Page 1


Åßðáí ãéá ôï âéâëßï: «Ισχυρή πηγή φωτισμού του παρασκηνίου των κρίσιμων συνομιλιών. Κάθε Έλληνας Κύπριος πρέπει να γνωρίζει» Μαρίνος Σιζόπουλος, αναπληρωτής πρόεδρος Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ

«Συστήνω να διαβαστεί από όλους» Μιχάλης Ιγνατίου, δημοσιογράφος

«Η σταχυολόγηση των εγγράφων του ΟΗΕ που παρατίθενται στο βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Όχι μόνο για το περιεχόμενό τους αλλά περισσότερο ίσως για αυτό που λείπει: (…) την αίσθηση εθνικής αξιοπρέπειας» Γιώργος Κολοκασίδης, αναπληρωτής πρόεδρος Δημοκρατικού Κόμματος

«Δίνει απάντηση στη 'μυστικότητα των συνομιλιών'» Λάζαρος Μαύρος, δημοσιογράφος

«Ένα εκπληκτικό βοήθημα. Αποκαλύπτει με αδιάσειστα στοιχεία την εν εξελίξει συνωμοσία και τη δική μας ευενδότητα» Ελένη Θεοχάρους, ευρωβουλευτής Δημοκρατικού Συναγερμού

«Χρήσιμο για τους πολίτες που θέλουν να ενημερωθούν» Κώστας Βενιζέλος, δημοσιογράφος

«Εξαιρετικός οδηγός για αγνοούντες πολιτικούς και έχοντας ανάγκη» Ρίκκος Ερωτοκρίτου, βουλευτής Ευρωπαϊκού Κόμματος

«Είναι βιβλίο που συστήνουμε θερμά να μελετήσετε» Σάββας Ιακωβίδης, δημοσιογράφος

«Ξεκαθαρίζει με ντοκουμέντα την εικόνα της αλήθειας στο κυπριακό» Ιωάννα Παναγιώτου, γενική γραμματέας Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών

«Στο μέλλον θα αποτελέσει 'βιβλίο αναφοράς ή παραπομπής'» Γιώργος Λιλλήκας, πρώην Υπουργός Εξωτερικών


Σημαδεμένη Τράπουλα Τα απόρρητα έγγραφα των διαπραγματεύσεων Χριστόφια - Ταλάτ Copyright © 2010 Power PublishingLtd Συγγραφέας: Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης Μιχάλης Κοντός, Γιώργος Κέντας ISBN: 978-9963-688-49-4 Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή η μετάδοση του βιβλίου ή μέρους του με οποιοδήποτε μέσο και σε οποιαδήποτε μορφή xωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.

Ìéá Ýêäïóç ôçò

POWER

PUBLISHING

ÊõñéÜêïõ ÌÜôóç 1, 6ïò üñïöïò, 1082 Ëåõêùóßá, Êýðñïò Ôçë.: (357) 22 765 999, Öáî: (357) 22 765 909 www.power-books.net


Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης Μιχάλης Κοντός, Γιώργος Κέντας

Τα απόρρητα έγγραφα των διαπραγματεύσεων Χριστόφια - Ταλάτ

POWER

PUBLISHING


Ðåñéå÷üìåíá

Óçìåßùìá ôùí óõããñáöÝùí ........................................................... 7 Áðü ôçí áðüññéøç ôïõ ó÷åäßïõ ÁíÜí óôéò äéáðñáãìáôåýóåéò ×ñéóôüöéá-ÔáëÜô ....................................................................... 13 Ôï ãåíéêü ðëáßóéï ôùí äéáðñáãìáôåýóåùí .................................

47

Ï ñüëïò ôçò ÏìÜäáò ÍôÜïõíåñ ................................................... 85 Ôï öéÜóêï ôïõ Ëéìíßôç ................................................................... 127 Ç áðüöáóç ¼ñáìò ðñïêáëåß ðáíéêü ............................................ 143 Ïé åíôáîéáêÝò äéáðñáãìáôåýóåéò ôçò Ôïõñêßáò .......................... 160 ÌåôåîÝëéîç Þ ðáñèåíïãÝíåóç; ...................................................... 176 Ï ×áñáêôÞñáò ôïõ êñÜôïõò ......................................................... 189 Ç áðïäï÷Þ ôçò åê ðåñéôñïðÞò Ðñïåäñßáò êáé ç óôáèìéóìÝíç øÞöïò ............................................................... ÍïìïèåôéêÞ åîïõóßá ...................................................................... ÄéêáóôéêÞ åîïõóßá ......................................................................... Ïéêïíïìßá ....................................................................................... ÁóöÜëåéá êáé åããõÞóåéò ............................................................... Åðïéêéóìüò ..................................................................................... Ðåñéïõóéáêü ................................................................................... Áíôß åðéëüãïõ ................................................................................


Είναι δυνατόν οι διαπραγματεύσεις με την μορφή που διεξάγονται σήμερα να οδηγήσουν σε λύση στοιχειωδώς δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική; Διεξάγεται η παρούσα διαδικασία σύμφωνα με τους όρους εντολής που έλαβε στις προεδρικές εκλογές του 2008 ο Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας; Υπάρχει πράγματι σεβασμός από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών στην ετυμηγορία του κυπριακού λαού στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004, με την οποία απορρίφθηκε το σχέδιο Ανάν; Υπάρχει θετική στάση της τουρκοκυπριακής πλευράς κατά τις διαπραγματεύσεις; Ποιες είναι οι επιδιώξεις των δύο πλευρών; Ποια η στάση του ΟΗΕ; Μήπως τελικά το παιχνίδι είναι στημένο; Αυτά είναι τα ερωτήματα που καθοδήγησαν την συγγραφή του παρόντος συγγράμματος. Με αναφορά σε απόρρητα έγγραφα που βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας και με πλήρη ανάλυση του παρασκηνίου των διαπραγματεύσεων μεταξύ Χριστόφια Ταλάτ για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος, το παρόν βιβλίο συνιστά την πρώτη ολοκληρωμένη προσέγγιση της παρούσας φάσης του κυπριακού προβλήματος. Το βιβλίο φωτίζει τις σκοτεινές πτυχές των διαπραγματεύσεων και αποκαλύπτει τον ρόλο των πρωταγωνιστών μέσα από συγκλονιστικές αποκαλύψεις. 5


Ο αναγνώστης θα πληροφορηθεί για ποιους λόγους ο διεθνής παράγοντας θεωρεί τις διαπραγματεύσεις ως θέατρο, παρά τις διακηρύξεις για κυπριακή ιδιοκτησία της λύσης. Θα ανακαλύψει την κρυφή ατζέντα του διεθνούς παράγοντα σε σχέση με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας και την επανεκλογή Ταλάτ. Θα μάθει πώς εφαρμόστηκε στην πράξη το δόγμα Χριστόφια και γιατί η διαπραγματευτική τακτική του Κυπρίου Προέδρου εξελίχθηκε σε φιάσκο. Θα βιώσει το παρασκήνιο της διάνοιξης του Λιμνίτη και της αφαίρεσης της υπόθεσης Όραμς από την Έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ. Και κυρίως θα παρακολουθήσει βήμα - βήμα την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων, με πλήρη αναφορά στις θέσεις των δύο πλευρών, στον ρόλο της Ομάδας Ντάουνερ και σε όσα δεν είδαν ποτέ το φως της δημοσιότητας.

6


Óçìåßùìá ôùí óõããñáöÝùí

Η συγγραφή βιβλίων που αφορούν στο κυπριακό πρόβλημα έχει συνήθως ιστορικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι τα βιβλία αναφέρονται σε διαδικασίες που έχουν ήδη ολοκληρωθεί. Το παρόν σύγγραμμα προσπαθεί αντίθετα να αναλύσει μια διαδικασία που βρίσκεται εν εξελίξει, δηλαδή την διαδικασία διαπραγματεύσεων μεταξύ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια και του ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας Μεχμέτ Αλί Ταλάτ (τώρα του Ντερβίς Έρογλου) για επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Η συζήτηση για το κυπριακό πρόβλημα διεξάγεται συνήθως στην απουσία του λαού. Οι περισσότεροι πολιτικοί ηγέτες εκφράζουν την αντίληψη ότι η γνώση και κατανόηση των πτυχών της διαπραγμάτευσης από τους πολίτες είναι ανεπιθύμητη, μέχρι και ζημιογόνα. Εκφράζεται η άποψη ότι ο δημόσιος διάλογος μεταξύ των Ελληνοκυπρίων δεν επιτρέπει στον εκάστοτε διαπραγματευτή της ελληνοκυπριακής πλευράς να διαπραγματευθεί όπως ο ίδιος καταλαβαίνει καλύτερα την λύση του κυπριακού προβλήματος ή και αποδυναμώνει τον εκάστοτε διαπραγματευτή. Η θέση αυτή επικράτησε πολλάκις στην ιστορία του κυπριακού προβλήματος, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις μυστικές διαπραγματεύσεις Κληρίδη-Ντενκτάς, οι οποίες κατέληξαν στην υποβολή του σχεδίου Ανάν, ενός 7


σχεδίου που βρισκόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με τις επιδιώξεις και τις προσδοκίες του κυπριακού λαού. Διαφωνούμε ριζικά με την πιο πάνω άποψη. Ο εκάστοτε διαπραγματευτής είναι εντολοδόχος του λαού, τον οποίο και εκπροσωπεί στις διαπραγματεύσεις για την λύση του κυπριακού προβλήματος. Κατά συνέπεια δεν διαπραγματεύεται όπως ο ίδιος καταλαβαίνει καλύτερα, αλλά σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που έδωσε στον λαό, ο οποίος και έχει δικαίωμα να κρίνει ανά πάσα στιγμή κατά πόσο η διαπραγμάτευση εξυπηρετεί τις διακηρύξεις και τους τιθέμενους στόχους. Η μυστικότητα δεν εξυπηρετεί επομένως την διαπραγμάτευση. Ιδιαίτερα όταν καθίσταται εμφανές ότι ο μοναδικός που απουσιάζει από την διαπραγμάτευση και δεν έχει επαρκή γνώση των πτυχών της είναι ο κυπριακός λαός. Όλοι οι υπόλοιποι (ελληνοκυπριακή ηγεσία, τουρκοκυπριακή ηγεσία, Τουρκία, Ηνωμένες Πολιτείες, Αγγλία, Ευρωπαϊκή Ένωση και βέβαια Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών) έχουν σαφή εικόνα της πορείας των διαπραγματεύσεων. Γιατί πρέπει να παραμένει στο σκοτάδι ο κυπριακός λαός, το μέλλον του οποίου αφορούν οι διαπραγματεύσεις; Πιστεύουμε στην διαφάνεια και στην δυνατότητα του πολίτη να γνωρίζει. Ο πρώτιστος στόχος για τον οποίο γράφτηκε το παρόν σύγγραμμα είναι για να συνδράμει στην πληρέστερη δυνατή ενημέρωση του πολίτη ως προς το τι συζητείται πίσω από τις κλειστές πόρτες των διαπραγματεύσεων για το μέλλον του. Ο πολίτης πρέπει να έχει γνώση, ώστε να μπορεί να αποφασίζει και να κρίνει. Το παρόν σύγγραμμα φιλοδοξεί επομένως να προσφέρει απαντήσεις σε ορισμένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα κάθε Ελληνοκύπριου ή Ελλαδίτη που ζητά ενημέρωση για την πορεία των διαπραγματεύσεων και την λογική στην οποία αυτές διεξάγονται.

8


Οπωσδήποτε η προσπάθεια για ανάλυση μιας εξελισσόμενης διαδικασίας εμπεριέχει σημαντικούς κινδύνους. Για τον λόγο αυτό έχουμε επιδιώξει να τεκμηριώσουμε όσα καταγράφονται στο παρόν σύγγραμμα μέσα από ανάγνωση εγγράφων (κυρίως απορρήτων) και όχι απλώς μέσα από προφορικές μαρτυρίες των πρωταγωνιστών. Έχουμε διασταυρώσει όσα αναφέρονται στο βιβλίο αυτό μέσα από διάφορες πηγές. Εν πρώτοις αξιοποιήσαμε όλες τις επίσημες δημοσιευμένες πληροφορίες σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, όπως αυτές εκφράστηκαν είτε από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, είτε από τους δύο ηγέτες και τους συμβούλους τους. Κατά δεύτερο μελετήσαμε μια σειρά από έγγραφα απόρρητης φύσης. Είχαμε πρόσβαση σε σωρεία απόρρητων εγγράφων των Ηνωμένων Εθνών, ορισμένα από τα οποία έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Επιπρόσθετα είχαμε πρόσβαση σε σημαντικά έγγραφα της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς αναφορικά με τις διαπραγματεύσεις, καθώς και την δυνατότητα να συνομιλήσουμε με ορισμένους εκ των πρωταγωνιστών, έτσι ώστε να επιβεβαιώσουμε ορισμένες αμφισβητούμενες πτυχές. Έχουμε επίσης λάβει υπόψη όλες τις πληροφορίες και αποκαλύψεις που αφορούν στις διαπραγματεύσεις, όπως αυτές δημοσιεύθηκαν στον ημερήσιο τύπο ή στους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς και η ακρίβεια των οποίων δεν έχει διαψευστεί από τους πρωταγωνιστές. Η συμμετοχή μας στο μηνιαίο κυπριακό πολιτικό περιοδικό «Σύγχρονη Άποψη» μας επέτρεψε να έχουμε συνεχή ροή πληροφόρησης, καθώς και πρόσβαση σε απόρρητο υλικό, το οποίο αξιοποιήσαμε κατά την συγγραφή του παρόντος βιβλίου.

9


Έχουμε προσπαθήσει επομένως ώστε όσα αναφέρονται στο παρόν σύγγραμμα να είναι διασταυρωμένα και τεκμηριωμένα. Εντούτοις, δεν αναφέρουμε τις πηγές μέσα στο κείμενο. Κάτι τέτοιο θα ήταν, λόγω της φύσης της εργασίας μας άσκοπο, ενόψει του ότι η πλειοψηφία των κρίσιμων γεγονότων στηρίζεται επί πρωτογενών εγγράφων και ντοκουμέντων, πολλά εκ των οποίων είναι αδημοσίευτα. Σημειώνουμε εξάλλου ότι όλες οι αναφορές μας αφορούν σε πολιτικές πράξεις, συμπεριφορές και ενέργειες. Δεν αναγράφουμε, ούτε και αποκαλύπτουμε οτιδήποτε που να σχετίζεται με μη πολιτικές πράξεις ή συμπεριφορές. Παρομοίως δεν προβαίνουμε στη δημοσιοποίηση οποιουδήποτε εγγράφου ή πληροφορίας αφορά σε καθαρά εσωτερικά ζητήματα του ΟΗΕ ή οποιουδήποτε άλλου, τα οποία δεν άπτονται του ρόλου τους στο κυπριακό πρόβλημα. Έχουμε επίσης αποφύγει να αξιοποιήσουμε οποιαδήποτε έγγραφα ή ντοκουμέντα τα οποία αποκαλύπτουν θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς οι οποίες δεν είναι ή πιθανώς να μην είναι γνωστές στην τουρκοκυπριακή πλευρά. Όσα αποκαλύπτουμε στο παρόν σύγγραμμα είναι γνωστά τόσο στην τουρκοκυπριακή πλευρά, όσο και στον διεθνή παράγοντα και κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα να υποβαθμιστεί η όποια διαπραγματευτική ικανότητα της ελληνοκυπριακής πλευράς από το παρόν σύγγραμμα. Προσπαθήσαμε να είμαστε όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικοί στην καταγραφή των γεγονότων. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε ουδέτεροι. Πιστεύουμε ότι ο επιστήμονας δεν έχει περιθώριο να είναι ουδέτερος ούτε σε θέματα ορολογίας. Οι συγγραφείς εναντιώθηκαν στην φιλοσοφία του σχεδίου Ανάν, όταν αυτό υποβλήθηκε και συνέγραψαν, μαζί με άλλους, το πρώτο χρονολογικά βιβλίο που 10


αφορούσε το σχέδιο Ανάν το 2003 (Το Σχέδιο Ανάν: Πέντε Κείμενα Κριτικής, Ύψιλον/Αιγαίον). Θέση μας ήταν και παραμένει ότι το σχέδιο Ανάν περιείχε προβλήματα δομικά, τα οποία δεν επιδέχονται βελτιώσεων, αλλά μπορούν να τύχουν μόνο ριζικής και εκ βάθρων αναθεώρησης. Παρομοίως θέση μας ήταν και παραμένει ότι η φιλοσοφία του σχεδίου Ανάν περιφρονούσε τη διεθνή νομιμότητα, αδιαφορούσε για την βιωσιμότητα και λειτουργικότητα του νέου κράτους και δημιουργούσε ένα Σύνταγμα που αποτελούσε νομιμοποίηση της ένοπλης βίας. Καταλήγαμε ότι μια λύση τύπου Ανάν δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε συγκρούσεις και αδιέξοδα, κατά πολύ χειρότερα από αυτά στα οποία οδήγησε το ζυριχικό Σύνταγμα του 1960. Εκφράζαμε την άποψη ότι ακόμα και αν επιδειχθεί η μέγιστη δυνατή αυτοσυγκράτηση και πραγματική θέληση για ενότητα, οι διχοτομικές και διασπαστικές διατάξεις του νέου Συντάγματος θα υπερισχύσουν, διότι είναι αδύνατο να επιτύχεις την συναίνεση, όταν το ίδιο το Σύνταγμα επιδιώκει τη σύγκρουση και το χωρισμό. Πιστεύουμε ότι η ψύχραιμη ανάλυση του σχεδίου Ανάν μετά την απόρριψη του δημοψηφίσματος επιβεβαίωσε πλήρως την απόφαση του κυπριακού λαού να απορρίψει το σχέδιο. Από την πληθώρα των αναλύσεων, ξεχωρίζουμε τα σχόλια του Διεθνούς Συμβουλίου κορυφαίων εμπειρογνωμόνων στο οποίο συμμετείχαν οι διεθνούς φήμης επιστήμονες Andreas Auer, Marc Bossuyt, Peter Burns, Alfred De Zayas, Silvio Marcus Helmons, Γιώργος Κασιμάτης, Dieter Oberndoerfer και Malcolm Shaw, οι οποίοι υπέδειξαν ότι το σχέδιο βρισκόταν σε αντίθεση με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο και δεν οδηγούσε σε βιώσιμη ή λειτουργική λύση.

11


Με το παρόν σύγγραμμα δεν έχουμε σκοπό να επαναλάβουμε τους λόγους για τους οποίους το σχέδιο Ανάν οδηγήθηκε σε αποτυχία ή για τους οποίους οι Ελληνοκύπριοι ορθά έλαβαν την απόφαση να απορρίψουν το σχέδιο. Θεωρούμε το θέμα αυτό ως λυμένο στον δημόσιο επιστημονικό διάλογο. Ούτε και έχουμε στόχο να επαναλάβουμε αναλύσεις ή συζητήσεις που αφορούν στην μορφή λύσης του κυπριακού. Τα θέματα αυτά τα έχουμε καλύψει σε άλλα βιβλία μας στα οποία παραπέμπεται ο αναγνώστης (βλ. για παράδειγμα Αιμιλιανίδης, Η Υπέρβαση του Κυπριακού Συντάγματος, Σάκκουλας, 2006 και σχετική βιβλιογραφία που εκεί αναφέρεται). Επίκεντρο της ανάλυσής μας είναι αποκλειστικά η πορεία των διαπραγματεύσεων, οι θέσεις των δύο πλευρών και ο ρόλος του ΟΗΕ. Η ανάλυσή μας ξεκινά επομένως από την επόμενη μέρα της απόρριψης του σχεδίου Ανάν και επικεντρώνεται στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ο Δημήτρης Χριστόφιας και στις διεξαγόμενες διαπραγματεύσεις Χριστόφια - Ταλάτ. Η ανάλυσή μας ολοκληρώνεται χρονικά τον Ιανουάριο του 2010, όταν και ολοκληρώθηκε η συγγραφή του παρόντος βιβλίου. Λόγω της καθυστέρησης στην έκδοση του βιβλίου, η οποία οφείλεται σε λόγους υπεράνω των δυνάμεων των συγγραφέων, το βιβλίο εκδίδεται μετά το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο Ντερβίς Έρογλου έχει 'εκλεγεί' ως νέος ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας αντί του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Η ανάλυση που περιέχεται στο παρόν βιβλίο δεν έχει επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από την εξέλιξη αυτή. Τελικός κριτής του κατά πόσο έχουμε πετύχει στους στόχους μας θα είναι βέβαια ο αναγνώστης.

12


Áðü ôçí áðüññéøç ôïõ ó÷åäßïõ ÁíÜí óôéò äéáðñáãìáôåýóåéò ×ñéóôüöéá-ÔáëÜô

Η ελληνοκυπριακή πλευρά αντιμέτωπη με τον εαυτό της Στις 11 Νοεμβρίου 2002 υποβλήθηκε προς την ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή πλευρά, το σχέδιο του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν, για συνολική επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Την υποβολή του σχεδίου, το οποίο έμεινε γνωστό ως σχέδιο Ανάν, ακολούθησε μια έντονη περίοδος διεθνούς κινητικότητας, με στόχο την επίλυση του κυπριακού προβλήματος πριν από την σύνοδο της Κοπεγχάγης, στην οποία θα αποφασιζόταν η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τελικά στη σύνοδο της Κοπεγχάγης, στις 12 και13 Δεκεμβρίου 2002, η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε δεκτή ως νέο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να έχει υπογραφεί προηγουμένως λύση του κυπριακού προβλήματος. Στις 13 Φεβρουαρίου 2004, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ έθεσε ως προαπαιτούμενο για την επανέναρξη των συνομιλιών για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος, την συμφωνία των δύο πλευρών, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, σε μια πρωτόγνωρη στα διεθνή χρονικά διαδικασία. Οι δύο πλευρές πραγματοποίησαν σε πρώτο στάδιο συνομιλίες επί κυπριακού εδάφους, ενώ σε δεύτερο 13


στάδιο πραγματοποιήθηκαν διευρυμένες συνομιλίες με τη συμμετοχή Ελλάδας και Τουρκίας στη Λουκέρνη της Ελβετίας. Μετά τη λήξη και της δεύτερης φάσης των συνομιλιών και εφόσον δεν επιτεύχθηκε συμφωνημένη λύση, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ προχώρησε στην υποβολή της πέμπτης εκδοχής του σχεδίου του, το οποίο τέθηκε σε χωριστά δημοψηφίσματα. Η τελική εκδοχή του σχεδίου Ανάν αποτελούσε ένα προϊόν επιδιαιτησίας, δηλαδή ένα σχέδιο το οποίο αποφασίστηκε από το Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών σε μια προσπάθεια σύνθεσης των απόψεων των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Δεν τύγχανε αντίθετα της έγκρισης του εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου, ο οποίος εκπροσωπούσε την ελληνοκυπριακή πλευρά στις διαπραγματεύσεις. Στις 24 Απριλίου 2004, μια εβδομάδα πριν από την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο κυπριακός λαός απέρριψε το προτεινόμενο σχέδιο λύσης. Το 75.83% των Ελληνοκυπρίων καταψήφισε το σχέδιο Ανάν, ενώ μόλις το 24.17% το υπερψήφισε. Αντίθετα το 64.91% της τουρκοκυπριακής κοινότητας (περιλαμβανομένων και 60.000 περίπου Τούρκων εποίκων στους οποίους επιτράπηκε από τον ΟΗΕ να ψηφίσουν) το υπερψήφισε, ενώ το 35.09% το καταψήφισε. Το εύρος της καταψήφισης του σχεδίου Ανάν από την ελληνοκυπριακή κοινότητα, απέτρεψε τα σχέδια του διεθνούς παράγοντα για επανάληψη του δημοψηφίσματος σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το σχέδιο Ανάν ήταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του, νεκρό και άκυρο. Εντούτοις, το δημοψήφισμα

14


είχε αποδείξει την έλλειψη ολοκληρωμένης στρατηγικής της ελληνοκυπριακής πλευράς. Η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε προσπαθήσει μετά τα τραγικά γεγονότα της εισβολής του 1974, η οποία οδήγησε στην συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή της Κύπρου, να προβεί σε οδυνηρούς συμβιβασμούς, έτσι ώστε να καταλήξει σε μια γρήγορη λύση. Οπωσδήποτε ο πλέον οδυνηρός από τους συμβιβασμούς αυτούς υπήρξε η αποδοχή της ομοσπονδιακής λύσης για την Κύπρο με τις συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου Μακαρίου-Ντενκτάς το 1977. Ο νυν Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας είχε εκφράσει την πάγια θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς, όταν στις 5 Σεπτεμβρίου 2004 δήλωνε στην Khaleej Times ότι η ομοσπονδία δεν είναι κατάλληλη μορφή λύσης για επίλυση του κυπριακού προβλήματος και ότι η αποδοχή της συνιστούσε έσχατο συμβιβασμό που έγινε σε μια προσπάθεια εξεύρεσης σύντομης επίλυσης του κυπριακού προβλήματος. Αναμφίβολα η υποχώρηση της ελληνοκυπριακής πλευράς που επήλθε μέσα από την αποδοχή του πάγιου δεδηλωμένου τουρκικού στόχου για ομοσπονδιοποίηση της Κύπρου, όπως και της σταδιακής προσθήκης του όρου της «διζωνικότητας», καθώς και της «πολιτικής ισότητας», έθεσε το πλαίσιο συζήτησης του κυπριακού προβλήματος σε νέες βάσεις. Επισήμως η ελληνοκυπριακή πλευρά ερμήνευε τους όρους της διζωνικότητας και δικοινοτικότητας, κατά τρόπο διαφορετικό από την τουρκοκυπριακή πλευρά. Η επίσημη ελληνοκυπριακή πλευρά επέμενε ότι η έννοια μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας προϋποθέτει την πλήρη κατοχύρωση της εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών σε ολόκληρη την επικράτεια της νήσου κατά 15


τρόπο ομοιόμορφο, καθώς και την διασφάλιση της ενότητας της πολιτείας και της οικονομίας. Σύντομα όμως κατέστη εμφανές ότι ο ΟΗΕ προσανατολιζόταν προς μια ερμηνεία του όρου που οδηγούσε στην αναπαραγωγή και παγίωση της διχοτομικής δομής και στην αποδοχή των τετελεσμένων του 1974, ερμηνεία η οποία συνέπιπτε σε μεγάλο βαθμό με την τουρκική θέση. Η συζήτηση και αποδοχή ως βάσης για διαπραγμάτευση σχεδίων τύπου Ανάν, συνέβαλλε στην εδραίωση της αντίληψης ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά, επειγόμενη για γρήγορη λύση, υποχωρούσε προς την ερμηνεία των όρων «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία» και «πολιτική ισότητα» που ευνοούσε η τουρκοκυπριακή πλευρά. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι από απόψεως διπλωματίας και πολιτικής, οι συνεχιζόμενες υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς, ιδιαίτερα μετά το 1988, συνέβαλαν στην εδραίωση του ψευδοκράτους και του καθεστώτος Ντενκτάς, καθώς και στην ενδυνάμωση του ρόλου της Τουρκίας στην Κύπρο. Η πολιτική του «καλού παιδιού» που ακολουθούσε η ελληνοκυπριακή πλευρά σε σχέση με τον διεθνή παράγοντα, στηρίχθηκε σε μια λογική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Μια λογική δηλαδή διπλωματικής υποχώρησης απέναντι στην άκαμπτη διαπραγματευτική τακτική του Ντενκτάς, με στόχο την άσκηση πιέσεων προς την άλλη πλευρά για να προβεί σε παρόμοιες υποχωρήσεις, πιέσεις οι οποίες βέβαια ουδέποτε ασκήθηκαν. Η πολιτική που ακολουθήθηκε από την ελληνοκυπριακή πλευρά μετά το 1974 περιοριζόταν στις διακηρύξεις και στα ευχολόγια, χωρίς να υπάρχει, λόγω της αδιαλλαξίας της τουρκοκυπριακής πλευράς, οποιαδήποτε ρεαλιστική δυνατότητα εύρεσης βιώσιμης και λειτουργικής λύσης. Το 16


γεγονός αυτό καλλιέργησε ηττοπάθεια στην κυπριακή κοινωνία, στην οποία εντυπώθηκε το σύνθημα: «ο χρόνος δουλεύει εναντίον μας». Το σύνθημα αυτό προσπαθούσαν να εντυπώσουν στον λαό τα ίδια πολιτικά πρόσωπα που άφηναν την πάροδο του χρόνου να λειτουργεί υποστηρικτικά προς τις τουρκοκυπριακές θέσεις, εξαιτίας των συνεχιζόμενων υποχωρήσεων και διπλωματικών συμβιβασμών. Συνέπεια των πιο πάνω υπήρξε και η μη αντιμετώπιση του κυπριακού προβλήματος ως προβλήματος εισβολής και κατοχής της Τουρκίας στην Κύπρο, αλλά απλώς ως δικοινοτικού προβλήματος, δηλαδή ως προβλήματος μεταξύ των δύο κοινοτήτων, η οποία επικράτησε σταδιακά. Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία μετατράπηκε από ύστατη υποχώρηση σε στρατηγικό στόχο της ελληνοκυπριακής πλευράς και σε αφετηρία διαλόγου, στα πλαίσια του οποίου η τουρκοκυπριακή πλευρά θα έθετε τις περαιτέρω απαιτήσεις της. Η κατάθεση του σχεδίου Ανάν και η αποδοχή του από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, υποχρέωσε την ελληνοκυπριακή κοινότητα να έλθει αντιμέτωπη με τα όρια της δικής της υποχωρητικότητας. Το σχέδιο που είχε διαμορφωθεί μετά από χρόνια εφαρμογής του δόγματος του «καλού παιδιού» και των υποχωρήσεων απέναντι στις τουρκικές απαιτήσεις, ήταν εκ των πραγμάτων ένα σχέδιο μη αποδεκτό για την συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων. Το δημοψήφισμα έφερε στο προσκήνιο ερωτήματα τα οποία αφορούσαν στον τρόπο με τον οποίο η κυπριακή πολιτική ηγεσία είχε διαχειριστεί το ζήτημα της επίλυσης του κυπριακού προβλήματος. Ένα μεγάλο τμήμα της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας είχε

17


διαβεβαιώσει την διεθνή κοινότητα ότι οι Ελληνοκύπριοι θα ψήφιζαν υπέρ οποιασδήποτε λύσης, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του υποβληθέντος σχεδίου. Όπως κατέστη επίσης εμφανές οι λεγόμενες «κόκκινες γραμμές της διαπραγμάτευσης», τις οποίες είχε καθορίσει από κοινού το Εθνικό Συμβούλιο, δεν θεωρούνταν ως δεσμευτικές από όλους τους συμμετέχοντες στο Συμβούλιο. Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν με συντριπτική πλειοψηφία δεν ήταν αρκετή: η ελληνοκυπριακή πλευρά έπρεπε πλέον να προβεί σε διάλογο με σκοπό τον καθορισμό των προτεραιοτήτων της και να καταστρώσει μια ολοκληρωμένη στρατηγική που να της επιτρέπει την αναζήτηση ενός νέου πλαισίου λύσης, ιδιαίτερα αξιοποιώντας την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν κατέρριψε διάφορους μύθους που εντέχνως καλλιεργούσαν οι δυνάμεις που υποστήριζαν το σχέδιο, ότι δηλαδή σε περίπτωση απόρριψης στο δημοψήφισμα «δεν πρόκειται να υπάρξει ξανά διεθνές ενδιαφέρον για επίλυση του κυπριακού» ή ότι «θα επέλθει αυτόματα διχοτόμηση του νησιού» ή και ότι «οι διεθνείς κυρώσεις θα είναι ανυπολόγιστες για τους Ελληνοκύπριους». Το κυπριακό πρόβλημα δεν τελειώνει με την απόρριψη ενός σχεδίου. Αντίθετα με την απόρριψή του σχεδιου, το κυπριακό εισήλθε σε μια νέα φάση. Η διεθνής πολιτική δεν είναι ποτέ στατική και κάθε κράτος το οποίο επιδιώκει να επιβιώσει, ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο, εκμεταλλεύεται κάθε ιστορική συγκυρία που του δίνεται για να το πετύχει. Ο απαιτούμενος διάλογος όμως ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Η επόμενη μέρα του δημοψηφίσματος βρήκε την ελληνοκυπριακή κοινότητα ανισομερώς διχασμένη. Τμήμα των Πολιτικών δυνάμων που είχαν υποστηρίξει το 18


«ναι» στο σχέδιο Ανάν προσπάθησαν να απονομιμοποιήσουν την απόφαση του κυπριακού λαού να απορρίψει το σχέδιο, ενώ στήριξαν την προσπάθεια Αγγλίας και ΗΠΑ για υπονόμευση και πολιτική απαξίωση του Κύπριου Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου, σε μια προσπάθεια να παρουσιαστεί ως «εθνικιστής» που παρέμενε προσκολλημένος στο παρελθόν και του οποίου η παρουσία θα εμπόδιζε οποιαδήποτε λύση. Ο διάλογος στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας διακρίθηκε από πόλωση μεταξύ της συντριπτικής πλειοψηφίας όσων υποστήριξαν το «όχι» και την πλευρά όσων υποστήριξαν το «ναι» και από προσωπικές επιθέσεις μεταξύ αλλήλων, αντί για ανταλλαγή επιχειρημάτων.

Η στρατηγική Τάσσου Παπαδόπουλου και ο διεθνής παράγοντας Μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν εκφράστηκαν τρεις βασικές σχολές σκέψης. Σύμφωνα με την πρώτη, μικρότερη αριθμητικά, αλλά με ισχυρά ερείσματα ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και της Αγγλίας, η λύση του κυπριακού προβλήματος δεν μπορεί να απέχει ουσιαστικά από το σχέδιο Ανάν. Κατά συνέπεια στόχο θα έπρεπε να αποτελέσει ένας περιορισμένος αριθμός αλλαγών που ουσιαστικά θα αφορούν «εγγυήσεις» και «ασφαλιστικές δικλείδες» για την εφαρμογή του σχεδίου Ανάν, όταν αυτό θα ξανατεθεί σε δημοψήφισμα με μερικές διακοσμητικές αλλαγές. Στο αντίποδα βρίσκεται η δεύτερη σχολή σκέψης, η οποία υποστηρίζει ότι, μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η λύση του κυπριακού δεν μπορεί παρά να διαμορφωθεί στη βάση του πλαισίου των αρχών που διέπουν

19


τα κράτη μέλη της ΕΕ. Η λύση θα πρέπει δηλαδή να είναι ευρωπαϊκή. Υπάρχουν διάφορες διαβαθμίσεις αυτής της σχολής σκέψης που ξεκινούν από την απόρριψη της διζωνικής ομοσπονδίας ως λύσης του κυπριακού προβλήματος και την ανάγκη για επανατοποθέτηση, μέχρι και την αποδοχή της διζωνικής ομοσπονδίας αλλά ερμηνευόμενης με τρόπο που να συνάδει με τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες και που να ικανοποιεί την πάγια ρητορική της ελληνοκυπριακής πλευράς περί μη αποδοχής των τετελεσμένων του 1974. Για την σχολή αυτή, η έμφαση δεν θα πρέπει να είναι στο όνομα, αλλά στο περιεχόμενο της λύσης. Σύμφωνα με την τρίτη σχολή σκέψης η λύση του κυπριακού θα πρέπει αναμφίβολα να στηρίζεται επί της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, την οποία και έχει αποδεχθεί η ελληνοκυπριακή κοινότητα ως βάση για λύση του κυπριακού από το 1977. Από την άλλη όμως η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλει όπως η λύση σεβασθεί τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και την ετυμηγορία του κυπριακού ελληνισμού ο οποίος απέρριψε με συντριπτική πλειοψηφία το σχέδιο Ανάν. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε λύση θα πρέπει να μην συνιστά προϊόν επιδιαιτησίας, ούτε και να συνιστά επανάληψη των διατάξεων και του πλαισίου του σχεδίου Ανάν. Η τρίτη σχολή σκέψης ταυτίζεται σε επίπεδο ρητορικής με την μετριοπαθή εκδοχή της δεύτερης σχολής σκέψης, αν και υπάρχουν ορισμένες σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ενώ δηλαδή η δεύτερη σχολή σκέψης επιδιώκει την εφαρμογή στρατηγικής που να θέτει ως πρωταρχικό στόχο το περιεχόμενο της λύσης του κυπριακού ανεξαρτήτως της 20


μορφής της λύσης, αντίθετα η τρίτη σχολή σκέψης θέτει ως πρωταρχική επιδίωξη την επίτευξη διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας που να έχει περιεχόμενο που να μπορεί να γίνει αποδεκτό από την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Η διαφοροποίηση είναι ουσιαστικής σημασίας, τόσο σε ό,τι αφορά το εύρος των αποδεχόμενων από κάθε σχολή σκέψης υποχωρήσεων ως προς το περιεχόμενο της λύσης, όσο και ως προς την στρατηγική που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Ενώ δηλαδή η δεύτερη σχολής σκέψης επιδιώκει την πρόταξη του περιεχομένου της λύσης, αντίθετα η τρίτη σχολή σκέψης θέτει ως προϋπόθεση την άμεση έναρξη των διαπραγματεύσεων με την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Σε επίπεδο κομματικών ηγεσιών θα μπορούσε να λεχθεί σχηματικά ότι η ηγεσία του ΔΗΣΥ υπό τον Νίκο Αναστασιάδη ταυτίστηκε με την πρώτη σχολή σκέψης, το ΕΥΡΩΚΟ με την πιο σκληρή εκδοχή της δεύτερης σχολής σκέψης, ενώ το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ με τις μετριοπαθείς εκδοχές τους. Το ΑΚΕΛ εκφράζει σε γενικές γραμμές την τρίτη σχολή σκέψης. Είναι βέβαια κατανοητό πως τα πιο πάνω σχήματα δεν τυγχάνουν απαραίτητα εφαρμογής σε ό,τι αφορά τους ψηφοφόρους ή και το σύνολο των στελεχών των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, δηλαδή του ΑΚΕΛ και του ΔΗΣΥ, αλλά εκφράζουν κυρίως την επίσημη κομματική γραμμή. Δυστυχώς, όμως η προσέγγιση του κυπριακού προβλήματος εξακολούθησε και μετά το 2004 να στηρίζεται συχνά σε ad hoc αποφάσεις, στην απουσία θεσμικού οργάνου συστηματικής μελέτης, σχεδιασμού μακροπρόθεσμης πολιτικής και αποτίμησης των αποτελεσμάτων των πολιτικών αποφάσεων ή των νέων δεδομένων που ακολούθησαν την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 21


Από την πλευρά του ο διεθνής παράγοντας, υπό την πίεση του αγγλοαμερικανικού άξονα, ενήργησε κατά τρόπο που να αποσκοπεί στην επαναφορά του σχεδίου Ανάν ως τελικού πλαισίου λύσης του κυπριακού προβλήματος, με συμβολικού χαρακτήρα αλλαγές. Μέσα στα πλαίσια αυτά ο διεθνής παράγοντας, με πρωτοβουλία της Βρετανίας, επικαλέστηκε την ανάγκη για τερματισμό της απομόνωσης της τουρκοκυπριακής κοινότητας ως μοχλό πίεσης για να ενδώσει η ελληνοκυπριακή πλευρά στο πλαίσιο λύσης του σχεδίου Ανάν. Η διεθνής κοινότητα επιχείρησε όπως, μέσα από την επίκληση του τερματισμού της απομόνωσης της τουρκοκυπριακής κοινότητας, δημιουργηθούν νέα δεδομένα που να νομιμοποιούν ή έστω να αναβαθμίζουν το κατοχικό ψευδοκράτος, μέσα από την έναρξη του απευθείας εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα κατεχόμενα και την αναβάθμιση του ρόλου του τουρκοκύπριου ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Η επίκληση της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων συνιστούσε αναμφίβολα ένα ρητορικό σχήμα που σχετιζόταν με τον στόχο για επαναφορά του σχεδίου Ανάν, παρά μια ουσιαστική πρόταση. Αν και είναι γεγονός ότι το βιοτικό επίπεδο των Τουρκοκυπρίων είναι χαμηλό, είναι επίσης γεγονός ότι αυτό οφείλεται στην κατάσταση που προκλήθηκε από την τουρκική εισβολή και την συνεχιζόμενη κατοχή, στην πολιτική του εποικισμού και στην επιμονή της Τουρκίας στην ανακήρυξη ανεξάρτητου «τουρκοκυπριακού κράτους». Αυτό είχε επανειλημμένα εξάλλου επισημανθεί και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι κατεχόμενες περιοχές ήταν οι πιο εύφορες και πλούσιες περιοχές της Κύπρου. Η απομόνωση των Τουρκοκυπρίων θα 22


έπρεπε επομένως να τερματιστεί με την άρση του πολιτικού ελέγχου των κατεχομένων από την Τουρκία και τον τερματισμό της κατοχής και του εποικισμού, κάτι όμως που βρισκόταν σε καταφανή αντίθεση με τις γεωστρατηγικές επιδιώξεις της Τουρκίας, όπως αυτές εκφράστηκαν και μέσω των διατάξεων του σχεδίου Ανάν. Η σταθερή αντίδραση της κυβέρνησης Παπαδόπουλου, η οποία δεν δέχθηκε να προβεί σε οποιαδήποτε μορφής συζήτηση για επαναφορά του σχεδίου Ανάν και απέκλεισε μέσα από διπλωματικά επιτυχημένες μάχες οποιαδήποτε πιθανότητα έναρξης απευθείας εμπορίου με τα κατεχόμενα και συνεπακόλουθης αναβάθμισης του ψευδοκράτους, υποχρέωσε τον διεθνή παράγοντα να εξετάσει πιο ορθολογικές επιλογές. Η κυβέρνηση Παπαδόπουλου εφάρμοσε μια συγκεκριμένη στρατηγική αξιοποίησης των νομικών και πολιτικών ερεισμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκειμένου να αναχαιτιστεί η προσπάθεια Βρετανίας και ΗΠΑ για πολιτική αποδυνάμωση του κυπριακού κράτους και αναβάθμιση του ψευδοκράτους. Στόχο της στρατηγικής αποτέλεσε να πειστεί η διεθνής κοινότητα ότι η λύση του κυπριακού δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα οποιοδήποτε σχέδιο λύσης, αλλά μόνο με ένα σχέδιο λύσης που να έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο που να συνάδει με τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες. Κατά δεύτερο η κυβέρνηση Παπαδόπουλου προσπάθησε να εφαρμόσει μια στρατηγική στην βάση της οποίας να πείσει την τουρκοκυπριακή κοινότητα ότι ο δρόμος της επανένωσης μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από μια αμοιβαία συμφωνημένη λύση, η οποία να σέβεται τις αρχές του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κατά συνέπεια τα οποιαδήποτε

23


μέτρα στήριξης των Τουρκοκυπρίων είναι, σύμφωνα με την στρατηγική αυτή, καλοδεχούμενα, μόνο όμως εφόσον αυτά σέβονται τη νομιμότητα και αποβλέπουν στην οικοδόμηση κλίματος εμπιστοσύνης και όχι στην παγίωση του status quo. Η ακολουθούμενη στρατηγική, στηριζόμενη πλέον στο δόγμα της «ομοσπονδιακής λύσης με ορθό περιεχόμενο» συνάντησε επικοινωνιακές δυσκολίες, συχνά έλλειψη συντονισμού και αποφασιστικότητας και έντονες αντιδράσεις από τους οπαδούς του δόγματος «λύση εδώ και τώρα, ανεξαρτήτως περιεχομένου». Γεγονός όμως είναι πως οδήγησε τη διεθνή κοινότητα να συνειδητοποιήσει ότι η μεταβολή της στρατηγικής της απέναντι στο κυπριακό πρόβλημα, έστω σε επίπεδο ρητορικής, είχε καταστεί αναγκαία. Στις 7 Ιουνίου 2005 ο εκπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Kieran Prendergast δήλωσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ότι η απόρριψη του σχεδίου Ανάν από το 76% των Ελληνοκυπρίων είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί και τόνισε ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν μπορούν να κληθούν να ψηφίσουν ένα σχέδιο χωρίς να έχουν εμπιστοσύνη στο κείμενο και τις διατάξεις του. Κάλεσε τα μέλη του Σώματος να αναζητήσουν μια νέα μέθοδο προκείμενου να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων, καθώς επίσης και να γεφυρωθούν οι διαφορές ανάμεσα στα δύο μέρη.

Η Συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 Μετά από πολύμηνες διεργασίες ο ο Τάσσος Παπαδόπουλος συναντήθηκε στο Παρίσι με τον Κόφι Ανάν στις 28 Φεβρουαρίου 2006 Κατά την συνάντηση 24


συμφωνήθηκε ότι η επανέναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας θα έπρεπε να γίνει στον κατάλληλο χρόνο και βασισμένη σε προσεκτική προετοιμασία, έτσι ώστε να αναζητηθεί μια συνολική, δίκαιη και κοινά αποδεκτή λύση στο κυπριακό πρόβλημα. Στο κοινό ανακοινωθέν αποφεύχθηκε οποιαδήποτε αναφορά στο απορριφθέν σχέδιο Ανάν. Ο Γενικός Γραμματέας σημείωσε ότι έλαβε διαβεβαιώσεις και από τον ηγέτη της τουρκοκυπριακής πλευράς Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, ότι συμφωνούσε στην διεξαγωγή συνομιλιών επί διαφόρων θεμάτων σε τεχνικό επίπεδο, έτσι ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών και να προετοιμαστεί το έδαφος για επανέναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Η συνάντηση Παπαδόπουλου - Ανάν υπήρξε ουσιαστικά παραδοχή της διεθνούς κοινότητας ότι το σχέδιο Ανάν ήταν νεκρό και ότι θα έπρεπε να ξεκινήσει μια νέα διαδικασία διαπραγματεύσεων, η οποία να λαμβάνει υπόψη τις ανησυχίες της ελληνοκυπριακής πλευράς. Αναμφίβολα το γεγονός αυτό συνιστούσε μια σημαντική επιτυχία της κυπριακής κυβέρνησης, η οποία το θεώρησε ως την απαρχή μιας διαδικασίας για επιδίωξη λύσης με το ορθό περιεχόμενο. Στις 8 Ιουλίου 2006 ο Παπαδόπουλος συμφώνησε με τον Ταλάτ μια δέσμη αρχών για τα επόμενα βήματα στο κυπριακό. Η δέσμη αρχών περιλάμβανε τις ακόλουθες διακηρύξεις: «1. Δέσμευση για την επανένωση της Κύπρου με βάση μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία και πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. 2. Αναγνώριση του γεγονότος ότι το στάτους κβο είναι

25


απαράδεκτο και η παράτασή του θα είχε αρνητικές επιπτώσεις για τους Τουρκοκύπριους και τους Ελληνοκύπριους. 3. Δέσμευση στη θέση ότι μια συνολική διευθέτηση είναι επιθυμητή, καθώς και εφικτή, και δεν θα πρέπει να καθυστερήσει περαιτέρω. 4. Συμφωνία για άμεση έναρξη διαδικασίας, η οποία θα διαλαμβάνει δικοινοτική συζήτηση θεμάτων που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή του λαού και, ταυτόχρονα, εκείνων που αφορούν ουσιαστικά θέματα, και τα δύο εκ των οποίων θα συμβάλουν σε μια συνολική διευθέτηση. 5. Δέσμευση να διασφαλιστεί ότι θα επικρατήσει 'κατάλληλη ατμόσφαιρα' για να είναι η διαδικασία αυτή επιτυχής. Συναφώς, μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης είναι ουσιαστικά, τόσο για βελτίωση της ατμόσφαιρας όσο και για βελτίωση της ζωής όλων των Τουρκοκυπρίων και των Ελληνοκυπρίων. Επίσης, σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να τεθεί τέρμα στο ούτω καλούμενο 'παιχνίδι επίρριψης ευθυνών'». Οι δύο ηγέτες αποφάσισαν επίσης ότι οι τεχνικές επιτροπές θα ξεκινούσαν να συναντώνται άμεσα αναφορικά με ζητήματα που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή του κυπριακού λαού, καθώς και ότι θα ανταλλάξουν κατάλογο θεμάτων ουσίας τα οποία θα συζητηθούν από δικοινοτικές ομάδες εργασίας αποτελούμενες από εμπειρογνώμονες. Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν επίσης όπως συναντώνται από καιρού εις καιρό για να δίνουν καθοδήγηση στις ομάδες εργασίας και να αξιολογούν την εργασία των τεχνικών επιτροπών.

26


Αξιολογώντας την συμφωνία της 8ης Ιουλίου καθίσταται εμφανές ότι αυτή επιβεβαίωσε ότι η βάση των διαπραγματεύσεων παραμένει η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, ένα πλαίσιο λύσης που αναμφίβολα ερμηνευόταν με διαφορετικό τρόπο από έκαστο των μερών. Για τον Παπαδόπουλο η έννοια του πλαισίου λύσης θα έπρεπε να στηρίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο κοινοτικό κεκτημένο, στις αρχές και αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην αποτελεσματική συμμετοχή της τουρκοκυπριακής κοινότητας στις αποφάσεις τηρουμένων των πιο πάνω αρχών. Αντίθετα για τον Ταλάτ το πλαίσιο λύσης θα έπρεπε να στηρίζεται στην δημιουργία δύο διακριτών, φυλετικά καθαρών, ομόσπονδων πολιτειών, οι οποίες να απολαμβάνουν παρεκκλίσεων από το κοινοτικό κεκτημένο και εξαιρέσεων από τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όπως συνέβαινε πάντοτε στην ιστορία του κυπριακού προβλήματος, ένα πλαίσιο λύσης ερμηνευόταν με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τους συμμετέχοντες. Αναμφίβολα η συμφωνία της 8ης Ιουλίου υπήρξε πολιτική επιτυχία για τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Από την μια ικανοποιούσε αυτούς που επιδίωκαν μη μεταβολή του συμφωνημένου πλαισίου της λύσης και μη επανατοποθέτηση του κυπριακού προβλήματος. Από την άλλη στη συμφωνία δεν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στο σχέδιο Ανάν, γεγονός που επιβεβαίωνε ότι αυτό δεν συνιστούσε πλέον την βάση της διαπραγμάτευσης, ενώ η οποιαδήποτε νέα διαδικασία της διαπραγμάτευσης ξεκινούσε σε τεχνικό επίπεδο και σε επίπεδο ομάδων εργασίας, χωρίς να υπάρχουν ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα. Η διαπραγμάτευση σε επίπεδο ηγετών θα γινόταν μόνο εφόσον υπήρχε πρόοδος σε τεχνικό επίπεδο και 27


συνεπακόλουθα επίδειξη διαλλακτικού πνεύματος από πλευράς της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Είναι βέβαια ευνόητο πως για όσους θεωρούσαν την διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία ως εξ αρχής εσφαλμένη βάση διαπραγμάτευσης, η συμφωνία της 8ης Ιουλίου κάθε άλλο παρά υπήρξε επιτυχία. Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 14 Δεκεμβρίου 2007 έδωσαν σημαντική ώθηση στην στρατηγική Παπαδόπουλου. Σε αυτά αναφέρεται κατά λέξη: «Υπενθυμίζοντας το διαπραγματευτικό πλαίσιο, το Συμβούλιο αναμένει επίσης από την Τουρκία να υποστηρίξει ενεργώς τις προσπάθειες για εφαρμογή της συμπεφωνημένης διαδικασίας της 8ης Ιουλίου που θα οδηγήσει σε μια συνολική και βιώσιμη λύση του Κυπριακού προβλήματος στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών και σύμφωνη με τις αρχές επί των οποίων έχει θεμελιωθεί η Ένωση, περιλαμβανομένων και συγκεκριμένων βημάτων για να συμβάλει σε ένα ευνοϊκό κλίμα για μια τέτοια συνολική διευθέτηση». Η επιβεβαίωση της διαδικασίας που συμφωνήθηκε μεταξύ του Παπαδόπουλου και του Ταλάτ στις 8 Ιουλίου 2006 και η αναφορά σε βιώσιμη λύση του κυπριακού προβλήματος σύμφωνη με τις αρχές επί των οποίων έχει θεμελιωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρήθηκε από την κυβέρνηση Παπαδόπουλου ως το επιστέγασμα των προσπαθειών της για μια διαδικασία εξεύρεσης λύσης με το ορθό περιεχόμενο. Η συμφωνία όμως της 8ης Ιουλίου ουδέποτε υλοποιήθηκε. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, μετά από πιέσεις που του ασκήθηκαν από την Άγκυρα, παρουσίασε προσκόμματα στην έναρξη της διαδικασίας. Η Τουρκία δεν ήθελε να ξεκινήσει τη νέα διαδικασία με συνομιλητή τον 28


Τάσσο Παπαδόπουλο. Παρομοίως και η διεθνής κοινότητα θεωρούσε ότι ο Παπαδόπουλος ήταν ανεπιθύμητος ως συνομιλητής λόγω της στάσης του στο δημοψήφισμα του 2004. Ως αποτέλεσμα η διεθνής κοινότητα άρχισε σταδιακά να προσανατολίζεται στην αναμονή του αποτελέσματος των κυπριακών Προεδρικών Εκλογών του 2008. Ενδεχόμενη ήττα του Παπαδόπουλου θα επέτρεπε την έναρξη της νέας διαδικασίας διαπραγματεύσεων με συνομιλητή που στα μάτια της διεθνούς κοινότητας θα φαινόταν πιο διαλλακτικός.

Η εκλογή Δημήτρη Χριστόφια Στις προεδρικές εκλογές της 17ης Φεβρουαρίου τρεις ήταν οι βασικοί διεκδικητές της Προεδρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας: ο υποστηριζόμενος από το Δημοκρατικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ΕΔΕΚ, το Ευρωπαϊκό Κόμμα και το κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών, Τάσσος Παπαδόπουλος, ο υποστηριζόμενος από το ΔΗΣΥ, ευρωβουλευτής Ιωάννης Κασουλίδης και ο υποστηριζόμενος από το ΑΚΕΛ, Πρόεδρος της Βουλής, Δημήτρης Χριστόφιας. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε επίπεδο διακηρύξεων ως προς το τι επιδιώκουν ως λύση του κυπριακού, οι θέσεις των τριών υποψηφίων δεν διέφεραν ιδιαίτερα. Και οι τρεις δεσμεύονταν σε λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, η οποία θα διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου, η οποία θα στηρίζεται στις αρχές και στις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα προβλέπει για την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων, την επιστροφή των Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων και τον τερματισμό της 29


κατοχής. Και οι τρεις συμφωνούσαν ότι το σχέδιο Ανάν είναι νεκρό και ότι η ετυμηγορία του κυπριακού λαού θα πρέπει να γίνει σεβαστή. Και οι τρεις επίσης συμφωνούσαν ότι οι διαπραγματεύσεις θα πρέπει να διεξαχθούν χωρίς ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα και χωρίς επιδιαιτησία. Το ΑΚΕΛ είχε συμμετάσχει ως συμπολιτευόμενο κόμμα στην κυβέρνηση Παπαδόπουλου από την εκλογή του το 2003 μέχρι και λίγους μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές. Ο Δημήτρης Χριστόφιας, Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ, είχε μάλιστα εκλεγεί με την υποστήριξη Παπαδόπουλου, ως Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων. Ο Χριστόφιας έκτισε επομένως την προεκλογική του εκστρατεία, όχι σε διαφωνία του με τον Παπαδόπουλο ως προς το περιεχόμενο της λύσης, αλλά στη θέση ότι οι διαχρονικά καλές και φιλικές του σχέσεις με τον ηγέτη των Τουρκοκυπρίων Ταλάτ, καθώς και η ευέλικτη πολιτική του και τα ερείσματά του στην διεθνή κοινότητα, θα του επέτρεπαν να λύσει το κυπριακό. Ουσιαστικά ο Χριστόφιας υποστήριζε ότι είναι Πρόεδρος λύσης, όχι διότι είναι έτοιμος να δεχθεί οποιαδήποτε λύση, αλλά διότι αυτός είναι ικανός να αναγκάσει την επεκτατική Τουρκία να εγκαταλείψει την πολιτική της σε βάρος της Κύπρου ή να οδηγήσει τους Τουρκοκύπριους σε επανάσταση κατά του τουρκικού στρατιωτικού κατεστημένου. Στις εκλογές της 17ης Φεβρουαρίου ο Κασουλίδης έλαβε 33.51%, ο Χριστόφιας 33.29%, ενώ ο Παπαδόπουλος 31.79%. Η υπερβολική αυτοπεποίθηση του επιτελείου Τάσσου Παπαδόπουλου, οι οποίοι θεωρούσαν, στη βάση των δημοσκοπήσεων, ως βέβαιη την πρόκριση Παπαδόπουλου στον δεύτερο γύρο των εκλογών και η, κατά συνέπεια,

30


ενασχόλησή τους με την επίτευξη συνεργασιών στον δεύτερο γύρο, αντί στην επιτυχία τους κατά τον πρώτο γύρο, καθώς και οι προσωπικές ατζέντες στελεχών του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ και η διαρροή ψηφοφόρων των δύο αυτών κομμάτων, οδήγησαν στην έκπληξη του αποκλεισμού του Παπαδόπουλου από τον δεύτερο γύρο των εκλογών. Στην επαναληπτική εκλογή της 24ης Φεβρουαρίου 2009, το ΔΗΚΟ, η ΕΔΕΚ και οι Οικολόγοι αποφάσισαν να υποστηρίξουν τον Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος εκλέχθηκε άνετα με 53.37% έναντι 46.63% του Ιωάννη Κασουλίδη. Το κυπριακό εισερχόταν εκ των πραγμάτων σε μια νέα εποχή. Στις 28 Φεβρουαρίου 2008 ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε το στίγμα της πολιτικής του στην ομιλία του ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων κατά την τελετή εγκατάστασής του, παραθέτοντας τα κύρια χαρακτηριστικά της επιδιωκόμενης λύσης: Σύμφωνα με τις διακηρύξεις Χριστόφια η επιδιωκόμενη λύση πρέπει: Α. Να είναι δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική, ώστε να τερματίζει την κατοχή και τον εποικισμό να αποκαθιστά την κυριαρχία, την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ενότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και να αποκλείει τα όποια δικαιώματα στρατιωτικής επέμβασης στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας από ξένες δυνάμεις. Β. Να επανενώνει το έδαφος, το λαό, τους θεσμούς και την οικονομία της χώρας στο πλαίσιο μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα και με μια και μόνη κυριαρχία, διεθνή προσωπικότητα και ιθαγένεια, όπως προβλέπεται στις συμφωνίες υψηλού

31


επιπέδου Μακαρίου-Ντενκτάς του 1977 και Κυπριανού-Ντενκτάς του 1979. Γ. Να στηρίζεται στα περί Κύπρου ψηφίσματα του ΟΗΕ και να συνάδει με το διεθνές και το κοινοτικό δίκαιο, καθώς και με τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και να αποκαθιστά και να κατοχυρώνει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες ολόκληρου του λαού, Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων, Μαρωνιτών, Αρμένιων και Λατίνων, περιλαμβανομένου του δικαιώματος επιστροφής και περιουσίας των προσφύγων. Δ. Να προβλέπει την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και την αποστρατιωτικοποίηση ολόκληρης της Κύπρου. Ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπέδειξε ότι αφετηρία για την δημιουργία των προϋποθέσεων για συνολική διαπραγμάτευση στο κυπριακό είναι η υλοποίηση της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου, η οποία είχε υπογραφεί μεταξύ Παπαδόπουλου και Ταλάτ. Ο Χριστόφιας έστειλε μήνυμα προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα, διαβεβαιώνοντάς την ότι θα αγωνιστεί για να απολαμβάνουν οι Τουρκοκύπριοι ισότιμα δικαιώματα ως πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή όμως πρόσθεσε ότι η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων δεν είναι δυνατόν να λάβει χώρα σε βάρος των δικαιωμάτων των Ελληνοκυπρίων, διότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε θνησιγενή την λύση του κυπριακού από την γέννησή της. Τέλος, ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε σαφές μήνυμα ότι δεν είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί παρθενογένεση και ότι η νέα λύση θα πρέπει να συνιστά

32


μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και συνέχιση του κράτους που ιδρύθηκε το 1960.

Η συμφωνία Χριστόφια-Ταλάτ της 21ης Μαρτίου 2008 Όπως καθίσταται εμφανές οι διακηρύξεις και η ρητορική του Δημήτρη Χριστόφια δεν διαφοροποιούνταν στο ελάχιστο, σε επίπεδο αρχών και θέσεων, από τις διακηρυγμένες θέσεις του απελθόντος Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου. Σύντομα όμως έγινε κατανοητό ότι σε επίπεδο ουσίας η εκλογή Χριστόφια είχε μεταβάλει άρδην το σκηνικό σε ότι αφορά στις διαδικασίες επίλυσης του κυπριακού, αλλά και στο προσδοκώμενο πλαίσιο λύσης. Το «δόγμα Χριστόφια» για την επίλυση του κυπριακού προέτασσε την επίτευξη ενός καλού κλίματος μεταξύ των ηγεσιών των δύο κοινοτήτων και για το λόγο αυτό ο Πρόεδρος Χριστόφιας τόνιζε με κάθε ευκαιρία την φιλική σχέση που διατηρούσε με τον Ταλάτ. Ήδη από τις πρώτες ημέρες της προεδρίας του ο Χριστόφιας τροχιοδρόμησε μια διαδικασία που θα οδηγούσε σε έναρξη απευθείας συνομιλιών, χωρίς την ύπαρξη ολοκληρωμένης κοινής βάσης και με μόνο σημείο επαφής την αποδοχή του όρου «διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα και μία διεθνή προσωπικότητα» από τον Τουρκοκύπριο ηγέτη. Στις 21 Μαρτίου 2008 οι Χριστόφιας και Ταλάτ υλοποίησαν πρόβλεψη της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου για τη δημιουργία ομάδων εργασίας και τεχνικών επιτροπών με στόχο την προετοιμασία του εδάφους για την έναρξη των συνομιλιών. Στην σύντομη δήλωση των δύο ηγετών που αναγνώστηκε από τον Ειδικό Αντιπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα του 33


ΟΗΕ στην Κύπρο, Μάικλ Μόλερ, οι δύο ηγέτες δεσμεύονταν, αφού προηγηθεί μια ανασκόπηση του έργου των ομάδων εργασίας και των τεχνικών επιτροπών, να ξεκινήσουν απευθείας συνομιλίες. Η σχετική διατύπωση έχει ως εξής: «Αναλαμβάνοντας πλήρη ευθύνη για τη διεξαγωγή μελλοντικών διαπραγματεύσεων, οι ηγέτες συμφώνησαν επίσης να συναντηθούν σε τρεις μήνες από σήμερα για ανασκόπηση του έργου των ομάδων εργασίας και των τεχνικών επιτροπών και, κάνοντας χρήση των αποτελεσμάτων τους, να αρχίσουν ολοκληρωμένες διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών». Επιπλέον, «οι ηγέτες συμφώνησαν ότι η οδός Λήδρας θα ανοίξει, μόλις αυτό καταστεί τεχνικά δυνατό, και το σημείο διέλευσης θα ανοίξει και θα λειτουργήσει σύμφωνα με τις καθιερωμένες πρακτικές σε άλλα σημεία διέλευσης. Το θέμα της διάνοιξης του σημείου διέλευσης στο Λιμνίτη καθώς και άλλων σημείων βρίσκεται επίσης στην ημερήσια διάταξη των μελλοντικών συναντήσεων των συμβούλων των δύο ηγετών». Η τροχιοδρόμηση της διαδικασίας αμέσως μετά την επίσημη ανάληψη της προεδρίας από τον Δημήτρη Χριστόφια προκάλεσε ενθουσιασμό στην διεθνή κοινότητα. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το ανακοινωθέν του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών Ντέιβιντ Μίλιμπαντ σχετικά με τα αποτελέσματα της συμφωνίας της 21ης Μαρτίου: «Η σημερινή μέρα έχει φέρει ευχάριστες ειδήσεις από την Κύπρο. Η συνάντηση μεταξύ των ηγετών των δυο κοινοτήτων είναι ένα βήμα προς την πραγματική πρόοδο στην περιοχή και καταδεικνύει το είδος της ηγεσίας που χρειάζεται για την επανένωση της Κύπρου».

34


Στις 26 Μαρτίου 2008 ο Επίτροπος Προεδρίας Γιώργος Ιακώβου και ο σύμβουλος του Τουρκοκύπριου ηγέτη Οζντέλ Ναμί συμφώνησαν στη σύσταση έξι Ομάδων Εργασίας (Διακυβέρνηση και Κατανομή Εξουσιών, Θέματα Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ασφάλεια και Εγγυήσεις, Εδαφικό, Περιουσίες, Οικονομικά Θέματα) και επτά Τεχνικών Επιτροπών (Έγκλημα και Θέματα Εγκληματικότητας, Οικονομικά και Εμπορικά Θέματα, Πολιτιστική Κληρονομιά, Διαχείριση Κρίσεων, Ανθρωπιστικά Θέματα, Υγεία, Περιβάλλον). Η τουρκοκυπριακή πλευρά αρνήθηκε την σύσταση Ομάδας Εργασίας για το ζήτημα του εποικισμού. Οι ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές τεχνικές επιτροπές και ομάδες εργασίας ξεκίνησαν την εργασία τους την Μεγάλη Τρίτη 22 Απριλίου 2008, τέσσερα σχεδόν χρόνια μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν. Σε όλες τις συνεδρίες παρευρίσκονταν εκπρόσωποι του ΟΗΕ. Ο Γιώργος Ιακώβου εξέφρασε την άποψη ότι η διαδικασία θα προχωρούσε αρκετά γοργά και ότι υπήρχαν καλές προοπτικές για συγκλίσεις σε αρκετά ζητήματα. Οπωσδήποτε η δέσμευση του Προέδρου Χριστόφια ότι θα ξεκινούσαν διαπραγματεύσεις στο κυπριακό τον Ιούνιο, ανεξάρτητα από την ποιότητα και την ποσότητα του έργου που θα παραγόταν από τις τεχνικές επιτροπές και τις ομάδες εργασίας, συνιστούσε μια υποχώρηση σε σχέση με την στρατηγική της καλής προετοιμασίας των απευθείας συνομιλιών, έτσι ώστε αυτές να έχουν περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας. Ο Χριστόφιας επένδυε στις προσωπικές σχέσεις με τον Ταλάτ, θεωρώντας ότι θα κατάφερνε να τον πείσει για τις ανάγκες μιας νέας προσέγγισης στο κυπριακό.

35


Το γεγονός αυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση των συμπολιτευόμενων κομμάτων ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ και Οικολόγοι, καθώς και του Ευρωπαϊκού Κόμματος. Αν η τουρκοκυπριακή πλευρά έφερνε προσκόμματα στην εφαρμογή της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου, δηλαδή μιας καθαρά διαδικαστικής συμφωνίας, τότε ποιες εγγυήσεις υπήρχαν για θετική εξέλιξη μιας νέας διαδικασίας διαπραγματεύσεων; Η υποχώρηση από το πλαίσιο που είχε συμφωνηθεί στις 8 Ιουλίου 2006 για μη ύπαρξη ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων, θεωρήθηκε ως πρόδρομος μιας υποχωρητικής στάσης κατά τις διαπραγματεύσεις, γεγονός που κατακρίθηκε έντονα. Έντονες αντιδράσεις προκάλεσε και η σύνθεση των τεχνικών επιτροπών και των ομάδων εργασίας. Είναι παραδεκτό ότι στις τεχνικές επιτροπές και στις ομάδες εργασίας συμμετείχαν σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα πρόσωπα που είχαν υποστηρίξει το «ναι» στο σχέδιο Ανάν, γεγονός που προκάλεσε ιδιαίτερα ερωτηματικά. Σύντομα όμως ο Χριστόφιας άρχισε να απογοητεύεται. Ο Ταλάτ απέστειλε επιστολή προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ με την οποία επανέλαβε τις γνωστές διαπραγματευτικές θέσεις της πλευράς του στο κυπριακό. Η νέα τάξη πραγμάτων θα έπρεπε, σύμφωνα με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, να στηρίζεται στο σχέδιο Ανάν, στην παρθενογένεση, στην παρουσία τουρκικών στρατευμάτων και στην διατήρηση των εγγυητικών δικαιωμάτων της Τουρκίας. Παράλληλα, σύντομα διαφάνηκε ότι στις διαπραγματεύσεις στις ομάδες εργασίας και στις τεχνικές επιτροπές υπήρξε σημαντική διαφορά απόψεων και έλλειψη προόδου. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Πρόεδρος Χριστόφιας «με τον Ταλάτ δεν μιλούμε την ίδια γλώσσα». 36


Η Συμφωνία Χριστόφια-Ταλάτ της 23ης Μαΐου 2008 Η διαδικασία απέκτησε περαιτέρω ώθηση με την συνάντηση της 23ης Μαΐου, κατά την οποία συμφωνήθηκε η βάση των συνομιλιών, δηλαδή «Μια διζωνική, δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα όπως ορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτός ο συνεταιρισμός θα έχει μια Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση με μια και μόνη διεθνή προσωπικότητα, καθώς και μια Τουρκοκυπριακή Συνιστώσα Πολιτεία και μια Ελληνοκυπριακή Συνιστώσα Πολιτεία, οι οποίες θα έχουν ισότιμο καθεστώς». Τα συμπολιτευόμενα κόμματα ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ και Οικολόγοι, καθώς και το αντιπολιτευόμενο Ευρωπαϊκό Κόμμα, αντέδρασαν έντονα στο περιεχόμενο των διακηρύξεων της 23ης Μαΐου, ιδιαίτερα ως προς την αποδοχή των όρων «συνιστώσες πολιτείες» και «συνεταιρισμός» και την παράλειψη της αναφοράς σε μία κυριαρχία και μία ιθαγένεια, ενώ θεώρησαν ότι η έναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων γινόταν ουσιαστικά χωρίς να έχει επιτευχθεί, κατά παραδοχή του ιδίου του Προέδρου Χριστόφια, επαρκής πρόοδος σε επίπεδο τεχνικών επιτροπών και ομάδων εργασίας. Από την πλευρά της η κυπριακή κυβέρνηση επέμενε ότι το καλό κλίμα που απέρρεε από την φιλική σχέση των δύο ηγετών δημιουργούσε ένα παράθυρο ευκαιρίας. Η κυβερνητική ρητορική αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία όσο πλήθαιναν οι ενδείξεις για ενδεχόμενη ήττα του Ταλάτ τόσο στις «βουλευτικές», όσο και στις «προεδρικές εκλογές» που θα επακολουθούσαν στα κατεχόμενα, με τον σκληροπυρηνικό Ντερβίς Έρογλου να προβάλλει ως το αδιαφιλονίκητο φαβορί. Η διαπραγμάτευση έπρεπε να ξεκινήσει πριν από την επικείμενη ήττα Ταλάτ. 37


Αξίζει να επιμείνουμε λίγο στο θέμα του «καλού κλίματος» και της φιλικής σχέσης των δύο ηγετών ως παράγοντα υποβοήθησης των συνομιλιών. Είναι πολύ χαρακτηριστική η ομιλία του Προέδρου Χριστόφια στο European Policy Center στις Βρυξέλλες, όπου υποστήριξε ότι μερικές από τις διατάξεις του κοινού ανακοινωθέντος της 23ης Μαΐου, όπως, για παράδειγμα ο όρος «Συνιστώσες Πολιτείες» (constituent states), που παραπέμπουν στο απορριφθέν σχέδιο Ανάν, έγιναν αποδεκτές από αυτόν «έτσι ώστε να στηρίξει το φίλο του Ταλάτ». Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση ήταν η υποβάθμιση άλλων, κρίσιμης σημασίας εξωκυπριακών παραγόντων που συνδιαμόρφωναν το σκηνικό γύρω από το κυπριακό. Οι παράγοντες αυτοί θα μπορούσαν, αν δεν τύγχαναν της κατάλληλης προσοχής, να υπονομεύσουν τις π ρ ο σ π ά θ ε ι ε ς ε π ί λυ σ η ς κα ι ν α δ υ σ χ ε ρ ά ν ο υ ν τ η διαπραγματευτική θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς. Η κυπροκεντρική αυτή προσέγγιση μετουσιώθηκε σε πολιτική πρόταση με το σύνθημα «λύση από τους Κύπριους για τους Κύπριους», το οποίο κυριάρχησε στην πολιτική ρητορική του Προέδρου και που έγινε αποδεκτή και από το διεθνή παράγοντα. Εν τούτοις, όπως αποκαλύφθηκε γρήγορα η αποδοχή αυτή ήταν πρόσκαιρη, καθώς η προσέγγιση του Προέδρου Χριστόφια δεν ανταποκρινόταν στις διεθνοπολιτικές πραγματικότητες. Επιπρόσθετα η προσκόλληση στην λογική του «καλού κλίματος» συχνά οδηγούσε σε υποχωρήσεις οι οποίες, αν και γίνονταν με καλή θέληση, εν τούτοις στο τέλος εξελίσσονταν σε κεκτημένα της άλλης πλευράς στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων και μείωναν περαιτέρω τα περιθώρια διαπραγματευτικών ελιγμών της ελληνοκυπριακής πλευράς. 38


Απαιτούνται ορισμένες επιπρόσθετες διευκρινίσεις, έτσι ώστε να καταστεί αντιληπτό για ποιους λόγους η διατύπωση της κοινής δήλωσης της 23ης Μαΐου 2008 συνιστούσε σημαντική υποχώρηση για την ελληνοκυπριακή πλευρά. Πάγια θέση της τουρκοκυπριακής πλευράς υπήρξε ο ισχυρισμός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, όπως εγκαθιδρύθηκε το 1960 συνιστούσε συνεταιρισμό, θέση που να δικαιολογεί την αναγνώριση χωριστού δικαιώματος αυτοδιάθεσης σε έκαστη κοινότητα, παρά το ενιαίου του κράτους. Αν και η θέση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την διεθνή κοινότητα, εντούτοις η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμεινε ότι οποιαδήποτε συμφωνία λύσης του κυπριακού θα πρέπει να δημιουργεί ένα νέο συνεταιρισμό, φράση που υπήρχε και στο σχέδιο Ανάν και συνδεόταν με την επιδίωξη της τουρκοκυπριακής κοινότητας για παρθενογένεση, δηλαδή για αναγνώριση ότι το νέο κράτος δεν θα είναι διάδοχο της υφιστάμενης Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά ουσιαστικά συνένωση δύο προϋφισταμένων κρατικών οντοτήτων, δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας και της, αναγνωρισμένης μόνο από την Τουρκία, «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου». Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δέχθηκε σε μεταγενέστερες δηλώσεις του ότι το 1960 υπήρξε συνεταιρισμός, δηλώσεις που έγιναν μέσα στα πλαίσια της προσπάθειάς του για επίτευξη καλού κλίματος, αλλά δεν στερούνται νομικής και πολιτικής σημασίας με δεδομένες τις πάγιες επιδιώξεις της τουρκοκυπριακής πλευράς. Ο όρος «συνιστώσες πολιτείες» είχε επίσης ενταχθεί στην ορολογία του σχεδίου Ανάν σε μια προσπάθεια στήριξης της επιχειρηματολογίας της τουρκοκυπριακής πλευράς για

39


παρθενογένεση. Ο όρος είχε ενταχθεί στο επίσημο λεξιλόγιο της τουρκικής πλευράς τουλάχιστον από τις 14 Μαρτίου 2002, όταν ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ισμαήλ Τζεμ μιλούσε για δύο συνιστώσες πολιτείες στην Κύπρο. Ο όρος είχε θεωρηθεί ως σημαντικός από την τουρκοκυπριακή πλευρά, ώστε να ικανοποιεί την ερμηνεία της σχετικά με την παρθενογένεση και κατά συνέπεια την αναγνώριση χωριστού δικαιώματος αυτοδιάθεσης. Στο «Έγγραφο Συγκλίσεων και Αποκλίσεων στο Κεφάλαιο Διακυβέρνηση και Κατανομή Εξουσιών», το οποίο παρουσιάστηκε στο κυπριακό Εθνικό Συμβούλιο (στο οποίο συμμετέχουν όλα τα κυπριακά κοινοβουλευτικά κόμματα) από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως συμφωνημένο έγγραφο των συγκλίσεων και αποκλίσεων που είχαν επιτευχθεί μετά την διεξαγωγή του Α΄ Γύρου των διαπραγματεύσεων μεταξύ Χριστόφια-Ταλάτ, αναφέρεται ο όρος συνιστώσα πολιτεία/ ομόσπονδη περιοχή. Ο όρος δηλαδή «συνιστώσα πολιτεία» αναφέρεται ως όρος που δεν έχει ακόμα γίνει αποδεκτός, αλλά απλώς ως όρος που προτείνεται από την τουρκοκυπριακή πλευρά και ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά εμμένει στην χρήση του όρου ομόσπονδη περιοχή. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική: η ανάγνωση των εκατέρωθεν προτάσεων στο θέμα της διακυβέρνησης αποδεικνύει ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε εξ αρχής αποδεχθεί κατά τις διαπραγματεύσεις την χρήση του όρου «constituent states» (συνιστώσες πολιτείες) και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στα σχετικά έγγραφα που υποβλήθηκαν από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Η προσθήκη του όρου «ομόσπονδη περιοχή» στο έγγραφο δεν οφείλεται επομένως

40


στην μη αποδοχή του από την ελληνοκυπριακή πλευρά, αλλά σε λόγους επικοινωνιακής τακτικής.

Αυτό καθίσταται εμφανές και από τις επεξηγήσεις που έδωσε ως προς το ζήτημα ο Ιακώβου προς τον Ναμί στη συνάντηση της 3ης Δεκεμβρίου 2008. Κατά την συζήτηση ο Ναμί διερωτήθηκε για ποιους λόγους η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε περιλάβει τον όρο «ομόσπονδη περιοχή» στο έγγραφο συγκλίσεων, με δεδομένο ότι είχε ήδη επιτευχθεί συμφωνία για τον όρο «συνιστώσα πολιτεία». Ο Ιακώβου διευκρίνισε ότι όντως είχε επιτευχθεί συμφωνία για το θέμα, αλλά ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά ήθελε να διατηρήσει τον όρο «ομόσπονδη περιοχή» στο έγγραφο συγκλίσεων, έτσι ώστε να μην υπάρξει οποιαδήποτε παρανόηση στην ελληνοκυπριακή κοινή γνώμη ότι είχε γίνει αποδεκτή η συνομοσπονδία ως μορφή του νέου κράτους. Κατά την συνάντηση της 12ης Ιανουαρίου 2009 ο Χριστόφιας σχολίασε πως η χρήση του όρου «συνιστώσες πολιτείες» θα γινόταν αποδεκτή μόνο εφόσον υπογραφόταν η τελική συμφωνία και πρόσθεσε ότι η μεταβολή αυτή στην στάση του οφειλόταν στο γεγονός ότι η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι χρησιμοποιούσαν τον όρο ως να σημαίνει «νέοι ιδρυτές». Ενώ δηλαδή η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδεχόταν ουσιαστικά ότι υπήρχαν δυνητικά ερμηνευτικά προβλήματα που συνδέονταν με την χρήση του όρου «συνιστώσες πολιτείες», εντούτοις η ορολογία έγινε αποδεκτή στην κοινή δήλωση της 23ης Μαΐου 2008 και χρησιμοποιήθηκε και στα έγγραφα που παρουσιάζονταν στις διαπραγματεύσεις. Ο κύριος λόγος για τον οποίο περιλήφθηκε ο όρος «ομόσπονδη

41


περιοχή» στο έγγραφο συγκλίσεων και αποκλίσεων από την ελληνοκυπριακή πλευρά δεν ήταν η επιθυμία για αμφισβήτηση της χρήσης του όρου «συνιστώσες πολιτείες», αλλά απλώς η επικοινωνιακή προσπάθεια να μην τύχει «παρεξήγησης» η χρήση του όρου από την ελληνοκυπριακή κοινή γνώμη, ενόψει των έντονων αντιδράσεων που είχαν προηγηθεί. Το πρόβλημα όμως εμφανώς δεν είναι πως ερμηνεύει τον όρο η ελληνοκυπριακή κοινή γνώμη, αλλά πως θα ερμηνεύσει τον όρο η Τουρκία και η διεθνής κοινότητα σε περίπτωση λύσης. Και στο σημείο αυτό η ελληνοκυπριακή πλευρά προέβη, με δική της παραδοχή, σε μια ακόμα υποχώρηση, αποδεχόμενη μια ορολογία που παραπέμπει σε παρθενογένεση και άρα αμφισβήτηση της συνέχειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οπωσδήποτε το γεγονός ότι στην συνέχεια η ελληνοκυπριακή πλευρά επιδίωξε να αποσύρει την αρχική υποχώρησή της για επικοινωνιακούς λόγους, έδωσε την δυνατότητα στον Ταλάτ να κατηγορεί την ελληνοκυπριακή πλευρά για αλλαγή στάσης. Σοβαρά ζητήματα ορολογίας αντιμετωπίστηκαν από τους διαπραγματευτές ως θέματα για εσωτερική κατανάλωση.

