην πας, Σάνια», προσπάθησε να τη μεταπείσει η Μίνα για άλλη μια φορά. Στο μικρό της σπίτι είχε μαζευτεί όλη η οικογένεια λέγοντας— λέγοντας— λέγοντας— κι επιχειρώντας ακατάπαυστα να της αλλάξουν γνώμη. Έριξε πρόχειρα δυο αλλαξιές ρούχα στη μικρή της βαλίτσα κι άρχισε έπειτα να φροντίζει με μεγαλύτερη προσοχή τις αποσκευές της κόρης της. Θα έπαιρνε και το καρότσι, αποφάσισε. Θα νοίκιαζε αυτοκίνητο στο Παρίσι και θα έπαιρνε μαζί της όλα τα απαραίτητα: πάνες, μπιμπερό, κουβέρτες, παιδικές τροφές, όλα. Φυσικά, δεν είχε σκοπό να μείνει για πολύ, αλλά ακόμα κι αν η παραμονή της διαρκούσε μία μέρα, δεν ήθελε να της λείψει τίποτα. «Δε θα κάνει καλό στο μωρό η αλλαγή κλίματος», είπε την κουβέντα της κι η Βέρα. «Η μικρή είναι ευαίσθητη, αρρωσταίνει εύκολα. Σκέψου το καλύτερα». «Δε θα πάθει τίποτα». Έριξε πεισμωμένη και δεύτερο μπιμπερό στη βαλίτσα. «Έχω ρωτήσει πέντε διαφορετικούς γιατρούς, κι 625


όλοι μου είπαν το ίδιο. Όσο για το κλίμα της Γαλλίας, δε διαφέρει και τόσο από το δικό μας αυτή την εποχή. Η Ρέα μου δε θα έχει πρόβλημα. Σύντομα θα αρχίσει να επικεντρώνεται στο περιβάλλον της—» πρόσθεσε για να καθησυχάσει τις αγωνίες της. «Μπορεί να έχει αργήσει λίγο, αλλά δεν πρόκειται να κινδυνεύσει από αυτό το ταξίδι. Μη μου τρελαίνετε το κεφάλι λοιπόν. Φεύγω αύριο το πρωί, και δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξω γνώμη». «Κοριτσάκι μου—» «Μην πεις τίποτ’ άλλο, θεία, σε παρακαλώ. Εκτός κι αν είναι για να μου δώσεις την ευχή σου». «Πας μόνο για το διαζύγιο, Σάνια;» επέμεινε ο Παύλος. «Σου είπα, ναι. Μόνο γι’ αυτό πάω». «Είσαι σίγουρη ότι—» «Αρκετά!» Τράβηξε με δύναμη το φερμουάρ και τους κοίταξε. «Σε περίπτωση που το ξεχνάτε, είμαι ολόκληρη γυναίκα. Νομίζω πως είμαι απόλυτα ικανή να φροντίζω τον εαυτό μου και να διαχειρίζομαι τα ζητήματα που με αφορούν. Ο Άλεξ Γκρέι είναι ένα ζήτημα που πρέπειεπιτέλους να λυθεί, κι αν δεν σας πειράζει, απαιτώ να με αφήσετε να το λύσω μόνη». «Καλό ταξίδι, Σάνια μου!» Η Βέρα εγκατέλειψε πρώτη τους δισταγμοΰς της κι έπεσε στην αγκαλιά της. Οι υπόλοιποι αρκέστηκαν να διατυπώσουν την ίδια ευχή μουδιασμένα. «Να προσέχεις», της συνέστησε η θεία της τελευταία, κι αφού τη φίλησε πολλές φορές, έφυγε πρώτη από όλους, γιατί δεν 626


ήθελε να φανεί πως ήταν έτοιμη να κλάψει. Το επόμενο πρωί η Σάνια πήρε ένα ταξί για το αεροδρόμιο κρατώντας την κόρη της σφιχτά στην αγκαλιά της. Απαγόρευσε στον εαυτό της οποιαδήποτε σκέψη σχετική με το σκοπό του ταξιδιού της μέχρι τη στιγμή που το αεροπλάνο προσγειώθηκε αργά και με ασφάλεια στο Παρίσι.

627


Δ’ ΜΕΡΟΣ Χαραυγή Φεβρουάριος 2010, Γαλλία ΤθΥ ΕΙΧΑΝ ΕΠΙΤΡΕΨΕΙ να τη δει μετά από παρέμβαση του πρώην διοικητή του, του Πιέρ Φερμέν. Του φόρεσαν την ειδική πράσινη στολή που θα απέτρεπε τη μετάδοση μικροβίων, μια διαφανή κουκούλα και μια μάσκα που κάλυπτε όλο του το πρόσωπο εκτός από τα μάτια. Μια νοσοκόμα τον οδήγησε δακρυσμένη στο θάλαμο που την είχαν απομονώσει, και εκείνος στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι της νιώθοντας πως έδιναν την ίδια μάχη. Ο μονότονος ήχος του μηχανήματος που έλεγχε τους αδύναμους παλμούς της καρδιάς της ηχούσε σαν πένθιμο εμβατήριο στα αφτιά του. Τα δεκάδες σωληνάκια που είχαν προσαρμοστεί στις φλέβες των χεριών της πονούσαν το δικό του δέρμα και η μάσκα που τροφοδοτούσε τα πνευμόνια της με οξυγόνο έμοιαζε στα μάτια του με ακριβό κόσμημα, αφού τη συντηρούσε ακόμα στη ζωή. Τρεις φορές κόντεψε να τη χάσει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τρεις φορές άγγιξε το θάνατο και τρεις φορές αναστήθηκε, βρίσκοντας τη δύναμη να κρατηθεί στη ζωή. Η ίσια γραμμή που προμήνυε την παραίτησή της διαψεύστηκε από τα βουναλάκια που ακολούθησαν. Τις δύο από αυτές τις μαρτυρικές τρεις φορές, χρειάστηκε οι γιατροί να την επαναφέρουν με ηλεκτρικές εκκενώσεις στο μέρος της καρδιάς. Τώρα έδειχνε γαλήνια πάλι. Με την ασπράδα του θανάτου αλλά και μερικές ελπιδοφόρες νευρικές συσπάσεις των μυών της, που πρόδιδαν το πείσμα της να κερδίσει τη μάχη. Έπρεπε να επανέλθουν σε φυσιολογικό επίπεδο οι ζωτικές της ενδείξεις 628


και να βγει από την καταστολή για να γίνει η επέμβαση, του είπε ο γιατρός. Για άλλη μια φορά το κρανίο της είχε υποστεί σοβαρές κακώσεις και το αιμάτωμα δεν υποχωρούσε με τα ισχυρά αντιπηκτικά που της χορηγούσαν. Γονάτισε δίπλα της και πήρε το λεπτό χέρι της ανάμεσα στα δικά του. Το φίλησε μέσα από την αποστειρωμένη μάσκα κι αναστέναξε δακρύζοντας. Είχε προσευχηθεί κι άλλες φορές στο Θεό μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, αλλά ποτέ με τόση ένταση και πίστη. Στην αρχή οι προσευχές του ήταν γεμάτες ταραχή, ελπίδα και φόβο, αλλά σύντομα έγιναν απαίτηση και προσταγή. «Μου το χρωστάς— » έλεγε, κλαίγοντας ασταμάτητα πια. «Πέρασα όλες Σου τις δοκιμασίες χωρίς ποτέ να αμφισβητήσω την ύπαρξή Σου. Αν κάνεις στ’ αλήθεια θαύματα, κάνε ένα τώρα. Δε Σου φταίει αυτή σε τίποτα! Εγώ σκότωσα— εγώ βλαστήμησα— εγώ διάλεξα το ψέμα—» Ένιωσε τη μάσκα του να μουσκεύει κι ύψωσε το βλέμμα στην οροφή, με την πίστη ότι ο αποδέκτης των προσευχών του ήταν εκεί, κρυμμένος πίσω από τα νοσοκομειακά φώτα. «Δε θα αντέξω αυτή την τιμωρία— όχι αυτή την τιμωρία— » ψιθύρισε. Σηκώθηκε από δίπλα της και την κοίταξε προσεκτικά. Η Σάνια δεν αντιδρούσε, τα μάτια της ήταν σφαλιστά, η όψη της κέρινη. Επίδεσμοι έκρυβαν το μισό κεφάλι της, το λευκό σεντόνι την κάλυπτε ως το λαιμό. Οι πράσινες ενδείξεις του μόνιτορ δίπλα στο κρεβάτι μαρτυρούσαν πως η κατάστασή της είχε αρχίσει να σταθεροποιείται. Οι οροί έπεφταν αργά στα σωληνάκια που κατέληγαν στις φλέβες της. Γύρισε την πλάτη κι έφυγε δεν άντεχε να αντικρίζει άλλο αυτό το θέαμα.

629


Αν έμενε λίγα δευτερόλεπτα ακόμα, ίσως να πρόσεχε την ελάχιστη κίνηση των δαχτύλων’ της. «Τι της έκανες;» Η Βέρα όρμησε καταπάνω του πριν προλάβει να τη συγκρατήσει κανείς και βάλθηκε να τον χτυπά όπως μπορούσε. Όσο τον έβλεπε να μην αντιδρά και να δέχεται παθητικά το ξέσπασμά της, τόσο εξαγριωνόταν. Ένα ηχηρό χαστούκι που αντήχησε σε ολόκληρη την πτέρυγα έκανε δυο νοσοκόμες να σκύψουν το κεφάλι. «Κάθαρμα!» ούρλιαξε η κοπέλα αρπάζοντάς τον απ’ το πουκάμισο. «Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που μπήκες στη ζωή της! Αν πεθάνει κι η αδερφή μου, θα σε σκοτώσω!» Η Μίνα έτρεξε και την τράβηξε μακριά του. Από την άλλη άκρη του διαδρόμου φάνηκαν ο Πέτρος Μαρκάτος και η Δανάη. Ο γιος τους μιλούσε με κάποιο γιατρό. Οι τρεις άντρες της προσωπικής φρουράς του υπουργού είχαν παραμείνει κατ’ εντολήν του πιο πίσω, εξετάζοντας εξονυχιστικά με το βλέμμα το χώρο. Η κίνησή τους ήταν καθαρά τυπική, ασφαλώς, αφού βρίσκονταν στο καλύτερο στρατιωτικό νοσοκομείο της Γαλλίας, που, εκτός από την αρτιότητα του προσωπικού του και του εξοπλισμού του, φημιζόταν για την ασφάλειά του. Εκεί νοσηλεύονταν στρατηγοί και αρχηγοί κρατών. Τις πύλες του φυλούσαν ειδικά εκπαιδευμένοι άντρες του στρατού και έξω από τις σουίτες που φιλοξενούσαν υψηλές πολιτικές προσωπικότητες περιπολούσαν άντρες των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών. Στο ίδιο νοσοκομείο είχε νοσηλευτεί κι εκείνος κάποτε. Κι ο ίδιος γιατρός που τον είχε αναλάβει τότε ξαγρυπνούσε τώρα προσφέροντας με ζήλο τις γνώσεις και την εμπειρία του για να σώσει τη Σάνια. 630


«Την είδες την κόρη σου, Ρωμανέ;» του πέταξε με μίσος η Βέρα πασχίζοντας να ελευθερωθεί από τα χέρια της Μίνας για να του επιτεθεί ξανά. «Πώς σου φάνηκε; Γλυκιά, χαριτωμένη και νεκρή, ε; Δολοφόνε!» έφτυσε τη λέξη. «Φονιά!» «Σκάσε, Βέρα!» Η Μίνα αναγκάστηκε να την τραβολογήσει μέχρι την άλλη άκρη του διαδρόμου για να την κάνει να σωπάσει. Τη θέση των δύο κοριτσιών απέναντί του πήρε όμως ο Παύλος. Παραδόξως, φέρθηκε ήρεμα. Ίσως επειδή ήξερε πολύ καλά ότι έφταιγε εκείνος για την επιμονή του Αλεξ να μην αναγνωρίζει το παιδί της Σάνιας για δικό του. «Θέλω μόνο να συνέλθει—» είπε αδύναμα. Και τα δικά του μάτια κλαμένα ήταν. «Μετά θα μιλήσουμε». Ο Αλεξ δεν άντεχε να απαντήσει. Δεν είχε κουράγιο να κατηγορήσει, να θυμώσει, να μισήσει. Δεν είχε κουράγιο να κάνει τίποτα περισσότερο απ’ το να αναπνέει. Γύρισε την πλάτη σε όλους τους κι αναζήτησε την έξοδο. Χρειαζόταν αέρα κι όση δύναμη μπορούσαν να του δώσουν λίγα λεπτά ησυχίας. Στο διάβα του συνάντησε τον πρώην διοικητή του. Ακόμα κι εκείνος, ένας άντρας μαθημένος να μη σκύβει ποτέ το κεφάλι, παραμέρισε αμίλητος με το βλέμμα και τους ώμους κατεβασμένους. «Σου έφερα κάτι να φας— » Το λεπτό χέρι, ίδιο στις λεπτομέρειές του με της Σάνιας, τεντώθηκε μπροστά του κρατώντας ένα τοστ. «Σε παρακαλώ, κύριε Γκρέι— Άλεξ—» διόρθωσε και ξερόβηξε για να μην ακούγεται τόσο ταραγμένη. «Δεν έχεις βάλει μπουκιά στο στόμα σου τέσσερις μέρες τώρα. Έλα, σε παρακαλώ, φάε κάτι— » Κοίταξε τη Μίνα στα μάτια κι η καρδιά του χτύπησε ακανόνιστα για μια στιγμή. Αν τα μάτια της ήταν γαλάζια και τα χείλη της 631


λιγότερο σαρκώδη, θα ήταν φτυστή η Σάνια. Η όψη της τον παρέσυρε σε ένα κύμα συγκίνησης που τον έκανε να πονέσει. Του έλειπε τόσο πολύ! Θα έδινε τα πάντα, ακόμα και την ίδια του τη ζωή, για να τη δει υγιή και δυνατή έστω για ένα λεπτό. Αυτή την ώρα τη χειρουργούσαν. Ένα επιτελείο κορυφαίων νευροχειρουργών ήταν σκυμμένο από πάνω της, κι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αφαιρέσουν κάθε ίχνος του αιματώματος. Τρεις ώρες και είκοσι δύο λεπτά, παρατήρησε, ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι του. Κι ακόμα είχαν μέλλον— Η Μίνα άφησε το τοστ δίπλα του και τυλίχτηκε με το μπουφάν της. Κοίταξε κι εκείνη ευθεία μπροστά όπως ο Άλεξ. Το βλέμμα της προσπέρασε το μεγάλο αΰλειο χώρο του νοσοκομείου με τα ψηλά δέντρα και τα περιποιημένο φυτά και καρφώθηκε στο φως του φεγγαριού αδύναμο, ασήμαντο σχεδόν πίσω από τα βαριά σύννεφα. Ξέθωρο πορτοκαλί κόντρα στο σκούρο μολυβί, σκέφτηκε. Σαν να παλεύουν οι μικρές ελπίδες για ζωή ενάντια στο ισχυρό κάλεσμα του θανάτου. «Πριν λίγες ώρες έφεραν έναν τραυματισμένο λεγεωνάριο—» άρχισε να λέει η Μίνα. «Διέφυγε τον κίνδυνο, και μόλις οι δικοί του του είπαν ότι είσαι εδώ, σου έπλεξε το εγκώμιο. Έμαθα λοιπόν πως ήσουν ήρωας, κύριε Γκρέι. Έχεις αφήσει εποχή στη Λεγεώνα— » Της πρόσφερε τσιγάρο κι εκείνη το κρέμασε αμέσως στα χείλη της με τέτοια λαχτάρα, που προκάλεσε το γέλιο του άντρα παρά τη βαρύτητα των στιγμών. Της το άναψε και μετά άναψε το δικό του. Το γέλιο σταμάτησε απότομα. Το φεγγάρι κρύφτηκε εντελώς πια. «Ξέρω πως την αγαπάς», είπε η Μίνα μετά από μια σύντομη σιωπή. «Όλοι το ξέρουμε. Μην την παρεξηγείς τη Βέρα. Είναι η 632


μικρότερη κι η πιο εκδηλωτική απ’ όλες μας. Ήταν πολύ μικρούλα όταν ήρθε να μείνει μαζί μας η Σάνια. Έτρεχε πάντα από πίσω της σαν κουτάβι. Της έχει τρομερή αδυναμία, ίσως μεγαλύτερη κι από όση της έχει η μαμά ή ο Παύλος. Κι εγώ τη λατρεύω, φυσικά, αλλά καθότι είμαι η πιο συγκρατημένη στην οικογένεια, δεν εκφράζομαι πολύ εύκολα—» Η κοπέλα έδειξε να συμβιβάζεται με τη διαπίστωση πως θα έκανε μονόλογο, και το ’δείξε μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό. «Έχει κι ένα καλό ο χαρακτήρας μου, βέβαια», συνέχισε χωρίς να παρεκκλίνει το βλέμμα της απ’ το σημείο όπου λίγο πριν φαινόταν το φεγγάρι. «Με εμπιστεύονται όλοι και μου εξομολογούνται τα πάντα. Γι’ αυτό με πλησίασε κι ο αδερφός μου σήμερα: για να βγάλει από μέσα του τις ενοχές και να εξομολογηθεί. Σου είπε ψέματα εκείνη τη μέρα, κύριε Γκρέι. Σου είπε ψέματα πως είχε πλαγιάσει με τη Σάνια, και το λάθος του ήταν εξίσου βαρύ με το δικό σου που τον πίστεψες—» Αυτή τη φορά τον κοίταξε επίμονα. Έβλεπε το προφίλ με το καλυμμένο μάτι και τη μικρή γενειάδα που σκέπαζε τα μάγουλά του. Το σκοτάδι δεν μπορούσε να κρύψει ότι ήταν τσακισμένος. Η Μίνα ήξερε πως μάντευε σωστά τις σκέψεις του: ο ίδιος θεωρούσε πως το λάθος ήταν μόνο δικό του, επειδή άφησε τη ζήλια να τον τυφλώσει και πίστεψε πως η Σάνια θα μπορούσε να πέσει από τη μια αντρική αγκαλιά στην άλλη με τέτοια ευκολία. «Δεν μπορώ να μιλάω μόνη μου, κύριε Γκρέι— Άλεξ», του είπε με παράπονο ξαφνικά. «Κι εγώ υποφέρω, ξέρεις— » Την αιφνιδίασε τραβώντας την απότομα πάνω του. Την έκλεισε στην αγκαλιά του και την άφησε να κλάψει. Κι όσο εκείνη ξεσπούσε, της χάιδευε το κεφάλι στοργικά. «Θα μου στρίψει 633


—» της εξομολογήθηκε κι εκείνος με τη σειρά του. «Το μωρό — η κόρη μας— Χριστέ και Κύριε, πώς θα της το πω;» «θα ακουστεί κυνικό, αλλά αυτή τη στιγμή νοιάζομαι μόνο για τη ζωή της», μουρμούρισε η Μίνα. «Είναι νέα, και θα κάνει άλλα παιδιά. Πολλά. Μαζί σου». «Δε θα με συγχωρέσει ποτέ». «Δεν την ξέρεις». Μπήκαν πάλι μέσα και κάθισαν με τους άλλους στο σαλόνι που προοριζόταν για τις αγωνιώδεις ώρες αναμονής των συγγενών. Ήταν όλοι εκεί: η οικογένεια Μαρκάτου, ο Ζακ με τη Μαρία και το παιδί, ο πρώην διοικητής του κι ο αδερφός του, ο γεροΟλιβιέ με την Κατρίν, ακόμα κι η Νικόλ με τον άντρα της, που κατέφθασαν εσπευσμένα μόλις έμαθαν τα νέα. Ξημέρωνε όταν άνοιξε η βαριά πόρτα του χειρουργείου και βγήκε ο γιατρός. Όλοι σηκώθηκαν απότομα και τον κοίταξαν με αγωνία, αλλά ο Άλεξ ήταν αυτός που τον πλησίασε και τον άδραξε απ’ τους οίμους. «θέλω ένα καλό νέο, Κριστιάν!» απαίτησε, ξεχνώντας πως ο γιατρός ήταν κατάκοπος. «Πες μου ένα καλό νέο!» «Χρειάζομαι δύο εικοσιτετράωρα, Άλεξ— » απάντησε επιφυλακή-κά εκείνος. «Το μόνο καλό νέο που μπορώ να σου πω είναι ότι έχουμε ελπίδες, όσο αόριστο κι αν ακούγεται». «Θα περιμένω». Η φωνή του ήχησε σαν γάβγισμα. «Και θα πάρω το καλό νέο μου, γιατρέ, ο κόσμος να χαλάσει!» Συνόδευσε τους νοσοκόμους που την έβγαλαν στο φορείο από 634


την αίθουσα ανάνηψης μέχρι το δωμάτιό της. Κανείς δεν τόλμησε να τον εμποδίσει, αλλά σε κανέναν άλλο δεν επιτράπηκε να τον μιμηθεί. Παρέμεινε στο πλευρό της μέχρι το πρωί. Μέχρι το επόμενο βράδυ. Μέχρι και τη λήξη του δεύτερου εικοσιτετραώρου. Νηστικός και άυπνος. Με το σώμα του πότε να κάνει μικρές διαδρομές στο χώρο γύρω απ’ το κρεβάτι της και πότε να σωριάζεται εξαντλημένο στην καρέκλα. Με το στόμα του πότε να ψελλίζει προσευχές και πότε κατάρες. Με την ψυχή του πότε να συμφιλιώνεται με το Θεό και πότε να τσακώνεται μαζί Του. Όλες αυτές τις ώρες ήταν τρελός και λογικός μαζί. Ζωντανός και πεθαμένος. Ήρθε όμως μια στιγμή, μια μικρή, ευλογημένη στιγμή, που ένιωσε ευτυχισμένος: όταν την είδε να ανοίγει τα μάτια κι αντίκρισε το βλέμμα της. Η κραυγή του διαπέρασε τους χοντρούς τοίχους κι έφτασε μέχρι την είσοδο του νοσοκομείου. ΜΙΑ ΒΔΟΜΑΔΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ Στο γραφείο του Κριστιάν Ντιβερό παρέμειναν μόνο ο Α\εξ και η Δανάη, μετά τη δυναμική παρέμβαση του καθηγητή, που υποχρέωσε τους υπόλοιπους να περιμένουν στο διάδρομο. Τώρα όρθιοι απέναντί του στέκονταν ο πιο αλλόφρων απ’ όλους και η πιο ήρεμη. Γνωρίζοντας καλά τον Άλεξ Γκρέι από την εποχή του βαρύτατου τραυματισμού του, ήξερε πως ήταν 635


άδικος κόπος να επιχειρήσει έστω να του εναντιωθεί. Οι εκτιμήσεις του για την κυρία Δανάη ΒαλέρηΜαρκάτου βασίστηκαν περισσότερο στο ένστικτό του. Του είχε αποδείξει με τη μέχρι τώρα στάση και συμπεριφορά της πως ήταν η πλέον διαλλακτική από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της και πως μπορούσε να σταθεί στον ίδιο χώρο με τον Άλεξ Γκρέι χωρίς να αρχίσουν μέσα σε λίγα λεπτά οι εντάσεις και οι διαπληκτισμοί. Ο καθηγητής είχε διακρίνει και μια ιδέα ανεξήγητης ενοχής στη Δανάη Μαρκάτου, αλλά δεν του έπεφτε λόγος και δε θα ’κανε καμία απόπειρα να μάθει περισσότερα. Είχε αναλάβει το ρόλο του διαμεσολαβητή μόνο και μόνο επειδή είχε σε τρομερή εκτίμηση τον Άλεξ και γιατί ένιωθε πως ο πόνος του ήταν οξύς και γνήσιος πέρα από κάθε αμφιβολία. Τον συμπονούσε αφάνταστα, επίσης. Ξέροντας πια με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία του και δεδομένου του γεγονότος ότι έχασε τη νεογέννητη κόρη του, μεροληπτούσε κιόλας υπέρ του. «Η κυρία Παρίση-Γκρέι αναρρώνει ταχύτατα», ξεκαθάρισε απευθυνόμενος στη σύζυγο του υπουργού. «Αυτά που την καθηλώνουν στο κρεβάτι είναι τα ψυχικά της τραύματα, όχι τα σωματικά. Αν ο σύζυγός της επιμένει πως πρέπει να την πάρει μαζί του στο κτήμα του, δεν έχω λόγο να προβάλω αντιρρήσεις. Το θέμα είναι τι επιθυμεί η ίδια, και η προσωπική της επιθυμία δεν είναι κάτι που λύνεται μέσα σε ένα γραφείο και μάλιστα εν τη απουσία της». «Η ανιψιά μου δε θέλει πια να έχει καμιά σχέση μαζί του», δήλωσε ψύχραιμα η Δανάη, για να βρεθεί αμέσως μετά αντιμέτωπη με το δαιμονισμένο βλέμμα του Άλεξ. «Η— ανιψιά σου δε θα θέλει να έχει καμία σχέση ούτε μαζί 636


σου, αν αποφασίσω να ανοίξω το στόμα μου», της επιτέθηκε αμέσως. Έκανε ένα βήμα μπροστά και, αδιαφορώντας για τη διαφορά ηλικίας και το σεβασμό που έπρεπε να της δείξει, την άρπαξε από το μανίκι. «Θα το βουλοκϊεις λοιπόν, κυρία Μαρκάτου, και θα μ’ αφήσεις να χειριστώ τη γυναίκα μου οίκος εγώ νομίζω. Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσω. Όπως επίσης ξέρεις πολύ καλά ότι θα γίνει αυτό που θέλω εγώ, ακόμα κι αν χρειαστεί να την απαγάγω για να το πετύχω». Δεν τη λύγισαν οι απειλές του, ούτε το θράσος του να τη βουτήξει απ’ το χέρι. Τη λύγισε η όψη του η βαθιά κι αδιαπραγμάτευτη αγάπη που πήγαζε απ’ το βλέμμα του· κι η γνώση πως αυτός ο άντρας είχε θυσιάσει κάθε καλό συναίσθημα που είχε νιώσει κι όλη την ευτυχία που θα μπορούσε να απολαύσει στο πλευρό της Σάνιας προκειμένου να την προστατεύσει από μια αλήθεια που θα την εξόντωνε. Τράβηξε ήσυχα το χέρι της και το ακούμπησε μαζί με το άλλο πάνω στο μπαστούνι της. Το βλέμμα της μαλάκωσε και η οπισθοχώρησή της γράφτηκε στο νευρικό σφίξιμο των χειλιών της και στο βαρύ της αναστεναγμό. «Η Σάνια έμαθε να σε μισεί», τον προειδοποίησε μονάχα. «Είναι ώρα να την κάνω να μάθει να με αγαπάει». «Πώς;» «Με κάθε τρόπο». Το βλέμμα του άστραψε σχεδόν με παραφροσύνη. «Με κάθε ηθικό κι ανήθικο μέσο: με την επιμονή, την αλήθεια και όσα τεχνάσματα υπάρχουν. Όχι όμως με το ψέμα, κυρία Μαρκάτου. Ποτέ πια με το ψέμα. Για αυτό να είσαι προετοιμασμένη για όλα». «Είμαι». Το πιγούνι της άρχισε να τρέμει καθώς προσπαθούσε 637


να δαμάσει το φόβο της. «Είμαι προετοιμασμένη εδώ και πάρα πολύ καιρό». «Χαίρομαι». Στύλωσε το κορμί του. Μετά από πολλές μέρες φαινόταν ξανά κύριος του εαυτού του. Ακόμα κι ο καθηγητής Ντιβερό, που χρόνια τώρα συναναστρεφόταν σε καθημερινή βάση αγύριστα στρατιωτικά κεφάλια κι υψηλά πολιτικά πρόσωπα μαθημένα να εκτοξεύουν διαταγές πιο γρήγορα απ’ όσο τίναζαν τη στάχτη του τσιγάρου τους, έσκυψε το κεφάλι. Λυπήθηκε προκαταβολικά όποιον θα τολμούσε να τα βάλει με τον Άλεξ Γκρέι, γιατί ήταν βέβαιος πως δεν τον περίμενε μια απλή ήττα· τον περίμενε η απόλυτη συντριβή. «Δεν ξέρω αν θα της κάνει καλό να φύγει από την πόλη», έκανε μια τελευταία προσπάθεια να κερδίσει τη μάχη η Δανάη. Η άμεση απάντησή του ήταν ένα σκληρό χαμόγελο. Τα λόγια ακολούθησαν: «Ειλικρινά, κυρία μου, δεν είστε σε θέση να κρίνετε αντικειμενικά τι της κάνει καλό και τι όχι. Έχετε όλη την καλή πρόθεση, το παραδέχομαι, αλλά η ιστορία αποδεικνύει πως δεν αρκεί μόνο αυτή. Χρειάζονται και κότσια. Εγώ απέδειξα πως τα διέθετα μένοντας μακριά της. Εσείς τα αναζητούσατε μονίμως: από τη στιγμή που γεννήθηκε μέχρι τη στιγμή που κόντεψε να πεθάνει». Ένα δάκρυ αντάρτης δραπέτευσε απ’ την κρύπτη του και κύλησε στο μάγουλό της.’Το σκούπισε ταραγμένη για να μην πιστέψει αυτός ο περήφανος άντρας πως κατέφευγε στο ποταπό κόλπο να προκαλέσει τον οίκτο του. Παλεύοντας όμως να τιθασεύσει τα δάκρυά της, ξέχασε τα χείλη της. «Ρωμανέ—» πήγαν να ξεστομίσουν, κι έκλεισαν απότομα στο άγριο βλέμμα του.

