Issuu on Google+

ΧΛΕΤΣΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ 2013 Copyright © 2013

[1]


Που γεννήθηκε λοιπόν ο μύθος και γιατί, άραγε, και πως; Η πρώτη γυναίκα το έμαθε, αρχή-αρχή του χρόνου. Ποιος το είπε στην γυναίκα; Το παιδί που είχε στην κοιλιά της. Ποιος το είπε στο παιδί; Η σιωπή του Θεού. Ποιος το είπε στην σιωπή;

Αφιερωμένο στα παιδιά μου, τα οποία αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης, και αφορμή για την συγγραφή αυτής της ιστορίας. Στον μικρό μου ήρωα Νικόλαο - Πλωτίνο, και στην όμορφη, μικρή μου Νύμφη, Αμαρυλλίδα.!

[2]


ΠΡΟΛΟΓΟΣ Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας είναι ένα γνήσιο παραμύθι, όπως εκείνα των παλιών καλών ημερών – πριν εμφανιστούν τα πολυδιαφημισμένα κακέκτυπα παραμυθιών χωρίς δράκο. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με την καρδιά, στο οποίο, αφηγητής και ήρωας συνάμα, είναι το μικρό παιδί που κρύβει μέσα του ο συγγραφέας. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου ο αναγνώστης, κάθε ηλικίας, μεταφέρεται στο βασίλειο του αρχαίου ελληνικού κόσμου, τότε που όλα ήταν ακόμα καινούρια και χρυσά σε αυτήν την πλάση. Θεοί, ημίθεοι, ήρωες, νεράιδες κι ένα μικρό παλικάρι παίρνουν μέρος σε μια δροσερή περιπέτεια - που αλλού; - στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου, εκεί που γεννήθηκε η Ομορφιά μαζί με τη θεά Αφροδίτη. Γνώστης ικανός της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας ο συγγραφέας, σε μια στιγμή ιδιαίτερη έμπνευσης και δημιουργίας, μυεί με την αφήγηση του τον αναγνώστη στα υπέροχα μυστικά και στα μυστήρια ενός κόσμου τόσο δικού μας, όσο και λησμονημένου. Του κόσμου της νιότης μας, ως Ελλήνων και ανθρωπότητας. Ενός κόσμου που σφύζει από ζωή και δημιουργικότητα, που δεν έχει γεράσει και δεν έχει παραξενέψει, που το καλό νικά το κακό και που οι άνθρωποι δεν έχουν λησμονήσει ότι είναι παιδιά της Φύσης. «Ό άνθρωπος είναι παιδί της φύσης. Εδώ γεννιέται και εδώ πεθαίνει. Το να βρίσκεσαι σε ενότητα με τη φύση, σημαίνει πως είσαι ζωντανός. Το να βρίσκεσαι αποκομμένος από τη φύση σημαίνει πως είσαι νεκρός.» Αυτά διδάσκει η Νηρηίδα τον μικρό Γλαύκο στα μαγεμένα βάθη της θάλασσας που σφύζουν από ζωή και χρώματα. Θεοί, ημίθεοι, θνητοί, παλάτια και κόσμοι ονειρεμένοι πλημμυρίζουν το παραμύθι, το οποίο, σε αντίθεση με πολλά άλλα σύγχρονα, έχει δράκο! Τον Λάδωνα! Ο μικρός Γλαύκος, ο ήρωας της ιστορίας, ξεκινά με έναν πόθο, να συναντήσει τους θεούς, να τους γνωρίσει από κοντά και να ζήσει μαζί τους. Τι πιο φυσικό για έναν Έλληνα που έπλασε τους θεούς του σύμφωνα με τον ίδιο. Κάτω από τον καθαρό ελληνικό ουρανό, οι θεοί ζουν μαζί με τους ανθρώπους, έχουν τη μορφή τους και τα πάθη τους. Κι από την πείρα τους διδάσκουν τους ανθρώπους: «O κάθε ένας Γλαύκε, είναι συνδημιουργός της πραγματικότητας, καθώς ελκύει αυτό που είναι. Ο νους, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι προσδοκίες και οι συμπεριφορές μας, δημιουργούν την πραγματικότητά μας. Όταν τα αλλάζουμε, η πραγματικότητά μας αλλάζει. Οι θετικές σκέψεις και τα θετικά συναισθήματα έλκουν και δημιουργούν θετικές πραγματικότητες. Μην το ξεχάσεις αυτό.» Κι ο άνθρωπος γίνεται συνεργάτης πολύτιμος των θεών στον όμορφο αυτόν κόσμο. Όλα είναι στο χέρι του ανθρώπου, η ζωή του, η μοίρα του, το μέλλον του το ίδιο δεν αποτελούν τίποτε άλλο από συνισταμένη των σημερινών του σκέψεων και πράξεων. H Νηρηίδα τονίζει στον Γλαύκο και μαζί με αυτόν στον κάθε άνθρωπο: «Ψάξε μέσα σου, γίνε ο εαυτός σου.Μην επιτρέπεις σε άλλους να δημιουργούν το μονοπάτι σου. Είναι δικός σου ο δρόμος και μόνον. Άλλοι μπορούν να περπατήσουν μαζί σου, αλλά κανένας δεν μπορεί να περπατήσει στη θέση σου.» Ταξίδι αυτογνωσίας μέσα από την ελληνική μυθολογία, αλλά και ταξίδι σεβασμού στη Φύση και στον συνάνθρωπο, αφού ότι κάνει ο άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο επιστρέφει σε αυτόν. «Να σέβεσαι τη θρησκεία των άλλων. Μην προσπαθείς να επιβάλλεις τις δικές σου απόψεις.» Μηνύματα τόσο επίκαιρα όσο και εντέχνως λησμονημένα, σε μια εποχή όπου οι δράκοι μοιάζει να έχουν πάρει το πάνω χέρι σε αυτόν τον κόσμο και να σκορπούν μίσος και καταστροφή. Δεν γνωρίζουν όμως ότι το καλό θα λάμψει τελικά!

[3]


Όπως λάμπει και σε αυτό το παραμύθι, γραμμένο για μικρούς αφού τα παιδιά, που καταλαβαίνουν με την καρδιά, πάντα πιάνουν περισσότερα από τους σκληρόκαρδους και τυπολάτρες μεγάλους. Γραμμένο και για τους μεγάλους όμως, αφού όπως λέει και ο Antoine de Saint Exypery: «Όλοι οι άνθρωποι υπήρξαν κάποτε παιδιά, κι ας μην το θυμούνται πλέον κάποιοι…..» Κωνσταντίνος Τσοπάνης Δρ Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκειών

[4]


Ο ΓΛΑΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΝΗΡΗΙΔΑ ΣΤΗΝ ΛΗΜΝΟ O Γλαύκος είχε κλείσει τα δώδεκκα εκείνη την χρονιά. Ζούσε στην «Ανεμόεσσα» Λήμνο, το ιερό νησί του Ηφαίστου, εκεί όπου είχε πέσει ο Θεός της φωτιάς και της μεταλλουργίας, όταν ο Δίας τον έριξε από τον Όλυμπο. Σε έναν από τους συνηθισμένους καυγάδες των γονέων του, του Δία και της Ήρας, ο Ήφαιστος έκανε το λάθος να πάρει το μέρος της μητέρας του. Ο Δίας τότε θυμωμένος, άρπαξε τον Ήφαιστο και τον πέταξε από τον Όλυμπο. Ο Ήφαιστος έπεσε λοιπόν με ορμή πάνω στη Λήμνο, με αποτέλεσμα από τότε να μείνει κουτσός. Οι κάτοικοι της Λήμνου του επιφύλαξαν θερμή υποδοχή και δέχτηκαν το θεό της φωτιάς με αγάπη. Ο Ήφαιστος ανταπέδωσε, φτιάχνοντας το εργαστήριο του στο όρος Μόσυχλο, και διδάσκοντας τους την τέχνη της μεταλλουργίας. Ο Γλαύκος ζούσε στην πόλη της Μύρινας μαζί με τους γονείς του, Εύνηο και Υψιπύλη, σε ένα μεγάλο σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Μεγάλωσε όπως όλα τα παιδιά στην αρχαία Ελλάδα, μαθαίνοντας τα ηρωικά κατορθώματα ηρώων όπως του Θησέα, του Αχιλλέα, του Ηρακλή, του Περσέα, του Οδυσσέα και άλλων, οι οποίοι υπήρξαν τα πρότυπα του. Του Γλαύκου του άρεσε να διαβάζει πολύ, καθώς μέσα από τις σελίδες των βιβλίων, μπορούσε να ταξιδεύει με τον νου του σε μέρη μακρινά, εκεί που δεν θα μπορούσε ποτέ να ταξιδέψει διαφορετικά ένας δωδεκάχρονος. Γνώριζε σε αυτά τα μαγικά και συναρπαστικά ταξίδια, ανθρώπους και πολιτισμούς διαφορετικούς, και ευχόταν να μεγαλώσει γρήγορα ώστε να μπορέσει να ταξιδέψει με ένα μεγάλο καράβι σε τόπους μακρινούς, και να μπορέσει να γνωρίσει από κοντά όλα αυτά που έγραφαν τα βιβλία και ακόμα περισσότερα. Ο παππούς του Φιλόστρατος και ο πατέρας του Εύνηος είχαν λάβει εξαιρετική μόρφωση, τέτοια που στον Γλαύκο φαινόταν ότι ήξεραν σχεδόν τα πάντα. Στην πραγματικότητα το σπίτι τους διέθετε μία από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες στο νησί. Για αυτό τον λόγο συχνά - πυκνά έρχονταν πολλοί σημαντικοί άνθρωποι στο σπίτι και συζητούσαν θέματα σχετικά με τη Φιλοσοφία. Αυτό δεν ήταν καθόλου τυχαίο, καθώς με τη Φιλοσοφία ασχολούνται αυτοί που αγαπούν τη σοφία, τη γνώση δηλαδή, κάτι που σίγουρα ταίριαζε και στη φιλομάθεια και στις γνώσεις του παππού και του πατέρα του. Η Φιλοσοφία έλεγε ο πατέρας του, ήταν η τέχνη του «ευ ζην», καθώς η παιδεία και η αρετή οδηγούν τον άνθρωπο σε τίμια ζωή. Ίσως όταν μεγάλωνε να μπορούσε να γίνει και αυτός ένας Φιλόσοφος! Παρά τη μικρή του ηλικία είχε αρχίσει να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μεγάλους Φιλοσόφους, τον Πυθαγόρα, τον Εμπεδοκλή, τον Ηράκλειτο, τον Πλάτωνα, αν και δεν τους πολυκαταλάβαινε ακόμα. Για να έχει όμως νου υγιή, έπρεπε σύμφωνα με τους διδασκάλους του να έχει και σώμα υγιές, για αυτό ο Γλαυκός γυμναζόταν συστηματικά στο πένταθλο, ένα άθλημα του οποίου την πατρότητα απέδιδαν οι παλαιότεροι στον ήρωα Ιάσονα που είχε σταματήσει στη Λήμνο με το πλοίο Αργώ, στην πορεία του προς την Κολχίδα. Όταν ο Ιάσωνας βρέθηκε στην Λήμνο με τους πενήντα Αργοναύτες, τιμήθηκε από τη βασίλισσα Υψιπύλη (συνονόματη της μητέρας του Γλαύκου), η οποία διοργάνωσε και αγώνες προς τιμήν τους. Οι αγώνες αυτοί ήταν σημαντικοί καθώς η Αργώ είχε ως πλήρωμα ξακουστούς ήρωες της εποχής εκείνης. Στο αγώνισμα του δίσκου νίκησε ο Τελαμώνας πατέρας του ομηρικού ήρωα Αίαντα, στο ακόντιο ο Λυγκέας, στον δρόμο ο Ζήτης, και στο άλμα ο Κάλαϊς. Ο Πηλέας, πατέρας του ομηρικού ήρωα Αχιλλέα, νίκησε στην πάλη και βγήκε δεύτερος σε όλα τα άλλα αγωνίσματα. Ο Ιάσονας θέλοντας να τιμήσει ξεχωριστά τον Πηλέα, σκέφτηκε να συνδυάσει τα πέντε αγωνίσματα σε ένα, υπολογίζοντας πως όλοι είχαν από μία νίκη, αλλά ο Πηλέας εκτός από τη νίκη του στη πάλη, ήταν και δεύτερος σε όλα τα άλλα αγωνίσματα. [5]


Τον βράβευσε λοιπόν με ξεχωριστό έπαθλο, αναγνωρίζοντάς τον ως τον πιο ικανό άνδρα από όλους τους άλλους που είχε μαζί του. Από τότε ξεκίνησαν οι αγώνες του πεντάθλου. Η άλλη μεγάλη αγάπη του Γλαύκου ήταν η θάλασσα, καθώς το σπίτι τους ήταν χτισμένο κοντά στην ακρογιαλιά. Από μικρός έπαιζε με τους φίλους του στην ακροθαλασσιά, χτίζοντας πολιτείες ολόκληρες στην άμμο, ενώ έμαθε να κολυμπά σχεδόν ταυτόχρονα με το περπάτημα. Όσο θυμόταν τον εαυτό του πέρναγαν με τον πατέρα του ώρες ατελείωτες ψαρεύοντας στα ρηχά ενώ αργότερα, όταν μεγάλωσε, ο πατέρας τον πήρε επιτέλους με την βάρκα τους στα βαθιά για ψάρεμα. Η μητέρα του Υψιπύλη είχε φυσικά πολλές αντιρρήσεις διότι η θάλασσα έλεγε ήταν επικίνδυνη, και φοβόταν τα απρόβλεπτα ξεσπάσματα του Θεού της θάλασσας Ποσειδώνα. Η μητέρα του φοβόταν ακόμα και για τον πατέρα του, ο οποίος γνώριζε τη θάλασσα τόσο καλά. Πως μπορεί εξάλλου ένας θνητός να νικήσει τα κύματα που «προκαλούσε» η τρίαινα του Ποσειδώνα; Η αλήθεια βέβαια είναι, πως είχε ακούσει για πολλούς ανθρώπους που είχαν πνιγεί. Τα περισσότερα νέα τα μάθαιναν στην αγορά της Μύρινας, όπου πήγαιναν συχνά. Εκεί άκουγε τις ιστορίες των ναυτικών για χώρες μακρινές, για φοβερές τρικυμίες, για ναυαγούς και για τεράστια τέρατα που βγαίνουν από τα βάθη της θάλασσας...!! Κάθε φορά που μίλαγαν οι ναυτικοί για τρικυμίες και ναυαγούς, ύψωναν τα τρία δάχτυλα του χεριού τους, το δείκτη τον μέσο και τον παράμεσο, ως σύμβολο της τρίαινας του σεβάσμιου Ποσειδώνα, ώστε να μην τύχει ποτέ σε αυτούς αυτή η κακοτυχία. Τον Γλαύκο όμως δεν τον φόβιζαν αυτές οι ιστορίες. Είχε καταλάβει εξάλλου πως όσο περισσότερο κρασί έπιναν οι ναυτικοί, τόσο πιο τρομακτικές και πιο ηρωικές ήταν οι ιστορίες τους. Τον επηρέαζαν πολύ όμως. Τόσο ώστε πολύ συχνά έβλεπε στο ύπνο του, πως μπορούσε να ζει μέσα στη θάλασσα, στο βασίλειο του Ποσειδώνα. Φανταζόταν τον βυθό της θάλασσας γεμάτο παράξενα φυτά και πολύχρωμα ψάρια. Στα βάθη των ωκεανών ίππευε μεγάλους ιππόκαμπους, σκοτώνοντας τα τέρατα της θάλασσας, για τα οποία με τόσο τρόμο μιλούσαν οι ναυτικοί. Θα γινόταν σίγουρα ο ήρωας των ναυτικών. Όλα αυτά στον ύπνο του βέβαια, γιατί όταν ξύπναγε ήταν απλά ο μικρός Γλαύκος.!!! Στην αγορά της Μύρινας μάθαιναν, επίσης, τα νέα από τους ναυτικούς για τον μεγάλο πόλεμο που γινόταν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ήταν πολύ δυσάρεστα τα νέα, καθώς ο πόλεμος, όπως πάντα, είχε προκαλέσει μεγάλη δυστυχία και πόνο στους Έλληνες. Το ανησυχητικό ήταν, πως όλο και περισσότερες πόλεις αναγκάζονταν να λάβουν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, έτσι ήταν σίγουρο πως και το νησί του σύντομα θα αναγκαζόταν να συμμετέχει στον πόλεμο. Κάτι που φυσικά όλοι απεύχονταν. Έτσι κυλούσε ο καιρός, και ο Γλαύκος γινόταν όλο και πιο δυνατός, όλο και πιο έξυπνος, ενώ πέρναγε με τον πατέρα του όλο και περισσότερο χρόνο στην θάλασσα ψαρεύοντας. Ο Γλαύκος ήταν ένα παιδί το οποίο άκουγε πάντα τους γονείς του. Τους αγαπούσε πολύ, όπως το αγαπούσαν κι αυτοί και φρόντιζαν να μην του λείπει τίποτα, πάντα όμως με μέτρο. «Παν Μέτριον Άριστον!» Ο πατέρας τού υπενθύμιζε συνέχεια να μην δίνει ποτέ σημασία στα υλικά αγαθά καθώς, όπως έλεγε, τα σημαντικότερα πράγματα είναι αυτά που «βλέπει» μόνον η καρδιά και δεν μπορούν να αγοραστούν με χρήματα. Τα υλικά αγαθά, του έλεγε είναι απατηλά. Η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει αληθινή ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά, – μας κατέχουν αυτά. [6]


Ως παράδειγμα ο πατέρας του, του έφερνε την ιστορία με τον Σόλωνα και τον Κροίσο. Ο βασιλιάς της Λυδίας Κροίσος ήταν ξακουστός σε όλο τον αρχαίο κόσμο για τα αμύθητα πλούτη του. Πίστευε μάλιστα ότι δεν υπήρχε πιο ευτυχισμένος άνθρωπος από αυτόν στον κόσμο για αυτό τον λόγο. Κάποτε τον επισκέφτηκε ο Σόλων, ένας από τους σοφούς της αρχαιότητας, τον οποίο δέχτηκε πολύ φιλόξενα. Διέταξε μάλιστα μερικούς σκλάβους να δείξουν στο φιλοξενούμενο τους θησαυρούς και τη χλιδή του. Αφού λοιπόν, του έδειξε τους αμύθητους θησαυρούς του, τον ρώτησε ποιος ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος που είχε γνωρίσει στον κόσμο, περιμένοντας από τον Σόλωνα ότι θα ανέφερε τη δική του μεγαλοσύνη! Ο Σόλων αποφεύγοντας να κολακεύσει το βασιλιά αποκρίθηκε: - «Ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ ήταν ένας Αθηναίος βασιλιάς που λεγόταν Τέλλος.» Ο βασιλιάς απόρησε με την απάντηση, και τον ρώτησε γιατί κρίνει αυτόν ως τον πιο ευτυχισμένο. - «Για δυο λόγους», είπε ο Σόλων «Απέκτησε καλούς και άξιους γιους, έζησε για να δει να γεννιούνται τα παιδιά των παιδιών του, όλα γερά και υγιή. Και έπειτα τη ζωή του τη σφράγισε ένας ένδοξος θάνατος. Πολέμησε και πέθανε σαν στρατιώτης, και οι Αθηναίοι τον έθαψαν με μεγάλες τιμές και δόξα.» Ο Κροίσος τότε τον ρώτησε ποιον γνωρίζει δεύτερο πιο ευτυχισμένο άνθρωπο, όντας σίγουρος ότι θα έπαιρνε τουλάχιστον τη δεύτερη θέση. Ο Σόλων, όμως, ανέφερε τότε δύο νέους, δυο αδέρφια από το Άργος, τον Κλεόβη και τον Βίτωνα οι οποίοι ήταν γιοί της Κυδίππης, ιέρειας της θεάς Ήρας. Η μητέρα τους Κυδίππη ως ιέρεια της Θεάς, ήταν υπεύθυνη να τελέσει θυσίες στον ναό της Ήρας, αλλά τα βόδια που θα έσυραν την άμαξα βρέθηκαν νεκρά. Προκειμένου να μπορέσει να τελέσει έγκαιρα το τελετουργικό, οι γιοί της έσυραν την άμαξα περίπου οκτώ χιλιόμετρα από το στάδιο του Άργους μέχρι το Ηραίο. Όταν έφθασαν στον ναό, οι παρευρισκόμενοι συνεχάρησαν τόσο τα δύο αδέλφια όσο και την μητέρα τους, για την ευτυχία να έχει τέτοιους γιούς. Τα δύο αδέλφια εξαντλημένοι από την υπερπροσπάθεια, ξάπλωσαν έξω από τον ναό και κοιμήθηκαν. Η Κυδίππη συγκινημένη από την αφοσίωση τους, ζήτησε από την Ήρα «το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να δώσει ένας θεός σε έναν άνθρωπο». Τότε η θεά τους χάρισε ανώδυνο θάνατο, καθώς το καλύτερο δώρο που μπορούσε να τους δώσει ήταν ο θάνατος στην πιο ευτυχισμένη στιγμή τους. Έτσι τα δυο αδέρφια αποκοιμήθηκαν στο ναό και δεν ξύπνησαν ποτέ. Οι Αργείοι μάλιστα έφτιαξαν τα αγάλματα των δύο αδερφών και τα αφιέρωσαν στους Δελφούς ως σημάδι σεβασμού προς δύο άριστους άνδρες. Ακούγοντας την ιστορία ο Κροίσος θύμωσε και με τη δεύτερη απάντηση του Σόλωνα, και προτού τον διώξει τον ρώτησε: «Ωραία όλα αυτά Αθηναίε φίλε μου, αλλά τι έχεις να πεις για τη δική μου ευτυχία;» Τότε ο σοφός Αθηναίος του αποκρίθηκε με μια φράση που έμεινε στην ιστορία: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε», δηλαδή, μη θεωρήσεις κανέναν ευτυχή, πριν γνωρίσεις το τέλος του. Τα μεγάλα πλούτη μόνο δεν κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο. Αυτά τα λόγια δεν έδωσαν καθόλου χαρά στον Κροίσο και αποχαιρέτησε τον Σόλωνα περιφρονώντας τον. Σύντομα, όμως, μετά την αναχώρηση του Σόλωνα πλήθος συμφορών βρήκαν τον Κροίσο. Ο γιος του ο Άτης σκοτώθηκε στο κυνήγι και ο ίδιος αργότερα νικήθηκε από το βασιλιά των Περσών Κύρο και αιχμαλωτίστηκε, χάνοντας όλα του τα πλούτη και το Βασίλειο του. [7]


Την ώρα που τον είχαν ανεβασμένο στην πυρά για να τον κάψουν, ο Κροίσος καταλαβαίνοντας επιτέλους την ορθότητα των λόγων του Σόλωνα, φώναξε μετανιωμένος τρεις φορές : «Σόλων! Σόλων! Σόλων!». Ο Κύρος που τον άκουσε νομίζοντας ότι επικαλείται κάποιον θεό, τον ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο άγνωστος Θεός του οποίου το όνομα φώναζε.. Όταν ο Κροίσος διηγήθηκε τη συζήτησή του με το Σόλωνα και τα σοφά λόγια του, τότε ο Κύρος αντελήφθη την ορθότητα των λόγων του Σόλωνα, την οποία επιβεβαίωνε η οδυνηρή θέση του Κροίσου. Πιο σοφός από τον Κροίσο ο Κύρος, διέταξε να κατεβάσουν τον αιχμάλωτο Κροίσο από την σωρό των ξύλων, και να του χαρίσουν τη ζωή.

[8]


Ο ΘΡΥΛΟΣ Σε μία από τις συζητήσεις που είχε ο πατέρας του με τον παππού του και άλλους φίλους τους, είχε ακούσει για έναν θρύλο που αφορούσε το νησάκι Κουκονήσι, που βρισκόταν απέναντι από χωριό του παππού του. Παλαιότερα έλεγαν πως στο Κουκονήσι κατοικούσαν οι Κούκονες, οι οποίοι ήταν πελώριοι, άγριοι και ζούσαν απομονωμένοι στο νησάκι, δίχως να έχουν σχέσεις με τους υπόλοιπους κατοίκους της Λήμνου. Κάποτε οι Κούκονες αποφάσισαν να κλειστούν στα σπίτια τους και να μην ξαναβγούν. Τότε όμως, ξαφνικά, ένα πρωινό της εικοστής πρώτης του μηνός Σκιροφοριών (Ιουνίου) εξαφανίστηκαν, και δεν τους ξαναείδε ποτέ πια κανείς. Λέγανε πως αυτό έγινε λόγω της υπεροψίας τους απέναντι στον Ποσειδώνα, καθώς υπερηφανεύονταν με έπαρση πώς ήταν τόσο δυνατοί - αλλά πολύ πιο έξυπνοι - όσο ο κύκλωπας Πολύφημος, ο γιος του Ποσειδώνα, τον οποίον τύφλωσε ο Οδυσσέας. Για αυτόν τον λόγο, ο Ποσειδώνας διέταξε τον Άδη να φυλακίσει για πάντα τις ψυχές τους στα Τάρταρα. Έτσι εξαφανίστηκαν όλοι εκτός της Κυμοπόλειας, ιέρειας και κόρης του Ποσειδώνα που προσπαθούσε μάταια να τους συνετίσει. Όταν ο Ποσειδώνας τους επέβαλε τη σκληρή αυτή τιμωρία, η Κυμοπόλεια προσπάθησε να μεταπείσει τον πατέρα της. Αυτός όμως ήταν ανένδοτος, καθώς η ύβρις επιφέρει πάντα την Νέμεση. Από τότε η απαρηγόρητη Κυμοπόλεια έβαλε σκοπό της ζωής της να βοηθάει τους ταπεινούς και σεβάσμιους ανθρώπους και πήγε να ζήσει στη θάλασσα ως θαλάσσια νύμφη. Σύμφωνα με τον ίδιο θρύλο, αν κάποιος τολμούσε να βρεθεί την εικοστή πρώτη του Σκιροφοριών (Ιουνίου) στο νησί, η Κυμοπόλεια, αν αυτός ήταν άνθρωπος ειλικρινής και ταπεινός, τότε θα του πραγματοποιούσε την μεγαλύτερη του επιθυμία. Σε διαφορετική όμως περίπτωση, η ψυχή του θα φυλακίζονταν για πάντα στα Τάρταρα, όπως των Κουκόνων. Από τότε πολλοί επιχείρησαν να πάνε στο νησί αυτήν την ημερομηνία, αλλά οι περισσότεροι δεν γύρισαν ποτέ πίσω. Κι όσοι γύρισαν είχαν χάσει τα λογικά τους. Για αυτό τον λόγο απαγορεύτηκε με νόμο, να επισκέπτονται οι Λήμνιοι αυτήν την ημερομηνία το νησάκι. Για να προστατευτούν μάλιστα οι κάτοικοι του νησιού από τα «κακά πνεύματα» των Κουκόνων, έχτισαν στο νησάκι σύμφωνα με χρησμό του μαντείου των Δελφών ένα ναό αφιερωμένο στον προστάτη του Νησιού, τον Ήφαιστο. Έτσι τώρα εκτός από τα ερείπια των μεγάλων σπιτιών των Κουκόνων υπήρχε ο ναός του Ηφαίστου και των Καβείρων που προστάτευαν τους ναυτικούς. Από τότε λοιπόν αυτή την ημερομηνία το νησί επισκέπτονταν μόνο σε ειδικές περιπτώσεις λίγοι μόνο ιερείς του Ηφαίστου, οι οποίοι έκαναν κάποιες «μυστικές» όπως έλεγαν τελετουργίες. Ο ναός αυτός δεν ήταν φυσικά τόσο σημαντικός και μεγάλος όσο αυτός της Ηφαιστείας, αλλά και εδώ γίνονταν τελετές με συμμετοχή του κόσμου. Αυτό γινόταν κάθε χρόνο τη δέκατη πέμπτη ημέρα του Βοηδρομιών (Σεπτέμβρη), όταν και εκεί πήγαινε κόσμος για να γιορτάσει την τελετή της Πυρφoρίας, την «Έλευση της ιερής φλόγας» από την Δήλο, τον εορτασμό της Μεγάλης μητέρας και την γέννηση του πρώτου ανθρώπου, του «Πρατόλαου» όπως έλεγαν. Η πιθανότητα να μπορέσει να πραγματοποιηθεί η ευχή του και να γίνει πραγματικότητα το όνειρο που έβλεπε συχνά στον ύπνο του, να γίνει δηλαδή ο ήρωας του βυθού, του γέννησε την παράτολμη ιδέα να επισκεφτεί το νησί στην απαγορευμένη ημερομηνία. Ήξερε πως αυτό ήταν λάθος, και παρόλο που δεν συνήθιζε να παρακούει τις εντολές των γονιών του, θα το έκανε. Αυτήν τη φορά το είχε πάρει απόφαση. Δεν θα το καταλάβαινε κανείς εξάλλου, θα ήταν το μεγάλο του μυστικό, αν φυσικά επέστρεφε! Περίμενε λοιπόν με ανυπομονησία πότε θα έρθει το καλοκαίρι ώστε να πάει με τους γονείς του να μείνουν στο σπίτι του παππού του, που βρισκόταν πολύ κοντά στο Κουκονήσι. [9]


