Page 1


ΤΟ ΑΡΜΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ


Copyright © Συνοδινού Ράνια Email: rania@topalis.gr Εξώφυλλο: Impress "Smashwords Edition" ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου του παρόντος web site με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εργαστηρίου. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.


Αφιερωμένο Στον πατέρα μου


Ρόδος 226 π.Χ. Άρχισε να τρέχει γρήγορα προς το λιμάνι. Πέρασε γρήγορα μέσα από την αγορά και από τη βιασύνη της έριξε μερικά φρούτα κάτω. Της φώναζαν αλλά δεν μίλησε σε κανέναν. Ούτε στους συγγενείς της είπε που πηγαίνει. Τα μαύρα της μακριά μαλλιά κάλυπταν τα υγρά της μάτια. Πέρασε σαν σφαίρα μέσα από τα σοκάκια για να κόψει δρόμο. Πολλές φορές από τη σβελτάδα της δεν πρόσεχε που πάταγε με αποτέλεσμα να έχει λερωθεί με λάσπες. Όμως δεν την ενδιέφερε καθόλου, τέτοια ήταν η χαρά της. Της είπαν ότι ο πατέρας της πλησίαζε στο λιμάνι και αυτό ήταν αρκετό. Είδαν την τριήρη του από μακριά. Είχε λείψει πάρα πολύ καιρό αυτή τη φορά και η Αριάδνη ανυπομονούσε να τον δει. Ήταν έμπορος και είχε φύγει μήνες πριν για να φέρει υφάσματα από την Ανατολή. Η Ρόδος ήταν από τα μεγαλύτερα εμπορικά σταυροδρόμια της Μεσογείου και υπήρχαν πολλοί σαν τον πατέρα της που δεν έβλεπαν το σπίτι τους τακτικά. Πολλές φορές ένιωθε ότι δεν μπορούσε να τον χορτάσει, ότι δεν της έφτανε ο χρόνος που περνούσαν μαζί μέχρι να ξαναφύγει. Το εμπόριο ήταν χρόνια τώρα η κύρια πηγή εσόδων της οικογένειας της είτε της άρεσε είτε όχι. Όπου και να πήγαινε όμως, πάντα έφερνε κάτι για τη μητέρα της και για εκείνη, ποτέ δεν τις είχε ξεχάσει. Ήταν μεσημέρι, μόλις ξεπρόβαλε το λιμάνι μπροστά στα μάτια της, κυριολεκτικά θαμπώθηκε. Νόμιζες πως ο ήλιος τροφοδοτούσε με τις ακτίνες του αυτό το γιγάντιο άγαλμα και έλαμπε σαν να ήταν από χρυσό. Αν και για όλη της τη ζωή το έβλεπε να στέκεται με μεγαλοπρέπεια σα βασιλιάς του λιμανιού και ότι πλεούμενο έμπαινε στο λιμάνι δήλωνε την υποταγή του, κάθε μέρα την εντυπωσίαζε όλο και περισσότερο η επιβλητικότητα αυτού του αγάλματος, του Κολοσσού της Ρόδου. Είχε περάσει πάρα πολλά βράδια με την οικογένεια της μπροστά στη φωτιά λέγοντας την ιστορία της πόλης και του αγάλματος. Το κατασκεύασε ο μαθητής του μεγάλου γλύπτη Λύσιππου, ο οποίος ήταν προσωπικός γλύπτης του Μ. Αλεξάνδρου, ο Χάρης ο Λύνδιος, προς τιμή του Θεού Ήλιου που τους βοήθησε να απαλλαγούν από την πολιορκία του Δημήτριου, του γιου του Αντιγόνου. Η δύναμη του Δημήτριου ήταν τέτοια, που μόνο με τη δύναμη του Ήλιου θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν μέχρι να έρθει οποιαδήποτε βοήθεια. Κατάφερε και συγκέντρωσε στρατό μεγαλύτερο ακόμη και από τον πληθυσμό της Ρόδου. Έφερε τη δύναμη 40.000 στρατιωτών και έκανε συμμάχους τους πειρατές του Αιγαίου. Οι κάτοικοι είχαν αποκτήσει αναγκαστικά πολύ μεγάλη πολεμική πείρα, γιατί απ’ όταν χτίστηκε η πόλη της Ρόδου την υπερασπίζονταν συνέχεια λόγω της γεωγραφικής θέσης κλειδί που κατείχε.Ήξεραν λοιπόν ότι για να αμυνθούν καλύτερα, έπρεπε να κατασκευάσουν ένα πανίσχυρο ψηλό τείχος περιμετρικά της πόλης τους ώστε να αφήσουν μόνο ένα τρόπο κατάληψης, σκαρφαλώνοντας πάνω στα τείχη. Έτσι ο Δημήτριος όντας καλά ενημερωμένος, έφερε μαζί του έναν πανύψηλο πύργο πολιορκίας τον οποίο ονόμασε Ελέπολις, δηλαδή πορθητής των πόλεων. Ο πύργος αυτός ήταν πολύ ψηλός, κατασκευασμένος από ξύλο, με καταπέλτη για να μπορέσουν οι στρατιώτες να κάνουν έφοδο πάνω από τα τείχη. Αυτό που σίγουρα θα τον δυσκόλευε όμως ήταν η μεταφορά του. Μετά από πολύ σκέψη και αφού ήθελε διακαώς να καταλάβει την Ρόδο έδεσε τον πύργο σε 6 πλοία του. Κατά τη μεταφορά του όμως ,


ξέσπασε μια δυνατή καταιγίδα και αφού πάλεψαν τα καράβια του με τα μανιασμένα κύματα λέγεται ότι αναδύθηκε ο ίδιος ο Ποσειδώνας χτύπησε με τη γιγάντια τρίαινα του τη θάλασσα και αναποδογύρισαν τα πλοία μαζί με τον καταστροφικό πύργο. Ο Δημήτριος δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έγινε. Μετά το ναυάγιο του σχεδίου του δεν το έβαλε κάτω. Έπρεπε να αποδείξει την αξία του στον πατέρα του, για να τον θεωρήσει άξιο διάδοχο του. Σκέφτηκε να κατασκευάσει ένα δεύτερο πύργο, μεγαλύτερο και δυνατότερο, ώστε να μην υπάρχει κανένα περιθώριο αποτυχίας. Τα είχε σκεφτεί όλα. Τον έφτιαξε ψηλό σαν τον προηγούμενο, με πολλούς καταπέλτες για να γίνουν περισσότεροι από μία έφοδοι ταυτόχρονα. Είχε προβλέψει την προστασία των στρατιωτών του από τους αντίπαλους τοξότες, ντύνοντας τον εξωτερικά με δέρμα και ξύλο και τον είχε εξοπλίσει ακόμα και με δεξαμενές νερού σε περίπτωση που δεχόταν επίθεση από φλεγόμενα βέλη. Μόλις άγγιζε τη στεριά θα τον μετακινούσε με τεράστιους σιδερένιους τροχούς που είχε τοποθετήσει στο κάτω μέρος της κατασκευής τους. Ήταν μια σίγουρη επιτυχία για την κατάληψη της πόλης. Οι υπερασπιστές όμως φέρθηκαν έξυπνα και μόλις έφτασε ο πύργος στη σωστή απόσταση γέμισαν με νερό την τάφρο γύρω από τα τείχη και βούλιαξαν τον πύργο στη λάσπη. Αφού οι Ροδίτες άντεξαν ένα ολόκληρο χρόνο πολιορκίας, ήρθε βοήθεια από την Αίγυπτο και ανάγκασαν τον Δημήτριο να αποχωρήσει άτακτα, αφήνοντας τα πάντα πίσω του. Από τους πύργους του Δημήτριου πήραν πάρα πολλά μέταλλα. Χρειάστηκαν 15 τόνοι χαλκού, 9 τόνοι σιδήρου και πάρα πολλοί τόνοι πέτρας για να κατασκευάσουν τον Κολοσσό. Ένα πανύψηλο άγαλμα, που στο ένα του χέρι κρατούσε μια δάδα υψωμένη στο θεό Ήλιο και στο κεφάλι του είχε ένα πύρινο στέμμα με πιο σημαντικό από όλα το κόσμημα που το διακοσμούσε. Ήταν ένα πολύ μεγάλο κόσμημα που το αγκάλιαζε η χρυσή φιγούρα του άρματος του Ήλιου στολισμένο με πολύτιμους λίθους. Το είχε φέρει ο Μέγας Αλέξανδρος από τα βάθη της Ανατολής προορίζοντας το για δώρο στο ναό του Θεού Ήλιου. Οι καλύτεροι τεχνίτες της Περσίας σμίλευαν το κόσμημα τοποθετώντας με την προσοχή που του άξιζε κάθε μικρό πετράδι στη θέση που είχε δημιουργηθεί αποκλειστικά για αυτό. Ο Θεός Ήλιος αγέρωχος δέσποζε στο θεϊκό του άρμα. Τα μάτια του φαίνονταν πύρινα από τα κόκκινα ρουμπίνια. Το στεφάνι του είχε πινελιές από άκοπα, ακατέργαστα πετράδια. Τα δυνατά του χέρια κρατούσαν τα γκέμια του άρματος όπου οι τεχνίτες είχαν τοποθετήσει μια σειρά από διαμάντια. Τα τέσσερα άλογα Έως, Αίθων, Πυρόεις και Φλέγων έτοιμα να επιτελέσουν το καθημερινό τους έργο, νόμιζες πως πέταγαν φωτιές υποταγμένα στη δύναμη του πεπρωμένου του Θεού, να δώσει φως μέχρι και στις πιο βαθιές σπηλιές, σε οποιαδήποτε μέρος χρειάζονται τις ζωοδότρες ακτίνες του φωτός. Τώρα το πολύτιμο αυτό κόσμημα, βρισκόταν στη μέση του χάλκινου στέμματος και το μόνο που μπορούσες να διακρίνεις ήταν τη λάμψη του μόλις ενωνόταν την ημέρα με τον ήλιο. Δεν υπήρχε κανένα ελάττωμα, κανένα ψεγάδι. Κάποιοι λένε ότι ένα μέρος της δύναμης και της σοφίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου κλείστηκε μέσα στο πετράδι και ότι αυτό θα έδινε δύναμη στη Ρόδο. Δε χόρταινε να το κοιτάζει. Η Αριάδνη πλησίασε πιο κοντά, εκεί που έδενε συνήθως η τριήρης του πατέρα της.


Πέρασε από ένα σωρό κόσμο. Ψαράδες, έμποροι, φιλόσοφοι, απλοί ταξιδιώτες, όλοι είχαν μια θέση στο νησί. Με τέτοιο συνωστισμό πολιτισμών όμως ήταν πολύ εύκολο να σκοντάψει κανείς στα αναρίθμητα πράγματα που υπήρχαν εκεί όπως αγγεία, κανάτες και πολλά κεραμικά. Ακόμα και η μυρωδιά στο λιμάνι ήταν διαφορετική. Η μυρωδιά του εμπορίου ήταν μια μείξη από μπαχαρικά της ανατολής, χρώματα του βορρά, αλμύρα του νότου και σοφία της Δύσης. Κάπου εκεί ανάμεσα σε όλο αυτόν τον κόσμο, τα μάτια της καρφώθηκαν σε ένα μόνο πλεούμενο. Αυτό της επιστροφής. Αργά αργά, έκανε τις μανούβρες του για να πλαγιάσει ανάμεσα σε δύο ψαράδικα. Ο χρόνος της φάνταζε αιωνιότητα. Πέταξαν τα σκοινιά για να δέσει. Κάποιος στο λιμάνι την έσπρωξε για να μη χτυπήσει και εκείνη με τη σειρά της πάτησε αυτόν που ήταν πίσω της. Περίμενε πολύ ώρα, με μεγάλη λαχτάρα, για να βγει ο πατέρας της. Ένας ξάδερφος της θέλοντας να την πειράξει φώναξε ότι τον είχαν αφήσει σε άλλο νησί από λάθος. Όχι, δε μπορεί, ήταν ένα είδος κακού αστείου. Τότε τον είδε να ξεπροβάλλει, έτοιμο να πατήσει το πόδι του στη γη. Πετάχτηκε στην αγκαλιά του. «Πατέρα, επιτέλους επέστρεψες», δεν έλεγε να ξεκολλήσει από πάνω του. Ο πατέρας της συγκινημένος, ευτυχισμένος, σκέφτηκε ότι για κάτι τέτοιες στιγμές άξιζε η επιστροφή. «Αριάδνη μου, χαίρομαι που είμαι πάλι κοντά σας. Πάμε να δούμε και τους υπόλοιπους και θα επιστρέψω μετά για τα πράγματα μου. Η τριήρης θα παραμείνει εδώ κάμποσες μέρες, οπότε δε χρειάζονται βιασύνες». Πήραν το δρόμο του γυρισμού. Η κόρη του τον κρατούσε από το χέρι και τιτίβιζε όλα όσα είχαν γίνει στην οικογένεια κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Εκείνος κάθε φορά που επέστρεφε, κοίταζε την πόλη σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά, για να την έχει θησαυρό και κάθε φορά που το ταξίδι δυσκόλευε, να μπορεί να δραπετεύσει για να πάρει δύναμη και μετά να επιστρέψει στα καθήκοντα του. Ο ένας δίπλα από τον άλλον, πατέρας και κόρη πέρασαν μέσα από την αγορά και χάζευαν την κινητικότητα. Άλλοι είχαν πιάσει την κουβέντα, γυναίκες αγόραζαν τρόφιμα για το οικογενειακό τραπέζι, οι άντρες κάνανε παζάρια, ομάδες αγοριών πήγαιναν να γυμναστούν. Παρατηρούσαν τις ιέρειες που ήταν πάντα ντυμένες στα λευκά με πιασμένα τα μαλλιά τους κότσο και φορώντας χρυσά στολίδια στο λαιμό, να πηγαίνουν στο ναό της Αφροδίτης. Ακόμα και το περπάτημα το έκαναν με μία μορφή ιεροτελεστίας. Κάθε βήμα που έκαναν ήταν αέρινο, μετρημένο λες και τις έφερνε πιο κοντά στη θεότητα που ήταν αφιερωμένες. Μία από αυτές εκείνη που προχωρούσε πρώτη έριξε ένα διαπεραστικό βλέμμα στην Αριάδνη που την έκανε να ανατριχιάσει. Κανείς δεν είχε κοιτάξει τόσο βαθιά μέσα στην ψυχή της. Ο πατέρας της γέμισε με χαρά καθώς άρχισε να προβάλει η γειτονιά του. Ήταν όπως ακριβώς την είχε αφήσει. Το σπίτι τους ήταν χτισμένο σε ύψωμα και έβλεπε τα πάντα στην πόλη με λεπτομέρεια. Τα δύο του αγόρια έπαιζαν ανέμελα στην αυλή. Μόλις τον είδαν παράτησαν τα πάντα και έτρεξαν στην αγκαλιά του. Τότε πρόβαλλε και η γυναίκα του. Τον καλωσόρισε, τον έβαλε μέσα, του έδωσε φρέσκο φαγητό να φάει και έκατσε απέναντι του κοιτώντας τον στα μάτια μη πιστεύοντας ότι επιτέλους είχε γυρίσει πίσω, είχαν πάρα πολλά να πούνε. Την ώρα που συνομιλούσαν κατέλαβε την Αριάδνη ένα παράξενο συναίσθημα. Κάποια


σκυλιά στη γειτονιά γαύγιζαν επίμονα. «Πατέρα, μου φαίνεται ότι κάτι γίνεται έξω, πάω να δω, δεν θα είναι τίποτα το σοβαρό» του είπε και έφυγε με ανησυχία. Βγήκε έξω και αντίκρισε κάτι που δε το είχε ξαναδεί. Τα σκυλιά δεν μάλωναν μεταξύ τους όπως είχε φανταστεί αλλά έκαναν βόλτες γαυγίζοντας γύρω από τον εαυτό τους και τα αδέσποτα έτρεχαν μακριά σαν να τα κυνηγούσε κάτι. Ακόμα και τα ζώα στο στάβλο έκαναν φασαρία. Μπήκε στο στάβλο κρατώντας ένα κοντάρι πάνω από τον ώμο της για να δει τι τρέχει και αν χρειαστεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Φοβόταν μήπως ήταν κοντά κάποιο άγριο ζώο. Πήγαινε σιγά σιγά με απαλά βήματα και βρισκόταν πάντα σε επιφυλακή. Αφού έλεγξε όλο το στάβλο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε τίποτα το τρομαχτικό. «Ησύχασε, τι έχεις πάθει και κάνεις έτσι;» ψιθύρισε στο άλογο της. Άφησε το κοντάρι και το πλησίασε να το χαϊδέψει. Εκείνο όμως συνέχισε να είναι ανήσυχο και εκείνη για πρώτη φορά δε μπορούσε να το ηρεμήσει. Προσπαθούσε να ελευθερωθεί από τα δεσμά του, λες και κάτι πλησίαζε να το κατασπαράξει. Στα μάτια του ήταν ζωγραφισμένος ο τρόμος και έκανε νευρικές κινήσεις. Πραγματικά, η Αριάδνη δε μπορούσε να καταλάβει. Πάντως αισθανόταν ότι αυτό δεν ήταν καλό σημάδι από τους Θεούς. Βγήκε έξω και την ώρα που πήγε να πλησιάσει στο σπίτι τους, της φάνηκε ότι άκουσε έναν απόκοσμο θόρυβο, λες και η γη την προειδοποιούσε για την συμφορά που θα επακολουθούσε. Εκείνη τη στιγμή βγήκαν οι γονείς της έξω, κρατώντας ο καθένας από ένα παιδί στην αγκαλιά του. «Αριάδνη, πρόσεχε » φώναξε ο πατέρας της, «κάτι τρομερό θα γίνει. Όταν η γη βρυχάται μόνο κακό γίνεται, όχι καλό». Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρότασή του και τότε άρχισε η γη να σείεται, σε σημείο που δεν μπορούσε κανείς να σταθεί όρθιος. Τα σπίτια, άρχισαν να καταρρέουν το ένα μετά το άλλο. Επικρατούσε πανικός. Ο κόσμος ούρλιαζε στην προσπάθειά του να παραμείνει όρθιος και να σώσει τους δικούς του ανθρώπους. Μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα, κανείς δε μπορούσε να φανταστεί ότι θα γινόταν τόσο μεγάλη καταστροφή. Ακόμα και στις ιστορίες των παλιών, δεν είχε ακουστεί κάτι παρόμοιο. Σήκωσε η Αριάδνη το κεφάλι της από το χώμα και το έστρεψε με αγωνία στο μέρος των γονιών της. Ευτυχώς ήταν όλοι καλά. Το σπίτι τους και ο στάβλος είχαν ισοπεδωθεί, τα ζώα πρέπει να ήταν νεκρά. Αμέσως ακολούθησε δεύτερη δόνηση που την κράτησε καθηλωμένη στο χώμα. Ήδη μπορούσε να νιώσει στο στόμα της τη γεύση της ρημαγμένης γης. Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά είχε παραλύσει από το φόβο. Σύρθηκε προς το μέρος του πατέρα της, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος και κουλουριάστηκε πάνω του σαν να ήταν η τελευταία σανίδα σωτηρίας στη μεγαλύτερη πλημμύρα του κόσμου. Ευτυχώς η οικογένεια της ήταν καλά, τους έβλεπε και δεν το πίστευε. Μόλις ηρέμησε και σηκώθηκε, ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί, να μιλήσει, ακόμα και να αναπνεύσει μπροστά στη θέα της ολοκληρωτικής καταστροφής. Μέχρι πριν από 10 λεπτά από εκείνο το σημείο μπορούσε να δει το άγαλμα, τις βάρκες, τα σπίτια στο λιμάνι, τον κόσμο να πηγαινοέρχεται και όλα αυτά τα ασήμαντα πράγματα που κάνουν τη ζωή μας σημαντική. Τώρα το άγαλμα είχε εξαφανιστεί, είχε κοπεί από τα γόνατα, το πιο αδύνατο του σημείο. Τη θέση του είχε πάρει ένα βουνό με πέτρες που είχε κλείσει την είσοδο του


λιμανιού. Οι βάρκες, τα καΐκια και ότι άλλο επέπλεε είχαν ανέβει διαλυμένα στη στεριά σαν κάποιος να τα είχε μασήσει και να τα είχε φτύσει. Τα περισσότερα σπίτια είχαν ισοπεδωθεί ή μισογκρεμιστεί, καταστρέφοντας τις ζωές και τα όνειρα πολλών ανθρώπων. Θαρρείς πως η πόλη είχε βουβαθεί, είχε σβήσει μπροστά στην εκδικητική μανία κάποιου Θεού. Τι κακό έκαναν και έπεσαν ακόμα και οι ναοί; Οι επόμενες ώρες κύλισαν γεμάτες πανικό και απόγνωση. Άνθρωποι φώναζαν τους δικούς τους να φανερωθούν από τα συντρίμμια, άλλοι έκλαιγαν πάνω από τις σωρούς των συγγενών τους, άλλοι είχαν σβήσει βλέποντας την περιουσία τους διαλυμένη. Ταυτόχρονα όσες ιέρειες μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους, μαζεύτηκαν στο κέντρο της πόλης και έκαναν δέηση για να εξευμενίσουν τους Θεούς και να σταματήσουν οι μετασεισμοί. Μια γριά μάντισσα άρχισε να απειλεί ότι έτσι και κατασκευάσουν ξανά τον Κολοσσό η πόλη τους θα καταστραφεί ακόμα περισσότερο, γιατί κατασκευάζοντας το άγαλμα, είχαν προσβάλλει τους Θεούς. Ο Κολοσσός έμεινε για αιώνες πεσμένος μέχρι το 653μ.Χ.


Ρόδος 653 μ.Χ Οι Άραβες έχουν κατακλύσει την πόλη. Μελαψοί άντρες κρυμμένοι πίσω από λευκές κελεμπίες, κρατώντας πάντα το σπαθί στο χέρι, αλωνίζουν τα πάντα ψάχνοντας για λάφυρα. Κουβαλάνε μαζί τους, τους αρχαίους κανόνες επιβίωσης της ερήμου. Παντού πηγαίνουν σε ομάδες και ακολουθούνε τον αρχηγό. Το βλέμμα τους καθάριο, έτοιμο να εκτελέσει την επόμενη διαταγή. Μπαίνουν μέσα σε οποιοδήποτε μέρος μπορεί να κρύβει κάτι πολύτιμο. Κάνουν εφόδους στα σπίτια και τις αποθήκες των εμπόρων, θα χρειαστούν πολλά εφόδια είτε για να μείνουν εκεί είτε για την επόμενη λεηλασία τους. Μόνο ο Αλλάχ γνωρίζει. Ο Μωαβίας ο Σαρακηνός ήταν ο νέος κατακτητής. Είχε στείλει τον ύπαρχο του τον Αβουλαβάρ, ο οποίος είχε φέρει μαζί του πάρα πολλούς στρατιώτες με ένα και μόνο σκοπό: Να βρει το «άρμα του Ήλιου», το οποίο πίστευε ότι βρισκόταν κάτω από τα χαλάσματα του αγάλματος. Μετά από τόσους αιώνες «το άρμα του Ήλιου» είχε γίνει θρύλος. Κάποιοι το ξέχασαν, άλλοι δεν το πίστευαν, όχι όμως ο Μωαβίας. Με δική του εντολή ο Αβουλαβάρ μάζεψε όλους του τους στρατιώτες στο λιμάνι και τους διέταξε να φορτώσουν στις καμήλες όλα τα κομμάτια του αγάλματος και να τα πάνε πίσω για να τα πουλήσουν. Είχε ήδη βρει αγοραστή ένα Εβραίο έμπορο. Οι Άραβες φόρτωναν μέρα νύχτα. Πλοία ερχόταν και έφευγαν φορτωμένα με καμήλες. Οι θρύλοι λένε ότι χρειάστηκε 900 καμήλες για να μεταφέρει όλα τα κομμάτια του αγάλματος. Δεν ήταν τόσο εύκολο όσο το περίμενε να μεταφερθούν τα χαλάσματα. Τα κομμάτια ήταν τόσο μεγάλα που αν κάποιος προσπαθούσε να αγκαλιάσει ένα δάκτυλο από το άγαλμα, δεν θα τα κατάφερνε. Γι αυτό τα μεγάλα κομμάτια έπρεπε να σπαστούν σε μικρότερα, να ξεχωρίσουν τις πέτρες από το χαλκό, να ρίξουν τις πέτρες στη θάλασσα, να φορτώσουν το χαλκό στις καμήλες και τις καμήλες στα πλοία. Ο Μωαβίας γύρισε από την Κωνσταντινούπολη και επέβλεπε ο ίδιος μέρα νύχτα σαν αρπαχτικό με τη γαμψή του μύτη και περίμενε από λεπτό σε λεπτό να φανερωθεί το πολύτιμο κόσμημα. Τα κατάμαυρα μάτια του είχαν θολώσει από την κούραση και την έξαψη. Έτσι και το έβρισκε, τα πάντα θα άλλαζαν στη ζωή του, θα τον υποδέχονταν πίσω στην πατρίδα σαν αυτοκράτορα. Θα αποκτούσε πολύ μεγάλη δύναμη. Εκτός από τον πλούτο και την αίγλη πίστευε ότι θα του έδινε τη δύναμη του Μεγάλου Αλεξάνδρου να κυβερνήσει όλο τον Αραβικό κόσμο. Δεν ήταν όμως γραμμένο στη δική του μοίρα.


Ρόδος Δεκέμβριος του 1522 μ. Χ «Κάντε τόπο να περάσει ο Μεγάλος Μάγιστρος Φιλίπ Βιλέρ ντε λ΄ Ιλ Αντάμ» αμέσως όλοι οι ιππότες παρατάχθηκαν κατά μήκος του κεντρικού δρόμου του φρουρίου ως ένδειξη σεβασμού στο Μεγάλο Μάγιστρο. Ήξεραν ότι αυτές ήταν οι τελευταίες μέρες κυριαρχίας τους στο νησί της Ρόδου, δεν θα άντεχαν πολύ ακόμα, για πρώτη φορά είχαν φοβηθεί. Ο Μάγιστρος πέρασε από μπροστά τους σοβαρός με τα γαλάζια μάτια του καρφωμένα μπροστά. Ο μαύρος μανδύας του με τον άσπρο σταυρό στη μέση ανέμιζε από τον αέρα. Το μέτωπο του ψηλό, αυλακωμένο φανέρωνε την απελπισία του. Η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πιο δύσκολη από κάθε άλλη φορά. Ανηφόρισε με βαριά βήματα το λιθόστρωτο δρόμο και πίσω του τον ακολουθούσαν σιωπηλά με γοργά βήματα οκτώ ιππότες. Είχε καλέσει έκτακτο συμβούλιο. Μόλις πέρασε την είσοδο του ανάκτορου ακούστηκε μια φωνή: «Γρήγορα στις θέσεις σας, να είστε πάντα σε επιφυλακή». Οι ιππότες διαλύθηκαν σαν καπνός και κατέλαβαν τις θέσεις υπεράσπισης στα τείχη και στις επτά πύλες. Ήταν βράδυ και η επίθεση είχε προσωρινά σταματήσει. Ώρα αναδιοργάνωσης και από τις δύο πλευρές. Οι ιππότες της Ρόδου είχαν να αντιμετωπίσουν τη μεγαλύτερη επίθεση εναντίον τους. Έξω από τα τείχη βρίσκονταν ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ο δεύτερος, με 400 πλοία και 200.000 στρατιώτες ενώ μέσα από τα τείχη υπήρχε δύναμη μόνο 7000 ιπποτών. Ήταν η δεύτερη φορά που είχαν τους Τούρκους έξω από τα τείχη τους. Το 1480 μ.Χ οι Τούρκοι ήρθαν με 100.000 στρατιώτες αλλά μετά από τρεις μήνες οδυνηρών αιματηρών συγκρούσεων αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια. Αμέσως οι Ιππότες στρώθηκαν στη δουλειά για να επιδιορθώσουν όλες τις καταστροφές της πολιορκίας γιατί γνώριζαν ότι θα τους είχαν σύντομα έξω από τα τείχη τους. Όμως για κακή τους τύχη ένας μεγάλος σεισμός διέλυσε ότι είχαν ανοικοδομήσει. Ο Μεγάλος Μάγιστρος Φιλίπ με το συμβούλιο των ιπποτών αφού μπήκε μέσα στο ανάκτορο, πέρασε την αυλή, ανέβηκε τη μεγάλη σκάλα για να πάει στην αίθουσα συνεδριάσεων των οκτώ γλωσσών. Κάθε ιππότης αντιπροσώπευε και μια γλώσσα, έθνος : της Γαλλίας, της Προβηγκίας, της Ωβέρνης, της Ιταλίας, της Αγγλίας, της Γερμανίας, της Αραγωνίας και της Καστίλης. Έκατσε στο θρόνο του και οι ιππότες κάθισαν στα καθίσματα δεξιά και αριστερά του. Στην αίθουσα επικρατούσε νεκρική σιγή. Περίμεναν όλοι να μιλήσει ο πρίγκιπας. «Έμπιστοι μου ιππότες, μαζί περάσαμε πολλά. Από όταν εγκατασταθήκαμε σε αυτό το νησί, εδώ και 2 αιώνες ιδρύσαμε νοσοκομείο, οχυρώσαμε την πόλη, σεβαστήκαμε όσο κανείς τους κατοίκους της και τους υπερασπιστήκαμε σε τόσες πολλές επιδρομές, πειρατών και Τούρκων. Κάναμε έργα πρόνοιας και δημιουργήσαμε το ασφαλέστερο λιμάνι μέχρι τα Ιεροσόλυμα. Περάσαμε πολλά και τώρα μετά από τόσους αγώνες νιώθω πως έρχεται η ώρα να αποχωρήσουμε με το κεφάλι ψηλά. Τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά μας φτάνουν το πολύ για μια βδομάδα και έξω από τα τείχη είναι χιλιάδες Τούρκοι που περιμένουν να εισβάλλουν σε αυτό το νησί. Πήρα μια απόφαση και ελπίζω να τη στηρίξετε. Θα υπογράψουμε συνθήκη παράδοσης ».


Οι ιππότες του συμβουλίου έριχναν ματιές μεταξύ τους αντιλαμβανόμενοι τη σοβαρότητα της κατάστασης. Τότε πήρε το λόγο ο ιππότης της Γαλλίας που είχε το αξίωμα του great hospitaller: «Δε ξέρω αν συμφωνούνε οι υπόλοιποι, εγώ αντιπροσωπεύοντας το έθνος της Γαλλίας θα ακολουθήσω τη σοφία του Μεγάλου Μαγίστρου. Δεν αντέχουμε άλλο ». Τότε ακούστηκε στην αίθουσα μία κοινή φωνή όλων των ιπποτών «συμφωνώ». «Χαίρομαι που είστε ακόμη όλοι μαζί μου. Έχει μείνει όμως ένα θέμα να τακτοποιηθεί πριν παραδοθούμε. Όπως όλοι ξέρετε, δε μπορούμε να έχουμε καμία εμπιστοσύνη σε κανέναν. Όλοι έχετε ακούσει το ανελέητο κυνήγι που είχε γίνει σε βάρος μας δύο αιώνες πριν από τον πάπα Κλεμέντιο IV και το βασιλιά της Γαλλίας για την περιουσία μας. Όταν δεν κατάφεραν να μας τα πάρουν όλα, μας κατηγόρησαν ως αιρετικούς και σατανιστές και πολλοί ιππότες κάηκαν στην πυρά, γι αυτό καλύτερα να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις. Θέλω ο καθένας από εσάς να μου βρει τον πιο έμπιστο του ιππότη. Οι 8 ιππότες αυτοί να φύγουν από τα καταλύματα τους και να παραμείνουν κρυφά, σαν κάτοικοι της πόλης και να μας δίνουν πληροφορίες για το τι κατάσταση επικρατεί. Το πιο σημαντικό όμως να παρακολουθούν στενά τους Τούρκους και σε περίπτωση που ανακαλύψουν αυτό που 200 χρόνια εμείς δεν καταφέραμε, να το παραδώσουν στο τάγμα μας όπου και να βρίσκεται. Είναι πολύ σημαντικό «το άρμα του ήλιου» να έρθει στα δικά μας χέρια. Ας ορκιστούμε όλοι μαζί τώρα την πίστη μας στο τάγμα». Σηκώθηκαν όλοι μαζί και ένωσαν ψηλά τα σπαθιά τους. «Ορκίζομαι…. “'Nonnobis, Domine, nonnobis sed Nomin iTuodagloriam' (Όχι σε μας, Κύριε, όχι σε μας αλλά στο όνομά Σου δώσε τη δόξα)


Ρόδος Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος Ο Βασίλης ξεκίνησε χαράματα από το σπίτι για να πάει στο καΐκι να βρει τους άλλους δύο συναδέλφους του. Ένας απλός άνθρωπος, με μέτριο ύψος, αδύνατος, με ροζιασμένα χέρια, με ένα αυστηρό μουστάκι, αμυγδαλωτά μαύρα μάτια και κατσαρά μαλλιά. Με το πρώτο βλέμμα μπορούσες να καταλάβεις πολλά γι αυτόν. Άνοιξε τη στενή πόρτα και βγήκε στο μονοπάτι που πήγαινε στο λιμανάκι. Ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα. Μισή ωρίτσα με τα πόδια ήταν, όχι παραπάνω. Το φτωχικό του ήταν απομονωμένο από τα άλλα σπίτια αλλά δεν τον πείραζε γιατί δεν τους ενοχλούσε κανείς. Ήταν χτισμένο κοντά στη θάλασσα σε ένα ανέγγιχτο τοπίο. Ο πόλεμος δεν το είχε πειράξει αυτό το μέρος. Οι στρατιώτες έρχονταν δεν έβρισκαν τίποτα το ενδιαφέρον και έφευγαν. Το σπίτι έμοιαζε πιο πολύ με εξοχικό γιατί ήταν ξύλινο χωρίς ανέσεις, ίσα ίσα να χωράει αυτός, η γυναίκα του και ο γιος τους ο Γιάννης. Είχε ένα μικρό κήπο που είχαν φυτέψει διάφορα λαχανικά για να υπάρχει έστω και λίγο φαγητό. Ευτυχώς που υπήρχε και το ψαροκάικο, αν και δεν ήταν δικό του με το ζόρι κατάφερνε να ταΐσει την οικογένεια του. Ξεκίνησε για να πάει στο λιμανάκι, αφήνοντας πίσω το σπίτι του. Δεν του άρεσε η ζωή του. Δεν του ήταν αρκετή, αλλά στη μέση ενός παγκοσμίου πολέμου δεν υπάρχουν και πολλές επιλογές. Αν είχε άλλες ευκαιρίες θα έκανε τόσα πολλά άλλα πράγματα. Θα μπορούσε να ήταν δάσκαλος, γιατρός, δικηγόρος γιατί όχι; έξυπνος ήταν, νέος, φιλόδοξος δηλαδή τι παραπάνω είχαν οι άλλοι από εκείνον; Συχνά καθόταν και διάβαζε διάφορα πράγματα και η γυναίκα του τον κορόιδευε: «Τα βιβλία και τα γράμματα δεν θα μας ταΐσουν ». Αλλά τι μπορούσε εκείνη να καταλάβει; Δεν την ένοιαζε και τίποτα παραπάνω. Εκείνος ήταν συνεπής και από εκεί και πέρα τι έκανε δεν έπρεπε να την ενδιαφέρει. Μακάρι τα πράγματα να ήταν αλλιώς. Κατηφορίζοντας πέρασε τη μεγάλη ελιά, έστριψε στο μονοπάτι δεξιά και μπροστά του είδε το λιμανάκι. Τέτοια ώρα δεν είχε κίνηση καθώς ο Ηλίας ήθελε να είναι εκείνοι πάντα οι πρώτοι που θα έφευγαν μήπως κατάφερναν να πιάσουν καλύτερη ψαριά από τους άλλους. «Καλημέρα παιδιά». «Καλημέρα » είπαν σκυμμένοι στις δουλειές τους οι δύο του συνάδελφοι. Και οι δυο τους ήταν πάνω κάτω στην ηλικία του. Το καΐκι άνηκε στον πατέρα του Ηλία και ο άλλος ήταν ο Σπύρος. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον πολυσυμπαθούσαν τους φαινόταν περίεργος και εκείνος το ένιωθε αλλά δεν τον ενοχλούσε, φτάνει να μην τον έδιωχναν από τη δουλειά. Ανέβηκαν στο καΐκι έλυσαν τα σκοινιά, έβαλε ο Ηλίας μπρος τη μηχανή και ξεκίνησαν. «Που λέτε να είναι η τυχερή μας μέρα σήμερα;» «Εσύ που είσαι ο γραμματιζούμενος της παρέας που πιστεύεις ότι πάνε τα ψάρια τέτοια εποχή;» απάντησε ο Ηλίας. «Λοιπόν κάτσε να σκεφτώ, να σου απαντήσω ». Σηκώθηκε όρθιος ο Βασίλης, και έμεινε να κοιτάζει την πλώρη του καϊκιού, τέντωσε το αυτί του και τους λέει: «Σύμφωνα με την περιστροφή της γης, της διαγαλαξιακής υπέρβασης, τις μέρες της σελήνης, το ζώδιο του ιχθύ, και τα ρεύματα του Ποσειδώνα πρέπει να πάμε νοτιοανατολικά και να ρίξουμε δίχτυα».


