Issuu on Google+


ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΑΝ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ ΡΩΤΗΣΕΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ΑΘΗΝΑ Στη Νικολέττα και στον Αλέξανδρο. Με αγάπη. Πάντα. Ευχαριστώ τα παιδιά μου, Νικολέττα και Αλέξανδρο, που μου δίδαξαν τι σημαίνει αγνή, απόλυτη κι αληθινή αγάπη. Τώρα μπορώ να γράψω γι αυτή χωρίς απλά να τη τραντάζομαι. Ευχαριστώ τους γονείς μου επειδή ήταν πάντα παρόντες όταν έπρεπε. Ευχαριστώ τον Θόδωρο επειδή πολλές ιρορές με ανέχεται, αν και λίγες με καταλαβαίνει. Ευχαριστώ τη Βάσια, που με επαναφέρει -κοπιάζοντας-στην πραγματικότητα. Τέλος, ευχαριστώ καθέναν από εσάς που διαβάζετε τις ιστορίες μου κι αντικρίζετε ένα κομμάτι από την ‘ψυχή μου. Ευχαριστώ ειλικρινά. 2


Α ΜΕΡΟΣ Σκιές

ΠΡΟΛΟΓΟΣ Φεβρουάριος 2010, Γαλλία Τα ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ υψώθηκαν στον ουρανό σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βρει τη μόνη βοήθεια που θα μπορούσε να της δοθεί χωρίς όρους. Όμως κι Εκείνος έδειχνε να την έχει εγκαταλείψει. Δεν μπορούσε να εξηγήσει αλλιώς την οργή που αντίκριζε στα σύννεφα, εκείνες τις γκρίζες φορτωμένες μάζες που απειλούσαν να ξεβράσουν από στιγμή σε στιγμή όλους τους χειμάρρους νερού που κουβαλούσαν εδώ και ώρες. Κρύωνε. Τα χέρια της, παγωμένα και άκαμπτα, πάσχιζαν να τυλίξουν γύρω της τη λεπτή της καμπαρντίνα και ταυτόχρονα να προσφέρουν λίγη παραπάνω ζεστασιά στο κορμάκι που αναπαυόταν ανυποψίαστο στον κόρφο της. Ο άνεμος, άγριος κι άστοργος. Έπεσαν οι πρώτες χοντρές σταγόνες και τα δόντια της κροτάλισαν. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια, λες κι έτσι θα ξέφευγε απ’ όλους τους δαίμονες που έδειχναν να την κυνηγούν. Ο κεραυνός έπεσε κάπου εκεί γύρω. Ο κρότος τής τρύπησε τα αφτιά, θα μπορούσε να κάνει μεταβολή και να γυρίσει τρέχοντας στην ασφάλεια του αυτοκινήτου της, αλλά τα πόδια 3


της, υπακούοντας, θαρρείς, στην ίδια θέληση που είχε κυριεύσει το πανικόβλητο μυαλό της, καρφώθηκαν πεισματικά στο χώμα. «Δειλή!» ψέλλισε πασχίζοντας να ανακτήσει το κουράγιο της. «Ήρθες ως εδώ για να φύγεις; Τι μπορεί να σου κάνει; Πόσο πιο πολύ θα σε πονέσει;» Κοίταξε γύρω της. Παντού βουνά· οι ανεμοδαρμένες κορυφές τους έμοιαζαν στο μισοσκόταδο με τέρατα. Τις κοιλάδες δεν μπορούσε πια να τις δει. Καθώς ανέβαινε τους φιδογυριστούς δρόμους με το νοικιασμένο της αυτοκίνητο, η θέα των απέραντων καταπράσινων εκτάσεων την είχε καλμάρει λίγο, αλλά τώρα η πραγματικότητα τη χτυπούσε πάλι καταπρόσωπο. Ήταν μόνη· στη μέση του πουθενά· στην καρδιά μιας ξένης χώρας, ανάμεσα σε παγωμένα βουνά, έχοντας γύρω της ανθρώπους που της είχαν δείξει σαφέστατα πως ήταν ανεπιθύμητη. Ήθελε πολύ να βάλει τα κλάματα, αλλά κρατήθηκε. Τώρα ήταν εκεί. Κι αδιαφορούσε για τις συνέπειες. Η— εξοχότητά του έπρεπε να τη δει και να την ακούσει. Άφησε το αυτοκίνητο σε ένα χωματόδρομο, κράτησε σφιχτά το κοιμισμένο σωματάκι στην αγκαλιά της και κατευθύνθηκε γρήγορα προς το πρώτο σπίτι που είδε. Χτύπησε την πόρτα δυνατά, επίμονα, φωνάζοντας στα γαλλικά πως δεν επρόκειτο να φύγει αν δεν της ανοίξουν. Οι χτύποι έγιναν βρόντοι, οι φωνές στριγκλιές. Το κλάμα του μωρού μπλέχτηκε με τις ικεσίες της. Δε θα της άνοιγαν, το ’ξερε. Προτιμούσαν να την αφήσουν να πεθάνει από το κρύο παρά να έρθουν αντιμέτωποι με την οργή του ευεργέτη τους· του ήρωά τους. Εκείνου που περιφρουρούσε τον πολύτιμο κόσμο του ελέγχοντας με μαεστρία τις συνειδήσεις τους. «Ανόητοι!» φώναξε στα 4


ελληνικά. «Ένας άνθρωπος είναι κι αυτός. Ένας απλός άνθρωπος!» συνέχισε να μονολογεί στη γλώσσα της. «Έλα μέσα», της είπε η ηλικιωμένη γυναίκα που βγήκε ξαφνικά στο κατώφλι. Υπάκουσε. Τα πόδια της κινήθηκαν γρήγορα από φόβο μήπως η γυναίκα άλλαζε γνώμη. Ένιωσε αμέσως τη ζεστασιά του χώρου. Το μωρό σταμάτησε να κλαίει και βολεύτηκε ανακουφισμένο στην αγκαλιά της. Κοίταξε γύρω της με μάτια θολά. Κάτω από άλλες συνθήκες, θοΓτης άρεσε όλη,αυτή η απλότητα. Κάτω από άλλες συνθήκες. το τρίξιμο των ξύλων στη σόμπα θα τη γέμιζε θαλπωρή κι η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού θα έφερνε ένα ζεστό χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ναι, σκέφτηκε. Κάτω από άλλες συνθήκες, σε μια περασμένη, αθοία εποχή, ο ρομαντισμός της θα την έστεφε βασίλισσα αυτού του φτωχικού σπιτιού και θα την έβαζε να φαντάζεται πόσο όμορφα θα ήταν να ζούσε εκεί, για να ξυπνά με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου και να κοιμάται νωρίς, με το τραγούδι του ανέμου νανούρισμα στ’ αφτιά της, φυλαχτό από κάθε κακό··· «Δε θέλουμε ξένους εδώ», της είπε τραχιά η γριά και της έδειξε επιφυλακτικά, απρόθυμα σχεδόν, μια καρέκλα. «Είμαστε ήσυχοι άνθρωποι. Δε μας αρέσουν οι επισκέψεις». Η κοπέλα παρέμεινε όρθια απέναντι στη γυναίκα. Αναζήτησε τα μάτια της, μα η ηλικιωμένη κρατούσε το βλέμμα στυλωμένο στη σόμπα. «Χρειάζομαι βοήθεια», είπε ήρεμα. «Θέλω να με πάει κάποιος στο κτήμα Ραβέν. Θέλω να δω τον—» «Ο μεσιέ Γκρέι δε δέχεται κανέναν χωρίς πρόσκληση», την έκοψε η γυναίκα απότομα. «Και το κτήμα είναι κλειστό τις 5


τελευταίες μέρες. Φύγε—» την παρότρυνε πιο ήρεμα. «Δε συμφέρει κανέναν μας ο θυμός του. Από κείνον ζούμε. Θα το ξέρεις, για να έχεις φτάσει ως εδώ». Κοίταξε με νόημα το μωρό στην αγκαλιά της. Ο συνειρμός της ήταν ολοφάνερος. «Ουί, σίγουρα θα το ξέρεις καλά—» Ένιωσε τα μάγουλά της να πυρώνουν, αλλά κράτησε το κεφάλι της ψηλά. Με θάρρος, προχώρησε προς το κρεβάτι, άφησε τρυφερά το μωρό στο στρώμα κι έκανε μεταβολή για να αντικρίσει την ηλικιωμένη γυναίκα, που την κοιτούσε με περιφρόνηση. Τέντωσε το μελανό από το κρύο χέρι της και της το ’δείξε. Στο λιγοστό φως του δωματιού, η βέρα της άστραψε. Το σοκ που προκάλεσε στη γριά η κίνησή της τη γέμισε άγρια χαρά. «Σωστά. Αυτόν σίγουρα τον ξέρω καλά», είπε στον ίδιο τόνο. «Γιατί είμαι η γυναίκα του, και στο κρεβάτι σας κοιμάται η κόρη του». Οι λέξεις ακούστηκαν σαν πυροβολισμοί. Η γυναίκα σταυροκοπήθηκε κι έκανε ένα βήμα πίσω λες και της μιλούσε ο διάβολος. “Ηταν φανερό πως τα πόδια της ίσα που την κρατούσαν. Το πρόσωπό της φούντωσε ξαφνικά και λεπτές σταγόνες ιδρώτα νότισαν το δέρμα της. Οι ρυτίδες της βάθυναν και μια ανάσα βαριά σαν σίδερο βγήκε αργά απ’ τα στήθη της. Κάτι ψιθύρισε κάτι που μόνο εκείνη -κι ο Θεός, ίσως- ήθελε ν’ ακούσει. «Σίγουρα σας έπεισε πως ήμουν κι εγώ ένα ψέμα», της είπε η κοπέλα με πίκρα. «Προτιμά να προσποιείται πως δεν υπήρξα ποτέ. Ένας γάμος είναι πολύ ανθρώπινος, μαντάμ, δε συμφωνείτε; Κι ο κύριος— Γκρέι δεν ανήκει σε αυτό το ταπεινό είδος. Δυστυχώς γι’ αυτόν όμως, δεν είναι ούτε θεός», συνέχισε με κακία. «Κρίμα, γιατί τώρα θα πρέπει να 6


αντιμετωπίσει τα πάθη που ο ίδιος προκάλεσε!» Προς μεγάλη της έκπληξη, τα λόγια της δεν προκάλεσαν οργή στη χωρική. Αντιθέτως, το δωματιάκι πλημμύρισε, λες, μελαγχολία, που έκανε ακόμα και τη φωτιά στη σόμπα να τρεμοπαίξει παράξενα. «Είναι καλός άνθρωπος· » μονολόγησε η γυναίκα. «Ποτέ μου δεν τον κατάλαβα, αλλά ξέρω πως είναι καλός. Όμως προτιμά τη μοναξιά του- τη γαλήνη του. Κι εμείς το σεβόμαστε». «Θέλω να τον δω. Πρέπει να τον δω», τόνισε η κοπέλα. «Καλώς ή κακώς, η ζωή μου έχει δεθεί με τη δική τού τώρα πια. Λέτε να έκανα τόσα χιλιόμετρα μόνο και μόνο για να γυρίσω άπρακτη; Μου πήρε μέρες να βρω αυτό το μέρος. Θα με δεχτεί, θέλει δε θέλει. Θα μ’ ακούσει, και μετά ας κάνει ό,τι νομίζει. Τουλάχιστον δε θα γυρίσει να πει ποτέ πως αδιαφόρησα, πως δεν έκανα όσες προσπάθειες μου αναλογούσαν· » Η γυναίκα αναστέναξε. Η έκφρασή της απάλυνε κάπως. Εντελώς αναπάντεχα, πλησίασε την κοπέλα και την αγκάλιασε απ’ τους ώμους Την οδήγησε ήσυχα προς το τραπέζι και την έσπρωξε μαλακά για να καθίσει. Έκανε κι εκείνη το ίδιο. Έπειτα ξεσκέπασε ένα ψάθινο καλαθάκι με ζυμωτό ψωμί και το έτεινε προς το μέρος της. Χαμογέλασε με κατανόηση όταν η κοπέλα αρνήθηκε να φάει. «Δεν τον αγαπάς», είπε έπειτα ήρεμα, κι αυτή τη φορά τα δικά της λόγια αντήχησαν σαν πυροβολισμός. «Δεν ξέρω· » «Δεν τον αγαπάς», επέμεινε με τη σοφία που της έδιναν τα χρόνια της. «Αν τον αγαπούσες, δε θα έφευγε από κοντά σου. 7


Όμως φοβήθηκες κι εσύ, όπως όλοι. Σε τρόμαξε η φουρτούνα και δεν είδες ποτέ το βυθό. Δεν ξέρω γιατί ήρθες, αλλά να σαι σίγουρη πως πάλι φουρτούνα θα δεις. Δε θα σου επιτρέψει ποτέ να γνωρίσεις το βυθό. Όχι όσο θα καθρεφτίζεται αυτό που βλέπω κι εγώ στα μάτια σου: φόβος, όχι αγάπη· πείσμα, όχι πίστη· αμφιβολία, όχι αποδοχή· » Άθελά της, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της και την έκαψε. Ακόμα κι η ίδια της η ανάσα την έκανε να ασφυκτιά. Ένιωσε ζάλη. Αρκούσαν αυτές οι λίγες λέξεις για να γίνει το θάρρος της σκόνη. Όλοι εκείνοι οι δήθεν ατράνταχτοι λόγοι που την ώθησαν να καταπιεί τόση απόσταση για να τον βρει ξεθώριασαν σαν ζωγραφιές λεηλατημένες απ’ το χρόνο. Τι γύρευε στ’ αλήθεια από κείνον; Τι ήρθε να κάνει; Πώς θα μπορούσε ποτέ να ταιριάξει η ζωή της με τη δική του; Ακόμα κι αν λαχταρούσε μέσα της να τον αγαπήσει για όσα ήταν, για όσα μάντευε πως έκρυβε ο βυθός κάτω από τη φουρτούνα, όπως είχε πει η ηλικιωμένη γυναίκα, εκείνος δε θα της το επέτρεπε ποτέ. «Αυτός είμαι», της είχε δηλώσει περιφρονητικά. «Κι είναι πολύ αργά να αλλάξω. Σ’ ευχαριστώ για την ψευδαίσθηση, αλλά πρέπει να φύγω. Μην τολμήσεις να με αναζητήσεις ποτέ!» «Θα ξυπνήσω τον άντρα μου να σε πάει ως το κτήμα, αλλιώς θα χαθείς», της είπε η γυναίκα σχεδόν με συμπόνια. «Ακόμα κι αν ο κύριος δεν επιθυμεί την παρουσία σου, είμαι σίγουρη ότι θα σου επιτρέψει να περάσεις εκεί τη νύχτα». «Για να με διώξει το πρωί···» μουρμούρισε λυπημένα. «Πώς σε λένε;» τη ρώτησε η χ��ρική, σαν να μην είχε ακούσει την τελευταία της φράση. «Σάνια», αποκρίθηκε κουρασμένα. 8


«Ωραίο όνομα. Και τη μικρή;» «Δεν την έχω βαφτίσει ακόμα, αλλά τη φωνάζω Ρέα». «Εμένα με λένε Μαρί, και τον άντρα μου Αντρέ. Ισως σε ξαναδώ, ίσως όχι. Όπως και να ’χει, σου εύχομαι να βρεις ό,τι ζητάς. Καμιά φορά, ξέρεις, καταφέρνουμε να βρούμε αυτό που ψάχνουμε ακόμα κι αν όλα γύρω μας αντιστέκονται. Η θέληση είναι πολύ καλός σύμμαχος, παιδί μου. Να το θυμάσαι». Η θέληση, σκεφτόταν ξανά και ξανά καθώς οι ρόδες του ξεχαρβαλωμένου ημιφορτηγού έβαζαν σε σκληρή δοκιμασία το αμορτισέρ αναπηδώντας στον κακοτράχαλο δρόμο. Θέληση. Μακάρι να μπορούσε να καρφώσει αυτή τη λέξη στο μυαλό της για να την έχει κάθε στιγμή οδηγό της. Χρειαζόταν θέληση, και μάλιστα πανίσχυρη, για να ξεχάσει πως είχε έρθει ολομόναχη ως εκεί για να αναμετρηθεί με έναν άντρα που το όνομά του και μόνο προκαλούσε δέος σε τόσους ανθρώπους. Χρειαζόταν θέληση και κουράγιο για να σταθεί ξανά απέναντί του και να αντιμετωπίσει το βλέμμα του, τα λόγια του, το θυμό του. Η βροχή είχε δυναμώσει. Πίσω από τα θολά τζάμια έβλεπε το σκοτεινό τοπίο παραμορφωμένο. Παντού βουνά, γυμνά δέντρα και αχανείς εκτάσεις γεμάτες ομίχλη και σκοτάδι. Το φεγγάρι θολό, μικρό, ασήμαντο. Κι ο άνεμος ανίκητος, ένας αόρατος γίγαντας που τύλιγε τα πάντα με την παράφωνη κραυγή του. Κοσμοχαλασιά: ουρανός και γη στο ίδιο μολυβένιο χρώμα ένας σκοτεινός ωκεανός γεμάτος σκιές και δαίμονες. «Φτάσαμε, κυρία», της ανακοίνωσε ο άντρας φρενάροντας παραδόξως ομαλά το αυτοκίνητο έξω από μια πανύψηλη σιδερένια πίλη. «Χτυπήστε το κουδούνι. Μπορεί να μοιάζει με το κάστρο του Δράκουλα, αλλά σας διαβεβαιω πως έχει όλες 9


τις σύγχρονες ανέσεις. Πστεύω ότι θα σας αρέσει με το φως της μέρας— » «Μερσί—» ψιθύρισε ασθενικά. “Εσφιξε ίο μωρό προστατευτικά στην αγκαλιά της και βγήκε έξω. Σχεδόν ταυτόχρονα ο άνιρας έβαλε μπρος για να φύγει. Της ήρθε να ξεσπάσει σε υστερικά γέλια. Ήταν φανερό πως κανείς δεν ήθελε να παραμείνει ούτε για ένα δευτερόλεπτο απρόσκλητος εκεί. Ένιωσε το κορμί της να μουσκεύει. Δεν είχε χρόνο ούτε για να αμφιβάλλει πια κι ήταν πολυτέλεια πλέον να μετανιώσει. Είχε απομείνει μόνη. Μέχρι και η ελπίδα πως όλα θα πήγαιναν καλά την είχε εγκαταλείψει. «Σώπα, καρδούλα μου», είπε στην κόρη της, που σαν από ένστικτο έδειχνε να συμμερίζεται το φόβο της. «Εσύ τουλάχιστον δεν κινδυνεύεις—» Μόλις αντίκρισε το θυρεό στην πύλη, της κόπηκε η ανάσα: το κεφάλι του αετού, σκαλισμένο σε μαύρο μαντέμι, την έκανε ν’ ανατριχιάσει. Κατάπιε με κόπο και άπλωσε τα παγωμένα της δάχτυλα στο τριγωνικό κουμπί κάτω απ’ το ράμφος του. Έκλεισε τα μάτια και το πάτησε. Τώρα δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει πίσω. Ενενήντα πέντε μεγάλοι διασκελισμοί ήταν η απόσταση από την κεντρική πύλη μέχρι την εξώπορτα εκείνου του γκρίζου κολοσσού που η ίδια δε θα αποκαλούσε ποτέ της σπίτι. Αυτή τη φορά δεν ήταν η παγωνιά η αιτία της ανατριχίλας της. Και οι περιγραφές του Ζακ, παρά τη γλαφυρότητά τους, αποδεικνύονταν τώρα ανίκανες να αποδώσουν έστω κι ένα ψήγμα της πραγματικότητας. Μαυσωλείο, σκέφτηκε αυθόρμητα. Μια γοτθική πινελιά σε πίνακα φιλοτεχνημένο από σύγχρο-νο καλλιτέχνη. Γιατί δεν έλειπε ο πολιτισμός, απ’ όσο 10


πρόλαβε να δει. Υπήρχαν παντού προβολείς για να αναδεικνύουν τη μεγαλοπρέπεια του κτίσματος, κι ήταν σίγουρη πως εκείνο το γαλάζιο φωτάκι στο οριζόντιο δοκάρι της πόρτας σήμαινε την ύπαρξη συστήματος συναγερμού, και μάλιστα από τα πλέον εξελιγμένα. Κοντοστάθηκε στο κατώφλι αναποφάσιστη. Έσφιξε τα χείλη κι έκλεισε για λίγο τα μάτια, θυμήθηκε. Το μυαλό της ταξίδεψε στο πρόσφατο παρελθόν, και η γνώριμη πια αίσθηση της εξαπάτησης πλημμύρισε κάθε κύτταρό της. Είχε κι εκείνη δικαίωμα να είναι θυμωμένη. Ο δικός της λόγος έπρεπε να έχει την ίδια βαρύτητα με τον δικό του. Υπήρξε πιόνι του υποχείριό του σε μια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, και μάλιστα χωρίς να ξέρει ακριβώς πότε υπηρετούσε το ένα και πότε το άλλο. Τόσα ψέματα, τόση υποκρισία, τόσα λάθη· Οπλισμένη με το ίδιο εκείνο θάρρος που την ώθησε να πάρει το πρώτο αεροπλάνο για τη Γαλλία, τέντωσε το χέρι και χτύπησε ξανά το κουδούνι. Η τέλεια ηχομόνωση δεν της επέτρεψε να το ακούσει, αλλά επανέλαβε την κίνηση πολλές φορές, αδιαφορώντας για την πιθανή ενόχληση του οικοδεσπότη. Τι θα μπορούσε να της κάνει τώρα πια; Δεν ήταν εκείνη ο εχθρός στον πόλεμό του. Ήταν προετοιμασμένη για όλα εκτός από αυτό που αντίκρισε μόλις άνοιξε η βαριά πόρτα. Κάτι πήγε να πει, αλλά οι λέξεις μπερδεύτηκαν στο λαρύγγι της και μετατράπηκαν σ’ ένα στριγκό επιφώνημα. Την ξαφνική χλομάδα της ολοκλήρωσε ένα ανεπιθύμητο πορφυρό χρώμα, που απλώθηκε από τα ζυγωματικά μέχρι και τους λοβούς των αφτιών της. Κατά τα φαινόμενα, ο··· πυργοδεσπότης δεν προτιμούσε καθόλου τη μοναξιά. Απεναντίας, είχε παρέα - μια πολύ εντυπωσιακή παρέα 11


με σχεδόν ανύπαρκτη περιβολή, μακριά μαύρα μαλλιά και δεκάδες προδοτικά σημάδια που κραύγαζαν ότι δεν απολάμβανε μια απλή διασκέδαση, αλλά κανονικό ξεφάντωμα! «Πού είναι ο Ρωμ··· ο κύριος Γκρέι;» διόρθωσε αμέσως. «Κι εσείς είστε—;» ρώτησε με νόημα η Γαλλιδούλα υψώνοντας τα καλοσχηματισμένα της φρύδια με απορία. Δεν έκανε τον κόπο να της απαντήσει. Ήταν πολύ οργισμένη για να μπει στη διαδικασία να κάνει πολιτισμένο διάλογο με μια γυναίκα που μόλις είχε σηκωθεί απ’ το κρεβάτι του εραστή της. Λίγο ακόμα και θα της σάλευε. Ποιος ήταν επιτέλους ο άντρας που είχε παντρευτεί; Για τι παραπάνω ήταν ικανός; Πώς τολμούσε να— Η κοπέλα την άδραξε απ’ το μπράτσο. Φαινόταν κι εκείνη θυμωμένη. Έριξε μια ματιά στο μωρό και συνοφρυώθηκε. «Περίμενε», είπε νευρικά. «Ποια είσαι; Εγώ και ο Άλεξ— » «Ξέρω πολύ καλά τι κάνατε εσύ κι ο Άλεξ δευτερόλεπτα πριν χτυπήσω το κουδούνι! Δεν είμαι χαζή. Κι ειλικρινά, δε μ’ ενδιαφέρει. Μόνο μαζέψου λίγο, σε παρακαλώ, γιατί δεν είμαι υποχρεωμένη να βλέπω πάνω σου πώς ακριβώς το κάνατε και σε τι στάση!» «Μιλάς πολύ καλά γαλλικά· » παρατήρησε η κοπέλα, επιδεικνύοντας παντελή αδιαφορία για τις προσβολές που δέχτηκε. «Είχα πολύ καλό δάσκαλο». «Θα πρέπει να είσαι η· » «Θέλω να τον δω!» την έκοψε άγρια. «Φώναξε τον!» 12


«Εντάξει. Περίμενε εδώ. Δίπλα στο τζάκι είναι η κάβα. Βάλε κάτι να πιεις, θα σου χρειαστεί». Η Σάνια δε μετακινήθηκε ούτε χιλιοστό. Με την καρδιά της να χτυπά ξέφρενα από θυμό και ταπείνωση, παρατήρησε το αργό, βαριεστημένο λίκνισμα της άλλης καθώς ανέβαινε τη μαρμάρινη σκάλα. Αρχισε να τρέμει. Τι γινόταν εδώ; Πόσο εύκολο ήταν, τέλος πάντων, να αλλάξει ζωή και χαρακτήρα ένας άνθρωπος που επί δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια κρατούσε ολόκληρο το σύμπαν έξω απ’ τον κόσμο του; Άλλα της είχε πει ο ίδιος κι ο Ζακ. Άλλα την άφησαν να καταλάβει οι πράξεις του. Κι εκείνη η, ηλίθια τα είχε πιστέψει όλα. Σχεδόν τον είχε λυπηθεί κιόλας. Ο καημένος, είχε σκεφτεί. Τόσο μόνος, τόσο σημαδεμένος από τη μοίρα, τόσο αδικημένος— Δαγκώθηκε για να εμποδίσει το λυγμό και τα μάτια της πλανήθηκαν ταραγμένα στο χώρο. Η καρδιά της σφίχτηκε, τρόμαξε: παντού μαύρο, γκρι και μπλε σκούρο· αψιδωτές οροφές και έπιπλα βγαλμένα, λες, κατευθείαν απ’ το μεσαίωνα· κηροπήγια.και σιδερένιοι καθρέφτες· αμπαζούρ με σώματα δράκων και πόρτες με πόμολα κεφαλές αετών μαύροι δερμάτινοι καναπέδες, ίδιες πολυθρόνες και χαλιά με εκκεντρικά σχέδια σαν φλόγες. Μόνο το τζάκι ανέδιδε κάποια ζεστασιά κι ασφάλεια, αλλά μάλλον ήταν ψευδαίσθηση κι αυτό, όπως οι υποθέσεις της. Ζαλίστηκε. Το μόνο που την εμπόδιζε να λιποθυμήσει ήταν το μωρό της. Αν έπεφτε, θα το παράσερνε κι αυτό. Άθελά της το έσφιξε τόσο πολύ που το πόνεσε, κι εκείνο έβαλε τα κλάματα. Πάσχισε να το καθησυχάσει. Δεν έπρεπε να πάει εκεί. Δεν έπρεπε να ψάξει για απαντήσεις που ήξερε ότι θα την πλήγωναν. Έπρεπε να το είχε φανταστεί. Έπρεπε να ακούσει τις 13


προειδοποιήσεις της αδερφής της και να μείνει πίσω, στον ισορροπημένο, ασφαλή κόσμο της, μακριά από όλη αυτή την παράνοια που υποψιαζόταν αλλά έσπευσε να συναντήσει. Τι αφελής που είχε αποδειχτεί! Δεν ήταν τυχαίο. Είχε γνωρίσει από πρώτο χέρι τα σκοτάδια του μυαλού του, κι όμως αψήφησε βλακωδώς τον κίνδυνο. Νόμιζε πως··· «Λίγο κονιάκ, αγαπητή μου; Έχω την εντύπωση πως το χρειάζεσαι. Είσαι τυχερή. Τρία μπουκάλια απ’ αυτό έχουν απομείνει σε ολόκληρο τον πλανήτη. Μου ανήκουν και τα τρία, φυσικά, αλλά να, άνοιξα ένα για χάρη σου. Καλώς ήρθες στο σπίτι μου, Σάνια. Στην υγειά σου». Η φωνή του, εκείνη η βαθιά, αρρενωπή φωνή που στοίχειωνε εδώ και καιρό τα όνειρά της, ακούστηκε πίσω της. Γύρισε απότομα να τον κοιτάξει και, πριν προλάβει να ελέγξει την αντίδρασή της, ο εγκέφαλός της έδωσε στα πόδια της επείγον σήμα για οπισθοχώρηση. Αν δεν κρατούσε το μωρό, θα κάλυπτε παιδιάστικα τ’ αφτιά της για να μην ακούει το βραχνό του γέλιο. Τελικά αντέδρασε εξίσου παιδιάστικα: γούρλωσε τα μάτια και πισωπάτησε. Είχε πάρει ωστόσο μια ιδέα ποιος ήταν στην πραγματικότητα στο τελευταίο τους αντίο, εκείνη τη βραδιά που όλες οι μάσκες του είχαν πέσει, για να απομείνει γυμνός ο αληθινός εαυτός του. Ήξερε μέσα της, ήξερε, αλλά σαν ηλίθια που ήταν, προτιμούσε να το αγνοεί. Της φάνηκε ακόμα πιο ψηλός απ’ όσο τον θυμόταν ακόμα πιο απρόσιτος κι επιβλητικός. Με τη μαύρη μεταξωτή του ρόμπα έμοιαζε με φιγούρα περασμένης εποχής, αλλόκοτη και σαγηνευτική συνάμα, ακατανόητη κι ελκυστική, όπως ο φόβος που ��ης προκαλούσε. Καθώς έτεινε το χέρι του με το κρυστάλλινο ποτήρι προς το μέρος της, η Σάνια πρόσεξε πως 14


έλειπε η βέρα, σε αντίθεση με το ασημένιο δαχτυλίδι του: το καλλιτεχνικό λατινικό R, σκαλισμένο περίτεχνα στην τετράγωνη πλάκα, ολόιδιο με εκείνο που κοσμούσε τις ετικέτες των κρασιών του, έδειχνε να την περιγελά. Ραβέν και Ρωμανός· το κτήμα του και το όνομά του. Αυτό που άλλαζε ανάλογα με τις εποχές και τις περιστάσεις - ανάλογα με τα πάθη του. Αγνόησε το ποτήρι κι αποτόλμησε να τον κοιτάξει καταπρόσωπο. Όπως κάθε φορά που έβρισκε το κουράγιο να έρθει σε ευθεία αντιπαράθεση μαζί του, ταράχτηκε: το βλέμμα του ήταν αρκετό για να στείλει πάνω της όλο το μένος που κουβαλούσε στην ψυχή του. Οι πυκνές σκουρόχρωμες βλεφαρίδες του δεν μπορούσαν να κρύψουν τα σκοτάδια - ήταν όλα εκεί, ανεξιχνίαστα κι απειλητικά όπως πάντα, έτοιμα να την καταπιούν. Ζάρωσε κι έκανε άλλο ένα βήμα πίσω, προκαλώντας ξανά το γέλιο του. Τα δόντια του άστραψαν. Οι λεπτές ρυτίδες γύρω από το στόμα και το γερό, ακάλυπτο μάτι του σχημάτισαν μικρές χαραγματιές στην επιδερμίδα του. Ο φόβος και η τρυφερότητα ζευγάρωσαν παράτολμα μέσα της. Με την ίδια δύναμη που ποθούσε να τρέξει μακριά, ήθελε να απλώσει το χέρι και να απομακρύνει απ’ τη δεξιά πλευρά του προσώπου του εκείνη την καλοραμμένη δερμάτινη καλύπτρα. Πώς μπορούσε ένας άντρας με τη δική του δύναμη να φοβάται την απόρριψη; αναρωτιόταν συχνά. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ένα χαμένο μάτι και μερικά σημάδια στο δέρμα, παρότι ανεπανόρθωτα, ήταν ανίκανα να μειώσουν τη γοητεία που εξέπεμπε ολόκληρο το είναι του; Η μόνη απάντηση που μπορούσε να δώσει η Σάνια ήταν πως τον βόλευε η μασκαράτα του. Έδινε πανίσχυρο άλλοθι στην έμφυτη ανάγκη του να είναι μόνος και την απόκοσμη επιθυμία του να ακροβατεί συνεχώς 15


ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Ο ίδιος πίστευε επίσης πως για την παραμόρφωση της ψυχής του, για τη στρέβλωσή της από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα που είχε δεχτεί, αρκούσε για δικαιολογία η παραμόρφωση της όψης του. «Δεν επινοώ το μυστήριο γύρω μου, πριγκιπέσα», της είχε πει κάποτε. «Είναι ένα χάρισμα που μου έφεραν οι συνθήκες, κι εγώ το εκμεταλλεύομαι για να κρατάω τους παρείσακτους μακριά. Είναι δικό σου πρόβλημα αν έλκεσαι από αυτό που σε τρομάζει. Δεν το επιδίωξα, και να σαι βέβαιη ότι δε θα το επιδιώξω ούτε στο μέλλον···» «Ήρθες ως εδώ», την ξύπνησε η φωνή του. «Μπράβο, γενναίο κορίτσι. Τώρα, ας κουβεντιάσουμε ήρεμα τον τρόπο που θα φύγεις». «Δεν ήρθα μόνη μου, απ’ ό,τι βλέπεις», του είπε παγερά. «Κι είτε το θέλεις είτε όχι, η κουβέντα μας θα κρατήσει λίγο παραπάνω. Ο τρόπος που θα φύγω από εδώ είναι εύκολο ζήτημα. Ο ρόλος σου στη ζωή της κόρης μας, όμως, όχι». Το βλέμμα του δεν ξέφυγε χιλιοστό απ’ το πρόσωπό της. Ήταν φανερό πως το μωρό δεν του προκαλούσε κανένα ενδιαφέρον. «Άφησέ το κάπου και πες ό,τι έχεις να πεις, να τελειώνουμε. Δε σε θέλω εδώ, και είμαι σίγουρος πως ούτε εσύ θέλεις την παρέα μου. Ας είμαστε ρεαλιστές, Σάνια. Εμείς οι δύο τελειώσαμε - απ’ όλες τις απόψεις». «Τι άνθρωπος είσαι εσύ;» ψιθύρισε θυμωμένη. Άφησε προσεκτικά το μωρό στον καναπέ και στράφηκε να τον κοιτάξει. «Μιλάμε για το παιδί σου, για την κόρη σου!»

16


«Θα προσπαθήσω να παραμείνω ψύχραιμος», της είπε ήρεμα, κι αφού ήπιε μονοκοπανιά το ποτό του την πλησίασε τόσο όσο του ήταν αρκετό να νιώσει την αποστροφή της. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Αν διέγραφε από τη μνήμη του εκείνη τη μία και μοναδική φορά που πλάγιασαν στο ίδιο κρεβάτι, όλες οι υπόλοιπες επαφές τους είχαν την ίδια γεύση: αυτή του φόβου και της αποστροφής· σαν να είχε μπροστά της ένα τέρας. «Σου πρότεινα να παντρευτούμε για τους δικούς μου λόγους και δέχτηκες για τους δικούς σου. Μέχρι εκεί όμως, πριγκιπέσα. Δεν έχω καμία υποχρέωση σε αυτό το παιδί, γιατί, πολύ απλά, δεν είναι δικό μου». Τον χαστούκισε. Έτσι, χωρίς να το σκεφτεί, χωρίς να υπολογίσει τις συνέπειες, τον χαστούκισε. Παρέμεινε αντίκρυ της ασάλευτος. Ακούμπησε απαθής το ποτήρι του στο διπλανό τραπεζάκι και της γύρισε την πλάτη. «Υπάρχουν οχτώ ελεύθερες κρεβατοκάμαρες. Διάλεξε όποια προτιμάς να βγάλεις τη νύχτα. Το πρωί όμως θέλω να έχεις εξαφανιστεί. Κι αυτό είναι διαταγή». Τον είδε να ανεβαίνει με το γνωστό ατάραχο βηματισμό του τη σκάλα και να χάνεται πίσω από κάποια πόρτα στον πάνω όροφο. Έβαλε τη γροθιά της στο στόμα, αλλά ο λυγμός τής ξέφυγε. Κι έπειτα έγινε κλάμα. Σιγανό κλάμα, που σταμάτησε μόνο όταν την εξάντλησε τελείως. Για άλλη μια φορά, διαπίστωσε πόσο ανόητη ήταν. Είχε κάνει το λάθος να νομίσει πως ο Άλεξ την ήξερε αρκετά καλά για να την πιστέψει. Για άλλη μια φορά, είχε πέσει έξω. Ξημέρωνε. Ούτε νύχτα ούτε μέρα: η πιο αγαπημένη του ώρα. Στάθηκε στο παράθυρο κι έφερε τα κιάλια στα μάτια του. Το γερό μάτι του του αποκάλυψε όλες τις λεπτομέρειες του τοπίου. 17


Είχε δώσει μεγάλες μάχες για να νιώσει ξανά αυτάρκης. Ήταν ασήμαντη η αναπηρία του πια - τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε στη δουλειά του.. Η εποχή του τρύγου είχε τελειώσει από καιρό. Τα αμπέλια του απλώνονταν ως πέρα στον ορίζοντα χωρίς τους πολύτιμους καρπούς τους, που είχαν γίνει μούστος κι έπειτα κρασί. Ή μάλλον νέκταρ. Έτσι χαρακτήριζαν το κρασί του οι απανταχύύ γευσιγνώστες, και γι αυτό το λόγο πουλιόταν πανάκριβα και φυλασσόταν σε ελάχιστα εκ\εκτά κελάρια πλούσιων συλλεκτών. Η οινοποιία ήταν μια μεγάλη του αγάπη και το κρασί Ραβέν άλλη μια κατάκτηση. Χαμογέλασε. Στο ταλαιπωρημένο του πρόσωπο απλώθηκε λίγη ζεστασιά. Κάποια πράγματα δε θα τον απογοήτευαν ποτέ. Κι αυτά ήταν άψυχα συνήθως, χωρίς τη δυνατότητα αντίλογου, χωρίς την ικανότητα να εκφράσουν την αποδοκιμασία τους γι’ αυτό που ήταν ο κάτοχός τους· γι’ αυτό που είχε καταντήσει: άνθρωπος στην όψη και δαίμονας στην ψυχή θύτης και θύμα. Ένα πρόσωπο με πολλές μάσκες, πότε γοητευτικές και πότε τρομακτικές, ανάλογα με το σκοπό, τις περιστάσεις και τα κίνητρα. Δημιουργός και δημιούργημα του εαυτού του - ίσως και της μοίρας, παρόλο που είχε πάψει εδώ και χρόνια να την αναθεματίζει. Χίλια εξακόσια πενήντα στρέμματα καλλιεργήσιμης γης, ένα άρτια εξοπλισμένο οινοποιείο κι ο γνήσιος σεβασμός του πλήθους των ανθρώπων που δούλευαν γι’ αυτόν ήταν ο κόσμος του. Εκεί του άρεσε να ζει κι εκεί ήθελε να πεθάνει. Είχε διαλέξει και το μέρος: κάτω από την αγαπημένη του υπεραιωνόβια ελιά, που όλα αυτά τα χρόνια εκτελούσε ταυτόχρονα χρέη παρατηρητηρίου και εξομολογητηρίου. Δεν 18


ήταν λίγα τα κρίματά του. Και παρότι πίστευε πως είχε εξιλεωθεί για τα περισσότερα απ αυτά, πού και πού κάποια φαντάσματα ξέφευγαν από τις κρύπτες του νου του και τον φιλοδωρούσαν με άγρυπνες νύχτες. Κατέβασε τα κιάλια, έκλεισε τις κουρτίνες και κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα στο σιδερένιο σκαλιστό κρεβάτι του. Η κοπέλα που είχε γεμίσει ευχάριστα το χρόνο του τις τελευταίες τέσσερις μέρες είχε φύγει. Την είχε διώξει, για την ακρίβεια, με το αζημίωτο ωστόσο. Όπως έκανε με όλες. Ήθελε να τελειώσει το μπουκάλι με το κονιάκ, αλλά αντιστάθηκε. Για την τελευταία εκείνη κουβέντα που θα έκανε μαζί της ήταν προτιμότερο να είναι νηφάλιος. Μάλιστα, σκέφτηκε πως δεν’ είχε νόημα να παρατείνει περισσότερο την αναμονή. Όσο πιο γρήγορα ερχόταν η στιγμή που θα έμενε ξανά μόνος, τόσο πιο εύκολο θα του ήταν να επιστρέψει στη ζωή του με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Τον τελευταίο καιρό ο ωραίος, απομονωμένος κόσμος του είχε γίνει άνω κάτω. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα είχε κερδίσει πράγματα εξίσου πολύτιμα με αυτά που είχε χάσει. Είχε δει τις ισορροπίες του να ανατρέπονται και τις άμυνές του να καταρρέουν. Και με-σα σ’ όλο αυτό τον ανεμοστρόβιλο είχε επιτρέψει επίσης σε μια γυναίκα να τον πλησιάσει, να τον κατακτήσει. Λάθος. Ένα από τα πολλά, αλλά σίγουρα ένα από τα τελευταία. Ήταν το σπίτι του, και ήξερε ακριβώς σε ποια κρεβατοκάμαρα αντιστοιχούσε το τρίξιμο της πετούγιας που άκουσε νωρίτερα μέσα στη νύχτα. Πήγε κατευθείαν εκεί και άνοιξε χωρίς να χτυπήσει. Όπως είχε μαντέψει, τη βρήκε ξύπνια. Καθόταν στο κρεβάτι ντυμένη κανονικά και η όψη της πρόδιδε ότι έκλαιγε ώρες τώρα. Καημένη Σάνια, σκέφτηκε, φροντίζοντας ωστόσο 19


να παραμείνει ανέκφραστος. Σε είχα προειδοποιήσει· «Καλημέρα», του είπε εκείνη ψυχρά και τα γαλάζια μάτια της άστραψαν. «Θα πρόσθετα και το όνομά σου, αλλά δεν ξέρω ποιο απ’ όλα να χρησιμοποιήσω». «Είμαι ό,τι βλέπεις. Διάλεξε το όνομα που νομίζεις. Το ίδιο μου κάνει». Βούρκωσε ξανά και της ξέφυγε μια βρισιά. «Με κορόιδεψες. Κέρδισες την εμπιστοσύνη μου δείχνοντάς μου αυτό που δεν είσαι». «Έτσι έπρεπε να γίνει. Αν είχα άλλη επιλογή, θα το είχα αποφύγει-«Όμως εγώ εκείνο τον άντρα αγάπησα. Τα δικά του σημάδια δε με τρόμαξαν ποτέ». «Είσαι πολύ μικρή για τόσο μεγάλες κουβέντες, πριγκιπέσα. Την ασφάλειά σου αγάπησες και τίποτα περισσότερο. Ήμουν ένα πείραμα για σένα, όπως ήσουν κι εσύ ένα πείραμα για μένα. Όμως το πείραμα απέτυχε και για τους δυο μας. Κυλάει τελικά στο αίμα σου μια τάση προς το απαγορευμένο, κι εγώ δεν μπορώ να νιώσω ευτυχία με το κοινότοπο. Ας το δεχτούμε». «Λες ψέματα!» τον κατηγόρησε. «Εκείνο το βράδυ— » «Ούτε λέξη παραπάνω», την προειδοποίησε. «Θα φωνάξω κάποιον απ’ το χωριό να σε πάρει από δω και να σε πάει μέχρι το Μα-ζεστέ. Από εκεί μπορείς να πας όπου θέλεις. Για το καλό και των δυο μας, μην επαναλάβεις αυτό το εγχείρημα, πριγκιπέσα. Ο Ζακ θα φροντίσε�� για τις λεπτομέρειες του διαζυγίου. Δε χρειάζεται επίσης να ανησυχήσεις ποτέ σου για τη διατροφή. Παρόλο που τα χρήματα σου περισσεύουν, θα 20


αναλάβω πρόθυμα τις οικονομικές υποχρεώσεις που μου αναλογούν. Είδες τον κόσμο μου. Τώρα ξέρεις πως η πιο συνετή απόφαση για όλους είναι να μείνεις μακριά μου». «Ναι!» ούρλιαξε αρπάζοντας το μωρό στην αγκαλιά της. Ήθελε να φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από κείνο το μέρος. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και τον προσπέρασε τρεκλίζοντας από την ταραχή. «Αυτό θα κάνω! Θα φύγω αμέσως! Γιατί είσαι αληθινό τέρας, Ρωμανέ ή Άλεξ ή Ραφαέλ ή όπως αλλιώς σε λένε. Και τα τέρατα παραμένουν τέρατα, ακόμα κι αν φορούν τις ωραιότερες μάσκες του κόσμου!» Ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε απ’ τα χείλη της. Τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν μέχρι να πάρει την απόφαση να την αρπάξει από το μπράτσο και να της δώσει τη σαρκαστική απάντησή του ήταν αρκετά για να γίνει το κακό. Πρώτα άκουσε το δυσοίωνο γδούπο που έκανε το σώμα της καθώς κατρακυλούσε στις σκάλες και μετά αντίκρισε το θέαμα: αίματα παντού και δύο κορμιά άψυχα σαν κούκλες σωριασμένα στο χαλί. «Φίλε μου· » Μόνο αυτές οι λέξεις κατόρθωσαν να ακουστούν καθαρά. Οι υπόλοιπες πνίγηκαν ανάμεσα στα δάκρυα δύο αντρών που είχαν ξεχάσει από χρόνια να κλαίνε. Οι νοσοκόμες, βουρκωμένες κι αυτές, χαμήλωσαν το κεφάλι. Ο γιατρός είχε κρύψει το πρόσωπο στις παλάμες τον, ανήμπορος να το συνειδητοποιήσει. Όχι στον Άλεξ, σκεφτόταν ξανά και ξανά. Όχι στον Άλεξ..: «Ήταν δική μου, Ζακ···» μουρμούρισε ο Άλεξ. «Χρειάστηκε να δώσω αίμα: μηδέν ρέζους αρνητικό. Σπάνιο, ε; Δεν την πίστεψα 21


όταν μου το είπε, αλλά ήταν δική μου· » «Η Σάνια;» «Δεν ξέρω. Η ζωή της κρέμεται από μια κλωστή. Θεέ μου, τι έκανα, Ζακ; Τι έκανα;» Ο Ζακ προτίμησε να αφήσει το φίλο του για λίγο μόνο, να πενθήσει με τον τρόπο του. Έφυγε λοιπόν απ’ το δωμάτιο κι έκλεισε μαλακά την πόρτα πίσω του. Παρότι απαγορευόταν στο χώρο του νοσοκομείου, έβγαλε τα άφιλτρα τσιγάρα του κι άναψε ένα. Ένιωσε σαν να εισέπνευσε οξυγόνο. Τα χέρια του έτρεμαν, τα μάτια του έτσουζαν. Αντίκρισε το είδωλό του στο τζάμι απέναντί του και γέλασε μέσα στο κλάμα του. Και το δικό του πρόσωπο είχε σημάδια. Και τα δικό του δεξί ζυγωματικό είχε θρυμματιστεί από σφαίρα. Κι η δική του η ζωή είχε γίνει κομμάτια. Έμοιαζε με το φίλο του· στην ψυχή και την όψη. Μόνο στο μυαλό διέφεραν, ευτυχώς γι αυτόν. Γιατί ο Άλεξ ήταν διάνοια· κι η υψηλή ευφυΐα του ήταν το χάρισμά του και η κατάρα του. Καημένε Άλεξ, σκέφτηκε ο Ζακ. Κάθισε στις φτέρνες, έσκυψε μπροστά και έκλαψε. Δεν πίστευε στο Θεό, αλλά απόψε θα προσευχόταν. Τίποτ’ άλλο δεν ήθελε. Μόνο να ζήσει η Σάνια. Μόνο αυτό.

Τρία χρόνια πριν, κτήμα Ραβέν, Γαλλία Ο ΗΛΙΟΣ ΚΟΝΤΕΥΕ ΝΑ ΔΥΣΕΙ. Το δερμάτινο γάντι του στερούσε την ολοκληρωτική απόλαυση της αίσθησης να αγγίζει 22


την περιποιημένη χαίτη του αλόγου, αλλά παρηγορήθηκε με τη σκέψη πως για το ζώο η επιβράβευση δεν έχανε στο ελάχιστο τη σημασία της. Το άλλο χέρι του κράτησε σταθερά τα γκέμια και με την άκρη του ματιού του έριξε μια ματιά στο σκύλο του, που καθόταν ήσυχα στα πίσω πόδια πανέτοιμος να δεχτεί την πρόκληση. Χαμογέλασε. Για μια στιγμή παρέμεινε εντελώς ακίνητος στη ράχη του επιβήτορα και κοίταξε γύρω του. Πάντα του άρεσε να το κάνει αυτό: επιβεβαίωνε τον εαυτό του πως πλέον είχε κατακτήσει τη γαλήνη του και πως εκεί, στους πρόποδες των Πυρηναίων, στην καρδιά μιας γης ευλογημένης απ’ το Θεό, είχε βρει το δικό του παράδεισο. Το ανοιξιάτικο βοριαδάκι απομάκρυνε τα μαλλιά απ’ το μέτωπό του και γέμισε τα πνευμόνια του με οξυγόνο. Τίποτα στον κόσμο δε θα τον έκανε να αποχωριστεί ό,τι ήταν πια δικό του. Όσους δρόμους κι αν είχε διαβεί, όσες καταιγίδες κι αν τον είχαν απειλήσει, τώρα όλα είχαν περάσει. Έτσι την ήθελε τη ζωή του: απομονωμένη, γαλήνια, παραγωγική, μακριά από τους περίεργους, απόλυτα ελεγχόμενη πλέον από τη δική του βούληση και τις δικές του ανάγκες. Όχι ότι είχε απαρνηθεί τον πολιτισμό, ίσα ίσα. Χρειάστηκε να ξοδέψει πολύ χρόνο και χρήμα για να μετατρέψει το μέρος σε μια σύγχρονη Εδέμ, μεσαιωνική στην όψη, αλλά απόλυτα λειτουργική. Το παλιό αρχοντικό του κτήματος είχε ανακαινιστεί από τα θεμέλια σχεδόν, το οινοποιείο είχε ξαναχτιστεί από την αρχή κι είχε εξοπλιστεί με τα καλύτερα μηχανήματα, κι όλα εκείνα τα παρατημένα στρέμματα γης αποτελούσαν τώρα το πιο προσοδοφόρο τμήμα της κοιλάδας. Με περηφάνια σκέφτηκε πως δικό του κατόρθωμα ήταν κι η 23


μικρή, έστω, αύξηση του μόνιμου πληθυσμού της περιοχής τα τελευταία χρόνια. Οι νέοι δε χρειαζόταν να φύγουν πια για να αναζητήσουν στις πόλεις την τύχη τους, και το χωριό τονώθηκε πολύ οικονομικά με το πλήθος των τουριστών που ήθελαν να επισκεφτούν το κτήμα Ραβέν και τις εγκαταστάσεις του. Βέβαια, για να εξασφαλίσει την ιδιωτικότητά του, είχε θέσει με αυστηρότητα τους όρους του: η ξενάγηση γινόταν αποκλειστικά από τις εφτά ως τις εννιά το βράδυ και όποιος τυχόν επιχειρούσε να εισβά- . λει στην περιοχή γύρω από το «κάστρο» τιμωρούνταν αυστηρά. Οι δημοσιογράφοι απαγορεύονταν, το ίδιο κι οι φωτογραφικές μηχανές. Όποιος δεν τηρούσε τους κανονισμούς απομακρυνόταν αμέσως από το κτήμα, με τρόπο αρκετά εχθρικό ώστε να μην αποτολμήσει κάτι παρόμοιο στο μέλλον. Το άλογο χλιμίντρισε, υπενθυμίζοντάς του με τον τρόπο του πως τα γονίδιά του, γονίδια πρωταθλητή, απεχθάνονταν τη στασιμότητα. Ο Άλεξ συμμορφώθηκε αμέσως, αναγνωρίζοντας με σεβασμό την ιδιαίτερη φύση του αλόγου. Ο Ντάρκο ήταν πλασμένος για να καλπάζει άγρια -αυτός ήταν άλλωστε κι ο λόγος που τον είχε αποκτήσει. Ένα ζώο σαν αυτό ήταν πάντα το όνειρό του. Από μικρός φανταζόταν τον εαυτό του κυρίαρχο μιας τέτοιας εκπληκτικής δύναμης· ενός συνδυασμού ρώμης και ορμής απρόσιτου για τον άνθρωπο. Από μικρός, σκέφτηκε σφίγγοντας τα χείλη. Τότε που το αδύναμο κορμί του ταίριαζε τέλεια με τον εξίσου αδύναμο χαρακτήρα του, και μόνο στη φαντασία του μπορούσε να είναι τόσο διαφορετικός. «Είσαι έτοιμος, Κινγκ;» ρώτησε το σκύλο του, αποδιώχνοντας τις ενοχλητικές σκέψεις, και ως απάντηση πήρε ένα γάβγισμα 24


γεμάτο αυτοπεποίθηση. Ο Άλεξ ξέσπασε σε βροντερά γέλια. Αυτός ο σκύλος ήταν αδιόρθωτος. Πάντα πίστευε ότι θα ξεπερνούσε επιτέλους τον Ντάρκο και πάντα κατέληγε δεύτερος, με τη γλώσσα να κρέμεται και τα πνευμόνια του να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν δαιμονισμένα. Για τον Κινγκ όμως δε μετρούσαν οι απογοητεύσεις. Την επόμενη στιγμή κιόλας τις ξεχνούσε, κι έδινε με το δικό του σκυλίσιο τρόπο την υπόσχεση πως την επόμενη φορά θα ερχόταν πρώτος. «Έχεις ψυχή πολεμιστή, πεισματάρη μου», τον παίνεψε ο Άλεξ, κι ο Κινγκ όρθωσε τα αφτιά του και στύλωσε το κορμί του πανέτοιμος να ξεχυθεί μπροστά μόλις δοθεί σύνθημα. «Φύγαμε!» φώναξε ο Άλεξ, και ο αγώνας άρχισε. Έγειρε το κορμί του μπροστά και καθοδήγησε το άλογο τραβώντας επιδέξια τα γκέμια. Η κούρσα ήταν όπως πάντα φρενήρης. Στο πρώτο χιλιόμετρο, άλογο και αναβάτης είχαν δίπλα τους σαν σκιά το σκύλο, που έτρεχε βολίδα. Ο Άλεξ ένιωθε τύψεις, σκεφτόταν πως ίσως θα πρεπε να τον αφήσει να κερδίσει μια φορά, αλλά ο Κινγκ δεν ήθελε χατίρια. Ήταν διαβολεμένα έξυπνο αυτό το ζωντανό. Σαν τον αφέντη του, δεν ήθελε να κερδίσει τίποτα από οίκτο: προτιμούσε να πεθάνει αγωνιζόμενος παρά να αποκτήσει κάτι που δεν του άξιζε. Στο τρίτο χιλιόμετρο, λίγο πριν τη γέρικη ελιά που ήταν πάντα το σημείο τερματισμού, ο Κινγκ σταμάτησε απότομα και καρφώθηκε στο έδαφος. Ήταν ξεθεωμένος, αλλά ο Άλεξ αντιλήφθηκε αμέσως πως δεν ήταν αυτή η αιτία της ξαφνικής του παραίτησης. Τράβηξε τα χαλινάρια του Ντάρκο και κοίταξε πίσω. Μπήκε αυτόματα σε επιφυλακή. «Τι συμβαίνει, αγόρι μου;» ρώτησε οδηγώντας ήρεμα τον επιβήτορα κοντά στο 25


σκύλο. «Σε τρόμαξε κάτι; Δε σε θυμάμαι ποτέ να το βάζεις κάτω· » Ξεπέζεψε και πλησίασε τον Κινγκ. Κάθισε δίπλα του στις φτέρνες και ακολούθησε το σταθερό βλέμμα του σκύλου. Απειλή, αποκωδικοποίησε αμέσως. Ο Άλεξ ένιωσε το σώμα του να σφίγγεται. Γνώριμο συναίσθημα. Η αναγνώριση του κινδύνου ήταν ένα από τα χαρίσματα του πολεμιστή, κι εκείνος το είχε καλλιεργήσει στο έπακρο. Αμέσως οι αισθήσεις του οξύνθηκαν. Η ακοή του συνέλαβε παράταιρους ήχους πίσω από την κοντινή συστάδα θάμνων κι η όρασή του ανίχνευσε μια αταίριαστη με τη φορά του ανέμου κλίση της φυλλωσιάς. Έβρισε χαμηλόφωνα. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που ένιωσε κυνηγημένος. Έβγαλε το περίστροφο από το πίσω μέρος της ζώνης του και κατευθύνθηκε θυμωμένος προς τους θάμνους. Οι κινήσεις των φύλλων μπροστά του έγιναν απότομες, σχεδόν αγωνιώδεις. Κάποιος, κρυμμένος προφανώς από ώρα εκεί, κάποιος που ήξερε τις συνήθειές του, πάσχιζε τώρα να το σκάσει. Δεν του έκανε τη χάρη. Κινήθηκε πολύ πιο έξυπνα από τον εισβολέα ακολουθώντας το διπλανό μονοπάτι, . και με το όπλο προτεταμένο στάθηκε ακριβώς μπροστά από την— απειλή, που βρέθηκε αιφνιδιαστικά πεσμένη στα γόνατα μπροστά στα πόδια του και κλαψούριζε κατατρομαγμένη. «Μια γυναίκα···» μονολόγησε έκπληκτος ο Άλεξ κι έβαλε το όπλο στη θέση του. «Τι στο διάβολο γυρεύεις εδώ;» Το κορίτσι ύψωσε δειλά το κεφάλι κι έφερε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπο, φοβούμενη κάποιο χτύπημα. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα και τα κοντοκομμένα κόκκινα μαλλιά της πετούσαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Ήταν λαχανιασμένη και 26


κάθιδρη. Το λευκό μπλουζάκι της είχε σκιστεί από τα αγκάθια των θάμνων και το τζιν παντελόνι της είχε γεμίσει λάσπες. «Συγγνώμη· » ψέλλιζε συνέχεια. «Δεν ήθελα να··· Σκέφτηκα ότι· ω, συγγνώμη, συγγνώμη · » «Με παρακολουθούσες;» τη ρώτησε ήρεμα, αν και πολύ θα ήθελε να τη δει να τα κάνει πάνω της απ’ την τρομάρα. «Σήκω και απά-ντησέ μου, μικρή. Με παρακολουθούσες;» Το κορίτσι στάθηκε με πολύ κόπο στα πόδια του. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει κατάματα. Το τρεμάμενο χέρι της προσπάθησε να περιορίσει τις αποκαλύψεις της σκισμένης μπλούζας ψηλά στον ώμο της. Ο Άλεξ σκέφτηκε με κακία πως της άξιζε να ζήσει μερικά λεπτά αληθινής αγωνίας για την τύχη της. Ήξερε όσα λέγονταν γι’ αυτόν στο χωριό. Το γεγονός ότι τον έβλεπαν μόνο μετά το ηλιοβασίλεμα θέριευε τη φαντασία τους και τους έκανε να του αποδίδουν ιδιότητές που άγγιζαν τα όρια του θρύλου. Μερικοί μάλιστα είχαν φτάσει στο σημείο να τον αποκαλούν Φάντασμα. Οι πιο φαντασιόπληκτοι διέδιδαν πως το αρχοντικό ήταν στοιχειωμένο και πως ο ιδιοκτήτης του είχε έρθει εκεί από κάποια άλλη εποχή για να βρει τη γαλήνη του. Δε θα τον εξέπληττε καθόλου αν άκουγε κιόλας πως τις νύχτες μεταμορφωνόταν σε νυχτερίδα που αναζητούσε αίμα για να τραφεί ή πως ήταν κάποιος δαίμονας με ανθρώπινη μορφή που είχε ανέβει στα επίγεια σκοτάδια από τις φλόγες της κόλασης. «Ουί, μεσιέ···» μουρμούρισε το κορίτσι. «Δε··· δεν πίστευα όλ’ αυτά που άκουγα στο χωριό και· » «Κοίταξέ με». Η κοπέλα υπάκουσε προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Στο μισοσκόταδο σίγουρα δεν μπορούσε να διακρίνει πολύ 27


καθαρά το πρόσωπό του, αλλά ο Άλεξ ήξερε πως κι αυτά τα λίγα ήταν αρκετά για να μην επαναλάβει ποτέ το τόλμημά της. Η καλύπτρα στο μάτι του δεν ήταν αποκρουστική, αλλά σίγουρα η ύπαρξή της και μόνο θα την τρόμαζε. Οτιδήποτε διαφέρει από τα συνηθισμένα τρομάζει τους ανθρώπους. Ό,τι δεν μπορούν να εξηγήσουν και να κατανοήσουν το κρατούν σε απόσταση. Μερικοί βέβαια είναι πιο δύσπιστοι και χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις, σκέφτηκε κοιτώντας το κορίτσι, αλλά πάντα παίρνουν κι αυτοί το μάθημά τους. «Δε σου είπαν πως αντιπαθώ τους παρείσακτους;» τη ρώτησε. «Μου το είπαν». «Αλλά πίστευες πως δε θα γίνεις αντιληπτή». «Μάλιστα». «Πώς σε λένε;» «Νικόλ, μεσιέ». «Είσαι θαρραλέο κορίτσι, Νικόλ, αλλά θα προτιμούσα να μην ξανάρθεις εδώ. Τώρα ξέρεις πως δεν έχω δυο κεφάλια και ουρά δράκου. Νομίζω πως θα πρέπει να σου αρκεί αυτό». «Μάλιστα». «Δεν υπάρχει λόγος να με φοβάσαι τόσο πολύ· » της είπε πιο μαλακά. «Έχω ενοχλήσει ποτέ κανέναν; Έχει ακουστεί κάποιο παράπονο; Είσαι νέα κοπέλα δε θα πρεπε να επηρεάζεσαι από τις φήμες και τις δεισιδαιμονίες· » 28


Η κοπέλα κοίταξε επιφυλακτικά το γαντοφορεμένο χέρι που της έτεινε, αλλά γρήγορα αναθάρρησε και τόλμησε να το αγγίξει. Δέχτηκε τη βοήθειά του για να ξεσκαλώσουν τα πόδια της από τις λάσπες και τον ακολούθησε πειθήνια μέχρι το άλογό του. Δεν ήταν τελικά και τόσο τρομερός. Εκκεντρικός, οπωσδήποτε, αλλά άνθρωπος όπως όλοι · τους. «Κανονικά θα ’πρεπε να σε αφήσω να επιστρέψεις μόνη, αλλά το σκοτάδι πύκνωσε. Ούτε που θέλω να φανταστώ τις διαδόσεις αν σου επιτεθεί κανένα άγριο ζώο. Αύριο το πρωί θα είναι όλοι σίγουροι πως τις νύχτες μεταμορφώνομαι σε λυκάνθρωπο. Κι ας μην έχει φεγγάρι απόψε· » Το γέλιο της ήταν αυθόρμητο, πηγαίο, απαλλαγμένο από κάθε φόβο πια. Αντήχησε όμορφα στ’ αφτιά του. Καιρό είχε να ακούσει γυναίκα να γελά ανεπιτήδευτα. Δεν ήταν τέτοιου είδους γέλια αυτά που είχε συνηθίσει από το αντίθετο φύλο στις περιπτώσεις που επισκεπτόταν την πόλη. Ήταν γέλια πληρωμένα για να ακουστούν, συνήθως πριν και μετά την εκτόνωση των φυσιολογικών αναγκών του. «Πόση ώρα είσαι εδώ;» τη ρώτησε απομακρύνοντας τις δυσάρεστες σκέψεις από το μυαλό του. «Από νωρίς». «Από πόσο νωρίς, Νικόλ;» «Απ’ το μεσημέρι», αποκρίθηκε ένοχα εκείνη. «Την ώρα του διαλείμματος των εργατών. Δε με είδε κανείς». «Και πώς πέρασες το φράχτη;»

29


«Εδώ και μέρες ερχόμουν την ίδια ώρα κι έσκαβα λίγο λίγο το χώμα. Πέρασα από κάτω». Ήθελε να γελάσει με την εφευρετικότητά της, αλλά συγκρατήθηκε. Μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Στην πατρίδα του έλεγαν πως η γυναίκα έχει τη δύναμη να κλείσει το διάβολο σε μπουκάλι. «Θα πρέπει να πεινάς», της είπε, διασκεδάζοντας πια. «Έλα. Θα πάμε μαζί στο σπίτι μου. Μέχρι να αρχίσουν να σε αναζητούν, θα έχεις φάει και θα έχεις φύγει». «Δεν πεινάω, μεσιέ», αποκρίθηκε βιαστικά το κορίτσι. «Και ξέρω πολύ καλά τα μονοπάτια για να γυρίσω. Έχω μαζί μου φακό. Δε θα μου συμβεί τίποτα· » «Ούτε στο σπίτι μου θα σου συμβεί τίποτα, Νικόλ», της είπε, καταλαβαίνοντας αμέσως την αιτία του δισταγμού της. «Θα φας και θα φύγεις με ασφάλεια. Μόνη σου», της τόνισε. «Χορταίνω την πείνα μου αποκλειστικά με αυτά που μπορεί να χωνέψει το στομάχι. Με τίποτ’ άλλο, Νικόλ. Να το θυμάσαι». «Δεν ήθελα να σας προσβάλω· » «Ανέβα στο άλογο». Η κοπέλα υπάκουσε κι ο Άλεξ, με μια άνετη κίνηση, ανέβηκε πίσω της. Ο σκύλος ετοιμάστηκε κι αυτός για την επιστροφή. «Ακολού-θησέ μας, Κινγκ», τον διέταξε, κι εκείνος, εκπαιδευμένος να εκτελεί πιστά τις εντολές του αφεντικού του, παρέμεινε πίσω από τον Ντάρκο μέχρι που έφτασαν στο σπίτι.

30


ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ΕΛΛΑΔΑ Η Σάνια παράτησε το ποδήλατο στο πεζοδρόμιο, στερέωσε το σάκο στην πλάτη της κι αφού πέρασε την πύλη του σπιτιού βάλθηκε να τρέχει ξέφρενα προς την εξωπορτα. «Γεια σου, κυρ Νίκο!» χαιρέτησε χαρούμενα τον κηπουρό, κι έκανε το ίδιο προσπερνώντας σαν βολίδα τις δυο αλλοδαπές υπηρέτριες, που χαίρονταν τη μεσημεριανή τους ανάπαυλα κάνοντας μια βόλτα στους κήπους. Χαιρέτησε τη Σόντι, τη γάτα της, τον υπάλληλο της μεταφορικής εταιρείας που πάσχιζε να κουμαντάρει μόνος του μια πολυθρόνα, χαιρέτησε ακόμα και το άγαλμα στο σιντριβάνι, το νεαρό Ερμή που ανάβλυζε νερό από το στόμα και τα φτερά των σανδαλιών του. Η χαρά της ήταν αδύνατο να κρυφτεί. Κι ήταν τόσο μεταδοτική, που ακόμα κι ο Ερμής τής φάνηκε πως έσκασε ένα γελάκι. Μα τι όμορφη ανοιξιάτικη μέρα ήταν στ’ αλήθεια τούτη! Η εικοστή ένατη επέτειος των γενεθλίων της ξεκίνησε με το ωραιότερο δώρο: τη δημοσίευση ενός διαφορετικού άρθρου της στο Μικροσκόπιο, το έγκυρο και δημοφιλές ελληνικό περιοδικό με θέματα για το φυσικό κόσμο’ αλλά και για τον άνθρωπο. Να που το πρόβλημα της ζωής της είχε μετατραπεί σε δημιουργία, τελικά. Χιλιάδες αναγνώστες θα διάβαζαν την ιστορία της. «Αμνησία: Κάντε τον Εχθρό Σύμμαχο», ήταν ο τίτλος του πρώτου κομματιού του άρθρου της, που φιγουράριζε στις κεντρικές σελίδες του περιοδικού και έφερε φαρδιά πλατιά την υπογραφή της ως απόδειξη των κόπων της.

«Θεία!» φώναξε περιχαρής μόλις στάθηκε στο κέντρο της σάλας. «Βέρα, Μίνα, Παύλο! Είναι κανείς εδώ;» Μα πού είχαν 31


πάει όλοι; Αρνιόταν να πιστέψει ότι δε συμμερίζονταν την αγωνία της και τη χαρά της. Αρνιόταν να δεχτεί πως δεν είχαν αναβάλει για λίγο τις δουλειές τους για χάρη της. Μόνο το θείο Πέτρο μπορούσε να δικαιολογήσει για την απουσία του: ο καίριος ρόλος του στην πολιτική ζωή της χώρας δεν του επέτρεπε να απομακρύνεται από το προσκήνιο και τις εξελίξεις. Κι όμως, το σπίτι ήταν άδειο. Ούτε μια φωνή, ένας ψίθυρος για να αναπτερώσει τις ελπίδες της και να πιστέψει πως δεν την είχαν ξεχάσει. Σαν παραπονεμένο παιδί που δεν του έφεραν τη σοκολάτα που του υποσχέθηκαν, βούρκωσε. Πώς ήταν δυναιόν; Πώς ήταν δυνατόν οι άνθρωποι που αγαπούσε περισσότερο στον κόσμο να προτιμήσουν τις δουλειές τους από εκείνη; Η καρδιά της βούλιαξε. Αφού ήξεραν πόσο σημαντικό τής ήταν. Ήξεραν από πρώτο χέρι τις μάχες της όλ’ αυτά τα χρόνια, κι ήταν οι δικές τους παροτρύνσεις που της έδωσαν το κουράγιο να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο το πρόβλημά της μαθαίνοντας σχεδόν τα πάντα για την πάθησή της, που άλλοτε προτιμούσε να την αγνοεί. Και τώρα που τα ’χε καταφέρει, πού ήταν όλοι τους; Ούτε η καλύτερή της φίλη δεν απαντούσε στο τηλέφωνο, για τ’ όνομα του Θεού! Εκείνη που είχε ζήσει από κοντά τις περισσότερες κρίσεις της, σφίγγοντάς της τα χέρια και μιλώντας της για να μη χάσει την επαφή της με το περιβάλλον. «Πού είστε;» ψιθύρισε, με τη λύπη να δένει το στομάχι της κόμπο και να γεμίζει τα μάτια της δάκρυα. «Χρόνια πολλά!» Η ευχή ακούστηκε ταυτόχρονα με τη μελωδία μιας κιθάρας που έπαιζε το γνωστό τραγουδάκι των γενεθλίων. Γελώντας και κλαίγοντας μαζί, είδε όλα τα αγαπημένα της πρόσωπα να κατεβαίνουν χαμογελαστά τη σκάλα τραγουδώντας παράφωνα 32


τις ευχές τους: «· μεγάλη να γίνεις, με άσπρα μαλλιά· » «Είστε απαράδεκτοι!» τους μάλωσε τρυφερά. «· παντού να σκορπίζεις της γνώσης το φως· » «Θα σας πνίξω!» «··· και όλοι να λένε “Να μία σοφός”!» Φύσηξε τρισευτυχισμένη το κέρινο 29 που δέσποζε στην περίτεχνη τούρτα κι αντιστάθηκε στον πειρασμό μαζί με τη βουβή ευχή της να τους λούσει μ’ ένα μεγαλόφωνο βρισίδι. «Χρόνια πολλά, Σάνια», άκουσε τη φωνή του Παύλου. «Να τα εκα-τοστήσεις». Η συγκίνηση της έφραξε το λαιμό. Δεν την είχαν ξεχάσει. Πώς μπόρεσε να πιστέψει ότι θα την ξεχνούσαν; Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια ήταν πάντα εκεί, κοντά της, δίπλα της, μοιράζονταν κάθε χαρά και λύπη της. Την αγαπούσαν. Κι εκείνη ανταπέδιδε στο υπερδιπλάσιο την αγάπη τους, προσπαθώντας πάντα να τους προσφέρει μόνο χαρές. Ήταν η οικογένειά της, ο κόσμος της. Και θα τους ευγνωμονούσε πάντα γιατί είχαν καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να μετατρέψουν την απώλεια των αναμνήσεων από τα πρώτα έντεκα χρόνια της ζωής της σε προτέρημα. «Ευχαριστώ—» μουρμούρισε μέσα απ’ την καρδιά της και χαμογέλασε. Ήταν ευτυχισμένη. ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ, ΓΑΛΛΙΑ Ο Ζακ άνοιξε με το τηλεχειριστήριο τη βαριά εξωτερική πύλη κι 33


οδήγησε αργά το λασπωμένο τζιπ στην αριστερή πτέρυγα των κήπων. Εκεί ένα τεράστιο γκαράζ προφύλασσε από τα καπρίτσια του καιρού τα αγαπημένα παιχνίδια του φίλου του: ένα μαύρο Range Rover και μια προπολεμική BMW R35 αγορασμένη κατευθείαν από συλλέκτη. Η ανοιξιάτικη ψύχρα τον υποχρέωσε να ανεβάσει το φερμουάρ του μπουφάν του. Τράβηξε από τη θέση του συνοδηγού το δερμάτινο χαρτοφύλακά του, άναψε ένα τσιγάρο και κατευθύνθηκε χωρίς βιασύνη προς το σπίτι. Δε χρειαζόταν να χτυπήσει το κουδούνι. Όχι εκείνος. Ξεχώρισε το κλειδί του και άνοιξε χωρίς να φοβάται την ενεργοποίηση του συστήματος ασφαλείας. Ο Άλεξ τον περίμενε. Κι όταν συνέβαινε αυτό, ο συναγερμός ήταν πάντα εκτός λειτουργίας. Έσβησε το τσιγάρο του σ’ ένα μαύρο μαρμάρινο σταχτοδοχείο που αναπαριστούσε το κεφάλι της Μέδουσας. Τι μανία που έχει με τα τέρατα αυτός ο άνθρωπος! σκέφτηκε μισογελώντας. Α\λά και με τι ιδιοφυή τρόπο είχε κατορθώσει να ενσωματώσει όλη αυτή την αοχήμια.των λεπτομερειών ο’ ένα χώρο καλαίσθητο, που προκαλούσε τελικά δέος. Έτσι ήταν όμως ο φίλος του: δυο όψεις σ’ ένα πρόσωπο· παράδεισος και κόλαση στην ίδια ψυχή· ικανός για την απόλυτη καλοσύνη αλλά και για την απόλυτη σκληρότητα. Ο διάδρομος που οδηγούσε στο τελευταίο δωμάτιο του ισογείου ήταν μεγάλος, αλλά ο Ζακ τον διέσχισε αργά, νιώθοντας όπως κάθε φορά τον ίδιο θαυμασμό. Οι πίνακες κατά μήκος των τοίχων άξιζαν μια περιουσία κι ο έντεχνος φωτισμός στην οροφή μεγέθυνε την υποβλητική αίσθηση. Θυμήθηκε τα βάσανα του αρχιτέκτονα όταν προσπαθούσε να υλοποιήσει τις απαιτήσεις του ιδιοκτήτη και χαμογέλασε νοσταλγικά. Ο Άλεξ 34


ήταν τυραννικός όταν επρόκειτο για την πραγματοποίησή των σχεδίων του. θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτοκτονία ακόμα και τον πιο αναίσθητο εντολοδόχο. Άνοιξε το τελευταίο δωμάτιο του διαδρόμου χωρίς να ακολουθήσει τους τυπικούς κώδικες ευγένειας. Όπως ακριβώς το φανταζόταν, ο φίλος του ήταν καθισμένος στην αγαπημένη του θέση πίσω από το ακατάστατο δρύινο γραφείο του κι έπλαθε τους φανταστικούς κόσμους του βυθισμένος σε έκσταση. Έγραφε, φυσικά. Μαύρο μελάνι και λευκό χαρτί, οι σύντροφοι κι οι εξαγνιστές του. «Συγχαρητήρια!» είπε ο Ζακ πετώντας το χαρτοφύλακα στη μία από τις δύο πολυθρόνες σε στιλ Λουδοβίκου XV μπροστά απ’ το γραφείο. Στην άλλη στρογγυλοκάθισε και άναψε ακόμα ένα τσιγάρο. «Μόλις έγινες κατά μερικές δεκάδες εκατομμύρια πλουσιότερος. Το Κόκκινο Πέπλο ταξιδεύει ήδη για το Χόλιγουντ. Σου βγάζω το καπέλο, Γιατρέ. Δε νομίζω να υπάρχει άλλος άνθρωπος στον κόσμο που να πουλά τόσο ακριβά τη διαστροφή του». Ο Άλεξ παράτησε την πένα του κι έγειρε στην πλάτη της καρέκλας του. Έβγαλε ένα πούρο από την ασημένια ταμπακέρα μπροστά του, το έκοψε και το άναψε. Το φίνο άρωμα του καπνού πότισε αμέσως την ατμόσφαιρα. Διέλυσε με μια ανυπόμονη κίνηση του χεριού του τη μικρή ομίχλη που δημιουργήθηκε. «Ποιος θα παίξει τον Ρο-μάν Καρτέ;» θέλησε να μάθει. «Εκείνος ο Σκοτσέζος που σου χει καρφωθεί στο κεφάλι από πέρσι, ο Τζέρι Πίτερς». Ο Άλεξ συγκατένευσε επιδοκιμαστικά. «Και την Άννα;» «Α, 35


έδωσα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας για την Άνν α. Προσποιήθηκα πως ήμουν έτοιμος να χαλάσω τη συμφωνία, αν επέμεναν να δώσουν το ρόλο στην Κέλι Σάμιουελς. Το ’χαψαν, φυσικά. Η Αλεξάνδρα Μόρις θα με ευγνωμονεί. Πιστεύω πως μόλις της χαρίσαμε ένα Όσκαρ». «Ωραία». «Και τώρα, τσακίσου να μου βάλεις ένα ουίσκι. Το χρειάζομαι. Κάθε φορά που αναγκάζομαι να παραστήσω την αφεντιά σου, χάνω πέντε χρόνια απ’ τη ζωή μου». Ο Άλεξ του έκανε τη χάρη γελώντας βροντερά. Του έδωσε το ουίσκι του και βολεύτηκε ξανά στην καρέκλα του. «Νομίζω πως με δουλεύεις, φίλε», είπε εύθυμα. «Όπως νομίζω επίσης πως έχεις το θέατρο στο αίμα σου. Αν ο κόσμος γνώριζε τι κάνουμε εμείς οι δυο και με πόση επιτυχία, εσύ θα είχες το Όσκαρ στο τσεπάκι σου». Ο Ζακ σοβαρεύτηκε. «Παραδέχομαι πως το απολαμβάνω», συμφώνησε κοιτώντας με γνήσια αγάπη το φίλο του. «Σου δανείζω το πρόσωπό μου και κλέβω ένα κομμάτι απ’ το πνεύμα σου. Λειτουργεί μια χαρά, Άλεξ, κι έχουμε κι οι δύο αυτό που θέλουμε, αλλά ειλικρινά αισθάνομαι ότι σφετερίζομαι τη ζωή σου. Δεν μπορώ να γράψω σωστά ούτε μισή αράδα, κι όμως απολαμβάνω δόξα και πλούτη παριστάνοντας τον πολύ Ραφαέλ Άλντες. Δε δικαιούμαι εγώ όλη αυτή τη δημοσιότητα, φίλε. Δε μου αξίζει να···» «Κόφ’ το, Ζακ». Σηκώθηκε και πήγε μπροστά στο τζάκι. Το βλέμμα του αγκάλιασε τη φωτιά. «Είμαι απόλυτα ικανοποιημένος με τη ζωή μου», δήλωσε. «Έχω αυτό που θέλω: ελευθερία και μοναξιά. Το χρήμα είναι μόνο ένα μέσο για να 36


συντηρώ τον κόσμο μου. Η δόξα και η δημοσιότητα μου είναι αδιάφορες. Έχω κάνει από καιρό τις επιλογές μου. Ποτέ δεν ήμουν συνηθισμένος άνθρωπος, Ζακ. Απάτό-τε που άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, ένιωθα διαφορετικός. Έπαψα όμως από καιρό να κατηγορώ τον κόσμο γι’ αυτό. Όλοι είναι μαθημένοι να ζουν με όρια, με νόμους, με νόρμες· υψώνουν το δάχτυλο για να σε δείξουν όταν είσαι αδύναμος, αλλά κάνουν το ίδιο και όταν είσαι δυνατός. Έχεις την εντύπωση ότι θα διάλεγα άλλο τρόπο ζωής, αν η ζημιά στο πρόσωπό μου δεν ήταν ανεπανόρθωτη; Έχεις την εντύπωση ότι θα προσπαθούσα να τους μοιάσω; Με ξέρεις. Πάλι κάπως έτσι θα ζούσα: μόνος κι αποκομμένος. Μόνο το στίγμα του δολοφόνου δε θα κουβαλούσα και τις αναμνήσεις από την πτέρυγα των βαρυποινιτών. Όμως θα ’μουν πάλι ένας λεγεωνάριος, Ζακ, με πατρίδα και οικογένεια που θα είχα επιλέξει ο ίδιος». «Έτσι θέλεις να πιστεύεις», αποτόλμησε ο άλλος. «Έτσι είναι». «Έχει κι άλλες ομορφιές η ζωή. Παράγεις εξαιρετικό κρασί, γράφεις συναρπαστικά βιβλία, κι αν ήθελες να υπηρετήσεις φανερά την επιστήμη σου, θα ήσουν κορυφαίος ψυχίατρος. Αναλογίστηκες όμως ποτέ πόσα άλλα αφήνεις πίσω; Ως πότε θα σε ικανοποιεί το σεξ χωρίς συναίσθημα, Άλεξ; Γιατί δε δίνεις μια ευκαιρία στον έρωτα; Δεν μπορώ να πιστέψω ότι σκοπεύεις να στερήσεις για πάντα από τον εαυτό σου τη χαρά μιας βόλτας κάτω από το φεγγαρόφωτο με μια γυναίκα που θα τη νοιάζεσαι πραγματικά». «Το ’χουμε συζητήσει χιλιάδες φορές·» αποκρίθηκε ο Άλεξ κουρασμένα. «Ποτέ δε θα αποκαλυφθείς. Μπορείς να ζήσεις φυσιολογικά, όπως όλος ο κόσμος». 37


«Για μένα αυτό είναι το φυσιολογικό», δήλωσε αδιάλλακτα, δείχνοντας με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού την ελαιογραφία πάνω απ’ το τζάκι που απεικόνιζε με μουντά χρώματα το κτήμα Ρα-βέν το σούρουπο. Έπειτα άγγιξε την καλύπτρα του και κοίταξε το φίλο του. «Κι αυτό είναι η άμυνά μου απέναντι στον πειρασμό του λάθος δρόμου. Δε θέλω βόλτες κάτω από το φεγγαρόφωτο με κα-μια γυναίκα, Ζακ. Δεν μπορώ να συμβιβαστώ με τα καθημερινά και τα τετριμμένα». «Θα μπορούσε να είναι κάποια ξεχωριστή. Κάποια που θα σε καταλαβαίνει». «Τα πάντα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά», του υπενθύμισε ο άλλος. «Αλλά δεν είναι. Μην κουράζεσαι. Είμαι στ’ αλήθεια ικανοποιημένος». Ο Ζακ σηκώθηκε και στάθηκε απέναντι από το φίλο του ξέροντας πως δεν ήταν φρόνιμο να συνεχίσει την κουβέντα. Ήπιε μια γουλιά ουίσκι και κοίταξε κι εκείνος την ελαιογραφία. «Ο πατέρας μου είναι περήφανος με όσα κατάφερες», είπε σιγανά. «Όταν δέχτηκε να σου πουλήσει το κτήμα κάποια χρόνια πριν, μου εξομολογήθηκε ότι ένιωσε σαν να έκλεβε εκκλησία. Πού να φανταζόταν ότι αυτά τα παρατημένα χωράφια θα απέφεραν τόσο πλούτο! Τον ξέρεις τον πατέρα μου: υποφέρει πολύ που δεν μπορεί να καυχηθεί δημόσια για τα κρασιά Ραβέν. Κι υποφέρει ακόμα περισσότερο που η φήμη τους ξεπερνά τη φήμη των δικών του». Ο Άλεξ γέλασε. «Τι κάνει ο γερο-Ολιβιέ;» «Τη ζωή του κόσμου δύσκολη, όπως πάντα. Τώρα τα χει βάλει με τον καινούριο φίλο της Κατρίν. Φυσικά, το τροπάρι δεν αλλάζει: είναι άλλος ένας ανεπρόκοπος, πονηρός και προικοθήρας - κατά τη γνώμη του πάντα. Αρνείται να τον γνωρίσει. Η Κατρίν έχει φρικάρει». 38


«Έχει αργήσει να κάνει την επανάστασή της. Κοντεύει τα τριάντα, έτσι δεν είναι; Θα πρέπει να το πάρει απόφαση πως ο πατέρας σας δε θα εγκρίνει ποτέ κανέναν, και να κάνει ανεπηρέαστη την επιλογή της». «Εγκρίνει εσένα», του πέταξε μεταξύ αστείου και σοβαρού. «Δεν παίρνω όρκο για την Κατρίν, όμως. Αλήθεια, ποτέ σου δε σκέφτηκες να· » «Όχι». Αυτή τη φορά ο τόνος του ήταν κοφτός. «Καλά, καλά·» Ο Ζακ έκανε μια χειρονομία παραίτησης και τεντώθηκε για να ξεπιαστεί. «Λέω να μείνω δυο τρεις μέρες·» άλλαξε θέμα. «Χρειάζομαι αποτοξίνωση από τη διασημότητα και ησυχία». «Πήγαινε στο δωμάτιό σου, Ζακ, και φύγε απ’ την καμπούρα μου. Ήμουν απόλυτα ήρεμος πριν έρθεις». «Μου χρωστάς έναν ισότιμο αγώνα», του υπενθύμισε ο άλλος πηγαίνοντας προς την πόρτα. «Εγώ τον Ντάρκο κι εσύ τη φοράδα αυτή τη φορά. Αύριο. Πριν δύσει ο ήλιος». «Έγινε», αποδέχτηκε γελώντας την πρόκληση. Μόλις έμεινε μόνος, έβαλε ένα ποτό. Δεν είχε όρεξη να γράψει πια, αλλά ούτε και να κοιμηθεί. Ήταν ωραία βραδιά απόψε και η ψύχρα είχε πέσει. Ήρα να ψάξει τον Κινγκ και να κάνουν μαζί εκείνη τη βόλτα κάτω απ’ το φεγγάρι. Μόνοι και σιωπηλοί, όπως τα περισσότερα βράδια μέχρι τώρα· όπως τα περισσότερα βράδια που θα ακολουθούσαν μέχρι το τέλος της ζωής του. 39


Έτσι τουλάχιστον ήλπιζε και ήθελε να πιστεύει. ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ΕΛΛΑΔΑ «Παύλο!» αναφώνησε έκπληκτη η Σάνια. Τοποθέτησε με π��οσοχή τους φακούς της φωτογραφικής μηχανής στις ειδικές θήκες τους, κι αφού μάζεψε πρόχειρα τα μαλλιά της με ένα κοκάλινο κλιπ, σηκώθηκε για να μιλήσει στον αδερφό της. Δεν ήταν πραγματικός αδερφός της, αλλά μετά από δεκαοχτώ χρόνια συμβίωσης και ανατροφής από τους ίδιους γονείς, έτσι τον ένιωθε. Δεν ήξερε γιατί έσπευσε να κουμπώσει το πουκάμισό της με την αιφνίδια άφιξή του, και τα βάλε με τον εαυτό της. Όλο φανταζόταν πράγματα που δεν υπήρχαν. Όσο κι αν πολεμούσε την τάση της να προσπαθεί να βρει τι κρυβόταν κάτω από την επιφάνεια, δεν μπορούσε να της αντισταθεί. Αναζητούσε με αρρωστημένη επιμονή τους λόγους για τους οποίους συνέβαινε κάτι, πιστεύοντας ακράδαντα πως πάντα από πίσω υπήρχε μια αιτία. «Δεν έφυγες ακόμα για το γραφείο;» ρώτησε πρόσχαρα τον Παύλο. «Πώς κι έτσι; Ο θείος είναι κέρβερος. Δέκα λεπτά καθυστέρησης είναι αρκετά για να ξαμολήσει μέχρι κι ελικόπτερα προκειμένου να σε βρουν». «Έμαθα πως είχες πάλι κρίση χτες», της είπε ανππαρερχόμενος χωρίς ίχνος τακτ την απόπειρά της να αστειευτεί. Τα μάτια του καρφώθηκαν στις κούτες γύρω της και στο μικρό χάος που επικρατούσε στο δωμάτιό της. «Η μητέρα ανησυχεί. Ούτε εκείνη πήγε στο γραφείο της ακόμα. Μου είπε πως επισκέφτηκες ξανά την Κατρά. Και όλως τυχαίως, μόλις επέστρεψες, είχες άλλη μία από τις κρίσεις σου—» Το ύφος του ήταν τόσο επιτιμητικό, που ένιωσε, εντελώς αδικαιολόγητα, ένοχη. Κοκκίνισε κι έχωσε τα χέρια στις τσέπες για να κρύψει τη νευρικότητά της. «Αυτό δε σε αφορά, Παύλο», 40


είπε ήσυχα. «Αλήθεια;» Την πλησίασε κι άπλωσε το χέρι του για να διώξει μια ιδρωμένη τούφα μαλλιών απ’ το μέτωπό της. Δεν του ξέφυγε η ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού της προς τα πίσω. «Νοιάζομαι για σένα, μικρή. Μεγαλώσαμε σαν αδέρφια και σε πονάω. Αν οι επισκέψεις σου εκεί δεν είχαν επίπτωση στην υγεία σου, δε θα με αφορούσαν. Συμβαίνει να έχουν, όμως. Είμαι βέβαιος ότι αυτή η γυναίκα σού γεμίζει το μυαλό με αηδίες. Ξέρεις όσα πρέπει να ξέρεις για το παρελθόν σου, Σάνια, και, πίστεψέ με, τα ’χεις ακούσει από τους σωστούς ανθρώπους. Όσα ακούς από τους λάθος ανθρώπους σε στέλνουν στο νοσοκομείο». Η Σάνια έσφιξε πεισμωμένη τα χείλη. «Ήταν μια επίσκεψη αβροφροσύνης», απολογήθηκε, παρότι δεν το ήθελε. «Η Μαρία Κατρά είναι μια μορφωμένη, αξιοπρεπής γυναίκα που κοιτάζει μόνο μπροστά, και χάρηκε ειλικρινά με τη δημοσίευση του άρθρου μου. Μόνο γι’ αυτό μιλήσαμε. Πάντα μιλάμε για οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που φαντάζεστε όλοι. Οι κρίσεις μου δεν έχουν σχέση με τις επισκέψεις στο σπίτι της». «Με κοροϊδεύεις, Σάνια». Η διαπίστωσή του ειπώθηκε με απογοήτευση και πικρία. «Και υποτιμάς τη νοημοσύνη μου. Σε ξέρω πάρα πολύ καλά για να πιστέψω ότι δε νιώθεις τίποτα απολύτως κάθε φορά που πας στο σπίτι όπου δολοφονήθηκε η μάνα σου. Στο υπόγειό του χάθηκε η μνήμη σου, ξεχνάς; Εκεί έχασες μέσα σε μια νύχτα τα παιδικά σου χρόνια, και μου λες ότι δε νιώθεις τίποτα, ότι δε σε επηρεάζει; Αν συμπαθείς τόσο πολύ τη Μαρία Κατρά, μπορείς να τη βλέπεις οπουδήποτε αλλού, Σάνια. Και μπορείς -αν έχεις την απαιτούμενη ευαισθησία- να σεβαστείς τη θεία σου και την οδύνη που της 41


προκαλούν οι επισκέψεις· αβροφροσύνης σου». Επιχείρησε να τον σπρώξει για να τον προσπεράσει, αλλά πόσα να πετύχουν τα μικρά της χέρια απέναντι στο ψηλό, γεροδεμένο σώμα του; Ήταν λες και προσπαθούσε να μετακινήσει μαρμάρινη κολόνα. Και σαν να μην έφτανε η αποτυχία της, υποχρεώθηκε να πιαστεί από τους ώμους του για να κρατήσει την ισορροπία της. Αντιλήφθηκε πως για κείνον η επαφή αυτή ήταν καλοδεχούμενη, κι η απελπισία της μεγάλωσε. Δεν έπρεπε να νιώθει έτσι ο Παύλος. Είχαν μεγαλώσει σαν αδέρφια. «Με καθυστερείς·» είπε πνιχτά. «Α, ναι. Ξέχασα πως ανυπομονείς να το σκάσεις απ’ το ίδιο σου το σπίτι. Εσύ, που μέχρι χτες έκλαιγες επειδή νόμισες πως τα αγαπημένα σου πρόσωπα δε θυμήθηκαν τα γενέθλιά σου». «Δεν πάω μακριά. Ένα τετράγωνο πιο κάτω—» «Σε μια μικρή παράγκα. Για να στεγάσεις την ανεξαρτησία σου», την ειρωνεύτηκε. «Το έχω ανάγκη. Θέλω το χώρο μου». «Δε θυμάμαι να σου στέρησε κανείς το χώρο σου. Το δωμάτιό σου μοιάζει με διαμέρισμα. Έχεις την ησυχία σου, μπαίνεις και βγαίνεις ό,τι ώρα θες και δε σε ενοχλεί κανένας. Η Μαργαρίτα σου βάζει αυτές τις ηλίθιες ιδέες στο κεφάλι; Θέλει να σε κάνει όμοιά της; Είσαι κόρη της Μιράντας Βαλέρη, Σάνια! Με το που θα μιμηθείς τις ακολασίες της φιλενάδας σου, θα γίνεις αμέσως πρωτοσέλιδο!» Πισωπάτησε για να πάρει φόρα και βρήκε τη δύναμη να τον σπρώξει. «Αρκετά είπες, Παύλο. 42


Από μικρό κοριτσάκι σε άκουγα και σε σεβόμουν. Αν δεν το παρατραβήξεις με την υπερπροστατευτικό-τητά σου, το ίδιο θα κάνω και τώρα που μεγάλωσα: θα σε ακούω και θα σε σέβομαι. Το μόνο που θα αλλάξει είναι η τελική επιλογή: σωστή ή λάθος, θα είναι μόνο δική μου». «Ακούς τον εαυτό σου;» «Φύγε, σε παρακαλώ». «Ακούς τι λες, Σάνια; Μου επιτίθεσαι». «Γιατί με πνίγεις!» του φώναξε και δάκρυα άρχισαν να αυλακώνουν τα μάγουλά της. «Δεν καταλαβαίνεις; Αν δε μ’ αφήσεις κι εσύ και όλοι σας να κάνω τα λάθη μου, δε θα μάθω ποτέ ποια είμαι και πόσα μπορώ να καταφέρω στηριγμένη στα πόδια μου. Εγώ έχω κενά μνήμης, όχι εσύ. Εσύ ξέρεις το παρελθόν σου, αλλά εγώ μόνο το φαντάζομαι. Κι αν είναι γραφτό να μοιάζω τελικά στη μάνα μου, θα της μοιάσω ακόμα κι αν με αλυσοδέσετε. Το κατάλαβες; Είδα το πρόσωπό της χτες!» του αποκάλυψε τρέμοντας. «Ήταν η πρώτη φορά μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια. Και το είδα κατάχλομο, με τα μάτια κλειστά και μια έκφραση φρίκης. Έτσι ήταν εκείνο το βράδυ, Παύλο; Είναι αληθινή αυτή η εικόνα ή το μυαλό μου μου παίζει παιχνίδια; Οι γιατροί θεωρούν πως είναι δύσκολο να τα ξαναθυμηθώ όλα, αλλά εγώ ξέρω πως κάτι μου συμβαίνει κάθε φορά που βυθίζομαι. Το ίδιο έγινε και χτες. Δεν κόντεψα να πάω στο νοσοκομείο επειδή είχα σπασμούς, αλλά επειδή ήμουν βέβαιη ότι αυτό που ήρθε στο νου μου το είχα ξαναδεί». Ο Παύλος την πλησίασε και την έκλεισε στην αγκαλιά του ταραγμένος από το ξέσπασμά της. Δεν έπρεπε να την πιέσει, θα απελπιζόταν αν της συνέβαινε κάτι εκείνη τη στιγμή και 43


ευθυνόταν ο ίδιος. Είχε αδυναμία στη Σάνια. Την αγαπούσε. Δεν μπορούσε να ξεκαθαρίσει με ποιο τρόπο ακριβώς, αλλά την αγαπούσε. «Ησύχασε· » της είπε τρυφερά. «Ρίξε λίγο νερό στο πρόσωπό σου και ξέχασε τα όλα αυτά. Είτε επρόκειτο για γνήσια ανάμνηση είτε όχι, τώρα έχεις τη ζωή σου στα χέρια σου, Σάνια. Ζήσε την όπως πιστεύεις καλύτερα, κι εγώ θα είμαι κοντά σου». «Μπορούσες να μου το έχεις πει νωρίτερα αυτό», παραπονέθηκε. «Σας έχω απογοητεύσει ποτέ; Σας έχω ντροπιάσει; Δεν προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις να αφήσω πίσω τα σκοτάδια; Είναι σκληρό να μην ξέρεις, Παύλο. Είναι πολύ σκληρό—» Την άφησε να κλάψει και να ανακουφίσει τον πόνο της προσφέροντάς της την αγκαλιά του. Σχεδόν πονούσε από την αγάπη του γι’ αυτή. Και με τρόμο συνειδητοποίησε πως, αν κάποιος την πλήγωνε, τότε θα ήταν απόλυτα ικανός μέχρι και να σκοτώσει. ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ, ΚΑΠΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ Ο γιατρός τράβηξε ευγενικά την καρέκλα απέναντι απ’ το γραφείο του και έγνεψε ευγενικά στη γυναίκα να καθίσει. Κοίταξε με κατανόηση τη φουσκωμένη κοιλιά της και χαμογέλασε για να την κάνει να αισθανθεί άνετα. Ήξερε καλά πώς ένιωθαν όσοι υγιείς άνθρωποι επισκέπτονταν αυτό το χώρο και καταλάβαινε την επιφύλαξή τους απέναντι στην επαγγελματική του ιδιότητα. Όλοι αναρωτιούνται αν οι ψυχίατροι τρελαίνονται, μήπως η καθημερινή επαφή με την παράνοια όντως τους επηρεάζει.