ΣΤΟ ΚΟΥΚΟΝΗΣΙ Το πρωί εκείνης της χρονιάς της εικοστής πρώτης Σκιροφοριών (Ιουνίου), όταν οι γονείς του έφυγαν από το σπίτι του παππού του για δουλειές, έτρεξε στην παραλία όπου ήταν δεμένη η βάρκα τους. Με ένα πήδημα βρέθηκε μέσα κι άρχισε να κωπηλατεί κάτω από τον πρωινό ήλιο. Η θάλασσα ήταν ήρεμη καθώς δεν φύσαγε καθόλου. Ο θαλασσινός αέρας γέμιζε τα πνευμόνια του Γλαύκου, η καρδία του όμως πήγαινε να σπάσει από την αγωνία. Κοίταζε συνέχεια πίσω προς την παραλία και το σπίτι, ελπίζοντας πως δεν θα ακούσει κάποια φωνή να του φωνάζει να γυρίσει αμέσως πίσω. Το μέτωπο του γέμισε από ιδρώτα καθώς κωπηλατούσε γρήγορα. Ο χρόνος μέχρι το Κουκονήσι του φάνηκε αιωνιότητα. Σε λίγο όμως το Κουκονήσι ήταν πολύ κοντά πια, τα είχε καταφέρει. Πήδηξε στην παραλία και έδεσε την βάρκα του σε μία μεγάλη πέτρα. Αποφάσισε να πάει αμέσως στο ιερό του Ηφαίστου και των Καβείρων που βρισκόταν στο πλάτωμα στο κέντρο του νησιού. Σε λίγο βρισκόταν μπροστά από την κεντρική είσοδο. Πάνω από την πόρτα έγραφε : «Αμύητον μη εισιέναι», δηλαδή «μη φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν» ! Η πόρτα ήταν κλειδωμένη φυσικά. Πήγε αμέσως στο πλαϊνό παράθυρο και σκαρφάλωσε ώστε να μπορέσει να κοιτάξει μέσα. Το μόνο που είδε ήταν τα αγάλματα των τριών Καβείρων του Άλκωνα, του Όννη, του Αιτναίου και του πατέρα τους, του Ηφαίστου. Μπροστά από τον ναό υπήρχε ο βωμός και γύρω του υπήρχαν τρία δέντρα επάνω στα οποία είχε κρεμάσει ο κόσμος κορδέλες, αγαλματάκια και ξύλινες μικρές εικόνες με παρακλήσεις για υγεία. Ο Γλαύκος είχε φέρει μαζί του μέλι, αλεύρι και καρπούς για να τα προσφέρει στους Θεούς και στην Κυμοπόλεια. Θα έπρεπε να γίνουν όλα σωστά και με σεβασμό προς τους Θεούς εάν ήθελε να πραγματοποιηθεί η ευχή του, που δεν ήταν άλλη από το να μπορέσει να εξερευνήσει τον βυθό της θάλασσας, κάτι αδύνατο φυσικά για έναν άνθρωπο. Αλλά για τους Θεούς τίποτα δεν είναι αδύνατο εάν το επιθυμούν. Πριν προλάβει να κάνει τις πρέπουσες επικλήσεις στους Θεούς, τη σκέψη του τη διέκοψε ένας ισχυρός άνεμος που φύσηξε από τα νότια. Φοβήθηκε γιατί όταν είχε έρθει είχε άπνοια και αυτός μάλλον δεν ήταν καλός οιωνός. «Ωχ», αναφώνησε, καθώς θυμήθηκε πως δεν ήταν και πολύ σίγουρος για το δέσιμο που είχε κάνει στη βάρκα του. Έτρεξε γρήγορα προς το σημείο της παραλίας που είχε αφήσει τη βάρκα του. Κατηφορίζοντας το πλάτωμα, γεμάτος τρόμο είδε τη βάρκα του να έχει παρασυρθεί από τον αέρα μεσοπέλαγα. Δεν την είχε δέσει καλά όταν έφτασε και ο ξαφνικός άνεμος την τράβηξε στη θάλασσα. Πανικός κυρίευσε τον Γλαύκο. Έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπο και φώναξε :«Δία λυπήσου, τι θα κάνω τώρα»... Κανείς δεν ήξερε πως βρισκόταν εδώ. Πώς θα επέστρεφε πίσω; Oι δικοί του θα τον αναζητούσαν, αλλά δεν θα μπορούσαν να φανταστούν πως θα είχε τολμήσει κάτι τέτοιο. Η μόνη του ελπίδα ήταν να παρατηρήσει κάποιος πως έλειπε η βάρκα, ή κάποιος άλλος να τολμούσε να έρθει εδώ κρυφά όπως αυτός. Διαφορετικά θα έμενε μόνος εδώ δίχως τροφή και νερό. -«Τι έκανα ο ανόητος, πως μπόρεσα να πάθω κάτι τέτοιο;» αναφώνησε.. Δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπο του. Ήταν σκληρό αγόρι ο Γλαύκος και ήταν σπάνιες οι φορές που έκλαιγε, αλλά αυτή την φορά πραγματικά η κατάσταση του ήταν άσχημη. Σίγουρα με τιμώρησαν οι Θεοί, σκέφτηκε. Ήρθα εδώ σαν κλέφτης, καλά να πάθω. Ο ήλιος άρχισε να καίει καθώς σηκωνόταν όλο και ψηλότερα στον ουρανό, ενώ στο νησί το μόνο που ακουγόταν ήταν η θάλασσα και τα θαλασσοπούλια. Ξαφνικά άκουσε πίσω από τα βράχια στην παραλία ένα παράξενο ήχο που δεν είχε ξανακούσει ποτέ στην ζωή του, κάτι που τον έκανε να τρομάξει... [10]


Πανικοβλήθηκε και έτρεξε πίσω στο πλάτωμα του Ναού για να κοιτάξει από ψηλά, ώστε να μην χρειαστεί να κινδυνέψει, και να κρυφτεί αν χρειαστεί, στην περίπτωση που ήταν κάποιο από τα θαλάσσια τέρατα που έλεγαν οι ναυτικοί, ή ακόμα χειρότερα ένας γίγαντας Κούκωνας.... Για καλό και για κακό, άρπαξε και ένα σπασμένο κλαδί που βρήκε και πήγε προσεκτικά προς την μεριά του ήχου. Ο ήχος ήταν σφυριχτός και παράξενος. Φτάνοντας πάνω από τα βράχια, με μεγάλη ανακούφιση είδε πως το θαλάσσιο τέρας δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα... δελφίνι....!!! Ο Γλαύκος έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης, ενώ κοίταγε το δελφίνι. Το δελφίνι ήταν πληγωμένο και το χτυπούσαν τα κύματα στην ακρογιαλιά. Είχε μία βαθιά πληγή στη ράχη του και φαίνεται πως το είχαν εγκαταλείψει οι δυνάμεις του. Ο Γλαύκος έτρεξε γρήγορα πίσω στην παραλία, ανέβηκε στα βράχια και πλησίασε το δελφίνι που έβγαζε ακόμα τσιριχτούς ήχους. -«Πώς έγινε αυτό κακόμοιρο», ρώτησε ο Γλαύκος χωρίς να περιμένει φυσικά απάντηση. Το λυπήθηκε και ήθελε να κάνει κάτι για να το βοηθήσει. Το δελφίνι τον κοιτούσε λες και καταλάβαινε την συμπόνια του. -«Τι να κάνω τώρα;», αναρωτήθηκε ο Γλαύκος. Ευτυχώς όταν είχε βγει από τη βάρκα είχε προλάβει να πάρει το δισάκι του μέσα στο οποίο είχε εκτός από λίγο νερό, τις προσφορές για τους Θεούς και ένα μικρό δοχείο που περιείχε την πολύτιμη «Λημνία γη». Το φαρμακευτικό χώμα που έδωσε ως δώρο ο Ήφαιστος στους Λήμνιους, όταν έπεσε από τον Όλυμπο στο νησί της Λήμνου. Με αυτό το μοναδικό φαρμακευτικό χώμα της «Λημνίας Γης», θεράπευσε ο Θεός της Φωτιάς τα τραυματισμένα μέλη του από την πτώση. Με την ξακουστή «Λημνία γη», θεραπεύτηκε επίσης και το πληγωμένο από δάγκωμα φιδιού πόδι του Φιλοκτήτη, του καλύτερου τοξότη των Ελλήνων όταν αυτοί πήγαιναν να καταλάβουν την Τροία. Έβγαλε έξω το μικρό δοχείο με την ξακουστή Λημνία γη που είχε τη σφραγίδα της Άρτεμης επάνω του και το άνοιξε. Πλησίασε αργά το δελφίνι, σκίζοντας ένα μεγάλο κομμάτι από τον χιτώνα του. -«Μην φοβάσαι θέλω να σε βοηθήσω», είπε. Έβαλε πάνω στην πληγή του δελφινιού λίγη Λημνία γη και έδεσε από πάνω σφικτά το κομμάτι ύφασμα από τον χιτώνα του. Ταυτόχρονα γέμιζε τις χούφτες του με θαλασσινό νερό και έβρεχε συνέχεια τη ράχη του δελφινιού. Το δελφίνι δεν αντέδρασε, αφέθηκε στην αγκαλιά του Γλαύκου, καθώς αυτός το χάιδευε. -«Είμαστε και οι δύο φίλε μου άτυχοι. Ας ελπίσουμε πως θα μας βοηθήσουν οι Θεοί», μονολόγησε ο Γλαύκος, κοιτώντας με συμπόνια το δελφίνι. Το δελφίνι φάνηκε να ανακουφίζεται από την αγκαλιά του Γλαύκου. Καθώς όμως οι ώρες περνούσαν, ο Γλαύκος άρχισε να κουράζεται, να διψάει και να πεινάει. -Πρέπει να κάτσω λίγο στην σκιά», είπε απευθυνόμενος στο δελφίνι ο Γλαύκος. Σηκώθηκε και πήγε να κάτσει λίγο παραπέρα, στη σκιά ενός μεγάλου βράχου στην άκρη της θάλασσας. Το δελφίνι βγήκε και αυτό όσο πιο ρηχά μπορούσε και τον άγγιξε με το ρύγχος του. - «Ποίος θα βοηθήσει ποιόν, έτσι που είμαστε», ρώτησε ο Γλαύκος. Η κούραση του έκλεινε τα μάτια, έτσι σε λίγο τον είχε πάρει ήδη ο ύπνος.

[11]


ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ - «Γλαύκε», άκουσε μία γλυκιά γυναικεία φωνή, ενώ ένα ένοιωσε ένα απαλό γυναικείο χάδι στο μάγουλο. - «Με βρήκαν», σκέφτηκε!!! Άνοιξε τα μάτια και είδε μία όμορφη νεαρή γυναίκα να είναι σκυμμένη από πάνω του. Είχε μακριά ξανθά μαλλιά, πράσινα μάτια, φορούσε ένα λευκό χιτώνα και είχε περασμένο στον λαιμό ένα λευκό μαντήλι. Ήταν όμορφη σαν την Αφροδίτη. - «Ποία είσαι εσύ, πως βρέθηκες εδώ;» ρώτησε ο Γλαύκος. - «Μην φοβάσαι Γλαύκε, θα σε βοηθήσω όπως με βοήθησες και εσύ», του απάντησε η νεαρή γυναίκα. - «Έχεις βάρκα;» Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του. «Tην δικιά μου την πήρε ο άνεμος και δεν μπορώ να γυρίσω σπίτι μου. Οι γονείς μου θα έχουν τρελαθεί από την αγωνία. Με περιμένει πολύ βαριά τιμωρία, που φυσικά μου αξίζει», είπε ο Γλαύκος. - «Δεν έχω βάρκα, αλλά δεν μας χρειάζεται». Η φωνή της κοπέλας ήταν ζεστή και μελωδική. Ο Γλαύκος έσμιξε τα φρύδια με απορία. - «Και πως τότε θα γυρίσω πίσω, κολυμπώντας ή πετώντας;» Η κοπέλα χαμογέλασε. - «Τι θα έλεγες κολυμπώντας, είσαι καλός κολυμβητής;» Ένα κύμα απογοήτευσης πλημμύρισε τον Γλαύκο. - «Καλός κολυμβητής είμαι, αλλά ούτε ένας μεγάλος άντρας δεν θα μπορούσε να γυρίσει κολυμπώντας από εδώ, θα μπορέσω εγώ που είμαι μόνο δώδεκα χρονών;» - «Έχε μου εμπιστοσύνη Γλαύκε», είπε η κοπέλα και σηκώθηκε όρθια.. - «Δεν έχω και πολλές επιλογές, αλλά δεν μου είπες, ποια είσαι, πως ήρθες εδώ;» Η άγνωστη κοπέλα, του απάντησε με ερώτηση. - «Πριν σου απαντήσω δεν αναρωτήθηκες τι απέγινε το πληγωμένο δελφίνι που φρόντιζες;» Ο Γλαύκος παραξενεύτηκε, πως ήξερε η κοπέλα για το δελφίνι; - «Ήταν ακόμα εδώ όταν ήρθες; Ήταν πληγωμένο το κακόμοιρο...» Η κοπέλα χαμογέλασε. - «Το όνομα μου είναι Πρωτομέδεια Γλαύκε και πριν από λίγη ώρα ήμουν το δελφίνι που προσπαθούσες να σώσεις». Ο Γλαύκος έμεινε με ανοιχτό ��ο στόμα. - «Ορίστε;». Aν αυτό ήταν αλήθεια τότε μπροστά του δεν είχε έναν άνθρωπο αλλά μία Θεά. Η αλήθεια είναι πως το παρουσιαστικό της ήταν αντάξιο Θεάς. Πως τα κατάφερε και έμπλεξε έτσι; Οι γονείς του δεν θα προλάβαιναν να τον τιμωρήσουν, θα τους προλάβαιναν οι Θεοί.... Η καρδιά του Γλαύκου χτύπαγε σαν τρελή. Η Πρωτομέδεια, κατάλαβε τον φόβο του. - «Μην φοβάσαι Γλαύκε, ήταν απερίσκεπτο που ήρθες μόνος σου εδώ, αλλά αν δεν ερχόσουν δεν θα επουλώνονταν οι πληγές μου τόσο γρήγoρα, στην πραγματικότητα με έσωσες. Είμαι μία από τις Νηρηίδες, και είχα μεταμορφωθεί σε δελφίνι, ώστε να περιποιούμαι και να βοηθάω τις αδελφές μου στον πόλεμο με τις Γοργόνες και τις Σειρήνες. Δεν το γνωρίζεις, αλλά εδώ και καιρό υπάρχει ένας μεγάλος πόλεμος στη θάλασσα ανάμεσα σε εμάς τις Νηρηίδες, με τις Γοργόνες και τις Σειρήνες. [12]


Ο πόλεμος αυτός για την κυριαρχία στη θάλασσα, ξεκίνησε μαζί με τον μεγάλο πόλεμο που συμβαίνει αυτήν τη στιγμή την χώρα σου. Βλέπεις Γλαύκε, οι πράξεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων επηρεάζουν τη μητέρα φύση, τη Γαία και όλες εκείνες τις θεϊκές δυνάμεις που υπάρχουν σε αυτήν και τη φροντίζουν. Ο Εγωισμός, η κακία και το μίσος που γίνονται πράξεις, ενέργειες δηλαδή που γεννούν πόνο και δυστυχία στις ανθρώπινες κοινωνίες, προκαλούν ανισορροπία και δυσαρμονία και στις φυσικές δυνάμεις, οι οποίες αναζητούν ένα νέο σημείο ισορροπίας και αρμονίας. Όταν συμβαίνει αυτό, τότε υπάρχει τις περισσότερες φορές μεγάλη έξαρση σε φυσικές καταστροφές στη γη που προκαλούνται εξαιτίας αυτής της δυσαρμονίας. Κάποιες άλλες φορές βέβαια, αυτό δεν οφείλεται στις ανθρώπινες ενέργειες, αλλά στο μυστικό κάλεσμα του Θεϊκού σχεδίου της εξέλιξης. Υπήρχε και θα υπάρχει πάντοτε η μάχη ανάμεσα στο Καλό και το Κακό. Το Κακό ‘τρέφεται’ από τον θυμό, τη ζήλια, τη θλίψη, την απογοήτευση, την απληστία, την αλαζονεία, την προσβολή, τα ψέματα, τη ματαιοδοξία, την υπεροψία, και το εγώ. Το Καλό ‘τρέφεται’ από τη χαρά, την ειρήνη, την αγάπη, την ελπίδα, την ηρεμία, την ταπεινοφροσύνη, την ευγένεια, την φιλανθρωπία, την συμπόνια, την γενναιοδωρία, την αλήθεια, την ευσπλαχνία. Οι κακές ανθρώπινες σκέψεις και πράξεις μπορούν να εξισορροπηθούν μόνον από την ανθρώπινη αγάπη και τον αλτρουισμό. Για αυτό, όσο υπάρχει έστω και μία σπίθα αγάπης πάντα θα υπάρχει και η ελπίδα, καθώς το μίσος και η κακία μαθαίνεται, ενώ η αγάπη απλά βιώνεται, “κατακτάται”. Για παράδειγμα μπορεί κάποιος να σε μάθει να μισείς κάποιον ή κάτι χωρίς να τον έχεις ποτέ γνωρίσει προσωπικά. Για να αγαπήσεις όμως κάποιον ή κάτι πραγματικά, πρέπει να τον γνωρίσεις και τότε η καρδία σου θα ξέρει, θα νοιώσει, θα αγαπήσει. Τα σημαντικότερα πράγματα δεν τα βλέπουν τα μάτια αλλά η καρδία. Η αγάπη που εσύ πρόσφερες στο δελφίνι – δίχως να ξέρεις πως ήμουν εγώ βοήθησε να επουλωθούν οι πληγές μου. Έτσι και στον κόσμο, εάν πολλοί άνθρωποι μοιράζονταν σκέψεις και πράξεις αγάπης τότε ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος. Όσο πιο πολλοί τόσο καλύτερα. Ένας άνθρωπος δημιουργεί μονοπάτι, πολλοί μαζί όμως δρόμο... Πριν επιστρέψεις σπίτι σου Γλαύκε, θα ήθελα να σου ανταποδώσω τη βοήθεια και την καλοσύνη που μου πρόσφερες. Πες μου τι επιθυμείς και εάν μπορώ θα προσπαθήσω να το πραγματοποιήσω». Ο Γλαύκος δεν πίστευε στα αυτιά του. Όχι μόνο δεν είχε προκαλέσει τον θυμό των Θεών, αλλά αυτό για το οποίο είχε έρθει εδώ, θα γινόταν πραγματικότητα. - «Η αλήθεια είναι πώς έχω μία επιθυμία» , είπε ντροπαλά ο Γλαύκος. -«Θα ήθελα κάτι που ξέρω πως είναι πολύ δύσκολο».... -«Τι είναι αυτό Γλαύκε, πες το μου, και θα προσπαθήσω να το πραγματοποιήσω.», του είπε γλυκά η Πρωτομέδεια. - «Εεεε, να...., θα ήθελα να μπορούσα να δω τον βυθό της θάλασσας, να ζήσω για λίγο ανάμεσα στα πλάσματα της θάλασσας, να γνωρίσω το βασίλειο του Ποσειδώνα. Αλλά τώρα αυτό που θα ήθελα είναι να επιστρέψω σπίτι μου, γιατί δεν έχω βάρκα και οι γονείς μου θα ανησυχούν πολύ...!!!!» - «Αυτό είναι κάτι που μπορώ να πραγματοποιήσω» είπε χαρούμενη η Νηρηίδα. «Θα σου δώσω ένα βότανο να πιεις και θα μπορείς να κολυμπήσεις μαζί μου στο βυθό, για όσο θέλεις. [13]


Όσο για τους γονείς σου μην ανησυχείς, ο χρόνος για όσο θα είμαστε μαζί θα σταματήσει στην στιγμή που με βρήκες, θα έχεις όσο χρόνο θέλεις για να επιστρέψεις πίσω.» Ένα τεράστιο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο του Γλαύκου. Τα πράσινα μάτια του άστραψαν από ευτυχία. -«Σε ευχαριστώ πολύ Πρωτομέδεια, δεν το πιστεύω, σε ευχαριστώ πολύ»... Η Πρωτομέδεια είχε περασμένη στη μέση της μία κόκκινη υφασμάτινη ζώνη. Έβγαλε μέσα από αυτήν ένα μικρό φιαλίδιο που είχε επάνω του ζωγραφισμένη την τρίαινα του Ποσειδώνα και το πρόσφερε στον Γλαύκο. Εκείνος δίστασε για λίγο, αλλά τελικά το πήρε και το ήπιε μονομιάς. Είχε χρώμα μπλε και η γεύση του ήταν γλυκιά, έτσι δεν δυσκολεύτηκε να το πιει. - «Και τώρα»; ρώτησε ο Γλαύκος. - «Τώρα εάν θέλεις μπορούμε να πάμε μία βόλτα στον βυθό.» Η Πρωτομέδεια του άπλωσε το χέρι της. - «Τέλεια», αναφώνησε ο Γλαύκος και πήρε το χέρι της στο δικό του. Το χέρι της ήταν τόσο μαλακό και ζεστό, του θύμιζε το χέρι της μητέρας του, και αυτό φυσικά του άρεσε. Έτσι πιασμένοι χέρι - χέρι άρχισαν να μπαίνουν σιγά στη θάλασσα. Η καρδιά του Γλαύκου χτύπαγε σαν τρελή, χαιρόταν και φοβόταν ταυτόχρονα, μικρές σταγόνες ιδρώτα φάνηκαν στο μέτωπο του. Και αν πνιγόταν; Η Πρωτομέδεια κατάλαβε τον φόβο του και τον πήρε αγκαλιά. -«Μην φοβάσαι καλέ μου όλα θα πάνε καλά», του είπε και του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο. Ο Γλαύκος πήρε θάρρος, ήταν ένα αγόρι εξάλλου και δεν θα έπρεπε να δείξει φόβο μπροστά σε μία γυναίκα και μάλιστα τόσο όμορφη. Σιγά - σιγά η θάλασσα άρχισε να καλύπτει τα σώματα του Γλαύκου και της Πρωτομέδειας. Μόλις το νερό έφτασε στο ύψος του λαιμού του Γλαύκου, η Πρωτομέδεια τον ρώτησε: - «Είσαι έτοιμος καλέ μου; Όποτε είσαι έτοιμος βουτάμε μαζί, όπως ακριβώς κάνεις μακροβούτι». Ο Γλαύκος την κοίταξε στα υπέροχα πράσινα μάτια της, ενώ έπαιρνε βαθιά ανάσα. Της κούνησε το κεφάλι, σημάδι πως ήταν έτοιμος, για την γνωριμία του με τον κόσμο του βυθού. Αν φυσικά δεν ήταν ένα τέχνασμα των Κουκόνων, κάτι που φυσικά θα σήμαινε το τέλος του.!!! Οι σκέψεις του διακόπηκαν από την κρύα αίσθηση του νερού στο πρόσωπο του. Η Πρωτομέδεια τον κράταγε από το χέρι και του έκανε νόημα με το ελεύθερο χέρι της να την κοιτάξει στα μάτια. Ο Γλαύκος την κοίταξε στα μάτια και τότε συνέβη κάτι καταπληκτικό. Η Πρωτομέδεια κινούσε τα χείλη και το στόμα της σαν να του μιλούσε. Εκείνην τη στιγμή είδε μικρές φυσαλίδες αέρα να βγαίνουν από το στόμα της και ξαφνικά «άκουσε» τη φωνή της σαν ψίθυρο μέσα στο κεφάλι του. - «Γλαύκε πάρε ανάσα, μην φοβάσαι, δεν θα πνιγείς. Είσαι για λίγο και εσύ ένα πλάσμα της θάλασσας. Ακόμα είμαστε στα ρηχά, αν δεν με πιστεύεις και νοιώσεις πνιγμό απλώς σήκω και βγάλε το κεφάλι σου έξω από την θάλασσα ». Ο Γλαύκος έκανε έναν μορφασμό απορίας και θαυμασμού ταυτόχρονα για τον πρωτόγνωρο αυτόν τρόπο επικοινωνίας. Η αλήθεια είναι πως εντυπωσιάστηκε από τις ικανότητες της Πρωτομέδειας και έτσι, ενώ κράταγε έως τώρα την ανάσα του, έκλεισε τα μάτια από φόβο και άφησε το θαλασσινό νερό να κατέβει στην μύτη και στον λαιμό του. Λίγες φυσαλίδες αέρα βγήκαν από το στόμα και την μύτη του και σύντομα γέμισαν με νερό. Το θαλασσινό νερό όμως δεν τον έπνιξε. Ένοιωσε μία ζέστη να τον πλημμυρίζει στο στήθος, η μύτη του τον έτσουξε λίγο και ένοιωσε για λίγα δευτερόλεπτα μία μικρή ζαλάδα. - «Μην φοβάσαι σε ένα λεπτό θα νοιώθεις καλύτερα από πριν», άκουσε τα ψιθυριστά λόγια της Πρωτομέδειας «μέσα» στο κεφάλι του. [14]