638


«Σε περίπτωση που σας διαφεύγει, κυρία Μαρκάτου, λέγομαι Άλεξ Γκρέι. Σύντομα στον οικογενειακό τάφο των Κατράδων θα προστεθεί άλλη μία μαρμάρινη πλάκα, με την επιγραφή “Ρωμανός Κατράς”. Εκεί θα μπορείτε να τον μνημονεύετε όσο συχνά θέλετε, χωρίς να σας εμποδίσει κανένας». Και με τον απόηχο των λόγων του να συνοδεύει το βήμα του, την προσπέρασε, βγήκε από το γραφείο του γιατρού και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο της Σάνιας. Η έκτη της αίσθηση, που είχε οξυνθεί μετά από τόσες μέρες που ήταν κυρίως ναρκωμένη, χτύπησε το καμπανάκι του κινδύνου λίγο πριν δει την πόρτα της να ανοίγει δυναμικά. Ο τυπικός Άλεξ Γκρέι. Ο Ά\εξ που για μια ακόμα φορά έδειχνε πως είχε το δικαίωμα να εισβάλει στη ζωή της για να σπείρει την καταιγίδα. Ο Άλεξ με τα μαύρα ρούχα, το αδιάλλακτο βλέμμα και την υπέρμετρη αλαζονεία να διατρανώνει πως ξανά θα γινόταν το δικό του επειδή απλώς έτσι είχε αποφασίσει. «Δε σε θέλω εδώ!» Τα λόγια της προσέκρουσαν ορμητικά στο πρόσωπό του, όταν βρέθηκε κοντά στο δικό της. Η σκηνή επαναλαμβανόταν: εκείνος να προχωρά μπροστά σαν κυνηγός κι εκείνη να πισωπατά σαν θήραμα· εκείνος να επιτίθεται κι εκείνη να αμύνεται. Κι όταν δεν υπήρχε πια χώρος διαφυγής, εκείνη να τρομάζει κι εκείνος να χαίρεται που ακόμα ένα λάβαρό του καρφώθηκε στο πεδίο της μάχης τους. Τον ήξερε καλά. Α, τον ήξερε πάρα πολύ καλά πια. Η περίοδος χάριτος και σεβασμού στην κατάσταση της υγείας της είχε περάσει, και τώρα θα ακολουθούσε η επιβολή της θέλησής του με κάθε μέσο. Σαν να μην είχε προηγηθεί ανάμεσά τους η 639


πρώτη και μικρότερη αμαρτία του: η φυγή του. Και σαν να μη μεσολαβούσε τώρα η τελευταία και μεγαλύτερη: ο θάνατος του παιδιού τους. «Τι— τι κάνεις;» Πρώτα τη στρίμωξε και μετά απομακρύνθηκε για να αρχίσει να αδειάζει την ντουλάπα του δωματίου της με μανιακές κινήσεις. Μέσα σε λίγα λεπτά, όλα της τα πράγματα βρέθηκαν μέσα στη μικρή βαλίτσα της, που την ασφάλισε και την παράτησε όρθια δίπλα του. «Παίρνω τη γυναίκα μου και φεύγω. Εσύ τι νομίζεις ότι κάνω;» Ε, μα αυτό πια! Τέρμα ο φόβος και η οπισθοχώρηση. Ο Ά\εξ Γκρέι έκανε θανάσιμο λάθος αν νόμιζε ότι είχε να κάνει με άβουλο κουτάβι. Γιατί η Σάνια ένιωθε σαν πεινασμένο θηρίο εκείνη τη στιγμή· ένα θηρίο που θα έδειχνε ξεκάθαρα ότι διέθετε κοφτερά νύχια και δόντια κι ότι θα τα χρησιμοποιούσε για να προστατευτεί. Γι αυτό τον πλησίασε και στάθηκε με τόλμη απέναντί του, αναθεματίζοντας από μέσα της το μακρύ της νυχτικό και το μπανταρισμένο κεφάλι της που την έδειχναν αδύναμη, παρά τις άγριες διαθέσεις της. «Φεύγεις, ναι. Αλλά χωρίς τη γυναίκα που νομίζεις πως έχεις. Και χωρίς το παιδί σου. Ή μήπως το ξεχνάς αυτό, κύριε Γκρέι;» «Εγώ το βλέπω αλλιώς». Την τελευταία στιγμή σκέφτηκε την κατάστασή της και δεν την άρπαξε σία μπράτσα του. «Φαντάζομαι πως σου έχει πει πια η θεία σου πόσο σοβαρή ήταν στην πραγματικότητα η ασθένεια της μικρής. Η απώλειά της εξακολουθεί να είναι τραγική, ασφαλώς, αλλά θα πρέπει να μάθεις να παρηγορείσαι με τη σκέψη πως θα την αντιμετώπιζες 640


ούτως ή άλλως. Ο Θεός θέλησε να έρθουν έτσι τα πράγματα: να μη ζήσεις το σταδιακό εκφυλισμό του οργανισμού της, να μην τη δεις να υποφέρει. Δε λέω πως χαίρομαι με αυτό που συνέβη, Σάνια, ωστόσο παραδέχομαι πως, κυρίως για το παιδί, ήταν καλύτερα». «Καλύτερα;» Κόντεψε να τον λιντσάρει. «Καλύτερα;» Δάκρυσε, και η επιδερμίδα γύρω από τα μάτια της πρήστηκε περισσότερο. Δεν έκανε και τίποτα άλλο τις τρεις τελευταίες μέρες: θρηνούσε κλαίγοντας κι έκλαιγε θρηνώντας. Είχαν υπάρξει πολλές στιγμές που πίστεψε ότι κόντευε να τρελαθεί και ικέτευε το Θεό να τη λυτρώσει δίνοντάς της την ίδια τύχη με το μωρό της. «Αλλά βέβαια, τι περίμενα;» συνέχισε έξαλλη από θυμό. «Δεν την είδες όταν γεννήθηκε, δεν άκουσες το πρώτο της κλάμα, δεν ήσουν εκεί όταν έβγαλε το πρώτο της δόντι. Δεν την κράτησες καν στα χέρια σου, Άλεξ, οπότε δεν πρέπει να εκπλήσσομαι με τον κυνισμό σου. Μόνο τα κύτταρά σου της πρόσφερες, κι αυτά από λάθος. Γιατί λοιπόν να πονέσεις;» Την άφησε να ξεσπάσει χωρίς να κάνει τον παραμικρό μορφασμό. Ό,τι και να του έλεγε, όπως κι αν του φερόταν, θα την ανεχόταν. Έτσι έπρεπε. Γι’ αυτό την άφησε να τον αρπάξει απ’ το πουκάμισο χωρίς να αντιδράσει. Την άφησε να βρίσει, να κλάψει, να μιλήσει και να ξαναβρίσει χωρίς να βγάλει μιλιά. «Με έζησες, Άλεξ—» κατέληξε συντετριμμένη, με το όμορφο πρόσωπό τής ένα τεράστιο παράπονο. «Πίστεψες το ψέμα του αδερφού μου επειδή έτσι σε βόλευε. Αναζητούσες ένα άλλοθι για να φύγεις με την ταμπέλα του αδικημένου, και το βρήκες ανέλπιστα στα λόγια του Παύλου. Πώς να μη σε μισώ τώρα λοιπόν; Πώς να μη σιχαίνομαι ακόμα και τον αέρα που υποχρεώνομαι να μοιράζομαι μαζί σου; Για αυτό βάλ’ το καλά 641


στο μυαλό σου: Δεν είμαι η γυναίκα σου. Είμαι μονάχα η διπλανή υπογραφή στο ίδιο πιστοποιητικό και τίποτα περισσότερο». Μόνο ο Ζακ απ’ όλους εκείνους που τον χαρακτήριζαν μαχητή τον είχε δει να μάχεται. Τώρα θα τον έβλεπε κι εκείνη. Η Σάνια Παρίση-Γκρέΐ’ η γυναίκα του. «Κανόνισα να κηδέψουμε το παιδί στο κτήμα μου», της ανακοίνωσε στεγνά. Σήκωσε τη βαλίτσα της και την κράτησε σφιχτά. «Εκεί που θα μένουμε μαζί από αύριο. Δεν μπορείς να με εμποδίσεις. Κι αν το επιχειρήσεις, θα αποτύχεις!» Λίγες μέρες πριν τον είχε χαστουκίσει ξανά. Τώρα η δύναμη του χτυπήματος ήταν ακόμα σφοδρότερη, αλλά η έκφρασή του δεν άλλαξε καθόλου. “Υψωσε πάλι το χέρι της, αλλά το δικό του τη σταμάτησε στον αέρα. «”Εχω συνεννοηθεί με το γιατρό και την οικογένειά σου. Το δωμάτιό σου θα έχει ό,τι χρειάζεσαι για να αποθεραπευτείς πλήρως και μία νοσοκόμα θα σε φροντίζει όλο το εικοσιτετράωρο. Θα περιμένω έξω να ντυθείς. Αν δεν είσαι έτοιμη μέσα σε δέκα λεπτά, θα αναγκαστώ να σε ντύσω εγώ. Κι έπειτα θα σε πάρω μαζί μου, ακόμα κι αν χρειαστεί να σε σύρω στο διάδρομο». Την άκουσε να αρνείται και να καταριέται κλαίγοντας, αλλά δεν πτοήθηκε. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και περίμενε απέξω. Μετά από δέκα λεπτά ακριβώς ξαναμπήκε στο θάλαμο/και τη βρήκε ξαπλωμένη με τα μάτια κλειστά· ήταν ακόμα με το νυχτικό. «Εντάξει λοιπόν», μουρμούρισε εκνευρισμένος. «Αφού έτσι το θες, έτσι θα γίνει». Ακολούθησε αληθινός πόλεμος. Η Σάνια χτυπιόταν για να του ξεφύγει κι εκείνος την έγδυνε ακινητοποιώντας τη κατά διαστήματα. Χρειάστηκε μισή ώρα για να τη δει να στέκεται στα 642


πόδια της ντυμένη με μαύρο φόρεμα και ίσια μαύρα παπούτσια. Δεν είχε άλλη δύναμη να βρίσει: η φωνή της είχε κλείσει από τις φωνές και τους λυγμούς. Τον ακολούθησε σκυθρωπή αλλά πειθήνια ήξερε πως αν συνέχιζε να του αντιστέκεται θα πραγματοποιούσε την απειλή του και θα την έσερνε μέχρι την έξοδο. Κοίταξε ικετευτικά τους συγγενείς της, αλλά κανείς δεν προσφέρθηκε να τη βοηθήσει. Όλοι έσκυψαν το κεφάλι στο πέρασμά τους. Είτε από ανάγκη είτε από φόβο, είχαν υποχωρήσει κι αυτοί στη θέληση του άντρα που την τραβολογούσε σαν να ήταν καροτσάκι. Δεν την αποχαιρέτισαν καν δεν είχαν την τόλμη ούτε να της δώσουν ένα απλό φιλί για αντίο. Γύρισε πολλές φορές το κεφάλι για να τους κοιτάξει, αλλά επέμεναν να στέκονται άπρακτοι κι ακίνητοι σαν μούμιες. Δαγκώθηκε. Δεν της έφταναν όλα τα μαρτύρια που είχε περάσει, τώρα έπρεπε να υποστεί και το μεγαλύτερο απ’ όλα: τις προσπάθειες του άντρα που είχε παντρευτεί να την ξανακερδίσει. Δε θα το άντεχε αυτό. Ό χι.

Γιατί θα καταντούσε να απεχθάνεται τον ίδιο της τον εαυτό αν άκουγε την καρδιά της και τολμούσε να τον συγχωρήσει. Ήταν κολλημένος στο πλευρό της σαν στρείδι καθ’ όλη τη διάρκεια της κηδείας. Όσες φορές κι αν προσπάθησε να αποτραβηχτεί απέτυχε, ώσπου στο τέλος τα παράτησε. Δέχτηκε το αγκάλιασμά του, όπως και τα φιλιά παρηγοριάς που της έδινε στο μάγουλο κάθε τόσο. Τη στιγμή που η κόρη της χανόταν για πάντα στην τελευταία χωμάτινη κατοικία της, το βαθύ της 643


κλάμα, εκείνος ο δυνατός λυγμός που ξεπήδησε απ’ την ψυχή της, τους έκανε όλους να σκύψουν το κεφάλι. Ο Άλεξ είχε φροντίσει για τα πάντα. Είχε δώσει εντολή στον Ζακ να οδηγήσει την οικογένειά της στο κτήμα κι είχε στολίσει το μικρό ιδιωτικό παρεκκλήσι με λευκά τριαντάφυλλα. Ένας ηλικιωμένος γρισπανός ορθόδοξος ιερέας είχε έρθει από το Παρίσι για να τελέσει τη λειτουργία, και πολλοί από τους άντρες που είχε στη δούλεψή του είχαν δημιουργήσει ασπίδα ασφαλείας κατά μήκος όλης της περίφραξης. Είχε προνοήσει ακόμα και για τον άσχημο καιρό, στήνοντας με τα ίδια του τα χέρια μια τεράστια τέντα που κάλυπτε το χώρο έξω απ’ το παρεκκλήσι μέχρι το σημείο όπου θάφτηκε η κόρη του. Οι άντρες του γραφείου που είχε αναλάβει τις λεπτομέρειες της ταφής ήδη έφτιαχναν το μνήμα καθώς οι παριστάμενοι άρχισαν να κατευθύνονται προς το σπίτι. Η Σάνια ζήτησε συγγνώμη και αποσύρθηκε χωρίς να πιει τον καφέ και το κονιάκ που είχε φροντίσει να υπάρχουν σερβιρισμένα η Μαρία. Κανείς δεν την εμπόδισε. Παρέμειναν όλοι στην επιβλητική σάλα και τίμησαν το έθιμο αμίλητοι, χαμένοι στις σκέψεις τους, χωρίς διάθεση για κουβέντα. «Θα την κρατήσεις φυλακισμένη εδώ;» ρώτησε μετά από πολλή ώρα η Βέρα, αφού κανείς δεν είχε το θάρρος να του απευθύνει το λόγο. Τον πλησίασε κιόλας μισοζαλισμένη απ’ το κονιάκ που είχε καταναλώσει αφειδώς, δακρυσμένη απ’ το βάρος της συγκίνησης και στεναχωρημένη από τη γνώση πως θα αργούσε να ξαναδεί την αδερφή τηςΣτάθηκαν δίπλα δίπλα στην τζαμαρία που αποκάλυπτε τη θέα των γυμνών πια βουνών του. Έβρεχε καταρρακτωδώς, κι ο δυνατός βοριάς είχε βαλθεί να τσακίσει τα δέντρα. Ένα 644


γλυκόπικρο χαμόγελο καμπύλωσε λίγο τα χείλη του. Εκτιμούσε το θάρρος της μικρής να μιλήσει για λογαριασμό όλης της οικογένειας, και γι’ αυτό ήταν ειλικρινής μαζί της. «Λίγους μήνες», της ανακοίνωσε την απόφασή του. «Μέχρι να αποφασίσει με καθαρό μυαλό και όχι εν βρασμώ ψυχής αν θέλει διαζύγιο ή όχι». «Νομίζεις πως θα καταφέρεις να την ξελογιάσεις; Αυτό είναι το σχέδιό σου, Άλεξ;» «Για να είμαι ειλικρινής, ναι». Κοιτάχτηκαν. Αντίκρισε στο βλέμμα της την οργή, όμως της έδειξε άφοβα αυτό που αισθανόταν εκείνος: απέραντη συμπάθεια κι εκτίμηση. «Το κάνεις επειδή την αγαπάς ή επειδή νιώθεις τύψεις;» «Εσύ τι λες;» «Επειδή νιώθεις τύψεις». «Αν είσαι τόσο σίγουρη, δεν έπρεπε καν να ρωτήσεις». «Και επειδή την αγαπάς— λίγο». «Νομίζω πως ξέρεις πολύ καλά τι ακριβώς νιώθω για την αδερφή σου, Βέρα», της είπε απαλά. «Τι νιώθω και πόσο βαθιά. Όπως νομίζω επίσης πως δε με αντιπαθείς όσο δείχνεις. Κατά βάθος θες να πετύχω. Και θα φύγεις σήμερα ξέροντας πως η Σάνια δε βρίσκεται σε φυλακή. Ο κλοιός που θα την περιβάλλει όσο καιρό θα μένει εδώ θα είναι φτιαγμένος μόνο από απόλυτη αφοσίωση». Η κοπέλα δεν άντεξε να παριστάνει περισσότερο το δύσπιστο σωματοφύλακα που εντόπιζε ανύπαρκτους εχθρούς σε ό,τι 645


κινιόταν γύρω του. Με το γνωστό αυθορμητισμό που τη διέκρινε, έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε σφιχτά, χώνοντας το κεφάλι της στο λαιμό του, αφού μέχρι εκεί έφτανε. Όλοι γύρισαν να τους κοιτάξουν. Και όλοι είδαν τον Άλεξ να ανταποδίδει γενναιόδωρα την τρυφερή της κίνηση με ένα εξίσου θερμό αγκάλιασμα και πολλά μικρά φιλιά στην κορφή του κεφαλιού της. Τον άκουσαν να ψιθυρίζει πως όλα θα πήγαιναν καλά και πως κοντά του η Σάνια θα τύχαινε της προστασίας που απολάμβανε όσο ζούσε στην οικογένειά της. Τον άκουσαν να υπόσχεται πως θα πάλευε να κερδίσει την αγάπη της και πως, αν αποτύχαινε, θα παραδεχόταν την ήττα του και θα έκανε πίσω. Όλα-τα άκουσαν. Και τα πίστεψαν μέχρι την τελευταία λέξη. Έφυγαν το απόγευμα χωρίς να χαιρετήσουν τη Σάνια, που χάρη στα ηρεμιστικά είχε κοιμηθεί βαθιά. Της άφησαν όμως από ένα συντο-μο σημείωμα. Κανείς δεν πρόσεξε την παρατεταμένη ματιά που αντάλλαξε ο Άλεξ με τη Δανάη την ώρα του αποχαιρετισμού. Καθώς κι οι δυο τους ήταν πολύ καλά εκπαιδευμένοι μια ζωή στο να κρύβονται, είπαν αυτά που ήθελαν με το βλέμμα, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Ήταν μεσάνυχτα πια όταν μπήκε στο δωμάτιο της γυναίκας του μόνος. Έτσι ήταν η αγάπη, τώρα το ήξερε καλά. Αγάπη ήταν το μαγικό εκείνο κατώφλι που όποιος το διάβαινε αποκτούσε το σθένος να ξεπερνά κάθε μικρότητα, να υψώνεται 646


πάνω από τον εαυτό του και να επικαλείται όλες τις επίγειες και θεϊκές δυνάμεις προκειμένου να δει τον αποδέκτη αυτού του συναισθήματος ευτυχισμένο. Ήταν ταυτόχρονα ανίκητος στρόβιλος και καθαρή λίμνη η αγάπη. Ήταν φόβος για τον πιθανό αποχωρισμό κι ανακούφιση για κάθε κοινή στιγμή, κάθε δειλή ελπίδα, κάθε όνειρο που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Κατάρα κι ευλογία συνάμα· ένα μικρό παιχνίδι με την αιωνιότητα και τη μεγαλοσύνη που κρύβει κάθε ανθρώπινη ψυχή. Αγάπη ήταν να βλέπει το μίσος, όπως τώρα, και να απαντά με χαμόγελο. Να εισπράττει το μένος και να αντιγυρίζει την τρυφερότητα. Να δέχεται κύματα κατηγόριας και να ανταποδίδει την πίστη. Να κάθεται στο κρεβάτι και να της πιάνει το χέρι αντιμετωπίζοντας στωικά και με άπειρη κατανόηση το γνωστό γύρισμα του κεφαλιού της στο πλάι για να μην τον βλέπει— για να μην υποχρεώνεται να θυμάται πως κάποτε είχε ενωθεί μαζί του και είχε γευτεί τα φιλιά του. «Κοίτα με, πριγκιπέσα!» Ναι, η φωνή του ήταν επιτακτική και γεμάτη θυμό, αλλά όχι επειδή της κρατούσε κακία. Από πόνο ήταν έτσι κι από φόβο πως ίσως να μην κατόρθωνε να δει ποτέ εκείνα τα γαλάζια μάτια να γεμίζουν ξανά αγάπη κι εμπιστοσύνη. Δεν είχε σημασία αν μπορούσε με μια απλή, σύντομη εξομολόγηση να αποκαταστήσει τον εαυτό του. Πάντα εξαφάνιζε αυτό τον πειρασμό η αγάπη. Η τελευταία αλήθεια έπρεπε να παραμείνει θαμμένη. Έτσι, επέλεγε για άλλη μια φορά να τη χάσει απ’ το να γκρεμίσει τον κόσμο της και να την αφήσει μετέωρη όπως τη νύχτα που έχασε τους γονείς της και τη μνήμη της. «Κοίτα με!» 647


«Ορίστε, σε κοιτάω!» του απάντησε με θυμό. «Και δε μ’ αρέσει καθόλου αυτό που βλέπω». «Τρεις μήνες—» της είπε σκύβοντας πολύ κοντά στο πρόσωπό της. «Αν περάσουν τρεις μήνες κι εξακολουθείς να νιώθεις έτσι, είσαι ελεύθερη να φύγεις. Να ξέρεις όμως πως θα σε διεκδικήσω αλύπητα», την προειδοποίησε σέρνοντας τον αντίχειρά του στο μάγουλό της. «Να ξέρεις πως θα σου δίνω κάθε μέρα κι από ένα λόγο για να μ’ αγαπήσεις ξανά και πως θα ζω την κάθε μου ώρα με τη σκέψη σου. Σου έχω αδυναμία, πριγκιπέσα— » ψιθύρισε σκεπάζοντας τα παγωμένα χείλη της με τα δικά του. Αντιλήφθηκε αμέσως την πρόθεσή της να σφίξει πεισματικά τα χείλη της, αλλά το ελαφρύ τρέμουλο τους πρόδωσε και τις δικές της αδυναμίες. Χάρηκε, αλλά φρόντισε να μη φανεί. «Κι επειδή είναι η πρώτη φορά που δείχνω τέτοιου είδους αδυναμία, σε ενημερώνω πως θα είμαι ανελέητος». «Πού είναι η νοσοκόμα;» Τον είδε να σηκώνεται απ’ το κρεβάτι της κι ανατρίχιασε στη σκοτεινή θωριά του. «Θέλω τα φάρμακά μου. Πονάει τρομερά το κεφάλι μου». «Θα την ειδοποιήσω». Κοίταξε ώρα πολλή την κλειστή πόρτα πίσω του. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και το σφυροκόπημα στα μηνίγγια της δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Δαγκώθηκε και τα χείλη της πρήστηκαν αμέσως. Για τον Άλεξ, η προσπάθεια να την ξανακερδίσει ήταν η μητέρα όλων των μαχών. Για κείνη, ήταν η προσπάθεια να του κρύψει πόσο εύκολη διαφαινόταν η νίκη του. Δέχτηκε τις περιποιήσεις της νοσοκόμας με βλέμμα παγερό, καρφωμένο στο ταβάνι.