44


«Από πότε είναι έτσι, γιατρέ;» ρώτησε χωρίς περιστροφές η γυναίκα προσπαθώντας να βολευτεί όσο γινόταν καλύτερα στην καρέκλα. «Τις τελευταίες τρεις βδομάδες». «Ποια είναι η γνώμη σας; Νομίζετε πως· αυτό είναι κάποιο είδος βελτίωσης;» «Εξαρτάται απ’ το πόση αλήθεια κρύβουν όσα λέει. Κι αυτό δεν μπορώ να το κρίνω εγώ, απ’ ό,τι καταλαβαίνετε. Την ακούσατε, κυρία Κατρά. Εσείς θα μου πείτε αν παραληρεί ή αν έχει στ’ αλήθεια κάποια επαφή με την πραγματικότητα». Η Μαρία παρέμεινε ανέκφραστη. «Ορισμένα πράγματα είναι σωστά», αποκρίθηκε με προσοχή. «Τα περισσότερα όμως δε στέκουν». «Ξέρω την ιστορία», της είπε χωρίς υπεκφυγές ο γιατρός. «Και έχω γνωρίσει προσωπικά τον Ρωμανό· τον αδερφό σας», πρόσθεσε ήπια. «Είναι φανερό πως τώρα τελευταία η μητέρα σας τον αναφέρει πολύ συχνά. Η γνοίμη μου είναι πως δεν έχει αποκοπεί ολοκληρωτικά από το παρελθόν. Ή, μάλλον, ας είμαι πιο σαφής: Έχει την πεποίθηση, την εμμονή, θα έλεγα, πως θα πεθάνει σύντομα, και συνειδητά ζητά μια τελευταία συνάντηση με το γιο της· » «Αυτό δε θα γίνει ποτέ», τον έκοψε απότομα η Μαρία και τον κοίταξε με αγωνία. «Πώς να της το πω; Πώς να της δώσω να καταλάβει ότι ο Ρωμανός δε θα γυρίσει ποτέ ξανά; Κάθε φορά που τη βλέπω, μου φαίνεται όλο και πιο εύθραυστη. Της λέω όσα θέλει να ακούσει, αλλά δε θα τολμήσω ποτέ να της δώσω ψεύτικες ελπίδες γι αυτό το θέμα. Δεν υπάρχει Ρωμανός. Δεν 45


ξέρω καν αν ζει ή αν πέθανε». Αυτό το τελευταίο ήταν ψέμα, αλλά πάντα έπαιρνε τα μέτρα της. Παρότι ο γιατρός ήταν πρόσωπο εμπιστοσύνης, δε θα έμπαινε ποτέ στον πειρασμό να του πει την αλήθεια: να του πει πως ο Ρωμανός ήταν ζωντανός και πως αραιά και πού μάθαινε νέα του. «Πολλές φορές το ψέμα λειτουργεί θεραπευτικά, Μαρία», της είπε ο γιατρός εγκαταλείποντας τις τυπικότητες. «Πες της ό,τι θέλει να ακούσει, αποφεύγοντας μόνο τις σαφείς υποσχέσεις. Η μητέρα σου υποφέρει από ανίατα ��υχικά τραύματα. Λίγη ελπίδα, έστω και ψεύτικη, θα την ανακουφίσει». Η κοπέλα παρέμεινε ανέκφραστη, αλλά μέσα της ήταν πολύ ταραγμένη. Τόσα βάρη μαζεμένα ήταν αδύνατο να τα αντέξει ακόμα κι εκείνη, που υπήρξε τέρας αντοχής για όλη της τη ζωή. Ήταν έφηβη όταν είχε ζήσει το άγριο διαζύγιο των γονιών της, τον καινούριο γάμο του πατέρα της με μια γυναίκα καταστροφική σαν θεομηνία, την ψυχική κατάρρευση της μητέρας της και τον εγκλεισμό της σε ίδρυμα, κατόπιν τη δολοφονία του πατέρα της και της μητριάς της από άγνωστους δράστες και τη φυλάκιση του αδερφού της με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και προμελέτη. Τα ’χε αντέξει όλα, ένα προς ένα, επιδεικνύοντας απίστευτο θάρρος και δύναμη, τη στιγμή που όλοι πίστευαν ότι οι εξελίξεις θα την οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκτονία. Ένα βουνό προβλήματα και το ’χε ανέβει όλο, φτάνοντας στην κορυφή με πολλές απώλειες, αλλά τουλάχιστον ζωντανή. Κι από κει ψηλά είχε δει την αυτοκρατορία του πατέρα της να καταρρέει, τους δανειστές να κατασπαράζουν σαν θηρία όλη τους την περιουσία και τον αδερφό της, πίσω απ’ τα κάγκελα 46


ενός κελιού, να φωνάζει υπερασπιζόμενος την αθωότητά του, χωρίς να τον πιστεύει κανείς. Ένοχος για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Κατρά και της μητριάς του Μιράντας Βαλέρη ήταν η ετυμηγορία. Κίνητρο θεωρήθηκε η ερωτική αντιζηλία. Ποινή ήταν η ισόβια κάθειρξή του κι εκατοντάδες πρωτοσέλιδα, που είχαν μετατρέψει τη ζωή δύο οικογενειών σε κολαστήριο και είχαν ρίξει τη δική της ζωή στον κατήφορο. Είχε χάσει τα πάντα: την οικογένειά της, το καλό της όνομα, την περιουσία της, και τώρα το σύζυγό της. Πόσο ν’ άντεχε κι αυτός; Είχε κάνει φιλότιμες προσπάθειες να παραμείνει στο πλευρό της ανεπηρέαστος από τις συνεχείς ψυχικές μεταπτώσεις της, αλλά στο τέλος λύγισε. Τον κέρδισε κάποια άλλη γυναίκα, περισσότερο ευχάριστη, από την ίδια. Κάποια με λιγότερους εφιάλτες και φυσιολογική ζωή. Κάποια που απολάμβανε την ερωτική του επιθυμία και τις εκδηλώσεις της τρυφερότητάς του, και δεν υπέμεινε τη συνεύρεση μαζί του μόνο και μόνο για να γίνει μητέρα. Κάποια που, πολύ απλά, ζούσε στο παρόν και δε συνομιλούσε με φαντάσματα. Αχ, Ρωμανέ, σκέφτηκε κλείνοντας τα μάτια. Αν ήσουν κοντά μου, δε θα φοβόμουν τίποτα. Πάντα είχες το χάρισμα να καταλαβαίνεις τους ανθρώπους, να διαβάζεις το μυαλό τους. Ήσουν ικανός να σχεδιάζεις την άμυνα για κάθε επίθεση. Σου αρκούσε ένα βλέμμα για να διακρίνεις την υποκρισία και να ξεχωρίσεις όσους άξιζαν. Κανείς δεν μπορούσε να σε ξεγελάσει. Σου έφτανε μία λέξη για να ξεμπροστιάσεις το ψέμα. Αν σε άκουγαν· αν σου έδιναν την ευκαιρία να αποδείξεις την αθωότητά σου· Τι έχει μείνει τώρα; αναρωτήθηκε η γυναίκα βουρκώνοντας. Η ζωή συνεχίζεται για όλους εκτός από μας. Κι αν καταντήσω κι 47


εγώ σαν τη μαμά, τρελή ανάμεσα σε τρελούς, με σποραδικές εκλάμψεις διαύγειας που δε θα ναι ποτέ αρκετές για να μεγαλώσω σωστά το παιδί μου· «Πήγαινε στο σπίτι σου, Μαρία», τη συμβούλεψε τρυφερά ο γιατρός. «Ξεκουράσου και σταμάτα να βασανίζεσαι. Έχεις περάσει πολλά, δε χρειάζεται να τα περάσει όμως και το παιδί σου. Η μητέρα σου είναι σε καλά χέρια. Έχει όση βοήθεια χρειάζεται εδώ. Τώρα πρέπει να κοιτάξεις και τον εαυτό σου· » «Έχετε δίκιο», ψέλλισε κι αφού σκούπισε αμήχανα τα μάτια της, σηκώθηκε. «Θα έρθω πάλι την άλλη βδομάδα». «Θα σε περιμένω». Ήταν μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα. Κάτω από άλλες συνθήκες, σε κάποια άλλη εποχή, η Μαρία Κατρά θα χαμογελούσε. ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ, ΓΑΛΛΙΑ «Αυτή η γυναίκα έχει απίστευτο θράσος!» μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του ο Άλεξ ξεκαβαλικεύοντας τη φοράδα. Την έδεσε πρόχειρα σ ένα δοκάρι στο στάβλο και περίμενε ανυπόμονα να κάνει το ίδιο κι ο Ζακ με τον Ντάρκο. «Είναι υπερβολικά θαρραλέα ή υπερβολικά ηλίθια», συνέχισε το θυμωμένο του μονόλογο. «Της είπα να μην ξαναπατήσει εδώ, κι αυτή το βιολί της. Δεν την τρόμαξα την πρώτη φορά. Τώρα θα το κάνω!» Μέχρι κι ο Ζακ λιγοψύχησε για μια στιγμή. Έτσι όπως ήταν μαυροντυμένος και έξαλλος από θυμό, έμοιαζε με τον Σατανά αυτοπροσώπως. Δεν είχε καταλάβει ακριβώς τι συνέβαινε, αλλά 48


άπλωσε το χέρι του για να σταματήσει το φίλο του. «Ποια είναι;» θέλησε να μάθει. «Μια πιτσιρίκα απ’ το χωριό. Με παραμόνευε τις προάλλες. Ήθελε να διαπιστώσει αν όντως συγγενεύω με το τέρας του δόκτορα Φρανκενστάιν». «Και τώρα τι; θα της επιβεβαιώσεις τη συγγένεια;» σάρκασε. «Άσε με να της μιλήσω εγώ. Ίσως ο δικός μου τρόπος να φανεί πιο αποτελεσματικός». «Έλα μαζί μου, αν θες. Δε με απασχολεί. Την κουβέντα όμως θα την κάνω εγώ, κι εσύ δε θα τολμήσεις να παρέμβεις». Ο Ζακ δε θα ήθελε καθόλου να βρίσκεται στη θέση της κοπέλας εκείνη τη στιγμή. Έτσι όπως πήγαινε προς το μέρος της, ψηλός, επιβλητικός και· διαολισμένος, ήταν τρομακτικό θέαμα. Η δύστυχη κοπέλα θα νόμιζε ότι αντίκριζε τον κόμη Δράκουλα. «Καλημέρα, κύριε», είπε φιλικά το κορίτσι, τολμώντας μάλιστα να διαβεί την πύλη που άνοιξε μπροστά της. Δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται το θυμό του Άλεξ. Ήταν περισσότερο απασχολημένη με τον αγώνα της να ξελαχανιάσει. «Καλημέρα και σε σας, μεσιέ». Πήρε μια ανάσα. «Δε θα τολμούσα να ξαναπατήσω το πόδι μου εδώ, αν δεν έκρινα πως ήταν επείγον. Ήρθαν κάποιοι ξένοι στο χωριό. Μιλούσαν αγγλικά. Έκατσαν για φαγητό στην ταβέρνα της μαμάς και τους σερβίρισα εγώ. Σίγουρα νόμιζαν πως επειδή είμαι από χωριό δε θα καταλάβαινα τη γλώσσα τους. Όμως ξέρω αρκετά καλά αγγλικά, κύριε. Τα έμαθα μόνη μου. Τους άκουσα λοιπόν να λένε πως θα έρθουν το βράδυ για τις φωτογραφίες. Μάλλον θέλουν να φωτογραφίσουν το σπίτι και το κτήμα. Συμπέρανα 49


πως τους έχει στείλει κάποιο περιοδικό·» Ο Άλεξ μαλάκωσε. Έστρεψε το κεφάλι του λίγο για να μη φαίνονται τόσο οι ουλές κάτω από την καλύπτρα. Ο ήλιος άρχιζε να ανεβαίνει κι ένιωθε άβολα απέναντι στην ανθρώπινη περιέργεια. Δεν το επιδίωξε, αλλά έριξε μια κλεφτή ματιά στο νεανικό στήθος που ανεβοκατέβαινε κοφτά με κάθε της ανάσα. Διάβολε, είχε περάσει καιρός απ’ την τελευταία φορά που επισκέφτηκε την πόλη. Θα το τακτοποιούσε. Σύντομα κιόλας. Ξερόβηξε κι αγριοκοίταξε τον Ζακ, που σαν παμπόνηρη αλεπού αντιλήφθηκε αμέσως τις σκέψεις του. «Πήγαινε βρες τους και μήνυσε’ τους πως μπορούν να έρθουν και τώρα, αν το επιθυμούν. Θα τους υποδεχτούν τα σκυλιά μου». Το κορίτσι χαχάνισε. «Έτσι να πω;» «Κατά λέξη». «Όπως επιθυμείτε». Κίνησε να φύγει, πολύ ευχαριστημένη μ αυτή τη μικρή συνωμοσία. «Νικόλ», τη σταμάτησε ο Άλεξ. «Θα σου ήμουν αληθινά υπόχρεος, αν ειδοποιούσες πριν έρθεις. Είναι επικίνδυνο, ξέρεις. Πολλές φορές αφήνω τα σκυλιά ελεύθερα έξω απ’ την πύλη. Δε θα διστάσουν να σε κομματιάσουν». Η κοπέλα τον κοίταξε δίχως να κρύψει την απογοήτευσή της. «Θα είμαι ειλικρινής μαζί σας, μεσιέ. Ήξερα πως θα μπορούσατε να τα βγάλετε πέρα μια χαρά με μια χούφτα περίεργους, αλλά ήρθα ως εδώ γιατί το ήθελα. Δε σας 50


πολυσυμπαθώ, αλλά σκέφτηκα να σας προτείνω κάτι». Ο Ζακ χαμήλωσε το κεφάλι για να κρύψει το γέλιο του. Αν μπορούσε, θα είχε ξεκαρδιστεί. «Έχεις κάτι να μου προτείνεις;» Ο Άλεξ δεν πίστευε στ’ αφτιά του. «Ναι. Το σκέφτηκα όταν με πήγατε στην κουζίνα σας για να μου προσφέρετε φαγητό. Με όλο το σεβασμό, κύριε, αλλά αυτή η κουζίνα κάνει μόνο για γουρούνια. Είστε λίγο· πώς να το πω; εεε··· ακα-τάστατος ΛΚι είναι πολύ λογικό, αφού είστε εργένης. Μαγειρεύετε, δε, απαίσια. Πως θα σας φαινόταν λοιπόν αν αναλάμβανα το νοικοκυριό;» του πέταξε, και δεν πτοήθηκε καθόλου όταν είδε τον Άλεξ να κουνά αμέσως αρνητικά το κεφάλι. Για να μη χάσει το κουράγιο της, συνέχισε: «Το χωριό είναι βαρετό κι η δουλειά στην ταβέρνα δε μ’ αρέσει καθόλου. Αφήστε που τα χρήματα είναι λίγα. Είμαι δουλευταρού και μαγειρεύω εξαιρετικά. Αν συμφωνήσουμε να αναλάβω το σπίτι σας και τη διατροφή σας, θα βγούμε κι οι δύο κερδισμένοι. Εγω θα μαζέψω γρήγορα χρήματα για να φύγουμε με τον αρραβωνιαστικό μου στο Παρίσι και να ζήσουμε εκεί, κι εσείς θα ξεβρομίσετε. Δε χρειάζεται καν να συναντιόμαστε· κανονίζεται αυτό. Θα σας λέω την ώρα που θα ’ρχομαι, κι εσείς τότε θα ασχολείστε με τις δουλειές σας. Τι λέτε, μεσιέ; Δεν είναι καλή η ιδέα μου;» Ο Άλεξ πέταγε τη σκούφια του για λίγο νόστιμο σπιτικό φαγητό, αλλά φρόντισε να μην το δείξει. Έκανε πως ζύγιζε στο μυαλό του την πρότασή της. Γιατί όχι; σκέφτηκε. Με το ζόρι εκτελούσε τα χρέη του νοικοκυριού τόσο καιρό. Κι η παρουσία αυτής της θρασύτατης 51


δεσποινίδας στο σπίτι του θα μπορούσε πράγματι να περάσει απαρατήρητη, αν φαινόταν προσεκτικός. «Θα δούμε αν είναι καλή η ιδέα σου μετά τη δοκιμαστική περίοδο», είπε ξερά. «Ως εργοδότης έχω απαιτήσεις, και είμαι αμείλικτος σε αυτούς που χώνουν παντού τη μύτη τους. Μπορεί να μη με βλέπεις, αλλά να ξέρεις πως ανά πάσα στιγμή θα ελέγχεσαι. Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι!» αναφώνησε ενθουσιασμένη η κοπέλα και του έδωσε το χέρι. Ο Άλεξ ανταπέδωσε τη χειραψία κρατώντας το πρόσωπό του στραμμένο στο πλάι. Όταν το κορίτσι έφυγε, ξεκίνησε πρώτος πάλι για τους στάβλους, ξέροντας πως πίσω του ερχόταν ο Ζακ σκασμένος στα γέλια. «Σ’ ακούω», τον προειδοποίησε φτάνοντας με μερικές δρασκελιές τον Ντάρκο. Τον έλυσε απ’ το δοκάρι κι έσφιξε τα γκέμια τόσο δυνατά, που παρά τα γάντια που φορούσε, τον έτσουξαν τα χέρια του. «Κοίταξες το στήθος της», είπε ήρεμα ο Ζακ μόλις έλυσε με τη σειρά του τη φοράδα. «Είσαι διεστραμμένος. Παιδί είναι». «Δεν το κοίταξα εγώ, φίλε. Εσύ το ’κάνες. Πότε ήταν η τελευταία φορά που·» «Βοΰλωσ’ το, Ζακ», του πέταξε θιγμένος, αλλά αμέσως μετά συνοφρυώθηκε. «Τρεις μήνες», παραδέχτηκε ένοχα στο φίλο του. «Τρεις μήνες, ε;» Του έδωσε ένα παρηγορητικό χτύπημα στην 52


πλάτη. «Είναι σοβαρή η κατάστασή σου, αδερφέ. Κι από αύριο σε βλέπω να κάνεις κρύα ντους κάθε τρεις και λίγο». Ο Άλεξ του έριξε ένα φαρμακερό βλέμμα. «Ώρες ώρες αναρωτιέμαι γιατί έσωσα τότε το παλιοτόμαρό σου. Υποψιάζομαι πως θα ήμουν πιο ευτυχισμένος αν σε άφηνα να σε φάνε οι λύκοι της Βο-σνίας». «Ώρες ώρες κι εγώ αναρωτιέμαι γι αυτό, Γιατρέ. Αφού πάντα ζήλευες την ομορφιά μου..’.» Ο Άλεξ γέλασε, αλλά δεν παρέλειψε να τον στολίσει με μια βλαστήμια ειπωμένη μελιστάλαχτα στη μητρική του γλώσσα. Άρχισαν να βαδίζουν πλάι πλάι προς το σπίτι. «Με έβρισες τώρα», παρατήρησε ο Ζακ! «”Οταν μιλάς ελληνικά, συνήθως με βρίζεις». «Δε σ’ έβρισα». «Μ’ έβρισες». Θα πρέπει να συνέχισαν σε αυτό το μοτίβο για πάνω από πέντε λεπτά, μέχρι που βαρέθηκαν κι άρχισαν να αναζητούν άλλο λόγο για να στήσουν καβγά. Πάντα έτσι ήταν. Απ’ την εποχή που έπρεπε να εφεύρουν απλά παιχνίδια για να μην τρελαθούν. Απ’ την εποχή που υπηρετούσαν μαζί τη μόνη πατρίδα που δεν τους πρόδωσε ποτέ: τη Λεγεώνα των Ξένων.

Τρία χρόνια πριν, αρχές 53


καλοκαιριού, κτήμα Ραβέν, Γαλλία Οι ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ αποτελούσαν κοσμογονικό γεγονός, γι’ αυτό επικράτησε απόλυτη σιωπή μόλις τον είδαν. Η μουσική σταμάτησε και τα βλέμματα όλων στράφηκαν πάνω του, άλλα με θαυμασμό, άλλα με δέος, αρκετά με φόβο, και ελάχιστα με γνήσια χαρά. Ένα απ’ αυτά τα χαρούμενα βλέμματα ήταν και της νεαρής Νικόλ, που μάζεψε την ουρά του νυφικού της και έτρεξε να τον προϋπαντήσει. «Ελάτε, μεσιέ!» φώναξε με ενθουσιασμό. «Η θέση σας είναι εκεί, στην κορυφή του τραπεζιού. Σας περιμέναμε». Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι στο πέρασμά του και μερικοί δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό να τον παρατηρήσουν καλύτερα. Δεν τους παρεξήγησε. Απ’ τη στιγμή που πήρε την απόφαση να μοιραστεί τη χαρά της Νικόλ και να παραστεί στο γαμήλιο γλέντι, ήξερε καλά τι θα αντιμετώπιζε. Θα ήταν το κύριο θέμα σχολιασμού όλη νύχτα. Θα ένιωθε συνεχώς τα γεμάτα περιέργεια βλέμματά τους και θα έκανε τους ψιθύρους να σταματούν όποτε θα έριχνε στους περίεργους μια προειδοποιητική ματιά. Απ’ αυτόν εξαρτιόταν αν θα ενοχλείτο ή αν θα διασκέδαζε. Κι απόψε είχε επιλέξει να διασκεδάσει. «Έξυπνο κορίτσι», παίνεψε χαμηλόφωνα τη Νικόλ μόλις είδε τη θέση που του είχε κρατήσει: στην κορυφή του. τραπεζιού, όπως του άξιζε, αλλά με τα διπλανά καθίσματα άδεια και διακριτικό έως ελάχιστο φωτισμό. «Θα είμαι καλά, μην ανησυχείς», τη διαβεβαίωσε. «Απόψε είναι η βραδιά σου. Ορίστε το γαμήλιο δώρο μου». Έβγαλε απ’ την τσέπη της μαύρης καμπαρντίνας του ένα μοβ βελούδινο κουτί σε σχήμα κοχυλιού και της το έδωσε. «Το 54


διάλεξε ο Ζακ. Είπε πως θα ταιριάζει θαυμάσια με τα χρώματά σου». Η Νικόλ άνοιξε με τρόπο το κουτί και έβγαλε το μενταγιόν κοιτώντας το έκθαμβη. Ένα ρουμπίνι ολόιδιο με δάκρυ περιστοιχισμένο από λευκές πέτρες -δεν τολμούσε να υποθέσει ότι ήταν διαμάντιαάστραψε στο ημίφως, και άφησε να της ξεφύγει ένα επιφώνημα έκπληξης και θαυμασμού. «Μην το φορέσεις τώρα», τη συμβούλεψε ο Άλεξ. «Είναι η μέρα του γάμου σου. Δε θέλουμε να δώσουμε τροφή στις κακές γλώσσες, έτσι δεν είναι;» «Βάλτε φαγητό και κρασί στον κύριο Γκρέι!» διέταξε συγκινημένη η Νικόλ. «Τι κάθεστε; Τώρα που είμαστε όλοι εδώ, ας γλεντήσουμε μέχρι το πρωί!» Ο Άλεξ ύψωσε το ποτήρι του και ήπιε την πρώτη γουλιά. Τον μιμήθηκαν όλοι. Το μούδιασμα που προκάλεσε η παρουσία του ξεπεράστηκε γρήγορα. Οι οργανοπαίκτες ξαναβρήκαν το ρυθμό τους, η φωτιά στο κέντρο της πλατείας φούντωσε και τα τραπέζια εφοδιάστηκαν με πήλινες κανάτες γεμάτες με το μεθυστικό κρασί της περιοχής. Ήπιε κι εκείνος αρκετά. Χαλάρωσε. Η μπότα του κάτω απ’ το τραπέζι ανεβοκατέβαινε ρυθμικά στους σκοπούς των παραδοσιακών και λαϊκών τραγουδιών και τα χείλη του χαμογέλασαν πολλές φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας. Είχε μισομεθύσει. Έχασε τον πλήρη έλεγχο των σκέψεών του και, καθώς τα γέλια και τα τραγούδια αντηχούσαν στο κεφάλι του, οι εικόνες ήρθαν και τον αιφνιδίασαν. Ένας άλλος γάμος στο μακρινό παρελθόν’ μια όμορφη νύφη που και μόνο το χαμόγελό της σου έκοβε την ανάσα· ένας γαμπρός να χορεύει παραληρώντας από έρωτα: ο πατέρας του. Ήταν η αρχή του 55


τέλους. Πέντε χρόνια μόνο κράτησε η ευτυχία. Ο Ρωμανός Κατράς ήταν το πρωτότοκο παιδί του Αλέξανδρου και της Μελίνας Κατρά, δύο ανθρώπων που παντρεύτηκαν μόνο και μόνο για να ενωσουν τα πλούτη τους και τη δύναμή τους. Αργότερα ήρθε και η αγάπη, όχι με το σαρωτικό τρόπο που παρουσιάζεται στα μυθιστορήματα, αλλά ήρθε. Ήταν περισσότερο αμοιβαίος σεβασμός και γαλήνη. Όσα δεν είχε ο ένας τα συμπλήρωνε ο άλλος, κι η ζωή κυλούσε δίχως ανατροπές κι εκπλήξεις. Η Μελίνα ήταν στοργική μητέρα κι ο Αλέξανδρος ισχυρό πατρικό πρότυπο. Ανέτρεφαν τα δυο τους παιδιά δείχνοντάς τους από νωρίς ποιος ήταν ο προορισμός τους: να συνεχίσουν την παράδοση της οικογένειας και να γίνουν πρωταγωνιστές των εξελίξεων. Να γίνουν οι άξιοι διοικητές ενός εμπορικού στόλου που όργωνε τις θάλασσες του πλανήτη και γεννούσε το θαυμασμό και το φθόνο των ανταγωνιστικών εφοπλιστικών ομίλων. Σύντομα ωστόσο έγινε φανερό πως ο γιος τους δεν είχε τις ικανότητες να αντεπεξέλθει σε αυτό το ρόλο. Θα πρέπει να πήγαινε ακόμα στο δημοτικό, όταν ο Αλέξανδρος συνειδητοποίησε πως το αγόρι του δεν ήταν πλασμένο για να δίνει μάχες στο σκληρό χώρο των επιχειρήσεων και να παίρνει μεγάλα ρίσκα. Προτιμούσε τα βιβλία του κι ήταν ασθενικός. Δεν έπαιζε ποτέ ποδόσφαιρο όπως οι συνομήλικοί του, είχε μια ευγένεια παράταιρη για αρσενικό, και στους καβγάδες έβγαινε πάντα χαμένος. Ήταν τόσο αδύνατος, που τα κόκαλά του διαγράφονταν με λεπτομέρειες κάτω απ’ τα ρούχα του, και φοβόταν με το παραμικρό: με τα αδέσποτα σκυλιά που συναντούσε στο δρόμο, με τα βαρελότα της Ανάστασης· Μόνο στα βιβλία του και στους σκοτεινούς ήρωες των ιστοριών του έβρισκε την ευτυχία. Κλεισμένος στο δωμάτιό του, 56


απρόσβλητος από τις προσδοκίες των άλλων, ήταν παντοδύναμος. Γιατί ένιωθε πως κρατούσε τη ζωή του στα χέρια του δεν υπέφερε πασχίζοντας να γίνει το αγόρι που ήθελαν όλοι. Κρυμμένος στο δωμάτιό του, δεν ήταν η ντροπή των Κατράδων. Εκεί μπορούσε να χάνεται με τις ώρες στις μελωδίες της κλασικής μουσικής που τόσο αγαπούσε και να μελετά τα μυστήρια της ανθρώπινης ψυχής διαβάζοντας τις μελέτες κορυφαίων ψυχιάτρων και ψυχαναλυτών. Δε θυμόταν να είχε ποτέ φίλους. Δε θυμόταν να είχε ακούσει μια καλή κουβέντα από παιδιά της ηλικίας του. Μόνο οι δάσκαλοι και οι καθηγητές του τον ξεχωριζαν. Τον θεωρούσαν παράδειγμα προς μίμηση. «Εσύ θα πας μπροστά», συνήθιζαν να λένε. «Μια μέρα θα γίνεις διάσημος, κι εμείς θα λέμε με περηφάνια πως υπήρξαμε δάσκαλοί σου». Όλες οι προσπάθειες των γονιών του να δυναμώσουν το χαρακτήρα του απέτυχαν παταγωδώς. Τα πανάκριβα αγορίστικα παιχνίδια που του έπαιρναν στοιβάζονταν το ένα πίσω απ’ το άλλο στο πατάρι του δωματίου του. «Η Μαρία έπρεπε να είχε γεννηθεί άντρας», του είπε μια μέρα κατάμουτρα ο πατέρας του. «Είσαι ελεύθερος να διαλέξεις όποιο δρόμο θες στη ζωή σου, αλλά να ξέρεις πως με έχεις απογοητεύσει. Ο γιος μου καθηγητάκος!» αναφώνησε περιφρονητικά. «Όλη μέρα με χαρτιά και βιβλία σαν γυναικούλα. Εσύ, που έπρεπε να λυγίζεις σίδερα και να τρως με το κουτάλι τους ωκεανούς! Είχα άλλα όνειρα για σένα, Ρωμανέ. Τι έφταιξε και βγήκες έτσι;» Τι να του εξηγούσε; Τον καταλάβαινε κι αυτόν. Είχε έμφυτο το χάρισμα να συναισθάνεται τους ανθρώπους, κι η ψυχική κατάσταση του πατέρα του ήταν εύκολα ερμηνεύσιμη. Δεν μπορούσε να τον ανακουφίσει όμως, όπως θα έκανε μια μέρα 57


με τους δικούς του ασθενείς. Δεν μπορούσε να γίνει κάτι που δεν ήταν. Θα παρέμενε πάντα μια ψηλόλιγνη, ασθενική φιγούρα σκυμμένη πάνω από βιβλία και συγγράμματα. Θα συνέχιζε να ακούει κλασική μουσική και να αποστρέφεται τις λεγόμενες «αντρικές» ασχολίες. Και θα ξενυχτούσε άγρια μόνο για την επιστήμη του, όχι για να εντυπωσιάσει τα κορίτσια και να δείξει τη μαγκιά του. Αυτό ήταν το πεπρωμένο του. Και θα το ακολουθούσε πιστά, αδιαφορώντας για τις επιθυμίες των άλλων. Καθώς περνούσαν τα χρόνια και συνειδητοποιούσαν όλοι πως τίποτα δεν άλλαζε, τον άφησαν επιτέλους ήσυχο. Ο Ρωμανός υπήρχε και δεν υπήρχε στο σπίτι· ήταν μαζί τους και δεν ήταν. Η ζωή του και τα ενδιαφε’ροντά του τους απασχολούσαν όσο μια μύγα που μπήκε στην τραπεζαρία την ώρα του δείπνου. Ήταν ενοχλητική, αλλά παρέμενε ένα ασήμαντο έντομο, που θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να το διώξουν με μια απλή κίνηση του χεριού. Ήταν δεκαοχτω χρόνων όταν φάνηκε η πρώτη ρωγμή στο μονότονο προκαθορισμένο μονοπάτι του. Χαμένος όπως ήταν στον κόσμο του, δεν είχε αντιληφθεί τα σημάδια, τα πρώτα σύννεφα. Η λέξη «διαζύγιο» τον χτύπησε σαν κεραυνός. Και του ανακοινώθηκε την ίδια μέρα που έγινε δεκτός με υποτροφία σε ένα από τα σπουδαιότερα πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Του το είπαν ψύχραιμα, πολιτισμένα, αλλά εκείνος κατάλαβε το ψέμα με την πρώτη ματιά που έριξε στη μητέρα του. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο πόνο κι απόρριψη. Η επιφάνεια παρέμενε ατσαλάκωτη, λουστραρισμένη, αλλά μέσα της μαινόταν καταιγίδα. Δεν έκλαιγε, όμως ο Ρωμανός θα προτιμούσε να τη δει να σπαράζει 58


να θρηνεί να εξωτερικεύει την πίκρα της αντί να τη θάβει όσο το δυνατόν πιο βαθιά. Ήταν επικίνδυνο αυτό, το ήξερε καλά. Δε θα είχε καλή κατάληξη η μητέρα του. Και δεν έπεσε έξω. Δεν πέρασε πολύς καιρός και την είδε να διαβαίνει αμίλητη τις πύλες της νευρολογικής κλινικής για πρώτη φορά. Δεν ξανάκουσε τη φωνή της από τότε, παρότι την επισκεπτόταν όσο συχνότερα του επέτρεπαν η απόσταση ενός ωκεανού και οι απαιτητικές σπουδές του. Μόνο την έβλεπε καθισμένη στην πολυθρόνα της, δίπλα στο παράθυρο του δωματίου της, με το βλέμμα καρφωμένο στο ίδιο απροσδιόριστο σημείο, να μπλέκει και να ξεμπλέκει αφηνιασμένα τα δάχτυλά της.

Η ψυχική ασθένεια της μητέρας του είχε ως αποτέλεσμα να κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του και να αφοσιωθεί σε βαθμό εμμονής στην επιστήμη του. Κι όταν ο πατέρας του του ανακοίνωσε πως μια νέα γυναίκα θα μοιραζόταν τη ζωή και το επώνυμό του, αποδέχτηκε την είδηση στωικά, δίχως να εκδηλώσει επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία. Ήταν δικαίωμά του, ακόμα κι αν αποφάσιζε να κάνει δέκα γάμους. Όπως ήταν και δικαίωμα δικό του να αποστασιοποιηθεί και να δείξει από την πρώτη κιόλας στιγμή σ εκείνη τη γυναίκα και την κόρη της πως δε θα τις θεωρούσε οικογένειά του. Η αδερφή του το είχε πάρει πιο βαριά. Καθώς η αγάπη που έτρεφε για τον πατέρα τους άγγιζε τα όρια της λατρείας, βρισκόταν σε κατάσταση υστερίας για πολύ καιρό. «Είναι μια πόρνη, Ρωμανέ!» του έλεγε συνέχεια. «Τη Μιράντα Βαλέρη βρήκε να παντρευτεί; Δεν ξέρει; Δεν έχει ακούσει; Θα 59


κουβαληθεί στο σπίτι μας με το μυξιάρικο της και θα παριστάνει την κυρία. Ποια, αυτή! Μια βρομοθεατρίνα!» «Ο καθένας κάνει τις επιλογές του», της απαντούσε εκείνος, «θα δούμε πώς θα πάει». «Δεν τη θέλω στο σπίτι μας, Ρωμανέ. Δεν τη θέλω!» «Δείχνει ωστόσο να νοιάζεται γι’ αυτόν· » «Περνιέσαι για ιδιοφυΐα, αλλά μου φαίνεται ότι δεν μπορείς να δεις πέρα από τη μύτη σου. Τώρα που ξόφλησε, ψάχνει για εξασφάλιση. Και μα την Παναγία, πέτυχε τον πρώτο λαχνό. Δεν ήξερε ως τώρα σε ποιο κρεβάτι κοιμόταν και σε ποιο ξυπνούσε, και βρήκε τον ηλίθιο τον μπαμπά για να πλασάρει τα κόλπα της. Τη μισώ! Τους μισώ και τους δύο!» Το μίσος της Μαρίας δε στάθηκε τελικά εμπόδιο στην πραγματοποίηση αυτού του γάμου. Η Μιράντα Βαλέρη πήρε τη θέση της μητέρας τους στο σπίτι και φρόντισε απ’ την αρχή να χτίσει μια υποφερτή σχέση με τα παιδιά του άντρα της. Ένα χρόνο κράτησαν μόνο οι μάχες με τη Μαρία. Έπειτα η αδερφή του ηρέμησε κι έπαψε να ασχολείται. Είχε καταλάβει ότι ήταν ανώφελο να το πολεμάει. Η Μιράντα Βαλέρη, από την πλευρά της, είχε αποδείξει ότι δεν ήταν το τέρας που νόμιζαν όλοι. Το μυαλό του Ρωμανού ταξίδεψε στην κόρη της Μιράντας, και χαμογέλασε. Αυτή μάλιστα, ήταν στ’ αλήθεια αξιαγάπητη. Το παιδικό της χαμόγελο μπορούσε να φωτίσει τον κόσμο ολόκληρο. Εντάτραπεζαρία την ώρα του δείπνου. Ήταν ενοχλητική, αλλά παρέμενε ένα ασήμαντο έντομο, που θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να το διώξουν με μια απλή κίνηση του χεριού. 60


Ήταν δεκαοχτώ χρόνων όταν φάνηκε η πρώτη ρωγμή στο μονότονο προκαθορισμένο μονοπάτι του. Χαμένος όπως ήταν στον κόσμο του, δεν είχε αντιληφθεί τα σημάδια, τα πρώτα σύννεφα. Η λέξη «διαζύγιο» τον χτύπησε σαν κεραυνός. Και του ανακοινωθηκε την ίδια μέρα που έγινε δεκτός με υποτροφία σε ένα από τα σπουδαιότερα πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Του το είπαν ψύχραιμα, πολιτισμένα, αλλά εκείνος κατάλαβε το ψέμα με την πρώτη ματιά που έριξε στη μητέρα του. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο πόνο κι απόρριψη. Η επιφάνεια παρέμενε ατσαλάκωτη, λουστραρισμένη, αλλά μέσα της μαινόταν καταιγίδα. Δεν έκλαιγε, όμως ο Ρωμανός θα προτιμούσε να τη δει να σπαράζει· να θρηνεί· να εξωτερικεύει την πίκρα της αντί να τη θάβει όσο το δυνατόν πιο βαθιά. Ήταν επικίνδυνο αυτό, το ήξερε καλά. Δε θα είχε καλή κατάληξη η μητέρα του. Και δεν έπεσε έξω. Δεν πέρασε πολύς καιρός και την είδε να διαβαίνει αμίλητη τις πύλες της νευρολογικής κλινικής για πρώτη φορά. Δεν ξανάκουσε τη φωνή της από τότε, παρότι την επισκεπτόταν όσο συχνότερα του επέτρεπαν η απόσταση ενός ωκεανού και οι απαιτητικές σπουδές του. Μόνο την έβλεπε καθισμένη στην πολυθρόνα της, δίπλα στο παράθυρο του δωματίου της, με το βλέμμα καρφωμένο στο ίδιο απροσδιόριστο σημείο, να μπλέκει και να ξεμπλέκει αφηνιασμένα τα δάχτυλά της.

Η ψυχική ασθένεια της μητέρας του είχε ως αποτέλεσμα να κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του και να αφοσιωθεί σε βαθμό εμμονής στην επιστήμη του. Κι όταν ο πατέρας του 61


του ανακοίνωσε πως μια νέα γυναίκα θα μοιραζόταν τη ζωή και το επώνυμό του, αποδέχτηκε την είδηση στωικά, δίχως να εκδηλώσει επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία. Ήταν δικαίωμά του, ακόμα κι αν αποφάσιζε να κάνει δέκα γάμους. Όπως ήταν και δικαίωμα δικό του να αποστασιοποιηθεί χρόνων, αλλά συγκατένευσε. Ήξερε το λόγο: απόψε είχε ανοίξει μέσα του το κουτί της Πανδώρας. Με ένα χορό ξεκίνησαν όλα και τότε. Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς, θυμόταν. Η μέρα των γενεθλίων του. Μόλις είχε κλείσει τα είκοσι τέσσερα. Μια γυναίκα του ζήτησε να χορέψουν. Η Μιράντα. «Θα χορέψεις μαζί μου, Ρωμανέ;» ρώτησε η Μιράντα και τον τράβηξε από την καρέκλα του. Ακολουθώντας με χάρη τα άτσαλα βήματά του όσο χόρευαν, συνέχισε: «Μπορεί ο πατέρας σου να μην το δείχνει, αλλά είναι περήφανος για σένα. Είναι τεράστια ακαδημαϊκή επιτυχία να καταφέρεις σε τόσο λίγα χρόνια να πάρεις πτυχίο και να αρχίσεις τη διατριβή σου στην επιστήμη σου, ακόμα και σε ένα πανεπιστήμιο των ΗΠΑ που δίνει τη δυνατότητα στους καλυτέρους των καλύτερων να αποφοιτούν συντομότερα. Μονάχα που ο Αλέξανδρος σε φοβάται λίγο. Ξέρει πολύ καλά πως είναι πανεύκολο για σένα να καταλαβαίνεις με μια ματιά ό,τι αισθάνεται». Ο Ρωμανός κοκκίνισε. Ήταν πολύ ψηλός, γύρω στο ένα κι ενενήντα, αλλά μπροστά σ’ αυτή τη γυναίκα ένιωθε νάνος. Η Μιράντα Βαλέρη-Κατρά μπορεί να μην ήταν στην πρώτη της νεότητα, αλλά έμοιαζε σχεδόν συνομήλική του. Δεν τολμούσε 62


ούτε να την κοιτάξει. Οι παλάμες του είχαν ιδρώσει κι οι κινήσεις του ήταν άγαρμπες. Αντιλήφθηκε κάποιους καλεσμένους να χαμογελούν συγκαταβατικά, κι ιδρώτας έλουσε όλο του το κορμί. «Δεν έχεις ξαναχορέψει με γυναίκα, Ρωμανέ;» τον ρώτησε η Μιράντα, διασκεδάζοντας ολοφάνερα με την ταραχή του. «Δε συνηθίζω να χορεύω». «Δε με συμπαθείς, Ρ,ωμανέ; Δεν είμαι αρκετά καλή μητριά;» «Αν δε σε πειράζει, δε θέλω να χορέψουμε άλλο». Σταμάτησε απότομα και την απομάκρυνε. Το κεφάλι του βούιζε. Ψέλλισε μια δικαιολογία και πήγε σχεδόν τρέχοντας στη βεράντα. Έκανε παγωνιά, αλλά εκείνος συνέχιζε να ιδρώνει. Το στομάχι του ανακατευόταν. Αφού δεν ήταν μαθημένος στο ποτό, τι τον έπιασε και ήπιε τόσο; Μόλις συνερχόταν λίγο, θα έβρισκε το κουράγιο να καληνυχτίσει ευγενικά και να ανέβει στο δωμάτιό του. Εκεί θα ηρεμούσε, θα βρισκόταν στο γνώριμο καταφύγιό του. «Τι παράξενος που είσαι! Ο πατέρας σου με έστειλε να σε φωνάξω. Είσαι καλά;» άκουσε μετά από λίγο. Ο Ρωμανός κοίταξε τη γυναίκα του πατέρα του σαν να ήταν η ΛερναίαΎδρα. Τυλιγμένη στη λευκή της γούνα, με τα μακριά ξανθά μαλλιά της να κάνουν την όψη της απατηλά αθώα, ξύπνησε μέσα του συναισθήματα που πίστευε ότι δε θα δοκίμαζε ποτέ τουλάχιστον για εκείνη. Του άρεσε το άρωμά της και η γυαλάδα των χειλιών της το καθαρό γαλάζιο βλέμμα της και η θέα του γυμνού λαιμού της. Μέσα στη ζάλη του, του 63


άρεσαν πράγματα που απαγορευόταν να του αρέσουν. «Πήγαινε μέσα», της ψιθύρισε, ικετευτικά σχεδόν. «Θα έρθω κι εγώ σε λίγο». Άπλωσε το χέρι της για να απομακρύνει κάποιες τούφες απ’ το πρόσωπό του. Εκείνος τινάχτηκε προς τα πίσω λες και τον πλησίασε φίδι. Τι του συνέβαινε; Πώς τολμούσε να νιώθει εκείνο το κάψιμο χαμηλά στο υπογάστριό του; Η Μιράντα ήταν έμπειρη γυναίκα. «Ξέρω τι σου συμβαίνει», του είπε τρυφερά. «Και δε χρειάζεται να νιώθεις ενοχές. Δεν μπορεί να μη σου έχει ξανασυμβεί. Απλώς τώρα έτυχε να σου το. προκαλέσω εγώ. Δεν μπορείς να απαρνηθείς τη φύση για χάρη της επιστήμης, Ρωμανέ. Έχει τους δικούς της νόμους· είναι αδύνατο να τη ναρκώνεις κατά βούληση. Έπρεπε να είχαμε κάνει νωρίτερα αυτή τη συζήτηση. Στην πραγματικότητα, έπρεπε να είχες κουβεντιάσει με τον πατέρα σου. Φέρεσαι σαν να μην έχεις πάει ποτέ με γυναίκα—» Το κοκκίνισμά του ήταν ορατό ακόμα και στο φεγγαρόφωτο. «Κάνεις λάθος», κατάφερε να πει. «Εντάξει, ίσως να χεις πάει. Αλλά όχι με αληθινή γυναίκα’ όχι μετά από αληθινό φλερτ. Το να πληρώνεις για να ανακουφιστείς ή να εκτονώνεσαι με σχέσεις της μιας βραδιάς δε θεωρείται ακριβώς σεξουαλική εμπειρία». «Δε ζήτησα τα φώτα σου», θέλησε να την προσβάλει, αλλά η Μιράντα ξέσπασε σε γέλια. «Α, είσαι στ’ αλήθεια πολύ αστείος, Ρωμανέ», είπε μόλις ξαναβρήκε την ανάσα της.

64


«Ο πατέρας μου θα σε ψάχνει», της υπενθύμισε. «Ας με ψάχνει. Άλλωστε αυτό κάνει πάντα. Έχω βαρεθεί να με ψάχνει!» Ο Ρωμανός κατάλαβε τι συνέβαινε. Ήταν καταπιεσμένη απ’ τη ζήλια του άντρα της, κι αν δε φοβόταν την οργή του, θα αναζητούσε νωρίτερα τρόπου’ς διαφυγής. Απόψε ο ίδιος ήταν μια διέξοδος· ήταν το παιχνίδι της, η μικρή αμαρτία που θα έσπαγε τη ρουτίνα της. «Σου υπόσχομαι να κουβεντιάσουμε μια μέρα όλα όσα σε απασχολούν», της είπε ήρεμα. «Μόνο πήγαινε μέσα». «Ποιος μιλάει τώρα; Ο άντρας, ο γιος ή ο ψυχίατρος;» «Και τα τρία». «Ε λοιπόν δε θέλω να πάω μέσα, γιατρέ. Έχω ανάγκη από λίγη ψυχανάλυση. Πειράζει; Στο κάτω κάτω, ο Αλέξανδρος με έστειλε να σε βρω. Είσαι το μόνο αρσενικό που δε ��α ζήλευε ποτέ του. Δε σε έχει ικανό για τέτοια. Σε θεωρεί μαλθακό, και υποστηρίζει πως δε θα συγκινήσεις ποτέ σου μια πραγματική γυναίκα. “Ισως να μην έχει άδικο, αλλά αυτό δε με εμποδίζει να θέλω τη συντροφιά σου». «Εγώ όμως δε θέλω τη δική σου». «Λες ψέματα». Τον πλησίασε, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της κι έκλεισε το πρόσωπό του στα χέρια της. «θες να σου αποδείξω πόσο μεγάλος ψεύτης είσαι, Ρωμανέ;» Και του το απέδειξε. Τον φίλησε με όλη τη μαεστρία που της χάριζε η πείρα κι όλο το πάθος που γεννούσε η γνώση πως αυτό 65


που έκανε ήταν λάθος. Εκείνος ήταν αδύνατο να της αντισταθεί, αλλά του ήταν αδύνατο επίσης να αντιμετωπίσει τη θριαμβευτική έκφραση που απλώθηκε μετά στο όμορφο πρόσωπό της. Γι’ αυτό έφυγε τρέχοντας, έχοντας την αίσθηση πως σ’ αυτή την ένοχη πράξη υπήρχαν κι άλλοι μάρτυρες εκτός απ’ τις γυμνές τριανταφυλλιές του κήπου και το φεγγάρι. Τα γεγονότα έδειξαν πως είχε δίκιο εκείνο το φιλί έγινε στην πορεία ο δήμιός του. Γιατί εκείνο που πέρασε μες στη θολούρα του για μακρινή αστραπή ήταν το φλας μιας φωτογραφικής μηχανής. Κι η καταγραφή αυτής της στιγμής από έναν αδιάκριτο φακό έγινε το δεύτερο ατράνταχτο ενοχοποιητικό στοιχείο που οδήγησε τους δικαστές στην καταδίκη του. Το διπλό φονικό έγινε περίπου ένα χρόνο αργότερα. Ο Ρωμανός Κατράς συνελήφθη το ίδιο βράδυ και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Δυόμισι χρόνια αργότερα εκμεταλλεύτηκε μια εξέγερση των κρατουμένων και κατόρθωσε ν’ αποδράσει. Όλο αυτό το διάστημα που πέρασε σε εκείνο το κελί, ο ευγενικός και φιλήσυχος επιστήμονας Ρωμανός Κατράς πέθανε μέσα του, για να γεννηθεί κάποιος άλλος, που έμοιαζε αληθινό θηρίο. Μέσα σ£ εκείνες τις φυλακές απέκτησε τα πρώτα σημάδια του τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή. Δεν ήταν φονιάς, αλλά έγινε. Δεν ήταν ληστής, αλλά λήστεψε. Δεν είχε πεινάσει ποτέ του, αλλά έμαθε να τρώει κι απ’ τα σκουπίδια. Δεν πολέμησε ποτέ του, αλλά έγινε στρατιώτης. Ο πιο φονικός απ’ όλους. 66


Και το όνομα Άλεξ Γκρέι, αυτό που του δόθηκε από τη Λεγεώνα των Ξένων όταν οι περιπλανήσεις του τον οδήγησαν εκεί, σίγουρα θα συζητιόταν ακόμα ανάμεσα στους μισθοφόρους. Ο χορός τελείωσε κι έκανε μια μικρή υπόκλιση προς τιμήν της νύφης. Το μυαλό του επέστρεψε στο παρόν. Δεν ξαφνιάστηκε κανείς όταν τον είδαν να ξεμακραίνει. Μόνος όπως πάντα, μαυροντυμένος κι απόμακρος. Σκοτεινός άγγελος κι αταίριαστος θνητός την ίδια στιγμή. Βαδίζοντας με το δικό του τρόπο στα δικά του μονοπάτια. Η μουσική σταμάτησε κι η Νικόλ βούρκωσε. Τη σιωπή που απλώθηκε ξαφνικά διέκοψε το μακρινό κλάμα ενός λύκου. ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ΕΛΛΑΔΑ Ο πόνος ήταν τόσο οξύς, που την έριξε στα γόνατα. Η. βούρτσα τής έπεσε απ’ τα χέρια και η ανοιχτόχρωμη μπογιά έβαψε το παντελόνι της και τους μουσαμάδες. Άκουσε φωνές, αλλά δεν κατάλαβε σε ποιους ανήκαν. Η πραγματικότητα άρχισε να ξεθωριάζει— «··· Μια φορά κι έναν καιρό—» της έλεγε η φωνή, κι είδε τον εαυτό της παιδί να κάθεται στο κρεβάτι του στη σοφίτα. Ο χώρος ήταν γεμάτος βιβλία: στο τραπέζι, στη βιβλιοθήκη, στο πάτωμα, παντού. Ακόμα κι η ντουλάπα ήταν ξέχειλη από χαρτιά και βιβλία. Αλλά της άρεσε. Τα παιδικά της δαχτυλάκια στριφογύριζαν μια τούφα απ’ τα μαλλιά της καθώς τα μάτια της, ορθάνοιχτα, είχαν καρφωθεί στο στόμα που της διηγούνταν εκείνη την όμορφη ιστορία. «··· η μάγισσα λεγόταν Ρουέν, και ήταν τόσο λυπημένη που δεν 67


την ήθελε κανείς, ώστε τις νύχτες το κλάμα της ακουγόταν ως τα πέρατα του κόσμου· » Τι καλός που ήταν ο Ρωμανός! Μιλούσε τόσο όμορφα, κι οι ιστορίες του ήταν τόσο συναρπαστικές! Θα μπορούσε να κάθεται όλη νύχια και να τον ακούει. Μέσα απ’ τα παραμύθια του γινόταν κι εκείνη όμορφη πριγκίπισσα που, καβάλα στο άλογο με το βασιλόπουλο, πετούσε πάνω από θάλασσες, βουνά και μαγικούς καταρράκτες. Ο Ρωμανός ήταν το είδωλό της. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφος, αλλά ήταν τόσο ευγενικός και τόσο έξυπνος, που κανένας δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί του. Όταν μεγάλωνε λίγο, θα του ζητούσε να την παντρευτεί. Έτσι, θα τον είχε πάντα δικό της για να της λέει συνέχεια τις ωραιότερες ιστορίες· «Ώρα για ύπνο, πριγκιπέσα», της έλεγε όταν περνούσε η ο5ρα. «Έχεις σχολείο αύριο και πρέπει να είσαι ξεκούραστη». «Πότε θα μου συνεχίσεις το παραμύθι;» «Όταν σκεφτώ σε τι θα μεταμορφώσει η Ρουέν τον πρίγκιπα Λορ». «Να τον κάνει αετό, για να πετάει και να ναι δυνατός». «Δεν ξέρω. Θα δούμε». Κι αφού τη φιλούσε τρυφερά στην κορφή του κεφαλιού, την πήγαινε αγκαλιά στο δωμάτιό της και την έβαζε να ξαπλώσει. Α, ναι, ήταν πολύ καλός ο Ρωμανός. Κι εκείνη το πιο τυχερό κορίτσι του κόσμου που είχε γίνει αδερφός της— «Σάνια! Σάνια!» 68


Ανοιξε τα μάτια της απότομα και άρχισε να τρέμει. Τώρα θα ακολουθούσε το τρέμουλο, ήταν σίγουρη. Το φλας μπακ κράτησε πιο πολύ αυτή τη φορά, κι ήταν πολύ ζωντανό. Κάτι πήγε να πει, αλλά οι λέξεις χάθηκαν. Αναγνώρισε με ανακούφιση τα πρόσωπα των ξαδερφών της και παραιτήθηκε. Ήξερε πως θα την πήγαιναν στο νοσοκομείο, αλλά δεν την ένοιαζε. Η εξάντληση ήταν πολύ μικρό τίμημα μπροστά στην ανάγκη της να θυμηθεί, να μάθει. «Τι κάνουμε τώρα;» βόγκηξε έντρομη η Μίνα: «Εγώ θα πάρω τη μαμά κι εσύ το 166. Πες τους να κάνουν όσο πιο γρήγορα μπορούν». Μέσα σε λίγα λεπτά τα πάντα είχαν τακτοποιηθεί. Οι δυο κοπέλες συνόδευσαν τη Σάνια στο ασθενοφόρο και δεν την άφησαν απ’ τα μάτια τους μέχρι να την αναλάβουν οι γιατροί. Άλλη μία κρίση η δεύτερη αυτό το μήνα. Μα δεν μπορούσε επιτέλους ο Θεός να πάψει να τη βασανίζει; Πήγαν και οι δυο στο εκκλησάκι του νοσοκομείου για να ανάψουν ένα κερί. Είπαν μαζί βουβά την ίδια προσευχή: Να γινόταν καλά η Σάνια. Ποτέ δε ζητούσαν τίποτ’ άλλο. Η Δανάη Βαλέρη-Μαρκάτου κάθισε στο προσκεφάλι της ανιψιάς της και κοίταξε με απέραντη αγάπη το πρόσωπό της. Ήταν απίστευτα όμορφη ακόμα και μέσα στη χλομάδα της. «Γλυκό μου παιδί—» μονολόγησε χαϊδεύοντας τα μάγουλά της. «Αγγελούδι μου—» Σκούπισε ένα δάκρυ κι αναστέναξε. Την είχαν προειδοποιήσει οι γιατροί πως ίσως συνέβαινε αυτό. Οι περιπτώσεις απώθησης μνήμης σαν τη δική της συνοδεύονταν συχνά από περιόδους 69


σύντομων, ολιγόλεπτων επαναφορών κάποιων αναμνήσεων. Ακολουθούσαν βίαιοι σπασμοί που θύμιζαν επιληπτικές κρίσεις. Ποιες εικόνες την είχαν ταράξει αυτή τη φορά; Ποια πρόσωπα κατάφερε να ξεχωρίσει; Η Δανάη πίστευε πως είχε κάνει ό,τι ήταν δυνατόν απ’ την πλευρά της να βοηθήσει τη Σάνια. Όταν έμεινε ξαφνικά ορφανή, την πήρε κοντά της κι ορκίστηκε να κατορθώσει να σβήσει από μέσα της και το παραμικρό τραύμα. Μέχρι πρόσφατα πίστευε ότι τα είχε καταφέρει: μέχρι που οι αναμνήσεις άρχισαν να έρχονται αποσπασματικά και να την εξουθενώνουν. «Θεία·» «Εδώ είμαι, αγάπη μου», είπε, πασχίζοντας να μην κλάψει. Έσκυψε και τη φίλησε. «Θέλω να φύγω από δα). Καλά είμαι. Δεν καταλαβαίνω γιατί μου δίνουν τόσα χάπια·» «Σήμερα κιόλας θα φύγεις. Συνεννοήθηκα με το γιατρό. Είσαι απόλυτα υγιής και δε χρειάζεται να φοβάσαι. Θα πρέπει όμως να έχεις πάντα πάνω σου αυτό», της είπε δείχνοντάς της μια μικροσκοπική μεταλλική συσκευή στο μέγεθος αμυγδάλου. «Είναι βομβητής τελευταίας τεχνολογίας. Αφού αποφάσισες να μένεις μόνη σου, κι επειδή μπο-ρεί να σου ξανασυμβεί αυτό, θέλουμε όλοι να είμαστε σίγουροι πως θα έχεις ανά πάσα στιγμή βοήθεια. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πατήσεις το κουμπί και θα σταλεί αμέσως ασθενοφόρο». «Δεν είναι δύσκολο· » Πήρε το βομβητή και τον περιεργάστηκε. «Ωστόσο μπορεί και να μην το χρειαστώ, έτσι δεν είναι;»

70


«Ο γιατρός είπε πως τίποτα δεν αποκλείεται. Το εγκεφαλογράφημα ήταν μια χαρά, όπως και όλες οι νευρολογικές εξετάσεις σου. Πρόκειται για σύντομα φλας μπακ και τίποτα περισσότερο. Δεν είσαι ανάπηρη, και μας τόνισε πολύ αυστηρά να μη σε κάνουμε ποτέ να αισθανθείς έτσι». Η Σάνια χαμογέλασε κι ανασηκώθηκε. «Θεωρεί απίθανο το ενδεχόμενο να επανέλθει στο ακέραιο η μνήμη μου, ε;» μάντεψε. «Δε θεωρεί σκόπιμο να ελπίζεις σε κάτι τέτοιο». «Αυτή τη φορά είδα εκείνον», είπε χαμηλώνοντας τα μάτια. «Είδα τον Ρωμανό Κατρά. Μου έλεγε παραμύθια. Θα πρέπει να ήμουν οχτώ με εννιά χρόνων. Και στην ανάμνησή μου τον αγαπούσα». «Έτσι ήταν», συγκατένευσε η Δανάη. «Ο Ρωμανός ήταν απόμακρος και ιδιόρρυθμος, αλλά ποτέ δεν έδωσε λαβή να υποθέσουμε πως κάποια μέρα θα γινόταν δολοφόνος. Η αδερφή μου μου έλεγε ότι της άρεσε να τον πειράζει. Φαίνεται πως τα πειράγματά της τα ερμήνευσε αλλιώς και το πάθος τον τύφλωσε». «Τι να απέγινε;» αναρωτήθηκε η Σάνια μεγαλόφωνα. «Κανείς δεν ξέρει. Με έχεις ρωτήσει χιλιάδες φορές, και πάντα παίρνεις την ίδια απάντηση. Απέδρασε κι εξαφανίστηκε. Κατά πάσα πιθανότητα είναι νεκρός. Δεν ξανακούσαμε νέα του. Σίγουρα τιμωρήθηκε όπως του άξιζε για τα εγκλήματά του». «Δεν έπαψες ποτέ να τον μισείς. Έτσι δεν είναι;»

71


«Ποτέ». Σηκώθηκε και στηρίχτηκε στη μαγκούρα της. Ήταν νέα, ούτε πενήντα πέντε ετών, αλλά η αρθρίτιδα την έκανε να νιώθει ογδόντα. Μόνο τα παυσίπονα την κρατούσαν όρθια, αλλά της είχαν διαλύσει το στομάχι. «Αν ζει, εύχομαι να υποφέρει, κι αν πέθανε, εύχομαι να μην αναπαυθεί ποτέ η ψυχή του. Μας έκανε μεγάλο κακό. Η Μιράντα δεν ήταν άγγελος, σύμφωνοι, αλλά ήταν η αδερφή μου. Κι εσύ ήσουν παιδάκι. Σε καταδίκασε στην ορφάνια και στα σκοτάδια. Δε θα τον συγχωρέσω ποτέ μου». «Αχ, θεία μου, δε θέλω να σε βλέπω έτσι», προσπάθησε να την ηρεμήσει η Σάνια. «Όλα αυτά πέρασαν, δεν μπορούμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω. Ευχαριστώ το Θεό που έχω μόνο καλές αναμνήσεις. Δε θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερους γονείς από το θείο Πέτρο κι εσένα, ούτε καλύτερα αδέρφια. Σίγουρα η μαμά από κει ψηλά ξέρει πως είμαι καλά, και θα ναι ευτυχισμένη». Η Δανάη δε μίλησε. Για την αφέλεια και την υπερβολική αθωότητα της Σάνιας έφταιγε δυστυχώς η ίδια. Ήταν είκοσι εννιά χρόνων γυναίκα πια, όμως σε μερικά πράγματα λειτουργούσε σαν παιδί. Ενώ είχε φιλοπερίεργο πνεύμα, της αρκούσε να βρει -ή να της δοθείμια εξήγηση που να αιτιολογεί το αποτέλεσμα. Μετά, απλώς αποδεχόταν το γεγονός, είτε καλό είτε κ κκό. «Έλα να σε βοηθήσω να ντυθείς», είπε αφήνοντας ασχολίαστα τα τελευταία της λόγια. Προτιμούσε να καταπιεί τη γλώσσα της παρά να της ξεφύγει η σκέψη που έκανε αυθόρμητα εκείνη τη στιγμή: Ούτε από τον ουρανό δε θα ασχολείται μαζί σου, έννοια σου. Ακόμα κι εκεί θα τψ ενδιαφέρει μόνο ο εαυτός της· Η Δανάη συνόδευσε την ανιψιά της στο σπίτι της κι έφυγε μόνο 72


όταν βεβαιώθηκε ότι η κοπέλα ήταν αρκετά καλά ώστε να περάσει με ασφάλεια τη νύχτα. ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ, ΓΑΛΛΙΑ «Δεκαοχτώ στα είκοσι», σχολίασε με καμάρι ο Ζακ. «Όπως τον παλιό καλό καιρό. Θα το χάσεις το στοίχημα, φίλε». Ο Άλεξ έφερε την καραμπίνα στο γερό μάτι και σημάδεψε. Οι βολές του ήταν σταθερές και ακριβείς, παρά τη μεγάλη απόσταση. «Δεκαεννιά στα είκοσι», ανακοίνωσε μόλις κατέβασε το όπλο. «Σ’ έχει φάει η ντόλτσε βίτα». «Κάνεις εξάσκηση», τον κατηγόρησε ο άλλος. «Δεν εξηγείται αλλιώς. Ήμουν καλύτερος από σένα στο σημάδι». «Σωστά. Ήσουν». «Αϊ στο διάολο». Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισαν να ασφαλίζουν τα όπλα τους. Αδειασαν μηχανικά τα φυσίγγια που είχαν απομείνει στη θαλάμη, τα έβαλαν στις τσέπες τους και τοποθέτησαν με προσοχή τις καραμπίνες στις θήκες τους. Κοιτάχτηκαν. Σίγουρα έκαναν και τις ίδιες σκέψεις. Μεγάλη η δύναμη της συνήθειας. Πέντε χρόνια στη Λεγεώνα ισοδυναμούσαν με μια ζωή θητείας σε κανονικό τακτικό στρατό. Για όλα υπήρχε χρονοδιάγραμμα· και για κάθε ενέργεια εκτός προγράμματος επιφυλασσόταν σκληρή τιμωρία. Περπάτησαν αμίλητοι ως το ύψωμα στη δυτική πλευρά του κτήματος. Η πρωινή ομίχλη σκέπαζε την κοιλάδα κι έκανε το 73


τοπίο να δείχνει πιο φιλόξενο απ’ ό,τι πραγματικά ήταν. Η επαρχία Ταρν δε φαινόταν από κει. Στέκονταν εμπόδιο μερικές απ’ τις ψηλότερες βουνοκορφές των Πυρηναίων, που τούτη την ώρα της μέρας έμοιαζαν να γλείφουν τα σύννεφα. Όποιος τους έβλεπε εκείνη τη στιγμή, ακόμα κι αν δεν είχε την παραμικρή ικανότητα ανάλυσης χαρακτήρων, θα αντιλαμβανόταν αμέσως τη συντροφικότητά τους. Μέχρι και η στάση τους ήταν ίδια: με το κεφάλι ελαφρά γερμένο προς τα πίσω για να εισπνέουν το μυρωμένο καθαρό αέρα και τα χέρια χωμένα χαλαρά στις τσέπες των στρατιωτικών παντελονιών τους, ασάλευτα όπως κάθε φορά που τέλειωνε μια μάχη. Είχαν πολλές ομοιότητες, αν εξαιρούσε κανείς το χρώμα της επιδερμίδας τους και τα μαλλιά τους. Ο Ζακ ήταν καστανός και του άρεσε να διατηρείται κοντοκουρεμένος όπως τότε που ήταν στρατιώτης. Ο Άλεξ ήταν μελαχρινός και είχε αφήσει τα μαλλιά του πιο μακριά, ασύμμετρα κομμένα, να καλύπτουν το σβέρκο του και φυσικά τη σημαδεμένη δεξιά πλευρά του προσώπου του. Ήταν όμως και οι δύο ψηλοί και καλογυμνασμένοι, και άφηναν να φανούν πολύ λιγότερα απ’ όσα σκέφτονταν. Ο Ζακ είχε επίσης σημάδια στο πρόσωπο, αλλά το θέμα δεν τον απασχολούσε ιδιαίτερα. Ίσως γιατί η σφαίρα τού είχε προκαλέσει λιγότερη ζημιά. Τα μάτια του, στο χρώμα του κάρβουνου, προκαλούσαν αμηχανία με το έντονο βλέμμα τους, όπως συνέβαινε και με τον Άλεξ. «Κάπως έτσι έδειχναν κι εκείνα τα βουνά—» μουρμούρισε ο Ζακ. «Ήξερα πως κάτι θα γινόταν. Το είχα νιώσει». «Είμαστε ζωντανοί», είπε μόνο ο Άλεξ. Ποτέ δεν έβρισκε τις· κατάλληλες λέξεις για να τον παρηγορήσει.

74


«Legio patria nostra, σωστά. Η Λεγεώνα είναι η πατρίδα μας. Δεν αφήνουμε κανέναν δικό μας πίσω. Δεν εγκαταλείπουμε τους ανθρώπους μας—» «Το ίδιο θα έκανες κι εσύ στη θέση μου». «Φοβήθηκα». «Κι εγώ. Τα ’κανα πάνω μου, για την ακρίβεια. Αλλά ξέρω πως, αν ήμουν στη θέση σου, θα σ’ έβλεπα να κάνεις το ίδιο». «Σκατά». «Έκανες κάτι πολύ πιο δύσκολο, Ζακ: ζήτησες τη βοήθεια του πατέρα σου για χάρη μου. Τα λεφτά του μου έδωσαν ξανά ανθρώπινη όψη. Έχω τις καλύτερες βίδες στα πόδια μου», προσπάθησε ν’ αστειευτεί. «Είναι λίγο αυτό; Ξέρω πολύ καλά πως από τη στιγμή που στράφηκες σ’ αυτόν έχασες την περηφάνια σου, και στο δικό μας κόσμο, φίλε, η απώλεια της περηφάνιας είναι πιο σημαντική από την απώλεια ενός ματιού ή ενός χεριού». «Εκ των υστέρων αποδείχτηκε πως δεν ήταν και τόσο τραγικό. Τότε που την κοπάνησα απ’ το γέρο μου και κατατάχτηκα σι η Λεγεώνα, ναι, ήταν θυσία να δείξω πως τον είχα ανάγκη. Τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Γουστάρω αυτό τον τρόπο ζωής. Χαίρομαι που δεν είμαι πια στρατιώτης. Ώρες ώρες, νομίζω ότι δε θα μπορούσα ούτε ν’ αναπνεύσω χωρίς το αυτοκίνητό μου και τις ανέσεις μου. Κι αν μείνω με την ίδια γυναίκα παραπάνω από ένα μήνα, τρέχω στον ψυχίατρο». «Σε ποιον; Θες να πεις ότι έχεις άλλο τρελογιατρό;» τον ρώτησε εκείνος παριστάνοντας τον θιγμένο. 75


«Ακούς τι σου λέω;» «Και βέβαια». Χτύπησε τον Ζακ συντροφικά στην πλάτη. «Και δε βρίσκω κανένα κακό σε όλα αυτά. Είναι τύχη να απολαμβάνεις πράγματα που άλλοι θα χρειάζονταν εκατό ζωές για να έχουν. Η Λεγεώνα ήταν η επανάστασή σου, κι αυτό που έχεις τώρα είναι ο προορισμός σου. Δε χρειάζεται να αναλύεις τα πάντα. Αυτό είναι δική μου δουλειά, στο κάτω κάτω». «Συνάντησα το διοικητή χτες», είπε ο Ζακ μετά από μια σύντομη σιωπή. «Αυτό σημαίνει μπελάδες—» σχολίασε ο Άλεξ. «Με φόρτωσε με ένα κιβώτιο έγγραφα και μου ζήτησε να σ’ τα παραδώσω. Μονάχα να τους ρίξεις μια ματιά, είπε. Η αστυνομία είναι σε απόγνωση. Η θέση του αδερφού του στο Σώμα παίζεται κορόνα γράμματα. Τα θύματα είναι παιδιά, κορίτσια, το πολύ μέχρι δώδεκα χρόνων. Το κάθαρμα τα εξαντλεί με βασανιστήρια, τα βιάζει και στο τέλος τα πετσοκόβει. Χρειάζονται από σένα το ψυχολογικό προφίλ του. Τα υπόλοιπα είναι δική τους δουλειά». Ο Άλεξ ένιωσε αμέσως την αδρεναλίνη να τον κατακλύζει και ίδρωσε, παρά την πρωινή ψύχρα. Άλλη μία απ’ τις ικανότητές του που για τον ίδιο ήταν κατάρα: το ότι μπορούσε να μπαίνει στο μυαλό των χειρότερων αποβρασμάτων. Δεν ήθελε να εμπλακεί σε αυτή την υπόθεση, αλλά αφού του το ζητούσε ο διοικητής τους δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Του χρωστούσε μεγάλη χάρη: τότε που ήταν όμηρος των ανταρτών στις ζούγκλες της Νότιας Αμερικής, έστειλε αποστολή διάσωσης, αδιαφορώντας για το κόστος και τις πιθανές απωλειες.

76


«Ποιοι το έχουν αναλάβει;» «Είναι συλλογική προσπάθεια. Η Γαλλική Αστυνομία συνεργάζεται με την Interpol. To FBI ακούστηκε ότι θα προσφέρει τεχνογνωσία και, αν χρειαστεί, τεχνική υποστήριξη». Αρχισαν να κατεβαίνουν το ύψωμα βυθισμένοι στις σκέψεις τους. | Ο καθένας για τους δικούς του λόγους διαπίστωσε εκείνες τις στιγμές πως παραείχέ περιπλέξει τη ζωή του. ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ΕΛΛΑΔΑ Το σπιτάκι ήταν φρεσκοβαμμένο και τα λιγοστά έπιπλα είχαν καλυφθεί με μουσαμάδες. Τα υπόλοιπα έπιπλα θα έρχονταν σε λίγες μέρες, αλλά θα ήταν ευτυχισμένη ακόμα κι αν κοιμόταν σ’ εφημερίδες. Ένιωθε ελεύθερη, επιτέλους. Τι κι αν δεν ήταν το καλύτερο σπίτι του κόσμου; Τι κι αν τα υδραυλικά χρειάζονταν γενική επισκευή, ενώ τα ξύλινα πατώματα έτριζαν σε κάθε της βήμα; θα τα διόρθωνε κι αυτά. Σιγά σιγά, με τα δικά της χρήματα, που θα προέρχονταν απ’ τη δική της δουλειά, και χωρίς να δεχτεί υποδείξεις από κανέναν. Επιτέλους. Έβαλε τις πίτσες στο κέντρο του δωματίου που προοριζόταν για καθιστικό, κι αφού βολεύτηκε πάνω σε μια κούτα, άρχισε να ανοίγει ένα ένα τα δώρα της. Δίπλα της ήταν οι ξαδέρφες της και η καλύτερή της φίλη, η Μαργαρίτα. Το δώρο της Μαργαρίτας το άνοιξε τελευταίο, γιατί απ’ τη στιγμή που είδε τη συσκευασία κατάλαβε τι ήταν, και ήθελε να του αφιερώσει το χρόνο που του άξιζε. «Το φαντάστηκα!» αναφώνησε μ’ ενθουσιασμό μικρού παιδιού, κι αφού πήρε το ογκώδες βιβλίο στα χέρια της, χάιδεψε με 77


στοργή και σεβασμό το εξώφυλλο. Όπως και στα τρία προηγούμενα βιβλία του Ραφαέλ Άλντες, ήταν κι αυτό μαύρο, με μαύρο οπισθόφυλλο, χωρίς κάποια εικόνα ή γραφικό σχέδιο που να αφήνει να εννοηθεί έστω κι ένα στοιχείο της ιστορίας. Ο τίτλος ήταν γραμμένος με ανάγλυφα ασημένια γράμματα στην κορυφή του εξωφύλλου και της ράχης: Η Τρίτη Ευχή. «Σήμερα κυκλοφόρησε», είπε η Μαργαρίτα, ευχαριστημένη που το δώρο της έκλεψε την παράσταση. «Ξέρω πως έχεις μανία μ αυτό τον άνθρωπο. Ασε, μην κάνεις τον κόπο», τη σταμάτησε απ’ τη φούρια της να δει το «αφτί» του βιβλίου. «Ούτε σ’ αυτό υπάρχει φωτογραφία ή βιογραφικό». «Καλύτερα», πετάχτηκε αμέσως η Μίνα, η μεγαλύτερη ξαδέρφη της. «Προτιμώ να φαντάζομαι τον περιβόητο κύριο Ραφαέλ Άλντες. Θα μου την έσπαγε αν ήξερα πως είναι γέρος, χοντρός, καραφλός και άσχημος». «Εγώ πάλι δεν καίγομαι να τον διαβάσω», σχολίασε η Βέρα, η μικρότερη ξαδέρφη της Σάνιας, μασουλώντας με απόλαυση ένα μεγάλο κομμάτι πίτσα. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν καταλαβαίνω γιατί γίνεται τόσος ντόρος γι’ αυτό τον τύπο. Είδα εκείνη την ταινία που γυρίστηκε πρόπερσι με βάση ένα βιβλίο του και είχα εφιάλτες για μια βδομάδα. Άνθρωπος που σκέφτεται τέτοια πράγματα δεν μπορεί να είναι ισορροπημένος, σας το λέω». «Καλά, αν σου ζητήσει να τον παντρευτείς, αρνήσου», της πέταξε η Μαργαρίτα, κι η Βέρα στραβομουτσούνιασε. «Η ταινία δεν έχει ��αμία σχέση με το βιβλίο», είπε η Σάνια με ύφος ονειροπόλο. «Ο τρόπος που αφηγείται την ιστορία, το βάθος των χαρακτήρων·» 78


«Έμαθα ότι στο Κόκκινο Πέπλο το ρόλο του Ρόμαν Καρτέ θα τον παίξει ο Τζέρι Πίτερς. Νομίζω πως του πάει γάντι», τους πληροφόρησε η Μαργαρίτα. Η Σάνια ανυπομονούσε τρομερά να το διαβάσει. Μπορεί ο Ρομάν Καρτέ να ήταν ένας αμφιλεγόμενος χαρακτήρας, όπως κάθε σκληροπυρηνικός ντετέκτιβ με χίλια δυο ελαττώματα και σχεδόν μόνιμα προβληματική συμπεριφορά, αλλά ο κυνισμός του έκρυβε τις ευαισθησίες του. Η εύστοχη σκιαγράφηση ενός τόσο πολυσύνθετου ήρωα ήταν βέβαιη πως πήγαζε από τα βιώματα του δημιουργού του. Ο Καρτέ είχε σίγουρα στοιχεία του ίδιου του Αλντες. Γι’ αυτό και η Σάνια συγκινούνταν τόσο με το γράψιμό του και παθιαζόταν με τις ιστορίες του. Η απουσία φωτογραφίας και βιογραφικού δεν την πείραζε καθόλου. Είχε δίκιο η Μίνα: προτιμούσε ο Άλντες να μείνει πρόσωπο της φαντασίας της. «Και τώρα, παλαβή μου φιλενάδα, πρέπει να φας», την έβγαλε από το ρεμβασμό της η Μαργαρίτα. «Έχουμε πολλή δουλειά να ρίξουμε ακόμα για να γίνει σπίτι αυτό εδώ το αχούρι». Η Βέρα χασκογέλασε. «Όταν τελειώσει, θα κάνουμε ένα ωραίο πάρτι στην αυλή». «Αχ! Σαν να το βλέπω μπροστά μου: θα κρεμάσουμε φαναράκια στα πεύκα και στα παρτέρια θα είναι ανθισμένες Μίνα.

οι τριανταφυλλιές—» είπε η

«Ναι, η εικόνα είναι μαγική», συμπλήρωσε η Μαργαρίτα, «θα είμαστε όλοι εδώ, το κρασί θα ρέει άφθονο, η μουσική θα 79


χαϊδεύει τ’ αφτιά μας σαν καλοκαιρινή αύρα, τα άστρα θα τρεμοσβήνουν στον ουρανό και ο Παύλος θα μετράει με τη μεζούρα το μήκος της φούστας μας». Το ΐελευταίο σχόλιο προκάλεσε κελαρυστά γέλια, που αντήχησαν στο σχεδόν άδειο δωμάτιο. Μόνο ο Παύλος δε θα γελούσε αν το άκουγε, αλλά δεν ήταν εκεί, κι έτσι δεν είχε σημασία. To τηλέφωνο ήχησε μέσα στη νύχτα σαν σειρήνα. Η Μαρία έσπρωξε απρόθυμα το σεντόνι κι έψαξε στα τυφλά τη συσκευή. Έφερε στο αφτί της το ακουστικό. «Ναι;» ρώτησε βραχνά. «Μαρία, πρέπει να ’ρθεις εδώ». Αναγνώρισε αμέσως τη φωνή του γιατρού και ξύπνησε εντελώς. Το μωρό κλότσησε μέσα της σαν να αντιλήφθηκε την αγωνία της μάνας του. «Τι συμβαίνει;» «Η μητέρα σου. Δεν είναι καθόλου καλά. Αναγκαστήκαμε να της κάνουμε ηρεμιστική ένεση γιατί ταράζει τους άλλους ασθενείς. Σε ζητάει συνεχώς. Ζητάει και τον αδερφό σου». «Έρχομαι». Έκλεισε το τηλέφωνο και σηκώθηκε δίχως δεύτερη σκέψη. Έβαλε ό,τι ρούχα βρήκε μπροστά της, άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου απ’ το κομοδίνο και κατέβηκε τη σκάλα όσο πιο γρήγορα της επέτρεπαν τα πρησμένα πόδια της. Μία μετά τα μεσάνυχτα, είδε στο εκκρεμές δίπλα στο τζάκι. Αυτό δεν ήταν 80


καλό καθόλου καλό. «Δεν ξέρω τι ώρα θα γυρίσω·» πληροφόρησε τη. νεαρή Βουλγάρα που δούλευε στο σπίτι της ως οικιακή βοηθός τον τελευταίο μήνα όταν την είδε να βγαίνει ανήσυχη απ’ το δωμάτιό της. «Μα, κυρία, δεν μπορείτε να οδηγήσετε!» «Ξέρεις το κινητό μου. Πάρε με σε μία ώρα ακριβώς. Αν δε σου απαντήσω, άρχισε να τηλεφωνείς στα νοσοκομεία». Η κοπέλα έμεινε για λίγο εμβρόντητη και μετά έτρεξε να κλείσει την εξώπορτα. Λυπόταν τη Μαρία. Ο πρώην άντρας της θα πρέπει να ήταν τρομερό κάθαρμα για να την παρατήσει έγκυο γυναίκα εντελώς μόνη. Όταν επέστρεφε στη χώρα της, με όλα αυτά που είχαν δει τα μάτια της εδώ, θα φρόντιζε να μη συμβεί κάτι τέτοιο στην ίδια. Αναστέναξε και κάθισε δίπλα στο τηλέφωνο. Άρχισε να μετρά τα λεπτά μέχρι να συμπληρωθεί μία ώρα. ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ, ΓΑΛΛΙΑ Η Νικόλ ήταν παντρεμένη πια, αλλά συνέχιζε να δουλεύει στο αρχοντικό. Κι όταν αντίκρισε έτσι το αφεντικό της, δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητη από το θέαμα. Εκείνος νόμιζε πως ήταν μόνος, όμως η Νικόλ είχε καθυστερήσει με την καθαριότητα του πάνω ορόφου επειδή απ’ το πρωί έκανε συνέχεια ζημιές πρώτα έκαψε το φαγητό, μετά της έπεσε ο καφές στο πάτωμα και πριν από λίγο είχε παραπατήσει κι είχε τραβήξει την κουρτίνα, με αποτέλεσμα να σκιστεί. Την επιδιόρθωσε σε ικανοποιητικό βαθμό, αλλά δυστυχώς η ώρα είχε περάσει και τώρα δεν ήξερε πώς στην ευχή θα κατέβαινε τη 81


σκάλα δίχως να γίνει αντιληπτή. Έτσι, τον είδε. Ήταν κρυμμένη πίσω απ’ την κολόνα κρατώντας την ανάσα της. Φορούσε μόνο ένα στρατιωτικό παντελόνι παραλλαγής, τις αρβύλες και την καλύπτρα του. Από τη μέση και πάνω ήταν γυμνός. Στεκόταν όρθιος στη μέση του σαλονιού μ’ ένα ποτήρι γεμάτο κρασί και στα πόδια του ήταν απλωμένα εκατοντάδες χαρτιά και φωτογραφίες. Δαγκώθηκε για να συγκρατήσει μια κραυγή. Θα πρέπει να μάτωσαν τα χείλη της, γιατί ένιωσε μια στυφή γεύση στο στόμα. Το σώμα του θύμιζε άγαλμα: σκληρό, ανάγλυφο, παγωμένο. Οι μύες του ξεχώριζαν ως την τελευταία λεπτομέρεια, έμοιαζαν σφυρήλατοι. Στη βάση της ραχοκοκαλιάς του φαινόταν πεντακάθαρα ένα τατουάζ: η διχαλωτή γλώσσα ενός φιδιού. Αλλά δεν ήταν αυτό που την τρόμαξε. Ήταν τα σημάδια· όλες εκείνες οι ουλές που χάραζαν την πλάτη και τα πλευρά του. Έμοιαζαν με μαχαιριάς, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν γίνει κι από νυστέρι. Τι του είχε συμβεί; Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; αναρωτήθηκε. Πόσο πόνο έκρυβαν τα μυστικά του; Τον είδε να σηκώνει μία φωτογραφία και να την κοιτά εξεταστικά πίνοντας μια γουλιά κρασί. Τα χείλη του σχημάτισαν μια καμπύλη που θύμιζε αμυδρά χαμόγελο. Έδειχνε σαν να ’χε μόλις κάνει μια σημαντική διαπίστωση. Η Νικόλ ξεροκατάπιε. Ήταν σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά. Της θύμιζε πληγωμένο θηρίο. Ένιωσε την ανάγκη να φύγει όσο 82


το δυνατόν πιο γρήγορα από κει. Πισωπάτησε κι ανάσανε βαθιά. Όχι, δε θα τολμούσε να περάσει από μπροστά του. «Σε είχα προειδοποιήσει πως απεχθάνομαι την κατασκοπία». Τη μια στιγμή ήταν με τα μάτια κλειστά πίσω απ’ την κολόνα και την άλλη βρέθηκε στον ώμο του φορτωμένη σαν σακί με κρεμμύδια. Η διαδρομή ήταν σύντομη και τερματίστηκε σε ένα δωμάτιο του πάνω ορόφου. Τον είδε να κλειδώνει την πόρτα πίσω τους και ζάρωσε στη θέση της. Το ακάλυπτο μάτι του άστραφτε σαν λεπίδα. Ένα πουκάμισο ριγμένο πρόχειρα πάνω του έκρυβε τα περισσότερα σημάδια, ωστόσο όσα φαίνονταν της προξενούσαν θλίψη και αποστροφή. Διαπίστωσε πως άλλη μια ουλή σημάδευε διαγώνια το στήθος και το στομάχι του· πρόλαβε και διέκρινε χαμηλά στην κοιλιά του ένα παλιό έγκαυμα. Της ήρθε να ουρλιάξει. «Δε— δεν το ’θελα—» τραύλισε. «Έσκισα την κουρτίνα και— και— καθυστέρησα για να την μπαλώσω. Σας παρακαλώ, κύριε Γκρέι. Μη με— μη μου κάν—» «Πάψε!» Άρχισε να βηματίζει πέρα δώθε σαν ύαινα που την έχουν αιχμαλωτίσει. «Πρέπει να ξέρω πόσα είδες. Και .θέλω να μου πεις την αλήθεια, Νικόλ». Του την είπε. Εκείνος την άρπαξε απ’ το μπράτσο και την ταρακούνησε. «Μην τολμήσεις να το ξανακάνεις αυτό! Τ’ ακούς; Δε θα διστάσω να σε σκοτωσω». Η κοπέλα έβαλε τα κλάματα κι έγνεψε καταφατικά. Έτριψε το χέρι της όταν την άφησε. 83


«Τα έπαθα στο στρατό», της είπε απροσδόκητα. «Δε θέλω να ξέρω», ψιθύρισε εκείνη. «Δεν είμαι τίποτα απ’ όσα ίσως φαντάζεσαι. Και πιθανόν να έχω κάνει πολύ λιγότερα από όσα ίσως υποψιάζεσαι». «Σας παρακαλώ· » «Το καλό που σου θέλω, να ξεχάσεις όσα είδες. Να τα θάψεις μέσα σου όσο πιο βαθιά μπορείς. Το σώμα μου και όσα κουβαλά είναι η ταυτότητά μου». Η Νικόλ δεν μπορούσε να σταματήσει τους λυγμούς. Με μισόλογα και πνιχτές κουβέντες, του υποσχέθηκε πως θα έκανε ό,τι της ζητούσε. Της ξεκλείδωσε την πόρτα. Είχε βλέμμα παράφρονα, αλλά οι κινήσεις του τώρα ήταν ήρεμες. «Να ’ρθεις αύριο στην ώρα σου», της είπε δείχνοντάς της την έξοδο. «Αν δεν το κάνεις, θα έρθω να σε πάρω εγώ με το ζόρι. Φαντάζομαι ότι ο άντρας σου δε θα έβλεπε και με τόσο καλό μάτι μια τέτοια κίνηση εκ μέρους μου. Έτσι δεν είναι;» «Γιατί· γιατί· » Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. «Γιατί θέλω να ξανάρθεις;» τη βοήθησε. «Μα για να βλέπω στα μάτια σου κάθε μέρα αν με πρόδωσες ή όχι, μικρή μου. Το καταλαβαίνω αμέσως το ψέμα, μάθε το κι αυτό. Είναι άλλωστε το τελευταίο πράγμα που μαθαίνεις για μένα». Η Νικόλ το έβαλε στα πόδια έντρομη. «Τι είδους επαγγελματικές δοσοληψίες μπορεί να έχε Ανατρίχιασε. Αφού η κάβα ακόμα δεν είχε οργανωθεί, πήρε νευρικά 84


«Σάνια;» Δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Η φωνή του ήτ Γ’ ΜΕΡΟΣ «Μην την κατηγορείτε για την παράλειψή της. Εδώ εγ Δ’ ΜΕΡΟΣ «Η Κατρίν δεν αντέχει άλλο το γιο σου», είπε γελών

85


Η Νικόλ το έβαλε στα πόδια έντρομη. Από δω και μπρος, η παρουσία της στο σπίτι του θα ισοδυναμούσε με καταναγκαστικά έργα. ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ, ΚΑΠΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ Την είχαν μεταφέρει στο πιο απομονωμένο δωμάτιο της πτέρυγας. Φαινόταν ήρεμη τώρα, το πρόσωπό της είχε γαληνέψει. Τα μακριά γκρίζα μαλλιά της, που παρέμεναν πυκνά, στεφάνωναν το μαξιλάρι. «Μανούλα— » ψιθύρισε με τρυφερότητα η Μαρία. «Ήρθα, μανούλα μου. Δε χρειάζεται πια να φοβάσαι—» Γα μάτια της άνοιξαν, κι αμέσως, σαν να συγκρατούνταν ώρα, πλημμύρισαν δάκρυα, που άλλα κύλησαν στο στρώμα κι άλλα ταξίδεψαν στα μικρά αυλάκια που σχημάτιζαν οι ρυτίδες στα μάγουλά της και κατέληξαν στη γουβίτσα του λαιμού της. Το βλέμμα της, καθαρό και φωτεινό όπως τον καιρό της νιότης της, αγκάλιασε με αγάπη την κόρη της. Έδειχνε να καταλαβαίνει, να επικοινωνεί. Ήξερε ακριβώς ποια ήταν απέναντί της.