Και ήταν αλήθεια, αμέσως ο Γλαύκος, ένοιωσε τόσο άνετα, όσο και όταν αναπνέει κανείς το οξυγόνο, για αυτό που είναι δηλαδή πλασμένοι οι άνθρωποι, τα ζώα και φυτά της Γης. Ακόμα και η όραση του ήταν καθαρή όπως έξω στην γη. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη, της έσφιξε περισσότερο το χέρι που της κράταγε και με το ελεύθερο χέρι του ακούμπησε το σημείο της καρδίας του, για να της δείξει πως την ευχαριστεί. Η Πρωτομέδεια του έκλεισε το μάτι. - «Είναι πολύ καλή σκέφτηκε», ο Γλαύκος. Η Πρωτομέδεια του ψιθύρισε: - «Είσαι έτοιμος για ελεύθερη κατάδυση τώρα»; Ο Γλαύκος έγνεψε με το κεφάλι του «ναι». - «Ωραία. Για να μπορέσω να σε πάρω μαζί μου θα ξαναγίνω δελφίνι. Θα πρέπει λοιπόν να με αγκαλιάσεις και ελπίζω να σου αρέσει το ταξίδι στο βασίλειο του Ποσειδώνα. Λέω να πάμε πρώτα στον πατέρα μου τον Νηρέα, ώστε να γνωρίσεις και τις αδελφές μου. Εκεί εξάλλου θα είμαστε ασφαλείς από τις Σειρήνες και τις Γοργόνες.» - «Τέλεια», συμφώνησε ο Γλαύκος. Ακόμα ήταν στα ρηχά, έτσι σηκώθηκε στα δύο του πόδια και περίμενε να μεταμορφωθεί η Πρωτομέδεια, έχοντας το κεφάλι του μέσα στην θάλασσα. Αυτό που αντίκρισε ήταν μαγικό. Μία μικρή άσπρη δίνη νερού ξεκίνησε κυκλικά να απλώνεται σιγά - σιγά από το κεφάλι έως τα πόδια της Πρωτομέδειας. Χιλιάδες φυσαλίδες νερού στροβιλίζονταν γύρω από το ανθρώπινο κορμί της έως ότου το κάλυψαν ολόκληρο. Ο Γλαύκος νόμιζε πως έβλεπε όνειρο κι είχε γουρλώσει τα μάτια του... Το μόνο που μπορούσε να δει πλέον ήταν η άσπρη δίνη να στροβιλίζεται, σταδιακά από τα πάνω και να αποκαλύπτεται ισχνά το κεφάλι ενός δελφινιού. Όταν η δίνη εξαφανίστηκε εμφανίστηκε μπροστά του το δελφίνι - Πρωτομέδεια! Ο Γλαύκος προσπαθούσε να συνέλθει από το σοκ. Η Πρωτομέδεια- δελφίνι με μία απίστευτα γρήγορη κίνηση, πετάχτηκε έξω από το νερ��, έκανε μία στροφή γύρω από τον εαυτό της και στη συνέχεια κολύμπησε πίσω από τον Γλαύκο. Μέχρι να καταλάβει ο Γλαύκος τι έγινε, η Πρωτομέδεια ήδη ακουμπούσε το ρύγχος της παιχνιδιάρικα στα πόδια του Γλαύκου. - «Γλαύκε τι λες, θα με βοηθήσεις για να πάμε τη βόλτα; Άνοιξε τα πόδια σου για να σε πάρω στην πλάτη μου.» - «Φυσικά» είπε ο Γλαύκος κι αμέσως η Πρωτομέδεια γλίστρησε κάτω από τα πόδια του περιμένοντας να την αγκαλιάσει. Μόλις την αγκάλιασε η Πρωτομέδεια- δελφίνι κολύμπησε γρήγορα με ρυθμικές κινήσεις προς τα βαθιά. Αυτό που συνέβαινε ήταν πρωτόγνωρο. Ένοιωθε το θαλασσινό νερό να γλιστράει στο σώμα του τραβώντας τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, όπως ακριβώς συμβαίνει και όταν τρέχεις με ένα άλογο πολύ γρήγορα. Γύρω του ο βυθός άλλαζε χρώμα κι όσο πιο βαθιά τον οδηγούσε η Πρωτομέδειαδελφίνι, τόσο πιο σκούρο γινόταν το χρώμα του. Τώρα πια ο βυθός της θάλασσας ήταν σκεπασμένος με τεράστια φύκια που κινούνταν δεξιά και αριστερά, όπως τα σπαρτά την άνοιξη στα λιβάδια της Λήμνου, με διάφορα ψαράκια να μπαινοβγαίνουν μέσα τους. Όσο περνούσε η ώρα, όλο και μεγαλύτερα ψάρια κολυμπούσαν γύρω τους, ενώ το βάθος όλο και μεγάλωνε. Ο Γλαύκος σήκωσε το κεφάλι του κοιτώντας ψηλά προς την επιφάνεια κι είδε το χρώμα της θάλασσας κοντά στην επιφάνεια να έχει μια υπέροχη γαλάζια απόχρωση, καθώς οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν πάνω της. Γραμμές φωτός έσχιζαν την επιφάνεια της μέχρι που σταδιακά χάνονταν στην αγκαλιά της. [15]


Τώρα πλέον είχαν φτάσει πολύ βαθιά και τα νερά ήταν πολύ πιο σκούρα. Κοίταξε ξανά προς την επιφάνεια , η οποία όμως έδειχνε τώρα τόσο μακριά. Κοίταξε μπροστά τους και είδε πολλά μεγάλα βράχια, καθώς το τοπίο άρχισε να γίνεται όλο και πιο άγριο. Πάνω στην επιφάνεια ενός μεγάλου βράχου ένα τεράστιο καφέ χταπόδι μετακινιόταν με γρήγορες κινήσεις. Ο Γλαύκος ανατρίχιασε βλέποντας το μέγεθος του χταποδιού και έσφιξε ακόμα πιο σφικτά την Πρωτομέδεια. - «Σε λίγο φτάνουμε», του είπε η Πρωτομέδεια, καθώς κατάλαβε πως ο Γλαύκος είχε αρχίσει να φοβάται λίγο. Ξαφνικά ο βραχώδης βυθός μπροστά τελείωσε και άρχισαν να κατεβαίνουν μία απότομη βραχώδη χαράδρα. Τα βράχια ήταν σκεπασμένα με πολύχρωμα κοράλλια, ενώ εκατοντάδες σμήνη μικρών και μεγάλων ψαριών τριγύρναγαν στους βράχους. Τότε από το βάθος άρχισαν να έρχονται και άλλα δελφίνια, τα οποία μόλις έφτασαν κοντά τους, άρχισαν να κάνουν κύκλους γύρω τους, και να περνάνε από πάνω και από κάτω τους, παιχνιδιάρικα. - «Καλώς ήρθες Γλαύκε στο σπίτι μας» , άκουσε μέσα στο κεφάλι του να λένε πολλές φωνές ταυτόχρονα με τον μαγικό τρόπο που χρησιμοποίησε και η Πρωτομέδεια. Και συνέχισαν τον παιχνιδιάρικο χορό γύρω τους. - «Καλά κατάλαβες Γλαύκε», είπε η Πρωτομέδεια, «είναι κάποιες από τις αδελφές μου». - «Γεια σας», απάντησε ο Γλαύκος «είμαι πολύ χαρούμενος που βρίσκομαι μαζί σας εδώ. Ξαφνικά είδε μπροστά του έναν τεράστιο βράχο στον βυθό που έμοιαζε με λόφο, ο οποίος είχε πολλά ανοίγματα στο πλάι του, από όπου μπαινόβγαιναν διάφορα θαλάσσια πλάσματα. Όσο πλησίαζαν όμως, είδε πως ο βράχος ήταν σκεπασμένος με υπέροχα χρώματα και αντανακλούσε το λιγοστό φως που έφτανε εδώ, ώστε έλαμπε εκθαμβωτικά λες και φωτιζόταν με ένα μαγικό τρόπο. Σε λίγο έμπαιναν μέσα σε μία από τις εισόδους του βράχου. Μόλις μπήκαν μέσα, ένα υπέροχο φως πλημμύριζε τον χώρο από ένα θόλο στο κέντρο του βράχου ο οποίος ήταν ανοικτός, παρότι δεν φαινόταν από έξω. Γύρω - γύρω εσωτερικά υπήρχαν πολλές στοές, ενώ στο κέντρο υπήρχαν πολύχρωμα κοράλλια απίστευτης ομορφιάς, κοχύλια, και μεγάλοι υπέροχοι ναυτίλοι. Στο κέντρο του θαλάσσιου αυτού κήπου, υπήρχε ένας θρόνος ο οποίος ήταν φτιαγμένος από δύο τεράστιες αχιβάδες. Η μία αχιβάδα ήταν η βάση πάνω στην οποία βρισκόταν μία άλλη ανοιχτή αχιβάδα, μέσα στην οποία υπήρχε ο θρόνος σε σχήμα διπλωμένου αστερία, πάνω στον οποίο καθόταν ο Νηρέας ο «γέροντας της θάλασσας» όπως ήταν γνωστός. Ο Νηρέας είχε μεγαλοπρεπή όψη, όπως άρμοζε σε ένα θεό. Στην όψη έμοιαζε με άνθρωπο, αλλά αντί για μαλλιά το κεφάλι του κάλυπταν πράσινα φύκια, όπως επίσης και τα γένια του. Το σώμα του ήταν γυμνό από την μέση και πάνω, ενώ από την μέση και κάτω είχε ουρά ψαριού. Ήταν γνωστό πως ο Νηρέας ήταν αγαθός, αξιαγάπητος, «είχε σκέψεις αγαθές και ποτέ δεν έλεγε ψέματα». Ο Γλαύκος είχε μάθει στην ιστορία, πως όταν ο Ηρακλής σε έναν από τους άθλους του έψαχνε τον κήπο των Εσπερίδων, είχε ρωτήσει τις Νύμφες του ποταμού της Ιλλυρίας Ηριδανού, αν ήξεραν να του δείξουν το δρόμο. Αυτές με τη σειρά τους τον προέτρεψαν να ρωτήσει το γέρο Νηρέα, για το ποιον δρόμο έπρεπε να ακολουθήσει για να βρει τον κήπο. Ο Νηρέας που τώρα στεκόταν μπροστά του - ποίος θα το πίστευε- δεν ήταν και τόσο πρόθυμος να βοηθήσει τον Ηρακλή και ο ήρωας έπρεπε να τον ζορίσει. Αρχικά ο Ηρακλής προσπάθησε να τον συλλάβει ενώ κοιμόταν, αλλά ο Νηρέας ξύπνησε και μεταμορφωμένος άλλοτε σε νερό, άλλοτε σε φωτιά προσπάθησε να ξεφύγει. Ο Ηρακλής, όμως τον έπιασε και αφού ο Νηρέας πήρε την αρχική του μορφή του έδειξε το δρόμο. [16]


«Αυτός λοιπόν είναι ο Νηρέας», σκέφτηκε ο Γλαύκος, ποιος θα το πίστευε πως ένας μικρός θνητός όπως ο Γλαύκος θα βρισκόταν τώρα εδώ στο βασίλειο του και θα συνομιλούσε μαζί του. Η Πρωτομέδεια - δελφίνι, σταμάτησε για να κατέβει από την ράχη της ο Γλαύκος. Την ίδια στιγμή και τα υπόλοιπα δελφίνια, οι αδελφές της δηλαδή που είχαν έρθει να τους υποδεχτούν, οχτώ στον αριθμό, σταμάτησαν δίπλα τους. Μόλις ο Γλαύκος άφησε την Πρωτομέδεια, αυτή και οι αδελφές της άρχισαν πάλι να μεταμορφώνονται σε γυναίκες. Παρότι είχε ήδη δει μια φορά τη διαδικασίας της μεταμόρφωσης δια μέσω της δίνης όταν μεταμορφωνόταν η Πρωτομέδεια, το να βλέπει κανείς ταυτόχρονα εννέα τέτοιες παράξενες μεταμορφωτικές δίνες γύρω του ήταν εκπληκτικό. Οι οχτώ αδελφές της Πρωτομέδειας έτρεξαν και κάθισαν στην ουρά και στο πλάι του πατέρα τους Νηρέα, ο οποίος έδειχνε ευτυχισμένος με τόσες γυναίκες να τον περιποιούνται. Ποίος δεν θα ήταν εξάλλου ευχαριστημένος με πενήντα κόρες – γιατί τόσες ήταν οι κόρες του οι Νηρηίδες - και με μία θεά ως σύζυγο, να τον περιποιούνται; - «Καλώς ήρθες Γλαύκε στο σπίτι μου, έλα αγόρι μου δίπλα μου», άκουσε την ήρεμη φωνή του γέρο Νηρέα, ο οποίος του έκανε ταυτοχρόνως σήμα με την παλάμη του να πλησιάσει. Στο χέρι του κράταγε ένα σκήπτρο που στην κορυφή του είχε ένα σμιλεμένο δελφίνι. Δίπλα του, δεξιά και αριστερά από τον θρόνο του, κάθονταν δύο Ιχθυοκένταυροι, ο Βυθός και ο Αφρός. Αυτοί ήταν οι δίδυμοι γιοί του Κρόνου και της Φιλύρας και ήταν ετεροθαλή αδέλφια του σοφού Κενταύρου Χείρωνα. Το πάνω μέρος του σώματος τους ήταν όμοιο με ανθρώπινο, στο κάτω μέρος όμως είχαν σώμα αλόγου το οποίο αντί για πίσω πόδια, είχε ουρά ψαριού. Στο πάνω μέρος του κεφαλιού τους είχαν, ο μεν Αφρός κεραίες αστακού, ο δε Βυθός δαγκάνες αστακού. Αυτό ήταν και το μοναδικό διακριτικό από το οποίο θα μπορούσε να τους ξεχωρίσει κάποιος άλλωστε, εφόσον στη μορφή ήταν ακριβώς ίδιοι. Η εμφάνιση τους είναι αλήθεια ότι φόβισε αρκετά τον Γλαύκο, ο οποίος προσπάθησε όμως να μην το δείξει. Η Πρωτομέδεια που στεκόταν δίπλα στον Γλαύκο, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε να καθίσει δίπλα στον Νηρέα. Ο Γλαύκος, παρότι βρισκόταν μέσα στο νερό, είχε κοκκινίσει από την ντροπή και τον σεβασμό του. Μόλις κάθισε δίπλα του, ο Νηρέας του χαμογέλασε και του χάιδεψε τα πυκνά κατσαρά μαλλιά του, που βέβαια μέσα στην θάλασσα «χόρευαν ακατάστατα δεξιά και αριστερά δείχνοντας μάλλον αστεία. - «Λοιπόν έμαθα πώς βοήθησες την κόρη μου την Πρωτομέδεια. Έργο της Πρωτομέδειας είναι να μας φροντίζει πάντα πρώτη όλους, αλλά αυτή τη φόρα την φρόντισες εσύ, με ιδιαίτερη αγάπη. Έμαθα επίσης, πως αγαπάς πολύ την θάλασσα και πως ήταν επιθυμία σου να γνωρίσεις τον κόσμο του βυθού, κάτι που κανένας άνθρωπος δεν έχει γνωρίσει πριν. Θα φροντίσουμε να περάσεις καλά τον λίγο χρόνο που θα βρίσκεσαι μαζί μας, εάν φυσικά αυτό επιθυμείς. - «Φυσικά, θα το ήθελα πολύ, είναι το όνειρο μου σας ευχαριστώ πολύ, » είπε με κατεβασμένα μάτια ο Γλαύκος καθώς φοβόταν να κοιτάξει στα μάτια τον Νηρέα. - «Πρωτομέδεια μήπως θα έπρεπε να συστήσεις τις αδελφές σου στον Γλαύκο»; είπε χαμογελώντας ο Νηρέας. Οι πανέμορφες αδελφές της Πρωτομέδειας χαμογελούσαν παιχνιδιάρικα και ψιθύριζαν μυστικά η μία στην άλλη προφανώς για τον Γλαύκο, κάτι που του προκαλούσε ιδιαίτερη αμηχανία. Είχαν όλες ξανθά μαλλιά και πράσινα μάτια, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να πει πια ήταν πιο όμορφη, καθώς η κάθε μία είχε την δική της ξεχωριστή ομορφιά. Είχαν νεανικά πρόσωπα και το μόνο σίγουρο ήταν πως θα έκαναν ευχάριστη παρέα, καθώς το χαμόγελο ήταν μόνιμο στα χείλια τους. [17]


- «Φυσικά πατέρα, παράλειψη μου. Γλαύκε αυτή είναι η Γαλήνη είπε η Πρωτομέδεια», δείχνοντας τη Νηρηίδα που καθόταν αριστερά και δίπλα στον Γλαύκο και τον Νηρέα. Η Γαλήνη του χαμογέλασε, κουνώντας ταυτόχρονα τα δάχτυλα της παλάμης της σε φιλικό χαιρετισμό. «Η Γαλήνη μας φέρνει την ηρεμία στην φουρτουνιασμένη θάλασσα.» Η Γαλήνη έκανε ένα μορφασμό επιδοκιμασίας. «Η Ευκράτη μας», συνέχισε δείχνοντας δίπλα στην Γαλήνη, «ηρεμεί τα κύματα όπως καταλαβαίνεις κάνουν πολύ παρέα αυτές οι δύο!!!» Οι δύο αδελφές αγκαλιάστηκαν χαμογελώντας. - «Αυτή είναι η Νημερτής», είπε η Πρωτομέδεια δείχνοντας την, «που φημίζεται για τη φιλαλήθεια της, εν�� οι Νησαία και Νησώ έχουν υπό τη δικαιοδοσία τους τα νησιά.» Όλες μαζί έκαναν νεύμα στον Γλαύκο που ανταπέδωσε με το καλύτερο του χαμόγελο. Δείχνοντας τώρα δεξιά η Πρωτομέδεια σύστησε την Παντοπορεία η οποία βρίσκει πάντα διέξοδο. «Άρα αν ποτέ χαθείς στον βυθό ξέρεις ποια να καλέσεις, γνωρίζει κάθε πέτρα κάθε δρόμο και κάθε αστέρι στον Ουρανό.» - «Ω τα παράλεει η αδελφή μου αλλά αν ποτέ με χρειαστείς θα χαρώ να σε συμβουλέψω», του είπε η Παντοπορεία. - «Σε ευχαριστώ πολύ θα το θυμάμαι σίγουρα», είπε χαρούμενος ο Γλαύκος. - «Η Πολυνόη μας», συνέχισε τις συστάσεις η Πρωτομέδεια, «γνωστή για τη σοφία της και η Προνόη, γνωστή για την προνοητικότητα της. Τέλος οι σοφοί μας δάσκαλοι Αφρός και Βυθός, φύλακες και προστάτες μας.» Οι δύο Ιχθυοκένταυροι κούνησαν τις δαγκάνες και κεραίες αστακού που είχαν στο κεφάλι τους σε ένδειξη χαιρετισμού. - «Χαίρω πολύ» είπε ντροπαλά και ίσως φοβισμένα ο Γλαύκος απευθυνόμενος στους Ιχθυοκένταυρους. Αφού τελείωσαν οι συστάσεις , πήρε ξανά τον λόγο ο Νηρέας. - «Όπως διαπιστώνεις Γλαύκε είμαι τυχερός πατέρας. Δεν μου λείπει ποτέ η φροντίδα, το τραγούδι και ο χορός, οι κόρες μου φροντίζουν για αυτό. Αν και αυτήν τη στιγμή όπως σου εξήγησε η Πρωτομέδεια αντιμετωπίζουμε μία δυσάρεστη κατάσταση, που μας χαλάει λίγο την διάθεση..» - «Ναι μου εξήγησε πως αυτό οφείλεται στον πόλεμο που έχουμε στην στεριά», απάντησε ο Γλαύκος. - «Έτσι είναι, αλλά τα πράγματα για εμάς εδώ είναι παροδικά καθώς χρόνος μας είναι η αιωνιότητα και δεν κινδυνεύουν οι ψυχές μας να παρασυρθούν για πάντα από το κακό παρά μόνο παροδικά. Στις ανθρώπινες κοινωνίες όμως, η μάχη που γίνεται στις ψυχές των ανθρώπων είναι πολύ πιο σημαντική και έχει σοβαρές συνέπειες. Οι άνθρωποι δεν έχουν παρά μια μονάχα στιγμή στη διάθεση τους, το παρόν. Όπως ο Ηρακλής έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα σε δύο δρόμους, έτσι και οι άνθρωποι καλούνται να κάνουν τις επιλογές τους, να διαλέξουν την ατραπό τους. Η απόφαση αυτή δεν είναι εύκολη. Φαντάσου Γλαύκε πως γίνεται μία αιώνια μάχη μεταξύ δύο λύκων που υπάρχουν μέσα σε όλους τους ανθρώπους. Ο ένας λύκος είναι το Κακό, που αντιπροσωπεύει τον θυμό, τη ζήλια, τη θλίψη, την απογοήτευση, την απληστία, την αλαζονεία, την ενοχή, την προσβολή, την κατωτερότητα, τα ψέματα, τη ματαιοδοξία, την υπεροψία και το εγώ. Ο άλλος είναι το Καλό και αντιπροσωπεύει τη χαρά, την ειρήνη, την αγάπη, την ελπίδα, την ηρεμία, την ταπεινοφροσύνη, την ευγένεια, τη φιλανθρωπία, τη συμπόνια, τη γενναιοδωρία, την αλήθεια, την ευσπλαχνία και την πίστη στους Θεούς. Αυτός που θα νικήσει τελικά είναι αυτός που ταΐζει ο κάθε ένας [18]


περισσότερο στην ψυχή του. Εάν επικρατήσει το κακό, τότε οι κοινωνίες γίνονται άγριες αγέλες, επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και όχι του δικαίου. Οι κοινωνίες και οι άνθρωποι ‘μικραίνουν’. Όπως καταλαβαίνεις Γλαύκε οι επιλογές και οι αποφάσεις που παίρνει ο κάθε άνθρωπος καθορίζουν το μέλλον το δικό του, όσο και των επομένων γενεών που ακολουθούν. Και αυτό διότι ο κάθε άνθρωπος είναι η συνέχεια των προγόνων του. Η αξία ενός ανθρώπου εξετάζεται με βάση ότι δίνει και όχι ότι μπορεί να λάβει. Σημαντικό δεν είναι αυτό που παίρνεις αλλά κυρίως αυτό που δίνεις. Ο Ηρακλής στον γυρισμό του από τον κήπο των Εσπερίδων μου είπε μία διδακτική ιστορία, την οποία του την διηγήθηκε εκεί ένας σοφός γέρος και θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σου. Είμαι σίγουρος πως θα σου αρέσει. Οι άνθρωποι εκεί ονομάζουν τον δημιουργό του κόσμου, μεγάλο Πνεύμα. Αυτό έφτιαξε όλα τα πράγματα και έδωσε στους Πρώτους Ανθρώπους δώρα, κλεισμένα σε σκαλισμένα κουτιά από κέδρο. Οι Πρώτοι Άνθρωποι ήταν τα ζώα, τα πλάσματα που υπήρχαν πριν από αυτούς. Σε ένα κουτί υπήρχε το νερό. Και όταν το κουτί ανοίχτηκε, όλο το νερό βγήκε έξω και ανέβηκε στον ουρανό. Έτσι έγιναν τα σύννεφα. Μετά, έπεσε σαν βροχή από τον ουρανό και σχημάτισε τα ποτάμια που χύθηκαν στα μεγάλα κοιλώματα και έγινε η θάλασσα. Σε ένα άλλο κουτί, ήταν όλα τα βουνά. Τοποθετήθηκαν εκεί που στέκονται ακόμα, μέχρι σήμερα. Σε άλλα δύο κουτιά, ήταν όλοι οι σπόροι των φυτών και ο άνεμος, που φύσηξε και τους σκόρπισε στις τέσσερις γωνιές του κόσμου... Όλα τα πρώτα ζώα - άνθρωποι άνοιξαν τα κουτιά τους, εκτός από τον Γλάρο. Στο κουτί του Γλάρου ήταν όλο το φως του κόσμου. Όμως, ο Γλάρος, κράταγε σφιχτά επάνω του το κουτί, χωρίς να το ανοίγει. Έτσι, τον πρώτο καιρό, στον κόσμο υπήρχε μόνο σκοτάδι...Τα ζώα - άνθρωποι ζητούσαν από τον Γλάρο να ανοίξει το κουτί, αλλά αυτός δεν δεχόταν και κράταγε το κουτί κάτω από τη φτερούγα του, σφιχτά. Έτσι, όλα τα πρώτα ζώα - άνθρωποι ζήτησαν τη βοήθεια του Κόρακα, που ήταν ξάδελφος του Γλάρου. Και τι δεν δοκίμασε ο Κόρακας για να πείσει τον Γλάρο να ανοίξει το κουτί με το φως του κόσμου. Τον παρακάλεσε, τον κολάκεψε, τον απείλησε,.. τίποτα! Σκέφτηκε τότε ο Κόρακας, νευριασμένος: ‘Ο Γλάρος κάνει κακό σε Όλα τα πρώτα ζώα ανθρώπους. Του αξίζει να του μπει ένα αγκάθι στο πόδι...’ Ότι σκεφτότανε ο Κόρακας, γινόταν πραγματικότητα. Έτσι, ο Γλάρος ξαφνικά άρχισε να φωνάζει από πόνο: “Το πόδι μου, το πόδι μου, κάτι τρύπησε το πόδι μου!..’ Ο Κόρακας προσφέρθηκε να βοηθήσει, σαν να μην ήξερε τι είχε συμβεί. Έσκυψε, λοιπόν, είδε το αγκάθι, αλλά αντί να το τραβήξει έξω το έσπρωξε ακόμα πιο μέσα! ‘Ωχ, Γλάρε μου, με συγχωρείς. Δεν βλέπω τι κάνω. Μακάρι να υπήρχε φως, έστω και λίγο,.. Θα έβλεπα τι είναι αυτό που σε πονάει και οπωσδήποτε κάτι θα έκανα...’ Τότε, ο Γλάρος άνοιξε λίγο το καπάκι και άφησε να βγει λίγο φως από το κουτί. Ξέφυγαν πολλά μόρια φωτός, ξεχύθηκαν στον ουρανό και ο Κόρακας ήταν ο πρώτος που είδε τα Αστέρια. Και ήταν πολύ όμορφα... Έσκυψε ξανά ο Κόρακας κοντά στο πόδι του Γλάρου και έσπρωξε ακόμα πιο μέσα το αγκάθι. Ο Γλάρος έβγαλε δυνατή κραυγή από τον πόνο κλαίγοντας... ‘Με συγχωρείς, δεν υπάρχει αρκετό φως. Άνοιξε ακόμα λίγο το κουτί’ είπε ο Κόρακας. [19]


Ο Γλάρος σήκωσε λίγο ακόμα το καπάκι, έτσι ώστε να βγει ένα αμυδρό φως, το οποίο υψώθηκε στον ουρανό. Ο Κόρακας ήταν ο πρώτος που είδε το Φεγγάρι. Και ήταν πολύ όμορφο... Ο Κόρακας έσκυψε ξανά και έσπρωξε πιο βαθιά το αγκάθι μέσα στο πόδι του Γλάρου. Ο Γλάρος έβγαλε μια δυνατή κραυγή, άνοιξε και τα δύο φτερά του και το κουτί έπεσε κάτω. Το καπάκι άνοιξε και μέσα από το κουτί βγήκε μια τεράστια μπάλα από φωτιά η οποία τινάχτηκε ψηλά στον ουρανό. Ο Κόρακας δεν μπορούσε να κοιτάξει αυτό το τόσο δυνατό φως, δεν μπορούσε να κοιτάξει ...τον Ήλιο! Μπόρεσε όμως να δει καθαρά και να βγάλει το αγκάθι από το πόδι του Γλάρου... Ο Γλάρος τότε κατάλαβε ότι η απροθυμία του να δώσει αυτό που κατείχε, του έφερνε πόνο. Μόνο όταν δίνεις χωρίς ενδοιασμούς, φεύγει ο πόνος και ανοίγει ο δρόμος για την ελευθερία. Για αυτό Γλαύκε εάν πας ποτέ στα μέρη που ζει ο Γλάρος, θα δεις ότι μερικές φορές το πουλί αυτό σηκώνει το ένα του πόδι και στέκεται στο άλλο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο πόνος από το αγκάθι δεν έχει ξεχαστεί... - «Σε κούρασα Γλαύκε με την πολυλογία μου », χαμογέλασε ο Νηρέας. - «Όχι σεβάσμιε Νηρέα», απάντησε ο Γλαύκος, «τα λόγια σου είναι σοφά. Εύχομαι όλοι οι άνθρωποι να μπορούσαν να σκεφτούν όπως με συμβουλεύεις. Θα ήθελα να σταματήσει ο πόνος που προκαλεί ο πόλεμος, τόσο εδώ όσο και στην στεριά. Αλλά είμαι μικρός και ο κόσμος των μεγάλων είναι σκληρός, δεν νομίζω πως ένα παιδί σαν και εμένα μπορεί να τους πείσει να αλλάξουν συνήθειες και συμπεριφορές». -«Γλαύκε μπορεί να είσαι μικρός, αλλά μην ξεχνάς πως πολλές φορές το μυαλό και η καρδία είναι πανίσχυρα όπλα αν χρησιμοποιηθούν σωστά.» - «Θα ήθελα να δω και να μάθω περισσότερα πράγματα από εσάς. Αν και για να σας πω την αλήθεια, ένας από τους λόγους που ήθελα να ζήσω στον βυθό ήταν για να προστατέψω τους ναυτικούς από τα θαλάσσια τέρατα για τα οποία μιλάνε στις ταβέρνες. Υπάρχουν αυτά τα τέρατα»; O Nηρέας οι κόρες του και οι δύο Ιχθυοκένταυροι γέλασαν φωναχτά. - «Το κρασί Γλαύκε μπορεί να δημιουργήσει πολλά τέρατα, δεν ξέρω να σου πω ποια ακριβώς εννοούν οι ναυτικοί. Μην ξεχνάς πως το πρώτο ποτήρι είναι της χαράς, το δεύτερο του γέλιου και το τρίτο της μέθης και της Ύβρης...Τότε το μυαλό και το κορμί χάνουν τον έλεγχο, και οι ναυτικοί από όσο ξέρω πίνουν αρκετά. Τα τέρατα όμως ακόμη και εάν δεν υπάρχουν μπορούν να δημιουργηθούν. Αυτήν τη στιγμή η αλήθεια είναι πως οι Γοργόνες και οι Σειρήνες έχουν προκαλέσει μεγάλη ανισορροπία στην στεριά και στην θάλασσα, καθώς έχουν δηλητηριάσει με μοχθηρία και δολοφονικά ένστικτα τα πλάσματα, που από την φύση τους είναι κυνηγοί και τρέφονται με άλλα πλάσματα. Στον κύκλο της φύσης το ένστικτο της επιβίωσης μπορεί να κυριαρχεί, αλλά κανένα πλάσμα δεν σκοτώνει από ευχαρίστηση, παρά μόνο για να τραφεί. Φυσικά αυτό δεν ισχύει στις ανθρώπινες κοινωνίες, όπου οι άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους για να επιβάλουν την εξουσία και την κυριαρχία τους στους άλλους ανθρώπους. Δυστυχώς όσο καιρό διαρκεί αυτή η δυσάρεστη κατάσταση οι Γοργόνες με τη συνοδεία ξιφιών, σμερνών, σκυλόψαρων και σαλαχιών σκορπίζουν τον φόβο και τον θάνατο στον βυθό, όχι από ανάγκη αλλά από μοχθηρία. Αν θέλεις λοιπόν να προστατέψεις τα πλάσματα του βυθού από τα τέρατα που σου περιέγραψα, μπορείς, αλλά είσαι σίγουρος ότι θέλεις πραγματικά;» [20]