648


ΕΝΑ ΜΗΝΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ «Μον ντιε, επιτέλους θα σου συστηθώ κανονικά. Με λένε Νικόλ Ριντιέ, είμαι παντρεμένη μ’ έναν άντρα που λατρεύω, και δεν υπήρξα ποτέ ερωμένη του μεσιέ Γκρέι», αναφώνησε η κοπέλα με τόσο ολοφάνερη ανακούφιση, που η Σάνια έβαλε άθελά της τα γέλια. Της έδωσε το χέρι, αφού πρώτα το σκούπισε απ’ τα νερά της μπουγάδας. Μπροστά σε αυτό το πανέμορφο κορίτσι, ένιωσε άσχημα για τη δική της μουντή όψη, αλλά η Νικόλ, εύστροφη όπως ήταν, την τράβηξε από το χέρι που της έτεινε μέχρι το εσωτερικό του σπιτιού. Σφύριξε επιδοκιμαστικά μόλις είδε ότι παντού επικρατούσε τάξη και καθαριότητα. Ακόμα και τα κακομούτσουνα γλυπτά του πρώην αφεντικού της είχαν γίνει ευχάριστα στην όψη τώρα. Εισέπνευσε το άρωμα φρεσκάδας με αληθινή αγαλλίαση. «Ούτε καπνός ούτε κλεισούρα—» μονολόγησε. «Ακόμα και τον καιρό που δούλευα εγώ εδώ δεν τα ’χα καταφέρει έτσι. Μμμ, μου μυρίζει κάποια ελληνική νοστιμιά! Μπράβο, δεσποινίς—» «Παρίση», τη βοήθησε να θυμηθεί η Σάνια. «Τι βλακεία μου! Μαντάμ Γκρέι έπρεπε να πω και μην τολμήσεις να κατσουφιάσεις!» Της έκανε τη χάρη μόνο και μόνο επειδή ήταν τρισχαριτωμένη. Άθελά της ζήλεψε τη λάμψη και τη ζωντάνια της. Βλέποντας εκείνα τα φωτεινά κόκκινα μαλλιά, άγγιξε ασυναίσθητα τα κοντοκουρεμένα δικά της και μελαγχόλησε. Κάθε φορά που κοιτούσε τον καθρέφτη της ευχόταν να συμβεί κάποιο θαύμα και ν(χ τα δει να μακραίνουν μεμιάς. Βέβαια, το θαύμα δε γινόταν ποτέ, οπότε υποχρεωνόταν να συμβιβάζεται με τα κοντά 649


σαν αγορίστικα μαλλιά της. Τουλάχιστον δε φαίνονταν πια οι τομές της επέμβασης και το οίδημα των πρώτων ημερών είχε εξαφανιστεί. «Πού είναι;» ρώτησε η Νικόλ, αλλά μόλις κοίταξε το ρολόι της έκανε ένα μορφασμό κατανόησης. «Τι ρωτάω; Αν δε φροντίζει τα αμπέλια του, θα τρομοκρατεί τους εργάτες στο οινοποιείο. Κι όταν τελειώσει και με αυτό, θα συνεχίσει το κήρυγμα στους οδηγούς των φορτηγών του, για να εκτονώσει κατόπιν τον υπόλοιπο εκνευρισμό του στο παλαβό του άλογο, έχοντας ξοπίσω του τον κακομοίρη τον Κινγκ με τη γλώσσα έξω. Πολύ το λυπάμαι αυτό το ζωντανό. Είναι ξεροκέφαλο σαν το αφεντικό του. Να δεις που μια μέρα θα σκάσει απ’ το πείσμα του να βγει πρώτος στην κούρσα. Τι τρέλα!» «Υπάρχει επίσης η πιθανότητα να αδειάζει τα όπλα του παρέα με τον Ζακ. Είναι εδώ απ’ το πρωί». «Α, ο Ζακ!» Η Νικόλ έκανε μια γκριμάτσα απόλυτης επιδοκιμασίας. «Ο αδιόρθωτος ερωτύλος φίλος του που έγινε υπόδειγμα οικογενειάρχη στο πλευρό της αδερφής του. Δυο άντρες γεμάτοι εκπλήξεις, καλή μου». Κοίταξε, με νόημα τα δεκάδες βάζα με τα σπάνια εξωτικά λουλούδια που στόλιζαν το άλλοτε μουντό σαλόνι. «Ποιος να το περίμενε ότι ο Αλεξ Γκρέι, αΛτό το δύστροπο κι αντικοινωνικό πλάσμα, θα παράγγελνε λουλούδια απ’ το Παρίσι μόνο και μόνο για τα μάτια μιας γυναίκας! Ποιος θα περίμενε να υποδεχτεί μέχρι και την απρόσκλητη εμφάνισή μου μ’ ένα χαμόγελο! Σε μια δυο ανάλογες περιπτώσεις κάποτε, κόντεψε να με πυροβολήσει, ξέρεις— » «Σε συμπαθεί—» της εξήγησε η Σάνια, νιώθοντας πια ειλικρινά 650


καλοδιάθετη. «Όχι, μον σερί. Εσένα συμπαθεί. Υπερβολικά κιόλας». «Η αλήθεια είναι πως, όταν θέλει, μπορεί να γίνει ακαταμάχητος». Στο νου της ήρθε στιγμή τη στιγμή ο μήνας που είχε ήδη περάσει εκεί. Πιστός στην υπόσχεσή του, της είχε δώσει πράγματι στην κάθε μέρα του ένα λόγο ικανό για να τον αγαπήσει από την αρχή. Δεν ήταν μόνο τα λουλούδια που κατέφθαναν κάθε πρωί για να γαληνεύουν το νου της, ούτε η αβρή συμπεριφορά του απέναντί της. Ήταν το βλέμμα του και το άγγιγμά του· ήταν τα λόγια του, παρότι δεν έπαιρνε ποτέ απάντηση απ’ την πλευρά της· ήταν που την περιποιόταν σαν αληθινή πριγκίπισσα, κάνοντάς της δώρα που ομόρφαιναν την καθημερινότητά της: ρούχα, κοσμήματα, CD με την αγαπημένη της μουσική, σπόρους σπάνιων φυτών για να φτιάξει το προσωπικό της παρτέρι, συλλεκτικά βιβλία που κόστιζαν μια περιουσία και, μόλις χτες, πλήρη φωτογραφικό εξοπλισμό κι ένα σωρό φιλμ για να περνά δημιουργικά την ώρα της. Τι κι αν δεν της είχε πει ότι την αγαπούσε; Και τυφλή να ήταν, πάλι θα καταλάβαινε πως καθεμία από τις πράξεις του και καθεμία από τις λίγες στιγμές που του επέτρεπε να περνά κοντά της ήταν γεμάτες απ’ την καρδιά του, από ολόκληρη την ψυχή του κι απ’ όλα εκείνα τα δυσεύρετα συναισθήματα που περιέγραφε στα βιβλία του και που ήταν οικεία στους ήρωές του. Λύγιζε μέρα με τη μέρα υποχωρούσε. Και καθώς η πρώτη οργή είχε πια καταλαγιάσει, η σκέψη πως ήταν πράγματι θέλημα Θεού αυτό που είχε συμβεί στην κορούλα της τρύπωνε ολοένα και πιο βαθιά μέσα της, παίρνοντας τη μορφή συνειδητοποίησης, γεγονός που την ωθούσε να τον 651


συγχωρέσει. «Του αξίζει μια γυναίκα σαν εσένα», δήλωσε η Νικόλ πλησιάζοντάς τη. Στάθηκε αντίκρυ της. Το βλέμμα της πλημμύρισε θαυμασμό. «Τελευταία έρχονταν κι έφευγαν πολλές. Νομίζω πως προσπαθούσε να σε ξεπεράσει. Ανόητα αντρικά παιχνίδια—» ψιθύρισε μορφάζοντας. «Πιστεύουν πως η χαρά της σάρκας μπορεί να καλύψει τη λύπη της καρδιάς. Κι όσο αποτυγχάνουν, τόσο επιμένουν. Λες και δεν ξέρουν ότι όλα μαζί τα ψεύτικα πετράδια δε φτάνουν την αξία ενός γνήσιου πετραδιού. Ο Άλεξ Γκρέι δε σε αγαπάει απλώς, Σάνια. Είναι βαθιά, απελπισμένα κι αμετάκλητα ερωτευμένος μαζί σου». «Μου έχει πει πολλά ψέματα, Νικόλ», της εξομολογήθηκε θλιμμένα. «Πολλά και ασυγχώρητα. Πώς να τον εμπιστευτώ πάλι;» «Όταν είναι μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, δε μένει παρά να το διακινδυνεύσουμε. Μην ακούς πάντα τη λογική, γλυκιά μου. Ισως αυτή τη φορά να πρέπει να πάρει τα ηνία η καρδιά σου». «Φοβάμαι—» «Το ξέρω». Τη φίλησε στο μάγουλο και της χαμογέλασε. «Η σοφή μου μανούλα όμως συνηθίζει να λέει πως ο φόβος μάς κρατάει ζωντανούς και χάρη σ’ αυτόν κάνουμε περισσότερα σωστά απ’ όσα λάθη». «Είσαι πολύ ώριμη για την ηλικία σου». «Αν μεγάλωνες κι εσύ σε αυτά τα βουνά, έτσι θα ήσουν. Ξέρεις από πόσο μικρή μηχανευόμουν τρόπους να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου; Ευχαριστώ το Θεό που βρέθηκε στο δρόμο μου ο Άλεξ Γκρέι. Όλοι τον ευχαριστούμε σε αυτό το χωριό. Έκανε 652


τον τόπο μας ευλογημένο, παρά τις αρχικές μας επιφυλάξεις. Είναι σπάνιος άνθρωπος!» αποτελείωσε το εγκώμιο που του έπλεκε, κι αναπήδησε μα· ζί με τη Σάνια στο ξαφνικό άνοιγμα της πόρτας. «Το νίκησα το κάθαρμα!» πανηγύριζε ο Ζακ πανευτυχής για το κατόρθωμά του. «Γυναίκες, φέρτε νερό και φαγητό στον πολεμιστή—» είπε κλέβοντας τα γέλια όλων τους. «Θέλω να ξαποστάσω—» Η Σάνια έτρεξε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, μόνο και ]ΐονο για να αποφυγή°. -- — «Ορίστε, τι σου έλεγα; Είναι φανερό ότι ούτε συ τους συμπαθείς. Και πρέπει να υπάρχει όντως—» Κάποιος χτύπησε διακριτικά την πόρτα. Η κοκαλιάρικη επιβλητική φιγούρα του μπάτλερ πρόβαλε όλο σεβασμό στο δωμάτιο. «Σερβίρονται τα ποτά, κύριε. Στο μπροστινό σαλόνι». «Ευχαριστώ, Πάιλς». Ο μπάτλερ έκανε μεταβολή και ήταν έτοιμος να φύγει, αλλά ο Μόρτιμερ τον σταμάτησε. «Πάιλς;» «Κύριε;» «Θα μπορούσες να ρίξεις μια ματιά στα παιδιά; Τ’ αφήσαμε στο παιδικό δωμάτιο. Ήταν και η γκουβερνάντα μαζί τους, αλλά την ξέρεις τώρα την Γκάνετ— μερικές φορές την παίρνει ο ύπνος». «Πολύ καλά, κύριε». Κοντοστάθηκε λίγο και πρόσθεσε, πριν απομακρυνθεί: «Και αν μου επιτρέπετε, κύριε, θα ήθελα να σας εκφράσω τις θερμές μου ευχές, καθώς και τις ευχές όλου του 653


προσωπικού. Να τα εκατοστίσετε ευτυχισμένος». «Ευχαριστώ. Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας». «Η ευχαρίστηση δική μας, κύριε». Ο μπάτλερ βγήκε αθόρυβα. Ο Μόρτιμερ πλησίασε στο παράθυρο και Δεν του αρνήθηκε. Ικανοποίησε την επιθυμία του, κι έπειτα προφασίστηκε έναν ξαφνικό πονοκέφαλο για να αποσυρθεί στο δωμάτιό της. Κάλου κακού κλείδωσε, αλλά μέχρι το βράδυ που την πήρε ό ύπνος κατάλαβε πως ήταν περιττή η κίνησή της. Ο Άλεξ δεν την επισκέφτηκε ούτε εκείνο το βράδυ ούτε τα επόμενα δεκαπέντε βράδια που ακολούθησαν. Έκανε δύο βδομάδες να τον δει. Μόνο τον καλπασμό του αλόγου του άκουγε για να ξέρει πως ήταν καλά. Και φυσικά έβρισκε τα δώρα του στο κρεβάτι της κάθε φορά που έπεφτε για ύπνο. Δεν ήξερε αν ήταν ο Θεός ή ο διάβολος εκείνος που την έβαλε να τον αναζητήσει η ίδια. Χτύπησε τέσσερις φορές, αλλά δεν πήρε απάντηση. Έχοντας στήσει αφτί λίγη ώρα πριν, ήξερε πολύ καλά πως ήταν στην κρεβατοκάμαρά του. Θύμωσε με τον εαυτό της που ανησύχησε, όπως θύμωσε και με τη βιασύνη της να κατεβάσει το πόμολο χωρίς να χτυπήσει για πέμπτη φορά. Η ακαταστασία και η έντονη μυρωδιά του καπνού την έκαναν να σαστίσει. Κατά τα φαινόμενα, ο Άλεξ περνούσε πολλές ώρες 654


εκεί, και μάλιστα κάτω από διόλου ευχάριστες συνθήκες. Το κρεβάτι του ήταν άστρωτο και πολλά απ’ τα ρούχα του διάσπαρτα στο πάτωμα. Ζώνες, κάλτσες κι εσώρουχα ήταν πεταμένα στα πιο απίθανα σημεία απ’ το εκκεντρικό κεφαλάρι με τους σιδερένιους δράκους μέχρι τις εντυπωσιακές αναγεννησιακές πολυθρόνες που πλαισίωναν το μικρό καθιστικό του υπνοδωματίου του. Τα τασάκια στα κομοδίνα ήταν γεμάτα με μισοκαπνισμένα πούρα, ενώ πάνω στο μικρό ξύλινο σεκρετέρ βρίσκονταν σε παράταξη μπόλικα ποτήρια. Πρόσεξε ότι και τα τρία μπουκάλια του εξαιρετικά σπάνιου κονιάκ που την είχε κεράσει τη βραδιά που τον είχε επισκεφτεί ήταν άδεια, πεταμένα κι αυτά στο χαλί. Στάθηκε αναποφάσιστη να κοιτά το μικρό χάος γύρω της. Το μέρος ήθελε ώρες για να συγυριστεί και να ξαναγίνει κατάλληλο για να ζήσει και να αναπνεύσει άνθρωπος χωρίς να πάθει ασφυξία από τον πολυκαιρισμένο καπνό. Προφανώς δεν έμπαινε κανείς εκεί μέσα όχι τουλάχιστον από τη μέρα που είχε εμφανιστεί ξανά εκείνη στη ζωή του. Κίνησε να φύγει χάνοντας το θάρρος της ξαφνικά, αλλά το απότομο άνοιγμα της εσωτερικής πόρτας τής έκοψε τη φόρα. Σε κατάσταση εμφανούς πανικού και στα πρόθυρα κρυφής τουλάχιστον για την ώραυστερίας, είδε στο άνοιγμά της τον Άλεξ θεόγυμνο, με τα νερά να στάζουν ακόμα, να την κοιτάζει κατάπληκτος. Θα το βάζε στα πόδια, αν η θέα του δεν την κρατούσε γερά καρφωμένη στο πάτωμα. Και παρότι εκείνος έσπευσε να αρπάξει το σεντόνι για να καλύψει τη γύμνια του, τα μάγουλά της εξακολούθησαν να αλλάζουν χρώματα με ταχύτητα υπερηχητικού αεροσκάφους. Δε φορούσε την καλύπτρα του, και 655


λίγο πριν χιμήξει κυριολεκτικά στο κομοδίνο για να την αρπάξει και να κρύψει τη σημαδεμένη πλευρά του προσώπου του, πρόλαβε να τον δει πεντακάθαρα. Όπως πρόλαβε και να αφήσει μια κραυγή, που τον έκανε να σκύψει το κεφάλι βλαστημώντας. Όλα τα τείχη που ύψωνε με άπειρη προσοχή τόσο καιρό είχαν σωριαστεί γύρω της σαν πέταλα γερασμένου λουλουδιού που του επιτέθηκε αναπάντεχα ο βοριάς. Βλέποντας το βαθούλωμα στον κρόταφό του και το ζαρωμένο δέρμα στην περιοχή του ματιού, θυμήθηκε πως κι εκείνος είχε υποφέρει. Θυμήθηκε πως είχε στραφεί στα πεδία των μαχών για να καλύψει τα ίχνη του και ότι πολεμώντας εκεί έθετε σε κίνδυνο μια ζωή που τον είχε απογοητεύσει. Όπως θυμήθηκε επίσης ότι αυτή η μικρή αναπηρία ήταν αποτέλεσμα της προσπάθειάς του να σώσει τη ζωή του φίλου του ορμώντας χωρίς δεύτερη σκέψη στο μέσο καταιγισμού πυρών, και μόνο από τύχη δεν είχε μείνει στον τόπο. Θυμήθηκε, θυμήθηκε, θυμήθηκε— Όση ώρα εκείνος έσκυβε το κεφάλι για να πολεμήσει την ντροπή, εκείνη θυμόταν: Ο ευγενικός Ρωμανός Κατράς που έγινε αγρίμι ο δραπέτης που βρήκε καταφύγιο σε σπηλιές ο παράνομος που ρίσκαρε τη ζωή του για να περάσει τα σύνορα της πατρίδας του ο λεγεωνάριος που αποποιήθηκε την ταυτότητα και την προσωπικότητά του για να γίνει ο σκληροτράχηλος Άλεξ Γκρέι του δεύτερου συντάγματος αλεξιπτωτιστών υπηρετώντας ξένα ιδανικά και πατρίδες. «Ήταν ένας ήρωας», ήρθε στο μυαλό της μια συζήτησή της με τον Ζακ. «Κανείς δεν τίμησε περισσότερο τους όρχους της Λεγεώνας από αυτόν. Όπως και κανείς δε σεβάστηκε περισσότερο τον εχθρό τον».

656


Τον είδε να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού, με το πρόσωπο κρυμμένο στα χέρια του. Χάρηκε με τη σιωπή του και την παγωμάρα του, γιατί της δόθηκε ο χρόνος να τον παρατηρήσει με την ησυχία της. Είδε όλα του τα σημάδια στα χέρια και στο σώμα χωρίς να νιώσει φόβο ή αποστροφή. Το βλέμμα της σκέπασε με τρυφερότητα και δέος κάθε ουλή, κάθε χαρακιά, κάθε θλιβερό ενθύμιο των τραγωδιών που είχε περάσει, χωρίς να διστάσει στιγμή. Και συνειδητοποίησε πως παρότι η ζωή της δεν ήταν ρόδινη, είχε σταθεί πολύ πιο τυχερή από εκείνον: την ώρα που μια καινούρια οικογένεια την αγκάλιαζε για να της προσφέρει θαλπωρή, εκείνος ξεριζωνόταν κυνηγημένος, μόνο και μόνο για να επιβιώσει. Λ Πόσο κακός μπορούσε να είναι ένας τέτοιος άνθρωπος; Πόσο κάλπικος; Ακόμα και οι επιθέσεις του ήταν γεννημένες από άμυνα, από την ενστικτώδη ανάγκη ενός ανθρώπινου πλάσματος απλώς να επιζήσει με κάθε τρόπο. «θέλω να πάρεις τον οίκτο σου και να πας στο δωμάτιό σου», τον άκουσε να λέει μετά από λίγη ώρα. Τα πόδια της κινήθηκαν μόνα τους προς την αντίθετη κατεύθυνση. Την έφεραν κοντά του, απέναντί του, δίπλα του. Τα γόνατά της κόβονταν, αλλά συγκράτησε τα ρίγη της, μέχρι που κάθισε στο πλευρό του. Το χέρι της υψώθηκε συνειδητά και άγγιξε, τρέμοντας από τη συγκίνηση, την καλύπτρα του, για να προσφέρει μετά το απλό άγγιγμα ένα τρυφερό χάδι. «Δε σε λυπάμαι». «Ούτε να τολμήσεις!» Κατέβασε ήσυχα το χέρι της και το κράτησε μακριά γραπώνοντας τον καρπό της. Οι μύες του σφίχτηκαν. Το σεντόνι 657


που λίγο πριν είχε σκεπάσει πρόχειρα τη γύμνια του έπεσε χαμηλά, αποκαλύπτοντας το καμένο δέρμα στη βάση της κοιλιάς του. Άθελά της κατέβασε το βλέμμα της εκεί, όχι από περιέργεια, αλλά επειδή μ’ ένα μυστήριο τρόπο το θέαμα τη σαγήνευε και την υπνώτιζε. «Υπήρξαν πολλές μετά από μένα;» τον ρώτησε αναζητώντας ξανά το βλέμμα του. «Τι είδους ερώτηση είναι αυτή;» Ξανασήκωσε εκνευρισμένος το σεντόνι. Δεν την καταλάβαινε αυτή τη γυναίκα. Μέχρι χτες τον απέφευγε με μανία. Μέχρι χτες φρόντιζε να μην ανταμώνουν οι δρόμοι τους και κλείδωνε επιδεικτικά την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της. Μέχρι χτες τον έκανε να πιστεύει πως απλώς περίμενε στωικά να περάσουν οι μέρες για να λήξει η προθεσμία και να χαθεί οριστικά από τη ζωή του. «Πες μου!» Θα τον τρέλαινε. Ήδη νόμιζε πως είχε τρελαθεί. Μάλλον φανταζόταν διάφορα πάλι. Ισως η υπερβολική επιθυμία του να αντικρίσει στα μάτια της αυτό ακριβώς το βλέμμα να του προκαλούσε παραισθήσεις. «Πολλές», της απάντησε τελικά, προτιμώντας την αλήθεια από ένα ψέμα που θα τον έβγαζε εύκολα από τη δύσκολη θέση. «Γιατί;» «Εσύ γιατί λες;» Της άφησε το χέρι και σηκώθηκε. Κρατώντας ακόμα το σεντόνι, αναζήτησε ένα πούρο. Βλαστήμησε σιγανά. Πού να το ’βρίσκε το αναθεματισμένο, αφού τα ’χε καπνίσει όλα; 658


«Για να με ξεχάσεις, μήπως;» Η φωνή της ήταν γεμάτη σαρκασμό και πικρία. «Πίστευε ό,τι θέλεις». «Πάντως εγώ δε σε ξέχασα ποτέ—» τον ενημέρωσε θλιμμένα. «Πήγαινε στο δωμάτιό σου, Σάνια. Δεν ξέρω γιατί ήρθες εδώ και δε θέλω να πιστέψω πως μου παίζεις κάποιο παιχνίδι. Κι αν έχεις βάλει στο μυαλό σου να με εκδικηθείς— » Ποτέ δε βρήκαν αντίλογο οι κατηγορίες του. Όσο ξαφνικά είχε δεχτεί την επίσκεψή της, τόσο ξαφνικά είδε και την αποχωρησή της. Η πόρτα έκλεισε αθόρυβα πίσω της. Κοίταζε αμίλητος το άψυχο ξύλο πολλή ώρα πριν βγει από το δωμάτιο για να βρει ένα πούρο. Κι όταν το βρήκε, το κάπνισε με ανακούφιση, απαγορεύοντας άγρια στον εαυτό του να νιώσει την παραμικρή ελπίδα. ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ θα ήταν οι ωραιότερες που είχε τραβήξει ποτέ. Σχεδίαζε αυτή τη μυστική απόδραση εδώ και τρεις βδομάδες, και τώρα που είχε στεφθεί από απόλυτη επιτυχία ένιωθε σαν να είχε κάνει το μεγαλύτερο κατόρθωμα του κόσμου. Όλα είχαν πάει όπως τα είχε προβλέψει: μισή ώρα μετά την αναχώρηση του Άλεξ για το οινοποιείο, είχε πάρει τα κλειδιά του τζιπ του κι είχε κατέβει στο χωριό αποφασισμένη να το εξερευνήσει απ’ άκρη σ’ άκρη και να το απαθανατίσει για πάντα. Μετά το πρώτο μούδιασμα των χωρικών στη θέα της και τους ψιθύρους που ακολουθούσαν κάθε της βήμα, ήρθε το 659


καλωσόρισμα και οι μικρές εκδηλώσεις συμπάθειας. Η ίδια γυναίκα που την είχε βάλει στο σπίτι της εκείνο το πρώτο βράδυ ανέλαβε να την ξεναγήσει στα γραφικά δρομάκια και στις πέτρινες πλατείες, που τις θύμισαν έντονα τα χωριά της πατρίδας της. Σύντομα την πλησίασαν κι άλλοι. Ανθρωποι κάθε ηλικίας, από παιδιά μέχρι γέροντες, πήγαν κοντά της για να της σφίξουν το χέρι και να της πουν πως ένιωθαν περήφανοι που γνώριζαν τη γυναίκα του Αλεξ Γκρέι. Η Σάνια διαπίστωσε πως ο σύζυγός της ήταν κάτι σαν θεότητα στη συνείδηση εκείνων των ανθρώπων. Η απλή αναφορά στο όνομά του αρκούσε για να γεννηθεί ταυτόχρονα ο φόβος και η λατρεία, ο σεβασμός και το δέος, ο θαυμασμός και η επιφύλαξη, που όλα μαζί τον έβγαζαν από την ανθρώπινη υπόστασή του και τον μετέτρεπαν σε κάτι ανώτερο, κάτι που θύμιζε περισσότερο πνεύμα. ή μαγικό είδωλο. Και κοντά στον Άλεξ εισέπραττε κι εκείνη μεγάλο μερίδιο από τα ίδια συναισθήματα. Όσο απλοϊκή κι αν ήταν η συμπεριφορά της, όσο ανθρώπινα κι αν ήταν τα χαμόγελα και οι χειρονομίες της, δεν κατάφερνε να έρθει στο ίδιο επίπεδο με αυτούς, γιατί στα μάτια τους είχε την ίδια μυστικιστική αύρα με εκείνον άλλωστε ήταν η σύζυγος του ευεργέτη τους. Της φαίνονταν απίστευτα όλα αυτά· ακατανόητα και συνάμα γοητευτικά, όπως τα παραμύθια που λάτρευε από παιδί. Ήταν σαν να χε σταματήσει ο χρόνος κάποιους αιώνες πριν, τότε που υπήρχαν αυλικοί και βασιλιάδες, όταν τα απλά ανθρώπινα επιτεύγματα ανάγονταν γρήγορα σε θρύλους, σε εποχές που όσοι ξεχώριζαν χαρακτηρίζονταν ανάλογα με τις πράξεις τους θεοί ή δαίμονες και κέρδιζαν μια θέση στην αιωνιότητα καθώς τους μνημόνευαν από γενιά σε γενιά. 660


Την αποκαλούσαν μαντάμ Γκρέι. Της άνοιγαν τις πόρτες των σπιτιών τους με χαρά και μετά την πρώτη αμηχανία την περιτριγύριζαν με θαυμασμό. Όλοι ήθελαν να τη δουν από κοντά, όλοι προσπάθησαν να ανταλλάξουν δυο λόγια μαζί της. Κι όλοι ανεξαιρέτως της είπαν μια καλή κουβέντα, για να της δείξουν πόσο ευπρόσδεκτη ήταν σιο χωριό τους. Δε θα ξεχνούσε ποτέ εκείνο το μικρό κορίτσι που ξέφυγε απ’ το χέρι της μάνας του για να της χαρίσει ένα μπουκέτο αγριολούλουδα. Την είχε πλησιάσει με ένα μεγάλο φαφούτικο χαμόγελο και τα έξυπνα μαύρα μάτια της την κοιτούσαν με θαυμασμό. Είχε σταθεί απέναντί της κι είχε τεντώσει το μικρό χεράκι κοιτώντας την πότε ντροπαλά και πότε θαρραλέα. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού έκλειναν στις μπούκλες τους το φως του ήλιου, σκορπώντας σε κάθε τους κίνηση μικρές λάμψεις, που συναγωνίζονταν σε ομορφιά το χαριτωμένο της πρόσωπο και το γλυκό της χαμόγελο. «Τα πήρα από το βάζο της μαμάς», της είπε προσφέροντάς της τα λουλούδια. «Για να τα βάλεις στο δωμάτιό σου». Η Σάνια είχε δεχτεί τα λουλούδια αφού πρώτα αγκάλιασε και φίλησε το παιδί. Χωρίς να το αντιληφθεί, όλοι οι υπόλοιποι είχαν σχηματίσει έναν κύκλο γύρω της παρακολουθώντας με βουρκωμένα μάτια. Μόνο όταν τους κοίταξε κατάλαβε το λόγο. Ήξεραν. Τα νέα πως είχε χάσει το δικό της παιδί, την κόρη εκείνης και του Αλεξ Γκρέι, όχι μόνο είχαν μαθευτεί, αλλά τους έθλιβαν σαν να ήταν δική τους η τραγωδία. Κρατήθηκε ωστόσο και δεν έδειξε τη συγκίνησή της. Σήκωσε τη μικρούλα ψηλά και τη στριφογύρισε μερικές φορές για να την κάνει να γελάσει. Κι όταν το γέλιο έφτασε στ’ αφτιά της γάργαρο και κυματιστό σαν καθάριο νερό πηγής, τρεις λέξεις 661


άρχισαν να ηχούν στο μυαλό της συνέχεια, ακατάπαυστα και τόσο δυνατά, που έπαψε να ακούει τους άλλους ήχους γύρω της. Ήταν θέλημα Θεού— θέλημα Θεού— Πέρασε τις επόμενες ώρες αναζητώντας αυτό Του το θέλημα στα εγκόσμια δημιουργήματά Του. Σκαρφάλωσε σε κορυφές, σύρθηκε στο χώμα, χώθηκε σε κουφάλες δέντρων και γαντζώθηκε σε απόκρημνες πλαγιές για να αιχμαλωτίσει όλα Του τα θελήματα στις φωτογραφίες της: μια μέλισσα που έσπερνε το έδαφος με περισσεύματα γύρης απ’ τους τρύγους της, μια ηλιαχτίδα που γέμιζε χρυσές ανταύγειες τα ασημένια φύλλα της ελιάς, το πλέγμα των ριζών ενός γέρικου πεύκου που έγερνε απ’ το βάρος του χρόνου, δυο σύννεφα που θύμιζαν ταξιδιάρικα πουλιά έτσι όπως διέσχιζαν τεμπέλικα τον ουρανό — Πέρασε ώρες απαθανατίζοντας όλη εκείνη την ομορφιά. Πέρασε ώρες αναζητώντας αχόρταγα πηγές γαλήνης και συμφιλίωσης με το θείο. Γέμισε πέντε φιλμ πότε χαμογελώντας με τις μικρές της ανακαλύψεις και πότε κατσουφιάζοντας, όταν το φως τη δυσκόλευε. Και στο τέλος της μέρας, όταν το σούρουπο άρχισε πια να βάφει γκρίζο το τοπίο γύρω της, άφησε τη φωτογραφική μηχανή και ύψωσε το βλέμμα στον ουρανό κατάκοπη μα γαληνεμένη. Ήταν θέλημα Θεού. Ήταν το θέλημά Τον, αποφάσισε. Βγήκε απ’ τη μικρή της έκσταση και τη μαγική της παραζάλη αμέσως μόλις συνειδητοποίησε ότι οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν οχτώ. Έλειπε απ’ το πρωί, κι. ο Άλεξ σίγουρα θα είχε επιστρέψει στο σπίτι. Η καρδιά της χτύπησε δυνοτά.