«Μου είπαν πως δε φέρθηκες καθόλου σαν κυρία λίγο πριν», τη μάλωσε τρυφερά η Μαρία, που έκατσε στο πλευρό της και της χάιδεψε το μάγουλο. «Μου είπαν πως άρχισες να φωνάζεις και .να τρομάζεις τον κόσμο. Θέλεις— θέλεις να μου πεις τι συμβαίνει;» Η Μελίνα Κατρά έβγαλε το χέρι απ’ τα σκεπάσματα, έσφιξε το 86


μπράτσο της κόρης της και το χρησιμοποίησε σαν στήριγμα για να ανασηκωθεί. Ανοιξε κι έκλεισε το στόμα πολλές φορές, χωρίς να καταφέρει να πει κάτι με νόημα. Όλα της τα λόγια ήταν σκόρπιες λέξεις. Τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι τώρα. «Ηρέμησε—» την παρακάλεσε η κόρη της. «Είμαι εδώ, δεν πρόκειται να φύγω. Θα περιμένω μέχρι να συνέλθεις. Δε σ’ έχω ξαναδεί έτσι, μαμά». «Σάνια— » Η Μαρία κοκάλωσε. Κούνησε το κεφάλι για να βεβαιωθεί πως δεν είχε παραισθήσεις. Σάνια; Άκουσε καλά; Πώς της ήρθε αυτό το όνομα; Η καρδιά της χτύπησε ακανόνιστα. Ένας παράξενος φόβος έσφιξε σαν αόρατο χέρι το λαρύγγι της. Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της. «Γιατί θυμήθηκες τη Σάνια, μαμά; Τι θέλεις να μου πεις γι’ αυτή;» «Εκείνη φταίει». «Η Σάνια; Για ποιο πράγμα; Σε παρακαλώ, προσπάθησε να ηρεμήσεις, μαμά. Είσαι αναστατωμένη και— » «Το ξέρω», συνέχισε κλαίγοντας η Μελίνα. «Το θυμάμαι. Εκείνη φταίει». «Τι θυμάσαι, μαμά; Μιλάς για εκείνο το βράδυ; Δεν είναι δυνατον να ξέρεις τι έγινε εκείνο το βράδυ. Ήσουν σε μια κλινική, μανούλα. Τα νεύρα σου είχαν κλονιστεί· » «Πού είναι ο Ρωμανός;» Παρά την ηλικία της, η Μελίνα πήρε μια παραπονεμένη έκφραση που την έκανε να μοιάζει με κοριτσάκι. «Πού πήγε; Γιατί δεν ήρθε να με δει; Πρέπει να 87


’ρθει». «Δεν μπορεί να ’ρθει ο Ρωμανός, μαμά. Σ’ το έχω πει χιλιάδες φορές. Δεν είναι εδώ. Έχει πολλές δουλειές». «Τον έδιωξα, ε;» Το κλάμα της ήταν σιγανό τώρα. «Το αγοράκι μου έφυγε γιατί δε μ’ αγαπάει πια. Τον κορόιδευα· έλεγα για τα βιβλία του φοβόμουν πως θα τον χάζευαν. Όμως εγώ είμαι που χάζεψα, εγώ είμαι· » «Μαμά, ανέφερες τη Σάνια— » της υπενθύμισε μαλακά. «Πες του να ’ρθει», επέμεινε εκείνη. «Βρες τον και πες του να ρθει. Τον θέλω εδώ. Θέλω να ’στε κι οι δύο εδώ όταν θα φεύγω. Τα παιδιά μου—» «Σώπασε, μανούλα μου!» Η Μαρία την αγκάλιασε, κλαίγοντας κι εκείνη πια. Ένιωσε στα χέρια της το αδύναμο, αποστεωμένο κορμί της κι ο πόνος της έγινε ανυπόφορος. «Δε θα πας πουθενά. Περιμένεις το εγγονάκι σου. Θυμάσαι;» «Μην αργήσει. Πες του να μην αργήσει», συνέχισε στον ίδιο μελαγχολικό τόνο η Μελίνα. «Εκείνος ξέρει. Εκείνος θα καταλάβει. Η Σάνια— η Σάνια— » «Μαμά— » Όμως η Μελίνα δεν την άκουγε πια. Κρίνοντας πως είχε πει αυτά που έπρεπε, επέτρεψε στον εαυτό της να αφεθεί στα φάρμακα και βυθίστηκε σε λήθαργο! Η Μαρία την κούνησε ελαφρά από τους ώμους. Μάταια. Στο τέλος, εξαντλημένη κι εκείνη από την ταραχή, αποκοιμήθηκε δίπλα στη μητέρα της. 88


Τρία χρόνια ηριν, Μονμάρτρη, Γαλλία Το ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ γαλλικό ταβερνάκι στο γραφικό στενό της πόλης είχε θέα τον επιβλητικό ναό της Σακρ Κερ, της Ιερός Καρδίας, στην κορυφή του λόφου. Ακόμα κι οι ντόπιοι κοντοστέκονταν συχνά και κοιτούσαν με θαυμασμό την εκκλησία. Ο Άλεξ θα μπορούσε να τη χαζεύει με τις ώρες. Δεν ήταν ποτέ του θρήσκος, αλλά αυτός ο ναός είχε τη δύναμη να τον γαληνεύει. Δεν ήξερε το λόγο, και δεν τον ενδιέφερε να τον μάθει. Του έφτανε που συνέβαινε. Οι τρεις άντρες ύψωσαν τα ποτήρια τους γιορτάζοντας μια μοναδική επιτυχία: είχαν συμβάλει στη σύλληψη εκείνου του παρανοϊκού φονιά που είχε τρομοκρατήσει τις ανατολικές συνοικίες του Παρισιού. Ο Σηκουάνας θα έπαυε πλέον να ξεβράζει πτώματα μικρών κοριτσιών. Κι ο πρώην διοικητής της Λεγεώνας των Ξένων θα χρωστούσε εφ’ όρου ζωής χάρη σε εκείνο τον Έλληνα που τον αντιπάθησε την πρώτη στιγμή που τον είδε, αλλά τον αγάπησε στην πορεία. «Οι Αμερικανοί τάζουν στον αδερφό μου τον ουρανό με τ’ άστρα για να τους αποκαλύψει τον ειδικό που συνέταξε το προφίλ», είπε ο διοικητής λοξοκοιτώντας τον Άλεξ και περιμένοντας τη γνωστή γκριμάτσα δυσφορίας. Μόλις την είδε, συνέχισε: «Φυσικά, δε χρειάζεται να ανησυχείς. Η συμβολή του Γκάρνετ τέλειωσε απόψε διά παντός». «Χαίρομαι», αποκρίθηκε ο Άλεξ. «Δε θα μου λείψουν καθόλου τα ειδυλλιακά απογεύματα που πέρασα κοιτώντας πτώματα παιδιών και διαβάζοντας ιατροδικαστικές εκθέσεις». 89


Ο Ζακ τέντωσε τα πόδια του . κάτω απ’ το τραπέζι και ήπιε λίγο κρασί. «Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί σου είναι τόσο εύκολο να διαβάζεις το μυαλό αυτών των διεστραμμένων τύπων;» τον ρώτησε ανέμελα. «Πιθανότατα γιατί ένα κομμάτι του εαυτοΰ μου τους μοιάζει. Αυτό δεν ήθελες ν’ ακούσεις;» «Δεν ξέρω. Είναι αλήθεια;» «Όταν με συλλάβουν και με ανακρίνουν για τη δολοφονία σου, φαντάζομαι πως θα το εξακριβώσουμε», του πέταξε, κι ο Ζακ ξέσπασε σε γέλια. Το να διαολίζει τον Άλεξ Γκρέι ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι. Ο Άλεξ στράφηκε στο διοικητή, αλλάζοντας θέμα. «Τι νέα απ’ τη Λεγεώνα;» «Κάνει τις βρόμικες δουλειές όπως πάντα», αποκρίθηκε εκείνος. «Έτσι ήταν και έτσι θα είναι πάντα. Μου λείπει». Σε όλους έλειπε. Όσοι είχαν περάσει απ’ τα συντάγματά της επέστρεψαν στην κανονική ζωή διαφορετικοί: άλλοι καλύτεροι κι άλλοι χειρότεροι ανάλογα με το πόσο μικρό ή μεγάλο ήταν το μικρόβιο της περιπέτειας που τους είχε προσβάλει, κι ανάλογα με το αν κατατάχθηκαν στη Λεγεώνα από επιλογή ή από ανάγκη. Όλοι ανεξαιρέτως πάντως φόρεσαν με καμάρι το kepi blanc το λευκό πηλήκιο που αποτελεί το σήμα κατατεθέν της Λεγεώνας των Ξένων. Όλοι παρέλασαν με περηφάνια με το χαρακτηριστικό αργό, επιβλητικό βηματισμό των λεγεωνάριων κι όλοι ήταν έτοιμοι να σφραγίσουν με το αίμα τους τους όρκους που πήραν όταν πέρασαν τη βασική εκπαίδευση, τιμώντας τον κώδικα τιμής της Λεγεώνας. Είχαν δεσμευτεί να 90


υπηρετήσουν με θάρρος, πίστη και τιμή, αναλαμβάνοντας αποστολές που έπρεπε να φέρουν εις πέρας με κάθε τίμημα, γιατί κάθε αποστολή ήταν γι’ αυτούς ιερή. Με τη σκληρή πειθαρχία είχαν αναπτύξει αδερφικούς δεσμούς, κι είχαν μάθει να πολεμούν χωρίς πάθος και χωρίς μίσος, σεβόμενοι τον ηττημένο εχθρό. Κάθε λεγεωνάριος είναι αδερφός στα όπλα, και δεν επιτρέπεται να εγκαταλείψει τους δικούς τους νεκρούς ή τραυματίες στη μάχη. Οι τρεις άντρες βυθίστηκαν στη σιωπή. Ο καθένας για τους λόγους του ένιωθε πως χρωστούσε πολλά (πη Λεγεώνα. Ο Ζακ γιατί έκανε την επανάστασή του απέναντι στον αυταρχικό πλούσιο πατέρα του, ο πρώην διοικητής Πιέρ Φερμέν γιατί του έδωσε την ευκαιρία να πλάσει άξιους πολεμιστές, κι ο Άλεξ γιατί εκεί έγινε όσα δεν ήταν. Έβαλε κι άλλο κρασί στο ποτήρι του, αδυνατώντας να εμποδίσει τον ποταμό των αναμνήσεων. Όταν έφτασε σαν κυνηγημένο σκυλί στο γραφείο κατάταξης του Φορτ ντε Νοζόν στο Παρίσι, ο αξιωματικός υπηρεσίας που τον υποδέχτηκε τον κοίταξε περιφρονητικά. Κάποιος τον περιγέλασε για το αδύνατο κορμί του, φυσώντας για να δει αν θα έπεφτε. Έβαλαν πολλά στοιχήματα για το αν θα περνούσε τη φάση της επιλογής, ιδιαίτερα στις ασκήσεις φυσικής κατάστασης. Κανένας δεν περίμενε ότι θα τα καταφέρει. Κανείς τους όμως δεν ήξερε το πείσμα του. Κανείς δεν ήξερε πως αυτό το λιπόσαρκο σώμα που κορόιδευαν είχε αντέξει δυόμισι χρόνια στις φυλακές. Και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως εκείνος ο μίζερος νεαρός με τα ευγενικά χαρακτηριστικά είχε κοιμηθεί σε σπηλιές τη μέρα κι είχε διασχίσει πεζός βουνά ολόκληρα μέσα στη νύχτα προκειμένου 91


να βγει απ’ τα σύνορα της χώρας του. Αλλά δεν υπήρχε λόγος να τους πει τίποτα. Στη Λεγεώνα πολλά πράγματα δεν είχαν σημασία. Δεν τους ενδιέφερε αν ο υποψήφιος ήταν ζάπλουτος ή πάμφτωχος, αν ήταν νομοταγής ή παράνομος· φτάνει να είχε πράγματι τα προσόντα να γίνει λεγεωνάριος. Έχασαν λοιπόν ένα προς ένα όλα τους τα στοιχήματα. Ο άντρας που υπέγραψε την αίτηση κατάταξης με το όνομα Ά\εξ Γκρέι, το όνομα που του έδωσε η Λεγεώνα, πέρασε πανηγυρικά όλες τις δοκιμασίες. Όταν έφτασε στο στρατόπεδο εκπαίδευσης στο Καστελνονιρί, τον συνόδευε ο φάκελός του με τα πορίσματα των ιατρικών εξετάσεων: εξαιρετική φυσική κατάσταση, άψογο ιατρικό ιστορικό, απόλυτη επιτυχία στις ψυχοτεχνικές δοκιμασίες και δείκτης ευφυΐας από τους υψηλότερους που είχαν δει σε υποψήφιο. Η προσαρμοστικότητά του ήταν άριστη. Μόνο σε όγκο υστερούσε, αλλά αυτό ήταν ζήτημα χρόνου. Είχε ορκιστεί να γίνει ο άντρας που ποτέ δεν ήταν. Αυτό άλλωστε δεν ήθελαν όλοι κάποτε; Είχε αποφασίσει να νικήσει τους φόβους του και να μάθει να χειρίζεται τα όπλα καλύτερα απ’ ό,τι τα μέσα της επιστήμης του. Δε θα συγχωρούσε καμία στιγμή αδυναμίας στον εαυτό του. Έπρεπε να έχει το σθένος να πυροβολήσει, αν ήταν ξανά απαραίτητο. Να μη δειλιάσει όπως τότε, εκείνη την καταραμένη νύχτα. Οι σύντροφοί του τον φώναζαν Γιατρό. Παρότι ο ίδιος μιλούσε σπάνια για τη ζωή του, η πληροφορία πως είχε σπουδάσει ψυχιατρική είχε με κάποιο τρόπο διαρρεύσει, και είχε φτάσει στο 2e REP, το δεύτερο σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών των Ξένων, όπου υπηρετούσε. Δεν ήταν συνηθισμένο να συναντά κανείς εκεί άντρες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Εκεί ήταν μόνο τα 92


θηρία: άψογες πολεμικές μηχανές που διψούσαν για μάχες η έλίτ των στρατιωτών οι άνθρωποι για όλα. Είχε γίνει το επίκεντρο της προσοχής χωρίς να το επιδιώξει. Στις ελάχιστες στιγμές αδυναμίας τους, πολλοί έτρεχαν σε εκείνον για να βεβαιωθούν πως δεν τους είχε σαλέψει. Φρόντιζε να είναι πάντα ειλικρινής μαζί τους, κι έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει. Εκεί γνώρισε τον Ζακ. Ήταν κι αυτός ένας απ’ τους συντρόφους που κόντεψαν να λυγίσουν. Είχε χάσει έναν καλό φίλο σε μια αποστολή και δεν μπορούσε να διαχειριστεί το βάρος της απώλειας. Μίλησε ατέλειωτες ώρες μαζί του, μέχρι που στο τέλος τον είδε να συνέρχεται. Από τότε έγιναν αχώριστοι. Μαζί στα εύκολα, μαζί και στα δύσκολα, στις πραγματικές και τις ψυχικές τους μάχες, όλα τα χρόνια που κράτησε η υποχρεωτική θητεία τους. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο. Κι έμοιαζαν είχαν μεγαλώσει και οι δύο με το βάρος των προσδοκιών ενός ισχυρού πατέρα. Ακόμα κι αν μπορούσε με κάποιο τρόπο να γυρίσει πίσω το χρόνο, αν βρισκόταν στην ίδια θέση, πράγματι εκείνο το βράδυ στη Βοσνία τα ίδια θα έκανε. Είχαν αναλάβει το καθήκον να περιφρουρούν ένα στρατόπεδο προσφύγων, όιαν μια νεαρή γυναίκα, αρρωοιημέ-νη απ’ την παράνοια του πολέμου, πετάχτηκε απ’ το πουθενά κι άρχισε να τρέχει προς τα βουνά. Κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της και φώναζε. Ήθελε να αυτοκτονήσει μαζί με το παιδί της, να προκαλέσει τον κρυμμένο εχθρό να την πυροβολήσει. Ο Ζακ την ακολούθησε χωρίς δισταγμό για να τη γυρίσει πίσω. Οι σφαίρες σκότωσαν ακαριαία τη γυναίκα κι οι αντάρτες προειδοποίησαν τον Ζακ να μην πλησιάσει. Δεν τους άκουσε. 93


Ήθελε να σώσει το βρέφος. Το πήρε στην αγκαλιά του ακριβώς τη στιγμή που μια σφαίρα διαπερνούσε το πρόσωπό του. Σωριάστηκε στο έδαφος. Κι ο Άλεξ όρμησε να καλύψει το αναίσθητο σώμα του φίλου του. Πυροβολούσε στα τυφλά, σέρνοντας ταυτόχρονα τον Ζακ προς τα πίσω. Οι σφαίρες συνέχιζαν να σφυρίζουν πάνω απ’ το κεφάλι του. Κόντευε να φτάσει στην ασφάλεια του στρατοπέδου, όταν όλα άρχισαν να σβήνουν γύρω του. Ένιωσε αίμα να τινάζεται απ’ το μάτι του κι έπεσε κάτω. Συνέχισε να τραβά τον Ζακ όσο μπορούσε λίγα εκατοστά, μισό μέτρο. Δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε το μωρό. Μόνο φωνές άκουσε, κι έπειτα σκοτάδι. Τρεις μήνες κράτησε το κώμα. Ξύπνησε στο λευκό δωμάτιο ενός νοσοκομείου με το κορμί μπανταρισμένο και το κεφάλι τυλιγμένο με γάζες. Ο Ζακ ήταν εκεί μέρα νύχτα, κι απειλούσε θεούς και δαίμονες για την τύχη του φίλου του. Εκείνος είχε μόνο μερικές ουλές στο πρόσωπο ως ενθύμιο εκείνης της νύχτας. Ο Άλεξ, αντίθετα, χρειάστηκε δεκαπέντε πλαστικές επεμβάσεις στη μία πλευρά του προσώπου για να αποκτήσει ξανά ανθρώπινη όψη. Το μάτι του όμως χάθηκε οριστικά, και τα οστά στο δεξί ζυγωματικό και τον κρόταφο είχαν θρυμματιστεί. Πολύ αργότερα, μια μεταμόσχευση δέρματος κάλυψε ελάχιστα τη ζημιά. Χωρίς την καλύπτρα, φαίνονταν πεντακάθαρα τα σημάδια και τρόμαζαν το απαίδευτο σε δυσμορφίες βλέμμα. Γι’ αυτό και δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Ούτε ο ίδιος άλλωστε ήθελε να βλέπει τον τέλειο γυάλινο οφθαλμό που του έβαλαν, κι ας κόστισε στον πατέρα του Ζακ μια περιουσία. Οι πλαστικές επεμβάσεις αποκατάστασης στο πρόσωπο και το σώμα του κράτησαν ένα χρόνο. Τα έξοδα καλύφθηκαν εξ 94


ολοκλήρου απ’ τον Ολιβιέ Λαρουά, τον πατέρα του Ζακ. Στο νοσοκομείο, πατέρας και γιος δέθηκαν ξανά και έκαναν τις αμοιβαίες υποχωρήσεις τους. Ο Ολιβιέ δε θα ξεχνούσε ποτέ ότι ο Άλεξ έσωσε τη ζωή του γιου του. Το να αναλάβει τα ιατρικά του έξοδα ήταν γι’ αυτόν ελάχιστο δείγμα της ευγνωμοσύνης του. Έτσι ένιωθε. Και αυτός ήταν ο λόγος που κάποια χρόνια αργότερα πούλησε στον Άλεξ το κτήμα Ραβέν σε εξευτελιστική τιμή, μόνο και μόνο επειδή ο φίλος του γιου του αρνιόταν πεισματικά να το δεχτεί ως δώρο. Στο νοσοκομείο ο Άλεξ γνώρισε καλύτερα και το διοικητή της Λεγεώνας, τον Πιέρ Φερμέν. Ήθελε να συναντήσει προσωπικά το λεγεωνάριο που φέρθηκε με τόση αυτοθυσία εκείνο το βράδυ. Τον επισκέφτηκε πολλές φορές. Κουβέντιαζαν με τις ώρες για διάφορα θέματα. Η ευφυΐα και η καλλιέργεια του Άλεξ τον είχαν εντυπωσιάσει. Σε μια απ’ αυτές τις επισκέψεις ο διοικητής του μίλησε για το φόνο που είχε γίνει στο σύνταγμα όσο εκείνος νοσηλευόταν. «Ξέρω πως έχεις μελετήσει εγκληματολογία. Θέλω να τον βρεις. Σ’ το ζητώ ως προσωπική χάρη», είχε πει. «Πώς είσαι βέβαιος ότι πρόκειται για φόνο;» ήταν η απάντηση του Άλεξ. «Έχω δει αρκετούς τυλιγμένους στη γαλλική σημαία να μπαίνουν στο χώμα, διοικητά. Όχι πάντα σε καιρό πολέμου, ωστόσο σε όλες τις περιπτώσεις έπεσαν εν ώρα καθήκοντος». «Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση το θύμα δεν ήταν λεγεωνάριος. Ήταν η ανιψιά μου». «Η ανιψιά σου;» «Η κόρη του αδερφού μου. Η δική μου οικογένεια, βλέπεις, ήταν ανέκαθεν η Λεγεώνα. Δεν παντρεύτηκα και δεν απέκτησα 95


ποτέ παιδιά. Όμως την Ελέν, την ανιψιά μου, την αγαπούσα σαν κόρη μου. Ήρθε να με δει στο στρατόπεδο στο Κάλβι, και το ίδιο βράδυ τη βρήκαν στραγγαλισμένη και πεταμένη σαν σκουπίδι πίσω απάτα βράχια. Σ’ εκείνο το μέρος κάναμε πάντα τη βόλτα μας όταν με επισκεπτόταν. Της άρεσε η Κορσική. Θα ερχόταν πιο συχνά, αν της το επέτρεπε η δουλειά της. Υπηρετούσε στη Γαλλική Αστυνομία, ξέρεις. Ο πατέρας της ήταν πολύ περήφανος γι’ αυτήν, όπως κι εγώ άλλωστε. Όλοι οι Φερμέν ταγμένοι στην πατρίδα». Όταν ο Άλεξ επέστρεψε στη μονάδα έκανε μυστικά τις έρευνές του. Με το πρόσχημα μιας φιλικής κουβέντας, στην ουσία ανέκρινε κάθε λεγεωνάριο, χωρίς κανένας να το υποπτευθεί. Κατέγραφε τις λεπτομέρειες σε ένα σημειωματάριο, και τα βράδια τις διάβαζε ξανά και ξανά. Τρεις μήνες χρειάστηκε για να καταλήξει. Ο ένοχος ήταν ένας νεοσύλλεκτος Ρουμάνος. Ήταν πρώην κατάδικος, και μισούσε τρομερά τις γυναίκες. Η μητέρα του ήταν πόρνη και τον πατέρα του δεν τον γνώρισε ποτέ. Κλασική περίπτωση. Του τη βίδωσε το χρώμα των μαλλιών της Ελέν: σκουροκόκκινο όπως η φτηνή βαφή που έβαζε η μάνα του στα δικά της μαλλιά. Ποτέ δεν έμαθε κανείς τι απέγινε ο νεοσύλλεκτος Ρουμάνος. Κάποιοι αρχικά νόμισαν ότι λιποτάκτησε. Δε βρέθηκαν όμως ίχνη του. Το γεγονός είναι ότι εξαφανίστηκε μία μέρα αφότου ο Άλεξ αποκάλυψε στο διοικητή με βεβαιότητα την ταυτότητα του δράστη. Όταν ήρθε η σειρά του Άλεξ να χρειαστεί τη βοήθεια του διοικητή, δέκα άντρες έτοιμοι να δώσουν τη ζωή τους στάλθηκαν για να τον ελευθερώσουν από τους αντάρτες που 96


τον είχαν αιχμαλωτίσει. Στα χρόνια που ακολούθησαν τη λήξη της θητείας του, η Λεγεώνα παρέμεινε η μόνη αληθινή του οικογένεια. Στους κόλπους της έκανε έναν πραγματικό φίλο κι απέκτησε εμπειρίες που εξάλειψαν για πάντα ό,τι είχε μείνει πάνω του από τον Ρωμανό Κατρά. Δεν ήταν πια αδύναμος· δεν άκουγε κλασική μουσική, ούτε γοητευόταν απ’ την ομορφιά της φύσης με εκείνο τον εκστατικό τρόπο των ρομαντικών. Είχε γίνει «αληθινός» άντρας, με την έννοια που αποδέχονταν όλοι: ρωμαλέος και δυνατός, απόλυτα έτοιμος να χρησιμοποιήσει τις γροθιές του ή να πατήσει τη σκανδάλη, αν χρειαζόταν. Όσα κάποτε κορόιδευε κι αποστρεφόταν, τώρα τα έκανε, και με το παραπάνω. Παρακολουθούσε τις εξελίξεις στο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, οδηγούσε «ανδροπρεπή» οχήματα, έπινε απ’ το μπουκάλι, κι όταν κάτι πήγαινε στραβά, έβριζε θεούς και δαίμονες. Δεν επέτρεπε στον εαυτό του να εκδηλώσει καμία αδυναμία, όπως κάθε αρσενικό που σεβόταν τη φύση του. Έγινε κάτι που μια φορά κι έναν καιρό σιχαινόταν και που τώρα έμαθε να εκτιμά. Έτσι, δε θα έπεφτε ξανά σε παγίδες και θα ήταν ικανός να υπερασπιστεί τον εαυτό του κι ό,τι αγαπούσε. Ο καινούριος εαυτός του ήταν πολυπράγμων και εφευρετικός. «Καμιά ευκαιρία χαμένη» αυτό ήταν το πιστεύω της καινούριας του ζωής. Το δάνειο που ζήτησε μέσω του Ζακ από την αδερφή του ήταν το τελευταίο πράγμα που χρειάστηκε απ’ το παρελθόν. Με αυτό αγόρασε το κτήμα Ραβέν, και επέστρεψε στη Μαρία τα χρήματα με την πρώτη ευκαιρία.’ Έγινε εξαιρετικός οινοποιός επειδή βρήκε τις εγκαταστάσεις στο κτήμα και θεώρησε πως ήταν κρίμα να μείνουν αναξιοποίητες. Τη σκληρή χειρωνακτική εργασία της μέρας 97


ακολουθούσε η συγγραφή βιβλίων τα βράδια. Ούτε αυτό το ταλέντο του άφησε να πάει χαμένο. Είχε πάρει τη ζωή του στα χέρια του, κι εφάρμοζε τέλεια τη λαϊκή συμβουλή «Καλύτερα να σε μισούν παρά να σε λυπούνται». Υπήρξε κάποτε ο Ρωμανός Κατράς. Τώρα ήταν ο Άλεξ Γκρέι, πρώην λεγεωνάριος, Γάλλος πολίτης. Στα εξώφυλλα των βιβλίων του έμπαινε το όνομα Ραφαέλ Άλντες, κι υπηρετούσε την επιστήμη του ως Α. Γκάρνετ όποτε χρειαζόταν. Ήταν κτηματίας, οινοπαραγωγός, συγγραφέας και ψυχίατρος. Μια σκιά με χίλια πρόσωπα. Μαθημένος να κοιτάζει πάντα μπροστά. Για τον Ρωμανό Κατρά ή Άλεξ Γκρέι ή Ραφαέλ Άλντες ή Α. Γκάρνετ μισό βήμα πίσω ισοδυναμούσε με εκατό χαμένες μάχες— «Άλεξ, πρέπει να μιλήσουμε». Η ομίχλη χάθηκε κι επέστρεψε στο παρόν μ’ ένα μικρό τίναγμα. Κοίταξε τον Ζακ και δεν του ξέφυγε το προβληματισμένο βλέμμα που αντάλλαξε με το διοικητή. Ο φίλος του έβγαλε απ’ την πίσω τσέπη του τζιν του ένα φάκελο και τον ακούμπησε στο τραπέζι. Ο Άλεξ διάβασε τα καλλιγραφικά στοιχεία στη θέση του παραλήπτη. Σφίχτηκε. Ο φάκελος μπροστά του ήταν μια νάρκη. «Αυτός ήταν ο λόγος που κανόνισα να βρεθούμε εδώ και οι τρεις. Το κουβέντιασα με το διοικητή. Είναι έτοιμος να 98


βοηθήσει με κάθε τρόπο. Έχει όλες τις άκρες». «Διάβασες το γράμμα», διαπίστωσε ήρεμα ο Άλεξ, παρόλο που οι σφυγμοί του επιταχύνθηκαν. «Ναι. Και νομίζω πως ήρθε η ώρα». «Η ώρα για ποιο πράγμα;» Η φωνή του έγινε άγρια τώρα. Σαν να προειδοποιούσε πως δεν έπρεπε να πάρει λάθος απάντηση. «Το γράμμα είναι από τη Μαρία, Άλεξ. Η μητέρα σου δεν είναι καθόλου καλά. Σου ζητά να γυρίσεις». Ακόμα και ο Πιέρ Φερμέν χαμήλωσε το κεφάλι. Ήξερε κι αυτός όλη την ιστορία. Στην πολυετή παρασημοφορημένη σταδιοδρομία του έβρισκε πάντα μια λύση για κάθε πρόβλημα. Στην περίπτωση αυτή όμως— Ο διοικητής σώπασε. Σώπασε κι ο Ζακ. Ένα μαύρο περιστέρι πεινασμένο για λίγα ψίχουλα προσγειώθηκε στο διπλανό τραπέζι. Κακός οιωνός, σκέφτηκαν κι οι τρεις άντρες. ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, ΕΛΛΑΔΑ Προτίμησε να πάρει το ποτό του, να πάει στην πιο ήσυχη γωνιά της αυλής -εκεί που δεν υπήρχε ούτε ένα από εκείνα τα γελοία φαναράκιακαι να παρατηρήσει απερίσπαστος το χώρο. Το··· κοτέτσι έγινε λοιπόν σπίτι, διαπίστωσε. Μικρό, άβολο κι εντελώς ακατάλληλο για τη Σάνια, αλλά τουλάχιστον θα μπορούσε να το αποκαλέσει κανείς σπίτι. Αναστέναξε. Την αναζήτησε με το βλέμμα και μόλις την 99


εντόπισε δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της. Γελούσε με κάποιο αστείο που της έλεγε εκείνη η ανόητη φίλη της. Είχε ρίξει το κεφάλι της πίσω κι απολάμβανε τη στιγμή. Ήταν ανεξάρτητη κι ελεύθερη πια. Έτοιμη να κάνει τις επιλογές της και τα λάθη της μόνη, όπως ονειρευόταν πάντα. Να απλώσει τα φτερά της για να κατακτήσει τη ζωή, αδιαφορώντας για τις προειδοποιήσεις όσων την αγαπούσαν. «Τα σπασμένα φτερά δεν μπορούν να μπουν σε γύψο, Σάνια», της έλεγε συχνά. «Μόλις σπάσουν είναι άχρηστα, κι εσύ δε θα μπορέσεις να ξαναπετάξει χωρίς βοήθεια. Γιατί την αρνείσαι; Τι είναι αυτό που σε κάνει να φεύγεις μακριά από ό,τι όλοι οι άνθρωποι λαχταρούν να έχουν;» «Ξέρεις, Παύλο», του έλεγε με εκείνη τη γοητευτική μελαγχολία της, «πρέπει να δω, να μάθω. Μπορεί να μοιάζω με τη μητέρα μου, τελικά. Μπορεί να είμαι σαν κι αυτή. Γιατί σας είναι τόσο δύσκολο να δεχτείτε ότι έχω δικαίωμα να ξέρω;» Γιατί θα ήταν ολέθριο για όλους να μοιάζει τελικά η κόρη στη μάνα, σκεφτόταν ο Παύλος, χωρίς να το ξεστομίσει ποτέ. Να σπέρνει την καταστροφή στο πέρασμά της και να διαλύει οικογένειες με τη συχνότητα που άλλαζε βερνίκι στα νύχια της. Η Μιράντα ήταν σαν λαίλαπα. Θα πρέπει να χε χάσει κι εκείνη το λογαριασμό των αντρών που πέρασαν απ’ τη ζωή της πριν αποφασίσει ότι ο Αλέξανδρος Κατράς θα ήταν ο τελευταίος της σταθμός. Τους έπεισε όλους. Όπως τους είχε πείσει κάποτε ότι τελευταίος της σταθμός θα ήταν ο πατέρας της Σάνιας. Η ίδια ιστορία: απόλυτη καταστροφή. Και τώρα η κόρη της, ό,τι πιο καλό και πολύτιμο άφησε πίσω της στη σύντομη ζωή της, ήθελε να δει αν της έμοιαζε: αν η ομοιότητα επεκτεινόταν και πέρα από την εξωτερική εμφάνιση· 100


αν ήταν όντως το γλυκό, αθώο κορίτσι που κέρδιζε τους πάντες μ’ ένα της χαμόγελο ή αν ήταν κι εκείνη μια γυναίκα προορισμένη να έλκει τον κίνδυνο και το λάθος. Για τον Παύλο ήταν εύκολη η απάντηση: Όχι. Για τη Σάνια όμως ήταν δύσκολη: Ίσως. Η καρδιά του μούδιασε. Την έβλεπε τώρα να συνομιλεί μ’ ένα συνάδελφό της απ’ το περιοδικό πίνοντας ανέμελα το κρασί της, και ζήλεψε. Η ίδια δεν είχε επίγνωση της ομορφιάς της, δεν αντιλαμβανόταν την απήχησή της στο αντίθετο φύλο. Το πρόσωπό της ήταν καθαρό, τα μάτια της, ειλικρινή, αποκάλυπταν κάθε της συναίσθημα κι η αύρα της τραβούσε τα αρσενικά όπως ένας πλανήτης τους δορυφόρους του. Οι άντρες βρίσκονταν σε τροχιά γύρω της, ποτέ πολύ κοντά ή πολύ μακριά της. Τους άρεσε η παρουσία της, το γέλιο της, η πηγαία καλοσύνη της. Τους έκανε να ξεχνούν πως οι δικές τους σύντροφοι ή σύζυγοι ήταν πάντα ανικανοποίητες με όσα είχαν και λοξοκοιτούσαν για να εντοπίσουν το διαφορετικό και το καλύτερο. Απόψε φορούσε ένα έξωμο, ασύμμετρο μαύρο φόρεμα που οι μύτες του άγγιζαν τους αστραγάλους της. Τα ολόισια μαύρα μαλλιά της ίσα που χάιδευαν τους ώμους της. Δε φορούσε κοσμήματα ούτε μακιγιάζ. Δε χρειαζόταν άλλωστε στολίδια για ν’ αρέσει. Δεν ήταν καλλονή, στο πέρασμά της δεν άφηνε ξερούς τους άντρες, ήταν όμως διαφορετική· ανεπιτήδευτη και προκλητική με τον τρόπο της. Το γεγονός ότι δεν ήξερε πώς να χρησιμοποιήσει τα φυσικά της θέλγητρα για να ελκύσει τους άντρες ήταν αυτό ακριβώς που τους μαγνήτιζε. Εκείνος ο νεαρός έδειχνε σαν υπνωτισμένος. Ο Παύλος αποφάσισε να κάνει πιο αισθητή την παρουσία του. 101


Κατευθύνθηκε με σιγουριά προς το μέρος της, έχοντας απόλυτη επίγνωση της αναστάτωσης που προκαλούσε στις γυναίκες. Μόλις τον αντιλήφθηκε, το βλέμμα της αποκάλυψε γνήσια χαρά. Ένα βλέμμα αδερφής προς αδερφό η τύχη του και η κατάρα του. Έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο. Ταράχτηκε απ’ το άρωμα βανίλιας και την υφή βελούδου. Σιχάθηκε τον εαυτό του που επέτρεψε στο βλέμμα του να βυθιστεί έστω και στιγμιαία στο μπούστο της. Αμαρτία. Βεβήλωση. Δε θα τον έβλεπε ποτέ σαν άντρα η Σάνια. «Τι κάνει το κορίτσι μου;» ρώτησε ανάλαφρα. Ευτυχώς, δεν έγινε αντιληπτή η βραχνάδα στη φωνή του. «Τον ξέρεις τον Μιχάλη, το συνάδελφό μου. Λέγαμε για τις φωτογραφίες που μου ανέθεσε να βγάλω η Ηρώ. Θα πρέπει να πάμε στο Πήλιο σε λίγες μέρες. Μας περιμένει αρκετή ταλαιπωρία. Αυτά τα βότανα δε φυτρώνουν σε γλάστρες. Θα χουμε ανάβαση—» «Οι δυο σας θα πάτε;» «Θα ρθει κι η Μαργαρίτα. Εκείνη ανέλαβε τα διαδικαστικά. Ξέρεις: ξενοδοχεία, διαδρομές, σημεία λήψης— όλα αυτά τα βαρετά». «Μ’ αρέσει το σπίτι σου», άλλαξε θέμα εκείνος, και παρόλο που ήταν ευγενής, ήταν τόσο επικεντρωμένος στην ίδια, ώστε ανάγκασε τον Μιχάλη να ζητήσει συγγνώμη και να αναζητήσει αλλού παρέα. «Είσαι ψεύτης, αλλά δεν πειράζει. Σ’ αγαπώ έτσι κι αλλιώς». · «Κι εγώ σ’ αγαπώ, Σάνια. Γι’ αυτό και σου είπα από την πρώτη στιγμή τη μόνη μου ένσταση. Είναι σαν να διάλεξες να μένεις στο μάτι του κυκλώνα». 102


Η κοπέλα κατσούφιασε. «Αυτό βρήκα. Ήταν το μόνο κοντινό στο σπίτι μας, όπως θέλατε όλοι». «Είναι πολύ κοντά επίσης στο σπίτι των Κατράδων», της υπενθύμισε. «Έτυχε». «Δε θέλω να πληγωθείς, Σάνια, αυτό είναι όλο». «Είμαι μεγάλο κορίτσι. Ξέρω να φροντίζω τον εαυτό μου». «Θύμωσες». «Φυσικά και θύμωσα. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνεις, Παύλο, αλλά τον τελευταίο καιρό καταλήγουμε πάντα να τσακωνόμαστε. Γιατί; Γιατί σου είναι τόσο δύσκολο να δεχτείς τις επιλογές μου; Μου λείπει η σχέση που είχαμε παλιά», ξέσπασε. «Που ήμουν το μικρό σοο κοριτσάκι, αλλά με το σωστό τρόπο. Τώρα δεν μπορώ να τρέξω σ’ εσένα όταν έχω κάτι. Τώρα— τώρα σε φοβάμαι». «Μπα;» «Ναι, σε φοβάμαι», του είπε πιο θαρρετά. «Γιατί ξινίζεις τα μούτρα σου με το παραμικρό και γαβγίζεις συνέχεια. Ποτέ δεν εγκρίνεις αυτό που κάνω. Δεν είσαι πια ούτε αδερφός ούτε φίλος· κέρβερος είσαι. Θα με αναγκάσεις να σου κρύβω πράγματα, ενώ δεν το θέλω». «Με παρεξήγησες, μικρή», της εξήγησε προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή του. «Απλώς δε θέλω να καταντήσεις σαν όλες τις άλλες. Έχω γνωρίσει πολλές γυναίκες στη ζωή μου, το ξέρεις. Σιχάθηκα τη θηλυκή πονηριά και το πρόστυχο φέρσιμο. Εσύ είσαι διαφορετική. Είσαι ανεκτίμητη για μένα. Θα σου πω 103


κι εγώ ειλικρινά τι αισθάνομαι, Σάνια. Φοβάμαι μήπως αλλάξεις». «Τι εννοείς;» Το πρόσωπό της σκοτείνιασε. «Ε, να— τώρα που έχεις ξαφνικά όλη αυτή την ελευθερία, φοβάμαι μήπως—» «Μήπως γίνω σαν τη μάνα μου;» του πέταξε βουρκώνοντας. «Αυτό δε θέλεις να πεις, Παύλο;» «Σχεδόν», παραδέχτηκε. «Και λοιπόν;» Έβαλε επιθετικά τα χέρια στη μέση. Τα μάτια της σπίθισαν. «Πες ότι γίνομαι. Πες πως ξαφνικά αρχίζει να μ’ αρέσει η περιπέτεια και το φλερτ και ο έρωτας, και όλ’ αυτά που όλοι οι υπόλοιποι απολαμβάνετε και για μένα είναι απαγορευμένα. Θέλω κι εγώ να γίνω γυναίκα της εποχής μου, Παύλο. Και μάλιστα σύντομα». Του ήρθε να της αστράψει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι, αλλά συγκρατήθηκε. Δεν ήταν μόνο δικό του το λάθος που κατέληγαν να τσακώνονται. Όταν έπαιρνε ανάποδες, γινόταν μεγάλη γλωσσοκοπάνα κι απ’ τις πιο φαρμακερές του είδους. «Με μυαλό νηπίου, Σάνια, απέχεις πολύ από τις γυναίκες της εποχής σου. Πρόσεχε μήπως κι αρχίσεις να αναζητάς γρήγορα δεκανίκια για τα φτερά σου». «Αυτό θα το δούμε». Την άρπαξε αγριεμένος απ’ το μπράτσο και την τράβηξε κοντά του. «Κάνε ό,τι διάολο θες στην προσωπική σου ζωή, δε μου καίγεται καρφί», σφύριξε πολύ κοντά στ’ αφτί της. «Ζήσε την πολύτιμη ελευθερία σου μ’ όποιο τρόπο νομίζεις· επίσης δε δίνω δεκάρα. Φρόντισε όμως να κρατάς τα προσχήματα. Η 104


οικογένειά μας τράβηξε πολλά με τα καπρίτσια της μάνας σου και κατάφερε με πολλές θυσίες να ξαναφτιάξει το καλό της όνομα. Μην επαναλάβεις την ιστορία, σε προειδοποιώ. Εκτός από Παρίση, είσαι και Μαρκάτου τα τελευταία δεκαοχτώ χρόνια. Να το θυμάσαι». Τράβηξε το χέρι της το ίδιο αγριεμένη και τον κοίταξε. «Δεν το ξέχασα ποτέ, Παύλο. Τα καλά και τα ωραία δεν τα ξεχνάω. Μην τολμήσεις να μου ξανακάνεις παρόμοια υπόδειξη, λοιπόν. Ιδίως τις στιγμές που σε τυφλώνει ο εγωισμός σου!» Και έχοντας πει την τελευταία λέξη, απομακρύνθηκε από κοντά του. Ήταν το πάρτι της, η αρχή της νέας της ζωής, και δε θα άφηνε τίποτα και κανέναν να της το χαλάσει. Εκείνο το βράδυ μέθυσε για πρώτη φορά. «Καλοσύνη σου που ήρθες να δεις το γιο σου», είπε η Μαρία μ’ ένα βεβιασμένο χαμόγελο. «Πέρνα μέσα, Δημήτρη. Σαν στο σπίτι σου», πρόσθεσε δηκτικά, κι ένιωσε μια υπέροχη ικανοποίηση όταν είδε την ενοχή στο πρόσωπό του. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και τον ακολούθησε. Ο πρώην σύζυγός της πήγε κατευθείαν στην κάβα. Τον κακομοίρη, σκέφτηκε, χωρίς να τον λυπάται πραγματικά. Εκείνος δεν έπινε ποτέ του. «Πώς πάει;» τη ρώτησε, μην τολμώντας να την κοιτάξει στα μάτια. «Ο γιος σου εννοείς ή η ζωή μου; Μια χαρά και τα δύο, απ’ ό,τι βλέπεις». Εκείνος την αγνόησε. «Θέλω να τον δω. Πού είναι;» είπε κοφτά.

105


«Στην κρεβατοκάμαρά μου», τον πληροφόρησε, θέλοντας απεγνωσμένα να τον διώξει από κοντά της. Δεν τον άντεχε. Δεν άντεχε να τρέφει ακόμα αισθήματα γι’ αυτόν. «Είσαι πιο όμορφη απ’ όσο σε θυμάμαι», σχολίασε. «Σου πάει η μητρότητα, Μαρία. Σε γλυκαίνει. Δε θυμάμαι να έχω δει ποτέ αυτή την πλευρά σου όσα χρόνια ήμασταν παντρεμένοι». «Αυτό ήταν ένα απ’ τα λάθη μου. To να την αναζητήσεις άλλου ήταν ένα απ’ τα δικά σου». «Κοιμόμουν μ’ ένα κούτσουρο», της πέταξε. «Τι περίμενες; Άντρας είμαι. Μια ζωή προβλήματα, κι η σχέση σου μαζί μου ήταν πάντα το τελευταίο που σε απασχολούσε». «Δες το παιδί και φύγε, Δημήτρη. Εξακολουθώ να έχω προβλήματα κι εξακολουθώ να ψάχνω τρόπους να τα αντιμετωπίσω. Το διαζύγιο έλυσε τα δικά σου δεσμά. Άσε με ήσυχη να δω τι θα κάνω με τα δικά μου». Η έκφρασή του μαλάκωσε. «Πώς είναι η μητέρα σου;» «Τα ίδια». «Αν χρειάζεσαι χρήματα—» Του γύρισε την πλάτη κι έφυγε απ’ το σαλόνι για να κόψει μια και καλή την κουβέντα. Κλειδώθηκε στο γραφείο της κι ακούμπησε ξέπνοη στην πόρτα πασχίζοντας να πάρει ανάσα. Τον άκουσε να ανεβαίνει στην κρεβατοκάμαρα. Πέρασε μία ώρα μέχρι να τον ακούσει πάλι να φεύγει.

106


Δεν έκλαψε. Η απέραντη μοναξιά που ένιωθε μούδιαζε όλα της τα συναισθήματα. Κοίταξε τη φωτογραφία στον απέναντι τοίχο. Ο πατέρας και ο αδερφός της αγκαλιά με τον Κινγκ, τον πανέμορφο γερμανικό ποιμενικό τους, που πέθανε την επομένη της τραγωδίας. Σαν να ήξερε κι αυτό. Σαν να ήθελε να ξεφύγει απ’ τη μοναξιά που το απειλούσε. «Σε παρακαλώ, έλα—» είπε στο χαμογελαστό πρόσωπο του αδερφού της. «Σε χρειάζομαι, Ρωμανέ. Βρες έναν τρόπο να γυρίσεις· » Πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε το σπιτάκι που φαινόταν στο σκοτάδι σαν πυγολαμπίδα. Εκεί θα έμενε πλέον η Σάνια. Δεν είχε τολμήσει να την καλέσει στο πάρτι της, αλλά της είχε πει πως εκείνο θα ήταν το καινούριο της σπίτι. «Σάνια·» μουρμούρισε αγγίζοντας το τζάμι. «Η μαμά λέει συνέχεια πως φταις εσύ. Αλλά δεν είναι δυνατόν, πώς θα μπορούσε; Έντεκα χρόνων παιδί ήσουν τότε· » Πήγε στο δωμάτιο του γιου της μόνο όταν άκουσε το κλάμα του. Τον θήλασε κι έμεινε κοντά του μέχρι το πρωί. Ήξερε από τώρα το όνομα που θα του έδινε: Αλέξανδρος Ρωμανός, προς τιμήν του παππού και του θείου του. Μόνο την τύχη τους δεν ευχόταν να κληρονομήσει, και γι’ αυτό θα πάλευε με όλες της τις δυνάμεις. «Νομίζω πως ο Παύλος ανησυχεί άδικα για τη Σάνια», είπε ο Πέτρος μόλις ξάπλωσε. Τα μάτια του αναζήτησαν το πρόσωπο της γυναίκας του μέσα από τον καθρέφτη. «Γύρισε έξαλλος από το πάρτι. Έχει πάρει πολύ στα σοβαρά το ρόλο του προστάτη». Η Δανάη άφησε τη βούρτσα της και πλησίασε τον άντρα της κουτσαίνοντας. Ξάπλωσε δίπλα του και χώθηκε στην αγκαλιά του. «Το φοβόμασταν, και να που έγινε. Νομίζω ότι είναι ερωτευμένος μαζί της». 107


«Το ξέρω», αναστέναξε ο Πέτρος. «Το έχω υποψιαστεί εδώ και καιρό». «Τι θα κάνουμε;» «Δεν είναι πραγματικά αδέρφια, Δανάη. Δε θα ήταν σκάνδαλο να συμβεί κάτι ανάμεσά τους. Ήμουν χήρος όταν σε γνώρισα, ο κόσμος το ξέρει». «Δε μιλώ για τον κόσμο. Εννοώ τι θα κάνουμε με τα παιδιά. Η Σάνια μπορεί να έχει διαισθανθεί κάτι, αλλά δεν ξέρει τις συνέπειες. Αν η σχέση τους περάσει σε άλλο επίπεδο, τίποτα δε θα ναι το ίδιο. Κάποιος απ’ τους δύο είναι πιθανό να πληγωθεί βαθιά». «Ας ελπίσουμε ότι δε θα συμβεί κάτι τέτοιο», ευχήθηκε ο Πέτρος. «Η Σάνια ζει το όνειρό της τώρα, είναι σε άλλο κόσμο. Δεν έχει καιρό για έρωτες. Τον ξέρω το γιο μου: θα το κρατήσει κρυφό μέχρι να ξεφτίσει. Μου μοιάζει. Όταν δεν υπάρχει ανταπόκριση, κάνει πίσω». «Πότε τον είδες εσύ να κάνει πίσω και δεν τον είδα εγώ; Αφού ποτέ δεν τον έχει απορρίψει θηλυκό. Τον κυνηγούν μέχρι τελικής πτώοεως». «Τον ξέρω», επέμεινε εκείνος. «Οι γυναίκες είναι όπως η πολιτική: όταν δεν είναι με το μέρος σου οι δημοσκοπήσεις, ψάχνεις να βρεις τι φταίει και αναζητάς αλλού τις λύσεις». «Μακάρι να έχεις δίκιο». Ο Πέτρος έκλεισε το φως κι ακούμπησε το πιγούνι του στην κορυφή του κεφαλιού της. «Έχω δίκιο», είπε με σιγουριά κι 108


έπειτα της ψιθύρισε τρυφερά καληνύχτα. Ξύπνησε κάτωχρη και μουσκεμένη στον ιδρώτα. Το κεφάλι της κόντευε να σπάσει. Αναζήτησε το μπουκαλάκι με τα χάπια κι έσπρωξε δύο στο στόμα της. Τα κατάπιε χωρίς νερό και ξανάπεσε εξαντλημένη στο στρώμα. Είχε λαχανιάσει και σύντομες λευκές λάμψεις σαν φλας εμφανίζονταν μπροστά της κάθε φορά που άνοιγε τα μάτια. Κράτησε σφιχτά το βομβητή στα χέρια της για να τον πατήσει αν ένιωθε ότι κινδύνευε να χάσει την επαφή της με το περιβάλλον. Βόγκηξε. Η ομίχλη έφυγε, τα φλας σταμάτησαν κι η εικόνα φάνηκε πεντακάθαρα μπροστά της— «Ρωμανέ, μου βάζεις, σε παρακαλώ, λίγο κρασί;» Η μητέρα της ήταν πανέμορφη, τα χείλη της βαμμένα κατακόκκινα. Δίπλα της καθόταν κατσουφιασμένη η Μαρία και από την άλλη μεριά ο Αλέξανδρος Κατράς, που διάβαζε εφημερίδα. «Θα μου βάλεις κι εμένα λίγη κόκα κόλα;» ρώτησε η Σάνια. Ο Ρωμανός γέμισε αμίλητος τα ποτήρια τους κι έπειτα έσκυψε πάνω απ’ το πιάτο του. Η Σάνια πρόσεξε πως τα χέρια του έτρεμαν. Άπλωσε το δικό της χεράκι και το ακούμπησε στην ανάστροφη της παλάμης του. Ένιωσε την έντασή του, άκουσε τη βαριά του ανάσα. Μάλλον θα τον είχε πειράξει το φαγητό. Δεν του άρεσαν τα κανελόνια και η κόκκινη σάλτσα, η Σάνια το ήξερε. «Τι έχεις;» του ψιθύρισε στ’ αφτί. «Πονάς πουθενά, αδερφούλη;» «Ισως είναι ερωτευμένος», πέταξε πειρακτικά η μαμά της.

109


Η αντίδρασή του τους άφησε όλους άναυδους. Πετάχτηκε με τόση φόρα απ’ τη θέση του, που έριξε το κρασί πάνω του. Έκανε πίσω ζητώντας αμήχανα συγγνώμη. Σίγουρη ότι θα πήγαινε στο δωμάτιό του, η Σάνια έσπευσε ανήσυχη να τον ακολουθήσει. «Τι έπαθες;» ρώτησε ο πατέρας του παρατώντας την εφημερίδα. «Μια φορά είπαμε να καθίσουμε όλοι μαζί στο τραπέζι!» «Συγγνώμη», απολογήθηκε ο Ρωμανός. «Δεν είμαι καλά. Με ενοχλείτο στομάχι μου. Προφανώς υποφέρω από κάποια ίωση αυτές τις μέρες. Συνεχίστε το φαγητό σας». «Αν χρειαστείς κάτι— οτιδήποτε— μη διστάσεις να φωνάξεις», είπε η μαμά της κι ήπιε μια γουλιά από το κρυστάλλινο ποτήρι της. «Είναι πολύ ύπουλη ίωση αυτή με το στομάχι. Την περνάω κι εγώ κατά καιρούς. Ίσως να σε κόλλησα κιόλας. Η τελευταία φορά που είχα αρρωστήσει θα πρέπει να ήταν στα γενέθλιά σου —» Ο Ρωμανός έγινε κατάχλομος ξαφνικά. «Αλήθεια, αγάπη μου; Δε μου είπες τίποτα», παρατήρησε ο Αλέξανδρος Κατράς. «Δεν ήταν σημαντικό. Δε θέλω άλλωστε να σε ενοχλώ από τις δουλειές σου». Η στιγμή πέρασε. Όλοι συνέχισαν το δείπνο τους εκτός από τον Ρωμανό και τη Σάνια, που έτρεξε σαν κουτάβι ξοπίσω του. «Θα σε βάλω να ξαπλώσεις», του είπε ανήσυχη. «Θα σε σκεπάσω όπως κάνεις εσύ σε μένα, και θα φύγω μόνο όταν θα κοιμηθείς». 110


Τον είδε να σωριάζεται στο κρεβάτι του. Αν πονούσε στο στομάχι, γιατί κρατούσε το κεφάλι του; «Θέλω να μ’ αφήσεις ήσυχο, πριγκιπέσα», της είπε βραχνά. «Προτιμώ να μείνω μόνος. Αύριο θα είμαι καλύτερα και θα τα Πούμε». Τον,φίλησε τρυφερά και τον καληνύχτισε γεμάτη έγνοια— Η εικόνα έφυγε αφήνοντάς τη να παλεύει με την ίδια της την ανάσα. Είχε καιρό να της συμβεί. Το καλό ήταν ότι δε χάθηκε στις αναμνήσεις της αυτή τη φορά και δε χρειάστηκε να καταφύγει σι ο βομβητή. Σηκώθηκε κι άρχισε να ντύνεται μηχανικά. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, ένιωσε την ακατανίκητη επιθυμία να δει τη Μαρία. Αποφάσισε ότι θα πήγαινε να την επισκεφτεί μόλις γύριζε από τη δουλειά της. Η κοπέλα έσκυψε κι ακούμπησε με ευλάβεια τα λουλούδια στο μνήμα. Την τελευταία φορά που είχε επισκεφτεί τον τάφο του πατέρα της, έβρεχε. Τώρα ο ήλιος κόντευε να δύσει κι οι ασθενικές του ακτίνες απάλυναν κάπως την παγωμένη λευκότητα του μαρμάρινου τοπίου. Δεκάδες καντηλάκια έκαιγαν στη μνήμη των νεκρών. Κάποια σιγανά κλάματα τάραζαν την ησυχία, ξυπνώντας και το δικό της θρήνο. Τι κι αν είχαν περάσει τόσα χρόνια; Θαρρείς πως ήταν χτες εκείνη η σκοτεινή μέρα που έβλεπε το φέρετρο να κατεβαίνει στη γη φορτωμένο με ό,τι πιο αγαπημένο είχε κάποτε στον κόσμο: το μόνο γονιό που γνώρισε ποτέ, τον πατέρα της. Το δάκρυ που κύλησε απ’ τα μάγουλά της έπεσε πάνω στα λιγοστά αγριολούλουδα που είχαν φυτρώσει στο μικρό παρτέρι. 111


Ο πόνος της δεν την άφηνε να ησυχάσει. Ποτέ δεν έφυγαν οι μνήμες, ποτέ δεν κατάφερε να ξεχάσει. Ήταν έφηβη τότε, αλλά ήξερε. Οι συνθήκες της ζωής την είχαν ωριμάσει απότομα, και μπορούσε να καταλαβαίνει αρκετά καλά τα κίνητρα πίσω από τις περισσότερες πράξεις των ανθρώπων. Κι εκείνη το ίδιο θα έκανε, αν ένιωθε τόσο εξαπατημένη. Ήταν απλή πράξη ο φόνος, αυτό το είχε συνειδητοποιήσει με τα χρόνια: αρκούσε να πατήσεις τη σκανδάλη. Ένας θα έφευγε, πολλοί θα σαΐζονταν. Τουλάχιστον αυτό ήταν βέβαιη πως είχε σκεφτεί κι εκείνος. «Δε θα μάθει ποτέ κανείς», υποσχέθηκε στον πατέρα της χαμηλόφωνα. «Μου είναι δύσκολο, αλλά θα κάνω αυτό που πρέπει. Δεν μπορούν να φτάσουν σ’ εσένα, μπαμπά. Θα φροντίσω ώστε τα σκοτάδια να παραμείνουν σκοτάδια». Σκούπισε τα μάτια της και χαμογέλασε. Ήξερε ακριβώς ποια θα ήταν από δω και μπρος η τακτική της. Όπως κάθε φορά που επισκεπτόταν το πάλαι ποτέ αρχοντικό της οικογένειας Κατρά, έτσι και τώρα το κοιτούσε προσπαθώντας απεγνωσμένα να νιώσει κάτι. Υποτίθεται πως είχε περάσει τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της εκείνο το σπίτι. Της είχαν πει πως της άρεσε να οργώνει με το ποδήλατό της τους κήπους, να κάνει κούνια με τις ώρες και να τσαλαβουτά στην πισίνα με την πρώτη ευκαιρία. Της είχαν πει πως είχε δηλώσει ότι δεν ήθελε να φύγει ποτέ από κει. Ήξερε κάθε κρυφή γωνιά και κάθε σπιθαμή των κήπων. Της είχαν φτιάξει ακόμα κι ένα δεντρόσπιτο για να κοιμάται τα καλοκαίρια παρέα με τα τιτιβίσματα των σπουργιτιών, όπως της άρεσε. Τίποτα δε μαρτυρούσε την τραγωδία που θα ακολουθούσε. Ο 112


καινούριος της μπαμπάς ήταν στοργικός μαζί της και τα καινούρια της αδέρφια τη λάτρευαν. Ειδικά ο Ρωμανός. Όλοι την είχαν διαβεβαιώσει πως ο Ρωμανός της είχε αδυναμία. Δεν είχε σημασία που ήταν τόσο μεγαλύτερος της. Υπήρχε από την πρώτη στιγμή ένας μαγικός δεσμός ανάμεσά τους, που εκείνη αδυνατούσε να θυμηθεί, αλλά κανείς δεν αμφισβητούσε. Τώρα τα πάντα γύρω της έμοιαζαν στοιχειωμένα. Η πισίνα ήταν άδεια και οι κήποι μαραμένοι. Δεν έβλεπε πουθενά κούνια και δεντρόσπιτο, κανέναν από τους δέκα κηπουρούς που φρόντιζαν κάποτε να μοιάζει αυτός ο τόπος ονειρεμένος. Εγκατάλειψη παντού. «Συντηρώ μόνο τα απαραίτητα», της είχε πει η Μαρία. Αφησε το ποδήλατό της δίπλα σε ένα καχεκτικό δεντράκι και πήγε στην εξώπορτα. Χτύπησε το κουδούνι με πείσμα. Για άλλη μια φορά ήξερε ενστικτωδώς πως όλοι της έλεγαν αυτά που ήθελε να ακούσει. Αν ήταν όλα τέλεια, γιατί έχασε τη μαμά της και τον παιριό της; Αν ήταν όλα όμορφα, γιατί ο Ρωμανός δεν ήταν εδώ και γιατί η Μαρία τα έβγαζε πέρα τόσο δύσκολα; Ποια φρίκη δεν μπόρεσε να χωνέψει το μυαλό της και προτίμησε να απωθήσει τις μνήμες της; Αν δε μάθαινε, αν δεν καταλάβαινε, θα έμενε πάντα μισός άνθρωπος. Ήθελε απεγνωσμένα πίσω τα πρώτα χρόνια της ζωής της. «Η κυρία φροντίζει το μωρό», την πληροφόρησε η νεαρή γυναίκα που φάνηκε στο κατώφλι. «Μου είπε να μην την ενοχλήσει κανείς». «Θα περιμένω», είπε η Σάνια και πέρασε μέσα χωρίς να περιμένει πρόσκληση. Στα χέρια της έσφιγγε μια συσκευασία δώρου·: ήταν μια παιδική κουβερτούλα που είχε αγοράσει για το 113


μωρό. Σίγουρα η Μαρία θα πίστευε ότι η Σάνια θα βαριόταν και θα έφευγε, γιατί πέρασαν σχεδόν δύο ώρες πριν τη δει να κατεβαίνει επιτέλους τη σκάλα. Χαμογέλασε αμήχανα και σηκώθηκε. «Γεια σου, Μαρία. Έφερα κάτι για το μωρό», είπε όσο πιο πρόσχαρα μπορούσε. «Καλοσύνη σου». Την πλησίασε και τη φίλησε. «Δεν έχω πολύ χρόνο», εξήγησε αμέσως. «Πρέπει να κάνω μερικά τηλέφωνα, Σάνια. Ξέρεις πως μόνο η εταιρεία μού απέμεινε. Αν την παρατήσω κι αυτή—» Η Σάνια δεν έχασε καιρό. Παλεύοντας τόσα χρόνια με την αμνησία της, είχε μάθει πια καλά πως, αν ήθελε να μάθει κάτι, έπρεπε να μπήξει το μαχαίρι στο κόκαλο. «Την αγαπούσε, Μαρία;» ρώτησε κοφτά. «Τι εννοείς; Ποιος να αγαπούσε ποια;» «Ο Ρωμανός τη μαμά μου. Την αγαπούσε;» «Τι σ’ έπιασε; Τι ερωτήσεις είναι αυτές, Σάνια; Αν μάθουν οι δικοί σου πως ήρθες εδώ· » «Δε με νοιάζει! Πες μου, έχει σημασία. Θέλω να ξέρω». «Η θεία σου τι λέει; Γιατί σίγουρα τη ρώτησες κι αυτή. Ήταν δεμένες σαν σιαμαία με την αδερφή της». «Εσύ θέλω να μου πεις, Μαρία. Κι εσείς ήσασταν δεμένοι σαν σιαμαία με τον Ρωμανό. Ποτέ δε μου είπες, όσες φορές κι αν σε ρώτησα». «Τι σε κάνει να πιστεύεις πως θα σου πω τώρα;» Πήρε ένα 114


τσιγάρο από την ταμπακέρα της και το άναψε νευρικά. «Ήμουν ο μόνος μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη, αυτό τουλάχιστον το θυμάσαι. Ποτέ όεν έπιασαν τόπο όσα είπα. Η θεία σου φρόντισε γι’ αυτό. Ήταν στις δόξες της τότε. Δεν υπήρχε εισαγγελέας και δικαστής που να μην τον γνώριζε». «Πες μου, Μαρία». «Ε λοιπόν, όχι!» έβαλε τις φωνές εκείνη. «Δεν την αγαπούσε. Κι αν θες τόσο πολύ τη γνώμη μου, πιστεύω πως μάλλον τη σιχαινόταν. Αλλά και η αποστροφή είναι κίνητρο για φόνο. Έτσι αποφάνθηκε το δικαστήριο. Ό,τι κι αν έλεγα, τα ίδια συμπεράσματα θα έβγαζαν. Ο αδερφός μου καταδικάστηκε από την πρώτη στιγμή». «Εσύ πιστεύεις πως είναι αθώος;» τη ρώτησε χαμηλώνοντας τα μάτια. «Ο Ρωμανός, γλυκιά μου, δεν μπορούσε να πειράξει ούτε μύγα. Έβλεπε αίμα κι ανακατευόταν. Κι αν έπιανε ποτέ του όπλο, θα λιποθυμούσε. Κάποτε ο πατέρας του έκανε δώρο ένα αεροβόλο, κι εκείνος το πέταξε στα σκουπίδια το ίδιο κιόλας βράδυ. Αλλά εσείς είπατε ότι θόλωσε από ερωτική αντιζηλία. Όμως, Σάνια, ο αδερφός μου δεν είχε τέτοια πάθη. Ακόμα κι όταν θύμωνε, δε θόλωνε, δεν έχανε την ψυχραιμία του. Ήταν πάντα πολύ ισορροπημένος. Για να μην πω ο πιο ισορροπημένος απ’ όλους μας τότε, τουλάχιστον—» Η Σάνια πήρε βαθιά ανάσα κι έβαλε τα χέρια στις τσέπες για να μη φανεί η ταραχή της. «Εντάξει—» είπε μόνο. «Μάλλον δε θα μάθω ποτέ». Κίνησε προς την έξοδο με μάτια βουρκωμένα. «Ίσως δεν υπάρχεί λόγος που το .μυαλό μου με βασανίζει αυτό τον καιρό. Δεν πρέπει να σκαλίζω το παρελθόν. Όλα πέρασαν. 115


Καληνύχτα, Μαρία», πρόσθεσε με ραγισμένη φωνή και έφυγε. Η Μαρία έσβησε το τσιγάρο της και κάθισε για λίγο ακίνητη με το βλέμμα στην κλειστή πόρτα. Κάτι θα γινόταν, το ένιωθε. Μετά από δεκαοχτώ χρόνια αποδοχής και ηρεμίας, το οικοδόμημα άρχιζε να κάνει ρωγμές. Η καρδιά της σφίχτηκε. Εμπιστευόταν πάντα τα προαισθήματά της. Θέλοντας να απασχολήσει το μυαλό της, αφοσιώθηκε στη δουλειά της. Κάθισε στο κρεβάτι κι άπλωσε γύρω της όλες τις φωτογραφίες που είχε εμφανίσει, μαζί με τα βιβλία που της ήταν απαραίτητα. Η βοτανολογία και η φωτογραφία, η επιστήμη και το πάθος της, είχαν συνδυαστεί τέλεια μέσα απ’ τη δουλειά της στο Μικροσκόπιο. Οι υπεύθυνοι του περιοδικού την προσέλαβαν δοκιμαστικά στην αρχή, αλλά χρειάστηκαν μόλις δύο βδομάδες για να πειστούν πως είχαν βρει τον άνθρωπό τους. Η καθιερωμένη στήλη «Περιήγηση στην Ελλάδα» είχε πια την υπογραφή της. Η Μαργαρίτα έδενε τις σκόρπιες σημειώσεις της μεταμορφώνοντάς τες σε κείμενα, κι εκείνη έφερνε το υλικό. Υπέροχες φωτογραφίες ελληνικών τοπίων, σπάνιων φυτών και βοτάνων παρουσιάζονταν στις ιλουστρασιόν σελίδες του περιοδικού, μαζί με λαογραφικές αναφορές που αποσπούσαν πάντα τα καλύτερα σχόλια από ειδήμονες και απλούς αναγνώστες. Έτσι ήθελε να ζει τη ζωή της, κι έτσι τη ζούσε: ταξιδεύοντας σε κάθε γωνιά αυτής της χώρας, σε κάθε απομακρυσμένο χωριουδάκι ή δυσπρόσιτο βουνό, για να τραβήξει τις φωτογραφίες της και να παρουσιάσει τους μύθους της περιοχής, θα μπορούσε να περιμένει ώρες ολόκληρες πεσμένη μπρούμυτα στο χώμα προκειμένου να βρει την πιο ενδιαφέρουσα γόητα λήψης και την καλύτερη στιγμή. Ήθελε το αποτέλεσμα να είναι τέλειο, με τα χρώματα και το φως να ζευγαρώνουν ακριβώς την κατάλληλη στιγμή για να αναδείξουν 116


τη μεγαλοσύνη της φύσης και τη σοφία του Θεού. Όλα είναι κομμάτι της δημιουργίας, αναπόσπαστα στοιχεία της ζωής. Και σκοπό της είχε να αιχμαλωτίζει αυτή την ομορφιά στις φωτογραφίες της για να τη δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι, μήπως επέτρεπαν σε κάποια άκρη του μυαλού τους το δισταγμό, στην περίπτωση που θα μπαιναν στον πειρασμό να λεηλατήσουν τη φύση. «Valeriana dioscoridis βαλεριάνα του Διοσκουρίδη: φάρμακο για τα γυναικολογικά προβλήματα, σύμφωνα με τον Ιπποκράτη, ιδανικό καταπραϋντικό», μουρμούρισε σημειώνοντας ταυτόχρονα στο μπλοκ της. «— Η ρίζα της βαλεριάνας ήταν παντοδύναμο αντίδοτο στη μαγεία. Ένα κομμάτι αυτής της ρίζας θεωρούνταν το καλύτερο φυλαχτό από τις κακόβουλες δυνάμεις—» Σήκωσε την επόμενη φωτογραφία και χαμογέλασε νοσταλγικά. «Achillea ageratifolia ή αγριαψιθιά», αναγνώρισε αμέσως. Είχε χρέιαστεί ώρες για να την εντοπίσει μαζί με την ομάδα της σε κάποια απόκρημνη πλαγιά το.υ Ολύμπου. Η Μαργαρίτα κι ο Μιχάλης είχαν χάσει χρόνια απ’ τη ζωή τους μόλις την είδαν να σκύβει στην άκρη του γκρεμού για να τη φωτογραφίσει. Μπορεί να την έβρισαν τότε, αλλά μόλις έβλεπαν αυτές τις φωτογραφίες σίγουρα θα της ζητούσαν συγγνώμη. Ήταν τέλεια μ’ ένα απλό κλικ ο χρόνος είχε σταματήσει τη στιγμή του μεγαλείου. Μια μικρή συνωμοσία με το Θεό, όπως συνήθιζε να λέει για την τέχνη της. Κατέγραψε πρόχειρα τις λαογραφικές αναφορές για το φυτό κι ετοιμάστηκε να καταπιαστεί με την τρίτη φωτογραφία. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός. Το τζάμι του δωματίου της έγινε θρύψαλα και η πέτρα, έχοντας ευτυχώς χάσει λίγη φόρα 117


από την πρόσκρουση, έπεσε δίπλα στο κρεβάτι της. Η Σάνια έμεινε παγωμένη απ’ το σοκ να κοιτάζει το διπλωμένο χαρτί που κάποιος είχε δέσει πάνω στην πέτρα με ένα λαστιχάκι. Έφερε το χέρι στην καρδιά για να καταλαγιάσει τους ξέφρενους χτύπους της και παρέμεινε για λίγο ασάλβυτη. Δεν ήξερε τι να κάνει, είχε κατατρομάξει. Ευχήθηκε να ήταν φάρσα, αλλά βαθιά μέσα της είχε αμφιβολίες. Επιασε την πέτρα τρέμοντας και τράβηξε το χαρτί. Το ξεδίπλωσε κρατώντας την αναπνοή της. Τα γράμματα έστησαν ένα μικρό χορό μπροστά στα μάτια της πριν ξεκαθαρίσουν και την κάνουν να λουφάξει απ’ τον τρόμο. Είχαν κοπεί ένα ένα προσεκτικά από έντυπα για να σχηματίσουν μία και μοναδική πρόταση: «Αν τον άνεμο ρωτήσεις, θα σου πει να σωπάσεις». Πέταξε ταραγμένη το χαρτί και κουλουριάστηκε στο κρεβάτι φέρνοντας τα γόνατα στο στήθος. Απ’ το σπασμένο τζάμι εισέβαλε μια ξαφνική ριπή αέρα. Ο εγκέφαλός της έκανε δυο ολόκληρα λεπτά για να δώσει την εντολή στα δάχτυλά της να κινηθούν και να καλέσουν το κινητό του Παύλου. «Όποιος κι αν είναι, θα τον σκοτώσω». Μπρος στην οργή του Παύλου σώπασαν όλοι. Η Δανάη δεν είχε πάψει στιγμή να κλαίει, τα κορίτσια στέκονταν σαν φαντάσματα στη μέση της σάλας κι ο Πέτρος άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. «Η Σάνια δεν έχει πειράξει ούτε κουνούπι. Ποιος διεστραμμένος τόλμησε να της το κάνει αυτό; Όλη η χώρα ξέρει τι έχει περάσει, θα τον σκοτώσω, θα τον κάνω να 118


μετανιώσει πικρά για την ηλίθια φάρσα του». «Κι αν δεν είναι φάρσα, γιε μου;» ρώτησε ο Πέτρος. «Η Σάνια μπορεί να μην έχει εχθρούς, αλλά έχουμε εμείς. Τόσα καθάρματα έχει στείλει στη φυλακή η Δανάη, κι εγώ δεν έχω δυσαρεστήσει λίγους στην κυβέρνηση με τις αποφάσεις μου. Μέχρι κι εσύ έχεις εχθρούς άλλος ένας Μαρκάτος με υψηλή δημοτικότητα δεν είναι κι ό,τι καλύτερο για τους αντιπάλους». «Γιατί τη Σάνια;» γρύλισε εκείνος. «Μας έχουν απειλήσει στο παρελθόν ευθέως. Γιατί να μην το κάνουν και τώρα;» «Γιατί εμείς δεν είμαστε εύκολος στόχος πια. Έχουμε σωματοφύλακες και άμεση επαφή με τα σώματα ασφαλείας. Η Σάνια -και ειδικά τώρα που μένει μόνη τηςείναι πιο εύκολη λεία. Όλοι ξέρουν την αδυναμία που της έχουμε. Αν κάποιοι ήθελαν να περάσουν το μήνυμά τους, αυτός ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος. Μην ανησυχείς όμως, γιε μου. Δεν πρόκειται να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο». «Θα κάνεις ό,τι είναι απαραίτητο», τον απείλησε σχεδόν ο Παύλος. «Θα βάλεις να την προσέχουν μέρα νύχτα και θα αγνοήσεις τις διαμαρτυρίες της. Κάν’ το εσύ, πατέρα, γιατί, αν το κάνω εγώ, θα με μισήσει». «Ήδη ερευνούν το σπίτι της», τον διαβεβαίωσε, «και την έπεισα να μείνει εδώ μέχρι να βεβαιωθούν οι Αρχές πως ο χώρος είναι ασφαλής. Θα κανονίσω να παρακολουθούν το σπίτι για λίγες μέρες. Ισως μάθουμε κάτι παραπάνω». Ο Παύλος ηρέμησε κάπως. Μπορεί πραγματικά αυτή η πέτρα να ήταν μια κούφια απειλή και να μην προοριζόταν άμεσα για τη 119


Σάνια, όπως και να ’χε όμως δε θα καθόταν με σταυρωμένα χέρια για να το διαπιστώσει. Κι η αρχή θα γινόταν κάνοντας μια κουβέντα μαζί της: ντόμπρα κι εφ’ όλης της ύλης. ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ, ΓΑΛΛΙΑ Το σχέδιο του Ζακ ήταν κα\ό, αλλά ο Άλεξ ίσα που το άκουσε πριν το απορρίψει. Η απόφασή του ήταν οριστική και αμετάκλητη: ο δρόμος του δεν είχε γυρισμό. Ποτέ ξανά. Όμως τώρα ένα δεύτερο γράμμα, σταλμένο πάλι στην ίδια ασφαλή διεύθυνση, είχε φτάσει στον παραλήπτη του μετά από ολόκληρο ταξίδι. Ο Ζακ του το παρέδωσε νωρίς το απόγευμα κι έφυγε αμέσως. Δεν άντεχε να ξανατσακωθεί με το φίλο του. Ο Άλεξ το διάβασε πολλές φορές, αμέτρητες, πίνοντας ασταμάτητα για να μεθύσει. Και τα κατάφερε. Είχε στο ένα χέρι το ποτήρι και στο άλλο το τσαλακωμένο χαρτί, πιο καταστροφικό απ’ όλες τις χειροβομβίδες που είχε ποτέ κρατήσει. Απ’ τις ανοιχτές κουρτίνες της κρεβατοκάμαρας φαίνονταν οι σκοτεινές κορυφές των βουνών τα μαύρα σύννεφα το θολό φεγγάρι. Τα γεμάτα καρπό αμπέλια του δε διακρίνονταν στο σκοτάδι. Ήταν όμως εκεί ο κόσμος του η γαλήνη του κι η ερημιά του. Γέλασε δυνατά. Στο κάτω κάτω δεν μπορούσε να τον ακούσει κανένας. Αυτά τα ξεσπάσματα τα απολάμβανε δίχως φόβο. Μισό άνθρωπο και μισό δαίμονα, έτσι τον είχαν καταντήσει. Για ποιο λόγο να γυρίσει; Γιατί να τα σκαλίσει; Κι αν ακόμα έβρισκε κάτι, τι θα μπορούσε να αλλάξει; Δεν του καιγόταν καρφί για την ταμπέλα του φονιά ανάμεσα στις τόσες της συλλογής του. Η ζημιά είχε γίνει, ο χαρακτήρας του είχε αλλοιωθεί. Κι είχε μάθει να δέχεται τη φθορά του σαν να ήταν χάρισμα, κι όχι πληγή. 120


Αλλά το γράμμα ήταν εκεί. Μια ιδρωμένη, τσαλακωμένη μάζα φυλακισμένη στο χέρι του, που συνέχεια εκλιπαρούσε, λες, την προσοχή του. Και την έδωσε αυτή την προσοχή. Εκατό φορές είχε διαβάσει την επιστολή. Και κάθε φορά που την τελείωνε, έβριζε. Κόντευε να λυγίσει, το ήξερε. Έπεσε στο πάτωμα, ανίκανος να ελέγξει πια το τρέκλισμα των ποδιών του. Ακόμα κι ανάσκελα, έφερε το ποτήρι στο στόμα. Έτσι μπορείς να οδηγηθείς τελικά στην τρέλα, σκέφτηκε. Με το να αρνείσαι ό,τι δέχεσαι την ίδια στιγμή. Να επιθυμείς ό,τι αποστρέφεσαι. Να προσκαλείς και να διώχνεις. Να προχωράς και να μένεις πίσω. Να ξέρεις το σωστό και να κάνεις το λάθος. Ναι, έτσι καταλήγεις στην τρέλα, εύκολα. Το μυαλό παλεύει να σχηματίσει τις λέξεις, αλλά είναι πάντα αυτές που δεν καταλαβαίνουν οι άλλοι οι λογικοί, οι καθωσπρέπει. Πέταξε μια βλαστήμια. Οι προτάσεις που μόλις είχε διαβάσει άρχισαν να παρελαύνουν στο συγχυσμένο μυαλό του. Βόγκηξε. Προσπάθησε, αλλά του ήταν αδύνατο να κλάψει. Έσφιξε κι άλλο στο χέρι του το γράμμα της αδερφής του. (—) Κάτι συμβαίνει, Ρωμανέ. Δεν ξέρω τι ακριβώς και γιατί τώρα, αλλά κάτι συμβαίνει. Η μαμά αναφέρει συχνά τη Σάνια τη θυμάσαι; Λέει πως εκείνη φταίει για— τότε. Δε σ’ το είπα την προηγουμένη φορά, αλλά τώρα μια ανεξήγητη δύναμη με σπρώχνει να σ’ το αποκαλύψω. Πιστεύω πως στο μυαλό της είναι το κλειδί. Κάποιος θέλει να μη θυμηθεί ποτέ. Την απείλησαν τις προάλλες. Αν βρεις έναν τρόπο να γυρίσεις (— ) να την πλησιάσεις— (— ) Μου έχεις πει πως θα είναι αδύνατο να σε αναγνωρίσουν 121


τώρα πια πως ίσως κι εγώ να δυσκολευτώ. Βρες έναν τρόπο, αδερφέ μου. Αν δεν το κάνεις για μένα, καν’ το για τη μαμά και τη μνήμη του πατέρα μας. Έχει έρθει η κατάλληλη στιγμή, το νιώθω. (···) Απάντησέ μου τουλάχιστον αυτή τη φορά. Θα σεβαστώ ό,τι κι αν αποφασίσεις. Εσύ ξέρεις καλύτερα, πάντα ήξερες. Δε θα τολμήσω να σου ξαναγράψω, ξέρω πως παίρνω ρίσκο. Ειδοποίησέ με με κάποιο τρόπος μη με αφήνεις να περιμένω άδικα. Α, ναι! Γεννήθηκε κι ο ανιψιός σου. Σου μοιάζει— Με αγάπη, Μαρία Ο Άλεξ αποκοιμήθηκε πάνω στο χαλί εξαντλημένος απ’ τη μάχη του. Είχε ηττηθεί. Έπρεπε να γυρίσει.

Τρία χρόνια πριν, Οκτώβριος, κτημα Ραβέν, Η ΝΙΚΟΛ ΕΒΓΑΛΕ απ’ το σακίδιό της το φάκελο και με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα τον έτεινε προς το μέρος τους. Τον πήρε ο Ζακ, αφού ο Άλεξ κοιτούσε το κορίτσι, που απέφευγε να του απευθύνει το λόγο. «Εντάξει, μικρή. Τα κατάφερες μια χαρά», την παίνεψε ο Ζακ, κι εκείνη του χαμογέλασε. Μόλις όμως το βλέμμα της έπεσε στο αφεντικό της, κατσούφιασε. Δεν του άξιζε καμία ευγένεια, το είχε αποφασίσει εδώ και καιρό. Εξακολουθούσε να είναι συνεπής στα καθήκοντά της, αλλά δεν ήθελε πάρε δώσε μαζί του. Όχι μετά τον απαράδεκτο τρόπο που της είχε φερθεί τότε, στο ίδιο δωμάτιο. 122


Όταν ο Αλεξ Γκρέι τη διέταξε να κάνει εκείνο το ταξίδι, δεν τόλμησε να αρνηθεί. Πέρα απ’ το γεγονός ότι τον έτρεμε, της είχε προσφέρει ένα σωρό χρήματα για να φέρει σε πέρας την αποστολή. Έτσι την είχε χαρακτηρίσει ο μεσιέ Ζακ, που της έδωσε τις οδηγίες: αποστολή. Σιγά το πράγμα! Βρήκε τη διεύθυνση, παρέδωσε το γράμμα, πήρε το φάκελο, κι αυτό ήταν όλο. Με τα χρήματα που της έδινε γι’ αυτή τη δουλίτσα, θα μπορούσε να περάσει μαζί με τον άντρα της έναν ολόκληρο χρόνο στο Παρίσι κάνοντας τουρισμό. Ήταν μεγάλο το δέλεαρ. Παρέστησε την απρόθυμη, έτσι, γιατί τον είχε άχτι, αλλά στην πραγματικότητα το είχε καταδιασκεδάσει. Πολύ ωραία χώρα η Ελλάδα. Δεν ήξερε τησχέση της Ελλάδας με το αφεντικό της, αλλά δε θα του έκανε ποτέ αυτή την ερώτηση. Τέρμα η περιέργεια της την είχε κόψει μαχαίρι. «Με θέλετε τίποτ άλλο, μεσιέ Γκρέι;» ρώτησε με σφιγμένα δόντια. Τι ωραία που θα ’ταν να του άστραφτε ένα χαστούκι! Πάλι την κοιτούσε σαν να την απεχθανόταν. Και γι ακόμα μια φορά διάβαζε το μυαλό της. «Ναι». Της πέταξε κάτι κλειδιά και την πλησίασε. «Θέλω να προσέχεις το σπίτι όσο θα λείπω. Επίσης να πεις στον άντρα σου να αναλάβει το οινοποιείο και τους εργάτες. Σε εκείνον έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, είναι τίμιος και διακριτικός άνθρωπος. Σε εσένα, μικρή μου Νικόλ, έχω εμπιστοσύνη, αλλά μέχρι ενός σημείου. Τα κλειδιά λοιπόν είναι μόνο για την εξώπορτα και τις αποθήκες. Κάθε άλλο δωμάτιο αυτού του σπιτιού είναι μανταλωμένο. Έγινα αντιληπτός;» «Φυσικά». Το όμορφο προσωπάκι της μελάνιασε από θυμό. «Έχετε τον τρόπο σας εσείς για να σας αντιλαμβάνονται όλοι 123


μια χαρά». «Κόψε τα παράπονα. Θα πληρωθείς για τις υπηρεσίες σου, και μάλιστα αδρά». Η Νικόλ κοκκίνισε. Δεν της ξέφυγε ο πόνος στη φωνή του. Μπορεί να έμοιαζε τρομερός έτσι όπως ήταν μαυροντυμένος σαν χάρος, μπορεί η ανάμνηση των ουλών στο σώμα του να της έφερνε ανατριχίλα, αλλά, όπως όλοι οι άνθρωποι, είχε κι αυτός το μερίδιό του στον πόνο. Θα πρέπει να είχε συμβεί κάτι αδιανόητο για να αναγκαστεί να φύγει, και μάλιστα εκτός Γαλλίας. Μόνο κάτι πραγματικά φοβερό θα τον έκανε ν’ αποχωριστεί το καταφύγιό του. «Θα αργήσετε να γυρίσετε;» αποτόλμησε την ερώτηση. «Μπορεί». . «Υπάρχει κάτι που πρέπει να ξέρω; Θέλω να πω··· μήπως είναι κάτι που·» «Ό,τι κι αν μάθεις, όποιος κι αν έρθει εδώ, θα κρατήσεις το στόμα σου κλειστό. Δεν ξέρεις τίποτα για μένα, ούτε εσύ ούτε οι κάτοικοι του χωριού. Είναι πιθανό να συμβούν διάφορα, να δεχτείς επισκέψεις· » «Από την αστυνομία;» «Δεν αποκλείεται». Το κορίτσι έπαιξε νευρικά τα κλειδιά στα δάχτυλά του. «Κύριε Γκρέι—» Πήρε βαθιά ανάσα και βούρκωσε. Πέρασε τη γλώσσα πάνω απ’ τα ξεραμένα χείλη της. «Κύριε Γκρέι, πείτε μου μόνο αυτό: Έχετε κάνει κάποιο έγκλημα; Μήπως έγινα άθελά μου 124


συνεργός σας;» Ο Άλεξ συγκινήθηκε με την αγωνία της κι άπλωσε αυθόρμητα το χέρι του για να της ανακατέψει καθησυχαστικά τα μαλλιά. «Να κοιμάσαι με ήσυχη τη συνείδησή σου, μικρή. Ο λόγος μου έχει αξία σε αυτά τα μέρη. Να τον πιστέψεις». Η κοπέλα ένευσε καταφατικά κι έφυγε. Ο Ζακ πήγε στο παράθυρο να βεβαιωθεί πως είχε απομακρυνθεί και μετά επέστρεψε στο φίλο του. «Εγώ είμαι έτοιμος. Το ίδιο και ο διοικητής. Έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες ενέργειες κι ο πατέρας μου μου υποσχέθηκε να μην κάνει ερωτήσεις. Ήδη έστησε το παραμύθι. Υποτίθεται ότι είμαι στις Μαλδίβες αυτή τη στιγμή. Όταν θα συλλάβουν τον Ρωμανό Κατρά, ίσως κάποιοι δουν ότι είναι φτυστός ο Ραφαέλ Άλντες, αλλά δε θα γίνει κάποιος συσχετισμός. Πολλοί άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους, και τον Άλντες τον έχουν δει ελάχιστοι και για λίγο». Ναι, το σχέδιο ήταν καλό, αλλά ο Άλεξ δε θα το κουνούσε ρούπι αν δε βεβαιωνόταν πως όλα θα πήγαιναν ρολόι. Η επιστροφή του στην Ελλάδα θα γινόταν με επεισοδιακό τρόπο, για να θορυβηθούν οι πάντες. Ο αδερφός του διοικητή θα φρόντιζε να κάνουν τη σύλληψη οι Γάλλοι αστυνομικοί. Ο Ζακ θα έπαιζε το ρόλο του Ρωμανού Κατρά και θα έδινε τη συγκατάθεσή του να εκδοθεί στην Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο θα άνοιγε ο ασκός του Αιόλου. Κι όσο κάποιοι θα έχαναν τον ύπνο τους απ’ την ένταση των ανέμων, εκείνος, εν γνώσει των ελληνικών και των γαλλικών Αρχώ��, θα έκανε απερίσπαστος τις έρευνές του ως Άλεξ Γκρέι, καθηγητής ψυχιατρικής, ψυχίατρος του Ρωμανού Κατρά, και θα βοηθούσε στις ανακρίσεις. 125


«θα φροντίσω να έχεις άψογη μεταχείριση», του υποσχέθηκε ο Άλεξ, λες και τον Ζακ τον ένοιαζε αν θα τον κακομεταχειριστούν. «Το μόνο που θα κάνεις θα είναι να είσαι μυστηριώδης και μυστικοπαθής. θα ισχυριστώ ως ψυχίατρός σου πως έχεις απαρνηθεί την καταγωγή σου, αν σε κάποιον φανεί περίεργο που δε θα λες λέξη στα ελληνικά. Η αδερφή μου θα κάνει την ταυτοποίηση, κι όσοι σε συναντήσουν δε θα ’χουν λόγο να σε αμφισβητήσουν. Είναι πιθανό να κρατήσει πολύ η ιστορία, ωστόσο, μπορεί και μήνες. Πες μου, Ζακ, είσαι έτοιμος γι’ αυτό;» «Εσύ τι λες;» Η ερώτηση ήταν γελοία. «Όσο δε θα σκύβω για να πιάνω το σαπούνι, θα την περνάω μια χαρά», αστειεύτηκε. «Μη λες βλακείες, θα επικαλεστούμε ακαταλόγιστο, θα πας κάπου φρουρούμενος. Δε θα σε βάλουν με τους βαρυποινίτες». «θα μου στερήσεις τη χαρά να δω από κοντά πώς είναι τα αληθινά κακά παιδιά; Ντροπή σου, φίλε. Δεν το κάνω για τη φάτσα σου, αλλά για τις εμπειρίες μου. Λείπουν απ’ τη συλλογή μου τα νταραβέρια με ισοβίτες. Δεν το ανέχομαι να υπερτερείς σε αυτό. Με θίγει». Ο Άλεξ κάγχασε. «Το ζήτημα είναι πώς θα τα καταφέρεις εσύ», συνέχισε ο Ζακ να . στρίβει το μαχαίρι στην πληγή. «Κόβω το κεφάλι μου πως αυτός ο φάκελος ζητάει όλα όσα δε θέλεις να δώσεις, θα πρέπει να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του μόνου αυτόπτη μάρτυρα εκείνης της νύχτας, και για να το κάνεις θα πρέπει να γίνεις ξανά αυτό που ήσουν: ο διανοούμενος, ο ευαίσθητος,.ο ρομαντικός γραφιάς, ο καθωσπρέπει— »

126


«Όσοι μπαίνουν στο χορό χορεύουν», αποκρίθηκε ο Άλεξ κι έσκισε ανυπόμονα το φάκελο. Το γράμμα ήταν πολυσέλιδο, με λεπτομερείς αναφορές για τη ζωή του μοναδικού ανθρώπου που, εκτός από τον ίδιο, είχε δει τι είχε συμβεί εκείνη τη νύχτα: της Στεφανίας Παρίση. Το διάβασε μεγαλόφωνα από την αρχή ως το τέλος. Μετά κανείς δεν είχε όρεξη για αστεία. «Βλέπεις;» ψιθύρισε ο Ζακ. «Είχα δίκιο». Η Σάνια παιδί ήταν μια εικόνα που γέμιζε ευχάριστα το μυαλό του. Κάποτε επικοινωνούσε μαζί της πολύ καλύτερα απ’ ό,τι με κάποιον ενήλικο. Οι αταξίες της του έφτιαχναν το κέφι κι ομόρφαιναν την άχαρη ζωή του. Όταν της έλεγε τις ιστορίες του, ήταν οι πιο ευτυχισμένες στιγμές του. Πάντα αναπολούσε με τρυφερότητα τα ειλικρινή γαλανά μάτια της και τις μακριές κοτσίδες της. Τις ελάχιστες φορές που ταξίδευε με το νου του στο παρελθόν, η Σάνια ήταν ο μόνος λόγος να σκάσει ένα χαμόγελο ένα αθώο παιδί’ μια γλυκιά νότα στη μελαγχολία του. Με τη Σάνια γυναίκα όμως τα πράγματα έδειχναν διαφορετικά. Οι απωθημένες μνήμες της είχαν κάνει το θαύμα τους στο ασύνειδητό της. Οποιαδήποτε μορφή βίας, συμφωνά με τα λεγόμενα της αδερφής του, την έκανε να κλείνεται στον εαυτό της. Όλοι της οι φίλοι ήταν άνθρωποι καλοσυνάτοι και πράοι, ευγενικοί, με αγάπη για τη φύση και ρομαντικοί. Ακόμα κι όσοι δεν είχαν τις ευαισθησίες της υποκρίνονταν πως τις είχαν μόνο και μόνο για να μη χάσουν τη φιλία και την εκτίμησή της. Ο κήπος της ήταν γεμάτος λουλούδια κι αγαπούσε την κλασική μουσική. Δεν εμπιστευόταν τους άντρες και προτιμούσε οι σχέσεις της μαζί τους να είναι φιλικές, παρά προσωπικές. Αγαπούσε τα βιβλία και τις κλασικές ταινίες. Ονειρευόταν με τα 127


μάπα ανοιχτά. Η Σάνια γυναίκα ήταν μπελάς. Δεν έπρεπε να είναι τόσο καλή, γιατί θα αναγκαζόταν7 να την κοροϊδέψει. «Μπορεί να χρειαστεί να την κάνεις ακόμα και να σε ερωτευτεί», τον προειδοποίησε ο Ζακ. «Δεν είμαι εγώ ο ψυχίατρος, φίλε, αλλά κάτι μου λέει πως μόνο έτσι θα σε εμπιστευτεί απόλυτα. Ισως ο έρωτας να είναι ο καταλύτης για τη μνήμη της το σκέφτηκες αυτό;» «Μου πέρασε απ’ το μυαλό». «Ισως χρειαστεί να τη φλερτάρεις». «Αν χρειαστεί, θα το κάνω». «Αυτό σημαίνει πως θα τη χρησιμοποιήσεις». «Κάποια στιγμή στη ζωή μας όλοι γινόμαστε αντικείμενα εκμετάλλευσης. θα είναι για καλό σκοπό. Αν είναι πραγματικά η δεσποινίδα Τέλεια, όπως ισχυρίζεται η αδερφή μου, θα βρει τη δύναμη να με συγχωρέσει». «Έτσι απλά;» «Το ίδιο απλά όπως με πέταξαν κάποτε σ’ ένα κελί». «Εσύ ξέρεις». Παρέμειναν για λίγο σιωπηλοί. Ο Ζακ έβαλε ποτό και για τους δυο τους. 128


«Πρέπει να δώσουμε τα αποτυπώματά σου στο διοικητή για να κανονίσει τα της σύλληψης. Να μην ξεχάσω τη φωτογραφία· πρέπει να την έχω πάνω μου». «Όλα θα γίνουν όπως πρέπει». «Μεθαύριο;» «Θα είμαι έτοιμος», είπε ο Ζακ. Μέχρι το βράδυ δεν αντάλλαξαν άλλη κουβέντα. ΠΗΛΙΟ, ΕΛΛΑΔΑ Μετά από μια κοπιαστική μέρα δουλειάς, η χαλάρωση ήταν επιβεβλημένη. Τουλάχιστον αυτό ισχυριζόταν ο τύραννος που λεγόταν Μαργαρίτα και που την είχε τραβολογήσει με το ζόρι μέχρι εκείνο το μπαρ. Η Σάνια μετά βίας έκρυβε το χασμουρητό της. Το σώμα της ήταν πιασμένο απ’ την ορειβασία στα κατσάβραχα κι ο αυχένας της την πονούσε. Το Τρικέρι Πηλίου ήταν μαγευτικό, αλλά όχι τώρα. Της ήταν αδύνατο να νιώσει την όποια χαρά μέσα σε ένα σκοτεινό χώρο γεμάτο καπνό και βαβούρα. Η Μαργαρίτα ήταν το άκρο αντίθετό της κι όχι μόνο τρελαινόταν για μπαρ, αλλά ζούσε κάπως σαν νυχτερίδα: όλη τη μέρα σε νάρκη και το βράδυ το μάτι γαρίδα. «Αυτός εκεί σε γουστάρει», την πληροφόρησε δείχνοντας διακριτικά έναν άντρα. «Μπορεί να σε αναγνώρισε, δεν ξέρω. Πάντως δεν έχει πάρει τα μάτια του από πάνω σου». Μόλις η Σάνια έκανε το λάθος να κοιτάξει τον τύπο, εισέπραξε μια ματιά όλο νόημα. Γύρισε αλλού το κεφάλι θορυβημένη και κόντεψε να πνιγεί με το κρασί της. Η Μαργαρίτα κι ο Μιχάλης γέλασαν. Το να βλέπουν τη Σάνια να πελαγοδρομεί με το φλερτ 129


των αρσενικών .ήταν η καλύτερή τους διασκέδαση. «Δεν πάμε καλύτερα για φαΐ;» τους πρότεινε. «Δεν αντέχω πια εδώ μέσα. Δεν έχω όρεξη για κανένα· θαυμαστή με την κούραση που έχω τραβήξει». Ο Μιχάλης κάμφθηκε πρώτος. «Εδώ που τα λέμε, το στομάχι μου γουργουρίζει από ώρα. Άσε που είναι πήχτρα εδώ πέρα. Άντε, πάμε να φάμε σε κάνα ταβερνάκι, να πούμε και δυο κουβέντες σαν άνθρωποι». «Είστε μεγάλοι σπασίκλες!» γκρίνιαζε η Μαργαρίτα, που απρόθυμα έβγαλε το πορτοφόλι της.

«Την επόμενη φορά θα κάνουμε όλη μέρα ό,τι θες εσύ», προσπάθησε να την εξευμενίσει η Σάνια. «Μόνο που εγώ θα γράφω και θα κάνω τις δημόσιες σχέσεις κι εσύ θα γκρεμοτσακίζεσαι για μια λήψη της προκοπής. Να μη με λένε Σάνια, αν τότε θα εξακολουθήσεις να ονειρεύεσαι κοκτέιλ αντί για μακαρονάδες». «Εντάξει, κόψε την γκρίνια. Φταίω εγώ που φροντίζω να μην πεθάνεις γεροντοκόρη». Συνέχισαν να ψευτοτσακώνονται μέχρι τη στιγμή που κάθισαν στο τραπέζι μιας ταβέρνας γεμάτης κόσμο. Η Σάνια κοίταξε διακριτικά το ρολόι της. Είχε πάει έντεκα. Λίγο φαγητό στα γρήγορα και μετά ύπνος, επιτέλους, κατέστρωσε το σχέδιό της. Γι’ αυτό έκανε βιαστικά νόημα στον πρώτο σερβιτόρο που είδε κοντά στο τραπέζι τους. «Τι;» παρέστησε την· αθώα μόλις οι φίλοι της την αγριοκοίταξαν. «Βιάζομαι επειδή πεινάω—» 130


Δυστυχώς, ο σερβιτόρος δεν αντιλήφθηκε το νεύμα της, και παρόλο που το μαγαζί ήταν γεμάτο, στήθηκε με άλλους τέσσερις συναδέλφους του μπροστά στη μικρή τηλεόραση κοντά στο ταμείο. Τι γίνεται εδώ; αναρωτήθηκε θυμωμένη η Σάνια. Θέλουν να διώξουν τους πελάτες; «Ας ελπίσουμε να μην έπεσε κάνα αεροπλάνο», είπε ο Μιχάλης μόλις αντιλήφθηκε την αιτία ενόχλησης της Σάνιας. «Όλο δυστυχήματα ακούω στις ειδήσεις τελευταία». «Τι θα γίνει, ρε παιδιά;» Η Μαργαρίτα, πιο πρακτική, ανέλαβε δράση. Αδιαφορώντας για τα επιτιμητικά βλέμματα των άλλων πελατών, σφύριξε κιόλας. Η Σάνιά κόντεψε να λιποθυμήσει απ’ την ντροπή. Ένας απ’ τους σερβιτόρους έσπευσε κοντά τους με το μπλοκ στα χέρια. Με το ένα αφτί περίμενε την παραγγελία και με το άλλο προσπαθούσε να ακούσει το δημοσιογράφο. Ετοιμάστηκε να παπαγαλίσει το μενού, όταν βουβάθηκε ξαφνικά ήταν το δευτερόλεπτο που χρειάστηκε για να αναγνωρίσει τη Σάνια. Του έπεσε το μπλοκ κι έδειχνε να τα ’χει εντελώς χαμένα. «Κατάλαβα. Δε θα φάμε ποτέ εδώ μέσα», αγανάκτησε η Μαργαρίτα. «Ναι, η Σάνια Παρίση είναι», του είπε αργά, σαν να απευθυνόταν σε άτομο με νοητική υστέρηση. «Πεινάει κι αυτή η καημένη, όπως όλοι μας». «Με συγχωρείτε· » ψέλλισε ο νεαρός, αλλά δεν έκανε καμία Κίνηση να μαζέψει το μπλοκ παραγγελιών. Τα μάτια του είχαν καρφωθεί στη Σάνια. «Σίγουρα δεν το ξέρετε·» διαπίστωσε σαν χαμένος. 131


«Τι να ξέρω;» Η Σάνια τον κοίταξε με μάτια πελώρια, γεμάτα γνήσια απορία. «Από το μεσημέρι γίνεται χαμός στα κανάλια, έχει βουίξει ο τόπος. Μάλλον δεν είδατε τηλεόραση·» «Μας δουλεύεις, ρε φίλε;» Η Μαργαρίτα αγρίεψε. «Τι συμβαίνει; Ήρθαμε να φάμε σαν άνθρωποι, κι αντί γι’ αυτό· » «Τι έδειξε η τηλεόραση;» ρώτησε η Σάνια, που ένιωσε πως κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε. «Τον συνέλαβαν», είπε ο νεαρός διστακτικά. Σκέφτηκε πως μια τέτοια είδηση δεν έπρεπε να φτάσει στ’ αφτιά της από εκείνον, αλλά συνέχισε. Ήταν άδικο να αφήσει αυτό το συμπαθητικό κορίτσι στην άγνοια. «Συνέλαβαν τον Ρωμανό Κατρά μετά από τόσα χρόνια. Ζούσε με άλλη ταυτότητα στη Γαλλία». Η Σάνια πετάχτηκε απ’ τη θέση της και τα βλέμματα όλων στράφηκαν πάνω της. Κάποιοι την αναγνώρισαν. Τα γέλια και οι ζωηρές κουβέντες κόπηκαν. Τώρα ακούγονταν μόνο ψίθυροι. «Είστε καλά; Να σας φέρω λίγο νερό;» Οι φίλοι της αρνήθηκαν για λογαριασμό της, αφού εκείνη δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Την έβγαλαν από την ταβέρνα υποβασταζόμενη. Ο Μιχάλης αναζήτησε ταξί κι η Μαργαρίτα την αγκάλιασε. Έβγαλε τη ζακέτα της και την τύλιξε γύρω από τους ώμους της φίλης της, που κοιτούσε με βλέμμα απλανές το σκοτεινό ουρανό. «Σάνια;» της ψιθύρισε. «Σάνια, γλυκιά μου, μ’ ακούς;» «Ήξερα ότι κάτι θα γινόταν», μουρμούρισε εκείνη. «Το ένιωθα, 132


Μαργαρίτα, και δε με πίστευε κανείς—» «Θα κοιμηθούμε απόψε στο ξενοδοχείο, κι αύριο το πρωί— » «Όχι!» Η φωνή της αντήχησε στη σιγαλιά. «Τώρα θα φύγουμε. Απόψε. Θέλω να μιλήσω με τους δικούς μου, να μάθω. Γιατί δε μου τηλεφώνησαν να με ενημερώσουν; Μα βέβαια, έχω κλειστό το κινητό. Θα με ψάχνουν! Η θεία— ο Παύλος— θα είναι όλοι αναστατωμένοι—» «Σάνια μου, λογικέψου. Δεν μπορούμε να φύγουμε μέσα στη νύχτα—» «Πόσων χρόνων να ’ταν ο σερβιτόρος; Δεκαέξι; Δεκαοχτώ με το ζόρι. Δεν ήταν παραπάνω. Όμως ήξερε. Ήξερε. Όλοι ξέρουν τι έχει συμβεί. Έκαναν το φόνο των ανθρώπων μου τραγούδι. Τώρα θα με λυπούνται πάλι, θα με κυνηγούν για μια φωτογραφία. “Η καημένη η Σάνια”, θα λένε. “Το δύστυχο κορίτσι. Έχει πάθει αμνησία από τότε·” Θα με λυπούνται· θα με λυπούνται· » «Στεφάνιο Παρίση, σύνελθε!» Η Μαργαρίτα άρχισε να την ταρακουνά. «Δεν είσαι πια παιδί, και στο χέρι σου είναι να τους δείξεις πως πρέπει να σε σέβονται, όχι να σε λυπούνται. Αλίμονό σου, αν δε φερθείς ανάλογα! Πρέπει να σταθείς στο ύψος σου. Αν δε θέλεις να σε λυπούνται, θα κόψεις τις υστερίες. Το κάθαρμα θα χωθεί και πάλι στη φυλακή. Τίποτα δεν μπορεί να σου κάνει πια. Τίποτα!» Η Σάνια λαχταρούσε να δείξει πως ήταν γενναία, αλλά έτρεμε ακόμα σύγκορμη και ένας κόμπος έφραζε το λαιμό της. Υποχώρησε. Το ταξί σταμάτησε μπροστά της κι η Μαργαρίτα την έσπρωξε στο πίσω κάθισμα. 133


Ένα δάκρυ που κύλησε στο παγωμένο της μάγουλο μαρτύρησε όλα όσα ένιωθε η καρδιά της. Ήταν έξι το πρωί και το σπίτι των θείων της πολιορκούνταν ήδη από τους δημοσιογράφους. Οι φωνές έφταναν καθαρές στ’ αφτιά τους, παρά τα διπλά τζάμια και την ηχομόνωση. Υπό κανονικές συνθήκες, το σπίτι τους δεν το φρουρούσαν τόσοι άντρες. Υπό κανονικές συνθήκες, το πρώτο πράγμα που αντίκριζες το πρωί πίσω από τις ίδιες κουρτίνες ήταν το άγαλμα του Ερμή και η αρμονική παράταξη των φυτών στους κήπους— Σήμερα όμως οι συνθήκες δεν ήταν κανονικές. Πάνω από είκοσι άντρες ειδικευμένοι στη φύλαξη υψηλών προσώπων έδιναν τη μάχη τους με τους δημοσιογράφους: εκείνοι απωθούσαν και οι εκπρόσωποι του Τύπου έσπρωχναν. Έ α πλάνο ζητούσαν μόνο, μια μικρή δήλωση: «Τι έχετε να πείτε, κύριε Μαρκάτο;», «Πώς νιώθει η ανιψιά σας;», «Τι στάση θα κρατήσετε από δω και πέρα;». Έξω επικρατούσε πανζουρλισμός και μέσα η ατμόσφαιρα θύμιζε νεκροταφείο. Τα πρόσωπα όλων ήταν σκυθρωπά, και παρόλο που δε μιλούσε κανείς, οι σκέψεις τους είχαν τον ίδιο αποδέκτη: τη Σάνια. Παρακολουθούσαν ακόμα και το παίξιμο των βλεφάρων της, από φόβο μήπως ερχόταν κάποια κρίση. Αν ήταν στο χέρι τους, θα την έκλειναν σε ένα κλουβί με όλες τις ανέσεις και θα την κρατούσαν μακριά από τον κόσμο και όσα συνέβαιναν σε αυτόν. Την είδαν να πατά ξανά το κουμπί του βίντεο και να αφοσιώνεται με κέρινη έκφραση στην οθόνη. Δεν έδειχνε κανένα συναίσθημα: ούτε λύπη ούτε χαρά, ούτε φόβο ούτε ανακούφιση. Έβλεπε το δολοφόνο της μάνας της και του πατριού της δεμένο με χειροπέδες να μπαίνει σε ένα περιπολικό 134


κάπου στο Παρίσι, κι έμοιαζε να μη συνειδητοποιεί γεγονός. Μόνο πατούσε την παύση στο ένα και μοναδικό κοντινό πλάνο που έ(πειλε η γαλλική τηλεόραση, για να από-τυπώσει στο νου της το πρόσωπό του και τις αλλαγές που έφερε πάνω του ο χρόνος. Το χρώμα των μαλλιών του ήταν λίγο πιο ανοιχτό απ’ όσο το έβλεπε στα φλας μπακ της και στις παλιές φωτογραφίες, τους είχε πει. Τα μάτια ήταν ολόιδια: μαύρα κι ανταριασμένα, σαν να κουβαλούσαν μέσα τους την κόλαση. «Σαν να μην είναι αυτός· » μονολογούσε συνέχεια. «Μοιάζει με θηρίο·» «Κλείσ το επιτέλους!» της φώναξε η Βέρα. «Τι προσπαθείς να καταλάβεις; Είναι εγκληματίας. Πώς περίμενες να μοιάζει; Κρυβόταν μια ζωή. Μπορεί να ’κανε και πλαστικές, δεν είναι καθόλου απίθανο». «Πάρτε της το τηλεχειριστήριο!» πετάχτηκε κι η Μίνα. «Τι κάθεσαι, ρε Παύλο; Πώς μπορούμε να καθόμαστε όλοι μουγκοί και να τη βλέπουμε να βασανίζεται έτσι;» «Σάνια, για το Θεό», παρενέβη ο Παύλος. «Δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα πια αυτό το κάθαρμα. Θα τον φέρουν εδώ, θα τον κλείσουν μέσα και θα μείνει εκεί. Θα φροντίσω προσωπικά γι’ αυτό». Δεν του απάντησε. Δε μίλησε σε κανέναν. Άφησε ήσυχα το τηλεχειριστήριο σ’ ένα τραπεζάκι και, πριν προλάβει να τη σταματήσει κανείς, άνοιξε την εξώπορτα και βγήκε. Η Μαργαρίτα είχε δίκιο: το πρώτο που έπρεπε να κάνει ήταν να δείξει στα όρνια πως έπρεπε νά ψάξουν άλλο ψοφίμι για να τραφούν. Είχε τη ζωή της πια, και την είχε κατακτήσει με πολύ κόπο. Δε θα γινόταν βορά στην πείνα τους για δράμα και 135


σκάνδαλα. Είχε μεγαλώσει. Ήταν κυρία του εαυτού της. Ναι, θα τους έδειχνε πως δεν ήταν πρόθυμο θύμα. ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ, ΚΤΗΜΑ ΡΑΒΕΝ Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο. Ο Άλεξ έβαλε κάτι τελευταίο στο δερμάτινο σακβουαγιάζ του, έκλεισε το φερμουάρ και βγήκε απ’ το δωμάτιό του δίχως να κοιτάξει πίσω. Είδε τη Νικόλ σκυμμένη πάνω στο χαλί να κουμαντάρει επιδέξια την ηλεκτρική σκούπα. Η αντίδρασή της στην καινούρια του εμφάνιση θα ήταν το πιο καθοριστικό τεστ. Γι’ αυτό την πλησίασε αθόρυβα και στάθηκε πίσω της με τα χέρια στις τσέπες. Η κοπέλα τον αντιλήφθηκε αμέσως. Συνηθισμένη καθώς ήταν να δουλεύει όταν εκείνος απουσίαζε, ταράχτηκε κι έριξε μια ματιά στο ρολόι της για να βεβαιωθεί πως δεν είχε λαθέψει. Έπειτα γύρισε, τον κοίταξε κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Λοιπόν;» τη ρώτησε ο Άλεξ ανήσυχα. «Κάπως έτσι μοιάζουν σήμέρα οι επιστήμονες; Εσύ βλέπεις πιο πολλή τηλεόραση από μένα. Κάτι θα ξέρεις παραπάνω—» Ήξερε, αλλά· είχε βουβαθεί. Το μόνο κοινό με τον Άλεξ Γκρέι που γνώριζε ήταν η καλύπτρα του. Όλα τα υπόλοιπα είχαν γίνει καπνός. Τα ακατάστατα μαύρα του μαλλιά είχαν αντικατασταθεί από ένα περιποιημένο κοντό κούρεμα και τα μαύρα ρούχα του είχαν δώσει τη θέση τους σ’ ένα μοντέρνο γκρι κοστούμι/ραμμένο σίγουρα κατά παραγγελία. Φορούσε μαύρο πουκάμισο και μαύρα παπούτσια πάνε οι μακριές καμπαρντίνες κι οι μπότες. Τα γάντια χαλούσαν λίγο το σύνολο, αλλά ήταν μια ενδιαφέρουσα παραφωνία. Μπορεί να θέλει να κρύψει 136


κάποιο κάψιμο στα χέρια, σκέφτηκε η Νικόλ. Ακόμα έστρεφε ελαφρά το κεφάλι του, ίσως από συνήθεια, αλλά η κοπέλα δεν έβρισκε τίποτα άσχημο στο πρόσωπό του εκείνη τη στιγμή. Τα χαρακτηριστικά του ήταν σκληρά όπως πάντα, όμως για πρώτη φορά της φάνηκαν γοητευτικά. Το κούρεμα απάλυνε την εντύπωση: κοντό σαν στρατιωτικό, με μερικές ατίθασες τούφες πάνω απ’ το μέτωπο και περιποιημένες, κοντές φαβορίτες. Μπορεί η καλύπτρα να ήταν λίγο μεγαλύτερη, για να καλύψει όσα έκρυβαν πριν τα μαλλιά, αλλά η γενική εικόνα δεν άλλαζε: εκείνη τη στιγμή ο Άλεξ Γκρέι ήταν ίοως ο πιο σαγηνευτικός άντρας που είχε δει ποτέ στη ζωή της. «Τι να πω;» αποκρίθηκε μόλις μπόρεσε να ξεπεράσει τη βουβαμάρα. «Δεν περίμενα··· δε φανταζόμουν· » «Θα ο’ το θέσω αλλιώς», τη βοήθησε. «Αν με έβλεπες για πρώτη φορά, θα σου προκαλούσα φόβο ή θα σου ενέπνεα εμπιστοσύνη;» «Δεν ξέρω», αποκρίθηκε εκείνη με ειλικρίνεια. «Αυτό που αποπνέει ένας άνθρωπος δεν αλλάζει τόσο εύκολα, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Τα ρούχα βοηθούν, βέβαια, πολύ. Ίσως αν χαμογελούσατε και λιγάκι—» «Αυτό είναι; Το χαμόγελο λείπει απ’ τη συνταγή;» «Και η συμπεριφορά», πήρε θάρρος εκείνη. «Δεν είναι σωστό να κοιτάτε μια γυναίκα σαν να είναι κατσαρίδα. Και τώρα αυτό το ύφος έχετε, ξέρετε. Με κοιτάτε με δυσφορία και απέχθεια. Αν η αλλαγή σας έχει στόχο κάποιο θηλυκό, πρέπει να διορθώσετε αυτό το σημείο. Μια τέτοια ματιά αρκεί για να το βάλει στα πόδια».