Η απόφαση για έναρξη απευθείας Διαπραγμαγματεύσεων Στις 5 Ιουνίου του ίδιου έτους ο Πρόεδρος Χριστόφιας υπέγραψε μνημόνιο συναντίληψης με τον Βρετανό Πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν στην βάση του οποίου η Κυπριακή Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο δεσμεύτηκαν να εργαστούν για επανένωση της νήσου και για επίτευξη συνολικής λύσης στη βάση μιας διζωνικής 42


δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται στα ψηφίσματα του ΟΗΕ και στις αρχές επί των οποίων εδράζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις 13 Ιουνίου το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθέτησε το ψήφισμα 1818, με το οποίο προτρέπει τα μέρη να: «οικοδομήσουν στη σημερινή συγκυρία και να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους για να προσδιορίσουν, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, τομείς συγκλίσεων και διαφωνιών, προετοιμάζοντας επιλογές όπου είναι δυνατόν για τα πιο ευαίσθητα σημεία, και να εργαστούν για να διασφαλίσουν ότι μπορούν να ξεκινήσουν γρήγορα και ομαλά ολοκληρωμένες διαπραγματεύσεις με βάση τη συμφωνία της 21ης Μαρτίου και το Κοινό Ανακοινωθέν της 23ης Μαΐου». Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 17 Ιουνίου, ο Βοηθός Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ για πολιτικές υποθέσεις Λιν Πάσκο, επισκέφθηκε την Κύπρο και κάλεσε τους δύο ηγέτες να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις για την λύση του κυπριακού. Στις 13 Ιουλίου ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Μπαν Γκι-Μούν συνάντησε τον Πρόεδρο Χριστόφια και δήλωσε ότι η λύση θα προέλθει μέσα από τις διαπραγματεύσεις, χωρίς επιδιαιτησία και ότι τα Ηνωμένα Έθνη θα διευκολύνουν απλώς την διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων. Στις 14 Ιουλίου του 2008 διορίστηκε ως νέος Ειδικός Σύμβουλος του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για το κυπριακό, ο Αλεξάντερ Ντάουνερ. Ενώ όμως η διεθνής κοινότητα πίεζε για άμεση έναρξη των διαπραγματεύσεων, η πρόοδος στις ομάδες εργασίας και στις τεχνικές επιτροπές παρέμενε ανύπαρκτη. Στις 29 Μαΐου 2008, δηλαδή έξι μόλις ημέρες μετά την κοινή δήλωση

43


Χριστόφια-Ταλάτ, ο τουρκοκύπριος ηγέτης Μεχμέτ Αλί Ταλάτ έδωσε συνέντευξη στο Euronews στην οποία αναφέρθηκε σε ύπαρξη δύο λαών την Κύπρο και σε νέο συνεταιρισμό μεταξύ δύο υφισταμένων κρατών. Υποστήριξε επίσης ότι στην Κύπρο δεν υπάρχουν έποικοι. Σε παρόμοιες δηλώσεις προέβη ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο τον Ιούλιο, όταν μίλησε για δύο λαούς και για λύση δύο κρατών. Παρά την έλλειψη προόδου όμως στις ομάδες εργασίας, κάτι που είχε τεθεί ως προϋπόθεση για την έναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων, και παρά την συνέχιση της τουρκικής αδιαλλαξίας, στην συνάντηση Χριστόφια - Ταλάτ της 25ης Ιουλίου 2008 αποφασίστηκε η έναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων στις 3 Σεπτεμβρίου 2008. Σύμφωνα με το ανακοινωθέν: «Οι ηγέτες προέβησαν σήμερα στην τελική ανασκόπηση των εργασιών των Ομάδων Εργασίας και των Τεχνικών Επιτροπών. Σημείωσαν τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί και συνεχάρησαν τα μέλη των Ομάδων και των Επιτροπών για τις προσπάθειές τους. Έχοντας προβεί στην τελική τους ανασκόπηση, οι ηγέτες αποφάσισαν να αρχίσουν απευθείας διαπραγματεύσεις στις 3 Σεπτεμβρίου 2008, στο πλαίσιο της αποστολής των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Ο στόχος των απευθείας διαπραγματεύσεων είναι η επίτευξη αμοιβαία αποδεκτής λύσης του Κυπριακού προβλήματος, η οποία θα διασφαλίζει τα θεμελιώδη και νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Η συμφωνημένη λύση θα τεθεί σε ταυτόχρονα, χωριστά δημοψηφίσματα».

44


Η απόφαση για έναρξη απευθείας διαπραγματεύσεων χωρίς να έχει υπάρξει ουσιαστική πρόοδος στις ομάδες εργασίας και στις τεχνικές επιτροπές, επικρίθηκε από τα συμπολιτευόμενα κόμματα ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ ως αθέτηση των προεκλογικών δεσμεύσεων του Προέδρου Χριστόφια. Οπωσδήποτε η απόφαση για έναρξη απευθείας συνομιλιών δημιουργούσε ανησυχίες με δεδομένο ότι η διεθνής κοινότητα θα ανέμενε κάποιο σύντομο αποτέλεσμα, παρά την ρητορική για μη ύπαρξη χρονοδιαγραμμάτων. Στην πράξη, όπως αποκαλύπτεται από τα απόρρητα έγγραφα του ΟΗΕ, υπήρχε ένα πολύ συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου αναμενόταν η επίτευξη λύσης. Αυτό είχε ως ελάχιστο χρονικό όριο τον Δεκέμβριο του 2009 κατά τον οποίο ήταν προγραμματισμένη η αξιολόγηση της προόδου της Τουρκίας σε σχέση με τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία και ως μέγιστο χρονικό όριο τον Απρίλιο του 2009 και την διεξαγωγή των λεγόμενων προεδρικών εκλογών στα κατεχόμενα. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας όμως επανέλαβε ότι δεν είχε πρόθεση να προβεί σε οποιεσδήποτε υποχωρήσεις και ότι η δ ι α δ ι κα σ ί α θ α δ ι ε ξα γ ό τ α ν χω ρ ί ς α σ φ υ κ τ ι κά χρονοδιαγράμματα ή επιδιαιτησία. Ο Πρόεδρος επανέλαβε ότι ήταν σημαντικό να διεξαχθεί η διαδικασία ενόσω στην εξουσία βρισκόταν ο φίλος και σύντροφός του Ταλάτ, με τον οποίο τους συνδέουν κοινές ιδεολογικές καταβολές. Η έναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων στις 3 Σεπτεμβρίου χαιρετίστηκε με ιδιαίτερη θέρμη από την διεθνή κοινότητα. Η συνάντηση της 3ης Σεπτεμβρίου είχε τελετουργικό χαρακτήρα. Κατά την εναρκτήρια δήλωσή του ο Χριστόφιας, με σκοπό να καθησυχάσει τις ανησυχίες των επικριτών, του δήλωσε ότι: 45


«Η αποδοχή της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας υπήρξε μια μεγάλη παραχώρηση και πρέπει να τύχει της δέουσας αναγνώρισης. Θέλω να είμαι σαφής από την αρχή αυτής της διαδικασίας. Με την παραχώρηση αυτή η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει εξαντλήσει τα όριά της και δεν μπορεί να προχωρήσει πέραν αυτών. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε η συνομοσπονδία, ούτε ένας νέος συνεταιρισμός δύο κρατών μέσω παρθενογένεσης. Η ομοσπονδιακή λύση θα είναι ένας συνεταιρισμός των δύο κοινοτήτων».

46


Ôï ãåíéêü ðëáßóéï ôùí äéáðñáãìáôåýóåùí

Τα αποκαλυπτήρια του «νέου» Ταλάτ Μετά την τελετουργική συνάντηση της 3ης Σεπτεμβρίου, οι Χριστόφιας και Ταλάτ συναντήθηκαν εντός του 2008 ακόμα δώδεκα φορές, κατά τις οποίες συζήτησαν ζητήματα διακυβέρνησης και κατανομής των εξουσιών, στις 11 και 18 Σεπτεμβρίου, 10, 13 και 22 Οκτωβρίου, 3, 11, 17 και 25 Νοεμβρίου και 2, 16 και 22 Δεκεμβρίου. Τα αποτελέσματα όμως από τις συναντήσεις υπήρξαν πενιχρά. Όπως ανέφεραν σε κοινή τους δήλωση οι δύο ηγέτες μετά την τελευταία συνάντηση για το 2008, στις 22 Δεκεμβρίου, η πρόοδος που επιτεύχθηκε ήταν ανεπαρκής. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Πρόεδρος Χριστόφιας πίστεψε πραγματικά στην επίτευξη ουσιαστικής προόδου που θα μπορούσε να οδηγήσει σε λύση στα πλαίσια της νέας διαδικασίας, ανεξαρτήτως αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με την επιδιωκόμενη από αυτόν μορφή λύσης. Στα πλαίσια της βούλησής του για λύση και της βεβαιότητάς του για το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αρνήθηκε επανειλημμένα να προβεί στον καθορισμό ενός «Σχεδίου Β» σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών, παρά τις συχνές ερωτήσεις των

47


δημοσιογράφων και τις παραινέσεις των συμπολιτευόμενων κομμάτων. Πέραν της επένδυσης στον Ταλάτ, η Κυβέρνηση προσπαθούσε να διαμορφώσει κατάλληλα τις κοινωνικές συνθήκες στις ελεύθερες περιοχές για την επίτευξη μιας ευρείας κοινωνικής συναίνεσης για τη διαδικασία και για την προετοιμασία του εδάφους για την αποδοχή μιας συμφωνημένης λύσης. Σε πολλές περιπτώσεις τέτοιου είδους πρωτοβουλίες οδηγούσαν σε έντονες διαφωνίες μεταξύ πολιτικών, αλλά και σε ρήξεις με φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Μια τέτοια πρωτοβουλία υπήρξε η συστηματική προβολή από κυβερνητικής πλευράς της αντιϊστορικής άποψης ότι οι ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση στο κυπριακό βαραίνουν εξίσου και τις δύο πλευρές, με συχνές αναφορές στην περίοδο 1963-64. Επίσης, ο Πρόεδρος Χριστόφιας επιχειρούσε συχνά να εντάξει το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 1974 και την τουρκική εισβολή στα πλαίσια ενός ζημιογόνου για την Κύπρο παρεμβατισμού των εγγυητριών δυνάμεων, χωρίς πολλές φορές να αποσαφηνίζει τις ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων. Παράλληλες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση καταβάλλονταν από το Υπουργείο Παιδείας, με την καθιέρωση της επαναπροσέγγισης ως στόχου της σχολικής χρονιάς. Εν τούτοις, οι προθέσεις του Προέδρου Χριστόφια δεν έπεισαν τον Τουρκοκύπριο συνομιλητή του, ο οποίος παρέμεινε πιστός στην εξυπηρέτηση των τουρκικών συμφερόντων. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν άργησαν να φανούν τα προβλήματα. Η ευελιξία και η βούληση για λύση του

48


Προέδρου συγκρούστηκε μετωπικά με την ακαμψία και την πρόθεση του Ταλάτ να μην ξεφύγει από τα όρια ανοχής της Τουρκίας και να επιτύχει την επίλυση του Κυπριακού στη βάση των δύο κρατών και της παρθενογένεσης. Ο Ταλάτ συνέχισε να συμπεριφέρεται αδιάλλακτα. Στις 13 Νοεμβρίου 2008 τουρκικά πολεμικά σκάφη παρενόχλησαν ερευνητικό σκάφος νορβηγικής εταιρείας που διενεργούσε εκ μέρους της κυπριακής κυβέρνησης, έρευνες για κοιτάσματα πετρελαίου στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κύπρου. Παρόμοιες προκλητικές ενέργειες εκ μέρους της Τουρκίας συνεχίστηκαν και στις 19, 21 και 24 Νοεμβρίου 2008 κατά ερευνητικών σκαφών τα οποία έκαναν ωκεανογραφικές έρευνες στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κύπρου για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κυπριακή Δημοκρατία κατήγγειλε τις ενέργειες αυτές στον ΟΗΕ. Ο Μπαν Γκι-Μουν απέφυγε όμως να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στις προκλητικές αυτές ενέργειες της Τουρκίας στην έκθεσή του για την Κύπρο. Κατά την ίδια περίοδο ο εκπρόσωπος του Ταλάτ, Χασάν Ερτζακιτζά είχε ζητήσει δημόσια από τον Πρόεδρο Χριστόφια να μην αποκαλεί τον Ταλάτ «σύντροφο», διότι αν και ο Ταλάτ εξακολουθούσε να πιστεύει στην ειρήνη, τη λύση, την κοινωνική δικαιοσύνη, την κοινωνική ανάπτυξη και τη δημόσια ευημερία, εντούτοις αυτός «έχει αναλάβει διαφορετικές ευθύνες τώρα». Στη συνάντηση Χριστόφια-Ταλάτ της 25ης Νοεμβρίου 2008, ο Ταλάτ επέκρινε την επίσκεψη Χριστόφια στη Ρωσία και την υπογραφή κοινής διακήρυξης με τον Πρόεδρο της

49


Ρωσικής Ομοσπονδίας Ντιμίτρι Μεντβιέντεφ. Συγκεκριμένα, τόνισε ότι οι Τουρκοκύπριοι διατηρούσαν τη θέση ότι η μελλοντική οντότητα που θα προέκυπτε μετά την λύση θα συνιστούσε ένα νέο συνεταιριστικό κράτος, ενώ από τις δηλώσεις των Ελληνοκυπρίων φαινόταν ότι θα ήταν αποτέλεσμα της μετεξέλιξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Ταλάτ αναφέρθηκε επίσης στο πρόσφατο περιστατικό στα ανοικτά της Κύπρου, στο οποίο ενεπλάκησαν δύο τουρκικά πολεμικά πλοία, λέγοντας ότι η ελληνοκυπριακή πρωτοβουλία αναζήτησης πετρελαίου στην Ανατολική Μεσόγειο ήταν επιβλαβής για την οικοδόμηση της απαιτούμενης εμπιστοσύνης για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Ολοκλήρωσε λέγοντας ότι τα μονομερή βήματα των Ελληνοκυπρίων δεν μπορούσαν να μεταβάλουν τις παραμέτρους της διευθέτησης. Απαντώντας ο Χριστόφιας ανέφερε ότι παρά την ανάμιξή του στις συνομιλίες διατηρούσε το δικαίωμα να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του υπό την ιδιότητά του ως αρχηγός του κράτους. Τόνισε ότι ο ΟΗΕ, όπως και η ΕΕ, αναγνώριζαν ένα μόνο κράτος, το οποίο ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Ταλάτ είπε ότι ήταν ανησυχητικό το γεγονός ότι οι Ελληνοκύπριοι συνέχιζαν να δηλώνουν ότι το κυπριακό θα λυνόταν με την επέκταση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο βορρά. Αντί αυτού, η γνώμη του ήταν ότι η διαίρεση θα παρέμενε όσο οι Ελληνοκύπριοι αρνούνταν την ύπαρξη δύο κοινοτήτων στο νησί. Δείχνοντας προσβεβλημένος, ο Χριστόφιας απάντησε ότι ενοχλήθηκε από την τόσο σοβαρή δήλωση που διάβασε ο Ταλάτ, η οποία «καταδείκνυε την

50


πραγματική πρόθεση της Τουρκίας». Εξήγησε περαιτέρω ότι, έστω και αν είχαν αποφασίσει να αρχίσουν συνομιλίες, αυτό δεν σήμαινε ότι είχαν απορρίψει την ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ένας νέος Ταλάτ λοιπόν προέβαλλε μέσα από τις συνομιλίες, ακόμη χειρότερος ακόμη και από αυτόν που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για το σχέδιο Ανάν, κατά την παραδοχή του Προέδρου Χριστόφια. Και με δεδομένο τον ενθουσιασμό με τον οποίο η ελληνοκυπριακή πλευρά αντιμετώπισε την έναρξη της διαδικασίας, αλλά και την «επίθεση φιλίας και συντροφικότητας» του Προέδρου προς το συνομιλητή του, η απογοήτευση για την εξέλιξη της διαδικασίας επήλθε φυσιολογικά. Στις 12 Ιανουαρίου 2009 ο Πρόεδρος Χριστόφιας δήλωσε απογοητευμένος, κατά την επίδοση των διαπιστευτηρίων του νέου Ύπατου Αρμοστή της Μάλτας, ότι δεν είχε να αναφέρει οποιαδήποτε πραγματική πρόοδο στις απευθείας διαπραγματεύσεις στο κυπριακό, παρά τις εντατικές προσπάθειες τεσσάρων μηνών. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας δήλωσε με απογοήτευση ότι η επιμονή της τουρκοκυπριακής πλευράς να εξασθενίσει τον ρόλο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και να δώσει στις συνιστώσες πολιτείες τις περισσότερες από τις λειτουργίες και εξουσίες, δημιουργεί υποψίες ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά αποσκοπεί σε μια οντότητα που προσεγγίζει περισσότερο την συνομοσπονδία. Η συζήτηση για την διακυβέρνηση και την κατανομή των εξουσιών συνεχίστηκε στις 5, 12 και 16 Ιανουαρίου, με τις δύο πλευρές να ετοιμάζουν έγγραφο συγκλίσεων και αποκλίσεων.

51


Ακολούθως οι συναντήσεις των δύο ηγετών επικεντρώθηκαν στο θέμα του περιουσιακού. Το θέμα συζητήθηκε σε πέντε συνεχείς συναντήσεις στις 28 Ιανουαρίου, 4, 12 και 25 Φεβρουαρίου και 5 Μαρτίου. Ακολούθως στις επόμενες τέσσερις συναντήσεις των δύο ηγετών, στις 11, 17 και 24 Μαρτίου και 10 Απριλίου, συζητήθηκαν τα ευρωπαϊκά θέματα, ενώ στις επόμενες επτά συναντήσεις, στις 21 Απριλίου, 5, 14, 21 και 28 Μαΐου, 3 και 11 Ιουνίου συζητήθηκε το κεφάλαιο της οικονομίας. Το κεφάλαιο του εδαφικού συζητήθηκε σε τρεις συνεδρίες στις 15 και 26 Ιουνίου και 2 Ιουλίου, ενώ στις 9 και 17 Ιουλίου συζητήθηκε το κεφάλαιο της ασφάλειας και εγγυήσεων. Στις 23 και 30 Ιουλίου συζητήθηκαν θέματα ασύλου, μετανάστευσης και αλλοδαπών. Ο πρώτος γύρος της διαπραγμάτευσης ολοκληρώθηκε στις 6 Αυγούστου 2009. Στις 5 Φεβρουαρίου, μιλώντας σε γεύμα που παρέθεσε το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων για ανταποκριτές ξένων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ο Πρόεδρος Χριστόφιας δήλωσε με εμφανή απογοήτευση ότι ο Ταλάτ έχει μετακινηθεί από τις θέσεις που εξέφραζε όταν ήταν ηγέτης κόμματος. Στις 22 Απριλίου 2009 ο Πρόεδρος Χριστόφιας, στην διάρκεια κοινής συνέντευξης τύπου με τον Έλληνα Πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή, εξέφρασε την άποψη ότι οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν σημειώσει την προσδοκώμενη πρόοδο. Λίγες ημέρες προηγουμένως στις 14 Απριλίου ο Χριστόφιας συναντήθηκε με τον Ντάουνερ στο Προεδρικό Μέγαρο. Η απογοήτευση του Χριστόφια για την πρόοδο της διαδικασίας ήταν εμφανής. Ο Χριστόφιας σημείωσε πως αν και είχε προβεί σε «γενναιόδωρες παραχωρήσεις», όπως η 52


αποδοχή της εκ περιτροπής προεδρίας και της παραμονής 50,000 εποίκων, εντούτοις δεν είχε λάβει τίποτα ως αντάλλαγμα. Επιπρόσθετα χαρακτηριζόταν από τον Ταλάτ ως σκληρός, ενώ ο ίδιος το μόνο που ζητούσε ήταν μια ελάχιστα λογική λύση ως Πρόεδρος του κράτους του. Ο Χριστόφιας σημείωσε πως οι θέσεις του Ταλάτ οδηγούσαν ουσιαστικά σε λύση δύο κρατών και παραπονέθηκε πως ο Ταλάτ υιοθετούσε τις θέσεις της Τουρκίας. Εξέφρασε επίσης παράπονα για τις συνεχείς επεμβάσεις των ξένων διπλωματών, οι οποίοι συνεχώς «επεμβαίνουν και μας κρίνουν σαν να ήταν γυναίκες που κουτσομπολεύουν». Επιπρόσθετα ο Χριστόφιας δήλωσε στον Ντάουνερ ότι αισθάνεται πίεση από τα ελληνοκυπριακά πολιτικά κόμματα. Το καλοκαίρι του 2009 κανένας πια δεν πίστευε ότι οι καλές σχέσεις μεταξύ των δύο ηγετών, δηλαδή το «δόγμα Χριστόφια», ήταν αρκετές για να μεταβληθεί η τουρκική αδιαλλαξία. Χαρακτηριστικό είναι πως στη συνάντηση της 26ης Ιουνίου 2009, ο Χριστόφιας δήλωσε αγανακτισμένος διότι με βάση τις αδιάλλακτες τουρκικές θέσεις, όπως παρουσιάζονται στις διαπραγματεύσεις, είναι περίεργο που δεν έχουν διεκδικήσει ακόμα και την ιδιοκτησία της Λάρνακας (η οποία βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές).

Η απόρρητη έκθεση Χάρλαντ Αξίζει να εστιάσουμε σε ένα έγγραφο το οποίο αποτυπώνει με ξεκάθαρο τρόπο την αδυναμία του «δόγματος Χριστόφια», ως προς τη δυνατότητα ουσιαστικής βελτίωσης των συνθηκών επίλυσης του κυπριακού αποκλειστικά λόγω

53


του «καλού κλίματος» και της προσωπικής φιλίας των δύο ηγετών: Τον Μάρτιο του 2009 οι Ντέιβιντ Χάρλαντ και Φλόριαν Βον Κένιγκ του Τομέα Ειρηνευτικών Επιχειρήσεων του ΟΗΕ (Department of Peacekeeping Operations/DPKO) πραγματοποίησαν ολιγοήμερη επίσκεψη στην Κύπρο, με στόχο να αξιολογήσουν τον ρόλο και τις μελλοντικές προοπτικές της UNFICYP, σε σχέση με τις υπό εξέλιξη συνομιλίες. Για τα αποτελέσματα της επίσκεψης συντάχθηκε μια τρισέλιδη αναφορά από τον Χάρλαντ στην οποία καταγράφονται οι εκτιμήσεις του για τους τρόπους αντίδρασης της UNFICYP τόσο σε περίπτωση κατάληξης, όσο και σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών. Πριν την ανάπτυξη των σκέψεών του σχετικά με τα διάφορα σενάρια αντίδρασης, ο Χάρλαντ προβαίνει σε μια σύντομη ανασκόπηση της παρούσας κατάστασης στο κυπριακό. Ξεκινά υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε ποτέ πιο κατάλληλη συγκυρία για την εξεύρεση λύσης. Στηρίζει αυτή του την εκτίμηση στην ταυτόχρονη παρουσία δύο ηγετών που είναι «υπέρ της λύσης», δηλαδή των Χριστόφια και Ταλάτ. Όπως αναφέρει, «και οι δυο φαίνεται να επιθυμούν να καταλήξουν σε μια διευθέτηση που θα έχει ως αποτέλεσμα ένα ενιαίο 'διζωνικό, δικοινοτικό, ομόσπονδο κράτος’». Στη συνέχεια όμως, απαριθμεί μια σειρά παραγόντων που στην ουσία ανατρέπουν την πιο πάνω εκτίμηση. Αφού αρχικά αναφέρει ότι το παράθυρο ευκαιρίας δεν θα είναι για πολύ ανοικτό λόγω της ισχυρής πιθανότητας να χάσει ο Ταλάτ στις λεγόμενες Προεδρικές εκλογές του Απριλίου του 2010, σημειώνει τα εξής:

54


1) Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι σε θέση να παίξει ένα υποβοηθητικό ρόλο διότι: α) δεν υπάρχει πλέον το κίνητρο της κυπριακής ένταξης από την στιγμή που η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη ενταχθεί στην ΕΕ χωρίς πρώτα να εξευρεθεί μια λύση και, β), ενώ το 2004, η ΕΕ ήταν ένθερμη υπέρ της διεύρυνσης και η Τουρκία είχε κίνητρο να συνεργαστεί για την εξεύρεση λύσης, τώρα που δεν υπάρχει βούληση για νέα διεύρυνση η Τουρκία έχει χάσει το κίνητρο. 2) Υπάρχει, «μια μάχη για την ψυχή της Τουρκίας». Ενώ κατά την άποψή του Χάρλαντ ο Ερντογάν επιθυμεί την εξεύρεση λύσης συμβατής με το πνεύμα των όσων συζητούνται, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον στρατό και το «βαθύ κράτος». Πιστεύεται, όπως αναφέρει, ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη βούληση, παρά τα όσα λέχθησαν στον κ. Ντάουνερ. Αν και ο Ερντογάν φαίνεται να εδραιώνει τη θέση του σε σχέση με τους αντιπάλους του, γεγονός το οποίο καταδεικνύεται από τις πρόσφατες συλλήψεις (προφανώς αναφέρεται στην υπόθεση Εργκένεγκον), εν τούτοις, «μια συμφωνημένη διευθέτηση στην Κύπρο θα εξόργιζε ξεκάθαρα ορισμένους πολύ επικίνδυνους ανθρώπους». 3) Δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσον η κυβέρνηση Ομπάμα θα βοηθήσει για την εξεύρεση λύσης. Αφ' ότου ανέλαβε την εξουσία κατέστησε σαφή την πρόθεσή της να επιδιώξει καλύτερες σχέσεις με την Άγκυρα. Αυτό κατά τον Χάρλαντ καταδεικνύεται από το γεγονός ότι ο κ. Ομπάμα είχε προγραμματίσει επίσκεψη στην Τουρκία,

55


όχι όμως και στην Ελλάδα. Υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται τη βοήθεια της Τουρκίας στο Ιράν, το Αφγανιστάν, το Ιράκ και τη Ρωσία. «Το κατά πόσον, σε αυτό το πλαίσιο, είναι διατεθειμένες να πιέσουν την Άγκυρα να προβεί σε υποχωρήσεις στην Κύπρο δεν είναι ξεκάθαρο». Συμπερασματικά, παρά την αρχική αισιοδοξία που εκφράζεται στην έκθεσή του ως αποτέλεσμα της συγκυρίας της ταυτόχρονης παρουσίας στην ηγεσία των δύο κοινοτήτων των Χριστόφια και Ταλάτ, ο Χάρλαντ καταλήγει διαφορετικά: «Μια διευθέτηση δε φαίνεται να είναι πολύ πιθανή, δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί, κυρίως αν φανούμε τυχεροί σε ό,τι αφορά στο τι συμβαίνει στο εσωτερικό της Τουρκίας».

Ο διεθνής παράγοντας: Το τέλος της «περιόδου χάριτος» Οι ξένοι εμπλεκόμενοι στο κυπριακό και, κυρίως, όσοι επιθυμούσαν την άμεση διευθέτηση του προβλήματος για λόγους που σχετίζονται με την απρόσκοπτη συνέχιση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, αντέδρασαν με ενθουσιασμό στην νέα προσπάθεια επίλυσης του κυπριακού. Η πρόθεση του Προέδρου Χριστόφια να προσδώσει καθαρά κυπριακό χαρακτήρα στη νέα πρωτοβουλία αντιμετωπίστηκε θετικά από τον διεθνή παράγοντα, με αποτέλεσμα να δωθεί μια «περίοδος χάριτος» προς τους δύο ηγέτες για να μπορέσουν να καταλήξουν. Μια συμφωνία χωρίς την παρέμβαση των ξένων θα ήταν πιο εύκολο να γίνει αποδεκτή και από τους Ελληνοκύπριους, οι οποίοι αντιμετώπισαν με δυσφορία τόσο

56


τις έξωθεν πιέσεις για αποδοχή του σχεδίου Ανάν την περίοδο 2002-2004, όσο και το αποτέλεσμα της επιδιαιτησίας του ΓΓ του ΟΗΕ. Εν τούτοις, η επιθυμητή πρόοδος, τουλάχιστον στο βαθμό που αναμενόταν, δεν ήλθε ποτέ. Πόσο μάλλον σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να αποφευχθεί ο κίνδυνος για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, νοουμένου ότι η τελευταία δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία. Όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι ήδη από την άνοιξη του 2009 είχε τερματιστεί η «περίοδος χάριτος» και πλέον είχε τροχιοδρομηθεί μια συντονισμένη προσπάθεια άσκησης πιέσεων. Μια σειρά επισκέψεων διαφόρων αξιωματούχων στην Κύπρο κατέστησε εμφανή την προσπάθεια των ξένων διαμεσολαβητών, τουλάχιστον όσων τάσσονται υπέρ της απρόσκοπτης συνέχισης τους ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, να πιέσουν για ουσιαστικές εξελίξεις μέχρι το Δεκέμβριο. Πρώτος έφτασε στο νησί ο Σουηδός Υπουργός Εξωτερικών Καρλ Μπιλντ, τον Απρίλιο του 2009, υπό την ιδιότητα του επικεφαλής της διπλωματίας του κράτους που θα αναλάμβανε σύντομα την προεδρία της ΕΕ. Στις επαφές του, αλλά και στις δημόσιες δηλώσεις του, ο Μπιλντ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο κόστος της μη λύσης. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο η σουηδική προεδρία θα επεδίωκε την εφαρμογή του πρόσθετου Πρωτοκόλλου της συμφωνίας της Άγκυρας και, επομένως, την διάνοιξη των αεροδρομίων και των λιμανιών της Τουρκίας για την Κυπριακή Δημοκρατία, ο Μπιλντ υπενθύμισε την πολυπλοκότητα του θέματος και ανέφερε ότι «δεν είναι στο χέρι του». 57


Δύο μήνες αργότερα επισκέφθηκε την Κύπρο ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γκίντερ Φερχόιγκεν. Ο Φερχόιγκεν προέβη σε μια σειρά δηλώσεων το περιεχόμενο των οποίων προκάλεσε αντιδράσεις στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Μια αναφορά που θα μπορούσε να ειδωθεί ως μονόπλευρη άσκηση πίεσης προς τους Ελληνοκύπριους η απάντησή του σε ερώτηση δημοσιογράφου για το κατά πόσον θα πρέπει η Τουρκία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι της Κύπρου: «Η κυβέρνηση της Τουρκίας το 2004 προσυπέγραψε το σχέδιο λύσης των Ηνωμένων Εθνών (…), όπως το είχε προσυπογράψει και η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων. Συνεπώς, δεν μπορούμε να ρίξουμε το φταίξιμο στην διαδικασία ένταξης και στις ενταξιακές συνομιλίες». Σε παρόμοιο πνεύμα, αν και με πιο κομψό τρόπο, κινήθηκαν και οι αναφορές του Προέδρου της Επιτροπής Ζοσέ Μανουέλ Μπαρόζο, ο οποίος επισκέφθηκε την Κύπρο δέκα περίπου μέρες μετά τον Φερχόιγκεν. Σε ομιλία του ενώπιον της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων, ο Μπαρόζο είπε μεταξύ άλλων ότι: «Το παρελθόν δεν μπορεί να ξεχαστεί και ούτε πρέπει, αλλά δεν πρέπει να σταθεί εμπόδιο στην πρόοδο. Μπορεί το παρελθόν να έχει ψήφο, αλλά δεν μπορεί να έχει βέτο». Η αναφορά αυτή ερμηνεύθηκε ως έμμεση παρότρυνση προς την κυπριακή Κυβέρνηση να αποφύγει την άσκηση του δικαιώματος του βέτο κατά την αξιολόγηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, σε περίπτωση που η τελευταία δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της έναντι της Κυπριακής

58


Δημοκρατίας. Πιο κυνικές ήταν οι δηλώσεις του Αμερικανού Βοηθού Υφυπουργού Εξωτερικών, Μάθιου Μπράιζα, κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο στα τέλη Ιουνίου. Συγκεκριμένα, σε ερώτηση δημοσιογράφου κατά πόσο υπήρχε από την πλευρά των ΗΠΑ πρόθεση άσκησης πίεσης επί της Τουρκίας με στόχο την αλλαγή της στάσης της στο κυπριακό, ο Μπράιζα απάντησε ως εξής: «Δεν θεωρώ ότι είναι πολύ εποικοδομητικό για τις ΗΠΑ να ασκήσουν πίεση επί οποιουδήποτε σε αυτό το σημείο. (…) Η Τουρκία θέλει να δει μια δίκαιη και διαρκή διευθέτηση στο κυπριακό (…) και παρέχει στον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ τον χώρο να διαπραγματευτεί με καλή πίστη». Ανησυχία στην Κυβέρνηση και στον πολιτικό κόσμο της Κύπρου προκάλεσε επίσης η αναφορά του Πρωθυπουργού της Ρωσίας κ. Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος κατά την συνάντησή του με τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας κ. Ερντογάν τον Αύγουστο ανέφερε ότι η χώρα του υποστηρίζει το σχέδιο Ανάν, ενώ έκανε -προφανώς εκ παραδρομής- αναφορά σε «δύο χώρες» στην Κύπρο. Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν αναστάτωση λόγω των πολύ στενών δεσμών που συνέδεαν την Κύπρο με την Ρωσική Ομοσπονδία επί των ημερών του κ. Πούτιν. Οι πιο πάνω δηλώσεις, σε συνδυασμό με αντίστοιχες των εκπροσώπων ξένων κρατών και διεθνών οργανισμών στην Κύπρο, διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο διεθνών πιέσεων για την επίτευξη συμφωνίας στο κυπριακό πριν από την τελική αξιολόγηση της Τουρκίας, αλλά και για αποσύνδεση του θέματος της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της Τουρκίας από την ενταξιακή της πορεία. Στις 13 Ιουλίου 2009 τα μέλη του

59


Συμβουλίου Ασφαλείας είχαν γεύμα για το κυπριακό στη Νέα Υόρκη. Κατά την συζήτηση, το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησε από τα μέλη να στείλουν ένα ισχυρό μήνυμα προς τους Κυπρίους, ότι θα πρέπει να υπάρξει σύντομη συμφωνία για συνολική λύση του κυπριακού προβλήματος. Η Γαλλία συμμερίστηκε τις ανησυχίες του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ η Ρωσία ζήτησε από το Ηνωμένο Βασίλειο να είναι πιο υπομονετικό, υπογραμμίζοντας ότι «δεν είναι όλα τα μέλη της διεθνούς κοινότητας το ίδιο ανυπόμονα όπως το Ηνωμένο Βασίλειο». Από την πλευρά του ο εκπρόσωπος της Τουρκίας χαρακτήρισε ως αρνητική εξέλιξη την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το ζεύγος Όραμς και ζήτησε από τον ΟΗΕ να λάβει ένα πιο ενεργό ρόλο στην διαδικασία. Καθίσταται σαφές ότι ο αρχικός ενθουσιασμός του διεθνούς παράγοντα για την πορεία του κυπριακού έδωσε τη θέση του στην αίσθηση του επείγοντος και στην ανησυχία. Η μεταστροφή αυτή καταδεικνύει ότι με την εκλογή Χριστόφια ο διεθνής παράγοντας ανέμενε άμεσα αποτελέσματα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, τα οποία δεν είδε να έρχονται. Είναι εμφανές ότι η ανησυχία για άμεση επίλυση του κυπριακού προβλήματος συνδέεται άμεσα με την επιθυμία να μην καταστεί το κυπριακό εμπόδιο στην απρόσκοπτη συνέχιση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας.

«Ένα στοιχείο θεάτρου θα είναι απαραίτητο» Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει απόρρητο σημείωμα που αφορά στην συνάντηση του Καρλ Μπιλντ με τον Ταγιέ Μπρουκ Ζεριχούν, Ειδικό Αντιπρόσωπο του Γενικού

60


Γραμματέα του ΟΗΕ στην Λευκωσία, η οποία έλαβε χώρα στις 24 Απριλίου 2009, πέντε ακριβώς χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2004. Αναφερόμενος στον απερχόμενο αντιπρόσωπο του ΟΗΕ Αλβάρο Ντε Σότο και στο τεράστιο απόθεμα γνώσης που υπήρχε από την προηγούμενη διαδικασία (δηλαδή το σχέδιο Ανάν), ο Μπιλντ ρώτησε τον Ζεριχούν κατά πόσο τα Ηνωμένα Έθνη είχαν πρόθεση να εισαγάγουν ιδέες και εμπειρίες στην όλη διαδικασία. Ο Ζεριχούν αποκρίθηκε ότι τα Ηνωμένα Έθνη δίνουν όντως ιδέες σε διμερές επίπεδο, αλλά θα ήταν απερίσκεπτα τολμηρό να γίνει κάτι τέτοιο σε επίπεδο ολομέλειας στην παρούσα φάση, εφόσον οι πλευρές ακόμα βολιδοσκοπούν η μια την άλλη. Ο Μπιλντ συμφώνησε και πρόσθεσε ότι τα περιθώρια ελιγμών δεν μπορούν να κινηθούν πολύ πέραν του σχεδίου Ανάν. Και πρόσθεσε «ένα στοιχείο θεάτρου θα είναι απαραίτητο» («an element of theatre will be inevitable»). Οι προθέσεις του Μπιλντ είναι προφανείς: αφενός να πιέσει διακριτικά τον Ζεριχούν να επισπεύσει την διαδικασία, βολιδοσκοπώντας τον ως προς το κατά πόσον έχει σκεφτεί την επιδιαιτησία για να καλυφθούν τα χάσματα που χωρίζουν τις θέσεις των δύο πλευρών στις διάφορες πτυχές. Αφετέρου να του υποδείξει ότι δεν πρέπει να αναμένεται σοβαρή απόκλιση από το σχέδιο Ανάν και ότι, προκειμένου να γίνει αυτό αποδεκτό από τους Ελληνοκύπριους, θα πρέπει να παιχτεί θέατρο. Από την πλευρά του ο Ζεριχούν, πολύ πιο ήπιος από τον Μπιλντ, δεν αποκλείει την παρέμβαση των Ηνωμένων Εθνών, η οποία γίνεται ήδη σε διμερές επίπεδο. Θεωρεί απλώς ότι πρέπει αυτή να γίνει στο κατάλληλο χρονικό σημείο.

61


Στην ίδια συνάντηση ο Μπιλντ προέβη στην ακόλουθη αναφορά, με την οποία καταδεικνύεται ότι ο απώτερος στόχος της πολιτικής του είναι η άρση των εμποδίων στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας: «Κανείς δεν σκέφτεται για σχέδιο Β', αλλά αν αποτύχει ή κωλυσιεργήσει χωρίς αποτέλεσμα (η προσπάθεια επίλυσης), κάτι το οποίο συνιστά στην πράξη αποτυχία, είτε έτσι είτε αλλιώς, θα υπάρξει αρνητική δυναμική στην ένταξη της Τουρκίας. Θα δημιουργηθεί ένταση, θα αρχίσουν αμοιβαία πλήγματα (tits for tats). Δεν ξέρω πώς θα το χειριστούμε αυτό». Ένα από τα πρόσωπα που αναζητούσε έντονα ο Ντάουνερ, ώστε να λαμβάνει συμβουλές, ήταν ο Βρετανός Λόρδος Ντέιβιντ Χάνεϋ, Ειδικός Αντιπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου για την Κύπρο από το 1996-2003, ο οποίος συχνά θεωρείται από τους Ελληνοκυπρίους ως ο αρχιτέκτονας του σχεδίου Ανάν και του οποίου οι απόψεις είναι δεδηλωμένα μεροληπτικές υπέρ της τουρκοκυπριακής πλευράς. Ο Ντάουνερ ξεκίνησε να αναζητεί τον Χάνεϋ κατά τα τέλη Μαρτίου 2009 και από τότε οι δύο άντρες έχουν τακτική επικοινωνία. Τον Μάιο του 2009 ο Χάνεϋ δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο «Cyprus: Path towards Reunification? Obstacles and Opportunities in 2009» (Κύπρος: Πορεία προς την Επανένωση; Εμπόδια και Ευκαιρίες εντός του 2009) και φυσικά το αποστέλλει στον Ντάουνερ. Ο επίλογος του άρθρου του Χάνεϋ είναι ο ακόλουθος: «Κάθε Κύπριος εμποτίζεται, μαζί με το μητρικό γάλα, την πεποίθηση ότι η μοίρα του θα καθοριστεί από κάποιον άλλο για

62


εκείνο. Αυτό δεν είναι αυστηρά ομιλούντες απολύτως αλήθεια, αν και υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτό. Ο Ντενκτάς και ο Παπαδόπουλος ήταν και οι δύο Κύπριοι και είχαν και οι ίδιοι μεγάλη επιρροή και ευθύνη για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων των τελευταίων ετών. Αλλά αυτό είναι εκείνο που πιστεύουν οι Κύπριοι και κανένας από μας δεν μπορεί να τους πείσει για το αντίθετο. Με το πλεονέκτημα του να βλέπω τα γεγονότα μετά που διαδραματίστηκαν, πιστεύω ότι όσοι από μας ερχόμασταν εκτός Κύπρου διαδραματίσαμε ιδιαίτερα δημόσιο ρόλο κατά την τελευταία μεγάλη προσπάθεια για επίτευξη λύσης. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στους Κυπρίους και ιδιαίτερα στους Ελληνοκύπριους, να φταίξουν τους ξένους για όσα δεν τους άρεσαν στο σχέδιο Ανάν, αν και οι συμβιβασμοί είχαν στην πραγματικότητα σχεδιαστεί από τους ίδιους τους ηγέτες τους. Είναι επομένως απαραίτητο όπως κατά την διαδικασία αυτή, οι Κύπριοι λάβουν την ιδιοκτησία όσων διαπραγματεύονται. Φυσικά θα πρέπει να υπάρχουν ξένοι μεσολαβητές που να διευκολύνουν τις διαπραγματεύσεις και να βοηθούν ώστε τα μέρη να κατευθύνονται προς την κατεύθυνση του συμβιβασμού. Αλλά αυτή η εξωτερική παρέμβαση θα πρέπει, πιστεύω, να γίνεται πιο διακριτικά σε σχέση με το παρελθόν και ο ΟΗΕ και οι αντιπρόσωποί του να έχουν τον κεντρικό ρόλο, υποστηριζόμενοι από τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας». Η διαφορά δηλαδή για τον Χάνεϋ, όπως και για τον Μπιλντ και για τον Ντάουνερ, σε σύγκριση με το σχέδιο Ανάν, είναι πως αυτή την φορά θα πρέπει ο διεθνής παράγοντας να είναι πιο επικοινωνιακός, να παίξει καλύτερο θέατρο, έτσι ώστε, αν και παρεμβαίνει, αν και η λύση θα συνιστά 63


ουσιαστικά επανάληψη του σχεδίου Ανάν, εντούτοις οι Ελληνοκύπριοι να μην το αντιλαμβάνονται. Ο λαός θα πρέπει αυτή την φορά να πιστεύει ότι η λύση γίνεται από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους, ώστε να αισθάνεται άνετα και να υπερψηφίσει το σχέδιο, ανεξάρτητα από τις διατάξεις που αυτό θα περιέχει. Το σχόλιο του Ντάουνερ προς την βοηθό του Σόνια Μπάχμαν, όταν διάβασε το άρθρο του Λόρδου Χάνεϋ; Το ακόλουθο: «Αυτό είναι αληθινά ένα εξαιρετικό άρθρο. Πες του ότι το θεωρώ πρώτης τάξης και εξαιρετικά ορθό (spot on)»

Μια λύση από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους; Η προσπάθεια για εξεύρεση κυπριακής λύσης για τους Κυπρίους είναι βέβαια ως φιλοδοξία ιδιαίτερα επαινετέα. Όντως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του σχεδίου Ανάν ήταν ότι αυτό υπήρξε προϊόν ξένης επιβολής και όχι προϊόν συντακτικής συνέλευσης του κυπριακού λαού. Εντούτοις, θα πρέπει να γίνουν ορισμένες επισημάνσεις. Εδώ και αρκετά χρόνια στις συνομιλίες για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος συμμετέχουν οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων της νήσου. Ο χαρακτηρισμός όμως του εκάστοτε Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας ως «ηγέτη της ελληνοκυπριακής κοινότητας» παρουσιάζει προβλήματα. Η σημερινή κυπριακή κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες κυπριακές κυβερνήσεις είναι μια de jure κυβέρνηση. Είναι δηλαδή μια νόμιμη κυβέρνηση, δημοκρατικά εκλεγμένη και διεθνώς αναγνωρισμένη ως η κυβέρνηση που αντιπροσωπεύει την Κυπριακή Δημοκρατία. Η

648


Κυπριακή Δημοκρατία θεωρείται ότι περιλαμβάνει και τους Τουρκοκυπρίους. Ως συνέπεια του γεγονότος αυτού ο εκάστοτε δημοκρατικά εκλεγμένος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αντιπροσωπεύει το κυπριακό κράτος, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τους Ελληνοκυπρίους, όσο και τους Τουρκοκυπρίους. Αυτό γίνεται δεκτό τόσο σε επίπεδο Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και Συμβουλίου Ασφαλείας, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι για το λόγο αυτό που οι Τουρκοκύπριοι δικαιούνται να λαμβάνουν διαβατήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και να απολαμβάνουν ωφελήματα ως Ευρωπαίοι πολίτες. Εκλεγμένος ηγέτης των Ελληνοκυπρίων ουδέποτε υπήρξε και πάντως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ταυτιστεί η ιδιότητα του ηγέτη των Ελληνοκυπρίων με την ιδιότητα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εξίσωση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας με τον ηγέτη ενός μη αναγνωρισμένου διεθνώς ψευδοκράτους, δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα. Αποτελεί στην ουσία μια έμμεση εξίσωση του ψευδοκράτους ως ισότιμης οντότητας με την Κυπριακή Δημοκρατία και πάντως επεκτείνει την έννοια της πολιτικής ισότητας σε διακρατικό επίπεδο, παρά σε διακοινοτικό. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η ρητή αναφορά σε ηγέτες των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων αποτελεί στην πραγματικότητα απλή παραπομπή στις δύο κοινότητες, όπως είχαν καθοριστεί με το Σύνταγμα του 1960. Το πρόβλημα όμως παραμένει. Ποιος εξέλεξε τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Ελληνοκύπριο ηγέτη; Καμιά τέτοια νομιμοποίηση δεν υπήρξε, αλλά ούτε και θα μπορούσε να

65


υπάρξει, εφόσον θα προϋπέθετε ουσιαστικά μια μετατροπή της Κυπριακής Δημοκρατίας σε «Δημοκρατία της Ελληνικής Κοινότητας Κύπρου». Μια παρόμοια κρατική οντότητα όμως είναι διεθνώς ανύπαρκτη, όπως έχει αναγνωριστεί από επανειλημμένα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και αντίθετα με τις τοποθετήσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς. Με δεδομένο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλέον ισότιμο μέλος της ΕΕ, θα πρέπει να διαχωριστούν οι διακρατικές πτυχές που άπτονται του κυπριακού προβλήματος και για τις οποίες αρμόδιος συνομιλητής είναι αποκλειστικά η Τουρκία, υποψήφιο προς ένταξη κράτος, από τα δικοινοτικά ζητήματα τα οποία μπορούν να τύχουν συζήτησης σε διακοινοτικό επίπεδο. Σε διαφορετική περίπτωση οι όροι της διαπραγμάτευσης νοθεύονται κατά τρόπο που να οδηγεί την διαδικασία σε αδιέξοδα προτού καν αυτή αρχίσει. Ο θεμιτός και ορθός στόχος για λύση από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους προϋποθέτει εν πολλοίς ότι ο Ταλάτ ενεργεί ανεξάρτητα ή και αυτόνομα από την τουρκική κυβέρνηση. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει αποδειχθεί ότι συμβαίνει. Είναι εμφανές ότι οποιαδήποτε συμφωνία ως προς τις διακρατικές πτυχές του κυπριακού προβλήματος (αποχώρηση τουρκικών στρατευμάτων, επιστροφή εκτοπισμένων, αποχώρηση εποίκων) θα πρέπει να γίνεται αποδεκτή και από την Τουρκία. Η αναγωγή του συνόλου του κυπριακού προβλήματος σε ενδοκυπριακή διαφορά, χωρίς αναφορά στο τμήμα που άπτεται του διεθνούς του χαρακτήρα, ουσιαστικά μετατρέπει την διαφορά σε διακοινοτική και στέλλει το μήνυμα στην διεθνή κοινότητα ότι το κυπριακό δεν είναι πρόβλημα

66


εισβολής και κατοχής, αλλά διακοινοτικό. Οπωσδήποτε το πιο πάνω πρόβλημα δεν είναι δημιουργία της κυβέρνησης Χριστόφια, εφόσον η εκτροπή της φύσης του κυπριακού προβλήματος σε διακοινοτική διαφορά είχε αρχίσει πολύ προτού ο νυν Πρόεδρος εκλεγεί. Η επιμονή όμως να παρουσιάζεται το πρόβλημα ως απλή διαφορά μεταξύ δύο κοινοτήτων, ενόσω η Τουρκία εξακολουθεί να κατέχει τμήμα της Κύπρου και να φέρει την ευθύνη για σωρεία παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κατοίκων της νήσου, αποστέλλει εσφαλμένα μηνύματα προς την διεθνή κοινότητα. Και όλα αυτά ενώ ο Ταλάτ εξακολουθεί να αναμένει την απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης, προτού καταθέσει οποιαδήποτε πρόταση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, επιβεβαιώνοντας το αυτονόητο: ότι δηλαδή δεν έχει αυτονομία στις κινήσεις του και ότι συχνά ενεργεί απλώς ως κομιστής των προτάσεων της Άγκυρας.

Η Τουρκία δεν είναι μέρος του προβλήματος Στη βάση της πιο πάνω λογικής η Τουρκία θεωρείται από την διεθνή κοινότητα ως «μέρος της λύσης, αλλά όχι του προβλήματος» και το πρόβλημα εισβολής και κατοχής μεταβάλλεται σε διαπραγμάτευση μεταξύ των ηγετών των δύο κοινοτήτων. Πώς θα ασκηθεί πίεση στην Τουρκία, αν αυτή (ως κατοχική δύναμη) δεν αποτελεί μέρος του προβλήματος; Στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει και από τα σχετικά έγγραφα, το σύνθημα της κυπριακής λύσης γίνεται αντιληπτό από την διεθνή κοινότητα ως επικοινωνιακή τακτική παρά ως ουσία.

67


Θεωρείται δηλαδή ως ένα επικοινωνιακό όπλο για να πειστεί ο κυπριακός λαός να υπερψηφίσει ένα νέο σχέδιο τύπου Ανάν, το οποίο όμως αυτή την φορά θα έχει «κυπριακή ιδιοκτησία» και δεν θα είναι προϊόν επιδιαιτησίας. Σε συνάντηση του Ταγιέ Ζεριχούν με τον Αυστραλό Υπουργό Εξωτερικών Στήβεν Σμιθ, κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο, στις 27 Οκτωβρίου 2008, ο Ειδικός Αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα χαρακτήρισε την Τουρκία ως ένα σημαντικό παίχτη, μια περιφερειακή δύναμη, γεγονός το οποίο δεν μπορούσε να αλλάξει. Είναι σημαντικό, σύμφωνα με τον κ. Ζεριχούν, να εμπλακεί η Τουρκία θετικά και εποικοδομητικά «ως μέρος της λύσης, κάτι με το οποίο θα αισθανόταν άνετα και όχι ως μέρος του προβλήματος». Μάλιστα ο Ειδικός Αντιπρόσωπος εξέφρασε διαφωνία με την άποψη ότι η Τουρκία εμποδίζει τους Τουρκοκύπριους στις συνομιλίες, «όπως ισχυρίζονται συχνά τα ελληνοκυπριακά ΜΜΕ». Σε συνάντηση εξάλλου του Βοηθού Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για πολιτικές υποθέσεις Λιν Πάσκο με τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στον ΟΗΕ Ιλκίν, στις 28 Ιανουαρίου 2009 στη Νέα Υόρκη, τονίστηκε προς τον Πάσκο ότι θα πρέπει να αποφεύγονται αναφορές στο κυπριακό πρόβλημα που ενοχλούν την Άγκυρα, όπως «ψευδοκράτος» ή «ομοσπονδιακές μονάδες». Ο Πάσκο υποσχέθηκε να μιλήσει με τον Ζεριχούν και να του ζητήσει να είναι προσεκτικός σε μελλοντικές αναφορές. Περαιτέρω, ο Πάσκο υποσχέθηκε να τηρεί ενήμερη την Άγκυρα για τις ενέργειες του Ντάουνερ. Στην συνάντηση του Ντάουνερ με την Επιτροπή Διεθνών

68


Σχέσεων του Αμερικανικού Κογκρέσου στις 14 Απριλίου 2009, ο Ντάουνερ δεν δίστασε από την πλευρά του, να ζητήσει αποτροπή ενδεχόμενης ψήφου του Κογκρέσου με την οποία να αναγνωρίζει ως γενοκτονία την σφαγή των Αρμενίων από τους Τούρκους το 1915. Ο Ντάουνερ δήλωσε προς τους Αμερικανούς Γερουσιαστές πως κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό από πολιτικής πλευράς. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πρακτικά της συνάντησης του Πάσκο με τον Αμερικανό Πρέσβη στην Κύπρο Frank Urbancic, στις 31 Ιουλίου 2009. Κατά την συνάντηση καθίσταται εμφανές πως τόσο ο Πάσκο, όσο και ο Urbancic θεωρούν πως η Τουρκία δεν είναι μέρος του προβλήματος και ότι η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να ασκήσει πιέσεις προς τους πραγματικούς «ταραχοποιούς», δηλαδή τους Ελληνοκυπρίους. Κατά την συζήτηση ο Πάσκο ανέφερε ότι η ΕΕ και οι άλλοι διεθνείς παίκτες, θα έπρεπε να ασκήσουν πιέσεις στους Ελληνοκυπρίους και να τους καταστήσουν σαφές ότι η διεθνής κοινότητα ανέμενε να βρεθεί λύση αυτή την φορά. Σημείωσε επίσης με απογοήτευση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ασκούσε αρκετές πιέσεις αυτή την φορά, ίσως λόγω της ισχυρής παρουσίας Ελληνοκυπρίων ψηφοφόρων στις βρετανικές εκλογές. Ο Urbancic ανέφερε ότι θα έθετε την ελληνοκυπριακή ομογένεια της Νέας Υόρκης μπροστά στο δίλημμα, κατά πόσο επιθυμούν μια ισορροπημένη λύση ή να προκαλούν ταραχές στη διεθνή κοινότητα. Και οι δύο συμφώνησαν ότι «η Τουρκία, την οποία συχνά οι Ελληνοκύπριοι κατηγορούν ως το κύριο εμπόδιο για την λύση, δεν ήταν στην πραγματικότητα το πρόβλημα αυτή την φορά». 69


Οπωσδήποτε οι πιο πάνω μονόπλευρες προσεγγίσεις επιχειρούν να απαλλάξουν την Τουρκία από τις ευθύνες της και να την μετατρέψουν από δημιουργό και συντηρητή του προβλήματος σε μέρος της λύσης, χωρίς αυτή να έχει προηγουμένως προβεί σε οποιεσδήποτε υποχωρήσεις. Με τον τρόπο αυτό οι Ελληνοκύπριοι ανάγονται σε ταραχοποιούς στον βαθμό που δεν αποδέχονται λύση αντίθετη με τις αρχές του ίδιου του ΟΗΕ και της ΕΕ και στο βαθμό που δεν συμμορφώνονται με τις υποδείξεις του διεθνούς παράγοντα. Το σύνθημα «λύση από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους» συνιστά για τον διεθνή παράγοντα, ένα εύηχο επικοινωνιακό τρικ για να πειστούν οι Ελληνοκύπριοι, ότι αυτή την φορά θα πρέπει να συμμορφωθούν προς τις υποδείξεις και να αποδεχθούν ένα σχέδιο λύσης τύπου Ανάν. Η έναρξη των διαπραγματεύσεων με την μορφή που αυτές διεξάγονται υπήρξε, ενόψει των πιο πάνω, μια σημαδεμένη τράπουλα, η οποία εξυπηρετούσε εξ αρχής συγκεκριμένες σκοπιμότητες και η οποία στρεφόταν εναντίον των συμφερόντων της ελληνοκυπριακής πλευράς, η οποία αδιαμαρτύρητα έπεσε (και πάλι) στην παγίδα.

Η επίκληση για ενότητα Η ολοκλήρωση του Α΄ Γύρου των απευθείας διαπραγματεύσεων στις 6 Αυγούστου 2009 μετά από ένα χρόνο και 40 συναντήσεις, δεν είχε να επιδείξει επιτυχίες για τον Πρόεδρο Χριστόφια. Η στρατηγική της αξιοποίησης των φιλικών σχέσεων με τον Ταλάτ, ώστε να πιεστεί η Τουρκία, δεν είχε αποδώσει καρπούς. Κατά τον Α΄ Γύρο των

70


διαπραγματεύσεων, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε προβεί σε σοβαρότατες μονομερείς υποχωρήσεις, έτσι ώστε να εξυπηρετήσει τον Ταλάτ, ο οποίος όμως παρέμεινε προσκολλημένος στην γνωστή τουρκική αδιαλλαξία. Ο Χριστόφιας είχε αποδεχθεί μονομερώς την εκ περιτροπής προεδρία, την παραμονή 50.000 εποίκων, την ορολογία «δύο συνιστώσες πολιτείες», στην λογική της επικράτησης καλού κλίματος στις συνομιλίες. Το «δόγμα Χριστόφια» όμως, σύμφωνα με το οποίο η επικράτηση καλού κλίματος στις συνομιλίες θα επέφερε ουσιαστικά αποτελέσματα, προφανώς δεν πέτυχε το στόχο του. Με την ίδια αποτυχία στέφθηκε η παρεμφερής κυπροκεντρική προσέγγιση του Προέδρου, απόρροια της οποίας ήταν το σύνθημα «λύση από τους Κύπριους για τους Κύπριους», όπως κατέδειξε η ενορχηστρωμένη άσκηση έξωθεν πιέσεων προς την ελληνοκυπριακή πλευρά. Το εσωτερικό μέτωπο βρισκόταν πλέον εν βρασμώ. Τα συμπολιτευόμενα κόμματα του ενδιάμεσου χώρου (ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ και Οικολόγοι), το Ευρωπαϊκό Κόμμα, καθώς και μεγάλη μερίδα του ΔΗΣΥ (εξαιρουμένης της ηγεσίας του κόμματος) ασκούσαν πλέον έντονη κριτική προς τις επιλογές του Προέδρου. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας αναφέρθηκε έντονα στην ανάγκη ενότητας και ζήτησε υπευθυνότητα ενόψει της κρισιμότητας των εξελίξεων στο κυπριακό. Στην πραγματικότητα όμως η επίκληση για ενότητα ήταν επίπλαστη. Αν και από την πρώτη ημέρα της εκλογής του ο Χριστόφιας είχε θέσει ως στόχο του την ενότητα και την συλλογική λειτουργία, εντούτοις στην πράξη είχε ενεργήσει με τρόπο που καθόλου δεν εξυπηρετούσε τον διακηρυγμένο αυτό 71


στόχο. Δεν υπήρξε ενότητα ούτε καν στα πλαίσια της συγκυβέρνησης, πολύ δε περισσότερο στα πλαίσια της κυπριακής κοινωνίας. Έχει ήδη αναφερθεί ότι στις ομάδες εργασίας και στις τεχνικές επιτροπές περιλήφθηκαν σχεδόν αποκλειστικά πρόσωπα που είχαν υποστηρίξει το «ναι» στο σχέδιο Ανάν. Αν και αρκετά από τα εν λόγω πρόσωπα είναι εξαιρετικοί τεχνοκράτες και επιστήμονες, εντούτοις είναι ακατανόητο γιατί δεν επιλέχθηκαν και πρόσωπα που είχαν υποστηρίξει το «όχι» στο σχέδιο, τα οποία στο τέλος της ημέρας εκπροσωπούσαν κατά το δημοψήφισμα το 76% του πληθυσμού. Παρομοίως, στη διαπραγματευτική ομάδα, παρά τις έντονες εκκλήσεις του ΔΗΚΟ, δεν συμπεριλήφθηκαν οποιοιδήποτε από τους συνεργάτες του προηγούμενου Προέδρου ή και πρόσωπα που τύγχαναν της εμπιστοσύνης του ενδιάμεσου χώρου. Ο κυριότερος σύμβουλος του Προέδρου κατά τις διαπραγματεύσεις ήταν ο Τουμάζος Τσελεπής, ο οποίος είχε στο παρελθόν εκφράσει την άποψη ότι δεν είναι δυνατόν να έλθει ένα σχέδιο ουσιωδώς καλύτερο από το σχέδιο Ανάν και ο οποίος κατά την περίοδο του δημοψηφίσματος του 2004 ήταν υ π ο σ τ η ρ ι κ τ ή ς τ ο υ σ χ ε δ ί ο υ Αν ά ν . Ο Τσ ε λ ε π ή ς συμπεριλαμβανόταν στην διαπραγματευτική ομάδα και του προηγούμενου Προέδρου, ως εκπρόσωπος του ΑΚΕΛ. Το ΔΗΚΟ, όπως και η ΕΔΕΚ, εξέφρασαν επανειλημμένα ε π ι φ υ λ ά ξ ε ι ς γ ι α τ η ν σ υ μ μ ε τ ο χ ή Τσ ε λ ε π ή σ τ η διαπραγματευτική ομάδα. Εντούτοις είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει κάθε δικαίωμα να επιλέγει ο ίδιος τους συμβούλους που επιθυμεί. Με δεδομένο όμως τον 72


δεδηλωμένο στόχο για ενότητα, δεν θα έπρεπε να υπάρχει στη διαπραγματευτική ομάδα και πρόσωπο που να τυγχάνει της εκτίμησης των άλλων κομμάτων της συγκυβέρνησης; Στην πράξη η επίκληση της ενότητας συνιστούσε αίτημα για μη ύπαρξη αντιπολίτευσης και κριτικού λόγου κατά των επιλογών του Προέδρου. Εν τη ρύμη του λόγου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποκάλυψε το πραγματικό νόημα της επίκλησης ενότητας σε μια εκδήλωση στην Αστυπάλαια τον Αύγουστο του 2009, κατά την οποία ανέφερε ότι: «τον τελευταίο καιρό παρουσιάζονται φαινόμενα ανησυχητικά και αντιπολιτευτικές εξάρσεις, οι οποίες είναι αχρείαστες». Είναι αχρείαστη λοιπόν η αντιπολίτευση και μάλιστα σε ένα κρίσιμο ζήτημα όπως το κυπριακό πρόβλημα; Η ισχυρή καχυποψία απέναντι στα κίνητρα και την αξιοπιστία της τουρκοκυπριακής πλευράς από πλευράς των Ελληνοκυπρίων και κατά συνέπεια η μειωμένη στήριξη της διαδικασίας ταχύρυθμων διαπραγματεύσεων ή υποχωρητικών ελιγμών, κατέστησε την επίκληση για ενότητα ως μέθοδο περιορισμού της κριτικής απέναντι στους κυβερνητικούς χειρισμούς και ως μέσο περιθωριοποίησης της αντίθετης άποψης. Η απουσία ενότητας χρησιμοποιείται επομένως ως άλλοθι που να δικαιολογεί την λήψη μονομερών αποφάσεων για υποχωρήσεις ώστε να προχωρήσει ομαλά η διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Δεν είναι άσχετη μέσα στα πλαίσια αυτά η συντονισμένη προσπάθεια δολοφονίας χαρακτήρων και η απόπειρα για χαρακτηρισμό ως απορριπτικών ή ως εθνικιστών ή ως ανθρώπων που δεν θέλουν την λύση, όσων επικρίνουν επιμέρους χειρισμούς του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ως

73


υπονομευτές του Προέδρου είχαν κατά καιρούς χαρακτηριστεί όχι μόνο εκπρόσωποι των αντιπολιτευόμενων κομμάτων, όπως ο Αν. Πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου ή ο Αν. Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κόμματος Νίκος Κουτσού, αλλά και εκπρόσωποι των συγκυβερνώντων κομμάτων, όπως ο Αν. Πρόεδρος του ΔΗΚΟ Γιώργος Κολοκασίδης ή ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ Γιαννάκης Ομήρου. Κομματικές εφημερίδες μάλιστα αναφέρονταν, χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία, σε συνωμοτικά συντονιστικά όργανα που επιδιώκουν την ανατροπή του Προέδρου, με πυλώνες τόσο στην Λευκωσία, όσο και στην Αθήνα. Ακόμα και ο ιστορικός Πρόεδρος της ΕΔΕΚ Βάσος Λυσσαρίδης, γνωστός για τους αντιστασιακούς αγώνες του κατά της ελληνικής Χούντας, του ιμπεριαλισμού και της κατοχής, χαρακτηρίστηκε ως «άνθρωπος των λόγων και όχι των έργων». Ο Βάσος Λυσσαρίδης, ο οποίος τύγχανε προσωπικός φίλος του συνόλου σχεδόν των ηγετών των αντιαποικιακών αγώνων της Αφρικής και τυγχάνει σεβασμού στο παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα, χαρακτηρίστηκε ως εθνικιστής και άνθρωπος που δεν θέλει την λύση. Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός της σύλληψης αντιφρονούντων (έστω και αν χαρακτηρίζονταν ως ακραίοι) διότι μοίραζαν φυλλάδια κατά της πολιτικής Χριστόφια στο συλλαλητήριο της 1ης Οκτωβρίου 2009 ή διότι φώναζαν υβριστικά συνθήματα κατά του Προέδρου στο συλλαλητήριο της 20ης Ιουλίου 2009. Καθίσταται επομένως σαφές ότι η επίκληση για ενότητα συνιστά είδος πολιτικής υποκρισίας, όταν στην πράξη συνιστά απόπειρα ακύρωσης της δημοκρατικής διαδικασίας, δηλαδή

74


της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων ή καταπίεση της αντίθετης άποψης μέσα από αντιδημοκρατικές μεθόδους. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν και το ίδιο το Εθνικό Συμβούλιο απλώς ενημερώνεται για τις ενέργειες του Προέδρου, αντί να συμβάλλει στην διαμόρφωσή τους.

Ο ρόλος του Νίκου Αναστασιάδη Ο ρόλος του ηγέτη του Δημοκρατικού Συναγερμού Νίκου Αναστασιάδη παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Σε συνάντησή του με τον Ντάουνερ στις 16 Ιανουαρίου 2009, ο Αναστασιάδης εξέφρασε ουσιαστικά την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν είχε αποδεχθεί το σχέδιο Ανάν ως την βάση των διαπραγματεύσεων. Ανέφερε συγκεκριμένα ο Αναστασιάδης: «Αν είχε επιτευχθεί συμφωνία ως προς την χρησιμοποίηση του σχεδίου Ανάν ως βάσης για την παρούσα διαδικασία διαπραγματεύσεων, η διαδικασία θα προχωρούσε πιο γρήγορα. Εντούτοις, εφόσον η μια πλευρά ξεκινά με τις συμφωνίες του 1977, ενώ η άλλη παραπέμπει στις Ιδέες Γκάλι, και οι δύο πλευρές έχουν επιστρέψει σε μια γυμνή από σάρκα αρχή, γεγονός που υποχρεωτικά οδηγεί σε μια μακρά διαδικασία». Η επιθυμία Αναστασιάδη για επιστροφή στο σχέδιο Ανάν και για ταχεία ολοκλήρωση της διαδικασίας, δεν είναι άσχετη και με την κριτική που άσκησε τον Δεκέμβριο του 2009 προς τον Πρόεδρο Χριστόφια, θεωρώντας πως η διαδικασία των διαπραγματεύσεων είχε καθυστερήσει αδικαιολόγητα. Θέση του Αναστασιάδη υπήρξε εξ αρχής ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα έπρεπε να είναι ικανοποιημένη με ορισμένες

75


συμβολικής σημασίας τροποποιήσεις στο σχέδιο Ανάν. Χαρακτηριστική είναι η εκτίμηση Αναστασιάδη ως προς την στάση της ελληνοκυπριακής πλευράς στο ζήτημα των εγγυήσεων: «Θα πρέπει να υπάρχει ευελιξία στο ζήτημα των εγγυήσεων και της ασφάλειας. Θα υπάρξει περαιτέρω συμβιβασμός στον τομέα αυτό. Η ρύθμιση των επεμβατικών δικαιωμάτων θα πρέπει να τύχει επεξεργασίας, αλλά ο Χριστόφιας θα αποδειχθεί ευέλικτος στα θέματα ασφάλειας στο τέλος». Στις 16 Ιουλίου 2009 ο Ντάουνερ συναντήθηκε με τον Αναστασιάδη, μετά τις ευρωεκλογές της 6 Ιουνίου 2009. Ο Αναστασιάδης εξέφρασε την άποψη ότι οι ευρωεκλογές έστειλαν ένα ισχυρό μήνυμα στους «απορριπτικούς» όπως τους χαρακτήρισε. Σημείωσε ότι οι απορριπτικοί εξακολουθούν να αναφέρονται σε ζητήματα όπως η επιδιαιτησία του ΟΗΕ χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η ευθύνη για την επιδιαιτησία βαραίνει σε μεγάλο βαθμό την ελληνοκυπριακή πλευρά η οποία αποδέχθηκε την πρόταση του ΟΗΕ για επιδιαιτησία. Και πάλι οι θέσεις Αναστασιάδη, όπως τις εξέφρασε στον Ντάουνερ, ως προς τις διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε αντίθεση με τις θεωρητικά ομόφωνες θέσεις του κυπριακού Εθνικού Συμβουλίου (με τις οποίες και ο ίδιος είχε επανειλημμένα συμφωνήσει) και τις επίσημες θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς. Ο Αναστασιάδης σχολίασε: «Ο Χριστόφιας χρειάζεται αποτελέσματα στο περιουσιακό, το δικαίωμα επιστροφής και την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, αλλά οι θέσεις που προωθεί δημόσια και ιδιαίτερα οι σκληρές τοποθετήσεις του επί θεμάτων που δεν

76


μπορεί να ικανοποιήσει, δεν βοηθούν τον σκοπό του. Εξάλλου, η θέση ότι πρέπει να διατηρηθεί η συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ την ίδια στιγμή επιδιώκεται ο τερματισμός της Συνθήκης Εγγυήσεως, ενέχει κάποιες αντιφάσεις». Και πάλι δηλαδή ο Αναστασιάδης εξέφρασε την άποψη ότι ο Χριστόφιας, ο οποίος είχε προβεί σε γενναιόδωρες παραχωρήσεις προς τον Ταλάτ και ο οποίος είχε σημαντικά υποχωρήσει από τις αρχικές του θέσεις χωρίς να λάβει ανταλλάγματα, έχει «σκληρές τοποθετήσεις». Ο Αναστασιάδης έφθασε μάλιστα στο σημείο να θεωρεί ότι η θέση των Ελληνοκυπρίων ότι θα έπρεπε να υπάρξει συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, βρισκόταν σε αντίφαση με την θέση για κατάργηση των εγγυητικών δικαιωμάτων ξένων δυνάμεων, παρά το γεγονός ότι είναι εμφανές πως κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί και βρίσκεται και σε αντίθεση με τις δεδηλωμένες θέσεις του Δημοκρατικού Συναγερμού. Είναι εμφανές ότι ο Αναστασιάδης εξακολουθεί να έχει ένα και μόνο στόχο: άμεση επαναφορά του σχεδίου Ανάν ως έχει. Με σκοπό να εκπληρώσει τον στόχο αυτό δεν διστάζει ακόμα και να υπονομεύσει την διαπραγματευτική θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς, αναφέροντας ότι ο Πρόεδρος Χριστόφιας είναι διατεθειμένος να προβεί σε υποχωρήσεις, στις οποίες ο ίδιος ο Χριστόφιας έχει δημόσια δεσμευτεί ότι δεν προτίθεται να προβεί. Σε μια άλλη συνάντησή του με τον Ντάουνερ στις 13 Απριλίου 2009 ο Αναστασιάδης επισήμανε στον Ντάουνερ, πως αν και δεν θα πρέπει να υπάρξει επιδιαιτησία, εντούτοις ο ΟΗΕ θα πρέπει να δίνει στα μέρη εναλλακτικές επιλογές ως

77


«τροφή για σκέψη». Ο Αναστασιάδης εξέφρασε εξάλλου την άποψη πως αν δεν βρεθεί άμεσα λύση αυτό θα είναι καταστροφικό, σημειώνοντας ότι αν ο βορράς προσαρτηθεί από την Τουρκία, τότε οι Τουρκοκύπριοι θα ταξιδέψουν προς το νότο και θα επαναληφθούν τα προβλήματα του 1960 σε ένα κράτος που θα έχει πλέον γεωγραφική επιρροή μόνο των 2/3 του κράτους στο οποίο τα αρχικά προβλήματα είχαν δημιουργηθεί. Ο Αναστασιάδης υπέδειξε ότι οι Τουρκοκύπριοι θα διεκδικήσουν τις περιουσίες τους και πολιτικά δικαιώματα και ότι η Τουρκία πιθανώς να επέμβει εκ νέου στην Κύπρο ως εγγυήτρια δύναμη. Σε έμμεση παραίνεση του Ντάουνερ, ο οποίος ανέφερε ότι είχε πρόσφατα επισκεφθεί την Λεμεσό, δηλαδή την εκλογική περιφέρεια του Αναστασιάδη, ο Αναστασιάδης παρατήρησε ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να κάνει την Λεμεσό να ενδιαφερθεί.

Η αγωνία του Ταλάτ Ο Ταλάτ σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, επειγόταν να δείξει χειροπιαστά αποτελέσματα στις διαπραγματεύσεις, χωρίς όμως να υποχωρήσει κατά τρόπο που να δώσει ερείσματα στην αντιπολίτευση να τον κατηγορήσει. Οι λεγόμενες Προεδρικές Εκλογές του Απριλίου του 2010, στις οποίες ο σκληροπυρηνικός Έρογλου είχε σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις σαφές προβάδισμα έναντι του Ταλάτ, συνιστούσαν ένα από τα βασικά κίνητρα του Προέδρου Χριστόφια στο να προβαίνει σε διαρκείς υποχωρήσεις χωρίς να λαμβάνει ανταλλάγματα από την τουρκοκυπριακή πλευρά. Στις «κοινοβουλευτικές εκλογές» της 19ης Απριλίου 2009 ο

78


Ταλάτ υπέστη συντριπτική ήττα. Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας του Έρογλου απέσπασε ποσοστό 44% έναντι μόλις 29% του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του Ταλάτ. Στις 15 Μαΐου 2009 ο Ντάουνερ συναντήθηκε με τον Ταλάτ. Ο Ταλάτ δήλωσε απογοητευμένος πως αν η διαδικασία συνεχίσει με τον τρόπο αυτό, θα ήταν πολύ δύσκολο για εκείνον να κερδίσει τις «προεδρικές εκλογές» του Απριλίου του 2010. Επιπρόσθετα ο Ταλάτ δήλωσε ανήσυχος για την απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Όραμς και παρατήρησε πως αν αυτή επιβεβαιωνόταν από το αγγλικό Εφετείο, τότε δεν μπορούσε πραγματικά να προβλέψει τις συνέπειες. Και ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας στον ΟΗΕ Ιλκίν, είχε εξάλλου αναφέρει στον Βοηθό Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ για πολιτικές υποθέσεις Λιν Πάσκο, σε συνάντησή τους στις 28 Ιανουαρίου 2009 στη Νέα Υόρκη, ότι «Ο Ταλάτ απλά θέλει κάτι χειροπιαστό πριν αντιμετωπίσει το εκλογικό σώμα τον επόμενο χρόνο». Σε συνάντηση του Ντάουνερ με τον πρώην Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη στις 15 Ιουλίου 2009, 35η επέτειο του πραξικοπήματος του 1974, ο Ντάουνερ ανέφερε στον Κληρίδη ότι ο Ταλάτ αντιμετωπίζει μια δύσκολη εποχή και ότι θα χρειαζόταν μια καλή εξέλιξη των γεγονότων, περιλαμβανομένης και συμφωνίας, ώστε να μπορέσει να διεκδικήσει τις εκλογές του 2010. Σε εσωτερικό εξάλλου σημείωμα της Σόνια Μπάχμαν ημερομηνίας 2 Αυγούστου 2009 προς τον Ντάουνερ, η κατάσταση αξιολογείται ως ακολούθως: «Η ατμόσφαιρα στον βορρά χειροτερεύει και ο Ταλάτ 79


γίνεται ολοένα και πιο αδύναμος (ένας από τους στενούς συμβούλους του Ταλάτ φαίνεται να είπε πως ο Ταλάτ δεν θα μπορούσε να επανεκλεγεί, εκτός και αν παρήγαγε κάτι χειροπιαστό στις διαπραγματεύσεις) και πιο απαθής, δεν φαίνεται να έχει πια τόσο μαχητικό πνεύμα. Χρειάζεται απαραίτητα να δείξει κάτι πριν το τέλος του χρόνου». Σε συνάντησή του με τον Ταλάτ στις 3 Αυγούστου, ο Ντάουνερ του υπέδειξε πως μια συμφωνία σε ορισμένα έστω ζητήματα, ήταν ο καλύτερος τρόπος για να κερδίσει τις εκλογές. Ο Ντάουνερ υποστήριξε επίσης ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να προχωρήσουν ουσιαστικά οι διαπραγματεύσεις, θα ήταν μέσα από την διαδικασία του «πάρε-δώσε». Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Λίγο νωρίτερα σε συνάντηση με τον Αναπληρωτή Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας Vladimir Titov, στις 15 Ιουνίου 2009, ο Ντάουνερ επανέλαβε ότι ο Ταλάτ θα πρέπει να έχει κάτι χειροπιαστό για να παρουσιάσει στις εκλογές του Απριλίου.