662


Και καθώς το Range Rover ανηφόριζε με άνεση προς τον πέτρινο πύργο, συνειδητοποίησε πως νοιαζόταν λιγότερο για το σίγουρο θυμό του και περισσότερο για τη στεναχώρια που θα του προκαλούσε η κρυφή φυγή της. Της άνοιξε την πόρτα πριν προλάβει να χρησιμοποιήσει το κλειδί της για να μπει. Την κοίταξε, και στο πρόσωπό της είδε καθαρά το μόνο λόγο που ομόρφαινε πια τη ζωή του: το αγαπημένο πρόσωπο, τα γαλάζια μάτια που γέμιζαν με το σπάνιο χρώμα τους τα όνειρα και τους εφιάλτες του· το λεπτό σώμα που ποθούσε να κλείσει στην αγκαλιά του και να το κρατήσει -αλυσοδεμένο, αν χρειαζότανεκεί, για να χαίρεται τη ζεστασιά του κάθε κρύα μέρα και τη δροσιά του κάθε ζεστή. Νόμιζε πως είχε φύγει. Εκείνη τη μισή ώρα που μεσολάβησε μέχρι να την ξαναδεί στο κατώφλι του, κατάλαβε πώς είναι να πεθαίνεις: ήταν σαν να σιέρευε σιγά σιγά το οξυγόνο, και τα πάντα σκοτείνιασαν γύρω του, σαν να χανόταν σε μια δίνη που τον τραβούσε αργά στα βάθη της. Ήξερε πως είχε έρθει το τέλος. «Δεν είχα πάρει το κινητό μου και— » Του εξηγούσε, αλλά δεν την άκουγε. Την παρακολουθούσε μονάχα με βλέμμα ταραγμένο να διασχίζει το σαλόνι μιλώντας — μιλώντας— μιλώντας— χωρίς να τον κοιτάζει, χωρίς να έχει αντιληφθεί το μαρτύριο που του είχε επιβάλει η απουσία της. Και καθώς του εξηγούσε, θύμωνε όλο και περισσότερο. Μέχρι που ο θυμός έγινε οργή και η οργή τρέλα. Μέχρι να συνειδητοποιήσει πως δεν υπήρχε ζωή χωρίς εκείνη, πως ώσπου να πεθάνει θα ήταν ξανά μισός άνθρωπος και μισό τέρας, μισή ύπαρξη και μισή σκιά, ζωή και θάνατος μαζί σε κάθε ανάσα, για κάθε καταραμένη μέρα που θα περνούσε. 663


Χωρίς εκείνη. Χωρίς το λόγο που τον έκανε να καταλάβει, να συγχωρέσει, να ξεχάσει, να ζήσει. Δεν αντιλήφθηκε πότε βρέθηκε πίσω της και την άρπαξε απ’ τη μέση. Αγνόησε το φυσιολογικό της ξάφνιασμα και την αυθόρμητη κίνησή της να του ξεφύγει. Αγνόησε τις πνιχτές διαμαρτυρίες της και την έκφραση φόβου που ρίζωσε γι’ ακόμα μια φορά στο πρόσωπό της. Έμενε λίγος καιρός για να τη δει να φεύγει απ’ τη ζωή του, και τον κυρίευσαν οι δαίμονες του πόνου και της ζήλιας. Ήταν δική του· ανήκε εκεί: στο σπίτι του, στην κρεβατοκάμαρά του, στις μέρες και στις νύχτες του, μέχρι να τους χωρίσει ο μόνος που είχε αυτή τη δύναμη: ο θάνατος. «Δε θα το έσκαγα—» την άκουσε να λέει φοβισμένα, με τα χέρια της να μπαίνουν εμπόδιο ανάμεσα στο στήθος του και το δικό της. «Σε παρακαλώ, Άλεξ— Δε θα το έσκαγα—» «Για ποιο λόγο με παρακαλάς;» Ένιωθε πόνο, αλλά στη φωνή του επικράτησε μόνο η δυσπιστία και η οργή. «Για να μη με αγγίζεις— έτσι. Για να μη θυμώνεις μαζί μου— Με— με πονάς—» Χαλάρωσε το σφίξιμό του, αλλά δεν πήρε τα χέρια του από πάνω της. Τα δάχτυλά του ακούμπησαν το μαύρο ύφασμα που κάλυπτε τους ώμους της. Πενθούσε ακόμα: ντυνόταν στα μαύρα, υπενθυμίζοντάς του κάθε μέρα πως είχε γίνει για λίγο μητέρα και πως τον κατηγορούσε ακόμα για το τέλος της ευτυχίας της. Δεν άντεχε να βλέπει περισσότερο αυτά τα ρούχα πάνα) της, όπως δεν άντεχε να βλέπει το λευκό της δέρμα να απαρνείται χαρές για τις οποίες ήταν πλασμένο. «Όχι—»

664


«Άσε με να κάνω το σωστό, πριγκιπέσα—» Άρχισε να κατεβάζει το ύφασμα σκύβοντας προς το μέρος της. Ένιωσε κάθε της ρίγος και άκουσε μία προς μία όλες τις σιωπηρές ικεσίες της. Το μυαλό της τον εμπόδιζε, μα το σώμα της τον προσκαλούσε· το βλέμμα της τον απέτρεπε, μα η ψυχή της του είχε ήδη παραδοθεί. Κι αν το χέρι της υψώθηκε για να τον απωθήσει, δεν τα κατάφερε ποτέ, γιατί το στόμα του κάλυψε απαιτητικά το δικό της προσφέροντας πανίσχυρο αντίλογο σε κάθε αμφιβολία. «Δεν είμαι έτοιμη— δε θέλω—» του είπε στρέφοντας το κεφάλι μετά από λίγο. Αυτή τη φορά κατάφερε να τον σπρώξει. Έκανε ένα ζαλισμένο βήμα προς τα πίσω και βρήκε εμπόδιο το μπράτσο του καναπέ. Έπεσε άτσαλα στα μαξιλάρια. Το μακρύ της φόρεμα ανασηκώθηκε μέχρι τη μέση των μηρών της και το κατέβασε όπως όπως. Έπρεπε να βρει τη δύναμη να σηκωθεί, αλλά αντί γι αυτό παρέμεινε να τον κοιτάζει αποσβολωμένη να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του. «Δε θα κερδίσεις τίποτα!» του φώναξε, αποφασισμένη να αντισταθεί, όμως η φωνή της βγήκε βραχνή σαν ερωτικό κάλεσμα. «Είσαι γυναίκα μου, Σάνια. Κάνω αυτό που νιώθω χωρίς να σκέφτομαι αν θα κερδίσω ή θα χάσω οτιδήποτε. Φύγε, αν θες —» την προκάλεσε πετώντας το πουκάμισό του στο πάτωμα. «Σήκω και τρέξε μακριά. Πού νομίζεις ότι θα πας; Ποια γωνιά και ποιο δωμάτιο αυτού του σπιτιού νομίζεις ότι θα οε κρατήσει κρυμμένη;» «Δεν είναι έντιμο αυτό που πας να κάνεις», επιχείρησε να τον ρίξει στο φιλότιμο. Μαζεύτηκε στην άκρη του καναπέ, έφερε τα γόνατα στο πιγούνι της και τον κοίταξε σαν κουτάβι που από 665


στιγμή σε στιγμή θα δεχόταν την επίπληξη του αφεντικού του. «Υπάρχουν ανοιχτοί λογαριασμοί ανάμεσά μας». Κάθισε στον καναπέ, άπλωσε το χέρι του και την τράβηξε απ’ τον αστράγαλο. Η μόνη ανεντιμότητα που παραδεχόταν εκείνος ήταν πως εκμεταλλεύτηκε τη διαφορά στη σωματική τους δύναμη για να εξολοθρεύσει τις αντιστάσεις της. Την είδε να τινάζεται και να παλεύει σαν παγιδευμένο θήραμα για να του ξεφύγει και χρησιμοποίησε στο έπακρο όλη του την— ανεντιμότητα για να φέρει με μερικές λαβές το κορμί της ακριβώς κάτω απ’ το δικό του. «Πολλές εκκρεμότητες—» ψιθύρισε στ’ αφτί της, αφού επέμενε να αποστρέφει το κεφάλι για να προστατεύσει τα χείλη της απ’ τα δικά του. «Όλα πήγαν στραβά εκείνο το βράδυ, πριγκιπέσα. Ζευγάρωσες μ’ ένα ψέμα. Αγαπούσες ένα ψέμα. Θα διορθώσω αυτή την εικόνα πριν φύγεις. Είναι ζήτημα τιμής για μένα να σου αφήσω τις μόνες καλές αναμνήσεις που μου επιτρέπεις». Έσφιξε τα δόντια. Κι αν τα χέρια της ήταν ελεύθερα, θα κάλυπτε τ’ αφτιά της για να μην τον ακούει. «Απ’ ό,τι βλέπεις, δε σου επιτρέπω ούτε κι αυτές!» κατάφερε να του πει. «Θέλω να μ’ αφήσεις ήσυχη! Θέλω να—» Βρήκε το στόμα της καθώς το χέρι του ανασήκωνε αργά το φόρεμά της. Δεν υπήρχε λογικό ή παράλογο πια yt αυτόν δεν υπήρχε σωστό ή λάθος. Λειτουργούσε χωρίς να σκέφτεται: με την ψυχή και την καρδιά του να κρατούν τα ηνία σε μια κούρσα χωρίς σαφή προορισμό. Γι’ αυτό τη φιλούσε σαν να έπαιρνε ζωή απ’ το στόμα της. Και γι’ αυτό της επέτρεπε να ανασαίνει μόνο μέσα από το φιλί του. Έτσι θα γινόταν, μόνο έτσι. Η Σάνια δεν κατάλαβε για πότε βρέθηκε γυμνή κάτω απ’ το σώμα του. Τη μια σπγμή αντιστεκόταν σθεναρά και την άλλη 666


ένιωθε με φρίκη τον εαυτό της να ανταποκρίνεται. Τα φιλιά του ήταν ανελέητα· το ίδιο και τα χάδια του. Οι αναστεναγμοί του μπερδευτήκαν με τα βογκητά της. Η αρχική παθητική αποδοχή της επίθεσής του έγινε ισότιμη διεκδίκηση ηδονής. Σύντομα, πολύ πιο σύντομα απ’ όσο περίμενε, είδε τα χέρια της να διαγράφουν τροχιές στην πλάτη του και να αγγίζουν με σεβασμό κάθε ουλή και κάθε σημάδι. Το κορμί της έγινε τόξο για να τον υποδεχτεί, κι η γύμνια του δεν τη σόκαρε, ούτε την έφερε σε αμηχανία, όπως την πρώτη τους φορά. Αντίθετα, τη γοήτευσε και τη συνάρπασε. Την έκανε να επιθυμεί και να απαιτεί· να προσδοκεί και να αδημονεί με την ίδια ένταση, σαν να μην είχε μπει ποτέ ανάμεσά τους η αμφιβολία και το μίσος. Της ξέφυγε ένας μικρός λυγμός όταν τη σήκωσε στα χέρια και την απίθωσε με ευλάβεια σχεδόν στο χαλί. Η φυσική της συστολή την οδήγησε να κουβαριαστεί και να κλείσει τα μάτια της στη θέα του, αλλά αμέσως τον ένιωσε να γονατίζει δίπλα της. Τη διέταξε να τον κοιτάξει. Υπάκουσε. Τη διέταξε να τραβήξει τα χέρια από το στήθος της και να μην του κρύβεται. Υπάκουσε ξανά. Κι όταν πήρε το χέρι της και το οδήγησε πάνω στα σημάδια του, τη διέταξε να μην αποτραβηχτεί. Σε αυτή τη διαταγή δε χρειάστηκε να υπακούσει. Το έκανε πρόθυμα, και θα το έκανε ακόμα κι αν δεν της το ζητούσε. Δεν υπήρχε ωραιότερος άντρας απ’ αυτόν στα μάτια της, ούτε πιο επιθυμητός. Κι όσα εκείνος θεωρούσε δυσμορφίες και ατέλειες, εκείνη του έδειξε με το τρυφερό χάδι της πως τα έβλεπε όπως ακριβώς ήταν: κομμάτι του εαυτού του. Ήταν ο άντρας της ζωής της· ο άντρας που αγαπούσε. Λάθος που λάτρευε. Και στο χαμόγελό της φαινόταν πια η παραδοχή πως 667


ανάμεσά τους δεν υπήρχε πια κανένα τείχος. Σκαρφάλωσε πάνω της χωρίς βιασύνη και τη φίλησε ξανά. Όσο τα χέρια της εξερευνούσαν πότε δειλά και πότε με τόλμη την πλάτη του, εκείνος την αποπλανούσε με το στόμα και τα χάδια του. Η γεύ· ση της, η αφή της, το άρωμά της— όλα τον προσκαλούσαν και τον προκαλούσαν να βάλει τα δυνατά του να της μείνει αξέχαστος. Μοιραία έγινε πιο τολμηρός, πιο απαιτητικός και πιο επίμονος στο άγγιγμά του. Την άκουσε να αναστενάζει και την ένιωσε να ριγά. Υποδέχτηκε την παράδοσή της με χαμόγελο πιο σκληρό απ’ όσο έπρεπε και με βλέμμα πιο θολό από ποτέ. Άκουσε με άγρια χαρά το όνομά του απ’ τα χείλη της πολλές φορές, πότε παρακλητικά και πότε απαιτητικά. Κι όταν την ένιωσε να σπαρταρά κάτω από το σώμα του, να χάνεται στα μικρά διαδοχικά κύματα της κορύφωσής της, ένιωσε μια πρωτόγονη περηφάνια να τον κατακλύζει. Κι ακόμα ήταν μόνο η αρχή· ακόμα είχαν μιλήσει μόνο τα χέρια— Όταν ένιωσε τα δάχτυλά της στο λάστιχο που συγκρατούσε στη θέση της την καλύπτρα του, αιφνιδιάστηκε. Πήγε να την εμποδίσει, αλλά το χέρι της κινήθηκε αστραπιαία, βγάζοντάς του τη μάσκα. «Όχι!» φώναξε, αλλά το χέρι της ακούμπησε στο χαμένο του μάτι. «Θέλω να σε βλέπω—» του είπε τρέμοντας. «Σε αγαπώ όπως είσαι, Ρωμανέ. Όπως είσαι—» Ήταν παράξενο, αλλά άκουσε το πραγματικό του όνομα χωρίς να θυμώσει. Άκουσε το «Σ’ αγαπώ» της κι ένιωσε όλα τα δαιμόνια του παρελθόντος να ξορκίζονται και να τον εγκαταλείπουν. Κι όσο το χέρι της επέμενε να διώξει το δικό του από το πληγωμένο μέρος του προσώπου του, κατάλαβε πως 668


δεν είχε νόημα να αρνείται και να αντιστέκεται. Ήξερε πως δε θα αντίκριζε ξανά την απόρριψη. Ήξερε πως εννοούσε τα λόγια της. Όπως ήξερε ότι δε θα την τρόμαζε η θέα του, ούτε θα την έκανε να αποστρέψει πάλι το βλέμμα. Η Σάνια τον είδε να κατεβάζει το χέρι του και να κρατά το κεφάλι του σκυφτό. Ξεγλίστρησε απ’ το σώμα του και γονάτισε απέναντί του. Κράτησε τρυφερά το κεφάλι του με τα δυο της χέρια και φίλησε κάθε χιλιοστό του, επιμένοντας στις επουλωμένες πληγές του και στο μικρό βαθούλωμα στον κρόταφό του. «Εγώ δε βλέπω καμία ασχήμια—» του είπε τρυφερά, δακρύζοντας από την ένταση της στιγμής. «Βλέπω το γοητευτικότερο άντρα του κόσμου, όπως τον έβλεπα και τότε που με αποκοίμιζε με παραμυθία. Από μικρή ήθελα να σε παντρευτώ, Ρωμανέ. Και τότε που όλοι σε θεωρούσαν αλλόκοτο για άλλους λόγους, εγώ σ’ αγαπούσα—» «Νιώθω άβολα χωρίς τη μάσκα μου, πριγκιπέσα», της εξομολογήθηκε πιάνοντας την καλύπτρα για να την ξαναφορέσει. Η Σάνια την άρπαξε απ’ τα χέρια του και την πέταξε μακριά. Δέχτηκε στωικά τη βλαστήμια του και παραμέρισε πεισματικά τις μακριές μαύρες τούφες των μαλλιών του που έκρυβαν ακόμα κάποια σημάδια. Έπειτα του χαμογέλασε ικανοποιημένη. Έτσι έπρεπε να είναι: κανένα ψέμα και κανένα εμπόδιο πια ανάμεσά τους. «Δείξε μου τώρα», τον προκάλεσε σπρώχνοντάς τον στο πάτωμα. Αυτή τη φορά σκαρφάλωσε εκείνη πάνω του κι οι όροι αντιστράφηκαν. Τον έπνιξε στα φιλιά της, και το οξυγόνο που χρειαζόταν για να αναπνεύσει του το έδωσε η καυτή της ανάσα. «Μάθε μου τώρα πώς είναι να κάνεις έρωτα με κάποιον που 669


αγαπάς», του ζήτησε τολμηρά, αναζωπυρώνοντας την επιθυμία του με τα χάδια της. «Κι αν συνεχίσεις να είσαι τόσο ακαταμάχητος, σου ορκίζομαι ότι δε θα βγάλω ποτέ ξανά τη βέρα απ’ το δάχτυλό μου». Ο αδέξιος τρόπος που τον χάιδευε τον χαλάρωσε. «Και τι σημαίνει “ακαταμάχητος” για σένα, πριγκιπέσα;» τη ρώτησε, απολαμβάνοντας το κόκκινο χρώμα που πήραν τα μάγουλά της μόλις το χέρι της ακούμπησε κατά λάθος το πιο— αναστατωμένο σημείο της ανατομίας του. «Ξέρεις—» Χαμήλωσε τα μάτια· δαγκώθηκε. «Ξέρεις πολύ καλά τι εννοω—” «Ναι, ξέρω», την έβγαλε από την αμήχανη στιγμή. Την έφερε σε ύπτια θέση πάλι κι ανέλαβε πρόθυμα πρωτοβουλία. «Και θα σου δείξω όσα θες να δεις: αυτά που φαντάζεσαι κι αυτά που δεν υποψιάζεσαι καν ότι υπάρχουν». Τον σταμάτησε λίγο πριν ξεκινήσει την επίδειξή του. Τα μάτια της έγιναν πελώρια, δυο γαλανά πετράδια που τον κοίταξαν με εμπιστοσύνη κι ελπίδα. «Δε θέλω κανένα ψέμα πια», τον ικέτευσε. «Υποσχέσου μου πως αύριο θα σε κοιτάζω στα μάτια και θα ξέρω όλη την αλήθεια». Τον ένιωσε μέσα της κι έβγαλε μια μικρή κραυγή. «Αύριο», της υποσχέθηκε κινούμενος αργά για να τον συνηθίσει. «Αύριο θα ξέρεις όλη την αλήθεια». «Υπάρχει κάτι ακόμα, σωστά;» Ο σπόρος της αμφιβολίας την έκανε να δακρύσει.

670


«Ναι». Αρχισε να κινείται πιο γρήγορα, βάζοντας όλο του το συναίσθημα κι όλη του την τέχνη για να την ξελογιάσει και να επικεντρώσει τις σκέψεις της αποκλειστικά σε εκείνον και σε αυτό που μοιράζονταν. Στο τέλος τα κατάφερε: ξελόγιασε το σώμα της όπως εδώ και πολύ καιρό είχε ξελογιάσει την καρδιά της. Την υποχρέωσε να χαθεί στις αισθήσεις και να νιώσει τη θύελλα που ένιωθε κι εκείνος. Κι όταν η θύελλα κόπαζε και ησάρκα ηρεμούσε, ξανάρχιζε το ίδιο παιχνίδι με ακόμα μεγαλύτερη θέληση, με ακόμα μεγαλύτερη ορμή, επινοώντας τρόπους ηδονής που, αντί να χορτάσουν την πείνα, έδιναν το κίνητρο για περισσότερες εξερευνήσεις. Ξημέρωνε όταν αποκοιμήθηκαν κι οι δύο πάνω στο χαλί αντλώντας ζεστασιά ο ένας από το σώμα του άλλου. Κανείς από τους δύο δεν ονειρεύτηκε εκείνες τις ώρες. Καμία ασυνείδητη σκέψη ή εικόνα δεν τάραξε τη γαλήνη τους. Επιτέλους ένιωθαν πλήρεις κι ευτυχισμένοι. Κλείστηκε στο γραφείο του πριν ξυπνήσει εκείνη και κάθισε στην πολυθρόνα του κοιτωντας σκεπτικός το μαύρο τηλέφωνο μπροστά του. Όση ώρα το μυαλό του ταξίδευε στη νύχτα που πέρασε, η απόφασή του έτεινε να γίνει αμετάκλητη. Της είχε δώσει μια υπόσχεση που δεν έπρεπε να αθετήσει. Της είχε ορκιστεί πως ανάμεσά τους δε θα υπήρχε πια κανένα ψέμα. Κι αν το τίμημα που θα πλήρωνε για την τελευταία αυτή εξομολόγηση ήταν να τη δει να πληγώνεται, δεν έπρεπε να κάνει πίσω. Εκείνος θα φρόντιζε να γιατρέψει ξανά τις πληγές της. Και σε κάθε της προσπάθεια να σταθεί στα πόδια της ξανά 671


θα ήταν δίπλα της, υπομένοντας αγόγγυστα κάθε της ξέσπασμα και καταπραΰνοντας κάθε πικρία. Η Σάνια έπρεπε να μάθει. Σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε τον αριθμό. Στο τέταρτο κάλεσμα ο αποδέκτης της κλήσης απάντησε με βραχνή, νυσταγμένη φωνή. «Είσαι μόνη;» ρώτησε, χωρίς τους συνήθεις προκαταρκτικούς χαιρετισμούς. «Όχι». «Είναι κι ο σύζυγός σου εΛεί;» «Ναι». «Δεν έχω σκοπό να κρατήσω πλέον τίποτα κρυφό απ’ τη γυναίκα μου, κυρία Μαρκάτου. Σήμερα θα της μιλήσω. Ήθελα να το ξέρετε πριν το κάνω». Η πρώτη της αντίδραση ήταν ένας λυγμός, που αντικαταστάθηκε γρήγορα από βαρύ αναστεναγμό. «Πώς είναι το κοριτσάκι μου:» ρώτησε. «Συνέρχεται. Και πιστεύω πως θα θελήσει να μείνει κοντά μου». «Έτσι πρέπει». Ο Άλεξ τη λυπήθηκε, όμως το σημείο όπου είχαν φτάσει πια τα πράγματα ήταν χωρίς γυρισμό, «θα της τα πω όλα. Με κάθε λεπτομέρεια. Ακριβώς όπως μου τα διηγηθήκατε εσείς. Δανάη —» συνέχισε στον ενικό αμέσως μετά, κι ενώ άκουγε καθαρά το κλάμα της. «Δανάη, ηρέμησε και άκουσέ με. Ήσουν πολύ 672


νέα τότε. Οι εποχές ήταν διαφορετικές, θα προσπαθήσω να την κάνω να καταλάβει». «Συγχώρεσέ με!» του ζήτησε χάνοντας την ψυχραιμία της. «Συγχώρεσε τη δειλία μου, Ρωμανέ. Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με! Τράβηξες τόσα κι εσύ. Δεν το ’θελα— δεν ήθελα να έρθουν έτσι τα πράγματα— » «Έμαθα, κατάλαβα και δικαιολόγησα όσο μπορούσα, Δανάη. Τα γεγονότα δεν αλλάζουν κι οι νεκροί δε γυρίζουν πίσω. Είμαι δυνατός. Ας ευχηθούμε να φανεί το ίδιο δυνατή κι η Σάνια». «Χριστέ μου— Χριστέ μου—» «Πρέπει να σε κλείσω τώρα». «Είναι εκεί;» Η πόρτα άνοιξε και την είδε μπροστά του μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, με τις ίδιες ανόητες πιτζάμες που φορούσε στην αρχή της γνωριμίας τους, με τα κοντά της μαλλιά ανακατεμένα κι έναν τεράστιο δίσκο γεμάτο με πρωινό ικανό να χορτάσει ολόκληρη λεγεώνα. «Είναι εκεί;» ξαναρώτησε η Δανάη. «Ναι—» αποκρίθηκε βαριά. «Θα τα πούμε», πρόσθεσε κι άφησε το ακουστικό στη θέση του για να αφοσιωθεί σ’ εκείνη. «Ξέρω πως πίνεις μόνο σκέτο καφέ το πρωί, αλλά αφού εξαντλήθηκες χτες, σκέφτηκα να σε μπουκώσω με μερικές βιταμίνες». Άφησε το δίσκο στην επιφάνεια του γραφείου του και σκαρφάλωσε με χάρη πάνω του. Τον κοίταξε με λατρεία. Έφερε με νάζι τον ώμο κοντά, στο πιγούνι της και άγγιξε 673


νοσταλγικά τα χείλη της. «Πρέπει οπωσδήποτε να φας, κύριε Γκρέι. Κι αν δεν το κάνεις για τις δυνάμεις που ξόδεψες, να το κάνεις για τις δυνάμεις που θα χρειαστείς». «Ντροπή σου, πριγκιπέσα», τη μάλωσε τρυφερά. «Τα καλά κορίτσια δε ζητάνε· περιμένουν και δέχονται όταν έρθει η ώρα». «Δε θέλω να είμαι καλό κορίτσι πια. Δε θέλω καν να είμαι κορίτσι. Ο ρόλος της γυναίκας μού πάει περισσότερο, δε συμφωνείς;» «Πολύ περισσότερο», υπερθεμάτισε. «Όμως θα ήθελα να θυμάσαι πού και πού ότι έχω περάσει πια για τα καλά τα σαράντα». «Δεν έχεις ανάγκη», του δήλωσε ντροπαλά, κάνοντάς τον να χαμογελάσει. «Έχεις ανέβει ποτέ σε άλογο;» τη ρώτησε αμέσως μετά. «Με είχε πάει ο Παύλος στον ιππικό όμιλο κάνα δυο φορές, αλλά δεν τόλμησα». «Θα τολμήσεις μαζί μου;» Έγνεψε αμέσως καταφατικά, αλλά μόλις είδε μια μικρή σκιά στο βλέμμα του, θορυβήθηκε. «Γιατί;» ρώτησε ανήσυχη. «Γιατί θέλεις να κάνουμε βόλτα μαζί, Άλεξ;» «Θέλω να σε πάω στην ελιά μου. Είναι το αγαπημένο μου μέρος. Όσα ξέρει αυτό το δέντρο δεν τα ξέρει κανείς. Ούτε καν ο Ζακ», πρόσθεσε, για να τονίσει τη σημασία αυτής της βόλτας. «Η τελευταία αλήθεια—» μάντεψε η Σάνια. «Αυτή για την 674