- «Φυσικά και θα το ήθελα, απλά δεν ξέρω τι θα μπορούσα να κάνω για να σας βοηθήσω», είπε με ενθουσιασμό ο Γλαύκος. Ωραία λοιπόν οι σοφοί μας δάσκαλοι ο Αφρός και ο Βυθός θα σου εξηγήσουν τι μπορεί να γίνει. Θα πρέπει να ξέρεις πως δεν θα δεχόμουν ποτέ να συμμετέχεις σε κάτι τέτοιο, εάν δεν ήταν σημαντική η ανθρώπινη συμμετοχή στην διατήρηση της φυσικής αρμονίας. Θα πρέπει επίσης να σου αποκαλύψω πως σημαντικό ρόλο για την παρουσία σου εδώ, έπαιξε η νύμφη Κυμοπόλεια...» Ο Γλαύκος σήκωσε τα φρύδια του προς τα επάνω σουφρώνοντας ταυτόχρονα τα χείλια του, δείχνοντας πως τώρα καταλάβαινε ότι η παρουσία του στο νησί των Κουκόνων εκείνη την ημέρα, ήταν η αιτία που πραγματοποιήθηκε η ευχή του, ο θρύλος ήταν αλήθεια λοιπόν. Τις σκέψεις του διέκοψαν οι Βυθός και Αφρός που κινήθηκαν προς το μέρος του. Η αλήθεια είναι πως έδειχναν τρομακτικοί, αλλά τα πρόσωπα τους ήταν ήρεμα και την κατάσταση έσωναν οι δαγκάνες και οι κεραίες στα κεφάλια τους που πήγαιναν πέρα δώθε διαρκώς. - «Έλα Γλαύκε πάμε στο διδασκαλείο ακολούθησε μας», είπε με μπάσα φωνή ο Βυθός. Ο αδελφός του Αφρός δεν είπε τίποτα απλώς κινήθηκε δίπλα από τον αδελφό του. Ο Γλαύκος γύρισε και κοίταξε την Πρωτομέδεια δείχνοντας πως δεν ήταν σίγουρος πως θα ήθελε να μείνει μόνος μαζί τους. - «Θα τα πούμε μετά εμείς Γλαύκε», του είπε με αστραφτερό χαμόγελο η Πρωτομέδεια. Ήταν τόσο όμορφη που κάθε φορά που την έβλεπε ένοιωθε ένα σφίξιμο στην καρδιά, παράξενο συναίσθημα, σίγουρα όμως όμορφο. Μαζί της ένοιωθε πολύ όμορφα. Τώρα όμως έπρεπε να μείνει μόνος με τους σοφούς όπως του είπαν, αδελφούς Ιχθυοκένταυρους. Καθώς τους ακολουθούσε δεν μπόρεσε να μην συσχετίσει την στιγμή με τους ήρωες που πάντα θαύμαζε τον Κάστωρα και τον Πολυδεύκη, τον μεγάλο ιατρό Ασκληπιό, τον Ιάσονα και προπάντων τον Αχιλλέα, που είχαν ως δάσκαλο τον σοφό Κένταυρο Χείρωνα. Μήπως ονειρεύομαι σκέφτηκε και τσίμπησε κρυφά το πόδι του. Αλλά τίποτα δεν συνέβη. Βρισκόταν ακόμα εκεί ανάμεσα στον Βυθό και τον Αφρό, κολυμπώντας προς μία από τις εσωτερικές πύλες που υπήρχαν πίσω από τον θρόνο του Νηρέα, ο οποίος περιτριγυρισμένος από τις κόρες του γέλαγε δυνατά. Μόλις πλησίασαν σε αυτό που νόμιζε πόρτα οι αδελφοί Αφρός και Βυθός που προπορεύονταν πέρασαν απλά από μέσα της. Ομόκεντροι κύκλοι απλώθηκαν στην επιφάνεια του πράγματος αυτού που έμοιαζε με πόρτα από το σημείο που πέρασαν οι δύο δίδυμοι, όπως γίνεται όταν πετάς μία πέτρα στην επιφάνεια μίας λίμνης, μόνο που εδώ βρίσκονταν ήδη στο νερό! Ο Γλαύκος είχε μείνει έξω κοιτώντας αποσβολωμένος. - «Γλαύκε έλα σε παρακαλώ, πέρασε σε περιμένουμε», άκουσε την φωνή κάποιου από τους διδύμους αδελφούς. Μάζεψε το κουράγιο του και πέρασε την παράξενη πόρτα. Δεν ένοιωσε τίποτα καθώς πέρναγε. Η παράξενη πόρτα ήταν σαν κουρτίνα, απλά δεν μπορούσες να δεις από έξω προς τα μέσα και αντίστροφα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα στερεό που να σε εμποδίζει να περάσεις από μέσα της. Μόλις ο Γλαύκος μπήκε μέσα είδε τους δίδυμους στο κέντρο του κυκλικού δωματίου. Το δωμάτιο ήταν σκαλισμένο σε όλο το μήκος του συμμετρικά με τετράγωνες θυρίδες, στις οποίες υπήρχαν λεπτές πέτρινες πλάκες που προφανώς ήταν βιβλία. Γύρω - γύρω υπήρχαν ναυτίλοι κολλημένοι στα βραχώδη τοιχώματα του δωματίου οι οποίοι φώτιζαν με ένα υπέροχο φως όλο το δωμάτιο. Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε ένα στρογγυλό πέτρινο τραπέζι, που πλαισιωνόταν περιμετρικά από ένα επίσης πέτρινο κυκλικό στασίδι. Εκεί τον περίμεναν οι Δίδυμοι. Οι κεραίες και οι δαγκάνες στα κεφάλια τους ακόμα κουνιόντουσαν πέρα δώθε. Το θέαμα ήταν αστείο αλλά ο Γλαύκος κρατήθηκε να μην γελάσει. [21]


- «Έλα και κάθισε ανάμεσα μας Γλαύκε», είπε ήρεμα ο Βυθός. Ο Γλαύκος κάθισε στο κέντρο ανάμεσα στους δύο αδελφούς και σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο πέτρινο τραπέζι. Κανείς δεν μίλαγε. Ο Γλαύκος ένοιωθε αμηχανία και κοίταγε απλώς τα χέρια του. Ξαφνικά ο Αφρός μίλησε. - «Υπάρχουν δύο τρόποι να μάχεται ένας άνθρωπος Γλαύκε. Μέσω της λογικής και της εξυπνάδας και μέσω της μυϊκής δύναμης. Ο πρώτος τρόπος ταιριάζει στον άνθρωπο και ο δεύτερος στα θηρία. Πολλές φορές όμως ο πρώτος τρόπος είναι δυστυχώς ανεπαρκής για τους περισσότερους καθώς δεν μπορούν να ελέγξουν τα άγρια ένστικτα τους, έτσι οι περισσότεροι καταφεύγουν στον δεύτερο». Ο Αφρός σκέφτηκε για λίγο παραμένοντας σιωπηλός και μετά από λίγο συνέχισε : - «Τόσο εμείς όσο και ο Κένταυρος Χείρωνας, είμαστε δάσκαλοι ηρώων». Παρατήρησε σώμα μας. Τι βλέπεις»; - «Βλέπω δύο Ιχθυοκένταυρους που έχουν σώμα ψαριού, αλόγου και ανθρώπου,», είπε ο Γλαύκος προσέχοντας να μην του ξεφύγει κάποιο χαμόγελο για τις κεραίες και τις δαγκάνες αστακού!!! - «Μάθε να βλέπεις πέρα από εκεί που βλέπουν τα μάτια Γλαύκε», είπε ο Βυθός. - «Το κατώτερο τμήμα του σώματος μας δεν έχει τυχαία τη μορφή α-λόγου, ενώ το ανώτερο έχει την μορφή ανθρώπου. Αυτό συμβολίζει την ανωτερότητα του ανθρώπου έναντι του ζωικού βασιλείου. Οι κεραίες μας, που τις βρίσκεις αστείες, συμβολίζουν τον συνειδητοποιημένο άνθρωπο που έχει επαφή με την Θεία υπόσταση του. Αυτό όμως είναι κάτι που θα καταλάβεις με τον χρόνο όταν μεγαλώσεις. Οι ήρωες πολεμάνε για αυτό τον λόγο, για να ‘εξυψώσουν’ την ανθρωπότητα. Για αυτό στο τέλος γίνονται Ημίθεοι. Αντίθετα από τις χθόνιες δυνάμεις που τρέφονται από την καταστροφή και τα αρνητικά συναισθήματα. Αυτήν τη στιγμή ο Φόρκυς και οι κόρες του, οι τρεις Γοργόνες, η Σθενώ, η Ευρυάλη και η Μέδουσα, αλλά και οι τρεις σειρήνες, η Αγλαόφωνη, η Μόλπη και η Θελξινόη, εκφράζουν τις χθόνιες δυνάμεις. Η κατάσταση είναι κρίσιμη καθώς πολλά πλάσματα της θάλασσας χάνονται. Το πρόβλημα είναι πως Θεοί δεν μπορούν να φυλακίσουν Θεούς για τις ανθρώπινες υποθέσεις. Συνεπώς η δική σου συνεισφορά θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά σημαντική Γλαύκε, στη σύλληψη του Φόρκυ και των θυγατέρων τους, ώστε να σταματήσουν να χάνονται ζωές. Σχεδιάζουμε μία επιχείρηση στις εσχατιές της νύχτας πέρα από τον Ατλαντικό ωκεανό, στις Εσπερίδες, εκεί όπου κατοικούν οι Γοργόνες. Αν είμαστε τυχεροί και τις αιφνιδιάσουμε, ίσως μπορέσουμε με την βοήθεια σου να τις πιάσουμε και να τις εμποδίσουμε να συνεχίσουν το καταστροφικό τους έργο. Αν είμαστε τυχεροί ίσως βρούμε και τον πατέρα τους Φόρκυ εκεί, αν όχι, ίσως χρειαστεί να πάμε στην Τριτωνίτιδα λίμνη της Λιβύης, όπου έχει το βασίλειο του». Ο Γλαύκος άκουγε τα λόγια του Βυθού με προσοχή και ενθουσιασμό. - «Εγώ πως θα μπορέσω σας βοηθήσω;», ρώτησε με λαχτάρα ο Γλαύκος. Τον λόγο πήρε ξανά ο Αφρός. - «Η Νύμφη Κυμοπόλεια έχει μεσολαβήσει στον πατέρα της Θαλασσοκράτορα Ποσειδώνα, ο οποίος θα κάνει τα ‘στραβά μάτια’ σε ότι συμβεί. Ο σοφός Νηρέας έχει ζητήσει από τον Ήφαιστο να φτιάξει για εσένα μία ειδική πανοπλία και μία μοναδική Βαλλίστρα η οποία θα διαθέτει βέλη με πολλαπλές κεφαλές που θα είναι ενωμένες μεταξύ τους με ατσάλινο δίχτυ. Όταν τα βέλη [22]


εκτοξεύονται προς τον στόχο, οι κεφαλές ανοίγουν κυκλικά και κλείνουν μόλις το κεντρικό στέλεχος χτυπήσει σε οτιδήποτε σκληρό αντικείμενο. Αν είσαι καλός στο σημάδι, ίσως σταθούμε τυχεροί και έτσι αιχμαλωτίσεις τις γοργόνες και τις σειρήνες με τον Πατέρα τους.» Εκείνην τη στιγμή μπήκε χαμογελώντας στο δωμάτιο περνώντας τις παράξενες εισόδους, η προσωποποίηση της ομορφιάς η Πρωτομέδεια. - «Μπορώ να πάρω τώρα τον Γλαύκο σοφοί δάσκαλοι;», ρώτησε. Οι δίδυμοί έγνεψαν «ναι» με ένα νεύμα του κεφαλιού τους προς τα κάτω, φέροντας τις κεραίες και τις δαγκάνες τους σε πρώτο πλάνο! Στους διδύμους ήταν σίγουρο πως δεν τους άρεσαν τα πολλά λόγια. Σίγουρα ήταν υπέρμαχοι της σύντομης ομιλίας που καθιέρωσαν οι Σπαρτιάτες. «Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν», έλεγαν. - «Έλα καλέ μου, πάμε να ξεκουραστείς για απόψε, αύριο μας περιμένει μία δύσκολη ημέρα», του είπε η Πρωτομέδεια, απλώνοντας το χέρι της για να το πάρει στο δικό του. Ο Γλαύκος πετάχτηκε επάνω, τρόπος του λέγειν φυσικά, καθώς οι κινήσεις για το ανθρώπινο σώμα στο νερό είναι αναγκαστικά νωχελικές. «Σας ευχαριστώ πολύ», είπε στους διδύμους και έπιασε το βελούδινο χέρι της Πρωτομέδειας. Βγήκαν από το διδασκαλείο στον κεντρικό πολύχρωμο χώρο που βρίσκονταν ο θρόνος του Νηρέα. Κανείς δεν βρισκόταν πλέον εδώ, πέρα από πολλά πολύχρωμα ψάρια σε όλα τα μεγέθη, που κολυμπούσαν μέσα στον χώρο. Η Πρωτομέδεια οδήγησε τον Γλαύκο σε ένα άλλο δωμάτιο απέναντι από το διδασκαλείο. Περνώντας πάλι άλλη μία παράξενη πόρτα - κουρτίνα βρέθηκαν σε ένα μικρό κυκλικό δωμάτιο παρόμοιο με το διδασκαλείο, με τη μόνη διαφορά πως οι τοίχοι δεν είχαν ράφια, αλλά διάφορες υπέροχες τοιχογραφίες με θέματα από την θάλασσα. Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε μία τεράστια ανοιχτή αχιβάδα, η οποία είχε μετατραπεί σε κρεβάτι. Η Πρωτομέδεια τον οδήγησε εκεί να ξαπλώσει. Στην συνέχεια, άπλωσε την παλάμη της στην οποία κρατούσε μία πράσινη στρογγυλή μάζα από φύκια, και του είπε: - «Γλαύκε θέλω να φας αυτά τα φύκια τα οποία θα σε βοηθήσουν να κοιμηθείς αλλά και να ονειρευτείς, καθώς αύριο έχουμε να κάνουμε πάρα πολλά. Θα είναι η ημέρα σου αύριο». Ο Γλαύκος δεν δίστασε καθόλου αυτήν τη φορά. Η γεύση τους ήταν πικρή, παρ’ όλα αυτά την ευχαρίστησε και αφού τα έφαγε, ξάπλωσε στο κρεβάτι αχιβάδα. Η Πρωτομέδεια απήγγειλε τότε μία προσευχή για τον Γλαύκο: «Άπλωσε τα φτερά, Θεέ του Ονείρου, προφητικά μηνύματα να φέρεις. Έλα σωτήρα στους θνητούς ανθρώπους, τρανέ τραγουδιστή, χρησμούς να ψάλεις! Μες στη γαλήνη του γλυκύτατου ύπνου αμίλητα προβαίνεις και, μιλώντας με τις ψυχές, ξυπνάς τον Στοχασμό. Εσύ μες στον βουβό των θνητών ύπνο φέρνεις στη γη βουλές των Μακάρων και στη βουβή ψυχή το μέλλον φανερώνεις, που με συμπόνια ο Νους ο Θείος το κυβερνά, ώσπου η καρδιά το Κάλλος να συλλάβει, που θα οδηγήσει την ζωή του ανθρώπου, γεμάτη από χαρά στη γοητεία». Αμέσως μετά η Νηρηίδα βγήκε έξω και ο Γλαύκος έμεινε μόνος. Είχαν συμβεί τόσα πολλά σήμερα που δεν ήξερε τι να πρωτοσκεφτεί. Αυτά που έζησε ή αυτά που τον περίμεναν την επόμενη ημέρα. Ο Ήφαιστος έφτιαξε πανοπλία και όπλο για αυτόν; Απίστευτο. Ούτε στο όνειρο του δεν είχε τολμήσει να σκεφτεί κάτι τέτοιο. Από την άλλη, πως αυτός ένας μικρός δωδεκάχρονος θα τα έβαζε με τις Γοργόνες και τις Σειρήνες; Η κούραση του ήταν τόσο μεγάλη και το κρεβάτι αχιβάδα τόσο μαλακό, που δεν κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος. [23]


Όταν όμως κοιμήθηκε κάτι μαγικό συνέβη. Η αχιβάδα έκλεισε κρύβοντας τον μικρό Γλαύκο μέσα της. Ταυτόχρονα άρχισε να πάλλεται από το κέντρο της αχιβάδας ένα υπέροχο κιτρινοκόκκινο χρώμα που φώτιζε όλο το δωμάτιο. Φυσικά ο Γλαύκος δεν αισθάνθηκε και δεν είδε τίποτα αφού κοιμόταν. Όλο το βράδυ έβλεπε το ίδιο όνειρο. Ήταν μαζί με τον Αφρό και τον Βυθό σε ένα καταπράσινο λιβάδι και τον μάθαιναν σκοποβολή με ένα παράξενο τόξο. Μαζί τους ήταν και η νύμφη Κυμοπόλεια την οποία δεν είχε δει ποτέ, στο όνειρο του όμως ήξερε ποια είναι. Κάθε φορά που οι δίδυμοι αδελφοί του έδιναν οδηγίες και του ζητούσαν να σημαδέψει, η νύμφη Κυμοπόλεια του άγγιζε το χέρι που σημάδευε και τότε ο Γλαύκος ένοιωθε να τον διαπερνά μία παράξενη ενέργεια που τον έκανε να ανατριχιάζει. Οι βολές του ήταν πάντα εύστοχες, ενώ η ταχύτητα του εξαιρετικά γρήγορη. Το ίδιο συνέβαινε και στις ασκήσεις που έκανε με ένα παράξενο δόρυ που στις άκρες του είχε δύο στρογγυλές μεταλλικές προεξοχές οι οποίες είχαν το σχήμα αχινών με πολύ μακριά αγκάθια. Οι δίδυμοι Ιχθυοκένταυροι του έδειχναν πως να το χρησιμοποιεί. Όταν ερχόταν η στιγμή της εξάσκησης του, η Κυμοπόλεια τον άγγιζε ξανά και το δόρυ αχινός γινόταν παιχνίδι στα χέρια του. Ο Γλαύκος το στριφογυρνούσε γύρω του αλλά και πάνω από το κεφάλι του με μαεστρία. Απέκρουε με ευκολία τα χτυπήματα από τις επιθέσεις των ξύλινων σπαθιών που χρησιμοποιούσαν για αυτό τον λόγο οι Αφρός και Βυθός. Το επόμενο πρωί ο Γλαύκος ξύπνησε νοιώθοντας δύο ζεστά χείλη στο μέτωπο του. Το κρεβάτι αχιβάδα είχε ανοίξει πάλι. Άνοιξε τα μάτια του και είδε από πάνω του την Πρωτομέδεια. Δεν θα μπορούσε φυσικά να φανταστεί ωραιότερο ξύπνημα. Η αγαπημένη του Νηρηίδα του χαμογέλασε. - «Καλημέρα Γλαύκε, σήμερα είναι η μεγάλη ημέρα! Έλα, πάμε έξω σε περιμένουμε.» Ο Γλαύκος σηκώθηκε γρήγορα νοιώθοντας πολύ ξεκούραστος και απίστευτα δυνατός. Οι κινήσεις του ήταν πολύ πιο γρήγορες από ότι συνήθως, χωρίς να κάνει καμία απολύτως προσπάθεια για αυτό. Ανοιγόκλεινε τις παλάμες του και τις κοίταγε με απορία καθώς η κίνηση αυτή γινόταν αβίαστα με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Βγαίνοντας έξω, στην αίθουσα του θρόνου του Νηρέα, ο Γλαύκος αντίκρισε ένα απίστευτα όμορφο θέαμα. Ο Νηρέας σήμερα μοιράζονταν τον θρόνο του με μία όμορφή γυναίκα, τη σύζυγο του Ωκεανίδα Δωρίδα. Εκτός από τον Νηρέα και την Δωρίδα η αίθουσα του θρόνου ήταν γεμάτη από πανέμορφες Νηρηίδες, πρέπει να ήταν όλες εδώ και οι πενήντα!!! Οι δύο Ιχθυοκένταυροι ήταν και αυτοί εδώ, δεξιά και αριστερά του θρόνου του Νηρέα. - «Έλα Γλαύκε, πλησίασε κοντά μας», του είπε ο Νηρέας.-«Κοιμήθηκες καλά;» - «Κοιμήθηκα υπέροχα, και νοιώθω πραγματικά πολύ δυνατός σήμερα.», απάντησε ο Γλαύκος. - «Ωραία αυτό θέλαμε και εμείς. Είσαι έτοιμος λοιπόν να γίνεις ένας μικρός ήρωας. Σου έχουμε ένα μικρό δώρο που θα σου φανεί πολύ χρήσιμο», του είπε ο Νηρέας. Ξαφνικά ένα κυκλικό φως σε μέγεθος μεγάλης ασπίδας εμφανίστηκε μπροστά από τον θρόνο του Νηρέα. Μετά από λίγο το φως σταδιακά εξαφανίστηκε και στη θέση του εμφανίστηκε μία λαμπερή στο χρώμα του μπρούντζου πανοπλία, μία ασπίδα που είχε χαραγμένα επάνω της τα σύμβολα του Ηφαίστου, ένα σφυρί, ένα αμόνι και μία λαβίδα, μία περικεφαλαία, μία βαλλίστρα και το δόρυ που είχε δει στον ύπνο του ο Γλαύκος. Την ίδια στιγμή δύο τεράστιοι ιππόκαμποι πλησίασαν έχοντας ένα άρμα πίσω τους. Το άρμα δεν είχε ρόδες φυσικά καθώς δεν ήταν χρήσιμες στον βυθό. Σταμάτησαν μπροστά από τον Νηρέα και τον Γλαύκο. [24]


Το άρμα είχε ίδιο χρώμα με την πανοπλία και παραστάσεις με δελφίνια, ενώ στο μπροστινό τμήμα του υπήρχε ανάγλυφη η τρίαινα του Ποσειδώνα. Ο Γλαύκος κοίταζε σαν υπνωτισμένος. Η μία έκπληξη διαδέχονταν την άλλη. Από εχθές ζούσε σαν σε όνειρο. Η Πρωτομέδεια με μία από τις αδελφές της πήραν την πανοπλία και τα όπλα και πλησίασαν τον Γλαύκο που είχε μείνει αποσβολωμένος. - «Η Αμφιτρίτη και εγώ θα σε ετοιμάζουμε», του είπε χαμογελώντας η Πρωτομέδεια Ο Γλαύκος ανταπέδωσε το χαμόγελο αν και αυτήν τη φορά ήταν μάλλον χαμόγελο αμηχανίας. Οι δυο Νηρηίδες του φόρεσαν την πανοπλία και του έδωσαν τη βαλλίστρα, η οποία ήταν ακριβώς ίδια με αυτή που χρησιμοποιούσε στο όνειρο του. Οι Νηρηίδες έβγαλαν επιφωνήματα θαυμασμού καθώς ο Γλαύκος φαινόταν μέσα στην πανοπλία του σαν τον θεό Άρη. Ο Γλαύκος φούσκωσε από περηφάνια και ένα χαμόγελο ήταν μόνιμα χαραγμένο στο πρόσωπο του. Η Αμφιτρίτη, εν τω μεταξύ, έβαλε μία μεγάλη φαρέτρα με τα ειδικά διαμορφωμένα βέλη και το δόρυ με τις αιχμηρές σαν αχινού άκρες στο άρμα που είχαν φέρει οι Ιππόκαμποι. Οι Αφρός και Βυθός κινήθηκαν προς το άρμα και πήραν τη θέση των Ιππόκαμπων. Η Πρωτομέδεια και η Αμφιτρίτη έδεσαν το άρμα στους δύο δίδυμους. - «Γλαύκε το άρμα είναι για εσένα, ο Αφρός και ο Βυθός θα σε καθοδηγήσουν και οι κόρες μου θα σε προστατέψουν, καλή επιτυχία σας εύχομαι, η αποστολή σας είναι πολύ σημαντική. Να θυμάσαι Γλαύκε πως αυτό με το οποίο θα έρθεις αντιμέτωπος σήμερα είναι ο φόβος, η μεγαλύτερη πρόκληση για κάθε άνθρωπο. Θα πρέπει να δείξεις Θάρρος. Θάρρος είναι η τέχνη να φοβάσαι χωρίς να το δείχνεις, καθώς όλοι φοβούνται ακόμα και οι πιο ατρόμητοι. Φαντάσου πως ακόμα και ο παντοδύναμος Δίας τρέμει την Ήρα», είπε χαμογελώντας ο Νηρέας και όλοι ξέσπασαν σε γέλια. Και συνέχισε : - «Αυτό απαιτεί κουράγιο, που δεν είναι η έλλειψη φόβου. Απλά είναι η δράση σε πείσμα του φόβου. Να θυμάσαι Γλαύκε τον φόβο δεν τον νικάς αποφεύγοντας τον αλλά κυνηγώντας τον! Όταν ο παλαιστής βγει στην αρένα και καταφέρει να διατηρήσει την αξιοπρέπεια και την τιμή του, δε θα ηττηθεί ποτέ, ακόμα κι αν χάσει τον αγώνα, επειδή η ψυχή του θα είναι άθικτη, καθώς θα ξέρει πως έκανε ότι καλύτερο μπορούσε. Ακόμα και όταν χάσεις, αν μάθεις από τα λάθη σου, η νίκη κάποια στιγμή θα έρθει. Κι αν όχι την επομένη, τη μεθεπόμενη. Το χειρότερο δεν είναι να πέφτεις, είναι να μη σηκώνεσαι. Ηττημένος είναι μόνο όποιος παραιτείται. Προσπάθησε λοιπόν Γλαύκε να μην παραιτηθείς από τον φόβο πριν καν πολεμήσεις, αυτή είναι η συμβουλή μου». - «Σε ευχαριστώ πολύ σοφέ Νηρέα», απάντησε ο Γλαύκος, «ελπίζω να φανώ αντάξιος της εμπιστοσύνης σας». Ξαφνικά ένας τεράστιος άσπρος κύκλος μεταμορφωτικής περιδίνησης γέμισε τον χώρο καθώς οι Νηρηίδες μεταμορφώνονταν σε δελφίνια για την αποστολή τους. Όλες εκτός από μία, την Πρωτομέδεια, η οποία παίρνοντας τον Γλαύκο από το χέρι τον οδήγησε να κάτσουν μαζί επάνω στο άρμα των Ιχθυοκενταύρων.

