Page 1


D.H. LAWRENCE

Η παρθένα και ο τσιγγάνος Μετάφραση: Χρύσα Κούτρα ΡΟΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Εισαγωγή Ο Ντέιβιντ Χέρμπερτ Λόρενς γεννήθηκε στο Ίστγουντ του Νοτινγκχαμσάιρ το 1885. Ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά ενός ανθρακωρύχον και της αστής γυναίκας, του. Φοίτησε στο Γυμνάσιο του Νότινγκχαμ και στο Nottingham University College. To πρώτο του μυθιστόρημα, -«To Λευκό Παγώνι» («The White Peacock») κυκλοφόρησε το 1911, μόλις λίγες εβδομάδες μετά το θάνατο της μητέρας του, με την οποία ήταν παθολογικά συνδεδεμένος. Εκείνη την περίοδο έδωσε τέλος στη σχέση του με την Τζέσι Τσέιμπερς (τη Μίριαμ στο «Γιοί και Εραστές») και αρραβωνιάστηκε τη Λουί Μπάροους. Η καριέρα του ως δασκάλου σε σχολείο τελείωσε το 1911, εξαιτίας της ασθένειας που τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν φυματίωση. Το 1912 ο Λόρενς το έσκασε στη Γερμανία με τη Φρίντα Γουίκλι. Η Φρίντα ήταν η Γερμανίδα σύζυγος ενός πρώην καθηγητή του στις ξένες γλώσσες. Παντρεύτηκαν, όταν επέστρεψαν στην Αγγλία, το 1914. Ο Λόρενς, εκείνη την εποχή, ζούσε από το γράψιμο, αν και ήταν βυθισμένος στην ανασφάλεια. Τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του, «Το Ουράνιο Τόξο» («The Rainbow») και «Ερωτευμένες Γυναίκες» («Women in Love»), ολοκληρώθηκαν το 1915 και το 1916. Το μεν πρώτο απαγορεύτηκε ενώ για το δεύτερο δεν μπορούσε να βρει εκδότη. Μετά τον πόλεμο ο Λόρενς άρχισε το λεγόμενο «πρωτόγονο προσκύνημά του» σε αναζήτηση ενός πιο ικανοποιητικού τρόπου ζωής από αυτόν που προσέφερε ο βιομηχανικός δυτικός πολιτισμός. Αυτό τον οδήγησε στη Σικελία, την Κεϋλάνη, την Αυστραλία και, τέλος, στο Νέο Μεξικό. Οι Λόρενς γύρισαν στην Ευρώπη το 1925. Το τελευταίο μυθιστόρημα του Λόρενς, «Ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλι» («Lady Chatterley’s Lover»), απαγορεύθηκε το 1928 και οι πίνακές του κατασχέθηκαν το 1929. Πέθανε στη Βενετία το 1930, σε ηλικία 44 ετών. Ο Λόρενς πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της σύντομης ζωής του απολαμβάνοντας τη ζωή. Ωστόσο, μας άφησε πάρα πολλά έργα μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, μεταφράσεις και αλληλογραφία. Μετά το θάνατό του η σύζυγός του Φρίντα, έγραψε: «Ό,τι είδε και ένιωσε και γνώρισε, tq. έδωσε με τα γραπτά του στους συνανθρώπους του, την ομορφιά της ζωής, την ελπίδα για περισσότερη ζωή... ένα ηρωικό, ανεκτίμητο δώρο».


I ΟΤΑΝ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΕΦΗΜΕΡΙΟΥ ΤΟ ΕΣΚΑΣΕ Μ’ ένα νεαρό και απένταρο άνδρα, ξέσπασε

μεγάλο σκάνδαλο. Τα δυο της κοριτσάκια ήταν μόλις επτά και εννέα χρονών, αντιστοίχως. Και ο εφημέριος ήταν τόσο καλός σύζυγος. Μπορεί, βέβαια, τα μαλλιά του να ήταν γκρίζα, όμως το μουστάκι του ήταν μαύρο. Ήταν ωραίος άνδρας και ακόμη γεμάτος κρυφό πάθος για την παρορμητική και όμορφη γυναίκα του. Γιατί έφυγε; Γιατί ξέσπασε με τόσο απότομο τρόπο λες και την είχε αγγίξει η τρέλα; Κανείς δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση. Μόνο οι θεοσεβούμενοι είπαν ότι ήταν παλιογυναίκα. Ενώ μερικές από τις καλές γυναίκες δεν είπαν τίποτε. Εκείνες ήξεραν. Τα δυο κοριτσάκια δεν έμαθαν ποτέ. Είχαν πληγωθεί και τελικά έφτασαν στο συμπέρασμα ότι όλα έγιναν επειδή η μητέρα τους δε νοιαζόταν γι’ αυτές. Ο κακός άνεμος, που δε φέρνει τίποτε καλό σε κανέναν, σάρωσε την οικογένεια του εφημέριου με το φύσημά του. Ύστερα, όμως, για δες! Ο εφημέριος, που ήταν αρκετά διακεκριμένος δοκιμιογράφος και αμφισβητίας και του οποίου η ιστορία είχε προκάλεσα τη συμπάθεια στους κύκλους των διανοούμενων, μετατέθηκε στην ενορία του Πάπλγουικ. Ο Κύριος είχε μετριάσα τον άνεμο της δυστυχίας προσφέροντάς του μια θέση πρεσβύτερου στα βόρεια. Το πρεσβυτέριο ήταν ένα μάλλον άκομψο, πέτρινο κτίσμα κοντά στον ποταμό Παπλ, πριν μπεις στο χωρίο. Πιο κάτω, μετά το σημείο όπου ο δρόμος διασχίζει το ρέμα, βρίσκονταν τα μεγάλα, παλιά, πέτρινα βαμβακουργεία, που κάποτε κινούνταν με το νερό. Ο δρόμος έστριβε και ανέβαινε το λόφο, καταλήγοντας στα γυμνά, πλινθόστρωτα σοκάκια του χωριού. Στην οικογένεια του εφημέριου έγιναν αποφασιστικές αλλαγές με αφορμή τη μετακόμιση στο πρεσβυτέριο. Ο εφημέριος, και τώρα πια πρεσβύτερος, έφερε την ηλικιωμένη μητέρα του, την αδελφή του καθώς κι έναν αδελφό του από την πόλη. Τα δυο κοριτσάκια βρέθηκαν σ’ ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από εκείνο του παλιού σπιτιού. Ο πρεσβύτερος ήταν πια σαράντα επτά χρονών* είχε επιδείξει μια έντονη και όχι τόσο άξιο πρεπή στενοχώρια μετά τη φυγή της συζύγου του. Κάποιεςττυμπονετικές κυρίες τον είχαν αποτρέψει από την αυτοκτονία. Τα μαλλιά του είχαν σχεδόν ασπρίσει και είχε άγρια, τραγική όψη. Αρκούσε μόνο να τον κοιτάξεις για να καταλάβεις πόσο τρομερή ήταν όλη αυτή η ιστορία για κείνον και πόσο είχε εξαπατηθεί. Ωστόσο κάπου υπήρχε μια παραφωνία. Και μερικές κυρίες, που στην αρχή είχαν συμπονέσει βαθύτατα τον εφημέριο, .αντιπαθούσαν μυστικά τον πρεσβύτερο. Οταν όλα τέλειωσαν, ένιωθες ότι έκρυβε κάποιο φαρισαϊσμό μέσα του. Τα κοριτσάκια, φυσικά, δέχτηκαν την ετυμηγορία της οικογένειας, μ’ εκείνον το συγκεχυμένο τρόπο που έχουν τα παιδιά. Η Γιαγιά, που είχε περάσει τα εβδομήντα και σιγά σιγά έχανε την όρασή της, έγινε η κεντρική μορφή του σπιτιού. Η θεία Σίσσυ, που ήταν πάνω από σαράντα χρονών, ωχρή, ευσεβής, μ’ ένα σκουλήκι να της τρώει τα σωθικά,


κρατούσε το σπίτι. Ο θείος Φρεντ, ένας τσιγγούνης άντρας, γύρω στα σαράντα, με γκρίζο πρόσωπο, που ζούσε ανέντιμα και νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό του, πήγαινε κάθε μέρα στην πόλη. Και ο πρεσβύτερος, βέβαια, ήταν το πιο σημαντικό μέλος της οικογένειας, μετά τη Γιαγιά. Τη φώναζαν «η Μητέρα». Ήταν από εκείνες τις φύσει άξεστες, πονηρές γριές, που σ’ όλη της τη ζωή κατάφερνε να γίνεται το δικό της, κολακεύοντας τις αδυναμίες των ανδρών που την περιέβαλλαν. Πολύ γρήγορα πήρε το μήνυμα. Ο πρεσβύτερος «αγαπούσε» ακόμη την παραστρατημένη γυναίκα του και θα την «αγαπούσε» μέχρι να πεθάνει. Τσιμουδιά, λοιπόν! Το αίσθημα του πρεσβύτερου ήταν ιερό. Μέσα στην καρδιά του φυλούσε ευλαβικά την εικόνα του αγνού κοριτσιού που είχε παντρευτεί και είχε λατρέψει. Έξω, στον κακό κόσμο, τριγύριζε, την ίδια στιγμή, μια ανυπόλυπτη γυναίκα η οποία είχε προδώσει τον πρεσβύτερο και είχε εγκαταλείψει τα παιδάκια του. Τώρα ζούσε μ’ ένα νεαρό, ποταπό άνδρα, ο οποίος, χωρίς αμφιβολία, θα την οδηγούσε στον ξεπεσμό, όπως της άξιζε. Ας το καταλάβαιναν αυτό καλά όλοι και μετά τσιμουδιά! Γιατί στην άδολη, ευγενική καρδιά του πρεσβύτερου άνθιζε ακόμη το αγνό, πάλλευκο κρίνο της νεαρής γυναίκας του. Αυτό το λευκό κρίνο δεν είχε μαραθεί. Το άλλο πλάσμα, που το είχε σκάσει μ’ εκείνον τον αχρείο, δεν τον αφορούσε. Η Μητέρα, η οποία προηγουμένως υπήρξε κάπως παραμελημένη και ασήμαντη ως χήρα σε ένα μικρό σπιτάκι, τώρα κατέλαβε τα ηνία του πρεσβυτέριου και στύλωσε το γέρικο σώμα της γερά και πάλι. Κανείς δεν μπορούσε να την εκθρονίσει. Αναστέναζε πονηρά, τιμώντας την αφοσίωση του πρεσβύτερου στο αγνό, λευκό κρίνο, ενώ προσποιούνταν ότι την αποδοκίμαζε. Με προσποιητό σεβασμό για τη μεγάλη αγάπη του γιου της, δεν έλεγε τίποτε εναντίον εκείνης της τσουκνίδας που άνθιζε στον κακό κόσμο και που κάποτε λεγόταν Κυρία Άρθουρ Σέιγουελ. Τώρα, δόξα τω Θεώ, που είχε ξαναπαντρευτεί, δεν ήταν πια η κυρία Άρθουρ Σέιγουελ. Καμία γυναίκα δεν έφερε το όνομα του πρεσβύτερου. Το αγνό, λευκό κρίνο άνθιζε in perpetuum1, χωρίς ονοματολογία. Η οικογένεια τη θυμόταν ως Εκείνη-πουήταν η Σύνθια. Όλα αυτά ήταν δουλειά της Μητέρας. Έτσι ήταν σίγουρη ότι ο Άρθουρ δε θα ξαναπαντρευόταν ποτέ. Τον κρατούσε από την πιο λεπτή αδυναμία του, την κρυφή αυταρέσκειά του. Είχε παντρευτεί ένα άσπιλο, λευκό κρίνο. Ο τυχερός! Είχε πληγωθεί. Ο καημένος! Είχε πονέσει. Αχ, τι ευαίσθητη καρδιά! Και είχε... συγχωρέσει! Ναι, το λευκό κρίνο είχε συγχωρεθεί. Είχε προνοήσει γι’ αυτήν ακόμη και στη διαθήκη του, όταν ο άλλος ο αχρείος Σιωπή! Μην πλησιάζετε καν τόσο κοντά στη φρικτή τσουκνίδα, στο βρόμικο έξω κόσμο! Σ* Εκείνη-που-ήταν η Σύνθια. Αφήστε το λευκό κρίνο να ανθίζει μακριά, απρόσιτο, στα ύψη του παρελθόντος. Το παρόν είναι μια άλλη ιστορία. Τα παιδιά μεγάλωναν μέσα σε αυτό το κλίμα ύπουλου αυτο-καθαγιασμού και συγκάλυψης. Κι αυτά έβλεπαν το κρίνο σε απρόσιτα ύψη. Κι αυτά ήξεραν ότι ορθωνόταν με μοναχική μεγαλοπρέπεια ψηλά, πάνω από τη ζωή τους και δεν επρόκειτο να το αγγίξουν ποτέ. Την ίδια στιγμή, από το βρόμικο κόσμο έφτανε καμιά φορά μια δυσάρεστη, αποκρουστική μυρωδιά εγωισμού και έκλυτης λαγνείας, η μυρωδιά εκείνης της απαίσιας τσουκνίδας, Εκείνης-πουήταν η Σύνθια. Αυτή η τσουκνίδα, πράγματι, κατάφερνε κάθε τόσο να αγγίζει λίγο τα κορίτσια, τα παιδιά της. Και αυτό έκανε την γκριζομάλλα Μητέρα να τρέμει μέσα της από το μίσος. Διότι αν Εκείνη-που-ήταν η Σύνθια ξαναγύριζε κάποτε, δε θα έμενε τίποτε από τη Μητέρα. Ένα κρυφό κύμα μίσους περνούσε από τη γριά γιαγιά στα κορίτσια, τους


καρπούς εκείνης της βρομερής και ανήθικης τσουκνίδας, εκείνης της Σύνθια, η οποία τόσο επιμελώς έτρεφε περιφρόνηση για τη Μητέρα. Με όλα αυτά ήταν ανακατεμένη η ζωηρή ανάμνηση των παιδιών από το πραγματικό τους σπίτι, την κατοικία του εφημέριου στο νότο, και από τη λαμπερή, αλλά όχι τόσο αξιόπιστη μητέρα τους, τη Σύνθια. Είχε γεμίσει το σπίτι με μια μεγάλη φλόγα, ένα χείμαρρο ζωής, σαν αστραπιαίος κι επικίνδυνος ήλιος, που διαρκώς έφευγε και ξαναερχόταν. Πάντα συνέδεαν την παρουσία της με τη φωτεινότητα, αλλά και με τον κίνδυνο, με τη λάμψη αλλά και με επίφοβο εγωισμό. ’ Τώρα η λάμψη είχε σβήσει και το λευκό κρίνο, σαν πορσελάνινο στεφάνι, είχε παγώσει πάνω στον τάφο του. Ο κίνδυνος της ρευστότητας, η ιδιαίτερα επίφοβη μορφή εγωισμού είχαν χαθεί, όπως τα λιοντάρια και οι τίγρεις. Τώρα επικρατούσε μια απόλυτη σταθερότητα, μέσα στην οποία μπορούσε κανείς να πεθάνει ασφαλής. Όμως εκείνες μεγάλωναν. Και όσο μεγάλωναν, ένιωθαν όλο και πιο μπερδεμένες, όλο και πιο σαστισμένες. Η Μητέρα, όσο γερνούσε, σιγά σιγά έχανε το φως της. Κάποιος έπρεπε να την οδηγεί. Δε σηκωνόταν από το κρεβάτι πριν το μεσημέρι. Μα ακόμα και τυφλή ή κατάκοιτη, αυτή κρατούσε το σπίτι. Εξάλλου δεν ήταν κατάκοιτη. Οταν ήταν εκεί οι άντρες, η Μητέρα καθόταν στο θρόνο της. Ήταν πολύ πονηρή για να προκαλέσει την αδιαφορία των άλλων. Ειδικά όταν είχε ανταγωνιστές. Ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής της ήταν το μικρότερο κορίτσι, η Υβέτ. Η Υβέτ είχε κάτι από την αφηρημένη, απρόσεκτη ανεμελιά Εκείνης-πουήταν η Σύνθια. Όμως τούτη εδώ ήταν πιο υπάκουη. Ίσως η Γιαγιά την είχε πιάσει στα δίχτυα της εγκαίρως. Ίσως! Ο πρεσβύτερος τη λάτρευε την Υβέτ, και την κακομάθαινε με την ξεμωραμένη του αγάπη τόσο πολύ που έλεγε: δεν είμαι ένα ευαίσθητο, καλοσυνάτο γεροντοπαλίκαρο; Του άρεσε να βλέπει έτσι τον εαυτό του και η Μητέρα, πάλι, ήξερε τις αδυναμίες του απ’ έξω κι ανακατωτά. Τις ήξερε και τις εκμεταλλευόταν, μετατρέποντάς τις σε πλεονεκτήματα του χαρακτήρα του. Εκείνος ήθελε να φαίνεται ότι έχει ελκυστικό χαρακτήρα, όπως οι γυναίκες θέλουν να έχουν ελκυστικά φορέματα. Και η Μητέρα, με πανουργία, εξωράιζε τα ελαττώματα και τις ελλείψεις του. Η μητρική της αγάπη ήταν το κλειδί για τις αδυναμίες του, τις οποίες έκρυβε για χάρη του με διάφορα κοσμητικά. Ενώ Εκείνη-πουήταν η Σύνθια! Μα ας μη μιλάμε γι’ αυτή σ’ αυτό το σημείο. Στα μάτια της, ο πρεσβύτερος ήταν σχεδόν ένας καμπούρης και ηλίθιος. Το περίεργο ήταν ότι η Γιαγιά κατά βάθος μισούσε τη Λουσίλ, τη μεγαλύτερη κόρη, πιο πολύ από την πάραχαϊδεμένη Υβέτ. Η Λουσίλ, η ανήσυχη και ευέξαπτη, ένιωθε ότι βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο της Γιαγιάς περισσότερο από την κακομαθημένη και αφηρημένη Υβέτ. Από την άλλη πλευρά, η θεία Σίσσυ μισούσε την Υβέτ. Μισούσε και μόνο το όνομά της. Η ζωή της θείας Σίσσυ είχε θυσιαστεί για τη Μητέρα, και η Θεία Σίσσυ το ήξερε αυτό, και η Μητέρα ήξερε ότι το ήξερε. Όμως, καθώς περνούσαν τα χρόνια, κατέληξε να γίνει μια σύμβαση. H σύμβαση της θείας Σίσσυ είχε γίνει αποδεκτή από όλους, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της Σίσσυ. Προσευχόταν πολύ γι’ αυτό. Πράγμα που έδειχνε επίσης ότι είχε τα


δικά της αισθήματα κρυμμένα κάπου βαθιά, η καημενούλα. Είχε πάψει να είναι η Σίσσυ, είχε χάσει τη ζωή της και το φύλο της. Και τώρα που πλησίαζε τα πενήντα, παράξενες πράσινες φλόγες οργής άναβαν μέσα της και τότε έχανε τα λογικά της. Όμως η Γιαγιά την κρατούσε υπό τον έλεγχο της. Και ο μόνος σκοπός στη ζωή της θείας Σίσσυ ήταν να φροντίζει τη Μητέρα. Οι πράσινες φλόγες του μίσους της θείας Σίσσυ, μερικές φορές άναβαν εναντίον όλων των νεαρών υπάρξεων. Η δύστυχη, προσευχόταν και προσπαθούσε να πάρει συγχώρεση από τον Ουρανό. Αλλά αυτό που της είχαν κάνει δεν μπορούσε να το συγχωρέσει καΓ-μερικές φορές το φαρμάκι ξεχυνόταν στις φλέβες της. Όχι πως η Μητέρα ήταν καμιά ζεστή, καλοσυνάτη ψυχή. Δεν ήταν. Απλώς προσποιούνταν με υστεροβουλία. Και αυτό το κατάλαβαν σιγά σιγά τα κορίτσια. Κάτω από τον παλιομοδίτικο, δαντελένιο σκούφο της, κάτω από τα ασημένια της μαλλιά και το μαύρο μετάξι του χοντρού, κοντού, κυρτού κορμιού της, αυτή η γριά έκρυβε μια παμπόνηρη καρδιά, η οποία αποζητούσε διαρκώς τη γυναικεία της δύναμη. Και μέσα από την αδυναμία των μαραμένων, νωθρών αντρών που είχε αναθρέψει, κρατούσε τη δύναμή της, καθώς περνούσαν τα χρόνια από πάνω της, από τα εβδομήντα ως τα ογδόντα και από το ογδόντα, στην καινούργια φάση, προς τα ενενήντα. Στην οικογένεια υπήρχε ολόκληρη παράδοση «αφοσίωσης»* αφοσίωση του ενός προς τον άλλον και ειδικά προς τη Μητέρα. Η Μητέρα, φυσικά, ήταν ο άξονας της οικογένειας. Η οικογένεια αποτελούσε την προέκταση του εγώ της. Την κάλυπτε φυσικά με τη δύναμή της. Και οι γιοι και οι κόρες της, όντας αδύναμοι και διαλυμένοι, ήταν βέβαια αφοσιωμένοι. Έξω από τους κόλπους της οικογένειας, τι άλλο μπορούσε να τους περιμένει πέρα από κίνδυνο, προσβολή και ατίμωση; Μήπως ο πρεσβύτερος δεν το είχε ζήσει αυτό στο γάμο του; Έτσι τώρα, προσοχή! Προσοχή και αφοσίωση μπροστά στον κόσμο. Και ας υπάρχει όσο μίσος και έχθρα θέλεις μέσα στην οικογένεια. Προς τον έξω κόσμο, ένας αδιαπέραστος φράχτης ομοφωνίας. II ΟΜΩΣ ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ορι στικά στο σπίτι από το σχολείο, ένιωσαν πραγματικά το βάρος του άψυχου, γέρικου χεριού της Γιαγιάς πάνω στη ζωή τους. ΗΛουσίλ πλησίαζε πια τα είκοσι ένα και η Υβέτ τα δεκαεννιά. Είχαν φοιτήσει σ’ ένα κολέγιο θηλέων και το τελευταίο έτος είχαν πάει στη Λωζάνη και ήταν ό,τι θα περίμενε κανείς: ψηλά, νεαρά πλάσματα, με δροσερά, ευαίσθητα προσωπάκια, κοντοκομμένα μαλλιά και αγορίστικους τρόπους. «Το πιο βαρετό πράγμα στο Πάπλγουικ», είπε η Υβέτ, καθώς στεκόταν στο πλοίο που διέσχιζε τη Μάγχη, ατενίζοντας τους βαθύγκριζους βράχους του Ντόβερ που έρχονταν όλο και πιο κοντά, «είναι ότι δεν υπάρχουν άντρες. Γιατί ο Μπαμπάς να μην έχει μερικούς ωραίους τύπους για φίλους; Όσο για το θείο Φρεντ, είναι ανυπόφορος!» «Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει», είπε η Λουσίλ, πιο φιλοσοφημένα. «Ξέρεις από πριν τι να περιμένεις», είπε η Υβέτ.


«Χορωδία τις Κυριακές, κι εγώ τις μισώ τις μεικτές χορωδίες. Οι φωνές των αγοριών είναι υπέροχες, όταν δεν υπάρχουν γυναίκες. Και κατηχητικό και Αλληλοβοηθητική Εταιρεία Κορασίδων και κοινωνικές συγκεντρώσεις, όλα εκείνα τα συμπαθή γερόντια που ρωτούν για την υγεία της Γιαγιάς! Ούτε ένας νέος άνθρωπος της προκοπής σε τόσα μίλια»» «Α, δεν ξέρω!», είπε η Λουσίλ. «Υπάρχουν πάντα οι Φράμλεϊς. Και ξέρεις ότι ο Τζέρι Σόμερκοτς σε λατρεύει». «Ουφ, μισώ τους τύπους που με λατρεύουν!», φώναξε η Υβέτ, ανασηκώνοντας την ευαίσθητη μυτούλα της. «Μου προκαλούν πλήξη. Ασε που γίνονται κολητσίδα». «Καλά, τι θέλεις εσύ, αν δεν αντέχεις ούτε να σε λατρεύουν; Εγώ νομίζω ότι είναι πολύ καλό. Αφού δεν πρόκειται να τους παντρευτείς ποτέ, γιατί λοιπόν, δεν τους αφήνεις να σε λατρεύουν, εφόσον αυτό τους κάνει να νιώθουν καλά;» «Α, μα εγώ θέλω να παντρευτώ», φώναξε η Υβέτ. «Τότε, λοιπόν, άστους να σε λατρεύουν μέχρι να βρεις κάποιον που ίσως θα μπορούσες να παντρευτείς». «Δε θα το έκανα ποτέ μ’ αυτό τον τρόπο. Τίποτε δε με απωθεί περισσότερο από ένα τύπο που με λατρεύει. Με κάνουν να πλήττω τόσο! Με κάνουν να-νιώθω απαίσια». «Κι εμένα το ίδιο, όταν γίνονται πιεστικοί. Αλλά όταν μένουν σε απόσταση, νομίζω ότι είναι εντάξει». «Εγώ θα ήθελα να ερωτευθώ παράφορα». «Πολύ πιθανόν! Εγώ, πάλι όχι! Θα το σιχαινόμουν. Μπορεί κι εσύ το ίδιο να ένιωθες, αν σου συνέβαινε πραγματικά. Εξάλλου, πρέπει να ηρεμήσουμε λιγάκι, πριν αποφασίσουμε τι θέλουμε τελικά στη ζωή μας». «Μα δε νιώθεις απαίσια που γυρίζουμε στο Πάπλγουικ;» φώναξε η Υβέτ, ανασηκώνοντας τη νεανική, ευαίσθητη μυτούλα της. «Μπα. Όχι ιδιαίτερα. Μου φαίνεται ότι θα βαρεθούμε κάπως. Μακάρι ο Μπαμπάς να αγόραζε αυτοκίνητο. Μάλλον θα πρέπει να ξεθάψουμε τα παλιά μας ποδήλατα. Δε θα ’θελες να ανέβουμε στο Τάνσι Μουρ;» «Σαν τρελή! Παρόλο που είναι κουραστικό να ανεβαίνεις μ’ ένα παλιό ποδήλατο πάνω σ’ εκείνους τους λόφους». Το πλοίο πλησίαζε τους γκρίζους βράχους. Ήταν καλοκαίρι, αλλά η μέρα ήταν μουντή. Τα δυο κορίτσια φορούσαν τα παλτά τους με τους γούνινους γιακάδες σηκωμένους, και μικροσκοπικά, σικ καπέλα, που τα είχαν τραβήξει προς τα κάτω, για να καλύπτουν τα αυτιά τους. Ψηλές, λιγνές, με δροσερά πρόσωπα^ αφελείς, κι όμως γεμάτες αυτοπεποίθηση, μεγάλη αυτοπεποίθηση, με την έπαρση της μαθητριούλας, ήταν τόσο αντιπροσωπευτικές Αγγλίδες. Φαίνονταν τόσο ελεύθερες μα στην πραγματικότητα ήταν μπερδεμένες και σφιγμένες μέσα τους. Φαίνονταν τόσο ορμητικές και αντικομφορμίστριες μα στην πραγματικότητα ήταν τόσο συντηρητικές, τόσο, θα ’λεγε κανείς, κλεισμένες βαθιά στον


εαυτό τους. Έμοιαζαν με εντυπωσιακά, ψηλά, ολοκαίνουργια καΐκια, που μόλις αφήνουν το λιμάνι για να ανοιχτούν στις πλατιές θάλασσες της ζωής. Και, στην ουσία, ήταν δύο δύστυχες νεαρές, ακυβέρντητες ζωές, που περιπλανιούνται από το ένα αγκυροβόλιο στο άλλο . Το πρεσβυτέριο γέμισε τις καρδιές τους με ρίγος, μόλις μπήκαν. Φαινόταν άσχημο, και σχεδόν αποκρουστικό, μ’ εκείνη την υγρή ατμόσφαιρα της μεσοαστικής, ξεπεσμένης άνεσης που έχει πάψει να είναι ευχάριστη και έχει καταντήσει αποπνικτική, βρόμικη. Το γερό, πέτρινο σπίτι φάνηκε στα κορίτσια αποκρουστικό, δεν ήξεραν γιατί. Τα παλιωμένα έπιπλα έμοιαζαν, θα ’λεγε κανείς, άθλια κι ελεεινά, τίποτε δεν ήταν καινούργιο, φρέσκο. Ακόμη και το φαγητό στα γεύματα ανέδιδε εκείνη τη φοβερή κι απαίσια μυρωδιά που είναι τόσο απωθητική για ένα νεαρό πλάσμα που έρχεται από το εξωτερικό. Ροσμπίφ και μουσκεμένο λάχανο, κρύο αρνί και πουρές, ξινά τουρσιά, απαράδεκτες πουτίγκες. Η Γιαγιά, που «έκανε κέφι λιγουλάκι χοιρινό», έτρωγε επίσης και ειδικά φαγητά, ζωμό κρέατος και παξιμάδια ή μια νόστιμη κρεμούλα. Η γκριζοπρόσωπη θεία Σίσσυ δεν έ,τρώγε απολύτως τίποτε. Καθόταν στο τραπέζι και έβαζε μια και μοναδική, σκέτη βραστή πατάτα στο πιάτο της. Δεν έτρωγε ποτέ κρέας. Έτσι καθόταν ακούνητη, όσο διαρκούσε το γεύμα και όσο η Γιαγιά καταβρόχθιζε βιαστικά τη μερίδα της ήταν τυχερή αν δεν έχυνε τίποτε πάνω στο πρησμένο στομάχι της. Το φαγητό δεν σου άνοιγε την όρεξη. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, τη στιγμή που η ίδια η θεία Σίσσυ μισούσε το φαγητό, μισούσε αυτή καθεαυτή την πράξη της βρώσης και δεν κατάφερνε ποτέ να κρατήσει μια υπηρέτρια πάνω από τρεις μήνες; Τα κορίτσια έτρωγαν με σιχαμάρα, η μεν Λουσίλ με αξιοθαύμαστο κουράγιο, ενώ η τρυφερή μυτούλα της Υβέτ, φανέρωνε την αηδία της. Μόνο ο ασπρομάλλης πρεσβύτερος, σκούπιζε το μακρύ γκρίζο μουστάκι του με την πετσέτα του και έλεγε αστεία. Κι εκείνον γινόταν όλο και πιο βαρύς και δυσκίνητος, αφού καθόταν στο γραφείο του όλη μέρα, χωρίς να ασκείται ποτέ. Όμως έλεγε σαρκαστικά αστειάκια όλη την ώρα, καθισμένος εκεί, κάτω από τη προστασία της Μητέρας. Η εξοχή, με τους απόκρημνους λόφους και τις βαθιές, στενές κοιλάδες της, ήταν μουντή και σκοτεινή, αλλά είχε μια δική της έντονη δύναμη. Είκοσι μίλια πιο μακριά, απλωνόταν ο μαύρος βιομηχανικός βορράς. Κι όμως το χωριό του Πάπλγουικ ήταν σχετικά ερημικό, σχεδόν χαμένο, η ζωή σ’ αυτό πέτρινη και αυστηρή. Όλα ήταν πέτρινα, με μια σκληράδα σχεδόν ποιητική: τόσο άκαμπτη ήταν. Τα πράγματα έγιναν ακριβώς όπως τα είχαν φανταστεί τα κορίτσια: γύρισαν στη χορωδία, βοηθούσαν στην ενορία. Η Υβέτ, όμως, εναντιώθηκε στο Κατηχητικό, στο Σύλλογο της Ελπίδας, στην Αλληλοβοηθητική Εταιρεία Κορασίδων στην πραγματικότητα στράφηκε εναντίον όλων εκείνων των δραστηριοτήτων που οργανώνονταν από πεισματάρες γηραιές κυρίες και ξεροκέφαλους, ηλίθιους, ηλικιωμένους κυρίους. Απέφευγε να πηγαίνει στην εκκλησία όσο μπορούσε και το ’σκαγε από το πρεσβυτέριο όποτε έβρισκε ευκαιρία. Οι Φράμλεϊς, μια μεγάλη, άστατη, χαρούμενη οικογένεια πάνω στο Γκρέιντζ, αποτελούσαν σημαντικό αποκούμπι. Και αν κάποιος την προσκαλούσε για φαγητό, ακόμη και αν μια γυναίκα της εργατικής τάξης την καλούσε για τσάι, δεχόταν χωρίς πολλή σκέψη. Στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο την ενθουσίαζε. Της άρεσε να μιλάει με τους εργάτες, συχνά είχαν θαυμάσια, δυνατά μυαλά. Φυσικά, όμως, ανήκαν σ’ έναν άλλο κόσμο.

Έτσι περνούσαν οι μήνες. Ο Τζέρι Σόμερκοτς εξακολουθούσε να τη λατρεύει. Υπήρχαν κι


άλλοι που τη λάτρευαν, γιοί αγροτών ή εργοστασιαρχών. Η Υβέτ έπρεπε όντως να περνάει καλά. Συνέχεια πήγαινε σε πάρτυ και χορούς, έρχονταν φίλοι και την έπαιρναν με το αυτοκίνητό τους και πήγαιναν στην πόλη, στον απογευματινό χορό του μεγάλου ξενοδοχείου ή στο έξοχο, καινούργιο Palais de Dance, που λεγόταν «Pally». Παρ’ όλα αυτά, πάντα έμοιαζε με πλάσμα υπνωτισμένο. Δεν ήταν ποτέ ελεύθερη να χαρεί. Βαθιά μέσα της κρυβόταν ένας αβάσταχτος καημός, που πίστευε ότι δεν έπρεπε να νιώθει και που δεν ήθελε να νιώθει, με αποτέλεσμα να γίνεται ακόμη χειρότερος. Ποτέ δεν κατάλαβε πού οφειλόταν. Στο σπίτι, ήταν πολύ ευέξαπτη και αγενής προς τη θεία Σίσσυ. Πράγματι, όλοι στην οικογένεια είχαν να λένε για τον απαίσιο χαρακτήρα της Υβέτ. Η Λουσίλ, πάντα πιο πρακτική, έπιασε δουλειά στην πόλη ως ιδιαιτέρα γραμματεύς κάποιου κυρίου που χρειαζόταν μια κοπέλα που να ξέρει απταίστως τη Γαλλική και γραφομηχανή. Πηγαινοερχόταν κάθε μέρα με το τρένο που έπαιρνε και ο θείος Φρεντ. Ωστόσο ποτέ δεν ταξίδευε μαζί του και, είτε έβρεχε είτε όχι, πήγαινε με το ποδήλατό της μέχρι το σταθμό, ενώ εκείνος πήγαινε με τα πόδια. Τα δυο κορίτσια είχαν καταλήξει ότι αυτό που ήθελαν ήταν μια ευχάριστη κοινωνική ζωή. Και τις ενοχλούσε τρομερά το γεγονός ότι το πρεσβυτέριο δεν προσφερόταν για να καλούν τους φίλους τους. Στο πρώτο πάτωμα υπήρχαν μόνο τέσσερα δωμάτια: η κουζίνα, όπου έμεναν οι δυο δυσαρεστημένες υπηρέτριες, η σκοτεινή τραπεζαρία, το γραφείο του πρεσβυτέρου και το μεγάλο, «οικείο», πληκτικό καθιστικό και σαλόνι. Στην τραπεζαρία υπήρχε μια θερμάστρα γκαζιού. Μόνο στο καθιστικό υπήρχε μια γερή, αληθινή φωτιά που έκαιγε συνεχώς. Επειδή, φυσικά, εκεί ήταν το βασίλειο της Γιαγιάς. Σ’ αυτό το δωμάτιο μαζευόταν η οικογένεια. Το βραδάκι, μετά το δείπνο, ο θείος Φρεντ και ο πρεσβύτερος "έλυναν πάντοτε σταυρόλεξα με τη Γιαγιά. «Τώρα, Μητέρα, είσαι έτοιμη; Ν κενό κενό κενό ΟΥ: Σιαμέζος αξιωματούχος». «Πώς; Πώς; Μ κενό κενό κενό κενό ΟΥ;» Η Γιαγιά δεν άκουγε καλά. «Οχι, Μητέρα. Όχι Μ! Ν κενό κενό κενό ΟΥ: Σιαμέζος αξιωματούχος». «Α, Ν κενό κενό κενό κενό ΟΥ: Κινέζος αξιωματούχος». «Σιαμέζος, είπαμε». «Ε;» «Σιαμέζος! Από το Σιάμ»» «Σιαμέζος αξιωματούχος! Τι να ’ναι αυτό τώρα;», έλεγε η γριά, βαθυστόχαστα, διπλώνοντας τα χέρια της πάνω στο στρογγυλό στομάχι της. Οι δυο της γιοί τότε πρότειναν διάφορες λύσεις, στις οποίες απαντούσε, λέγοντας «Α! Α!». Ο πρεσβύτερος ήταν φοβερά εύστροφος στα σταυρόλεξα. Όμως ο Φρεντ διέθετε ένα κάποιο τεχνικό λεξιλόγιο. -«Αυτό, δίχως άλλο, είναι μεγάλο μανίκι», έλεγε η γριά, όταν κολλούσαν όλοι σε καμιά λέξη.