οποία· ήρθα να σε βρω αυτή που σε έκανε τότε να φύγεις». «Πήγαινε να ντυθείς».. «Έχω δίκιο;» Στην καρδιά της σιγόκαιγε ήδη ο φόβος. «Το ξέρεις πως έχεις». «Με ποιον μιλούσες πριν;» «Με τη Δανάη». «Είναι μπλεγμένη, έτσι; Το ανακάλυψες εκείνο το βράδυ που διέρρηξες το γραφείο της. Κι εκείνη ξέρει πως ξέρεις». «Ντύσου καλά και φόρα μαλακά παπούτσια. Θα σου λύσω όλες τις απορίες, πριγκιπέσα. Σ’ το υπόσχομαι— » Υπάκουσε απρόθυμα, με ένα βάρος να της πλακώνει το στήθος. Χρειάστηκε λίγα λεπτά για να ντυθεί και να βρεθεί ξανά απέναντί του, αυτή τη φορά στο σαλόνι. Κι εκείνος ήταν έτοιμος, ντυμένος στα μαύρα, κρατώντας τα γάντια του. «Πάμε», της είπε απλά, κι εκείνη τον ακολούθησε. Έδεσε τον Ντάρκο σιο πιο χοντρό κλαδί της ελιάς κι έπειτα τη βοήθησε να ξεπεζέψει. Ένιωσε σαν να κρατούσε μικρό παιδί στα χέρια του βλέποντάς τη να τον κοιτάζει με τόση αγωνία και εμπιστοσύνη μαζί. Τα μάγουλά της είχαν πυρώσει απ’ την πρωινή ψύχρα και τα χείλη της πάλλονταν διαρκώς, σαν να προσπαθούσε να καταλαγιάσει την ανάγκη της να κλάψει. Το χέρι της γαντζώθηκε στο μανίκι του και τα μάτια της αναζήτησαν το βλέμμα του. Σεβάστηκε την επιθυμία της για διάλογο πρόσωπο 675


με πρόσωπο και την κοίταξε σταθερά, χωρίς ίχνος δισταγμού κι αμφιβολίας. «Θα ξεκινήσω από πολύ παλιά—» της είπε, καθώς η πυκνή φυλλωσιά της ελιάς κάλυπτε τις πρώτες ηλιαχτίδες. «Από τότε που δυο κορίτσια, δύο παιδιά», διόρθωσε, «έχασαν αναπάντεχα τους γονείς τους και βρέθηκαν υπό την κηδεμονία του παππού και της γιαγιάς τους. Ούτε κι αυτή πρόλαβαν να τη χαρούν. Πολύ σύντομα απέμειναν εκείνες κι ένας άνθρωπος μαθημένος να αγαπά μόνο ό,τι κι όποιον συμφωνούσε απόλυτα μαζί του—» «Μιλάς για τη μαμά και, τη θεία Δανάη;» τον ρώτησε ξεδιαλύνοντας γρήγορα τις πρώτες πληροφορίες. «Όχι». Το βλέμμα του ρίζωσε βαθιά στο δικό της. Ανάσανε κοφτά και χωρίς να διστάσει περισσότερο, το ξεστόμισε: «Μιλάω για τη θεία σου τη Μιράντα και τη μαμά σου». «Τι;» Ζαλίστηκε, αλλά το χέρι του τυλίχτηκε γύρω της για να τη συγκρατήσει. «Η Δανάη ήταν η γυναίκα που σε έφερε στον κόσμο, Σάνια. Αυτή είναι η τελευταία αλήθεια που έπρεπε να ξέρεις ή το τελευταίο ψέμα με το οποίο ζούσες. Όπως θέλεις πάρ’ το—» «Η θεία; Η Δανάη;» Δεν ήξερε πώς να την αποκαλέσει πια. Νόμισε πως η καρδιά της έπαψε να χτυπά, γιατί ένιωσε ξαφνικά το αίμα της να συσσωρεύεται στα άκρα και στο κεφάλι της. Κοίταξε τον Α\εξ, μα η μόνη βοήθεια που μπορούσε να της προσφέρει ήταν η γεμάτη κατανόηση ματιά του. Της την πρόσφερε. «Της μίλησα πριν φύγω», την πληροφόρησε. «Τα παραδέχτηκε 676


όλα, κι αφού δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, κάλυψε κάθε κενό και απορία που είχα. Ως ένα σημείο την καταλαβαίνω που δε βρήκε ποτέ το κουράγιο να σου πει την αλήθεια. Αν το ’κανε, θα έχανε κι εσένα και τον άντρα της. Εσύ θα την κατηγορούσες αμέσως για τους φόνους και το στήσιμο της ενοχής μου, κι ο άντρας της θα μάθαινε πως αμέσως μετά την πρώτη τους γνωριμία είχε μεσολαβήσει η εγκυμοσύνη της απ’ το σύζυγο της αδερφής της κι η απόφασή της να κουκουλώσει το σκάνδαλο με τη μακροχρόνια απουσία της στην Αμερική. Σε έδωσε στη Μιράντα επειδή ήταν στείρα και δε θα αποκτούσε ποτέ της παιδί. Ο πατέρας σου ήταν σύμφωνος με το σχέδιο από την αρχή. Ούτε τη Δανάη ήθελε να βλάψει με την αποκάλυψη της αλήθειας ούτε να σε αποχωριστεί. Πίστεψε κιόλας πως η καρδιά της γυναίκας του θα μαλάκωνε μόλις θα σε έπιανε στα χέρια της. Έτσι, σκηνοθέτησαν μαζί μια ψεύτικη εγκυμοσύνη, και ξεκίνησε το ψέμα. Η Μιράντα σε χρησιμοποιούσε για να τον κρατά αιχμάλωτό της και να την κάνει ξανά πρωταγωνίστρια, η Δανάη παντρεύτηκε το θείο σου κι η καριέρα της εξελίχθηκε χωρίς εμπόδια. Δε σε εγκατέλειψε όμως. Ποτέ δε σε εγκατέλειψε. Σε έβλεπε κάθε μέρα, με κάθε τρόπο, χρησιμοποιώντας όλες τις δικαιολογίες που μπορούσε να επινοήσει χωρίς να βάλει σε υποψίες τον άντρα της. Μέχρι που πέθανε ο πατέρας σου, κι άρχισε ο κατήφορος της Μιράντας: οι απειλές κι οι εκβιασμοί. Τότε ήταν που έγινες και έσοδο για εκείνη η πιο προσοδοφόρα πηγή ρευστού ήσουν ένα μικρό χρυσωρυχείο— » Τα γόνατά της κόπηκαν και κάθισε στο χώμα. Έγειρε την πλάτη στον κορμό της ελιάς κι ακούμπησε το κεφάλι στο πολυκαιρισμένο ξύλο. Ο Άλεξ τη μιμήθηκε. Κάθονταν κι οι δύο πλάι πλάι με τα κορμιά τους σε επαφή και τα μάτια τους να χαζεύουν το παιχνίδι των βουνοκορφών με τα σύννεφα. 677


«Ας τα πάρουμε όλα απ’ την αρχή—» είπε ο Άλεξ χωρίς να μετακινήσει το βλέμμα του από τον ουρανό. «Από τότε που οι δύο αδερφές μεγάλωναν υπό την επιτήρηση ενός ανθρώπου με ακλόνητες αρχές και πολύ αυστηρές ιδέες για την ανατροφή των κοριτσιών. Η Δανάη δεν του χάλασε ποτέ χατίρι και φρόντιζε να τον κάνει πάντα περήφανο. Η Μιράντα, στον αντίποδα, επαναστάτησε νωρίς κι έκανε τα πάντα για να γευτεί την επιτυχία στο δρόμο που διάλεξε— »— Είχαν ενηλικιωθεί και οι δύο όταν κατάλαβαν πως ποτέ δε θα έλειπαν οι λόγοι για να ζηλεύει η μία την άλλη. Η Δανάη έβλεπε στην αδερφή της την τόλμη που δεν είχε εκείνη, κι η Μιράντα ζήλευε αφόρητα τη Δανάη που είχε την αγάπη του παππού τους και που της άνοιγαν όλες οι πόρτες χωρίς καν να προσπαθήσει. Ακολούθησαν οι εφήμεροι έρωτες με όσους μπορούσαν να τη βάλουν σε κάποιο ψηλότερο σκαλί απ’ αυτό που ήταν. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε σταρ, κατέκτησε τις κορυφές του χώρου της κι η δόξα την έκανε ακόμα πιο κυνική απ’ όσο ήταν. Σύντομα άρχισαν οι λάθος επιλογές και τα λάθη· σύντομα το άοτρο της άρχισε να σβήνει, κι η διαφαινόμενη πτώση από το βάθρο της την τρόμαξε. »Τότε ήταν που γνώρισε τον πατέρα σου, ένα φτασμένο παραγωγό και σκηνοθέτη με τα διπλά της χρόνια αλλά και με τη δύναμη να την κρατήσει στην κορυφή. Από τις έρευνές μου αλλά και με βάση όσα μου είπε η Δανάη, μπορώ να είμαι σίγουρος ότι ο Αλκής Παρίσης ήταν ο άντρας της ζωής της: πατέρας κι εραστής, μέντορας και σύντροφος. Ο πατέρας σου ήταν το εισιτήριο διαρκείας της στα παιχνίδια με τη λάμψη και τη δόξα. »Το παραμύθι κράτησε αρκετά χρόνια. Σε αυτό το διάστημα, η 678


Μιράντα έχασε κάθε μέτρο. Οι κάμερες και τα φώτα επιδρούσαν πάνω της σαν ναρκωτικό. Έκανε ό,τι μπορούσε προκειμένου να κρατά στραμμένη πάνω της τη δημοσιότητα, προκαλώντας συχνά την οργή του Αλκή Παρίση. «Φλέρταρε ασύστολα και ταξίδευε συχνά μόνη. Κάποια στιγμή τα απλά φλερτ έγιναν παράνομες σχέσεις. Ακολούθησαν οι καβγάδες με τον πατέρα σου και οι ρήξεις. Η εκδίκησή του δεν άργησε. Η επιρροή του στο χώρο ήταν τόσο μεγάλη, που, λίγα χρόνια πριν γεννηθείς, η Μιράντα Βαλέρη-Παρίση δεν μπορούσε να προσληφθεί ούτε για κομπάρσος. Και σαν να μην έφτανε αυτό, δεν είχε πια τρό-no να ξανακερδίσει την εύνοια και την αγάπη του άντρα της. Έκανε ό,τι μπορούσε: γινόταν πιστό σκυλί τη μια στιγμή κι υστερική στρίγκλα την άλλη· από τη μια ικέτευε κι από την άλλη εξοργιζόταν πότε χρησιμοποιούσε τα θέλγητρά της για να τον συγκινήσει και πότε δημιουργούσε σκάνδαλα για να του τραβήξει την προσοχή. Τον έχανε και το άστρο της είχε δύσει. Η μόνη λύση για να τον φέρει κοντά της, το παιδί που τόσο λαχταρούσε εκείνος να αποκτήσει, δε θα ερχόταν ποτέ εξαιτίας των νεανικών της επιπολαιοτήτων, που την ανάγκασαν να υποστεί αρκετές εκτρώσεις— » Ο Άλεξ σώπασε για λίγο κι έπειτα αναζήτησε το χέρι της, που φώλιασε μέσα στο δικό του πρόθυμα. Η επιδερμίδα της ήταν υγρή και παγωμένη. Ένιωθε τα λεπτά της κόκαλα άκαμπτα σαν ατσάλι. Την κοίταξε: το πρόσωπό της, ψυχρό, ατένιζε τον ουρανό σαν να ήθελε να χαθεί στην απεραντοσύνη του για να γίνει αόρατο κι απρόσβλητο από το ψέμα. Φαινόταν αποφασισμένη να μη χύσει ούτε ένα δάκρυ. Το πείσμα της να ακούσει τα πάντα χωρίς να δείξει το παραμικρό συναίσθημα γραφόταν καθαρά στο σταθερό της βλέμμα και στο σφίξιμο των χειλιών της. 679


«Κάποια στιγμή η Μιράντα, μη έχοντας πού αλλού να στραφεί, αναζήτησε παρηγοριά στην αδερφή της. Η Δανάη τότε μόλις είχε πάρει το πτυχίο της, και το μέλλον της διαγραφόταν λαμπρό φρόντιζε άλλωστε γι’ αυτό ο παππούς τους— » «Αλλά εκείνη έδωσε την παρηγοριά της στον πατέρα μου», μάντεψε η Σάνια, συμμετέχοντας ξαφνικά στη διήγηση. «Τη μέρα η— Μιράντα κλαιγόταν στον ώμο της και τη νύχτα ο Αλκής Παρίσης της ανέλυε τη δυστυχία του ενώ ήταν ξαπλωμένοι στο ίδιο κρεβάτι. Τα λέω σωστά;» Τον κοίταξε με πίκρα. «Όχι ακριβώς— » «Δηλαδή πως αλλιώς έγιναν τα πράγματα; Τη βίασε μήπως; Ή με απέκτησε με τη θεία παρέμβαση του κρίνου;» Αντιπαρήλθε το σαρκασμό της. «Έγινε μόνο μία φορά. Ήταν μεθυσμένοι κι οι δυο. Η Δανάη ήπιε από αφέλεια και ο πατέρας σου από απελπισία. Εκείνο το βράδυ η Μιράντα είχε πάει μόνη της σε ένα πάρτι. Προηγουμένως είχε τεθεί ξανά το θέμα του διαζυγίου. Ο πατέρας σου ζήτησε την επαγγελματική συμβουλή της κουνιάδας του, κι εκείνη του την έδωσε πίνοντας μαζί του. Μου είπε πως προσπάθησε να τον μεταπείσει. Μου είπε επίσης πως κράτησε τόση ώρα αυτή η προσπάθεια, που έχασε το λογαριασμό στα ποτήρια που άδειαζε, και βρέθηκε στο πάτωμα μαζί του. Δε θέλει και πολύ για να γίνει αυτό που φαντάζεσαι. Λίγο η σεξουαλική της απειρία, λίγο η ζήλια για την ομορφιά της Μιράντας και λίγο η ένταση των στιγμών, και τη συνέχεια την ξέρεις. Αμέσως μετά το μετάνιωσαν κι οι δύο». «Φυσικά!» Το γέλιο της ήταν τόσο νευρικό, που ακούστηκε σαν κρώξιμο. «Όπως η προστυχιά κυλούσε στα κύτταρα της γυναίκας που θεωρούσα μητέρα μου, έτσι και η μετάνοια είναι σήμα κατατεθέν της γυναίκας που θεωρούσα θεία μου. Δεν έχει 680


καμία δικαιολογία για αυτό που έκανε, Άλεξ! Κανένας απ’ τους δυο τους δεν έχει δικαιολογία!» Εκείνος περιορίστηκε να γνέψει καθησυχαστικά. Άφησε το χέρι της για λίγο, τράβηξε ένα πούρο από το τσεπάκι του τζάκετ του και το άναψε. «Είμαι βέβαιος ότι ο πατέρας σου δεν έβλεπε τη Δανάη εκείνο το βράδυ. Έβλεπε τη νεότερη έκδοση της μητέρας σου με το χαρακτήρα που ήθελε να έχει: μια γυναίκα γεμάτη αθωότητα και συστολή, γαλήνη και μετριοφροσύνη. Παιχνίδια του μυαλού—» συμπλήρωσε με κατανόηση. «Δεν το δέχομαι αυτό!» Τον άρπαξε απ’ το μπράτσο και τον ταρακούνησε. «Δε δέχομαι καμία απ’ αυτές τις ψυχολογικές μπούρδες! Υπήρξα κι εγώ νεότερη, Άλεξ! Δε θυμάμαι να μέθυσα τόσο ποτέ ώστε να βγω εκτός ελέγχου, ούτε να στράφηκα σε λάθος άτομα για να ικανοποιήσω την— περιέργειά μου. Ήμουν πάντα προσεκτική και συγκρατημένη. Κι αν ξεπερνούσα τα όριά μου πού και πού, το έκανα μόνο για να ευχαριστήσω τους άλλους. Πώς νομίζεις ότι ένιωθα εγώ όταν όλες οι κοπέλες της ηλικίας μου πειραματίζονταν στο σεξ κι άλλαζαν φίλους κάθε βδομάδα; Γιατί να μην κάνω κι εγώ το ίδιο; Όλη αυτή η υποκρισία μου ανακατεύει το στομάχι. Θυμάμαι τη θεία μου -λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να την αποκαλέσω “μητέρα”μια ζωή να με νουθετεί και να με προστατεύει από τα λάθη. Τη θυμάμαι να περνά με τέχνη στο ασυνείδητό μου όλους τους κανόνες των καθωσπρέπει κοριτσιών και να μου απαγορεύει τα λάθη. Γιατί να μην κάνω λάθη;» ξέσπασε. «Γιατί να μη μάθω κι εγώ από αυτά; Όλοι έτσι δεν κάνουν; Γεννήθηκε ποτέ κανείς σωστός; Και για μένα που έχασα τη μνήμη μου, ένας λόγος παραπάνω, Άλεξ. Έπρεπε να ψάξω. Έπρεπε να μάθω. Έπρεπε να πειραματιστώ. Η καλή μας η Δανάη όμως δε μου το επέτρεψε ποτέ. Ήταν η σκιά μου για 681


όλη μου τη ζωή. Ποια, εκείνη! Που μ’ έφερε σ’ αυτό τον κόσμο από λάθος και που με πέταξε σε άλλη αγκαλιά, για να κάνει εκ των υστέρων το σωστό. Έχω άδικο, Άλεξ; Πες μου έχω άδικο;» «Όχι». «Όμως με πονάει που ξέρω ότι έχω δίκιο». «Πρέπει ωστόσο να ακούσεις όλη την ιστορία». «Ναι— » Έφερε τα γόνατα κάτω απ’ το πιγούνι. «Πρέπει— » «Η Δανάη έμεινε έγκυος ενώ είχε ήδη γνωρίσει κι ερωτευτεί το θείο σου. Πανικοβλήθηκε. Δεν μπορούσε να του πει την αλήθεια. Ο Πέτρος Μαρκάτος προερχόταν από πολύ συντηρητική οικογένεια, κι είχε χάσει μια γυναίκα που σέβονταν και εκτιμούσαν όλοι. Ο πολιτικός στίβος που υπηρετούσε δεν ανεχόταν το παραμικρό σκάνδαλο, κι όλα έδειχναν πως τον περίμενε λαμπρή καριέρα. Ο Τύπος τον πάντρεψε με τη Δανάη Βαλέρη πριν κλείσουν καλά καλά δυο μήνες σχέσης. Την ίδια στιγμή ο προπάππος σου οραματιζόταν για τη λατρεμένη τού’ εγγονή ένα δοξασμένο μέλλον. Είχε ήδη φροντίσει να τη γράψει στο καλύτερο πανεπιστήμιο της Αμερικής για το μεταπτυχιακό της. Η Δανάη δεν ήξερε τι να κάνει· είχε βρεθεί σε αδιέξοδο— » «Να πει την αλήθεια, αυτό έπρεπε να κάνει!» Άρπαξε μια πέτρα και την πέταξε πέρα δυνατά για να εκτονωθεί. «Όπως ποντάρει σήμερα στην αγάπη μου για να τη συγχωρέσω, έπρεπε να ποντάρει και τότε στην αγάπη των δικών της ανθρώπων για να κάνουν το ίδιο. Δεν τόλμησε όμως! Για να μη χάσει την εύνοια του πάππου της και τον έρωτα του θείου μου, με παζάρεψε μια χαρά. Σίγουρα σου είπε πως η Μιράντα την έπεισε πως θα γινόταν καλή μητέρα. Σίγουρα σου είπε πως της ορκίστηκε ότι 682


θα με φρόντιζε και θα με αγαπούσε. Ήταν στ’ αλήθεια πολύ βολικό να πιστέψει τις υποσχέσεις και τους όρκους της. Με ξεφορτωνόταν με τις λιγότερες δυνατές ενοχές. Αυτή κι αν ήταν ανακούφιση!» «Η ουσία είναι πως η Μιράντα έστησε μια ψεύτικη εγκυμοσύνη τον καιρό που η Δανάη ήταν έγκυος σε εσένα στην Αμερική. Δεν έμαθε κανείς τίποτα. Και το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε ο προπάππος σου είχε κάνει απαγορευτικά τα ταξίδια γι’ αυτόν. Δεν την είδε ποτέ έγκυο. Δε θα μπορούσε να το φανταστεί». «Πώς μπόρεσε να συμφωνήσει ο πατέρας μου με αυτό;» ρώτησε αηδιασμένη. «Το έκανε για τη Δανάη», της εξήγησε αμέσως. «Έριχνε την ευθύνη αποκλειστικά στον εαυτό του για ό,τι είχε συμβεί ανάμεσά τους και θέλησε να προστατεύσει το μυστικό της. Παρέμεινε λοιπόν εγκλωβισμένος στο γάμο του, αφήνοντας τη Μιράντα να πιστεύει πως θα τον έφερνε ξανά κοντά της. Τη φοβόταν. Απέφευγε ακόμα και να καβγαδίζει μαζί της, για να μην πραγματοποιήσει την απειλή της και φέρει στη δημοσιότητα την αλήθεια. Την έκανε ξανά πρωταγωνίστρια και πήγαινε με τα νερά της. Εντόπισα κάποια μέλη του τότε υπηρετικού προσωπικού και μου είπαν όσα έβλεπαν κι όσα έπαιρνε τ’ αφτί τους. Δεν ήξεραν την αλήθεια για το μωρό, αλλά είχαν ξεκάθαρη άποψη για τη σχέση του αφεντικού τους με τη γυναίκα του: εκείνη διεκδικούσε κι εκείνος υποχωρούσε μονίμως· εκείνη σε αγνοούσε κι εκείνος σε φρόντιζε με αγάπη. Η Μιράντα δεν μπόρεσε να νιώσει τίποτα καλό για σένα, Σάνια. Ήταν πολύ εγωίστρια για να το κάνει— »— Γρήγορα άρχισε να σε ζηλεύει κιόλας. Είχες την αφοσίωση 683


του άντρα της κι ήσουν η αιτία για να δέχεται αφόρητες πιέσεις από την αδερφή της. Η μία απειλούσε την άλλη. Ζούσαν κι οι δυο τους με το φόβο και τον εκβιασμό. Αν η Μιράντα έλεγε την αλήθεια, θα βρισκόταν στο δρόμο. Κι αν εξακολουθούσε να παριστάνει τη στοργική μητέρα, θα απολάμβανε την πολυτέλεια και το χρήμα εφ’ όρου ζωής. Μόνο που έγινε πολύ πιο άπληστη απ’ όσο έπρεπε. Όταν έχασε τον άντρα της και έμεινε μόνη, αποκλεισμένη από την περιουσία του και με την καριέρα της στον πάτο, οι εκβιασμοί στην αδερφή της έγιναν ανελέητοι. Ήθελε λεφτά με αντάλλαγμα τη σιωπή της πολλά λεφτά. Τουλάχιστον δύο φορές το μήνα η Δανάη της έδινε ένα φάκελο με χρήματα. Δεν είχε ανάγκη τότε, κέρδιζε πολλά από τις υποθέσεις που αναλάμβανε, ακόμα κι αν κάποιες απ’ αυτές δεν την έκαναν περήφανη. Και η ζωή συνεχιζόταν—» «Μέχρι που η Μιράντα βρήκε ένα άλλο χρυσωρυχείο», συνέχισε η Σάνια. «Τον πατέρα σου». «Οι μηνιαίες εισφορές της Δανάης μειώθηκαν αισθητά, αλλά όχι και οι παρεμβάσεις της στην ανατροφή σου. Ερχόταν στο σπίτι μας συχνά για να σε βλέπει και να ελέγχει το νέο σου περιβάλλον. Τα πρώτα χρόνια η κατάσταση ανάμεσα στις δύο αδερφές ήταν υποφερτή. Μόλις άρχισαν τα προβλήματα στο γάμο της όμως, η Μιράντα άρχισε ξανά τις πιέσεις και τα οικονομικά πάρε δώσε. Ο πατέρας μου τη ζήλευε αφόρητα. Είχε χάσει το μυαλό του μαζί της, κι όταν κατάλαβε πως η γυναίκα του ξενοκοίταζε, της έκοψε το παχυλό μηνιαίο εισόδημα, πιστεύοντας έτσι πως θα κατάφερνε να την κρατά στο σπίτι. Ήταν μοιραίο λοιπόν να αυξηθεί η ποσότητα των φακέλων που της έδινε η Δανάη: χρήμα με αντάλλαγμα τη σιωπή. Όπως γίνεται πάντα». 684


«Αλλά κάποια στιγμή έφτασε ο κόμπος στο χτένι», είπε η Σάνια, βλέποντας πια καθαρά τα γεγονότα του παρελθόντος. «Τα πάντα θα διορθώνονταν αν με κάποιο τρόπο εξαφανιζόταν η αδερφή της. Βασανίστηκε πολύ με τη σκέψη, αλλά κάθε μέρα που περνούσε της φαινόταν όλο και πιο ιδανική. »Έτσι, χρησιμοποίησε τις γνωριμίες της με τα παράνομα κυκλώματα που είχε αναγκαστεί να υπερασπιστεί κατά καιρούς για να εξασφαλίζει μαύρο χρήμα και προσέλαβε κάποιον να παρακολουθεί την αδερφή της. Ήθελε να ξέρει κάθε της κίνηση. Ήθελε να μάθει απέξω κι ανακατωτά το καθημερινό της πρόγραμμα, ώστε να πετύχει την απολύτως κατάλληλη στιγμή για να γίνει το τέλειο έγκλημα. Προφανώς σκόπευε να το παρουσιάσει σαν απόπειρα διάρρηξης. Αυτό ήταν το σχέδιό της». Ο Άλεξ έγνεψε καταφατικά. Το πούρο του έφτασε aco τέλος και το πέταξε. Την κοίταξε. Η έκφρασή της ήταν πάλι ψυχρή. Ένα μεγάλο κομμάτι της αθωότητάς της χανόταν οριστικά εκείνη τη στιγμή. Η Σάνια θα εξακολουθούσε να είναι αξιαγάπητη, αλλά ο χαρακτήρας της είχε ήδη υποστεί ανεπανόρθωτες αλλαγές. Η σκληρότητα που αντίκριζε στην όψη της τον έκανε να ανατριχιάσει. «Δεν προσέλαβε κανέναν», της αποκάλυψε. «Έκανε την κατασκοπία μόνη της. Κάθε μέρα, επί ένα χρόνο σχεδόν, είχε γίνει η σκιά της Μιράντας, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς. Εκείνη τράβηξε τη φωτογραφία το βράδυ των γενεθλίων μου. Ήταν στο πάρτι όλη η οικογένειά της. Μας είδε να απομακρυνόμαστε και κρύφτηκε στον κήπο. Ήξερε την αδερφή της, γι’ αυτό και γνώριζε πολύ καλά τι θα ακολουθούσε. Μας φωτογράφισε». 685