[25]


Μόλις οι Νηρηίδες μεταμορφώθηκαν σε δελφίνια ο Πατέρας τους ο Νηρέας και η Μητέρα τους η Δωρίδα τέντωσαν ταυτόχρονα τις παλάμες τους μπροστά, χαμηλώνοντας το κεφάλι τους έως ότου το σαγόνι τους ακούμπησε στο στήθος τους. Για λίγο επικράτησε απόλυτη ησυχία. Κατόπιν από τις ανοικτές παλάμες τους βγήκαν τέσσερις δέσμες φωτός που απλώθηκαν στον χώρο τυλίγοντας με αυτό όλες τις Νηρηίδες που τώρα ήταν δελφίνια. Σταδιακά το φως περιορίστηκε στην κάθε Νηρηίδα - δελφίνι, στο ρύγχος του στα πτερύγια και στην ουρά του. Σιγά σιγά το φως συμπυκνώθηκε και έγινε μπρούντζος σε αυτά τα σημεία, προστατεύοντας και μετατρέποντας τα ταυτόχρονα σε κοφτερά και ισχυρά όπλα. Μόλις έγινε αυτό οι Νηρηίδες μεταμορφωμένες σε δελφίνια, ξεχύθηκαν όλες μαζί έξω παιχνιδιάρικα από τις πύλες στον βαθύ ωκεανό με το άρμα του Γλαύκου, την Πρωτομέδεια και τους δίδυμους στο κέντρο τους. Το φως του ήλιου φώτιζε ψηλά την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ ο γεμάτος χρώματα βυθός έσφυζε από ζωή. Οι Νηρηίδες - δελφίνια χόρευαν γύρω από το άρμα του Γλαύκου που άστραφτε μέσα στην υπέροχη πανοπλία του Ηφαίστου. Ο Γλαύκος θαύμαζε τον υπέροχο κόσμο του βυθού και ρωτούσε την Πρωτομέδεια συνεχώς για τα πλάσματα που έβλεπε και δεν γνώριζε. Η αγαπημένη του Νηρηίδα ήταν υπομονετική μαζί του και του απαντούσε πρόθυμα σε ότι την ρώταγε. - «Σε λίγο θα φτάσουμε Γλαύκε», τον ενημέρωσε η Πρωτομέδεια. «Σωματικά είσαι έτοιμος για ότι θα επακολουθήσει, όχι όμως ψυχικά. Αυτό που θα πρέπει να ξεπεράσεις είναι ο φόβος που σίγουρα θα σε κυριεύσει. Ό,τι δεις και ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσεις θα είναι πρωτόγνωρο για εσένα. Μην αφήσεις τον φόβο να σε νικήσει πριν τον πολεμήσεις. Θα είμαι εδώ δίπλα σου και θα σε βοηθήσω να τα καταφέρουμε. Θα προσπαθήσουμε τουλάχιστον. Και εάν δεν τα καταφέρουμε θα ξέρουμε πως προσπαθήσαμε για ότι θεωρούμε σωστό και καλό, όχι τόσο για εμάς τους ίδιους όσο για το κοινό καλό. Ετοιμάσου Γλαύκε, πάρε στο χέρι σου την βαλλίστρα.» Η Πρωτομέδεια πήρε στο χέρι της δόρυ με τις ακτινωτές αιχμηρές άκρες. - «Μην αν��συχείς Πρωτομέδεια θα βάλω τα δυνατά μου», την διαβεβαίωσε ο Γλαύκος, αν και στην πραγματικότητα, μετά τα λόγια της Πρωτομέδειας φοβήθηκε περισσότερο, προσπάθησε όμως να μην το δείξει. Ξαφνικά τα νερά άρχισαν να γίνονται πιο σκούρα παρότι δεν ήταν πιο βαθιά. Το τοπίο επίσης ήταν έρημο μόνο πέτρες και βράχια παντού, ενώ δεν υπήρχαν ζωντανά πλάσματα πουθενά. Κίνηση πουθενά, μόνο τα σκουρόχρωμα νερά. Το μέρος έμοιαζε έρημο και απειλητικό. Ένα άσχημο προαίσθημα κυρίευσε τον Γλαύκο κι αμέσως έσφιξε στο δεξί του χέρι τη Βαλλίστρα και στο αριστερό την ασπίδα. Ένας απόκοσμος σφυριχτός ήχος που έμοιαζε με κραυγές και ο οποίος γινόταν όλο και πιο δυνατός, έκανε τον Γλαύκο να ανατριχιάσει. «Έρχονται» του είπε η Πρωτομέδεια. Οι Αδελφές της απλώθηκαν στον χώρο γύρω από το άρμα τους δημιουργώντας έναν προστατευτικό κλοιό γύρω τους. Μαύρες μορφές πλησίαζαν σε μεγάλο αριθμό γρήγορα από το βάθος. Μόλις ήρθαν πιο κοντά ο Γλαύκος κατάλαβε τι ήταν. Δεκάδες μεγάλα σκυλόψαρα, ξιφίες, σμέρνες και σαλάχια, έρχονταν κατά πάνω τους με μεγάλη ταχύτητα, ενώ στο κέντρο του σχηματισμού βρίσκονταν οι γοργόνες. Οι γοργόνες ήταν κόρες της Κητούς και του Φόρκυ, είχαν ανθρώπινο κορμί και ουρά ψαριού. Τα ονόματα τους ήταν Σθενώ που σημαίνει δύναμη και συμβόλιζε τη δύναμη της θάλασσας, Ευρυάλη που σήμαινε πλατιά θάλασσα και Μέδουσα που σημαίνει κυριαρχία. Η τρομακτικότερη ήταν η Μέδουσα. Στο κεφάλι της είχε φίδια αντί για μαλλιά και τα κόκκινα απειλητικά μάτια της προκαλούσαν ένα τρομακτικό θέαμα που σου έκοβε την ανάσα. [26]


Παρά την αποκρουστική εμφάνιση της Μέδουσας, λέγεται πως κάποτε ήταν τόσο όμορφη που ο Ποσειδώνας ήθελε να ενωθεί μαζί της, κάτι που το κατάφερε μεταμορφωμένος σε άλογο, στον ιερό χώρο της Αθηνάς. Η θεά Αθηνά εξοργίστηκε αλλά δεν μπορούσε να τιμωρήσει τον Ποσειδώνα, έτσι ξέσπασε πάνω στη Μέδουσα. Τη μεταμόρφωσε σε ένα απεχθές τέρας, που αντί για μαλλιά είχε φίδια. Η ασχήμια της ήταν τέτοια, που όποιος την κοιτούσε στο πρόσωπο πέτρωνε. Τελικά τη σκότωσε ο Περσέας με την βοήθεια της Αθηνάς. Τη στιγμή που της έκοβε το κεφάλι ο Περσεύς, η Μέδουσα γέννησε τον Χρυσάορα και τον Πήγασο, το φτερωτό άλογο, που ήταν καρποί της ένωσης της με τον Ποσειδώνα. Το κεφάλι της, το περίφημο «Γοργόνειο», το παρέλαβε η θεά από τον ήρωα και το τοποθέτησε στην ασπίδα της, επειδή το κεφάλι της ακόμη και νεκρό πέτρωνε όποιον το κοίταζε. Η Μέδουσα όμως δεν ήταν δυνατόν να πεθάνει, απλά ήταν πια μία σκιά του εαυτού της που κατοικούσε πλέον μόνο στα πιο βαθιά και σκοτεινά μέρη του βασιλείου του Άδη. Δεν είχε πια τη δύναμη να πετρώνει όποιον την κοίταζε, αν και ο Γλαύκος είχε σχεδόν πετρώσει από τον φόβο του. Ο Γλαύκος ανατρίχιασε στη θέα τους. Ο ήχος ήταν τώρα εκκωφαντικός και οι κραυγές έγιναν τσιρίδες. - «Γλαύκε ετοίμασε τη βαλλίστρα σου, είσαι εντάξει;» . Η Πρωτομέδεια τον κοίταξε στα μάτια με επιμονή και κατανόηση. Το βλέμμα της του έδωσε κουράγιο. Η Νηρηίδα πήρε το δόρυ με τις ακτινωτές αιχμηρές άκρες και ο Γλαύκος σημάδευε προς το κέντρο του σχηματισμού των ψαριών που εφορμούσαν εκεί όπου βρίσκονταν οι γοργόνες. Το πλήθος τους όμως ήταν μεγάλο και δεν μπορούσε να σημαδέψει τις γοργόνες, παρά τις επιδέξιες μανούβρες των Ιχθυοκενταύρων που κατηύθυναν το άρμα. Τα πρώτα σκυλόψαρα, σμέρνες, ξιφίες και σαλάχια έφτασαν τις πρώτες Νηρηίδες - δελφίνια με τα σαγόνια τους ανοιχτά επιδεικνύοντας τα τρομακτικά και κοφτερά τους δόντια και μύτες, ενώ τα σαλάχια σήκωναν τα δηλητηριώδη κεντριά της ουράς τους. Οι Νηρηίδες - δελφίνια προσπαθούσαν να αποφύγουν με μανούβρες τα σαγόνια, τα ξίφη και τα κεντριά τους, και χτυπούσαν τους αντιπάλους τους με τα μπρούτζινα ρύγχη, πτερύγια, και ουρές τους. Η μάχη ήταν άγρια στην πρώτη γραμμή, αφού η κάθε παράταξη προφύλασσε το κέντρο της στο οποίο βρίσκονταν από την μία μεριά το άρμα του Γλαύκου, ενώ στην άλλη οι τρεις τρομακτικές Γοργόνες. Οι Γοργόνες χρησιμοποιούσαν τα τεράστια και κοφτερά νύχια τους για να προκαλούν πληγές στις Νηρηίδες δελφίνια. Και τότε ένα σαλάχι κατάφερε να πλησιάσει το άρμα του Γλαύκου. Οι Ιχθυοκένταυροι γύρισαν απότομα το άρμα στο πλάι ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στην Πρωτομέδεια να χτυπήσει με το δόρυ της το σαλάχι. Το χτύπημα ήταν δυνατό και το σαλάχι τράπηκε πληγωμένο σε φυγή. Η Πρωτομέδεια έκλεισε το μάτι στον Γλαύκο που τα είχε χάσει από την ένταση της μάχης. Ξαφνικά από δεξιά πλησίασε με ταχύτητα ένας ξιφίας, χωρίς να τον αντιληφθούν οι Ιχθυοκένταυροι. Ο Γλαύκος τον είδε με την άκρη του ματιού του. Χωρίς να το καταλάβει, με αστραπιαία ταχύτητα καλύφθηκε πίσω από την ασπίδα του. Ο Ξιφίας χτύπησε με δύναμη την ασπίδα του Γλαύκου, ρίχνοντας τον πάνω στην Πρωτομέδεια, αναγκάζοντας και τους δύο να πέσουν από το άρμα προς τον βυθό. Η Ασπίδα έσωσε τον Γλαύκο αλλά τώρα ο ξιφίας, που είχε κάνει μία περιστροφή γύρω από το άρμα, ερχόταν καταπάνω τους. Πανικός επικράτησε καθώς οι Γοργόνες, που είδαν τι συνέβη, βγήκαν από το κέντρο του σχηματισμού τους και κατευθύνθηκαν προς τον Γλαύκο και την Πρωτομέδεια. [27]


Οι Ιχθυοκένταυροι κατευθύνθηκαν προς τα κάτω για να μαζέψουν τη βαλλίστρα, και το δόρυ, ενώ η Πρωτομέδεια μεταμορφώθηκε αστραπιαία και αυτή σε δελφίνι δίχως όμως να έχει τα προστατευτικά μπρούτζινα μέρη που είχαν οι αδελφές της. Αμέσως κατευθύνθηκε κάτω από τον ξιφία που εφορμούσε και τον χτύπησε στην εκτεθειμένη κοιλιά του. Το χτύπημα ήταν δυνατό και ανάγκασε τον ξιφία να αλλάξει κατεύθυνση για να την αντιμετωπίσει. - «Πρωτομέδεια», φώναξε με τρόμο ο Γλαύκος καθώς ήξερε πως δίχως τα ειδικά μπρούτζινα μέρη η Πρωτομέδεια ήταν σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τον ξιφία. Εκείνη τη στιγμή όμως μπήκαν ανάμεσα στον ξιφία και την Πρωτομέδεια οι Ιχθυοκένταυροι με το άρμα τους. Ο ξιφίας χτύπησε στο άρμα με αποτέλεσμα να σπάσει το ρύγχος - ξίφος του. -«Ανέβα γρήγορα του φώναξε η Πρωτομέδεια που μεταμορφωνόταν πάλι σε Νηρηίδα», έρχονται οι Γοργόνες και του έδειξε προς τα επάνω. Ο ερχομός του σαλαχιού και του ξιφία στο κέντρο των Νηρηίδων, είχε φέρει πανικό στον σχηματισμό των Νηρηίδων, καθώς οι Γοργόνες είχαν πλέον πλεονέκτημα. Ο Γλαύκος άρπαξε με απίστευτη ταχύτητα τη βαλλίστρα του και στόχευσε τη Μέδουσα που ήταν πιο μπροστά από τις αδελφές της. Το θέαμα σου έκοβε την ανάσα. Κοφτερά δόντια, κραυγές, κόκκινα μάτια, φιδίσια μαλλιά η κακία και η μοχθηρότητα στο αποκορύφωμα της. Το αίμα από τις πληγές που είχαν δημιουργηθεί από τη μάχη είχαν τρελάνει τα σαρκοφάγα ψάρια, κάνοντας το μένος τους ακόμη μεγαλύτερο. Αν το κακό είχε εικόνα, σίγουρα αυτή ήταν αντιπροσωπευτική. Ο Γλαύκος έφερε στον νου του τα όνειρα του, τώρα ήταν η στιγμή που πάντα περίμενε. Τα τέρατα ήταν εδώ μπροστά του, αλλόκοτα και τρομακτικά. Σε κλάσματα δευτερολέπτου σημάδεψε και πάτησε τη σκανδάλη. Ένα απόκοσμο ουρλιαχτό ακούστηκε καθώς το ειδικό βέλος της βαλλίστρας χτύπησε στο στήθος τη Μέδουσα. Το βέλος άνοιξε και το ειδικό δίχτυ ξεδιπλώθηκε από μέσα του κλείνοντας στο κέντρο του τη Μέδουσα, η οποία τσίριζε και χτυπούσε με μανία το δίχτυ για να ξεφύγει. Οι αδελφές της Σθενώ και Ευρυάλη προσπαθούσαν και αυτές να την απεγκλωβίσουν, αλλά το δίχτυ του Ηφαίστου ήταν πανίσχυρο. Μέσα στην έξαψη της μάχης μία σμέρνα και ένα τεράστιο σκυλόψαρο επωφελήθηκαν της σύγχυσης και όρμησαν. Το σκυλόψαρο προς τον Αφρό και η σμέρνα προς τον Γλαύκο. Το σκυλόψαρο δάγκωσε τον Αφρό στη ουρά του, αλλά ο αδελφός του ο Βυθός του κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα με τα δύο δυνατά του μπροστινά αλογίσια πόδια, αναγκάζοντας το σε φυγή. Η σμέρνα κατευθύνθηκε από πίσω με το στόμα της ορθάνοικτο προς το χέρι του Γλαύκου, που σημάδευε τώρα την Σθενώ. Η Πρωτομέδεια τίναξε το δόρυ της προς το μέρος του αλλά αστόχησε, καθώς με μία αστραπιαία κίνηση η σμέρνα έστριψε δεξιά. Αμέσως εφόρμησε ξανά προς τον Γλαύκο. Η Πρωτομέδεια έβαλε το σώμα της μπροστά από την πλάτη του Γλαύκου. Ο Γλαύκος, μη έχοντας αντιληφθεί τι συμβαίνει στην πλάτη του, έριξε και το δεύτερο βέλος που πέτυχε τη Σθενώ, η οποία προσπαθούσε να βοηθήσει την παγιδευμένη στο δίχτυ αδελφή της. Η σμέρνα που σημάδευε το πόδι του Γλαύκου, αναγκάστηκε να δαγκώσει το πόδι της Πρωτομέδειας που μπήκε μπροστά της. Η Πρωτομέδεια έβγαλε μία κραυγή πόνου και με το δόρυ χτύπησε αυτήν τη φορά τη σμέρνα που ήταν ακόμη στο πόδι της και χτυπιόταν με μανία πέρα δώθε για να προκαλέσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ζημιά. Η σμέρνα τράπηκε σε φυγή, ενώ ο Γλαύκος που άκουσε την κραυγή της Πρωτομέδειας, γύρισε να δει τι συμβαίνει και είδε το πόδι της Πρωτομέδειας πληγωμένο από το δάγκωμα της σμέρνας, το οποίο αιμορραγούσε.

[28]


- «Μην ανησυχείς, η πληγή θα επουλωθεί σύντομα δεν κινδυνεύουμε εμείς Γλαύκε, οι πληγές για εμάς είναι μόνο προσωρινές όπως θυμάσαι. Είμαστε πολύ κοντά στην νίκη. Ρίξε τώρα και στην Ευρυάλη». Ο Γλαύκος γύρισε μπροστά και σημάδεψε προς την τελευταία γοργόνα που κατευθυνόταν μαζί με τις δύο παγιδευμένες αδελφές της προς τον βυθό παρασυρόμενες από το βάρος τους, εφόσον δεν μπορούσαν πλέον να κολυμπούν μέσα στο δίχτυ. Η βολή ήταν και αυτή επιτυχημένη τερματίζοντας την μάχη, αφού αμέσως τα σαρκοφάγα ψάρια τράπηκαν σε φυγή. Ο Γλαύκος δεν χάρηκε καθώς ανησυχούσε περισσότερο για την πληγωμένη Πρωτομέδεια παρά για το κατόρθωμα του. - «Πάμε να τις πάρουμε Γλαύκε και μετά θα φροντίσ�� τόσο τις δικές μου πληγές όσο και των αδελφών μου», του είπε η Πρωτομέδεια πριν προλάβει να πει ο Γλαύκος κάτι. Πολλές από τις αδελφές της είχαν όντως τραυματιστεί, όπως και ο Αφρός, παρ' όλα αυτά όμως δεν έμοιαζε κανείς να ενδιαφέρεται καθώς ήταν πολύ πιο σημαντικό πως κατάφεραν να πιάσουν τις Γοργόνες, ώστε να μην μπορέσουν να συνεχίσουν το καταστροφικό τους έργο στον βυθό. Κολύμπησαν όλοι προς το βυθό όπου είχαν πέσει οι τρεις Γοργόνες, οι οποίες έβγαζαν τρομακτικές κραυγές προσπαθώντας να ελευθερωθούν. Μόλις πλησίασαν οι Νηρηίδες και το άρμα του Γλαύκου, η Μέδουσα είπε με τσιριχτή φωνή: - «Μην χαίρεστε κόρες του Νηρέα, η νίκη σας δεν θα κρατήσει για πολύ, οι αδελφές μας οι Σειρήνες θα πάρουν εκδίκηση για εμάς». - «Πολλά λες και ακόμα περισσότερα έκανες Μέδουσα», είπε η Πρωτομέδεια είναι καιρός να αποσυρθείτε λίγο και να ζωντανέψει πάλι ο βυθός σε αυτά τα μέρη. Ο Γλαύκος δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από τις Γοργόνες. Ήταν τόσο αποκρουστικές που ακόμα και παγιδευμένες έμοιαζαν απειλητικές. Κάποιες από τις Νηρηίδες - δελφίνια μεταμορφώθηκαν σε Νηρηίδες για να βάλουν πάνω στο άρμα τις παγιδευμένες Γοργόνες. - «Γλαύκε μίας και πήραν την θέση μας οι Γοργόνες, θέλεις να σε πάρω εγώ στο ταξίδι του γυρισμού;» τον ρώτησε. - «Φυσικά» απάντησε ο Γλαύκος. Η Πρωτομέδεια μεταμορφώθηκε πάλι σε δελφίνι όπως και οι αδελφές της, και όλοι μαζί ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής στο βασίλειο του Νηρέα. Στο ταξίδι της επιστροφής όλοι ήταν ευδιάθετοι, εκτός φυσικά των Γοργόνων, οι οποίες δεν σταμάτησαν στιγμή να προσπαθούν να απελευθερωθούν και να απειλούν τις Νηρηίδες. Όταν πλησίαζαν στο βασίλειο του Νηρέα πλήθος ψαριών ήρθε να τους υποδεχθεί. Ο βυθός είχε γεμίσει ζωή και χρώματα καθώς μικρά και μεγάλα πλάσματα του βυθού χόρευαν γύρω από τις Νηρηίδες και το άρμα του Γλαύκου. Όταν η συντροφιά των Νηρηίδων των Ιχθυοκενταύρων και του Γλαύκου εισήλθαν στο παλάτι του Νηρέα ακολούθησε μία γιορτή που δεν θα ξέχναγε ποτέ ο Γλαύκος. Οι Νηρηίδες χόρευαν και τραγουδούσαν με περίσσια χάρη, ενώ ο Νηρέας με την μητέρα τους Δωρίδα και φυσικά ο Γλαύκος, τις θαύμαζαν. Η υπέροχη και πρωτόγνωρη μουσική για τις αισθήσεις του Γλαύκου δεν ήταν παρά συγχρονισμένοι αρμονικοί ήχοι που έβγαζαν τα δελφίνια τα οποία συμμετείχαν στην γιορτή. Οι δε Γοργόνες περιορίστηκαν σε ένα δωμάτιο του παλατιού του Νηρέα, για όσο χρειαζόταν. Παρ’ όλη την προσπάθεια τους να χαλάσουν τη γιορτή με τις στριγκλιές τους, δεν τα κατάφεραν. Στην πραγματικότητα το μόνο που κατάφεραν ήταν να τις πονέσει ο λαιμός από την προσπάθεια. Ο Γλαύκος ένοιωσε ανακουφισμένος που δεν θα έπρεπε να τις αντικρίζει. Έλπιζε τουλάχιστον οι αδελφές τους οι Σειρήνες να μην είναι τόσο αποκρουστικές. [29]


Ήξερε εξάλλου πως οι σειρήνες είχαν ανθρώπινο κεφάλι και σώμα πτηνών, το οποίο τους είχε δώσει η Θεά Δήμητρα, για να τη βοηθήσουν στην αναζήτηση της κόρης της Περσεφόνης που είχε απαχθεί από τον Ήδη. Δεν τα πήγε και άσχημα όμως. Για πρώτη φορά ένοιωσε περήφανος που όχι μόνο δεν το έβαλε στα πόδια, αλλά αντίθετα κατάφερε να αιχμαλωτίσει τις Γοργόνες. Για αυτό και στη γιορτή ήταν το τιμώμενο πρόσωπο. Ο Νηρέας εγκωμίασε το θάρρος του Γλαύκου, τονίζοντας πως ο Γλαύκος ήταν πλέον ένας μικρός ήρωας, καθώς κατάφερε να νικήσει τους φόβους του. Φυσικά ο ίδιος γνώριζε πως δίχως την βοήθεια της Πρωτομέδειας, της Κυμοπόλειας, του Νηρέα και του Ηφαίστου, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε γίνει. Ήταν πολύ τυχερός, οι Θεοί ήταν πολύ καλοί μαζί του. Όταν η γιορτή τελείωσε, η Πρωτομέδεια τον οδήγησε για ύπνο στο ίδιο δωμάτιο που είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ. Του έδωσε να φάει μία μικρή μάζα από πράσινα φύκια πάλι, και επανέλαβε την ίδια προσευχή: - «Άπλωσε τα φτερά, Θεέ του Ονείρου, προφητικά μηνύματα να φέρεις. Έλα σωτήρα στους θνητούς ανθρώπους, τρανέ τραγουδιστή, χρησμούς να ψάλεις! Μες τη γαλήνη του γλυκύτατου ύπνου αμίλητα προβαίνεις και μιλώντας με τις ψυχές, ξυπνάς τον Στοχασμό. Εσύ μες στον βουβό των θνητών ύπνο φέρνεις στη γη βουλές των Μακάρων και στη βουβή ψυχή το μέλλον φανερώνεις, που με συμπόνια ο Νους ο Θείος το κυβερνά, ώσπου η καρδία το Κάλλος να συλλάβει, που θα οδηγήσει τη ζωή του ανθρώπου, γεμάτη από χαρά στην γοητεία». Αμέσως μετά η Νηρηίδα βγήκε έξω και ο Γλαύκος έμεινε μόνος. Όταν ο Γλαύκος κοιμήθηκε η αχιβάδα έκλεισε πάλι όπως είχε γίνει το προηγούμενο βράδυ, κρύβοντας τον μικρό Γλαύκο μέσα της. Ταυτόχρονα άρχισε να πάλλεται από το κέντρο της αχιβάδας ένα υπέροχο κιτρινοκόκκινο χρώμα που φώτιζε όλο το δωμάτιο. Αυτήν τη φορά στον ύπνο του είδε πως ίππευε τεράστια άλογα με περίσσια ικανότητα και μπορούσε να πετύχει ιππεύοντας στόχους με τα βέλη του με μεγάλη ακρίβεια, σύμφωνα με τις οδηγίες των Ιχθυοκενταύρων και το μαγικό άγγιγμα της Κυμοπόλειας. Είδε επίσης τους γονείς του, του έλειπαν πολύ. Θα ήταν σίγουρα πολύ περήφανοι αν τον έβλεπαν με τη λαμπερή στολή του να αιχμαλωτίζει με θάρρος τις Γοργόνες. Την επόμενη ημέρα το πρωί, η Πρωτομέδεια τον ξύπνησε πάλι (το καλύτερο ξύπνημα φυσικά) και τον οδήγησε στο διδασκαλείο, στον Αφρό και τον Βυθό. Οι ιχθυοκένταυροι του εξήγησαν πως αυτήν τη φορά η αποστολή του θα ήταν να συλλάβει τις Σειρήνες. Τον λόγο πρώτα πήρε ο Αφρός: - «Για να σε βοηθήσουμε να επιτύχεις την αποστολή σου Γλαύκε, ο Ήφαιστος μάς δάνεισε τους δύο χάλκινους Καβειρικούς του ίππους με την πύρινη ανάσα. Τους ίππους αυτούς τους έχει κατασκευάσει για να σύρουν το άρμα των Καβείρων, τώρα όμως για λίγο θα γίνουν δικοί σου. Θα έχεις την βοήθεια επίσης του γιγάντιου χάλκινου αετού, ο οποίος είναι επίσης κατασκευασμένος από τον Ήφαιστο. Ήταν ο αετός που είχε ως αποστολή στα αρχαία χρόνια να κατατρώγει το αναπαραγόμενο συκώτι του Τιτάνα Προμηθέα, ο οποίος είχε αλυσοδεθεί από τον Δία στον Καύκασο διότι είχε παραδώσει σε εσάς τους ανθρώπους την φωτιά. Η Πρωτομέδεια θα σε πάει έως το νησί Ανθεμόεσσα του Τυρρηνικού πελάγους, που βρίσκεται στο στενό της Μεσσήνης μεταξύ Σικελίας και Καλαβρίας.