Ο Δεύτερος Γύρος των συνομιλιών ξεκινά Ο Δεύτερος Γύρος των απευθείας συνομιλιών θα άρχιζε κανονικά στις 3 Σεπτεμβρίου 2009, ένα ακριβώς χρόνο μετά την έναρξη της διαδικασίας. Η συνάντηση όμως αναβλήθηκε, με πρωτοβουλία της ελληνοκυπριακής πλευράς, λόγω της στάσης των κατοχικών αρχών που είχε ως συνέπεια την ματαίωση του προσκυνήματος Ελληνοκυπρίων πιστών στην εκκλησία του Αγίου Μάμα στην Μόρφου. Ο συμβολισμός ήταν οπωσδήποτε αποκαρδιωτικός. Ο Ταλάτ παρέμενε αδιάλλακτος όσο ποτέ, ακόμα και σε θρησκευτικά θέματα

80


καθημερινότητας. Οι συνομιλίες συνεχίστηκαν τελικά στις 10 Σεπτεμβρίου 2009, με συζήτηση των θεμάτων διακυβέρνησης και κατανομής των εξουσιών. Στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, μετά από τετραήμερη συνεδρία, το κυπριακό Εθνικό Συμβούλιο έλαβε ομόφωνα απόφαση σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων στο κυπριακό πρόβλημα, επιβεβαιώνοντας τις αρχές επί των οποίων θα έπρεπε να στηρίζεται η επιδιωκόμενη λύση. Συγκεκριμένα η απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2009 προβλέπει ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά: «Επαναβεβαιώνει την εμμονή της σε εξεύρεση μιας ειρηνικής λύσης στη βάση των περί Κύπρου ψηφισμάτων του ΟΗΕ και των Συμφωνιών Υψηλού επιπέδου του 1977 και 1979 για διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, με πολιτική ισότητα όπως αυτή καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Η πιο πάνω λύση πρέπει να επιτυγχάνει την ενότητα του χώρου, του λαού, των θεσμών και της οικονομίας. - Η λύση πρέπει να συνάδει με το διεθνές δίκαιο, τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, το κοινοτικό δίκαιο, καθώς και με τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. - Η ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει μία και μόνη κυριαρχία, διεθνή προσωπικότητα και ιθαγένεια και να είναι μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. - Η λύση πρέπει να προνοεί την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων. Τελικός στόχος παραμένει η αποστρατιωτικοποίηση της Κύπρου με την απομάκρυνση και των βρετανικών βάσεων. 81


- Πριν από τη λύση να διενεργηθεί απογραφή πληθυσμού από αξιόπιστο διεθνή οργανισμό. Το Εθνικό Συμβούλιο στηρίζει τη θέση και τις προσπάθειες που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καταβάλλει στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, για την επείγουσα ανάγκη απογραφής πληθυσμού, ιδιοκτησίας και χρήσης γης. Επίσης, στηρίζει τις προσπάθειες του Προέδρου να επιδιωχθεί μορατόριουμ στην εκμετάλλευση προσφυγικών περιουσιών και στην απόδοση της λεγόμενης ιθαγένειας του ψευδοκράτους. - Η αποκατάσταση της κυριαρχίας, ανεξαρτησίας, εδαφικής ακεραιότητας και ενότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν νοούνται εγγυητές και εγγυήσεις. - Η αποκατάσταση των βασικών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων, περιλαμβανομένου του δικαιώματος των προσφύγων για επιστροφή στα σπίτια και τις περιουσίες τους, είναι επίσης απαραίτητη προϋπόθεση για τη λύση. Η παράνομη δόμηση σε ελληνοκυπριακές περιουσίες υπονομεύει την εφαρμογή της πιο πάνω αρχής και δημιουργεί νέα τετελεσμένα, που αποσκοπούν στην απόκτηση πολιτικών πλεονεκτημάτων στο πλαίσιο της συζήτησης για συνολική διευθέτηση. Πρέπει να διατρανωθεί ο σεβασμός και η αποκατάσταση στις τέσσερις ελευθερίες. Αποκλεισμός των μόνιμων παρεκκλίσεων από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. - Η λύση πρέπει να είναι προϊόν συμφωνίας μεταξύ των δύο ηγετών και όχι αποτέλεσμα επιβολής εκ των έξω. Μόνο μια τέτοια συμφωνία μπορεί να παραπεμφθεί σε δημοψήφισμα.

82


Αποκλείεται η όποια μορφή επιδιαιτησίας καθώς και η επιβολή χρονοδιαγραμμάτων. - Απορρίπτεται και αποκλείεται η όποια μορφή λύσης που οδηγεί στη νομιμοποίηση του στάτους κβο ή στη λύση δύο χωριστών κρατών». Στην πραγματικότητα η απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου, πέραν από γενικόλογες διακηρύξεις δεν προσέθεσε οτιδήποτε στις δεσμεύσεις που ήδη είχε αναλάβει ο Πρόεδρος Χριστόφιας με την εκλογή του, σύμφωνα με το προεκλογικό του πρόγραμμα. Πώς όμως συμβιβαζόταν η απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου ότι η λύση πρέπει να προβλέπει την αποχώρηση των εποίκων, με την ήδη εκφρασθείσα και μηδέποτε ανακληθείσα «γενναιόδωρη προσφορά» του Προέδρου για αποδοχή παραμονής 50.000 εποίκων; Ήταν εμφανές ότι υπήρχαν διαφορετικές ερμηνείες ως προς την ουσία της απόφασης του Εθνικού Συμβουλίου και των γενικών αρχών που καθορίστηκαν από αυτό. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θεωρούσε ότι όλες του οι ενέργειες κατά τις διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε συμφωνία με τις αρχές που είχε ομόφωνα θεσπίσει το Εθνικό Συμβούλιο, ενώ τα κόμματα της συγκυβέρνησης θεώρησαν ότι η απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου βρισκόταν σε συμφωνία με την κριτική που είχαν ασκήσει στις επιλογές του Προέδρου. Στην πράξη η απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου αποτελούσε μια πράξη εκτόνωσης των πολιτικών πιέσεων κατά του Προέδρου Χριστόφια και ικανοποίησης όλων των εμπλεκομένων μερών. Σύντομα όμως η αναθεωρημένη πρόταση του Προέδρου προς την τουρκοκυπριακή πλευρά για το θέμα της εκλογής με

83


σταθμισμένη ψήφο, δυναμίτισε εκ νέου το εσωτερικό μέτωπο. Ο Δεύτερος Γύρος των απευθείας διαπραγματεύσεων συνεχίστηκε με συναντήσεις για το κεφάλαιο της διακυβέρνησης στις 17 Σεπτεμβρίου, 7, 8, 14 και 15, 21, 22 και 27 Οκτωβρίου. Ακολούθησαν έξι συναντήσεις για το περιουσιακό στις 2, 6, 13 και 17 Νοεμβρίου 2009, στις 20 Νοεμβρίου συζητήθηκαν οργανωτικά θέματα των συνομιλιών, στις 24 Νοεμβρίου και 3 Δεκεμβρίου θέματα αλλοδαπών, υπηκοότητας, μετανάστευσης και ασύλου, στις 9 Δεκεμβρίου θέματα οικονομίας. Ακολούθησαν δύο ακόμα συναντήσεις στις 14 και 21 Δεκεμβρίου χωρίς συγκεκριμένη ημερήσια διάταξη. Με βάση την συμφωνία μεταξύ των δύο ηγετών, επακολούθησαν εντατικές συνομιλίες με ολοήμερες τριήμερες συναντήσεις στις 11, 12 και 13 Ιανουαρίου, καθώς και στις 25, 26 και 27 Ιανουαρίου. Αρχικά προγραμματιζόταν όπως αυτές πραγματοποιηθούν στις οικίες των δύο ηγετών, δηλαδή στην κατοικία Χριστόφια στο Κελλάκι και στην κατοικία Ταλάτ στην κατεχόμενη Κερύνεια. Οι έντονες αντιδράσεις των συμπολιτευόμενων κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου όμως, υποχρέωσαν τον Πρόεδρο Χριστόφια να μεταβάλει το αρχικό σχέδιο και αποφασίστηκε ότι οι συνομιλίες θα συνεχίζονταν σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο του αεροδρομίου Λευκωσίας.

84


Ï ñüëïò ôçò ÏìÜäáò ÍôÜïõíåñ

Ο Ντάουνερ και οι συνεργάτες του Ο Ντάουνερ επισκέφθηκε την Κύπρο στις 28 Ιουλίου για ενημερωτικές επαφές και έκτοτε υπήρξε ο συντονιστής των διαπραγματεύσεων Χριστόφια - Ταλάτ εκ μέρους του ΟΗΕ. Σε ηλικία 43 ετών, το 1994, ο Ντάουνερ είχε αναλάβει την ηγεσία του κόμματος των Φιλελευθέρων. Η δημοτικότητά του όμως κατέρρευσε μετά από ορισμένες γκάφες. Σημαντικότερη ήταν η διακωμώδηση από τον ίδιο σε ένα επίσημο δείπνο ενός συνθήματος του κόμματος του που έλεγε «The things that matter» (πράγματα που έχουν σημασία). Ο Ντάουνερ αναφερόμενος σε συζύγους που κακοποιούν τις γυναίκες τους, τους χαρακτήρισε ως «things that batter» (πράγματα που δέρνουν), σχόλιο που προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις του φεμινιστικού κινήματος και των οργανώσεων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η θητεία του Ντάουνερ ως ηγέτη του κόμματος διήρκεσε τελικά μόλις οκτώ μήνες, προτού υποχρεωθεί σε παραίτηση. Πριν από τον διορισμό του ως Ειδικού Συμβούλου, ο Ντάουνερ υπήρξε ένας εξαιρετικά επιτυχημένος Αυστραλός πολιτικός, όντας ο μακροβιότερος Υπουργός Εξωτερικών της

85


Αυστραλίας από τον Μάρτιο του 1996 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2007. Ως Υπουργός Εξωτερικών της Αυστραλίας στην Κυβέρνηση Χάουαρντ, ο Ντάουνερ είχε υποστηρίξει την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ, ισχυριζόμενος ότι υπάρχουν σίγουρα εκεί όπλα μαζικής καταστροφής (κάτι το οποίο αποδείχθηκε ανακριβές), καθώς και τις επιλογές της κυβέρνησης Μπους στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Μετά την αποχώρησή του από το αυστραλιανό κοινοβούλιο ο Ντάουνερ έγινε συνέταιρος στην εταιρεία λόμπι Bespoke Approach. Τον Μάιο του 2008 διορίστηκε στο Δ.Σ. της βρετανικής εταιρείας συλλογής πληροφοριών Hakluyt & Co, εταιρεία που είχε ιδρυθεί το 1995 από δύο πρώην αξιωματούχους της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου MΙ6, τους Κρίστοφερ Τζέιμς και Μάικ Ρέινολντς. Η βρετανική εταιρεία είναι διάσημη για το ότι στελεχώνεται, μεταξύ άλλων, και από πρώην πράκτορες της MΙ6, γεγονός που θεωρείται, όπως είναι φυσικό, ως ιδιαίτερα σημαντικό για μια εταιρεία συλλογής πληροφοριών. Τον Οκτώβριο του 2008 ο βοηθός Γενικός Διευθυντής της Hakluyt & Co δήλωσε στην αυστραλιανή εφημερίδα «The Age» ότι η εργοδότηση του Ντάουνερ επιδιώχθηκε διότι αυτός θα μπορούσε να βοηθήσει την εταιρεία να ανοίξει «πόρτες σε νέους πελάτες» και να τους πείσει ότι η εταιρεία μπορεί να τους προμηθεύσει με πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να λάβουν από αλλού. Όπως καταγράφεται στο ρεπορτάζ της εφημερίδας, η Hakluyt έχει ένα «δίκτυο καλά τοποθετημένων ιδιωτών σε ολόκληρο τον κόσμο, οι οποίοι μας προμηθεύουν πολύ διακριτικά, με πληροφορίες για ειδικά εμπορικά ή πολιτικά θέματα». 86


Το γεγονός ότι ο Ντάουνερ είναι Ειδικός Αντιπρόσωπος του Γ.Γ. του ΟΗΕ για το κυπριακό και ταυτόχρονα μέλος του Δ.Σ. μιας βρετανικής εταιρείας συλλογής εμπιστευτικών πληροφοριών που πωλούνται σε επιχειρήσεις και ξένες κυβερνήσεις, έτυχε ιδιαίτερων αντιδράσεων στην Κύπρο. Σε έντονες αντιδράσεις οδήγησαν και οι πληροφορίες ότι η Bespoke Approach συνεργάζεται με την ΚΚR, η οποία διαχειρίζεται τα επενδυτικά κεφάλαια της εταιρείας Trieste, η οποία στις 13 Δεκεμβρίου του 2007 εξαγόρασε μια από τις μεγαλύτερες τουρκικές ναυτιλιακές εταιρίες, την U.N. Ro-Ro Group. Με τη συναλλαγή αυτή υπολογίζεται ότι κινήθηκαν εντός της τουρκικής οικονομίας 910 εκατ. ευρώ. Ο Ντάουνερ υποβάθμισε το γεγονός, αναφέροντας πως αν και όντως η Bespoke Approach συνεργάζεται με την KKR, εντούτοις η συνεργασία αφορά αποκλειστικά σε ζητήματα που αφορούν στην Αυστραλία και κατά συνέπεια δεν δίδονται συμβουλές σε σχέση με συναλλαγές που αφορούν στην Τουρκία. Παρομοίως ο Ντάουνερ απάντησε πως ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται τι σημασία έχει η συμμετοχή του στο Δ.Σ. της Hackluyt. Ως σύμβουλος του Ντάουνερ σε σχέση με τις οικονομικές πτυχές της λύσης διορίστηκε η Φιόνα Μούλλεν. Η Μούλλεν, πριν από τον διορισμό της, είχε ιδρύσει την εταιρεία Sapienta Economics Ltd, με έδρα την Κύπρο. Η εταιρεία παρείχε οικονομικές αναλύσεις και έρευνα σε διάφορους οργανισμούς. Με την ιδιότητά της αυτή η Μούλλεν συνεργαζόταν ιδιαίτερα με το PRIO, δηλαδή το Διεθνές Ινστιτούτο Έρευνας για την Ειρήνη με έδρα το Όσλο, το οποίο πριν από το δημοψήφισμα του 2004 είχε εκδώσει δύο έντυπα με σκοπό να παρουσιάσει μια «αντικειμενική και κατανοητή» περίληψη των βασικών 87


αρχών του σχεδίου Ανάν, έτσι ώστε να διευκολύνει όσους επιθυμούσαν να διαμορφώσουν και να ανταλλάξουν απόψεις στηριγμένες σε «ακριβή και ανεξάρτητη πληροφόρηση». Το PRIO θεωρείται συχνά ως ένας από τους κύριους διεθνείς μη κυβερνητικούς οργανισμούς που επιδίωκαν την επιβολή του σχεδίου Ανάν στην Κύπρο. Η Μούλλεν συνεργάστηκε με το PRIO σε διάφορες εκδόσεις, όπως «Economic Perspectives in Cyprus: The Path towards Reunification» (Οικονομικές Αντιλήψεις στην Κύπρο: Η Πορεία προς την Επανένωση), «The Day After: Commercial Opportunities following a Solution to the Cyprus Problem» (Η Επόμενη Μέρα: Εμπορικές Ευκαιρίες μετά από μια Λύση του Κυπριακού Προβλήματος) , «The Day After II: Reconstructing a Reunited Cyprus» (Η Επόμενη Μέρα ΙΙ: Ξανακατασκευάζοντας μια Επανενωμένη Κύπρο), «Intra Island Trade in Cyprus: Oppositions, Obstacles and Psychological Barriers» (Εμπόριο μέσω της Πράσινης Γραμμής στην Κύπρο: Εμπόδια, Αντιδράσεις και Ψυχολογικά Φράγματα). Συνεργάτες της στις μελέτες αυτές υπήρξαν, μεταξύ άλλων, οι Τουρκοκύπριοι Μετέ Χατάυ και Οζλέμ Ογκούζ, καθώς και η Ελληνοκύπρια Πρόεδρος του μικρού κόμματος των Ενωμένων Δημοκρατών, Πραξούλλα Αντωνιάδου Κυριάκου. Το κόμμα των Ενωμένων Δημοκρατών είχε ιδρυθεί από τον πρώην Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργο Βασιλείου και υποστήριξε φανατικά κατά το δημοψήφισμα το σχέδιο Ανάν, του οποίου την επαναφορά επιδιώκει ως ιδεατή λύση για το κυπριακό πρόβλημα.

88


Μαζί με την Μούλλεν, διορίστηκαν ως σύμβουλοι του Ντάουνερ οι Donatella Guibilaro, Τιμ Άλτσιν και Στήβεν Μπουρκ. Τα καθήκοντα του συντονιστή της αποστολής καλών υπηρεσιών του ΟΗΕ ασκούσε ο Γιάσερ Σάμπρα. Βοηθός του Αλεξάντερ Ντάουνερ διορίστηκε η Σόνια Μπάχμαν, η οποία συχνά εκφράζεται στις προσωπικές της συνομιλίες με την μουσουλμανική λέξη «ίσιαλλα» (αν θέλει ο Αλλάχ).

Η ομάδα Ντάουνερ παρεμβαίνει στη διαδικασία Αξίζει να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο η ομάδα καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, πρωτοστατούντος του Ειδικού Συμβούλου Αλεξάντερ Ντάουνερ και των στενών συνεργατών του, παρενέβηκε στη διαδικασία και διαμόρφωσε το πλαίσιο των συνομιλιών. Η παρέμβαση αυτή δεν λάμβανε χώρα κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά πίσω από κλειστές πόρτες, λόγω της επιμονής του Προέδρου Χριστόφια για μια αμιγώς κυπριακή διαδικασία. Και φυσικά δεν είχε ποτέ χαρακτήρα αμερόληπτης στήριξης του ενδοκυπριακού διαλόγου, αλλά είχε πολιτικό περιεχόμενο και στρεφόταν προς την κατεύθυνση της υπονόμευσης των θέσεων της ελληνοκυπριακής πλευράς. Η πρόθεση παρέμβασης από πλευράς των μελών της ομάδας του ΟΗΕ καθίσταται εμφανής σε μια σειρά εγγράφων και σημειωμάτων. Παράδειγμα, το εσωτερικό σημείωμα του Τιμ Άλτσιν, ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου 2009, στο οποίο περιέχονται ερωτήματα και εισηγήσεις ως προς τον ρόλο της ομάδας σε διάφορα θέματα. Μεταξύ αυτών και τα εξής: «Στο ζήτημα των περιουσιών, καθίσταται ξεκάθαρο ότι οι

89


αρχές μπορεί να γεφυρωθούν κατά την εφαρμογή και ότι θα υπάρξει περισσότερη πρόοδος όταν τεθούν στο τραπέζι κάποια νούμερα. Είναι ακόμα νωρίς για αυτό; Αναμένεται να παραμεριστεί το θέμα στην επόμενη συνάντηση, ή αμέσως μετά; Το αντικείμενο του θέματος φαίνεται να θέτει τον Ταλάτ σε θέση άμυνας και το κεφάλαιο της οικονομίας, συγκεκριμένα η περιγραφή των ωφελειών για μια ενωμένη Κύπρο, που είναι πολλές και για τις δύο πλευρές, μπορεί να πουληθεί καλύτερα πολιτικά (might be a better political sell), δεδομένων κυρίως των εσωτερικών πολιτικών του προκλήσεων. Θα ήταν συνετό να αφεθούν οι ειδικοί να συνεχίσουν να σκιαγραφούν θέσεις μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας (below the radar). Οι ηγέτες δεν θα είναι σε θέση να συνεχίσουν την διαδικασία προς τα εμπρός μόνοι». Προφανέστατα ο Άλτσιν εισηγείται την παρέμβαση της δικής του ομάδας για την επίτευξη περαιτέρω προόδου. Το παρεμβατικό πνεύμα της ομάδας καθίσταται περισσότερο εμφανές στην επιστολή του ίδιου του Ντάουνερ προς τον Ζεριχνούν, της 28ης Φεβρουαρίου 2009, σχετικά με τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), με ιδιαίτερη αναφορά στην υπόθεση διάνοιξης του οδοφράγματος Λιμνίτη: «Αγαπητέ Ταγιέ, παραμένω έντονα ανήσυχος για το πλήρες αδιέξοδο σε ό,τι αφορά στα ΜΟΕ (CBMs). Αυτό παρεμποδίζει την ειρηνευτική διαδικασία. Η περιορισμένη μου εμπειρία στην Κύπρο μου λέει ότι εκτός αν προσπαθήσουμε να παρέμβουμε και να μεσολαβήσουμε για μια συμφωνία μέσω διπλωματίας του πήγαινε-έλα (shuttle diplomacy), τότε τίποτε δε θα συμβεί. Αναρωτιέμαι κατά πόσον μπορείς να μιλήσεις με τους δύο

90


Εκπροσώπους την Δευτέρα (μέσω τηλεφώνου είναι εντάξει) για να επαληθευτεί ποιες επακριβώς είναι οι δύο θέσεις σχετικά με το Λιμνίτη, σύμφωνα με τα τελευταία έγγραφά τους. Δείχνουν να εξακολουθούν να αναμένουν ο ένας την ανταπόκριση του άλλου, κάτι που είναι παράλογο. Οι εβδομάδες περνούν και τίποτα δε συμβαίνει. (…) Ειλικρινά, χρειαζόμαστε λίγο περισσότερη πρόοδο σε αυτό το στάδιο και το ότι μόλις έχουμε περάσει στα θέματα της ΕΕ τα λέει όλα. Αυτό είναι, από μια άποψη, το λιγότερο σημαντικό ζήτημα. Έχουν διαχειριστεί το ζήτημα των περιουσιών πολύ ανεπαρκώς και χρειάζεται να εμπλακούμε πολύ περισσότερο στις διαπραγματεύσεις, όχι στείρες τοποθετήσεις». Δύο ημέρες προηγουμένως, ο Ντάουνερ είχε αποστείλει στην Σόνια Μπάχμαν την ακόλουθη επιστολή για το ζήτημα του Λιμνίτη, η οποία είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει τις διαπραγματεύσεις: «Δεν έγινε τίποτα στο θέμα του Λιμνίτη. Τίποτα. Κουνούν απλώς τα χέρια τους και με περιμένουν να γυρίσω πίσω. Κριμα που πήγα σε κρουαζιέρα ως λέκτορας, ενώ έπρεπε να τους κρατώ τα χεράκια. Είναι σαν παιδιά (they're like children)». Είναι σαν παιδιά λοιπόν οι Χριστόφιας και Ταλάτ για τον Ντάουνερ, των οποίων χρειάζεται ο ίδιος να κρατά τα χέρια ώστε να κάνουν το σωστό. Η επιθυμία της Ομάδας Ντάουνερ για παρέμβαση στις διαδικασίες, συχνά αποκαλύπτει την επιπολαιότητα με την οποία η Ομάδα αντιμετωπίζει το κυπριακό. Αυτή είναι εμφανής στο ακόλουθο σημείωμα του Στήβεν Μπουρκ, που στάλθηκε στις 3 Ιουλίου 2009 προς τα υπόλοιπα μέλη της Ομάδας:

91


«13 ερωτήματα (τυχερά για μερικούς, άτυχα για άλλους): 1. Εννιά συναντήσεις των ηγετών έχουν προγραμματιστεί μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου. 2. Ο Αύγουστος είναι νεκρός μήνας με μια μόνο συνάντηση. 3. Στο τέλος του Σεπτέμβρη, οι δυο ηγέτες θα ταξιδέψουν χωριστά για τη Νέα Υόρκη. 4. Η 64η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ θα συνεδριάσει την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009 στις 3 μ.μ. 5. Η συζήτηση στην Γενική Συνέλευση θα διεξαχθεί από τις 22 Σεπτεμβρίου ως τις 2 Οκτωβρίου 2009. 6. Η τελική συνεδρία των ηγετών που έχει μέχρι σήμερα προγραμματιστεί θα γίνει στις 2 Οκτωβρίου. 7. Αν θα επιτευχθεί συμφωνία, οι υπολογισμοί συγκλίνουν προς την ιδέα ότι ο κρίσιμος μήνας θα είναι ο Οκτώβρης για τους ακόλουθους λόγους: α) το είπε ο Ιακώβου, β) το είπε ο Ταλάτ, γ) Ο Τσελεπής είπε ότι οι Ελληνοκύπριοι αγωνιούν να ακούσουν από την Τουρκία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου το αργότερο, δ) Λέγεται ότι ο Ταλάτ θα πρέπει να λάβει αποφάσεις για το πολιτικό του μέλλον μέχρι το τέλος του Οκτώβρη. 8. Με τον Αύγουστο νεκρό και με τους ηγέτες στη Νέα Υόρκη στο τέλος Σεπτεμβρίου, θα ήταν πιθανόν να επιβληθεί στους ηγέτες να παραμείνουν στη Νέα Υόρκη, μετά από την συμπλήρωση του επίσημου ταξιδιού του Χριστόφια, για μια ιδιωτική συνάντηση το σαββατοκύριακο, έτσι ώστε να κερδίσουμε τον χαμένο

92


χρόνο και να προχωρήσουμε την διαδικασία. 9. Με επίκεντρο την διακυβέρνηση; 10. Με μια παρουσίαση σε power-point για τα θέματα αποκατάστασης, αποζημίωσης, ανταλλαγής, καταπιστευμάτων, επιστροφής, εγκατάστασης, αναλογίας και διεθνών νομικών μηχανισμών που να διασφαλίζουν τις συμφωνίες στην ΕΕ και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς; 11. Ο Ταλάτ λέει ότι χρειάζονται δέκα μέρες για να ολοκληρωθεί μια συμφωνία. 12. Η Hannah Arendt, παραπέμποντας στον Μιραμπό, αναφέρει ότι χρειάζονται μόλις δέκα άνδρες (λόγω ισότητας φύλου προσθέτουμε και γυναίκες) για μια επανάσταση. 13. Είναι λοιπόν δυνατόν να έχουμε δέκα συνεχόμενες μέρες με δέκα Κύπριους άνδρες και γυναίκες, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί η συμφωνία; Αρπάξτε την μέρα (seize the day)» Ο Μπουρκ φαίνεται να θεωρεί πως το κυπριακό πρόβλημα είναι κάτι σαν παιχνίδι, σαν ένα προϊόν χολιγουντιανής παραγωγής, στο οποίο η Ομάδα πρέπει να παρέμβει για να πείσει τους ηγέτες να κάνουν την «επανάστασή τους». Περί Τουρκίας, κατοχής, στρατευμάτων, διεθνούς φύσης του προβλήματος, ουσίας των διαπραγματεύσεων, ούτε λόγος.

93


Ο σεβάσμιος εκφοβιστής Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα απόρρητο εσωτερικό σημείωμα ημερομηνίας 11 Ιουλίου 2009, που αποστάληκε προς τον Ντάουνερ από τον Γιάσερ Σάμπρα. Το σημείωμα ετοιμάστηκε, μετά από συνεδρία της ομάδας Ντάουνερ με τις δύο αποστολές του ΟΗΕ στην Κύπρο, την UNFICYP και την UNDP και συνιστά συμβουλές προς τον Ντάουνερ, σχετικά με την εικόνα που πρέπει να προωθεί προς τα έξω σε σχέση με τα καθήκοντά του. Το κείμενο έχει ως ακολούθως: «Συναντηθήκαμε την Τρίτη 9 Ιουνίου για να αποτιμήσουμε την στρατηγική επικοινωνίας σας με το κοινό και τα όσα συζητήθηκαν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Καταλήξαμε στα παρακάτω σημεία: Η στρατηγική επικοινωνίας σας με το κοινό καθώς και η ειλικρίνειά σας με τους ανθρώπους ήταν γενικώς αναζωογονητικές και ευπρόσδεκτες, σε αντίθεση με τον συνηθισμένο τρόπο ομιλίας των Ηνωμένων Εθνών. Έχετε την δυνατότητα να λέτε πράγματα που οι ηγέτες δεν μπορούν ή με την αναφορά των οποίων αισθάνονται άβολα. Ο κόσμος σας σέβεται για αυτό. Η άλλη όψη του νομίσματος αυτής της προσέγγισης: α) Μπορεί να καταλήξετε μόνος, πολύ πιο μπροστά από τους πλείστους Κύπριους, περιλαμβανομένου του κατεστημένου που τάσσεται υπέρ της λύσης, οι οποίοι δεν φαίνονται ακόμα πλήρως πεπεισμένοι πως η παρούσα διαδικασία είναι μη αναστρέψιμη και β) φαίνεται κάπως περίεργο να ζητάτε από τους Κύπριους να ηγηθούν της διαδικασίας και να είστε ο μόνος που την ‘πουλά’.

94


Συνεπώς, προτείνουμε τα εξής: Εργαστείτε διακριτικά με τους ηγέτες - σε συναντήσεις πρόσωπο με πρόσωπο - και τους συμβούλους τους, για να τους ενθαρρύνετε να εκφράζονται περισσότερο, να μιλούν για την διαδικασία και να εναρμονίζουν τα μηνύματά τους: τα απαισιόδοξα σενάρια, για παράδειγμα (σε περίπτωση μη λύσης) μπορούν να γίνουν πιο πειστικά αν προέρχονται από τις δύο πλευρές. Να χρησιμοποιείτε περισσότερο πληρεξούσιους για την παράδοση μηνυμάτων (ο Τσιελεπής άρχισε να δίνει ομιλίες για το ομοσπονδιακό σύστημα, ο Ρολάνδης και ο Βασιλείου προειδοποιούν για την έλλειψη λύσης κ.ο.κ.) Να παραμείνετε ορατός, όμως στοχεύσετε περισσότερο τα μηνύματά σας και αποφύγετε εμφανίσεις που συνοδεύονται από συζητήσεις ουσίας (χρησιμοποιήστε τις συναντήσεις για να κάνετε επαφές, συζητήστε για την διαδικασία, μοιραστείτε εμπειρίες, διορθώστε αντιλήψεις). Διασφαλίστε συνοχή στα μηνύματά σας, ανάμεσα στα δημόσια/προσωπικά μηνύματα. Να χρησιμοποιείτε μηνύματα φόβου προσεκτικά» Τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα από το πιο πάνω σημείωμα είναι: 1) Η επαινετική (σε βαθμό που καταδεικνύει συμπεριφορά αυλοκόλακα) αναφορά ως προς τις ικανότητες του Ντάουνερ, για τον οποίο αναφέρεται ότι: «Η στρατηγική επικοινωνίας σας με το κοινό καθώς και η ειλικρίνειά σας με τους ανθρώπους ήταν γενικώς

95


αναζωογονητικές και ευπρόσδεκτες, σε αντίθεση με τον συνηθισμένο τρόπο ομιλίας των Ηνωμένων Εθνών. Έχετε την δυνατότητα να λέτε πράγματα που οι ηγέτες δεν μπορούν ή με την αναφορά των οποίων αισθάνονται άβολα. Ο κόσμος σας σέβεται για αυτό». Με δεδομένο ότι οι μοναδικές τοποθετήσεις Ντάουνερ σε δημόσιες συζητήσεις, αφορούσαν την ανάγκη αποδοχής των εγγυήσεων γιατί τις θέλει η Τουρκία και παραινέσεις περί τελευταίας ευκαιρίας «αλλιώς δεν θα ξαναδείτε τα σπίτια σας», προκαλούνται ερωτηματικά ως προς το ποιοι αισθάνονται σεβασμό προς τον Ντάουνερ για παρόμοιες τοποθετήσεις. 2) Η συμβουλή προς τον Ντάουνερ για την ανάγκη χρησιμοποίησης «πληρεξουσίων» (proxies) για την παράδοση μηνυμάτων, με ονομαστικές αναφορές στους Τσελεπή, Βασιλείου και Ρολάνδη, επιβεβαιώνει την πρόθεση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για να ασκήσει μια εκφοβιστική τακτική με σκοπό την προώθηση της επικείμενης λύσης. Πώς αισθάνονται άραγε οι προαναφερθέντες, στην ιδέα ότι χαρακτηρίζονται ως πληρεξούσιοι του Ντάουνερ με σκοπό να προωθούν απαισιόδοξα σενάριο στα πλαίσια επικοινωνιακής καμπάνιας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών; Πώς συμβιβάζονται όλα αυτά με την αναζήτηση λύσης από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους; 3) Η συμβουλή όπως ο Ντάουνερ «χρησιμοποιεί μηνύματα φόβου προσεκτικά» είναι μια εκπληκτική αναφορά, η

96


οποία καταδεικνύει το μέγεθος του κυνισμού που διέπει την ομάδα Ντάουνερ. Ανεξάρτητα αν με την αναφορά αυτή εννοείται ότι ο Ντάουνερ δεν χρησιμοποιεί αρκετό φόβο, είτε ότι πρέπει να το πράττει πιο προσεκτικά στο μέλλον, η ιδέα και μόνον ότι ο ΟΗΕ εγκρίνει την χρήση του φόβου απέναντι στα Κράτη Μέλη του ως μέσο επίτευξης πολιτικών στόχων προκαλεί αποτροπιασμό. Παράλληλα, δημιουργεί τεράστια ερωτηματικά για τον βαθμό σεβασμού των θεμελιωδών αρχών και αξιών του Οργανισμού από τους υπαλλήλους του. Οι Χριστόφιας και Ταλάτ παροτρύνονται όπως εκφοβίζουν με την σειρά τους τον λαό. Τα θετικά αποτελέσματα της νέας επικοινωνιακής τακτικής, σχολιάστηκαν στις 16 Ιουλίου. Η Σόνια Μπάχμαν ανέφερε σε εσωτερικό της σημείωμα: «Σήμερα ο Χριστόφιας προέβη σε ομιλία στην οποία ανέφερε για πρώτη φορά ξεκάθαρα ότι 'μη λύση θα είναι καταστροφική'. Αυτή είναι σημαντική εξέλιξη. Περαιτέρω ο κ. Τσελεπής προχωρεί εκ νέου σε επαφές με τους συντρόφους του στο ΑΚΕΛ». Πιο νωρίς στις 26 Απριλίου 2009 ο Στήβεν Μπουρκ απέστειλε επιστολή στον Ντάουνερ μετά από συνάντηση με τον ειδικό σε θέματα δημοσκοπήσεων Κόλιν Ίρβιν, στην οποία ανέφερε: «Για μια εκστρατεία του 'ναι', η οποία θα προωθήσει μια ψήφο υπέρ του 'ναι' σε ένα μελλοντικό δημοψήφισμα, ο κ. Ίρβιν συνιστά έντονα τον Quinter Oliver».

97


Πρέπει να τους νικήσουμε Και ενώ η Ομάδα Ντάουνερ θεωρούσε πως η Τουρκία δεν έπρεπε να θεωρείται ως μέρος του προβλήματος, αλλά ως μέρος της λύσης, καθίστατο εμφανές ότι το μοναδικό πρόβλημα για αυτούς ήταν οι άνθρωποι που είχαν διαφωνήσει με το σχέδιο Ανάν το 2004 ή οι οποίοι επέμεναν ότι η Τουρκία κατέχει την Κύπρο. Οι άνθρωποι αυτοί θα έπρεπε με κάθε τρόπο να «νικηθούν». Η προσέγγιση αυτή φαίνεται να είναι και σε συνάφεια με την προσωπικότητα και το προσωπικό στυλ του κ. Ντάουνερ. Φαίνεται ότι ο Ντάουνερ, επιχειρώντας να πάρει πάνω του την κατάσταση, επιδιώκει πάση θυσία να γίνει «ο άνθρωπος που έλυσε το κυπριακό». Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς το εξής: Μετά από ενημέρωση που έλαβε για τη διοργάνωση συλλαλητηρίου με αφορμή την πέμπτη επέτειο του «όχι» των Ελληνοκυπρίων στο σχέδιο Ανάν, στις 24 Απριλίου 2009, το οποίο θα προσφωνούσαν οι Γεράσιμος Αρσένης και Βάσος Λυσσαρίδης, η Σόνια Μπάχμαν σχολίασε «Αχ όχι. Απαρχή μιας νέας εκστρατείας του αντί». Ο Αλεξάντερ Ντάουνερ απάντησε στην Μπάχμαν με την εξής αλαζονική τοποθέτηση: «Τώρα θα πρέπει να νικήσουν εμένα. Δεν θα το πετύχουν», τοποθετώντας από μόνος του τον εαυτό του στον αντίποδα όσων είχαν ψηφίσει «όχι» το 2004, δηλαδή του 76% των Ελληνοκυπρίων. Η ομάδα των καλών υπηρεσιών και ο Ντάουνερ προσωπικά επιδόθηκε σε μια στρατευμένη προσέγγιση της διαδικασίας, προτάσσοντας συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις τις οποίες επιδιώκουν να υπηρετήσουν. Οι πολιτικές αυτές θέσεις ταυτίζονται εν πολλοίς με αυτές των πλέον ένθερμων

98


υποστηρικτών ενός εκ των δύο γενικών προσεγγίσεων που διαμορφώθηκαν στην ελεύθερη Κύπρο από το 2004 και εντεύθεν: των υποστηρικτών του σχεδίου Ανάν και της επίτευξης μιας συμφωνίας το συντομότερο δυνατό, ακόμη και υπό την προϋπόθεση ότι θα χρειαστεί η ελληνοκυπριακή πλευρά να προβεί σε σοβαρές υποχωρήσεις σε ζητήματα αρχών. Η συντριπτική πλειοψηφία των συναντήσεων του Ντάουνερ με Ελληνοκυπρίους, υπήρξε με πρόσωπα που είχαν υποστηρίξει ενεργά το σχέδιο Ανάν το 2004 και οι οποίοι ζητούσαν την επαναφορά του μετά το 2004. Μεταξύ των προσώπων αυτών και της ομάδας Ντάουνερ υπάρχει μια άψογη χημεία. Η Ομάδα Ντάουνερ εμφανίζεται προκατειλημμένη και συχνά να αγνοεί ουσιώδη δεδομένα ως προς τα πρόσωπα που είχαν εναντιωθεί στο σχέδιο Ανάν. Για την Ομάδα εξάλλου το δημοψήφισμα του 2004 δεν είναι καθόλου παρελθόν. Η Ομάδα Ντάουνερ διαχωρίζει αξιολογικά τους Ελληνοκυπρίους σε «φιλελεύθερους» και «απορριπτικούς» (δύο από τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνται περισσότερο), γεγονός που μειώνει από μόνο του την αξιοπιστία της, ενώ επιβεβαιώνει την μεροληψία της. Η αντιμετώπιση των Ελληνοκυπρίων στη βάση της στάσης που είχαν επιδείξει απέναντι στο σχέδιο Ανάν και της ευελιξίας των θέσεών τους ως προς τις διαπραγματεύσεις Χριστόφια-Ταλάτ, δεν περιορίζονται στο πεδίο των πολιτικών ή των πολιτικών κομμάτων. Μέσα ενημέρωσης, ακαδημαϊκοί, ιεράρχες, ακόμα και δημόσιοι υπάλληλοι, αντιμετωπίζονται στην βάση της διαχωριστικής γραμμής «φιλελεύθεροι» 99


εναντίον «απορριπτικών», γραμμή που τέμνει κάθετα την κυπριακή κοινωνία, στην βάση βέβαια πάντα της αντίληψης της Ομάδας Ντάουνερ (η οποία δεν είναι απαραίτητα ορθή), ως προς το ποιοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως θιασώτες μιας ευέλικτης πολιτικής στο κυπριακό και ποιοι όχι.

Οι Ενωμένοι Δημοκράτες και το Ευρωπαϊκό Κόμμα Στην ατζέντα Ντάουνερ τα κόμματα ή τα κομματικά στελέχη που πρόσκεινται στην ευέλικτη σχολή σκέψης τυγχάνουν ιδιαίτερης μεταχείρισης. Χαρακτηριστική είναι η συνάντηση του Ειδικού Συμβούλου του Γενικού Γραμματέα με την Πραξούλα Αντωνιάδου Κυριάκου, Πρόεδρο των Ενωμένων Δημοκρατών (ΕΔΗ). Οι ΕΔΗ είναι ένα κόμμα το οποίο στην ουσία υπολειτουργεί, ενώ δεν έχει τη δυνατότητα αυτόνομης κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης λόγω των πολύ χαμηλών εκλογικών του ποσοστών. Το κόμμα είχε υποστηρίξει την υπερψήφιση του σχεδίου Ανάν το 2004, ενώ μετά το δημοψήφισμα είχε έντονα ζητήσει την επαναφορά του ή έστω την σύντομη αποδοχή ενός παραπλήσιου σχεδίου. Σε εσωτερικό σημείωμα της Φιόνα Μούλλεν, η Μούλλεν ενημερώνει την Σόνια Μπάχμαν για τα σημεία συζήτησης κατά την συνάντηση με την Πρόεδρο των ΕΔΗ. Η Μούλλεν συμβουλεύει τον Ντάουνερ να «μην επαινεί πολύ τον κ. Γιώργο Βασιλείου» (ιδρυτή των ΕΔΗ και πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας) διότι έχει την εντύπωση ότι «δημιούργησε προβλήματα στο κόμμα (he kind of hanged the party out to dry) όταν αποχώρησε από την ηγεσία». Στα σημεία συζήτησης διαφαίνεται ότι από την συνάντηση του Ντάουνερ με τους

100


ΕΔΗ δεν αναμενόταν απλώς να ακουστούν οι θέσεις του κόμματος, αλλά κυρίως να γίνει ενημέρωση στον Ντάουνερ για κάποια ζητήματα που άπτονται της απήχησης της Ομάδας και της βελτίωσης της αποτελεσματικότητάς της. Ο Ντάουνερ αισθάνεται την άνεση να θίξει ορισμένα πολύ λεπτά ζητήματα, σε αντίθεση με άλλες συναντήσεις με κοινωνικούς φορείς κατά τις οποίες οι συζητήσεις είναι κυρίως τυπικές. Συγκεκριμένα, τα σημεία συζήτησης είναι τα εξής: Ευρωπαϊκές εκλογές: Ποια είναι τα σχέδια των ΕΔΗ για τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Ιούνιο; ΑΚΕΛ-ΔΗΚΟ: Ποιες είναι οι πληροφορίες της για τη διαμάχη Χριστόφια-ΔΗΚΟ; Θα υπάρξει μια μεγάλη συμμαχία μεταξύ ΑΚΕΛ-ΔΗΣΥ; (Οι ΕΔΗ είναι παραδοσιακά κοντά στο ΑΚΕΛ αλλά υπήρξαν επίσης σε συμμαχία με τον ΔΗΣΥ). Κοινή γνώμη: Πώς μπορεί ο Χριστόφιας και ο Ταλάτ να πάρουν την κοινή γνώμη με το μέρος τους; Οικονομία και λύση: Τι περισσότερο μπορούμε να κάνουμε για να πείσουμε τους Ε/Κ και τους Τ/Κ ότι υπάρχουν τεράστια οικονομικά οφέλη; Σε αντίθεση με τη βαθιά γνώση για τους ΕΔΗ και με την άνεση που φαίνεται να αισθάνεται ο Ντάουνερ και η ομάδα του με την Πρόεδρό τους, η Ομάδα Ντάουνερ αγνοεί σε μεγάλο βαθμό ακόμα και την ύπαρξη προσώπων που πρόσκεινται στην κ α τ ά Ν τ ά ο υ ν ε ρ « α π ο ρ ρ ι π τ ι κ ή σ χο λ ή σ κ έ ψ η ς » . Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αφορά στον Δημήτρη Συλλούρη, Πρόεδρο του αντιπολιτευτικού Ευρωπαϊκού Κόμματος. Ο Συλλούρης είχε παραθέσει 101


δημοσιογραφική διάσκεψη, την 1η Ιουνίου 2009, κατά την οποία υποστήριξε ότι ο Ντάουνερ είχε εκφράσει αντικυπριακές θέσεις σε κλειστή συνάντηση με 25 πρόσωπα, υποστηρικτές του σχεδίου Ανάν. Μεταξύ άλλων ο Ντάουνερ φέρεται να υποστήριξε ότι στο νέο σχέδιο λύσης θα υπάρχουν τουρκικές εγγυήσεις, ενώ δεν θα αποχωρήσουν οι έποικοι. Επιπλέον, φέρεται να δήλωσε ότι αισθάνεται αηδία για αυτά που προβάλλουν ορισμένα ελληνοκυπριακά ΜΜΕ, μεταξύ των οποίων οι εφημερίδες Σημερινή και Φιλελεύθερος, καθώς επίσης και οι τηλεοπτικοί σταθμοί Σίγμα και Αντένα. Ο Συλλούρης χαρακτήρισε το γεγονός αυτό ως «μια απαράδεκτη, άχαρη παρέμβαση στα εσωτερικά πράγματα της Κύπρου», ενώ κάλεσε τον κ. Ντάουνερ να σεβαστεί την Κυπριακή Δημοκρατία. Του καταλόγισε επίσης πρόθεση εξυπηρέτησης των τουρκικών συμφερόντων και κάλεσε τον Πρόεδρο Χριστόφια «να του εξηγήσει το ρόλο του». Με αφορμή αυτή την τοποθέτηση του Συλλούρη, μέλη της ομάδας Ντάουνερ αντάλλαξαν απόψεις για το Ευρωπαϊκό Κόμμα και τον Πρόεδρό του σε εσωτερικά σημειώματα με ημερομηνία 2 Ιουνίου 2009. Σε αυτά καταδεικνύεται η παντελής άγνοια για το Ευρωπαϊκό Κόμμα και την κοινοβουλευτική του δύναμη, ενώ αγνοείται πλήρως ακόμη και αυτή η ύπαρξη του Συλλούρη. Αν και οπωσδήποτε το Ευρωπαϊκό Κόμμα είναι ένα μικρής δύναμης αντιπολιτευτικό κόμμα, εντούτοις δεν μπορεί παρά να προκαλεί έκπληξη η παντελής άγνοια ως προς το κόμμα αυτό, την στιγμή που υπάρχει πλήρης γνώση ενός μη κοινοβουλευτικού κόμματος όπως οι ΕΔΗ.

102


Σε σημείωμα της συνεργάτη του Ντάουνερ Laura Vaccari προς την Μπάχμαν, ο Συλλούρης αναφέρεται ειρωνικά ως «ο νέος σας φίλος», αναφέρεται ότι είναι στην Βουλή των Αντιπροσώπων και παρατίθεται λεπτομερές βιογραφικό σημείωμα. Με τη σειρά της, η Μπάχμαν σημειώνει ότι το Ευρωπαϊκό Κόμμα δεν θα κερδίσει έδρα στις επικείμενες ευρωεκλογές, αν και διεκδικούσε μία από την ΕΔΕΚ. Υπογραμμίζει ότι σε δήλωσή του ο Ντάουνερ είχε χαρακτηρίσει τις δηλώσεις Συλλούρη ως προεκλογικές βολές (electoral shananigans) και αναφέρει καθησυχαστικά ότι ο Συλλούρης είναι περιθωριακός, αφού έχει μόνο μία βουλευτική έδρα. Η πραγματικότητα βέβαια είναι ότι την στιγμή εκείνη το Ευρωπαϊκό Κόμμα είχε τρεις έδρες στη Βουλή (και όχι μία) και συμμετείχε στο Εθνικό Συμβούλιο. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η ανάγνωση των αποτελεσμάτων των ευρωεκλογών του Ιουνίου του 2009, όπως αυτή έγινε από εξέχοντα μέλη της ομάδας. Συγκεκριμένα, η Μπάχμαν παρατηρεί με ευχαρίστηση ότι η «συντηρητική αντιπολίτευση», δηλαδή ο ΔΗΣΥ, καθώς και το ΑΚΕΛ, έχουν συγκεντρώσει υψηλά ποσοστά στις ευρωεκλογές, γεγονός που ερμηνεύεται από αυτήν ως «ισχυρή παρουσία των δύο κομμάτων που επιθυμούν λύση». Επιπλέον, παρατηρεί με δόση ειρωνείας ότι οι δυνάμεις του αντι- (anti-forces) είχαν πτώση, με το ΔΗΚΟ να πέφτει από το 17% στο 12% και το Ευρωπαϊκό Κόμμα (με αναφορά-υπενθύμιση ότι πρόκειται για το Δ. Συλλούρη, το «νέο φίλο» του κ. Ντάουνερ) από το 12% στο 4%, παρά την υποστήριξη που τους παρείχαν τα ΜΜΕ, σύμφωνα πάντα με την αντίληψη της Μπάχμαν. Στο σημείο αυτό είναι βέβαια φανερή η συνέχιση της άγνοιας περί του 103


Ευρωπαϊκού Κόμματος, του οποίου τα ποσοστά δεν υπήρξαν ποτέ στο 12%, παρά μόνον είχαν φτάσει στις βουλευτικές εκλογές του 2006 στο 5% (στο 10.8% ανέρχονταν στις προηγούμενες ευρωεκλογές τα ποσοστά του Συνδυασμού «Για την Ευρώπη», ο οποίος είναι διακριτός από το «Ευρωπαϊκό Κόμμα»).

Το «εθνικιστικό» Δημοκρατικό Κόμμα Οπωσδήποτε εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο η ομάδα του ΟΗΕ αντιμετωπίζει το ΔΗΚΟ. Σχολιάζοντας τις αντιπαραθέσεις που σημάδεψαν την συνάντηση Χριστόφια Ταλάτ της 24ης Μαρτίου 2008, ο Ζεριχούν αναφέρει τα ακόλουθα: «Πίσω από τις φραστικές αντιπαραθέσεις βρίσκονται σαφείς πολιτικοί περιορισμοί και πιέσεις τις οποίες αντιμετωπίζει έκαστος ηγέτης. Με σαφές προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, το εθνικιστικό κόμμα UBP φαίνεται ότι θα επιφέρει μια βαριά ήττα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Ταλάτ στις εκλογές της 19ης Απριλίου, γεγονός που μπορεί να τον αφήσει εκτεθειμένο και να περιορίσει την δυνατότητά του για διαπραγμάτευση. Από την άλλη ο Χριστόφιας αντιμετωπίζει ένα πιο σκληρό Εθνικό Συμβούλιο, και συγκεκριμένα το συνεργαζόμενο εθνικιστικό κόμμα ΔΗΚΟ, το οποίο τώρα κινείται σε σκληρή γραμμή μετά τις εσωτερικές του εκλογές, καθώς και επιδείνωση των σχέσεών του με τον -κατά τα άλλα υπέρ της λύσης- ΔΗΣΥ για μια σειρά ζητήματα, όπως η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η διαφθορά στην αστυνομία και η συμμετοχή στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη».

104


Ουσιαστικά το ΔΗΚΟ, ένα κόμμα του ενδιάμεσου χώρου, χαρακτηρίζεται ως εθνικιστικό, χαρακτηρισμός που αποδίδεται επίσης στο ακροδεξιό Κόμμα Εθνικής Ενότητας του Έρογλου. Ο χαρακτηρισμός του κόμματος ως «εθνικιστικού» και «απορριπτικού» είναι συνεχής από πλευράς της Ομάδας Ντάουνερ και του Ντάουνερ προσωπικά. Σε συνάντησή του με τον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ Μάριο Καρογιάν στις 16 Ιανουαρίου 2009, ο Ντάουνερ ζήτησε την στήριξη του ΔΗΚΟ στις διαπραγματεύσεις. Σε εσωτερικό σημείωμα που ετοίμασε ο Στήβεν Μπουρκ αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την συνάντηση: «Ο κ. Καρογιάν σημείωσε πως αν και το αξίωμά του μπορεί να αμφισβητηθεί, εντούτοις έχει την πεποίθηση πως θα διατηρήσει την Προεδρία του ΔΗΚΟ, στηρίζοντας τον Πρόεδρο Χριστόφια. Γνωρίζοντας το επιχείρημα ότι η βάση του ΔΗΚΟ είναι αντίθετη με μια ενδεχόμενη διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος, ο κ. Καρογιάν επέμεινε ότι η βάση θα ακολουθήσει την ηγεσία και ότι θα αντιμετωπίσει επαρκώς την πρόκληση των απορριπτικών οι οποίοι κατέρχονται ως υποψήφιοι». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εσωτερικό έγγραφο της ομάδας Ντάουνερ για το Δημοκρατικό Κόμμα και τις εσωτερικές διαφωνίες που προέκυψαν με αφορμή τους χειρισμούς του Προέδρου της Δημοκρατίας στις συνομιλίες και το κατά πόσον θα έπρεπε το ΔΗΚΟ να συνεχίσει να μετέχει στη συγκυβέρνηση. Μέσα από το έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο Στήβεν Μπουρκ εξάγεται η σφοδρή επιθυμία της ομάδας για επικράτηση της τάσης εκείνης που υποστήριζε την

105


παραμονή του κόμματος στη συγκυβέρνηση, καθώς επίσης και η ανησυχία των μελών της για το ενδεχόμενο ενδυνάμωσης της άλλης τάσης. Γίνεται επίσης αντιληπτή η έντονη προχειρότητα στη συγγραφή, αλλά και η άγνοια στοιχειωδών ζητημάτων. Για παράδειγμα, η νυν ευρωβουλευτής του ΔΗΚΟ Αντιγόνη Παπαδοπούλου, αναφέρεται ως ο Αντιγόνης Παπαδοπούλου και χαρακτηρίζεται ως πρώην Υπουργός Παιδείας επί διακυβέρνησης Τάσσου Παπαδόπουλου, αξίωμα που ουδέποτε κατείχε. Αναφέρεται ότι ο γιος του Ανδρέα Αγγελίδη, Σίμος, είχε κατέλθει ως ανθυποψήφιος της Παπαδοπούλου στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, ενώ αυτό είχε συμβεί στις ευρωεκλογές. Παρομοίως η Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (CYTA) αναφέρεται ως CYTANET, ενώ εκφράζεται η βεβαιότητα ότι το ΔΗΚΟ θα διεκδικήσει διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς, κάτι το οποίο τελικά δεν συνέβη. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η Ομάδα φαίνεται να είναι λεπτομερώς πληροφορημένη για τις εσωτερικές διαφωνίες και τις υπόγειες κόντρες που λάμβαναν χώρα στο κόμμα. Παραθέτουμε αυτούσιο το εν λόγω έγγραφο: «Πολιτική Ενημέρωση: Το ΔΗΚΟ Δεσμεύεται να Παραμείνει στην Κυβέρνηση Συνάντηση του ΔΗΚΟ με τον Πρόεδρο Χριστόφια-22 Ιουνίου, 2009 1. Στις 17 Ιουνίου 2009, η Εκτελεστική Επιτροπή του ΔΗΚΟ συναντήθηκε για να καθορίσει πολιτική διακυβέρησης την επομένη της πενιχρής παρουσίας του ΔΗΚΟ στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το εικοσαμελές όργανο, το κυρίως σώμα παραγωγής πολιτικής του κόμματος, θεωρείτο ότι είχε

106


πέντε «ουδέτερους» -Άκης Κλεάνθους, Φώτης Φωτίου, Έλενα Παπαδοπούλου, Νέστορας Νέστορος και Στέλιος Ιερωνυμίδηςπέντε ‘Τασσικούς’ -Ζαχαρίας Κουλίας, Χρίστος Ροδιάς, Πανίκος Χαραλάμπους, Χριστίνα Ερωτοκρίτου και Κίκης Θεοδότου- και πέντε ‘υποστηρικτές του Προέδρου’ -Αλέκος Τρυφωνίδης, Τασούλα Αλευρά, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Κώστας Κόρτας και Σάββας Βέργας. 2. Μετά τη βραδινή συνεδρία της Εκτελεστικής Επιτροπής την Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009, η ομάδα υπό το Νίκο Παπαδόπουλο, οι ‘Τασσικοί’, περιλαμβανομένου του Κυριάκου Κενεβέζου (Γενικός Γραμματέας) και του Ανδρέα Αγγελίδη (Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος), υπέστη μια ηχηρή ήττα με σχεδόν 2/3 της Επιτροπής, υπό την επιρροή του Μάρκου Κυπριανού (Υπουργός Εξωτερικών) και του αδελφού του Αχιλλέα, ως επίσης και του Άκη Κλεάνθους (πρώην φίλος του Παπαφιλίππου του Αντένα), να ψηφίζουν μαζί με το Μάριο Καρογιάν (Πρόεδρος του ΔΗΚΟ) την παραμονή στο συνασπισμό με το ΑΚΕΛ. Επετεύχθη πλήρης συναίνεση με συμφωνία για τις εσωκομματικές διαφωνίες επί ζητημάτων που σχετίζονται με το κυπριακό πρόβλημα. 3. Προλαβαίνοντας μια συμμαχία μεταξύ ΔΗΣΥ-ΔΗΚΟ, μια άμεση συνέπεια του αποτελέσματος είναι ότι ο μάλλον εύστροφος Γιώργος Κολοκασίδης (Αναπληρωτής Πρόεδρος), αντίπαλος του Νίκου Παπαδόπουλου για τη μελλοντική ηγεσία του ΔΗΚΟ, κινήθηκε προς το πλευρό του Μάρκου Κυπριανού, στο στρατόπεδο του Μάριου Καρογιάν. Από την άλλη ο Κυριάκος Κενεβέζος, βαφτιστήρι του τέως Προέδρου Παπαδόπουλου, παρέμεινε σε ισχυρή συμμαχία με το Νίκο

107


Παπαδόπουλο, αλλά η ισχύς της συνεισφοράς του Ανδρέα Αγγελίδη στο ‘Τασσικό’ στρατόπεδο αποδυναμώθηκε ιδιαίτερα από τον Αντιγόνη Παπαδοπούλου (πρώην Υπουργός Παιδείας του Παπαδόπουλου) μετά από μια κοινοβουλευτική μάχη την περασμένη εβδομάδα, κατά την οποία ο Παπαδοπούλου δημοσιοποίησε κείμενα που εμπλέκουν τον Αγγελίδη σε σύγκρουση συμφερόντων. Ο Αγγελίδης έριξε στον αγώνα το γιο του ενάντια στον Παπαδοπούλου στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές. Ο Αντιγόνης Παπαδοπούλου βρήκε την ευκαιρία να απαντήσει. 4. Το χρονικό σημείο που επιλέχθηκε, συνέπεια της προώθησης από τον Αγγελίδη συγκεκριμένης νομοθεσίας, ήταν θετικό για την κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, το κοινοβουλευτικό σκάνδαλο και η συνάντηση της Κεντρικής Επιτροπής του ΔΗΚΟ στις 17 Ιουνίου έχουν αποδυναμώσει ιδιαίτερα, αλλά δεν έχουν εξαλείψει την εσωτερική αντιπολίτευση του «Τασσικού» στρατοπέδου στο ΔΗΚΟ, επιτρέποντας στον Μάριο Καρογιάν, Πρόεδρο του ΔΗΚΟ, και σε μεγαλύτερο βαθμό, στο Δημήτρη Χριστόφια, Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να εξέλθουν νικητές. 5. Σήμερα, 22 Ιουνίου 2009, η ηγεσία του ΔΗΚΟ θα συναντηθεί με τον Πρόεδρο Χριστόφια. Η συνάντηση θα επιβεβαιώσει τη δέσμευση του ΔΗΚΟ στην Κυβέρνηση. Το ΔΗΚΟ θα επιδιώξει την εκπροσώπησή του στις συνομιλίες, προωθώντας παραδοσιακά τη συμμετοχή του Νίκου Αιμιλίου, Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών. Εν τούτοις, δεδομένου του συμβιβασμού που επέτρεψε στο Νίκο Παπαδόπουλο και στους λοιπούς να διατηρήσουν το δικαίωμα της διαφορετικής άποψης σε ζητήματα που σχετίζονται με το

108


κυπριακό πρόβλημα, το ΔΗΚΟ θα εμφανιστεί περισσότερο ισορροπημένο για να επιδιώξει θέσεις στα συμβούλια των ημικρατικών οργανισμών, τα οποία θα διορίσει ο Χριστόφιας τον Ιούλιο, περιλαμβανομένης της Cytanet, του ΡΙΚ, της ΑΗΚ και άλλων δώδεκα περίπου οργανισμών με επιρροή. Οι διορισμοί σε αυτά τα συμβούλια αυξάνουν την πολιτική δύναμη των κομμάτων μέσω της εγκαθίδρυσης γραμμών επιρροής και ευνοιοκρατείας. 6. Αν το ΔΗΚΟ κερδίσει διορισμούς στις ημικρατικές αρχές υπό την από τις 17 Ιουνίου- επανεπιβεβαιωμένη ηγεσία του Καρογιάν, το στρατόπεδο Καρογιάν-Κυπριανού στο ΔΗΚΟ θα ενισχυθεί περαιτέρω, διασφαλίζοντας τα κέρδη τους εις βάρος των απωλειών του στρατοπέδου του Παπαδόπουλου με περαιτέρω εσωτερική ευνοιοκρατία. Αυτό συνιστά καλό σημάδι για την ηγεσία του Χριστόφια. Συνιστά επίσης καλό σημάδι για τις ειρηνευτικές συνομιλίες. Εν τούτοις, ενώ προς το παρόν θα πέσει για ύπνο, το ‘Τασσικό’ στρατόπεδο, υπό την ηγεσία του Νίκου Παπαδόπουλου, δεν αναμένεται ότι θα κοιμάται για πολύ». Ο χαρακτηρισμός μερίδας του ΔΗΚΟ ως «απορριπτικών» ή ως «Τασσικών» ή ως ανεπιθύμητων γενικά προσώπων, οπωσδήποτε συνιστά μια απαράδεκτη προσέγγιση από πλευράς των εκπροσώπων του ΟΗΕ. Σε εσωτερικό σημείωμα 10 Απριλίου 2009 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ισχύς της φραξιάς του Τάσσου Παπαδόπουλου στο ΔΗΚΟ, των αναφερόμενων ως Τασσικών, είναι επιφανειακή, όπως προκύπτει από την άρνησή τους να βρουν υποψήφιους για τις επικείμενες ευρωεκλογές. Φοβούνται την έλλειψη λαϊκής

109


υποστήριξης. Επιπρόσθετα η αντίσταση στον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ Μάριο Καρογιάν φαίνεται να είναι αρκετά αδύναμη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον Υπουργό Εξωτερικών και μέλος του ΔΗΚΟ Μάρκο Κυπριανού, να συνεχίσει τα ταξίδια του στο εξωτερικό και ακόμα και να ταξιδέψει στην Αυστραλία στα μέσα Μαρτίου και να μην συμμετάσχει στο συνέδριο του κόμματος». Σε μεταγενέστερο εσωτερικό σημείωμα, που ετοιμάστηκε στις 7 Αυγούστου 2009, μετά τους διορισμούς στους Ημικρατικούς Οργανισμούς και την απόφαση του ΔΗΚΟ να μην συμμετέχει στους διορισμούς, η Ομάδα Ντάουνερ προέβλεψε ότι επίκειται αποχώρηση του ΔΗΚΟ από την Κυβέρνηση μέσα στο Σεπτέμβριο (κάτι που δεν επαληθεύθηκε). Περαιτέρω, για μια ακόμα φορά η Ομάδα διαχωρίζει τους Ελληνοκυπρίους σε πρόσωπα υπέρ της λύσης (ως τέτοιοι θεωρούνται όσοι στηρίζουν ουσιαστικά την επαναφορά σχεδίων τύπου Ανάν) και πρόσωπα εναντίον της λύσης (όσων δηλαδή είχαν απορρίψει το σχέδιο Ανάν). Παραθέτουμε ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα: «Αναφορικά με την κατανομή των Προεδριών των ημικρατικών οργανισμών, σημειώνουμε ότι από τους δεκαεννέα, οι έντεκα προεδρίες πήγαν στο κυβερνών κόμμα ΑΚΕΛ, ενώ οι τέσσερις σε πρόσωπα που στηρίζουν την λύση (pro-solution) που είναι μέλη του συγκυβερνώντος κόμματος ΕΔΕΚ. Αξίζει να σημειωθεί η απουσία αντιπροσώπων του ΔΗΚΟ από τα συμβούλια των ημικρατικών. Αυτό συνιστά μεγάλη ανατροπή στην τύχη του ΔΗΚΟ, το οποίο έχει διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην οργάνωση και διοίκηση των

110


ημικρατικών οργανισμών και κρατικών αρχών, από τότε που το κόμμα ιδρύθηκε από τον διάδοχο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, Σπύρο Κυπριανού, το 1977. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές ως προς το νόημα και την σημασία της ενέργειας αυτής από πλευράς του Προέδρου. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο Χριστόφιας έχει αποφασίσει πως η πολιτική υποστήριξη του ΔΗΚΟ είναι αναλώσιμη. Ενόψει αυτού πολλοί παρατηρητές θεωρούν πως οι πιθανότητες συνέχισης της συμμετοχής του ΔΗΚΟ στην Κυβέρνηση είναι περιορισμένες, με την αναχώρηση του ΔΗΚΟ να αναμένεται στα μέσα ή τέλη Σεπτεμβρίου».

Ο «σεβαστός Ελληνοκύπριος δημοσιογράφος Μακάριος Δρουσιώτης» Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζονται και τα ΜΜΕ. Υπάρχει μια ξεκάθαρη προτίμηση προς τους δημοσιογράφους και τα μέσα που υποστήριζαν το σχέδιο Ανάν και που βλέπουν θετικά την τρέχουσα διαδικασία. Αντίθετα, τα μέσα που αντιτάχθηκαν στο σχέδιο Ανάν και που τηρούν επιφυλακτική στάση έναντι των μέχρι στιγμής αποτελεσμάτων των απ' ευθείας συνομιλιών αντιμετωπίζονται με εχθρικότητα και μεροληψία, ενώ κάποιες αναφορές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως προσβλητικές. Συγκεκριμένα, σε εσωτερικό σημείωμα της Μπάχμαν, με αποδέκτες αρκετά μέλη της ομάδας καλών υπηρεσιών, περιλαμβανομένου και του Ταγέ Μπρουκ Ζεριχούν, τα μέλη της ομάδας καλούνται να παραστούν σε προβολή ενός ντοκιμαντέρ του «σεβαστού Ελληνοκύπριου δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη». Η Μπάχμαν παρατηρεί ότι, όπως ο

111


ίδιος ο δημιουργός αναφέρει, το ντοκιμαντέρ «εξετάζει πώς το κυπριακό έτυχε χειρισμού από τον Τάσσο Παπαδόπουλο από την εκλογή του το Φεβρουάριο του 2003, μέχρι και το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004. Η έρευνα του συγγραφέα εστιάζει στο πώς η ελληνοκυπριακή κοινωνία πολιορκήθηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και πώς η συνείδησή της δηλητηριάστηκε με ανασφάλεια και φόβο». Η εν λόγω ταινία, η οποία τιτλοφορείται «Δηλητήριο», χαρακτηρίζεται από την Μπάχμαν ως «πολύ ενημερωτική και διδακτική», παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενό της υποβαθμίζει την ψήφο του 76% των Ελληνοκυπρίων στο δημοψήφισμα της 24 Απριλίου 2004 σε αποτέλεσμα προπαγάνδας και όχι σε ελεύθερη επιλογή των πολιτών. Διατηρώντας αυτές τις αντιλήψεις, η Ομάδα δείχνει να αντιλαμβάνεται το κυπριακό ως ένα παιχνίδι επικοινωνιακού πλεονεκτήματος. Φαίνεται επίσης να επιδιώκει την απόκτηση αυτού του πλεονεκτήματος με στόχο την προώθηση των δικών της θέσεων, σε συνεργασία με Ελληνοκύπριους που διατηρούν τις ίδιες απόψεις. Σε άλλη μία περίπτωση, η οποία αποδεικνύει τη θετική χημεία που υπάρχει μεταξύ της ομάδας Ντάουνερ και του Μακάριου Δρουσιώτη, ο εν λόγω δημοσιογράφος καλεί τον Ντάουνερ σε γεύμα στο εξοχικό του στον Σαϊττά. Σε αυτό το έγγραφο ο Στήβεν Μπρουκ αναφέρεται σε «γεύμα και άτυπη συνάντηση με δημοσιογράφους με επιρροή, προτεινόμενο από τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Μακάριο Δρουσιώτη». Σύμφωνα πάντα με το μέλος της ομάδας των καλών υπηρεσιών, «στόχος της συνάντησης είναι να εμψυχώσει (galvanize) τις φιλικές προς τη λύση τάσεις μιας κοιμώμενης ομάδας, στρατηγικά τοποθετημένης στον πιο φιλελεύθερο τύπο 112


της χώρας». Η λίστα των προσκεκλημένων στο γεύμα, το οποίο ήταν προγραμματισμένο για την Κυριακή, 24 Μαΐου 2009, περιλάμβανε τους εξής: ·

Κυριάκος Ιακωβίδης, εκδότης της Cyprus Mail

·

Γιάννης Παπαδόπουλος, εκδότης του Πολίτη

·

Διονύσης Διονυσίου, Πολίτης

·

Γιώργος Κασκάνης, Πολίτης

·

Κατερίνα Ηλιάδη, Αλήθεια

·

Hasan Kahfetciogrou, Radio Mays

·

Ανδρέας Πιρίσιης, πρώην διπλωμάτης

·

Νίκος Αναστασιάδης, Πρόεδρος ΔΗΣΥ

·

Ελένη Μαύρου, Δήμαρχος Λευκωσίας

Προσέξτε τους απορριπτικούς δημοσιογράφους Αντίθετα, την ώρα που οι δημοσιογράφοι και τα μέσα που υποστήριξαν το σχέδιο Ανάν αντιμετωπίζονται με θέρμη και χαρακτηρίζονται ως «φιλελεύθεροι» από την ομάδα των καλών υπηρεσιών, η αντίθετη άποψη υποβαθμίζεται και αντιμετωπίζεται με χαρακτηρισμούς και υποτιμητικές αναφορές. Σε έγγραφο ημερομηνίας 2 Ιουνίου 2009 που αναφέρεται στον εκδοτικό οργανισμό Δίας και τον ιδιοκτήτη του, Κωστή Χατζηκωστή, η εφημερίδα Σημερινή υποβαθμίζεται σε έντυπο «κίτρινου τύπου», ενώ ο ίδος ο κ. Χατζηκωστής κατηγορείται ότι «χρησιμοποιεί τον εκδοτικό του οργανισμό, τον μεγαλύτερο στην Κύπρο, για να διευρύνει τα επιχειρηματικά του συμφέροντα». Παρατίθεται ολόκληρο το έγγραφο: 113


«Κωστής Χατζηκωστής, Εκδοτικός Οργανισμός ΔΙΑΣ Όπως ο Λουκής Παπαφιλίππου, ο Κωστής Χατζηκωστής είναι πρώην μέλος της ΕΟΚΑ. Καθώς έχει την εικόνα ανθρώπου επιρροής (kingmaker), προφανώς του αρέσει να καυχιέται ότι πέτυχε την εκλογή του Παπαδόπουλου. Είναι γνωστό ότι χρησιμοποιεί τον εκδοτικό του οργανισμό, τον μεγαλύτερο στην Κύπρο, για να διευρύνει τα επιχειρηματικά του συμφέροντα. Κατά τα φαινόμενα η ρεαλιστική του φύση τον έφερε κοντά στον Προέδρο Χριστόφια, όταν ο τελευταίος ήταν Πρόεδρος της Βουλής στην προ του δημοψηφίσματος περίοδο. Ο Άντης Χατζηκωστής, ο γιος του, διαχειρίζεται την επιχείρηση σε καθημερινή βάση και λέγεται ότι δεν είναι τόσο πολιτικοποιημένος με την έννοια ότι ενδιαφέρεται λιγότερο για τον καθορισμό μιας ακολουθούμενης πολιτικής γραμμής- όσο ο πατέρας του.

Ο Οργανισμός Ο οργανισμός ΔΙΑΣ ιδρύθηκε το 1975. Διαθέτει την (καθημερινή) εφημερίδα Σημερινή, Το Περιοδικό, το Ράδιο Πρώτο, το τηλεοπτικό κανάλι Σίγμα και την κυπριακή έκδοση του περιοδικού Time Out ανάμεσα στις σταθερές του εκδόσεις. Τα πρώτα τέσσερα είναι ανοικτά πολιτικοποιημένα και ανοικτά «υπερπατριωτικά». Η Σημερινή, για παράδειγμα, εθεωρείτω κάποτε υπέρ του ΔΗΣΥ, όμως αποκήρυξε το κόμμα αφ' ότου αυτό υποστήριξε το σχέδιο Ανάν. Ωστόσο, ακόμα επιζητεί συνειδητά να απευθύνεται σε αναγνώστες που ανήκουν στην πιο σκληροπυρηνική πτέρυγα το κόμματος. Με παραδοσιακές τάσεις επικριτισμού προς το ΑΚΕΛ, η εφημερίδα αντιλαμβάνεται

114


τον εαυτό της ως αγκάθι στο πλευρό του Προέδρου Χριστόφια. Μετά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, η εφημερίδα υιοθέτησε την άποψη ότι χρειάζεται μια ευρωπαϊκή λύση για το κυπριακό πρόβλημα. Η εφημερίδα είναι πολύ καλά σχεδιασμένη, αλλά μερικές φορές τα άρθρα είναι φτωχά σε ποιότητα και γενικά συνιστούν ‘κίτρινη δημοσιογραφία’ (sensationalist). Πέραν του κυπριακού προβλήματος, η άλλη βασική εμμονή της εφημερίδας είναι η άμυνα και η ασφάλεια. Χωρίς αυτό να αποτελεί έκπληξη είναι αντιβρετανική και αντιαμερικανική. Διαδραμάτισε ένα ουσιαστικό ρόλο στην ενίσχυση των ισχυρισμών του Παπαδόπουλου το 2005 ότι οι Αμερικανοί είχαν χρηματοδοτήσει την καμπάνια του ‘ναι’ κατά την εποχή του δημοψηφίσματος του 2004 μέσω βοήθειας της UNOPS σε δικοινοτικά προγράμματα. Συχνά δημοσίευε αποκαλύψεις σχετικά με το ποιοι κυπριακοί οργανισμοί ή άτομα είχαν πουλήσει τις υπηρεσίες τους στους Αμερικανούς». Ανάμεσα στους «απορριπτικούς» που θα πρέπει να προσεχθούν ανήκει και η εφημερίδα «Φιλελεύθερος», δηλαδή η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα της Κύπρου, γνωστή για την πολυφωνικότητα των απόψεων που δημοσιεύει. Σε εσωτερικό σημείωμα της Σόνια Μπάχμαν ημερομηνίας 16 Ιουλίου 2009 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο κ. Αναστασιάδης, ο ηγέτης του ΔΗΣΥ, μας προέτρεψε να είμαστε προσεκτικοί με τις απορριπτικές εφημερίδες (Φιλελεύθερος), εφόσον αυτές θα συνεχίσουν να υπονομεύουν τον ΟΗΕ κατά την διαδικασία, ιδιαίτερα αν υπάρξει πρόοδος. Θα αποτελέσει κλειδί (ο Αναστασιάδης) στο να κερδίσουμε το δημοψήφισμα».

115


Σε άλλο εσωτερικό σημείωμα της Μπάχμαν προς τον Ντάουνερ, ημερομηνίας 28 Απριλίου 2009, ο ελληνοκυπριακός τύπος χαρακτηρίζεται στο σύνολό του ως «τσίρκο».

Οι σκληροπυρηνικοί ακαδημαϊκοί Όπως και στις περιπτώσεις των πολιτικών κομμάτων και των ΜΜΕ, έτσι και στο χώρο των ακαδημαϊκών, τα μέλη της ομάδας των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ προβαίνουν σε αξιολογικό διαχωρισμό με κριτήριο τις θέσεις τους στο κυπριακό. Στις 27 Μαρτίου 2009 η Φιόνα Μούλλεν ενημερώνει τον Ντάουνερ για μια πρόσκληση που του απηύθυνε ο πρώην Πρύτανης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και πασίγνωστος ακαδημαϊκός Βαγγέλης Κουφουδάκης, για να παρευρεθεί σε παρουσίαση βιβλίου του με τίτλο «Διεθνής Επιθετικότητα και Παραβιάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: Η Περίπτωση της Τουρκίας στην Κύπρο». Με ιδιαίτερη άνεση, την οποία προφανώς αντλεί από την καλή σχέση της με τον Ντάουνερ, αλλά και από την επίγνωση των προτιμήσεών του, αναφέρεται στην εν λόγω πρόσκληση ως εξής: «Αν αισθάνεσαι ότι θα είχες όφελος από το να ακούσεις τις απόψεις μιας ομάδας σκληροπυρηνικών, υπάρχει χώρος τώρα στο πρόγραμμα για να το διευθετήσω για σένα. Αν πάλι προτιμάς μια συνάντηση στην οποία θα είχες την ευκαιρία για λίγο περισσότερο διάλογο, τότε έχω καταρτίσει το ακόλουθο προσχέδιο επιστολής για να υπογραφεί από το Yasser, το οποίο αφήνει ανοικτή την πιθανότητα συνάντησης με το συγγραφέα

116


στο μέλλον. Ενημερωτικά, ο Κουφουδάκης είναι συνεργάτης του Ανδρέα Θεοφάνους, ενός ακόμα οπαδού του ‘όχι’, που βρίσκεται στη λίστα με 'αυτούς που πρέπει να συναντήσει ο Α.Ντ.', αλλά δεν είναι προγραμματισμένη ως η επόμενή σου συνάντηση». Με άλλα λόγια, η κα Mullen, βέβαιη για την τάση του κ. Ντάουνερ να αποφεύγει συναντήσεις με αυτούς που θεωρεί ως «σκληροπυρηνικούς» (ακόμα και αν αυτοί είναι καταξιωμένοι επιστήμονες), του προτείνει να αποφύγει να παρευρεθεί στην εν λόγω εκδήλωση και να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο για μια κατ' ιδίαν συνάντηση με το συγγραφέα, η οποία στην πραγματικότητα δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ.