Τον κοίταξε. «Κι ο πατέρας της Μαργαρίτας; Πότε μπήκε αυτός στο παιχνίδι;» «Η Δανάη γνώριζε την παράνομη σχέση τους, αλλά δεν είχε σκεφτεί να την εκμεταλλευτεί, μέχρι τη στιγμή που ο Στράτος Αποστόλου την προσέγγισε για να της ζητήσει νομική βοήθεια για την κόρη του. Το σχέδιό της άρχισε στην πραγματικότητα από εκείνη τη στιγμή. Αντί να τον βοηθήσει, τον απείλησε πως θα χρησιμοποιούσε τις γνωριμίες της για να κλείσουν τη Μαργαρίτα στο αναμορφωτήριο. Εκτός κι αν εκτελούσε μια αποστολή για λογαριασμό της: αν έβγαζε από τη μέση την αδερφή της». «Θεέ μου—» «Ο κατάλληλος άνθρωπος την κατάλληλη στιγμή», συνέχισε ο Άλεξ. «Η Δανάη ερεύνησε το παρελθόν του, κι η περίπτωσή του έμοιαζε ιδανική. Δεν ήταν καλό παιδί στα νιάτα του ο Αποστόλου. Υπήρξε τοξικομανής και έμπορος ναρκωτικών. Είχε κάνει φυλακή. Μισούσε τη Μιράντα για τον τρόπο που του φερόταν, κι επιπλέον είχε παθολογική αδυναμία στο μόνο πια εν ζωή μέλος της οικογένειάς, του: την κόρη του». «Η θεία— η Δανάη— του υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιήσει την υπόθεση της Μαργαρίτας;» «Ναι. Θα του έδινε επίσης ένα μεγάλο χρηματικό ποσό προκειμένου να ξαναφτιάξει τη ζωή του και να βάλει την κόρη του σε ένα καλό σχολείο. Αρκεί να γινόταν η δουλειά καθαρά και χωρίς ίχνη. Του έδωσε τη φωτογραφία ως εναλλακτικό μέσο παραπλάνησης των Αρχών. Αν απέρριπταν το ενδεχόμενο της διάρρηξης, θα στέκονταν στη φωτογραφία για να βρουν άλλου είδους κίνητρα. Το τυφλό πάθος κάποιου εραστή, ας πούμε. Και στη χειρότερη, το δικό μου τυφλό πάθος. Το 686


γεγονός ότι έλειπα εκείνο το βράδυ θα με αθώωνε, βέβαια, αλλά της αρκούσε να στραφούν οι έρευνες σε λάθος δρόμο και να μη φτάσουν ποτέ σε εκείνη». «Κι έτσι, από τη μέρα της συμφωνίας κι έπειτα, την παρακολούθηση ανέλαβε ο Στράτος Απόστολου», συνέχισε την ιστορία η Σάνια με κομμένη την ανάσα. Τα πάντα εξηγούνταν τώρα τα πάντα. «Η παράνομη σχέση του με τη Μιράντα κι η θέση του ως σοφέρ της οικογένειας του έδιναν τη δυνατότητα να γνωρίζει κάθε της κίνηση. Ώσπου κάποια μέρα παρουσιάστηκε η ιδανική ευκαιρία. Η δουλειά θα τέλειωνε τη βραδιά που όλοι μας θα βγαίναμε έξω για εκείνη την εκδήλωση. Η Μιράντα θα έμενε μόνη στο σπίτι, αφού δεν τα πήγαινε καλά ούτε με τον άντρα της ούτε με σένα. Θα είχε έτσι επίσης την ευκαιρία για μια ερωτική συνάντηση με τον Αποστόλου. Κανείς από το υπηρετικό προσωπικό δε διανυκτέρευε στο σπίτι. Του άνοιξε η ίδια την πόρτα ποτέ δε βρέθηκαν ίχνη διάρρηξης. Τον έβαλε στο σπίτι, στην κρεβατοκάμαρα που μοιραζόταν με τον πατέρα σου. Δεν είδε καν το μαχαίρι που καρφώθηκε στην καρδιά της. Πέθανε με τα μάτια ανοιχτά πάνω στο κρεβάτι περιμένοντας να υποδεχτεί τον εραστή της—» Ήταν η σειρά του να παρατηρήσει τα σύννεφα που χάνονταν και τα άλλα που έρχονταν για να σκεπάσουν στιγμιαία τον ήλιο. Είχε αναρωτηθεί πολλές φορές πώς θα ήταν η ζωή του αν δεν επέστρεφαν νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε στο σπίτι. Ούτε τη μισή διαδρομή δεν είχαν διανύσει, όταν η ξαφνική αδιαθεσία του πατέρα του τους υποχρέωσε να γυρίσουν πίσω άρον άρον. Εκείνο το διάστημα ο Αλέξανδρος Κατράς υπέφερε από τρομακτικούς ιλίγγους που τον έφερναν στα πρόθυρα της λιποθυμίας, κι ο Ρωμανός έκρινε πως ήταν προτιμότερο να 687


ξεκουραστεί από το να ξενυχτήσει. Είχε φέρει τη σκηνή στη φαντασία του ξανά και ξανά από τότε. Ξανάβλεπε τα γεγονότα υποφέροντας με την ίδια ένταση κάθε φορά. Θυμόταν τη Σάνια να τρέχει στην κρεβατοκάμαρα της Μιράντας για να της πει πως ο πατριός της δεν ένιωθε καλά, και να επιστρέφει ουρλιάζοντας μ’ ένα ματωμένο μαχαίρι κολλημένο απειλητικά στο λαιμό της. Ο μασκοφορεμένος άντρας την είχε γραπώσει από το σβέρκο και τους είχε διατάξει ουρλιάζοντας vcc μην κουνηθούν, να μην τολμήσουν καν να στρέψουν το βλέμμα τους αλλού χωρίς την άδειά του. Ο δράστης ήξερε πολύ καλά ότι ο Αλέξανδρος Κατράς οπλοφορούσε, γιατί τον πρόσταξε να πετάξει το όπλο μπροστά στα πόδια του. Εκείνος υπάκουσε χωρίς δεύτερη σκέψη, την ώρα που ο γιος του, πετρωμένος από φόβο, κοιτούσε το μαχαίρι να αστράφτει κάτω απ’ το αφτί της Σάνιας. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα: η μικρή δάγκωσε το χέρι του εισβολέα κι έτρεξε να κρυφτεί πίσω από μια πολυθρόνα, κι ο πατέρας του βρήκε την ευκαιρία να αρπάξει το όπλο και να σημαδέψει το δράστη. Δεν τον πέτυχε. Ο Αποστόλου είχε προβλέψει την κίνησή του πριν την κάνει, απέφυγε τη σφαίρα και όρμησε καταπάνω του. Η πάλη σώμα με σώμα δεν κράτησε ούτε ένα λεπτό. Το όπλο εκπυρσοκρότησε κι η επόμενη σφαίρα που βγήκε απ’ τη θαλάμη πέτυχε τον Αλέξανδρο Κατρά στο στήθος. Έπεσε κάτω αιμόφυρτος διατηρώντας τις αισθήσεις του, φαινόταν όμως πως ο θάνατος δε θα αργούσε. Ωστόσο, και τότε ακόμα ήταν γενναίος: με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει συγκράτησε το όπλο στα χέρια του και το έσπρωξε προς το μέρος του γιου του, Η μόνη ηρωική πράξη που κατάφερε να κάνει ο ίδιος εκείνο το 688


βράδυ ήταν να πιάσει το περίστροφο και να το κρατήσει τρέμοντας. Σημάδεψε το δολοφόνο, αλλά δεν πάτησε τη σκανδάλη. Ο πατέρας του από δίπλα τον ικέτευε, έλπιζε, περίμενε, πίστευε, μέχρι να ξεψυχήσει τελικά χωρίς να μάθει τι απέγιναν ο δειλός γιος του και η προγονή του. Ποτέ δεν κατάφερε να συγχωρέσει τον εαυτό του. Όσες φορές κι αν φαντάστηκε πως πάτησε τελικά τη σκανδάλη, η πραγματικότητα εισέβαλλε αδυσώπητα στο μυαλό του για να του κλέψει ακόμα κι αυτή την επίπλαστη χαρά. Δε θα έσωζε τον πατέρα του, αλλά θα είχε γλιτώσει τη Σάνια. Κι αν κατάφερνε να τραυματίσει, έστω, το δολοφόνο, ο ίδιος δε θα βρισκόταν ποτέ υπόδικος, ούτε δραπέτης αργότερα ούτε κυνηγημένος. Κι η αδερφή του δε θα υπέφερε. Αν είχε βρει το κουράγιο— Αν μονάχα είχε βρει το κουράγιο— «Κανείς απ’ τους δυο μας δεν έφταιγε», άκουσε τη ραγισμένη φωνή της να χιροσπαθεί να τον παρηγορήσει. «Πρέπει να το καταλάβουμε κι οι δύο». «Επίτρεψέ μου να νιώθω διαφορετικά, πριγκιπέσα— » Άπλωσε το χέρι του και το πέρασε πάνω απ’ τους ώμους της. Τη φίλησε στο μάγουλο κι ανέπνευσε το άρωμά της: βάλσαμο· λυτρωμός· παράδεισος. «Επίτρεψέ μου να ξέρω πολύ καλά το μερίδιο της ευθύνης που μου αναλογεί». «Ήσουν αυτός που ήσουν κι έφτασες τότε μέχρι εκεί που μπορούσες. Μακάρι να γινόταν να πω το ίδιο και για τη— Δανάη. Μακάρι, Άλεξ! Γιατί αποδείχτηκε πως δεν ήταν ποτέ αυτό που έδειχνε, κι αν υπάρχει κάποιος αληθινά δειλός σ’ αυτή την ιστορία είναι εκείνη. Υποτίθεται πως τα έκανε όλα στο όνομα της αγάπης που μου είχε. Δεν την θέλω όμως εγώ αυτή την αγάπη. Γιατί ήξερε πως σε κατηγορούσαν άδικα και 689


σώπασε. Γιατί φρόντισε κιόλας να σε σπρώξει ακόμα πιο βαθιά στη φυλακή με τις γνωριμίες της. Γιατί με πήρε στο σπίτι της και με υποχρέωσε να βλέπω για ξαδέρφες μου τις αδερφές μου. »Αντιλαμβάνεσαι την τραγική ειρωνεία, Άλεξ; Τη βλέπεις; Μεγάλωσα με το φόβο μήπως γινόμουν ίδια με τη μητέρα μου, κι η πραγματική μου μητέρα ήταν τελικά πολύ χειρότερη από την ψεύτικη. Βλέπεις, η Μιράντα ποτέ δεν έκρυψε αυτό που ήταν, κι όσοι βρέθηκαν στο πλευρό της πήραν μόνοι τους το ρίσκο. Η Δανάη έχτισε τον ωραίο της κόσμο πάνω στα ψέματα, και σαν να μην έφτανε αυτό, έπεισε επίσης τον εαυτό της πως οι πράξεις της είχαν κίνητρο την αγάπη. Ποιος τη θέλει τέτοια αγάπη, Άλεξ; Πάντως όχι εγώ. Με τίποτα εγώ!» Δεν έκανε κανένα σχόλιο. Ήξεραν κι οι δύο πως αποκάλυπταν τόση αλήθεια μαζεμένη όση δε γνώρισαν ποτέ τους. «Θα τελειώσω την ιστορία και μετά οι αποφάσεις σού ανήκουν», της είπε, νιώθοντας την ψυχική κούραση να τον καταβάλλει. «Έχω μνήμες απ’ αυτό το σημείο και μετά, Αλεξ. Βρέθηκα σ’ ένα νοσοκομείο με σπασμένο κεφάλι, έχοντας γύρω μου ανθρώπους που από αγάπη κατάφεραν να με παραπλανήσουν. Δεν εξαιρώ τη Μαργαρίτα. Και τώρα που ξέρω την αλήθεια, καταλαβαίνω και τους λόγους που η Δανάη δεν προσπάθησε ποτέ να την απομακρύνει από μένα. Ήταν το ζωντανό ενθύμιο της πράξης της: η κόρη του δολοφόνου. Και δε θα εκπλαγώ καθόλου αν μου πεις πως τη βοήθησε κρυφά να σταθεί στα πόδια της και να μπει στο σωστό δρόμο. Θύμα ήταν κι αυτή· άλλος ένας λόγος για ενοχές». Είδε στο βλέμμα του το θαυμασμό για τη διορατικότητά της αλλά και τη λύπη για την τροπή των γεγονότων. Όταν αφοσιώθηκε ξανά στην τεμπέλικη βόλτα των σύννεφων, τον 690


μιμήθηκε. Αφού έπρεπε να τα ακούσει όλα, θα τα άκουγε. Ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε ποτέ από υποχρέωση, γιατί ορκίστηκε εκείνη τη στιγμή πως οδηγός στις πράξεις της από κει και πέρα θα ήταν μόνο η αγάπη της για τον άντρα της και οι δικές τους επιθυμίες. «—Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ήρθε πολλές φορές στο νοσοκομείο να σε επισκεφτεί μαζί με την κόρη του», συνέχισε ο Άλεξ, δείχνοντας πια πως ήθελε να βγάλει από μέσα του κάθε πληροφορία που εκείνη δεν είχε. «Οι γιατροί ενημέρωσαν την οικογένεια ότι είχες πάθει πολύ ισχυρό νευρικό κλονισμό έπασχες από ψυχοτραυματικό στρες. Το σοκ ήταν τρομερό και γι’ αυτό απώθησες αμέσως από τη μνήμη σου κάθε τραυματική εμπειρία. Σε παρόμοιες περιπτώσεις συμβαίνει μερικές φορές η μνήμη να επανέρχεται κανονικά. Όσο περνούσε όμως ο καιρός, η διαταραχή φαινόταν ότι θα γινόταν χρόνια. Προέβλεψαν πως ίσως να είχες στο μέλλον κάποια φλας μπακ που μπορεί να αποδεικνύονταν τραυματικά. Για να αποφευχθεί αυτό, έπρεπε να ζεις σε ένα περιβάλλον ήρεμο, χωρίς την παραμικρή συγκινησιακή φόρτιση που ίοως να πυροδοτούσε τη μνήμη σου. »Αυτή ακριβώς η γνώση πανικόβαλε τον πατέρα της Μαργαρίτας. Φαίνεται πως δεν άντεξε να ζει με το φόβο. Πήρε λοιπόν την απόφαση λίγους μήνες μετά να εξομολογηθεί στην κόρη του την πράξη του και να αυτοκτονήσει. Προηγουμένως όμως έκανε μια τελευταία συνεννόηση με τη Δανάη—» «Την απείλησε», συμπλήρωσε η Σάνια. «Με κάποιο τρόπο την υποχρέωσε να φροντίσει για την τύχη της κόρης του, και μετά χάθηκε— με τον τρόπο που χάθηκε—»

691


«Της είπε πως η Μαργαρίτα γνώριζε την αλήθεια και πως αυτή η αλήθεια, μαζί με το φιλμ της διαβόητης φωτογραφίας, βρισκόταν καταγεγραμμένη σε μια μυστική θυρίδα που αποκάλυπτε η διαθήκη του. Η θυρίδα θα ανοιγόταν στην περίπτωση που η κόρη του πάθαινε κάποιο μοιραίο— ατύχημα. Είπε πως είχε δώσει τη σχετική εντολή σε ένα δικηγόρο. Μπλόφαρε, όμως η Δανάη τον πίστεψε. Και έδρασε, όπως ήταν φυσικό, αμέσως— » «θυμάμαι πως η Μαργαρίτα μπήκε σε ίδρυμα μέχρι τα δεκαοχτώ της». «Μόνο επειδή η Δανάη δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τα κωλύματα του νόμου κι επειδή δεν είχε τη δυνατότητα να παρέμβει φανερά για να το αποφύγει. Αν το ’κανε, θα αναρωτιόντουσαν όλοι για τους λόγους. Φρόντισε όμως ώστε η παραμονή της φίλης σου στο ίδρυμα να γίνει όσο πιο ανώδυνη γινόταν. Διατηρώντας την ανωνυμία της έκανε γενναίες δωρεές στη διεύθυνση του ιδρύματος με τον όρο να τύχει η κοπέλα της καλύτερης δυνατής μεταχείρισης. Από τα δεκαοχτώ της και μετά την έζησες ξανά. Για τους δικούς της λόγους σε πλησίασε, κέρδισε πάλι την αγάπη σου και φρόντισε ώστε οι δρόμοι σας να είναι κοινοί, με απώτερο σκοπό να σε ελέγχει. Είχε γίνει σκιά σου χωρίς να το καταλάβεις. Κι όταν μεσολάβησε για να εργαστείς στο περιοδικό όπου δούλευε κι εκείνη, εσύ το μετέφρασες σαν απόδειξη φιλίας. Η Μαργαρίτα ακολουθούσε πιστά την τελευταία επιθυμία του πατέρα της: να σε έχει από κοντά. Κι η Δανάη ακολουθούσε πιστά το δικό της σχέδιο: ενθάρρυνε τη φιλία σας -ή τουλάχιστον δεν της εναντιωνόταν· προκειμένου να ελέγχει και τις δυο σας. Δεν προδιαγραφόταν καμία 692


ανατροπή μέχρι τη στιγμή που άρχισαν οι κρίσεις σου. Αν θυμόσουν πως υπήρχε κι άλλο πρόσωπο στο σπίτι τη νύχτα του φόνου και, κυρίως, αν αναγνώριζες τη φωνή του, ίσως οι έρευνες να κατέληγαν σε εκείνη. Κάθε κρίση σου γινόταν αυτόματα και δική της. Ζούσε με τον εφιάλτη και περίμενε. Όπως κατάλαβε κι από την πρώτη στιγμή πως ο άγνωστος που σε απειλούσε ήταν η Μαργαρίτα—» «Κι ο εφιάλτης έγινε διπλός όταν εμφανίστηκες εσύ». «Ακριβώς». «Ωστόσο δεν πρόβαλε’ αντιρρήσεις στην απόφασή μου να σε παντρευτώ, επειδή δεν ήθελε να κινήσει υποψίες». «Νομίζω ότι τότε αιφνιδιάο τήκε. Δεν ήξερε από που να φυλαχτεί. Όταν βέβαια μπήκα στο γραφείο της —»

«Τι βρήκες;» Το στόμα της είχε στεγνώσει κι ανέπνεε με δυσκολία. «Όλα τα ενθύμια από τις λίγες μέρες που σε κράτησε στα χέρια της πριν σε παραδώσει στην αδερφή της: μια βρεφική φωτογραφία, ένα σταυρό, τα πρώτα σου παπουτσάκια, μια εικόνα της Παναγίας κι ένα μπουκαλάκι με λίγο λάδι από τη βάφτισή σου. Θα πρέπει να παρακάλεσε πολύ τη Μιράντα για να της το δώσει αυτό—» Έδιωξε τη στιγμιαία συγκίνηση μ’ ένα νευρικό κούνημα του κεφαλιού της. «Πώς κατάλαβες ότι— »

693


«Περίπου τα ίδια ενθύμια είχε κρατήσει κι η μητέρα μου όταν γεννήθηκα εγώ κι η Μαρία. Περίπου τα ίδια ενθύμια κρατούν όλες οι μητέρες, Σάνια. Είμαι σίγουρος ότι κι εσύ—» «Ναι», του είπε κάπως απότομα. Δεν ήθελε να θυμάται τη δική της χαμένη κόρη. Προσποιούνταν πως ποτέ δεν είχε κρατήσει στα χέρια της το δικό της παιδί, γιατί έτσι μείωνε τις πιθανότητες να χάσει το μυαλό της από τη θλίψη. «Αυτά περίπου τα ενθύμια κράτησα κι εγώ». «Μόλις είδα το περιεχόμενο εκείνων των δύο φακέλων δε μου έμεινε καμία αμφιβολία», άλλαξε αμέσως θέμα. «Ο ένας είχε αντίγραφα αρχείων από τη δίκη των ατόμων που είχαν μπλέξει τη Μαργαρίτα κι ο άλλος περιείχε την εξουσιοδότηση της Μάρας Χατζή στη Δανάη για την εκτέλεση της διαθήκης του πατέρα σου, αν και όταν το επιθυμούσε». «Κατάλαβα—» Όλα τα καταλάβαινε τώρα πια. «Από τη μέρα που σε έδωσε στη Μιράντα, άρχισαν κι οι εμμονές της. Βρήκα φωτογραφίες κι αποκόμματα εφημερίδων που αναφέρονταν στο γάμο της αδερφής της ταξινομημένα κατά χρονολογική σειρά. Όσα σημεία αφορούσαν εσένα ήταν υπογραμμισμένα με κόκκινο μελάνι ή κυκλωμένα. Δε χρειαζόταν να δω τίποτα άλλο. Η επόμενη κίνησή μου ήταν να υποχρεώσω τη Δανάη να μου πει την αλήθεια, κι έπειτα να φύγω θάβοντάς τη βαθιά μέσα μου. Νόμιζα πως δε θα άντεχες το βάρος. Εκείνη την εποχή δεχόσουν το ένα σοκ μετά το άλλο: πρώτα η Μαργαρίτα, ύστερα εγώ— Δε ρίσκαρα με τίποτα να σου μιλήσω για τη Δανάη. Φοβήθηκα», της είπε αναστενάζοντας. «Πίστευα ότι δε θα έβρισκες το κουράγιο να 694


αναμετρηθείς με αυτή τη γνώση. Θέλω να με καταλάβεις, πριγκιπέσα. Λειτούργησα με μόνο κίνητρο το καλό σου—» Δάκρυσε, παρά τις προσπάθειές της για το αντίθετο. «Κι εγώ πίστευα πως σου ήμουν άχρηστη πια, και πως δεν είχες κανένα λόγο να μείνεις». «Ήταν δική σου ιδέα να μου πει ο Παύλος αυτά που μου είπε;» «Όχι!» Η ειλικρίνειά της ήταν αναμφισβήτητη. «Μέχρι πρόσφατα δεν το ήξερα ούτε εγώ. Από το ένα εμπόδιο στο άλλο —» είπε μοιρολατρικά. «Χωρίς καν να φταίμε—» «Την παραμονή της αναχώρησής μου σας είδα να ξαπλώνετε στον καναπέ». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Αποκλείεται!» «Σας είδα με τα κιάλια. Δηλαδή, εσύ ξάπλωσες· εκείνος ήταν μισόγυμνος και πριν σε πλησιάσει έκλεισε τις κουρτίνες. Τι θα υπέθετες στη θέση μου αν αντίκριζες αυτή τη σκηνή;» Έστυψε το μυαλό της για να θυμηθεί. Μια μέρα πριν από την αναχώρησή του, είχε πει. Τι είχε γίνει εκείνη τη μέρα; Μα ναι— Δεν έκανε τίποτ’ άλλο πέρα απ’ το να κλαίει τη μοίρα της πότε στο σπίτι της και πότε έξω, όταν την έβγαζε με το ζόρι ο Παύλος. «Μισόγυμνος— εσύ ξάπλωσες— έκλεισε τις κουρτίνες—» Τόσες παρεξηγήσεις! Τόσα λάθη! Ευτυχώς, ήταν μαζί τώρα, ο ένας στο πλευρό του άλλου, θα του εξηγούσε, κι εκείνος θα καταλάβαινε. Γιατί την ήξερε. Ήξερε πολύ καλά πόσο δυνατά τον αγαπούσε. 695


«θα πρέπει να μιλάς για εκείνη τη μέρα που του έχυσα καφέ στο πουκάμισό του», είπε με ανακούφιση. «Είχε έρθει για να με παρηγορήσει, και λιβάνιζε τον ίδιο καφέ από το απόγευμα. Πήγα να του τον πάρω απ’ τα χέρια για να του προσφέρω κάτι άλλο, και τον έκανα χάλια. Έβγαλε λοιπόν το πουκάμισό του και ετοιμάστηκε να πάει στο μπάνιο για ένα ντους. Εγώ είπα να ξαπλώσω στον καναπέ μέχρι να τελειώσει. Ποτέ δεν είδες τι έγινε μετά, Άλεξ. Κι αυτό που έγινε ήταν ότι αποκοιμήθηκα χωρίς να καταλάβω καν τι ώρα έφυγε ο Παύλος. Απ’ τη μια αναποδιά στην άλλη—» «Όλα είναι καλά τώρα— » Σηκώθηκε και της έδωσε το χέρι του για να τη βοηθήσει να κάνει το ίδιο. Ένα τρυφερό φιλί στα χείλη της ήταν η επόμενη κίνησή του. «θα πρέπει να καταλάβουμε όμως πως είμαστε κι οι δύο στην αρχή. Έχουμε πολλά να πούμε ακόμα. Όπως έχουμε και με πολλά να συμβιβαστούμε —» «Δε θέλω άλλες τέτοιες συζητήσεις σήμερα, Άλεξ», τον παρακάλεσε. «Κάλεσε τη Μαρία και τον Ζακ να φάμε και να περάσουμε λίγες ξένοιαστες οίρες. θα δούμε τι θα κάνουμε από αύριο, θα δούμε—» Συμφώνησε μαζί της μ’ ένα νεύμα κι ένα χαμόγελο. Παρότι η διαδρομή μέχρι το σπίτι ήταν μεγάλη, τη διένυσαν περπατώντας πλευρό με πλευρό, κρατώντας τα γκέμια του Ντάρκο, που χλιμίντριζε διαρκώς επειδή για πρώτη φορά το αφεντικό του επέλεξε να γυρίσει με τα πόδια κι όχι να καλπάσει άγρια μαζί του. Ο Κινγκ τους περίμενε στην εξώπορτα, όπου τους υποδέχτηκε με χαρούμενα γαβγίσματα, κουνώντας ξέφρενα την ουρά του. 696


ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ΕΛΛΑΔΑ Η Δανάη καθόταν στο πάτωμα του γραφείου της, αυτού που επί χρόνια τελούσε χρέη κρυψώνας των μυστικών της, έχοντας γύρω της σκορπισμένες όλες τις αποδείξεις της πράξης της. Τα παιδιά της κι ο άντρας της στέκονταν γύρω της πετρωμένοι, αμήχανοι. Προσπαθούσαν να αφομοιώσουν την αλήθεια. Άκουγαν την αφήγησή της και τη συνειδητοποιούσαν αργά, προσπαθώντας να καταλάβουν. Και μόλις η εξιστόρηση των γεγονότων έφτασε στο τέλος της, αναρωτήθηκαν πώς να αντιδράσουν. Δεν ήταν εύκολο να τα χωνέψουν όλα αυτά. Κι όταν ακόμα το κατόρθωναν, θα πολεμούσαν με τους εαυτούς τους για να τα δεχτούν, να συμφιλιωθούν με τα γεγονότα και να τα αφήσουν πίσω τους. «Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που δεν άφηνα κανέναν να πατήσει το πόδι του εδώ μέσα», είπε η Δανάη χωρίς να τολμά να τους κοιτάξει σία μάτια. «Σας έλεγα πως κρατούσα τις αποδείξεις ενοχής κάποιων κατηγορουμένων που με είχαν απειλήσει κατά καιρούς και πως ήταν καλύτερο να τις ξέρω μόνο εγώ. Υπάρχουν κι αυτές, αλλά ο βασικός λόγος που κλείδωνα αυτή την πόρτα ήταν οι δικές μου αποδείξεις ενοχής. Δεν μπόρεσα ποτέ να τις καταστρέψωδεν μπόρεσα ποτέ να τις ξεχάσω. Κι υπολόγιζα πως, αν κάποια μέρα συλλάμβαναν τον Ρωμανό και ξανάνοιγε η υπόθεση, ίσως έβρισκα τα κότσια να τον αθωώσω, κρατώντας μυστικό μόνο το γεγονός πως εγώ γέννησα τη Σάνια—» Σήκωσε την παλιά φωτογραφία με το νεογέννητο βρέφος και τη φίλησε. Τα δάκρυά της έμοιαζαν αστείρευτα, οι ρυτίδες της είχαν βαθύνει κι έδειχνε πολύ μεγαλύτερη. Οι αναστεναγμοί που βγήκαν από τα βάθη της ψυχής της τους έκαναν όλους να 697


