Page 1


TA BIBΛIA ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΟΡΤΩ ΣTIΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Αυτοκτονώντας ασύστολα, Μυθιστόρημα, 2005 Το ερωτικό των τεσσάρων, Μυθιστόρημα, 2006 Ο δαιμονιστής, Μυθιστόρημα, 2007 Ο αφανισμός του Νίκου, Μυθιστόρημα, 2008 Δεκαέξι, Μυθιστόρημα, 2010 Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά, 2012


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΤΡΩΓΕ ΠΟΛΛΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


© Copyright Αύγουστος Κορτώ – Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2012 Έτος 1ης έκδοσης: 2012 Aπαγορεύεται η αναδημοσί ευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποι ονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή δι ασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποι ονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τι ς δι ατάξει ς του ν. 2121/1993 και της Δι εθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρι σι ού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επί σης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοι χει οθεσί ας, σελι δοποί ησης, εξωφύλλου και γενι κότερα της όλης αι σθητι κής εμφάνι σης του βι βλί ου, με φωτοτυπι κές, ηλεκτρονι κές ή οποι εσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Α.Ε. Ζαλόγγου 11, 106 78 Αθήνα T: 210-330.12.08 – 210-330.13.27 F: 210-384.24.31 e-mail: info@kastaniotis.com www.kastaniotis.com ISBN 978-960-03-5462-1


Στο μονάκριβο Κουτάβι, χαρά της ζωής μου!


Π ΡΟΛΟΓ ΟΣ

από τον ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΤΖΟΥΜΑ

Ο ΚΟΣΜΟΣ ο στενόχωρος και ο Κορτώ απλόχερος. Αύγουστος Κορτώ! Κόρτε, κορτεζία του Αυγούστου, κορτιζόνη παντός καιρού... Τι φυσιογνωμία! Τον έχω πετύχει ξυπόλυτο και διονυσιακό να κατηφορίζει απ’ το λόφο σαν να ’χει επιβιώσει κάποιου γκρεμοτσακίσματος. Με την αύρα του παιδιού που αφήνει πίσω του ρημαδιό και με το πρόσωπο να φεγγοβολάει ευτυχία, τρέχει να στροβιλιστεί στον επόμενο κυκλώνα. Καλοτάξιδο να ’ναι το Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά. Δεν ξέρω αν το έγραψε από απελπισία ή από μίσος γκρίνιαζε για την ιντερνετία Απέφυγε ιατρική, music δεν ευοδώθηκε η πρόζα τονε μάγεψε κι ολόψυχα της δόθηκε Δεν είναι για να ντρέπεται που έχει ευκολία ύφος που στην αφήγηση χαρίζει ευφορία γκροτέσκο επιθεώρηση, στυφή πρωτοπορία ξένοιαστη χαιρεκάκια, αλέγκρα αλλεργία Έκλεστον στα ποντιακά, αόριστος του κλάνω γεμάτο αυτοσαρκασμό και χιούμορ από πάνω μαύρο, λοξό, ανάποδο, στριμμένο σαν μαστίγιο που δίνεται στο χάρισμα ως άδωρον επίγειο Παράδεισος και Κόλαση σφιχτά με ridicule συχνά προκύπτει Βατερλό, απτόητο, με στυλ τι tour de force, τι γυριστές, τι πρόζα βιρτουόζου σπαρταριστός κλαυσίγελως, ντελίριο βιτσιόζου... Κάτι από σταρ του ροκ-εν-ρολ μ’ ακραίες αντιδράσεις παράκρουση θεότητας κάργα σε αντιφάσεις... Γι’ αυτή μου την ανάγνωση του ημερολογίου που ήταν απολαυστική πέραν του ευχολογίου το δώρο που μου δόθηκε ποιητική αδεία ευχαριστώ ειλικρινά Κορτώ και κορτεζία Και τι να πει κανείς για χτες που το φεγγάρι με Αφροδίτη έδυε σ’ ευθεία και με Άρη...


Η μι κρή Τερέζα εί ναι μεγάλ η ρουφι άνα

ΤΩΡΑ που καλοκαιριάζει, και βγαίνουν στη φόρα τα ειδεχθή ποικιλόθερμα, θα ’θελα να μοιραστώ μαζί σας ένα φόβο που με ταλανίζει παιδιόθεν, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που λέξεις όπως «υστερία» και «γελοιότητα» αδυνατούν να περιγράψουν την όλη κατάσταση. Αναφέρομαι φυσικά στις κατσαρίδες, και δη στις Αθηναίες, Εξαρχιώτισσες και Κολωνακιώτισσες κατσαρίδες, οι οποίες –και δεν πά’ να λένε οι οικολόγοι για την ισορροπία του οικοσυστήματος, και το πώς κάθε είδος ζώου, ως και το πιο σιχαμένο παράσιτο, επιτελεί μια λειτουργία και είναι αναγκαίο– κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι το λεγόμενο λάθος της φύσης. Και το δηλώνω ευθαρσώς: Προτιμώ να μπει στο σπίτι μου κλέφτης, τίγρη της Βεγγάλης, η Άννα Φόνσου ντυμένη Όσκαρ ή βουλευτής του ΚΚΕ γυμνός παρά κατσαρίδα. Σκοπός του σύντομου χρονικού αλλοφροσύνης που ακολουθεί είναι η αλληλεγγύη που δένει όλους εμάς τους δυστυχείς φοβικούς. Έτσι, κάθε φορά που ένα απ’ τα ρυπαρά αυτά έντομα σας κάνει τη ζωή κόλαση και τα νεύρα ράστα, να ξέρετε πως κάπου κοντά σας ένας ομοιοπαθής υποφέρει εξίσου κι επιδίδεται σε ρεσιτάλ αυτογελοιοποίησης και καταβαράθρωσης της αξιοπρέπειάς του. Μια δεκαετία πριν, στην ιδιαίτερη πατρίδα μου. Τρεις το βράδυ, μόνο στο σπίτι, το νεαρό και τροφαντό Κορτόπουλο κάθεται και βλέπει τις τσόντες του ήσυχα ήσυχα, όταν ξαφνικά απ’ το παράθυρο, με βόμβο μαγνητικού τομογράφου, μπουκάρει κατσαρίδα ιπτάμενη, μεταλλαγμένη απ’ το κοκτέιλ τοξικής μάκας του Θερμαϊκού, κι αρχίζει να βολοδέρνει το σαλόνι σαν λίαρ τζετ που ψάχνει διάδρομο για προσγείωση. Πρώτη κίνηση: Με πνιχτά ουρλιαχτά, ο γράφων τρέχει στο υπνοδωμάτιο κι επιστρέφει σαβανωμένος με σεντόνι σαν φάντασμα, διότι κι αν τη σκοτώσω και μου πέσει στο κεφάλι; Θάνατος. Και φυσικά, επειδή δεν τολμώ να τη ζυγώσω, αρπάζω τηλεπεριοδικά απ’ το καλαθάκι του χολ κι αρχίζω να τα σβουρίζω στο ιπτάμενο τέρας. Και κάποια στιγμή –με λυπήθηκε ο Θεός; είδε η κατσαρίδα τη Ρούλα Κορομηλά up close και λιγοθύμησε;– το θεριό πέφτει χάμω, οπότε κι εγώ τρέχω, αρπάζω απ’ τη βιβλιοθήκη τα Άπαντα του Σουρή (πέντε τόμοι βάρους νταμαρόπετρας) και τη θάβω όπως έθαψε ο Ζευς την Έχιδνα κάτω απ’ την Αίτνα. Ναι, αλλά ακόμα κι αν τα κακάρωσε, τολμώ να σηκώσω τους τόμους, να μαζέψω το πτώμα, να το ρίξω στον απόπατο και να τραβήξω το καζανάκι; Δεν τολμώ. Οπότε, καίτοι η ώρα ήταν τέσσερις τα χαράματα, παίρνω την κολλητή μου που έμενε δίπλα, την ξυπνάω και με ικεσίες κι αναφιλητά της ζητώ να ’ρθει για την αποκομιδή της σορού. Τρία χρόνια μετά, επιστρέφοντας από ολονύχτιο ξεπαρτάλιασμα, βρίσκω στην είσοδο της πολυκατοικίας, ξαπλωμένη σαν οδαλίσκη του Ενγκρ, μια κατσαριδούκλα ίσαμε ένα καρβέλι – μέχρι τι χρώμα μάτια είχε έβλεπες, μιλάμε για θηρίο ανήμερο, που τι να του


κλάσουν ο Λεβιάθαν και η Πόρνη της Βαβυλώνας με τα εφτά κεφάλια και τα δέκα κέρατα και τα δύο εξοχικά στο Θεολόγο. Πρώτη αντίδραση: Πάρε τα λεφτά και πέτα. Τουτέστιν, βγάζω απ’ τις τσέπες μου ό,τι κέρματα είχα, κι αρχίζω να τα πετάω στην κατσαριδομάνα, μπας και ξεκουμπιστεί. Πού τέτοια τύχη. Χρειάστηκε να περιμένω δύο ώρες με το ρολόι, μέχρι που ξημέρωσε κι ένας ευλογημένος γείτονας γύρισε, οπότε προσποιήθηκα πως είχα μόλις γυρίσει κι εγώ και προχωρώντας διακριτικά και κάπως πλαγιαστά στο κατόπι του κατάφερα να φτάσω στην είσοδο – και τότε ο άνθρωπος λέει: «Τι είν’ αυτά τα κέρματα;» και σκύβει να δει, οπότε κι εγώ του χώνω μια κωλιά, πατάω τον κωδικό, χιμάω μέσα κι ανεβαίνω τις σκάλες δέκα δέκα. Μόνο ύστερα από δύο σπιτικά τζιν-τόνικ (id est, σκέτο τζιν) κι ένα Ζάναξ κατάφερα να ηρεμήσω. Κι έκτοτε, άλλες τόσες και περισσότερες ιστορίες ταπείνωσης με ουρλιαχτά, ταχυκαρδίες και θεατρικά δρώμενα: να φωνάζω μες στη μαύρη νύχτα κολλητούς και γείτονες να ’ρθουν να μου σκοτώσουν το αποφώλιον τέρας, πετώντας τους τα κλειδιά απ’ το μπαλκόνι, ενώ έχω σκαρφαλώσει στον καναπέ και απαιτώ να δω (από απόσταση πέντε μέτρων μίνιμουμ) το πτώμα και ν’ ακούσω το καζανάκι να το μεταφέρει στο επέκεινα των υπονόμων. Δυστυχώς, αντί ν’ ατονεί με τα χρόνια, η φοβία μου αντιθέτως γιγαντώνεται, σε σημείο που αδυνατώ πλέον ακόμα και να ξαναδιαβάσω τη Μεταμόρφωση, διότι, και μόνο που σκέφτομαι τα σημεία όπου ο Κάφκα περιγράφει τα ποδαράκια του Γκρέγκορ Σάμσα και πώς το μήλο σκαλώνει κάτω απ’ τις φολίδες της ράχης του, μου ’ρχεται να πάρω την πρώτη πτήση για Πράγα, να πάω στο μνημούρι του μεγίστου συγγραφέως και να του αδειάσω δυο κουτιά Raid στα ασάλευτα, στωικά, πεθαμένα του μούτρα.greekleech.info Έτσι λοιπόν, φίλες και φίλοι που τυραννιέστε κάθε καλοκαίρι από τον ίδιο τρόμο, που κάνετε ανάποδο τροχό κάθε φορά που βλέπετε μια φευγαλέα κίνηση στον πάγκο της κουζίνας και ψεκάζετε φονικά φυτοφάρμακα ακόμα και στις μασχάλες σας, να θυμάστε: Δεν είστε μόνοι. Είμαστε πλήθος, λεγεών. Θα μπορούσαμε μέχρι και στις βουλευτικές να κατέβουμε, καθότι η φοβία που μας ενώνει είναι υπερκομματική. (Μα απ’ την άλλη, να γλυτώσεις απ’ τα εξάποδα παράσιτα και να βρεθείς περιτριγυρισμένος απ’ τα δίποδα; Ούτε ο κύριος Σάμσα δε θα το άντεχε.)


Το πετάς, και πετάς!

ΘΑ ξεκινήσω με μιαν ομολογία: όταν πετάω σαβούρα, μεταμορφώνομαι σε γουρούνι – για κάθε σακούλα που εκσφενδονίζω στο σκουπιδοντενεκέ, έχω τριάντα λεπτά οργασμό. Τη σχέση μου αυτή με το άψυχο μίνι σύμπαν που μας περιβάλλει (και ενίοτε μας γίνεται θηλιά στο λαιμό) τη χρωστώ στην αείμνηστη μητέρα μου Κατερίνα. Ήμουν γύρω στα δέκα, θυμάμαι, όταν ο πατέρας μου αποφάσισε ότι το παλιό, καφέ μας Citroën έπρεπε να πάρει την άγουσα, καθώς η συντήρησή του ήταν πιο ασύμφορη κι από συνταξιούχου βουλευτή. Εγώ, φυσικά, ζωσμένος αίφνης από αναμνήσεις εκδρομών, διακοπών κι ευτυχισμένων στιγμών στο απλόχωρο πίσω κάθισμα του Citroën, άρχισα να χύνω τo δάκρυ κορόμηλο. Οπότε με πιάνει η μαμάκα μου και μου λέει: «Θυμάσαι, Πετράκη, όταν πέθανε η γιαγιά;» «Θυμάμαι», λέω. «Θυμάσαι που στενοχωρηθήκαμε, αλλά έπειτα από λίγο καιρό μάς πέρασε;» Το θυμόμουν, όντως, όπως θυμόμουν και την αντίστοιχη γλυκιά λησμονιά που ακολούθησε, έστω και βραδέως, τον παιδικό μου πόνο για το χαμό του αγαπημένου μου παππού. «Ε, λοιπόν, να δεις για πότε θα σου περάσει ο καημός για το αμάξι», κατέληξε η μαμά Κορτώ – και πράγματι, τη μέρα που ο πατέρας μου επέστρεψε απ’ την αντιπροσωπεία με το τσίλικο, απαστράπτον Renault 19, το πένθος για το παλιό μας αυτοκίνητο εξανεμίστηκε εν ριπή οφθαλμού. Πιστή στο παράδειγμα ζωής που μου μετέδωσε, η μητέρα μου, όταν πέθανε (και όχι έφυγε – το Κατερινάκι ανήκει στους ανθρώπους που πεθαίνουν μεν, αλλά δεν πάνε μακριά), άφησε πίσω της προσωπικά υπάρχοντα που χωρούσαν όλα μαζί σ’ ένα μεσαίο σακβουαγιάζ. Έκτοτε, έχω ανακαλύψει την ίδια ακριβώς λυτρωτική αίσθηση ελευθερίας απ’ τα δεσμά των αντικειμένων στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή μου, όπου το κλισέ των ψυχικών απορριμμάτων που ανασύρονται στην επιφάνεια για να καταχωνιαστούν με υγειονομική ταφή όχι μόνο αληθεύει πέρα ως πέρα, αλλά θυμίζει επακριβώς την πράξη της εκκαθάρισης: το άνοιγμα μιας παλιάς ντουλάπας τίγκα στη σκοροφαγωμένη, δυσβάσταχτη μνήμη και την ευφορία του να την παραχώνεις σε μια πλαστική σακούλα (κατά προτίμηση μαύρη, ως bodybag) και να την ξεφορτώνεσαι μια για πάντα. Επιπλέον, με τα χρόνια έχω αναπτύξει ένα βαθιά υπαρξιακό μίσος για συγκεκριμένα αντικείμενα, που πηγάζει από τη σκέψη ότι μπορεί να υπάρχουν ακόμα, στιβαρά και κραταιά, όταν εγώ θα ’χω γίνει στάχτη και μπούλμπερη. Και για να ξαλεγράρουμε λιγάκι, θα χρησιμοποιήσω άλλον ένα οικογενειακό θρύλο μετά ηθικού διδάγματος: Το σωτήριον έτος 1969, η γιαγιά μου η Ελένη (γυναίκα με ασίγαστο πάθος για υπερτιμημένα ροκοκό εκτρώματα) αγοράζει ένα σετ που απαρτίζεται από τρία τραπέζια:


ένα χαμηλό οβάλ και δύο ψηλά, τρίποδα και στρόγγυλα, όλα τους με σκαλιστά χρυσοποίκιλτα πόδια και διακοσμητικά μοτίβα πορσελάνης, και καλυμμένα με μάρμαρο που σε ποσότητα και βάρος ισοδυναμεί περίπου με μισό νταμάρι. Μόλις τα αντίκρισε, ο παππούς μου ξέσπασε σε γέλια. «Α, ωρέ Ελενίτσα!» αναφώνησε. «Σε πιάσανε κότσο! Τραπέζια με τρία πόδια σού πουλήσανε!» Τα τραπεζάκια αυτά εγώ τα πρωτογνώρισα το 1985, όταν μετά το θάνατο της γιαγιάς βρεθήκανε στο σπίτι μας, σαν τρεις παχιές μαύρες μύγες μες στο γάλα. Η μητέρα μου τα αποκαλούσε τα καταραμένα, διότι, αφενός, ήταν πιο ασήκωτα κι απ’ του Μάρκου το κιβούρι, κι αφετέρου, η αξιοποιήσιμη επιφάνειά τους ήταν τόσο μικροσκοπική, ώστε, κάθε φορά που ακουμπούσες κάτι πάνω τους, κάτι άλλο έπεφτε. Και ιδού η ρίζα του θυμού, του μίσους μου για τα άψυχα αντικείμενα: οι παππούδες μου και το στερνοπαίδι τους δε ζούνε πια, αλλά τα καταραμένα τα τραπεζάκια στέκουν περήφανα κι άτρωτα στο πέρασμα του χρόνου. Βεβαίως, καταλαβαίνω το φετιχιστικό κομμάτι της μνήμης και συμπάσχω με τον καθένα που δυσκολεύεται ν’ αποχωριστεί τα ενθύμια του έρωτα, της νεότητας, της ευτυχίας. Κάποια σύμβολα είναι αναγκαία, είναι η οδοσήμανση του παρελθόντος στο οποίο καμιά φορά, άλλοτε νωχελικά κι άλλοτε φευγαλέα, καταφεύγουμε για να γλυτώσουμε απ’ το επαχθές παρόν. Κι ωστόσο, μέσα σε κάθε τζίτζιλο-μίτζιλο ελλοχεύει ένας πυρήνας άψυχης πλην πεισματικής αλαζονείας. Μια φωνή φοβισμένη, που λέει ότι είμαστε πλασμένοι από φωτογραφίες και μικροπράγματα, κι ότι, αν τα χάσουμε, θα χάσουμε αυτό που μας συνθέτει. Όμως –κι απολογούμαι για τη ροπή μου στο μελό– δεν είμαστε ούτε χάρτινοι, ούτε λούτρινοι, ούτε πλαστικοί, χρυσοί ή μεταξένιοι. Ναι, η ύλη μας είναι φθαρτή (υπάρχουν παπούτσια με μακράν ανθεκτικότερο δέρμα απ’ το δικό μας), μα το εντός μας σύμπαν, τα αισθήματα, οι μνήμες, και η παρουσία των ανθρώπων που εμπλέκονται σ’ αυτά, είναι πιο άφθαρτα κι από το λαμπρότερο διαμάντι. (Και τώρα, επειδή συγκινήθηκα, θα μου επιτρέψετε να σας αφήσω – μόλις βρήκα σακούλα με κιτρινισμένα σεμεδάκια, κι επείγει, προτού τα σουτάρω, να τα θωπεύσω, περιγελώντας το μουχλιασμένο παρελθόν και τις αξιοθρήνητες μνήμες που περικλείουν.)


Δόξα και τι μή στο ι εραποστολ ι κό! ΚΑΤΑΚΡΗΜΝΙΣΗ ΕΡΩΤΙΚΩΝ ΜΥΘΩΝ ΒΑΣΙΣΜΕΝΗ ΣΕ ΤΡΑΓΕΛ ΑΦΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΓΡΑΦΟΝΤΟΣ

Στα όρθια: Κατ’ αρχάς, πρέπει να ’χεις κουράγιο κι αντοχή, ειδάλλως, στις 4 το πρωί και ντίρλα, λόγου χάρη, δεν κρατιέται τίποτα όρθιο. Επίσης, απαιτεί αρμονία μεταξύ κλίσης φαλλού και οπής εισόδου, τουτέστιν οι παρτενέρ είναι καλό να μην έχουν μεγάλη διαφορά ύψους και σοβαρές ανατομικές αποκλίσεις, διότι το αποτέλεσμα είναι σαν να βλέπεις τον Κουασιμόδο ν’ ανεβαίνει στο καμπαναριό της Νοτρ Νταμ αγκομαχώντας και κλάνοντας. Το καθιστό ή καβάλα παν στην εκκλησιά: Χρειάζεται προσοχή, σύνεση και ουχί πρεμούρα λαγού, διότι παραμονεύουν και ατυχήματα όπως το κάταγμα πέους, που, ναι, είναι τόσο φρικαλέο όσο ακούγεται. Επιπλέον, θέλει στιβαρό κάθισμα, για να μη βρεθείς με τα μεριά σου σφηνωμένα σε σκισμένη ψάθινη καρέκλα, η οποία κατόπιν μπορεί να καταρρεύσει μαζί με το όλο σύμπλεγμα, προκαλώντας φονικής εντάσεως κουτουλιά μεταξύ των συνευρισκομένων. Πάρε με στα πατώματα, βάρα με στα μωσαϊκά: Πρώτον, τα παλιά ξύλινα πατώματα είναι γεμάτα φονικές σκλήθρες. Δεύτερον, στο δεκάλεπτο οι γάμπες πιάνονται, μουδιάζουν κι αρχίζουν να παθαίνουν κράμπες. Τρίτον, τόσες χιλιάδες χρόνια πολιτισμού, που οδήγησαν σε ανατομικά στρώματα, υποστρώματα, ανθυποστρώματα κι ευρύχωρους καναπέδες, κι εσείς ακόμα κυλιέστε καταγής σαν τη γουρούνα στον οίστρο; Κι επιπλέον, πότε ήταν η τελευταία φορά που βάλατε σκούπα; Στην μπανιέρα δυο δυο: Αφενός, χρειάζεσαι κλειστή ντουζιέρα ή μπανιέρα εξόχως ευρύχωρη, διότι σούρνονται κι ατυχήματα – όπως το να σου χωθεί η καυτή βρύση του ζεστού στη χωρίστρα, να γλιστρήσεις, να πιαστείς απ’ την κουρτίνα και να σαβουρντιστείς στα πλακάκια σαν τη Μάριον Κρέιν άπαξ και την έφαγε ο Ψυχώς ή να σου φύγει το τηλέφωνο του ντους σαν μαινόμενος όφις και να σου κάνει καρούμπαλο, να σου κάψει τα καλαμπαλίκια και να σου κάνει το μπάνιο κώλο. Τα πασαλείμματα με εδώδιμα-αποικιακά: Ας όψονται οι εννιάμισι ρουφιανοβδομάδες και οι γελοιότητες που έχουν εμπνεύσει. Κατ’ αρχάς, έχουμε το θέμα της θερμοκρασίας – άμα τα βγάλεις απ’ το ψυγείο, σου παγώνουνε τα ούμπαλα, κι άμα τα ζεστάνεις στα μικροκύματα, σου τσουρουφλίζουν τα απαυτά. Χώρια που, για να κάτσει φάση αισθησιακή και ουχί εμετική με σιρόπι σοκολάτας, ζελεδάκι, τιραμισού, λειωμένο μπλε τυρί ή γλυκό μελιτζανάκι, οι σύνευνοι δεν πρέπει να ’χουν ούτε μισή τρίχα πάνω τους, ειδάλλως το σεξ καταντάει αηδία, έρχεται και κολλάει η ευαίσθητη περιοχή στα πλακάκια της κουζίνας, το εφήβαιο


κρουσταλλιάζει απ’ το μέλι, κι εκεί που θες να νιώσεις γυναίκα, ξαφνικά σου ’ρχεται να φωνάξεις γυναίκα για λάτρα. Πάνω στην άμμο την ξανθή: Η άμμος έχει τις εξής τέσσερις ιδιότητες: καίει, παγώνει, είναι σκληρή κι ανένδοτη σαν τη μοίρα, κι έχει την τάση να χώνεται παντού. Οπότε εκεί που ξεκινάς το μπαλαμούτιασμα στο λυκόφως, ξαφνικά αρχίζουν να ψύχονται τα εργαλεία, η ραχοκοκκαλιά διαμαρτύρεται διότι είναι σαν να την κοπανάς σε μνήμα, κι επιπλέον, λίγο ο ιδρώτας, λίγο τα λοιπά σωματικά υγρά και λίγο η νοτισμένη αμμούδα, στο δεκάλεπτο τα απόκρυφα της χανούμ και το γιαταγάνι του αγά έχουν μπουκώσει και κάνουν «χριτς χρατς» και γδέρνονται και πονούν, και βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή και το αναθεματισμένο το σούρουπο, γιατί στο μεταξύ έχει σκοτεινιάσει κι άντε βρες τη μαύρη δαντελωτή κιλότα διά της αφής, ενόσω οι μύκητες εντός πανηγυρίζουν την ίδρυση νέας κολπικής αποικίας. Δεν το ξανακάνω σε Autobianchi: Λοιπόν, όλα αυτά τα σεξουαλικά που βλέπουμε στις αμερικάνικες ταινίες, όπου το ένα στα δύο παιδιά έχει συλληφθεί μεταξύ τιμονιού και παρμπρίζ, οφείλονται στο γεγονός ότι τα αμερικάνικα αμάξια του πάλαι ποτέ είχαν ένα μεγάλο, απλόχωρο, ενιαίο μπροστινό κάθισμα, κι άλλο ένα πίσω, και κατά συνέπεια προσφέρονταν για γονιμοποίηση, παρτούζα ή ακόμα και για γκρουπάκι ταντρικής γιόγκα. Όμως, στο σημερινό αυτοκίνητο, ένα σωρό κίνδυνοι ελλοχεύουν, με πρώτο και κυριότερο το θανατηφόρο δίδυμο λεβιέ ταχυτήτων-χειρόφρενου, το οποίο εγγυημένα θα σου θερίσει μπούτια, κωλομάγουλα, γόνατα, αγκώνες και κότσια, χώρια που μπορεί να σφηνωθεί σε καμιά φιλόξενη οπή και ν’ ακουστούν οι τσιρίδες σου μέχρι το Νοβοσιμπίρσκ. Επιπλέον, έχεις το ρίσκο της ερημικής καβάτζας, όπου, εκτός απ’ τα ζευγαράκια που θολώνουνε τα τζάμια, συχνά περιφέρονται και διάφοροι στραβοχυμένοι ματάκηδες, κι εκεί που κάνεις τη δουλειά σου ήσυχα ήσυχα, ξάφνου γυρνάς και βλέπεις μια μούρη κολλημένη στο τζάμι με το μάτι γουρλωτό και το χέρι στον καβάλο, και κλάνεις υαλότουβλα απ’ το φόβο. Θάλασσα στενή: Εδώ έχουμε τα αυτονόητα: το θαλασσινό νερό κάνει τους βλεννογόνους να τσούζουν και να ξεραίνονται. Επίσης, αν δε μιλάμε για πριβέ ορμίσκο στο πουθενά ή για ιδιωτικό νησί, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο, την ώρα που τάχα μου αγκαλιάζεσαι αθώα με το έτερον ήμισυ κι από κάτω πας να τον κεντράρεις, να σου ’ρθει φάτσα φόρα ο ψαροντουφεκάς με τα χταπόδια, ο πιτσιρικάς με τη μάσκα ή έτερος λουόμενος, και να εισπράξεις από χειροκροτήματα, κραυγές («Μαμά, μαμά, έλα να δεις τον κύριο και την κυρία που παλεύουν!» ή «Με παίζετε κι εμένα;») μέχρι μήνυση. Κι όσο για τα απόμερα βραχάκια, ένα πράγμα να θυμάστε: Γλιστράνε! Κι εκεί που νομίζεις ότι επιτέλους βολεύτηκες ο χριστιανός, ξαφνικά φεύγεις πακέτο με το έτερον ήμισυ σαν έλκηθρο στο Σέλι, συμπαρασύροντας με τα τρυφερά, εκτεθειμένα σου οπίσθια, φύκια, κοχύλια, πεταλίδες κι αιχμηρά οστρακόδερμα. Χώρια η υπόληψή σου – εγώ προσωπικά είμαι σεσημασμένος σε τουλάχιστον δύο παραλίες της Χαλκιδικής.


Κούνια-μπέλα στην αιώρα: Χωρίς σχόλια. (Μα στην αιώρα; Η λύσσα σας!) Καλέ, μας βλέπουν! (Ήτοι, συνουσία σε αεροπλάνα και βαπόρια, σε πάρκα και σύδεντρα ή σε ουρητήρια, τσοντοσινεμάδες και λοιπά ξεπαρταλιαστήρια): Κι άντε σου λέω προσπερνάς το ότι είναι παράνομο και ποινικώς κολάσιμο. Κι ότι δε σε νοιάζουν τα αιχμηρά κλαδιά, η στενότης, η μπόχα, η τσιγαρίλα και η τραγική παρακμή. Το μείζον πρόβλημα με τους δημόσιους χώρους; Η κόλαση είναι οι άλλοι – αυτοί που σε μπανίζουν και σου τρίβονται και σε φθονούν και πολλάκις οργάζουν εις βάρος σου. Και λίγη διακριτικότης δε βλάπτει – εκτός αν είσαι στο Βερολίνο, οπότε βλάπτει. Που λες, παρενοχλούσα δυο παλτά: Έχετε φίλο με σπιταρόνα, που σας καλεί σε πάρτι κατάμεστο από κόσμο, με ανεξάντλητα αποθέματα οινοπνεύματος. Το να εκμεταλλευτείτε τη φιλοξενία του μαγαρίζοντας τη συζυγική του κλίνη επειδή δεν κρατιέστε, π’ ανάθεμά σας, είναι γαϊδουριά εφάμιλλη με το ν’ αποπατήσετε πάνω στο Roche Bobois καναπέ του – τουτέστιν, ασυγχώρητη, βδελυρή κτηνωδία. (Χώρια που μπορεί να κάτσεις σε καμιά μυτερή αγκράφα ή καρφίτσα και ν’ αλαλάξεις και να σε πάρουν όλοι χαμπάρι και να μη σε ξανακαλέσουν μήτε σε μνημόσυνο.) Είναι το στρώμα μου μονό: Σοβαρά; Σεξ σε στρώμα θαλάσσης; Χωρίς να τρως δυο βούτες ανά δέκα δευτερόλεπτα; Ε τότε, καλά μου παιδιά, χαραμίζεστε – θα μπορούσατε να κάνετε καριέρα στο «Cirque du Soleil» ή, έστω, στη λαϊκή πανήγυρη της Αγίας Κομποθέκλας, μαζί με το δικέφαλο βρέφος και τη γυναίκα με το όσχεο. Το ηθικό δίδαγμα; Αν για τον οιονδήποτε λόγο είστε μαλωμένοι με το κρεβάτι σας, κάντε του δώρο ένα σετ ακριβά κλινοσκεπάσματα και απολαύστε την ασύγκριτη απλοχωριά και τις ερωτικές αναπηδήσεις επί του στρώματός του.


Κουλ τούρα στο γυμνό κορμί της ή Οδηγός θερι νής ανάγνωσης από παθόντα βι βλ ι οφάγο

ΟΛΟΙ προσμένουμε το καλοκαίρι (ή σχεδόν όλοι – υπάρχουν κι ανάποδοι άνθρωποι σαν εμένα που προτιμούν το χειμώνα) για τα πολύωρα ταξίδια και τις απολαύσεις του, τα μπάνια και την ηλιοθεραπεία (βλ. εγκαύματα δευτέρου βαθμού), τα αισχροκερδή ταβερνάκια, τα ξενύχτια (μετά ή άνευ αλκοολικής δηλητηριάσεως), τα εφήμερα γκομενιλίκια του, και πάνω απ’ όλα, για τη δίκαια κερδισμένη –με κόπο, ιδρώτα, αίμα και φεσωμένες πιστωτικές– ραστώνη του. Ωστόσο, ανάμεσα σ’ αυτές τις συγκινήσεις, πολλοί αδημονούν για την καλοκαιρινή τους άδεια διότι τους προσφέρει μια πολυτέλεια που δεν έχουν τον υπόλοιπο χρόνο, όσο κυνηγούν το μεροκάματο όπως ο σκύλος την ουρά του: τη νωχελική ανάγνωση ή την αφιονισμένη καταβρόχθιση βιβλίων που μαζεύονταν στο κομοδίνο ή το ράφι, περιμένοντας τα ξεραμένα απ’ την αρμύρα δάχτυλα που θα τσακίσουν τις ράχες τους υπό τον ήλιο τον ελληνικό, όστις εφώτισε τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Βαΐτση Αποστολάτο. Έτσι, τόσο ως άνθρωπος του (οινο)πνεύματος, όσο και ως κατά συρροήν και καθ’ έξιν καλοκαιρινός αναγνώστης, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μερικές ταπεινές συμβουλές και προτάσεις, βασισμένες σε προσωπικά μου χουνέρια. Ο πρώτος πειρασμός –που πρέπει πάση θυσία ν’ αποφεύγεται– είναι το υπερφιλόδοξο σχέδιο «ας εκμεταλλευτώ τις διακοπές για να διαβάσω τους κλασικούς, και να μη λέω μπαλαμούτια σε συζητήσεις ότι έχω διαβάσει Προυστ και Τζόις, ενώ με πιάνει νύστα και μόνο με το λήμμα της Wikipedia». Όχι. Τζιζ κακά. Οι «κλασικοί» είναι σαν την Ακρόπολη: υπέροχοι να τους βλέπεις, αλλά βαρείς κι ασήκωτοι. Όσο εύκολο και πιθανό είναι να πάρεις παραμάσχαλα μια Καρυάτιδα και μισό αέτωμα και να τα πας βόλτα στις Κυκλάδες, άλλο τόσο είναι, την ώρα που ο φλοίσβος σε καλεί ηδυπαθώς και οι υπεριώδεις σού ροδίζουν το πετσί, να κάτσεις και να διαβάσεις στα σοβαρά τη Θεία Κωμωδία, τον Δον Κιχώτη, τον Μόμπι Ντικ ή το Κόκκινο και το Μαύρο. Πάρτε το από μένα, που καίτοι έχω φάει τα νιάτα μου με τα βιβλία ο φλώρος, η σχέση μου με τον Ντοστογιέφσκι και τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έχει πληγωθεί ανεπανόρθωτα απ’ αυτό ακριβώς το σφάλμα. Στην πρώτη περίπτωση, επί τρία χρόνια πήγαινα διακοπές αποφασισμένος να διαβάσω τους Αδελφούς Καραμάζοφ και να ξεστραβωθώ. Αμ δε! Διότι λίγο η ντάλα του ήλιου, λίγο το οφθαλμόλουτρο, λίγο η ψιλοκουβέντα και οι επαλείψεις αντηλιακού με δείκτη προστασίας Λάκη Γαβαλά, στη σελίδα 100 είχα ξεχάσει ποιος αδελφός είναι ποιος –καθόσον, δε φτάνει που ’ναι πολλά τα αφιλότιμα, έχουν και χαϊδευτικά!– και πάνω που πήγαινα να βγάλω άκρη, έμπαινε στην αφήγηση κι ο μπάσταρδος, οπότε ο λαϊκός, ημιμαθής εαυτός μου


αναφωνούσε: «Στη στεριά δε ζει το ψάρι!» και παρατούσα το τούβλο paperback πριν το κάνω κομφετί απ’ τα νεύρα. Το αυτό και με τα Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, που, κι εκατό χρόνια να μ’ άφηνες ολομόναχο στην παραλία, αυτό το γενεαλογικό δέντρο των κερατάδων των Μπουενδία δε θα το μάθαινα ποτές. Σε πλαίσιο ανάλογου –και καθ’ όλα θεμιτού– εντυπωσιασμού (τουτέστιν, δεν είμαι μόνο κορμάρα λιμπιστερή σαν νουγκατίνα, αλλά διαθέτω και πνεύμα που γεμίζει δυο μπαουλοντίβανα), μπορεί ν’ αποφασίσετε ότι, ακόμα κι αν ο Ουμπέρτο Έκο σας προκαλεί ναρκοληψία και ο Μισέλ Ουελμπέκ τη διάθεση να χαστουκίσετε τον πλαϊνό σας λουόμενο μέχρι να μπλαβιάσει η μούρη του, θα την πάρετε βόλτα την γκουμούτσα, έτσι για μόστρα. Θανάσιμο σφάλμα. Θυμάμαι, πριν από κάμποσα χρόνια, Ιούλιο μήνα στη Χαλκιδική, να σκάω στο Γλαρόκαβο με τη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας του Καστοριάδη. Σημειωτέον, εγώ non-fiction δε διαβάζω ούτε στο χειρότερο εφιάλτη μου. Θέλω το βιβλίο να έχει πλοκή και αρχή-μέση-τέλος. Ωστόσο, αράζω το κορμί μου το παράξενο σε μια ξαπλώστρα, τσακίζω και τον Καστοριάδη στη μέση, να μοιάζει διαβασμένος, και στο δεκάλεπτο πάνω, την ώρα που γύρευα με μάτι γλαρό το λουκουματζή γιατί η κουλτούρα (έστω και στη θεωρία) μου ’χε ανοίξει την όρεξη, σκάει από δίπλα φοιτητής του Α-Που-Θου –και μήτε καν ευειδής– κι αρχίζει να μου λέει για τον Καντ και τον Χέγκελ και τον Μαρξ, και στα καπάκια μού ξεφουρνίζει ότι είναι και μέλος φοιτητικής κομματικής οργάνωσης της ανθυπο-Αριστεράς, απ’ αυτές που, όταν σταυρώσουν διψήφιο αριθμό μελών, αγοράζουν σαμπάνια βουλγάρικη «Μαυροξίδοβα» και πλαστικά ποτηράκια, και το καίνε ακούγοντας το «Comandante Che Guevara» λούπα. Στο τέλος, δίχως καν ν’ απολογηθώ, σηκώθηκα, σιχτίρισα σιωπηλά τον Καστοριάδη και τη γυαλιστερή του καράφλα, κι όρμησα στα γαλανά νερά όπως οι Μύριοι όταν αντίκρισαν τον Εύξεινο Πόντο.greekleech.info Μια ασφαλής επιλογή που εγγυάται τόσο την προσωπική σας τέρψη, όσο και την κοινωνικοποίηση μεταξύ ηλιοψημένων αναγνωστών, είναι τα εκάστοτε μπεστ σέλερ, από τον Φίλιπ Ροθ, με τους παππούδες που κατουριούνται πάνω τους και φοράνε πάνα κι ωστόσο έχουν μονίμως το νου τους στο σαψαλοπήδημα, και τον Ίρβιν Γιάλομ, που είναι και λίγο σαν τζάμπα ντιβάνι, ρομάντζα με βουρδούλακες (τα γαμάτα της Σαρλίν Χάρις –βλ. True Blood– και τ’ άλλα τα ξενέρωτα όπου τα βαμπίρια δεν πηδιώνται διότι η συγγραφέας είναι Μορμόνα φανατικιά, κι άμα της πεις «ψωλή» λιγοθυμάει) μέχρι τις πρωθιέρειες του λογοτεχνικού γυναικουλισμού (Ντανιέλ Στιλ, Μάριαν Κιζ) και τις ημεδαπές μπεστσελερούδες, που, όταν οι ψωμόλυσσες της κουλτούρας σαν και του λόγου μου βλέπουμε τις πωλήσεις τους, αυξάνουμε απευθείας δόση στο αντικαταθλιπτικό. Και φυσικά, υπάρχει πάντα η πανάκεια της αστυνομικής λογοτεχνίας, όπου, έτσι και συννεφιάσει και πιάσει καμιά βροχή κι εγκλωβιστείτε με το έτερον ήμισυ σε ενοικιαζόμενο δωμάτιο μεγέθους καμπινέ, αντί ν’ αλληλοστραγγαλιστείτε με τ’ άντερά σας, την πέφτετε στο κρεβάτι, πιάνετε μια Ρουθ Ρέντελ ή μια Π. Ντ. Τζέιμς και χορταίνετε σασπένς, αρρώστια, φονικό και περιπέτεια. Κλείνοντας, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σε δύο ζητήματα αμιγώς πρακτικά, τα οποία, ωστόσο, αν παραβλεφθούν, μπορεί να οδηγήσουν σε μίνι τραγωδίες. Πρώτον, εάν το χρώμα των σελίδων του βιβλίου είναι άσπρο ξέξασπρο, φροντίστε να μην το βαράει η


αντηλιά ακόμα κι αν φοράτε γυαλιά ηλίου – θυμάμαι να βάζω σελιδοδείκτη στον Υπόγειο Κόσμο του θεού ΝτεΛίλο έπειτα από δίωρο λαίμαργης ανάγνωσης, και ξαφνικά να διαπιστώνω ότι έχω τυφλωθεί, ενώ η αυξημένη μου ακοή βομβαρδίζεται αλύπητα απ’ το «Χέρια Ψηλά» του Χατζηγιάννη (τραγούδι που θεωρώ ως μία εκ των επτά σφραγίδων της Αποκάλυψης). Τέλος, η βολική αλλά όχι πάντοτε ακίνδυνη συνήθεια της βιβλιοφιλικής βυζοκαλύπτρας, για τις φίλες αναγνώστριες που βρίσκονται σε παραλία γυμνιστών, κι όπως τις πιάνει η ντάγκλα απ’ το διάβασμα και το κυματάκι και το αγέρι, την πέφτουν ανάσκελα στον ήλιο και σκεπάζουν τα πλούσια ελέη τους με το βιβλίο (που λειτουργεί, συνειδητά ή ασυναίσθητα, και ως δόλωμα – λόγου χάρη, Θες να μάθεις τι κρύβει η τελευταία συλλογή της Κικής Δημουλά εκτός από τα γνωστά ποιητικά λογοπαίγνια; ή Θες να δεις δύο απ’ τα χαμένα σύμβολα του Νταν Μπράουν;) Το ζητούμενο είναι να μη σας πιάσει ύπνος βαθύς, όπως είχε συμβεί με μια κολλητή μου, που ’χε στήθια άσπρα σαν τα γάλατα –έστω κι αν δεν παρότρυνε κανέναν να της τα χαρχαλέψει–, κι όπως διάβαζε το τελευταίο ογκώδες πόνημα της κυρίας Μαντά, αποκοιμήθηκε, με το βιβλίο επί των μαστών. Και καθώς ήταν ακόμα μεσημεράκι, και δεν είχε κι ομπρέλα η καψερή, ήρθε ο ήλιος ο ηλιάτορας και την έκανε κόκκινη σαν ορνιθόκωλο, με μια και μόνο τραγική εξαίρεση, την οποία διαπίστωσε ξυπνώντας κι αλαλάζοντας: ένα παραλληλόγραμμο απόλυτης λευκότητας που πλαισίωνε τα μεμεδάκια της, λες και ετοιμάζονταν να δώσουν παράσταση με το Άσπρο Βυζοθέατρο της Πράγας. Αυτά τα ολίγα προς ώρας, φίλοι μου βιβλιοφάγοι. Α, κι αν τύχει στα φετινά σας ταξίδια να πέσετε πάνω σε συγγραφέα της αρεσκείας σας, πιάστε του την κουβέντα και ταχταρίστε το Εγώ του, όσο κι αν κάνει τον δύσκολο. Διότι είμαστε οι πλέον άσημοι διάσημοι και ζούμε για τέτοιες στιγμές όπως οι φυσιολογικοί άνθρωποι (που απολαμβάνουν τη λογοτεχνία χωρίς να θέλουν ψυχαναγκαστικά ν’ αφήσουν την κουτσουλιά τους στο σεπτό της σώμα) ζούνε για το τρυφερό χάδι της αυγουστιάτικης θάλασσας...