Έμειναν και οι δύο να τον κοιτάζουν με ανοιχτό το στόμα. Δεν ήξεραν αν τους μιλούσε σοβαρά η αν τους κορόιδευε γιατί δεν είχαν καταλάβει λέξη από όσα είπε. Εκτός του νοτιοανατολικά. Για να φύγει η αμηχανία λέει ο Ηλίας: «Ότι πεις εσύ, ας πάμε νοτιοανατολικά, όμως θα πεις εσύ το σημείο που θα ρίξουμε τα δίχτυα». Ο Βασίλης έγνεψε θετικά και παρέμεινε σιωπηλός. Τι βλάκες που ήταν και οι δυο τους. Φυσικά και τους δούλευε γιατί δεν έχαναν ευκαιρία να τον πειράζουν, άλλοτε να τον προσβάλλουν και να τον βρίζουν. Όμως την προηγούμενη μέρα είχε ακούσει για ένα καλό μέρος για ψάρεμα και ήθελε να το δοκιμάσει. Από τις περιγραφές είχε καταλάβει περίπου που ήταν και θα τους το έλεγε αλλά με άλλο τρόπο, τον δικό του τρόπο. Το ταξίδι το πέρασαν αμίλητοι, ποτέ δεν μίλαγαν άλλωστε, έμοιαζε λες και έκαναν υπομονή ο ένας με τον άλλον. Ένας σιωπηλός συμβιβασμός για να περνάει ήσυχα η μέρα. Αφού πήγαν περίπου όπου τους υπέδειξε ο Βασίλης περίμεναν την εντολή του για να ρίξουν τα δίχτυα και εκείνος είπε στην τύχη. Πραγματικά ήλπιζε να σταθεί τυχερός αν και το σημείο που διάλεξε ήταν πολύ κοντά σε βράχια. Σίγουρα κάποια ψάρια θα έπιαναν, εκεί ήταν απομονωμένα, δεν πηγαίνανε πολλοί ψαράδες γιατί εκεί κοντά είχε δυνατά ρεύματα και συχνά δημιουργούσε προβλήματα. Εκείνη τη μέρα όμως η θάλασσα ήταν τέλεια. Φύσαγε ακριβώς όσο έπρεπε. Αργά ξεπρόβαλλε ο ήλιος χρυσίζοντας τις κορυφές των κυμάτων. Φαίνονταν σαν χιλιάδες χρυσές πεταλούδες να φτερουγίζουν ανέμελα πάνω στον αφρό των κυμάτων. Έριξαν τα δίχτυα, φάγανε το κολατσιό τους και περίμεναν να έρθει η ώρα να τα μαζέψουν. «Άντε Βασίλη, άρχισε να μαζεύεις» είπε ο Ηλίας. Ξεκίνησε ο Βασίλης με το Σπύρο τη ρουτίνα και ο Ηλίας τους παρατηρούσε. Σε κάποιο σημείο προς τη στεριά όμως άρχισαν να δυσκολεύονται. «Ρε συ Ηλία έλα δώσε ένα χεράκι γιατί κάπου έχει κολλήσει», φώναξε ο Σπύρος. Ο Ηλίας τον κοίταξε εκνευρισμένος με μισό μάτι σίγουρα θα έλεγε από μέσα του πόσο ανίκανοι είναι και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα μόνοι τους. Ωστόσο περιορίστηκε στο να πάρει μια βαθιά ανάσα και να πλησιάσει. Παραμέρισε με τα δυνατά του χέρια και τους δύο και άρχισε να τραβάει τα δίχτυα μόνος του. Ήταν δυνατός άντρας, συχνά κακότροπος που πάντα έκανε το δικό του χωρίς να υπολογίζει κανέναν. Ακόμα και τα χαρακτηριστικά του ήταν τραχιά. Σγουρά μαλλιά, μικρά βαθουλωτά μάτια πνιγμένα σε χοντρά μαύρα φρύδια, χοντρή μύτη και λεπτά χείλη. Όμως και γι αυτόν ήταν δύσκολο να τα τραβήξει χωρίς να τα σκίσει. «Ανάθεμα σε Βασίλη, η ώρα και η στιγμή που ακούσαμε τις χαζομάρες σου και ήρθαμε στην ερημιά να παλεύουμε με τα δίχτυα. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να βουτήξεις μέσα και να δεις που στο καλό πιάστηκαν». Ο Βασίλης δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν είναι και εύκολο να πας κόντρα στον Ηλία και μιας και ήταν δικό του το φταίξιμο, έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε. Αμέσως βρέθηκε σε ένα άλλο κόσμο, ήρεμο που τα πάντα είχαν ένα δικό τους χρόνο, μια δικιά τους μουσική. Διάφορα ψαράκια ακολουθούσαν τα χρώματα του βυθού και έπαιρναν μέρος στο δικό τους χορευτικό. Πάντα η θάλασσα τον μάγευε. Ακολούθησε το δίχτυ μέχρι ένα σημείο και καθώς κατέβαινε, του φάνηκε ότι είδε κάτι


να γυαλίζει. Του κίνησε την περιέργεια, μπορεί και να έκανε λάθος γιατί δεν ήταν τόσο κοντά για να διακρίνει καλά και με τα μάτια ανοιχτά μέσα στην θάλασσα ήταν ακόμα πιο δύσκολο, όμως τι θα μπορούσε να είναι; Έτσι σκεφτότανε μέχρι που του τέλειωνε η αναπνοή. Αναγκάστηκε να ξαναβγεί στην επιφάνεια για να μαζέψει δυνάμεις. Μόλις έβγαλε το κεφάλι του στην επιφάνεια του νερού, άρχισε να παίρνει πολλές ανάσες. «Τι έγινε το ξέμπλεξες το δίχτυ;» τον ρώτησε ο Σπύρος. «Δεν είμαι σίγουρος, θέλω να ξαναδώ κάτι». «Τι είναι, είδες καμιά γοργόνα;»τον κορόιδεψε ο Ηλίας. Ο Βασίλης δεν απάντησε αλλά ξαναβούτηξε, αποφασισμένος να δει τι ήταν εκείνο που γυάλιζε. Κολυμπούσε αργά με μεγάλες κινήσεις για να μη λαχανιάσει. Ακολούθησε το δίχτυ μέχρι που έφτασε σε ένα κοραλλιογενή ύφαλο όπου εκεί είχε μπλεχτεί. Δίπλα από το δίχτυ όμως υπήρχε κάτι άλλο, κάτι εκθαμβωτικό. Ένα μεγάλο κόκκινο πετράδι που το περιτριγύριζαν ένα σωρό πολύτιμες πέτρες. Τα έχασε εντελώς, μαγεύτηκε από τις Σειρήνες του πετραδιού. Ο ύφαλος το είχε πάρει υπό την προστασία του και θα ήταν πραγματικά δύσκολο να το βγάλει από εκεί. Ήταν σφηνωμένο και δεν ήθελε με τίποτα να φανερωθεί. Όχι, δεν μπορούσε με τίποτα μόνος του, χρειαζόταν βοήθεια για αυτό. Εκείνος δεν είχε τόση δύναμη ούτε και ο Σπύρος, ο Ηλίας όμως... Για άλλη μια φορά ανέβηκε στην επιφάνεια. «Δε θα το πιστέψετε τι υπάρχει κάτω», φώναζε λαχανιασμένος. «Ηλία, έλα μαζί μου τώρα και φέρε και ένα ξύλο». Ο Ηλίας δεν έχασε χρόνο, έβγαλε τα ρούχα του, πήρε ένα καμάκι και βούτηξε με το Βασίλη κάτω. Ο Βασίλης τον καθοδήγησε και μόλις ο Ηλίας το αντίκρισε τα έχασε. Άρχισε μανιασμένος να τραβάει με όλη του τη δύναμη τα κομμάτια του ύφαλου που είχαν εγκλωβίσει το πετράδι. Πότε με τα χέρια του πότε με το ξύλο, έκανε απίστευτη προσπάθεια για να τα καταφέρει. Μέσα στο νερό τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα. Οι κινήσεις όσο γρήγορες και να ήταν, γίνονταν σε αργή κίνηση. Ο Βασίλης βοηθούσε όπως μπορούσε αν και είχε αφήσει την κατάσταση κυριολεκτικά στα χέρια του Ηλία. Την ώρα που τους τελείωνε η αναπνοή, ο Ηλίας κατάφερε και έσπασε ένα μεγάλο κομμάτι του υφάλου. Όμως δεν ήταν αρκετό για να μπορέσουν να απεγκλωβίσουν ότι ήταν κρυμμένο τόσο χρόνια εκεί. Έτσι όπως ήταν τοποθετημένο από τα αόρατα χέρια ενός προστάτη Θεού ήταν αδύνατον να το βγάλουν έτσι απλά, έστω για να δουν τι ακριβώς είναι και πόσο μεγάλο είναι. Το παράτησαν και ανέβηκαν στην επιφάνεια. «Τι έγινε ρε παιδιά, ανησύχησα. Νόμιζα πως πνιγήκατε, κανείς σας δεν είχε αντέξει τόσο κάτω ». είπε ο Σπύρος γεμάτος αγωνία αλλά και περιέργεια. «Πέτα τα σκοινιά ». Υπάκουσε ο Σπύρος έδεσε τη μία τους άκρη σε ένα γερό κομμάτι του καϊκιού και έπειτα πέταξε την άλλη στη θάλασσα. Αμέσως έπιασε ο καθένας από μία άκρη και κατευθύνθηκαν στον ύφαλο. Το έδεσαν όσο πιο καλά μπορούσαν και ανέβηκαν στην επιφάνεια. Έβαλαν όλη τους τη δύναμη και οι τρεις μέχρι που κατάφεραν και έβγαλαν ένα κομμάτι και το ανέβασαν πάνω. Έμειναν και οι τρεις άφωνοι για μερικά δευτερόλεπτα. Στο φως το ήλιου αυτό το κομμάτι με πολύτιμους λίθους το οποίο είχε γίνει ένα με τη μάζα του ύφαλου φαινόταν κάτι το μαγικό, το ασύλληπτο. Δεν ήταν όλο το κομμάτι κόσμημα, αλλά


ένα μικρό του μέρος. Το υπόλοιπο είχε χάλκινα σκαλιστά κομμάτια που δεν μπορούσες να προσδιορίσεις τι απεικόνιζαν. Το πετράδι είχε μία χρυσή φιγούρα ενός προσώπου που φόραγε στέμμα. Ένα στέμμα που λαμποκοπούσε από τους πολύτιμους λίθους. Σίγουρα αυτό που βρήκαν ήταν ένα μικρό μέρος του θησαυρού. Είχαν χαθεί μέσα του, η λάμψη του καθρέπτιζε όλα τους τα όνειρα και όλη τη ματαιοδοξία. Δεν υπήρχε διαφυγή. Τώρα πια τους εξουσίαζε. Είχε βγάλει έξω τον σκοτεινό τους εαυτό. Αυτό το κομμάτι που υπήρχε πολύ βαθιά θαμμένο μέσα τους και είχαν κλείσει τρομαγμένοι από τι μπορεί να κάνουν όταν έρθει η κακιά στιγμή. Το φύλαγαν για τους εχθρούς τους. Τη σιωπή έσπασε ο Ηλίας. «Σπυράκο, καταλαβαίνεις ότι δεν θα πάρεις μερίδιο από αυτό έτσι;» «Τι λες καλέ, μαζί δεν ήρθαμε, μαζί δε ρίξαμε τα δίχτυα; Δεν υπάρχει περίπτωση. Αυτό πρέπει να αξίζει αμύθητα λεφτά. Με τι πο τα. » Ο Βασίλης δεν είχε βγάλει λέξη. Έβλεπε μόνο τον Ηλία να μετατρέπεται σε άλλο άνθρωπο. «Δικό μου είναι το καΐκι, εγώ αποφασίζω το τι θα γίνει εδώ πέρα, μη σε πετάξω στη θάλασσα ». «Εμένα ρε θα πετάξεις, που σου χω σταθεί τόσα χρόνια σε αυτό το παλιοκάικο, ας μην ήταν ο πατέρας σου και θα σου λεγα εγώ». «Βρε τι μας λες σου χρωστάμε και χάρη; Δεν το κατάλαβα». Είχαν και οι δύο σηκωθεί και ο ένας φώναζε όσο πιο δυνατά μπορούσε για να επιβληθεί. Είχαν πλησιάσει επικίνδυνα κοντά για να πιαστούν στα χέρια. Τα ρουθούνια τους φούσκωναν και ξεφούσκωναν, η αναπνοή τους είχε επιταχυνθεί και τα μάτια τους κολυμπούσαν στην οργή. Κουβέντα στη κουβέντα, έδωσε ο Ηλίας την πρώτη σπρωξιά, ακολούθησε δεύτερη και πιάστηκαν στα χέρια. Αμέσως σηκώθηκε ο Βασίλης και προσπάθησε να μπει ανάμεσα τους να τους χωρίσει. Δύσκολο όμως, είχαν μετατραπεί σε δύο λυσσασμένα λιοντάρια που παλεύουν για την κυριαρχία του κοπαδιού, έτοιμα να ξεσκίσουν με τα κοφτερά τους δόντια ότι μπει στο δρόμο τους. Πιάνει ο Ηλίας με τα δυνατά του χέρια το λαιμό του Σπύρου και άρχισε σταδιακά να τον σηκώνει από το δάπεδο. «Βασίλη βοήθησε με για να σωθείς. Δεν θα γλυτώσεις αλλιώς από την κατάρα ». είπε με την τελευταία δύναμη που του είχε απομείνει. Ο λεπτός λαιμός του Σπύρου είχε αρχίσει ήδη να μελανιάζει και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Τα γαλάζια μάτια του γεμάτα τρόμο αντίκριζαν αυτές τις τελευταίες στιγμές το μίσος του δολοφόνου του. Δε μπορούσε να το πιστέψει. Αγωνιώντας προσπαθούσε να πάρει ανάσα αλλά τα χέρια του Ηλία δεν τον άφηναν. Όσο και να σπαρταρούσε δεν υπήρχε οίκτος, μέχρι που άφησε και την τελευταία του πνοή μένοντας με ανοικτά τα μάτια να κοιτάνε με απόγνωση αλλά και με απορία το άγριο πρόσωπο του Ηλία, του ανθρώπου που δούλευαν μαζί πάνω από δέκα χρόνια στο καΐκι, ενός ανθρώπου που γνώριζε και γιόρταζε μαζί του. Ο Βασίλης είχε μείνει αποσβολωμένος να κοιτάζει τη σκηνή. Ο χρόνος είχε παγώσει γύρω του. Νόμιζε ότι αυτό δεν είχε γίνει πραγματικά μπροστά του, αλλά κάπου αλλού και κάποιος άλλος το παρακολουθούσε, όχι αυτός. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε το απόλυτο


σκοτάδι να τους τυλίγει ύπουλα και να μπαίνει μέσα τους. Τα σύννεφα είχαν παγώσει, ο ήλιος δεν έστελνε πια τις ακτίνες του, η θάλασσα είχε πάψει να κινείται. Όλα είχαν γίνει ένα. Μόλις ήρθε στην πραγματικότητα έτρεξε στο Σπύρο που κείτονταν σωριασμένος σαν ένα τσουβάλι ρούχα. Τον αγκάλιασε, του έκλεισε τα μάτια και έμεινε να κοιτάζει τον Ηλία με μάτια γεμάτα πόνο. «Τι έκανες; Συνειδητοποιείς τι έκανες; Δολοφόνησες έναν άνθρωπο. Γιατί; » Ούρλιαζε ο Βασίλης περιμένοντας μάταια μια λογική απάντηση. «Είσαι πραγματικά ηλίθιος. Θα τα μοιραστούμε μισά μισά. Με αυτό τον θησαυρό που βρήκαμε και θα βγάλουμε στην επιφάνεια θα ζήσουμε μια πολύ ωραία ζωή, μακριά από πολέμους , φτώχια και μεροκάματο. Γιατί να τα μοιραστούμε με το Σπύρο, αυτός δεν είχε καμία σχέση με την ανακάλυψη μας. Αυτό που κρύβεται εκεί κάτω δεν είναι ένα τυχαίο εύρημα. Αιώνες ψάχνουν να βρουν το άρμα του Ήλιου. Αυτό πρέπει να είναι ». Κοίταζε τον Βασίλη λες και με ότι έλεγε μπορούσε να αποκτήσει νόημα ο θάνατος του Σπύρου. Είχε ηρεμήσει, η φωνή του είχε απαλύνει, αλλά τα μάτια του δεν ξεγελούσαν. «Λες να βρήκαμε το άρμα του Ήλιου; Πρέπει να το πούμε στους Έλληνες να κάνουν ανασκαφές. Να χρηματοδοτήσουμε τον αγώνα ». « Έχεις τρελαθεί εντελώς; Γι αυτό σκότωσα τον Σπύρο; Βγάλε τον σκασμό και μη με αναγκάσεις να κάνω κάτι που δε θέλω. Δε σε συμφέρει ». «Τι θα πούμε για το πτώμα;» «Μην ανησυχείς, θα το πετάξουμε στη θάλασσα. Θα πούμε ότι είχαμε πρόβλημα με τα δίχτυα, ότι ο Σπύρος έπεσε μέσα να δει τι έγινε και δεν ξαναβγήκε στην επιφάνεια. » «Και τον βράχο; Πως θα τον μεταφέρουμε;» «Θα περιμένουμε να βραδιάσει και θα το πάμε σε εκείνο το μέρος κοντά στο σπίτι σου. Εκεί είναι απομονωμένα. Κανείς δε θα καταλάβει τίποτα». «Και αυτό που βρήκαμε; » «Θα το βάλω σε ένα σακί και θα το κρύψω μέσα στη βάρκα. Είναι πιο επικίνδυνο να το κουβαλάω μαζί μου και να προσπαθώ να το κρύψω από τα αδιάκριτα βλέμματα των υπολοίπων». «Και αν είναι καταραμένο;» «Βασίλη σύνελθε». «Λες να είναι τυχαίο που το βρήκαμε εμείς;» «Φυσικά δεν είναι τυχαίο. Μας αξίζει να πλουτίσουμε να περάσουμε όλη τη ζωή μας καλά αλλά και να εξασφαλίσουμε τα παιδιά μας ». Ο Βασίλης δεν πίστευε στα αυτιά του με αυτά που άκουγε από τον Ηλία. Πάντα πίστευε ότι νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του και αγαπούσε μόνο τον εαυτό του και κανέναν άλλον. Άντε ίσως αγαπούσε και το παιδί του. «Έχω ένα περίεργο αίσθημα ότι αυτό δεν θα μας βγει σε καλό» είπε ο Βασίλης με πολύ σιγανή φωνή, μουρμουρίζοντας.


ΣΗΜΕΡΑ Μετά από πολλές ώρες αναμονής μέσα στο αυτοκίνητο της περίμενε πότε θα έβγαινε από τη γκαρσονιέρα το παράνομο ζευγάρι του επιχειρηματία και της πετυχημένης παρουσιάστριας. Μόλις ξεπρόβαλλε το κεφάλι της κυρίας Αμάντας τυλιγμένο με ένα μαντήλι και με μεγάλα γυαλιά ηλίου να κρύβουν το πρόσωπο της, η Λυδία έβγαλε την φωτογραφική της μηχανή και τραβούσε απανωτές φωτογραφίες. Ήξερε ότι ήταν θέμα μερικών λεπτών για να βγει και ο Γρηγόρης. Πραγματικά είχε απόλυτο δίκιο και η φωτογραφική μηχανή της πήρε φωτιά. Εδώ και μια εβδομάδα δεν είχε αφήσει λεπτό την Αμάντα, της έκανε παντού παρέα και εκείνη ας μην το είχε αντιληφτεί. Την παρακολουθούσε μόλις έβγαινε από το σπίτι της, όταν πήγαινε στο σταθμό, όταν πήγαινε για ψώνια, για φαγητό, στο κομμωτήριο, στο γυμναστήριο, παντού , μέχρι να καταφέρει να την πάρει φωτογραφία με τον κατά δέκα χρόνια νεότερο της και ζεν πρεμιέ Γρηγόρης. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το τεύχος του Prive θα πουλούσε πολλά αντίτυπα. Η όχι; Υπομονετικά ακολούθησε για άλλη μια φορά την Αμάντα μέχρι το σπίτι της. Αυτή τη φορά όμως δεν έκατσε στο αυτοκίνητο να την παραμονεύει αλλά τόλμησε να βγει έξω. Τρέχοντας πριν προλάβει η Αμάντα να ανοίξει τη βαριά εξώπορτα του σπιτιού της πετάχτηκε η Λυδία μπροστά της «Χαίρεται» της είπε όσο πιο ευγενικά μπορούσε. «Γεια» είπε η Αμάντα γεμάτη αμηχανία. «Δεν θέλω να σας αναστατώσω αλλά μήπως έχετε το μπλοκ επιταγών μαζί σας;» της είπε η Λυδία συνεχίζοντας να την κοιτάει με χαμόγελο. «Παρακαλώωωω;» είπε η Αμάντα λες και δεν άκουσε καλά, λες και έγινε κάποιο λάθος. «Τι θέλετε κυρία μου;» της είπε και είχε γυρνώντας προς τη μεριά της κοιτάζοντας τη με απόλυτα ενοχλημένο ύφος. «Σας έχω φωτογραφίσει μαζί με τον αγαπημένο σας. Αν μου δώσετε επιταγή με το κατάλληλο νούμερο σας υπόσχομαι ότι θα σας παραδώσω την φωτογραφική μου μηχανή όπως είναι» είπε στον ίδιο φιλικό τόνο η Λυδία άλλωστε δεν ήθελε να τσακωθεί μαζί της, δεν της είχε κάνει τίποτα, τα χρήματα της ήθελε μόνο. «Σήκω και φύγε πριν φωνάξω την αστυνομία. Με ακούς;» άρχισε να φωνάζει σε κατάσταση υστερίας η Αμάντα. Τα χέρια της έτρεμαν από τα νεύρα της και της έπεσαν τα κλειδιά. Η Λυδία έσκυψε και της τα έδωσε χωρίς να έχει ταραχτεί καθόλου ενώ εκείνη συνέχισε να της φωνάζει να φύγει. Επειδή είχε αρχίσει ήδη να τις κοιτάζει κόσμος η Λυδία έφυγε και μπήκε στο αυτοκίνητο της. Μπορεί να μην είχε πάρει την επιταγή που ήθελε αλλά αν μη τι άλλο θα έκανε το περιοδικό χαρούμενο. Σίγουρα θα πουλούσαν πολλά φύλλα σε αυτό το τεύχος. Τώρα έπρεπε να οδηγήσει για να φτάσει στην άλλη πλευρά της Αθήνας όπου βρισκόταν τα γραφεία. Η κίνηση ήταν αφόρητη. Θα της έπαιρνε πάνω από μία ώρα να φτάσει για να θριαμβολογήσει και έβαλε ραδιόφωνο να περάσει λίγο η ώρα. Μόλις μπήκε μέσα στο γραφείο άκουσε μια πολύ γνώριμη φωνή: «Λυδία, σε θέλει στο γραφείο της η κ. Σήλια» είπε η Ειρήνη στην Λυδία καθώς πήγαινε να κάτσει στην θέση του γραφείου της. Τα γραφεία τους ήταν αντικριστά και είχαν


ενδιάμεσα ένα ηχομονωτικό τζάμι. Αν και αυτό δεν τις εμπόδισε ποτέ από το να κουτσομπολεύουν τους πάντες μέσα στο γραφείο. Η Λυδία άφησε τα πράγματα της και αργά, νωχελικά μην έχοντας καμία όρεξη να πάει οπουδήποτε μιας και αυτή η κίνηση στους δρόμους την είχε εξουθενώσει. Πέρασε μπροστά από το γραφείο της Ειρήνης κάνοντας γκριμάτσες, σέρνοντας σχεδόν τα πόδια της, προσπέρασε μερικά ακόμα γραφεία, όπου κοπέλες δούλευαν πυρετωδώς παίρνοντας ασταμάτητα τηλέφωνα, μέχρι που έφτασε στην πόρτα της διευθύντριας. Η ταμπέλα έξω από την ξύλινη πόρτα έγραφε: ΣΗΛΙΑ ΚΑΣΤΡΙΝΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ PRIVE Έπρεπε με κάθε τρόπο να υπενθυμίζει στους υπαλλήλους ποιος είναι το αφεντικό. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε την πόρτα περιμένοντας να απαντήσει η «Τσήλια» όπως την κορόιδευαν πίσω από την πλάτη της. «Τσίλ» από το κρύο και «Τσίλι» από το καυτερό. «Παρακαλώ» άκουσε την φωνή της και πέρασε μέσα κλείνοντας πίσω της την πόρτα. «Τι κάθεσαι και με κοιτάς σαν χάνος; Πάρε μια καρέκλα και κάτσε ». της είπε η Σήλια με τον συνηθισμένο της αγενή τρόπο και η Λυδία υπάκουσε. «Τι κατάφερες με την Αδαμίδου; Έκανες τίποτα ή τόσο καιρό άσκοπα σπαταλήσαμε τα χρήματα μας σε εσένα;» Η Λυδία έκανε ένα μορφασμό και μετά χαμογέλασε σαν να της έλεγε ότι αφού πάντα τα καταφέρνει γιατί την ρωτάει. «Την έχω να βγαίνει από τη γκαρσονιέρα και μετά τον Γιάννη. Δεν τον είδα να μπαίνει γιατί μάλλον του έδωσε κλειδί και πήγε νωρίτερα, δεν μπορώ να είμαι σε δύο μέρη ταυτόχρονα» απάντησε επιθετικά για να προλάβει και την επόμενη της ερώτηση. «Εντάξει. Έκανες καλή δουλειά και για αυτό σου έχω ένα δώρο. Για αυτή τη δουλειά θέλω την καλύτερη, αυτή που θα πάρει πιπεράτες φωτογραφίες και θα τις συνοδεύσει με ένα εξίσου καυστικό κείμενο. Θέλω αύριο να πάρεις το αεροπλάνο και να πας στη Ρόδο. Έχω πληροφορίες ότι εκεί βρίσκεται ο Γιάννης Αντωνίου με μια αιθέρια ύπαρξη. Βέβαια δεν είναι η γυναίκα του όπως καταλαβαίνεις και εννοείται ότι δεν θέλω να βγάλεις μόνο φωτογραφίες, θέλω και βίντεο. Μετά από αυτό θέλω να κάνεις το συνηθισμένο ρεπορτάζ για τους τουρίστες που ξεσαλώνουν στο Φαληράκι. Σου έχω όλα όσα χρειάζεσαι εισιτήρια, διαμονή, κλεισμένο αυτοκίνητο εδώ στο φάκελο». Όση ώρα της τα έλεγε αυτά δεν είχε σηκώσει το κεφάλι της από τον υπολογιστή για να δει την αντίδραση της Λυδίας η οποία είχε μείνει έκπληκτη και την κοίταζε. Αν μη τι άλλο δεν περίμενε να φύγει για ταξίδι τόσο ξαφνικά. Υποτίθεται ότι η Παρασκευή θα ήταν το ρεπό της και είχε κανονίσει ένα εκατομμύριο πράγματα. Πόσο εύκολο ήταν για τη Σήλια με τα πανάκριβα ρούχα, το πάντα καλοχτενισμένο της μαλλί και το γυάλινο πρόσωπο που από το πολύ Botox δεν της είχε μείνει ίχνος έκφρασης να της ανακατώνει τη ζωή κάθε λίγο και λιγάκι. «Μη με κοιτάς με αυτό το ύφος. Αν δεν μπορείς, να μου το πεις και εγώ θα βρω άλλον να κάνει τη δουλειά » της είπε η Σήλια καθώς έπαιζε νευρικά με το στυλό της. «Ε, όχι κυρία Σήλια. Θα τα καταφέρω όπως πάντα , μην ανησυχείτε » απάντησε η Λυδία με συγκρατημένη ευγένεια προσπαθώντας να μην μιλάει μέσα από τα δόντια της. Ήξερε ότι όταν έλεγε η «Τσήλια» να βρει άλλον εννοούσε να βρει για πάντα άλλον. Όποιος τολμούσε να της αρνηθεί οτιδήποτε ήταν πρώτος στην λίστα της απόλυσης. Σηκώθηκε, πήρε τον φάκελο από το γραφείο της Σήλιας, την χαιρέτησε και έφυγε κλείνοντας όσο πιο


αθόρυβα μπορούσε την πόρτα ενώ πραγματικά ήθελε να της τη βροντήξει στην μούρη. Τα εκφραστικά μάτια της Ειρήνης ήταν καρφωμένα πάνω της από την ώρα που βγήκε μέχρι την ώρα που έκατσε στην θέση της. Από την στιγμή που ήρθε η Λυδία στο περιοδικό η Ειρήνη ήταν ο φύλακας άγγελος της. Της έμαθε όλα τα κατατόπια, ποιους να εμπιστευτεί , ποιους να αποφεύγει και τι πρέπει να προσέχει για να κρατήσει τη δουλειά της. Ενίοτε την προστάτευε από τις τρικλοποδιές και πάντα ήταν πρόθυμη να τη βοηθήσει και να την καλύψει. Ήξερε τα πάντα για εκείνη ή μάλλον όσα της επέτρεπε η Λυδία να μάθει. Ενώ ήταν εντυπωσιακή κοπέλα, καστανόξανθη, ψηλή με θηλυκότητα, πρόσχαρη δεν το είχε πάρει πάνω της και παρέμενε προσγειωμένη και αυτό ήταν κάτι που η Λυδία εκτιμούσε. Ήταν η καλύτερη της φίλη μαζί γελάγανε, μαζί κλαίγανε, όσα μπορούσαν τα μοιραζόταν μαζί. Η Λυδία είχε το πρόσωπο της σκυμμένο και σκεφτόταν πως θα ακύρωνε το μεσημεριανό με τη μητέρα της και τη βραδινή έξοδο με το Δημήτρη. Θα της γκρίνιαζαν ασταμάτητα και εκείνη δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Μόνο να τους ακούει, να γνέφει και να τους λέει την ίδια κασέτα για άλλη μια φορά. Πόσο δίκιο έχουν και ότι δεν είναι δικό της λάθος και την επόμενη φορά θα προσπαθήσει να ορθώσει το ανάστημα της και όλα αυτά που τους επαναλάμβανε κάθε φορά που η Σήλια την έστελνε κάπου απροειδοποίητα. Η Ειρήνη που είχε τρελαθεί από την περιέργεια, της χτυπούσε με το χέρι το τζάμι για να της αποσπάσει την προσοχή. Στο τέλος την πήρε τηλέφωνο για να μην ακούγονται στα διπλανά γραφεία. Εκεί είχαν τα πάντα αυτιά όχι μόνο οι τοίχοι. «Λυδία, λέγε τι σου είπε ». «Πάλι με στέλνει ταξίδι». «Πότε;» «Αύριο!» «Πω πω, τι θα πεις τώρα στο Δημήτρη; θα γίνει θηρίο». «Και τι να κάνω; Έχω καμιά άλλη επιλογή και δεν το ξέρω;» «Αυτό να μου πεις» της απάντησε η Ειρήνη με ένα τόνο κατανόησης. Ήξερε τι πέρναγε η Λυδία καθώς πέρναγε τα ίδια και εκείνη. Μπορεί να μην πήγαινε ταξίδι αλλά πολλές φορές το περιοδικό γινόταν σπίτι της όπως και για πολλούς άλλους μέσα στο γραφείο. Διαφορετικά οι πόρτες της απόλυσης ήταν πάντα ανοικτές και χωρίς βέβαια να πληρώνονται ανάλογα. «Φεύγω τώρα για να προλάβω» είπε η Λυδία και έβαλε τα πράγματα στην τσάντα της. Σηκώθηκε όρθια κρατώντας το ντοσιέ στο ένα χέρι και τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο άλλο. Πλησίασε την Ειρήνη της έδωσε ένα φιλί στον αέρα, χαιρέτησε όλους τους υπόλοιπους στο γραφείο και πήγε στο ασανσέρ. Ευτυχώς στο κτήριο υπήρχε χώρος στάθμευσης στο υπόγειο και έτσι δεν θα έχανε περισσότερο χρόνο. Μπήκε στο αυτοκίνητο, άνοιξε το ράδιο και έφυγε για να πάει στο σπίτι της. Δεν πρόλαβε να φτάσει και χτύπησε το κινητό της, ήταν ο Δημήτρης. «Έλα, τι γίνεται; Είσαι καλά; » «Δημήτρη έχω να σου πω ένα δυσάρεστο νέο». «Μην μου πεις , δεν θέλω να το ακούσω». «Λυπάμαι , αλλά πρέπει να ακυρώσεις την αυριανή μας κράτηση. Φεύγω για Ρόδο το πρωί».


«Μερικές φορές νομίζω ότι το κάνεις επίτηδες». «Αφού ξέρεις τώρα πως είναι η δουλειά. Ένα χρόνο είμαστε μαζί, δεν έχεις μάθει πως είναι τα πράγματα;» «Δεν σημαίνει ότι μου αρέσει κιόλας. Τι να σου πω ρε Λυδία. Όλο το ίδιο σκηνικό, βαρέθηκα». «Το εννοείς αυτό;» «Δεν βαρέθηκα εσένα, βαρέθηκα τη δουλειά σου». «Και τι θέλεις να κάνω;» «Να παραιτηθείς. Δεν μπορεί να σε κάνει ότι θέλει όποτε θέλει. Υπάρχει και ένα όριο. Αν είχες οικογένεια;» «Δεν έχω όμως και το ξέρει. Και αν φύγω που θα βρω μετά δουλειά; Σου έχω πει πόσο καιρό έψαχνα για να βρω μια δουλειά σαν κανονική δημοσιογράφος. Όταν όμως δεν έχεις τις γνωριμίες ή δεν έχεις «στρώσει» τον δρόμο σου, δεν έχεις και πολλές επιλογές. Όμως ας μην τα συζητάμε αυτά από το τηλέφωνο. Θα τα πούμε τουλάχιστον το βράδυ;» προσπάθησε να χαλαρώσει λίγο το ύφος της, δεν ήθελε να τσακωθούν πάλι. «Μωρό μου, αφού ξέρεις ότι ειδικά σήμερα δεν μπορώ, μην μου το ζητάς». «Ναι ξέρω. Έχει μπάλα. Εντάξει λοιπόν. Τα λέμε». «Καλά Λυδία μου, τα λέμε αργότερα» είπε ο Δημήτρης κι έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν φτάνει που ήταν αρκετά εκνευρισμένη από το τηλεφώνημα του Δημήτρη είχε και το βασανιστήριο του παρκαρίσματος. Το μικρό διαμέρισμα 60 τετραγωνικών που είχε στην Κυψέλη δεν συμπεριλάμβανε χώρο στάθμευσης. Μετά από αρκετούς κύκλους κατάφερε να αφήσει το αυτοκίνητο τρία τετράγωνα πιο μακριά και το αποκορύφωμα της ημέρας της ήταν ότι στην πολυκατοικία είχε χαλάσει και το ασανσέρ. Οι διαχειριστές το φύλαγαν για έκπληξη καθώς το σημείωμα το είχαν αφήσει μέσα στο ασανσέρ. Φανερά ταλαιπωρημένη και κουρασμένη ανέβηκε στον τρίτο όροφο με τα πόδια. Έβγαλε τα κλειδιά της και άνοιξε επιτέλους την πόρτα του σπιτιού της. Τώρα έπρεπε να τα αφήσει όλα πίσω της και να μην ασχοληθεί με τίποτα που θα της χαλάσει επιπλέον τη μέρα. Άφησε τα πράγματα της στο πρώτο τραπεζάκι που βρήκε μπροστά της και ξάπλωσε αμέσως στον καναπέ. Το κινητό της άρχισε να χτυπάει ξανά και ξανά αλλά εκείνη δεν έδωσε καμία σημασία. Σίγουρα θα ήταν η μητέρα της και πραγματικά δεν είχε όρεξη για άλλον τσακωμό σήμερα. Εδώ και λίγα χρόνια που έφυγε από το πατρικό της οι σχέσεις τους ήταν λίγο τεταμένες. Η μητέρα της η Άννα και ο πατέρας της ο Μιχάλης από εκεί που την έλεγχαν ασταμάτητα ξαφνικά δεν μπορούσαν να το κάνουν πια και την έπαιρναν αδιάκοπα τηλέφωνα για τα πάντα. Για το που είναι, που θα πάει, τι θα κάνει μέχρι και το αν έφαγε, αν ψώνισε και πότε. Αυτό το όλο θέμα την είχε εκνευρίσει τη Λυδία και έχανε την υπομονή της, αν και προσπαθούσε να συγκρατηθεί δεν το κατάφερνε πάντα. Ήξερε ότι τα πάντα γινόταν με αγάπη αλλά πάντα έπρεπε να υπάρχουν όρια στην ελευθερία της. Μπροστά της έβλεπε ένα πάκο με σημειώσεις που είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι του σαλονιού της εδώ και μια βδομάδα. Από όταν έπιασε αυτήν τη δουλειά δεν είχε χρόνο για τίποτα και για κανέναν. Όλη μέρα , κάθε μέρα ήταν αφιερωμένη στο Prive. Ευτυχώς είχε προλάβει να μετακομίσει και να τακτοποιηθεί πριν αρχίσουν οι πολλές απαιτήσεις. Το σπιτάκι των ονείρων της…λιτό με μόνο τα άκρως απαραίτητα έπιπλα και πολύ χρώμα στους τοίχους.


Αποφάσισε να σηκωθεί και να κοιτάξει τις κλήσεις στο τηλέφωνο της. Φυσικά οι τρεις ήταν από τη μητέρα της και η μία από το Δημήτρη. Όμως δεν ήθελε να καλέσει κανέναν από τους δυο. «Άκου να προτιμάει τη μπάλα από το να την δει… Άστον μόνο του δεν πειράζει, καλό θα του κάνει. Ο άνθρωπος δεν αλλάζει έτσι εύκολα. Ό,τι και να λέει ό,τι και να κάνει ». σκεφτόταν μόνη της και σχεδόν παραμιλούσε από τα νεύρα της. Η αλήθεια ήταν πως τίποτα στην ζωή της δεν ήταν όπως είχε ονειρευτεί. Ήταν άνθρωπος της φιλοδοξίας και της περιπέτειας και αντί να κάνει ρεπορτάζ και να αποκαλύπτει συνομωσίες αποκάλυπτε τα τσιλιπουρδίσματα των επωνύμων. Μέχρι και ο Δημήτρης ήξερε ότι δεν ήταν για αυτήν. Κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια. Στο ίδιο εστιατόριο, στην ίδια καφετέρια, στην ίδια ρουτίνα. Μην τυχόν και άλλαζε κάτι στην ζωή του και ο μικρόκοσμος του θα καταστρεφόταν. Τόσα χρόνια ταμίας σε μια τράπεζα. Δεν ήθελε προαγωγή, ένιωθε ασφάλεια στο να έκανε κάθε μέρα την ίδια ρουτίνα γιατί με αυτόν τον τρόπο δεν αγχωνόταν ποτέ. Ήξερε τη δουλειά του, την έκανε καλά, όλοι ήταν ευχαριστημένοι και αυτό ήταν αρκετό για εκείνον. Εκείνη ήταν πάρα πολύ διαφορετική ήθελε κάθε μέρα να δοκιμάζει καινούργια πράγματα και να έχει συνέχεια νέες προκλήσεις, αλλιώς βαριόταν. Ήθελε να νιώθει ότι ήταν διαφορετική και ότι αξίζει περισσότερα και ήθελε πάντα να κάνει περισσότερα και ας έβρισκε τον μπελά της. Δεν έπαυε να ήταν μια νέα εμπειρία. Βέβαια η αλήθεια είναι ότι με αυτήν τη δουλειά της βγήκε ένας σκοτεινός εαυτός που δεν ήξερε πως υπάρχει. Θα μπορούσε να είναι πιο καλή με τους ανθρώπους και να μην τους φωτογραφίζει άθελα τους, να μην τους εκβιάζει όποτε μπορεί για να πάρει μερικά χρήματα παραπάνω, να μην είναι αγενής, να μην είναι πολλά. Όμως έτσι ήταν αυτή και σε όποιον άρεσε. Μπορεί να μην το παραδεχόταν φωνακτά αλλά της άρεσε όταν η Σήλια την έστελνε ταξίδια. Ένιωθε λες και έπαιρνε φρέσκο αέρα, γλύτωνε από τις φασαρίες του γραφείου και ήταν μόνη της να κάνει ότι θέλει όπως το θέλει χωρίς να υπάρχει κάποιος από πάνω της να την ελέγχει. «Για να δούμε. Επόμενος προορισμός Ρόδος» είπε φωνακτά στον εαυτό της. Όπως ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ άνοιξε το λαπτοπ της και πληκτρολόγησε στην αναζήτηση «ΡΟΔΟΣ». Πάντα πριν κάθε ταξίδι έκανε μια μικρή έρευνα γύρω από το μέρος που θα επισκεπτόταν και στην Ρόδο δεν είχε πάει ποτέ. Εκεί έκανε κλικ στην Wikipedia. «Η Ρόδος, με έκταση 1400,684 km2, είναι το μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήσων και το τέταρτο σε έκταση νησί του Αιγαίου. Γενικότερα, είναι το τέταρτο σε έκταση νησί της Ελλάδας, ενώ ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 163.476 κατοίκους…". «Πολλοί μύθοι έχουν συνδεθεί με τη δημιουργία της Ρόδου. Σύμφωνα με τον Πίνδαρο, όταν ο Δίας επικράτησε των Γιγάντων, αποφάσισε να μοιράσει τη γη στους Ολύμπιους Θεούς. Ο Ήλιος όμως, έλειπε από τη μοιρασιά κι έμεινε χωρίς γη. Ο Δίας για να μην τον αδικήσει είπε να ξανακάνουν τη μοιρασιά, αλλά ο Ήλιος τότε είπε πως η γη που θα αναδυόταν από τη θάλασσα, όταν θα ανατέλλει το επόμενο πρωινό, θα γινόταν δική του. Έτσι αναδύθηκε ένα πανέμορφο και καταπράσινο νησί, η Ρόδος. Ο Ήλιος συνεπαρμένος από την ομορφιά της την έλουσε με τις ακτίνες του. Από τότε η Ρόδος είναι το νησί του Ήλιου, το πιο φωτεινό και λαμπερό». «Ενδιαφέρον…» σκέφτηκε και έκλεισε τον υπολογιστή. Ήταν ήδη απόγευμα και έπρεπε να αρχίσει να ετοιμάζει τα πράγματα της για το αυριανό ταξίδι. Έπρεπε να ξυπνήσει


πολύ πρωί καθώς της είχαν κλείσει την πρώτη πρωινή πτήση. Για να είναι στο αεροδρόμιο 06:50 έπρεπε να ξυπνήσει το αργότερο από τις 05:00. Η πτήση διαρκούσε μόνο μια ώρα οπότε δεν θα είχε χρόνο να κοιμηθεί στο αεροπλάνο για αυτό έπρεπε να είναι από τις 22:00 στο κρεβάτι της με τις πιτζάμες της. Δύσκολο βέβαια να κοιμηθεί τόσο νωρίς όμως έπρεπε να το προσπαθήσει. Έβαλε το ραδιόφωνο και ετοίμασε τη βαλίτσα της. Μόλις την έκλεισε χτύπησε πάλι το κινητό της. «Έλα μαμά». «Γιατί δεν σηκώνεις το τηλέφωνο σου και έχω τρελαθεί από την ανησυχία;» «Δεν μπορούσα μαμά. Θα σε έπαιρνα τώρα». «Πόσο ανυπομονώ να σε δω αύριο. Μας έχεις λείψει από το σπίτι. Σου έχω ετοιμάσει και το αγαπημένο σου φαγητό». «Μαμά , αύριο πάω στην Ρόδο. Δεν θα έρθω, λυπάμαι». «Δεν θα έρθεις;» άκουσε τον τόνο τη μητέρας της λες και η ζωή της κρεμόταν από την αυριανή μέρα. «Λυπάμαι, θα επανορθώσω. Στο υπόσχομαι». «Δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούω αυτό». «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Την ξέρεις την Σήλια, αν της αρνηθώ θα με απολύσει». «Ας σε απολύσει, δεν πειράζει. Έχεις σπίτι να μείνεις και δεν θα έχεις και τόσα έξοδα». «Αχ μαμά. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Μην τα λέμε πάλι. Εντάξει;» «Εντάξει» απάντησε η μητέρα της με μια μικρή καθυστέρηση. Εδώ δεν μπορούσε να την κουμαντάρει όταν ήταν μικρό κορίτσι παρ’ όλες τις προσπάθειες της θα τα κατάφερνε τώρα που ήταν 25 χρονών κοπέλα; «Κόρη μου σου εύχομαι, καλό ταξίδι. Πάρε με το πρωί να μην ανησυχώ». «Μαμά αν πέσει το αεροπλάνο θα το ακούσεις στις ειδήσεις». «Λυδία!» «Καλά μαμά, θα σου τηλεφωνήσω. Καληνύχτα τώρα ». «Καληνύχτα» είπε και έκλεισαν το τηλέφωνο. Τώρα που είχε ξεμπερδέψει και με αυτό πήγε να ξαπλώσει και να χαλαρώσει λίγο μέχρι να περάσει η ώρα και να την πάρει ο ύπνος χαζεύοντας σειρές στην τηλεόραση. 


ΡΟΔΟΣ «Ωραία, σαν τον ίδιο τον ήλιο» Λουκιανός

«Σ’ όλο τον κόσμο που γύρισα, δεν είδα πουθενά πιο ωραίον ουρανό, ούτε πιο γόνιμη χώρα». Λαμαρτίνος

Μόλις πάτησε η Λυδία το πόδι της στο αεροδρόμιο της Ρόδου τη διαπέρασε ένα ρίγος και ανατρίχιασε. Σκέφτηκε ότι μάλλον θα έφταιγε που ήταν πολύ πρωί ακόμα. Μετά από λίγη ώρα αναμονής μιας και δεν υπήρχε και πολύς κόσμος στην πρωινή πτήση πήρε τις βαλίτσες. Εκεί έμοιαζε ο χρόνος να πηγαίνει πιο αργά από το αεροδρόμιο της Αθήνας. Όποιον και να κοιτούσε στεκόταν αμέριμνος χωρίς να έχει καμία έγνοια στο κεφάλι του, κανένα ραντεβού για να πάει, κανένα αφεντικό να του φωνάζει. Μέχρι και το ρολόι είχε σταματήσει να γυρίζει λες και σε ενθάρρυνε να αλλάξεις ρυθμούς και να πας πιο αργά. Πήγε στο χώρο στάθμευσης στο σημείο που της είχαν υποδείξει οι ενοικιαστές αυτοκινήτων ότι θα βρίσκονταν το αυτοκίνητο της. Σήκωσε ψηλά το κλειδί του συναγερμού για να καταλάβει ποιο από όλα τα λευκά ATOS ήταν το δικό της. Αν και σχεδόν άυπνη αφού πέρασε τελικά όλο το βράδυ στην τηλεόραση της φάνηκε ότι ο φρέσκος αέρας την αναζωογόνησε και την ξύπνησε. Μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο, μόλις φόρτωσε τις βαλίτσες της και ξεκίνησε για την Ιξιά όπου βρισκόταν το ξενοδοχείο της. Αφού οδήγησε ξεκούραστα για ένα περίπου τεταρτάκι έφτασε στο Palace όπου σύμφωνα με τον φάκελο της Σήλιας ήταν ο τόπος διαμονής του Γιάννη Αντωνίου. Μόλις έφτασε μπροστά στην πόρτα της κύριας εισόδου ένα άντρας φορώντας την ενδυμασία του ξενοδοχείου, της άνοιξε την πόρτα, πήρε τη βαλίτσα της και την έδωσε σε έναν άλλο νεότερο που την έβαλε σε ένα τρόλεϊ και πήγε να σταθμεύσει εκείνος το αυτοκίνητο της. Ευτυχώς ήταν ντυμένη ανάλογα για ένα ξενοδοχείο σαν αυτό. Είχε φορέσει ένα λινό λευκό παντελόνι το οποίο κολάκευε το καλοσχηματισμένο σώμα της και από πάνω μια λευκή λινή μπλούζα σε σχήμα V και λευκά σανδάλια. Μπήκε μέσα σε μια μεγάλη ρεσεψιόν η οποία ήταν από τις μεγαλύτερες που είχε δει. Το πάτωμα ήταν γεμάτο ψηφιδωτά και γύρω της υπήρχαν γυάλινες προθήκες με αγγεία της Ρόδου. Ανεβάζοντας τα σκούρα Dior γυαλιά στο μέτωπο της είπε όλο ύφος. «Λυδία Νομικού, έχει γίνει κράτηση ». Τα στοιχεία της κράτησης που είχε δώσει η Σήλια ήταν ψεύτικα. Αν έλεγε ότι ήταν δημοσιογράφος του Prive δεν υπήρχε περίπτωση να της έδιναν δωμάτιο δίπλα από τον Αντωνίου. Για το ξενοδοχείο ήταν μεν η Λυδία Νομικού αλλά εργαζόταν σε έναν ταξιδιωτικό οδηγό ο οποίος μοιράζονταν σε όλες τις τουριστικές εκθέσεις του εξωτερικού. «Μισό λεπτό να κοιτάξω. Μάλιστα κυρία Νομικού συγνώμη για την αναμονή. Παρακαλώ οδηγήστε την κυρία Νομικού» είπε η ρεσεψιονίστ και έδωσε το κλειδί σε έναν υπάλληλο.