Εν τω μεταξύ, η Λουσίλ καθόταν σε μια γωνιά και έκανε ότι διαβάζει, βουλώνοντας τα αυτιά της με τα χέρια της ενώ η Υβέτ ζωγράφιζε νευρικά ή μουρμούριζε δυνατούς κι εκνευριστικούς σκοπούς, για να συμπληρώσει την οικογενειακή συναυλία. Η θεία Σίσσυ άπλωνε συνεχώς το χέρι της να πάρει σοκολατάκι και τα σαγόνια της δούλευαν ασταμάτητα. Ζούσε κυριολεκτικά με σοκολατάκια. Καθισμένη σε απόσταση, έβαζε άλλο ένα στο στόμα της και μετά κοίταζε πάλι το περιοδικό της ενορίας. Κατόπιν σήκωνε το κεφάλι της και έβλεπε ότι είχε έρθει η ώρα να πάει να φέρει στη γιαγιά ένα φλιτζάνι Horlicks. Όταν η θεία έλειπε, η Υβέτ άνοιγε το παράθυρο με απελπισία. Το δωμάτιο δεν ήταν ποτέ ευάερο, είχε την εντύπωση ότι μύριζε: είχε τη μυρωδιά της Γιαγιάς. Και η Γιαγιά, που υποτίθεται ότι βαριάκουγε, άκουγε σαν νυφίτσα, όταν δεν ήθελαν οι άλλοι να ακούει. «Άνοιξες το παράθυρο, Υβέτ; Νόμιζα ότι θα θυμόσουν ότι υπάρχουν και μεγαλύτεροι άνθρωποι από σένα στο δωμάτιο», έλεγε. «Είναι αποπνικτικά! Είναι ανυπόφορα! Δεν είναι παράξενο που όλοι μας κρυολογούμε συνεχώς». «Είμαι σίγουρη ότι το δωμάτιο είναι αρκετά ευρύχωρο και μια γερή φωτιά καίει». Η ηλικιωμένη γυναίκα ριγούσε. «Θα μπει κανένα ρεύμα και θα μας ξεκάνει όλους». «Δεν θα μπει κανένα ρεύμα», ωρυόταν η Υβέτ. «Λίγος καθαρός αέρας». Η ηλικιωμένη γυναίκα ριγούσε πάλι και έλεγε: «Ε, όχι δα!» Ο πρεσβύτερος, σιωπηλός, βάδιζε προς το παράθυρο και το έκλεινε σταθερά. Στο μεταξύ απέφευγε να κοιτάζει την κόρη του. Δεν του άρεσε να της μπαίνει εμπόδιο. Αλλά έπρεπε να ξέρει τι είναι σωστό και τι όχι. Τα σταυρόλεξα -που τα είχε επινοήσει ο διάβολος ο ίδιοςσυνεχίζονταν μέχρι που η Γιαγιά τέλειωνε το Horlicks της και έπρεπε να πάει για ύπνο. Μετά ακολουθούσε η τελετουργία του καληνυχτίσματος! Όλοι σηκώνονταν όρθιοι. Τα κορίτσια πήγαιναν να τα φιλήσει η τυφλή γριά, ο πρεσβύτερος της πρόσφερε το μπράτσο του να ακουμπήσει και η θεία Σίσσυ ακολουθούσε μ’ ένα κερί. Ομως αυτό γινόταν πια στις εννιά η ώρα, παρ’ όλο που η Γιαγιά είχε γεράσει για τα καλά και θα έπρεπε να πηγαίνει για ύπνο νωρίτερα. Αλλά, όταν έπεφτε στο κρεβάτι, δεν την έπιανε ύπνος, μέχρι να έρθει και η θεία Σίσσυ. «Ξέρετε» έλεγε η Γιαγιά, «Δεν έχω κοιμηθεί ποτέ μοναχή μου. Σαράντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια δεν κοιμήθηκα ούτε μια νύχτα χωρίς το μπράτσο του Πατέρα γύρω μου. Και όταν πέθανε, προσπάθησα να κοιμάμαι μόνη μου. Όμως, μόλις έκλειναν τα μάτια μου, η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που πήγαινε να βγει από το σώμα μου και έμενα εκεί ξαπλωμένη με την καρδιά μου να σπαρταράει. Αχ, μπορείτε να σκεφτείτε ό,τι θέλετε, αλλά ήταν μια τρομακτική εμπειρία μετά από σαράντα τέσσερα χρόνια τέλειου έγγαμου βίου! Θα μπορούσα να είχα παρακαλέσει το Θεό να φύγω πρώτη, αλλά ο Πατέρας, όχι, δε νομίζω ότι θα είχε το κονράγιο να ζήσει». Έτσι, η θεία Σίσσυ κοιμόταν με τη Γιαγιά. Και το απεχθανόταν αυτό. Έλεγε ότι δεν


μπορούσε πια να κοιμηθεί. Και μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο γκρίζα και το φαγητό στο σπίτι όσο πήγαινε και χειροτέρευε και η θεία Σίσσυ έπρεπε να κάνει εγχείρηση. Όμως η Μητέρα σηκωνόταν, όπως πάντα, κατά τις δώδεκα το μεσημέρι και προΐστατο του γεύματος από την πολυθρόνα της, με το στομάχι της να φουσκώνει* το ροδαλό, κρεμασμένο της πρόσωπο, το οποίο είχε ένα είδος απεχθούς μεγαλοπρέπειας, διαγραφόταν απαλά κάτω από το τείχος των ψηλών φρυδιών της και τα γαλανά της μάτια κοίταζαν ερευνητικά, χωρίς ωστόσο να βλέπουν τίποτε. Τα λευκά της μαλλιά αραίωναν σιγά σιγά και το όλο θέαμα που παρουσίαζε ήταν κάπως αντιαισθητικό. Όμως ο πρεσβύτερος της έλεγε αστεία, όλο χαρά, και εκείνη έκανε τάχα ότι τα αποδοκίμαζε. Ήταν απόλυτα ικανοποιημένη, έτσι καθισμένη μέσα στην αρχαία παχυσαρκία της, και μετά από κάθε γεύμα ρευόταν, πιέζοντας το στήθος της με το χέρι της καθώς «έσκαγε» με χοντροκομμένη φυσική ευχαρίστηση. Αυτό που πείραζε περισσότερο τα κορίτσια ήταν ότι, όταν έφερναν τους νεαρούς φίλους τους στο σπίτι, η Γιαγιά ήταν πάντοτε παρούσα, σαν κάποιο φοβερό είδωλο με γέρικη σάρκα, που τραβούσε την προσοχή όλων επάνω του. Υπήρχε μόνο ένα δωμάτιο για όλους. Κι εκεί καθόταν η γηραιά κυρία, με τη θεία Σίσσυ να τη φυλάει με ύφος βλοσυρό. Όλοι έπρεπε να παρουσιαστούν πρώτα στη Γιαγιά 2 ήταν πρόθυμη να γίνει εγκάρδια, της άρεσε η παρέα. Ήθελε να μαθαίνει για τον καθένα ποιος ήταν, από πού ήταν, τα πάντα για τη ζωή του. Και ύστερα, όταν ήταν au fait*, μπορούσε να πιάσει κουβέντα. Τίποτε δεν εκνεύριζε περισσότερο τα κορίτσια. «Μα δεν είναι υπέροχη η κυρία Σέιγουελ! Εχει ακόμη τόσο ενδιαφέρον για τη ζωή και κοντεύει τα ενενήντα!» «Πράγματι, αν ζωή είναι να ενδιαφέρεσαι για τα ζητήματα των άλλων...», έλεγε η Υβέτ. Αμέσως μετά ένιωθε ενοχές. Εδώ που τα λέμε, είναι όντως υπέροχο να πλησιάζεις τα ενενήντα και να έχεις τέτοια διαύγεια! Και η Γιαγιά, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Ήταν περισσότερο το γεγονός ότι έμπαινε μέσα σ’ όλα. Και ίσως είναι άσχημο να μισείς κάποιον μόνο και μόνο επειδή είναι γέρος και μέσα σ’ όλα. Η Υβέτ αμ έσως μετάνιωνε και γινόταν καλή. Η Γιαγιά άρχιζε να αναπολεί την εποχή που ήταν κοριτσάκι, στη μικρή πόλη του Μπακιγκχαμσάιρ. Μιλούσε ασταμάτητα και ήταν τόσο διασκεδαστική. Πράγματι, ήταν υπέροχη. Αργότερα, το απόγευμα, έρχονταν η Λόττυ και η Έλλα με τον Μπομπ Φράμλεϊ και τον Λίο Γουέδερελ. «Α, περάστε!» και όλοι, ένα τσούρμο, έμπαιναν στο καθιστικό, όπου η Γιαγιά, με το άσπρο της σκουφί, καθόταν δίπλα στο τζάκι. «Γιαγιά, να σας συστήσω τον κύριο Γουέδερελ». «Τον κύριο, πώς τον είπες; Συγχωρήστε με, είμαι λιγάκι κουφή!» Η Γιαγιά έδινε το χέρι της στον αμήχανο νεαρό και τον κοίταζε επίμονα, αμίλητη, χωρίς να μπορεί να τον δει. «Δεν είστε από τη δική μας ενορία;» τον ρωτούσε. «Οχι, είμαι από το Ντίνινγκτον!» φώναζε εκείνος.


«Θέλουμε να πάμε για πικ-νικ αύριο, στο Μπόνσαλ Χεντ, με το αμάξι του Λίο. Θα μας χωρέσει όλους», έλεγε η Έλλα σιγανά. «Στο Μπόνσαλ Χεντ, είπατε;» ρωτούσε η Γιαγιά. «Ναι!» Τότε έπεφτε βουβαμάρα. «Είπες ότι θα πάτε με αυτοκίνητο;» «Ναι! Του κυρίου Γουέδερελ». «Ελπίζω να είναι καλός οδηγός. Ο δρόμος είναι πολύ επικίνδυνος». «Είναι πολύ καλός οδηγός!». «Δεν είναι και πολύ καλός οδηγός;» «Μα όχι! Είναι πολύ καλός οδηγός!». «Αν πάτε στο Μπόνσαλ Χεντ, νομίζω ότι θα πρέπει να στείλω κι εγώ ένα μήνυμα στη Λαίδη Λουθ». Η Γιαγιά δεν έχανε ποτέ ευκαιρία να αναφερθεί σ’ αυτήν την άθλια τη Λαίδη Λουθ, όταν ήταν με παρέα. «Α, δε θα πάμε από εκείνον το δρόμο», φώναζε η Υβέτ. «Ποιον δρόμο;» ρωτούσε η Γιαγιά. «Πρέπει να πάτε οπωσδήποτε από το Χένορ». Όλη η παρέα καθόταν, όπως έλεγε ο Μπομπ, σαν φουσκωμένες πάπιες που κουνιόντουσαν νευρικά στις καρέκλες τους. Έμπαινε η θεία Σίσσυ και κατόπιν η υπηρέτρια με το τσάι. Υπήρχε πάντα το κλασικό, αγοραστό κέικ. Μετά έβγαινε ένα πιάτο με μικρά, φρέσκα βουτήματα. Η θεία Σίσσυ είχε στείλει να τα αγοράσουν από το φούρνο εκείνη τη στιγμή. «Τσάι, Μητέρα!» Η γηραιά κυρία έπιανε σφιχτά τα μπράτσα της πολυθρόνας της. Όλοι σηκώνονταν όρθιοι, καθώς εκείνη βάδιζε αργά, υποβασταζόμενη από τη θεία Σίσσυ, για να πάρει τη θέση της στο τραπέζι. Όσο έπαιρναν το τσάι τους, γύριζε και η Λουσίλ από τη δουλειά της στην πόλη. Ήταν εξαντλημένη, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της. Άφηνε μια φωνή ενθουσιασμού, μόλις έβλεπε όλη την παρέα μαζεμένη. Όταν σταματούσε η φασαρία και έπεφτε πάλι σιωπή αμηχανίας, η Γιαγιά έλεγε: «Δε μου έχεις μιλήσει ποτέ για τον κύριο Γουέδερελ, αν δεν κάνω λάθος, Λουσίλ». «Δε θυμάμαι», έλεγε η Λουσίλ.


«Αποκλείεται να μου έχεις μιλήσει. Το όνομα μού είναΓάγνωστο». Η Υβέτ, αφηρημένα, έπαιρνε άλλο ένα βούτημα από το σχεδόν άδειο, πλέον, πιάτο. Η θεία Σίσσυ, που γινόταν έξω φρενών από την αδιάφορη, άπρεπη συμπεριφορά της Υβέτ, ένιωθε την πράσινη οργή να φουντώνει στην καρδιά της. Σήκωνε το πιάτο της, με το ένα και μοναδικό βούτημα που επέτρεπε στον εαυτό της να φάει, και έλεγε με καυστική ευγένεια, προσφέροντάς το στην Υβέτ: «Θέλεις και το δικό μου;» «Ω, ευχαριστώ», απαντούσε η Υβέτ με εκείνο το ευέξαπτο και αφηρημένο ύφος της. Και με μια κίνηση παρόμοιας ανεμελιάς, έπαιρνε και το βούτημα της θείας Σίσσυ, προσθέτοντας εκ των υστέρων: «Αν είστε σίγουρη ότι δεν το θέλετε». Τώρα πια είχε δυο γλυκίσματα στο πιάτο της. Η Λουσίλ είχε χλομιάσει σαν φάντασμα, σκυμμένη πάνω από το τσάι της. Η θεία Σίσσυ καθόταν με μια πράσινη όψη δηλητηριώδους εγκαρτέρησης. Η αμηχανία γινόταν αγωνιώδης. . Όμως η Γιαγιά, αμέριμνη, θρονιασμένη με τον τεράστιο όγκο της έλεγε μόνο, κυριολεκτικά στο μάτι του κυκλώνα: «Αν πάτε με αυτοκίνητο στο Μπόνσαλ Χεντ αύριο, Λουσίλ, θα ήθελα να πάτε ένα μήνυμα από μένα στη Λαίδη Λουθ». «Α!», έλεγε η Λουσίλ, ρίχνοντας μια αλλόκοτη ματιά στην τυφλή γριά, στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Η Λαίδη Λουθ ήταν αυτή που έκανε κουμάντο στην οικογένεια του Βασιλιά Καρόλου και η Γιαγιά την ανέφερε ανελλιπώς για χάρη των επισκεπτών. «Πολύ καλά!» «Ήταν τόσο ευγενική την περασμένη εβδομάδα. Μου έστειλε με το σωφέρ της ένα σταυρόλεξο». «Μα την ευχαριστήσατε τότε», φώναζε η Υβέτ. «θα ήθελα να της στείλω ένα σημείωμα». «Μπορούμε να το ταχυδρομήσουμε», φώναζε η Υβέτ. «Α, όχι! Θα ήθελα να το πάτε εσείς. Την τελευταία φορά που ήρθε να με δει η Λαίδη Λουθ...» Οι νεαροί κάθονταν σαν κοπάδι μικρών ψαριών που ανοιγοκλείνουν το στόμα τους σιωπηλά στην επιφάνεια του νερού, ενώ η Γιαγιά συνέχιζε να μιλάει για τη Λαίδη Λουθ. Η θεία Σίσσυ -το ήξεραν τα δυο κορίτσιαήταν ακόμη χαμένη, σχεδόν αναίσθητη, μέσα σ’ έναν παροξυσμό οργής για το γλύκισμα. Ίσως να προσευχόταν κιόλας, η καημενούλα. Ήταν πραγματική λύτρωση όταν έφευγαν οι φίλοι τους. Όμως μέχρι εκείνη τη στιγμή τα δυο κορίτσια είχαν εξουθενωθεί. Και ακριβώς τότε, η Υβέτ, κοιτάζοντας γύρω της, αντίκριζε ξαφνικά την πέτρινη, αδυσώπητη θέληση στη γέρικη, μητριαρχική μορφή της Γιαγιάς. Καθόταν εκεί, φουσκωμένη, γερμένη στην καρέκλα της, απαθής, με το ροδαλό, κρεμασμένο γέρικο πρόσωπό της γεμάτο κηλίδες, σχεδόν αναίσθητη, κι όμως αδυσώπητη, με όψη που θύμιζε μάσκα η οποία έκρυβε κάτι σκληρό, αμείλικτο. Ήτάν η στατική νωθρότητα της


αηδιαστικής δύναμής της. Και την άλλη στιγμή άνοιγε το αρχαίο στόμα της για να ρωτήσει κάθε λεπτομέρεια για τον Λίο Γουέδερελ. Για την ώρα είχε πέσει σε χειμερία νάρκη, μέσα στα γηρατειά της, τη μακροβιότητά της. Όμως την άλλη στιγμή άνοιγε το στόμα της, το μυαλό της ξυπνούσε με μια αναλαμπή και με την ακόρεστη δίψα της για ζωή, για τη ζωή των άλλων, άρχιζε να ρωτάει κάθε λεπτομέρεια. Έμοιαζε με το γέρικο βάτραχο που είχε δει η Υβέτ, συνεπαρμένη, να κάθεται στην προεξοχή της κυψέλης, ακριβώς μπροστά από τη μικροσκοπική είσοδο απ’ όπου έβγαιναν οι μέλισσες, ο οποίος μ’ ένα δαιμονικό, αστραπιαίο άνοιγμα των σουφρωμένων χειλιών του, έπιανε μια μια τις μέλισσες, μόλις έβγαιναν έξω για να ξεχυθούν στον αέρα, τις κατάπινε τη μία μετά την άλλη, λες και μπορούσε να χωρέσει ολόκληρο το μελίσσι μέσα στο γερασμένο, φουσκωτό, σουφρωμένο, ρυτιδιασμένο στόμα του. Καταβρόχθιζε μέλισσες μόλις ορμούσαν στον ανοιξιάτικο αέρα, χρόνο με το χρόνο, χρόνο με το χρόνο, για γενιές ολόκληρες. Όμως ο κηπουρός, τον οποίο φώναξε η Υβέτ, έγινε έξω φρενών και σκότωσε το ζωντανό με μια πέτρα. «Τούτα είν’ καλά για τα σαλιγκάρια», είπε, όταν κατέβηκε αε την πέτρα. «Αλλά δεν πρέπει κανένα να πηγαίνει κείθε και να αδειάζει ούλη την κυψέλ’ στην κοιλιά του» 1

in perpetuum (λατινική έκφραση): αδιαλείπτως, χωρίς διακοπή. 2

au fait (γαλλ.): βρίσκομαι σε διάθεση να κάνω κάτι.


ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΗΤΑΝ ΜΟΥΝΤΟΣ ΚΑΙ άσχημος και οι δρόμοι ήταν χάλια, επειδή έβρεχε ασταμάτητα για εβδομάδες* ωστόσο, τα παιδιά ξεκίνησαν για την εκδρομή τους, και μάλιστα χωρίς να πάρουν το* μήνυμα της Γιαγιάς. Απλώς γλίστρησαν έξω ενώ εκείνη πραγματοποιούσε την αργή διαδρομή της από τον κάτω στον επάνω όροφο μετά το μεσημεριανό φαγητό. Για τίποτε στον κόσμο δε θα περνούσαν από το σπίτι της Λαίδης Λουθ. Εκείνη η χήρα γιατρού -στον οποίο είχαν απονείμει τον τίτλο του ιππότηένα άκακο πλάσμα στη πραγματικότητα, είχε γίνει εφιάλτης στη ζωή τους. Έξι νεαροί επαναστάτες κάθονταν καμαρωτοί στο αυτοκίνητο καθώς περνούσαν με θόρυβο μέσα απ’ τη λάσπη. Κι όμως η όψη τους ήταν κοφτερή. Εξάλλου κανείς τους δεν είχε στ’ αλήθεια λόγο για να επαναστατήσει. Τους είχε δοθεί πολύ μεγάλη ελευθερία κινήσεων. Οι γονείς τους τούς άφηναν να κάνουν σχεδόν ό,τι ήθελαν. Δεν υπήρχαν πραγματικά δεσμά για να σπάσουν, ούτε κάγκελα φυλακής για να λυγίσουν και να αποδράσουν, ούτε κλειδαριά για να παραβιάσουν. Τα κλειδιά της ζωής τους βρίσκονταν στα χέρια τους. Κι εκεί κρέμονταν άχρηστα. Είναι πολύ πιο εύκολο να σπάσει κανείς τα κάγκελα της φυλακής παρά να ανοίξει καινούργιες πόρτες στη ζωή, όπως ανακαλύπτει η νεότερη γενιά, προς μεγάλη της απογοήτευση. Βέβαια, υπήρχε η Γιαγιά. Όμως, καημένη γριούλα, δεν μπορούσες να της πεις: «Πέσε κάτω και πέθανε, παλιόγρια!». Μπ3ρεί να αποτελούσε ένα γέρικο μπελά, αλλά ποτέ δεν έκανε κάτι κακό. Ήταν άδικο να τη μισείς. Έτσι τα παιδιά ξεκινούσαν για τη βόλτα τους προσπαθώντας να είναι κεφάτα. Μπορούσαν να κάνουν ό,τι τους άρεσε. Και, φυσικά, δεν είχαν τίποτε άλλο να κάνουν παρά να κάθονται στοαυτοκίνητο και να κριτικάρουν τους άλλους και να ερωτοτροπούν μεταξύ τους με ηλίθιες φιλοφρονήσεις, οι οποίες πραγματικά σου προκαλούσαν πλήξη. Μακάρι να υπήρχαν μερικοί «αυστηροί κανόνες» για να τους παραβούν! Όμως δεν υπήρχαν: μόνο η άρνησή τους να μεταφέρουν το μήνυμα στη Λαίδη Λουθ, κάτι που θα επικροτούσε και ο ίδιος ο πρεσβύτερος επειδή ούτε κι αυτός συμπαθούοε ιδιαίτερα την Αρχηγό της οικογενείας του Βασιλιά Καρόλου. Τραγουδούσαν, κάπως ασυνάρτητα, τα τελευταία, δήθεν εύθυμα τραγούδια, καθώς περνούσαν από διάφορα καταθλιπτικά χωριά. Στο μεγάλο πάρκο τα ελάφια στέκονταν κατά ομάδες κοντά στο δρόμο* ζαρκάδια και χέρσα γη, πρόβαλαν στην απογευματιάτικη μουντάδα, κάτω από τις βελανιδιές, κατά μήκος του δρόμου, λες και τα είχε κεντρίσει η ανθρώπινη παρουσία. Η Υβέτ επέμεινε να σταματήσουν και να βγουν να τους μιλήσουν. Τα κορίτσια, με τις ρώσικες μπότες τους, βάδισαν βαριά πάνω στο νοτισμένο γρασίδι, ενώ τα ελάφια τις παρακολουθούσαν με τα μεγάλα, άφοβα μάτια τους. Το αρσενικό απομακρύνθηκε τρέχοντας ήρεμα, ρίχνοντας το κεφάλι του προς τα πίσω από το βάρος των μεγάλων κεράτων του. Το θηλυκό, όμως, μαζί με τα μισομεγαλωμένα μικρά του, ζυγιάζοντας τα μεγάλα αυτιά του, δε σηκώθηκε από τη σκιά του δέντρου, μέχρι που τα κορίτσια πλησίασαν σε απόσταση αναπνοής. Μετά απομακρύνθηκε μ’ ελαφρύ βήμα, σηκώνοντας την ουρά του από τα


κατάστικτα λαγόνια του, ενώ τα μικρά του τριπόδισαν με σβελτάδα. «Μα δεν είναι φοβερά κομψά και όμορφα!», αναφώνησε η Υβέτ. «Είναι να απορείς που μπόρεσαν να ξαπλώσουν τόσο άνετα σ’ αυτό το αηδιαστικό, υγρό χορτάρι». «Υποθέτω ότι κάποτε θα πρέπει κι αυτά να ξαπλώνουν», είπε η Λουσίλ. «Και είναι αρκετά στεγνά κάτω από το δέντρο». Έριξε μια ματιά στο τσακισμένο χορτάρι, όπου είχαν ξαπλώσει τα ελάφια. Η Υβέτ πήγε και ακούμπησε το χέρι της στο έδαφος, για να δει πώς ήταν. «Ναι!», είπε με αμφιβολία, «νομίζω ότι είναι κάπως ζεστά». Τα ελάφια είχαν σμίξει πάλι λίγες γυάρδες πιο πέρα και στέκονταν ακίνητα μέσα στην απογεματιάτικη μουντάδα. Πιο κάτω, μακριά, οι πλαγιές σκεπασμένες με γρασίδι και δέντρα, ενώ πέρα από το γοργό ποταμό με την περιφραγμένη γέφυρα, ορθωνόταν το πελώριο σπίτι του Δούκα και από μια δυο καμινάδες έβγαινε γαλάζιος καπνός. Από πίσω πρόβαλλαν μαβιά δάση. Τα κορίτσια, τραβώντας τους γούνινους γιακάδες τους μέχρι τα αυτιά τους, με τα χέρια τους κρεμασμένα, στέκονταν και κοιτούσαν αμίλητα. Οι' μεγάλες ρώσικες μπότες τους τις προστάτευαν από το βρεγμένο γρασίδι. Το μεγάλο σπίτι ορθώνονταν τετράγωνο και γκριζόλευκο από κάτω τους. Τα ελάφια, σε μικρές ομάδες, ήταν διασκορπισμένα κάτω από τα γέρικα δέντρα λίγο πιο πέρα. Όλα έμοιαζαν τόσο ήρεμα, τόσο ανεπιτήδευτα και τόσο θλιμμένα. «Πού να ’ναι, άραγε, τώρα ο Δούκας;» είπε η Έλλα. «Όχι εδώ πάντως», απάντησε η Λουσίλ. «Φαντάζομαι ότι θα βρίσκεται στο εξωτερικό, κάπου που ο ήλιος λάμπει». Η κόρνα του αυτοκινήτου ήχησε από το δρόμο και ακούστηκε η φωνή του Λίο: «Ελάτε, παιδιά! Αν είναι να πάμε στο Χεντ και κάτω στο Αμπερντέιλ για τσάι, καλύτερα να βιαστούμε». Στριμώχτηκαν πάλι μέσα στο αυτοκίνητο, με τα πόδια παγωμένα, και ξεκίνησαν περνώντας μέσα από το πάρκο, μπροστά από το σιωπηλό καμπαναριό της εκκλησίας, μέσα από τις μεγάλες πύλες και πάνω από τη γέφυρα, καταλήγοντας στο μεγάλο, υγρό, πέτρινο χωριό του Γούντλινκιν, όπου κυλούσε ο ποταμός. Κι εκεί, για ώρα πολλή, έμειναν μέσα στη λάσπη και το σκοτάδι και την υγρασία της κοιλάδας, συχνά με έναν απότομο βράχο να κρέμεται από πάνω τους* το νερό να κελαρύζει από τη μια πλευρά, τα απόκρημνα βράχια ή τα σκοτεινά δέντρα από την άλλη. Μέχρι που, μέσα στην σκοτεινιά των δέντρων που προεξείχαν, άρχισαν να ανηφορίζουν και ο Λίο άλλαξε ταχύτητα. Το αυτοκίνητο ανέβαινε αργά, αγκομαχώντας μέσα στη γκριζόλευκη λάσπη, μέχρι το πέτρινο χωριό του Μπόουλχιλ, που κρεμόταν στην πλαγιά, γύρω από την παλιά διασταύρωση και του οποίου η είσοδος βρισκόταν εκεί όπου ο δρόμος διακλαδιζόταν* πέρασε από τις αγροικίες απ’ όπου έβγαινε μια υπέροχη μυρωδιά από ζεστά γλυκίσματα και


παραπέρα, ακόμη πιο ψηλά, κάτω από δέντρα που έσταζαν και δίπλα από διαλυμένες πλαγιές πνιγμένες στις φτέρες, πάντα ανεβαίνοντας. Ώσπου η ρωγμή έγινε πιο ρηχή και δεν υπήρχαν πια δέντρα και οι πλαγιές ήταν πια γυμνές και στις δυο μεριές, με σκούρο χορτάρι και χαμηλές ξερολιθιές. Ανηφόριζαν προς το Χεντ. Η παρέα έμεινε σιωπηλή για λίγο. Και στις δυο πλευρές του δρόμου φύτρωνε χορτάρι, μετά υπήρχε ένας χαμηλός πέτρινος φράχτης και η διογκωμένη καμπύλη της κορυφής του λόφου άρχισε να διαγράφεται από τις χαμηλές ξερολιθιές. Και πάνω από αυτήν, χαμηλά, ο ουρανός. Το αυτοκίνητο βγήκε τρέχοντας, κάτω από τον γκρίζο ουρανό, στις γυμνές κορφές. «Να κάνουμε στάση ένα λεπτό;» φώναξε ο Λίο. «Ναι, ναι!» τσίριξαν τα κορίτσια. Και έτρεξαν έξω γι’ άλλη μια φορά, για να ρίξουν μια ματιά τριγύρω. Ήξεραν πολύ καλά το μέρος. Παρ’ όλα αυτά, όταν κάποιος ερχόταν στο Χεντ, επιβαλλόταν να βγει έξω να αγναντέψει. Οι λόφοι έμοιαζαν με αρθρώσεις χεριού, τα λαγκάδια απλώνονταν από κάτω, ανάμεσα στα δάχτυλα, στενά, απόκρημνα και σκοτεινά. Στα βάθη τους περνούσε ένα τρένο, αφήνοντας καπνό, τραβώντας αργά για το Βορρά' ένα μικρό αντικείμενο του κάτω κόσμου. Ο θόρυβος της μηχανής αντηχούσε παράξενα μέχρι επάνω. Μετά έφτασε στα αυτιά τους ο μονότονος, γνώριμος ήχος του φουρνέλου από κάποιο λατομείο. Ο Λίο, πάντα υπ’ ατμόν, κινήθηκε γρήγορα. «Φεύγουμε», είπε. «Θέλουμε να πάμε στο Αμπερντέιλ για τσάι, ναι ή όχι; Ή μήπως να δοκιμάσουμε κάτι πιο κοντινό;» Ολοι ψήφισαν υπέρ του Αμπερντέιλ, του «Μαρκήσιου του Γκρέινθαμ». «Λοιπόν, από ποιο δρόμο θα γυρίσουμε; Να πάμε από το Κόντνορ ή πάνω από το Κρόσχιλ ή μήπως να πάμε καλύτερα από το Ασμπουρν;» Αντιμετώπιζαν το αιώνιο δίλημμα. Τελικά αποφάσισαν να πάρουν το δρόμο του Κόντνορ. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε δυναμικά. Τώρα βρίσκονταν στην κορυφή του κόσμου, στη ράχη του χεριού. Ήταν γυμνή κι αυτή, όπως η ράχη του χεριού σου, ψηλά, κάτω από τον ουρανό και μουντή, σκουροπράσινη. Μόνο που ήταν χαρακωμένη από ένα πλέγμα παλιών πέτρινων τοίχων, που χώριζαν τα χωράφια και διακόπτονταν εδώ κι εκεί από ερείπια παλιών ορυχείων μολύβδου και εργοστάσια. Συνάντησαν μια πέτρινη φάρμα που είχε έξι, γυμνά, μυτερά δέντρα. Σε απόσταση, υπήρχε ένα κομμάτι γης από καπνισμένη, σταχτιά πέτρα, ένα χωριουδάκι. Σε μερικά χωράφια, σκούρα γκρίζα πρόβατα βοσκούσαν ήσυχα, μελαγχολικά. Ωστόσο δεν άκουγες τον παραμικρό ήχο και δεν έβλεπες την παραμικρή κίνηση. Ήταν η σκεπή της Αγγλίας, πέτρινη και ξερή, όπως κάθε άλλη σκεπή. Πιο πέρα, από κάτω, απλώνονταν οι κεντρικές κομητείες της Αγγλίας. «Και να οι πολύχρωμες πολιτείες», μονολόγησε η Υβέτ. Εδώ, για κάποιο λόγο, δεν ήταν πολύχρωμες. Ένα κοπάδι κοράκια ξεπρόβαλε ξαφνικά. Προηγουμένως είχαν περπατήσει,


σκάβοντας με το ράμφος τους, σ’ ένα γυμνό αγρό που είχε κοπριστεί. Το αυτοκίνητο πέρασε μέσα από το χορτάρι και τους πέτρινους τοίχους του μονοπατιου του υψώματος ενώ τα παιδιά κάθονταν αμίλητα, ατενίζοντας πάνω από τους πέτρινους φράχτες, κάτω από τον ουρανό, και ψάχνοντας κάτω για τις καμπύλες που αποκαλύπτουν τους γκρεμούς στα κρυμμένα λαγκάδια. Μπροστά τους πήγαινε ένα ελαφρύ κάρο που το οδηγούσε ένας άντρας και δίπλα βάδιζε με κόπο μια γυναίκα γεροδεμένη και μεγάλη σε ηλικία, μ’ ένα φορτίο στην πλάτη. Ο άντρας στο κάρο την είχε προφτάσει και τώρα πήγαιναν μαζί, συγχρονισμένοι. Ο δρόμος ήταν στενός. Ο Λίο πάτησε το κλάξον δυνατά. Ο άντρας στο κάρο κοίταξε γύρω του αλλά η γυναίκα, που πήγαινε πεζή, απλώς συνέχισε να βαδίζει σταθερά και γρήγορα, δίχως να γυρίσει το κεφάλι της. Η καρδιά της Υβέτ φτερούγισε. Ο άντρας στο κάρο ήταν τσιγγάνος, από εκείνους τους μελαχρινούς ομορφάντρες με χυτό κορμί. Έμεινε καθισμένος στο κάρο του, γυρίζοντας και κοιτάζοντας τους επιβάτες του αυτοκινήτου, κάτω από το γείσο του κασκέτου του. Και η στάση του ήταν χαλαρή, το βλέμμα του θρασύ, αν και αδιάφορο. Είχε ένα λεπτό, μαύρο μουστάκι κάτω από τη λεπτή, ίσια μύτη του και ένα μεγάλο, μεταξωτό μαντίλι, κοκκινοκίτρινο, δεμένο στο λαιμό του. Είπε κάτι στη γυναίκα. Εκείνη στάθηκε για μια στιγμή ακίνητη, για να γυρίσει νά δει τους επιβάτες του αυτοκινήτου, που τώρα είχαν πλησιάσει αρκετά. Ο Λίο κόρναρε πάλι, επιτακτικά. Η γυναίκα, που φορούσε ένα γκριζόλευκο φουλάρι στο λαιμό της, γύρισε σβέλτα για να προφτάσει το κάρο, του οποίου ο οδηγός είχε ξαναγείρει πίσω και σήκωνε τα γκέμια, κουνώντας τα χαλαρά, ελαφριά μπράτσα του. Όμως δεν παραμέρισε. Ο Λίο πάτησε την κόρνα πολύ δυνατά ενώ ταυτόχρονα φρέναρε και το αυτοκίνητο έκοψε ταχύτητα πολύ κοντά στο πίσω μέρος του κάρου. Ο τσιγγάνος στράφηκε προς το μέρος απ’ όπου ακούστηκε ο θόρυβος και το μελαψό του πρόσωπο γελούσε κάτω από το σκουροπράσινο κασκέτο και είπε κάτι που δεν μπόρεσαν να ακούσουν, δείχνοντας τα άσπρα του δόντια, κάτω από τη μαύρη γραμμή του μουστακιού του, και κάνοντας μια κίνηση με το σκούρο, χυτό χέρι του. «Κάνε στην άκρη, λοιπόν!», φώναξε ο Λίο. Αντί γι’ απάντηση ο άντρας τράβηξε ελαφριά το άλογο για να σταματήσει, καθώς λοξοδρομούσε προς την άκρη του δρόμου. Είχε ένα καλό, γκριζοκόκκινο άλογο και ένα καλό, περιποιημένο, σκουροπράσινο κάρο. Ο Λίο, έξω φρενών, αναγκάστηκε να φρενάρει απότομα και να σταματήσει κι εκείνος. «Μήπως οι όμορφες κοπελιές θέλουν να τους πουν τη μοίρα τους;» φώναξε ο τσιγγάνος από το κάρο, γελώντας ολόκληρος, εκτός από τα σκούρα, ερευνητικά μάτια του τα οποία αφού πλανήθηκαν από πρόσωπο σε πρόσωπο, καρφώθηκαν στο νεανικό, τρυφερό πρόσωπο της Υβέτ. Το βλέμμα της για μια στιγμή συνάντησε τα σκούρα μάτια του, την ξεκάθαρη ερευνητικότητά τους, την αναίδειά τους, την πλήρη αδιαφορία τους για ανθρώπους σαν τον Μπομπ και τον Λίο και ένιωσε να καίει κάτι μέσα στο στήθος της. Σκέφτηκε: «Αυτός είναι πιο δυνατός από μένα. Δεν τον νοιάζει τίποτε!»


«Αχ, ναι, θέλουμε!», φώναξε αμέσως η Λουσίλ. «Ναι, ναι!» είπαν εν χορώ τα κορίτσια. «Ε! Και τι θα γίνει με την ώρα;» φώναξε ο Λίο. «Α, σκοτιστήκαμε και για την ώρα! Όλοι τρέχουμε συνέχεια να προλάβουμε την ώρα», απάντησε η Λουσίλ. «Καλά λοιπόν. Αν δε σας νοιάζει εσάς, ούτε κι εμένα με νοιάζει», είπε ο Λίο ηρωικά. Ο τσιγγάνος καθόταν άνετα στη μια πλευρά του κάρου του, κοιτάζοντας τα πρόσωπά τους. Μετά πήδηξε κάτω από τη στάγγα του κάρου, με τα γόνατά του κάπως άκαμπτα. Ήταν λίγο πάνω από τριάντα χρονών και γόης με τον τρόπο του. Φορούσε κάτι που έμοιαζε με κυνηγετικό σακάκι, σταυρωτό, που μόλις κάλυπτε τους γοφούς του, από σκούρα, πρασινόμαυρη μπορντούρα* ένα πολύ στενό μαύρο παντελόνι, μαύρες μπότες κι ένα σκούρο πράσινο κασκέτο* κι ένα μεγάλο κιτρινοκόκκινο φουλάρι γύρω από το λαιμό του. Η εμφάνισή του ήταν, κατά περίεργο τρόπο, κομψή και αρκετά ακριβή, στο τσιγγάνικο στυλ της, βέβαια. Ήταν κι όμορφος, καθώς έσφιγγε το πιγούνι του με την παλιά, τσιγγάνικη έπαρση και τώρα πια φανερά δεν έδινε σημασία στους ξένους, καθώς οδηγούσε το ωραίο, γκριζοκόκκινο άλογό του έξω από το δρόμο και ετοιμαζόταν να κάνει όπισθεν με το κάρο του. Τα κορίτσια είδαν τότε για πρώτη φορά ένα βαθύ κοίλωμα στη μια πλευρά του δρόμου και δυο κάρα από όπου έβγαινε καπνός. Η Υβέτ κατέβηκε γρήγορα από το αυτοκίνητο. Ξαφνικά είχαν βρεθεί σ’ ένα εγκαταλελειμμένο λατομείο, σκαμμένο στην πλαγιά της άκρης του δρόμου και σ’ αυτό το απροσδόκητο κρησφύγετο, που ήταν σχεδόν σαν σπηλιά, υπήρχαν τρία κάρα τα οποία είχαν κατασκηνώσει για να βγάλουν το χειμώνα. Επίσης υπήρχε, πίσω στο βάθος, ένα στέγαστρο, φτιαγμένο με κλαδιά δέντρων, το οποίο χρησίμευε σαν στάβλος για το άλογο. Ο σταχτής, τραχύς βράχος ορθωνόταν πάνω από τα κάρα και καμπύλωνε προς το'δρόμο. Το έδαφος ήταν γεμάτο από σωρούς και πετραδάκια, με χορτάρι ανάμεσα. Ήταν ένας κρυμμένος, ζεστός, χειμωνιάτικος καταυλισμός. Η ηλικιωμένη γυναίκα με τον μπόγο είχε μπει σ’ ένα από τα κάρα, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Δυο παιδιά ξεπρόβαλαν, βγάζοντας τα μαύρα κεφαλάκια τους. Ο τσιγγάνος έβαλε μια φωνή, καθώς έβαζε το κάρο του μέσα στο λατομείο κι ένας ηλικιωμένος άντρας βγήκε έξω για να τον βοηθήσει να ξεφορτώσει. Ο ίδιος ο τσιγγάνος ανέβηκε τα σκαλιά του πιο καινούργιου κάρου, του οποίου η πόρτα ήταν κλειστή. Από κάτω ένας σκύλος δεμένος όρμησε μπροστά. Ήταν ένα άσπρο λαγωνικό με καφετιές βούλες. Γρύλλισε σιγανά όταν πλησίασαν ο Λίο και ο Μπομπ. Την ίδια στιγμή μια τσιγγάνα με μελαψό πρόσωπο κι ένα ροζ σάλι ή μαντίλι γύρω από το κεφάλι της και μεγάλα, χρυσά σκουλαρίκια στα αυτιά, κατέβηκε τα σκαλοπάτια του πιο καινούργιου κάρου, σείοντας τη φραμπαλαδωτή, πλούσια, πράσινη φούστα της. Ήταν όμορφη, μ’ έναν τολμηρό, σκοτεινό τρόπο που αποτυπωνόταν στο μακρύ της πρόσωπο, μόνο που είχε και κάτι άγριο. Έμοιαζε με θαραλλέα, σκερτσόζα, Σπανιόλα τσιγγάνα. «Καλημερίζω τις κυρίες και τους κύριους», είπε, κοιτάζοντας τα κορίτσια με τα τολμηρά, αρπακτικά μάτια της. Μιλούσε με κάποια δυσκολία λόγου.