Κρουαζι έρα δε θα σε πάω ΜΙΚΡΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΗΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΚΑΤ’ αρχάς, ας ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι η αφραγκία δεν είναι ντροπή – ιδίως στις μέρες μας. Όταν χρωστάει τα μαλλιοκέφαλά του κοτζάμου κράτος, εμείς με τις πέντ’ έξι ψωροκαρτούλες σε πέντ’ έξι τράπεζες (και ύστερα από πέντ’ έξι μεταφορές υπολοίπου) θα ντραπούμε; Ωστόσο, ως κάτοικοι μιας χώρας που ’χει πιο πολύ γαλάζιο κι απ’ την ντουλάπα του Αντώνη Σαμαρά, η σκέψη να περάσουμε το καλοκαίρι χωρίς διακοπές είναι λιγάκι καταθλιπτική και γεννά έντονα αισθήματα μειονεξίας – ακόμα κι όταν τα οικονομικά μας είναι τόσο τραγικά, ώστε ο μόνος τρόπος να παραθερίσουμε είναι ν’ αρχίσουμε τις βίζιτες (ναι, αλλά πού πας για βίζιτα άμα δεν είσαι μαυρισμένη/ος; και για να μαυρίσεις, θες λεφτά, είτε για ηλιοθεραπεία είτε για σολάριουμ – φαύλος κύκλος δηλαδή) ή να πάμε στην Παναγία της Τήνου και να ξαφρίσουμε τη χάρη Της απ’ τους Καρτιέδες και τσι Λαλαούνηδες, οπότε η απόφασή μας να ξεκαλοκαιριάσουμε στο κλεινόν άστυ δείχνει σύνεση, σωφροσύνη και ωριμότητα (και απελπισία – αλλά αυτή ξορκίζεται, όπως θα δούμε παρακάτω). Σε πρώτη φάση, ιδού μερικές καθ’ όλα πιστευτές δικαιολογίες, με τις οποίες μπορείτε ν’ αποκρούσετε την ερώτηση –αρθρωμένη με μια δόση φιλικού οίκτου– «Μα δε θα πάτε πουθενά φέτος;» Στην οποία περίπτωση, διαλέγετε και παίρνετε: «Το εξοχικό μας πλημμύρισε». (Κι αν ερωτηθείτε: «Πόθεν έσχες το εξοχικό, μωρή ξεφτίλω, που βρομάει ο στόμας σου απ’ την πείνα;» επινοείτε μια βίλα ίσαμε τον κώλο της Τζένιφερ Λόπεζ σε κυριλάτο νησί –Κέρκυρα, Σύρο κ.ά.–, την οποία ωστόσο, μαζί με τα εκατό στρέμματα που την περιβάλλουν, έχετε εξ αδιαιρέτου με τα ξαδέρφια σας, που τυγχάνουν πλουτοκράτες και όχι free spirits όπως εσείς, κι ότι απλώς δε γουστάρετε τραβήγματα με το αχώνευτο πλουσιόσογό σας.) «Η γάτα/ο σκύλος μου πρέπει να υποστεί σοβαρή επέμβαση, και δε μου πάει η καρδιά να τ’ αφήσω μόνο του, το μανάρι μου». (Και προς ενίσχυση του μπαλαμουτιού, μπαίνετε σ’ ένα φιλοζωικό site, αντιγράφετε μια φωτογραφία κακοπαθημένου ζωντανού με νοτισμένες ματάρες σαν της Σοφίας Λόρεν στο Γάμο αλά ιταλικά, και ραγίζετε καρδιές με την αυταπάρνηση και την ευαισθησία σας.) «Έχει πλακώσει απίστευτη δουλειά στο γραφείο, και με το καλοκαιρινό μπόνους στη μέση, σκέφτομαι να το αφήσω για φθινόπωρο στο Παρίσι». (Κι όποιος σάς παίρνει τηλέφωνο, του λέτε απότομα: «Να σε πάρω σε πέντε;» και τον παίρνετε μετά μια ώρα, ξέπνοοι και


κατάκοποι απ’ την προσπάθεια να βολευτείτε στον καναπέ με το κουτί της πίτσας, που καίει π’ ανάθεμά το!) «Έχω πάρει όλη μου την άδεια Σεπτέμβρη». (Κι όταν έρθει ο Σεπτέμβρης ο τρυγητής, κλείνετε τηλέφωνα, μπλακμπέρια και λοιπά γκάτζετ, και βγαίνετε απ’ το σπίτι μόνο με μαντήλα και μαύρο γυαλί, σαν την Γκρέτα Γκάρμπο στη σαββατιάτικη λαϊκή του Χεζόλακκου Ημαθίας.) Κι όταν με το καλό ξωμείνετε στην πρωτεύουσα σαν τον κούκο, ιδού μερικές διασκεδάσεις κι απολαύσεις, που κάνουν τις Κυκλάδες να ωχριούν: Κατράμι το αστικόν: Τραβάει η ψυχή σας μαύρισμα; Ξεχάστε παραλίες και ξαπλώστρες, κι εκμεταλλευτείτε το φονικό αττικό ήλιο. Μόλις πάει δώδεκα, βάζετε τα λάδια και τα ξίδια σας, και είτε ανεβαίνετε στην ταράτσα είτε βγαίνετε σουλάτσο σε οδική αρτηρία μες στη μεσημεριανή ντάλα – και σε μια δυο μέρες το πολύ, τα παλικάρια με τα ξυλόγλυπτα στην Ερμού θα σας χαιρετάνε στη μητρική τους γλώσσα. Όσο για τα πόδια, εκεί να δεις μαύρισμα: Βγες ένα διωράκι βόλτα με πέδιλο, σανδάλι, παντόφλα ή γόβα ξώφτερνη, και με τη μάκα που ίπταται στον αέρα του κέντρου, μέχρι να γυρίσεις σπίτι, το πόδι έχει γίνει πιο μαύρο κι από κιλότα Σιτσιλιάνας χήρας. Αρχαίο πνεύμα αθάνατο: Σε αντιδιαστολή με το οποίο, εμείς είμεθα θνητοί, οπότε καλό είναι να το προλάβουμε όσο ακόμα περπατάμε χωρίς πι. Αναρωτηθείτε: Πότε ήταν η τελευταία φορά που ανεβήκατε στην Ακρόπολη; Έχετε πατήσει το πόδι σας στο Μουσείο της Ακρόπολης; Χώρια η Πύλη τ’ Αδριανού και τα αριστουργήματα μεταξύ Πλάκας και Θησείου. Εγώ, για να καταλάβετε, οχτώ χρόνια ζω στα Εξάρχεια, κι ακόμα μια φορά δεν έχω πάει στο Αρχαιολογικό Μουσείο ο απολίτιστος, λες και το ’χω τάμα. Επομένως, σπεύσατε! (Μεταξύ άλλων, η πνευματική αυτή απόλαυση συνδυάζεται εξαιρετικά με την επόμενη.) Ντου γιου λάικ, μαμαζέλ, δι Γκρις; Ανάμεσα στα μυριάδες ξανθωπά, τραγανά και σεξουαλικά διεκδικήσιμα ξενάκια του Βορρά, που κάθε καλοκαίρι εισρέουν στην Ελλάδα ποταμηδόν με σκοπό να λιαστούν μέχρι ν’ αλλάξουνε πετσί σαν τα φίδια, ορισμένα περνούν μερικές μέρες στην Αθήνα των τουριστικών οδηγών: τη μυθική πόλη του Κέκροπος, του Περικλέους, του Νικήτα Κακλαμάνη. Θα τα καταλάβετε απ’ το χαμένο, σαστισμένο βλέμμα, καθώς πασχίζουν εις μάτην να συμβιβάσουν το χάρτη τους με τη ρυμοτομία γερμανικού εξπρεσιονισμού (βλ. Το εργαστήριο του Δρος Καλιγκάρι ) του αθηναϊκού κέντρου. Τα έρμα δεν ξέρουν ούτε σε ποιο ταβερνάκι να πάνε για «dolmadakia» και «koutsomoura», μήτε καν πού να βγουν το βράδυ για να πιούνε την μπόμπα τους. Οπότε, ως γνήσιοι απόγονοι του Ξενίου Διός, προσφερθείτε να τα γυρίσετε στα must της πόλης, μεταξύ των οποίων (αφού τα πείσετε ότι ο γαμηστρώνας στον οποίο έχουν κλείσει δωμάτιο είναι τίγκα στη μουνόψειρα και στις κρυμμένες βιντεοκάμερες) και το φιλόξενο σπιτικό σας. Κι αν τυχόν μένετε σε ημιυπόγειο με μαγευτική θέα σε ακάλυπτο, πείτε τους ότι είστε εικαστικός, κι ότι αυτό που


βλέπουν στην απλώστρα απέναντι δεν είναι οι σουτιέδες της γειτόνισσας, αλλά το τελευταίο σας installation, με τίτλο: «Αστικό Τοπίο 17: “Τέρμα στο γάριασμα!”» Κι από μπάνιο τι κάνουμε; Αν είστε λοιπόν σαν το δελφινοκόριτσο και χωρίς τσαλαβούτα μαραζώνει το «είναι» σας, υπάρχουν λύσεις – ακόμα κι αν δεν παίζει όχημα για ημερήσιες αποδράσεις σε κοντινές παραλίες. Μία είναι να γραφτείτε στον Πανελλήνιο, στην πισινάρα του οποίου έχω πολλάκις αράξει την κορμάρα μου τη βιοδιασπώμενη. Αν πάλι θέλετε να κάνετε στον εαυτό σας ένα πολυτελές δώρο, πάτε όπως είστε στο Χίλτον, με ρολόι μαϊμού Bulgari (που το ’φτιαξαν οι Βούλγαροι) και τους Financial Times (αυτή την εφημερίδα τη σομόν που ένα διαβάζεις και δέκα δεν καταλαβαίνεις;), σκάτε το εισιτήριο κι αράζετε πλάι στους τρισκατάρατους προνομιούχους αυτού του άτιμου ντουνιά, πλάθοντας φαντασιώσεις για άρτι χωρισμένους γιάπηδες που ψάχνουν να βρουν το μελαμψό κορμί των ονείρων τους. Μόνο να θυμάστε ότι στο Galaxy δεν μπαίνεις με βερμούδα (το μωρό μου πέρσι είχε αναγκαστεί να φορέσει λετσοσαλβάρι δικό μου, που του ’πεφτε και κοντό, και ήταν το γιαβρί μου σαν κομπάρσος σε παράσταση των Αθλίων). Πάμε μια βόλτα στο σουπερμάρκετ: Picture this: Καθημερινή. Άδειοι δρόμοι. Τα μεγάλα σουπερμάρκετ σχεδόν έρημα – οι πάγκοι με τα τυριά και τ’ αλλαντικά στη διάθεσή σας. Τιγκάρετε το καρότσι με άνεση, πληρώνετε τσακ μπαμ στο άδειο ταμείο, γυρνάτε σπίτι χωρίς μποτιλιάρισμα και με δεκάδες θέσεις πάρκινγκ, μαγειρεύετε οργιαστικό ντινέ και το καταναλώνετε στο πρωτοφανώς ήσυχο μπαλκόνι σας – κι αφήστε τους άλλους να πληρώνουν δώδεκα ευρώ τη φάβα επειδή στο συγκεκριμένο νησιωτικό κωλοπιασάδικο πριν από τρία χρόνια η Μαντόνα έπαθε κόψιμο απ’ το πολύ σφίξε-σφίξε το μούσκουλο. Άμα βρω να κάτσω, θα σου κάτσω: Υπάρχουν, το λοιπόν, πλείστα μπαράκια με εξαιρετικό ντεκόρ, φτηνά ποτά κι ωραία μουσική, όπου ωστόσο, ένεκα του ότι έχω πατήσει τα τριάντα δύο, όταν το μαγαζί είναι φίσκα και δεν έχεις χώρο μήτε να κλάσεις, έπειτα από ένα ποτό κι ένα τέταρτο ορθοστασίας αρχίζω να νιώθω σαν τον Συμεών το Στυλίτη, αισθάνομαι τον κιρσό και την αιμορροΐδα να ετοιμάζουν κάθοδο, και μου ’ρχεται να στρέψω το πρόσωπο στα ουράνια (ή, έστω, στο ταβάνι του μπαρ) και ν’ αναφωνήσω: «Κύριε, Κύριε, στο τερέν του Παραδείσου / θα ’χει καμιά μπερζέρα να καθίσου;» Αλλά το καλοκαιράκι, που τα ακούραστα εικοσάχρονα φεύγουν προς πάσαν κατεύθυνση και τα μπαράκια μισοαδειάζουν, πηγαίνεις, κάθεσαι σαν κύριος κι απολαμβάνεις τα ποτά σου με τα μεριά ν’ αφρατεύουν στο σκαμπό. Πού ’ναι, πού ’ναι η ποδηλάτισσα; Όσοι και όσες από εσάς βολτάρετε με ποδήλατο και άρα είστε βιονικοί (διότι έτσι ανέβα-να-φιλήσεις/κατέβα-να-γαμήσεις που ’ναι η Αθήνα με τις ανηφοριές-κατηφοριές, μια υπερδύναμη την έχετε οπωσδήποτε), τους ήσυχους θερινούς μήνες μπορείτε ν’ απολαύσετε το χούι σας δίχως τον τρόμο του κάφρου οδηγού ο οποίος, θεωρώντας ότι ο δρόμος –μεταξύ πολλών άλλων– του ανήκει αποκλειστικά, είναι ικανός να σας βάλει στο σημάδι σαν να παίζει βελάκια.


Βογγήξτε ελεύθερα: Διότι το καλοκαίρι η κωλόγρια γειτόνισσα που ’χει θάψει άντρες, παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα και θανατικό δε χόρτασε, κι όλο γκρινιάζει και κλαίγεται και τίποτα δεν παθαίνει, μπορεί να φύγει με γκρουπάκι για λουτρά σε παραθαλάσσιο νεκροταφείο ελεφάντων, οπότε κι εσείς μπορείτε με την ησυχία σας να κανονίζεστε ό,τι ώρα και όσο μεγαλόφωνα γουστάρετε, ενώ οι πιο μοναχικοί έχουν τη δυνατότητα ν’ απολαύσουν το απαγορευμένο «Μήτρος ο γιδοβάτης, Part 2: Χαμός στο χειμαδιό» χωρίς ενοχές και με τσίτα τα ντεσιμπέλ. Δρώμενα δρόμου: Το καλοκαίρι, με το που σφίγγουν οι ζέστες, οι τρελοί (όπως ο γράφων) αποτρελαίνονται. Για παράδειγμα, προ διετίας, την ώρα που αράζουμε με την κουμπάρα στην πλατεία και πίνουμε ήσυχα ήσυχα τον απογευματινό μας φρέντο, μια ακρίδα καφέ, σαν αυτές που περιγράφει ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη, έρχεται και κάθεται στο μπατζάκι μου – οπότε κι εγώ σηκώνομαι κι αρχίζω, αλαλάζοντας, να χορεύω κάτι ανάμεσα σε breakdance και πυρρίχιο, με τους πέριξ θαμώνες να κατουριούνται και να τους βγαίνει ο καφές απ’ τη μύτη. Και πάνω που κάθομαι και προσπαθώ να κατεβάσω τις σφίξεις μου μην πάω αδιάβαστος απ’ το ταράκουλο, η πουτάνα η ακρίδα, που προφανώς το ’χε καταφχαριστηθεί το όλο χορευτικό, έρχεται και μου ξανακάθεται στο πόδι – και φτου κι απ’ την αρχή, μέχρι που οι μαύροι με τα σιντιά άρχισαν να με κοιτάζουν με επαγγελματικό ενδιαφέρον, για τυχόν συνεργασία του τύπου «βάζω τη μουσική και την ακρίδα, βάζεις το χορό;» Παράλληλα με όλα τα παραπάνω, επειδή δεν υπάρχει άνθρωπος άτρωτος στη φθονερή χαιρεκακία, μπορείτε να φαντασιώνεστε ότι όλοι εκείνοι που σας έτριψαν τα γαμάτα καλοκαιρινά τους σχέδια στα μούτρα βρίσκονται εγκλωβισμένοι λόγω κακοκαιρίας στα μικροσκοπικά τους ενοικιαζόμενα δωμάτια και τρώνε τα σπλάχνα τους στον καβγά – χώρια που, όταν θα γυρίσουν και θα σκάσουν οι λογαριασμοί των πιστωτικών και θα κλαίνε όλο το χειμώνα με δάκρυ κορόμηλο, εσείς, εγκρατείς κι ενάρετοι σαν τον μέρμηγκα του μύθου, θα τους χτυπάτε στοργικά στην πλάτη...


Το σι νεμαδάκι το ξεσκέπαστο

ΙΣΩΣ φταίει ότι γεννήθηκα μια χιονισμένη νύχτα του Γενάρη, αιγοκεράκι τεσσεράμισι κιλά – η επιστημονική ονομασία είναι δαμάλι (όταν η μάνα μου μ’ έβγαζε εξίμισι μηνών με το καρότσι, οι κυρίες με βλέπανε και λέγανε: «Καλέ, τριώ χρονώ παιδί κι ακόμα να περπατήσει;»). Ίσως φταίει ότι, εξαιτίας κάποιου τρισκατάρατου γονιδίου, με το που πιάνουν οι πρώτες ζέστες αρχίζω να ιδροκοπάω σαν τη γαϊδούρα στη γέννα. Ίσως πάλι να ’ναι το πάντοτε ακανθώδες θέμα της αναίτιας κι εξοργιστικής επίδειξης κοιλιακών, γλουτιαίων, δικεφάλων και ενδομητρίων, που κυριεύει τους καλλίγραμμους ανθρώπους με το θέρος, κάνοντας εμάς τους κάπως αγύμναστους να νιώθουμε σαν ξεβρασμένες όρκες. (Και δεν είναι να πεις ότι δεν το προσπάθησα. Τρεις φορές έχω γραφτεί σε γυμναστήριο, και τις τρεις το παράτησα στον πρώτο μήνα, αφού κάθε πρωί πάσχιζα να βρω δικαιολογία για να κάνω κοπάνα – λόγου χάρη, πρέπει να πάω στον «Βασιλόπουλο» στο Φάρο για να πάρω στίλτον, το ωροσκόπιό μου συνιστά ξεκούραση, με πονάνε οι ωοθήκες μου κ.ά.) Τέλος, μπορεί να φταίει απλώς ότι τρώγομαι με τα ρούχα μου (κι ας είναι χαχόλικα) ή, όπως το θέτει ο σοφός λαός, «ο κόσμος είναι απλόχωρος και ο Κορτώ στενόχωρος». Ωστόσο, στο παρόν παραλήρημα σκοπεύω να μιλήσω με λόγια γλυκά σαν κουρκουμπίνια γι’ αυτό το υπέροχο πράγμα που λέγεται θερινό σινεμά, που η αναφορά του και μόνο ξυπνά στους ανθρώπους αισθήματα νοσταλγίας (και στα κουνούπια αισθήματα σηκωμάρας). Διότι ποιος (εξόν από τους βόρειους λαούς, που, άμα φκιάνανε θερινά σινεμά, εκεί θα τους βρίσκανε οι παλαιοντολόγοι του μέλλοντος, κάγκελο μες στον πάγο και με τη μηχανή να παίζει λούπα τη «Σιωπή» του Μπέργκμαν – εκεί να δεις απορία οι παλαιοντολόγοι) δεν έχει τρυφερές, ευφορικές αναμνήσεις καλοκαιριών σε χωριά, νησιά, κάμπους και κορφοβούνια, όπου, μόλις έπεφτε το βραδάκι και τα τριζόνια πιάνανε το μονότονο τραγούδι τους, ο κόσμος μαζευόταν για ν’ απολαύσει, με σπόρια, στραγάλια, σταφίδες, χαρούπια και κόλλυβο, τη μαγεία της έβδομης τέχνης; Θυμάμαι, παιδάκι στο «Πολύχρονο», να βλέπω τον Ιντιάνα Τζόουνς, τον Σβαρτζενέγκερ με τον ΝτεΒίτο στους «Δίδυμους», τη θεά Μπέτυ Μίντλερ στο «Big Business», την απείρως καυλιάρα Καθλίν Τέρνερ στον «Πόλεμο των Ρόουζ» (ιδανική ταινία για παιδάκια που οι γονείς τους ανταλλάσσουν πυρά –όχι πάντα μεταφορικά– κάθε μέρα), τον «Ρότζερ Ράμπιτ», τον «Εξολοθρευτή» και τα άπαντα του Στάθη Ψάλτη, υπό τον έναστρο ουρανό της Κασσάνδρας. Μολαταύτα, ως άνθρωπος εκ φύσεως γκρινιάρης και παράξενος, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μερικές όχι και τόσο ειδυλλιακές εμπειρίες θερινής σινεφιλίας, οι οποίες, σε συνδυασμό με το μίσος μου για το καλοκαίρι και το θαύμα που λέγεται γρήγορο Ίντερνετ,


έχουν συντελέσει στην πολυετή αποχή μου απ’ αυτές τις τόσο θελκτικές νησίδες πολιτισμού και ανοχής (και αναφέρομαι στο τσιγάρο, που μόνο σε υπαίθριο σινεμά μπορείς ν’ απολαύσεις). Για λόγους ευπρέπειας και αποφυγή μηνύσεων, δε θα χρησιμοποιήσω τα πραγματικά ονόματα των κινηματογράφων. Ιδού εγώ, λοιπόν. Σινέ «Ελονοσία»: Ιούλιος στη Σαλονίκη. Θερινό σινεμά στην παραλία της Νέας Κρήνης. Νοτιάς, και το σκατό του Θερμαϊκού να εξαερούται, και κάθε τόσο ν’ αναρωτιέσαι: Ποιος πούστης την αμόλησε πάλι; Η ταινία, το «Crash» του Κρόνενμπεργκ – ομολογουμένως, όχι ό,τι πιο αλαφρύ για καλοκαιρινή έξοδο, μα τότε ακόμα ήμουν σινεφίλ της βαριάς κουλτούρας και πίστευα ότι, αν δεν υπέφερα σαν τον Κύριο στο σταυρό (βλ. πρώιμο Φασμπίντερ, Αντονιόνι, Ρομέρ κ.ά.), ήμουν ένα ακαλλιέργητο μηδενικό. Βρήκα το «Crash» εξαιρετικό – αλλά για πρώτη φορά το είδα ύστερα από χρόνια, σε DVD, διότι το μοιραίο εκείνο βράδυ, με το που χαμηλώσανε τα φώτα κι άρχισε η ταινία, ένα σμήνος κουνουπιών σαν πληγή του Φαραώ (από καθαρή κωλοφαρδία δεν πέθαναν κι όλοι οι πρωτότοκοι γιοι στην Καλαμαριά) κατέπεσε πάνω μας με λύσσα, και ιδίως σ’ εμένα που, με τις τροφαντές μου γάμπες και το αίμα μου γλυκό σαν σιρόπι τριαντάφυλλο απ’ τα μαλεμπιά του «Χατζή» που κατέβαζα δέκα δέκα, πρέπει να φάνταζα στα λαίμαργα μάτια τους σαν το σπίτι της μάγισσας στο Χάνσελ και Γκρέτελ. Η μόνη μου ευχή είναι πολλά από δαύτα να πέθαναν επιτόπου από υπεργλυκαιμικό κώμα, διότι με ξεσκίσανε τα πούστικα. Όταν γύρισα σπίτι, η μάνα με ρώτησε: «Πώς ήταν η ταινία;», έπειτα μου είπε: «Σαν πιο παχύ σε βλέπω απόψε», και τέλος, διακρίνοντας ότι η κορμάρα μου η πολύτιμη είχε σπυριά ίσαμε δέκα βλογιοκομμένων, έβαλε κραυγή κι έτρεξε να φέρει αμμωνία, αντιισταμινικά, κορτιζονούχες αλοιφές και τις ευχές του αγίου Κυπριανού. Μέχρι και σήμερα, όποτε βλέπω τη Ροζάν Αρκέτ ή τον Ελίας Κοτέας, με πιάνει αυτομάτως φαγούρα. Σινέ «Γιατί, καλέ γειτόνισσα;»: Επειδή τότενες δεν είχαμε Ίντερνετ και Γουϊκιπίντιες, μες στο κατακαλόκαιρο με την κολλητή, αντί να πάμε για κάνα κοκτέιλ (ή δέκα) να ξαλεγράρουμε, αποφασίζουμε να δούμε το «Τζουντ ο αφανής» – που, αν ξέραμε το στόρι, ακόμα θα τρέχαμε. Ο δε σινεμάς ήταν εξίσου ψυχοπλακωτικός με το «έργο» (όπως λέγονται οι σοβαρές ταινίες): ένας μακρόστενος ακάλυπτος ανάμεσα σε τρεις εξαώροφες πολυκατοικίες, με οθόνη μεγέθους μονού κατωσέντονου –σαν να βρίσκεσαι σε μπετονιέρα– και με καθίσματα αντιστοίχως εχθρικά προς τα εύσαρκα μεριά. Καθόμαστε λοιπόν να το δούμε το στενόχωρο, όταν ξαφνικά κάτι αρχίζει να μας αποσπά την προσοχή απ’ τον Τζουντ και την αφάνειά του: ένα σμάρι γάτες, οι οποίες, έχοντας στη διάθεσή τους δέντρα, μπαλκόνια, καρέκλες, τοίχους, και δε συμμαζεύεται, το ’χαν κάνει παιδική χαρά το θερινό σινεμά, έτσι που πάνω που ’βλεπες τη λυπημένη μούρη του Κρίστοφερ Έκλεστον (που στα ποντιακά είναι ο αόριστος του «κλάνω»), ξάφνου την εξήντα τρία νούμερο μυτόγκα του τη σκέπαζε η σκιά γατιού που ’χε κάνει σάλτο μορτάλε απ’ την ταράτσα, καθόσον φαίνεται είχε πάρει χαμπάρι τη μαυροψυχιά της ταινίας, και λέγοντας από μέσα του: Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα, έπεφτε στο κενό. Το δε φιλοθεάμον κοινό, ένεκα που η ταινία ήταν πιο μαύρη και βαρετή κι απ’ την ντουλάπα του Ζορό, είχε αρχίσει να κάνει χάζι τα


αιλουροειδή. Και ξάφνου, πάνω που αναρωτιόμουν πώς δεν παραφρονούν οι πέριξ ένοικοι με τον καθημερινό σαματά του σινεμά, εξέρχεται στο μπαλκόνι του πέμπτου κυρία με ρομπάκι και μπικουτιά, και σκύβοντας ουρλιάζει: «Μωρή πουτάνα; Πόσες φορές σου’ χω πει να μην τα ταΐζεις τα κωλόγατα; Μέχρι στο κρεβάτι μου τα βρίσκω!» Οπότε βγαίνει και η γειτόνισσα του τέταρτου, στιβαρή και με δυο γατιά στην αγκαλιά, κι αντιγκαρίζει: «Δε λες κι ευχαριστώ που βρίσκεις κάτι στο κρεβάτι σου; Λάμια, ε λάμια!» «Μωρή θα σ’ τα φολιάσω τα βρομόγατα, κι εσένα μαζί!» «Οι γάτες σε πείραξαν! Δεν κοιτάς τα χαΐρια του άντρα σου, που ξέρει όλο το Πολεμικό Ναυτικό με τα μικρά τους;» Η μαγευτική αυτή στιχομυθία συνεχίστηκε σχεδόν μέχρι το τέλος της ταινίας, επιβεβαιώνοντας την άποψή μου ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η ζωή υπερτερεί σαφώς της τέχνης. Σινέ «Εγώ τον Νίο τον έχω χεσμένο»: Επειδής, όπως και σε πολύ κόσμο, το πρώτο «Matrix» με είχε υπεραρέσει, όταν βγήκε το σίκουελ το καλοκαίρι του δε-θυμάμαι-πότε (δείξτε επιείκεια – εδώ κάθε πρωί μού παίρνει δυο τρία λεπτά να συνειδητοποιήσω την ώρα, τη μέρα και το μήνα), έσπευσα σε θερινό σινεμά της πρωτεύουσας να το δω. Ωστόσο, από το πρώτο κιόλας μισάωρο, ήταν προφανές πως η ταινία ήταν αρπαχτή του κερατά και φέσι επικών διαστάσεων, κι ότι η Μόνικα Μπελούτσι έπαιζε ως γκεστ σταρ των βυζοπύραυλών της. Τότε ήταν που την ήδη διασπασμένη μου προσοχή τράβηξε μια θελκτική μυρωδιά κρεατίλας φτιαγμένης με έξι οκάδες μπαχάρια και αλεσμένες οπλές, ουρές, κέρατα και φρονιμίτες: τουτέστιν, χοτ ντογκ. Και παρότι οι υπόλοιποι θαμώνες έμοιαζαν να σνομπάρουν την κάπως λερή καντίνα του σινεμά, εγώ σηκώθηκα, άφησα τον Νίο να πηδάει από νταλίκα σε νταλίκα και καταβρόχθισα στο όρθιο δύο χοτ ντόγκια αμάσητα. Κανονικά, κρίνοντας απ’ το πένθος στα νύχια του καντινιέρη κι απ’ το γεγονός ότι τα λουκάνικα ήταν χρώματος πεθαμενί, θα ’πρεπε να το ’χα σκεφτεί πιο σοβαρά προτού πέσω στο σαβούρωμα, αλλά έτσι είναι ο αδηφάγος ο άνθρωπος, του λες «σαλμονέλα να βάλω;» κι αυτός σου απαντά «ναι, αλλά όχι τσιγκουνιές». Και καθόσον η ταινία, κρίνοντας από φευγαλέες ματιές, πήγαινε απ’ το τραγικό στο τραγικότερο, λέω δε γαμιέται, ας φάω άλλα δυο χοτ ντογκ να στυλωθώ. Τώρα τι διάολο είχαν μέσα αυτά τα ακατονόμαστα λουκάνικα, ιδέα δεν έχω. Πτωμαΐνες, αμίαντο, τσίνορα από δράκο του Κομόντο; Το θέμα είναι πως πριν περάσει τέταρτο, και πάνω που απολάμβανα το τσιγαράκι μου και την μπιρίτσα μου, αίφνης νιώθω τα σωθικά μου ν’ αναδεύονται σαν να ’χα καταπιεί το Άλιεν και να επέκειτο καισαρική χωρίς αναισθησία. Ευτυχώς, είχα παρκάρει κοντά στο σινεμά, κι ευτυχώς, οι δρόμοι μέχρι το Μετς, όπου τσαντίριαζα τότες, ήταν έρημοι, κι ευτυχώς, το κλειδί μπήκε με τη μία στην κλειδαριά. Μου πήρε δύο χρόνια να ξαναεμπιστευτώ λουκάνικο (και πλέον τα τρώω μόνο στο σπίτι, για να ’χω τον απόπατο εύκαιρο), κι όταν είδα το τρίτο «Matrix», το ’δα σε DVD, επί του καναπέ, έχοντας ανά χείρας τσάι, στυφά μήλα κι ένα Ιμόντιουμ για παν ενδεχόμενο.greekleech.info Σινέ «Τα γραΐδια»: Θερινό στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, προ ετών. Προβολή στο πλαίσιο αφιερώματος τύπου «Από την πλήξη στην αυτοκτονία μέσα σε μόλις δύο ώρες», κι έχουμε πάει με την κολλητή να ξαναδούμε το «Θάνατο στη Βενετία», για να διαπιστώσουμε αν μας


αρέσει ακόμα ή αν πρέπει να πάψουμε να λέμε φριχτά ψέματα ότι λατρεύουμε τον Βισκόντι και να πορευθούμε στην οδόν της αληθείας, ομολογώντας ότι προτιμάμε τη μεξικάνικη σαπουνόπερα «Η Μαρία της γειτονιάς». Ωστόσο, η δεύτερη αυτή θέαση απέβη εμπειρία αλήστου μνήμης, καθώς μπροστά μας ακριβώς ήταν καθισμένες δύο γραίες με λουλακί μαλλί κάσκα, οι οποίες ένας Θεός ξέρει πώς είχαν ξεστρατίσει ως εκεί (εκτός αν, ευρισκόμενες κοντά στο μοιραίο, έκαναν ένα είδος τουριστικής έρευνας, λόγου χάρη Να πεθάνω καλύτερα στο δυάρι μου και να με βρουν απ’ την μπόχα ή να τα κακαρώσω στα Καμένα Βούρλα εν ώρα ηλιοθεραπείας και ν’ αφήσω κουφάρι χρώματος μπρονζέ μεταλλικού;) Το θέμα είναι πως, με το που σκάει μύτη ο Τάτζιο κι ο Άσενμπαχ αρχίζει να τον λιγουρεύεται, το «Ντούο Ακράτεια» σκανδαλίστηκε ως εκεί που δεν παίρνει, κι έπιασε σοκαρισμένη κουβέντα, μεγαλόφωνη λόγω βαρηκοΐας: «Καλέ, αγόρι είν’ τούτο;» «Θου, Κύριε, τέτοιος ωραίος άντρας και είναι από εκείνους;» «Μαρή, μην είναι κορίτσι; Δες μαλλί». «Καλέ, δε βλέπεις που δεν έχει στήθια; Πα πα πα, κολάστηκα η χριστιανή!» Αυτό το βιολί (μακράν πιο γαργαλιστικό απ’ την ταινία) κράτησε μέχρι το τέλος, οπότε και η μία εκ των δύο γιαγιάδων μάς χάρισε ατάκα-παρακαταθήκη για την αιωνιότητα. Ήταν η σκηνή όπου ο Άσενμπαχ αρχίζει ν’ αγγελοκρούεται απ’ τη χολέρα και του τρέχουν οι μάσκαρες και τα στουπέτσια που ’ναι πασαλειμμένος, και πονά και σφαδάζει, οπότε η θεά γριέντζω λέει μεγαλόφωνα: «Αμ, τι τις ήθελες τις φράουλες, καψερέ; Δεν έτρωγες καμιά σπανακόπιτα καλύτερα;» Τα λόγια είναι περιττά. Έχω κι άλλες τέτοιες ιστορίες, ακόμα πιο σκαμπρόζικες – απλώς δε θέλω να εκθέσω κόσμο (ή μάλλον τον εαυτό μου, περισσότερο απ’ όσο τον έχω ήδη εκθέσει) αφηγούμενος αποτυχημένο χαμούρεμα ενώ βλέπω (και καλά!) τη «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή», με τρίχες εφηβαίου να σκαλώνουν στο φερμουάρ και τις κραυγές μου να ξυπνούν όλους τους βαθιά κοιμισμένους θεατές, ή το νεανικό μου τραύμα στο «Μπλε» του Κισλόφσκι, όταν η άγνωστη διπλανή μου, εμπνευσμένη απ’ την ερωτική νεκρανάσταση της Ζιλιέτ Μπινός, αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να με κάνει άντρα και μου τον έπιασε πάνω που ’πεφτε ο «Ύμνος για την ενωμένη Ευρώπη», κι έκτοτε κάθε φορά που ακούω Πράισνερ κάθομαι αυτομάτως σταυροπόδι. Διότι αυτό που θέλω να σας μεταδώσω ιστορώντας τα πάθη μου είναι το μοναδικό αίσθημα και η μοναδική εμπειρία του θερινού σινεμά – μοναδικά κι ανεπανάληπτα σαν τον έρωτα, το ελληνικό καλοκαίρι, και τον παππού στην άκρη της σειράς που, στη μέση του «Χάνιμπαλ», αποφάσισε να κολάσει την Κλαρίς και πέταξε όξω το μαραμένο του κλαρί...


Ο μι κρός γοργόνος

ΘΥΜΑΜΑΙ, όταν ήμουν μικρό παιδί αμούστακο κι αθώο στις παραλίες της Χαλκιδικής και κάθε τόσο έτρεχα στην καντίνα για Κόκα-Κόλα και Street Fighter, τους μεσόκοπους Έλληνες λάτρεις του ωραίου φύλου –με την καδένα να στραφταλίζει στη λυκότριχα, την άσπρη κάλτσα σφηνωμένη στην παντόφλα και τη μουστάκα του Νίτσε (που τότε ακόμα δεν είχε κλάψει, όπως κλαίγουσιν οι φλούφληδες, και ήταν άντρας βαρύς και ντερτιλής)– ν’ αναδεύουν νωχελικά το φραπέ τους και σχολιάζοντας τις λουόμενες να χρησιμοποιούν συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς (ιδίως εάν επρόκειτο για καλλονές της αρίας φυλής): μανούλι, τσολιάς, όρθιο χιλιόμετρο, αλογατάκι, παίδαρος – και συνηθέστερα από κάθε άλλη λέξη τον προσδιορισμό-ομπρέλα Σουηδέζα (ακόμα κι αν η γκόμενα ήτο απ’ την Αρκουδομαγούλα της Πίνδου, μαυριδερή σαν την απελπισία και με μόνη «σουηδική» νότα τους δυο κουβάδες οξυζενέ που ’χε μπουχύσει στο ξασμένο της μαλλί-υαλοβάμβακα). Αναντίρρητα, η δημοτικότητα των Σουηδών ήταν καθ’ όλα δικαιολογημένη – τόσο για το φυσικό τους κάλλος, όσο και για την ελευθεριότητά τους (την οποία η ανθρωπότης είχε αντιληφθεί απ’ τις ταινίες του Μπέργκμαν και τα πιπεράτα «Είμαι περίεργη: Κίτρινη» και «Είμαι περίεργη: Μπλε» – που ο συνδυασμός τους θα έπρεπε να ’χε βγάλει το σίκουελ «Είμαι περίεργη: Πράσινη», αλλά το πράσινο, εξόν από χλωροφύλλη και ΠΑΣΟΚ, παραπέμπει και στη διόλου αφροδισιακή μούχλα). Ωστόσο, όπως συνειδητοποίησα ιδίοις όμμασιν πριν από μερικά καλοκαίρια, η αυθεντική καλλονή (με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης, σαν το μετσοβόνε ένα πράμα), το λευκότερο λευκό και το γαλανότερο γαλάζιο, βρίσκεται λίγο νοτιότερα της Σουηδίας, και συγκεκριμένα, στη Δανία. Τω καιρώ εκείνω, παραθερίζαμε με το Κουτάβι στο τρυφηλό και φιλόξενο Βερολίνο, και χαζολογώντας στο Ίντερνετ ανακαλύψαμε τυχαία ότι η πτήση της easyJet για Κοπεγχάγη είχε εισιτήριο λίγο πιο φτηνό από αραμπά για τα Παλαιοφάρσαλα – οπότε, χωρίς δεύτερη σκέψη, βρεθήκαμε στην ιδιαίτερη πατρίδα του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, εντελώς απροετοίμαστοι για όσα έμελλε να δουν τα δόλια τα ματάκια μας. Πρώτο και καλύτερο, τα ποδήλατα – καθόσον η Κοπεγχάγη είναι επίπεδη σαν την κοιλιά που ποτέ δε θ’ αποκτήσω, τίγκα στους ποδηλατόδρομους, και οι οδηγοί αυτοκινήτων της διαθέτουν τέτοια οδική παιδεία, που όχι μόνο δε σε βάζουν σημάδι όπως στην Ελλάδα (που όταν ήμουν μικρός και ροβολούσα ανά τη Σαλονίκη με το ΒΜΧ, η μανούλα μου άναβε καντήλι, θυμιατό και μανουάλι και με περίμενε γονυπετής και προσευχόμενη), αλλά είναι ικανοί να φρενάρουν, να βγουν απ’ τ’ αμάξι και να σου στρώσουν κουβερτούλα μοχέρ για να περάσεις τη λακκούβα χωρίς να λασπωθούν οι ρόδες σου. Κι έτσι, τρέχοντας σαν τον άνεμο (τρόπος του λέγειν – φανταστείτε αεράκι των δύο


μποφόρ μάξιμουμ) και αλαλάζοντας με παιδική ευφορία ανάλογη της Χάιντι και της Πολυάννας με το χαμόγελο-μπότοξ, φτάσαμε στο πλακόστρωτο κέντρο της Κοπεγχάγης, όπου και μας περίμενε το πρώτο σοκ. Επειδή λίγο το πετάλι, λίγο ο καθαρός αέρας, μας είχε κόψει μια άλφα λόρδα, σταματάμε σ’ ένα φουρνάρικο να φάμε κατιτίς να στυλωθούμε. Μόνο που, κοίτα να δεις, την ίδια ακριβώς στιγμή στο φουρνάρικο γύριζαν κάποιο διαφημιστικό σποτ, διότι η κοπέλα που σέρβιρε τα καλούδια ήταν ο λεγόμενος άγγελος Κυρίου: ξανθό μαλλί σαν ποταμός από χυτό χρυσάφι, επιδερμίδα ροδαλή σαν ακριβό κοχύλι (βλέπετε, η πολλή ομορφιά μπορεί να προκαλέσει μέχρι και δεκαπεντασύλλαβο), και το μάτι το γαλάζιο, αλλά το ορίτζιναλ, πλατωνικό γαλάζιο, που φωσφορίζει στο σκοτάδι. Και γύρω λαός, προφανώς κομπάρσοι, να κατακλύζει το φούρνο. Μια και φαΐ γιοκ, λέμε, δε χαζεύουμε καμιά βιτρίνα μέχρι να γυρίσουνε το σποτ; Απέναντι είχε ένα παπουτσάδικο πολυτελείας, απ’ αυτά που με κάθε αγορά, αντί για κόκκαλο, σου δίνουν ένα χέρι υπαλλήλου να σε βοηθά στο βάλε βγάλε. Και θα μπαίναμε να χαζεύαμε, μόνο που, από διαβολική σύμπτωση, την ίδια ώρα γυρνούσαν διαφημιστικό και στο παπουτσάδικο – όπου κάτι αγόρια που, αν τα ’βλεπε ο Καβάφης δε θα ’γραφε για τον Καισαρίωνα και τον Σαρπηδόνα, αλλά για τον Θορ με τη βαριοπούλα του, πηγαινοέρχονταν, προφανώς παριστάνοντας τους πελάτες και τους υπαλλήλους. Μυστήρια πράγματα. Τσουλάμε τα ποδήλατα πιο κάτω, που ’χε ένα υπαίθριο καφέ χάρμα, αλλά μόλις ζυγώνουμε, βλέπουμε –αν έχεις το Θεό σου– ότι κι εκεί γυρίζανε σποτάκι, διότι άπασα η πελατεία ήταν τόσο εκθαμβωτική, που κανονικά θα ’πρεπε να την απομονώσεις σε νησί για ενδογαμία και δημιουργία ράτσας. «Μα τι διάολο», λέει το Κουτάβι, που τυγχάνει παρατηρητικότερον εμού. «Δεν μπορεί να ’χουν κλείσει όλο το κέντρο για να γυρίσουν διαφημιστικά!» Και τότε, γυρνώντας το κεφάλι γύρω γύρω δίκην περισκοπίου, συνειδητοποιούμε ότι και οι περαστικοί –οι μανάδες με τα μωρά στο καρότσι, τα ζευγαράκια που πάνε χέρι χέρι, ως και οι μεσόκοποι κύριοι με τις κυρίες τους– είναι όλοι ένας κι ένας: «το ταμάμ», που ’λεγε η μάνα μου. Και τρώμε την κατραπακιά: η φουρνάρισσα όντως φούρνιζε, ο υπάλληλος όντως έδειχνε παπούτσια σε αληθινούς πελάτες και η πελατεία του καφέ «Λιγοθυμιά» ήταν στ’ αλήθεια απλοί, καθημερινοί άνθρωποι που πίναν τα καπουτσίνα τους! Απλώς βρισκόμασταν ενώπιοι ενωπίω με μια φυλή που τα γονίδιά της ήταν τόσο ευλογημένα, ώστε άσχημος θεωρούνταν αυτός που, όταν τον έβλεπε απότομα τουρίστας, αντί να πηγαίνει κατευθείαν από ανακοπή, υφίστατο μόνο ένα ελαφρό έμφραγμα. Και σαν να μην έφτανε η τόση ομορφιά, η ανθρώπινη παλέτα είχε και ποικιλία. Εκεί δηλαδή που νόμιζα ότι τα ξανθά κουκλιά θα μας βλέπανε μελαμψούς, τριχωτούς και καστανομάτηδες, και θα τους πέφτανε οι σιαγόνες, προς απέραντη ψυχική αναμπουμπούλα μου διαπίστωνα πως ανάμεσα στους ανοιχτόχρωμους αγγέλους περιφέρονταν και μελαχρινές οπτασίες εξίσου συγκλονιστικές. Μας πήρε ώρα πολλή να το συνηθίσουμε, γιατί, σαν να μην έφτανε το αίσθημα μειονεξίας (Είμαι μία κουράδα), σταδιακά διαπιστώσαμε πως οι Δανοί, ζάμπλουτοι σε σχέση με το


μέσο Έλληνα, φορούσαν όλοι μα όλοι haute couture: Ακόμα και οι πάνες των μωρών ήταν Gucci, που, όταν ο μπέμπης κατουριέται, απορροφούν το κάτουρο και το μετατρέπουν σε Envy Eau de Toilette. Οπότε να σου και δεύτερο αίσθημα μειονεξίας ( Είμαι μία ποταπή, άφραγκη κι αστόλιστη κουράδα), διότι τα ρούχα που φορούσα οι κάτοικοι της Κοπεγχάγης δε θα καταδέχονταν να τα χρησιμοποιήσουν μήτε για ποτηρόπανα. (Άντρας: «Τι είν’ αυτό το αίσχος που τολμά ν’ αγγίζει τα Baccarat μας;» Γυναίκα: «Μα οι μαντήλες οι Hermès είναι στο καθαριστήριο!») Τέλος πάντων, κάποια στιγμή το πήραμε απόφαση πως έχουμε τη δική μας, ιδιαίτερη ομορφιά (Μπουχουχουουου!) κι ότι κατά βάθος όλα αυτά τα σούπερ γκομενάκια είχαν νοημοσύνη σέσκουλου, ότι ζούσαν βυθισμένα στην κατάθλιψη που ο πλούτος αδυνατεί να γιατρέψει, κι ότι όλη αυτή η λάμψη ήταν μια βιτρίνα. Και καβαλάμε τα ποδήλατα και πάμε στο πάρκο... Ε, εκεί ήταν που δεχτήκαμε το τελειωτικό χτύπημα: Διότι σε μιαν απέραντη, καταπράσινη, ηλιόλουστη έκταση, γιομάτη δέντρα και λέλουδα, θάμνους, παγκάκια, σιντριβάνια, σκιουράκια, πάπιες και νεράιδες της Ντίσνεϊ, ήταν ξαμολημένες οι φαμίλιες των ντόπιων, οι καλλονές μαμάδες και οι καλλονοί μπαμπάδες ξαπλωμένοι με αποκαλυπτικά ρούχα στο χορτάρι, και τα χερουβικά μωρά τους να τρέχουν και να κυνηγιούνται – το μόνο που τους έλειπε ήταν τα φτερά κι ένα αραμαϊκό όνομα αρχαγγέλου (λόγου χάρη, Ξελιγωτικήλ, Θεοκομματαήλ, Τιμανασεκανεήλ κτλ.) Βέβαια, για να μη με περάσετε για μικρόψυχο, φθονερό και συμπλεγματικό άνθρωπο, η διαμονή μας στην Κοπεγχάγη δεν εξαντλήθηκε στο οφθαλμόλουτρο μετά κλαυθμού και οδυρμού. Η ίδια η πόλη είναι χαρά Θεού, η Μικρή Γοργόνα είναι ωραία και λαχταριστή σαν το Δελφινοκόριτσο (στις σπάνιες περιπτώσεις που έχει κεφάλι – αν και, μεταξύ μας, ό,τι και να της κάνουν είναι λίγο σε σύγκριση με τα μαρτύρια που πέρασε στα χέρια του Άντερσεν), σ’ ένα παλάτι είδα μια κάβα με κρασιά του 16ου αιώνα, που, ακόμα κι αν είχαν γίνει ξίδι, εγώ πάλι θα τα ’πινα (ο οργανισμός μου είναι μαθημένος στο ξίδι – άμα ξεμείνω από πιοτί, είμαι ικανός να πιω μπαλσάμικο σε σφηνάκι), και η νυχτερινή ζωή, σε αντίθεση με την ελαφρώς κοιμήσικη Στοκχόλμη, είναι σφύζουσα κι ακούραστη. Υπήρχαν βεβαίως και κάποια αρνητικά, με κυριότερη τη δαιμονισμένη ακρίβεια. Βλέπετε, είχα καλομάθει τόσα χρόνια στο Βερολίνο, όπου, την πρώτη φορά που μου ’χαν φέρει τζιντόνικ σε ποτήρι-καρδάρα και η απόδειξη έγραφε τριάμισι ευρώ, είχα πει στο Κουτάβι, ψιθυριστά σαν κουτοπόνηρος χώριατος: «Κάνανε λάθος και χρέωσαν καφέ αντί για ποτό, οπότε κάνε την πάπια». Το πρώτο μου δανέζικο τζιν-τόνικ ήταν τόσο τσουρούτικο, που, όταν κοίταξα το ποτήρι, η στάθμη ήταν πιο χαμηλή απ’ ό,τι όταν ήταν άδειο – και το «διπλό» (όπου η στάθμη είναι ορατή με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σαρώσεως) έκανε δώδεκα ευρώ, που για πρώτη φορά μού χυθήκανε τα μάτια χωρίς να οφείλεται σε μπανιστήρι. Επιπλέον, τα δανέζικα ως γλώσσα δυστυχώς δεν ανταποκρίνονται στα κάλλη των ομιλούντων: Στο ξενοδοχείο, όποτε βάζαμε την τηλεόραση να παίζει στο μπακγκράουντ, στο πεντάλεπτο ήθελα να βουλώσω τ’ αυτιά μου με τσιμεντοκονίαμα. Τέλος, όντας αγύμναστος κι από προηγούμενες ζωές, με τα μεριά μου μαθημένα στον καναπέ σαν της οδαλίσκης, παρά τον αρχικό μου ενθουσιασμό, έπειτα από πέντε μέρες


συνεχούς ποδηλατάδας ένιωθα σαν συνδυασμός πορνοστάρ (δεν μπορώ να κλείσω τα μπούτια μου) και αρχάριας μπαλαρίνας (να κάνω σπαγγάτο ή θα μείνω έτσι για πάντα;) Μολαταύτα, εάν θέλετε να δείτε πώς είναι το πραγματικό μάτι-χάντρα θαλασσιά (oculus birbilomaticus), να χορτάσετε τσάρκα και πρασινάδα, και να χάσετε μια για πάντα τα τελευταία σας αποθέματα αυτοθαυμασμού και ωραιοπάθειας, μαζώχτε μπόλικα φράγκα κι ακούστε τη βροντερή μου προτροπή: «Στην Κοπεγχάγη, αδελφές μου, στην Κοπεγχάγη!»