«Ακολουθήστε με παρακαλώ κυρία Νομικού» της είπε και προχώρησε προς την πόρτα εξόδου με κατεύθυνση τους εξωτερικούς χώρους του ξενοδοχείου. Μόλις βγήκε έξω της έκανε εντύπωση το καλοδιατηρημένο πράσινο που υπήρχε σε όλους τους διαδρόμους του ξενοδοχείου που οδηγούσαν στα μπανγκαλόου. Αυτό που επίσης της άρεσε ήταν ότι είχε μικρές τεχνητές λίμνες οι οποίες περιβάλλονταν από μεγάλους φοίνικες. Όλα ήταν τέλεια σχεδιασμένα και περιποιημένα λες και περπατούσε μέσα σε μια μακέτα. «Αυτή τη ζωή απολαμβάνουν οι διάσημοι και οι πλούσιοι. Με το δικό μου πορτοφόλι θα έφτανα μόνο μέχρι την είσοδο και μετά θα με έστελναν αμέσως στην έξοδο. Έπρεπε να είχα καταφέρει την Αμάντα να μου δώσει την επιταγή ». σκέφτηκε. Μόλις έφτασαν στο μπανγκαλόου ο περιποιημένος και φρεσκοξυρισμένος υπάλληλος που από μακριά μύριζε καθαριότητα της άνοιξε την πόρτα με ένα μεγάλο χαμόγελο. Μπήκε πρώτος μέσα και της έδειξε πως λειτουργεί το τηλεχειριστήριο και το κλιματιστικό, της υπενθύμισε πως για οτιδήποτε χρειαστεί να τηλεφωνήσει στην ρεσεψιόν και θα την εξυπηρετήσουν αμέσως, της ευχήθηκε καλή διαμονή και έφυγε. Μπροστά στο τραπεζάκι της κρεβατοκάμαρας υπήρχε ένα καλάθι με φρούτα και ένα μπουκάλι σαμπάνια. Ήταν το καλωσόρισμα της στο ξενοδοχείο. Εκείνη το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάει στην κρεβατοκάμαρα και να κάνει μια βουτιά πάνω στο πολύ μεγάλο διπλό κρεβάτι με τα πολλά μαλακά μαξιλάρια. Βρισκόταν σε ένα πολύ ωραίο χώρο με γήινες αποχρώσεις για να μπορείς να χαλαρώνεις στη στιγμή. Αφού έκατσε εκεί λίγα λεπτά με κλειστά τα μάτια σκέφτηκε ότι για να προχωρήσει το σχέδιο της έπρεπε να κινηθεί γρήγορα. Σηκώθηκε σαν σφεντόνα και αμέσως άνοιξε την πιο μεγάλη βαλίτσα που τη βάραινε τόσες ώρες που την είχε αφήσει στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας. Κάτω από τα ρούχα της είχε την υψηλής ανάλυσης φωτογραφική της μηχανή και ένα επιτραπέζιο ρολόι. Αυτό το ρολόι δεν ήταν ένα απλό ρολόι είχε μέσα μία κάμερα. Πείραξε τα κουμπιά του για να δει αν λειτουργεί και έπειτα ρύθμισε με χρονοδιακόπτη να ανοίξει η κάμερα του στις 11 το βράδυ και μετά όταν τελείωνε η εγγραφή θα έκλεινε μόνο του. Το κράτησε στα χέρια της, μετακίνησε τις βαριές κουρτίνες όσο πιο άκρη γινόταν για να μπορέσει να δει αν υπάρχει έξω καμιά καμαριέρα. Επειδή ήταν πριν τις 12 το μεσημέρι ήταν αρκετά τυχερή γιατί λίγο πιο πέρα είδε το καρότσι με τις καθαρές πετσέτες και τα καθαριστικά. Τώρα ήταν θέμα χρόνου να περάσει μπροστά από το δικό της μπανγκαλόου. Πήγε και άνοιξε την πόρτα της και έκατσε λίγο πιο μέσα περιμένοντας την. Μετά από αρκετή ώρα αναμονής που την έκανε να θέλει να κοιμηθεί και να γίνει ένα με την πολυθρόνα: «Κυρία κυρία, έρχεστε παρακαλώ;» Μία γυναίκα γύρω στα πενήντα με ξανθά βαμμένα μαλλιά πιασμένα κότσο φορώντας την στολή της καμαριέρας πρόβαλλε διστακτικά το κεφάλι της. «Ναι, ναι σε σας μιλάω. Έρχεστε λίγο μέσα;» της φώναξε η Λυδία και εκείνη υπάκουσε και μπήκε. «Κυρία , πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» της είπε ευγενικά αν και ήταν αρκετά σφιγμένη. «Θα ήθελα να κάνετε για μένα μια χάρη». «Παρακαλώ, πείτε μου».


«Το όνομα σας;» «Μαρίνα». «Για να σας πω Μαρίνα, θέλω να μου υποσχεθείτε ότι αυτή η συζήτηση θα μείνει μεταξύ μας. Σύμφωνοι;»» είπε η Λυδία, σηκώθηκε από την καρέκλα και πήγε και έκλεισε την πόρτα πίσω από την καμαριέρα. Αυτή η συζήτηση έπρεπε να μείνει ανάμεσα τους γιατί αν το μάθαινε κάποιος άλλος όλα θα πήγαιναν χαμένα. Η καμαριέρα, σούφρωσε τα φρύδια της και φάνηκαν οι ρυτίδες στο μέτωπο της. Φάνηκε να νιώθει πάρα πολύ άβολα ειδικά από την στιγμή που έκλεισε η πόρτα πίσω της. «Σας ακούω ». είπε αν και το βλέμμα της έλεγε ότι ήθελε να φύγει και να εξαφανιστεί. «Θέλω να αφήσετε αυτό στο κομοδίνο μπροστά από το κρεβάτι του κυρίου Αντωνίου και να μου το φέρετε την επόμενη μέρα ». της είπε αργά, σταθερά για να είναι πλήρως κατανοητή σε αυτό που της έλεγε. Η καμαριέρα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και πήγε να μιλήσει αλλά την πρόλαβε η Λυδία η οποία φρόντιζε να της χαμογελάει συνέχεια για να καταλάβει ότι δεν θα γινόταν κάτι άσχημο από αυτό. «Δεν πρόκειται να βλάψει κανέναν, σας το υπόσχομαι. Αν το ρολόι αυτό θα μπορούσε να του προκαλέσει κάποιο κακό δεν θα σας το έδινα πρόσωπο με πρόσωπο σωστά; Θα με καταδίδατε στη στιγμή, σωστά; Εσείς φαίνεστε τίμια γυναίκα και για αυτό θα σας δώσω ένα μικρό δωράκι ». «Με 50 ευρώ για μια εξυπηρέτηση που δεν κρατάει πάνω από 5 λεπτά θα το κάνετε αυτό για μένα;» Η Μαρίνα δεν φάνηκε να πείθετε και έβαλε τα χέρια της στην μέση, δεν ήθελε να ανακατευτεί και η Λυδία το καταλάβαινε. «Κατάλαβα, με 100;» η καμαριέρα έγνεψε αρνητικά. «Πολύ ωραία. Πιστεύω ότι 200 ευρώ θα σας είναι πολύ χρήσιμα. Μόλις τελειώσει η ¨εξυπηρέτηση ¨ και μου επιστρέψετε το ρολόι θα σας τα δώσω. Σύμφωνες;»» Η καμαριέρα σήκωσε το χέρι της διστακτικά και πήγε δειλά να πιάσει το ρολόι. Διακόσια ευρώ θα της ήταν πολύ χρήσιμα και αν δεν ήταν τόσο στριμωγμένη δεν θα τα έπαιρνε. Τα πάντα στην ζωή της τα είχε κερδίσει με τον ιδρώτα της και το αποτέλεσμα ήταν όλα της τα χρήματα να τα δίνει στο σουπερ μάρκετ. Αν θα έπαιρνε και διακόσια ευρώ εύκολα χωρίς να το μάθει κανείς δεν θα έχανε και τίποτα. Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό με μια αποφασιστική κίνηση πήρε το ρολόι στα χέρια της και το έκρυψε στην ποδιά της για να βγει έξω. Πριν τη δει η συνάδελφος της που είχε ξεκινήσει να την αναζητάει έκρυψε το ρολόι στα άπλυτα σεντόνια και κατευθύνθηκε στο μπανγκαλόου του Αντωνίου. Η Λυδία με ένα χαμόγελο ικανοποίησης ότι θα τελείωνε τόσο εύκολα και ανώδυνα αυτήν τη δουλειά αποφάσισε να πάει στην καφετέρια και να απολαύσει τις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου. Ποιος ξέρει πότε και αν της ξαναδινόταν τέτοια ευκαιρία. Βγήκε στον εξωτερικό χώρο του ξενοδοχείου και περπάτησε περιμετρικά της κεντρικής πισίνας , πέρασε ανάμεσα από τις ξαπλώστρες με τις μεγάλες ομπρέλες για να βρεθεί στο μπαρ. Εκεί έκατσε στα ψηλά καθίσματα και κοίταζε γύρω γύρω τη θέα. Μια όμορφη καστανόξανθη, αδύνατη κοπέλα με ωραία ζυγωματικά γύρω στην ηλικία της που εργαζόταν στο μπαρ την πλησίασε. «Καλημέρα, τι να σας φέρω;»


«Αχ, πείτε μου ότι έχετε φρεσκοκομμένο illy και θα μου φτιάξετε τη μέρα. » «Αν και δεν επιτρέπεται να δίνουμε τέτοιες εμπιστευτικές πληροφορίες στους πελάτες μας θα σας πω ότι είναι πραγματικά ολόφρεσκος γιατί τον έκοψα πριν λίγο ». της είπε χαμογελαστά και της έκλεισε το μάτι. «Πείτε μου πως τον προτιμάτε;» «Θα ήθελα double shot espresso, λιγάκι αφρόγαλα και δύο ζαχαρίνες παρακαλώ». Η κοπέλα αφοσιώθηκε στον καφέ και η Λυδία κοίταζε τον κόσμο που κολυμπούσε στην πισίνα. Εκεί βρήκε και το «θύμα» της με την ερωμένη του. «Μη μου πεις ότι αυτός είναι ο Αντωνίου;» ρώτησε τάχα τη μπαργούμαν. Εκείνη μην θέλοντας να σχολιάσει απλά μόνο κούνησε το κεφάλι της. Πως μπορούσε να μην το αναγνωρίσει; Αρρενωπός με πλούσια μαύρα μαλλιά, πράσινα μάτια, λαμπερό χαμόγελο, καλογυμνασμένο σώμα, ήταν δυνατόν να περάσει απαρατήρητος; «Αυτή που τον κρατάει τρυφερά από τον ώμο δεν είναι η γυναίκα του σωστά;» είπε η Λυδία για την πλαστική, σιλικονάτη Barbie που είχε μαζί του. Η μπαργούμαν της έδωσε τον καφέ και έγειρε μπροστά της πάνω στον πάγκο. Σχεδόν συνωμοτικά της είπε: «Είδες την τυχερή; Μου αρέσει που δεν έμειναν στην σουίτα για να μην δίνουν στόχο. Τους βλέπεις όμως, τα ερωτευμένα πιτσουνάκια; Δεν μπορούν να κρατήσουν τα χέρια τους μακριά ο ένας από τον άλλο». «Ωραίο αποκλειστικό ρεπορτάζ θα κάνω. Ο κόσμος το χει τούμπανο και αυτοί κρυφό καμάρι. Τι κρίμα που άφησα το κινητό μου πίσω. Θα είχα τις πρώτες μου φωτογραφίες μόλις πάτησα το πόδι μου στο ξενοδοχείο. Ωραία όμως μου πάνε τα πράγματα δεν έχω παράπονο ακόμα και η καμαριέρα ήρθε εύκολα με το μέρος μου » σκέφτηκε η Λυδία και ρούφηξε δυο γουλιές από τον εξαιρετικό καφέ παρακολουθώντας πάντα τις κινήσεις του Αντωνίου. Μόλις ήπιε τον καφέ της, πλήρωσε, πέρασε πάλι από το δωμάτιο της να πάρει το κινητό της και την φωτογραφική της μηχανή και έφυγε για να πάει βόλτα στην παλιά πόλη της Ρόδου. Πάντα ήθελε να την επισκεφθεί. Πήρε το αυτοκίνητο της και ρωτώντας έφτασε στην παλιά πόλη, δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Άφησε το αυτοκίνητο της αρκετά πιο περά καθώς δεν υπήρχε καμία θέση στάθμευσης και μπήκε από την πρώτη πύλη που βρήκε μπροστά της. Ήταν τυχερή γιατί μαζί με εκείνη μπήκε μέσα στην πόλη και ένα γκρουπ Ελλήνων τουριστών με ξεναγό. Έτσι αναμίχθηκε και εκείνη διακριτικά για να μάθει και κάτι μιας και δεν είχε μαζί της ούτε χάρτη. Βλέποντας την παλιά πόλη της ήρθε μια πολύ περίεργη ανατριχίλα και η αίσθηση ότι σε εκείνο το μέρος είχε σίγουρα ξαναπάει. Όλο αυτό που έβλεπε ήταν τόσο πολύ διαφορετικό από ότι είχε δει στην ζωή της μέχρι σήμερα. Ένιωθε λες και είχε μπει σε μια χρονομηχανή και θα έβλεπε σύντομα μπροστά τους ιππότες καβάλα στα άλογα τους. Η ξεναγός σαν βοσκός προσπαθούσε να μαζέψει τους τουρίστες και να πάρει την προσοχή τους για λίγα λεπτά. Της πήρε λίγο χρόνο αφού όλοι κοίταζαν γύρω τους φωτογραφίζοντας εντυπωσιασμένοι αυτό που αντίκριζαν μπροστά τους. Αν και κοντούλα είχε πολύ δυνατή φωνή, καμπανιστή και φορούσε ένα γαλάζιο φουλάρι πάνω από τα λευκά της ρούχα για να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους: «Κυρίες και κύριοι. Παρακαλώ μπορώ να έχω την προσοχή σας; Ωραία ευχαριστώ πολύ. Όπως γνωρίζετε βρισκόμαστε στην παλιά πόλη της Ρόδου. Μπήκαμε από την Πύλη


της Ελευθερίας η οποία είναι η νεότερη πύλη καθώς ανοίχτηκε επί Ιταλοκρατίας το 1924. Μπροστά μας είναι η Πλατεία Σύμης και η Δημοτική Πινακοθήκη. Όσοι θέλετε μπορείτε να ακολουθήσετε μέσα για να θαυμάσετε τα εξαιρετικά έργα του Γ. Μπουζιάνη, Φ Κόντογλου, Θεόφιλου και άλλων πολλών σημαντικών καλλιτεχνών. Όσοι δεν επιθυμείτε μπορείτε να θαυμάσετε τα ερείπια του Ναού της Λιμενίας Αφροδίτης που χρονολογείτε από τον 3ο αιώνα π.Χ». Μόλις πήγε να μπει η Λυδία στην πινακοθήκη χτύπησε το κινητό της και έμεινε έξω. «Έκανες καμιά πρόοδο με το θέμα μας; Θέλω το θέμα μέχρι την Παρασκευή για να το βάλουμε στην έκδοση της Κυριακής ». Πάντα η Σήλια έλεγε αυτό που ήθελε χωρίς να κρατάει τα προσχήματα του τύπου «καλημέρα, τι κάνεις, έφτασες καλά;» «Μάλιστα κυρία Σήλια, έφτασα καλά και έθεσα αμέσως σε εφαρμογή το σχέδιο μου. Πιστεύω ότι θα έχω άμεσα αποτελέσματα. Ποτέ δεν σας έχω απογοητεύσει μέχρι σήμερα». «Περιμένω νέα σου» της είπε και το έκλεισε απότομα. Σιγά να μην περίμενε να ακούσει απάντηση. Μιλώντας στο τηλέφωνο περπάτησε λίγο πιο πέρα σε μια άλλη πλατεία. Διάβασε την ταμπέλα και είδε ότι βρισκόταν στην Πλατεία Αργυροκάστρου και μπροστά της έβλεπε ένα παλαιοχριστιανικό βαπτιστήριο. Δεν πρόλαβε να κάνει ένα βήμα ακόμα και χτύπησε το τηλέφωνο. «Που είσαι μωρό μου και δεν με έχεις πάρει ούτε ένα τηλέφωνο να μου πεις ότι έφτασες;» «Έλα αγάπη μου, να σου πω τώρα ότι δεν πρόλαβα;» «Ε καλά άμα ήθελες θα προλάβαινες να με έπαιρνες ένα τηλέφωνο ή να μου στείλεις έστω ένα μήνυμα. Μήπως είσαι μουτρωμένη που δεν ήρθα χθες;» Η αλήθεια ήταν ότι αν ήθελε σίγουρα θα του είχε τηλεφωνήσει απλώς δεν είχε νιώσει την ανάγκη να το κάνει αυτό. Χώρια που προτίμησε το ποδόσφαιρο από το να πάει να τη δει πριν φύγει και αυτό ήταν κάτι που δεν θα μπορούσε να χωνέψει εύκολα … «Επειδή αντί να έρθεις να με χαιρετήσεις είδες τον χαζοαγώνα σου; Μπα δεν υπάρχει λόγος να εκνευριστεί κάποιος με αυτό σωστά;» «Αχ, το μωρό νευρίασε. Θέλεις να έρθω να σε βρω;» Αν και δεν ήθελε απάντησε: « Θα το έκανες;» «Χα χα αστεία σου το είπα. Ήθελα να δω αν με θέλεις ακόμα…» «Τα αστεία σου τον τελευταίο καιρό γίνονται όλο και πιο κρύα». «Κατάλαβα, έχεις αρχίσει και ξενερώνεις μαζί μου και ότι κάνω το βρίσκεις χαζό ». Aν και ήταν αλήθεια αυτό που είπε ο Δημήτρης δεν ήθελε να το παραδεχτεί ούτε σε αυτόν ούτε στον εαυτό της. «Δεν είναι αυτό. Τώρα πραγματικά θέλεις να κάνουμε τέτοιου είδους συζήτηση από το τηλέφωνο;» «Αν δεν είναι αυτό, τότε είναι κάτι άλλο. Σωστά;» «Σε παρακαλώ τώρα, ας το αφήσουμε εδώ. Λοιπόν έχω και μια άλλη γραμμή, πρέπει να είναι η Σήλια. Σε αφήνω, γεια σου», του είπε και έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο πριν προλάβει να ακούσει απάντηση. Δεν είχε καμία όρεξη να μιλάει μαζί του αυτή τη στιγμή. Αυτή η χαζή συνομιλία της χάλασε όλη τη διάθεση. Δηλαδή τι ήθελε τώρα; Τι νόμιζε ότι έτσι θα διόρθωνε τα αδιόρθωτα; Δεν γίνεται τόσο εύκολα αυτό γιατί το έχει κάνει πολλές φορές και κάποιες στιγμές το ποτήρι ξεχειλίζει. Μιλώντας στο τηλέφωνο είχε ήδη περάσει


κάτω από τις αψίδες του Ξενώνα των Ιπποτών της Ωβέρνης και είχε φτάσει μέχρι την Πλατεία του Αλέξανδρου. Μπροστά της ήταν το εντυπωσιακό μνημείο της Παναγιάς του Κάστρου το οποίο δεν είχε κανένα κουράγιο για να δει. Ήθελε να πάει στο ξενοδοχείο, να παραγγείλει φαγητό στο room service και να πάει για ύπνο. Ξαφνικά της βγήκε όλη η κούραση από τον κακό νυχτερινό ύπνο, η υπερένταση μέχρι να δώσει το ρολόι στην καμαριέρα και τα νεύρα που είχε με το Δημήτρη. Έτσι έκανε μια στροφή και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο της. Αφού έφτασε στο ξενοδοχείο, παρήγγειλε φαγητό, ικανοποίησε την πείνα της, έκανε ένα ζεστό μπάνιο και έπεσε να κοιμηθεί. Άνοιξε τα μάτια της με αγωνία. Ένιωθε ότι είχε αργήσει να ξυπνήσει και είχε δίκιο. Ο μεσημεριανός της ύπνος κράτησε τρεις ολόκληρες ώρες και τώρα ήταν σχεδόν επτά το απόγευμα. Έπρεπε να πάει να ερευνήσει λίγο την κατάσταση στο Φαληράκι όπως της είχε πει η Σήλια. Φόρεσε ένα τζιν παντελόνι και μια μακό μπλούζα, περιποιήθηκε τα ίσια μακριά της μαλλιά, βάφτηκε λίγο, πήρε την φωτογραφική της μηχανή και ξεκίνησε για την επόμενη της αποστολή. Λογικά σε μερικές ώρες θα είχε τραβήξει πολλές πικάντικες πόζες με τους τουρίστες και θα έκανε την Σήλια ευτυχισμένη. Το κρίμα ήταν ότι για το χατίρι της Σήλιας και της κάθε Σήλιας έβγαζε η Ρόδος, η Ζάκυνθος και άλλα νησιά άσχημο όνομα για τον τουρισμό τους μόνο και μόνο επειδή κάτι ανώριμα παιδαρέλια έπιναν μέχρι τελικής πτώσεως επειδή δεν τα έβλεπε η μαμά τους. Όμως εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι αυτό , ήταν η δουλειά της και τίποτα άλλο. Δεν ήταν εκείνη που θα έσωζε τον κόσμο και σίγουρα δεν ήταν η Μητέρα Τερέζα. Σκασίλα της. Μόλις έφτασε με το αυτοκίνητο στο Φαληράκι αποφάσισε να πάει πρώτα μια βόλτα για να δει την περιοχή και μετά να σταματήσει για να κάνει τη δουλειά της καθώς είχε αρκετό χρόνο στην διάθεση της. Χωρίς να το καταλάβει απομακρύνθηκε από τον οικισμό και έφτασε σε ένα παλιό ξωκλήσι. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο της για να ξεπιαστεί και όπως ήταν μισοσκότεινα πλησίασε κοντά στο ξωκλήσι. Έξω από την πόρτα καθόταν μια γυναίκα και μόλις την είδε της λέει: «Χάθηκες και ήρθες εδώ;» «Όχι, μου άρεσε η διαδρομή από το Φαληράκι και είπα να έρθω μια βόλτα. Ποια εκκλησία είναι εδώ;» «Ο προφήτης Άμως ». «Α, μάλιστα. Αν έλεγα ότι τον έχω ξανακούσει θα έλεγα ψέματα» απάντησε χαμογελώντας η Λυδία και έβγαλε την φωτογραφική της μηχανή να τραβήξει μερικές φωτογραφίες. «Φαίνεται ότι δεν γνωρίζεις και πολλά του λόγου σου και για αυτό πέρασες τυχαία… Υπάρχει μια παράδοση ότι ο προφήτης μας ο Αμώς μάλωσε με τον προφήτη Ηλία. Ο προφήτης Ηλίας τότε κατάφερε και του έριξε καταπάνω του έναν βράχο και ο προφήτης Άμως έβαλε τη γροθιά του και τον διαπέρασε. Από το πέρασμα αυτό πέρναγαν τα κοντά παιδιά για να μεγαλώσουν». Η Λυδία πλησίασε μέχρι την πόρτα για να ανάψει ένα κεράκι αλλά η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Τώρα που ήταν πιο κοντά είδε πιο καθαρά τη γυναίκα που της μιλούσε τόση ώρα. Ήταν ηλικιωμένη και φόραγε ένα μαύρο μαντήλι που κάλυπτε επιμελώς τα λευκά της μαλλιά. Φόραγε ένα μαύρο μακρύ φόρεμα και μαύρα παπούτσια. Το πρόσωπο της ήταν ταλαιπωρημένο και αυλακιασμένο. Τα μάτια της μαρτυρούσαν ότι είχε


περάσει πρόσφατα μεγάλο πόνο, πιθανόν να έκλαιγε και λίγο νωρίτερα. «Το σπίτι μου είναι λίγο πιο κάτω, θες να περάσεις μέσα να σε κεράσω ένα γλυκό;» Η Λυδία που την είχε λυπηθεί γιατί κατάλαβε ότι ζητούσε απεγνωσμένα παρέα δέχτηκε. Ούτως ή άλλως ήταν πολύ νωρίς για να τραβήξει τις φωτογραφίες που ήθελε και δεν είχε και κάτι άλλο να κάνει. Ακολούθησε τα αργά συρτά βήματα της γυναίκας και έφτασε έξω από ένα πολύ μικρό σπιτάκι. Έβγαλε η γυναίκα ένα παλιό μεγάλο κλειδί που σου έδινε την εντύπωση ότι θα άνοιγε κάποιο μεγάλο σεντούκι και άνοιξε την παλιά ξύλινη ξεβαμμένη πόρτα. Μπήκε μέσα, άνοιξε το φως και οδήγησε τη Λυδία να κάτσει σε μια καρέκλα. Η Λυδία είχε μείνει άφωνη με αυτό που αντίκρισαν τα μάτια της. Δεν είχε ξαναμπεί ποτέ σε τέτοιο σπίτι. Το πάτωμα ήταν γεμάτο με χειροποίητα χαλιά και η μία πλευρά του τοίχου που ήταν μπροστά στα μάτια της ήταν καλυμμένη με πάρα πολλά ζωγραφισμένα πιάτα. Τα μαξιλάρια στον καναπέ ήταν γεμάτα κεντήματα και όλο της το σπίτι ήταν λες και βγήκε από άλλον χρόνο. «Κόρη μου να σε κεράσω ένα γλυκό και ένα καφεδάκι;» «Ναι ευχαριστώ πολύ» είπε η Λυδία και η γυναίκα πήγε προς την κουζίνα. «Πως τον πίνεις;» «Γλυκό με λίγο γάλα. Ήρθα μέχρι το σπίτι σας και δεν γνωρίζω ούτε το όνομα σας. Εγώ είμαι η Λυδία» είπε δυνατά για να την ακούσει η γυναίκα αλλά εκείνη δεν απάντησε. Ήρθε με αργά βήματα κρατώντας ένα δίσκο ο οποίος ήταν καλυμμένος με ένα κεντητό σεμεδάκι προσέχοντας να μην της χυθεί ο καφές. Η Λυδία είδε μπροστά της σερβιρισμένο σε ένα μικρό ζωγραφισμένο πιατάκι αποξηραμένο σύκο το οποίο φαινόταν να έχει κάποιου είδους γέμιση. «Μην το φοβάσαι, δοκίμασε το. Δεν έχει κάτι το παράξενο μέσα μόνο καβουρδισμένο , κοπανιστό σησάμι ». της είπε χαμογελαστά. «Λοιπόν Λυδία, το όνομα μου είναι Μελπομένη και εδώ και λίγους μήνες μένω μόνη μου σε αυτό εδώ το σπιτάκι. Βλέπεις έχασα τον άντρα μου, τον Αναστάση και από τότε με έχει φάει η μοναξιά. Νιώθω ότι οι ώρες περνάνε αργά και βασανιστικά και με κοροϊδεύουν. Χλευάζουν τη μοναξιά μου και τον πόνο μου και με κρατάνε ακόμα ζωντανή με το ζόρι αντί να είμαι με τον άντρα μου ». «Λυπάμαι πολύ για αυτό που σας συνέβη ». είπε η Λυδία με τα μάτια χαμηλωμένα πίνοντας μια γουλιά από τον Ελληνικό καφέ που της είχε φτιάξει. Είχε ήδη βραδιάσει και θα χρειαζόταν λίγη ενέργεια για το βράδυ, οπότε ο καφές εκείνη την ώρα ήταν ακριβώς ότι χρειαζόταν. «Τι σε φέρνει λοιπόν στα μέρη μας;» «Να σας πω… Είμαι δημοσιογράφος και γράφω ένα τουριστικό οδηγό για την Ρόδο» είπε διστακτικά η Λυδία που ντρεπόταν να πει την αλήθεια και ήπιε λίγο ακόμα από τον καφέ της. «Ξέρεις Λυδία, έχω ένα χάρισμα. Ο μακαρίτης ο άντρας μου ποτέ δεν το πίστεψε αλλά δεν έχει σημασία πια ». «Τι χάρισμα έχετε;» είπε όλο ανυπομονησία η Λυδία. «Μπορώ να σου πω το μέλλον σου» της είπε με ψιθυριστή φωνή γέρνοντας προς το μέρος της συνωμοτικά λες και θα την άκουγε ο μακαρίτης. Η Λυδία γέλασε συγκρατημένα γιατί δεν ήθελε να την προσβάλλει αλλά στην


πραγματικότητα ήθελε να ξεσπάσει σε τρανταχτά γέλια. Ήταν ξεκάθαρο ότι η γυναίκα το είχε χάσει το μυαλό της. «Πως μπορείτε να το κάνετε αυτό;» είπε χαμογελαστά δείχνοντας ότι την πιστεύει για να δει από περιέργεια που θα κατέληγε αυτή η κουβέντα. «Πιες τον καφέ σου και δώσε μου να τον διαβάσω. Κάνε το γρήγορα όμως γιατί κοντεύει να νυχτώσει και δεν πρέπει να μας βρει το σκοτάδι. Ποτέ δεν λένε τον καφέ όταν νυχτώσει». Η Λυδία ήπιε αμέσως τον υπόλοιπο καφέ της αφήνοντας λίγο υγρό στο κατακάθι. «Τώρα γύρισε το φλιτζάνι κυκλικά τρεις φορές και αναποδογύρισε το προσεχτικά ». Η Λυδία κάνοντας γούστο ακολούθησε τις οδηγίες ακριβώς όπως της είπε. Αφού πέρασαν περίπου πέντε λεπτά η Μελπομένη φόρεσε τα γυαλιά της και ξεκίνησε να εξετάζει το φλιτζάνι γυρίζοντας το με την φορά του ρολογιού. «Έχουμε και λέμε, βλέπω ευδιάκριτα ένα γράμμα, το Δ και δίπλα του έναν κύκλο. Σου λέει κάτι αυτό;» Η Λυδία σκέφτηκε ότι η μπάλα την ακολουθεί παντού. «Για να λέμε την αλήθεια από Δ ξεκινάει το όνομα του αγαπημένου μου. Ο κύκλος τι σημαίνει;» «Απογοήτευση καλή μου Λυδία. Δυστυχώς ο κύριος αυτός δεν είναι για σένα. Φοβάμαι ότι θα γίνουν άσχημα πράγματα από μέρος του » της είπε και την κοίταξε στα μάτια «επίσης βλέπω ότι γνωρίζεις και εσύ ότι δεν είναι για σένα» της είπε καρφώνοντας τη με το διαπεραστικό βλέμμα της. Η Λυδία άρχισε να νιώθει περίεργα, σαν να έλεγε πολλά η κυρία Μελπομένη και τι άσχημα πράγματα μπορεί να γίνουν με το Δημήτρη;. Όσο όμως η Μελπομένη κοίταζε πιο προσεκτικά το φλιτζάνι τόσο άρχιζε να αλλάζει έκφραση. «Τώρα όλα γίνονται όλο και πιο θολά. Κοπέλα μου κάτι δεν πάει καλά με σένα. Δεν σε περιμένουν καλά πράγματα» της είπε πιάνοντας απότομα το χέρι της. Η Λυδία αγριεύτηκε γιατί αν μην τι άλλο δεν ήταν αυτό που περίμενε να ακούσει. «Κοίταξε βλέπεις εδώ; » της είπε και πλησίασε πάρα πολύ κοντά της γεμάτη αγωνία για να της δείξει αυτά που έβλεπε. «Κοίτα εδώ είναι ένα σταυρός, φαίνεται πεντακάθαρα!» «Μα τι σημαίνει ο σταυρός;» είπε η Λυδία που χωρίς να το έχει καταλάβει είχε μπει στο παιχνίδι του φλιτζανιού. «Κορίτσι μου σταυρός σημαίνει κακοτυχία και δυσκολίες. Πρέπει να προσέχεις που πας και τι κάνεις γιατί δεν ξέρεις που μπορεί να σε οδηγήσουν τα βήματα σου. Κοίτα και εδώ. Να βλέπεις; Τόξο! Θα πέσεις σε ένα μεγάλο κυνηγητό και δεν ξέρω αν θα τα καταφέρεις. Τα πράγματα είναι πάρα πολύ μπερδεμένα στην ζωή σου και δεν το ξέρεις ακόμα. Δεν μπορείς να φανταστείς που θα μπλέξεις. Κάτι μου έλεγε να σε φωνάξω να στο πω λες και ήξερα ότι κινδυνεύεις». Η Λυδία είχε αρχίσει να νιώθει πολύ άβολα και ήθελε να φύγει. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να ακούει αυτές τις σαχλαμάρες, που δεν τις πίστευε κιόλας. Πήγε να σηκωθεί αλλά η Μελπομένη με μια άγαρμπη κίνηση την κράτησε κάτω. «Περίμενε. Βλέπω κάτι πολύ σημαντικό. Πρέπει να βγεις από αυτό το πεπρωμένο. Πρέπει να μάθεις την αλήθεια για το ποια είσαι και ποιος είναι ο σκοπός αυτής της ζωής σου. Αν δεν το κάνεις θα γεννιέσαι και θα πεθαίνεις ασταμάτητα, όλη σου η ευκαιρία για να αλλάξεις τη μοίρα αυτή που σε κυνηγάει είναι εδώ και τώρα. Όμως αυτό δεν μπορώ να σου το πω εγώ, δεν ξέρω να σου πω περισσότερα. Ο ανιψιός μου όμως θα μπορεί, έχει


βοηθήσει πάρα πολύ κόσμο να βρει τον προορισμό του και είμαι σίγουρη ότι θα βοηθήσει και εσένα. Να είσαι σίγουρη ότι αυτή η συνάντηση μας δεν έγινε τυχαία. Να πας έχει τον χώρο του στον κέντρο της Ρόδου» αμέσως σηκώθηκε πάνω σαν ελατήριο και έψαχνε στα συρτάρια της να βρει το τηλέφωνο του. Η Λυδία δεν ήθελε να κάτσει άλλο και σηκώθηκε για να φύγει. «Να είστε καλά κυρία Μελπομένη, χάρηκα για τη γνωριμία ». είπε και πήγε βιαστικά προς την πόρτα αλλά η Μελπομένη εκείνη ακριβώς την στιγμή βρήκε την κάρτα του που έγραφε το όνομα του και ένα τηλέφωνο. Της άνοιξε με το ζόρι το χέρι και της έβαλε την κάρτα μέσα. «Φαίνεσαι καλή κοπέλα. Σε παρακαλώ πήγαινε εκεί, μην χαραμίσεις και αυτή σου τη ζωή. Πρέπει να ξεφύγεις» ήταν τα τελευταία της λόγια πριν ξεγλιστρήσει η Λυδία και πάει τρέχοντας στο αυτοκίνητο της για να φύγει. Ήταν πάρα πολύ ταραγμένη. Έκατσε στη θέση του οδηγού και από τον καθρέπτη έβλεπε τη Μελπομένη να φτύνει για να ξορκίσει το κακό και να σταυροκοπιέται. Με χέρια που έτρεμαν έβαλε τα κλειδιά στην μίζα και έκανε όπισθεν για να φύγει. Καλά να πάθει που την έπιασε η συμπόνια στα καλά καθούμενα, ποτέ δεν είχε ξανακάνει κάτι τέτοιο και μετά από αυτό δεν θα είναι τόσο φιλεύσπλαχνη ποτέ ξανά. Έπρεπε να το άφηνε πίσω της αυτό και μάλιστα άμεσα. Οδήγησε μέχρι το Φαληράκι και στάθμευσε το αυτοκίνητο της όπου βρήκε. Πήρε την τσάντα της με την φωτογραφική μηχανή και ξεκίνησε να κάνει τη βόλτα της για να προσηλωθεί στην δουλειά της. Μέσα της όμως ήταν βαθιά ταραγμένη και είχε ένα πολύ περίεργο συναίσθημα κινδύνου το οποίο δεν το είχε ξανανιώσει. Τι το ήθελε το φλιτζάνι; Μπροστά στα μάτια της ήταν μια τεράστια παράλια που κατά μήκος της είχε πάρα πολλά μεγάλα ξενοδοχεία. Από την άλλη πλευρά του δρόμου υπήρχαν καφετέριες, εστιατόρια και φυσικά μπαρ και pub. Ήταν ακόμα νωρίς και ο κόσμος ήταν σχετικά ήσυχος. Δεν υπήρχαν οι συνηθισμένοι ταραξίες και δεν είχε αντικείμενο να ασχοληθεί. Έκατσε σε ένα παραδοσιακό εστιατόριο να φάει και μετά θα έφευγε. Δεν είχε όρεξη να κάνει τίποτα. Οι φωτογραφίες θα μπορούσαν να περιμένουν για μια μέρα , δεν πειράζει. Αφού έφαγε ένα πολύ ωραίο παραδοσιακό πιάτο με το όνομα «ριφικί» που ήταν κατσίκι γεμιστό με ρύζι το οποίο όπως της είπε ο σερβιτόρος αφήνουν όλο το βράδυ να ψήνεται στον φούρνο μέσα σε πήλινο σκεύος και ήπιε δύο ποτήρια κόκκινο Ροδίτικο κρασί ποικιλίας Μανδηλαριά σηκώθηκε και έφυγε για το ξενοδοχείο. Το κεφάλι της είχε γίνει καζάνι καθώς ήταν και ελάχιστα ζαλισμένη από το κρασί με αποτέλεσμα να προσγειωθεί στο μαλακό στρώμα του κρεβατιού σαν βαρίδι αν και είχε κοιμηθεί αρκετά το μεσημέρι. Δεν πρόλαβε ούτε τα ρούχα της να βγάλει και κοιμήθηκε με ανοιχτό το φως. Ο ύπνος της ήταν πολύ ταραγμένος καθώς ερχόταν μπροστά της εικόνες από την επίσκεψη της στην Μελπομένη. Το αίσθημα που είχε στον ύπνο της ήταν αγωνία, άγχος και φόβος για το τι πρόκειται να της συμβεί με αποτέλεσμα να στριφογυρνάει συνέχεια. Μέσα στον ύπνο της άκουσε και στο κινητό της να χτυπάει μήνυμα αλλά δεν είχε κανένα κουράγιο να το διαβάσει. Και αύριο μέρα ήταν…. Στον άνθρωπο υπάρχει βαθιά μία ασυναίσθητα κυρίαρχη ανάγκη για έναν λογικό κόσμο με νόημα. Αλλά ο πραγματικός κόσμος είναι πάντα ένα βήμα πέρα από τη λογική.