«Καλημέρα!» αποκριθήκαν τα κορίτσια. «Ποια ομορφούλα θέλει να της πω τη μοίρα της; Να δω το χεράκι της;» Ήταν μια ψηλή γυναίκα, μ’ ένα φοβερό τρόπο να τεντώνει το λαιμό της απειλητικά. Τα μάτια της πλανιόταν από πρόσωπο σε πρόσωπο, αεικίνητα, ψάχνοντας ανελέητα αυτό που ήθελε. Εν τω μεταξύ ο άντρας, προφανώς ο άντρας της, πρόβαλε στην κορυφή της σκάλας του κάρου καπνίζοντας πίπα, και μ’ ένα μικρό, μαυρομάλλικο παιδί στην αγκαλιά του. Στάθηκε στα ευλύγιστα πόδια του, ρίχνοντας αδιάφορες ματιές στην παρέα, σαν από πολύ μακριά, με τις μακριές, μαύρες βλεφαρίδες του ανασηκωμένες πάνω από τα ορθάνοιχτα, υπεροπτικά, θρασύ, μαύρα μάτια του. Υπήρχε κάτι περίεργα μεταδοτικό στο βλέμμα του. Η Υβέτ το ένιωθε, το αισθανόταν στα γόνατά της. Έκανε ότι πρόσεχε το ασπροκαφετί λαγωνικό. «Πόσα θέλεις για να πεις τη μοίρα σ’ όλους μας;» ρώτησε η Λότι Φράμλεϊ, ενώ οι έξι νεαροί Χριστιανοί με τα δροσερά πρόσωπα απομακρύνθηκαν κάπως διστακτικά από εκείνη την ειδωλολάτρισσα ίίαρία. «Όλους σας; Και τις κυρίες και τους κυρίους; Όλους;» είπε η γυναίκα με καπατσοσύνη. «Εγώ δε θέλω! Εσείς κάντε ό,τι νομίζετε!» φώναξε ο Λίο. «Ούτε κι εγώ θέλω», είπε ο Μπομπ. «Μένουν τα τέσσερα κορίτσια». «Οι τέσσερις δεσποινίδες;» ρώτησε η τσιγγάνα, κοιτάζοντάς τες πονηρά, αφού πρώτα έριξε μια ματιά στα αγόρια. Και τους όρισε την τιμή. «Η καθεμιά σας θα μου δώσει ένα σελίνι και κάτι παραπάνω για το γούρι. Κάτι παραπάνω!». Χαμογέλασε μ’ έναν τρόπο που ήταν μάλλον άγριος παρά γαλίφικος και η δύναμη της θέλησής της έγινε αισθητή, βαριά σαν σίδερο, πίσω από τη βελούδινη γλύκα των λόγων της. «Εντάξει», είπε ο Λίο. «Ας πούμε ένα σελίνι το άτομο. Μην το παρατραβήξετε». «Α, κι εσύ!» του φώναξε η Λουσίλ. «Θέλουμε να τα μάθουμε όλα». Η γυναίκα πήρε δυο ξύλινα σκαμνιά, κάτω από ένα κάρο και τα τοποθέτησε δίπλα στη ρόδα. Μετά πήρε την ψηλή, μελαχρινή Λότι Φράμλεϊ, από το χέρι και την έβαλε να καθίσει. «Σε πειράζει να ακούνε όλοι;» είπε, κοιτάζοντας τη Λότι, με περιέργεια. Η Λότι κοκκίνησε από αμηχανία ενώ η τσιγγάνα κρατούσε το χέρι της και ψηλαφούσε την παλάμη της με τα τραχιά, σκληρά της δάχτυλα. «Α, δε με πειράζει», απάντησε. Η τσιγγάνα περιεργάστηκε την παλάμη της χαϊδεύοντας τις γραμμές του χεριού με το σκληρό, σκούρο της δείκτη. Όμως φαινόταν καθαρή. Και αργά αργά της είπε τη μοίρα της, ενώ οι άλλοι, που στέκονταν και άκουγαν, φώναζαν διαρκώς: «Α, α^τός είναι ο Τζιμ Μπαγκάλι. Α, δεν το πιστεύω! Δεν μπορεί να είναι αλήθεια! Μια όμορφη γυναίκα που ζει κάτω από ένα δέντρο! Μα ποια να ’ναι αυτή τώρα;», ώσπου ο


Λίο τους έκοψε με μια δυναμική προειδοποίηση. «Επιτέλους, πάψτε κορίτσια! Τα προδίδετε όλα». JH Λότι αποχώρησε κόκκινη και μπερδεμένη και μετά ήρθε η σειρά της Ελλα. Ήταν πολύ πιο ήρεμη και πονηρή καθώς προσπαθούσε να διαβάσει τις γριφώδεις λέξεις. Η δε Λουσίλ συνεχώς πεταγόταν: «Αχ, μη μου πεις!». Ο τσιγγάνος στεκόταν στην κορυφή της σκάλας ατάραχος, εντελώς ανέκφραστος. Αλλά τα μάτια του ήταν διαρκώς καρφωμένα στην Υβέτ, τα ένιωθε στο μάγουλό της, στο λαιμό της και δεν είχε το κουράγιο να σηκώσει το βλέμμα της να τον κοιτάξει. Ο Φράμλεϊ όμως, καμιά φορά τον κοίταζε και το όμορφο πρόσωπο του τσιγγάνου τού ανταπέδιδε ένα σταθερό βλέμμα, με τα μαύρα, υπεροπτικά, περήφανα μάτια του. Ήταν ένα παράξενο βλέμμα, από μάτια που ανήκαν στη φυλή των ταπεινών: η περηφάνεια του παρία, η μισο-χλευαστική προκλητικότητα του απόκληρου που σαρκαζόταν τους ευυπόληπτους πολίτες και τραβούσε το δικό του δρόμο. Όλη την ώρα ο τσιγγάνος στεκόταν εκεί, κρατώντας το παιδί του στην αγκαλιά του, κοιτάζοντας χωρίς ουσιαστικά να τον ενδιαφέρει αυτό που γινόταν. Διάβαζε το χέρι της Λουσίλ: «Διέσχισες τη θάλασσα και εκεί συνάντησες έναν άντρα -έναν καστανόαλλά ήταν πολύ μεγάλος». «Α, τι λες!», αναφώνησε η Λουσίλ, κοιτάζοντας προς την Υβέτ. Όμως η Υβέτ ήταν αφηρημένη, αναστατωμένη. Μόλις που έδινε σημασία* βρισκόταν σε μια από τις στιγμές του λήθαργού της. «Θα παντρευτείς σε λίγα χρόνια -όχι τώρα, αλλά σε λίγα χρόνια -μπορεί και σε τέσσερακαι μπορεί να μην κάνεις πολλά λεφτά, αλλά θα μπόλικα -αρκετάκαι θα φύγεις μακριά, σ' ένα μεγάλο ταξίδι». «Με τον άντρα μου ή μόνη μου;», φώναξε η Λουσίλ. «Μαζί του». Όταν ήρθε η σειρά της Υβέτ jtai η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα της άφοβα, άγρια, κοιτάζοντας ερευνητικά για πολλή ώρα το πρόσωπό της, η Υβέτ είπε νευρικά: «Δε νομίζω ότι θέλω να μου πείτε τη δική μου. Όχι, δε θέλω να μου την πείτε! Δε θέλω! Αλήθεια!» «Φοβάσαι κάτι;» ρώτησε η τσιγγάνα άγρια. « Οχι, δεν είναι αυτό», είπε η Υβέτ εκνευρισμένα. «Έχεις, μήπως, κανένα μυστικό; Φοβάσαι ότι θα το πω; Έλα, θέλεις να μπούμε μέσα στην άμαξα, που δε θα μας ακούει κανείς;» Η γυναίκα ήταν περιέργως επιτήδεια* η Υβέτ, πάλι, ήταν όπως πάντα δύστροπη, παράλογη. Η όψη του παραλογισμού ήταν εντυπωμένη στο απαλό, εύθραυστο, νεανικό της πρόσωπο τώρα, δίνοντάς της μια αλλόκοτη σκληράδα. «Ναι!» είπε ξαφνικά. «Ναι! Μπορώ να το κάνω αυτό!»


«Για δες!», φώναξαν οι άλλοι. «Φέρσου εντάξει!» «Δε νομίζω ότι κάνεις καλά», φώναξε η Λουσίλ. «Ναι!», είπε η Υβέτ, μ’ εκείνον το σκληρό, παιδιάστικο τρόπο που τη χαρακτήριζε. «Θα το κάνω. Θα μπω στην άμαξα». Η τσιγγάνα φώναξε κάτι στον άντρα που στεκόταν στη σκάλα. Εκείνος μπήκε στην άμαξα για ένα δυο λεπτά, μετά ξαναβγήκε και κατέβηκε τα σκαλιά, στήνοντας το παιδάκι στα ασταθή πόδια του, κρατώντας το από το χέρι. Ένας δανδής, με τις γυαλισμένες μαύρες μπότες του, το στενό μαύρο παντελόνι του και την κολλητή βαθυπράσινη φανέλα του, βάδισε αργά με το παιδί, που στρατούλιζε, προς το μέρος της γριάς τσιγγάνας, η οποία τάιζε το γκριζοκόκκινο άλογο βρώμη, στο στέγαστρο από κλαδιά ανάμεσα στα κοιλώματα ενός γκρίζου βράχου και με ξερή φτέρη σκορπισμένη πάνω στο λιθόστρωτο έδαφος. Κοίταξε την Υβέτ καθώς περνούσε, καρφώνοντας το βλέμμα του στα μάτια της* εκείνο το τολμηρό κι όμως ανέντιμο βλέμμα τού παρία. Κάτι δυνατό μέσα της συναντήθηκε με το βλέμμα του. Αλλά το κορμί της έμοιαζε να τρεμουλιάζει σαν νερό. Ωστόσο εντύπωσε μέσα της τις παράξενες, καθαρές γραμμές του προσώπου του, της ευθείας, καλοσχηματισμένης μύτης του, των παρειών του και των κροτάφων του. Η περίεργη, σκούρα, μειλίχια καθαρότητα όλου του κορμιού του, που διαγραφόταν κάτω από την πράσινη φανέλα, μια καθαρότητα σαν ζωντανός σαρκασμός. Και καθώς πέρασε με μεγάλες δρασκελιές δίπλα της, με τους ευκίνητους γοφούς του, της φάνηκε πάλι ότι ήταν πιο δυνατός από αυτήν. Απ’ όλους τους άντρες που είχε δει στη ζωή της, εκείνος ήταν ο μόνος δυνατότερος από αυτήν, με το δικό της κριτήριο δύναμης, έτσι όπως εκείνη εννοούσε τη δύναμη. Έτσι, από περιέργεια, ακολούθησε τη γυναίκα και ανέβηκε τα σκαλιά του κάρου, με τις άκρες του καλοραμμένου κο'φέ πανωφοριού της να κουνιούνται πέρα δώθε και να αποκαλύπτουν σχεδόν τα γόνατά της, κάτω από το ανοιχτοπράσινο, υφασμάτινο φόρεμα. Είχε μακριά, φίνα πόδια, μάλλον πολύ αδύνατα παρά χοντρά και φορούσε μπεζκίτρινες κάλτσες από λεπτό μαλλί με παράξενο σχέδιο, που έκαναν τα πόδια της να μοιάζουν με πόδια λεπτεπίλεπτου ζώου. Στην κορυφή της σκάλας κοντοστάθηκε και γύρισε ανέμελα προς τους άλλους, λέγοντας με το αφελές, υπεροπτικό της ύφος, το τόσο κοφτό: «Δε θα την αφήσω να καθυστερήσει». Ο γκρίζος γούνινος γιακάς της ήταν ανοιχτός, αφήνοντας να φαίνεται ο απαλός λαιμός της και το ανοιχτοπράσινο φουστάνι της· το μικρό, πλεξουδωτό, καφετί καπέλο της ήταν κατεβασμένο μέχρι τα αυτιά της, γύρω από το απαλό, δροσερό της πρόσωπο. Υπήρχε κάτι το απαλό και όμως αγέρωχο, αμείλικτο πάνω της. 'Ηξερε ότι ο τσιγγάνος είχε γυρίσει να την κοιτάξει. Ένιωθε το καθαρό, μελαψό σβέρκο του, τα μαύρα μαλλιά του που ήταν καλοχτενισμένα. Την παρακολουθούσε καθώς έμπαινε στο σπίτι. Τι της είπε η τσιγγάνα, δεν έμαθε ποτέ κανείς. Περίμεναν πολλή ώρα, σκέφτηκαν οι άλλοι. Το λυκόφως βάθαινε στη σκοτεινιά και γινόταν όλο και πιο υγρό και κρύο. Από την καμινάδα του δεύτερου κάρου έβγαινε καπνός και μια μυρωδιά από λαδερό φαγητό. Το άλογο είχε φάει, μια κίτρινη κουβέρτα ήταν τυλιγμένη γύρω του και δυο τσιγγάνοι μιλούσαν μεταξύ τους, πιο πέρα, χαμηλόφωνα. Υπήρχε μια περίεργη αίσθηση σιωπής και


μυστικότητας σ’ εκείνο το έρημο, κρυμμένο λατομείο. Τελικά η πόρτα του κάρου άνοιξε και βγήκε η Υβέτ, γέρνοντας προς τα εμπρός και κατεβαίνοντας τις σκάλες με τα μακριά, σαν ξωτικού, λεπτά της πόδια. Την περιέβαλλε μια μυστικοπάθεια, σαν μάγισσας, όταν πρόβαλε μέσα στο φως του δειλινού. «Αργησα πολύ;» είπε χωρίς να κοιτάζει κανέ ναν και κρατώντας το μυστικό της σφιχτά με το ήπιο, αόριστο πείσμα της. «Ελπίζω να μη βαρεθήκατε! Ώρα για τσάι τώρα! Πάμε;» «Μπείτε μέσα!», είπε ο Μπομπ. «Θα πληρώσω εγώ». Οι πλούσιες, μεταλλικές άκρες της φούστας από βαθυπράσινο αλπακά της τσιγγάνας σύρθηκαν πέρα δώθε, στις σκάλες. Σηκώθηκε όρθια· μια τεράστια, με μεγαλοπρεπή όψη, γυναίκα, με πρόσωπο που θύμιζε λύκο. Το ροζ μαντίλι της από κασμίρι, στολισμένο με κόκκινα τριαντάφυλλα, είχε γλιστρήσει στη μια μεριά, πάνω στα μαύρα, κατσαρά μαλλ ά της. Κοιτούσε τα παιδιά μέσα στο λυκόφως με προκλητική αλαζονεία. Ο Μπομπ της έβαλε δυο νομίσματα της μισής κορώνας στο χέρι. «Κάτι παραπάνω, για το γούρι, για την καλή τύχη των δεσποινίδων», τον καλόπιανε σαν γαλίφης λύκος. «Άλλο ένα ασημένιο, για να σας φέρει τύχη». «Έχεις ένα σελίνι για το γούρι, φτάνει», είπε ο Μπομπ ήρεμα και σιγανά, καθώς κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητο. «Λίγο ασήμι παραπάνω! Κατιτίς, μόνο, για την τύχη στην αγάπη!» Η Υβέτ, με τις απότομες, απλωτές, αιφνιδιαστικές κινήσεις των μακριών άκρων της, στράφηκε πίσω, καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητο, και με το μακρύ της χέρι τεντωμένο έκανε μερικές δρασκελιές και έβαλε κάτι στο χέρι της τσιγγάνας* μετά, σκύβοντας, μπήκε στο αυτοκίνητο. «Ευημερία για την όμορφη κοπέλα και να ’χει την ευχή της τσιγγάνας», έφτασε η γεμάτη υπονοούμενα, σχεδόν κοροϊδευτική φωνή της γυναίκας. Η μηχανή μούγκρισε! Μετά ξαναμούγκρισε! Και πάλι πιο άγρια και πήρε μπροστά. Ο Λίο άναψε τα φώτα και αμέσως το λατομείο με τους τσιγγάνους βυθίστηκε στη μαυρίλα της νύχτας. «Καληνύχτα!» ακούστηκε η φωνή της Υβέτ, όταν ξεκίνησε το αυτοκίνητο. Αλλά η δική της φωνή ήταν η μοναδική που ήχησε, ζωηρά και με θράσος, μέσα στη νωχέλειά της. Τα μπροστινά φώτα έλαμπαν μέσα στο πέτρινο δρομάκι. «Υβέτ, πρέπει να μας πεις τι σου είπε», φώναξε η Λουσίλ, σε πείσμα της ανομολόγητης θέλησης της Υβέτ να μην τη ρωτήσουν. «Α, τίποτε το συγκλονιστικό», απάντησε η Υβέτ με προσποιητή εγκαρδιότητα. «Απλώς το γνωστό παλιό τροπάρι: ένας μελαχρινός που σημαίνει καλή τύχη και ένας ξανθός που σημαίνει κακή, κι ένας θάνατος στην οικογένεια, ο οποίος, αν είναι τελικά της Γιαγιάς, ε, δε θα ’ναι και τόσο τρομερός* κι ότι θα παντρευτώ, λέει, όταν θα γίνω είκοσι τριών χρονών και θα έχω λεφτά με τη σέσουλα και αγάπη, επίσης, και δυο παιδιά. Όλα αυτά ακούγονται πολύ ωραία, αλλά είναι λίγο υπερβολικά, όπως καταλαβαίνετε»"


«Μα τότε γιατί της έδωσες κι άλλα λεφτά;» «Έτσι ήθελα! Πρέπει να είσαι λίγο μεγαλόψυχος με ανθρώπους σαν κι αυτούς».


Εγινε φοβερη φασαρια κατω στο πρεσβυτεριο εξαιτίας της Υβέτ και του Ταμείου του Βιτρό. Μετά τον πόλεμο, η θεία Σίσσυ το είχε μεράκι να φτιάξει ένα βιτρό στην εκκλησία ως μνημείο για τους πεσόντες της ενορίας. Όμως η πλειοψηφία των πεσόντων δεν άνηκε στην Αγγλικανική Εκκλησία, έτσι το μνημείο κατέληξε να πάρει τη μορφή ενός κακόγουστου, μικρού γλυπτού μπροστά στο παρεκκλήσι του Γουέσλεϊαν. Αυτό δεν πτόησε τη θεία Σίσσυ. Γύρισε από σπίτι σε σπίτι, οργάνωσε φιλανθρωπικές αγορές, έβαλε τα κορίτσια να στήσουν ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, για το πολύτιμο βιτρό της. Η Υβέτ, που της άρεσε πολύ να παίζει θέατρο και να εμφανίζεται σε κοινό, ήταν υπεύθυνη για την κωμωδία με τίτλο «Η Μαρία στον καθρέφτη» και συγκέντρωσε τα έσοδα, τα οποία θα έμπαιναν στο Ταμείο του Βιτρό, όταν θα κανονίζονταν οι λογαριασμοί. Κάθε κορίτσι έπρεπε να κρατάει κουμπαρά για το Ταμείο. H θεία Σίσσυ, όταν θεώρησε ότι το συνολικό ποσό θα πρέπει να ήταν αρκετό, ζήτησε απρόσμενα τον κουμπαρά της Υβέτ. Είχε μέσα δεκαπέντε σελίνια. Ακολούθησε μια στιγμή πράσινης φρίκης. «Πού είναι τα υπόλοιπα;» «Αχ!», είπε η Υβέτ αδιάφορα. «Απλώς τα δανείστηκα. Δεν ήταν και πολλά, εξάλλου». «Και οι τρεις λίρες και δεκατρία σελίνια για το “Η Μαρία στον Καθρέφτη” τι έγιναν;», ρώτησε η θεία Σίσσυ, κι ήταν λες και είχαν ανοίξει τα σαγόνια της Κόλασης και χασμουριόνταν. «Α, ναι! Απλώς τα δανείστηκα. Μπορώ να τα επιστρέψω». Καημένη θεία Σίσσυ! Ο πράσινος όγκος μίσους ξέσπασε μέσα της και ακολούθησε μια τρομερή, ασυνήθιστη σκηνή, που έκανε την Υβέτ να τρέμει από φόβο και αηδία. Ακόμη και ο πρεσβύτερος ήταν πολύ αυστηρός. «Αν χρειαζόσουν χρήματα, γιατί δε μου ζητούσες;», είπε ψυχρά. «Σου έχω αρνηθεί ποτέ τίποτε μέσα στα λογικά πλαίσια;» «Νόμ... Νόμιζα ότι δε θα πείραζε», τραύλισε η Υβέτ. «Και τι τα έκανες τα λεφτά;» «Τα ξόδεψα», είπε η Υβέτ, με γουρλωμένα μάτια γεμάτα ταραχή και ξαναμμένο πρόσωπο. «Τα ξόδεψες, πώς;» «Δεν τα θυμάμαι όλα: κάλτσες και τέτοια και χάρισα και μερικά». Καημένη Υβέτ! Το υπεροπτικό της ύφος πλέον γύριζε εναντίον της, σαν αντανάκλαση. Ο πρεσβύτερος είχε θυμώσει: το πρόσωπό του είχε πάρει μια έκφραση σκύλου που γρυλλίζει, ένα είδος σαρκασμού. Φοβόταν ότι η κόρη του ανέπτυσσε μερικές από τις χυδαίες, βρόμικες


ιδιότητες Εκείνης-πουήταν η Σύνθια. «Κάνεις την καμπόση με τα, λεφτά των άλλων, έτσι;», είπε μ’ έναν ψυχρό, σκυλίσιο κυνισμό, που πρόδιδε πόσο άπιστος ήταν βαθιά μέσα στην καρδιά του. Την κατωτερότητα μιας καρδιάς που δεν κρύβει μέσα της τη θέρμη της πίστης, καμιά περηφάνια για τη ζωή. Δεν είχε απολύτως καμία εμπιστοσύνη σ’ αυτήν. Η Υβέτ χλόμιασε και έγινε απόμακρη. Ο εγωισμός της, εκείνη η εύθραυστη, πολύτιμη φλόγα την οποία όλοι προσπαθούσαν να σβήσουν υποχώρησε σαν φωτιά που τη φύσηξε μακριά ένας κρύος άνεμος* έμοιαζε σαν να είχε σβήσει* και το πρόσωπό της, άσπρο τώρα και ακίνητο σαν κρινάκι, το λευκό χιονολούλουδο της αλαζονείας του, έμοιαζε να μην έχει ζωή μέσα του, παρά μόνο αυτή την αγνή, παράξενη αφηρημάδα. «Δε μου έχει καμία εμπιστοσύνη!», σκέφτηκε από μέσα της. «Δεν είμαι τίποτε γι’ αυτόν. Τίποτε δεν είμαι, μόνο ένα αξιοκαταφρόνητο πράγμα. Όλα είναι αξιοκαταφρόνητα, όλα είναι αξιοκαταφρόνητα!» Μια φλόγα πάθους ή οργής, ενώ μπορεί να την πλημμύριζε ή να την εξαγρίωνε, δε θα μπορούσε να την εξευτελίσει όσο η δυσπιστία του πατέρα της, η τελική του σαρκαστική στάση απέναντί της. Άρχισε να φοβάται λίγο, μέσα στη σιωπή των στείρων σκέψεών του. Τελικά είχε ανάγκη την αγάπη και την πίστη και τη λαμπερή ζωή της, δεν θα είχε ποτέ το κουράγιο να αντικρίσει το παχύ σκουλήκι της δικής του δυσπιστίας, το οποίο σάλευε μέσα στην καρδιά του. «Τι έχεις να πεις για ό,τι έκανες;» ρώτησε. Εκείνη απλώς τον κοίταξε μ’ εκείνο το ανέκφραστο προσωπάκι σαν χιονολούλουδο που τον στοίχειωσε με φόβο και του μετέδωσε ένα αμήχανο αίσθημα ενοχής. Η άλλη, Εκείνη-πουήταν η Σύνθια, και εκείνη είχε γυρίσει και τον είχε κοιτάξει με τον ίδιο μουδιασμένο, λευκό φόβο, το φόβο της δυσπιστίας που τον κουρέλιαζε, του σκουληκιού που κρυβόταν στο βάθος της καρδιάς τον. Ήξερε ότι ο πυρήνας της καρδιάς του ήταν ένα παχύ, απαίσιο σκουλήκι. Ο τρόμος του ήταν μήπωςκάποιος άλλος το μάθει. Το μίσος του στρεφόταν εναντίον οποιουδήποτε ήξερε και οπισθοχωρούσε. Είδε την Υβέτ να κάνει πίσω και αυτόματα πήρε το εγκόσμιο, παλιό, εύθυμο, κυνικό ύφος που του άρεσε. «Ας είναι, λοιπόν!» είπε. «Πρέπει να τα επιστρέψεις, κορίτσι μου, αυτό είναι όλο. Θα σου δώσω προκαταβολικά τα χρήματα από το “επίδομά” σου. Αλλά θα σου χρεώσω 4% τόκο το μήνα. Κι ο διάολος ακόμη πρέπει να πληρώνει τόκο στα χρέη του. Άλλη φορά, αν δεν. μπορείς να εμπιστευτείς τον εαυτό σου, μην κρατάς χρήματα που δε σου ανήκουν. Η ανεντιμότητα δεν είναι ωραίο πράγμα». Η Υβέτ έμεινε συντετριμμένη και ταπεινωμένη. Έφυγε αθόρυβα, σέρνοντας πίσω της τις αχτίδες της περηφάνειάς της. Ένιωθε αηδία ακόμη και για τον ίδιο της τον εαυτό. Αχ, γιατί είχε αγγίξει εκείνα τα σιχαμένα λεφτά; Ολάκερη η σάρκα της είχε συρρικνωθεί λες και είχε μολυνθεί. Γιατί έγινε αυτό; Γιατί, γιατί να γίνει; Παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος που είχε ξοδέψει τα χρήματα. «Σίγουρα δεν έπρεπε να το κάνω. Έχουν δίκιο που θύμωσαν» είπε μέσα της.


Αλλά από πού ήρθε αυτή η απαίσια σύσπαση της σάρκας της; Γιατί ένιωθε σαν να είχε κολλήσει κάποια μεταδοτική αρρώστια; «Η βλακεία σου, Υβέτ», της έκανε κήρυγμα η Λουσίλ -η καημένη Λουσίλ είχε στενοχωρηθεί πολύ«είναι ότι διασύρεσαι σε όλρυς τους. Έπρεπε να ξέρεις ότι θα το ανακάλυπταν. Θα μπορούσα να μαζέψω τα λεφτά για λογαριασμό σου και να γλιτώναμε όλη αυτή τη φασαρία. Είναι απαίσιο! Αλλά ποτέ δε θα μάθεις να σκέφτεσαι από πριν πού θα σε οδηγήσουν οι πράξεις σου! Σκέψου τη θεία Σίσσυ να σου λέει όλα αυτά! Τι φοβερό! Τι θα έλεγε η Μαμά, αν το άκουγε;» Όταν τα πράγματα πήγαιναν στραβά, σκέφτονταν τη μητέρα τους και μισούσαν τον πατέρα τους και όλα τα «βλαστάρια» των Σέιγουελ. Η μητέρα τους, βέβαια, ανήκε σ’ έναν ανώτερο, αν και επικίνδυνο και «ανήθικο» κόσμο. Πιο εγωιστικό, αναμφισβήτητα. Μα με ένα πιο φανταχτερό ύφος. Πιο αδίστακτο και πιο επιρρεπή στην περιφρόνηση· όμως όχι τόσο ταπεινωτικό. Η Υβέτ πάντοτε σκεφτόταν ότι πήρε τη φίνα, ντελικάτη επιδερμίδα της από τη μητέρα της. Οι Σέιγουελ ήταν όλοι κάπως σκληρόπετσοι και βρόμικοι βαθιά μέσα τους. Όμως τότε οι Σέιγουελ δε σε απογοήτευαν ποτέ. Ενώ η φίνα Εκείνη-πουήταν η Σύνθια, είχε απογοητεύσει τον πρεσβύτερο μ’ ένα χτύπημα και τα παιδάκια του μαζί μ’ αυτόν. Τα παιδάκια της; Δεν μπορούσαν να τη συγχωρήσουν. Μόνο αμυδρά, μετά τον καβγά, η Υβέτ άρχισε να συνειδητοποιεί την άλλη αγιότητα του εαυτού της, την αγνότητα της ευαίσθητης, καθαρής σάρκας και του αίματος, που οι Σέιγουελ, με την υποτιθέμενη ηθική τους, κατάφεραν να μολύνουν. Πάντοτε ήθελαν να τη μολύνουν. Δεν πίστευαν στη ζωή. Ενώ Εκείνη-που-ήταν η Σύνθια ίσως να υπήρξε μόνο κάποια που δεν είχε ηθική πίστη. Η Υβέτ τριγύριζε σαστισμένη, ξαναμμένη και μπερδεμένη. Ο πρεσβύτερος έδωσε τα χρήματα στη θεία Σίσσυ, προκαλώντας, έτσι, την οργή της. Ο ανικανοποίητος θυμός της ακόμη έβραζε. Θα ήθελε πολύ να ανακοινώσει το παράπτωμα της ανιψιάς της στο περιοδικό της ενορίας. Γεννούσε άγχος στην κατεστραμμένη γυναίκα το γεγονός ότι δεν μπορούσε να δημοσιεύσει το νέο, να το μάθει όλος ο κόσμος. Ο εγωισμός! Ο εγωισμός! Ο εγωισμός! Μετά ο πρεσβύτερος άνοιξε ένα μικρό λογαριασμό με την κόρη του: το χρέος της σ’ αυτόν, ο τόκος, ήταν το ποσό το οποίο αφαιρείται από το μικρό της «επίδομα». Αλλά για χάρη της είχε βάλει μια γκινέα, που ήταν το πρόστιμο που έπρεπε να πληρώσει για τη συνενοχή του. «Ως πατέρας του παραβάτου» είπε αστειευόμενος, «χρεώνομαι μια γκινέα. Και μ’ αυτό εξιλεώνομαι». Ήταν πάντοτε γενναιόδωρος^ τα χρήματα. Όμως, κατά κάποιον τρόπο, νόμιζε ότι με το να είναι ανοιχτοχέρης με τα λεφτά μπορούσε να αποκαλείται γενναιόδωρος άνθρωπος. Ενώ χρησιμοποιούσε το χρήμα, ακόμη και τη γενναιοδωρία, για να την ελέγχει. Ωστόσο άφησε το γεγονός να ξεχαστεί εντελώς. Εκείνη τη στιγμή τον διασκέδαζε όσο τίποτε άλλο να κρίνει κατά τα φαινόμενα. Νόμιζε, ακόμη, ότι ήταν ασφαλής. Η θεία Σίσσυ, όμως, δεν μπορούσε να ξεπεράσει την ταραχή της. Μια νύχτα που η δύστυχη


η Υβέτ είχε πέσει για ύπνο αρκετά νωρίς, ενώ η Λουσίλ έλειπε σ’ ένα πάρτι, και ήταν ξαπλωμένη με τα απαλά, ξαναμμένα μέλη της να πονούν από το μούδιασμα και τη μόλυνση, η πόρτα άνοιξε σιγά και εμφανίστηκε η θεία Σίσσυ, χώνοντας το γκριζοπράσινο πρόσωπό της στο άνοιγμα της πόρτας. Η Υβέτ πετάχτηκε τρομαγμένη. «Ψεύτρα! Κλέφτρα! Εγωιστικό τερατάκι!» σφύριξε μέσα από τα δόντια του το μανιασμένο πρόσωπο της θείας Σίσσυ. «Μικρή υποκρίτρια! Ψεύτρα! Εγωιστικό τέρας! Απληστο τερατάκι!» Υπήρχε τέτοιο απίστευτο, απρόσωπο μίσος σ’ εκείνη την γκριζοπράσινη μάσκα κι εκείνα τα τρελά λόγια, που η Υβέτ άνοιξε το στόμα της να βγάλει μια κραυγή υστερίας. Όμως η θεία Σίσσυ έκλεισε την πόρτα ξαφνικά, όπως την είχε ανοίξει, και εξαφανίστηκε. Η Υβέτ γλίστρησε έξω από το κρεβάτι της και γύρισε το κλειδί. Μετά έτρεξε πίσω, μισότρελη από το φόβο για την άθλια διαστροφή, μισομουδιασμένη από την παράλυση της κουρελιασμένης της περηφάνειας. Και μέσα σ’ όλα, ξέσπασε σ’ ένα τρελό γέλιο. Ήταν τόσο αφόρητα γελοίο ! Η συμπεριφορά της θείας Σίσσυ δεν πλήγωσε το κορίτσι τόσο πολύ. Εξάλλου ήταν κάπως εξωπραγματική. Πληγωμένη, όμως, ήταν: στα μέλη της, στο κορμί της, στο φύλο της, είχε πληγωθεί. Είχε πληγωθεί, είχε μουδιάσει, είχε σχεδόν καταρρεύσει και μόνο τα νεύρα της πάλλονταν και χτυπούσαν. Και καθώς ήταν ακόμη τόσο νέα, δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Μόνο έμεινε ξαπλωμένη κι ευχήθηκε να ήταν τσιγγάνα. Να ζει σ’ έναν καταυλισμό, σ’ ένα κάρο, και ποτέ να μην πατήσει το πόδι της σε σπίτι, να μην ξέρει τι σημαίνει ενορία, ποτέ να μη γυρίσει να κοιτάξει εκκλησία. Η καρδιά της είχε σκληρύνει από αποστροφή για το πρεσβυτέριο. Σιχαινόταν αυτά τα σπίτια με την εσωτερική τους υγιεινή και τα μπάνια τους και την απίστευτη απωθητικότητά τους. Μισούσε το πρεσβυτέριο και καθετί σχετικό. Όλη η λιμνάζουσα ζωή της αποχέτευσης, όπου η λέξη «αποχέτευση» δεν αναφέρεται ποτέ, αλλά μυρίζει αισθητά από το κέντρο σε κάθε δίποδο τρόφιμο, από τη Γιαγιά μέχρι τους υπηρέτες, ήταν αηδιαστική. Κι αν οι τσιγγάνοι δεν είχαν μπάνια, τουλάχιστον δεν είχαν ούτε αποχέτευση. Υπήρχε καθαρός αέρας. Στο πρεσβυτέριο δεν είχε ποτέ καθαρό αέρα. Και στις ψυχές των ανθρώπων ο αέρας μούχλιαζε μέχρι που άρχιζε να βρομάει. Το μίσος έκαιγε την καρδιά της, καθώς ήταν ξαπλωμένη με παραλυμένα μέλη. Και σκεφτόταν τα λόγια της τσιγγάνας: «Βλέπω ένα μελαχρινό που δεν έζησε ποτέ σε σπίτι. Σ’ αγαπάει. Οι άλλοι άνθρωποι σού πατάνε την καρδιά. Θα σου πατήσουν την καρδιά μέχρι που θα νομίζεις ότι έσβησε. Αλλά ο μελαχρινός θα ανάψει την τελευταία σπίθα και θα την κάνει πάλι φωτιά, μεγάλη φωτιά. Θα δεις τι μεγάλη φωτιά!» Ακόμη κι όταν η γυναίκα τα έλεγε αυτά, η Υβέτ ένιωθε ότι κάπου υπήρχε υποκρισία. Όμως δεν την πείραζε. Μισούσε, με το παγερό μίσος ενός παΐδι-* ού, το εσωτερικό του πρεσβυτέριου, αυτή τη σήψη στη ζωή. Της άρεσε εκείνη η μεγαλόσωμη, μελαψή, με λυκίσια όψη, τσιγγάνα, με τους μεγάλους χρυσούς κρίκους στα αυτιά, το ροζ μαντίλι στα κυματιστά, μαύρα της μαλλιά, το εφαρμοστό μπούστο από καφέ βελούδο, την πράσινη, πλισεδωτή φούστα της. Της άρεσαν τα σκούρα, δυνατά, άκαμπτα χέρια της, που είχαν πιάσει τόσο σταθερά, σαν τα σαγόνια του λύκου, την απαλή παλάμη της Υβέτ. Της άρεσε. Της άρεσε ο κίνδυνος και η κρυφή τόλμη της. Της άρεσε η κρυμμένη, η σκληροτράχηλη φύση της, που ήταν μεν πρόστυχη, αλλά με μια σκληρή, απροκάλυπτη περήφάνεια. Τίποτε δεν μπορούσε ποτέ να υποτάξει εκείνη τη γυναίκα. Θα μισούσε το πρεσβυτέριο και την ηθική του θανάσιμα! Θα στραγγάλιζε τη Γιαγιά με το ένα της χέρι. Και θα έτρεφε την ίδια περιφρόνηση για τον Μπαμπά και το θείο Φρεντ, ως άνδρες, όπως και για το χοντρό, γερο-


περιφρόνηση για τον Μπαμπά και το θείο Φρεντ, ως άνδρες, όπως και για το χοντρό, γεροσαλιάρη Ρόβερ, το σκυλί Νιουφάουντλαντ. Μια μεγάλη, σαρδόνια, γυναικεία περιφρόνηση για αυτού του είδους τα κατοικίδια σκυλιά που θέλουν να ονομάζονται άνδρες. Και ο τσιγγάνος ο ίδιος! Η Υβέτ αναρρίγησε ξαφνικά σαν να είχε δει τα μεγάλα, αποφασιστικά μάτια του πάνω της, με τον απροκάλυπτο υπαινιγμό του πόθου μέσα τους. Η αίσθηση αυτή την έκανε να ξαπλώσει μπρούμυτα, ανήμπορη, στο κρεβάτι, λες και κάποιο ναρκωτικό την είχε ρίξει σ’ ένα καινούργιο, χυτό καλούπι. Ποτέ δεν ομολόγησε σε κανέναν ότι δύο από τις άτυχες λίρες του Ταμείου για το Βιτρό είχαν πάει στην τσιγγάνα. Τι θα γινόταν, άν ο Μπαμπάς και η θεία Σίσσυ το μάθαιναν αυτό! Η Υβέτ τανύστηκε με απόλαυση στο κρεβάτι. Η σκέψη του τσιγγάνου είχε απελευθερώσει τα μέλη της και είχε αποκρυσταλλώσει στην καρδιά της το μίσος για το πρεσβυτέριο: έτσι που τώρα ένιωθε δυνατή, παρά αδύναμη. Όταν αργότερα η Υβέτ είπε στη Λουσίλ για το δραματικό ιντερλούδιο στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας, η Λουσίλ αγανάκτησε. «Να πάρει ο διάβολος!» φώναξε. «Μπορεί να σταματήσει επιτέλους. Νομίζω ότι ακούσαμε αρκετά γι’ αυτό μέχρι τώρα! Θεέ μου, θα έλεγε κανείς ότι η θεία Σίσσυ ήταν ένα τέλειο, παραδείσιο πουλί. Ο μπαμπάς δεν ασχολείται πια και, ύστερα, αν κάποιον αφορά το θέμα, είναι αυτός. Η θεία Σίσσυ ας το βουλώσει, λοιπόν!» Ήταν γεγονός ότι ο πρεσβύτερος το είχε ξεχάσει και φερόταν και πάλι στην αφηρημένη και αδιάφορη Υβέτ λες και ήταν κανένα προνομιούχο πλάσμα, κάτι που έκανε τη θεία Σίσσυ να χύνει τη χολή της*. Το γεγονός ότι η Υβέτ τις περισσότερες φορές αγνοούσε τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, και ακριβώς επειδή τα αγνοούσε, δεν μπορούσε να ενδιαφερθεί γι’ αυτά, σχεδόν τρέλαινε τη θεία Σίσσυ. Γιατί έπρεπε εκείνο το νεαρό πλάσμα, με την ανήθικη μητέρα, να ζει ως προνομιούχο ον, αγνοώντας ακόμη και την ύπαρξη των άλλων ανθρώπων, παρ’ όλο που ήταν κάτω από τη μύτη της; Η Λουσίλ εκείνη την περίοδο ήταν πολύ ευέξαπτη. Έμοιαζε λες και απλώς έχανε λίγο την ισορροπία της, όταν έμπαινε στο πρεσβυτέριο. Η καημενούλα η Λουσίλ, ήταν τόσο ευγενική και υπεύθυνη. Έκανε όλες τις αγγαρείες, σκεφτόταν για γιατρούς, φάρμακα, υπηρέτες και όλα τα σχετικά. Δούλευε σαν σκλάβα όλη μέρα στην πόλη, σ’ ένα δωμάτιο με τεχνητό φωτισμό από τις δέκα μέχρι τις πέντε. Και γύριζε σπίτι για να κουρελιάζονται τα νεύρα της σχεδόν μέχρι τρέλας από τη φοβερή και επίμονη περιέργαα και την παρασιτική γεροπαραξενιά της Γιαγιάς. Η ιστορία με το Ταμείο για το Βιτρό είχε μάλλον ξεχαστεί αλλά έμενε μια αποπνικτική ένταση στην ατμόσφαιρα. Ο καιρός συνέχιζε να είναι άσχημος. Η Λουσίλ έμεινε στο σπίτι το απόγευμα της μισής της αργίας και μ’ αυτό καθόλου δεν ωφέλησε τον εαυτό της. Ο πρεσβύτερος βρισκόταν στο γραφείο του, εκείνη και η Υβέτ έραβαν ένα φόρεμα για την τελευταία, η Γιαγιά αναπαυόταν στον καναπέ. To φόρεμα ήταν από μπλε, μεταξωτό, βελουτέ ύφασμα, γαλλικό και φαινόταν ότι θα της πήγαινε πολύ. Η Λουσίλ έβαλε την Υβέτ να το δοκιμάσει ξανά: ανησυχούσε για την εφαρμογή κάτω από τα χέρια. «Α, μη σκοτίζεσαι!», φώναξε η Υβέτ, τεντώνοντας τα μακριά, τρυφερά, παιδικά της χέρια, που κόντευαν να μελανιάσουν από το κρύο. «Μη γίνεσαι πια τόσο σχολαστική, Λουσίλ!