137


Χαμήλωσε το βλέμμα προβληματισμένος. Το σκέφτηκε και ξεστόμισε σιγανά μια βρισιά. Τα χαμόγελα ήταν δύσκολη υπόθεση για κείνον. Τουλάχιστον αυτά που απευθύνονταν σε γυναίκα. Δε χρειαζόταν να χαμογελάσει για να ρίξει στο κρεβάτι κάποια όταν πήγαινε στην πόλη: είτε πλήρωνε για τις υπηρεσίες της είτε κερνούσε κάνα δυο ποτά. Εύκολη δουλειά, απλή και σύντομη. Ήταν μια δοσοληψία χωρίς προκαταρκτικά και συναίσθημα. Όπως γενικά ο τρόπος ζωής του. «Κάνατε όμως μια πολύ καλή αρχή», θέλησε να του αναπτερώσει το ηθικό η κοπέλα. «Είναι απαραίτητα τα γάντια;» ρώτησε αμέσως μετά. «Λίγο πολύ. Υποτίθεται πως δεν ειδικεύομαι σε χειρωνακτικές εργασίες». «Κι οι επιστήμονες δεν μπορούν να αλλάξουν ούτε λάμπα, ε; Δίκιο έχετε. Μπορείτε να πείτε πως έχουν σημάδια απ’ το ατύχημα. Απ’ το ίδιο ατύχημα που σας στέρησε το μάτι, εννοώ —» συνέχισε δειλά. «Κάτι θα βρω». Σήκωσε το σακβουαγιάζ του και της έτεινε το άλλο χέρι. «Πρόσεχε το σπίτι μου, μικρή. “Οταν τελειώσουν όλα, εδώ θα γυρίσω πάλι. Θέλω να το βρω όπως το άφησα. Βασίζομαι πάνω σου». «Μην ανησυχείτε, μεσιέ», είπε η Νικόλ σφίγγοντας πρόθυμα το χέρι του. «Αυτό το σπίτι είναι το στολίδι της περιοχής. Θα το προσέχω σαν τα μάτια μου, σας το υπόσχομαι». Τον είδε να φεύγει σηκώνοντας άνετα το μικρό του φορτίο. Έτρεξε ξοπίσω του, αλλά δε γύρισε να την κοιτάξει. Έβαλε τον Κινγκ στο πίσω κάθισμα και πήγε στη θέση του οδηγού. Το 138


πρόσωπό του δε διακρινόταν πίσω απ’ το φιμέ τζάμι. Μόνο το χέρι του είδε να σηκώνει σε ένδειξη αποχαιρετισμού. Δεν ήξερε γιατί, αλλά σφίχτηκε η καρδιά της. ΕΛΛΑΔΑ Τα προβλήματα αυτής της χώρας είχαν ως διά μαγείας εκλείψει. Τις δύο τελευταίες μέρες μοναδικό θέμα συζήτησης στα τηλεοπτικά παράθυρα ήταν η σύλληψη του στυγερο�� δολοφόνου και η έκδοσή του στην Ελλάδα από τις γαλλικές Αρχές. Ο κόσμος ζητούσε την παραδειγματική τιμωρία του για το διπλό φονικό εκείνης της νύχτας. Ήταν πολύ αγαπητοί οι δύο άνθρωποι που έφυγαν από τη ζωή. Ο Αλέξανδρος Κατράς ήταν ο μεγιστάνας που έκανε το όνομα της χώρας του να ακούγεται στα πέρατα του κόσμου, και η Μιράντα Βαλέρη ήταν η τελευταία αυθεντική σταρ, η μόνη Ελληνίδα που κοσμούσε εξώφυλλα ξένων περιοδικών με συχνότητα ίδια με τους ομότεχνους αλλοδαπούς αστέρες, κι η μόνη που συνεργάστηκε με τόσους κορυφαίους σκηνοθέτες του Χόλιγουντ. Όταν διέβλεπε ότι το ενδιαφέρον του κόσμου ατονούσε, ήξερε πώς να το αναθερμαίνει: οι έρωτες καΛοι δύο γάμοι της είχαν γίνει τότε εξώφυλλο στα περισσότερα περιοδικά κι είχαν απασχολήσει μέχρι και σοβαρές πολιτικές εφημερίδες. Η Σάνια διέσχιζε με βήμα αργό τους διαδρόμους της Γενικής Ασιυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών, όπου ακόμα κρατούνταν ο δραηέ-της. Επικρατούσε σύγχυση για την αντιμετώπισή του. Οι γαλλικές Αρχές εξέφραζαν επιφυλάξεις για την ψυχική του ισορροπία και είχαν μεσολαβήσει ώστε να σταλεί στην Ελλάδα ειδικός συνεργάτης της Γαλλικής Αστυνομίας, ένας ψυχίατρος που παρακολουθούσε τον Κατρά 139


και υποστήριζε ότι έχει το ακαταλόγιστο. Στην Ελλάδα το κλίμα ήταν πολύ φορτισμένο, και οι περισσότεροι ήθελαν να δουν τον Ρωμανό Κατρά ξανά πίσω από τα σίδερα το συντομότερο δυνατόν. «Θέλω να τον δω», είπε ήρεμα η Σάνια στο διοικητή του Τμήματος Ανθρωποκτονιών. «Η αδερφή του τον επισκέφτηκε ήδη. Το ίδιο θέλω να κάνω κι εγώ». Δεν της αρνήθηκε, ξέροντας πολύ καλά ότι η κοπέλα είχε κάθε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Έδωσε λοιπόν εντολή σε δύο άντρες του να τη συνοδεύσουν στο κρατητήριο. Το έκανε από ευαισθησία, κι όχι επειδή ο θείος της θα μπορούσε να του δημιουργήσει προβλήματα στην καριέρα του, αν το ήθελε. Η Σάνια Παρίση ήταν αγαπητή σε όλους. Παρά την τραγωδία που έζησε μικρή, είχε μεγαλώσει με αξιοπρέπεια και αρχές. Ο χαρακτήρας της ήταν που τόσα χρόνια εμπόδιζε τους δημοσιογράφους από το να την ενοχλούν, όχι το παρελθόν της. Με κάποιο παράξενο τρόπο, η Σάνια Παρίση είχε κερδίσει την ησυχία της και σπάνια απασχολούσε τον Τύπο. Ναι, είχε κάθε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί και να ζητά προσωπική συνάντηση με τον άνθρωπο που είχε ανατρέψει με τόσο οδυνηρό τρόπο τη ζωή της. Τον είχαν σε ένα απομονωμένο δωμάτιο με κάγκελα σαν κελί. Τα τακούνια της αντήχησαν μονότονα καθώς μείωνε την απόσταση που τη χοίριζε από εκείνον. Το πρόσωπό της έμοιαζε με πορσελάνινη μάσκα, αλλά μέσα της έβραζε σαν. λάβα. Στάθηκε λίγα εκατοστά πίσω απ’ τα χοντρά κάγκελα και τον είδε, πεντακάθαρα αυτή τη φορά με τα μάτια της, όχι μέσα από το φακό των δημοσιογράφων. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν· χτυπήθηκαν στον αέρα 140


σαν ξίφη μονομάχων. Το δικό της αποκάλυπτε μίσος και περιφρόνηση. Το δικό του· τίποτα, πέρα από απέραντο κενό. Κανένα συναίσθημα· ούτε καν η ανάγκη να υποστηρίξει την αθωότητά του. Δεν ήταν ο Ρωμανός αυτό το πλάσμα με την ψυχή θηρίου. Τα μαύρα ρούχα του έκαναν, λες, το ογκώδες κορμί του να ασφυκτιά. Ήταν όλος νεύρα και μυς. Στις αναλαμπές της μνήμης της ήταν ψηλός κι ευγενικός. Στην πραγματικότητα έδειχνε γιγαντιαίος και άγριος. Είχε όψη φονιά και χαμόγελο παράφρονα. Γιατί το κάθαρμα τόλμησε να της χαμογελάσει. Ο Ζακ είχε μπει για τα καλά στο πετσί του ρόλου. Ακολουθώντας κατά γράμμα τις οδηγίες του Άλεξ, δεν έκανε την παραμικρή απόπειρα να τη συγκινήσει. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, το μίσος και ο θυμός ίσως μπορούσαν να ξυπνήσουν τις αναμνήσεις της καλύτερα από τους συναισθηματισμούς. Έπρεπε να την μπερδέψει και να διαλύσει τις όποιες άμυνές της. Ήταν η μοναδική αυτόπτης μάρτυρας και έπρεπε με κάθε τρόπο να κλονιστεί το ναρκωμένο κομμάτι του μυαλού της. Βλέποντάς τη, συνειδητοποίησε πως το να γίνει ενοχλητικός δεν ήταν εύκολη δουλειά. Τα μάτια της καθρέφτιζαν μίσος, αλλά, ακόμα κι έτσι, η όψη της παρέμενε αγγελική. Ήταν λεπτεπίλεπτη και γλυκιά ο τύπος γυναίκας που θα απέφευγε με κάθε τρόπο ο Άλεξ Γκρέι. «Έχεις ένα τσιγάρο;» τη ρώτησε στα γαλλικά. Έπειτα πλησίασε τα κάγκελα, τα κράτησε σφιχτά και ακούμπησε ανάμεσα σε δύο σίδερα το πρόσωπό του. Την κοίταξε απ’ την κορφή ως τα νύχια. «Μεγάλωσες, πριγκιπέσα. Με ζόρια, απ’ ό,τι έμαθα, αλλά μεγάλωσες. Έγινες ολόκληρη γυναίκα». 141


Η Σάνια κρατήθηκε για να μην κάνει ούτε μισό βήμα πίσω. Ήθελε να φαίνεται δυνατή. «Ξέρεις ελληνικά», του είπε παγερά. «Αν θες τσιγάρο, να μου το ζητήσεις στη γλώσσα μου. Είσαι ατή χώρα σου και (πα παλιά σου λημέρια. Κοίτα να το συνηθίσεις». Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε μια τούφα απ’ τα μαλλιά της. Εκείνη δεν κινήθηκε. Είμαι αιψαλής, υπενθύμιζε tnov εαυτό ιης. «Δεν έχω πατρίδα», της είπε συνεχίζοντας στα γαλλικά. «Θα πρέπει να ’μαθές για μένα. Αν οι τρελοί είχαν γλώσσα, αυτή θα μιλούσα. Δεν ξέρω πώς διάβολο ζητάνε τσιγάρο στη γλώσσα των τρελών». «Αν περιμένεις ευνοϊκή μεταχείριση επειδή κάποιοι υποστηρίζουν ότι δεν έχεις σώας τας φρένας· » «Στα γαλλικά!» φώναξε ξαφνικά κι άρχισε να κοπανάει τις γροθιές του στα κάγκελα. «Ξέρω πως τα μιλάς, πριγκιπέσα. Είναι η γλώσσα των εραστών, η γλώσσα των αληθινών ηρώων. Δε μ’ έσπρωξε τυχαία ο Θεός σε εκείνα τα μέρη. Θα μάθεις. Έχεις να μάθεις πολλά για μένα· » «Μόνο ένα πράγμα θέλω να μάθω για σένα, Ρωμανέ», του είπε θλιμμένη, κάνοντάς του τη χάρη να μιλήσει στα γαλλικά. «Γιατί; Γιατί τους σκότωσες;» Δεν της απάντησε. Έκανε πίσω και σωριάστηκε στο στενό ράντσο του κελιού του. Αρχισε να τραγουδά ένα γαλλικό σκοπό που θύμιζε εμβατήριο και το βλέμμα του υψώθηκε στο ταβάνι. Η Σάνια είδε τη δεξιά πλευρά του προσώπου του κι ανατρίχιασε. Δεν ήταν πρόσφατα τα σημάδια. Ισως είχαν γίνει τότε. Η νεκροψία είχε δείξει πως ο πατέρας του αντιστάθηκε. Οι 142


εφημερίδες της εποχής έγραψαν για σφαγή: αίμα παντού, δύο νεκροί κι ο μισοπεθαμένος φονιάς. Ναι, τότε είχαν γίνει αυτά τα σημάδια στο πρόσωπό του. Έφυγε με το γέλιο του να αντηχεί στ’ αφτιά της ενοχλητικό, σαν φάλτσο τραγούδι. Ήταν πιο ήσυχη τώρα. Ονειρευόταν αυτή τη στιγμή χρόνια. Μπορεί να μην πήρε απάντηση στις ερωτήσεις της, αλλά τουλάχιστον ήξερε πως δεν ήταν χέρι ανθρώπου αυτό που κατέστρεψε τη ζωή της· ήταν χέρι κτήνους. Τυλίχτηκε στο πανωφόρι της, σταμάτησε ένα ταξί και ξεκίνησε για το σπίτι της. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να συνεχίσει τη ζωή της. Από τη στιγμή που το μαύρο Range Rover πέρασε τα σύνορα της Ελλάδας, ο νους του δεν ήταν απόλυτα συγκεντρωμένος στην οδήγηση. Ήταν βράδυ, αλλά διέσχιζε τα βουνά σαν να έβλεπε ολοκάθαρα. Τα πιο απρόσιτα απ’ αυτά είχαν γίνει το καταφύγιό του κάμποσες μέρες πριν εξασφαλίσει διαβατήριο από το συνεργάτη του Αλβανού πλαστογράφου που γνώρισε στη φυλακή. Όλα τα χρήματα που του είχε δώσει κρυφά η αδερφή του δαπανήθηκαν για την πρώτη του ταυτότητα: Ντιμίτρι Γκόλεφ. Με αυτό το όνομα έφτασε στη Γαλλία και με αυτό το διαβατήριο παρουσιάστηκε στο γραφείο κατάταξης. Εκεί έγινε Άλεξ Γκρέι. Η Λεγεώνα δεν έκανε ερωτήσεις. Δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που φυγάδες, παράνομοι και γενικώς άνιρες με ύποπτο παρελθόν διάβαιναν τις πύλες της. Η δοκιμασία επιλογής ήταν εξαιρετικά σκληρή, αλλά σε περίπτωση που ο υποψήφιος επιτύγχανε, η κάλυψη ήταν 143


πλήρης. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν έσβησε τη μηχανή του αυτοκινήτου του. Άνοιξε το παράθυρο, άναψε ένα πούρο και βολιδοσκόπησε την περιοχή. Τα πάντα είχαν αλλάξει. Ήταν ανέκαθεν πλούσια γειτονιά, αλλά τώρα η χλιδή ήταν προκλητική: τεράστιες βίλες, υπέροχοι κήποι, πισίνες. Μόνο το δικό του σπίτι έμοιαζε φθαρμένο απ’ το χρόνο, γερασμένο, άχρωμο. Οι προβολείς είχαν ξηλωθεί και σκοτάδι βασίλευε παντού. Οι κήποι είχαν γίνει μια μικρή ζούγκλα. Φύσηξε τον καπνό και σμίγοντας τα φρύδια κοίταξε τη σοφίτα της πρώην έπαυλης. Εγκαταλειμμένη, με σιδεριές στα παράθυρα πνιγμένες στον κισσό και στη βρόμα. Ήταν κάποτε το δωμάτιό του, ο μικρός του επίγειος παράδεισος. Τράβηξε το σακβουαγιάζ απ’ το πίσω κάθισμα και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου. Βγήκε έξω με το πούρο στο χέρι, ελπίζοντας ο ήρεμος βηματισμός του να κατάφερνε να καταλαγιάσει την ταραχή της ψυχής του. Η πύλη άνοιξε μ’ ένα ελαφρύ σπρώξιμο: καμία ασφάλεια, ούτε ένα απλό λουκέτο. Ο Κινγκ δίπλα του γρύλισε. Είχε διαισθανθεί, φαίνεται, την αρνητική ενέργεια του χώρου. Πιθανόν και τότε ο αληθινός δράστης να είχε μπει έτσι εύκολα. Με τη γνώση πως μοναδικός του αντίπαλος θα ήταν μια αδύναμη γυναίκα. Μία νεκρή, ένα θύμα· αυτό ήταν το σχέδιό του. Αλλά χάλασε απ’ την ξαφνική επιστροφή των υπολοίπων. Είχε γυρίσει εκείνος, ο πατέρας του και η μικρή Σάνια. Η Μαρία ήταν τυχερή: είχε κανονίσει να κοιμηθεί σε μια φίλη της μετά από έναν άσχημο καβγά που έκανε το απόγευμα με τον πατέρα τους. Βεβαιώθηκε πως δεν υπήρχαν παρείσακτοι τριγύρω και έφτασε 144


μέχρι την εξώπορτα. «Οικογένεια Αλεξάνδρου Κατρά», έγραφε ακόμα στην εσωτερική ετικέτα. Μόνο που τα γράμματα είχαν ξεθωριάσει· τα γράμματα της μητέρας του. Στην πόρτα φάνηκε μια κοπέλα. Φώναξε την κυρία της, και μόνο όταν εκείνη της έδωσε την άδεια του είπε να περάσει. Ο Άλεξ μπήκε μέσα με σφιγμένη καρδιά. Όλα ήταν ίδια, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος. Άφησε την τσάντα του στο πάτωμα και διέταξε τον Κινγκ να παραμείνει απέξω. Η όσφρησή του ήταν ο καλύτερος συναγερμός: θα γάβγιζε ακόμα κι αν περνούσε ποντίκι. «Θεούλη μου—» Μόνο αυτό είπε η Μαρία πριν πέσει στην αγκαλιά του και ξεσπάσει σε λυγμούς. Την αγκάλιασε κι εκείνος. Ρούφηξε το άρωμα των μαλλιών της κι έσφιξε με ευχαρίστηση το κορμί της πάνω του. Τι όμορφη που ήταν! Και πόσο είχε αλλάξει! Βούρκωσε, η συγκίνηση τον έπνιξε. Η μικρή του αδερφή. Το μόνο θηλυκό μετά τη μητέρα του που είχε αγαπήσει. Η οικιακή βοηθός αποσύρθηκε ταραγμένη. Σίγουρα υπέθετε πως η αφεντικίνα της είχε μόλις υποδεχτεί κάποιο παλιό εραστή. Φορούσε άλλωστε μόνο το νυχτικό της. «Γιατί δε μου είπες;» τη μάλωσε μόλις την απομάκρυνε λίγο και κοίταξε το κλαμένο της πρόσωπο. «Γιατί μου έκρυψες την κατάστασή σου, Μαρία;» «Δεν είναι ώρα γι’ αυτά». Σκούπισε τα μάτια της και του έβγαλε πανωφόρι. Η καλύπτρα του δεν την τρόμαξε ούτε για μια στιγμή.

145


Έδειχνε πως τον περίμενε κάπως έτσι: άντρα πια, δυνατό, τελείως διαφορετικό απ’ τον δειλό νεαρό που είχε χαθεί τόσα χρόνια πριν. «Έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας για να δώσουμε εξηγήσεις». «Θα με αποκαλείς Άλεξ», της υπενθύμισε. «Ακόμα κι όταν είμαστε οι δυο μας». Έβγαλε τα γάντια του και τα μάτια της στάθηκαν αμέσως στα τραχιά του χέρια. Το βλέμμα της γέμισε τρυφερότητα. Για κανέναν απ’ τους δυο τους δεν ήταν εύκολα τα χρόνια που πέρασαν. «Θα πρέπει να είσαι ξεθεωμένος—» «Είσαι πανέμορφη, Μαρία— » Γέλασαν κι οι δύο. Από κάπου έπρεπε ν’ αρχίσουν, είχαν να πουν πάρα πολλά. Ο Άλεξ δέχτηκε πρόθυμα το ποτό που του έβαλε η αδερφή του και βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα. Η Μαρία κάθισε απέναντί του συγκινημένη. «Πού θα μείνεις;» τον ρώτησε. Αυτό δεν το είχαν ξεκαθαρίσει. «Εδώ». Η γουλιά του κονιάκ ήταν αληθινό βάλσαμο. «Έχω μιλήσει ήδη με τους υπευθύνους. Ως ψυχίατρος του Ρωμανού Κατρά και ο μόνος έμπιστός του, δεν είναι παράξενο να φιλοξενηθώ από την αδερφή του. Αύριο θα τον δω. Θα δω και — τη Σάνια». «Θα ετοιμάσω το δωμάτιό σου». «Είναι κλειδωμένο». «Όπως και το μισό σπίτι. Από πείσμα εξακολουθώ να μένω εδώ, Ρωμ— Άλεξ. Με ξέρεις. Αυτό το σπίτι είναι ό,τι απέμεινε 146


απ’ τους γονείς μας. Δεν ήθελα να το εγκαταλείψω». «Θα το ξεκλειδώσεις», της είπε κοφτά. «Όλο. Αλλά θα ναι μπροστά και η Σάνια. Είναι σημαντικό αυτό». «Όλα θα γίνουν όπως τα θες». Σηκώθηκε απ’ τη θέση της και χώθηκε ξανά στην αγκαλιά του. «Θέλω να μου πεις όλα όσα πέρασες— Άλεξ: Τίποτα να μη μου κρύψεις, τ’ ακούς; Μου έλειψες. Μου έλειψες τόσο πολύ— Και κοίτα πώς άλλαξες! Επιτέλους νιώθω ασφαλής. Κάθε γυναίκα θα ένιωθε ασφαλής κοντά σου—» «Η αλήθεια είναι πως πάχυνα λιγάκι», αστειεύτηκε εκείνος. «Στα μάτια μου είσαι πολύ γοητευτικός. Τρόμαξα να σε αναγνωρίσω. Είσαι· είσαι·» Τη φίλησε στο μάγουλο και της ζήτησε να σωπάσει. Είχαν καιρό να μιλήσουν. Τώρα ήταν εκεί στη γενέτειρά του, που ήταν κι ο τάφος της νιότης του. Είχε πολύ τρυφερές και πολύ οδυνηρές αναμνήσεις από εκείνο το μέρος. Ναι, θα τα έλεγαν όλα, αλλά όχι τώρα. Ένα βήμα τη φορά. Συναίσθημα με μέτρο. Για να μη γίνει το λάθος. «Πώς είναι ο Ζακ;» τη ρώτησε. «Τι να σου πω; Το απολαμβάνει». Ο Άλεξ ξεκαρδίστηκε στα γέλια. «Δεν το παίζει. Στ’ αλήθεια δεν πάει καλά!» «Τους έχει πείσει όλους· » ψιθύρισε η Μαρία, για την περίπτωση που η νεαρή Βουλγάρα είχε στήσει αφτί. «Δε θέλουν πολύ να του φορέσουν τη γνωστή ωραιότατη φόρμα που· δένει 147


πίσω. Πότε τραγουδάει πολεμικά εμβατήρια και πότε απαγγέλλει ποίηση. Στα μεσοδιαστήματα σκυλοβρίζει τους πάντες. Ισχυρίζεται ότι είναι διάνοια και αναφέρει συνέχεια κάποιο καβγά. Αν δεν ήταν αυτός ο καβγάς, υποστηρίζει, η φάκα δε θα χε πιάσει ποτέ το ποντίκι». «Το παρακάνει το κάθαρμα», είπε ο Άλεξ, αλλά χωρίς να θυμώσει. Μόνο ο Ζακ μπορούσε να φέρει εις πέρας αυτή τη δουλειά. Ήταν ειδικός στο να κουρελιάζει τα νεύρα των άλλων. Το ίδιο έκανε και με τους εχθρούς στις αποστολές τους. Πρώτα τους τρέλαινε και μετά τους έφερνε σε απόσταση βολής. Κάτι τέτοια ήταν βούτυρο στο ψωμί του. «Για ποιο καβγά μιλάει;» θέλησε να μάθει η Μαρία. «Τα ’κανε γυαλιά καρφιά σ’ ένα μπαρ. Έτσι τον συνέλαβαν. Μόνο που η ταυτοποίηση των αποτυπωμάτων έδειχνε εμένα. Ήταν απλή δουλειά. Όλα είναι σκηνοθετημένα— » Η Μαρία δεν καταλάβαινε και πολλά, αλλά δε βιαζόταν. Σώπασε. Ήθελε να απολαύσει όσο περισσότερο μπορούσε την αγκαλιά του αδερφού τ

ης.

Έμειναν έτσι μέχρι το ξημέρωμα, αποκοιμισμένοι στην ίδια πολυθρόνα, με τον πιστό Κινγκ ξαπλωμένο στο χαλάκι της εξώπορτας. Μόνο η οικιακή βοηθός δεν κοιμήθηκε καθόλου. Συνέβαιναν σημεία και τέρατα σ’ αυτό το σπίτι! Και φαινόταν τόσο αξιοπρεπής η κυρία— Συστήθηκε με την άνεση επαγγελματία παραμυθά. Για κάθε ερώτηση είχε προετοιμάσει μια απάντηση, κι ήταν τόσο 148


πειστικός, που του υποσχέθηκαν απόλυτη συνεργασία χωρίς να χρειαστεί να το διαπραγματευτεί. Συμφωνά με την κάρτα του, ήταν ο «Άλεξ Γκρέι,’Ψυχίατρος, Ειδικός Συνεργάτης της Γαλλικής Αστυνομίας». Τα άπταιστα ελληνικά του δικαιολογήθηκαν από την καταγωγή του, καθώς είπε πως είχε Έλληνα πατέρα και Γαλλοκαναδή μάνα. Είπε πως έζησε στο Κεμπέκ τα δεκαπέντε ΐχρώτα χρόνια της ζωής του, αλλά κάθε καλοκαίρι ερχόταν στην Ελλάδα. Σπούδασε στο Βανκούβερ, και κατόπιν πήγε να διδάξει σε πανεπιστήμιο του Παρισιού. Η συνεργασία του με τις Αρχές ξεκίνησε την τελευταία πενταετία, όταν κάποιος ασθενής του αποκαλύφθηκε ότι ήταν δολοφόνος κατά συρροήν. Υποτίθεται πως διατηρούσε ιδιωτικό ιατρείο στο Παρίσι, όπου ο Ρωμανός Κατράς τον επισκεπτόταν με άλλη ταυτότητα. Όλοι πείστηκαν από τους τρόπους του και τη μικρή επίδειξη της επιστημονικής του κατάρτισης πως, αν το επιδίωκε, θα ήταν διάσημος στη χώρα του. Το φρικτό τροχαίο που επινόησε για να δικαιολογήσει την καλύπτρα του εξηγούσε πολύ καλά το χαμηλό προφίλ του. ‘Οταν τους ζήτησε να χαμηλώσουν το φωτισμό, το έκαναν πρόθυμα. Το προσηνές χαμόγελο και η προσωπικότητά του είχαν γεννήσει σεβασμό -στους αστυνομικούς και τους ωθούσαν να συνεργαστούν στο πλαίσιο της ευγενούς άμιλλας. Ήταν φίλος, τους ξεκαθάρισε. Δεν είχε έρθει ως εκεί για να αθωώσει έναν ένοχο, αλλά για να βοηθήσει να αποδοθεί δικαιοσύνη. Για να κερδίσει το χρόνο που χρειαζόταν, είχε αφήσει να εννοηθεί ότι ήξερε διάφορα μυστικά για τον Ρωμανό Κα-τρά, δημιουργώντας έτσι μια ατμόσφαιρα μυστηρίου γύρω από τον πελάτη του. Όσα δεν είπε κέντρισαν την περιέργειά τους για τον κατηγορούμενο. Ήταν απαραίτητο να προκαλέσει αμφιβολίες για την ενοχή του. Με αυτό τον τρόπο ο πραγματικός δράστης -ον ήταν ακόμα ζωντανόςίσως 149


έκανε κάποια κίνηση απελπισίας. Δεν το έδειξε, αλλά οι προσδοκίες του επιβεβαιώθηκαν όταν τον πληροφόρησαν για την πέτρα με το σημείωμα που πέταξαν στη Σάνια. «Είναι αυτόπτης μάρτυρας», τους δήλωσε τότε, αφήνοντάς τους άναυδους. «Έτσι μου έλεγε συνέχεια ο πελάτης μου, και ίσως να είναι αλήθεια, αν κρίνω από την απώλεια μνήμης που ακολούθησε». Τίποτ άλλο δεν είπε σ εκείνη τη συνάντηση. Όταν ετοιμάστηκε να φύγει, οι δύο αστυνομικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών και ο προϊστάμενός τους του έδωσαν το χέρι. Ανταπέδωσε τη χειραψία. Χαμογελούσε ακόμα όταν χτύπησε η πόρτα. Οι επισκέπτες δε χρειάζονταν αναγγελία, προφανώς επειδή είχαν το δικαίωμα, δεδομένων των συνθηκών, να βρίσκονται εκεί. Ο Άλεξ γύρισε να κοιτάξει τους νεοφερμένους. Υψηλά πρόσωπα. Δε χρειαζόταν συστάσεις για να τους αναγνωρίσει, κι ας είχαν περάσει τόσα χρόνια: ο γιος του νυν υπουργού Δικαιοσύνης και η Σάνια Παρίση. Σύμφωνα με τη Μαρία, είχαν μεγαλώσει’σαν αδέρφια. Μόνο εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που το βλέμμα του συνάντησε εκείνο της Σάνιας έχασε την αυτοκυριαρχία του. Θυμόταν ένα ατίθασο παιδί και τώρα αντίκριζε μια χαμένη γυναίκα. Δεν τη φανταζόταν έτσι τις λίγες φορές που την είχε σκεφτεί. Εκείνο το καθαρό οβάλ πρόσωπο με τα μεγάλα, υγρά γαλάζια μάτια δεν είχε ίχνος από την αυτοπεποίθηση των παιδικών της χρόνων. Έμοιαζε να κρύβεται στις σκιές των ανθρώπων γύρω της, εκείνη που στη μικρή της σκιά χωρούσε κάποτε τον κόσμο όλο. Ο Άλεξ ως ειδικός την καταλάβαινε Δεν ήταν λίγο να αγνοεί την πιο τρυφερή χρονική περίοδο της ζωής της. Ως άνθρωπος τη λυπόταν. Ήταν εξουθενωτικό να μην 150


μπορεί να κουβαλήσει το βάρος της ίδιας της της ύπαρξης. Κι ως άντρας σά-στίζε. Δε θυμόταν να έχει δει ποτέ θηλυκό τόσο αμήχανο μπροστά σε ένα απλό αντρικό βλέμμα. Η έμφυτη ευγένεια της Ιόνιας την εμπόδιζε να κοιτάξει απευθείας την καλύπτρα του, αλλά η νευρικότητά της δεν κρυβόταν. Οι συστάσεις έγιναν, και το χέρι του απλώθηκε πρώτο προς το μέρος της. Την ένιωσε να τρέμει παρά το εμπόδιο των γαντιών του. Το χαμόγελό του δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Δε στάθηκε ικανό να γκρεμίσει το τείχος που υψώθηκε αμέσως ανάμεσά τους. Την είδε να στριμώχνεται, παραπατώντας σχεδόν, στο πλευρό του ξαδέρφου της. Πρόσεξε πως κι εκείνος την αγκάλιασε προστατευτικά από τους ώμους και την κράτησε δίπλα του με ύφος αλαζονικό, σαν να ήταν τρόπαιό του. «Παύλος Μαρκάτος», είπε ο άντρας κοφτά, με τον αέρα και τη δύναμη που χαρίζει η εξουσία. «Άλεξ Γκρέι», ανταπέδωσε στον ίδιο τόνο, μ’ ένα χαμόγελο που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας: ήταν τυπικό, επιβεβλημένο από τις περιστάσεις. «Μάθαμε πως· » «Όσα μάθατε είναι αλήθεια», του έκοψε το βήχα. Η αντιπάθεια ανάμεσά τους ήταν αμοιβαία, «θα μείνω εδώ όσο καιρό χρειαστεί. Ο κύριος Ρωμανός», τόνισε τη λέξη «κύριος», «ξέρει πολλά περισσότερα απ’ όσα μου έχει αποκαλύψει. Με εμπιστεύεται. Όταν θα αποφασίσει να μιλήσει, θα μιλήσει μόνο σ’ εμένα». Η Σάνια λούφαξε ακόμα περισ��ότερο. Κοιτούσε σταθερά τις μύτες των παπουτσιών της. Πότε ανεβοκατέβαζε το χέρι της 151


στο λουρί της τσάντας της και πότε έστρωνε νευρικά τα μαλλιά της. Ακόμα και το κακόγουστο ροζ φουλάρι της την ενοχλούσε. Το ένιωθε σαν θηλιά. Ήταν ολοφάνερο πως ασφυκτιούσε. «Για να σας πει τι;» Ο Παύλος έδειξε ανοιχτά πια την απέχθειά του. «Και γιατί να μας ενδιαφέρει αυτό; ‘Ο,τι είχε να πει το είπε στη δίκη. Η υπόθεση έχει κλείσει» «Για σας, μπορεί». Αρχισε να κινείται προς την έξοδο. Με την άκρη του ματιού του είδε την κοπέλα να ξεφυσάει ανακουφισμένη. «Πώς ωστόσο να είναι απόλυτα σίγουρος κανείς, όταν εξακολουθούν να υπάρχουν χαμένες αναμνήσεις;» Βγαίνοντας, έκλεισε την πόρτα μαλακά. Ήξερε όμως πως όλοι όσοι βρίσκονταν πίσω της ένιωσαν σαν να την είχε βροντήξει. «Λοιπόν, αποφάσισαν για την τύχη μου;» Ο Ζακ παρέμεινε ξαπλωμένος στο ράντσο του, δείχνοντας ιδιαίτερη προσήλωση στα δαχτυλίδια του καπνού που έβγαιναν απ’ το στόμα του. Ήξερε ποιοι στέκονταν έξω απ’ το κελί του χωρίς καν να κοιτάξει. Η κοπέλα φορούσε το ίδιο άρωμα με την προηγούμενη φορά, κι ο άντρας ακριβά ιταλικά δετά παπούτσια με σόλες από χοιρόδερμα. Είχαν χαρακτηριστικό ήχο, εύκολα αναγνωρίσιμο στον ίδιο, αφού διέθετε καμιά δεκαριά τέτοια ζευγάρια. Πού να ’ξέραν, συλλογίστηκε διασκεδάζοντας. Η μασκαράτα του ήταν τόσο πετυχημένη, που κόντευε να πειστεί κι ο ίδιος. Τα φρικτά μαύρα ρούχα του Άλεξ τον είχαν βάλει στο πετσί του ρόλου, κι όταν είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη μετά τη μεταμφίεση, έπαθε πλάκα. Ισως να καθιέρωνε το μακρύτερο μαλλί· του άρεσε. Και αυτό και το μόνιμο μακιγιάζ που τόνιζε 152


τις σκιές στο πρόσωπό του και του είχε δημιουργήσει μερικά ακόμα σημάδια. Μόνο την αξυρισιά θα εγκατέλειπε. Ήταν απαραίτητη για να μην είναι αναγνωρίσιμος ως Ζακ Λαρουά, αλλά του προκαλούσε φαγούρα. Είχε πολύ καλή σχέση με το ξυράφι του. Απάντησε η Σάνια. «Όπου και να καταλήξεις, το ίδιο δε θα ναι για σένα;» «Τους δεσμοφύλακες δεν μπορώ να τους χουφτώνω. Προτιμώ τις νοσοκόμες». «Πού ήσουν τόσα χρόνια, Ρωμανέ; Τι έκανες;» «Καίγεσαι να μάθεις, πριγκιπέσα;» Πέταξε το τσιγάρο του στο πάτοψα και σηκώθηκε. Τους πλησίασε και κοίταξε περιφρονητικά τόσο εκείνη όσο και το λιμοκοντόρο στο πλευρό της. Ούτε ο Άλεξ θα τον συμπάθησε. Ήταν βέβαιος. «Μμμ, ναι· » συνέχισε, βραχνιάζοντας επίτηδες τη φωνή του. Έπειτα της πρόσφερε μια τέλεια θέα της σημαδεμένης πλευράς του προσώπου του. «Καίγεσαι», διαπίστωσε. «Θέλεις να μάθεις αν η σιωπή σου καταδίκασε κάποτε έναν αθώο. Η αμνησία σε κάνει να υποφέρεις. Σκέφτεσαι πως αν μπορούσες να πεις όσα είδες, ίσως να μην ήμουν εδώ. Ισως να ζούσα ακόμα στο σπίτι μου παρέα με την αδερφή μου· μπορεί μάλιστα να είχα κι ένα ωραίο ιατρείο για να βοηθάω τους τρελούς αυτής της πόλης. Ισως—» επανέλαβε γελώντας. «Μπορεί να μάθεις, μπορεί και όχι. Ο φίλος μου ο Άλεξ ξέρει αρκετά. Θα τον γνωρίσεις καλά, του έχω μιλήσει για σένα. Είμαι πρόκληση γι αυτόν. Απ’ όλους τους παλαβούς που πέρασαν απ’ τα χέρια του, μόνο εγώ τον έχω προκαλέσει τόσο. Θα σου πει. Αν και όταν σε εμπιστευτεί. Αν και όταν το θελήσω— »

153


Η Σάνια τον είδε ν’ ανάβει άλλο ένα τσιγάρο. Αυτή τη φορά ο καπνός πήγε στο πρόσωπό της. Έβηξε, αλλά δεν έκανε πίσω. «Μην ελπίζεις να επανεξεταστεί η υπόθεση», θέλησε να τον πονέσει. Το γέλιο του αντήχησε σε όλο το διάδρομο. «Αυτό πίστεψες; Πως ελπίζω να ξαναρχίσουν οι έρευνες; Είσαι πιο τρελή από μένα, πριγκιπέσα. Δε συνηθίζω να χάνω το χρόνο μου. Ξέρω πως ποτέ δε θα γίνει κάτι τέτοιο. Κάπως όμως πρέπει να παίξω κι εγώ, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα. Να περάσω την ώρα μου. Όλοι κάποια στιγμή θα εγκαταλείψουν τις προσπάθειες εκτός από σένα και το φίλο μου τον Άλεξ», είπε με σιγουριά. «Και μόλις κλείσουν οι κάμερες και σβήσουν τα φώτα, θα χαρώ πολύ να σας δω να με ψάχνετε και να προσπαθείτε να πάρετε μια ασφαλή απάντηση: Λογικός ή τρελός; Διάνοια ή ηλίθιος; Άνθρωπος ή τέρας; Πού ξέρεις, πριγκιπέσα; Μπορεί σιο τέλος να φανώ τυχερός. Μπορεί, ας πούμε, να ξυπνήσουν οι αναμνήσεις—» «Κάνεις λάθος!» του είπε αρπάζοντας τα κάγκελα. «Δεν πρόκειται να σε ξαναδώ. Δε θέλω!» «Βάζεις στοίχημα;» τη ρώτησε απαλά. «Δε χρειάζομαι το πτυχίο μου για να διαβάσω την ψυχή σου. Ξέρω πολλά που δε θυμάσαι. Και θα ’ρθεις ξανά εδώ -γονατιστή, αν χρειαστείγια να τα μάθεις». Ο Ζακ έκρινε πως είχε πει αρκετά κι άρχισε να τραγουδά. Η παράστασή του ήταν μεγαλειώδης. Τους γύρισε την πλάτη και ένα θριαμβευτικό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του. Τρεις ΜΕΡΕΣ ΑΝΤΕΞΕ ο όρκος της να μακριά απ’ αυτή την ιστορία. Τρεις μέρες προσποιούνταν -με απόλυτη επιτυχία, είναι 154


αλήθειαπως είχε επιστρέψει στους φυσιολογικούς ρυθμούς της ζωής της, κατορθώνοντας να απαλλαγεί από την υπερβολική προσοχή των οικείων της ώστε να συνεχίσει τις δραστηριότητές της με ακόμα μεγαλύτερη αφοσίωση. Μέχρι και τους δημοσιογράφους αντιμετώπιζε στωικά, με μια συγκαταβατικότητα που δεν υποψιαζόταν καν ότι την είχε. «Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν», έλεγε κοιτώντας με θάρρος το φακό. «Ειλικρινά, δε με ενδιαφέρει ποια θα είναι η κατάληξη του κυρίου Κατρά. Πήγα να τον δω μόνο από περιέργεια·» Δήλωνε πάντα το ίδιο, με την ίδια έκφραση καρμπόν στο πρόσωπό της. Ώσπου στο τέλος παραιτήθηκαν. Η Σάνια Παρίση δεν ήταν το λαβράκι που φαντάζονταν. Τους μιλούσε σαν να ήταν κασετόφωνο που έπαιζε την ίδια κασέτα όλη την ώρα. Και τώρα, τρεις μέρες μετά τη δεύτερη επίσκεψή της σε εκείνο το κελί, ο κουρνιαχτός είχε κατακαθίσει και το τοπίο έδειχνε πια καθαρό. Υπήρχε η ίδια, η δουλειά της, η οικογένειά της και οι φίλοι της η ρουτίνα της: το πρωί στο περιοδικό, το μεσημέρι σε διάφορες δουλειές και το βράδυ χαλάρωση με βιβλία και καλή μουσική. Τίποτα δεν απείχε περισσότερο από την αλήθεια. Κοίταξε το ρολόι της. Περασμένα μεσάνυχτα. Ωραία. Αυτή την ώρα θα είχε απομείνει μόνο ο ένας φρουρός απ’ τους τέσσερις που είχε προσλάβει ο Παύλος μετά την ιστορία με την πέτρα. Θα τον ξεγελούσε. Αρκεί η Μαργαρίτα να έκανε αυτό που έπρεπε. Άκουσε συνομιλίες κι έπειτα το χαρακτηριστικό γέλιο που επιστράτευε η φίλη της όταν ήθελε να γοητεύσει. Κούμπωσε το πανωφόρι της κι έβαλε την τελευταία πινελιά στο μακιγιάζ της. 155


Έπρεπε να μοιάζει με γυναίκα που θα πήγαινε σε ερωτικό ραντεβού. «Όχι κι άσχημα—» είπε στο είδωλό της, που πρόβαρε μερικά πονηρά χαμόγελα στον καθρέφτη. ’ Ανάσανε βαθιά και πήρε το τσαντάκι της. Έπειτα άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω, προσπαθώντας να μη δείξει το φόβο της στο ντόμπερμαν που εκτελούσε κι αυτό χρέη φύλακα. «Καλό σκυλάκι— » το παίνεψε και πήγε στην εξώπορτα της αυλής. Ο άντρας, ένας σωματώδης τύπος αποσπασμένος προσωρινά από την ασφάλεια του υπουργού, της χαμογέλασε. Η πονηρή του έκφραση έδειχνε πως είχε χάψει το παραμύθι. «Δε θ’ αργήσω», έσπευσε να τον καθησυχάσει η Σάνια. «Για ένα ποτό θα πάμε μόνο». «Εξηγούσα στη φίλη σου πως θα παρακολουθώ από απόσταση», της είπε. Η Σάνια το είχε προβλέψει αυτό. Το σχέδιό της ήταν μελετημένο με προσοχή, κι έτσι δεν έφερε αντιρρήσεις. «Κάνε ό,τι νομίζεις. Δε θα σταθώ εμπόδιο στη δουλειά σου. Το μόνο που θέλω είναι να ζήσω για λίγο φυσιολογικά—» «Εσείς με το αυτοκίνητο κι εγώ με τη μηχανή», την έκοψε ο άντρας, χωρίς να δείχνει ιδιαίτερα συγκινημένος από τα λόγια της. «Εντάξει». Τρία στενά πιο κάτω, το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή. Η Μαργαρίτα σταμάτησε το αυτοκίνητο σε ένα σκοτεινό σημείο κι η Σάνια βγήκε έξω. Έφερε το κινητό της στο αφτί και προσποιήθηκε πως άρχισε να μιλά. Βεβαιώθηκε ότι ο φρουρός την έβλεπε και βάλθηκε να χειρονομεί έντονα. Από μακριά έδειχνε σαν να καβγάδιζε άσχημα. Έκανε ένα 156


οφθαλμοφανέστατο νόημα στη Μαργαρίτα να περιμένει λίγο και χώθηκε στο μικρό παράπλευρο δρομάκι, δήθεν για να μην ακούγεται. Εκεί την περίμενε η Βέρα, που είχε ντυθεί ακριβώς σαν εκείνη. Από μακριά ήταν ολόιδιες: ίδιο ύψος, ίδια μαύρα μαλλιά, ίδια κίνηση. Η μικρότερη ξαδέρφη της ψοφούσε για περιπέτειες κι ήταν μες στην τρελή χαρά. Δεν υπήρχε περίπτωση αποτυχίας με τέτοια σκηνοθεσία. Πέρασε ένα λεπτό μέχρι να ακούσει τους χαρακτηριστικούς θορύβους του αυτοκινήτου και της μηχανής. Όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Περίμενε λίγο για να βεβαιωθεί πως απομακρύνθηκαν, κι έβαλε σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος του σχεδίου της. Δεν απείχε πολύ από εκεί το σπίτι των Κατράδων. Δυο δρόμοι ήταν όλοι κι όλοι, όμως έπρεπε να τους διασχίσει ισορροπώντας στα λεπτά τακούνια των κομψών παπουτσιών της. Όταν έφτασε, επιχείρησε να ανοίξει την εξωτερική πύλη σαν κυρία, αλλά αντιμετώπισε μια έκπληξη: την εμπόδιζε μία ολοκαίνουρια κλειδαριά ασφαλείας. Συγχύστηκε για μια στιγμή, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Τα κάγκελα της περίφραξης δεν είχαν αντικατασταθεί, και ήξερε πολύ καλά πως μπορούσε να σκαρφαλώσει και να μπει μέσα από ένα σημείο στο πίσω μέρος των κήπων. Περπάτησε στις μύτες ως εκεί, κι αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε ψυχή γύρω, ανέβηκε τα κάγκελα. Προσγειώθηκε άγαρμπα στο έδαφος στην άλλη μεριά, αλλά δεν την ένοιαξε. Αφού θεοί και δαίμονες συνεργάζονταν για να την κρατήσουν μακριά από τη μόνη πηγή αλήθειας γι’ αυτή, θα τους ξεγελούσε. Ήταν να μην της καρφωθεί κάτι στο κεφάλι. Δε θα ησύχαζε αν — Τη μια στιγμή ήταν όρθια και βάδιζε αποφασισμένη προς το σπίτι, και την άλλη βρέθηκε ξαπλωμένη ανάσκελα στο χώμα με 157


δυο τριχωτά πόδια να την πατάνε στο στήθος. Οι παλάμες της χώθηκαν στις λάσπες για να ανασηκώσουν ελαφρά το σώμα της και να της επιτρέψουν να δει. Είδε λευκά δόντια, κοφτερά σαν σταλακτίτες είδε μια μουσούδα να ζαρώνει απειλητικά είδε μια υγρή μαύρη μύτη να τρέμει σαν κομπρεσέρ και δυο αφτιά ορθωμένα να σημαδεύουν τον ουρανό. Στο γρύλισμα του σκύλου, της κόπηκε η μιλιά. Νόμισε πως ήρθε το τέλος. «Κινγκ!» Μία λέξη, και αυτομάτως τα τριχωτά πόδια έπαψαν να στερούν απ’ τα πνευμόνια της το οξυγόνο. Η μουσούδα χαλάρωσε, το γρύλισμα έπαψε και μια χαριτωμένη ροζ γλώσσα ξεμύτισε ανάμεσα απ’ τα σουβλερά δόντια. Η Σάνια είδε την ουρά του σκύλου να κουνιέται πέρα δώθε από χαρά. Τα αφτιά κατέβηκαν για να υποδεχτούν το επιβραβευτικό χάδι του αφεντικού. «Κινγκ;» αναρωτήθηκε έκπληκτη, λες κι από όλη την κατάσταση αυτό ήταν το μόνο λογικό να ρωτήσει. Ο Άλεξ της εξήγησε αμέσως. «Είπα· Μινγκ, όχι Κινγκ». Της έτεινε το χέρι για να τη βοηθήσει να σηκωθεί. Από ένστικτο, λες, είχε προλάβει να φορέσει τα γάντια. «Μινγκ;» επανέλαβε. Δεν αναγνώριζε τον εαυτό της. Θα μπορούσε σίγουρα να πει κάτι πιο έξυπνο και πιο ταιριαστό στην παράδοξη αυτή περίσταση. Ένα «Συγγνώμη για την απροειδοποίητη επίσκεψη», ας πούμε. Είχε τα χάλια της. Η φούστα της είχε σκιστεί, η μπλούζα της είχε δυο λασπωμένα αποτυπώματα σκυλίσιας πατούσας, έτρεμε ακόμα ολόκληρη απ’ την ταραχή και υποπτευόταν πως το ωραίο της μακιγιάζ είχε γίνει ένα πασάλειμμα από μέικ απ, κραγιόν, μάσκαρα και λάσπη. Πού να φανταστεί ότι θα υπήρχε σκύλος! Το φιλόδοξο 158


σχέδιό της δεν κάλυπτε αυτή την πιθανότητα. Ήταν σκοτάδι και δεν μπόρεσε να διακρίνει καλά το πρόσωπό του. Τη μαύρη του καλύπτρα την έβλεπε, αλλά από κει και πέρα τίποτα. Η ψ(ονή του δεν έδειχνε θυμό όμως. Κάτι ήταν κι αυτό. Άλλοι ίσως να είχαν βγάλει καμιά καραμπίνα σε τέτοια περίπτωση. Φέρθηκε περίπου σαν διαρρήκτης: μπήκε στο χώρο ύπουλα, κρυφά. Τι μπέρδεμα! «Τον ονόμασα Μινγκ γιατί στα νιάτα του ορμούσε σαν σοβιετικό καταδιωκτικό», της είπε ο Άλεξ, εξαίροντας νοερά την ετοιμότητά του. Πώς να εξηγούσε αλλιώς την ύπαρξη ενός γερμανικού ποιμενικού ολόιδιου με εκείνο που είχε κάποτε ο Ρωμανός Κατράς και που πρωταγωνιστούσε στις περισσότερες οικογενειακές φωτογραφίες και μάλιστα με το ίδιο όνομα; Ευτυχώς, το μυαλό του λειτούργησε γρήγορα. Το Μινγκ ήταν ένα όνομα που θα άκουγε ο σκύλος του μπροστά της και ταυτόχρονα θα απομάκρυνε την πιθανότητα δυσάρεστων συνειρμών. Παρά τρίχα να γίνει κακή αρχή, σκέφτηκε. «Τον κορόιδευα τον κακομοίρη για τη συνήθειά του να εφορμά στις άτυχες γάτες, αλλά οφείλω να του ζητήσω συγγνώμη. Καταδιώκει μια χαρά και τους παρείσακτους, απ’ ό,τι είδα». «Κύριε Γκρέι— » ξεκίνησε απολογητικά, αλλά σταμάτησε. Πώς να δικαιολογήσει αυτή τη συμπεριφορά; Θα ακουγόταν γελοίο. «Ναι, δεσποινίς Παρίση;» Εντάξει, ας το πάρουμε απ’ την αρχή, αποφάσισε η Σάνια. «Κύριε Γκρέι, λυπάμαι πολύ», είπε, αποφεύγοντας το βλέμμα του, που πίστευε ότι ήταν ανατριχιαστικά διορατικό ακόμα και στο σκοτάδι. Ένιωσε να κρυώνει και τύλιξε τα χέρια της γύρω 159


από τον εαυτό της. «Ήθελα να σας δω, και δεν είχα άλλο τρόπο», ομολόγησε·. «Η οικογένειά μου δε μου επιτρέπει να έρχομαι εδώ, και τον τελευταίο καιρό μού ’χουν φορτώσει και φρουρούς. Όμως έπρεπε να μιλήσουμε. Αντιστάθηκα πολύ σε αυτή την επιθυμία, αλλά δεν κατάφερα να την προσπεράσω. Θέλω να μου μιλήσετε για τον· για τον· γι’ αυτόν. Αποκόμισα την εντύπωση πως με ξέρει πάρα πολύ καλά. Έχω την ανάγκη να μάθω· » Έκανε μια παύση, ξεροκατάπιε και κοίταξε το έδαφος. Τη φόβιζε η θέα της καλύπτρας, του ματιού που κρυβόταν από πίσω· «Είστε ο ψυχίατρός του», συνέχισε με κόπο. «Σίγουρα θα σας έχει εκμυστηρευτεί αρκετά για το παρελθόν του. Ισως ξέρει πράγματα για μένα που δεν τολμούν να μου πουν οι άλλοι. Βλέπετε, από μικρή με προστατεύουν όλοι. Μου λένε ό,τι θέλω να ακούω. Δεν ξέρω πώς να σας το πω, αλλά· αλλά· συχνά νιώθω πως με κοροϊδεύουν. Ισως θα έπρεπε να είμαι κάποια άλλη. Ισως είμαι αυτή που είμαι μόνο και μόνο για να είμαι χαρούμενη και ελέγξιμη. Δεν ξέρω· ειλικρινά δεν ξέρω·» Ο Άλεξ έκρυψε καλά την τρυφερότητα που ένιωθε. Είχε μπροστά του μία απ’ τις ελάχιστες ανθρώπινες υπάρξεις που του έδιναν κάποτε αληθινή χαρά, όμως έπρεπε να της φέρεται σαν να ήταν ξένη. Το πρόσωπό της διατηρούσε κάποια παιδικά χαρακτηριστικά, διαπίστωσε. Έτρεμε ακόμα όταν φοβόταν και δάγκωνε με τον ίδιο αμήχανο τρόπο τις άκρες των χειλιών της όταν δυσκολευόταν να αντιμετωπίσει μια κατάσταση. Τη λυπήθηκε για όσα πέρασε και εξακολουθούσε να περνάει. Λυπόταν και τον εαυτό του που έπρεπε να τη μεταχειριστεί σαν άψυχο κλειδί το μόνο που μπορούσε να ανοίξει την πόρτα. «Θέλετε να πάμε μέσα, δεσποινίς Παρίση;» τη ρώτησε ευγενικά. Ανεξάρτητα από τα συναισθήματά του γι αυτήν, 160


έπρεπε να μείνει πιστός στο σχέδιό του. Θα της έδειχνε έναν άντρα που δε θα την τρόμαζε, και θα τη βοηθούσε να νιώσει άνετα. Δεν του επιτρεπόταν να διστάσει, ούτε ελάχιστα. «Γι αυτό ήρθα», μουρμούρισε εκείνη. «Άσχετα αν δεν πρόλαβα να σας χτυπήσω την πόρτα—» «Θα σε αναζητούσα κι εγώ κάποια απ’ αυτές τις μέρες», της είπε καθώς περπατούσαν χωρίς βιασύνη. Πρόσεξε πως εκείνη στα δέκα βήματα σκουντούφλησε πέντε φορές. «Για να είμαι ειλικρινής, αυτός ήταν κι ο λόγος που προτίμησα να αποδεχτώ την πρόταση της κυρίας Κατρά να με φιλοξενήσει. Έμαθα πως μένεις κοντά. Δε θα ’ναι λοιπόν καθόλου δύσκολο να κανονίσουμε μερικές συναντήσεις—» Ο Άλεξ της άνοιξε την πόρτα και την περίμενε ιπποτικά να περάσει. Η πρώτη του κίνηση ήταν να ανάψει δυο μικρά πορτατίφ και να δέσει σφιχτά τη ζωνη της ράμπας του. Εναν τέτοιο άντρα θα εμπιστευόταν εύκολα η Σάνια: έναν τζέντλεμαν που εκδήλωνε αμηχανία μπροστά σε μια γυναίκα όταν οι συνθήκες απαιτούσαν την απομόνωσή τους. «Η Μαρία;» ρώτησε η κοπέλα δείχνοντας ιδιαίτερη προσήλωση στα σχέδια του χαλιού. «Θα διανυκτερεύσει στην κλινική. Η μητέρα της δεν είναι και τόσο καλά». «Ναι· ξέρω· » «Είμαστε μόνοι μας», επιβεβαίωσε τις υποψίες της. «Μπορείς, αν θέλεις, να κάνεις ένα μπάνιο και να βάλεις κάποιο ρούχο της κυρίας Κατρά. Είμαι βέβαιος πως δε θα χει αντίρρηση».

161


«Όχι», είπε κάπως απότομα. «Να σου βάλω ένα ποτό; Δείχνεις να το χρειάζεσαι». «Ναι, ευχαριστώ». Γέμισε δύο ποτήρια κονιάκ και της έδωσε το ένα, φροντίζοντας πάντα να κρατά το κεφάλι του ελαφρώς στραμμένο αλλού. Προσποιήθηκε πως δεν αντιλήφθηκε τις σύντομες, όλο περιέργεια ματιές της, ούτε την προσπάθειά της να δείχνει ψύχραιμη. Νόμιζε πως οι κοφτές της ανάσες δεν ακούγονταν, αλλά, καθώς ήταν εκπαιδευμένος να αντιλαμβάνεται ακόμα και το πέταγμα κουνουπιού, ήξερε μέχρι και τον αριθμό των σφυγμών της. «Έμαθα πως ο πατέρας σας ήταν Έλληνας», ξεκίνησε η κοπέλα. «Σωστά. Λεγόταν Νίκος Γκρίζος, κι εγώ βαφτίστηκα Αλέξανδρος. Αργότερα καθιέρωσα το Άλεξ Γκρέι. Πρόκειται για απλή μετάφραση, χωρίς καμιά φαντασία, απ’ ό,τι καταλαβαίνεις». «Είστε νεότερος από ό,τι είχα φανταστεί. Στην ίδια ηλικία με τον Ρωμανό περίπου—;» «Είμαι σχεδόν σαράντα δύο», ικανοποίησε την περιέργειά της. «Ζω στο Παρίσι τα τελευταία χρόνια παρέα με το σκύλο μου. Έχω ένα μεγάλο διαμέρισμα κι ένα αυτοκίνητο. Περνώ τις περισσότερες ώρες μου στο ιατρείο και στον υπολογιστή μου. Είμαι φιλήσυχος, μάλλον αντικοινωνικός, και υπήρξα παντρεμένος. Συνήθως δε μιλάω τόσο πολύ, αλλά έχω την αίσθηση -και διόρθωσε με αν κάνω λάθοςπως πρέπει να σου πω κάποια πράγματα για μένα προκειμένου να με εμπιστευτείς. 162


Υποθέτω πως υποφέρεις γιατί δεν έχεις μια κανονική αντίληψη του κόσμου που σε περιβάλλει. Τα κάνει αυτά η αμνησία δε σε αφήνει να πειστείς εύκολα για πράγματα που ένας φυσιολογικός άνθρωπος θα δεχόταν ανενδοίαστα». «Με εντυπωσιάσατε, κύριε Γκρέι», είπε αυθόρμητα η Σάνια. «Ακριβώς έτσι νιώθω. Επιτέλους, συναντώ κάποιον που καταλαβαίνει το λόγο για τον οποίο κάνω τόσες ερωτήσεις». Ήπιε λίγο ποτό και πήγε κοντά στο τζάκι. Της έστρεψε εσκεμμένα την πλάτη. Ήθελε να φαίνεται σκεφτικός και απόμακρος. Η μελαγχολία πάντα συγκινεί τις γυναίκες. Οι περισσότερες ηρωίδες των βιβλίων του έπασχαν απ’ αυτή την αδυναμία και κατέληγαν να εξαπατούνται σαν κορόιδα. Όπως το περίμενε, η κοπέλα τον πλησίασε. Στάθηκε πίσω του σε απόσταση ασφαλείας. Την άκουσε να καταπίνει η γουλιά κατέβηκε κοφτά στο λαιμό της. Ωραία, σκέφτηκε. Έψαχνε το κουράγιο που χρειαζόταν για να πάρει τις απαντήσεις της. Ήταν προετοιμασμένος. «Γιατί χωρίσατε από τη γυναίκα σας;» τον ρώτησε. «Δε χώρισα». Έβαλε τον κατάλληλο πόνο στη φωνή του. «Σκοτώθηκε στο δυστύχημα που είναι υπεύθυνο για τη δική μου αναπηρία. Οδηγούσα εγώ». «Λυπάμαι·» «Κι εγώ λυπάμαι. Είναι το μόνο που κάνω όταν δεν ασχολούμαι με τη δουλειά μου. Λυπάμαι και θυμάμαι. Ίσως είναι καλύτερα που δεν έχεις το προνόμιο της μνήμης το έχεις σκεφτεί αυτό; Δεν μπόρα) πια να μετρήσω τις στιγμές που ευχήθηκα να έχω 163


ξεχάσει». «Αχ, κύριε Γκρέι, μην το λέτε αυτό!» Ένιωσε το χέρι της να στέκεται παρηγορητικά στον ώμο του. Καημένη Σάνια! Εύκολο θύμα. «Η θεία μου λέει πως όλα γίνονται για ένα σκοπό, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Θα ξαναφτιάξετε τη ζωή σας—» «Καλοσύνη σου να το λες, αλλά αυτό που έχω τώρα δεν μπορεί να βελτιωθεί περισσότερο. Προτιμώ τη συντροφιά του σκύλου μου και τα βιβλία μου. Προσπαθώ να καταλάβω τα “γιατί” στις πράξεις των ανθρώπων και να βοηθώ από τη θέση μου ώστε να υπάρχει λιγότερη παράνοια σε αυτό τον κόσμο. Είμαι ικανοποιημένος. Για την ακρίβεια, δεν μπορώ να φανταστω που υπάρχει περισσότερη χαρά από εκείνη που βρίσκω στα φυτά και στη μουσική μου, στα βιβλία μου και στη μοναξιά μου. Με βλέπεις—» -η φωνή του ράγισε όπως έπρεπε«—ακόμα κι αν ο έρωτας ήταν πράγματι το γιατρικό για όλα, δε θα τολμούσα να τον αναζητήσω. Προκαλώ το φόβο. Δε θέλω καμιά γυναίκα να κλείνει τα μάτια όταν με κοιτάζει— » «Μα πώς είναι δυνατόν να το πιστεύετε αυτό;» Η Σάνια πήρε το θάρρος να σταθεί δίπλα του. «Είστε πολύ— Θέλω να πω— δεν είστε άσχημος. Καθόλου μάλιστα. Εμένα μου αρέσετε, δηλαδή. Εννοώ—» «Απέφυγες κι εσύ να με κοιτάξεις», της υπενθύμισε. «Όχι επειδή σας φοβήθηκα». «Τότε γιατί;» «Επειδή — Επειδή — δεν είστε — συνηθισμένος—» «Τι 164


σημαίνει αυτό;» «Δεν ξέρω, για να είμαι ειλικρινής. Αυτό νιώθω, αυτό λέω. Και μάλλον δεν πρέπει να μιλάω τόσο πολύ—» «Όμως το ρίσκο που πήρες για να ρθεις ως εδώ ήταν μεγάλο. Γιατί το έκανες, αν όχι για να μιλήσεις;» «Είναι πολλά, νκοθω πολύ μπερδεμένη». Απομακρύνθηκε από κοντά του, άφησε το ποτήρι της στο τραπεζάκι του σαλονιού και πήγε προς την πόρτα. «Πρέπει να φύγω», είπε αλαφιασμένη από τα αλλοπρόσαλλα συναισθήματά της. «Καληνύχτα, κύριε Γκρέι». Ο σκύλος παρέμεινε ακίνητος στο πέρασμά της αυτή τη φορά, ακόμα κι όταν το βάδισμά της έγινε τρεχαλητό. Η Σάνια δεν ήξερε το λόγο, αλλά ένιωθε πως μόλις είχε κάνει ένα λάθος. Ο Άλεξ την είδε πίσω απ’ τις κουρτίνες να σκαρφαλώνει την περίφραξη και να χάνεται στο σκοτάδι. Χαμογέλασε κι ήπιε χωρίς βιασύνη το υπόλοιπο ποτό του. Δεν είχε σχεδιάσει έτσι ακριβώς την πρώτη τους επαφή, αλλά παραδέχτηκε πως στέφθηκε με επιτυχία. Η Σάνια είχε ταραχτεί τόσο, που δεν του ζήτησε να της ανοίξει την πύλη, δεν το σκέφτηκε καν, κι όταν το σκέφτηκε δεν ξαναγύρισε. Λίγες μέρες ακόμα, συλλογίστηκε. Για να κοπάσει ο θόρυβος και να μπορώ να κινηθώ ελεύθερος. Βλέποντας το ξεχασμένο της τσαντάκι πάνω στην πολυθρόνα, βρήκε άλλωστε την τέλεια δικαιολογία. Ένα άσπρο τοπίο με μυριάδες αστράκια και μια βαθιά αναπνοή ήταν τα μόνα που κατάλαβε πριν κλείσει τα μάτια. Τώρα δεν είχαν σημασία ούτε οι φωνές ούτε οι καβγάδες. Δε θυμόταν καν ποιοι ήταν γύρω της. Άκουσε κάποιες σκόρπιες λέξεις, αλλά δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τα πρόσωπα που μιλούσαν. Δεν 165


ήταν εκεί, είχε φύγει. Είδε τον εαυτό της σε ένα μεγάλο πάρκο, με έναν άντρα να την κρατά απ’ το χέρι κι ένα σκύλο να προπορεύεται νωχελικά. Έκανε ζέστη. Στο ελεύθερο χέρι της κρατούσε ένα μεγάλο παγωτό χωνάκι, που είχε στάξει και είχε λερώσει το μπλουζάκι της. Ήταν πασίχαρη. Της άρεσε να κάνει βόλτα μαζί του και να χαζεύει τα παπάκια στη λίμνη. Τους είχε πετάξει και ψωμάκι πριν. Τίποτα δεν της απαγόρευε ο Ρωμανός. Πόσο τον αγαπούσε! «Έχεις ένα σημαδάκι στην πλάτη», του είπε μισομπουκωμένη απ’ την παγωμένη σοκολάτα. «Το πρωί ήρθα να σε ξυπνήσω και το είδα Τι είναι αυτό, Ρωμανέ; Πώς το παθες;» «Πάλι με κατασκόπευες, πριγκιπέσα;» Σταμάτησε και κάθισε στις φτέρνες για να τη φτάνει στο ύψος. Τη φίλησε στο μάγουλο. «Είναι μια ελιά,Την έχω από τη μέρα που γεννήθηκα». «Εγώ έχω;» «Δε νομίζω». «Γιατί δεν έχω;» «Δεν έχουν όλοι». «Μοιάζει με τη μουσούδα του Κινγκ. Τι μοιάζει, δηλαδή, ολόιδια είναι». «Πότε θα σταματήσεις να είσαι περίεργη;» Της σκούπισε το στόμα με ένα χαρτομάντιλο. «Δεν κάνει να είσαι περίεργη, πριγκιπέσα. Δε θα σου βγει σε καλό· »

166


«Έχεις κορίτσι;» τον ρώτησε, σαν να μην είχε ακούσει λέξη απ’ όσα της είπε. «Όλα τα αγόρια έχουν κορίτσι». «Η αλήθεια είναι ότι τα κορίτσια είναι μπελάς. Δε με αφήνουν να συγκεντρωθώ, και πρέπει να διαβάσω για να πετύχω». «Πώς το είπες αυτό που σπουδάζεις;» «Ψυχιατρική». «Είναι δύσκολο;» «Πολύ». «Κι εμένα, που είμαι κορίτσι, γιατί μ’ αφήνεις να σ’ ενοχλώ;» «Γιατί είσαι μικρή και σ’ αγαπάω». «Κι εγώ σ’ αγαπάω, Ρωμανέ!» του είπε αγκαλιάζοντάς τον. Ό,τι είχε απομείνει απ’ το παγωτό της κατέληξε στην μπλούζα του. «Δε θέλω ποτέ να σε χάσω. Και τον αληθινό μου μπαμπά τον αγαπούσα, αλλά έφυγε. Η μαμά είπε πως τον πήρε ο Θεούλης. Αλήθεια είναι;» «Αλήθεια είναι, μικρή. Πάμε τώρα. Σε λίγο θα στρώσουν το τραπέζι και θα μας περιμένουν». Γύρισε στο παρόν μ’ ένα βίαιο τράνταγμα ταυ κορμιού της. Την πονούσε το κεφάλι της και δεν άντεχε να βλέπει τα χλομά πρόσωπα των αδερφών της. Ήθελε να μείνει μόνη. Ήθελε να κουκουλωθεί κάτω απ’ το πάπλωμά της και να κλάψει. Πάντα όμως ήθελε αυτό που δεν μπορούσε να έχει. «Τι είδες;» τη ρώτησε ο Παύλος χαϊδεύοντάς της τρυφερά το 167


μέτωπο. Δεν πρόλαβε να απαντήσει. Ο ήχος του κουδουνιού την έκανε να πιάσει τα μηνίγγια της· της τρύπησε τ’ αφτιά. Μα τι ζητούσαν επιτέλους από εκείνη; Κανέναν δεν ήθελε να βλέπει τέτοιες στιγμές. Κι όμως, λες κι ήταν συνεννοημένοι, διάλεξαν όλοι την ίδια ώρα για να κάνουν την επίσκεψή τους. Ανοιξε ο Παύλος. Η Σάνια, εξαντλημένη και κάτωχρη, είδε από τη θέση της στον καναπέ τον επισκέπτη. Για πρώτη φορά, το σπίτι της φάνηκε μικρό σαν σπιρτόκουτο. Και το πιο παράξενο απ’ όλα ήταν πως ένιωσε μια ανεξήγητη ζεστασιά όταν το βλέμμα της συναντήθηκε μ’ εκείνο του Άλεξ Γκρέι. «Θα σας έλεγα να περάσετε, αλλά—» «Είμαι καλά, Παύλο», τον πρόλαβε η Σάνια. «Μίνα, κλείσε τα φώτα και άσε μόνο τα πορτατίφ. Βέρα, πάρε, σε παρακαλώ, το πανωφόρι του κυρίου Γκρέι. Θα τα έκανα μόνη μου όλ’ αυτά— » έσπευσε να δικαιολογήσει τις απανωτές διαταγές, «αλλά απ’ ό,τι φαίνεται είχα μια ανάμνηση. Είμαι πολΛ τυχερή. Ο Θεός μου έστειλε τον ειδικό ακριβώς τη στιγμή που τον χρειαζόμουν· » Ο Άλεξ πέρασε το κατώφλι αποκωδικοποιώντας μέσα σε δευτερόλεπτα τις διαθέσεις όλων. Οι ξαδέρφες της καίγονταν απ’ την επιθυμία να τον γνωρίσουν καλύτερα, η φίλη της 168


επιδοκίμαζε με το βλέμμα την κίνησή του να φέρει λουλούδια κι ο Παύλος Μαρκάτος· απλώς τον μισούσε. Σε εκείνον έκανε τη χάρη να τον κοιτάξει καταπρόσωπο. Ήταν σαν να του έλεγε πως ήξερε πάρα πολύ καλά το είδος του ενδιαφέροντός του για τη Σάνια. Ήταν μια κοινή γνώση μεταξύ αντρών που δε χωρούσε αμφισβήτηση, κι ας μην υπήρχε φανερή παραδοχή. «Λυπάμαι που ταράζω την οικογενειακή γαλήνη», είπε χωρίς να λυπάται καθόλου. «Η επίσκεψή μου είναι καθαρά επαγγελματική, φυσικά. Τα λουλούδια είναι μια απλή κίνηση αβροφροσύνης», πρόσθεσε λοξοκοιτωντας τον Παύλο. Η Σάνια σηκωθηκε με δυσκολία και πήρε το μπουκέτο. Η στιγμιαία επαφή με τα γαντοφορεμένα του δάχτυλα την τάραξε. Σαν να τσιμπήθηκαν όλοι ξαφνικά από μύγα, άρχισαν να αναζητούν τα πανωφόρια τους. Όλοι εκτός από τον Παύλο. Εκείνος πήγε και στήθηκε δίπλα της σαν μπουλντόγκ.

169


«Τι είδους επαγγελματικές δοσοληψίες μπορεί να έχει η Σάνια μαζί σας;» ρώτησε. «Γιατί δεν την αφήνετε να ησυχάσει; Δε θέλει να έχει καμία απολύτως σχέση με εκείνο το καθίκι. Είναι τελειωμένη ιστορία και αυτός και το σινάφι του». «Παύλο—» θέλησε να τον σταματήσει η Σάνια. «Ποιος το λέει αυτό;» ρώτησε με αξιοθαύμαστη αυτοκυριαρχία ο Αλεξ. «Από πότε χρειάζονται κηδεμονία κι οι ενήλικοι; Μήπως.πιστεύετε ότι την απειλώ με κάποιο τρόπο; Ότι είμαι επικίνδυνος για κείνη;» «Ναι, αυτό πιστεύω». Η έλλειψη ψυχραιμίας οδήγησε τον Παύλο να απλώσει το χέρι και να αρπάξει τον Άλεξ απ’ το πέτο. «Ο σύμμαχος του εχθρού μας είναι κι αυτός εχθρός μας. Πάρε τα λουλούδια σου και φύγε. Η οικογένειά μας πέρασε αρκετές δύσκολες ώρες τις τελευταίες μέρες». Ο αληθινός Άλεξ Γκρέι θα άρπαζε εκείνο το χέρι και θα του τσάκιζε τα κόκαλα σε δευτερόλεπτα. Ο αληθινός Άλεξ Γκρέι δε θα υπολόγιζε ούτε το μπόι του άλλου άντρα ούτε τη δύναμή του. Θα διέλυε τον εγωισμό και την περηφάνια του με μία του κίνηση και θα γελούσε πάνω απ’ τα συντρίμμια. Δεν ήταν όμως ο αληθινός Άλεξ Γκρέι. Ήταν η ραφιναρισμένη εκδοχή του που λειτουργούσε μεθοδευμένα για να πετύχει τους στόχους της. Έτσι, δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. «Ισως έχετε δίκιο», είπε δήθεν με ηττοπάθεια. «Παραείμαι ρομαντικός. Ήρθα να προσφέρω κάτι από ενδιαφέρον, κι ας μη μου το έχουν ζητήσει— » «Παύλο, άσε ήσυχο τον άνθρωπο!» αντέδρασε η Σάνια. «Πώς συμπεριφέρεσαι έτσι; Δεν το περίμενα από σένα». Ο ξάδερφος της υποχώρησε απρόθυμα. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν 170


έκανε καμία κίνηση να φύγει. Είχε αντιπαθήσει αυτό το σημαδεμένο τύπο από την πρώτη στιγμή. Δεν του άρεσε η φάτσα του και μισούσε τον αέρα του υπεράνω που πότιζε τις κινήσεις του. Τον έθετε σε επιφυλακή. Όχι, δεν τον εμπιστευόταν καθόλου. «Μπορείς τώρα να μας αφήσεις μόνους με τον κύριο Γκρέι;» άκουσε τη Σάνια να του ζητά. «Γιατί;» Δεν μπορούσε με τίποτα να ελέγξει τον εαυτό του. «Γιατί να μείνεις μόνη μαζί του; Δεν έχεις να του πεις και να σου πει τίποτα. Μένει στη Μαρία Κατρά, για το όνομα του Θεού! Είναι φίλος τους. Δεν το καταλαβαίνεις;» «Ούτε πρόκειται ποτέ να καταλάβει όσα θέλεις να της πεις, όταν της τα λες έτσι», τον διαβεβαίωσε ο Άλεξ. «Α\λος είναι ο ασθενής κι άλλος χρήζει θεραπείας, απ’ ό,τι βλέπω». Ο Παύλος αμόλησε μια βρισιά και έκανε να φύγει. Δε θα περνούσε έτσι αυτή η προσβολή. Υποχωρούσε για χάρη της Σάνιας, αλλά θα είχε το νου του. Το ένιωσε απ’ την πρώτη στιγμή πως η ανόητη θα άρχιζε τα πάρε δώσε μαζί ίου. Το είδε στον τρόπο που τον κοίταξε και στην ταραχή που της δημιούργησε η παρουσία του. Σίγουρα πίστευε πως οι ιατρικοί φάκελοι του Γκρέι έκρυβαν πληροφορίες για το παρελθόν της· λεπτομέρειες που οι δικοί της δεν της είχαν πει. Μα δεν καταλάβαινε; Δεν ήξερε ότι όταν ξύνονται οι πληγές πονάνε; «Μην τον παρεξηγείς τον Παύλο», είπε απαλά η Σάνια. «Είναι καλό ��αιδί. Απλώς μου έχει αδυναμία». «Παιδί;» Το ένα του φρύδι, αυτό που της επέτρεπε να βλέπει καθαρά, υψώθηκε με ειρωνική διάθεση. «Σου έχει αδυναμία, 171


είναι ολοφάνερο, αλλά δε θα έλεγα πως σου τη δείχνει όπως ένα παιδί. Δεν το έχεις καταλάβει;» «Ας μη μιλάμε για τον αδερφό μου, κύριε Γκρέι— » τον ικέτεψε σχεδόν. «Καθίστε. Θα σας βάλω κάτι να πιείτε—» Το χέρι του απλώθηκε στο μπράτσο της για να τη σταματήσει. Την ένιωσε να θέλει να τραβηχτεί, αλλά συνέχισε να την αγγίζει. Διαισθανόταν την αδυναμία της όπως η μάνα διαισθάνεται τη λύπη του παιδιού της. Την τάραζε και την τρόμαζε. Έβγαλε γρήγορα τα συμπεράσματά του: Δεν ήταν μαθημένη σε οικειότητες με το άλλο φύλοαντίθετά, τις απέφευγε σαν την πανούκλα. Δεν ήθελε να μοιάσει στη μάνα της, κι ας είχε μια λαμπερή φωτογραφία της κρεμασμένη σε περίοπτη θέση στο καθιστικό. «Κύριε Γκρέι— σας παρακαλώ—» Την άφησε. «Δε θέλω να πιω τίποτα», της είπε ήρεμα. «Θέλω μόνο να μιλήσουμε. Αλλά πρώτα πρέπει να ηρεμήσεις. Δε δαγκώνω. Ξέχνα το πρόσωπό μου κι άκου με μονάχα. Είσαι ελεύθερη, αν θέλεις, να μου γυρίσεις την πλάτη». «Δεν είναι αυτό· » «Ο Ρωμανός μου είπε ότι η μητέρα σου δεν ήταν πραγματικά κοντά σου», την αιφνιδίασε. «Δε νοιαζόταν ειλικρινά για σένα. Σου πρόσφερε ένα σωρό υλικά αγαθά, αλλά δε σε αγκάλιαζε ποτέ. Μου είπε πως αποζητούσες απελπισμένα την προσοχή της». «Πότε σας το είπε;» ύψωσε τη φωνή της. Αρχιζαν πάλι εκείνες οι σφυριές στο κεφάλι της, κι η ένταση έκανε τα χείλη της να 172


τρέμουν. Ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί. «Μα βέβαια, σας επισκεπτόταν: ο ψυχίατρος έβλεπε τον ψυχίατρο. Αν ο ίδιος ένιωθε πως τα έχανε, γιατί εγώ πρέπει να τον πιστέψω;» «Ο άνθρωπος αυτός έχει βαθιά ψυχικά τραύματα, αλλά, πίστεψέ με, δεσποινίς Παρίση, δεν ήταν καθόλου τρελός όταν μου μιλούσε». «Η μητέρα μου δεν ήταν αγία, το ξέρω καλά. .Όμως όλοι υποστηρίζουν ότι με αγαπούσε. Γιατί μου λέτε τέτοια πράγματα; Δεν είναι δίκαιο αυτό που κάνετε, κύριε Γκρέι. Καθόλου δίκαιο —» «Δεσποινίς Παρίση—» Την πλησίασε κι εκείνη πισωπάτησε. «Σάνια—» είπε πιο ήσυχα, προσέχοντας το ύφος και τον τόνο της φωνής του. «Άκουσέ με, σε παρακαλώ—» Ήθελε μεγάλη λεπτότητα ο χειρισμός της. «Νομίζω πως ο Ρωμανός Κατράς ήθελε να συλληφθεί. Στις τελευταίες συνεδρίες μας μου έδωσε την εντύπωση ότι κάποια στιγμή θα επέστρεφε και θα έβρισκε τον τρόπο να ξανανοίξει η υπόθεση. Δε μου έλεγε τότε ιδιαίτερες λεπτομέρειες για το συμβάν, φυσικά, αλλά καταλάβαινα ότι δεν μπορούσε να ησυχάσει. Όσα κι αν είχε καταφέρει, όποιος κι αν είχε γίνει, το νήμα που τον έδενε με το παρελθόν τον κρατούσε πάντα αιχμάλωτο. Η λύση είναι στη μνήμη σου, μου το έχει πει πολλές φορές. Έχασε κι εκείνος τον πατέρα του, άλλωστε. Κι ο πόνος του ήταν διπλός, γιατί θεωρήθηκε υπεύθυνος ο ίδιος». «Εσείς τον πιστεύετε;» Η ερώτησή της ήταν επιθετική, διατυπωμένη με προκαταβολική κατηγόρια. Ύψωσε το πιγούνι και τον κοίταξε με πείσμα. «Μπορείτε να με κοιτάξετε στα μάτια και να μου πείτε με βεβαιότητα ότι κρατούν λάθος 173


άνθρωπο σε εκείνο το κελί;» «Δεν είμαι Θεός», αποκρίθηκε ανταποδίδοντας το βλέμμα της. «Όμως ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν καταλήγουν αβασάνιστα σε συμπεράσματα. Μέχρι τώρα οι διαγνώσεις μου είναι σχεδόν αλάνθαστες. Έχω υποδείξει ενόχους που ορκίζονταν ακόμα κι οι πέτρες ότι ήταν αθώοι κι αθώους που όλοι ήταν βέβαιοι πως ήταν ένοχοι. Μου ζήτησες την άποψή μου όμως και θα την έχεις. Ναι, πιστεύω πως κρατούν λάθος άνθρωπο σε εκείνο το κελί». Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. «Δεν είναι τρελός, έτσι;» «Όχι, δεν πιστεύω ότι είναι». «Όμως εξηγηθήκατε να μην προφυλακιστεί μέχρι τη δίκη κανονικά, αλλά να πάει φρουρούμενος στην ψυχιατρική πτέρυγα». «Εκεί θα έχουμε πιο εύκολη πρόσβαση και οι δύο». «Είναι καταπληκτικός ηθοποιός, πάντως», του είπε πικραμένα. «Αναρωτιέμαι γιατί ελπίζει. Δεν μπορώ να θυμηθώ, δε θα θυμηθώ ποτέ μου·» «Άσε με να σε βοηθήσω». Σκούπισε τα μάτια της και γέλασε. Στην αρχή σιγανά κι έπειτα πιο δυνατά, σαν να μην είχε ακούσει καλύτερο αστείο. «Γιατί να σας εμπιστευτώ;» Πήγε στη μικρή της κάβα και, παρότι δεν το συνήθιζε, βρήκε ένα κλειστό μπουκάλι ουίσκι και γέμισε ένα ποτήρι. Εβηξε στην πρώτη γουλιά, μα το κάψιμο της δεύτερης ήταν ευχάριστο. «Νομίζετε πως είναι αρκετά τα διπλώματά σας για να πιστέψω τυφλά την κάθε σας λέξη; Δύο φορές σας έχω 174


δει όλες κι όλες. Για τόσο ανόητη με περνάτε;» Ο Άλεξ έβγαλε απ’ την εσωτερική τσέπη του σακακιού του ένα πούρο, το άναψε, την προσπέρασε και στάθηκε κάτω απ’ τη φωτογραφία της μητέρας της. Παρέμενε με την πλάτη γυρισμένη, κι έτσι εκείνη δεν μπορούσε να δει την έκφρασή του. Την ψυχή του πλημμύρισε το μίσος και η περιφρόνηση. Είχε χρόνια να δει το πρόσωπό της. Μόνο την ανάμνησή του είχε. Εκείνη η φωτογραφία ήταν η καλύτερη απάντηση σ’ αυτούς που αναρωτιούνται αν μπορεί να χωρέσει σε δυο μάτια η απόλυτη υποκρισία. Κύρτωσε τους ώμους του επίτηδες για να δείχνει κουρασμένος. Μ’ ένα μικρό βήχα δοκίμασε τη χροιά της φωνής του. Η Σάνια αποζητούσε απεγνωσμένα μια ένδειξη της αξιοπιστίας του, κι ήταν έτοιμος να της τη δώσει. «Δε σε θεωρώ ανόητη, δεσποινίς Παρίση», της είπε απαλά. «Απεναντίας, είμαι βέβαιος ότι είσαι ιδιαίτερα ευφυής. Αυτό είναι που σε κάνει να υποφέρεις. Γιατί αν δεν ήσουν ευφυής, δεσποινίς Παρίση, θα είχες πειστεί με όσα σου λένε οι γύρω σου. Θα τα ’χες καταπιεί όπως τα ψάρια το δόλωμα και θα σουν ευτυχής μέσα στην άγνοιά σου. Πιθανόν να είχες θεραπευτεί κιόλας. Όσο λιγότερες είναι οι επίφυλάξεις μας τόσο πιο επίπεδη είναι η εικόνα του κόσμου γύρω μας. Όμως εσύ δε βλέπεις μια ίσια γραμμή — Έτσι δεν είναι;» Γύρισε και την κοίταξε. Η χλομάδα της ήταν ορατή ακόμα και στο ημίφως. «Δεν έχουν σκιές οι ίσιες γραμμές, κι εσύ βλέπεις παντού σκιές. Αμφιβάλλεις», συνέχισε με σιγουριά. «Κι ο εγκέφαλός σου αντιδρά σε αυτή την αμφιβολία».

175


Εκείνη δεν παραδέχτηκε και δεν αρνήθηκε τίποτα. «Η αμνησία σου είναι αποτέλεσμα χρόνιας διαταραχής μετά από ψυχοτραυματικό στρες. Ο τρόμος και οι σπασμοί είναι σωματικές αντί-δράσεις στην πίεση που δέχεσαι. Οι ιδιαιτερότητες κάνουν την περίπτωσή σου σπάνια, αλλά όχι μοναδική. Είμαι σίγουρος ότι έρχονται ζωηρά στο νου σου ψήγματα του παρελθόντος, που τα θυμάσαι μετά και σε κάνουν να υποφέρεις και να αμφιβάλλεις ακόμα πιο πολύ. Πες μου πως είδες έναν κακό δράκο στα κομμάτια που επανέρχονται στη μνήμη σου, Σάνια, και δε θα χρειαστεί να με ξανασυναντήσεις ποτέ σου». Δεν ήθελε να τον κοιτά, δεν άντεχε την αναμέτρηση. Ήπιε βιαστικά όλο το ποτό της και παραπάτησε. Οι σφυριές στο κεφάλι της έγιναν σειρήνες. «Σας βρίσκω πολύ ενήμερο», μουρμούρισε. «Ήταν κακός δράκος ο Ρωμανός, Σάνια;» επέμεινε εκείνος. «Όχι· » «Έμοιαζε με δολοφόνο;» «Όχι· » «Ένιωσες να τον μισείς, σε έκανε να ταράζεσαι, σε πλήγωνε;» «Όχι—» «Τον αγαπούσες, Σάνια;» «Ναι!» φώναξε υστερικά αυτή τη φορά κι έχωσε το πρόσωπο στις παλάμες της κλαίγοντας γοερά. «Σταματήστε—» ψέλλιζε. 176


«Σταματήστε—» «Το ίδιο μου έλεγε κι εκείνος όταν τον πίεζα», της είπε συνεχίζοντας να γκρεμίζει τα τείχη της. «Να σταματήσω. Κι όταν δεν το κανα, σηκωνόταν κι έφευγε. Περνούσε καιρός μέχρι να τον ξαναδώ. Κάθε φορά έδειχνε πιο ρωμαλέος στο σώμα και πιο αδύναμος στην ψυχή. Δε φέρονται έτσι-οι ένοχοι, Σάνια. Προσπάθησε να του δώσεις μια ευκαιρία—» Κρατήθηκε για να μην την παρηγορήσει κλείνοντάς τη στην αγκαλιά του όπως τότε που ήταν παιδί. Έβγαλε το μικροσκοπικό τσαντάκι της απ’ την τσέπη του και το άφησε στο μπράτσο του καναπέ της. «Αύριο θα πάω να τον δω», της είπε φεύγοντας. «Αν θελήσεις να με βρεις, ξέρεις πού μένω· » Η Σάνια έπεσε στα γόνατα, αφού τα πόδια της έτρεμαν από ώρα. Έπιασε το βομβητή της κι έγειρε πίσω το κεφάλι. Δεν το νιώσε, αλλά τα μάτια της γύρισαν κι οι σπασμοί απλώθηκαν απ’ το στήθος στην κοιλιά και στα πόδια. Ξάπλωσε στο πάτωμα. Ήταν πολύ έντονο αυτή τη φορά, κι η τελευταία της σκέψη πριν χαθεί στην ανάμνηση ήταν πως θα κρατούσε αρκετή ώρα· Ήθελε να πάει στην τουαλέτα και σηκώθηκε μέσα στη νύχτα. Φορούσε τις καινούριες της πιτζάμες. Πήρε αγκαλιά τον αγαπημένο λούτρινο δεινόσαυρό της και βγήκε ήσυχα από το δωμάτιο. Στη διαδρομή σταμάτησε. Άκουσε τη φωνή της μαμάς της στο σαλόνι και κοντοστάθηκε στην κορυφή της σκάλας. Δεν ήταν μόνη της. Μιλούσε με το θείο Πέτρο. «Πρέπει να σταματήσουν αυτά!» της έλεγε ο θείος. «Μας ρεζιλεύεις. Δεν είσαι μόνη σου, Μιράντα. Υπάρχουν κι άλλοι πίσω σου».