Frank Herbert (Αμερικανός συγγραφέας επιστ. φαντασίας)

Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε το ρολόι της. Ήταν 08:30. Θα πήγαινε πρώτα για πρωινό και μετά θα έβρισκε την καμαριέρα για να της πάρει το ρολόι. Καλώς εχόντων των πραγμάτων θα είχε ξεμπερδέψει σήμερα με όλα αυτά. Έκανε ένα ντους, φόρεσε ένα γαλάζιο κοντό φόρεμα και κατευθύνθηκε για να μάθει που σερβίρεται το πρωινό. Ήταν τόσο κακός ο ύπνος της που ασυναίσθητα περπάταγε πιάνοντας τον αυχένα της. Ο καιρός εκείνη την ώρα ήταν ο απόλυτα ιδανικός καθώς δεν είχε ακόμα την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού αλλά αντίθετα είχε εκείνη την ελαφριά δροσιά του πρωινού που σε ξυπνάει απαλά χωρίς να σε ενοχλεί. Έφτασε στην αίθουσα του πρωινού και έκανε τη βόλτα της στον πλούσιο μπουφέ που περιλάμβανε κρουασάν, βούτυρο, μερέντα, μαρμελάδες, αυγά , ψωμί, τυριά, ζαμπόν, μέλι, γάλα, σφολιατοειδή και άλλα. Έβαλε όσα περισσότερα μπορούσε στο πιάτο της πήρε και μία κούπα γαλλικού καφέ και έκατσε σε ένα τραπέζι. Σχεδόν δίπλα της ήταν και το αγαπημένο της ζευγάρι. Καθόντουσαν πλάτη με πλάτη. Προσπαθούσε να τρώει πολύ αργά για να κρυφακούσει όσα περισσότερα μπορούσε όμως ήταν άτυχη. Πρέπει να ήρθαν για πρωινό τσακωμένοι καθώς δεν αντάλλαζαν ούτε μια λέξη και ήταν και οι δύο χωμένοι πίσω από τα μαύρα γυαλιά ηλίου τους. Μετά από αρκετή ώρα σιγής αντάλλαξαν κουβέντες του τύπου: «Μου δίνεις τη ζάχαρη; Ευχαριστώ» και τίποτα άλλο. Αυτό που της ήρθε στο μυαλό ήταν ότι αν ήταν τυχερή θα είχαν τσακωθεί το πρωί. Αν ήταν όμως άτυχη θα είχαν τσακωθεί από βραδύς και πιθανόν να είχαν κοιμηθεί χώρια. Αυτό της χαλούσε τα σχέδια. Αφού έφαγε τα μισά από όσα είχε βάλει στο πιάτο της, σηκώθηκε εκνευρισμένη με αυτό το απαισιόδοξο σενάριο και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της για να περιμένει την καμαριέρα. Η Μαρίνα ήταν ήδη έξω από την πόρτα της και από τον τρόπο που χτυπούσε κάτω το πέλμα του ποδιού της κατάλαβε ότι πρέπει να την περίμενε αρκετή ώρα. «Αργήσατε δεσποινίς. Αν καταλάβουν ότι λείπω τόση ώρα από το πόστο μου θα χάσω τη δουλειά μου και δεν θα με σώσουν τα χρήματα σας». «Συγνώμη που με περιμένατε αλλά δεν είχαμε δώσει ραντεβού». «Δεν σημαίνει όμως ότι εγώ μπορώ οποιαδήποτε στιγμή να κάνω για εσάς τις εξυπηρετήσεις σας» της απάντησε η Μαρίνα θυμωμένα και της έβαλε στο χέρι το ρολόι. Εκείνη άνοιξε την πόρτα έπιασε την τσάντα της και της έδωσε τα διακόσια ευρώ που είχαν συμφωνήσει. Η Μαρίνα έγνεψε μόνο το «ευχαριστώ» με το κεφάλι της και εξαφανίστηκε αμέσως λες και θα την ανακάλυπταν σε κάποια σκηνή εγκλήματος. Η Λυδία πήρε το ρολόι και γεμάτη ανυπομονησία το συνέδεσε στο λάπτοπ της για να δει αν η καμαριέρα είχε εκτελέσει την αποστολή της. Μόλις ξεκίνησε να παίζει η «ταινία» η Λυδία γεμάτη προσοχή έβλεπε για αρκετή ώρα ένα άδειο δωμάτιο. Κούνησε λίγο το ποντίκι της για να προχωρήσει την αναπαραγωγή μέχρι να φτάσει στο σημείο για να δει κάποιο πρόσωπο. Για κακή της τύχη τελικά το ζευγάρι είχε μαλώσει το προηγούμενο βράδυ στην έξοδο του και μπήκαν μέσα στο μπανγκαλόου αμίλητοι. Τα βλέμματα τους δεν συναντήθηκαν ούτε μια στιγμή. Φαινόταν να μιλάει ο ένας στον άλλον μόνο για τα απαραίτητα κοιτάζοντας αλλού. Ο ένας είχε κάτσει μπροστά στην τηλεόραση και η άλλη χαζολογούσε στο κινητό. Όταν έφτασε η ώρα του ύπνου την κρεβατοκάμαρα την πήρε η


κοπέλα και ο άλλος πρέπει να κοιμήθηκε ή αλλού ή στον καναπέ γιατί ούτε φάνηκε αλλά ούτε και ακούστηκε. «Να πάρει, ποιος ακούει τώρα την Σήλια» είπε δυνατά στον εαυτό της. Βγήκε αμέσως έξω για να βρει τη Μαρίνα αλλά ήταν εξαφανισμένη. Αυτό σήμαινε ότι εκείνο το βράδυ θα πήγαινε χαμένο και θα έπρεπε να βρει πάλι αύριο την καμαριέρα. Δεν μπορούσε να ρισκάρει να λαδώσει και άλλη καμαριέρα γιατί θα κινδύνευε να φύγει κλοτσηδόν από το ξενοδοχείο. Έπρεπε τουλάχιστον να τους είχε φωτογραφήσει στην πισίνα γιατί τώρα θα είχε κάτι στα χέρια της. Γκαντεμιά. Τώρα έπρεπε να ξαναβρεί την επόμενη μέρα τη Μαρίνα , να ξαναδώσει τώρα και άλλα χρήματα για να πετύχει την αποστολή της. Αυτό που της είχε μείνει να κάνει για να έχει κάτι στα χέρια της πριν την ξαποστείλει η Σήλια ήταν να βγει τα μεσάνυχτα και να πάει στο Φαληράκι για να πάρει τουλάχιστον τις φωτογραφίες που δεν τράβηξε χθες. Μόλις σκέφτηκε όμως την προηγούμενη νύχτα ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της. Είχε καταφέρει να θάψει την ανησυχία της για λίγες ώρες και να μην ασχοληθεί με την περίεργη Μελπομένη και τον χαζό καφέ της. Όμως να που εμφανίστηκε μπροστά της από το πίσω μέρος του μυαλού της και έπρεπε να το αντιμετωπίσει. Μερικές φορές οι σκέψεις κολλάνε στο μυαλό της σαν βδέλλες και αν δεν πραγματοποιηθούν θα την ξεζουμίζουν αργά αργά μέχρι να το πάρει απόφαση να της βγάλει. Αφού δεν είχε και κάτι πραγματικά αξιόλογο να κάνει και βρισκόταν σε μια αδιέξοδη αναμονή αποφάσισε να πάρει τηλέφωνο στον ανιψιό της Μελπομένης, εξάλλου δεν είχε να χάσει και τίποτα. Πόσα χρήματα να της έπαιρνε; Ίσα ίσα που αν ζούσε μια τέτοια εμπειρία θα είχε τροφή για τα επόμενα της άρθρα. Πιθανόν βέβαια να τα διαστρέβλωνε για χάρη των πωλήσεων αλλά αν πουλούσε το θέμα και έπαιρνε τα εύσημα δεν θα είχε καμία σημασία. Σηκώθηκε από το λάπτοπ και πήγε να πιάσει την τσάντα της. Στην αρχή έψαχνε με ηρεμία αλλά όσο δεν έβρισκε την κάρτα του τόσο εκνευριζόταν μέχρι να θυμηθεί ότι την είχε βάλει μέσα στο πορτοφόλι της πίσω από την ταυτότητα της. Την κράτησε στα χέρια της με αβεβαιότητα και την κούνησε στα δάχτυλά της. Δεν ήταν σίγουρη αν είχε νόημα αυτό το τηλεφώνημα αλλά τελικά αποφάσισε να πάρει τηλέφωνο για να μην τη βασανίζει η σκέψη και η αναμονή. «Υπηρεσίες ψυχοθεραπείας, Κωνσταντίνος Βρεττός πως μπορώ να σας βοηθήσω; » απάντησε μια βαθιά σταθερή αντρική φωνή. Η Λυδία κόμπλαρε για λίγο γιατί δεν περίμενε να απαντήσει ο ίδιος αλλά συνέχισε. «Καλημέρα, μου έδωσε την κάρτα σας η κυρία Μελπομένη». «Α μάλιστα, η αγαπημένη μου θεία. Τι ακριβώς μπορώ να κάνω για εσάς;» «Να σας πω, δεν είμαι σίγουρη. Τώρα που το σκέφτομαι συγνώμη, ήταν ανόητο που σας κάλεσα». «Μην απολογείστε. Για να μου τηλεφωνήσετε σημαίνει ότι ψάχνετε κάποιες απαντήσεις και εγώ πιθανόν να είμαι σε θέση να σας τις δώσω. Αν έχετε χρόνο ελάτε να τα πούμε από κοντά. Την άλλη Τρίτη βολεύει;» Η Λυδία το σκεφτόταν για λίγο καθώς δεν ήξερε αν είπε για την άλλη Τρίτη επειδή είχε όντως δουλεία ή ήταν κίνηση εντυπωσιασμού πριν προλάβει καν να τη γνωρίσει. Σίγουρα αν έλεγε ότι είμαι κενός όλη μέρα και δεν πατάει μύγα δεν θα ήταν ενθαρρυντικό αν όμως το έπαιζε γεμάτος τότε κάτι θα κατάφερνε.


«Ξέρετε, δεν γνωρίζω αν θα είμαι ακόμα εδώ καθώς είμαι τουρίστρια και ο χρόνος που θα μείνω είναι αρκετά περιορισμένος». «Μάλιστα, καταλαβαίνω. Έχω ένα μικρό κενό σε μία ώρα, θέλετε να βρεθούμε;» «Πείτε μου που βρίσκεστε;» «Είμαι σχεδόν απέναντι από το Πάρκο Ροδίνι δίπλα στην πλατεία Ούλωφ Πάλμε ». «Υπάρχει κάποιο νούμερο;» «Όχι αλλά υπάρχει πινακίδα, μην ανησυχείτε και σε περίπτωση που χαθείτε μπορείτε να με καλέσετε στο τηλέφωνο που με πήρατε για να σας βοηθήσω» της είπε πάρα πολύ ευγενικά. «Ωραία, ευχαριστώ πολύ, θα τα πούμε σε λίγο» είπε και κατέβασε το ακουστικό. Έπρεπε να βιαστεί για να φτάσει καθώς ήθελε να πάει και λίγο νωρίτερα για να επιθεωρήσει τον χώρο. Ήταν λίγο επιπόλαιο να πάει σε ένα χώρο ενός αγνώστου άντρα που τον σύστησε η τρελή του χωριού. Βέβαια δεν ήταν και η μόνη επιπολαιότητα που είχε κάνει αλλά καλύτερα να είναι προσεκτική. Ποτέ δεν ξέρεις τι πρόκειται να συμβεί και καλύτερα να είσαι προσεκτικός παρά να μετανιώσεις μετά. Έφτασε σχετικά σύντομα και στάθμευσε λίγο παραπέρα. Πραγματικά υπήρχε μια εμφανής πινακίδα η οποία ήταν κρεμασμένη στο μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου μιας σχετικά νεόδμητης λευκής πολυκατοικίας. Έξω από κάθε μπαλκόνι υπήρχε και μια μικρή νότα πρασίνου και ας είχαν σχεδόν απέναντι τους ολόκληρο πάρκο. Η Λυδία μπήκε σε ένα παντοπωλείο που ήταν λίγο πιο πέρα και παρίστανε την χαμένη. «Γεια σας» είπε μπαίνοντας μέσα σε μια παχουλή κυρία που βρισκόταν πίσω από τον πάγκο. «Ξέρετε που μπορώ να βρω τον κύριο Κωνσταντίνο Βρεττό;» «Δύο πόρτες προς τα πάνω είναι. Έχετε κάποιο ραντεβού;» ρώτησε η κυρία με μια κουτσομπολίστική διάθεση και η Λυδία το εκμεταλλεύτηκε αναλόγως. «Αχ, ναι ξέρετε δεν τον έχω γνωρίσει προσωπικά. Με έστειλε η θεία του ». «Ποια; Η Μελπομένη;» «Ναι, τη γνωρίζετε;» «Βεβαίως, όταν δει μια όμορφη κοπέλα σαν και εσάς φροντίζει να συναντηθεί με τον ανιψιό της. Η αλήθεια είναι ότι του έχει μεγάλη αδυναμία. Είναι πολύ καλή κυρία αλλά και ο Κωνσταντίνος είναι πολύ καλός κύριος και πολύ ευγενικός. Κρίμα που δεν έχει γνωρίσει την κατάλληλη κοπέλα για να κάνει μαζί της οικογένεια. Από πολύ μικρός ήταν λίγο εσωστρεφής και δύσκολος στις συναναστροφές του. Εγώ τον γνωρίζω από μικρό παιδάκι και…» θα μπορούσε να μιλάει εικοσιτετράωρα , δεν φαινόταν να έχει κάτι καλύτερο να κάνει. «Σας ευχαριστώ πολύ αλλά είναι ώρα να πηγαίνω» είπε η Λυδία όσο πιο ευγενικά μπορούσε και καθώς έφευγε και έκλεινε την πόρτα του καταστήματος μπορούσε ακόμα να την ακούει να συνεχίζει μόνη της την κουβέντα. Είχε συναντήσει πολλούς ανθρώπους σαν την κυρία εκείνη που δεν καταλάβαιναν πότε ο άλλος δεν ενδιαφερόταν να ακούει άλλο. Χαμογελώντας με αυτό το περιστατικό πήγε και χτύπησε το κουδούνι σκεφτόμενη ότι μάλλον πήγαινε για συνοικέσιο παρά για να αποκωδικοποιήσει το φλιτζάνι της κυρά Μέλπως. Η πόρτα άνοιξε χωρίς εκείνη να πει το όνομα της και το ασανσέρ με τον μεγάλο καθρέπτη την πήγε στον δεύτερο όροφο. Εκεί την περίμενε ένας σχετικά κοντός άντρας, με


μεγάλο μέτωπο και ανάλογη φαλάκρα. Φορούσε ένα ζευγάρι μικροσκοπικά γυαλιά και είχε ένα περιποιημένο μούσι. Τα ρούχα του έμοιαζαν λες και τα είχε βρει από μια γκαρνταρόμπα της δεκαετίας του ογδόντα. Όμως στεκόταν χαμογελαστός στην πόρτα και την περίμενε για να την καλωσορίσει. «Είμαι ο Κωνσταντίνος ». της είπε και της έδωσε το χέρι του. Ήταν μια ζεστή και δυνατή χειραψία λες και ήταν μια παλιά του φίλη. Σίγουρα ήταν ένα από τα τεχνάσματα που είχε μάθει για να αισθάνεται ο «επισκέπτης » του οικεία και να μην φοβάται. «Είμαι η Λυδία » είπε και της έκανε νόημα να περάσει μέσα. «Τουλάχιστον έχει ωραία φωνή» σκέφτηκε από μέσα της. Μπήκε σε ένα καθιστικό το οποίο ήταν γεμάτο με βιβλιοθήκες, είχε ένα καναπέ και δύο πολυθρόνες. Με την άκρη του ματιού της μπόρεσε να δει κάνα δυο τίτλους από τα βιβλία και είχαν όλα να κάνουν με την αυτοθεραπεία και την αυτοβελτίωση. Ήταν πολύ περίεργη τι θα της έλεγε εκείνος ο άντρας που πιο πολύ έμοιαζε με βάτραχο παρά με άνθρωπο. Την οδήγησε σε ένα χώρο που είχε ένα γραφείο και μπροστά ένα κρεβάτι ψυχανάλυσης. Μόλις είδε το κρεβάτι ένιωσε αρκετά άβολα αλλά αφού έπεσε στο νερό έπρεπε να κολυμπήσει. Της έδειξε την καρέκλα για να καθίσει και πήγε εκείνος στο γραφείο του. Έβαλε μπροστά του ένα σημειωματάριο και κράτησε στα χέρια του ένα μικρό μαγνητοφωνάκι. «Λοιπόν Λυδία, πες μου. Επιτρέπεται να σου μιλάω στον ενικό;» «Ναι, βέβαια. Αυτό που με έφερε εδώ ήταν τα λόγια της θείας σας την οποία τη γνώρισα χθες. Μου είπε ότι πρέπει να σας δω». «Σου είπε και εσένα το φλιτζάνι ;» «Ναι ». «Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές έχει δίκιο. Αν ζούσε σε άλλη εποχή θα την είχαν αποκαλέσει μάγισσα και θα βρισκόταν στην πυρά. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να σε βοηθήσω να βρεις το πεπρωμένο σου σε αυτή τη ζωή πηγαίνοντας σε στις προηγούμενες ζωές που έχεις ζήσει. Εκεί μπορεί να βρούμε κάποιο λάθος που έχεις τυχόν κάνει και να το εμποδίσουμε να ξανασυμβεί». Της ξέφυγε ένα μικρό χαμόγελο ακούγοντας αυτά αλλά προσπάθησε να κρύψει τα πραγματικά της αισθήματα καθώς όλο αυτό της φαινόταν εντελώς γελοίο. «Θέλω να ξέρεις ότι οτιδήποτε ειπωθεί θα το καταγράψω σε αυτό εδώ το μαγνητόφωνο για να είσαι σίγουρη πως ότι ακούσεις είναι δικά σου λόγια και πως εγώ δεν πρόκειται να κατευθύνω τα λεγόμενα σου. Το κάνω αυτό εδώ και πάρα πολύ καιρό και έχω μάθει πια τις αντιδράσεις του κόσμου. Ακόμα θέλω να γνωρίζεις ότι δεν πρόκειται να κάνεις κάτι το οποίο δεν θα έκανες ξύπνια. Τώρα θα σε παρακαλέσω να κλείσεις το κινητό σου». Η Λυδία υπάκουσε απρόθυμα και έκλεισε το κινητό της. Έπειτα μετά από παρότρυνση του Κωνσταντίνου ξάπλωσε στο κρεβάτι. «Λυδία, θέλω να με εμπιστευτείς και να κλείσεις ελαφριά τα μάτια σου. Πολύ ωραία, τώρα θέλω να ξεκινήσεις να παίρνεις βαθιές αναπνοές. Εισπνέουμε από τη μύτη και εκπνέουμε από το στόμα. Η αναπνοή σου πρέπει να είναι αργή και ρυθμική…. Θέλω να συγκεντρώσεις την σκέψη σου στα πόδια σου, να τα αφήσεις να χαλαρώσουν και να ξεκινήσεις να τα αισθάνεσαι βαριά και ασήκωτα… Πολύ ωραία συνεχίζεις να παίρνεις βαθιές αναπνοές… Τώρα θέλω να συγκεντρώσεις τη σκέψη σου στα χέρια σου και στον κορμό σου και να αφεθείς, να χαλαρώσεις… Να νιώθεις τα χέρια σου και το σώμα σου


βαρύ. Με κάθε λέξη που λέω , με κάθε αναπνοή που παίρνεις, βρίσκεσαι σε όλο και μεγαλύτερη χαλάρωση…. Τώρα θα μετρήσω αντίστροφα από το δέκα έως το μηδέν και όσο θα μετράω εσύ θα βυθίζεσαι σε ένα γαλήνιο ύπνο. 10…9…8…7…6…5…4…3…2…1…0» Από εκεί που η Λυδία ήταν γεμάτη με ένταση υπακούοντας τις εντολές του υπνωτιστή ξεκίνησε να χαλαρώνει όλο και περισσότερο. Η φωνή του βαθιά και γαλήνια την οδηγούσε σε μονοπάτια του εαυτού της που δεν είχε εξερευνήσει ποτέ. Μόλις ο Κωνσταντίνος είπε το μηδέν βρισκόταν σε μια κατάσταση ύπνου και ξύπνιου που δεν μπορούσε να βγει από μόνη της. Αργά αργά ένιωθε σαν να φεύγει από το σώμα της και να χάνεται στο απόλυτο ήρεμο κενό. Δεν ήταν κάτι τρομακτικό αλλά ένιωθε σαν να μην υπάρχει καθόλου μέσα στο σώμα της και να ζει τη γαλήνη και την ηρεμία. «Τώρα θέλω να φανταστείς ότι πηγαίνεις σε ένα μέρος που αισθάνεσαι όμορφα και ασφαλής. Αν δεις κάτι το οποίο θα σε αναστατώσει, θα σε φοβίσει ή θα σου δημιουργήσει αρνητικά συναισθήματα θέλω να γυρίσεις εκεί. Μπροστά σου τώρα βλέπεις ένα φως, αυτό το φως δημιουργεί μια γραμμή η οποία έχει αρχή και τέλος. Πίσω σου είναι το παρελθόν σου και ακόμα πιο πίσω είναι οι ζωές που έχουν περάσει. Θέλω να πας στην αρχή της γραμμής και να μου περιγράψεις τι βλέπεις» «Πίσω μου υπάρχουν τέσσερις μεγάλες φωτεινές κουκκίδες». «Θέλω αργά αργά να πας στην πρώτη και να μου πεις που βρίσκεσαι». «Δεν είμαι σίγουρη για το που βρίσκομαι. Όλα γύρω μου είναι γκρεμισμένα και ακούω φωνές, όμως εγώ είμαι καλά. Δίπλα μου είναι η οικογένεια μου και είναι και εκείνοι καλά. Είναι ντυμένοι πάρα πολύ διαφορετικά και τώρα που βλέπω τον εαυτό μου και εγώ φοράω παρόμοια ρούχα, μοιάζουν με χλαμύδες. Πέρα μακριά είναι ένα λιμάνι το οποίο είναι κατεστραμμένο καθώς ένας τεράστιος σωρός από πέτρες έχει κατακλύσει τα πάντα. Τίποτα δεν μπορεί να μπει και να βγει είμαστε εντελώς αποκλεισμένοι. Θέλω να περπατήσω και να πάω πιο πέρα να δω αν η φίλη μου η Ναυσικά είναι καλά. Το σπίτι που έμενε η Ναυσικά ήταν πάρα πολύ παλιό και έμοιαζε ετοιμόρροπο καθώς ο πατέρας της είχε πεθάνει και δεν είχαν καθόλου χρήματα για να το συντηρούν. Κατηφορίζω τον λόφο και τότε με μεγάλη μου λύπη διαπιστώνω ότι η καταστροφή ήταν μεγαλύτερη από όσο φανταζόμουν, είναι τρομακτική. Δεν είχε πέσει μόνο το δικό της σπίτι αλλά και όλα τα υπόλοιπα μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι μου. Τρέχω έντρομη στα συντρίμμια και αρχίζω να την φωνάζω όσο πιο δυνατά μπορώ με όλη μου τη δύναμη ενώ είμαι έτοιμη να ξεσπάσω σε κλάματα, φοβάμαι ότι έχει πλακωθεί όχι μόνο εκείνη αλλά και όλη η οικογένεια της. Ξαφνικά ένα χέρι με τραβάει απότομα από τον εφιάλτη και τον πανικό. «Αριάδνη, σταμάτα να φωνάζεις» ήταν η Ναυσικά η οποία με δάκρυα στα μάτια με πήρε και με έσφιξε στην αγκαλιά της. Νιώθω μια μεγάλη ανακούφιση μέχρι τα βάθη της ψυχής μου, δεν θα άντεχα να την χάσω. Με τη Ναυσικά έχουμε μοιραστεί τα πάντα μέχρι τώρα. Μου λέει ότι ο Αλκίνοος την στιγμή του σεισμού ήταν στο λιμάνι και ότι φοβάται πως τώρα θα ήταν νεκρός. Νιώθω τον κόσμο μου να χάνεται γιατί ο Αλκίνοος μπορεί να είναι δικός της αλλά είναι και δικός μου, θα ήθελα να είναι δικός μου. Αν δεν ήταν εκείνη, θα ήταν δικός μου, τόσα χρόνια κρατάω αυτό το βαρύ μυστικό στην καρδιά μου. Κάθε βράδυ σκεφτόμουν τα καστανά του μαλλιά, τα μελιά και εκφραστικά του μάτια, το


παιχνιδιάρικο χαμόγελο του. Τόσος έρωτας κρυμμένος λες και είναι αμαρτία αλλά για τη Ναυσικά , τα πάντα. Με όση δύναμη έχουμε, τρέχουμε προς το λιμάνι για να βρούμε τον Αλκίνοο. Αυτό που βλέπω γύρω μου είναι πέρα από κάθε φαντασία, είναι αβάσταχτο. Όπου και να κοιτάξω βλέπω μόνο πόνο και θρήνο. Οι άνθρωποι κλαίνε και κάνουν την προσευχή τους στους Θεούς καθώς δεν είχαν καταλάβει τι μπορεί να είχαν κάνει τόσο λάθος και να τιμωρούνταν με αυτόν τον βάναυσο τρόπο. Όσες ιέρειες ζούσαν προσπαθούσαν να σταθούν όρθιες και να πράξουν το ιερό τους καθήκον. Να εξευμενίσουν τους Θεούς που έφεραν τόσο πολύ μεγάλη καταστροφή. Μία από αυτές με πλησιάζει και μου πιάνει το χέρι. «Πρέπει να κάνεις αυτό που πρέπει αλλιώς θα το πληρώσεις». «Συγνώμη, τι;» «Διώξε από πάνω σου την απληστία για να σωθεί η ψυχή σου» μου είπε ενώ μου έσφιγγε το χέρι. Εγώ αγριεύομαι και αποτραβιέμαι, γιατί δεν τη γνωρίζω και δεν νομίζω ότι με γνωρίζει και εκείνη. Ακόμα και η Ναυσικά με κοιτάζει απορημένη γιατί όταν μια ιέρεια λέει τέτοια λόγια μόνο σοβαρά πρέπει να τα πάρεις. Την αφήνω πίσω μου και συνεχίζω να περπατάω ενώ νιώθω τα μάτια της καρφωμένα στην πλάτη μου. Δεν μπορώ να ασχοληθώ τώρα μαζί της πρέπει να σιγουρευτώ ότι ο Αλκίνοος είναι καλά. Όσο πλησιάζουμε προς το λιμάνι η πορεία μας γίνεται όλο και πιο δύσκολη γιατί πρέπει να πατάμε πάνω σε χαλάσματα, συντρίμμια και λάσπες καθώς ένα μεγάλο κύμα είχε πέσει πάνω στις ακτές και είχε διαλύσει ότι είχε απομείνει όρθιο εκεί κοντά. Η Ναυσικά μόλις βρήκε τα συντρίμμια από το καΐκι που ήταν ναύτης ο αγαπημένος μας, πάει να την πιάσει πανικός, τρέχω αμέσως κοντά της και την παίρνω μια αγκαλιά. Δεν υπήρχε εκεί κοντά κανένας ζωντανός μόνο κάτι σώματα βλέπω με τρόμο τα οποία κείτονται άψυχα. Λίγο πιο πέρα ακόμα μου φαίνεται ότι βλέπω ένα άνθρωπο γυρισμένο μπρούμυτα να προσπαθεί να κινηθεί. Θα πάω αμέσως προς το μέρος του για να βοηθήσω, αν έμεινε ένας ζωντανός, τουλάχιστον να κάνω τα πάντα να παραμείνει ζωντανός. Τρέχω γρήγορα και γυρίζω τον άνθρωπο ανάσκελα και βλέπω ότι είναι ο Αλκίνοος. Τα πάντα νιώθω ότι γκρεμίζονται μέσα μου, δεν μπορώ να το αντέξω είναι τραυματισμένος. Μακάρι να μπορούσα να του πω πόσο πολύ τον αγαπώ και πόσο πολύ θα τον ήθελα στην ζωή μου. Όμως πρέπει να είμαι σωστή και να παραμείνω δυνατή για άλλη μια φορά. Αμέσως φωνάζω τη Ναυσικά να έρθει κοντά η οποία με κοιτούσε έντρομη από απόσταση. Τρέχοντας ήρθε και τον πήρε αγκαλιά. Εκείνος της έκανε νόημα να πλησιάσει κοντά για να της πει κάτι. Φοβόμουν ότι θα πέθαινε και δεν θα τον έβλεπα ξανά, μοιάζει να είναι οι τελευταίες του στιγμές και δεν υπάρχει κανείς για να τον βοηθήσει. Είπε αυτό που ήθελε στην Ναυσικά και μετά έβγαλε και την τελευταία του ανάσα λες και την περίμενε για να της μιλήσει. Η Ναυσικά, του έκλεισε τα μάτια και ξέσπασε σε ένα μεγάλο θρήνο. Μέσα σε λίγες μόνο στιγμές είχε χάσει εκείνη την αγάπη της ζωή της και εγώ τον έρωτα μου. Λυπάμαι πάρα πολύ για εκείνην αλλά είμαι σίγουρη ότι τόσο όμορφη που είναι σίγουρα θα βρει κάποιον άλλον να την κάνει ευτυχισμένη. Ξανθιά με γαλανά μάτια και ένα υπέροχο λαμπερό χαμόγελο. Όμως λυπάμαι και εμένα που ποτέ δεν ήταν δικός μου και ποτέ δεν ένιωσα τα χέρια του πάνω στα δικά μου. Ήταν πάντα μιας άλλης… Ξαφνικά με μία αναπάντεχη κίνηση σηκώνεται η Ναυσικά αποφασιστικά και με πιάνει


από τον ώμο κοιτώντας με στα μάτια πριν προλάβουν ακόμα να στεγνώσουν τα δικά της από τα δάκρυα ενώ εγώ κρατιόμουν να μην κλάψω με όλο μου το είναι. «Θα τον βρω και θα τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια τον Καλλίμαχο». «Μα τι λόγια είναι αυτά που λες; Τι συνέβη;» «Αυτός και οι όμοιοι του θέλουν να προσβάλλουν τους ήδη εξαγριωμένους Θεούς και να βρουν το άρμα του ήλιου πριν προλάβει να το βρει κάποιος άλλος. Ο Αλκίνοος προσπάθησε να τους σταματήσει και τον μαχαίρωσαν. Τουλάχιστον πρόλαβε να πει ποιος το έκανε. Τώρα που γνωρίζω πρέπει να εκδικηθώ». «Άσε τους Θεούς να εκδικηθούν για σένα για το θάνατο του Αλκίνοου. Μην μπλέξεις σε αυτό, έχω κακό προαίσθημα. Στο κάτω κάτω αν οι Θεοί ήταν με το μέρος μας δεν θα μας έστελναν αυτόν τον σεισμό. Ο Κολοσσός έπεσε τουλάχιστον αν βρουν το άρμα θα βγάλουν κάτι καλό από όλο αυτό το κακό». «Δεν σε αναγνωρίζω. Ο κάτοχος του άρματος πρέπει να είναι μόνο ο Θεός Ήλιος αλλιώς δεν ξέρω τι άλλο θα πάθουμε εδώ στη Ρόδο για να καταλάβουμε μέχρι που φτάνει η δύναμη μας. Λογικά θα βρίσκονται πιο κάτω και θα ψάχνουν και εγώ θα είμαι αυτή που θα τους σταματήσω» είπε η Ναυσικά και σχεδόν τρέχοντας έτρεξε προς το χαλάσματα. Εγώ μην έχοντας άλλη επιλογή και θέλοντας να την προστατεύσω θα την ακολουθήσω αν και είμαι σίγουρη ότι μόνο κακό μας περιμένει. «Και πως θα σκοτώσεις τον Καλλίμαχο; Με τα λόγια; Αυτός είναι δυο μέτρα άντρας και όπως όλοι λένε και πάρα πολύ δυνατός. Και η συμμορία του είναι αναλόγως διαλεγμένη πως θα τα βάλουμε μαζί τους;» της λέω καθώς αγωνίζομαι να περπατήσω σταθερά και να μην πέσω. «Μην ανησυχείς εδώ υπάρχουν πάρα πολλές πέτρες για να του ρίξω μια πέτρα στο κεφάλι» μου απάντησε εκνευρισμένη η Ναυσικά. Προς στιγμή όλος ο πόνος που ένιωσε πριν από λίγο είχε μεταμορφωθεί σε μίσος και θέληση για εκδίκηση. Μετά από λίγη ώρα βρίσκουμε τον Καλλίμαχο με τρεις δικούς του πάνω στον πεσμένο Κολοσσό. Η Ναυσικά οργισμένη πιάνει πέτρες και τους τις πετάει φωνάζοντας τους φονιάδες. Εκείνοι αρχικά δεν της δίνουν καμία σημασία μέχρι που με μια πέτρα της, χτύπησε κάποιον στην πλάτη. Προσπαθώ να την συγκρατήσω και να φύγουμε με νύχια και με δόντια αλλά εκείνη είναι αποφασισμένη και δεν θέλει να γυρίσει πίσω. «Φονιά Καλλίμαχε, η κατάρα του Δία να πέσει πάνω στο κεφάλι σου και να μην βρεις ποτέ σου ευτυχία. Πρέπει να πεθάνεις, δεν σου αξίζει να ζεις» φωνάζει με όλη της τη δύναμη μέχρι που τελικά γυρίζει προς το μέρος της. Εγώ τον φοβάμαι και κάνω δύο βήματα πίσω αλλά η Ναυσικά όχι. Ο Καλλίμαχος τότε την πλησιάζει πιο κοντά και εγώ μόλις τον βλέπω, της πιάνω το ένα χέρι για να μην κάνει καμία τρέλα και του επιτεθεί. Ήταν δεδομένο ότι οι άλλοι είναι πιο πολλοί από εμάς και είναι και άντρες οπότε η μάχη είναι από την αρχή χαμένη. «Δεν ήθελα να τον σκοτώσω. Μόνος του το προκάλεσε και θα το προκαλέσεις και εσύ στον εαυτό σου αν δεν ηρεμήσεις. Είμαι διατεθειμένος να σου δώσω το μερίδιο που θα έπαιρνε αν ζούσε και βρίσκαμε το άρμα του ήλιου. Αρκεί να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό και να σταματήσεις να φωνάζεις». «Είσαι τρελός; Ποιος δαίμονας σε έχει χτυπήσει στο κεφάλι; Τι είναι αυτά που λες;» του απαντάει αγριεμένη με το μάτι της να γυαλίζει από τον θυμό.


Εγώ προσπαθώ συνέχεια να την συνεφέρω αλλά εκείνη είναι πολύ αγριεμένη. Τα χρήματα θα ήταν πάρα πολλά και θα μπορούσε να έχει ένα σπίτι την ώρα που τα υπόλοιπα θα ήταν κατεδαφισμένα, θα μπορούσε να ζήσει μια καλή ζωή ενώ οι άλλοι θα πεινούσαν. Σίγουρα θα έπαιρνα και εγώ κάποιο μερίδιο. «Ναυσικά, σταμάτα να μιλάς και σκέψου. Σκέψου, σου λέω αν δεν σταθείς εμπόδιο θα πάρεις πολλά χρήματα για να ζήσεις χωρίς στερήσεις» της λέω ενώ παλεύω να την συγκρατήσω για να μην ορμήσει. «Ματωμένα λεφτά μόνο καταραμένα θα είναι» είπε η Ναυσικά σε μια κατάσταση νευρικού παραληρήματος. «Ο Αλκίνοος θα ήθελε να τα πάρεις και να είσαι ευτυχισμένη» της λέω στο αυτί της. «Μα είσαι τρελή εντελώς; Και είμαστε και φίλες μια ζωή; Δεν σε αναγνωρίζω καθόλου» λέει η Ναυσικά και με κοιτάζει σαν να είμαι εγώ η τρελή. Τα μάτια της με φοβίζουν καθώς είναι η πρώτη φορά που βλέπω μέσα τους μίσος, πάντα έβλεπα αγάπη. «Ναυσικά άκου την φίλη σου και δέξου» της λέει με ήρεμο τρόπο ο Καλλίμαχος και αρχίζει να πλησιάζει αργά και απειλητικά προς το μέρος μας κρατώντας στα χέρια του το μαχαίρι. Αν μας σκότωνε κανείς δεν θα καταλάβαινε ότι πεθάναμε από το δικό του χέρι. Όλοι θα πίστευαν ότι είχε γίνει κάποιο ατύχημα στα συντρίμμια. Πλησιάζει πιο κοντά ακόμα, έχω αρχίσει και φοβάμαι. Η Ναυσικά δεν δείχνει να πτοείται αλλά αντιθέτως σφίγγει τις γροθιές της. Δεν ξέρω πόσο ακόμη μπορώ να την συγκρατήσω. Φοβάμαι ότι θα μας σκοτώσει και τις δύο. ΦΟΒΑΜΑΙ!!!» «Αργά αργά πήγαινε στο μέρος που νιώθεις ασφάλεια, γαλήνη και ευτυχία. Δεν μπορεί κανένας να σε πλησιάσει ή να σου κάνει κακό. Θέλω να ξεκινήσεις να παίρνεις πάλι βαθιές ανάσες. Με κάθε ανάσα που θα παίρνεις θα διώχνεις όλο τον φόβο και την ένταση που νιώθεις τώρα. Μόλις ξυπνήσεις όλα αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα που βίωσες τώρα θα έχουν εξαφανιστεί και στην θέση τους θα υπάρχει γαλήνη , αγάπη , πληρότητα. Έτσι μπράβο, βαθιές και αργές ανάσες. Τώρα Λυδία θα μετρήσω ανάποδα και θέλω να ξυπνήσεις χαρούμενη, αλαφρωμένη από όλα τα φορτία της ψυχής σου. Τρία, δύο, ένα… » Η φωνή του Κωνσταντίνου τη μετέφερε αργά από τον κόσμο της ύπνωσης στο τώρα. Η σταθερότητα στην φωνή του και οι εντολές που της έδινε την είχαν ηρεμήσει πλήρως. Η Λυδία άνοιξε τα μάτια της. «Δεν θα με υπνωτίσετε;» είπε λες και είχαν περάσει μόνο δύο λεπτά. «Αγαπημένη μου Λυδία υπνωτίστηκες. Η αλήθεια είναι ότι πολύ σπάνια καταφέρνουν όλοι να υπνωτιστούν με την πρώτη συνεδρία. Το έχω καταγράψει όλο εδώ. Πρέπει να έρθεις τουλάχιστον άλλες τρεις φορές για να ανακαλύψουμε τι συμβαίνει με την ψυχή σου ». Η Λυδία εν τω μεταξύ σηκώθηκε και έκατσε στην καρέκλα. Για να επιβεβαιώσει τον χρόνο που πέρασε άνοιξε το κινητό της. Αμέσως χτύπησαν τρία μηνύματα κλήσεων της Σήλιας, του Δημήτρη και της μητέρας της. Ήταν υπνωτισμένη πάνω από μία ώρα. Αισθανόταν όμως τόσο καλά και τόσο χαρούμενη που ακόμα και η ίδια δεν μπορούσε να το εξηγήσει. «Πότε έχεις χρόνο; Μπορείς αύριο το απόγευμα; Θα είναι καλό για σένα να καταφέρεις να έρθεις ». «Μάλλον» απάντησε σκεπτική. «Πόσα σου οφείλω; »


«Θα προτιμούσα να κάναμε αυτήν την κουβέντα αφού ακούσεις την κασέτα. Μην νομίζεις ότι ήρθες εδώ για να κοιμηθείς» της είπε χαμογελαστά. «Εντάξει, λοιπόν όπως επιθυμείς. » είπε και σηκώθηκε πάνω. Ο Κωνσταντίνος την συνόδεψε μέχρι την πόρτα και χαιρέτισε το επόμενο ραντεβού του που τον περίμενε στο σαλόνι. Η Λυδία κατέβηκε κάτω με το ασανσέρ και μόλις άνοιξε την πόρτα σκέφτηκε ότι θα ήταν ωραία να πήγαινε μια βόλτα στο πάρκο που ήταν απέναντι. Εκεί μέσα στην ησυχία θα άκουγε όλη τη μαγνητοφώνηση. Πέρασε απέναντι καλώντας πρώτα την Σήλια. «Καλημέρα Σταυρούλα μου , δώσε μου την Τσίλια γιατί με έπαιρνε και δεν το άκουγα». «Ωχ, έχει και νευράκια σήμερα». «Γιατί τι έγινε;» «Και τι δεν έγινε. Έκανε μήνυση στο περιοδικό ο Καραχάλιος επειδή ανακάλυψε τον Γιώργο να φωτογραφίζει την οικογένεια του». «Πω, πω και τι έγινε;» «Η Σήλια απέλυσε τον Γιώργο. Μέσα είναι τώρα η Ειρήνη και παρακαλάει για τη θέση του ». «Και καλά αυτός τι πρόβλημα έχει;» «Τι να σου πω , δεν ξέρω. Η φιλενάδα του είναι παράξενη. Κάπου άκουσα ότι είναι στα χωρίσματα και έχουν και παιδί χωρίς γάμο. Μπλέξιμο η περίπτωση… » «Κατάλαβα πάλι η Ειρήνη θα τον ξελασπώσει… Πες ότι τηλεφώνησα και μίλαγε η γραμμή της για να μην νομίζει ότι την αγνοώ…» «Εντάξει, σε αφήνω τώρα γιατί έχω γραμμή» είπε και έκλεισε αμέσως το τηλέφωνο. «Να δεις που σε μένα θα ξεσπάσει στο τέλος η Σήλια τα νεύρα της» μουρμούρισε η Λυδία και μπήκε στο πάρκο Ροδίνι. Δεν μπορούσε να φανταστεί περνώντας απέξω, πως μέσα του θα έκρυβε ένα μεγάλο θησαυρό ομορφιάς και πρασίνου. Το υπέροχο αυτό τοπίο συνέθεταν πλατάνια, γεφυράκια και μικρές λιμνούλες. Προχώρησε λίγο παραπέρα για να απομονωθεί λίγο, βρήκε ένα παγκάκι και έκατσε να ακούσει τη συνεδρία. Έφερε το μαγνητόφωνο στα αυτιά της και ξεκίνησε να ακούει. Αφού άκουσε τη διήγησης της, δεν μπορούσε να πιστέψει στα ίδια της τα αυτιά. Αν δεν τη μαγνητοφωνούσε ο Κωνσταντίνος δεν θα παραδεχόταν ποτέ ότι μπορεί να υπνωτίστηκε και πόσο μάλλον να περιγράφει μια άλλη ζωή τόοοοσα χρόνια πίσω. Αριάδνη, Ναυσικά, Αλκίνοος, Καλλίμαχος, θησαυρός; Πού να βρέθηκαν όλα αυτά μέσα στο μυαλό της; Αναρωτιόταν ξανά και ξανά. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε βέβαια ήταν ότι είχε επηρεαστεί από ότι είχε διαβάσει για την Ρόδο και είχε πλάσει μια ιστορία στο μυαλό της. Βέβαια το να μπορεί να την αφηγείται με τόση λεπτομέρεια ήταν για κείνη εξωπραγματικό. Ούτε όμως θυμάται να έχει δει κάποια ταινία ή κάποιο σχετικό ντοκιμαντέρ. Το όλο θέμα ήταν πολύ μυστήριο και το σίγουρο ήταν ότι πρέπει να ξαναπάει να δει τι άλλο θα κατεβάσει αυτό το μυαλό. Αν συνεχίσει να δημιουργεί τέτοιες ιστορίες ίσως θα έπρεπε να άλλαζε επάγγελμα, να γινόταν συγγραφέας ή κάτι τέτοιο. Τις σκέψεις της διέκοψε το κουδούνισμα του κινητού της. Ήταν η Σήλια σιγά να μην την ξεχνούσε έτσι απλά. «Πες μου το ευχάριστο. Θέλω να ακούσω κάτι καλό τώρα» είπε η Σήλια με έντονο ύφος.


«Κυρία Σήλια, λυπάμαι που θα σας απογοητεύσω αλλά δεν μπόρεσα να τους βιντεοσκοπήσω. Έγινε κάτι απρόβλεπτο». «Τσακώθηκαν και δεν κοιμήθηκαν μαζί». Η Λυδία άκουσε έναν βαθύ αναστεναγμό στην άλλη άκρη της γραμμής και μετά της έκλεισε το τηλέφωνο στην μούρη. Αν αυτό ήταν το μοναδικό της ξέσπασμα πάνω της, την είχε γλυτώσει φθηνά. Σηκώθηκε και ξεκίνησε να περπατάει βυθισμένη στις σκέψεις της μέχρι που έφτασε σε ένα αναψυκτήριο. Βρήκε ένα τραπέζι άδειο και έκατσε εκεί. Ήρθε η σερβιτόρα και παράγγειλε ένα τοστ και ένα αναψυκτικό. Με τόσο πρωινό που είχε φάει δεν χωρούσαν και πάρα πολλά μέσα στο στομάχι της. Σαν δημοσιογράφος και παπαράτσι που ήταν είχε την άρρωστη συνήθεια να παρατηρεί τους ανθρώπους που καθόταν γύρω της. Προσπαθούσε να σκεφτεί ποια ήταν η δική τους ιστορία που τους είχε ενώσει στο ίδιο μέρος. Είχε γίνει μάρτυρας πολλών καταστάσεων μέχρι τώρα και όσες φορές καθόταν μόνη της πέρναγε την ώρα της σαν «μεγάλος αδελφός». Τώρα υπήρχαν μόνο τρία τραπέζια γεμάτα, το ένα με αρκετή απόσταση από το άλλο. Στο ένα καθόταν ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που φαινόταν να απολαμβάνει τον καφέ του, στο άλλο δύο τουρίστριες που κρατούσαν το χάρτη της Ρόδου και στο άλλο με γυρισμένη την πλάτη του ήταν ένας άντρας ο οποίος μιλούσε στο τηλέφωνο και ήταν πάρα πολύ εκνευρισμένος. Όσο περισσότερο μιλούσε τόσο πιο πολύ φώναζε μέχρι που σηκώθηκε από το τραπέζι και πηγαίνοντας πάνω κάτω έκανε χειρονομίες. «Τι κρίμα ένας τόσο ωραίος άντρας να βγαίνει τόσο πολύ από τα ρούχα του και να γίνετε ρεζίλι» σκέφτηκε από μέσα της. Όσο τον παρατηρούσε τόσο πιο πολύ της άρεσε ήταν ακριβώς του γούστου της, ψηλός με στητή κορμοστασιά, αδύνατος, με μαλλιά που είχαν ελαφρώς γκριζάρει και ωραία μάτια. Ήταν ντυμένος με ένα λινό μπεζ παντελόνι και ένα άσπρο πουκάμισο και ήταν ελαφρά σκονισμένος σαν να είχε πέσει κάτω. Προσπάθησε να στήσει αυτί για να καταλάβει το λόγο που ήταν τόσο πολύ αναστατωμένος αλλά επειδή πήγαινε πάνω κάτω μπορούσε να ακούσει μόνο μερικές λέξεις: αρχαιολογική υπηρεσία, εκσκαφές, χρηματοδότηση πράγματα τα οποία δεν της κινούσαν καθόλου το ενδιαφέρον. Σε μια στιγμή αντάμωσαν οι ματιές τους και για ένα δευτερόλεπτο σταμάτησε ο χρόνος και τα πάντα έμειναν ακίνητα. Την επόμενη στιγμή χτύπησε το δικό της τηλέφωνο και ήταν ο Δημήτρης. Μέχρι να ανοίξει την τσάντα της και να το σηκώσει ο άντρας αυτός είχε φύγει. «Μα καλά, ούτε ένα τηλεφώνημα; Έτσι είπαμε βρε μωρό;» «Γεια σου αγάπη μου». «Διάβασες το μήνυμα μου;» «Ποιό μήνυμα;» «Αυτό που έστειλα χθες το βράδυ πριν κοιμηθώ. Περίμενα απάντηση αλλά τίποτα». «Συγχώρα με αλλά με πήρε ο ύπνος νωρίς και δεν άκουσα τίποτα. Τι έγραφε;» «Ότι μου λείπεις…» «Και εμένα μου λείπεις» του είπε σαν να το εννοούσε αλλά η Λυδία ήξερε ότι αυτό ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Ίσως έπρεπε να χωρίσουν δεν είχε νόημα πια όλο αυτό. «Πότε επιστρέφεις;» «Δεν ξέρω ακόμα. Θα δείξει, μέχρι τώρα δεν έχω κάνει δουλειά. Όλο αναποδιές μου τυχαίνουν, θα σου τα πω από κοντά».