Εντάξει είναι». «Αν αυτό είναι το ευχαριστώ που θυσιάζω τη μισή μου μέρα για να σου φτιάχνω φορέματα, τότε καλύτερα να κάνω κάτι για τον εαυτό μου!» «Εντάξει Λουσίλ! Ξέρεις ότι ποτέ δε σου ζήτησα τίποτε! Ξέρεις ότι δεν αντέχεις αν δεν έχεις εσύ την εποπτεία σε όλα», είπε η Υβέτ μ’ εκείνη την ενοχλητική της γλυκύτητα, ενώ σήκωσε τους γυμνούς της αγκώνες και κοίταξε πάνω από τον ώμο της στο μακρύ καθρέφτη. «Α, βέβαια! Δε μου ζήτησες ποτέ τίποτα!» φώναξε η Λουσίλ. «Λες και δεν κατάλαβα τι εννοούσες, όταν άρχισες να αναστενάζεις και στριφογύριζες νευρικά». «Εγώ;» είπε η Υβέτ με αόριστη έκπληξη. «Γιατί, πότε άρχισα να αναστενάζω και να στρ ιφογυρίζω νευρικά;» «Μα φυσικά, ξέρεις ότι το έκανες». «Μη μου πεις! Οχι, δεν το ήξερα! Πότε ήταν;». Η Υβέτ μπορούσε να βάζει μια ιδιαίτερη ειρωνεία στις ήπιες, μετέωρες ερωτήσεις της. «Δε θα κάνω τίποτε άλλο σ’ αυτό το φόρεμα, αν δεν καθίσεις ακίνητη και δε σταματήσεις να μιλάς», είπε η Λουσίλ, με τη μάλλον ηχηρή, έντονη φωνή της. «Ξέρεις ότι είσαι πάρα πολύ γκρινιάρα και νευρική, Λουσίλ;», είπε η Υβέτ, που έλεγες ότι καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. «Φτάνει πια, Υβέτ!» φώναξε η Λουσίλ και τα μάτια της άστραψαν ξαφνικά στο πρόσωπο της αδερφής της με μια άγρια λάμψη. ^ «Πάψε! Γιατί πρέπει όλοι να ανεχόμαστε τον απαίσιο και δεσποτικό χαρακτήρα σου;» «Δεν ξέρω τι λες για το χαρακτήρα μου» είπε η Υβέτ και βγήκε αργά από το μισοφτιαγμένο φόρεμα για να γλιστρήσει πάλι μέσα στο φόρεμά της. Μετά, μ’ ένα ανέμελο, πεισματάρικο ύφος στο πρόσωπό της, κάθισε ξανά στο τραπέζι, μέσα στο μουντό απόγευμα, και άρχισε να ράβει το μπλε ύφασμα. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο με σκόρπια μπλε κουρελάκια, το ψαλίδι ήταν πεταμένο στο πάτωμα, το πανέρι της ραπτικής ήταν αδειασμένο ακα-. τάστατα πάνω στο τραπέζι κι ένα άλλο ψαλίδι ήταν παρατημένο, επικίνδυνα, πάνω στο πιάνο. H Γιαγιά, που είχε πέσει σε ημικωματώδη λήθαργο που αποκαλούνταν «υπνάκος», ανακάθισε στο μεγάλο, μαλακό καναπέ και ίσιωσε το σκουφί της. «Δεν έχω αρκετή ησυχία για τον υπνάκο μου» είπε, περνώντας το χέρι της αργά από τα λεπτά, άσπρα της μαλλιά, για να δει αν ήταν τακτοποιημένα. Είχε ακούσει ακαθόριστες φωνές. Μπήκε η θεία Σίσσυ, ψαχουλεύοντας σε μια σακούλα για να βρει ένα σοκολατάκι. «Δεν έχω ξαναδεί τέτοια ακαταστασία!» είπε. «Καλύτερα να καθαρίσεις αυτά τα σκουπίδια, Υβέτ».


«Εντάξει» είπε η Υβέτ. «Σ’ ένα λεπτό». «Δηλαδή ποτέ!», τη σάρκασε η θεία Σίσσυ, ορμώντας ξαφνικά να μαζέψει το ψαλίδι από κάτω. Έπεσε σιωπή για λίγα λεπτά και η Λουσίλ πέρασε αργά τα χέρια της από τα μαλλιά της καθώς διάβαζε ένα βιβλίο. «Καλύτερα να καθαρίσεις, Υβέτ», επέμεινε η θεία Σίσσυ. «Εντάξει, πριν από το τσάι», αποκρίθηκε η Υβέτ, που σηκώθηκε για άλλη μια φορά και τράβηξε το μπλε φόρεμα πάνω από το κεφάλι της, χώνοντας τα μακριά, γυμνά της χέρια μέσα στις αμάνικες τρύπες του φορέματος. Μετά πήγε και στάθηκε ανάμεσα στους καθρέφτες, για να κοιταχτεί ακόμη μια φορά. Καθώς το έκανε αυτό, σκούντηξε το δεύτερο καθρέφτη που είχε παρατήσει απρόσεκτα πάνω στο πιάνο, ο οποίος κατρακύλησε μ’ έναν κρότο στο πάτωμα. Ευτυχώς δεν έσπασε. Όμως όλοι το πήραν στραβά. «Έσπασε τον καθρέφτη!» φώναξε η θεία Σίσσυ. «Έσπασε τον καθρέφτη! Ποιον καθρέφτη; Ποιος τον έσπασε;» ακούστηκε η διαπεραστική φωνή της Γιαγιάς. «Δεν έσπασα τίποτε», απάντησε η ήρεμη φωνή της Υβέτ. «Όλα είναι μια χαρά». «Καλύτερα να μην τον παρατήσεις εκεί πάνω άλλη φορά», είπε η Λουσίλ. Η Υβέτ, μ’ ένα ελαφρό, βιαστικό σήκωμα των ώμων μπροστά σ’ όλη αυτή τη φασαρία, προσπάθησε να στήσει τον καθρέφτη σε άλλο σημείο. Δεν τα κατάφερε. «Αν κάποιος είχε ένα τζάκι στο δωμάτιό του» είπε θυμωμένα, «δε θα χρειαζόταν να ανέχεται την γκρίνια όλων των άλλων όταν θέλει να ράψει». «Ποιον καθρέφτη μετακινείς;» ρώτησε η Γιαγιά. «Ένα δικό μας, που τον φέραμε από το παλιό μας σπίτι», είπε η Υβέτ με αναίδεια. «Μην τον σπάσεις μέσα σ’ αυτό εδώ το σπίτι, απ’ όπου και να τον φέρατε», είπε η Γιαγιά. Υπήρχε κάτι σαν οικογενειακή απέχθεια για τα έπιπλα που κάποτε ανήκαν σ’ Εκείνη-πουήταν η Σύνθια. Τα περισσότερα ήταν παραχωμένα στην κουζίνα και τα υπνοδωμάτια του υπηρετικού προσωπικού. «Α, δεν είμαι προληπτική», είπε η Υβέτ, «με καθρέφτες και άλλα τέτοια». «Διόλου απίθανο» είπε η Γιαγιά. «Οι άνθρωποι που δεν αναλαμβάνουν ποτέ την ευθύνη των πράξεων τους, συνήθως δε νοιάζονται για ό,τι συμβεί». «Επομένως», είπε η Υβέτ, «μπορώ να πω ότι δικός μου είναι ο καθρέφτης, ακόμη κι αν τον σπάσω». «Κι εγώ λέω», είπε η Γιαγιά, «ότι δε θα σπάσει κανένας καθρέφτης σε τούτο εδώ το σπίτι,


αν μπορούμε να το αποφύγουμε* σε όποιον κι αν ανήκει ή ανήκε στο παρελθόν. Σίσσυ, έχω βάλει καλά το σκουφί μου;» Η θεία Σίσσυ πήγε κοντά της και τακτοποίησε τη γηραιά κυρία. Η Υβέτ, δυνατά και ενοχλητικά, τραγούδησε μια παράφωνη μελωδία. «Και τώρα, Υβέτ, θα καθαρίσεις, σε παρακαλώ;» είπε η θεία Σίσσυ. «Να πάρει η οργή!» φώναξε η Υβέτ θυμωμένα. «Είναι απαίσιο να ζεις με πολλούς ανθρώπους που συνέχεια γκρινιάζουν και μουρμουράνε για το παραμικρό». «Ποιούς ανθρώπους εννοείς, μπορείς να μας πεις;» είπε η θεία Σίσσυ απειλητικά. Κι άλλος καβγάς προμηνυόταν. Η Λουσίλ σήκωσε το βλέμμα της και έριξε μια περίεργη ματιά. Μέσα στα δυο κορίτσια το αίμα Εκείνηςπου-ήταν η Σύνθια είχε ξυπνήσει. «Φυσικά και μπορώ! Ξέρεις πολύ καλά ότι εννοώ τους ανθρώπους αυτού του άθλιου σπιτιού», είπε προσβλητικά η Υβέτ. «Τουλάχιστον», παρατήρησε η Γιαγιά, «εμείς δεν καταγόμαστε από μισοδιεφθαρμένο σόι». Ακούστηκε μια ηλεκτρισμένη παύση ενός δευτερολέπτου. Μετά η Λουσίλ πετάχτηκε από το χαμηλό της κάθισμα, βγάζοντας σπίθες. «Πάψτε!» φώναξε, σε μια έκρηξη εξ ολοκλήρου εναντίον της υποτιθέμενης μεγαλειότητας της γηραιάς κυρίας. Το στήθος της γριάς άρχισε να φουσκώνει, ένας θεός ξέρει με τι συναισθήματα. Η παύση, αυτή τη φορά, ήταν παγερή, όπως μετά από αστροπελέκι. Τότε η θεία Σίσσυ, χλόμιασε και όρμησε στη Λουσίλ, σπρώχνοντάς τη με λύσσα. «Πήγαινε στο δωμάτιό σου!» φώναξε βραχνά. «Πήγαινε στο δωμάτιό σου!» Και έκανε να σπρώξει την ωχρή, αλλά με μάτια που πετούσαν φωτιές, Λουσίλ, έξω από το δωμάτιο. Η Λουσίλ την άφησε να τη σπρώξει, ενώ η θεία Σίσσυ ωρυόταν: «Θα μείνεις στο δωμάτιό σου μέχρι να ζητήσεις συγγνώμη γι’ αυτό! μέχρι να ζητήσεις συγγνώμη στη Μητέρα γι’ αυτό που είπες!» «Δεν πρόκειται να ζητήσω συγγνώμη», ακούστηκε καθαρά η φωνή της Λουσίλ από το διάδρομο, ενώ την έσπρωχνε η θεία Σίσσυ. Η θεία Σίσσυ την οδήγησε πιο άγρια στον επάνω όροφο. Η Υβέτ στάθηκε άναυδη στο καθιστικό, διατηρώντας την ψυχραιμίας της, με ύφος θιγμένης αξιοπρέπειας και την ίδια στιγμή σαστισμάρας, κάτι πολύ περίεργο γι’ αυτήν. Είχε ακόμη γυμνά χέρια και φορούσε το μισοφτιαγμένο μπλε φόρεμα. Και είχε μείνει σχεδόν εμβρόντητη από την επίθεση της Λουσίλ στη μεγαλειότητα της ηλικιωμένης γυναίκας. Κι επίσης, ήταν βαθιά αγανακτισμένη που η Γιαγιά είχε κακολογήσει το μητρικό αίμα που έτρεχε στις φλέβες τους. «Φυσικά, δεν ήθελα να σας προσβάλω», είπε η Γιαγιά.


«Αλήθεια;» είπε ψυχρά η Υβέτ. «Οχι, βέβαια. Είπα μόνο ότι δεν είμαστε διεφθαρμένοι,-επειδή απλώς τυχαίνει να είμαστε προληπτικοί με το σπάσιμο του καθρέφτη». Η Υβέτ δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Είχε ακούσει σωστά; Ήταν δυνατόν; Ή, μήπως, η Γιαγιά, στην ηλικία που ήταν, έλεγε απλώς ένα ξετσίπωτο ψέμα; Η Υβέτ ήξερε ότι η γριά έλεγε ένα ψυχρό, αδιάντροπο ψέμα. Ομως κιόλας, τόσο γρήγορα, η Γιαγιά είχε αρχίσει να πιστεύει τη δήλωσή της. Εμφανίστηκε ο πρεσβύτερος, αφήνοντας λίγο χρόνο για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε με περιέργεια, πρόσχαρα. «Α, τίποτε» απάντησε επιτηδευμένα η Υβέτ. «Ενώ η γιαγιά έλεγε κάτι, η Λουσίλ της είπε να πάψει. Και η θεία Σίσσυ την έστειλε στο δωμάτιό της. Tant de bruit pour une omelette1! Ομως η Λουσίλ το παρατράβηξε λίγο εκείνη τη στιγμή». Η γηραιά κυρία δεν μπόρεσε να καταλάβει ακριβώς τι είπε η Υβέτ. «Η Λουσίλ πρέπει να μάθει να συγκρατεί τα νεύρα της», είπε η γριά. «Έπεσε κάτω ο καθρέφτης και ανησύχησα. Το είπα στην Υβέτ και εκείνη είπε κάτι για προλήψεις και ανθρώπους στο άθλιο σπίτι. Της είπα ότι οι άνθρωποι του σπιτιού δεν είναι διεφθαρμένοι, επειδή συμβαίνει να ανησυχούν όταν σπάει ένας καθρέφτης. Κι εκεί η Λουσίλ μου επιτέθηκε και μου φώναξε να πάψω. Είναι πραγματικά ντροπή πώς αυτά τα παιδιά ξεσπούν τα νεύρα τους. Το ξέρω ότι είναι νεύρα και τίποτε άλλο». Η θεία Σίσσυ είχε μπει μέσα κατά τη διάρκεια του μονόλογου της Γιαγιάς. Στην αρχή δε μιλούσε. Μετά συμφώνησε ότι τα πράγματα ήταν όπως τα είχε πει η Γιαγιά. «Της απαγόρεψα να κατέβει μέχρι να ζητήσει συγγνώμη από τη Μητέρα», είπε. «Αμφιβάλλω αν θα ζητήσει συγγνώμη», είπε η ήρεμη, περήφανη Υβέτ, κρατώντας τα γυμνά της μπράτσα. «Μα κι εγώ δε θέλω καμία συγγνώμη», είπε η γηραιά κυρία. «Έχει απλώς τα νεύρα της. Δεν ξέρω πού θα φτάσουν, αν έχουν τέτοια νεύρα στην ηλικία τους! Πρέπει να πάρει Vibrolal. Νομίζω ότι ο Άρθουρ θα ήθελε να πάρει το τσάι του, Σίσσυ». Η Υβέτ μάζεψε τα ραφτικά της, για να ανέβει επάνω. Και πάλι τραγούδησε το σκοπό της, κάπως διαπεραστικό και παράφωνο. Μέσα της έτρεμε. «Κι άλλα φορέματα!» της είπε ο πατέρας της γλυκά. «Κι άλλα!» επανέλαβε με ύφος βαθυστόχαστο, καθώς ανέβαινε με το πάσο της επάνω, με το καθημερινό της φόρεμα στο ένα χέρι. Ήθελε να παρηγορήσει τη Λουσίλ και να τη ρωτήσει πώς έπεφτε τώρα το μπλε ύφασμα. Στο κεφαλόσκαλο κοντοστάθηκε, όπως έκανε σχεδόν πάντα, για να κοιτάξει από το παράθυρο που έβλεπε στο δρόμο και τη γέφυρα. Σαν τη Λαίδη του Σάλοτ, φαινόταν πάντα να


φαντάζεται ότι Θα ερχόταν κάποιος τραγουδώντας «τίραλίρα» ή κάτι εξίσου έξυπνο στις όχθες του ποταμού.

Είχε φτάσει περίπου η ώρα για το τσάι. Οι γάλανθοι άνθιζαν έξω, δίπλα στο μικρό δρομάκι που οδηγούσε στην πύλη από το πλάι του σπιτιού και ο κηπουρός ψευτοδούλευε στα στρογγυλά, υγρά παρτέρια, στο νοτισμένο γρασίδι που έφτανε μέχρι κάτω, το ποταμάκι. Από την πύλη περνούσε ο λευκός, λασπωμένος, φιδωτός δρόμος, διασχίζοντας την πέτρινη γέφυρα σχεδόν αμέσως και ανηφορίζοντας στο απόκρημνο, πυκνοκατοικημένο, πέτρινο, καπνισμένο βορινό χωριό, το οποίο σκαρφάλωνε πάνω από τα αυστηρά, πέτρινα εργοστάσια που η Υβέτ έβλεπε μπροστά της, κάτω στη στενή κοιλάδα, με τις ψηλές καμινάδες του να ορθώνονται μακριές και ίσιες. Το πρεσβυτέριο βρισκόταν στη μια πλευρά του Πάπλ, μέσα στην κάπως απότομη κοιλάδα, ενώ το χιοριό ήταν ακόμη παρακάτω, πιο ψηλά, στην άλλη όχθη του ορμητικού ποταμού. Πίσω από το πρεσβυτέριο ο λόφος υψωνόταν απότομος, με ένα σύδεντρο από σκούρους, γυμνούς κέδρους, που μέσα τους χανόταν ο δρόμος. Και ακριβώς κατά μήκος του ποταμού απέναντι από το πρεσβυτέριο, αντίκρυ στο σπίτι, η όχθη του ποταμού πρόβαλλε απότομη και θαμνώδης, μέχρι πάνω στα ανηφόρικά, μελαγχολικά λιβάδια, τα οποία έφταναν πάλι σε σκούρες πλαγιές πνιγμένες στα δέντρα, με γκρίζους βράχους να ξεφυτρώνουν ανάμεσα. Όμως από την άκρη του σπιτιού η Υβέτ μπορούσε να διακρίνει μόνο το δρόμο που έστριβε από το φράχτη με τις δάφνες για να καταλήξει πάνω στη γέφυρα και μετά πάλι επάνω, γύρω από την πλαγιά, σ’ εκείνο το πρώτο απότομο σύμπλεγμα σπιτιών στο χωριό του Πάπλγουικ, πέρα από τις ξερολιθιές των απόκρημνων αγρών. Πάντα περίμενε να δει κάτι να κατηφορίζει από το λοξό δρόμο από το Πάπλγουικ και πάντα κολλούσε στο παράθυρο του κεφαλόσκαλου. Συχνά ερχόταν κανένα κάρο ή αυτοκίνητο ή κανένα φορτηγό με πέτρα, είτε κανένας εργάτης ή υπηρέτης. Αλλά ποτέ κάποιος που να τραγουδά «τίρα-λίρα» κατά μήκος του ποταμού. Οι μέρες του «τίραλίρα» μάλλον είχαν περάσει πια. Εκείνη τη μέρα, όμως, από τη γωνιά του γκριζόλευκου δρόμου, ανάμεσα στο γρασίδι και τους χαμηλούς πέτρινους τοίχους, ένα γκριζοκόκκινο άλογο ήρθε κατηφορίζοντας καμαρωτά και ζωηρά το λόφο και το οδηγούσε ένας άντρας με κασκέτο, χωμένος στο μπροστινό μέρος του ελαφρού του κάρου. Ο άντρας λικνιζόταν ελεύθερα με το τράνταγμα του κάρου, καθώς το άλογο κάλπαζε προς τα κάτω, μέσα στη σιωπηλή μελαγχολία του απογεύματος. Στο πίσω μέρος του κάρου προεξείχαν μακριές σκούπες από καλάμια και πούπουλα, που έγερναν πάνω στα σκουπόξυλά τους. Η Υβέτ στάθηκε κοντά στο παράθυρο και παραμέρισε τις δίφυλλες κουρτίνες, πιάνοντας τα γυμνά της μπράτσα με τα χέρια της. Στις αρχές της πλαγιάς το άλογο άρχισε να καλπάζει γοργά προς τη γέφυρα. Το κάρο κουδούνιζε πάνω στην πέτρινη γέφυρα, οι σκούπες ανεβοκατέβαιναν και τραντάζονταν, ο οδηγός καθόταν σαν μέσα σε όνειρο, καθώς τρανταζόταν κι αυτός μαζί. Ήταν σαν κάτι που το έβλεπες στον ύπνο σου.


Ομως καθώς διέσχιζε την άκρη της γέφυρας και περνούσε από τον τοίχο του πρεσβυτέριου, γύρισε και κοίταξε το επιβλητικό πέτρινο σπίτι, το οποίο φαινόταν λες και είχε ξεμακρύνει από την πόρτα κάτω στο λόφο. Η Υβέτ κίνησε τα χέρια της γρήγορα πάνω στα μπράτσα της. Και το ίδιο γρήγορα, κάτω από το γείσο του κασκέτου του την είχε δει* το μελαψό του πρόσωπο άστραψε. Σταμάτησε ξαφνικά στην άσπρη πόρτα, εξακολουθώντας να κοιτάζει πάνω, προς το παράθυρο, ενώ η Υβέτ, πάντα σφίγγοντας τα κρύα, μελανιασμένα μπράτσα της, κοίταζε διαρκώς κάτω από το παράθυρο, αφηρημένα, προς το μέρος του. Το κεφάλι του τινάχτηκε ελαφρώς σαν να έγνεφε και οδήγησε το άλογό του στο πλάι, πάνω στο γρασίδι. Μετά, ευκίνητος και γεμάτος ζωντάνια, γύρισε πίσω το μουσαμά του κάρου, έβγαλε διάφορα αντικείμενα, τράβηξε δυο τρεις από τις μακριές σκούπες από καλάμι και φτερά γαλοπούλας, σκέπασε το κάρο και κίνησε για το σπίτι, κοιτάζοντας πάνω, προς την Υβέτ, καθώς άνοιγε την άσπρη πόρτα. Του έγνεψε και έτρεξε στο μπάνιο να βάλει το φόρεμά της, με την ελπίδα ότι είχε γνέψει με τέτοιον τρόπο ώστε εκείνος να μην είναι βέβαιος ότι του είχε γνέψει. Εν τω μεταξύ, άκουσε το βραχνό, βαθύ γρύλλισμα του γέρικου χαζούλη Ρόβερ, που διακόπηκε από το γάβγισμα του νεαρού ηλίθιου Τρίξι. Εκείνη και η υπηρέτρια έφτασαν την ίδια στιγμή στην πόρτα του καθιστικού. «Είναι ο άντρας που πουλάει σκούπες;» ρώτησε η Υβέτ την υπηρέτρια. «Ωραία!» και άνοιξε την» πόρτα. «Θεία Σίσσυ, είναι ένας άντρας που πουλάει σκούπες. Να πάω;» «Τι άντρας;» είπε η θεία Σίσσυ, που έπαιρνε το τσάι της με τον πρεσβύτερο και τη Μητέρα* ενώ τα κορίτσια είχαν αποκλειστεί για άλλη μια φορά από το γεύμα. « Ενας άντρας μ’ ένα κάρο», είπε η Υβέτ. «Ένας τσιγγάνος», πρόσθεσε η υπηρέτρια. Φυσικά η θεία Σίσσυ σηκώθηκε αμέσως. Έπρεπε να τον δει. Ο τσιγγάνος στεκόταν στην πίσω πόρτα, κοντά στην απότομη, σκούρα όχθη όπου φύτρωναν οι κέδροι. Οι μακριές σκούπες πρόβαλαν από το ένα του χέρι και από το άλλο κρέμονταν διάφορα αντικείμενα από αστραφτερό χαλκό και μπρούντζο: ένα κατσαρόλι, ένα κηροπήγιο, πιάτα από χτυπημένο χαλκό. Ο άντρας ήταν περιποιημένος και ζωηρός, αρρενωπός, με το σκουροπράσινο κασκέτο του και το σταυρωτό πράσινο καρό παλτό του. Ομως ο τρόπος του ήταν πειθήνιος, πολύ ήσυχος* και την ίδια στιγμή περήφανος, με μια δόση συγκατάβασης και επιφυλακτικότητας. «Τίποτε για σήμερα, κυρία;» είπε κοιτάζοντας τη θεία Σίσσυ με τα σκούρα, πονηρά, ερευνητικά μάτια του, αλλά και βάζοντας μια πολλή ήρεμη τρυφερότητα στη φωνή του. Η θεία Σίσσυ είδε πόσο ωραίος ήταν, είδε την καλοσχηματισμένη καμπύλη των χειλιών του κάτω από το μαύρο του μουστάκι και κολακεύτηκε. Η παραμικρή ένδειξή αγριότητας ή επιθετικότητας εκ μέρους του άντρα θα την είχε κάνει να του κλείσει την πόρτα κατάμουτρα, περιφρονητικά. Αλλά εκείνος κατάφερε να προσθέσει μια τόσο λεπτή υπόνοια ταπεινότητας στο αρρενωπό του παρουσιαστικό, που εκείνη άρχισε να διστάζει.


«Το κηροπήγιο είναι όμορφο!», είπε η Υβέτ. «Εσείς το φτιάξατε;» Και κοίταξε τον άντρα με τα γεμάτα παιδιάστικη αφέλεια μάτια της, που μπορούσαν να δίνουν διφορούμενα μΓνύματα όσο και τα δικά του. «Μάλιστα, κυρία!». Της ανταπέδωσε το βλέμμα για ένα δευτερόλεπτο, μ’ εκείνη την απροκάλυπτη υπόνοια του πόθου που επέδρασε πάνω της σαν μαγεία και εξουδετέρωσε τη θέλησή της. Το τρυφερό της πρόσωπο έμοιαζε λες και είχε βυθιστεί σε ύπνο. «Είναι τρομερά όμορφο», ψιθύρισε. Η θεία Σίσσυ άρχισε τα παζάρια για το κηροπήγιο το οποίο ήταν ένας χαμηλός, παχύς μίσχος από χαλκό, που έβγαινε από ένα διπλό κύπελλο. Ο άντρας την παρακολουθούσε με υπομονή και επιφυλακτικότητα, χωρίς στιγμή να κοιτάξει την Υβέτ, η οποία, ακουμπισμένη στο κατώφλι, κοίταζε ονειροπόλα. «Τι κάνει η γυναίκα σας;» τον ρώτησε ξαφνικά, όταν η θείαΣίσσυ είχε μπει μέσα για να δείξει το κηροπήγιο στον πρεσβύτερο και να τον ρωτήσει αν πίστευε ότι άξιζε τα λεφτά του. Ο άντρας κοίταξε επίμονα την Υβέτ και ένα χαμόγελο που μόλις διέκρινες φάνηκε στα χείλη του. Τα μάτια του δε χαμογελούσαν: ο υπαινιγμός μέσα τους μόνο σκλήρυνε σ’ ένα άγριο βλέμμα. «Καλά είναι. Πότε θα έρθετε πάλι από εκεί;» μουρμούρισε με χαμηλή, θωπευτική, βαθιά φωνή. «Α, δεν ξέρω», είπε η Υβέτ αόριστα. «Ελάτε την Παρασκευή, που είμαι εκεί» είπε. Η Υβέτ κοίταξε πάνω από τον ώμο του σαν να μην τον είχε ακούσει. Η θεία Σίσσυ γύρισε με το κηροπήγιο και τα χρήματα για να το πληρώσει. Η Υβέτ έφυγε αδιάφορα, τραγουδώντας έναν από τους παράτονους σκοπούς της, αφήνοντας την όλη ιστορία με κάποια αγένεια. Παρ’ όλα αυτά, κρυμμένη αυτή τη φορά στο παράθυρο του κεφαλόσκαλου, στάθηκε να δει τον άντρα να φεύγει. Αυτό που ήθελε να ξέρει ήταν αν πράγματι ασκούσε κάποια δύναμη πάνω της. Δεν ήθελε να τη δει αυτή τη φορά. Τον είδε να κατηφορίζει προς τη πόρτα με τις σκούπες του και τα κατσαρολικά του και να φτάνει στο κάρο. Τα τοποθέτησε προσεκτικά και στερέωσε το μουσαμά πάνω στο κάρο. Μετά, μ’ ένα αργό, άνετο τίναγμα της ευλύγιστης μέσης του, ανέβηκε πάλι πάνω στο κάρο και άγγιξε το άλογο με τα γκέμια. Το γκριζοκόκκινο άλογο ξεκίνησε ευθύς, οι ρόδες του κάρου έτριξαν-καθώς ανέβαιναν το λόφο και σύντομα ο άντρας χάθηκε, χωρίς να κοιτάξει γύρω του. Χάθηκε σαν όνειρο που ήταν μόνο όνειρο και τίποτε άλλο, κι όμως εκείνη δεν μπορούσε να ξεφύγει. «Όχι, δεν ασκεί καμία δύναμη επάνω μου!» είπε στον εαυτό της* κάπως απογοητευμένη πράγματι, επειδή ήθελε κάποιος, ή κάτι, να ασκεί δύναμη πάνω της. Ανέβηκε πάνω για να συζητήσει με την ωχρή και κουρασμένη Λουσίλ και να την


κατσαδιάσει που αναστατώθηκε με το τίποτε. «Τι πειράζει», διαμαρτυρήθηκε, «αν είπες στη Γιαγιά να πάψει! Γιατί οι άνθρωποι όταν γίνονται άθλιοι, δεν πρέπει να μιλάνε. Αλλά δεν το έκανε επίτηδες, ξέρεις. Οχι, δεν το ήθελε. Και λυπάται πολύ που το είπε. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να κάνεις φασαρία. Έλα, ας ντυθούμε και ας κατέβουμε για δείπνο σαν αρχόντισσες. Ας πάρουμε το αίμα μας πίσω έτσι. Έλα τώρα, Λουσίλ!» Υπήρχε κάτι παράξενο και αινιγματικό στην αόριστη ανεμελιά της Υβέτ, όπως όταν έχει κάποιος ιστούς αράχνης στο πρόσωπό του2 μια αλλόκοτη, ακαθόριστη ικανότητα να αποφεύγει τις παρεξηγήσεις. Ήταν και ευχάριστη. 'Ομως ήταν σαν να περπατάς μέσα σε μια από εκείνες τις φθινοπωρινές ομίχλες και ένας ιστός αράχνης να πέφτει στο πρόσωπό σου. Δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι. Ωστόσο κατάφερε να πείσει τη Λουσίλ και τα δυο κορίτσια έβαλαν τα καλύτερά τους φορέματα. Η Λουσίλ στα πράσινα και τα ασημιά, η Υβέτ με ανοιχτό βιολετί με τύρκουάζ βελούδινη κλωστή. Λίγο κοκκινάδι και πούδρα, τις καλύτερες παντόφλες τους και οι κήποι του παραδείσου άρχισαν να ανθίζουν. Η Υβέτ σιγοτραγουδούσε και κοιτούσε τον εαυτό της και έπαιρνε το πιο degage* ύφος μιας νεαρής μαρκησίας. Είχε έναν περίεργο τρόπο να σμίγει τα φρύδια της και να σουφρώνει τα χείλια της και καθ’ όλα τα φαινόμενα να αποστασιοποιείται από κάθε γήινη σκέψη και να πετάει στα σύννεφα της δικής της λευκής χώρας. Ήταν διασκεδαστικό και όχι ιδιαίτερα πειστικό. «Φυσικά και είμαι όμορφη, Λουσίλ», είπε γλυκά. «Κι εσύ είσαι πολύ χαριτωμένη τώρα που (ραίνεσαι λίγο παραπονιάρα. Φυσικά εσύ είσαι η πιο αριστοκρατική από τις δυο μας, με τη μυτούλα σου! Και τώρα τα μάτια σου είναι γεμάτα αδιαφορία, κάτι που σου δίνει μια ελκυστική όψη και είσαι τέλεια, απίθανα χαριτωμένη. Όμως εγώ είμαι πιο σαγηνευτική, κατά κάποιον τρό3το, συμφωνείς;» Στράφηκε με τσαχπίνικη, αλλόκοτη απλότητα στη Λουσίλ. Ήταν αληθινά αυθόρμητη σε ό,τι έλεγε. Ήταν ακριβώς αυτό που φαινόταν. Αλλά δεν πρόδιδε το πολύ διαφορετικό συναίσθημα που επίσης τη βασάνιζε: το συναίσθημα ότι την είχαν κοιτάξει, όχι απ’ έξω, αλλά από μέσα, το μυστικό, θηλυκό εαυτό της. Ντύθηκε και έδειχνε εκθαμβωτική, ακριβώς για να εξουδετερώσει την επίδραση που είχε ασκήσει ο τσιγγάνος πάνω της, όταν την είχε κοιτάξει και δεν είδε ούτε το όμορφο της πρόσωπο και τους όμορφους τρόπους της, παρά μόνο το σκοτεινό, δειλό, καυτό μυστικό της παρθενικότητάς της. Τα δύο κορίτσια όρμησαν κάτω αναστατωμένες, όταν το κουδούνι του δείπνου χτύπησε* αλλά περίμεναν μέχρι που άκουσαν τις φωνές των αντρών. Μετά γλίστρησαν κάτω και μπήκαν στο καθιστικό, η Υβέτ καμαρωτή, με τον αόριστο, ανέμελο τρόπο της, πάντοτε λιγάκι αλλού* και η Λουσίλ ντροπαλή, έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα. «θεέ και Κύριε!» αναφώνησε η θεία Σίσσυ, που ακόμη φορούσε το σκούρο, καφέ, πλεκτό σπορ πανωφόρι της. «Τι εμφάνιση είναι αυτή; Πού νομίζετε οτι πάτε;» «Σε δείπνο με την οικογένειά μας», είπε η Υβέτ με αφέλεια «και βάλαμε τα καλά μας για την περίσταση». Ο πρεσβύτερος γέλασε δυνατά και ο θείος Φρεντ είπε: «Η οικογένεια αισθάνεται ιδιαιτέρως