177


Η μαμά της γέλασε. Τίναξε τα μακριά ξανθά μαλλιά της και του γύρισε την πλάτη. «Αυτός είναι ο τρόπος που ζω, και δεν μπορώ να τον αλλάξω. Ο κόσμος μού τα συγχωρεί όλα. Βλέπει σ’ εμένα όσα θα ήθελε να είναι, αλλά δεν τολμά». «Ο κόσμος γελάει μαζί σου. Είσαι η διασκέδασή του και τίποτα περισσότερο. Εγώ και η γυναίκα μου χτίζουμε κι εσύ γκρεμίζεις. Μεγαλώνεις ένα παιδί, Μιράντα. Τι σόι άνθρωπο θα πλάσεις μέσα σε τόση φτήνια;» «Η κόρη μου είναι δικός μου λογαριασμός», του είπε φυσώντας τον καπνό του τσιγάρου της στο πρόσωπό του. «Όπως επίσης και το κρεβάτι μου. Να μη σε αφορά ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από κει. Ούτε εσένα ούτε την αδερφή μου». «Κάποτε θα ξεφτίσει η ομορφιά», της είπε ο θείος Πέτρος, που άρπαξε το τσιγάρο απ’ το χέρι της και το έλιωσε στο πάτωμα με το παπούτσι του. «Κάποτε θα κοιτάς τον καθρέφτη και θα βλέπεις μόνο την ασχήμια σου. Αυτή που έφερε ο χρόνος κι αυτή που κουβαλά η ψυχή σου. Ποιος θα ναι τότε κοντά σου για να σε παρηγορήσει, Μιράντα;» «Ας μην είναι κανείς. Δεκάρα δε δίνω!» του πέταξε. «Και τώρα, έξω απ’ το σπίτι μου, και μην τολμήσεις να ξαναπατήσεις εδώ. Θα κάνω ό,τι γουστάρω, και δεν μπορείς να μ’ εμποδίσεις!» «Όπως νομίζεις» Η μαμά της έκλεισε πίσω του την πόρτα με δύναμη. Ο θόρυβος ήταν τόσο δυνατός, που δεν μπόρεσε να κρατηθεί: τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Μα γιατί κανείς δεν αγαπούσε τη μαμά της; Η επιστροφή της Σάνιας στο παρόν ήταν βίαιη. Πρώτα 178


τραντάχτηκε ολόκληρη κι έπειτα φύσηξε όσο αέρα υπήρχε στα πνευμόνια της. Τα μάγουλά της ήταν υγρά· η στάση του σώματός της σαν του εμβρύου. Τώρα το ήξερε με βεβαιότητα: η μαμά της δεν την αγαπούσε όσο της έλεγαν οι άλλοι. Τον είχε δει να φεύγει από το σπίτι της περπατώντας με μια σιγουριά που την είχε τρομάξει. Ήταν βλοσυρός, κι ο τρόπος που κρατούσε το πούρο του δεν της θύμιζε καθόλου αρσενικό που προτιμούσε τα χαρτιά του. Η κίνησή του ήταν γεμάτη δύναμη κι η έκφρασή του μόνο ευγένεια δεν είχε. Τον θεωρούσε επικίνδυνο και συνειδητοποίησε πως, αν δεν τον πρόσεχε, θα της δημιουργούσε μπελάδες. Έκοψε τα τελευταία γράμματα από τις εφημερίδες και με ένα τσιμπιδάκι φρυδιών τά έβαλε προσεκτικά σε σειρά πάνω στο λευκό χαρτί. Χαμογέλασε. Είχε Περάσει τόσος καιρός. Αν η Σάνια θυμόταν κάτι, καλά θα έκανε να το βουλώσει. Όπως καλά θα έκανε να μείνει μακριά απ’ τον ψυχίατρο με τη σημαδεμένη μούρη. Ηταν τόσο ηλίθια, που μπορεί κιόλας να τον ερωτευόταν. Μια ζωή την τραβούσαν τα θύματα και οι κατατρεγμένοι. Γιατί να αλλάξει κάτι τώρα; Αυτή τη φορά διάλεξε μια άλλη φράση άπό το βιβλίο του Ραφαέλ Ά\ντες: «Αν τον άνεμο ρωτήσεις, θα σου πει να στρέψεις αλλού το βλέμμα. Άγγιζε τον ήλιο και θα δεις ηώς θα καείς. Κοίτα τον ώρα πολλή και θα δεις πως θα τυφλωθείς. Ακου τον άνεμο, άκου τον. Αυτός λέει πάντα την αλήθεια». Έβαλε το χαρτί σε ένα φάκελο και πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της. Θα τον ταχυδρομούσε από άλλη πόλη. Έβρεχε δυνατά κι η νύχτα ήταν σκοτεινή, αφέγγαρη. Ο άνεμος ανακάτεψε τα βρεγμένα μαλλιά της και την έσπρωξε προς τα 179


πίσω. Η Σάνια κρατήθηκε από μια τριανταφυλλιά και τα αγκάθια τής τρύπησαν τα χέρια. Νερό και δάκρυα δεν ξεχώριζαν στο πρόσωπό της καθώς πάλευε να οδηγήσει τα πόδια της στην πόρτα. Είχε πάρει την απόφασή της και δεν υπήρχε γυρισμός. Πόσο περισσότερο να πονέσει; Αποζητούσε τη λύτρωση και θα επιχειρούσε να τη βρει με κάθε κόστος. Χτύπησε το κουδούνι πολλές φορές. Το χτυπούσε ακόμα κι όταν η πόρτα μπροστά της άνοιξε. Η Μαρία την κοίταξε έκπληκτη. «Σάνια;» «Θέλω να δω τον κύριο Γκρέι— » Η φωνή της ίσα που ακουγόταν. «Πέρασε μέσα, κορίτσι μου. Είσαι χάλια, έχεις ξεπαγιάσει— » Περπάτησε σαν ρομπότ. Η θέα του τζακιού και του σκύλου που κοιμόταν στο χαλί μπροστά του τη γέμισε θαλπωρή. Γνώριμη εικόνα, την είχε ξαναδεί κάποια στιγμή, κάποτε. Την είχε καταχωνιάσει σε κάποια αθέατη ακρούλα του μυαλού της με την ταμπέλα «Ασφαλής μνήμη». Τα μάτια της έπειτα στάθηκαν στις δύο πολυθρόνες μπροστά απ’ την τηλεόραση. Είδε δύο άντρες καθισμένους. Ο ένας ήταν ο Άλεξ Γκρέι κι ο άλλος ο Δημήτρης Καλιμαντής, ο πρώην σύζυγος της Μαρίας. Μόνο εκείνος όμως έδειξε έκπληκτος με την άφιξή της. Ο Γκρέι ήταν ατάραχος. Την περίμενε. Ίσως όχι τόσο σύντομα, αλλά την περίμενε. «Έλα, καλή μου, να σου βγάλω το μπουφάν», είπε η Μαρία μόλις πήγε κοντά της, και φώναξε την οικιακή βοηθό. Της ζήτησε να φέρει μια κουβέρτα και ζεστό τσάι. «Κάθισε». Κοίταξε με νόημα τον πρώην σύζυγό της. «Ο Δημήτρης 180


ετοιμαζόταν να φύγει. Η στιγμή δεν είναι και τόσο ακατάλληλη όσο νομίζεις». Η Σάνια δεν πρόσεξε τον εχθρικό τρόπο που κοίταξε ο Άλεξ τον πρώην σύζυγο της οικοδέσποινάς του. Τον είδε μονάχα να σηκώνεται ευγενικά για να αποχαιρετίσει τον άλλο άντρα με μια χειραψία. Λούφαξε στη θέση της και δέχτηκε με ανακούφιση την κουβέρτα. Δε θα ’πρεπε, αλλά συλλογίστηκε την εμφάνισή της. Ήξερε ακριβώς πώς έδειχνε: πολυφορεμένο τζιν βρεγμένο στα μπατζάκια, φαρδύ πουλόβερ γεμάτο κόμπους, παπούτσια βουτηγμένα στα λασπόνερα και όψη τρελής πλαισιωμένη από μπερδεμένα μαλλιά και μισοβγαλμένα τσιμπιδάκια. Αντιθέτως, εκείνος ήταν ατσαλάκωτος, όπως κάθε φορά που τον έβλεπε, με τα μαύρα γάντια του στη θέση τους και τα ακριβά παπούτσια του καλογυαλισμένα σαν καθρέφτες. Η τέλεια αυτοκυριαρχία κόντρα στην τέλεια συντριβή. Η γνώση κόντρα στην άγνοια. Τα σίγουρα βήματα κόντρα στο παραπάτημα. Η τάξη κόντρα στο χάος. Το βλέμμα της πήγε στη Μαρία Κατρά. Πόσο όμορφη ήταν με το κομψό ροδακινί φόρεμα και τα μακριά μαύρα μαλλιά να πέφτουν καλοχτενισμένα στους ώμους της! Κι αν είχε αντιμετωπίσει καταιγίδες αυτή η γυναίκα, κι αν είχε αντιμετωπίσει απανωτές καταστροφές! Τη ζήλεψε. Είχε μια δύναμη που εκείνη δε θα αποκτούσε ποτέ. Ήταν κυρία του εαυτού της. Πανέτοιμη να δεχτεί τις συνέπειες των λαθών της αλλά και να δρέψει τους καρπούς των επιτυχημένων επιλογών της. Δε θυμόταν να έχει δει ποτέ τη Μαρία Κατρά σε απόγνωση. Πάντα της έδινε την εντύπωση πως θα μπορούσε να επιβιώσει ολομόναχη ακόμα και στο φεγγάρι, αν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. 181


Πήρε το τσάι που της πρόσφερε και χαμήλωσε το κεφάλι. Κάτι έπρεπε να κάνει για να ξεφύγει από την αυτολύπηοη και τη μιζέρια. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να πάψει να νιώθει σαν σκυλί εξαρτημένο από το αφεντικό του, που αρκούσε ένα του σφύριγμα για να ικανοποιήσει ακόμα και την πιο παράλογη επιθυμία του. Ίσως τελικά να ήταν κόρη της μάνας της. Ίσως— «Πρέπει να φροντίσω το μωρό», είπε η Μαρία ανταλλάσσοντας ένα γρήγορο βλέμμα με τον Άλεξ. «Ξέρετε τα κατατόπια, κύριε Γκρέι. Αν χρειαστεί κάτι η Σάνια, μη διστάσετε να της το προσφέρετε— » Ο Άλεξ έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός μαζί της. Μόλις έμειναν μόνοι, κράτησε τις αποστάσεις του, ξέροντας πόσο εύθραυστη ήταν η ισορροπία της. Φαινόταν αδύναμη και χαμένη, αλλά τη φλόγα στα μάτια της την αναγνώρισε αμέσως την είχε δει στους συμπολεμιστές του. Ήταν μια φλόγα που δήλωνε ξεκάθαρα πως, αν χρειαζόταν, θα μάχονταν μέχρι τελικής πτώσης. Άθελά του το βλέμμα του πήγε απ’ το πρόσωπο στο κορμί της. Ήταν λεπτή, αλλά όχι κοκαλιάρα. Τα πόδια της ήταν μακριά, το πρόχειρο παντελόνι τα αδικούσε εντελώς. Το στήθος της φαινόταν σφριγηλό ούτε μεγάλο ούτε μικρό, ιδανικό για τα αντρικά χέρια. Ήταν όμορφη. Η πρώτη γυναίκα στη ζωή του που την παρατηρούσε αληθινά και τη χαρακτήριζε όμορφη. Όλες οι άλλες ήταν αναλώσιμες: φτηνό κορμί, φτηνή ψυχή λαγνεία κατά παραγγελία. Ο όρος του ήταν «Όχι έρωτας», το σύνθημά του «Ποτέ δεύτερη φορά». Έδινε ψεύτικο όνομα και σ’ αυτές. Τους απαγόρευε να. αγγίξουν το πρόσωπό του και να κάνουν ερωτήσεις. Εκείνες το θεωρούσαν μια γοητευτική 182


διαστροφή. Εκείνος απόλυτη προϋπόθεση, οχπε μην πέσουν ποτέ οι μάσκες. Η Σάνια αναδεύτηκε στην καρέκλα της. Το βλέμμα του την έκανε να νιώθει άβολα. Αναρωτήθηκε τι να σκεφτόταν πόσο εύκολο του ήταν να διαβάζει με μια ματιά το μυαλό της πώς θα έθετε τους όρους της σ’ έναν άνθρωπο που έδειχνε ευγενής σαν σπάνιο λουλούδι και ταυτόχρονα σκοτεινός σαν τα βάθη του ωκεανού— Τη φόβιζε και τη γοήτευε συνάμα. Ήταν εντελώς ακατάλληλη η στιγμή, αλλά συνειδητοποίησε πως η παρουσία του τη μαγνήτιζε με τρόπο πρωτόγνωρο κι ακατανόητο. Κάποτε θα πρέπει να ήταν πολύ όμορφος. Κάποτε θα πρέπει να είχε τη δύναμη να εμπνεύσει το πάθος που διάβαζε στα μυθιστορήματα. Ήταν ψηλός, ευγενικός, καλλιεργημένοςευφυέστατος, με βαθιά φωνή. Κάποτε, σκέφτηκε. Όταν είχε μια σύζυγο όπως όλοι και μια φυσιολογική ζωή. Όταν δεν υπήρχε καλύπτρα για να σκεπάζει την παραμόρφωση και γάντια για να κρύβουν ίσως άλλα σημάδια— Μάζεψε όλο της το κουράγιο και σηκώθηκε για να τον πλησιάσει. Η κουβέρτα έπεσε στα πόδια της κι εκείνος έστρεψε για μια ακόμα φορά ελαφρά το κεφάλι του για να κρύψει τη σημαδεμένη πλευρά του προσώπου του·, «θέλω να σας γνωρίσω», του είπε σφίγγοντας τις γροθιές της. «Ας πούμε ότι από δω και μπρος θα βοηθήσει ο ένας τον άλλο. Θα κάνω ό,τι κρίνετε πως είναι απαραίτητο για να δω κάποιο φως. Ισως έτσι βοηθήσω και τον— ασθενή σας. Δε θα είμαι όμως υποχρεωμένη να σας ενημερώνω αν προοδεύω ή όχι. Στην περίπτωση που θυμηθώ κάτι, θα το κρατήσω για τον εαυτό μου μέχρι να βεβαιωθώ πως μπορώ να σας εμπιστεύομαι. Έτσι θέλω να γίνει, και δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη. Αν δε 183


δεχτείτε, θα φύγω. Αυτό ήρθα να σας πω». «Δίκαιο», της είπε ήρεμα. «Αλλά αν πρέπει να περνάμε τόσο χρόνο μαζί, θα πρέπει να βρεις μια δικαιολογία για τους συγγενείς σου και για τον Τύπο». «Κάτι θα σκεφτω». «Ήρθες ως εδώ αποφασισμένη κι αδιάλλακτη. Έπρεπε ήδη να έχεις σκεφτεί». Τα-μάτια της στάθηκαν στη βιβλιοθήκη απέναντί της. Η Τρίτη Ευχή του Ραφαέλ Αλντες δέσποζε στο πρώτο ράφι. Μια νύχτα ήταν αρκετή για να διαβάσει και τις εξακόσιες πενήντα σελίδες. Σκέφτηκε τον ψεύτικο αρραβώνα της Αννας με τον Ρόμαν, και το πρόσωπό ιης ψωιίσιηκε. Ναι, υπήρχε μια πολύ καλή δικαιολογία. Ακολούθησε το βλέμμα της και γέλασε δυνατά. Πού να ξερε, σκέφτηκε. Ούτε η πιο ζωηρή φαντασία δεν μπορούσε να φτάσει την παραδοξότητα της αλήθειας. «Ο έρωτας;» μάντεψε. «Αυτή θα ναι η δικαιολογία σου, Σάνια;» «Γιατί όχι;» «Είναι ολοφάνερο το γιατί», της είπε αγγίζοντας με τα ακροδάχτυλα το δερμάτινο κάλυμμα που έκρυβε το χαμένο μάτι του. «Είμαι σαράντα δύο χρόνων και είσαι είκοσι εννιά. Γνωριστήκαμε μόλις προχτές. Και δεν αντέχεις ούτε να κοιτάξεις το τέρας». «Η ηλικιακή διαφορά μας δεν είναι και τόσο μεγάλη», άρχισε να καταρρίπτει τα επιχειρήματά του. «Επίσης, υπάρχει ο 184


κεραυνοβόλος έρωτας και— και δεν είστε καθόλου τέρας. Αν πω κάτι τέτοιο στους δικούς μου, θα εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους, αλλά δε θα τολμήσουν να με εμποδίσουν. Με αγαπούν πάρα πολύ για να το κάνουν». Παρέστησε τον δύσκολο. «Δεν ξέρω, δεσποινίς Παρίση—» είπε διστακτικά. «Πάει πολύς καιρός από τότε που έκανα στενή παρέα με γυναίκα, κι είμαι πολύ μεγάλος πια για τέτοια παιχνίδια. Εσύ είσαι μια κοπέλα γεμάτη ζωή και όνειρα. Κι ένας τυφλός θα έβλεπε ότι θα ήμουν η πλέον ακατάλληλη επιλογή για σένα—» «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, κύριε Γκρέι», τον έκοψε χωρίς να αμφισβητήσει τα λεγόμενά του. «Απ’ όποια πλευρά και να το δείτε, είναι η μόνη λύση. Δε βιαζόμαστε», έσπευσε να τουξεκαθαρίσει. «Θα το κάνουμε να φανεί σαν να εξελίχθηκε φυσιολογικά, σαν να το φερε έτσι η τύχη. Πολλά παράξενα συμβαίνουν στις μέρες μας· ένας αταίριαστος έρωτας δε θα σοκάρει κανέναν». «Κι είχα την εντύπωση ότι ήσουν ένα απονήρευτο, χαμένο παιδί», την πείραξε. Ο πάγος έσπασε κι η προηγούμενη απελπισία της μετατράπηκε ξαφνικά σ’ ένα κύμα ελπίδας. «Κι είχα την εντύπωση πως δεν πέφτετε ποτέ έξω». «Είναι περιττός ο πληθυντικός πλέον, δε νομίζεις;» «Έχεις δίκιο— Άλεξ. Είναι περιττός». Το χαμόγελό της φώτισε όλο το σαλόνι. «Και τώρα, συνόδευσέ με μέχρι το σπίτι. Τι σόι ερωτευμένος θα είσαι αν μ’ αφήνεις να γυρνάω μόνη στα σκοτάδια;» 185


Έβγαλε το σακάκι του και με μια γρήγορη κίνηση το πέρασε γύρω από τους ώμους της. «Το μπουφάν σου είναι βρεγμένο», της υπενθύμισε. «Και δε θέλω να κρυώσεις καθώς θα διασχίζουμε μαζί τα σκοτάδια». Η κοπέλα κοκκίνισε, κι εκείνος, παρ’ όλο που το πρόσεξε, έκανε πως δεν το είδε. Της άνοιξε την πόρτα και την άφησε να περάσει. Το σκοτάδι ήταν στ’ αλήθεια πυκνό. Τέλεια. Δε φάνηκε καθόλου το ψυχρό χαμόγελό του. Ότι είχε γυρίσει απ’ τη δουλειά. Όπως κάθε μέρα, έβγαλε το μπουφάν της και το πέταξε μαζί με την τσάντα της στον καναπέ. Έβαλε το ραδιόφωνο στον αγαπημένο της σταθμό και αναζήτησε ξυπόλητη τις παντόφλες της στη γνώριμη θέση τους στην κρεβατοκάμαρά της. Τις βρήκε. Αλλά μαζί μ’ αυτές βρήκε και τον αδερφό της ξαπλωμένο στο κρεβάτι της. Στα χέρια του κρατούσε ένα απ’ τα βιβλία του Ραφαέλ Άλντες. Το πρόσωπό του ήταν αξύριστο, τα μάτια του αγριεμένα κι η ανάσα του μύριζε οινόπνευμα. «Αυτό που έκανες το λένε διάρρηξη», του είπε θυμωμένα. «Απ’ τη δουλειά γύρισες;» τη ρώτησε με ύπουλη ηρεμία. «Πάντα απ’ τη δουλειά γυρνάω τέτοια ώρα». «Τηλεφώνησα και δεν ήσουν εκεί» «Ήμουν στο στούντιο κι εμφάνιζα φωτογραφίες. Δεν τους το είχα πει». «Πολλά δε λες. Και κατά σύμπτωση τα πιο σημαντικά. Ή δε θεωρείς σημαντική τη βραδινή βολτίτσα σου σιο σπίτι του 186


φονιά;» «Με παρακολουθούσες;» Ήταν έτοιμη να τον λιντσάρει. Η φωνή της ακούίπηκε σαν σφύριγμα σφαίρας. «Κάποιος πρέπει να το κάνει», της είπε χωρίς ίχνος ντροπής. «Έχεις άγνοια του κινδύνου, Σάνια. Κάποιος πρέπει να σε προστατεύσει από την ίδια σου τη βλακεία». Ένιωσε τους τοίχους να στενεύουν μόλις ο Παύλος σηκοίθηκε και την πλησίασε. Δεν έκανε πίσω όμως. Αρκέστηκε στο να κοπανήσει το χέρι του στον αέρα, όταν εκείνος επιχείρησε να την πιάσει απ’ τον ώμο. Τα ωραία γκρίζα μάτια του στένεψαν και τα χείλη του σφίχτηκαν τόσο πολύ, που σχεδόν εξαφανίστηκαν. «Θέλω να κόψεις τα πάρε δώσε μ’ αυτόν», της είπε χωρίς περιστροφές. «Θέλω να θυμάσαι κάθε μέρα που περνά ότι μεγάλωσες σε μία ευυπόληπτη οικογένεια που δε σε πλήγωσε ποτέ. Ήμασταν εκεί όταν μας χρειάστηκες. Δεν το αξίζουμε αυτό, Σάνια». Έκανε να φύγει, αλλά ο Παύλος την άρπαξε απ’ το μπράτσο και τη γύρισε ξανά προς το μέρος του. Απέστρεψε το πρόσωπό της. Η ανάσα του βρόμαγε αλκοόλ και τσιγάρο. «Άκουσες τι σου είπα;» «Θέλω να μ’ αφήσεις ήσυχη—» «Η θεία σου κοντεύει να τρελαθεί», την ταρακούνησε. «Εκείνη η νύχτα την τσάκισε πιο πολύ απ’ ό,τι εσένα», της υπενθύμισε. «Γιατί εκείνη θυμάται, Σάνια. Είδε την αδερφή της και το γαμπρό της να κολυμπούν στο αίμα πεσμένοι στο κρύο πάτωμα. Είδε εσένα κρυμμένη σ’ 187


ένα υπόγειο, καταματωμένη, να τσιρίζεις ασταμάτητα. Ο εαυτός σου σε προστάτευσε διαγράφοντας την ανάμνηση. Τι να πει κι εκείνη που ακόμα κοιμάται και ξυπνάει με τον ίδιο εφιάλτη;» Δεν του απάντησε. Την τράβηξε πάνω του κι έσκυψε το κεφάλι του πάνω στο δικό της. Οσμίστηκε το φόβο της όπως τα πεινασμένα αγρίμια οσμίζονται τη σάρκα. Ένα μάθημα χρειαζόταν η Σάνια. Ένα μάθημα που θα της έδειχνε πόσο εύθραυστη μπορούσε να γίνει η εμπιστοσύνη, ακόμα κι αν ήταν δεδομένη. Αυτός όμως την αγαπούσε πολύ για να της το δώσει. «Παύλο·» του είπε εκείνη πισωπατώντας, «είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου. Το ίδιο το μυαλό μου με σπρώχνει εκεί. Δεν μπορώ να το σταματήσω·» «Θα το σταματήσεις», της είπε με σιγουριά. «Κι αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνω εγώ. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο». «Είναι δική μου η ζωή!» ούρλιαξε σπρώχνοντάς τον. «Όσο ήμουν αδύναμη και άβουλη δεν ενοχλούσα κανέναν, ε; “Ναι, θεία”, “Ναι, θείε”, “Ναι, Παύλο”· Πάντα ναι! Το καλό κοριτσάκι, το παράδειγμα προς μίμηση. Όλα τότε ήταν ήσυχα και τακτοποιημένα. Μόνο λουρί που δε μου βάλατε για να επιδεικνύετε τη σπάνια ράτσα μου και την εκπληκτική πειθαρχία μου όταν βγαίναμε βόλτα. Κι εγώ έπεισα τον εαυτά μου’πως, αν εσείς καμαρώνατε, τότε ήμουν ευτυχισμένη· » «Δεν ήσουν;» Του ερχόταν να τη σκαμπιλίσει μπας και τη δει να συνέρχεται. «Α, ναι ήμουν, δεν έχω παράπονο. Οι επιθυμίες μου, διαταγές 188


σας: πανεπιστήμιο, μεταπτυχιακό, πιάνο, ξένες γλώσσες κι ένα παλάτι για να ζω. Ποιος λογικός άνθρωπος δε θα ταν ευτυχισμένος; Τίποτα δε μου έλειπε, με πρώτο και βασικότερο την αγάπη, που την έπαιρνα σε υπερβολικές δόσεις. Δε με απογοητεύσατε και δε σας απογοήτευσα ποτέ. Κι ας μην αναρωτήθηκε κανείς σας ούτε μια στιγμή αν οι επιθυμίες μου ήταν πρώτ’ απ’ όλα δικές σας». «Και τώρα ξύπνησες», την κορόιδεψε. «Ήρθε ο καιρός για την επανάστασή σου. Αυτό είναι, Σάνια; Περνάς αργοπορημένη μετεφηβεία ή μήπως άρχισαν να επικρατούν τα κακά γονίδια; Κάπως έτσι λειτουργούσε κι η μάνα σου, απ’ όσο ξέρω: μια ζωή λάθος επιλογές, μια ζωή σκάνδαλα. Έτσι θέλεις να καταντήσεις;» «Ο χρόνος θα δείξει», του αποκρίθηκε με πείσμα. «Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει. Θα προτιμούσα να σε είχα σύμμαχο στο πλευρό μου, (ίλλά, αν δεν μπορείς, το ίδιο μου κάνει. Το δικό σου μυαλό είναι καθαρό και δεν πήρες ποτέ φάρμακα για να μην τρελαθείς. Επίτρε-ψέ μου να καθαρίσω κι εγώ το δικό μου μυαλό. Είναι δικαίωμά μου». «Ξέρεις σε τι πας να μπλέξεις;» «Ξέρω». «Διάλεξες λάθος στρατόπεδο, μικρή», της είπε πηγαίνοντας στην πόρτα. «Και θα με βρεις απέναντί σου». Μόλις έμεινε μόνη, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και δίπλωσε τα χέρια στην κοιλιά της. Κανείς δεν την καταλάβαινε, κανείς δεν ήταν στο πλευρό της. Μα γιατί δεν το έβλεπαν; Δεν ήταν εκείνη που όριζε τη μοίρα της πια, αλλά η μοίρα που όριζε 189


εκείνη. Η μοίρα κρατούσε γερά τα ηνία της ζωής της. Κι ο καλπασμός της είχε αρχίσει— Έπιασε το βιβλίο του Ραφαέλ Άλντες και το κράτησε τρυφερά. Ποτέ δε θα την απογοήτευαν τα βιβλία. Οι σελίδες τους ήταν το μόνο μέρος στον κόσμο όπου μπορούσε να χαθεί και να αφεθεί, νιώθοντας πραγματικά ελεύθερη. Ο ΑΛΕΞ ΠΑΡΚΑΡΕ το αυτοκίνητο στον ειδικό χώρο στο προαύλιο της φυλακής κι έσβησε τη μηχανή. Κοίταξε την κοπέλα δίπλα του κι απαγόρευσε στον εαυτό του να τη συμπονέσει. Ήταν ντυμένη με μαύρο παντελόνι, λευκό ζιβάγκο και μαύρο σακάκι. Ήταν τελείως αμακιγιάριστη, με τα μαλλιά της πιασμένα σε αλογοουρά, και δε φορούσε άλλα κοσμήματα πέρα από ένα ζευγάρι διακριτικά ασημένια σκουλαρίκια. Κοίταζε ευθεία μπροστά της, χωρίς να δείχνει ότι επικεντρώνεται κάπου συγκεκριμένα. Έμοιαζε αδιάφορη, όμως εκείνος πρόσεξε σπ τα χέρια της, ακουμπισμένα στη δερμάτινη τσάντα της, έτρεμαν. Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής δεν είχαν αλλάξει κουβέντα, κι απέφευγε συστηματικά να τον κοιτάξει. Η μόνη αντίδραση που είχε αντιληφθεί από μέρους της ήταν ένα επιδοκιμαστικό νεύμα για τη μουσική που είχε βάλει στο στερεοφωνικό του αυτοκινήτου: μια απαλή μελωδία του Μπραμς που κάποτε κι ο ίδιος αγαπούσε πολύ. Είχε φορέσει αυστηρό σκούρο γκρίζο κοστούμι, ανοιχτό γκρίζο πουκάμισο και παλτό στο χρώμα του κάρβουνου. Ήταν καλοξυρισμένος κι είχε βάλει μια υφασμάτινη καλύπτρα, από τα καινούρια αποκτήματα της συλλογής του. Έμοιαζε όπως ακριβώς ήθελε να δείχνει: ένας σοβαρός επιστήμονας με υποφερτό γούστο, χωρίς ιδιαίτερη διάθεση να γοητεύσει το 190


άλλο φύλο. Ισως να μην έδειχνε τόσο ευαίσθητος όσο θα έπρεπε για να συγκινήσει μια κοπέλα σαν τη Σάνια, αλλά ήταν νωρίς ακόμα. Είχε σκηνοθετήσει νοερά κάμποσα περιστατικά που θα ξυπνούσαν την τρυφερότητά της, ώστε ανάλογα να τον λυπηθεί ή να τον υπερασπιστεί, να νιώσει άνετα, φιλικά, έως και μητρικά. Είχε στήσει ήδη σε μεγάλο βαθμό την τέλεια παγίδα για να κατορθώσει να διεισδύσει στο μυαλό της και να μάθει τα μυστικά της ψυχής της. Της άνοιξε την πόρτα, τη βοήθησε να βγει από το αυτοκίνητο κι έπειτα προπορεύτηκε ελαφρώς, για να της δείξει με τρόπο ότι σε χώρους σαν κι αυτόν ήξερε καλά πώς να κυριαρχεί. Αφού υπέστη τον τυπικό σωματικό έλεγχο κατά την είσοδό τους στην ψυχιατρική πτέρυγα και επέδειξε στους υπεύθυνους τα διαπιστευτήριά του, πήγε, με τη Σάνια να τον ακολουθεί αμίλητη, στο χώρο όπου κρατούνταν ο Ζακ. ��ου είχαν τονίσει ότι η επίσκεψη δεν έπρεπε να διαρκέσει πάνω από τριάντα λεπτά, κι ο Άλεξ δέχτηκε το χρονικό περιορισμό χωρίς να προβάλει καμιά διαμαρτυρία. Τους αρκούσε κι ένα τέταρτο. Μόλις η βαριά λευκή πόρτα έκλεισε πίσω τους, άρχισε η παράσταση, Ο Ζακ άναψε βουβός τσιγάρο και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα. Οι κύκλοι καπνού που σχημάτισε κατευθύνθηκαν προς το πρόσωπο ίου Άλεξ. Εκείνος παρέμεινε ατάραχος, παρόλο που ήθελε να βάλει τα γέλια. Ο Ζακ ήταν ο τέλειος Ρωμανός Κατράς. Μιμούνταν ακόμα και τις κινήσεις του: μισόκλεινε τα μάτια με τον ίδιο τρόπο και χαμογελούσε σαν να ήταν έτοιμος να δαγκώσει. Ήξερε πως θα πήγαιναν, γι’ αυτό, παρά το κρύο, φορούσε ένα μαύρο φανελάκι που δεν άφηνε καμία αμφιβολία για την εξαιρετική φυσική κατάστασή του και το μέγεθος των μυών 191


του. Ο Άλεξ εντυπωσιάστηκε. Ήταν σαν να κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Η μόνη διαφορά ήταν τα χαρακτηριστικά του προσώπου και το τατουάζ: το φίδι με τη διχαλωτή γλώσσα που είχαν χτυπήσει μαζί στη Μαλαισία. Εκείνος το είχε κάνει στη βάση της ραχοκοκαλιάς κι ο Ζακ στο στέρνο, κοντά στην αριστερή κλείδα. Οι δυο αδελφικοί φίλοι ήταν νέοι κι ατρόμητοι τότε. Ήθελαν να έχουν στο κορμί τους κάτι που θα έδειχνε για πάντα ότι είναι φτιαγμένοι από την ίδια πάστα: δυο ριψοκίνδυνοι μαχητές, έτοιμοι για όλα. «Καλώς τους», είπε τελικά ο Ζακ πλευρίζοντας τη Σάνια. Έκανε μια στροφή γύρω της σέρνοντας το βλέμμα του επιδοκιμαστικά στο κορμί της. Ήθελε να τη φοβίσει, και τα κατάφερε. Με ικανοποίηση, την είδε να κολλά στο πλευρό του φίλου του και να τον πιάνει από το μπράτσο. Γέλασε ειρωνικά. «Δεν είμαι βέβαιος ότι ο φιλαράκος μου από δω μπορεί να σε προστατεύσει από μένα, πριγκιπέσα. Ο φίλτατος κύριος Γκρέι επιτίθεται και μάχεται μόνο στον ύπνο του και, με τον τρόπο του, στα δικαστήρια. Αλλά με γουστάρει, το ξέρω καλά. Είμαι βέβαιος ότι ενσαρκώνω όλα όσα θα ήθελε κι αυτός ο καημένος να είναι». Ο Άλεξ κοίταξε με την άκρη του ματιού του τη Σάνια. Για λίγο, για μια στιγμή μονάχα, είχε θυμώσει μαζί της. Απορρίπτοντας την όψη του Ζακ, ήταν σαν να απέρριπτε τον ίδιο. Δεν έχει δικαίωμα, σκέφτηκε. Δεν έχει κανένα δικαίωμα να βάζει έτσι επιπόλαια ετικέτες στους ανθρώπους. Δεν είχε γίνει μόνος του αγρίμι ο Ρωμανός Κατράς. Κάποιοι τον είχαν αναγκάσει. «Πώς αισθάνεσαι σήμερα;» ρώτησε τον Ζακ παίζοντας το ρόλο του. «Εσύ πώς με βλέπεις;» του πέταξε ο Ζακ. «Αγενή όπως πάντα», απάντησε κοφτά ο Άλεξ. Άνοιξε το 192


χαρτοφύλακά του κι έβγαλε ένα δημοσιογραφικό κασετόφωνο. Το ακούμπησε στο μικρό τραπεζάκι. Του έγνεψε να καθίσει στη μία από τις δύο καρέκλες και πρότεινε το άλλο κάθισμα στη Σάνια. Ο Ζακ υπάκουσε πειθήνια, η κοπέλα απρόθυμα. Ο ίδιος προτίμησε να στηριχτεί στον τοίχο και να σταυρώσει τα χέρια. «Λοιπόν, εδώ είμαστε», είπε κοιτώντας με νόημα το ρολόι του. «Εγώ, εσύ και το κορίτσι. Εγώ ξέρω, εκείνη όχι. Είναι η ευκαιρία σου, Ρωμανέ. Αν είσαι αθώος, κοίτα να την αρπάξεις». Ο Ζακ τέντωσε τα πόδια κι έγειρε στην πλάτη της καρέκλας. Έφερε τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι και κοίταξε λοξά τη Σάνια. Η απελπισία ήταν ολοφάνερη στο απίστευτα γλυκό προσωπάκι της, και κόντεψε να τα χάσει. Το άγριο βλέμμα που εισέπραξε απ’ τον Άλεξ τον συνέφερε. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά του. «Πες τους να κλείσουν τα μικρόφωνα», είπε στον Άλεξ με τα μάτια καρφωμένα στη Σάνια. «Η συζήτησή μας είναι εμπιστευτική». «Το έχω κάνει ήδη». Ξαφνικά ο Ζακ άπλωσε το χέρι του και άρπαξε το δικό της πάνω στο τραπέζι. Το έκλεισε στις παλάμες του, και μάτωσε η καρδιά του όταν την είδε να παλεύει να απαγκιστρωθεί. Ο αντίχειράς του κινήθηκε κατευναστικά πάνω στα παγωμένα δάχτυλά της και τα ένιωσε να χαλαρώνουν. «Τι θυμάσαι από μένα, πριγκιπέσα;» τη ρώτησε αναζητώντας το βλέμμα της, κοιτώντας την κατάματα με συμπάθεια κι ενδιαφέρον. Η Σάνια αναστέναξε. Με δυσκολία, του είπε τα λίγα που θυμόταν. Ήταν πολύ πιο αδύνατος τότε, άρχισε να λέει, και πολύ ευγενικός. Μιλούσε σαν ποιητής και μελετούσε ατέλειωτες ωρες. Της φερόταν ϊιάντα καλά και την πρόσεχε σαν να ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι. Ήταν μοναχικός και 193


απρόσιτος, αλλά δεν ενοχλούσε κανέναν. Ταραγμένη, με σύντομες και κοφτές φράσεις, του αποκάλυψε επίσης όσες πληροφορίες της είχαν δώσει οι άλλοι για το χαρακτήρα του. Δεν πείραζε, της είχαν πει, ούτε μυρμήγκι, κι απέφευγε τους καβγάδες. Κατά γενική ομολογία, ήταν ήρεμος και φιλήσυχος. Η προσωπικότητά του περνούσε απαρατήρητη, γιατί όλα τα έκανε με μέτρο. Δεν εκδήλωνε ούτε τη χαρά ούτε τη λύπη του. Δε θύμωνε, αλλά ούτε και ενθουσιαζόταν. Ήταν ανέκφραστος, ήσυχος, σαν κομμένο λουλούδι. Αλλά εκείνη τον συμπαθούσε, γιατί της διηγούνταν πανέμορφες ιστορίες. Τον συμπαθούσε πολύ. «Και τι βλέπεις τώρα;» τη ρώτησε σιγανά αφήνοντας το χέρι της για να ανάψει άλλο ένα τσιγάρο. «Δε— δεν μπορώ να ταυτίσω ό,τι βλέπω τώρα με αυτά που ξέρω για σένα», κατάφερε να του πει. «Σε τρομάζω;» Εκείνη ένευσε καταφατικά. «Έτσι πρέπει», της είπε σκληρά. «Να σε τρομάζω. Γιατί όσα δεν μπόρεσες να πεις με έκαναν αυτό που είμαι τώρα. Μέχρι τη μέρα που με έχωσαν εκεί μέσα με ενοχλούσε η θέα του αίματος. Σήμερα μπορώ να το πιω κιόλας». Η Σάνια κοίταξε τον Άλεξ ζητώντας βοήθεια. Τα μάτια της δάκρυσαν και αναζήτησε νευρικά ένα χαρτομάντιλο στην τσάντα της. Δεν έπρεπε να δειλιάσει τώρα. Ούτε ωφελούσαν σε τίποτα οι ενοχές.. Ήταν παιδί όταν συνέβησαν όλα αυτά. Δεν έφταιγε εκείνη που είχαν διαγραφεί τα πάντα από τη μνήμη της. Πού να ήξερε ότι— 194


«Θα επιτρέψω στο φίλο μου τον Άλεξ να σου πει κάποια από τα μυστικά μου», της είπε ξαφνικά ο άντρας απέναντί της. «Εγώ δε σε συμπαθούσα μονάχα, πριγκιπέσα. Σε αγαπούσα. Αλλά τώρα θέλω να σε βλέπω να πονάς, αργά και με δόσεις, όπως πόνεσα κι εγώ, μήπως και καταλάβεις πόσο δυσάρεστη μπορεί να γίνει μερικές φορές η γνώση». «Δε φταίω εγώ που—» «Μην κλαψουρίζεις!» Ωραία. Η τραχύτητα της φωνής του τρόμαξε ακόμα και τον ίδιο. «Φταις!»συνέχισε. «Γιατί αργότερα είχες τη δυνατότητα να αμφισβητήσεις όσα σου είπαν για μένα. Σε μπούκωσαν με παραμύθια κι εσύ τα έχαψες. Σου είπαν την εκδοχή τους και επέλεξες να την πιστέψεις. Τυφλώθηκα, λένε, από ερωτικό πάθος—» Γέλασε δυνατά. «Για ποια, πριγκιπέσα; Για τη μάνα σου; Και μόνο που την έβλεπα μου γύριζαν τα άντερα. Ήταν μια ξεδιάντροπη σκύλα». «Η φωτογραφία— » πήγε να του πει, αλλά η γροθιά του κόντεψε να σπάσει το τραπέζι. «Όλα ήταν τέλεια», είπε περιφρονητικά. «Το όπλο, τα αποτυπώματα, η φωτογραφία— μια φωτογραφία που είχε τραβηχτεί τόσο καιρό πριν, κι ο πατέρας μου την είχε μαζί του εκείνο ακριβώς το βράδυ που γυρίσαμε εκτάκτως από αυτή την εκδήλωση και μου ζήτησε το λόγο! Αδιάσειστη λογική, δεσποινίς Βαλέρη. Βέβαια, ήμουν φοβερός αντίζηλος», σάρκασε. «Εραστής περιωπής. Τόσο επίφοβος, που ο μεγάλος και τρανός Αλέξανδρος Κατράς ένιωσε εντελώς ετεροχρονισμένα ότι απειλείται! Φοβερή ιστορία. Αλλά δε θυμάσαι—» συνέχισε αρπάζοντας ξανά το χέρι της. «Πού να θυμάσαι εσύ. Ένα αθώο κοριτσάκι ήσουν, κι αργότερα έπαθες μάλιστα αμνησία. Εξαιρετικά βολική κατάσταση· » 195


«Ρωμανέ· » «Πάρ’ την από μπροστά μου, Γκρέι», απαίτησε ο Ζακ δήθεν απογοητευμένος. «Δεν έχει να μου πει τίποτα, και θα το σκεφτώ πολύ σοβαρά αν θα πρέπει να της πω κι εγώ. Δεν είμαι πια ο καλός Σαμαρείτης. Την έχω κόψει εδώ και χρόνια τη συνήθεια, από τότε που με βγάλανε φονιά». Η Σάνια σηκώθηκε βιαστικά και ζήτησε από τους φρουρούς που βρίσκονταν έξω να της ανοίξουν. Βγήκε μόνη, χωρίς να περιμένει τον Άλεξ. «Είσαι αποκάλυψη», είπε εκείνος μαζεύοντας το δημοσιογραφικό κασετόφωνο. «Τόσες πρόβες κάναμε. Τι διάολο;» ψιθύρισε ο Ζακ. «Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να σου πω πως δεν είμαι τόσο απαίσιος όσο με παριστάνεις». «Όχι, δε χρειάζεται. Είσαι περισσότερο», συμφώνησε σοβαρά ο Ζακ, προκαλώντας το γέλιο του φίλου του. ‘Οταν ο Αλεξ βγήκε από το δωμάτιο είδε τη Σάνια στηριγμένη σ έναν τοίχο να παλεύει να συνέλθει. Πρόσεξε τις ασυνείδητες κινήσεις των ματιών της, την ένταση του προσώπου της, τις φλέβες που διακρίνονταν στα μηνίγγια της. Δεν έχασε καιρό. Προβλέποντας την κρίση που θα την έπιανε μέσα στα επόμενα λεπτά, έτρεξε κοντά της, τη σήκωσε στα χέρια και την οδήγησε στο αυτοκίνητό του. Εκεί απέμεινε συγκλονισμένος να κοιτάζει τους σπασμούς του κορμιού της, το σφίξιμο όλων των μυών της. Το κεφάλι της 196


χτύπησε με ορμή στο πάνω μέρος της θέσης του συνοδηγού. Έπιασε με το ένα χέρι το βομβητή και με το άλλο έκανε στον αέρα μια εύγλωττη χειρονομία: έδιωχνε τον αόρατο για τον Άλεξ εχθρό της. Καθόντουσαν με τη Μαργαρίτα στην κούνια του κήπου και λικνίζονταν απαλά. Η φίλη της γελούσε κι εκείνη έσφιγγε στο στήθος της το ημερολόγιό της. «Δε θα σ αφήσω να το ξαναδιαβάσεις», έλεγε θυμωμένη. «Συνέχεια με κοροϊδεύεις. Όμως δεν είσαι και πολύ μεγαλύτερή μου, γι’ αυτό μη νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα!» «Πώς μπορείς να σκέφτεσαι αυτό το σκιάχτρο; Άσε που είναι και μεγάλος. Θα πρέπει να σου γνωρίσω κάποιο φίλο μου· » «Δε θέλω κανένα αγόρι. Όλα τα αγόρια είναι ηλίθια. Κι εσύ δεν έχεις γνωρίσει τον Ρωμανό, και δεν ξέρεις. Είναι ο πιο έξυπνος άνθρωπος του κόσμου!» «Είναι πολύ μεγάλος για σένα». «Δε με νοιάζει. Ούτε εσένα να σε νοιάζει. Αν θες να είμαστε φίλες, δε θα ξαναμιλήσεις ποτέ άσχημα για αυτόν». «Καλά, καλά—» Η Σάνια την κοίταξε με μάτια που πέταγαν φλόγες. «Μου δίνεις το λόγο σου;» «Είπα, εντάξει». «Μα γιατί δεν τον χωνεύεις;» τη ρώτησε στεναχωρημένη. «Τι σου έχει κάνει; Ο Ρωμανός δεν πειράζει κανέναν. Μακάρι να ήμουν λίγο μεγαλύτερη. Τότε θα ήμουν το κορίτσι του και δε θα 197


άφηνα κανέναν να τον κοροϊδεύει». «Ο μπαμπάς μου λέει πως ο Ρωμανός δεν είναι στα καλά του», της είπε η Μαργαρίτα. «Λέει πως τα γράμματα τον έχουν χαζέψει και ότι, έτσι όπως πάει, ποτέ δε θα γυρίσει γυναίκα να τον κοιτάξει». «Θα τον κοιτάξω εγώ. Περίμενε μόνο να μεγαλώσω». «Αχ, Σάνια, είσαι ακόμα μωρό. Εγώ ξέρω από αγόρια. Ζεις με παραμύθια, κι αν δεν ξυπνήσεις, θα τρελαθείς. Έτσι ήταν κι η μαμά μου: ζούσε στον κόσμο της. Ούτε τα αδέρφια μου μπόρεσε να σταματήσει από την κατρακύλα ούτε τον άντρα της να κρατήσει. Γι αυτό αυτοκτόνησε. Μην είσαι χαζή. Πρέπει να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, να βλέπεις τι γίνεται γύρω σου. Εγώ βλέπω τα πάντα». «Α, ναι; Και τι κακό βλέπεις στον Ρωμανό;» «Είναι αλλόκοτος», απάντησε διστακτικά η Μαργαρίτα. «Ποτέ δε δείχνει αυτό που σκέφτεται. Όταν με κοιτάζει, μου σηκώνονται οι τρίχες. Δε με χωνεύει, το ξέρω. Νομίζει ότι θα σε διαφθείρω». «Θα με διαφθείρεις; Δηλαδή;» «Θα σου εξηγήσω εγώ, πριγκιπέσα». Αναπήδησαν κι οι δύο τρομαγμένες. Στράφηκαν και είδαν τον Ρωμανό να στέκεται πίσω απ’ την κούνια με τα χέρια στις τσέπες. Δίπλα του καθόταν ήσυχος ο Κινγκ. Τα κορίτσια κοκκίνισαν. Πόσα να είχε ακούσει; «Εγώ φεύγω», είπε βιαστικά η Μαργαρίτα πηδώντας απ’ την 198


κούνια. Ούτε που τόλμησε ν.α κοιτάξει τον Ρωμανό. «Θα τα πούμε αύριο, Σάνια». Η Σάνια κατέβηκε απ’ την κούνια και πλησίασε τον αδερφό της. Έτσι κοντούλα που ήταν,της φάνηκε ότι στεκόταν απέναντι σε γίγαντα. Δεν της άρεσε να την κοιτάζει έτσι ο Ρωμανός. Εδειχνε σαν να τον είχε απογοητεύσει. «Εγώ σε υπερασπίστηκα·» είπε δειλά. «Το ξέρω». «Τότε γιατί θύμωσες;» «Θέλω μονάχα να προσέχεις, μικρή μου. Η Μαργαρίτα έχει καλή ψυχή, αλλά έχει περάσει πολλά, κι αυτά τη σκλήρυναν. Δε θέλει γύρω της χαρούμενους ανθρώπους, αλλά δυστυχισμένους. Μόνο έτσι αισθάνεται ανώτερη. Κι όταν η Μαργαρίτα νιώθει ανώτερη, παρηγοριέται». «Δεν καταλαβαίνω—» «Έλα να πάμε μια βόλτα. Θα σου εξηγήσω». Αποφεύγοντας να μιλήσει εναντίον της Μαργαρίτας, ενώ περπατούσαν ο Ρωμανός της εξήγησε όσα πίστευε ότι έπρεπε να της πει. Όλη εκείνη τη νύχτα, η Σάνια δεν έκλεισε μάτι από το κλάμα. Δεν ήθελε να αμφισβητήσει τη μόνη αληθινή φίλη της. Το πρώτο πράγμα που ένιωσε μόλις επανήλθε ήταν ασφάλεια και το πρώτο που είδε ήταν ένα αντρικό πρόσωπο πολύ κοντά στο δικό της, ελαφρά γερμένο στο πλάι για να μη διακρίνεται η καλυμμένη δυσμορφία του. Μύρισε το άρωμά του, ένα μείγμα 199


από ακριβό καπνό και άφτερ σέιβ. Ήταν σκοτάδι, αλλά η σκούρα ματιά του έμοιαζε να ξεγυμνώνει την ψυχή της. Τι κι αν ήταν ακόμα χαμένη στην παραζάλη της; Μπορούσε να αντιληφθεί την ταραχή του τώρα που βρισκόταν τόσο κοντά του. Είχε αναζητήσει την αγκαλιά του κατά τη διάρκεια της κρίσης της. Κι εκείνος -μάλλον επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώςτης την είχε προσφέρει. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε μόνο. Η φωνή του ακούστηκε πιο βραχνή απ’ ό,τι συνήθως. «Είπα τίποτα;» θέλησε να μάθει εκείνη. «Όχι». Την έσπρωξε μαλακά και κοίταξε μπροστά του μέσα από το παρμπρίζ. «Επανήλθες ήσυχα. Τώρα μπορείς να ηρεμήσεις». «Δε θα με ρωτήσεις τι είδα;» «Θα μου έλεγες, αν σε ρωτούσα;» «Όχι—» παραδέχτηκε. Ο Άλεξ έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. «Θα σε πάω στο σπίτι σου. Αρκετά για σήμερα, δεσποινίς Παρίση». «Πώς θα βοηθήσεις τον ασθενή σου, αν βιάζεσαι τόσο να με ξεφορτωθείς;» θέλησε -άγνωστο γιατίνα τον πικάρει. «Χρειάζεσαι τα φάρμακά σου και πρέπει να ξεκουραστείς. Ξέρω πολύ καλά το σοκ που προκαλούν αυτά τα επεισόδια στον οργανισμότο σώμα και το πνεύμα σου χρειάζονται χρόνο και ηρεμία. Θα βοηθήσω τον ασθενή μου μόνο αν εσύ είσαι δυνατή. Δε συμφέρει κανέναν μας να καταρρεύσεις». «Α, γι’ αυτό—»

200


«Είμαι καλός στη δουλειά μου, Σάνια», της είπε ανεβάζοντας ταχύτητα. «Δε θα έχεις καμιά δυσάρεστη έκπληξη από μένα. Οι μνήμες σου είναι δικές σου. Εσύ μου έβαλες τους όρους. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα τους παραβώ;» «Τίποτα·» «Ωραία». Δεν είπαν τίποτ’ άλλο μέχρι να φτάσουν στο σπίτι της. Την καληνύχτισε ευγενικά κι έκανε αναστροφή για να φύγει. Ο αληθινός Άλεξ Γκρέι θα ανάγκαζε τον κινητήρα να μουγκρίσει και τα λάστιχα να στριγκλίσουν απ’ την απότομη εκκίνηση. Αλλά υποδυόταν τον ιδεατό Άλεξ Γκρέι. Επιδεικνύοντας αξιοθαύμαστη ηρεμία, άφησε το αυτοκίνητο να γλιστρήσει μαλακά στο οδόστρωμα κι έβαλε μια παλιά κλασική μελωδία στο στερεοφωνικό. Στάθηκε πάνω απ’ το κρεβατάκι του μωρού και παρατήρησε το προσωπάκι του καθώς κοιμόταν γαλήνια. Δε χωρούσαν ανάλυση τα συναισθήματά του εκείνη τη στιγμή.. Αγάπη. Ό,τι πιο καλό κι ό,τι πιο αυθεντικό μπορούσε να νιώσει το εισέπραττε αυτό το μωρό: ο ανιψιός του. Ωστόσο δεν μπορούσε να εκφράσει αυτά τα συναισθήματα, δεν ήξερε ικός. Φοβόταν πως αν το έπαιρνε στα χέρια του, θα έσπαγε σε χίλια κομμάτια τόσο εύθραυστο του φαινόταν. Πενήντα πέντε εκατοστά όλα κι όλα, με κεφαλάκι λίγο μικρότερο από πεπόνι και κοκαλάκια τόσο εύπλαστα, που θα μπορούσαν να πάρουν μορφή μέχρι και μ’ ένα απλό άγγιγμα. Μια αθώα ζωή, άμαθη ακόμα στις συμπληγάδες και τις κακοτοπιές. Κι όμως, ήταν κι αυτού του παιδιού η μοίρα 201


σημαδεμένη. Εκείνη η νύχτα πάντα εκείνη η νύχτα. Ο ίδιος είχε βρεθεί σ’ ένα κελί, κι η Μαρία, μαθήτρια ακόμα, είχε αναγκαστεί να παλέψει μόνη με τόσα προβλήματα και πίκρες. Ήταν ηρωίδα που είχε φτάσει ως εδώ διατηρώντας την πίστη και την αξιοπρέπειά της. Είχε δεχτεί ισχυρό πλήγμα, αλλά είχε επιβιώσει. Μία απ’ τις πολλές της απώλειες ήταν κι η οικογενειακή της ευτυχία. Το διαζύγιο την είχε τσακίσει, κι ας φερόταν μπροστά στον πρώην της σαν να ήταν πανευτυχής. Το κάθαρμα, σκέφτηκε. Το άνανδρο καθίκι. Τολμούσε να διεκδικεί τα πατρικά του δικαιώματα, ενώ είχε απαρνηθεί το ρόλο του πατέρα πριν καν γεννηθεί το παιδί του. Κρίμα που δεν μπορούσε να του τσακίσει τα κόκαλα. Κρίμα που έπρεπε να κρύβεται και να μη δείχνει ανοιχτά ότι ήταν ικανός να τον κάνει να σέρνεται σαν φίδι, ικετεύοντας για συγχώρεση. Ούτε χειραψία δεν ήθελε ν’ ανταλλάξει μαζί του. Κι όταν αυτό έγινε, αναγκαστικά, το χέρι του τον έκάψε σαν πυρωμένο σίδερο που άγγιξε κατά λάθος. Η Μαρία κράτησε την αναπνοή της για να μην την αντιληφθεί. Έβαλε το χέρι στο στόμα και φρόντισε τα μάτια της να μη χυσουν ούτε δάκρυ. Δεν της είχε πει με λεπτομέρειες όσα είχαν συμβεί στη ζωή του, αλλά βλέποντας τη γυμνή πλάτη του κατάλαβε πως είχε βασανιστεί. Τόσα σημάδια, τόσες ουλές καμωμένες σίγουρα από βία— Όχι, δε φοβήθηκε, ήξερε καλά την ψυχή του. Η θέα του κορμιού του μπορεί να προκαλούσε τρόμο σ’ όποιον ήθελε να αναμετρηθεί μαζί του, αλλά η ψυχή του ήταν εκεί, ίδια παρά τα βάθη όπου είχε κρυφτεί, πλούσια σε συναίσθημα και ποιότητα. Μακάρι να γύρισες για καλό, ευχήθηκε βουβά κοιτώντας την ψηλή του φιγούρα με αγάπη. Μακάρι να δικαιωθείς, αδερφέ μου· 202


«Κατατάχτηκα στη Λεγεώνα των Ξένων», της είπε με την πλάτη του ακόμα γυρισμένη. Την είχε αντιληφθεί, φυσικά. Η κοπέλα κατάλαβε πως ο Ρωμανός είχε αναπτύξει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τα πάντα γύρω του, ακόμα κι αν κοιμόταν. Είχε δει το όπλο στις αποσκευές του. Ήξερε πως κουβαλούσε ένα μικρό σουγιά πάνω του. Τον είχε δει να περιφρουρεί το χώρο προσέχοντας με αεικίνητο βλέμμα όλες τις λεπτομέρειες. Ήταν επίκτητη συνήθεια αυτή· σίγουρα αποτέλεσμα της έντασης που προκαλεί η μάχη. «Ποιος να το πίστευε!» προσπάθησε να απαλύνει το φορτισμένο κλίμα η Μαρία. Μιλούσαν κι οι δύο χαμηλόφωνα για να μην ξυπνήσει το μωρό. Γύρισε και την κοίταξε. Φορούσε μόνο το κάτω μέρος της πιτζάμας του. Άπλωσε το χέρι και της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο. «Τον αγαπάς ακόμα;» θέλησε απρόσμενα να μάθει. «Όχι». Φοβήθηκε να του πει ναι. «Λες ψέματα». «Κάποτε— κάποτε— τον είχα αγαπήσει—» «Αλλά δεν άντεξε. Είχες πολλά προβλήματα, έτσι δεν είναι;» «Κι εγώ δε θα άντεχα στη θέση του, Ρωμανέ—» «Άλεξ», τη διόρθωσε. «Και δε σε πιστεύω, αδερφούλα. Εγώ κι εσύ είμαστε φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό. Αντέχουμε· πολλά περισσότερα απ’ τον καθένα». 203


«Μη· μην του κάνεις κακό». Ο Άλεξ γέλασε σιγανά. «Ασφαλώς», την καθησύχασε. «Δε θα πειράξω τρίχα απ’ τα μαλλιά του. Προς το παρόν», συμπλήρωσε ψυχρά. «Γιατί όταν έρθει η ευλογημένη ώρα που θα μάθουν όλοι ποιος είμαι, θα μετανιώσει πικρά, Μαρία. Δεν του αξίζει η αγάπη σου. Τον κοίταξα-στα μάτια, ξέρω τι είναι ένα ανθρωπάκι, ένας δειλός. Ναι· θα μετανιώσει·» «Ρωμανέ·» «Άλεξ», της είπε ήσυχα, κι αφού τη φίλησε στο μέτωπο, βγήκε απί) το δωμάτιο. Απόψε θα περνούσε τη νύχτα του ξάγρυπνος, παρέα με τον Κινγκ. Δεν ήταν ούτε η πρώτη φορά ούτε η τελευταία. Περπατούσε μισονυσταγμένη μ’ ένα φλιτζάνι γεμάτο ως απάνω δυνατό καφέ, όταν το είδε. Ο φάκελος είχε περάσει τη χαραμάδα της πόρτας της και είχε γλιστρήσει ο μισός κάτω απ’ το χαλί. Ταράχτηκε. Δεν αλληλογραφούσε με κανέναν, κι ο φάκελος αυτός δεν ήταν εταιρικός ή από κάποια δημόσια υπηρεσία. Ήταν κατακόκκινος και το όνομά της φαινόταν καθαρά, γραμμένο με μαύρα καλλιγραφικά γράμματα. Έσυρε τα πόδια της μέχρι την πόρτα και τον σήκωσε τρέμοντας. Άφησε το φλιτζάνι στο τραπεζάκι και τον άνοιξε. Αφού διάβασε το χαρτί που περιείχε, το άφησε να πέσει απ’ τα χέρια της. Η απειλή ήταν ξεκάθαρη, κι ας είχε ειπωθεί με προτάσεις κλεμμένες από αλλού. Όποιος κι αν ήταν ο αποστολέας, γνώριζε τις συνήθειές της και τις αδυναμίες της. Δεν μπορούσε να εξηγήσει αλλιώς την επιλογή του να πει αυτά που ήθελε χρησιμοποιώντας ένα απόσπασμα από κάποιο βιβλίο του 204


Ραφαέλ Άλντες. Δηλαδή το σημείωμα στην πέτρα δεν ήταν τόσο τυχαίο— Δεν πήγε στη δουλειά εκείνη τη μέρα. Ειδοποίησε την οικογένειά της. Έπρεπε να είναι όλοι εκεί απόψε· όλοι ανεξαιρέτως. Όλοι φώναζαν και κανείς δεν άκουγε, ούτε καταλάβαινε τι έλεγε ο άλλος. Ο Παύλος είχε αναφέρει τη λύση του σωματοφύλακα πάνω από πενήντα φορές, η θεία της επέμενε να γυρίσει στο σπίτι τους, ο θείος της αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που επέστρεψε στη χώρα ο Ρωμανός Κατράς, κι οι αδερφές της τη στόλιζαν με διάφορα κοσμητικά επίθετα, απ’ τα οποία μπόρεσε να συγκρατήσει μόνο τα «ξεροκέφαλη» και «ηλίθια». Ωστόσο, υπήρχε ένα πράγμα στο οποίο συμφωνούσαν όλοι: επρόκειτο για ξεκάθαρη απειλή από κάποιον που φοβόταν τα όσα πιθανόν να θυμόταν η Σάνια. Αυτή η κοινή διαπίστωση τη δικαίωσε για την επιλογή της να μη μείνει αμέτοχη στις προσπάθειες του Άλεξ Γκρέι για τη διαλεύκανση της υπόθεσης, αλλά κράτησε αυτή την αίσθηση για τον εαυτό της. Μόνο για ένα πράγμα λύθηκε για τα καλά η γλώσσα της: δεν ήθελε σωματοφύλακα, ούτε πάρε δώσε με την αστυνομία. Η εμπειρία μετά το πετροβόλημα του παραθύρου της κόντεψε να την εξοντώσει. Δεν άντεχε να περπατά έχοντας δέκα ζευγάρια μάτια στραμμένα πάνω της. Δεν άντεχε κανένα δημοσιογράφο να στήνει καραούλι έξω απ’ το σπίτι της, και προτιμούσε να πεθάνει παρά να βλέπει ακόμα και τον ταχυδρόμο της γειτονιάς να αντιμετωπίζεται από τους άντρες της ασφάλειας του θείου της σαν δολοφόνος κατά συρροήν. «Αν τα σημειώματα έχουν σχέση με τη μνήμη της Σάνιας, τότε 205


πρέπει να υποθέσουμε πως ίσως να μην έγιναν τα πράγματα όπως τα ξέρουμε εκείνο το βράδυ— » είπε η Μίνα αγκαλιάζοντας την αδερφή της. «Κι αν δεν έγιναν όπως τα ξέρουμε, τότε αυτός ο άνθρωπος κλείστηκε άδικα στη φυλακή. Πάντα μιλούσε για ένα ακόμα πρόσωπο. Έτσι δεν είναι, μαμά;» Η Δανάη στηρίχτηκε τόσο στη μαγκούρα της, που οι αρθρώσεις της έγιναν κάτασπρες. «Δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την παρουσία άλλου ατόμου», αρκέστηκε να πει. «Τότε ποιος φοβάται;» ρώτησε η Βέρα. «Γιατί απειλούν τη Σάνια μας;» «Μπορεί να το ’κανε ο φιλαράκος σου», είπε ο Παύλος με κακία στη Σάνια. «Για να θολώσει τα νερά και να ξανανοίξει η υπόθεση». «Δεν είναι φιλαράκος μου!» αγρίεψε η Σάνια. «Κι αν θες τη γνώμη μου, Παύλο, αποκλείεται να το κανε αυτός. Είναι σοβαρός και φιλήσυχος άνθρωπος. Άσε που δεν ήταν καν στην Ελλάδα όταν πέταξαν την πέτρα!» «Τότε να πας ο’ αυτόν, αφού τον εμπιστεύεσαι τόσο πολύ. Γιατί ήρθες εδώ, Σάνια; Τι σκατά ζητάς από μας, απ’ τη στιγμή που εναντιώνεσαι σε κάθε μας λέξη;» «Παύλο!» φώναξε ο πατέρας του. «Θέλω να βοηθήσετε». Ή τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε. «Θέλω να κάνετε γνωστό σε όλους ότι θα λείψω για λίγο καιρό. Ας πούμε ότι πάω για ιατρικές εξετάσεις στο εξωτερικό ή κάτι τέτοιο. Δε θέλω να μάθει κανείς για το δεύτερο σημείωμα. Θέλω να ηρεμήσουν τα πράγματα για λίγο, και μετά βλέπουμε τι θα 206


κάνουμε—» «Είσαι τρελή—» αντέδρασε αμέσως ο Παύλος. «Δε γίνονται αυτά τα πράγματα! Δεν εξαφανίζεται έτσι μια ανιψιά υπουργού. Οι δημοσιογράφοι μάς την έχουν διαρκώς στημένη στη γωνία. Πώς τολμάς να ζητάς κάτι τέτοιο απ’ την οικογένειά μας, Σάνια; Αν αποκαλυφθεί ότι ο πατέρας μου ψεύδεται για το παραμικρό, δε θα τολμήσει να περάσει έξω απ’ τη Βουλή ούτε για βόλτα, πόσο μάλλον να ξανακάτσει στα έδρανα». «Και πού σκοπεύεις να πας, για να ’χουμε καλό ερώτημα;» πετάχτηκε η Μίνα. «Κάπου — κοντά—» «Μέχρι το σπίτι του Κατρά, για παράδειγμα;» μάντεψε ο Παύλος. «Τόσο κοντά, Σάνια;» «Δεν ξέρω· δεν ξέρω· Θα ’ναι για λίγο», υποσχέθηκε. «Μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα· » «Πέτρο, κάν’ το», παρενέβη η γυναίκα του, που είχε το χάρισμα να τους καθηλώνει όλους με το λόγο της. Ήταν εξαιρετική δικηγόρος κάποτε. Ήξερε να τραβά την προσοχή του ακροατηρίου, κι είχε τον τρόπο της να τη σέβονται όλοι. «Μόνο βεβαιώσου, σε παρακαλώ, για το παρελθόν του κυρίου Γκρέι. Είναι φανερό πως η Σάνια θα στραφεί σ’ εκείνον. Τουλάχιστον να ξέρουμε ότι το αξίζει». Ο Πέιρος Μαρκάτος πλησίασε τη Σάνια και την κοίταξε ερευνητικά. Κάπνιζε ήρεμα την πίπα του, αλλά τα μάτια του πρόδιδαν ανησυχία. Την αγαπούσε. Υπήρξε πατέρας γι’ αυτή από τα έντεκα της. Ποτέ δεν την είδε μονάχα σαν ανιψιά της Δανάης. Τη θεωρούσε κόρη του, και την αντιμετώπιζε ακριβώς όπως τη Μίνα και τη Βέρα: με τρυφερότητα και αφοσίωση. 207


«Τι γυρεύεις απ’ αυτό τον άνθρωπο, Σάνια;» τη ρώτησε απαιτώντας μια ντόμπρα απάντηση. Εκείνη του την έδωσε χωρίς δισταγμό. «Είναι ο μόνος άνθρωπος που γνωρίζει καλά τον Ρωμανό Κατρά και στον οποίο έχω πρόσβαση. Ισως βρω απαντήσεις και για τον εαυτό μου. Όχι ότι αμφισβητώ όσα μου έχετε πει, εννοείται», βιάστηκε να ξεκαθαρίσει. «Βασίζομαι όμως περισσότερο στο ένστικτό μου, και θα είμαι απόλυτα ειλικρινής: τον έχω ανάγκη». «Τον εμπιστεύεσαι;» «Όχι ακόμα, θείε», αποκρίθηκε ήρεμα. «Ωστόσο, εκείνος είναι σίγουρος για μένα. Πιστεύει πως θα βρεθεί κάποιος καταλύτης για τη μνήμη μου, και θα αποδειχτεί πως ο πελάτης του είναι αθώος. Δε θα με πιέσει, μου το υποσχέθηκε, και δεν ξέρω γιατί, αλλά διαισθάνομαι πως έχει δίκιο. Στα θραύσματα των αναμνήσεών μου δεν είδα ποτέ έναν εγκληματία», είπε απευθυνόμενη σε όλους τους. «Είδα έναν άνθρωπο βαθιά αφοσιωμένο στην επιστήμη του, εξαιρετικά δυστυχή που ο περίγυρός του δεν μπορούσε να τον αποδεχτεί όπως ήταν. Απείχε πολύ απ’ το κλασικό πρότυπο αρσενικού και δεν έμοιαζε με μελλοντικό φονιά, γι’ αυτό παίρνω όρκο». «Λοιπόν, έχω ήδη ψάξει το παρελθόν του κύριου Γκρέι», αποκάλυψε ο θείος της, και μετά απ’ αυτή τη δήλωση επικράτησε απόλυτη σιωπή. Μαρμάρωσαν όλοι, συμπεριλαμβανομένου του Παύλου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή βημάτιζε πάνω κάτω νευρικά σαν να μην τον χωρούσε το σπίτι. «Το έκανα απ’ την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στη χώρα μας», συνέχισε ο Πέτρος Μαρκάτος. «Έχω την προσωπική ανεπίσημη διαβεβαίωση του αρχηγού της Γαλλικής 208


Ασιυνομίας πως ο Αλεξ Γκρέι είναι (χυτός ακριβώς που δηλώνει: ένας εξαιρετικά ευφυής ψυχίατρος, που θα ήταν παγκοσμίως γνωστός αν δεν είχε πάθει εκείνο το ατύχημα. Χάρη σ’ εκείνον συνελήφθησαν δυο στυγεροί δολοφόνοι και τα ψυχολογικά προφίλ εγκληματιών που έχει συντάξει για λογαριασμό των Αρχών βοήθησαν σημαντικά στη σύλληψη κι άλλων. Με δυο λόγια, του έπλεξαν το εγκώμιο. Μίλησα, όπως σας εξήγησα, με τον ίδιο τον αρχηγό», συνέχισε. «Μπορώ να πω ότι προσβλήθηκε σχεδόν με την κίνησή μου να ερευνήσω το ποιόν του Γκρέι. Τον έχουν σε μεγάλη εκτίμηση». Η Σάνια ξεφύσηξε ανακουφισμένη, κι οι υπόλοιποι φάνηκαν να ηρεμούν. Ακόμα κι ο Παύλος έδειχνε προβληματισμένος. Δεν επρόκειτο να συμπαθήσει ποτέ το συγκεκριμένο άνθρωπο, αλλά μετά απ’ αυτές τις δηλώσεις έπρεπε να παραδεχτεί πως δεν ήταν εχθρός. Ένιωθε μπερδεμένος. Ήταν από τις λίγες φορές στη ζωή του που δεν είχε τη δυνατότητα να ορίσει ο ίδιος τις εξελίξεις, αλλά οι εξελίξεις όριζαν τις επιλογές του. Τώρα θα ακουγόταν παράλογος και εμπαθής, αν διατύπωνε ξανά αντιρρήσεις. «Θέλω να προσέχεις, παιδί μου», είπε η Δανάη προσπαθώντας να μη βουρκώσει. «Και πριν αποφασίσεις ν’ ανοίξεις την ψυχούλα σου σ’ αυτόν ή σε οποιονδήποτε άλλο, να βεβαιωθείς πως δε θα πληγωθείς. Εμείς θα ’μαστέ μαζί σου». Η Σάνια έτρεξε και την αγκάλιασε. «Σ’ ευχαριστώ», της είπε μέσα απ’ την καρδιά της. «Σ’ ευχαριστώ που είσαι πάντα δίπλα μου». Η φορτισμένη στιγμή πέρασε κι η οικογένειά της έδειχνε τώρα πιο χαλαρή. Τους χαιρέτησε όλους μ’ ένα ζεστό φιλί ακόμα και τον Παύλο. Δεν έκλαψε μπροστά τους, αλλά κρατήθηκε μέχρι 209


τη στιγμή που έφτασε στο σπίτι της. Εκεί άδειασε από μέσα της όλους τους φόβους κι όλες τις ανησυχίες της μ’ ένα κλάμα που κράτησε ώρα πολλή. Έπειτα ήσυχη, με ένα μικρό σακίδιο στο χέρι, ελαφρώς αβέβαιη για αυτό που επρόκειτο να κάνει, περίμενε να νυχτώσει. «Ξύπνα— Α\εξ». Η Μαρία τον σκούντησε ελαφρά, κι εκείνος, αμάθητος καθώς ήταν να τον ενοχλούν στον ύπνο του, λειτούργησε αυτόματα: άρπαξε αστραπιαία το άγνωστο χέρι που ακουμπούσε στον ώμο του και το έστριψε με μια λαβή που έκανε τον εισβολέα να τσιρίξει. Μόλις συνειδητοποίησε ότι οι φωνές ανήκαν στην αδερφή του, τραβήχτηκε και αναζήτησε στα τυφλά την καλύπτρα του. Τη φόρεσε γρήγορα, πέταξε τα σκεπάσματα, σηκώθηκε και άναψε το πορτατίφ. Έπειτα άρπαξε τη ρόμπα του και την έριξε πάνω του. Οι κινήσεις του κράτησαν λίγα δευτερόλεπτα, αλλά πρόλαβε να ξεστομίσει κάμποσες βρισιές. Σιχαινόταν να χάνει τον έλεγχο έστω και για λίγο. «Ήρθε η Σάνια», τον πληροφόρησε η Μαρία τρίβοντας τον πονεμένο καρπό της. «Κρατάει κι ένα σακίδιο. Έχει αυτό το ύφος που είχε και μικρή όταν ήθελε κάτι. Κι εγώ ομολογώ ότι ένιωσα ακριβώς όπως τότε: μου ’ρθε να την πιάσω απ’ το μαλλί και να τη γυρίσω δέκα σβούρες!» Ο Άλεξ ξέχασε το κακό του ξύπνημα και έβαλε τα γέλια. Το θυμόταν αυτό το ύφος το ’παίρνε κάθε φορά που της έταζαν κάτι και το ξεχνούσαν: στύλωνε τα πόδια στο πάτωμα και δεν έπαυε να ενοχλεί τους πάντες μέχρι να της γίνει το χατίρι. Αν δε γινόταν αυτό που της είχε καρφωθεί στο μυαλό, ήταν ικανή να φέρει τα πάνω κάτω. Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν, σκέφτηκε ο Άλεξ. Είναι στοιχεία του χαρακτήρα, κι αφυπνίζονται από τις περιστάσεις. 210


«Σάνια;» παρέστησε τον έκπληκτο μόλις βρέθηκε μπροστά της, δήθεν τρομερά ανήσυχος. Φρ��ντισε μάλιστα να δείχνει ότι νιώθει αμήχανα για την αμφίεσή του. Κατάφερε να κοκκινίσει κιόλας. «Πόσο πολύ θέλετε να βοηθήσετε τον Ρωμανό, κύριε Γκρέι;» τον ρώτησε εκείνη παραμένοντας ακίνητη στο κέντρο της σάλας. «Όσο οποιονδήποτε άλλο αθώο», αποκρίθηκε αποφασιστικά. «Δηλαδή πολύ». «Ας το πούμε κι έτσι». «Κι αν είναι επικίνδυνη αυτή η επιθυμία σας;» «Τι θέλεις να μου πεις, Σάνια;» τη ρώτησε μετατοπίζοντας πολύ γρήγορα το βλέμμα του απ’ το αποφασισμένο της πρόσωπο στα νευρικά της χέρια. «Έλαβα άλλο ένα σημείωμα με το ταχυδρομείο αυτή τη φορά», είπε βγάζοντας απ’ την τσέπη της ένα χαρτί. «Ζήτησα απ’ την οικογένειά μου να με καλύψει για λίγο. Θα πουν ότι αναχωρώ για το εξωτερικό προκειμένου να κάνω κάποιες ιατρικές εξετάσεις. Θέλω να περάσουμε μαζί αυτό το χρονικό διάστημα, κύριε Γκρέι, και να δουλέψουμε απερίσπαστοι. Δε θέλω να ξέρει κανείς πού βρίσκομαι, τι κάνω, ποιον συναντώ και κατά πόσο λειτουργεί ή όχι η μνήμη μου. Είναι πολύ σημαντικό για μένα», του τόνισε. «Ό,τι δω θέλω να το δω με καθαρό μυαλό, χωρίς να έχω συνεχώς την αίσθηση ότι με παραμονεύουν». Ο Άλεξ πήρε το χαρτί απ’ τα χέρια της και το διάβασε. Είδε τα 211


ίδια του τα λόγια προσποιούμενος ότι τα αποκρυπτογραφούσε μόλις εκείνη τη στιγμή. Κούνησε με νόημα το κεφάλι και επέστρεψε το σημείωμα στη Σάνια. «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι μετά την υποτιθέμενη επιστροφή σου αυτά θα σταματήσουν;» τη ρώτησε. «Τίποτα. Θέλω απλώς να κερδίσω λίγο χρόνο. Μετά θα δηλώσω στον Τύπο πως δε γίνεται τίποτα για την περίπτωσή μου και πως οι γιατροί θεωρούν ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να επανέλθει η μνήμη μου. Μόνο εσείς θα ξέρετε την αλήθεια». «Κι η παρουσία σου στο πλευρό μου θα δικαιολογηθεί απ’ το ρομάνιζο μας—» συνέχισε τη σκέψη της. «Η καημένη ασθενής που δε θα θεραπευτεί ποτέ κι ο σημαδεμένος ψυχίατρος που προσπαθεί να απαλύνει τον πόνο της. Δυο τραγωδίες που γέννησαν έναν έρωτα. Και πιστεύεις πως θα το χάψει τόσο εύκολα αυτός που καίγεται να μην αποκαλυφθεί η ενοχή του;» «Μήπως μπορείτε να σκαρφιστείτε εσείς κάτι καλύτερο, κύριε Γκρέι;» αρπάχτηκε αμέσως. «Γιατί εγώ σας ορκίζομαι πως πέρασα ώρες προσπαθώντας να σκεφτώ έναν τρόπο να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, έχοντας ταυτόχρονα στο κατόπι μου καμιά διακοσαριά δημοσιογράφους και τη μισή Ελληνική Αστυνομία. Θέλετε να δείξω αυτό το σημείωμα στις Αρχές, κύριε Γκρέι, για να δείτε πόσο εύκολη θα γίνει η δουλειά μας; Κόβω το κεφάλι μου πως μετά εμείς οι δύο δε θα μπορούμε ούτε καλημέρα να ανταλλάξουμε χωρίς να γίνει πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες». Ο Άλεξ πλησίασε το τζάκι και πήρε ένα πούρο απ’ την ταμπακέρα πάνω στο ράφι. Έπειτα παρέμεινε μακριά της, 212


δείχνοντάς της έτσι πως θεωρούσε τη μείωση των αποστάσεων άβολη και για τους δύο. Έκανε πως το σκέφτεται. Την κοίταξε δήθεν προβληματισμένος κι έτριψε το πιγούνι του. «Θέλεις τη γνώμη μου γι’ αυτό το σημείωμα;» τη ρώτησε παίρνονται το επαγγελματικό του ύφος. «Κάποιος μου λέει να μην πω ό,τι θυμηθώ», του απάντησε ανυπόμονα. «Κι αυτός ο κάποιος δεν έχει τη δυνατότητα να κάνει κάτι περισσότερο απ’ το να σε φοβίζει. Επίσης αυτός ο κάποιος βλέπει πολλές κινηματογραφικές ταινίες. Χρησιμοποιεί ένα κλασικότατο τέχνασμα των σεναριογράφων για να κρύψει το γραφικό του χαρακτήρα και λέει αυτά που θέλει με κλεμμένες φράσεις από άλλα κείμενα. Δεν είναι ιδιαίτερα οργανωμένος αυτός ο κάποιος, δεσποινίς Παρίση, και μπορώ να πάρω όρκο πως δεν έχει απασχολήσει ποτέ τις Αρχές στο παρελθόν. Νομίζω επίσης πως σε ξέρει πολύ καλά. Γνωρίζει τις κινήσεις σου δεν είναι καθόλου απίθανο ακόμα και να τον συναναστρέφεσαι», την προειδοποίησε. «Αυτό μου έλειπε τώρα», είπε ακουμποΐντας το σακίδιό της σε μια πολυθρόνα. «Να υποψιάζομαι τους πάντες». «Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, αυτό θα έπρεπε να κάνεις. Η μητέρα σου ήταν ο στόχος, κι απ’ όσο ξέρω η Μιράντα Βαλέρη είχε δκΛ)ορές με όλους». «Μπορώ να μείνω εδώ, κύριε Γκρέι;» τον ρώτησε, θέλοντας να κόψει αυτή την κουβέντα. Της έκανε τη χάρη. «Αν πάρουμε τα μέτρα μας, δε βλέπω γιατί 213


όχι. Η Μαρία δε θα χει πρόβλημα». «Η— Μαρία;» Τα φρύδια της υψώθηκαν με νόημα. «Προτιμώ να προσφωνώ τους ανθρώπους που κερδίζουν την εκτίμηση και το σεβασμό μου με το μικρό τους όνομα», τα μπάλωσε αμέσως. «Μένω στο σπίτι της· έχω στήσει ένα μικρό γραφείο σε κάποιο απ’ τα δωμάτιά της· χρησιμοποιώ το τηλέφωνό της. Πώς περίμενες να την αποκαλώ, δεσποινίς Παρίση;» Η κοπέλα αισθάνθηκε ένοχη για την καχυποψία της. Θα έμοιαζε σίγουρα με παιδί που έκανε κάποια αταξία. Ευτυχώς, την προσοχή του δόκτορα Γκρέι απέσπασε η οικοδέσποινά του. Είχε αγκαλιά το μωρό της και το τάιζε με το μπιμπερό. «Άθελά μου άκουσα ένα μέρος απ’ τη συνομιλία σας», εξήγησε η Μαρία χαμογελώντας απολογητικά. «Άλεξ, σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Κι εσύ, Σάνια, γλυκιά μου, μπορείς να μείνεις εδώ για όσο καιρό θες. Φυσικά, δε θα έχεις το παλιό σου δωμάτιο. Είναι κι αυτό κλειδωμένο μαζί με τ άλλα της πτέρυγας· ξέρεις ποια·» πρόσθεσε αμήχανα κοιτάζοντας τον Άλεξ νευρικά. «Ελπίζω να πήρες τα μέτρα σου πριν έρθεις εδώ», της είπε ο Άλεξ. Η Σάνια κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Προτείνω τότε να τακτοποιηθείς, και ξεκινάμε αύριο το πρωί». «Τι— τι— ξεκινάμε;» «Έχεις κάνει ένα σωρό υπερβάσεις τον τελευταίο καιρό, 214


δεσποινίς Παρίση, μην παριστάνεις την ανόητη, λοιπόν. Ξεκινάμε την απόπειρα να μάθουμε το παρελθόν. Δεν πρέπει να χάσουμε χρόνο. Αύριο θα ξεκλειδώσουμε κάποιες από τις πόρτες που δεν ξανάνοιξαν από τότε. Μαζί, μία μία. Δεν είσαι υποχρεωμένη να μου πεις όλα όσα έρθουν πιθανόν στο νου σου, όμως θα πρέπει να μου περιγράψεις επακριβώς όλα σου τα συναισθήματα. Αυτός είναι ο δικός μου όρος». «Καλή μου, δε θα ναι εύκολο ούτε και για μένα», προσπάθησε να της δώσει κουράγιο η Μαρία. Η Σάνια αναστέναξε, «θα δούμε—» είπε μονάχα, και μετά ζήτησε απ’ τη Μαρία να την οδηγήσει στο προσωρινό της κατάλυμα. Ο Άλεξ την παρακολούθησε ν’ ανεβαίνει τις σκάλες μέχρι που χάθηκε από το οπτικό του πεδίο. Έξυπνη κίνηση, παίνεσε νοερά την αδερφή του, όταν είδε ότι έδωσε στην κοπέλα το δωμάτιο που ήταν δίπλα στο δικό του. θα έπειθε τη Σάνια να το κρατάει ξεκλείδωτο, κι έτσι θα μπορούσε να μπαίνει αθόρυβα σαν σκιά όποτε ήθελε. Ισως ακόμα κι οι εκφράσεις του προσώπου της την ώρα που κοιμόταν να του έδιναν κάποιο στίγμα, θα εκμεταλλευόταν τα πάντα, μέχρι και τις ανάσες της.

Ο χορός είχε αρχίσει για τα καλά, κι η Σάνια χόρευε ήδη χωρίς να το ξέρει. Το άκουσε στις πρωινές ειδήσεις και τώρα ήταν τόσο ταραγμένη που δεν μπορούσε να κάνει σωστά κι οργανωμένα ούτε μια δουλειά. Δεν ήξερε τι να πιστέψει. Απ’ τη μια σκεφτόταν πως δε θα μπορούσε να είναι ψέμα η ξαφνική 215


αναχώρηση της Σάνιας για τη Γερμανία λόγω της κατάστασής της, κι απ’ την άλλη της φαινόταν υπερβολικά εσπευσμένη. Όμως ο θείος της το είχε ανακοινώσει στους δημοσιογράφους. Δεν καταλάβαινε, ένιωθε φοβερά μπερδεμένη. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στην οθόνη του υπολογιστή της, αλλά τα δάχτυλά της έτρεμαν στο πάτημα των πλήκτρων. Μπορεί το σημείωμα να της προκάλεσε μεγάλη κρίση, άρχισε να υποθέτει. Μπορεί να κινδύνευσε μέχρι και η ζωή της και να έφυγε βιαστικά για το εξωτερικό. ‘Οταν γυρίσει, θα είμαι πιο προσεκτική, υποσχέθηκε στον καυτό της. Όχι άλλες κινήσεις απελπισίας. Ισως έπρεπε να έχω σκεφτεί κάτι διαφορετικό. Μπορεί να· «Περιμένω ακόμα τα στοιχεία», την ξύπνησε η προϊσταμένη της από την άλλη άκρη της αίθουσας. «Φέρεσαι παράξενα. Σου συμβαίνει κάτι;» «Όχι, όχι· » βιάστηκε να πει και προσπάθησε να διώξει απ’ το μυαλό της κάθε εμβόλιμη σκέψη. Υπομονή και θα δούμε, κατέληξε νοερά και πάτησε την εντολή της εκτύπωσης. Έπρεπε να συγκεντρωθεί στη δουλειά της. Καμία αλλαγή συμπεριφοράς από δω και μπρος, αποφάσισε. Μπορούσαν να της καταλογίσουν πολλά ελαττώματα εκτός από έλλειψη ψυχραιμίας. Δε θα το επέτρεπε αυτό. Ποτέ. «Ο Άλεξ μου ζήτησε να σου φέρω αυτό το βιβλίο». 216


Η Μαρία ακούμπησε το Κόκκινο Πέπλο στο τραπεζάκι και προσπάθησε να δείχνει επιφυλακτική για να καταγράψουν τη σωστή εικόνα οι κάμερες. Μόνο ο Άλεξ είχε το δικαίωμα να ζητά παύση της καταγραφής· ήταν παράκληση των γαλλικών Αρχών. Ο Ζακ πήρε το βιβλίο στα χέρια του και το ξεφύλλισε. Είδε τις ελαφρώς τσακισμένες σελίδες και κατάλαβε αμέσως πως εκεί κρυβόταν αυτό που ήθελε να του πει. Θα το μελετούσε με την ησυχία του κι έπειτα θα έβγαζε τα συμπεράσματά του. «Ο γιατρός υποθέτει ότι έχω όρεξη για διάβασμα;» ειρωνεύτηκε, ακολουθώντας πιστά το στιλ που είχε υιοθετήσει. Σαρκασμός και άρνηση απάντηση ακόμα και στην πιο απλή ερώτηση με καυστικά σχόλια και ειρωνεία. Φτυστός ο αληθινός Ρωμανός Κατράς όταν ήταν στα μπουρίνια του δηλαδή σχεδόν πάντα. «Δεν μπορούσε να σ’ το φέρει ο ίδιος», προσπέρασε το σχόλιο η Μαρία κοιτώντας τον με νόημα. Είχε φροντίσει ώστε καμία από τις κάμερες να μη γράφει το πρόσωπό της. «Ήταν πολύ απασχολημένος—» «Δουλεύει πολύ, ε;» Εκείνος ήξερε πια πού σημάδευαν οι κάμερες, και φρόντισε να βλέπουν μόνο την πλάτη του. «Πες του να μην ανησυχεί—» σχημάτισε τις λέξεις με τα χείλη του. «Να πάει αργά και μεθοδικά, όπως πάντα— » Τα γαλλικά της ήταν λίγο σκουριασμένα, αλλά μέσες άκρες κατάλαβε τι της είχε πει ο Ζακ. Έγνεψε καταφατικά και κοίταξε το ρολόι της. Έπειτα, παριστάνοντας πως βιάζεται, τον πλησίασε για να τον φιλήσει όπως θα έκανε κάθε αληθινή αδερφή. 217


Ο Ζακ της ανταπέδωσε εγκάρδια την αγκαλιά και μετά πήγε στο ράντσο του με το βιβλίο υπομάλης. Την είδε να φεύγει. Τα μάτια του επιδοκίμασαν για μια στιγμή την κομψή σιλουέτα της, μα γρήγορα υιοθέτησαν πάλι το γνωστό απόκοσμο βλέμμα του. Είχε πείσει όσους τον παρακολουθούσαν στα μόνιτορ πως ήταν θεότρελος, αλλά αναγνώριζε πως το να θαυμάζει τα οπίσθια της ίδιας του της αδερφής ήταν μάλλον παρατραβηγμένο. Αρχισε να γελά δυνατά. Αυτό μάλιστα, ήταν πειστήριο γνήσιας τρέλας. Πού να ’ξέραν ότι γελούσε με τη σκέψη των μούτρων που θα έκανε ο φίλος του, αν έπαιρνε χαμπάρι πως γλυκοκοίταζε την αδερφή του. Ο Άλεξ ήταν παλαιών αρχών, συντηρητικός κατά βάθος. Γι’ αυτό και δεν είχε ερωτευτεί ποτέ. Κατά τη γνώμη του, όλες οι σύγχρονες γυναίκες ήταν αντικείμενα πολλαπλής χρήσης με δυνατότητες περιορισμένης εμβέλειας και τίποτα περισσότερο. Ωστόσο, εκείνη η κοπέλα που έπασχε από αμνησία δε φαινόταν καθόλου να ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Ο Ζακ μυριζόταν εξελίξεις και σκέφτηκε πως, αν ήταν να πάρουν τα πράγματα την τροπή που φανταζόταν, ο περιορισμός του σε αυτό τον άθλιο χώρο άξιζε κάθε λειπό. To μισό σπίτι ήταν βαμμένο, καθαρό και περιποιημένο και το άλλο μισό προμήνυε με τις κλειδαμπαρωμένες του πόρτες πως κρατούσε το χρόνο φυλακισμένο στο παρελθόν, διατηρώντας ακόμα και τη σκόνη του. Ο διάδρομος που οδηγούσε στις δυο κρεβατοκάμαρες, το καθιστικό, οι δυο τουαλέτες και η σοφίτα είχαν κλειστεί με μια πόρτα που δεν προέβλεπαν τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια. 218


Ο Άλεξ κράτησε την αρμαθιά με τα κλειδιά στα χέρια του και τη ρώτησε αν ήταν έτοιμη. Εκείνη αποκρίθηκε καταφατικά με μια σιγουριά τόσο υπερβολική, που δεν κατάφερε να καλύψει τελικά το άγχος της. Ο άντρας έκανε πως την πίστεψε κι αφού εντόπισε το πρώτο κλειδί, το έβαλε στη θέση του. Ζορίστηκε λίγο, αλλά η κλειδαριά υπάκουσε. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Για κείνον ήταν πολύ πιο δύσκολο. Δεν είχε ξεχάσει, και ταυτόχρονα έπρεπε να παριστάνει πως έβλεπε τα πάντα για πρώτη φορά. Την άφησε να περάσει πρώτη. Τα βήματα και των δύο ακούστηκαν σαν μικρές εκρήξεις στο βρόμικο μάρμαρο. Σε κάθε τους βήμα σηκωνόταν ένα σύννεφο σκόνης, που κατακαθόταν έπειτα αργά, υποκύπτοντας στη βαρύτητα. Ο Άλεξ ταράχτηκε. Ήξερε πού βρισκόταν η κάθε πόρτα, θυμόταν την κάθε λεπτομέρεια του εσωτερικού διακόσμου. Εκείνος ο αραχνιασμένος αναγεννησιακός πίνακας με τις παρθένες στο λουτρό τους ήταν κάποτε ο αγαπημένος του. Μόνο ή βαριά κορνίζα με τα χρυσά σκαλίσματα που τον περιέβαλλε δεν ήταν του γούστου του, αλλά τι σημασία είχε; Τώρα πια έδειχνε νεκρός κι αυτός. Τα χρώματά του ήταν ξεθωριασμένα, κάνοντας τις νεαρές γυναίκες που απεικόνιζε να μοιάζουν σχεδόν διαβολικές, χωρίς ίχνος αγνότητας και γαλήνης. Και στη Σάνια άρεσε κάποτε αυτός ο πίνακας. Τώρα του έριξε μόνο μια αδιάφορη ματιά και τον προσπέρασε σαν να μην είχε φιλοτεχνηθεί από ένα διάσημο δάσκαλο, σαν να ήταν ένα φτηνό αντίγραφο σε χαρτί, που κάποιος μπήκε στον κόπο να το κορνιζάρει και να το κρεμάσει.

219


«Πού θα πάμε πρώτα;» την άκουσε να ρωτά με φωνή τόσο άνετη, που τον έκανε να θυμώσει. Ένιωσε τη σφοδρή επιθυμία να τη βουτήξει απ’ τους ώμους και να την υποχρεώσει να κοιτάξει καλύτερα γύρω της, για να έχει σύντροφο στην οδύνη του. Η Σάνια είχε την πολυτέλεια της λήθης. Εκείνος όμως όχι. Ακόμα και τη θέα των γύψινων διακοσμητικών στο ταβάνι την ένιωθε σαν μαχαιριά. Μία από τις πολλές που τον είχαν σημαδέψει. «Στη σοφίτα», αποκρίθηκε περισσότερο ψυχρά και κοφτά απ’ όσο σκόπευε. Το βάρος ήταν δυσβάσταχτο. Με το ζόρι κρατιόταν να μην της βάλει τις φωνές. Ή σκόνη τον έπνιγε και οι αναμνήσεις έκαναν το στομάχι του να ανακατεύεται. Ήθελε να πιάσει εκείνες τις μαύρες αράχνες που κινήθηκαν στο πέρασμά τους και να ξεσπάσει πάνω τους την οργή του συνθλίβοντάς τες ανάμεσα στα γαντοφορεμένα του δάχτυλα. Έπρεπε να ηρεμήσει. Ανάσανε βαθιά και έσφιξε τα κλειδιά. Ευτυχώς η κοπέλα νόμισε πως τον είχε ταράξει η θέα των εντόμων. Ο παλιός Ρωμανός, εκείνος που μια φορά κι έναν καιρό τη γοήτευε μ’ αυτές τις αδυναμίες, σίγουρα θα ταραζόταν. «Είστε καλά, κύριε Γκρέι;» τον ρώτησε αγγίζοντας με τρυφερότητα το μπράτσο του. Τραβήχτηκε απότομα. Έτσι όπως είχαν σφιχτεί οι μύες του, θα την έκαναν να αναρωτηθεί με ποιο τρόπο τους είχε αποκτήσει. «Σιχαίνομαι τις αράχνες», αρκέστηκε να πει και προπορεύτηκε.

220


Ανέβηκε τα σκαλιά τρέχοντας σχεδόν, κι έφτασε έξω απ’ το εφηβικό τοϋ δωμάτιο πασχίζοντας να ανακτήσει την ψυχραιμία του. Προσποιήθηκε πως έψαχνε το κλειδί, και το ’βάλε σιη θέση του με βία αταίριαστη για το χαρακτήρα που υποδυόταν. Είδε ιην απορία οτο βλέμμα ιης κι έπνιξε μια βρισιά. Είχε γίνει έξαλλος απ’ ιην ψυχολογική πίεση, κι όσο εκείνη έδειχνε άνετη και αφελής, τόσο περισσότερο ήθελε να τη χαστουκίσει. Η πόρτα υποχώρησε μ’ ένα παλιομοδίτικο τρίξιμο που το ’χε ακούσει πολλές φορές στα θρίλερ του κινηματογράφου και το ’χε κι ο ίδιος περιγράψει πολύ παραστατικά στα βιβλία του. Ένιωσε σαν να άνοιγε μια πόρτα στο χωροχρόνο. Ατέλειωτη ζάλη και θολούρα το χτες που πονούσε και το σήμερα που είχε παγώσει. Πέρασε μέσα πρώτος. Η αποφορά της κλεισούρας τού έφερε ναυτία. Την είδε να στέκεται ακίνητη στη μέση της σοφίτας και να κοιτά τριγύρω σαν περίεργο κουτάβι. Το βλέμμα της αγκάλιαζε το παλιό του κρεβάτι, τα τσαλακωμένα σκεπάσματα, τα ξέχειλα με σκονισμένα βιβλία ράφια. Πλησίασε το κομοδίνο και πήρε στα χέρια της μια κορνίζα φτιαγμένη από παιδικό χέρι, γεμάτη χαρούμενα λαγουδάκι βαμμένα σε όποιο χρώμα μπορούσε να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Έδειχνε να μην την αναγνωρίζει, κι ας ήταν δικό της δημιούργημα. «Ποιοι είναι αυτοί;» ρώτησε κοιτώντας τα πρόσωπα στη φωτογραφία. «Δεν ξέρω». Αλλά ήξερε. Ήταν ο ίδιος μαζί με δύο συμφοιτητές του τη μέρα της ορκωμοσίας του. Ήταν πολύ χαρούμενος τότε. Είχε κατακτήσει το όνειρό του, και μάλιστα πολύ πιο σύντομα απ’ ό,τι φανταζόταν. Αποφοίτησε μετ’ επαίνων, με τη διατριβή του ήδη στα σκαριά, όμως ούτε τότε 221


θυμόταν να χάρηκε ιδιαίτερα ο πατέρας του. Του είχε πει ένα ξερό «μπράβο» και τίποτ’ άλλο. Μόνο η Σάνια είχε χαρεί, παρότι δεν καταλάβαινε απόλυτα πόσο σημαντικό ήταν ένα πτυχίο. «Σωστά, πού να ξέρεις;» του είπε βάζοντας τη φωτογραφία στη θέση της. «Πρώτη φορά μπαίνεις εδώ μέσα». «Ναι». «Δε μιλάς και πολύ, ε;» «Μιλάω όσο πρέπει». Ανασήκωσε τους ώμους σαν να του έλεγε «Εσύ ξέρεις», και πλησίασε το κρεβάτι. Το πάπλωμα ήταν τσαλακωμένο και το μαξιλάρι είχε στριμωχτεί κάθετα ανάμεσα στο στρώμα και το κεφαλάρι. Πέρασε το χέρι της πάνω απ’ τα σκεπάσματα κι έκλεισε τα μάτια. Τίποτα. Όλ’ αυτά της φαίνονταν εντελώς καινούρια. Πρόσεξε πως δίπλα στο κρεβάτι ήταν πεταμένες πρόχειρα ένα ζευγάρι μαύρες αντρικές παντόφλες. Νούμερο σαράντα πέντε, υπολόγισε πρόχειρα. Παραδίπλα, στη μεγάλη καρέκλα μπροστά απ’ το γραφείο, είδε ένα παντελόνι και μια ζώνη αφημένη με προσοχή πάνω του. “Ηταν πραγματικά πολύ αδύνατος τότε ο Ρωμανός, σκέφτηκε. Δεν είχε καμία σχέση με τον ογκώδη άντρα που είχε γίνει τώρα. Κατακλύστηκε από τρομερή περιέργεια. Σημείωσε στο μυαλό της να κάνει μερικές ερωτήσεις στον κύριο Γκρέι και προχώρησε προς το γραφείο.

222


«Ωραίο γραφικό χαρακτήρα έχει», παρατήρησε μόλις φύσηξε ένα σκονισμένο μπλοκ και διάβασε την πρώτη σελίδα. «Γράφει καλύτερα κι από γυναίκα. Ακόμα έτσι είναι το γράψιμό του;» «Ναι». «Σίγουρα τον έβαλες να κάνει όλα εκείνα τα τεστ που δίνουν συνήθως οι ψυχίατροι. Κι εμένα μ’ έβαλαν να τα κάνω. Ήταν πολύ βαρετά. Άσε που για να μη βγω τρελή προσπαθούσα καταγχωμένη να βρω λογικές απαντήσεις σ’ αυτές τις αηδίες. Όταν σου δείχνουν μια μουντζούρα σ’ ένα λευκό χαρτί και σε ρωτάνε τι βλέπεις, ήθελα να ’ξέρα τι περιμένουν ν’ ακούσουν για να μη σε βγάλουν ανισόρροπο. Μ’ ακούτε, κύριε Γκρέι;» Την άκουγε· η φλυαρία της όμως τον ενοχλούσε αφόρητα. «Πώς νιωθεις μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο;» τη ρώτησε απότομα. Έπρεπε να πάρει τον έλεγχο. Αν την άφηνε να τον παρασύρει, θα προχίορούσαν με ρυθμό χελώνας. «Καλά», του απάντησε αόριστα. «Δεν αισθάνομαι καμία φόρτιση, τίποτα αρνητικό. Δε θα πρέπρι να ερχόμουν και πολύ εδώ, παρότι είδα ότι καθόμουν σ’ αυτό το κρεβάτι και άκουγα τον Ρωμ— αυτόν να μου λέει παραμυθία». «Σου άρεσαν τα παραμυθία του;» «Μάλλον. Αυτή την εντύπωση αποκόμισα». «Πιστεύεις πως ένας σκληρός άνθρωπος, μια εγκληματική προσωπικότητα, θα μπορούσε να πλάσει όμορφα παραμύθια;» «Δεν ξέρω· » «Σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες, όχι, δε θα μπορούσε. Οι 223


άνθρωποι που είναι ανίκανοι να αισθανθούν συμπόνια δεν μπορούν να επινοήσουν κανενός είδους ομορφιά· οι γνήσιοι, αμετανόητοι εγκληματίες μπορούν να φανταστούν μόνο ασχήμια. Θέλεις να μάθεις τι λέει αυτός ο χώρος σ εμένα, Σάνια;» Δεν του απάντησε. Τον κοίταξε απορημένη. Την ξένιζε ο κάπως επιθετικός τόνος της φωνής του και η αίσθηση που είχε τόση ώρα ότι την κατηγορούσε για κάτι. «Μου λέει πως ένας πολύ μοναχικός άνθρωπος έκλεινε εδώ μέσα ολόκληρο τον κόσμο του. Μου λέει πως ήταν ταυτόχρονα το σπίτι του και το καταφύγιό του. Μου λέει επίσης πως αυτός ο άνθρωπος ανησυχούσε που δεν του πήγαινε να στολίσει τους τοίχους του -όπως όλοι οι νέοι της ηλικίας τουμε αγωνιστικά αυτοκίνητα και ημίγυμνες γυναίκες. Ώρες ώρες ήταν ντροπή γι’ αυτόν οι έπαινοι και τα αριστεία του, Σάνια. Γι’ αυτό τα είχε κρεμάσει και τα είχε ξεκρεμάσει πολλές φορές», της είπε δείχνοντάς της τα σημάδια απ’ τα καρφιά και τα παραλληλόγραμμα κομμάτια του τοίχου με το πιο έντονο χρώμα. «Εγω βλέπω ένα θλιμμένο άνθρωπο σ’ αυτό το χώρο», συνέχισε να περιγράφει τον παλιό εαυτό του. «Έναν άνθρωπο που γεννήθηκε σε λάθος εποχή, με λάθος πρότυπα και λάθος αξίες. “Ηταν μεγάλο ελάττωμα τότε να είσαι ευγενικός, ντροπαλός, ευαίσθητος και ταγμένος στην επιστήμη σου. Οι άλλοι σε θεωρούσαν είτε αλλόκοτο είτε ομοφυλόφιλο. Και, αν δεν απατώμαι, τα πράγματα δεν έχουν βελτιωθεί ιδιαίτερα μετά από τόσα χρόνια». Της γύρισε την πλάτη και πήγε στη βιβλιοθήκη. Τα ράφια της λύγιζαν απ’ το βάρος. Ανίκανος να επιβληθεί στον εαυτό του, 224


άρχισε να ξεσκονίζει νευρικά τις ράχες των βιβλίων μέχρι να φανούν πεντακάθαρα όλοι οι τίτλοι. Οι μισοί ήταν μελέτες διάσημων ψυχολόγων και ψυχιάτρων και οι άλλοι μισοί έργα κλασικών λογοτεχνών. Τράβηξε ένα και της το έδειξε. «Συλλεκτική έκδοση», της είπε αδιαφορώντας για τη σαστισμένη της όψη. «Τυπωμένη στην Αγγλία στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. Σήμερα θα κοστίζει αρκετά και τότε κόστιζε. Να πώς περνούσε τις ελεύθερες ώρες του ο διαβόητος δολοφόνος σας, Σάνια: αλωνίζοντας τα παλαιοπωλεία για να ξοδέψει τα λεφτά του σε πράγματα που οι συνομήλικοί του δε θα καταδέχονταν να χρησιμοποιήσουν ούτε για προσάναμμα στα ακριβά τους τζάκια. Ήταν πιο σημαντικό γι αυτούς να εξασφαλίσουν φαντεζί ζάντες για τα αυτοκίνητά τους παρά να κάνουν κάτι για να περιορίσουν την άγνοιά τους. Κι έτσι όλοι κατέληγαν να περιγελούν ή να λυπούνται έναν άνθρωπο που είχε καταλάβει από πολύ νωρίς το νόημα του αληθινού πλούτου και τον τρόπο που μπορούσε να τον αποκτήσει· » Έβαλε το βιβλίο στη θέση του και πήγε προς το παράθυρο. Δεν ήθελε να βλέπει το απορημένο πρόσωπό της ούτε τη συμπόνια στα μάτια της. Ήταν παιδί ακόμα η Σάνια ανίδεη και παραπλανημένη όπως όλοι. Τι ιδιαίτερο είχε αυτή για να ξεφύγει απ’ τη μάζα; Επειδή τον συμπαθούσε κάποτε; Επειδή τον θαύμαζε; Άλλωστε, του έδειχνε την ίδια αγάπη που θα έδειχνε και σ’ ένα κατοικίδιο. Το ήξερε πάντοτε. Απλώς, είχε επιλέξει να το παραβλέπει. Την ένιωσε πίσω του. Αντιλήφθηκε την πρόθεσή της να τον αγγίξει και τσκορμί του σφίχτηκε. Ένιωσε το χέρι της να τρέμει. Σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Έτσι τον άγγιζε και τότε, όταν νόμιζε πως τον είχε στεναχωρήσει: ανάλαφρα, διστακτικά, σαν 225


παιδί που τραβούσε τη φούστα της μαμάς του για να της ομολογήσει πως έκανε αταξία. «Κι εσείς νιώθετε έτσι, κύριε Γκρέι;» τον ρώτησε μ’ εκείνη την απαλή φωνούλα να τρέμει σαν φλόγα. «Νιώθετε κι εσείς αταίριαστος στην εποχή σας; Σαν κι εκείνον;» «Οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν απίστευτα σκληροί», της είπε μόνο. «Εγώ— εγώ— σας θαυμάζω, κύριε Γκρέι», αποτόλμησε. «Ποιον πας να κοροϊδέψεις, δεσποινίς Παρίση;» Γύρισε απότομα και την κοίταξε καταπρόσωπο. Το φως που έμπαινε απ’ το παράθυρο της πρόσφερε μια τέλεια θέα των χαρακτηριστικών του. Εμπόδισε την αυθόρμητη κίνησή της να πισωπατήσει, αρπάζοντας τα χέρια της. Το μαύρο δέρμα των γαντιών του ήρθε σε πλήρη αντίθεση με το λευκό της επιδερμίδας της. Γέλασε όταν την είδε να στρέφει αλλού το κεφάλι. Ήταν ένα γέλιο παρανοϊκό, άγριο κι αφύσικο, σαν να ήθελε στην πραγματικότητα να κλάψει. «Με θαυμάζεις;» τη ρώτησε ειρωνικά. «Εσύ δεν μπορείς καλά καλά να με κοιτάξεις!» Τον κοίταξε, αλλά μόνο από πείσμα. Ούτε τη σύγχυσή της μπόρεσε . να κρύψει ούτε το φόβο που ένιωθε άθελά της. Μπορούσε να διακρίνει το παραμορφωμένο δέρμα κάτω απ’ την καλύπτρα. Μπορούσε να φανταστεί τις ουλές δίπλα στον κρόταφο και το μικρό βαθούλωμα που μαρτυρούσε ότι έλειπε 226


κάποιο κόκαλο. Ένιωσε ψεύτρα, παρόλο που δεν ήταν. Δεν ήξερε αν θα άντεχε να τον δει χωρίς αυτό το μικρό κομμάτι ύφασμα που κάλυπτε ένα μέρος του προσώπου του. Ήταν παράξενο: ήθελε να απομακρυνθεί από κοντά του με την ίδια παθιασμένη δύναμη που ήθελε να παραμείνει εκεί. Είχε κάτι το μεθυστικό το άγγιγμά του. Η μυρωδιά του δέρματός του τη μαγνήτιζεη φωτιά σία βάθη του βλέμματός του την απωθούσε. Αν επιχειρούσε να ξεφύγει, θα δικαίωνε την άποψή του πως τον κορόιδευε. Αν, πάλι, παρέμενε απαθής, κινδύνευε να παραδοθεί σ’ εκείνη την πρωτόγνωρη έλξη και να υψώσει το κεφάλι της για να δει αν θα της άρεσε η γεύση των χειλιών του. «Με συγχωρείς». Εκείνος ήταν που την απάλλαξε απ’ τα διλήμματά της. «Δε συνηθίζω να φέρομαι έτσι». Την προσπέρασε και πήγε προς την πόρτα. «Φαίνεται πως με επηρέασε αυτό το μέρος. Εγώ κι ο Ρωμανός εκείνης της εποχής έχουμε πολλά κοινά. Δε θα επαναληφθεί αυτό, δεσποινίς Παρίση. ‘Ισως δεν είναι σκόπιμο να μένουμε συνέχεια εδώ, σ’ αυτό το σπίτι. Ελπίζω να μη σε πόνεσα·» πρόσθεσε απολογητικά. Της ήταν αδύνατο να αρθρώσει λέξη, κι έτσι αρκέστηκε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. Τα μάγουλά της έκαιγαν σαν να είχε πυρετό. Τον προσπέρασε βιαστικά για να μη γίνει αντιληπτή η ταραχή τψ;· Δεν πήγαν σε κανένα άλλο δωμάτιο του σφραγισμένου σπιτιού εκείνη τη μέρα. Κλείστηκε ο καθένας στο δωμάτιό του μέχρι το βράδυ. Δεν έφαγαν καν. Κάθε ανθρώπινη ανάγκη τους ξεχάστηκε απ’ τις πολλές, μπερδεμένες σκέψεις. 227


ΞΥΠΝΗΣΕ ΚΛΕΙΣΜΕΝΗ σε μια ζεστή αγκαλιά, νιώθοντας δυο αντρικά χέρια δεμένα γύρω απ’ το κορμί της να ανεβοκατεβαίνουν τρυφερά απ’ τα μαλλιά στην πλάτη της. Η φωνή τής έλεγε να ηρεμήσει και της ψιθύριζε συνέχεια πως είχε περάσει. Της ήταν αδύνατο ν’ ακολουθήσει τη συμβουλή, όμως. Συγκλονιζόταν ακόμα από λυγμούς και χωνόταν όλο και πιο βαθιά στην ασφάλεια που της πρόσφερε το άγγιγμά του. Δεν ήθελε να φύγει από κει. Ποτέ στο παρελθόν -τουλάχιστον αυτό που μπορούσε να θυμηθείδεν είχε αισθανθεί τόσο παρήγορη την παρουσία κάποιου. Οι εικόνες που την τάραξαν λίγο πριν άρχισαν κιόλας να ξεθωριάζουν. Το μόνο που είχε σημασία τώρα πια ήταν εκείνος. Πώς είχε τολμήσει, η ανόητη, να τον φοβηθεί το πρωί; Σίγουρα δε θα χε φανεί στα μάτια του καλύτερη απ’ όλους τους άλλους που χαμήλωναν το βλέμμα στη θέα του και του μιλούσαν χωρίς να βρίσκουν το θάρρος να τον κοιτούν. «Πάει, πέρασε···» της είπε απαλά, αντιμετωπίζοντας το κορμί της σαν να ήταν κομψοτέχνημα κατασκευασμένο από εύθραυστο υλικό. «Φαίνεται πως ο εγκέφαλός σου αποδελτίωσε τις εικόνες που είδες το πρωί και αντέδρασε προκαλώντας αυτή τη σωματική αντίδραση. Είσαι ασφαλής τώρα. Είμαι κοντά σου· » Την είδε να τραβιέται ελαφρά χωρίς να φαίνεται διατεθειμένη να αποχωριστεί το άγγιγμά του. Τον κοίταξε με παράπονο, σαν να μην μπορούσε να καταλάβει γιατί της συνέβαιναν όλα αυτά. Η κρίση την είχε εξαντλήσει: το σώμα της είχε παγώσει, τα μάγουλά της ήταν κάτασπρα και τα χείλη της έτρεμαν στην προσπάθεια να ψελλίσει λίγες λέξεις. Τα δάκρυα έτρεχαν σαν νερό από πηγή που βρήκε αναπάντεχη 228


διέξοδο στην επιφάνεια του εδάφους. Ο Άλεξ χαιρόταν που ήταν σκοτάδι σχεδόν, γιατί προσπαθούσε σκληρά να δείχνει ανεπηρέαστος και να κρύβει την ανάγκη του να της φερθεί όπως όταν στεναχωριόταν τότε: γεμίζοντας φιλιά τα νοτισμένα της μάγουλα, αποκαλώντας τη «μικρή του πριγκιπέσα». «Τι— τι— μου συμβαίνει;» τον ρώτησε ψάχνοντας το βλέμμα του. «Θα πρέπει να μάθεις να ζεις μ’ αυτό, δεσποινίς Παρίση». «Σταμάτα να με αποκαλείς έτσι!» αντέδρασε αναπάντεχα, σκουπίζοντας με την ανάστροφη της παλάμης της όσα δάκρυα μπορούσε. «Ακόμα δε νιώθεις άνετα μαζί μου ή έχεις σε μεγαλύτερη εκτίμηση τη Μαρία;» Παραληρούσε, ήταν φως φανάρι. Οι ευαισθησίες της είχαν οξυνθεί και της έφταιγαν όλα. Κανονικά θα έπρεπε να νιώθει ευτυχισμένος με την πρόωρη αδυναμία που του έδειχνε, αλλά εκείνη τη στιγμή επικράτησε η αμηχανία. Θυμήθηκε τα λόγια του Ζακ: «Ίσωςχρειαστεί να τη φλερτάρεις». «Τίποτα απ’ τα δυο», της απάντησε μιλώντας της καθησυχαστικά, όπως θα απευθυνόταν σε έναν ασθενή του, αν ασκούσε τυπικά το επάγγελμα. «Σ’ έχω αποκαλέσει και με το μικρό σου, δεν πρέπει να θυμώνεις—» «Ναι, όταν η απόσταση ανάμεσά μας είναι μεγαλύτερη από δύο μέτρα. Με θεωρείς ανώριμη!» τον κατηγόρησε. «Νομίζεις πως δεν είμαι ικανή να ξεχωρίσω τα συναισθήματα των ανθρώπων και πως είμαι αρκετά αφελής για να βγάλω λάθος συμπεράσματα από μια απλή οικειότητα».