Η περίπτωση της Ανδρούλλας Καμιναρά Η τακτική του Ντάουνερ να διαχωρίζει τους ανθρώπους σε πρόσωπα που ευνοούν τις επιδιώξεις της Τουρκίας και πρόσωπα που δεν τις ευνοούν, φαίνεται και στο επεισόδιο που σχετίζεται με την επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο, Ανδρούλλα Καμιναρά. Η Καμιναρά διορίστηκε στη θέση της επικεφαλής της Αντιπροσωπείας στην Κύπρο στις 16 Απριλίου 2008, μετά από μια επιτυχημένη καριέρα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πριν επιστρέψει στην Κύπρο, η Καμιναρά είχε διατελέσει διευθύντρια για θέματα ποιότητας των παρεμβάσεων στη Γενική Διεύθυνση Συνεργασίας της Επιτροπής, ενώ την περίοδο 2003-2006 ήταν προϊστάμενη της μονάδας συντονισμού έργων με χώρες της Αφρικής και της Καραϊβικής. Σε γενικές γραμμές η Καμιναρά ασκεί με μετριοπάθεια τα

117


καθήκοντά της, χωρίς οι πολιτικές της απόψεις να είναι γνωστές στο ευρύ κοινό, ενώ κατά την περίοδο του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν δεν είχε διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο, εφόσον εξάλλου την περίοδο εκείνη οι ασχολίες της αφορούσαν σε χώρες της Αφρικής. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για τον Ντάουνερ. Στις 30 του Μάη η Σόνια Μπάχμαν συζητούσε με τον Οζντίλ Ναμί και την τουρκοκυπριακή αντιπροσωπεία, οι οποίοι εξέφρασαν την έλλειψη εμπιστοσύνης τους για την Καμιναρά, θεωρώντας πως πληροφορεί τους Ελληνοκύπριους για όσα λέγονται. Η τουρκοκυπριακή πλευρά ζήτησε όπως οι επαφές τους με την Ευρωπαϊκή Ένωση γίνονται μέσω του εμπειρογνώμονα επί ευρωπαϊκών θεμάτων του ΟΗΕ. Η απάντηση του Ντάουνερ σε αυτή την κατηγορία μιας υψηλόβαθμης αξιωματούχου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (όχι της Κυπριακής Δημοκρατίας) ήταν πολύ απλά: «Έχουν απόλυτο δίκαιο για την Καμιναρά (they are dead right about Kaminara)». Στις 12 Ιουλίου του 2009 η Καμιναρά πληροφορεί την Επιτροπή πως ο Ντάουνερ την είχε πληροφορήσει πως οι ηγέτες θα επιθυμούσαν την βοήθεια ενός εμπειρογνώμονα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί τραπεζικών ζητημάτων, με σκοπό να εξηγήσει με περισσότερη λεπτομέρεια το τραπεζικό κοινοτικό κεκτημένο και ότι θα έπρεπε να επικοινωνήσουν σχετικά με τον Ντάουνερ. Η πληροφορία φθάνει στο μέλος της Διεύθυνσης Διεύρυνσης Georg Ziegler, για το οποίο ο αποβιώσας Τάσσος Παπαδόπουλος είχε επανειλημμένα δηλώσει ότι εργαζόταν εναντίον των συμφερόντων της

118


Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Ziegler απέστειλε άμεσα επιστολή στην ομάδα Ντάουνερ. Η ομάδα Ντάουνερ απάντησε άμεσα προς τον Ziegler ότι ο Ντάουνερ δεν είχε ζητήσει την βοήθεια εμπειρογνώμονα, αλλά είχε απλώς εκφράσει γενικά την άποψη πως η βοήθεια στους τομείς αυτούς θα ήταν χρήσιμη. Με δεδομένο ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν επιθυμούσε την υπέρμετρη εμπλοκή εμπειρογνωμόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην διαδικασία, η αποστολή εμπειρογνώμονα δεν θα ήταν επιθυμητή. Ο διάλογος και η προσέγγιση Μπάχμαν-Ziegler εμφαίνεται στo πιο κάτω εσωτερικό σημείωμα που απέστειλε η Μπάχμαν προς τον Ντάουνερ στις 12 Ιουνίου 2009: «Φαίνεται πως η Καμιναρά κινητοποίησε τις Βρυξέλλες με τις εσφαλμένες πληροφορίες και δημιούργησε αναστάτωση. Πρέπει να είσαι προσεκτικός όταν μιλάς μαζί της. Μίλησα με τον Georg από την Διεύθυνση Διεύρυνσης σήμερα το πρωί και μου είπε πως δεν την θέλει ως διαμεσολαβητή για αιτήματα λόγω των τουρκοκυπριακών ευαισθησιών και για τον λόγο αυτό συνεννοηθήκαμε με τον Όλι Ρεν να έχουμε ως σύνδεσμό μας τον van Nuffel. Του είπα ότι την είχες απλώς ενημερώσει γενικά και ότι τυχόν ερωτήματά μας θα αποστέλλονταν μέσω του van Nuffel, όπως έχουμε συμφωνήσει»

Πρέπει να δεχθείτε τις εγγυήσεις Σε συνάντησή του με τον Επίτροπο Όλι Ρεν στις 12 Φεβρουαρίου 2009, ο Ντάουνερ σημείωσε πως η ελληνική κυβέρνηση, αν και δεν ήταν σημαντικός παίκτης, ήταν πολύ βοηθητική. Σημείωσε όμως πως η τότε Υπουργός Εξωτερικών

119


της Ελλάδας Ντόρα Μπακογιάννη, αν και είχε υποστηρίξει το σχέδιο Ανάν, φαινόταν τώρα να έχει σκληρύνει την στάση της. Αντίθετα ο τότε ηγέτης της αντιπολίτευσης (και νυν Πρωθυπουργός) Γιώργος Παπανδρέου φαινόταν, σύμφωνα με τον Ντάουνερ, πιο διατεθειμένος να επέμβει θετικά στην διαδικασία. Για μια ακόμη φορά ο Ντάουνερ διαχώριζε σε φίλους και εχθρούς, ανάλογα με την στάση τους απέναντι στο σχέδιο Ανάν, θεωρώντας πως η λύση θα συνιστά στην ουσία της επαναφορά του πλαισίου λύσης που είχε καθοριστεί από το εν λόγω σχέδιο. Στη συνάντησή του με την Ντόρα Μπακογιάννη στις 20 Μαΐου 2009, ο Ντάουνερ προσπάθησε να πείσει την Μπακογιάννη για την σκοπιμότητα της αποδοχής των εγγυητικών δικαιωμάτων. Η Μπακογιάννη απάντησε πως θα ήταν πολύ δύσκολο να γίνει αποδεκτό σύστημα εγγυήσεων για ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διερωτήθηκε για την σκοπιμότητα του συστήματος εγγυήσεων μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ο Ντάουνερ απάντησε πως ούτε η Τουρκία, ούτε οι Τουρκοκύπριοι θα πείθονταν με αυτό το επιχείρημα και υπέβαλε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να επιδείξει ευελιξία. Ο Ντάουνερ πρόσθεσε πως θα μπορούσε να αναζητηθούν τροποποιήσεις στη Συνθήκη Εγγυήσεως, παρά να εγκαταλειφθεί αυτή. Κατά την συνάντησή του με την Μπακογιάννη δηλαδή, ο Ντάουνερ προσπάθησε να πιέσει την ελληνική κυβέρνηση να αποδεχθεί την διατήρηση των εγγυητικών δικαιωμάτων, με το αιτιολογικό ότι η Τουρκία τις επιθυμούσε. Ο Ντάουνερ πρόσθεσε επίσης ότι είχε συναντηθεί με τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου δύο 120


ημέρες προηγουμένως και τον βρήκε εντυπωσιακό. Κατά την συνάντηση με τον Νταβούτογλου, ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας είχε επισημάνει στον Ντάουνερ ότι οι Ελληνοκύπριοι θα έπρεπε να αποδεχθούν τις πραγματικότητες επί του εδάφους και να σταματήσουν να «ονειρεύονται ξύπνιοι». Επισήμανε επίσης ότι ο αποβιώσας Τάσσος Παπαδόπουλος είχε κατορθώσει με την «προπαγάνδα του απέναντι στην ειρήνη» να πείσει τους Ελληνοκύπριους να καταψηφίσουν το σχέδιο Ανάν, προσθέτοντας πως δυστυχώς για τους Ελληνοκυπρίους μια αλλαγή στην υφιστάμενη κατάσταση δεν θα ήταν συμφέρουσα. Δεν μπορούμε παρά να διερωτηθούμε τι από τα πιο πάνω εντυπωσίασε τόσο τον Ντάουνερ. Στη συνάντηση του Ντάουνερ με τον Γραμματέα του τουρκικού Υπουργείο Εξωτερικών Απακάν στην Άγκυρα, στις 18 Μαΐου του 2009, δηλαδή κατά την ίδια ημέρα κατά την οποία συναντήθηκε με τον Νταβούτογλου, ο Απακάν τόνισε πως η Τουρκία δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί την υποχρεωτική μετακίνηση εποίκων. Ο Ντάουνερ τον διαβεβαίωσε πως αυτό δεν θα συνέβαινε, εφόσον το θεωρούσε ως ηθικά αμφισβητούμενη ενέργεια. Ο Ντάουνερ σχολίασε πως άποψή του ήταν πως η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποδεχόταν την συμφωνία των μερών, οποιαδήποτε κι αν ήταν αυτή. Ούτε υποχρεωτική μετακίνηση εποίκων επομένως, ούτε τερματισμός των εγγυητικών δικαιωμάτων θα έπρεπε να αναμένεται από την διαδικασία, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του «αντικειμενικού» κ. Ντάουνερ. Λίγες ημέρες προηγουμένως, στις 8 Απριλίου 2009, ο Ντάουνερ είχε συναντηθεί με τον Ταλάτ. Ο Ταλάτ υπογράμμισε ότι για την 121


τουρκοκυπριακή πλευρά η διακυβέρνηση ήταν το πλέον σοβαρό ζήτημα. Αντίθετα για τους Ελληνοκυπρίους το πιο σοβαρό ζήτημα ήταν το περιουσιακό, διότι αυτό συμβόλιζε χρήματα. Ο Ντάουνερ απάντησε χαμογελώντας πως όντως «τα χρήματα στην τσέπη τους είναι δημοφιλή», αν και δέχθηκε ότι υπάρχουν και συναισθηματικοί λόγοι που επηρεάζουν την διαπραγμάτευση για το περιουσιακό. Ο Ταλάτ δήλωσε ότι η ρητορική Χριστόφια ήταν καλή, αλλά όχι και οι πράξεις του. Οι Ελληνοκύπριοι ενεργούσαν στη βάση πολιτικού τυχοδιωκτισμού και όχι αρχών. Ο Ντάουνερ διευκρίνισε όμως ότι ο Αναστασιάδης ήταν «καλός τύπος» (good guy). Ο Ταλάτ συμφώνησε.

Το κατά Ντάουνερ Ευαγγέλιο Θεωρώντας προφανώς ότι η Εκκλησία της Κύπρου διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των απόψεων των Ελληνοκυπρίων στο κυπριακό, η ομάδα ασχολήθηκε εκτενώς με την ιστορία της Εκκλησίας και με τη σύνθεση της Ιεράς Συνόδου, ενώ είχε και επαφές με συγκεκριμένους ιεράρχες, τους οποίους θεωρούσε φιλικούς προς τις θέσεις της. Σύμφωνα με την πάγια πρακτική της Ομάδας Ντάουνερ οι ιεράρχες διακρίνονται αξιολογικά, με βάση τις θέσεις τους στο κυπριακό. Σε εσωτερικό σημείωμα, ημερομηνίας 7 Απριλίου 2009, το οποίο ετοίμασε ο Στήβεν Μπουρκ, γίνεται μια περιληπτική αποτίμηση της ιστορίας της Εκκλησίας της Κύπρου, από της ιδρύσεώς της μέχρι και την εκλογή του νυν Αριχεπισκόπου Χρυσοστόμου Β'. Αναφερόμενος στη νυν σύνθεση της Ιεράς

122


Συνόδου, ο Μπουρκ προβαίνει σε έναν εξαιρετικά ενδιαφέρον (αν και αυθαίρετο) διαχωρισμό των ιεραρχών σε «συντηρητικούς» και «φιλελεύθερους», ενώ σε μία τρίτη κατηγορία τοποθετεί έναν ιεράρχη τον οποίο χαρακτηρίζει ως «άγνωστης τοποθέτησης», προφανώς ελλείψει επαρκούς πληροφόρησης. Υποστηρίζει επίσης ότι «σε αντίθεση με το 2004, η Εκκλησία της Κύπρου δεν μιλά πλέον με μία φωνή», ενώ αναφέρει ότι πλέον «πολλοί υποστηρικτές του φιλελεύθερου Νικηφόρου έχουν τοποθετηθεί σε θέσεις-κλειδιά της Εκκλησίας και τα οικονομικά, που ήταν διαθέσιμα το 2004, είναι λιγότερο συγκεντρωτικά σήμερα». Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσια την κατηγοριοποίηση στην οποία προβαίνει ο Μπουρκ: «Μεταξύ των τωρινών δεκαεπτά μελών της Ιεράς Συνόδου, οι ακόλουθοι είναι συντηρητικοί: · Αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου Χρυσόστομος Β' ·

Μητροπολίτης Πάφου Γεώργιος

·

Μητροπολίτης Κιτίου Χρυσόστομος

·

Μητροπολίτης Κηρυνείας Παύλος

·

Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος

· Επίσκοπος Καρπασίας (Bishop of Karpas) Χριστόφορος Τσιάκκας ·

Επίσκοπος Αμαθούντος Νικόλαος

· Επίσκοπος Λήδρας Επιφάνειος (Ηγούμενος Μονής Μαχαιρά) ·

Επίσκοπος Νεαπόλεως Πορφύριος 123


·

Επίσκοπος Γρηγόριος της Μεσαορίας

Και οι ακόλουθοι είναι φιλελεύθεροι: ·

Επίσκοπος Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος

·

Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος

·

Επίσκοπος Αμμοχώστου και Κωνσταντίας Βασίλειος

·

Επίσκοπος Αρσινόης Νεκτάριος

· Επίσκοπος Τριμυθούντος Βαρνάβας (Ηγούμενος Σταυροβουνίου) ·

Επίσκοπος Ταμασσού και Ορεινής Ησαΐας.

Η τοποθέτηση του ακόλουθου είναι άγνωστη: · Επίσκοπος Χύτρων Λεόντιος (Ηγούμενος Μονής Αγίου Νεοφύτου)». Έχοντας προφανώς υπόψη την πιο πάνω αξιολογική κατηγοριοποίηση, στα πλαίσια της οποίας όπως είναι αντιληπτό η έννοια «φιλελεύθερος» έχει θετικό και η έννοια «συντηρητικός» αρνητικό περιεχόμενο, ο Ντάουνερ συναντήθηκε τον Ιούλιο του 2009 με τον Επίσκοπο Κύκκου Νικηφόρο και τον Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο. Σε εσωτερικό σημείωμα, στο οποίο γίνεται αναφορά στην εν λόγω συνάντηση, η Σόνια Μπάχμαν συνοψίζει ορισμένες από τις πιο σημαντικές αναφορές των δύο ιεραρχών. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ο Κύκκου Νικηφόρος υποστήριξε κατά τη συνάντηση τα εξής: «Η ειρήνη είναι στα χέρια μας», «όλοι μας πρέπει να θυσιάσουμε κάτι», «πιστεύω ότι μπορούμε να ζήσουμε μαζί ενωμένοι. Αν το θέλουμε, μπορεί να γίνει». Στον Μόρφου Νεόφυτο αποδίδονται τα εξής: «Η Εκκλησία είναι διχασμένη, σε αντίθεση με το 2004», «Σε μια λύση ο καθένας πρέπει να 124


αισθάνεται ασφαλής», «Μια λύση θα δημιουργήσει οικονομικές ευκαιρίες», «Οι Κύπριοι λαμβάνουν υπόψη τι λέει ο Πρόεδρος», «Τα ΜΜΕ πάντοτε θα είναι εναντίον, κυρίως αν δουν ότι γίνεται πρόοδος», «Η ιδιοκτησία είναι σημαντική», «Η τωρινή προσέγγιση διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο ηγετών είναι ορθή», «Μετά τη λύση είναι σημαντικό να επαναρχίσει η λειτουργία των εκκλησιών στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία».

Συμπεράσματα Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι η ομάδα των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, αντί να ενεργεί σε συμφωνία με τα ψηφίσματα του ίδιου του ΟΗΕ, αντίθετα επιδιώκει την προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών θέσεων και, προφανώς, την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων. Με αυτό ως δεδομένο, ο Ντάουνερ και οι συνεργάτες του, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον στις σχέσεις τους με την ελληνοκυπριακή κοινότητα, συνεργάζονται αποκλειστικά με όσους συμφωνούν με τις θέσεις τους, ενώ χλευάζουν και υπονομεύουν αυτούς που επιλέγουν διαφορετικές από τη δική τους προσεγγίσεις στο κυπριακό. Επιδιώκουν να ενημερώνονται για θέματα που δεν είναι της αρμοδιότητάς τους, συλλέγοντας κάθε λογής πληροφορίες ακόμα και για τις προσωπικές σχέσεις, απόψεις και δραστηριότητες διαφόρων παραγόντων που θεωρούν ότι έχουν πολιτικό εκτόπισμα. Επιπλέον, έχουν την τάση να εξάγουν συμπεράσματα τα οποία συμβαδίζουν με τις επιθυμίες τους, ακόμα και αν αυτά δεν υποστηρίζονται από την αντικειμενική

125


εξέταση της πραγματικότητας. Το γεγονός αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αδυναμία των εν λόγω ατόμων να προβαίνουν σε αντικειμενικές πολιτικές διαγνώσεις, ως επίσης και με το γεγονός ότι σχετίζονται αποκλειστικά και μόνο με κοινωνούς μίας συγκεκριμένης προσέγγισης στο κυπριακό, την οποία οι ίδιοι εγκρίνουν. Συμπεριφερόμενοι λοιπόν με καθαρά πολιτικά κριτήρια, πανηγυρίζουν όταν ερμηνεύουν κάποια εξέλιξη ως θετική για τις θέσεις τους και προβληματίζονται όταν θεωρούν ότι, σε μια δεδομένη σύγκρουση απόψεων, επικρατούν οι φορείς της αντίθετης άποψης. Αυτοί που είπαν όχι το 2004 θα πρέπει τώρα να ηττηθούν.

126


Ôï öéÜóêï ôïõ Ëéìíßôç

Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων Η απόφαση του καθεστώτος Ντενκτάς στις 23 Απριλίου 2003, με την οποία επέτρεψε υπό όρους την μετάβαση Ε λ λη ν ο κ υ π ρ ί ω ν σ τ ι ς κα τ ε χό μ ε ν ε ς π ε ρ ι ο χ έ ς κα ι Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνιστούσε μια στρατηγική ενέργεια από τουρκικής πλευράς. Συγκεκριμένα, με την κίνηση αυτή επιδιώχθηκαν δύο κατά κύριο λόγο στόχοι: α) Να κατευναστούν οι αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων, οι οποίες οφείλονταν κυρίως στην αδυναμία κάρπωσης των οφελών της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Τουρκοκύπριοι βρίσκονταν πριν από το 2003 σε δεινή οικονομική θέση λόγω της τουρκικής κατοχής και είχαν αρχίσει να αντιδρούν, συνειδητοποιώντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα εντασσόταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς αυτοί να μπορούν να το εκμεταλλευθούν. Με την υπό όρους διάνοιξη ορισμένων οδοφραγμάτων και την υπό όρους διακίνηση, οι Τουρκοκύπριοι μπορούν πλέον να εργάζονται ελεύθερα στις ελεύθερες περιοχές (και μάλιστα χωρίς να καταβάλλουν φόρους), να επωφελούνται από τα

127


κυβερνητικά μέτρα στήριξης της τουρκοκυπριακής κοινότητας και να αποκτούν ευρωπαϊκές ταυτότητες και την ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπρόσθετα το βιοτικό επίπεδο των κατεχομένων σημείωσε αύξηση χάρη στο εμπόριο μέσω της πράσινης γραμμής, τα κέρδη από την οικοδομική βιομηχανία και την διοχέτευση πλούτου από τις ελεύθερες περιοχές προς τα κατεχόμενα (κυρίως λόγω των χρημάτων που ξοδεύουν οι Ελληνοκύπριοι στα κατεχόμενα). Τα πιο πάνω συνέβαλαν ώστε οι Τουρκοκύπριοι να διαβεβαιωθούν πως το καθεστώς ενεργεί υπέρ των καλώς νοούμενων συμφερόντων τους, εφόσον μεριμνά για την αναγωγή τους σε Ευρωπαίους πολίτες, χωρίς να παραχωρήσει ως αντιστάθμισμα οποιαδήποτε ανταλλάγματα (ψευδο) κρατικής κυριαρχίας. β) Να καταρριφθεί, έστω και μερικώς, η διεθνής εικόνα αδιαλλαξίας της Τουρκίας (στόχος που επιτεύχθηκε πλήρως μετά το δημοψήφισμα του 2004). Με την κίνηση αυτή στάλθηκε στην διεθνή κοινότητα το μήνυμα ότι το πρόβλημα έχει μεταλλαχθεί οριστικά από πρόβλημα εισβολής και κατοχής σε διακοινοτικό (και σύμφωνα με την τουρκοκυπριακή προσέγγιση σε διακρατικό). Με την μερική διάνοιξη των οδοφραγμάτων, έτυχε εκμετάλλευσης η επιθυμία των Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων να επισκεφθούν τις πατρογονικές τους εστίες, κατά τρόπο ώστε να καθιερωθούν διαδικασίες και θεσμοί για την διέλευση προς και από τα κατεχόμενα, υπό την κάλυψη του τουρκικού στρατού κατοχής, οι οποίοι να χρησιμοποιηθούν για την αναβάθμιση του ψευδοκράτους. Η υποχρεωτική επίδειξη διαβατηρίων/ ταυτοτήτων για διέλευση ενός Ελληνοκυπρίου εντός της 128


χώρας του και η αναγωγή των Ελληνοκυπρίων σε απλούς προσκυνητές ή τουρίστες στις πατρογονικές εστίες τους, αξιοποιήθηκαν ως επικοινωνιακά πλεονεκτήματα από πλευράς της Τουρκίας. Η Τουρκία με την διάνοιξη των οδοφραγμάτων ουσιαστικά επιχείρησε -και σε μεγαλο βαθμό πέτυχε- την παγίωση των τετελεσμένων της κατοχής σε επικοινωνιακό επίπεδο. Αναμφίβολα, η κίνηση Ντενκτάς τον Απρίλιο του 2003 αιφνιδίασε την κυβέρνηση Παπαδόπουλου, η οποία δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη και ακολούθησε μια αμήχανη και παθητική στάση, δίνοντας στους πολίτες το προνόμιο να καθορίσουν από μόνοι τους τις εξελίξεις. Η διάνοιξη των οδοφραγμάτων από την μια προκαλούσε δυνατότητες για περαιτέρω προσέγγιση μεταξύ των δύο κοινοτήτων και για αύξηση της αλληλεπίδρασης και της δημιουργίας κοινωνικής επαναπροσέγγισης. Από την άλλη όμως, η διάνοιξη των οδοφραγμάτων δημιουργούσε ανησυχία για πιθανή νομιμοποίηση της κατοχής και εμπέδωση της νοοτροπίας της «καλής γειτονίας» μεταξύ των δύο «κρατιδίων». Η μεγαλύτερη ανησυχία δηλαδή των Ελληνοκυπρίων υπήρξε η εμπέδωση της τρέχουσας κατάστασης πραγμάτων, μέσα από την ψυχολογική αποδοχή και διεθνή νομιμοποίηση των κατοχικών δεδομένων. Γεγονός είναι ότι στην πράξη το άνοιγμα διόδων δεν κατέστη δυνατόν μέχρι σήμερα να μεταβάλει τις επικρατούσες αντιλήψεις στην τουρκοκυπριακή κοινότητα ως προς την μορφή της επιδιωκόμενης λύσης, ενώ αντίθετα η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των Τουρκοκυπρίων οδήγησε σε επιπρόσθετο σκεπτικισμό και απροθυμία στην τουρκοκυπριακή κοινότητα ως προς την σκοπιμότητα μιας 129


λύσης με την οποία να παραχωρούνται κεκτημένα. Σε ό,τι αφορά την Τουρκία, αυτή εκμεταλλεύθηκε την μερική ελευθερία διακίνησης, μέσα στα πλαίσια της νέας επικοινωνιακής πολιτικής που ακολούθησε μετά το 2004, ότι δηλαδή το πρόβλημα είναι οι Ελληνοκύπριοι, σε αντίθεση με την ίδια που δεν συνιστά «μέρος του προβλήματος, αλλά μέρος της λύσης». Έκτοτε, το πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού επηρεάζεται, σε κάποιο βαθμό, από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και την υπό όρους δυνατότητα διακίνησης και επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Στις 3 Απριλίου 2008 άνοιξε το οδόφραγμα της οδού Λήδρας, γεγονός που θεωρήθηκε ως συμβολικό της πρόθεσης για πρόοδο της νέας διαδικασίας από τις δύο πλευρές. Οι πανηγυρισμοί με μπαλόνια και ο παραλληλισμός με το τείχος του Βερολίνου, έστειλαν εμφανώς εσφαλμένα μηνύματα προς την διεθνή κοινότητα, εφόσον για μια ακόμα φορά το πρόβλημα παρουσιάστηκε ως πρόβλημα επικοινωνίας των δύο κοινοτήτων της νήσου, αντί ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής τμήματος της νήσου από μια κατοχική δύναμη.

Η λιμνιτοποίηση του κυπριακού Σε αντίθεση με το οδόφραγμα της Λήδρας και τον συμβολικό του χαρακτήρα, το αίτημα για διάνοιξη του οδοφράγματος του Λιμνίτη είχε πρωτίστως ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Οι κάτοικοι της περιοχής του Πύργου Τηλλυρίας έχουν θρηνήσει ζωές, αναμένοντας τα ασθενοφόρα να φτάσουν στην περιοχή τους, κάτι που θα μπορούσε να

130


αποφευχθεί αν τα ασθενοφόρα θα μπορούσαν να περάσουν μέσα από τις κατεχόμενες περιοχές. Επιπρόσθετα η μεγάλη απόσταση μεταξύ της περιοχής της Τυλληρίας και της πρωτεύουσας Λευκωσίας θα μειωνόταν, γεγονός που θα παρείχε ανακούφιση στους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι αισθάνονται απομονωμένοι από την υπόλοιπη Κύπρο λόγω της μεγάλης χρονικής απόστασης που απαιτείται για την μετακίνησή τους. Το θέμα της διάνοιξης του σημείου διέλευσης στον Λιμνίτη βρισκόταν εξ αρχής στην ημερήσια διάταξη των συναντήσεων Χριστόφια-Ταλάτ. Η αρχική συμφωνία των δύο ηγετών αναφερόταν σε ταυτόχρονη διάνοιξη των οδοφραγμάτων Λήδρας και Λιμνίτη, κάτι το οποίο όμως δεν κατέστη δυνατόν λόγω της απροθυμίας της τουρκοκυπριακής πλευράς. Στις 8 Αυγούστου 2008 περίπου 1,100 Τουρκοκύπριοι μετέβηκαν, μέσω Λιμνίτη, στο χωριό Κόκκινα για να γιορτάσουν την 44η επέτειο της λεγόμενης αντίστασης των Κοκκίνων. Αν και οι κάτοικοι του Πύργου είχαν ζητήσει να ανοίξει το οδόφραγμα στις 2 Σεπτεμβρίου για να μεταβούν με την σειρά τους, μέσω Λιμνίτη, στην εκκλησία του Αγίου Μάμαντος στην κατεχόμενη Μόρφου, όπου θα τελείτο εσπερινός, εντούτοις η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν ικανοποίησε το αίτημα. Ο Γιώργος Ιακώβου απεχώρησε στις 29 Αυγούστου 2008 από την επικείμενη συνάντησή του με τον Ναμί, ως ένδειξη διαμαρτυρίας, μόλις του ανακοινώθηκε η απόφαση της τουρκοκυπριακής πλευράς να μην επιτρέψει την διέλευση των κατοίκων του Πύργου. Κατά τις διαπραγματεύσεις η τουρκοκυπριακή πλευρά έθεσε ως προϋπόθεση για την διάνοιξη του οδοφράγματος του 131


Λιμνίτη, την μεταφορά καυσίμων στο θύλακα των Κοκκίνων και την ηλεκτροδότηση των Κοκκίνων. Η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε απορρίψει το αίτημα, θεωρώντας ότι τα υγρά καύσιμα συνιστούν ουσιαστικά πυρομαχικά. Περαιτέρω, η ελληνοκυπριακή πλευρά τάχθηκε κατ' αρχήν εναντίον οποιωνδήποτε παραχωρήσεων συνιστούσαν στην πράξη συνδιαλλαγή με και παροχή διευκολύνσεων προς τον τουρκικό κατοχικό στρατό και όχι προς τους Τουρκοκύπριους. To θέμα της διάνοιξης του οδοφράγματος του Λιμνίτη εξελισσόταν σε «καυτή πατάτα» για τις διαπραγματεύσεις. Αν οι δύο ηγέτες δεν ήταν ικανοί να λύσουν ένα καθαρά ανθρωπιστικό θέμα, όπως αυτό του Λιμνίτη και να εφαρμόσουν την συμφωνία στην οποία υποτίθεται ότι είχαν καταλήξει πριν ακόμα ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις για διάνοιξη των οδοφραγμάτων Λήδρας και Λιμνίτη, τότε ποιος θα μπορούσε να πιστέψει πως θα ήταν ικανοί να λύσουν το κυπριακό; Ο Χριστόφιας βρισκόταν σε ιδιαίτερα σε ιδιαίτερα δεινή διαπραγματευτική θέση, με δεδομένο ότι η αρχική θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς αφορούσε σε ταυτόχρονη διάνοιξη των οδοφραγμάτων Λήδρας και Λιμνίτη, κάτι που δεν έγινε στην βάση της ρητής δέσμευσης ότι η διάνοιξη του σημείου διέλευσης του Λιμνίτη θα ήταν θέμα ημερών. Όσο περνούσε όμως ο καιρός, η απογοήτευση μεγάλωνε. Στις 13 Μαρτίου 2009, κατά την συνάντηση ΙακώβουΝαμί, ο Ιακώβου εξέφρασε την απογοήτευσή του για την μεταβολή της στάσης της Τουρκοκυπριακής πλευράς. Ο Ιακώβου δήλωσε πως η ικανοποίηση των αιτημάτων της τουρκοκυπριακής πλευράς σε σχέση με τα Κόκκινα ήταν αδύνατη, διότι αυτά θα παρείχαν διευκολύνσεις ουσιαστικά 132


στον κατοχικό στρατό. Δήλωσε εντούτοις την ετοιμότητα της ελληνοκυπριακής πλευράς να εξετάσει ανθρωπιστικά ζητήματα, όπως επισκέψεις συγγενών των στρατιωτών, υπό την προϋπόθεση ότι τα Κόκκινα σταδιακά θα έπαυαν να είναι περιοχή αντιπαράθεσης. Ο Ιακώβου δήλωσε επίσης ότι θα ήταν διατεθειμένοι να δώσουν πρόσβαση σε καύσιμα και προμήθειες ανθρωπιστικής φύσης, σε πρόσωπα με τουρκοκυπριακές ταυτότητες, ανεξαρτήτως προέλευσης. Ο Ναμί όμως απάντησε ότι το θέμα της μείωσης του αριθμού των στρατευμάτων ή αλλαγή του καθεστώτος των Κοκκίνων, δεν ήταν στο τραπέζι. Παρομοίως απέρριψε την εισήγηση Ιακώβου, δυνάμει της οποίας οι Τουρκοκύπριοι στρατιώτες θα ήταν υποχρεωμένοι να μεταβαίνουν στους ελληνοκυπριακούς σταθμούς καυσίμων, ώστε να προμηθεύονται καύσιμα. Ο Ναμί ξεκαθάρισε ότι οι Τουρκοκύπριοι χρειάζονταν 3,000 κιλά ντίζελ την εβδομάδα (2,644 κιλά για την λειτουργία των δύο ηλεκτρογεννητριών που βρίσκονταν στα Κόκκινα και τα υπόλοιπα 356 κιλά για τις ανάγκες των οχημάτων και της κουζίνας). Κατά την συνάντηση Χριστόφια και Ταλάτ της ίδιας ημέρας, η ιδέα Ντάουνερ για «πολιτοποίηση» (civilianizing) των Κοκκίνων τέθηκε κάπως διαφορετικά. Αρχικά ο Ιακώβου φαινόταν να αντιλαμβάνεται την ιδέα ως συνεπαγόμενη ότι τα Κόκκινα θα έπαυαν σταδιακά να συνιστούν περιοχή αντιπαράθεσης και στρατιωτική περιοχή, προσέγγιση που απορρίφθηκε από την τουρκοκυπριακή πλευρά. Ακολούθως, ο Ζεριχούν προσέγγισε το ζήτημα της «πολιτοποίησης» των Κοκκίνων ως ακολούθως:

133


«Η μεταφορά πολιτών στον θύλακα , θα μπορούσε να συνιστά το 'φύλλο συκής', που να επιτρέψει την προμήθεια αγαθών και καυσίμων». Ο Ζεριχούν δηλαδή εισηγήθηκε ξεκάθαρα ότι η μεταφορά πολιτών στον θύλακα των Κοκκίνων θα λειτουργούσε ως ένα «φύλλο συκής», για να επιτραπεί η προμήθεια καυσίμων την οποία ζητούσε η τουρκοκυπριακή πλευρά και η οποία για την ελληνοκυπριακή πλευρά συνιστούσε κόκκινη γραμμή της διαπραγμάτευσης. Ουσιαστικά ο Ζεριχούν εισηγήθηκε πως με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να ξεγελαστεί η κυπριακή κοινή γνώμη. Και όλα αυτά διαδραματίζονταν στην παρουσία του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο οποίος δεν αντέδρασε σε όσα ανέφερε ο Ζεριχούν. Στις 21 Μαΐου 2009 οι Χριστόφιας και Ταλάτ δεν κατάφεραν να φθάσουν σε συμφωνία για το θέμα του Λιμνίτη. Ο Χριστόφιας πρότεινε προς τον Ταλάτ να του παραχωρήσει δωρεάν ηλεκτρικό ρεύμα, ώστε να μειωθούν σημαντικά οι ανάγκες σε καύσιμα του στρατιωτικού θύλακα των Κοκκίνων, πρόταση όμως που δεν έγινε αποδεκτή από τον Ταλάτ. Ο Χριστόφιας δήλωσε, κατά τις συνομιλίες, ότι είναι πολύ λυπημένος και ότι υπήρχε αδιέξοδο λόγω της αδιαλλαξίας του Ταλάτ, ο οποίος επέμεινε στην προμήθεια καυσίμων και επιπρόσθετα ζήτησε να δοθεί πέρασμα σε στρατιωτικό προσωπικό. Ο Ταλάτ απάντησε πως τα μέλη της Εθνικής Φρουράς, δηλαδή της στρατιωτικής δύναμης της Κυπριακής Δημοκρατίας, μπορούσαν να περνούν διαμέσου των οδοφραγμάτων και ότι το ίδιο θα έπρεπε να επιτρέπεται και στους στρατιώτες που είχαν ταυτότητα της «Τουρκικής

134


Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου», ανεξάρτητα αν αυτοί είναι έποικοι ή Τουρκοκύπριοι. Κατά την διέλευση θα φέρουν πολιτική περιβολή. Τα πρόσωπα αυτά ήταν μέλη της τουρκοκυπριακής κοινότητας και όχι ξένοι. Ο Χριστόφιας απάντησε πως όταν κάποιος έρχεται από στρατιωτικό θύλακα, γνωρίζεις ότι είναι στρατιώτης, ανεξάρτητα αν μόλις έχει φορέσει πολιτική περιβολή. Εξέφρασε την ανησυχία του για το γεγονός ότι αντιμετώπιζαν αδιέξοδο για ένα απλό σημείο διέλευσης και διερωτήθηκε τι προβλήματα θα είχαν να αντιμετωπίσουν για την συνολική επίλυση του προβλήματος. Περαιτέρω ο Χριστόφιας υπενθύμισε πως η διάνοιξη του Λιμνίτη θα είχε πλεονεκτήματα και για τους Τουρκοκύπριους κατοίκους της περιοχής και όχι μόνο για τους Ελληνοκύπριους. Άνθρωποι πεθαίνουν από καρδιακή προσβολή, διότι δεν μπορεί να φθάσει έγκαιρα το ασθενοφόρο, σημείωσε ο Χριστόφιας. Ο Ντάουνερ επέμεινε με την σειρά του ότι το ζήτημα ήταν σημαντικό στα μάτια του κοινού και ότι θα έπρεπε να βρεθεί κοινή προσέγγιση. Ο Ταλάτ όμως απάντησε πως ήταν εξ αρχής γνωστό ότι η περιοχή ήταν στρατιωτική ζώνη και θα ήταν αδύνατον να πει στους ψηφοφόρους του ότι αποφάσισαν την διάνοιξη των οδοφραγμάτων, χωρίς να τους δίνουν την δυνατότητα να πάνε στα Κόκκινα. Ο Χριστόφιας δήλωσε εκνευρισμένα ότι έπρεπε να προστατεύσει την αξιοπρέπειά του και να σεβαστεί τον κυπριακό λαό. Δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί την διέλευση στρατιωτών. Ο Ταλάτ δήλωσε από την πλευρά του ότι οι προσπάθειες του Χριστόφια να τον εμποδίσει να συναντά τους υπουργούς

135


εξωτερικών άλλων χωρών στο γραφείο του ήταν απογοητευτικές. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην πρόσφατη παραίνεση Χριστόφια προς τον Υπουργό Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου κ. Μίλιμπαντ, να μην επισκεφθεί τον Ταλάτ στο γραφείο του. Κατηγόρησε επομένως τον Χριστόφια ότι ακολουθούσε την γραμμή του προκατόχου του, Τάσσου Παπαδόπουλου. Ο Χριστόφιας απάντησε πως αυτός είναι τούρκικος τρόπος να βρίσκει κανείς δικαιολογίες. Ο ίδιος δεν είχε απαγορεύσει στον Ταλάτ να συναντάται με όποιον επιθυμεί στα κατεχόμενα, εφόσον πάντως οι Υπουργοί Εξωτερικών ξένων κρατών δεν συναντιόνταν μαζί με τον Ταλάτ στο λεγόμενο Προεδρικό μέγαρο. Ο Χριστόφιας υπενθύμισε ότι ο ίδιος δεν είχε ποτέ εκβιάσει τον ΟΗΕ, με το να ζητήσει την αφαίρεση αναφοράς σε δικαστική απόφαση (αναφερόμενος στην διαγραφή της υπόθεσης Όραμς από την Έκθεση του Γενικού Γραμματέα). Η λιμνιτοποίηση του κυπριακού προβλήματος ήταν γεγονός. Ξαφνικά το αυτονόητο, δηλαδή η διάνοιξη ενός οδοφράγματος για ανθρωπιστικούς λόγους, κατέστη πεδίο έντονης διαπραγμάτευσης που απειλούσε να τινάξει τις διαπραγματεύσεις στον αέρα, με τον Χριστόφια να προσφέρει στον Ταλάτ δωρεάν ηλεκτροδότηση ως αντάλλαγμα για την διάνοιξη του οδοφράγματος και τον Ταλάτ να ζητά, ως συνήθως, περισσότερα. Αν για μια ασήμαντη συγκριτικά συμφωνία επί ενός δευτερεύοντος ζητήματος, υπήρχαν τόσες αλλαγές στάσης από την τουρκοκυπριακή πλευρά και απαιτούνταν τόσες παραχωρήσεις, είναι εμφανές πως οι Ελληνοκύπριοι θα έχαναν κάθε εμπιστοσύνη προς την διαδικασία. 136


Ο Χριστόφιας συναντήθηκε με τον Ντάουνερ στις 21 Μαΐου 2009. Δήλωσε απογοητευμένος από την στάση του Ταλάτ, τον οποίο θεώρησε ότι υποκύπτει στις βουλήσεις του κατοχικού στρατού. Σημείωσε πως οι κάτοικοι του Πύργου ήταν οργισμένοι με τον Ταλάτ. Πρόσθεσε πως 80% των κατοίκων της περιοχής είχαν ψηφίσει όχι στο σχέδιο Ανάν. Οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσε να κλείσουν άλλα σημεία διέλευσης. Ο ίδιος ο Χριστόφιας αντιμετώπιζε κριτική από την αντιπολίτευση και οι ευρωεκλογές πλησίαζαν. Το ζήτημα του Λιμνίτη θα έπρεπε να λυθεί.

Διευκολύνοντας τον κατοχικό στρατό Το άνοιγμα του οδοφράγματος του Λιμνίτη αποφασίστηκε τελικά στις 26 Ιουνίου 2009 κατά την διάρκεια της 34ης συνάντησης μεταξύ Χριστόφια και Ταλάτ. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, η Κυπριακή Δημοκρατία ανέλαβε να προμηθεύει τα Κόκκινα με δωρεάν ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ αποφασίστηκε ως συμβιβαστική λύση ότι η διακίνηση προσώπων που επιθυμούν να μεταβούν στα Κόκκινα θα γίνεται με την συνοδεία της UNFICYP, χωρίς όμως αυτοί να υπόκεινται σε έλεγχο. Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι θα γίνεται μεταφορά λογικών ποσοτήτων φαγητού, νερού και άλλων προμηθειών μη στρατιωτικού χαρακτήρα προς τα Κόκκινα με την συνοδεία της UNFICYP. Με την συμφωνία η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε προβεί σε μια σημαντικότατη υποχώρηση: είχε ουσιαστικά αποδεχθεί την παροχή διευκολύνσεων προς τον τουρκικό κατοχικό στρατό, καθώς και την διακίνηση εποίκων μέσα από το

137


οδόφραγμα του Λιμνίτη. Το πιο πάνω συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα από το εσωτερικό σημείωμα Ζεριχούν ημερομηνίας 26 Ιουνίου 2009, σε σχέση με το πραγματικό νόημα της συμφωνίας για τον Λιμνίτη, στο οποίο αναφέρεται: «Αν και ο ρόλος της UNFICYP παρέχει την απαιτούμενη κάλυψη και για τις δύο πλευρές, στην πραγματικότητα ο ρόλος μας είναι ελάχιστος, περιορισμένος ουσιαστικά στο να συνοδεύουμε οχήματα μερικές φορές την εβδομάδα. Η ασαφής γλώσσα της συμφωνίας επιτρέπει στο καθεστώς να λειτουργεί στη βάση σχέσεων εμπιστοσύνης και με βάση την αρχή 'μην ρωτήσεις και δεν θα πω' (don't ask, don't tell). Οποιαδήποτε εξέταση στην οποία τυχόν θα μπορούσαμε να προβούμε, θα είναι περιστασιακή και θα στοχεύει μόνο στην προστασία απέναντι σε χονδροειδείς παραβιάσεις». Με δεδομένο ότι ουδέποτε τα Ηνωμένα Έθνη αποδέχθηκαν ότι τα καύσιμα συνιστούν προμήθεια στρατιωτικού χαρακτήρα, όπως υπήρξε η θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς, καθίσταται σαφές ότι η μεταφορά καυσίμων μέσω των Κοκκίνων θα μπορεί να γίνεται με τη συνοδεία της UNFICYP, στην βάση της αρχής «μην ρωτήσεις και δεν θα πω». Εφόσον ο ρόλος της UNFICYP είναι απλώς να συνοδεύει τα οχήματα και όχι να εξετάζει το περιεχόμενο, ουδείς εμποδίζει την τουρκοκυπριακή πλευρά να θεωρεί ότι μέσα από την συμφωνία για τον Λιμνίτη έχει ικανοποιήσει τον βασικό της στόχο: να επιτρέπεται δηλαδή η μεταφορά καυσίμων προς τα Κόκκινα. Παρομοίως, η ανησυχία της ελληνοκυπριακής πλευράς για μη διέλευση στρατιωτών δεν ικανοποιήθηκε. Αντιθέτως, με την διατύπωση που επιλέχθηκε και την προσέγγιση των Ηνωμένων Εθνών στο θέμα, όπως 138


καθίσταται εμφανής από το εσωτερικό σημείωμα Ζεριχούν, ουσιαστικά η τουρκοκυπριακή πλευρά διασφάλισε την διέλευση στρατιωτών ή και εποίκων με τουρκοκυπριακή ταυτότητα, εφόσον αυτοί φέρουν πολιτική περιβολή. Με τον τρόπο αυτό η ελληνοκυπριακή πλευρά έπεσε στην διαπραγματευτική παγίδα της τουρκοκυπριακής πλευράς, υποχωρώντας από τις αρχικές της διαπραγματευτικές θέσεις για χάρη μιας «εποικοδομητικά ασαφούς» διατύπωσης στην τελική συμφωνία για τον Λιμνίτη, η οποία εξυπηρετεί τις αρχικές επιδιώξεις της τουρκοκυπριακής πλευράς. Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται ξεκάθαρα από την αντίληψη που έχουν και τα ίδια τα Ηνωμένα Έθνη ως προς την συμφωνία, τα οποία εξάλλου αντικρίζουν τις διατάξεις ως επικοινωνιακά ικανοποιητικές για αμφότερα τα μέρη, στη βάση της αρχικής τους λογικής για «φύλλο συκής» που να εξυπηρετεί την εικόνα. Το βασικό για τα Ηνωμένα Έθνη είναι όπως επιτευχθεί η συμφωνία με τρόπο που να επιτρέπει στην διαδικασία να προχωρήσει. Το γεγονός ότι η συμφωνία είναι ασαφής, κατά τρόπο που στο τέλος της ημέρας να μην παρέχει οποιαδήποτε εχέγγυα ορθής εφαρμογής, θεωρείται ως αδιάφορο. Πολιτική που διέπει την όλη διαδικασία είναι η αρχή «μην ρωτήσεις και δεν θα πω». Το γεγονός ότι νομιμοποιήθηκε η παροχή διευκολύνσεων προς τον κατοχικό στρατό και η διακίνηση στρατιωτών και εποίκων είναι αδιάφορο για τον ΟΗΕ: αρκεί να μην το αντιληφθούν οι Ελληνοκύπριοι ψηφοφόροι. Στις 7 Αυγούστου 2009 ο δρόμος του Λιμνίτη άνοιξε συμβολικά, έτσι ώστε να περάσει ένα ασθενοφόρο του

139


ιατρικού κέντρου Κάτω Πύργου Τηλλυρίας με προορισμό την Λευκωσία, μέσω Λιμνίτη. Προηγουμένως, ένα ασθενοφόρο από τα κατεχόμενα πέρασε στις ελεύθερες περιοχές και κατευθύνθηκε προς τα Κόκκινα. Η συμβολική αυτή διαδρομή των ασθενοφόρων δεν έχει μέχρι σήμερα δώσει την θέση της σε κάτι πιο ουσιαστικό. Τα δύο μέρη συμφώνησαν στην κατασκευή νέου δρόμου 6.5 χιλιομέτρων. Η UNDP εξέφρασε την πρόθεση για προκήρυξη διαγωνισμού προσφορών, στον οποίο θα μπορεί να συμμετάσχουν μόνο δικοινοτικές κοινοπραξίες. Αν και υπάρχει δέσμευση για παροχή χρηματοδότησης 900,000 δολλαρίων για να ξεκινήσει η διαδικασία, εντούτοις υπολογίζεται ότι θα απαιτηθούν περίπου 6-7 εκατομμύρια ευρώ για την ολοκλήρωση του έργου, χρήματα που επί του παρόντος αναζητούνται. Σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις θα χρειάζονταν περίπου πέντε μήνες για την διάνοιξη του σημείου διέλευσης του Λιμνίτη. Στην πραγματικότητα φαίνεται πως η διάνοιξη του σημείου διέλευσης θα χρειαστεί πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από εκείνο που αρχικά είχε υπολογιστεί. Όπως προκύπτει από εσωτερικό σημείωμα της UNDP, στις 3 Αυγούστου 2009 ο Ναμί ανακοίνωσε στην αντιπροσωπεία του ΟΗΕ ότι οι στρατιωτικές ανησυχίες της τουρκοκυπριακής πλευράς, καθιστούσαν αναγκαίο όπως τα τέσσερα χιλιόμετρα δρόμου που θα κατασκευαστούν στην τουρκοκυπριακή περιοχή, μη κατασκευαστούν κατά μήκος του παλαιού δρόμου, αλλά εξ αρχής και παράλληλα προς τον παλαιό δρόμο. Τα πιο πάνω υπήρξαν ρητό αίτημα των στρατιωτικών κατοχικών αρχών, οι οποίες δεν επιθυμούσαν την ύπαρξη ενός δημόσιου δρόμου που να διαπερνά τις στρατιωτικές τους 140


εγκαταστάσεις. Η απαίτηση Ναμί ουσιαστικά οδηγεί εκ των πραγμάτων στην αύξηση του κόστους υλοποίησης του έργου, όπως και στην υποχρεωτική παράταση του χρονικού διαστήματος που απαιτείται για την κατασκευή του νέου δρόμου και την διάνοιξη του οδοφράγματος του Λιμνίτη. Οι προθέσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς σύντομα επιβεβαιώθηκαν. Στις 2 Σεπτεμβρίου ματαιώθηκε το προσκύνημα Ελληνοκυπρίων πιστών στην εκκλησία του Αγίου Μάμα στην Μόρφου, απογοητεύοντας τους κατοίκους του Πύργου. Περαιτέρω, η αλλαγή της όδευσης, μετά από τις προαναφερθείσες απαιτήσεις του τουρκικού κατοχικού στρατού που κοινοποιήθηκαν στις 3 Αυγούστου 2009 από τον Ναμί, τίναξε ουσιαστικά στον αέρα τους υπολογισμούς της ελληνοκυπριακής πλευράς ως προς το χρονοδιάγραμμα και το κόστος κατασκευής του νέου δρόμου. Στο τέλος του 2009 η μελέτη των πολιτικών μηχανικών για κατασκευή του νέου δρόμου, δεν είχε ακόμα εγκριθεί λόγω της άρνησης του κατοχικού στρατού να επιτρέψει την διέλευση μέσα από την περιοχή που ελέγχει. Συνεπεία αυτού ο διαγωνισμός επιλογής των ενδιαφερόμενων εταιρειών για κατασκευή του δρόμου δεν είχε ακόμα ούτε καν προκηρυχθεί μέχρι τον Ιανουάριο του 2010. Ακόμα και οι πλέον αισιόδοξοι δεν αναμένουν πως θα υπάρξει σύντομα ουσιαστική πρόοδος στο θέμα του Λιμνίτη. Η γνωστή αδιάλλακτη στάση της τουρκοκυπριακής πλευράς επιβεβαίωσε την εξάρτηση του Ταλάτ από την Άγκυρα, ενώ την ίδια στιγμή απέδειξε για άλλη μια φορά τα όρια του διαπραγματευτικού δόγματος Χριστόφια. Η αρχική δέσμευση για ταυτόχρονη διάνοιξη των οδοφραγμάτων Λήδρας και Λιμνίτη, έδωσε την θέση της στην υπό όρους 141


διάνοιξη του οδοφράγματος, την διασύνδεση με τις στρατιωτικές ανάγκες των Κοκκίνων, την αναγωγή του ζητήματος του Λιμνίτη στο κρισιμότερο θέμα των διαπραγματεύσεων και τελικά στην παροχή δωρεάν ηλεκτρικού ρεύματος, σε συνδυασμό με τις «εποικοδομητικές ασάφειες» της συμφωνίας για τον Λιμνίτη για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω. Με απλά λόγια, η διαπραγμάτευση του θέματος Λιμνίτη εξελίχθηκε σε φιάσκο.

142


Ç áðüöáóç ¼ñáìò ðñïêáëåß ðáíéêü

Το ιστορικό της απόφασης Ένα από τα σχέδια που εφάρμοσε η τουρκική ηγεσία με σκοπό να δυσχεράνει το δικαίωμα αποκατάστασης των Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων και ιδιοκτητών γης στις περιουσίες που είχαν πριν την τουρκική εισβολή, υπήρξε η προσπάθεια ξεπουλήματος της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας σε ξένους, κυρίως Άγγλους, οι οποίοι αναζητούσαν εξοχικές κατοικίες στην Κύπρο. Με τον τρόπο αυτό η Τουρκία αποπειράθηκε να ισχυριστεί ότι η αποκατάσταση των Ελληνοκυπρίων στις περιουσίες τους είναι αδύνατη, εφόσον αυτές πλέον έχουν «αγοραστεί» από πρόσωπα που δεν είναι Κύπριοι και να ανατρέψει έτσι τα τετελεσμένα που είχε δημιουργήσει η απόφαση Λοϊζίδου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τον Μάρτιο του 2002 ένα ζεύγος Άγγλων, η Λίντα και ο Τσαρλς Όραμς, ήλθαν στην Κύπρο με σκοπό να αγοράσουν περιουσία στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι Όραμς αγόρασαν από κάποιο Χασάν Σετσουκλού, ένα ακίνητο ιδιοκτησίας του Μελέτη Αποστολίδη, Ελληνοκυπρίου εκτοπισμένου από την Λάπηθο.

143


Το ζεύγος Όραμς ανέγειρε έπαυλη και πισίνα στο ακίνητο του Μελέτη Αποστολίδη και διέμενε εκεί, ισχυριζόμενο ότι έλαβε τίτλο ιδιοκτησίας από την «Τουρκική Δημοκρατία Βορείου Κύπρου». Ο Μελέτης Αποστολίδης καταχώρησε αγωγή εναντίον του ζεύγους Όραμς ενώπιον των κυπριακών δικαστηρίων, ζητώντας διάταγμα κατεδάφισης της έπαυλης και της πισίνας, παράδοση του ακινήτου σε αυτόν, ελεύθερου κατοχής και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στην ακίνητη ιδιοκτησία του. Με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου ο Μελέτης Αποστολίδης δικαιώθηκε και οι σφετεριστές της περιουσίας του καταδικάστηκαν σε αποζημιώσεις και σε κατεδάφιση της έπαυλης που είχαν ανεγείρει. Στη συνέχεια ο Αποστολίδης προσέφυγε ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων, ζητώντας τους όπως εφαρμόσουν και εκτελέσουν την απόφαση σε βάρος περιουσίας του ζεύγους Όραμς που βρίσκεται στην Αγγλία. Η διαδικασία έλαβε έντονο πολιτικό χαρακτήρα με την Σέρι Μπλερ, σύζυγο του τέως Βρετανού Πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ, να εκπροσωπεί το ζεύγος Όραμς ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων και με την Τουρκία να απειλεί συνεχώς ότι θα σκληρύνει την στάση της σε περίπτωση που επιτραπεί η εκτέλεση της απόφασης. Η Τουρκία και οι Όραμς ισχυρίστηκαν ότι η απόφαση δεν μπορούσε να εκτελεστεί, διότι αυτή αφορούσε σε ακίνητη ιδιοκτησία που βρισκόταν στις κατεχόμενες περιοχές, στις οποίες η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου έχει ανασταλεί λόγω της συνεχιζόμενης τουρκικής κατοχής. Το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), το ανώτατο δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά από

144


παραπομπή ερωτήματος από το Αγγλικό Εφετείο, εξέδωσε τελικά την απόφασή του στις 28 Απριλίου 2009 με την οποία δικαίωσε πλήρως τον Μελέτη Αποστολίδη. Το ΔΕΚ αποφάσισε ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας θα πρέπει να αναγνωρίζονται και να εφαρμόζονται από τα υπόλοιπα κράτη μέλη, ακόμα και όταν αναφέρονται σε ακίνητα που βρίσκονται στις κατεχόμενες περιοχές. Η απόφαση του ΔΕΚ επιβεβαίωσε ότι η κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας εκτείνεται σε ολόκληρη τη νήσο και ότι η παράνομη εκμετάλλευση ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα αποτελεί παράνομη πράξη που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Το Αγγλικό Εφετείο ήταν δεσμευμένο από το σκεπτικό και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Και όντως στις 19 Ιανουαρίου 2010 η τελεσίδικη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου δικαίωσε τον Μελέτη Αποστολίδη και επιβεβαίωσε τα πορίσματα του ΔΕΚ. Με την απόφαση άνοιξε επομένως διάπλατα ο δρόμος για τους Κύπριους εκτοπισμένους, ώστε να υπερασπιστούν κατά τρόπο αποτελεσματικό τα δικαιώματά τους εναντίον των σφετεριστών. Όπως ήταν αναμενόμενο η απόφαση προκάλεσε πανικό στα κατεχόμενα. Επιπρόσθετα προς την τεράστια πολιτική της σημασία και το γεγονός ότι αποθαρρύνει την αγοραπωλησία ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα από αλλοδαπούς, η απόφαση επιβεβαίωσε ότι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι μόνοι αναγνωρισμένοι ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας είναι όσοι είναι εγγεγραμμένοι στο Κτηματολόγιο της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι οι «νόμοι»

145


της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου» δεν έχουν οποιαδήποτε ισχύ. Στις δηλώσεις του προς τον τύπο ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ προσπάθησε να υποβαθμίσει την σημασία της απόφασης Όραμς, ενώ και ο Πρόεδρος Χριστόφιας, αν και δήλωσε ικανοποίηση, πρόσθεσε ότι «οι διαπραγματεύσεις είναι διαπραγματεύσεις και δεν πρέπει αυτή την στιγμή να μας κυριεύσει ο ενθουσιασμός και να θεωρήσουμε ότι τα πάντα επιλύονται ως διά μαγείας, ένεκα της απόφασης του Δικαστηρίου». Τι διαδραματίστηκε όμως πίσω από τις κλειστές πόρτες; Ποια η πραγματική πολιτική σημασία της απόφασης Αποστολίδης v. Όραμς; Πώς αντέδρασαν τα Ηνωμένα Έθνη και η Τουρκία;

Ο ρόλος της Σέρι Μπλερ Ο ρόλος της συζύγου του τέως Βρετανού Πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ ως δικηγόρου του ζεύγους Όραμς έτυχε έντονης κριτικής από τον ελληνοκυπριακό τύπο. Η Σέρι Μπλερ πληρώθηκε από Τουρκοκύπριους επιχειρηματίες με έδρα το Λονδίνο που δραστηριοποιούνται στον εργοληπτικό τομέα στην κατεχόμενη Κύπρο, καθώς και από την ίδια την Τουρκική Κυβέρνηση. Επικεφαλής των Τουρκοκυπρίων εργοληπτών ήταν ο Χασάν Βαχίμπ, πρώην δημοτικός σύμβουλος με το αγγλικό Εργατικό Κόμμα σε περιοχή του Λονδίνου και ιδιοκτήτης της εταιρείας Troy Lake UK (Cyprus) Ltd . Ο Βαχίμπ παραδέχθηκε στην εφημερίδα «Mail on Sunday» στις 2 Ιανουαρίου 2006 ότι η αγορά ακινήτων στην κατεχόμενη Κύπρο από Άγγλους είναι μια αγορά

146


δισεκατομμυρίων ευρώ και κατά συνέπεια ενδεχόμενη ήττα στην υπόθεση Όραμς θα ήταν καταστροφή για την Τουρκία. Αποκάλυψε μάλιστα ότι ο λόγος για τον οποίο επέλεξαν την Σέρι Μπλερ υπήρξε η ιδιότητά της ως σύζυγος του Βρετανού Πρωθυπουργού και η πολιτική πίεση που θα ασκούσε το γεγονός αυτό στους δικαστές. Η πρόσληψη της Σέρι Μπλερ ως δικηγόρου, με την έγκριση και γενναία χρηματοδότηση και της Τουρκικής Κυβέρνησης, έγινε μόλις μερικούς μήνες μετά την δήλωση Μπλερ ότι υποστηρίζει την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας και θεωρήθηκε ακόμα και από τον αγγλικό τύπο ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη που ο Βρετανός Πρωθυπουργός είχε παράσχει προς την Τουρκία.

Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Περισσότερο απαρατήρητος παρήλθε ο ρόλος του Γερμανού Φρανκ Χοφμάιστερ. Ο Χοφμάιστερ υπήρξε μέλος της Διεύθυνσης Διεύρυνσης από το 2001 ως το 2002, ενώ αργότερα αποσπάστηκε στα Ηνωμένα Έθνη ως ειδικός εμπειρογνώμονας της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2004. Ο Χοφμάιστερ, ένας από τους συντάκτες του σχεδίου Ανάν, έγραψε μάλιστα και βιβλίο με τίτλο «Legal Aspects of the Cyprus Problem» (Οι νομικές πτυχές του κυπριακού προβλήματος), το οποίο δημοσιεύθηκε το 2006 και είχε ως σκοπό να υπερασπιστεί το σχέδιο Ανάν και να αθωώσει την Τουρκία. Όπως σχολίασε σε μια βιβλιοκριτική - κόλαφο για το βιβλίο, που δημοσιεύθηκε στο Cyprus Yearbook of International Relations και στο Zeitschrift fόr auslδndisches φffentliches Recht und Vφlkerrecht, ο πρώην Γραμματέας της Επιτροπής Ανθρωπίνων

147


Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, Alfred De Zayas: «διερωτάται κανείς κατά πόσο είναι θεμιτό για ένα αξιωματούχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διανέμει τόσο απροκάλυπτα φιλοτουρκικές θέσεις». Ο Χοφμάιστερ ανέλαβε να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τις γραπτές παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μαζί με την Anne Marie Rouchaud. Οι γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής υπερβαίνουν τις τριάντα σελίδες και αποκαλύπτουν την αγωνιώδη προσπάθεια του Χοφμάιστερ να αποτρέψει ενδεχόμενη απόφαση του Δικαστηρίου που να δικαιώνει τον Μελέτη Αποστολίδη και τους Ελληνοκύπριους εκτοπισμένους. Παραθέτουμε απόσπασμα από τις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, όπως συντάχθηκαν από τον Χοφμάιστερ, το οποίο επιβεβαιώνει τον ρόλο ορισμένων αξιωματούχων στην συνεχιζόμενη προσπάθεια για αθώωση της Τουρκίας: «Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η πανευρωπαϊκή αναγνώριση των αποφάσεων σε περιουσιακά ζητήματα, θα οδηγούσε σε περαιτέρω διακινδύνευση των διπλωματικών προσπαθειών για συμφιλίωση και για μια συμφωνημένη διευθέτηση. Θα υπονόμευε την κοινή δέσμευση των κρατών της ΕΕ για υποστήριξη των προσπαθειών των Ηνωμένων Εθνών για συνολική διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος και την επιθυμία όπως η ένταξη [της Κυπριακής Δημοκρατίας] στην ΕΕ προωθήσει την ειρήνη και την συμφιλίωση στη νήσο». Συνεχίζοντας την προσπάθεια στήριξης των τουρκικών θέσεων που ξεκίνησε κατά την περίοδο του σχεδίου Ανάν, ο Χοφμάιστερ προσπάθησε με κάθε τρόπο να πείσει το Δικαστήριο να μην δικαιώσει τους Ελληνοκύπριους

148


εκτοπισμένους, προβάλλοντας το πρωτοφανές επιχείρημα ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η αποκατάσταση των κατεχόμενων περιουσιών των Ελληνοκυπρίων, συνιστά εμπόδιο στην προσπάθεια για συμφιλίωση. Θέσεις οι οποίες αποκαλύπτουν τους λόγους για τους οποίους το σχέδιο Ανάν είχε σχεδιαστεί κατά τρόπο ώστε οι Ελληνοκύπριοι να αποστερηθούν τις περιουσίες τους. Το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όμως δεν πείστηκε από τις εκκλήσεις του Χοφμάιστερ και δικαίωσε τον Μελέτη Αποστολίδη και μαζί του κάθε νόμιμο κάτοχο κατεχόμενης περιουσίας. Ο Χοφμάιστερ βέβαια δεν υπήρξε το μοναδικό μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εργάζεται με κάθε ευκαιρία εναντίον των συμφερόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός κράτους μέλους δηλαδή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία εργοδοτείται. Είναι καλά γνωστό ότι ένας άλλος Γερμανός συνάδελφος του Χοφμάιστερ στην Διεύθυνση Διεύρυνσης, ο Μαξ Ούεμπε, είχε κατά την περίοδο του σχεδίου Ανάν, τοποθετημένη στο γραφείο του την σημαία του ψευδοκράτους, μια φωτογραφία του Ραούφ Ντενκτάς και ένα πανό του Τουρκοκυπριακού Κινήματος Ειρήνης και Δημοκρατίας. Ένα άλλο προβεβλημένο μέλος της Διεύθυνσης Διεύρυνσης, για το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο αποβιώσας Τάσσος Παπαδόπουλος είχε επανειλημμένα δηλώσει ότι εργαζόταν εναντίον των συμφερόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι ο (επίσης Γερμανός) Georg Ziegler. Έγγραφα τα οποία έχουμε στην κατοχή μας αποκαλύπτουν ότι o Ziegler, όπως και ο Χοφμάιστερ, εξακολουθούν να ονειρεύονται επαναφορά του σχεδίου Ανάν. Σε άρθρο του με

149


τίτλο «The EU Dimension of the Cyprus Problem» (Η Ευρωπαϊκή διάσταση του κυπριακού προβλήματος), ο Ziegler υπερασπίζεται με πάθος το σχέδιο Ανάν και τις παρεκκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο και επιμένει ότι παρόμοιες παρεκκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο θα πρέπει να υπάρχουν και σε οποιαδήποτε μελλοντική λύση του κυπριακού προβλήματος. Ο Ziegler βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τον Χοφμάιστερ, στην προσπάθεια για απόρριψη του αιτήματος του Μελέτη Αποστολίδη από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Σε επιστολή της προς τον Ντάουνερ στις 3 Μαρτίου 2009, η Σόνια Μπάχμαν αναφέρεται σε συζήτηση που είχε με τον Ziegler για την υπόθεση Όραμς. Κατά την συζήτηση ο Ziegler επιβεβαίωσε πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε προσπαθήσει έντονα να πείσει το Δικαστήριο πως θα έπρεπε να μην δικαιώσει τον Αποστολίδη για το καλό των διαπραγματεύσεων. Μάλιστα προκύπτει και ότι ο Ziegler είχε συζητήσει με τον Ναμί το ενδεχόμενο άσκησης πολιτικής παρέμβασης από την Επιτροπή προς το Δικαστήριο, αλλά τελικά απέρριψε το ενδεχόμενο θεωρώντας πως παρόμοιες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να είχαν αρνητικά αποτελέσματα.

Οι αντιδράσεις της Ομάδας Ντάουνερ Η ομάδα Ντάουνερ, οι εκπρόσωποι δηλαδή των Ηνωμένων Εθνών, υποτίθεται πως έχουν ως αποστολή την τήρηση των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια προστασία, η οποία διασφαλίζεται με την απόφαση Όραμς. Όπως και ο Χοφμάιστερ όμως, έτσι και οι αξιωματούχοι των 150


Ηνωμένων Εθνών, αντιμετώπισαν την απόφαση Όραμς ως αρνητικό γεγονός, θεωρώντας ότι μετά από αυτή θα είναι πιο δύσκολο να επαναφέρουν διατάξεις του σχεδίου Ανάν που να αποκλείουν την αποκατάσταση των περιουσιών των Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων. Η δημοσιοποίηση της απόφασης προκάλεσε πανικό στην ομάδα Ντάουνερ. Η Σόνια Μπάχμαν σχολίασε μόλις έλαβε την απόφαση, ότι αυτή «δυσχεραίνει τα πράγματα για μας» και ότι «η απόφαση συνιστά ένα επιπρόσθετο παράγοντα δυσκολίας», θεωρώντας προφανώς ότι ο ρόλος της ομάδας Ντάουνερ για επίλυση του κυπριακού προβλήματος δεν συνάδει με την τήρηση του κοινοτικού δικαίου και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Στήβεν Μπουρκ με επιστολή του προς τον Ντάουνερ στις 30 Απριλίου 2009, δύο μόλις μέρες μετά την έκδοση της απόφασης, περιέγραφε την κατάσταση απόγνωσης που είχε κυριέψει τον Ταλάτ. Σύμφωνα με τον Μπουρκ ο Ταλάτ ένοιωθε απομονωμένος και ηττημένος από το αποτέλεσμα, το οποίο δεν ανέμενε. Ο Μπουρκ, αφού εξέφρασε την άποψη ότι οι θέσεις των δικηγόρων των Όραμς ήταν λογικές, παρέθεσε ορισμένα εναλλακτικά επιχειρήματα τα οποία κατά την άποψή του θα έπρεπε να προωθήσουν οι Όραμς ενώπιον του Αγγλικού Εφετείου ώστε να ανατρέψουν τις συνέπειες της απόφασης. Ο Μπουρκ εισηγήθηκε μάλιστα να εξεταστεί το ενδεχόμενο συνεννόησης με τους δικηγόρους των Όραμς, ώστε να αναζητηθεί έφεση στην Βουλή των Λόρδων. Ενεργώντας ως συνήγορος του ζεύγους Όραμς, ο σύμβουλος του Ντάουνερ κατέληγε ως ακολούθως: «Μπορούμε άραγε να αναζητήσουμε βρετανική πολιτική

151


επιρροή, έτσι ώστε η ακρόαση ενώπιον του Βρετανικού Εφετείου να καθυστερήσει ως θέμα χρόνου; Αν το Εφετείο αποφασίσει σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΚ, τότε θα αντιμετωπίσουμε παράγοντες που θα αυξάνουν το κόστος των αποζημιώσεων». Ο εξωτερικός εμπειρογνώμονας του Ντάουνερ όμως, ο Χανς Βαν Χούττε, χαρακτήρισε τις θέσεις του Μπουρκ, όπως και τα τουρκικά επιχειρήματα, για ενδεχόμενη ανατροπή της απόφασης του ΔΕΚ, ως «αφελή», γεγονός που προκάλεσε την δυσφορία του Ντάουνερ και την κρίση στις σχέσεις Μπουρκ και Βαν Χούττε. Η ομάδα Ντάουνερ δεν ήθελε να ακούσει σε καμιά περίπτωση το ενδεχόμενο ότι θα έπρεπε να αναζητήσει λύση του κυπριακού στη βάση της απόφασης στην Όραμς και στην Τέταρτη Διακρατική προσφυγή της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας.

Ο Ντάουνερ υιοθετεί τα τουρκικά αιτήματα Στις 5 Μαΐου 2009 οι Χριστόφιας και Ιακώβου είχαν δίωρη συνάντηση με τους Ταλάτ και Ναμί και συζήτησαν την απόφαση Όραμς, χωρίς την παρουσία εκπροσώπων του ΟΗΕ. Στο τέλος ανακοίνωσαν στον Ζεριχούν ότι είχαν αποφασίσει την εντατικοποίηση των προσπαθειών τους. Κατά την συνάντηση ο Ταλάτ ανέφερε στον Χριστόφια ότι η απόφαση τον είχε αναστατώσει και ότι αν οι Ελληνοκύπριοι επέμειναν στην εφαρμογή των συνεπειών της απόφασης, τότε αυτό θα ήταν καταστροφικό για τις συνομιλίες. Λίγες μέρες αργότερα ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών αποστέλλει στα μέλη του Συμβουλίου

152


Ασφαλείας ένα αντίγραφο της επικείμενης Έκθεσής του για την Αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (S/2009/248). Στο κείμενο της Έκθεσης περιλαμβάνεται και η ακόλουθη παράγραφος: «Στις 28 Απριλίου 2009 το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) εξέδωσε μια προδικαστική απόφαση σε σχέση με, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (ΕΚ) 44/2001 αναφέροντας ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν υποχρέωση να αναγνωρίσουν την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, με την οποία ένα ζευγάρι Βρετανών διατάχθηκε, μεταξύ άλλων, να κατεδαφίσει την έπαυλη που είχε ανεγείρει στην ακίνητη ιδιοκτησία Ελληνοκυπρίου στον βορρά». Η πιο πάνω παράγραφος, αν και εντελώς περιγραφική, προκάλεσε πανικό στην τουρκική κυβέρνηση, η οποία ζήτησε επίμονα την αφαίρεση της παραγράφου από το τελικό κείμενο της Έκθεσης του Γενικού Γραμματέα. Η διαδικασία απόσυρσης μιας Έκθεσης που είχε ήδη δοθεί στα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας και η αντικατάστασή της με μια καινούρια Έκθεση είναι οπωσδήποτε παράδοξη, ένα γεγονός που αναγνωρίστηκε από τους αξιωματούχους του ΟΗΕ. Εντούτοις ο Ντάουνερ και ο Πάσκο έκριναν ότι οι τουρκικές αξιώσεις θα έπρεπε να ικανοποιηθούν. Η επίσημη θέση της ομάδας Ντάουνερ είναι ότι η απόφαση για αφαίρεση της παραγράφου οφειλόταν στο γεγονός ότι εκκρεμεί ακόμα η λήψη της τελικής απόφασης από το Βρετανικό Εφετείο. Στην πραγματικότητα όμως η αφαίρεση της παραγράφου οφειλόταν στις τουρκικές πιέσεις.

153


Στις 18 Μαΐου 2009 η λειτουργός του ΟΗΕ Elisabeth Spehar περιγράφει τα γεγονότα σε μια επιστολή της προς τον συνάδελφό της Nicholas Haysom ως ακολούθως: «Η ειρωνεία της κατάστασης είναι πως, φυσικά, η εκ των προτέρων διαπραγμάτευση και το λόμπι συνιστούν τμήμα πολλών εκθέσεων και επηρεάζουν το αποτέλεσμά τους. Δυστυχώς αυτή τη φορά, η έντονη απαίτηση ήλθε μετά το γεγονός, δηλαδή μετά την έκδοση της προδημοσίευσης της Έκθεσης. Ο Ντάουνερ μου επιβεβαίωσε ότι οι Τούρκοι υπήρξαν εξαιρετικά ανήσυχοι ως προς την συγκεκριμένη παράγραφο και ότι κατόρθωσε να ηρεμήσει τα πράγματα, διαβεβαιώνοντάς τους ότι η παράγραφος θα απαλειφόταν (κάτι το οποίο δεν έπρεπε βέβαια να είχε κάνει)». Την ίδια ημέρα ο Ντάουνερ δίνει την τελική έγκριση για αφαίρεση της παραγράφου που αφορά στην Όραμς από την Έκθεση του Γενικού Γραμματέα, υιοθετώντας το αίτημα της Τουρκίας.

Δικαιολογώντας τα αδικαιολόγητα Παρά το γεγονός ότι η αφαίρεση των αναφορών στην απόφαση του ΔΕΚ υπήρξε υποχώρηση απέναντι στις τουρκικές θέσεις, η ομάδα Ντάουνερ γνωρίζει πως δεν θα μπορούσε να αναφέρει το γεγονός αυτό προς τα έξω. Στις 19 Μαΐου η Kendra Collins ετοιμάζει την τυποποιημένη απάντηση για την αναμενόμενη ερώτηση ως προς τους λόγους που αφαιρέθηκε η απόφαση Όραμς από την Έκθεση του Γενικού Γραμματέα. Το αρχικό προσχέδιο της τυποποιημένης απάντησης έχει ως ακολούθως:

154


«Προσέγγισή μας είναι πως οι Εκθέσεις του Γενικού Γραμματέα αναφέρουν ή σχολιάζουν εξελίξεις που συνδέονται άμεσα με τις δραστηριότητες της UNFICYP ή με την ομάδα των Καλών Υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα ή με την πρόοδο στις διαπραγματεύσεις. Για τον λόγο αυτό δεν υπάρχει αναφορά στην συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι δουλειά των Ηνωμένων Εθνών να έχουν θέση επί μιας απόφασης Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε μια ατομική περιουσιακή υπόθεση στην Κύπρο ή σε μια υπόθεση στην οποία το αγγλικό Εφετείο θα αποφασίσει τελεσίδικά. Το ενδιαφέρον μας είναι για το ευρύτερο θέμα του περιουσιακού στην Κύπρο, το οποίο θα πρέπει να συνεχίσει να αντιμετωπίζεται μέσα στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για μια συνολική διευθέτηση». Αν και ο Ντάουνερ συμφωνεί με την συγκεκριμένη διατύπωση, ο Πάσκο, φοβούμενος τις ενδεχόμενες αντιδράσεις, προτιμά όπως τα Ηνωμένα Έθνη περιοριστούν στην ακόλουθη αναφορά: «η αναφορά στην ευρωπαϊκή υπόθεση αφορούσε απλώς σε μια περιγραφική λεπτομέρεια, η οποία κρίναμε ότι δεν ήταν σκόπιμη για αυτή την Έκθεση». Η απάντηση των Ηνωμένων Εθνών υπήρξε βέβαια ψευδής. Ο πραγματικός λόγος για τον οποίο η παράγραφος που αφορούσε στην απόφαση Όραμς είχε αφαιρεθεί ήταν οι τουρκικές πιέσεις στις οποίες υποχώρησε ο Ντάουνερ. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας απέστειλε επιστολή προς τον Γενικό Γραμματέα σχολιάζοντας την Έκθεση στις 20 Μαΐου. Στην επιστολή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Η διαγραφή μιας αναφοράς γεγονότων στην απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενός διεθνούς δικαστηρίου με ιδιαίτερο κύρος, που αφορά σε μια από τις πιο

155


δύσκολες πτυχές του κυπριακού προβλήματος, είναι εννοιολογικά ασυμβίβαστη με τις προσπάθειές μας για να διασφαλίσουμε την συμβατότητα της λύσης με το διεθνές δίκαιο, το κοινοτικό κεκτημένο και τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας». Η επιστολή Χριστόφια προκάλεσε αναστάτωση στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών. Ο Ντέιβιντ Χάρλαντ, Διευθυντής του Τομέα Ευρώπης και Λατινικής Αμερικής, δεν διστάζει να αναφερθεί με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα στις ενέργειες Ντάουνερ και Πάσκο: «Το γεγονός ότι έχουμε τώρα τον Πρόεδρο ενός Κράτους Μέλους να ασκεί ευθεία κριτική στον Γενικό Γραμματέα φαίνεται να είναι ένα πρόβλημα που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε. Προδημοσιευμένα αντίγραφα της Έκθεσης του Γενικού Γραμματέα δόθηκαν στο Συμβούλιο και στα μέρη, χρησιμοποιώντας γλώσσα την οποία είχε εγκρίνει, μεταξύ άλλων, ο κ. Πάσκο. Η Τουρκία διάβασε την Έκθεση και αποφάσισε ότι δεν επιθυμούσε την αναφορά σε ορισμένα μη βολικά για αυτή γεγονότα, όπως την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Στη συνέχεια η Τουρκία προσέγγισε τον κ. Πάσκο για να προσπαθήσει να τον πείσει να αλλάξει την Έκθεση και να διαγράψει τις αναφορές που δεν επιθυμούσε. Κατά τρόπο απίστευτο, αυτό συμφωνήθηκε, χωρίς να συμβουλευθεί το αρμόδιο τμήμα που είχε εκδώσει την Έκθεση. Αυτό άνοιξε τις θύρες σε κριτική από την άλλη πλευρά, απέναντι στην οποία δεν έχουμε οποιαδήποτε επιχειρήματα. Στο τέλος της ημέρας, αν η μια πλευρά μπορεί να αλλάξει αναφορές σε ένα δημοσιευμένο έγγραφο, τότε γιατί να μην μπορεί να έχει το ίδιο

156


δικαίωμα η Κυβέρνηση ενός Κράτους Μέλους; Κατά την γνώμη μας έχουμε διαπράξει σοβαρά λάθη τα οποία άφησαν εκτεθειμένο τον Οργανισμό και τον Γενικό Γραμματέα. Μια αναθεώρηση ή απλώς επιβεβαίωση των πρακτικών μας σχετικά με την παραγωγή εκθέσεων του Γενικού Γραμματέα πιθανώς να είναι αναγκαία. Η εισήγησή μου θα ήταν να εκδώσουμε την Έκθεση κατά τον τρόπο που είχε αρχικά δημοσιευθεί. Πώς μπορούμε τώρα να υποχωρήσουμε στις διαμαρτυρίες της Τουρκίας και να αγνοήσουμε τις διαμαρτυρίες του Προέδρου του Κράτους Μέλους, του οποίου η περιοχή είναι το αντικείμενο της Έκθεσης;»

Το φιάσκο πέφτει στα μαλακά Η οργή του Χάρλαντ αποδίδει τα γεγονότα στις ορθές τους διαστάσεις. Η αφαίρεση της παραγράφου για την απόφαση Όραμς από την Έκθεση του Γενικού Γραμματέα υπήρξε ένα τεράστιο φιάσκο από πλευράς του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ένα φιάσκο για το οποίο, όπως παρατηρεί ο Χάρλαντ, δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία και δεν μπορεί να προβληθεί κανένα επιχείρημα. Ο ΟΗΕ βρέθηκε για μια ακόμα φορά να αγωνίζεται να ικανοποιήσει τις τουρκικές απαιτήσεις, αδιαφορώντας για το δίκαιο και τα γεγονότα. Η Ομάδα Ντάουνερ όμως, αντί να αναγνωρίσει το φιάσκο, αρπάζεται από την χλιαρή αντίδραση της ελληνοκυπριακής πλευράς για να επιβιώσει. Η Elisabeth Spehar σημειώνει με ικανοποίηση ότι ο Πρόεδρος Χριστόφιας εκφράζει απλώς έκπληξη στην επιστολή του, χωρίς να εισέρχεται σε

157


επιχειρήματα ως προς το γιατί η παράγραφος θα έπρεπε να παραμείνει. Στη συνάντηση του Προέδρου Χριστόφια με τον Ντάουνερ εξάλλου, αμφότεροι συμφώνησαν ότι θα έπρεπε να επικεντρωθούν στις διαπραγματεύσεις και όχι στην Έκθεση του Γενικού Γραμματέα. Με τον τρόπο αυτό το θέμα έπεσε στα μαλακά προς μεγάλη ικανοποίηση της ομάδας Ντάουνερ. Η Σόνια Μπάχμαν, με επιστολή της στις 23 Μαΐου 2009 σχολιάζει, μεταξύ άλλων: «Οι αντιδράσεις υπήρξαν γενικά χαμηλών τόνων και οι εφημερίδες απέδωσαν τις αλλαγές άλλοτε στον Πάσκο και στον Ντάουνερ και άλλοτε στους Βρετανούς ή στους Τούρκους. Έτσι κι αλλιώς δεν τις λαμβάνει κανένας σοβαρά…Επιπρόσθετα ο πρώην Πρόεδρος Βασιλείου έκανε βοηθητικές δηλώσεις στην εφημερίδα 'Αλήθεια' επί της Έκθεσης του Γενικού Γραμματέα, λέγοντας ότι οι Κύπριοι θα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τις προειδοποιήσεις για αναθεώρηση της UNFICYP. Ώστε η στρατηγική αυτή δουλεύει». Ο Ντάουνερ εκφράζει την ικανοποίησή του ότι το θέμα έπεσε στα μαλακά, το φιάσκο των Ηνωμένων Εθνών και της ομάδας Ντάουνερ ξεχνιέται και μια μεγάλη ευκαιρία για να ασκηθούν πιέσεις προς τα Ηνωμένα Έθνη να σταματήσουν την μεροληπτική τους στρατηγική απέναντι στην Τουρκία χάνεται. Η επιστολή Χάρλαντ αποδεικνύει πως αν η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν πιο επίμονη πάνω στο θέμα της αφαίρεσης της παραγράφου, τότε ίσως αυτό θα είχε οδηγήσει σε μια έντονη συζήτηση στο εσωτερικό των Ηνωμένων Εθνών που θα απέβαινε μακροπρόθεσμα προς όφελος των θέσεων του δικαίου. Ο πανικός της Τουρκίας, της Ομάδας Ντάουνερ, αλλά και

158


των σχεδιαστών του σχεδίου Ανάν - μελών της Διεύθυνσης Διεύρυνσης, απέναντι στην απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση του Μελέτη Αποστολίδη επιβεβαιώνει ουσιαστικά τα ακόλουθα: α) Ότι η ομάδα Ντάουνερ και τα Ηνωμένα Έθνη αντιμετωπίζουν τις διαπραγματεύσεις, όχι ως τρόπο εξεύρεσης μιας δίκαιης, βιώσιμης ή λειτουργικής λύσης του κυπριακού προβλήματος ή ως μέθοδο για υλοποίηση των αρχών του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ ή των διεθνών συμβάσεων, αλλά αντίθετα ως μέθοδο παράκαμψης των αρχών του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου. β) Ότι ο μεγαλύτερος πολιτικός φόβος της Τουρκίας και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας είναι μήπως η κυπριακή Κυβέρνηση αποφασίσει να εμμείνει στην διεκδίκηση αρχών του δικαίου και στην εφαρμογή των αποφάσεων των διεθνών δικαστηρίων. γ) Ότι η ομάδα Ντάουνερ υπήρξε εξαιρετικά ευάλωτη απέναντι στις τουρκικές πιέσεις, γεγονός που αποδείχθηκε περίτρανα με το φιάσκο της αφαίρεσης της παραγράφου που αναφέρεται στην υπόθεση Όραμς από την Έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ.