τιμημένη». Και οι δύο ηλικιωμένοι άντρες ήταν αρκετά γαλαντόμοι, κάτι που ήθελε η Υβέτ. «Ελάτε κοντά να αγγίξω τα φορέματά σας, σας παρακαλώ» είπε η Γιαγιά. «Είναι τα καλά σας; Κρίμα που δεν μπορώ να τα δω». «Απόψε, Μητέρα», είπε ο θείος Φρεντ, «θα πρέπει να συνοδεύσουμε τις δεσποινίδες στο δείπνο και να φανούμε αντάξιοι της τιμής που μας κάνουν. Θα πας με τη Σίσσυ;» «Ευχαρίστως» απάντησε η Γιαγιά. «Τα νιάτα και η ομορφιά προηγούνται». «Βέβαια, γι’ απόψε, Μητέρα!» είπε ο πρεσβύτερος ικανοποιημένος. Και πρόσφερε το μπράτσο του στη Λουσίλ, ενώ ο θείος Φρεντ συνόδευσε την Υβέτ. Ομως ήταν ένα αλλόκοτο, πληκτικό δείπνο, παρ’ όλα αυτά. Η Λουσίλ προσπαθούσε να είναι ζωηρή και κοινωνική και η Υβέτ ήταν πραγματικά αξιαγάπητη με τον αφηρημένο, πολύπλοκο τρόπο της. Αμυδρά στην άκρη του μυαλού της σκεφτόταν: Γιατί όλοι μας είμαστε μόνο σαν άψυχα έπιπλα; Γιατί δεν υπάρχει τίποτε σημαντικό; Αυτό ήταν το επίμονο ρεφρέν που επαναλάμβανε στον εαυτό της: Γιατί τίποτε δεν είναι σημαντικό; Είτε βρισκόταν στην εκκλησία, είτε σε πάρτι νεαρών, είτε χόρευε στο ξενοδοχείο στην πόλη, η ίδια μικρή φυσαλίδα αναδυόταν συνεχώς στη συνείδησή της: Γιατί τίποτε δεν είναι σημαντικό; Υπήρχαν ένα σωρό νεαροί που την πολιορκούσαν: ακόμη και με αφοσίωση. Αλλά με ανυπομονησία έπρεπε να τους αποφεύγει. Επειδή ήταν τόσο ασήμαντοι τόσο ενοχλητικοί! Ούτε καν σκέφτηκε τον τσιγγάνο. Ήταν ένα εντελώς αμελητέο περιστατικό. Ωστόσο, η προοπτική της ερχόμενης Παρασκευής διαγραφόταν παράξενα σημαντική. «Τι θα κάνουμε την Παρασκευή;» ρώτησε τη Λουσίλ. Και η Λουσίλ απάντησε ότι δεν είχαν να κάνουν τίποτε. Και η Υβέτ εκνευρίστηκε. Η Παρασκευή ήρθε και σε πείσμα του εαυτού της σκεφτόταν όλη μέρα το λατομείο κοντά στο δρόμο, πάνω στο Μπόνσαλ Χεντ. Ήθελε να είναι εκεί. Αυτό ήταν το μόνο που ήξερε. Ήθελε να είναι εκεί. Δεν της πέρασε καν η ιδέα να πάει εκεί. Εξάλλου π#λι έβρεχε. Ομως, καθώς έραβε το μπλε φόρεμα για να το τελειώσει για το αυριανό πάρτι στο Λάμπλεϊ Κλόουζ, ένιωσε ότι η ψυχή της ήταν εκεί πάνω, στο λατομείο, ανάμεσα στα κάρα με τους τσιγγάνους. Σαν χαμένη ή σαν κάποια που της έκλεψαν την ψυχή, δεν βρισκόταν μέσα στο σώμα της, στο κορμί της. Το αληθινό της σώμα ήταν μακριά, στο λατομείο, ανάμεσα στις άμαξες. Την άλλη μέρα στο πάρτι δεν καταλάβαινε ότι φερόταν γλυκά στον Λίο. Δεν ήξερε ότι τον άρπαζε από την ταλαίπωρη την Έλλα Φράμλεϊ. Ώσπου, ενώ έτρωγε το παγωτό φιστίκι της, ο Λίο της είπε: «Γιατί δεν αρραβωνιαζόμαστε, Υβέτ; Είμαι απολύτως σίγουρος ότι είναι το σωστό και για τους δυο μας». Ο Λίο ήταν κάπως συνηθισμένος τύπος, αλλά με καλό χαρακτήρα και πολλά λεφτά. Η Υβέτ τον συμπαθούσε αρκετά. Αλλά να αρραβωνιαστούν! Τι ανόητο! Ένιωθε σαν να του έδινε να


αρραβωνιαστεί ένα σετ από τα μεταξωτά της εσώρουχα. «Μα νόμιζα ότι ήταν η Έλλα στη μέση», είπε απορημένα. «Ναι! Θα μπορούσε να είναι, αν δεν υπήρχες εσύ. Είναι τα καμώματά σου, ξέρεις! Από τότε που εκείνοι οι τσιγγάνοι σου είπαν τη μοίρα σου, ένιωσα ότι ήμουν πλασμένος εγώ για σένα κι εσύ για μένα». «Αλήθεια!» είπε η Υβέτ, χαμένη στην έκπληξή της. «Αλήθεια!». «Εσύ δεν ένιωσες το ίδιο;» τη ρώτησε. «Αλήθεια!», η Υβέτ συνέχισε να ανασαίνει ελαφρά σαν ψάρι. «Κι εσύ ένιωσες το ίδιο, λιγάκι., έτσι δεν είναι;» είπε. «Ποιο; Για ποιο πράγμα;» ρώτησε, καθώς συνερχόταν. «Για μένα, όπως νιώθω εγώ για σένα». «Γιατί; Tic. ποιο πράγμα; Να αρραβωνιαστούμε, εννοείς; Εγώ; Όχι! Γιατί δηλαδή; Πώς θα μπορούσα; Δε θα ήταν δυνατόν ποτέ να φανταστώ ένα τόσο απίθανο πράγμα». Μιλούσε με τη συνηθισμένη της, απρόσεκτη ειλικρίνεια, χωρίς να νοιάζεται καθόλου για τα αισθήματά του. «Τι θα σε εμπόδιζε;» είπε εκείνος, κάπως πειραγμένος. «Νόμιζα ότι το είχες σκεφτεί». «Και πραγματικά, ακόμη το νομίζεις;» είπε με κατάπληξη, μ’ εκείνη την απαλή, παρθενική, απρόσεκτη ευθύτητα με την οποία κατακτούσε τους θαυμαστές και τους εχθρούς της. Ήταν τόσο πολύ έκπληκτη που εκείνος δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, παρά μόνο να στριφογυρίζει τους αντίχειρες του με δυσφορία. Η μουσική άρχισε και εκείνος την κοίταξε. «Οχι! Δε θα χορέψω άλλο», είπε η Υβέτ, καθώς σηκωνόταν και κοίταζε πέρα κάπως επίμονα, πάνω από τη συγκέντρωση, λες και εκείνος δεν υπήρχε. Υπήρχε μια υποψία έκπληξης στη ματιά της και το απαλό, προβληματισμένο, παρθενικό πρόσωπο πραγματικά θύμιζε την αξιοθρήνητη εικόνα του πατέρα της. «Εσύ φυσικά θα χορέψεις», είπε γυρίζοντας σ’ αυτόν με νεανική συγκατάβαση. «Ζήτησε από κάποιαν άλλη να το χορέψει μαζί σου». Σηκώθηκε θυμωμένος και κατέβηκε στην αίθουσα. Εκείνη έμεινε εκεί, απαλή και απόμακρη, μέσα στην έκπληξή της. Ποιος το περίμενε, ο Λίο να της κάνει πρόταση! Πιο πιθανό της φαινόταν να της κάνει πρόταση ο γερο-Ρόβερ, το σκυλί Νιουφάουντλαντ, παρά ο Λίο. Να αρραβωνιαστεί, με οποιονδήποτε άντρα στη γη! Οχι, Θεέ μου, δεν μπορούσε να φανταστεί τίποτε πιο γελοίο! Τότε ακριβώς, με μια φευγελέα σκέψη, κατάλαβε ότι υπήρχε ο τσιγγάνος. Αμέσως ένιωσε αγανάκτηση. Αυτόν, για κοίτα εκεί τι σκέφτηκε! Αυτόν! Ποτέ!


«Τώρα γιατί;» αναρωτήθηκε πάλι με σιωπηλή κατάπληξη. «Γιατί; Είναι εντελώς αδύνατον, εντελώς! Τότε γιατί αυτό;» Αυτό ήταν ένα δύσκολο ερώτημα. Κοίταξε το νεαρό που χόρευε με τους αγκώνεζ προς τα έξω, τους γοφούς προτεταμένους, τη μέση κομψά προς τα μέσα. Αυτά δεν τη βοήθησαν να λύσει το πρόβλημά της. Κι όμως απεχθανόταν ιδιαίτερα την επιτηδευμένη κομψότητα της μέσης και των προτεταμένων γοφών, που πάνω τους έπεφτε το καλοραμμένο παλτό με τόσο μαλθακό τρόπο. «Έχω κάτι που αυτοί δεν το βλέπουν και ποτέ τους δε θα το δουν», είπε θυμωμένα στον εαυτό της. Και την ίδια στιγμή ένιωσε ανακούφιση που δεν το έβλεπαν και ούτε επρόκειτο να το δουν. Έκανε τη ζωή της τόσο απλή. Και πάλι, αφού ήταν από τους ανθρώπους που αισθάνονται με εικόνες της φαντασίας, είδε τη σκουροπράσινη μπλούζα να κρέμεται πάνω από το μαύρο παντελόνι του τσιγγάνου, τους φίνους και ευκίνητους γοφούς του. Ήταν κομψοί. Η κομψότητα αυτών εδώ των χορευτών έμοιαζε τόσο υπερβολική, γοφοί απλώς παραγεμισμένοι με σάρκα. Ο Λίο το ίδιο, και θεωρούσε τον εαυτό του εξαιρετικό χορευτή! Και εξαιρετική φιγούρα! Τότε είδε το πρόσωπο του τσιγγάνου* την ίσια μύτη, τα λεπτά, φλογερά χείλη και το σταθερό, γεμάτο σημασία βλέμμα των μαύρων ματιών του, που έμοιαζε να τη διαπερνά σε κάποιο ζωτικό, ανεξερεύνητο μέρος, αλάθητο. Σηκώθηκε θυμωμένα. Πώς τολμούσε να την κοιτάζει έτσι; Τότε κοίταξε αγριωπά τους σαχλούς δανδήδες στην αίθουσα του χορού. Και τους μίσησε. Όπως οι αλήτισσες τσιγγάνες μισούν τους άντρες που δεν είναι τσιγγάνοι, μισούν το σκυλίσιο βάδισμά τους στο δρόμο, συνειδητοποίησε ότι η ίδια μισούσε αυτό το πλήθος που ανάμεσά τους βρισκόταν η διακριτική, μοναχική, γεμάτη υπαινιγμό πρόκληση που μπορούσε να την αγγίξει. Δεν ήθελε να ζευγαρώσει μ’ έναν οικόσιτο σκύλο. Η ευαίσθητη μύτη της ανασηκώθηκε, τα απαλά καστανά μαλλιά της έπεφταν σαν ένα μαλακό κάλυμμα γύρω από το τρυφερό, λουλουδένιο πρόσωπό της, ενώ καθόταν συλλογισμένη. Φαινόταν τόσο παρθενική. Την ίδια στιγμή έδινε την εντύπωση μιας ψηλής νεαρής παρθένας μάγισσας, η οποία έκανε τους οικόσιτους σκύλους-άντρες να δειλιάζουν. Μπορεί να μεταμορφωνόταν σε κάτι αλλόκοτο πριν καταλάβεις καλά καλά πού βρίσκε Αυτό την έκανε να νιώθει μόνη της, παρ’ όλα τα φλερτ. Ίσως τα φλερτ να την έκαναν απλώς να νιώθει ακόμη πιο μόνη. Ο Λίο, που ήταν ένα είδος μαντρόσκυλου ανάμεσα στα οικόσιτα σκυλιά, γύρισε μετά το χορό, με αναπτερωμένο, χαρωπό ηθικό. «Το σκέφτηκες λιγάκι, έτσι δεν είναι;» είπε, ενώ κάθησε δίπλα της. Ήταν ένας άνετος, καλοαναθρεμμένος, αποφασιστικός τύπος ανθρώπου. Δεν ήξερε γιατί την ενοχλούσε τόσο αδικαιολόγητα, όταν σήκωνε το παντελόνι του στο γόνατο, πάνω από τις καλοσχηματισμένες αλλά όχι τόσο κομψές γάμπες και βυθιζόταν με σιγουριά σε μια καρέκλα. «Να σκέφτηκα;» είπε αόριστα. «Τι πράγμα;» «Ξέρεις τι», αποκρίθηκε εκείνος. «Αποφάσισες;»


«Να αποφασίσω τι;» ρώτησε αθώα. Πραγματικά είχε ξεχάσει. «Α!», είπε ο Λίο, τακτοποιώντας πάλι το παντελόνι του. «Για μένα και για σένα, να αρραβωνιαστούμε, ξέρεις». Ήταν τόσο κοφτός όσο και εκείνη. «Αχ, αυτό είναι εντελώς αδύνατον», είπε με ήπια ευγένεια, λες και επρόκειτο για κάποια άσχετη ερώτηση ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες. «Μα δεν το ξανασκέφτηκα καν. Αχ, ας μη μιλάμε για τέτοιες ανοησίες! Αυτό το πράγμα είναι εντελώς αδύνατον», επανέλαβε παιδιάστικα. «Αυτό-το πράγμα, έτσι;» είπε μ’ ένα παράξενο χαμόγελο στον ήρεμο, υπεροπτικό ισχυρισμό της. «Τι πράγμα είναι δυνατόν τότε; Δεν θέλεις να πεθάνεις γεροντοκόρη βέβαια». «Α, δε με πειράζει», είπε αφηρημένα. «Εμένα με πειράζει» είπε εκείνος. Γύρισε και τον κοίταξε με απορία. «Γιατί;» είπε. «Γιατί σε πειράζει να μείνω γεροντοκόρη;» «Για πάρα πολλούς λόγους», είπε κοιτάζοντάς τη μ’ ένα τολμηρό, γεμάτο σημασία χαμόγελο, που ήθελε να κάνει το νόημα του κραυγαλέο, αν όχι ολοφάνερο. Αλλά αντί να διεισδύσει σε κάποιο βαθύ, μυστικό μέρος και να την κεντρίσει εκεί, το τολμηρό και κραυγαλέο χαμόγελο του Λίο την κέντρισε στο κορμί της σαν μπαλάκι του τένις, και προκάλεσε την ίδια, ξαφνική δυσαρέσκεια. «Νομίζω ότι αυτά τα πράγματα είναι φοβερά ανόητα», είπε εκείνη με σουσουραδίστικο πείσμα. «Αφού είσαι ουσιαστικά αρραβωνιασμένος με... με...» συγκρατήθηκε την τελευταία στιγμή, «πιθανόν με μισή ντουζίνα κοπέλες. Δεν κολακεύομαι από αυτό που είπες. Δε θα ήθελα να το μάθει κανείς! Δε θέλω! Δεν πρόκειται να πω λέξη γι’ αυτό και ελπίζω να έχεις την εξυπνάδα να μην πεις ούτε εσύ. Να η Έλλα!» Και αποστρέφοντας το πρόσωπό της απ’ αυτόν, ξεγλίστρησε με χάρη, σαν ψηλό, απαλό λουλούδι, για να πάει να συναντήσει την καημένη Έλλα Φράμλεϊ. Ο Λίο ανέμισε τα λευκά του γάντια. «Ύπουλο παλιοθήλυκο», μονολόγησε. Αλλά εκείνος ήταν από τα μαντρόσκυλα, που του άρεσε η γατούλα να του πηγαίνει κόντρα. Είχε αρχίσει οριστικά να την ξεχωρίζει. 1

Tant de bruit pour une omelette! (γαλλ. έκφραση): Πολύ κακό για το τίποτε! 2

degage (γαλλ.): θελκτικός, χαριτόβρυτος.


ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΕΒΡΕΞΕ ΠΑΛΙ. Και αυτό γέμισε την Υβέτ με ανεξήγητο θυμό. Περίμενε ότι θα είχε καλό καιρό. Μάλιστα επέμενε ότι ο καιρός θα ήταν καλός το Σαββατοκύριακο. Γιατί, δε ρωτούσε τον εαυτό της. Η Πέμπτη, η ημιαργία, ήρθε με πολλή παγωνιά και ήλιο. Ο Λίο κατέφθασε με το αυτοκίνητό του, to γνωστό τσούρμο. Η Υβέτ, δυσαρεστημένα και αδικαιολόγητα, αρνήθηκε να πάει μαζί τους. «Οχι, ευχαριστώ, δεν έχω διάθεση» είπε. Της άρεσε να κάνει πείσματα. Ύστερα πήγε έναν περίπατο μόνη της, πάνω στους παγωμένους λόφους, στους Μαύρους Βράχους. Η άλλη μέρα ήρθε κι αυτή ηλιόλουστη και παγερή. Ήταν Φεβρουάριος, αλλά στα βόρεια της χώρας η γη δεν είχε ξεπαγώσει από τον ήλιο. Η Υβέτ δήλωσε ότι θα πήγαινε μια βόλτα με το ποδήλατό της και θα έπαιρνε μαζί της κολατσιό επειδή μπορεί να μη γύριζε το μεσημέρι. Ξεκίνησε χωρίς να βιάζεται. Παρά την παγωνιά, ο ήλιος θύμιζε άνοιξη. Στο πάρκο, τα ελάφια στέκονταν σε απόσταση κάτω από τον ήλιο για να ζεσταθούν. Μια ελαφίνα με άσπρες βούλες βάδιζε αργά μέσα στο ήσυχο τοπίο. Καθώς έκανε ποδήλατο, η Υβέτ δεν κατάφερε να κρατήσει τα χέρια της ζεστά, ακόμη κι όταν το σώμα της ήταν πολύ θερμό* μόνο όταν έπρεπε να ανέβει το ψηλό λόφο, μέχρι την κορφή, όπου δε φυσούσε αέρας, τα χέρια της ζεστάθηκαν. Το υψίπεδο ήταν πολύ γυμνό και καθαρό, σαν ένας άλλος κόσμος. Είχε ανέβει σε άλλο επίπεδο. Ποδηλατούσε αργά, καθώς φοβόταν λίγο μήπως πάρει λάθος μονοπάτι, μέσα στον τεράστιο λαβύρινθο των πέτρινων φραχτών. Καθώς περνούσε από το μονοπάτι που νόμιζε ότι ήταν το σωστό, άκουσε έναν αδύνατο χτύπο με μια ελαφρά μεταλλική ηχώ. Ο τσιγγάνος ήταν καθισμένος στο έδαφος με την πλάτη του στη στάγγα του κάρου και σφυρηλατούσε μια χάλκινη κούπα. Λιαζόταν ξεσκούφωτος, αλλά φορώντας την πράσινη μπλούζα του. Τρία παιδάκια τριγύριζαν ήσυχα γύρω του, παίζοντας στο υπόστεγο του αλόγου* το άλογο και το κάρο έλειπαν. Μια γριά, σκυμμένη, μ’ ένα μαντίλι στο κεφάλι της, μαγείρευε σε μια φωτιά από φρύγανα. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το γρήγορο, καμπανιστό ταπ-ταπ του μικρού σφυριού πάνω στον ξεθωριασμένο χαλκό. 'Οταν η Υβέτ κατέβηκε από το ποδήλατο της, ο άντρας γύρισε αμέσως και κοίταξε, αλλά δεν κινήθηκε, αν και σταμάτησε το σφυροκόπημα. Ένα αμυδρό, μάλλον αισθητό, χαμόγελο θριάμβου φάνηκε στο πρόσωπό του. Η γριά κοίταξε γύρω της, έντονα, κάτω από τα βρόμικα γκρίζα μαλλιά της. Ο άντρας τής είπε μια λέξη που μόλις ακούστηκε και εκείνη γύρισε πάλι στη φωτιά της. Κοίταξε την Υβέτ.


«Πώς είστε όλοι σας;» ρώτησε ευγενικά. «Μια χαρά! Θα καθίσετε λίγο;». Οταν κάθησε, γύρισε και τράβηξε ένα σκαμνί κάτω από το κάρο για την Υβέτ. Μετά, καθώς εκείνη οδήγησε το ποδήλατό της στην άκρη του λατομείου, άρχισε πάλι να σφυροκοπάει μ’ εκείνο το γρήγορο, ελαφρό χτύπημα, σαν φτερούγισμα πουλιού. Η Υβέτ πλησίασε στη φωτιά για να ζεστάνει τα χέρια της. «Αυτό που μαγειρεύετε είναι το βραδινό;» ρώτησε παιδιάστικα τη γριά τσιγγάνα, καθώς άπλωνε τα μακριά, τρυφερά της χέρια, κοκκινισμένα από το κρύο, πάνω από τη θράκα. «Το βραδινό, ναι!», απάντησε η γριά. «Για κεί vov! Και τα παιδιά». Έδειξε με τη μακριά πιρούνα τα τρία μαυρομάτικα πιτσιρίκια, που την κοίταζαν επίμονα κάτω από τις μαύρες αφέλειές τους. Αλλά ήταν καθαρά. Μόνο η γριά δεν ήταν καθαρή. Το λατομείο το είχαν διατηρήσει καθαρό. Η Υβέτ κουλουριάστηκε σιωπηλή και ζέσταινε τα χέρια της. Ο άντρας δούλευε γρήγορα, με μικρά διαλείμματα σιγής. Η γριά στρίγγλα ανέβηκε αργά τα σκαλοπάτια του τρίτου στη σειρά και παλιότερου κάρου. Τα παιδιά άρχισαν πάλι να παίζουν σαν μικρά αγρίμια, ήσυχα και απορροφημένα. «Αυτά είναι τα παιδιά σου;» ρώτησε η Υβέτ, αφού σηκώθηκε από τη φωτιά και στράφηκε προς τον άντρα. Την κοίταξε κατάματα και έγνεψε καταφατικά. «Μα πού είναι η γυναίκα σου;» «Βγήκε έξω με το καλάθι. Όλοι βγήκαν έξω, πήραν το κάρο και πήγαν να πουλήσουν πράγματα. Εγώ δε βγαίνω να πουλήσω πράγματα. Τα φτιάχνω, αλλά δε βγαίνω να τα πουλήσω. Όχι συχνά. Δεν πάω συχνά!». «Εσύ φτιάχνεις όλα τα χάλκινα και τα μπρούτζινα;» είπε. Έγνεψε καταφατικά και της πρόσφερε ξανά το σκαμνί. Εκείνη κάθισε. «Είπες ότι είσαι εδώ τις Παρασκευές», είπε. «Έτσι πέρασα από δω, μια και είχε τόσο καλό καιρό». «Πολύ ωραία μέρα!» είπε ο τσιγγάνος, κοιτάζοντας τα μάγουλά της, που ήταν ακόμη λίγο άσπρα από το κρύο, και τα απαλά μαλλιά πάνω από τα κοκκινισμένα αυτιά της και τα μακριά, ακόμη μελανιασμένα, χέρια της, ακουμπισμένα στα γόνατά της. «Κρύωσες πάνω στο ποδήλατο;» ρώτησε. «Τα χέρια μου» αποκρίθηκε, σφίγγοντάς τα νευρικά. «Δε φορούσες γάντια;» «Φορούσα, αλλά δε μου έκαναν τίποτε».


«Το κρύο περνάει μέσα» είπε εκείνος. «Ναι» είπε εκείνη. Η γριά κατέβηκε αργά με αλλόκοτο τρόπο τα σκαλιά του κάρου, με κάτι πιάτα εμαγιέ. «Έτοιμο το φαγητό», φώναξε ήρεμα. Η γριά μουρμούρισε κάτι, καθώς άπλωνε τα πιάτα κοντά στη φωτιά. Δύο κατσαρολάκια κρέμονταν από μια μακριά, σιδερένια, οριζόντια μπάρα, πάνω από τη θράκα. Ένα μικρό τηγάνι κόχλαζε πάνω σ’ ένα μικρό σιδερένιο τρίποδα. Μέσα στο φως του ήλιου, η ζέστη και ο ατμός τρεμούλιαζε μαζί. Άφησε κάτω τα εργαλεία του και το δοχείο και σηκώθηκε από το έδαφος. «Θα φας μαζί μας;» ρώτησε την Υβέτ, χωρίς να την κοιτάξει. «Α, έφερα το φαγητό μου μαζί» είπε η Υβέτ. «Θα φας λίγο βραστό;» είπε. Και φώναξε πάλι ήσυχα, μυστικά, στη γριά, η οποία μουρμούρισε κάτι σε απάντηση, καθώς έσπρωχνε το σιδερένιο κατσαρολάκι προς την άκρη της μπάρας. «Λίγα φασόλια με αρνί» είπε. «Α, ευχαριστώ πολύ!» είπε η Υβέτ. Μετά, παίρνοντας ξαφνικά θάρρος, πρόσθεσε: «Εντάξει, ναι, λιγάκι μόνο, αν μπορώ». Πήγε παράμερα για να πάρει το κολατσιό της από το ποδήλατό της κι εκείνος ανέβηκε τα σκαλιά του κάρου του. Μετά από ένα λεπτό, ξαναφάνηκε, σκουπίζοντας τα χέρια του με μια πετσέτα. «Θέλεις να ανέβεις να πλύνεις τα χέρια σου;» ρώτησε. «Όχι, δε νομίζω», είπε εκείνη. «Καθαρά είναι». Τίναξε το νερό με το οποίο είχε πλυθεί και κατηφόρισε το δρόμο με μια ψηλή, μπρούντζινη κανάτα, για να φέρει καθαρό νερό από την πηγή, η οποία έτρεχε σε μια μικρή λίμνη, κρατώντας* και μια κούπα για να βουτήξει μέσα. Όταν επέστρεψε, πήγε κι ακούμπησε το κανάτι και το φλιτζάνι κοντά στη φωτιά και έφερε ένα μικρό κούτσουρο για να καθίσει. Τα παιδιά κάθισαν στο έδαφος, δίπλα στη φωτιά, μαζεμένα, κι έτρωγαν φασόλια και κομμάτια κρέας με το κουτάλι και τα χέρια. Ο άντρας, καθισμένος στο κούτσουρο, έτρωγε σιωπηλά, απορροφημένος. Η γυναίκα έφτιαξε καφέ στο μαύρο κατσαρολάκι πάνω στον τρίποδα και ανέβηκε κουτσαίνοντας να πάρει τα φλιτζάνια. Στον καταυλισμό επικρατούσε ησυχία. Η Υβέτ κάθισε στο σκαμνί της, αφού πρώτα έβγαλε το καπέλο της και τίναξε τα μαλλιά της στον ήλιο. «Πόσα παιδιά έχεις;» ρώτησε ξαφνικά η Υβέτ. «Ας πούμε πέντε», απάντησε αργά, ενώ γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. Και πάλι το πουλί της καρδιάς της έπεσε και ήταν σαν να πέθανε. Αόριστα, όπως σε όνειρο,


πήρε από τα χέρια του το φλιτζάνι με τον καφέ. Ένιωθε μόνο τη σιωπηλή φιγούρα του να κάθεται σαν σκιά εκεί στο κούτσουρο, μ’ ένα εμαγιέ φλιτζάνι στο χέρι, πίνοντας τον καφέ του βουβά. Η θέλησή της είχε εγκαταλείψει τα μέλη της, εκείνος ασκούσε δύναμη πάνω της* η σκιά του τη σκέπαζε. Κι εκείνος, καθώς φυσούσε τον καυτό καφέ του, ένιωθε ένα μόνο πράγμα, το μυστηριώδη καρπό της παρθενίας της, την τέλεια τρυφερότητα του κορμιού. Τελικά, ακούμπησε το φλιτζάνι του δίπλα στη φωτιά, μετά κοίταξε γύρω, προς το μέρος της. Τα μαλλιά της έπεσαν στο πρόσωπό της, ενώ προσπαθούσε να πιει από το ζεματιστό φλιτζάνι της. Στο πρόσωπό της υπήρχε εκείνη η τρυφερή όψη του ύπνου, που έχει ένα γερμένο λουλούδι όταν είναι ολάνθιστο, σαν ένας γάλανθος που απλώνει τα τρία λευκά φτερούγια του για να πετάξει στον ανήσυχο ύπνο της σύντομης άνθισής του. Ο ανήσυχος ύπνος της ολάνοιχτης παρθενίας, μαγεμένος σαν γάλανθος στο φως του ήλιου, τη σκέπαζε. Ο τσιγγάνος, που την ένιωθε στον υπέρτατο βαθμό, την περίμενε σαν την υπόσταση της σκιάς, όπως η σκιά περιμένει και υπάρχει. Τελικά ακούστηκε η φωνή του, χωρίς να λύνει τα μάγια. «Θέλεις να μπεις στο κάρο μου τώρα και να πλύνεις τα χέρια σου;» Τα παιδιάστικά, άγρυπνα μάτια της τη στιγμή της απόλυτης παρθενικότητάς της συναντήθηκαν με τα δικά του, χωρίς ωστόσο να βλέπουν. Ένιωθε μόνο τη σκοτεινή, παράξενη γοητεία του να τυλίγει τα μέλη της, να τη λούζει τελικά και να την αφήνει εντελώς άβουλη. Τον ένιωθε σαν σκοτεινή, απόλυτη δύναμη. «Δέω νθτπάω», είπε. Σηκώθηκε σιωπηλά, μετά γύρισε να μιλήσει με χαμηλότονη προσταγή στη γριά. Και μετά ξανακοίταξε την Υβέτ με τέτοιον τρόπο ώστε εκείνη να μην ελέγχει τον εαυτό της ή τις πράξεις της. «Έλα!», είπε. Ακολούθησε απλά, ακολούθησε τη σιωπηλή, μυστική, ακαταμάχητη κίνηση του κορμιού του μπροστά της. Δεν της κόστιζε. Είχε χαθεί στη θέλησή του. Εκείνος ήταν στην κορυφή της σκάλας και αυτή στην αρχή, όταν άκουσε έναν ενοχλητικό ήχο. Στάθηκε ακίνητη στη βάση της σκάλας. Ερχόταν ένα αυτοκίνητο. Εκείνος στάθηκε στην κορυφή της σκάλας, κοιτάζοντας γύρω περίεργα. Η γριά φώναξε άγρια κάτι, καθώς ένα αυτοκίνητο πλησίασε, με ολοένα αυξανόμενο θόρυβο. Περνούσε. Μετά άκουσαν τη φωνή μιας γυναίκας και το φρενάρισμα του αυτοκινήτου. Είχε σταματήσει ακριβώς δίπλα στο λατομείο. Ο τσιγγάνος κατέβηκε τα σκαλιά, αφού έκλεισε την πόρτα του κάρου. «Θέλεις να βάλεις το καπέλο σου;» τη ρώτησε. Υπάκουα πήγε στο σκαμνί δίπλα στη φωτιά και πήρε το καπέλο της. Εκείνος κάθισε δίπλα


στον τροχό του κάρου, σκυθρωπά, και ξανάπιασε τα εργαλεία του. Το γρήγορο ταπ-ταπ του σφυριού του, εντατικό και απότομο τώρα σαν τον ήχο ενός μικρού πολυβόλου, ξέσπασε την ίδια στιγμή που η φωνή της γυναίκας ακούστηκε να λέει: «Να ζεστάνουμε τα χέρια μας στη φωτιά του καταυλισμού;» Προχώρησε, ντυμένη μ’ ένα γυαλιστερό, ογκώδες παλτό από γούνα ζιμπελίν. Ακολούθησε ένας άντρας με μπλε πανωφόρι· έβγαλε τα γούνινα γάντια του και έβγαλε έξω μια πίπα. «Φαινόταν τόσο δελεαστικό», είπε η γυναίκα με το παλτό από πολλά νεκρά μικρά ζώα, χαμογελώντας μ’ ένα πλατύ, μισο-συγκαταβατικό, μισοδιστακτικό, χαζό χαμόγελο στην παρέα. Δε μίλησε κανένας. Προχώρησε προς τη φωτιά, τρέμοντας λίγο, κάτω από το παλτό της, από το κρύο. Είχαν έρθει μ’ ένα ανοιχτό αμάξι. Ήταν μια πολύ μικρόσωμη γυναίκα, με κάπως μεγάλη μύτη· μάλλον Εβραία. Μικροσκοπική σχεδόν σαν παιδί, μ’ εκείνο το παλτό από ζιμπελίν, έμοιαζε περισσότερο ογκώδης απ’ ό,τι θα έπρεπε και τα μεγάλα, κάπως μνησίκακα, πικραμένα, καστανά μάτια της, μάτια μιας κακομαθημένης Εβραίας, κοίταζαν περίεργα μέσα από την ακριβή της εμφάνιση. Κουλουριάστηκε κοντά στη χαμηλή φωτιά, απλώνοντας τα μικρά της χέρια, που πάνω τους άστραφταν διαμάντια και σμαράγδια. «Πουφ», ρίγησε. «Φυσικά, δεν έπρεπε να είχαμε ξεκινήσει με ανοιχτό αυτοκίνητο! Αλλά ο άντρας μου δε θα μ’ αφήσει καν να πω ότι κρυώνω!». Κοίταξε γύρω, προς αυτόν, με τα μεγάλα, παιδιάστικα, παραπονιάρικα μίάτια της, που είχαν ακόμη την πονηρή καπατσοσύνη μιας Εβραίας αστής' μιας πλούσιας, ίσως. Προφανώς ήταν ερωτευμένη, μ’ έναν εβραίικο, περίεργο τρόπο, με το μεγαλόσωμο, ξανθό άντρα. Της ανταπέδωσε το κοίταγμα με τα αφηρημένα, γαλανά μάτιά του, που έμοιαζαν σαν να μην έχουν βλεφαρίδες και ένα μικρό χαμόγελο ζάρωσε τα λεία, παράξενα γυμνά μάγουλά του. Το χαμόγελο δε σήμαινε απολύτως τίποτε. Ήταν ένας άντρας που κάποιος θα τον συνέδεε αμέσως με χειμερινά σπορ, σκι και παγοδρομίες. Αθλητικός, αποστασιοποιημένος από τη ζωή, γέμισε αργά την πίπα του, χώνοντας μέσα στον καπνό το μακρύ, δυνατό, κοκκινισμένο δάχτυλό του. H Εβραία τον κοίταξε για να δει αν θα είχε ανταπόκριση από αυτόν. Τίποτε απολύτως, παρά μόνο εκείνο το παράξενο, άδειο χαμόγελο. Γύρισε πάλι προς τη φωτιά, ανασηκώνοντας τα φρύδια της και κοιτάζοντας τα μικρά, άσπρα, απλωμένα χέρια της. Έβγαλε το βαριά φοδραρισμένο παλτό και εμφανίστηκε με μια από εκείνες τις ωραίες, με ζωηρά σχέδια, πλεκτές μπλούζες, σε κίτρινο, γκρι και μαύρο, πάνω από ένα καλοραμμένο παντελόνι, κάπως φαρδύ. Ναι, και τα δύο ήταν ακριβά! Και είχε έξοχη κορμοστασιά, ένα αθλητικό, προτεταμένο στήθος. Σαν έμπειρος κατασκηνωτής, άρχισε να συνδαυλίζει τη φωτιά ήσυχα* σαν στρατιώτης σε εκστρατεία. «Λες να τους πειράξει αν βάλουμε μερικά κουκουνάρια για να ζωηρέψει η φωτιά;» ρώτησε


την Υβέτ, ρίχνοντας ένα σιωπηλό βλέμμα στον τσιγγάνο που σφυροκοπούσε. «Θα το ήθελαν, νομίζω», είπε η Υβέτ, σαστισμένη, καθώς τα μάγια του τσιγγάνου την εγκατέλειπαν σιγά σιγά, νιώθοντας μόνη και άδεια. Ο άντρας πήγε στο αυτοκίνητο και γύρισε μ’ ένα μικρό σακί με κουκουνάρια, από το οπόίο έβγαλε μια χούφτα. «Πειράζει να ανάψουμε φωτιά με λίγα κουκου νάρια;» «Ελεύθερα!» είπε ο τσιγγάνος. Ο άντρας άρχισε να τοποθετεί τα κουκουνάρια ελαφρά, προσεκτικά, πάνω στα πυρακτωμένα κάρβουνα. Και σύντομα ένα ένα πήραν φωτιά και λαμπάδιασαν σαν πύρινα τριαντάφυλλα, αναδίνοντας ένα γλυκό άρωμα. «Αχ, τι όμορφα! Τι όμορφα!», αναφώνησε η μικροσκοπική Εβραία, κοιτάζοντας πάλι τον άντρα της. Εκείνος κοίταξε κάτω, προς αυτήν, αρκετά καλοσυνάτα, όπως ο ήλιος τον πάγο. «Δε σας αρέσει η φωτιά; Αχ, εγώ τη λατρεύω!» φώναξε η μικροσκοπική Εβραία στην Υβέτ, μέσα στο σφυροκόπημα. Ο ήχος του σφυριού την ενοχλούσε. Κοίταξε γύρω, σμίγοντας ελαφρώς τα λεπτά, μικρά της φρύδια, λες και διέταζε τον άντρα να σταματήσει. Η Υβέτ κοίταξε κι αυτή γύρω. Ο τσιγγάνος ήταν σκυμμένος πάνω από τη χάλκινη κούπα του, με τα πόδια ανοιχτά, το κεφάλι χαμηλωμένο, τα δυνατά του χέρια σηκωμένα. Ήδη έμοιαζε τόσο απομακρυσμένος από εκείνη. Ο άντρας που συνόδευε τη μικροσκοπική Εβραία πλησίασε αργά τον τσιγγάνο και στάθηκε σιωπηλός κοιτάζοντάς τον, με την πίπα στο στόμα. Τώρα ήταν δύο άντρες, σαν δυο παράξενα αρσενικά σκυλιά, που έπρεπε να μυρίσουν το ένα το άλλο. «Είμαστε στο μήνα του μέλιτος», είπε η μικροσκοπική Εβραία μ’ ένα τσαχπίνικο, χολωμένο βλέμμα στην Υβέτ. Μιλούσε με κά5τως ψιλή, προκλητική φωνή, σαν κανένα πουλί, καρακάξα ή κοράκι, που κρώζει. «Αλήθεια;» είπε η Υβέτ. «Ναι! Πριν παντρευτούμε! Έχεις ακουστά τον Σάιμον Φόσετ!» ανέφερε το όνομα ενός πλούσιου, φημισμένου μηχανικού του βορρά. «Ε, λοιπόν, εγώ είμαι η κυρία Φόσετ και εκείνος μου δίνει διαζύγιο». Κοίταξε την Υβέτ με παράξενη προκλητικότητα και πίκρα. «Αλήθεια;» ξαναείπε η Υβέτ. Τώρα καταλάβαινε το πικραμένο και προκλητικό βλέμμα στα μεγάλα, παιδικά, καστανά μάτια της μικροσκοπικής Εβραίας. Ήταν ένα έντιμο, μικρό πλάσμα, όμως ίσως η ειλικρίνειά της ήταν υπερβολικά ορθολογιστική. Εν μέρει ίσως εξηγούσε την περιβόητη ασυνειδησία του φημισμένου Σάιμον Φόσετ. «Ναι! Μόλις βγει το διαζύγιο, πρόκειται να παντρευτώ τον ταγματάρχη Ίστγουντ». Τώρα πια είχε ανοίξει όλα της τα χαρτιά. Δεν επρόκειτο να εξαπατήσει κανέναν.