[30]


Εκεί μένουν οι Σειρήνες, καθώς στον τόπο αυτόν έχει συσσωρευτεί τεράστια αρνητική ενέργεια από τις πράξεις των ανθρώπων και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Παλαιότερα εκεί βασίλευε ο Ερυσίχθονας, γιος του Τρίοπα και εγγονός του Θεού Ποσειδώνα. O Ερυσίχθονας ήταν εγωιστής, ασεβής, βλάσφημος και υπερόπτης. Θέλοντας να χτίσει ένα μεγαλοπρεπές παλάτι, ο Ερυσίχθονας άνοιξε πολλά χρυσωρυχεία ψάχνοντας για χρυσάφι, μολύνοντας τις λίμνες και τα ποτάμια. Οι αδελφές μας οι Νύμφες των ποταμών οι Ναϊάδες, που ζούσαν στα ποτάμια της περιοχής, αλλά και οι νύμφες των δασών και των δέντρων, οι Αμαδρυάδες, οι οποίες ζούσαν στα δέντρα, υπέφεραν και πέθαιναν. Και αυτό διότι εκτός από τον χρυσό, ο Ερυσίχθονας χρειαζόταν πολύ ξυλεία. Έτσι, μην έχοντας άλλα δέντρα να καταστρέψει κοντά στο παλάτι του, κάποια ημέρα διέταξε τους υπηρέτες του να πάνε σε ένα ιερό άλσος που βρισκόταν πιο μακριά και το οποίο ήταν αφιερωμένο στη θεά Δήμητρα. Ανάμεσα στα δέντρα βρισκόταν και μία πανύψηλη ιερή βελανιδιά η οποία ήταν αφιερωμένη στην Θεά Δήμητρα (Θεά της Γης), γύρω από την οποία χόρευαν οι Δρυάδες. Όταν οι υπηρέτες του Ερυσίχθονα διαπίστωσαν την αλόγιστη καταστροφή των δέντρων, προσπάθησαν να τον μεταπείσουν. Κυρίως του εξέφρασαν τον φόβο τους για το ενδεχόμενο να ξεσπούσε επάνω τους η οργή της θεάς Δήμητρας. Αυτός όμως άρπαξε ένα τσεκούρι και είπε: ‘Δεν με ενδιαφέρει αν το δέντρο αυτό το αγαπά η Θεά. Ακόμα και η ίδια να ήταν, θα την έριχνα κάτω αν στεκόταν στον δρόμο μου’. Με την πρώτη τσεκουριά που έδωσε, παρουσιάσθηκε ενώπιον του η ιέρεια της Δήμητρας Νικίππη, που δεν ήταν παρά η ίδια η θεά μεταμορφωμένη. Η ιέρεια προσπάθησε να σταματήσει το κόψιμο των δέντρων, αλλά ο Ερυσίχθονας την απείλησε με την αξίνα του. Στα επόμενα χτυπήματα του τσεκουριού η βελανιδιά, δέντρο πελώριο αναστέναξε κι από την πληγή έτρεξε αίμα και η νύμφη που ζούσε μέσα του, πεθαίνοντας μαζί του, προέβλεψε την τιμωρία του ιερόσυλου Ερυσίχθονα. Η Θεά τότε εμφανίσθηκε με όλη της τη θεϊκή μεγαλοπρέπεια και ρώτησε : ‘Ποιος είναι ο βέβηλος που κόβει την ιερή βελανιδιά μου;’ Οι δούλοι έφυγαν πανικόβλητοι, παρακαλώντας για οίκτο. Η Δήμητρα πράγματι τους λυπήθηκε και τους άφησε να φύγουν δίχως να τους βλάψει, ενώ τον ασεβή Ερυσίχθονα τον περίμενε πολύ σκληρή τιμωρία, λίγο αργότερα. Η θεά Δήμητρα ζήτησε από την Πείνα που κατοικούσε στην Σκυθία μαζί με τον τρόμο και το κρύο, να επισκεφτεί και να κυριεύσει τον Ερυσίχθονα. Της ζήτησε να μην μπορεί να ανακουφίσει την πείνα του ο Ερυσίχθονας με τα πλούσια δώρα που η Γη παρέχει στον άνθρωπο. Η Πείνα υπάκουσε τις εντολές της Δήμητρας και το βράδυ που ο Ερυσίχθονας κοιμόταν τον επισκέφτηκε. Μετά από αυτό, η πείνα έφυγε, και επέστρεψε στο σπίτι της. Ο ιερόσυλος Ερυσίχθονας ονειρεύτηκε στον ύπνο του πως πεινούσε και όταν ξύπνησε η πείνα του είχε γίνει απερίγραπτη. Από εκείνην τη στιγμή ο Ερυσίχθονας άρχισε να τρώει ότι έβρισκε μπροστά του. Αφού έφαγε ότι φαγώσιμο βρισκόταν στο σπίτι του, άρχισε να γυρίζει στους δρόμους και να αρπάζει τις προσφορές από τους βωμούς. Κανείς δεν μπορούσε πλέον να τον βοηθήσει, ούτε οι γονείς του, ούτε ο παππούς του ο Ποσειδώνας, λόγω της ύβρεως απέναντι σε άλλο Θεό. [31]


Στο μεταξύ ο Ερυσίχθονας βασανιζόταν όλο και περισσότερο από την Πείνα. Η κόρη του Μήστρα, που είχε κληρονομήσει από τον Ποσειδώνα να την ικανότητα μεταμορφώνεται, μεταμορφωνόταν συνέχεια σε σκλάβα, ώστε να κερδίζει χρήματα για να ‘σώσει’ τον πατέρα της. Στο τέλος όμως τίποτα δεν ήταν ικανό να κορέσει την πείνα του Ερυσίχθονα. Έτσι μη έχοντας να φάει τίποτα πια, άρχισε να τρώει τις ίδιες του τις σάρκες έως ότου βρήκε κατ’ αυτόν τον τρόπο φρικτό θάνατο...!». Στη συνέχεια τον λόγο πήρε ο Βυθός: - «Ακόμα όμως και μετά την τιμωρία του Ερυσίχθονα πολλοί εξακολουθούν να πηγαίνουν στα ορυχεία για να εξορύξουν χρυσό και μέταλλα, μολύνοντας συνεχώς το περιβάλλον, κάνοντας όλο και πιο δυνατές τις Σειρήνες, λόγω της μισαλλοδοξίας και της απληστίας τους. Θα πρέπει να είσαστε πολύ προσεκτικοί καθώς οι Σειρήνες θα έχουν μαζί τους έναν στρατό από μοχθηρούς λύκους. Εσάς θα σας περιμένουν όταν φτάσετε οι Καβειρικοί ίπποι και ο γιγάντιος χάλκινος αετός, για να σας βοηθήσουν να συλλάβετε τις Σειρήνες. Εκτός της βαλλίστρας σου, οι Καβειρικοί ίπποι με την καυτή τους ανάσα και ο χάλκινος αετός, θα σου προσφέρουν ένα δυνατό όπλο. Θα προσπαθήσουν να σε βοηθήσουν επίσης εκεί ο Πάνας με τις λίγες νύμφες που έχουν μείνει στο νησί, αλλά η βοήθεια τους θα είναι πολύ μικρή καθώς είναι πολύ αδύναμες.» Ο Γλαύκος τους κοίταξε σκεφτικός. Πόσο χειρότερα θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα εξάλλου, από τη στιγμή που έχεις ήδη αντιμετωπίσει τη Μέδουσα, συνοδευόμενη από συφερτό καρχαριών, σμέρνων, σαλαχιών και ξιφιών; -«Και πότε αναχωρούμε;», ρώτησε ο Γλαύκος. -«Αμέσως!» , απάντησε η Πρωτομέδεια. Οι ιχθυοκένταυροι τον φίλησαν και του ευχήθηκαν καλή τύχη. Βγαίνοντας έξω, στον προαύλιο χώρο του Θρόνου, τον αποχαιρέτησαν ευχόμενοι καλή επιτυχία ο Νηρέας με τη σύζυγος του Δωρίδα, καθώς και οι υπόλοιπες Νηρηίδες. Η Πρωτομέδεια μεταμορφώθηκε σε δελφίνι με τον Γλαύκο γαντζωμένο επάνω της παρότι η πανοπλία του τον δυσκόλευε αρκετά και ξεκίνησαν το ταξίδι τους για την Ανθεμόεσσα, με την ευχάριστη συνοδεία των αδελφών της Πρωτομέδειας. Αυτήν τη φορά το ταξίδι ήταν πολύ πιο σύντομο από ότι στις Εσπερίδες. Όταν έφτασαν κοντά στην παραλία της Ανθεμόεσσας ο Γλαύκος κατέβηκε από την Πρωτομέδεια και η Νηρηίδα πήρε την ανθρώπινη μορφή της και πάλι. - «Μη βγεις ακόμα από τη θάλασσα, θα σου πω εγώ πότε να βγεις», είπε η Πρωτομέδεια στο Γλαύκο. Πρέπει να σου δώσω φίλτρο για να μπορέσεις να αναπνεύσεις και πάλι κανονικά τον αέρα. Έβγαλε από την κόκκινη υφασμάτινη ζώνη που είχε δεμένη στην μέση της το μικρό φιαλίδιο που είχε επάνω του ζωγραφισμένη την τρίαινα του Ποσειδώνα, και είπε στον Γλαύκο να βγει στην επιφάνεια. Ο Γλαύκος βγήκε από το νερό και αμέσως ήπιε το μαγικό βότανο. Άρχισε να βήχει και να βγάζει θαλασσινό νερό από τα πνευμόνια του. Η αλήθεια ήταν πως ένοιωσε για λίγο αδιαθεσία καθώς ζαλίστηκε από τον συνεχή βήχα έως ότου καθάρισαν τα πνευμόνια του από το νερό. Όλη αυτήν την ώρα η Πρωτομέδεια τον είχε αγκαλιά και φρόντιζε να τον ενθαρρύνει λέγοντας του πως σε λίγο θα ήταν περδίκι. Και όντως, μετά από λίγο ανέπνεε κανονικά, ενώ το αίσθημα της ζαλάδας είχε φύγει οριστικά. - «Πως είσαι τώρα αισθάνεσαι καλύτερα καλέ μου Γλαύκε;», τον ρώτησε με αγάπη η Πρωτομέδεια. Ο Γλαύκος πήρε βαθιές ανάσες και ένοιωσε τον δροσερό αέρα στα πνευμόνια του.

[32]


Η θαλασσινή αύρα έδινε ένα υπέροχο ξεχωριστό άρωμα στον αέρα και παρότι ο Γλαύκος είχε μεγαλώσει στη θάλασσα ένοιωθε σαν να τον μύριζε για πρώτη φορά. Δεν περίμενε ποτέ πως θα ένοιωθε τόσο ωραία να μπορεί να αναπνέει τον...αέρα! -«Είμαι καλύτερα τώρα, σε ευχαριστώ», της απάντησε ο Γλαύκος. -«Τώρα τι κάνουμε;» - «Tώρα Γλαύκε περιμένουμε. Πάμε να κάτσουμε κάτω από τα δέντρα. Οι Σειρήνες έχουν μάτια παντού. Κοράκια τριγυρνούν παντού, είναι τα μάτια τους». Το τοπίο, πέρα από την παραλία, ήταν μελαγχολικό. Τα βουνά ήταν ξερά δίχως δέντρα και μαύροι καπνοί έβγαιναν πίσω από τα βουνά. «Εδώ Γλαύκε δεν μπορείς να ακούσεις τα τραγούδια και να δεις τον χορό των Νυμφών και των Χάριτων που συντροφεύουν τον Πάνα και την Άρτεμη, καθώς τα λιβάδια δεν έχουν σπαρτά, ενώ οι πηγές και τα ποτάμια είναι μολυσμένα. Ό άνθρωπος είναι παιδί της φύσης. Εδώ γεννιέται και εδώ πεθαίνει. Το να βρίσκεσαι σε ενότητα με τη φύση, σημαίνει πως είσαι ζωντανός. Το να βρίσκεσαι αποκομμένος από τη φύση σημαίνει πως είσαι νεκρός. Πολλοί άνθρωποι έχουν απομονωθεί από τη φύση, την αντιμετωπίζουν χρηστικά, παίρνοντας μόνο ότι τους προσφέρει αδιαφορώντας για τον πόνο που της προκαλούν. Η μάνα όμως ακόμα και εάν υποφέρει αγαπά τα παιδιά της. Όσο ο άνθρωπος απομακρύνεται από τη φύση, όσο γίνεται περισσότερο αυτόνομος, τόσο λιγότερο ευαίσθητος γίνεται. Όσο περισσότερο συνδεδεμένος αισθάνεσαι με τα δέντρα για παράδειγμα, αυτά δεν θα σου είναι κάτι ξένο, θα είναι ένα κομμάτι σου, που σου προσφέρει αέρα και τροφή. Τα πάντα είναι ένας ατελείωτος, ενωμένος ωκεανός. Όταν εισπνέεις παίρνεις το οξυγόνο μέσα σου, όταν εκπνέεις δίνεις διοξείδιο τού άνθρακα. Τα δέντρα εισπνέουν το διοξείδιο τού άνθρακα και εκπνέουν οξυγόνο. Υπάρχει μία αλληλεξάρτηση παντού στην φύση. Η σχέση αυτή έχει διαταραχτεί σε αυτό το νησί, για αυτό και οι Σειρήνες έχουν εγκατασταθεί εδώ. Τώρα θα περιμένουμε τον Πάνα με τις Νύμφες να φέρουν τους Καβειρικούς ίππους και να μας οδηγήσουν από μονοπάτια που γνωρίζουν στην φωλιά των Σειρήνων της Αγλαόφωνης, της Μόλπης και της Θελξινόης. Πρέπει να ομολογήσω πάντως πως είμαστε τυχεροί πού οι άλλες αδελφές τους οι τρεις Γραίες, η Σκύλλα και η Χάρυβδη, είναι πολύ μακριά και δεν μπορούν να τις βοηθήσουν». Τα λόγια της Πρωτομέδειας τα διέκοψε ένας θόρυβος που ακούστηκε από το ξέφωτο πίσω τους. - «Κρύψου», του είπε με αγωνία η Πρωτομέδεια. - «Εμείς είμαστε Πρωτομέδεια, ακούστηκε μία γυναικεία φωνή πίσω από τα δέντρα. Οι ξαδέλφες σου Αμαρυλλίς, Αρεθούσα, Χρυσοπέλεια, Καρία, Βάλανος, Κρανία, Αιγείρα, Πτέλα, και σε λίγο φτάνει και ο Πάνας με τους Καβειρικούς ίππους και τον χάλκινο αετό του Ηφαίστου». Αμέσως βγήκαν πίσω από τα δέντρα οι οχτώ νύμφες. Έδειχναν καταπονημένες, ήταν πολύ αδύνατες και είχαν σκισμένα ρούχα. Σίγουρα ήταν και αυτές όμορφες, αλλά στην τωρινή τους κατάσταση έδειχναν λιγότερο όμορφες από τις Νηρηίδες. Στα μάτια τους είχαν ζωγραφισμένη τη θλίψη και τον φόβο. - «Μα τον Ποσειδώνα», φώναξε η Πρωτομέδεια, και με δάκρυα στα μάτια έτρεξε να τις αγκαλιάσει. «Τι σας έκαναν. Πως μπόρεσαν να το κάνουν αυτό;» - «Ο θάνατος βρίσκεται παντού εδώ Πρωτομέδεια», της είπε με θλίψη η Αμαρυλλίδα. «Είναι πολύ δύσκολη η επιβίωση εδώ. Ακόμα και τα θηρία που ακολουθούν τις Σειρήνες δεν έχουν πια τροφή, γίνονται κτήνη. [33]


Οι άνθρωποι φέρνουν τροφή με πλοία για τους δούλους και φεύγουν, κάνεις δεν θέλει να μένει πια εδώ. Παίρνουν τον χρυσό και τα μεταλλεύματα και φεύγουν. Καμία πολιτεία δεν μπορεί να επιβιώσει εδώ». - «Θα το σταματήσουμε αυτό, με τη βοήθεια του Γλαύκου, σας το ορκίζομαι», φώναξε η Πρωτομέδεια και έβγαλε από τη ζώνη της ένα άλλο «μαγικό» φίλτρο που τους το έδωσε να το πιούν. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα κράξιμο στον ουρανό και είδαν ένα κοράκι να κάνει κύκλους από πάνω τους. - «Γρήγορα Γλαύκε ρίξε του, δεν πρέπει να ενημερώσει τις Σειρήνες πως βρισκόμαστε εδώ». Ο Γλαύκος δίχως να χάσει χρόνο, όπλισε τη βαλλίστρα σημάδεψε και έριξε αστραπιαία. Η βολή ήταν εύστοχη, το κοράκι έπεσε στο έδαφος παγιδευμένο από το ειδικό δίχτυ του βέλους. Οι Νύμφες το έπιασαν και το έβαλαν μέσα σε έναν σάκο. Αμέσως μετά ακούστηκαν καλπασμοί και φάνηκαν δύο τεράστια χάλκινα άλογα, ενώ πίσω τους ακολουθούσε ο τραγοπόδαρος θεός Πάνας προστάτης των βοσκών και των δασών. Στον ουρανό, από πάνω τους, φάνηκε ο χάλκινος αετός του Ηφαίστου. Έλαμπε στον ουρανό και φαινόταν τεράστιος. Ένας συρτός ήχος ακουγόταν καθώς ανοιγόκλεινε τα φτερά του. Μόλις ο αετός προσγειώθηκε, ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε δίπλα από τα χάλκινα άλογα και τον Πάνα. Τον Πάνα τον έλεγαν τραγοπόδαρο, καθώς το επάνω μέρος του σώματος του ήταν ανθρώπινο, ενώ το κατώτερο είχε σχήμα τράγου. Ο Πάνας κρατούσε στο δεξί του χέρι τον αγαπημένο του αυλό. Ο Πάνας είχε κατασκευάσει τον αυλό όταν τον χτύπησε με τα βέλη του ο Θεός έρωτας, κάνοντας τον να ερωτευτεί την πανέμορφη νύμφη Σύριγγα. Την είχε δει μία μέρα κοντά σε ένα ποτάμι και την πλησίασε για να της ομολογήσει τη μεγάλη του αγάπη. Η νύμφη όμως βλέποντας τον παράξενο αυτό θεό, φοβήθηκε κι έτρεξε μακριά να κρυφτεί. Μπροστά της όμως υπήρχε το ποτάμι και έτσι η Σύριγγα μπορούσε να ξεφύγει. Στην απόγνωση της τότε ευχήθηκε να μετατραπεί σε καλαμιά και όντως η Σύριγγα μεταμορφώθηκε αμέσως σε καλαμιά. Πικραμένος ο Πάνας έφτιαξε από αυτά τα καλάμια τον αυλό του για να του θυμίζει την αγαπημένη του Σύριγγα. Από τότε έπαιζε συνέχεια τον αυλό, αυτή την φορά όμως δεν έπρεπε να κάνουν φασαρία, έτσι απλώς τον κρατούσε στο χέρι, αναμένοντας τη στιγμή που ίσως νικούσαν για να παίξει και να χορέψει μαζί με τις Νύμφες. Κάθε φορά που ανάσαιναν τα χάλκινα άλογα καπνοί έβγαιναν από τα ρουθούνια τους. Η αλήθεια ήταν πως έμοιαζαν τρομακτικά στην όψη, αλλά ευτυχώς αυτοί ήταν με το μέρος τους, κάτι ήταν και αυτό. Μόλις είδαν τον Πάνα, η Πρωτομέδεια και οι Νύμφες έτρεξαν κοντά του να τον αγκαλιάσουν και να τον φιλήσουν. - «Σας ευχαριστώ για την υποδοχή κυρίες μου είπε ο γοργοπόδαρος Πάνας. Ο Νεαρός είναι ο μικρός μας ήρωας;», ρώτ��σε χαμογελώντας. Ο Γλαύκος κοκκίνισε και έσκυψε το κεφάλι. - «Ο Γλαύκος έχει εξαιρετική καρδιά γεμάτη αγάπη και είναι πολύ γενναίο παιδί», τον διαβεβαίωσε η Πρωτομέδεια. «Ήδη αιχμαλώτισε τις Γοργόνες». «Καθόλου άσχημα λοιπόν», χαμογέλασε ο Πάνας και του χάιδεψε φιλικά το κεφάλι. Ο Γλαύκος δεν είπε τίποτα. Τι να πει εξάλλου, ο Πάνας του χάιδευε το κεφάλι αν είναι δυνατόν...!!! - «Λοιπόν Γλαύκε από ιππασία πως τα πάς;» - «Πολύ καλά», είπε ντροπαλά ο Γλαύκος. - «Για να σε δούμε λοιπόν. Ανέβα σε αυτόν τον γίγαντα. Με προσοχή μόνο, γιατί θα σε τσουρουφλίσει η ανάσα του αν πλησιάσεις τα ρουθούνια του». [34]


Ο Πάνας ένωσε τις παλάμες του κάνοντας σκαλοπάτι για να ανέβει ο Γλαύκος, καθώς τα άλογα ήταν πολύ ψηλά. Τα άλογα είχαν χρώμα γκριζοπράσινο και ανέδιδαν πολύ ζεστή από το χάλκινο κορμί τους. Η Πρωτομέδεια του έδωσε την ασπίδα και την βαλλίστρα του, και ανέβηκε στο χάλκινο άλογο. - «Πάντως, πρέπει να ομολογήσω πως τα άλογα ταιριάζουν με την πανοπλία σου», είπε γελώντας δυνατά ο Πάνας. Ήταν γνωστό εξάλλου πως ο Πάνας ήταν μεγάλος χωρατατζής και του άρεσε να κάνει αστεία. Ο Γλαύκος η αλήθεια είναι πως φοβήθηκε, καθώς φαινόταν τόσο μικρός και εύθραυστος παρ’ όλη την πανοπλία, επάνω στο τεράστιο χάλκινο άλογο. Κοίταγε σαν χαμένος τριγύρω μη ξέροντας τι να κάνει. Το χάλκινο άλογο ρουθούνιζε κάνοντας ένα παράξενο και απόκοσμο ήχο, στέλνοντας κύματα ζέστης στον Γλαύκο. Η Πρωτομέδεια και οι υπόλοιποι τον κοίταγαν με ανυπομονησία, κάτι που τον έκανε να νοιώσει άσχημα καθώς ένοιωσε πως τους απογοήτευε. Έπιασε λοιπόν τα γκέμια στα χέρια του και χτύπησε τα πόδια του στα καπούλια του χάλκινου αλόγου, για να προχωρήσει. Το χάλκινο Καβειρικό άλογο όμως δεν κουνήθηκε καθόλου. Ο Γλαύκος επανέλαβε το χτύπημα τίποτα και πάλι. Σταγόνες ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπο του. «Έγινα ρεζίλι», σκέφτηκε. Ο Πάνας χαμογελούσε, όταν η Πρωτομέδεια τον σκούντησε. - «Βοήθησε τον», του είπε. - «Γλαύκε, αυτό το άλογο δεν είναι σαν τα άλλα. Απλά σκέψου που θέλεις να πας και το άλογο θα υπακούσει αμέσως», του είπε χαμογελώντας ακόμα ο Πάνας. Ο Γλαύκος τον κοίταξε με απόρροια. - «Θέλω να πάω γρήγορα στον λόφο δεξιά», σκέφτηκε ο Γλαύκος ακολουθώντας την συμβουλή του Πάνα. Το χάλκινο άλογο ξεκίνησε να καλπάζει με θόρυβο, ακλουθώντας τη διαδρομή που είχε στο μυαλό του ο Γλαύκος. Η γη έτρεμε από το βάρος και τον καλπασμό του Καβειρικού αλόγου. Κάθε σκέψη του Γλαύκου, την εκτελούσε αυτόματα το χάλκινο Καβειρικό άλογο. - «Αυτό είναι υπέροχο», φώναξε ο Γλαύκος. Ο Γλαύκος σκέφτηκε πως θα ήθελε να δει την περιβόητη πύρινη ανάσα του Καβειρικού αλόγου. Δεν πρόλαβε να κάνει τη σκέψη, το άλογο σήκωσε το κεφάλι και δύο μεγάλες φλόγες βγήκαν από τα ρουθούνια του. Ο Πάνας τον ακολούθησε τρέχοντας και του φώναξε: - «Μην το παρακάνεις Γλαύκε, θα μας ακούσει όλο το νησί, γύρνα πίσω». Ο Γλαύκος, με απογοήτευση είναι αλήθεια , γύρισε πίσω μαζί με τον Πάνα στο σημείο που βρίσκονταν οι Νύμφες, το άλλο Καβειρικό άλογο και ο χάλκινος αετός του Ηφαίστου. - «Πως σου φάνηκε Γλαύκο;», τον ρώτησε η Πρωτομέδεια. - «Είναι.., είναι φανταστικό», είπε ο Γλαύκος. «Με τα άλογα αυτά και τον χάλκινο αετό, είναι σίγουρο πως θα νικήσουμε». - «Μην υποτιμάς τον Φόρκυ και τις κόρες του Γλαύκε. Ίσως να μας περιμένουν εκπλήξεις αύριο. Η δική σου παρουσία τάραξε τις ισορροπίες και ήδη ο Φόρκυς παραπονέθηκε στους Θεούς του Ολύμπου. Ίσως να μην είναι τόσο εύκολα τα πράγματα αύριο. Θα στείλουμε κατασκόπους σήμερα το βράδυ και αύριο το πρωί θα δούμε τι θα πρέπει να γίνει. Απόψε θα κρυφτούμε σε μία σπηλιά στο φαράγγι του κόρακα, ένα μέρος που αποφεύγουν τα κοράκια που είναι τα μάτια και οι κατάσκοποι του Φόρκυ και των Σειρήνων και αυτό γιατί κάποτε ένας κόρακας τιμωρήθηκε εκεί, πριν πολλά πολλά χρόνια από τον Θεό Απόλλωνα. Σε αυτό το δύσβατο φαράγγι υπήρχε παλιά μία πηγή της οποίας το νερό οι κάτοικοι το θεωρούσαν ιερό και το χρησιμοποιούσαν στις θυσίες. Έπρεπε λοιπόν για αυτή τη σημαντική θυσία να στείλουν κάποιον σε αυτή τη δύσκολη και ανηφορική διαδρομή για να φέρει το ‘ιερό’ νερό. [35]


Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή από ένα δέντρο εκεί κοντά. Ήταν η φωνή ενός μεγαλόσωμου κόρακα ο οποίος προσφερόταν να αναλάβει το συγκεκριμένο εγχείρημα. Παρά την έκπληξη που ένιωσαν οι κάτοικοι ακούγοντας τη φωνή του κόρακα, αποφάσισαν να του αναθέσουν την αποστολή, μιας και με τα φτερά του θα έφτανε γρήγορα και εύκολα στην πηγή που έτρεχε το ‘ιερό’ αυτό νερό. Έδωσαν λοιπόν οι άνθρωποι στον κόρακα μια μικρή υδρία αυτός την άρπαξε με τα νύχια του και πέταξε στον ουρανό με κατεύθυνση την πηγή. Ο κόρακας έφτασε γρήγορα στην πηγή. Πλάι της αντίκρισε μια συκιά γεμάτη σύκα και λιχούδης καθώς ήταν άρχισε να δοκιμάζει μερικά σύκα. Τα σύκα όμως ήταν άγουρα και ο κόρακας αποφάσισε να περιμένει μέχρι να ωριμάσουν, ξεχνώντας όμως την αποστολή που είχε αναλάβει για λογαριασμό των ανθρώπων. Περίμενε τελικά δύο ολόκληρες μέρες ώσπου τα σύκα ωρίμασαν. Έφαγε πολλά μέχρι που κάποια στιγμή θυμήθηκε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο είχε έρθει στην πηγή. Άρχισε να σκέφτεται λοιπόν, πώς θα δικαιολογούσε την αργοπορία του στους κατοίκους της πόλης. Τελικά γέμισε με νερό τη μικρή υδρία, άρπαξε με το ράμφος του ένα μεγάλο φίδι το οποίο είδε σε κάτι θάμνους και πέταξε για την πόλη. Όταν ο κόρακας έφτασε στην πόλη, οι κάτοικοι θέλησαν να μάθουν τον λόγο για τον οποίο άργησε να επιστρέψει με το νερό από την πηγή. Ο κόρακας άφησε κάτω την υδρία και το φίδι και ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο φίδι ρουφούσε το νερό από την πηγή με αποτέλεσμα αυτή να αρχίσει να ξεραίνεται. Έπειτα τους είπε πως όταν το φίδι αποκοιμήθηκε, αυτός γέμισε την υδρία με το νερό και γράπωσε και το φίδι για να το παρουσιάσει στους κατοίκους. Οι άνθρωποι τον πίστεψαν και σκότωσαν το φίδι χτυπώντας το με πέτρες και ξύλα. Όμως το φίδι αυτό ήταν του θεού Απόλλωνα και ο θεός του φωτός οργισμένος αποφάσισε να τιμωρήσει τον κόρακα για το ψέμα του. Έτσι από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που ο κόρακας προσπαθούσε να πιει νερό από κάποια πηγή, αυτή στέρευε. Κράτησε πολύ καιρό το μαρτύριο αυτό της δίψας του κόρακα, μέχρι που ο Απόλλωνας τον λυπήθηκε και τον έκανε αστέρι στον ουρανό. Από τότε έχει μείνει και η φράση όταν κάποιος διψάει να λένε οι άνθρωποι ‘Κοράκιασα από τη δίψα’. Όπως είναι φυσικό, τα κοράκια δεν πλησιάζουν ποτέ το φαράγγι αυτό. Δεν ήταν η πρώτη φορά όμως που ο Απόλλωνας τιμώρησε τα κοράκια. Πολύ παλαιότερα ο Θεός του Φωτός, είχε ερωτευτεί την όμορφη θνητή Κορωνίδα ή Αρσινόη πριγκίπισσα της Θεσσαλίας. Από τον ερωτά τους συνελήφθη ο Ασκληπιός, η Κορωνίδα όμως σύναψε σχέση με έναν θνητό κατά την εγκυμοσύνη της. Ένας κόρακας έκανε το λάθος να αποκαλύψει στον Απόλλωνα πως η ερωμένη του επρόκειτο να παντρευτεί τον θνητό νέο. Ο Απόλλωνας τιμώρησε για τα κακά μαντάτα τον κόρακα, αλλάζοντας το λευκό του φτέρωμα στο γνωστό μας μαύρο. Κατόπιν τιμώρησε και την αγαπημένη του Κορωνίδα. Αρκετά όμως με τον Απόλλωνα και τους κόρακες, έχουμε άλλα προβλήματα να αντιμετωπίσουμε. Λοιπόν τι λέτε ξεκινάμε για τη σπηλιά του κόρακα;», ρώτησε ο Πάνας. Όλη η ομάδα ξεκίνησε τον ανήφορο για το δύσβατο φαράγγι στη σπηλιά του κόρακα, εκτός από τον χάλκινο αετό του Ηφαίστου, που έμεινε κρυμμένος κάτω από τα δέντρα στην παραλία, από τον φόβο να μην τον δούνε στον ουρανό. Θα πέταγε το βράδυ ως τη σπηλιά, ώστε να μην γίνει ορατός. [36]