Απ’ τη λ ί κρα στην πί κρα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ του ανδρικού μαγιό, όπως διατρέχει τον αλλοπρόσαλλο βίο μου, είναι μια ιστορία φρίκης, πόνου, διάψευσης και παραίτησης – αυτό που ο Τσέχοφ θα έλεγε κωμωδία. Ωστόσο, προτού ξαμοληθώ σαν τρελό φορτηγό στη λεωφόρο των αναμνήσεων, οφείλω να προβώ σε μερικές διευκρινίσεις, χωρίς τις οποίες το παρόν κείμενο δε βγάζει νόημα (σε αντίθεση με προηγούμενα κείμενά μου, που μου τα ζητάνε από πανεπιστήμια για να ’χουν απόθεμα όταν τους ξεμένει ο απόπατος από χαρτοβάμβακα). Κατ’ αρχάς, παρά τα ακατονόμαστα αίσχη των βιβλίων μου και τον παραληρηματικό δημόσιο λόγο μου, είμαι άνθρωπος τρομερά, παθολογικά συνεσταλμένος. Στις λιγοστές, ευτυχώς, περιπτώσεις που κάποιος μ’ έχει αναγνωρίσει στο δρόμο απ’ το απολλώνειο κάλλος μου και το σωματότυπο κούρου (ή κουρού, όπως μπουγάτσα) και μ’ έχει παινέσει για το θεόπεμπτο ταλέντο μου, η αντίδρασή μου είναι σαν του Κάσπαρ Χάουζερ αν, με το που ξεμπούκαρε απ’ την υπόγα, τον έπαιρνες και τον έριχνες σε μπουζουξίδικο την ώρα που βγαίνει η Αννούλα η Βίσση τυλιγμένη με τ’ αλουμινόχαρτα σαν το σύγκλινο που περίσσεψε από χτες και είναι κρίμα να το δώσουμε στη γάτα. Καμπουριάζω, καρφώνω το βλέμμα στο πεζοδρόμιο και μουρμουρίζω άναρθρα, μέχρι ο βιβλιόφιλος να σκιαχτεί και να φύγει. Επιπλέον, τη συστολή του απροσάρμοστου επιδείνωνε, από τα τρυφερά μου χρόνια, η βαθμηδόν αυξανόμενη αφρατοσύνη μου: πρώτα παιδάκι ευχάριστα γεμάτο, έπειτα παιδάκι δυσάρεστα γεμάτο, κατόπιν παιδοβούβαλο, εν συνεχεία έπιπλο, προς το τέλος της εφηβείας μου βουνό με τα κλαδιά, και στα είκοσι ένα μου κρατίδιο – που, αν είχα τότε βύσμα στην ΟΝΕ, θα μπορούσα να ’χα κόψει μέχρι δικά μου ευρώ. Οπότε, αν σ’ αυτή την ψυχοσύνθεση προσθέσετε τις αποκαλυπτικές αμφιέσεις στις οποίες μας εξωθεί το αναθεματισμένο το καλοκαίρι, μπορείτε να φανταστείτε τι μαρτύρια έχω τραβήξει με το θέμα μαγιό. Πρώτο τραύμα, η ανεκδιήγητη δεκαετία του ’80, που κατάφερε να εκμαιεύσει απ’ τον ελληνικό λαό όλη την ακαλαισθησία που έκρυβε μέσα του επί αιώνες. Αρκούν ως παράδειγμα η μουστάκα-γουναρικό στους άνδρες και οι βάτες παίκτη του ράγκμπι στα τισερτ των γυναικών. Σε ό,τι αφορά το ανδρικό μαγιό δε, τω καιρώ εκείνω το πρόβλημα στις πλαζ δεν ήταν ούτε τα σκουπίδια ούτε τα πλαστικά, αλλά τα φρικαλέα σλιπάκια (σώβρακα) από λίκρα. Τα οποία, στις περισσότερες περιπτώσεις, συνοδεύονταν από κοιλάθρα δίκην κρεμαστών κήπων, έτσι που συχνά νόμιζες πως ο σαπιοκοιλιάς γυρνάει με τη μαλαπέρδα στη φόρα. Επιπλέον, σαν να μην έφταναν τα ίδια τα μαγιά και τα αξεσουάρ που τα αναδείκνυαν (παντόφλα, ενίοτε με κάλτσα, καδένα-προπομπός των ράπερ στο δασύτριχο βυζί και γυαλιά ηλίου περιπτε-Ρέιμπαν με δείκτη προστασίας Στίβι Γουόντερ), πολλοί καλοί


κύριοι, όπως ξαπλώνανε κάτω απ’ την ομπρέλα και νοσταλγούσαν τον καναπέ τους, όπου μπορούσαν να βλέπουν μπάλα και να πίνουν μπίρα και να πέρδονται με κάθε κίτρινη κάρτα –στην κόκκινη χέζεσαι–, αδιαφορώντας παντελώς για το ποιος τους έβλεπε, χώνανε το χέρι μέσα από τη λίκρα και χαρχάλευαν ηδυπαθώς τα καλαμπαλίκια τους. Όπως καταλαβαίνετε, καθόσον απ’ τα μικράτα μου διέθετα αισθητική εφάμιλλη του Ρούμπενς (και τα ανάλογα ξίγκια), δεν υπήρχε περίπτωση να βγω στην παραλία μ’ αυτά τα αισχρά βρακιά – οπότε, όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται σε σχέση με τα όσα έλεγα πιο πάνω (και τα οποία έχω ήδη ξεχάσει), πέρασα χρόνια ολόκληρα χωρίς μαγιό, μέχρι που έπαψα να είμαι παιδάκι κι άρχισαν να κολάζονται αι γεροντοκόραι, οπότε και οι γονείς μου μου επέβαλαν σλιπ διά βοής. Ωστόσο, για καλή μου τύχη, την περίοδο εκείνη άρχισαν να εμφανίζονται τα μαγιόβερμούδες, τα οποία μπορεί να ήταν πιο άχαρα κι από σεμέν τραπεζομάντηλα, αλλά τουλάχιστον άφηναν τα κρυφά κρυμμένα – ή έτσι νόμιζα. Διότι η βερμούδα που ’χα διαλέξει ήταν άσπρη ξέξασπρη κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη, κι επειδή ως τρελός τρωγόμουν με τα ρούχα μου, είχα πάρει το ψαλιδάκι και «χρίτσι χρίτσι» είχα κόψει το σπασουάρ. Και το φόραγα το μαγιό όλο χαρά και βουτούσα κι έκανα τσαλίμια σαν ζαργάνα (απ’ το νησί του Κινγκ Κονγκ), και δροσίζονταν τ’ απαυτά μου και ήμουν περιχαρής. Αυτή η περίοδος ανεμελιάς κράτησε γύρω στις δύο βδομάδες, οπότε και η μητέρα μου μου επισήμανε διακριτικά ότι το άσπρο μαγιό όταν βραχεί γίνεται κάπως αποκαλυπτικό, με αποτέλεσμα να τρέξω στον καθρέφτη, όπου και διαπίστωσα ότι κάτω απ’ τη βερμούδα διαγράφονταν όχι μόνο τα μεριά μου, η χωρίστρα μου και τα οικογενειακά τιμαλφή, αλλά μέχρι και το Υπερεγώ μου. Ακολούθησε δεκαετής περίοδος σταθερής μοσχαροποίησης και καλοκαιρινής κατήφειας, στη διάρκεια της οποίας φορούσα μία τριπλόφαρδη μαύρη βερμούδα –κάτι ανάμεσα σε πένθιμο κρέπι και σφακιανή βράκα– η οποία αντικατόπτριζε το μαύρο της ψυχής μου (διότι στο μεταξύ είχα διαβάσει τον Ξένο του Καμύ και θεωρούσα ότι το μυαλό μου ζύγιζε ελάχιστα λιγότερο απ’ τις μπούτες μου) και η οποία όχι μόνο δε με κολάκευε (εσείς τα αγόρια-μπισκοτολούκουμα να τ’ ακούτε, που φοράτε αυτά τα αίσχη τα ποδήρη – ρωτήστε κι έναν κίναιδο με γούστο, να σας πει ότι δεν πάνε σε κανέναν τα ρημάδια!) αλλά μ’ έκανε να μοιάζω με φώκια την οποία ο Εσκιμώος γουναράς δεν πρόκαμε να γδάρει μέχρι τα πτερύγια, διότι στο μεταξύ του την έπεσε η Μπριζίτ Μπαρντό με καμάκι και γκροπλάν φωτογραφία του Λεπέν για να μάθει να γδέρνει ο απολίτιστος. Γύρω στα είκοσι, όταν πλέον ήμουν ορατός κι από το τηλεσκόπιο Χαμπλ –υπάρχει χαρακτηριστική φωτογραφία που δείχνει πώς γεννιέται ο γαλαξίας, κι από δίπλα έχει εμένα γδυμνό για να καταλαβαίνεις την κλίμακα–, φλέρταρα φευγαλέα με την ιδέα, μια που ήμουν πλέον το τέρας το αποφώλιον και χειρότερα δε γίνουνταν, να εγκαταλείψω τα προσχήματα και να εναγκαλισθώ την παραλιακή παρενδυσία – τουτέστιν, να βρω ένα ωραίο ολόσωμο και να ησυχάσω. Ωστόσο, φαίνεται πως διέθετα ακόμα κάποια ψιχία αυτοσεβασμού (έκτοτε τα έχω χάσει κι αυτά) οπότε παρέμεινα άρκτος βερμουδοφόρα. Και ύστερα ήρθε η δίαιτα, και απέκτησα επιτέλους διαστάσεις ανθρώπου, και μαζί με την πρωτόγνωρή μου αυτοπεποίθηση αναπτερώθηκαν οι ελπίδες μου πως, για πρώτη φορά


στη ζωή μου, θα ’βρισκα το μαγιό των ονείρων μου.greekleech.info Τζίφος. Διότι, όσο κι αν κράζουμε τα έιτις, τουλάχιστον τότε η γράμμωση δεν ήταν Μωσαϊκός Νόμος, και οι ατέλειες, καλυμμένες με μπόλικη γουρουνότριχα, συγχωρούνταν. Όμως, από τότε που η ηθική χρεωκοπία της ανθρωπότητας επεκτάθηκε στο ρατσισμό του σωματικού λίπους και στην άτυπη ποινικοποίηση και της πλέον λεπτής δίπλας, ο αγών μου συνετρίβη κάτω από αγκωνάρια ματαιότητος – γιατί τι να το κάνω το ωραίο το μαγιό, που δεν υπάρχει που-θε-νά το τρισκατάρατο, όταν δε διαθέτω κοιλιακούς στους οποίους μπορείς να βάλεις μπουγάδα με αλισίβα, να τρίψεις παρμεζάνα ή να τηγανίσεις μπριτζόλα στον ήλιο όπως σε τηγάνι-αχιβάδα; Και επιστρέφοντας στις ελεύθερες, ελευθέριες και ξετσίπωτες ρίζες μου, στην παιδική μου αθωότητα και στις θερινές της ηδονές, πλέον αποζητώ παραλίες γυμνιστών, όπου πετάω το επάρατο μαγιό στο δευτερόλεπτο κι ορμώ στο κύμα τ’ αφρισμένο, σαν το κατσίκι τ’ αφιονισμένο. Έτσι, αν ποτέ τύχει κι αναγνωρίσετε την κορμάρα μου την παράξενη, και δεν κεραυνοβοληθείτε όπως η Σεμέλη όταν της τα πέταξε ο Ζευς, να είστε επιεικείς και συγκρατημένοι στις αντιδράσεις σας, διότι έτσι και στο ψυχικό ξεγύμνωμα των βιβλίων μου προστεθεί και το κυριολεκτικό, θα πάθω τέτοια ανεπανόρθωτη κολούμπρα, που μπορεί να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου κάνοντας μπάνιο με μπούργκα.


Κολ ασμένη μπαβαρουάζ

ΚΑΤ’ αρχάς, για όσους δε με γνωρίζετε, επιτρέψτε μου να σας συστηθώ: Με λένε Αύγουστο και είμαι γλυκατζής. Ήμουν το νήπιο που έτρωγε το αυγουλάκι του κι έπινε την πορτοκαλάδα του μόνο και μόνο για την επιβράβευση της κρέμας σοκολάτας από άνθος αραβοσίτου. Το παιδάκι που, τα καλοκαίρια στην παραλία, αντί να κυνηγάει το τόπι του, το σκυλάκι του, το φρίζμπι ή ό,τι άλλο, κυνηγούσε το λουκουματζή με τους λαδερούς, κοκκαλωμένους απ’ τον ήλιο λουκουμάδες του. Το μπουλουκάκι που περίμενε πώς και πώς την πρωτοχρονιάτικη βασιλόπιτα όχι για να κερδίσει το φλουρί, μα για να σκίσει τα ξεκοιλιασμένα, παραμελημένα κομμάτια των χαμένων. Τη μία φορά που ο θείος μου με πήγε να δω τον Ηρακλή στο Καυταντζόγλειο, πέρασα και τις δύο ώρες αγνοώντας επιδεικτικά το ματς και τους αλαλαγμούς του Εθνικάρα, καθόσον η καρδιά μου ήταν δοσμένη στο μελαμψό σκέλεθρο που αλώνιζε τις κερκίδες μ’ έναν ταμπλά φίσκα στο κορνέ, το ροξ και το σάμαλι. Κι όταν με πήγαιναν να δω τη θεια μου στη Βέροια, το βασικό μου κίνητρο ήταν: α) τα ανώμαλα που έφκιανε η εν λόγω θεια, μα που δεν τα πλησίαζε μην της κάνουν τη μασέλα καλοκαιρινή, και β) το ραβανί του «Χοχλιούρου», που ασφαλώς και δεν περίμενα να γυρίσουμε σπίτι για να του κάνω γιουρούσι, με αποτέλεσμα, φτάνοντας στη Σαλονίκη, το αμάξι να θέλει πλύσιμο (αν όχι Ευχέλαιο) και το μαλλί μου να ’χει γίνει μοϊκάνα απ’ τα σορόπια. Ναι, το ομολογώ, είμαι άρρωστος, ανίατος γλυκατζής. Την επάρατη χρονιά των Πανελλαδικών, στη διάρκεια της οποίας έβαλα τριάντα κιλά –σαν γκαστρωμένη με τρίδυμα, που παρά τρίχα τη γλύτωσα την προεκλαμψία– για καλή (ή ολέθρια) τύχη μου είχαν βγει κάτι κρουασάν του εμπορίου με σοκολάτα μέσα όξω, τα οποία δεν έτρωγα ούτε δυο δυο ούτε πέντε πέντε, αλλά κούτα κούτα (των δώδεκα), χονδρική απ’ το «Μάκρο». Τέλος, όταν πλέον το χόνδρος μου είχε φτάσει σε τέτοια ιλιγγιώδη ύψη που δικαιούμουν προσωπικό ταχυδρομικό κώδικα, το ζαχαροπλαστείο του «Χατζή» (ό,τι κοντινότερο σε επίγειο παράδεισο) άνοιξε δεύτερο μαγαζί ακριβώς απέναντι απ’ το πατρικό μου, και δη μαγαζί που ξενυχτούσε, οπότε, άπαξ και συνερχόμουν κάπως απ’ τα δίπιτα και τις μπίρες και μπορούσα να κουνηθώ (συρθώ), κατέβαινα με το παλτό, την πιτζάμα και την παντόφλα, αγόραζα μια τετράδα χανούμ μπουρέκ και δέκα τετραγωνικά καϊμάκι βουβαλίσιο (αν και στην προκειμένη περίπτωση ήταν λίγο σαν κανιβαλισμός), και κατά τις 4 τα χαράματα κατέληγα ημιθανής στον καναπέ, να βλέπω τη Μοιραράκη και να φαντάζομαι τα χαλιά της σοροπιαστά σαν γιγάντια βεζύρ παρμάκ με γέμιση φιστίκι Αιγίνης (ή, όπως το λέμε ’σα πάν’, σαν φιστίκ). Όπως είναι εύλογο λοιπόν, ένας άνθρωπος που δεν έχει το ένα sweet tooth που λένε οι αγγλόφωνοι, αλλά τριάντα δύο δόντια, όλα τους γλυκά (και τα μισά απονευρωμένα), κάποια στιγμή είναι επόμενο να στραφεί στη ζαχαροπλαστική, ίνα κατευνάσει τον Λεβιάθαν


της λαιμαργίας, που φωλιάζει στα σωθικά του. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη μαγειρική, που είχα λίγο πολύ κουλαντρίσει και όπου μπορείς να φτιάξεις ωραιότατο φαγί αυτοσχεδιάζοντας και υπολογίζοντας τα υλικά με το μάτι, η ζαχαροπλαστική θέλει επιμονή, υπομονή, ακρίβεια, κατάνυξη και νεύρα σαφώς πιο γερά απ’ τα δικά μου τα τσαταλιασμένα. Τα μόνα γλυκά που ήξερα να φκιάνω απέξω ήταν κέκι σοκολάτας και κέκι καρότου, που μας τα είχαν μάθει στα Οικοκυρικά (αρσενοκοίτης, όχι μαλακίες), κι από ’κει κι έπειτα δεν είχα αποτολμήσει τίποτα πιο προχωρημένο, διότι είμαι ένας απ’ αυτούς τους εξοργιστικά ψωροπερήφανους άνδρες που δε ζητάν κατευθύνσεις όταν είναι χαμένοι με τ’ αμάξι και καταλήγουν στα ρουμάνια με τις ρόδες κολλημένες στη λάσπη – και στο ίδιο πνεύμα βλακώδους ανδρισμού, δεν καταδεχόμουν ν’ ακολουθήσω οδηγίες και συνταγές σαν την καλή νοικοκυρά που ’ναι δούλα και κυρά. Μέχρι που σε ένα πάρτι, προ μερικών ετών, δοκιμάζω για πρώτη φορά την περίφημη μπαβαρουάζ –απ’ τα χεράκια θεϊκού πιανίστα και κορυφαίου pâtissier– και παθαίνω κλακάζ. Για όσους δε γνωρίζετε αυτό το θαύμα της ανθρώπινης διάνοιας, η μπαβαρουάζ είναι μια πλούσια κρέμα στητή και ζελεδοειδής, που κατά κανόνα φτιάχνεται με φρούτα και σερβίρεται με κουλί (στα γαλλικά, όχι στα καλιαρντά) και σαντιγί, και που είναι να τρώει η μάνα κι όχι απλώς να μη δίνει του παιδιού, αλλά να το στέλνει σε οικοτροφείο εσώκλειστο μέχρι τα δεκαοχτώ για να μην της φάει μήτε κουταλιά – τέτοιο θείον πράμα. Οπότε, παρόλο που ο φίλτατος δημιουργός με είχε προειδοποιήσει ότι η προετοιμασία της μπαβαρουάζ είναι κατά τι πιο δύσκολη από συναρμολόγηση διαστημικού τηλεσκόπιου με δεμένα τα μάτια, την επομένη κιόλας πάω ο καλός σου στο μανάβη, παίρνω δυο κιλά παχιές και μυρωδάτες φράουλες, πάω και στο σουπερμάρκετ για τα υλικά, κι επιστρέφω στο σπίτι βέβαιος ότι θα θριαμβεύσω κι ότι στο μπαούλο μου πεθαίνοντας δε θ’ αφήσω βιβλία, όπως ο Πεσσόα, αλλά αποκαλυπτικές φωτογραφίες της εν λόγω μπαβαρουάζ μαζί με μια ολόκληρη, ταριχευμένη. Το πρώτο κώλυμα, βεβαίως, ήταν η εύρεση της ιδανικής –και πλέον φιλικής προς το χρήστη– συνταγής. Κι ενώ το Ίντερνετ είναι ένας θησαυρός ανεκτίμητος (αρκεί κανείς να σκεφτεί την ελευθερία του λόγου, που επιτρέπει σε ένα σωρό παράφρονες να σε ξεχέζουν ανώνυμα), τουλάχιστον παλιά, όταν ήθελες να φκιάσεις το κατιτίς σου, άνοιγες τη χιλιοδιαβασμένη και λαδωμένη Χρύσα Παραδείση, ακολουθούσες μία συγκεκριμένη συνταγή και ησύχαζες. Ωστόσο, μέσα σε πέντε λεπτά είχα βρει ίσαμε τριάντα διαφορετικές συνταγές, εντελώς αποκλίνουσες σε υλικά και τρόπο προετοιμασίας, με αποτέλεσμα να συγκρατήσω έναν αχταρμά απ’ όλες τους – και δη αχταρμά σε ουγγιές και λίβρες. Ο δεύτερος χάστουκος ήταν η πολτοποίηση της φράουλας, διότι τω καιρώ εκείνω δε διέθετα μπλέντερ. Βέβαια, συζητώντας το με μια φίλη εκ των υστέρων, μου είχε πει: «Καλά, γιατί δεν τις έτριβες στον τρίφτη;» Έλα, ντε! Ίσως εκείνη τη στιγμή ο ανδρισμός που έλεγα πιο πάνω με είχε κυριεύσει, οπότε, αφού έπλυνα τις φράουλες, τις έκανα πολτό σφίγγοντάς τις στη χούφτα μου –σαν κράμα Παρλιάρου και Σουγκλάκου–, με αποτέλεσμα ν’ αχρηστέψω ένα μπλουζάκι, μια βερμούδα και να κάνω την κουζίνα σαν στούντιο του «Saw


VIII: Τα βάρδουλα του Jigsaw». Με τα χέρια μου μουδιασμένα απ’ το σφίξε σφίξε, λοιπόν, αρχίζω το βράσιμο – και ω του θαύματος, τόσο ο πολτός της ίδιας της μπαβαρουάζ, όσο κι αυτός του κουλί, με υπακούν απόλυτα και γίνονται ένα χάρμα οφθαλμών και ρουθουνιών. Όμως, αυτή η αναλαμπή αυτοπεποίθησης έμελλε ν’ αποβεί μοιραία, διότι, μετά το ανακάτεμα του πολτού με τα ζαχαρούχα και τα ρέστα, έρχεται και η ώρα της ζελατίνας... Μέχρι εκείνη τη μέρα, για να είμαι απόλυτα και φριχτά ειλικρινής, η μόνη μου επαφή με ζελατίνα που είχε σχέση με γλυκό ήταν η ζελατίνα που ’χει μέσα ξέρετε τι, και που άπαξ και το φουμάρεις τραβάς μια υπογλυκαιμία να με το συμπάθιο και θες ν’ ανοίξεις τον στόμα σου και να σου μπουχύσει ο άλλος τρία κατσαρόλια γλάσο σοκολάτας για να στανιάρεις. Έτσι, αγνοώντας ότι τα φύλλα ζελατίνας ήθελαν ειδικό ταχτάρισμα –κρύο νερό, καυτό νερό, χλιαρό νερό, γλυκόλογα, χαμούρεμα και επίκληση στον άγιο Φανούριο να σου φανερώσει πότε θα πήξει η ροδαλή χυσαμόλη–, τα αμολάω όπως είναι μες στη γαβάθα, τα ανακατεύω λίγο κι έπειτα χύνω το μείγμα στη φόρμα και το κλείνω στο ψυγείο, διότι η μπαβαρουάζ είναι σαν υπάλληλος και το θέλει το οχτάωρό της. Περνάνε δυο ώρες, πάω να τσεκάρω το γλυκό και το βρίσκω ντιπ κατά ντιπ νερουλό (ή, όπως το λένε σε ορισμένα μέρη της επαρχίας, νιρ’λό, που κάνει ρίμα και με το μερλό). Περνάνε τρεις ώρες, ακόμα νιρ’λό. Τσεκάρω στο πεντάωρο, νιρ’λό σαν αφρόλουτρο με άρωμα φράουλα. Οπότε, λέω κι εγώ ο πονηρός, δεν το χώνω στην κατάψυξη να πήξει μια ώρα αρχύτερα να ησυχάσω; Έρχεται που λέτε το Κουτάβι απ’ το γραφείο, και μετά τις πίτσες τού βγάζω περήφανος το ζαχαροπλαστικό μου επίτευγμα, περιχυμένο με κουλί και φρέσκια σαντιγί. Μόνο που με την πρώτη κουταλιά τον βλέπω να γερνάει πέντε χρόνια και να προσπαθεί εις μάτην να το κρύψει. Δοκιμάζω κι εγώ, και μου ’ρχεται συμφόρεση διότι, ενώ πάνω πάνω είχε πιάσει μια κρούστα, από μέσα ήταν σαν φραουλογιαούρτι νερωμένο, εντός του οποίου επέπλεαν κομμάτια ζελατίνας σκληρά, αιχμηρά και αμάσητα σαν ξύσματα απ’ τις φτέρνες της Σεζάρια Έβορα. Αλλά επειδή η συχωρεμένη η μάνα μου μου ’χε μάθει ότι ήττα ίσον θάνατος, την επομένη κιόλας στρώνομαι απ’ το πρωί να ετοιμάσω την μπαβαρουάζ των ονείρων μου. Μάλιστα, είχα βρει και μια συνταγή για άτομα οριακής νοημοσύνης, όπου, αντί να καταγίνεσαι με τη ζελατίνα και να γίνεται ο ψυχισμός σου κουρέλι (ιδίως αν έχεις καταπιεί κατά λάθος μια κομμάτα να κι αναρωτιέσαι αν θα καταφέρεις να την εκβάλεις κατά φύσιν ή αν θα χρειαστεί εγχείρηση), σου έλεγε να πάρεις ένα ζελέ του εμπορίου σε σκόνη, στην ίδια γεύση με την μπαβαρουάζ – ε, κι όσο να πεις, ένα ζελεδάκι του Γιώτη το φτιάχνει και μωρό παιδί. Σπεύδω λοιπόν στο μανάβη –που απόρησε ο άνθρωπος, τέσσερα κιλά φράουλες σε δυο μέρες, σου λέει τι διάολο, μποστάνι στο πάρκο της Τοσίτσα θα φυτέψει; – και κατόπιν γραμμή στο σουπερμάρκετ. Μόνο που τότε το συγκεκριμένο σουπερμάρκετ ανήκε σε μια αλυσίδα, πρωτεύον μέλημα της οποίας ήταν ότι ο πελάτης έχει πάντα άδικο και γι’ αυτό πρέπει να τον κάνουμε να βλαστημά την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκε. Λόγου χάρη, μπορεί το μαγαζί να ’χε σαράντα νοματαίους να ξεροσταλιάζουν σε ένα μόνο ταμείο, διότι οι άλλες δυο ταμίες σιάζανε τα κωλόχαρτα στα ράφια για να δείχνουν αρμονικά. Και τη


μέρα εκείνη φαίνεται πως είχαν μπει και οι συντάξεις, διότι μπροστά μου στεκόταν ένας λόχος μπαρμπίδια και γραΐδια, με ένα γιαούρτι κι ένα ξινό νερό, που ωστόσο, για να το πληρώσουν –επειδή στην πλεινότητά τους τυγχάνουν και θεόκουφα–, πρέπει πρώτα η ταμίας να τους το χαράξει στο τύμπανο με παραμάνα και μετά να περάσει ένα πεντάλεπτο επιστρέφοντάς τους τα λάθος κέρματα και παίρνοντας η ίδια τα σωστά απ’ το τσαντί. Αφού περνάω που λέτε κάνα εικοσάλεπτο, στη διάρκεια του οποίου είχα καταλήξει να φαντασιώνομαι σκηνές από παραδοσιακή τελετή Εσκιμώων, αυτή που βάζανε τα γερόντια σ’ ένα κομμάτι πάγο και τα στέλνανε στην ευχή της Παναΐας, πληρώνω, γυρνάω σπίτι κι αρχίζω (ευφυέστατα και πάλι) το σφίξε σφίξε, παρόλο που τα χέρια μου είχαν βαφτεί απ’ τη φράουλα και είχαν γίνει σαν της λαίδης Μακμπέθ, κι ένιωθα το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα να καραδοκεί. Και πάνω που ’χω βράσει κι έχω ανακατέψει τα υλικά, διαπιστώνω ότι μες στην πρεμούρα μου είχα ξεχάσει τα αυγά! Τρόμος, όλεθρος! Αφήνοντας τη γαβάθα σκεπασμένη και κάνοντας τάμα στον άγιο Νεκτάριο να μη μου πήξει το γλυκό πριν προκάμω να βάλω τα αυγά, τρέχω με την κάλτσα στο σουπερμάρκετ – όπου και τρώω άλλο ένα τέταρτο στο ταμείο, διότι μια καλή κυρία με λουλακί μαλλί-κάσκα και κάλτσες για κιρσούς είχε κάτι τρισκατάρατα κουπόνια για κάτι πιατικά, τα οποία ωστόσο είχαν λήξει τον καιρό που έπεσε το Τείχος, όσο κι αν η ίδια αρνούνταν να το δεχτεί κι απαιτούσε τα πιάτα της με στεντόρεια φωνή (που μα το Θεό, αν δεν ήταν ότι θα ’χανα τη σειρά μου, θα ’τρεχα σπίτι και θα της έφερνα ένα καφάσι πιάτα, να ’χει και να τρώει και να σπάει όταν μερακλώνει). Γυρνάω το λοιπόν στο σπίτι, ξέπνοος κι αγανακτισμένος, και πάνω που ’χω χωρίσει τσι κρόκους κι έχει βράσει το μείγμα, παίρνω το κουτί με το φρουί-ζελέ, και διαπιστώνω ότι έχει γεύση κεράσι! Δε θα σας κουράσω με πλήρη αφήγηση της τρίτης κατά σειράν επίσκεψής μου στο σουπερμάρκετ – αρκεί να πω ότι ύστερα από κάποια στιγμή μ’ έπιασε υστερικό κλάμα κι άρχισα να ουρλιάζω: «Ταμείο! Ταμείο!» μέχρι που με εξυπηρέτησαν άμεσα μην τυχόν και τους ξαντεριάσω καμιά γριέντζω και την πληρώνουνε για νια. Και παρά την οδύσσεια της προετοιμασίας της (και τον ιδρώτα, το δάκρυ κορόμηλο και την υπέρταση, που έπληξαν το δύσμοιρο, λαίμαργο ζαχαροπλάστη), η δεύτερη μπαβαρουάζ στο εξάωρο πάνω ήταν τέτοιο σουξέ, που λυπόμουν να τη βγάλω απ’ τη φόρμα. (Βεβαίως, η λύπη μου πέρασε και η αγανάκτηση επανήλθε όταν, λίγο πριν τη σερβίρω, διαπίστωσα ότι η φυτική κρέμα γάλακτος που ’χα πάρει δεν έπηζε σε σαντιγί μακάρι να τη χτύπαγε η Μοίρα με το σπαθί, οπότε αναγκάστηκα να ξαναβγώ για κρέμα με 120% λιπαρά, κι ότι παρά τις ελπίδες μου για την εμφάνισή της, επειδής η φόρμα μου δεν ήταν πλαστικιά του ζελέ αλλά μεταλλική του κεκιού, όταν την αναποδογύρισα έκανε ένα «χλάπα χλάπατα!» κι απλώθηκε στην πιατέλα σαν ψόφιο σαλάχι. Τουλάχιστον, ήταν νόστιμη.) Το ηθικόν δίδαγμα; Έτσι και ποθήσετε μπαβαρουάζ, πρώτα με παίρνετε ένα τηλέφωνο – σαν αυτές τις γραμμές υποστήριξης για επίδοξους αυτόχειρες– και μετά πάτε βουρ στο ζαχαροπλαστείο, την πλερώνετε κι έχετε το κεφάλι σας ήσυχο...


Ο κατά φαντασί αν ετοι μοθάνατος

ΚΩΜΩΔΙΑ ίσον τραγωδία συν χρόνος», είχε πει σοφά η Αμερικανίδα ηθοποιός Κάρολ

«

Μπερνέτ. Και πράγματι, όσο απομακρυνόμαστε απ’ τον πόνο του παρελθόντος, τόσο πιο εύκολη γίνεται η διακωμώδησή του. Αρκεί να σκεφτούμε νεανικά μας γκομενιλίκια, που μας είχαν φιλετάρει την καρδιά σαν βακαλάο, που κλαίγαμε και χτυπιόμασταν και πέφταμε στα μωσαϊκά και σφαδάζαμε –εμένα συγκεκριμένα το πατρικό μου είχε ξύλο και μάρμαρο, όπου κυλιόμουν αντιστοίχως χειμώνα και καλοκαίρι– και πώς, πέντε δέκα χρόνια μετά, γελάμε με το αλλοτινό μας ποθοπλάνταγμα και κραζόμαστε με τους φίλους μας για τα ερωτοχτυπημένα μας χάλια, τόσο γελοία κι εξωφρενικά που φαντάζουν σχεδόν ξένα. Το παρόν ντελίριο, ωστόσο, γράφεται με αφορμή την κατάθλιψη, μια νόσο που δεν είναι διόλου για γέλια και που στην εποχή μας τείνει να λάβει διαστάσεις μάστιγας. Διότι το πιο ύπουλο χαρακτηριστικό αυτής της σκατοαρρώστιας είναι η βεβαιότητα που δημιουργεί στο άτομο που πάσχει ότι το μαύρο σύννεφο δε θα ξεκατσικωθεί ποτέ απ’ την ψυχή του. Και η πρώτη χαρά που σου κλέβει είναι το γέλιο – αυτή η απελπισία πως δε θα ξαναγελάσεις ποτέ. Κι όμως, έχοντας περάσει την τελευταία δεκαετία τρεις περιόδους κλινικής κατάθλιψης, μπορώ να σας εγγυηθώ ότι, με την κατάλληλη ιατροφαρμακευτική βοήθεια και την αγάπη των οικείων μας, όχι μόνο περνάει, αλλά –όπως και με τα γκομενιλίκια που έλεγα παραπάνω– με την πάροδο του χρόνου απορείς με τη βλακεία σου και μπορείς να δεις την ιδιωτική σου τραγωδία ως κωμωδία. Έτσι λοιπόν θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μερικές απ’ τις πλέον γελοίες στιγμές της τραγελαφικής καταθλιπτικής μου εμπειρίας, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι... Σωτήριον έτος 2006, μήνας Ιούνιος. Ένα βράδυ, έπειτα από ένα οχτάωρο μετάφρασης που έβλεπα όχι μόνο πουλάκια, αλλά και τα συνοδά αρχιδάκια τους απ’ την ντάγκλα, όπως άπλωνα την κορμάρα μου την απέθαντη στον καναπέ για να ξαποστάσει η μεταφραστική μου καμπούρα, ένιωσα το μικρό δάχτυλο του αριστερού μου χεριού να μουδιάζει. Τώρα ο κάθε λογικός άνθρωπος θα σκεφτόταν πως, άμα βαράς γκασμά στο πληκτρολόγιο ολημερίς, μπορεί να μουδιάσει όχι μόνο το δαχτυλάκι σου, αλλά να σου ξεραθεί το χέρι ολόκληρο όπως η συκιά που καταράστηκε ο Χριστός. Ωστόσο, όπως πιθανώς έχετε διαπιστώσει απ’ τα πλήρη συγκρότησης και νηφαλιότητας κείμενά μου, ως άνθρωπο μπορείς να με πεις ένα σωρό πράγματα, λογικό όμως με τίποτα. Επιπλέον, έχοντας σπουδάσει Ιατρική (άλλο που δεν πήρα πτυχίο κι έμεινα απτυχίωτος και δεν έχω το «βραχιόλι» που μας λέγανε οι γονείς μας, να κάνει «ντρούγκου-ντρουγκ» και να στέκονται σούζα οι ασθενείς), είχα αποκομίσει ένα κάρο μισοχωνευμένη γνώση, η οποία καθότανε ταμάμ στο εκάστοτε υποχονδριακό μου επεισόδιο. (Καθότι, εξόν από πάλαι ποτέ χονδρός,


είμαι κι εξ από ανέκαθεν υποχόνδριος. Λόγου χάρη, το καλοκαίρι του 2001, όταν η κατάθλιψη μου πρωτοχτύπησε την πόρτα σαν κακός δοσατζής του ’50 κι εγώ της άνοιξα ο τρόμπας, το βασανιστικό μου «σύμπτωμα» ήταν ο λεγόμενος υστερικός κόμβος – τουτέστιν, η ψευδαίσθηση ότι δεν μπορούσα να καταπιώ κι ότι πνιγόμουν, και είχα αλωνίσει όλους τους ωριλάδες και τους αλλεργιολόγους της Σαλονίκης, μέχρι που κάποιος χριστιανός μού επισήμανε ότι, για να είμαι σαν τη σκούνα Βαγγελή, όχι απλώς κατάπινα, αλλά κατάπινα γατοκέφαλα, και μ’ έστειλε σούμπιτο στον τρελογιατρό.) Επιστροφή στο 2006, όμως. Με το που νιώθω το δαχτυλάκι να μουδιάζει, παίρνω επιτόπου τηλέφωνο την καλή μου μητριά (που τυγχάνει γιατρός με διαγνωστική δεινότητα Γκρέγκορυ Χάουζ) και τη ρωτάω κατά πόσον το μούδιασμα μπορεί να είναι σύμπτωμα ήπιου εγκεφαλικού. Η απάντηση που έλαβα, αν και ενδεδυμένη πέπλον μητρικής αβρότητος, ήταν χονδρικά «δεν τραβάς καμιά μαλακία να στρώσει η γκλάβα σου;» Ωστόσο, εγώ απόλυτα δεν επείσθην. Την επομένη το βράδυ, που λέτε, έχουμε μαζευτεί με το Κουτάβι, τη Ρουάλα και το Αρνί στον καναπέ, και βλέπουμε το «Περηφάνια και Προκατάληψη», αυτό με την Κίρα Νάιτλι, και για να είμαι ειλικρινής καλή-χρυσή η Τζέιν Όστεν, αλλά, ρε παιδί μου, είναι σαν ταινία του Ρομέρ ένα πράμα, όλο μπούρου-μπούρου και φλερτ και ματοτσίνορο-τουρμπίνα, που σου ’ρχεται ν’ αλαλάξεις: «Πότε θα πέσει επιτέλους ο πούτσος, γαμώ τις δαντέλες και τις καούκες σας;» Κι όσο έβλεπα, έριχνα: κάτι ντονέρια, κάτι παστουρμαδόπιτες –ωραίο πράμα!– και πατάτες, και στα καπάκια μια σοκολάτα γάλακτος ΙΟΝ (αυτή με την καρδάρα στο περιτύλιγμα, που, όταν τα σανιδώσω, θέλω να με φυτέψετε μαζί με τρία κασόνια σοκολάτες ως κτερίσματα), χώρια το μισόλιτρο το κόκκινο κρασί και το πακέτο τα Μάλμπουρα, διότι η ταινία εποχής το σηκώνει το τσιγάρο της. Ε, και κάποια στιγμή γύρω στη μία δύο, που κόντευε να τελειώσει το υπερθέαμα, νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος. Θα μου πεις, μόνο άνθρωπο δεν είχες φάει, κι όσο για το ντουέτο σκωταριά-πλεμόνια είναι ν’ απορείς πώς δεν είχαν κατέβει σε απεργία να μου κλείσουν το άντερο σαν την Πανεπιστημίου και να πρέπει να πάει το φαΐ μέσω Νεάπολης για να φτάσει στον προορισμό του. Μόνο που εγώ ήμουν πεπεισμένος ότι ψυχορραγούσα από καρδιακό επεισόδιο – οπότε και παίρνω το Κουτάβι (που δεν ήξερε το έρμο πόσα καντάρια τρέλα κουβαλούσα και είχε κλάσει μαλλί μοχέρ απ’ την τρομάρα του), μπαίνουμε σ’ ένα ταξί και βουρ στο «Αλεξάνδρα». Μπουκάρω λοιπόν στα Επείγοντα τρεκλίζοντας, ασθμαίνοντας και πασχίζοντας να σκεφτώ κάτι πνευματώδες ως famous last words, για να μην περάσω στην αιωνιότητα με τα λόγια «νιώθω μια πίεση στην κοιλιά, αλλά φοβάμαι να κλάσω», κι ενημερώνω τους εφημερεύοντες ιατρούς ότι μια διασημότης αγγελοκρούεται ενώπιόν τους και να σπεύσουν μπας και τη σώσουν και δε φτωχύνει η ανθρωπότητα. Όπου ο ταλαίπωρος ειδικευόμενος, προσπαθώντας να κρύψει το μορφασμό Γαμώ τους τρελούς μου νυχτιάτικα!, με ακροάζεται, μου κάνει ένα καρδιογράφημα (τζιτζί φυσικά), και τέλος, με ρωτάει τι έχω φάει κι αν είχα ιστορικό ψυχικής νόσου. Ε, δεν μπορούσα να του πω μπαλαμούτια του ανθρώπου, οπότε ομολογώ ότι έχω φάει τη φάγουσα, έχω πιει σαν νεροφίδα κι έχω φουμάρει το μισό «Παπαστράτο», α, κι ότι παρεμπιπτόντως πριν από πέντε χρόνια είχα