Πίσω της οι δύο άντρες είχαν μια σύντομη συζήτηση. Κοίταξε γύρω και κάρφωσε τον τσιγγάνο με τα-μεγάλα καστανά μάτια της. Εκείνος κοιτούσε, λες και ντρεπόταν, προς τη μεριά του μεγαλόσωμου άντρα με τη φανταχτερή μπλούζα, ο οποίος στεκόταν με την πίπα στο στόμα κοιτάζοντας κάτω, σαν άντρας προς άντρα. «Με τα άλογα πίσω από το Άρρας 1», είπε ο τσιγγάνος χαμηλόφωνα. Μιλούσαν για πόλεμο. Ο τσιγγάνος είχε πολεμήσει στο πυροβολικό, στο σύνταγμα του ταγματάρχη. «Ein schoner Mensch2!», είπε η Εβραία. «Ωραίος άντρας, ε;» Για κείνην ο τσιγγάνος ήταν ένας από τους συνηθισμένους άντρες, τους τυχαίους. «Πολύ ωραίος, πράγματι!» συμφώνησε η Υβέτ. «Κάνεις ποδήλατο;» ρώτησε η Εβραία με έκπληξη. «Ναι! Κάτω στο Πάπλγουικ. Ο πατέρας μου είναι πρεσβύτερος του Πάπλγουικ. Ο κύριος Σέιγουελ!» «Α!» είπε η Εβραία. «Ξέρω! Ευφυής συγγραφέας» Πολύ ευφυής! Τον έχω διαβάσει». Τα κουκουνάρια είχαν κιόλας καεί, η φωτιά τώρα έμοιαζε με έναν ψηλό σωρό από θρυμματισμένα, κατεστραμμένα, πύρινα τριαντάφυλλα. Ο ουρανός συννέφιαζε καθώς πλησίαζε το απόγευμα. Ίσως προς το βράδυ να χιόνιζε κιόλας. Ο ταγματάρχης επέστρεψε και χώθηκε στο παλτό του. «Νόμισα ότι θυμόμουν τη φυσιογνωμία του!» είπε. «Ήταν ένας από τους ιπποκόμους μας, ένας άντρας με άλογα». «Κοίτα!» φώναξε η Εβραία στην Υβέτ. «Γιατί δεν έρχεσαι με το αυτοκίνητό μας μέχρι το Νόρμαντον. Εμείς μένουμε στο Σκόρσμπι. Μπορούμε να δέσουμε το ποδήλατό σου πίσω». «Μάλλον θα έρθω», απάντησε η Υβέτ. «Ελάτε!» φώναξε η Εβραία στα παιδιά τα οποία κρυφοκοίταζαν, ενώ ο ξανθός άντρας έσερνε το ποδήλατο. «Ελάτε! Ελάτε εδώ!». Και βγάζοντας το πορτοφόλι της, έδειξε ένα σελίνι. «Ελάτε!» ξαναφώναξε. «Ελάτε να το πάρετε». Ο τσιγγάνος είχε αφήσει τη δουλειά του και είχε μπει στο κάρο. Η γριά φώναξε βραχνά τα παιδιά από τον περίβολό της. Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά πλησίασαν κλεφτά. Η Εβραία τους έδωσε τα δύο ασημένια-νομίσματα, ένα σελίνι και ένα φιορίνι, που είχε μέσα στο πορτοφόλι της και ακούστηκε ξανά η βραχνή φωνή της γριάς που δε φαινόταν. Ο τσιγγάνος κατέβηκε από το κάρο του και προχώρησε προς τη φωτιά. Η Εβραία κοίταξε το πρόσωπό του με την περίεργη, μπουρζουάδικη τόλμη που διέκρινη τη φυλή της.


«Πολέμησες στο σύνταγμα, του ταγματάρχη Ίστγουντ;» ρώτησε. «Μάλιστα, κυρία». -«Για φαντάσου, να συναντηθείτε τώρα εδώ! Το πάει για χιόνι». Κοίταξε ψηλά, στον ουρανό. «Αργότερα» είπε ο άντρας, κοιτάζοντας κι αυτός τον ουρανό. Κι εκείνος είχε γίνει απρόσιτος. Η φυλή του ήταν πολύ παλιά, με την ιδιόμορφη μάχη της ενάντια στην επίσημη κοινωνία, και δεν είχε ιδέα τι θα πει «νίκη». Μόνο πού και πού μπορούσε να σημειώσει κάποια επιτυχία. Όμως με τον καιρό του πολέμου ακόμη και η παλιά, καλή ευκαιρία για κάποια επιτυχία είχε σχεδόν εκλείψει. Δεν ετίθετο ζήτημα να υποχωρήσουν. Τα μάτια του τσιγγάνου διατηρούσαν το τολμηρό βλέμμα τους όμως είχε σκληρύνει και είχε γίνει απόμακρο, το άγγιγμα της χωρίς φραγμούς οικειότητας είχε χαθεί. Είχε ζήσει τον πόλεμο. Κοίταξε την Υβέτ. «Θα γυρίσεις με το αυτοκίνητο;» είπε. «Ναι!», αποκρίθηκε εκείνη, με κάπως ναζιάρικη επιτήδευση. «Ο καιρός είναι πολύ ύπουλος». «Ύπουλος καιρός!» επανέλαβε, κοιτάζοντας τον ουρανό. Δεν μπορούσε να ξέρει καθόλου ποια ήταν τα αισθήματά του. Στην πραγματικότητα, δεν την πολυένοιαζε. Ήταν γοητευμένη, τώρα, από τη μικροσκοπική Εβραία, μητέρα δύο παιδιών, που έπαιρνε τα πλούτη της από το φημισμένο μηχανικό και τα μετέφερε στον απένταρο, ρωμαλέο, νεαρό ταγματάρχη Ίστγουντ, που θα πρέπει να ήταν πέντε-έξι χρόνια μικρότερος της. Πολύ συναρπαστικό! Ο ξανθός άντρας επέστρεψε. «Ένα τσιγάρο, Τσαρλς!», φώναξε η μικρόσωμη Εβραία με παράπονο. Εβγαλε την ταμπακέρα του αργά, μ’ εκείνη την νωχελική, αθλητική κίνησή του. Κάτι ευαίσθητο μέσα του τον έκανε αργό, προσεκτικό, λες και είχε πληγωθεί από τους ανθρώπους. Έδωσε ένα τσιγάρο στη γυναίκα του, μετά άλλο ένα στην Υβέτ και, τέλος, προσέφερε την ταμπακέρα του, πολύ απλά, στον τσιγγάνο. Ο τσιγγάνος πήρε ένα. «Ευχαριστώ, κύριε!» Και πήγε ήσυχα στη φωτιά και, σκύβοντας, το άναψε στην πυρακτωμένη θράκα. Οι δύο γυναίκες τον παρακολουθούσαν. «Αντίο, λοιπόν!» είπε η Εβραία, με την παλιά, μπουρζουάδικη μασονία της. «Σας ευχαριστούμε για τη ζεστή φωτιά». «Η φωτιά ανήκει σε όλους»„είπε ο τσιγγάνος.


Το μικρό παιδί την πλησίασε δειλά. «Αντίο», είπε και η Υβέτ. «Ελπίζω να μη χιονίσει σ’ εσάς». «Δε μας πειράζει να χιονίσει λιγάκι», είπε ο τσιγγάνος. «Α, έτσι;» συνέχισε η Υβέτ. «Κι εγώ νόμιζα πως θα σας πείραζε». «Καθόλου!» είπε ο τσιγγάνος. Έριξε το μαντίλι της μεγαλόπρεπα στους ώμους της και ακολούθησε το γούνινο παλτό της Εβραίας, το οποίο έμοιαζε να περπατάει με μικρά ποδαράκια μόνο του.

VII H YBET ΕΙΧΕ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ME ΤΟΥΣ Ιστγουντ, όπως τους αποκαλούσε. Η μικροσκοπική Εβραία έπρεπε να περιμένει μόνο τρεις μήνες ακόμα για την τελική απόφαση διαζυγίου. Με τόλμη, είχε νοικιάσει μια μικρή θερινή αγροικία κοντά στους βάλτους, πάνω στο Σκόρσμπι, όχι πολύ μακριά από τους λόφους. Ήταν πια καταχείμωνο και αυτή και ο ταγματάρχης ζούσαν σχετικά απομονωμένοι, χωρίς κανέναν υπηρέτη. Εκείνος είχε ήδη παραιτηθεί από αξιωματικός του τακτικού στρατού και αυτοαποκαλούνταν κύριος Ίστγουντ. Στην ουσία ήταν πλέον ο κύριος και η κυρία Ίστγουντ, για τον απλό κόσμο. Η μικρόσωμη Εβραία ήταν τριάντα έξι χρονών και τα δυο της παιδιά ήταν και τα δύο πάνω από δώδεκα χρονών. Ο σύζυγος είχε συμφωνήσει να της δώσει την επιμέλεια των παιδιών, μόλις παντρευόταν τον Ίστγουντ. Νάτο, λοιπόν, αυτό το ιδιόρρυθμο ζευγάρι, η μικροσκοπική, ραφινάτη Εβραία με τα μεγάλα, πικραμένα, παραπονιάρικα μάτια και τα πυκνά, καλοκουρεμένα μαύρα, σγουρά μαλλιά, ένα κομψό πλασματάκι με τον τρόπο της* και ο μεγαλόσωμος, νεαρός άντρας με τα ανοιχτόχρωμα μάτια, δυνατός και ψυχρός, γόνος* σίγουρα, κάποιας παλιάς, μυστηριώδους δανέζικης οικογένειας: Να ζουν μαζί σ’ ένα μικρό, σύγχρονο σπίτι κοντά στους βάλτους και τους λόφους και να κάνουν μόνοι τους τις δουλειές του σπιτιού. Ήταν ένα παράξενο νοικοκυριό. Η αγροικία ήταν επιπλωμένη όταν ενοικιάστηκε, αλλά η μικροσκοπική Εβραία είχε φέρει μαζί της και τα αγαπημένα της έπιπλα. Είχε μια περίεργη μανία με τα ροκοκό, τα παράξενα καμπυλωτά ντουλάπια διακοσμημένα με φίλντισι, ταρταρούγα, έβενο και ο Θεός ξέρει τι άλλο* περίεργες ψηλές πλουμιστές καρέκλες από την Ιταλία, με γαλαζοπράσινο μπροκάρ* εκπληκτικοί άγιοι με ανάγλυφα, χρωματιστά ενδύματα που ανεμίζουν και ροδαλά πρόσωπα* ράφια με μυστήρια, παλιά σχήματα από τη Σαξονία και το Capo di Monte, και τέλος, μια αλλόκοτη συλλογή από εκπληκτικές εικόνες ζωγραφισμένες στο πίσω μέρος του γυαλιού, φτιαγμένες πιθανώς στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα ή στο τέλος του δεκάτου ογδόου. Σ’ αυτόν το φορτωμένο και ασυνήθιστο χώρο υποδέχτηκε την Υβέτ, όταν εκείνη έκανε μια επίσκέψη στα κλεφτά. Ένα ολόκληρο σύστημα από θερμάστρες είχε εγκατασταθεί στην αγροικία, κάθε γωνία ήταν ζεστή, σχεδόν καυτή. Και υπήρχε και η μικροσκοπική, ροκοκό φιγούρα της ίδιας της Εβραίας, μ’ ένα υπέροχο φουστανάκι και μια ποδιά, να βάζει φέτες ζαμπόν στο πιάτο, ενώ το μεγάλο πουλί του χιονιού, ο ταγματάρχης, μ’ ένα λευκό πουλόβερ και γκρι παντελόνι, έκοβε ψωμί, ανακάτευε τη μουστάρδα, ετοίμαζε καφέ κι όλα τα


υπόλοιπα. Είχε φτιάξει ακόμη και ένα πιάτο με λαγό σαλμί, το οποίο θα ακολουθούσε τα κρύα κρέατα και το χαβιάρι. Τα ασημικά και οι πορσελάνες ήταν πράγματι πολύτιμα, μέρος της προίκας της νύφης. Ο ταγματάρχης έπινε μπύρα από ένα ασημένιο κύπελλο, η μικροσκοπική Εβραία και η Υβέτ έπιναν σαμπάνια σε όμορφα ποτήρια και ο ταγματάρχης έφερε μέσα τον καφέ. Φλυαρούσαν. Η μικροσκοπική Εβραία καταφερόταν με βαθιά αγανάκτηση κατά του πρώτου της συζύγου. Ήταν πολή ηθική, τόσο ηθική ώστε να χωρίσει. Ο ταγματάρχης, κι αυτός, ένα παράξενο, παγερό πουλί, τόσο δυνατός και ωραίος με τον τρόπο του, αλλά άχρωμος γύρω από τα μάτια του, λες και δεν είχε βλεφαρίδες, σαν πουλί, είχε κι αυτός μια περίεργη αγανάκτηση για τη ζωή εξαιτίας της ψεύτικης ηθικής. Εκείνο το δυνατό, αθλητικό στέρνο έκρυβε έναν παράξενο, παγερό θυμό. Και η τρυφερότητά του για τη μικροσκοπική Εβραία βασιζόταν στο προσβεβλημένο του αίσθημα δικαίου, στην αόριστη ηθικότητα των ανθρώπων του βορρά η οποία τον φύσαγε, σαν παράξενος άνεμος, και τον οδηγούσε στην απομόνωση. Καθώς περνούσε το απόγευμα, πήγαν στην κουζίνα, ο ταγματάρχης σήκωσε τα μανίκια του, αφήνοντας να φανούν τα δυνατά, αθλητικά, λευκά μπράτσα του και προσεκτικά, επιδέξια, έπλυνε τα πιάτα, ενώ η γυναίκα τα σκούπιζε. Δεν τα είχε γυμνάσει άσκοπα. Μετά πήγε μια βόλτα για να ελέγξει τις θερμάστρες του μικρού σπιτιού, που χρειάζονταν μόνο ένα δυο λεπτά φροντίδας καθημερινά. Και μετά από αυτό έβγαλε το μικρό, σκεπαστό αυτοκίνητο και πήγε την Υβέτ σπίτι της, μέσα στη βροχή, την άφησε στην πίσω πόρτα, ένα μικρό παραπόρτι ανάμεσα στους κέδρους, μέσα από το οποίο τα χωμάτινα σκαλοπάτια έφταναν μέχρι το σπίτι. Είχε πραγματικά εντυπωσιαστεί από αυτό το ζευγάρι. «Αλήθεια, Λουσίλ!» είπε. «Γνωρίζω τους .πιο παράξενους ανθρώπους!». Και της έδωσε λεπτομερή περιγραφή. «Θα πρέπει να ’ναι πολύ καλοί!» είπε η Λουσίλ. «Μου αρέσει που ο ταγματάρχης κάνει δουλειές του σπιτού «άι φαίνεται τόσο αρχοντικός μ’ όλα αυτά. Νομίζω ότι, όταν παντρευτούν, θα είχε πολύ γούστο να τους γνωρίσω κι εγώ». «Ναι!» είπε η Υβέτ, αόριστα. «Ναι! Θα είχε πράγματι γούστο!». Εκείνη ακριβώς η ιδιορρυθμία της σχέσης ανάμεσα στη μικροσκοπική Εβραία και αυτόν τον αθλητικό, νεαρό αξιωματικό με τα ανοιχτόχρωμα μάτια της έφερε στο μυαλό πάλι τον τσιγγάνο της, ο οποίος είχε σβηστεί εντελώς από τη σκέψη της, αλλά τώρα επέστρεφε με απροσδόκητα οδυνηρή ένταση. «Τι είναι αυτό, Λουσίλ», ρώτησε, «που φέρνει τους ανθρώπους κοντά; Ανθρώπους σαν τους Ίστγουντ, ας πούμε. Και τον Μπαμπά με τη Μαμά, οι οποίοι ήταν τόσο αταίριαστοι μεταξύ τους· κι εκείνη την τσιγγάνα, η οποία μου είπε τη μοίρα μου και μοιάζει με μεγάλο άλογο, με τον τσιγγάνο, τον τόσο φίνο και καλοσχηματισμένο; Τι είναι αυτό;» «Ο έρωτας, υποθέτω, ό,τι κι αν σημαίνει», είπε η Λουσίλ. «Ναι, αλλά τι είναι αυτό; Δεν είναι κάτι κοινό, σαν το κοινό πόθο, ξέρεις, Λουσίλ. Δεν είναι έτσι». «Όχι, μάλλον όχι», είπε η Λουσίλ. Τέλος πάντων, νομίζω ότι δεν είναι έτσι».


«Διότι, βλέπεις, οι συνηθισμένοι άντρες, ξέρεις, εκείνοι που κάνουν μια κοπέλα να νιώθει πρόστυχη... κανένας δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτούς. Κανένας δεν αισθάνεται έλξη γι’ αυτούς. Κι όμως υποτίθεται ότι αυτοί είναι οι γοητευτικοί άντρες». «Υποθέτω», είπε η Λουσίλ, «ότι υπάρχει ο πρόστυχος έρωτας και ο άλλος, που δεν είναι πρόστυχος. Είναι τρομερά πολύπλοκο, πραγματικά! Σιχαίνομαι τους συνηθισμένους ανθρώπους. Και πάλι δεν αισθάνομαι ποτέ τίποτε σεξουαλικό» -τόνισε με αηδία την τελευταία λέξη«για άντρες που δεν είναι συνηθισμένοι. Ίσως να μην έχω φύλο». «Αυτό είναι!» είπε η Υβέτ. «Ίσως να μην έχει καμιά μας. Ίσως να μην έχουμε πραγματικά φύλο που να μας συνδέει με τους άντρες». «Τι φρικτό που ακούγεται: Να μας συνδέει με τους άντρες!», φώναξε η Λουσίλ με αποστροφή. «Δε θα σιχαινόσουν να συνδέεσαι με τους άντρες με τέτοιον τρόπο; Αχ, νομίζω ότι είναι κρίμα που υπάρχει το φύλο! Θα ήταν τόσο καλύτερα τα πράγματα, αν μπορούσαμε να είμαστε άντρες και γυναίκες χωρίς αυτό το πράγμα». Η Υβέτ βυθίστηκε σε σκέψεις. Στο βάθος υπήρχε η μορφή του τσιγγάνου όπως την είχε κοιτάξει, όταν είπε: «Ο καιρός είναι πολύ ύπουλος». Ένιωσε κάπως σαν τον Πέτρο όταν λάλησε ο πετεινός, σαν να τον αρνιόταν. Ή, μάλλον, δεν αρνήθηκε τον τσιγγάνο* δεν ενδιαφερόταν για το δικό του ρόλο, εν πάση περιπτώσει. Ήταν κάποιο κρυμμένο μέρος του εαυτού της που αρνήθηκε* εκείνο το μέρος που μυστικά και ανομολόγητα ανταποκρινόταν σ’ αυτόν. Και ήταν ένας παράξενος, λαμπερός, μαύρος πετεινός που λαλούσε, περιγελώντας την. «Ναι!» είπε αόριστα. «Ναι! *Το σεξ είναι σκέτη πλήξη, ξέρεις, Λουσίλ. 'Οταν δεν το έχεις, νιώθεις ότι πρέπει να το αποκτήσεις με κάποιον τρόπο. Και όταν το έχεις -ή αν το έχεις-» σήκωσε το κεφάλι της και ζάρωσε τη μύτη της περιφρονητικά, «το απεχθάνεσαι». «Αχ, δεν ξέρω!» φώναξε η Λουσίλ. «Μου φαίνεται ότι θα μου άρεσε να ερωτευθώ τρελά έναν άντρα». «Έτσι νομίζεις!» είπε η Υβέτ, ζαρώνοντας πάλι τη μύτη της. «Όμως, αν γινόταν κι ερωτευόσουν, δε θα σου άρεσε». «Κι εσύ πού το ξέρεις;» ρώτησε η Λουσίλ. «Εεε, δεν το ξέρω», είπε η Υβέτ. «Αλλά έτσι το φαντάζομαι. Ναι, έτσι νομίζω!» «Αχ, πολύ πιθανόν!» είπε η Λουσίλ με δυσφορία. «Και όπως και να ’χει, το σίγουρο είναι ότι θα έπαυες κάποια Στιγμή να είσαι ερωτευμένος και θα ήταν απαίσιο». «Ναι», συμφώνησε η Υβέτ, «είναι ένα πρόβλημα». Σιγοτραγούδησε ένα σύντομο σκοπό. «Να πάρει ο διάβολος, δεν είναι πρόβλημα για μας τις δύο ακόμη. Καμιά μας δεν είναι ερωτευμένη στ’ αλήθεια και, πιθανώς, δε θα είναι ποτέ, έτσι το θέμα τακτοποιείται». «Δεν είμαι τόσο σίγουρη!», είπε η Υβέτ με ύφος βαθυστόχαστο. «Δεν είμαι τόσο σίγουρη. Πιστεύω ότι κάποια μέρα θσ ερωτευθώ παράφορα». «Μάλλον αυτό δε θα γίνει ποτέ», είπε η Λουσίλ σκληρά. «Αυτό σκέφτονται συνέχεια οι


περισσότερες γεροντοκόρες». Η Υβέτ κοίταξε την αδερφή της με σκεπτικό, αλλά προφανώς αμέριμνο βλέμμα. «Αλήθεια;» είπε. «Έτσι νομίζεις, Λουσίλ; Τι φοβερό γι’ αυτές τις καημενούλες! Γιατί, στην οργή, κάθονται και σκοτίζονται;» «Έλα ντε!» είπε η Λουσίλ. «Ίσως να μην τις νοιάζει, τελικά. Μάλλον για όλα φταίει ο κόσμος που λέει: Η καημένη η μεγαλοκοπέλα, δεν μπόρεσε να βρει άντρα». «Μάλλον αυτό φταίει!», είπε η Υβέτ. «Κάθονται και δίνουν σημασία στις αθλιότητες που λέει πάντα ο κόσμος για τις γεροντοκόρες. Τι ντροπή!». «Όπως και να ’χει, εμείς περνάμε καλά και ένα σωρό αγόρια τρέχουν από πίσω μας», είπε η Λουσίλ. «Ναι!» είπε η Υβέτ. «Ναι! Αλλά δε θα μπορούσα με τίποτε να παντρευτώ κανέναν απ’ αυτούς!» «Ούτε κι εγώ», είπε η Λουσίλ. «Και γιατί, άλλωστε; Γιατί να θέλουμε να παντρευτούμε, όταν περνάμε μια χαρά με τα αγόρια, που είναι πολύ καλά παιδιά και, πρέπει να το ’παραδεχτείς, Υβέτ, πολύ γαλαντόμοι και καθώς πρέπει μαζί μας». «Α, αυτό να λέγεται!» συμφώνησε η Υβέτ αφηρημένα. «Μου φαίνεται ότι αρχίζεις να σκέφτεσαι το γάμο», είπε η Λουσίλ, «μόνον όταν νιώσεις ότι δεν περνάς πια κάλά. Τότε παντρέψου και ησύχασε». «Ακριβώς!» είπε η Υβέτ. Όμως τώρα, πίσω από τη γλυκιά, ήρεμη συγκατάβασή της, είχε ενοχληθεί από τη Λουσίλ. Ξαφνικά ένιωσε την επιθυμία να της γυρίσει την πλάτη. Επιπλέον, κοίτα τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της καημένης της Λουσίλ και τη μελαγχολία στο όμορφο βλέμμα της. Αχ, μακάρι ένας καλός, ευγενικός, προστατευτικός άντρας να την παντρευόταν! Φτάνει η καλόβολη Λουσίλ να έλεγε το «ναι»! Η Υβέτ δεν είπε στον πρεσβύτερο ούτε στη Γιαγιά για τους Ίστγουντ. Κάτι τέτοιο θα γινόταν αφορμή για ατέλειωτες συζητήσεις, τις οποίες εκείνη απεχθανόταν. Τον πρεσβύτερο δε θα τον πείραζε τον ίδιον, προσωπικά. Αλλά ήξερε κι εκείνος πόσο αναγκαίο ήταν να αποφεύγει όσο γινόταν να δίνει τροφή σ’ αυτό το δηλητηριώδες ερπετό με τα πολλά κεφάλια, τη γλώσσα του κόσμου. «Όμως, δε θα ήθελα να έρχεσαι, αν δεν το ξέρει ο πατέρας σου», φώναξε η μικροσκοπική Εβραία. «Μάλλον θα πρέπει να του το πω», είπε η Υβέτ. «Είμαι σίγουρη ότι δεν τον πειράζει, αλήθεια. Αλλά αν το μάθαινε, θα έπρεπε να δείξει το αντίθετο, υποθέτω». Ο νεαρός αξιωματικός την κοίταξε με μια παράξενη ευθυμία, σαν πουλιού, χωρίς συναίσθημα στα διαπεραστικά του μάτια. Κι αυτός ήταν έτοιμος να ερωτευθεί την Υβέτ. Ήταν αυτή η ιδιαίτερη, παρθενική της τρυφερότητα και η φευγάτη, αφηρημένη αδιαφορία της


για τα πράγματα γύρω, που τον γοήτευαν σ’ αυτήν. Εκείνη αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε και κορδωνόταν. Ο Ίστγουντ κέντριζε τη φαντασία της. Ένας τόσο κομψός, νεαρός αξιωματικός, φοβερά αριστοκρατικός, τόσο ήρεμος κι εκπληκτικός, με αυτοκίνητο και δεινός κολυμβητής, ήταν παράξενο να τον βλέπεις ήσυχα, ήρεμα, να πλένει τα πιάτα, καπνίζοντας την πίπα του, και να κάνει τη δουλειά του τόσο σβέλτα και επιδέξια. Ή, με την ίδια φροντίδα που έσκυβε πάνω από το μυστηριώδες εσωτερικό ενός αυτοκινήτου, να μαγειρεύει λαγό σαλμί στην κουζίνα της αγροικίας. Μετά να βγαίνει στην παγωνιά και να καθαρίζει το αυτοκίνητό του μέχρι να αστράψει, σαν γάτα όταν έχει γλυφτεί. Κι ύστερα να έρχεται μέσα για να μιλήσει, τόσο ανεπιτήδευτα και ευαίσθητα, αν και λακωνικά, με τη μικροσκοπική Εβραία. Και προφανώς ποτέ δεν βαριόταν. Καθόταν στο παράθυρο με την πίπα του, όταν έκανε άσχημο καιρό, σιωπηλός ώρες ολόκληρες, αφηρημένος, ονειροπολώντας, κι όμως, με το αθλητικό του σώμα σε εγρήγορση, μέσα στην ακινησία του. Η Υβέτ δεν φλέρταρε μαζί του. Αλλά της άρεσε. «Και το μέλλον σας;» τον ρώτησε. «Ε, τι;» είπε εκείνος, βγάζοντας από το στόμα του την πίπα του μ’ ένα ψυχρό ίχνος χαμόγελου στα μάτια του που έμοιαζαν με μάτια πουλιού. «Καριέρα! Κάθε άντρας δεν πρέπει να κάνει καριέρα; Σαν καμιά τεράστια χήνα, ζουμερή;». Τον κοίταξε στα μάτια με περίεργη αφέλεια. «Είμαι μια χαρά σήμερα και θα είμαι μια χαρά και αύριο», είπε μ’ ένα παγερό, αποφασιστικό ύφος. «Γιατί, δηλαδή, το μέλλον μου να μην αποτελείται τελικά από διαδοχικά σήμερα και αύριο;» Την κοίταξε με ερευνητικό ύφος. «Συμφωνώ!» είπε εκείνη, «Μισώ τις δουλειές και όλη αυτή τη πλευρά της ζωής». Ωστόσο, σκεφτόταν τα χρήματα της Εβραίας. Σ’ αυτό εκείνος δεν απάντησε. Ο θυμός του ήταν ήπιος, απαλός σαν χιόνι, έτσι που άνετα τύλιγε την ψυχή. Είχαν φτάσει στο σημείο να κάνουν φιλοσοφικές συζητήσεις μαζί. Η μικροσκοπική Εβραία φαινόταν λίγο θλιμμένη. Ήταν παραδόξως αφελής και καθόλου κτητική στη στάση της απέναντι στον άντρα. Ούτε μοχθηρή ήταν απέναντι στην Υβέτ. Μόνο κάπως θλιμμένη και σιωπηλή. Η Υβέτ, από μια ξαφνική παρόρμηση, σκέφτηκε ότι ήταν καλύτερα να φύγει. «Νομίζω ότι η ζωή είναι φοβερά δύσκολη» είπε. «Είναι!» αναφώνησε η Εβραία. «Αυτό που είναι τόσο άθλιο είναι ότι πρέπει να ερωτευθείς και να παντρευτείς!» είπε η Υβέτ, ζαρώνοντας τη μύτη της.


«Δε θέλεις να ερωτευθείς και να παντρευτείς;» φώναξε η Εβραία με ορθάνοιχτα, αγριωπά μάτια, γεμάτα έκπληξη και επιτίμηση. «Όχι, όχι ιδιαίτερα!» αποκρίθηκε η . Υβέτ. «Ειδικά αν νιώθεις ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνεις. Είναι ένα απαίσιο κλουβί όπου πρέπει να κλειστείς». «Μα δεν ξέρεις τι είναι αγάπη;» φώναξε η Εβραία. «Όχι!» απάντησε η Υβέτ. «Εσείς;» «Εγώ!» αναφώνησε η μικροσκοπική Εβραία. «Εγώ, λέει! Θεέ μου, εγώ κι αν ξέρω!». Κοίταξε με στοχαστική μελαγχολία τον Ίστγουντ, που κάπνιζε, την πίπα του, με τα λακκάκια της ανεξήγητης ευθυμίας του να προβάλλουν στο λείο, σοβαρό του πρόσωπο. Είχε πολύ φίνο, στιλπνό δέρμα, το οποίο, ωστόσο, δεν επηρεαζόταν από το κλίμα, έτσι που το πρόσωπό του φαινόταν γυμνό, σαν μωρού. Αλλά δεν ήταν στρογγυλό: ήταν αρκετά χαρακτηριστικό και σχημάτιζε παράξενα, ειρωνικά λακκάκια σαν μάσκα που είναι κωμική αλλά και ψυχρή συνάμα. «Θέλεις να πεις ότι δεν ξέρεις τι είναι αγάπη;» επέμεινε η Εβραία. «Ναι!» είπε η Υβέτ. «Νομίζω ότι δεν ξέρω! Είναι φοβερό για μένα, στην ηλικία που είμαι;» «Υπάρχει κάποιος άντρας που σε κάνει να νιώθεις κάπως, ας πούμε, διαφορετικά;» είπε η Εβραία ρίχνοντας άλλο ένα επίμονο βλέμμα στον Ίστγουντ. Εκείνος συνέχιζε να καπνίζει, τελείως αμέτοχος. «Δε νομίζω ότι υπάρχει» είπε η Υβέτ. «Εκτός αν ναι! εκτός αν είναι εκείνος ο τσιγγάνος» είχε ρίξει το κεφάλι της στο πλάι στοχαστικά. «Ποιος τσιγγάνος;» τσίριξε η μικροσκοπική Εβραία. «Εκείνος που ήταν στρατιώτης και φρόντιζε τα άλογα στο σύνταγμα του ταγματάρχη Ίστγουντ στον πόλεμο» είπε η Υβέτ ψυχρά. Η μικροσκοπική Εβραία κοίταξε την Υβέτ με έκπληξη. «Δεν μπορεί να είσαι ερωτευμένη μ’ εκείνον τον τσιγγάνο!» είπε. «Ε!», είπε η* Υβέτ. «Δεν ξέρω. Είναι ο μόνος που με κάνει να νιώθω διαφορετικά! Αλήθεια!» «Μα πώς; Με ποιον τρόπο; Σου είπε κάτι;» «'Οχι! Όχι!» «Τότε πώς; Τι έκανε;» «Α, απλώς με κοίταξε!» «Πώς;» «Ε, να σας πω, δεν ξέρω. Αλλά διαφορετικά! Ναι, διαφορετικά! Αλλιώτικα, τελείως


αλλιώτικα από τον τρόπο που οποιοσδήποτε άλλος άντρας με έχει κοιτάξει ποτέ». «Μα πώς ρε κοίταξε;» επέμεινε η Εβραία. «Ε, να λες και αληθινά, αληθινά όμως, με ποθούσε», είπε η Υβέτ και το σκεφτικό της πρόσωπο έμοιαζε με μπουμπούκι. «Τον αχρείο! Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να σε κοιτάξει έτσι;», φώναξε, αγανακτισμένη η Εβραία. «Ακόμη και μια γάτα μπορεί να κοιτάξει το βασιλιά», τη διέκοψε ήρεμα ο ταγματάρχης και τώρα στο πρόσωπό του είχε το χαμόγελο ενός γατίσιου μούτρου. «Πιστεύετε ότι δε θα έπρεπε να το κάνει;» ρώτησε η Υβέτ, γυρίζοντας προς το μέρος του. «Φυσικά και όχι! Ένας τσιγγάνος, με μισή ντουζίνα έκφυλες γυναίκες ξοπίσω του! Φυσικά και δεν έπρεπε!» φώναξε η μικροσκοπική Εβραία. «Αναρωτιόμουν!» είπε η Υβέτ. «Επειδή ήταν υπέροχο, αλήθεια! Και ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό στη ζωή μου». «Πιστεύω», είπε ο ταγματάρχης, βγάζοντας την πίπα από το στόμα του, «ότι ο πόθος είναι ό,τι πιο υπέροχο στη ζωή. Αυτός που μπορεί να τον νιώσει πραγματικά είναι βασιλιάς και τον ζηλεύω όσο κανέναν άλλο!». Ξανάβαλε την πίπα στο στόμα του. Η Εβραία γύρισε και τον κοίταξε κατάπληκτη. «Μα, Τσαρλς!» αναφώνησε. «Κι ο τελευταίος, κοινός άντρας στο Χάλιφαξ έτσι,νιώθει». Εκείνος ξανάβγαλε την πίπα του από το στόμα του. «Αυτό είναι απλώς πείνα» είπε. Και έβαλε πάλι την πίπα στο στόμα του. «Νομίζετε ότι ο τσιγγάνος είναι ο αληθινός έρωτας;» τον ρώτησε η Υβέτ. Εκείνος σήκωσε τους ώμους. «Αυτό δεν μπορώ να το πω εγώ», αποκρίθηκε. «Αν ήμουν στη θέση σου, θα ήξερα· δε θα ρωτούσα τους άλλους». «Ναι... μα...», τραύλισε η Υβέτ. «Τσαρλς! Εχεις άδικο! Πώς θα μπορούσε αυτό να είναι ο αληθινός έρωτας! Λες και θα ήταν ποτέ δυνατόν να τον παντρευτεί και να τριγυρίζει με το κάρο!» «Δεν είπα να τον παντρευτεί!» είπε ο Τσαρλς. «Ή μήπως εννοείς δεσμό! Μα είναι τερατώδες! Πώς θα ένιωθε για τον εαυτό της; Αυτό δεν είναι έρωτας! Αυτό είναι, είναι πορνεία!» Ο Τσαρλς κάπνισε την πίπα του για λίγα λεπτά.


«Εκείνος ο τσιγγάνος ήταν ο καλύτερος άντρας που είχαμε για τα άλογα. Παραλίγο να πεθάνει από πνευμονία. Νόμιζα ότι όντως είχε πεθάνει. Για μένα είναι ένας άνθρωπος που αναστήθηκε. Κι εγώ ο ίδιος είμαι ένας άνθρωπος που αναστήθηκε, με ό,τι συνεπάγεται αυτό». Κοίταξε την Υβέτ. «Έμεινα είκοσι ώρες θαμμένος κάτω από το χιόνι», είπε. «Και δεν είχα πάθει τίποτε, όταν με ξέθαψαν». Τη συζήτηση διαδέχτηκε μια παγωμένη παύση. «Η ζωή είναι απαίσια!» είπε η Υβέτ. «Με ξέθαψαν κατά τύχη» συνέχισε εκείνος. «Ω!» αναφώνησε αργά η Υβέτ. «Μπορεί να ήταν γραφτό σας, το πεπρωμένο, ξέρετε!». Σ’ αυτό δεν απάντησε.

VIII Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΕΜΑΘΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΒΕΤ με τους Ίστγουντ και εκείνη ξαφνιάστηκε κάπως από τις συνέπειες. Νόμιζε ότι δε θα έδινε σημασία. Στα λόγια, με τον επιτηδευμένα χιουμοριστικό τρόπο του, ήταν τόσο αντισυμβατικός, τόσο καλόβολος τύπος. Όπως έλεγε κι ο ίδιος, ήταν συντηρητικά αναρχικός* πράγμα που σήμαινε ότι ήταν, σαν πολλούς άλλους ανθρώπους, ένας σκεπτικιστής. Ο αναρχισμός του περιοριζόταν στη χιουμοριστική ομιλία του και τους κρυφούς στοχασμούς του. Ο συντηρητισμός του, ο οποίος βασιζόταν σ’ έναν μπερδεμένο φόβο για την αναρχία, χαρακτήριζε κάθε του πράξη. Οι σκέψεις του, κατά βάθος, τον τρόμαζαν. Επομένως, στη ζωή του φοβόταν υπερβολικά το μη συμβατικό. Όταν ο συντηρητισμός του και ο άθλιος φόβος του κυριαρχούσαν, πάντα σήκωνε το πάνω χείλος του και έδειχνε λίγο τα δόντια του, μ’ ένα σκυλίσιο χαμόγελο. « Εμαθα ότι τελευταία έπιασες φιλίες με τη μισο-διαζευγμένη κυρία Φόσετ και εκείνον τον maquereau3, τον Ίστγουντ», είπε στην Υβέτ. Εκείνη δεν ήξερε τι σήμαινε «maquereau», αλλά ένιωσε το φαρμάκι που έσταζε από τα δόντια του πρεσβύτερου. «Απλώς τους γνωρίζω», είπε. «Είναι πολύ καλοί, πραγματικά. Και θα παντρευτούν περίπου σ’ ένα μήνα». Ο πρεσβύτερος κοίταξε το αμέριμνο πρόσωπό της με μίσος. Κάπου μέσα του ήταν τρομοκρατημένος, είχε γεννηθεί τρομοκρατημένος. Και αυτοί που γεννιούνται τρομοκρατημένοι είναι από τη φύση τους σκλάβοι και ένα βαθιά ριζωμένο ένστικτο τούς κάνει να φοβούνται με φαρμακερό φόβο εκείνους που μπορεί απροσδόκητα να σπάσουν τη λαιμαριά του σκλάβου, η οποία σφίγγει το λαιμό τους. Γι’ αυτό το λόγο ο πρεσβύτερος είχε καταρρεύσει τόσο αξιοθρήνητα μπροστά σ’ Εκείνηπουήταν η Σύνθια* εξαιτίας του δουλικού του φόβου για την περιφρόνησή της, την περιφρόνηση μιας φύσει ελεύθερης ύπαρξης για μια φύσει ταπεινή ύπαρξη.