«Εντάξει, λοιπόν. Χάρηκα που σε άκουσα αλλά σε αφήνω τώρα γιατί έρχεται ο διευθυντής, αντίο». «Μα τι έχουν πάθει όλοι σήμερα και μου κλείνουν το τηλέφωνο;» αναρωτήθηκε. Ήξερε όμως ότι οι ρυθμοί της Αθήνας ήταν απόλυτα διαφορετικοί από της επαρχίας. Όπου και να είχε ταξιδέψει μέχρι τώρα έκανε πάντα την ίδια διαπίστωση. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι η δουλειά της είχε μείνει πίσω και το ήξερε. Δεν ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που κυνηγάνε τους διάσημους από πίσω για μια φωτογραφία φανερά. Προτιμούσε η δουλειά να γίνει συντονισμένα και κρυφά, δυστυχώς έπρεπε να περιμένει την επόμενη μέρα γιατί αν μαθαίνανε στο ξενοδοχείο ή αν υποπτευόταν ποια είναι θα την είχαν ήδη διώξει και πιθανόν να της έκαναν και μια μήνυση δώρο για απάτη. Όλοι οι επώνυμοι επιλέγουν ξενοδοχεία που τους παρέχουν προστασία από τέτοιου είδους περιστατικά. ‘Έτσι και την ανακάλυπταν θα έμπαινε σε μια μεγάλη μαύρη λίστα με τους ανεπιθύμητους. Βαρέθηκε να κάθεται εκεί και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στο πάρκο μέχρι να περάσει λίγο ακόμα η ώρα και να επιστρέψει στο δωμάτιο. Μετά θα κοιμόταν λίγο, θα περίμενε να έρθει το βράδυ και θα πήγαινε ξανά στο Φαληράκι. Σήμερα ήταν η μέρα που θα έπαιρνε τις φωτογραφίες της, το ένιωθε. Δεν έπρεπε να απογοητεύσει την Τσίλια μέχρι τώρα στην δουλειά της ήταν άψογη και ας χρειαζόταν να πατήσει επί πτωμάτων, σημασία είχε να πληρωνόταν στην ώρα της και ενίοτε να έπαιρνε και κάποιο μπόνους. Προσπαθώντας να μην σκέφτεται καθόλου όλα όσα άκουσε, τουλάχιστον μέχρι την επόμενη μέρα άρχισε ένα χαλαρό περπάτημα κατά μήκος του μονοπατιού. Ξάφνου άκουσε ένα κράξιμο και κατατρόμαξε, κοίταξε γύρω της και είδε από μακριά ένα παγώνι. Δεν ήξερε ότι κυκλοφορούσαν ελεύθερα μέσα στο πάρκο. Ήταν τόσο όμορφο πάρκο… όποιος περπατούσε εκεί μπορούσε να ακούσει το κελάρυσμα του νερού, να μαζέψει όλες αυτές τις μυρωδιές που αναδύουν τα δέντρα, να ακούσει τα πουλιά και γενικότερα να έρθει σε επαφή με την φύση. Κάτι το οποίο είναι απόλυτα φυσιολογικό να γίνεται αλλά και τόσο σπάνιο, ιδιαίτερα αν ζεις στην Κυψέλη που στην καλύτερη περίπτωση η μόνη επαφή με το πράσινο είναι η γλάστρα του σπιτιού σου. Αποφάσισε να γυρίσει πίσω, είχε βαρεθεί να είναι μόνη της και στο πίσω μέρος του μυαλού της ήταν όλο το περιεχόμενο της ύπνωσης. Αν ήταν αλήθεια;

Δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, έξυπνοι και χαζοί, όμορφοι και άσχημοι, υπάρχουν μόνο άνθρωποι που αγαπήθηκαν και άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν Μαλβίνα Κάραλη, 1954-2002, Συγγραφέας & Δημοσιο-γράφος

Το ξυπνητήρι της την σήκωσε πάλι στις 8:30 το πρωί γιατί έπρεπε να βρει την καμαριέρα της, είχε ήδη χάσει πάρα πολύ χρόνο. Σηκώθηκε αμέσως αν και είχε κοιμηθεί μόνο λίγες ώρες. Είχε καταφέρει και είχε τραβήξει αρκετές φωτογραφίες το προηγούμενο βράδυ για αυτό και είχε ξαπλώσει στις 04:00 το πρωί. Πέτυχε μια παρέα 15 ατόμων από Αγγλία η οποία ήταν ανάμεσα στην ηλικία των 18-25 ετών και είχαν πάρει στη σειρά όλα τα


μπαράκια. Είναι οι συνηθισμένες ηλικίες που συνηθίζουν να ξεπερνούν εύκολα τα όρια για αυτό και τους ακολουθούσε για αρκετή ώρα. Μετά από λίγα ποτήρια ήταν πολύ χαρούμενοι να ποζάρουν σε έξαλλες πόζες στον φωτογραφικό της φακό. Μάλιστα τους είπε ότι όσο πιο προκλητική η πόζα τόσο πιο διάσημοι θα γίνουν στην Ελλάδα και εκείνοι ενθουσιάστηκαν και έκαναν ότι μπορούσαν. Το αποτέλεσμα ήταν για γέλια και για κλάματα μαζί. Τι κάνει ο κόσμος για λίγο διασημότητα…Τουλάχιστον αν έπαιρνε τηλέφωνο η Τσίλια θα είχε κάτι να της δώσει μην τυχόν ένιωθε ότι πέταξε τα χρήματα του αφεντικού σε αυτό το ταξίδι. Η αλήθεια ήταν ότι και εκείνη είχε διασκεδάσει αρκετά βλέποντας τους τόσο ανέμελους και ευτυχισμένους, χωρίς καμία έγνοια στον κόσμο και κάπου τους ζήλευε που μπορούσαν να αφήσουν τον εαυτό τους τόσο πολύ ελεύθερους και να χαίρονται χωρίς να ενδιαφέρονται για το τι θα πει ο κόσμος. Βέβαια αυτό πρέπει να έχει ένα μέτρο , αλλά όταν είσαι σε άλλη χώρα είναι πιο εύκολο να εκτροχιαστείς. Μόλις ντύθηκε πήρε μια καρέκλα και έκατσε μπροστά στο παράθυρο για να δει πότε θα πετύχει τη Μαρίνα. Με το τηλέφωνο του δωματίου στο χέρι πήρε τηλέφωνο στο περιοδικό, έπρεπε πρώτα να μιλήσει με την Ειρήνη. «Prive παρακαλώ». «Καλημέρα Σταυρούλα». «Καλημέρα Λυδία, μίλησες τελικά με την κυρία Σήλια;» «Ναι, αλλά δεν της άρεσαν αυτά που της είπα». «Το κατάλαβα, γιατί μετά έβρισε όλους μέσα στο γραφείο και σηκώθηκε και έφυγε». «Ήμουν σίγουρη ότι θα ξεσπούσε σε εσάς. Μου δίνεις την Ειρήνη να μάθω τι έγινε;» «Ναι , αμέσως» είπε πρόθυμα η Σταυρούλα και την συνέδεσε με την Ειρήνη. «Καλημέραααα, έμαθα τα χθεσινά νέα. Πως είσαι;» «Άστα…μαύρο χάλι. Πήγα στην Σήλια να παρακαλέσω για τη θέση του Γιώργου αλλά δεν ήθελε να ακούσει τίποτα πάνω σε αυτό το θέμα. Δεν με έπαιρνε να επιμείνω πολύ γιατί δεν ήθελα να πέσει και το δικό μου κεφάλι. Το πρόβλημα είναι ότι δεν ήταν το μόνο που μου χάλασε τη μέρα». «Λέγε, τι έγινε;» είπε η Λυδία με πραγματική ανησυχία. «Χώρισα με τον Γιώργο». «Πάλι;» «Αυτήν την φορά είναι οριστικό. Το νιώθω, μου είπε ότι δεν έκανα ότι μπορούσα για να σώσω τη δουλειά του και πάντα θέλω να έχω το πάνω χέρι, να παίρνω τα πιο πολλά χρήματα και ένα σωρό τέτοια κομπλεξικά και χωρίσαμε». Η Λυδία σώπασε για λίγο και αποφάσισε να της πει την πραγματική αλήθεια. «Ελπίζω αυτήν την φορά να είναι αλήθεια ». «Τι πράγμα;» άκουσε την φωνή από το άλλο άκρο της γραμμής γεμάτο απορία, αληθινή απορία. «Δεν ταιριάζετε και δεν θα ταιριάξετε ποτέ. Αυτή είναι η αλήθεια. Άσε τον να πάει στο καλό ». «Πλάκα μου κάνεις έτσι; Μα δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εκείνον. Δεν θα τον ξεπεράσω ποτέ!» είπε και μπορούσε να καταλάβει ότι είχε βουρκώσει και ήταν έτοιμη να κλάψει. «Το θέμα είναι να μάθεις να ζεις μόνη σου και να είσαι καλά με τον εαυτό σου χωρίς να περιμένεις κάποιον άλλον να σε κάνει ευτυχισμένη. Μην περιστρέφεται όλος σου ο


κόσμος συνέχεια γύρω από έναν άνδρα».Η Ειρήνη ανέκαθεν είχε αυτό το πρόβλημα στις σχέσεις της , επένδυε πάρα πολλά στους ανθρώπους και το σύνηθες αποτέλεσμα ήταν να τρώει τα μούτρα της. Δεν μπορούσε να φρενάρει τα συναισθήματα της και έδινε πάρα πολλά χωρίς ο άλλος να μπορεί να ανταπεξέλθει. Πόσες φορές έκλαιγε στον ώμο της για την κάθε απόρριψη, δεν μπορούσε να καταλάβει ότι πάντα έπρεπε να κρατάει και ένα κομμάτι της για εκείνη. «Εύκολο να το λες εσύ που δεν έχεις μείνει δευτερόλεπτο μόνη σου. Πάντα έχεις κάποιον να σε στηρίζει». «Ναι, αλλά δεν τρελαίνομαι σαν και εσένα ». «Μάλλον δεν έχεις αγαπήσει τόσο κανέναν και για αυτό το λες αυτό». « Ίσως. Όπως και να έχει θα τα πούμε τα υπόλοιπα αργότερα. Σε αφήνω γιατί βλέπω τώρα την καμαριέρα». «Ποια;» «Γεια σου ,γεια τα λέμε μετά» είπε και έκλεισε γρήγορα το τηλέφωνο. Σχεδόν τρέχοντας πετάχτηκε έξω για να προλάβει τη Μαρίνα που πέρναγε κρατώντας καθαριστικά. «Καμαριέρα, καμαριέρα» είπε δυνατά για να γυρίσει η Μαρίνα το κεφάλι της. Μόλις την είδε πήγε έντρομη μέσα στο δωμάτιο φωνάζοντας για να ακουστεί ότι τρέχει για να εξυπηρετήσει την πελάτισσα. «Πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω κυρία;» ενώ μπαίνοντας μέσα της είπε: «Μα τι θέλετε επιτέλους από μένα; Ότι θέλατε το έκανα για εσάς». «Θέλω να ξαναβάλεις μέσα το ρολόι. Σήμερα. Ίσως δεν έχω άλλη ευκαιρία. Πάρε το αμέσως και άλλα εκατό ευρώ θα γίνουν δικά σου». «Για να ξέρεις αυτό δεν μου αρέσει καθόλου. Μπορεί να χάσω τη δουλειά μου εξαιτίας σου ». «Σε παρακαλώ Μαρίνα, είναι πολύ σημαντικό για μένα να το κάνεις αυτό» της απάντησε μαλακά η Λυδία προσπαθώντας να την ηρεμήσει. Η Μαρίνα πραγματικά εκνευρισμένη που έπρεπε να ξαναμπεί σε αυτή τη διαδικασία το άρπαξε με νεύρο χωρίς να αρθρώσει καμία λέξη παραπάνω και έφυγε. Η Λυδία ήξερε ότι χωρίς εκείνη το σχέδιο της θα αποτύχαινε και μπορεί να την απέλυε η Τσίλια από τα νεύρα της οπότε εκατό ευρώ ήταν μικρό τίμημα. Έπειτα έφυγε για το πρωινό κρατώντας στο χέρι το κινητό της. Μπορεί να μην συγκρίνονταν με την φωτογραφική της μηχανή αλλά τουλάχιστον δεν θα την έπαιρναν χαμπάρι. Έφτασε στο μπουφέ αλλά το ζευγάρι δεν ήταν εκεί. Μα φυσικά πάντα όλα ήταν εναντίον της, λες και κάτι της έκανε σαμποτάζ για να καθυστερεί. Έφαγε μια ομελέτα για πρωινό, ήπιε ένα ποτήρι χυμό και ξεκίνησε να πάει άλλη μια βόλτα. Ούτως ή άλλως ήταν θέμα λίγων ημερών περίπου μέχρι να φύγει και ήθελε να δει περισσότερη Ρόδο. Είχε ακούσει ότι η Λίνδος ήταν μοναδική σε ομορφιά και πλούσια σε ιστορία και για αυτό το λόγο αποφάσισε να την επισκεφτεί. Μετά από λίγη ώρα στάθμευσε έξω από τη Λίνδο καθώς μέσα η διέλευση των οχημάτων ήταν αδύνατη. Ξεκίνησε να περπατάει προς το μονοπάτι και το πρώτο πράγμα που της έκανε εντύπωση ήταν η αρχιτεκτονική των σπιτιών. Ένα μείγμα βυζαντινό, μεσαιωνικό, αραβικό και νησιώτικο, το οποίο θύμιζε έντονα Κυκλάδες, δημιουργούσε μια πολύ ωραία ατμόσφαιρα. Ήθελε να ανέβει να δει την Ακρόπολη αλλά η ανηφόρα την


τρόμαζε μέχρι που στα δεξιά της είδε ένα οίκημα που χρησιμοποιούσαν για να στεγάζουν τα γαϊδουράκια τα οποία ήταν σαμαρωμένα και δεμένα, έτοιμα να διευκολύνουν τον κόσμο σε αυτή τη μεγάλη ανηφόρα. Όταν όμως σκέφτηκε τον εαυτό της πάνω σε ένα γαϊδουράκι της φάνηκε όλο το θέαμα τόσο αστείο που αποφάσισε ότι τα πόδια της ήταν το καλύτερο μεταφορικό μέσο για να μην γίνει ρεζίλι. Τα δρομάκια στενά, τα σπίτια ασβεστωμένα και μερικά είχαν και αετώματα σαν τους αρχαίους ναούς της έδιναν την αίσθηση ότι δεν είχε έρθει στην Ρόδο για δουλειά αλλά για διακοπές και βόλτες. Είχε αφήσει για λίγο πίσω της το περιοδικό και το Δημήτρη και χάζευε τα μεσαιωνικά σπίτια και τα αρχοντικά. Χωρίς να το καταλάβει είχε ξεκινήσει να ανεβαίνει την ανηφόρα για να μπορέσει περπατώντας να γνωρίσει καλύτερα την όμορφη Λίνδο. Τα σκαλοπάτια της φαινόταν πολλά και είχε φτάσει μόνο μέχρι την είσοδο στο χαμηλότερο επίπεδο της ακρόπολης. Πέρασε από τα ερείπια του Διοικητηρίου των Ιπποτών και της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη και έπειτα ξεκινούσε μια μεγαλύτερη σκάλα που την οδήγησε στο ανώτερο επίπεδο όπου μπορούσε να δει τα ερείπια από τα αρχαία Προπύλαια. Λίγο πιο πέρα είδε μερικές κολώνες και πήγε να τις προσπεράσει χωρίς κανένα ενδιαφέρον μέχρι που με την άκρη του ματιού της είδε ένα πρόσωπο το οποίο της ήταν γνωστό να τοποθετεί μια ταμπέλα με πληροφορίες στο έδαφος. «Είδες καμιά φορά ;» μουρμούρισε η Λυδία και πλησίασε κοντά. «Συγνώμη ,να σας κάνω μια ερώτηση;» είπε με τον πιο ευγενικό της τόνο και με την πιο γλυκιά της έκφραση. «Παρακαλώ» είπε ο άντρας και έβαλε το χέρι του πάνω από τα μάτια του για να δει καλύτερα ποιος του μιλάει. Μόλις είδε τη Λυδία σηκώθηκε όρθιος και ξεσκονίστηκε και με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του την ρωτάει. «Συγνώμη δεσποινίς σας γνωρίζω από κάπου; Μου φαίνεται σαν να σας έχω ξαναδεί ». της είπε καθώς προσπαθούσε να δει καλύτερα από τον πολύ ήλιο. «Ναι, τώρα που το λέτε νομίζω και εγώ ότι σας έχω ξαναδεί» είπε η Λυδία παριστάνοντας την έκπληκτη. «Μήπως βρισκόσασταν στο αναψυκτήριο στο Ροδίνι και καθόσασταν στο ακριανό τραπέζι; Σωστά; » «Με προσέξατε βλέπω». «Μα ποιος δεν θα πρόσεχε μια όμορφη κοπέλα σαν και εσάς…» της είπε και αμέσως άρχισε να την κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω. Η Λυδία ένιωσε αμήχανα και γύρισε αλλού το βλέμμα της. «Λοιπόν πείτε μου, τι θέλετε να ρωτήσετε;» «Αναρωτιόμουν από ποιο αρχαίο καλλιτέχνημα είναι αυτές οι κολώνες και εσείς μιας και τοποθετούσατε την ταμπέλα μου φάνηκε ότι θα γνωρίζατε κάτι παραπάνω». «Ναι, βέβαια γνωρίζω, είμαι αρχαιολόγος». «Πολύ ενδιαφέρον μου ακούγεται». «Λοιπόν για να σας λύσω την απορία οι κολώνες ανήκουν στον ναό της Λινδίας Αθηνάς. Η λατρεία της ξεκινάει από τον 9ο αιώνα π.Χ καθώς ο Κλεόβουλος, εκείνος που είπε το διάσημο «παν μέτρον άριστον» έκανε μεγάλη ανανέωση στο ναό. Το 342 πΧ καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά και χτίστηκε ο ναός που έχει σωθεί μέχρι τις μέρες μας…. »


Όσο εκείνος μιλούσε η Λυδία τον παρατηρούσε μέσα στα μάτια και σκεπτόταν ότι ήταν τα πιο ωραία μάτια που είχε δει μέχρι τώρα. «Εδώ υπήρχε και το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς το οποίο δυστυχώς δεν σώζεται …. Προσέξατε το ανάγλυφο της τριημολίας;» αφού μιλούσε αρκετή ώρα και εκείνη τον κοιτούσε σαν υπνωτισμένη μια ερώτηση την έκανε να επανέλθει. «Συγνώμη;» «Είδατε την σκαλισμένη τριημιολία πάνω στο βράχο;» «Δεν νομίζω, δεν πρέπει να την είδα» απάντησε αν και πραγματικά δεν είχε ιδέα τι ήταν η τριημιολία. «Θέλετε να σας τη δείξω;» «Μα βέβαια» είπε η Λυδία όλο χαρά. Περπάτησαν πίσω στην είσοδο της αρχαίας ακρόπολης και είδαν ένα μεγάλο ροδιακό πλοίο σκαλισμένο πάνω σε ένα βράχο. Ο αρχαιολόγος τότε κοίταξε δεξιά και αριστερά για να δει αν τους βλέπει κάποιος, πέρασε πάνω από τα απαγορευτικά σχοινιά, της έπιασε αιφνιδιαστικά το χέρι και την τράβηξε κοντά στον βράχο. «Ακουμπήσετε να δείτε, δεν είναι πανέμορφο; » Η Λυδία σχεδόν χάιδεψε το πλοίο για να μην το φθείρει και έπειτα απομακρύνθηκε. Η αλήθεια ήταν ότι το είχε προσπεράσει εντελώς αφηρημένη, το μυαλό της ταξίδευε συνέχεια «Μην φοβάστε, δεν θα μας κάνει κανείς παρατήρηση. Ο υπεύθυνος αρχαιολόγος είμαι εγώ και ήμουν σίγουρος ότι θα ήσασταν ευγενική μαζί του. Για να ξέρετε αυτό το σκάλισε ο Πυθόκριτος προς τιμήν του ναύαρχου Αγήσανδρου ». «Μάλιστα, σας ευχαριστώ για όλες αυτές τις πληροφορίες είσαστε πάρα πολύ ευγενικός που μου εξηγήσατε όλα αυτά την ώρα της εργασίας σας ». «Δεν μου ήταν τίποτα. Λοιπόν ας μην μιλάμε στον πληθυντικό άλλο, τώρα γνωριστήκαμε πια. Είμαι ο Άλκης. Άλκης Δημόπουλος ». είπε και της έδωσε το χέρι του χαμογελώντας και εκείνη με μεγάλη χαρά ανταπέδωσε την χειραψία. «Εγώ είμαι η Λυδία Νομικού ». «Χαίρω πολύ Λυδία. Τώρα που γνωριστήκαμε επισήμως έλα να σου δείξω την καταπληκτική θέα που σου προσφέρει η Ακρόπολη» της είπε και την προέτρεψε ευγενικά να τον ακολουθήσει και την οδήγησε όσο πιο άκρη γινόταν ώστε να είναι και οι δύο τους ασφαλείς. Η θέα από εκείνο το σημείο όπως και από ολόκληρη την Ακρόπολη ήταν μαγευτική. Έμοιαζε λες και ο ουρανός με τη θάλασσα είχαν γίνει ένα κάτω από τις χρυσές ακτίνες του ήλιου. Σίγουρα βέβαια οι πιο ωραίες στιγμές θα ήταν την ανατολή και το ηλιοβασίλεμα όταν ο ουρανός ήταν ζωγραφισμένος με όλα τα χρώματα του ονείρου. Ο Άλκης στεκόταν δίπλα της και για λίγα λεπτά προτίμησαν να μην μιλάνε δεν ήθελαν να χαλάσει αυτή η ωραία στιγμή με λέξεις. «Είναι υπέροχα» είπε η Λυδία. «Από εδώ είσαι;» «Όχι, από την Αθήνα». «Διακοπές;» «Όχι, για δουλειά. Για λίγες μόνο μέρες». «Μόνη;»


«Δεν είσαι λίγο αδιάκριτος;» «Δεν εννοούσα αυτό… »της είπε χαμογελώντας και η Λυδία ντράπηκε. « Εννοούσα αν έχεις έρθει μόνη σου στην Ρόδο ». Η Λυδία κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Έχεις κάποιο πλάνο για το πώς θα περάσεις την υπόλοιπη μέρα σου;» της είπε και η Λυδία έγνεψε αρνητικά. «Θέλεις να πάμε για φαγητό;» της πρότεινε ο Άλκης. Η Λυδία τον κοίταξε σαστισμένη μιας και δεν περίμενε να της πει κάτι τέτοιο. «Με αιφνιδίασες…Δεν νομίζω. Φαίνεσαι πολύ καλός τύπος και πολύ ευγενικός αλλά δεν ξέρω. Γνωριζόμαστε πόσο, μισή ώρα;» «Ναι , αλήθεια είναι όπως τα λες αλλά η ώρα έχει περάσει και εσύ πρέπει να φας μεσημεριανό σωστά; Εδώ πιο κάτω έχει πολύ ωραίες ταβέρνες που μπορούμε να κάτσουμε σαν δυο φίλοι και να φάμε. Σύμφωνοι; Σου υπόσχομαι ότι δεν σκοπεύω να σε δαγκώσω ». Η Λυδία δεν μπορούσε να αρνηθεί γιατί εντάξει, μπορεί να μην ήταν ηθικά σωστό απέναντι στο Δημήτρη αλλά δεν επρόκειτο να έκανε και κανένα έγκλημα, ούτε και επρόκειτο να κινδύνευε η σωματική της ακεραιότητα. «Εντάξει, αφού είναι εδώ παρακάτω. Ας πάμε μαζί» του απάντησε χατιρικά αν και πραγματικά ήθελε λίγη παρέα. Σιγά σιγά κατέβηκαν τα σκαλιά και συνέχισαν την κουβέντα τους. «Λοιπόν Λυδία, ποια δουλειά σε φέρνει εδώ;» «Εμ, είμαι δημοσιογράφος και γράφω ένα ρεπορτάζ για τη βραδινή ζωή της Ρόδου. Εσύ μπορείς να μου πεις για ποιο λόγο φώναζες στο τηλέφωνο χθες; » «Ακουγόμουν ε;» «Ε, κομματάκι» είπε η Λυδία χαμογελώντας. «Οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν πέσει και αυτές θύματα της κρίσης. Δόθηκε εντολή να σταματήσουν επ’ αόριστον οι επιχορηγήσεις και όπως καταλαβαίνεις δεν έχουμε χρήματα για να συνεχίσουμε τις έρευνες μας. Φώναζα στον άνθρωπο που έδωσε αυτήν την εντολή γιατί θα πρέπει να χάσουν τη δουλειά τους 15 άνθρωποι. Δεν μπορούσα να τον αφήσω έτσι αν και γνωρίζω ότι δεν θα άλλαζα κάτι. Τουλάχιστον όμως θα είχα κάνει την προσπάθεια μου και θα κοιτούσα το προσωπικό στα μάτια χωρίς τύψεις ». «Πω πω πολύ άσχημο όλο αυτό, σημεία των καιρών… Τι θα κάνεις τώρα;» «Δεν μπορώ να κάνω και κάτι. Νομίζω ότι έκανα πραγματικά ότι μπορούσα να κάνω ». Εκείνη την στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο της, στην οθόνη είδε ότι ήταν ο Δημήτρης και εκείνη την στιγμή πραγματικά δεν ήθελε να το σηκώσει. «Δεν θα το σηκώσεις;» της είπε ο Άλκης. «Ε ναι …» είπε αμήχανα η Λυδία και σκέφτηκε ότι αν δεν το σήκωνε θα ήταν μετά χειρότερα. Ο Δημήτρης θα έμπλεκε σε σενάρια και θα της έκανε τη ζωή μαύρη μέχρι να γυρίσει. «Ναι". «Γιατί δεν το σήκωσες αμέσως;» «Δεν το άκουγα. Να σε πάρω τηλέφωνο εγώ μετά να μιλήσουμε γιατί δεν μπορώ τώρα;» «Εντάξει. Τα λέμε αργότερα». «Ευτυχώς το έκλεισε σύντομα» σκέφτηκε από μέσα της γιατί θα ένιωθε πολύ περίεργα να του μιλάει σαν να μην βρίσκεται δίπλα σε άλλον. Βέβαια θα προτιμούσε να μην


την είχε πάρει τηλέφωνο αλλά αυτό ήταν άλλο θέμα. Δεν της άρεσε να λέει ψέματα στις σχέσεις της. Ήταν το μόνο σημείο στην ζωή της που ήταν ειλικρινής και με αυτό το ξεκίνημα άρχισε να το χαλάει και εκείνο. «Όλα καλά;» «Ναι μια χαρά». Είχαν ήδη φτάσει στην ταβέρνα και έκατσαν σε ένα ήσυχο τραπεζάκι στην γωνία. Ήταν πολύ όμορφα καθώς είχε πολύ πράσινο γύρω γύρω και ήταν μέσα στο χωριό της Λίνδου. Ασπρισμένο, περιποιημένο με πολλές γλάστρες και ένα ωραίο πίνακα με θέμα το Αιγαίο κρεμασμένο στον τοίχο το μέρος μύριζε καλοκαίρι. Της θύμισε οικογενειακές διακοπές και τα παιδικά της χρόνια όπου όλα ήταν απλά. Άφησε την τσάντα της στην διπλανή καρέκλα και έκατσαν ο ένας απέναντι από τον άλλον. Είχε πεθάνει στην δίψα και το να κάτσει σε ένα τέτοιο μέρος ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε. Νιώθοντας αμηχανία πήρε τον κατάλογο του καταστήματος και άρχισε να περιεργάζεται το μενού λες και είχε να λύσει κάποιο μαθηματικό πρόβλημα. Ντρεπόταν τον Άλκη και δεν ήξερε τι να πει. Ο Άλκης καθόταν και την παρατηρούσε, του φαινόταν πολύ όμορφη. Την είχε παρατηρήσει και την προηγούμενη μέρα αλλά ήταν πολύ αναστατωμένος για να της μιλήσει. Βέβαια δεν φανταζόταν ότι θα την ξανάβλεπε τόσο σύντομα. Είχε περάσει τόσος καιρός από τότε που είχε βγει έξω σε «ραντεβού». Όχι ότι αυτό ήταν ραντεβού αλλά θα μπορούσε να είναι. Για πολύ καιρό δεν ήθελε να γνωρίσει καμία κοπέλα, ήταν κλεισμένος στον εαυτό του και αφοσιωμένος στην δουλειά του. Η εργασιοθεραπεία μετά από ένα οδυνηρό χωρισμό είναι πάντα το καλύτερο φάρμακο. Από την στιγμή που την είδε ένιωσε σαν να τη γνώριζε από παλιά, σαν να την έψαχνε πολύ καιρό, ένα πολύ περίεργο συναίσθημα νοσταλγίας που δεν μπορούσε ούτε εκείνος να το εξηγήσει. Αυτή η κοπέλα δεν θα του γλύτωνε, δεν θα την άφηνε να φύγει. Το γκαρσόνι ήρθε τους έφερε νερό, ψωμί και πάστα ελιάς και μετά από λίγο ήρθε ο σερβιτόρος για να πάρει παραγγελία. «Εγώ θα ήθελα φιλέτο σολομού με λαχανικά» είπε η Λυδία. «Εγώ θα ήθελα δύο ποτήρια λευκό κρασί, μια μερίδα βραστά λαχανικά και ό,τι φρέσκο ψάρι έχετε ». είπε στον σερβιτόρο και έκλεισε το μάτι στην Λυδία. «Λοιπόν» είπε η Λυδία μην ξέροντας τι να πει για να ανοίξει κάποια κουβέντα. «Λοιπόν από πού είσαι;» πρόλαβε και έκανε την πρώτη ερώτηση ο Άλκης. «Από την Αθήνα. Μένω στην Κυψέλη. Εσύ από εδώ, Ροδίτης;» «Όχι καμία σχέση. Μένω εδώ και δύο χρόνια στην Ρόδο. Όμως είμαι και εγώ από την Αθήνα και το πατρικό μου είναι στα βόρεια προάστια». «Ώστε είσαι παιδί βορείων προαστίων;» «Ναι, αλλά έκανα την επανάσταση μου πολύ γρήγορα. Για αυτό και κάθομαι να παρακαλάω για επιχορηγήσεις». «Πως και έτσι; Λίγοι θα άφηναν τη βολή τους για να παλεύουν όχι με τα αρχαία, αλλά με οτιδήποτε κοπιαστικό που δεν περιέχει μια θέση αραχτή σε ένα γραφείο». «Δεν άντεχα άλλο να είμαι όπως πρέπει , δεν κόλλαγα με το όλο περιβάλλον των γονιών μου. Μια ζωή ήμασταν ρυθμισμένοι σε διαφορετικές συχνότητες. Μερικές φορές είχα την αίσθηση ότι είχα έρθει από άλλο κόσμο ». «Αυτό ήταν όλο το πρόβλημα; Σίγουρα;» είπε η Λυδία και τον κοίταξε ερευνητικά στα


μάτια. «Τι να σου λέω τώρα…» «Κατάλαβα έγινα αδιάκριτη, συγνώμη συνήθειο της δουλειάς. Μερικές φορές μιλάω στους ανθρώπους λες και παίρνω συνέντευξη. Δύσκολο να το αποβάλλω ». «Όχι, δεν φταις εσύ, απλώς δεν μου αρέσει να το συζητάω. Όμως όπως πήγε η κουβέντα ας το πω να τελειώνουμε. Είχα σπουδάσει αρχαιολογία και μετά από πολύ καιρό βρήκα δουλειά την Αθήνα στο νέο μουσείο της Ακρόπολης. Εκεί γνώρισα μια κοπέλα και αρραβωνιαστήκαμε, την Σοφία. Έπειτα χάλασε ο αρραβώνας και ήρθα εδώ. Δεν ήθελα να μείνω άλλο στην Αθήνα , είχα ανάγκη να αλλάξω παραστάσεις. Όμως δεν χρειάζεται να μιλάμε για αυτά τώρα» της είπε και πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης που το έβγαλε από μέσα του. Η Λυδία περίμενε αν θα την ρωτούσε για το Δημήτρη αλλά εκείνος δεν έβγαλε λέξη, δεν ήθελε να ξέρει. Ο σερβιτόρος τους έφερε την σαλάτα και το κρασί. Η Λυδία επειδή κατάλαβε ότι εκείνος ένιωσε λίγο άβολα με αυτήν την συζήτηση πήγε αλλού το θέμα. «Στην γνωριμία μας» είπε ο Άλκης και ύψωσε το ποτήρι του για να τσουγκρίσουν. Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και ήπιαν από μια γουλιά. «Πες μου Άλκη μεγάλωσες Αθήνα;» «Ναι. Εσύ;» «Και εγώ , μεγάλωσα στα νότια προάστια. Καμία σχέση με το μικρό μου σπίτι στην Κυψέλη». «Σημασία δεν έχει που είσαι αλλά αν είσαι ευτυχισμένη με τη ζωή σου. Αν περνάς καλά με τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου και σε ένα υπόγειο να έμενες μια χαρά θα ήσουν ». «Όπως το λες μου φαίνεται ότι έχεις απόλυτο δίκιο. Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Να σε ρωτήσω κάτι άσχετο, καθώς έκανα το ρεπορτάζ μου έπεσα πάνω στο κόσμημα που είχε πάνω στο στέμμα του ο Κολοσσός. Ξέρεις κάτι για αυτό; » Ο Άλκης με μεγάλο ενδιαφέρον και έκπληξη της απάντησε: « Που άκουσες για το άρμα του ήλιου; Αυτό είναι ένας θρύλος, δεν ξέρω καν αν είναι αλήθεια ». «Εννοείς ότι μπορεί να υπάρχει τέτοιο πράγμα;» «Εγώ δεν έχω ασχοληθεί προσωπικά με το άρμα του ήλιου, αλλά γνωρίζω έναν συνάδελφο ο οποίος είχε πάθει εμμονή με αυτό. Αν θέλεις για το άρθρο σου μπορώ να σε φέρω σε επικοινωνία μαζί του. Τα όνομα του είναι Αρίστος Μακρής και έχει βγει εδώ και χρόνια στην σύνταξη. Αλήθεια όμως από πού άκουσες για αυτό; Νόμιζα ότι έκανες άρθρο για τη νυχτερινή ζωή». «Αυτό θα ήταν πάρα πολύ ωραίο. Θα σου πω άλλη φορά για το πώς έμαθα για αυτό και γιατί με ενδιαφέρει. Όμως να ξέρεις ότι η ιστορία είναι πολύ περίεργη και είναι δεδομένο ότι θα με κοροϊδέψεις ». είπε και από μέσα της σκεφτόταν ότι ήταν πραγματικά απίστευτο ότι στον υπνωτισμό είδε κάτι το οποίο μέχρι σήμερα δεν γνώριζε την ύπαρξη του. Μήπως έπρεπε να το πάρει το θέμα πιο σοβαρά; Το απόγευμα που θα πήγαινε στον υπνωτιστή ίσως έβρισκε απαντήσεις σε αυτό. Εν τω μεταξύ ήρθαν και τα φαγητά τους και ξεκίνησαν σιγά σιγά να τρώνε. Ο Άλκης φαινόταν ότι είχε μάθει καλούς τρόπους. Με μεγάλη δεξιοτεχνία χωρίς να ακουμπήσει το


χέρι του αλλά με το μαχαίρι και το πιρούνι καθάρισε τέλεια το ψάρι που του έφεραν βάζοντας όλα τα κόκαλα σε ένα άδειο πιάτο μπροστά του. Η Λυδία σκέφτηκε το Δημήτρη που πάντα όταν έτρωγε ψάρι πασαλειβόταν ολόκληρος και της έφυγε ένα χαμόγελο. Έμοιαζε λες και ήταν έτη φωτός μακριά από εκείνον και η σχέση της φαινόταν τόσο μακριά, πολύ μακριά. «Λοιπόν σου αρέσει η Ρόδος; Θα την ξαναεπισκεφθείς;» « Ναι, η αλήθεια είναι ότι είναι υπέροχη γεμάτη με ιστορία. Τώρα για το αν θα ξανάρθω θα εξαρτηθεί από πολλά » τον κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε αυθόρμητα. Μετά όμως έκοψε το χαμόγελο της αμέσως γιατί είχε ξεχάσει μια λεπτομέρεια, το Δημήτρη. Έπειτα χτύπησε το τηλέφωνο και δεν μπορούσε να μην απαντήσει ήταν από τη δουλειά. Σηκώθηκε όρθια και πήγε λίγο πιο πέρα σε μια γωνία για να μην ακούγεται καθώς δεν ήθελε να μάθει ο Άλκης την πραγματική της δουλειά, ντρεπόταν. «Παρακαλώ;» «Έλα Λυδία, η Σταυρούλα είμαι. Σε συνδέω με την κυρία Σήλια». «Λυδία, πες μου ότι υπάρχει αποτέλεσμα». «Κυρία Σήλια θα γνωρίζω αύριο στα σίγουρα. Αν θέλετε μπορώ να τους κυνηγήσω βέβαια με το ενδεχόμενο να εκτεθώ αλλά δεν θα μπορέσω να τους πάρω σε ροζ πόζες όπως θέλετε εσείς ». «Έχεις δυο μέρες και μετά γυρνάς πίσω» της είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο για άλλη μια φορά κατάμουτρα. Ύστερα από αυτό απογοητευμένη γύρισε στο τραπέζι, δεν ήθελε να γυρίσει πίσω στην μονότονη ζωή της. «Τι έγινε;» την ρώτησε ο Άλκης που είδε το θλιμμένο της ύφος. «Ξέρεις κάτι, πέρασα πολύ ωραία σήμερα, αλήθεια. Ίσως είχα να αισθανθώ τόσο όμορφα πολύ καιρό, όμως ήταν λάθος και πρέπει να φύγω ». άφησε πάνω στο τραπέζι είκοσι ευρώ, το πιάτο της σχεδόν γεμάτο, του έδωσε το χέρι της και πήγε να φύγει. Ο Άλκης σηκώθηκε όρθιος και την τράβηξε από το χέρι απότομα. Χωρίς να το θέλει πλησίασε αρκετά κοντά του και ταράχτηκε, για ένα λεπτό της κόπηκε η αναπνοή. Εκείνος έσκυψε και της ψιθύρισε στο αυτί: « Δεν θα φύγεις μακριά μου έτσι απλά» και της έβαλε στην παλάμη της την κάρτα του. Εκείνη που είχε ανατριχιάσει όλο της το σώμα και η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή σε σημείο που δεν το πίστευε, προχώρησε μπροστά και έφυγε χωρίς να τον κοιτάξει με την κάρτα του στο χέρι της. Περπατούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να απομακρυνθεί από εκεί. Δεν έπρεπε να του μιλήσει εξ’ αρχής. Δεν μπορούσε να καταλάβει και η ίδια τι είχε μέσα στο μυαλό της. Αφού σε δύο μέρες θα φύγει γιατί να γνωρίσει πιο πολύ έναν τόσο ωραίο και γοητευτικό άντρα χωρίς να υπάρχει καμία προοπτική; Γιατί να εκθέσει την ψυχή της και ενδεχομένως τα συναισθήματα της αφού θα φύγει; Ήταν μια ανοησία. Και τον άφησε και στα κρύα του λουτρού χωρίς καμία εξήγηση, λάθος αλλά εκείνη την στιγμή της έμοιαζε λες και δεν είχε καμία άλλη επιλογή. Όμως αισθανόταν μαζί του τόσο οικεία, τόσο όμορφα, σαν να γνωριζόταν από πολύ παλιά και όμως γνωριζόταν μόνο λίγες ώρες. Λίγες μαγικές ώρες… Το σίγουρο ήταν ότι έπρεπε να χωρίσει το Δημήτρη ήταν κρίμα να αναλώνονται σε άσκοπα τηλεφωνήματα και σε άσκοπες συζητήσεις όταν πραγματικά δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους. Μετά τη γνωριμία της με τον Άλκη κατάλαβε ότι δεν είχε πια


συναισθήματα για εκείνον και όλα ήταν μια συνήθεια. Η δύναμη της συνήθειας ήταν πολύ μεγάλη και τους είχε κρατήσει μαζί για πολύ καιρό ενώ έπρεπε εδώ και καιρό ο καθένας να είχε πάρει τον δρόμο του. Μόλις γύριζε στην Αθήνα θα έπρεπε να χωρίσουν ήταν πλέον ξεκάθαρο. Αν ήταν ερωτευμένη ακόμα με το Δημήτρη δεν θα έδινε καμία σημασία στον Άλκη, όμως δεν ήταν. Με αυτές τις σκέψεις έφτασε μέχρι το αυτοκίνητο της και έφυγε γρήγορα για το ξενοδοχείο. Στο δρόμο χτύπησε πάλι το τηλέφωνο της αυτή την φορά ήταν η μητέρα της και έπρεπε να το σηκώσει. «Έλα μαμά» «Που είσαι παιδάκι μου και δεν με έχεις πάρει ούτε ένα τηλέφωνο. Δεν μας σκέφτεσαι εμένα και τον πατέρα σου καθόλου; » Η Λυδία είχε απομακρύνει για λίγο το τηλέφωνο μέχρι να τελειώσει η γκρίνια και μετά το έβαλε στο αυτί της. «Συγνώμη μαμά, ξεχάστηκα εντελώς. Είμαι πολύ καλά και όλα πάνε καλά. Εσείς καλά είστε;» «Τα συνηθισμένα μας». «Μαμά, έφτασα στο ξενοδοχείο και πρέπει να παρκάρω. Σε αφήνω τώρα άντε γεια… » «Γεια σου παιδί μου να προσέχεις» της είπε η μητέρα της και έκλεισε το τηλέφωνο. Ένιωσε τύψεις που παραμελούσε τόσο τη μητέρα της. Πάντα ήταν εκεί για εκείνη και τώρα είχε γίνει τόσο πολυάσχολη για να της πει μια καλή κουβέντα. Αμέσως μόλις στάθμευσε κοίταξε το ρολόι της και θυμήθηκε το ραντεβού με τον υπνωτιστή ήταν τόσο πολύ απορροφημένη στις σκέψεις της που είχε ξεχάσει ότι το ραντεβού μαζί του ήταν μεσημέρι και όχι απόγευμα. Είχε πραγματικά πολύ μεγάλη απορία του τι θα έβλεπε τη δεύτερη φορά.