Ο Γλαύκος και η Πρωτομέδεια ανέβηκαν στους δύο Καβειρικούς ίππους, ενώ ο Πάνας προπορευόταν για να ανιχνεύει το μονοπάτι που ακολουθούσαν. Οι υπόλοιπες Νύμφες μεταμορφώθηκαν σε σπουργίτια και παρακολουθούσαν την περιοχή από ψηλά. Η διαδικασία μεταμόρφωσης στη στεριά ήταν λίγο διαφορετική από ότι στη θάλασσα. Τις Νύμφες εδώ τις περικύκλωνε ένα άσπρο νέφος από τα πόδια έως το κεφάλι και σταδιακά αποκαλύπτονταν η νέα μορφή που έπαιρναν. Ακόμα και με τις Νύμφες μεταμορφωμένες σε σπουργίτια , ήταν πολύ δύσκολο να κρυφτεί η παρέα του Γλαύκου καθώς το τοπίο ήταν ξερό με ελάχιστα δέντρα. Το μόνο που βοηθούσε κάπως την κατάσταση ήταν οι καπνοί που έβγαιναν πίσω από τα βουνά, λόγω των εξορύξεων. Η διαδρομή ήταν κουραστική καθώς ήταν ανηφορικό και δύσβατο το μονοπάτι, ιδιαίτερα για τους τεράστιους και βαρείς Καβειρικούς ίππους. Στη διαδρομή κανείς δεν μίλαγε, καθώς όλοι σκέφτονταν την επόμενη ημέρα. Είχε αρχίσει να βραδιάζει όταν τελικά έφτασαν στη σπηλιά του κόρακα. Τα Καβειρικά άλογα ήταν πολύ μεγάλα και εξέπεμπαν πολύ θερμότητα για να μείνουν στη σπηλιά κι έτσι τα άφησαν έξω κάτω από μία συστάδα μεγάλων δέντρων. Ο Γλαύκος με τον Πάνα και τις Νύμφες μπήκαν στη σπηλιά και άναψαν φωτιά για να διανυκτερεύσουν. - «Γλαύκε πρέπει να κοιμηθείς να ξεκουραστείς», του είπε η Πρωτομέδεια χαϊδεύοντας του τα μαλλιά. «Βγάλε την πανοπλία σου και βολέψου όπου μπορείς. Δυστυχώς εδώ δεν έχουμε καμία πολυτέλεια». - «Εσείς τι θα κάνετε, δεν θα ξεκουραστείτε;», ρώτησε ο Γλαύκος. - «Μην ανησυχείς για εμάς καλέ μου Γλαύκε, ξεκουράσου εσύ για να είσαι έτοιμος το πρωί», τον καθησύχασε η Πρωτομέδεια. Ο Γλαύκος της χαμογέλασε και χασμουρήθηκε. Βρήκε μία γωνία και ξάπλωσε. Η Πρωτομέδεια απήγγειλε πάλι την προσευχή που συνήθιζε να λέει στον Γλαύκο πριν κοιμηθεί. Τα βλέφαρα του ήταν βαριά και έτσι δεν άργησε να κοιμηθεί, παρά τη μεγάλη του αγωνία για την επόμενη ημέρα. Μόλις ο Γλα��κος κοιμήθηκε η Πρωτομέδεια με τις υπόλοιπες Νύμφες, έκαναν έναν κύκλο γύρω του και ένωσαν τα χέρια τους, έκλεισαν τα μάτια τους και χαμήλωσαν τα κεφάλια τους. Δέσμες φωτός άρχισαν να εμφανίζονται γύρω από τα χέρια τους και να απλώνονται προς το σημείο που κοιμόταν το παιδί. Το αμυδρό αυτό φως τον έλουσε για λίγο. Αυτήν τη φορά ήταν ανήσυχος στον ύπνο του. Είδε στο όνειρο του πως ήταν ένας μικρός αετός και η μητέρα του τον μάθαινε να πετά. Τα φτερά του όμως ήταν αδύναμα και έπεφτε συνέχεια στο έδαφος. Μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να πετάξει, αλλά ήταν δύσκολο να ελέγξει το πέταγμα του. Με την πάροδο του χρόνου όμως, κατάφερε να ελέγχει τη δύναμη των φτερών και να πετά μαζί με την μητέρα του. Ήταν τόσο όμορφα να πετά και να βλέπει τον κόσμο κάτω, τόσο μικρό...!!! Ο Πάνας, εν τω μεταξύ, έδωσε εντολή στις Νύμφες να μεταμορφωθούν σε κουκουβάγιες και να ψάξουν το νησί για να ανακαλύψουν που βρίσκονται οι Σειρήνες. Οι οχτώ Νύμφες έφυγαν σε ζευγάρια, δύο προς κάθε κατεύθυνση Βορρά, Ανατολή, Δύση, Νότο. Το πρωί ξύπνησε ακούγοντας ομιλίες και φασαρία. Όταν άνοιξε τα μάτια του είδε έξω από την είσοδο της σπηλιάς τον Πάνα και τις Νύμφες να συζητούν έντονα. Σηκώθηκε γρήγορα και πήγε να τους συναντήσει. Φτάνοντας στην είσοδο της σπηλιάς, είδε το πλάτωμα κάτω από τη σπηλιά, γεμάτο από Κενταύρους.! Οι Κένταυροι ήταν από τη μέση και πάνω άνθρωποι, και από τη μέση και κάτω, άλογα. Είχαν όλοι φαρέτρες και τόξα περασμένα στις πλάτες τους και κρατούσαν στα χέρια τους χοντρά ξύλινα δόρατα. Τριγύρω υπήρχε παντού ομίχλη, προφανώς κόλπο του Πάνα για να μην μπορούν να τους εντοπίσουν. [37]


- «Τι συμβαίνει;», ρώτησε όλο απορία ο Γλαύκος. - «Έχουμε άσχημα νέα δυστυχώς», του είπε η Πρωτομέδεια. - «Δηλαδή;» ρώτησε ο Γλαύκος. - «Δηλαδή η κατάσταση είναι πολύ πιο άσχημη από ότι περιμέναμε. Ο Φόρκυς ζήτησε βοήθεια από τον Άδη, ο οποίος άνοιξε τις πύλες του και ήρθαν στο νησί ο Κέρβερος ο φύλακας του Κάτω κόσμου, ο τρομερός σκύλος με τα τρία κεφάλια και την ουρά δράκου, αλλά και ο Γρύπας με τη Χίμαιρα. Ο Γρύπας έχει σώμα λιονταριού, κεφάλι φτερά αετού και ουρά φιδιού. Η Χίμαιρα με την πύρινη ανάσα όμοια με των Καβειρικών ίππων, έχει σώμα κατσίκας, κεφάλι λιονταριού, και ουρά που καταλήγει σε φίδι. Ο Φόρκυς βρίσκεται και αυτός κρυμμένος εδώ με φύλακα τον άυπνο γιο του δράκο Λάδωνα, με τα εκατό κεφάλια. Χρειαζόμαστε, όπως καταλαβαίνεις, κάτι περισσότερο από τύχη και γενναιότητα Γλαύκε, χρειαζόμαστε εξυπνάδα. Ο Φόρκυς και οι Σειρήνες γνωρίζουν πως είμαστε εδώ και θα μας επιτεθούν. Δεν θα έχουμε συνεπώς το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Πρέπει λοιπόν να κάνουμε μία κίνηση αντιπερισπασμού που δεν θα περιμένουν», είπε ο Πάνας. «Για αυτό τον λόγο λοιπόν καλέσαμε όπως βλέπεις του Κενταύρους, ώστε να μας βοηθήσουν. Ήδη ο σοφός Κένταυρος Χείρωνας, εγγονός του ξακουστού Χείρωνα, έχει ένα σχέδιο το οποίο θα σου εξηγήσει. Πάμε κάτω να τον γνωρίσεις.» Κατέβηκαν από τη σπηλιά κατευθυνόμενοι προς τη συστάδα των δέντρων όπου ήταν μαζεμένοι οι Κένταυροι και περιεργάζονταν τους δύο Καβειρικούς ίππους και τον χάλκινο Καυκάσιο αετό του Ηφαίστου. Ο γηραιότερος όλων άρχισε να τους πλησιάζει. Ήταν μεγάλος σε ηλικία, αλλά είχε αγέρωχο βλέμμα. - «Έρχεται ο Χείρωνας», του είπε η Πρωτομέδεια. - «Καλημέρα Γλαύκε χαίρομαι που σε γνωρίζω», του είπε με βραχνή φωνή ο Χείρων. - «Η τιμή είναι δική μου σοφέ Χείρωνα», είπε με σεβασμό ο Γλαύκος. - «Λοιπόν Γλαύκε παιδί μου θα σου αναθέσω μία αποστολή, που ελπίζουμε αν είναι επιτυχής, να μας χαρίσει τη νίκη. Όπως έμαθες οι δυνάμεις της καταστροφής έχουν γίνει πολύ ισχυρές με την βοήθεια του Άδη. Χρειαζόμαστε μία κίνηση που θα ανατρέψει την ισορροπία δυνάμεων. Ο Φόρκυς και οι θυγατέρες του γνωρίζουν ότι βρισκόμαστε εδώ. Αυτό που δεν περιμένουν είναι στην κρίσιμη στιγμή να δεχθούν επίθεση από δυνάμεις που θεωρούν δικές τους. Ο χάλκινος αετός του Ηφαίστου δεν είναι μόνος του ικανός να μας δώσει πλεονέκτημα στον αέρα. Θα πρέπει λοιπόν να πετάξεις με αυτόν έως τον Ελικώνα, όπου βρίσκεται ο Πήγασος το φτερωτό άλογο. Όπως γνωρίζεις ο Πήγασος γεννήθηκε από το αίμα που έπεσε στη θάλασσα όταν ο Περσέας αποκεφάλισε τη Μέδουσα, η οποία είχε μείνει έγκυος από τον Ποσειδώνα. Ο Πήγασος φυσικά δεν θα ερχόταν ποτέ να μας βοηθήσει, το αντίθετο μάλιστα. Για αυτό θα πρέπει να πας γρήγορα με τον αετό του Ηφαίστου στον Ελικώνα και να ρίξεις το φίλτρο που θα σου δώσει η Πρωτομέδεια στο ποτάμι που πίνει νερό. Όταν ο Πήγασος πιει αυτό το νερό, θα χάσει τις αισθήσεις του για λίγο. Τόσο, όσο να του κλείσεις τα μάτια, ώστε να μην γνωρίζει που πετάει. Όταν φτάσετε τη στιγμή της μάχης, οι Σειρήνες θα νομίσουν πως ο Πήγασος έρχεται να τις βοηθήσει. Εσύ τότε θα εκμεταλλευτείς τη στιγμή να μας βοηθήσεις. Ελπίζουμε αυτή η κίνηση να τους επιφέρει πανικό. Πριν φύγεις θα [38]


πρέπει να κόψουμε τα μαλλιά σου και να βάψουμε άσπρο όλο σου το κορμί, ώστε να μην είσαι εύκολα αναγνωρίσιμος επάνω στον Πήγασο, τουλάχιστον από μακριά. Όταν θα είσαι αρκετά κοντά τους ελπίζουμε να είναι αργά για αυτές. Λοιπόν τι λες, θα τα καταφέρεις;.». - «Θα προσπαθήσω με όλες μου τις δυνάμεις, σοφέ Χείρωνα», απάντησε ο Γλαύκος. - «Ωραία, τότε σε παραδίδω στις όμορφες Νύμφες για να περιποιηθούν, ώστε να φύγεις όσο το δυνατό γρηγορότερα», είπε ο Χείρωνας και πήγε μαζί με τον Πάνα να συναντήσει τους υπόλοιπους Κενταύρους. - «Έλα, Γλαύκε, πάμε να σε κουρέψουμε και να σε βάψουμε», του είπε η Πρωτομέδεια χαϊδεύοντας τα πυκνά κατσαρά μαλλιά του, που σε λίγο θα ήταν παρελθόν. Η περιποίηση από εννέα Νύμφες ήταν υπέροχη και σίγουρα άξιζε να χάσεις λίγες τρίχες για αυτό...!!! Σε λίγο ο Γλαύκος ήταν αγνώριστος, άσπρος από τα πόδια έως το κεφάλι, λες και είχε πέσει μέσα σε χύτρα με γάλα. - «Ακόμα και έτσι είσαι κούκλος», του είπε η Πρωτομέδεια, τονώνοντας του το ηθικό. Οι υπόλοιπες Νύμφες χαμογελούσαν. Η Πρωτομέδεια του έδωσε το φίλτρο για τον Πήγασο, τον φίλησε στο μέτωπο, και του είπε: - «Τον αετό τον καθοδηγείς όπως τα Καβειρικά άλογα, με τον νου σου. Κρατήσου γερά επάνω του και μην φοβάσαι, θα σε πάει ασφαλή στον Ελικιώνα.» Η αλήθεια είναι πως όταν ο Γλαύκος άκουσε για πτήση με τον αετό τρομοκρατήθηκε! Και εάν έπεφτε; Στο νου του ήρθε η ιστορία του Ικάρου, γιου του πολυμήχανου Δαιδάλου, ο οποίος είχε τιμωρηθεί για την αλαζονεία του να θέλει να πετά σαν θεός. Ο πατέρας του Δαίδαλος, είχε κατασκευάσει για τον Βασιλιά Μίνωα τον Λαβύρινθο στην Κρήτη, για να ζει μέσα ο Μινώταυρος. Μέσα στον Λαβύρινθο όμως φυλάκισε ο Μίνωας και τον Δαίδαλο με τον γιο του Ίκαρο, καθώς ο Δαίδαλος είχε βοηθήσει τη σύζυγο του Μίνωα, Πασιφάη, να ενωθεί με τον Ταύρο του Ποσειδώνα και να γεννηθεί έτσι ο τρομερός Μινώταυρος. Ο Δαίδαλος με τον Ίκαρο κατάφεραν όμως να δραπετεύσουν από τον Λαβύρινθο με τη βοήθεια των φτερών που είχε κατασκευάσει και για τους δύο ο Δαίδαλος, χρησιμοποιώντας πούπουλα και κερί. Τα φτερά αυτά τα έβαλαν στους ώμους τους και πέταξαν στον ουρανό. Ο Ίκαρος όμως γοητευμένος από την πτήση, παράκουσε την εντολή του πατέρα του να μην πετάει πολύ ψηλά για να μη λιώσει από τη ζέστη του ήλιου το κερί των φτερών, ούτε και πολύ χαμηλά για να μην λυθούν τα φτερά από την υγρασία της θάλασσας. Πέταξε ψηλά, θέλοντας να μιμηθεί τον Ήλιο, με αποτέλεσμα να λιώσει το κερί και να αποκολληθούν τα φτερά, να πέσει στη θάλασσα και να χάσει τη ζωή του. Η θαλάσσια περιοχή όπου ο Ίκαρος βρήκε τον θάνατο ονομάστηκε έκτοτε Ικάριο Πέλαγος. Ο Γλαύκος όμως δεν είχε σκοπό να παρακούσει κανέναν, ήλπιζε λοιπόν να πάνε όλα καλά. Πιάστηκε σφικτά από το χάλκινο σώμα του αετού και ο αετός αμέσως με δυνατό τίναγμα των φτερών του, άρχισε να υψώνεται προς τον ουρανό. Ο Γλαύκος έφερε στον νου του αμέσως τις τεχνικές πετάγματος που είχε δει στο όνειρο του, κάτι που τον βοήθησε στον έλεγχο του Καυκάσιου αετού. Η αίσθηση της πτήσης ήταν μοναδική, αν εξαιρέσεις βέβαια τον φόβο που προκαλεί το αίσθημα της πτήσης. Από ψηλά μπορούσες να συνειδητοποιήσεις πόσο πραγματικά μικρός είναι ο άνθρωπος μπροστά στην απεραντοσύνη του κόσμου...! Ο χρόνος προφανώς λόγω κάποιας θεϊκής παρέμβασης περνούσε πολύ γρήγορα, έτσι οι εναλλαγές των εικόνων ήταν επίσης πολύ γρήγορες.

[39]


ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΟΥ ΚΟΡΑΚΑ Πίσω, στο φαράγγι του Κόρακα, επικρατούσε ταραχή. Κραυγές λύκων ακούγονταν από παντού. Και όχι μόνο. Βρυχηθμοί λιονταριών, αλλά και κάποιοι άλλοι απροσδιόριστοι τρομακτικοί ήχοι, κάλυπταν τις προετοιμασίες στο στρατόπεδο του Πάνα, των Κενταύρων και των Νυμφών. Στο κέντρο της παράταξης τους οι Κένταυροι είχαν σκάψει μεγάλους λάκκους στο έδαφος, τοποθετώντας επάνω τους κλαδιά και φύλλα ώστε να τους καλύψουν για να μην είναι ορατοί. Σύμφωνα με το σχέδιο, η Πρωτομέδεια με τις υπόλοιπες Νύμφες, μεταμορφωμένες σε αετούς, θα προσπαθούσαν να κρατήσουν απασχολημένες τις Σειρήνες, έως ότου επέστρεφε ο Γλαύκος με τον Καυκάσιο αετό και τον Πήγασο. Οι Κένταυροι παρατάχθηκαν μέσα στο δάσος σε μία ευθεία γραμμή, με έναν Καβειρικό ίππο στο κάθε άκρο της παράταξης τους (έναν δεξιά και έναν αριστερά), με σκοπό να υποχωρήσουν από το κέντρο προς τα άκρα, από διαδρόμους που είχαν αφήσει ανάμεσα από τους λάκκους, ώστε να παρασύρουν τους αντιπάλους για να πέσουν μέσα σε αυτούς. Στη συνέχεια θα επιτίθονταν από τα δύο ενισχυμένα άκρα, κάνοντας μία κυκλική κίνηση ώστε να παγιδέψουν τους αντιπάλους. Οι Κένταυροι παρατάχθηκαν με τον Πάνα και τον Χείρωνα στο κέντρο τους, και περίμεναν... Ξαφνικά, από την ξερή έκταση μπροστά από το δάσος, φάνηκε να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα ένα πλήθος από λύκους, με τις τρομακτικές μορφές του Κέρβερου, της Χίμαιρας και του Γρύπα να ξεχωρίζουν στο κέντρο τους. Η εικόνα και ο ήχος από τον απειλητικό στρατό της καταστροφής που εφορμούσε ήταν τρομακτικός. Οι εννέα Νύμφες μεταμορφώθηκαν σε αετούς, για να αντιμετωπίσουν τις Σειρήνες στον αέρα, αναμένοντας την επιστροφή του Καυκάσιου αετού και του Γλαύκου από τον Ελικώνα. Η γραμμή των Κενταύρων περίμενε υπομονετικά ώστε να πλησιάσει σε απόσταση βολής η αγέλη των θηρίων. Μόλις αυτό συνέβη, ένας καταιγισμός από βέλη υψώθηκε στον ουρανό διαγράφοντας ένα τόξο, καταλήγοντας στις γραμμές των θηρίων. Πολλά από τα βέλη βρήκαν τον στόχο τους, δημιουργώντας σύγχυση και υψώνοντας σύννεφα σκόνης, γεγονός που έκανε πιο τρομακτική την επέλαση των θηρίων. Τα βέλη που έπεφταν στον Κέρβερο, τον Γρύπα και τη Χίμαιρα, δεν φαινόταν να προκαλούν καμία ζημιά στα τεράστια θηρία. Κάποια από τα βέλη απλά χτύπαγαν επάνω τους και έπεφταν αμέσως στο έδαφος αφού δεν μπορούσαν να διαπεράσουν το σκληρό δέρμα τους, ενώ άλλα απλώς κρέμονταν επάνω τους. - «Είσαι έτοιμος;», ρώτησε ο Πάνας τον Χείρωνα. - «Όσο και εσύ», του απάντησε με νόημα ο Χείρωνας, κλείνοντας του το μάτι. Αμέσως μετά ο Χείρωνας φύσηξε το κέρας που κρατούσε στα χέρια του. Ο Ήχος που ακούστηκε σήμανε την έναρξη της επίθεσης των Κενταύρων. Η γραμμή των Κενταύρων κάλπασε προς τη γραμμή των θηρίων. Μπορούσες πια να διακρίνεις τις φλόγες που έβγαιναν από το στόμα της Χίμαιρας, σε κάθε της καλπασμό. Η πρώτη γραμμή των Κενταύρων συνάντησε με ορμή τους Λύκους και τα θηρία του Άδη. Σκόνη απλώθηκε παντού στο πεδίο της μάχης, φωνές και ουρλιαχτά αντιλαλούσαν στο φαράγγι του Κόρακα. Κένταυροι, λύκοι και Θηρία του Άδη αγκαλιασμένοι σε μία θανατηφόρα πάλη. Οι Κένταυροι χτυπούσαν με βέλη και με τα ξύλινα δόρατα τους λύκους και τα Θηρία του Άδη. Οι λύκοι ορμούσαν μανιασμένα προσπαθώντας να δαγκώσουν τους Κενταύρους. [40]


Δύο ήταν τα κρίσιμα σημεία της μάχης. Στα δύο άκρα και στο κέντρο. Στα δύο άκρα οι Καβειρικοί ίπποι με το μέγεθος τους, την θωράκιση τους και τις πύρινες ανάσες τους, είχαν τρέψει σε φυγή τους λύκους. Μάταια όσοι κατάφερναν να τους πλησιάσουν προσπαθούσαν να δαγκώσουν τα χάλκινα κορμιά τους. Όταν οι σειρήνες αντιλήφθηκαν το πρόβλημα στα δύο άκρα της παράταξης τους, πέταξαν προς τα εκεί. Τις ακολούθησε πετώντας και ο Γρύπας στο αντίθετο από αυτές άκρο, ώστε να αντιμετωπίσουν τις απώλειες που προκαλούσαν τα πανίσχυρα Καβειρικά άλογα. Η Πρωτομέδεια με τις άλλες Νύμφες, μεταμορφωμένες σε αετούς, πέταξαν για να συναντήσουν τις Σειρήνες, αλλά η μάχη ήταν άνιση, καθώς οι Νύμφες ήταν αδύναμες από τις κακουχίες σε αντίθεση με τις Σειρήνες, ενώ ο Γρύπας δεν είχε αντίπαλο δίχως τον Καυκάσιο αετό. Οι Σειρήνες τις ανάγκασαν εύκολα σε υποχώρηση, δίχως καν προλάβουν να αντιμετωπίσουν τον Γρύπα. Η Πρωτομέδεια με τις υπόλοιπες Νύμφες επέστρεψαν στη σπηλιά του Κόρακα, όπου η Πρωτομέδεια φρόντισε τα τραύματα των υπόλοιπων Νυμφών, τα οποία είχαν προκληθεί από τα κοφτερά νύχια των Σειρήνων. Στο κέντρο της παράταξης των Κενταύρων, η κατάσταση δεν ήταν καλή. Παρ’ όλες τις ηρωικές προσπάθειες του Χείρωνα και του Πάνα, η Χίμαιρα, και ο Κέρβερος, είχαν εύκολα διασπάσει το κέντρο της παράταξης των Κενταύρων. Τα θηρία του Άδη είχαν σπείρει τον πανικό με το μέγεθος, τη δύναμη και την τρομακτική εμφάνιση τους. Στο πεδίο της μάχης ο Χείρωνας σάλπισε υποχώρηση προς το κέντρο της παράταξης, ώστε να παρασυρθούν τα θηρία στις παγίδες που είχαν σκάψει ανάμεσα στα δέντρα. Οι Κένταυροι που βρίσκονταν εκεί με τον Χείρωνα και τον Πάνα, υποχώρησαν ανάμεσα στα δέντρα, χρησιμοποιώντας τους ασφαλείς διαδρόμους πίσω από τους λάκκους - παγίδες. Οι περισσότεροι Κένταυροι κρυμμένοι πίσω από τα δέντρα έτρεξαν προς τα άκρα, ενώ ο Πάνας με τον Χείρωνα και λίγους ακόμα, έμειναν πίσω από τις παγίδες ώστε να παρασύρουν τα θηρία στους λάκκους παγίδες. Ο Κέρβερος με την Χίμαιρα ακολουθούμενοι από λύκους καταδίωξαν με μανία τους Κενταύρους που υποχωρούσαν, με αποτέλεσμα να πέσουν μαζί με ένα μεγάλο αριθμό λύκων, στους λάκκους. Τα θηρία έκαναν σαν τρελά, ουρλιάζοντας, στην προσπάθεια τους να σκαρφαλώσουν για να βγουν έξω από τους λάκκους. Ο Χείρωνας με τον Πάνα όμως είχαν φροντίσει ώστε οι λάκκοι να είναι αρκετά μεγάλοι, παρ’ όλα αυτά οι Κένταυροι στέκονταν από επάνω, αποθαρρύνοντας κάθε προσπάθεια εξόδου των θηρίων από τις παγίδες. Ο Γρύπας το μόνο θηρίο που ακόμα ήταν ελεύθερο, προσπαθούσε με τη βοήθεια των Σειρήνων να θέσει από αέρος εκτός μάχης τα Καβειρικά άλογα, που είχαν φέρει σε δύσκολη θέση τους λύκους και στα δύο άκρα. Τότε ήταν η στιγμή που έκανε την εμφάνιση του ο τρομερός δράκος με τα εκατό κεφάλια, ο Λάδωνας. Με την συμμετοχή του δράκου Λάδωνα ήταν προφανές πως η μάχη θα ήταν άνιση, όσο γενναία και αν αμύνονταν οι Κένταυροι....

[41]


Ο ΠΗΓΑΣΟΣ Ο Γλαύκος, φτάνοντας στον Ελικιώνα, αναζήτησε τον Πήγασο, το υπέροχο λευκό άλογο με τα φτερά. Δεν άργησε να τον δει. Ο Γλαύκος τον κοίταζε σαστισμένος, ήταν υπέροχο και μοναδικό αυτό το άλογο. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Χείρωνα προχώρησε αντίθετα από τον άνεμο στον ποταμό, πιο πάνω από το σημείο που βρισκόταν ο Πήγασος. Άνοιξε το φίλτρο που του είχε δώσει η Πρωτομέδεια και το έριξε στον ποταμό. Όσο περίμενε ο Γλαύκος σκεπτόταν τι να γινόταν πίσω στο φαράγγι του Κόρακα. Θα προλάβαινε άραγε να πάρει μέρος στην μάχη;. Και από την άλλη, αν όταν γύρναγε έβρισκε μόνο τις Σειρήνες και τα θηρία στο φαράγγι; Aν είχαν χάσει την μάχη η Πρωτομέδεια, με τον Πάνα και τον Χείρωνα , τι θα γινόταν αυτός; Άγχος άρχισε να τον κυριεύει. Κάποια στιγμή ο Πήγασος, πλησίασε το ποτάμι και ήπιε νερό. Μετά από αυτό ο Πήγασος έδειχνε ζαλισμένος, έως ότου με γδούπο έπεσε στο έδαφος χάνοντας τις αισθήσεις του. Ο Γλαύκος έτρεξε αμέσως κοντά του και του έδεσε τα μάτια με το άσπρο πανί που του είχε δώσει η Πρωτομέδεια. Μετά από λίγο ο Πήγασος άρχισε να ανακτά τις αισθήσεις του, και σηκώθηκε τρικλίζοντας. Ο Γλαύκος πρόλαβε να ανέβει επάνω του πριν ο Πήγασος ανακτήσει πλήρως τις αισθήσεις του. Ήταν σημαντικό να πάρει τον έλεγχο του αλόγου, πριν αυτό τον ρίξει από την πλάτη του. Ο Πήγασος χλιμίντρισε ενοχλημένος και προσπάθησε να τον ρίξει, αλλά ήταν ακόμη αδύναμος. Ο Γλαύκος κατάφερε να τον ηρεμήσει με την δύναμη του νου του. Σε λίγο ο Πήγασος καθόταν να τον χαϊδεύει στον λαιμό ο Γλαύκος. - «Ώρα να φύγουμε, αγόρι μου», φώναξε ο Γλαύκος. Αμέσως ο Πήγασος σηκώθηκε στον αέρα. Ο Καυκάσιος αετός σηκώθηκε και αυτός αμέσως μετά, ακολουθώντας τον Πήγασο από απόσταση. Ο Γλαύκος δεν έβλεπε την στιγμή που θα επέστρεφε για να βοηθήσει τους φίλους του...