Και η Υβέτ είχε το χαρακτηριστικό της φύσει ελεύθερης ύπαρξης. Και αυτή, κάποια μέρα, θα τον έπαιρνε είδηση και θα έσφιγγε τη λαιμαριά της περιφρόνησής της γύρω από το λαιμό του. Έπρεπε, όμως; Εκείνος αυτή τη φορά θα πάλευε μέχρι θανάτου. Ο σκλάβος μέσα του είχε στριμωχτεί τώρα, σαν παγιδευμένο ποντίκι, και με το κουράγιο ενός παγιδευμένου ποντικιού. «Υποθέτω ότι είναι του γούστου σου!» κάγχασε. «Λοιπόν, όντως είναι!» είπε αυτή, μ’ εκείνη την απόλυτη αοριστία που τη χαρακτήριζε. «Τους συμπαθώ τρομερά. Φαίνονται τόσο ακέραιοι, ξέρεις, τόσο έντιμοι». «Έχεις πολύ περίεργη αντίληψη για την εντιμότητα», τη σαρκάστηκε. «Ένας νεαρός χαραμοφάης που το σκάει με μια γυναίκα μεγαλύτερή του, για να ζει από τα λεφτά της! Η γυναίκα να αφήνει το σπίτι και τα παιδιά της! Δεν ξέρω από που πήρες αυτή την αντίληψη για την εντιμότητα. Όχι από μένα, ελπίζω. Και φαίνεται ότι τους ξέρεις πολύ καλά, αν λάβουμε υπόψη ότι λες πως απλώς τους γνωρίζεις. Πού τους γνώρισες;» «Μια φορά που βγήκα με το ποδήλατο. Έρχονταν κι αυτοί με το αυτοκίνητό τους και έτυχε να πιάσουμε κουβέντα. Μου είπε αμέσως ποια ήταν, ώστε να μην κάνω λάθος. Είναι πράγματι έντιμη». Η καημένη η Υβέτ αγωνιζόταν να τον αντιμετωπίσει. «Και πόσες φορές τους είδες από τότε;» «Α, απλώς τους επισκέφτηκα δυο φορές». «Τους επισκέφτηκες, πού;» «Στην αγροικία τους, στο Σκόρσμπι». Την κοίταξε με μίσος, λες και ήθελε να την σκοτώσει. Και απομακρύνθηκε και πήγε και στάθηκε στο παραπέτασμα του γραφείου του, σαν ποντίκι που το έχουν παγιδέψει. Σε μιαν άκρη του μυαλού του σκεφτόταν ανομολόγητες αθλιότητες για την κόρη του σαν κι αυτές που είχε σκεφτεί για Εκείνην-που-ήταν η Σύνθια. Ήταν ανήμπορος μπροστά στους πιο πρόστυχους υπαινιγμούς του ίδιου του του μυαλού. Και αυτές οι αθλιότητες που απέδιδε στο όχι ακόμη τρομοκρατημένο, αλλά τρομαγμένο κορίτσι που είχε μπροστά του, τον έκαναν να οπισθοχωρήσει, δείχνοντας όλα τα φαρμακερά δόντια του στο όμορφο πρόσωπό του. «Ώστε απλώς τους γνωρίζεις, ε;» είπε. «Το ψέμα είναι στο αίμα σου, βλέπω. Δε νομίζω ότι το έχεις πάρει από μένα αυτό». Η Υβέτ μισοαπέστρεψε το βουβό πρόσωπό της και σκέφτηκε την ξεδιάντροπη υπεκφυγή της Γιαγιάς. Δεν απάντησε. «Γιατί τριγυρνάς με τέτοια ζευγάρια;» κάγχασε. «Λες και δεν υπάρχουν ένα σωρό καθώς πρέπει άνθρωποι στον κόσμο για να κάνεις παρέα. Θα ’λεγε κανείς ότι είσαι κανένα αδέσποτο, που αναγκάζεται να τρέχει πίσω από ανήθικα ζευγάρια, επειδή τα ευπρεπή δεν το θέλουν. Έχεις τίποτε χειρότερο από την ψευτιά στο αίμα σου;» «Τι χειρότερο από την ψευτιά έχω στο αίμα μου;» ρώτησε.


Ένα παγερό μούδιασμα την‘τύλιγε. Ήταν διεστραμμένη, μια από τους ημιεγκληματίες ανώμαλους; Αυτό την έκανε να νιώθει παγωμένη και μουδιασμένη. Του φαινόταν ότι προσπαθούσε απλώς να συγκαλύψει τη διαφθορά που κρυβόταν πίσω από το παρθενικό, τρυφερό, σαν πουλιού, πρόσωπό της. Εκείνη-που-ήταν η Σύνθια ήταν ακριβώς έτσι: ένας γάλανθος. Και είχε ξεσπάσματα σαδιστικής φρίκης, όταν σκεφτόταν ποια μπορεί να ήταν η πραγματική διαφθορά Εκείνης-που-ήταν η Σύνθια. Ακόμη και η δική του αγάπη γι’ αυτήν, που ήταν ο λάγνος έρωτας τού φύσει τρομοκρατημένου, ήταν μυστικά γι’ αυτόν, μια αχρειότητα. Τότε τι πρέπει να είναι μια παράνομη αγάπη; «Εσύ ξέρεις καλύτερα τον εαυτό σου, τι έχεις και τι δεν έχεις», κάγχασε. «Αλλά είναι κάτι που καλά θα κάνεις να χαλιναγωγήσεις και γρήγορα, εάν δεν σκοπεύεις να καταλήξεις σε κανένα φρενοκομείο». «Γιατί;» είπε χλομιασμένη και με σβησμένη φωνή, παραλυμένη από παγερό φόβο. «Γιατί σε φρενοκομείο; Τι έκανα;» «Αυτό το ξέρετε εσύ και ο Δημιουργός σου» τη χλεύασε. «Εγώ δε ρωτάω. Όμως ορισμένες τάσεις οδηγούν στην εγκληματική παράνοια, αν δε χαλιναγωγηθούν εγκαίρως». «Εννοείς, ας πούμε, όπως το να κάνεις παρέα με τους Ίστγουντ;», ρώτησε η Υβέτ μετά από μια παύση μουδιασμένου φόβου. «Εννοώ όπως το να τρέχεις σαν σκυλάκι πίσω από ανθρώπους σαν την κυρία Φόσετ, μια Εβραία, και τον πρώην ταγματάρχη Ίστγουντ, έναν άντρα που το σκάει με μια μεγαλύτερή του για τα λεφτά της. Μα ναι, αυτό εννοώ!» «Δεν μπορείς να το λες αυτό», φώναξε η Υβέτ. «Είναι ένας φοβερά απλός, ευθύς άντρας». «Προφανώς είναι του ίδιου φυράματος μ’ εσένα». «Ε, λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο πίστεψα ότι ήταν. Νόμισα ότι θα τον συμπαθούσες κι εσύ», είπε απλά, χωρίς να καταλαβαίνει τι έλεγε. Ο πρεσβύτερος οπισθοχώρησε μέσα στις κουρτίνες, λες και το κορίτσι τον απειλούσε με κάτι φοβερό. «Μην πεις τίποτε άλλο», γρύλλισε περιφρονητικά. «Μην πεις τίποτε άλλο. Έχεις πει αρκετά για να σε ενοχοποιήσουν. Δε θέλω να μάθω άλλες αχρειότητες». «Μα τι αχρειότητες;» επέμεινε εκείνη. Και μόνο η αφέλεια της ασυνείδητης αθωότητάς της τον απωθούσε, τον τρομοκρατούσε ακόμα περισσότερο. «Μη λες τίποτε άλλο!» είπε με χαμηλή, συρριστική φωνή. «Όμως θα σε σκοτώσω πριν πάρεις κι εσύ το δρόμο της μάνας σου». Τον κοίταξε, καθώς στεκόταν εκεί, πιασμένος από τη βελούδινη κουρτίνα του γραφείου του, με το πρόσωπό tov κίτρινο, ένα τρελό βλέμμα σαν του ποντικού, με φόβο και οργή και μίσος και μια μουδιασμένη παγερή μοναξιά την τύλιξε. Και για κείνην τίποτα πια δεν είχε


νόημα. Ήταν δύσκολο να σπάσει την παγωμένη, στείρα σιωπή που ακολούθησε. Στο τέλος, όμως, γύρισε και τον κοίταξε. Και άθελά της, χωρίς να το καταλαβαίνει, η περιφρόνηση γι’ αυτόν φαινόταν στα νεανικά, καθαρά, αμήχανα μάτια της. Τελικά, έπεσε σαν τη λαιμαριά του σκλάβου στο λαιμό του. «Θες να πεις ότι δεν πρέπει να κάνω παρέα με τους Ίστγουντ», είπε. «Μπορείς να κάνεις παρέα, μαζί τους, αν θέλεις», κάγχασε. «Αλλά μην περιμένεις να σχετίζεσαι με τη Γιαγιά σου και τη θεία Σίσσυ και τη Λουσίλ, αν το κάνεις αυτό. Δεν μπορώ να τις αφήσω να μολυνθούν. Αν ποτέ υπήρξε μια πιστή σύζυγος και μια αφοσιωμένη μητέρα, αυτή ήταν η Γιαγιά σου. Ήδη υπέστη ένα σοκ ντροπής και αηδίας. Δεν πρόκειται να εκτεθεί ποτέ σε άλλο». Η Υβέτ τα άκουσε όλα συγκεχυμένα, μέσες άκρες. «Μπορώ να στείλω ένα σημείωμα και να πω ότι το αποδοκιμάζεις», είπε ξεψυχισμένα. «Κάνε ό,τι νομίζεις. Όμως να θυμάσαι, πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα σε καθαρούς ανθρώπους και το σεβασμό για τα τιμημένα γηρατειά της Γιαγιάς σου και ανθρώπους που είναι βρόμικοι και στο μυαλό και στο σώμα». Πάλι έπεσε σιωπή. Μετά τον κοίταξε και το πρόσωπό της ήταν απορημένο, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Όμως, κάπου στο βάθος της αμηχανίας της, βρισκόταν εκείνη η αλλόκοτα ήρεμη, παρθενική περιφρόνηση των φύσει ελεύθερων ανθρώπων για τους φύσει ταπεινούς. Αυτός και όλοι οι Σέιγουελ ήταν από τη φύση τους ταπεινοί. «Εντάξει» είπε. «Θα τους γράψω και θα τους πω ότι δεν τ<Γεγκρίνεις». Εκείνος δεν απάντησε. Κατά ένα μέρος ήταν κολακευμένος, μυστικά ένιωθε θριαμβευτής, αλλά ξεδιάντροπα. «Προσπάθησα να το κρατήσω κρυφό από τη Γιαγιά σου και τη θεία Σίσσυ», είπε. «Δεν είναι ανάγκη να δημοσιοποιηθεί, από τη στιγμή που επιλέγεις να κρατήσεις τη φιλία σου μυστική». Ακολούθησε θλιβερή σιωπή·. «Εντάξει», είπε. «Θα πάω να τους γράψω». Και γλίστρησε έξω από το δωμάτιο. Απηύθυνε το μικρό της σημείωμα στην κυρία Ίστγουντ. «Αγαπητή κυρία Ίστγουντ, ο Μπαμπάς δεν εγκρίνει τις επισκέψεις μου σ’ εσάς. Έτσι, θα το κατανοήσετε, αν πρέπει να διακόψουμε τις επαφές μας. Λυπάμαι πολύ». Αυτό μόνο. Όμως ένιωσε ένα θλιβερό κενό, αφού είχε ταχυδρομήσει το γράμμα. Τώρα φοβόταν ακόμη και τις ίδιες της τις σκέψεις. Λαχταρούσε τώρα να κρυφτεί στο λεπτό, καλοσχηματισμένο στήθος του τσιγγάνου. Ήθελε να την κρατήσει στην αγκαλιά του, έστω για μια φορά μόνο, για μια φορά, και να την παρηγορήσει και να την καθησυχάσει. Ήθελε να την καθησυχάσει εκείνος, ενάντια στον πατέρα της ο οποίος ένιωθε μόνο έναν αποκρουστικό φόβο γι’ αυτήν.


Και την ίδια στιγμή ζάρωσε και συσπάστηκε, έτσι που δεν μπορούσε να περπατήσει, από φόβο ότι η σκέψη της ήταν ανήθικη, μια εγκληματική παράνοια. Ήταν σαν ο φόβος να πλήγωνε τις φτέρνες της, όταν περπατούσε. Ο φόβος, ο μεγάλος, παγερός φόβος για τους γεννημένους ταπεινούς, για τον πατέρα της, για κάθε πράγμα ανθρώπινο και αγοραίο. Λες και η ανθρωπότητα ενός μεγάλου βάλτου την έπνιγε και εκείνη βούλιαζε, με λυμένα γόνατα, γεμάτη αποτροπιασμό και φόβο για κάθε άνθρωπο που συναντούσε. Προσαρμόστηκε, παρ’ όλα αυτά, αρκετά γρήγορα στη νέα της αντίληψη για τους ανθρώπους. Έπρεπε να ζήσει. Δεν έχει νόημα να τα βάζει κανείς με την καθημερινότητά του. Και να περιμένεις πολλά από τη ζωή σου είναι παιδιάστικο. Έτσι, με τη γρήγορη προσαρμοστικότητα της μεταπολεμικής γενιάς, συμβιβάστηκε με τα νέα δεδομένα. Ο πατέρας της ήταν αυτός που ήταν. Πάντοτε θα έδινε σημασία στους τύπους. Εκείνη θα έκανε το ίδιο. Θα έδινε και κείνη σημασία στους τύπους. Έτσι, κάτω από την εύθυμη, αραχνοΰφαντη ξεγνοιασιά σχηματίστηκε μια κάποια σκληρότητα, όπως ένας βράχος που αποκρυσταλλώνεται μέσα στην καρδιά της. Έχασε τις αυταπάτες της με την κατάρρευση της ευαισθησίας της. Εξωτερικά φαινόταν η ίδια. Μέσα της ήταν σκληρή και απόμακρη και, κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτήν, εκδικητική. Εξωτερικά έμενε ίδια και απαράλλαχτη. Ήταν μέρος του παιχνιδιού της. Όσο οι συνθήκες παρέμεναν οι ίδιες, έπρεπε να παραμείνει, τουλάχιστον στην εμφάνιση, πίστη σε όσα περίμεναν απ’ αυτήν. Αλλά η εκδικητικότητα βγήκε’στη νέα της εκδοχή για τους ανθρώπους. Πίσω από τη φαινομενικά ευγενική ομορφιά του πρεσβύτερου είδε την αδύναμη, εύθραυστη μηδαμινότητα. Και τον περιφρονούσε. Ομως, παρ’ όλα αυτά, κατά κάποιον τρόπο, τον συμπαθούσε κιόλας. Τα συναισθήματα είναι τόσο περίπλοκά. Τη Γιαγιά ήταν που έφτασε να σιχαίνεται με όλη της την ψυχή. Η παχύσαρκη γριά, καθισμένη εκεί, τυφλή, σαν κανένα μεγάλο μανιτάρι με κόκκινες βούλες, με το λαιμό της χωμένο ανάμεσα στους φουσκωμένους ώμους της και τα γέρικα διπλοσάγονά της, έτσι που φαινόταν μονοκόμματη σαν διπλή πατάτα, αυτήν, η Υβέτ, τη μισούσε πραγματικά, μ’ εκείνο το έντονο, απόλυτο μίσος, που είναι σχεδόν χαρά. Το μίσος της ήταν τόσο έντονο, που ενώ ένιωθε δυνατή, το απολάμβανε. Η γριά καθόταν με το μεγάλο, κοκκινισμένο πρόσωπό της γερμένο λίγο προς τα πίσω, το δαντελένιο σκουφί της βαλμένο'υτα λεπτά άσπρα της μαλλιά, τη σβησμένη μύτη της ακόμη επιβλητική και το γέρικο στόμα της κλειστό σαν παγίδα. Το στόμα της πρόδιδε αυτή τη μητρική, γέρικη ψυχή. Πάντοτε ήταν ένα σφιγμένο στόμα. Αλλά στα γηρατειά της είχε γίνει σαν βατράχου, άχειλο, με το σαγόνι να προεξέχει σαν τη κάτω σιαγόνα μιας παγίδας. Η εικόνα που μισούσε πιο πολύ η Υβέτ, ήταν το θέαμα εκείνης της κάτω σιαγόνας να προεξέχει άκαμπτα προς τα πάνω, με μια αρχαία τάση προγναθισμού, έτσι που η σβησμένη μύτη, με τη σειρά της, αναγκαζόταν να προεξέχει προς τα πάνω και ολόκληρο το πρόσωπο να γέρνει λίγο προς τα πίσω, κάτω από το μεγάλο, σαν τείχος, μέτωπο. Η θέληση, η αρχαία, βατραχίσια, ανήθικη θέληση της γριάς ήταν τρομακτική όταν την έβλεπες: ένα βατραχίσιο πείσμα που ήταν ασεβές και κάθε άλλο παρά ανθρώπινο! Ανήκε στη μακραίωνη ανθεκτική φυλή των βατράχων, των χελώνων. Και σε έκανε να έχεις την αίσθηση ότι η Γιαγιά δεν θα πέθαινε ποτέ. Θα συνέχιζε να ζει σαν εκείνα τα ανώτερα ερπετά, σε μια κατάσταση χειμερίας νάρκης για πάντα.


Η Υβέτ δεν τολμούσε καν να πει στον πατέρα της ότι η Γιαγιά δεν ήταν τέλεια. Εκείνος θα είχε απειλήσει την κόρη του με το φρενοκομείο. Αυτή ήταν η απειλή που έμοιαζε πάντα να έχει πρόχειρη: το φρενοκομείο. Ακριβώς λες και η αντιπάθεια για τη Γιαγιά και εκείνο το φρικτό σπίτι των συγγενών αποτελούσε από μόνη της απόδειξη παράνοιας, επικίνδυνης παράνοιας. Κι όμως σε κάποια από τις κρίσεις της μανιοκατάθλιψής της πέταξε μια φορά: «Τι άθλιο που είναι αυτό το σπίτι! Έρχεται η θεία Λούσι και η θεία Νελ και η θεία Άλις και κάνουν έναν κύκλο σαν τις κουρούνες με τη Γιαγιά και τη θεία Σίσσυ και σηκώνουν όλες τους τις φούστες τους και ζεσταίνουν τα πόδια τους στη φωτιά και κλείνουν τη Λουσίλ και μένα έξω. Δεν είμαστε παρά ξένες σ’ αυτό το άθλιο σπίτι». Ο πατέρας της την κοίταξε περίεργα. Όμως εκείνη κατάφερε να βάλει νεύρο στα λόγια της και σκέτο θράσος στο βλέμμα της, ώστε αυτός να γελάσει σαν σε παιδιάστικο πείσμα. Κάπου, όμως, ήξερε ότι αυτή, παγερά, φαρμακερά, εννοούσε αυτό που έλεγε, και αυτό τον έκανε να φυλάγεται. Η ζωή της τώρα δε φαινόταν να είναι τίποτε άλλο πέρα από μια νευρική προστριβή με το αηδιαστικό σπιτικό των Σέιγουελ, μέσα στο οποίο ήταν βυθισμένη. Σιχαινόταν το πρεσβυτέριο με μια αηδία που της έτρωγε τη ζωή, μια αηδία τόσο έντονη που να μην μπορεί κυριολεκτικά να φύγει από εκείνο το μέρος. Όσο διαρκούσε, τη μάγευε, με αποστροφή. Ξέχασε πάλι τους Ίστγουντ. Εξάλλου, τελικά, τι ήταν η επανάσταση της μικροσκοπικής Εβραίας μπροστά στη Γιαγιά και το συνάφι των Σέιγουελ! Ένας σύζυγος δεν ήταν ποτέ τίποτε παραπάνω από ένα ημιπεριστασιακό πράγμα! Αλλά μια οικογένεια! Μια φοβερή, βρομερή οικογένεια που ποτέ δε θα διαλυόταν, κολλημένη, μισοπεθαμένη, στη βάση μιας μυκητοειδούς γέρικης ύπαρξης! Πώς μπορούσε κανείς να το αντιμετωπίσει αυτό; Τον τσιγγάνο δεν τον ξέχασε εντελώς. Όμως δεν είχε καιρό γι’ αυτόν. Αυτή, που έπληττε σχεδόν μέχρι αγωνίας και που δεν είχε απολύτως τίποτε να κάνει, αυτή, λοιπόν, δεν είχε καν χρόνο να σκεφτεί σοβαρά οτιδήποτε. Αφού ο χρόνος, τελικά, είναι μόνο ρους της ψυχής καθώς κυλάει. Συνάντησε τον τσιγγάνο δυο φορές. Τη μια ήρθε στο σπίτι με πραμάτεια να πουλήσει. Κι εκείνη, παρακολουθώντας τον από το παράθυρο του κεφαλόσκαλου, αρνήθηκε να κατέβει κάτω: Κι αυτός την είδε, καθώς φόρτωνε την πραμάτειά του πάλι στο κάρο. Αλλά ούτε αυτός έδειξε τίποτε. Όντας από μια φυλή που υπάρχει μόνο για να λεηλατεί τις παρυφές της κοινωνίας μας, πάντα εχθρική, που ζει μόνο από τα λάφυρα, είχε υπερβολικό έλεγχο του εαυτού του και ήταν πολύ επιφυλακτικός, ώστε να εκτεθεί ανοιχτά στην τεράστια, απαίσια εξουσία του νόμου μας. Είχε περάσει από τον πόλεμο. Είχε υποδουλωθεί παρά τη θέλησή του εκείνη τη φορά. Έτσι τώρα εμφανίστηκε στο πρεσβυτέριο και αργά, ήσυχα, ασχολούνταν με το κάρο του έξω από την άσπρη πόρτα, μ’ εκείνοι τον αέρα της σιωπηλής και πάντα σκληρής περιθωριοποίησης που του έδινε τη μοναχική, αρπακτική χάρη του. Ήξερε ότι τον είχε δει. Και θα έπρεπε να τον βλέπει άκαμπτο, να πουλάει ήσυχα τα χάλκινα αγγεία του, με μια προαιώνια εχθρικότητα ενάντια σε κάποια σαν κι αυτήν. Σαν κι αυτήν; Ίσως να έκανε λάθος. Η καρδιά της τώρα, όπως χτυπούσε, ηχούσε δυνατά σαν


το σφυρί πάνω στο χαλκό του, πηγαίνοντας κόντρα στις περιστάσεις. Όμως εκείνος χτυπούσε κρυφά την επιφάνεια κι εκείνη, ακόμη πιο κρυφά, την καρδιά του κατεστημένου. Της άρεσε. Της άρεσε η ήσυχη, αθόρυβη, έντονη παρουσία του. Της άρεσε εκείνο το μυστηριώδες σθένος μέσα του, που διαρκεί από αντίδραση, χωρίς καμία αίσθηση νίκης. Και της άρεσε επίσης εκείνη η ιδιόμορφη, πρόσθετη αδιαλλαξία, η αυταπάτη μέσα στην αντιπαλότητα, που χαρακτηρίζει τη μεταπολεμική γενιά. Ναι, αν ανήκε σε κάποια πλευρά, και σε κάποια φυλή, ήταν η δική του. Σχεδόν είχε την επιθυμία στην καρδιά της να τον ακολουθήσει και να γίνει μια περιθωριακή τσιγγάνα. Αλλά είχε γεννηθεί μέσα στις κοινωνικές συμβάσεις. Και της άρεσε η καλοπέραση και ένα κάποιο κύρος. Ακόμη και ως απλή κόρη πρεσβύτερου, μια κοπέλα τύγχανε κάποιας εκτιμήσεως. Και αυτό της άρεσε. Επίσης της άρεσε να ξεφλουδίζει τους κίονες της όκκλησίας από τη μέσα πλευρά. Ήθελε να είναι ασφαλής κάτω από τη σκέπη του ναού. Κι όμως τη διασκέδαζε να κόβει κομματάκια από τους στύλους που στήριζαν τη σκεπή. Χωρίς αμφιβολία πολλά κομματάκια είχαν αφαιρεθεί από τον Φιλησταίο πριν ο Σαμψών γκρεμίσει το ναό. «Δεν είμαι σίγουρη για το κατά πόσο πρέπει κανείς να το ρίξει έξω μέχρι τα είκοσι έξι του και μετά να ενδώσει και να παντρευτεί!» Αυτή ήταν η φιλοσοφία της Λουσίλ, όπως την έμαθε από μεγαλύτερες γυναίκες. Η Υβέτ ήταν είκοσι ενός. Αυτό σήμαινε ότι της είχαν απομείνει πέντε χρόνια για να το ρίξει έξω. Και αυτό το «έξω» σήμαινε, για την ώρα, τον τσιγγάνο. Ο γάμος, σε ηλικία είκοσι έξι χρονών, σήμαινε Λίο ή Τζέρι. Έτσι, μια γυναίκα μπορούσε να φάει το γλυκό της αλλά να έχει και το ψωμοτύρι της. Η Υβέτ, βυθισμένη σε φρικτό, αδιέξοδο μίσος για την οικογένεια των Σέιγουελ, ήταν πολύ μεγάλη και πολύ σοφή: με την πείρα και τη σοφία των νέων, η οποία πάντοτε υπερσκελίζει την πείρα και τη σοφία των μεγάλων, ή των ηλικιωμένων. Τη δεύτερη φορά συνάντησε τον τσιγγάνο κατά σύμπτωση. Ήταν Μάρτιος και είχε ηλιόλουστο καιρό, μετά από πρωτοφανείς καταιγίδες. Τα κρινάκια κιτρίνιζαν στους φράχτες, και τα ηράνθεμα ανάμεσα στους βράχους. Όμως, ακόμη κι έτσι, ερχόταν μια οσμή από θειάφι από το μακρινό χαλυβδουργείο, στον μπλε ουρανό, στο χρώμα του χάλυβδα. Κι όμως ήταν άνοιξη! Η Υβέτ οδηγούσε το ποδήλατό της αργά κατά μήκος του Κόντνορ Γκέιτ, περνώντας από τα λατομεία ασβέστου, όταν είδε τον τσιγγάνο να βγαίνει από την πόρτα μιας πέτρινης καλύβας. Το κάρο του ήταν αραγμένο στο δρόμο. Γύριζε με τις σκούπες και τα μπακίρια του στο κάρο. Κατέβηκε από το ποδήλατό της. Οταν τον είδε, θαύμασε με αλλόκοτη τρυφερότητα τις λεπτές γραμμές του κορμιού του κάτω από την πράσινη μπλούζα, το γύρισμα του ήρεμου προσώπου του. Ένιωσε ότι τον ήξερε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον στη γη, ακόμη και τη Λουσίλ, και ότι ήταν δική του, με κάποιον τρόπο, για πάντα. «Έφτιαξες τίποτε καινούργιο και όμορφο;» ρώτησε αθώα, κοιτάζοντας τα χάλκινα


αντικείμενα. «Μπα», απάντησε ανταποδίδοντάς της το κοίταγμα. Ο πόθος υπήρχε ακόμη, πάντα αδιάκριτος και απροκάλυπτος στα μάτια του. Αλλά ήταν πιο απόμακρος, η τόλμη είχε λιγοστέψει. Υπήρχε μια μικρή σπίθα, λες και την αντιπαθούσε. Όμως αυτό εξαφανίστηκε πάλι, καθώς την έβλεπε να κοιτάζει τα χάλκινα και μπρούντζινα αντικείμενά του. Τα περιεργαζόταν προσεκτικά. Ήταν ένα μικρό, οβάλ, μπρούντζινο πιάτο, με μια περίεργη φιγούρα, σαν φοίνικας, σφυρηλατημένη πάνω του. «Αυτό μου αρέσει», είπε. «Πόσο κάνει;» «Ό,τι έχετε ευχαρίστηση», είπε. Αυτό την εκνεύρισε· φαινόταν απότομος, σχεδόν σαρκαστικός. «Θα προτιμούσα να μου πεις εσύ» του είπε κοιτάζοντάς τον. «Δώστε μου ό,τι νομίζετε», είπε εκείνος. «Όχι» είπε απότομα. «Αν δε μου πεις, δε θα το πάρω». «Εντάξει», αποκρίθηκε εκείνος. «Δύο σελίνια». Βρήκε μισή κορόνα κι εκείνος έβγαλε από την τσέπη του μια χούφτα ασημένια νομίσματα, από τα οποία της έδωσε έξι πένες, «Η γριά τσιγγάνα είδε ένα όνειρο για σένα», της είπε, κοιτάζοντάς την με αδιάκριτο, ερευνητικό βλέμμα. «Αλήθεια!» αναφώνησε η Υβέτ, που αμέσως ξύπνησε το ενδιαφέρον της. «Τι είδε;» «Είπε: Να ’σαι πιο γενναία στην καρδιά, αλλιώς θα χάσεις το παιχνίδι. Ετσι το είπε: “Να ’σαι πιο γενναία στο κορμί, αλλιώς η τύχη σου θα σ’ εγκαταλείψει”. Και είπε πάλι: “Αφουγκράσου τη φωνή του νερού”». Η Υβέτ παραξενεύτηκε πολύ. «Και τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε. «Τη ρώτησα» είπε εκείνος. «Λέει πως δεν ξέρει». «Πες μου ξανά τι είδε», είπε η Υβέτ. «“Να ’σαι πιο γενναία στο κορμί, αλλιώς θα χάσεις την τύχη σου”. Και: “Αφουγκράσου τη φωνή του νερού”». Κοίταξε σιωπηλά το απαλό, σκεφτικό της πρόσωπο.'Κάτι σαν άρωμα έμοιαζε να αναδίδεται από το νεανικό της κόρφο και να φτάνει σ’ αυτόν, σε μια ευχάριστη ένωση. «Πρέπει να είμαι πιο γενναία στο σώμα και πρέπει να αφουγκραστώ τη φωνή του νερού!


Εντάξει!» είπε. «Δεν καταλαβαίνω, αλλά ίσως να το κάνω». Τον κοίταξε στα μάτια. Και ο άντρας και η γυναίκα κρύβουν μέσα τους πολλά πρόσωπα. Με το ένα της πρόσωπο αγαπούσε αυτόν τον τσιγγάνο. Με τα πολλά της πρόσωπα αδιαφορούσε γι’ αυτόν και τον αποστρεφόταν. «Δε θα ’ρθείτε πάλι πάνω στο Χεντ;» τη ρώτησε. Τον κοίταξε ^ανά αφηρημένα. «Μπορεί να ’ρθω», απάντησε «κάποια μέρα, κάποια μέρα». «Ανοιξιάτικος καιρός!», είπε χαμογελώντας αμυδρά και κοιτάζοντας τον ήλιο. «Σύντομα θα τα μαζέψουμε και θα φύγουμε». «Πότε;» ρώτησε εκείνη. «Μάλλον την ερχόμενη βδομάδα». «Για πού;» Έκανε πάλι μια κίνηση με το κεφάλι του. «Μάλλον προς τα πάνω, βόρεια», είπε. Τον κοίταξε. «Εντάξει!» είπε. «Ίσως να έρθω πριν φύγετε, να αποχαιρετήσω τη γυναίκα σου και τη γριά που μου έστειλε το μήνυμα».

IX Η YBET ΔΕΝ ΚΡΑΤΗΣΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΗΣ. Οι λίγες μέρες του Μαρτίου ήταν όμορφες και

τις άφησε να κυλήσουν. Είχε μια περίεργη διστακτικότητα πάντοτε να κάνει μια πράξη ή κάποια ουσιαστική κίνηση μόνη της. Πάντα ήθελε κάποιος άλλος να κάνει την κίνηση για λογαριασμό της, σαν να μην ήθελε να παίξει μόνη της το παιχνίδι της ζωής. Περνούσε τον καιρό της όπως συνήθως, πήγαινε στους φίλους της, σε πάρτι, και χόρευε με τον ακούραστο Λίο. Ήθελε να ανέβει, να αποχαιρετήσει τους τσιγγάνους. Το ήθελε πραγματικά. Και τίποτε δεν την εμπόδιζε. Ήθελε να πάει ειδικά την Παρασκευή το απόγευμα. Είχε ήλιο. Οι τελευταίοι κίτρινοι κρόκοι κάτω στο δρόμο ήταν ολάνθιστοι και οι πρώτες μέλισσες βυθίζονταν μέσα τους. Ο Πάπλ έτρεχε ορμητικά κάτω από την πέτρινη γέφυρα, αφύσικα φουσκωμένος, σχεδόν σκεπάζοντας τις καμάρες. Πλανιόταν το άρωμα των κέδρων. Κι εκείνη ένιωθε τόσο αδρανής, μα τόσο αδρανής. Τριγύριζε στον κήπο δίπλα στο ποτάμι, μισοονειροπολώντας, περιμένοντας κάτι. Όσο κρατούσε η λάμψη του ανοιξιάτικου^ήλιου, θα έμενε έξω. Στο σπίτι, η Γιαγιά, καθισμένη σαν φρικτός, γέρος αρχιερέας, μέσα σ’ έναν όγκο από μαύρο μετάξι και με το άσπρο δαντελένιο σκουφί της, ζέσταινε τα πόδια της στη φωτιά και άκουγε όλα όσα είχε να της πει η θεία Νελ. Η Παρασκευή ήταν η μέρα της θείας Νελ.


Συνήθως ερχόταν για το μεσημεριανό και έφευγε μετά το πρώτο τσάι. Έτσι, η μητέρα και η παχιά, μάλλον συνηθισμένη, κόρη, που ήταν ήδη χήρα στα σαράντα της, κάθονταν και κουτσομπόλευαν κοντά στο τζάκι, ενώ η θεία Σίσσυ μπαινόβγαινε. Η Παρασκευή ήταν και η μέρα που ο πρεσβύτερος πήγαινε στην πόλη* επίσης ήταν η μέρα εξόδου της υπηρέτριας. Η Υβέτ κάθισε σ’ έναν ξύλινο πάγκο στον κήπο, λίγα μέτρα μόνο πάνω από την όχθη του φουσκωμένου ποταμού, που έφερνε έναν παράξενο, αφύσικο όγκο νερού. Όι κρόκοι άνθιζαν στα διακοσμητικά παρτέρια, το γρασίδι ήταν σκούρο πράσινο στα σημεία που το είχαν κουρέψει, οι δάφνες φάνταζαν ελαφρώς πιο ανοιχτόχρωμες. Η θεία Σίσσυ βγήκε στην κορυφή της σκάλας της βεράντας και φώναξε στην Υβέτ αν ήθελε ένα φλιτζάνι τσάι νωρίτερα. Εξαιτίας του ποταμού ακριβώς από κάτω, η Υβέτ δεν μπόρεσε να ακούσει τι έλεγε η θεία Σίσσυ, αλλά το μάντεψε και έγνεψε με το κεφάλι της. Ένα φλιτζάνι τσάι νωρίτερα μέσα στο σπίτι, ενώ έξω ο ήλιος έλαμπε; Όχι, δε θα έπαιρνε! Εκεί που καθόταν και ρέμβαζε στον ήλιο, σκεφτόταν τον τσιγγάνο της. Η ψυχή της είχε το δικό της τρόπο, εν μέρει οδυνηρό εν μέρει ανακουφιστικό να φεύγει και να περιπλανιέται σε κάποιο άλλο μέρος, σε κάποιον που είχε αιχμαλωτίσει τη φαντασία της. Μερικές μέρες ήταν στους Φράμλεϊ, αν και δεν πήγαινε να τους επισκεφθεί. Άλλες μέρες είχε συνεχώς το νου της στους Ίστγουντ. Και σήμερα στους τσιγγάνους. Ήταν πάνω στον καταυλισμό τους, στο λατομείο. Είδε τον άντρα να σφυρηλατεί το χαλκό του, σηκώνοντας το κεφάλι του για να κοιτάξει στο δρόμο· και τα παιδιά να παίζουν μέσα στο στάβλο* και τις γυναίκες, τη γυναίκα του τσιγγάνου και τη δυνατή, ηλικιωμένη γυναίκα, να έρχονται με τους μπόγους τους, μαζί με τον ηλικιωμένο άνδρα. Αυτό το απόγευμα ένιωθε έντονα ότι εκείνο ήταν το σπίτι της: ο τσιγγάνικος καταυλισμός, η φωτιά, το σκαμνί, ο άνδρας με το σφυρί, η γριά στρίγγλα. Ήταν στη φύση της να έχει αυτά τα ξεσπάσματα νοσταλγίας για κάποιο μέρος που ήξερε* να βρίσκεται σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος* με κάποιον που ένιωθε οικείο. Εκείνο το απόγευμα ήταν ο καταυλισμός των τσιγγάνων* και ο άνδρας με την πράσινη μπλούζα τον έκανε σπίτι γι’ αυτήν. Μόνο να είναι εκεί που ήταν και αυτός, να τι ήταν να νιώθει σαν στο σπίτι της. Τα κάρα, τα κουτσούβελα, οι άλλες γυναίκες, όλα της φαίνονταν φυσικά, οικεία, λες και είχε γεννηθεί εκεί. Αναρωτιόταν αν ο τσιγγάνος τη σκεφτόταν* αν μπορούσε να τη δει να κάθεται στο σκαμνί κοντά στη φωτιά* αν θα γύριζε το κεφάλι του να τη δει καθώς σηκωνόταν, κοιτάζοντας τον αργά και με σημασία, πηγαίνοντας προς τα σκαλιά του κάρου. Ήξερε; Ήξερε; Αφηρημένα σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε πάνω, την ανηφοριά με τους σκουρόχρωμους κέδρους βόρεια του σπιτιού, εκεί που σκαρφάλωνε ο δρόμος, χωρίς να φαίνεται, οδηγώντας στο Χεντ. Δεν είδε τίποτα και το βλέμμα της ξαναγύρισε κάτω. Στη βάση της πλαγιάς ο ποταμός καμπύλωνε προς τα πίσω, άγρια, απειλητικά, πάνω στους χαμηλούς βράχους κατά πλάτος του ρέματος και μετά περνούσε δίπλα από τον κήπο, προς τη γέφυρα. Ήταν αφύσικα φουσκωμένος και θολός και ογκώδης. «Περίμενε να ακούσεις τη φωνή του νερού», μονολόγησε. «Δεν υπάρχει λόγος να περί-μένω να την ακούσω, αν η φωνή σημαίνει θόρυβος!». Και πάλι κοίταξε το φουσκωμένο ποτάμι που πάφλαζε θυμωμένα, καθώς έστριβε. Από πάνω στεκόταν ο σκουρόχρωμος κήπος της κουζίνας και τα τραχιά οπωροφόρα δέντρα. Όλα έγερναν προς το νότο και νοτιοδυτικά, αποζητώντας τον ήλιο. Πίσω, πάνω από το σπίτι και τον κήπο της κουζίνας κρεμόταν το απόκρημνο δασάκι από κέδρους, οι οποίοι έμοιαζαν


μαραμένοι. t Ο κηπουρός δούλευε στον κήπο της κουζίνας, εκεί ψηλά, στις παρυφές του δάσους με τους κέδρους. Ακουσε μια φωνή. Ήταν η θεία Σίσσυ και η θεία Νελ. Είχαν βγει στο δρόμο και έγνεφαν «αντίο»! Η Υβέτ τους έγνεψε κι εκείνη. Μετά η θεία Σίσσυ, τσιρίζοντας για να καλύψει το θόρυβο του νερού, φώναξε: «Δε θα αργήσω. Μην ξεχνάς ότι η Γιαγιά είναι μόνη της!» «Εντάξει!» φώναξε η Υβέτ, μάλλον μάταια. Και κάθισε στον πάγκο και παρακολουθούσε τις δύο μικροπρεπείς γυναίκες με τα μακριά παλτό να βαδίζουν αργά πάνω στη γέφυρα και να παίρνουν τη φιδωτή ανηφοριά στην απέναντι πλαγιά* η θεία Νελ κουβαλούσε, μάλιστα, κάτι σαν βαλίτσα, μέσα στην οποία έφερνε μερικά καλούδια για τη Γιαγιά και έπαιρνε πίσω λαχανικά ή ό,τι άλλο έβγαζε το περιβόλι του πρεσβύτερου ή και το ντουλάπι του. Σιγά σιγά οι δύο φιγούρες απομακρύνονταν στο λευκό, ανηφορικό δρόμο, προχωρώντας με δυσκολία, αργά, προς το χωριό Πάπλγουικ. Η θεία Σίσσυ πήγαινε κι αυτή μέχρι το χωριό, για να πάρει κάτι. Ο ήλιος άρχιζε να παίρνει κίτρινο χρώμα, καθώς έχανε τη λάμψη του. Τι κρίμα! Αχ, τι κρίμα που τελείωνε η ηλιόλουστη μέρα και θα έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι, σ’ εκείνα τα μισητά δωμάτια και στη Γιαγιά! Η θεία Σίσσυ θα επέστρεφε από στιγμή σε στιγμή: ήταν περασμένες πέντε. Και όλοι οι άλλοι θα κατέφθαναν από την πόλη, μάλλον νευρικοί και κουρασμένοι, λίγο μετά της έξι. Καθώς κοιτούσε ανήσυχα γύρω της, άκουσε, πίσω από τον ήχο των τρεχούμενων νερών, το διαπεραστικό θόρυβο ενός αλόγου και ενός κάρου να κροταλίζει στο δρόμο ο οποίος περνούσε μέσα από τους κέδρους. Ο κηπουρός κοίταξε κι αυτός προς τα εκεί. Η Υβέτ έστρεψε το βλέμμα της πάλι αλλού, χαζολογώντας, και έκανε λίγα βήματα δίπλα στο φουσκωμένο ποτάμι, απρόθυμη να μπει μέσα. Κοίταξε προς τα πάνω, στο δρόμο, για να δει αν ερχόταν η θεία Σίσσυ. Αν την έβλεπε, θα πήγαινε στο σπίτι. Ακουσε κάποιον να φωνάζει και κοίταξε γύρω της. Κάτω, στο-μονοπάτι, ανάμεσα στους κέδρους, κατηφόριζε τρέχοντας ο τσιγγάνος. Ο κηπουρός, πέρα μακριά, έτρεχε κι αυτός. Την ίδια στιγμή ένιωσε ένα μεγάλο βουητό, το οποίο πριν προλάβει να κουνηθεί, επισωρεύτηκε σε ένα αχανές, εκκωφαντικό πανδαιμόνιο. Ο τσιγγάνος χειρονομούσε. Κοίταξε γύρω της, πίσω της. Και προς μεγάλη της φρίκη και έκπληξη, στην καμπή του ποταμού είδε ένα άγριο, κοκκινωπό κύμα νερού να ορμάει σαν τοίχος λεόντων. Ο ήχος της βουής σκέπαζε τα πάντα. Ήταν ανήμπορη, έκπληκτη και εμβρόντητη* ήθελε να το δει. Πριν προλάβει να το σκεφθεί, πλησίασε ένας βρυχώμενος όγκος νερού. Παραλίγο να λιποθυμήσει από την τρομάρα της. Ακουσε την κραυγή του τσιγγάνου και κοίταξε πάνω για να τον δει να έρχεται με πηδήματα προς το μέρος της, ενώ τα μαύρα μάτια του κόντευαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους. «Τρέχα!» ούρλιαξε, αρπάζοντας το χέρι της.