ανατριχιάσουν. «Δε θα με συγχωρέσει— » μονολόγησε. «Και με το δίκιο της. Για να σωθώ εγώ, καταδίκασα εκείνη. Έπρεπε να βρω το κουράγιο— έπρεπε— » «Μαμά, εγώ σε καταλαβαίνω». Η Βέρα γονάτισε μπροστά της και την αγκάλιασε όσο πιο σφιχτά μπορούσε με τα τρεμάμενα χέρια της. «Γιατί ξέρω πως μπορεί να έδωσες τη Σάνια, αλλά δεν την εγκατέλειψες ποτέ. Ήσουν πάντα κοντά της για να την προσέχεις και να ξέρεις τι συμβαίνει στη ζωή της. Η Μιράντα ήταν άτομο που θα μπορούσε να κάνει τον καθένα να ξεπεράσει τα όριά του, τις αρχές του, τον εαυτό του. Αν δε βρισκόσουν εσύ, θα το έκανε κάποιος άλλος. Βάδιζε αναπόφευκτα προς την καταστροφή—» «Όχι, παιδί μου—» «Ναι, μαμά!» Η Βέρα κοίταξε τα αδέρφια και τον πατέρα της. Είδε καθαρά πως όλοι συμμερίζονταν την άποψή της, μόνο που ήταν πολύ σοκαρισμένοι για να μιλήσουν. «Όπως τα είχες θαμμένα όλα τόσα χρόνια, θα τα θάψεις και τώρα. Δεν είσαι μόνη σου. Δεν είναι δίκαιο για μας να ψάξεις για εξιλέωση σήμερα. Ο μπαμπάς είναι υπουργός, και σε μερικά χρόνια ο Παύλος θα ακολουθήσει. Η Μίνα κι εγώ έχουμε πάρει ήδη το δρόμο μας, περήφανες που είμαστε κόρες της Δανάης Βαλέρη και του Πέτρου Μαρκάτου. »Είδες τι προτίμησε να κάνει ο Ρωμανός: απαρνήθηκε τη Σάνια κι έφυγε για να μη μαθευτούν ποτέ όλα αυτά. Παρ’ όλο που είχε κάθε λόγο να σε μισεί και να διψάει για εκδίκηση. Τουλάχιστον η Σάνια πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της ευτυχισμένη κοντά μας. Εκείνος τι να πει; Ορφάνεψε, καταδικάστηκε, φυλακίστηκε, 698


απέδρασε, ξεκίνησε απ’ το μηδέν τη ζωή του, έγινε μισθοφόρος και σημαδεύτηκε. Κι αν επιβίωσε, ήταν ρημαγμένος. Δε μίλησε όμως, μαμά. Δεν είπε κουβέντα, για να μην πληγώσει τη Σάνια· για να μην πληγωθούμε εμείς· για να μην υποφέρουν κι άλλοι αθώοι. Ακολούθησε το παράδειγμά του, οε παρακαλώ. Θάψ’ τα ξανά όλα, μια και καλή, για πάνια. Δε λέω ικος τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα έτσι, αλλά είμαι βέβαιη πως τουλάχιστον δε θα γίνουν χειρότερα— » Ο επόμενος που γονάτισε δίπλα της ήταν ο άντρας της. Της πήρε τη φωτογραφία απ’ τα χέρια και φίλησε στοργικά τα υγρά της μάγουλα. «Το ένιωθα», της εξομολογήθηκε βραχνά. «Περνούσε από το μυαλό μου εδώ και πολλά χρόνια, από τότε που η Σάνια ήταν ακόμα μωρό. Έβλεπα πώς την κοιτούσες και πόσο ευτυχισμένη ήσουν όταν την κρατούσες στην αγκαλιά σου. Ζούσα την αγωνία σου μέχρι την επόμενη επίσκεψη, και σχεδόν βεβαιώθηκα όταν έφερες στον κόσμο τη Μίνα. Με τον ίδιο τρόπο την κοιτούσες κι αυτή. Είχες ακριβώς την ίδια αγωνία κάθε φορά που αρρώσταινε ή στεναχωριόταν. Ήταν και δικό μου το λάθος που δε σου μίλησα, εφόσον εσύ είχες διαλέξει τη σιωπή. Αν το είχα κάνει, θα πολεμούσαμε μαζί, Δανάη. Θα βρίσκαμε από κοινού μια λύση. Με πληγώνει που δε με εμπιστεύτηκες, αλλά υπήρξες τόσο καλή μητέρα και σύζυγος όλα αυτά τα χρόνια, που δε μου περνάει καν απ’ το μυαλό να μη σε συγχωρέσω. Είσαι ο άνθρωπός μου—» συνέχισε ψιθυρίζοντας, κι ενώ τα δάχτυλά του επέμεναν να εξαφανίζουν τα νέα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της. «Δε με απογοήτευσες ποτέ μου στάθηκες σαν βράχος από την πρώτη στιγμή. Το ίδιο θα κάνω κι εγώ τώρα για σένα. Μάθε επίσης πως χαίρομαι ειλικρινά που η Σάνια είναι κόρη σου. Την έβλεπα σαν παιδί μου απ’ την αρχή, αλλά τώρα ένας λόγος παραπάνω». 699


«Κι αν εκείνη δε βρει τη δύναμη να σε συγχωρέσει, οφείλεις να το καταλάβεις και να το δεχτείς», παρενέβη ο Παύλος ανάβοντας ξανά τσιγάρο. «Όλοι οφείλουμε να την καταλάβουμε και να δεχτούμε τις αποφάσεις της. Σίγουρα θα χρειαστεί το χρόνο της και την απόστασή της. Κι αν πρέπει να την αγαπάμε διατηρώντας αυτή την απόσταση, έτσι ακριβώς θα γίνει». Η Μίνα έπιασε το χέρι του αδερφού της και κούνησε απόλυτα σύμφωνη το κεφάλι. «Η υπόθεση έχει κλείσει», είπε λειτουργώντας λιγότερο συναισθηματικά απ’ όλους. «Έτσι το ήθελε κι ο Ρωμανός. Δεν έχει νόημα να σκαλίζουμε τις στάχτες. Κι αν είναι θέλημα Θεού να ξανανθίσουμε όλοι μαζί στο ίδιο τραπέζι χωρίς να υπάρχουν σκιές ανάμεσά μας, θα το διαπιστώσουμε στο μέλλον. Ας κλειδώσουμε ξανά αυτό το γραφείο», πρότεινε. «Η φωτιά στο τζάκι κοντεύει να σβήσει, ας τη φουντώσουμε λοιπόν. Εγώ βλέπω πολλά άχρηστα πράγματα εδώ πέρα: αυτές οι φωτογραφίες ίσα που φαίνονται πια. Ποτέ δε συμπαθούσα το χαρτομάνι. Λοιπόν, τι λέτε;» Η Δανάη δεν μπορούσε ούτε να κουνηθεί, γι αυτό η Βέρα και ο Πέτρος φρόντισαν να αποσπάσουν όλους τους φακέλους και τις φωτογραφίες απ’ τα χέρια της. Την άφησαν να κρατήσει μόνο μία: εκείνη με το ανύποπτο μωρό που ήταν τυλιγμένο με αγάπη στη ζεστή του κουβερτούλα και κοιτούσε’ απορημένο το φακό. Συνεννοήθηκαν με τα μάτια και την άφησαν μόνη στο γραφείο. Ο λυγμός που άκουσαν λίγο πριν κλείσουν πίσω τους την πόρτα τους μάτωσε την ψυχή. Τους περίμεναν δύσκολες μέρες, αλλά ήξεραν πως οι πιο δύσκολες είχαν πια τελειώσει.

700


ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ, ΓΑΛΛΙΑ «Πάχυνες». «Τελικά δεν είσαι και τόσο ασχημομούρης». Ο Ζακ κι ο Άλεξ μίλησαν σχεδόν ταυτόχρονα. Καθώς η Μαρία και η Σάνια αντάλλαζαν αληθινά κομπλιμέντα πίσω τους, εκείνοι απέμειναν στο κατώφλι να κοιτάζονται με όλη τη συγκίνηση που μπορούσαν να νιώσουν δυο άντρες που είχαν περάσει τόσα μαζί. Ήταν πολύ εγωιστές για να βουρκώσουν, αλλά η φωνή τους αντικατέστησε με τη βαριά χροιά της τα δάκρυα. Πιο συγκινημένος ήταν ο Ζακ. Το αρχικό σοκ της εξαφανισμένης καλύπτρας έδωσε τη σκυτάλη στην περηφάνια. Έτσι ακριβώς φανταζόταν το φίλο του: ελεύθερο, δυνατό, ευτυχισμένο με τα σημάδια που κάποτε πύκνωναν τα σκοτάδια του τώρα να γαληνεύουν την όψη του. Επιτέλους μπορούσε να απαλλαγεί κι αυτός από το βάρος των ενοχών εκείνης της νύχτας, μπορούσε κι αυτός να γαληνέψει. Κι αν υπήρχε ακόμα ένα ελάχιστο κενό στην προσωπική του ευτυχία, η χαρά του Άλεξ το γέμισε απόλυτα. «Πέντε ψωροκιλά πήρα μόνο», είπε ο Ζακ μόλις ξαναβρήκε τη φωνή του. «Αυτή η γυναίκα είναι ανεπίδεκτη μαθήσεως: μονάχα τις γαλλικές συνταγές καταστρέφει, ενώ στην ελληνική κουζίνα είναι καταπληκτική». «Έμπλεξες, φίλε μου», του είπε ο Άλεξ δίνοντάς του ένα χτυπηματάκι στην κοιλιά, που είχε αρχίσει να ξεχωρίζει. «Αν 701


αφήσεις την αδερφή μου να κάνει ό,τι θέλει, θα τρως ακόμα και για πρωινό ντολμαδάκια». «Πρέπει να οργανωθούμε—» παρατήρησε ο Ζακ κοιτώντας τις γυναίκες να πηγαινοέρχονται από την κουζίνα στην τραπεζαρία φορτωμένες με πιατέλες γεμάτες νόστιμα και βαριά φαγητά. «Έχουν σχέδιο», του αποκάλυψε μισοκλείνοντας καχύποπτα τα μάτια. «Μόλις δέσουν το γάιδαρό τους, αρχίζουν να τον μπουκώνουν με φαγητό για να τον χοντρύνουν και να μην τους φύγετ ποτέ. Τα ντολμαδάκια είναι η αρχή τα πάντα ξεκινούν απ’ τα ντολμαδάκια». «Κι η γυναίκα σου δεν πάει πίσω», παρατήρησε ο Άλεξ μόλις πέρασε από μπροστά του η Μαρία κουβαλώντας ένα βαθύ πιάτο με κοκκινιστό μοσχάρι. «Σαν να στρογγύλεψε λιγάκι». «Το άκουσα αυτό!» Το βλέμμα της στάθηκε αυστηρά πάνω τους, κι εκεί που οι δύο άντρες κόντεψαν να καταπιούν τη γλώσσα τους, η κοπέλα ξέσπασε σε γέλια. «Ελάτε να καθίσετε, κύριοι. Απόψε θα πιούμε και θα πούμε πολλά. Γιατί σίγουρα έχουμε να πούμε πολλά— » συμπλήρωσε ρίχνοντας μια ματιά όλο νόημα στη Σάνια. Δε φορούσε πια μαύρα ρούχα. Και παρόλο που τη θέση τους την είχε πάρει ένα συντηρητικό γκρίζο φόρεμα, έλαμπε ολόκληρη. Είχε μάλιστα μακιγιαριστεί ελαφρά: το ρουζ και το ροδακινί κραγιόν φώτιζαν το πρόσωπό της, που έδειχνε γυναικείο αλλά και παιδικό έτσι κοντά που ήταν τα μαλλιά της. «Λοιπόν;» Ο Ζακ στρογγυλοκάθισε πρώτος κι άρχισε να γεμίζει τα ποτήρια με κρασί. Από το αεικίνητο βλέμμα του, που σκόπιμα έδειχνε τεμπέλικο τις περισσότερες φορές, δεν ξέφυγε η ιπποτική κίνηση του Άλεξ να τραβήξει την καρέκλα της 702


γυναίκας του, ούτε το τρυφερό χάδι στο χέρι της. Απ’ τη στιγμή που δέχτηκε το τηλεφώνημα του φίλου του και την πρόσκλησή του στο κτήμα, ήξερε πως οι δυο τους τα είχαν βρει, οπότε δεν εξεπλάγη ιδιαίτερα. Αλλά δε χόρ· ταινε να τους βλέπει. Ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα συναισθηματικός, όμως τώρα απολάμβανε με κάθε κύτταρο της καρδιάς του το θέαμα. Έτσι έπρεπε να γίνει. Ο Άλεξ είχε γεννηθεί για να βρεθεί μια μέρα στο πλευρό της Σάνιας το ίδι ο κι εκείνη. Έδειχναν τόσο αρμονικοί όσο τα κύματα στον ωκεανό, τα αστέρια στον ουρανό. Ανήκαν ο ένας στον άλλο: αλληλοσυμπληρώνονταν, ήταν ένα. «Λοιπόν—» ανέλαβε να απαντήσει ο Άλεξ,«— απ’ ό,τι βλέπεις, δεν τίθεται πλέον θέμα διαζυγίου. Δεν προλάβαμε να συζητήσουμε περισσότερο επ’ αυτού. Προς το παρόν χαιρόμαστε αυτό που έχουμε— » Νιώθοντας αμήχανα που συνομιλούσε μαζί τους έχοντας ακάλυπτο το πρόσωπό του, έστρεψε αυθόρμητα στο πλάι το κεφάλι. Η Μαρία απέναντί του τον κοίταξε θυμωμένα, και της έκανε τη χάρη να συμμορφωθεί. Τουλάχιστον με τα αγαπημένα του πρόσωπα όφειλε να το συνηθίσει. Συμφωνούσε με τη γυναίκα του ως προς αυτό: Όχι πια μάσκες καμία ασπίδα, ακόμα κι αν είναι από ύφασμα. «Δεν έχει νόημα λοιπόν να ρωτήσω αν θα μείνετε εδώ», παρατήρησε η Μαρία. «Οπωσδήποτε δεν μπορώ να εγκαταλείψω το κτήμα. Ωστόσο, αν η Σάνια το επιθυμεί, μπορώ να κάνω ό,τι κι εσείς, και να περνώ λίγους μήνες στην Ελλάδα πιθανότατα το χειμώνα, αφού το καλοκαίρι και το φθινόπωρο είμαι απαραίτητος εδώ. θα δούμε—» «Εμένα δε με πειράζει, Άλεξ», είπε χαμογελώντας με κατανόηση η Σάνια. «Άλλωστε είναι δύσκολο να 703


ξεσπιτωνόμαστε κάθε τόσο. Μου αρέσει εδώ. Το μέρος, εννοώ, γιατί η διακόσμηση δεν αντέχει καμία κριτική». Ο Ζακ έβαλε τα γέλια. «Πάνε τα τέρατα, φίλε μου! Δόξα τω Θεώ, δηλαδή—» «Δεν περίμενα ποτέ να εκτιμήσεις όσο πρέπει την τέχνη», του πέταξε πικαρισμένος. Κανείς δε θ’ άγγιζε τα γλυπτά του. Με τα χρώματα της επίπλωσης και των τοίχων μπορούσε να κάνει αρκετές υποχωρήσεις, αλλά όχι με τα γλυπτά του. Στις ατέλειωτες μοναχικές ώρες του υπήρξαν οι καλύτεροι σύντροφοι. Του υπενθύμιζαν πως υπήρχαν κι άλλα σκοτάδια εκτός απ’ τα δικά του: αυτά των δημιουργών τους. Η Σάνια τον καθησύχασε δηλώνοντας πως δεν είχε σκοπό να πειράξει τα γλυπτά. Τα πολυαγαπημένα του τέρατα θα έμεναν εκεί. Θα τους άλλαζε μόνο θέση και θα έκανε πιο ζωηρό το φωτισμό στο χώρο. Ισως να έβαζε και καινούριες κουρτίνες, να πρόσθετε μερικά πολύχρωμα βάζα με λουλούδια, να αντικαθιστούσε με ελαφριές μοκέτες τα βαριά χαλιά— Δεν είχε καταλήξει ακόμα, αλλά σίγουρα θα έκανε κάτι για να διώξει από εκεί μέσα τη μελαγχολία. Είχαν ανάγκη από περισσότερο φως στη ζωή τους. «Άλεξ, σε έξι μήνες περίπου θα γίνεις ξανά θείος», ανακοίνωσε ξαφνικά η Μαρία, φέρνοντας το χέρι στην κοιλιά της. Το είπε αυθόρμητα και με χαρά, αλλά μόλις συνειδητοποίησε ότι πρόσφατα η Σάνια είχε χάσει την κόρη της, δαγκώθηκε. «Κι εγώ θεία!» την έβγαλε η κοπέλα από τη δύσκολη θέση υψώνοντας το ποτήρι της. Η σκιά που πέρασε απ’ τα μάτια της με το άκουσμα της είδησης 704


χάθηκε όπως είχε έρθει. Έχοντας κηρύξει πια άγριο πόλεμο στο παρελθόν, δεν του επέτρεψε να καταστρέψει αυτή τη στιγμή ευτυχίας. Όλα ήταν καλά. Κι όσα ακόμα δεν ήταν θα φρόντιζε εκείνη να γίνουν. Τέρμα η αυτολύπηση και ο θρήνος, θα το καταλάβαιναν όλοι. Η ώρα πέρασε με πειράγματα κι αστεία. Κι αφού οι άντρες φρόντισαν να φάνε του σκασμού, κάθισαν να χωνέψουν καπνίζοντας μπροστά στο τζάκι. Η Μαρία και η Σάνια μάζεψαν το τραπέζι. ‘Οταν τελείωσαν, κι ενώ ήταν ακόμα στην κουζίνα, η Μαρία την έπιασε απ’ το μπράτσο. «Λέω να πλύνουμε τα πιάτα αργότερα. Ας φτιάξουμε τώρα έναν καφέ», πρότεινε. «Έχω σκοπό να σε πιέσω να μου τα πεις όλα, αφού ο αδερφός μου είναι σφίγγα». Η Σάνια εκτίμησε την ευθύτητά της και συμφώνησε χωρίς δισταγμό. Μόλις ετοίμασε τους καφέδες κάθισαν στο τραπέζι. Έπιασε τα χέρια της Μαρίας και τα κράτησε σφιχτά ανάμεσα στα δικά της. Κι έπειτα, σαν να ήταν ποτάμι φουσκωμένο απ’ την καταιγίδα, αναζήτησε διέξοδο στη θάλασσα της εξομολόγησης. Μιλούσε γρήγορα και απόλυτα ειλικρινά. Επανέλαβε την πρωινή συζήτηση με τον Άλεξ, κι όταν “ελείωσε πανηγύρισε γιατί είχε καταφέρει να κρατήσει τα μάτια της στεγνά. Δεν την ένοιαζε που η Μαρία δεν μπόρεσε να κάνει το ίδιο. Είχε κάθε δικαίωμα να νιώθει όπως ήθελε. Κι ο αδερφός της ήταν αδικημένος. Κι εκείνος είχε υποφέρει. Είχε αναμετρηθεί κι αυτός με το χιονιά, ενώ του άξιζε το καλοκαίρι. «Τι— τι θα κάνεις;» ρώτησε στο τέλος δειλά η Μαρία.

705


«Δεν ξέρω». Δεν έκρυβε το αδιέξοδό της. «Δεν είναι θεία μου, δεν μπορώ να τη δω σαν μάνα μου και γνωρίζω ότι είναι ηθική αυτουργός και οργανώτρια ενός φόνου. Δεν ξέρω αν μπορώ να συγχωρέσω τόσο πολλές και τόσο μεγάλες καταστροφές, Μαρία. Ίσως δεν έχω τη χρυσή καρδιά που πιστεύετε όλοι, γιατί νιώθω να βράζω από θυμό αυτή τη στιγμή. Δεν μπορώ να δω την αγάπη πίσω από όλα αυτά. Βλέπω μόνο τη δειλία και το ψέμα, βλέπω μόνο τον εγωισμό. Αν οι μαριονέτες είχαν αισθήματα, θα ένιωθαν ακριβώς όπως εγώ. Γιατί τέτοια ήμουν, Μαρία; μια μαριονέτα, από τη στιγμή που γεννήθηκα». «Μην το λες αυτό—» «Πώς να μην το λέω;» Η απόγνωσή της ήταν ολοφάνερη. «Τι να το κάνω που νοιαζόταν για μένα; Δε με κράτησε κοντά της, δε νίκησε τους φόβους της. Σε μια τόσο μεγάλη αλυσίδα από λάθη είναι λογικό να σπάσει κάποτε ένας κρίκος. Και δεν έσπασε τώρα, έσπασε την ώρα που με απαρνήθηκε για να σώσει τα προσχήματα, γιατί τα θεωρούσε πιο πολύτιμα από μένα. Εγώ δε θα έδινα ποτέ το παιδί μου, Μαρία. Εγώ θα αντάλλαζα ευχαρίστως τη ζωή μου με τη δική της, αν υπήρχε τρόπος. Γι αυτό δεν μπορώ να συγχωρέσω τη Δανάη και μάλλον δε θα μπορέσω ποτέ—» «Ο Αλεξ τι λέει;» «Και γι’ αυτόν θα έδινα τη ζωή μου», απάντησε με πάθος. «Βασανίστηκε χίλιες φορές περισσότερο από μένα από αυτή την πλεκτάνη, κι όμως δεν επιχείρησε καν να μου υπαγορεύσει τι να κάνω. Νιώθω υπερβολικά τυχερή που έχω την αγάπη του, και δε θα του δώσω ποτέ το δικαίωμα να αμφισβητήσει τη δική μου». «Σου αρέσει πραγματικά το κτήμα Ραβέν, Σάνια; Θα μπορούσες στ’ αλήθεια να μείνεις για πάντα εδώ;» 706


Αυτή η απάντηση ήταν εύκολη. «Ναι, θα μπορούσα». Απ’ το παράθυρο της κουζίνας γλίστρησε μια ισχνή φεγγαραχτίδα. Μύρισε το άρωμα των πεύκων κι άκουσε ένα νυχτοπούλι να κρώζει στη φωλιά του. Αυτός ο τόπος ήταν ο παράδεισος των αισθήσεων. Σε προκαλούσε να μοιραστείς τα μυστικά και τη γνώση που έκρυβε μαγεύοντάς σε. Δεν απορούσε πια που ο Άλεξ έδινε ανθρώπινη διάσταση στους ανέμους του. Άκουγε κι εκείνη το τραγούδι τους, καταλάβαινε τους ψιθύρους τους. Γύρευε εξίσου απαντήσεις στους ήχους τους κι επέτρεπε στην παράξενη μελωδία τους να τη γαληνεύει. «Ισως βαρεθείς», θέλησε να την προειδοποιήσει η Μαρία. «Ο Άλεξ δουλεύει πολύ και—» «Μα κι εγώ θα δουλεύω», την έκοψε χωρίς να κρύβει την έξαψή της. «Είμαι βοτανολόγος και έχω ασχοληθεί πολύ με τη φωτογραφία. Όσα χρειάζομαι υπάρχουν εδώ· θα βρω έναν τρόπο να τα συνδυάσω. Δε σκοπεύω να μείνω κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους παριστάνοντας την πυργοδέσποινα. Σκέφτομαι να ανοίξω αυτό το σπίτι. Το χωριό είναι γεμάτο καλούς ανθρώπους, κι ο Άλεξ δεν έχει πια κανένα λόγο να κρύβεται. Θα γίνουμε πιο κοινωνικοί. Είναι καιρός πια να απολαύσει όσα κατέκτησε. Να δουν κι οι άλλοι πόσο σπουδαίος άνθρωπος είναι. Έχω όνειρα, Μαρία! Πολλά όνειρα! Και μπορώ να τα πραγματοποιήσω όλα— εδώ— μαζί του—» Φαίνεται πως τα τελευταία της λόγια δεν τα άκουσε μόνο η Μαρία, γιατί ένιωσε δυο ζεστά χείλη να ακουμπούν στο μάγουλό της. Κοκκίνισε αμέσως, κι ο Άλεξ γέλασε με την καρδιά του. Σύντομα θα της μάθαινε πως δεν έπρεπε να ντρέπεται με το παραμικρό. Τον αποκαλούσε άντρα της κι έλεγε πως ήταν η γυναίκα του, αλλά ακόμα δεν είχε εξοικειωθεί με 707


όλες τις διαστάσεις αυτών των όρων. Θα μάθαινε. Κι ο ίδιος δεν είχε πρόβλημα να περνά όλη του τη μέρα δείχνοντάς της—

708


«Η Κατρίν δεν αντέχει άλλο το γιο σου», είπε γελώντας ο Άλεξ στην αδερφή του, που πετάχτηκε αμέσως από τη θέση της. «Τώρα πήρε και ζητά απεγνωσμένα να γυρίσετε πίσω. Λέει πως της διέλυσε το σπίτι». «Α, το ζωντόβολο!» Φίλησε βιαστικά τη Σάνια και κόντεψε να συγκρουστεί με την πόρτα έτσι όπως όρμησε προς το σαλόνι. «Θα κάνουν ώρες να φτάσουν—» είπε αμήχανα η Σάνια βλέποντάς τους να κατεβαίνουν την πλαγιά με το καινούριο σπορ αυτοκίνητο του Ζακ. «Πάει το σπίτι της Κατρίν. Είναι αληθινό διαβολάκι ο μικρός». Ένιωσε τρ χέρι του Άλεξ να κατηφορίζει με λάγνες διαθέσεις στο γοφό της. Το αίμα συγκεντρώθηκε ξανά στα μάγουλά της, και δεν τόλμησε να τον κοιτάξει. «Πάμε», τον άκουσε να λέει μόλις χάθηκαν απ’ τα μάτια τους οι προβολείς του αυτοκινήτου. «Που;» έκανε τη χαζή. «Στην κρεβατοκάμαρά μας, πριγκιπέσα. Πρέπει να λύσω το πρόβλημα». «Ποιο πρόβλημα;» «Με τα μικρά διαβολάκια». Την τράβηξε πάνω του και τη φίλησε αργά, με σαφή διάθεση να την ξελογιάσει. «Αφού θες τόσο πολύ να τα βλέπεις να σου γκρεμίζουν το σπίτι, πρέπει να σε βοηθήσω να τα αποκτήσεις». Τύλιξε πρόθυμα τα χέρια της στο λαιμό του κι άφησε το χέρι του να ανασηκώσει το φόρεμά της. 709


Δεν ήξερε αν θα αποκτούσε το μικρό της διαβολάκι εκείνη τη βραδιά, αλλά την πέρασαν προσπαθώντας. ΕΛΛΑΔΑ, ΕΝΑ ΜΗΝΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ Έσφιξε το φάκελο στα χέρια της. Ήταν τυχερή που ήταν μόνη, γιατί ήθελε να αντιδράσει ελεύθερα. Τον έφερε στα χείλη της και μετά κοίταξε με λαχτάρα τον όμορφο γραφικό χαρακτήρα της κόρης της που είχε απλωθεί με χάρη μονάχα στη θέση του παραλήπτη. Κράτησε γερά τη μαγκούρα κι ανέβηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τις σκάλες για το γραφείο της. Άναψε το φως κι αναζήτησε την κουνιστή πολυθρόνα. Έπειτα, με χέρια που κινούνταν αδέξια και βιαστικά, άνοιξε προσεκτικά το φάκελο και έβγαλε το χαρτί. Το ξεδίπλωσε. Η καρδιά της βρόντηξε. Τα δάκρυα κύλησαν αβίαστα στο πρόσωπό της και δε νοιάστηκε να τα σκουπίσει. Δεν την είχε ξεχάσει. Το μωρό της δεν την είχε ξεχάσει. Μητέρα, ξεκινούσε το γράμμα, κι ο λυγμός την έπνιξε. Πέρασε καιρός από την τελευταία φορά που σε είδα από την τελευταία φορά που σου μίλησα καν. Και τον πέρασα όλο με σκέψεις. Προσπάθησα να καταλάβω, να έρθω στη θέση σου, να νιώσω, να δεχτώ και να συγχωρέσω. Προσπάθησα πολύ, σου το ορκίζομαι. Προσπαθώ ακόμα. Κι η μόνη αλήθεια που μπορώ να σου πω με σιγουριά μέσα από αυτές τις γραμμές είναι πως θέλω να είσαι καλά και να βρίσκεις πια τη δύναμη να έρχεσαι αντιμέτωπη με όσα σε πληγώνουν. Σίγουρα έχεις καταλάβει ότι αποφάσισα να ακολουθήσω το δρόμο μου· να βάλω κι εγώ ψηλά τις ανάγκες μου, τις επιθυμίες μου, τα όνειρά μου. Είμαι δίπλα σ’ έναν άνθρωπο που 710