159


Ïé åíôáîéáêÝò äéáðñáãìáôåýóåéò ôçò Ôïõñêßáò

Η πορεία προς την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Το Νοέμβριο του 1999 η ελληνική διπλωματία, έχοντας ήδη αποφασίσει την άρση του ελληνικού βέτο για αναγωγή της Τουρκίας σε υποψήφια προς ένταξη χώρα της ΕΕ, συναίνεσε στη δημιουργία του κατάλληλου πολιτικού σκηνικού το οποίο θα απέκλειε τις οποιεσδήποτε αντιρρήσεις της κοινής γνώμης. Ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν ανακοίνωσε με τη σύμφωνη γνώμη Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων την έναρξη εκ του σύνεγγυς συνομιλιών μεταξύ των δύο κοινοτήτων για εξεύρεση πλαισίου λύσης για το κυπριακό. Ένα μήνα μετά, το ελληνικό βέτο αίρεται και με την απόφαση της Συνόδου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Ελσίνκι ανακοινώνεται η λεγόμενη «απρόσκοπτη ένταξη» της Κύπρου στην ΕΕ ανεξαρτήτως λύσης του κυπριακού προβλήματος. Στην απόφαση όμως προστίθεται η περίφημη «ουρά», ότι δηλαδή «θα ληφθούν υπόψη όλοι οι συναφείς παράγοντες» στην απόφαση για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Η προσθήκη της περιβόητης «ουράς του Ελσίνκι» δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ από τους σοβαρούς αναλυτές ως απειλή

160


για την ενταξιακή πορεία της Κύπρου. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ήταν εξ αρχής συνυφασμένη με ένα και μόνο παράγοντα. Δεν συνδεόταν ούτε με την επίλυση του κυπριακού, ούτε με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας, ούτε σε τελευταία ανάλυση με οικονομικούς δείκτες (τους οποίους εξάλλου η Κυπριακή Δημοκρατία, μόνη από τα υποψήφια προς ένταξη κράτη μέλη, πληρούσε). Συνδεόταν άμεσα και αποκλειστικά με την αποτρεπτική ικανότητα την οποία διέθετε η ελληνική κυβέρνηση και κυρίως το ελληνικό κοινοβούλιο, που μπορούσαν σε κάθε στιγμή να ασκήσουν βέτο σε ολόκληρη τη διεύρυνση, αν οποιοδήποτε άλλο κράτος έθετε βέτο στην ένταξη της Κύπρου. Η ουρά θεωρήθηκε όμως ορθά ως ανεπαρκές αντάλλαγμα και ως σημαντικό πρόβλημα για τις επικείμενες διαδικασίες επίλυσης του κυπριακού προβλήματος, διότι επέτρεπε διφορούμενες ερμηνείες, οι οποίες μπορούσε να οδηγήσουν σε παραχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς μπροστά στο φόβο της μη ένταξης. Είναι εξάλλου εμφανές ότι στο Ελσίνκι δεν τέθηκε ποτέ ως όρος η επίδειξη πρακτικής καλής θέλησης από την Τουρκία μέσα από την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας ή τον καθορισμό χρονοδιαγράμματος για την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων ή των εποίκων. Πράγματι, η ελληνοκυπριακή πλευρά προχώρησε κατά τη διάρκεια τόσο των εκ του σύνεγγυς, όσο και των απευθείας συνομιλιών, σε διαρκείς υποχωρήσεις στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης, οι οποίες σχετίζονταν με τη μορφή του πολιτεύματος και τη φύση του κυπριακού προβλήματος. Οι

161


υποχωρήσεις αυτές έφτασαν στα μέγιστα όριά τους με την υποβολή του σχεδίου Ανάν, με το οποίο σύμφωνα με τους υποστηρικτές του σχεδίου και της πολιτικής του Ελσίνκι, «ενεργοποιήθηκε η ουρά του Ελσίνκι» (όπως υποστήριξε με δηλώσεις του κατά τον κρίσιμο χρόνο ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ Νίκος Αναστασιάδης). Η λύση του κυπριακού συνδέθηκε άμεσα με την ένταξη, όχι στην πραγματικότητα -εφόσον υπήρχε πάντα η δυνατότητα άσκησης του ελληνικού δικαιώματος βέτο, η οποία απέκλειε αυτό το ενδεχόμενο-, αλλά στο μυαλό των διαπραγματευτών. Χρησιμοποιήθηκε επομένως η ουρά του Ελσίνκι ως επιχείρημα ιδεολογικής τρομοκρατίας για να θέσει τον κυπριακό λαό μπροστά στο ψευτοδίλημμα «λύση ή ένταξη». Η αποδοχή του σχεδίου Ανάν ως βάση για διαπραγμάτευση, μιας διαπραγμάτευσης η οποία κωμικά αναμενόταν να ξεκινήσει μέχρι και λίγες ώρες πριν την τελική απόφαση της Κοπεγχάγης, αποτέλεσε απότοκο της πολιτικής του Ελσίνκι. Μιας πολιτικής, η οποία οδήγησε στην αποδοχή ως βάσης για διαπραγμάτευση ενός σχεδίου, το οποίο καταστρατηγούσε κάθε αρχή διεθνούς νομιμότητας. Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, η οποία αποφασίστηκε στην Κοπεγχάγη, δεν έγινε χωρίς όρους. Απλώς οι παραχωρήσεις με βάση τις οποίες λήφθηκε η απόφαση στην Κοπεγχάγη είχαν θεωρηθεί από την ελληνοκυπριακή πλευρά ως στόχοι. Η μετατροπή του προβλήματος εισβολής και κατοχής σε διακοινοτικό, η οποία εκφράζεται με την αποσύνδεση της ένταξης της Τουρκίας από τη λύση του κυπριακού και κυρίως η αποδοχή του σχεδίου Ανάν ως βάση για λύση του κυπριακού.

162


Η λογική του «αυτόματου πιλότου» σε ό,τι αφορά τον εξευρωπαϊσμό και εκδημοκρατισμό της Τουρκίας οδήγησε στη φυσιολογική κατάρρευση της πολιτικής του Ελσίνκι, εφόσον η Τουρκία δεν υπήρξε σε καμιά περίπτωση διατεθειμένη να προβεί σε υποχωρήσεις στο κυπριακό ως αντιστάθμισμα για την ευρωπαϊκή της πορεία. Τα δημοψηφίσματα της 24ης Απριλίου 2004 επέτρεψαν στην Κυπριακή Δημοκρατία να ενταχθεί ομαλά στην ΕΕ και να βρεθεί σε θέση αξιολογητή έναντι της Τουρκίας. Εντούτοις ακόμα και την επόμενη μέρα των δημοψηφισμάτων η πολιτική ηγεσία παρουσιάστηκε άτολμη να χαράξει νέα πολιτική. Όπως κατέστη εμφανές η επιμονή του διεθνούς παράγοντα και ιδιαίτερα των ΗΠΑ για να τεθεί το σχέδιο Ανάν σε δημοψήφισμα, σχετιζόταν άμεσα με την επικείμενη εξέταση της αίτησης της Τουρκίας για να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση τον Δεκέμβριο του 2004. Για να προχωρήσει με την ενταξιακή της πορεία, η Τουρκία θα έπρεπε να αποδείξει ότι υποστηρίζει πλήρως τις προσπάθειες του ΟΗΕ για εξεύρεση λύσης του κυπριακού προβλήματος. Αυτό μπορούσε να γίνει με δύο τρόπους: είτε με την υιοθέτηση του σχεδίου Ανάν, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου η δημιουργηθείσα «Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία» θα υποστήριζε την τουρκική ένταξη, είτε με την απόρριψη του σχεδίου από τους Ελληνοκύπριους, ώστε η Τουρκία να έχει δείξει εποικοδομητική διάθεση για εξεύρεση λύσης στο κυπριακό πρόβλημα. Επιπρόσθετα, η Τουρκία ήθελε να διασφαλίσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα μπορούσε να αξιοποιήσει την

163


ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση για μεταβολή του πλαισίου λύσης του κυπριακού προβλήματος. Το κείμενο της έκθεσης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ του Μαΐου του 2004 περιλάμβανε πληθώρα εγκωμιαστικών σχολίων για την βοήθεια που κατά τον Ανάν η Τουρκία είχε προσφέρει στις προσπάθειες του ΟΗΕ για επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Στη βάση της Έκθεσης, η Τουρκία κατόρθωσε να υποστηρίξει επιτυχημένα, με την στήριξη ΗΠΑ και Αγγλίας, ότι η εκκρεμότητα στο κυπριακό πρόβλημα δεν θα έπρεπε να σταθεί εμπόδιο στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων μεταξύ της ίδιας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο προσχεδιασμένος στόχος για έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας, με το αιτιολογικό ότι οι Ελληνοκύπριοι είχαν απορρίψει την λύση του κυπριακού και όχι η Τουρκία, υλοποιήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2004. Η Τουρκία ξεκίνησε τις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις, λαμβάνοντας ως αβέβαιο και ασαφές αντάλλαγμα την υποχρέωσή της για επέκταση του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας, κατά τρόπο ώστε η Τουρκία να προβεί στην τελωνειακή ένωση με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Κυπριακή Δημοκρατία, απέναντι στις διεθνείς πιέσεις και σε μια προσπάθεια να επιδείξει καλή διάθεση, δεν επέμεινε στο να θέσει ως π ρ ο ϋ π ο θ έ σ ε ι ς γ ι α τ η ν έ ν α ρ ξ η τ ω ν ε ν τ α ξ ι α κώ ν διαπραγματεύσεων της Τουρκίας θέματα αρχών, όπως η αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων, η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των εκτοπισμένων ή η εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

164


Δεν επέμεινε μέχρι τέλους ούτε στην αυτονόητη απαίτηση για αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία και στην αποαναγνώριση του ψευδοκράτους, ένας στόχος που είχε θεωρηθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία πριν το Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2004 ως αναγκαία προϋπόθεση για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Ως αποτέλεσμα η Τουρκία ξεκίνησε ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να αναγνωρίζει ένα κράτος μέλος του οργανισμού στον οποίο επιδιώκει να ενταχθεί. Μοναδική υποχρέωση επομένως την οποία ανέλαβε η Τουρκία υπήρξε η τελωνειακή αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, υποχρέωση την οποία η Τουρκία όφειλε να εκπληρώσει μέχρι τις 3 Οκτωβρίου 2005. Αναμφίβολα τα αποτελέσματα του Συμβουλίου του Δεκεμβρίου του 2004 δεν μπορούσαν με καμιά έννοια του όρου να θεωρηθούν ως επιτυχία για την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Κυπριακή Δημοκρατία είχε παγιδευτεί μέσα από την διαπραγμάτευση του σχεδίου Ανάν και την αποδοχή της επιδιαιτησίας, κατά τρόπο ώστε απέτυχε να λάβει οποιαδήποτε ουσιαστικά ανταλλάγματα για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Με δεδομένο ότι η τελική ένταξη της Τουρκίας παρέμενε -και παραμένει- αμφίβολη, η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων υπήρξε καθοριστικό σημείο, το οποίο δικαιολογούσε και την αγωνία του διεθνούς παράγοντα να απαλλάξει την Τουρκία από τις ευθύνες της για την ύπαρξη του κυπριακού προβλήματος.

165


Το Πρωτόκολλο της Άγκυρας και η επιβολή κυρώσεων του 2006 Στις 29 Ιουλίου 2005 η Τουρκία υπέγραψε το Πρωτόκολλο της Άγκυρας, εκδίδοντας όμως ταυτόχρονα Δήλωση, με βάση την οποία η «υπογραφή, επικύρωση και εφαρμογή του Πρωτοκόλλου δεν συνιστά οποιαδήποτε μορφή αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας που αναφέρεται στο Πρωτόκολλο». Σε μια σημαντική διπλωματική επιτυχία της Κυπριακής Δημοκρατίας η Ευρωπαϊκή Κοινότητα εξέδωσε αντιδήλωση στις 21 Σεπτεμβρίου 2005, σε απάντηση της τουρκικής δήλωσης, η οποία έχει ως ακολούθως: «1. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα Κράτη Μέλη της σημειώνουν την υπογραφή από την Τουρκία του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στη Συμφωνία Σύνδεσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της από τη μια πλευρά και της Τουρκίας από την άλλη, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2004. Εκφράζουν τη θλίψη τους για το γεγονός ότι η Τουρκία θεώρησε αναγκαίο να προβεί σε δήλωση σε σχέση με την Κύπρο κατά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου. 2. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα Κράτη Μέλη της το καθιστούν σαφές ότι η δήλωση αυτή της Τουρκίας είναι μονομερής, δεν αποτελεί μέρος του Πρωτοκόλλου και δεν έχει νομική επίδραση επί των υποχρεώσεων της Τουρκίας που προκύπτουν από το Πρωτόκολλο. 3. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα Κράτη Μέλη της αναμένουν πλήρη, χωρίς διακρίσεις εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και την απομάκρυνση όλων 166


των εμποδίων στην ελεύθερη διακίνηση προϊόντων, περιλαμβανομένων των περιορισμών στα μέσα διακίνησης. Η Τουρκία πρέπει να εφαρμόσει πλήρως το Πρωτόκολλο για όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΕ θα παρακολουθεί στενά και θα αξιολογήσει την πλήρη εφαρμογή το 2006. Η ΕΕ και τα κράτη μέλη της τονίζουν ότι η έναρξη διαπραγματεύσεων στα σχετικά κεφάλαια εξαρτάται από την εφαρμογή των συμβατικών υποχρεώσεων της Τουρκίας σε όλα τα Κράτη Μέλη. Παράλειψη της Τουρκίας να εφαρμόσει πλήρως αυτά που υποχρεούται να εφαρμόσει θα επηρεάσει την συνολική πρόοδο των διαπραγματεύσεων. 4. Η ΕΕ και τα Κράτη Μέλη της υπενθυμίζουν ότι η Κυπριακή Δημοκρατία κατέστη μέλος της ΕΕ την 1η Μαΐου 2004. Υπογραμμίζουν ότι αναγνωρίζουν μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου. 5. Η αναγνώριση όλων των Κρατών Μελών είναι απαραίτητο συστατικό της ενταξιακής διαδικασίας. Έτσι η ΕΕ τονίζει τη σημασία που αποδίδει στην ομαλοποίηση των σχέσεων της Τουρκίας με όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ το συντομότερο δυνατό. 6. Το Συμβούλιο θα διασφαλίσει την εξέταση το 2006 της προόδου που θα συντελεστεί σε όλα αυτά τα θέματα. 7. Στο πλαίσιο αυτής της δήλωσης η ΕΕ και τα Κράτη Μέλη συμφωνούν στη σημασία της υποστήριξης των προσπαθειών του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ να επιτύχει συνολική διευθέτηση του Κυπριακού σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και τις αρχές επί των οποίων είναι θεμελιωμένη η ΕΕ και ότι 167


μια δίκαιη και διαρκής λύση θα συμβάλει στην ειρήνη, στη σταθερότητα και τις αρμονικές σχέσεις στην περιοχή.» Η ισχυρή αντιδήλωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιστούσε σαφές ότι η μονομερής δήλωση της Τουρκίας δεν είχε οποιαδήποτε νομική ισχύ και ότι μόνο η Κυπριακή Δημοκρατία τυγχάνει αναγνώρισης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Κράτη Μέλη αυτής. Τονιζόταν επίσης ότι η Τουρκία ήταν υποχρεωμένη, όχι μόνο να εφαρμόσει το Πρωτόκολλο, αλλά και να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία και να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με αυτή, καθώς και να συμβάλει στην επίλυση του κυπριακού προβλήματος, η οποία θα έπρεπε να είναι σύμφωνη με τις αρχές επί των οποίων είναι θεμελιωμένη η ΕΕ. Επιπρόσθετα αναφερόταν ότι η ΕΕ θα παρακολουθεί στενά την πλήρη εφαρμογή του Πρωτοκόλλου, αλλά και την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία και ότι παράλειψη της Τουρκίας να εφαρμόσει πλήρως αυτά που υποχρεούται θα επηρεάσουν την συνολική πρόοδο των διαπραγματεύσεων. Η Τουρκία, όπως ήταν αναμενόμενο, ουδέποτε εφάρμοσε το Πρωτόκολλο της Άγκυρας και ουδέποτε επέτρεψε στα κυπριακά πλοία και αεροπλάνα να ελλιμενίζονται στην χώρα. Εξακολουθεί επομένως να αρνείται να αναγνωρίσει την τελωνειακή ένωσή της με την Κυπριακή Δημοκρατία, ένα Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιβολή κυρώσεων προς την Τουρκία για την παράλειψή της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, πραγματοποιήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2006. Το Συμβούλιο έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα προς την Τουρκία,

168


αποφασίζοντας να αναβάλει (παγώσει) το άνοιγμα οκτώ από τα 35 κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα κεφάλαια αυτά είναι: ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, δικαίωμα εγκατάσταση και ελευθερία παροχής υπηρεσιών, οικονομικές υπηρεσίες, αγροτική και περιφερειακή ανάπτυξη, αλιεία, συγκοινωνίες, τελωνειακή ένωση και εξωτερικές σχέσεις. Περαιτέρω αποφασίστηκε όπως μη κλείσει προσωρινά οποιοδήποτε κεφάλαιο, μέχρις ότου η Τουρκία εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το Επιπρόσθετο Πρωτόκολλο στη Συνθήκη της Άγκυρας.. Το Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2006 και η ομόφωνη απόφαση για επιβολή κυρώσεων προς την Τουρκία, θεωρήθηκε ως διπλωματική επιτυχία, η οποία προήλθε μέσα από έντονο διπλωματικό παρασκήνιο και μετά από πέραν των δέκα ωρών έντονων διαπραγματεύσεων και απειλή της χρήσης του δικαιώματος βέτο. Η κυβέρνηση Παπαδόπουλου είχε απορρίψει οποιαδήποτε πρόταση για αποδοχή της διεξαγωγής απευθείας εμπορίου από τα κατεχόμενα (όπως είχε προταθεί ως αντιστάθμισμα για το πάγωμα των κεφαλαίων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας) και είχε επιτύχει μέσα από την απειλή για χρήση του δικαιώματος βέτο, την ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου για επιβολή συγκεκριμένων κυρώσεων προς την Τουρκία. Ως επόμενος σταθμός ορίστηκε το Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2009. Κατά την χρονική εκείνη ημερομηνία, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα επανεξέταζε την πορεία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας, με βάση κατά πόσο η τελευταία θα είχε ή όχι συμμορφωθεί με το

169


Επιπρόσθετο Πρωτόκολλο. Σε περίπτωση που η τριετής παράταση παρερχόταν ανεκμετάλλευτη, τότε θα εξεταζόταν η επιβολή περαιτέρω κυρώσεων.

Ο στόχος του Δεκεμβρίου του 2009 Το Συμβούλιο του 2009 είχε εξ αρχής τεθεί ως ανεπίσημο χρονικό ορόσημο από τον ΟΗΕ και τον διεθνή παράγοντα. Βασικός στόχος των διαπραγματεύσεων, σε περίπτωση που αυτές δεν κατέληγαν σε συμφωνημένη λύση, υπήρξε η διασφάλιση της συνέχισης της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, η οποία θα συνιστούσε μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος. Σε εσωτερικό σημείωμα που ετοίμασαν οι Φιόνα Μούλλεν και Donatella Guibilaro στις 27 Απριλίου 2009 αναφέρονταν τα ακόλουθα:

«Ενδεχόμενα σενάρια που επηρεάζουν αρνητικά τις κυπριακές συνομιλίες: Στη βάση της υπόθεσης ότι καμιά μεγάλη παραχώρηση δεν θα έχει επιτευχθεί ως τον Νοέμβριο, τα ακόλουθα σενάριο είναι πιθανά: 1. Ο Χριστόφιας ασκεί βέτο σε περαιτέρω ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας με την ΕΕ. Οι κυπριακές συνομιλίες λοξοδρομούν. Εξαιτίας της μη εφαρμογής του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας, οι Ελληνοκύπριοι αισθάνονται την ανάγκη να λάβουν θέση. Σε ένα ακραίο σενάριο θα χρησιμοποιήσουν το δικαίωμα βέτο τους για να θέσουν τέρμα στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας. Αυτό θα οδηγούσε κατά πάσα πιθανότητα την Τουρκία, άμεσα ή μέσω 170


των Τουρκοκυπρίων, να τερματίσει τις συνομιλίες. Με δεδομένο ότι ο Χριστόφιας δεν θέλει να έχει την ευθύνη για τον τερματισμό των συνομιλιών, είναι απίθανο να προτίθεται να προβεί σε τέτοια ενέργεια. Ο Χριστόφιας έχει εξάλλου επισημάνει σε δηλώσεις του ότι δεν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει το δικαίωμα βέτο. 2. Η Τουρκία λαμβάνει οκτώ παγωμένα κεφάλαια, πλέον επιπρόσθετες τιμωρίες. Οι κυπριακές συνομιλίες επηρεάζονται σοβαρά. Οι Ελληνοκύπριοι θα μπορούσαν να πιέσουν για αυστηρότερες ποινές από τα οκτώ κεφάλαια, χωρίς πάντως να πιέσουν για βέτο. Δεν υπάρχει αρκετή διάθεση στην ΕΕ για την ένταξη της Τουρκίας και επομένως αυτό δεν θα ήταν δύσκολο να πουληθεί. Όμως ένα κεφάλαιο των ‘οκτώ κεφαλαίων συν’ θα μπορούσε να είναι αρκετό για να σπρώξει την Τουρκία, η οποία ήδη αισθάνεται προσβεβλημένη από την ΕΕ, σε μια πιο αμυντική προσέγγιση, η οποία και πάλι θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά τις συνομιλίες. Υποθετικά μιλώντας, αν ο Χριστόφιας θεωρεί πως η επίτευξη λύσης δεν είναι πιθανή και ότι ο Έρογλου θα κερδίσει τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου του 2010, μπορεί να αποφασίσει ότι ο καλύτερος τρόπος για να ξεφύγει από τις συνομιλίες θα είναι να γίνει σκληρός απέναντι στην Τουρκία, σπρώχνοντας την Τουρκία στο να φέρει την ευθύνη για τον αργό θάνατο των συνομιλιών. 3. Οκτώ κεφάλαια παραμένουν παγωμένα. Οι κυπριακές συνομιλίες συνεχίζονται, αλλά με μειωμένο σοβαρά ελληνοκυπριακό ενθουσιασμό. Στο πιο ήπιο σενάριο οι Ελληνοκύπριοι θα μπορούσαν να ψηφίσουν με τα άλλα κράτη μέλη για συνέχιση της αναβολής των οκτώ κεφαλαίων. Αυτό θα πονέσει την Τουρκία, αλλά όχι περισσότερο από ό,τι και σήμερα.

171


Θα μπορούσε επομένως να έχει σοβαρή αρνητική επιρροή στην διάθεση των Ελληνοκυπρίων για διαπραγματεύσεις. Θα συνιστά για αυτούς περαιτέρω απόδειξη ότι η Τουρκία δεν εκπληρώνει ποτέ τις υποχρεώσεις της και ότι επομένως δεν μπορεί να τύχει εμπιστοσύνης για αποχώρηση των στρατευμάτων κ.ο.κ. σε ένα περιβάλλον μετά την λύση...» Στις 16 Ιουλίου ο Τιμ Άλτσιν σχολίασε με εσωτερικό του σημείωμα, ότι υπάρχει και τέταρτο ενδεχόμενο σενάριο, δηλαδή να αναβληθεί εκ νέου η αξιολόγηση της Τουρκίας μέχρι το 2010, χωρίς περαιτέρω πάγωμα κεφαλαίων, γεγονός που θα συνιστούσε την καλύτερη λύση. Καθίσταται εμφανές ότι η ομάδα Ντάουνερ προτιμούσε ένα σενάριο στο οποίο η Τουρκία δεν θα είχε υποστεί περαιτέρω κυρώσεις και στο οποίο θα παρέμεναν παγωμένα τα ελάχιστα οκτώ κεφάλαια, σε συνδυασμό ίσως με κάποια δυνατότητα να δοθεί νέα αναβολή στην αξιολόγηση της εφαρμογής του Πρωτοκόλλου από την Τουρκία. Γεγονός είναι ότι τυχόν νέα αναβολή, πέραν της τριετούς αναβολής που είχε καθοριστεί το 2006 και μη πάγωμα επιπρόσθετων κεφαλαίων, θα συνιστούσε σοβαρή διαπραγματευτική αποτυχία για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Η κατάρρευση της κυπριακής διπλωματίας Το Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2009 επιβεβαίωσε τις σοβαρότατες διαπραγματευτικές αδυναμίες της κυβέρνησης Χριστόφια και την αδυναμία αξιοποίησης των ερεισμάτων και των διαπραγματευτικών πλεονεκτημάτων που παρέχει η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κυβέρνηση Χριστόφια απέτυχε να πείσει τους εταίρους της

172


στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την αναγκαιότητα επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία, γεγονός που έφερε στο προσκήνιο τον κίνδυνο μετατροπής των υποχρεώσεων της Τουρκίας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε απλή διμερή διαφορά μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Τουρκίας. Η κυβέρνηση Χριστόφια χειρίστηκε με υποτονικό τρόπο το ζήτημα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας, λόγω της επιθυμίας της να μη θέσει ζητήματα που θα προκαλούσαν προβλήματα στις διακοινοτικές συνομιλίες Χριστόφια-Ταλάτ και θα μπορούσαν να εκληφθούν από τον διεθνή παράγοντα ως κινήσεις παρεμπόδισης προόδου στο κυπριακό πρόβλημα. Ακολουθώντας την καθιερωμένη πια στρατηγική του καλού παιδιού, η κυβέρνηση Χριστόφια δεν έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες στους διπλωμάτες της ως προς τον τρόπο χειρισμού του ορόσημου του Δεκεμβρίου του 2009. Ούτε και προέβη σε διακρατικές ζυμώσεις ή και προετοιμασία για την αναμενόμενη σύνοδο του Δεκεμβρίου του 2009. Αν και ο Πρόεδρος Χριστόφιας είχε πολλάκις δηλώσει, και το Εθνικό Συμβούλιο ομόφωνα αποφασίσει, ότι η Τουρκία δεν θα έπρεπε να περάσει αλώβητη το ορόσημο του Δεκεμβρίου, εντούτοις αυτά απέβησαν γενικόλογες και ασαφείς διακηρύξεις. Η Κυπριακή Δημοκρατία ουδέποτε έθεσε ξεκάθαρους στόχους για την αναμενόμενη περίπτωση που η Τουρκία δεν θα είχε συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της, γεγονός που προκάλεσε απορίες στους ίδιους τους ευρωπαίους εταίρους της. Η απόφαση Χριστόφια να μην προκληθούν προβλήματα στις συνομιλίες από ενδεχόμενη «σκληρή» στάση της Λευκωσίας κατά το Συμβούλιο του Δεκεμβρίου, είχε ουσιαστικά καθορίσει το πλαίσιο συζήτησης στο Συμβούλιο.

173


Όταν ο Πρόεδρος Χριστόφιας απέστειλε καθυστερημένα και εν μέσω των πιέσεων των κομμάτων της συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, μια άνευ νοήματος επιστολή προς τους υπόλοιπους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία επεσήμαινε την υποχρέωση της Τουρκίας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, τα πάντα είχαν ήδη κριθεί. Ο νέος Έλληνας Υφυπουργός Εξωτερικών Δημήτρης Δρούτσας είχε στείλει εξάλλου σαφή μηνύματα μετά τον διορισμό του, κάνοντας λόγο για την αναγκαιότητα να τεθεί νέος οδικός χάρτης της Τουρκίας, έτσι ώστε αυτή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Οδικός χάρτης όμως υπήρχε ήδη και ως ορόσημό του είχε τεθεί ο Δεκέμβριος του 2009, ένα ορόσημο που παρήλθε ολοσχερώς ανεκμετάλλευτο. Το τελικό κείμενο των συμπερασμάτων του Συμβουλίου του Δεκεμβρίου του 2009 ουσιαστικά υιοθέτησε το ιδεατό σενάριο που είχε προτείνει από τον Ιούλιο ο Άλτσιν. Αυτονόητη επανάληψη του παγώματος των ίδιων οκτώ κεφαλαίων που παρέμεναν παγωμένα από το 2006 και συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας χωρίς την επιβολή επιπρόσθετων κυρώσεων, με αναβολή της αξιολόγησης για το 2010. Η Κυπριακή Δημοκρατία μάλιστα ούτε καν ζήτησε την επιβολή κυρώσεων στο Συμβούλιο του Δεκεμβρίου, περιοριζόμενη στο να ζητήσει «αυστηρότερο λεκτικό», το οποίο μάλιστα πρόβαλε και ως επιτυχία. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχασε την ευκαιρία να βελτιώσει την διαπραγματευτική της θέση ή να παρουσιαστεί αποφασισμένη απέναντι στους εταίρους της. Αναμφίβολα το Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2009 συνιστά μια σημαντική αποτυχία της κυπριακής διπλωματίας, η οποία έλαβε στην

174


ουσία το λιγότερο εκείνων που μπορούσε να λάβει, αποδυναμώνοντας τις διπλωματικές προσπάθειες που είχαν προηγηθεί μετά το 2005. Η κυπριακή διπλωματία απώλεσε το ορόσημο του Δεκεμβρίου και με τον τρόπο αυτό εξυπηρέτησε μερικώς τον τουρκικό στόχο για μετατροπή της Τουρκίας σε μέρος της λύσης, αντί σε μέρος του προβλήματος. Μάλιστα η ενέργεια για μονομερή δήλωση της Κυπριακής Δημοκρατίας για πάγωμα πέντε κεφαλαίων, συνιστούσε σαφή οπισθοδρόμηση, εφόσον από την ομόφωνη αντιδήλωση του 2005 και το ομόφωνο πάγωμα κεφαλαίων του 2006, η Κυπριακή Δημοκρατία βρέθηκε για πρώτη φορά μόνη της, χωρίς καν υποστήριξη από την ελληνική κυβέρνηση. Η μονομερής δήλωση της Λευκωσίας θα μπορούσε να ερμηνευθεί ακόμα και ως υποχώρηση από την πάγια θέση αρχής ότι το ζήτημα της αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία συνιστά ευρωτουρκική διαφορά και όχι κυπροτουρκική διαφορά, γεγονός που αναμφίβολα δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τις επιδιώξεις της κυπριακής διπλωματίας. Γεγονός παραμένει ότι το Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2006 συνιστούσε κατάρρευση για την κυπριακή διπλωματία, μια αποτυχία που δεν ήταν άσχετη και με την γενικότερη προσέγγιση της κυπριακής κυβέρνησης στο ζήτημα της άσκησης εξωτερικής πολιτικής μέσα από ευέλικτες λογικές «φιλίας και συντροφικότητας», αντί στη βάση της θέσπισης ουσιαστικών στόχων και υλοποίησής τους μέσα από την άσκηση ουσιαστικής διπλωματίας.

175


ÌåôåîÝëéîç Þ ðáñèåíïãÝíåóç;

Η εποικοδομητική ασάφεια επιστρέφει Πάγια θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς αποτελούσε ότι η Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να συνιστά μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντίθετα, πάγια θέση της τουρκοκυπριακής πλευράς αποτελεί ότι το νέο κράτος θα προέρχεται από την ένωση δύο προϋφισταμένων κρατών, δηλαδή της σημερινής Κυπριακής Δημοκρατίας και της σημερινής «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου». Το σχέδιο Ανάν είχε επιλέξει ως προς το ζήτημα αυτό την οδό της παρθενογένεσης και της εποικοδομητικής ασάφειας. Ο ΟΗΕ είχε περιγράψει την προσέγγιση αυτή ως ακολούθως: «Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις συνιστούσαν διαμάχη για το παρελθόν, όσο και για το μέλλον. Ήταν σαφές πως ο μόνος πρακτικός τρόπος απαγκίστρωσης από την διαμάχη ήταν μια νέα προσέγγιση που να επιτρέπει σε αμφότερες τις πλευρές να διατηρούν τις απόψεις τους ως προς την κατάσταση που επικρατούσε πριν από την θέση σε ισχύ της συμφωνίας, όσο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμοζόταν η νέα κατάσταση πραγμάτων. Για να επιτευχθεί αυτό, η διευθέτηση θα πρέπει να παρέχει στοιχεία συνέχειας και για τις δύο πλευρές

176


μέσα στη νέα κατάσταση πραγμάτων. Η διευθέτηση θα πρέπει επίσης να συνιστά την πηγή της νομιμότητας για όλες τις μελλοντικές πράξεις». Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο μέσα από το σχέδιο λύσης θα νομιμοποιείται η «Τουρκική Δημοκρατία Βορείου Κύπρου» έχει ιδιαίτερη σημασία σε περίπτωση ενδεχόμενης διάσπασης των δύο πολιτειών. Όταν το 1963 οι Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν, σε επίπεδο πολιτειακών αξιωματούχων, την Κυπριακή Δημοκρατία, η διεθνής κοινότητα δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να αναγνωρίσει χωριστό δικαίωμα αυτοδιάθεσης σε μια κοινότητα που δεν ζούσε σε χωριστό έδαφος και δεν είχε δικές της πολιτειακές δομές. Όταν το 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο προσπάθησε να επιλύσει το πρόβλημα μέσα από την κατοχή του 36.4% του εδάφους και τον εδαφικό διαχωρισμό Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η διεθνής κοινότητα όμως δεν μπορούσε να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος, διότι αυτό δημιουργήθηκε με μια διεθνώς παράνομη ενέργεια, δηλαδή την τουρκική εισβολή. Αν όμως η κατοχή παραγραφεί οριστικά και αμετάκλητα με την μορφή λύσης του κυπριακού και τα τετελεσμένα της εισβολής νομιμοποιηθούν, τότε είναι σαφές πως αυτό θα μεταβάλει τα δεδομένα. Στην υπόθεση της διάλυσης της πρώην Γιουγκοσλαβίας, η Επιτροπή Badinter είχε αποφανθεί στην Γνωμοδότησή της στις 4 Ιουλίου 1992, πως: «η ύπαρξη ενός ομοσπονδιακού κράτους που αποτελείται από αριθμό χωριστών οντοτήτων αμφισβητείται σοβαρότατα αν η πλειοψηφία αυτών των οντοτήτων που καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του εδάφους και

177


του πληθυσμού της εγκαθιδρύονται ως κυρίαρχα κράτη με αποτέλεσμα να μην είναι πια δυνατό να ασκηθεί η ομοσπονδιακή εξουσία αποτελεσματικά». Σε περίπτωση ενδεχόμενης -και οπωσδήποτε απευκταίας- νέας αποχώρησης των Τουρκοκυπρίων κατ' επανάληψη των γεγονότων του 1963, τυχόν νομιμοποίηση του κατοχικού ψευδοκράτους και αποδοχή της ύπαρξης δύο λαών και κατά συνέπεια χωριστού δικαιώματος αυτοδιάθεσης, θα οδηγήσει εκ των πραγμάτων στη διχοτόμηση και στην μετατροπή της διεθνώς αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας από ανεξάρτητο κράτος σε μη αναγνωρισμένη «συνιστώσα πολιτεία στην αναζήτηση διεθνούς κηδεμόνα». Οι θέσεις των δύο πλευρών ως προς το ζήτημα της μετεξέλιξης της Κυπριακής Δημοκρατίας παραμένουν εκ διαμέτρου αντίθετες. Στην συνάντηση της 25ης Νοεμβρίου 2008, ο Ταλάτ τόνισε εμφατικά πως η τουρκοκυπριακή θέση ήταν πως η μελλοντική πολιτειακή οντότητα θα συνιστούσε ένα νέο συνεταιρικό κράτος και όχι μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη συνάντηση της 2ας Δεκεμβρίου 2008 ο Χριστόφιας απάντησε στον Ταλάτ, λέγοντας ότι στην Κύπρο υπάρχει ένας μόνο λαός τον οποίο αποτελούσαν οι δύο κοινότητες. Ο Ταλάτ του απάντησε πως η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί πως από τις διαπραγματεύσεις θα προέκυπτε η μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ομοσπονδία. Η συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ήταν σημείο εκκίνησης και κατά συνέπεια οι διαπραγματεύσεις μπορούσαν να προχωρήσουν μόνο στη βάση της εποικοδομητικής ασάφειας.

178


Ο Ταλάτ διαφώνησε ακόμα με τον Χριστόφια ως προς την ύπαρξη ενός λαού στην Κύπρο. Παρατήρησε πως αντί ο Χριστόφιας να αποδεχθεί την πραγματικότητα, δηλαδή την ύπαρξη δύο λαών, προσπαθούσε να την αρνηθεί ώστε να αποφύγει τις ενδεχόμενες συνέπειες, ιδιαίτερα ως προς το θέμα της αυτοδιάθεσης. Εντούτοις, ο στόχος του Ταλάτ και της ομάδας του δεν ήταν επί του παρόντος, η διαίρεση του νησιού και κατά συνέπεια οι Ελληνοκύπριοι δεν θα έπρεπε να αποφεύγουν να αναφέρονται στην ύπαρξη δύο λαών. Τόνισε πως μπορούσε να αναφερθεί μόνο στις επιδιώξεις της τουρκοκυπριακής πλευράς «επί του παρόντος», εφόσον η παρούσα κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να δεσμεύσει μελλοντικές κυβερνήσεις. Διευκρινίζοντας, ο Ταλάτ σχολίασε ότι ο λόγος που αναφέρεται σε δύο λαούς, αν και ο στόχος δεν είναι η άσκηση χωριστού δικαιώματος αυτοδιάθεσης, είναι διότι στο μέλλον κάποια άλλη κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει την αναφορά κατά τρόπο που να δικαιολογήσει μια παρόμοια απαίτηση για άσκηση του δικαιώματος χωριστής αυτοδιάθεσης. Ως εκ τούτου ήταν προτιμότερο για την τουρκοκυπριακή πλευρά να διατηρηθεί η εποικοδομητική ασάφεια. Η ελληνοκυπριακή πλευρά απάντησε λέγοντας ότι η συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν απαραίτητη και σχολίασε τα ακόλουθα: «Όταν το 1990 ο κ. Ντενκτάς επέμενε ότι ο όρος 'κοινότητες' θα πρέπει να χρησιμοποιείται με τρόπο συνώνυμο με τον όρο 'λαός', έκαστος εκ των οποίων έχει χωριστό

179


δικαίωμα αυτοδιάθεσης, ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Μπούτρος Γκάλι επισήμανε πως αυτό θα μετέβαλλε το πλαίσιο των διακοινοτικών συνομιλιών. Θα δημιουργούσε, όπως ανέφερε ο Γενικός Γραμματέας στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ένα αδιέξοδο…που θα δημιουργούσε ερωτήματα ως προς την ουσία της εντολής για άσκηση των καλών υπηρεσιών που μου ανατέθηκαν από το Συμβούλιο Ασφαλείας και κατά συνέπεια ως προς την βάση των συνομιλιών. Σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, οι 'λαοί' έχουν δικαίωμα χωριστής αυτοδιάθεσης. Προσωπικά έχεις παραδεχθεί πως αυτός είναι ο λόγος που επιμένεις σε 'δύο χωριστούς λαούς'. Το δικαίωμα αυτοδιάθεσης περιλαμβάνει επίσης και το δικαίωμα σε χωριστό κράτος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Συμβούλιο Ασφαλείας αποκλείει οποιοδήποτε χωριστό δικαίωμα αυτοδιάθεσης για την Κύπρο με τα Ψηφίσματά του…». Η παραδοχή του Ταλάτ ότι στόχο της τουρκοκυπριακής πλευράς συνιστά η διασφάλιση της δυνατότητας μελλοντικής άσκησης δικαιώματος σε χωριστή αυτοδιάθεση, συνιστά παραδοχή ότι η παρθενογένεση συνιστά ουσιαστικά ναρκοπέδιο και προάγγελο της μελλοντικής απειλής για διχοτόμηση από πλευράς των Τουρκοκυπρίων. Το γεγονός αυτό είχε βέβαια επισημανθεί επανειλημμένα και σε σχέση με τις διατάξεις του σχεδίου Ανάν, σε σχέση με τις οποίες τονιζόταν πως αυτές οδηγούσαν ουσιαστικά στη νομιμοποίηση του ψευδοκράτους, κατά τρόπο που να ικανοποιούν τον σημαντικότερο στρατηγικό στόχο της Τουρκίας: δηλαδή τη νομιμοποίηση των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής και την δημιουργία των προϋποθέσεων για δυνατότητα άσκησης διχοτομικής πολιτικής και μετά την 180


λύση. Η ορθότητα της πιο πάνω προσέγγισης έχει πλέον επιβεβαιωθεί και επίσημα μέσα από την ωμή παραδοχή Ταλάτ, ότι στόχο της παρθενογένεσης συνιστά η διασφάλιση του δικαιώματος σε μελλοντική άσκηση του χωριστού δικαιώματος αυτοδιάθεσης και κατά συνέπεια σε μελλοντική διχοτόμηση, αν αυτή καταστεί αναγκαία. Στη συνάντηση Χριστόφια-Ταλάτ της 2ας Ιουλίου 2009, ο Ταλάτ ανέφερε ότι η ιδέα της μετεξέλιξης ενός ενιαίου κράτους (δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας) σε ομοσπονδία, ήταν απαράδεκτη και χωρίς προηγούμενο. Αν και οι Τουρκοκύπριοι θα μπορούσαν να αποδεχθούν μια ομοσπονδιακή διευθέτηση, εντούτοις αυτή δεν θα έπρεπε να στηρίζεται στην μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά στην ένωση δύο προϋφισταμένων κρατών. Ο Ταλάτ ανέφερε περαιτέρω ότι οι Τουρκοκύπριοι είναι ένας αυτόνομος και ανεξάρτητος λαός. Από την πλευρά του ο Χριστόφιας απέρριψε τις τουρκοκυπριακές θέσεις και υπέβαλε ότι το σχέδιο Ανάν υπήρξε αγγλοαμερικανική συνωμοσία.

Προηγούμενες πράξεις Ιδιαίτερα κρίσιμο για σκοπούς διαπραγμάτευσης θεωρείται το θέμα της αναγνώρισης των προηγούμενων πράξεων. Η τουρκοκυπριακή πλευρά ζητά επαναφορά της άκρως προβληματικής ρύθμισης του σχεδίου Ανάν, δυνάμει της οποίας οι πράξεις νομοθετικής, εκτελεστικής ή δικαστικής φύσης από οποιαδήποτε αρχή στην Κύπρο θα πρέπει να αναγνωριστούν ως έγκυρες και η ισχύς τους να συνεχιστεί και μετά την λύση του κυπριακού, εφόσον δεν είναι αντίθετες ή

181


ασυμβίβαστες με το διεθνές δίκαιο ή άλλες ρυθμίσεις της συμφωνίας λύσης του κυπριακού (δηλαδή αναφορικά με θέματα ιθαγένειας, μετανάστευσης και ιδιοκτησίας). Κανένας δεν θα μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα των πράξεων αυτών για οποιοδήποτε λόγο που συνέβη πριν από την θέση σε ισχύ της συμφωνίας λύσης. Η συνολική αναγνώριση των προηγούμενων πράξεων της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου», εκ των πραγμάτων θα οδηγούσε σε αμφισβήτηση ως προς το ζήτημα της μετεξέλιξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Θα ευνοούσε ουσιαστικά την άποψη πως το νέο κράτος θα συνιστούσε ένωση δύο προϋφισταμένων νόμιμων κρατών, τεμαχίζοντας την κυριαρχία του νέου κράτους και οδηγώντας στην έμμεση νομιμοποίηση και αναγνώριση του σημερινού ψευδοκράτους που θα αναγόταν σε τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία. Θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς υπήρξε ότι οι προηγούμενες πράξεις, εκτός από εκείνες που ρυθμίζουν τις καθημερινές υποθέσεις των πολιτών, είναι άκυρες, εφόσον αντίκεινται στο διεθνές δίκαιο. Μόνο επομένως οι προηγούμενες πράξεις της τουρκοκυπριακής υποτελούς διοίκησης που αφορούν στην καθημερινότητα των πολιτών θα έπρεπε να αναγνωριστούν. Οι υπόλοιπες πράξεις θα έπρεπε να θεωρούνται ως άκυρες. Στην συνάντηση της 30ης Ιουλίου 2009 η τουρκοκυπριακή πλευρά παρατήρησε πως η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε ήδη συμφωνήσει πως: «οποιαδήποτε πράξη νομοθετικής, εκτελεστικής, ή δικαστικής υφής οποιασδήποτε αρχής στην Κύπρο, πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας θα

182


αναγνωριστεί ως ισχύουσα νοουμένου ότι δεν αντίκειται ή αντιτίθεται με οποιαδήποτε άλλη πρόνοια της Συμφωνίας, το Ευρωπαϊκό ή το Διεθνές Δίκαιο, και ή ισχύς της θα συνεχιστεί μετά την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας για τη λύση». Η διατύπωση αυτή οπωσδήποτε οδηγούσε στην αναγνώριση πολύ ευρύτερου αριθμού προηγούμενων πράξεων σε σύγκριση με την ρητορική της ελληνοκυπριακής πλευράς. Ο Τσελεπής απάντησε πως οι λέξεις κλειδί ήταν το «διεθνές δίκαιο». Υπέβαλε πως σύμφωνα με την υπόθεση της Ναμίμπια, στο διεθνές δίκαιο υπήρχε διάκριση μεταξύ πράξεων που αφορούσαν στην καθημερινή ζωή των πολιτών από την μια (όπως οι γάμοι ή τα πιστοποιητικά γέννησης) και των άλλων πράξεων που είχε υιοθετήσει μια μη αναγνωρισμένη οντότητα από την άλλη. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επέμενε ότι θα έπρεπε να γίνει αναφορά στην υπόθεση Ναμίμπια και κατά συνέπεια στην διάκριση μεταξύ των δύο ειδών πράξεων. Ενώ οι πρώτες θα αναγνωρίζονταν, αντίθετα οι δεύτερες δεν θα αναγνωρίζονταν. Εξάλλου η αναγνώριση των πράξεων αυτών δεν θα ενείχε και αναγνώριση της οντότητας που τις εξέδωσε, δηλαδή της παράνομης «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου». Η τουρκοκυπριακή πλευρά αντέδρασε, απαντώντας πως αν η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν ήταν διατεθειμένη να αναγνωρίσει τις προηγούμενες πράξεις της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου», τότε και οι Τουρκοκύπριοι δεν θα αναγνώριζαν τις πράξεις της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά το 1974. Ο Χριστόφιας απάντησε πως η λύση δεν θα έπρεπε να στηρίζεται στα τετελεσμένα της εισβολής, αλλά στο διεθνές

183


δίκαιο. Η στάση της τουρκοκυπριακής πλευράς στο θέμα των προηγούμενων πράξεων έχει ξεκάθαρα ως στόχο την αναγνώριση του ψευδοκράτους και κατά συνέπεια την υιοθέτηση της προσέγγισης της παρθενογένεσης, σύμφωνα με την οποία η συμφωνία θα πρέπει να παρέχει στοιχεία συνέχειας και για τις δύο πλευρές και όχι να μετεξελίσσει την Κυπριακή Δημοκρατία σε ομοσπονδιακό κράτος.

Το Πρωτόκολλο 10 Η Συνθήκη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπογράφηκε στην Στοά του Αττάλου στις 16 Απριλίου 2003. Στην ΕΕ εντάχθηκε ολόκληρη η Κυπριακή Δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένων και των κατεχόμενων περιοχών. Εντούτοις, με δεδομένο ότι η κυπριακή κυβέρνηση δεν μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στις κατεχόμενες περιοχές λόγω της παρουσίας του τουρκικού στρατού, προβλέφθηκε στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 10 της Συνθήκης Προσχώρησης ότι, η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου αναστέλλεται στις περιοχές της Δημοκρατίας στις οποίες η κυπριακή κυβέρνηση δεν μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο. Προβλέφθηκε περαιτέρω ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δύναται, με ομόφωνη απόφασή του στην βάση πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, να αποφασίσει τον τερματισμό της αναστολής του κοινοτικού κεκτημένου στις περιοχές αυτές. Η ύπαρξη του Πρωτοκόλλου 10 είναι ιδιαίτερα σημαντική, με δεδομένο ότι καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα αποφασιστεί ο τερματισμός της αναστολής του κοινοτικού

184


κεκτημένου στις κατεχόμενες περιοχές. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, εφόσον η εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στο Πρωτόκολλο 10 συνδέεται και με το ερώτημα κατά πόσο με την λύση μετεξελίσσεται η Κυπριακή Δημοκρατία ή δημιουργείται εξ αρχής μια νέα κρατική οντότητα μέσα από την ένωση δύο προϋφισταμένων κρατικών οντοτήτων. Είναι γνωστό ότι αυτονόητο στόχο της ελληνοκυπριακής πλευράς αποτελεί η συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ αντίθετα πάγιο στόχο της τουρκοκυπριακής πλευράς αποτελεί η επίτευξη παρθενογένεσης, μέσα από την οποία να αναγνωριστεί έμμεσα η νομιμότητα του σημερινού ψευδοκράτους, το οποίο θα εξισώνεται με την Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 11 Μαρτίου 2009 οι Χριστόφιας και Ταλάτ είχαν την πρώτη τους συνάντηση επί των ευρωπαϊκών θεμάτων. Ο Ταλάτ εξέφρασε την θέση πως το Πρωτόκολλο 10 δεν συνιστούσε τον ενδεδειγμένο μηχανισμό επί του οποίου θα έπρεπε να στηριχθεί η λύση του κυπριακού. Εκείνο που χρειαζόταν ήταν η αναγωγή της λύσης σε πρωτογενές δίκαιο και αυτό δεν θα μπορούσε να το προσφέρει ο μηχανισμός του Πρωτοκόλλου 10. «Ενόσω η συμφωνία σέβεται κάποιες βασικές αρχές, η ΕΕ θα την υιοθετήσει. Συνεπώς, το κοινοτικό κεκτημένο δεν θα πρέπει να μας περιορίζει» πρόσθεσε, ενώ εξέφρασε την άποψη πως οι επιμέρους ρυθμίσεις της λύσης και οι παρεκκλίσεις από το κεκτημένο, δεν θα πρέπει να μπορούν να προσβληθούν ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η ελληνοκυπριακή πλευρά διευκρίνισε πως το Πρωτόκολλο 10 είχε σχεδιαστεί με σκοπό να ικανοποιήσει τις

185


ανησυχίες της τουρκοκυπριακής πλευράς. Το Συμβούλιο είχε την δυνατότητα να παρεκκλίνει από το πρωτογενές δίκαιο, εφόσον πάντως οι παρεκκλίσεις ήταν προσωρινής φύσης. Αν και οι αποφάσεις του Συμβουλίου δεν συνιστούσαν πρωτογενές δίκαιο, εντούτοις η απόφαση του Συμβουλίου που θα λαμβανόταν στην βάση του Πρωτοκόλλου 10 θα επικρατούσε του πρωτογενούς δικαίου, κατά τρόπο ώστε η λύση να μην μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του ΔΕΚ. Ο Ταλάτ δεν αμφισβήτησε τις δυνατότητες που παρέχει ο μηχανισμός του Πρωτοκόλλου 10 στο Συμβούλιο, αν και αμφισβήτησε κατά πόσο η λύση δεν θα μπορούσε να προσβληθεί ενώπιον του ΔΕΚ. Πρόσθεσε όμως πως το Πρωτόκολλο 10 είναι προβληματικό, διότι θεωρεί πως οι Τουρκοκύπριοι ανήκουν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Τσελεπής τότε ρώτησε κατά πόσο η πραγματική ανησυχία των Τουρκοκυπρίων ήταν το ζήτημα της συνέχειας της Κυπριακής Δημοκρατίας και ο Ταλάτ παραδέχθηκε πως, αν και η νομική ασφάλεια είναι το κυριότερο ζήτημα, εντούτοις το θέμα της συνέχειας «είναι το τραύμα μας». Ο Χριστόφιας τότε σχολίασε πως η ουσία της διαφωνίας τους ήταν κατά πόσο με την λύση θα υπάρξει «συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ή παρθενογένεση». Ο Ταλάτ απάντησε πως η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν αναφερόταν πλέον δημόσια στην έννοια της παρθενογένεσης, σεβόμενη τις ανησυχίες της ελληνοκυπριακής πλευράς. Εντούτοις, αυτό δεν συνεπαγόταν ότι είχαν εγκαταλείψει τις ανησυχίες τους. Ο Τσελεπής σχολίασε πως η λύση θα έπρεπε να μην επηρεάζει τις εκατέρωθεν θέσεις των δύο πλευρών ως προς το ζήτημα της συνέχειας της Κυπριακής Δημοκρατίας και 186


τη δημιουργία της νέας κατάστασης πραγμάτων. Ο Ταλάτ απάντησε πως όντως αυτή θα ήταν η φόρμουλα του συμβιβασμού, βασισμένη στην «εποικοδομητική ασάφεια» και στην αποδοχή ενός νέου συνεταιρισμού. Οι πραγματικές επιδιώξεις της τουρκοκυπριακής πλευράς κατέστησαν σαφείς κατά την επόμενη συνάντηση της 17ης Μαρτίου 2009. Ο Ταλάτ σχολίασε πως η βασική τους ανησυχία ήταν πως το Πρωτόκολλο 10 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, έτσι ώστε να υποστηριχθεί η συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με δεδομένο ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν αποδέχονταν την τροποποίηση του Πρωτοκόλλου 10, η τουρκοκυπριακή πλευρά πρότεινε την υιοθέτηση ενός νέου μηχανισμού που να καθιστά την λύση πρωτογενές δίκαιο. Ο Ταλάτ ζήτησε από τους Ελληνοκύπριους να βοηθήσουν ώστε να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες της τουρκοκυπριακής πλευράς. Πρόσθεσε πως η λύση θα έπρεπε να καταστεί πρωτογενές δίκαιο, έτσι ώστε να μην μπορεί να προσβληθεί στο ΔΕΚ και ότι η άποψη των νομικών υπηρεσιών της Επιτροπής ή του Συμβουλίου δεν ήταν αρκετή, με δεδομένο ότι το ΔΕΚ θα μπορούσε να έχει διαφορετική άποψη. Ο Χριστόφιας απάντησε πως αν ο Ταλάτ επέμενε στην τροποποίηση του Πρωτοκόλλου 10 για να βρεθεί λύση, τότε δεν θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί λύση. Πρόσθεσε επίσης πως δεν αντιλαμβανόταν γιατί η λύση θα έπρεπε να είναι αντίθετη με το κεκτημένο, ώστε να μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του ΔΕΚ. Αν συναπτόταν ένα νέο Πρωτόκολλο ως πρωτογενές δίκαιο, τότε αυτό θα έδινε την εντύπωση πως πριν από τη σύναψη του νέου Πρωτοκόλλου, μόνο ένα κομμάτι της Κύπρου είχε ενταχθεί στην ΕΕ. Επιπρόσθετα, ένα νέο 187


Πρωτόκολλο θα έπρεπε να εγκριθεί από τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ και υπήρχε πάντοτε η πιθανότητα ένα κράτος μέλος να το απορρίψει. Τι θα γινόταν τότε; Ο Ταλάτ σχολίασε πως ο Χριστόφιας αντιμετώπιζε το Πρωτόκολλο 10 ως να ήταν η Βίβλος και ότι, σε κάθε περίπτωση, η θέση τους ήταν ότι όντως ένα κομμάτι της Κύπρου θα εντασσόταν στην ΕΕ για πρώτη φορά μετά την λύση.

188


Ï ×áñáêôÞñáò ôïõ êñÜôïõò

Οι Ομοσπονδιακές Αρμοδιότητες Στόχο της ελληνοκυπριακής πλευράς κατά τις διαπραγματεύσεις αποτέλεσε όπως ο χαρακτήρας του νέου κράτους μη περιέχει συνομοσπονδιακά στοιχεία, δηλαδή στοιχεία πολιτειακής οργάνωσης που να παραπέμπουν σε ύπαρξη δύο χαλαρά συνδεδεμένων πολιτειακών οντοτήτων, αντί στην δημιουργία μιας ομοσπονδίας, δηλαδή ενός ενωμένου διοικητικά κράτους. Θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς κατά τις διαπραγματεύσεις υπήρξε ότι: «ο αριθμός και το επίπεδο των αρμοδιοτήτων που ανήκουν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα καθορίσει και την ισχύ της ομοσπονδίας». Σε αντίθετη περίπτωση, η ομοσπονδία θα συνιστά κεκαλυμμένη συνομοσπονδία. Με τις πιο πάνω ανησυχίες συνδέεται το ζήτημα της ερμηνείας του όρου «πολιτική ισότητα». Η αρχή της πολιτικής ισότητας υποδηλώνει την ισότιμη προέλευση της εξουσίας από τις δύο συνιστώσες πολιτείες και αποτελεί ουσιαστικά μετεξέλιξη της δυαδικής αρχής που υπήρχε στο κυπριακό Σύνταγμα του 1960. Η αρχή της πολιτικής ισότητας υποκαθιστά την δημοκρατική αρχή, εφόσον εξισώνει δυνητικά

189


το 82% των Ελληνοκυπρίων με το 18% των Τουρκοκυπρίων, μέσα από την απαίτηση για ισότιμη συμμετοχή στα ομοσπονδιακά πολιτειακά όργανα των προσώπων που προέρχονται από έκαστη συνιστώσα πολιτεία. Είναι ευνόητο πως η ερμηνεία της έννοιας της πολιτικής ισότητας ως αριθμητικής ισότητας, κατά τον τρόπο που απαιτεί η τουρκοκυπριακή πλευρά, μπορεί, σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ των δύο συνιστωσών πολιτειών, να οδηγήσει το κράτος σε παράλυση. Τουρκοκυπριακή θέση παραμένει ότι θα πρέπει να υπάρχει εκ περιτροπής προεδρία και αριθμητική ισότητα σε όλα ανεξαιρέτως τα πολιτειακά όργανα, είτε αυτά ανήκουν στην ομοσπονδιακή κεντρική κυβέρνηση, είτε άπτονται των σχέσεων της Κύπρου με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε αντίθετη περίπτωση η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι θα πρέπει να παρέχονται δικαιώματα βέτο στην μικρότερη πληθυσμιακά συνιστώσα πολιτεία. Ουσιαστικά η τουρκοκυπριακή πλευρά επιδιώκει την επαναφορά των διατάξεων που περιέχονταν στο σχέδιο Ανάν. Σε συνάντησή του με τον Ντάουνερ στις 17 Ιουνίου 2009, ο Χριστόφιας διερωτήθηκε: «δεν είναι αυτό συνομοσπονδία;». Σαφώς και είναι, όπως ήταν και στο σχέδιο Ανάν. Παραθέτουμε σε ενιαίο σχολιασμένο κείμενο το πεδίο συμφωνίας και διαφωνίας των δύο πλευρών ως προς τις ομοσπονδιακές αρμοδιότητες:

!

Σχέσεις με την ΕΕ και θέματα της ΕΕ, τα οποία παρατίθενται στο Σύνταγμα. Αυτές οι αρμοδιότητες θα ασκούνται σύμφωνα με τη Συμφωνία Συνεργασίας και

190


τους ομοσπονδιακούς νόμους σχετικά με τη διαχείριση των θεμάτων της ΕΕ.

!

Επικοινωνίες, περιλαμβανομένων των ταχυδρομικών, ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιών. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι η συμπερίληψη των σχετικών αρμοδιοτήτων θα είναι άνευ βλάβης για το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Σύμφωνα με την θέση της τουρκοκυπριακής πλευράς, αν και τα πιο πάνω θέματα θα τυγχάνουν ρύθμισης σε ομοσπονδιακό επίπεδο, εντούτοις οι επικοινωνίες θα μπορούν να ανήκουν και να τυγχάνουν διαχείρισης από τις συνιστώσες πολιτείες. Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν διαφωνεί, εφόσον διευκρινιστεί με σαφήνεια το νόημα της επιφύλαξης και εφόσον οι όποιες εξαιρέσεις υπόκεινται στο κοινοτικό δίκαιο.

!

Μετεωρολογία.

!

Κυπριακή ιθαγένεια (υπό την αίρεση της συζήτησης σχετικά με τα πολιτικά δικαιώματα), περιλαμβανομένης της έκδοσης διαβατηρίων και μετανάστευση, περιλαμβανομένου ασύλου, απέλασης και έκδοσης αλλοδαπών.

!

Καταπολέμηση της τρομοκρατίας, της διακίνησης ναρκωτικών, ξέπλυμα χρήματος και οργανωμένο έγκλημα.

!

Χάρες και Αμνηστίες για ομοσπονδιακά αδικήματα.

!

Διορισμός ομοσπονδιακών αξιωματούχων, περιλαμβανομένων των διπλωματικών λειτουργών.

!

Πνευματική Ιδιοκτησία.

191


!

Μέτρα και σταθμά.

!

Οικονομική σύγκλιση, εργατικά δικαιώματα και τα ακόλουθα κοινωνικά ζητήματα (η ελληνοκυπριακή πλευρά επιδιώκει να συμπεριλάβει και την αναπτυξιακή πολιτική, θέση όμως που δεν έχει γίνει αποδεκτή από την τουρκοκυπριακή πλευρά): α) Προστασία της οικογένειας (ιδιαίτερα των μητέρων και των παιδιών). β) Δικαίωμα σε επαρκές βιοτικό επίπεδο. γ) Το δικαίωμα για απόλαυση του υψηλότερου δυνατού επιπέδου σωματικής και διανοητικής υγείας.

! Συναφώς με τις πιο πάνω αρμοδιότητες, η κυβέρνηση θα ασκεί νομοθετικές και εκτελεστικές αρμοδιότητες επί της ομοσπονδιακής διοίκησης, περιλαμβανομένων: -δημόσιας υπηρεσίας και ομοσπονδιακής αστυνομίας, -ανεξάρτητων θεσμών και λειτουργών τους, -εκλογές και δημοψηφίσματα σε ομοσπονδιακό επίπεδο, -αδικήματα έναντι ομοσπονδιακών νόμων, -ομοσπονδιακή απονομή δικαιοσύνης, -ομοσπονδιακή περιουσία, περιλαμβανομένων των δημόσιων έργων για ομοσπονδιακές εγκαταστάσεις και απαλλοτρίωση σε διαβούλευση με τη σχετική συνιστώσα πολιτεία. -Συναφή ζητήματα τα οποία είναι σαφώς εξαρτώμενα

192


από τις συγκεκριμένες εξουσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

! Φυσικοί πόροι, περιλαμβανομένων των υδάτινων πόρων. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι η αλιεία και η γεωργία εμπίπτουν εντός των αρμοδιοτήτων των συνιστωσών πολιτειών, ενώ ζητά όπως η ιδιοκτησία και λειτουργία των υδάτινων εγκαταστάσεων παραμείνει στις συνιστώσες πολιτείες. ! Ανταγωνισμός (η τουρκοκυπριακή πλευρά το αποδέχεται τηρούμενης της σύστασης ανεξάρτητου ρυθμιστικού οργάνου με ίση εκπροσώπηση). ! Ομοσπονδιακά οικονομικά, περιλαμβανομένου του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού και όλης της έμμεσης φορολογίας, των τελωνείων και των φόρων κατανάλωσης, της ομοσπονδιακής οικονομικής και εμπορικής πολιτικής. ! Ρύθμιση και επίβλεψη του χρηματοοικονομικού τομέα (η τουρκοκυπριακή πλευρά το αποδέχεται, τηρούμενης της σύστασης ανεξάρτητου ρυθμιστικού σώματος με αριθμητικά ίση εκπροσώπηση). ! Ρύθμιση και επίβλεψη του τραπεζικού τομέα. Η τουρκοκυπριακή πλευρά αποδέχεται την συμπερίληψη των αρμοδιοτήτων στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, τηρούμενης της πρόβλεψης αριθμητικής ισότητας στην Κεντρική Τράπεζα ή της σύστασης ανεξάρτητου ρ υ θ μ ι σ τ ι κο ύ σ ώ μ α τ ο ς μ ε αριθμητικά ίση εκπροσώπηση. Σε σχέση με την ύπαρξη ισότιμης 193


αριθμητικής εκπροσώπησης σε επίπεδο Κεντρικής Τράπεζας, η θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς είναι ότι ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας καλείται να επιτελέσει ένα ανεξάρτητο ρόλο δυνάμει και του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, αν και θα πρέπει οπωσδήποτε να υπάρξει συνεννόηση μεταξύ των συνιστωσών πολιτειών, η απαίτηση για ισότιμη αριθμητική εκπροσώπηση είναι δύσκολο να εφαρμοστεί χωρίς να οδηγεί σε προβλήματα στην άσκηση οικονομικής πολιτικής.

! Αεροπλοΐα. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι σε ομοσπονδιακό επίπεδο θα πρέπει να συμπεριληφθούν όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με την αεροπλοΐα, περιλαμβανομένου του εναέριου χώρου και του FIR (Flight Information Region Περιοχή Πληροφοριών Πτήσεων), το οποίο θα πρέπει να είναι ενιαίο. Αντίθετα η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι η ιδιοκτησία και διαχείριση των αεροδρομίων θα πρέπει να ανήκει στις συνιστώσες πολιτείες και ότι θα πρέπει να υπάρχουν δύο κέντρα ελέγχου που θα ανήκουν στις συνιστώσες πολιτείες. Η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρούσε ορθά κατά τις διαπραγματεύσεις ότι ενδεχόμενη διάσπαση στο FIR συνιστά ουσιαστικά συνομοσπονδιακή ρύθμιση που παραπέμπει στην ύπαρξη χωριστών κρατών.Με τις προτάσεις της που παραδόθηκαν στις εντατικές συνομιλίες του Ιανουαρίου 2010, η τουρκοκυπριακή πλευρά ζήτησε όπως υπάρξουν χωριστά FIR, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην ελληνοκυπριακή πλευρά. 194


Κα τ ά τ ι ς ε ν τ α τ ι κ έ ς δ ι α π ρ α γ μ α τ ε ύ σ ε ι ς η τουρκοκυπριακή πλευρά επανήλθε στις αρχική της απαίτηση για δύο κέντρα ελέγχου, εγκαταλείποντας την απαίτηση για χωριστά FIR, γεγονός που έγινε ενθουσιωδώς αποδεκτό ως δείγμα προόδου από τον Πρόεδρο Χριστόφια. Για μια ακόμα φορά η τουρκοκυπριακή πλευρά, υποβάλλοντας ακόμα πιο ακραίες θέσεις, πέτυχε να χαρακτηρίζεται ως πρόοδος η επαναφορά των ήδη ακραίων αρχικών θέσεών της, οι οποίες αρχικά απορρίπτονταν ως απαράδεκτες από την ελληνοκυπριακή πλευρά.

! Αρχαιότητες (η τουρκοκυπριακή πλευρά αποδέχεται την συμπερίληψη των αρχαιοτήτων, νοουμένου ότι τα έσοδα από τους επισκέπτες θα ανήκουν στις συνιστώσες πολιτείες). ! Διεθνής Ναυσιπλοΐα. Η ελληνοκυπριακή πλευρά προτείνει την συμπερίληψη της Συμφωνίας με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS) του 1982 στο σύνολό της, περιλαμβανομένης της διεθνούς ναυσιπλοΐας, διεθνών υδάτων, συνοριακής ζώνης, αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, υφαλοκρηπίδας, οριοθέτησης με τα όμορα κράτη με αντικειμενικές και παρακείμενες ακτές και διευθέτησης διαφορών. Αντίθετα, η τουρκοκυπριακή πλευρά επιδιώκει την συμπερίληψη ορισμένων μόνο πτυχών της UNCLOS, κατά τρόπο ώστε να αποκλείονται ιδιαίτερα οι ρυθμίσεις για διευθέτηση διαφορών.

195


! Εξωτερικές σχέσεις, περιλαμβανομένης της σύναψης διεθνών συνθηκών. Εντούτοις η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι οι συνιστώσες πολιτείες θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες επί ζητημάτων εντός των αρμοδιοτήτων τους. Η ελληνοκυπριακή πλευρά υπέβαλε πως παρόμοιο απεριόριστο δικαίωμα σύναψης διεθνώς συμφωνιών από τις συνιστώσες πολιτείες βρισκόταν εκτός των πλαισίων ενός ομοσπονδιακού πολιτεύματος.

Οι αρμοδιότητες των συνιστωσών πολιτειών Η τουρκοκυπριακή πλευρά επιδιώκει όπως όλες οι αρμοδιότητες που δεν επαφίενται στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, θα ανήκουν στις συνιστώσες πολιτείες, οι οποίες αποκτούν με τον τρόπο αυτό το «κατάλοιπο της εξουσίας». Επιδιώκει δηλαδή την επαναφορά των σχετικών ρυθμίσεων του σχεδίου Ανάν. Στη συνάντηση της 12ης Ιανουαρίου 2009 ο Χριστόφιας αρνήθηκε να αποδεχθεί την τουρκοκυπριακή θέση σύμφωνα με την οποία το κατάλοιπο των εξουσιών θα ανήκει στις συνιστώσες πολιτείες. Ο Ταλάτ κατηγόρησε τον Χριστόφια ότι υποχωρεί από σημεία που είχε προηγουμένως συμφωνήσει. Ο Ντάουνερ είχε πάντως υποβάλει στον Ταλάτ σε κατ' ιδίαν συνάντηση που είχαν στις 9 Ιανουαρίου 2009, ότι δεν ήταν ανάγκη να επιμένει επί του παρόντος στο ζήτημα, διότι οι Ελληνοκύπριοι είχαν αποδεχθεί ότι στο τέλος θα συμφωνούσαν πως το κατάλοιπο εξουσίας θα ανήκει στις συνιστώσες πολιτείες.

196


Επομένως για τον Ντάουνερ η αποδοχή της ρύθμισης από την ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν ζήτημα κατάλληλου χρονικού σημείου. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές η υποχώρηση των Ελληνοκυπρίων από τις αρχικές τους θέσεις ήταν προδιαγεγραμμένη. Οι απόψεις Ντάουνερ εγείρουν οπωσδήποτε ζήτημα αξιοπιστίας και πειστικότητας της ελληνοκυπριακής διπλωματίας, καθώς και ζήτημα απόκρυψης στοιχείων από το Εθνικό Συμβούλιο ή και διαπραγμάτευσης κατά τρόπο αντίθετο με τις δημόσιες τοποθετήσεις της κυπριακής κυβέρνησης. Σε μια προσπάθεια να αποφευχθούν στρεβλώσεις στην περίπτωση που οι νομοθεσίες των δύο συνιστωσών πολιτειών διαφέρουν, προβλέπεται ότι οι συνιστώσες πολιτείες θα προσπαθήσουν να καταλήγουν σε Συμφωνίες Συνεργασίας και να συντονίζουν την πολιτική και τη νομοθεσία τους επί των ακόλουθων θεμάτων:

!

Τουρισμός.

!

Προστασία του περιβάλλοντος και χρήση και εξοικονόμηση ενέργειας.

!

Αλιεία και γεωργία (η συμπερίληψή της στα σημεία σύγκλισης προκαλεί οπωσδήποτε σύγχυση, με δεδομένο ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρητικά επιμένει ότι η αλιεία και γεωργία θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις αρμοδιότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης).

!

Βιομηχανία και Εμπόριο, συμπεριλαμβανομένης ασφάλειας και προστασίας του καταναλωτή.

!

Δ η μ ι ο υ ρ γ ί α ζω ν ώ ν κα ι π ρ ο γ ρ α μ μ α τ ι σ μ ό ς , συμπεριλαμβανομένων και επίγειων μεταφορών. 197


!

Υγεία, συμπεριλαμβανομένης της ρύθμισης για τα καπνά, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και κτηνιατρικά θέματα.

!

Κοινωνική ασφάλιση και εργασία.

!

Αποδοχή της αυθεντικότητας εγγράφων.

!

Παιδεία και Αθλητισμός.

!

Προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Οι Συμφωνίες για τέτοιας μορφής συντονισμό ή εναρμόνιση θα εγκρίνονται από το αρμόδιο τμήμα των συνιστώντων πολιτειών και, εάν η ομοσπονδιακή συμμετοχή είναι απαραίτητη, από το αρμόδιο τμήμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Είναι σε κάθε περίπτωση εμφανές ότι ο συντονισμός των σχετικών ζητημάτων επαφίεται στην καλή θέληση των συνιστωσών πολιτειών. Η καθολική αυτή εξάρτηση της λειτουργίας του κράτους από την καλή θέληση των συνιστωσών πολιτειών αποτελεί ένα από τα πλέον σημαντικά προβλήματα του σχεδίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά το ζήτημα της εφαρμογής των ομοσπονδιακών νόμων. Αν και γίνεται αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα (δύναται να) εμπιστευτεί την εφαρμογή των ομοσπονδιακών νόμων και την συλλογή συγκεκριμένων μορφών φόρων στην συνιστώσες πολιτείες, διαφωνία υπάρχει ως προς το κατά πόσο η ρύθμιση αυτή θα είναι υποχρεωτικής φύσης (όπως εισηγείται η τουρκοκυπριακή πλευρά) ή δυνητικής φύσης (όπως εισηγείται η ελληνοκυπριακή πλευρά). Στην περίπτωση που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα υποχρεούται να εμπιστευτεί την εφαρμογή των νόμων και την 198


συλλογή των φόρων στις συνιστώσες πολιτείες, καθίσταται εμφανές πως η εφαρμογή των νόμων δεν θα μπορεί πρακτικά να γίνει κατορθωτή στην περίπτωση που οι αρχές των συνιστωσών πολιτειών αποδεικνύονται απρόθυμες. Το ομοσπονδιακό κράτος δεν διαθέτει μηχανισμούς επιβολής της τάξης ή οποιοδήποτε άλλο μηχανισμό με τον οποίο να μπορεί να διασφαλίσει σε πραγματικό επίπεδο την συμμόρφωση των συνιστωσών πολιτειών με τις υποχρεώσεις του, ενώ η υποχρέωση μιας τέτοιας συμμόρφωσης δεν φαίνεται να προκύπτει ούτε και σε λεκτικό έστω επίπεδο μέσα από την ύπαρξη ρητής συνταγματικής διάταξης που να το προβλέπει.