Και σε μια στιγμή, το πρώτο κύμα σκέπασε τα πόδια της από κάτω σαν στρόβιλος, μ’ εκείνον τον τρελό θόρυβο, ο οποίος ξαφνικά και για κάποιο λόγο, βουβάθηκε* μια αδηφάγα πλημμύρα σκέπασε το περιβόλι. Το νερό θέρισε τα πάντα! Ο τσιγγάνος την έσυρε στο σπίτι, με δυσκολία, τρεκλίζοντας, τσαλαβουτώντας, όμως ακόμη κρατώντας όρθιους και τους δυο^τους. Σχεδόν είχε χάσει τις αισθήσεις της· λες και η πλημμύρα ήταν στην ψυχή της. Στον κήπο υπήρχε μια πεζούλα σκεπασμένη με γρασίδι, κοντά στο μονοπάτι γύρω από το σπίτι. Ο τσιγγάνος πιάστηκε από αυτήν την πεζούλα για να σκαρφαλώσει επάνω, στο στεγνό επίπεδο του μονοπατιού, σέρνοντάς την πίσω του, και πήδηξε μαζί της, πέρα από τα παράθυρα, στα σκαλιά της βεράντας. Πριν φτάσουν εκεί, ένα καινούργιο, πελώριο κύμα νερού ήρθε θερίζοντας τα πάντα, ρίχνοντας κάτω ακόμη και δέντρα, και σώριασε κι αυτούς. Η Υβέτ ένιωσε βυθισμένη σ’ ένα ορμητικό αυλάκι παγωμένου νερού, σαν μέσα σε στρόβιλο, μόνο με το φοβισμένο σφίξιμο του χεριού του τσιγγάνου στον καρπό της. Ήταν και οι δύο κάτω και χαμένοι. Ένιωσε έναν οξύ και τρομακτικό πόνο. Μετά εκείνος την τράβηξε επάνω. Ήταν όρθιος και έτρεχε μπροστά, μέσα στο νερό, γαντζωμένος από τον κορμό της μεγάλης γλυσίνας που φύτρωνε στον τοίχο, συνθλιμμένη πάνω του από το νερό. Το κεφάλι του προεξείχε από το νερό, κρατούσε το χέρι της τόσο σφιχτά που έμοιαζε παραλυμένο* αλλά δεν μπορούσε να τη στηρίξει. Μέσα σε μια φριχτή ζάλη, σαν σε όνειρο, πάλευε, πάλευε μα δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Μόνο το χέρι του έσφιγγε τον καρπό της. Την έσυρε κοντύτερα, μέχρι που το ένα της χέρι έπιασε το πόδι του. Παραλίγο να πέσει κάτω. Όμως η γλυσίνα τον κρατούσε και την τράβηξε προς το μέρος του. Αρπάχτηκε από πάνω του τρομαγμένα· και στάθηκε στα πόδια της, ενώ αυτός κρεμόταν, σαν άνθρωπος κομμένος στα δυο, από τον κορμό της γλυσίνας. Το νερό ήταν τώρα πάνω από τα γόνατά της. Ο άντρας κι εκείνη κοίταζαν ο ένας το χλομό, μουσκεμένο πρόσωπο του άλλου. «Πήγαινε στα σκαλιά!» ούρλιαξε εκείνος. Ήταν μόλις στη γωνία: τέσσερα βήματα! Τον κοίταξε* δεν μπορούσε να πάει. Τα μάτια του την κάρφωσαν σαν του τίγρη και την έσπρωξε μακριά του. Εκείνη πιάστηκε από τον τοίχο και το νερό φάνηκε να καταλαγιάζει κάπως. Όταν έφτασε στη γωνία, παραπάτησε, αλλά γύρισε και σκαρφάλωσε πάνω στο περίζωμα του κιγκλιδώματος της σκάλας της βεράντας και ο άνδρας την ακολούθησε. Ανέβηκαν στα σκαλιά και τότε ακούστηκε άλλο ένα βουητό μέσα στη φασαρία και ο τοίχος του σπιτιού σείστηκε. To νερό φούσκωσε γύρω από τα πόδια της πάλι, αλλά ο τσιγγάνος είχε ανοίξει την πόρτα του χολ. Μέσα έσταζαν νερά, καθώς τρέκλιζαν προς τις σκάλες. Και την ώρα που προχωρούσαν, είδαν τον κοντό, παράξενο όγκο της Γιαγιάς να προβάλει στο χολ, μακριά από την πόρτα της τραπεζαρίας. Είχε σηκώσει τα χέρια της ψηλά σαν δαγκάνες, καθώς το πρώτο νερό στροβιλιζόταν γύρω από τα πόδια της, και το στόμα της, ίδιο φέρετρο, είχε ανοίξει κι έβγαζε μια βραχνή κραυγή. Η Υβέτ δε\ έβλεπε παρά μόνο τις σκάλες. Τυφλή, αδιάφορη για όλα εκτός από τις σκάλες που πρόβαλλαν πίσω από το νερό, σκαρφάλωσε με δυσκολία, σαν βρεγμένη, τρεμάμενη γάτα, σχεδόν λιπόθυμη. Όταν έφτασε στο κεφαλόσκαλο, στάζοντας και τρέμοντας, χωρίς να


μπορεί να σταθεί στα πόδια της, γαντζωμένη από τα κάγκελα, ενώ το σπίτι τρανταζόταν και το νερό λυσσομανούσε από κάτω, τότε μόνο ένιωσε το μουσκεμένο τσιγγάνο, με παροξυσμούς βήχα, στην κορυφή της σκάλας, χωρίς κασκέτο, με τα μαύρα μαλλιά του να πέφτουν στα μάτια του, να κοιτάζει ανάμεσα από τα βρεγμένα τσουλούφια του την τρομακτική φουσκονεριά από κάτω, στο χολ. Η Υβέτ, ημιλιπόθυμη, κοίταξε κι εκείνη και είδε τη Γιαγιά να βγαίνει στην επιφάνεια, σαν παράξενο πλεούμενο, με το πρόσωπό της μπλάβο, τα τυφλά γαλάζια μάτια της σφαλιστά, αφρό να βγαίνει από το στόμα της. Ένα γέρικο, μελανιασμένο χέρι γαντζώθηκε από το κάγκελο και έμεινε εκεί για μια στιγμή, δείχνοντας τη λάμψη μιας βέρας. Ο τσιγγάνος, που είχε φτύσει το νερό που είχε καταπιεί και είχε παραμερίσει τα μαλλιά του, είπε σ’ εκείνο το απαίσιο, πρόσωπο που επέπλεε από κάτω: «Πολύ κακό! Πολύ κακό!» Μ’ έναν υπόκωφο γδούπο σαν βροντή, το σπίτι χτυπήθηκε πάλι και κλυδωνίστηκε και άρχισε ένας παράξενος θόρυβος σπασίματος, κροταλίσματος και σφυρίγματος. Το νερό φούσκωσε σαν θάλασσα. Το χέρι χάθηκε, κάθε σημάδι ζωής εξαφανίστηκε, εκτός από το νερό που ολοένα φούσκωνε. Η Υβέτ γύρισε σ’ ένα τυφλό, ασυναίσθητο παραλήρημα, τρεκλίζοντας σαν βρεγμένη γάτα, στο πάνω σκαλί, και σκαρφαλώνοντας γρήγορα. Μόνον όταν έφτασε στην πόρτα του δωματίου της, σταμάτησε, αποσβολωμένη από τον ήχο ενός φρικτού, βίαιου πάταγου, ενώ το σπίτι τρανταζόταν συθέμελα. «Το σπίτι πέφτει», της φώναξε ο τσιγγάνος, με πράσινη όψη. Κοίταξε το αφηνιασμένο πρόσωπό της. «Πού είναι η καμινάδα; H πίσω καμινάδα; Σε ποιο δωμάτιο; Η καμινάδα θα σταθεί!» Την κοίταξε με αλλόκοτη αγριάδα, αναγκάζοντάς την να καταλάβει. Κι εκείνη έγνεψε με μια περίεργη, απόκοσμη νηφαλιότητα, αρκετά ήρεμα, λέγοντας: «Εδώ μέσα! Εδώ μέσα! Είναι εντάξει» Μπήκαν στο δωμάτιό της, που είχε ένα στενό τζάκι. Ήταν ένα δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού, με δύο παράθυρα, ένα σε κάθε πλευρά της μεγάλης καπνοδόχου. Ο τσιγγάνος βήχοντας δυνατά και τρέμοντας σύγκορμος, πήγε στο παράθυρο να κοιτάξει έξω. Από κάτω, ανάμεσα στο σπίτι και το απότομο ύψωμα του λόφου ήταν ένα άγριο ρυάκι νερού που έτρεχε ορμητικά, παρασύροντας σκουπίδια στο διάβα του και ανάμεσά τους ήταν και το πράσινο σπιτάκι του Ρόβερ. Ο τσιγγάνος έβηχε συνεχώς και κοίταζε κάτω με άδειο βλέμμα. Τα δέντρα ένα ένα έπεφταν, θερισμένα από το νερό, το οποίο θα έπρεπε να είχε φτάσει τα δέκα πόδια. Τρέμοντας και πιέζοντας τα μουσκεμένα χέρια του στο μουσκεμένο του στήθος, με μια έκφραση παραίτησης στο πελιδνό πρόσωπό του, στράφηκε στην Υβέτ. Ένας τρομακτικός, εκκωφαντικός ήχος διαπέρασε το σπίτι, μετά ακούστηκε μια βαθιά, υδάτινη έκρηξη. Κάτι είχε καταρρεύσει, κάποιο μέρος του σπιτιού, το πάτωμα ανεβοκατέβαινε και σειόταν από κάτω τους. Για λίγα λεπτά έμειναν και οι δύο μετέωροι, άναυδοι. Ύστερα εκείνος συνήλθε. «Πολύ άσχημα τα πράγματα! Πολύ άσχημα! Αυτό θα σταθεί, όμως. Αυτό εδώ θα σταθεί. Βλέπεις; Εκείνη η καπνοδόχος! Σαν πύργος. Ναι! Εντάξει! Εντάξει! Βγάλε τα ρούχα σου και


μπες στο κρεβάτι. Θα πεθάνεις από το κρύο!» «Είμαι εντάξει! Μια χαρά!» του είπε και κάθισε σε μια καρέκλα και τον κοίταξε στα μάτια με το ωχρό, αφηνιασμένο προσωπάκι της, που γύρω του κολλούσαν τα μαλλιά της. «Όχι!» φώναξε εκείνος. «Οχι! Βγάλε τα ρούχα σου και θα σε τρίψω μ’ αυτήν την πετσέτα. Θα τριφτώ κι εγώ. Αν πέσει το σπίτι, τότε τουλάχιστον ας πεθάνουμε ζεστοί. Αν δεν πέσει, τότε καλύτερα να ζήσουμε παρά να πεθάνουμε από πνευμονία». Βήχοντας, αναρριγώντας, τράβηξε το κάτω μέρος της μπλούζας του και πάλεψε μ’ όλη την τρεμάμενη, βασανισμένη από το κρύο δύναμή του να βγάλει τη βρεγμένη, κολλητή μπλούζα του. «Βοήθησέ με!» φώναξε, με το πρόσωπό του κρυμμένο. Εκείνη άρπαξε την άκρη της μπλούζας του υπάκουα και την τράβηξε με όλη της τη δύναμη. To ρούχο πέρασε από το κεφάλι του και αυτός έμεινε με τις τιράντες του. «Βγάλε τα ρούχα σου! Τρίψου μ’ αυτή την πετσέτα!» τη διέταξε με τη σκληρότητα του πολέμου πάνω του. Και σαν πλάσμα βασανισμένο, έβγαλε το παντελόνι του και πέταξε το μουσκεμένο, κολλημένο πουκάμισο, προβάλοντας λεπτός και πελιδνός, με κάθε ίνα του να τρέμει από το κρύο και τον τρόμο. Αρπαξε μια πετσέτα και άρχισε να τρίβει γρήγορα το σώμα του, ενώ τα δόντια του χτυπούσαν σαν πιάτα που κροταλίζουν όλα μαζί. Η Υβέτ κατάλαβε ότι ήταν φρόνιμο να κάνει το ίδιο. Προσπάθησε να βγάλει το φόρεμά της. Εκείνος τράβηξε το φρικτό, υγρό, θανατερό ρούχο από πάνω της, και μετά, ξαναρχίζοντας το τρίψιμο, πήγε στην πόρτα πατώντας στις μύτες των ποδιών πάνω στο υγρό πάτωμα. Στάθηκε εκεί γυμνός, με την πετσέτα στο χέρι, σαν απολιθωμένος. Κοίταξε προς τη δύση, εκεί που ήταν κάποτε το παράθυρο του πάνω κεφαλόσκαλου και έβλεπε το ηλιοβασίλεμα πάνω από μια μανιασμένη θάλασσα νερού, γεμάτη ξεριζωμένα δέντρα και σκουπίδια. Η τελευταία γωνία του σπιτιού, εκεί που κάποτε ήταν η βεράντα και οι σκάλες, δεν υπήρχε πια. Ο τοίχος είχε πέσει, αφήνοντας τα πατώματα να προεξέχουν. Οι σκάλες δεν υπήρχαν πια. Ακίνητος, παρατηρούσε το νερό. Παγωμένος αέρας φυσούσε πάνω του. Έσφιξε με μεγάλη προσπάθεια τα δόντια του που χτυπούσαν, ξαναγύρισε στο δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα. Η Υβέτ, γυμνή, τρέμοντας τόσο που την έπιανε ναυτία, προσπαθούσε να σκουπιστεί για να στεγνώσει. «Εντάξει!» φώναξε εκείνος. «Εντάξει! Το νερό δεν ανεβαίνει άλλο! Εντάξει!» Με την πετσέτα του άρχισε να την τρίβει, ενώ εκείνος έτρεμε σύγκορμος, αλλά την κρατούσε σφιχτά από τους ώμους και αργά, μουδιασμένα, έτριβε το τρυφερό της κορμί κι ακόμη προσπαθούσε να στεγνώσει κάπως τα μπερδεμένα μαλλιά του μικρού κεφαλιού της. Ξαφνικά σταμάτησε. «Καλύτερα να ξαπλώσεις στο κρεβάτι», διέταξε. «Θέλω να τριφτώ». Τα δόντια του χτυπούσαν με μεγάλο κρότο, διακόπτοντας τα λόγια του. Η Υβέτ σύρθηκε


τρέμοντας και μισολιπόθυμη στο κρεβάτι της. Εκείνος, κάνοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να μείνει ακίνητος και να τριφτεί για να ζεσταθεί, πήγε πάλι στο βορινό παράθυρο, για να κοιτάξει έξω. Το νερό είχε ανέβει λίγο. Ο ήλιος είχε δύσει και υπήρχε διάχυτο ένα κοκκινωπό φως. Σκούπισε τα μαλλιά του κάνοντάς τα ένα μαύρο, βρεγμένο κουβάρι. Ένα ρίγος τον διαπέρασε ξαφνικά και σταμάτησε να πάρει μια ανάσα· ύστερα έριξε μια ματιά έξω πάλι, έτριψε ξανά το στήθος του και ξανάρχισε να βήχει εξαιτίας του νερού που είχε καταπιεί. Η πετσέτα του ήταν κόκκινη: είχε πληγωθεί κάπου* αλλά δεν ένιωθε τίποτε. Ακουγόταν ακόμη ο παράξενος, τεράστιος θόρυβος του νερού και ο φρικτός πάταγος από αντικείμενα που έπεφταν πάνω στους τοίχους. Ο αέρας, με το ηλιοβασίλεμα, γινόταν κρύος και άγριος. Το σπίτι τρανταζόταν με κρότους και αλλόκοτοι, τρομακτικοί θόρυβοι έφταναν επάνω. Τρόμος φώλιασε στην ψυχή του, πήγε ξανά στη πόρτα. Ο άνεμος που βρυχόταν μαζί με το νερό, φύσηξε μέσα καθώς την άνοιγε. Μέσα από το τρομερό χάσμα του σπιτιού είδε τον κόσμο, τα νερά, το χάος των αφηνιασμένων νερών, το λυκόφως, το τέλειο καινούργιο φεγγάρι ψηλά στον ουρανό, πάνω από το λιόγερμα, ένα θαμπό πράγμα, και τα σύννεφα που στριμώχνονταν, σκοτεινά, στον ουρανό, στον κρύο, σφοδρό αέρα. Σφίγγοντας πάλι τα δόντια του από φόβο και νιώθοντας παραίτηση και μοιρολατρία μέσα στην ψυχή του, μπήκε στο δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα, παίρνοντας την πετσέτα της για να δει αν ήταν πιο στεγνή από τη δική του και λιγότερο ματωμένη, έτριψε πάλι το κεφάλι του και πήγε στο παράθυρο. Στράφηκε από την άλλη, ανίκανος να ελέγξει τους σπασμούς που προκαλούσε το ρίγος. Η Υβέτ είχε χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα και δε φαινόταν τίποτε εκτός από ένα τρεμάμενο βουναλάκι κάτω από το λευκό πάπλωμα. Ακούμπησε το χέρι του πάνω στο βουναλάκι το οποίο έτρεμε, σαν να ήθελε να του κρατήσει συντροφιά. Δε σταμάτησε να τρέμει. «Εντάξει!» είπε. «Εντάξει! Το νερό κατέβαίνει!» Εκείνη ξαφνικά έβγαλε το κεφάλι της και τον κοίταξε με το χλομό της πρόσωπο. Κοίταξε το πρασινωπό, παράξενα ήρεμο πρόσωπό του, μισολιπόθυμη. Τα δόντια του χτυπούσαν χωρίς να το καταλαβαίνα, καθώς την κοίταζε με τα μαύρα μάπα του ακόμα γεμάτα από τη φωτιά της ζωής και μια κάποια πλανώμενη ηρεμία μοιρολατρικής παραίτησης. «Ζέστανέ με!» βόγκηξε εκείνη, με δόντια που χτυπούσαν. «Ζέστανέ με! Θα πεθάνω από τα ρίγη!» Ένας φοβερός σπασμός διαπέρασε το κουλουριασμένο, λευκό κορμί της, αρκετός πραγματικά για να την κόψει και να τη σκοτώσει. Ο τσιγγάνος έγνεψε καταφατικά και την πήρε στην αγκαλιά του και την κράτησε σφιχτά σαν μέγκενη, μήπως σταματήσει καιαο δικό του ρίγος. Ο ίδιος έτρεμε φοβερά και ήταν σχεδόν αναίσθητος* από την τρομάρα. Το σφίξιμο των χεριών του γύρω της, σαν μέγκενη, ήταν η μόνη ξεκάθαρη εικόνα στη συνείδησή της. Ήταν μια μεγάλη ανακούφιση για την καρδιά της, η οποία είχε φουσκώσει τόσο που θα έσκαγε. Και παρόλο που το σώμα του, τυλιγμένο γύρω της μ’ έναν τρόπο


παράξενο και εύκαμπτο και δυνατό, σαν πλοκάμια, δονούταν από το ρίγος σαν από ηλεκτρική κένωση, η άκαμπτη ένταση των μυών του, που την κρατούσαν σφιγμένη, σταθεροποιούσαν και τους δύο και έτσι, σιγά σιγά, η δριμύτητα του ρίγους, που είχε προκληθεί από τον τρόμο, υποχώρησε, πρώτα στο κορμί του και μετά στο δικό της και η ζεστασιά ξαναζωντάνεψε ανάμεσά τους. Και καθώς ξυπνούσε ο βασανισμένος, μισοαναίσθητος νους τους, έπεσαν σε λήθαργο, βυθίστηκαν σε ύπνο.

Ο ηλιος ελαμπε στον ουρανο, οταν καταφεραν οι άνθρωποι να διασχίσουν τον Παπλ με σκάλες. Η γέφυρα είχε πέσει. Αλλά η πλημμύρα είχε κοπάσει και το σπίτι, που έγερνε προς τα μπρος, λες και έκανε μια άκαμπτη υπόκλιση στον ποταμό, στεκόταν τώρα μέσα στη λάσπη και τα συντρίμμια, μ’ ένα: μεγάλο σωρό από πεσμένους τοίχους και μπάζα στη νοτιοδυτική γωνία. Ήταν φοβερά τα χάσματα των δωματίων που έχασκαν σαν ανοιχτά στόματα. Μέσα δεν υπήρχε σημείο ζωής. Όμως απέναντι, στο ποτάμι, ο κηπουρός είχε έρθει να κάνει αναγνώριση και εμφανίστηκε και η μαγείρισσα, γεμάτη περιέργεια. Είχε ξεφύγει από την πίσω πόρτα και μέσα από τους κέδρους προς τη δημοσιά, όταν είδε τον τσιγγάνο να περνάει από το σπίτι: σκέφτηκε ότι ερχόταν να σκοτώσει κανέναν. Στη μικρή πόρτα, στην κορυφή, είχε βρει το κάρο του αραγμένο. Ο κηπουργός είχε οδηγήσει το άλογο πέρα στο Ρεντ Λάιον, πάνω στο Ντάρλεϊ, όταν έπεσε η νύχτα. Αυτό, οι άνθρωποι από το Πάπλγουικ, το έμαθαν, όταν τελικά διέσχισαν το ποτάμι με σκάλες και έφτασαν στο πίσω μέρος του σπιτιού. Ήταν ανήσυχοι, φοβούνταν μήπως καταρρεύσει το κτίσμα, του οποίου η πρόσοψη ήταν όλη σαθρή και η πίσω πλευρά φραγμένη. Κοίταζαν έντρομοι τα κενά ράφια με τις σειρές των βιβλίων του πρεσβύτερου, μέσα στο ανοιγμένο γραφείο του* το μεγάλο, μπρούντζινο σκελετό του κρεβατιού στο δωμάτιο της Γιαγιάς, το κρεβάτι που ήταν φτιαγμένο τόσο βαθύ και άνετο, αλλά ένα μπρούντζινο πόδι του σκαρφάλωνε ανιχνευτικά πάνω 4 από το σκισμένο κενό* τα ερείπια της κάμαρας της υπηρέτριας επάνω. Η υπηρέτρια και η μαγείρισσα έκλαιγαν. Μετά ένας άνδρας μπήκε προσεκτικά από ένα σπασμένο παράθυρο της κουζίνας, μέσα στη ζούγκλα και το βάλτο του ισογείου. Βρήκε το πτώμα της Γιαγιάς* ή, μάλλον, είδε το πόδι της, με την πλακέ μαύρη παντόφλα της, να προεξέχει λερωμένο μέσα από ένα λασπωμένο σωρό από μπάζα. Και το ’βάλε στα πόδια. Ο κηπουρός είπε ότι ήταν σίγουρος πως η δεσποινίς Υβέτ δεν ήταν μέσα στο σπίτι. Την είχε δει, εκείνη και τον τσιγγάνο, να παρασύρονται. Αλλά ο αστυνόμος επέμενε να κάνουν έρευνα και όταν τα αγόρια των Φράμλεϊ έφτασαν επιτέλους, οι σκάλες δέθηκαν. Κατόπιν όλη η παρέα έβγαλε μια δυνατή κρίχυγή. Αλλά μάταια. Καμία απάντηση από μέσα. Στήθηκε μια σκάλα, ο Μπομπ Φράμλεϊ ανέβηκε, έσπασε ένα παράθυρο και σκαρφάλωσε με δυσκολία στο δωμάτιο της θείας Σίσσυ. Η τέλεια, σπιτική οικειότητα όλων εκεί μέσα τον τρόμαξε όπως τα φαντάσματα. Το σπίτι θα μπορούσε να πέσει ανά πάσα στιγμή. Μόλις είχαν στήσει τη σκάλα στον τελευταίο όροφο, όταν κάτι άνδρες ήρθαν τρέχοντας από το Ντάρλεϊ και είπαν ότι ο γερο-τσιγγάνος είχε πάει στο Ρεντ Λάιον για το άλογο και το κάρο και ειδοποίησε ότι ο γιος του είχε δει την Υβέτ στον πάνω όροφο του σπιτιού. Εκείνη μόλις τη στιγμή ο αστυνόμος έσπαγε το παράθυρο του δωματίου της Υβέτ.


Η Υβέτ, μέσα σε βαθύ ύπνο, πετάχτηκε από τα σκεπάσματα με μια κραυγή, καθώς έσπαγε το τζάμι. Έσφιξε τα σεντόνια γύρω από το γυμνό κορμί της. Ο αστυνόμος άρθρωσε μια στριγγλιά τρόμου, που μετατράπηκε σε φωνή: «Δεσποινίς Υβέτ! Δεσποινίς Υβέτ!» Γύρισε πάνω στη σκάλα και φώναξε στους ανθρώπους από κάτω: «Η δεσποινίς Υβέτ είναι στο κρεβάτι! στο κρεβάτι!» Και έμεινε εκεί στη σκάλα, αυτός, ένας ανύπαντρος άνδρας, πιάνοντας το παράθυρο επικίνδυνα, μη ξέροντας τι να κάνει. Η Υβέτ ανακάθισε στο κρεβάτι με τα μαλλιά της μπλεγμένα σαν κουβάρι και κοίταξε με άγριο βλέμμα, σφίγγοντας τα σεντόνια πάνω στο γυμνό της στήθος. Ήταν τόσο βαθύς ο ύπνος της που ακόμη δεν είχε συνέλθει. Ο αστυνόμος, τρομοκρατημένος στην ασταθή σκάλα, πήδηξε στο δωμάτιο λέγοντας: «Μη φοβάστε, δεσποινίς! Μην ανησυχείτε πια. Τώρα είστε ασφαλής!» Και η Υβέτ, σαστισμένη, νόμισε ότι εννοούσε τον τσιγγάνο. Πού ήταν ο τσιγγάνος; Αυτός ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε. Πού ήταν ο τσιγγάνος της αυτής της κατακλυσμιαίας νύχτας; Είχε φύγει! Είχε φύγει! Κι ένας αστυνόμος ήταν τώρα στο δωμάτιό της! Ένας αστυνόμος! Έτριψε σαστισμένη τα μάτια της. «Αν ντυθείτε, δεσποινίς, μπορούμε να σας κατεβάσουμε κάτω, σε ασφαλές έδαφος. Το σπίτι μπορεί να πέσει. Δεν πιστεύω να είναι κανένας άλλος στα άλλα δωμάτια;» Προχώρησε προσεκτικά στο διάδρομο και κοίταξε με τρόμο από την γκρεμισμένη άκρη του σπιτιού και πιο πέρα είδε τον πρεσβύτερο να κατηφο-ρίξει μ’ ένα αυτοκίνητο τον ηλιόλουστο λόφο. Η Υβέτ, ποίί το πρόσωπό της είχε μουδιάσει και απογοητευθεί, σηκώθηκε γρήγορα απλώνοντας τα σκεπάσματα, κοίταξε για μια στιγμή τον εαυτό της και μετά άνοιξε τα συρτάρια της να βρει ρούχα. Ντύθηκε, κατόπιν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και αντίκρυσε με φρίκη τα μπερδεμένα μαλλιά της. Όμως δεν την ένοιαξε. Ο τσιγγάνος είχε φύγει, όπως και να ’χε. Τα ρούχα της ήταν ριγμένα κάτω, σ’ ένα βρεγμένο μπόγο. Στο χαλί υπήρχε ένας μεγάλος υγρός λεκές, στο σημείο όπου είχε αφήσει τα δικά του ο τσιγγάνος, και δύο ματωμένες, βρόμικες πετσέτες. Εκτός απ’ αυτά δεν υπήρχε κανένα σημάδι του. Έφτιαχνε τα μαλλιά της, όταν ο αστυνόμος χτύπησε την πόρτα της. Του φώναξε να μπει. Εκείνος είδε με ανακούφιση ότι ήταν ντυμένη και ήταν στα λογικά της. «Καλύτερα να βγούμε από το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούμε, δεσποινίς», επανέλαβε. «Μπορεί να πέσει ανά πάσα στιγμή». «Αλήθεια;» είπε η Υβέτ ήρεμα. «Τόσο άσχημα είναι τα πράγματα;» Ακούστηκαν δυνατές φωνές. Έπρεπε να πάει στο παράθυρο. Εκεί, από κάτω, ήταν ο


πρεσβύτερος με τα χέρια του ανοιγμένα διάπλατα και δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπό του. «Είμαι μια χαρά, Μπαμπά!» είπε με την ηρεμία των αντιφατικών συναισθημάτων της. Θα κρατούσε την παρουσία του τσιγγάνου μυστική απ’ αυτόν. Την ίδια στιγμή δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό της. «Μην κλαίτε, δεσποινίς, μην κλαίτε! Ο πρεσβύτερος έχασε τη μητέρα του, αλλά ευχαριστεί το Θεό που έχει την κόρη του. Όλοι νομίζαμε ότι είχατε χαθεί κι εσείς, έτσι πιστεύαμε!» «Πνίγηκε η Γιαγιά;» ρώτησε η Υβέτ. «Φοβάμαι πως ναι, η καημένη!» απάντησε ο αστυνόμος με σοβαρό ύφος. Η Υβέτ άρχισε να κλαίει, σφουγγίζοντας τα δάκρυά της σ’ ένα μαντίλι, που χρειάστηκε να πάει να το φέρει από ένα συρτάρι. «Μπορείτε να κατεβείτε από εκείνη τη σκάλα, δεσποινίς;» είπε ο αστυνόμος. Η Υβέτ κοίταξε το ύψος της, έτσι όπως κρεμόταν, και είπε αμέσως στον εαυτό της: «Οχι! Για τίποτε στον κόσμο». Αλλά μετά θυμήθηκε τα λόγια της τσιγγάνας: «Να ’σαι γενναία στο σώμα». «Πήγατε σε όλα τα άλλα δωμάτια;» είπε μέσα στο κλάμα της, γυρίζοντας στον αστυνόμο. «Μάλιστα, δεσποινίς! Αλλά εσείς ήσαστε το μόνο άτομο στο σπίτι, ξέρετε, εκτός από τη γηραιά κυρία. Η μαγείρισσα έφυγε εγκαίρως και η Αίζυ ήταν στης μητέρας της. Μόνο για σας και τη δύστυχη κυρία ανησυχούσαμε. Πιστεύετε ότι θα μπορέσετε να κατεβείτε από εκείνη τη σκάλα;» «Ναι», αποκρίθηκε αδιάφορα η Υβέτ. Ο τσιγγάνος είχε φύγει, όπως και να 'χε. Και τώρα ο πρεσβύτερος, ανήσυχος, έβλεπε την ψηλόλιγνη φιγούρα της κόρης του να κατεβαίνει την κρεμασμένη σκάλα, τον αστυνόμο να κοιτάζει ηρωικά από το σπασμένο παράθυρο, κρατώντας την κορυφή της σκάλας. ' Στη βάση της σκάλας η Υβέτ, όπως είθισται, λιποθύμησε στην αγκαλιά του πατέρα της και μεταφέρθηκαν μαζί στο σπίτι των Φράμλεϊ, με το αυτοκίνητο του Μπομπ. Εκεί η καημένη η Αουσίλ, σαν το φάντασμα, έκλαψε από ανακούφιση μέχρι που την έπιασε κρίση υστερίας και ακόμη και η θεία Σίσσυ φώναξε μέσα στο κλάμα της: «Ας φεύγουν οι γέροι και ας μένουν οι νέοι! Αχ, δεν μπορώ να κλάψω για τη Μητέρα τώρα που σώθηκε η Υβέτ!» Και έχυσε δάκρυα ποτάμι. Η πλημμύρα είχε προκληθεί από την ξαφνική έκρηξη της μεγάλης δεξαμενής πάνω στο Παπλ Χαιντέϊλ, πέντε μίλια από το πρεσβυτέριο. Αργότερα ανακάλυψαν ότι μια αρχαία, ίσως ακόμη και ρωμαϊκή, στοά ορυχείου, που κανείς δεν υποπτευόταν, κανείς δε φανταζόταν ότι υπήρχε κάτω από τον υδατοφράχτη της δεξαμενής, είχε καταρρεύσει υποσκάπτοντας ολόκληρο τον υδατοφράκτη. Γι’ αυτόν το λόγο ο Παπλ ήταν, εκείνη τη μέρα, τόσο αφύσικα γεμάτος. Και μετά το φράγμα είχε τιναχτεί στον αέρα. Ο πρεσβύτερος και οι δύο κοπέλες έμειναν στους Φράμλεϊ μέχρι να βρουν καινούργιο σπίτι. Η Υβέτ δεν πήγε στην κηδεία της Γιαγιάς. Έμεινε στο κρεβάτι.


Όταν διηγήθηκε την περιπέτειά της, είπε μόνο πως ο τσιγγάνος την είχε πάρει μέσα στη βεράντα και πως είχε συρθεί μέχρι τις σκάλες, έξω από το νερό. Ήταν γνωστό ότι εκείνος το είχε σκάσει* ο γερο-τσιγγάνος το είχε πει, τότε που πήγε να φέρει το άλογο και το κάρο από το Ρεντ Λάιον. Η Υβέτ δεν μπορούσε να πει πολλά. Ήταν αφηρημένη, μπερδεμένη, φαινόταν ότι μετά βίας θυμόταν οτιδήποτε. Αλλά έτσι ήταν συνήθως. Ο Μπομπ Φράμλεϊ ήταν εκείνος που είπε: «Ξέρετε, πιστεύω ότι εκείνος ο τσιγγάνος αξίζει παράσημο!» Όλη η οικογένεια ξαφνικά πάγωσε. «Αχ, οφείλουμε να τον ευχαριστήσουμε!» φώναξε η Λουσίλ. Ο ίδιος ο πρεσβύτερος πήγε μαζί με τον Μπομπ, με το αυτοκίνητο. Αλλά το λατομείο ήταν έρημο. Οι τσιγγάνοι τα είχαν μαζέψει και είχαν φύγει, κανείς δεν ήξερε για πού. Και η Υβέτ, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, βογκούσε μέσα της: «Αχ, τον αγαπώ! Τον αγαπώ! Τον αγαπώ!» Ο πόνος της γι’ αυτόν την τσάκιζε. Όμως, στην ουσία, κι αυτή συμφωνούσε με την εξαφάνισή του. Η νεανική της ψυχή αναγνώριζε τη σοφία αυτής της πράξης. Ωστόσο, μετά την κηδεία της «Γιαγιάς, έλαβε ένα μικρό γράμμα με ημερομηνία αποστολής, από κάποιο άγνωστο μέρος. «Αγαπητή δεσποινίς, διαβάζω στην εφημερίδα ότι είστε καλά μετά την πλημμύρα, όπως κι εγώ. Ελπίζω να σας ξαναδώ κάποια μέρα, ίσως στη ζωοπανήγυρη του Τάιντσγουελ ή μπορεί, όταν ξαναέρθουμε από τα μέρη σας. Ερχόμουν εκείνη την ημέρα να σας αποχαιρετήσω! Και δε σας αποχαιρέτησα ποτέ* το νερό, βλέπετε, δε με άφησε, αλλά ζω με την ελπίδα. Ο ταπεινός δούλος σας. Τζο Μπόσγουελ. Και τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι εκείνος είχε όνομα. . 1

Πόλη της Β. Γαλλίας, η οποία υπέστη μεγάλες καταστροφές στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. 2

Ein schoner Mensch (γερμ.): Ένας υπέροχος άνθρωπος. 3

maquereau (γαλλ.): κοινώς το ψάρι σκουμπρί. Εδώ ° όρος χρησιμοποιείται ειρωνικά.

Η παρθένα και ο τσιγγάνος d h lawrence  
Η παρθένα και ο τσιγγάνος d h lawrence  

greek

Advertisement