[42]


Η ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ Φτάνοντας στο φαράγγι του Κόρακα είδε το πεδίο της μάχης και φοβήθηκε. Ένα τεράστιο τέρας με εκατό κεφάλια είχε ήδη εξολοθρεύσει τα Καβειρικά άλογα, ενώ οι Κένταυροι υποχωρούσαν προς τη σπηλιά. Οι Σειρήνες και ο Γρύπας είχαν πάει στους λάκκους που είχαν παγιδευτεί ο Κέρβερος με την Χίμαιρα και έψαχναν τρόπο να τους απελευθερώσουν. Ο Γλαύκος σφίχτηκε πάνω στο κορμί του Πήγασου, και πέταξε προς τις Σειρήνες, κρύβοντας κάτω από το κορμί του τη βαλλίστρα του Ηφαίστου. Οι Σειρήνες δεν αντιλήφθηκαν τον Πήγασο αμέσως, όταν όμως αυτό έγινε άφησαν τον Γρύπα στους λάκκους και πήγαν να τον υποδεχτούν, νομίζοντας πως ήρθε να τις βοηθήσει. Μόλις οι Σειρήνες έφτασαν σε σημείο βολής, ο Γλαύκος με μία αστραπιαία κίνηση, έβγαλε τη βαλλίστρα του Ηφαίστου και τις σημάδεψε. Όταν οι Σειρήνες κατάλαβαν τι συμβαίνει ήταν ήδη αργά, καθώς η Αγλαόφωνη και η Μόλπη είχαν ήδη παγιδευτεί από τα βέλη του Γλαύκου. Η Θελξινόη έκανε στροφή προσπαθώντας να ξεφύγει από τα βέλη αλλά την πρόλαβε ο Χάλκινος Καυκάσιος αετός. Ο Γλαύκος, εκμεταλλευόμενος την εμπλοκή του Χάλκινου αετού που καθυστέρησε τη Θελξινόη, της έριξε παγιδεύοντας την και αυτήν. Οι τρεις Σειρήνες, παγιδευμένες και ανίκανες να πετάξουν πια, όπως ήταν μέσα στα δίχτυα, έπεσαν στο έδαφος. Ο Γρύπας και ο Λάδωνας μανιασμένοι κατευθύνονταν προς το μέρος του Γλαύκου και του χάλκινου αετού. Ευτυχώς από τον Λάδωνα δεν κινδύνευε όσο βρίσκονταν εν πτήση. Τον δρόμο του Γρύπα έκοψε ο Καυκάσιος Χάλκινος Αετός, ο οποίος τον συνάντησε στον αέρα, δίνοντας μία τρομακτική μάχη, στερώντας όμως ταυτόχρονα τη δυνατότητα στον Γλαύκο να μπορέσει να του ρίξει. Ο Γλαύκος έδωσε εντολή στον Χάλκινο Αετό να φύγει από τη μάχη, ώστε να μπορέσει να ρίξει στον Γρύπα. Ο Καυκάσιος Αετός υποχώρησε και τότε ο Γρύπας τον άρπαξε με τα νύχια του από πίσω, σπρώχνοντας τον προς ένα από τα εκατό κεφάλια του δράκου Λάδωνα. Ο Λάδωνας σύντριψε τον αετό στα τεράστια σαγόνια ενός από τα κεφάλια του. Ο Γλαύκος κοίταγε σαν μαγεμένος αυτό το θηρίο. Πως θα μπορούσε να το νικήσει, φάνταζε απίθανο; Τα βέλη του ήταν ανίσχυρα μπροστά στο μέγεθος του δράκου. Ο Γλαύκος προσπαθούσε να σημαδέψει τον Γρύπα, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τα σαγόνια από τα κεφάλια του Λάδωνα, που τα εκτόξευε ξαφνικά προς τον Πήγασο και τον Γλαύκο. Οι μανούβρες που ο Γλαύκος αναγκαζόταν να κάνει για να αποφύγει τον Λάδωνα, δεν του επέτρεπαν να μπορεί να σημαδέ��ει τον Γρύπα, ο οποίος σκοπίμως τον παρέσυρε κοντά στον Λάδωνα. Η Πρωτομέδεια με τις υπόλοιπες Νύμφες μεταμορφώθηκαν για ακόμα μία φορά σε αετούς, ώστε να βοηθήσουν τον Γλαύκο με τον Γρύπα. Όταν οι Νύμφες απέσπασαν την προσοχή του Γρύπα, ο Γλαύκος βρήκε την ευκαιρία να τον πετύχει, και τότε εκείνος έπεσε στο έδαφος παγιδευμένος από τα βέλη του Ηφαίστου. - «Γλαύκε ο Λάδωνας δεν μπορεί να νικηθεί με τα βέλη της βαλλίστρας, πάμε στη σπηλιά του Κόρακα, θα σου δώσω ειδικά φιαλίδια με φίλτρα, τα οποία θα πρέπει να ρίξεις στα σαγόνια του ώστε να τον κοιμήσεις», του φώναξε η Πρωτομέδεια. - «Και δεν το έλεγες νωρίτερα;» της είπε γελώντας ο Γλαύκος και προσπαθώντας να διασκεδάσει την κατάσταση. [43]


Ο Λάδωνας, σε φρενήρη κατάσταση, κατέστρεφε τα δέντρα, προσπαθώντας να πλησιάσει την σπηλιά του Κόρακα, δεχόμενος πλήθος βελών από τους Κενταύρους, που κρύβονταν πίσω από τα δέντρα. Ο Κέρβερος, η Χίμαιρα, ο Γρύπας και οι Σειρήνες ούρλιαζαν παγιδευμένοι στο πεδίο της μάχης. Δεν υπήρχε πολύς χρόνος για χάσιμο. Ο Γλαύκος και η Πρωτομέδεια έφτασαν στην σπηλιά του Κόρακα. Η Πρωτομέδεια του έδωσε επτά φιαλίδια που περιείχαν ένα κόκκινο υγρό. - «Είσαι πολύ γενναίος Γλαύκε», του είπε η Πρωτομέδεια. « Τώρα όμως θα πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός για να μπορέσεις να κοιμήσεις τον Λάδωνα. Θα πρέπει να τον πλησιάζεις αρκετά κοντά του, ώστε να μπορέσεις να ρίξεις τουλάχιστον τρία από τα φίλτρα αυτά σε κάποια από τα σαγόνια του, ώστε να κοιμηθεί. Μία λάθος κίνηση όμως ίσως αποβεί μοιραία, πρόσεχε πολύ σε παρακαλώ». - «Σε ευχαριστώ πολύ Πρωτομέδεια» είπε ο Γλαύκος, πήρε τα επτά φιαλίδια με το φίλτρο και γύρισε να φύγει. - «Γλαύκε περίμενε», φώναξε η Νηρηίδα, και του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο. «Αυτό για καλή τύχη». Ο Γλαύκος κοκκίνισε και χαμογέλασε από αμηχανία. Είχε αφήσει τον Πήγασο δεμένο έξω από τη σπηλιά. Ανέβηκε αμέσως επάνω του και πέταξε προς τον δράκο Λάδωνα που κατέστρεφε τα πάντα στο πέρασμα του. Οι Κένταυροι με τον Πάνα είχαν υποχωρήσει πια στα βράχια κάτω από τη σπηλιά του Κόρακα. Τώρα πια του πετούσαν όχι μόνο βέλη, αλλά πέτρες και βράχους και ότι άλλο έβρισκαν διαθέσιμο γύρω τους προσπαθώντας να τον καθυστερήσουν. Ο Γλαύκος έκανε τρεις γύρους πάνω από τον δράκο Λάδωνα, προσπαθώντας να τον αποπροσανατολίσει, κάτι που ευτυχώς δεν ήταν δύσκολο, καθώς το μέγεθος του τον έκανε εξαιρετικά δυσκίνητο. Στο τέλος του τρίτου γύρου, ο Γλαύκος επιχείρησε κάθετη εφόρμηση από την πλευρά με τα λιγότερα κεφάλια. Λίγο πριν φτάσει πολύ κοντά σε ένα από αυτά, έριξε το ένα φιαλίδιο που βρήκε τον στόχο του. Αμέσως μετά υψώθηκε στον Ουρανό αποφεύγοντας ευτυχώς τα σαγόνια που έκλειναν με θόρυβο πίσω του. Το σαγόνι του Λάδωνα στο οποίο είχε πέσει το φίλτρο, γέμισε κόκκινο υγρό και αφρούς, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να κάνει κυκλικές κινήσεις χτυπώντας αδέξια πάνω στα άλλα του κεφάλια. Ο Λάδωνας έβγαλε τότε μία τρομακτική κραυγή που έκανε τον Γλαύκο να ανατριχιάσει. - «Δύο ακόμα μόνο, πρέπει να τα καταφέρω», σκέφτηκε, ενώ οι Κένταυροι, με τις Νύμφες και τον Πάνα τον επευφημούσαν προσπαθώντας να του δώσουν κουράγιο. Ο Πήγασος με τον Γλαύκο συνέχισαν τους κύκλους γύρω από τον Λάδωνα και σε δύο επιπλέον εφορμήσεις ο Γλαύκος κατάφερε να βρει για ακόμα μία φορά στόχο. Άλλες δύο φορές αστόχησε, με τα φίλτρα να πέφτουν στην πλάτη του Λάδωνα και από εκεί στο έδαφος. Ο Γλαύκος συνέχισε τις προσπάθειες και στο τέλος κατάφερε να ρίξει και στο τρίτο κεφάλι ένα από τα φίλτρα. - «Ναι», φώναξε χαρούμενος ο Γλαύκος, «τα κατάφερα» μόλις έγινε αυτό, ενώ το φαράγγι αντήχησε με τις ζητωκραυγές των φίλων του. Ο Λάδωνας, αγκομαχούσε πλέον, με τα σαγόνια του γεμάτα κόκκινους αφρούς. Τελικά , ο Λάδωνας έπεσε με θόρυβο στο πλάι , αναπνέοντας με τρομακτικό θόρυβο, ανίκανος να κουνηθεί. Οι Κένταυροι, ο Πάνας και οι Νύμφες κατέβηκαν από τη σπηλιά του Κόρακα και πλησίασαν να δουν τον φοβερό δράκο από κοντά, φωνάζοντας το όνομα του Γλαύκου. Ο Γλαύκος κατέβηκε από τον Πήγασο, για να πάρει μέρος στη γιορτή. Όλοι περίμεναν να αγκαλιάσουν το μικρό αγόρι, τον μικρό ήρωα, που τόλμησε να τα βάλει με τόσα θηρία και τέρατα σε στεριά και θάλασσα. [44]


Ο Γλαύκος είχε ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και δεν προλάβαινε να ακούει τις επιδοκιμασίες. Να λοιπόν που το όνειρο του έγινε πραγματικότητα. Έγινε ο ίδιος ένας μικρός ήρωας και ας μην το γνώριζε κανείς ούτε οι φίλοι του, ούτε οι γονείς του, φτάνει που το έζησε αυτός, και η θεϊκή συντρόφια του. Η Πρωτομέδεια τον ενημέρωσε πως ο Φόρκυς, μετά από την ήττα των παιδιών του κρύφτηκε στα άδυτα της θάλασσας, έτσι δεν θα έπρεπε πια να ανησυχούν για αυτόν. Το βράδυ στήθηκε ένα γλέντι αντάξιο της περιπέτειας που έζησαν όλοι οι συμμετέχοντες. Ο Γλαύκος ζούσε στους έβδομους ουρανούς, αυτός ένας μικρός θνητός από την Λήμνο ανάμεσα σε Νύμφες, Κενταύρους και τον Πάνα, πίνοντας και τραγουδώντας. Στον χορό και στο τραγούδι πρωτοστάτησαν όπως είναι φυσικό ο Πάνας με τις όμορφες Νύμφες. Όταν το γλέντι τελείωσε, οι Κένταυροι και ο Πάνας αποχαιρέτησαν με συγκίνηση τον Γλαύκο, ενώ οι Νύμφες και ο Γλαύκος, επέστρεψαν στην σπηλιά του Κόρακα για να περάσουν εκεί το τελευταίο βράδυ που θα ήταν μαζί. Εκεί, η Πρωτομέδεια του εξήγησε πως λόγω της νίκης τους ενάντια στις δυνάμεις της καταστροφής , η πλάστιγγα θα έγερνε και στον κόσμο του, τον κόσμο των ανθρώπων δηλαδή, προς τις δυνάμεις της δημιουργίας και της ειρήνης. Η Πρωτομέδεια τον κοίταξε στα μάτια με αγάπη, και του είπε: - «Σήμερα το βράδυ Γλαύκε θα κοιμηθείς μαζί μας στη σπηλιά του Κόρακα για τελευταία φορά. Όταν ξυπνήσεις θα βρίσκεσαι πίσω στο Κουκονήσι μέσα στην βάρκα σου για να επιστρέψεις σπίτι σου. Να ξέρεις πως για εμάς είσαι ένα πολύ ιδιαίτερο και αγαπητό παιδί. Για αυτό όποτε θελήσεις να ξαναβρεθείς μαζί μας, θα πρέπει πριν κοιμηθείς το προηγούμενο βράδυ, να επαναλάβεις την προσευχή που με έχεις ακούω να σου λέω τα βράδια που βρίσκεσαι μαζί μας. Την επομένη ημέρα θα πρέπει να πας στο Κουκονήσι και εγώ θα σε περιμένω εκεί, για να σε συνοδέψω ξανά στο βασίλειο του Ποσειδώνα.» Ο Γλαύκος δάκρυσε από τη χαρά του. Η αναγνώριση και η αγάπη που έλαβε από όλους και κυρίως την καλή του Νηρηίδα, ήταν πραγματικά συγκινητική. - «Δεν ξέρω πως να σας ευχαριστήσω ειλικρινά», είπε ο Γλαύκος. «Αυτά που έζησα τις τρεις ημέρες που πέρασαν ήταν πέρα από την φαντασία μου. Είσαστε όλο τόσο καλοί μαζί μου, σας ευχαριστώ πολύ» είπε ο Γλαύκος. - «O κάθε ένας Γλαύκε, είναι συνδημιουργός της πραγματικότητας, καθώς ελκύει αυτό που είναι. Ο νους, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι προσδοκίες και οι συμπεριφορές μας, δημιουργούν την πραγματικότητά μας. Όταν τα αλλάζουμε, η πραγματικότητά μας αλλάζει. Οι θετικές σκέψεις και τα θετικά συναισθήματα έλκουν και δημιουργούν θετικές πραγματικότητες. Μην το ξεχάσεις αυτό. Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχάσεις να τηρείς στην ζωή σου, αυτά που θα σου πω : Όταν ξυπνάς το πρωί να προσεύχεσαι με το Φως του Ήλιου. Δεν χρειάζεται να ψάχνεις τους Θεούς, αλλά να αποφεύγεις ότι σε κάνει να μην μπορείς να συνειδητοποιήσεις την πανταχού παρουσία τους. Οι Θεοί θα σε ακούσουν, αρκεί να μιλήσεις. Ψάξε μέσα σου, να είσαι ο εαυτός σου. Μην επιτρέπεις σε άλλους να δημιουργούν το μονοπάτι σου. Είναι δικός σου ο δρόμος και μόνο. Άλλοι μπορούν να περπατήσουν μαζί σου, αλλά κανένας δεν μπορεί να περπατήσει στη θέση σου. Να δείχνεις κατανόηση γι’ αυτούς που έχασαν το δρόμο τους. Άγνοια, αλαζονεία, θυμός, ζηλοτυπία και πλεονεξία, ανθίζουν από μια χαμένη ψυχή. Προσευχήσου να βρουν καθοδήγηση. Προσπάθησε να κρατάς τον εαυτό σου ισορροπημένο. Ο Νους, το πνεύμα, η ψυχή και το σώμα σου, πρέπει να διατηρούνται αγνά και υγιή. Γύμνασε το σώμα [45]


για να δυναμώσεις το μυαλό. Πλούτισε σε πνεύμα για να γιατρέψεις τις σωματικές και ψυχικές ασθένειες. Να είσαι ειλικρινής, πάντα. Η ειλικρίνεια είναι το μέτρο της θέλησης κάποιου μέσα στο Σύμπαν. Παίρνε συνειδητές αποφάσεις για το ποιος θα είσαι και πώς αντιδράς. Εσύ μόνο είσαι υπεύθυνος για τις πράξεις σου. Οι κακές σκέψεις προκαλούν ασθένεια του μυαλού, του σώματος και του πνεύματος. Κάνε θετικές σκέψεις. Ποτέ μην παίρνεις κάτι που δε σου ανήκει, είτε από κάποιον άνθρωπο, μια κοινότητα, ή τη φύση. Αν δεν το κέρδισες ή δεν στο χάρισαν, δεν σου ανήκει. Να σέβεσαι ότι υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη, είτε ανθρώπους, είτε φυτά, είτε ζώα. Η Φύση δεν είναι για εμάς. Είναι κομμάτι μας. Είναι μέρος της παγκόσμιας οικογένειάς σου. Τίμα τις σκέψεις άλλων ατόμων, τις επιθυμίες τους και τα λόγια τους. Ποτέ μην διακόπτεις κάποιον, ή να τον χλευάσεις, ή να τον μιμηθείς με αγένεια. Αναγνώρισε το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης κάθε ατόμου. Να σέβεσαι τη θρησκεία των άλλων. Μην προσπαθείς να επιβάλλεις τις δικές σου απόψεις. Να σέβεσαι τις προσωπικές στιγμές και τον προσωπικό χώρο όλων. Όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη κι όλα τα λάθη μπορούν να συγχωρεθούν. Ποτέ μην αναφέρεσαι σε άλλους με κακό τρόπο. Μην πληγώνεις τις καρδιές άλλων. Το δηλητήριο του πόνου σου θα επιστρέψει σε σένα. Η αρνητική ενέργεια που στέλνεις στο Σύμπαν θα πολλαπλασιαστεί όταν επιστρέψει σε σένα. Τα παιδιά είναι οι σπόροι του μέλλοντός σου. Σπείρε αγάπη στις καρδιές τους και πότισε τις με σοφία και μαθήματα της ζωής. Όταν μεγαλώσουν, δώσε τους χώρο να αναπτυχθούν. Να είσαι αληθινός με τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους αν δεν βοηθήσεις πρώτα τον εαυτό σου. Αν έχεις καλή τύχη μοιράσου την με τους άλλους! Είναι όμως ώρα να ξεκουραστείς Γλαύκε, ξάπλωσε και τα υπόλοιπα θα τα φροντίσουμε εμείς», του είπε η Πρωτομέδεια δίνοντας του ένα φιλί στο μάγουλο. Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη συναισθηματικά, καθώς τα μάτια όλων ήταν βουρκωμένα. - «Δεν θα σας ξεχάσω ποτέ», είπε ο Γλαύκος, σκύβοντας τον κεφάλι του, προσπαθώντας να μην κλάψει. Παρ’ όλη την προσπάθεια του όμως, δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Η Πρωτομέδεια γύρισε από την άλλη μεριά, ώστε να μην δει ο Γλαύκος τα δικά της μάτια που και αυτά ήταν γεμάτα δάκρυα. Ο Γλαύκος ήταν πολύ συγκινημένος για να κοιμηθεί παρ’ ότι ήταν εξαντλημένος, καθώς ήξερε πως όταν θα ξύπναγε δεν θα έβλεπε ξανά την όμορφη του Νηρηίδα, την Πρωτομέδεια. Έλπιζε τουλάχιστον να του είπε αλήθεια πως θα μπορούσε να την ξαναδεί. Η κούραση όμως τον κατέβαλε, έτσι τα βλέφαρα του βάρυναν και έκλεισαν. Μόλις ο Γλαύκος κοιμήθηκε, η Πρωτομέδεια με τις υπόλοιπες Νύμφες, έκαναν και πάλι έναν κύκλο γύρω του, ενώνοντας τα χέρια τους, χαμηλώνοντας τα κεφάλια τους και κλείνοντας τα μάτια τους. Μετά από λίγο, δέσμες φωτός άρχισαν να εμφανίζονται γύρω από τα χέρια τους και να απλώνονται προς το σημείο που κοιμόταν ο Γλαύκος. Το αμυδρό αυτό φως τον έλουσε για αρκετή ώρα...

[46]


Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ Ο Γλαύκος ξύπνησε από τις φωνές των γλάρων και τον παφλασμό των κυμάτων. Άνοιξε τα μάτια του και είδε πως βρισκόταν μέσα στη βάρκα του που ήταν δεμένη στο Κουκονήσι. «Αυτό ήταν λοιπόν», σκέφτηκε, χαμογέλασε, σηκώθηκε, έλυσε την βάρκα του και άρχισε να κωπηλατεί γρήγορα προς την παραλία του χωριού του. Πόσο του είχαν λείψει οι δικοί του! Ήταν σίγουρος πως δεν θα είχε γίνει αισθητή η απουσία του, αφού η Πρωτομέδεια τον είχε διαβεβαιώσει πως ο χρόνος είχε σταματήσει τη στιγμή που είχε φτάσει στο Κουκονήσι πριν τρεις ημέρες... Τι περιπέτεια και αυτή σκέφτηκε. Τι τύχη Θεϊκή. Οι Θεοί φάνηκαν ιδιαιτέρα γενναιόδωροι μαζί του. Όταν ξεκίνησε για το Κουκονήσι δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα ζούσε και θα πολεμούσε μαζί με Θεούς, και τρομακτικά τέρατα, με τα οποία πολέμησαν στο παρελθόν οι πιο ξακουστοί ήρωες της Ελλάδος. Τα κατορθώματα του όμως δεν τα είδαν άλλοι άνθρωποι για να τα εξιστορήσουν, συνεπώς μόνο αυτός θα γνώριζε πως υπήρξε και αυτός στο μέτρο του δυνατού ένας μικρός ήρωας, όπως αυτοί που θαύμαζε. Και αν όντως με τις μάχες που έδωσε με την θεϊκή συντρόφια του, είχε τελειώσει ο πόλεμος των Ελλήνων στην στεριά, τότε θα ήταν πανευτυχής, και ας μην το γνώριζε κανείς. Ίσως όμως σκέφτηκε όταν θα έκανε και αυτός παιδιά, θα τους δηγιόταν την περιπέτεια του σαν παραμύθι. Και ποιός ξέρει ίσως κάποτε την άκουγε κάποιος ραψωδός και, αργότερα οι μελλοντικές γενιές μάθαιναν τα μυθικά κατορθώματα του. Ένας μικρός ήρωας που τίμησε τους ήρωες προγόνους του. Με την σκέψη αυτή και μόνο, θα ήταν ευτυχισμένος. Ο Γλαύκος σταμάτησε να κωπηλατεί, σήκωσε την παλάμη, ύψωσε τα τρία δάχτυλα του χεριού του, ευχαρίστησε τον Ποσειδώνα, και υποσχέθηκε πως θα τηρήσει τις συμβουλές της Πρωτομέδειας, του Νηρέα των Ιχθυοκενταύρων και των υπολοίπων Θεϊκών συντρόφων του.

[47]


Ο ΜΥΘΟΣ Με τον καιρό ο Γλαύκος μεταμορφώθηκε σε έναν όμορφο και σοφό νέο. Η υπόσχεση της Πρωτομέδειας έγινε πραγματικότητα, καθώς περνούσε πολύ καιρό στον βυθό της θάλασσας μαζί της. Μοίραζε τον χρόνο του, ανάμεσα στο νησί του, και στον βυθό της θάλασσας στο Βασίλειο του Ποσειδώνα. Εκεί ο Νηρέας τον έμαθε να προβλέπει το μέλλον, αλλά και να πραγματοποιεί τις ευγενείς ευχές των ταπεινών ανθρώπων, όπως έκανε η νύμφη Κυμοπόλεια για αυτόν. Ο Γλαύκος δεν ξέχασε ποτέ την αγάπη του για τους ανθρώπους της θάλασσας τους οποίους πάντα βοηθούσε όταν κινδύνευαν, για αυτό και τον τιμούσαν ως προστάτη των ναυτικών και των ψαράδων.... Όταν λοιπόν βρεθείτε στην θάλασσα, υψώστε τα τρία δάχτυλα του χεριού σας, το δείκτη τον μέσο και τον παράμεσο, ως σύμβολο της τρίαινας του Ποσειδώνα, κάντε μία ευχή και που ξέρετε, ίσως ο μικρός μας ήρωας ο Γλαύκος σας ακούσει, και την πραγματοποιήσει!

[48]


ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας εξιστορεί την ιστορία του μικρού Γλαύκου στην Αρχαία Ελλάδα. Μία ιστορία η οποία συνθέτει διάφορους αρχαίους Ελληνικούς μύθους, οι οποίοι εντάσσονται αρμονικά στις περιπέτειες του δωδεκάχρονου Γλαύκου από την Λήμνο, το νησί του Ηφαίστου και των Καβείρων. Ο Ήρωας του βιβλίου έχοντας ως πρότυπα τους ήρωες της Αρχαίας Ελλάδος θέλει να γνωρίσει το βασίλειο του Ποσειδώνα, κάτι που επιτυγχάνει τελικά με την βοήθεια των Θεών, της όμορφης Νηρηίδας Πρωτομέδειας και του μαγικού της φίλτρου. Σκοπός του να βοηθήσει του ναυτικούς νικώντας τα θαλάσσια τέρατα, τα οποία ανακαλύπτει τελικά πως είναι άλλα από αυτά που υπέθετε. Σκοπός του σύγχρονου αυτού μύθου - παραμυθιού εάν θέλετε - , είναι να βοηθήσει τα παιδιά αλλά και τους μεγαλύτερους να έρθουν σε επαφή με την αρχαία Ελληνική μυθολογία, όχι αποσπασματικά, αλλά μέσα από τις περιπέτειες του μικρού Γλαύκου. Μία ιστορία με πολλά μηνύματα και διαχρονικούς συμβολισμούς, για τον άνθρωπο, την σχέση του με την φύση, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον πολιτισμό μας. Μηνύματα ιδιαίτερα σημαντικά στην παρούσα κρίσιμη εποχή αναζήτησης νέων προτύπων και αξιών. Μία ιστορία για «ψαγμένα παιδιά», από δώδεκα έως εκατόν δώδεκα ετών.!

[49]


ΛΙΓΑ ΛΌΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΈΑ. Ο Χλέτσος Βασίλης γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται στον τομέα του Τουρισμού. Σπούδασε Διοίκηση επιχειρήσεων, και το 1991 ειδικεύτηκε σε θέματα Ευρωπαϊκής ένωσης στην Ιταλία κατόπιν υποτροφίας. Ομιλεί τέσσερις ξένες γλώσσες, και ασχολείται ερασιτεχνικά με την μελέτη αρχαίων πολιτισμών, της αρxαίας ελληνικής φιλοσοφίας, και του εσωτερισμού. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στον περιοδικό τύπο και στο διαδίκτυο. Από τις εκδόσεις Γεωργιάδη έχουν ήδη εκδοθεί τα: «Η χαμένη κιβωτός της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας και των μυστηρίων», «Μυστικισμός και θείο στην Ελλάδα και στον αρχαίο κόσμο», « Άνθρωπος και Γαία». Chletsos_vassilis@yahoo.gr

[50]


Ο γλαύκος και η νηρηίδα χλέτσος βασίλης