229


Έκλεισε το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του και την κοίταξε. «Καταλαβαίνεις τι μου λες;» τη ρώτησε απαλά. «Με κατηγορείς που είμαι κύριος απέναντί σου ή σου ’χω δώσει λάθος εντύπωση για τη σχέση ανάμεσά μας; Συνεργαζόμαστε», της υπενθύμισε. «Προσπαθούμε να βρούμε μια άκρη. Το ότι είμαι καθισμένος στο κρεβάτι σου μια τόσο ακατάλληλη ώρα δε σημαίνει τίποτα. Μη με κάνεις να νιώθω ανόητος που υποχρεώνομαι να σ’ το ξεκαθαρίσω». Τράβηξε τα χέρια του απ’ το πρόσωπό της και το βλέμμα της έγινε ξανά προκλητικό. «Κοίταξέ με, γιατρέ», τον πρόσταξε. «Δε σου αρέσω καθόλου;» Το βλέμμα του σκοτείνιασε σαν ουρανός που ετοιμαζόταν να ξεβράσει απ’ τα σπλάχνα του καταιγίδα. Αρνήθηκε να την κοιτάξει με τον τρόπο που του ζητούσε. Αρνήθηκε να δώσει τροφή στην ανάγκη της για αποδοχή, και δε ρίσκαρε να χαλάσει την καλή της εντύπωση για το χαρακτήρα του ξεστομίζοντας λάθος λόγια. «Δεν είναι υποχρεωτικό να μοιάζουμε στους γονείς μας, Σάνια», της είπε, διατηρώντας την αυτοκυριαρχία του. «Δεν ξέρω τι είδες, τι επανήλθε στη μνήμη”σου και σε κάνει να φέρεσαι έτσι αυτή τη στιγμή, όμως ξέρω πως αύριο θα θυμάσαι αυτό το διάλογο μεταξύ μας και θα νιώθεις άβολα. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες δε θα με φλέρταρες», πρόσθεσε ψυχρά. «Κι αν άπλωνα το χέρι να σ’ αγγίξω, θα έτρεχες μακριά σαν να σε κυνηγούσε ο διάβολος. Ξέρω τι σου λέω», συνέχισε με βεβαιότητα. «Υπήρξαν αρκετές στο παρελθόν που προσπάθησαν να παίξουν μαζί μου επειδή τις γοήτευε το μυστήριο της εμφάνισής μου: η διαστροφή του αλλόκοτου, η έλξη του αντισυμβατικού. Σου ορκίζομαι ότι έγιναν καπνός μόλις έκανα κι εγώ με τη σειρά μου να τις πλησιάσω. Ξαφνικά έπαψα να είμαι μυστηριώδης, και το 230


σύννεφο διαλύθηκε. Έτσι, έμενα πάντα εγώ, ο σκύλος μου και τα χαρτιά μου·» θα πρέπει να κοκκίνισε ως τα πέλματα των ποδιών της, γιατί η παγωνιά που ένιωθε τόση ώρα μετατράπηκε σε ανυπόφορη ζέστη. Τον κοίταξε κατάματα. Φαινόταν πως είχε αρχίσει να τα χάνει, «θέλω να δούμε και τα άλλα δωμάτια·» είπε με δυσκολία. «Τώρα, αν είναι δυνατόν. Για να φύγουμε όσο πιο σύντομα γίνεται από δω μέσα». «Είδες τη μητέρα σου, Σάνια;» Την είδε, ναι. Ήταν το επίκεντρο, όπως τις περισσότερες φορές. Πάντα όμορφη, τόσο όμορφη που έδειχνε ψεύτικη. Και την είχε δει σε εκείνο το δωμάτιο. Την αναζητούσε απεγνωσμένα σε όλο το σπίτι και τη βρήκε στο μόνο μέρος όπου δεν περίμενε να τη δει ποτέ: στη σοφίτα, τον προσωπικό χώρο του Ρωμανού Κατρά, τυλιγμένη μ’ ένα μπουρνούζι, να περπατά ξυπόλητη απ’ το κρεβάτι του ως το παράθυρο κρατώντας ένα λεπτό τσιγάρο. Έδειχνε να τον περιμένει κι ήταν θυμωμένη απ’ την απουσία του. «Ξεκουμπίσου από δω!» είπε με κακία στην κόρη της, κι η Σάνια είδε καθαρά τον εαυτό της να φεύγει με μάτια κλαμένα. Έπειτα η εικόνα άλλαξε. Βρέθηκε ξαφνικά στην κουζίνα της θείας Δανάης, απρόσκλητη πάλι, με τα γόνατά της γρατσουνισμένα και μια πλαστική μπάλα ξεφούσκωτη. Τις διέκοψε από κάποια σοβαρή συζήτηση, γιατί η μάνα της έγινε έξαλλη και η θεία Δανάη σκούπισε τα μάτια της. Είχε ακούσει τη φράση «θα το μετανιώσεις».

231


Το σκηνικό άλλαξε ξανά και ήταν τώρα στην αυλή αυτού του σπιτιού να παίζει με τον Κινγκ ξεκαρδισμένη στα γέλια. Μια γυναίκα την πλησίασε χωρίς εκείνη να την αντιληφθεί. «Ίδια η μάνα σου», της είπε αρπάζοντάς την απ’ τα μαλλιά. «Πάντα ανάσκελα με τα φουστάνια σηκωμένα». Είδε τον εαυτό της να κλαίει και να τσιρίζει, αλλά η γυναίκα δεν την άφηνε. Η λαβή της την πονούσε τρομερά και πρόσεξε ότι τα μάτια της ήταν γουρλωμένα σαν ψαριού στο σκοτάδι. «Περνάς καλά, σκατόπαιδο;» τη ρώτησε. «Σου αρέσει η αυλή του σπιτιού μου; Ποιος ξέρει σε πόσες αυλές θα κυλιστείς ακόμα με τέτοια πόρνη που σε γέννησε και πόσους πατεράδες θ’ αλλάξεις! Ίδια θα γίνεις, ολόιδια! Ατιμη φάρα, ξεδιάντροπη! Για να γελάς εσύ και να βουτάς τους άλλους στη δυστυχία!» Μετά τα πρόσωπα εναλλάσσονταν σαν χορευτές σε γαϊτανάκι. Πρώτη φορά της συνέβαινε αυτό. Ποτέ πριν δεν είχε δει τόσα πρόσωπα μαζεμένα, ούτε τόσες διαφορετικές περιόδους της ζωής της. Πότε ήταν πολύ μικρή, ούτε τριών χρόνων, και πότε έντεκα, λίγο πριν την τραγωδία. Σαν να άνοιγε όλο και περισσότερο η πόρτα στο μυαλό της, ελευθερώνοντας σκόρπιες εικόνες και περιστατικά. Πώς μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτά στον κύριο Γκρέι; Πώς να του πει ότι κάθε φορά που συνερχόταν είχε κι από έναν καλό λόγο για να θεωρεί ύποπτους όλους τους ανθρώπους που αγαπούσε; «Δε θέλεις να μου πεις», μάντεψε εκείνος. «Σε καταλαβαίνω·» Τον έπιασε απ’ το μανίκι. «Πάμε να δούμε και τα άλλα δωμάτια, κύριε Γκρέι», τον παρακάλεσε. 232


«Τώρα;» «Ναι». «Σάνια, δεν ξέρω αν αντέχει ο οργανισμός σου κι άλλο επεισόδιο σαν το αποψινό—» «Είσαι εσύ εδώ, Άλεξ», κατάργησε κι εκείνη τις τυπικότητες. «Θα με φροντίσεις». «Μπορώ να δω τα φάρμακά σου;» Τέντωσε το χέρι κι έπιασε ένα λευκό νεσεσέρ που το χε πάντα στο κομοδίνο της σαν φύλακα άγγελο. Εκείνος το άνοιξε κι άρχισε να βγάζει ένα ένα τα μπουκαλάκια. Το λιγοστό φως δε φάνηκε να τον εμποδίζει να διαβάσει τις ετικέτες. Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, διαπίστωσε αμέσως. Τίποτα το ανησυχητικό. Ακριβώς η ενδεδειγμένη συνταγολογία. Διέγραψε αμέσως από το νου του την υποψία πως κάποιος γιατρός δε βοηθούσε όσο έπρεπε την προσπάθεια να επανέλθει η μνήμη της. «Δεν είναι βαριά», είπε επιστρέφοντάς της το νεσεσέρ. «Εσύ δίνεις χειρότερα, ε;» «Πολύ χειρότερα», αποκρίθηκε. «Και αρκετές φορές σχεδόν όλα αποδεικνύονται ανεπαρκή στις περιπτώσεις σχιζοφρένειας ή άλλης σοβαρής ψύχωσης. Δε θα ήθελες να βρισκόσουν στη θέση αυτών των ανθρώπων, Σάνια, ούτε των συγγενών τους. Η καθημερινότητά τους είναι κόλαση». «Με τέτοιο μέτρο σύγκρισης, πρέπει να αισθάνομαι τυχερή», συμφώνησε.

233


«Καλά, βάλε κάτι πάνω σου και περίμενέ με στο σαλόνι. Θα πάρω τα κλειδιά και θα σου κάνω τη χάρη. Δεν είμαι απόλυτα σύμφωνος, φυσικά, αλλά κάτι μου λέει πως θα είναι ανώφελο να διαφωνήσω». Το χαμόγελό της, ένα μικρό λαμπερό μισοφέγγαρο στο δακρυσμένο της πρόσωπο, τον συγκίνησε. Για μια στιγμή την κοίταξε πιο έντονα απ’ όσο έπρεπε, κι έπειτα σηκώθηκε και έφυγε ήσυχα απ’ το δωμάτιό της. Όλα πήγαιναν όπως τα είχε προβλέψει. Γιατί λοιπόν ένιωθε εκείνο το βάρος στο στήθος; Οι δύο άντρες κάθισαν στις πολυθρόνες απέναντι απ’ το τζάκι κρατώντας από ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι. Κόντευε να ξημερώσει κι η αμφίεση τους πρόδιδε πως μόλις είχαν αποχωριστεί τα κρεβάτια τους για να αναζητήσουν αλλού την ηρεμία που δε βρήκαν εκεί. Πατέρας και γιος έμοιαζαν πολύ σε όλα. Ήταν κι οι δύο τελειομανείς, αφοσιωμένοι στους στόχους τους, κι απεχθάνονταν την ήττα. Είχαν ακόμα και τις ίδιες συνήθειες: όταν δεν τους κολλούσε ύπνος, προτιμούσαν να κάθονται απέναντι απ’ το τζάκι και να κοιτούν την αδύναμη φωτιά μέχρι το πρωί. «Πρέπει να της έχουμε εμπιστοσύνη», είπε ο Πέτρος Μαρκάτος κοιτώντας με ανησυχία το κουρασμένο πρόσωπο του γιου του. «Το έλεγα καιρό στη Δανάη. Η Σάνια πρέπει να στηριχτεί στα πόδια της πια. Είναι πολλά τα χρόνια που περπατούσε με δεκανίκια». «Δεν μπορώ να μην τη σκέφτομαι— » είπε νευρικά ο Παύλος. Δεν είχε πρόβλημα να ανοιχτεί στον πατέρα του. Οι σχέσεις τους ήταν ανέκαθεν άριστες. «Δεν μπορώ να μην ανησυχώ. 234


Πάντα προβληματιζόταν για το παρελθόν, αλλά τώρα της έχει γίνει έμμονη ιδέα. Παράτησε τη δουλειά της, τους φίλους της, τα πάντα. Έχει προσκολληθεί σ’ αυτόν— σ’ έναν άγνωστο που ήρθε απ’ το πουθενά, και προτιμά τη δική του βοήθεια από τη δική μας». «Ισως γιατί της την προσφέρει χωρίς παρωπίδες», υπέθεσε ο πατέρας του. «Ισως γιατί την αντιμετωπίζει πολύ πιο δίκαια από ό,τι εμείς, δείχνοντάς της πως περιμένει μόνο όσα μπορεί να του δώσει. Για ποιο λόγο να ενδιαφερθεί ο Άλεξ Γκρέι αν θα ακολουθήσει τα χνάρια της μητέρας της; Δεν έχει λόγο να το κάνει. Αντιθέτως, εμείς παραφυσήξαμε το γιαούρτι επειδή καήκαμε στο χυλό. Για όλους η Σάνια είναι μια υπέροχη νέα γυναίκα, αλλά καθίσαμε να σκεφτούμε ποτέ αν ήθελε εκείνη να είναι έτσι; Την καταλαβαίνω—» συνέχισε μόλις ήπιε,μια γουλιά απ’ το ουίσκι του. «Απομακρύνεται, γιε μου, αλλά όχι επειδή δε μας αγαπά ή δε μας νοιάζεται. Απομακρύνεται επειδή τη βάλαμε σ’ ένα ωραίο καλούπι και την πλάσαμε σύμφωνα με τα γού<πα μας. Δεν είναι κακό που θέλει να μάθει αν της ταιριάζει τελικά αυτό το καλούπι. Πρέπει να το δεχτούμε. Και στο κακό κάπο. έχει δίπλα της έναν ειδικό. Κάτι μου λέει πως αυτός ο άνθρωπος θα μπορέσει να κουμαντάρει μια χαρά τις εκρήξεις της, αν και όποτε προκύψουν—» «Είναι αλλόκοτος», είπε με πείσμα ο Παύλος. «Δεν μπορώ να διανοηθώ αρσενικό με την ηρεμία τη δική του. Φέρεται σαν να έχει τα πάντα υπό έλεγχο, κι είναι αφύσικο αυτό. Εδώ πήγα να τον πνίξω, και δεν αντέδρασε καθόλου. Ποιος φυσιολογικός άντρας δε θα αντιδρούσε;» «Κανείς μάλλον. Και αυτή ακριβώς η πραότητα είναι που έλκει τη Σάνια». 235


«Βλακείες!» Ήπιε μονοκοπανιά το ποτό του και μετά, με σφιγμένα χείλη, βάλθηκε να στριφογυρίζει το άδειο ποτήρι στα χέρια του. «Δεν της έχει φερθεί κανείς με μεγαλύτερη ευγένεια από εμένα! Ήμουν πάντα κύριος απέναντί της, γλυκομίλητος και ήρεμος σαν αληθινός ιππότης. Ούτε μήλο δεν είχα τολμήσει να καθαρίσω μπροστά της, μην τυχόν και φοβηθεί βλέποντάς με να κρατάω μαχαίρι. Σεβόμουν το ασυνείδητό της κρατούσα πάντα μακριά αυτά που την τρόμαζαν και δεν έχανα ποτέ την ψυχραιμία μου μπροστά της: δεν έβριζα, δε φώναζα, απέφευγα την όποια μορφή βίας και της φερόμουν σαν να ήταν ένα μικρό, εύθραυστο στολίδι. Γιατί στο διάβολο δεν ένιωσε έλξη για μένα, λοιπόν;» είπε κοκκινίζοντας ολόκληρος από θυμό. «Έχω φτάσει στο σημείο να εξευτελίζω γυναίκες και να μην ξεκολλάνε από πάνω μου. Είμαι άψογος στη μία και μοναδική που μ’ ενδιαφέρει αληθινά, κι εκείνη δε γυρίζει ούτε να με κοιτάξει. Δεν μπορώ να το χωνέψω αυτό. Δεν μπορώ να το καταπιώ με τίποτα, πατέρα!» «Είσαι ωραίος άντρας», είπε ήρεμα ο Πέτρος. «Έχεις τα πάντα, δε σου λείπει τίποτα. Ξέχνα τη Σάνια», τον συμβούλεψε. «Για κείνη θα είσαι πάντα ο μεγάλος της αδερφός. Αν διεκδικήσεις κάτι περισσότερο, θα την πληγώσεις. Ίσως παραπάνω απ’ όσο θα πληγωθείς εσύ από την απόρριψή της». «Δε θα μ’ απορρίψει». Σηκώθηκε και έδεσε τη ζώνη της ρόμπας του. «Θα κάνω υπομονή. Και θα είμαι εκεί όταν θα αναζητήσει ξανά βοήθεια. Η Σάνια δεν είναι παιχνίδι για μένα, πατέρα. Δεν είναι απλώς μια πληγή στον εγωισμό μου. Είμαι ερωτευμένος μαζί της, το έχεις καταλάβει. Και όταν έρθει η ώρα, θα τη διεκδικήσω». Έφυγε χωρίς να δει τον πατέρα του να κουνά 236


προβληματισμένος το κεφάλι. Ο γιος του είχε την τόλμη και την πίστη, αλλά εκείνος είχε την πείρα. Κανένας μονόπλευρος έρωτας δεν έχει οδηγήσει ποτέ στην ευτυχία. Αντιθέτως, η κατάληξή του είναι πάντα, με μαθηματική ακρίβεια, η τραγωδία. Κάποτε θα πρέπει να ήταν ένα ονειρεμένο παιδικό δωμάτιο. Η Σάνια προσπάθησε να tl φανταστεί χωρίς την ξεφτισμένη μπογιά των τοίχων και τους τόνους σκόνης που είχαν αλλάξει χρώμα στα έπιπλα. Στο δικό της δωμάτιο επικρατούσε περισσότερη τάξη απ’ ό,τι στου Ρωμανού. Είδε μια μικρή πορτοκαλιά βιβλιοθήκη γεμάτη σχολικά βιβλία και παραμύθια, ένα όμορφο ξύλινο κρεβάτι με πάπλωμα και μαξιλάρι στο ίδιο κυπαρίσσι χρώμα, μια καρέκλα σαν θρόνο πριγκίπισσας μπροστά από το γραφείο σε σχήμα αχιβάδας κι ένα πορτοκαλί ψάθινο καλάθι σίγουρα ακόμα γεμάτο με παιχνίδια. «Δεν πείραξαν τίποτα;» θέλησε να μάθει. «Η Μαρία μου είπε πως όχι», της απάντησε ο Άλεξ, χωρίς να χάνει ούτε για κλάσμα δευτερολέπτου τις αντιδράσεις της. «Μετά τις έρευνες της αστυνομίας, όλα τα δωμάτια σφραγίστηκαν και παρέμειναν ακριβώς όπως τότε. Αυτή θα πρέπει να ήταν η σχολική σου τσάντα», της είπε δείχνοντας σε μια γωνιά. «Από τότε—’» Η Σόγια πλησίασε διστακτικά την τσάντα, κι αφού γονάτισε στο πάτωμα, την άνοιξε. Προσπαθώντας να κρατά το χέρι της σταθερό, έβγαλε από μέσα ένα σχολικό τετράδιο. Η ετικέτα έγραφε «Τηράδω Γραμματικής, της μαθήτριας Σανίας Παρίση-Κατρά, σχολικό έτος 19891990». 237


Το άνοιξε δαγκώνοντας τα χείλη, για να μην τρέμουν κι αυτά όπως ολόκληρο το κορμί της. Πρώτη φορά έβλεπε τον παιδικό γραφικό χαρακτήρα της. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια έπαιρνε αληθινή γεύση από την παιδική της ζωή όπως ήταν, κι όχι όπως τη φανταζόταν. Τι ωραία στρογγυλά γράμματα που έκανε! Πόση περηφάνια τη γέμιζαν τα δεκάρια που έβλεπε στο κάτω μέρος των σελίδων! Σίγουρα δε θα είχε απογοητεύσει ποτέ τους δασκάλους της, και τώρα ήξερε με βεβαιότητα πως ένα κομμάτι της ζωής της θα ακολουθούσε την ίδια πορεία ακόμα κι αν δεν είχε συμβεί η τραγωδία. Οι σπουδές θα ήταν επιλογή της, δε θα την καθοδηγούσαν άλλοι για να τις κάνει. Θα είχε πάρει και πάλι πτυχίο. Θα αρίστευε παντού και τα βήματά της θα κατέληγαν στο πανεπιστήμιο χωρίς να την πιέσει κανένας. Ήταν υπέροχο να το ξέρει αυτό. Κι η ανακούφιση που ένιωσε της έφερε ένα χαμόγελο.. Ξαφνικά συνοφρυώθηκε. Καθώς ξεφύλλιζε το τετράδιο, έφτασε στις τελευταίες γραμμένες σελίδες. Οκτώβριος τον 1989, διάβασε. Γράμματα τρεμάμενα, γεμάτα ταραχή. Βαθμός έξι. Όλες οι μέρες τού Οκτωβρίου την ίδια πορεία έδειχναν. Οι βαθμοί της δεν ξεπερνούσαν το επτά και ο γραφικός της χαρακτήρας θύμιζε πιτσιρίκι του νηπιαγωγείου. Πέταξε το τετράδιο μακριά λες και της έκαψε τα χέρια. Ξεχν ώντας πως ο άντρας την παρακολουθούσε άγρυπνα, αναζήτησε άλλα τετράδια, στη βιβλιοθήκη της αυτή τη φορά. Αδιαφορώντας για τη σκόνη, έβγαλε μερικά απ’ τη θέση τους και άρχισε να τα ανοίγει ένα ένα. Οι υποψίες της επαληθεύτηκαν: όλα ήταν άψογα, οι επιδόσεις της άριστες· ο γραφικός χαρακτήρας της σταθερός, καθαρός, ευανάγνωστος. «Τι μου είχε συμβεί λίγο πριν τις δολοφονίες;» αναρωτήθηκε 238


μεγαλόφωνα συγκρίνοντας τα τετράδια και δείχνοντάς του. «Γιατί αυτή η ξαφνική πτώση;» Ο Άλεξ έβαλε τα χέρια στις τσέπες. Δεν του ήταν καθόλου ευχάριστο να τη βλέπει να βασανίζεται. «Μπορεί να ξέρει ο Ρωμανός», είπε. «Ίσως θα πρέπει να τον ρωτήσεις». «Δε θα μου πει, επειδή νομίζει ότι δεν τον πιστεύω». «Δοκίμασε να τον πείσεις πως τον πιστεύεις», τη συμβούλεψε. «Είναι έξυπνος. Θα καταλάβει». «Δοκίμασε να τον πιστέψεις πραγματικά τότε, Σάνια. Θα εκπλαγείς αν μάθεις πόσες αλήθειες αποδείχτηκε ότι μου ’χε πει, όταν εγώ, ο δήθεν εξαιρετικός ψυχίατρος, ήμουν έτοιμος να πάρω όρκο πως ήταν ψέματα». «Δεν είχα το μυαλό μου στα μαθήματα εκείνο τον Οκτώβριο—» μονολόγησε ζορίζοντας το μυαλό της να της δείξει λίγο φως. Έκλεισε τα μάτια κι έτριψε τους κροτάφους της. Τίποτα μαύρη τρύπα πάλι, σκοτάδι. «Ο φόνος έγινε στις 22 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς», της θύμισε, παρότι ήξερε ότι ήταν περιττό. «Η αλλαγή στην επίδοσή σου φάνηκε ένα μήνα μετά το άνοιγμα των σχολείων, κατά τις 12 Οκτωβρίου. Τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί να μη γνωρίζει τίποτα γι’ αυτό ο Ρωμανός, Σάνια. θα μου το είχε αναφέρει. Προφανώς το κράτησες μέσα σου. Κι αν ήσουν τόσο εξωστρεφής όσο μου έχει πει, τότε θα πρέπει να υποθέσουμε ότι πρόκειται για κάτι σοβαρό. Κάτι που δεν τολμούσες να μοιραστείς με κανέναν ούτε καν με εκείνον, που τον εμπιστευόσουν τυφλά· και του είχες αδυναμία· » 239


«Δεν μπορώ να θυμηθώ· » μουρμούρισε με αγωνία. «’Οταν θέλω, δεν μπορώ να θυμηθώ το παραμικρό! Αχ, γιατί να είναι όλα τόσο δύσκολα και μπερδεμένα;»J «Μη ζορίζεσαι·» -πήγε να πει «πριγκιπέσα», αλλά κρατήθηκε την τελευταία στιγμή«Σάνια·» πρόσθεσε ξεφυσώντας. «Αν δε ζορίίπώ, δε θα καταφέρουμε τίποτα!» Η αγωνία της εκφράστηκε με ακατάπαυστα νευρικά βήματα απ’ τη βιβλιοθήκη ως την πόρτα και πάλι πίσω. «Κάθε μέρα που περνά, διαισθάνομαι όλο και βαθύτερα πως ο Ρωμανός δεν είχε καμία σχέση με αυτό το φόνο. Πώς θα το αποδείξω όμως, αν δεν μπορώ να θυμηθώ τα πιο σημαντικά; θέλω να μου μιλήσεις γι’ αυτόν· » είπε ξαφνικά, μόλις ο υστερικός βηματισμός της σταμάτησε ακριβώς μπροστά του. «Πριν πάμε να τον ξαναδούμε, θέλω να ξέρω ακριβώς με ποιον άνθρωπο έχω να κάνω». Ο Άλεξ κοίταξε τη μικρή λαμπερή κουκκίδα πίσω από τις βρόμικες κουρτίνες. Ξημέρωνε. «Προς το παρόν πρέπει να φύγουμε απ’ αυτό το σπίτι», είπε. «Δεν έχουμε δει ακόμα το— το— εκείνο το δωμάτιο—» «Ίσως θα πρέπει να το δεις όταν πειστείς πως ο Ρωμανός είναι αθώος». Έκανε ένα βήμα πίσω. Δεν άντεχε να την έχει τόσο κοντά του. Τα γεμάτα ελπίδα μάτια της έδειχναν να έχουν τη δύναμη να βγάλουν από πάνω του όλες του τις μάσκες. Ξυπνούσε μέσα του συναισθήματα που δεν ήθελε να νιώθει, π’ ανάθεμά τη! Δεν ήθελε ούτε να την προστατεύει σαν στοργικός πατέρας ούτε να την κανακεύει σαν αδερφός ούτε να την ποθεί σαν εραστής. 240


Ειδικά αυτό το τελευταίο ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Αν θες να κερδίσεις μια παρτίδα σκάκι, απαγορεύεται να λυπάσαι τα πιόνια σου. Οφείλεις να είσαι πάντα έτοιμος να τα θυσιάσεις για να νικήσεις. «Φοβάσαι μήπως δα) λάθος εικόνες;» επέμεινε η Σάνια. «Αυτό φοβάσαι, Άλεξ;» «Ναι». «Είναι δυνατόν να επινοήσει ο εγκέφαλος μια παραλλαγμένη εκδοχή της πραγματικότητας;» «Το ξέρεις πως είναι». Άθελά του, ο τόνος του έγινε κάπως επιθετικός. «Σίγουρα έχεις κάνει την ίδια ερώτηση και σε άλλους γιατρούς, και σίγουρα έχεις πάρει την ίδια απάντηση. Πολλά μπορεί να κάνει ο εγκέφαλος όταν πρόκειται για την αυτοπροστασία του. Αν σε βολεύει να είναι στ’ αλήθεια ένοχος ο Ρωμανός, Σάνια, γιατί να μη σε πείσει γι αυτό το μυαλό σου;» «Θύμωσες; Έκανα κάτι που—» «Καλύτερα να πάμε να ετοιμαστούμε», την έκοψε. «Θα ’ρθει η ώρα για το τελευταίο δωμάτιο και το υπόγειο. Ας μη βιαζόμαστε. Ποτέ δε βιάζομαι στη δουλειά μου». «Εγώ δεν είμαι· δουλειά», του πέταξε θιγμένη. «Δουλειά όχι», συμφώνησε. «Είσαι όμως το εργαλείο μου, και δε σου το ’κρυψα ποτέ». Σαν να μπήκε κάποιο διαβολάκι μέσα της, ύψωσε το πιγούνι με πείσμα και τον κοίταξε προκλητικά. «Σου πέρασε απ’ το μυαλό η τραγική πιθανότητά να πάψεις να με βλέπεις σαν απλό 241


εργαλείο· Αλεξ;» Αν ήταν άλλη στη θέση της, θα την είχε κάνει να καταπιεί τη γλώσσα της μαζί με το θράσος της και μετά να πνιγεί κι απ’ τα δυο. «Όχι», της είπε χαμογελώντας γλυκά. «Μήπως πέρασε απ’ το δικό σου μυαλό· Σάνια;» «Απ’ το δικό μου μυαλό περνούν και φεύγουν διάφορα. Δεν μπορώ να σου δώσω αξιόπιστη απάντηση». «Πες μου· » Της χαμογέλασε λοξά και την κοίταξε, κρύβοντας όπως μπορούσε την επιθυμία του να της βάλει τις φωνές για την επιπολαιότητά της. «Αν δεν είχες απέναντί σου έναν άνθρωπο σαν κι εμένα, θα του έκανες τις ίδιες ερωτήσεις; Θα τον προκαλούσες να πάψει να σε σέβεται, Σάνια;» Ένιωσε αφόρητη ντροπή. «Όχι», παραδέχτηκε. «Δεν ξέρω αν πρέπει να κολακευτώ ή να προσβληθώ με την απάντησή σου. Είναι κολακευτικό να σε θεωρεί μια όμορφη κοπέλα όπως εσύ τέρας αυτοκυριαρχίας και πειθαρχίας, αλλά είναι επίσης εξίσου προσβλητικό το ότι υποθέτεις πως δε θα έκανα ποτέ ό,τι θα έκανε ένας οποιοσδήποτε άλλος φυσιολογικός άντρας σι η θέση μου: ν’ αρπάξω την ευκαιρία και να μεταφέρω τη συνεργασία μας και στο κρεβάτι». «Δεν είσαι τέτοιος άνθρωπος— » μουρμούρισε ένοχα. «Ασφαλώς», την καθησύχασε. «Δεν κινδυνεύεις από μένα. Ό,τι κι αν κάνεις, θα σε δω όπως πρέπει να σε δω. Ακόμα κι αν αποφασίσεις να τριγυρνάς μπροστά μου θεόγυμνη, θα σαι πάντα το εργαλείο μου: ελκυστικό, ναι, αλλά τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ένα καλό εργαλείο. Έγινα 242


σαφής, δεσποινίς Παρίση;» «Μάλιστα», είπε αυθόρμητα, και νευρίασε που ακούστηκε σαν μεταμελημένη άτακτη μαθήτρια. Πήγε να τον προσπεράσει για να φύγει, αλλά της έφραξε το δρόμο με το σώμα του. «Μια ερώτηση ακόμα—» είπε. «Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν μπορώ να την αποφύγω». «Τι θα ’κάνες αν αντί για μένα έπρεπε να συνεργαστείς μ’ έναν τύπο σαν τον Ρωμανό Κατρά, Σάνια;» «Είναι εύκολη η απάντηση, κύριε Γκρέι. Δε θα συνεργαζόμουν. Θα προτιμούσα την αμνησία». Ο Άλεξ την άφησε να φύγει και έμεινε μόνος για λίγο. Έπρεπε να καταλαγιάσει μέσα του η οργή που του γέννησαν εκείνα τα λόγια. ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ, ΚΑΠΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ «Δεν μπορεί να ’ρθει να σε δει, μαμά. Λυπάμαι. Σ’ το έχω πει τόσες φορές· » Η Μαρία φίλησε το ζαρωμένο μέτωπο της μητέρας της και της χάιδεψε το μάγουλο για να την ηρεμήσει. «Είναι στη φυλακή και σε σκέφτεται. Θα αποδείξει πως είναι αθώος. Έχει βρει τον τρόπο· » Η γυναίκα χαμογέλασε όπως μπορούσε, μα αυτό που σχηματίστηκε στο πρόσωπό της ήταν περισσότερο γκριμάτσα 243


παρά χαμόγελο. Κατά έναν παράξενο τρόπο, έδειξε να πείθεται. Η ανάσα της επανήλθε στους φυσιολογικούς ρυθμούς κι έκλεισε τα μάτια για να απολαύσει το χάδι της κόρης της. «Σου είπα πως φταίει η Σάνια;» ρώτησε με τα μάτια κλειστά. «Δεν μπορεί να φταίει η Σάνια, μαμά— » «Ναι, ναι— φταίει. Εγώ το ξέρω— το ξέρω—» «Αχ, μαμά—» «Θέλω να τη δω—» «Δεν πρόκειται να το επιτρέψω αυτό». Ακούστηκε σκληρή, αλλά έπρεπε. «Έχει κι αυτή βασανιστεί αρκετά στη ζωή της. Θα την ταράξεις». «Θέλω να της ζητήσω συγγνώμη». «Εντάξει, εντάξει—» είπε ria να κόψει την κουβέντα. «Δεν ήμουν καλή μαζί της, δεν ήμουν—» «Πρέπει να φύγω, μαμά. Μη στεναχωριέσαι για τη Σάνια. Ακόμα κι αν θυμηθεί αυτό που νομίζεις ότι της έκανες, θα σε συγχωρέσει. Είναι καλό κορίτσι». «Ναι, είναι». Άλλο ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. «Δε μοιάζει μ’ αυτή! Τώρα το ξέρω. Δεν μπορεί να της μοιάσει». «Θα ’ρθω πάλι όποτε μπορέσω», της υποσχέθηκε η Μαρία και τη φίλησε. «Θέλω να είσαι καλή με τους γιατρούς και να παίρνεις τα φάρμακά σου. Πρέπει να φροντίζεις κι εσύ λίγο τον εαυτό σου. Δε θέλεις να είσαι γερή και δυνατή όταν θα ξαναδείς τον Ρωμανό;»

244


«Θέλω». «Μπράβο». Φόρεσε το παλτό της και την αποχαιρέτισε. Δεν πρόλαβε να δει το όμορφο, αυτή τη φορά, χαμόγελο στο πρόσωπο της Μελίνας. To σπιτάκι ήταν χτισμένο ακριβώς δίπλα στο κύμα σε κάποιον απ’ τους αμέτρητους γραφικούς κόλπους της βόρειας Εύβοιας. Είχαν πάει ως εκεί μ’ ένα νοικιασμένο τζιπ φορτωμένο με τις αποσκευές τους και εφόδια για μια βδομάδα. Είχαν ξεκινήσει γύρω στις δέκα το βράδυ, και τώρα η ώρα ήταν δύο. Θα είχαν φτάσει πολύ νωρίτερα, αλλά ο Άλεξ είχε προσποιηθεί κάμποσες φορές ότι συμβουλευόταν τον οδικό χάρτη για να μη χάσει τον προσανατολισμό του. Στην πραγματικότητα, ήξερε πολύ καλά πού βρισκόταν το σπίτι. Όταν είχε μάθει ότι ο πατέρας του το είχε αγοράσει για να στεγάζει τον παράνομο έρωτά του με τη Μιράντα Βαλέρη, είχε πάει τότε να το δει από κοντά κρυφά, φυσικά. Ήταν κι αυτή η επίσκεψη μία από τις πολλές κινήσεις που είχε προτιμήσει να κάνει εν αγνοία των υπολοίπων. Το σπίτι εγκαταλείφθηκε από την πρώτη στιγμή που η Μιράντα Βαλέρη-Παρίση έγινε κι επίσημα κυρία Κατρά. Δεν πουλήθηκε ποτέ, ωστόσο. Ο Άλεξ είχε αποδώσει την άρνηση του πατέρα του να το πουλήσει στις αναμνήσεις του. Για τον Αλέξανδρο ήταν πολύτιμες, μικρές κρυφές στιγμές που κρατούσαν μέσω της αναπόλησής τους άσβεστο το πάθος του. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Εξακολουθούσε να μοιάζει με ερωτική φωλιά ικανή να χωρέσει την ευτυχία δύο ανθρώπων. Ήταν μικρό, λειτουργικό και άνετο. Διέθετε μεγάλο καθιστικό, πλήρως εξοπλισμένη κουζίνα, ευρύχωρο λουτρό και μία 245


κρεβατοκάμαρα. Ήταν όλο στρωμένο με παχιές μοκέτες σε ζεστό μπεζ χρώμα. Είχε κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου από ξύλο, και στην πρόσοψή του δέσποζε μια τεράστια βεράντα με ξύλινα κάγκελα, σκαλιστή κουπαστή και πέργκολα. Η παλιομοδίτικη σιδερένια κούνια βρισκόταν ακόμα στη μία της άκρη κι ένα μεγάλο κιούπι, γεμάτο με ξερόχορτα τώρα, στεκόταν στην άλλη. Η Σάνια χάζευε το σπίτι με έκφραση ονειροπόλα. Άνοιγε ντουλάπια και περιεργαζόταν τα μικροαντικείμενα με ενθουσιασμό μικρού παιδιού. Δεν του είχε κάνει ερωτήσεις προς το παρόν, αλλά, αν του έκανε, ο Άλεξ θα της έλεγε την αλήθεια. Ήταν αποφασισμένος να φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο. Κάθε μέρα που περνούσε κρατούσε το φίλο του στη φυλακή και τον εαυτό του σε ατέλειοπη αγωνία. «Είπες πως το σπίτι ανήκει στη Μαρία», φώναξε η Σάνια έχοντας το κεφάλι χωμένο στο ντουλάπι κάτω απ’ το νεροχύτη. Εκείνος στηριζόταν στο οβάλ ξύλινο τραπέζι και κοιτούσε τα χαριτωμένα της οπίσθια που κουνιόνταν ρυθμικά καθώς προσπαθούσε να συμμαζέψει τα μπουκαλάκια που ανακάλυπτε. «Τώρα πια», έγινε πιο συγκεκριμένος. «Κάποτε ανήκε στον πατέρα της. Μου είπε πως το διατηρούσε για να περνά μερικά παράνομα Σαββατοκύριακα με τη μητέρα σου». Η είδηση την τάραξε τόσο γ ολύ, που πετάχτηκε απότομα και χτύπησε το κεφάλι της στο ντουλάπι. Μπουσούλησε άτσαλα προς τα πίσω, σηκώθηκε παραπατώντας, έτριψε το πονεμένο σημείο και τον κοίταξε ταραγμένη. «Με τη μητέρα μου;» «Γιατί απορείς; Σίγουρα θα έχεις διαβάσει τον Τύπο της εποχής. Ήταν πολύ μεγάλο το σκάνδαλο. Όταν ο Αλέξανδρος Κατράς 246


έκανε σχέση με τη μητέρα σου, ήταν ακόμα παντρεμένος». «Κάθε πότε έρχονταν εδώ;» «Δύο φορές το μήνα ή και παραπάνω. Έφταναν Παρασκευή και έφευγαν Δευτέρα πρωί. Το ομολόγησε αργότερα, φυσικά», της είπε χωρίς να δείχνει κανένα απολύτως συναίσθημα. «Αμέσως μόλις την παντρεύτηκε». «Πού με άφηνε εμένα;» ρώτησε με παράπονο, ξεχνώντας πως ο Άλεξ Γκρέι ήταν ξένος, και άρα δε θα μπορούσε να έχει όλες τις απαντήσεις. «Στη θεία σου, προφανώς. Απ” όσο ξέρω, ήταν πάντα πρόθυμη να σε φροντίσει». «Δεν έχει σημασία», παρέστησε την άνετη, αλλά αμέσως μετά έκλεισε εκείνο το ντουλάπι με μια ξεγυρισμένη κλοτσιά. «Βρομάει εδώ μέσα! Θα πρέπει να καθαρίζω όλη νύχτα για να γίνει ξανά κατοικήσιμο το μέρος. Έχει ένα σωρό σκόνη και είναι γεμάτο αράχνες. Μυρίζει κλεισούρα και· » «Εγώ πάω να τακτοποιήσω τα πράγματά μου», την έκοψε συγκρατώντας ένα χαμόγελο. Έδειχνε έτοιμη να γκρεμίσει τους τοίχους με τα ίδια της τα χέρια. «Αν χρειαστείς κάτι, φώναξέ με. Μόνο, σε παρακαλώ, μην ανάψεις όλα τα φώταμε ενοχλούν». Δε χρειάστηκε παραπάνω από δέκα λεπτά για να βολευτεί. Άφησε τα ρούχα του στο δερμάτινο σακβουαγιάζ του και μετέτρεψε ένα ξύλινο τραπέζι σε γραφείο τοποθετώντας το φορητό του υπολογιστή, γραφική ύλη και δύο βιβλία διακεκριμένων ψυχιάτρων που υποτίθεται ότι θα μελετούσε. Έπειτα έστρωσε στον καναπέ ένα σεντόνι που του είχε δώσει η αδερφή του και μια κουβέρτα, που φρόντισε να την τινάξει 247


σχολαστικά, όταν η Σάνια άρχισε να σκουπίζει με μανία το σαλόνι. Την είχε μελετήσει· είχε προσέξει πως στο σπίτι της επικρατούσε τάξη και καθαριότητα. Και μπορεί εκείνος στο κτήμα του να λειτουργούσε σαν γνήσιος εργένης παρατώντας τα προσωπικά του αντικείμενα στα πιο απίθανα μέρη, όμως τώρα έπρεπε να υιοθετήσει ξανά τις συνήθειες του παλιού τού εαυτού: εκείνου που είχε τη δύναμη κάποτε να εμπνεύσει σ’ ένα μικρό κορίτσι το θαυμασμό και το πρώτο άγουρο καρδιοχτύπι. Δεν εκδήλωσε την παραμικρή ενόχληση που η παρέλασή της με τους κουβάδες και τα σφουγγαρόπανα έδειχνε να συνεχίζεται με αμείωτη ένταση ακόμα και όταν κόντευε πια πέντε το πρωί. Προσφέρθηκε κάμποσες φορές να τη βοηθήσει, αλλά εκείνη πάντοτε αρνιόταν. Ήταν πασιφανής ο λόγος: έπρεπε να διοχετεύσει κάπου τη νευρικότητά της, και το πάτωμα της φαίνονταν ιδανικό γι αυτό το σκοπό. «Κύριε Γκρέι, δε σας χωράει ο καναπές», του είπε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος παρίστανε τον μισοκοιμισμένο. «Με ακούτε, κύριε Γ κρέι;» «Ας συμφωνήσουμε να καταργήσουμε επιτέλους τον πληθυντικό». Τράβηξε την κουβέρτα, ανακάθισε κι έπνιξε ένα αληθοφανές χασμουρητό. Τεντώθηκε κιόλας. Ήθελε να βεβαιωθεί πως θα ενέκρινε τις ωραίες μεταξωτές πιτζάμες του με τους ρόμβους. Κι ο πάππους της, αν ζούσε, μάλλον τέτοιες θα φορούσε. Ποια γυναίκα δε θα ένιωθε ασφαλής απέναντι σ’ έναν άντρα με τόσο φρικτές πιτζάμες; Απ’ το ύφος της και μόνο, κατάλαβε πως ήταν έτοιμη να του προσφέρει και χαμομήλι. «Εντάξει λοιπόν, Άλεξ, θα το επαναλάβω: αυτός ο καναπές δε σε χωράει». 248


«θα βολευτώ. Η μία και μοναδική κρεβατοκάμαρα σου ανήκει. Τι σόι κύριος θα ήμουν αν δε σου την παραχωρούσα;» «Το εκτιμώ, αλλά αφού εγώ δεν πρόκειται να κοιμηθώ σ’ εκείνο το κρεβάτι, είσαι ελεύθερος να πας». Κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση. Το· αμαρτωλό δωμάτιο της φαινόταν χειρότερο κι από φέρετρο. Όταν η μητέρα της κοιμήθηκε σ’ αυτό, ο πατέρας του ήταν ακόμα εραστής της. Ήξερε μέχρι και τι εικόνες περνούσαν απ’ το μυαλό της. Τις διάβαζε πεντακάθαρα στα πορφυρά της μάγουλα και στον τρόπο που δάγκωνε τα χείλη της. «Έχω να προτείνω κάτι καλύτερο». Είδε τα φρύδια της να υψώνονται με απορία. «Να μεταφέρω εδώ το στρώμα από μέσα, και να μοιραστούμε το σαλόνι, θα είμαι κοντά σου ανά πάσα στιγμή, κι επιπλέον δε θα χρειαστεί να καθαρίσεις το υπνοδωμάτιο. Τι λες;» Δε χρειάστηκε να το σκεφτεί. Το πρόσωπό της φωτίστηκε αμέσως. Ο Άλεξ ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση με αυτή την εξέλιξη. Αν και νωρίς ακόμα, η παρουσία του στο πλευρό της έδειχνε να της είναι απαραίτητη. Φοβόταν τις κρίσεις της, και τώρα που βρίσκονταν αρκετά χιλιόμετρα μακριά απ’ το πλησιέστερο κένιρο υγείας, τον έβλεπε σαν σανίδα σωτηρίας. «Είσαι πολύ καλός άνθρωπος», του είπε ντροπαλά. «Εσύ το σιρώμα κι εγώ τον καναπέ», πρόσθεσε με ύφος που δε σήκωνε αντιρρήσεις. «Θα κοιμηθώ κάνα δυο ώρες και μετά θα σηκωθώ να μαγειρέψω. Αφού σε ξεσπίτωσα, θα φροντίσω τουλάχιστον να σε περιποιηθώ. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω—» 249


«Πάω να φέρω το στρώμα». «Κάτσε να σε βοηθήσω», προσφέρθηκε αμέσως εκείνη παρατώντας τον κουβά. «Δεν είμαι δα και τόσο άχρηστος, κορίτσι μου. Θα τα καταφέρω». Την προσπέρασε φροντίζοντας να δείχνει αμήχανος κι ανέβηκε τα λίγα ξύλινα σκαλιά που οδηγούσαν στο υπνοδωμάτιο. Μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω του, χαμογέλασε σκληρά. Είχε μία βδομάδα καιρό για να της γίνει απαραίτητος όσο και το οξυγόνο που ανέπνεε και τώρα ήξερε πως δεν ήταν δύσκολο. Ήδη το μυαλό της ανταποκρινόταν τέλεια στους χειρισμούς του. Απέμενε η ψυχή της, κι αυτή γνώριζε ακριβώς τον τρόπο να την αιχμαλωτίσει. Σήκωσε εύκολα το στρώμα απ’ τη θέση του, μπροστά της όμως έκανε σαν να μετέφερε ολόκληρο βυτίο. Αντιλήφθηκε το τρυφερό βλέμμα της και έκρυψε έντεχνα την ικανοποίησή του. Ξύπνησε πρώτη και κοίταξε το ρολόι. Μόλις οκτώ, διαπίστωσε κατσουφιάζοντας. Από μικρή είχε αυτό το ελάττωμα. Σε περιόδους έντονου άγχους, όπως όταν έδινε κατατακτήριες στο πανεπιστήμιο, ήταν θαύμα αν κατόρθωνε να συμπληρώνει τέσσερις ώρες ύπνου. Πήγαινε πέρα δωθε ασταμάτητα σαν ρομπότ και καταπιανόταν με όλες τις δουλειές της νευρικά, επιδεικνύοντας ωστόσο μια τελειομανία που έκανε τους άλλους να αγανακτούν. Στην αρχή τη συμβούλευαν να χαλαρώσει, αλλά με τον καιρό δέχτηκαν την ιδιοτροπία της και δεν της μιλούσαν. Μόνο αντάλλαζαν βλέμματα όλο νόημα κάθε φορά που 250


περνούσε σαν σίφουνας από μπροστά τους κρατώντας πότε βιβλία, πότε άλλου είδους χαρτιά και πότε σφουγγαρόπανα στυμμένα με περίσσεια προσοχή. Η νεύρωση σε όλο της το μεγαλείο. Ο άντρας που θα την παντρευόταν μια μέρα θα έπρεπε να διαθέτει γερό στομάχι για να την αντέξει. Ένα στομάχι σαν του κύριου Γκρέι, για παράδειγμα. Ούτε στιγμή δε διαμαρτυρήθηκε ο κακομοίρης, παρά την κούρασή του. Ανέχτηκε τις μάχες της με τα πατώματα, τους τοίχους και τα κουζινικά χωρίς να βγάλει άχνα. Δεν τον παρεξήγησε που τώρα κοιμόταν με το μαξιλάρι πάνω απ’ το κεφάλι του. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Γονάτισε δίπλα του κι έσκυψε ελαφρά το κεφάλι για να δει το πρόσωπό του το λίγο δηλαδή που φαινόταν. Η καλύπτρα που φορούσε στον ύπνο του. ήταγ φτιαγμένη από μαύρο μετάξι και κατά τα φαινόμενα δεν τον ενοχλούσε καθόλου. Τι βάσανο κι αυτό, να πρέπει να κρύβεσαι ακόμα και στον ύπνο σου, σκέφτηκε. Άραγε να κάλυπτε την πληγή κι όταν έμενε μόνος; Δεν άντεχε να το βλέπει ούτε κι ο ίδιος; Η συμπεριφορά του μέχρι τώρα αυτό της έδειχνε. Ποτέ δεν τον είχε δει καλά στο φως της μέρας. Κι αν εκείνη άναβε τα φώτα από συνήθεια, εκείνος είχε πάντα το νου του να τα χαμηλώνει. Την έπιασε τρομερή περιέργεια για την προσωπική του ζωή. Σε τι σπίτι να ζούσε; Πώς περνούσε τις μέρες του; Και το ιατρείο του στο Παρίσι πώς να ήταν; Σίγουρα μισοσκότεινο κι αυτό, για να νιώθει άνετα απέναντι στους ασθενείς του— Τον είδε να αναδεύεται και σηκώθηκε σαν αυτόματο από φόβο μη την τσακώσει να τον παρατηρεί. Νυχοπατώντας πλησίασε το ανοιχτό του σακβουαγιάζ δίπλα στο πρόχειρο γραφείο του. Δεν 251


ήταν του χαρακτήρα της να ψαχουλεύει ξένα πράγματα, αλλά εκείνη τη στιγμή ο πειρασμός ήταν πιο δυνατός απ’ τις αρχές της. Βεβαιώθηκε με μια ματιά ότι ο άντρας κοιμόταν ακόμα, και τράβηξε το πρώτο ρούχο: ένα γκρι πουλόβερ από κασμίρι που έφερε δυο φαρδιές λωρίδες στο χροίμα του μολυβιού. Έδειχνε ολοκαίνουριο. Και τα υπόλοιπα ρούχα του έμοιαζαν ενιελώς αφόρετα. Είχαν τη χαρακτηριστική μυρωδιά του καινούριου και τις τσακίσεις της συσκευασίας τους. Άλλο ένα πουλόβερ και δύο παντελόνια· μια ζώνη, λίγα εσώρουχα και μερικά ζευγάρια κάλτσες· ένα δερμάτινο τζάκετ με το ταμπελάκι της φίρμας να κρέμεται ακόμα απ’ το μανίκι· ένα ζευγάρι παντόφλες χωρίς ίχνος φθοράς στις δερμάτινες σόλες τους. Παραξενεύτηκε. Αποκλείεται να μην ήξερε τον προορισμό τους πριν ετοιμάσει τις αποσκευές του. Πού ήταν τα πρόχειρα, καθημερινά ρούχα που θα χρειαζόταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος; Γιατί ήταν όλα ολοκαίνουρια; Δεν μπορούσε να φανταστεί τον Άλεξ Γκρέι, έναν άνθρωπο με μηδαμινή ματαιοδοξία, να ανανεώνει την γκαρνταρόμπα του για να έρθει σε μια ξένη χώρα και να αναζητήσει την αλήθεια για ένα δολοφόνο. Δεν ήταν λογικό, και φαινόταν εντελώς αταίριαστο με το χαρακτήρα του. Τοποθέτησε με προσοχή τα ρούχα πίσω στη θέση τους και πλησίασε το γραφείο του. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Αγνόησε τα δύο ογκώδη βιβλία δίπλα στον υπολογιστή, κι αφού έριξε μια ένοχη ματιά προς το μέρος του, βεβαιώθηκε ότι κοιμόταν ακόμα και άνοιξε το δερματόδετο μπλοκ που βρήκε μπροστά της. Ο καλλιγραφικός του χαρακτήρας την ηρέμησε κάπως. Της ήταν οικείος με έναν τρόπο που έδιωξε μακριά κάθε δυσάρεστη 252


σκέψη. Έσυρε τα δάχτυλά της πάνω στις γραμμένες προτάσεις και, χωρίς να ξέρει γιατί, χαμογέλασε. Ένιωσε σαν να είχε ξαναζήσει τη στιγμή. To deja-vu της αυτή τη φορά δεν ήταν καθόλου δυσάρεστο. Για μια στιγμή είδε τον εαυτό της πάνω από ένα άλλο τετράδιο, πολλά χρόνια πριν, να διαβάζει με κρυφό ενθουσιασμό τις γραμμένες αράδες. Ο Ρωμανός ήθελε να γίνει συγγραφέας. Η διαπίστωση την έκανε να παγώσει. Πώς στην ευχή της ήρθε αυτή η σκέψη, κι ένιωθε μάλιστα τόση βεβαιότητα ότι είχε δίκιο; Η ομοιότητα στο γραφικό χαρακτήρα θα πρέπει να έφταιγε. Είχε δει τις σημειώσεις του όταν είχαν πάει στη σοφίτα, τις προάλλες. Έτσι έγραφε κι εκείνος: καλλιγραφικά, με ελαφριά κλίση στη φορά των γραμμάτων, χωρίς ίχνος προχειρότητας. Το κάπα ήταν απαράλλακτο, μάλιστα. Παρότι αυτές οι σημειώσεις ήταν στα γαλλικά, το κάπα δεν άλλαζε: είχε μια χαρακτηριστική ουρά στο κάτω μέρος του, που θύμιζε σπαθί.

253


Ανατρίχιασε. Ήταν σύμπτωση φυσικά, το ήξερε, αλλά ακόμα κι έτσι, έφτανε και περίσσευε για να της έρθει η ανάμνηση: Ο Ρωμανός ήθελε να γίνει συγγραφέας. «Σε προτιμούσα όταν φερόσουν σαν κινητή χειροβομβίδα», άκουσε ξαφνικά τη βραχνή φωνή του. Τα μάτια της κινήθηκαν προς το μέρος του κι έμειναν εκεί, άψυχα σαν αγάλματος. Τον είδε να πετά την κουβέρτα και να σηκώνεται. Οι απαίσιες πιτζάμες του δεν είχαν καμία σημασία πια. Αυτό που ηετροΰσε τώρα ήταν ο όγκος του. Πολύ σωματώδης για επιστήμονας, πρόλαβε να σκεφτεί, πριν ο— όγκος βρεθεί λίγα εκατοστά μακριά της. Πάνω στο φορητό υπολογιστή ήταν τα γάντια του. Τον είδε να τα αρπάζει και να τα φορά αστραπιαία. «Καλημέρα— » του είπε δειλά. Η ενοχή της ήταν ολοφάνερη. «Είχα ξεχάσει πόσο περίεργα μπορούν να γίνουν τα θηλυκά», της πέταξε χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από πάνω της, σίγουρα για να την αναγκάσει να χαμηλώσει το δικό της. Δεν του έκανε τη χάρη. «Δεν έκανα και τίποτα τραγικό! Αν ήθελες να κρύψεις τις σημειώσεις σου, δε θα τις άφηνες πάνω στο τραπέζι». «Σωστά. Σου οφείλω μια ταπεινή συγγνώμη για την κακή μου κρίση. Πίστευα πως ήσουν διακριτική». «Τα γράμματά σου μοιάζουν με του Ρωμανού», του είπε εκείνη παραβλέποντας την ειρωνεία. « Γην ίδια παρατήρηση έκανε κι εκείνος όταν τα είδε». 254


«Το κάπα είναι ολόιδιο». «Και το άλφα το κάνουμε ολόιδιο. Υπάρχει εξήγηση, σύμφωνα με τους γραφολόγους, αλλά δε σκοπεύω να σου κάνω το χατίρι και να σου την πω. Πρέπει πρώτα να βρεις ένα λιγότερο γελοίο λόγο για να με αντιπαθήσεις». «Με συγχωρείς—» ψέλλισε ταραγμένη. «Είναι πράγματι γελοίο. Κι εγώ κάνω πολλά ίδια γράμματα με τη Μίνα. Μονάχα που ταράχτηκα, γιατί— γιατί θυμήθηκα κάτι». Κατάπιε με δυσκολία και αποφάσισε να του το εξομολογηθεί: «Είμαι σίγουρη πως ο Ρωμανός ήθελε να γίνει συγγραφέας. Δε μου έλεγε απλώς συναρπαστικά παραμυθία, τα έγραφε κιόλας». «Πολυτάλαντος άνθρωπος, έτσι;» «Και με πολλά μυστικά, που εσύ τα ξέρεις». Της γύρισε την πλάτη και πήγε στην κουζίνα. Όπως το περίμενε, οι προμήθειές τους ήταν ήδη στη θέση τους. Ανακάλυψε εύκολα τη ζάχαρη και τον καφέ, έβαλε τις δόσεις σ’ ένα μπρίκι και άναψε το καμινέτο. Ο δικός της καφές ήταν πάνω στο τραπέζι. Δε χρειάστηκε να τη ρωτήσει αν ήθελε να της φτιάξει. Την ένιωσε πίσω του με όλες της τις απορίες να χτυπούν σαν παλιρροϊκά κύματα την πλάτη του. Στεκόταν εκεί σαν βρεγμένη γάτα και περίμενε τις απαντήσεις της. Εντάξει, θα τις έπαιρνε, αλλά όχι χωρίς αντάλλαγμα. Ήταν καιρός να κάνει κι εκείνος την κίνησή του. Θα κινούσε το πρώτο πιόνι, και γρήγορα.

255


«Μου ζητάς να παραβιάσω το ιατρικό απόρρητο;» Ανακάτεψε απότομα τον καφέ και πέταξε το κουταλάκι στο νεροχύτη. Καθώς η σιωπή της συνεχιζόταν, περίμενε κι εκείνος να βράσει ο καφές και να τον ρίξει στην κούπα. Έπειτα πήγε στο παράθυρο, έκλεισε νευρικά τις κουρτίνες κι άναψε το φωτάκι του απορροφητήρα. Πολύ καλύτερα έτσι. Τώρα οι συνθήκες ήταν με το μέρος του ημίφως και σκιές: η ζωή του. «Κάθισε», την πρόσταξε. Την είδε να υπακούει πειθήνια, κι αφού πήγε να φέρει ένα πούρο από το σακβουαγιάζ του, επέστρεψε και κάθισε απέναντί της. Το έκοψε και το άναψε. Ο μικρός βήχας ενόχλησης που ακούστηκε τον έκανε να χαρεί. Ήταν ευγενικός, αλλά μέχρι ενός σημείου. Σε κανέναν δεν έκανε ποτέ καλό το υπερβολικό ντάντεμα. «Δώσε μου έναν καλό λόγο για να παραβώ τους όρκους μου στην επιστήμη μου», της είπε φυσώντας ακόμα ένα σύννεφο καπνού. «Πείσε με πως είναι δίκαιο εγώ να μιλάω κι εσύ να παραμένεις σιωπηλή». «Είχαμε συμφωνήσει να· · ·» «Να μη σε πιέσω και να σου πω ορισμένα πράγματα για τον Ρωμανό, το ξέρω», την έκοψε. «Δε σε πιέζω. Ούτε όμως μπορώ και να σου προσφέρω γεμάτο πιάτο παίρνοντας για αντάλλαγμα ψίχονλα. Θα είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σου. Θεωρώ τον Ρωμανό Κατρά και φίλο μου εκτός από ασθενή. Χρειάζομαι κι εγώ γεμάτο πιάτο, Σάνια. Έτσι κάνουν οι ισότιμοι συνεργάτες». Το χέρι της κουνήθηκε πέρα δώθε για να διαλύσει τον καπνό. Έβηξε ξανά. Περιεργάστηκε τα τραβηγμένα χαρακτηριστικά του 256


προσώπου του, τον τρόπο που έσφιγγε τα χείλη του, τον ανεπαίσθητο παλμό σ’ ένα νεύρο κοντά στον κρόταφο που δεν έκρυβε η καλύπτρα. Είδε το πιγούνι του να συσπάται, το βλέμμα του να σκληραίνει. Αυτή η κατάσταση του ήταν εξίσου δύσκολη. Ο Ρωμανός λοιπόν ήταν και φίλος του, πέρα από ασθενής του. Ένας φίλος που είχε στηρίξει πάνω του όλες του τις ελπίδες για δικαίωση. Τον καταλάβαινε. Η διαίσθησή της της έλεγε να τον εμπιστευτεί, αλλά, πάλι, πώς μπορούσε να ξεστομίσει όλα εκείνα που σκεφτόταν; Οι λέξεις βγήκαν από μόνες τους, σαν να είχαν τη δική τους δυναμική, που ήταν πολύ πιο ισχυρή από τις αμφιβολίες της. «Έχω φτάσει να θεωρώ τους πάντες ύποπτους», του έδωσε το γεμάτο πιάτο του. «Όσα έΛω δει μέχρι τώρα όταν επανέρχεται η μνήμη μου, μου δείχνουν πως πολλοί θα προτιμούσαν νεκρή τη μητέρα μου. Πολλοί, αλλά όχι ο Ρωμανός. Όχι εκείνος». «Ποιοι είναι αυτοί οι πολλοί;» «’Οσοι με περιβάλλουν», βρήκε το κουράγιο να πει. «Ο θειος μου, η θεία μου, ακόμα και η αδερφή του Ρωμανού. Κανείς δε συμπαθούσε τη μητέρα μου. Όλοι όσοι αγαπούσαν εμένα μισούσαν εκείνη. Δεν ξέρω γιατί κάνω αυτό το συσχετισμό, μη με ρωτήσεις. Κάθε φορά που συνέρχομαι όμως, έχω την ίδια αίσθηση. Αυτό εισπράττω. Το μόνο άτομο που μισούσε και τις δυο μας ήταν η μητέρα του· η μητέρα του Ρωμανού. Με είχε προσβάλει πολύ άσχημα μια μέρα. Δεν της είχα κάνει τίποτα, αλλά με είχε βρίσει— » «Υποθέτω πως τώρα είναι η σειρά μου». Η φωνή του ακούστηκε άχρωμη, αλλά το μυαλό του αξιολογούσε ήδη τις πληροφορίες. Αγαπούσε τη μητέρα του, αλλά ποτέ δεν την είχε 257


διαγράψει από τη λίστα των υπόπτων. Ωστόσο, την είχε καταχωρισμένη τελευταία, γιατί ήδη ήταν στη νευρολογική κλινική, κουρέλι συναισθηματικά. Όμως δεν ήταν μόνιμα κλεισμένη μέσα τότε· έμπαινε για κάποια διαστήματα κι έβγαινε πάλι. Θα μπορούσε να είχε αναθέσει σε κάποιον άλλο το φόνο της Μιράντας. Και πάλι, η Μελίνα Κατρά, παρότι είχε καλό κίνητρο να διαπράξει το φόνο, δεν είχε λόγο να παγιδεύσει τον ίδιο της το γιο. Εκτός κι αν ο πληρωμένος δολοφόνος είχε αυθαιρετήσει γιατί αιφνιδιάστηκε. Πράγματι, τίποτα δεν είχε πάει σύμφωνα με το σχέδιό του εκείνο το βράδυ. Όλα είχαν στραβώσει από την απροσδόκητη εμφάνιση τριών ακόμα προσώπων του ίδιου, της Σάνιας και του πατέρα του. Ήταν φανερό πως είχε ταραχτεί. Ηρέμησε μόνο όταν ήρθε η στιγμή να αναμετρηθεί με τον ίδιο. Έβλεπε το όπλο στο χέρι του και γελούσε πίσω από την κουκούλα του. Ήξερε πως ο Ρωμανός Κατράς δε θα μπορούσε να πυροβολήσει, παρότι ο πατέρας του τον παρακινούσε να το κάνει ενώ ψυχορραγούσε. Για κάποιο λόγο, το ήξερε. Και σαν να έβλεπε ένα πλαστικό παιχνιδάκι να τον σημαδεύει, τον πλησίασε και τον αφόπλισε εύκολα. Έπειτα ακολούθησαν οι μαχαιριές η απώλεια των αισθήσεών του· η ακατάσχετη αιμορραγία και η παγίδευσή του. Συνήλθε κρατώντας το περίστροφο του πατέρα του, έχοντας δίπλα του ένα μαχαίρι γεμάτο με τα αποτυπώματά του. Στο σακάκι του πατέρα του βρέθηκε η φωτογραφία που τον έδειχνε να φιλιέται με τη Μιράντα Βαλέρη στη βεράντα του σπιτιού τους τη βραδιά των γενεθλίων του. Και μέσα στο γενικό κομφούζιο, έλειπε η Σάνια. 258


Τη βρήκαν αργότερα αιμόφυρτη στο υπόγειο του σπιτιού να ουρλιάζει χωρίς σταματημό και να πασχίζει μάταια να τους πει όσα είδε. «Εγώ θα είμαι περισσότερο αποκαλυπτικός», είπε με το βλέμμα καρφωμένο πάνω της. «Θα σου πω κάποια πράγματα για τον Ρωμανό, αφού πρώτα απαντήσω στο αρχικό σου ερώτημα». Έκανε μια μελετημένη παύση, για να δει την αγωνία της να κορυφώνεται. Δεν ήταν δύσκολο: η Σάνια τον κοιτούσε λες και ήταν προφήτης που θα ανακοίνωνε από στιγμή σε στιγμή την ακριβή ημερομηνία της συντέλειας του κόσμου. «Ναι, έγινε και συγγραφέας». Αποδέχτηκε την είδηση στωικά, αλλά μέσα της ένιωσε χαρά που το ένστικτό της επαληθεύτηκε. Όλα όσα έβλεπε απ’ το παρελθόν της αποδεικνύονταν αληθινά καμία ψευδής εικόνα, καμία λάθος πληροφορία. Κάθε παράθυρο που άνοιγε της αποκάλυπτε τη σωστή θέα. «Διάσημος», τον άκουσε να συμπληρώνει, και πάγωσε ξανά. Διάσημος; Καλά είχε ακούσει; Μα πώς ήταν δυνατόν να καταφέρει κάτι τέτοιο ένας καταζητούμενος; «Χρησιμοποιούσε ψευδώνυμο, φυσικά», την πληροφόρησε. «Συνεργαζόταν με τον εκδοτικό του οίκο μέσω ενός πολύ έμπιστου προσώπου το οποίο είχε αναλάβει και τις οικονομικές του συναλλαγές. Δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Ο έμπιστος μεσάζοντάς του μεταμφιεζόταν πριν συνομιλήσει με κινηματογραφικούς παραγωγούς και σεναριογράφους. Οι συναντήσεις τους ήταν ελάχιστες, πάντα μυστικές και σε διαφορετικό χίόρο κάθε φορά. Δεν κατάφεραν να του τραβήξουν ούτε μια φωτογραφία. Κι έτσι, γεννήθηκε ένας μύθος στο χίόρο. Μαύρα εξώφυλλα και τίτλοι με ασημένια γράμματα 259


καμία φωτογραφία ή πληροφορία για το συγγραφέα ούτε ένα ασήμαντο βιογραφικό. »Έτσι γέμιζε τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς του ο Ρωμανός, Σάνια: πλάθοντας ψεύτικους κόσμους με ήρωες που αποζητούσαν τη λύτρωση. Τα βιβλία του ήταν η ιδεατή πραγματικότητά του και η εξιλέωσή του. Δεν περίμενε ότι θα κέρδιζε χρήματα απ’ αυτό. Ήρθαν όμως· και ήταν πολλά, πάρα πολλά. Δηλωμένα ως το τελευταίο φράγκο στην Εφορία στο όνομα του ανύπαρκτου Γάλλου πολίτη Ραφαέλ Άλντες». Της ξέφυγε μια κραυγή. Έπιασε τα μάγουλά της με τα χέρια της, σαν να είχε αντικρίσει μια τρομερή καταστροφή. Ο εγκέφαλός της δεν μπορούσε να δεχτεί την πληροφορία. Δε θα το φανταζόταν ποτέ, δε θα το έβλεπε ούτε στα όνειρά της. Ο Ραφαέλ Άλντες! Αν ήταν δυνατόν! Τι είδους παρανοϊκούς ιστούς μπορούσε να πλάσει η μοίρα ή το ανθρώπινο μυαλό; Θύματα της γοητείας της πένας του Ραφαέλ Άλντες υπήρξαν χιλιάδες εκτός απ’ αυτή. Κι άλλοι τόσοι είχαν ταυτιστεί με τις προσωπικότητες και τα πάθη των ηρώων του. Πού να ’ξέραν! Δε θα κατάφερναν ούτε σε εκατό ζωές να διανοηθούν ότι ο Ρομάν Καρτέ, ο ήρωας που σαγήνευε τους αναγνώστες με την ιδιοφυή σκέψη του και την καλυμμένη με σκληρότητα ευαισθησία του, είχε γεννηθεί και ωριμάσει στο μυαλό ενός άντρα που κατηγορούνταν για ένα τόσο ειδεχθές έγκλημα. Πόσες γυναίκες τον είχαν ερωτευτεί— πόσα βράδια είχε περάσει κι εκείνη χαμένη σε ρομαντικές φαντασιώσεις για έναν ήρωα φτιαγμένο από μελάνι και σκοτεινά όνειρα— «Δεν είναι τυχαίο που βρίσκει πάντα τους ενόχους του ο Ρομάν Καρτέ, Σάνια», της είπε ήσυχα, για να μην την αναστατώσει περισσότερο. «Ό,τι δεν κατάφερε να κάνει στην πραγματική 260


ζωή ο Ρωμανός, το έκανε στα βιβλία του. Ρωμανός-Ρομάν», παραλλήλισε απαλά. «Ο άλλος του εαυτός με το ίδιο όνομα. Ο ένας θαμμένος στην άβυσσο που τον πέταξαν τα ψέματα κι ο άλλος στο θρόνο του, θριαμβευτής και νικητής με όπλο τη διάνοια και την αλήθεια. Τον λυπάμαι», κατέληξε σβήνοντας το μισοκαπνισμένο πούρο του. «Ζούσε σαν πλάσμα του σκοταδιού, αλλά ποθούσε να αντικρίσει το φως, ελεύθερος και ήρεμος, όπως τα περισσότερα πλάσματα της μέρας— » «Τι να πω;» βόγκηξε εκείνη. «Τι μπορώ να πω;» «Εκείνος δε θα ήθελε να πεις τίποτα. Περιμένει μονάχα να τον βοηθήσεις». «Φοβάμαι—» «Εκείνον ή τον εαυτό σου;» την προκάλεσε. «Μισείς το πλάσμα του σκοταδιού ή τρομάζεις στην ιδέα πως σε έλκει κατά βάθος; Στην καθημερινότητά σου δε θα επέλεγες ποτέ ένα σύντροφο σαν κι αυτόν, αλλά στα όνειρά σου το κάνεις. Το ξέρω πως το κάνεις. Είδα ποια θέση έχουν στη βιβλιοθήκη σου τα μαύρα του βιβλία, και είναι προφανής ο λόγος που επέλεξαν αποσπάσματα από αυτά για να σε απειλήσουν. »Όλα είναι εδώ, Σάνια·» της είπε δείχνοντας με το δάχτυλο τον κρόταφό του. «Μ’ αυτό επιβιώνουμε, δεχόμαστε, απορρίπτουμε, επιλέγουμε, νιώθουμε. Μ’ αυτό ερωτευόμαστε. Τα πάντα είναι εδώ. Έχει τεράστια δύναμη αυτό το μικρό σύστημα κυττάρων: είναι η χαρά μας και η λύπη μας, ο παράδεισος και η κόλασή μας, ανάλογα με τον τρόπο που του επιτρέπουμε να μας καθοδηγεί». Σηκώθηκε και έκανε να φύγει. «Γι’ αυτό όταν θα εγκαταλείψουμε αυτή την κρυψώνα, θα πρέπει να έχεις επιλέξει. Θα σου πω και θα μου πεις. Θα 261


κρίνεις και θα αποφασίσεις. Εγώ έχω ήδη επιλέξει: Θα προχωρήσω με ή χωρίς τη βοήθειά σου». Η Σάνια απέμεινε καθισμένη στο μικρό τραπέζι να παλεύει να συνέλθει. Μια ηλιαχτίδα γλίστρησε απ’ το παράθυρο και σημάδεψε τα χέρια της, που είχαν κοκαλώσει πάνω στην κούπα με τον παγωμένο πια καφέ της. Φως· σκέφτηκε. Κι εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου, αποφάσισε ακαριαία να το ακολουθήσει. To δάκρυ που κύλησε οτο μάγουλό της στέγνωσε γρήγορα. Σηκώθηκε και πήγε ήρεμα στο νεροχύτη για να πλύνει το φλιτζάνι της. Όταν τέλειωσε, κοίταξε ξανά το ξύλινο τραπέζι. Η ηλια)(τίδα είχε μεγαλώσει. Χαμογέλασε.

Β’ ΜΕΡΟΣ Τον Άνεμο Ρώτα «ΕίΝΑΙ ΚΑΘΑΡΟ;» ρώτησε σκύβοντας το κεφάλι για να μη διακρίνονται τα χαρακτηριστικά της. Η περούκα και τα μαύρα γυαλιά την έκαναν να νιώθει ασφαλής, αλλά δεν έβλαπτε να πάρει τα μέτρα της. Ο νεαρός τής έδωσε το πακέτο κοιτώντας επιφυλακτικά γύρω του. Όλα έδειχναν εντάξει. Ο κόσμος στην Ομόνοια πηγαινοερχόταν με φρενήρη ρυθμό όπως συνήθως, κι οι 262


μπάτσοι είχαν στήσει πηγαδάκι δίπλα στα περιπολικά τους ψάχνοντας τον επόμενο ατυχή που δεν είχε βάλει κράνος. «Μπερεκέτι», αποκρίθηκε χαμηλόφωνα. «Ο σειριακός αριθμός έχει σβηστεί, είναι οκέι. Πέσε το χρήμα να τελειώνουμε. Ο ψηλός θα τσαντιστεί αν δεν είμαι πίσω στην ώρα μου». Ένας φάκελος που περιείχε το ακριβές αντίτιμο της συμφωνίας πέρασε απ’ το ένα χέρι στο άλλο με μαεστρία. Ο νεαρός τον έχωσε στην τσέπη του κι έφυγε βιαστικά. Εκείνη έβαλε το πακέτο στην τσάντα της και τρέμοντας κατευθύνθηκε προς τη στάση. Ένιωθε ναυτία. Είχε πολλά χρόνια να νταραβεριστεί μ’ αυτό το σινάφι. Μόνο που τότε δεν είχε ιδέα— Τώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Μόλις είχε εξασφαλίσει το μέσο για να απειλήσει μια ζωή, αν χρειαζόταν. Η υπομονή της είχε εξαντληθεί. Σιχαινόταν την άγνοια και την ανασφάλεια. Ήταν η πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που δεν μπορούσε να είναι βέβαιη. Πού στο διάβολο εξαφανίστηκες, Σάνια; αναρωτήθηκε βρίσκοντας μια θέση στο λεωφορείο. Δεν έπρεπε να κρύβεσαι από μένα, δεν έπρεπε. Ελπίζω να λες την αλήθεια. Για το καλό σου— Κοίταξε το ρολόι της. Προλάβαινε να φτάσει εγκαίρως στη δουλειά. Έπρεπε να είναι σε όλα της τυπική, να μην αλλάξει τις καθημερινές της συνήθειες. Μακάρι να μη χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει το όπλο! Υπήρχαν στιγμές μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια που ένιωθε να την αγαπά στ’ αλήθεια, να τη νοιάζεται. Ήταν χρυσό κορίτσι, γαμώτο! Όλα θα ήταν τέλεια αν το μυαλό της δεν αποφάσιζε ξαφνικά να θυμηθεί— Έκλεισε τα μάτια για να ηρεμήσει. Ας ελπίσουμε να πάνε όλα καλά, ευχήθηκε κι έπειτα άρχισε να μετρά μηχανικά τις στάσεις 263


που απέμεναν μέχρι να φτάσει στον προορισμό της. Να που συνέβαινε κι αυτό! Δε θυμόταν ποτέ τον εαυτό της χαλαρό όταν βρισκόταν στον ίδιο χώρο μ’ έναν άντρα, κι όμως τώρα είχε περάσει τρία ολόκληρα μερόνυχτα συμβίωσης νιώθοντας σχεδόν ευτυχισμένη. Δεν υπήρχε πιο γλυκός και πιο καλόβολος άνθρωπος απ’ τον Άλεξ Γκρέι. Η σεμνότητα και η διακριτικότητά του την είχαν σκλαβώσει. Κύριος με κάπα κεφαλαίο. Φερόταν σαν ιππότης σε μια εποχή που ο ιπποτισμός είχε καταντήσει ελάττωμα. Μέχρι και ξύλα είχε πάει να κόψει ο κακομοίρης, παρότι δεν είχε κάνει κάτι τέτοιο ποτέ του. Δεν παραπονιόταν για τίποτα. Έτρωγε όποτε ήταν έτοιμο το φαγητό, δούλευε στον υπολογιστή του ή έγραφε ήσυχος κι έκανε μπάνιο μόνο όταν εκείνη κοιμόταν, φροντίζοντας να παίρνει την πετσέτα και τα ρούχα του στο λουτρό για να μη χρειαστεί να αλλάξει μπροστά της. Ήταν αρκετά ντροπαλός για άντρας, αλλά αυτό ακριβώς την είχε αιχμαλωτίσει. Η αμηχανία του την έκανε να θέλει να του φέρεται σαν να ήταν μεγάλο παιδί, κι αυτό τη γέμιζε τρυφερότητα. Μια φορά του ανακάτεψε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά την ώρα που εργαζόταν αφοσιωμένος στον υπολογιστή του, κι εκείνος έριξε τον καφέ του απ’ την ταραχή. Άλλη μια φορά ξεχάστηκε και άλλαξε την μπλούζα της μπροστά του, κι εκείνος κόντεψε να σκοτωθεί σκουντουφλώντας στον καναπέ καθώς προσπαθούσε να απομακρυνθεί. Ώρες ώρες αναρωτιόταν αν αυτός ο άντρας ήταν αληθινός ή κάποια καλή νεράιδα τον είχε στείλει κοντά της θέλοντας να διώξει τις φοβίες της για το αντίθετο φύλο. Ένας τέτοιος άντρας δε θα την πλήγωνε ποτέ, ήταν σίγουρη. Μάλιστα, είχε αρχίσει να τον θεωρεί τέλειο, και 264


καθώς τον κοιτούσε τώρα να καπνίζει σκεφτικός το πούρο του δίπλα στο τζάκι, φανταζόταν πως δεν ήταν καθόλου δύσκολο ακόμα και να τον ερωτευτεί. Μπορεί να ντυνόταν σαν συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, αλλά καμία γυναίκα δε θα τον έβρισκε απωθητικό. Απεναντίας, όλες θα συμφωνούσαν πως ήταν εξαιρετικά γοητευτικός. Ο τρόπος που κάπνιζε, το λοξό του χαμόγελο, το χαριτωμένο στράβωμα των χειλιών του, το βαθύ του βλέμμα κι εκείνη η αισθησιακή φωνή που γινόταν πότε τραχιά και πότε μελωδική, όλ’ αυτά μαζί και άλλα τόσα που αδυνατούσε να τα ξεχωρίσει θα μπορούσαν να κάνουν κάθε γυναικεία καρδιά να χτυπήσει όπως χτυπούσε η δική της εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε να προσέξει, γιατί κινδύνευε ν’ αρχίσει να φέρεται σαν ερωτοχτυπημένη μαθήτρια. Ήδη κοκκίνιζε πολύ όταν της μιλούσε, γελούσε νευρικά και ήθελε συνεχώς να βρίσκεται γύρω του προβάλλοντας όλο και πιο ανόητες προφάσεις. Χώρια που είχε αρχίσει ν’ αφαιρείται χαζεύοντάς τον σαν ηλίθια. Ευτυχώς που είχε τη σύνεση να κρύψει την επιθυμία της να κλειστεί στην αγκαλιά του. «Ξέρεις τάβλι;» τον ρώτησε μόλις κάθισε στις φτέρνες δίπλα του. Τον λοξοκοίταξε. Έβλεπε το καλό του προφίλ και κρυφοθαύμασε την καλογραμμένη μύτη του. Διαπίστωσε πως του πήγαινε η ελαφριά αξυρισιά και της άρεσε ο μελαγχολικός τρόπος που το βλέμμα του αγκάλιαζε τις φλόγες στο τζάκι. Ήθελε ν’ απλώσει το χέρι και ν’ αγγίξει τον ώμο του, αλλά ήξερε ότι ο Α\εξ ένιωθε άβολα με τις σωματικές επαφές. Της είχε πει πως ήταν τόσο ογκώδης από φυσικού του και πως δεν είχε γυμναστεί ποτέ του γιατί δεν προλάβαινε, αλλά η Σάνια δεν μπορούσε να φανταστεί το παραμικρό ίχνος λίπους κάτω απ’ τα φαρδιά του ρούχα. Έδειχνε σφριγηλός και μυώδης σαν να είχε περάσει όλη του τη ζωή στα γυμναστήρια. Ήταν απορίας άξιο αυτό, αλλά αφού έτσι της είχε πει, δεν είχε λόγο να τον 265


αμφισβητήσει. «Όχι», της απάντησε μετά από αρκετή ώρα. «Μόνο σκάκι παίζω πού και πού, τις σπάνιες εκείνες φορές που ένας άλλος άνθρωπος θα θελήσει να περάσει λίγες ώρες μαζί μου». «Δεν έχεις φίλους;» «Οι άνθρωποι αποφεύγουν τις φιλίες με όσους έχουν τη δύναμη να καταλαβαίνουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Νιώθουν απροστάτευτοι. Κάποιος σαν κι εμένα θα τους έκανε να αισθάνονται γυμνοί όλη την ώρα. Όχι, δεν έχω φίλους», κατέληξε. «Κι ο Ρωμανός;» τόλμησε να ρωτήσει. «Εκείνος δε με φοβήθηκε ποτέ. Έχει άλλωστε το ίδιο ταλέντο». «Δεν ταιριάζετε όμως. Είστε τελείως αντίθετοι χαρακτήρες, αλλά, πάλι, θα μου πεις ότι τα ετερώνυμα έλκονται— » «Δε θα σου πω τίποτα, Σάνια». Την κοίταξε και μετά βίας κράτησε το βλέμμα του στα μάτια της. Το θέατρο που της έπαιζε τις τρεις τελευταίες μέρες είχε αποδώσει, και τώρα η αφεντιά της ένιωθε την άνεση να κάθεται απέναντί του φορώντας το μισάνοιχτο πουκαμισάκι της και την κολλητή της φόρμα χωρίς να υποψιάζεται πόσο ελκυστική ήταν και τι είδους επιθυμίες μπορούσε να ξυπνήσει σ’ έναν άντρα. Μύριζε σαπούνι και τα μαλλιά της, πιασμένα σε μια πρόχειρη αλογοουρά, ήταν ακόμα νωπά. Μερικές σταγόνες νερό είχαν στάξει απ’ τις άκρες τους στο λαιμό της, και εκείνος έπρεπε να κάνει υπερπροσπάθεια για να φαίνεται ατάραχος όπως συνήθως. 266


«Όμως θέλω να μάθω γι’ αυτόν», του είπε αγγίζοντας τον καρπό του. «Θέλω να τον γνωρίσω, να καταλάβω—» «Κι εγώ θέλω να καταλάβω τι συμβαίνει στο μυαλό σου, αλλά επιμένεις να κρατάς τις πόρτες κλειστές. Ακόμα δε με εμπιστεύεσαι;» Χαμήλωσε ένοχα τα μάτια. «Δεν είδα τίποτα καινούριο». «Δεν ξέρω ούτε τα παλιά». «Είπες πως δε θα με πιέσεις». «Είμαστε συνεργάτες», της υπενθύμισε. «Δε βλέπω όμως να δουλεύουμε μαζί. Με φοβάσαι— » «Όχι!» «Δεν βλέπω άλλο λόγο γι’ αυτή την έλλειψη εμπιστοσύνης». «Ά\εξ, κατάλαβέ με· » «Όχι, γλυκιά μου, εσύ πρέπει να με καταλάβεις». Γύρισε το σώμα του προς το μέρος της και, αφού έδιωξε το χέρι της απ’ τον καρπό του, άδραξε αποφασιστικά αλλά όχι βίαια τους ώμους της. «Δεν είμαι μικρό παιδί. Σου έδειξα ποιος είμαι και ξέρεις τι περιμένω από σένα. Δεν μπορώ να προχωρήσω με υποθέσεις. Χρειάζομαι ντοκουμέντα για να σχεδιάσω και να οργανώσω τη δράση μου. Πρέπει να αποφασίσεις αν θα με εμπιστευτείς ή όχι. Τώρα όμως. Αυτή τη στιγμή. Μαζί σου θα προχωρούσα νιώθοντας μεγαλύτερη βεβαιότητα, αλλά, αν πρέπει, θα το κάνω μόνος. Σ’ το έχω ξαναπεί». Το άγγιγμά του την έκανε να τα χάσει με τα συναισθήματα που της ξύπνησε. Ανάμεσα στο δέρμα του και το δικό της 267


μεσολαβούσαν το λεπτό ύφασμα του πουκαμίσου της και τα γάντια του, αλλά ήταν βέβαιη πως η αίσθηση δε θα άλλαζε αν δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο. Ένιωθε τη ζεστασιά του. Λαχταρούσε να πέσει στην αγκαλιά του και να μείνει εκεί μέχρι το πρωί. Εκείνη τη στιγμή γκρεμίστηκαν και οι τελευταίες άμυνές της απέναντί του. Τον ήξερε λίγο, αλλά είχε την αίσθηση πως αυτό το λίγο ήταν στην πραγματικότητα μια ολόκληρη ζωή. Με κανέναν δεν είχε νιώσει τόσο ασφαλής. Την έπιασε πανικός μόνο και μόνο στη σκέψη πως θα απομακρυνόταν από κοντά της για να συνεχίσει μόνος. Εκείνος την έβλεπε σαν πολύτιμο συνεργάτη. Εκείνη τον έβλεπε σαν τα — πάντα. Με κάποιο παράξενο κι ακατανόητο τρόπο, της είχε γίνει απαραίτητος. «θα σ’ τα πω όλα—» αποφάσισε πέφτοντας ξαφνικά στην αγκαλιά του. Έκρυψε το πρόσωπό της στο στέρνο του. Πήγε να χαϊδέψει την πλάτη του, αλλά την έσπρωξε μακριά. Σάστισε. Κι έπειτα ένιωσε αφόρητη ντροπή με την απόρριψή του. Μα γιατί, γιατί δεν ήθελε να τον πλησιάζει; Τι ήταν αυτό που τον έκανε να την κοιτάζει τώρα με τόσο πόνο; «Θα μου τα πεις από απόσταση», της είπε απαλά. «Επειδή είσαι σίγουρη ότι με εμπιστεύεσαι, και έχοντας καθαρό μυαλό. Δε θέλω τίποτα να σου δημιουργεί σύγχυση, Σάνια. Απολύτως τίποτα». Εμμέσως πλην σαφώς, της έλεγε πως είχε αντιληφθεί τις ρομαντικές της διαθέσεις, και τη συμβούλευε να τις παραμερίσει. Κανονικά εκείνη θα ’πρεπε να θυμώσει, αλλά αντί γι’ αυτό αισθάνθηκε απέραντο θαυμασμό. Οι αρχές του ήταν ακλόνητες κι ο επαγγελματισμός είχε τον πρώτο λόγο. Την κατέκλυσε μια ανακουφιστική σιγουριά. Είναι καιρός να πέσουν 268


τα προσωπεία και να σταματήσει το κρυφτό, αποφάσισε. Η διήγησή της κράτησε πάνω από μία ώρα. Του περιέγραψε’με κάθε λεπτομέρεια όλες τις αναμνήσεις που της είχαν έρθει ξαφνικά τον τελευταίο καιρό, απ’ την πρώτη ως την τελευταία, ακόμα κι αν καθιστούσαν ύποπτους τους ανθρώπους που αγαπούσε. Της έκανε καλό που την άκουγε χωρίς να εκδηλώνει το παραμικρό συναίσθημα. Η σιωπή του και το ανέκφραστο πρόσωπό του τη βοηθούσαν να ανοίξει την ψυχή της με ειλικρίνεια. Όταν τέλειωσε, ένιωσε άδεια κι απονεκρωμένη από κάθε σκέψη. Ό,τι ήταν να γίνει, θα γινόταν, σκέφτηκε. Σωστό ή λάθος, είχε πάρει την απόφαση να μοιραστεί τα εσώψυχά της μ’ έναν άνθρωπο που περισσότερο διαισθανόταν παρά ήξερε ότι θα τη βοηθούσε, και τώρα δεν υπήρχε γυρισμός. Καλύτερα έτσι. Τώρα θα μπορούσε να κάνει κι εκείνη τις ερωτήσεις της χωρίς το φόβο πως θα έπεφτε στον τοίχο άρνησης και σιωπής που είχε υψωμένο ως τώρα απέναντί της. «Είναι η σειρά σου να μου πεις κι εσύ για τον Ρωμανό», ζήτησε αμέσως τα ανταλλάγματά της. «Τα πάντα. Δε θέλω να μου κρύψεις τίποτα». Εκείνος προτίμησε να σηκωθεί. Θα έκανε ό,τι του ζητούσε, αλλά δεν ήταν εύκολο να περιγράψει τον εαυτό του, ούτε να μιλήσει για τη ζωή του. Ωστόσο ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει, και είχε προετοιμάζει εδώ και πολύ καιρό για το ψυχικό κόστος. «Απέδρασε με τη βοήθεια της αδερφής του», ξεκίνησε βάζοντας τα χέρια στις τσέπες. «Από αυτό το σημείο και μετά ενδιαφέρεσαι να μάθεις, έτσι δεν είναι;» «Πες μου πρώτα πώς ήταν μέσα στη φυλακή. Έδειχνε ράκος τότε. Θυμάμαι τα πλάνα στην τηλεόραση—»

269


Ήταν η σειρά του να της διηγηθεί με κάθε λεπτομέρεια τη ζωή του Ρωμανού Κατρά μέχρι τη στιγμή που έφτασε με πλαστό διαβατήριο στη Γαλλία. Όση ώρα της μιλούσε, την έβλεπε πότε να ταράζεται, πότε να τρομάζει και πότε να συμπονά. Πολλές φορές έβαλε το χέρι στο στόμα για να συγκρατήσει τα επιφωνήματα φρίκης. Κι ενώ το πρόσωπό της είχε στην αρχή το ροδαλό εκείνο χρώμα που προκαλεί η έξαψη και η περιέργεια, κατέληξε γρήγορα να δείχνει χλομή σαν άρρωστη. «Δεν είχε άλλη λύση—» έλεγε τώρα ο Αλεξ κοιτώντας τη φωτιά στο τζάκι. «Είχε ακούσει για τη Λεγεώνα των Ξένων και αποφάσισε να καταταχθεί. Εκεί δεν κάνουν καμία ερώτηση για το παρελθόν σου», της εξήγησε. «Δεν τους ενδιαφέρει από πού ήρθες, ποιος ήσουν και τι έκανες πριν φτάσεις σε αυτούς. Έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις ψεύτικο όνομα και να άποστρατευτείς με αυτό. Μόλις ολοκληρωθεί το υποχρεωτικό πενταετές συμβόλαιο, είσαι συνήθως ελεύθερος να φύγεις έχοντας στην κατοχή σου γαλλικό διαβατήριο και γαλλική υπηκοότητα. Εκεί μέσα ο Ρωμανός έγινε όσα δεν ήταν», συνέχισε σφίγγοντας τις γροθιές του μέσα στις τσέπες του. «Απέκτησε μυς, τσαμπουκά και θράσος. Σκλήρυνε. Ή μάλλον έγινε σκληρός μέχρι αναισθησίας. Και τη σκανδάλη που δεν μπόρεσε να πατήσει τότε δε δίστασε να την πατήσει πολλές φορές στη μάχη, πότε για να αμυνθεί και πότε για να προστατεύσει κάποιο σύντροφό του. Μεταμορφώθηκε. Έμαθε να αγαπά όσα κάποτε μισούσε και να μισεί όσα αγάπησε. Κανείς δεν τολμούσε πλέον να αμφισβητήσει τον ανδρισμό του, γιατί μεταλλάχθηκε με επιτυχία στο πρότυπο του δύσκολου, σκληρού άντρα. Όποιος ήθελε να τα βάλει μαζί του έπρεπε πρώτα να το σκεφτεί πολύ καλά. Εκείνος που άλλοτε έβλεπε καβγά και άλλαζε γωνία κατέληξε να απειλεί με μαχαίρι όποιον του έλεγε μια στραβή καλημέρα. Απαγόρευσε στον 270


εαυτό του κάθε είδους ευαισθησία. Ένιωθε καλύτερα έτσι. Προτιμούσε να τον μισούν ή να τον φοβούνται παρά να τον λυπούνται, κι η ίδια η ζωή έχασε το αληθινό της νόημα γι’ αυτόν έμαθε να μην την υπολογίζει. Ζήτησε να εκπαιδευτεί στο δεύτερο σύνταγμα αλεξιπτωτιστών, όπου υπηρετούσαν οι επίλεκτοι, κι έκανε πιο συχνά πτώσεις απ’ τα ελικόπτερα απ’ όσο ξυριζόταν. Κάποιοι τον παρομοίαζαν με φονική μηχανή, και τους άφηνε να το πιστεύουν. Δεν έμαθαν ποτέ πως όσες φορές αναγκάστηκε να σημαδέψει με το όπλο του έναν άλλο άνθρωπο, το έκανε είτε για να σώσει τη ζωή του είτε για να προστατεύσει κάποιο σύντροφό του. Δεν υπήρχε όρκος τιμής της Λεγεώνας που να μην τηρούσε κατά γράμμα. Ήταν πλέον ο μόνος κώδικας τιμής γι’ αυτόν. Η. μόνη του οικογένεια· »· Μόλις αποστρατεύτηκε, αποφάσισε να ζήσει όπως είχε ονειρευτεί. Αγόρασε ένα κτήμα κι έκανε τη ζωή του αγρότη. Παράλληλα έγραφε τα βιβλία του κι άρχισε να νιώθει πως είχε πια ριζώσει κάπου. Μέσω ενός φίλου, εκδόθηκε γρήγορα το πρώτο βιβλίο του, που έγινε μπεστ σέλερ. Ακολούθησε η κινηματογραφική μεταφορά του και ο ξαφνικός πλούτος. Μέσα στα επόμενα χρόνια έπαψε να υπολογίζει τα έσοδά του. Σαν να ξεπλήρωνε η μοίρα με χρήμα τα βάσανα που του είχε δώσει. Όμως δεν μπορούσε να ξεχάσει. Δε θα ερχόταν σ’ εμένα, αν είχε καταφέρει να ξεπεράσει τις αναμνήσεις και την αίσθηση της αδικίας—» Πρόσεξε πόσο συνεπαρμένη ήταν και τη λυπήθηκε. Ήταν τόσο εύκολο να τη χειραγωγήσει! Στα χέρια του ήταν ένα πλάσμα άβουλο, που πίστευε τυφλά την κάθε του λέξη. Ένιωσε ξαφνικά να στεγνώνει το στόμα του. Αν αυτό το κορίτσι ανακάλυπτε με κάποιο τρόπο την παγίδα που της είχε στήσει, θα διαλυόταν. Όφειλε να είναι πολύ προσεκτικός. Ο Ρωμανός Καιρός έπρεπε 271


να αθωωθεί και κατόπιν να χαθεί ξανά απ’ τη ζ(οή της. Όπως θα χανόταν κι ο Άλεξ Γκρέι. Για πάντα. «Δε— δεν ερωτεύτηκε ποτέ του;» θέλησε να μάθει η Σάνια βγάζοντας τον απ’ τις σκέψεις του. «Όχι». «Ισως μια γυναίκα να τον μαλάκωνε λίγο—» «Τις έριχνε στο κρεβάτι του κι έφευγε. Δεν επέτρεψε ποτέ σε καμιά να τον πλησιάσει και να δεθεί μαζί του». «Θες να πεις ότι οι γυναίκες τον κυνηγούσαν;» «Ας πούμε ότι τους άρεσε αρκετά». «Εμένα με κάνει ν’ ανατριχιάζω—» της ξέφυγε. «Κι εκείνες ανατρίχιαζαν, αλλά για διαφορετικούς λόγους, προφανώς». Αντιλήφθηκε το υπονοούμενο και κοίταξε αλλού. «Δεν μπορώ να τις καταλάβω—» είπε ξεψυχισμένα. «Δε χρειάζεται να τις καταλάβεις. Τα γούστα διαφέρουν. Ανάλογα με το τι ψάχνει ο καθένας, κάνει και τις επιλογές του». «Και στη Μαργαρίτα θα άρεσε, εδώ που τα λέμε», παρατήρησε αυθόρμητα. «Όλο τέτοιους τύπους κυνηγάει. Μου λέει ότι δεν ξέρω τι χάνω. Είναι φορές Που μου περιγράφει τις ερωτικές επαφές της μαζί τους και μου έρχεται να το βάλω στα πόδια. Ο έρωτας δε θα ’πρεπε να είναι ζωώδης. Οι άνθρωποι δε θα έπρεπε να σμίγουν χώρίς συναίσθημα—» 272


«Αυτό σου θυμίζει ο Ρωμανός, Σάνια; Ζώο;» «Τώρα πια, ναι— » Κοίταξε τη φωτιά και μελαγχόλησε. «Αν πέρασε πράγματι όσα μου είπες, τον δικαιολογώ, αλλά αυτό δε μ’ εμποδίζει να τον φοβάμαι. Το ξέρω πως είναι ικανός για όλα. Το βλέπω στα μάτια του». «Κι όμως κάποτε είχε τις ίδιες αντιλήψεις με εσένα τώρα: ποτέ έρωτας χωρίς συναίσθημα, ποτέ ένωση χωρίς αγάπη. Κάποτε είχε σε μεγάλη εκτίμηση τις γυναίκες. Με τα χρόνια έμαθε όμως να τις περιφρονεί και να τις χρησιμοποιεί. Πιστεύω πως στη νέα του κοσμοθεωρία έπαιξε μεγάλο ρόλο η μητέρα σου. Είχε γίνει το παιχν ιδάκι της μια εποχή», της είπε κάπως σκληρά. Την πλησίασε και στάθηκε όρθιος από πίσω της ξέροντας την πίκρα που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό της, κι ας μην την έβλεπε. «Αφού είναι η μέρα των εξομολογήσεων, άκου κι αυτό: Η μητέρα σου επιχείρησε πολλές φορές να τον αποπλανήσει. Μπορεί σαν άντρας να μην ήταν του γούστου της, αλλά την ερέθιζε η ιδέα πως είχε τη δύναμη να τον κατακτήσει, και μάλιστα κάτω απ’ τη μύτη του συζύγου της. Τον κυνηγούσε ανελέητα. Κι όσο εκείνος αρνιόταν να ενδώσει, τόσο την έπιανε λύσσα. Μου είπε ότι τον επισκεπτόταν ξημερώματα στο δωμάτιό του φορώντας μόνο τη ρόμπα της. Μου είπε ότι την είχε βρει στο μπάνιο του μόνο με τα εσώρουχα. Μου είπε κι άλλα πολλά, διστάζω όμως να σου τα αποκαλύψω—» Είδε τους ώμους της να τρέμουν και το σώμα της να κινείται μηχανικά μπρος πίσω. Δεν μπορούσε να χωνέψει αυτές τις πληροφορίες. Μπορεί και να τον μισούσε εκείνη τη στιγμή, δεν ήταν καθόλου απίθανο. «Γιατί διστάζεις;» την άκουσε να ρωτά εκνευρισμένη. «Μπορεί να μου είναι οικεία όλα αυτά. Μπορεί στ’ αλήθεια να έχω 273


μοιάσει στη μάνα μου». «Δεν της μοιάζεις, Σάνια». «Πού το ξέρεις;» «Απλώς το ξέρω». «Ναι, φυσικά. Ο μεγάλος ψυχίατρος Άλεξ Γκρέι· » «Δεν κάνω λάθος, Σάνια. Όχι σε αυτό το θέμα τουλάχιστον», της είπε σταθερά, σίγουρα, κοιτώντας την ίσια στα μάτια. «Θα μπορούσες!» του πέταξε με κακία. «Δεν είσαι σε όλους τους τομείς αυθεντία. Έχεις μεσάνυχτα από γυναίκες γιατί λοιπόν είσαι σίγουρος για μένα; Δε με ξέρεις. Θα μπορούσα να δείχνω άγγελος και να κάνω ένα σωρό βρόμικες σκέψεις. Μπορεί να είμαι χειρότερη απ τη μάνα μου! Μπορεί αν μεγάλωνα κοντά της να κατέληγα να αποπλανώ αγόρια σπς τουαλέτες!» «Μπορεί», συμφώνησε μαζί της για να τη φέρει στα άκρα. «Δυστυχώς όμως δεν έχουμε τη δυνατότητα να γυρίσουμε το χρόνο πίσω για να μάθουμε. Η μοίρα άλλαξε βίαια τροχιά. Κάποιος άλλος αποφάσισε για σένα εκείνο το βράδυ. Και για τον Ρωμανό, επίσης. Ισως εκείνος να μην είχε γίνει ζώο κι ίσως εσύ να είχες ενστερνιστεί τη θεωρία πως είναι διασκεδαστικό τελικά να σμίγουν οι άνθρωποι ακόμα και χωρίς συναίσθημα. Αλλά βρέθηκες καταχτυπημένη σ’ ένα υπόγειο·» της είπε, προκαλώντας το μυαλό της να θυμηθεί. «Ήσουν πνιγμένη στο αίμα στο δικό σου αίμα, μα και σε εκείνων που αγαπούσες. Είχες υποστεί αρκετές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και η ψυχή σου δεν άντεξε να κουβαλήσει τόση φρίκη. Ευτυχώς για σένα, 274


βρέθηκε η φωλιά που θα σε κρατούσε προστατευμένη για μια ολόκληρη ζωή. Ο Ρωμανός δεν είχε την τύχη σου. Κι όσο καιρό έμεινε μέσα σ’ εκείνο το κελί δεν είχε την πολυτέλεια ούτε να φανταστεί πώς θα κατέληγε. Εσύ αναρωτιόσουν. Εκείνος απλώς επιβίωνε». Άκουσε το λυγμό της, αλλά δεν της χαρίστηκε. Την τράβηξε απ’ το μπράτσο και την υποχρέωσε να σηκωθεί για να τον αντιμετωπίσει. Όσο τσακισμένη κι αν έδειχνε’ έπρεπε να συνεχίσει να την πιέζει. «Το μεγάλο σου πρόβλημα όλα αυτά τα χρόνια ήταν αν θα έμοιαζες στη μάνα σου στην περίπτωση που δεν είχες δεχτεί την καθοδήγηση και την προστασία των δικών σου. Μην κατηγορείς τον Ρωμανό που δεν μπορεί να σε συμπονέσει, γιατί το δικό του μεγάλο πρόβλημα ήταν αν θα ξυπνούσε ζωντανός την επόμενη μέρα. Βλέπεις, οι ισοβίτες ήθελαν να διασκεδάσουν μαζί του ακριβώς όπως η μάνα σου. Από καθαρή τύχη δεν τα κατάφεραν, αλλά δεν παρέλειψαν να αφήσουν με άλλο τρόπο τη στάμπα τους στο κορμί του. Καλύτερα να μην έχεις καθόλου μνήμες, Σάνια, και να αναρωτιέσαι Παρά να γνωρίζεις και να θυμάσαι— » «Το ξέρω!» του φώναξε με όλη της τη δύναμη και προσπάθησε με μια απότομη κίνηση να του ξεφύγει. «Λες να μην το ξέρω; Τι μπορώ να κάνω, όμως; Δεν μπορώ να πάρω τη θέση του, μπορώ; Μη με βασανίζεις άλλο—» τον ικέτεψε. «Δε διάλεξα εγώ να μη θυμάμαι— » Έχασε την ισορροπία της και σωριάστηκε στο στρώμα. Αρχισε να κοπανά τις γροθιές της στο μαξιλάρι και να προσπαθεί να σταματήσει το τρέμουλο. Δεν τα κατάφερε. Πρώτα ένας οξύς πόνος τίναξε το κεφάλι της προς τα πίσω κι έπειτα το κορμί της τεντώθηκε. Τα μάτια της έκλεισαν και τα χέρια της ήρθαν 275


παράλληλα με τον κορμό της. Έβηξε μερικές φορές, ανάσανε βαθιά και στο τέλος ηρέμησε. Για μια ακόμα φορά είχε γυρίσει πίσω. Αυτό δεν πρέπει να το μάθει ούτε ο Ρωμανός, σκέφτηκε η Σάνια’πετώντας τη σχολική της τσάντα πάνω στο κρεβάτι της και σκύβοντας έπειτα για να λύσει τα κορδόνια στ’ αθλητικά της παπούτσια. Αν το μάθαινε, δε θα της επέτρεπε να ξανακάνει παρέα με τη Μαργαρίτα. Θα άρχιζε ξανά το ίδιο τροπάρι, και δεν το άντεχε, γιατί τη φίλη της την αγαπούσε πολύ και τη θαύμαζε. Ήταν τόσο έξυπνη και όμορφη! Όλα τα αγόρια την είχαν ερωτευτεί, κι εκείνη με τα νάζια της κατάφερνε να της κάνουν όλα τα χατίρια. Όμως τώρα το ’χε παρατραβήξει. Δεν έπρεπε να φέρεται με τον ίδιο τρόπο σε εκείνους τους άντρες. Αυτοί δεν ήταν αγόρια. Ήταν μεγάλοι, οδηγούσαν αυτοκίνητο και κάπνιζαν. Θα τη σκότωνε ο μπαμπάς της, αν το μάθαινε. Μόνο η κόρη του του είχε απομείνει, κι αν τον απογοήτευε κι αυτή, η καρδιά του θα ράγιζε. Θα αρρώσταινε ο άνθρωπος, δεν υπήρχε περίπτωση. Έβαλε τις παντόφλες της και προσπάθησε να σκεφτεί μια λύση. Δεν άντεχε να ξαναδεί τη φίλη της σ’ αυτά τα χάλια. Όλο το πρωί έκλαιγε, κι εκείνη δεν πήγε στο σχολείο, θέλοντας να την παρηγορήσει. Ή μάλλον πήγε, αλλά την κοπάνησε πριν χτυπήσει το κουδούνι για προσευχή. Πέρασε όλο το πρωινό μαζί με τη Μαργαρίτα στον τελευταίο όροφο εκείνης της οικοδομής. Η φίλη της μιλούσε κι εκείνη άκουγε. Το μπλέξιμο ήταν μεγάλο, σκέτη καταστροφή. Μα πώς μπόρεσε και δέχτηκε να κάνει τέτοια πράγματα η Μαργαρίτα; Αν το μάθαινε ο μπαμπάς της, αν το μάθαινε—

276


«Που ήσουν, μικρή;» Έβαλε τις τσιρίδες απ’ την τρομάρα της. Με τόσα που είχε στο μυαλό της, δεν πήρε χαμπάρι τον Ρωμανό που μπήκε στο δωμάτιο. Της έκοψε να φορέσει το πιο αθώο ύφος της και να χαμογελάσει αγγελικά. «Τι εννοείς που ήμουν; Μόλις γύρισα απ’ το σχολείο». «Κι εγώ μόλις είχα μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τη δασκάλα σου». «Ααα—» «Τα επιφωνήματα δεν είναι απάντηση. Αυτή περιμένω να ακούσω». «Δε θέλω να σου πω». «Μπα;» Κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Τα χαρακτηριστικά του δεν έδειχναν καθόλου μα καθόλου ευγενικά τώρα. Έμοιαζε περισσότερο με τα θυμωμένα τέρατα των παραμυθιών του. Τον φαντάστηκε να μεταμορφώνεται σε δράκο με πέντε κέρατα και σουβλερά δόντια. Έτσι ψηλός που ήταν, την έκανε να νιώθει σαν ψείρα. «Κι εγώ σου λέω πως θα μου πεις», τον άκουσε να λέει γλυκά. «Γιατί σκοπεύω να ζητήσω απ’ τη δασκάλα σου τα τηλέφωνα των συμμαθητών σου και να μάθω από εκείνους πού πέρασες αυτή την ωραία ηλιόλουστη μέρα— » Είπε το πρώτο ψέμα που της ήρθε στο μυαλό. «Ήμουν με ένα αγόρι». «Αλήθεια;» «Καθίσαμε στο πάρκο και φάγαμε παγωτά. Παίξαμε και λίγη 277


μπάλα. Έπειτα κάναμε βόλτες μέχρι το μεσημέρι. Είχα διαγώνισμα στη γεωγραφία και δεν είχα διαβάσει. Δε θα το ξανακάνω», του υποσχέθηκε. «Ποιο αγόρι ήταν αυτό;» «Δεν τον ξέρεις. Είναι σε άλλο τμήμα». «Μάλιστα». Την κοίταξε για λίγο κι έπειτα την κατατρόμαξε αρπάζοντάς την απ’ το μπράτσο. «Αν τολμήσεις και ξανακάνεις κοπάνα, θα σου τις βρέξω, Σάνια. Ξέρω πως δε μ’ έχεις ικανό για κάτι τέτοιο, αλλά σου ορκίζομαι ότι θα το κάνω. Δεν έχεις καμία δουλειά να το σκας απ’ το σχολείο και να τριγυρνάς με αγόρια. Μη με αναγκάσεις να σε παρακολουθώ. Σου χω πει, δε σου χω πει τι μπορεί να συμβεί στα παιδάκια που δεν ακούν τους μεγάλους; Δε σου χω διαβάσει στην εφημερίδα τι μπορεί να πάθεις; Ξέρεις πως σ’ αγαπώ, έτσι δεν είναι; Για το καλό σου φωνάζω, Σάνια—» Ντρεπόταν που του έλεγε ψέματα, αλλά δε γινόταν διαφορετικά. Του υποσχέθηκε πως δε θα ξανακάνει κοπάνα και μετά του έδώσε ένα ζεστό φιλί για να θολώσει τα νερά. Φαίνεται πως τα κατάφερε, γιατί ο Ρωμανός την αγκάλιασε και της χάιδεψε τα μαλλιά. Μόλις έφυγε απ’ το δωμάτιό της, έδωσε άλλη μία υπόσχεση, αυτή τη φορά κοιτώντας τον kc θρέφτη της. «Ποτέ δε θα του ξαναπείς ψέματα!» είπε στο είδωλό της υψώνοντάς του αυστηρά το δάχτυλο, και μετά πέρασε όλο το απόγευμα προσπαθώντας να σκεφτεί μια λύση για τη Μαργαρίτα. Δεν ήταν εύκολο όμως.