Εξωτερικές Σχέσεις Στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων του νέου πολιτειακού μορφώματος, οι δύο πλευρές εξέφρασαν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις, με την τουρκοκυπριακή πλευρά να επιδιώκει την ύπαρξη δυνατότητας των δύο συνιστωσών πολιτειών να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες και να ενεργούν ως ξεχωριστοί διεθνείς δρώντες. Ουσιαστικά οι προτάσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς αναιρούν την δυνατότητα του νέου μορφώματος να εκφράζεται με μια φωνή διεθνώς. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει επομένως ότι θα πρέπει οι συνιστώσες πολιτείες να συμμετέχουν στην διατύπωση και εφαρμογή της πολιτικής αναφορικά με τις ομόσπονδες εξωτερικές σχέσεις, περιλαμβανομένων των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντίθετα η ελληνοκυπριακή πλευρά υποβάλλει ότι το δικαίωμα συμμετοχής των συνιστωσών πολιτειών στην διαμόρφωση

199


εξωτερικής πολιτικής θα πρέπει να υπάρχει μόνο αναφορικά με θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές τους. Περαιτέρω η τουρκοκυπριακή πλευρά θεωρεί πως η Κύπρος οφείλει να αποδώσει καθεστώς προνομιακού εμπορικού εταίρου στην Ελλάδα και την Τουρκία σε σχέση με όλες τις συμφωνίες οποιασδήποτε φύσης και ότι η σχετική πρόβλεψη θα πρέπει να γίνει πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο. Η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί πως η απόδοση καθεστώτος προνομιακού εμπορικού εταίρου σε τρίτες χώρες μπορεί να γίνει μόνο εφόσον αυτό είναι συμβατό με τις υποχρεώσεις της Κύπρου ως κράτους μέλους της ΕΕ. Επιπρόσθετα η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι οι συνιστώσες πολιτείες θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες με άλλα κράτη και διεθνείς οργανισμούς αναφορικά με όλα τα ζητήματα που εμπίπτουν στην σφαίρα των αρμοδιοτήτων τους. Αντίθετα η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί πως η δυνατότητα σύναψης διεθνών συμφωνιών από πλευράς των συνιστωσών πολιτειών, θα πρέπει να υπάρχει μόνο αναφορικά με συμφωνίες που άπτονται σε πολιτιστικά και εμπορικά θέματα και εφόσον οι συμφωνίες αυτές δεν βλάπτουν την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ή της άλλης συνιστώσας πολιτείας και είναι συμβατές με την συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρομοίως η τουρκοκυπριακή πλευρά υποστηρίζει ότι οι συνιστώσες πολιτείες θα πρέπει να διατηρούν διπλωματικούς αντιπροσώπους για θέματα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, ενώ αντίθετα η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί πως διπλωματικοί αντιπρόσωποι των συνιστωσών πολιτειών θα μπορούν να 200


υπάρχουν μόνο για εμπορικά και πολιτιστικά θέματα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά ήγειρε επίσης το ζήτημα ότι οι συνιστώσες πολιτείες θα πρέπει να έχουν δικαίωμα βέτο τόσο επί της ομοσπονδιακής εξωτερικής πολιτικής, όσο και ως προς την σύναψη διεθνών συνθηκών, επί ζητημάτων που εμπίπτουν εντός της αρμοδιότητάς τους. Σε συνάντησή της με τον σύμβουλο του ΟΗΕ επί ζητημάτων εκτελεστικής εξουσίας John McGarry στις 21 Ιουλίου 2009, η τουρκοκυπριακή πλευρά τόνισε ότι δεν επιθυμούσε να αφήσει την προστασία της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Ως εκ τούτου επιδίωκαν να ρυθμίσουν τις αρμοδιότητες επί ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής σε επίπεδο συνιστωσών πολιτειών. Σε εσωτερικό σημείωμα του McGarry αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αυτό είναι τμήμα μιας ευρύτερης τουρκοκυπριακής στρατηγικής, ώστε να διασφαλιστεί πως οι συνιστώσες πολιτείες είναι ισότιμοι συνεταίροι των ομοσπονδιακών αρχών. Αυτή η στρατηγική συνδέεται με την σειρά της με την γενική άποψη ότι υπάρχουν δύο λαοί στην Κύπρο και ότι οι λαοί αυτοί αντιπροσωπεύονται από την αντίστοιχη συνιστώσα πολιτείας αντί από τις ομοσπονδιακές αρχές». Κατά την συνάντηση της 16ης Δεκεμβρίου 2008 ο Χριστόφιας παρατήρησε ότι η τουρκοκυπριακή απαίτηση για να απονεμηθεί καθεστώς προνομιακού εταίρου στην Τουρκία, θα καθιστούσε ουσιαστικά την Κύπρο «όμηρο» της Τουρκίας σε περίπτωση που η τελευταία δεν γινόταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σημείωσε πως η λύση δεν θα μπορούσε να παραγνωρίζει το γεγονός της ένταξης της Κύπρου στην

201


Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία η Ελλάδα είναι μέλος, ενώ η Τουρκία όχι. Περαιτέρω σχολίασε ότι οι τουρκοκυπριακές προτάσεις ως προς το ζήτημα των εξωτερικών σχέσεων, ουσιαστικά θα καθιστούσαν τις εξωτερικές σχέσεις αποκλειστική αρμοδιότητα των συνιστωσών πολιτειών για ζητήματα εντός των αρμοδιοτήτων τους, ενώ επιπρόσθετα οι συνιστώσες πολιτείες θα είχαν και συντρέχουσες αρμοδιότητες στα ομοσπονδιακά ζητήματα. Αυτή η συλλογιστική προσομοιάζει με συνομοσπονδία και όχι με ομοσπονδία. Ο Χριστόφιας εξέφρασε την απογοήτευσή του για τις τουρκοκυπριακές προτάσεις και διερωτήθηκε πώς θα επιτευχθεί η λειτουργικότητα του κράτους με παρόμοιες προτάσεις. Περαιτέρω σημείωσε πως οι τουρκοκυπριακές προτάσεις υπερέβαιναν ακόμα και την «ευαίσθητη ισορροπία» (όπως την χαρακτήρισε) του σχεδίου Ανάν. Ο Ταλάτ όμως επέμεινε ότι η κυπριακή περίπτωση ήταν ξεχωριστή και ότι κατά συνέπεια θα έπρεπε να δοθούν επιπρόσθετες αρμοδιότητες και δικαιώματα διεθνούς εκπροσώπησης στις συνιστώσες πολιτείες. Ο Χριστόφιας ζήτησε εξάλλου από τον Ταλάτ να αποφεύγει να μιλά στα τουρκοκυπριακά ΜΜΕ για τις συνομιλίες επί θεμάτων διακυβέρνησης, διότι με τον τρόπο αυτό παρέχει την δυνατότητα στα ελληνοκυπριακά ΜΜΕ να του ασκούν κριτική. Πρόσθεσε πως ο ίδιος, αν και απολαμβάνει την υποστήριξη του λαού, εντούτοις δεν έχει καλές σχέσεις με τα ΜΜΕ. Ο Ταλάτ απάντησε πως το ίδιο συμβαίνει και μαζί του, αλλά σημείωσε πως εκείνος δεν έχει την στήριξη της αντιπολίτευσης, σε αντίθεση με τον Χριστόφια. 202


Ιεραρχία μεταξύ ομοσπονδιακής κυβέρνησης και συνιστωσών πολιτειών Μια από τις διατάξεις του σχεδίου Ανάν που είχε τύχει κριτικής αφορούσε στην ρήτρα ότι δεν υπάρχει ιεραρχία ανάμεσα στους ομοσπονδιακούς νόμους και τους νόμους των συνιστωσών πολιτειών. Κατά κανόνα, τα Συντάγματα των ομοσπονδιακών κρατών κατοχυρώνουν ρητά την υπεροχή του ομοσπονδιακού δικαίου απέναντι στο δίκαιο των συνιστωσών πολιτειών. Πρόθεση της τουρκοκυπριακής πλευράς υπήρξε ανέκαθεν η υποβάθμιση των νομοθετικών οργάνων του ομοσπονδιακού κράτους, απέναντι σε αυτά των συνιστωσών πολιτειών, μέσα από την μη πρόβλεψη οποιωνδήποτε ρυθμίσεων για ιεραρχία μεταξύ των δύο κατηγοριών νομοθετημάτων. Στην συνάντηση της 5ης Ιανουαρίου ο Χριστόφιας εισηγήθηκε ότι η ύπαρξη ιεραρχίας ήταν αναγκαία, εφόσον μια σύγκρουση αρμοδιοτήτων δεν θα μπορούσε στην πράξη να αποκλειστεί. Στην περίπτωση σύγκρουσης, το Ανώτατο Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει κάποια καθοδήγηση επί της οποίας να μπορεί να λάβει την απόφασή του. Από την άλλη ο Ταλάτ επέμεινε ότι οι αρμοδιότητες των συνιστωσών πολιτειών ήταν από την φύση τους οριοθετημένες και διακριτές από τις αρμοδιότητες της ομοσπονδιακής πολιτείας και κατά συνέπεια δεν υπήρχε ανάγκη για συμπερίληψη παρόμοιας ρύθμισης. Περαιτέρω ο Ταλάτ σημείωσε ότι η αρχή της πολιτικής ισότητας συνεπαγόταν ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει οποιαδήποτε επικυριαρχία, υπεροχή ή ιεράρχηση μεταξύ της

203


ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των συνιστωσών πολιτειών. Κατά συνέπεια τα εκτελεστικά, νομοθετικά και δικαστικά όργανα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οποιαδήποτε υπεροχή απέναντι στα όργανα των συνιστωσών πολιτειών, ούτε και θα έχουν το δικαίωμα να δίνουν διαταγές ή οδηγίες στα όργανα των συνιστωσών πολιτειών. Η σχέση ανάμεσα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και στις δύο συνιστώσες πολιτείες, θα είναι σχέση μεταξύ δύο οντοτήτων, οι οποίες μοιράζονται τις αρμοδιότητες σύμφωνα με τις αρχές διαμοιρασμού της εξουσίας που καθορίζονται στο Σύνταγμα. Ως φυσιολογικό αποτέλεσμα τα μέτρα που θα θεσπίζονται από τα ομοσπονδιακά όργανα δεν θα υπερέχουν των μέτρων που θεσπίζονται από τις αρχές των συνιστωσών πολιτειών. Οπωσδήποτε η συλλογιστική της τουρκοκυπριακής πλευράς για έλλειψη οποιασδήποτε ιεραρχίας μεταξύ της ομοσπονδιακής πολιτείας και των δύο συνιστωσών πολιτειών, παραπέμπει μάλλον σε συνομοσπονδιακό πολίτευμα, παρά σε ομοσπονδιακό. Το ίδιο ισχύει και για την προτεινόμενη από τουρκοκυπριακής πλευράς διατύπωση, η οποία συναντάται και στις διατάξεις του σχεδίου Ανάν, σύμφωνα με την οποία: «Μέσα στα όρια του Συντάγματος και των εδαφικών τους ορίων, κάθε συνιστώσα πολιτεία θα ασκεί κυριαρχικά όλες τις εξουσίες που δεν αποδίδονται από το Σύνταγμα στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, οργανωμένη ελεύθερα σύμφωνα με το δικό της Σύνταγμα». Η ελληνοκυπριακή πλευρά υπέβαλε ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί την χρήση φρασεολογίας, η οποία δεν είναι συμβατή με ομοσπονδιακά συστήματα και η οποία παραπέμπει 204


σε συνομοσπονδιακή, αντί σε ομοσπονδιακή σχέση. Καθίσταται εμφανές ότι η φρασεολογία που χρησιμοποιεί η τουρκοκυπριακή πλευρά έχει ως στόχο την αμφισβήτηση του χαρακτήρα του υπό διαμόρφωση κράτους, κατά τρόπο ώστε να τονίζεται η ξεχωριστή φύση των συνιστωσών πολιτειών απέναντι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Αν μάλιστα γίνει αποδεκτή η τουρκοκυπριακή θέση περί παντελούς έλλειψης ιεραρχίας μεταξύ των ομοσπονδιακών οργάνων και νόμων και των αντίστοιχων οργάνων και νόμων των συνιστωσών πολιτειών, καθίσταται αντιληπτό ότι ουσιαστικά τίποτα δεν θα υποχρεώνει τις συνιστώσες πολιτείες να εφαρμόσουν τους νόμους ή να συλλέξουν τους φόρους του ομοσπονδιακού κράτους. Σε μια παρόμοια περίπτωση το ομοσπονδιακό κράτος θα μπορεί να οδηγηθεί σε παράλυση κατά βούληση, ανάλογα με τις εκάστοτε διαθέσεις των αρχών της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας. Είναι σαφές πως το κράτος που οραματίζεται η τουρκοκυπριακή πλευρά θυμίζει συνομοσπονδία και όχι ομοσπονδία.

Η Κύπρος ως Μέλος της ΕΕ Ο τρόπος με τον οποίο το νεοσύστατο πολιτειακό μόρφωμα θα λειτουργεί ως κράτος μέλος της ΕΕ, δεν έχει τύχει συμφωνίας από τις δύο πλευρές. Η συμμετοχή ενός κράτους στην ΕΕ, προϋποθέτει την λήψη αποφάσεων επί μιας πληθώρας ζητημάτων, έτσι ώστε το κράτος να μπορεί να μιλά με μια φωνή ενώπιον των ευρωπαϊκών οργάνων. Αν και στόχος είναι όπως οι αποφάσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας λαμβάνονται με συναίνεση, είναι εμφανές πως υπάρχουν

205


περιπτώσεις που η συναίνεση δεν θα μπορεί, για οποιουσδήποτε λόγους, να υπάρξει. Η τουρκοκυπριακή πλευρά υπέβαλε πως ως γενικός κανόνας θα έπρεπε να υπάρχει παραπομπή των ζητημάτων σε μια Συντονιστική Ομάδα στο επίπεδο του ομοσπονδιακού Υπουργείου Ευρωπαϊκών Θεμάτων, ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά εξέφρασε την προτίμησή της για μια λιγότερο επίσημη διαδικασία και υπέβαλε ότι η παραπομπή στην Συντονιστική Ομάδα θα έπρεπε να γίνεται μόνο κατ' εξαίρεση. Σοβαρότερη διαφωνία υπάρχει ως προς τις επιλογές στην πιθανή περίπτωση που οι δύο πλευρές δεν θα μπορούσαν να καταλήξουν σε συναίνεση επί των διαφόρων ζητημάτων που άπτονται της συμμετοχής της Κύπρου στην ΕΕ. Σε μια τέτοια περίπτωση, η τουρκοκυπριακή πλευρά πρότεινε ότι σε περίπτωση μη ύπαρξης συναίνεσης, η Κύπρος θα πρέπει να απέχει από την συζήτηση και την ψηφοφορία σε επίπεδο ΕΕ. Αντίθετα η ελληνοκυπριακή πλευρά υποστήριξε πως θα πρέπει να υπάρχει μηχανισμός επίλυσης του αδιεξόδου, εφόσον η συνεχιζόμενη αποχή θα υποβάθμιζε την συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ. Περαιτέρω η τουρκοκυπριακή πλευρά υπέβαλε πως έκαστη συνιστώσα πολιτεία θα πρέπει να έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία να ρυθμίζει ζητήματα που εμπίπτουν εντός των αρμοδιοτήτων της σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και ότι οι Μόνιμοι Αντιπρόσωποι της Κύπρου στην ΕΕ δεν θα μπορούν να αποφασίζουν από μόνοι τους, αλλά μόνο εφόσον υπάρχει συναίνεση τόσο του Ελληνοκύπριου Μόνιμου Αντιπρόσωπου, όσο και του Τουρκοκύπριου Μόνιμου Αντιπρόσωπου. Θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς παραμένει ότι η 206


ομαλή λειτουργία του κράτους εντός της ΕΕ προϋποθέτει την δυνατότητα σύντομης λήψης αποφάσεων, χωρίς να υπάρχουν μακρόχρονες διαδικασίες και δικαιώματα βέτο. Η ελληνοκυπριακή πλευρά υπέβαλε πως τα μέλη της δημόσιας υπηρεσίας θα πρέπει να έχουν κατά νου τα συμφέροντα της Κύπρου ως συνόλου και όχι να θεωρούν πως ενεργούν ως εκπρόσωποι της κοινότητάς τους, στόχος που δεν επιτυγχάνεται με τις διαδικασίες που προτείνει η τ ο υ ρ κο κ υ π ρ ι α κ ή π λ ε υ ρ ά . Π ε ρ α ι τ έ ρ ω , κα τ ά τ η ν ελληνοκυπριακή πλευρά ο τρόπος λειτουργίας των Μονίμων Αντιπροσώπων, τον οποίο εισηγείται η τουρκοκυπριακή πλευρά, ουσιαστικά θυμίζει συνομοσπονδία και όχι ομοσπονδία, ενώ αποκλείει την δυνατότητα ύπαρξης συνεκτικής κυπριακής παρουσίας στις Βρυξέλλες. Στην συνεδρία της 24ης Μαρτίου 2009, ο Ταλάτ απαίτησε όπως η Ενωμένη Κύπρος εκπροσωπείται στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια τόσο με τον Πρόεδρο, όσο και με τον Αντιπρόεδρο. Ο Χριστόφιας απάντησε πως μια παρόμοια εκπροσώπηση θα ήταν εσφαλμένη, εφόσον μόνο ένα πρόσωπο πρέπει να εκπροσωπεί ένα κράτος μέλος στο Συμβούλιο. Περαιτέρω ο Χριστόφιας σημείωσε πως δεχόταν έντονη κριτική από τα ελληνοκυπριακά κόμματα για την αποδοχή της εκ περιτροπής προεδρίας και, κατά συνέπεια, δεν ήθελε να αποδεχθεί ρυθμίσεις που θα καταστρατηγούσαν περαιτέρω την αρχή της πλειοψηφίας. Ο Χριστόφιας κατηγόρησε τον Ταλάτ ότι δεν ήταν αρκετά θαρραλέος, ενώ ο ίδιος τύγχανε ανηλεούς κριτικής ότι κάλυπτε τον Ταλάτ. Περαιτέρω ο Χριστόφιας θύμισε ότι τύγχανε κριτικής για το γεγονός ότι αποδέχθηκε την έναρξη συνομιλιών, χωρίς να υπάρχουν αρκετά πεδία 207


συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών σε επίπεδο Ομάδων Εργασίας, έτσι ώστε να δικαιολογείται η έναρξη των συνομιλιών. Ο Ταλάτ τόνισε στον Χριστόφια πως θα πρέπει να είναι προσεκτικός, έτσι ώστε να μην δίνει επιχειρήματα στην τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση και στον Έρογλου, οι οποίοι εναντιώνονται στην λύση. Ο Ναμί πρόσθεσε πως δεν υπήρχε λόγος να χαλά η ατμόσφαιρα και ότι οι δύο πλευρές θα έπρεπε να είναι παραγωγικές. Η τουρκοκυπριακή πλευρά υπέβαλε ότι η αντίθεση των Ελληνοκυπρίων στις παρεκκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο ήταν αδικαιολόγητη, εφόσον χωρίς παρεκκλίσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει διασφάλιση των αρχών της διζωνικότητας και της δικοινοτικότητας. Ο Ταλάτ τόνισε πως δεν κατανοούσε την ελληνοκυπριακή θέση για παρεκκλίσεις περιορισμένου χρονικού διαστήματος, εφόσον οι παρεκκλίσεις ήταν προς το συμφέρον αμφότερων των πλευρών. Αν δεν υπήρχαν μόνιμες παρεκκλίσεις, οι αρχές της διζωνικότητας και της δικοινοτικότητας, θα ανατρέπονταν από την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου. Ο Χριστόφιας απάντησε πως ήταν διατεθειμένος να συζητήσει προσωρινές παρεκκλίσεις, ακόμα και ως προς το περιουσιακό ζήτημα. «Μπορεί να έχετε πλειοψηφία γης, εφόσον οι περισσότεροι θα προτιμήσουν αποζημίωση ή αποκατάσταση» είπε, αλλά πρόσθεσε πως δεν θα ήταν δυνατόν να εμποδιστούν οι Ελληνοκύπριοι από το να μετακινούνται ή να κατοικούν στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία. Εντούτοις, ήταν έτοιμος να συζητήσει κατά πόσο θα μπορούσε Ελληνοκύπριοι που μετακινούνται στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, να μην αποκτούν πολιτικά δικαιώματα. 208


Σε ερώτηση κατά πόσο η ελληνοκυπριακή πλευρά θα εναντιωνόταν στις μόνιμες παρεκκλίσεις, αν η λύση μπορούσε να βρεθεί μόνο μέσα από αυτές, ο Χριστόφιας απάντησε πως ήταν διατεθειμένος να συζητήσει το ζήτημα, αφήνοντας ουσιαστικά να εννοηθεί πως το θέμα των παρεκκλίσεων δεν είναι κόκκινη γραμμή για την ελληνοκυπριακή πλευρά. Υπενθυμίζεται πως η επίσημη θέση της κυπριακής κυβέρνησης και του κυπριακού Εθνικού Συμβουλίου είναι πως η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί μόνιμες παρεκκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο. Σχολιάζοντας την στάση του Χριστόφια ο Ζεριχούν ανέφερε σε εσωτερικό του σημείωμα ότι: «Ο Χριστόφιας διευκρίνισε πως αν και εξακολουθεί να απορρίπτει εγγυημένη πλειοψηφία γης στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, εντούτοις είναι διατεθειμένος να συζητήσει ως αντάλλαγμα μια (μόνιμη) διευθέτηση σε σχέση με την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Στο βαθμό που αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει την διασφάλιση των τουρκοκυπριακών θέσεων ως προς την διζωνικότητα, η στάση αυτή συνιστά πρόοδο». Επιβεβαιώνοντας επομένως την υποχώρηση στις θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς, ο Ζεριχούν την χαρακτήρισε ως πρόοδο για τον λόγο ότι πλησιάζει περισσότερο προς την ερμηνεία της τουρκοκυπριακής πλευράς ως προς την διζωνικότητα. Στο επίπεδο των παρεκκλίσεων καθίσταται σαφές ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι πρέπει να υπάρχουν παρεκκλίσεις από το κοινοτικό δίκαιο σε θέματα πολιτικών δικαιωμάτων, περιουσιακά δικαιώματα, δικαιώματα εγκατάστασης των Ελληνοκυπρίων, καθώς και ως

209


προς την ισότιμη μεταχείριση Ελλήνων και Τούρκων υπηκόων, κατά τρόπο αντίστοιχο προς τις προβλέψεις του σχεδίου Ανάν. Από την πλευρά της η ελληνοκυπριακή πλευρά εμφανίζεται διατεθειμένη να συζητήσει θέμα προσωρινών παρεκκλίσεων, ακόμα και μόνιμων, χωρίς όμως να μπορούν εκ των προτέρων να προσδιοριστούν τα όρια της υποχωρητικότητας της ελληνοκυπριακής πλευράς στο ζήτημα αυτό.

210


Ç áðïäï÷Þ ôçò åê ðåñéôñïðÞò Ðñïåäñßáò êáé ç óôáèìéóìÝíç øÞöïò

Ο Πρόεδρος Χριστόφιας προτείνει την εκ περιτροπής προεδρία Μια από τις πάγιες τουρκικές επιδιώξεις μετά το 1974, σε σχέση με την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, υπήρξε η εκ περιτροπής προεδρία, δηλαδή η εναλλαγή της προεδρίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας μεταξύ ενός Ελληνοκυπρίου και ενός Τουρκοκυπρίου. Ο Δημήτρης Χριστόφιας, λίγους μήνες μετά την εκλογή του, έσπευσε να υιοθετήσει μονομερώς την τουρκική επιδίωξη ως πρόταση της ελληνοκυπριακής πλευράς στις διαπραγματεύσεις. Η αρχική πρόταση Χριστόφια προέβλεπε ότι: Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος θα εκλέγονται ως εκλογικό ζευγάρι (ticket) μέσω καθολικής μυστικής ψηφοφορίας από το σύνολο των πολιτών της ομοσπονδιακής δημοκρατίας για εξαετή θητεία. Από τα έξι αυτά χρόνια, ο Ελληνοκύπριος θα ασκεί τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας για τέσσερα έτη, περίοδο κατά την οποία ο Τουρκοκύπριος θα ασκεί τα καθήκοντα του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, ενώ για τα υπόλοιπα δύο έτη τα καθήκοντα του Προέδρου θα ασκούνται από τον Τουρκοκύπριο και τα καθήκοντα του Αντιπροέδρου από τον Ελληνοκύπριο. Η πρόταση προέβλεπε δηλαδή για εκ περιτροπής προεδρία, 211


δηλαδή για εναλλαγή στην προεδρία του Ελληνοκυπρίου και του Τουρκοκυπρίου με αναλογία 4:2. Σύμφωνα με την αρχική πρόταση της ελληνοκυπριακής πλευράς, θα εκλέγεται το προεδρικό ζευγάρι που θα λαμβάνει περισσότερο από το 50% το έγκυρων ψήφων σε κάθε κοινότητα. Αν κανένα από τα εκλογικά ζευγάρια δε συγκεντρώσει την απαραίτητη πλειοψηφία σε κάθε κοινότητα από τον πρώτο γύρο, τότε οι έγκυρες ψήφοι θα σταθμίζονται με α ν α λ ο γ ί α 7 0 : 3 0 τ η ς Ε λ λη ν ο κ υ π ρ ι α κ ή ς κα ι τ η ς Τουρκοκυπριακής κοινότητας αντίστοιχα και εκλέγεται το ζευγάρι που θα συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία των έγκυρων σταθμισμένων ψήφων. Αν τα εκλογικά ζευγάρια είναι μόνο δυο, τότε εκλέγεται αυτό που θα συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία των έγκυρων σταθμισμένων ψήφων. Αν τα εκλογικά ζευγάρια είναι πάνω από δύο, τότε τα δύο εκλογικά ζευγάρια που έχουν συγκεντρώσει το μεγαλύτερο αριθμό των έγκυρων σταθμισμένων ψήφων θα προχωρήσουν στο δεύτερο γύρο. Στο δεύτερο γύρο εκλέγεται το εκλογικό ζευγάρι που λαμβάνει περισσότερο από το 50% των έγκυρων ψήφων και στις δυο κοινότητες. Αν κανένα από τα εκλογικά ζευγάρια δε συγκεντρώσει την απαραίτητη πλειοψηφία και στις δυο κοινότητες, οι έγκυρες ψήφοι θα σταθμίζονται με αναλογία 70:30 για την ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή κοινότητα αντίστοιχα και θα εκλέγεται αυτό που θα συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία των έγκυρων σταθμισμένων ψήφων. Το Υπουργικό Συμβούλιο θα αποτελείται από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους με αναλογία 6:3 και θα διορίζεται από κοινού από τους δύο εκ περιτροπής προέδρους (Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο). Αν ο από κοινού διορισμός δεν είναι εφικτός, τότε έκαστος θα διορίζει τα μέλη που 212


προέρχονται από την κοινότητά του. Το Υπουργικό Συμβούλιο θα προσπαθεί να λάβει όλες τις αποφάσεις με συναίνεση. Αν αυτό δεν είναι εφικτό, οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των παρόντων μελών που ψηφίζουν, περιλαμβανομένης τουλάχιστον μιας ψήφου από κάθε κοινότητα. Αν προκύψει αδιέξοδο, τότε μια Επιτροπή που αποτελείται από τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και ένα υπουργό που να προέρχεται από κάθε συνιστώσα πολιτεία θα προσπαθεί να λάβει απόφαση με συναίνεση. Αν η Επιτροπή δεν καταστεί δυνατό να καταλήξει σε συναινετική απόφαση, τότε η απόφαση θα λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία Αν ούτε αυτό είναι δυνατό, τότε ο εκάστοτε εκ περιτροπής Πρόεδρος θα έχει νικώσα ψήφο. Με απλά λόγια η πρόταση Χριστόφια προέβλεπε για εκλογή δύο εκ περιτροπής Προέδρων, ένα Ελληνοκύπριο και ένα Τουρκοκύπριο, με τον Ελληνοκύπριο να ασκεί τα καθήκοντα του Προέδρου για τετραετία και του Αντιπροέδρου για διετία, ενώ τον Τουρκοκύπριο να ασκεί τα καθήκοντα του Προέδρου για διετία και του Αντιπροέδρου για τετραετία. Αν και η εκλογή θα γινόταν από το σύνολο των πολιτών ως ενιαίο εκλογικό ζευγάρι, εντούτοις θα απαιτούνταν σε πρώτη φάση, χωριστές πλειοψηφίες για την εκλογή του εκλογικού ζευγαριού. Αν όμως οι χωριστές πλειοψηφίες δεν μπορούσαν να καταστούν εφικτές, τότε θα υπήρχε στάθμιση των έγκυρων ψήφων κατά τρόπο ώστε οι ελληνοκυπριακές ψήφοι να προσμετρούνται στο 70% και οι τουρκοκυπριακές ψήφοι στο 30%. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι η στάθμιση της ψήφου θα οδηγεί υποχρεωτικά σε εκλογή Προέδρου, ακόμα και αν δεν επιτευχθούν οι χωριστές πλειοψηφίες σε έκαστη κοινότητα. 213


Όπως παραδέχθηκε η ελληνοκυπριακή πλευρά στα σχόλιά της που υπέβαλε ως απάντηση προς τις προτάσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς (έγγραφο ημερ. 27/10/2008): «Είναι γεγονός ότι η σταθμισμένη ψήφος, όπως έχει προταθεί, αποσκοπεί στο να δώσει περισσότερο πολιτικό βάρος στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, εφόσον ουσιαστικά αυξάνει το βάρος της συμμετοχής της στην εκλογή Προέδρου και Αντιπροέδρου και αντίστοιχα μειώνει το βάρος της συμμετοχής της ελληνοκυπριακής κοινότητητας, σε σύγκριση με τα πληθυσμιακά δεδομένα». Ενώ δηλαδή η ελληνοκυπριακή κοινότητα αποτελεί το 80% (και περισσότερο) του πληθυσμού, σύμφωνα με την αρχική πρόταση της ελληνοκυπριακής πλευράς για στάθμιση ψήφου, οι ψήφοι της θα προσμετρούνταν σε περίπτωση που η εκλογή με χωριστές πλειοψηφίες δεν καθίστατο δυνατή, σε ποσοστό 70%, ενώ αντίθετα οι ψήφοι της τουρκοκυπριακής κοινότητας, που αποτελεί το 20% (ή και λιγότερο), θα προσμετρούνταν σε ποσοστό 30%. Οι αποφάσεις θα λαμβάνονται πάντως σε επίπεδο Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο και θα ασκεί συλλογικά την εκτελεστική εξουσία. Στο σύστημα που προτάθηκε δηλαδή από τον Πρόεδρο Χριστόφια, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος δεν μπορούν κατ' αρχήν να λαμβάνουν αποφάσεις αντίθετες προς το Υπουργικό Συμβούλιο, στο οποίο σύμφωνα με την αρχική πρόταση θα υπάρχει αναλογία 6:3. Μια απόφαση θα λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία των παρόντων μελών, αν και κάθε απόφαση θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον μια ψήφο υπουργού από έκαστη κοινότητα. Η πρόβλεψη αυτή συνιστά ασφαλιστική δικλείδα υπέρ της τουρκοκυπριακής κοινότητας, έτσι ώστε να είναι δυνατή η ματαίωση λήψης απόφασης στη βάση της αρχής της πλειοψηφίας και ώστε η 214


ομοιογένεια των (διορισμένων από τον εκ περιτροπής Τουρκοκύπριο Πρόεδρο) μελών του Υπουργικού Συμβουλίου να είναι αρκετή ώστε να αποτρέψει την λήψη απόφασης. Σε περίπτωση που προκύψει αδιέξοδο, λόγω διαφωνίας των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων μελών, τότε η απόφαση θα λαμβάνεται στην πράξη με τη νικώσα ψήφο του εκάστοτε εκ περιτροπής Προέδρου. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που δεν επιτυγχάνεται συναίνεση για οποιοδήποτε λόγο, η λήψη της απόφασης θα μπορεί (θεωρητικά) να λαμβάνεται για τέσσερα χρόνια από τον Ελληνοκύπριο εκ περιτροπής Πρόεδρο, ενώ για τα υπόλοιπα δύο χρόνια από τον Τουρκοκύπριο εκ περιτροπής Πρόεδρο. Ο μηχανισμός αυτός επίλυσης αδιεξόδου, εμφανώς αντιδημοκρατικός, συνιστά επακόλουθο της γενικότερης προσέγγισης του ζητήματος της διακυβέρνησης. Η πρόταση Χριστόφια ξεσήκωσε έντονες αντιδράσεις στα κόμματα της συγκυβέρνησης ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ, τα οποία έσπευσαν να διαχωρίσουν την θέση τους και να απορρίψουν οποιαδήποτε πρόταση που προβλέπει εκ περιτροπής προεδρία. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας όμως αρνήθηκε να αποσύρει την πρότασή του για εκ περιτροπής προεδρία. Η τουρκοκυπριακή αντίδραση Σε αντίθεση με την ελληνοκυπριακή πρόταση, η τουρκοκυπριακή πλευρά επανέφερε την πρόταση για εκλογή Προεδρικού Συμβουλίου, η οποία υπήρχε και στο σχέδιο Ανάν. Σύμφωνα με την πρόταση το Προεδρικό Συμβούλιο θα εκλέγεται από την Γερουσία για πενταετή θητεία και θα αποτελείται από επτά μέλη, τέσσερα εκ των οποίων θα προέρχονται από την πιο πολυπληθή κοινότητα και τρία από

215


την λιγότερο πολυπληθή (στο σχέδιο Ανάν η αναλογία ήταν 4:2). Η εκλογή των μελών του Προεδρικού Συμβουλίου από την Γερουσία θα γίνεται με ενιαία λίστα και με χωριστές πλειοψηφίες των γερουσιαστών που προέρχονται από έκαστη συνιστώσα πολιτεία. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος θα εναλλάσσονται ισότιμα (εκ περιτροπής προεδρία) ανά δώδεκα μήνες, δηλαδή ανά έτος. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος δεν θα πρέπει να προέρχονται από την ίδια κοινότητα. Το Προεδρικό Συμβούλιο θα προσπαθεί να καταλήξει σε όλες τις αποφάσεις με συναίνεση και όταν αυτό δεν καθίσταται δυνατό, θα λαμβάνεται απόφαση με απλή πλειοψηφία των παρόντων μελών, νοουμένου ότι αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο μέλη από κάθε κοινότητα. Ακόμα περισσότερο, οι αποφάσεις του Προεδρικού Συμβουλίου που αφορούν τις εξωτερικές σχέσεις, την αμυντική πολιτική, την ασφάλεια και τον προϋπολογισμό, θα απαιτούν την συμφωνία τόσο του Προέδρου, όσο και του Αντιπροέδρου. Η τουρκοκυπριακή πλευρά απέρριψε αρχικά την πρόταση Χριστόφια ως μη ρεαλιστική και επέμεινε ότι η εκλογή θα πρέπει να γίνεται από την Γερουσία και όχι απευθείας από τον λαό. Περαιτέρω η τουρκοκυπριακή πλευρά θεώρησε ότι η πρόταση για στάθμιση των έγκυρων ψήφων με αναλογία 70:30 ήταν ιδιαίτερα προβληματική και εκτός του πλαισίου της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων, θεωρώντας ότι μόνο οι χωριστές πλειοψηφίες μπορούν να διασφαλίσουν ικανοποιητικά τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμεινε πως οποιαδήποτε πρόταση που αποσκοπεί στην εφαρμογή πληθυσμιακών κριτηρίων (έστω και με στάθμιση που να λειτουργεί υπέρ της τουρκοκυπριακής πλευράς), συνιστά παράβαση της αρχής της 216


δικοινοτικότητας και της αρχής της πολιτικής ισότητας. Περαιτέρω η τουρκοκυπριακή πλευρά θεώρησε ότι η πρόταση για νικώσα ψήφο του εκ περιτροπής Προέδρου ως μηχανισμού επίλυσης αδιεξόδων, ουσιαστικά ισοδυναμούσε με παράβαση της αρχής της πολιτικής ισότητας, εφόσον ο Ελληνοκύπριος εκ περιτροπής Πρόεδρος θα είχε νικώσα ψήφο με αναλογία 2:1 έναντι του Τουρκοκυπρίου εκ περιτροπής Προέδρου. Παρομοίως η τουρκοκυπριακή πλευρά διαφώνησε με την αναλογία 4:2 κατά την οποία έκαστος εκ περιτροπής Πρόεδρος θα ασκούσε τα καθήκοντά του, θεωρώντας πως θα έπρεπε να υπάρχει ισότιμη εκπροσώπηση. «Σε παρακαλώ ως φίλος, ξανασκέψου το» Σε σχέση με την εκ περιτροπής Προεδρία, η ελληνοκυπριακή πλευρά περιέλαβε στα σχόλιά της (έγγραφο ημερ. 27/10/2008) τα ακόλουθα: «Το Σύνταγμα του 1960 προβλέπει για Τουρκοκύπριο Αντιπρόεδρο και όχι για εκ περιτροπής Προεδρία. Ενόσω οι διαπραγματεύσεις διεξάγονταν σε αυτή την βάση, υπήρχε και πρόβλεψη για χωριστή ψηφοφορία. Όταν όμως εισήχθη ο θεσμός της εκ περιτροπής προεδρίας, οι διαπραγματεύσεις διεξάγονταν στη βάση κοινού ψηφοδελτίου, χωρίς χωριστή ψηφοφορία. Αν η τουρκοκυπριακή πλευρά αποδέχεται να περιοριστεί στον Αντιπρόεδρο, βάση στην οποία διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις μέχρι το σχέδιο Ανάν, τότε η ελληνοκυπριακή πλευρά είναι έτοιμη να επανεξετάσει το θέμα της χωριστής ψηφοφορίας». Ουσιαστικά για την ελληνοκυπριακή πλευρά η εκ περιτροπής προεδρία θεωρήθηκε ως ''κεκτημένο'' από το σχέδιο Ανάν (το οποίο είχε απορριφθεί από το 76% των Ελληνοκυπρίων), ένα κεκτημένο από το οποίο δεν υπήρχε

217


περιθώριο να υπάρξει διαφοροποίηση κατά τις διαπραγματεύσεις (η προσέγγιση αυτή των ελληνοκυπρίων διαπραγματευτών ουσιαστικά έτυχε παραδοχής και στις δηλώσεις του συμβούλου του Προέδρου Χριστόφια, Τουμάζου Τσελεπή). Όπως προκύπτει από τα απόρρητα πρακτικά της συνάντησης Χριστόφια-Ταλάτ της 3ης Νοεμβρίου 2008, στην οποία συζητήθηκε το θέμα της εκτελεστικής εξουσίας, ο Χριστόφιας προσπάθησε να πείσει τον Ταλάτ να αποδεχθεί την πρότασή του για εκ περιτροπής προεδρία σε αναλογία 4:2. Μάλιστα, με σκοπό την επίτευξη γρήγορου συμβιβασμού, ο Χριστόφιας τροποποίησε μερικώς την αρχική πρότασή του, έτσι ώστε αν ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος διαφωνούν από κοινού με μια απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου επί ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ασφάλειας, να έχουν το δικαίωμα από κοινού να αποφασίζουν διαφορετικά. Ο Ταλάτ ανταπάντησε ότι η εκ περιτροπής προεδρία θα έπρεπε να είναι σε ισότιμη βάση, έτσι ώστε να διαφανεί ότι: «υπάρχει δομικός συνεταιρισμός δύο πολιτικά ίσων κοινοτήτων». Ο Χριστόφιας απάντησε ότι το 20% δεν μπορεί να είναι ίσο με το 80% και υπενθύμισε στον Ταλάτ ότι ο ίδιος ήταν υπόλογος στην ελληνοκυπριακή κοινότητα την οποία και εκπροσωπούσε και η οποία δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί εκ περιτροπής προεδρία σε ισότιμη βάση. Ο Ταλάτ διευκρίνισε πως δεν αναζητούσε απαραίτητα αριθμητική ισότητα στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά αυξημένη συμμετοχή που να πλησιάζει προς την αριθμητική ισότητα και φάνηκε αρνητικός στην έννοια του κοινού εκλογικού ζευγαριού, εμμένοντας στην εκλογή των εκ περιτροπής Προέδρων μέσω χωριστών πλειοψηφιών από

218


έκαστη κοινότητα και όχι σε ψηφοφορία από το σύνολο του λαού. Ο Χριστόφιας τότε απευθύνθηκε προς τον Ταλάτ ως ακολούθως: «Δεν είναι αρκετό αυτό για σένα; Σε παρακαλώ ως φίλος, ξανασκέψου το για να μην οδηγηθούμε σε αδιέξοδο». Ο Ταλάτ αποκρίθηκε απλά ότι «αναλογία 3:2 δεν ισοδυναμεί με ισότητα». Σε σχέση με τον μηχανισμό επίλυσης αδιεξόδων, η ελληνοκυπριακή πλευρά υπέδειξε ότι ο εκ περιτροπής Πρόεδρος έχει νικώσα ψήφο, μόνο εφόσον όλοι οι άλλοι μηχανισμοί έχουν αποτύχει και ότι η αναλογία 2:1 είναι εύλογη, εφόσον η πληθυσμιακή αναλογία είναι 4:1 υπέρ της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Εντούτοις, η ελληνοκυπριακή πλευρά δήλωσε προθυμία να συζητήσει περισσότερο το ζήτημα. Οι προτάσεις McGarry Ο Σύμβουλος της ομάδας Ντάουνερ, Καναδός Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών John McGarry υπέβαλε στις 26 Δεκεμβρίου 2008 εμπιστευτικό σημείωμα με συμβιβαστικές προτάσεις στο θέμα της εκτελεστικής εξουσίας. Αν και αρχικά τα Ηνωμένα Έθνη είχαν δηλώσει ότι θα συμμετείχαν στην όλη διαδικασία ως παρατηρητές και όχι υποβάλλοντας προτάσεις, εντούτοις από τα αρχικά στάδια των διαπραγματεύσεων κατέστησαν σαφές ότι είχαν πρόθεση να υποβάλουν έμμεσα συγκεκριμένες προτάσεις προς τις δύο πλευρές, υπό την μορφή «προσωπικών παρατηρήσεων» των συμβούλων τους. Είναι βέβαια γεγονός ότι ο ΜcGarry τόνισε πως ο ρόλος του δεν ήταν ούτε να υποβάλει προτάσεις εκ μέρους του ΟΗΕ, ούτε να ασκήσει διαιτησία, αλλά απλώς συμβουλευτικός. Εν τούτοις,

219


στην πράξη ο ρόλος του ήταν να υποβάλει συμβιβαστικές προτάσεις. Ο McGarry υπέβαλε τρεις ενδεχόμενες συμβιβαστικές προτάσεις: Πρόταση Α: Στάθμιση σε υψηλότερο ποσοστό Η ελληνοκυπριακή πλευρά να σταθμίσει την τουρκοκυπριακή ψήφο σε ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό από το προτεινόμενο 30%, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί η τουρκοκυπριακή απαίτηση για πολιτική ισότητα. Σε σχέση με το ενδεχόμενο αυτό ο McGarry σημείωσε: «Οι ελληνοκυπριακές προτάσεις, ακόμα και όπως έχουν σήμερα με την τουρκοκυπριακή ψήφο να σταθμίζεται στο 30%, παραβιάζουν την αυστηρά αντιληπτή έννοια της ισότητας της ψήφου. Λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι οι Τουρκοκύπριοι είναι 20% του εκλογικού σώματος, ενώ οι Ελληνοκύπριοι 80%, η στάθμιση των δύο κοινοτήτων στο 30% και 70% αντίστοιχα συνεπάγεται ότι η τουρκοκυπριακή ψήφος έχει πολύ μεγαλύτερη αξία σε σύγκριση με την ελληνοκυπριακή ψήφο. Αυτή η ανισότητα θα αυξανόταν, αν οι τουρκοκυπριακές ψήφοι σταθμίζονταν σε ποσοστό ακόμα μεγαλύτερο από το 30%. Για παράδειγμα, η στάθμιση των τουρκοκυπριακών ψήφων στο 50% θα είχε ως αποτέλεσμα να δίδονται σε κάθε τουρκοκυπριακή ψήφο 2.5 ψήφους, έναντι του 0.625 της ελληνοκυπριακής ψήφου». Επιπρόσθετα ο McGarry σημείωσε ότι με την στάθμιση ψήφου θα υπήρχε η δυνατότητα για ένα εκλογικό ζευγάρι να λάβει λιγότερες ψήφους και εντούτοις να εκλεγεί χάρη στην εκλογική στάθμιση, έναντι ενός εκλογικού ζευγαριού που 220


έλαβε περισσότερες ψήφους. Ο McGarry υπέδειξε ότι: «Όσο περισσότερη η στάθμιση των τουρκοκυπριακών ψήφων, τόσο περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν για ένα ανώμαλο αποτέλεσμα και για μεγέθυνση της ανωμαλίας. Οι Ελληνοκύπριοι που διαφωνούν με την διευθέτηση αναμένεται να υποδείξουν παρόμοιες ανωμαλίες, ιδιαίτερα κατά την διάρκεια μιας καμπάνιας για δημοψήφισμα». Εντούτοις, ο McGarry εξέφρασε την άποψη ότι η εμμονή στην ισότητα της ψήφου θα ήταν εσφαλμένη, εφόσον στόχος παραμένει η διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος. Πρόταση Β: Μεικτό σύστημα Η δεύτερη πρόταση McGarry αφορούσε την καθιέρωση ενός μεικτού συστήματος στο οποίο η ελληνοκυπριακή απαίτηση για απευθείας εκλογή από τον λαό και η τουρκοκυπριακή απαίτηση για εκλογή έκαστου υποψηφίου από την κοινότητά του, συμπλέκονται. Συγκεκριμένα ο McGarry πρότεινε όπως διεξάγεται πρώτα χωριστή ψηφοφορία, όπως εισηγούνται οι Τουρκοκύπριοι και όπως στη συνέχεια οι δύο πρώτοι σε ψήφους υποψήφιοι από κάθε κοινότητα, κατέλθουν στο δεύτερο γύρο ως εκλογικό ζευγάρι σε απευθείας εκλογές που να διεξάγονται με τον τρόπο που εισηγείται η ελληνοκυπριακή κοινότητα. Πρόταση Γ: Υβριδικό σύστημα Η τρίτη πρόταση McGarry αφορούσε στην καθιέρωση ενός υβριδικού συστήματος, στο οποίο θα υπήρχε τόσο Πρόεδρος που να εκλέγεται απευθείας από τον λαό (ο οποίος δεν θα έχει εκτελεστικές εξουσίες κατά τρόπο αντίστοιχο, για

221


παράδειγμα, με τον Πρόεδρο της Ελλάδας ή και με κάπως περισσότερες εξουσίες), όσο και Υπουργικό Συμβούλιο που να εκλέγεται από την Γερουσία, κατά τον τρόπο που εισηγήθηκε η τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ο McGarry προέβη στην επεξεργασία διάφορων σεναρίων, στην βάση των οποίων θα μπορούσε να υιοθετηθεί ένα υβριδικό σύστημα. Όπως καθίσταται εμφανές από τις πιο πάνω προτάσεις, ουσιαστικά ο McGarry πρότεινε τρεις προτάσεις στην βάση των οποίων να επιτυγχάνεται συμβιβασμός μεταξύ των θέσεων των δύο πλευρών. Εκείνο που ενδιέφερε ουσιαστικά τον McGarry ήταν όπως οι συμβιβαστικές προτάσεις που υπέβαλε, συνιστούν κάποια μορφή μέσης λύσης μεταξύ των εκατέρωθεν θέσεων και όχι να εξετάσει κατά πόσο οι εκατέρωθεν θέσεις υπήρξαν ή όχι λογικές ή ποια πρόταση θα έπρεπε να υιοθετηθεί ή μη. Η συλλογιστική στηρίζεται στο γνωστό αξίωμα: «ας μοιράσουμε την διαφορά (let's split the difference)». Στις 16 Φεβρουαρίου 2009 ο McGarry συναντήθηκε με τον Τουμάζο Τσελεπή και τον Ανδρέα Μαυρομμάτη, εκπροσώπους της ελληνοκυπριακής πλευράς. Ο Τσελεπής δήλωσε στον McGarry ότι το κείμενό του υπήρξε ιδιαίτερα βοηθητικό και σημείωσαν πως η πρόταση Α για στάθμιση της ψήφου των Τουρκοκυπρίων σε υψηλότερο ποσοστό, όπως και μια τροποποιημένη μορφή της πρότασης Β για μεικτό σύστημα, ήταν κατ' αρχήν αποδεκτές. Σε σχέση με την πρόταση Α ο McGarry εκτίμησε πως ο Τσελεπής ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί στάθμιση σε ποσοστό λίγο κάτω από το 50%. Σε σχέση με την πρόταση Β ο Τσελεπής πρότεινε την εξής διαφοροποίηση: αντί να γίνεται στον πρώτο γύρο χωριστή ψηφοφορία, οι Τουρκοκύπριοι να δικαιούνται να ψηφίζουν για τους υποψήφιους των Ελληνοκυπρίων και οι Ελληνοκύπριοι να δικαιούνται να ψηφίζουν για τους

222


υποψήφιους των Τουρκοκυπρίων, με την ελληνοκυπριακή ψήφο όμως να σταθμίζεται σε ποσοστό 20% των τουρκοκυπριακών ψήφων. Ακολούθως κατά τον δεύτερο γύρο η εκλογή να διεξάγεται όπως στην πρόταση McGarry, δηλαδή με στάθμιση της τουρκοκυπριακής ψήφου στο 30%. Με τον τρόπο αυτό η ισχύς της ψήφου των Ελληνοκυπρίων κατά τις εκλογές των Τουρκοκυπρίων θα είχε την ίδια αριθμητική αξία (μετά την στάθμιση), όσο και η ψήφος των Τουρκοκυπρίων κατά τις εκλογές των Ελληνοκυπρίων. Ο «κανόνας του 20%», όπως ονομάστηκε από τον McGarry, θα επέτρεπε την διεξαγωγή εκλογών σε ολόκληρη τη νήσο, ενώ θα διασφάλιζε ότι οι υποψήφιοι που θα μπορούσαν να εκλεγούν θα ήταν οι λεγόμενοι «μετριοπαθείς» υποψήφιοι που θα απολάμβαναν της εμπιστοσύνης αμφοτέρων των κοινοτήτων. Ο Τσελεπής διευκρίνισε πως η πρότασή του δεν είχε ακόμα τύχει της έγκρισης του Προέδρου Χριστόφια. Όπως σημείωσε στο εσωτερικό σημείωμά του ο McGarry, εκτίμησή του υπήρξε πως η ελληνοκυπριακή πλευρά θα ήταν διατεθειμένη να μειώσει ακόμα περισσότερο τον κανόνα του 20%. Ο McGarry έθεσε την ελληνοκυπριακή πρόταση ενώπιον του Τουρκοκύπριου συμβούλου Tufan Erhurman. Ο Erhurman έδειξε έντονο ενδιαφέρον για την πρόταση, αν και διευκρίνισε πως θα ήθελε το ποσοστό να μειωθεί ακόμα περισσότερο. Ο Erhurman όμως τόνισε πως ο κανόνας του 20% θα ήταν σημαντικός, μόνο εφόσον χρησιμοποιηθεί κατά τις χωριστές εκλογές, χωρίς την ανάγκη για διεξαγωγή δεύτερου γύρου κατά τον τρόπο που εισηγούνται οι Ελληνοκύπριοι. Χωρίς δηλαδή να διεξάγεται δεύτερος γύρος με ενιαίο ψηφοδέλτιο κατά τον οποίο θα υπάρχει στάθμιση της τουρκοκυπριακής ψήφου. Σε κάθε περίπτωση ο Erhurman τόνισε πως προτίμηση

223


της τουρκοκυπριακής πλευράς είναι όπως ο Πρόεδρος εκλέγεται από την Γερουσία και όχι απευθείας από τον λαό. Σχολιάζοντας την πρόταση του κανόνα του 20% στο εσωτερικό σημείωμά του, ο McGarry σημείωσε την υποχώρηση των Ελληνοκυπρίων από τις αρχικές τους θέσεις προς τον κανόνα του 20%, και χαρακτήρισε την εξέλιξη ως ιδιαίτερα θετική. Σημειώνοντας την πρόθεση των Τουρκοκυπρίων να συζητήσουν τον κανόνα, ο McGarry προέβη σε υποβολή νέων συμβιβαστικών προτάσεων στη βάση πλέον των νέων δεδομένων που έθεσε η εισαγωγή του κανόνα του 20%. Μέσα στα πλαίσια αυτά ο McGarry πρότεινε ως συμβιβαστική πρόταση την εκλογή εκτελεστικών εκ περιτροπής Προέδρων (αντί για υβριδικό μοντέλο), που θα εκλέγονται με χωριστή ψηφοφορία, στην οποία όμως θα ισχύει ο κανόνας του 20%. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή δεν θα διεξάγεται δεύτερος γύρος με ενιαίο ψηφοδέλτιο, όπως ήταν η αρχική του πρόταση, αλλά θα υπάρχουν χωριστές ψηφοφορίες με συμμετοχή της άλλης κοινότητας στις ψηφοφορίες αυτές με βάση τον κανόνα του 20%. Ο McGarry δεν απέκλεισε πάντως και το ενδεχόμενο όπως επιπρόσθετα προς την αποδοχή της διεξαγωγής χωριστών ψηφοφοριών, με βάση τον κανόνα του 20%, να υπάρχει και υβριδικό μοντέλο διακυβέρνησης, αντί για εκτελεστικούς εκ περιτροπής Προέδρους, ενώ εξέτασε και την δυνατότητα τροποποίησης της τουρκοκυπριακής πρότασης για εκτελεστικούς εκ περιτροπής Προέδρους που να εκλέγονται από τη Γερουσία, κατά τρόπο που να γίνει πιο αρεστή στους Ελληνοκύπριους.

224


Περαιτέρω διολίσθηση της ελληνοκυπριακής πλευράς Στις 3 Μαρτίου 2009 οι Τσελεπής και Μαυρομμάτης πλησίασαν την Donatella Giubilaro της ομάδας Ντάουνερ και της ζήτησαν όπως επιβεβαιώσει στον McGarry ότι η πρότασή τους είναι για εφαρμογή του κανόνα του 20% και της στάθμισης της ελληνοκυπριακής ψήφου μόνο κατά τον πρώτο γύρο, ενώ αντίθετα ο δεύτερος γύρος θα διεξάγεται όπως ακριβώς προβλέπει η αρχική πρόταση της ελληνοκυπριακής πλευράς και η συμβιβαστική πρόταση Β του McGarry. Η ελληνοκυπριακή πλευρά διευκρίνισε επίσης ότι στην πράξη θεωρούσαν πως ο κανόνας του 20% θα μπορούσε να μεταβάλλεται ανάλογα με το πληθυσμιακό ποσοστό των Τουρκοκυπρίων, έτσι ώστε αν οι Τουρκοκύπριοι συνιστούσαν, για παράδειγμα, το 17% του εκλεκτορικού σώματος, τότε οι ελληνοκυπριακοί ψήφοι να σταθμίζονταν στο 17%. Ο πρώτος γύρος των διαπραγματεύσεων ολοκληρώθηκε χωρίς περαιτέρω πρόοδο στο θέμα της εκτελεστικής εξουσίας. Εν αναμονή της έναρξης του δεύτερου γύρου των διαπραγματεύσεων τον Σεπτέμβριο του 2009, η τουρκοκυπριακή πλευρά οριοθέτησε την πρότασή της ως ακολούθως: εκλογή ισχυρού εκτελεστικού εκ περιτροπής Προέδρου με αναλογία 3:2 (τρία χρόνια εκ περιτροπής Ελληνοκύπριος Πρόεδρος και δύο χρόνια εκ περιτροπής Τουρκοκύπριος Πρόεδρος) και διορισμός μελών του Υπουργικού Συμβουλίου με αναλογία 4 Ελληνοκυπρίων: 3 Τουρκοκυπρίων. Η εκλογή των εκ περιτροπής Προέδρων θα γίνεται, σύμφωνα με την τουρκοκυπριακή πρόταση, με χωριστή ψηφοφορία των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων γερουσιαστών. Αν η χωριστή πλειοψηφία δεν καταστεί δυνατή, τότε για την εκλογή θα απαιτείται χωριστή πλειοψηφία του 40% των γερουσιαστών. Αν δεν καταστεί δυνατή ούτε η

225


επίτευξη χωριστής πλειοψηφίας του 40%, τότε το μεγαλύτερο ελληνοκυπριακό κόμμα θα υποδεικνύει τον Ελληνοκύπριο εκ περιτροπής Πρόεδρο και το μεγαλύτερο τουρκοκυπριακό κόμμα θα υποδεικνύει τον Τουρκοκύπριο εκ περιτροπής Πρόεδρο Ο McGarry συναντήθηκε εκ νέου με τους Τσελεπή και Μαυρομμάτη στις 21 Ιουλίου 2009 με σκοπό να εξετάσει τις προθέσεις τους ενόψει του δεύτερου γύρου των διαπραγματεύσεων. Ο Μαυρομμάτης δήλωσε στον McGarry εκνευρισμένος ότι οι συνομιλίες δεν προχωρούσαν και ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να προβούν σε παραχωρήσεις, εκφράζοντας θέσεις πιο ακραίες και από το σχέδιο Ανάν σε ζητήματα όπως η περίοδος της εκ περιτροπής Προεδρίας και η σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου. Περαιτέρω ο Μαυρομμάτης υπέδειξε πως καμιά πρόοδος δεν είχε παρατηρηθεί στα κρίσιμα θέματα, όπως η ασφάλεια και το περιουσιακό. Ο Τσελεπής από την πλευρά του σημείωσε πως η πρόθεση ήταν όπως οι Ελληνοκύπριοι προβούν σε παραχωρήσεις στα θέματα διακυβέρνησης, σε αντάλλαγμα με παραχωρήσεις των Τουρκοκυπρίων σε άλλους τομείς, όπως το περιουσιακό. Ο Μαυρομμάτης σημείωσε πως η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν ήταν διατεθειμένη να προβεί σε επιπρόσθετες παραχωρήσεις σε θέματα διακυβέρνησης, χωρίς να υπάρξει πρόοδος στο περιουσιακό. Συνοψίζοντας τις εντυπώσεις του από την συνάντηση ο McGarry υπέδειξε ότι: «Οι Ελληνοκύπριοι δεν φαίνονται διατεθειμένοι να συμβιβαστούν σε θέματα διακυβέρνησης προτού οι Τουρκοκύπριοι συμβιβαστούν σε άλλους τομείς, όπως το περιουσιακό, ενώ οι Τουρκοκύπριοι από την πλευρά τους δεν προτίθενται να συμβιβαστούν σε άλλους τομείς προτού οι 226


Ελληνοκύπριοι συμβιβαστούν στα θέματα διακυβέρνησης. Αν η λογική αυτή είναι ορθή, και νομίζουμε ότι είναι, τότε η πρόοδος θα απαιτήσει 'πάρε δώσε' μεταξύ των κεφαλαίων, κάτι που είναι αμφίβολο να συμβεί πριν από τον τρίτο γύρο των διαπραγματεύσεων» Και ενώ η εντύπωση McGarry ήταν ότι οι παραχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς είχαν φθάσει στα όριά τους, τουλάχιστον μέχρι να υπάρξει πρόοδος στο περιουσιακό, ξαφνικά ο δεύτερος γύρος των συνομιλιών διέψευσε τις εκτιμήσεις του. Στις 14 Οκτωβρίου 2009 ο Δημήτρης Χριστόφιας υπέβαλε, χωρίς να υπάρχει σύμφωνη γνώμη οποιουδήποτε κόμματος πλην του ΑΚΕΛ, πρόταση για εφαρμογή του κανόνα της σταθμισμένης ψήφου του 20% χωρίς δεύτερο γύρο, όπως ακριβώς δηλαδή είχε ζητήσει ο Tufan Erhurman κατά την συνάντησή του με τον McGarry στις 16 Φεβρουαρίου 2009, μια πρόταση που είχε τότε απερίφραστα απορριφθεί ως απαράδεκτη από τους Ελληνοκυπρίους. Η αναθεωρημένη πρόταση Χριστόφια έχει ως ακολούθως: Για την εκλογή του Ελληνοκύπριου εκ περιτροπής Προέδρου θα ψηφίζουν και οι Τουρκοκύπριοι, των οποίων έκαστη ψήφος θα προσμετρά κανονικά ως μία ψήφος. Για την εκλογή του Τουρκοκύπριου εκ περιτροπής Προέδρου θα ψηφίζουν και οι Ελληνοκύπριοι, των οποίων όμως η ψήφος θα σταθμίζεται ώστε η επιρροή των ψήφων των Ελληνοκυπριων να ανέρχεται στο 20% της ψήφου των Τουρκοκυπρίων. Με δυο λόγια η πρόταση Χριστόφια αποδέχεται ως βάση την χωριστή ψηφοφορία που υπήρξε ο στόχος της τουρκοκυπριακής πλευράς, αντί του κοινού εκλογικού ψηφοδελτίου, αλλά την τροποποιεί κατά τρόπο ώστε η τουρκοκυπριακή κοινότητα να συμμετέχει στις εκλογές του Ελληνοκυπρίου εκ περιτροπής

227


Προέδρου, ενώ η ελληνοκυπριακή κοινότητα να συμμετέχει με την στάθμιση του 20% και μόνο στην εκλογή του Τουρκοκύπριου εκ περιτροπής Προέδρου. Και όλα αυτά ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά δήλωνε αμέσως πριν την έναρξη του δεύτερου γύρου των συνομιλιών ότι δεν ήταν διατεθειμένη να υποχωρήσει περαιτέρω στα θέματα διακυβέρνησης, προτού επιτευχθεί πρόοδος στο περιουσιακό. Το εικονικό σενάριο του ΟΗΕ για την σταθμισμένη ψήφο Στο εσωτερικό σημείωμα McGarry της 20ης Φεβρουαρίου 2009 με τίτλο «ο κανόνας του 20% στις προεδρικές εκλογές της μελλοντικής Ενωμένης Κύπρου» πραγματοποιείται ένα εικονικό σενάριο εκλογικής διαμάχης στη βάση του κανόνα του 20%. Το εικονικό σενάριο λαμβάνει υπόψη κάποιες υποθέσεις του McGarry, σε συνδυασμό με την εκλογική δύναμη των κομμάτων στις τελευταίες εκλογές. Οπωσδήποτε, όπως και ο ίδιος ο McGarry παραδέχεται, αυτό προβαίνει σε πολλαπλές ατεκμηρίωτες υποθέσεις που είναι μάλλον ανακριβείς. Παρουσιάζει όμως εξαιρετικό ενδιαφέρον, διότι δείχνει τον τρόπο με τον οποίο τα Ηνωμένα Έθνη και πιθανώς οι διαπραγματευτές, αντιμετωπίζουν την πρόταση. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το εικονικό σενάριο McGarry, το οποίο αφορά στις ελληνοκυπριακές εκλογές, όπως τις ονομάζει: «Αποτελέσματα 1ου γύρου των μελλοντικών ελληνοκυπριακών εκλογών (πριν την προσθήκη των τουρκοκυπριακών ψήφων) 1. ΔΗΣΥ = 150.996 2. ΑΚΕΛ = 150.016 228


3. ΔΗΚΟ = 143.249 Αποτελέσματα 1ου γύρου των μελλοντικών ελληνοκυπριακών εκλογών (μετά την προσθήκη των τουρκοκυπριακών ψήφων) 1. ΑΚΕΛ = 214.433 (150.016 ελληνοκυπριακές ψήφοι + 64.417 τουρκοκυπριακές ψήφοι) 2. ΔΗΣΥ = 189.868 (150.996 ελληνοκυπριακές ψήφοι + 38.872 τουρκοκυπριακές ψήφοι) 3. ΔΗΚΟ = 151.023 (143.249 ελληνοκυπριακές ψήφοι + 7.774 τουρκοκυπριακές ψήφοι) Ο υποψήφιος του ΔΗΚΟ αποκλείεται. Αποτελέσματα του 2ου γύρου των ελληνοκυπριακών εκλογών 1. ΑΚΕΛ = 305.969 (240.604 ελληνοκυπριακές ψήφοι + 65.365 τουρκοκυπριακές ψήφοι) 2. ΔΗΣΥ = 249.639 (210.195 ελληνοκυπριακές ψήφοι + 39.444 τουρκοκυπριακές ψήφοι) Ανάλυση της εφαρμογής του 20% στην νότια Κύπρο • Η προσθήκη περίπου 100.000 πλέον τουρκοκυπριακών ψήφων στο ελληνοκυπριακό εκλογικό σώμα θα έδινε μια σημαντική ώθηση στο ΑΚΕΛ και στο ΔΗΣΥ και ιδιαίτερα στο ΑΚΕΛ, έναντι του ΔΗΚΟ (εκτός αν το ΔΗΚΟ κατάφερνε να πολώσει το ελληνοκυπριακό εκλογικό σώμα και να λάβει επιπρόσθετες ψήφους, κατηγορώντας το ΑΚΕΛ και το ΔΗΣΥ ότι είναι ήπιοι απέναντι στους Τουρκοκύπριους). • Ο Κανόνας του 20% θα δημιουργήσει κίνητρα για τα ελληνοκυπριακά κόμματα να πλησιάσουν τα τουρκοκυπριακά, αλλά τα κόμματα αυτά θα πρέπει και πάλι να προσέξουν ώστε να

229


διασφαλίσουν την πιο σημαντική ελληνοκυπριακή τους βάση. Θα ήταν ελάχιστη η σημασία στο τέλος της ημέρας, αν επιτύγχαναν να κερδίσουν 100.000 τουρκοκυπριακές ψήφους, αν αυτό συνεπαγόταν να χάσουν 400.000 ελληνοκυπριακές ψήφους ή ένα σημαντικό μέρος αυτών. • Οι τουρκοκυπριακές ψήφοι θα ανέβαζαν το ΑΚΕΛ στην 1 θέση του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών και θα διεύρυνε την επικράτησή του κατά τον 2ο γύρο των εκλογών». η

Αντίθετα το εικονικό σενάριο McGarry για τις εκλογές των τουρκοκυπριακών κομμάτων έχει ως ακολούθως: «Αποτελέσματα 1ου γύρου των τουρκοκυπριακών εκλογών (πριν προστεθούν οι ελληνοκυπριακές ψήφοι) 1. UBP (Κόμμα Εθνικής Ενότητας - Έρογλου) = 40.250 2. CTP (Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα - Ταλάτ) = 35.218 3. DP (Δημοκρατικό Κόμμα Σ. Ντενκτάς) = 7.043 Αποτελέσματα 1ου γύρου των τουρκοκυπριακών εκλογών (αφού προστεθούν οι ελληνοκυπριακές ψήφοι) 1. CTP = 51.549 (40.250 τουρκοκυπριακές ψήφοι + 16.331 ελληνοκυπριακές ψήφοι) 2. UBP = 42.762 (35.218 τουρκοκυπριακές ψήφοι + 2.512 ελληνοκυπριακές ψήφοι) 3. DP = 13.323 (7.043 τουρκοκυπριακές ψήφοι + 6281 ελληνοκυπριακές ψήφοι) Το DP αποκλείεται. Αποτελέσματα 2ου γύρου των τουρκοκυπριακών εκλογών 1. CTP = 57.830 (35.218 τουρκοκυπριακές ψήφοι + 22.612 ελληνοκυπριακές ψήφοι) 230


2. UBP = 49.805 (47.293 τουρκοκυπριακές ψήφοι + 2.512 ελληνοκυπριακές ψήφοι) •Η εισαγωγή του κανόνα του 20% για την εκλογή του Τουρκοκύπριου Προέδρου θα έδινε σημαντική ώθηση στο CTP. Θα τους μετέτρεπε ουσιαστικά από μακρινό 2ο κόμμα σε 1ο κόμμα. Το CTP θα ευνοείτο στο βορρά ακόμα περισσότερο από το ΑΚΕΛ στο νότο, πρωτίστως διότι το CTP αναμένεται να κερδίσει ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από το 20% της σταθμισμένης ελληνοκυπριακής ψήφου. •Το πλεονέκτημα του κανόνα του 20% για το CTP θα μειωνόταν σημαντικά αν το UBP κατόρθωνε να πολώσει το τουρκοκυπριακό εκλογικό σώμα και να κατηγορήσει επιτυχώς το CTP ότι ξεπουλά τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων με το να απευθύνεται στους Ελληνοκυπρίους». Είναι εμφανής η αναγωγή ζητημάτων τα οποία άπτονται δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως είναι η αρχή της ισότητας της ψήφου, σε στατιστικές αναλύσεις εικονικών εκλογικών αναμετρήσεων, στις οποίες ένα τεκμαιρόμενο εκλογικό σώμα αναμένεται να προσδώσει περισσότερες ψήφους στο κυβερνών κόμμα του ΑΚΕΛ και αντίστοιχα στο Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα του Ταλάτ στα κατεχόμενα, τα οποία σύμφωνα με την ανάλυση McGarry είναι τα «μετριοπαθή» κόμματα. Η λογική του 20% επιδιώκει επομένως, σύμφωνα με την ανάλυση, αύξηση της εκλογικής δύναμης των ελληνοκυπριακών κομμάτων που έχουν περισσότερους στενούς δεσμούς με τα τουρκοκυπριακά κόμματα και το αντίθετο, εξασφαλίζοντάς τους αυξημένες πιθανότητες παραμονής στην εξουσία σε περίπτωση επίλυσης του κυπριακού προβλήματος. Η λογική αυτή όμως μπορεί να είναι προβληματική, όπως υποδεικνύει ο ίδιος ο McGarry σε σημείωμά του ημερομηνίας 2 Μαρτίου 2009: 231


«Η λογική του κανόνα του 20%, που υποδηλώνει αύξηση της εκλογικής δύναμης των μετριοπαθών δυνάμεων και μια λειτουργική κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί να είναι προβληματική για δύο λόγους: Αν το UBP (σημείωση των συγγραφέων: ακροδεξιό κόμμα του Έρογλου στα κατεχόμενα) υπολογίσει ότι οι πιθανότητές του για εκλογή ζημιώνονται από τον κανόνα του 20%, όπως σίγουρα θα πράξει, τότε θα έχει κίνητρο να πολώσει το εκλογικό σώμα των Τουρκοκυπρίων, υποστηρίζοντας για παράδειγμα ότι ο κανόνας του 20% συνιστά επέμβαση στα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων να εκλέξουν τους αντιπροσώπους τους. Με δεδομένο ότι οι Τουρκοκύπριοι θα αποτελούν το 80% του εκλογικού σώματος της Β. Κύπρου, μια παρόμοια πόλωση θα μπορούσε να δώσει τη νίκη στο UBP. Αυτό το γεγονός θα συμβεί παρά, και μάλλον εξαιτίας, του κανόνα του 20%. Κατά δεύτερο αν ο κανόνας του 20% επιτύχει να αποστερήσει μια εκλογική νίκη στο UBP, τότε θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει δυνητικά την κατάσταση, καθιστώντας το εξαιρετικά δύσκολο για τους μετριοπαθείς κυβερνώντες να συνεργαστούν ο ένας με τον άλλο». Η σταθμισμένη ψήφος και η εκ περιτροπής Προεδρία στην πράξη Η σημαντικότερη βέβαια συνέπεια της πρότασης για σταθμισμένη ψήφο είναι η κατάλυση της αρχής της ισότητας της ψήφου και της έννοιας της δημοκρατικής αρχής. Στην πράξη η εφαρμογή της σταθμισμένης ψήφου συνεπάγεται ότι η ψήφος 500.000 Ελληνοκυπρίων στις εκλογές για Τουρκοκύπριο εκ περιτροπής Πρόεδρο θα έχει βαρύτητα μετά την στάθμιση ως αν είχαν ψηφίσει 31.250 Ελληνοκύπριοι, δηλαδή με απλά λόγια δεκαέξι ελληνοκυπριακές ψήφοι ισοδυναμούν με μία τουρκοκυπριακή ψήφο. Την ίδια στιγμή 232


στις εκλογές για Ελληνοκύπριο εκ περιτροπής Πρόεδρο, η τουρκοκυπριακή ψήφος θα έχει βαρύτητα όση ακριβώς και η ελληνοκυπριακή ψήφος. Τα πιο πάνω γίνονται κατανοητά στο πιο κάτω παράδειγμα: Παράδειγμα: Αν υποτεθεί ότι οι Ελληνοκύπριοι εκλογείς θα ανέρχονται στις 500.000 (80% του εκλογικού σώματος), ενώ οι Τουρκοκύπριοι εκλογείς στις 125.000 (20% του εκλογικού σώματος), αυτό συνεπάγεται πως για την εκλογή Ελληνοκυπρίου εκ περιτροπής Προέδρου θα απαιτούνται απαραίτητα 50% + 1 ψήφος, δηλαδή 312.501 ψήφοι, εφόσον το εκλογικό σώμα για εκλογή των Ελληνοκυπρίων θα ανέρχεται στις 625.000 ψηφοφόρους. Αντίθετα για την εκλογή Τουρκοκυπρίου εκ περιτροπής Προέδρου το εκλογικό σώμα, μετά την στάθμιση, θα ανέρχεται στις 156.250 ψήφους (125.000 τουρκοκυπριακές ψήφους + 31.250 ελληνοκυπριακές ψήφους), διότι οι 500.000 ελληνοκυπριακές ψήφοι θα πρέπει να σταθμιστούν κατά τρόπο ώστε να ανέρχονται στο 20% του συνόλου των τουρκοκυπριακών ψήφων και των ελληνοκυπριακών ψήφων μετά την στάθμιση (δηλαδή του συνόλου του εκλογικού σώματος μετά την στάθμιση). Επομένως η εκλογή Τουρκοκυπρίου εκ περιτροπής Προέδρου μπορεί να γίνει και αν αυτός λάβει 78.126 ψήφους, οι οποίες θα αντιστοιχούν στην πραγματικότητα στο 12.5% του συνολικού εκλογικού σώματος, αλλά στο 50%+1 ψήφος του σταθμισμένου εκλογικού σώματος. Ο εκ περιτροπής Τουρκοκύπριος Πρόεδρος, τον οποίο θα έχει εκλέξει το 12.5% του συνολικού εκλογικού σώματος, θα ασκεί ακολούθως τα καθήκοντα του εκ περιτροπής Προέδρου

233


για δύο έτη σε διάστημα εξαετίας, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα έτη θα ασκεί τα καθήκοντα του Αντιπροέδρου. Αυτή είναι με δυο λόγια η πρόταση που υπέβαλε στις συνομιλίες η ελληνοκυπριακή πλευρά αναφορικά με την διακυβέρνηση, γεγονός που δικαιολογημένα προκάλεσε την έντονη αντίδραση των υπολοίπων κυπριακών κομμάτων πλην του ΑΚΕΛ. Η υποχώρηση συνεχίζεται Η διαπραγμάτευση του κεφαλαίου της εκτελεστικής εξουσίας ξεκίνησε με μια αναπάντεχη παραχώρηση από πλευράς του Προέδρου Χριστόφια, ο οποίος αποδέχθηκε μονομερώς την εκ περιτροπής Προεδρία, παρά τις αντιδράσεις του συνόλου σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων στην Κύπρο. Η παραχώρηση της εκ περιτροπής Προεδρίας έγινε στα πλαίσια της πεποίθησης ότι το φιλικό κλίμα μεταξύ των δύο διαπραγματευτών θα διευκόλυνε τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις. Κατά γενική παραδοχή, αυτό δεν επιτεύχθηκε. Οι προτάσεις McGarry δημιούργησαν μια νέα βάση συζήτησης. Η πρόταση για την σταθμισμένη ψήφο από πλευράς του συμβούλου του Προέδρου Χριστόφια, Τουμάζου Τσελεπή (μια πρόταση που σύμφωνα με τον ίδιο δεν είχε ακόμα εγκριθεί από τον Πρόεδρο Χριστόφια), προκάλεσε το ενδιαφέρον της τουρκοκυπριακής πλευράς, αλλά μόνο αν συνοδευόταν από επιπρόσθετες παραχωρήσεις. Η τουρκοκυπριακή πλευρά ήθελε από την ελληνοκυπριακή πλευρά να συμφωνήσει ότι η σταθμισμένη ψήφος θα εντασσόταν οργανικά σε ένα εκλογικό μοντέλο χωριστής ψηφοφορίας, όπως αυτό που απαιτούσε η τουρκοκυπριακή

234


πλευρά και όχι σε ένα μοντέλο ενιαίου εκλογικού ψηφοδελτίου και εκλογής από το σύνολο του λαού, όπως αυτό που ευνοούσε η ελληνοκυπριακή πλευρά. Παρά τις δηλώσεις των Ελληνοκύπριων εκπροσώπων προς τον McGarry, σύμφωνα με τις οποίες μια παρόμοια παραχώρηση θα ήταν εν πολλοίς αδιανόητη, χωρίς επιπρόσθετες παραχωρήσεις στο περιουσιακό, αμέσως σχεδόν με την έναρξη του Β΄ Γύρου των διαπραγματεύσεων και προς μεγάλη έκπληξη και του ίδιου του McGarry, ο Πρόεδρος Χριστόφιας υποχώρησε από τις αρχικές του θέσεις και υιοθέτησε την τουρκική απαίτηση. Σημειώνουμε ότι σε εσωτερικό σημείωμα του εμπειρογνώμονα του ΟΗΕ John McGarry τον Ιούνιο του 2009 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι ειρωνικό ότι η ελληνοκυπριακή θέση ως προς την εκ περιτροπής προεδρία και την διανομή της εξουσίας είναι σύμφωνη με το σχέδιο Ανάν, ενώ η τουρκοκυπριακή θέση είναι πιο ακραία από το Ανάν. Κατά την άποψή μου οι Τουρκοκύπριοι έχουν υιοθετήσει ακραίες θέσεις στο θέμα της εκ περιτροπής προεδρίας και της διανομής της εξουσίας, έτσι ώστε να μπορούν να τις ανταλλάξουν για παραχωρήσεις σε άλλες πτυχές των διαπραγματεύσεων». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά, αν και βρήκε όπως αναμενόταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την αναθεωρημένη πρόταση Χριστόφια, εντούτοις αρχικά δεν την αποδέχθηκε, αναμένοντας τις εντατικές διαπραγματεύσεις του Ιανουαρίου του 2010. Διαφορές παρέμεναν επίσης ως προς την αναλογία που θα διέπει την εκ περιτροπής Προεδρία (η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει για 4:2, ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά για 3:2), για τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου (η ελληνοκυπριακή πλευρά προτείνει αναλογία 6:3, ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά αναλογία 4:3), αλλά και το 235


ύψος της στάθμισης (η τουρκοκυπριακή πλευρά επιδιώκει όπως το ποσοστό των σταθμισμένων ελληνοκυπριακών ψήφων μειωθεί κάτω του 20%). Οπωσδήποτε το πεδίο της εκτελεστικής εξουσίας συνιστά μια παταγώδη αποτυχία της διαπραγματευτικής τακτικής του Προέδρου Χριστόφια, εφόσον η ελληνοκυπριακή διαπραγματευτική ομάδα προέβη σε σοβαρότατες παραχωρήσεις, χωρίς να λάβει οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Περαιτέρω όμως οι παραχωρήσεις που έγιναν εγείρουν σοβαρότατα ερωτηματικά, εφόσον ουσιαστικά καθίσταται εμφανές ότι η ελληνοκυπριακή διαπραγματευτική ομάδα αντιμετώπισε τον τομέα της διακυβέρνησης, δηλαδή ένα από τους σημαντικότερους τομείς που άπτονται της λειτουργικότητας ενός κράτους, αποκλειστικά ως αντίβαρο για την επίτευξη ενδεχόμενων στόχων στο περιουσιακό. Τα αποτελέσματα οπωσδήποτε δικαιολογούν την έντονη κριτική που έχει ασκηθεί στο εσωτερικό μέτωπο. Ο ΟΗΕ από την πλευρά του, εφαρμόζοντας την τακτική των ίσων αποστάσεων, προέβη σε συμβιβαστικές προτάσεις, προσπαθώντας να γεφυρώσει τις αποστάσεις μεταξύ των δύο πλευρών, εξετάζοντας κυρίως πρακτικά σενάρια, παρά ασχολούμενος με το θέμα της εφαρμογής δημοκρατικών αρχών ή της αρχής της ισότητας της ψήφου, αρχές που έτσι κι αλλιώς αντιστρατεύονταν οι ίδιες οι προτάσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς. Στις 8 Ιανουαρίου 2009, λίγο πριν από την έναρξη των εντατικών διαπραγματεύσεων Χριστόφια-Ταλάτ, ο Ταλάτ διαβίβασε προς τον Χριστόφια την πρόταση της τουρκοκυπριακής πλευράς. Η τουρκοκυπριακή πλευρά αποδέχθηκε την πρόταση για σταθμισμένη ψήφο. Η τουρκοκυπριακή πλευρά ζήτησε όμως ως αντάλλαγμα να γίνει 236


αποδεκτή η πρότασή της για εκ περιτροπής προεδρία με αναλογία 3:2, ενώ πρότεινε όπως το Υπουργικό Συμβούλιο αποτελείται από 7 Ελληνοκύπριους και 5 Τουρκοκύπριους. Οι εκ περιτροπής Πρόεδροι θα πρέπει να έχουν επίσης δικαίωμα βέτο για τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, κατά τρόπο ώστε οι αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου να μπορούν να λαμβάνονται μόνο εφόσον υπάρχει ταυτόχρονη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου και του Αντιπροέδρου. Καθίσταται σαφές ότι και η νέα ύστατη υποχώρηση της ελληνοκυπριακής πλευράς θεωρήθηκε πλέον ως κεκτημένο, στη βάση του οποίου η τουρκοκυπριακή πλευρά κτίζει τις προτάσεις της. Κατά τις εντατικές διαπραγματεύσεις η ελληνοκυπριακή πλευρά υποχώρησε περαιτέρω, αποδεχόμενη ότι το Υπουργικό Συμβούλιο θα αποτελείται από 9 Ελληνοκύπριους και 5 Τουρκοκύπριους (και διαδίδοντας την επιθυμία της να συμβιβαστεί στην αναλογία 8 :5), υποχωρώντας ακόμα περισσότερο προς τις τουρκοκυπριακές θέσεις. Και ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά υποχωρεί συνεχώς με ολέθρια αποτελέσματα για την μορφή του σχεδιαζόμενου κράτους, η τουρκοκυπριακή πλευρά παραμένει αμετάβλητη και αδιάλλακτη.