αλωνίσει ούλα τα νοσοκομεία της συμπρωτεύουσας τέσσερις το πρωί με κρίσεις πανικού επειδή νόμιζα ότι ο λαιμός μου είχε φράξει και δεν κατέβαινε το δίπιτο το αμάσητο. Οπότε κι ο άνθρωπος, ως όφειλε, μου ’δωκε ένα Στεντόν και μια στον κώλο, που ’λεγε η γιαγιά μου. Κατόπιν τούτου κοιμήθηκα σαν το πουλάκι. Έλα όμως που την επομένη αναχωρούσαμε για Σέριφο με το Κουτάβι και τον κολλητό μας τον Θανάση... Με το που ξυπνάω λοιπόν, η πρώτη μου σκέψη είναι ότι θα πάθω έμφραγμα στη Σέριφο κι ότι, μέχρι να ’ρθει το ελικόπτερο να με μαζέψει, θα ’χω μεταβεί εις τόπον χλοερόν ένθα ουκ έστι πόνος, δυσκοιλιότης και ραγάδες. Το Κουτάβι με συνεφέρνει όπως όπως, με χαπακώνει κιόλας για να ’ναι σίγουρος, και μία ώρα αργότερα επιβιβαζόμαστε στο πλοίο της αγάπης και του λάγνου έρωτα. Μόνο που, σαν να μην έφταναν οι φοβίες που μου ’χει δώσει ο Ύψιστος, ένα απ’ τα πράγματα που αδυνατώ να κάνω είναι να χαλαρώσω σε πλεούμενο – διότι είμαι βέβαιος ότι, με το που θα σφαλίσω τα μάτια μου, το παπόρι θα βυθιστεί αύτανδρο και θα βρεθώ να κάνω παρέα με αυτά τα αβυσσαλέα ψάρια με τις δοντάρες, που είναι μισό πορτατίφ και μισό πρίγκιπας Κάρολος. Μα για κακή μου τύχη, και παρά τον πανικό και την πρεμούρα μου –που μέχρι ν’ αναχωρήσει το πλοίο είχα ξεχαρβαλώσει δύο σκάλες απ’ το πέρα δώθε– το ηρεμιστικό αρχίζει να με πιάνει. Που σημαίνει ότι τα ψωμιά μου είναι μετρημένα διότι, έτσι και ξεχαστώ και καθίσω και με πάρει ο ύπνος, το πλοίο προσκρούει σε παγόβουνο και δεν έχω και τις βυζάρες της Κέιτ Γουίνσλετ που επιπλέει και με δώδεκα μποφόρια. Η λύση; Πέρασα κι εγώ δε θυμάμαι πόσες ώρες γερμένος στα κάγκελα του καταστρώματος, ρίχνοντας κάθε τόσο στα μούτρα μου εναλλάξ νερό και σκαμπίλια, που μέχρι να φτάσουμε στη Σέριφο είχα κάνει κάτι μαγουλάκια κόκκινα και φουσκωτά σαν της Χάιντι όταν την κυνηγούσε ο Πέτερ για να της δείξει το εντελβάις του. Η Σέριφος, όπως θα ξέρετε, είναι ένα νησί νωχελικόν και ερημικόν, το οποίο προσφέρεται ιδανικά για ζευγαράκια στα ντουζένια τους (που ξεμοναχιάζεσαι και ξεκωλιάζεσαι) ή για ζευγάρια πάνω στα χωρίσματα (που ξεμοναχιάζεσαι και ξεμαλλιάζεσαι). Όμως, για μια παρέα τριών ατόμων, εκ των οποίων ο ένας είναι για δέσιμο με αλυσίδες που να μην τις σπάει μήτε ο Κουταλιανός, ο συνδυασμός ερημιά-γαλήνη είναι ένα κι ένα για να ’ρθει η παραφροσύνη και να φουντώσει και να μην τη μαζεύεις με τίποτα. Η πρώτη κατραπακιά (σχεδόν κυριολεκτική) ήταν η θάλασσα, όπου πήγαμε καρφωτοί με το που ξεμπαρκάραμε, διότι το Κουτάβι κι ο Θανάσης θεωρούσαν εύλογα ότι ένα μπανάκι στη δροσιά του Αιγαίου θα με συνέφερνε. Μόνο που, δεν ξέρω αν το ’χετε πάθει κι αλλού, αλλά με το που καθόμαστε στην αμμούδα, πιάνει ένας αέρας άλλο πράμα, που κάθε τόσο σήκωνε ένα σύννεφο άμμου και σ’ το κοπάναγε στα μούτρα λες και είσαι η Παναγία των Παρισίων και σε καθαρίζουν με αμμοβολή. Το δε νερό ήταν τόσο κρύο, που πάθαινες όχι μητρικά, αλλά και πατρικά. Έτσι, σ’ το μισάωρο απάνω, χαστουκισμένος και ξεπαγιασμένος, σηκώνομαι και δηλώνω ότι πάω στα ενοικιαζόμενα δωμάτιά μας για να πεθάνω σαν άνθρωπος, σε κρεβάτι, και με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος σε ένδειξη παπικού μεγαλείου. Και για πρώτη φορά, καθώς παραπατάω στο αγιάζι, πιάνω τον αριστερό μου καρπό και


παίρνω το σφυγμό μου. Ε, αυτό ήταν! Επί τρεις ημέρες συναπτές, απ’ την ώρα που ξυπνούσα κι έπινα τον ντεκαφεϊνέ μου μέχρι το βράδυ που με πήγαιναν στο ένα απ’ τα δύο μπαρ για να γίνω τύφλα με τα μοχίτο και να σταματήσω να τους πρήζω τα ούμπαλα, κάθε μισό λεπτό το ’να χτύπαε τ’ άλλο χέρι από την απελπισιά: έπαιρνα το σφυγμό μου και, θεωρώντας ότι αυτό δεν αρκεί για να ξορκίσει τον Χάρο, έβαζα και το Κουτάβι και τον Θανάση να μου μετρούν τις σφύξεις, πολλές φορές συγχρόνως και στα δύο χέρια (μα να μην έχω μια φωτογραφία!), αλλά ούτε κι έτσι ησύχαζα, οπότε οριζοντιωνόμουν κι έβαζα το Κουτάβι να μου αφουγκράζεται την καρδιά με το αυτί του στο στήθος μου, για να βεβαιωθεί ότι χτυπούσε κανονικά σαν το τικ-τακ της Βουγιούκλως όταν έβλεπε τον Παπαμιχαήλ κι όχι σαν τα τούμπανα του «Carmina Burana». Αν νομίζετε δε ότι η υστερία μου εξαντλούνταν στην κατά φαντασίαν ασθενική μου καρδιά, πλανάσθε πλάνην οικτράν – διότι στα διαλείμματα της υποχονδρίας, γκρίνιαζα για τους πάντες και τα πάντα. («Ακόμα να ’ρθουν τα μοχίτο; Τι διάολο, βγήκαν να μαζέψουν μέντα και φλισκούνι στα ρουμάνια;» ή «Αυτές οι πατάτες είναι σκατένιες, κι αν το λάδι στη χωριάτικη είναι ελαιόλαδο, τόσοι Τούρκοι να μείνουν στην Τουρκιά» ή «Μα είναι δρόμοι αυτοί; Με την ταυτότητα στο στόμα πρέπει να οδηγάς» ή «Τώρα σοβαρά είν’ αυτή αυγουστιάτικη θάλασσα, που χτυπάνε τ’ αρχίδια μου σαν καστανιέτες απ’ το κρύο;») Και καπάκι στη μίρλα και την ψυχασθένεια, αποφασίζουμε ένα πρωί να πάμε για μπάνιο στη Συκαμιά, που ’χαμε ακούσει τα καλύτερα λόγια. Μόνο που ξέχασα να σας πω ότι μία απ’ τις πλέον βασανιστικές μου φοβίες είναι η ακροφοβία, ιδίως αυτή που με πιάνει όταν κατεβαίνω με τ’ αμάξι δρομάκι κολλητό σε γκρεμό – στα Υστέρνια Τήνου, λόγου χάρη, είχα κατέβει όλο τον κατήφορο με το βλέμμα καρφωμένο στ’ αριστερά και το συνοδηγό να μου λέει αν βρισκόμαστε ακόμα στο δρόμο ή αν πίπτουμε σαν τις Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο. Ε, και με το που φτάνουμε στην κορφή του βουνού και βλέπω εγώ από κάτω το χάος και το έρεβος, παθαίνω τεταρταίο. «Εγώ αυτό το πράμα δεν το κατεβαίνω!» «Εδώ θ’ αφήσουμε τα κόκκαλά μας!» «Στα βράχια θα μας βρούνε!» «Δεν μπορώ να κάνω και μανούβρα να φύγουμε!» «Τι ζωή, Χριστέ μου!» «Θα σας βάλω να γυρίσουμε ποδαράτο για να μάθετε να μου θέλετε παραλίες ερημικές!» «Άραγε, περνάει βαπόρι απ’ τη Συκαμιά ή θα πρέπει να ειδοποιήσουμε ελικόπτερο;» Το πώς δε με σκοτώσανε μ’ όλα αυτά τα καμώματα είναι απορίας άξιον. Πάντως, έκτοτε, έτσι και πεις στο Κουτάβι ή στον Θανάση τη λέξη «Σέριφος», αλλάζουν δέκα χρώματα και θέλουν άμεσο ψεκασμό με Evian ή αγιαστούρα.greekleech.info Κι απομένει ο επίλογος του θρυλικού καλοκαιριού, που έλαβε χώρα στη μαγευτική Κοπεγχάγη – στην οποία έχω αναφερθεί σε έτερο παραλήρημα, αλλά παραλείποντας το γεγονός ότι, στα μεσοδιαστήματα της ποδηλατότσαρκας και του οφθαλμόλουτρου, ψοφολογούσα δραματικά και ασύστολα. Διότι ένα απ’ τα πράγματα που μπορείς να πάθεις, όταν καπνίζεις σαν πούστης (όχι ότι θα μπορούσα να καπνίζω κι αλλιώς) και βρίσκεσαι στην αλλοδαπή, είναι ότι κάποια στιγμή σού σώνονται τα τσιγάρα, και πρέπει να καπνίσεις τα ξένα, που δεν είναι πάντα πιο γλυκά, αλλά πιο τραχιά, και σου κάνουν ένα λαρύγγι τύφλα να ’χει η συχωρεμένη η Μπέλλου. Οπότε, με το που ξημερώνει η δεύτερη μέρα, έπειτα από τρελό ξενύχτι που ’χαμε


καπνίσει τον κώλο μας και δυο τρεις κώλους επιπλέον, ξυπνάω με κάτι αμυγδαλές σαν άψητα μπιφτέκια και σηκώνω και το δόλιο το Κουτάβι με άναρθρες κραυγές για να το ενημερώσω ότι χάνομαι και σβήνω από οξεία πυώδη αμυγδαλίτιδα, ρευματικό πυρετό, καρκίνο του φάρυγγα, διφθερίτιδα και πιθανώς κι από εξωμήτριο κύηση. Κι ενώ στην πατρίδα μας την ευλογημένη τα φαρμακεία είναι μπατεσκυλάδικα και μπαίνεις κι αγοράζεις ό,τι γουστάρεις λες και είσαι στο σουπερμάρκετ, στο εξωτερικό το πράμα είναι αυστηρό κι επίσημο και χωρίς χαρτί γιατρού και συνταγή δε σου δίνουν μήτε καπότες μπλε. Αφού λοιπόν περάσαμε από δέκα φαρμακεία όπου παρακάλεσα γονυπετής κι έταξα μπαξίσι και κώλο για ένα μπουκάλι Χεξαλέν, βρέθηκε μια ευλογημένη φαρμακοτρίφτρα και λυπήθηκε περισσότερο το Κουτάβι που ’χε γίνει σαν την «Κραυγή» του Μουνχ απ’ την απόγνωση, και μου ’δωκε ένα άλλο νερομπούλι που το κάνεις γαργάρα και τζάνε τα μικρόβια. Έτσι, τις ειδυλλιακές διαδρομές σε καλντερίμια και πάρκα διέκοπτε κάθε τόσο το αηδέστατο θέαμα ενός μελαμψού αλλόφρονα που σταματούσε μπροστά στον κάδο, έκανε ηχηρή γαργάρα κι έφτυνε με ρεγχασμούς πιο ανατριχιαστικούς κι από φωνή υπέργηρου Ολλανδού χωρίς μασέλα. Κι όσο για το τσιγάρο, αποφάσισα να το γυρίσω στο μεντόλ – το οποίο φυσικά και παρέτεινε τον ερεθισμό στον καταπιόνα, μέχρι που γυρίσαμε στα πάτρια εδάφη και το Κουτάβι μ’ έστειλε πακέτο στον ψυχίατρο για αγωγή. Αυτά τα ολίγα, φίλοι μου. Κι εσάς, αδέλφια μου καταθλιπτικοί, ένα πράγμα σάς λέω και πιστέψτε με: όσο κι αν νιώθετε άχθος αρούρης και φθονείτε την ανεμελιά και το γέλιο του κάθε περαστικού και νομίζετε πως δε θα ξαναζήσετε ποτέ ούτε μια στιγμή ευτυχίας, να ξέρετε ότι η κατάθλιψη, όπως οι περισσότερες αρρώστιες, θεραπεύεται. Και να ’στε βέβαιοι πως τα τωρινά σας ξεσπάσματα –που οδηγούν τους φίλους και τους εκλεκτούς της καρδιάς σας στα όριά τους– μια μέρα θα τα θυμάστε και θα γελάτε. Θα γελάτε βροντερά.


Το πρόβλ ημα της κυρί ας Σούλ ας Στην Ειρήνη Αποστολάκη

ΕΙΜΑΙ πολύ προβληματισμένη...»

«

«Πάντως, δε μας παίρνει ν’ ανακατευτούμε». «Ε, πώς, για... ξένες είμαστε; Γειτόνισσες είμαστε. Τα παιδιά μας μαζί μεγαλώσανε». «Εκτός απ’ του Θανάση». «Άσε, μη μου το θυμίζεις αυτό... το κακόμοιρο...» «Βρε Πόπη;» «Τι;» «Μήπως παίρνουμε αμαρτία; Στο κάτω κάτω, κοτζάμ αστυνομία δεν μπόρεσε να το βρει. Μήπως τα παραλέμε κι εμείς;» «Τι να σου πω, Μαίρη μου, εγώ γιατρός δεν είμαι, αλλά να, κι ο γιατρός, είδες τι είπε». «Ναι, αλλά άμα ήταν, δε θα της έκανε μήνυση ο Θανάσης;» «Σάματι μπορούσε; Χωρίς ίχνη τι μήνυση να κάνει; Τίποτα δε βρήκανε αφού». «Εγώ τον καημένο τον Προκόπη σκέφτομαι... δεν του φτάνουν οι σκοτούρες του με την κόρη στην Αγγλία και το γιο...» «Μη μου πεις; Είναι κι ο γιος;» «Όχι, καημένη, προς Θεού, μάνα του είναι! Άλλο νταλγκά τραβάνε με δαύτονε... είναι από εκείνους!» «Πουλάκι μου κι αυτό, έλα, μωρέ, μη λες, ποιος ξέρει τι βάσανα πέρασε κι αυτό το δόλιο για να γίνει έτσι...» «Θαρρείς και τους καταράστηκαν τους ανθρώπους... η κόρη στην ξενιτιά, ο γιος... κόρη, κι η μάνα...» «Την καψερή τη Σούλα... κι είναι καλός άνθρωπος». «Μάλαμα». «Και νοικοκυρά, και μετρημένη...» «Μα να τη βρει τέτοιο κακό στα καλά καθούμενα;» «Ο γιατρός πάντως ήταν της γνώμης ότι το έπαθε στο Περτούλι». «Που είχανε πάει για Πάσχα;» «Ναι, πέρσι. Είχε βγει, λέει, να μαζέψει ρίγανη, και τη βρήκε η νύχτα». «Καλά, φυτρώνει ρίγανη στο Περτούλι;» «Ξέρω κι εγώ; Εγώ έτοιμη την παίρνω, πού καιρός για τέτοια... δε με κρατάνε και τα πόδια μου, όλο πρησμένη είμαι». «Μήπως φταίνε τα χάπια της πιέσεως;»


«Όχι, αυτά είναι για να ξεπρήζομαι. Από τότε που μου κόπηκαν τα έμμηνα το παθαίνω. Ένα πράμα, μια κόρωση... φουντώνω και πρήζομαι». «Μωρέ, αυτά δεν είναι τίποτα. Κι εγώ με τη χολή μου χρόνια ταλαιπωρούμαι· ένα βράδυ να ξεχαστώ και να φάω, με σταυρώνει...» «Άλλα είναι τα δύσκολα». «Άτιμη αρρώστια... ο καημένος ο Προκόπης θ’ αγιάσει εκεί μέσα». «Και την κλειδώνει σου είπε;» «Τι να κάνει ο άνθρωπος; Το θέλει; Καίγεται η καρδιά του να την ακούει, αλλά μήπως μπορεί και να την αφήσει λεύτερη; Αφού γίνεται θηρίο ανήμερο, δεν τη χωράει ο τόπος. Τον περασμένο μήνα τα ’σπασε όλα, γης μαδιάμ τη βρήκε την κρεβατοκάμαρα το πρωί. Μέχρι το κρεβάτι ξέχωσε, έσκισε το στρώμα και χύθηκαν τ’ αφρολέξ και οι σομιέδες». «Τι λες, βρε παιδάκι μου; Τέτοια λύσσα... Κοίτα να δεις... Κι άμα δεν το ξέρεις, δεν τη λες άρρωστη τη γυναίκα». «Είναι τα χάπια. Άμα δεν τα πάρει, αλίμονό μας. Προχθές που είχε κλείσει το φαρμακείο, της Παναγίας –βοήθειά μας–, κι είχε ξεμείνει ο έρμος ο Προκόπης κι έτρεχε να βρει εφημερεύον, αφήνιασε από πάνω. Την άκουγα, ύπνος δε μ’ έκοβε απ’ τη λαχτάρα. Δεν άφησε ούτε πιάτο ούτε ποτήρι άσπαστο». «Ο Θεός να μας φυλάει απ’ το κακό κι απ’ τ’ άδικο». «Α μα τι άδικο; Και να πεις είχε πειράξει άνθρωπο στη ζωή της η Σούλα; Χρυσό κορίτσι! Και της εκκλησίας...» «Τώρα έρχεται καθόλου; Γιατί έχω καιρό να τη δω». «Ντρέπεται, μωρέ, η κακομοίρα, αφού δε βλέπεις; Δε βγαίνει μήτε στη λαϊκή να πάει. Λέει κι ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του, και την έχουνε πάρει από φόβο. Της διπλανής το μωρό, έτσι και τη δει στα εκατό μέτρα, βάζει κραυγή». «Μήπως έχουνε δίκιο, βρε Πόπη μου; Μήπως κινδυνεύουμε;» «Τι να σου πω; Με τα χάπια υποτίθεται ότι γίνεται αρνάκι». «Ναι, αλλά όταν την πιάνει το αλλιώτικο, δεν έχει ησυχασμό. Κι η κοπέλα που τους έφυγε, θυμάσαι τι λέγανε;» «Έλα, μωρέ, λόγια, αυτά η Θέρα τα βγάζει, που τις λέει όλες πουτάνες. Και για σένα ξέρεις τι έχει πει κατά καιρούς;» «Τι έχει πει για μένα;» «Άντε, βρε Μαίρη, να χαρείς, θαρρείς κι είσαι καμιά αγαθιάρα... Δε θυμάσαι που ’βαζε όλο φιτιλιές στο μακαρίτη τον Νίκο σου, ότι τάχα μου τα ’φκιανες όλα αλμυρά να τον ξεκάνεις μια ώρα αρχύτερα;» «Τόλμησε να πει για μένα τέτοιο πράμα, αυτή η ακαμάτρα, που άντρα δεν μπόρεσε να βρει επειδή το σπίτι της ζέχνει που το ’χει απάστρευτο; Που δεν ξέρει νερό να βράσει;» «Όχου, κι εσύ τώρα συνερίζεσαι της γεροντοκόρης τα λόγια». «Πάντως, αυτό το κορίτσι λόγο να πει ψέματα δεν είχε. Ρουμάνα μεν, αλλά καλό και φιλότιμο πλάσμα. Εγώ απ’ την Πίτσα τα ’μαθα, που της καθαρίζει κάθε δεκαπέντε. Λέει ότι τη δάγκασε». «Η Πίτσα;»


«Ποια Πίτσα, καλέ; Η Πίτσα δεν έχει δόντια, μόνο τα μπροστινά και δυο γέφυρες. Η Σούλα τη δάγκασε την κοπέλα». «Άντε!» «Ναι, σου λέω, έχει και τα σημάδια. Κόντεψε να της βγάλει αίμα». «Κι είναι καλά η κοπέλα τώρα;» «Τι να κάνει κι αυτό το έρμο; Πορεύεται. Αλλά δεν περνάει από Κυψέλη ούτε με το λεωφορείο. Τρεις και μία τής πάει». «Εδώ που τα λέμε, εμ να ξενοπλένεις, εμ να σε δαγκάσουν; Και τι της έκανε πια και τη δάγκασε;» «Τίποτα. Εκεί που σιδέρωνε και βλέπανε Τατιάνα, ορμάει και της πατάει μια δαγκωνιά, τη μακέλεψε. Πάλι καλά που την πρόλαβε ο Προκόπης και της έκανε την ένεση». «Ο Χριστός και η Παναγία!» «Άσε... αφού κι εγώ, που περιμένω το παιδί την άλλη βδομάδα ν’ ανέβει από Πάτρα...» «Πώς πάει με τη σχολή, αλήθεια;» «Καλά πάει, ξέρω κι εγώ; Μήπως μου λέει και τίποτα; Όταν έρχεται, όλο έξω είναι». «Ίδιος η δικιά μου. Κορίτσι πράμα, δεν καθίζει τον κώλο της κάτω να με βοηθήσει και λίγο με το σπίτι, που όλα απ’ τα χέρια μου περνάνε εδώ μέσα». «Η νέα γενιά, Πόπη μου, τα θέλει όλα έτοιμα. Εμείς τα κακομάθαμε. Έτσι κι η Σούλα με τη μεγάλη της, που ούτε ένα τηλέφωνο δεν παίρνει, μεγαλοπιάστηκε στις Αγγλίες και δε σκέφτεται τη δόλια μάνα, που βολοδέρνει άρρωστη». «Καημένε Προκόπη...» «Καημένε Προκόπη...» «Μα δεν το χωράει ο νους μου... τόσο προκομμένη γυναίκα... και να φάει το παιδί του Θανάση;» «Αμάν, βρε Πόπη, μην το λες και το ξαναλές, δεν μπορώ, μου ’ρχεται να βγάλω τα συκώτια μου. Και στο κάτω κάτω, δεν ξέρουμε αν το έφαγε». «Μα δε βρήκαν τίποτα, σου λέω. Εγώ είχα στηθεί στη σκάλα κι άκουγα. Και μετά τα ’γραψε κι η Espresso: “Το ανθρωποφάγο τέρας της οδού Καλλιφρονά”. Πάλι καλά που τους λυπήθηκε ο Θανάσης, μες στην απελπισία του ο άνθρωπος ακόμα περιμένει ότι θα το βρει το παιδί του». «Κι εσύ λες ότι το έφαγε έτσι, αμάσητο; Με τα κόκκαλα;» «Και με τα ρούχα μη σου πω...» «Κύριε ελέησον, θα χάσω τα συλλοϊκά μου... Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;» «Κι αυτή η μάνα του, με τις δουλειές και τα φροντιστήρια, δεν κοίταγε να το μαζέψει, που γύρναγε το δόλιο ολημερίς στην πλατεία, σαν το γυφτάκι...» «Εκεί λες να το ξεμονάχιασε;» «Ξέρω ’γω;» «Και δεν την πήρε κάνα μάτι; Έλα, βρε Πόπη, τώρα...» «Εγώ αυτό που ξέρω είναι ότι την είδαν που ανέβαινε μαζί του στο ασανσέρ, το είχε πιάσει απ’ το χέρι το πουλάκι μου κι έλεγε: “Έλα, Γιωργάκη, θα σου δώσω τυρόπιτα”». «Και τη φτιάχνει, η αφιλότιμη, όνειρο την τυρόπιτα».


«Σαλονικιά, παιδί μου... ξέρει από φύλλο, αυτά είναι ανατολίτικα κόλπα. Εμάς, χίλια χρόνια ν’ ανοίγουμε φύλλο, τέτοια ζύμη δε μας βγαίνει». «Αλλά τώρα, φαντάζομαι, ούτε πίτες ούτε τίποτα». «Είναι για τέτοια η δυστυχισμένη; Εδώ ο Προκόπης λέει και το κρέας ωμό τούς το βγάζει, άψητο, θαρρείς κι είναι σκυλιά. Φαίνεται δε χόρτασε με το γιο του Θανάση». «Αμάν πια, λύσσαξες με το γιο του Θανάση! Θαρρείς κι ήσουνα μπροστά και σε κέρασε μεζέ!» «Μαίρη, δεν ντρέπεσαι; Τι λόγια είναι αυτά; Με έχεις εμένα ικανή για τέτοιο πράμα; Εμένα;» «Ούτε τη Σούλα την είχα ικανή». «Αφού η γυναίκα, είπαμε, είναι άρρωστη. Και μια στις τόσες, την πιάνει αυτό, σαν τρέλα, κι όποιον πάρει ο Χάρος». «Την έχεις δει ποτέ όταν είναι έτσι;» «Πα πα πα, θου, Κύριε! Ούτε την έχω δει ούτε θέλω να τη δω! Αφού λένε ότι γίνεται αγνώριστη, ένα τέρας, ούτε ο άντρας κι ο γιος της δεν την αναγνωρίζουν!» «Τόσο πολύ πια;» «Αγρίμι, παιδί μου!» «Μήπως να την πηγαίνανε σε κανέναν παπά να τη διαβάσει;» «Έφερε ο Προκόπης, τον πατέρα Θωμά. Έκανε Ευχέλαιο, της διάβασε κι έναν εξορκισμό του αγίου Κυπριανού...» «Αλλά τίποτα». «Τίποτα. Έτσι και δεν την έχει κλειδωμένη, όποτε την πιάνει, είναι ικανή να μας κατασπαράξει όλους εδώ μέσα». «Άγιος άνθρωπος ο Προκόπης, πάντως, Πόπη μου. Άλλος θα την είχε κλείσει σε κλινική, να ησυχάσει το κεφάλι του». «Τη λυπάται, μωρέ... την αγαπάει... τριάντα χρόνια μαζί, δεν του πάει η καρδιά... εσύ, άμα αρρώσταινε ο Νίκος, θα τον έδιωχνες;» «Πάντως, όταν έπαθε και το δεύτερο νεφρό, πήγαμε στο νοσοκομείο. Δεν έφυγα λεπτό από κοντά του, αλλά δεν μπορούσα να τον κρατήσω και στο σπίτι». «Ε, και τη Σούλα, σε ένα σωρό γιατρούς την πήγανε». «Και δεν υπάρχει κάποια θεραπεία;» «Απ’ ό,τι ξέρω, μη νομίζεις κι εγώ, από ταινίες που παίζει η τηλεόραση –αν και δεν τις βλέπω ολόκληρες, μου ’ρχεται εμετός με τα αίματα– μόνο άμα πεθάνει θα ησυχάσει». «Για όνομα του Θεού! Δε γίνεται αλλιώς; Τόσο βαριά είναι πια;» «Και μάλιστα, πρέπει να πεθάνει με ειδικό τρόπο. Πρέπει να την πυροβολήσουνε στην καρδιά με ασημένια σφαίρα». «Έλα, Παναγία μου!» «Ναι, ναι, έτσι λένε, κι ένας ειδικός απ’ την Αμερική, που πήγε και είδε ο Προκόπης, αυτό τού είπε. Μόνο έτσι θα πάψει να βασανίζεται». «Αχ, Πόπη μου, μη μου το λες, δεν μπορώ, θα μου ’ρθει κλάμα!» «Κι εγώ νομίζεις καλύτερα είμαι; Μ’ έχει φάει η στενοχώρια, την καημένη τη Σούλα, τέτοια


ψυχούλα, που δεν πείραζε άνθρωπο». «Και πού να τη βρούνε την ασημένια σφαίρα;» «Μα μόνο αυτό είναι; Κι άντε εγώ σου λέω την κάνουνε ειδική παραγγελία σε κανένα χρυσοχόο, και τους τη φτιάχνει. Ποιανού το χέρι βαστάει να την πυροβολήσει τη γυναικούλα στα καλά καθούμενα;» «Θα τον βάλουνε και μέσα μετά». «Μωρέ, δεν είναι αυτό. Εγώ που ρώτησα τον Τασούλη της Μπίας, που είναι ασκούμενος δικηγόρος, μου είπε ότι, σε περιπτώσεις λυκανθρωπισμού, άμα τον σκοτώσεις τον άλλο, θεωρείται νόμιμη άμυνα». «Τι λες;» «Και πάλι όμως, εύκολο το ’χεις; Και δεν μπορεί ν’ ανακατευτεί και τρίτος, ποιος θέλει τώρα να πάρει τέτοιο κρίμα, είναι κι οικογενειακό το θέμα, δεν μπλέκεσαι έτσι σε ξένα χωράφια...» «Άρα πρέπει να τη σκοτώσει ή ο Προκόπης ή ο Αλέξης... το πουλάκι μου, μετά πώς να μην του βγει το κουσούρι, με τέτοια βάσανα;» «Μπα, μην το λες, Μαίρη μου, δεν έχει να κάνει... και του Θέμη του ξαδέρφου μου ο γιος, που τον είχανε στα πούπουλα, κι αγαπημένο ζευγάρι, τώρα ζητάει να κάνει εγχείρηση». «Μη μου πεις, Πόπη! Ο Θοδωρής;» «Ντόρα τονε λένε τώρα. Με της μάνας του τα ταγεράκια γυρνάει». «Α, τη δόλια την Ερμιόνη!» «Ο καθένας κουβαλάει το σταυρό του σ’ αυτή τη ζωή. Άλλος έχει γιο τρανσέξουαλ, αλλουνού η μάνα είναι λυκάνθρωπος...» «Την υγειά μας να ’χουμε, Πόπη μου, και δόξα τω Θεώ να λέμε». «Έτσι είναι. Εγώ όμως για άλλο σε πήρα». «Τι;» «Να, μωρέ... έλεγα να φωνάξω τα κορίτσια, την Καλλιόπη και την Τέσσα, να παίζαμε οι τέσσερίς μας κάνα κουμκανάκι απόψε». «Ε, τι;» «Αλλά η Τέσσα έχει τη μικρή της με αμυγδαλές και δε θέλει να φύγει, μη σηκώσει πυρετό το παιδί και τρέχει βραδιάτικα». «Και λες να...» «Το σκεφτόμουνα... μη νομίζεις, κι εγώ έχω αγριευτεί μ’ όλη αυτή την ιστορία... με την ψυχή στο στόμα θα είμαι. Απ’ την άλλη όμως, δε μου πάει η καρδιά να μην πω κουβέντα, είμαι κι από κάτω, θ’ ακούσει ότι έχω κόσμο, θα παρεξηγηθεί... τόσα χρόνια παίζαμε σπίτι της». «Εγώ, Πόπη μου, σπίτι της δεν πάω. Την αγαπάω τη Σούλα, αλλά δεν μπορώ, μου ’ρχεται άσχημα μ’ αυτά που λες για του Θανάση το παιδί. Δε θα μπορώ να φάω τίποτα». «Δε χρειάζεται, καλέ, σιγά μη μαγειρέψουμε. Ό,τι έχω, να, το πολύ πολύ να βγω να πάρω τίποτα ξηρούς καρπούς». «Σ’ εσένα δηλαδή θα μαζευτούμε;» «Ναι, απλά, επειδή δε θέλω να νομίσει ότι τη σνομπάρουμε και λέμε λόγια, θα τη


φωνάξω... αλλά έφαγα τον τόπο και δεν μπορώ να βρω το ημερολόγιο. Δεν ξέρω πού το ’χωσε η γυναίκα, π’ ανάθεμά την, όλα μού τα χάνει». «Τι το θες το ημερολόγιο;» «Να δω σε ποια φάση είναι η Σελήνη. Γιατί άμα είναι να γεμίζει, μη βρούμε κανέναν κακό μπελά, κατάλαβες;» «Τώρα μου βάζεις ιδέα, Πόπη, κι εγώ, άμα είναι να λαχταρήσω, να το βράσω και το κουμκάν». «Όχι, μωρέ, άμα είναι στην αρχή, δεν έχει πρόβλημα, ίσα ίσα μια δυσφορία, λέει ο Προκόπης, μπορεί να την πιάσει, κι άμα έχουμε και την κουρτίνα κλειστή, ούτε που θα το καταλάβει». «Σίγουρα;» «Σίγουρα. Γι’ αυτό, για δες και πες μου μόνο σε τι φάση είναι». «Τι πράμα;» «Η Σελήνη, βρε Μαίρη! Δεν έχεις ημερολόγιο;» «Μη φωνάζεις, ντε! Η εφημερίδα δε γράφει;» «Γράφει, πώς, στη δεύτερη σελίδα. Παίρνεις όμως εσύ εφημερίδα; Εγώ θυμάμαι μόνο ο Νίκος σου διάβαζε τον Ελεύθερο Τύπο». «Έχει ένα ένθετο με συνταγές της Βέφας». «Κρεατικά;» «Στην τηλεόραση έδειχνε ένα κατσίκι με δεντρολίβανο». «Ναι, ε; Να μου πεις μετά, έχω πάρει ζυγούρι». «Κάτσε δυο λεπτά να δω... Λοιπόν, Ανατολή: 6 και 45΄, Δύση: 20 και 50΄, Σελήνη: 7 ημερών. Λίγο είναι ή πολύ εφτά ημερών;» «Λίγο. Στην αρχή είναι». «Σίγουρα;» «Σίγουρα, έλα τώρα, μην κάνουμε πλούσιο τον ΟΤΕ, πρέπει να πάρω να πω και της Σούλας». «Θα πας να πάρεις και ξηρούς καρπούς είπες;» «Ναι, θέλεις κάτι απ’ το σουπερμάρκετ;» «Όχι, μωρέ, να, αν έχει απ’ αυτά τα φιστίκια... ξέρεις, τα τρανά, αυτά που γλυκίζουν...» «Αράπικα θες;» «Όχι, μωρέ, τ’ άλλα, τα μεγάλα, που δεν έχουν τσόφλι. Ένα ξένο όνομα έχουν, να δεις...» «Κάσιους». «Α, γεια σου! Πάρε κάνα μισό κιλό». «Ποιος θα φάει, μωρή, μισό κιλό φιστίκια; Εσύ για εγώ, που έχω γίνει σαν την μπουλντόζα;» «Δίκιο έχεις, ένα τέταρτο πάρε. Και να σου πω...» «Τι είναι πάλι;» «Εγώ δεν κάθομαι δίπλα της». «Καλά. Θ’ ανοίξω τη ροτόντα να σας βάλω απέναντι».


«Κι εσύ πού θα κάτσεις;» «Απέναντι». «Γίνεται αυτό;» «Γίνεται».


Εί μαι ερωτευμένος με τα ράφι α σου

ΥΠΑΡΧΟΥΝ άνθρωποι που οργάζουν όταν δουν ένα ζευγάρι παπούτσια στη βιτρίνα, νιώθοντας πως το δαμάλι που ’γινε Nappa, πριν παραδώσει το πνεύμα, είχε την εικόνα τους χαραγμένη στο μοσχαρίσιο του μυαλό. Άλλοι και άλλες σκληραίνουν και υγραίνονται με ρούχα –ασχέτως του αν θα τα φορέσουν ποτέ– ή με αυτοκίνητα των διακοσίων χιλιάδων ευρώ, που καίνε δύο εμιράτα βενζίνη το χιλιόμετρο, και για να βρεις να παρκάρεις, πρέπει να ’χεις βύσμα στο δήμο και να βάλεις να σου γκρεμίσουν μισό οικοδομικό τετράγωνο. Και φυσικά, να μην ξεχνάμε τους γκατζετάκηδες, που ξεροσταλιάζουν μπρος στην ψηφιακή ταμπλέτα όπως ο χαπάκιας μπρος στην ταμπλέτα του Στεντόν, άλλο που μπορεί να τη χρησιμοποιούν μόνο για να παίζουν «Angry Birds» ή για να βλέπουν τσόντες (που θέλει και προσοχή, διότι, αν πάνω στην κόρωσή σου τ’ αμολήσεις στην οθόνη και βραχυκυκλώσει, άντε μετά να εξηγείς στο κομπιουτεράδικο πώς, εκεί που καθόσουν αμέριμνος στο μετρό, ένας επιδειξίας ήρθε και σου γονιμοποίησε τα θυμωμένα πουλιά). Εγώ, ωστόσο, ως άνθρωπος αθεράπευτα κοιλιόδουλος και πρόθυμο θύμα κάθε πρωτόγνωρου εδώδιμου που δεν έχει διαβεί τον καταπιόνα μου, παθαίνω αυτόν ακριβώς τον ντουβρουτζά όταν βρίσκομαι σε μεγάλο σουπερμάρκετ: θολώνει το μάτι μου, μπανίζω τα τυριά και τ’ αλλαντικά σαν καψωμένος κωλομπαράς, τα θέλω όλα, πασχίζω να εκλογικεύσω –Μα είναι υπερτιμημένα! Τριάμισι ευρώ τα γκουρμέ πατατάκια, μη χέσω;– κι αποτυγχάνω παταγωδώς, και τελικώς καταλήγω στο ταμείο με εκατόν ογδόντα σφύξεις, αφενός, διότι κοιτάζω τα καλούδια και φχεραίνω (που λένε και στην Κρήτη), κι αφετέρου, διότι δεν ξέρω αν θα μου φτάσει το κατοστάρικο ή αν η κάρτα είναι τιγκαρισμένη και πρέπει μετά να εγκαταλείψω τα μονάκριβα φαγώσιμα στα ράφια τους, που η ιδέα και μόνο μού προκαλεί σπαραγμό αντίστοιχο με των ηρωίδων στην «Εκλογή της Σόφι» και στο Ποτέ χωρίς την κόρη μου. Όμως, ας ξετυλίξουμε το μίτο αυτού του παθολογικού υπερκαταναλωτισμού, που ξεκινά, όπως όλες οι πετριές, απ’ τα παιδικά χρόνια του γράφοντος... Κατ’ αρχάς, να πω ότι η Θεσσαλονίκη των αρχών του ’80 έμοιαζε πολύ περισσότερο με την Ελλάδα του ’50 απ’ όσο με τη σημερινή. Η πολυκατοικία μας ήταν απ’ τις πρώτες στη Θεμιστοκλή Σοφούλη, απ’ το μπαλκόνι μας ατενίζαμε το Θερμαϊκό και τον Όλυμπο, και σ’ ό,τι αφορά τα ψώνια, οι απλοί (και οι περίπλοκοι) άνθρωποι της συμπρωτεύουσας βολεύονταν με παραδοσιακά μπακάλικα, με τετράδιο για το βερεσέ και ζυγαριές παλαιού τύπου, με απόκλιση βάρους πέντ’ έξι κιλών. Στη γειτονιά μας είχαμε δύο μπακάληδες, ή μάλλον έναν μπακάλη κι ένα μεγαλομπακάλη, αλλά η μαμά μου προτιμούσε τον regular μπακάλη διότι ο άλλος σού χτυπούσε στην προπολεμική μηχανή προϊόντα που δεν είχες αγοράσει, σ’ έκλεβε στο ζύγι και στα ρέστα,


και γενικώς μόνο που δε σ’ τον σφύριζε ο παλιάνθρωπος. Τότε βεβαίως ήμουν κι εγώ μια σταλιά παιδάκι, μα από δαιμονική συγκυρία της τύχης, το πρώτο σουπερμάρκετ της Σαλονίκης άνοιξε ακριβώς την περίοδο της πρώτης βουβαλοποίησής μου, όταν πλέον ο πατέρας μου, βλέποντάς με ν’ αλέθω και βότσαλο έτσι και μου το πασπάλιζες με ζάχαρη άχνη, έλεγε το κλασικό – μα στην περίπτωσή μου απόλυτα κυριολεκτικό: «Καλύτερα να σε ντύνω παρά να σε ταΐζω». Το εν λόγω σουπερμάρκετ ήταν το «Πριζουνίκ Μαρινόπουλος», στο δρόμο για το αεροδρόμιο, κι ενώ σήμερα που το θυμάμαι μου φαίνεται ελάχιστα μεγαλύτερο απ’ το καθιστικό μου, στα αθώα, λιμάρικα παιδικά μου μάτια φάνταζε Γη της Επαγγελίας, όπου οι γονείς μου με κάθιζαν στο καρότσι (με το ζόρι και με μεγάλη δυσκολία, γιατί ήδη χρειαζόμουν καρότσι σαν αυτές τις παλέτες του ΙΚΕΑ), διότι απ’ την πολλή μου αναστάτωση είτε έτρεχα σαν το διάολο και χανόμουνα και δεν έβλεπα τη μαμά μου και τον μπαμπά μου κι άρχιζα να σκούζω είτε, ξαναμμένος απ’ την πληθώρα φανταχτερών, παχυντικών εμπορευμάτων, τα άνοιγα και τα ’σκιζα επιτόπου, κρύβοντας το περιτύλιγμα πίσω πίσω στο ράφι, αν και βεβαίως όταν βλέπανε τα μούτρα μου πασαλειμμένα με μαρμελάδες και τα χέρια μου καφέ απ’ τη Nutella ήταν αδύνατον να κρύψω το έγκλημά μου. Αυτό το κουσούρι μάλιστα έκανε δυο τρία χρόνια να μου περάσει, με το ταπεινωτικό αποτέλεσμα οι γονείς μου να δίνουν στην ταμία άδεια σακουλάκια από κρουασάν ή γαριδάκια, μισοφαγωμένες συσκευασίες με λουκάνικα Φραγκφούρτης ή La vache qui rit, ή δυο και τρία στραγγιγμένα μπουκάλια γάλα με κακάο, ενώ εγώ απ’ το καρότσι μούγκριζα να μου δώσουν πίσω τα φαγιά μου, ότι δεν είχα τελειώσει ή ότι δεν ήθελα άλλα λουκάνικα, οπότε να πληρώσουν μόνο τα φαγωμένα. (Στην πιο hardcore απ’ αυτές τις επιδρομές, με είχαν βρει να κοπανάω ένα κουτί με ζαχαρούχο γάλα στη γωνία του ραφιού, κλαίγοντας με αναφιλητά που δεν άνοιγε να το ρουφήξω.) Τα χρόνια πέρασαν, οι «Μαρινόπουλοι», «Βερόπουλοι» και «Μασούτηδες» πλήθυναν, αλλά το μεγάλο πατατράκ συνέβη στα δεκατρία μου χρόνια, όταν, εκεί που βρίσκεται το σημερινό IKEA, άνοιξε το μεγαλύτερο μέχρι τότε σουπερμάρκετ στην ιστορία της Θεσσαλονίκης: το θρυλικό «Continent». Το πώς δεν υπήρξαν θύματα τη μέρα των εγκαινίων είναι ένα θαύμα, διότι θυμάμαι όλη μα όλη την πατρίδα μου να ξεχύνεται με λύσσα άνευ προηγουμένου στους κατάμεστους από ξένες λιχουδιές διαδρόμους, με συνέπεια ότι στο τέλος περιμέναμε γύρω στις δύο ώρες στην ουρά για να πληρώσουμε. Ωστόσο, μέσα σ’ αυτό το κλίμα μετασοσιαλιστικής υστερίας, ο μελλοντικός συγγραφέας περιπλανιόταν σε μια κατάσταση που συνδύαζε νιρβάνα, βαθύ κώμα και κρίση νυμφομανίας. Ήθελα να τα πάρω όλα, όλα – τα γιαουρτάκια με μύρτιλο και τα κεφάλια καμαμπέρ, τα κασουλέ και τα πατέ, τους μηλίτες, τα μπριός, τις πηχτές και τα εκατό είδη σοκολάτας, με περιεκτικότητα σε κακάο μέχρι 110%, που σε πιάνει το τσιρλιό που πάθαιναν οι κακαομανείς στις αποικίες και πας αδιάβαστος από τσικουλάτα και δεν ξέρουν τι να πουν στον επικήδειο. Ευτυχώς, είχα ξεπεράσει τη φάση του «άρπαξ’ το και φά’ το», ωστόσο αυτό δε με εμπόδιζε να σπρώχνω δικό μου καρότσι (το οποίο είχα αποσπάσει με νάζια κι απειλές – «Τόσα αριστεία έχω πάρει για να καμαρώνετε!» «Ναι, αλλά ποτέ δε μου κάνατε