278


Κατέληξε στο συμπέρασμα πως έπρεπε να κάνουν λίγο καιρό υπομονή, μέχρι να δουν τι θα γίνει. Ένιωθε σαν να ψηνόταν ολόκληρη στον πυρετό. Τα βλέφαρά της έγιναν ξαφνικά απίστευτα βαριά, κι αδυνατούσαν να παραμείνουν ανοιχτά για να τη βοηθήσουν να δει. Προσπάθησε να ανασηκωθεί, αλλά έπεσε άτσαλα στο στρώμα. Πήγε κάτι να πει, αλλά οι λέξεις σκάλωσαν, μπφδεύτηκαν, ακούστηκαν σαν κλαψούρισμα κουταβιού. Δεν της είχε ξανασυμβεί αυτό. Ούτε να την πλακώνει τόσο βάρος είχε αισθανθεί ποτέ ούτε είχε την εντύπωση ότι αιωρούνταν, σαν να την τραβούσε μια αόρατη δύναμη απ’ το ταβάνι. «Ζεματάς—» άκουσε σαν ηχώ μια αντρική φωνή. Πάσχισε να καταλάβει τι συνέβαινε κι επιχείρησε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά. Κατάλαβε. Δεν ήταν καθόλου μαγική κι αόρατη η δύναμη που τη σήκωσε απ’ το στρώμα. Βρισκόταν στα χέρια του Άλεξ Γκρέι, ο οποίος την πήγαινε σηκωτή στο μπάνιο. Τα γάντια του δεν τον εμπόδισαν καθόλου να ξεκουμπώσει επιδέξια το πουκάμισό της και να της κατεβάσει τη φόρμα. Με την ίδια αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα ξεκούμπωσε το σουτιέν της και τράβηξε τις φουρκέτες απ’ τα μαλλιά της. Κι έπειτα, αυτός ο ντροπαλός άντρας που δεν μπορούσε να κουμαντάρει καλά καλά το βάρος ενός κουβά γεμάτου νερό, την κράτησε όρθια με το ένα χέρι και άνοιξε τη βρύση της μπανιέρας με το άλλο. Πήγε να τον σπρώξει καθώς δεν άντεχε την ταπείνωση της γύμνιας της, αλλά έπεσε κυριολεκτικά σε ντουβάρι. Κάτω απ’ τις τρισάθλιες πιτζάμες άγγιξε πέτρωμα. Το μπράτσο που την κρατούσε σταθερή ήταν τόσο σκληρό, που την πόνεσε. Τον είδε να την κοιτάζει με τόση αυστηρότητα που την έκανε να παγώσει. Ήλπιζε να τα φανταζόταν όλα αυτά, γιατί δεν ήξερε τι 279


να υποθέσει. Πώς είχε μεταμορφωθεί ξαφνικά σε ρωμαλέο Ηρακλή ο μυγιάγγιχτος κύριος Γκρέι; Πού πήγε η αγαρμποσύνη του; Έκανε τόσες κινήσεις ταυτόχρονα χωρίς να χάνει τον έλεγχο και χωρίς να διστάζει λεπτό, θα περίμενε κανείς πως θα δυσκολευόταν, λίγο έστω, να κουμαντάρει τα κιλά της καθώς τη σήκωνε στον αέρα για να την εναποθέσει προσεκτικά μέσα στην μπανιέρα. Συνήλθε απ’ τη θολούρα αμέσως μόλις ήρθε σε επαφή με το παγωμένο νερό. Είδε με φρίκη τον Άλεξ γονατισμένο δίπλα της να πιέζει το γυμνό της σώμα στο νερό και τα στήθη της να ζωντανεύουν ξεδιάντροπα από το κρύο. Καμία παρηγοριά δεν αισθάνθηκε με το τακτ του άντρα να κοιτά μόνο το πρόσωπό της. Ευχήθηκε να πεθάνει. «Πώς αισθάνεσαι;» τη ρώτησε αργότερα ρίχνοντας νερό στα μαλλιά της. «Ξεπαγιασμένη». «Πίστεψέ με, είναι πολύ πιο υγιές απ’ το να νιώθεις ψητή στα κάρβουνα. Αντέδρασες με υψηλό πυρετό αυτή τη φορά. Πριν επανέλθεις, έτρεμες ολόκληρη. Λυπάμαι, αλλά δεν είχα άλλη λύση». Της άφησε μια πετσέτα δίπλα στην μπανιέρα και σηκώθηκε. Γύρισε ευγενικά την πλάτη του μέχρι να βγει απ’ το νερό και να την τυλίξει γύρω της. Μπορεί να το ’κρύβε μια χαρά, όμως τώρα η δική του θερμοκρασία είχε ανέβει επικίνδυνα. Δε θυμόταν να είχε κρατήσει ποτέ στα χέρια του μια γυναίκα σαν τη Σάνια Παρίση. Το δέρμα της ήταν κατάλευκο σαν μωρού παιδιού, κι ερχόταν σε τέλεια αντίθεση με τα στιλπνά μαύρα μαλλιά της. Ήταν καλλίγραμμη και χυμώδης εκεί που έπρεπε. 280


Είχε βρεθεί στο κρεβάτι με πολύ πιο αισθησιακά θηλυκά απ’ αυτή, αλλά καμιάς η θέα δεν τον είχε αναστατώσει τόσο. Η συστολή της έφταιγε και η έλλειψη επίγνωσης της επίδρασης που μπορούσε να έχει σε ένπν άντρα. Ασχολήθηκε τόσο μανιασμένα με την ανάγκη του να εξοστρακίσει τις ακόλαστες σκέψεις, που κόντεψε να γκρεμίσει τα μισά έπιπλα στο πέρασμά του. Ένας πορσελάνινος διακοσμητικός πίθηκος έγινε κομμάτια πέφτοντας στο πάτωμα και δυο καρέκλες αναποδογύρισαν με πάταγο. Αναζήτησε τα πούρα του, και μόλις τα βρήκε έκοψε απότομα ένα και το έφερε στο στόμα του. Απώλεια ελέγχου: θανάσιμο λάθος. «Άλεξ·» Την αγριοκοίταξε. «Καλύτερα να ξαπλώσεις, Σάνια·» «Δεν έφταιγα που·» «Δεν είπα ότι έφταιγες. Ξάπλωσε, και αύριο το πρωί που θα είμαστε και οι δύο καλά, θα κουβεντιάσουμε». «Ντράπηκα εξίσου με σένα», τον διαβεβαίωσε κοιτώντας τον περήφανα. «Το ξέρω. Για το Θεό όμως, ας μην το συζητήσουμε. Θα κάνω μια βόλτα. Όταν γυρίσω, θέλω να έχεις κοιμηθεί». «Μα τι έπαθες; Εγώ θα έπρεπε να είμαι θυμωμένη. Δε συνηθίζω να· να· » «Το ξέρω και αυτό», την έκοψε, κι αφού ξέθαψε το τζάκετ του απ’ το σακβουαγιάζ, το φόρεσε νευρικά.

281


«Κρέμεται το ταμπελάκι», του είπε σφίγγοντας την πετσέτα γύρω της. Συγκράτησε την τελευταία στιγμή την επιθυμία του να της περιγράψει πολύ γλαφυρά πού ακριβώς το είχε γραμμένο το ταμπελάκι. Αντί γι’ αυτό, το τράβηξε άγρια, το κοπάνησε στο τραπέζι και βγήκε έξω βροντώντας με την ανάλογη διάθεση την πόρτα. Η Σάνια ρούφηξε τη μύτη της. Ένιωθε πολύ πληγωμένη απ’ τη συμπεριφορά του. Δεν έγινε δα και τίποτα τρομερό, πώς έκανε έτσι; Αντιδρούσε λες και τον είχε προκαλέσει επίτηδες. Τι αλλόκοτος άνθρωπος! Τη μια την κατηγορούσε που έστρεφε το βλέμμα της αλλού όταν την κοιτούσε κατάματα και την άλλη την αντιμετώπιζε σαν να είχε εκείνη τα δικά του σημάδια. Φόρεσε τις πιτζάμες της και κουκουλώθηκε στον καναπέ. Ας σέρβιρε μόνος του το φαγητό του απόψε. Προσποιήθηκε πως κοιμόταν, αλλά κοίταξε κάτω απ’ τις κουβέρτες τους φωσφορίζοντες δείκτες του ρολογιού της, όταν τον άκουσε να μπαίνει στο σπίτι. Πεντέμισι το πρωί. Σίγουρα θα προτιμούσε ακόμα και να κοιμηθεί στην παραλία, αν δεν είχε αρχίσει ξαφνικά να βρέχει. Ένιωσε τόσο θιγμένη, που αποφάσισε να του κρατήσει μούτρα. Απαντούσε στις ερωτήσεις του κοφτά, φροντίζοντας να κοιτά πότε τα νύχια της και πότε τις παντόφλες της. Προς μεγάλη της απογοήτευση όμως, ο Άλεξ Γκρέι δε φαινόταν να στεναχωριέται ιδιαίτερα με τη στάση της. Καθότάν ατάραχος στην καρέκλα του και αράδιαζε τα ωραία του καλλιγραφικά γράμματα στις λευκές σελίδες του ση-μειωματαρίου του 282


καπνίζοντας. Της ζήτησε να του περιγράψει την τελευταία ανάμνησή της με κάθε λεπτομέρεια, κι εκείνη το έκανε απρόθυμα. Κι όσο αυτός χανόταν στα χαρτιά του, η Σάνια ένιωθε ολοένα και περισσότερο σαν παραμελημένος σκύλος που εκλιπαρεί λίγη τρυφερότητα απ’ το αφεντικό του. Δεν της είχε ξανασυμβεί αυτό. Μια ζωή θυμόταν να περιβάλλεται από ανθρώπους που πάσχιζαν να τραβήξουν την προσοχή της κι έπειτα να διατηρήσουν το ενδιαφέρον της. Χωρίς να είναι εξίσου εντυπωσιακή με τη μητέρα της, κατόρθωνε με κάποιο τρόπο να είναι πάντα το επίκεντρο στις συναναστροφές της και να έλκει τον κόσμο γύρω της όπως ο μαγνήτης τα ρινίσματα σιδήρου. Δεν είχε ξεμείνει ποτέ από παρέες, κι όπως ήταν μεγαλωμένη σε πολυμελή οικογένεια, είχε συνηθίσει να νοιάζονται συνεχώς γι’ αυτή και να την προσέχουν. Μπορεί να γκρίνιαζε μερικές φορές για την έλλειψη προσωπικού χώρου, αλλά τώρα, έχοντας απέναντί της έναν άνθρωπο που κρατούσε μετά μανίας τις αποστάσεις του από εκείνη, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αναγνώριζε πως κατά βάθος αποζητούσε την προσοχή των άλλων. Ισως ήταν απωθημένο απ’ την παιδική της ηλικία, δεν ήξερε. Το σίγουρο ήταν πως πλέον άρχιζε να καταλαβαίνει καλύτερα τον εαυτό της. «θέλετε τίποτ’ άλλο από μένα, κύριε Γκρέι;» ρώτησε χτυπώντας νευρικά τα δάχτυλά της στο τραπεζάκι. Άφησε το στιλό, έτριψε λίγο το μέτωπό του κι έγειρε στη ράχη της καρέκλας. Για λίγο την κοίταξε αμίλητος. Απ’ όλα τα πρόσωπα που είχε «διαβάσει» στη ζωή του, το δικό της ήταν το πιο εύγλωττο. Τόση ώρα έκανε φιλότιμες προσπάθειες για να δείχνει μια ενοχλημένη πλην αξιοπρεπής κυρία, αλλά το μόνο 283


που κατάφερνε ήταν να μοιάζει με σΐριμμένο πεκινουά που δε βρήκε το φαγητό του στο πιάτο του. Στριμμένη και εξαιρετικά χαριτωμένη αυτό δεν μπορούσε να το παραβλέψει. Αλλά πάντα έτσι ήταν. Από μικρή είχε το διαβολεμένο ταλέντο να προκαλεί νευρικές κρίσεις ατούς άλλους την ίδια στιγμή που αποσπούσε τη συγχώρεσή τους με τις απίθανες γαλιφιές της. Δεν είχε αλλάξει στο παραμικρό. Παιδί την άφησε και παιδί τη βρήκε. Μονάχα που φορούσε πια σώμα γυναίκας. «Ξέρεις τι μου είπε ο Ρωμανός μετά την πρώτη σου επίσκεψη;» τη ρώτησε υιοθετώντας ύφος ανάλογο με το δικό της, μισοεπιθετικό και μισοειρωνικό. «Αλλος ένας μεγάλος ψυχίατρος—» σάρκασε. «Πως δε μεγάλωσες καθόλου», συνέχισε απτόητος. «Πως η νέα σου οικογένεια σε ανέθρεψε φροντίζοντας με κάθε τρόπο να σε κρατήσει σε νηπιακό στάδιο, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να δεις πέρα απ’ τη μύτη σου». Εκείνη ένιωσε βαθιά προσβεβλημένη. «Του είπες πως τελείωσα τη γεωπονική κι ότι έχω ειδικευτεί στη βοτανολογία;» αρπάχτηκε αμέσως. «Του είπες πως συνεργάζομαι επίσης με ένα από τα μεγαλύτερα περιοδικά της χώρας και πως η δουλειά μου έχει αποσπάσει πολύ καλές κριτικές; Του είπες, κύριε Γκρέι, πως πλέον συντηρώ μόνη μου τον εαυτό μου και πως έχω την ικανότητα να κλείσω μέσα σε μια φωτογραφία όλη την ομορφιά και όλη την ασχήμια; Σκασίλα μου τι σκέφτεται για μένα ο Ρωμανός Κατράς! Μεγάλη μου σκασίλα τι σκέφτεσαι κι εσύ, εδώ που τα λέμε. Εγώ είμαι ένα απλό εργαλείο, και είναι δικό σου πρόβλημα αν πιστεύεις ότι το εργαλείο σου έχει προδιαγραφές νηπίου!»

284


«Βλέπεις;» Το χαμόγελό του έμοιαζε μ’ αυτό ενός λογικού που προσπαθεί να ηρεμήσει έναν τρελό. «Δεν αντιδράς καθόλου σαν ώριμη γυναίκα». «Και πού ξέρεις εσύ πώς αντιδρούν οι ώριμες γυναίκες;» Το να συγκρατήσει τη γλώσσα της ήταν πιο δύσκολο απ’ το να μετακινήσει μόνη της ένα τρένο. «Άλλο πράγμα να έχεις σπουδάσει την ψυχή των ανθρώπων, κι άλλο να την έχεις αντιμετωπίσει. Σε ποιο επίπεδο είχες εσύ πάρε δώσε με ώριμες γυναίκες; Πότε τις γνώρισες; Πριν ή μετά το δέσιμο τους με ζουρλομανδύα; Μπορώ να σ’ εμπιστευτώ σε ένα σωρό θέματα, αλλά δε δέχομαι την εμπειρογνωμοσύνη σου στο θέμα των γυναικών. Ξέρω άντρες δεκαπέντε χρόνια νεότερους από σένα που θα μπορούσαν να γράψουν διατριβή για τις γυναίκες χωρίς να υποπέσουν ούτε σε μισή ανακρίβεια». Κρίμα που δεν μπορούσε να της ανταποδώσει τα ίσα. Κρίμα που έπρεπε να στέκεται απέναντί της παριστάνοντας τον πληγωμένο αντί να κάνει σκόνη τις βαρύγδουπες δηλώσεις της. Της είχε δώσει επίτηδες το δικαίωμα να του μιλά έτσι, και δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Ήταν οδυνηρό να χορεύουν μέσα του δαίμονες, κι αντί να τους ξαμολήσει όλους καταπάνω της, να χαμηλώνει μ’ επίπλαστο πόνο το βλέμμα και να καταπίνει τις προκλήσεις της αδιαμαρτύρητα. «Συγγνώμη—» την άκουσε να λέει λίγα δευτερόλεπτα κιόλας μετά τις θρασύτατες.βολές της. «Δεν έπρεπε να μιλήσω έτσι. Είμαι— είμαι— εκνευρισμένη—» Ήταν η πλέον κατάλληλη στιγμή για να την κάνει σκλάβα του. Η έκφρασή του γέμισε ψεύτικο πόνο κι έστρεψε με επαρκή τραγικότητα τη σημαδεμένη πλευρά του προσώπου του μακριά απ’ το μετανιωμένο της βλέμμα. Αν τον έβλεπε ο Ζακ, σίγουρα 285


θα τον χειροκροτούσε. «Αχ, Άλεξ, δεν ήθελα να σε πληγώσω!» Την είδε να πετάγεται απ’ τη θέση της, να κάνει σκουντουφλώντας το γύρο του τραπεζιού και να κάθεται στα γόνατά του. Αιφνιδιάστηκε απ’ την τόση διαχυτικότητα, αλλά την καλοδέχτηκε. Τώρα η ερμηνεία του έπρεπε να είναι αψεγάδιαστη. Προσποιήθηκε ότι ήθελε να την απωθήσει, αλλά μόλις εκείνη επέμεινε, την άφησε να τον κλείσει στην αγκαλιά της και να του δώσει ένα φιλί μεταμέλειας στο μάγουλο. «Είσαι ένας υπέροχος άνθρωπος», του είπε χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά σαν να ήταν αυτή ο στοργικός γιατρός κι εκείνος ο ασθενής. «Τι πήγα και σου είπα;» Την άφησε ν’ απλώσει το τρεμάμενο χέρι της και ν’ αγγίξει με άπειρη προσοχή την καλύπτρα του. Την άφησε να σύρει έπειτα ία δάχτυλά της στο αξύριστο μάγουλο και στο πλαϊνό μέρος του λαιμού του Της επέτρεψε να κουρνιάσει ακόμα πιο πολύ πάνω του και να αφήσει τα δάκρυά της στο γιακά του. Δεν την απομάκρυνε ούτε όταν τα χείλη της κατευθύνθηκαν προς το στόμα του. Παρέστησε τον ταραγμένο και πήγε δήθεν να διαμαρτυρηθεί, ίσα ίσα για να τη δει να φέρνει απαγορευτικά το δείκτη στα χείλη του. «Δεν είναι κακό—» του ψιθύρισε. «Δε θα φταις εσύ. Νιώθω πως έτσι πρέπει να σου δείξω ότι εννοώ τη συγγνώμη μου—» Και του έδειξε. Αργά και απίστευτα τρυφερά, τα χείλη της μάλαξαν τα δικά του αποζητώντας ανταπόκριση. Την άφησε λίγο να προσπαθεί, κι έπειτα υποκρίθηκε πως ενδίδει. Φρόντισε να φαίνεται άπειρος και αδέξιος. Φρόντισε να γίνει απόλυτα 286


κατανοητό ότι είχε πολύ καιρό, ίσως και χρόνια, να κάνει κάτι τέτοιο. Έφτασε ακόμα και στο σημείο ν’ αφήσει ένα πνιχτό βογκητό, σαν να τον θύμωνε η παράδοσή του. Ήταν μια δύσκολη στιγμή. Καθώς η μικρή της γλώσσα ξεθάρρευε συνέχεια, εκείνος καταπίεζε τις ορμές του σφίγγοντας άγρια τα χέρια του στους μηρούς του. Το φιλί της έγινε πιο απαιτητικό. Την ένιωσε να κολλά σαν στρείδι πάνω του και να χώνει τα χέρια της στα μαλλιά του. Ένιωσε κάθε λεπτομέρεια της ανατομίας της, και σίγουρα ένιωσε κι εκείνη τις λεπτομέρειες της δικής του. Την άκουσε να βογκά και τα χείλη της κατέβηκαν στο λαιμό του. Η καρδιά του άρχισε να βροντά στο στήθος του. Ήταν εύκολο να χάσει τον έλεγχο, κι ίσως να τον έχανε, αν δεν ένιωθε ξαφνικά τα χέρια της να αναζητούν να αγγίξουν το δέρμα κάτω απ’ το πουκάμισό του. Έπιασε τους καρπούς της απότομα και σταθερά. Την απομάκρυνε μαλακά, προσέχοντας να μήν την προσβάλει. Δεν άφησε καθόλου να φανεί η θριαμβευτική του διάθεση επειδή το ποντίκι είχε πιαστεί στη φάκα. Εκείνη τη στιγμή δεν είχε απέναντί του ένα θηλυκό που δεν μπορούσε να επιβληθεί στις ορμόνες του, αλλά ένα θηλυκό που δεν μπορούσε να επιβληθεί στην καρδιά του. «Με παρεξήγησες;» τον ρώτησε, έντρομη σχεδόν. Είχε γίνει κατακόκκινη και κόντευε να κλάψει. «Τώρα πιστεύεις ότι είμαι κι εγώ σαν τη μάνα μου;» Η απόλυτη παράδοσή της θα ερχόταν σε λίγο. Αμέσως μετά τα επόμενα λόγια του: «Συμβαίνει να μετρά περισσότερο η δική σου γνώμη αυτή τη στιγμή. Πόσο έπεσα σαν άντρας στα μάτια σου, Σάνια;» 287


Το ’ξερε. Το ’ξερε πως στα γαλάζια μάτια της θα έβλεπε να καθρεφτίζεται απόλυτος θαυμασμός και τεράστιος σεβασμός. «Δεν υπάρχουν πια άντρες σαν εσένα, Άλεξ Γκρέι·» του είπε με ειλικρίνεια. «Η αλήθεια είναι πως δεν έχω ιδέα τι να κάνω μαζί σου, δεσποινίς Παρίση». «Δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα. Ξέρω πως δεν είσαι άνετος με τις γυναίκες, όπως κι εγώ δεν έχω άνεση με τους άντρες. Όμως μ’ αρέσει να είμαι κοντά σου, και μόλις ανακάλυψα ότι μ’ αρέσει επίσης να βρίσκομαι στην αγκαλιά σου. Ας μην αρχίσουμε τις αναλύσεις», τον παρότρυνε. «Ας δεχτούμε ότι βρήκαμε ο ένας τον άλλο σε ��ια στιγμή που έπρεπε να βρεθούμε. Δεν είχα επιτρέψει σε κανέναν να με πλησιάσει όπως εσύ, τόσο αυθόρμητα, τόσο σύντομα», του εξομολογήθηκε. «Υπέφερα πάντα από φοβίες. Δεν ήθελα να με αγγίζει κανείς. Σίγουρα εκείνο το βράδυ φταίει. Δε νομίζω να υπάρχει άλλη γυναίκα στον κόσμο που να βλέπει αντρικά χέρια και να νιώθει πρώτα απ’ όλα ότι απειλείται. Είναι πολύ παράξενο—» συνέχισε πιάνοντας το χέρι του και χαϊδεύοντας την παλάμη του. «Πριν γνωρίσω εσένα, ένιωθα απέχθεια στη θέα των γαντιών. Είμαι σίγουρη ότι ο δολοφόνος φορούσε γάντια. Όχι δερμάτινα, αλλά μάλλινα, και μάλιστα απ’ τα φτηνότερα του είδους—» «Ελπίζω να ξέρεις ότι δε θα σου κάνω ποτέ κακό», της είπε βραχνά, για να της δείξει πως δεν είχε συνέλθει ακόμα απ’ τη σκηνή που προηγήθηκε ανάμεσά τους. Το γέλιο της ήταν πηγαίο, ένα γάργαρο κοριτσίστικο ξεφωνητό. κι ένιωσε κτήνος μπροστά σε τόση αθωότητα. «Τι κακό να μου 288


κάνεις εσύ, κύριε Γκρέι; Είσαι πάντα τόσο ευγενικός· αληθινός ιππότης! Κάπως έτσι ήταν κι ο Ρωμανός στα όνειρά μου. Έδειχνε ανίκανος να βλάψει ακόμα και μυρμήγκι, όμως το πνεύμα του ήταν τόσο δυνατό, που τους τρόμαζε όλους—» Κατέβηκε απ’ τα γόνατά του και στάθηκε στη μέση του δωματίου με μια πεισματική έκφραση στο πρόσωπο. «Θέλω να κάνουμε τα πάντα για να τον βοηθήσουμε», δήλωσε αποφασιστικά. «Θέλω να βρει ξανά όσα έχασε σ’ αυτή τη ζωή και να αποδείξει πως άδικα τον κατηγόρησαν. Ξέρω πως είναι αθώος, το ξέρω. Ένας άντρας που ήταν κάποτε όπως εσύ, δε θα μπορούσε ποτέ να είναι ένοχος—» Μόνο το χειροκρότημα του κοινού έλειπε να επιβραβεύσει τους χειρισμούς του. Τυφλή εμπιστοσύνη: σε αυτή στόχευε και την είχε κερδίσει. Δεν ήταν πια καθόλου δύσκολο να χοντρύνει το παιχνίδι. Έπρεπε να τρυπώσει στα άδυτα της οικογένειάς της και να αποκτήσει το δικαίωμα να μπαινοβγαίνει στο σπίτι τους όποτε του έκανε κέφι. Η Σάνια του είχε προτείνει λίγες μέρες πριν να παραστήσουν τους ερωτευμένους, αλλά δεν του αρκούσε. Βλέποντάς τη τόσο ενθουσιασμένη μαζί του, έκρινε πως η δική του πρόταση θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματική. Έφερε ένα ξεχασμένο μπουκάλι κρασί απ’ το ντουλάπι της κουζίνας, το άνοιξε και γέμισε δύο ποτήρια. Η δύναμη της συνήθειας τον έσπρωξε να κινήσει ελαφρά το ποτήρι του ώστε να αναδευτεί το περιεχόμενό του κι έπειτα να πλησιάσει το ποτήρι στη μύτη του. Η μηχανική τελετουργία του πέρασε απαρατήρητη, γιατί η Σάνια είχε στρέψει την προσοχή της στο δικό της ποτήρι, που φρόντισε να το αδειάσει μονοκοπανιά και να το ξαναγεμίσει αμέσως. Την έπιασε απ’ τη λεπτή μέση της και την παρέσυρε στη μεγάλη 289


τζαμαρία της μπαλκονόπορτας. Τέλεια. Έμοιαζαν στ’ αλήθεια με εραστές που απολάμβαναν την ανάπαυλα των ερωτικών τους δραστηριοτήτων χαζεύοντας τα κύματα να γίνονται βορά του ανέμου. Φρόντισε να την κρατά κοντά του για να της μεταδίδει τη θέρμη του σώματός του και να συντηρεί τη λαχτάρα της. Ήταν πολύ φυσικό εκείνη τη στιγμή να γείρει το κεφάλι της στον ώμο του παραζαλισμένη απ’ τη ρομαντική ατμόσφαιρα. Το τζάμι καθρέφτισε το σκληρό του χαμόγελο. «θα πρέπει να γνωρίσω καλά τους δικούς σου», της είπε παρατηρώντας τα κύματα να εφορμούν στην ακτή. «Το ξέρω—» «Πολύ καλά», τόνισε. «Και με τέτοιο τρόπο που να μη φαίνεται ότι τους ανακρίνω». Η κοπέλα αναστέναξε. «Κι αυτό το ξέρω». «θα πρέπει λοιπόν να πειστούν όλοι για τις καλές μου προθέσεις απέναντί σου και ταυτόχρονα να τους αφαιρεθεί, ας πούμε, το δικαίωμα να προσπαθήσουν να σε μεταπείσουν. Ισως να πρέπει να τους παρουσιάσουμε κάτι τετελεσμένο, Σάνια— » «Τι εννοείς;» Ένιωσε ταχυπαλμία ξαφνικά. «Εννοώ πως μια απλή σχέση ανάμεσά μας δεν αρκεί για να μπαινοβγαίνω στο σπίτι ενός υπουργού. Χρειάζεται κάτι πιο τελεσίδικο: ένας αρραβώνας, για παράδειγμα· » Με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα, το παράδοξο πλέον της φαινόταν φυσιολογικό. Καταλάβαινε το σκεπτικό του, και αναγνώρισε σχεδόν στιγμιαία τη λογική του. «Ούτε αυτό θα 290


εμπόδιζε τον αδερφό μου να σου κάνει συνέχεια τη ζωή δύσκολη», τον προειδοποίησε. «Δεν είναι αδερφός σου!» Ο θυμός του ήταν γνήσιος και ήρθε σε τέλεια αντιδιαστολή με τα συναισθήματα που επιδείκνυε εδώ κοι ώρα. «Δεν είναι καν ξάδερφός σου όπως η Μίνα και η Βέρα. Ξέρω πως θα με θεωρήσει αντίζηλό του». «Επομένως δε θα σε αφήσει σε χλωρό κλαρί». «Τότε ας αφήσουμε να περάσει ένα μικρό χρονικό διάστημα, και ας παντρευτούμε». Ήταν έμπνευση της στιγμής, αλλά θα τα έπαιζε όλα για όλα. Κάθε κρυμμένος (ίσος, ακόμα κι εκτός σχεδίου, θα ήταν προς όφελός του. Η Σάνια γέλασε δυνατά. «Αυτό μάλιστα! Θα του έκοβε τη φόρα οπωσδήποτε». «Δεν αστειεύομαι». «Ούτε κι εγώ». Τρίφτηκε πάνω του σαν γάτα που αποζητά χάδια. «Είναι πολύ καλή ιδέα, κύριε Γκρέι. Μόνο ο Ραφαέλ Άλντες θα μπορούσε να εμπνευστεί κάτι τέτοιο—» πρόσθεσε αδειάζοντας ξανά το ποτήρι της. «Θα του το πεις όταν τον δούμε», της χαμογέλασε. «Λέω να μαγειρέψω τώρα». Αποτραβήχτηκε απρόθυμα και πήγε με χορευτικά βήματα προς την κουζίνα. «Τι σόι σύζυγος θα γίνω, αν αφήνω τον αντρούλη μου νηστικό;» φώναξε, κι έπειτα, σιγοτραγουδώντας, καταπιάστηκε με τις κατσαρόλες. Ο Άλεξ συνέχισε να κοιτά τη θαλασσοταραχή, και παρότι είχε θριαμβεύσει, του ήταν αδύνατο να συμμεριστεί την καλή της 291


διάθεση. Είδε την αντανάκλασή του στο τζάμι και τρόμαξε να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Η ένταση τον είχε αγριέψει και η γνώση πως εσκεμμένα εκμεταλλευόταν μια αγνή ψυχή, από τις σπάνιες, τον είχε γεμίσει θλίψη. Η Σάνια είχε μετατραπεί σε πρόθυμο συνεργάτη, όπως ακριβώς το είχε σχεδιάσει. Η αθωότητά της την έκανε να τον εμπιστευτεί γρήγορα, όπως ακριβώς το είχε μαντέψει. Και τώρα άρχισε να ξυπνά μέσα της ο έρωτας, όπως ακριβώς το απευχόταν. Ήπιε το κρασί του με μια γουλιά. Καλό, αλλά αναμφίβολα κατώτερο απ’ το δικό του. Η σκέψη του ταξίδεψε στο κτήμα του, και η ξαφνική νοσταλγία έκανε το στομάχι του να σφιχτεί. Του έλειπε ο κόσμος του. Η αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας στη ράχη του Ντάρκο ήταν κάτι που δε θα γευόταν στον κόσμο που ζούσε τώρα. Εδώ δεν μπορούσε να κάνει βόλτες στ’ αμπέλια, ούτε να μεθά με το άρωμα του μούστου. Δεν υπήρχε η γέρικη ελιά του σ’ αυτά τα μέρη, κι ο άνεμος δεν έλεγε το ίδιο τραγούδι στο πέρασμά του. Όλα ήταν διαφορετικά· ξένα· μια απλή εκκρεμότητα που έπρεπε να τακτοποιηθεί πριν μπει στο αυτοκίνητό του μαζί με το σκύλο του κι επιστρέψει εκεί που ανήκε πραγματικά· Ο οξύς ήχος του κινητού του απέσπασε τις σκέψεις του απ’ το μελαγχολικό τους ταξίδι. Το εντόπισε γρήγορα και διάβασε τον αριθμό στην οθόνη. Κόντεψε να του πέσει το ποτήρι απ’ τα χέρια. Βλέποντας τη Σάνια να ξεμυτίζει απ’ την κουζίνα φορώντας μια γελοία ποδιά και τα μαλλιά της πιασμένα άτσαλα, σχεδόν κωμικά, στην κορφή του κεφαλιού της, μπήκε στον πειρασμό να μην απαντήσει. «Δε θα το σηκώσεις;» απόρησε με το δισταγμό του. «Ουί;» απάντησε αμέσως εκείνος, καθώς δεν ήθελε να χάσει 292


την εμπιστοσύνη της. «Α, Νικόλ!» αναφώνησε αμέσως μετά και κοίταξε τη Σάνια, που στεκόταν με την κουτάλα μετέωρη στο χέρι κι ένα παγωμένο χαμόγελο. «Δε χρειάζεται πανικός—» είπε όσο πιο χαμηλόφωνα μπορούσε στα γαλλικά, γιατί ήξερε ότι τα αφτιά της Σάνιας είχαν μετατραπεί σε υπερσύγχρονα ραντάρ. Δεν ξεχνούσε επίσης πως στα ακριβά σχολεία όπου έχει φοιτήσει είχε διδαχτεί γαλλικά από εξαιρετικούς καθηγητές. Την είχε ακούσει να μιλά με τον Ζακ, κι είχε εκπλαγεί από την άνεσή της κι από την ευκολία που χρησιμοποιούσε ιδιαίτερα δύσκολους ιδιωματισμούς. «Θα σου πω πού έχω τα μετρητά. Πάρ’ τα και κάνε ό,τι πρέπει. Δε χρειάζεται να μπλέξουν οι ασφάλειες. Δώσε όσα ζητήσουν. Αν δε φτάσουν, μπορώ να σου ταχυδρομήσω μια επιταγή. Ασφαλώς και είμαι μια χαρά—» την καθησύχασε μόλις εκείνη απόρησε για το συνωμοτικό τρόπο που της μιλούσε. «Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα, γλυκιά μου—» πρόσθεσε, προσέχοντας πώς πέντε λεπτά δάχτυλα απέναντί του έσφιξαν την κουτάλα σαν φονικό όπλο. «Εκεί— είναι όλα εντάξει; Καλώς. Θα σε πάρω κάποια άλλη στιγμή. Καληνύχτα, Νικόλ—» πρόσθεσε και τερμάτισε τη συνομιλία με ένα απολογητικό γελάκι στη Σάνια. Η περηφάνια της την εμπόδισε να διατυπώσει την ερώτηση που γράφτηκε στα μάτια της. Μπορεί ο ίδιος να μην είχε σχετκπεί ποτέ σοβαρά με κάποια, ήξερε όμως να αναγνωρίζει μια χαρά τη ζήλια όταν την έβλεπε. Οι περισσότερες γυναίκες, εκτός από πς επαγγε-ματιές, γύρευαν μερτικό απ’ τη ζωή του, γι αυτό και δεν ήθελε να τις βλέπει για δεύτερη φορά. Δε δίσταζαν να διεκδικούν και να φέρονται ζηλότυπα, παρότι τους είχε δώσει εξαρχής σαφέστατες εξηγήσεις: Δε ζητούσε τίποτε άλλο από 293


εκείνες πέρα από σεξ. Σκέτο σεξ, ωμό πολλές φορές, συχνά χωρίς να χρειαστεί να μάθει καν το όνομά τους. «Ήταν η γραμματέας μου·» είπε στριφογυρίζοντας το κινητό στα χέρια του. Αυτή τη φορά ήθελε να φανεί πως έλεγε ψέματα, και μάλιστα καθόλου πειστικά. Η ζήλια είναι αναπόσπαστη από την εξάρτηση, και δε θα άφηνε τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη. «Βιάστηκες να της το κλείσεις», παρατήρησε σφιγμένα εκείνη. «Δε νομίζω. Έτσι μιλάω συνήθως». Όπως ήταν αναμενόμενο, η κοροϊδία του προκάλεσε αμέσως την έκρηξή της. Την είδε να τσιτώνεται σαν γάτα πριν από καβγά. Προφανώς της είχε ανέβει και το αίμα στο κεφάλι, γιατί τα χλομά συνήθως μάγουλά της έγιναν ξαφνικά κατακκόκινα. «Πάλι το κάνεις!» τον κατηγόρησε. «Πάλι μου φέρεσαι σαν να είμαι παιδί. Δεν έπρεπε να ξαποστείλεις έτσι τη Νικόλ σου. Τι νόμισες, πως θα ζήλευα; Μάλλον ξέχασες ότι υποκρινόμαστε τους ερωτευμένους, κύριε Γκρέι. Δεν είμαστε. Δε θα με πείραζε ακόμα κι αν σας άκουγα να κάνετε τηλεφωνικό σεξ. Κάνε ό,τι θες λοιπόν με αυτή τη Νικόλ και την κάθε Νικόλ, όταν δε μας βλέπουν άλλοι. Ποσώς με απασχολεί!» «Ειλικρινά δεν τρέχει τίποτα μαζί της—» υπερασπίστηκε τον εαυτό του. «Δουλεύει για μένα, αυτό είναι όλο. Παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα και θέλησε να με συμβουλευτεί. Δεν είναι δα και κάτι σπουδαίο— » Η Σάνια βούρκωσε. «Μην υποτιμάς τη νοημοσύνη μου». «Κατάλαβα. Θα μείνω νηστικός απόψε», αποπειράθηκε να 294


αστειευτεί. «Δεν είμαι τόσο εκδικητική». Του γύρισε την πλάτη θέλοντας με κάθε τρόπο να αποχωρήσει δείχνοντας αξιοπρέπεια και αταραξία. Τα δαιμόνια που την τριβέλιζαν όμως την ανάγκασαν να σταματήσει. Γύρισε και τον κοίταξε. Δε θα ησύχαζε αν δε μάθαινε. «Απαγορεύεται να μου πεις το παραμικρό ψέμα, κύριε Γκρέι. Έχει μεγάλη σημασία για μένα. Λόγω και της κατάστασής μου, δεν εμπιστεύομαι εύκολα τους άλλους. Για αυτό,.τώρα που εμπιστεύτηκα εσένα, δε θα ήθελα να απογοητευτώ. Είναι στ’ αλήθεια απλώς μια υπάλληλος για σένα αυτή η Νικόλ;» «Για μένα, ναι». Έδειχνε απόλυτος. «Παραδέχομαι όμως πως ίσως εγώ να μην είμαι γι’ αυτή απλώς το αφεντικό της». «Θες να πεις πως είναι ερωτευμένη μαζί σου;» «Μπορεί». «Μου φαίνεται παράξενο που δεν έχεις βγάλει ακόμα πόρισμα». «Ξέρεις πόσο μπορούν να σε μπερδέψουν τα θηλυκά, όταν το επιδιώξουν;» “,Η απάντησή τόυ φάνηκε να την ικανοποιεί. «Είναι· είναι όμορφη;» «Ναι». «Και γιατί δεν ανταποκρίθηκες;» «Γιατί δεν ήθελα». Τώρα έπρεπε να γίνει δραματικός. «Διέγραψα το κεφάλαιο “Γυναίκες” απ’ τη ζωή μου από τη 295


στιγμή που έχασα την· Κατρίν». Το όνομα της αδερφής του Ζακ ήταν το πρώτο που του ήρθε στο μυαλό. «Την αγαπούσες πολύ;» «Πολύ· » Αναστέναξε και πήρε πληγωμένο ύφος. «Δε νομίζω να ξανανιώσω κάτι ανάλογο. Φυσικά, γνώρισα κι άλλες γυναίκες μετά από εκείνη, αλλά δε σχετίστηκα μαζί τους». Σειρά είχε το ντροπαλό ύφος. «Δεν ξέρω πώς να σ’ το πω. Ο λόγος που τις συναναστράφηκα ήταν καθαρά· σεξουαλικός. Το ήξεραν απ την αρχή. Μπορεί να δείχνω μίζερος και αντικοινωνικός, αλλά οργανικά είμαι φυσιολογικός, όπως κάθε άντρας. Καταλαβαίνεις, φαντάζομαι, τι εννοώ—» «Ναι, βέβαια—» βιάστηκε να πει παριστάνοντας την άνετη. «Δεν είμαι εντελώς ανίδεη. Έχω κάνει τους πειραματισμούς μου. Έτσι είναι η φύση. Γιατί να διαφέρεις λοιπόν εσύ;» «Χαίρομαι που τα βρήκαμε». Της χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. «Κι αν κρίνω απ το ύφος σου, μάλλον δεν κινδυνεύω να καταπιώ κατσαριδοκτόνο μαζί με το φαγητό μου». Του χαμογέλασε κι εκείνη πλατιά. «Δεν κινδυνεύεις από μένα, κύριε Γκρέι. Σε περίμενα τόσα χρόνια· δε θα ρίσκαρα με τίποτα να σε χάσω». Απέμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένος την όμορφη φιγούρα της καθώς έμπαινε πάλι οτην κουζίνα. Εκείνη πίστευε ότι μόλις του είχε πει ένα χαριτωμένο αστείο, αλλά εκείνος ήξερε πως σοβαρολογούσε. Έφαγε νιώθοντας κάθε μπουκιά να του πλακώνει το στήθος.

296


ΗΤΑΝ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ νύχτα τους στο μικρό εξοχικό σπίτι. Το πρωί η Σάνια υπέστη ακόμα ένα επεισόδιο, πιο έντονο απ’ το προηγούμενο, και τώρα, δώδεκα ώρες μετά, αδυνατούσε να συνέλθει. Ο Άλεξ είχε μεταφέρει το στρώμα δίπλα στο τζάκι, την είχε σκεπάσει με όλες τις διαθέσιμες κουβέρτες κι είχε κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να της ρίξει τον πυρετό, χωρίς όμως να υπάρξει αποτέλεσμα. Η κοπέλα έτρεμε σύγκορμη και παραπονιόταν ότι πονούσε παντού σαν να είχε προσβληθεί από γρίπη. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στις σημειώσεις του βλέποντάς την έτσι και δεν τολμούσε να τη ρωτήσει τι είχε θυμηθεί, σεβόμενος τη σύγχυση και την αδυναμία της. Έκλεισε το σημειωματάριο και σηκώθηκε απ’ τη θέση του. Η αντίδραση του οργανισμού της τον προβλημάτιζε. Δε θυμόταν παρόμοιο περιστατικό με το δικό της, όσο ενδελεχώς κι αν ανέτρεχε στη σχετική βιβλιογραφία. Οι κρίσεις της γίνονταν ολοένα και πιο έντονες. Ο εγκέφαλός της της έδινε πληροφορίες, αλλά ταυτόχρονα απορροφούσε όλη της την ενέργεια. Τι θα γινόταν αν ερχόταν η στιγμή που η μνήμη της θα της αποκάλυπτε τη νύχτα του φόνου; Στην κατάσταση που βρισκόταν, ο Άλεξ δεν απέκλειε τη δυσάρεστη πιθανότητα να κατέρρεε εντελώς. Όσο την αντίκριζε να σπαρταρά απ’ τον πυρετό και τους πόνους, υπέφερε μαζί της. Νοιαζόταν γι αυτή. Περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, ίσως. «Είδα τον αληθινό μου μπαμπά· » άκουσε τη βραχνή φωνή της κάτω απ’ τις κουβέρτες. «Δεν μπορώ να ζεσταθώ με τίποτα· » παραπονέθηκε αμέσως μετά. «Θέλεις· θέλεις να έρθεις κοντά μου;» Του ζητούσε ‘να ξαπλώσει δίπλα της, να την πάρει στην 297


αγκαλιά του και να τη ζεστάνει με το σώμα του. Ήταν κάτι απόλυτα λογικό και βαθιά ανθρώπινο, αλλά εκείνος ένιωσε σαν να τον διέταξαν να βάλει το κεφάλι του στην γκιλοτίνα. Δεν ήθελε τόσο στενές επαφές μαζί της. Είχε λάβει υπόψη του σχεδόν τα πάντα· δε χρειαζόταν περισπασμούς. Ωστόσο, έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα, δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Η επιλογή του ήταν μονόδρομος και θα τον ακολουθούσε προσπαθώντας με όλες του τις δυνάμεις να λειτουργήσει σαν γιατρός και όχι σαν άντρας. Πράγματι, ξάπλωσε δίπλα της κι εκείνη αμέσως τον αγκάλιασε σφιχτά, αναστενάζοντας με ανακούφιση. Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του, έφερε τα πόδια της κοντά στα δικά του και κόλλησε πάνω του το τρεμάμενο κορμί της. Αναστέναξε κι αυτός, α.\λά από απόγνωση. Δεν ήξερε πώς να φερθεί. Δεν είχε πλαγιάσει ποτέ έτσι με γυναίκα. Απαξιούσε να μοιραστεί οποιαδήποτε είδους τρυφερότητα, κι η θέση ενός θηλυκού στο κρεβάτι εξαρτιόταν αποκλειστικά απ’ τις εμπνεύσεις και τις ορέξεις του: από πάνω, από κάτω, ανάσκελα ή γονατιστή, δεν είχε σημασίαποτέ όμως στο πλευρό του. Διστακτικά και αμήχανα, αγκάλιασε κι εκείνος με το ένα χέρι το κορμί της και ακούμπησε το άλλο με τον ίδιο δισταγμό στο κεφάλι της. Βλαστήμησε από μέσα του για αυτό το μπλέξιμο. Αν τον έβλεπε ο Ζακ από μια μεριά, θα έχανε τον έλεγχο της κύστης του απ’ τα γέλια. Φανταζόταν ακόμα και τα λόγια του: «Μπράβο, φίλε», θα τον επαινούσε. «Κατάφερες να ξαπλώσεις δίπλα σε γυναίκα χωρίς να δείχνεις ότι θα προτιμούσες να ήταν στη θέση της ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης. Μεγάλο κατόρθωμα!» «Μπορείς να βγάλεις τα γάντια;» τον παρακάλεσε η Σάνια. «Με παγώνουν—» 298


«Σάνια— » «Δε με νοιάζουν τα σημάδια σου», του είπε σφίγγοντάς τον ακόμα πιο πολύ. «Σε παρακαλώ, Άλεξ— » Της έκανε κι αυτή τη χάρη, βρίζοντας νοερά. Ακούμπησε τα γάντια δίπλα στο στρώμα κι ετοιμάστηκε να ξεφουρνίσει τις γνωστές δικαιολογίες μόλις τα κρύα της δάχτυλα άρχισαν να ψηλαφίζουν τα χέρια του. «Είναι ουλές αυτά που πιάνω;» τον ρώτησε ανασηκώνοντας λίγο το κεφάλι της. Απέστρεψε αμέσως το δικό του. Τα πρόσωπά τους ήταν πάρα πολύ κοντά. Δεν ήθελε να τη δει να χαμηλώνει πάλι τα μάτια. Η φωτιά ήταν ζωηρή και το φως της περισσότερο αποκαλυπτικό απ’ όσο θα τον έκανε να νιώθει άνετα. «Ναι», της απάντησε ξερά. Τρεις μακριές ουλές από αδέξιο χειρισμό εκρηκτικών στα πρώτα στάδια της εκπαίδευσής τους, δύο μικρά εγκαύματα -απομεινάρια της νύχτας στη Βοσνίακαι διάφορες γρατσουνιές και μικρσιραύματα από τις χειρωνακτικές εργασίες στο κτήμα. Δεν υπήρχε εργαλείο με το Οποίο να μην είχε πάθει ατύχημα ειδικά τον πρώτο καιρό, τότε που τα χέρια του ήταν πιο συνηθισμένα στο χειρισμό όπλων και ιμάντων αλεξίπτωτου παρά φτυαριών και αξινών. «Τις έπαθες στο ατύχημα;» «Ναι». «Και γιατί δεν έκανες πλαστική, αφού σε ενοχλούν τόσο;» «Γιατί δεν άντεχα να μου πετσοκόψουν το ελάχιστο υγιές δέρμα που μου είχε απομείνει. Σχεδόν με έγδαραν ολόκληρο στην 299


προσπάθεια να αναπλάσουν το δεξιό μου κρόταφο και διάφορα ανάλογα τραύματα στο στομάχι και στην πλάτη μου». Ξεφύσηξε σαν φάλαινα που βγήκε επιτέλους, την τελευταία στιγμή, στην επιφάνεια της θάλασσας. Ήταν η μισή αλήθεια και δεν του άρεσε καθόλου να τη λέει. «Θέλω να δω!» Πριν προλάβει να αρνηθεί, η Σάνια τράβηξε το ένα του χέρι κι αφοσιώθηκε στο θέαμα σχεδόν μ’ ευλάβεια. Αν ήταν άλλη, θα την καρύδωνε. Θα ένιωθε λιγότερο γυμνός εκείνη τη στιγμή από ό,τι αν του κατέβαζε το σώβρακο. Εκνευρισμένος, έχωσε το χέρι του ξανά κάτω απ’ την κουβέρτα και την έσφιξε τόσο πολύ πάνω του, που την άκουσε να βήχει. «Σου κατέστρεψα τις φαντασιώσεις;» την ειρωνεύτηκε. «Πώς νιώθεις τώρα που ανακάλυψες ότι δεν έχω χέρια για πιάνο, δεσποινίς Παρίση;» «Είσαι τόσο ανόητος!» τον μάλωσε αφού του έσκασε ένα φιλάκι στο μέρος της καρδιάς. «Λίγα σημαδάκια είναι μόνο. Εμένα μου αρέσουν τα χέρια σου, Άλεξ. Είναι πολύ αντρικά, όπως θα έλεγε κι η φίλη μου η Μαργαρίτα». «Σου έπεσε ο πυρετός;» τη ρώτησε καχύποπτα. «Ακούγεσαι καλύτερα· » Μ’ ένα μαγικό τρόπο το τρέμουλο και τα βογκητά ανημποριάς ξανάρχισαν. Ήταν έτοιμος να πιστέψει ότι τον κορόιδευε, όταν άγγιξε το μέτωπό της. Όχι, διαπίστωσε. Ψηνόταν ακόμα στον πυρετό, απλώς τα τραύματα στα χέρια του την είχαν κάνει λίγο να ξεχαστεί.

300


«θέλω να σου πω αυτά που είδα». Ο Αλεξ άπλωσε το χέρι του και κάλυψε το δικό της πριν αρχίσει να ψαχουλεύει το σώμα του. «Θα μου πεις. Πρώτα όμως θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα είσαι φρόνιμη. Δε θα κινείσαι καθόλου. Ούτε εσύ ούτε τα χέρια σου». «Δεν είσαι καθόλου πλαδαρός», πρόλαβε να εκτιμήσει εκείνη. «Περίεργο! Σπάνια βλέπεις σε τόσο καλή φυσική κατάσταση έναν επιστήμονα—» «Σάνια, κόφτο!» Η φωνή του πήρε την αυστηρή χροιά που ανάγκαζε τους συνομιλητές του να καταπίνουν τη γλώσσα του��. Του ξέφυγε μια βρισιά στα γαλλικά. «Σου το χω ξαναπεί. Έτσι ήμουν από μικρός. Είχα γερό σκελετό και καλό μυϊκό τόνο από γεννησιμιού μου. Απεχθανόμουν και απεχθάνομαι ακόμα τη γυμναστική. Η ζωή μου είναι υπερβολικά καθιστική, όμως ο γιατρός μού συνέστησε να κάνω λίγο τζόκινγκ πού και πού και να σηκώνω κάνα βαράκι για να αποφύγω τυχόν πρόωρο έμφραγμα. Το σώμα μου ανταποκρίθηκε γρήγορα, κι οι εξηγήσεις τελειώνουν εδώ. Δε νομίζω να σε ρώτησα ποτέ πώς κατάφερες να έχεις τόσο στητό στήθος απ’ τη στιγμή που ήσουν κι εσύ μια ζωή σκυμμένη πάνω από τα βιβλία». Η κοπέλα τραβήχτηκε αμέσως τόσο όσο έπρεπε για να μην ακουμπά το στήθος της πάνω του. Δεν έβλεπε το πρόσωπό της, αλλά μπορούσε να πάρει όρκο ότι είχε γίνει κόκκινη σαν παπαρούνα. Έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό του για τον επιτυχή παραλληλισμό. Τώρα απέμενε να συγκεντρωθεί στα λόγια της αντί στο μικρό ξεσηκωμό που συνέβαινε στο υπογάστριό του. «Είδα τον μπαμπά μου—» επανέλαβε μετά από καποια 301


δευτερόλεπτα. «Καβγάδιζαν άσχημα με τη μαμά. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν, ήμουν πολύ μικρή, οι κινήσεις τους όμως ήταν ξεκάθαρες. Η μαμά ήρθε πάνω απ’ το κρεβατάκι μου και απείλησε ότι θα με χτυπήσει αν δε σταματήσω να κλαίω. Ο μπαμπάς τότε την πλησίασε, την άρπαξε απ’ τα μαλλιά, την πέταξε στο πάτωμα και την έφτυσε κατάμουτρα. Εκείνη άρχισε να ουρλιάζει σαν λυσσασμένη. Μόνο δύο λέξεις κατάλαβα, Άλεξ. Τις επαναλάμβανε ξανά και ξανά, μέχρι που έκλεισε ο λαιμός της. “Εσύ φταις, εσύ φταις, εσύ φταις..”» Ξέχασε τις επιφυλάξεις του όταν την αγκάλιασε και κράτησε το πρόσωπό της στο στέρνο του για να την ηρεμήσει. Η υγρασία απ’ τα μάτια και τη μύτη της νότισε την πιτζάμα του, μα ούτε που το πρόσεξε. Τα πράγματα περιπλέκονταν πολύ. Οι έρευνές του έπρεπε να ξεκινήσουν από πιο παλιά ίσως από πριν ακόμα γεννηθεί εκείνη. «Ο πατέρας σου ήταν ο Αλκής Παρίσης, ο γνωστός σκηνοθέτης. Έτσι δεν είναι;» «Ναι, αυτός ήταν. Έχω δει μερικές φωτογραφίες του. Ήταν πολύ μεγαλύτερος από τη μητέρα μου, την περνούσε σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια. Τον παντρεύτηκε στο απόγειο της καριέρας της,.όταν ήταν ακόμα πολύ νέα. Εκείνος την εκτόξευσε ακόμα πιο ψηλά όσο ήταν παντρεμένοι. Άργησαν να με αποκτήσουν. Ρώτησα αρκετές φορές τη θεία μου, διάβασα και τον Τύπο της εποχής, αλλά δε διαφωτίστηκα και πολύ για τη σχέση τους. Ήξερα βέβαια πως ο γάμος τους είχε πολλά προβλήματα. Απ’ ό,τι κατάλαβα, η μητέρα μου δεν του ήταν πιστή. Το μόνο που μου είπε η θεία μου, κι αυτό με τα χίλια ζόρια, ήταν πως ο πατέρας μου την εκδικήθηκε κλείνοντάς της όλες τις πόρτες στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Κατέστρεψε την καριέρα της. Κατέθεσαν από κοινού αίτηση διαζυγίου λίγο πριν το τροχαίο. Ξέρεις για το 302


τροχαίο, φαντάζομαι». «Οδηγούσε μεθυσμένος κι έπεσε σε μια κολόνα». «Ναι». Αναστέναξε. «Κι η μητέρα μου θα πρέπει να το χάρηκε πολύ». «θυμάσαι κάτι σχετικό;» «Όχι, αλλά το ξέρω. Είναι απ’ αυτά τα πράγματα που γνωρίζεις σχεδόν ασυνείδητα, και πάντα επαληθεύονται. Λένε πως κληρονόμησα απ’ τον πατέρα μου το ταλέντο στη φωτογραφία — » άλλαξε θέμα. «Το μυαλό μου λειτουργεί σαν να σκηνοθετεί το περιβάλλον, όπως και το δικό του. Δεν έχω ποτέ επισκεφτεί το πατρικό μου. Δεν ήθελα. Ωστόσο, ίσως πρέπει να το κάνουμε μαζί» «Γιατί δεν ήθελες;» «Δεν ξέρω. Άλλη μια ασυνείδητη γνώση. Ήμουν σίγουρη ότι δεν υπήρχε ευτυχία σε εκείνο το σπίτι. Εξάλλου, ελάχιστο καιρό έζησα εκεί. Τι να προλάβω να μάθω για τον εαυτό μου; Μωρό ήμουν. Ισα που είχα πετάξει τις πάνες και είχα αρχίσει να περπατάω. Άργησα πολύ να περπατήσω, ξέρεις. Μου το είπε η θεία Δανάη. Καθυστέρησα αρκετά συγκριτικά με τα παιδιά της ηλικίας μου—» «θα τα ψάξουμε όλα», της υποσχέθηκε σκεπάζοντάς την καλά με την κουβέρτα. «Εγώ κι εσύ. Μαζί. Δε χρειάζεται να φοβάσαι τίποτα». «Μην πας στον καναπέ απόψε, κύριε Γκρέι», του είπε μαζεύοντας όλο της το θάρρος. «Ας κοιμηθούμε μαζί. Σ’ έχω ανάγκη. Δεν είναι δύσκολο. Απλώς θα κλείσουμε τα μάτια και θα μας πάρει ο ύπνος. Πες πως είμαι ένα φιλαράκι σου. Δεν 303


είναι κακό— είναι;» «Αρκεί να μην κινείσαι πολύ», αστειεύτηκε. «Αν μείνεις έτσι μέχρι το πρωί, μπορεί να καταφέρω ακόμα και να ροχαλίσω. Πού ξέρεις;» «Από πότε— θέλω να πω— έχεις καιρό να—;» «Να κοιμηθώ με γυναίκα;» τη διευκόλυνε. «Εεε— ναι—» «Κάμποσο—» αποκρίθηκε αόριστα. «Δεν υπάρχουν άντρες εγκρατείς όσο εσύ», τον παίνεσε. «Ο Παύλος αλλάζει μία γυναίκα τη βδομάδα. Κάποτε τον είπα αχόρταγο, και κόντεψε να με χαστουκίσει». «Καμιά φορά είναι αναγκαία η ποσότητα για να βρεις την ποιότητα», φιλοσόφησε εκείνος κι ακούμπησε το πιγούνι του στο κεφάλι της. «Όσοι την αποκτούν χωρίς να αναλωθούν είναι τυχεροί. Κοιμήσου τώρα. Είσαι ταλαιπωρημένη, κι αύριο μας περιμένει ταξίδι». «Καληνύχτα, Άλεξ», του είπε απαλά κι έκλεισε τα μάτια απολαμβάνοντας τη θαλπωρή της αγκαλιάς του. «Καληνύχτα», είπε κι εκείνος στον ίδιο τόνο, ενώ ονειρευόταν να χωθεί στο λουτρό για κρύο ντους. Δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Η σκηνή τής φάνηκε απίστευτα οικεία. Στάθηκε ακίνητη, σχεδόν μουδιασμένη, βλέποντας τον Άλεξ να αγκαλιάζει το σκύλο του και να τον πειράζει τραβώντας τις στητές άκρες των αφτιών του. 304


Ο Μινγκ, σίγουρα αμάθητος σε τόσο μεγάλη απουσία του αφεντικού του, πότε γρύλιζε και πότε κλαψούριζε, μην ξέροντας καν τι αισθανόταν πιο έντονα εκείνη τη στιγμή: θυμό για την πολυήμερη εγκατάλειψή του σ’ ένα ξένο σπίτι ή χαρά για την επιστροφή του αφέντη του; Η εικόνα ήρθε κι έφυγε αστραπιαία. Είδε τον εαυτό της να κρατά ένα παιδικό σακίδιο και τον Ρωμανό να τρέχει να αγκαλιάσει έναν ολόιδιο γερμανικό ποιμενικό στο ίδιο ακριβώς σημείο του κήπου. Έσκυβε με τον ίδιο τρόπο κατέβαζε τα αφτιά του σκύλου με απαράλλακτες κινήσεις. Κι όταν το ζώο ξάπλωσε ανάσκελα για να υποδεχτεί τα γαργαλητά του αφεντικού του, ο Ρωμανός -όπως κι ο Άλεξ τώραβύθισε τα δάχτυλά του στην πλούσια καφετιά γούνα του και τον έκανε να γαβγίσει ευτυχισμένος. «Σου έλειψα, αγόρι μου;» τον άκουσε να ρωτά στη στιγμιαία της παραίσθηση, και μόλις συνήλθε διαπίστωσε ότι η ερώτηση που έκανε στο σκύλο του αυτός ο άντρας στο παρόν ήταν η ίδια. Πλησίασε κάτωχρη άντρα και σκύλο και στάθηκε δίπλα τους. Ο Μινγκ έσπευσε να της κάνει χαρές, κι εκείνη τις ανταπέδωσε με μισή καρδιά. Το μυαλό της δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ’ την εντύπωση της τρομερής ομοιότητας. Είχαν το ίδιο ύψος κι έσκυβαν με τον ίδιο τρόπο, το είδε καθαρά: με τα γόνατα λυγισμένα για να μην καμπουριάζουν και τους ώμους στητούς. Το κεφάλι και των δύο έγερνε ελαφρά στο πλάι και χαμογελούσαν περίεργα, κάπως στραβά, σαν τον Τζον Γουέιν στα παλιά γουέστερν που παρακολουθούσαν μαζί με τον Ρωμανό. «θες να σε πάω στο σπίτι σου ή θα μείνεις εδώ;» τη ρώτησε παίρνοντας το σακίδιό της. 305


«Δε θέλω να μείνω μόνη μου απόψε. Ακόμα δεν έχω συνέλθει από χτες· » «Πάμε μέσα, τότε. Έχω ειδοποιήσει τη Μαρία. Θα μας περιμένει». Τον είδε να προπορεύεται με τον Μινγκ να χοροπηδά στο πλευρό του και στέγνωσε το σάλιο της. Κούνησε το κεφάλι για να διώξει τις ανόητες εντυπώσεις. Ήταν παιχνίδια του ασυνειδήτου της και τίποτα περισσότερο. Αφού κάποτε λάτρευε σαν θεό τον Ρωμανό Κατρά, ήταν πολύ λογικό τώρα να τον ψάχνει σε έναν άντρα που ο ίδιος τον θεωρούσε φίλο. Το ότι είχαν το ίδιο ύψος και τον ίδιο σωματότυπο, πλέον, ενίσχυε την πλάνη της. Κατά βάθος επιδίωκε να τους ταυτίσει, λαχταρώντας να βιώσει στο παρόν κάποια απ’ τα τρυφερά συναισθήματα του απωθημένου παρελθόντος της. Τον σταμάτησε δευτερόλεπτα πριν τον δει να χτυπά το κουδούνι, αγγίζοντας το μπράτσο του. «Θέλω να μάθω κάτι», του είπε. «Τι;» «Είναι και η Μαρία Κατρά στη λίστα των υπόπτων;» «Θα δούμε. Αύριο θα επισκεφτούμε τον Ρωμανό. Θα του θέσω ευθέως την ίδια ερώτηση, κι ας ελπίσουμε να μας απαντήσει». «Δε σου χει πει;» επέμεινε. «Δε σου χει πει τι έκανε η Μαρία το βράδυ του φόνου;» «Κοιμήθηκε σε μια φίλη της. Τα στοιχεία της υπάρχουν στο φάκελο της υπόθεσης. Το είχε επιβεβαιώσει τότε». Ένα ξαφνικό ράπισμα του βοριά έφερε τα μαλλιά στο πρόσωπό της κι ανακάτεψε τα δικά του. Παρατήρησε πωςη καλή του διάθεση είχε εξαφανιστεί. Τη θέση της πήρε μια σκυθρωπή 306


έκφραση και χείλη σφιγμένα, λες και τον μαστίγωναν. «Εσύ τι νομίζεις;» τον ρώτησε ψάχνοντας το βλέμμα του. «Εγώ νομίζω πως το τελευταίο που χρειάζεται τώρα είναι να την υποπτευόμαστε. Αντιλαμβάνεσαι καλύτερα απ’ όλους τι έχει τραβήξει, όπως επίσης γνωρίζεις αν και κατά πόσο θρήνησε. Κι είμαι βέβαιος πως ξέρεις ότι από έφηβη παλεύει με χίλια κύματα για να ορθοποδήσει, την ώρα που εσύ μεγάλωνες στα πούπουλα. Έχω μιλήσει μαζί της», πρόσθεσε ψυχρά την ώρα που χτυπούσε το κουδούνι. «Δε μου κρύψε ότι μισούσε με όλη της την ψυχή τη μητέρα σου, όπως δε μου κρύψε ότι λάτρευε τον αδερφό και τον πατέρα της». Όταν η Μαρία φάνηκε στο κατοίφλι και υποδέχτηκε και τους δυο τους με μια ζεστή αγκαλιά, η Σάνια ένιωσε το χειρότερο απόβρασμα της οικουμένης. Ντράπηκε φοβερά για τις σκέψεις της, κι απέφυγε να την κοιτάξει στα μάτια όση ώρα της μιλούσε. Έτσι, δεν είδε το βλέμμα που αντάλλαξε με τον Άλεξ, ούτε το χαρακτηριστικό νεύμα του που της δήλωνε ότι όλα ήταν εντάξει. Με τεράστια προσπάθεια έφαγε μερικές μπουκιές απ’ το νόστιμο παστίτσιο της οικοδέσποινας, κι έπειτα, ζητώντας συγγνώμη, αποσύρθηκε στο δωμάτιό της. Δεν μπόρεσε να υπολογίσει την ώρα που πέρασε καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού, με το βλέμμα χαμένο στο άπειρο και την ανάγκη να κλάψει, μέχρι τελικά να την πάρει ο ύπνος. «Πώς πήγε;» θέλησε να μάθει η Μαρία μόλις έμειναν μόνοι. Του πρόσφερε ένα ποτό κι εκείνος ήπιε το μισό με μια γουλιά. «Τέλεια».

307


«Αρχίζει να θυμάται;» «Και να μην εμπιστεύεται πια ούτε τη σκιά της». «Εσένα όμως σ’ εμπιστεύεται, το είδα. Πριν πει οτιδήποτε, ζητά την έγκρισή σου με το βλέμμα». «Θα σου πω τι θα γίνει από δω και μπρος». Και της είπε. Πήγαν στην ασφαλή απομόνωση της κουζίνας και κουβέντιασαν μέχρι το πρωί. Έπειτα η Μαρία αποσύρθηκε, κι εκείνος είδε το ξημέρωμα παρέα με τον Κινγκ, καθισμένος στο χώμα σε κάποια σκοτεινή γωνιά του κήπου. Ήταν αδύνατο να του κολλήσει ύπνος, και ήξερε ότι με την καταιγιστική τροπή που θα έπαιρναν οι εξελίξεις, δε θα πολυκοιμόταν στο εξής. Η Δανάη χτύπησε τη μαγκούρα της στο πάτωμα βλέποντας το πλάνο στην τηλεόραση. Ταυτόχρονα άρχισε να χτυπά δαιμονισμένα το τηλέφωνο, κι η Μίνα έτρεξε να απαντήσει. «Ναι, Παύλο μου—» έλεγε ταραγμένη η κοπέλα. «Το δείχνει συνέχεια. Τι κάνει ο μπαμπάς;» Όση ώρα μιλούσε η Μίνα, η Δανάη ήπιε αμέτρητα ποτήρια νερό, το ένα μετά το άλλο. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Αν δεν πάθαινε καρδιακή προσβολή τώρα, δε θα πάθαινε ποτέ. Το ρεπορτάζ ωστόσο δε σήκωνε αμφισβήτηση. Δεκάδες κάμερες και μικρόφωνα χώνονταν κάτω απ’ τη μύτη της Σάνιας και του Άλεξ Γκρέι, και η εικόνα μιλούσε από μόνη της. Δε χρειαζόταν να αναφέρει η δημοσιογράφος ότι είχαν γίνει ζευγάρι. Δε χρειαζόταν να απαντηθούν τα «γιατί» και τα «πώς», όταν η γλώσσα του σώματος μιλούσε τόσο ξεκάθαρα. Την κρατούσε 308


στην αγκαλιά του, της έδινε πεταχτά φιλιά στο μάγουλο, κι όσο προσπαθούσε να την προστατεύσει από τα φλας, τόσο εκείνη κρυβόταν στο στέρνο του με απόλυτη εμπιστοσύνη, σαν να ήταν το μοναδικό της στήριγμα. Έπειτα τους είδε να διαβαίνουν μαζί τις πύλες των φυλακών, χέρι χέρι, με τα σώματά τους σε τέλειο συγχρονισμό, λες και ήταν ζευγάρι από χρόνια. Η Δανάη δε γελιόταν. Ήξερε τη Σάνια πολύ καλά! Μπορούσε να μεταφράσει αλάνθαστα ακόμα και τις αναπνοές της. Ήταν ερωτευμένη μαζί του, και άφηνε τον εαυτό της και το μυαλό της στα χέρια του με την ίδια εμπιστοσύνη που ένα νεογνό αφήνεται στον κόρφο της μάνας του. «Μαμά, ο Παύλος είναι έξαλλος!» είπε τρέμοντας η Μίνα. «Τι γίνεται εδώ; Τι κάνει η Σάνια;» «Ο πατέρας σου πώς είναι;» «Τον έχουν πολιορκήσει οι δημοσιογράφοι. Τώρα φεύγει από το υπουργείο κι έρχεται εδώ. Άκουσα καλά; Είναι αλήθεια όσα λένε; Η Σάνια και ο Άλεξ Γκρέι, ο ψυχίατρος του φονιά·;» «Φοβάμαι πως ναι». «Μαμά, τι θα κάνουμε;» «Θα το υποστούμε, τι άλλο; Ας ελπίσουμε ότι είναι μια περαστική τρέλα. Πρώτη φορά τη βλέπω να ερωτεύεται αληθινά. Είναι λογικό να ακολουθεί την καρδιά της. Θα δούμε, θα δούμε·» Η εξώπορτα άνοιξε με ορμή και εισέβαλε η Βέρα, εκσφενδονίζοντας την τσάντα της σιον καναπέ. «Τρελάθηκε;» ούρλιαξε. «Είναι αλήθεια όσα λένε; Η Σάνια και ο μονόφθαλμος ψυχίατρος του Ρωμανού Κατρά;» 309


«Να ηρεμήσετε αμέσως κι οι δυο σας», διέταξε η Δανάη. «Δε θέλω να έρθουν ο αδερφός και ο πατέρας σας και να σας δουν έτσι. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ας μη ρίξουμε κι άλλο λάδι στη φωτιά». «Μαμά, ο Παύλος θα τον σκοτώσει!» μουρμούρισε η Βέρα βουρκώνοντας. «Αν πληγώσει τη Σάνια, θα τον αφήσει στον τόπο!» «Καλά θα κάνουμε να τον καλμάρουμε. Όλοι», πρόσθεσε κοιτώντας αυστηρά τις κόρες της. «Η Σάνια δεν είναι μικρό παιδί πια. Είναι επιλογή της. Θέλουμε δε θέλουμε, θα τη σεβαστούμε». «Μα είναι σκάνδαλο!» διαμαρτυρήθηκε η Μίνα, που μέσα στην ταραχή της ξεχάστηκε κι άναψε τσιγάρο μπροστά στη μητέρα της. «Είναι ο ψυχίατρος του δολοφόνου της μάνας της. Τι θα πουν όλοι; Τι θα σκεφτούν αν ξανανοίξει η υπόθεση, για παράδειγμα; Ότι την έπεισε να πει ψέματα για να αθωώσουν αυτό το κάθαρμα να τι θα πουν. Δεν το περίμενα από τη Σάνια αυτό, δεν το περίμενα!» «Έχουμε άλλη επιλογή;» αναρωτήθηκε η Δανάη. «Αν της επιτεθούμε, θα τη χάσουμε τελείως. Μπορεί να ναι μια μπόρα που θα περάσει, ένας απλός ενθουσιασμός. Αν την κρατήσουμε μακριά μας, δε θα μάθουμε ποτέ. Είναι ικανή να εξαφανιστεί μαζί του, την ξέρω καλά. Όταν της μπει κάτι στο μυαλό·» Η Βέρα άλλαξε κανάλι κι έπεσε πάλι στα ίδια πλάνα, σε άλλο τηλεοπτικό δελτίο. «Δεν ταιριάζουν», είπε με πείσμα. «Είναι πολύ μεγάλος γι’ αυτή μουντός, σοβαρός και ξινός. Μα τι την έπιασε;» Το απότομο φρενάρισμα που ακούστηκε απέξω τις έκανε να 310


μαρμαροκίουν. Η Βέρα έκλεισε την τηλεόραση κι η Μίνα έτρεξε να πα-ρει προκαταβολικά παυσίπονο. Έπειτα άκουσαν τους μεντεσέδες της πόρτας να διαλύονται και χαμήλωσαν ταυτόχρονα τα μάτια. Ακολούθησε ένας ορυμαγδός από βλαστήμιες. Ο Ζακ άκουσε τα βήματα που σταμάτησαν απέξω και ταυτοποίησε αμέσως τα πρόσωπα στα οποία ανήκαν. Οι μονοκόμματοι, γεμάτοι αυτοπεποίθηση διασκελισμοί φώναζαν από μακριά ότι ήταν του Άλεξ και τα ανυπόμονα, βιασηκά βηματάκια πρόδιδαν τη Σάνια. Φόρεσε στη στιγμή το αγενές του προσωπείο, ξάπλωσε στο στενό του κρεβάτι, κι αφού ακούμπησε το ένα του πόδι στο λυγισμένο γόνατο του άλλου, βάλθηκε δήθεν να μελετά το Κόκκινο Πέπλο. Είχε καταλάβει τι έπρεπε να κάνει, αφού διάβασε πολλές φορές τις τσακισμένες σελίδες. Αρκεί να έπαιρνε το οκέι από τον Άλεξ πως όλα είχαν πάει καλά μέχρι τώρα. Πρόσεξε πως η Σάνια κοίταξε κοροϊδευτικά το βιβλίο που κρατούσε, και στράφηκε στον Άλεξ. Ένα ανεπαίσθητο νεύμα τού έδωσε αυτό που ήθελε για να προχωρήσει. Απολαμβάνοντας το ρόλο του, ήταν για μια ακόμα φορά εκπληκτικός στην παράστασή του. Με το βιβλίο στα χέρια σηκώθηκε, πλησίασε αργά τη Σάνια κι έσκυψε για να φέρει το πρόσωπό του ακριβώς απέναντι απ’ το δικό της. «Τι έχουμε εδώ, πριγκιπέσα;» ρώτησε κοιτώντας την πειρακτικά. «Πάει ο φόβος σου;» Η Σάνια του χαμογέλασε. Κατόρθωσε να δείχνει ατάραχη μπροστά σ’ όλα εκείνα τα μούσκουλα που φούσκωναν και ξεφούσκωναν με την παραμικρή του κίνηση. Νευρίασε αφόρητα με τον τρόπο που τα μάτια του περιεργάζονταν το κορμί της, 311


αλλά δεν το έδειξε. Δε θα τον άφηνε να πάρει το πάνω χέρι όχι αυτή τη φορά. «Μμμ, ακόμα μυρίζεις βανίλια—» είπε ο Ζακ φέρνοντας τη μύτη του κοντά στο λαιμό της. Τα μάτια του καρφώθηκαν ειρωνικά στον Άλεξ, που στεκόταν λίγο πιο πίσω. «Μυρίζει παντού βανίλια, γιατρέ;» θέλησε να μάθει. «Μήπως έχει την ίδια γεύση, κιόλας;» «Γίνεσαι χυδαίος!» του πέταξε η Σάνια με θυμό. «Α\ήθεια;» Παίρνοντας την έγκριση του Άλεξ με μια αστραπιαία ματιά, άπλωσε το χέρι και την τράβηξε κοντά του. Βλέποντας την προσπάθειά της να απαγκιστρωθεί, γέλασε δυνατά. Έπειτα έκανε πως ήταν έτοιμος να τη φιλήσει. Ένα γαντοφορεμένο χέρι βρέθηκε τυλιγμένο στο λαιμό του με μανία. Η Σάνια ελευθερώθηκε κι ο Ζακ προσποιήθηκε τον συγκλονισμένο. «Μπράβο, γιατρέ!» μουρμούρισε με θαυμασμό. «Τι αλλαγές είναι αυτές; Εσύ, βία; Εσύ, οργή; Απίστευτο! Δε σε γουστάρω έτσι. Μου θυμίζεις εμένα όπως είμαι τώρα. Προτιμούσα να μου θυμίζεις τον εαυτό μου όπως ήταν παλιά: όταν αλώνιζα τα καταστήματα καλλυντικών κατακόκκινος από ντροπή για να βρω άρωμα βανίλια».· Ο Άλεξ τράβηξε το χέρι του αμίλητος κι έβγαλε το σημειωματάριο και το κασετοφωνάκι απ’ το χαρτοφύλακά του. Από μέσα του πανηγύριζε. Ένιωσε το χέρι της Σάνιας να τον χτυπά παρηγορητικά στον ώμο, κι έπειτα την είδε να ορθώνει το ανάστημά της στο φοβερό και τρομερό Ρωμανό Κατρά τινάζοντας σαν αμαζόνα το κεφάλι. Ύψωσε με έκπληξη τα φρύδια του, και ο Ζακ το πρόσεξε. 312


«Πριγκιπέσα, μου φαίνεται πως τον έχεις ξεμυαλίσει», παρατήρησε ανάβοντας ατάραχος τσιγάρο. «Είσαι απαίσιος!» του επιτέθηκε εκείνη. «Αυτός ο άνθρωπος σε θεωρεί φίλο του κι είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να σε βοηθήσει. Γιατί φέρεσαι έτσι; Γιατί δεν κάνεις κάτι για να βοηθήσεις κι εσύ τον εαυτό σου;» Είχε έρθει η στιγμή να δείξει πως οι αντιστάσεις του λύγιζαν, όπως στη σκηνή του Κόκκινον Πέπλου που ο Ρομάν αποκάλυψε την πραγματική ταυτότητά του στην Άννα. «Έχω κάνει ήδη πάρα πολλά. Το γεγονός πως είμαι εδώ θα πρέπει να σου λέει πόσα». «Είχε δίκιο ο Άλεξ, λοιπόν—» Τον πλησίασε. «Ήθελες να συλληφθείς. Και φυσικά τα έχεις τετρακόσια». «Έχουν κλείσει τα μικρόφωνα και τα σχετικά;» Φύσηξε τον καπνό σαν ταύρος έτοιμος να ορμήσει στο κόκκινο πανί. «Ναι», είπε από τη γωνιά του ο Άλεξ. «Πόσα σου είπε για μένα ο γιατρός;» τη ρώτησε κοιτώντας τη με μάτια μισόκλειστα. «Τα πάντα». Την τρόμαζε. Είχε σκοπό να φαίνεται ανεπηρέαστη από την αγριωπή συμπεριφορά και το φονικό ύφος του, αλλά δεν τα κατάφερε. Πισωπάτησε λίγο, κι εκείνος κούνησε με λύπη το κεφάλι. «Τα πάντα, ε; Ελπίζω όχι χωρίς ανταλλάγματα», πέταξε τη σπόντα του. «Μείνε ήσυχος. Του μίλησα κι εγώ. Ξέρει τι έχει συμβεί κάθε 313


φορά που έχει επανέλθει η μνήμη μου, κι αποφασίσαμε από κοινού να σταθούμε στο πλευρό σου. Όμως έχει σημασία να το ακούσω κι από σένα, Ρωμανέ. Θέλω να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου πεις ότι δεν το έκανες». «Σε κοιτάζω και σ’ το λέω. Θα με πιστέψεις;» «Δοκίμασε!» «Τότε, άκου το, πριγκιπέσα». Ακολούθησε πιστά τη σκηνή του βιβλίου: την τράβηξε κοντά του και την υποχρέωσε να τον κοιτάξει απ’ τη μικρότερη δυνατή απόσταση. «Δεν το έκανα», δήλωσε. Παρασύρθηκε από το όμορφο πρόσωπό της και τη μυρωδιά των μαλλιών της, και ξέχασε προς στιγμήν ότι ο φίλος του παρακολουθούσε από πίσω της σαν γεράκι. «Μισούσα τη μάνα σου γι’ αυτά που με έκανε να νιώθω, αλλά δε θα έφτανα ποτέ στο σημείο να τη σκοτώσω. Δυστυχισμένη ύπαρξη ήταν κι αυτή. Ο Θεός την είχε καταραστεί να είναι πλεονέκτρια, ματαιόδοξη και ρηχή. Ήταν μονίμως ανικανοποίητη. Κατά βάθος τη λυπόμουν, πριγκιπέσα. Ίσως περισσότερο απ’ όσο λυπόμουν τον πατέρα μου, που είχε καταντήσει σκλάβος της. Ισως περισσότερο κι απ’ όσο λυπόμουν εσένα, που έψαχνες μονίμως κάποιον να σ’ αγαπήσει· » Η Σάνια άρχισε να τρέμει, αλλά δεν προσπάθησε να του ξεφύγει. «θα μου πεις;» τον ρώτησε με την ελπίδα να φωτίζει τα μάτια της. «θέλω να ξέρω, Ρωμανέ. Γιατί δε μ’ αγαπούσε;» Ο Ζακ ταυτίστηκε απόλυτα σχεδόν με την προσωπικότητα του φίλου του, παραμέρισε εντελώς τον αληθινό του εαυτό. Ήθελε τόσο πολύ να την αγκαλιάσει για να την παρηγορήσει ήθελε τόσο πολύ να διαπιστώσει αν τα καλογραμμένα χείλη της είχαν 314


στ’ αλήθεια τη γλύκα που υπόσχονταν. Τα συναισθήματά του του δημιούργησαν σύγχυση. Μπερδεύτηκε, και εκεί που την έσφιγγε γερά από τα μπράτσα, τα χέρια του έκαναν να τη χαϊδέψουν. Ευτυχώς, μια ματιά του Άλεξ τον συνέφερε αμέσως. Ξερόβηξε κι οπισθοχώρησε. Θα ένιωθε λιγότερο παγωμένος αν κολυμπούσε γυμνός στον Ατλαντικό. «Γιατί αγαπούσε περισσότερο απ’ όλους τον εαυτό της», κατόρθωσε να πει. «Γιατί της θύμιζες πάντα την αποτυχία της να παραμείνει στην κορυφή. Γιατί γεννήθηκες από λάθος». Ήταν η σειρά της να παγώσει. «Τι εννοείς; Προσπαθούσε αρκετά χρόνια να με αποκτήσει έτσι μου είπε η θεία μου. Ήταν ευτυχισμένη όταν γεννήθηκα». «Εμένα άλλα μου είπε όταν τη ρώτησα κάποτε. Μου είπε πως η Μιράντα έπαιρνε αντισυλληπτικά κρυφά από τον άντρα της για χρόνια και πως τα σταμάτησε μόνο όταν είχαν φτάσει στα πρόθυρα του διαζυγίου. Ήθελε να τον κρατήσει κοντά της με κάθε τρόπο. Όχι βέβαια επειδή τον αγαπούσε, αλλά επειδή είχε τη δύναμη να τη συντρίψει ή να την απογειώσει με ένα του τηλεφώνημα». Αρνήθηκε να τον πιστέψει. «Η θεία μου είναι σφίγγα σε ό,τι αφορά την οικογένειά της. Για ποιο λόγο να ανοιχτεί σε σένα;» «Γιατί δεν μπορούσε να μου πει ψέματα. Κανείς δεν μπορούσε να μου πει ψέματα, πριγκιπέσα. Δε σ’ το είπε αυτό ο γιατρός; Δε σου είπε το λόγο που με κρατούσαν όλοι τους σε απόσταση; Ήμουν μέσα στο μυαλό τους, είχα τη δύναμη να καταλαβαίνω τι σκέφτονταν. Προτιμούσαν λοιπόν να με αποφεύγουν απ’ το να επιχειρήσουν να με κοροϊδέψουν». Ήταν λογικό. Της το επιβεβαίωσε κι ο Άλεξ, όταν ζήτησε με 315


ένα βλέμμα την επιβεβαίωσή του. «Μου φερόταν άσχημα;» ρώτησε, βουρκώνοντας τώρα. Ο Ζακ τη λυπήθηκε. Καημένο κορίτσι! Απ’ ό,τι φαινόταν, την είχαν φλομώσει όλοι στα ψέματα. Θυμήθηκε τις ολονυχτίες συζητήσεις με τον Άλεξ στη Λεγεώνα. Είχαν περάσει χρόνια, αλλά παρέμεναν ζωντανές στο νου του σαν να είχαν γίνει χτες. «Όταν δεν την έβλεπαν, ναι», αναγκάστηκε να ομολογήσει. «Σου μιλούσε άσχημα και δεν ήθελε να την πλησιάζεις. Όταν ήμουν εγώ ή ο πατέρας μου μπροστά, γινόταν άγγελος. Ισως αυτός να ήταν κι ένας από τους λόγους που δεν ξεκολλούσες από δίπλα μου. Κοντά μου έπαιρνες απ’ τη μητέρα σου ό,τι αποζητούσες». «Σε ξελόγιασε;» Το δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό της ήταν ανεπιθύμητο, αλλά δεν μπόρεσε να το εμποδίσει. «Προσπάθησε πολλές φορές», αποκρίθηκε με ειλικρίνεια. «Δεν είχε με τι να παίξει, και βρήκε εμένα. Το μόνο που κατάφερε να πάρει ήταν ένα φιλί. Δυστυχώς για μένα, αποδείχτηκε πως ήταν και μοιραίο». Η Σάνια αναζήτησε την καρέκλα και κάθισε νιώθοντας τα γόνατά της να κόβονται. Είδε τον Ρωμανό να φέρνει τη δική του καρέκλα απέναντί της και να κάθεται κοιτώντας τη σκεπτικός. Ο Άλεξ του έκανε νόημα να συνεχίσει, κι εκείνος έριξε τα χαρτιά του στο τραπέζι σβήνοντας το τσιγάρο του και παίρνοντας τα χέρια της στα δικά του. Μόλις εκείνη τη στιγμή πρόσεξε το ασημένιο δαχτυλίδι του με το λατινικό καλλιτεχνικό R σκαλισμένο περίτεχνα στην πλατιά του επιφάνεια. Ρωμανός Ρομάν: η πραγματικότητα και η φαντασία στο ίδιο πρόσωπο να την κοιτούν με το ίδιο σκοτεινό βλέμμα. «Είμαι σίγουρος πως στο μυαλό σου κρύβονται οι απαντήσεις», της είπε απαλά. «Δεν 316


ήταν τυχαία η χρονική στιγμή που διάλεξα να επιστρέψω. Είχα επικοινωνήσει με την αδερφή μου. Ήξερα για τις κρίσεις σου, κι ήμουν βέβαιος πως άνοιξε κάποια πύλη στη μνήμη σου. Έχω σπουδάσει κι εγώ την επιστήμη του φίλου μου του Άλεξ. Περιπτώσεις σαν τη δική σου υπάρχουν κι άλλες. Είναι μετρημένοι στα δάχτυλα βέβαια αυτοί που επανήλθε ακέραιη ή μνήμη τους, αλλά έστω κι ένα επιβεβαιωμένο περιστατικό θα μου ήταν αρκετό για να προσπαθήσω. Σου μίλησε ο Άλεξ, Σάνια;» τη ρώτησε κλείνοντας τα μάγουλά της στα χέρια του σαν να ήταν μικρό κοριτσάκι. «Μπορείς να συναισθανθείς έστω κάτι από την κόλαση που έζησα;» «Λυπάμαι πολύ—» του είπε, χωρίς ανάσα σχεδόν. «Από σένα εμπνεύστηκα την Άννα», την πληροφόρησε, εισπράττοντας μια φαρμακερή ματιά απ’ τον Άλεξ. Αυτή η δήλωση ήταν εκτός σχεδίου, αλλά ο Ζακ το εννοούσε. «Έτσι σε φανταζόμουν όταν πια θα ήσουν ενήλικη: ένα τρυφερό πλάσμα γεμάτο χαρίσματα και ψυχή παιδιού. Δε φταις εσύ που παραπλανήθηκες, το ξέρω. Θα έρθει η ώρα όμως που θα πρέπει να κοιτάξεις τον κόσμο με τα δικά σου μάτια, και τότε θα πρέπει να έχεις σκληρύνει αρκετά, για να μην αφήσεις όσα δεις να σε πληγώσουν—» Μετά το επιτυχημένο του λογύδριο, σηκώθηκε και πλησίασε τον Άλεξ, που τον κοιτούσε σαν να ήθελε να τον πνίξει επιτόπου. Μα τι φαντάστηκε, ο ανόητος; Πως την φλέρταρε; Του χρωστούσε ένα γερό καβγά όταν με το καλό θα τέλειωναν όλα. «Λοιπόν, γιατρέ;» ρώτησε διασκεδάζοντας με τα ξινισμένα του μούτρα. «Πώς είναι ο κόσμος εκεί έξω;» «Όπως τον άφησες. Λιγότερο ασφαλής από δω μέσα».