237


ÍïìïèåôéêÞ åîïõóßá

Σημεία σύγκλισης Στο πεδίο της νομοθετικής εξουσίας οι δύο πλευρές συμφώνησαν εξ αρχής σε μια σειρά από ζητήματα. Εν πρώτοις σημειώνεται ότι το κοινοβούλιο θα αποτελείται από δύο διακριτά νομοθετικά σώματα: την Γερουσία (Άνω Βουλή) και την Βουλή των Αντιπροσώπων (Κάτω Βουλή). Οι δύο πλευρές έχουν συμφωνήσει ότι στη Γερουσία θα υπάρχει ίση αριθμητική εκπροσώπηση των δύο συνιστώντων πολιτειών, καθώς και ότι έκαστο νομοθετικό σώμα θα εκλέγει ένα Πρόεδρο. Οι πρόεδροι των δύο σωμάτων δεν θα πρέπει να προέρχονται από την ίδια συνιστώσα πολιτεία, ενώ επιπρόσθετα ο Πρόεδρος ενός σώματος δεν θα πρέπει να προέρχεται από την ίδια συνιστώσα πολιτεία για δύο διαδοχικές θητείες. Με απλά λόγια αν ο Πρόεδρος της Γερουσίας προέρχεται από την ελληνοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, τότε ο Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων θα πρέπει να προέρχεται από την τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία. Κατά την επόμενη θητεία των δύο νομοθετικών σωμάτων, ο Πρόεδρος της Γερουσίας θα πρέπει να προέρχεται από την

238


τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, ενώ ο Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων θα πρέπει να προέρχεται από την ελληνοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία. Έκαστο νομοθετικό σώμα θα έχει εξάλλου δύο Αντιπροέδρους, οι οποίοι θα προέρχονται από διαφορετικές συνιστώσες πολιτείες. Ο Αντιπρόεδρος που δεν προέρχεται από την ίδια συνιστώσα πολιτεία με τον Πρόεδρο του σχετικού νομοθετικού σώματος θα είναι ο Πρώτος Αντιπρόεδρος. Κάθε σώμα θα πρέπει να έχει απαρτία, δηλαδή πλειοψηφία των μελών παρόντα, προκειμένου να είναι σε θέση να λάβει αποφάσεις. Αδιέξοδο προκύπτει όταν η Γερουσία δεν υιοθετεί νομοσχέδιο που έχει εγκριθεί από την Βουλή των Αντιπροσώπων, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ή οι θεσμοί της ή η απουσία του οποίου θα οδηγούσε σε ουσιαστική αδυναμία εκπλήρωσης των διεθνών υποχρεώσεων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ή των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ. Σε περίπτωση αδιεξόδου, ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ή ο Πρόεδρος ή ο Πρώτος Αντιπρόεδρος της Γερουσίας θα έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν το θέμα στον μηχανισμό επίλυσης αδιεξόδων. Θα ορίζεται μια Επιτροπή επίλυσης αδιεξόδων, η οποία θα αποτελείται από ίσο αριθμό Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων Γερουσιαστών και η οποία θα αποτελεί το μηχανισμό επίλυσης αδιεξόδων. Η Επιτροπή θα ετοιμάζει και θα αποδέχεται πρόταση κατά πλειοψηφία την οποία θα αποστέλλει στο Κοινοβούλιο.

239


Εάν η Επιτροπή δεν καταφέρει να ετοιμάσει και να αποδεχθεί πρόταση με πλειοψηφία, τότε σε αυτήν θα προστίθεται εκ περιτροπής και ανά περίπτωση ένας Γερουσιαστής από κάθε συνιστώσα πολιτεία. Η Επιτροπή έχοντας ένα επιπλέον μέλος θα αποδέχεται μία πρόταση με εκ περιτροπής πλειοψηφία την οποία θα αποστέλλει στο Κοινοβούλιο. Αν το αδιέξοδο παραμένει για δύο συνεχή χρόνια, το Κοινοβούλιο θα διαλύεται και θα προκηρύσσονται εκλογές.

Σημεία διαφωνίας Τα βασικά πεδία διαφωνίας ήταν τρία. Το πρώτο πεδίο δι α φ ω ν ί α ς α φ ο ρ ο ύ σ ε τ ο ζή τ η μ α της ελάχιστης αντιπροσώπευσης έκαστης συνιστώσας πολιτείας στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η ελληνοκυπριακή πλευρά πρότεινε όπως έκαστη συνιστώσα πολιτεία έχει ελάχιστη αντιπροσώπευση που να ανέρχεται στο 1/4 των μελών, ενώ αντίθετα η τουρκοκυπριακή πλευρά πρότεινε όπως η ελάχιστη αντιπροσώπευση ανέρχεται στο 1/3 των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων. Η τουρκοκυπριακή πλευρά εκδήλωσε πάντως την πρόθεσή της να συμφωνήσει σε αντιπροσώπευση 30% ως συμβιβαστική λύση. Κατά τις εντατικές διαπραγματεύσεις του Ιανουαρίου 2010, η τουρκοκυπριακή πλευρά εξεδήλωσε την πρόταση να περιορίσει την αντιπροσώπευσή της στο 25%, εφόσον ικανοποιηθούν άλλες απαιτήσεις της. Το δεύτερο πεδίο διαφωνίας αφορά στην ύπαρξη υποχρεωτικής χωριστής πλειοψηφίας των βουλευτών έκαστης

240


συνιστώσας πολιτείας στο επίπεδο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Σε ό,τι αφορά την λήψη αποφάσεων στο επίπεδο της Βουλής των Αντιπροσώπων η ελληνοκυπριακή πλευρά υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία, ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά υποστηρίζει ότι η πλειοψηφία θα πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνει και το 1/4 των βουλευτών έκαστης συνιστώσας πολιτείας. Με δυο λόγια η τουρκοκυπριακή πλευρά επιδιώκει όπως έχει την δυνατότητα άσκησης ενός ιδιόμορφου δικαιώματος βέτο, όχι απλώς σε επίπεδο Γερουσίας, αλλά και σε επίπεδο Βουλής των Αντιπροσώπων. Το πεδίο αυτό διαφωνίας επεκτείνεται εκ των πραγμάτων και στο θέμα της λήψης των αποφάσεων του Κοινοβουλίου. Η ελληνοκυπριακή πλευρά πρότεινε ότι οι αποφάσεις του Κοινοβουλίου θα προϋποθέτουν την έγκριση και των δύο νομοθετικών σωμάτων, με απλή πλειοψηφία, περιλαμβανομένου τουλάχιστον του 1/4 των παρόντων Γερουσιαστών που ψηφίζουν από έκαστη συνιστώσα πολιτεία. Αντίθετα η τουρκοκυπριακή πλευρά, αν και συμφωνεί ότι οι αποφάσεις του Κοινοβουλίου θα προϋποθέτουν την έγκριση και των δύο νομοθετικών σωμάτων, με απλή πλειοψηφία, εντούτοις υποστηρίζει ότι θα πρέπει να υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του 1/4 των Γερουσιαστών έκαστης συνιστώσας πολιτείας (και όχι απλώς των παρόντων), καθώς και του 1/4 των παρόντων μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων έκαστης συνιστώσας πολιτείας. Για μια σειρά από ειδικούς νόμους και αποφάσεις που θα παρατίθενται στο Σύνταγμα (όπως ενδεχόμενα αναφορικά με φορολογικούς νόμους, νόμους που αφορούν στην ιθαγένεια 241


και την μετανάστευση, τον εναέριο χώρο, την υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα ή την επικύρωση διεθνών συμφωνιών ή την έγκριση του προϋπολογισμού), η ελληνοκυπριακή πλευρά πρότεινε ότι θα απαιτείται ειδική πλειοψηφία των 2/5 των Γερουσιαστών έκαστης συνιστώσας πολιτείας, επιπρόσθετα προς μια απλή πλειοψηφία των παρόντων μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων. Η τουρκοκυπριακή πλευρά από την άλλη ζητά όπως η πλειοψηφία των παρόντων μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων θα πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνει και το 1/4 των βουλευτών έκαστης συνιστώσας πολιτείας. Κατά την συνάντηση της 3ης Νοεμβρίου 2008 ο Χριστόφιας επέμεινε ότι οι αποφάσεις στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα πρέπει να λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία, εφόσον η Βουλή θα αντανακλούσε τον πληθυσμό ως σύνολο και όχι τις συνιστώσες πολιτείες. Ο Ταλάτ όμως απάντησε ότι θα ήταν απαράδεκτο να εγκριθεί μια απόφαση χωρίς επαρκή συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων. Με την πάροδο του χρόνου η αντιπροσώπευση των Τουρκοκυπρίων στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα μπορούσε να μειωθεί. Ο Χριστόφιας δήλωσε έκπληκτος με την προσέγγιση Ταλάτ και δήλωσε ότι δεν περίμενε από τον Ταλάτ μια προσέγγιση στη βάση εθνοτικών ή κοινοτικών κριτηρίων, αλλά μάλλον στη βάση ταξικών και κοινωνικών κριτηρίων. Δήλωσε επίσης ότι το ΑΚΕΛ δεν θα ψηφίζει με εθνοτικά κριτήρια. Ο Erhurman απάντησε στον Χριστόφια ότι αν και η πλειοψηφία των νόμων δεν θα ψηφιζόταν στη βάση εθνοτικών κριτηρίων, εντούτοις ορισμένοι σημαντικοί νόμοι θα ψηφίζονταν στη βάση αυτών των κριτηρίων. Οι Τουρκοκύπριοι δεν θα μπορούσαν να αποδεχθούν μια 242


κατάσταση πραγμάτων στην οποία σε ενδεχόμενη εθνοτική ψήφο, η Βουλή των Αντιπροσώπων θα έχανε την σημασία της. Σύμφωνα με την τουρκοκυπριακή πλευρά, αν η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν έπρεπε να περιλαμβάνει ελάχιστη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων μελών, τότε οι Τουρκοκύπριοι θα αντιμετώπιζαν το όργανο αυτό ως ελεγχόμενο από τους Ελληνοκύπριους. Αν και είναι αλήθεια πως όλες οι αποφάσεις της Βουλής των Αντιπροσώπων θα μπορούσαν να ανατραπούν στην Γερουσία, στην οποία υπάρχει ισότιμη συμμετοχή των δύο κοινοτήτων, εντούτοις η τουρκοκυπριακή πλευρά θεωρούσε ως σημαντική την επαρκή αντιπροσώπευσή της και στην Βουλή των Αντιπροσώπων. Σχολιάζοντας την απαίτηση της τουρκοκυπριακής πλευράς ο σύμβουλος του ΟΗΕ John McGarry σημείωσε σε εσωτερικό σημείωμα στις 21 Ιουλίου 2009 ότι: «Ένας τρόπος για να καταστεί πιο ήπια η τουρκοκυπριακή απαίτηση για δικαίωμα βέτο στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα ήταν να περιοριστεί το δικαίωμα αυτό σε μια στενά προσδιορισμένη κατηγορία νόμων και ο Tufan Erhurman φάνηκε θετικός στην πρόταση αυτή. Εντούτοις η τουρκοκυπριακή θέση στο θέμα είναι ανώμαλη. Δεν υπάρχει προηγούμενο που να μπορώ να σκεφθώ, στο οποίο μια κοινότητα που ήδη απολαμβάνει ένα ισχυρό δικαίωμα βέτο στη Γερουσία, κατέχει και παρόμοιο δικαίωμα στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Αν προσπαθούσαμε ως Ηνωμένα Έθνη να πείσουμε τους Ελληνοκύπριους να προβούν σε παραχωρήσεις στο θέμα αυτό, νομίζω ότι θα χάναμε την αξιοπιστία μας». Το τρίτο πεδίο διαφωνίας αφορούσε στο κριτήριο επί του

243


οποίου θα αποφασίζεται η αντιπροσώπευση στο Κοινοβούλιο. Η ελληνοκυπριακή πλευρά πρότεινε όπως η αντιπροσώπευση, τόσο σε επίπεδο Γερουσίας, όσο και σε επίπεδο Βουλής των Αντιπροσώπων, βασίζεται στην μόνιμη κατοικία. Αντίθετα η τουρκοκυπριακή πλευρά πρότεινε όπως η αντιπροσώπευση στη Γερουσία γίνεται σε κοινοτική βάση (δηλαδή ίσος αριθμός Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αντιπροσώπων), ενώ αντίθετα στη Βουλή των Αντιπροσώπων προτάθηκε όπως η αντιπροσώπευση βασίζεται στην εσωτερική ιθαγένεια έκαστης συνιστώσας πολιτείας. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμεινε ότι η Γερουσία θα πρέπει να έχει ως σκοπό την διασφάλιση της αρχής της δικοινοτικότητας και της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων (και όχι απλώς των δύο συνιστωσών πολιτειών). Κατά συνέπεια τυχόν εκλογή των Γερουσιαστών στη βάση του κριτηρίου της μόνιμης κατοικίας θα βρισκόταν, σύμφωνα με την τουρκοκυπριακή πλευρά, σε αντίθεση με τις αρχές της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων. Ένας Ελληνοκύπριος ή ένας Ευρωπαίος πολίτης θα μπορούσε με την πάροδο του χρόνου να αποκτήσει μόνιμη διαμονή στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία και να εκλεγεί Γερουσιαστής, ανατρέποντας έτσι το 50%-50%. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό από την τουρκοκυπριακή πλευρά. Παρομοίως η τουρκοκυπριακή πλευρά διαφώνησε και με την εφαρμογή του κριτηρίου της μόνιμης διαμονής στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η θέση της τουρκοκυπριακής πλευράς υπήρξε ότι στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα πρέπει να αντιπροσωπεύονται οι πολίτες έκαστης συνιστώσας πολιτείας. Τυχόν αποδοχή της μόνιμης διαμονής ως κριτηρίου θα 244


υποβάθμιζε την δυνατότητα έκαστης συνιστώσας πολιτείας να αποφασίζει η ίδια σε ποιους επιθυμεί να απονείμει την εσωτερική ιθαγένεια ως πολίτες της. Η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν ήταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει το δικαίωμά της αυτό, ούτε και να υποβαθμίσει την άσκησή του, επιμονή που συνδέεται και με το αίτημα για ειδική μεταχείριση των Τούρκων υπηκόων.

Προς νομοθετικό απαρτχάιντ; Η διαπραγμάτευση για τη νομοθετική εξουσία φανερώνει με σαφήνεια ότι βάση της διαπραγμάτευσης συνιστά το σχέδιο Ανάν, επί του οποίου η ελληνοκυπριακή πλευρά επιδιώκει να πετύχει συγκεκριμένες μεταβολές. Το συμφωνημένο πλαίσιο μεταξύ των δύο πλευρών επί των θεμάτων της νομοθετικής εξουσίας περιλαμβάνεται αυτούσιο στο σχέδιο Ανάν (με εξαίρεση την καινοφανή πρόταση της ελληνοκυπριακής πλευράς ως προς τον μηχανισμό επίλυσης διαφορών). Για να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση θα πρέπει να υπάρχει υψηλότατος βαθμός πολιτικοκοινωνικής συναίνεσης, όχι απλώς σε επίπεδο κομμάτων, αλλά και σε επίπεδο συνιστωσών πολιτειών ή και (αν γίνει αποδεκτή η πρόταση της τουρκοκυπριακής πλευράς) σε επίπεδο κοινοτήτων. Οπωσδήποτε ακόμα και η τουρκική επιμονή για την χωριστή πλειοψηφία στο επίπεδο της Βουλής των Αντιπροσώπων δεν μεταβάλει την ουσία του προτεινόμενου σχήματος λειτουργίας, εφόσον στην πράξη, όπως αναγνώρισε η ελληνοκυπριακή πλευρά, οποιαδήποτε απόφαση θα πρέπει να τύχει της έγκρισης της Γερουσίας στην οποία θα υπάρχει

245


ισότιμη συμμετοχή των δύο συνιστωσών πολιτειών (ή και κοινοτήτων) και στην οποία επιπρόσθετα θα απαιτείται και χωριστή πλειοψηφία ανερχόμενη στο 1/4 των Γερουσιαστών. Μια απόφαση δηλαδή δεν θα μπορεί να ληφθεί ακόμα και αν συγκεντρώνει την πλειοψηφία των Γερουσιαστών, παρά μόνο αν στην πλειοψηφία αυτή συμπεριλαμβάνεται και ένα σημαντικό ποσοστό έκαστης συνιστώσας πολιτείας (ή κοινότητας). Οπωσδήποτε η συλλογιστική στην οποία είναι δομημένο το μοντέλο λειτουργίας της Γερουσίας αντίκειται στην αρχή της ισότητας της ψήφου, με δεδομένο ότι ουσιαστικά η τουρκοκυπριακή κοινότητα θα έχει αυξημένα δικαιώματα σε σχέση με την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Αν θεωρηθεί ότι οι Ελληνοκύπριοι αποτελούν το 82% του πληθυσμού της νήσου, τότε συνεπάγεται ότι αυτοί θα εκπροσωπούνται σε ποσοστό 50% στη Γερουσία και σε ποσοστό 65-75% στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Για να ληφθεί όμως οποιαδήποτε απόφαση, θα πρέπει να συναινεί το Ό των γερουσιαστών του τουρκοκυπριακού συστατικού κράτους και στις περιπτώσεις που απαιτείται ειδική πλειοψηφία θα πρέπει να συναινούν τα 2/5 των γερουσιαστών του τουρκοκυπριακού συστατικού κράτους . Επομένως το 11% (σε περίπτωση που απαιτείται ειδική πλειοψηφία που να περιλαμβάνει τα 2/5 των γερουσιαστών) ή 14% του πληθυσμού (σε περίπτωση που απαιτείται πλειοψηφία, που να περιλαμβάνει το Ό των γερουσιαστών) έχει το συνταγματικό δικαίωμα, να εμποδίσει την λήψη απόφασης στην οποία συμφωνεί το 89% ή το 86% του πληθυσμού αντίστοιχα.

246


Για να αντισταθμίσει σε βάθος χρόνου παρόμοια αποτελέσματα η ελληνοκυπριακή πλευρά πρότεινε ορθά όπως το κριτήριο εκλογής είναι η μόνιμη κατοικία και όχι η κοινότητα ή και η εσωτερική ιθαγένεια έκαστης συνιστώσας πολιτείας. Η τουρκοκυπριακή πλευρά όμως εξακολουθεί να επιμένει στη φυλετική καθαρότητα των εκλεγμένων αντιπροσώπων έκαστης πλευράς, τόσο στη Γερουσία στην οποία προτείνει το κριτήριο της κοινότητας, όσο και στην Βουλή των Αντιπροσώπων στην οποία προτείνει το κριτήριο της εσωτερικής ιθαγένειας (η οποία ακόμα δεν έχει ουσιαστικά διευκρινιστεί με ποια κριτήρια θα παραχωρείται σε πρόσωπα που ανήκουν στην άλλη κοινότητα).

247


ÄéêáóôéêÞ åîïõóßá

Τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούσαν την δικαστική εξουσία ήταν δύο. Το πρώτο αφορούσε στην σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των ομοσπονδιακών δικαστηρίων, ενώ το δεύτερο αφορούσε στους μηχανισμούς επίλυσης αδιεξόδου. Το σχέδιο Ανάν προέβλεπε για ισότιμη κοινοτική σύνθεση σε επίπεδο δικαστικής εξουσίας, δηλαδή σε αντιπροσώπευση ίσου αριθμού Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων δικαστών σε έκαστο ομοσπονδιακό δικαστήριο, περιλαμβανομένου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατά την πρώτη συζήτηση του ζητήματος της δικαιοσύνης μεταξύ Χριστόφια-Ταλάτ στις 13 Νοεμβρίου 2008, ο Χριστόφιας παρέπεμψε στις Βασικές Αρχές για την Ανεξαρτησία της Δικαστικής Εξουσίας, οι οποίες υιοθετήθηκαν από την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ με τα ψηφίσματα 40/32 και 40/146 (1985). Η παραπομπή αυτή προκάλεσε την αντίδραση του Ταλάτ, ο οποίος σημείωσε πως οι Βασικές Αρχές που έχει υιοθετήσει ο ΟΗΕ προβλέπουν ότι οι δικαστές δεν θα πρέπει να επιλέγονται με βάση την εθνικότητα ή κοινότητα στην οποία ανήκουν, αρχή που δεν

248


μπορούσε να γίνει αποδεκτή από την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε παραπομπή στις Βασικές Αρχές θα έπρεπε να γίνει χωρίς επηρεασμό της σύνθεσης των δικαστηρίων σε κοινοτική βάση. Οπωσδήποτε ο πιο πάνω τρόπος προσέγγισης της δικαιοσύνης είναι εξαιρετικά προβληματικός. Η δικαιοσύνη σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα πρέπει να απονέμεται απρόσωπα, ενιαία και ανεπηρέαστα από την φυλετική ή θρησκευτική καταγωγή των διαδίκων. Η δικαιοσύνη θα πρέπει να είναι απαλλαγμένη από πολιτικές σκοπιμότητες και να ασκεί τα καθήκοντά της, εξοπλισμένη με εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Ειδικά η δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι διχοτομημένη, στη βάση της εθνικής καταγωγής των δικαστών, ούτε και να θεωρείται πως ο δικαστής αναμένεται να συμπεριφέρεται στη βάση της «κοινοτικής» του καταγωγής. Σε διαφορετική περίπτωση, η συλλογιστική που διέπει την λειτουργία της δικαιοσύνης, περιλαμβανομένου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου μιας χώρας, είναι πως ο δικαστής θα αναμένεται να λειτουργεί ως εκφραστής των συμφερόντων της κοινότητας από την οποία προέρχεται. Η διχοτόμηση αυτή της δικαιοσύνης τείνει να υποσκάψει τα θεμέλια του δικαστικού συστήματος και να υπονομεύσει την δικαστική ανεξαρτησία, καθιστώντας τους δικαστές εκφραστές των συμφερόντων της κοινότητάς τους, γεγονός που από μόνο του δεν μπορεί παρά να κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην απονομή της δικαιοσύνης. Πώς θα λειτουργήσει ανεξάρτητα η δικαστική λειτουργία, στο πνεύμα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανεξαρτήτως φυλής, εθνικότητας, θρησκείας ή κοινότητας, 249


όταν οι ίδιοι οι ερμηνευτές του δικαίου αποτελούν αντικείμενο κρίσης στη βάση των θρησκευτικών τους πιστεύω και της καταγωγής τους; Ιδιαίτερα όταν οι συντάκτες του Συντάγματος, δηλαδή του υπέρτατου νόμου της πολιτείας, θεωρούν πως οι δικαστές του ίδιου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δηλαδή του υπέρτατου δικαστικού θεσμού μιας πολιτείας, που σκοπό έχει τον έλεγχο για την ομαλή λειτουργία της δικαιοσύνης και την προστασία των θεσμών της δημοκρατίας, θα κρίνει μια επίδικη διαφορά, όχι σύμφωνα με το νόμο, αλλά σύμφωνα με τα συμφέροντα της κοινότητας από την οποία κατάγεται. Η αντίθεση Ταλάτ στις διακηρυγμένες Βασικές Αρχές του ιδίου του ΟΗΕ, δεν συνάντησε οποιαδήποτε αντίθεση από πλευράς των εκπροσώπων του ΟΗΕ ή από πλευράς του Προέδρου Χριστόφια. Συμφωνήθηκε επίσης η απόλυτη αριθμητική ισότητα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων δικαστών σε όλα τα ομοσπονδιακά δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα πρέπει να σημειωθεί πως στο πεδίο της δικαστικής εξουσίας έχει γίνει αποδεκτή από την ελληνοκυπριακή πλευρά η αναφορά σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, αντί σε πρόσωπα που προέρχονται από την ελληνοκυπριακή ή την τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία. Κατά συνέπεια η διχοτόμηση της δικαιοσύνης σε κοινοτικό επίπεδο (και όχι σε επίπεδο συνιστώσας πολιτείας, όπου δυνητικά να επέλθουν σε βάθος χρόνου μεταβολές στην πληθυσμιακή κατανομή), θα παραμένει αναλλοίωτη στο διηνεκές. Μεταξύ των άλλων αρμοδιοτήτων του, το Ανώτατο Δικαστήριο θα έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία επί 250


διαφορών, μεταξύ των συνιστωσών πολιτειών, μεταξύ των συνιστωσών πολιτειών και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, καθώς και μεταξύ των οργάνων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Περαιτέρω θα έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία για τον προσδιορισμό της εγκυρότητας οποιουδήποτε ομοσπονδιακού νόμου ή νόμου συνιστώσας πολιτείας που ψηφίζεται σύμφωνα με το ομοσπονδιακό Σύνταγμα, την δικαιοδοσία αναθεώρησης των ομοσπονδιακών πράξεων ή αποφάσεων, καθώς και την δικαιοδοσία να ενεργεί ως το ομοσπονδιακό εφορευτικό δικαστήριο. Με δεδομένη την αποδοχή της αριθμητικής ισότητας και της συλλογιστικής κοινοτικής διαρρύθμισης της δικαιοσύνης σε ομοσπονδιακό επίπεδο, υποχρεωτικά θα έπρεπε να αναζητηθεί εκ νέου μηχανισμός επίλυσης αδιεξόδων. Η ελληνοκυπριακή πλευρά πρότεινε όπως ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου υποδεικνύεται εκ περιτροπής μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μελών και όπως ασκεί νικώσα ψήφο σε περίπτωση κοινοτικής διαίρεσης. Η τουρκοκυπριακή πλευρά όμως εξέφρασε την αντίθεσή της στην πρόταση Χριστόφια και επανέφερε στο τραπέζι την ρύθμιση του σχεδίου Ανάν για μηχανισμό επίλυσης αδιεξόδου αποτελούμενο από ξένους δικαστές, μια ρύθμιση που είχε τύχει έντονης κριτικής στο σχέδιο Ανάν. Αν και αρχικά η ελληνοκυπριακή πλευρά φάνηκε απρόθυμη να συναινέσει στην επαναφορά των ξένων δικαστών, τελικά υποχώρησε και στο θέμα αυτό, αποδεχόμενη ότι αν το αδιέξοδο παραμένει, τότε το Ανώτατο Δικαστήριο θα επιλέγει σε ad hoc βάση ένα εκ των τριών ξένων δικαστών που θα οριστούν από την ομοσπονδιακή εκτελεστική εξουσία, έτσι 251


ώστε να διασφαλιστεί η ικανότητά του να λάβει απόφαση. Η επιλογή ξένου δικαστή για να επιλύσει την διαφορά εφαρμόζεται και σε περίπτωση κοινοτικής διαίρεσης σε όλα τα υπόλοιπα ομοσπονδιακά δικαστήρια. Ουσιαστικά, με την αποδοχή της επαναφοράς του θεσμού των ξένων δικαστών που υπήρχε και στο σχέδιο Ανάν, ο ξένος δικαστής τοποθετείται ως ad hoc τοποτηρητής της εφαρμογής της κυπριακής δικαιοσύνης. Οι Κύπριοι δικαστές αντιμετωπίζονται ως στρατιώτες, ταγμένοι στην υπηρεσία των συμφερόντων της κοινότητας από την οποία προέρχονται και εντελώς αδιάφοροι για την εφαρμογή της δικαιοσύνης, αν αυτή αντιβαίνει στα συμφέροντα αυτά. Όπως και στην περίπτωση του σχεδίου Ανάν δημιουργείται ένα κράτος των αλλοδαπών δικαστών. Οι διατάξεις για την δικαστική εξουσία έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο ηγετών. Όπως καθίσταται αντιληπτό στην πράξη έχουν επαναφερθεί αυτούσιες οι ρυθμίσεις του σχεδίου Ανάν, με την ελληνοκυπριακή πλευρά να υποχωρεί από τις αρχικές της θέσεις προς την κατεύθυνση των θέσεων της τουρκοκυπριακής πλευράς.

252


Ïéêïíïìßá

Οι αποκλίσεις παραμένουν Δεδηλωμένο στόχο της ελληνοκυπριακής πλευράς στον τομέα της οικονομίας αποτέλεσε η ενοποίηση της οικονομίας στη βάση των αρχών της ΕΕ. Ως εκ τούτου ως κατευθυντήριες αρχές στον τομέα της οικονομίας τέθηκαν οι ακόλουθες: • Δημιουργία του απαραίτητου πλαισίου για σύντομη οικονομική ανάπτυξη και σύγκλιση των βιοτικών επιπέδων μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. • Εγκαθίδρυση υγιούς πλαισίου για ρύθμιση και επίβλεψη του τραπεζικού και οικονομικού τομέα. • Διασφάλιση συνθηκών οικονομικής βιωσιμότητας. • Υιοθέτηση του πλαισίου της ΕΕ σε ολόκληρη την Κύπρο. • Μεταβατικές περίοδοι θα πρέπει να είναι περιορισμένες σε χρόνο και έκταση και να βασίζονται σε τεχνικούς λόγους. • Επίτευξη ελάχιστου κοινωνικού επιπέδου για

253


ολόκληρη την Κύπρο σε ζωτικής σημασίας τομείς, όπως η εργασία, η ασφάλεια στην εργασία, η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία και η εκπαίδευση. • Συγκρότηση των απαιτούμενων ομοσπονδιακών θεσμών, ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της οικονομίας, καθώς και η αποτελεσματική συμμετοχή αμφότερων των κοινοτήτων στην διαδικασία λήψης αποφάσεων. Μέσα στα πλαίσια αυτά η ελληνοκυπριακή πλευρά έθεσε ως προτεραιότητα την άμεση, ή όσο το δυνατόν πιο σύντομη, εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου σε ολόκληρο το νησί, κατά τρόπο ώστε να επιτευχθεί πραγματική σύγκλιση των δύο οικονομιών. Η οικονομική σύγκλιση και βιωσιμότητα θα πρέπει να επιτευχθεί μέσα από την διαμόρφωση δημοσιονομικής πολιτικής που να στοχεύει στην οικονομική σταθερότητα. Από την πλευρά της η τουρκοκυπριακή πλευρά θεωρεί τις μεταβατικές περιόδους ως απαραίτητες, όχι μόνο για την υιοθέτηση και εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου, αλλά κυρίως λόγω της τεράστιας διαφοράς οικονομικού επιπέδου που υπάρχει μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Μέσα στα πλαίσια αυτά η τουρκοκυπριακή πλευρά θεωρεί ότι η άμεση εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου θα οδηγήσει εκ των πραγμάτων στην οικονομική ανισότητα των δύο συνιστωσών πολιτειών. Περαιτέρω η τουρκοκυπριακή πλευρά θεωρεί πως θα πρέπει να υπάρχει θετική διάκριση υπέρ της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας, ως προς τα κονδύλια που θα κατανέμονται από τον προϋπολογισμό της ομοσπονδιακής

254


κυβέρνησης. Τα κονδύλια αυτά θα πρέπει να αξιοποιούνται για σκοπούς σύγκλισης προς όφελος της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας, χωρίς όμως να προσδιορίζεται εκ των προτέρων ο τρόπος αξιοποίησής τους. Ο Α΄ Γύρος των διαπραγματεύσεων ολοκληρώθηκε χωρίς να υπάρξει πρόοδος επί κρίσιμων ζητημάτων. Ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας παραμένει το ζήτημα της εφαρμογής τ ω ν τ ε σ σ ά ρ ω ν β α σ ι κώ ν ε λ ε υ θ ε ρ ι ώ ν . Θ έ σ η τ η ς ελληνοκυπριακής πλευράς αποτελεί η άμεση εφαρμογή των τεσσάρων βασικών ελευθεριών, δηλαδή της ελεύθερης διακίνησης αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίου και προσώπων από την πρώτη μέρα εφαρμογής της λύσης. Αντίθετα η τουρκοκυπριακή πλευρά εμμένει στην μη άμεση εφαρμογή των τεσσάρων βασικών ελευθεριών, θεωρώντας ότι θα απαιτηθεί ακαθόριστη μεταβατική περίοδος κατά την οποία η εφαρμογή αυτή θα ανασταλεί. Καμιά πρόοδος δεν έχει επιτευχθεί ούτε και στα τεχνικά ζητήματα που αφορούν την ένταξη της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας στην ευρωζώνη και στην τελωνειακή ένωση ή την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας σε θέματα τελωνείων και ΦΠΑ. Η τουρκοκυπριακή πλευρά θεωρεί πως η εφαρμογή της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας μπορεί να πάρει αρκετά χρόνια και κατά συνέπεια θεωρεί ότι θα πρέπει να ισχύσουν μεταβατικές ρυθμίσεις και παρεκκλίσεις από το κεκτημένο. Διαφωνία υπάρχει και σε σχέση με το καθεστώς της τουρκικής λίρας κατά την μεταβατική περίοδο. Θέση της τουρκοκυπριακής πλευράς υπήρξε ότι θα πρέπει να υπάρχουν δύο νομίσματα κατά την μεταβατική περίοδο. Το ζήτημα αυτό θεωρείται ως ιδιαίτερα σοβαρό, με δεδομένο ότι δεν 255


διευκρινίζεται ο τρόπος αλλαγής των τουρκικών λιρών που είναι κατατεθειμένες σε τουρκοκυπριακές τράπεζες σε ευρώ και η εγγύηση των καταθέσεων. Οι τουρκοκυπριακές τράπεζες είναι επισφαλείς, με δεδομένη την ελλιπή ρύθμιση και εποπτεία από την Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας, γεγονός που έχει ως συνέπεια ότι οι περισσότερες από τις τράπεζες αυτές είναι χρεωκοπημένες. Αυτό δύναται να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην οικονομία του νέου κράτους, σε περίπτωση λύσης του κυπριακού προβλήματος. Ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας των δύο πλευρών υπήρξε η απαίτηση της τουρκοκυπριακής πλευράς να έχει την ευθύνη για την διαδικασία εναρμόνισης με την ΕΕ. Η ελληνοκυπριακή πλευρά εισηγήθηκε όπως οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, με δεδομένο ότι η εναρμόνιση δεν είναι ζήτημα που αφορά αποκλειστικά στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ο Τσελεπής ισχυρίστηκε ότι θα υπάρχουν περιοχές στις οποίες σήμερα το κεκτημένο έχει ανασταλεί δυνάμει του Πρωτοκόλλου 10, οι οποίες θα ανήκουν στην ελληνοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία μετά από την εδαφική αναπροσαρμογή και κατά συνέπεια το ζήτημα της επέκτασης της εφαρμογής του κεκτημένου επηρεάζει και την ελληνοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία. Ο Erhurman όμως απάντησε ότι η περίπτωση της περιοχής που θα υποστεί εδαφική αναπροσαρμογή είναι διαφορετική, διότι σε αυτή θα εφαρμοστεί ουσιαστικά η υφιστάμενη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς οποιεσδήποτε μεταβολές. Από την πλευρά του ο Γιώργος Ιακώβου πρόσθεσε ότι οι Ελληνοκύπριοι έχουν την απαιτούμενη εμπειρία από την 256


διεξαγωγή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατά συνέπεια η συμμετοχή τους θα εξοικονομήσει χρόνο και χρήμα. Το ζήτημα αφορούσε εξάλλου στις διεθνείς σχέσεις του κράτους και συνεπώς θα έπρεπε να τύχει χειρισμού από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η διαπραγμάτευση θα έπρεπε να γίνει με τα υπόλοιπα 26 κράτη μέλη της ΕΕ. Οπωσδήποτε δεν θα ήταν νοητό η διαπραγμάτευση αυτή να γίνει από την τουρκοκυπριακή κοινότητα και όχι από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Ο Ναμί σημείωσε ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν είχε αντίρρηση στην ενημέρωση της ελληνοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας, αλλά στην ανάμειξη των Ελληνοκυπρίων στις διαπραγματεύσεις. Ο Ναμί σημείωσε ότι οι Τουρκοκύπριοι θα μπορούσαν να ζητήσουν τετραετή μεταβατική περίοδο από την ΕΕ, ενώ οι Ελληνοκύπριοι να θεωρούν ότι η μεταβατική περίοδος θα πρέπει να είναι διετής. Κατά συνέπεια η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν ζητούσε απαραίτητα όπως είναι ο αποκλειστικός διαπραγματευτής, όσο να μπορεί να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της, τα οποία πιθανώς να διαφέρουν από τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων. Η διαπραγμάτευση του ζητήματος στην συνάντηση Χριστόφια - Ταλάτ της 28ης Μαΐου 2009 δεν απέδωσε καρπούς. Ο πρώην Υπουργός Οικονομικών Μιχάλης Σαρρής διερωτήθηκε για ποιο λόγο απαιτούνταν μεταβατικές περίοδοι τετραετίας (ή και περισσότερο) για την εφαρμογή του κεκτημένου στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία. Περαιτέρω σημείωσε ότι το ζήτημα της εφαρμογής του κεκτημένου από την τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία 257


ήταν εξαιρετικά σημαντικό για την οικονομία και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ζήτημα που αφορά αποκλειστικά την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η τουρκοκυπριακή πλευρά απάντησε ότι τα ζητήματα εναρμόνισης αφορούσαν την τουρκοκυπριακή κοινότητα και ότι αυτή θα έπρεπε να παρίσταται στις συνομιλίες, έτσι ώστε να διασφαλίσει τα συμφέροντά της. Το ζήτημα της εναρμόνισης της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας με το κοινοτικό κεκτημένο είναι αναμφίβολα ένα από τα πλέον σοβαρά ζητήματα, εφόσον επηρεάζει δυνητικά την οικονομική και κοινωνική λειτουργία ολόκληρης της νήσου. Η απαίτηση της τουρκοκυπριακής πλευράς για παραχώρηση μεγάλων σε διάρκεια μεταβατικών περιόδων και για την ύπαρξη παρεκκλίσεων από το κοινοτικό κεκτημένο, καθώς και η διεξαγωγή της διαδικασίας ελέγχου (screening) από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεννόηση με την τουρκοκυπριακή πλευρά και χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή της ελληνοκυπριακής πλευράς, βρίσκεται σε κάθετη αντίθεση με την προσπάθεια για ενοποίηση των δύο οικονομιών, την οποία επιδιώκει η ελληνοκυπριακή πλευρά. Παράλληλα επηρεάζει και την επιδίωξη για ομαλή λειτουργία του κράτους. Επιπρόσθετα η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι θα πρέπει να παραχωρηθεί άμεσα ειδική προνομιακή σχέση στην Τουρκία σε όλο το εύρος που καλύπτουν οι τέσσερις βασικές ελευθερίες. Η πιο πάνω θέση δεν γίνεται αποδεκτή από την ελληνοκυπριακή πλευρά, η οποία θεωρεί ότι η ειδική προνομιακή σχέση αντίκειται στο κοινοτικό κεκτημένο, με δεδομένο ότι η Τουρκία δεν είναι κράτος μέλος της ΕΕ. Άλλο 258


σοβαρό πρόβλημα συνιστά η απαίτηση της τουρκοκυπριακής πλευράς όπως το αποθεματικό της Κεντρικής Τράπεζας ανήκει ισότιμα στις δύο συνιστώσας πολιτείες, γεγονός που συναντά την έντονη αντίθεση της ελληνοκυπριακής πλευράς που θεωρεί ότι το αποθεματικό θα πρέπει να ανήκει στην ίδια την τράπεζα. Είναι εμφανές πως στόχο της τουρκοκυπριακής πλευράς αποτελεί η δυνατότητα να έχει η τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία δικαιώματα επί του συσσωρευμένου πλούτου της υφιστάμενης Κεντρικής Τράπεζας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σημειώνουμε τέλος ότι στο θέμα του τραπεζικού τομέα, η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει επίμονα ζητήσει όπως υπάρξει ανεξάρτητη διαδικασία ελέγχου του τραπεζικού συστήματος που εφαρμόζεται σήμερα στα κατεχόμενα. Είναι αρκετά γνωστό ότι οι τουρκοκυπριακές τράπεζες συμμετέχουν σήμερα στο διεθνές ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και έχουν σοβαρά προβλήματα χρεοκοπίας, τα οποία σε περίπτωση λύσης θα επηρεάσουν συνολικά την κυπριακή οικονομία. Η τουρκοκυπριακή πλευρά απορρίπτει επίμονα την πρόταση για ανεξάρτητη αξιολόγηση των τουρκοκυπριακών τραπεζών. Ο Σαρρής σχολίασε σχετικά κατά τις διαπραγματεύσεις ότι είναι αφύσικο σε μια τόσο μικρή οικονομία να υπάρχουν 29 τράπεζες και πρόσθεσε πως αν υπάρχουν ανησυχίες για τον τραπεζικό τομέα, αυτό θα επηρεάσει τις επενδύσεις και την οικονομία. Ο Ιακώβου από την πλευρά του προσέθεσε ότι μετά την λύση δεν θα υπήρχαν ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές τράπεζες, αλλά μόνο κυπριακές τράπεζες και κατά συνέπεια οτιδήποτε συνέβαινε σε αυτές θα συνιστούσε καταστροφή για την οικονομία ως σύνολο. Ο Ναμί 259


απέρριψε τα ελληνοκυπριακά αιτήματα, αναφέροντας ότι αισθάνεται σαν να του κάνουν διάλεξη και σημείωσε ότι η τουρκοκυπριακή οικονομία είναι υγιής. Σοβαρές διαφωνίες εξακολουθούν επίσης να υπάρχουν στο ζήτημα της λειτουργίας της Κεντρικής Τράπεζας, της φόρμουλας που θα ακολουθηθεί για την μεταβίβαση των ομοσπονδιακών πόρων προς τις συνιστώσες πολιτείες, όπως και σε σειρά άλλων τεχνικών ζητημάτων στα οποία δεν θα επεκταθούμε στα πλαίσια του παρόντος συγγράμματος. Ενόψει των πιο πάνω η άποψη του Προέδρου Χριστόφια σύμφωνα με την οποία υπάρχει σοβαρή σύγκλιση στα θέματα οικονομίας, σε βαθμό που να θεωρείται πως αυτά δεν αποτελούν πρόβλημα, δημιουργεί ερωτηματικά, εφόσον είναι εμφανές ότι σε αρκετά σημαντικά ζητήματα παραμένουν σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ των μερών.

Το κόστος της λύσης Στις 20 Απριλίου 2009 η Φιόνα Μούλλεν απέστειλε στον Ντάουνερ ένα σημείωμα στο οποίο καταγραφόταν η εκτίμηση της Ομάδας ως προς το κόστος της λύσης. Παραθέτουμε ολόκληρο το σχετικό σημείωμα: «Πόσο θα στοιχίσει μια λύση για το δημόσιο ταμείο; (Ή πώς ο τρόπος αποζημίωσης κάνει όλη την διαφορά).

Υψηλή εκτίμηση (εκτεταμένες δωρεάν νέες κατοικίες, αποζημίωση τύπου Ανάν 3): 19 δισεκατομμύρια ευρώ. Χαμηλή εκτίμηση (πιο περιορισμένες δωρεάν νέα

260


κατοικίας, αποζημίωση τύπου Ανάν 5): 6 δισεκατομμύρια ευρώ.

Λεπτομερής υπολογισμός: Οι βασικές δαπάνες για τον δημόσιο τομέα θα είναι οι ακόλουθες: 1. Νέα στέγαση προσώπων που εκτοπίζονται λόγω των εδαφικών αναπροσαρμογών (48.000 πρόσωπα) . 2. Υποδομή για νέα στέγαση, εδαφικές αναπροσαρμογές και Αμμόχωστος. 3. Αποζημιώσεις για περιουσίες (αυστηρά ομιλούντες βάρος, αλλά όχι έξοδο).

Α. Υψηλή εκτίμηση: Όλοι οι εκτοπισμένοι λαμβάνουν νέα στέγαση (48.000 πρόσωπα στο Ανάν 3 και 5): 1.8 δισεκατομμύρια ευρώ. Υποδομή δημόσιου τομέα στα νεόκτιστα χωριά: 1.2 δισεκατομμύρια ευρώ. Υποδομή δημοσίου τομέα στις περιοχές υπό εδαφική αναπροσαρμογή: 0.4 δισεκατομμύρια ευρώ. Υποδομή δημόσιου τομέα στην Αμμόχωστο: 0.6 δισεκατομμύρια ευρώ. Αποζημίωση για περιουσίες τύπου σχεδίου Ανάν 3 (λιγότερη αποκατάσταση, αποζημίωση με ομόλογα): 14.8 δισεκατομμύρια ευρώ. Σύνολο: 18.7 δισεκατομμύρια ευρώ.

261


Χαμηλή εκτίμηση: Μόνο οι εκτοπισμένοι που δεν έχουν άλλη κατοικία λαμβάνουν νέα στέγαση (25.000): 0.8 δισεκατομμύρια ευρώ. Υποδομή δημόσιου τομέα στα νεόκτιστα χωριά: 0.8 δισεκατομμύρια ευρώ. Υποδομή δημόσιου τομέα στις περιοχές υπό εδαφική αναπροσαρμογή: 0.4 δισεκατομμύρια ευρώ. Υποδομή δημόσιου τομέα στην Αμμόχωστο: 0.6 δισεκατομμύρια ευρώ. Αποζημίωση για περιουσίες τύπου σχεδίου Ανάν 5 (ένα τρίτο αποκατάσταση, αποζημίωση με ομόλογα μόνο στο ένα τρίτο): 3.4 δισεκατομμύρια ευρώ. Σύνολο: 6 δισεκατομμύρια ευρώ»

Όπως σημειώνει η Μούλλεν, οι αναλύσεις της προέρχονται από έκθεση που είχε ετοιμάσει ο οργανισμός PRIO, ο οποίος είχε υποστηρίξει το «ναι» την περίοδο του σχεδίου Ανάν. Είναι εξάλλου προφανές ότι η ανάλυση στηρίζεται αποκλειστικά σε στοιχεία και διατάξεις του σχεδίου Ανάν, γεγονός που επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά ότι η βάση συζήτησης της ομάδας Ντάουνερ δεν είναι άλλη από το σχέδιο Ανάν. Σε σχέση με το υπολογιζόμενο κόστος της λύσης, όπως προκύπτει από το σημείωμα Μούλλεν, θα πρέπει να παρατηρηθεί πως αυτό δεν καλύπτει την απώλεια χρήσης των περιουσιών κατά την διάρκεια της τουρκικής κατοχής, τις αποζημιώσεις του προσωπικού της Εθνικής Φρουράς που θα

262


απολυόταν (είχαν υπολογιστεί σε περίπου 2 δισεκατομμύρια λίρες ή 3.4 δισεκατομμύρια ευρώ) και την ετήσια αποζημίωση της Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών, η οποία θα ανερχόταν σταδιακά σε περίπου 170 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα σενάρια δεν έχουν εν πάση περιπτώσει εφαρμογή σε σχέση με το νέο και αδιαμόρφωτο ακόμα σχέδιο. Λίγες μόλις ημέρες προηγουμένως, στις 16 Απριλίου 2009, ο Ντάουνερ έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα Kibris, στην οποία υπολόγισε το κόστος της νέας λύσης στα 20 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο Ντάουνερ υπέδειξε επίσης ότι θα είναι εξαιρετικά δυσχερές να βρεθούν δωρητές, με δεδομένο το υψηλό κόστος της λύσης. Υπενθυμίζεται ότι την περίοδο του σχεδίου Ανάν, η πολυδιαφημισμένη συνάντηση δωρητών είχε προσφέρει μόλις 700 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία θα κάλυπταν μέρος της δαπάνης για επανεγκατάσταση των Τουρκοκυπρίων και των εποίκων που θα μετακινούνταν από περιοχές που θα τύγχαναν εδαφικής αναπροσαρμογής. Το υπόλοιπο κόστος θα αναμενόταν να το καταβάλουν οι Ελληνοκύπριοι. Μέχρι στιγμής τίποτα δεν έχει μεταβάλει αυτή την εικόνα σε σχέση με το υπό διαμόρφωση νέο σχέδιο λύσης. Και πάλι δηλαδή η ομάδα Ντάουνερ φαίνεται να υπολογίζει πως το κόστος της λύσης, το οποίο ο Ντάουνερ υπολογίζει περί τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ, θα καταβάλουν κυρίως οι Ελληνοκύπριοι. Επίσης σε εσωτερικό σημείωμα της Φιόνα Μούλλεν ημερομηνίας 4 Ιουνίου 2009, υπολογίστηκε ότι η Κύπρος θα χρειαστεί περίπου εννιά δισεκατομμύρια ευρώ σε προοπτική πενταετίας για την ανέγερση κατοικιών και την καταβολή 263


τόκων για τα χρεόγραφα αποζημιώσεων, τα οποία θα πρέπει να δανειστεί το νέο κράτος. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης σημείωμα του οικονομολόγου Max Watson, το οποίο στάλθηκε προς την Ομάδα Ντάουνερ στις 23 Ιουλίου 2009. Ο Watson, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, συνεργάζεται στενά με τους Τουρκοκύπριους με απόσπαση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν διστάζει μάλιστα να αποκαλέσει τον Ταλάτ ως «Πρόεδρο Ταλάτ». Ο Watson αναφέρει τα ακόλουθα στο σημείωμα: «Υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία ανάμεσα στα μέρη ότι η διεθνής χρηματοδότηση της επανένωσης δεν θα έλθει. Αυτή ήταν όντως η εμπειρία μου κατά την προκαταρκτική σύνοδο των δωρητών, στην οποία παρευρέθηκα πριν το δημοψήφισμα του 2004…Υπάρχει κίνδυνος τόσο για το νότο, όσο και για τον βορρά, όπως μου το έθεσε με γραφική μορφή ο Πρόεδρος Ταλάτ πριν λίγους μήνες, ότι η οικονομία του νησιού θα υποθηκευτεί για να αποπληρώσει την επανένωση. Μέχρι το τέλος του χρόνου, οι πολίτες και των δύο πλευρών θα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι ως προς οικονομικά ζητήματα. Η επανένωση οπωσδήποτε φαίνεται να είναι μια θετική ένεση, το οποίο είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται η οικονομία του νότου. Αλλά για τους ενδημικά αγωνιώδεις πολίτες του θα συνιστούσε ένα αρνητικό οικονομικό σοκ και ενδεχόμενα μια αρνητική ταραχή ως προς την οικονομική διαχείριση. Και αυτό θα συμβεί ταυτόχρονα με την συνειδητοποίηση ότι η υιοθέτηση του ευρώ δεν υπήρξε πανάκεια, αλλά αντίθετα εξακολουθεί να τους αφήνει αντιμέτωπους με οικονομικές και ανταγωνιστικές αδυναμίες… Οι ψηφοφόροι σε αμφότερες τις πλευρές χρειάζονται

264


διαβεβαιώσεις ότι η επανένωση θα φέρει υποσχέσεις και όχι απειλή, για το οικονομικό τους μέλλον. Αυτό είναι ένα κουμπί που ο Παπαδόπουλος πίεσε τόσο επιτυχημένα το 2004 και δεν χρειάζεται Παπαδόπουλος για να υποδείξει τους κινδύνους σήμερα…»

265


ÁóöÜëåéá êáé åããõÞóåéò

Οι προσεγγίσεις των δύο πλευρών Το καθεστώς ασφαλείας σε περίπτωση λύσης του κυπριακού αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα κεντρικά ζητήματα κάθε προσπάθειας επίλυσης του προβλήματος. Στο πεδίο αυτό οι θέσεις των δύο πλευρών υπήρξαν εξαιρετικά απομακρυσμένες. Θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς υπήρξε ότι μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν υπάρχει οποιαδήποτε σκοπιμότητα για διατήρηση των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας. Η ελληνοκυπριακή πλευρά κατέστησε σαφές ότι δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί οποιαδήποτε εγγυητικά δικαιώματα τρίτου κράτους στα εσωτερικά της Κύπρου, ούτε και παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων τρίτου κράτους στο διηνεκές, κατά τον τρόπο που αυτό προβλεπόταν στο σχέδιο Ανάν. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε λύση θα πρέπει να προβλέπει για την αποχώρηση του συνόλου των τουρκικών στρατευμάτων και την αποστρατιωτικοποίηση της Κύπρου. Επιπρόσθετα προς τα πιο πάνω, η ελληνοκυπριακή πλευρά απαίτησε την ύπαρξη διεθνών εγγυήσεων για την εφαρμογή της λύσης, αίτημα που υπήρξε πάγια θέση του ΑΚΕΛ.

266


Προτάθηκε δηλαδή η λήψη δεσμευτικής απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας για παρουσία Δυνάμεων Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών με εντολή την διασφάλιση της ομαλής και ειρηνικής εφαρμογής των ρυθμίσεων της συμφωνίας λύσης του κυπριακού. Παρομοίως, προτάθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να έχει ενεργό ρόλο στην εφαρμογή της συμφωνίας. Η ελληνοκυπριακή πλευρά διευκρίνισε πως δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί παθητικό ρόλο των δυνάμεων του ΟΗΕ, κατά τρόπο αντίστοιχο προς τις διατάξεις του σχεδίου Ανάν οι οποίες περιόριζαν την εξουσία του ΟΗΕ στο να παρακολουθεί τις εξελίξεις. Είναι κατανοητό πως μια παρόμοια πρόβλεψη δεν θα βελτίωνε το αίσθημα ανασφάλειας του κυπριακού λαού. Ο ΟΗΕ θα πρέπει επίσης να έχει την ευθύνη των περιοχών που θα τύχουν εδαφικής αναπροσαρμογής, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή υλοποίηση της συμφωνίας, και με δεδομένο πάντοτε ότι από την θέση σε ισχύ της συμφωνίας οι περιοχές θα ανήκουν νομικά στην ελληνοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία. Κατά τα άλλα η ελληνοκυπριακή πλευρά πρότεινε ότι η Ενωμένη Κύπρος θα συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας, συμμετέχοντας σε λειτουργίες μη στρατιωτικής φύσης, όπως αποστολές ανθρωπιστικής φύσης στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυνητικής συμμετοχής της Ενωμένης Κύπρου σε παρόμοιες αποστολές αναφέρθηκε από την ελληνοκυπριακή πλευρά η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην κρίση του Λιβάνου το 2006 και η απόφαση για χρήση του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον ΟΗΕ. 267


Οι προτάσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς συνιστούσαν αντίθετα επανάληψη του καθεστώτος ασφαλείας που προβλεπόταν στο σχέδιο Ανάν. Η τουρκοκυπριακή πλευρά θεωρεί ως αναγκαία την συνέχιση της παρουσίας των τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας, μέσα από την ανανέωση των Συνθηκών Εγγυήσεων και Συμμαχίας, θεωρώντας ως μη επαρκές το συλλογικό σύστημα ασφαλείας του ΟΗΕ και της ΕΕ. Η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν διαφωνεί πάντως με την ελληνοκυπριακή θέση για αποστρατιωτικοποίηση, διευκρινίζοντας όμως ότι η αποστρατιωτικοποίηση θα αφορά μόνο στις κρατικές δυνάμεις και όχι στις δυνάμεις των ξένων κρατών. Ουσιαστικά η τουρκοκυπριακή πλευρά οραματίζεται ένα καθεστώς ασφαλείας στο οποίο η Τουρκία θα έχει τα μοναδικά στρατεύματα στην Κύπρο, σε συνδυασμό με εγγυητικά δικαιώματα, τα οποία εξακολουθεί να ερμηνεύει ως παρέχοντα δικαίωμα μονομερούς επέμβασης επί του κυπριακού εδάφους, κατά τρόπο ανάλογο όπως και στην τουρκική εισβολή του 1974. Όπως και στην περίπτωση του σχεδίου Ανάν εξάλλου, η τουρκοκυπριακή πλευρά εμμένει ότι η Ενωμένη Κύπρος θα πρέπει να σεβαστεί την ισορροπία της Ελλάδας και της Τουρκίας στην Κύπρο. Αναφορικά με τις εγγυήσεις εφαρμογής της συμφωνίας, η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι ο ρόλος του ΟΗΕ θα πρέπει να είναι παρακολουθητικός και μόνο και ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει οποιαδήποτε ιεραρχία μεταξύ των δυνάμεων του ΟΗΕ και των ξένων (δηλαδή των τουρκικών) δυνάμεων ασφαλείας. Ουσιαστικά η όποια παρουσία του ΟΗΕ δεν θα μεταβάλλει το γεγονός ότι οι μοναδικές δυνάμεις με ουσιαστικά δικαιώματα θα είναι οι εγγυήτριες δυνάμεις και ότι 268


ο ρόλος του Συμβουλίου Ασφαλείας θα είναι απλώς να παρακολουθεί τις εξελίξεις και όχι να επεμβαίνει σε περίπτωση κρίσης ή μη εφαρμογής της συμφωνίας, όπως επιδιώκει η ελληνοκυπριακή πλευρά. Επιπρόσθετα, οι μεταβατικές ρυθμίσεις για εδαφικές αναπροσαρμογές θα πρέπει να βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας, δηλαδή υπό τον πλήρη έλεγχο των τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας και κατά συνέπεια δεν θα ανήκουν στην ελληνοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, εκτός αν (που είναι αμφίβολο) η τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία αποφασίσει να μεταβιβάσει τις περιοχές αυτές μετά την λύση. Η τουρκοκυπριακή πλευρά συμφώνησε εξάλλου με την συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας ως προς τις μη στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά μόνο εφόσον υπάρχει η σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας και της Ελλάδας, διάταξη που υπήρχε και στο σχέδιο Ανάν και που οπωσδήποτε καθιστά άνευ νοήματος την έννοια της κρατικής κυριαρχίας. «Ένα προτεκτοράτο περιορισμένης κυριαρχίας» Η ελληνοκυπριακή πλευρά ορθά παρατήρησε ότι η Τουρκία έχει τον δεύτερο μεγαλύτερο αριθμό στρατιωτικών δυνάμεων στο ΝΑΤΟ με στρατιωτική δύναμη περίπου 800.000, ενώ αντίθετα η Ελλάδα έχει περίπου 130.000 μέλη στρατιωτικών δυνάμεων. Επιπρόσθετα, ενώ η Ελλάδα είναι 300 μίλια μακριά από την Κύπρο, αντίθετα η Τουρκία είναι μόλις 40 μίλια μακριά και η τουρκική στρατιωτική αεροπορία μπορεί να κτυπήσει την Κύπρο μέσα σε τρία λεπτά. Περαιτέρω, ενώ η Ελλάδα ουδέποτε εξέφρασε πρόθεση μετά

269


το 1974 να επέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο και ενώ η πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας υπήρξε ανεξάρτητη από την ελληνική πολιτική. Aντίθετα η Τουρκία ασκεί πλήρη έλεγχο στις κατεχόμενες περιοχές, επενέβηκε στρατιωτικά το 1974 και εξακολουθεί να κατέχει την Κύπρο με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις. Η παρουσία οποιωνδήποτε στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο, ανεξαρτήτως αριθμού, σε συνδυασμό με την παροχή εγγυητικών δικαιωμάτων, θα οδηγούσε υποχρεωτικά σε καθεστώς ανασφάλειας που δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Σε έγγραφο της ελληνοκυπριακής πλευράς, ημερομηνίας 9 Ιουλίου 2009, αναγράφονται καταληκτικά τα ακόλουθα ως προς το καθεστώς ασφαλείας που προτείνεται από την τουρκοκυπριακή πλευρά και το οποίο, επαναλαμβάνουμε, είναι ακριβώς αντίστοιχο προς το καθεστώς ασφαλείας που προβλεπόταν στο σχέδιο Ανάν: «Δεν μπορούμε να δεχθούμε να γίνουμε ένα προτεκτοράτο περιορισμένης κυριαρχίας με παροχή άδικων δικαιωμάτων σε τρίτες χώρες. Είναι σαφές ότι μια αποστρατιωτικοποιημένη Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα μπορεί εκ των πραγμάτων να συμμετάσχει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντούτοις, η ευρύτερη συμμετοχή μας στον ευρωπαϊκό πυλώνα ασφαλείας, περιλαμβανομένων των ειρηνευτικών επιχειρήσεων και των αποστολών ανθρωπιστικής βοήθειας, δεν μπορεί να υπόκειται στην έγκριση τρίτου κράτους. Η Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία που οραματιζόμαστε δεν θα είναι αποικία ή προτεκτοράτο, αλλά ένα κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος, πλήρες και ισότιμο μέλος του ΟΗΕ και της

270


Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι για τον λόγο αυτό που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την θέση της τουρκοκυπριακής πλευράς στο θέμα αυτό». Οι θέσεις που προβάλλει ως προς το θέμα η ελληνοκυπριακή πλευρά είναι ορθές. Με δεδομένο όμως ότι το ίδιο καθεστώς ασφαλείας προνοούσε και το απορριφθέν σχέδιο Ανάν, δεν μπορούμε παρά να διερωτηθούμε για ποιους λόγους η ηγεσία του ΑΚΕΛ είχε χαρακτηρίσει ως δαιμονοποίηση του σχεδίου την ανάλυση στην οποία είχαν προβεί, μεταξύ άλλων, οι συγγραφείς του παρόντος βιβλίου, σύμφωνα με την οποία (με τα λόγια του Καθηγητή Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κώστα Χρυσόγονου): «το πολιτειακό μόρφωμα που δημιουργείται με το σχέδιο Ανάν υπάγεται εννοιολογικά σε ό,τι η κλασική πολιτειολογική θεωρία χαρακτηρίζει ως προτεκτοράτο. Συγκεκριμένα θα πρόκειται για σύνδεσμο δύο προτεκτοράτων, ενός ελληνικού και ενός τουρκικού, όπου όμως το πρώτο θα τελεί γεωστρατηγικά σε κατάσταση μόνιμης ομηρίας (αφού είναι φανερό ότι η μεταφορά στην Κύπρο ελληνικών ενισχύσεων σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης, είναι, για γεωγραφικούς λόγους, πολύ δυσχερέστερη από τη μεταφορά τουρκικών ενισχύσεων και συνεπώς, εφόσον δε θα μπορεί να ενισχυθεί από Eλληνοκυπρίους εφέδρους μετά την κατάργηση της Εθνοφρουράς και κάθε είδους στρατιωτικής εκπαίδευσης, το ελληνικό απόσπασμα στο νησί θα είναι αδύνατο να προστατεύσει αποτελεσματικά τον κυπριακό Eλληνισμό). Έτσι, ουσιαστικά ολόκληρη η Κύπρος καθίσταται υποτελής της Τουρκίας».

271


Οι παρατηρήσεις που υπέβαλε η ελληνοκυπριακή πλευρά επί Προεδρίας Χριστόφια ως προς το ζήτημα της ασφάλειας, τις οποίες αναφέρουμε πιο πάνω, ουσιαστικά επιβεβαιώνουν την ανάλυση στην οποία είχαμε προβεί πριν από το δημοψήφισμα του 2004 και αντιστρατεύονται την θέση που είχε εκφραστεί (και από μερίδα της ηγεσίας του ΑΚΕΛ και των νυν συμβούλων του Προέδρου Χριστόφια) ότι το πρόβλημα στο καθεστώς ασφάλειας ήταν απλώς ζήτημα διεθνών εγγυήσεων για εφαρμογή της λύσης. Σε τελική ανάλυση είναι καιρός να γίνει αυτοκριτική από τα πρόσωπα που εισηγήθηκαν ότι ορισμένοι δαιμονοποίησαν το σχέδιο Ανάν και να γίνει επιτέλους, έστω και καθυστερημένα, η δημόσια παραδοχή για το αυτονόητο: ότι το σχέδιο Ανάν καθιστούσε ως φιλοσοφία (και όχι απλώς ως επιμέρους διατάξεις) την Κύπρο προτεκτοράτο της Τουρκίας. Και ότι η αποδοχή του σχεδίου Ανάν ως βάσης για διαπραγμάτευση υπήρξε παταγώδης αποτυχία της ελληνοκυπριακής διπλωματίας, εφόσον ουσιαστικά αποδέχθηκε ένα πλαίσιο συζήτησης το οποίο προέβλεπε την προτεκτορατοποίηση της Κύπρου, ένα πλαίσιο το οποίο η τουρκοκυπριακή πλευρά επιδιώκει να επαναφέρει.

272


Åðïéêéóìüò

Το διαπραγματευτικό πλαίσιο Θα πρέπει να παρατηρηθεί πως ο μαζικός εποικισμός της Κύπρου από Τούρκους, με σκοπό, μεταξύ άλλων, να επηρεάσει το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού με την μεταβολή του πληθυσμιακού ισοζυγίου και να ενισχυθεί η ασφάλεια και ο έλεγχος των δυνάμεων κατοχής, έχει καταδικαστεί επανειλημμένα ως διεθνές έγκλημα, τόσο από τη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε, όσο και στις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η εγκατάσταση εποίκων σε μια κατεχόμενη περιοχή παραβιάζει την παράγραφο 6 του άρθρου 49 της 4ης Συνθήκης της Γενεύης της 12ης Αυγούστου 1949, που αφορά στην προστασία των πολιτών σε περιόδους ένοπλης σύγκρουσης. Το άρθρο 49 απαγορεύει την μεταφορά σε ή υποχρεωτική μετακίνηση πολιτών από κατεχόμενες περιοχές. Παρόμοιες μετακινήσεις πληθυσμών ή εγκατάσταση εποίκων σε κατεχόμενες περιοχές συνιστούν εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας σύμφωνα με το άρθρο 7 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, καθώς και έγκλημα πολέμου σύμφωνα με το άρθρο 8 του Καταστατικού της Ρώμης.

273


Στην έκθεση του Awn Shawkat Al Khasawneh και την επισυναπτόμενη διακήρυξη 13 σημείων του ΟΗΕ επί των πτυχών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη μετακίνηση πληθυσμών και στην εγκατάσταση εποίκων, η πολιτική υποχρεωτικής μετακίνησης πληθυσμών και εγκατάστασης εποίκων καταδικάζεται, επειδή παραβιάζει το αναγκαστικό διεθνές δίκαιο, περιλαμβανομένης της αρχής της αυτοδιάθεσης. Η έκθεση του Al Khasawneh και η διακήρυξη του ΟΗΕ υιοθετήθηκαν από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ το 1998. Από νομικής άποψης καμιά κατηγορία εποίκων δεν έχει το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην Κύπρο ή απόκτησης υπηκοότητας. Αυτό συμβαίνει διότι η παρουσία παράνομων εποίκων μεταβάλει σημαντικά τον χαρακτήρα της περιοχής και κατά συνέπεια παραβιάζει τα δικαιώματα του γηγενούς κυπριακού πληθυσμού και το δικαίωμα επιστροφής των Κυπρίων εκτοπισμένων. Από κει και πέρα όταν το θέμα της αποχώρησης των εποίκων εξεταστεί, η κάθε περίπτωση μπορεί να μελετηθεί στη βάση κάποιων αντικειμενικών κριτηρίων, ώστε να αποφασιστεί κατά πόσο η παραμονή συγκεκριμένου αριθμού εποίκων στην Κύπρο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε υπόθεσης. Τα κριτήρια όμως θα πρέπει σε μια παρόμοια περίπτωση να εξετάζονται χωριστά. Δεν είναι αντίθετα σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο ή και επιτρεπτή, οποιαδήποτε μαζική ή γενική νομιμοποίηση Τούρκων εποίκων. Όπως έχει παρατηρηθεί επανειλημμένα τυχόν δικαίωμα μαζικής παραμονής σε εποίκους θα συνιστούσε νομιμοποίηση ενός εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας, γεγονός που θα 274


ενθάρρυνε την επιθετικότητα σε διεθνές επίπεδο κρατών που επιδιώκουν την αλλοίωση των δημογραφικών δεδομένων μιας κατεχόμενης περιοχής. Οπωσδήποτε το ζήτημα της παραμονής των Τούρκων εποίκων συνδέεται και με το δικαίωμα των Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων να επιστρέψουν στις πατρογονικές τους οικίες και στις περιουσίες τους που βρίσκονται στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου, στις οποίες έχουν εγκατασταθεί Τούρκοι έποικοι. Το πρόβλημα του εποικισμού επηρεάζει δυσμενώς όχι μόνο τους Ελληνοκυπρίους, αλλά και τους Τουρκοκυπρίους γηγενείς κατοίκους της νήσου. Στις 10 Ιουνίου 2008 δημοσιεύθηκαν στην τουρκοκυπριακή εφημερίδα «Αφρίκα» τα αποτελέσματα της ετήσιας έρευνας της Συντεχνίας Τουρκοκυπρίων Δασκάλων (KTOS) με τίτλο «Το έγγραφο που αποδεικνύει ότι εξοντωνόμαστε». Τα αποτελέσματα της έρευνας αποδεικνύουν ότι σε σύνολο 22.996 μαθητών σε νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία στις κατεχόμενες περιοχές, μόνο 34% έχουν αμφότερους γονείς Τουρκοκύπριους με ιθαγένεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ένα ποσοστό 9% των μαθητών έχουν ένα γονέα με ιθαγένεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, ποσοστό 19% έχουν γονέα με διπλή ιθαγένεια, ενώ ποσοστό 37% των μαθητών έχουν γονείς που αμφότεροι είναι Τούρκοι υπήκοοι. Ο Σενέρ Ελτσίλ, Γενικός Γραμματέας της KTOS, δήλωσε απογοητευμένος ότι οι Τουρκοκύπριοι έχουν καταστεί μειονότητα στην ίδιά τους την πατρίδα και επισήμανε ότι ο πληθυσμός που βρίσκεται στο νησί καθίσταται «πολίτης» του καθεστώτος Ταλάτ μετά από πέντε χρόνια διαμονής.

275


Πρόσθεσε τέλος ότι η διαδικασία εξόντωσης των Τουρκοκυπρίων θα συνεχιστεί και θα ενταθεί, κατηγορώντας αυτούς που προσπαθούν να νομιμοποιήσουν τις παράνομες μετακινήσεις πληθυσμού και τον εποικισμό και επισημαίνοντας ότι η εγκατάσταση εποίκων εμποδίζει τον ορθό προγραμματισμό στους τομείς της παιδείας και της υγείας. Αντίθετα η καθεστωτική τουρκοκυπριακή εφημερίδα «Κίπρισλι» σχολίασε τη δημοσκόπηση αναφέροντας ότι αυτή θέτει ως βάση την ιθαγένεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, θαρρείς και έχει διενεργηθεί από τους Ελληνοκύπριους. Η έρευνα της KTOS είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι επιβεβαιώνει ότι ο μαζικός εποικισμός της Κύπρου από Τούρκους με σκοπό τη μεταβολή του πληθυσμιακού ισοζυγίου και την ενίσχυση της ισχύος των δυνάμεων κατοχής, πλήττει εξίσου τους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους κατοίκους του νησιού. Επιβεβαιώνει επίσης τις διαφορετικές αντιλήψεις που υπάρχουν μεταξύ των υγιών δυνάμεων της τουρκοκυπριακής κοινότητας από τη μια, οι οποίες επιθυμούν συμβίωση με τους Ελληνοκύπριους και θεωρούν ως ιδιαίτερα σημαντική την ιδιότητα του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, και των καθεστωτικών της Άγκυρας τύπου Ταλάτ από την άλλη, οι οποίοι ενδιαφέρονται αποκλειστικά για τη διασφάλιση των γεωστρατηγικών συμφερόντων της Τουρκίας σε ενδεχόμενη λύση του κυπριακού προβλήματος. Χαρακτηριστική είναι επί τούτου η Έκθεση του Jaakko Laakso, του Φινλανδού rapporteur της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (Doc. 9799 of 2 May 2003), με τίτλο 'Colonisation by Turkish Settlers of the Occupied Part of Cyprus'. Ο Laakso κατέληξε μετά από 276


επιτόπια έρευνα ότι ο αριθμός των εποίκων στις κατεχόμενες περιοχές ανερχόταν το 2003 στις 115.000 και διαπίστωνε ότι υπήρχε εμφανής προσπάθεια αλλοίωσης του δημογραφικού χαρακτήρα της Κύπρου στις κατεχόμενες περιοχές και ότι η παρουσία των εποίκων συνιστά εμπόδιο σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις για εύρεση ειρηνικής λύσης στο κυπριακό πρόβλημα. Η τουρκοκυπριακή πλευρά αρνήθηκε, σύμφωνα με πάγια τακτική της, να συζητήσει χωριστά το ζήτημα των εποίκων. Θέση Ταλάτ παραμένει ότι στην Κύπρο θα πρέπει να παραμείνουν όσοι έποικοι έχουν «πολιτογραφηθεί» στα κατεχόμενα, θέση που επιδιώκει ουσιαστικά την δημογραφική αλλοίωση του νησιού και την διατήρηση της κυριαρχίας της Άγκυρας επί της τουρκοκυπριακής κοινότητας στο διηνεκές και η οποία είχε εξάλλου υιοθετηθεί και στο απορριφθέν σχέδιο Ανάν. Αν και η ελληνοκυπριακή πλευρά ξεκίνησε ως θέση αρχής από την αυτονόητη τοποθέτηση ότι ο εποικισμός είναι έγκλημα πολέμου, εντούτοις πρόσθεσε, με δημόσιες δηλώσεις του Προέδρου Χριστόφια, ότι ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί την παραμονή μετά την λύση πενήντα χιλιάδων εποίκων. Η γενναιόδωρη αυτή προσφορά της ελληνοκυπριακής πλευράς έτυχε έντονης κριτικής από τα συμπολιτευόμενα κόμματα ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ, καθώς και από την αντιπολίτευση. Ουσιαστικά η ελληνοκυπριακή πλευρά προέβη σε μια σοβαρότατη υποχώρηση, προτού καν ξεκινήσει η συζήτηση του θέματος των εποίκων στις απευθείας διαπραγματεύσεις. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας αποδέχθηκε την γενική νομιμοποίηση

277


μεγάλου αριθμού εποίκων, χωρίς να θέσει ως αυτονόητη προϋπόθεση την εξέταση κάθε περίπτωσης ξεχωριστά, κατά τρόπο που να οδηγεί αυτονόητα σε νομιμοποίηση του εγκλήματος πολέμου της παράνομης μεταβολής του πληθυσμιακού ισοζυγίου. Αντιμέτωπη με την κριτική των κομμάτων της συγκυβέρνησης, η ελληνοκυπριακή πλευρά υπέβαλε στις προτάσεις της τον Ιούλιο του 2009, ότι θα πρέπει να διεξαχθεί άμεσα απογραφή του πληθυσμού από ανεξάρτητο διεθνή οργανισμό, έτσι ώστε να επιβεβαιωθεί ο αριθμός των εποίκων. Επιπρόσθετα, η ελληνοκυπριακή πλευρά δήλωσε την ετοιμότητά της να εξετάσει κατ' εξαίρεση περιπτώσεις εποίκων που δεν θα πρέπει να αποχωρήσουν, στη βάση των περιστατικών έκαστης συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ανθρωπιστικών κριτηρίων που προβλέπονται στο διεθνές δίκαιο. Εντούτοις, διευκρίνισε ότι η αποδοχή της εξαίρεσης προϋποθέτει την αποδοχή του προβλήματος του εποικισμού από την τουρκοκυπριακή πλευρά και την υιοθέτηση της θέσης αρχής για αποχώρηση των εποίκων.