Ήμουν εγωίστρια σε όλη μου τη ζωή, αλλά μόνο στην πράξη, δεν ήταν θέμα αρχής. Jane Austen, 1775-1817, Αγγλίδα συγγραφέας

Καθυστερημένα έφτασε στο «ιατρείο» του Κωνσταντίνου και χτύπησε την πόρτα. Εκείνος την άνοιξε , την καλωσόρισε και την οδήγησε στο γραφείο του. Εκείνη έκατσε στην καρέκλα και του έδωσε το μαγνητόφωνο του. «Αυτό όλο που άκουσα μπορεί να είναι αλήθεια;» «Αν είναι αλήθεια ή όχι θα φανεί στις υπόλοιπες συνεδρίες μας. Μπορεί όλο αυτό να σου φαίνεται απίστευτο αλλά είμαι σίγουρος πως μόλις τελειώσουμε θα έχεις αναθεωρήσει πολλά πράγματα για τη ζωή σου. Έτσι γίνεται συνήθως με όλους, στην αρχή είναι διστακτικοί και καχύποπτοι αλλά μετά αλλάζουν γνώμη». «Το κόσμημα του ήλιου υπάρχει και εγώ δεν είχα ακούσει ποτέ στην ζωή μου για αυτό. Για την ακρίβεια πριν από λίγο έμαθα ότι υπάρχει κάποιος θρύλος πίσω από αυτό ». «Θέλεις να προχωρήσουμε στον υπνωτισμό μήπως βρούμε κάποιες απαντήσεις;» «Ναι, θα το ήθελα» είπε και πήγε μόνη της και ξάπλωσε στο κρεβάτι ψυχανάλυσης. Ο Κωνσταντίνος της θύμισε πάλι ότι πρέπει πάντα να έχει στο μυαλό της το μέρος που αισθάνεται γαλήνη και ευτυχία και αν κάτι την κάνει να αισθανθεί άσχημα πρέπει πάντα να


επιστρέφει εκεί. Για άλλη μια φορά η Λυδία με τις χαλαρωτικές οδηγίες του υπνωτιστή βρισκόταν σε μια κατάσταση ενδιάμεση από τον ύπνο και το ξύπνιο. Άρχισε να αισθάνεται ότι το σώμα της έχει μείνει καθηλωμένο και η ψυχή της βρίσκεται στην ανυπαρξία. « Θέλω Λυδία να δεις το φως που βρίσκεται μπροστά σου και με τη λάμψη του διαγράφει μια μεγάλη γραμμή, μια μεγάλη ευθεία. Μου είπες ότι πίσω σου έβλεπες τέσσερα μεγάλα φωτεινά σημεία. Τα βλέπεις και τώρα; » «Ναι, τα βλέπω». «Θέλω αργά αργά να πας στο δεύτερο φωτεινό σημείο και να μου πεις που βρίσκεσαι». «Είμαι όρθια και στέκομαι με την πλάτη στον τοίχο πίσω από μια εσοχή. Κρύβομαι από κάποιους Άραβες πειρατές με άσπρα σαρίκια οι οποίοι είναι μέσα στο σπίτι μου. Μιλάνε μια γλώσσα την οποία δεν καταλαβαίνω και οργισμένα πετάνε κάτω όλα μας τα υπάρχοντα. Ψάχνουν να βρουν να αρπάξουν ότι πολύτιμο έχω μέσα στο σπίτι και επειδή δεν βρίσκουν τίποτα εκνευρίζονται. Σίγουρα θα του βάλουν φωτιά. Πρέπει να βγω σύντομα έξω πριν εγκλωβιστώ μαζί τους, ευτυχώς η γυναίκα μου και τα παιδιά μου είναι στους παππούδες στα Αφάντου. Τώρα που μπήκαν στο άλλο δωμάτιο καταφέρνω και βγαίνω έξω ξεγλιστρώντας χωρίς να με δουν. Έξω στο δρόμο η κατάσταση είναι φριχτή. Οι μανάδες κρατάνε στα χέρια τους τα παιδιά τους και τρέχουν να κρυφτούν για να μην τους τα πάρουν οι πειρατές. Οι άντρες κρατώντας στα χέρια τους ό,τι μπορεί να χρησιμεύσει σαν όπλο προσπαθούν να προστατεύσουν την περιούσια τους και την οικογένεια τους. Εγώ πιάνω στα χέρια μου μία αξίνα και αρχίζω να τρέχω προς τον στάβλο πριν μου κλέψουν και το μουλάρι. Το ετοιμάζω όσο πιο γρήγορα μπορώ, ανεβαίνω πάνω του και το χτυπάω για να τρέξει όσο πιο γρήγορα γίνεται αφήνοντας πίσω μου το σπίτι μας να καίγεται. Η καρδιά μου γίνεται στάχτη μαζί του καθώς είχα μόνος μου κουβαλήσει τις πέτρες στην πλάτη μου σακί σακί μήνες ατελείωτους. Προσπαθώ να περάσω μέσα από την πόλη αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο γιατί με όλες τις φωτιές δεν μπορώ να κατευθύνω σωστά το μουλάρι και να μην πέσω κάτω. Αναγκαστικά πρέπει να περάσω μπροστά από το στόμα του λύκου, από το λιμάνι, έτσι αλλάζω απότομα κατεύθυνση και πηγαίνω προς τα εκεί. Σταματάω λίγο πριν το λιμάνι και εκεί βλέπω πάρα πολλούς Άραβες να ψάχνουν στα συντρίμμια. Κατεβαίνω από το μουλάρι για να το οδηγήσω πεζός μακριά από εκεί και να βρω το σωστό δρόμο για να βρεθώ στην οικογένεια μου. Ευτυχώς είναι όλοι πάρα πολύ απασχολημένοι και δεν μου δίνουν καμία σημασία. Μπορώ να δω όμως ότι έχουν μαζί τους αιχμαλώτους και δύο Ροδίτες όμως για την ώρα πρέπει πρώτα να πάω στην οικογένεια μου, ας ασχοληθεί η δική τους οικογένεια για να τους σώσει. Ο καθένας για τον εαυτό του, δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Έτσι μόλις πέρασα όλα τα εμπόδια ανέβηκα πάνω στο μουλάρι και αρχίσαμε να τρέχουμε για το χωριό. Δεν ήμουν ο μοναδικός που έτρεχα να σωθώ. Όποιος είχε ζώα και κάρα προσπαθούσε να ξεφύγει και να κρυφτεί από τη νέα επιδρομή. Πολλοί που έτρεχαν πεζοί μου ζητούσαν να τους πάρω μαζί μου αλλά δεν μπορούσα να το ρισκάρω. Έπρεπε να μην κουράσω τόσο πολύ το μουλάρι για να φτάσω όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην οικογένεια μου. Σίγουρα θα βρεθεί κάποιος άλλος να τους βοηθήσει, όχι όμως εγώ, όχι τώρα.


Βλέπω κάποιον από μακριά να μου κάνει νόημα να τον βοηθήσω. Είναι ο Νίκανδρος ποιος ξέρει τι έχει συμβεί και σε εκείνον. Μπαίνει μπροστά στο μουλάρι μου και εγώ ίσα που προλαβαίνω να μην τον πατήσω. Θέλει να κάνω μια παράκαμψη και να τον κρύψω, πρέπει να τον κυνηγάνε. Δεν μπορώ όμως, δεν θέλω, δεν με αφορά το πρόβλημα του. Κανενός το πρόβλημα δεν με αφορά. Ποτέ δεν μου μιλούσαν ιδιαίτερα καθώς είμαι φοροεισπράκτορας και μερικές φορές ήμουν σκληρός μαζί τους αλλά τώρα που έχουν ανάγκη τη βοήθεια μου, ακούω ολοκάθαρα να φωνάζουν τον όνομα μου. Αισθάνομαι επιβράβευση. Δεν του λέω ούτε μια κουβέντα και τον προσπερνάω. Δεν σταμάτησα ούτε ένα δευτερόλεπτο και το χωριό είναι ακόμα μακριά. Το μουλάρι αρχίζει να κουράζεται οπότε αναγκαστικά κατεβαίνω πάλι κάτω για να ξεκουραστεί και να περπατήσουμε σε λίγο πιο αργούς ρυθμούς. Μόλις μπόρεσα να αγναντέψω τη θάλασσα είδα ότι οι Άραβες δεν ήταν μόνο κοντά στο λιμάνι αλλά έρχονταν και με καράβια στα άλλα λιμάνια της Ρόδου. Κανείς δεν μπορεί να είναι ασφαλής. Ήδη κάποια καράβια έχουν αράξει όπως μπορώ να δω από μακριά κοντά στο σημείο που ήταν η παραλία του χωριού. Φεύγω από τον κεντρικό δρόμο για να μην τους συναντήσω και παίρνω τα μονοπάτια μέσα από τα χωράφια. Τα χωρίσματα των χωραφιών με δυσκολεύουν πάρα πολύ καθώς το μουλάρι δεν μπορεί να περάσει από πάνω τους με ευκολία. Αισθάνομαι ότι αργώ όλο και πιο πολύ και ότι όταν φτάσω μπορεί να είναι αργά και αυτό δεν θα το αντέξω. Τώρα ακούω φωνές από μακριά, πρέπει να είμαι πιο προσεχτικός και πιο γρήγορος. Δένω το μουλάρι μου σε ένα δέντρο και συνεχίζω πεζός για να ανιχνεύσω την κατάσταση. Κρύβομαι πίσω από κάτι θάμνους για να είμαι ασφαλής. Οι Άραβες έχουν ήδη φτάσει στο χωριό και το καίνε. Θέλουν να ισοπεδώσουν τα πάντα, να μην μείνει τίποτα όρθιο, σαν να ψάχνουν κάτι ή κάποιον και να μην τον βρίσκουν. Πολύ προσεκτικά βρίσκω μια ευκαιρία και τρέχω σκυφτός προς το πρώτο σπίτι που βλέπω μπροστά μου. Με την πλάτη μου στον τοίχο προβάλλω το κεφάλι μου για να κοιτάξω αν το πεδίο είναι ελεύθερο. Πρέπει να βρω την οικογένεια μου πριν από αυτούς. Τρέχω λίγα μέτρα παρά πέρα και κρύβομαι πίσω από ένα κάρο. Για κακή μου τύχη όμως βλέπω έναν Άραβα με ένα πυρσό να έρχεται προς το μέρος μου για να βάλει φωτιά. Αναγκάζομαι να φύγω από αυτήν την κρυψώνα και πηγαίνω λίγο πιο πέρα. Μπροστά μου βλέπω να κείτεται ένας άντρας νεκρός. Με γρήγορες κινήσεις τον ψάχνω και βρίσκω ένα μεγάλο μαχαίρι, είναι δεδομένο ότι θα το χρειαστώ. Ακούω μία γνώριμη γυναικεία φωνή και αμέσως γυρίζω πίσω το κεφάλι μου. Βλέπω τη γυναίκα μου να την απειλεί ένας Άραβας και να γελάει και τη γυναίκα μου να τρέχει προσπαθώντας να προστατέψει τους γιους μου. Ο Άραβας καταφέρνει να την στριμώξει την στιγμή που οι δύο μου γιοι τρέχουν μακριά από το χωριό. Πίσω της καίγεται ένα σπίτι και μπροστά της είναι ο Άραβας. Εκείνη ουρλιάζει για βοήθεια αλλά κανείς δεν της δίνει σημασία όλοι τρέχουν να σωθούν. Ο Άραβας την πλησιάζει, την αρπάζει από τα μαλλιά και την πετάει στο έδαφος. Εκείνη κλαίει και τον παρακαλάει να την αφήσει να φύγει. Βγάζει το μενταγιόν που της είχε χαρίσει ο πατέρας της και το πετάει στα πόδια του. Εκείνος σκύβει, το πιάνει και το πετάει μακριά, δεν το θέλει. Τον βλέπω να χαμογελάει με όλη του την κακία. Τρέχω με ότι έχω και δεν έχω και προλαβαίνω να μπω μπροστά από την γυναίκα μου, πριν τη βλάψει. Μόλις με είδε η γυναίκα μου άρχισε να τρέχει για να πάει να βρει τα παιδιά μας. Ευτυχώς ξέφυγε από τον κίνδυνο, δεν θα άντεχα να την έχανα. Μπορεί να μην ήταν η πρώτη μου επιλογή για γυναίκα αλλά με κέρδισε σιγά σιγά με την υπομονή της , την


ευγένεια της και την αριστοκρατική ομορφιά της με κέρδισε στέκοντας δίπλα μου όλα αυτά τα χρόνια. Ο Άραβας κρατώντας την χαντζάρα του με πλησιάζει απειλητικά και κάνει την επίθεση του. Εγώ ήμουν προετοιμασμένος για αυτήν την κίνηση και με ένα γρήγορο ελιγμό τον απέφυγα. Εκείνος συνεχίζει να προσπαθεί να με σκοτώσει και εγώ έχοντας μόνο το μαχαίρι αναγκαστικά τον αποφεύγω. Περιμένω να κάνει ένα λάθος για να τον εξουδετερώσω πρώτος καθώς είμαι εκπαιδευμένος για τέτοιες καταστάσεις. Μετά από πολλές δικές του ανεπιτυχείς προσπάθειες να με σκοτώσει κάποιος του πέταξε μια πέτρα στο κεφάλι και για λίγα δευτερόλεπτα έχασε την ισορροπία του. Τότε βρίσκω εγώ την ευκαιρία, του δίνω μια δυνατή κλωτσιά στον καρπό του χεριού που κρατούσε το όπλο , η χαντζάρα φεύγει μακριά από τα χέρια του και πέφτει στο έδαφος. Ορμάω αμέσως και του δίνω μια μαχαιριά στην κοιλιά. Εκείνος τότε κοιτώντας με έκπληκτος στα μάτια , ακουμπάει τα χέρια του στην ματωμένη του κοιλιά και μετά σωριάζεται στο έδαφος. Το χαμόγελο έχει μείνει στο πρόσωπο του, μάλλον χαίρεται γιατί θα ανταμώσει με τον Αλλάχ. Στρίβω το κεφάλι μου δεξιά και βλέπω ότι την πέτρα την πέταξε ο μεγάλος μου γιος. Ωχ, είναι περικυκλωμένος από Άραβες, ένας από αυτούς πάει από πίσω του, του δίνει μια στο κεφάλι και εκείνος πέφτει αναίσθητος. Τώρα έρχονται άλλοι τρεις και τον παίρνουν. Δεν μπορώ να τον ελευθερώσω τώρα, γιατί είναι πολλοί και αν πάω σίγουρα θα καταλήξουμε και οι δυο νεκροί. Έτσι κρύβομαι ξανά και προσπαθώ να τους ακολουθήσω όλους για να δω που θα τον πάνε. Τον φορτώνουν σε ένα κάρο μαζί με άλλους νέους άντρες οι οποίοι ή ήταν αναίσθητοι ή χτυπημένοι. Το κάρο το φύλασσαν πέντε Άραβες για να μην πλησιάσει κανένας. Σκέφτομαι ότι ή θέλουν να τους πάρουν στα πλοία τους, ή τους χρειάζονται για δούλους ή θέλουν να μας εκβιάσουν για κάποιο λόγο. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα παραπάνω αυτή την στιγμή. Κάθομαι μόνο και κοιτάζω το κάρο. Δεν μπορώ άλλο να είμαι άπραγος. Πολύ προσεκτικά για να μην δώσω στόχο πηγαίνω να βρω τον Άραβα που είχα σκοτώσει. Τον πιάνω από τα χέρια και τον σέρνω σε ένα σπίτι που δεν είχαν βάλει φωτιά. Εκεί όσο πιο γρήγορα μπορώ βγάζω τα ρούχα μου και φοράω τα δικά του. Βγαίνω έξω με τα ρούχα του Άραβα φορώντας το σαρίκι του για να μην με αναγνωρίσουν. Κρατάω ελαφρά την κοιλιά μου και περπατάω κάνοντας τον πληγωμένο για να μην μου δώσουν καμία σημασία και να μην με βάλουν να κάνω κάτι. Πλησιάζω το κάρο και κάνω νόημα στους άλλους να με αφήσουν να ανέβω να κάτσω δίπλα στον οδηγό. Εκείνοι βλέποντας με πληγωμένο με αφήνουν. Κάθομαι εκεί κρατώντας το υποτιθέμενο τραύμα μου και περιμένω να φύγουμε. Όλο μου τι μυαλό είναι ότι δεν έχω δει καθόλου τους γονείς μου. Γέροι άνθρωποι ελπίζω να μην έχουν καταλήξει νεκροί. Δεν πρόλαβα να πάω από το σπίτι να τους δω και αν έχουν πάθει κάτι θα με βαραίνει για πάντα στην ψυχή μου. Τελευταία έβαλαν στο κάρο τον φίλο του γιου μου και τη μητέρα του, την Ανθή. Ο γιος της με κοιτάζει περίεργα σαν να με έχει αναγνωρίσει και εγώ κατεβάζω το κεφάλι κάτω. Εκείνος όμως επιμένει να με κοιτάει στα μάτια. Πάντα ήταν ιδιόρρυθμος δεν έμοιαζε καθόλου με τον γιο μου. Ο γιος μου ψηλός μελαχρινός και γεροδεμένος και εκείνος πιο κοντός καστανός και αδύνατος. Μερικές φορές με κοιτούσε με έναν περίεργο τρόπο λες και ήξερε κάτι το οποίο εγώ δεν γνώριζα. Το βλέμμα του ήταν πάντα εξεταστικό και μερικές φορές μου έμοιαζε καχύποπτο, έτσι με κοιτούσε και τώρα. «Μέχρι τώρα σκεφτόσουν μόνο τον εαυτό σου και κανέναν άλλον. Δεν ξέρω αν θα


καταφέρεις να σωθείς» μου είπε με έναν περίεργο τόνο, ταράχτηκα αλλά έκανα πως δεν τον άκουσα. Οι υπόλοιποι Άραβες με κοιτάζουν καχύποπτα και εγώ κουνάω τους ώμους μου για να τους δείξω ότι δεν έχω σχέση μαζί του. Δεν καταλαβαίνω γιατί μου είπε αυτά τα λόγια και δεν μπορώ να πιστέψω ότι έβαλαν μέσα την Ανθή, από όλες τις γυναίκες την Ανθή; » «Τι είναι για σένα η Ανθή;» ρώτησε ο Κωνσταντίνος ο οποίος τόση ώρα άκουγε την απίστευτη αφήγηση της Λυδίας. «Η Ανθή είναι για μένα η αγάπη μου. Μαζί μεγαλώσαμε και κάναμε όνειρα για την οικογένεια μας όμως οι γονείς μας έκαναν άλλα σχέδια. Την Ανθή την πάντρεψαν με έναν πολύ μεγαλύτερο της γιατί ήταν πλούσιος. Κάνανε μαζί ένα γιο, μετά από κάποια χρόνια εκείνος πέθανε και εγώ είχα ήδη παντρευτεί με την Ηρώ. Όμως όποτε την έβλεπα της έδινα ένα λουλούδι για να της θυμίζω τα παιδικά μας όνειρα. Όταν ήταν μικρή ήταν τόσο όμορφη, καστανή με γκρίζα μάτια και καθάριο βλέμμα που νόμιζες ότι έβλεπε μέχρι μέσα στην ψυχή σου. Τώρα που μεγάλωσε είναι πάλι όμορφη αλλά οι δυστυχίες που πέρασε έχουν αφήσει τα σημάδια τους πάνω της. Μπορεί οι άλλοι να μην το ξεχωρίζουν αλλά εγώ το ξέρω, το καταλαβαίνω κάθε φορά που την κοιτάζω. Τώρα όμως η θέση μου είναι πολύ δύσκολη, πως θα σώσω τρεις ανθρώπους; Άραγε η γυναίκα μου με τον άλλο μου γιο κατάφεραν να σωθούν; Ήρθε ένας άλλος Άραβας και έκατσε δίπλα μου, περίμενε δύο ακόμα να μπουν μέσα στο κάρο και χτύπησε τα δύο άλογα με το μαστίγιο του και εκείνα άρχισαν να τρέχουν τρομαγμένα. Πίσω μου βλέπω το χωριό μου να καίγεται και με πιάνει μια τεράστια λύπη. Νιώθω λες και καίγονται μαζί τα παιδικά μου όνειρα και οι αναμνήσεις. Είμαι περίεργος να δω που πηγαίνουμε. Κάτι μου λέει ο Άραβας αλλά εγώ καθώς δεν καταλαβαίνω τι λέει κουνάω το κεφάλι μου και δείχνω ότι πονάω. Εύχομαι να μην μου ξαναμιλήσει. Βλέπω ότι παίρνει το δρόμο για να πάει προς την πόλη. Δεν είμαστε όμως μόνοι μας καθώς αριστερά και δεξιά μας ακολουθούν έφιπποι Άραβες με ζώα που έκλεψαν από το χωριό. Ρίχνω μια ματιά πίσω κάπου κάπου για να βεβαιωθώ ότι όλοι είναι καλά. Ο γιος μου σιγά συνέρχεται και κάθεται υποταγμένος χωρίς να κουνιέται. Οι υπόλοιποι κάθονται ζαρωμένοι, φοβισμένοι ελπίζοντας ότι θα καταλήξουν σκλάβοι και όχι νεκροί. Πάντα όλοι μας ελπίζουμε ότι κάτι καλύτερο στο τέλος θα υπάρξει για εμάς και ότι ο Θεός δεν μας έχει εγκαταλείψει στα χέρια των απίστων. Φτάσαμε στην πόλη και κατευθυνόμαστε προς το λιμάνι. Προς το τέλος της ημέρας οι Άραβες μετά από μεγάλη μάχη είναι κυρίαρχοι. Άραβες και Ροδίτες ανασέρνουν τα πτώματα από τους δρόμους για να τους θάψουν με το δικό τους τρόπο. Ο θρήνος είναι διάχυτος και ακόμα μυρίζω στάχτη από τα καμένα όνειρα και σπιτικά των ανθρώπων. Εκεί μπροστά στο λιμάνι βρίσκεται ο αρχηγός τους και έχει δεμένους δίπλα του δύο Ροδίτες , εκείνους που είδα και νωρίτερα. Ο ένας μιλάει Αραβικά. Σταματήσαμε μπροστά και οι υπόλοιποι Άραβες άρχισαν να βάζουν παραταγμένους στη σειρά όλους όσους είχαν μαζέψει με το κάρο. Πλησιάζοντας πιο κοντά διαπίστωσα ότι μπροστά στις πέτρες από τα συντρίμμια του Κολοσσού υπήρχαν πολλοί Ροδίτες αλυσοδεμένοι και έσκαβαν. Εκεί είναι και ο Νίκανδρος. Είναι δεμένος πρέπει να τον έπιασαν, δεν θα πρόλαβε να ξεφύγει αφού δεν τον βοήθησα. Ήδη φαινόταν αρκετά χτυπημένος, μάλλον είχε προσπαθήσει να αποδράσει και τον έπιασαν. Πέρασα μπροστά από όλους όσους μεταφέραμε και κοίταξα


στα μάτια την Ανθή, τον γιο της και τον γιο μου για να γνωρίζουν ότι δεν είναι μόνοι τους. Κάποια στιγμή θα κάνω την κίνηση μου και πρέπει να βρίσκονται όλοι σε ετοιμότητα. Για καλή μου τύχη μου ανέθεσαν να τους αλυσοδέσω τον καθένα ξεχωριστά για να μπορούν να σκάβουν γρήγορα. Δεν κατάλαβα τι μου είπαν αλλά μου έδωσαν τις αλυσίδες στα χέρια. Τους πρώτους τους έδεσα κανονικά για να μην αποκαλυφθώ αλλά όσο πλησίαζα στον γιο μου του πέρασα απλώς τις αλυσίδες χωρίς να τις κουμπώσω το ίδιο έκανα και για την Ανθή και τον γιο της και τους συνόδεψα στα συντρίμμια. Δεν μπορώ να τους σώσω όλους, πρέπει να κοιτάξω να σώσω αυτούς που μπορώ. Τώρα ακούω ψιθυρίσματα των αιχμαλώτων. Λένε ότι ψάχνουν να βρουν το ¨άρμα του ήλιου¨ και ότι αν δεν το βρουν θα τους σκοτώσουν όλους. Έχω ακούσει και εγώ τις ιστορίες για αυτό και πρόκειται για πολύ μεγάλο θησαυρό ο οποίος δεν είμαι καν σίγουρος ότι υπάρχει. Ίσως πρέπει να μείνω ακόμα Άραβας για να μάθω περισσότερα. Πλησιάζω τους αιχμαλώτους για να δω πως δουλεύουν. Προσποιούμαι ότι κάτι μου είπε ο γιος μου και πλησιάζω πιο κοντά του. Του ψιθυρίζω ότι θα τον χτυπήσω και να κάνει ότι χτύπησε πολύ. Του δίνω μια και εκείνος πολύ θεατρικά κατρακυλάει προς τα κάτω. Έπειτα τον σηκώνω με το ζόρι και εκείνος μου δείχνει ότι πονάει το χέρι του. Κάνω νόημα στον αρχηγό για να τον σκοτώσω και εκείνος γνέφει θετικά. Τον απομακρύνω πιο πέρα και του ρίχνω μια ξυστά στο ώμο. Εκείνος φωνάζει δυνατά και μετά κάνει ότι πεθαίνει. Τότε σηκώνω την χαντζάρα μου και βγάζω μια κραυγή την οποία φαίνεται να την ευχαριστιούνται οι άλλοι Άραβες και ο γιος μου μένει ακίνητος σαν άγαλμα. Πρέπει να δημιουργήσω αντιπερισπασμό για να σώσω την Ανθή και να μπορέσει να φύγει ο γιος μου όμως πρέπει να περιμένω να φύγουν οι πολλοί Άραβες από εκεί. Έρχεται ένας και μου μιλάει αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω λέξη από αυτό μου λέει. Εκείνος φαίνεται να εκνευρίζεται, γιατί αμέσως πηγαίνει στον αρχηγό και του μιλάει δείχνοντας εμένα. Δεν ξέρω τι να κάνω τώρα. Έρχεται ένας άλλος και μου μιλάει θυμωμένα όλα τα μάτια είναι στραμμένα πάνω μου. Μάλλον ήρθε η ώρα για να ξεκινήσω τη μάχη μου, αμέσως βγάζω το σαρίκι από το κεφάλι μου και φωνάζω στην Ανθή να φύγει ». Τις τελευταίες προτάσεις η Λυδία της έλεγε με πολύ μεγάλη αγωνία και σχεδόν φωνάζοντας. Η αδρεναλίνη της είχε χτυπήσει κόκκινο καθώς ένιωθε ότι η ζωή της βρισκόταν σε πολύ μεγάλο κίνδυνο. Ο Κωνσταντίνος άρχισε να της μιλάει με έναν σταθερό τόνο για να την επαναφέρει. «Λυδία, θα μετρήσω μέχρι το τρία. Μόλις φτάσω στο τρία θέλω να μεταφερθείς στο μέρος που αισθάνεσαι ασφαλής. Κανείς δεν πρόκειται να σε πειράξει να είσαι σίγουρη για αυτό. Ένα………..δύο………… τρία…………. Τώρα βρίσκεσαι στο μέρος που αισθάνεσαι γαλήνη, ηρεμία και πληρότητα. Πάρε βαθιές ανάσες….Εισπνέουμε από τη μύτη και εκπνέουμε από το στόμα. Θέλω όταν ξυπνήσεις να είσαι ήρεμη και να απολαμβάνεις τη ζωή σε ό,τι και να κάνεις και με όποιον συναναστρέφεσαι. Συνέχισε να παίρνεις βαθιές ανάσες για να απομακρύνεις αυτό που σε έφερε σε δύσκολη θέση. Να ακούς την καρδιά σου να χτυπάει αργά και ρυθμικά και να συντονίζεται με την αναπνοή σου. Μπράβο, πολύ ωραία. Θα μετρήσω ξανά μέχρι το τρία, μόλις ακούσεις το τρία να πάρεις μια μεγάλη ανάσα και να ανοίξεις τα μάτια σου. Ένα…… δύο….τρία…………». Η Λυδία σαν να μην την είχε ενοχλήσει ποτέ τίποτα άνοιξε χαμογελαστή τα μάτια της


και έκατσε στο κρεβάτι. Αισθανόταν ξεκούραστη σαν να είχε μόλις ξυπνήσει από τον μεσημεριανό της ύπνο. «Λοιπόν, τι συμπέρασμα έβγαλες αυτή την φορά;» «Θα σου πω » της είπε και έκλεισε το μαγνητοφωνάκι που την κατέγραφε όλη αυτήν την ώρα. Η Λυδία τον κοιτούσε στα μάτια αλλά εκείνος αργούσε να δώσει απάντηση. Έμοιαζε να ψάχνει να βρει τα σωστά λόγια, τις σωστές λέξεις για να της απαντήσει. «Λυδία, στις δύο αναδρομές που έχεις κάνει, με αυτά τα λίγα που έχεις πει, έχω καταλάβει πως κάνεις επαναλαμβανόμενα κάποια πράγματα. Και τις δύο φορές θέλεις έναν άνθρωπο που δεν μπορείς να έχεις, επίσης και τις δύο φορές βλέπω να διαπράττεις μεγάλα λάθη, τα οποία η ίδια σου η ψυχή δεν σου τα συγχωρεί. Επίσης είσαι στη Ρόδο, πουθενά αλλού και μιλάς για το άρμα του Ήλιου. Ίσως η ψυχή σου να είναι αλληλένδετη με αυτό το άρμα το οποίο ίσως να είναι και συμβολικό και να πρέπει να κάνεις κάτι για αυτό. Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, πρέπει να έρθεις άλλες δυο φορές. Σύμφωνα με τα λεγόμενα σου έχεις ζήσει τέσσερις ζωές πριν από αυτήν και έχουμε γνωρίσει μέρος από τις δύο. Θέλεις να έρθεις πάλι αύριο; » Η Λυδία είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που άκουγε. «Ναι, την ίδια ώρα» είπε και σηκώθηκε όρθια για να φύγει. Χαιρέτισε τον Κωνσταντίνο και έφυγε σκεπτική για το ξενοδοχείο. Ήθελε να ακούσει με πολύ μεγάλη ησυχία τη δεύτερη αυτή συνεδρία μήπως μπορέσει να βγάλει κάποια άκρη σε αυτά που άκουγε. Με σκυμμένο το κεφάλι άνοιξε την πόρτα του bungalow και πήγε και έκατσε στο κρεβάτι της. Με μια ιεροτελεστία και με πολύ μεγάλη αγωνία πάτησε το play στο κασετοφωνάκι ακούγοντας με προσοχή όλα αυτά που διηγούταν τόση ώρα. Μόλις τέλειωσε η συνεδρία πήρε την καρέκλα και έκατσε μπροστά στο παράθυρο να δει τη δύση του ήλιου. Όλα όσα είχε ακούσει την είχαν μπερδέψει απίστευτα, δεν ήταν σίγουρη ότι τα πίστευε αλλά δεν γινόταν να ήταν όλα αυτά μια σύμπτωση. Ακόμα και ο Άλκης γνώριζε κάποιον που έψαχνε για το άρμα του ήλιου και ήταν πάλι στην Ρόδο όπως τις προηγούμενες ζωές. Σηκώθηκε και πήγε να πάρει από την τσάντα της την κάρτα του Άλκη. Έπρεπε να του τηλεφωνήσει για να συναντήσουν εκείνο τον αρχαιολόγο, ίσως εκείνος να τη βοηθούσε σχετικά με αυτό. Επίσης έπρεπε να του τηλεφωνήσει γιατί ήθελε να του τηλεφωνήσει. Ήθελε να τον ακούσει, κακώς τον άφησε έτσι και σηκώθηκε και έφυγε. Ίσως αυτό να ήταν το λάθος που έκανε , δεν άκουγε την καρδιά της. Όλο υπήρχαν τρίτα και τέταρτα πρόσωπα μέσα στην μέση. Ίσως το τρίτο πρόσωπο , ο Δημήτρης να πρέπει να φύγει από τη ζωή της και το άρμα του ήλιου να είναι μόνο μία σύμπτωση. Ξαφνικά άλλαξε γνώμη, δεν ήταν δυνατόν να πιστεύει αυτές τις ανοησίες. Όμως κάτι της έλεγε μέσα της να δει τουλάχιστον τι ήταν αυτό το άρμα του ήλιου. Τώρα το είχε αποφασίσει , θα του τηλεφωνούσε και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πήρε στα χέρια της το κινητό της και μόλις πήγε να σχηματίσει τον αριθμό του κουδούνισε μέσα στα χέρια της και την τρόμαξε. Ήταν ο Δημήτρης…. «Που είσαι μωρό, με ξέχασες;» Η αλήθεια ήταν ότι τον είχε ξεχάσει εντελώς… εντελώς όμως…. «Όχι μωρέ απλώς είχα πέσει για ύπνο. Τι κάνεις;» «Τέτοια ώρα; Μια χαρά, εννοώ ότι θα προτιμούσα να είσαι εδώ. Μου λείπεις…»


Η Λυδία δεν μπορούσε να πει ψέματα και έτσι άλλαξε θέμα. «Μάλλον σε δυο μέρες επιστρέφω. Η Τσίλια δεν μου δίνει άλλο χρόνο ». «Αυτό είναι πολύ ευχάριστο, τέλειο. Δεν θα αργήσω να σε σφίξω στην αγκαλιά μου». «Ναι, πρέπει να σε αφήσω τώρα». «Μα, τι έχεις; Δεν είμαστε καλά, έτσι; » «Ας το αφήσουμε λίγο ». «Τι εννοείς;» «Θες πραγματικά να τα πούμε τώρα;» «Καλύτερα τώρα να πεις αυτό που έχεις να πεις να συνεχίσουμε τη ζωή μας». «Από το τηλέφωνο;» «Ναι, ρίξτο». «Θέλω να μείνουμε για λίγο χώρια. Χρειάζομαι λίγο χρόνο μόνη μου». Μετά από αυτήν την πρόταση ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Έπειτα ο Δημήτρης με πιο σιγανή φωνή της είπε: «Υπάρχει άλλος;» «Όχι» «Πες μου!!! Υπάρχει άλλος;;;;» Μίλησε τόσο δυνατά που η Λυδία έκανε το ακουστικό πιο πέρα. «Δεν υπάρχει, απλώς δεν ταιριάζουμε. Δεν προχωράει το θέμα, δεν θέλουμε τα ίδια πράγματα». «Καλά πριν μου είπες ότι θες να μείνουμε για λίγο χώρια. Τώρα το αλλάζεις;» «Καλύτερα είναι να μείνουμε φίλοι». «Μα εγώ δεν θέλω να είμαι φίλος σου» της είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Λυδία στεναχωρήθηκε που την ανάγκασε να του το πει από το τηλέφωνο. Από την άλλη ήταν καλύτερα που δεν του τα είπε κατά πρόσωπο. Δεν θα είχε το κουράγιο να τον κοιτάζει και να του τα λέει, σίγουρα θα την καλόπιανε και θα της άλλαζε γνώμη. Την προηγούμενη φορά που το είχε επιχειρήσει έτσι είχε γίνει και τώρα ήθελε πραγματικά να χωρίσει. Το μυαλό της ήθελε πολύ, η καρδιά της όμως είχε κάποιες ενστάσεις. Δεν είναι εύκολο να φεύγεις από μια σχέση και να συνεχίζεις μόνη σου. Σου λείπει το γεγονός ότι δεν θα σου τηλεφωνάει, δεν θα σου στέλνει μηνύματα και ας μην βλέπεστε συχνά. Πόσο μάλλον που εκείνοι βλεπόντουσαν τακτικά. Μετά η μοναξιά που σε πιάνει κάθε φορά που βλέπεις ευτυχισμένα ζευγαράκια να κρατούνται χέρι χέρι και να γελάνε και να φιλιούνται μπροστά στον κόσμο και να μην τους ενδιαφέρει τίποτα και κανένας. Δεν άντεξε και άρχισε να κλαίει. Κλαίγοντας ξάπλωσε στο κρεβάτι και αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι συνέχισε να κλαίει σπαρακτικά. Η δύναμη της συνήθειας ήταν πολύ μεγάλη για εκείνη αλλά έπρεπε να βρει το κουράγιο να αλλάξει τη ζωή της. Δεν άντεχε να είναι άλλο μαζί του και ας είχαν περάσει τόσες ωραίες στιγμές. Έπρεπε να έρθει το τέλος για να έχουν ελπίδα να είναι και οι δυο ευτυχισμένοι ο ένας μακριά από τον άλλον. Μόνο η αγάπη δεν είναι αρκετή για να σωθεί μια σχέση και η δική της η αγάπη είχε αρχίσει να τελειώνει εδώ και καιρό. Άρχισε να θυμάται τότε που τον γνώρισε ήταν τόσο διαφορετικός μαζί της. Κάθε φορά που πήγαινε η Λυδία στην τράπεζα ήταν πάντα με τον καλό λόγο και της έκανε διακριτικά κομπλιμέντα με σιγανή φωνή, μην τον απολύσουν κιόλας για αντιεπαγγελματική συμπεριφορά. Μέχρι που μια φορά μαζί με την απόδειξη της κατάθεσης που έκανε της


σημείωσε πάνω και το τηλέφωνο του. Εκείνη δεν του τηλεφώνησε επίτηδες και όταν ξαναπήγε της έγραψε πάνω στο καταθετήριο « περιμένω» και η Λυδία χαμογέλασε αλλά πάλι δεν του τηλεφώνησε. Μέχρι που πήγε και της είπε να γράψει πάνω στην απόδειξη τον αριθμό του κινητού της γιατί έτσι ήταν ο κανονισμός της τράπεζας. Εκείνη μην ξέροντας αν ήταν αλήθεια δεν μπορούσε να το ρισκάρει και το έγραψε. Το ίδιο βράδυ την πήρε τηλέφωνο και μιλούσαν με τις ώρες, την επόμενη βγήκαν το πρώτο τους ραντεβού. Πάνε όμως εκείνες οι στιγμές, πέρασαν και δεν γυρίζουν πίσω. Μετά από λίγο χτύπησε το τηλέφωνο ξανά αλλά η Λυδία δεν ήθελε να το σηκώσει. Ήξερε ότι θα ήταν εκείνος και θα ήθελε να τη μεταπείσει αλλά δεν έπρεπε να γίνει έτσι και για αυτό το λόγο δεν το σήκωσε όσες φορές και αν χτυπούσε. Μετά είχε σειρά το τηλέφωνο του δωματίου της και δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην περιέργεια της. Δεν του είχε δώσει του Δημήτρη το τηλέφωνο ούτε και του είχε πει σε ποιο ξενοδοχείο έμενε οπότε ήταν κάποιος άλλος. « Που είσαι και σε έχω πάρει εκατό τηλέφωνα;» ακούστηκε να ουρλιάζει από την άλλη άκρη του ακουστικού η Ειρήνη. «Ευτυχώς που ήξερα μέσω του γραφείου σε ποιο ξενοδοχείο μένεις ». «Να σου πω χαίρομαι που σε ακούω…». «Τι έχεις; Ακούγεσαι περίεργα».