το αδερφάκι που τόσο λαχταρούσα!») και οι δόλιοι γονείς είχαν υποκύψει, εν μέρει διότι και οι ίδιοι ήταν άνθρωποι απερίγραπτα σπάταλοι – για παράδειγμα, ένα κουσούρι που μου έχουν κληροδοτήσει είναι ότι με στέλνεις στο σουπερμάρκετ για ένα εβαπορέ, και γυρνάω με τρεις σακούλες πράματα. Το ζουμί της υπόθεσης είναι ότι την πρώτη εκείνη μέρα στο «Continent» είχαμε εξοκείλει σε τέτοιο σημείο, που, όταν γυρίσαμε σπίτι, τα αγαθά του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ και των δώδεκα φυλών του Ισραήλ δε χωρούσαν μήτε στο ψυγείο μήτε στα ντουλάπια, οπότε –τι χαρά!– πέσαμε κι αρχίσαμε να τρώμε με δέκα μασέλες, θαρρείς και είχαμε μόλις γυρίσει απ’ την έρημο παρέα με τον Αϊ-Αντώνη. Και με τα χρόνια ο πλουραλισμός ξέφυγε από κάθε έλεγχο, όπως και τα κιλά μου. Όπως όταν άνοιξε το «Makro», οπότε πλέον ξεκοιλιαζόμασταν στη χονδρική, με κούτες πουράκια Caprice, ντάνες digestive με σοκολάτα και κάτι γκουμούτσες καπνιστή μπριζόλα που, έτσι και τις έβλεπε κάπρος, τις περνούσε για γουρούνες ολόκληρες και τις κουτούπωνε. Το όργιο του «Makro» έληξε όταν, λίγο καιρό μετά τις Πανελλαδικές, ζυγιστήκαμε οικογενειακώς και διαπιστώσαμε πως είχαμε συνολικό βάρος μικρού αυτοκινήτου ή μεγάλου βίσωνα. Όχι ότι η δίαιτα κρατούσε πάνω από μια δυο βδομάδες – διότι στο μεταξύ είχε ανοίξει και το «Carrefour», που, σαν να μην έφταναν οι καύλες οι εισαγόμενες, είχε και τα έτοιμα φαγιά. Να μας εξορκίζει η συχωρεμένη η μάνα μου πριν φύγουμε: «Τζιγέρια μου, μόνο πορτοκάλια και γάλατα θέλουμε, ναι; Μόνο πορτοκάλια και γάλατα!» και είκοσι λεπτά μετά να ’μαστε στημένοι με τον μπαμπά μου και να κάνουμε τάχα ότι το συζητάμε: «Να παίρναμε κι ένα τέταρτο παέγια;» «Τι να σου κάνει το ένα τέταρτο; Με τα τσόφλια απ’ τα μύδια και τις γαρίδες, ποιος παπάς, ποιος κουμπάρος». «Μισό κιλό, τότε». «Δεν το κάνουμε ένα; Τρώμε και το βράδυ, θα είναι ωραία κρύα κρύα απ’ το ψυγείο». «Ναι, αλλά η μαμά έχει βγάλει κιμά να ξεπαγώνει». «Τότε να πάρουμε μισό κιλό παέγια και μισό κιλό μελιτζάνες ιμάμ – εσύ γκρινιάζεις συνεχώς ότι δεν τρώμε λαχανικά». «Είναι τώρα λαχανικό το ιμάμ μπαϊλντί;» «Και βέβαια είναι – κοίτα ντομάτα και σκόρδο που ’χει. Χώρια το ελαιόλαδο, που είναι ό,τι καλύτερο για τον οργανισμό. Μεσογειακή διατροφή, μπαμπά». Και ύστερα ήρθαν όχι οι μέλισσες αλλά ο «Βασιλόπουλος», κι άνοιξε το πρώτο του κατάστημα είκοσι μέτρα απ’ το πατρικό μου (επειδή είσαι παρανοϊκή καταβόθρα, δε σημαίνει ότι δε σε κυνηγάνε για να σε παχύνουν). Κι εγώ πρωτογνώρισα κι ερωτεύτηκα σφόδρα τα κολασμένα προϊόντα Betty Crocker, με αποτέλεσμα κάθε πρωί μαζί με τον καφέ μου να καθαρίζω και μια στοίβα pancakes λουσμένη σε αυθεντικό καναδέζικο σιρόπι σφενδάμου, λίπη που κατέληγαν, όπως μπορείτε να φανταστείτε, απευθείας στις αλλοτινές μου πατσές. Έκτοτε πέρασαν χρόνια, γίναμε Ευρωπαίοι (και καλά!) και ζήσαμε την εποχή αγελάδων που ήταν τόσο παχιές, που τις στέλναμε να βάλουν δακτύλιο. Εγώ μετανάστευσα στην Αθήνα μ’ ένα κοφίνι ζωντανές κότες κι ένα μπογαλάκι με προικιά και τραχανά ξινό, κι


ανακάλυψα, εξόν από «Βασιλόπουλους» στους οποίους πήγαινα μόνο χαπακωμένος (για να μην κλατάρω απ’ την ταραχή), τι εστί ντελικατέσεν, οπότε και περνούσα ώρες ατέλειωτες σαν το βουβαλάκι με τα σπίρτα, να ξερογλείφομαι έξω απ’ τη βιτρίνα του «Maison du fromage» ή στους διαδρόμους του άλλου «Βασιλόπουλου», στη Σταδίου, που εκτός από γάλα πουλιού έχει και του βοδιού το μάτι, θρηνώντας την ανέχεια που με ανάγκαζε να τη βγάζω με μπάρμπεκιου σος της σειράς αντί για ειδική συνταγή του Τέξας, με εσάνς αγριοκαρυδιάς, μελιού, καπνιστού ουίσκι και χνουδιού από αφαλό πρωταθλητή του ροντέο. Και φυσικά, ταξίδεψα σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη, όπου πουλάνε γκουρμεδιές και δε σου βάζουνε χέρι – στα αχανή «Tesco» και «Sainsbury’s» της γηραιάς Αλβιώνος και στον όροφο με τα τρόφιμα των «Galeries Lafayette». Κι έφαγα πατέ ελαφιού και πέστο μανιταριού, τάρτες με ραβέντι και φρεσκοψημένα μπενιέ από παρισινές μπουλανζερί, κι ωστόσο ο ουρανίσκος μου ποτέ δε χόρτασε τη σαγήνη και την περιπέτεια του αδοκίμαστου. Ακόμα και τώρα, κάθε φορά που διαβαίνω το κατώφλι του «Θανόπουλου» ή του «ΑΒ» στο Φάρο, με πιάνει η ταχυπαλμία της προσμονής, σαν τον ερωτευμένο που καρτερεί το ταίρι του σ’ ένα σκιερό παρκάκι, μόνο που αυτός το ταίρι το γαμεί (αν είναι τυχερός) κι εγώ το χλαπακιάζω. Και δεν υπάρχει τέλος στις ηδονές, στην επινοητικότητα όσων θησαυρίζουν από τζάνκι των σουπερμάρκετ σαν και του λόγου μου. Και να είστε βέβαιοι πως, έτσι και τρακάρουμε κάπου, και στο ράφι υπάρχει μόνο ένα φαγώσιμο που και οι δυο αναζητάμε, δεν πρόκειται να σεβαστώ ούτε ηλικία, ούτε προχωρημένη εγκυμοσύνη, ούτε το δάκρυ του σύγχρονου Ερυσίχθονα που βλέπει το κουτί με το γλάσο βανίλιας να ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια του. Γιατί στον πόλεμο και στο σουπερμάρκετ, όλα επιτρέπονται...


Στο βωμό του έρωτα

ΟΛΟΙ είμαστε επιρρεπείς στην ανοησία και τη φαιδρότητα του έρωτα, ιδίως όταν είμαστε νέοι, άπραγοι κι αμάλλιαγοι. Υπάρχουν ωστόσο άνθρωποι που, ακόμα και με την ισχνότερη ελπίδα στοργής ή πασπατέματος, είναι ικανοί να καταβαραθρώσουν την αξιοπρέπειά τους σε σημείο που καταντά όχι απλώς κωμικό, αλλά φαρσικό – σαν σόλο επιθεώρηση. Μπορείτε, υποθέτω, να μαντέψετε ότι μιλώ (όπως πάντα) για τον εαυτό μου κι ότι στο παρόν επεισόδιο αποφάσισα να βγάλω κι άλλα μου άπλυτα στη φόρα (που είναι ν’ απορείς αν μου έχει μείνει και τίποτα πλυμένο), αυτή τη φορά ερωτικού χαρακτήρος. Ωστόσο, επικαλούμενος την επιείκειά σας, θα ήθελα να τονίσω τρία χαρακτηριστικά που, εν μέρει τουλάχιστον, αιτιολογούν την αλλοτινή μου ξεφτίλα: ήμουν νέος (διαρκώς καυλωμένος), αφράτος (σκατόχοντρος), υπερβολικά πρόθυμος (απελπισμένος) και με ελαφρές τάσεις προσκόλλησης (σαν την πεταλίδα στο βράχο). Πάμε λοιπόν, εσείς κι εγώ, καθώς το δείλι απλώνεται πάνω στον ουρανό... Επί έξι μήνες, σχεδόν κάθε βράδυ, άκουγα επί ώρες την ίδια κασέτα με τραγούδια του Παύλου Σιδηρόπουλου. Κι ενώ ξέρω ότι πολλοί τον λατρεύουν τον συχωρεμένο, εμένα η φωνή και τα τραγούδια του μ’ έκαναν ανέκαθεν να βγάζω φλύκταινες, καντήλες και λέπια. Έκτοτε, όποτε ακούω το γλυκερό «Να μ’ αγαπάς» και το στίχο «βρομάει η ανάσα απ’ τα τσιγάρα», η πρώτη μου αντίδραση είναι να ουρλιάξω: «Ε, πλύνε επιτέλους τα δόντια σου και σκάσε!» Τη μαρτυρική ακρόαση συνόδευαν γύρω στις πενήντα παρτίδες τάβλι. Κι ενώ, σύμφωνοι, ως Σαλονικιός, το πρώτο πράγμα που έμαθα μετά την προπαίδεια και την παρασκευή φραπέ ήταν πώς να παίζω τάβλι, κι ενίοτε μου αρέσει κιόλας, το να ξεροσταλιάζεις με τις ώρες παίζοντας πλακωτό, ενώ ο νους σου είναι στο πισωκολλητό, είναι βασανιστήριο εφάμιλλο αυτών του Γκουαντάναμο. Τέλος, σαν να μην έφτανε η ψυχική οδύνη, κάθε μα κάθε βράδυ τρώγαμε την ίδια πίτσα γνωστής αλυσίδας, της οποίας η κρεατόμαζα έχει την ίδια σχέση με κρέας όπως Ρωσίδα βίζιτα απ’ το Πουτσοσκαμπίλσκ με τους Ρομανόφ. Έχω υποστεί ώρες ατέλειωτες τετ-α-τετ σερενάτας από αυτοδίδακτο κιθαρωδό κι επίδοξο τραγουδοποιό, στη διάρκεια των οποίων τις αρχικές μου φαντασιώσεις ερωτικών περιπτύξεων αντικαθιστούσαν άλλες, πιο βίαιες, στις οποίες του άρπαζα την κιθάρα, του την έσπαγα στην κεφάλα και, σε περίπτωση που επιζούσε, τον στραγγάλιζα με τις χορδές. Έχω αναλύσει επί τέσσερις ώρες με το ρολόι το έργο του Μπέκετ σε μαθητευόμενο ηθοποιό «εναλλακτικής» σχολής (αυτά τα πατάρια και οι υπόγες, με τα μαύρα κρέπια


στους τοίχους –λόγω πένθους, επειδή εκεί πηγαίνει το ταλέντο για να πεθάνει–, όπου διάφορα ναυάγια της ζωής διδάσκουν σε ανθρώπους με ανησυχίες πώς να ωρύονται εκφραστικά καθόσον αύριο μεθαύριο τους περιμένει η Επίδαυρος με ανοιχτές αγκάλες). Ωστόσο, επειδή το στόμα μου είχε γίνει τσόχινο απ’ το πες πες κι επειδή, όσο να πεις, Το τέλος του παιχνιδιού, ο Γκοντό, οι Ευτυχισμένες Μέρες και ο Κραπ είναι βαρύ φαΐ (μουσακάς με τριπλή μερίδα μελιτζάνα, όπως έλεγε η μανούλα μου), ενόσω διαφώτιζα το εικοσάχρονο, αλαφροΐσκιωτο ηθοποιάριο περί ψυχικής ερήμωσης και ματαιότητος της ύπαρξης, κατέβαζα τα τζιν-τόνικ δυο δυο, με αποτέλεσμα, όταν φτάσαμε στις μικρές ώρες της νύχτας και ο Ελισσαίος Ντουλίτλ άρχισε να μου πεταρίζει τα βλέφαρα για το παρασύνθημα, να είμαι τόσο τύφλα και τόσο στραγγισμένος ψυχικά απ’ την ανατομία της μπεκετικής μαυροψυχιάς, που με τη δικαιολογία ότι πετάγομαι για τσιγάρα βγήκα απ’ το μπαρ, χώθηκα στ’ αμάξι, και διακτινίστηκα στο σπίτι μου για διπλή δόση αμιτριπτυλίνης. Έχω πάρει Ecstasy, για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου. Δεν ξέρω αν έφταιγε το ότι ήμουν παχύδερμο ή το γεγονός ότι για να χορέψω σε πάρτι πρέπει να μου τάξεις γαλακτομπούρεκο, αν όχι μονόπετρο, πάντως η πρώτη αίσθηση ήταν μια απείρως σκιαχτική ταχυκαρδία, σαν να ’χα κατεβάσει είκοσι φραπέδες μαζεμένους. Έπειτα έπαθα ένα ωραιότατο μπλακάουτ, κι όταν επανήλθα στην πραγματικότητα, βρισκόμουν για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο στο αεροδρόμιο (γύρω στα δέκα χιλιόμετρα απ’ το σπίτι του μοιραίου πάρτι), απόσταση που είχα διανύσει, ερήμην μου, πεζή, διότι τα ποδάρια μου ήταν πιο πρησμένα κι απ’ του Οιδίποδα όταν του τα ’δεσε ο Λάιος. Όσο για την απολεσθείσα ερωτική έκσταση, δε θυμόμουν καν ποιο ήταν το αντικείμενό της. Ωραία πράματα! Έχω μιλήσει σε συγκέντρωση αριστερής φοιτητικής παράταξης. Πρόκειται για το ναδίρ του ερωτικού μου βίου, κι όσο φλυαρούσα επί παντός επιστητού, είχα στημένο το αυτί, περιμένοντας τον κόκορα της απολιτικής μου συνείδησης να λαλήσει τρις. Όσο για τον καλλίπυγο υπαίτιο του αυτοδιασυρμού μου, ήταν τόσο ενθουσιασμένος με την παπαρολογία μου, που αντί να ξεμοναχιαστούμε στο σπίτι του αποφάσισε να τραπεζώσει όλο το ασκέρι σε φοιτητοταβέρνα με τσίπουρα, ρακές και ξυλόπνευμα. Από εκείνο το βράδυ χρονολογείται το μίσος μου για την Αριστερά. Έχω παρακολουθήσει, αντί προκαταρκτικών, πριβέ χορόδραμα από ευειδή χορευτή με πολλά υποσχόμενη ευλυγισία, ωστόσο η περφόρμανς δεν περιλάμβανε τριψίματα κωλάδικου και χαρτονομίσματα στο βρακολάστιχο, αλλά έπρεπε να τελεστεί άμωμος, με κατάνυξη, και για όσο διαρκούσε η μουσική υπόκρουση (Μάλερ, «4η Συμφωνία», ολόκληρη!) Στο τέλος, ξερόχυσα και ησύχασα. Έχω ταξιδέψει είκοσι δύο ώρες με το πλοίο μέσα σ’ ένα διήμερο, αλερετούρ. Ο αρχικός στόχος του ταξιδιού ήταν η αναθέρμανση μιας παθολογικής, καταδικασμένης σχέσης, αλλά η επίσκεψη σύντομα εκφυλίστηκε σε μπινελίκια κι εκσφενδονισμούς αντικειμένων (εκ των οποίων ένα μπουκάλι παγωμένη τσικουδιά με βρήκε στο δόξα πατρί). Το μόνο θετικό απ’


την όλη τραυματική εμπειρία είναι ότι, προσπαθώντας να διασκεδάσω κάπως την απέραντη πλήξη του πλοίου χωρίς να σκάσω χίλια ευρώ στο μπαρ για μπαγιάτικα σάντουιτς και Gordon’s Space, κάθισα στο λάπτοπ και ξεπέταξα το Αυτοκτονώντας ασύστολα. Εξού και η υστερία της Ρόζας Βλάχου. Έχω κινήσει σούρουπο για κωμόπολη της ορεινής Δράμας κατόπιν ιντερνετικού ραντεβού, παρότι δεν είχα ξαναβρεθεί ούτε καν εντός του νομού. Το αποτέλεσμα ήταν ότι γύρω στις 2 τα ξημερώματα, όταν πλέον κάθε ελπίδα ξεπέτας είχε εξανεμιστεί κι εγώ είχα κλάσει πατάτες Νευροκοπίου απ’ τα θεοσκότεινα ρουμάνια που διέσχιζα, βρέθηκα στα σύνορα της Βουλγαρίας, όπου ευγενέστατος φρουρός μού είπε το βουλγάρικο αντίστοιχο του «ουστ, μωρή χαμούρα!» Ευτυχώς δηλαδή που έπεσα στο φυλάκιο και δε συνέχισα στα τυφλά, ειδάλλως μπορεί να σάπιζα ακόμα στις φυλακές του Μπέλενε. Λίγους μήνες μετά την προαναφερθείσα δοκιμασία, φίλος μού πρότεινε να πάμε στο Φεστιβάλ Μικρού Μήκους. Ακόμα τρέχω.greekleech.info Κατόπιν πιέσεων έχω ενδώσει κι έχω τραγουδήσει a cappella, ενώπιον κοινού που περιλάμβανε την επικείμενη κατάκτησή μου, όλο το δίσκο Στη λάμψη του φεγγαριού, τον οποίο λατρεύω, ωστόσο θεωρώ πιο ψυχοπλακωτικό κι από θάνατο κοντινού προσώπου. Κι αφού ξελαρυγγιάστηκα επί μία ώρα, μια ζουμπουρλούδικη κοπελίτσα, με δάκρυα στα μάτια, μου ζήτησε ανκόρ το «Amara me» του Νίνο Ρότα. Αυτό που δε γνώριζα ήταν ότι η εν λόγω μπουμπού είχε μόλις περάσει δραματικό χωρισμό, το σεβντά του οποίου είχε πνίξει σε μια μπουκάλα βότκα με άρωμα βανίλια. Έτσι, μόλις τελείωσα την παραγγελιά, σηκώθηκε απ’ τον καναπέ τρεκλίζοντας και κλαίγοντας με αναφιλητά με αγκάλιασε και ξέρασε μια ρεματιά βότκα και ξηροκάρπια στο πουκάμισο, στο παντελόνι και στα παπούτσια μου. Έπειτα απ’ αυτό ούτε ο Πρίαπος δε θα ’χε κουράγιο για βατέματα. Έχω δει τη «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή», δύο φορές, στο σινεμά. Την πρώτη τουλάχιστον με είχε πάρει ο ύπνος, αλλά στη δεύτερη προβολή είχα αποφασίσει να παραμείνω άγρυπνος, διότι είχαμε καθίσει στη γαλαρία, και φιλοδοξούσα να βάλω χέρι στο νεαρό γιο του μπακάλη και λατρεμένο διαβάτη της νύχτας, άλλο που μου ’χε ψήσει το ψάρι στα χείλη επί μήνες και είχα φτάσει στο σημείο που συνοψίζει έξοχα η φράση «παρακαλετό μουνί, ξινό γαμήσι». Τέλος πάντων λέω, ας το δούμε το στενόχωρο μια δεύτερη φορά μπας και ξεστραβωθώ και καταλάβω γιατί πρόκειται για αριστούργημα της έβδομης τέχνης, ε, κι άμα βαρεθώ, αρχίζω το καυλάντισμα. Μόνο που ο Μάλικ καταπώς φαίνεται έχει υπνωτική επίδραση επάνω μου, οπότε στο εικοσάλεπτο ροχάλιζα μακάρια. Κάποια στιγμή ξυπνάω μ’ ένα τίναγμα και λέω «“στη στεριά δε ζει το ψάρι”, ή τώρα ή ποτέ», και γλιστρώντας το χέρι στ’ αριστερό μου κάθισμα αρχίζω να ξεκουμπώνω ένα φερμουάρ χωρίς να συναντώ την παραμικρή αντίσταση. Τόμπολα! σκέφτομαι, κι ετοιμάζομαι να ξεκινήσω το εργόχειρο, όταν αίφνης ακούω κάποιον να προφέρει σιγανά τ’ όνομά μου, και γυρνώντας βλέπω το επίμαχο μπισκοτολούκουμο, που καθόταν στα δεξιά μου και είχε πεταχτεί στο κυλικείο για νερό. Οπότε στρέφω το κεφάλι με τρόμο κι αντικρίζω φεγγαροπρόσωπο μεσήλικα,


καραφλό και με τέσσερα προγούλια, να με κοιτάζει με ανείπωτη λαγνεία. Μου πήρε μήνες να ξαναπατήσω σε σινεμά, κι από τότε, και μόνο η αναφορά του ονόματος του Μάλικ μου προξενεί σπασμούς και κολικό εντέρου. Έχω ακούσει νεαρό Λετονό, Λιθουανό ή Λευκορώσο (ήμουν τούρνα και δε θυμάμαι ακριβώς – κάτι από λάμδα, πάντως) να ερμηνεύει όλες τις συμμετοχές της χώρας του στη Eurovision, συνοδεύοντάς τις με αυτοσχέδια χορευτικά. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που αναρωτήθηκα κατά πόσον έχω επιλέξει λάθος ερωτικό προσανατολισμό. Τέλος, έχω πάει στην πιο ερημική καβάτζα του νομού Θεσσαλονίκης –στον περίφημο Τάφο του Ινδού– προκειμένου να καλοπιάσω τη ρομαντική πλευρά του συνεπιβάτη μου, που ήτο νέος τρυφερός ως πατέ αγριόχοιρου κι αβάδιστος ως πουτάνα του Βαρδαρίου. Κι ενόσω μπαλαμουτιαζόμασταν ακούγοντας Τζο Ντασέν και θεωρώντας ότι έχουμε μόνη μας συντροφιά τ’ άστρα, το φεγγάρι και τα τυχόν ξενύχτικα γίδια της ραχούλας, ένας ακόμα πιο απελπισμένος ηδονοθήρας, που είχε κουβαληθεί εκεί πέρα χωρίς αμάξι (λύσσα, όχι μαλακίες), είχε κολλήσει τη μούρη του στο παράθυρο του οδηγού, σημειώνοντας τα σκορ με το ένα χέρι κι αρμέγοντας τη μαλλιαρή γελάδα με το άλλο. Το όλο μπανιστήρι θα είχε περάσει απαρατήρητο, αλλά όπως άλλαζα θέση διαρκώς για να μη γίνει το σμίξιμό μας παρτούζα με το λεβιέ ταχυτήτων και το χειρόφρενο, σήκωσα το κεφάλι κι αντίκρισα το κοινό μας, οπότε και ουρλιάξαμε μαζί, εκείνος έφυγε τρέχοντας στις ερημιές, κι εγώ διαπίστωσα πόσο τραγικά δύσκολο είναι να καθαρίσεις βελούδινο κάθισμα από δυνάμει απογόνους. Αυτά τα ολίγα. Κι αν καμιά φορά, ενθυμούμενοι τα νεανικά σας ρεζιλίκια, έχετε την παρόρμηση να χτυπήσετε την γκλάβα σας σε κοφτερή γωνία, ένα πράγμα να θυμάστε: όσο γελοίοι κι αν ήταν οι έρωτές μας, υπάρχουν πάντα άλλοι, γελοιότεροι.


Ο άνθρωπος που έτρωγε πολ λ ά

ΜΕΧΡΙ τώρα σας έχω ιστορήσει τα πάθη (και τα πάχη) της νιότης μου, με μια διάθεση αυτοσαρκασμού κι ανεμελιάς, που μου επιτρέπουν η ιστορική απόσταση και το γεγονός ότι πλέον, όταν περπατάω στο δρόμο, ραγίζουν τα πεζοδρόμια απ’ την ομορφάδα μου – και το αναφέρω όχι από έπαρση, μα για να μην κατηγορείτε το Δήμο όταν σκαλώνει η τακούνα στη ρωγμή και κάνετε διπλό τόλουπ για να μη σκάσετε με τα μούτρα στα πλακάκια των τυφλών με τα σγρούμπαλα και σας αποτυπωθούν στα μάγουλα και μείνετε σαν τη βλογιοκομμένη. Εκείνο ωστόσο που δεν έχω μοιραστεί μαζί σας είναι η διαδικασία της μεταμόρφωσής μου: πώς από κάμπια διαστάσεων Jabba the Hutt μεταμορφώθηκα σε πεταλούδα με πιτσιλωτά φτερά, για καλύτερη εφαρμογή και μεταξένια αίσθηση. Όλα ξεκίνησαν με την αποστροφή. Μην πάει ο νους σας στον Πολάνσκι, βέβαια – ούτε χερούκλες βγαίναν απ’ τις μεσοτοιχίες να με χουφτώσουν ούτε άφησα κάνα κουνέλι να σαπίσει, καθόσον εκείνα τα ένδοξα χρόνια μπορεί να μην το ’πνιγα το κουνέλι επαρκώς (πού να βρεθεί ερωτύλος θηριοδαμαστής;), αλλά το κατέβαζα αμάσητο, μαζί με τρίχωμα, κόκκαλα και σκάγια. Όχι – απλώς, έπειτα από χρόνια αυτοπαραμυθιάσματος και ιδεολογημάτων περί βοϊδοσύνης (Είναι θέμα προσωπικής αισθητικής ή Τι σημασία έχει το τόσο φθαρτό περιτύλιγμα όταν το περιεχόμενο είναι εκθαμβωτικό;), έφτασε η στιγμή που σιχάθηκα τον εαυτό μου. Ωστόσο, μέχρι να φτάσω σ’ αυτό το σημείο, υπήρξαν άφθονοι οιωνοί... Θυμάμαι, λόγου χάρη, να σκάει ο ντελιβεράς με τα οχτώ σουβλάκια, τις τρεις πατάτες και τις τέσσερις μπίρες, κι αντί ν’ ακούει το τζέρτζελο απ’ το πάρτι που φανταζόταν, ν’ αντικρίζει έναν τύπο ίσαμε το «Χίντενμπουργκ», με γυαλί-πατομπούκαλο, μαλλί ώς τον ώμο και γενειάδα πατριάρχη (στιλιστικές βόμβες που θεωρούσα ότι λειτουργούσαν ως αντιπερισπασμός στα κυβικά μου, ενώ απλώς με καθιστούσαν ακόμα πιο θηριώδη), με παππουδίστικη ρόμπα και απέραντη κατήφεια στο βλέμμα – διότι είναι πολύ σκληρό να βλέπεις τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του άλλου καθώς αναρωτιέται: Έχει γούστο να με φάει κι εμένα το Γέτι της Καλαμαριάς. Ή ν’ αγκομαχώ σε δοκιμαστήρια –όταν έβρισκα ρούχα στο νούμερό μου, τουτέστιν, αντίσκηνα με μανίκια και μπατζάκια– και βγαίνοντας, ο καραφλός, σαραντάρης υπάλληλος να μου λέει παρήγορα: «Ε, στην ηλικία μας τα παίρνουμε εύκολα τα κιλά...» χωρίς να υποψιάζεται ότι μου ’ριχνε μια εικοσαετία. Ο δριμύτερος κώδων κινδύνου ήταν το μάθημα της Καρδιολογίας – καθότι τω καιρώ εκείνω ήμουν ακόμα φοιτητής Ιατρικής, άλλο που ’χα ανακαλύψει την πραγματική μου κλίση


και, έχοντας αποκτήσει με τα πρώτα μου βιβλία ένα φανατικό κοινό δεκαεφτά αναγνωστών (συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας μου), είχα αποφασίσει να κερδίσω την αθανασία ως συγγραφέας. Το θέμα όμως ήταν να μη με προκάμει ο θάνατος στο μεταξύ, διότι στους θαλάμους του ΑΧΕΠΑ, προς ανείπωτο τρόμο μου, είχα πετύχει τριαντάρηδες και τριανταπεντάρηδες, με πολύ λιγότερα ξίγκια απ’ τα δικά μου, και που δεν κάπνιζαν όλοι τους δύο πακέτα την ημέρα όπως εγώ, κι ωστόσο ήταν ταβλιασμένοι μετά το πρώτο τους καρδιαγγειακό επεισόδιο, βλέποντας έντρομοι ένα μέλλον αδιάλειπτης αγωνίας κι αυτοπειθαρχίας. Και κάπου βαθιά μέσα μου –γιατί ήμουν πάντα άνθρωπος με βάθος, αλλά εκείνη την εποχή μιλάμε για την Τάφρο των Μαριανών– ένα κομμάτι του εαυτού μου έλεγε: Είναι κρίμα να πεθάνω τόσο νέος απ’ το γαμημένο το φαΐ. Πλην όμως βρισκόμουν σε φαύλο κύκλο: ο φόβος μ’ έριχνε στο φαΐ και το φαΐ στο φόβο (το οποίο, τώρα που το διαβάζω, έχει ρυθμό δημώδους, όπως, λόγου χάρη, Σου ’λεγα να μην τρως πολύ, αγάπη μου μεγάλη / Δε βρίσκει ούλη η Βενετιά φέρετρο να σε βάλει). Η τελευταία πινελιά πικρής ειρωνείας ήταν ότι τότε ακόμα είχαμε μια παμπάλαια ζυγαριά με βελόνα, η οποία τερμάτιζε στα εκατόν τριάντα κιλά, οπότε και συνέχιζε απ’ το μηδέν, με αποτέλεσμα, κάθε φορά που ζυγιζόμουν, να με ρωτάει διακριτικά η μάνα μου: «Πόσο είσαι, μανάρι μου;» κι εγώ να γρυλλίζω: «Είκοσι κιλά». Μα όλα αυτά έμελλε ν’ αλλάξουν, σύντομα και απότομα, έστω κι αν δεν το γνώριζα ακόμα... Μάρτιος του 2002, και το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού Βερολίνου, σε μια κίνηση μεγάλης γενναιοδωρίας, καλεί στην Έκθεση Βιβλίου της Λειψίας Έλληνες συγγραφείς σημαντικούς, καταξιωμένους, και δημοφιλείς – κι εμένα. Με το που το μαθαίνω, απ’ την τρελή μου χαρά (γιατί στον Άγιο Θωμά της Λειψίας δούλευε ο θεόπνευστος Μπαχ, χώρια τα λαχταριστά γερμανικά φαγιά που ’χα γνωρίσει –και ξεσκίσει– σε παλιότερα ταξίδια μου) κάθομαι κάτω κι εξολοθρεύω μια καρυδόπιτα μονάχος μου. Κι έπειτα, παίρνω την πιο μεγάλη μας βαλίτσα (μεγέθους Smart), ρίχνω μέσα ανάκατα είκοσι στρέμματα κοτλέ κι άλλα τόσα βαμβακερά, και ξεκινώ περιχαρής να θαμπώσω τους... Λειψίους; Λειψούς; με το σπινθηροβόλο μου πνεύμα. Το πρώτο χαστουκάκι το τρώω στο αεροπλάνο, όπου, για να μπορέσω να σφηνώσω στο κάθισμα χωρίς να χρειαστεί να γυμνωθώ και να με αλείψουνε με γράσο, έπρεπε να ’ναι σηκωμένα μονίμως τα ακουμπιστήρια, και οι εκατέρωθέν μου επιβάτες ν’ αλλάξουν θέση, ειδάλλως η επαφή μας θα ήταν τόσο στενή που θα μπορούσε να επιφέρει εγκυμοσύνη. Ωστόσο, εγώ απτόητος και –τι έκπληξη!– λιμασμένος. (Διότι, άμα είσαι σαν την καταβόθρα, όλα τα αισθήματα σε οδηγούν στο ξεκοίλιασμα: Αγχώθηκες; Τρως. Βρέχει; Τρως. Γαμιέται η γειτόνισσα; Τρως.) Οπότε φωνάζω την αεροσυνοδό, μια κοπελίτσα λιγνή και φοβισμένη απ’ τον επιβάτη που ήταν σαν τον Ερρίκο τον Η΄ άμα τις γυναίκες του τις έτρωγε αντί να τις σφάζει, και ζητάω να μου φέρει ό,τι σοκολατένιο είχε το εξόφθαλμο μενού. Μέχρι να φτάσουμε στη Λειψία, και με την ενδιάμεση πτήση, υπολογίζω ότι πρέπει να ’χα φάει γύρω στα τέσσερα εκατομμύρια πολύχρωμα αρχιδάκια με γέμιση σοκολάτα (ονόματα δε λέμε να μη φάμε καμιά αγωγή και τρέχουμε, αλλά ξέρετε ποια λέω: αυτά που βρίσκονται στην κορυφή της διατροφικής πυραμίδας, μαζί με το σιρόπι γλυκόζης, το χύμα λαρδί και το λίπος


σε ενέσιμη μορφή, που το πατάς μια κι έξω στα στεφανιαία και ησυχάζεις). Και καθώς έχει πάρει να σουρουπώνει και το αερόπλανο βρίσκεται σε καθοδική πορεία προς τη γραφική κι αγαπησιάρικη Λειψία, αρχίζω να φαντασιώνομαι μπούνκερ μεταποιημένα σε κελάρια εστιατορίων, με πριαπικές λουκανίκες, μπέικα τσιγαρισμένα σε λίπος αρκούδας και κρουνούς βαρελίσιας μπύρας. Ωραία πράματα! Και φτάνουμε και στο ξενοδοχείο, το «Marriott» της Λειψίας, και οι στομαχικές ονειρώξεις μου απογειώνονται, καθώς αρχίζω να φαντάζομαι room service πρωινά των πενήντα πιάτων (ας είν’ καλά η πιστωτική του μπαμπά) και σαμπάνια με φράουλες, χωρίς τη σαμπάνια και με μπόλικη σοκολάτα. Μου δίνει την κάρτα η ευγενέστατη υπάλληλος στο γκισέ, έρχεται κι ο αντιπλοίαρχος να πάρει τη βαλίτσα, κι αυτός μες στα χαμόγελα (καθότι «με τον παρά μου, γαμώ και την κυρά μου», οπότε, ακόμα κι αν σου εμφανιστεί το γκόλεμ της Πράγας, του χαμογελάς σαν να ’ναι η Ζιζέλ), κι ανεβαίνω στο δωμάτιό μου, διαστάσεων μικρής σουίτας και πολυτέλειας που μ’ έκανε, αφενός, να νιώθω ποταπός και ψωρίλος, κι αφετέρου, να θέλω ν’ αρπάξω και να παραχώσω στη βαλίτσα μου ό,τι δεν ήταν βιδωμένο ή καρφωμένο. Κι όπως ξεφυλλίζω το προσπέκτους με τις παροχές του ξενοδοχείου, το μάτι μου πέφτει στη σάουνα, που δεν είχα κάνει ποτές και που ακουγόταν τρομερά κυριλάτη και ανώτερη, όπως στις ταινίες, όπου δικαστές συζητούν με χρηματιστές της Γουόλ Στριτ καθώς ο ιδρώτας κυλάει παρασέρνοντας τις τοξίνες τους. Οπότε ζώνομαι το μπουρνούζι, φοράω την άσπρη την παντοφλίτσα, βάζω και μια σωβράκα από μέσα διότι το μπουρνούζι δεν έκλεινε ακριβώς (ή και καθόλου) και φοβόμουν μη βγούνε φόρα παρτίδα τα τιμαλφή μου, και κατεβαίνω στο ισόγειο, όπου βρισκόταν η σάουνα, έτοιμος για την πιο χλιδάτη εμπειρία της ζωής μου. Εκείνο που θα ’πρεπε να ’χα σκεφτεί, βεβαίως, είναι ότι, σ’ ένα χώρο όπου τον ατμό τον κόβεις με το ψαλίδι, τα γυαλιά θα θολώνουν στο δευτερόλεπτο – όπως και συνέβη, με το που πάτησα το πόδι μου στο σκοτεινό διάδρομο, μια και η εν λόγω σάουνα δεν ήταν το ξύλινο κουβούκλιο που φανταζόμουν, αλλά ένας υποφωτισμένος λαβύρινθος. Που σημαίνει ότι αίφνης βρίσκομαι τυφλός κι αποπροσανατολισμένος, με τη ζέστη να μου κόβει την ανάσα και την παντοφλίτσα να γλιστράει στο πλακάκι καθώς ήταν φτιαγμένη για πόδι ανθρώπου και ουχί γορίλλα. Χωρίς υπερβολή, πέρασα δεκαπέντε λεπτά στην Κόλαση, χτυπώντας από τοίχο σε τοίχο, πασχίζοντας να δω προς τα πού πέφτει η έξοδος, και ψιθυρίζοντας απεγνωσμένα «Hilfe!» διότι τα πλεμόνια μου κόντευαν να σκάσουν απ’ τη σάουνα-ατμομάγειρα. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή με λυπήθηκε ο Θεός και βγήκα απ’ το χάος και το έρεβος, τρεκλίζοντας, χωρίς παντόφλες, και με το μπουρνούζι να χάσκει λυμένο, αποκαλύπτοντας την κοιλιά όχι του αρχιτέκτονα, αλλά της μπετονιέρας για το αμμοχάλικο. Κι ανεβαίνω γρήγορα γρήγορα στο δωμάτιό μου, τρέμοντας μη με δει κάνας συνάδελφος συγγραφέας και καλέσει το σύλλογο περίθαλψης και προστασίας άγριων ζώων. Κι ενώ το μόνο που ήθελα ήταν να κατεβάσω ό,τι πιοτί είχε το μίνι μπαρ, να παραγγείλω τα σύμπαντα και να περάσω την υπόλοιπη βραδιά μου βλέποντας το «Νονό» μεταγλωττισμένο στα γερμανικά («Lassen Sie das Gewehr. Nehmen Sie das cannoli»), σε


μισή ώρα είχαμε ραντεβού με όλη την ομήγυρη για να τραπεζωθούμε και να γνωριστούμε, και θα ’ταν τεράστια γουρουνιά να μην εμφανιστώ. Οπότε μπαίνω στο πολυτελέστατο μπάνιο για ένα γρήγορο ντουσάκι – κι εκεί παθαίνω το μεγαλύτερο ντουβρουτζά της ζωής μου, διότι το μπάνιο είχε γύρω γύρω, αντί για τοίχους, ολόσωμους καθρέφτες, κι αφήνοντας ανυποψίαστος το μπουρνούζι να πέσει, αντικρίζω το θέαμα δεκαπέντε ολόγυμνων Κορτώ. Επειδή το ταλέντο μου δεν αρκεί για να περιγράψω το πώς ένιωσα εκείνη τη στιγμή, θα δανειστώ τα εμβληματικά λόγια τρίτων: «Δεν ήταν νησί, ήταν θεριό που κείτουνταν στη θάλασσα...» «... και είδον εκ της θαλάσσης θηρίον αναβαίνον, έχον κέρατα δέκα και κεφαλάς επτά (και προγούλια ων ουκ έστιν αριθμός)...» «... Οι αρσενικοί ιπποπόταμοι αυξάνονται διαρκώς σε μέγεθος σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους... Σκοτώνουν κροκοδίλους και λιοντάρια, και είναι υπεύθυνοι για πολύ περισσότερους θανάτους ανθρώπων απ’ όσους άλλα ζώα της Αφρικής...» Ήταν τέτοιο το σοκ, που δε συγκρατώ καμία ανάμνηση από εκείνη την πρώτη βραδιά. Μόνο ότι, αφού είχαμε καθίσει, κι ο σερβιτόρος μάς πρότεινε διάφορα τερψιλαρύγγια, μια φωνή μέσα μου είπε ξαφνικά: Αυτό το χάλι πρέπει να σταματήσει, εδώ και τώρα. Οπότε την έβγαλα όλο το βράδυ με μεταλλικό νερό. Κι επειδή με είχε πιάσει το πείσμα, ακόμα και το πρωί της επομένης, όταν κατέβηκα στον πρωινό μπουφέ που ’χε πάνω του τον Άδη και τα λείψανα, αρκέστηκα σ’ ένα βραστό αυγό κι ένα μπολ με διαφανή κοτόσουπα. Φυσικά, δεν υπάρχει γελοιωδέστερο θέαμα απ’ τον τετράπαχο άνθρωπο που, όταν τον ρωτάς γιατί δεν τρώει, σου απαντά: «Κάνω δίαιτα». Κι ωστόσο, παρά τα βλέμματα λύπης, συμπόνιας και εύλογης θυμηδίας, πέρασα όλη την υπόλοιπη παραμονή μου στη μαγευτική Λειψία λιμοκτονώντας και καπνίζοντας τέσσερα με πέντε πακέτα Ντάνχιλ Μενθόλ την ημέρα, γιατί, αν δεν είχα κάτι διαρκώς στο στόμα μου, θα παραφρονούσα. Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή. Ακολούθησαν εννέα μήνες απερίγραπτης πείνας και κακουχίας, καθώς η απότομη απώλεια των κιλών προκάλεσε ό,τι σύμπτωμα μπορείτε να φανταστείτε, από λιποθυμικά επεισόδια και ζοχάδες μέχρι μια ωραιότατη διάτρηση στομάχου από βαρβάτο αντιφλεγμονώδες. Ωστόσο, το διακύβευμα ήταν τεράστιο, και για καλή μου τύχη, εκτός απ’ την αμέριστη συμπαράσταση των γονιών μου, είχα και την ανεκτίμητη βοήθεια της κολλητής μου φίλης και μετέπειτα κουμπάρας μου Λώρης Κέζα (που με στήριξε αφάνταστα στον καθημερινό μου αγώνα να μην πίνω ούτε σταγόνα αλκοόλ) και της Σώτης Τριανταφύλλου, με την οποία είχαμε γνωριστεί στη Λειψία και η οποία, αντιμετωπίζοντας το εγχείρημά μου με απόλυτη σοβαρότητα παρά το φαιδρό του όλου πράγματος, μου τηλεφωνούσε σχεδόν καθημερινά για να μου βάζει χέρι σε περίπτωση διατροφικής ατασθαλίας. Έκτοτε πέρασαν χρόνια και χρόνια μες στην άμμο, εκεί που ανθίζει η σουβλακιά, χρόνια ναρκισσισμού και υπερλιβιδινισμού, αλλά και διαιτητικού γιογιό (νηστείας για ενάμιση μήνα και στα καπάκια ξεσκίσματος για έξι μήνες), μέχρι που έφτασε ο θυρεοειδής στο «αμήν», κι αποφάσισα απλώς να «προσέχω» (απίστευτα εκνευριστικό ρήμα για κάθε άνθρωπο με


περιττά κιλά), με στόχο να πενηνταρίσω όσο γίνεται πιο μαζεμένος, για να μη με ακολουθεί μέχρι το μνήμα η σαπιοκοιλιά και τα γεροντόπαχα. Έτσι ώστε, κι αν δεν παραμείνω Άδωνις (απροπό, κάποιος πρέπει να μηνύσει τον Γεωργιάδη, που ’χει καταστρέψει τέτοιο ωραίο όνομα), τουλάχιστον να μην καταλήξω γηραλέα, καραφλή εκδοχή του φρικαλέου αλλοτινού μου εαυτού. Το ηθικό δίδαγμα; Η υπερφαγία μπορεί να γίνει αναπηρία, αλλά είναι καθ’ όλα αναστρέψιμη. Και η συμβουλή μου; Σουβλάκια απ’ τον «Θωμά» στην Αχαρνών. Δεν παίζονται.