317


«Πεθύμησα το άλογό μου και το μοναχικό σπίτι μου. Λέω μόλις αθωωθώ να πάω τη Σάνια στα μέρη μου και να τη μεθύσω με το κρασί του κτήματός μου». «Αν είναι το λογικό κορίτσι που δείχνει ότι είναι, δε θα τολμήσει να σ’ ακολουθήσει· Ρωμανέ», είπε ο άλλος έξαλλος από θυμό. Την κοίταξε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. Τα φρύδια του σχημάτισαν δυο μικρά τόξα και λεπτές ρυτίδες αυλάκωσαν το μέτωπό του. .«Γιατί όχι;» ρώτησε, περιμένοντας από εκείνη την απάντηση. «Αφού ξέρει πως είμαι καλό παιδί· κατά βάθος». Η Σάνια κοίταξε και τους δυο τους έτσι όπως στέκονταν πλάι πλάι, κι η απάντηση της φάνηκε εύκολη. Ο ένας ήταν καλοντυμένος, αψεγάδιαστος, απέπνεε ασφάλεια και κύρος. Ο άλλος φαινόταν επί-κίνδυνος και άγριος σαν πολεμιστής του μεσαίωνα που σκορπούσε τον όλεθρο και την καταστροφή στο πέρασμά του. Πρόσεξε τις μαύρες μπότες και το στενό μαύρο παντελόνι που φορούσε. Πρόσεξε τα νεύρα που διαγράφονταν στα γυμνά του μπράτσα και τους μυς που τεντώνονταν κάτω απ’ το μαύρο του φανελάκι. Ναι, ήταν εύκολη απόφαση: Μόνο αλυσοδεμένη θα ξεμοναχιαζόταν μαζί του. «Με πληγώνεις, πριγκιπέσα», της είπε δήθεν απογοητευμένος. Είχε μαντέψει την απάντησή της, φυσικά. Ένα μυαλό σαν το δικό του, αυτό που θυμόταν όταν επανερχόταν για λίγο η μνήμη της, δε θα μπορούσε παρά να διαβάζει με ευκολία τις απαντήσεις στην έκφραση των συνομιλητών του. «Και κλοτσάς την ευκαιρία να δεις πώς είναι ο κόσμος στη ράχη ενός πανάκριβου, πολύτιμου επιβήτορα. Η πρόσκληση πάντως θα είναι μονίμως ανοιχτή για σένα. Μπορείς να την αποδεχτείς ακόμα και παρέα με το γιατρό σου». 318


«Δεν είναι γιατρός μου», του ξεκαθάρισε, «αλλά θα είμαι τίμια μαζί σου. Φοβάμαι αυτό που έγινες. Φοβάμαι οποιονδήποτε έχει ξεπεράσει το δισταγμό ακόμα και να σκοτώσει». «Είμαι ο ίδιος άνθρωπος που σε αποκοίμιζε με παραμύθια, πριγκιπέσα», της υπενθύμισε. «Ποτέ δεν ξέρεις πώς τα φέρνει η ζωή. Μπορεί κι εσύ να αναγκαστείς μια μέρα να κάνεις κάτι που θεωρείς αδιανόητο ή αμαρτία. Είμαστε άνθρωποι. Η αρετή και η αμαρτία είναι τόσο κοντά, που μπορεί να περάσεις τα όρια χωρίς να το καταλάβεις— » «Ας ελπίσουμε ότι δε θα συμβεί αυτό». Πήρε την τσάντα της και κοίταξε τον Άλεξ. Έπειτα άπλωσε το χέρι και το έτεινε στον Ζακ. «Τέλειωσε ο χρόνος μας, αλλά θα ξανάρθω. Θα σε κρατάμε ενήμερο. Ελπίζω να πάνε όλα καλά—» Την εξέπληξε μ’ ένα παλιομοδίτικο χειροφίλημα. «Είμαι βέβαιος ότι όλα θα πάνε καλά. Δε διάλεξα στην τύχη τον Άλεξ Γκρέι είναι to alter ego μου. Για το μόνο που λυπάμαι είναι που δεν μπορώ να συνεργαστώ άμεσα μαζί του. Δύο τόσο γερά μυαλά θα έλυναν το μυστήριο στο μισό χρόνο απ’ αυτόν που απαιτείται». Άφησε το χέρι της και προχώρησε στο εσωτερικό του δωματίου. «Ορεβουάρ, για την ώρα. Ελάτε πάλι όποτε μπορέσετε. Δεν πρόκειται να πάω πουθενά», συμπλήρωσε γελώντας. Ο Άλεξ και η Σάνια έφυγαν έχοντας διαφορετικά συναισθήματα απ’ αυτή τη συνάντηση. Εκείνη ένιωθε ανατριχίλα, κι εκείνος προσπαθούσε να καταλαγιάσει την οργή που ξύπνησε μέσα του η εύκολη επιλογή της. Ποτέ μόνη μ’ έναν άντρα σαν τον Ρωμανό Κατρά δηλαδή ποτέ μόνη μαζί του. Έβαλε δυνατά μουσική στο αυτοκίνητο για να εμποδίσει .την 319


οποιαδήποτε απόπειρα συζήτησης. Του ήταν ανυπόφορο εκείνη τη στιγμή να δείχνει πράος και ευγενής, ενώ μέσα του ήταν σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Τον πονούσε η απόρριψή της. Περισσότερο απ’ όσο έπρεπε κι απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί. «Άλεξ, συμβαίνει κάτι;» Έκανε πως δεν την άκουσε. Αφοσιώθηκε στην οδήγηση κι αφιέρωσε όλη του την ενέργεια στην ψυχολογική του προετοιμασία για την επόμενη δοκιμασία: τη συνάντηση με την οικογένειά της. Περίμενε υπομονετικά καπνίζοντας το πούρο του να τη δει να βγαίνει επιτέλους απ’ τη μικρή της κρεβατοκάμαρα. Αν άφηνε τον αληθινό εαυτό του να πάρει τα ηνία, θα έσπαγε την πόρτα και θα την έβγαζε σηκωτή έξω ακόμα κι αν ήταν θεόγυμνη, θα πρέπει να ’χε αλλάξει ρούχα πάνω από δέκα φορές. Ο Ζακ του είχε πει πόσο υστερικές μπορούσαν να γίνουν οι γυναίκες με την εμφάνισή τους όταν επρόκειτο για κάποιο σπουδαίο ραντεβού, και δεν τον είχε πιστέψει. Δεν είχε μοιραστεί τέτοιες στιγμές με μια γυναίκα. Δεν είχε συμβιώσει ποτέ με θηλυκό, και ο ίδιος στα ραντεβού του αδιαφορούσε για την εμφάνισή του. Η Σάνια επέμενε πως έπρεπε vex δείχνει ερωτευμένη από χιλιόμέτρα, κι εκείνος αδυνατούσε να την καταλάβει. Πώς ντύνονται δηλαδή οι ερωτευμένοι; Γιατί να αλλάξουν τις καθημερινές τους συνήθειες και να φέρονται σαν να συμμετέχουν σ’ ένα ατέλειωτο πάρτι μεταμφιεσμένων; Πήρε την απάντησή του αμέσως μόλις άνοιξε η αναθεματισμένη πόρτα. Ξέχασε να βγάλει τον καπνό από τα πνευμόνια του, και εκείνα διαμαρτυρήθηκαν μ’ έναν ηχηρό 320


βήχα. Η Σάνια Παρίση στο ρόλο της ερωτευμένης γυναίκας ήταν μια αποκάλυψη. Ποτέ δεν τη φαντάστηκε έτσι. Ούτε καν εκείνο το βράδυ που την είχε ξαπλωμένη δίπλα του και ονειρευόταν μια ψυχρολουσία στο λουτρό. Φορούσε κομψό μαύρο σατέν παντελόνι, λευκό μεταξωτό πουκάμισο και λεπτή ζώνη με στρας. Τα συνήθως χαμηλοτάκουνα παπούτσια της είχαν ανυικατασταθεί με μυτερές μπότες λουστρίνι, που έκαναν τα πόδια της να μοιάζουν ψηλότερα. Απ’ το διαφανές πουκάμισό της φαινόταν καθαρά ο δαντελένιος της στηθόδεσμος, παρότι είχε προσέξει να είναι στο χρώμα του δέρματος. Είχε τραβήξει τα μαλλιά της σε χαλαρό σινιόν, κι έτσι ο Άλεξ μπόρεσε να διακρίνει όλες τις λεπτομέρειες του μακριού λαιμού της, από το φίνο απαλό δέρμα μέχρι τις λεπτές φλεβίτσες που ανταποκρίνονταν με σφυροκόπημα στο έντονο βλέμμα του. Είχε βαφτεί απαλά, και τα ήδη ελκυστικά χείλη της ήταν ακαταμάχητα με το ελαφρύ ροζ λιπ γκλος. Το σώμα της μύριζε βανίλια. Μόνο που πάνω της αυτό το άρωμα έχανε την απλότητά του και μετατρεπόταν σε ισχυρό αφροδισιακό, έτοιμο να παίξει με τις αισθήσεις όσων είχαν την τύχη -ή την ατυχίανα νιώσουν την επίδρασή του. Το κινητό της χτύπησε και ψαχούλεψε ταραγμένη την τσάντα της. Έτρεμαν τα πόδια της. Το βλέμμα αυτού του άντρα την έκανε μερικές φορές να πιστεύει ότι στεκόταν μπροστά του ολόγυμνη όπως τη μέρα που γεννήθηκε. Ώρες ωρες δεν είναι καθόλου ντροπαλός, σκέφτηκε. Ώρες ώρες, αρκούσε μία και μόνη ματιά του για να νιώσει το δέρμα της να καίγεται. Και τότε της καρφωνόταν στο μυαλό η εντύπωση πως ο σοβαρός και απαίδευτος στα ερωτικά ζητήματα Άλεξ Γκρέι ήταν κατά βάθος ένας πολύπειρος εραστής, που θα μπορούσε να μετατρέψει μια ανυποψίαστη γυναίκα σε αχόρταγο, ηδονικό θηλυκό. 321


Μίλησε με τη Μαργαρίτα μηχανικά, χωρίς να μπορεί να εκφράσει τη χαρά της που την άκουγε μετά από τόσο καιρό. Της υποσχέθηκε ότι το επόμενο πρωί θα ήταν κανονικά στο πόστο της, κι ότι θα τα έλεγαν από κοντά, αποφεύγοντας έτσι να απαντήσει με λεπτομέρειες στις ερωτήσεις της. Κατάλαβε πως απογοήτευσε τη φίλη της με τη βιασύνη της, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Ο Άλεξ της είχε απαγορεύσει να πει την αλήθεια ακόμα και στη Μαργαρίτα. Δεν είχε περάσει τη δοκιμασία εμπιστοσύνης της εξεταστικής ματιάς του, και παρότι η Σάνια διαφωνούσε μαζί του, δεν του είχε φέρει αντίρρηση. Άλλωστε, μέχρι τότε ο έγκριτος ψυχίατρος δεν είχε πέσει έξω στις εκτιμήσεις του. Κοιτάζονταν χωρίς ν ανταλλάζουν λέξη. Ήταν κι εκείνος πολύ κομψός απόψε. Φορούσε σκούρο γκρι κοστούμι, γαλάζιο πουκάμισο και ανοιχτή γκρι καμπαρντίνα. Τα παπούτσια του ήταν καλογυαλισμένα και τα χειροποίητα γάντια του από μαύρο μαλακό δέρμα εφάρμοζαν στα χέρια του απόλυτα. Από το ίδιο δέρμα ήταν και η καλύπτρα του, που έκανε έντονη αντίθεση με το καλοξυρισμένο πρόσωπό του. Μόλις σηκώθηκε για να την πλησιάσει, ένιωσε έντονη ταραχή. Ήταν άλλη μία από εκείνες τις στιγμές που η εικόνα του ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την αύρα του. Αδυνατούσε να πιστέψει πως αυτό το δυνατό, καλοφτιαγμένο σώμα ήταν σκυμμένο πάνω από βιβλία μια ολόκληρη ζωή. Κι έτσι όπως άστραφταν τα δόντια του στο μισοσκόταδο, είχε την εντύπωση πως της χαμογελούσε λύκος αντί για άνθρωπος. «Είσαι πολύ όμορφη, αγαπητή μου», της είπε κάνοντας μια μικρή υπόκλιση. «Φαίνεσαι εντελώς ·· · διαφορετική». «Έτσι πρέπει». Του χαμογέλασε κι εκείνη, αλλά με τόση 322


ένταση, που την πόνεσαν οι μύες του προσοψιού της. «Δε συνηθίζω να ντύνομαι τόσο— επίσημα. Μάλιστα, αυτά τα ρούχα δεν τα έχω καν ψωνίσει εγώ. Είναι όλα δώρο της Μαργαρίτας». «Έχει εξαιρετικό γούστο». «Όμως δεν τη συμπαθείς». «Τη θεωρώ ακατάλληλη παρέα για σένα. Πάντα—» Πήγε να πει «··· τη θεωρούσα», αλλά κρατήθηκε στο παρά πέντε. «Πάντα άλλωστε στις γυναικείες σχέσεις υπάρχει κάποιος ανταγωνισμός, και νομίζω ότι στην περίπτωσή σας μόνο εκείνη έχει λόγο να προσπαθεί να σου μοιάσει». «Θα αλλάξεις γνώμη άμα τη γνωρίσεις», του είπε λίγο απότομα, παίρνοντας σαν προσωπική μομφή την απόρριψή του. «Το ελπίζω». Μιμούμενος επίτηδες την αβροφροσύνη του Ζακ, πήρε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. Φιλώντας το απαλά, αισθησιακά σχεδόν, ύψωσε το βλέμμα του για να συναντήσει το δικό της. «Ειλικρινά, το ελπίζω. Γιατί σε συμπαθώ, Σάνια. Παραπάνω απ’ όσο πρέπει να συμπαθεί ένας γιατρός μια ασθενή ή ένας επιχειρηματίας το συνέταιρό τον». Η Σάνια ένιωσε τα μηνίγγια της να σφυροκοπούν και το αίμα να κυλάει με ταχύτητα στις αρτηρίες της. «Μου χες πει ότι δεν ξέρεις να φλερτάρεις, κύριε Γκρέι—» προσπάθησε να ελαφρύνει τη στιγμή. «Όσο μεγαλώνει κανείς, μαθαίνει». Απομάκρυνε το στόμα του απ’ το χέρι της, έστρεψε λίγο το κεφάλι και ίσιωσε το κορμί του. «Ιδιαίτερα όταν θέλει να μάθει», συμπλήρωσε και της 323


έκανε νόημα να περάσει πρώτη. Αυτή τη φορά δεν ένιωσε θρίαμβο για την αναστάτωση που εσκεμμένα της προκάλεσε. Τον εμπόδισε η καρδιά του: εκείνο το ανεπιθύμητο μούδιασμα που συνήθως προερχόταν από την ενοχή. Κι όσο έβλεπε τη λεπτή της σιλουέτα να προσπαθεί να ισορροπήσει στις εξεζητημένες μπότες της, η τρυφερότητα που τον κατέκλυσε έκανε τις τύψεις του ακόμα πιο δυσβάσταχτες. Έκρυψε την κακή του διάθεση με τη σιωπή του. Το δείπνο ήταν προσεγμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Η Σάνια φερόταν σαν αληθινά ερωτευμένη, γεμίζοντας το πιάτο του και ψιθυρίζοντάς του διάφορα ακατανόητα στο αφτί. Εκείνος ανταπέδιδε άμεσα και αβίαστα την τρυφερότητά της, καταφέρνοντας να εξαλείψει τις όποιες αμφιβολίες υπήρχαν για τα συναισθήματά του. Ο Άλεξ είχε κλέψει τις εντυπώσεις. Ήταν πολύ ευχάριστος στη συζήτηση, σχολίαζε τα πάντα με οξυδέρκεια και χιούμορ και φρόντισε να είναι ακαταμάχητα ιπποτικός με τις γυναίκες της παρέας, κάνοντας όσες φιλοφρονήσεις ήταν απαραίτητες για να νιώσουν κολακευμένες, χωρίς όμως ο ίδιος να φαίνεται γλοιώδης ή ότι ζητά απελπισμένα την έγκρισή τους. Ήταν όλοι του χεριού του. Δε χρειάστηκε παραπάνω από δέκα λεπτά για να καταλάβει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει για να κερδίσει την εκτίμησή του καθενός. Μόνο με τον Παύλο τα βρήκε μπαστούνια. Ήταν προκατειλημμένος εναντίον του απ’ την αρχή, δεν έκρυβε τον εκνευρισμό του, κι ήταν φως φανάρι πως γύρευε αφορμή να στήσει καβγά μαζί του. Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να κοιτάζει με απροκάλυπτη απέχθεια την καλύπτρα του και να δείχνει ανοιχτά πως τον θεωρούσε ακατάλληλο για τη Σάνια. Έπινε πολύ και κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, 324


αδιαφορώντας για τις επιταγές της ευγένειας. Ισα που άγγιξε το φαγητό του, κι εκείνες τις λίγες μπουκιές απ’ την ψητή πάπια που έκοψε τις μάσησε σαν να ήταν έτοιμος να του τις φτύσει στα μούτρα. Αντιθέτως, η Βέρα και η Μίνα ήταν δυο αξιαγάπητα πλάσματα, που ξεπέρασαν γρήγορα τους δισταγμούς τους κι επιχείρησαν να τον γνωρίσουν καλύτερα. Η μεγαλύτερη έμοιαζε πολύ στο χαρακτήρα στη μητέρα της, ήταν λίγο εσωστρεφής αλλά και αξιοθαύμαστα δυναμική. Τον πληροφόρησε πως ήταν δημοσιογράφος σε μια εφημερίδα ιδεολογικά προσκείμενη στην παράταξη του πατέρα της, αλλά η θεματολογία της δεν ήταν πολιτική. Της άρεσε το κοινωνικό ρεπορτάζ. Όπου υπήρχαν κατατρεγμένοι, η Μίνα έβγαινε μπροοτάμισθα στον αγώνα τους και μαχόταν για τα δικαιώματά τους με πάθος και πείομα. Ο Άλεξ προέβλεψε πως αυτό το κορίτσι θα πήγαινε ψηλα. Ήταν αντισυμβατική και ιδεαλίστρια. Είχε δαιμόνιο πνεύμα, και δε δίστασε να πει μπροστά σε όλους πως, αν χρειαζόταν, θα ερχόταν σε αντιπαράθεση ακόμα και με τον πατέρα της. Η Βέρα ήταν εντελώς διαφορετική. Σπούδαζε στη Σχολή Καλούν Τεχνών, έμοιαζε στον πατέρα της, ήταν εξωστρεφής, λίγο αφελής λόγω της νεαρής της ηλικίας, κι έβλεπε τον κόσμο με καλλιτεχνική ματιά, εξωραΐζοντας τις ασχήμιες και διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα με απώτερο σκοπό να προστατεύσει τις ευαισθησίες της. Ήταν μια ρομαντική επαναστάτρια, καλόπιστη και πρόσχαρη. Εξέφρασε ανοιχτά τη γνώμη της γι αυτόν μόλις τον γνώρισε καλύτερα κι έδιωξε τους δισταγμούς της. Είπε πως της άρεσε και πως τον έβρισκε πολύ γοητευτικό. Του πρότεινε ακόμα και να του κάνει το πορτρέτο, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του αδερφού της, που τη συμβούλεψε ειρωνικά να μην πιει άλλο κρασί. Του απάντησε 325


βγάζοντάς του τη γλώσσα και αποκαλώντας τον γρουσούζη. Μπορεί και να πιάνονταν στα χέρια, αν δεν επενέβαινε η Δανάη Βαλέρη-Μαρκάτου, που διέθετε περισσότερο απ’ όλους το χάρισμα της διπλωματίας. Ο Άλεξ είχε βγάλει και για αυτή τα συμπεράσματά του. Αφού κουβέντιασαν μαζί για λίγο, διαπίστωσε πως ήταν ο εξισορροπητικός παράγοντας της οικογένειας: διευθετούσε τα πάντα ώστε να μη δυσαρεστηθεί κανένας και να λειτουργούν όλα αρμονικά. Η οικογένειά της ήταν τα πάντα για τη Δανάη. Αγαπούσε τον άντρα της και τα παιδιά της εξίσου, αλλά, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να κρύψει τη μικρή αδυναμία που είχε στη Σάνια. Ο τρόπος που την κοιτούσε διέφερε· ακόμα κι ο τρόπος που της χαμογελούσε. Ήταν η πρώτη που τον υποδέχτηκε θερμά, δηλώνοντας συγκινημένη πως υποστήριζε τις επιλογές της ανιψιάς της και πως τον θεωρούσε ήδη φίλο. Σε μια αποστροφή της συζήτησης, πρόλαβε να τον προειδοποιήσει πως, αν την πλήγωνε, θα έβρισκε απέναντί του ένα θανάσιμο ε’χθρό, αλλά εκείνος απέφυγε έντεχνα την υπόσχεση, χωρίς να προκαλέσει τον προβληματισμό της. Όλα έδειχναν καλά μέχρι τώρα. Από την πρώτη αυτή επαφή, κανείς δε θα έβγαζε το συμπέρασμα πως η οικογένεια Μαρκάτου έκρυβε μυστικά. Ωστόσο, ο Άλεξ ήξερε πως δεν έπρεπε να κρίνει απ’ τα φαινόμενα. Η πορεία της ζωής του του είχε αποδείξει πολλές φορές πως η αψεγάδιαστη επιφάνεια κάλυπτε συνήθως μεγάλη ασχήμια και σαπίλα. Ο νους του ταξίδεψε στον Ζακ. Τέτοια ώρα στο Παρίσι, στην αγαπημένη του πόλη, θα αναζητούσε τρόπους να περάσει ευχάριστα το βράδυ του παρέα με μία ή και περισσότερες γυναίκες, που θα αντάλλαζαν ευχαρίστως μια εξερεύνηση στις 326


καμπύλες τους με μια βόλτα με την Πόρσε του. Τέτοια ώρα ο Ζακ θα ήταν μεθυσμένος, ευτυχισμένος κι ελεύθερος. Και πάνω στον παροξυσμό της μέθης του, θα του τηλεφωνούσε και θα του έλεγε πολύ γλαφυρά πόσο ηλίθιος ήταν που προτιμούσε το μακάβριο πύργο του απ’ το μικροσκοπικό κιλοτάκι της Μαρί ή της Ελέν ή της Ζενεβιέβ ή οποιασδήποτε άλλης που μοιραζόταν πρόθυμα το αυτοκίνητο και το κρεβάτι του. Σκυθρώπιασε. Έπρεπε να δράσει γρήγορα. Έπρεπε οι ζωές όλων τους να επιστρέψουν στο φυσιολογικό τους ρυθμό και να βρεθεί ο καθένας όπου ανήκε: ο Ζακ στο Παρίσι του, εκείνος στα ανεμοδαρμένα του βουνά κι η Σάνια στην ασφάλεια του κόσμου της, της δουλειάς της και των φίλων της. Πίστευε πολύ σ’ αυτή, είχε διακρίνει τη δύναμή της. Ό,τι κι αν γινόταν, θα έβρισκε τον τρόπο για να προχωρήσει νιώθοντας σίγουρη και συγκροτημένη. «— Ήταν αυτό που λέμε κεραυνοβόλος έρωτας— » εξηγούσε η Σάνια γέρνοντας το κεφάλι στον ώμο του Άλεξ, που της ανταπέδωσε την τρυφερή κίνηση μ’ ένα ανάλαφρο φιλί στον κρόταφο. «Ήρθε ξαφνικά και αναπάντεχα, όπως όλοι οι κεραυνοβόλοι έρωτες. Δε χρειάστηκε καν να το κουβεντιάσουμε και να το αναλύσουμε. Απλώς το δεχτήκαμε, και τώρα το απολαμβάνουμε. Ο Άλεξ είναι εκπληκτικός άνθρωπος!» τον παίνεψε θερμά, κι έπειτα, παρασυρμένη κι απ’ τα τέσσερα ποτήρια κρασί που είχε πιει σε ανύποπτο χρόνο, αυτοσχέδιασε: «Νομίζω πως του θυμίζω τη γυναίκα του. Δε με πειράζει. Οΰτε.θα καθίσω να εξετάσω αν είναι σωστό ή όχι αυτό που μας ενώνει. Αρκεί που είμαστε μαζί». «Τι ξέρεις εσύ από έρωτα;» Το περιφρονητικό σχόλιο του Παύλου έφερε βουβαμάρα. Ένα 327


ζευγάρι φωτεινά μάτια, ολόιδια με αιλουροειδούς που στόχευαν το θήραμά τους στο σκοτάδι, καρφώθηκαν με κακία πάνω της. Γέμισε κι άδειασε το ποτήρι του με δυο κινήσεις. Το βλέμμα του έφερε μια βόλτα στα πρόσωπα όλων κι έπειτα ξαναστάθηκε αμείλικτο στο δικό της.

«Νομίζω πως είναι καιρός να μάθω», του είπε στο ίδιο ύφος, αλλά διατηρώντας την ψυχραιμία της. «Με πολύ καλές προοπτικές ξεκινάς. Ως υποκατάστατο μιας πεθαμένης». «Ντροπή σου!» του είπε η Σάνια κοπανώντας το χέρι της στο τραπέζι. Το ποτήρι της έπεσε βάφοντας με το περιεχόμενό του κόκκινο το τραπεζομάντιλο. Οι υπόλοιποι κράτησαν την ανάσα τους. Ακόμα και η Δανάη. «Για ποιο λόγο να ντραπώ;» Το βλέμμα του καρφώθηκε στον Άλεξ. «Επειδή λέω την αλήθεια; Εδώ είμαστε όλοι. Τρώμε και πίνουμε μαζί. Δεν υπάρχει καλύτερη στιγμή απ’ αυτή για να μιλήσουμε ανοιχτά. Εγώ πιστεύω ότι δεν ταιριάζετε. Αν ο συμπαθής κατά τα άλλα κύριος Γκρέι έχει αντίθετη άποψη, ας επιχειρηματολογήσει». Ο Άλεξ σκούπισε τα χείλη του με την πετσέτα, άναψε ένα πούρο κι έπαιξε χωρίς δισταγμό το παιχνίδι του. «Για ποιο λόγο να το κάνω;» αναρωτήθηκε ήρεμα. «Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε με επιχειρήματα τις επιλογές της καρδιάς; Μπορείς εσύ, κύριε Μαρκάτο; Μπορείς να επιχειρηματολογήσεις για τις επιλογές της δικής σου καρδιάς; Εξήγησέ μου ποια λογική έχει να ερωτεύεσαι μια γυναίκα που μεγάλωσε δίπλα σου σαν 328


αδερφή σου, και μετά είμαι πρόθυμος να σου δώσω τις δικές μου εξηγήσεις—» «Πολύ καλό αυτό», σφύριξε μέσ’ απ’ τα δόντια του ο Παύλος. «Χτύπημα κάτω από τη ζώνη, αλλά καλό. Το θέμα είναι όμως πως εγώ δε χρειάζεται να δώσω εξηγήσεις σε σένα ή σε οποιονδήποτε άλλο. Δεν είμαι εγώ στο πλευρό της αυτή τη στιγμή. Είσαι εσύ, μετά από λίγες σκάρτες μέρες γνωριμίας, με αρκετά χρόνια να σας χωρίζουν και με το βάρος της υπόνοιας πως την εκμεταλλεύεσαι για να αθωώσεις ένα φονιά. Αν όλα αυτά δε χρειάζονται εξηγήσεις, κύριε Γκρέι, τότε ποια χρειάζονται;» «Το περίμενα αυτό—» Ανασηκώθηκε λίγο, έβγαλε ένα βελούδινο κουτάκι απ’ την τσέπη του και το ακούμπησε στο τραπέζι. Όλοι το κοίταξαν σαν να επρόκειτο να ξεπηδήσει από μέσα καμιά δηλητηριώδης αράχνη. Οι κοπέλες αναφώνησαν κι η Δανάη κράτησε’την ανάσα της. Ο Παύλος έσφιξε τα χείλη κι ο Πέτρος Μαρκάτος τον κοίταξε ερωτηματικά: Όσο για τη Σάνια, είχε απομείνει εμβρόντητη να κοιτάζει μια το κουτάκι και μια την ανεξιχνίαστη έκφραση του Άλεξ. Μάντευε τι θα γινόταν, αλλά δεν την είχε προειδοποιήσει. Η ταραχή της και η σαστιμάρα της ήταν γνήσιες. Χρειάστηκε να ξαναγεμίσει το ποτήρι της για να πάρει κουράγιο. «Λοιπόν;» τον άκουσαν να ρωτά φυσώντας αργά τον καπνό του. «Στον πατέρα ή στο γιο θα πρέπει να απευθύνω τις εξηγήσεις μου;» «Πλάκα μας κάνεις—» μουρμούρισε αυθόρμητα η Βέρα.

329


«Δεν το πιστεύω!» αναφώνησε κι η Μίνα. Όμως το πίστεψαν για τα καλά μόλις ο φιλοξενούμενος τους άνοιξε το κουτάκι κι έβγαλε από μέσα ένα εντυπωσιακό μονόπετρο. «Αφού δε μου απαντά κανείς, θα απευθυνθώ στην κεφαλή της οικογένειας, ακολουθώντας την παράδοση». Έπιασε το ιδρωμένο αριστερό χέρι της Σάνιας και της πέρασε το δαχτυλίδι στον παράμεσο. Της ταίριαζε τέλέία. Έτσι όπως έτρεμαν τα δάχτυλά της, το διαμάντι λαμπύρισε αντανακλώντας το φως των κεριών. Τα λόγια προορίζονταν για τον Πέτρο Μαρκάτο, αλλά το βλέμμα του βυθίστηκε στο δικό της. «Κύριε Μαρκάτο, σας ζητώ και επισήμως το χέρι της κόρης σας. Αυτή είναι η εξήγησή μου στους προβληματισμούς του γιου σας. Την αγαπώ», πρόσθεσε, χωρίς να ακουστεί γλυκανάλατος. «Κι αν δεχτεί να γίνει γυναίκα μου, ορκίζομαι να την κάνω ευτυχισμένη—» Η Σάνια είπε το «Δέχομαι» μ’ ένα γνήσιο δάκρυ να κυλά ορμητικά στο μάγουλό της. Όλοι πίστεψαν πως ήταν από τη συγκίνηση. Μόνο εκείνη ήξερε πως το προκάλεσε η στιγμιαία της ευχή να ήταν όλα αυτά αληθινά. ΟΙ ΕΠΙΣΗΜΟΙ ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ γιορτάστηκαν με μια λαμπρή δεξίωση δυο βδομάδες μετά. Όλο αυτό το διάστημα κύλησε μέσα σε προετοιμασίες και παροιμιώδεις μάχες με τους δημοσιογράφους, που είχαν βρει το σίγουρο χαρτί για την κατακόρυφη άνοδο της τηλεθέασης και της κυκλοφορίας των εντύπων τους. Το αναπάντεχο ρομάντζο ανάμεσα στο Γάλλο ψυχίατρο ενός από τους πλέον διαβόητους εγκληματίες και στην κόρη των θυμάτων, του έκανε τους αρθρογράφους να ξενυχτούν πάνω από τους υπολογιστές τους για να δίνουν κάθε 330


μέρα και νέες αναλύσεις αυτής της σχέσης. Μόνο στα τηλεοπτικά παράθυρα δεν κατάφεραν να βγάλουν κανέναν, αφού η εντολή του υπουργού ήταν ρητή: Έτσι και προσέγγιζαν τον οποιονδήποτε από το περιβάλλον τους, θα τους έκανε τη ζωή αφόρητη. Τώρα, λίγες μόλις ώρες μετά τη δεξίωση, ο αχός είχε καταλαγιάσει. Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν, η περιέργεια του κόσμου είχε ικανοποιηθεί και στις καθημερινές εμπνεύσεις των δημοσιογράφων είχε επιτέλους μπει φρένο. Άλλο ένα παραμύθι με αίσιο τέλος. Η κοσμαγάπητη Στεφανία ΓΙαρίση, το κορίτσι που από μικρό είχε συγκινήσει τις καρδιές του κόσμου με την τραγωδία του, έδειχνε επιτέλους ευτυχισμένη. Τους είχε πείσει το λαμπερό της χαμόγελο κι οι ζωηρές δηλώσεις της στον Τύπο πως τώρα πια ένιωθε ήρεμη, κι ας μην ανακτούσε ποτέ τη μνήμη της. Τους είχε πείσει ακόμα και να μην την ενοχλούν από δω και μπρος. Ήθελε να φτιάξει τη ζωή της απ’ την αρχή, έστω και με μισές μνήμες, στο πλευρό ενός ανθρώπου που αγαπούσε περισσότερο από καθετί. Η οικογένεια παραχώρησε στο ζευγάρι ένα από τα διαμερίσματα του σπιτιού μέχρι να τακτοποιηθούν. Ο Άλεξ είχε δεχτεί την προσφορά χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό, κι αφού πρώτα δεσμεύτηκε ότι θα έψαχνε σπίτι για να μείνει με τη γυναίκα του στο άμεσο μέλλον. Προφασίστηκε την τακτοποίηση των υποχρεώσεών του στη Γαλλία και τη μεταφορά των λογαριασμών του στην Ελλάδα για να δικαιολογήσει το χρόνο που’θα χρειαζόταν μέχρι να αγοράσει την καινούρια τους κατοικία. Αυτό δεν τους ενδιέφερε και πολύ. Δεν είχαν πρόβλημα να τους έχουν κοντά τους ακόμα και για μια ολόκληρη ζωή. Το σπίτι ήταν τεράστιο, και θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί τουλάχιστον τρία νιόπαντρα ζευγάρια, 331


διατηρώντας απόλυτα την αυτονομία και την ιδιωτικότητά τους. Υποτίθεται πως θα έβγαζε άδεια άσκησης επαγγέλματος σύντομα και πως θα άνοιγε ιατρείο κάπου στο κέντρο της Αθήνας. Αρνήθηκε κατηγορηματικά την προσφορά του Πέτρου Μαρκάτου να συνεισφέρει στα έξοδα μέχρι να τακτοποιηθούν τα οικονομικά του, και τους διαβεβαίωσε ότι τα χρήματά του έφταναν και περίσσευαν τόσο για την αγορά σπιτιού και την ενοικίαση επαγγελματικής στέγης, όσο και για να ζήσουν εκείνος, και η Σάνια άνετα όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Ιδιαίτερα σ’ αυτό το τελευταίο είχε δώσει μεγάλη έμφαση. Ήθελε να ξέρουν πως η Σάνια αντιπροσώπευε γι’ αυτόν τα όνειρά του μέχρι το τέλος τής ζωής του. Όσο ήταν πολύτιμη για εκείνους ήταν και για τον ίδιο. Δε θα καθυστερούσε ο γάμος, τους είπε. Το πολύ μέχρι την άνοιξη, η Σάνια Παρίση θα έπαιρνε και το επώνυμο Γκρέι. Τέλεια ως εδω, σκεφτηκε μόλις βεβαιώθηκε ότι είχε κλειδώσει την πόρτα του μπάνιου. Ξεφορτώθηκε το φρικτό κοστούμι του και φόρεσε τις ακόμα πιο φρικτές πιτζάμες του. Τώρα θ’ άρχιζε το ψάξιμο. Το πλάνο του ήταν έτοιμο: όλα τα πρόσωπα που έπρεπε να ανακριθούν, όλες οι ερωτήσεις που έπρεπε να διατυπωθούν, όλοι οι χοίροι όπου έπρεπε να δεχτούν τους επισκέπτες τους. Πρώτος σταθμός ήταν η μητέρα του, που κατείχε κυρίαρχη θέση στις αναμνήσεις της Σάνιας. Τις προάλλες η Σάνια την είχε θυμηθεί να περιφέρεται σαν στοιχειό στην αυλή του σπιτιού, εξαπολύοντας κατηγορίες για τον πρώην άντρα της και τη νέα του σύζυγο. Είχε δει τη Μαρία να τρέχει και να την απομακρύνει κλαίγοντας. Και μέσα στις φωνές, είχε ακούσει τον Κινγκ να ουρλιάζει σαν αληθινός λύκος, προσπαθώντας με τον τρόπο του να ξορκίσει τα δαιμόνια.

332


Δεν ήθελε τη Σάνια μαζί του σε αυτή την επίσκεψη. Δεν ήταν καθόλου απίθανο να τον αναγνωρίσει η μητέρα του, παρά την κατάστασή της, και δε σκόπευε να το ρισκάρει. Ούτε την αδερφή του ήθελε να τον συνοδεύσει. Όσο μικρότερες ήταν οι συναισθηματικές φορτίσεις, τόσο μεγαλύτερες θα ήταν κι οι πιθανότητες ν’ ακουστούν κάποιες αλήθειες. «Άλεξ, αργείς;» Η φωνή της λειτούργησε σαν συναγερμός. Άλλαξε το σκυθρωπό του ύφος, δίπλωσε τα ρούχα του και ξεκλείδωσε φροντίζοντας να δείχνει ντροπαλός. Έμεναν στον ίδιο χώρο. Έπρεπε να της δώσει την εντύπωση του άντρα που δε θα εκμεταλλευόταν ποτέ τις καταστάσεις. «Θα σου πάρω καινούριες πιτζάμες», τον πείραξε προσπερνώντας τον με χορευτικές κινήσεις. Εκείνη δεν κλείδωσε. Την άκουγε να γδύνεται σιγομουρμουρίζοντας μια μπαλάντα. Έπειτα άκουσε το νερό να τρέχει και βλαστήμησε. Έτσι όπως πήγαινε, θα καταντούσε να τριγυρνά μονίμως ερεθισμένος. Μέσα σε δέκα μέρες, το ευρύχωρο διαμέρισμα είχε μεταμορφωθεί. Η Σάνια είχε φροντίσει προσωπικά την επίπλωση και τη διακόσμηση χρησιμοποιώντας δικά του χρήματα, αφού είχε προηγηθεί μεγάλος καβγάς για να την πείσει. Η Νικόλ, η υπηρέτριά του στο κτήμα, είχε αποδειχτεί θησαυρός. Χρησιμοποιώντας την εξουσιοδότηση που της έδωσε ο αδερφός του Πιερ Φερμέν μετέφερε στο λογαριασμό του χρήματα αρκετά για να εξοπλιστούν πλήρως τρία πολυτελή διαμερίσματα σαν κι αυτό. Θα την αποζημίωνε για τον κόπο της μόλις επέστρεφε. Ήταν πάντα γενναιόδωρος στις αμοιβές του όταν οι αποδέκτες τους τις άξιζαν. 333


Κοίταξε το διπλό κρεβάτι με τα μοντέρνα μεταξωτά στρωσίδια κι ανάσανε βαριά. Η Σάνια ήταν απόλυτη στο θέμα αυτό. Δεν υπήρχε λόγος να κοιμούνται χωριστά, αφού το κρεβάτι είχε διαστάσεις για τρία άτομα με τη δική του σωματική διάπλαση. Ούτε που της περνούσε απ’ το μυαλό φυσικά πως εκείνος θα βασανιζόταν όσο η ίδια θα απολάμβανε τον άνετο ύπνο της. Ο εγκρατής κι ευγενικός Αλεξ Γκρέι δεν είχε κανένα από τα ελαττώματα του φύλου του: δεν έμπαινε σε πειρασμό, μπορούσε άνετα να χαλιναγωγήσει τις ορμές του, κι ο πόθος ήταν μια κατάσταση που βίωνε από σπάνια ως καθόλου, καθώς δεν ταίριαζε με την ποιότητα του πνεύματος και του χαρακτήρα του. Χρειαζόταν ένα ποτό, διπλό, βαρύ και σκέτο. Για να το πιει μονορούφι και να ναρκώσει τους νευρώνες του εγκεφάλου του που μετέδιδαν εντελώς άκαιρες πληροφορίες σε πολύ συγκεκριμένα σημεία του σώματός του. Ήθελε με πάθος να αναισθητοποιηθεί, για να μη θέσει σε κίνδυνο την καλοδουλεμένη ψεύτικη προσωπικότητά του κάτι που σίγουρα θα συνέβαινε, αν δε φρόντιζε να κρατά τις αποστάσεις, όπως όφειλε. Η Σάνια δεν τον βοηθούσε καθόλου. Αντιμετώπιζε την κατάσταση ανάμεσά τους σαν το μόνο διασκεδαστικό κομμάτι μιας κατά τα άλλα δυσάρεστης υπόθεσης.

334


Αφού η κάβα ακόμα δεν είχε οργανωθεί, πήρε νευρικά το σημειωματάριό του, ξάπλωσε στο κρεβάτι και βάλθηκε να μελετά. Απορροφήθηκε γρήγορα. Είδε το όνομα Μαργαρίτα υπογραμμισμένο τριπλά κι έφερε <πο μυαλό του όσα ήξερε γι’ αυτή την κοπέλα. Θυμόταν πως δεν ήθελε να τη βλέπει δίπλα στη Σάνια. Θυμόταν πως κι εκείνη δεν τον συμπαθούσε και πως προσπαθούσε συνεχώς να τον διαβάλλει. Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερη από τη Σάνια, και τον καιρό που εδραιώθηκε η φιλία τους αντιμετώπιζε ένα σωρό προβλήματα. Είχε χάσει και τους δύο αδερφούς της από ναρκωτικά, κι είχε βρει τη μητέρα της νεκρή στην κουζίνα του σπιτιού τους’ είχε αυτοκτονήσει παίρνοντας δηλητήριο. Τον πατέρα της Μαργαρίτας τον θυμόταν αμυδρά. Το μόνο που ήξερε γι’ αυτόν ήταν ότι έκανε όσες δουλειές του τύχαιναν προκειμένου να συντηρήσει την οικογένεια που του απέμεινε, και πως για λίγο είχε απασχοληθεί και ως οδηγός του πατέρα του. Θα πρέπει να ήταν το εξάμηνο πριν την αποφράδα νύχτα. Τότε που η Μιράντα έβγαινε συχνότερα απ’ το σπίτι για να καταπολεμήσει την ανία της κι ο Αλέξανδρος της είχε παραχωρήσει τον οδηγό του ώστε να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τις κινήσεις της.

Έβαλε ένα κύκλο κι ένα ερωτηματικό πάνω από το ήδη υπογραμμισμένο όνομα νιώθοντας ένα παράξενο σφίξιμο. Το ένστικτό του του έλεγε να σταθεί στη Μαργαρίτα. Διαβάζοντας ξανά και ξανά τις περιγραφές των αναμνήσεων της Σάνιας, είχε καταλήξει στη διαπίστωση ότι ο εγκέφαλός της δεν επέλεγε τυχαία τα περιστατικά που της αποκάλυπτε. Όλα τα πρόσωπα είχαν σχέση με τη μητέρα της εκτός από την κολλητή της φίλη, κι όμως την είχε δει αρκετές φορές. Γιατί; Τι προσπαθούσε να της πει το μυαλό της; Και πόσο συμπτωματικό ήταν το γεγονός 335


πως δεν έχασαν ποτέ επαφή οι δυο κοπέλες; Βρέθηκαν να δουλεύουν ακόμα και στον ίδιο χώρο. Μοιράζονταν τα πάντα, από απλές καθημερινές στιγμές μέχρι τα πιο προσωπικά τους θέματα, όπως ήταν τα όνειρα, τα προβλήματα και οι επιθυμίες τους. Δε θα το προσπερνούσε αυτό. Ως τώρα, σε όλες τις περιπτώσεις που είχε διαισθανθεί ότι έπρεπε να επιμείνει σε κάτι, είχε αποδειχτεί ότι είχε δίκιο. Οι λεπτομέρειες ήταν αυτές που τον είχαν οδηγήσει στη λύση κάποιων ανάλογων γρίφων στο πρόσφατο παρελθόν, κι όχι αυτά που χτυπούσαν στο μάτι. «Είναι η πρώτη νύχτα που περνάμε μαζί επίσημα ως ζευγάρι», τον επανέφερε στην πραγματικότητα η χαρούμενη φωνή της Σάνιας, που βρέθηκε μ’ ένα σάλτο στο κρεβάτι και κάθισε οκλαδόν δίπλα του. Ευτυχώς ήταν κι οι δικές της πιτζάμες φρικτές: σε αντρικό στιλ, αλλά με κάτι ανανάδες διάσπαρτους απ’ το γιακά μέχρι τα μπατζάκια. «Δώρο ενός συναδέλφου για τα γενέθλιά μου», του εξήγησε αποκρυπτογραφώντας την έκφρασή του. «Τι; Δε σου αρέσουν;» «Ευτυχώς, όχι». «Ευτυχώς;» Τον κοίταξε με απορία. «Τις προτιμώ ωστόσο από το σέξι νεγκλιζέ που πήρε το μάτι μου τις προάλλες στο σπίτι της Μαρίας. Ξέρω, είναι δώρο της Μαργαρίτας», την πρόλαβε. «Απ’ ό,τι φαίνεται, καίγεται να σε μπάσει στα κόλπα». Αγνόησε το σχόλιό του κι άρχισε να παίζει με μια τούφα απ’ τα μαλλιά της. Έπειτα γέλασε πονηρά. «Ξέρεις τι θα νομίζουν όλοι ότι κάνουμε αυτή τη στιγμή;» «Προβάρω ήδη το χαμόγελο του ευτυχισμένου αρραβωνιαστικού για αύριο».

336


«Αλήθεια, έτσι θα ένιωθες, Άλεξ; Ευτυχισμένος;» «Γιατί σου κάνει εντύπωση;» Έκλεισε το σημειωματάριο, έβαλε τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι του και την κοίταξε, φροντίζοντας να κρύβει πάντα τη σημαδεμένη πλευρά του προσώπου του. «Ποιος άντρας δε θα ήταν ευτυχισμένος με μια γυναίκα σαν εσένα στο πλευρό του. Ξεφεύγεις από τα πρότυπα των θηλυκών της γενιάς σου, Σάνια—» «Δηλαδή τι έχουν τα θηλυκά της γενιάς μου;» «Κάπου έχουν χάσει το νόημα της λέξης “ελευθερία”, δε νομίζεις; Είμαι κάπως συντηρητικός, συμφωνώ, αλλά δεν είμαι οπισθοδρομικός. Πιστεύω με θέρμη ότι η ελευθερία είναι πολύτιμη και απαραίτητη σε κάθε τομέα της ζωής μας, φτάνει όμως να μη μεταιρέπειαι σε ασυδοσία». Τι φιλοσοφημένος και ώριμος που ήταν! Τον θαύμαζε τόσο πολύ! Θα μπορούσε να την πατήσει για τα καλά μαζί του, αν δε συγκρατούσε λίγο τον εαυτό της. Όμως πώς μπορούσε να το αποφύγει; Ήταν ο ευφυέστερος κι ο πιο συγκροτημένος άντρας που είχε γνωρίσει. Δεν είχε καμία σχέση με όλους αυτούς που την πλησίαζαν κατά καιρούς. Όλοι ήταν δήθεν κι αναλώνονταν στην ωραία αλλά άχρηστη επιφάνεια. Προτιμούσαν ν’ αποστηθίσουν τα αποτελέσματα των αγωνιστικών του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου απ’ το να διαβάσουν ένα καλό βιβλίο. Τδρωναν για να αποκτήσουν το τελευταίας τεχνολογίας κινητό κι έφταναν ένα βήμα πριν το εγκεφαλικό αν τα ηχεία στο «φτιαγμένο» αυτοκίνητό τους ακούγονταν λιγότερο απ’ το πιο πολυσύχναστο μπουζουξίδικο της παραλιακής. «Σου έχει πει ποτέ καμία γυναίκα πόσο ξεχωριστός είσαι, κύριε Γκρέι;» τον ρώτησε χωρίς να κρύβει τη συγκίνησή της. 337


«Μου το λες εσύ, κι υποψιάζομαι πως το απολαμβάνω περισσότερο απ’ όσο θα το απολάμβανα αν μου το ’λέγαν δέκα άλλες». «Δε χρειάζεται να κρύβεις από μένα το πρόσωπό σου—» του είπε απλώνοντας το χέρι για να τον χαϊδέψει. Δεν ενοχλήθηκε που της το ’πιάσε στον αέρα σταματώντας τη. Ήταν αμάθητος ο καημένος σε τέτοιες οικειότητες και πάντα προσπαθούσε να κρατάει αποστάσεις ανάμεσά τους. «Μη σε παρασύρει ο οίκτος σου, Σάνια», της είπε αργά για να γίνει απόλυτα κατανοητός. «Και θα γίνω βαρετός αν υποχρεωθώ να σου πω ξανά τι είδους σχέση μάς δένει. Θα φύγω κάποια στιγμή. Θα επιστρέψω εκεί που ανήκω. Καλά θα κάνεις να μην το ξεχνάς». «Κι αν μ ερωτευτείς στο μεταξύ;» Τράβηξε το χέρι της και του χάρισε ένα σκανδαλιάρικο χαμόγελο. «Οι ταινίες και τα μυθιστορήματα παίρνουν παραδείγματα απ’ τη ζωή, ξέρεις. Απλά τα διογκώνουν για να κάνουν πιο ελκυστική την ιστορία. Τέτοιου είδους σχέσεις καταλήγουν πάντα στον έρωτα. Γιατί να μη συμβεί το ίδιο και μ’ εμάς;» «Γιατί δεν πρέπει». «Δε σου αρέσω; Ούτε λίγο;» Αυτή τη φορά την κοίταξε καταπρόσωπο χωρίς δισταγμό. Π’ ανάθεμά σε, ήθελε να της φωνάξει. Μεγάλωσε λίγο, Σάνια. Όλα είναι παιχνίδι για σένα, ένα καινούριο φρούτο που πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσεις. «Μου αρέσεις», είπε λοξοδρομώντας το βλέμμα του στη γουβίτσα του λαιμού της.

338


«Τότε γιατί απορρίπτεις την πιθανότητα να συμβεί κάτι ανάμεσά μας; Εμένα θα μου άρεσε. Είσαι πολύ γοητευτικός, όταν θέλεις. Είδα πώς σε κοίταζαν οι αδερφές μου και βλέπω πώς αντιδρούν οι γυναίκες στο δρόμο όταν περπατάς κοντά τους. Μόνο εσύ πιστεύεις πως είσαι απωθητικός, Άλεξ. Δεν καταλαβαίνω γιατί υποτιμάς έτσι τον εαυτό σου—» «Μου τα ρίχνεις, δεσποινίς Παρίση;» την πείραξε. Έπρεπε να το γυρίσει στην πλάκα, γιατί δεν εμπιστευόταν καθόλου τις αντιδράσεις του εκείνη τη στιγμή. «Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου—» ψέλλισε εκείνη συνειδητοποιώντας τα λόγια της και ξάπλωσε δίπλα του κοιτώντας το ταβάνι. «Θα πρέπει να τρελάθηκα—» μονολόγησε. «Ξέχνα όσα σου είπα, σε παρακαλά Δεν ξέρω τι μ’ έχει πιάσει —» Εκείνος ήξερε όμως. Διαολόστειλε τον εαυτό του για την αδυναμία του να συγκρατηθεί κι έγειρε το κορμί του στο πλάι για να τη βλέπει καλύτερα. Η βλακεία του ολοκληρώθηκε με το άπλωμα του χεριού του στο πρόσωπό της. Άγγιξε το μάγουλό της κι έπειτα κατέβασε αργά τα δάχτυλά του στο λαιμό της. Η αίσθηση της επιδερμίδας της ήταν εκπληκτική. Τώρα που δε μεσολαβούσαν τα γάντια ανάμεσα στο δέρμα του και το δικό της, ένιωσε σαν να άγγιζε το ακριβότερο βελούδο. Την είδε να γυρνά το κεφάλι και να τον κοιτάζει κρατούντας την ανάσα της. Άκουσε τους χτύπους της καρδιάς της κι ένιωσε το κάθε της ρίγος σαν να ήταν δικό του. Ωραία χείλη, σκέφτηκε. Μια μικρή μισάνοιχτη αχιβάδα κι ένα υγρό ροζ μαργαριτάρι να προοδοκεί την αποκάλυψή του. Τη ν είδε να κλείνει τα μάτια και ν’ αφήνει μια πνιχτή ανάσα. Το σώμα της κινήθηκε προς το μέρος του και οι ώμοι της 339


ανασηκώθηκαν για να υποχρεώσουν το χέρι του να ταξιδέψει πιο χαμηλά. «Κάν’ το—» την άκουσε να λέει σιγανά και παραλίγο να υπακούσει. Τράβηξε το χέρι του και πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι. «Όχι!» αρνήθηκε γυρίζοντάς της την πλάτη, για ευνόητους λόγους. «Θα κάνω ένα ντους και θα ξαπλώσω αργότερα». Εκείνη κουκουλώθηκε ντροπιασμένη. «Εγώ θα κοιμηθώ— » Κανείς απ’ τους δύο δεν κοιμήθηκε. Πέρασαν τη νύχτα στο ίδιο κρεβάτι με τα μάτια κλειστά αλλά σε πλήρη εγρήγορση. Αναστέναξαν με ανακούφιση όταν αντίκρισαν την πρώτη ηλιαχτίδα. Να τη πάλι η ίδια εντύπωση. Ο τρόπος που οδηγούσε και που βάδιζε όταν ήταν μόνος του ήταν εντελώς διαφορετικός. Είχε την αγέρωχη περπατησιά λιονταριού που μόλις είχε χορτάσει την πείνα του. Τα χαρακτηριστικά του ήταν σκληρά, τραχιά, επιφυλακτικά. Έπρεπε να ξέρει με ποιον άνθρωπο είχε να κάνει. Αυτός ήταν το πρόβλημα, όχι η Σάνια. Κάθε φορά που τον έβλεπε την ίδια εντύπωση αποκόμιζε, και γι’ αυτό δεν ήταν άσχημη ιδέα να αλλάξει τα σχέδιά της. Λίγο πριν τον δει να περνά την είσοδο της ψυχιατρικής κλινικής, προσποιήθηκε πως έχασε την ισορροπία της κι έπεσε πάνω του. Κράτησε το κεφάλι της σκυφτό, αλλά πρόσεξε πολύ καλά την αντίδρασή του: ήταν άμεση, δυναμική, ακαριαία η αντίδραση ενός άντρα που αντιμετωπίζει το απρόβλεπτο με ενστικτώδη επίθεση. Αγγιξε σκληρούς, νευρικούς μυς κι ένα στομάχι ατσάλινο. Κρυφοκοίταξε το λοξό του χαμόγελο και διέκρινε την ένταση στο πρόσωπό του. «Συγγνώμη—» είπε 340


τρίβοντας το κορμί της πάνω του καθώς προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της. «Ήμουν αφηρημένη—» Δεν την άφησε αμέσως, όπως σίγουρα θα έκανε με μια κοπέλα «Τι άκουσες;» τη ρώτησε ήρεμα, για να μην την τρομάξει. «Η Δανάη την απείλησε. Είπε πως αν δε φερόταν όπως έπρεπε, θα την έκανε να μετανιώσει. Για τη Σάνια έλεγε. Δεν ήθελε να βλέπει τη Σάνια να υποφέρει— » «Κι εκείνη; Η Μιράντα; Τι έκανε η Μιράντα, μητέρα;» «Έβαλε τα γέλια και την έβρισε. “Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να με κρίνεις”, της είπε. “Αλλά αν θέλεις να συνεχίσεις έτσι, κανένα πρόβλημα. Θα χαρώ πολύ να τα πω ιδιαιτέρως με τον αντρούλη σου. Θα το απολαύσω, για την ακρίβεια. Και μετά θα το απολαύσουν κι όλοι οι άλλοι. Ο κόσμος ψοφάει για σκάνδαλα. Ιδιαίτερα όταν τα δημιουργούν άτομα υπεράνω πάσης υποψίας —” »— Έπειτα είδα τη Δανάη να κλαίει και να της δίνει ένα φάκελο. Η άλλη τον πήρε και τον έκρυψε σ’ ένα συρτάρι. Μετά την έδιωξε απ’ το σπίτι κι έμεινε μόνη. Πότε γελούσε, πότε έκλαιγε και πότε έβριζε. Τη Σάνια έβριζε. Τα ’χε βάλει με το ίδιο της το παιδί, κι έλεγε πράγματα που ντρέπομαι να επαναλάβω. Ήταν κακιά γυναίκα, πολύ κακιά. Τη μισούσα. Θα έβρισκα έναν τρόπο να την ξεκάνω εγώ, αν δε βρισκόταν εκείνος ο καλός άνθρωπος να το κάνει— » «Δεν πρέπει να το λες αυτό, μητέρα—» Η Μελίνα έσφιξε με πείσμα τα χείλη της. «Γιατί να μην το πω; Αφού αυτό θα έκανα. Θα τη σκότωνα! Κι ίσως θα ’πρεπε να τον 341


προλάβω. Αν το έκανα, δε θα έμπαινες στη φυλακή, θα έμπαινες; Όχι—» απάντησε μόνη της. «Θα ήσουν ελεύθερος, γιε μου. Δε θα ’φευγες, δε θα εξαφανιζόσουν. Γιατί εγώ θα παραδεχόμουν το κρίμα μου, θα ’βγαινα να το πω δυνατά για να μ’ ακούσουν όλοι. Θα πανηγύριζα, γιε μου— Αν είχα σκοτώσει εγώ τη σκύλα, θα έκανα γιορτή—» Τα λόγια της άρχισαν να γίνονται ασυνάρτητα. Άφησε το σώμα της να πέσει βαρύ στο κρεβάτι και κάρφωσε το βλέμμα σε ένα ακαθόριστο σημείο στο ταβάνι. «Είναι καλό κορίτσι η Σάνια», μουρμούρισε. «Πολύ καλό, πολύ πολύ καλό—» «Αρκετά. Πρέπει να ηρεμήσεις τωρα». «Δε θέλω να μάθει κανείς πως ήρθα εδώ, μητέρα—» της ψιθύρισε. «Μπορείς να το κρατήσεις μυστικό; Μπορείς;» Το κεφάλι της, ίδιο στο μέγεθος με μικρού παιδιού, κινήθηκε πάνω κάτω σε ένδειξη κατάφασης. Ο Α\εξ την απομάκρυνε λίγο προσπαθώντας να ηρεμήσει. Είχαν περάσει τόσα χρόνια, κι εκείνη ήταν ακόμα στην ίδια κατάσταση: στο νοσοκομειακό κρεβάτι, φορώντας νυχτικό κι έχοντας το ίδιο θολό βλέμμα στο ωχρό της πρόσωπο. Η καρδιά του βούλιαξε κι η ψυχή του θρήνησε. Την είχε φανταστεί έτσι πολλές φορές, αλλά η πραγματικότητα ήταν πιο σκληρή από τη φαντασία του. Η Μελίνα Κατρά είχε γίνει πια ένα ζωντανό λείψανο, ένα θλιβερό απομεινάρι του παλιού της εαυτού, εκείνου που κοσμούσε τα περιοδικά της εποχής με την απαράμιλλη κομψότητα και την αριστοκρατική του θωριά. Συγκράτησε το δάκρυ του, αλλά η φωνή του βγήκε βαριά, βραχνή, γεμάτη καταπιεσμένη οργή κι ανείπωτη θλίψη. «Θέλω 342


να μου μιλήσεις για τη Σάνια, μητέρα—» της είπε. «Λες πως φταίει για κάτι. Θέλω να μου εξηγήσεις, όπως μπορείς. Θα μείνω εδώ όσο χρειαστεί. Μη βιαστείς. Προσπάθησε να συγκεντρωθείς και μίλα μου». «Όλα έγιναν για τη Σάνια—» Τον κοίταξε με αγωνία. «Το ξέρω. Τις άκουσα να το λένε—» «Ποιες άκουσες; Πότε;» «Αυτή και την αδερφή της. Λίγο πριν αρρωστήσω για τα καλά. Ήταν το σπίτι μου, είχα δικαίωμα να πάω!» πρόσθεσε με θυμό. Ο Άλεξ θυμήθηκε όλες εκείνες τις ξαφνικές επισκέψεις της μάνας του λίγο πριν από το δεύτερο γάμο του Αλέξανδρου. Πήγαινε συχνά έξω απ’ το σπίτι και φώναζε, έβριζε και καταριόταν. Είχε γίνει ο περίγελος της γειτονιάς, το ανέκδοτο του κόσμου. Πότε την έδιωχναν οι άντρες που φύλαγαν το σπίτι και πότε τη μάζευαν εκείνος και η Μαρία. Προφανώς κάποια φορά δεν είχε γίνει αντιληπτή. Ήταν το σπίτι της, ήξερε τα κατατόπια κι ήταν εύκολο να τρυπώσει κάποια σπγμή χωρίς να την πάρουν είδηση. «Τι άκουσες;» τη ρώτησε ήρεμα, για να μην την τρομάξει. «Η Δανάη την απείλησε. Είπε πως αν δε φερόταν όπως έπρεπε, θα την έκανε να μετανιώσει. Για τη Σάνια έλεγε. Δεν ήθελε να βλέπει τη Σάνια να υποφέρει— » «Κι εκείνη; Η Μιράντα; Τι έκανε η Μιράντα, μητέρα;» «Έβαλε τα γέλια και την έβρισε. “Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να με κρίνεις”, της είπε. “Αλλά αν θέλεις να συνεχίσεις έτσι, 343


κανένα πρόβλημα. Θα χαρώ πολύ να τα πω ιδιαιτέρως με τον αντροΰλη σου. Θα το απολαύσω, για την ακρίβεια. Και μετά θα το απολαύσουν κι όλοι οι άλλοι. Ο κόσμος ψοφάει για σκάνδαλα. Ιδιαίτερα όταν τα δημιουργούν άτομα υπεράνω πάσης υποψίας—” »— Έπειτα είδα τη Δανάη να κλαίει και να της δίνει ένα φάκελο. Η άλλη τον πήρε και τον έκρυψε σ’ ένα συρτάρι. Μετά την έδιωξε απ’ το σπίτι κι έμεινε μόνη. Πότε γελούσε, πότε έκλαιγε και πότε έβριζε. Τη Σάνια έβριζε. Τα χε βάλει με το ίδιο της το παιδί, κι έλεγε πράγματα που ντρέπομαι να επαναλάβω. Ήταν κακιά γυναίκα, πολύ κακιά. Τη μισούσα. Θα έβρισκα έναν τρόπο να την ξεκάνω εγώ, αν δε βρισκόταν εκείνος ο καλός άνθρωπος να το κάνει— » «Δεν πρέπει να το λες αυτό, μητέρα— » Η Μελίνα έσφιξε με πείσμα τα χείλη της. «Γιατί να μην το πω; Αφού αυτό θα έκανα. Θα τη σκότωνα! Κι ίσως θα ’πρεπε να τον προλάβω. Αν το έκανα, δε θα έμπαινες στη φυλακή, θα έμπαινες; Όχι—» απάντησε μόνη της. «Θα ήσουν ελεύθερος, γιε μου. Δε θα ’φευγες, δε θα εξαφανιζόσουν. Γιατί εγώ θα παραδεχόμουν το κρίμα μου, θα ’βγαινα να το πω δυνατά για να μ’ ακούσουν όλοι. Θα πανηγύριζα, γιε μου— Αν είχα σκοτώσει εγώ τη σκύλα, θα έκανα γιορτή—» Τα λόγια της άρχισαν να γίνονται ασυνάρτητα. Άφησε το σώμα της να πέσει βαρύ στο κρεβάτι και κάρφωσε το βλέμμα σε ��να ακαθόριστο σημείο στο ταβάνι. «Είναι καλό κορίτσι η Σάνια», μουρμούρισε. «Πολύ καλό, πολύ πολύ καλό—» «Αρκετά. Πρέπει να ηρεμήσεις τωρα».

344


«Θα με συγχωρέσει ποτέ;» «Ναι, μητέρα. Σ’ έχει ήδη συγχωρέσει». «Την είδες;» «Ναι». «Είναι όμορφη;» «Θα μου πεις εσύ όταν τη δεις». Τη φίλησε και σηκώθηκε. Η Μελίνα είχε αρχίσει πάλι να βυθίζεται στον κόσμο της. Ο Άλεξ έφυγε νιώθοντας μεγάλο βάρος. Κάθε καινούρια πόρτα που άνοιγε απειλούσε να αποκαλύψει όλο και μεγαλύτερη βρομιά. Η δυσωδία τον έπνιγε ήδη. Για μια στιγμή, που έφυγε όσο γρήγορα είχε έρθει, ευχήθηκε να μπορούσε να κάνει πίσω. «Δεν πήγες στη δουλειά σου». Αναπήδησε τρομαγμένη απ’ την εισβολή του Παύλου στο δωμάτιό της. Για την ακρίβεια, στο δωμάτιο τους, της ίδιας και του Άλεξ. Πώς τολμούσε; Δεν είχε χτυπήσει καν την πόρτα! «Έχω πάρει άδεια άνευ αποδοχών για τις ετοιμασίες, Παύλο. Αύριο θα γυρίσω στο περιοδικό. Ξέχασες ότι αρραβωνιάστηκα;» Έσφιξε το μπουρνούζι της κι άρχισε να τακτοποιεί το κρεβάτι εντοπίζοντας ανύπαρκτες ζάρες στο στρωμένο πάπλωμα.

345


«Ποιος να το περίμενε!» άκουσε την ειρωνική φωνή του πίσω της. «Το καλό κοριτσάκι, η αυστηρή και απρόσιτη Σάνια Παρίση να συγκατοικεί με τον γκόμενο μέσα στο σπίτι που μεγάλωσε. Αυτό κι αν είναι πρόοδος. Αλλά αυτή είναι η μοίρα των μήλων. Δεν είναι δυνατόν να πέσουν κάτω από ροδακινιά, έτσι δεν είναι;» «Κάποτε θα ερωτευόμουν κι εγώ», του είπε διατηρώντας με νύχια και με δόντια την ψυχραιμία της.

«Λοιπόν; Αποδείχτηκε αντάξιος των προσδοκιών σου;» Έσυρε το βλέμμα του στο άνοιγμα του μπουρνουζιού της. «Τη βρήκες μαζί του ή περάσατε τη νύχτα σας μιλώντας για τον Φρόιντ;» «Πώς τολμάς;» τσίριξε. «Έλα τώρα, Σάνια. Τόσες υπερβάσεις έκανες για χάρη του έρωτά σου, μην περιμένεις να πιστέψω ότι ντρέπεσαι να μιλάς γι’ αυτό. Ελπίζω να του σκέπασες τη μούρη. Αλλιώς φοβάμαι πως θα τρόμαξες την κρίσιμη στιγμή—» «Πάψε!» «Γιατί να πάψω; Είμαι ο μεγάλος σου αδερφός. Κάποτε μοιραζόμασταν όλα μας τα μυστικά. Γιατί όχι και τώρα; Τόσο κακό είναι να μου πεις αν σου άρεσε; Θα σου πω κι εγώ τις εμπειρίες μου, αν θες. Έτσι ίσως δώσεις και στον κύριο καθηγητή καμιά καινούρια ιδέα, γιατί κάτι μου λέει όττ έχει μείνει στα κλασικά. Ξέρεις τώρα— αυτά που συνηθίζονταν την εποχή των δεινοσαύρων—» «Παύλο, θέλω να φύγεις από δω μέσα!»

346


«Και γιατί να γίνεται πάντα αυτό που θέλεις εσύ;» Με δυο νευρικά βήματα την πλησίασε και τα χέρια του άδραξαν τα μπράτσα της. «Ό,τι θέλει η Σάνια— Ό,τι πει η Σάνια— Μη στεναχωρήσουμε τη Σάνια— Συμπεριφέρεσαι σαν να είναι τσιφλίκι σου εδώ μέσα. Φεύγεις και γυρνάς όποτε σου καπνίσει, θεωρώντας δεδομένο ότι δε θα σου χαλάσει κανείς χατίρι. Αν ήθελες να ζήσεις τον έρωτά σου, να πήγαινες αλλού!» της έμπηξε τις φωνές. «Ας τσακιζόσουν να βρεις ένα μέρος να μείνεις για να μη σε βλέπουμε και να μη σ’ ακούμε. Μας έχεις ξεφτιλίσει στο πανελλήνιο· κουβεντιάζουν πίσω απ’ την πλάτη μας. Πέρασαν πολλά χρόνια για να βγάλουμε την μπόχα της μάνας σου από πάνω μας. Δεν έχεις το δικαίωμα να μας γυρίζεις πίσω!» «Άφησέ με, Παύλο. Με πονάς!» διαμαρτυρήθηκε. «Δεν καταλαβαίνω,γιατί σε ανέχονται», συνέχισε το τροπάρι του εκείνος. «Αν ήμουν στη θέση του πατέρα μου, θα σου άστραφτα ένα χαστούκι και θα σ’ έστελνα στον αγύριστο. Κι εσένα και τον ξενέρωτο τον αγαπητικό σου». «Έχεις χάσει την ψυχραιμία σου!» του ανταπέδωσε τις φωνές. «Δεν ξέρεις τι λες απ’ τη ζήλια σου!» Τι κι αν δαγκώθηκε; Δεν μπορούσε να πάρει πίσω αυτό που ξεστόμισε. Το να παραδέχεται ανοιχτά πως ήξερε τα συναισθήματά του γι’ αυτή και πως αδιαφορούσε, λειτούργησε σαν να είχε ανάψει με τα ίδια της τα χέρια το φιτίλι της βόμβας. Τα δάχτυλά του θ’ άφηναν σίγουρα αποτυπώματα στο δέρμα της απ’ το μένος με το οποίο σφίχτηκαν. Τα ωραία του χαρακτηριστικά έγιναν μια τρομακτική μάσκα. Κι έτσι όπως έφερε το κεφάλι του μισό χιλιοστό απ’ το δικό της, τα μάτια του έμοιαζαν με γκρίζους ωκεανούς παραδομένους στην αντάρα 347


της καταιγίδας. «Παύλο!» ούρλιαξε μόλις τα χέρια του άνοιξαν με μια κίνηση το μπουρνούζι της και την άφησαν εκτεθειμένη στο εξοντωτικό βλέμμα του. «Μη, σε παρακαλώ. Όχι, Παύλο μου!» Γέλασε με κακία πριν τη ρίξει με μια σπρωξιά στο κρεβάτι. Έλυσε τη ζώνη του, ξεφορτώθηκε το πουλόβερ του και σκαρφάλωσε πάνω της για να μην του ξεφύγει. Μάγκωσε τα χέρια της στο στρώμα· έσφιξε με τα γόνατά του τους γοφούς της κι έκανε αδύνατη κάθε απόπειρά της να τον κλοτσήσει. «Όχι;» αναρωτήθηκε φωναχτά. «Κι αν σου αρέσει περισσότερο; Δε θέλεις να μάθεις;» Έστρεψε το κεφάλι της και τα χείλη του βρήκαν τα μάγουλά της. Ένιωσε τη γλώσσα του στο λοβό του αφτιού της και στο πιγούνι της. Βόγκηξε απ’ το φόβο, αλλά δεν ακούστηκε. Του φώναξε «Μη» δεκάδες φορές, μέχρι που έκλεισε ο λαιμός της. Αδυνατούσε να πιστέψει ότι της συνέβαινε αυτό· ευχήθηκε κλαίγοντας να πεθάνει. Κι έπειτα αισθάνθηκε σαν να παρέλυσε. Αφέθηκε σαν ανδρείκελο στα χέρια του και το κεφάλι της τεντώθηκε προς τα πίσω. Δυο μάτια γυάλινα κοίταξαν με τρόμο τη μαύρη τρύπα που εμφανίστηκε ξαφνικά στο ταβάνι. Ανέπνεε με δυσκολία. Άκουσε μια πόρτα να ανοίγει και να κλείνει με εκκωφαντικό κρότο. Άκουσε αντρικές φωνές ν’ ανταλλάζουν λόγια που έμοιαζαν βλαστήμιες. Άκουσε ένα γδού-ηο κι ένα βογκητό πόνου. Και καθώς η μαύρη τρύπα μεταμορφωνόταν σ’ έναν πολύχρωμο φωτεινό στρόβιλο, εκεί στο ίδιο ταβάνι, ένιωσε δυο άλλα χέρια να την αγγίζουν με προσοχή και να τη σηκώνουν απ’ το κρεβάτι.

348


Τεντώθηκε. Άναρθρες κραυγές ξεπήδησαν απ’ το λαρύγγι της. Άκουσε το όνομά της, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει την πηγή του ήχου. Αυθόρμητα έπιασε σφιχτά το βομβητή της. Τινάχτηκε στην αγκαλιά του αγνώστου που την κρατούσε με τόση προσοχή κι όλοι της οι μύες της συσπάστηκαν σαν να είχε δεχτεί ηλεκτροσόκ. «Συγγνώμη—» άκουσε από κάπου μακριά. «Θεέ μου, συγγνώμη—» Μ’ ένα βαρύ αναστεναγμό σαν να ξεψυχούσε, παραδόθηκε στην πολύχρωμη δίνη που την προσκαλούσε. Το κεφάλι της γύριζε κι οι απρόσκλητες εικόνες πήραν μορφή. «Πού είσαι, μανούλα;» ρώτησε δυνατά, χωρίς να το συνειδητοποιεί., «Μανούλα; Πού είσαι, μανούλα;» Ήταν απομεσήμερο μιας κρύας και βροχερής μέρας του Οκτώβρη. Το υπηρετικό προσωπικό είχε αποσυρθεί για λίγες ώρες και το σπίτι έμοιαζε έρημο. Έλειπαν όλοι. Ο πατριός της είχε φύγει για επαγγελματικό ταξίδι εδώ και τρεις μέρες και ο Ρωμανός είχε κατέβει στην Αθήνα, στη βιβλιοθήκη της ιατρικής σχολής, γιατί έψαχνε κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο. Τη Μαρία δεν έκανε τον κόπο να την ψάξει. Σπάνια βρισκόταν στο σπίτι. Προτιμούσε να περνά την ώρα της με τις φίλες της παρά να βρίσκεται στον ίδιο χώρο με τη μητριά της. «Μαμά;» Έψαξε όλο το σπίτι. Άνοιξε όλες τις πόρτες, αλλά η μαμά της δεν ήταν πουθενά. Τι θα έκανε τώρα; Πονούσε πολύ η κοιλιά της κι είχε τρομάξει. «Μανούλα, θέλω να σου πω. Πού είσαι;»

349


Τα βήματά της σταμάτησαν έξω από την πόρτα του υπογείου. Εν-σπκτωδώς έπαψε να φωνάζει. Κρατώντας το χέρι στην κοιλιά της για να καλμάρει όσο γινόταν τους πόνους, κατέβασε με το άλλο την πετούγια κι ακολούθησε τους ψιθύρους που είχε ακούσει. Ήταν σκοτεινά, αλλά δεν τόλμησε ν’ ανάψει φως. Στηρίχτηκε στον παγωμένο τοίχο κι άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά ξυπόλητη. Μετά το τελευταίο σκαλί, έμεινε ακίνητη να κοιτάζει τις σκιές που κουνιόνταν ρυθμικά πίσω απ’ τα ράφια με τα κρασιά. Έκλεισε το στόμα της για να μην της ξεφύγει ο παραμικρός ήχος. «Το ξέρω πως έτσι το θέλεις!» είπε μια θυμωμένη αντρική φωνή, κι η σκιά του χεριού του, διαστρεβλωμένη απ’ το λιγοστό φως, φάνηκε να τυλίγεται γύρω απ’ το λαιμό της γυναικείας φιγούρας. «Το προκαλούσες απ’ την πρώτη στιγμή που με είδες. Γιατί μου κάνεις τη ζόρικη τώρα; Ή παριστάνεις τη ζόρικη; Αυτό είναι, κυρία Βαλέρη; Γουστάρεις τα παιχνίδια;» Η Σάνια άκουσε καθαρά τη μάνα της να διαμαρτύρεται και είδε τη σκιά της να παλεύει. Φοβόταν πολύ, αλλά έκανε μερικά βήματα μπροστά. Έπρεπε να σώσει τη μαμά της. «Είναι η πρώτη και η τελευταία φορά— » άκουσε τη φωνή της μητέρας της και κοκάλωσε. Την έβλεπε καθαρά τώρα. Ο άντρας την είχε στριμώξει στον τοίχο, της είχε ανασηκώσει τη φούστα και κουνιόνταν σαν τρελός μπρος πίσω. «Θα γίνει και θα το ξεχάσουμε. Αλλιώς θα πω στον άντρα μου ότι με βίασες, και τότε θα πρέπει ν’ αλλάξεις πλανήτη—» Η Σάνια κόντεψε να κάνει εμετό. Άκουσε καθαρά το γέλιο του 350


άντρα και τους αναστεναγμούς της μητέρας της. Ήταν παιδί, αλλά ήξερε μερικά πράγματα γι’ αυτά. Της τα ’χε πει η Μαργαρίτα. Δεν πάλευε πραγματικά η μητέρα της, το ήξερε καλά. Απολάμβανε αυτό που γινόταν και ικέτευε τον άντρα να μη σταματήσει. Έκανε να φύγει, αλλά απ’ τον πανικό της σκουντούφλησε. Έχασε την ισορροπία της κι έπεσε πάνω σ’ ένα ράφι με κρασιά. Δυο μπουκάλια έγιναν κομμάτια μπροστά στα πόδια της. Άρχισε να κλαίει. Την ίδια στιγμή άκουσε μια άσχημη βρισιά και είδε τη Μιράντα πάνω απ’ το κεφάλι της σε έξαλλη κατάσταση. Τη χαστούκισε δυνατά πολλές φορές. Το δαχτυλίδι που φορούσε της χαράκωσε το μάγουλο και οι άκρες των χειλιών της γέμισαν αίμα. «Δε θα τολμήσεις να μιλήσεις πουθενά!» την προειδοποίησε ταρακουνώντας τη. Δε νοιάστηκε ούτε τη γύμνια της να κρύψει. «Άχνα δε θα βγάλεις, παλιοκόριτσο! Αλλιώς θα σε παρατήσω, και κανείς δε θα νοιαστεί για σένα ποτέ! Τ’ ακούς;» Την έσπρωξε κι η Σάνια έπεσε πάνω στα σπασμένα μπουκάλια. Ένιωσε τα γυαλιά να την κόβουν. «Ισακίσου φύγε από δω τώρα. Τράβα να σε περιποιηθούν οι υπηρέτριες. Σε βαρέθηκα! Ούτε ζωγραφιστή δε θέλω να σε βλέπω!» Έφυγε κλαίγοντας σιγανά, από φόβο μην την ακούσουν. Κλείστηκε στο δωμάτιό της και κουκουλώθηκε στο κρεβάτι της όπως ήταν, με τις πληγές της ανοιχτές να βάφουν κόκκινα τα σεντόνια. Μόνο στον Ρωμανό ξεκλείδωσε την πόρτα της αργά το βράδυ και, αρνούμενη να του πει το παραμικρό, τον άφησε να της βάλει ιώδιο και τσιρότα. Εκείνος ήταν που την παρηγόρησε. Στη δική του αγκαλιά κούρνιασε όλη νύχτα ακούγοντας τα τρυφερά του παραμύθια που ξόρκισαν τους 351


φόβους της. Το επόμενο πρωί του είπε ότι μπήκε κρυφά στο υπόγειο για να το εξερευνήσει και ότι έσπασε κατά λάθος τα μπουκάλια με το κρασί. Είπε ότι έχασε την ισορροπία της, έπεσε στα γυαλιά και κόπηκε. Ήξερε πως δεν την είχε πιστέψει, αλλά και πως δεν υπήρχε τρόπος να την αναγκάσει να του πει την αλήθεια. Από κείνη τη μέρα και μετά έγινε η χειρότερη μαθήτρια στην τάξη της. Ο Παύλος έβαλε την παγοκύστη στο μάτι του και στάθηκε πιο πίσω όρθιος, παρόλο που δεν του ’χε περάσει ακόμα η ζαλάδα απ’ το χτύπημα. Έβλεπε θολά, ήταν σίγουρος πως είχε σπάσει ένα δόντι και το πουλόβερ του είχε γεμίσει πιτσιλιές απ’ το αίμα που είχε πεταχτεί από τη μύτη και τα χείλη του. Απέναντί του, ευτυχώς σε απόσταση ασφαλείας, στεκόταν ο Άλεξ Γκρέι με την πλάτη γυρισμένη, τα χέρια χωμένα στις τσέπες του και το κεφάλι σκυμμένο για να ελέγχει τις αντιδράσεις της Σάνιας που βρισκόταν ακίνητη στο κρεβάτι. Ένιωθε τρομερή ντροπή για το φέρσιμό του. Όσο έφερνε στο μυαλό του αυτό που πήγε να της κάνει, τρελαινόταν. Πότε βούρκωνε και πότε βλαστημούσε. Από μέσα του παρακαλούσε ν’ ακούσει τον Άλεξ Γκρέι να τον βρίζει, γιατί δεν άντεχε τη σιωπηλή και περιφρονητική στάση του. Μπήκε στο δωμάτιο ακριβώς τη στιγμή που η μισόγυμνη Σάνια χανόταν βίαια στο παρελθόν, κι εκείνος σαστισμένος δεν ήξερε πώς να τη συνεφέρει. Ούτε που κατάλαβε για πότε βρέθηκε όρθιος, με το βαρύ σώμα του σε απόσταση τουλάχιστον πέντε εκατοστών απ’ το πάτωμα. Δεν πρόλαβε ούτε να εκπλαγεί που ο πράος και φιλήσυχος 352


ψυχίατρος τον φιλοδώρησε με μερικά κροσέ άψογης τεχνικής. Δεν κατάφερε ν’ αντιδράσει και ούτε ήθελε, άλλωστε. Ποιον να υπερασπιστεί; Τον εαυτό του; Για ποιο λόγο να το κάνει, αφού είχε φερθεί σαν κτήνος; Ισως μάλιστα έπρεπε να πει κι ευχαριστώ για το ξύλο που έφαγε. Αν μη τι άλλο, ήταν μια μικρή εξιλέωση για την αθλιότητά του. Ξαφνικά, ο άλλος άντρας γύρισε προς το μέρος του κι άρχισε να τον πλησιάζει εκνευρισμένος σαν να τον τσίμπησε μύγα. Μετά από μία ώρα αφόρητης σιωπής, τον είδε να στέκεται απέναντί του και να σφίγγεται ολόκληρος στην προσπάθεια να μην τον χτυπήσει ξανά. Ο Παύλος τα χρειάστηκε εκείνη τη στιγμή. Είχαν το ίδιο ύψος περίπου, αλλά ένιωσε σαν σπουργίτι απέναντι σε πεινασμένη γάτα. «Αν πάθει κάτι, θα το μετανιώσεις πολύ πικρά», του είπε ο Άλεξ αδιαφορώντας για την εικόνα που παρουσίαζε εκείνη τη στιγμή, μια εικόνα απόλυτα αντίθετη με αυτή που τους είχε δείξει ως τώρα. Ήξερε ότι φαινόταν εκτός εαυτού, αλλά ήταν τόσο οργισμένος, που δεν του καιγόταν καρφί για την κάλυψή του. «Υπάρχει— υπάρχει κίνδυνος;» «Για το καλό σου, ελπίζω πως όχι». Της έριξε μια ματιά. Κοιμόταν ακόμα. «Ξέρω ότι μετάνιωσες», του είπε. Ο Παύλος χαμήλωσε ένοχα το βλέμμα. «Δε θα με συγχωρέσει ποτέ. Ένας θεός ξέρει τι μνήμες της ξύπνησα μ’ αυτό που της έκανα». «Θα σε συγχωρέσει, μην ανησυχείς». Τον βούτηξε απ’ το πουλόβερ. «Είναι γεννημένη για να συγχωρεί και να καταπίνει όσα την πληγώνουν. Όσα δεν μπορεί να τα καταπιεί τα απωθεί. 353


Δεν το ξέρεις;» «Θα το πεις στους άλλους;» Ο Άλεξ τον άφησε νιώθοντας την επαφή να τον γεμίζει αηδία. «Δε νομίζω πως πρέπει». «Θα επανορθώσω—» είπε ο Παύλος παραπατώντας. Η φωνή του ήταν ανάμεικτη από ανακούφιση και τύψεις. «Θα την κάνω να ξεχάσει— » «Όχι, φίλε μου». Κούνησε το δείκτη του απειλητικά προς το μέρος του. «Δε θα κάνεις τίποτα περισσότερο απ’ το να την αποφεύγεις. Δε σε θέλω κοντά της. Την πρόσβαλες, την έκανες να νιώσει φτηνή και την τρόμαξες. Πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεσαι ότι την αγαπάς και να της φέρεσαι έτσι; Μ’ εμένα τα χεις, εγώ σου χω μπει στο μάτι. Ας τα βαζες μαζί μου, αν είχες τα κότσια. Σαν άντρας προς άντρα. Για να δεις αν θα ’χα κι εγώ τα κότσια να λύσουμε τις διαφορές μας με τον τρόπο σου. Εκτός κι αν με λυπήθηκες—» σάρκασε. «Παίζει κι αυτό, τώρα που το σκέφτομαι. Ο νταής και το ανθρωπάκι. Θα ήταν σαν να κλέβεις εκκλησία». Ο Παύλος κούνησε το κεφάλι. «Η αλήθεια είναι πως δε σε είχα ικανό για τέτοια— » «Τώρα ξέρεις ότι είμαι». Έπρεπε πλέον να κρατήσει τα προσχήματα. «Όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί για το χειρότερο, ανάλογα με τις περιστάσεις. Είμαστε φτιαγμένοι από αντιθέσεις. Εγώ επέλεξα στη ζωή μου τους χαμηλούς τόνους και την επιστήμη μου. Υπήρξαν και θα υπάρξουν στιγμές όμως -κι ελπίζω να ναι λίγεςπου όσα επέ-λεξα να μην είμαι θα πάρουν τα ηνία. Κι αν πρέπει να λύσω τις διαφορές μου με 354


γροθιές, θα το κάνω». «Την αγαπάς, έτσι;» «Η ερώτησή σου είναι γελοία!» Άφησε ένα περιφρονητικό καγχασμό. «Και βέβαια την αγαπώ. Με το σωστό τρόπο και στη σωστή δόση. Όχι λιγότερο απ’ όσο αξίζει κι όχι περισσότερο από τα όρια του υγιούς. Μα πάνω απ’ όλα τη σέβομαι. Αυτό που δε σου έμαθαν οι εμπειρίες σου τόσα χρόνια και μου έμαθαν τα βιβλία μου είναι πως ο σεβασμός αποτελεί το θεμέλιο λίθο για κάθε ειλικρινή σχέση συγγενική, φιλική ή ερωτική, δεν έχει σημασία, και ποτέ δε θα ’πρεπε να έχει». Το αδύναμο μουρμουρητό που ακούστηκε απ’ το κρεβάτι τούς έκανε να κόψουν την κουβέντα και να τρέξουν στο πλευρό της. Την είδαν να ανοίγει τα μάτια και να προσπαθεί να δει καθαρά. Όταν αναγνώρισε τον Παύλο, γύρισε το κεφάλι. Ο Άλεξ την ανασήκωσε και την αγκάλιασε. «Εντάξει, γλυκιά μου, είσαι καλά τώρα—» την παρηγόρησε. «Ο Παύλος έχει μετανιώσει πολύ. Δε θα επαναληφθεί αυτό που έγινε—» «Θέλω να φύγει! Πες του να φύγει!» «Σάνια—» άρχισε ο Παύλος, αλλά εκείνη τον κοίταξε με μάτια που έσταζαν μίσος και οργή. «Με απογοήτευσες!» είπε κλαίγοντας. «Δεν το περίμενα από σένα αυτό, ποτέ από σένα! Ήσουν ο μόνος άντρας που εμπιστευόμουν μέχρι σήμερα. Ο μόνος, Παύλο!» «Έχεις δίκιο. Λυπάμαι, Σάνια— λυπάμαι τόσο πολύ!» «Πώς— πώς έγινες έτσι;» Τραβήχτηκε απ’ τον Άλεξ και κοίταξε τον Παύλο καλύτερα: πρησμένο μάτι, πρησμένα χείλη και μύτη 355


που έβγαζε ακόμα αίμα από το αριστερό ρουθούνι. Το πουλόβερ του είχε γεμίσει κόκκινους λεκέδες ο λαιμός του ήταν γεμάτος μελανιές. «Άλεξ;» γύρεψε αμέσως μια απάντηση. Ο Παύλος τον πρόλαβε. Είχε την ευκαιρία να αλαφρύνει κάπως τις ενοχές απ’ την απαίσια πράξη του. «Μου άξιζε», είπε αμέσως. «Και σε πληροφορώ ότι άργησε κιόλας να με δείρει. Εγώ τον προκαλούσα, κι εκείνος κρατιόταν. Στο τέλος δεν άντεξε. Τις άρπαξα για τα καλά, απ’ ό,τι βλέπεις—» Κοίταξε μια τον έναν και μια τον άλλο. «Μα εκείνος—» «Εγώ θα χαιρόμουν στη θέση σου, Σάνια», τη σταμάτησε ο Παύλος. «Μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως αυτός ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να σε υπερασπιστεί, αν χρειαστεί. Ακούγεται τρελό, αλλά ησύχασα κάπως. Δεν είναι και τόσο— λαπάς όσο πίστευα. Όμως τι σημασία έχει τώρα αυτό; Για μένα μετρά μόνο να με συγχωρέσεις. Μισώ τον εαυτό μου γι’ αυτό που σου έκανα. Σου ορκίζομαι ότι δε θα σε ξαναενοχλήσω». Ο Άλεξ σηκώθηκε και πήγε να βρει ένα πούρο. Για το καλό όλων τους, η Σάνια έπρεπε να παραβλέψει το περιστατικό, αλλά η αφέλειά της και η καλοσύνη τηο καταντούσαν βλακεία. Θα μπορούσε να την εκμεταλλευτεί ο οποιοσδήποτε. Χωρίς κάποιον να την προσέχει εφ’ όρου ζωής, κινδύνευε να κυκλοφορεί μονίμως με την ταμπέλα «Θύμα». «Σε πιστεύω—» την άκουσε να λέει με την απαλή φωνή της, γεμάτη απ’ τις καλές προθέσεις της ψυχής της. «Δεν είσαι κακός. Ποτέ δεν ήσουν—» Ο Παύλος ψιθύρισε ένα ευχαριστώ γεμάτο ανακούφιση και έκανε να φύγει. Δεν του είπε τίποτα καθώς τον προσπερνούσε. Το βλέμμα του όμως έδειχνε με σαφήνεια πως από δω και 356


μπρος θα τον σεβόταν. Μόλις είχε πάρει κι αυτός μια απόδειξη της διορατικότητάς του. Όπως ακριβώς το είχε προβλέψει, η Σάνια τον είχε συγχωρέσει. Μόλις έμειναν μόνοι, ο Άλεξ πήγε στο παράθυρο, το άνοιξε λίγο και φύσηξε έξω τον καπνό. «Μόλις είσαι έτοιμη, θέλω να μου πεις τι είδες», είπε. «Έχω κι εγώ να σου πω κάποια πράγματα. Είδα τη μητέρα του Ρωμανού σήμερα, και πήρα μια ιδέα πού ακριβώς πρέπει να ψάξω». «Εντάξει», συμφώνησε εκείνη και πριν περάσουν δέκα λεπτά του διηγήθηκε επακριβώς όσα είχε δει. «Μου ’λειψες τόσο πολύ!» Η Μαργαρίτα ανακάτεψε τον καφέ της κι αφοσιώθηκε με γνήσια συγκίνηση στο πρόσωπο της Σάνιας, που χάζευε τους περαστικούς και το χριστουγεννιάτικο διάκοσμο της πρωτεύουσας. Και σε κείνη είχαν λείψει αυτές οι συντροφικές ώρες που περνούσε με τη φίλη της στο αγαπημένο τους καφέ, δυο στενά παρακάτω απ’ το κτίριο όπου στεγαζόταν το Μικροσκόπιο. Η ανάπαυλα μετά τη δουλειά παρέα με τη Μαργαρίτα έδιωχνε την ένταση της μέρας και την έκανε να νιώθει φυσιολογική, ίδια μ’ όλους εκείνους τους ανώνυμους διαβάτες που πηγαινοέρχονταν αδιάκοπα φορτωμένοι με τις δικές τους χαρές και τα δικά τους μικρά ή μεγάλα προβλήματα. Ήταν οι μόνες στιγμές που δεν ένιωθε κόρη της μητέρας της και ανιψιά των θείων της. Δεν είχε καμία απ’ τις βαριές ιδιότητες που τη συνόδευαν από τη μέρα της γέννησής της, και γινόταν κι αυτή μια ανώνυμη κοπέλα που καθόταν όπως όλοι σε μια καφετέρια, απαλλαγμένη απ’ το βάρος των όσων θα έπρεπε ή δε θα έπρεπε να θυμάται.

357


Ο καφές ήταν δυνατός, αλλά το νευρικό της σύστημα τον καλοδέχτηκε. Χαμογέλασε στη Μαργαρίτα και της έπιασε τρυφερά το χέρι. Δεν καταλάβαινε τον Άλεξ που επέμενε να μην την εμπιστεύεται. Η φίλη της δεν την είχε απογοητεύσει ποτέ. Δεν είχε σημασία που είχαν εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες. Κι ο Άλεξ διέφερε ριζικά με τον Ρωμανό, αλλά αυτό δεν τον είχε εμποδίσει να τον θεωρεί φίλο του. «Δε βρήκαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε με τόσες ετοιμασίες, αλλά τώρα δε θα σ’ αφήσω να μου ξεφύγεις, φιλενάδα. Πες τα μου όλα, καίγομαι να μάθω τις λεπτομέρειες. Είναι αλήθεια, Σάνια; Ερωτευτήκατε κεραυνοβόλα ο ένας τον άλλο;» Κοίταξε το όμορφο, καθαρό πρόσωπό της και τον τρόπο που τα μεγάλα πράσινα μάτια της περίμεναν τις απαντήσεις τους. Δεν της είχε πει ποτέ ψέματα, και αισθανόταν απαίσια τώρα που έπρεπε να το κάνει. Φοβόταν κιόλας. Δεν ήταν καθόλου καλή ψεύτρα, κι η Μαργαρίτα αντιλαμβανόταν εύκολα το ψέμα. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της. Δεν ήθελε την παραμικρή παρεξήγηση ανάμεσά τους. «Ναι», είπε μόλις ήπιε μια μικρή γουλιά καφέ. «Υπήρχε χημεία απ’ την πρώτη στιγμή, αλλά εξελίχτηκε γρήγορα σε έρωτα μόλις βρεθήκαμε μόνοι μας στη Γερμανία». «Ήρθε και σε βρήκε;» «Στην αρχή απλώς μου σύστησε έναν κορυφαίο νευρολόγοψυχίατρο στο Βερολίνο, κι εγώ έφυγα μόνη. Την επόμενη μέρα όμως ήρθε να με βρει. Δικαιολογήθηκε πως τον ενδιέφερε πολύ η περίπτωσή μου, αλλά το ξέραμε κι οι δύο πως δεν ήταν έτσι. Δεν το κουβεντιάσαμε το δεχτήκαμε. Μα° φάνηκε απόλυτα φυσιολογικό να γίνουμε ζευγάρι, παρότι 358


γνωρίζαμε ελάχιστα πράγματα ο ένας για τον άλλο. Ξέρεις, εκείνος ήταν βέβαιος πως δε θα ξαναθυμηθώ τίποτα περισσότερο. Ο γιατρός στη Γερμανία επίσης μου είπε το ίδιο με τον Άλεξ: ότι δεν πρόκειται να αποκτήσω όλη τη μνήμη μου ποτέ, ενώ σύντομα θα εξασθενήσουν κι οι κρίσεις. Μου έδωσαν άλλη φαρμακευτική αγωγή και ήδη νιώθω πιο δυνατή. Ο οργανισμός μου ανταποκρίθηκε. Τώρα πια άλλωστε δε μ’ ενδιαφέρει να θυμηθώ. Όσα κενά ένιωθα τα γέμισε και με το παραπάνω ο Άλεξ— » Η Μαργαρίτα έβαλε μια άτακτη καστανή τούφα πίσω από το αφτί της και χαμογέλασε πονηρά. Τα μακριά της νύχια, περιποιημένο με γαλλικό μανικιούρ, χτύπησαν με τις άκρες τους ρυθμικά το ποτήρι της. «Ο Άλεξ—» επανέλαβε με νόημα. «Ο ντροπαλός και σεμνός ψυχίατρος έκρυβε αρκετή φωτιά μέσα του, απ’ ό,τι φαίνεται—» «Εεε— ναι», συμφώνησε αμήχανα η Σάνια. «Σε μερικά πράγματα είναι εντελώς διαφορετικός απ’ αυτό που δείχνει— » «Όπως (πο σεξ, ας πούμε;» Έφερε σία κόκκινα χείλη ιης ένα λεπτό τσιγάρο και φύσηξε ψηλά τον καπνό της χωρίς να πάψει να την κοιτάζει προκλητικά. «Δε— δεν έχουμε προχωρήσει τόσο πολύ—» «Α, είναι ευαίσθητος και παλιομοδίτης ο κύριος. Πολύ καλό αυτό. Εγώ θα ξενέρωνα, φυσικά, αλλά για τη Σάνια μου έναν τέτοιο άντρα ονειρευόμουν». «Δε θα μ’ απογοητεύσει, το ξέρω!» δήλωσε με πάθος η Σάνια, λες και υπήρχε πραγματικά η προοπτική να γίνει το ταίρι του σε όλα. 359


«Δείχνει να μην έχει πείρα με τις γυναίκες». «Ε, δεν είναι και παρθένος! Υπήρξε παντρεμένος ο άνθρωπος, και μετά το θάνατο της γυναίκας του είχε κι αυτός επιθυμίες όπως όλοι. Γνώρισε αρκετές έκτοτε. Απλώς δεν του αρέσει να το διατυμπανίζει». «Κι εμένα μου αρέσει, αν θέλεις να ξέρεις», της εξομολογήθηκε με παιχνιδιάρικο ύφος. «Έχει μια παράξενη γοητεία, κι αυτή η ιστορία με την πειρατική καλύπτρα με εξιτάρει. Άσε που δεν έχω πάει ποτέ με άντρα τόσο μορφωμένο. Μη με παρεξηγήσεις, αλλά πεθαίνω από περιέργεια για τις επιδόσεις του. Με τόση αυτοκυριαρχία κι εγκράτεια, θα είναι αληθινός χείμαρρος στο κρεβάτι. Είναι το μόνο μέρος που ελευθερώνονται οι άνθρωποι, σ’ το χω πει πολλές φορές. Αν θες να μάθεις πραγματικά κάποιον, κάνε έρωτα μαζί του. Ξέρεις πόσοι αρρενωποί και φωνακλάδες αποδείχτηκαν κουτάβια στο σεξ; Εκεί φαίνονται όλα—» Η Σάνια αναδεύτηκε στην καρέκλα της νιώθοντας άβολα. Δεν τη σόκαραν τα λόγια της φίλης της πάντα έτσι μιλούσε η Μαργαρίτα. Τη σόκαρε η κρυφή της επιθυμία να διαπιστώσει αν οι υποψίες της έστεκαν. Είχε φανταστεί τον εαυτό της στα χέρια του Άλεξ Γκρέι. Είχε ονειρευτεί να του παραδίνεται πλήρως και το σώμα της αντιδρούσε παράξενα ακόμα και στο πιο αθώο του άγγιγμα. Ντρεπόταν που το παραδεχόταν έστω και κρυφά, αλλά τον ποθούσε. «Η αιώνια Σάνια—» την πείραξε η Μαργαρίτα. «Μόλις η κουβέντα φτάνει στα— ακατονόμαστα, θέλει να το βάλει στα πόδια. Είναι αργά τώρα για ντροπές και ταμπού, φιλενάδα. Μένετε πια μαζί, απ’ ό,τι έμαθα».

360


«Μακάρι να ’μουν όπως εσύ!» ευχήθηκε. «Μακάρι να μην ενοχοποιούσα τόσο εύκολα τις επιθυμίες μου και να δεχόμουν τη φύση μου χωρίς να μπαίνω στη διαδικασία να κάνω αυτοκριτική όλη την ώρα. Ο φόβος μην καταντήσω σαν τη μητέρα μου μ’ έκανε αφύσικη. Τα περνάω όλα απ’ το φίλτρο του καθωσπρεπισμού. Βάζω τις ταμπέλες “ηθικό” και “ανήθικο” με τόση ευκολία! Είμαι γεμάτη κόμπλεξ και ανασφάλειες, Μαργαρίτα— » αναστέναξε. «Κι ίσως να ’ναι αυτό,ς ο λόγος της τόσο έντονης έλξης που ένιωσα για τον Άλεξ. Έχει κι εκείνος τις ανασφάλειές του λόγω του ατυχήματος. Μοιάζουμε —» «Κάνε μου τη χάρη κι απόλαυσέ το τότε, χωρίς να το αναλύεις». Έσβησε το τσιγάρο της και την κοίταξε με βλέμμα σατανικής χαράς. «Φαντάζομαι τον Παύλο», άλλαξε θέμα. «Θα πρέπει να του ’χει στρίψει». Ντράπηκε να της πει αυτό που είχε γίνει το προηγούμενο βράδυ. «Θα του περάσει», μουρμούρισε μονάχα. «Ελπίζω να μην κάνει καμιά χοντράδα. Για όλα τον έχω ικανό». «Θα το χωνέψει», είπε η Σάνια με πείσμα. «Μπορεί όχι ακόμα, αλλά σίγουρα μόλις γίνει ο γάμος». «Ο γάμος; Μιλήσατε από τώρα για γάμο;» Κόντεψε να της γλιστρήσει το ποτήρι απ’ τα χέρια. «Ναι. Σε τρεις μήνες το πολύ θα έχουμε παντρευτεί. Ο Ά\εξ ψάχνει ήδη για σπίτι. Η μεταφορά τόσων χρημάτων έχει μεγάλη γραφειοκρατία, πέρα από όσα απαιτούνται για να ασκήσει εδώ το επάγγελμα, γι’ αυτό μένουμε στους δικούς μου προς το παρόν. Ο θείος κι η θεία επέμεναν. Εκεί δεν είμαστε εύκολη 361


λεία για τους δημοσιογράφους, κι επιπλέον έχουμε όλοι την ευκαιρία να συνηθίσουμε το γεγονός. Είμαι το κοριτσάκι τους. Θέλουν να με χαρούν όσο περισσότερο γίνεται μέχρι να ρθει η ώρα του αποχωρισμού. Τους καταλαβαίνω—» «Και το δικό σου σπιτάκι τι έγινε; To παράτησες;» «Το διατηρώ προς το παρόν, αλλά έχω μεταφέρει όλα τα προσωπικά μου αντικείμενα: εννοώ το φωτογραφικό μου εξοπλισμό και τα βιβλία μου». Κοίταξε το ρολόι της κι άφησε ένα επιφώνημα έκπληξης. «Ποπό, πέρασε η ώρα! Ο Άλεξ θ’ ανησυχεί». «Πότε θα τον γνωρίσω καλύτερα;» θέλησε να μάθει η Μαργαρίτα ανοίγοντας την τσάντα για να βάλει μέσα τα τσιγάρα της. «Σύντομα. Θα σε πάρω να κανονίσουμε να βγούμε. Κι ο Άλεξ θέλει να σε γνωρίσει καλύτερα. Δεν του αρκούν όσα του λέω. Ποτέ δεν είναι αρκετά όσα του λένε οι άλλοι. Προτιμά να έχει προσωπική άποψη για όλους και για όλα. Ένα παράξενο πράγμα, να μην πέφτει ποτέ έξω αυτός ο άνθρωπος— » «Ναι, ε; Ενδιαφέρον», είπε μόνο η Μαργαρίτα και σηκώθηκε. Αντάλλαξαν ένα φιλί κι αποχωρίστηκαν. Η Σάνια σταμάτησε ένα ταξί κι η Μαργαρίτα προτίμησε να περπατήσει. Χάρηκαν κι οι δύο που τα είχαν πει. Κάποτε είχαν ορκιστεί πως δε θα επέτρεπαν σε τίποτα και σε κανέναν να τις χωρίσει. «Μην τη βλέπεις έτσι μαζεμένη και σεμνή, ήταν αντάρτισσα!» είπε ή Μίνα βάζοντας τα γέλια. Στη φωτογραφία που του έδειχνε, η Σάνια, γύρω στα δεκατρία της, ήταν σκαρφαλωμένη σ’ ένα τεράστιο πεύκο κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά της ένα 362