«Καλά είμαι, ίσως λίγο κρυωμένη από το κλιματιστικό. Εδώ στο ξενοδοχείο το έχουν στο τέρμα. Τι με ήθελες;» «Ήθελα να σου πω, ότι παραιτήθηκα σήμερα». «Τι έκανες λέει;» «Παραιτήθηκα. Δεν μπορώ άλλο αυτήν τη δουλειά έχει γίνει πολύ ψυχοφθόρα για εμένα». «Καλά το πρωί που μιλήσαμε δεν μου είπες ότι σκόπευες να κάνεις κάτι τέτοιο». «Να σου πω την αλήθεια μου ήρθε ξαφνικά…» «Και τι θα κάνεις τώρα;» «Θα ψάξω να βρω μια άλλη δουλειά…Ένα σωρό πτυχία έχω….γιατί πρέπει συνέχεια να υποβιβάζω αυτό που είμαι για ανθρώπους σαν την Τσίλια; Θα δοκιμάσω την τύχη μου αλλού….Αφού χωρίσαμε και με τον Γιώργο σκέφτηκα να κάνω γενικώς στην ζωή μου μια νέα αρχή, να γνωρίσω άλλο κόσμο, να κάνω άλλα πράγματα». «Ελπίζω να είναι για καλό όλο αυτό. Σε αφήνω τώρα…πρέπει να κανονίσω κάτι» είπε ψέματα στην Ειρήνη αλλά η πραγματικότητα ήταν ότι δεν ήθελε να μιλήσει για εκείνη. Δεν ήθελε να πει για το Δημήτρη, για τον Άλκη τους υπνωτισμούς ήταν μεγάλη κουβέντα και το μόνο που ήθελε ήταν να μείνει μόνη. «Γεια σου φιλενάδα….τα λέμε αύριο…» είπε και έκλεισαν το τηλέφωνο. Αφού έμεινε για λίγο σκεπτική και συνήλθε αποφάσισε να πάρει επιτέλους τηλέφωνο τον Άλκη. Με τρεμάμενα χέρια και την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή σχημάτισε τον αριθμό του στο κινητό της. Το άφησε να χτυπήσει τρεις φορές και μόλις πήγε να το κλείσει επειδή το είχε ήδη μετανιώσει άκουσε από την άλλη άκρη της γραμμής τον Άλκη. «Παρακαλώ;» η Λυδία πήγε να μιλήσει αλλά δεν της έβγαινε η φωνή. «Παρακαλώ;» είπε για δεύτερη φορά. Με όλο της το κουράγιο και με μια σιγανή φωνή μίλησε δειλά δειλά. «Άλκη;» «Ναι;» «Η Λυδία είμαι. Ενοχλώ;» «Όχι, τι να ενοχλείς; » απάντησε ο Άλκης και όποιος τον ήξερε θα καταλάβαινε ότι το τηλέφωνο της ήταν για αυτόν μια λύτρωση. Από την στιγμή που έφυγε η Λυδία και τον παράτησε μόνο του στο εστιατόριο εκείνος καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Αν δεν τον έπαιρνε τηλέφωνο είχε σκεφτεί ότι θα τριγύριζε στην Λίνδο μέχρι εκείνη να ξαναπεράσει. Δεν είχε ξανανιώσει έτσι στην ζωή του. Από την στιγμή που είχαν διασταυρωθεί οι ματιές τους στο πάρκο δεν είχε σταματήσει να την σκέπτεται. Επειδή ήταν μόνος του και γύριζε σε ένα άδειο σπίτι δεν υπήρχε κάτι να αποσπάσει την σκέψη του. Κατηγορούσε τον εαυτό του που δεν της είχε μιλήσει αμέσως στο πάρκο αλλά δείλιασε και έφυγε. Όμως έπρεπε να το παίξει ψύχραιμος και ανώτερος μην της δείξει ότι την έχει ερωτευτεί με την πρώτη ματιά. «Τι μπορώ να κάνω για σένα;» της είπε τάχα αδιάφορα. «Θα ήθελα αν αύριο έχεις κάποιο χρόνο να με πας σε εκείνον τον αρχαιολόγο που είχες πει για το άρμα του ήλιου. Θα μπορούσες; Καθώς δεν τον γνωρίζω τον κύριο δεν θα ήθελα να πάω μόνη μου να τον βρω. Θα μου έκανες μεγάλη χάρη». «Εγώ νόμιζα ότι ήθελες να μου ζητήσεις συγνώμη που με άφησες σύξυλο στο μαγαζί»


είπε πειραγμένος ο Άλκης. «Ναι, είναι και αυτό ». «Αυτό είναι συγνώμη;» «Συγνώμη, δεν έπρεπε να φύγω τόσο ξαφνικά αλλά με ειδοποίησε το αφεντικό μου ότι μου δίνει μόνο δύο μέρες και μετά πρέπει να γυρίσω πίσω ». «Και;» «Ήταν λάθος…» είπε και σώπασε για λίγα δευτερόλεπτα περιμένοντας απάντηση. «Θέλεις να περάσω αύριο να σε πάρω από το ξενοδοχείο να πάμε;» «Η δουλειά σου;» «Μην σε απασχολεί, άσε εμένα να ανησυχώ για αυτό. Τα λέμε αύριο στις 11:00;» «Τέλεια. Είμαι στο ξενοδοχείο Παλάς. Θα σε περιμένω…καληνύχτα» «Καληνύχτα…» είπαν και έκλεισαν το τηλέφωνο. Η Λυδία ένιωθε ενοχές που ήταν χαρούμενη ενώ είχε χωρίσει πριν από λίγη ώρα. Δεν έπρεπε να είναι χαρούμενη, έπρεπε να νιώθει το κενό και την στεναχώρια του χωρισμού και να απασχολεί τον εαυτό της με άλλα πράγματα για να μην σκέφτεται το Δημήτρη. Όμως είχε μέσα της μια μεγάλη ανυπομονησία για την αυριανή μέρα και γελούσαν μέχρι και τα αυτιά της. Με πολύ δυσκολία θα την έπαιρνε ο ύπνος…. Ο Άλκης έκλεισε το τηλέφωνο με ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη. Ήθελε να τη ζορίσει λίγο για να μην τον καταλάβει και το κατάφερε. Είχε δύο μέρες να της αλλάξει τη ζωή … Όλοι ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό, αλλά δεν έχουμε όλοι τον ίδιο ορίζοντα. Konrad Adenauer, 1876-1967, Γερμανός καγκελάριος

Το ξυπνητήρι την ξύπνησε για άλλη μια μέρα στις 08:30. Η πρώτη της σκέψη ήταν ότι χθες χώρισε με το Δημήτρη και αμέσως ένιωσε μέσα της ένα κενό, μια στεναχώρια. Όμως η δεύτερη της σκέψη ήταν ότι σήμερα θα πέρναγε το πρωινό της με τον Άλκη και χαμογέλασε. Αμέσως σηκώθηκε και πήγε να κάνει ένα μπάνιο. Όσο πλενόταν τραγουδούσε και σκεφτόταν τι ρούχο θα έπρεπε να φορέσει. Η καρδιά της χόρευε συνέχεια σε μια γλυκιά παραζάλη. Ευτυχώς είχε φέρει μαζί της το αγαπημένο της φόρεμα. Λευκό με κόκκινα μικρά λουλουδάκια το οποίο έπεφτε ανάλαφρα στο σώμα της χαϊδεύοντας τη γραμμή της. Το ντεκολτέ ήταν όσο ανοιχτό έπρεπε να είναι και στην μέση είχε μια λευκή ζώνη που έδενε πίσω στην πλάτη. Σήκωσε ψηλά τα μακριά της μαλλιά και βάφτηκε. Φόρεσε τα άσπρα της σανδάλια και σιγοτραγουδούσε ένα παλιό τραγούδι των doors. Όμως με ένα χτύπημα στην πόρτα επανήλθε στην πραγματικότητα. Είχε ξεχαστεί. Έτρεξε και άνοιξε την πόρτα. Η Μαρίνα μπήκε γρήγορα μέσα και χωρίς να πει λέξη της έβαλε στο χέρι το ρολόι. «Μαρίνα, σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Ορίστε τα υπόλοιπα χρήματα που σου υποσχέθηκα ». της είπε και της έδωσε χρήματα στο χέρι. «Κοίτα, ότι έγινε έγινε. Το ζευγάρι φεύγει αεροπορικώς σήμερα το βράδυ. Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο» της είπε, την κοίταξε περιφρονητικά και έφυγε γρήγορα πριν βρει τον


μπελά της. Η Λυδία πήρε αμέσως το ρολόι και το σύνδεσε αμέσως στο λάπτοπ της. Μακάρι να είχαν πάει όλα εντάξει και να είχε αυτό που ήθελε. Όμως αν είχε τις εικόνες θα έπρεπε να φύγει το συντομότερο από την Ρόδο και δεν ήταν κάτι το οποίο ήθελε. Έπρεπε να κερδίσει χρόνο, να μείνει και άλλο εκεί και να περάσει χρόνο με τον Άλκη. Εν τω μεταξύ έβαλε να δει τι είχε τραβήξει η κάμερα. Αρχικά οι λείψεις έδειχναν ένα άδειο δωμάτιο. Μετά με σπαστή κίνηση τους είδε να μπαίνουν μέσα στην κρεβατοκάμαρα και να πέφτουν αγκαλιά στο κρεβάτι. Παρακολούθησε για λίγο τι είχε συμβεί για να ξέρει αν τελικά τους είχε στο χέρι. Μετά από λίγο έκλεισε την οθόνη, δεν ήθελε να βλέπει λεπτομέρειες. Ο στόχος της είχε επιτευχθεί. Η Σήλια θα έμενε ευχαριστημένη και εκείνη θα είχε παραπάνω χρήματα στη τσέπη. Βέβαια εκτός από το πόνο που θα βίωνε η γυναίκα του θα έφευγε και με ένα χρυσό διαζύγιο. Μπορεί να μην έφτανε τα διαζύγια του Hollywood αλλά για τα ελληνικά δεδομένα η περιουσία που είχε μαζέψει αυτός ο τραγουδιστής ήταν αρκετά μεγάλη. Έκλεισε το λαπτοπ και πήγε για πρωινό, αλλιώς δεν θα περνούσε η ώρα μέχρι να έβλεπε τον Άλκη. Έβαλε πάνω στον δίσκο του πρωινού τον κλασσικό καφέ που χρειαζόταν το πρωί, υλικά για ένα σάντουιτς και πήγε και έκατσε σε ένα τραπεζάκι. Με μεγάλη της έκπληξη είδε ότι απέναντι της είχε πετύχει το ζευγάρι και ήταν μέσα στα μέλια. Έβγαλε το κινητό της από την τσάντα της και παρίστανε ότι διαβάζει μηνύματα, μάλιστα άφηνε επίτηδες μικρές γκριμάτσες κάθε φορά που δήθεν διάβαζε. Στην πραγματικότητα όμως τους είχε τραβήξει με το κινητό της σε πολλές τρυφερές στιγμές. Η Σήλια θα τρελαινόταν με αυτό, πιθανόν να της έδινε και πιο μεγάλο μπόνους για όλο αυτό το υλικό που θα της πρόσφερε. Όμως δεν έπρεπε να της το πει ακόμα, έπρεπε να κερδίσει χρόνο και να μείνει παραπάνω. Έκατσε εκεί μέχρι που βαρέθηκε και αποφάσισε να περπατήσει στους κήπους του ξενοδοχείου για να περάσει λίγο η ώρα. Ήταν όλα τόσο περιποιημένα και όμορφα που δεν χόρταινε να περπατάει ανάμεσα σε όλα αυτά τα λουλούδια. Αυτό που της άρεσε πιο πολύ ήταν ότι δεν μύριζαν μόνο τα άνθη αλλά της ερχόταν στην μύτη και η μυρωδιά από την ποτισμένη γη και της ανανέωνε τις αισθήσεις. Πάντα η επαφή με την φύση την έκανε να νιώθει καλύτερα για όλα. Βέβαια δεν μπόρεσε να αποσπάσει τη σκέψη της από τον Άλκη και το Άρμα του Ήλιου και έτσι κοίταζε το ρολόι της κάθε δέκα λεπτά μέχρι που επιτέλους πέρασε η ώρα και εκείνη έτρεξε στην είσοδο. Αν μη τι άλλο δεν ήθελε να δει εκείνος πόσο πολύ ανυπομονούσε να βρεθούνε. Έξω είδε να την περιμένει μία κόκκινη Άλφα Ρομέο Giulietta. Πήγε κοντά επιβεβαίωσε ότι μέσα ήταν ο Άλκης και έκατσε στην θέση του συνοδηγού. Από το ταπεινό Άτος που χρησιμοποιούσε στην Ρόδο η Άλφα Ρομέο ήταν σαφέστατα μια αναβάθμιση. «Καλημέρα» της είπε με ένα μεγάλο χαμόγελο και αμέσως έβαλε ταχύτητα για να φύγουνε. «Καλημέρα» απάντησε η Λυδία, νιώθοντας πολύ μεγάλη αμηχανία και αποφεύγοντας να τον κοιτάει. «Ο αρχαιολόγος ζει απομονωμένος οπότε θα έχουμε να κάνουμε αρκετό δρόμο». «Δεν με πειράζει καθόλου αυτό » είπε η Λυδία καθώς χάζευε το εσωτερικό του αυτοκινήτου που έμοιαζε να είναι εμπνευσμένο από τη δεκαετία του πενήντα. «Λοιπόν , τι σου άλλαξε τη γνώμη και μου τηλεφώνησες; Μη μου πεις την ιστορία με


τον αρχαιολόγο…» την ρώτησε ο Άλκης ρίχνοντας της ένα απόλυτα διαπεραστικό βλέμμα που την αναστάτωσε. Η Λυδία προτίμησε να μην απαντήσει. « Ο γνωστός σου ο αρχαιολόγος σίγουρα γνωρίζει αρκετά πράγματα για το άρμα του Ήλιου;» «Δεν μπορείς να διανοηθείς πόσο ειδικός είναι… Όταν πάμε στο σπίτι του θα το καταλάβεις απόλυτα. Από όταν ήρθα στην Ρόδο και τον συνάντησα σε κάποιες ανασκαφές , πριν το ατύχημα του βέβαια, μιλούσε μόνο για αυτό ». «Τι του συνέβη;» «Αυτοκινητιστικό. Είναι παράλυτος εδώ και χρόνια και έχει επιλέξει την απομόνωση. Δεν θέλει να μιλάει σε κανέναν». «Ωχ. Του είπες ότι θα πάμε έτσι;» «Βασικά μιας και ρωτάς… όχι δεν του είπα τίποτα γιατί αμέσως θα έλεγε όχι. Αν πάμε όμως εκεί δεν θα έχει άλλη επιλογή». «Τώρα νιώθω λίγο άσχημα για αυτό. Ίσως έκανα λάθος, δεν έπρεπε να σε βάλω σε αυτήν τη διαδικασία ». είπε και έσκυψε το κεφάλι της αποφεύγοντας το βλέμμα του. Εκείνος με το ένα χέρι κρατούσε το τιμόνι και με το άλλο την ακούμπησε απαλά στο πιγούνι και της σήκωσε το κεφάλι. «Και πως θα είχα μια δικαιολογία για να σε δω;» της είπε και πίσω από την φωνή του μπορούσες να διακρίνεις τη λαχτάρα. Εκείνη για άλλη μια φορά επέλεξε την σιωπή μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο της. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήθελε να δει ποιος ήταν και έτσι το άφησε στην τσάντα της να χτυπάει. Αν ήταν η Σήλια θα έπρεπε να πει ψέματα ότι δεν είχε τελειώσει τη δουλειά της και αν ήταν ο Δημήτρης θα ήταν ακόμα χειρότερα. «Δεν θα το σηκώσεις;» «Δεν πειράζει, άστο να χτυπάει θα δω μετά την κλήση» είπε και κοίταζε προς τα έξω. Είχαν περάσει ήδη το Φαληράκι και συνέχιζαν προς τη Λίνδο. Αυτό που της άρεσε σε αυτήν τη διαδρομή ήταν ότι βρισκόντουσαν κοντά στην θάλασσα και μπορούσε να χαζέψει όλα αυτά τα μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα που ήταν χτισμένα εκεί. «Στην Λίνδο μένει;» «Όχι, πιο κοντά, θα δεις» της είπε και συνέχισε να οδηγεί βάζοντας ραδιόφωνο. Την έβλεπε ότι ένιωθε άβολα αλλά δεν ήξερε πώς αλλιώς να την κάνει να χαλαρώσει. «Για πες μου για τη ζωή σου στην Αθήνα. Το μόνο που γνωρίζω για σένα είναι ότι μένεις στην Κυψέλη, είσαι δημοσιογράφος και σου αρέσει ο σολομός. Πως περνάς τις μέρες σου; Πως είναι η δουλειά σου, είσαι ευχαριστημένη, πληρώνεσαι καλά; Είναι καλό το περιβάλλον;» Η Λυδία χαμογέλασε με ικανοποίηση που θυμόταν όλη τους την κουβέντα και σκέφτηκε ότι δεν είχε νόημα να κρύβεται, ήταν αυτή που ήταν και δεν μπορούσε να το αλλάξει αυτό. «Μένω μόνη μου στην Κυψέλη και εργάζομαι σε μια κακή δουλειά με ένα κακό αφεντικό και πληρώνομαι λίγο για τη δουλειά που κάνω. Η αλήθεια είναι ότι δεν θα μείνω για πολύ εκεί καθώς δεν μου αρέσει αυτό που κάνω ». «Τι κάνεις;» «Βγάζω τα άπλυτα των διασήμων στη φόρα. Προσλήφθηκα για να γράφω λεζάντες


αλλά στη συνέχεια κατέληξα να είμαι παπαράτσι και ενοχλητική» είπε και έβγαλε μια ανάσα ανακούφισης. « Γιατί δεν μου το είπες από την αρχή;» της είπε ο Άλκης φανερά ενοχλημένος. «Και τι δουλειά έχεις με το άρμα του Ήλιου;» «Αυτό θα σου το πω αφού φύγουμε από τον αρχαιολόγο και θα σου πω την αλήθεια εντάξει; Συγνώμη που δεν σου τα είχα πει αλλά σαν δουλειά δεν είναι ότι καλύτερο και όλοι σχηματίζουν την χειρότερη γνώμη για εμένα. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα έκανα κάτι τέτοιο αλλά προκειμένου να μείνω εντελώς άνεργη θεωρώ ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Με συγχωρείς που δεν ήμουν ειλικρινής μαζί σου;» είπε με ένα τόνο παρακλητικό και ήταν η πρώτη φορά σε όλη τη διαδρομή που τον κοίταξε στα μάτια. Ο Άλκης αν και εκνευρισμένος μόλις την είδε να τον κοιτάζει έτσι, σκέφθηκε ότι ήταν πολύ όμορφη για να μην τη συγχωρέσει και εν μέρει την καταλάβαινε. Δεν ήταν και υποχρεωμένη την πρώτη φορά που τον είδε να του πει τα εσώψυχα της, άλλο το ότι εκείνος έκατσε και της τα είπε χαρτί και καλαμάρι. « Εντάξει, σε συγχωρώ δεν μου χρωστάς και κάτι. Σε παρακαλώ όμως μην το ξανακάνεις ποτέ. Μισώ τα ψέματα» είπε και έστριψε το τιμόνι. Βρέθηκαν να πηγαίνουν παράλληλα από τον κανονικό δρόμο σε ένα χωματόδρομο δίπλα από τις όχθες ενός ποταμού. Ο χωματόδρομος κατέληγε έξω από την πόρτα της αυλής ενός σπιτιού. Σταμάτησαν και βγήκαν έξω από το αυτοκίνητο. Η αυλή ήταν γεμάτη με άγρια ξερά χόρτα και με το ζόρι διέκρινες το πλακόστρωτο μονοπάτι που σε οδηγούσε στο σπίτι. Είχε αρκετά δέντρα τα οποία λόγω του ποταμού ήταν καταπράσινα και το σπίτι έμοιαζε να έχει να βαφτεί πάνω από δέκα χρόνια καθώς πάνω στον τοίχο φαινόταν σαν γραμμές που κλαίνε τα κατάλοιπα των βροχών. Σε γενικές γραμμές έμοιαζε να είναι εντελώς ακατοίκητο εδώ και πολλά χρόνια. Όταν ο Άλκης πάτησε το κουδούνι και ακούστηκε το «ντριν» έμοιαζε σαν θαύμα ότι υπάρχει εκεί πολιτισμός. Μετά από λίγο ακούστηκε μια γέρικη φωνή που έμοιαζε σαν να έβγαινε από κάποιο πηγάδι. «Ποιος;» «Κύριε Αρίστο , ο Άλκης είμαι». «Ποιος;» «Ο Άλκης ο αρχαιολόγος που είχαμε συναντηθεί στην ανασκαφή στην Λίνδο… » «Ποιος Άλκης; Εγώ δεν γνωρίζω κάποιον Άλκη». «Έχουμε κοινή γνωστή την κυρία Αλίκη που είναι στην επιτροπή». Μετά από αυτήν πρόταση άνοιξε αυτόματα η εξωτερική πόρτα. Η Λυδία περπατούσε διστακτικά πίσω από τον Άλκη και σκεφτόταν ότι αν είχε πάει βράδυ θα φοβόταν στα σίγουρα μήπως βρισκόταν σε κάποιο στοιχειωμένο σπίτι. Για να βρεθείς μέχρι την εξωτερική πόρτα έπρεπε να περπατήσεις ένα φαρδύ μονοπάτι το οποίο στην μία πλευρά του είχε σάπια κάγκελα για να καταλήξεις σε μια ανηφόρα, σαν πλατφόρμα, που υπήρχε αντί για σκαλιά και να φτάσεις ένα κουδούνι το οποίο ήταν τοποθετημένο αρκετά χαμηλά. «Οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες πρέπει να κάνουν τη ζωή τους μόνοι τους ευκολότερη ειδικά όταν δεν έχουν κάποιον να τους φροντίζει» είπε ο Άλκης όταν είδε τη


Λυδία με ένα ύφος απορίας να κοιτάζει το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε χωρίς εκείνοι να χτυπήσουν και μπροστά τους είδαν έναν περιποιημένο κύριο σε ένα αναπηρικό καροτσάκι να καπνίζει ένα μεγάλο πούρο. «Ποιά είναι αυτή;» είπε ο κύριος Αρίστος με δυσαρέσκεια. «Είναι μαζί μου. Να περάσουμε μέσα παρακαλώ;» «Αφού ήρθατε μέχρι εδώ, περάστε μέσα. Δεν είμαι συνηθισμένος σε παρέα» είπε και έκανε στην άκρη το καροτσάκι του δείχνοντας τους με το χέρι το δρόμο. Μπαίνοντας μέσα στο σπίτι, το οποίο έμοιαζε σαν να μην κατοικείται από την υπερβολική καθαριότητα οδηγήθηκαν προς το σαλόνι. Οι καναπέδες που υπήρχαν εκεί έμοιαζαν να είναι βγαλμένοι από άλλη εποχή καθώς εξωτερικά ήταν ξύλινοι και στο κέντρο των καθισμάτων υπήρχε μια σκαλιστή λεπτομέρεια. Τα μαξιλάρια ήταν βελούδινα και έμοιαζαν σχεδόν αχρησιμοποίητα, φαίνεται ότι ο κύριος Αρίστος δεν είχε συχνές επισκέψεις εδώ και πολλά χρόνια. Το πάτωμα είχε ασπρόμαυρα πλακάκια που ήταν κολλημένα εναλλάξ και αν τα κοιτούσες πολύ ώρα σε ζάλιζαν. Στους τοίχους δεν είχε κάδρα αλλά είχε τοποθετήσει προτομές από αρχαίους Έλληνες, ήταν πραγματικά ένας πολύ ιδιαίτερος χώρος. Έκατσαν στον μεγάλο καναπέ και απέναντι τους με το καροτσάκι έμεινε ο Αρίστος να τους κοιτάζει. Η Λυδία δεν σταματούσε να τον περιεργάζεται καθώς της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η εμφάνιση του. Φόραγε ένα καλοσιδερωμένο λευκό πουκάμισο το οποίο το είχε συνδυάσει με ένα μπεζ παντελόνι. Αν και ήταν αρκετά μεγάλος το πρόσωπο του δεν είχε πολλές ρυτίδες αλλά η απόμακρη έκφραση που είχε σου έδινε την εντύπωση ότι είχε περάσει πάρα πολλά. Το λευκό του ήταν απόλυτα περιποιημένο και τα άσπρα του μαλλιά φαινόταν καλοχτενισμένα σαν να περίμενε επισκέψεις. «Θέλετε να πάρετε κάτι;» τους ρώτησε αν και δεν ενδιαφερόταν πραγματικά αν ήθελαν κάτι ή όχι. «Όχι ευχαριστώ , δεν θέλω» είπε ο Άλκης και το ίδιο έγνεψε και η Λυδία. «Σε τι οφείλω την τιμή της επίσκεψης σας;» είπε προσπαθώντας να είναι ευγενικός. «Θα ήθελα αν μπορούσατε να μου πείτε για το άρμα του Ήλιου» είπε δειλά η Λυδία. Ξαφνικά σπίθες ζωής πετάχτηκαν από τα μάτια του αρχαιολόγου. «Τι θα ήθελες να μάθεις;» «Τα πάντα, ότι γνωρίζετε καθώς κάνω μια δημοσιογραφική έρευνα και θα ήθελα πάρα πολύ να μοιραστείτε μαζί μου τις γνώσεις σας». «Άκου να δεις παιδί μου, πως είπαμε ότι σε λένε;» «Λυδία» «Αυτό είναι ένας θρύλος, ένα όνειρο το οποίο αφιέρωσα όλη μου τη ζωή για να το πραγματοποιήσω. Στο τέλος όμως βαρέθηκα, ήταν και η αναπηρία μου στην μέση και έδωσα τα ηνία σε έναν νεότερο από μένα μήπως καταφέρει και το βρει εκείνος. Θα μπορούσατε να τον ρωτήσετε αν βέβαια τον βρίσκατε. Το όνομα του είναι Κώστας Χατζής και είναι αιγυπτιολόγος. Είχε έρθει πέρυσι στο συνέδριο και εκεί τον είχα δει για τελευταία φορά. Δυστυχώς όσες φορές και να επικοινώνησα μαζί του δεν κατάφερα να τον βρω. Βλέπετε για ότι βοήθεια μπορεί να χρειαστώ είμαι εδώ ολομόναχος και μερικές φορές αναγκάζομαι να στηριχτώ στους άλλους αν και πραγματικά δεν το θέλω. Ήταν ένας μεγάλος πόθος για μένα να κατάφερνα και να έβρισκα το άρμα αλλά φαίνεται δεν είναι


γραμμένο στην δική μου μοίρα». «Κρίμα που η ζωή τα έφερε σε εσάς έτσι… Μήπως θα μπορούσατε να μου πείτε τα τελευταία στοιχεία επικοινωνίας του; Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε μια προσπάθεια να τον βρούμε» είπε πρόθυμα η Λυδία. «Μισό λεπτό γιατί έχει περάσει πολύς καιρός. Πηγαίνω στο υπνοδωμάτιο μου να κοιτάξω την ατζέντα μου» είπε και έβαλε τα χέρια του στις ρόδες του καροτσιού για να μετακινηθεί. Η Λυδία αντάλλαζε ματιές με τον Άλκη αλλά δεν είπε τίποτα. Μετά από λίγο ήρθε κρατώντας στα χέρια του ένα χαρτί με το τηλέφωνο του το κινητό και το δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου διέμενε. «Ορίστε, ελπίζω να καταφέρετε να βρείτε κάτι». «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ αλλά δεν μου είπατε τίποτα σχετικό με το άρμα ». είπε η Λυδία και ο Αρίστος την κοίταξε ερευνητικά. «Ακολουθήστε με» είπε και πλησίασε τη βιβλιοθήκη του. Εκεί έβγαλε πέντε βιβλία μέχρι που είχε χώρο για να μπει το χέρι του στην πλάτη της βιβλιοθήκης. Εκεί με μια περιστροφική κίνηση έμοιαζε σαν να πάτησε ή να ενεργοποίησε κάτι. Αμέσως η άλλη πλευρά της βιβλιοθήκης μετακινήθηκε μισό μέτρο προς τα μέσα και φανέρωσε έναν διάδρομο. Αυτός ο διάδρομος ήταν φτιαγμένος ώστε να χωράει ίσα ίσα το καροτσάκι του Αρίστου. Πέρασε εκείνος πρώτα και μετά έγνεψε να τον ακολουθήσουν. Ο διάδρομος οδηγούσε σε ένα κρυφό δωμάτιο το οποίο ήταν απόλυτα εντυπωσιακό. Αυτό το δωμάτιο ήταν αφιερωμένο στον Κολοσσό και στο άρμα του Ήλιου. Η Λυδία και ο Άλκης το κοίταζαν εντυπωσιασμένοι. Οι τοίχοι του ήταν γεμάτοι με πίνακες που αναφερόταν στον Ήλιο και από κάτω είχε πληροφορίες για τον κάθε πίνακα. Ο πιο μεγάλος από όλους ήταν ένας πίνακας που είχε την εξής ταμπέλα: Peter Paul Rubens: Η Πτώση του Φαέθοντος, 1604/1605 και αναπαριστούσε την πτώση του Φαέθοντα από το άρμα. Επίσης στον τοίχο είχε διάφορες προτομές του Θεού Ήλιου, που έκαναν τη Λυδία να αναρωτιέται αν είναι προϊόντα απομίμησης ή αρχαιοκαπηλίας, αλλά και μικρές απομιμήσεις του Κολοσσού. Ένας άλλος μεγάλος εντυπωσιακός πίνακας του Martin Heemskerck αναπαριστούσε τον Κολοσσό να στέκεται πάνω από το λιμάνι και στο μπροστινό μέρος του πίνακα είχε αναπαράσταση της κατασκευής του προσώπου του. Το μάτι της Λυδίας πήρε μια μινιατούρα από το άγαλμα της Ελευθερίας και το πήρε στα χέρια της. «Το ξέρεις ότι το άγαλμα της Ελευθερίας το έφτιαξε ο Γάλλος γλύπτης Φρεντερίκ Ογκίστ Μπαρτολντί με τη βοήθεια του Αλεξάντερ Γουστάβ Άιφελ ( τον σχεδιαστή του διάσημου πύργου στη Γαλλία) στην προσπάθεια του να αναπαραστήσει τον Κολοσσό της Ρόδου; Χώρια που το πρόσωπό του κάποιοι λένε ότι ήταν εμπνευσμένο από τον Φωτοδότη Απόλλωνα. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο ότι πρώτα στην Ρόδο είχε ήδη φτιαχτεί ένα αντίστοιχο χωρίς την σύγχρονη τεχνολογία. » «Όχι, πραγματικά δεν το γνώριζα αυτό» είπε και κοίταξε ένα νόμισμα το οποίο ήταν τοποθετημένο σε μια προθήκη. Πλησίασε κοντά και διάβασε μία ταμπέλα που ανέγραφε: Ρόδος, αργυρό δίδραχμο, 387-304 π.Χ. Η πλευρά που φαινόταν είχε σκαλισμένο το κεφάλι του Θεού Ήλιου. Ο Άλκης πήγαινε κοντά σε όλα τα «εκθέματα » του δωματίου και έριχνε εκνευρισμένες ματιές στην Λυδία.


«Αυτά φαντάζομαι είναι όλα αντίγραφα σωστά;» είπε ο Άλκης συνοφρυωμένος με ένα ύφος αποδοκιμασίας και έριξε ένα έντονο βλέμμα στον Αρίστο. «Μην ανησυχείς για αυτό αν κάτι, λέω αν κάτι ήρθε στα χέρια μου αυθεντικό χωρίς εγώ να το γνωρίζω μόλις πεθάνω είναι στην διαθήκη μου να παραδοθεί στην αρχαιολογική υπηρεσία και είμαι ήδη αρκετά μεγάλος ». «Βλέπω ότι εδώ έχετε δημιουργήσει έναν μικρό ναό για τον Ήλιο» είπε η Λυδία και το μάτι της έπεσε σε ένα μετάλλιο ανδρείας από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και δίπλα είχε μια παλιά φωτογραφία ενός άντρα. «Ήταν του πατέρα μου» είπε ο Αρίστος και έσκυψε το κεφάλι. «Τέλος πάντων για να σου πω τη μυθολογία πίσω από το άρμα του Ήλιου και θα καταλάβεις γιατί με συναρπάζει τόσο πολύ ακόμα και σήμερα. Μια μέρα που έπαιζε ο Φαέθων μαζί με άλλα παιδιά τον πλησίασε ένα και τον ειρωνεύτηκε ότι δεν ήταν αυτός γιος του Ήλιου. Εκείνος εκνευρισμένος και ντροπιασμένος πήγε πίσω στην μητέρα του και την ρωτούσε επίμονα αν ήταν όντως γιος του Ήλιου ή αν του είχε πει ψέματα. Εκείνη τον έστειλε να πάει στην Ανατολή να τον βρει για να του το επιβεβαιώσει. Όταν έφτασε στο μεγαλόπρεπο παλάτι του Ήλιου που βρισκόταν πάνω από τη γη και ήταν πάντα μέρα εντυπωσιάστηκε από τα διαμάντια και τα πολύτιμα πετράδια που το κοσμούσαν. Μόλις είδε τον πατέρα του δεν μπορούσε να τον πλησιάσει αρκετά γιατί η λάμψη του τον θάμπωνε. Αριστερά και δεξιά κάθονταν η Ημέρα, ο Χρόνος, οι Μήνες και οι Εποχές όλοι στολισμένοι ανάλογα με αυτό που αντιπροσώπευαν. Ο Ήλιος ευγενικά και αγέρωχα τον ρώτησε τον λόγο της επίσκεψης του και εκείνος του είπε ότι είχε αμφιβολίες για το αν είναι πραγματικός του γιος. Ο Ήλιος του διαβεβαίωσε ότι όντως ήταν γιος του παίρνοντας τρομερούς όρκους και του είπε να ζητήσει ότι επιθυμεί για να διαβεβαιωθεί. Ο Φαέθων του ζήτησε να καθοδηγήσει μια μέρα το άρμα του. Ο Ήλιος ταράχτηκε μιας και γνώριζε την ευθύνη του άρματος του και προσπάθησε να τον αποτρέψει αλλά ο Φαέθων επέμενε κλαίγοντας να το οδηγήσει. Ο Ήλιος δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και όταν έφτασε η ώρα του είπε να κρατάει γερά το άρμα και να προσέχει να μην πηγαίνει ούτε πολύ ψηλά γιατί θα έκαιγε τα ουράνια δώματα αλλά ούτε και πολύ χαμηλά γιατί θα έκαιγε τη γη. Του έδωσε μια τελευταία ευκαιρία να αλλάξει γνώμη αλλά εκείνος όπως ήταν νέος και ανυπόμονος ανέβηκε στο άρμα και έπιασε τα ηνία για να εκτελέσει το καθήκον του πατέρα του. Πιάνοντας τα ηνία δεν μπορούσε να διατηρήσει έναν ρυθμό και άλλοτε έκανε τα άλογα να πηγαίνουν γρηγορότερα και άλλοτε υπερβολικά αργά. Έτσι τα άλογα δεν άργησαν να καταλάβουν ότι αυτός δεν ήταν ο Ήλιος, ξεκίνησαν μια ξέφρενη, ακανόνιστη πορεία και τον Φαέθοντα τον κυρίευσε πανικός. Όταν είχε πορεία πολύ χαμηλή η γη καιγόταν, οι θάλασσες έβραζαν, ποτάμια ξεραίνονταν εκατομμύρια άνθρωποι έγιναν στάχτη. Άλλοτε όταν πήγαινε πολύ ψηλά ψύχος έφθειρε τη γη και τα ουράνια δώματα έπαιρναν φωτιά. Η Γη άρχισε να κλαίει για όλη εκείνη την καταστροφή που έπαθε και παρακάλεσε τον Δία να δώσει ένα τέλος στο μαρτύριο της. Ο Δίας πραγματικά θυμωμένος πήρε στα χέρια του τον κεραυνό των Κυκλώπων και τον πέταξε πάνω στον Φαέθοντα. Ο Φαέθοντας φλεγόμενος έπεσε από το άρμα και σκοτώθηκε. Ο Ήλιος μόλις αντιλήφθηκε όλο αυτό το κακό πήρε στα χέρια του τα ηνία και επανέφερε την τάξη. Για πολλές μέρες θρηνούσε για τον θάνατο του γιου του και ο


ουρανός ήταν σκεπασμένος με τα μαύρα σύννεφα της θλίψης. Οι αδερφές του Φαέθοντα οι Ηλιάδες θρηνούσαν τον αδελφό τους στο ποτάμι που είχε πέσει και ο Δίας τις λυπήθηκε και τις μεταμόρφωσε σε λεύκες. Τώρα ο Κολοσσός της Ρόδου είχε πάνω στο στεφάνι του σύμφωνα με τους αρχαίους θρύλους ένα κόσμημα που αναπαριστούσε το άρμα του Ήλιου. Αυτό το κόσμημα εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια δεν έχει βρεθεί. Το έψαχναν οι Ροδίτες, οι Άραβες, οι Ιππότες και οι Τούρκοι κάνοντας ανασκαφές κοντά στο λιμάνι αλλά μάταια. Αυτοί που ίσως να είχαν μια πιθανότητα να το βρουν ήταν οι Άραβες που πούλησαν όλα του τα κομμάτια. Όπως και να έχει ότι πληροφορίες γνώριζα τις έδωσα στον Κώστα. Μιλήστε μαζί του» είπε και τους έδειξε το δρόμο για το σαλόνι. «Σας ευχαριστούμε πολύ κύριε Αρίστο ». είπε η Λυδία και κατευθύνθηκε προς την πόρτα μαζί με τον Άλκη και εκείνος τους ακολούθησε με το καροτσάκι. Δεν ήθελε να τους πει κάτι άλλο και αυτό φαινόταν από την έκφραση του. Τι ιδιόρρυθμος άνθρωπος… Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους ο Άλκης έφυγε από εκεί με γρήγορα βήματα φανερά εκνευρισμένος. «Τον είδες;» «Ναι, τι;» «Αυτός είναι αρχαιοκάπηλος. Πρέπει να τον καταδώσω στην αστυνομία. Δεν επιτρέπεται να κάνεις ανασκαφές και να παίρνεις αρχαία ευρήματα για την προσωπική σου συλλογή. Κρίμα η εκτίμηση που του είχα» είπε και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου για να μπει μέσα η Λυδία και μετά μπήκε και εκείνος στην θέση του οδηγού. «Άστον τον ταλαίπωρο τον ανάπηρο. Πόσα χρόνια του μένουν για να ζήσει; Μόνος του είναι και είπε πως όταν πεθάνει θα τα βάλει στην θέση τους. Καλύτερα ξέχασε το». «Πως μπορείς και το λες αυτό; Είναι ενάντια στις αρχές μου» είπε προσβεβλημένος ο Άλκης. «Εγώ θα έλεγα να του δώσουμε την ευκαιρία να τα επιστρέψει από μόνος του και μετά να τον καταγγείλεις στην αστυνομία. Πρέπει να παραδεχθείς όμως ότι έχει εμμονή αλλιώς γιατί να μπει στην διαδικασία να φτιάξει τον «ναό» και να πηγαίνει μόνος του να τον θαυμάζει; Δεν είναι λίγο περίεργο όλο αυτό;» «Ο άνθρωπος χάνει από παντού, αλλά τι να πεις όμως. Οποιοσδήποτε άλλος στην θέση του κάποιο θέμα θα είχε. Για φαντάσου να είσαι ανάπηρος , μόνος και ηλικιωμένος να μένεις στην μέση του πουθενά…Δύσκολο;» «Ναι πραγματικά » είπε η Λυδία σκεπτική και κοίταξε το ρολόι της. Σε λίγο πλησίαζε το ραντεβού της με τον υπνωτιστή και δεν ήθελε να το χάσει. Όλο αυτό με το άρμα του Ήλιου της είχε κινήσει πολύ το ενδιαφέρον. Ενώ αρχικά δεν είχε πιστέψει τίποτα με όλα αυτά που έβλεπε μπροστά της, της έμοιαζε απίστευτο. Ένιωσε το τηλέφωνο της να δονείται στην τσέπη της και με τρόπο έστρεψε το βλέμμα της να δει ποιος ήταν. Μόλις είδε το τηλέφωνο της δουλειάς προτίμησε να το αγνοήσει. Δεν ήθελε να μιλήσει εκείνη την ώρα με την Σήλια, έπρεπε να κερδίσει χρόνο να μάθει για το άρμα, να περάσει χρόνο με τον Άλκη. Θεωρητικά είχε εκείνη τη μέρα, την επόμενη και μετά τέλος το παραμύθι. «Θέλεις να πάμε για φαγητό;» της πρότεινε ο Άλκης για να τη βγάλει από τις σκέψεις της. «Βασικά έχω κανονίσει κάτι».


«Κατάλαβα, θέλεις να με αποφύγεις. Τώρα που πήρες τις πληροφορίες που ήθελες θέλεις να με αποφύγεις σωστά;» «Δεν είναι έτσι. Δεν είναι καθόλου έτσι, απλώς έχω μια εκκρεμότητα να κανονίσω και μετά μπορούμε να βρεθούμε για να τηλεφωνήσουμε στον κύριο Κώστα. Θα ένιωθα καλύτερα αν παίρναμε τηλέφωνο μαζί ». «Οπότε να σε πάω στο ξενοδοχείο;» «Ναι σε παρακαλώ αν σου είναι εύκολο». «Το εύκολο είναι να σε πάω το δύσκολο είναι να σε αφήσω» της είπε και της χάιδεψε απαλά το μάγουλο. Η Λυδία ένιωσε να παίρνει φωτιά το πρόσωπο της , ήταν σίγουρη ότι είχε κοκκινίσει σαν τη ντομάτα και εκείνος έσκασε ένα χαμόγελο. Την είχε καταλάβει, τι ντροπή… «Ήταν ενδιαφέροντα όλα αυτά που είπε ο Αρίστος. Ποτέ δεν είχα δει το μυστικό του δωμάτιο. Ρισκάρισε πολύ να το δείξει σε εμένα ». «Ίσως βαρέθηκε να το θαυμάζει συνέχεια μόνος του. Κάποιοι από αυτούς που κάνουν συλλογές θέλουν να τις επιδεικνύουν κιόλας αλλιώς δεν έχει νόημα για εκείνους. Δεν ικανοποιείται η ματαιοδοξία τους» είπε η Λυδία. «Μου κάνει εντύπωση πως μετά από τόσα χρόνια τα παράτησε». «Δεν το παράτησε, το ανέθεσε». «Ναι, αλλά μετά το Χατζή τίποτα, αδιέξοδο» είπε ο Άλκης. «Ίσως δεν βρήκε κάποιον που να έχει το ανάλογο πάθος και να κλείστηκε στον εαυτό του. Τι να πω; Είναι πάντως λυπηρό το γεγονός ότι είναι μόνος του στην μέση του πουθενά» σχολίασε η Λυδία. «Δεν είδες όμως πως ήθελε να μας ξεφορτωθεί; Μην τον λυπάσαι, ο καθένας κάνει τις επιλογές του. Ποιος ξέρει τι επιλογές τον οδήγησαν σε αυτό το σημείο;» είπε ο Άλκης. «Θα με βοηθήσεις στην έρευνα μου;» «Βέβαια Λυδία, θα εκμεταλλευτώ κάθε ευκαιρία να περάσω χρόνο μαζί σου» είπε ο Άλκης και χαμογέλασε και έκανε και τη Λυδία να χαμογελάσει. Η χημεία μεταξύ τους ήταν φανερή, την ένιωθε κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε μαζί της. Η Λυδία ένιωθε ανακούφιση που ο Άλκης είχε ξεχάσει να την ρωτήσει από πού έμαθε για το άρμα , δεν ήθελε να το χαλάσει αυτό που ζούσε με τις τρελές υπνώσεις που έκανε. Μετά από αρκετή ώρα έφτασαν στο ξενοδοχείο. Εκείνος σηκώθηκε από τη θέση του οδηγού και της άνοιξε την πόρτα πιάνοντας της το χέρι για να βγει. Η Λυδία βγήκε αλλά εκείνος δεν το άφηνε το χέρι της αλλά αντίθετα το έκλεισε μέσα στα δικά του χέρια. Μόλις η Λυδία πήγε να το τραβήξει εκείνος την τράβηξε και την έφερε πιο κοντά του. «Θα περιμένω τηλέφωνο σου» της είπε , την ελευθέρωσε και της φίλησε το χέρι της κοιτώντας την στα μάτια. Η Λυδία είχε κοκαλώσει και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να γνέψει με το κεφάλι της, να τραβήξει το χέρι της και να πάει τρέχοντας στο αυτοκίνητο της για να φύγει.