Ο e- λ ί θι ος

Η ΦΥΣΗ αγαπά την ισορροπία. Όταν χαρίζει σ’ ένα πλάσμα πλουσιοπάροχα τα ελέη της, φροντίζει ν’ αντισταθμίζει τα ταλέντα του με αντίστοιχου μεγέθους αδυναμίες. Έτσι κι εγώ – μπορεί ως παιδάκι να τα ’παιρνα τα γράμματα (μεγαλώνοντας θα τα πήγαινα κιόλας, μα τότε ακόμα ήμουν αθώος), να ’χα μουσικό αυτί και ευχέρεια στις ξένες γλώσσες, αλλά οτιδήποτε άπτεται της τεχνολογίας μού φαινόταν πέρα για πέρα ακατανόητο. Λόγου χάρη, το αεροπλάνο. Διότι ο μπαμπάκας μου, εκτός από οδοντίατρος, ήταν και πιλότος ελαφρών αεροσκαφών, και με τα Cessna της Αερολέσχης Θεσσαλονίκης είχαμε αλωνίσει Ελλάδα και Ευρώπη. Κι όπως ήταν φυσικό, ο δόλιος πατέρας προσπαθούσε, κάθε φορά, να εξηγήσει στο βλαστάρι του το φαινόμενο της πτήσης με απλά λογάκια, βασισμένα στους θεμελιώδεις νόμους της Φυσικής. Οπότε κι εγώ γούρλωνα τα μάτια, παριστάνοντας ότι πιάνω πουλιά στον αέρα (άντε πάλι ο υφέρπων ερωτικός προσανατολισμός), ενώ στην πραγματικότητα ένα άκουγα και δέκα δεν καταλάβαινα. «Απλό δεν είναι;» ρωτούσε στο τέλος της νιοστής εξήγησης ο père Κορτώ, κι εγώ χαμογελούσα πλατιά, αν και μέσα μου πίστευα ακράδαντα ότι, για να βρίσκεται κοτζάμου θεριό στον αέρα και να μην γκρεμοτσακίζεται σαν τη Σουλιώτισσα, προφανώς συντρέχει κατιτίς το υπερφυσικό: Θεία Πρόνοια; Ανωτάτη Φακιρική; Οι πορδές του Νεφεληγερέτη; Πάντως, αυτό το πράμα από μόνο του δεν πέταγε, δεν πά’ να ’λεγε ο Νεύτων κι ο κάθε κερατάς. Κι έπειτα ήρθε το βίντεο, και η χρυσή εποχή της βιντεοκασέτας. Όπου, μέχρι να μάθω ότι, για να παίξει η κασέτα και να δω τον Τζέιμς Μποντ αντί για το ταψί-ουράνιο τόξο της ΕΡΤ, έπρεπε ν’ αλλάξω κανάλι και να πατήσω το play κι όχι όλα τα κουμπιά μαζί από πρεμούρα, αδαημοσύνη, απελπισία κι εκνευρισμό, κατέστρεψα κάμποσες βιντεοκασέτες, που μασήθηκαν, γράφτηκαν από πάνω και κακοποιήθηκαν ποικιλοτρόπως, καθώς, όταν η κασέτα παραήταν τζαναμπέτικη και δεν έπαιζε με τίποτα, την έβγαζα και την ποδοπατούσα για να μάθει η καριόλα. Όσο δε για το να γράφω εκπομπές, ταινίες και τα ρέστα, ο ακούραστος πατέρας περνούσε ώρες γονατιστός μπροστά στο βίντεο (πάνω στο οποίο κοιμόταν και η Σιαμέζα γάτα μας, η Κακάμπα), πασχίζοντας να μου εξηγήσει ότι πρέπει να πατήσουμε δύο κουμπιά συγχρόνως –«έτσι, Πετράκη;»– αλλά η κασέτα πρέπει να ’χει την πλαστική την παρθενιά την τετράγωνη άθικτη, ειδάλλως δε γράφεται τίποτις. Ε, λοιπόν, ό,τι καταλάβαινε η Κακάμπα καταλάβαινα κι εγώ – και αν πεις ιδίως να προγραμματίσω κάτι να γραφτεί με βάση το ρολόι του βίντεο, χέσε ψηλά κι αγνάντευε. Διότι, ανάμεσα στις πολλές αντισταθμιστικές αναπηρίες μου, μέχρι το γυμνάσιο σχεδόν είχα τεράστιο πρόβλημα με την ώρα, ιδίως όταν το γαμωβίντεο έγραφε 21:00 κι εγώ έπρεπε να κάτσω να μετρήσω τι στο διάολο σημαίνει αυτό το εικοσιένα εκτός απ’ την πίεση του


παππού και το μπλάκτζακ που χαρτόπαιζαν την Πρωτοχρονιά οι κουμαρτζήδες οι γονείς μου. Και φτάνουμε στο σωτήριον έτος 1990, όταν εισήχθην στο Κολλέγιο και βρέθηκα για πρώτη φορά περιτριγυρισμένος από τη σπορά της σαλονικιώτικης πλουτοκρατίας (ο Θεός να σε φυλάει) και τα φανταχτερά τους τζίτζιλα-μίτζιλα. Μέσα σ’ αυτά, καθώς το λεωφορείο μάς ανέβαζε στο ειδυλλιακό, κατάφυτο σχολειό μας, ήταν και τα πρώτα CD που ’χα αντικρίσει στη ζωή μου. Βέβαια, επειδή με το πέρασμα των χρόνων είχα αντιληφθεί ότι εγώ και η τεχνολογία ήμασταν πιο ασύμβατοι κι απ’ ό,τι ο πρίγκιπας Κάρολος με το σεξαπίλ, αποφάσισα να μη ρωτήσω ευθέως και καρφωθώ, αλλά να παρατηρώ τάχα μου αδιάφορα, μέχρι να καταλάβω τι σκατά ήταν αυτά τα σιντί. Το ότι είχαν σχέση με μουσική το ’χα ψυχανεμιστεί, καθόσον είχαν εξώφυλλα από μπάντες και σάουντρακ, αλλά όσο και να τα μπάνιζα, αδυνατούσα να φανταστώ πού το χώνεις αυτό το γυαλιστερό δισκάκι (που ’ταν ταμάμ για σουβέρ – αν ζούσε η μακαρίτισσα η γιαγιά μου η Ελένη, θα τα αγόραζε με το καφάσι, γυαλισμένα με Silvo και με ασορτί σεμεδάκι με ασημιά μπορντούρα) για να παίξει μουσική. Κασέτα δεν ήταν σίγουρα, κι ούτε δίσκος πρέπει να ’τανε, γιατί παραήταν μικρό. Και τότε ξαφνικά μου έρχεται η επιφοίτηση! Γιατί ανάμεσα στα βινύλια της μαμάς είχαμε και κάτι παλιά σαρανταπεντάρια του μπαμπά, τα οποία είχαν πάνω κάτω το ίδιο μέγεθος. Ηλίου φαεινότερον! Δισκάκια ήταν! Οπότε μαζεύω χαρτζιλίκι δυο βδομάδων, πηγαίνω σ’ ένα δισκάδικο στην Πρίγκηπος Νικολάου, αγοράζω το πρώτο μου CD –τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι– και γυρνάω σφαίρα στο σπίτι για ν’ απολαύσω αυτό το νέο θαύμα της σύγχρονης τεχνολογίας. Ανάβω που λέτε το πικάπ και τον ενισχυτή, βάζω το CD στο κέντρο, κατεβάζω και τη βελόνα – και ακούγονται όχι οι Τέσσερις Εποχές αλλά το Μια εποχή στην Κόλαση, που ’ρθε τρέχοντας η μάνα απ’ την κουζίνα όπου καθάριζε μύδια γιατί νόμισε ότι είχε μπουκάρει στο σπίτι μπαμπουίνος σκαστός απ’ το Τσίρκο Μεντράνο και της κατασπάραζε το μοναχογιό. Πέρασε ένας χρόνος μέχρι ν’ αποκτήσω CD Player, κι άλλος ένας μέχρι να μάθω ότι, άμα το σιντάκι κολλήσει ή δεν παίζει, ανοίγουμε το πορτάκι (με το ειδικό κουμπί, κι όχι τραβώντας το με τα δάχτυλα όπως το σουρτάρι της μπιζουτιέρας), και πάνω απ’ όλα, δεν κοπανάμε το Kenwood σαν απείθαρχο μουλάρι γιατί ο μπαμπάκας θα μας αφαλοκόψει. Περνάν ένα δύο χρόνια, και η ανθρωπότης αποκτά καινούργιο μαραφέτι: το κινητό τηλέφωνο. Κι ο μπαμπάς, καθότι γκατζετάκιας τρελός, σκάει κάπου τρακόσια χιλιάρικα κι αγοράζει ένα κινητό να, με το συμπάθιο, που, έτσι και το τύλιγες με χαρτί του «Τερκενλή», ο άλλος το ’βλεπε και νόμιζε ότι είχε μέσα τέσσερα τσουρέκια και του τρέχανε τα σάλια. Είχε και μια κεραία ίσαμε ένα βούνευρο, και όπως περπατούσαμε στην Τσιμισκή, ο πατέρας έπαιρνε φίλους, συγγενείς, γνωστούς και παντελώς αγνώστους και τους μιλούσε τόσο μεγαλόφωνα, που καθιστούσε το κινητό περιττό, διότι τον άκουγες μέχρι τα Λαγκαδίκια. Εγώ ψιλοντρεπόμουν, μα πιο πολύ ντρεπόμουν να ρωτήσω πώς λειτουργάει αυτό το πράμα. Σαν τα γουόκι τόκι; Ναι, αλλά δεν έπρεπε ο άλλος να ’ναι κοντά; Μην ήταν ασύρματος; Ναι, αλλά δε θα ’πρεπε να ’χει κι ένα μαρκούτσι με βελόνα, για να ξέρεις με ποιο βομβαρδιστικό συνομιλείς; Κάθεται το λοιπόν ο πατέρας κι εξηγεί, για κύματα (όχι της θάλασσας, τ’ άλλα, που δε φαίνονται) και για πύργους (όχι του Κάφκα, ακόμα πιο


ζόρικους), και μου το δίνει κι εμένα να τηλεφωνήσω στον παππού. Ο οποίος παππούς στο μεταξύ είχε ογδονταρίσει και είχε και καταρράκτη και βαρηκοΐα κι όλα τα καλά της τρίτης ηλικίας, έτσι που όταν το σηκώνει κι εγώ φωνάζω: «Παππού Πέτρο, παππού Πέτρο, είμαι στην Τσιμισκή!» ο παππούς αναφωνεί: «Το παιδί! Θα το κόψει κάνα αμάξι!» και βγαίνει απ’ το σπίτι με την παντόφλα να με σώσει απ’ τα διερχόμενα οχήματα, ενώ εγώ εξακολουθώ να μιλώ αμέριμνος με την (επίσης θολωμένης αντίληψης) γιαγιά, η οποία μπερδεύει το «κινητό» με το «κουνιστός» και ωρύεται: «Τι λόγια είν’ αυτά, μικρό παιδί!» (Πού να ’ξερε...) Το αποτέλεσμα ήταν ότι μέχρι το 2000, οπότε και οι γονείς μου μου φέρανε ένα Έριξον-και-δεν-Έπιασον και μου εξήγησαν με το γλυκό πως, αν δεν το παίρνω μαζί μου όταν βγαίνω και ξενυχτάω μπεκροπίνοντας, θα μου το ράψουν στο θώρακα σαν βηματοδότη, ήμουν τρομερά καχύποπτος απέναντι στην κινητή τηλεφωνία. Και ξαφνικά, το Ίντερνετ! Πρέπει να ’μουν στην Πρώτη Λυκείου, και είχα ήδη ακούσει ορισμένους συμμαθητές μου, φανατικούς κομπιουτεράδες, να μιλάνε για τα ι-μέιλ που έστελναν κι έπαιρναν, και είχα ακούσει και τη φράση «ηλεκτρονική αλληλογραφία», αλλά ειλικρινά η όλη υπόθεση μου φαινόταν τρομερά δυσνόητη, αν όχι αδιανόητη. Ποιος διατηρούσε αλληλογραφία τη σήμερον ημέρα; Πού ζούσαμε, στο 19ο αιώνα; Το επόμενο βήμα θα ήταν ν’ αρχίζαμε να γράφουμε σε περγαμηνές, σάρκαζα ενδόμυχα, πάντα συντονισμένος με τις τεχνολογικές καινοτομίες. Ώσπου ένα βράδυ γυρνάω σπίτι απ’ το φροντιστήριο και βλέπω τον πατέρα μου να κάνει κάτι στον 486, που δεν ήταν ούτε παιχνίδι ούτε πρόγραμμα. «Τι είν’ αυτό;» ρωτάω. Κι εκείνος γυρνάει και μου σκάει ένα πλατύ χαμόγελο. «Έχουμε Ίντερνετ!» Άναυδος ο γιος. «Τι πράμα;» Και κάθεται και μου εξηγεί εν τάχει ότι αυτό το Ίντερνετ συνδέει όλους τους υπολογιστές κι ότι βρίσκεται παντού και πάντα (μέχρι που άρχισα να σκέφτομαι διάφορα θεοτικά: τελώνια, σολομωνική, τις επτά σάλπιγγες της Αποκάλυψης...) «Και πόσο κάνει;» ρωτάω καχύποπτος. «Δωρεάν είναι! Μας δίνει πρόσβαση η Αερολέσχη απ’ τον παροχέα της!» (Πολλές άγνωστες λέξεις. Κι άλλη καχυποψία. ) «Άμα είναι τζάμπα, μαλακία θα είναι. Ή θα προσπαθήσουν να σου φάνε λεφτά στο λάου λάου». Και προς επαλήθευσιν της νεανικής μου σοφίας, βλέπω τον πατέρα να βγάζει την πιστωτική και να πληκτρολογεί τον αριθμό της δίπλα από μια εικόνα του «Flight Simulator». «Μα τι κάνεις;» λέω απορημένος. «Παραγγέλνω το καινούργιο “Flight Simulator”». «Τέτοια ώρα; Εδώ κοντεύει έντεκα. Θα ’χουν κλείσει». Ο πατέρας σκύβει προς στιγμήν το κεφάλι με έκφραση βαθιάς απογοήτευσης και μου εξηγεί, πάλι, ότι αυτό το Ίντερνετ είναι σαν το Θεό, άχρονο και πανταχού παρόν και τα πάντα πληρούν. Εγώ βέβαια δυσπιστώ –κοιτάω και γύρω γύρω μπας και μας παίρνει καμιά «Candid Camera» και μας τραβάνε τα βυζιά μ’ αυτό το Δίκτυο που ακούγεται τρελή


μούφα– και ξάφνου μπαίνω στο νόημα! «Ααα, σωστά. Άμα το παραγγέλνεις από Αμερική, με τη διαφορά της ώρας θα ’ναι ακόμη ανοιχτά». Λύθηκε το μυστήριο! Προϊόντος του χρόνου, βέβαια, εξοικειώθηκα με τις βασικές λειτουργίες του Διαδικτύου κι ανακάλυψα την τεράστια χρησιμότητά του (όπως το να κατεβάζεις πλαστές τσοντοφωτογραφίες αστέρων του Χόλιγουντ), αλλά επειδή μιλάμε ακόμα για χρόνια παλιά και πρωτόγονα, με το μόντεμ που για να συνδεθεί τσίριζε μέχρι που ξυπνούσαν οι γειτόνοι και βλαστημούσαν («Πάλι μαλακίζεται το πουστράκι από δίπλα!»), άμα σ’ έπαιρνε ο άλλος τηλέφωνο έπεφτε η σύνδεση, κι ο παππούς φυσικά κάθε φορά που έβγαινε απασχολημένο διότι συνευρισκόμουν μετά του εαυτού μου ξανάπαιρνε στα καπάκια, και γίνονταν τα νεύρα μου κρόσσια καθότι η πονηρή φωτό κοβόταν στο επίμαχο σημείο, κι άντε να φαντασιωθείς με δυο δάχτυλα γκρίζο τίποτα στη βάση. Και μετά ήρθε και η τρελή χαρά του Napster, όπου χρειαζόμουν πάλι εξηγήσεις, γιατί, όταν ο πατέρας μού έλεγε ότι «μοιραζόμαστε τα τραγούδια με τους άλλους», εγώ απαντούσα: «Ναι, αλλά οι άλλοι πού τα βρίσκουν; Κοίτα μη σου φάνε τίποτα λεφτά (και δεν προκάμω να τα φάω εγώ)». Με ντροπιαστική καθυστέρηση (χρονική κι ενδεχομένως νοητική) ανακάλυψα και τη μαγεία του DVD. Πρέπει να ’ταν γύρω στο 2001-2002, όταν το Σινεμά είχε αρχίσει να μοιράζει ταινίες σε ντιβιντιά. Επειδή βεβαίως είχε καεί η γούνα μου με τα σιντιά, όταν είχα πάρει το πρώτο μου DVD –την «Κατάρα του Πράσινου Σκορπιού»– δε δοκίμασα να το χώσω στο CD player όπως ήταν η πρώτη μου παρόρμηση, αλλά περίμενα καρτερικά πότε θ’ αγόραζε ντιβιντιέρα ο μπαρμπα-Κορτώ να ξεστραβωθούμε. Μέχρι που ένα απόγευμα, καθώς ετοιμαζόταν για το ιατρείο, με βλέπει να γράφω στο σχετικά καινούργιο μου λάπτοπ και μου λέει: «Πέθανα στο γέλιο με την ταινία του Γούντυ Άλλεν!» Τον κοιτάω εγώ συνοφρυωμένος και του λέω: «Πήρες μηχάνημα DVD και δε μου το ’πες;» Όπου ο πατήρ παίρνει το γνώριμο πια ύφος παραίτησης, πλησιάζει, πατάει ένα κουμπάκι στο πλάι του λάπτοπ και –ω του θαύματος!– από μέσα βγαίνει το πορτάκι του ενσωματωμένου DVD player, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσα επί ένα εξάμηνο και βάλε. Η τελευταία τεχνολογική οδύσσεια που υπέστην ήταν η εγκατάσταση γρήγορου Ίντερνετ το καλοκαίρι του 2008, όταν η μεταφραστική μου εργασία είχε μετατραπεί σε κόλαση – γιατί όταν ο τρισκατάρατος συγγραφέας σού παραθέτει μια παράγραφο με διάφορες ποικιλίες βρούβας που φύονται μόνο στο νοτιοδυτικό Γουαϊόμινγκ και μόνο σε χωράφια κοπρισμένα με σκατό βίσωνα (και συγκεκριμένα, Υδροχόου βίσωνα), η πρώτη αντίδραση του μεταφραστή με προπολεμικό μόντεμ (ναι, εκείνο που έσκουζε σαν τη χήρα στο κρεβάτι) είναι η αυτοκτονία με κατάποση καθαριστικού μπανιέρας. Εκείνο που δεν μπορούσα να μαντέψω, φυσικά, ήταν ότι τα δύο πρώτα μόντεμ που θ’ αγόραζα θα ήταν και τα δύο καμένα, γεγονός που όπως μπορείτε να φανταστείτε αντιμετώπισα με τη νηφαλιότητα και την ψυχραιμία που με χαρακτηρίζουν – τουτέστιν, παίρνοντας τηλέφωνο την τεχνική υποστήριξη του παροχέα μου και ουρλιάζοντας εν μέσω λυγμών και λόξυγγα ότι, αν δε μου στείλουν τεχνικό πάραυτα, θα ’χουν τον πρόωρο χαμό μου βάρος στη συνείδησή τους. Όταν εντέλει ήρθε ο τεχνικός, και πρωτομπήκα στο Google σε χρονικό διάστημα μικρότερο της


μιάμισης βδομάδας που μου ’παιρνε πριν, συγκρατήθηκα για να μην του δοθώ από ευγνωμοσύνη (συνετέλεσε βέβαια και το γεγονός ότι πρέπει να ’χε μόλις φάει παστουρμαλί και μύριζε σαν τα εφτά λέσια, που ’λεγε και η συχωρεμένη η γιαγιά μου). Έκτοτε, και μέχρι τη μεταμόρφωσή μου στο σημερινό μου εαυτό (που παίζει το Ίντερνετ στα δάχτυλα – αφού να σκεφτείς έχω μάθει πια μέχρι και πώς καθαρίζει το ιστορικό από την Πορνοθήκη της Αλεξάνδρειας), μεσολάβησαν πλείστοι άλλοι εξευτελισμοί και στραπάτσα. Όπως ότι το φλασάκι δεν είναι για να τραβάμε φωτογραφίες με την ψηφιακή, αλλά για ν’ αποθηκεύεις πράμα. Ή ότι ο εξωτερικός σκληρός δεν είναι ευφημισμός για την ορθοψωλιά, αλλά δίσκος για ν’ αποθηκεύεις κι άλλο πράμα. Ότι το κατεβάζω δεν είναι πάντα κυριολεκτικό (για παράδειγμα, «Κατέβασέ μου τα κορν φλέικς απ’ το πάνω ράφι»), αλλά μπορεί να σημαίνει ότι οικειοποιείσαι ένα τραγούδι, μια ταινία κτλ. (πράγμα που ορκίζομαι στο συκώτι μου ότι δεν το έχω κάνει ποτές, διότι η πειρατεία σκοτώνει τη μουσική, τη λίμπιντο και τις γελάδες με πράσινα μάτια). Ότι τα torrent (που επίσης γνωρίζω μόνον εξ ακοής) δεν είναι στην κυριολεξία ένας χείμαρρος όπου ο άσχετος όπως εγώ προσπαθεί να πιάσει επεισόδια σειρών σαν αρκούδα με Πάρκινσον, που της ξεφεύγουν οι σολομοί, αλλά είναι κάτι πολύ απλό, φτάνει να ’χεις έναν ελαφρύ client (που όχι, δεν παραπέμπει σε πορνεία για πελάτες βάρους φτερού). Κι ότι τέλος το facebook δεν είναι κάτι που σου τρώει λεφτά (ο μόνιμος φόβος του ανθρώπου που αντιμετωπίζει την τεχνολογία σαν ψυλλιασμένος ιθαγενής, κιαλάροντας τις χάντρες ενώ διερωτάται: Να τον πάω στον αρχηγό μου ή θα μας σουβλίσουν σαν τσι γουρούνες στο πανηγύρι τ’ Αϊ-Μάμα; ) αλλά είναι ένα μέσο δικτύωσης, φιλίας και γνωριμιών, ιδανικό για άτομα όπως εγώ, των οποίων η κοινωνικότητα είναι ελάχιστα μεγαλύτερη απ’ του Σάλιντζερ αφού πέθανε. Αυτά τα ολίγα. Και τώρα πάω με το λάπτοπ στην κρεβατοκάμαρα, για να δω αν δουλεύει το wi-fi που μόλις εγκαταστήσαμε. Και για όσους βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων: Αν ξάφνου ακούσετε άναρθρες κραυγές και μπινελίκια, μη σκιαχτείτε. Κάποια στιγμή, πού θα πάει, θα το πάρω το κολάι.


Γ εννήθηκα τύφλ α

ΕΙΝΑΙ

γνωστό κι επιστημονικώς τεκμηριωμένο ότι ο άνθρωπος από αρχαιοτάτων

χρόνων, στον αγώνα του να ξορκίσει το φάσμα της θνητότητας που επεκρέματο πάνω του σαν απλήρωτος λογαριασμός της ΔΕΗ, αποζητούσε την τέρψη της λησμονιάς ή, για να το θέσω κάπως πιο εκλεπτυσμένα, έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να γίνεται κουρούμπελο. Στη Γένεση, λόγου χάρη, μαθαίνουμε την ιστορία του μπαρμπα-Νώε, τον οποίον ο Θεός επέλεξε ως ενάρετο άνθρωπο για να τον σώσει απ’ τον Κατακλυσμό (που πρέπει να ’ταν κάτι σαν μια τυπική μέρα στο Σιάτλ). Και τι κάνει ο Νώες με το που αράζει η κιβωτός στο Αραράτ; Ανακαλύπτει την άμπελο, γίνεται τούρνα και την πετάει απ’ έξω σαν τον τελευταίο περιστερά. Σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή, την άμπελο τη φυτεύει παρέα με τον Σατανά, ενώ μια τρίτη βερσιόν μάς λέει ότι ο Νώε, άπαξ κι έγινε κόκκαλο, όχι μόνο έβγαλε στη φόρα τη λουκανίκα του, αλλά την άρπαξε κι άρχισε να κυνηγάει τις νύφες του να τις βατέψει. Επίσης, όπως μου αφηγήθηκε πρόσφατα μια φίλη μου διαβασμένη και ουχί ανιστόρητη σαν εμένα, το ψωμί ανακαλύφθηκε κατά λάθος, ως παραπροϊόν της μπίρας. Όπου οι Μεσοποτάμιοι, σου λέει, είχαν πάρει πρέφα ότι το κριθάρι δεν είναι μόνο για να το κολατσίζουν τα γουρούνια (ή, σύμφωνα με τη μεσοποτάμια προφορά, γ’ρούνια), αλλά ότι έφκιανε κι ένα πράμα αφρισμένο, που το ’πινες και γινόσουνα κουδούνι κι έβλεπες τη γυναίκα σου τη φακλάνα και την περνούσες για τη θεά Ιστάρ – άλλο που μετά σ’ έπιανε πρήξιμο, ρέψιμο και τσίσι. Κάποιος λοιπόν που ’χε χωθεί μες στη βαρέλα για να πιει τα κατακάθια ο λυσσάρης, είδε ότι στον πάτο το αγγείο είχε πιάσει ένα πράμα σκληρό, που άμα το ’κανες λίγο παπάρα τρωγόταν ωραιότατα. Έτσι ανακαλύφθηκε το παξιμάδι ως μεζές (για τη λακέρδα δε γνωρίζω). Τουτέστιν, η ανθρωπότης πρώτα γύρεψε το μεθύσι και μετά το ψωμί. Όλα αυτά φυσικά δεν τα λέω για να δικαιολογήσω τη δική μου μακρά και τρικυμιώδη σχέση με το αλκοόλ. Ή, τώρα που το ξανασκέφτομαι, γι’ αυτό ακριβώς τα λέω. Διότι, άμα τα τσούζανε οι αρχαίοι, εμείς οι νέοι θα κωλώσουμε; Ποτές. Ωστόσο, έχω ακόμα μια δικαιολογία: ότι το πρώτο μου μεθύσι το ’κανα πριν καν γεννηθώ, τη νύχτα που ο καριόλης ο Εγκέλαδος επισκέφθηκε τη γενέτειρά μου τη Σαλονίκη... Καθόντουσαν που λέτε οι γονείς μου κι έβλεπαν αμέριμνοι ένα σίριαλ με τον Γιώργο Φούντα, όταν ξάφνου το πάτωμα και η πολυκατοικία ολάκερη άρχισαν να τρέμουν σαν εξαώροφο ντίλντο. Το ταβάνι σκίστηκε, το σύνθετο έπεσε και διαλύθηκε (ευτυχώς, γιατί δεν υπάρχει πιο απαίσιο πράμα απ’ το ελληνικό σύνθετο των σέβεντις), και η έρμη η μάνα μου, που έτρεμε τους σεισμούς, βρέθηκε φαρδιά πλατιά στο πάτωμα – και ήταν και με την κοιλιά


τούρλα η καψερή, και δεν ήξερε ότι εγώ μέσα γούσταρα όπως όταν άκουγε Boney M κι έριχνα τρελό ενδομήτριο χορό. Η μετέπειτα τραγωδία που έπληξε τη συμπρωτεύουσα, με τους κοντά πενήντα νεκρούς και τα αντίσκηνα στο Λευκό Πύργο, είναι γνωστή ιστορία. Εκείνο ωστόσο που δεν είναι γνωστό είναι ότι εκείνο το επάρατο βράδυ η μανούλα μου, που απ’ τη μέρα που συνέλαβε είχε κόψει το τσιγάρο και τα οινοπνευματώδη μαχαίρι, τη νύχτα του μεγάλου σεισμού, για να στανιάρει απ’ το σοκ, κατέβασε μισή μπουκάλα ουίσκι. Άρα το πρώτο μου ποτό (τα πρώτα πέντε δέκα μη σου πω) τα ’πια με τον ομφάλιο λώρο καλαμάκι. Μπορεί αυτό να εξηγεί πολλά, μπορεί και τίποτα – εξάλλου, καίτοι μπεκρής ανίατος, το ουίσκι δε θέλω μήτε να το δω. Το θέμα είναι ότι ο σπόρος του Κακού είχε φυτευτεί και σύντομα άρχισε να βλασταίνει. Καθότι, στο επόμενο σύνθετο που αγοράστηκε για το σαλόνι μας (αμετανόητη ακαλαισθησία), μία απ’ τις βιτρίνες περιείχε διάφορα λικέρια, ανάμεσά τους κι ένα Eoliki μπανάνα. Εγώ δε, ως μπέμπης παχιός και φαγανός, τις μπανάνες τις λάτρευα πιότερο κι από μαϊμού λιμασμένη. Κι όπως είχα μάθει να περπατάω και να σκαλίζω και να κάνω ζημιές, ένα βράδυ που ’μεινα για πέντε λεπτά ανεπίβλεπτος, σκαρφάλωσα στο σύνθετο, άνοιξα τη βιτρίνα, άρπαξα το μπουκάλι που το ’χα κιαλάρει ένεκα η μπανανίτσα στην ετικέτα, κι αποπειράθηκα να ξεβιδώσω το καπάκι. Κι όταν δεν τα κατάφερα, έτρεξα στην κουζίνα σκούζοντας: «Μαμά, θέλω μπανάνα!» Στην πραγματικότητα, μπάτσα ήθελα, αλλά η συχωρεμένη ήταν της σχολής του «Σάμερχιλ» κι άφηνε το ατίθασο πνεύμα μου ατιμώρητο –γι’ αυτό και τριάντα χρόνια μετά με παρακολουθούν δύο ψυχίατροι–, οπότε όχι μόνο δε με μάλωσε, αλλά για να μην τη γανιάσω, άνοιξε το μπουκάλι, άφησε να στάξουν δυο τρεις σταγόνες στο δάχτυλό της και μου το ’δωσε να το πιπιλήσω. Το αποτέλεσμα μπορείτε να το φανταστείτε: Το ίδιο βράδυ, η μάνα ξύπνησε αλαφιασμένη, νομίζοντας ότι μπήκε στο σπίτι ληστής βιτσιόζος και της γλείφει το δείκτη – ενώ φυσικά ήμουν εγώ και οι φρούδες ελπίδες μου ότι ο μητρικός δάκτυλος θα εξακολουθούσε να ’χει γεύση μπανάνας που καίει γλυκά γλυκά στο λαιμό... Λίγα χρόνια μετά, η διεύθυνση του δημοτικού σχολείου όπου φοιτούσα είχε την εμπνευσμένη ιδέα να πάει τα οχτάχρονα εκπαιδευτική εκδρομή στο ποτοποιείο που είχε ο πατέρας ενός μαθητή. Όπως ήταν επόμενο, μέχρι να ολοκληρωθεί η τσάρκα στο αποστακτήριο, οι μισοί μαθητές είχαν γίνει κουδούνια απ’ τις αναθυμιάσεις – ωστόσο, για να εμπεδώσουμε τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα της επίσκεψης, φεύγοντας ο καθείς μας πήρε από μερικά μπουκαλάκια με ηδύποτα, με τη διά ροπάλου διευκρίνιση ότι προορίζονταν για τους γονείς μας. («Έδεσαν το γάιδαρο στο μαρούλι», που ’λεγε κι ο παππούς μου.) Μέχρι να μας γυρίσει το πούλμαν σπίτια μας, η συντριπτική πλειονότητα των πιτσιρικιών, που εννοείται ότι είχαν πιει τα ποτά μονορούφι, ξερνοβολούσε σαν τη Χάρυβδη με χανγκόβερ. Εκτός από ένα πιτσιρίκι, τροφαντό, ανθεκτικό και εμβαπτισμένο στη μαρμίτα με το πιοτί, που αφού είχε πιει το Δούναβη χωρίς την παραμικρή παρενέργεια (αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι τραγουδούσα τον «Κυρ Αντώνη» με στεντόρεια φωνή), πήγαινε από συμμαθητή σε συμμαθητή κι αποσπούσε τα άπιωτα μπουκαλάκια απ’ τα ημιαναίσθητα χέρια τους. Η υπόλοιπη μέρα έχει διαγραφεί πλήρως απ’ τη μνήμη μου, αλλά


σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας μου εξακολούθησα να άδω μεγαλοφώνως όλο τον Χατζιδάκι που ’χα ακούσει απ’ την κούνια, μέχρι που ξαφνικά κατέρρευσα στη βελέντζα του δωματίου μου και ξεράθηκα για δώδεκα ώρες σερί. Γύρω στα τέλη της Έκτης Δημοτικού διέπραξα την πρώτη μου απάτη με σκοπό το μεθύσι. Ο παππούς μου ο Πέτρος, βλέπετε, με λάτρευε, και κάθε φορά που πήγαινα επίσκεψη μόνο που δεν έστρωνε το κόκκινο χαλί. Και στο ψυγείο είχε πάντα ένα μπουκάλι με την αγαπημένη μου βυσσινάδα (αυτή που φτιάχνεται με σιρόπι και παγωμένο νερό), πλάι πλάι μ’ ένα πανομοιότυπο μπουκάλι που περιείχε μαυροδάφνη. Κι επειδής εγώ σε ανύποπτο χρόνο είχα μάθει ότι η μαυροδάφνη ήταν γλυκό κρασί που ’μοιαζε ελαφρώς με τη μεταλαβιά (που επίσης λάτρευα – αν μ’ αφήναν μόνο με το Δισκοπότηρο, ήμουν ικανός να πιω το αίμα του Χριστού μέχρι να φτάσω στη θέωση), εκμεταλλευόμενος αισχρά τον καταρράκτη του παππού, μια μέρα που ’χα πάει βίζιτο προετοιμασμένος (μ’ ένα μπουκάλι βυσσινάδα στη σχολική μου τσάντα), προσφέρθηκα να σερβιριστώ μόνος μου, άνοιξα το ψυγείο, έκανα την τράμπα και μία ώρα –και μισό λίτρο μαυροδάφνη– μετά βρέθηκα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας ν’ απαγγέλλω τον «Βρυκόλακα» του Βαλαωρίτη. Γιατί τον «Βρυκόλακα», ποτέ δε θα μάθω. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η μπαγαποντιά μου ήρθε στο φως, αλλά στο μεταξύ εγώ είχα πάλι χάσει το φως μου, ροχαλίζοντας μες στο αμάξι, καθώς ο δόλιος πατέρας προσπαθούσε να μου εξηγήσει ότι δεν ήταν σωστό, μωρό παιδί, να γίνομαι πίτα κι ότι, αν περίμενα μερικά χρονάκια, θα μπορούσα να πιω όσο τραβάει η ψυχή μου, αλλά ως υπεύθυνος ενήλιξ – λέμε τώρα! Αλλά εγώ σιγά μην περίμενα έξι χρόνια. Στο εξάμηνο απάνω, καλεσμένος σ’ ένα πάρτι σε μια τρελή βλαχομπαρόκ έπαυλη στο Πανόραμα, τρύπωσα μαζί με δυο συμμαθητές μου στην οικογενειακή κάβα, βρήκαμε ένα βαρέλι με κάνουλα και ήπιαμε μέχρι που ο ένας απ’ τους τρεις (όχι εγώ, φυσικά – εγώ προσπαθούσα απλώς ν’ ανοίξω ένα σκονισμένο μπουκάλι με φελλό χωρίς τιρμπουσόν [κουλοχέρης γαρ], κοπανώντας το λαιμό του μπουκαλιού στον τοίχο) νόμισε πως είδε στις σκιές τον Φρέντυ Κρούγκερ και κόντεψε να μας μείνει στα χέρια. Για καλή μας τύχη, η φιλεύσπλαχνη οικιακή βοηθός, που μας πέτυχε τη στιγμή που ανεβαίναμε τα σκαλιά αλαλάζοντας, δε μας κάρφωσε στους ιδιοκτήτες του Μεγάρου «Ενθάδε Κείται το Καλό Γούστο», κι αφού περιδρομιάσαμε, συνήλθαμε αρκετά ώστε να καμουφλάρουμε το μεθύσι μας ως κούραση και νύστα. Τα δύο κεφαλαιώδη πιώματα που ακολούθησαν έλαβαν χώρα διαδοχικά στην Πρώτη και τη Δευτέρα Λυκείου, και είχαν ως αποτέλεσμα ν’ απαρνηθώ διά παντός και μετά βδελυγμίας πρώτα τη ρετσίνα και κατόπιν το ούζο. Απ’ το πρώτο μεθύσι συγκρατώ τον κολλητό μου να ξερνοβολάει σ’ ένα άδειο σιντριβάνι στη Ναυαρίνου, ενόσω εγώ, επιδεικνύοντας για ακόμα μια φορά την καλλιτεχνική μου φλέβα, χόρευα ολούθε ως άλλη Μάγια Πλισέτσκαγια τραγουδώντας φαλσέτο το «Hijo de la luna», κι απ’ το δεύτερο θυμάμαι τον πατέρα μου να με κράζει, ενώ εγώ προσπαθούσα για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο να διαβάσω τα Άπαντα του Βιζυηνού σε μιαν έκδοση Βίπερ, με τις σελίδες να ξεκολλάνε και να μην μπορώ να βγάλω άκρη και κάθε τόσο να ρεύομαι και να νιώθω την κεφάλα μου να θολώνει απ’ το σιχαμένο το γλυκάνισο. Κι έπειτα ήρθε η ηλικία της νόμιμης κρασοκατάνυξης, και πέρασα διαδοχικά από


τουλάχιστον τριάντα διαφορετικά ποτά μέχρι ν’ ανακαλύψω ότι το δηλητήριό μου –όπως τόσο εύστοχα λένε οι Αμερικάνοι– ήταν το τζιν-τόνικ. Κι άπαξ και το ανακάλυψα, ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε... Κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ, οι έρμοι οι γονείς μου –δεν είχαν βγει ακόμα και τα κινητά– περίμεναν τον άσωτο υιό να επιστρέψει όπως ο Αιγέας τον Θησέα. Και καθώς τω καιρώ εκείνω ζύγιζα ελαφρώς περισσότερο από δορυφόρο του Δία, είχα και μεγάλες αντοχές, που σήμαιναν ακόμη αγριότερα μεθύσια. Το μόνο που μ’ έκανε να τα περιορίσω κάπως ήταν η πρώτη μου τράκα (κατόπιν ολοήμερης ζυθοποσίας στο δεύτερο πόδι της Χαλκιδικής) και τα πρώτα δέκα με δεκαπέντε κενά μνήμης, στη διάρκεια των οποίων συνέβησαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής ευτράπελα: Δύο φορές επέστρεψα απ’ το κέντρο με ταξί για να μην αποδημήσω πρόωρα στο τιμόνι του Punto μου, και την επομένη το πρωί ξύπνησα και ήμουν στο τσακ να ειδοποιήσω την αστυνομία ότι μου κλέψανε τ’ αμάξι, μέχρι να θυμηθώ ότι το ’χα αφήσει παρκαρισμένο στο κέντρο, όξω απ’ το μπαρ, να μαζεύει κλήσεις.greekleech.info Ένα βράδυ, επειδή η ώρα ήταν περασμένη και τα σουβλατζίδικα του Βαρδαρίου δεν έκαναν μεταμεσονύκτιο ντελίβερι, μπήκα στο αμάξι με τον κολλητό μου και, σε κατάσταση πλήρους αποχής απ’ την πραγματικότητα, τον τραβολόγησα στο αεροδρόμιο «Μακεδονία», με την αιτιολογία (κρατηθείτε) ότι ήθελα να κατουρήσω. Όταν την επομένη μού αφηγήθηκε το περιστατικό, νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα – μέχρι που είδα την κλήση που ’χα φάει για παράνομο πάρκινγκ. Τέλος, ένα ξημέρωμα σ’ ένα κωλάδικο στα Λαδάδικα ζήτησα απ’ τον ντιτζέι παραγγελιά τους «Μασάι» της Κοκκίνου, στους ρυθμούς του οποίου λίκνισα την κορμάρα μου την πολυθρύλητη μέχρι που οι φίλοι μου με κουβάλησαν έξω απ’ το μαγαζί σηκωτό – διότι στα καπάκια είχα ζητήσει το «Μωρό μου, σόρι». Και πέρασαν τα χρόνια, και κατέβηκα οικονομικός μετανάστης στην Αθήνα, όπου και γνώρισα τη λατρεμένη μου κουμπάρα και τον αδελφικό μου φίλο, οίτινες τυγχάνουν αμφότεροι λάτρεις του τζιν-τόνικ. Το πόσες μπουκάλες Tanqueray έχουμε κατεβάσει παρέα είναι ζήτημα πιο δυσεπίλυτο κι απ’ τη γενεσιουργό αιτία του Μπιγκ Μπανγκ. Το ευτύχημα είναι ότι εν Αθήναις γνώρισα και το Κουτάβι, το φως της ζωής μου και φωτιά των λαγόνων μου, που είναι άνθρωπος συνετός, νηφάλιος και με αγριοφωνάρα όποτε χρειάζεται, χάρη στις νουθεσίες του οποίου κατέβασα τη δόση μου από πέντ’ έξι τζιν στα δύο, γλυτώνοντας έτσι από έτερες νεανικές ξεφτίλες (όπως ένα βράδυ που μου ’φυγε το παπούτσι έξω απ’ τον Άγιο Διονύσιο και δεν το ’βρισκα κι έφαγα τη Σκουφά κούτσα κούτσα στο ένα πόδι, διότι μαζί μου ’χε φύγει και η κάλτσα, ή μια χρονιά σε μιαν εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, καλεσμένος του αγαπημένου μου Γιώργου Χρονά, όπου απήγγειλα τρεκλίζοντας ένα σχεδόν πορνογραφικό ποίημα που ’χα σκαρώσει, ή τότε που θα με πατούσε ένα ή και περισσότερα αμάξια καθώς ύστερα από ένα φαγοπότι είχα πιει ως «χωνευτικό», και καλά, εφτά αμαρέτο μονοκοπανιά κι αποφάσισα ότι μπορούσα να διασχίσω τη Βασιλίσσης Σοφίας χωρίς να ταλαιπωρούμαι με φανάρια και λοιπές φλωριές). Το σημερινό μου εαυτό ο πάλαι ποτέ μπεκρής Κορτώ μετά βίας θα τον αναγνώριζε. Όχι ότι έχω σταματήσει εντελώς τα θανατηφόρα μεθύσια – απλώς τα έχω αραιώσει, φυλάγοντάς τα για εξαιρετικές περιστάσεις όπως γενέθλια, γιορτές και γάμους (ευτυχώς,


έχω κάμποσους φίλους, οι μισοί εκ των οποίων πίνουν κι αυτοί σαν νεροφίδες), και σε καθημερινή βάση πίνω συνήθως κόκκινο κρασί, ενίοτε σε γενναίες ποσότητες, και κατόπιν συμβουλής και των δύο μου τρελογιατρών, που μου ’χουν απαγορεύσει ρητά να κόψω τελείως το αλκοόλ (για να μη συμβεί αυτό που λέμε «είδε ο τρελός τον μεθυσμένο και φοβήθηκε»). Κι αν λοιπόν κάποιο βράδυ, σεργιανίζοντας στα Εξάρχεια, ακούσετε έναν τύπο ν’ αγορεύει –στο τσακίρ κέφι, και να τραγουδά–, μην είστε ακατάδεχτοι κι ελάτε να μου πείτε μια καλησπέρα. Και μη φοβάστε για την τυχόν έκβαση της πρώτης μας γνωριμίας και της υπόλοιπης βραδιάς. Σας υπόσχομαι ότι, ακόμα κι αν προβώ σε αίσχη ακατονόμαστα, την επομένη εγώ τουλάχιστον δε θα θυμάμαι τίποτε απολύτως.