με κάνει ευτυχισμένη κάθε λεπτό που περνάει, που πιστεύει σε μένα όπως ίσως δεν πίστεψε κανείς. Κι η πιο μεγάλη απόδειξη της αγάπης μου είναι πως μου επιτρέπει να κάνω τα λάθη μου, να πειραματιστώ με τα όριά μου, να γνωρίσω πλευρές του χαρακτήρα μου που αγνοούσα και να παίρνω τις αποφάσεις μου δίχως την εμμονή να είναι αρεστές σε όλους. Μεγαλώνω κοντά του, ωριμάζω. Και τον θαυμάζω τόσο πολύ, που γίνομαι καλύτερη απλώς και μόνο προσπαθώντας να τον φτάσω. Σου γράφω αυτό το γράμμα από σεβασμό στην επιθυμία σου να ξέρεις αν είμαι καλά. Σου γράφω αυτό το γράμμα επειδή αναγνωρίζω πως, παρά τα μεγάλα σου λάθη, στάθηκες στο πλευρό μου με αληθινή αγάπη. Κάποια από τα καλά στοιχεία του εαυτού μου τα χρωστώ σ’ εσένα το γνωρίζω κι αυτό. Κάποια άλλα όχι, αλλά είναι καθήκον μου πια να τα αφήσω πίσω και να βαδίσω μπροστά. Θέλω να ξέρεις ότι δε σε μισώ. Ίσως είμαι ανίκανη να μισήσω γενικά. Όπως θέλω να ξέρεις επίσης ότι ανάμεσά μας θα υπάρχει πάντα εμπόδιο μια πληγή το πόσο μικρή ή μεγάλη θα μείνει θα το δείξει μόνο ο χρόνος. Οι μνήμες είναι ακόμα νωπές κι ο πόνος δεν ξεπερνιέται τόσο εύκολα. Προς το παρόν δεν είμαι έτοιμη να γυρίσω πίσω. Θα το κάνω, όμως· κάποια στιγμή θα το κάνω. Μου λείπει ο Παύλος και τα κορίτσια. Μου λείπει κάθε στιγμή που μοιράστηκα κοντά τους, κάθε χαρά και λύπη που περάσαμε μαζί. Μου λείπει κι ο θείος συγγνώμη, αλλά δεν μπορώ να τον αποκαλέσω αλλιώς. Κι εσύ μου λείπεις κάποιες φορές, κυρίως όταν καταφέρνω να ξεχνάω τις πληγές κι αφήνω τις καλές αναμνήσεις να με συγκινούν και να με ταξιδεύουν. Ίσως την επόμενη φορά να βρω τη δύναμη να γράψω περισσότερα. Αυτό το μέρος έχει τη μαγική ικανότητα να 711


προσφέρει λήθη και παρηγοριά. Ο Άλεξ λέει συχνά πως κουβαλάει το σημαδάκι του Θεού. Τον πιστεύω. Πάντα θα τον πιστεύω. Σε αποχαιρετώ προς το παρόν. Να προσέχεις τον εαυτό σου και τα παιδιά. Σάνια Σκούπισε ταραγμένη τα δάκρυα που έπεσαν στο χαρτί για να μην ξεβάψει το μελάνι. Φίλησε το γράμμα πολλές φορές, μέχρι να βρει τη δύναμη να το ξαναδιπλώσει και να το βάλει πίσω στο φάκελο. Έπειτα το κράτησε στον κόρφο της κι άρχισε να κουνιέται απαλά στην πολυθρόνα της. Πονούσε υπέφερε έλπιζε όσο και φοβόταν. Έτσι έπρεπε να γίνει όμως. Αυτό ήταν δικαιοσύνη: το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει με τόκο για την ανίερη πράξη της να απαρνηθεί το ίδιο της το παιδί. Κι αν βρέθηκε κοντά της στην πορεία, το έκανε με λάθος τρόπο. Για να κερδίσει μια ζωή κοντά της, αφαίρεσε δύο άλλες και πλήγωσε βαριά μια τρίτη. Ναι, ήταν θέλημα θεού να τιμωρηθεί. Εγκατέλειψε το γραφείο μόνο όταν άκουσε τις κόρες της να επιστρέφουν. Τους έδειξε το γράμμα αμίλητη κι έπειτα αποσύρθηκε στο δωμάτιό της. Έπρεπε να συνέλθει, για δικό τους καλό. Ήταν χρέος της να στηρίξει τα παιδιά της με όσες δυνάμεις τής είχαν απομείνει. Την περίμεναν ένα σωρό υποχρεώσεις, στις οποίες έπρεπε να φανεί αντάξια της θέσης της και της υπόληψης του συζύγου της. Όφειλε να στέκεται όρθια ακόμα και τις στιγμές που λύγιζε, που αφηνόταν. Δεν ήταν μόνη της. Οι προσωπικές της ανάγκες δε μετρούσαν πια. Είχε χάσει ένα παιδί, αλλά υπήρχαν ακόμα τρία που την 712


πίστευαν και την αγαπούσαν. Ήταν δυνατή. Ήταν καθήκον της να συνέλθει, και θα συνερχόταν. Όχι σήμερα όμως. Όχι απόψε. Χρειαζόταν λίγες ώρες θρήνου πριν ανακάμψει· λίγες ακόμα ώρες περισυλλογής. Αύριο θα γινόταν ξανά η Δανάη Βαλέρη-Μαρκάτου. Χρειάστηκε να καταφύγει στα υπνωτικά για να κοιμηθεί, οπότε δεν αντιλήφθηκε το φιλί του άντρα της στο μάγουλό της. Ούτε όνειρα είδε ούτε ένα. ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ, ΓΑΛΛΙΑ Ήταν κατάκοπη, αλλά το απολάμβανε. Η αποψινή βραδιά ανήκε στον Άλεξ, όμως ήταν δημιούργημα δικό της. Εκείνη τα είχε οργανώσει όλα και τα χε καταφέρει θαυμάσια. Το κτήμα είχε ανοίξει για πρώτη φορά τις βαριές πύλες του για να υποδεχτεί καλεσμένους, να γίνει γιορτή, να δουν πόσο ωραιότερο έδειχνε με όλα τα φώτα αναμμένα. Ακόμα και τις προσκλήσεις έγραψε η ίδια. Είχε παραγγείλει τους φακέλους στο Παρίσι, μετά από πολύ ψάξιμο. Μαύρο ματ χρώμα και ανάγλυφα τα αρχικά του με καλλιγραφικούς λατινικούς χαρακτήρες: R.A. Ραφαέλ Άλντες. Κι ας ήξεραν όλοι πια ότι το αληθινό του όνομα ήταν Άλεξ Γκρέι και το βαφτιστικό του Ρωμανός Κατράς. Το είχαν αποδεχτεί. Για έναν άντρα σαν το σύζυγό της καταντούσε φυσιολογική η ποικιλία ονομάτων. Για πολλούς, και η ποικιλία χαρακτήρων. Απόψε είχαν γιορτάσει τη μεταφορά του τελευταίου του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη. Το κλείσιμο της συμφωνίας έγινε δημόσια, στο κέντρο της ανακαινισμένης του σάλας, με τα φλας να αναβοσβήνουν αδιάκοπα. Όλο το λαμπερό καστ ήταν εκεί και υπέγραψε μαζί του. Ο διάσημος σκηνοθέτης ευχαρίστησε στο 713


λόγο του το συγγραφέα και προέβλεψε πως το έργο του θα γινόταν κλασικό στο είδος του, δίνοντας και στις επόμενες γενιές την ευκαιρία να γνωρίσουν ένα αυθεντικό δημιούργημα της τέχνης του λόγου. Είχαν πει όλοι δυο λόγια: οι πρωταγωνιστές, οι παραγωγοί, ο εκδότης του, οι υπεύθυνοι προώθησης. Κι όλοι είχαν κι από ένα εγκώμιο να του πλέξουν, παρότι στην ουσία μόλις τώρα τον γνώριζαν πραγματικά. Τους είχε εντυπωσιάσει, τους είχε γοητεύσει. Κανένα από τα βλέμματα που τον ακολουθούσαν κατά τη διάρκεια της δεξίωσης δεν έκρυβε φόβο. Υπήρχε μόνο βαθύς θαυμασμός και καλοπροαίρετη ζήλια. Όσο για τις γυναίκες— αυτές είχαν σαγηνευτεί εντελώς, κι αναζητούσαν συνεχώς δικαιολογίες να τον πλησιάσουν και να ανταλλάξουν δυο κουβέντες μαζί του. Κι εκείνη σαγηνευμένη ένιωθε, αλλά φρόντιζε να μένει σε κάποια απόσταση. Παρά τις προτροπές του να στέκεται στο πλευρό του, διάλεξε συνειδητά να στέκεται στη σκιά του. Της αρκούσε να ξέρει πως ήταν δική του, κι εκείνος δικός της. Και κάθε φορά που το βλέμμα του έπεφτε πάνω της με αγάπη -και λίγη αμηχανία για το ασφυκτικό φλερτ των θαυμαστριών του-, εκείνη του έκλεινε το μάτι και τον παρότρυνε να συνεχίζει να στέκεται κάτω απ’ τα φώτα. Προτιμούσε την αφάνεια από την επίδειξη. Έτσι ένιωθε πιο ασφαλής και δυνατή, πιο αποτελεσματική, κι εκτελούσε με μεγαλύτερη επιτυχία τα καθήκοντα της οικοδέσποινας, αφήνοντας τους πάντες ικανοποιημένους. Τον είδε να μπαίνει στην κρεβατοκάμαρά τους κι αμέσως η καρδιά της έστησε τη γνώριμη πια συναυλία της. Οι χτύποι της γίνονταν πότε εκκωφαντικοί και πότε αδύναμοι σαν απαλό 714


κύμα. Πάντα το ίδιο γινόταν σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά, σαν να μην είχαν μοιραστεί ποτέ σε εκείνο το κρεβάτι στιγμές απόλυτου πάθους κι ερωτικής έντασης. Ο άντρας της τη γοήτευε όπως οι μάγοι το κοινό τους. Αρκούσε ένα βλέμμα του για να γίνουν οι αναστεναγμοί της προδοτικοί, μικροί αντάρτες που δραπέτευαν απ’ τα στήθη της. Τον ήθελε. Η ένωση μαζί του της ήταν απαραίτητη όπως η δροσιά στο λιοπύρι· όπως η βροχή στην ξηρασία· όπως η τροφή στα νεογνά. Δεν ντρεπόταν πια να του το δείχνει, δεν κοκκίνιζε όταν την πλησίαζε, ούτε χαμήλωνε το βλέμμα σαν τον αντίκριζε γυμνό. Δεχόταν και διεκδικούσε στον ίδιο βαθμό. Στα χέρια του γινόταν πότε απάνεμο λιμάνι και πότε αδάμαστος ωκεανός νηνεμία και καταιγίδα. «Μέθυσες;» τη ρώτησε μόλις τη σήκωσε απ’ το κρεβάτι και την έφερε κοντά του. Κοίταξε με νόημα τα υγρά της χείλη και την τιράντα του φορέματος που είχε πέσει στον ώμο της. «Λιγάκι». Άπλωσε το χέρι της με θάρρος. Του έβγαλε την καλύπτρα, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε στο στόμα. Το χέρι της τρύπωσε μέσα στο πουκάμισό του και χάιδεψε το δέρμα του. Ένιωσε το καρδιοχτύπι του απόλαυσε το σφίξιμο των μυών του κι αναστέναξε ηδονικά. Άραγε θα τον χόρταινε ποτέ της; «Λες ψέματα, πριγκιπέσα», της είπε κολλώντας τη στον τοίχο. Της σήκωσε το πόδι και το κράτησ& γύρω απ’ τους γοφούς του. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν κάτω απ’ το μεταξωτό ύφασμα κι έσφιξαν το μηρό της. Την άκουσε να βογκά ήχοι μικροί, πνιχτοί κι ανυπόφορα ηδονικοί, που τον αναστάτωσαν. Άραγε 715


θα τη χόρταινε ποτέ του; «Γιατί;» τον ρώτησε μέσα στο στόμα του. «Γιατί δε με πιστεύεις;» «Γιατί δε μεθάς ποτέ. Απλώς σου αρέσει να παριστάνεις τη μεθυσμένη. Είναι το άλλοθί σου, πριγκιπέσα, η δικαιολογία σου για να περνάς τα όριά σου». «Όχι—» Αρνήθηκε, αλλά το χαμόγελό της έδειχνε ότι το παραδεχόταν. «Δε με πειράζει», την καθησύχασε. «Όσο πιο— αχαρακτήριστη γίνεσαι, τόσο πιο πολύ μου αρέσεις». «Έχεις βρόμικο μυαλό, κύριε Γκρέι». «Όχι περισσότερο απ’ το δικό σου, κυρία Γκρέι». «Είσαι αχόρταγος, διεστραμμένος κι ανήθικος». «Μ’ αγαπάς όμως— » «Πάντα—» Ανασηκώθηκε και τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά, που τον άκουσε να ανασαίνει με δυσκολία. «Πάντα, Άλεξ— » «Κι εγώ, γλυκιά μου», της είπε τρυφερά, αγγίζοντάς τη σαν να ήταν από γυαλί. «Πάντα—» Τα στόματα έπαψαν να μιλούν. Μέχρι τη στιγμή που αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι, μιλούσαν μόνο οι πράξεις.

716


ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ TOY χωρίς να χτυπήσει την πόρτα. Μόνο εκείνη κι ο Ζακ είχαν αυτό το προνόμιο. Μόνο σε εκείνους συγχωρούσε τη διακοπή από τις νοερές του περιπλανήσεις και το σύντομο αποχωρισμό από τους κόσμους που έπλαθε. Κι αν χρειαζόταν λίγα λεπτά για να συνέλθει και να συγκεντρώσει το μυαλό του στην πραγματικότητα, τα έβρισκε στη γεμάτη κατανόηση σιωπή τούς και στο τρυφερό τους βλέμμα. Κόντευε να τελειώσει ο Ιούνιος και είχε ζεστάνει για τα καλά. Δεν απόρησε λοιπόν που είδε τη γυναίκα του ντυμένη μόνο με το κοντό της νυχτικό και δυο δροσιστικούς χυμούς στα χέρια. Για μια ακόμα φορά ήταν σκανδαλιστικά όμορφη. Και για μια ακόμα φορά ένιωσε πως θα ήταν δυστυχισμένος χωρίς εκείνη. Η απλότητα της Σάνιας ήταν το μεγαλύτερο μυστικό της γοητείας της: μπορούσε να κυκλοφορεί ξυπόλητη κι αμακιγιάριστη όπως τώρα και να φαίνεται στα μάτια του η πιο γοητευτική γυναίκα της γης. Έφτανε ένα της χαμόγελο για να διώξει από πάνω του την κούραση και μια γλυκιά ματιά της για να τον κάνει να πιστέψει ότι είχε πέσει μαζεμένη πάνω του όλη η τύχη του κόσμου. Αυτή η γυναίκα ήταν όλη του η ζωή το γιατρικό κάθε πληγής του, ο σκοπός όλων των ονείρων του για το μέλλον. «Γράφοντας χάνεις ενέργεια», τον μάλωσε εκείνη προχωρώντας ορμητικά σιο δωμάτιο. «Δε σου κάνει καλό να καπνίζεις σαν τσιμινιέρα χωρίς να βάζεις τίποτα στο στόμα σου. Έχεις βάλει πια στα πνευμόνια σου ολόκληρη την Αβάνα!»

717


«Φέρε μου το χυμό και πάψε. Οι μόνες στιγμές που σε μισώ είναι όταν ξυπνάει μέσα σου η νοσοκόμα». Αγνόησε το σχόλιό του, γιατί ήξερε πολύ καλά ότι δεν το εννοούσε. Φρόντισε μάλιστα να γίνει ακόμα πιο ενοχλητική, χρησιμοποιώντας τα γόνατά του για κάθισμα ενόσω ρουφούσε με θόρυβο το δικό της χυμό. Τον κοίταξε πονηρά. Η επαφή με το σώμα της τον είχε κιόλας αναστατώσει. «Θα μου πεις επιτέλους τι γράφεις κάθε βράδυ;» τον ρώτησε κοιτώντας με λαχτάρα το κλειστό μαύρο ντοσιέ όπου κρατούσε τις σημειώσεις του και τον υπολογιστή που φυλούσε κωδικοποιημένα τα αρχεία του. Από τον όγκο των σελίδων αλλά και από το ύφος του κατάλαβε πως το βιβλίο είχε τελειώσει. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ανεξάντλητος! «Κάνω τις τελευταίες διορθώσεις», της εξήγησε. «Δε θα αργήσει να κυκλοφορήσει. Ήρωας είναι ένας δολοφόνος κατά συρροήν— Μιλάμε για εντελώς ψυχοπαθητική προσωπικότητα. Φαντάσου ότι κάνει κομματάκια όποιον πίνει χυμό πορτοκάλι». Άφησε το ποτήρι της και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. «Εξυπνάδες!» Ο Άλεξ γέλασε με το κατσούφικο ύφος της και τακτοποίησε μια κοντή τούφα πίσω από το αφτί της. «Γιατί είσαι περίεργη, πριγκιπέσα; Αν σου πω, θα χαθεί η μαγεία. Δε θα ’χεις πια την αγωνία να πάρεις το βιβλίο στα χέρια σου και να ταξιδέψεις. Δε θα σε γοητεύω πια όπως κάποτε—» «Επίτρεψέ μου να ξέρω εγώ από τι και κατά πόσο θα γοητεύομαι στο μέλλον. Θέλω να δω τα χειρόγραφά σου. Δε μου τα χεις δείξει ποτέ. Θέλω να 718


μοιράζομαι τα πάντα μαζί σου, Άλεξ. Τόσο κακό είναι αυτό, τέλος πάντων;» «Όχι». «Πες μου λοιπόν!» Η έξαψή της την έκανε ακόμα πιο ακαταμάχητη. Θα έβρισκε μεγάλους μπελάδες αν της επέτρεπε να τον ρίχνει τόσο εύκολα. Ήταν τρομερό πλήγμα στον εγωισμό του να υποχωρεί κάθε τόσο· τρόμε ρό. Αλλά για μια ακόμα φορά το ανέχτηκε χαμογελώντας. Είχε τον τρόπο της πάντα θα τον είχε.

«Πρόκειται για μια γυναίκα με το χάρισμα της ενόρασης—» είπε τελικά αναστενάζοντας. «Βλέπει τα γεγονότα λίγο πριν συμβούν και προσπαθεί να παρέμβει για να τα εμποδίσει. Μέχρι που δολοφονείται η αδερφή της, και τα βάζει με τον εαυτό της που δεν κατάφερε να τη σώσει. Γίνεται αυτοκαταστροφική κι αρχίζει να αποκόπτεται από το κοινωνικό της περιβάλλον. »Είναι έτοιμη να βάλει τέρμα στη ζωή της, όταν εμφανίζεται στο προσκήνιο ένας άνιρας με το ίδιο ακριβώς χάρισμα. Την έβλεπε στα δικά του οράματα τα τελευταία χρόνια και την αναζητούσε. Την πείθει να ξαναβρεί τη μαχητικότητά της και γίνονται σύμμαχοι: ενώνουν τις δυνάμεις τους για να βρουν το δολοφόνο της αδερφής της, αλλά κάθε φορά που πλησιάζουν—» Η Σάνια είχε κρεμαστεί απ’ τα χείλη του και κρατούσε την ανάσα της. Όταν κατάλαβε πως ο Άλεξ δεν είχε σκοπό να της πει περισσότερα απογοητεύτηκε, αλλά δεν επέμεινε. Τελικά ίσως ήταν πράγματι πιο γοητευτικό να πάρει οτα χέρια της το 719


βιβλίο και να το διαβάσει με την ησυχία της. «Θα μου πεις τουλάχιστον τον τίτλο;» ρώτησε με ελπίδα. Της έκανε τη χάρη. «Είμαι σίγουρη ότι θα γίνει μεγάλη επιτυχία, Άλεξ! Ξέρεις να συνδυάζεις την ωμή πραγματικότητα με το ρομαντισμό των παραμυθιών. Γι αυτό σε αγαπούσα από παιδί. Γι’ αυχό δεν κατάφερε να με συγκινήσει κανείς όσο εσύ. Σου ανήκα από τότε, Άλεξ. Γεννήθηκα για να είμαι δική σου—» Σφράγισε την τρυφερή της εξομολόγηση με ένα φιλί· ένα βαθύ, παρατεταμένο φιλί. Εκείνο το είδος του φιλιού που κάνει πάντα να μοιάζουν ασήμαντα τα λόγια. ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ, ΠΑΡΟΝ Της άρεσε να διαβάζει καθισμένη στο βράχο, έχοντας κάτω απ’ τα πόδια της τη θάλασσα να απλώνεται, με το άρωμα και τους ήχους της να συντροφεύουν τα όνειρά της. Εισέπνευσε τον καθαρό, μυρωμένο από ιώδιο κι αλμύρα αέρα και χάιδεψε το εξώφυλλο του βιβλίου με τέτοια τρυφερότητα, σαν να το είχε δημιουργήσει η ίδια. Τα ασημένια γράμματα του τίτλου λαμπύρισαν στα μάτια της σαν ακατέργαστα διαμάντια που έβλεπαν για πρώτη φορά το φως. Αν τον Ανεμο Ρωτήσεις. Το πρόσωπο του συγγραφέα ήταν πασίγνωστο πια, όπως και η προσωπική ιστορία του, αλλά η φωτογραφία του εξακολουθούσε να · λείπει. Με αυτό τον τρόπο είχε ξεκινήσει την καριέρα του και σίγουρα έτσι ήθελε να τη συνεχίσει. 720


Τον καταλάβαινε: ένα πνεύμα τόσο βαθύ και σπάνιο δεν μπορούσε παρά να δηλώσει πίστη στο παρελθόν του, στις αρχικές πηγές της έμπνευσής του, στα πρώτα εκείνα βήματα που έκανε σαν σκιά, κρυμμένος στην ασφάλεια της ανωνυμίας του. Ναι, τον καταλάβαινε. Όπως καταλάβαινε και τη σύντομη αφιέρωση στην πρώτη σελίδα: Στη Σάνια. Με αγάπη. Πάντα. Ένιωσε ένα τσίμπημα ζήλιας, αλλά γρήγορα έδιωξε το συναίσθημα, θεωρώντας το βέβηλο τη συγκεκριμένη στιγμή, απίστευτη μικρότητα μπροστά στο μεγαλείο των λέξεων που μόλις είχε διαβάσει. Δε θα ξεχνούσε ποτέ εκείνα τα λόγια. Ποτέ — «Παντρεύτηκα το πιο ονειροπαρμένο πλάσμα της γης», άκουσε πίσω της τη γνώριμη φωνή, και χαμογέλασε. Πώς τόλμησε να νιώσει ζήλια λίγο πριν; Ήταν κι εκείνη τυχερή· ένιωθε κι εκείνη αγαπημένη. Ο άντρας της μπορεί να μην ήταν τόσο σαγηνευτικός ή ιδιοφυής, αλλά ήταν ο άνθρωπός της· το άλλο της μισό: η απάντηση που πήρε όταν ρώτησε τους ανέμους της — .Ακούμπησε το βιβλίο στο βράχο και τον αγκάλιασε. Καθώς αφηνόταν στο φιλί του, μια ριπή του βοριά ανασήκωσε το φόρεμά της. Πίσω τους το βιβλίο άνοιξε, υποκύπτοντας κι αυτό στις πειρακτικές διαθέσεις του. Αιόλου. Κι όταν ο άνεμος ξεθύμανε, παρέμεινε ανοιχτό σε μια τυχαία σελίδα κάτω απ’ το φως του ήλιου. «— Εγώ το αποκαλώ χάρισμα κι εσύ κατάρα, μικρή», έγραφε 721


σε κάποιο σημείο. «Μπορεί να είναι και τα δύο· μπορεί τίποτα απ’ αυτά. Ούτε κι ο άνεμος μου απάντησε όταν τον ρώτησα. Και ξέρεις γιατί; Άκουσα το τραγούδι του και κατάλαβα. Στο μυαλό μας είναι η απάντηση. Εκεί είναι τα χαρίσματα κι οι κατάρες μας, η εξιλέωση κι η τιμωρία μας, τα στενά δρομάκια κι οι λεωφόροι μας. Όλα είναι εκεί, καταλαβαίνεις; Κι ο άνεμος μας λέει πάντα αυτά που θέλουμε να ακούμε, αφού πρώτα έχει κλέψει αυτά που σκεφτόμαστε— » Σήκωσε το βιβλίο απ’ το βράχο και το πήρε μαζί της καθώς κατηφόρίζε με τον άντρα της την πλαγιά. Ο άνεμος άρχισε ξανά τα παιχνίδια του με τη σκόνη και το κύμα. Σκόρπισε γύρη παντού κι έδιωξε τα σύννεφα. Έκανε τους θάμνους να σαλέψουν κι αντιστάθηκε σ’ ένα σμήνος πουλιά που θέλησαν να διασχίσουν τον ουρανό του. Τρύπωσε σε σπηλιές και μετέφερε τη χαρά του όπου ήθελαν να τη δεχτούν, σε όποιον την είχε ανάγκη. Κι όταν έφτασε κάποια στιγμή σε εκείνη την κρυμμένη κοιλάδα την περιστοιχισμένη από τα άγρια βουνά, έκανε τα φύλλα μιας γέρικης ελιάς να θροΐσουν. Γέλασε με τον τρόπο του: με το γνωστό σκανδαλιάρικο σφύριγμά του. Ο καβαλάρης και το άλογο ήταν εκεί. Ο σκύλος κατέφθανε σέρνοντας τα πόδια του, εξοντωμένος απ’ την τρεχάλα. Και η κοπέλα στεκόταν στο παράθυρο του πέτρινου πύργου κρατώντας με στοργή την κοιλιά της. Στο εκκλησάκι πιο πέρα, δίπλα στο μικρό μαρμάρινο μνήμα, ένα λευκό λουλούδι άπλωνε ζωηρά τα πέταλά του στον ήλιο. Όλα ήταν καλά πια.

722


Έτσι έπρεπε. Φύσηξε απαλά, κι ο μίσχος του λευκού λουλουδιού λύγισε ελαφρά. Τα μαλλιά της κοπέλας ανέμισαν λίγο, κι ο σκύλος ρίγησε ενοχλημένος από την ξαφνική ψυχρά. Ο άντρας χαμογέλασε. Είχε πάρει πια την απάντησή του, χωρίς μισόλογα: Ναι, έτσι ήταν η ευτυχία. Έτσι.

723

Αν τον άνεμο ρωτήσεις ευαγγελία ευσταθίου2  

greek

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you