«Κάποτε ήσουν κι εσύ ευαίσθητος» Οπωσδήποτε η ελληνοκυπριακή διαπραγματευτική τακτική στο ζήτημα των Τούρκων εποίκων κρίνεται ως αποτυχημένη. Η αποδοχή της νομιμοποίησης μεγάλου αριθμού εποίκων, προτού καν ξεκινήσει η διαπραγμάτευση επί του ζητήματος και προτού η τουρκοκυπριακή πλευρά καν αποδεχθεί να αναγνωρίσει την ύπαρξη του προβλήματος, συνιστούσε οπωσδήποτε σοβαρότατο διαπραγματευτικό

278


ολίσθημα και υποχώρηση από τις πάγιες θέσεις αρχής της ελληνοκυπριακής πλευράς (οι οποίες επιβεβαιώθηκαν και με ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου) ότι η λύση θα πρέπει να προβλέπει την αποχώρηση των εποίκων. Ιδιαίτερα με δεδομένο ότι δεν είχε ακόμα συζητηθεί με ποιους τρόπους θα διασφαλιζόταν η αποχώρηση των υπόλοιπων εποίκων που δεν θα νομιμοποιούνταν άμεσα με το νέο σχέδιο, γεγονός που αποτελούσε ένα θεμελιώδες πρόβλημα των ρυθμίσεων του σχεδίου Ανάν (το οποίο, επιπρόσθετα προς τους εποίκους που νομιμοποιούνταν άμεσα), νομιμοποιούσε έμμεσα μεγάλο αριθμό εποίκων, ενώ δεν παρείχε εγγυήσεις για αποχώρηση των μη νομιμοποιηθέντων εποίκων από την Κύπρο. Η τουρκοκυπριακή πλευρά απέρριψε την θέση ότι έχει διεξαχθεί εποικισμός στην Κύπρο, καθώς και το αίτημα για διεξαγωγή απογραφής. Σχολιάζοντας την Έκθεση Laakso, ο Ταλάτ υποστήριξε πως η έκθεση δεν περιλάμβανε σοβαρά στοιχεία, αλλά απλώς μια «αναξιόπιστη συλλογή ελληνοκυπριακών επιχειρημάτων επί του θέματος». Περαιτέρω ισχυρίστηκε πως ο Laakso είχε ως στόχο να εξευτελίσει τους Τουρκοκύπριους και για τον λόγο αυτό του είχε απαγορευθεί η είσοδος στον βορρά. Σημείωσε εξάλλου τα ακόλουθα: «Η ελληνοκυπριακή θέση ότι μερίδα των Τούρκων υπηκόων θα συνεχίσουν να είναι πηγή αστάθειας μετά από την συνολική επίλυση του κυπριακού και κατά συνέπεια θα έπρεπε να εγκαταλείψουν το νησί, στερείται της σοβαρότητας που θα πρέπει να παρατηρείται στο ανθρωπιστικό αυτό ζήτημα. Στην πραγματικότητα εκείνο που μας απασχολεί σε σχέση με την

279


περίοδο μετά την λύση είναι η παρούσα προσέγγιση δυσμενών διακρίσεων της ελληνοκυπριακής πλευράς απέναντι σε μια μερίδα Τουρκοκυπρίων υπηκόων. Εκτός αν η ελληνοκυπριακή πλευρά μεταβάλει την εχθρική ρητορική της χωρίς περαιτέρω χρονοτριβή, αυτό θα οδηγήσει σε αποξένωση των ανθρώπων αυτών και σε ξενοφοβία. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αστάθεια και ένταση μετά την λύση». Κατά την συνάντηση της 23ης Ιουλίου 2009 ο Ταλάτ ρώτησε τον Χριστόφια γιατί δεν είχε περιλάβει στο ελληνοκυπριακό έγγραφο ή στα σχόλιά του τις 50.000 εποίκους για την παραμονή των οποίων είχε δεσμευτεί και σημείωσε πως οι θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς βρίσκονταν σε αντίθεση με το πνεύμα με το οποίο ο Χριστόφιας δήλωνε πως προσέγγιζε το θέμα των εποίκων. Ο Χριστόφιας απάντησε πως θα σκεφτόταν κατά πόσο θα έπρεπε να αναφέρει τις 50.000 στα επίσημα έγγραφα, με δεδομένο ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά πιθανώς θα ήθελε να προσθέσει περισσότερους. Η τουρκοκυπριακή πλευρά ζήτησε επίσης όπως η Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία παρέχει στους Τούρκους υπηκόους ισότιμη μεταχείριση σε θέματα εισόδου και διαμονής, όπως σε Έλληνες υπηκόους. Υπενθυμίζεται ότι με βάση το κοινοτικό δίκαιο, οι Έλληνες υπήκοοι, όπως και κάθε άλλος Ευρωπαίος πολίτης, έχει το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης, εγκατάστασης και άσκησης εργασίας, στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αντίθετα οι Τούρκοι υπήκοοι, ως μη Ευρωπαίοι πολίτες δεν έχουν το δικαίωμα αυτό. Η απαίτηση της τουρκοκυπριακής πλευράς για ισότιμη μεταχείριση Ελλήνων και Τούρκων υπηκόων θα οδηγούσε ουσιαστικά στην 280


αναγωγή των Τούρκων υπηκόων σε Ευρωπαίους πολίτες, χωρίς η Τουρκία να έχει ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό θα επέτρεπε την συνεχή ροή Τούρκων υπηκόων προς την Κύπρο μετά την λύση και την νόμιμη μεταβολή του δημογραφικού ισοζυγίου. Η ελληνοκυπριακή πλευρά υποστήριξε ότι η θέση της τουρκοκυπριακής πλευράς βρισκόταν σε αντίθεση με το κεκτημένο, εφόσον η Τουρκία δεν ήταν κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω τόνισε πως αν οι Τουρκοκύπριοι επέμεναν πως μετά την λύση οι Τούρκοι υπήκοοι θα μπορούσαν να έρχονται ελεύθερα στην Κύπρο και να διαμένουν ή να εργάζονται, αυτό θα ήταν προβληματικό. Ο Ναμί ρώτησε αστειευόμενος κατά πόσο οι Ελληνοκύπριοι θα ζητούσαν παρεκκλίσεις από το κεκτημένο, αλλά ο Χριστόφιας απάντησε αρνητικά και υπενθύμισε πως η Τουρκία δεν ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επομένως η απαίτηση της τουρκοκυπριακής πλευράς βρισκόταν σε αντίθεση με το κεκτημένο. Κατά την συνάντηση της 30ης Ιουλίου 2009, ο Χριστόφιας σχολίασε πως οι θέσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς στο ζήτημα του εποικισμού τον έκαναν «να δει τον κόσμο ανάποδα», εφόσον παραγνωριζόταν εντελώς το διεθνές δίκαιο και η τουρκική εισβολή. Οι Τουρκοκύπριοι δεν ήθελαν πλέον να αναφέρονται στην Τουρκία, αλλά αυτό δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό εφόσον το κυπριακό πρόβλημα οφείλεται στην τουρκική εισβολή. Ο Χριστόφιας κατηγόρησε τον Ταλάτ ότι υπερασπιζόταν την Τουρκία. Ο Ταλάτ απάντησε πως δεν είχε πρόθεση να υπερασπιστεί την Τουρκία, αλλά δεν έβρισκε οποιαδήποτε χρησιμότητα στην άσκηση κριτικής εναντίον της 281


Τουρκίας. Οι διαπραγματεύσεις γίνονταν μεταξύ των δύο πλευρών και κατά συνέπεια δεν υπήρχε σκοπιμότητα στην άσκηση κριτικής κατά της Τουρκίας. Αν οι Ελληνοκύπριοι ήθελαν να βρουν διάγνωση στο πρόβλημα, όπως ο Ντενκτάς, τότε θα ήταν αδύνατο να βρεθεί λύση. Ο Χριστόφιας ζήτησε τότε από τον Ταλάτ να μην τον συγκρίνει με τον Ντενκτάς, με αποτέλεσμα ο Ταλάτ να του απαντήσει πως είναι υπερευαίσθητος. Ο Χριστόφιας δήλωσε με απογοήτευση πως για χρόνια ο Ταλάτ ήταν ευαίσθητος, όπως κι εκείνος, αλλά τώρα δεν ήταν πια. Η αποτίμηση της διαπραγμάτευσης στο ζήτημα του εποικισμού αποκαλύπτει την αδιαλλαξία της τουρκοκυπριακής πλευράς στο θέμα. Η υποχώρηση Χριστόφια μέσα από την δημόσια αποδοχή της παραμονής 50.000 Τούρκων εποίκων, κατά τρόπο μαζικό και γενικό, αντίθετα προς το διεθνές δίκαιο, χωρίς να διευκρινίζονται τα κριτήρια αποδοχής, προτού διεξαχθεί απογραφή και χωρίς να διασφαλίζεται η πραγματική αποχώρηση των υπόλοιπων εποίκων από την Κύπρο, οπωσδήποτε υπήρξε μια αποτυχημένη διαπραγματευτική τακτική και σαφής υποχώρηση από θέσεις αρχών της ελληνοκυπριακής πλευράς.

282


Ðåñéïõóéáêü

Το διεθνές πλαίσιο συζήτησης του περιουσιακού ζητήματος Στις 23 Μαρτίου 1995 και 18 Δεκεμβρίου 1996 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) εξέδωσε την πολυσήμαντη απόφαση Τιτίνας Λοϊζιδου. Η υπόθεση αφορούσε στη συνεχιζόμενη παραβίαση του δικαιώματος ελεύθερης απόλαυσης της περιουσίας της Τιτίνας Λοϊζίδου εξαιτίας της τουρκικής κατοχής του 36.4% της Κύπρου. Το ΕΔΑΔ αποδέχθηκε ότι η λεγόμενη Τουρκική Δημοκρατία Βορείου Κύπρου αποτελεί ένα κράτος μαριονέτα (puppet state), δηλαδή μια «κατ' όνομα μόνο κρατική οντότητα, η οποία στην πραγματικότητα βρίσκεται κάτω από ξένο έλεγχο, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες που η εγκαθίδρυση του εξαρτημένου κράτους έχει ως σκοπό την συγκάλυψη μιας έκδηλης παρανομίας». Η έκδηλη παρανομία δεν ήταν άλλη βέβαια από την κατοχή τμήματος της Κύπρου από την Τουρκία. Η Τουρκία υποχρεώθηκε να αποζημιώσει με 1 εκατομμύριο 116 χιλιάδες ευρώ την Τιτίνα Λοϊζίδου στις 2 Δεκεμβρίου 2003, για την αποστέρηση της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας της, σύμφωνα με το άρθρο 1 του

283


Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ σύμφωνα με την απόφαση η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να επιτρέψει στην Ελληνοκύπρια εκτοπισμένη να ασκεί με ακώλυτο και ειρηνικό τρόπο τα δικαιώματά της επί της περιουσίας της που βρίσκεται στην Κερύνεια. Λογική συνέχεια της υπόθεσης Λοϊζίδου αποτέλεσε η απόφαση του ΕΔΑΔ στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας που εκδόθηκε στις 10 Μαΐου 2001. Το ΕΔΑΔ επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η μόνη νόμιμη κυβέρνηση στην Κύπρο, ότι η «Τουρκική Δημοκρατία Βορείου Κύπρου» δεν αναγνωρίζεται ως κράτος σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, καθώς και ότι η Τουρκία έχει διαπράξει σωρεία παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων, καθώς και των Ελληνοκυπρίων που κατέχουν περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η πρώτη φορά στην μεταπολεμική Ευρώπη, κατά την οποία ένα διεθνές δικαστήριο έκρινε πως ένα κράτος είχε διαπράξει τόσο μαζικές και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ιδιαίτερα σημαντική για την συζήτηση του περιουσιακού ζητήματος, θεωρείται η κωδικοποίηση και υιοθέτηση από τον ΟΗΕ των αρχών Πινέιρο «Αρχές για στέγαση και αποκατάσταση περιουσιών των προσφύγων και των εκτοπισμένων προσώπων», οι οποίες υιοθετήθηκαν από την Υπο-Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στις 11 Αυγούστου 2005. Οι αρχές Πινέιρο κωδικοποιούν προϋφιστάμενες αρχές του διεθνούς δικαίου και πρέπει πλέον

284


να θεωρούνται ως οι κατευθυντήριες γραμμές για οποιαδήποτε προσπάθεια διευθέτησης προβλημάτων που άπτονται σε περιουσίες εκτοπισμένων προσώπων, όπως είναι και η περίπτωση του κυπριακού προβλήματος (το γεγονός αυτό υπέδειξε και η επικεφαλής της Διεθνούς Επιτροπής της Διεθνούς Αμνηστίας, Παράρτημα ΗΠΑ, Mayra Gomez στο άρθρο της «Housing and Property Restitution for Refugees and Displaced Persons» που δημοσιεύθηκε στο Cyprus Yearbook of International Relations το 2006). Σύμφωνα με το άρθρο 2 των αρχών Πινέιρο, όλα τα εκτοπισμένα πρόσωπα έχουν δικαίωμα αποκατάστασης της περιουσίας της οποίας αποστερήθηκαν παράνομα. Σε περίπτωση που η περιουσία είναι πρακτικά αδύνατο να αποκατασταθεί, τότε θα πρέπει να δίδεται δίκαια αποζημίωση, όπως καθορίζεται από ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Τα κράτη θα πρέπει να θέτουν ως προτεραιότητα την εφαρμογή του δικαιώματος αποκατάστασης ως θεραπεία σε περιπτώσεις εκτοπισμένων προσώπων. Το δικαίωμα αποκατάστασης εφαρμόζεται ως ξεχωριστό δικαίωμα, ανεξάρτητο από την επιστροφή ή μη των εκτοπισμένων. Σύμφωνα επομένως με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, όπως αυτοί κωδικοποιήθηκαν από τον ίδιο τον ΟΗΕ στις αρχές Πινέιρο, πρωταρχικό είναι το δικαίωμα αποκατάστασης του ιδιοκτήτη. Σε περίπτωση που η αποκατάσταση είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη, όπως για παράδειγμα επειδή έχουν κατασκευαστεί έργα δημόσιας ωφελείας στην περιουσία κάποιου προσώπου, θα πρέπει να παρέχεται το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη να επιλέξει την αποκατάσταση στο βαθμό που αυτή είναι δυνατή σε συνδυασμό με αποζημίωση ή πλήρη

285


αποζημίωση. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται καταχρηστική αποστέρηση του δικαιώματος του ιδιοκτήτη να επιλέξει την αποκατάσταση της περιουσίας του, αν η αποκατάσταση μπορεί να είναι εφικτή.

Οι θέσεις των δύο πλευρών Οι ολοκληρωμένες προτάσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς δόθηκαν στην τουρκοκυπριακή πλευρά στις 28 Ιανουαρίου 2009. Θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς υπήρξε ότι οι αρχές του διεθνούς δικαίου θα έπρεπε να διέπουν το περιουσιακό ζήτημα και ότι ως γενική αρχή οι περιουσίες των εκτοπισμένων θα έπρεπε να επιστραφούν, ανεξάρτητα αν οι ιδιοκτήτες των περιουσιών είναι Ελληνοκύπριοι ή Τουρκοκύπριοι. Θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς υπήρξε πως κάθε ιδιοκτήτης θα πρέπει να έχει το πρωταρχικό δικαίωμα να επιλέξει κατά πόσο επιθυμεί την αποκατάσταση (επιστροφή) της περιουσίας του ως θεραπεία ή κατά πόσο επιθυμεί αποζημίωση ή ανταλλαγή. Κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται, σύμφωνα με τις θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς, εξατομικευμένα στη βάση των ιδιαίτερών της χαρακτηριστικών και πάντως με πρωταρχικό το δικαίωμα του ιδιοκτήτη να αποφασίσει για την τύχη της περιουσίας του. Επί τούτου η ελληνοκυπριακή πλευρά υποστήριξε πως θα πρέπει να υπάρξει σεβασμός του ατομικού δικαιώματος για σεβασμό της περιουσίας, όπως αυτό διασφαλίζεται στο Πρωτόκολλο 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά και στις αρχές του ίδιου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όπως αυτές κωδικοποιήθηκαν

286


στις αρχές Πινέιρο. Η ελληνοκυπριακή πλευρά παρέπεμψε επίσης στην Ειρηνευτική Συμφωνία του Ντέιτον του 1995, για το θέμα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, στην οποία είχε επιβεβαιωθεί ότι το δικαίωμα αποκατάστασης και το δικαίωμα επιστροφής των εκτοπισμένων προσώπων είναι ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία πρέπει να ασκούνται από τους ίδιους τους εκτοπισμένους. Η ελληνοκυπριακή πλευρά υπέδειξε εξάλλου ότι είναι έτοιμη να συζητήσει τρόπους ικανοποίησης πρακτικών αναγκών ή ανθρωπιστικών ζητημάτων που αφορούν στους σημερινούς Τουρκοκύπριους κατόχους των ελληνοκυπριακών ιδιοκτησιών, στη βάση των αρχών Πινέιρο και κατά τρόπο ώστε να βρεθούν εναλλακτικές μέθοδοι στέγασής τους. Τέλος, η ελληνοκυπριακή πλευρά σημείωσε ότι η αποκατάσταση των περιουσιών των εκτοπισμένων συνιστά την λιγότερο δαπανηρή μέθοδο για την διευθέτηση του περιουσιακού ζητήματος. Από την πλευρά της η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμεινε στην εφαρμογή της αρχής της ενισχυμένης διζωνικότητας, κατά τον τρόπο που αυτή εφαρμόστηκε και στο σχέδιο Ανάν. Επέμεινε δηλαδή ότι η διζωνικότητα θα έπρεπε να ερμηνευθεί ότι υποδηλώνει καθαρή πλειοψηφία της τουρκοκυπριακής κοινότητας εντός των ορίων της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας, τόσο σε ό,τι αφορά τον πληθυσμό, όσο και σε ό,τι αφορά την κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας. Μέσα στα πλαίσια αυτά η τουρκοκυπριακή πλευρά υποστήριξε πως η εφαρμογή της αρχής της διζωνικότητας επιτάσσει καθιέρωση συγκεκριμένων κριτηρίων στη βάση των οποίων θα είναι επιτρεπτή η αποκατάσταση των ελληνοκυπριακών περιουσιών

287


και, κατά συνέπεια, αποκλείει την πρωταρχικότητα των επιλογών του ιδιοκτήτη. Ενόψει των πιο πάνω η τουρκοκυπριακή πλευρά εισηγήθηκε ότι το δικαίωμα αποκατάστασης του ιδιοκτήτη θα πρέπει να περιορίζεται και ότι προτεραιότητα θα πρέπει να έχουν οι επιθυμίες του σημερινού κατόχου (χρήστη) των περιουσιών. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμεινε δηλαδή ότι η λογική που είχε υιοθετήσει το σχέδιο Ανάν, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στον χρήστη αντί στον ιδιοκτήτη, θα πρέπει να υιοθετηθεί και στο νέο σχέδιο λύσης. Συμπληρωματικά θα πρέπει, όπως και στο σχέδιο Ανάν, να υπάρχουν ποσοστώσεις ως προς την δυνατότητα ιδιοκτησίας περιουσίας στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία από Ελληνοκύπριους, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης εφαρμογή της αρχής της διζωνικότητας. Στην πράξη αυτό συνεπάγεται ότι η αποκατάσταση των περιουσιών θα πρέπει να συνιστά την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμεινε τέλος ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μπορεί κάλλιστα να περιοριστεί, αν εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Το γεγονός της επίτευξης συνολικής λύσης του κυπριακού προβλήματος συνεπάγεται από μόνο του, σύμφωνα με την τουρκοκυπριακή πλευρά, ότι εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον και ότι δικαιολογείται η παρέκκλιση από το δικαίωμα ιδιοκτησίας.

288


Το πλαίσιο συζήτησης Η συζήτηση του περιουσιακού ζητήματος ξεκίνησε στις 28 Ιανουαρίου 2009. Κατά την συζήτηση ο Πρόεδρος Χριστόφιας επεσήμανε ότι η διζωνικότητα δεν προδικάζει σε καμιά περίπτωση την διευθέτηση των περιουσιακών δικαιωμάτων. Ο Χριστόφιας σημείωσε ότι θα μπορούσε να δεχθεί την ύπαρξη πλειοψηφίας πληθυσμού, αλλά όχι την ύπαρξη πλειοψηφίας γης. Κατά την συζήτηση όμως ο Χριστόφιας διευκρίνισε ότι δεν ήταν αρνητικός στο να υπάρχει τουρκοκυπριακή πλειοψηφία γης στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, αλλά στο να αποδεχθεί παρόμοιο όρο ως προϋπόθεση. «Όλα τα μέρη θα πρέπει να ζήσουν μέσα σε ένα πλαίσιο ελεύθερης αγοράς» πρόσθεσε. Από την πλευρά του ο Ταλάτ δήλωσε ότι οι αρχές Πινέιρο δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν στην περίπτωση της Κύπρου, διότι τυχόν εφαρμογή τους θα υποβάθμιζε αρχές που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για την Κύπρο. Ο Ταλάτ επισήμανε ότι θα ήταν άδικο για ένα πρόσωπο που ζει σε ένα σπίτι, να υποβαθμίζεται σε σύγκριση με ένα άλλο πρόσωπο που ουδέποτε έζησε στο σπίτι αυτό και επέμεινε ότι οι σημερινοί χρήστες θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα έναντι των εκτοπισμένων ιδιοκτητών. Ο Χριστόφιας απάντησε ότι σε πρώτη φάση ο ιδιοκτήτης θα έπρεπε να έχει δικαίωμα επιλογής, αλλά πρόσθεσε: «στη συνέχεια βέβαια, θα αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Αν η ιδιοκτησία χρησιμοποιείται, μπορεί να εξεταστεί ποιος την χρησιμοποιεί και γιατί και αν είναι άδεια, τότε θα πρέπει να υπάρχει άμεσα αποκατάσταση, αλλιώς η αποζημίωση θα μπορούσε να συνιστά επιλογή. Αν η γη έχει

289


κτιστεί, δεν συνεπάγεται ότι το κτίριο θα καταστραφεί. Είναι σημαντικό να συζητηθούν οι λεπτομέρειες της εφαρμογής των αρχών». Ο Μαυρομμάτης χαρακτήρισε την ερμηνεία της διζωνικότητας στην οποία προβαίνει ο Ταλάτ και την επιμονή του σε ποσοστώσεις ως εγκληματική και παράγωγο δυσμενών διακρίσεων. Ο Ναμί από την πλευρά του χαρακτήρισε την στάση της ελληνοκυπριακής πλευράς ως εκδικητική. Ο Ταλάτ ρώτησε τον Χριστόφια τι θα γίνει στην περίπτωση ενός χρήστη που έχει μεγαλώσει την οικογένειά του σε ένα σπίτι για περισσότερα από 35 χρόνια και κατά πόσο το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να εκδιωχθεί. Ο Χριστόφιας δέχθηκε ότι θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν κάποια κριτήρια και σημείωσε ότι σε αυτή την περίπτωση θα κτιστεί ένα νέο σπίτι για τον χρήστη. Η Ερατώ Μαρκουλλή πρόσθετε ότι ένα πρόσωπο που χρησιμοποιεί ένα σπίτι εκτοπισμένου, θα έχει μέχρι τρία χρόνια για να εγκαταλείψει την οικία σύμφωνα με την πρόταση της ελληνοκυπριακής πλευράς. Κατά την διαπραγμάτευση, οι εκπρόσωποι του ΟΗΕ διέκριναν υποχώρηση του Προέδρου Χριστόφια από τις αρχικές θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς. Όπως αναφέρει ο Ζεριχούν σε εσωτερικό του σημείωμα: «Καθώς οι ηγέτες ξέφυγαν από τα γραπτά τους κείμενα όμως, με τον Ταλάτ να ρωτά τον Χριστόφια συγκεκριμένα δύσκολα ερωτήματα επί συγκεκριμένων περιπτώσεων, ο Χριστόφιας φάνηκε διατεθειμένος να αποδεχθεί πως η εισαγωγή κριτηρίων μπορεί να απαιτείται, έτσι ώστε να διαφανεί ποιος μπορεί να επιστρέψει ή να τύχει αποκατάστασης. Η θέση Χριστόφια ότι η επιλογή πρέπει υποχρεωτικά να περιορίζεται

290


συνιστά μια ξεκάθαρη απόκλιση από τις ελληνοκυπριακές θέσεις, όπως αυτές εκφράζονται μέχρι σήμερα. Η ελληνοκυπριακή ομάδα, και ιδιαίτερα η πρώην Υπουργός Εξωτερικών Ερατώ Μαρκουλλή, φάνηκε διστακτική. Εντούτοις, αν η υποχώρηση επιβεβαιωθεί, τότε οι διαπραγματεύσεις θα μπορέσουν, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Χριστόφιας, να προχωρήσουν πιο παραγωγικά στις λεπτομέρειες της εφαρμογής. Για τον λόγο αυτό και ο Ταλάτ επιμένει όπως η συζήτηση προχωρήσει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις». Η συζήτηση συνεχίστηκε κατά τις 4 Φεβρουαρίου 2009. Κατά την συζήτηση η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμεινε ότι οι προτεινόμενες από αυτήν εναλλακτικές μέθοδοι, δηλαδή αποκατάσταση, αποζημίωση και ανταλλαγή, ήταν όλες ευθυγραμμισμένες με το διεθνές δίκαιο και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Η τουρκοκυπριακή πλευρά σημείωσε ότι το κυπριακό πρόβλημα συνεχίζεται για 45 χρόνια και κατά συνέπεια οι αρχές του Ντέιτον ή οι αρχές Πινέιρο, τις οποίες είχε προβάλει η ελληνοκυπριακή πλευρά, θα πρέπει να ερμηνεύονται στην βάση των πραγματικοτήτων του κυπριακού προβλήματος, αλλά και της αρχής της διζωνικότητας. Η τουρκοκυπριακή πλευρά κατέληξε επομένως ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας πρέπει να περιορίζεται στη βάση ρητά θεσπισμένων κριτηρίων, έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της διζωνικότητας, του σεβασμού των δικαιωμάτων των σημερινών χρηστών και της νομικής ασφάλειας. Αντίθετα η ελληνοκυπριακή πλευρά επέμεινε ότι το πλαίσιο θα πρέπει να είναι αυτό που καθορίζεται από τις αρχές του διεθνούς δικαίου και ότι παρεκκλίσεις από το πλαίσιο αυτό

291


θα είχαν ως συνέπεια την δημιουργία επιπρόσθετων προβλημάτων στο μέλλον. Η ελληνοκυπριακή πλευρά διευκρίνισε ότι ουδέποτε αποδέχθηκε πως η εφαρμογή της αρχής της διζωνικότητας συνεπάγεται και καθαρή πλειοψηφία της κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας από πλευράς της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Χαρακτήρισε επομένως την ερμηνεία της τουρκοκυπριακής πλευράς ως μη σύμφωνη με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Περαιτέρω η ελληνοκυπριακή πλευρά σημείωσε ότι η καθιέρωση «αντικειμενικών κριτηρίων» και ποσοστόσεων στο δικαίωμα αποκατάστασης, κατά τον τρόπο που εισηγείται η τουρκοκυπριακή πλευρά, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας των Ελληνοκυπρίων κα ι Το υ ρ κο κ υ π ρ ί ω ν ι δ ι ο κ τ η τ ώ ν . Ε π ί τ ο ύ τ ο υ η ελληνοκυπριακή πλευρά πρόσθεσε πως αν η συμφωνία παρεκκλίνει από το πλαίσιο που θέτουν οι αρχές του διεθνούς δικαίου, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία πρόσθετης νομικής ανασφάλειας μετά την λύση του κυπριακού, εφόσον τα πρόσωπα των οποίων τα δικαιώματα τυγχάνουν παραβίασης θα μπορούσαν να απευθυνθούν στα διεθνή δικαστήρια. Επιπρόσθετα οι σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων θα διασαλεύονταν ως αποτέλεσμα των παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών. Η ελληνοκυπριακή πλευρά απάντησε επίσης στις αναφορές της τουρκοκυπριακής πλευράς σε σχέση με την δυνατότητα επιβολής περιορισμών στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σημείωσε σχετικά ότι η πρώτη προϋπόθεση για οποιαδήποτε αποστέρηση περιουσίας είναι

292


πως αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το νόμο και όχι παράνομα. Περαιτέρω σημείωσε ότι η δυνατότητα αποστέρησης των ελληνοκυπριακών περιουσιών για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος στην περίπτωση του κυπριακού προβλήματος έχει ήδη κριθεί νομολογιακά από το ΕΔΑΔ στην απόφαση της Τέταρτης Διακρατικής προσφυγής της Κύπρου κατά της Τουρκίας, στην οποία τα τουρκικά επιχειρήματα που σχετίζονται με την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος έχουν απορριφθεί. Επίσης η ελληνοκυπριακή πλευρά τόνισε πως οποιαδήποτε αποστέρηση περιουσίας θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.

«Τώρα δεν είναι το ΑΚΕΛ που διαπραγματεύεται» Στις 4 Φεβρουαρίου 2008 οι Χριστόφιας και Ταλάτ προέβησαν σε εκατέρωθεν δηλώσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο έκαστη πλευρά ερμηνεύει την διζωνικότητα, για σκοπούς επίλυσης του περιουσιακού ζητήματος. Ο Χριστόφιας δήλωσε ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά μπορούσε να αποδεχθεί την έννοια της διζωνικότητας ως δημογραφική αρχή, η οποία να προβλέπει ότι οι Τουρκοκύπριοι θα έχουν την πλειοψηφία του πληθυσμού στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εδαφικών αναπροσαρμογών. Δεν μπορούσε όμως να την αποδεχθεί ως αρχή που να ρυθμίζει ιδιοκτησιακά δικαιώματα, ούτε και ότι οι Τουρκοκύπριοι θα έπρεπε να έχουν την πλειοψηφία της γης στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία. Πρόσθεσε ότι η αρχή της πληθυσμιακής πλειοψηφίας των Τουρκοκυπρίων θα μπορούσε να επιτευχθεί στην πράξη, αν ο

293


Ταλάτ ήταν διατεθειμένος να επιστρέψει την περιοχή της Καρπασίας υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, ώστε να διασφαλίζεται η επιστροφή 20-25.000 Ελληνοκυπρίων. Σε ερώτηση πάντως κατά πόσο η επιστροφή της Καρπασίας συνιστούσε προϋπόθεση για την εξεύρεση λύσης, ο Χριστόφιας ξεκαθάρισε πως αυτή δεν συνιστούσε προϋπόθεση. Ο Ταλάτ απάντησε πως η συζήτηση για επιστροφή της Καρπασίας δεν ήταν υποβοηθητική για τις διαπραγματεύσεις και επανέλαβε την θέση του πως η διζωνικότητα υποδηλώνει και πλειοψηφία γης, επιπρόσθετα προς την πλειοψηφία πληθυσμού. Ο Ταλάτ μάλιστα υπέβαλε πως η τουρκοκυπριακή ερμηνεία της διζωνικότητας βρισκόταν και στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και διασφαλιζόταν από το σχέδιο Ανάν. Υπενθύμισε ότι το σχέδιο Ανάν προέβλεπε για την αποκατάσταση μόνο του 1/3 των ελληνοκυπριακών περιουσιών, γεγονός που ρητά κατέλειπε την πλειοψηφία της γης της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας σε τουρκοκυπριακή ιδιοκτησία. Ο Χριστόφιας δήλωσε πως δεν αποδέχεται οποιαδήποτε ερμηνεία των Ηνωμένων Εθνών ως προς το θέμα της διζωνικότητας, διότι «μια τέτοια ερμηνεία απλά δεν υπάρχει». Πρόσθεσε εξάλλου ότι το σχέδιο Ανάν είχε απορριφθεί και θα έπρεπε να θεωρείται ως νεκρό για τους σκοπούς των απευθείας διαπραγματεύσεων. Ο Ταλάτ απάντησε πως με την απόρριψη του σχεδίου Ανάν, οι Ελληνοκύπριοι είχαν απορρίψει και τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας που προέβλεπαν την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και την επιστροφή των εκτοπισμένων, εφόσον αυτές οι αρχές αντικατοπτρίζονταν στο σχέδιο Ανάν. Ο Χριστόφιας διαφώνησε και πρόσθεσε ότι ο Ταλάτ δεν ήταν σε θέση να διεκδικεί την νομιμοποίηση 294


προηγούμενων σχεδίων λύσης, με δεδομένο ότι η διαπραγματευτική του θέση στηριζόταν στα τετελεσμένα που έθεσε η τουρκική στρατιωτική κατοχή. Ο Ταλάτ υπενθύμισε στον Χριστόφια ότι ο ίδιος υποστήριξε το σχέδιο Ανάν και ότι ζητούσε απλώς εγγυήσεις για την εφαρμογή του. Ο Χριστόφιας απάντησε πως ο ίδιος είχε προειδοποιήσει τον Ταλάτ πως οι Ελληνοκύπριοι θα απέρριπταν το σχέδιο και υπενθύμισε πως του είχε ζητήσει εξάμηνη αναβολή των δημοψηφισμάτων, έτσι ώστε να γίνουν αλλαγές, εισήγηση που δεν είχε γίνει αποδεκτή από τον Ταλάτ. Ο Ταλάτ υπενθύμισε πως είχε προτείνει να γίνει κοινή αίτηση στην ΕΕ για αναβολή της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας για έξι μήνες. Ο Χριστόφιας απάντησε πως δεν μπορούσε να υπάρξει καθυστέρηση της διαδικασίας ένταξης, εφόσον αυτή αφορούσε σε δέκα κράτη μέλη και όχι μόνο στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Ταλάτ επανέλαβε πως οι θέσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς στηρίζονταν στο σχέδιο Ανάν. «Δεν συζητούμε επί της βάσης του σχεδίου Ανάν», απάντησε ο Χριστόφιας. Τότε ο Ταλάτ υπέβαλε στον Χριστόφια πως το Τουρκικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και το ΑΚΕΛ διαπραγματεύονταν ανεπίσημα στην βάση του σχεδίου Ανάν μόλις πριν ένα χρόνο, δηλαδή το 2007. «Πώς μπορείς να επιμένεις λοιπόν ότι το σχέδιο Ανάν είναι νεκρό, όταν μαζί συζητούσαμε ανεπίσημα με βάση το σχέδιο Ανάν πριν από ένα μόλις χρόνο», ρώτησε. Ο Χριστόφιας απάντησε πως αυτό είναι αλήθεια, αλλά τώρα δεν είναι το ΑΚΕΛ και το Τουρκικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που διαπραγματεύονται. Πλέον ο Χριστόφιας είναι εκπρόσωπος της ελληνοκυπριακής πλευράς και υπό την ιδιότητά του αυτή

295


δεν μπορούσε να αποδεχθεί λύση που να αντικατοπτρίζει τις αρχές του σχεδίου Ανάν. Η στάση και η προσέγγιση του του Προέδρου Χριστόφια υπήρξε ορθή. Η επιβεβαίωση όμως ότι το ΑΚΕΛ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα συζητούσαν στη βάση του σχεδίου Ανάν το 2007, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, με δεδομένο ότι κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο η απόφαση του κυπριακού Εθνικού Συμβουλίου ήταν πως το σχέδιο Ανάν είναι νεκρό και πως η απόφαση του κυπριακού λαού στο δημοψήφισμα του 2004 θα έπρεπε να τύχει σεβασμού από το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας. Με δεδομένο ότι το ΑΚΕΛ είχε ως κόμμα επανειλημμένα εκφράσει την θέση πως οποιαδήποτε συζήτηση στη βάση του σχεδίου Ανάν θα ήταν απαράδεκτη, καθώς και ότι το ΑΚΕΛ συμμετείχε στην κυβέρνηση Παπαδόπουλου, η οποία αγωνιζόταν να πείσει την διεθνή κοινότητα πως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή οποιαδήποτε διαπραγμάτευση στην βάση του σχεδίου Ανάν, δεν μπορεί παρά να εκπλήξει το γεγονός ότι το ΑΚΕΛ συζητούσε την ίδια στιγμή με τον Ταλάτ στην βάση του σχεδίου Ανάν.

«Θα πρέπει να νομίζουν ότι έχουν επιλογή» Η επόμενη συνάντηση Χριστόφια-Ταλάτ αναφορικά με το περιουσιακό ζήτημα έλαβε χώρα στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Κατά τον Ντάουνερ, η συνάντηση επιβεβαίωσε την υποχώρηση της ελληνοκυπριακής πλευράς από τις αρχικές της θέσεις. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Ντάουνερ σε εσωτερικό σημείωμα: «Είναι σημαντικό ότι από μόνη της η συζήτηση για κριτήρια 296


και ποια μπορεί να είναι αυτά, επιβεβαιώνει την στροφή των Ελληνοκυπρίων, που μέχρι σήμερα επέμεναν τόσο κατά την προπαρασκευαστική φάση, όσο και στις γενικές τους δημόσιες τοποθετήσεις, στο δικαίωμα του ιδιοκτήτη να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Ο Χριστόφιας μου ζήτησε να δηλώσω δημόσια το αντικείμενο της συνάντησης, ώστε η κοινότητά του να έλθει πιο κοντά στο να κατανοήσει τις αναπόφευκτες παραχωρήσεις που απαιτούνται». Κατά δεύτερο ο Ντάουνερ σημείωσε ότι: «Φυσική συνέπεια της αποδοχής της ανάγκης για θέσπιση κριτηρίων είναι η συμφωνία ότι η λύση θα πρέπει αναγκαστικά να συνιστά ένα συνδυασμό μηχανισμών, δηλαδή αποκατάστασης, αποζημίωσης και ανταλλαγής και ότι οι πραγματικότητες του εδάφους θα απαιτούν συγκεκριμένες λύσεις». Ως αποτέλεσμα ο Ντάουνερ κατέληξε ότι: «Στην πραγματικότητα τα κριτήρια θα καθορίσουν αναπόφευκτα, μέχρις ενός βαθμού, το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων. Το ερώτημα είναι μέχρι ποιου βαθμού και υπέρ ποιας πλευράς. Οι θέσεις για ποσοστώσεις ή για εγγυημένη τουρκοκυπριακή πλειοψηφία στην κατοχή της γης, φαίνεται δύσκολο να τύχουν συμβιβασμού στην αφηρημένη τους έννοια. Εντούτοις θα μπορούσε να επιτευχθεί η γεφύρωση των θέσεων, αν αποκλειστούν οι ποσοστώσεις ως ρητός στόχος, αλλά συμφωνηθούν μηχανισμοί που να διασφαλίζουν ότι η πλειοψηφία θα επέλθει ως αποτέλεσμα». Η εκτίμηση της ομάδας Ντάουνερ υπήρξε πως με την ολοκλήρωση του Α΄ Γύρου των διαπραγματεύσεων, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε αποδεχθεί την παρέκκλιση 297


από την αρχή του πρωταρχικού δικαιώματος του ιδιοκτήτη. Η πιο πάνω εκτίμηση έρχεται σε αντίθεση με τις δημόσιες τοποθετήσεις του Προέδρου Χριστόφια και των συμβούλων του, οι οποίοι επιμένουν μέχρι σήμερα ότι η κατηγοριοποίηση των περιουσιών και η συζήτηση για ενδεχόμενη αποδοχή κριτηρίων δεν συνεπαγόταν καμιά υποχώρηση ως προς τις αρχικές θέσεις που υπέβαλε η ελληνοκυπριακή πλευρά. Οι πιο πάνω δημόσιες τοποθετήσεις έγιναν ως απάντηση της κριτικής της αντιπολίτευσης, αλλά και των συμπολιτευόμενων κομμάτων ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ, σύμφωνα με την οποία η αποδοχή κριτηρίων συνιστούσε υποχώρηση από τις αρχικές θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς. Δεν μπορεί παρά να προκαλέσει κατάπληξη το γεγονός ότι, ενώ η ελληνοκυπριακή διαπραγματευτική ομάδα θεωρεί πως η συζήτηση κριτηρίων δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση υποχώρηση από την αρχή της προτεραιότητας του ιδιοκτήτη, αντίθετα ο Ντάουνερ εκτιμά πως αυτή συνιστά μεταβολή από τις αρχικές τοποθετήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς αναφορικά με την προτεραιότητα του δικαιώματος του ιδιοκτήτη. Οι εκτιμήσεις του Ντάουνερ δηλαδή συμπίπτουν με την κριτική που άσκησαν στον Πρόεδρο Χριστόφια τα συμπολιτευόμενα και αντιπολιτευόμενα κόμματα, πλην ΑΚΕΛ. Μάλιστα σε συνάντησή του με τον Ταλάτ στις 16 Φεβρουαρίου 2009, ο Ντάουνερ τον διαβεβαίωσε ότι οι θέσεις των Ελληνοκυπρίων στηρίζονταν στην «πολιτική ανάγκη ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να νομίζουν ότι έχουν επιλογή ως προς το τι θα πράξουν αναφορικά με τις περιουσίες τους». Η ελληνοκυπριακή πλευρά τον είχε όμως διαβεβαιώσει ότι στην πράξη δεν θα επέστρεφε πέραν του 20% των Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων. 298


Η συζήτηση των κριτηρίων Παρά τις εκτιμήσεις Ντάουνερ πάντως είναι γεγονός ότι η αρχική συζήτηση των κριτηρίων επιβεβαίωσε τις διαφορετικές εκτιμήσεις των δύο πλευρών ως προς το ζήτημα. Κατά τις διαπραγματεύσεις της 12 η ς Φεβρουαρίου 2009, η ελληνοκυπριακή πλευρά διευκρίνισε πως το δικαίωμα του ιδιοκτήτη να επιλέξει μπορούσε να περιοριστεί μόνο σε περιπτώσεις που υπήρχε πραγματική αδυναμία αποκατάστασης, λόγω του ότι το κτίριο είχε καταστραφεί ή είχε χαθεί ως αποτέλεσμα φυσικής καταστροφής και σε περιπτώσεις που οι ιδιοκτησίες έχουν απαλλοτριωθεί για γνήσιους σκοπούς κοινής ωφελείας. Σε σημείωμα της ελληνοκυπριακής πλευράς που δόθηκε στην τουρκοκυπριακή πλευρά στις 23 Φεβρουαρίου 2009, καθίσταται εμφανές ότι η αποδοχή συζήτησης για κριτήρια δεν συνεπάγεται από μόνη της και μεταβολή των τοποθετήσεων της ελληνοκυπριακής πλευράς, όπως υπήρξε η εκτίμηση Ντάουνερ. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επανέλαβε την θέση της ότι οι επιθυμίες του ιδιοκτήτη εκτοπισμένης περιουσίας πρέπει να έχουν προτεραιότητα έναντι των επιθυμιών του σημερινού χρήστη της περιουσίας ή και οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Περαιτέρω η ελληνοκυπριακή πλευρά επανέλαβε την θέση της ότι η αποζημίωση ή η ανταλλαγή ως μορφές θεραπείας, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο εφόσον η αποκατάσταση δεν είναι πρακτικά εφικτή και εφόσον ο εκτοπισμένος ιδιοκτήτης αποδέχεται την αποζημίωση ή την αποκατάσταση. Κατά συνέπεια ως πρωταρχική επιλογή πρέπει να τίθεται η αποκατάσταση και η δυνατότητα του ιδιοκτήτη να επιλέξει. Επί τούτου αξίζει να σημειωθεί ότι η ελληνοκυπριακή

299


πλευρά δεν αποδέχθηκε την τουρκοκυπριακή θέση, σύμφωνα με την οποία ο σημερινός χρήστης θα πρέπει να έχει προτεραιότητα απέναντι στον κάτοχο, αν έχει «ουσιωδώς αναπτύξει» την περιουσία. Παρομοίως η ελληνοκυπριακή πλευρά απέρριψε οποιαδήποτε διαφορετική αντιμετώπιση των περιουσιών που ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα και των ιδιοκτησιών που ανήκουν σε νομικά πρόσωπα, την οποία πρότεινε η τουρκοκυπριακή πλευρά. Επιπρόσθετα διευκρινίστηκε πως οποιεσδήποτε ποσοστώσεις στο δικαίωμα απόκτησης γης από Ελληνοκύπριους στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, είναι αντίθετες με το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Εν τούτοις, η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχθηκε πως οι επηρεαζόμενες περιουσίες που έχουν χρησιμοποιηθεί για γνήσιους σκοπούς κοινής ωφελείας, θα πρέπει να τυγχάνουν αποζημίωσης, εφόσον η αποκατάσταση είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη. Διευκρινίστηκε όμως ότι οι σκοποί κοινής ωφελείας δεν περιλαμβάνουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί τέλος ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά εξέφρασε την πρόθεσή της να διεκδικήσει όπως η Τουρκία καταβάλει μερίδιο των αποζημιώσεων που άπτονται του περιουσιακού ζητήματος. Οι θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς συνάντησαν την έντονη αντίδραση της τουρκοκυπριακής πλευράς, η οποία στην απάντησή της, ημερομηνίας 25 Φεβρουαρίου 2009, διερωτήθηκε ποιο το νόημα της συζήτησης κριτηρίων, αν η ελληνοκυπριακή πλευρά σκοπεύει να θεωρεί το δικαίωμα του εκτοπισμένου ιδιοκτήτη να διαλέξει ως σημαντικότερο από τα ίδια τα κριτήρια, με εξαίρεση τις περιορισμένης έκτασης

300


εξαιρέσεις, των απαλλοτριώσεων για σκοπούς δημόσιας ωφελείας και της πραγματικής αδυναμίας αποκατάστασης. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επανέλαβε τις θέσεις της, σύμφωνα με τις οποίες θα πρέπει να τεθούν κριτήρια που να περιορίζουν το δικαίωμα επιλογής του ιδιοκτήτη προς όφελος του σημερινού χρήστη, να διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της διζωνικότητας με την έννοια της τουρκοκυπριακής πλειοψηφίας ιδιοκτησίας γης στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία και να διακρίνουν μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων (ώστε η αποκατάσταση της ιδιοκτησίας των νομικών προσώπων να συνιστά εξαίρεση). Οι Χριστόφιας και Ταλάτ συναντήθηκαν στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Κατά τις διαπραγματεύσεις ο Ταλάτ κατηγόρησε τον Χριστόφια για νομικισμό και για αρνητισμό. Ο Χριστόφιας ανταπάντησε ότι αγωνίζεται να διασφαλίσει καθιερωμένες αρχές του διεθνούς δικαίου και ότι τα κεκτημένα της τουρκικής εισβολής δεν θα έπρεπε σε καμιά περίπτωση να θεωρηθούν ως βάση για διαπραγμάτευση. Ο Ταλάτ απάντησε στον Χριστόφια ότι οι διαπραγματεύσεις είναι πολιτικές και όχι νομικές, ενώ ο Ναμί υπέβαλε την άποψη ότι αν ο ιδιοκτήτης έχει το πρωταρχικό δικαίωμα να αποφασίσει, τότε οι Τουρκοκύπριοι θα ψηφίσουν όχι στο δημοψήφισμα. Ο Ταλάτ διερωτήθηκε επίσης κατά πόσο η επιμονή του Χριστόφια ότι θα πρέπει να διασφαλιστεί η αποκατάσταση της περιουσίας των νομικών προσώπων, περιλαμβανομένης της Εκκλησίας της Κύπρου, οφείλεται σε κάποια μορφή θρησκευτικής στροφής από πλευράς του. Ο Χριστόφιας απάντησε ότι οι Ελληνοκύπριοι είχαν πάντα στενούς δεσμούς με την Εκκλησία και κατά συνέπεια οι περιουσίες της

301


Εκκλησίας συνιστούσαν προτεραιότητα.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί πλήρης αποκατάσταση» Στις 8 Μαΐου 2009 ο Χανς Βαν Χούττε, σύμβουλος του Ντάουνερ σε θέματα περιουσιακού, απέστειλε προς την Σόνια Μπάχμαν επιστολή, στην οποία συνόψιζε τις απόψεις του επί του περιουσιακού ζητήματος. Η επιστολή Βαν Χούττε, ο οποίος είναι εξωτερικός σύμβουλος, αποτυπώνει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο οποιοσδήποτε ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας αντιμετωπίζει το ζήτημα του περιουσιακού, δηλαδή ως ζητήματος αρχών, στο οποίο δεν μπορεί να εφαρμοστεί πολιτική ίσων αποστάσεων. Σημείωνε στην επιστολή του ο Βαν Χούττε: «Έχω παρατηρήσει πως για τους Τουρκοκύπριους είναι πολύ σημαντικό να περιορίσουν το δικαίωμα των Ελληνοκυπρίων να επιστρέψουν στον βορρά και ότι μελετούν ποσοστώσεις στο πεδίο αυτό, τουλάχιστον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Έχω την αίσθηση πως αυτό θα αντιστρατευόταν την ευρωπαϊκή ελευθερία εγκατάστασης, καθώς και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Για τον λόγο αυτό ζήτησα να ληφθεί η γνώμη ενός εμπειρογνώμονα επί ευρωπαϊκού δικαίου. Δεν γνωρίζω κατά πόσο η γνώμη αυτή μπορεί να ληφθεί. Θεωρώ όμως ότι το ζήτημα είναι πολύ σημαντικό, εφόσον θα ήταν άνευ νοήματος να αναζητηθεί μια διευθέτηση με χαρακτηριστικά που να είναι ασύμβατα με θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ. Περαιτέρω, αμφιβάλλω ότι σύμφωνα με το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μια μερίδα του πληθυσμού ενός 302


κράτους μπορεί να αποστερηθεί από το δικαίωμα εγκατάστασης σε ένα σημαντικό τμήμα της περιοχής του κράτους. Θα πρέπει και αυτό να ελεγχθεί. Δεν είναι βέβαια λογικό για τους Τουρκοκύπριους να αναζητούν στόχους που αντιτίθενται στα ανθρώπινα δικαιώματα. Ούτε οι Ελληνοκύπριοι μπορούν να τους αποδεχθούν, αλλά ούτε και η διεθνής κοινότητα. Κατά πόσο αυτό αρέσει ή όχι, αν οι Τουρκοκύπριοι επιθυμούν να επιτύχουν στις διαπραγματεύσεις, θα πρέπει να είναι ρεαλιστές και να παραμείνουν εντός των κανόνων του δικαίου. Αυτό θα επιφέρει στο τέλος και τα καλύτερα αποτελέσματα. Θα πρέπει ίσως να καταβληθεί μια εκπαιδευτική προσπάθεια. Ίσως θα μπορούσαν να κληθούν Καθηγητές του δικαίου από την Τουρκία για να ενεργήσουν ως εμπειρογνώμονες για να τους φέρουν σε επαφή με το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να διαπραγματευθούν. Όπως υπέδειξα όταν ήμουν στην Κύπρο, το βασικό εμπόδιο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως επιβεβαιώθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, θεωρεί την αποκατάσταση ως την πρωταρχική μορφή θεραπεία, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες περιουσία έχει παράνομα ληφθεί. Οι Τουρκοκύπριοι επιδιώκουν, για τους δικούς τους λόγους, να περιορίσουν αυτό το δικαίωμα». Σχολιάζοντας εναλλακτικές μορφές, όπως την αποζημίωση των ιδιοκτητών για την απαλλοτριωθείσα περιουσία, ο Βαν Χούττε παρατήρησε ότι η αποζημίωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο εφόσον η απαλλοτρίωση είναι νόμιμη, κάτι που στην περίπτωση της Κύπρου δεν συμβαίνει. Επιπρόσθετα ο Βαν Χούττε διερωτήθηκε εύλογα από που θα

303


μπορούσε να λάβει η τουρκοκυπριακή κοινότητα τα χρήματα, έτσι ώστε να αποζημιώσει τους Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες. Περαιτέρω ο Βαν Χούττε σημείωσε πως η αποζημίωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποκατάσταση της αποκατάστασης, ενώ υπέδειξε πως υπάρχει αντίθετα ζήτημα σε σχέση με α π ο ζη μ ι ώ σ ε ι ς , ε π ι π ρ ό σ θ ε τ ε ς π ρ ο ς τ ο δ ι κα ί ω μ α αποκατάστασης, για την απώλεια χρήσης των ελληνοκυπριακών περιουσιών από το 1974 μέχρι και σήμερα. Σε σχέση με ελληνοκυπριακές περιουσίες που έχουν κατεδαφιστεί, ο Βαν Χούττε παραδέχθηκε πως σύμφωνα με το δίκαιο, ο ιδιοκτήτης της γης καθίσταται και ιδιοκτήτης των κτιρίων που έχουν εγερθεί επί της παράνομα ανεγερθείσας γης. Η πρόταση για αποζημίωση ουσιαστικά αντιστρέφει την παραδεκτή θεραπεία προς όφελος του χρήστη, αντί του ιδιοκτήτη. Ο Βαν Χούττε δεν δυσκολεύθηκε να καταλήξει πως οι εναλλακτικές μορφές θεραπείας δεν μπορούν να εφαρμοστούν νόμιμα στην περίπτωση της Κύπρου. Σχολιάζοντας προτάσεις αναφορικά με παροχή ομολόγων (όπως στο σχέδιο Ανάν), ο Βαν Χούττε σχολίασε απλά: «Αυτό δεν συνιστά αποκατάσταση, ούτε καν αποζημίωση, αλλά μόνο μηχανισμό λήψης κάποιων χρημάτων στο αβέβαιο μέλλον» Καταλήγοντας ο Βαν Χούττε παρατήρησε πως οι Τουρκοκύπριοι χρειάζονται έντιμες νομικές συμβουλές σε σχέση με τις παραμέτρους της λύσης. Η γνώμη Βαν Χούττε επιβεβαιώνει το αυτονόητο: ότι δηλαδή ένας ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο ότι οι αρχές του δικαίου (οι αρχές που καθιέρωσε και ο ίδιος ο ΟΗΕ με την υιοθέτηση των αρχών Pinheiro) είναι σαφείς και ότι δεν

304


επιτρέπονται παρεκκλίσεις από αυτές. Η απάντηση του Ντάουνερ στάλθηκε προς τους συνεργάτες του την επομένη, στις 9 Μαΐου 2009. Ο αντιπρόσωπος του ΟΗΕ, αντί να προβληματιστεί για τις παρατηρήσεις του ίδιου του εξωτερικού εμπειρογνώμονα που ο ίδιος είχε διορίσει, αντί να προβληματιστεί κατά πόσο δεσμεύεται ως εκπρόσωπος του ΟΗΕ να υιοθετεί τις αρχές που ο ίδιος ο ΟΗΕ έχει θεσπίσει, περιορίστηκε να αναφέρει τα ακόλουθα με κυνικό τρόπο: «Ενδιαφέρον, αλλά για να είμαι ειλικρινής, νομίζω πως η συμβουλή είναι εσφαλμένη. Η ΕΕ στηρίζεται επί του κεκτημένου και το πρωτόκολλο 10 προβλέπει για μια νέα συμφωνία. Δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί πλήρης αποκατάσταση» Με κυνισμό, ο Ντάουνερ αδιαφορεί για τον ρόλο του ως εκπρόσωπος των αρχών του ΟΗΕ και, όπως και ο Ντε Σότο πριν από αυτόν, επιδιώκει αποκλειστικά την επίτευξη συμβιβασμού στην βάση του πάρε δώσε και της λογικής των ίσων αποστάσεων. Η γνωμάτευση Βαν Χούττε όμως έθεσε τα ορθά όρια του προβληματισμού. Οποιαδήποτε διολίσθηση της ελληνοκυπριακής πλευράς στο ζήτημα των περιουσιών και υποχώρηση από την αρχή της αποκατάστασης, θα συνιστούσε παράβαση των κανόνων του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου. Όπως ακριβώς μια τέτοια παράβαση, συνιστούσε σε τελική ανάλυση και το σχέδιο Ανάν. Η κυνική απόρριψη των ορθών επισημάνσεων Βαν Χούττε φανερώνει ότι στόχος της ομάδας Ντάουνερ δεν υπήρξε η επίλυση του περιουσιακού προβλήματος στην βάση των αρχών του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου, όσο η επίτευξη λύσης η οποία θα μπορεί, για πολιτικούς κυρίως

305


λόγους, να αντέξει στην βάσανο των διεθνών δικαστηρίων. Με δεδομένο ότι, μετά την έγκριση του νέου Συντάγματος, κανένας Ελληνοκύπριος δεν θα μπορεί να προσφύγει στα κρατικά δικαστήρια κατά της αποστέρησης της περιουσίας του, η εξουδετέρωση της δυνατότητας προσφυγής σε διεθνή δικαστήρια συνιστά, σύμφωνα με την λογική της ομάδας Ντάουνερ, την διασφάλιση ότι η λύση δεν θα μπορεί να προσβληθεί από τους Ελληνοκύπριους εκτοπισμένους, ακόμα και αν παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα ή το ευρωπαϊκό δίκαιο. Στην βάση αυτή η ομάδα Ντάουνερ απέρριψε εκ προοιμίου την συλλογιστική Βαν Χούττε για εφαρμογή των αρχών του ΟΗΕ και ξεκαθάρισε ότι στόχος της είναι η εύρεση λύσης που να παραβιάζει τις αρχές αυτές και η εύρεση μεθόδων που θα μπορούν να αποτρέψουν τυχόν δικαστική εφαρμογή των αρχών αυτών. Με τον τρόπο αυτό η ομάδα Ντάουνερ υπονόμευσε ουσιαστικά την προσπάθεια εύρεσης λύσης σύμφωνα με τις αρχές του ΟΗΕ, από τον οποίο και λάμβανε τους όρους εντολής της και φανέρωσε την υποστήριξή της προς τις τουρκοκυπριακές θέσεις. Σε εσωτερικό σημείωμα εξάλλου του Στήβεν Μπουρκ της 5 Δεκεμβρίου 2008 αναγράφονται τα ακόλουθα: ης

«Γεγονός: Μερική αποκατάσταση, μερική αποζημίωση και μερική ανταλλαγή θα είναι η φόρμουλα που θα υιοθετηθεί για επίλυση του περιουσιακού προβλήματος. Εντούτοις, υπάρχει διαφωνία ως προς τους τρόπους με τους οποίους η μερική αποκατάσταση, μερική αποζημίωση και μερική ανταλλαγή, θα επιτευχθεί». Ενώ δηλαδή η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρούσε ότι

306


επέμενε στις θέσεις της για πρωταρχική κατοχύρωση του δικαιώματος επιλογής του ιδιοκτήτη, η ομάδα Ντάουνερ θεωρούσε το θέμα ως κλειστό και κατέληξε ότι η φόρμουλα θα ήταν μερική αποκατάσταση, μερική αποζημίωση και μερική ανταλλαγή, όπως ακριβώς δηλαδή επιδίωκε η τουρκική πλευρά. Το μόνο που απέμενε, σύμφωνα με την ομάδα Ντάουνερ, ήταν να ξεκαθαρίσουν οι τρόποι με τους οποίους η φόρμουλα θα εφαρμοζόταν, χωρίς να γίνεται από πλευράς της ομάδας Ντάουνερ οποιαδήποτε αναφορά στην ορθότητα της άποψης για άσκηση του πρωταρχικού δικαιώματος του ιδιοκτήτη. Μάλιστα με ανάγνωση ολόκληρου του κειμένου του Μπουρκ εμφαίνεται σαφώς η συμπάθεια του τελευταίου προς τις τουρκοκυπριακές θέσεις, τις οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις χαρακτηρίζει απροκάλυπτα ως «ορθές». Μέσα στα πλαίσια αυτά η κυνική και απότομη απόρριψη του υπομνήματος Βαν Χούττε από πλευράς του ίδιου του Ντάουνερ, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω, δεν προκαλεί έκπληξη.

307


Áíôß åðéëüãïõ

Το χρονικό ενός προδιαγεγραμμένου αδιεξόδου Η συγγραφή του βιβλίου ολοκληρώθηκε στα τέλη Ιανουαρίου 2010. Την 1η Φεβρουαρίου ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Μπαν Κι Μουν, επισκέφθηκε την Κύπρο. Όλα όσα συνέβηκαν κατά την επίσκεψή του κ. Μπαν δεν μπορούν παρά να επιβεβαιώσουν την ανάλυση που προηγήθηκε σε αυτό το βιβλίο. Το δόγμα Χριστόφια κατέρρευσε και μαζί του παρέσυρε την προοπτική επίτευξης μιας λειτουργικής και βιώσιμης λύσης στο κυπριακό. Ταυτόχρονα, διαφάνηκε για ακόμα μια φορά ότι το κατά τα άλλα εύηχο σύνθημα «λύση από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους» βασίστηκε σε ένα ευσεβή πόθο του Προέδρου Χριστόφια, παρά σε μια αντικειμενική ανάλυση των διεθνών δεδομένων. Η τρέχουσα διαδικασία δεν είναι κυπριακής ιδιοκτησίας. Έχουμε παραθέσει μια σειρά από γεγονότα τα οποία αποδεικνύουν την παρεμβατικότητα τρίτων μερών στη διαδικασία, τα οποία επηρεάζουν τόσο την προοπτική επίλυσης του κυπριακού, όσο και το περιεχόμενο μιας πιθανής λύσης. Με το τέλος του δεύτερου γύρου των εντατικών διαπραγματεύσεων (11-13 Ιανουαρίου 2010 και 25-27

308


Ιανουαρίου 2010), το κυπριακό παραμένει σε τέλμα. Η ελληνοκυπριακή πλευρά παραμένει εγκλωβισμένη στο επικοινωνιακό παιχνίδι της Άγκυρας και της Ομάδας Ντάουνερ. Μετά από δεκαοκτώ μήνες διαπραγμάτευσης του κεφαλαίου της διακυβέρνησης και της κατανομής των εξουσιών και παρά την κατάθεση σειράς προτάσεων που βρίσκονται σε αντίθεση με την ελληνοκυπριακή κοινή γνώμη, όπως αυτή καταγράφηκε σε μια σειρά από δημοσκοπήσεις, ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων κατάθεσε τον Ιανουάριο του 2010 μια σειρά από προτάσεις στο ζήτημα της διακυβέρνησης που, σύμφωνα με τον Πρόεδρο Χριστόφια και το Εθνικό Συμβούλιο, προωθούν συνομοσπονδιακές θέσεις. Το έγγραφο Ταλάτ, το οποίο κομίστηκε στον Πρόεδρο Χριστόφια από τον Ντάουνερ, ετοιμάστηκε, όπως δήλωσε ο ίδιος ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Άγκυρα από το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών. Παρόλο που το τουρκικό έγγραφο θεωρήθηκε απαράδεκτο από την ελληνοκυπριακή κοινότητα, παρέμεινε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο Χριστόφιας δήλωσε ότι στις εντατικές συνομιλίες διεξάγεται ένας «ελεύθερος διάλογος», «έχοντας υπόψη τις θέσεις της κάθε πλευράς». Αυτή η δήλωση, όπως και η άρνηση του Χριστόφια να ζητήσει ξεκάθαρα από τον συνομιλητή του να αποσύρει το έγγραφο, προκάλεσε νέους τριγμούς στο εσωτερικό. Πάνω σε ποια βάση διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις; Πώς είναι δυνατό να υπάρξει ένα αποτέλεσμα που να μπορεί να γίνει αποδεκτό τη στιγμή που η τουρκοκυπριακή πλευρά συζητά στη βάση συνομοσπονδιακών θέσεων; Ο Χριστόφιας παραμέρισε όλες τις αντιδράσεις και τον προβληματισμό λέγοντας ότι έχει 309


«γινάτι» (μια χαρακτηριστική φράση που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά), που υπερβαίνει όλες τις δυσκολίες. Για μια ακόμα φορά στάθηκε πιστός στο δόγμα του. Οι αποκαλύψεις όμως στις οποίες προβαίνουμε στο παρόν βιβλίο, διαμορφώνουν μια διαφορετική εικόνα. Αποκαλύπτουν ότι οι, κατά παραδοχή της κυπριακής κυβέρνησης, «συνομοσπονδιακές θέσεις» που περιέχονται στο έγγραφο Ταλάτ, δεν εκφράστηκαν για πρώτη φορά, ούτε και βρίσκονταν πέραν από όσα διαπραγματεύονταν μέχρι τότε οι δύο ηγέτες. Αντίθετα, σχεδόν το σύνολο των θέσεων που περιλαμβάνονταν στο έγγραφο Ταλάτ, βρισκόταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων εξ αρχής και είναι σε αυτή την βάση που διαπραγματευόταν η ελληνοκυπριακή πλευρά. Οι διαμαρτυρίες Χριστόφια και η δήλωσή του ότι δεν διαπραγματεύεται στην βάση του εγγράφου, αλλά ότι διεξάγεται ελεύθερη συζήτηση, συνιστούσαν για μια ακόμα φορά κινήσεις εσωτερικής κατανάλωσης, παρά ουσίας. Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κριτική των κομμάτων και οι ανησυχίες της κοινής γνώμης, το κυβερνών κόμμα και ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος συνέστησαν ψυχραιμία και ζήτησαν από όλους να εμπιστεύονται τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας απέστειλε στις 11 Ιανουαρίου 2010, επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, στα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας και σε άλλους ηγέτες κρατών. Σε αυτή την επιστολή, ο Χριστόφιας υποστήριξε ότι στο κυπριακό υπάρχουν κάποιες ευαίσθητες ισορροπίες, οι οποίες δεν πρέπει να παραβιαστούν. Αυτές οι ισορροπίες, υποστήριξε, δημιουργήθηκαν εδώ και δεκαετίες στο πλαίσιο των 310


διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών και του υλικού που παράχθηκε μέσα από αυτές. Εντύπωση προκαλεί ο τρόπος με τον οποίο ο Χριστόφιας προσπάθησε να πείσει τη διεθνή κοινότητα ότι οι θέσεις της τουρκοκυπριακής κοινότητας παραβιάζουν την ευαίσθητη ισορροπία του κυπριακού. Στην επιστολή γίνεται σύγκριση αριθμού τουρκικών θέσεων, όπως αυτές παρουσιάστηκαν στο σχετικό έγγραφο, με μια σειρά από διατάξεις του σχεδίου Ανάν, προκειμένου να διαφανεί η απόκλιση αυτών των θέσεων από την ευαίσθητη ισορροπία στο κυπριακό. Ταυτόχρονα, ο Χριστόφιας υποστηρίζει ότι οι θέσεις που παρουσίασε σέβονται αυτή την ισορροπία. Ουσιαστικά, ο Χριστόφιας, όπως είχε πράξει και στις διαπραγματεύσεις, επανέφερε ως πεδίο ευαίσθητης ισορροπίας, το σχέδιο Ανάν, παρά τις κατά καιρούς επίσημες δηλώσεις του ότι το σχέδιο Ανάν είναι νεκρό. Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτή η επιστολή προκάλεσε αναστάτωση στο εσωτερικό μέτωπο. Μπορεί το σχέδιο Ανάν να αποτελέσει ένα έγγραφο το οποίο σηματοδοτεί μια ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στις δύο κοινότητες; Το ΑΚΕΛ και η κυβέρνηση, όπως και η ηγεσία του ΔΗΣΥ, αντέκρουσαν τις επικρίσεις για την επιστολή, υποστηρίζοντας ότι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για να ενημερωθεί η διεθνής κοινότητα για το τουρκικό έγγραφο ήταν η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις. Από την άλλη, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και αναλυτές εξέφρασαν την άποψη ότι με αυτή την επιστολή το απορριφθέν σχέδιο Ανάν επανέρχεται στο προσκήνιο ως βάση λύσης του κυπριακού. Από την στιγμή που ο ίδιος ο ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ασφαλείας έχουν παραδεχθεί ότι το σχέδιο Ανάν δεν αντιμετώπιζε τις ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων, πώς είναι 311


δυνατόν να θεωρείται ως έγγραφο που προσδιορίζει τις ευαίσθητες ισορροπίες στο κυπριακό; Το πιο πάνω ερώτημα παραμένει μέχρι σήμερα αναπάντητο και αποκαλύπτει τα όρια του δόγματος Χριστόφια. Στις αρχές του 2010 δεν φαινόταν να υπάρχει προοπτική επίλυσης του κυπριακού με τρόπο που να μπορεί να γίνει αποδεκτός από τον κυπριακό λαό. Ακολουθώντας τη γνωστή της τακτική, η τουρκοκυπριακή πλευρά εμφανίζεται με μαξιμαλιστικές θέσεις, ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά προσπαθεί να πείσει τη διεθνή κοινότητα ότι παραμένει εντός πλαισίου. Η διεθνής κοινότητα όμως δεν αντιμετωπίζει την τρέχουσα διαδικασία με τρόπο που να δικαιώνει τις επιδιώξεις και τους στόχους της ελληνοκυπριακής πλευράς. Αντιθέτως, η Ομάδα Ντάουνερ πρωταγωνιστεί σε μια προσπάθεια να κλείσει το κυπριακό, κατά τρόπο συμβατό με το σχέδιο Ανάν, θεωρώντας πως το μοναδικό πρόβλημα δεν άπτεται στην ουσία των διατάξεων του σχεδίου, αλλά στο πώς το νέο σχέδιο θα μπορεί να «πωληθεί» με πιο επικοινωνιακό τρόπο προς τους Ελληνοκύπριους. Το δόγμα Χριστόφια, σύμφωνα με το οποίο η πεμπτουσία των διαπραγματεύσεων βρίσκεται στις καλές διαπροσωπικές σχέσεις με τον σύντροφο Ταλάτ, μπορεί να προσδίδει μια θετική εικόνα στον διαπραγματευτή της ελληνοκυπριακής κοινότητας, αλλά δεν έχει αποδώσει μέχρι στιγμής ουσιαστικά αποτελέσματα. Αντίθετα, η έντονη προσπάθειά του να μην αποδοθούν ευθύνες στην κοινότητα του, «να μην μας πουν αδιάλλακτους», όπως λέει συχνά, εκλαμβάνεται από τα τρίτα μέρη ως διαπραγματευτική αδυναμία, την οποία έχουν εκμεταλλευτεί σε αρκετές περιπτώσεις. Η μονοδιάσταση 312


διαπραγματευτική τακτική της ελληνοκυπριακής πλευράς έχει πλέον φτάσει στα όριά της, αφήνοντας κληρονομιά μια σωρεία από αδικαιολόγητες διαπραγματευτικές υποχωρήσεις και εσφαλμένους διπλωματικούς χειρισμούς. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση κατά την οποία η διαπραγματευτική αδυναμία του Προέδρου Χριστόφια έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης προκειμένου να προωθηθούν ζητήματα που δεν έχουν άμεση σχέση με την ουσία του κυπριακού είναι ο τρόπος με τον οποίο πείσθηκε για τη διεξαγωγή των εντατικών διαπραγματεύσεων τον Ιανουάριο του 2010. Ο Χριστόφιας πείσθηκε από την ομάδα Ντάουνερ και ξένους διπλωμάτες ότι πρέπει να εντατικοποιηθεί ο ρυθμός των διαπραγματεύσεων με στόχο να υπάρξει πρόοδος πριν από τη διεξαγωγή των λεγόμενων προεδρικών εκλογών στα κατεχόμενα. Έχοντας κατά νου το δόγμα Χριστόφια, τα τρίτα μέρη πίεσαν τον Ελληνοκύπριο διαπραγματευτή να δώσει ώθηση στην υποψηφιότητα του Ταλάτ για επανεκλογή, προκειμένου να μην εκλεγεί ο Έρογλου. Ο Χριστόφιας θεώρησε ότι ενδεχόμενη επανεκλογή Ταλάτ θα ήταν προς το συμφέρον της διαδικασίας διαπραγματεύσεων. Με μια σειρά δημόσιων δηλώσεων, η κυπριακή κυβέρνηση και το ΑΚΕΛ, όπως επίσης και η ηγεσία του ΔΗΣΥ, υποστήριξαν ότι οι εντατικές πρέπει να διεξαχθούν για να μπορέσει ο Ταλάτ να επαναδιεκδικήσει την επανεκλογή του. Με δεδομένο ότι ο Χριστόφιας γνώριζε πως η προοπτική προόδου στις διαπραγματεύσεις ήταν περιορισμένη και ότι η δυνατότητα υποβοήθησης της επανεκλογής Ταλάτ ήταν οριακή, φαίνεται πως εκείνο που οδήγησε τον Χριστόφια στην 313


απόφαση να συναινέσει στην διεξαγωγή των ενταντικών διαπραγματεύσεων ήταν ο φόβος όπως μη χρεωθεί την εκλογή Έρογλου. Ο Χριστόφιας είχε γίνει δέκτης μηνυμάτων ότι κάποιοι στη διεθνή κοινότητα τον κατηγορούσαν ότι «βολεύεται με την εκλογή Έρογλου στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων». Κύκλοι στη Νέα Υόρκη και στις Βρυξέλλες άρχισαν να δημιουργούν μια αρνητική εικόνα για τον Πρόεδρο Χριστόφια, διαδίδοντας ότι εμφανίζεται άτολμος και δεν είναι διατεθειμένος να προβεί στις αναγκαίες υποχωρήσεις προκειμένου να εξευρεθεί λύση σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι ίδιοι κύκλοι διέδωσαν ότι ο Χριστόφιας πιθανόν να αναμένει την εκλογή Έρογλου για να ρίξει το φταίξιμο στην τουρκοκυπριακή πλευρά. Αυτή η παραφιλολογία δημιούργησε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η οποία ουσιαστικά οδήγησε στην αποδοχή των εντατικών διαπραγματεύσεων. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας επέλεξε επομένως να εμπλακεί στην διαδικασία εκλογής του ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας, δίδοντας για μια ακόμα φορά σημασία στην επικοινωνία, παρά στην ουσία των διαπραγματεύσεων. Με αυτό τον τρόπο δόθηκαν για μια ακόμα φορά εσφαλμένα μηνύματα στη διεθνή κοινότητα ως προς τις προοπτικές επίτευξης συμφωνίας, την στιγμή που οι προτάσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς εξακολουθούν να κινούνται σε συνομοσπονδιακά πλαίσια. Με το πέρας των εντατικών διαπραγματεύσεων, ο Ταλάτ ανακοίνωσε πως αυτές διεξήχθησαν στην βάση του συνομοσπονδιακού εγγράφου που κατέθεσε, καθώς και ότι υπήρξαν συγκλίσεις που η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν επιθυμεί να ανακοινωθούν. Εντούτοις, ούτε και οι ανακοινώσεις αυτές βοήθησαν την 314


προεκλογική του εκστρατεία. Η Ομάδα Ντάουνερ συνέχισε την προσπάθειά της για στήριξη της προεκλογικής εκστρατείας Ταλάτ, κατά την επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ στην Κύπρο, μετά το πέρας των εντατικών διαπραγματεύσεων. Αρχικός στόχος της Ομάδας Ντάουνερ υπήρξε το «κλείδωμα» των συγκλίσεων (δηλαδή των γενναίων παραχωρήσεων του Χριστόφια), μέσα από την υπογραφή μιας ενδιάμεσης συμφωνίας επί θεμάτων διακυβέρνησης. Με δεδομένο όμως ότι η επίτευξη ενδιάμεσης συμφωνίας φαινόταν απομακρυσμένη, η κάθοδος Μπαν μετατράπηκε σε επικοινωνιακό πυροτέχνημα, που σκοπό είχε την εξυπηρέτηση των δεδηλωμένων επικοινωνιακών στόχων της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία θα έπρεπε να εμφανιστεί για μια ακόμα φορά ως ένα συμβαλλόμενο μέρος που ενθαρρύνει την τουρκοκυπριακή πλευρά να διαπραγματευτεί με ειλικρίνεια την λύση του κυπριακού, ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να αναβαθμιστεί. Η ελληνοκυπριακή πλευρά βρέθηκε μπροστά σε ένα αδιέξοδο όταν πληροφορήθηκε τις προθέσεις Μπαν. Από τη μια γνώριζε ότι ήταν αδύνατο να επιτευχθεί πρόοδος και επομένως η επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα ήταν περιττή, ενώ, από την άλλη, στο πλαίσιο του δόγματος Χριστόφια, δεν ήθελε να παρεμποδίσει αυτή την επίσκεψη προκειμένου να μην θεωρηθεί ως η πλευρά που φέρει προσκόμματα στην εξέλιξη της διαδικασίας. Αρχικά, ο Χριστόφιας έκανε κάποιες προσπάθειες να αποθαρρύνει την επίσκεψη Μπαν στο νησί προτού παρουσιαστεί ουσιαστική πρόοδος, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να παίξει και πάλι το παιγνίδι της Ομάδας 315


Ντάουνερ. Συναίνεσε όπως ανακοινωθεί δημόσια από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ ότι υπήρξε σημαντική πρόοδος και να αναγνωριστεί η προσπάθεια που καταβάλλουν οι δύο ηγέτες. Ο Γενικός Γραμματέας ήλθε στη Λευκωσία δηλώνοντας ενθαρρυμένος από την πρόοδο που έχει επιτευχθεί και εξέφρασε την πεποίθηση ότι η λύση είναι εφικτή. Ο κ. Μπάν συναντήθηκε με τους δύο ηγέτες, επισκέφθηκε τη δίοδο από και προς τα κατεχόμενα στην οδό Λήδρας και εγκαινίασε τη διεξαγωγή ενός έργου αναστήλωσης ορισμένων κτηρίων, ενώ ανέγνωσε ένα ανακοινωθέν το οποίο συντάχθηκε από τους συμβούλους των δύο ηγετών. Πέρα από την ενθάρρυνσή του από την πρόοδο που επιτεύχθηκε και την προοπτική επίτευξης λύσης, στο ανακοινωθέν επαναλαμβάνεται ότι η τρέχουσα διαδικασία είναι κυπριακής ιδιοκτησίας. Ο Γενικός Γραμματέας παρέμεινε αντίθετα αδιάφορος απέναντι στις διαμαρτυρίες Ελληνοκυπρίων για την τουρκική κατοχή. Η επίσκεψη Μπαν φορτίστηκε με αρνητικό περιεχόμενο, όταν ο Γενικός Γραμματέας επισκέφθηκε τον Ταλάτ στο λεγόμενο Προεδρικό μέγαρο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Ενώ το συμφωνημένο πρόγραμμα της επίσκεψης προέβλεπε για συνάντηση σε ουδέτερο κτίριο το οποίο χρησιμοποιείται στα κατεχόμενα ως γραφείο του εκάστοτε ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο Γενικός Γραμματέας, περπατώντας πάνω στο κόκκινο χαλί που στρώθηκε στην είσοδο του λεγόμενου προεδρικού μεγάρου, συναντήθηκε με τον Ταλάτ εντός του κτιρίου. Αν και η Ομάδα Ντάουνερ ήταν εκ των προτέρων ενήμερη για τα σχέδια της τουρκοκυπριακής πλευράς, εντούτοις δεν έπραξε οτιδήποτε για να τα αποτρέψει, 316


γεγονός που σχολιάστηκε με έντονο τρόπο στις ελεύθερες περιοχές, εφόσον η ενέργεια Μπαν θεωρήθηκε ως έμμεση αναβάθμιση του ψευδοκράτους. Η κυπριακή κυβέρνηση δήλωσε ικανοποιημένη με την δήλωση Ντάουνερ ότι ο ΟΗΕ αναγνωρίζει μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία, δήλωση όμως που απλώς επαναλάμβανε το αυτονόητο και δεν μετέβαλλε την αρνητική εικόνα. Στα κατεχόμενα, η επίσκεψη Μπαν στο λεγόμενο προεδρικό μέγαρο θεωρήθηκε από τον Ταλάτ ως σημαντική επιτυχία και δικαίωση της πολιτικής του. Ούτε όμως και αυτή η ενέργεια φαίνεται ενίσχυσε την υποψηφιότητα Ταλάτ. Σε κάθε περίπτωση, το πρόσωπο του διαπραγματευτή της τουρκοκυπριακής κοινότητας δεν φαίνεται να έχει και τόση σημασία. Αν και η ρητορική Ταλάτ διαφέρει από την αντίστοιχη ρητορική του πιο σκληροπυρηνικού Έρογλου, εντούτοις οι θέσεις τους επί της ουσίας του κυπριακού προβλήματος δεν διαφέρουν ουσιαστικά. Δεκαοκτώ μήνες διαπραγματεύσεων δεν έπεισαν ότι ο Ταλάτ επιδιώκει λύση αποδεκτή στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Οι θέσεις που κατέθεσε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων υπήρξαν ουσιαστικά συνομοσπονδιακές, αντίθετες με την επιστροφή των εκτοπισμένων, το κοινοτικό κεκτημένο και τα ανθρώπινα δικαιώματα και υπέρ της παραμονής των τουρκικών στρατευμάτων. Η εμπειρία του παρελθόντος θα έπρεπε να έχει διδάξει ότι οι στενές διαπροσωπικές σχέσεις των διαπραγματευτών (όπως του Γλαύκου Κληρίδη και του Ραούφ Ντενκτάς) δεν επαρκούν για να οδηγήσουν σε λύση, αντίθετα προς όσα πρεσβεύει το δόγμα Χριστόφια. Παρομοίως, θα έπρεπε να είχε διδάξει ότι η 317


ηγεσία των Τουρκοκυπρίων δεν μπορεί να διαδραματίσει ανεξάρτητο ρόλο στις διαπραγματεύσεις, εφόσον σε τελική ανάλυση η τουρκική στρατηγική καθορίζεται από τις εκάστοτε επιδιώξεις της Άγκυρας, της οποίας τα συμφέροντα και εξυπηρετεί. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε με στόχο να δώσει τη δυνατότητα σε όλους όσοι επιθυμούν να ενημερωθούν για τις εξελίξεις στο κυπριακό κατά την τρέχουσα περίοδο. Από την ανάλυση που παρατίθεται, ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι οι διαπραγματεύσεις μοιάζουν με μια παρτίδα πόκερ όπου τα χαρτιά είναι σημαδεμένα. Η αναφορά σε διαδικασία κυπριακής ιδιοκτησίας καθιστάται ολοένα και πιο ειρωνική, αν αναλογιστεί κανείς ότι για την διεθνή κοινότητα οι διαπραγματεύσεις δεν συνιστούν παρά ένα απαραίτητο στοιχείο θεάτρου. Οι συνεχιζόμενες υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς θεωρούνται ως κεκτημένο, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αντίστοιχη υποχώρηση από τουρκοκυπριακής πλευράς. Η Τουρκία έχει ήδη επεξεργαστεί ένα σχέδιο «Β». Υποστηρίζει ότι αυτή η διαδικασία είναι η τελευταία ευκαιρία για το κυπριακό. Αν δεν υπάρξει λύση, τότε θα πρέπει να προωθηθεί η πολιτική, οικονομική και πολιτισμική αναβάθμιση του ψευδοκράτους, με ορίζοντα την αναγνώριση δύο κρατών στο νησί. Αυτό το σχέδιο έχει κοινοποιηθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη μέσω επίσημου εγγράφου τον Ιανουάριο του 2010. Με την επιστροφή του στη Νέα Υόρκη, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ δήλωσε ότι η διαδικασία πρέπει να επιταχυνθεί. Με μια τέτοια σημαδεμένη τράπουλα, η Τουρκία παίζει εκ του ασφαλούς. Δεν έχει ανάγκη να κάνει ουσιαστικά 318


βήματα προκειμένου να συναντήσει τις θέσεις των Ελληνοκυπρίων, από τη στιγμή που όλη η πίεση επικεντρώνεται σε αυτούς. Το ερώτημα που τίθεται για την ελληνοκυπριακή πλευρά είναι το εξής: Μέχρι πότε ο Δημήτρης Χριστόφιας θα είναι διατεθειμένος να ακολουθεί αυτή την «παρτίδα», αφού μέχρι τώρα θα πρέπει να έχει ήδη διαπιστώσει ότι η τράπουλα είναι σημαδεμένη; Και το σημαντικότερο: αν ο στόχος είναι η αποφυγή της διχοτόμησης, τότε για ποιο λόγο έχει η ελληνοκυπριακή ηγεσία εγκλωβιστεί σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης που αναπόφευκτα οδηγεί σε λύση διχοτόμησης;

319


Σημαδεμένη τράπουλα κοντος, κεντας, αιμιλιανιδης  

greek

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you