Το μαγι κό κωλ όχαρτο

ΥΠΑΡΧΟΥΝ

λογιών λογιών κωλόχαρτα. Για παράδειγμα, κωλόχαρτο μπορεί να

χαρακτηριστεί το πτυχίο του πανεπιστημίου (γνωστό και ως βραχιόλι, καθώς μπορεί να συνοδεύσει εξαιρετικά τον κολιέ της ανεργίας), ιδίως από κωλοφοιτητή όπως ήμουν εγώ. Έρχονταν δηλαδή στιγμές που ο καλός μου εαυτός μου ψιθύριζε στο αυτί: Πάρ’ το, επιτέλους, το κωλόχαρτο να ησυχάσουν οι έρμοι οι γονείς! Αλλά όταν πρόκειται για τον καλό μου εαυτό και την γκρίνια του, μπορώ και αναπτύσσω θαυμαστή αυτόματη κώφωση. Οπότε στο τέλος έμεινα απτυχίωτος, και οι έρμοι οι γονείς μου ησύχασαν ούτως ή άλλως, ο μπαμπάς μου επί γης και η μαμά μου εν τόπω χλοερώ, ένθα ελπίζω το φαΐ να μην παχαίνει. Σε άλλους, το κωλόχαρτο θυμίζει επίσημο έγγραφο –λόγου χάρη, Πιστοποιητικό Πιστοποίησης Γραφειοκρατικού Καρκίνου– που, για να το πάρεις, περνάς του λιναριού τα πάθη και βγάζει το πόδι κάλους απ’ το πηγαινέλα και στο τέλος έχεις σιχτιρίσει τόσο, που σου ’ρχεται ειλικρινά να ψηφίσεις Κουκουέ – άλλο που εντός ολίγου συνέρχεσαι, διότι σ’ ένα σοσιαλιστικό παράδεισο η χαρτούρα θα ήταν υψωμένη στη νιοστή, κι έτσι και σ’ έπιανε κατούρημα ενώ βρισκόσουν σε φιλικό σπίτι, για παράδειγμα, θα ’πρεπε πριν ξαλαφρώσεις να υπογράψεις ειδική τριπλότυπη δήλωση στην οποία να δεσμεύεσαι πως η πράξη σου έχει ως σκοπό την ειλικρινή παροχέτευση τσισιού και δεν είναι προβοκατόρικη ρεφορμιστική ούρηση επί της σεπτής Γενικής Γραμματέως, του Κόμματος και της μούμιας του Στάλιν. Εγώ ωστόσο στο παρόν κείμενο θέλω να μιλήσω για το απλό, καθημερινό κωλόχαρτο, το αποκαλούμενο και χαρτί υγείας –παρότι είμαι πεπεισμένος ότι χρησιμοποιείται και από ασθενείς– και για το πώς η μαγεία μου συνετέλεσε στην ουσιαστική μου ενηλικίωση. Κατ’ αρχάς, να πω πως προέρχομαι από πυρηνική οικογένεια – και με τις δύο έννοιες του όρου, καθώς οι γονείς μου πολλάκις εμπλέκονταν σε αψιμαχίες που έκαναν τον Ψυχρό Πόλεμο να ωχριά. Επίσης, και οι δύο μου γονείς ήταν άνθρωποι παθολογικά ανοιχτοχέρηδες, σε σημείο που η αποταμίευση τους φαινόταν εξίσου αδιανόητη με την ανθρωποφαγία. «Τα λεφτά είναι για να τα χαίρεσαι», έλεγε πάντα ο μπαμπάκας μου, άλλο που ο άνθρωπος σκοτωνόταν στη δουλειά για να τρώνε τρία στόματα, της νοικοκυράς μητέρας μου και το δικό μου το απύλωτο – ιδίως τα πρώτα, τρυφερά χρόνια της αντιπαροχής του σώματός μου για ανέγερση εξαώροφης πολυκατοικίας, όταν έτρωγα σαν να μην υπήρχε όχι αύριο, αλλά ούτε απόψε. Ως εκ τούτου, μεγάλωσα χωρίς να έχω ιδέα περί βιοπορισμού κι αγνοώντας παντελώς τις δυσχέρειες, το άγχος και τον τρόμο, που δύναται να επισύρει. Θυμάμαι, λόγου χάρη, τον πατέρα μου και τους υπόλοιπους πατεράδες της πολυκατοικίας μας ν’ ανοίγουν τα μεσημέρια γυρνώντας απ’ τη δουλειά τα γραμματοκιβώτια και, μόλις έβλεπαν φακέλους με


λογαριασμούς, να βγάζουν έναν τρίσβαθο αναστεναγμό, νιώθοντας το καμουτσίκι της βιοπάλης να τους βαράει σαν τα παλιάλογα. Εγώ, βέβαια, χαμπάρι. Μέχρι που μου φαινόταν και παράξενο που κρέμαγαν τα μούτρα τους. «Πώς κάνουν έτσι;» μονολογούσα. «Λογαριασμοί είναι, δεν είναι κηδειόχαρτα. Δεν τρώνε καλύτερα ένα βαζάκι Μερέντα να γλυκαθεί το μέσα τους; Δες εγώ – για να τρώω τις Μερέντες δυο δυο, δε με ρίχνει τίποτα, ούτε άνεμος δώδεκα μποφόρ». Επίσης, ως μοναχοπαίδι, είχα μάθει από νωρίς όχι απλώς ν’ απολαμβάνω τις σπατάλες των γονιών μου, αλλά και ν’ αρμέγω ακόμα περισσότερες, κυρίως με τις επιδόσεις μου στο σχολείο και στις ξένες γλώσσες. Επί παραδείγματι, σε αντίθεση με τα περισσότερα παιδιά που παίρναν δώρα είτε Χριστούγεννα είτε Πρωτοχρονιά –άντε να τα σπάζανε στα δύο–, εγώ απαιτούσα φουλ δώρα και Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά και 2 του Γενάρη που ’ναι τα γενέθλιά μου. Όσο για τα ίδια τα λεφτά, όσο ήμουν στο δημοτικό, μεταφράζονταν αυτομάτως σε πράγματα απ’ το ψιλικατζίδικο: παγωτά, σοκολατούχο γάλα, σκορδάκια (αυτά που σκάνε και χέζεσαι πάνω σου και λες: «Ουστ, σκατόπαιδα!»), κόμικς, τσίχλες, πατατάκια κ.ο.κ. Από μόνα τους, τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα δε μου λέγαν τίποτα, προφανώς επειδή δεν έμεναν στα χέρια μου αρκετά για να τα περιεργαστώ και ν’ αναρωτηθώ πώς βγαίνουν και τι θυσίες απαιτούν. Η αθωότητα της παιδικής ηλικίας: ευλογία και κατάρα. Κι έπειτα ήρθε το γυμνάσιο, και το χαρτζιλίκι έγινε καθημερινή ανάγκη, διότι, έτσι κι έβγαζες σπιτικό σάντουιτς αντί ν’ αγοράσεις τυρόπιτα της συμφοράς απ’ το κυλικείο, γινόσουν αυτοστιγμεί παρίας κι αποχαιρετούσες για πάντα κάθε ελπίδα κοινωνικοποίησης. (Ενώ εμένα η πλήρης ακοινωνησία μου προέκυψε απ’ το ακριβώς αντίθετο πρόβλημα: ότι προτιμούσα τα χοτ ντογκ και τα κρουασάν σοκολάτα του κυλικείου απείρως περισσότερο απ’ τις αθλοπαιδιές, και μάλιστα, μ’ άρεσε να τα καταβροχθίζω στην απομόνωση της τεράστιας και παντέρμης βιβλιοθήκης, όπου δεν υπήρχαν κακόβουλα μάτια να με δουν να πασαλείβομαι και ν’ ακούσουν τα θηριώδη ρεψίματα και βογγητά μου. Ε, κι άπαξ κι έγκωνα από κανονική τροφή, έριχνα κι ένα πνευματικό κολατσιό διαβάζοντας κάναν Τ. Σ. Έλιοτ που είναι ένα κι ένα για τη χώνεψη. Βέβαια, το χαρτζιλίκι είχε κι άλλες χρήσεις, όπως το σινεμά, τα σιντιά Χατζιδάκι/κλασικής και τα adventures που έπαιζα μετά μανίας, συχνά με δεκάωρα στον υπολογιστή ψάχνοντας τη μαγεμένη τιάρα που θα με μεταμόρφωνε από ταπεινή ψαροπούλα σε λαμπερή πριγκιπέσσα του Ντάβενπορτ (σεξουαλικός προσανατολισμός δεδομένος και μη αναστρέψιμος). Τα βιβλία δε μου κόστιζαν τίποτα διότι τα περισσότερα τα δανειζόμουν απ’ τη βιβλιοθήκη (και τα επέστρεφα σε αρίστη κατάσταση, με κομματάκια φύλλο, τυρί, σπανάκι ή κιμά ανάμεσα στις λαδωμένες σελίδες – είναι πασίγνωστο ότι η βαριά κουλτούρα ανοίγει την όρεξη) ή μου τ’ αγόραζαν οι γονείς μου χύμα, ασχέτως χαρτζιλικιού, διότι τα βιβλία είναι επένδυση και μ’ αυτά οικοδομείς το μέλλον σου (άλλο που εγώ είχα τσακίσει τον Στίβεν Κινγκ, που τον διάβαζα κάθε βράδυ με το μικρό μου πορτατίφ κι έκλανα ρέβες και γλυκοπατάτες απ’ το φόβο). Τέλος, ο εφηβικός οικονομικός βραχνάς του καπνίσματος δε με έπληξε ποτέ, καθώς και ο μπαμπάς και η μαμά κάπνιζαν σαν τον καρβουνιάρη, οπότε τι πιο εύκολο απ’ το να σουφρώσεις δέκα δεκαπέντε τσιγάρα την ημέρα απ’ τα έξι πακέτα που περιφέρονται;


Και πέρασαν κι άλλα ρημαδοχρόνια, και βρέθηκα φοιτητής με σαραβαλάκι Zastava και ακόμα μεγαλύτερες ανάγκες σε τσιγάρα και αλκοόλ. Όποτε, καθόσον το όνειρο των γονιών μου είχε γίνει πραγματικότητα και είχα εισαχθεί στην Ιατρική Θεσσαλονίκης μετά φανών και λαμπάδων (που να ’ξεραν ότι θα ’φευγα μετά πίσσας και πουπούλων), ο παράς έπεφτε βροχή. Τα φούσκωνα κι εγώ, ότι τάχα το αμάξι έκαιγε τα σύμπαντα σε βενζίνη, ή ότι χρειαζόμουν το τάδε περιληψάρι Φυσιολογίας (που το ’παιρνα από δεύτερο χέρι κοψοχρονιά και μετέφραζα το χρήμα σε τζιν-τόνικ), ή ότι το ωροσκόπιό μου έλεγε: «Αυτή την εβδομάδα οι Αιγόκεροι πρέπει να φάνε μπόλικα φράγκα, για να μην πέσει η αυτοεκτίμησή τους». Κι όπως ήταν επόμενο, εξακολουθούσα να είμαι παντελώς αδαής ως προς τη σημασία του χρήματος, που εμφανιζόταν ως μάννα εξ ουρανού υπό μορφήν κολλαριστών μοβ δεκαχίλιαρων, με τα οποία έβγαζα ολόκληρα Σαββατοκύριακα κραιπάλης – την οποία δικαιολογούσα με το σκεπτικό πως μια μέρα θα γινόμουν γιατρός φιρμάτος και θα ’βγαζα της Παναγιάς τα μάτια και του Χριστού τα τσίνορα. Παράλληλα, είχα ξεκινήσει τη μεγαλειώδη μου συγγραφική σταδιοδρομία, γνωρίζοντας τεράστια αποδοχή (ιδίως απ’ τη μητέρα μου) και βλέποντας τα βιβλία μου πρώτη μούρη στα ράφια – του δωματίου μου, αλλά δεν έχει σημασία. Επίσης, είχα αρχίσει να γράφω ποικίλα κειμενάκια επί παντός επιστητού σε εφημερίδες και περιοδικά, αλλά τα χρήματα που έβγαζα δεν τα αποταμίευα –θου, Κύριε!– διότι επρόκειτο για λεφτά του καραπουτσαριού, όπως έλεγε μια θεια μου, τουτέστιν τα ’κανα σύκα-μήλα-καρύδια, αφού τα πηγαινέλα στην Αθήνα ήταν πληρωμένα, ενώ το ψυγείο του πατρικού μου ήταν πάντα τίγκα στο φαΐ. Μόνο πού και πού, καθώς έβγαζα στις τρεις τα χαράματα μια κομμάτα ροκφόρ και δυο μπαγκέτες για ένα ελαφρύ μεταμεσονύκτιο σνακ, μπορεί να ’ριχνα μια ματιά στο αυτοκόλλητο με την τιμή, μονολογώντας: «Κοίτα να δεις – φαρμάκι το ροκφόρ, ρε παιδάκι μου», και στα καπάκια το τσάκιζα όλο γιατί κρίμα ήταν να μείνει αφάγωτο τέτοιο ακριβό πράμα. Και ήρθαν και τα Χριστούγεννα του 2002, και η μήτηρ Κορτώ απεβίωσε... κι ο κανακάρης της, συντρέχοντας το χαροκαμένο πατέρα του, φρόντιζε να τρώει ίσαμε χίλια ευρώ το μήνα, χωρίς καν να συνυπολογίζω τη βενζίνη. Πού τα ’τρωγα; Πρωτίστως σε αλκοόλ και σε παράνομες ουσίες (με μεγαλύτερο εθισμό στη λούντζα και στο μούζδροβο – ακόμα και τώρα, είμαι μόλις έξι μέρες καθαρός, και φοβάμαι ότι οσονούπω θα ξανακυλήσω). Κι επειδή είχα αρχίσει να φλερτάρω σοβαρά με τον αλκοολισμό (του ’χα στείλει μέχρι και λουλούδια), κάποια στιγμή το φθινόπωρο του 2003 αποφάσισα ότι έπρεπε να κατέβω μόνιμα στην Αθήνα και να σταθώ στα πόδια μου, ως ενήλικας πια. Ο πατήρ Κορτώ αρχικά έπαθε μεγάλο σπαραγμό –έναν τον είχε, και ζαβό, και θα του τον έτρωγε η ξελογιάστρα η Αθήνα;– αλλά εντέλει συμφώνησε, υπό έναν όρο: θα πουλούσαμε το τριετίας Punto μου για τα έξοδα μετακόμισης, θα μου ’στελνε χρήματα για τους πρώτους δυο μήνες, κι αν στο μεταξύ δεν κατάφερνα να βρω δουλειά, θα γυρνούσα στην πατρική εστία σούμπιτος. Θα τον ευγνωμονώ όσο ζω τον μπαμπάκα μου για κείνη του την αυστηρότητα. Έτσι, λίγες μέρες μετά, βρισκόμουν πλέον μόνος μου σε μια γκαρσονιέρα στην Ασημάκη Φωτήλα, ρουφώντας το γλυκό αέρα της ελευθερίας (δύο πακέτα Γκολουάζ τη μέρα σε τριάντα πέντε τετραγωνικά – φρεσκάδα, όχι μαλακίες) κι απολαμβάνοντας την ανεξαρτησία


μου. Για καλή μου τύχη, ο νυν εκδότης κι ευεργέτης μου Θανάσης Καστανιώτης μου ’χε προσφέρει δουλειά στο βιβλιοπωλείο την πρώτη κιόλας μέρα, οπότε βρέθηκα να κάνω αυτό που ποτέ δεν είχα φανταστεί στη ζωή μου: να ξυπνάω νωρίς το πρωί, να δουλεύω ένα οχτάωρο και να γυρνάω το βράδυ σπίτι κουρασμένος, ευχαριστημένος κι ενάρετος, να παραγγέλνω σουβλάκια και να χαζεύω ντιβιντιά απ’ το γειτονικό βιντεοκλάμπ. Έρχονταν βέβαια στιγμές που νοσταλγούσα το πατρικό μου τρομερά. Στιγμές που ένιωθα τον ένα χώρο όπου κυλούσε η μονότονη ζωή μου να με πνίγει. Στιγμές που άνοιγα το ψυγειάκι μου, περιμένοντας να δω τυριά και σαλαμικά και καλά κρασά, και τα άδεια ράφια έκαναν αντίλαλο. Κι όταν δε άρχισαν να σκάνε και οι πρώτοι λογαριασμοί, θυμήθηκα τον αναστεναγμό των πατεράδων μπρος στο γραμματοκιβώτιο και κατάλαβα τι εστί όχι βερίκοκο, αλλά βερικοκιά ολόκληρη – κι άρχισα κι εγώ ν’ αναστενάζω. Μέχρι τώρα δε νομίζω να σταμάτησα. Ωστόσο, η καθοριστική και συγκλονιστικότερη αποκάλυψη είχε να κάνει με το προαναφερθέν κωλόχαρτο. Όπου, Κυριακή πρωί, σηκώνομαι, πίνω τον καφέ μου και πάω τουαλέτα γι’ αυτό που κάνουν άνθρωποι του λαού και βασιλιάδες, απ’ τον Δαβίδ μέχρι το βασιλέα Ζόγκου της Αλβανίας (μα τι μπερεκέτι όνομα!) Και άπαξ και ολοκληρώθηκε η αποστολή, κάνω να πιάσω το κωλόχαρτο και διαπιστώνω ότι κωλόχαρτο γιοκ: Ο πλαστικός κύλινδρος ήταν θλιβερά κι απροσδόκητα άδειος. Και τότε μου ’ρχεται η κατραπακιά. Διότι, τόσα χρόνια στο πατρικό μου, το χαρτί υγείας το αγόραζε ο μπαμπάς και το έβαζε στη θέση του η μαμά – οπότε για μένα, όπως τα ράφια του ψυγείου γέμιζαν ως διά μαγείας κάθε μέρα, έτσι και το κωλόχαρτο ήταν μαγικό, κι όταν τελείωνε, έβγαινε άλλο μέσα απ’ τον τοίχο. Δε θα προβώ σε ακαλαίσθητες περιγραφές, αλλά θα τονίσω και πάλι πως εκείνη τη στιγμή, όταν αντιλήφθηκα το αυτονόητο –ότι, αν δεν αγόραζα κωλόχαρτο, θα ’πρεπε ν’ αρχίσω ν’ αγοράζω τέσσερις εφημερίδες ημερησίως–, δρασκέλισα μια για πάντα το κατώφλι της ενήλικης ζωής, η οποία δεν απαιτεί μονάχα χρήματα (και δη πολλά), αλλά και τη διαρκή μέριμνα για κάθε σου ανάγκη. Γι’ αυτό και σε τούτο το κείμενο κάνω έκκληση σε γονείς και δασκάλους, καθώς και σε παιδιά που απολαμβάνουν ακόμα τις παροχές της οικογενειακής εστίας: Καλές οι ξένες γλώσσες και τα πολυώνυμα, καλές οι σπουδές και τα μεταπτυχιακά, όλα καλά και άγια, αλλά στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, τόσο της σχολικής, όσο και της οικιακής, παρακαλώ, πείτε στα τέκνα σας (ιδίως αν τυγχάνουν κακομαθημένα γουμάρια σαν και του λόγου μου, που μέχρι τα είκοσι δήλωνα απαθώς «Διψάω» κι έτρεχε η δόλια μάνα να μου φέρει νερό) ότι ζωή, εκτός από μόρφωση, αγάπη, ηδονή, ευτυχία και ό,τι άλλο, σημαίνει λογαριασμοί, έξοδα, επαχθή καθήκοντα – κι ότι το κωλόχαρτο δεν εμφανίζεται μαγικά μόλις τελειώσει το προηγούμενο. Και να μην ξεχνάμε την αποταμίευση! Μπορεί να γεννήθηκα σπάταλος, αλλά πλέον κάθε μήνα βάζω στην άκρη ένα σεμνό ποσό, για να βουλώνω τις διάφορες τρύπες που προκύπτουν ολοένα οι ρουφιάνες. Κι αν πιστέψατε την προηγούμενη πρόταση, είστε υπέρ το δέον καλόπιστοι και πρέπει να μάθετε να φυλάγεστε ακόμα περισσότερο, κι όχι να


σκάτε εκατό ευρώ στο ντελικατέσεν, και μετά, όταν περνάει ο τύπος για τα κοινόχρηστα, να κρύβεστε στην ντουλάπα μαζί με τη γάτα, όπως θα κάνει ο γράφων εντός ολίγου, καθώς ο κοινοχρηστάς χτυπάει πάντα δυο φορές...


Π αθήματα ανατομί ας

ΟΠΩΣ όλα τα παιδάκια, όταν ήμουν μικρός και το μέλλον φάνταζε στα αθώα μου μάτια μακρινό και μαγικό σαν όνειρο (διότι κανείς δε μου ’χε εξηγήσει ακόμα τι εστί ΟΑΕΕ), φανταζόμουν συχνά πυκνά τον ενήλικο εαυτό μου σε ποικίλα εφετζίδικα επαγγέλματα. Στο πλαίσιο της μεγαλομανίας που με χαρακτηρίζει εκ γενετής (σαν ελιά ένα πράγμα, αλλά φιλόδοξη ελιά, που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει Σημίτης), το πρώτο μου φαντασιωσικό επάγγελμα ήταν αυτό του πρωθυπουργού – όνειρο που κράτησε μέχρι που είδα στην τηλεόραση τα είκοσι πρώτα δευτερόλεπτα μιας προεκλογικής ομιλίας, οπότε κι αποφάσισα ότι η πολιτική ήταν υπερβολικά βαρετή για το φλογερό μου ταμπεραμέντο. Διά της μεθόδου του αποκλεισμού είχα εγκαταλείψει και κάθε ελπίδα συνέχισης του πατρικού επαγγέλματος –της οδοντιατρικής–, καθώς η φύση με είχε προικίσει με δόντια μεσόκοπης Λονδρέζας πόρνης του 19ου αιώνα, και είχα μαρτυρήσει αρκετές φορές στην καρέκλα του μπαμπά, και δεν είχα καμία διάθεση να περάσω τη ζωή μου με τα χέρια χωμένα σε στόματα ανθρώπων που μουγκρίζουν, χτυπιούνται, κι ενδεχομένως, άμα δουν τα ζόρια, δαγκώνουν κιόλας. Κατά παρόμοιο τρόπο είχα αποκλείσει και κάθε ενδεχόμενο καριέρας στον αθλητισμό, διότι λόγω σωματότυπου το μόνο άθλημα στο οποίο θα μπορούσα να συμμετάσχω ήταν το ποδόσφαιρο, κι όχι ως ποδοσφαιριστής, αλλά ως μπάλα. Το πρώτο επάγγελμα που αντιμετώπισα με σοβαρές βλέψεις ήταν αυτό του αρχαιολόγου, έπειτα από μια σχολική επίσκεψη στο μουσείο, όπου είχα δει τα απερίγραπτης ομορφιάς ευρήματα του Μανόλη Ανδρόνικου. Για μέρες μετά την επίσκεψη, φανταζόμουν την υφήλιο να παραληρεί καθώς παρουσίαζα τα απίστευτα ευρήματά μου: απ’ τον τάφο του Μεγαλέξανδρου και το μεταφραστικό λυσάρι του Δίσκου της Φαιστού (ο οποίος υποψιάζομαι ότι στην πραγματικότητα είναι λίστα για ψώνια: τυρί, ρύζι, γάλα, Καμπά, κώνειο για την πεθερά) μέχρι την Ατλαντίδα και το φύλλο συκής που φόρεσε η Εύα μόλις ο Αδάμ αντίκρισε το φουντωτό της γάτο και την απεκάλεσε τριχωτή. Ωστόσο, κι αυτό το όνειρο έμελλε να λήξει άδοξα, καθώς πριν περάσει καιρός είδα το «Ο Ιντιάνα Τζόουνς και ο Ναός του Χαμένου Θησαυρού», που ’χει εκείνη τη σκηνή όπου χώνονται σ’ ένα τρούπιο ντουβάρι που ’χει μέσα όλο το σόι της μικρής Τερέζας και ποικίλα άλλα μαμούνια – κι επειδή παιδιόθεν έτρεμα τα έντομα, αποφάσισα τελικά ότι η αρχαιολογία ήταν υπερτιμημένη. Έπειτα, στο γυμνάσιο, εξολοθρεύοντας κάθε πιθανότητα κοινωνικοποίησης που δεν είχε ήδη κάνει φτερά εξαιτίας της κατήφειας, της φλωριάς, της μυωπίας και της σφαιρικότητάς μου, γράφτηκα στη χορωδία, όπου (κι άλλη πρόκα στο φέρετρο της ενσωμάτωσής μου στο σκληρό κόσμο των εφήβων) ήμουν σοπράνο, και μάλιστα, σοπράνο με φωνή-κρύσταλλο. Οπότε, θεωρώντας πως είχα βρει επιτέλους την κλίση μου και φαντασιωνόμενος πλήθη να


χειροκροτούν, να ζητωκραυγάζουν, να βγάζουν αφρούς και να ξεριζώνουν τις βυζότριχές τους με κάθε μου κορώνα, αποφάσισα ότι θα γινόμουν επαγγελματίας υψίφωνος ή κόντρατενόρος. Τότε ακόμα βέβαια δεν ήξερα περί ορμονών και castrati (πάλι καλά, γιατί με τη ματαιοδοξία που με δέρνει μπορεί να ’χα θυσιάσει τα οικογενειακά τιμαλφή στο βωμό της δόξας και να ’χα καταλήξει σαν εκείνο τον τετράπαχο καραφλό καλόγερο στο Όνομα του Ρόδου, που έπνιγε κουνέλια, βίδρες και κάστορες, και μιλούσε σαν να είχε φάει την Μπγιορκ και να του ’χε σταθεί στο λαιμό), αλλά η φύση πρόκαμε κι έκανε τα όνειρά μου σκόνη, καθώς στη Δευτέρα Γυμνασίου, μολονότι εξακολουθούσα να είμαι μπουρέκι με πόδια (και πόδι νούμερο 35, λες και μου τα ’χαν δέσει όπως στην Κίνα), η φωνή μου έσπασε κι έγινε ένα αβέβαιο, τρεμουλιαστό πράμα ανάμεσα σε άλτο και τενόρο – κι εγώ τα βρόντηξα, διότι, αν δεν μπορούσα ν’ αποθεωθώ τραγουδώντας την άρια της Βασίλισσας της Νύχτας, να το χέσω το σολφέζ και τον Ορλάντο ντι Λάσσο. Για ένα διάστημα, όπως συμβαίνει σε πολλούς μονόχνοτους κι ερωτικά απελπισμένους εφήβους, αποφάσισα ότι θα γινόμουν ποιητής, καθώς είχα ταλέντο αναντίρρητο στη ρίμα – οπότε και περνούσα όλο το μεγάλο διάλειμμα σκαρώνοντας αθάνατους στίχους (λόγου χάρη, «Του έρωτα φορούσες το χνουδωτό μπουρνούζι / και ήσουν γλυκιά και δροσερή σαν το καρπούζι» ή «Όταν σε βλέπω, αγάπη μου, η ταραχή με πνίγει / σαν τον ατάιστο μολοσσό η κονσέρβα όταν ανοίγει»), οι οποίοι προκαλούσαν ρίγη συγκίνησης και βούρκωμα στις συμμαθήτριές μου που διάβαζαν τα πονήματά μου, θεωρώντας πως ήταν γραμμένα γι’ αυτές (ευτυχώς, δεν είχα μονοπώλιο στην απελπισία). Αυτό κράτησε κάνα χρόνο, μέχρι που έπιασα για πρώτη φορά στα χέρια μου τον Άλφρεντ Προύφροκ του Τ. Σ. Έλιοτ, οπότε κατάλαβα τι σημαίνει ποίηση κι εγκατέλειψα το όνειρο να γίνω ο τρίτος Έλληνας νομπελίστας ποιητής. Παραμένοντας πεισματικά στο χώρο της τέχνης, κι επειδή ως αυτοδίδακτος μουσικός έγραφα και κάτι δικά μου τραγουδάκια, πέρασα ένα εξάμηνο μελοποιώντας ό,τι πιο καταθλιπτικό χωράει ο νους του ανθρώπου (από Καρυωτάκη κι Έμιλυ Ντίκινσον μέχρι Σύλβια Πλαθ και, φυσικά, Πόε), μόνο που τα τραγούδια μου είχαν ένα σοβαρό πρόβλημα: είτε έμοιαζαν υπερβολικά με τραγούδια του λατρεμένου μου Χατζιδάκι είτε ήταν τραγούδια του Χατζιδάκι, απλουστευμένα και κακοποιημένα. Και ξαφνικά, με το τέλος της Πρώτης Λυκείου, πέφτει και με πλακώνει η ταφόπλακα ευθύνης των Πανελλαδικών και της κατεπείγουσας επιλογής δέσμης. Το ίδιο το σύστημα δε θα το χαρακτηρίσω –ήταν τόσο απαράδεκτο που ειλικρινά εξοργίζομαι και μόνο που το θυμάμαι–, αλλά το αποτέλεσμά του ήταν ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη έπρεπε ν’ αποφασίσω, με βεβαιότητα και ακρίβεια, ποιο θα ήταν το μέλλον μου. Όταν λοιπόν διάλεξα τη Β΄ Δέσμη, όλοι, συγγενείς και φίλοι, έμειναν άναυδοι: Το διοπτροφόρο βιβλιοφάγο απροσάρμοστο γιατρός; Όλοι φιλόλογο με φαντάζονταν. Μόνο που η επιλογή μου είχε προκύψει και πάλι εξ αποκλεισμού. Διότι στα Μαθηματικά ήμουν τόσο κουμπούρας που Α΄ και Δ΄ Δέσμη αποκλείονταν εξ ορισμού, ενώ για τη Γ΄ Δέσμη έπρεπε να δώσω Ιστορία, την οποία μισούσα όσο λίγα πράγματα στον κόσμο, καθώς μου ήταν ανέκαθεν αδύνατον να την αποστηθίσω. Έτσι κατέληξα δευτεροδεσμίτης, με μόνα μου κίνητρα: α) να περάσω στη σχολή με την υψηλότερη βάση για να τρίψω στα μούτρα όλων την απαράμιλλη ευφυΐα μου,


και β) να γίνω φιρμάτος γιατρός με λεγεώνες πελατών και να χεστώ στο τάλιρο. (Όχι και ό,τι ευγενέστερο ως σκοπός, αλλά την περίοδο εκείνη διένυα φάση εντατικού νιχιλισμού, διαβάζοντας Καμύ, ακούγοντας Metal και καταναλώνοντας τεράστιες ποσότητες γεμιστών κρουασάν και χανούμ μπουρέκ, ώστε να μη με πνίξει η έσωθεν πίκρα.) Και δυο χρόνια μετά –δυο χρόνια χαμένα, ξοδεμένα στην αποστήθιση τριών εμετικά κακογραμμένων βιβλίων και σε εκθέσεις για του κώλου τα εννιάμερα–, για καλή ή για κακή μου τύχη, κατάφερα και μπήκα στην Ιατρική Θεσσαλονίκης... Εδώ να επισημάνω ότι εκτός από κακομαθημένο μοναχοπαίδι ήμουν και κολεγιόπαιδο, που ουδέποτε είχε εκτεθεί στη συχνά αναπόφευκτη παρακμή ενός δημόσιου κτηρίου με αμείλικτο προϋπολογισμό. Έτσι, η πρώτη εικόνα μου, όταν διάβηκα την πόρτα της τιμημένης μου σχολής, μου προξένησε τέτοια εμβροντησία, που επί ένα πεντάλεπτο απλώς στεκόμουν και κοιτούσα με γουρλωμένα μάτια. Πρώτο σοκ: Οι τοίχοι, βαμμένοι σ’ ένα πράσινο της τσίμπλας, με την μπογιά και τους γύψους να μαδάνε, και καλυμμένοι από στρώματα αφισών. Που μας οδηγεί στο δεύτερο σοκ: Αγόρια και κορίτσια, της ηλικίας μου και μεγαλύτερα, πεσμένα στα τέσσερα, να μπογιατίζουν με πινέλα κι άλλες αφίσες φοιτητικών κομματικών οργανώσεων. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχα στο μυαλό μου τους νεαρούς κομμουνιστάς ως πλάσματα αμυδρώς αξύριστα πλην ευγενή κι απόμακρα, που διάβαζαν Μαγιακόφσκι υπό το φως κεριών κι άκουγαν τη «Διεθνή» σε παλιά βινύλια. Αντ’ αυτού, μπρος μου συνέβαινε μια κοσμογονία πολιτικής προπαγάνδας, την οποία, λίγο πιο ’κει, ανταγωνίζονταν οι αφισοποιοί των Αγωνιστικών Κινήσεων, και λίγα μέτρα παραπέρα η ΔΑΠ, που ξεχώριζε κυρίως απ’ τα Lacoste κι απ’ το απλανές χαμόγελο του νέου που δεν έχει ιδέα γιατί βρίσκεται σε οργάνωση, αλλά δείχνει ενθουσιασμό για να μην καρφωθεί. Στην πραγματικότητα με επανέφερε ένας κρότος, καθώς τάβλα της ψευδοροφής είχε ξεκολλήσει και είχε σκάσει στο πάτωμα, λίγα εκατοστά απ’ την κεφάλα μου. Χρειαζόμουν επειγόντως φαΐ. Τρίτο σοκ: Καθώς παραμερίζω την τσιγαρίλα που καλύπτει την είσοδο του κυλικείου σαν τση πουτάνας τον μπερντέ, μπαίνω και τι να δω; Την Ελλάδα του Τσιφόρου, με πινελιές ΚΑΠΗ και παραδοσιακού καφενέ στο Γιδόβυζο Πίνδου. Τουτέστιν, κάτι σαραντάρηδες με καράφλα, μεσόκοπα ναυάγια της ζωής –μέχρι τότε δεν ήξερα ότι η έκφραση «αιώνιος φοιτητής» υπονοούσε κυριολεκτική αιωνιότητα–, να παίζουν τάβλι, πίνοντας τούρκικο (συγγνώμη, ελληνικό – ως τουρκόσπορος, πάντα τα μπερδεύω), καπνίζοντας βρομερά άφιλτρα τσιγάρα κι ακούγοντας ένα ποτ πουρί από Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο και Θάνο Μικρούτσικο. Εγκαταλείποντας την ιδέα της τυρόπιτας, μη με ρουφήξει και καμιά δίνη του χωροχρόνου και βρεθώ στο ’50, χονδρός, αγέννητος και υπόπτων φρονημάτων, σέρνω τα βαριά μου βήματα στο αμφιθέατρο για το πρώτο μάθημα Ανατομίας – και το τέταρτο σοκ. Διότι, πέρα απ’ τη λέπρα των τοίχων και της ψευδοροφής, τα καθίσματα που έτσι κι έκλανες κατέρρεαν και τις –οικείες, πλέον– αφίσες, το εν λόγω αμφιθέατρο ήταν ένα θαύμα της ακουστικής, καθώς για ν’ ακούς έπρεπε ή να κάθεσαι οκλαδόν πάνω στην έδρα ή να έχεις προσωπικό μπούμαν ν’ ακολουθεί τον καθηγητή. Βέβαια, αυτό προϋποθέτει την παρουσία καθηγητή – η οποία, όταν πια το ακαδημαϊκό


τέταρτο είχε γίνει ακαδημαϊκό εικοσάλεπτο, έμοιαζε ολοένα και πιο απίθανη. Ωστόσο, στα είκοσι πέντε λεπτά, η υπομονή μας ανταμείφθηκε, καθώς στο αμφιθέατρο μπήκε ορμητικά ο αναπληρωτής, κύριος Διπλαρχίδης. Επιτέλους, γνώση! αναφωνεί ο εντός μου φλώρος, κι ανοίγω το τετράδιο έτοιμος να σημειώσω κάθε λέξη που θα ξεστομίσει ο λευκοντυμένος ανατόμος, όταν αίφνης (πέμπτο σοκ) ο κύριος Διπλαρχίδης, με το καλημέρα, προσπερνάει τυπικότητες όπως διδακτέα ύλη, μύες-νεύρα-τένοντες κι όλα αυτά τα ανιαρά και δευτερεύοντα, κι αρχίζει να μας μιλά με πάθος λυσσασμένου οπαδού για το τελευταίο ματς στην Τούμπα. Και πάνω που πιστεύω ότι τα πράγματα δε θα μπορούσαν να είναι τραγικότερα, στο αμφιθέατρο μπουκάρει μια θείτσα (τριαντάρα, αλλά στα δεκαεφτά μισό οι τριαντάρηδες σου φαίνονται σπασμένα καράβια, με δίχως κατάρτια, με δίχως πανιά) μ’ έναν τηλεβόα στο χέρι και διακόπτει την παράδοση (id est, την αναλυτική εξιστόρηση του τι συνέβη στη Θύρα 4). Η πρώτη μου σκέψη ήταν: Την πουτσίσαμε! Εκτός από σοβάδες στα πατώματα το κτήριο έχει και αμίαντο! Αλλά η σγουρομάλλα Πασιονάρια αρχίζει να ωρύεται σε ακατάληπτη ορολογία παραφρονημένης Αριστεράς, οπότε μονομιάς να τη πετιέται απ’ το διάζωμα ετέρα μπολσεβίκα, ετών δεκαοχτώ, με το χέρι ήδη να τρέμει απ’ το βάψεκόλλα την αφίσα, και οι δυο τους στήνουν ένα μουτζόπιασμα άνευ προηγουμένου, μέχρι τη λήξη του οποίου το σαραντάλεπτο είχε τελειώσει και ο κύριος Διπλαρχίδης επέστρεψε στο teletext του για να δει πόσα θα χώσει στους αγώνες Γ΄ Εθνικής Μογγολίας. Ergo, τσαπού η Ανατομία!greekleech.info (Μια αναγκαία παύση. Με την άνωθεν περιγραφή, δε θέλω επ’ ουδενί ν’ αμαυρώσω συλλήβδην ούτε το ΑΠΘ ούτε την Ιατρική του Σχολή. Στα έξι χρόνια της πολύπαθης φοιτητικής μου ζωής, είχα την τύχη να γνωρίσω καθηγητές που, παρά τις πολλάκις δυσμενείς συνθήκες και τους κωλοφοιτητές σαν και του λόγου μου, κατόρθωναν να συνδυάζουν κατά τρόπο θαυμαστό την ιδιότητα του μάχιμου γιατρού και του ευρυμαθούς διδάσκοντος. Και φυσικά, να μην παραλείψω τους πλείστους άοκνους συμφοιτητές μου, που ελπίζω ειλικρινά ν’ ανταμείφθηκαν για τους κόπους τους – μια και, δυστυχώς, η Ελλάδα έχει πλήθος υπαμειβόμενων και άνεργων γιατρών. Αλλά ας επανέλθω στον υστερικό μου ειρμό.) Έκτοτε πέρασα πολλά και ζόρικα. Από νωρίς κατάλαβα πως δε διέθετα ούτε την αντοχή ούτε το κουράγιο, που απαιτούνται από έναν άνθρωπο, όταν στα χέρια του κρατά την υγεία των συνανθρώπων του. Δε μου πήγαινε; Ήμουν τεμπέλης; Λίγο κι απ’ τα δύο. Ως εκ τούτου, τα πρώτα χρόνια κατέφυγα στο Νεκροτομείο, όπου μεταξύ άλλων μπορούσα να κάνω κάνα τσιγάρο στη ζούλα (διότι ποιος θα διαμαρτυρηθεί;) κι όπου δε χρειαζόταν να φοράω τη λευκή μπλούζα, που με τα τότε κυβικά μου μ’ έκανε να μοιάζω με το παγόβουνο του «Τιτανικού» (μαζί με το παπόρι και τους πνιγμένους). Ήταν ενδιαφέροντα χρόνια και λίαν γονιμοποιητικά για τη σκιώδη, δεύτερη ζωή που είχα ήδη –ανέλπιστα– ξεκινήσει να ζω. Κι έχω να δηλώσω ότι όποιος δεν έχει προσπαθήσει ν’ αποσπάσει ψαροντούφεκο από άκαμπτο χέρι συχωρεμένου δύτη, ενώ συγχρόνως αγωνιά μη φύγει το καμάκι κι έχει το ταπεινωτικό τέλος να τον σκοτώσει πεθαμένος, δεν ξέρει τι θα πει πραγματικό γκραν γκινιόλ... Όμως, παρά το φλερτ με την Ιατροδικαστική, και κατόπιν με την Ψυχιατρική, το μέλλον


μου είχε ήδη αποφασιστεί, κι εγώ το ακολουθούσα σχεδόν στα τυφλά, μην μπορώντας να πιστέψω στην καλή μου τύχη. Διότι από παιδί το πάθος μου για τα βιβλία κι ο θαυμασμός που έτρεφα για τους δημιουργούς τους ήταν τέτοια, που ποτέ δεν τολμούσα να φανταστώ – απλώς και μόνο επειδή έγραφα μερικές ωραίες εκθεσούλες– ότι υπήρχε πιθανότητα να τους ακολουθήσω, πλάθοντας δικές μου ιστορίες. Μ’ όλη μου την αλαζονεία, δεν είχα σκεφτεί ποτέ τον εαυτό μου συγγραφέα. Ακόμα και τώρα, είναι στιγμές που μου φαίνεται απίστευτο. Κι ενώ είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν πολλοί αναγνώστες, συγγραφείς και λοιποί επαγγελματίες στο χώρο του βιβλίου, που θα προτιμούσαν χίλιες φορές να ’χα παραμείνει στην Ιατρική, δυστυχώς, ατυχήσανε. Κι εγώ, ευτυχώς, ευτύχησα – να κάθομαι τώρα εδώ, και να σας μιλώ, και να νιώθω τη χαρά σας και τη χαρά μου, την αγάπη σας και την αγάπη μου να μας ενώνουν, έστω και φευγαλέα, σε μια συντροφιά μ’ ένα κοινό πάθος: την επόμενη ιστορία, και την επόμενη, και την επόμενη...


Π λ αστι κέ μου έρωτα

ΚΑΤ’ αρχάς, οφείλω να μνημονεύσω ένα πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζω παιδιόθεν, και το οποίο αποτελεί τη βάση για τα έκτροπα που θα σας αφηγηθώ εντός ολίγου. Όπως λοιπόν υπάρχουν άνθρωποι με αλλεργία στις τρίχες γάτας, στη γλουτένη (ό,τι κι αν είναι αυτό – αλλά για να ’ναι τόσο στη μόδα, πρέπει να ’ναι ωραίο πράμα) ή στις υψηλές οκτάβες και τις ταυτολογίες της Δέσποινας Μοιραράκη («Αυτή την κα-τα-πλη-κτι-κή μπουχάρα την έφερα εγώ, η ίδια, μόνη μου, με τα χεράκια μου, απ’ τα υψίπεδα του Χαμούρ-Πονστάν!»), έτσι κι εγώ πάσχω από σοβαρή και ανίατη αλλεργία στο χρήμα. Που σημαίνει ότι, ενώ το λατρεύω και το θέλω κοντά μου, έπειτα από μερικά λεπτά έκθεσης στη χάρτινη σαγήνη του, παρουσιάζω γενικευμένο κνησμό –με ή χωρίς καντήλες–, τα χέρια μου καίνε και τα πόδια μου αρχίζουν να με μεταφέρουν, εκόντα άκοντα, στο πλησιέστερο κατάστημα (ανεξαρτήτως του τι εμπορεύεται) προκειμένου ν’ απαλλαγώ απ’ την αλλεργιογόνο παρουσία των ευρώ, που μπορεί να θέσουν την υγεία μου σε μεγάλο κίνδυνο. Τα πρώτα συμπτώματα της νόσου αυτής, που έμελλε να με ακολουθεί εσαεί ως μία απ’ τις φωνές που συνθέτουν τον κακό μου εαυτό, παρουσιάστηκαν όταν ήμουν στην τρυφερή ηλικία των έξι ετών, όπου, μαζί με την προπαίδεια, το «Σύμβολον της Πίστεως» και τη Subjonctif έπρεπε να μάθω και το αγαθό της αποταμίευσης. Με το που μας το εξήγησε η δασκάλα, βεβαίως, τσίνησα αυτομάτως – διότι, όπως έχω αναφέρει και αλλού, οι γονείς μου ήταν και οι δύο θηριωδώς σπάταλοι. Οπότε γυρίζω στο σπίτι, κι όπως καθόμαστε να φάμε, τους ρωτάω ποια ακριβώς είναι τα οφέλη της αποταμίευσης. Οι έρμοι γονείς, φορείς κι αυτοί του ένοχου γονιδίου, κοκκίνισαν και βουβάθηκαν λες και τους είχα ζητήσει να μου εξηγήσουν τις τεχνικές λεπτομέρειες και παραλλαγές παρτούζας έξι ατόμων. Τέλος, ο πατήρ Κορτώ, ως κουβαλητής, κολόνα του σπιτιού και μπουγαρίνι του Μικρού Καράμπουρνου, αφού ξερόβηξε και κόμπιασε, κατέληξε στην εξής απάντηση: Πως, όταν αποταμιεύεις, τα λεφτά που μαζεύονται είναι πολύ περισσότερα απ’ το εβδομαδιαίο χαρτζιλίκι, και μπορείς να τα ξοδέψεις όοολα μαζί, αγοράζοντας ένα κάρο πράγματα. Κι ενώ η προοπτική ενός υπέροχου κάρου γεμάτου βιβλία, βιντεογκέιμ και επιτραπέζια ήταν αρκετή για να μου προκαλέσει σιελόρροια, η συλλογιστική της αποταμίευσης εξακολουθούσε να μου φαίνεται μια μπούρδα και μισή. Δηλαδή αντί να τρως τα λεφτά λίγα λίγα, τα τρως όλα μαζί; Σπουδαία αρετή! Ωστόσο, ως ευεπηρέαστο μπουρεκάκι που ήμουν, αποφάσισα ν’ αρχίσω κι εγώ ν’ αποταμιεύω, εντός παραδοσιακού γουρουνοκουμπαρά που μου ’χε φέρει δώρο μια θεια κι ο οποίος μέχρι τότε τελούσε χρέη μπιμπελό. Το θυμάμαι ακόμα το γουρουνάκι εκείνο, διότι ήταν πανέμορφο: γαλάζιο, με ροζ πιτσίλες και κάτι ματάρες με τσίνορα καμπαρετζούς, που το ’βλεπε κανίβαλος και γινόταν βέγκαν επιτόπου. Εκείνο που δεν είχα υπολογίσει,


ωστόσο, ήταν πως, άπαξ και η Γαλάζια Καλλονή μπούκωνε από κέρμα και χαρτονόμισμα, θα ’πρεπε να την ανοίξουμε – και καθώς τότε ακόμα δεν έπαιζε λαπαροσκόπηση, ο μόνος τρόπος να λευτερώσουμε το άτιμο το χρήμα ήταν σπάζοντας τη γουρουνίτσα εις τα εξ ων συνετέθη. Κλάααμααα! Θρήνος και κοπετός! Απαρηγόρητος να ολολύζω κάτω απ’ το πάπλωμα, ενόσω ο δόλιος πατέρας έστεκε δίπλα με τον κουμπαρά στα χέρια ως άλλος Αβραάμ που περιμένει το θείο όρντινο. Στο τέλος, το γουρούνι συνετρίβη στο πάτωμα του μπαλκονιού, και με τμήμα του περιεχομένου του (που δεν ήθελα μήτε να το δω – τα λεφτά με είχαν κάνει προδότη και συνεργό σε φόνο) η μαμά μου πήγε και μου πήρε άλλο γ’ρούνι, χρώματος λιλά (ερωτικός προσανατολισμός: αναπόδραστος), το οποίο γ’ρούνι από κάτω είχε μια πλαστική τάπα, ώστε, έτσι και το πιτσιρίκι πάθαινε αμόκ, αντί να παίζει με σφυριά ή να σουτάρει τον κουμπαρά από κάνα μπαλκόνι σαν τη «Θεία απ’ το Σικάγο», άνοιγε την τάπα, τσιμπούσε το κατιτίς του, το ξόδευε και ησύχαζε το σκασμένο. Του κώλου αποταμίευση θα μου πείτε, αλλά εγώ και το λιλά γ’ρούνι περάσαμε ένα χρόνο πλήρους αρμονικής συνύπαρξης, στη διάρκεια του οποίου είχα χώσει τόσες φορές τα δάχτυλά μου στην τρύπα του, που αν είχε στόμα θα μου ζητούσε «Τεστ Παπ». Εκείνο που δε συνυπολόγισα ήταν το γεγονός της σταδιακής μου λουκουμαδοποίησης, στο πλαίσιο της οποίας, εξόν απ’ την κοιλίτσα, τα μεριά και τα ροδομαγουλάκια μου, είχαν αφρατέψει και τα χεράκια μου. Οπότε και μια ωραία πρωία οι γονείς ξυπνούν απ’ τα ουρλιαχτά του σπλάχνου τους, που ’χε χώσει χεράκι μέσα μέσα για να τσιμπήσει ένα τζαναμπέτικο κατοστάρικο, με αποτέλεσμα το χέρι του να φρακάρει στο ύψος του καρπού. Η ιστορία επαναλήφθηκε, και μετά τη δεύτερη χοιροκτονία αποφάσισα ότι θ’ αγόραζα εγώ κουμπαρά της αρεσκείας μου. Όπερ και εγένετο, κι έτσι απέκτησα το πρώτο μου μίνι χρηματοκιβώτιο, του οποίου το συνδυασμό ξέχασα τη δεύτερη μέρα, λίγο προτού χάσω και τα δύο του κλειδιά. Η αποταμίευση δε με ήθελε καθόλου. Και ήταν λογικό. Τα δύο σχετικά παραμύθια που είχα διαβάσει δεν είχαν την παραμικρή σχέση μ’ εμένα και τη ζωή μου. Στο πρώτο, ο μικρός πρωταγωνιστής μαζεύει κουκί-σπυρί ό,τι βγάζει ως λουστράκος, κι έτσι, όταν μια μέρα πριν από τα Χριστούγεννα ο άσπλαχνος εργοστασιάρχης απολύει τον πατέρα του απ’ τη φάμπρικα χωρίς αποζημίωση (του κώλου σωματείο είχε ο πατέρας) και δεν ξέρουν τι θ’ απογίνουν καθόσον έχουν και μάνα φθισική και κατάκοιτη, ο πιτσιρικάς σπάει τον κουμπαρά, βγαίνει από μέσα τσοκ μπερντέ, και περνάει μπέικα η φαμίλια (μέχρι που τελειώνουν οι γιορτές, οπότε υποθέτω πως αυτοκτονούν ομαδικά, άλλο αν η αφήγηση σταματά στο χριστουγεννιάτικο δείπνο, με στολισμένο δέντρο, γαλοπούλα θρεμμένη με ουράνιο και τη χτικιάρα μάνα ντυμένη με μαύρη τουαλέτα, να μη φαίνεται και το κόκκινο της αιμόπτυσης). Στο άλλο, ο μικρός πρωταγωνιστής είναι ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο που κάθε χρόνο παίρνει ένα βουνό δώρα τα οποία τον αφήνουν παγερά αδιάφορο, μέχρι που γνωρίζει ένα χαμίνι, γίνονται κολλητοί, και βλέποντας σε τι εξαθλίωση ζει ο φίλος του και η φαμίλια του, ο πιτσιρικάς παίρνει ούλα του τα δώρα παραμάσχαλα και τα μοιράζει στη «Συνοικία “Η Απόγνωσις”». Όλα καλά κι ωραία και μελό, μόνο που: α) εγώ δεν ήμουν λουστράκος (τότε ακόμα ούτε καν πουστράκος δεν ήμουν), β) ο μπαμπάς μου δε δούλευε σε φάμπρικα, αλλά ήταν οδοντίατρος στο ΙΚΑ, γ) η μάνα μου μπορεί να ’βηχε μια ζωή σαν αδελφή Μπροντέ, αλλά


αυτό οφειλόταν στα τέσσερα πακέτα τη μέρα που φουμάριζε, και δ) η γειτονιά μας κατοικούνταν από πλουσίους και νεόπλουτους, που έτσι και βλέπανε χαμίνι το ψεκάζανε με Teza, γιατί αυτά τα χαμίνια είναι άτιμο πράμα, κι έτσι και σου κάνουν φωλιά σε καμιά κουζίνα κάτω απ’ το νεροχύτη, τη γάμησες. Η εφηβεία δεν έκανε τίποτε άλλο απ’ το να επιβεβαιώσει τις απόψεις μου περί χρήματος, και γιατί η άμεση απαλλαγή μου απ’ την τόσο λαχταριστή του παρουσία ήταν ζήτημα επιβίωσης. Επιπλέον, όταν βιβλία και CD δε συνυπολογίζονταν στο χαρτζιλίκι, κι αφ’ ης στιγμής μπορούσα να κλέβω τσιγάρα απ’ τους γονείς μου, δεν υπήρχε όχι λόγος, αλλά ούτε στιγμιαία φαντασίωση αποταμίευσης. Ωστόσο, παρ’ όλη μου την τρυφηλότητα, ενδόμυχα, ξέροντας καλά τα κουσούρια μου, είχα ορκιστεί στον εαυτό μου ένα πράγμα: πως, ό,τι κι αν έκανα στη ζωή μου, ποτέ μα ποτέ δε θ’ αποκτούσα πιστωτική κάρτα. Ο πατέρας μου είχε βεβαίως δυο τρεις, αλλά τις χειριζόταν με σύνεση και μου είχε εξηγήσει τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην αλόγιστη χρήση του πλαστικού χρήματος, με περιγραφές που μπροστά τους εικόνες πολύνεκρων τροχαίων και φρικαλέα παραμορφωτικών και θανατηφόρων ασθενειών ωχριούσαν. «Να ξες πόσα έχει η τσέπα σου», όπως έλεγε κι ο παππούς μου ο Πέτρος. Μόνο που ο καιρός περνά, κι ο άνθρωπος μεγαλώνει, και συνειδητοποιεί αυτό που υποψιαζόταν ανέκαθεν: ότι ο μόνος λόγος να γεμίσεις την τσέπα σου είναι για να μπορείς να την αδειάσεις με τους αγαπημένους σου, κι ότι, όσα βάσανα κι αν φέρνει η κακοδιαχείρισή του, το άτιμο το χρήμα μπορεί να προσφέρει τρομερή ανάταση. Και περνούν τα χρόνια ως είθισται, και φτάνουμε στο σωτήριον έτος 2005. Έχουμε μόλις μετακομίσει με το Κουτάβι στην τωρινή μας κατοικία, και το πρώτο μέλημα, ασφαλώς, είναι η επίπλωσή της. Οπότε και παίρνω τη μεγάλη απόφαση να βγάλω την πρώτη μου πιστωτική, δίνοντας όρκο στον εαυτό μου πως, αφότου σκάσω τα απαιτούμενα φράγκα στο ΙΚΕΑ, δε θα την ξαναχρησιμοποιήσω ποτέ, αλλά θα την ξοφλήσω και θα την κόψω (κούνια που με κούναγε...) Όταν όμως ήρθε η ώρα να πάω στην τράπεζα, κώλωσα, διότι, μικρός κι αθώος κι αμάλλιαγος όπως ήμουν, και μη γνωρίζοντας ότι οι τράπεζες έτσι επιβιώνουν τη σήμερον ημέρα, φοβόμουν μη μου πουν: «Ουστ από ’δω, ψωρίλε συγγραφίσκο, που θες και πιστωτική!» Αντιθέτως, το μόνο που χρειάστηκε ήταν η υπογραφή του πατέρα μου ως εγγυητή, ο οποίος με όρκισε, στα κόκκαλα της μάνας μου, τα δικά του και των Ελλήνων τα ιερά, να μην πατήσω το πόδι μου σε καζίνο φέρων πιστωτική κάρτα. Η αγωνία του ήταν δικαιολογημένη, βέβαια, καθώς λίγα χρόνια πριν, όταν στην όμορφη Θεσσαλονίκη είχε πρωτανοίξει το υπέρλαμπρο καζίνο γνωστού ξενοδοχειακού ομίλου, στην παλιά μου βερσιόν των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών, με το δέλεαρ του πρωινού μπουφέ, όπου με πέντε ευρώ έτρωγες ένα χοιροστάσιο μπέικον και πέντε πανέρια αυγά, πού μ’ έχανες πού μ’ έβρισκες ξημεροβραδιαζόμουν στη ρουλέτα των ψιλικατζήδων, να πίνω τζιν-τόνικ μέχρι τελικής πτώσης και να ξεπαραδιάζομαι για να περνά η ώρα. Όλα πήγαν κατ’ ευχήν, και μάλιστα, προς απέραντη χαρά μου, δέκα μέρες μετά βρήκα στην αλληλογραφία μου όχι τη μία που είχα ζητήσει, αλλά δύο πιστωτικές! Κατενθουσιασμένος, έσπευσα να μοιραστώ το χαρμόσυνο νέο με το Κουτάβι,


προτρέποντάς το να εκμεταλλευτεί κι αυτό την απίστευτη γαλαντομία της τράπεζας – οπότε κι ο νουνεχής καλός μου με πληροφόρησε ότι, στην πραγματικότητα, η δεύτερη κάρτα συνιστούσε παγίδα για να ξοδέψω και να χρεωθώ κι άλλο, κι ότι έπρεπε να την καταστρέψω πάραυτα ή, έστω, να του τη δώσω να την καταχωνιάσει στου βοδιού το κέρατο και να με προστατέψει απ’ το σπάταλο εαυτό μου. Αλλά την επομένη πήγαμε στο ΙΚΕΑ, όπου για πρώτη φορά κατάλαβα τι εστί καταναλωτικό αμόκ. Το ’βλεπα; Το ποθούσα για έστω και τέσσερα δέκατα του δευτερολέπτου; Το ’ριχνα στην τσάντα δίχως δεύτερη σκέψη. Μέσα σε τέσσερις ώρες ψυχωσικής υπερέντασης, γεμίσαμε τέσσερις τσάντες με τζίτζιλα-μίτζιλα (μιλάμε για τόσο λούτρινο κουκλάκι και πλαστικό παιδικό σερβίτσιο και φωτάκια νυκτός, που άνοιγες χαλαρά βρεφονηπιακό σταθμό), φορτώσαμε δυο παλέτες έπιπλα ως απάνω, και φεύγοντας, σηκώσαμε και τα μισά τρόφιμα. Το τριχίλιαρο που έσκασα είχε τσούξει λιγάκι, αλλά είχε κι ένα στοιχείο εξωπραγματικού: Είχα όντως μόλις ξοδέψει τρεις χιλιάδες ευρώ; Ένα εκατομμύριο παλιά λεφτά; Εγώ; Δεν μπορεί. Και μόλις παράχωσα κάρτα κι απόδειξη στην τσέπη, το όργιο ήταν ως μη γενόμενο. Ακολούθησε μήνας απερίγραπτης ευφορίας και διακοσμητικού οίστρου, όπου τα πρωινά εγώ και η Ρουάλα συναρμολογούσαμε τα έπιπλα όλα λάθος, και τα βράδια το Κουτάβι γύριζε απ’ τη δουλειά, τα ’λυνε και τα ξανάφτιαχνε σωστά. Και στο μήνα πάνω, σκάει ο πρώτος λογαριασμός... Και συνειδητοποιώ για πρώτη φορά το ιλιγγιώδες ύψος του χρέους, καθώς και το γεγονός ότι, για να το εξοφλήσω καταβάλλοντας μόνο την ελάχιστη δόση, θα ’πρεπε να ζήσω μέχρι τα ενενήντα έξι μίνιμουμ. Οπότε, καθώς τα ζόρια της μετακόμισης καλά κρατούσαν, τι πάω και κάνω η γάτα με τα πέταλα; Αρχίζω να χρησιμοποιώ τη δεύτερη κάρτα ως cash card για να πληρώνω τις δόσεις της πρώτης, αλλά και για ποικίλα άλλα έξοδα, αντιμετωπίζοντας το πιστωτικό της όριο σαν καταθετικό λογαριασμό που μου ’χε χαριστεί, ως διά μαγείας, για τις δύσκολες στιγμές. Με αποτέλεσμα σύντομα η δόση της να ισοφαρίσει τη δόση της πρώτης και πλέον ξετιναγμένης κάρτας. Κι όπως συμβαίνει στο πρώτο στάδιο του πένθους, περνώ απ’ το πρώτο σοκ στην άρνηση, η οποία και εκδηλώνεται ως εξής: Κάθε φορά που έσκαγε ο φάκελος με τη λυπητερή, αντί να τον ανοίγω και να συγχύζομαι, τον πετούσα όπως ήταν στα σκουπίδια και κατέθετα όσα ήθελα, όποτε ήθελα και αν ήθελα. Η φάση «φύγε Κακό απ’ τα μάτια μου» κράτησε κάνα τρίμηνο, στο τέλος του οποίου το Κουτάβι με συνέλαβε επ’ αυτοφώρω να σουτάρω μια ντάνα φακέλους στον κάδο, κι αρπάζοντάς με απ’ το αυτί μού εξήγησε ότι δεν παίζουμε μ’ αυτά τα πράγματα. Οπότε κι εγώ του εξομολογήθηκα πως το τελευταίο διάστημα, όποτε μ’ έπαιρναν τηλέφωνο για να μου υπενθυμίσουν τη δόση που πάσχιζα με κάθε τρόπο να ξεχάσω, προσποιούμουν ότι δεν είχα σήμα, βγάζοντας άναρθρες κραυγές του τύπου «χχχ... δεν ακούω τι λε... σύνδεση... χχχ...» και στα καπάκια κλείνοντας κινητό, σταθερό και παραθυρόφυλλα. Η μόνη λύση ήταν η μεταφορά υπολοίπου σε πιστωτική άλλης τράπεζας. Εγώ την είχα ακουστά τη μεταφορά, αλλά όταν το Κουτάβι μου εξήγησε πώς λειτουργεί (κι εγώ τα εξέλαβα όπως με βόλευε, τουτέστιν ότι μια καλόκαρδη τράπεζα-σωτήρας θα μ’ έσωζε απ’


τα νύχια της κακιασμένης τράπεζας που με κυνηγούσε για μερικά ψωροχιλιάρικα), ενθουσιάστηκα τόσο που πήγα επιτόπου κι έσκασα εκατόν είκοσι ευρώ για ροζ σαμπάνιες, για να γιορτάσουμε την επικείμενη λευτεριά μου.greekleech.info Κι έτσι γίναν τρεις οι πιστωτικές... Βέβαια, προτού το Κουτάβι υπογράψει ως εγγυητής, μ’ έβαλε να επαναλάβω το δεκάλογο του συνετού καταναλωτή: «Τι κάνουμε όταν έρχεται ο λογαριασμός;» «Τον ανοίγουμε και τον διαβάζουμε». «Και μετά;» «Τον πετάμε και βάζουμε... ε, δηλαδή, βάζουμε την ελάχιστη καταβολή». «Και τι δεν είναι η πιστωτική κάρτα;» «Δεν είναι κάρτα απεριορίστων αναλήψεων από ΑΤΜ». «Γιατί;» «Διότι τα επιτόκια για την ανάληψη είναι λίγο πιο μικρά απ’ το σύμπαν γιατί πρέπει να χωράνε κάπου». «Και τι είναι η τράπεζα; Φίλος ή εχθρός;» «Εχθρός». «Και τι μας κάνει έτσι και τη φεσώνουμε επ’ αόριστον;» «Μας παίρνει το πατρικό και βρισκόμαστε χωρίς βρακί στον κώλο». «Και γι’ αυτό;» «Δεν αγοράζουμε ακριβά βρακιά; Όχι, όχι! Είμαστε συνεπείς με τις δόσεις!» Και ούτω καθεξής, μέχρι που το ’μαθα νεράκι το μάθημά μου. Μόνο που σπάει ο διάολος το ποδάρι του, και λίγες μέρες μετά ο καναπές του σαλονιού κλατάρει. Κι έπειτα από μια βδομάδα ξάπλας και κωλοχτυπήματος σε κάθε λογής και τιμής καναπέδες, ερωτευόμεθα αμφότεροι ένα αριστούργημα της Roche Bobois (όπου εξακολουθώ να διάγω το μεγαλύτερο μέρος του βίου μου). Και παρά τους αλλεπάλληλους όρκους, βγάζω μία κάρτα απ’ τις πρώην ξεπαρθενεμένες και νυν παρθενοραμμένες, και μια βδομάδα μετά, τα μεριά μου βρίσκονται στη βασιλεία των ουρανών, απολαμβάνοντας την υψηλής αισθητική αφρατοσύνη του νέου καναπέ. Παράλληλα, ωστόσο, συνέβαιναν πλήθος άλλες σπατάλες, μικρές και μεγάλες και τεράστιες, τόσο στα μαγαζιά της Αθήνας, όσο και της αλλοδαπής. Διότι με το που αυγάτισε το δρομολόγιο της easyJet, αρχίσαμε να κάνουμε το Παρίσι-Βερολίνο Σύνταγμα-Ομόνοια – και φυσικά, αντί να κουβαλάς πάνω σου ένα μάτσο ευρώ και να τα νιώθεις να λιγοστεύουν δραματικά, τι πιο πρακτικό απ’ το να πασάρεις την κάρτα στον εξυπηρετικότατο υπάλληλο, να πατάς μια τζίφρα και να φεύγεις απ’ το εκάστοτε ανάκτορο της haute couture φορτωμένος με τις σακουλάρες σαν πετρελαιάς; (Άλλο που δεν έχεις πετρέλαιο μήτε για εντριβή.) Κι ασφαλώς, όλοι οι ομοιοπαθείς το ’χετε αισθανθεί – το ζωτικό ψεύδος και την απερίγραπτη ηδονή του. Ότι, αν χλαπακιάσεις δεύτερο πιάτο μακαρόνια στα όρθια, πάνω απ’ την κατσαρόλα, έχουν λιγότερες θερμίδες. Ότι, αν αγοράσεις το τάδε ή δείνα μπλουζάκι επειδή είναι σε εξευτελιστική τιμή, γλυτώνεις κάμποσα ευρώ από αντίστοιχο ακριβότερο που θα σου γυαλίσει αύριο μεθαύριο. Ε, για μένα αποκορύφωμα όλης αυτής της εξαίσιας πλάνης ήταν η στιγμή που απίθωνα την παντοδύναμη κάρτα πάνω στο γκισέ και ήξερα ότι


μέσα σε δευτερόλεπτα είχα προσφέρει στους ανθρώπους που αγαπώ και θέλω να κακομαθαίνω ένα μικρό πλην λαμπερό δείγμα της αφοσίωσής μου. Κι έπειτα ο φαύλος κύκλος του υπερκαταναλωτισμού ξεφεύγει από κάθε έλεγχο, διότι δε σου πάει η καρδιά να γυρίσεις φορτωμένος με τη μισή Rive Droite σε ξενοδοχειάκι δύο αστέρων – οπότε δώσ’ του οι κάρτες να χορεύουν καρσιλαμά στα μάρμαρα του «Ritz» και του «Meurice», του «Adlon» και του «St. Regis Rome», και ποιος γαμεί τράπεζες και δόσεις; (Σε γαμούν αυτές, θα μου πείτε, αλλά εκείνες τις στιγμές δεν το σκεφτόμουν, δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτε άλλο εξόν απ’ το επόμενο όργιο.) Και βεβαίως να μην ξεχνάμε το άλλο μεγάλο και φονικό δέλεαρ: τις αγορές μέσω Ίντερνετ, όπου η φτήνια τρώει τον παρά κι όπου το κάθε θελκτικό αντικείμενο, στα όρια μεταξύ πλαστού κι αληθινού, σε καλεί ως άλλη Σειρήνα να το κάνεις δικό σου με το πάτημα λίγων μόνο πλήκτρων. Και για να γίνει η κόλαση ακόμα πιο κολασμένη, άρπα και μια online υπηρεσία μεταφοράς χρημάτων, ώστε, αντί να συμπληρώνεις κάθε φορά τα στοιχεία της κάρτας και να νιώθεις την καυτή αναπνοή των Ερινυών στο σβέρκο σου, να πατάς εκεί τον κωδικό και τσακ! Πάει το κατοστάρι κι άντε μάζωχ’ το! Χώρια η απληστία σουπερμάρκετ που μπορεί να σε πιάσει όταν είσαι τζάνκι της κουλτούρας. Διότι να το καινούργιο βιβλίο του Ναμπόκοφ, που ο ίδιος πριν πεθάνει είχε καταραστεί με την κατάρα του Τουταγχαμών και της μάγισσας του Αστραπόγιαννου όποιον τολμήσει να βγάλει τις καρτέλες απ’ τη θυρίδα, έλα όμως που ο γιος εβδομηντάρισε και θέλει καινούργια μασέλα, οπότε τι είναι σαράντα ψωροευρώ για προπαραγγελία του έπους, που δε διαβάζεται με τίποτα κι ίσα σου πιάνει χώρο, καθώς, για να μοιάζει κελεπούρι, το κάναν λίγο πιο μικρό από μπαούλο Λουί Βιτόν. Και να μην τσιμπήσεις και την όπερα του Σούμπερτ, που βρέθηκε μετά θάνατον στη σοφίτα του αρχιμουσικού που την «ολοκλήρωσε», προσθέτοντας μόνον ογδόντα σελίδες δικής του μουσικής κι ένα τελείως άσχετο λιμπρέτο γιατί το παλιό ήτο της πουτσός; Άσε την κυκλοφορία για πρώτη φορά σε DVD του παραγνωρισμένου τιτάνα της σοβιετικής πρωτοπορίας Γιεβγκένι Ψωλαρένκο, που είχε αφοσιωθεί στο σινεμά χωρίς ήχο και χωρίς εικόνα, φτιάχνοντας οχτάωρα αριστουργήματα που τα ’παιζαν στα γκουλάγκ για τιμωρία στους αντιφρονούντες, σε ειδική έκδοση box set με κομμάτια απ’ το λείψανο του μακαρίτη και έξτρα βιβλίο με τα σενάρια, που χρησιμοποιείται και ως σημειωματάριο για τα ψώνια και τις παραγγελίες απ’ το σουβλατζίδικο, καθότι σενάριο γιοκ. Και να μην πιάσω ρούχα, εξωτικά φαγώσιμα, κουζινικά, φωτιστικά, σεντόνια κανονικά και για κατούρημα, και συνδρομές σε ιστότοπους-μνημεία της καλαίσθητης εικονοφιλίας (τσοντο-site). Τι να πιάσεις και τι ν’ αφήσεις... Ε, λοιπόν, οι τράπεζες έπιασαν εμένα και δε μ’ άφηναν, διότι στις τρεις τιγκαρισμένες κάρτες είχε προστεθεί και μια τέταρτη, απ’ την πρώτη τράπεζα αν έχεις το Θεό σου, που προφανώς είχε αντιληφθεί τι κορόιδο ήμουν και μου ’δινε αβέρτα σχοινί και σαπούνι. Η κατάληξη ήταν ένας διαρκής εφιάλτης, όπου γκαστρωμένοι φάκελοι έσκαγαν πανταχόθεν, τηλέφωνα έπεφταν νυχθημερόν, κι εγώ βρέθηκα να δουλεύω σαν το σκλάβο στη γαλέρα για τις τέσσερις κάρτες μου. Έκτοτε μεσολάβησε η κρίση, και οι τράπεζες έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στα σοβαρότερα προβλήματά τους, ενώ εγώ, όπως και πολλοί συνάνθρωποί μου υποθέτω,


περνούσα κάνα τέταρτο κάθε μέρα σκαλίζοντας το πανεράκι με τα ψιλά για τσιγάρα και σουπερμάρκετ, σε σημείο που ακόμα και τώρα, άμα μου δώσεις μια χούφτα κέρματα, μπορώ να σου πω αυτομάτως το ποσό, με δύο δεκαδικά. Τα χρέη ξαναμεταφέρθηκαν σε τρίτη τράπεζα πλην με όρους δρακόντειους και χωρίς έκδοση νέας πιστωτικής, ενώ τις παλιές, ένα απερίγραπτα ηδονικό πρωί πριν από μερικούς μήνες, τις είδα να κόβονται στα δύο από περίλυπους υπαλλήλους, καθώς συγχρόνως στο τηλέφωνο η ίδια τράπεζα με εκλιπαρούσε μέσω δύσμοιρης εκπροσώπου να μη φύγω γιατί θα φαρμακωθούν, κι ότι μπορούν να μου διπλασιάσουν το πιστωτικό όριο. Το ηθικόν δίδαγμα; Δεν υπάρχει. Ήμουν, είμαι και θα παραμείνω σπάταλος, τρυπιοχέρης και απερίσκεπτος. Ωστόσο, όλη αυτή η περιπέτεια, σε συνδυασμό με τη δριμεία οικονομική κατάσταση στην οποία παραδέρνει η χώρα, κάνοντας τα νεύρα όλων μας κοτσίδα ίσαμε της Ραπουνζέλ και πυροδοτώντας μάταιες κοινωνικές συγκρούσεις ανάμεσα σε ανθρώπους κυνηγημένους απ’ τα ίδια στοιχειά, μ’ έμαθε πως η αρετή της αποταμίευσης δε σημαίνει αποκλειστικά και μόνο να βάζεις λεφτά στην άκρη, αλλά να ξοδεύεις και να ζεις με λιγότερα, ιδίως όταν ο καταθετικός λογαριασμός της καρδιάς σου είναι, όπως της δικής μου, σκασμένος από αγάπη.


ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Π αραμύθι α και τα μυαλ ά στα κάγκελ α

ΜΕΣ στη διεστραμμένη της σοφία, η φύση πολλές φορές χαρίζει ένα πολύτιμο δώρο, αντισταθμιστικά, σε ανθρώπους που έχει καταραστεί με μιαν αναπόδραστη βάσανο. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι πολλοί απ’ τους κορυφαίους κωμικούς της Ιστορίας υπήρξαν άνθρωποι που υπέφεραν από κατάθλιψη, κι ότι το γέλιο που τόσο απλόχερα σκορπούσαν ελάχιστα αντανακλούσε τον αγώνα της καθημερινότητάς τους, όπου η ξεγνοιασιά και η ευτυχία μπορεί να ’μοιαζαν πέρα για πέρα άπιαστες. Με τη λατρεμένη μου μητέρα –ή μάμα, όπως τη φώναζα από τότε που πρωτόδα το «Amarcord»– μας ένωναν πολλά κοινά στοιχεία, χαρίσματα, μα και φριχτά κουσούρια, καθώς επίσης και η νόσος της κατάθλιψης. Η δική της ήταν μέρος της διπολικής διαταραχής απ’ την οποία έπασχε, η δική μου ένα νευρωτικό καθρέφτισμά της. Το θέμα είναι ότι, πολλές φορές, όταν είτε εκείνη είτε εγώ νιώθαμε να βυθιζόμαστε στο τέλμα της ανηδονίας, της απόσυρσης και της ανενέργειας, η μόνη σανίδα σωτηρίας, την οποία προσφέραμε εκ περιτροπής ο ένας στον άλλο, ήταν το γέλιο. Το γέλιο του αυτοσαρκασμού που ξορκίζει την αυτολύπηση, του σνομπισμού που παρηγορεί το συντετριμμένο υπερόπτη, το σύντροφο στα δύσκολα και τα ακατόρθωτα. Ωστόσο, ακόμα και το χάρισμα του γέλιου χρειάζεται περιστασιακά μια κάποια τροφοδότηση, λίγο καύσιμο για να πάρει μπρος ο ψυχικός κινητήρας και να σε τραβήξει απ’ την κινούμενη άμμο του κρεβατιού που γυρεύει να σε καταπιεί. Κι αυτό το γέλιο, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, το αποζητούσαμε, μαζί και κατά μόνας, στα βιβλία σπουδαίων κωμικών συγγραφέων. Είχε κι ένα άλλο χούι η μάμα: ήθελε να πορεύεται στη ζωή με όσο το δυνατόν λιγότερα υλικά αποκτήματα. Κάθε αντικείμενο απ’ το παρελθόν το έβλεπε όχι ως δοχείο μνήμης, αλλά ως άχθος, και το αποστρεφόταν. Ως εκ τούτου, απ’ το πατρικό της είχε κουβαλήσει στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων τόσο ελάχιστα πράγματα, που ήταν λες κι ο πατέρας μου την είχε περιμαζέψει ως περιφερόμενο ξωτικό, με δίχως αλλαξιά κι αποσκευές. Όμως, υπήρχε μια εξαίρεση στον κανόνα: τα βιβλία του Νίκου Τσιφόρου, αγορασμένα στην εφηβεία της –όταν η κατάθλιψη την είχε επισκεφτεί για πρώτη φορά– κι έκτοτε διαβασμένα με τόση λαχτάρα σε κάθε περίοδο μαύρης μαυρίλας, σαν κουπιά σωσίβιας λέμβου που ’χουν κατ’ επανάληψη αρπαχτεί με απελπισία, τα εν λόγω χιλιοδιαβασμένα βιβλία ήταν στην κυριολεξία φύλλο και φτερό, με διαλυμένη ράχη και τις σελίδες να ξεκολλάνε. (Εδώ μια παρένθεση είναι αναγκαία. Ό,τι και να πω για τον Νίκο Τσιφόρο θα ’ναι λίγο. Η προσφορά του στην ανατροφή μου, στη διαμόρφωση της σκέψης μου, του γλωσσικού και


λογοτεχνικού μου αισθητηρίου, μα πάνω απ’ όλα του ήθους μου, υπήρξε κεφαλαιώδης. Πάντα θα τον ευγνωμονώ για την ευρυμάθεια, τη νηφαλιότητα και τη γενναιοδωρία του πνεύματός του, για βιβλία όπως η Ελληνική Μυθολογία, που, πέρα κι απ’ το γέλιο, έχουν γίνει κομμάτια της δικής μου, προσωπικής μυθολογίας.) Εμένα ωστόσο την απόλαυση της ανάγνωσης μετά δακρύων κι ουρλιαχτών ευφορίας μού τη χάρισε πρώτη φορά η Μαρία Ιορδανίδου, με τη θρυλική της Λωξάντρα, ένα βιβλίο που διάβαζα και ξαναδιάβαζα όποτε ήμουν στις μαύρες μου (ναι, δυστυχώς, συμβαίνει και σε παιδάκια του δημοτικού), κι όχι μόνο μου ’φτιαχνε το κέφι, αλλά μου άνοιγε και την όρεξη, η οποία δεν έκλεινε και ποτές η ρημάδα, με αποτέλεσμα κάθε ανάγνωση της Λωξάντρας να ισοδυναμεί με ορατό αφράτεμα. Παράλληλα, ανακάλυπτα –με τη μάμα ως βοηθό, μια και είχα απορίες, γλωσσικές, ιστορικές και πραγματολογικές– το μεγαλείο του Τσιφόρου με την ανεπίσημη «Τριλογία της Αλητείας» (Τα παιδιά της πιάτσας, Παραμύθια πίσω από τα κάγκελα και Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα) και το μεγαλοφυές πενάκι του Αρκά, στον Κόκορα και τον Ισοβίτη. Και παρότι μεγάλωσα σε συνθήκες «Σάμερχιλ», όπου όλα επιτρέπονται και λέγονται, μπορείτε να φανταστείτε τον τρόμο της μητέρας μου καθώς προσπαθούσε να μου εξηγήσει, εύσχημα και διπλωματικά, τι εστί νταβάς, κουνιστός, πλακομούνα ή χασίκλας. Και ήρθε η εφηβεία και η πρώτη διετία του γυμνασίου, όταν, εξαιτίας του άγχους που με κατέτρυχε (κατά κύριο λόγο πηγάζοντος απ’ την άθλια σχέση μου με τα Μαθηματικά, για τα οποία έχω κλάψει όσο η Ναργκίς για την Ινδία), έκανα πάνω από ένα χρόνο να πιάσω λογοτεχνικό βιβλίο στα χέρια μου – γεγονός πρωτοφανές, που εύλογα καταθορύβησε τη μάμα. Κι έτσι, ένα απόγευμα που καθόμουν κι έτρωγα τα νύχια μου, τρέμοντας στην ιδέα ότι η μαθηματικός μας θα με σηκώσει στον πίνακα και θα με κάνει ρόμπα καταπώς το συνήθιζε, η μήτηρ Κορτώ κατέβηκε στο βιβλιοπωλείο του «Ραγιά» κι επέστρεψε με το σωτήριο εύρημά της: τους τρεις τόμους με τα Ημερολόγια του Άντριαν Μολ, κωμικό αριστούργημα της Σου Τάουνσεντ, το οποίο, αφού καταβρόχθισε η ίδια κακαρίζοντας, έκανε πάσα και σ’ εμένα – και ω του θαύματος, διαβάζοντας τις εξομολογήσεις ενός έτερου καταθλιπτικού εφήβου, το προσωπικό δράμα του οποίου έκανε το δικό μου να μοιάζει με την πριγκίπισσα και το μπιζέλι, η σχέση μου με τη λογοτεχνία αποκαταστάθηκε μονομιάς. Έκτοτε έχουν περάσει είκοσι χρόνια. Στην πορεία τους, η μοίρα ή το τυχαίο μού χάρισαν πολύ γέλιο και πολύ κλάμα, ορισμένες φορές ταυτόχρονα. Η μάμα απεδήμησεν, εγώ ξενιτεύτηκα, τα βιβλία σκορπίστηκαν και βρέθηκα δίχως καν βιβλιοθήκη, σε μια γκαρσονιέρα μεγέθους μασχάλης. Μα λίγο λίγο άρχισα να ξαναστήνω το εικονοστάσι μου, όχι μόνο αγοράζοντας πάλι τους κωμωδούς που με είχαν θρέψει και με είχαν σώσει, μα κι ανακαλύπτοντας νέα κωμικά ταλέντα, στα οποία ήμουν, είμαι και θα είμαι ευγνώμων. Ο Χανίφ Κιουρέισι κι ο Νικ Χόρνμπι, η Ζόι Χέλερ κι ο Τζέφρυ Ευγενίδης, ο Ντέιβιντ Σεντάρις, ο Τζόναθαν Φράνζεν, ο Μάικλ Σάμπον, ο Μαρκ Χάντον, η Μαρίνα Λεβίτσκα, η Κέιτ Άτκινσον κι ο Ντέιβιντ Λοτζ –καθώς επίσης, για λεπτότερες αποχρώσεις θυμηδίας, αν κι εξίσου ξεκαρδιστικές, η «Αγία Τριάδα» μου: ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, ο Μίλαν Κούντερα και η Μάργκαρετ Άτγουντ– έρχονταν κάθε τόσο και μεταμόρφωναν τη φυλακή του καναπέ σε ανάκλιντρο αρχαίου ηδονοθήρα, εκμαιεύοντας αβίαστα ένα γέλιο που κόντευα να ξεχάσω


ως και τον ήχο του. Γι’ αυτό κι όταν ξανάπιασα τη μητρική μου γλώσσα έπειτα από απουσία σχεδόν πέντε χρόνων, τα πρώτα κείμενα που σκέφτηκα –ή μάλλον, που μπόρεσα– να γράψω ήταν ευθυμογραφήματα, στη μνήμη και στο πνεύμα όλων αυτών των ευλογημένων συγγραφέων που μ’ έχουν σηκώσει όταν σερνόμουν. Και είχαν την τύχη ν’ αγαπηθούν πολύ αυτά τα σπαράγματα μιας αλλοπρόσαλλης αυτοβιογραφίας (που δεν ξέρω αν θα ’χω ποτέ το κουράγιο να γράψω ολοκληρωμένη), γι’ αυτό και τα περιμάζεψα ’δω μέσα, με την ελπίδα μια μέρα έστω κι ένα αντίτυπο, κιτρινισμένο και μαδημένο σαν την κότα, να χαρίσει λίγο γέλιο σε κάποιο μελλοντικό μελαγχολικό πιτσιρίκι – οποιασδήποτε ηλικίας. Κλείνοντας, θα πω και τον καημό μου: Παρά την κωμική μου φλέβα, την οποία πολλοί αφοσιωμένοι μου αναγνώστες προτιμούν απ’ τα «στενόχωρα» που γράφω κατά κύριο λόγο, δυστυχώς οφείλω ν’ αποδεχτώ ότι σ’ αυτό τον άτιμο ντουνιά ουσιώδες και άξιο λόγου κρίνεται μόνο το σοβαρό, συχνά δε και το αγέλαστο (εξού και ο μέγας Τσιφόρος παραμένει περιφρονημένος από φαιδρούς κουλτουριαραίους που προτιμούν διάφορους ανύπαρκτους συγγραφίσκους των εκατό αντιτύπων σε φίλους και γνωστούς). Παραμένοντας ωστόσο στον Τσιφόρο, θυμάμαι σε μιαν απ’ τις ταινίες του –εξίσου υπέροχες με τα βιβλία του– τον Βασίλη Αυλωνίτη (σ’ αυτόν κι αν χρωστάω γέλια μέχρις αλυχτίσματος...) να περιγράφει τη δυσφορία του λέγοντας: «Μας κάνατε την καρδιά φιόγκο».greekleech.info Κι έτσι είναι, καλώς η κακώς. Η πραγματικότητα, κάθε τόσο, έρχεται και μας δένει την καρδιά φιόγκο. Που μοναχά το γέλιο μπορεί να λύσει, όταν, είτε μονάχοι μας μ’ ένα βιβλίο είτε με μια παρέα αγαπημένη, λυνόμαστε στα γέλια...


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ TOY ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΟΡΤΩ «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΤΡΩΓΕ ΠΟΛΛΑ» ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΤΗΣ ETYPESETTING ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ ΤΟΥ 2012 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ.


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ

Ο αφανισμός του Νίκου Μυθιστόρημα Έπειτα από τριάντα περίπου χρόνια, ο Νίκος μπορούσε πια να το ομολογήσει: Η ζωή του ήταν λειψή. Άδεια από συγκινήσεις, στερημένη από έρωτα και βαθιά ερημική σαν την πλατεία της κοιμωμένης πόλης το πρωί, εκεί όπου περνούσε τις μέρες και τις νύχτες του, πίσω από τον πάγκο του «Ηλιοτρόπιου». Δε γνώριζε αν χρειαζόταν μιαν αφορμή, μια πρόφαση ή μιαν αιτία για να αλλάξει κάτι. Άλλωστε, υπήρχαν και άλλα πράγματα που αγνοούσε: όπως το επικείμενο τέλος του. Πώς θα το εμπόδιζε; Διαστρεβλώνοντας ίσως τη μοίρα του; Αποτρέποντας τη γέννησή του; Ή αναζητώντας την εκδίκηση στο παρελθόν; Ένα ταξίδι στο χρόνο έμοιαζε αναπόφευκτο για κάποιον σαν αυτόν, που επιθυμούσε να ξεκαθαρίσει μια για πάντα τους λογαριασμούς του με την ανθρώπινη φύση. Για έναν μοναχικό αντιήρωα, που καταλάβαινε, έστω και αργά, ότι η Ιστορία διαβάζεται συχνά και ως ιστορία της απροσεξίας.


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ

Αυτοκτονώντας ασύστολα Μυθιστόρημα Pόζα Bλάχου, μια γυναίκα που πάντοτε είχε ό,τι ήθελε. Άντρες, ρούχα, λεφτά, άντρες, πολυτέλεια, άντρες. Που έκανε πάντα του κεφαλιού της και το πλήρωνε με τα κεφάλια των άλλων. Που όταν έφτανε στα άκρα, αυτοκτονούσε. Aσύστολα. Mα που τώρα, στα σαράντα, βρήκε το δάσκαλό της. Aγανακτισμένη, απελπισμένη, η Pόζα καταγγέλλει. Kατηγορεί. Tη μοίρα, τους άντρες, αλλά ποτέ τον εαυτό της.


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ

Δεκαέξι Μυθιστόρημα 6 Μαρτίου 1953. Λίγες ώρες μετά την αναγγελία του θανάτου του Στάλιν, ο παγκοσμίου φήμης συνθέτης Πιοτρ Ραμπίνοβιτς αυτοκτονεί, αφήνοντας ως κύκνειο άσμα του το Δεκαέξι: μια συμφωνία που θεωρείται ύποπτη για το –δίχως προηγούμενο– κύμα αποσκιρτήσεων που μεταδίδεται απ’ άκρη σ’ άκρη του ανατολικού μπλοκ, έπειτα από συναυλίες, παράνομες ηχογραφήσεις και αναμεταδόσεις. Φοβούμενοι ότι η διαβρωτική, αντιδραστική επίδραση του Δεκαέξι μπορεί να αποβεί μοιραία για την ασθμαίνουσα Σοβιετική Ένωση, η Κα Γκε Μπε και το Πολίτμπιρο αναθέτουν στον Αλεξέι Σαμοϊλένκο –στενό συνεργάτη και προστατευόμενο του Ραμπίνοβιτς– την εξακρίβωση του μουσικού αυτού μυστηρίου, που φαίνεται ν’ απειλεί την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Έτσι ο Αλεξέι θα αποδυθεί σ’ ένα φρενιασμένο ταξίδι ανά την Ευρώπη, για να φωτίσει το σκοτεινό παρελθόν του μέντορά του και τα ανομολόγητα, τυραννικά του πάθη. Η οδύσσεια όμως αυτή δε θα του επιφυλάξει μόνο αναπάντεχους σταθμούς και απρόσμενες συναντήσεις στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα – θα τον οδηγήσει και σ’ έναν τελικό προορισμό πέρα από κάθε φαντασία. Ένα μουσικό θρίλερ για διαβολικούς δημιουργούς και δαιμόνιους αγγέλους, για τη θυσία και την αυτοθυσία, μα πάνω απ’ όλα για το ανήμερο θηρίο που λέγεται αγάπη.

Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά αύγουστος κορτώ  

greek

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you