Η μοίρα άλλους ψηλά πετά κι άλλους στα βάθη γέρνει. Βιτσέντζος Κορνάρος ( 1553–1613 ποιητής)


Η Λυδία χτύπησε την πόρτα του υπνωτιστή και εκείνος της χαμογέλασε και την καλωσόρισε όπως πάντα. Έπειτα την οδήγησε να κάτσει στην καρέκλα μπροστά στο άδειο γραφείο του και εκείνη του έδωσε το κασετοφωνάκι για να του βάλει μια νέα κασέτα. «Λοιπόν, τι συμπέρασμα έβγαλες Λυδία; Φαντάζομαι ότι άκουσες τη διήγηση σου σωστά;» «Βασικά ότι μου είχατε πει εσείς. Δεν ξέρω τι να πω, είναι όλο αυτό τόσο πρωτόγνωρο για μένα. Το πιο περίεργο είναι ότι το άρμα του Ήλιου υπάρχει και βρήκα κάποιον ειδικό να μιλήσω πριν από λίγο. Δεν πίστευα ότι υπήρχε γιατί δεν είχα ακούσει ποτέ για αυτό. Επίσης δεν έχω πειστεί ακόμα για το αν αυτά που λέω είναι περασμένες ζωές ή ιστορίες που έχω κατασκευάσει μόνη μου. Συγνώμη, αλλά είμαι ειλικρινής». «Ελπίζω μέχρι το τέλος της διαδρομής σου να έχεις πειστεί για αυτά που η ίδια λες και να διορθωθείς αλλιώς θα βασανίζεσαι και άλλη ζωή μέχρι να καταφέρεις να δεις τι κάνεις λάθος ». «Κι εγώ το ελπίζω. Πάμε;» είπε η Λυδία ανυπομονώντας. Ο Κωνσταντίνος της έγνεψε καταφατικά και εκείνη ξάπλωσε στο κρεβάτι της ύπνωσης. «Λυδία θέλω να σταματήσεις να σκέφτεσαι και να αδειάσεις το μυαλό σου από όλες τις σκέψεις. Τώρα θέλω να ξεκινήσεις να παίρνεις βαθιές αναπνοές. » Η Λυδία ξεκίνησε να παίρνει βαθιές αναπνοές και σύμφωνα με τις οδηγίες του υπνωτιστή έφτασε πάλι στο σημείο μηδέν, στην ανυπαρξία. Το μυαλό της ήταν άδειο, έμοιαζε σαν να μην υπάρχει. « Θέλω Λυδία να κοιτάξεις ευθεία και να συναντήσεις το φως. Κοίτα πάλι πίσω σου στα τέσσερα φωτεινά σημεία που μου είχες περιγράψει την προηγούμενη φορά. Τα βλέπεις και τώρα; » «Ναι, τα βλέπω». «Ωραία. Θέλω πρώτα να περάσεις από το μέρος που νιώθεις απόλυτη ασφάλεια. Εκεί θέλω να πας εάν κάτι συμβεί και σε δυσαρεστήσει. Πολύ ωραία που είναι αυτό το μέρος;» «Είναι στο σπίτι το γονιών μου, στο δωμάτιο μου με τις ροζ κουρτίνες και το λευκό κρεβάτι. Πάνω στο κρεβάτι βλέπω τα αρκουδάκια μου και χαμογελάω. Πόσα πολλά έχω και για το καθένα έχω επινοήσει και ένα διαφορετικό όνομα και ένα διαφορετικό χαρακτήρα ». «Τέλεια…Τώρα πήγαινε στο τρίτο φωτεινό σημείο και πες μου τι βλέπεις». «Είναι νύχτα και περπατάω στο πλακόστρωτο. Φοβάμαι ότι με παρακολουθούν και κοιτάω συνέχεια πίσω μου έχοντας καλυμμένο το πρόσωπο μου. Από όταν ήρθαν οι Τούρκοι δεν έχω νιώσει ασφαλής ούτε ένα δευτερόλεπτο. Παρατηρώ τα κτήρια που προσπερνώ λιτά, ογκώδη, επιβλητικά και θυμάμαι την εποχή της κυριαρχίας των Ιπποτών η οποία δεν θα ξαναγυρίσει πίσω. Προσπερνάω το κατάλυμα της γλώσσας της Ιταλίας , το παλιό δικό μου της Γαλλίας, της Προβηγκίας και απέναντι της Ισπανίας παρατηρώντας τα οικόσημα τους μέχρι που έφτασα στο τέλος του δρόμου. Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη έχει μετατραπεί σε τζαμί αλλά τέτοια ώρα δεν είναι κανείς μέσα. Το γνωρίζω γιατί έχω έρθει κρυφά και άλλες φορές. Κάνω τον σταυρό μου σαν καλός καθολικός κοιτάζω αν με βλέπει κανείς και μπαίνω μέσα. Αυτή η εκκλησία είναι του προστάτη μας, ίσως αν προσευχηθώ εδώ να εισακουστούν καλύτερα οι προσευχές μου. Γονατίζω, κλείνω τα μάτια και μουρμουρίζω την προσευχή μου. Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία


Ο Κύριος μετά Σου Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου Αγία Μαρία, Μήτηρ του Θεού προσεύχου υπέρ όλων ημών των αμαρτωλών νυν και κατά την ώρα του θανάτου ημών. ΑΜΗΝ Σε παρακαλώ Παναγία μου, που η Άγια η Χάρη Σου να μας φωτίζει όλους και να μας δίνει δύναμη στην ψυχή μας. Δώσε λίγο από το φως σου εδώ, στην ταπεινή Ρόδο, λίγο πιο πέρα. Στην πλευρά των Ορθοδόξων. Εκεί είναι μια κοπέλα η Κλειώ η οποία αυτή την στιγμή χαροπαλεύει από την αρρώστια. Βοήθησε τη να γίνει καλά να ξαναδώ το όμορφο, φωτεινό χαμόγελο της , να την ξαναδώ να με χαιρετάει από το παράθυρο καθώς περνάω, να περπατήσουμε μαζί κλεφτά μέχρι την αγορά. Γνωρίζω ότι η αγάπη μας είναι αμαρτία και ποτέ δεν θα την ατίμαζα στον άντρα της πιο πάνω από όλα όμως ποτέ δεν θα άγγιζα μια ορθόδοξη. Η αγάπη αυτή με ταλαιπωρεί και μου καίει όλο το κορμί. Με δάκρυα στα μάτια σου ζητάω συγχώρεση Παναγία μου. Συγχώρα με που αγάπησα μια ορθόδοξη, συγχώρα με που αγάπησα μια παντρεμένη, συγχώρα με που οι κρυφοί μου λογισμοί την πόθησαν και την ονειρεύτηκαν. Αν δεν με συγχωρέσεις τιμώρησε με, το αξίζω γιατί έπρεπε να είμαι πιο ταπεινός, πιο μυαλωμένος, απαλλαγμένος από τα πάθη μου. Κάνε ό,τι θελήσεις με εμένα αλλά μην την πάρεις κοντά σου. Σε παρακαλώ…". Η Λυδία άρχισε να κλαίει με αναφιλητά φανερά αναστατωμένη την ώρα όμως που ο Κωνσταντίνος πήγε να την κατευθύνει στο ασφαλές μέρος εκείνη ηρέμησε. «Ησύχασε Λυδία, άκου την φωνή μου και ξεκίνα να παίρνεις βαθιές, εισπνέουμε από τη μύτη, εκπνέουμε από το στόμα». «Τώρα σκούπισα τα μάτια μου και κρύφτηκα πίσω από την κουκούλα μου. Αν με καταλάβαιναν οι Τούρκοι θα ήμουν χαμένος από χέρι… Με πολύ μεγάλη προσοχή κάνω μικρά βήματα για να μην κάνω πολύ μεγάλο θόρυβο. Πρέπει να πάω όσο πιο ήσυχα μπορώ στο σπίτι μου. Μένω μαζί με άλλους ιππότες και φοβάμαι ότι αν τους ξυπνήσω θα πρέπει να δώσω πολλές εξηγήσεις σχετικά με το που ήμουν και το τι έκανα. Ήταν πιο καλά όταν έμενα μαζί με τους άλλους στο κατάλυμα μας αλλά όταν ήρθαν οι Τούρκοι αρκετοί διωχθήκαμε από εκεί. Όσο πιο ήσυχα μπορώ περπατάω προς την άλλη πλευρά του οχυρού πηγαίνοντας από τα πιο στενά δρομάκια για να μην γίνω αντιληπτός. Τώρα πρέπει να κάτσω ακίνητος και να κρυφτώ στην σκιά μιας πόρτας γιατί ακούω μια φρουρά Τούρκων να περνάει από κοντά. Πηγαίνω όσο πιο κοντά μπορώ στην κάσα της πόρτας και κρατάω μέχρι και την αναπνοή μου για να περάσουν. Σκουπίζω το μέτωπο μου από τον ιδρώτα και τρέχοντας πηγαίνω και ανοίγω την πόρτα του σπιτιού το οποίο βρισκόταν πια αρκετά κοντά. Έκλεισα πίσω μου πολύ αργά την πόρτα γιατί στο σαλόνι κοιμόντουσαν ήδη αρκετοί. Πήρα στα χέρια μου ένα κερί για να βλέπω στο σκοτάδι. Ευτυχώς επειδή ήμουν ο νοσοκόμος, ανώτερος τους, μου είχαν αφήσει ένα μικρό δωμάτιο για να κοιμάμαι μόνος μου. Ανέβηκα τα σκαλιά και μπήκα στο πολύ λιτό δωμάτιο μου, έκλεισα και κλείδωσα την πόρτα πίσω μου. Ένα μόνο κρεβάτι είχα και μερικές κρεμάστρες για να τοποθετώ τα ρούχα


μου. Πήγα στο κρεβάτι μου και ξάπλωσα με τα ρούχα. Με τα χέρια μου έβαλα δύναμη και έβγαλα το μικρό ξύλινο προσκέφαλο του κρεβατιού. Έπιασα στα χέρια μου τη μεγάλη θήκη της πένας μου και αποκάλυψα τον διπλό της πάτο. Κοιτάζοντας κάτω από το αχνό φως του κεριού όλα αυτά τα νομίσματα που είχα μαζέψει ένιωθα ήσυχος πως ότι και να γίνει εγώ θα είμαι εντάξει, έχω εξασφαλιστεί. Αργά, σχεδόν ευλαβικά έβαλα τα πάντα στην θέση τους και φορώντας τα ρούχα μου σκεπάστηκα και μετά έσβησα το κερί. Ο ήλιος με ξύπνησε με το ζόρι μιας και ένιωθα πάρα πολύ κουρασμένος. Αναγκαστικά άλλαξα ρούχα γιατί έπρεπε να επισκεφθώ το νοσοκομείο. Όλη τη μέρα ήμουν εκεί στη φροντίδα των αρρώστων και των τραυματισμένων. Θυμάμαι πόσο ευτυχισμένος και περήφανος ήμουν όταν εκλέχτηκα και πόσο λίγος μου φαινόταν ο χρόνος των δύο ετών και τώρα πόσο αργά και βασανιστικά περνάει η θητεία μου. Μακάρι τα πράγματα να ήταν όπως πρώτα… Βγήκα έξω και πήρα τον δρόμο για το νοσοκομείο. Με το φως της ημέρας μπορούσες να δεις τα σημάδια της καταστροφής που άφησε η πολιορκία των Τούρκων. Μεγάλο μέρος του τείχους ήταν γκρεμισμένο, πολλά σπίτια πεσμένα ή με φθορές αλλά κυρίως μπορούσες να το αισθανθείς στον αέρα ότι τα πάντα είχαν αλλάξει. Περπατώντας αντί να ακούς την προσευχή την ευλογημένη άκουγες την προσευχή του Αλλάχ να αντιλαλεί σε όλη την Ρόδο λες και έπρεπε να θυμάσαι συνέχεια ότι στο σπίτι σου έχεις βίαιους επισκέπτες που δεν θα φύγουν ποτέ, θα κοιμούνται στο κρεβάτι σου, θα τρώνε από τα πιάτα σου, θα φοβερίζουν τα παιδιά σου μέχρι να βρεις τη δύναμη να μαζέψεις τα κομμάτια σου, το κουράγιο σου και να ανασυγκροτηθείς για να παλέψεις. Βέβαια και εγώ ένας από αυτούς τους επισκέπτες είμαι αλλά εγώ και οι όμοιοι μου την αγαπήσαμε την Ρόδο και της προσφέραμε τους εαυτούς μας κάνοντας αδιάκοπα έργα και υπερασπίζοντας την ανά πάσα στιγμή από τους πειρατές και τους φιλόδοξους κατακτητές. Τώρα έφτασα μπροστά στο νοσοκομείο και για να μπω μέσα πρέπει να περάσω από την Τουρκική φρουρά. Στέκονται απέξω απειλητικά κοιτάζοντας καχύποπτα έχοντας τις χαντζάρες τους στην θήκη αλλά έτοιμοι να σε ξεκοιλιάσουν ανά πάσα στιγμή. Με βλοσυρές ματιές με κοίταξαν και εγώ σήκωσα τα χέρια για να με ελέγξουν ότι δεν είχα όπλα. Μα τι όπλα να έχω, ένας θεραπευτής αρρώστων είμαι και με βλέπουν κάθε μέρα… Στη μεγάλη αίθουσα των ασθενών ήταν γεμάτα και τα 32 κρεβάτια και έχουμε βάλει και κάποιους στην απομόνωση για να μην μολύνουν και τους άλλους. Είναι πάρα πολλοί δικοί μας αλλά και Τούρκοι που αναρρώνουν μετά από τις συμπλοκές. Τους έχουμε βέβαια σε ξεχωριστά δωμάτια για να μην υπάρχουν επεισόδια. Εγώ όμως πρέπει να τους θεραπεύσω όλους όσο και να μισώ τους Τούρκους, αυτόν τον όρκο είχα πάρει και θα τον τηρήσω. Μας είχαν υποσχεθεί ότι δεν θα πείραζαν την πόλη αλλά με το που ήρθαν μια ομάδα από τους γενίτσαρους τους έκανε όσες καταστροφές μπορούσε ειδικά στις εκκλησίες μας. Ακούγεται ότι οι μέρες του νοσοκομείου ήταν μετρημένες γιατί θα μετατρεπόταν σε στρατώνα ή σε αποθήκη. Που να το έβλεπαν τώρα το νοσοκομείο οι δημιουργοί του ο Μεγάλος Μάγιστρος de Lastic ο Μεγάλος Μάγιστρος d’ Aubosson πως έχει καταντήσει τώρα…. Ωχ, από την πόρτα της τραπεζαρίας ξεπροβάλλει ο Ονούρ. Ξέρω τι θέλει αλλά δεν έχω κάτι καινούργιο να του πω. «Πες μου» μου μιλάει απειλητικά στα γαλλικά είναι και μορφωμένος.


«Δεν έχω κάτι νέο ». «Δεν υπάρχει περίπτωση να με πείσεις ότι δεν ετοιμάζουν κάποια εξέγερση οι Έλληνες. Τι σε έστειλα στην Ελληνική συνοικία για να φλερτάρεις με την ετοιμοθάνατη; Αν δεν μου τα πεις όλα θα σε αποκαλύψω στους δικούς σου για να πεθάνεις όπως σου αξίζει» μου λέει συνοφρυωμένος. «Σταμάτα. Σου είπα δεν γίνεται τίποτα καινούργιο. Υπάρχουν μερικοί που απλώς λένε πόσο καλύτερα ήμασταν χωρίς εσάς και έχουν δίκιο. Όταν μάθω κάτι χειροπιαστό, θα σου το πω, αλήθεια σου το λέω » είπα όσο μπορούσα πιο χαμηλόφωνα αλλά εκείνος με άρπαξε από το μπράτσο και μου μίλησε μέσα από τα δόντια του. «Αν δεν κάνεις ό,τι λέμε να ξέρεις ότι εγώ θα είμαι ο τελευταίος που θα τη δει αφού την κάνω δικιά μου» εγώ τον κοίταξα άγρια καθώς θα μπορούσα να τον πνίξω επί τόπου με το σαρίκι του αφού ξύριζα με το σπαθί του το άσχημο και βρώμικο μούσι του. Αν τα κατάφερνα βέβαια γιατί ήταν πολύ γεροδεμένος άντρας και ικανός πολεμιστής. Όμως δεν έκανα τίποτα , δεν μπορούσα να κάνω κάτι απλώς απομακρύνθηκα αφήνοντας τον πίσω μου να γελάει χαιρέκακα και πήγα στους αρρώστους μου. Πέρασα έναν έναν τους δικούς μου αρρώστους να τους ρωτήσω τι κάνουν. Υπήρχαν αρκετοί που είχαν ξεπεράσει τον κίνδυνο μετά από τον δύσκολο χειμώνα της πολιορκίας καθώς οι τραυματίες ήταν πολλοί και οι νεκροί περισσότεροι. Οι βαριά τραυματισμένοι ήθελαν πολύ μεγάλο χρόνο ανάρρωσης καθώς έπρεπε να μάθουν να ορίζουν το σώμα τους από την αρχή. Όταν έχεις χτυπήσει ένα μέλος του σώματος σου δεν είναι απλή η αποθεραπεία γιατί χρειάζεται κουράγιο, υπομονή και επιμονή. Αυτό προσπαθούσα να περάσω στους ιππότες που φρόντιζα. Τους Τούρκους έπρεπε να τους επισκεφθώ με έναν Τούρκο γιατί φοβόντουσαν ότι θα τους έκανα εσκεμμένα κακό. Τόσα λίγα ήξεραν για εμάς τους ιππότες. Ένα κρεβάτι όμως ενός πολύ αρρώστου ο οποίος ήρθε σήμερα είχε από πάνω του φρουρούς. Έπρεπε να πάω και να επέμβω. «Σας παρακαλώ, φύγετε από εδώ. Εδώ είναι χώρος ασθενών, δεν θα προσφέρετε τίποτα με το να κάθεστε από πάνω του ». Τους είπα στην γλώσσα μου και ένας άλλος τους μετέφρασε για να απομακρυνθούν. Τον πλησίασα και τότε εκείνος άνοιξε τα μάτια του. Ήταν βαριά τραυματισμένος καθώς επειδή τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι εκείνος έπεσε σε ένα μεγάλο χαντάκι και τραυματίστηκε πολύ σοβαρά. Οι ώρες του ήταν πραγματικά μετρημένες. Κάτι ψιθύρισε και εγώ έσκυψα κοντά του και έβαλα το αυτί μου δίπλα στο στόμα του. Η αναπνοή του ήταν αδύναμη και με το ζόρι έβγαζε κάτι φθόγγους. Πήγα να σηκωθώ για να του δώσω κάτι για να αντέχει τους πόνους αλλά εκείνος λες και μάζεψε ότι είχε και δεν είχε από δυνάμεις μου έπιασε πολύ δυνατά το χέρι. Τότε ξαναπλησίασα να δω τι έχει να μου πει αλλά την ώρα που πήγε να μιλήσει λιποθύμησε. Έτσι σηκώθηκα και είπα στους βοηθούς να του φέρουν φάρμακα για τον πόνο. Το μυαλό μου πήγε στην Κλειώ και σε αυτό που μου είπε προηγουμένως ο Ονούρ. Ανατρίχιαζα στην ιδέα ότι μπορούσε να την πλησιάσει, να βρεθεί κοντά της όχι να την ακουμπήσει. Μπορούσα να φανταστώ τι θα γινόταν. Θα έμπαινε μέσα μαζί με άλλους πέντε, θα σκότωναν τον άντρα της και μετά θα τη βίαζαν και θα την σκότωναν. Πήρα μια πολύ μεγάλη ανάσα και αμέσως ένιωσα την επιθυμία να πάω να τη δω. Τώρα που ήταν άρρωστη δεν ήταν αμαρτία να την επισκεφθώ, έπρεπε να τη βοηθήσω να γίνει καλά. Δεν


μπορούσα να την αφήσω έτσι. Έτσι μόλις έκανα μια μικρή γύρα στους αρρώστους μου και είδα και τους βαριά ασθενείς στην απομόνωση σηκώθηκα και έφυγα για να τη δω. Πέρασα πολύ γρήγορα τα σοκάκια και βγήκα έξω από την οχυρωμένη πόλη. Εκείνη ζούσε κοντά σε ένα πολύ μεγάλο πάρκο. Ο λόγος που πέρναγα από εκεί ήταν γιατί είχα πληροφορίες ότι ο άντρας της ο Ανδρόνικος προσπαθούσε να οργανώσει κάποια επίθεση εναντίον των Τούρκων. Με έστειλε ο Ονούρ για να δω αν είναι αλήθεια και πλησίασα τον Ανδρόνικο που εργαζόταν στο λιμάνι για να μάθω περισσότερα. Εκείνος όμως δεν είχε καμία σχέση με όλο αυτό και τότε ήταν που γνώρισα την Κλειώ. Μέχρι τότε δεν είχα ερωτευτεί κάποια τόσο πολύ, κάποια που δεν μπορώ να την έχω…. Σίγουρα και εκείνη κάτι θα ένιωθε αλλά η αρετή της ήταν πολύ μεγάλη για να το παραδεχτεί. Όμως αρκετές φορές τη διέκρινα να με κρυφοκοιτάζει όταν μιλούσε με τον άντρα της και καμιά φορά όταν συναντιόμασταν στο δρόμο με άφηνε να περπατήσω δίπλα της. Τώρα μια μαύρη σκιά είναι από πάνω της, εδώ και πολλές μέρες έχει πολύ πυρετό και δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι, φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρει, είναι πολύ αδύναμη. Χτυπάω ελαφριά την πόρτα, δεν θέλω να την τρομάξω. Ένας άντρας μεσαίου αναστήματος, αδύνατος, ξερακιανός ο Ανδρόνικος μου ανοίγει την πόρτα γιατί σήμερα είναι σπίτι και όχι στην δουλειά και αυτό σημαίνει ότι η Κλειώ δεν είναι καθόλου καλά. «Bonjour Ανδρόνικε, μπογώ πεγάσω;» του λέω σε σπαστά Ελληνικά. «Ναι, βέβαια Φιλίπ πέρασε μέσα ». «Κλειώ;» «Τώρα κοιμάται αλλά η νύχτα ήταν ατελείωτη γεμάτη εμετούς και πυρετό. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω, φοβάμαι κιόλας ότι θα κολλήσω και εγώ. » «Μπογώ να δω ;» «Ναι βέβαια πέρασε» μου είπε και με οδήγησε από το φτωχικό καθιστικό του που αποτελούταν από τέσσερις παλιές ξύλινες καρέκλες, ένα τζάκι για θέρμανση και μαγείρεμα και ένα μικρό τραπέζι, στην κρεβατοκάμαρα. Τα παράθυρα ήταν ετοιμόρροπα αλλά οι λευκές κουρτίνες που είχε φτιάξει η Κλειώ ήταν πολύ προσεκτικά ραμμένες. Έκατσα δίπλα της και έκανα νόημα στον άντρα της να βγει έξω για να την εξετάσω. Εκείνη κοιμόταν βαθιά και γαλήνια δεν μου έκανε κουράγιο να την ενοχλήσω όμως έπρεπε. Της έπιασα το μέτωπο απομακρύνοντας τα σγουρά της μαύρα μαλλιά και είδα ότι ο πυρετός είχε υποχωρήσει, της έπιασα το χέρι το οποίο ήταν λες και είχε μαραθεί από την κακοκαιρία και άθελα μου της το χάιδεψα. Δεν ήταν πρέπον, το γνωρίζω, αλλά δεν μπορούσα να αντισταθώ ήθελα να την ακουμπήσω. Ευτυχώς τα εξανθήματα της είχαν φύγει από το πρόσωπο, ίσως οι προσευχές μου να εισακούστηκαν. Άνοιξε αργά τα μάτια της, έμοιαζε λες και δεν είχε δύναμη να ανοιγοκλείσει τα βλέφαρα της. Το υπέροχο ροδαλό της πρόσωπο με τα μεγάλα πράσινα μάτια και τα κόκκινα σαρκώδη χείλη είχε μεταμορφωθεί σε ένα κίτρινο προσωπείο με μαύρους κύκλους, όμως πάλι ήταν η Κλειώ μου, μάλλον η Κλειώ του. «Φιλίπ;» μου είπε σιγανά που ίσα που ακούστηκε. Πήρα ένα βρεγμένο μαντήλι που είχε δίπλα της και της το ακούμπησα στα ξερά της χείλη για να ανακουφιστεί. «Κλειώ εδώ είμαι» της είπα ψιθυριστά στο αυτί. «Σε ονειρευόμουν…» μου είπε και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά σαν τρελή.


«Ονειρευόμουν ότι περπατούσαμε δίπλα δίπλα στο πάρκο και εσύ μου κρατούσες το χέρι». «Κλειώ, κάθε μέγα ήσουν στις πγοσευχές μου » της είπα αν και πραγματικά ήθελα να της πω ότι την αγαπώ και ότι θα ήθελα να περνάω κάθε δευτερόλεπτο μαζί της. Αμέσως μπήκε μέσα ο Ανδρόνικος, δεν μπορούσε να περιμένει άλλο από την αγωνία. Εγώ αμέσως της έπιασα το χέρι και άρχισα να μετράω τους σφυγμούς της. «Είναι καλύτεγα. Πιστεύω ότι ξεπέγασε τον κίνδυνο» του είπα με ένα συγκρατημένο χαμόγελο αισιοδοξίας. «Θα στείλω κγέας από το παλάτι. Πγέπει γίνεις χοντγή γήγογα Κλειώ » της είπα και μάλλον είπα κάτι λάθος γιατί και οι δύο μου χαμογέλασαν. Πάντα χαμογελούσε με τα γλωσσικά μου λάθη. Σηκώθηκα ανακουφισμένος λες και είχε φύγει από πάνω μου το πιο βαρύ φορτίο, τους χαιρέτισα πολύ ευγενικά και με την καρδιά μου να συνεχίζει να χτυπάει με γρήγορους ρυθμούς αναχώρησα πάλι για το νοσοκομείο. Έπρεπε να βιαστώ γιατί σε λίγο θα είχαν αρχίσει να με αναζητούν. Για πρώτη φορά στην ζωή μου ήμουν τόσο ευτυχισμένος. Η Κλειώ αισθανόταν κάτι για μένα, δεν ήμουν μόνος σε αυτό το μαρτύριο της αμαρτίας, όμως βέβαια ποτέ δεν θα έκανα κάτι αμαρτωλό, η σκέψη ότι με σκεπτόταν και εκείνη ήταν αρκετή για να μπορώ να συνεχίζω τη μέρα μου. Πέρασα πάλι από τον έλεγχο τον Τούρκων για να μπω στο νοσοκομείο. Τρέχοντας πήγα στον θάλαμο των αρρώστων γιατί ήξερα ότι είχα καθυστερήσει και είχα αφήσει εκείνο τον ετοιμοθάνατο στα χέρια των Τούρκων. Πλησίασα γρήγορα το κρεβάτι του καθώς ένας Τούρκος ανέπνεε απειλητικά πάνω από το κρεβάτι του. Αμέσως τους έκανα όλους πέρα και έλεγξα τον σφυγμό του ασθενή. Ήταν πολύ αδύναμος, γεμάτος με αίματα και με το ζόρι έβγαινε κάθε φορά η αναπνοή του. Μου φάνηκε πως κάτι ψιθύρισε και πλησίασα κοντά το αυτί μου. «Είμαι από τους 8. Το είδα….. σίγουρα…» είπε και λιποθύμησε. Οι Τούρκοι με κοιτούσαν άγρια και περίμεναν αμέσως να τους πω τι μου είπε. Δεν ήξερα τι να κάνω, ήμουν ο πληροφοριοδότης τους εδώ και πάρα πολύ καιρό αλλά δεν μπορούσα κιόλας να μεταδώσω μια πληροφορία χωρίς να γνωρίζω την σημασία της. Οι εξεγέρσεις των Ελλήνων δεν είχαν καμία σημασία για μένα αλλά δεν μπορούσα να μεταφέρω μυστικά του Αγίου Τάγματος. «Μου είπε ότι θέλει νερό. Σας παρακαλώ βρέξτε τα χείλη του ασθενή και εσείς φύγετε από πάνω του» είπα στους Τούρκους και αμέσως έφυγα για να πάω στο παλάτι. Έπρεπε να βρω τον μεγάλο ξενοδόχο της Γαλλίας και να του το πω, εκείνος θα ήξερε τι σημαίνει, πρέπει να πάω τρέχοντας στο παλάτι και έτσι κάνω. Όλα τα πλακόστρωτα σοκάκια που οδηγούν στο κάστρο είναι πλημμυρισμένα από Τούρκους. Έχουν αφήσει ένα πολύ μικρό μέρος του παλατιού το οποίο φρουρείται διαρκώς για τους αρχηγούς των Ιπποτών, με αυτόν τον τρόπο δεν τους έχουν φυλακίσει μεν αλλά ελέγχουν καλύτερα τις επαφές τους από την στιγμή που δεν τους αφήνουν από τα μάτια τους και δεν γίνονται συναθροίσεις. Πόναγε η καρδιά μου να βλέπω όλους αυτούς τους μουσουλμάνους να βεβηλώνουν το παλάτι μας, τις εκκλησίες μας και όλη μας τη ζωή αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Σταμάτησα στην είσοδο για να με ελέγξουν και σήκωσα πάλι τα χέρια μου ψηλά. Τους είπα ότι θέλω να δω τον ανώτερο μου για την υγεία ενός ασθενούς και με άφησαν να περιμένω. Ο ένας από αυτούς, ο πιο βλοσυρός με τα μακριά γένια και το μεγάλο λευκό


σαρίκι πήγε να ρωτήσει τον ανώτερο του ο οποίος ήταν μέσα στο παλάτι αν πρέπει να περάσω μέσα. Μετά από μία αναμονή δέκα λεπτών, στεκόμουν ακόμα όρθιος να με λοξοκοιτάζει ο άλλος φρουρός ο οποίος φαινόταν να μην με εμπιστεύεται καθόλου. Μετά από λίγο ήρθε επιτέλους ο άλλος και με συνόδευσε μέσα στο παλάτι. Μπαίνοντας στην κεντρική είσοδο μαύρισε η ψυχή μου βλέποντας πως αντί για τα λάβαρα των Ιπποτών ήταν υψωμένες Τούρκικες σημαίες νίκης. Ακολούθησα τον φρουρό στον επάνω όροφο και αφού περπατήσαμε στους πάλαι ποτέ γεμάτους ζωή και πνεύμα διαδρόμους, φτάσαμε σε ένα δωμάτιο το οποίο παλιά ήταν χώρος φιλοξενουμένων. Τώρα είμαστε φιλοξενούμενοι… Έξω από την πόρτα είχε δύο φρουρούς ακόμα και ο δικός μου ο φρουρός μίλησε στον ένα από τους δύο και μου άνοιξαν την πόρτα για να μπω μέσα. Εκεί σε αυτόν τον μεγάλο χώρο βρήκα τον μεγάλο ξενοδόχο και τον μεγάλο Μάγιστρο να συζητάνε καθισμένοι απέναντι ο ένας από τον άλλον σε ένα τραπέζι. Μόλις τους είδα έκανα μια βαθιά υπόκλιση και τους πλησίασα. Ο μεγάλος ξενοδόχος χάρηκε πάρα πολύ που με είδε και αμέσως σηκώθηκε όρθιος και ήρθε να με αγκαλιάσει, ο Μάγιστρος απλώς μου έγνεψε από μακριά, πάντα ήταν απόμακρος και δεν φαινόταν να με πολυσυμπαθεί. «Φιλίπ πως σε άφησαν να μπεις μέσα; Μας έχουν αποκλεισμένους εδώ, σπάνια έχουμε επαφή με κάποιον άλλο από το τάγμα των Ιπποτών. Είχα αρχίσει να ανησυχώ για σένα». «Κύριε έχω κάτι πολύ σημαντικό να σας πω ». «Σε ακούμε» είπε ο Μάγιστρος και έπιασε το περιποιημένο του γκρίζο μούσι. «Έχω έναν Γάλλο ασθενή ο οποίος έτρεχε να ξεφύγει από τους Τούρκους. Δεν τον έχουν αφήσει δευτερόλεπτο μόνο του και μοιάζουν σαν να περιμένουν να τους πει κάτι. Είναι σε πολύ κακή κατάσταση η υγεία του. Ο λόγος που με έφερε μέχρι εδώ ήταν αυτό που μου ψιθύρισε στο αυτί. Μου είπε ότι είναι ένας από τους οκτώ και ότι το έχει δει σίγουρα. Δυστυχώς μετά λιποθύμησε. » Μόλις είπα αυτό αμέσως αντάλλαξαν βλέμματα και ο Μεγάλος Ξενοδόχος με έπιασε από τον ώμο. «Τι είπες στους Τούρκους;» «Μιας και δεν κατάλαβαν, τους είπα ότι θέλει νερό αλλά δεν νομίζω να με πίστεψαν». «Είπες κάτι σε κάποιον άλλον;» «Όχι, πίστεψα ότι είναι σημαντικό και ήρθα κατευθείαν σε εσάς». «Άκουσε παιδί μου ήρθε η ώρα να υπηρετήσεις το τάγμα μας με όση αφοσίωση δεν είχες υπηρετήσει ποτέ. Αυτός ο άνθρωπος κατέχει ένα τεράστιο μυστικό το οποίο πρέπει να βρεις τρόπο να σου το πει πριν πεθάνει και χωρίς να γίνεις αντιληπτός. Καλύτερα είναι να μην σου πούμε κάτι παραπάνω γιατί όσα περισσότερα γνωρίζεις τόσο περισσότερο θα κινδυνεύσεις. Πρέπει να τον προστατέψεις ακόμα και με τη ζωή σου, γιατί το μυστικό αυτό μπορεί να κάνει καλύτερη τη ζωή μας για πολλές γενιές ιπποτών. Πρέπει να τον προστατέψεις μήπως και σωθεί αυτή τη φορά η ψυχή σου μετά από όλα όσα έχεις κάνει μέχρι σήμερα». « Δεν κατάλαβα αυτό που μου είπες τελευταίο» «Παιδί μου δεν έχει έρθει η ώρα να το καταλάβεις» μου απάντησε με ένα τόνο που δεν χωρούσε περαιτέρω ερωτήσεις. «Το μυστικό τι είναι; Κειμήλια; Είναι χρήματα; Χρυσό;» «Σε παρακαλώ μην ρωτάς άλλα. Πήγαινε μόνο πίσω και προσπάθησε να τον κάνεις


καλά είναι ζωτικής σημασίας για το τάγμα μας». «Όπως επιθυμείτε» τους είπα υποκλίθηκα και βγήκα από την πόρτα για να με παραλάβει ο φρουρός και να με συνοδεύσει έξω από το κάστρο. Μόλις βγήκα έξω από την πόρτα άρχισα να πηγαίνω με πολύ γρήγορο βήμα προς το νοσοκομείο. Πόσο πολύ μου είχε λείψει η πατρική παρουσία του Μεγάλου Ξενοδόχου. Ανέκαθεν με φρόντιζε και με συμβούλευε και τώρα που τον είδα διαπίστωσα ότι όλες αυτές οι συνθήκες τον είχαν γεράσει πρόωρα. Τα γκρίζα μαλλιά του είχαν αρχίσει να αραιώνουν και τα πυκνά του φρύδια είχαν αρχίσει να ασπρίζουν. Ο Μεγάλος Μάγιστρος ήταν πάντα ίδιος απρόσιτος και επιβλητικός. Φαίνεται είχε πιο πολλά αποθέματα κουράγιου για να μπορεί να αντιμετωπίζει τέτοιες καταστάσεις. Αυτή ήταν η πιο σημαντική αποστολή μου και έπρεπε να είναι επιτυχημένη. Γύρισα πίσω και με έψαξαν για μια ακόμα φορά πριν περάσω από την είσοδο του νοσοκομείου. Εγώ σήκωσα τα χέρια μου ψηλά για να τους διευκολύνω και να πάω όσο το δυνατόν γρηγορότερα μέσα στον ετοιμοθάνατο. Σχεδόν τρέχοντας πέρασα στο δωμάτιο των ασθενών προσπέρασα τους πάντες και έτρεξα προς το κρεβάτι του ιππότη. Όχι, δεν μπορεί , δεν είναι δυνατόν το κρεβάτι είναι άδειο. «Νοσοκόμα, που τον μετέφεραν;» είπα στην νοσοκόμα που πέρναγε από δίπλα μου. «Στο νεκροταφείο» μου είπε και πήγε στον ασθενή της «Ξέρεις αν είπε κάτι;» ρώτησε εντελώς αδιάφορα για να μην καταλάβει πόσο πολύ τον έκαιγε το ζήτημα. «Μόλις φύγατε ξεψύχησε, δεν μίλησε με κανέναν εκτός από εσάς» αυτή της η πρόταση ηχεί στα αυτιά μου σαν άγγελος θανάτου. Κοίταξα γύρω μου και είδα να με πλησιάζουν ένοπλοι φρουροί. Δεν νομίζω ότι προλαβαίνω να αποδράσω. Τι να κάνω; Να παραδοθώ και να υπομείνω βασανιστήρια για να τους πω κάτι το οποίο δεν πρόλαβα να μάθω ή να πάω να αποδράσω και να πεθάνω στην προσπάθεια; Η καρδιά μου χτυπάει πολύ δυνατά, τα χέρια μου τρέμουν και άρχισε να με λούζει κρύος ιδρώτας. Δεν ξέρω τι να κάνω… Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία Ο Κύριος μετά Σου…" «Λυδία, άκουσε την φωνή μου και σιγά σιγά θέλω να πας στο μέρος όπου αισθάνεσαι ασφαλής. Δεν πρόκειται να σου συμβεί τίποτα. Θέλω να αρχίσεις να παίρνεις βαθιές αναπνοές…» ο Κωνσταντίνος προσπαθούσε να ηρεμήσει τη Λυδία η οποία τα τελευταία λόγια τα έλεγε με απίστευτη αγωνία. Μόλις εκείνη άκουσε την φωνή επανήλθε στην ασφαλή πραγματικότητα και αμέσως άρχισε να ηρεμεί. Μόλις μέτρησε ο Κωνσταντίνος ανάποδα από το δέκα μέχρι το ένα εκείνη άνοιξε χαμογελαστή τα μάτια της. «Τι έγινε γιατρέ; Είπα κάτι ενδιαφέρον;» του είπε με χαμόγελο αφού δεν θυμόταν τίποτα από ότι είχε διηγηθεί μέχρι τώρα. «Φίλη μου Λυδία. Πρέπει πραγματικά να το ακούσεις τώρα. Έχω χρόνο να το ακούσουμε μαζί γιατί πιστεύω ότι θα θέλεις κάποιον να του μιλήσεις» η Λυδία σοβάρεψε και σηκώθηκε για να κάτσει απέναντι του στο γραφείο του. Ο Κωνσταντίνος πάτησε την ηχογράφηση και κοίταζε τις αντιδράσεις της Λυδίας. Η Λυδία το άκουσε χωρίς καμία διακοπή και έπειτα χωρίς να πει τίποτα έμεινε να κοιτάζει το κασετοφωνάκι με ένα κενό


βλέμμα. «Πως αισθάνεσαι;» «Σε ευχαριστώ που μου κράτησες συντροφιά όμως πρέπει να φύγω και πρέπει να φύγω αμέσως τώρα ». είπε και σηκώθηκε αποφασιστικά από τη θέση της. «Ξέρω ότι πρέπει να έρθω άλλη μια φορά ακόμα όμως θα σου τηλεφωνήσω εγώ για το πότε γιατί πρέπει πρώτα να κάνω κάποια πράγματα» είπε του έδωσε το χέρι της και έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Βγήκε γρήγορα από το κτήριο και κατευθύνθηκε πολύ γρήγορα προς το αυτοκίνητο της. Ήταν πάρα πολύ μπερδεμένη και ταραγμένη με όλα αυτά που άκουσε. Εκείνη δεν πίστευε σε αυτά εξ αρχής αλλά με όλο αυτά που άκουσαν τα αυτιά της έπρεπε να τα διαπιστώσει και μόνη της. Έπρεπε να πάει μέχρι την παλιά πόλη, θυμόταν πάνω κάτω τι είχε περιγράψει και έπρεπε να δει με τα μάτια της αν ήταν όντως έτσι. Στάθμευσε όσο πιο κοντά γινόταν και ξεκίνησε να περπατάει με πολύ γρήγορο βήμα προς την Πύλη της Ελευθερίας. Πέρασε μέσα στο κάστρο όπως είχε ξαναέρθει πριν από λίγες μέρες και με το ίδιο γοργό βήμα έφτασε μέχρι την πλατεία Μεγάλου Αλεξάνδρου και μετά σταμάτησε και κοίταζε μπροστά. Ήξερε ότι αν έκανε ένα βήμα ακόμα ίσως άλλαζε η ζωή της όπως την ήξερε μέχρι τώρα. Μέχρι εκείνο το σημείο είχε πάει στην παλιά πόλη αν οι περιγραφές του υπνωτισμού ταίριαζαν τότε για εκείνη αρκούσε σαν απόδειξη ότι είχε ξαναζήσει. Αν ίσχυαν όλα αυτά περί προηγούμενων ζωών θα έπρεπε να σκεφτεί τι λάθος έκανε σε τόσες ζωές και πως θα μπορούσε να το διορθώσει τώρα. Έπειτα γιατί πάντα είχε μια ανεκπλήρωτη αγάπη, πως κατάφερνε πάντα να παγιδεύεται σε ζωή που δεν της ταίριαζε; Αν όμως ήταν όλα φαντασιώσεις αποκύημα μιας βαρετής ζωής θα της έφευγε ένα μεγάλο βάρος, ένα βάρος μια μοίρας που δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει. Με μια βαθιά αναπνοή ξεκίνησε να περπατάει προς την οδό των Ιπποτών. Αριστερά της είδε το αρχαιολογικό μουσείο και πλησίασε κοντά. Διάβασε την πινακίδα και είδε ότι το αρχαιολογικό μουσείο ήταν το νοσοκομείο. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της, άραγε εκεί είχε αφήσει την τελευταία της πνοή σαν Φιλίπ; Σκέφτηκε και πέρασε μέσα στον προαύλιο χώρο. Περπάτησε γύρω γύρω στην αυλή λες και κάτι θα ήταν αρκετό για να την ταρακουνήσει και να της ξυπνήσει αναμνήσεις. Παρατηρούσε το ψηφιδωτό δάπεδο και χάζευε το λιοντάρι που έτρωγε ένα ζώο. Μπήκε στην αίθουσα με τα παλιά κανόνια και τις αλυσίδες που έδεναν τα πλοία, είδε και μία από τις αλυσίδες που έδεναν στα πόδια των αιχμαλώτων και βγήκε έξω. Ήθελε να πάει στην επάνω αίθουσα, την αίθουσα των αρρώστων αν και πραγματικά φοβόταν κιόλας. Ανέβηκε πάνω και κοίταξε όλα τα οικόσημα των Ιπποτών, ανάγλυφες ταφόπλακες και ενεπίγραφες πλάκες που είχαν εκθέσει για το κοινό. Σε μια επιγραφή διάβασε ότι αυτός ήταν ο χώρος των ασθενών και χωρούσε 32 κλίνες. Ένιωσε να κλονίζεται ολόκληρη, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει αυτήν την πληροφορία από μόνη της και να την πει στην ύπνωση. Ταραγμένη βγήκε από την αίθουσα και κατέβηκε τις σκάλες. Ήθελε να βγει γρήγορα από το κτήριο αυτό γιατί η σκέψη ότι εκεί ίσως είχε πεθάνει της προκαλούσε ναυτία και ζαλάδα. Σχεδόν τρέχοντας και με την καρδιά να χτυπάει σαν τρελή έφυγε από το μουσείο και κοίταξε μπροστά στην οδό Ιπποτών. Χρειαζόταν μία ακόμα διασταύρωση για να πειστεί εντελώς. Με τα πόδια της να τρέμουν άρχισε να ανηφορίζει στο πλακόστρωτο. Είδε πολλά κτήρια με πολλά οικόσημα αλλά δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιο οικόσημο αντιστοιχούσε


που και συνέχισε να περπατάει μέχρι που αντάμωσε σε κάτι ερείπια στο τέλος του δρόμου. Εκεί είδε μια επιγραφή που έλεγε ότι τα ερείπια αυτά ανήκαν στον μεγάλο ναό του Αγίου Ιωάννη του προστάτη αγίου του τάγματος και ότι ο ναός επί Τουρκοκρατίας είχε μετατραπεί σε τζαμί. Κοίταξε απέναντι της το παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου και ένιωθε να ζαλίζεται. Όλο αυτό ήταν πολύ για εκείνη….

Ο σκοπός της ζωής είναι μια ζωή με σκοπό. Robert Byrne, 1928 -, Αμερικανός σκακιστής

«Λυδία, Λυδία είσαι καλά;» η Λυδία ζαλισμένη προσπαθούσε να ανοίξει τα μάτια της. Μπροστά της έβλεπε τη θολή εικόνα ενός άντρα ο οποίος στεκόταν από πάνω της. Σιγά σιγά άρχισε να ξεκαθαρίζει η εικόνα και είδε τον Άλκη να την κοιτάζει γεμάτος ενδιαφέρον και ανησυχία κρατώντας της απαλά το χέρι. «Τι έγινε;» «Λιποθύμησες ». «Και εσύ;» «Βρήκαν την κάρτα μου στο πορτοφόλι σου και με κάλεσαν. Ευτυχώς ήμουν δίπλα και ήρθα αμέσως. Να σου φέρω κάτι; Ένα νεράκι; » «Όχι ευχαριστώ » είπε η Λυδία και έπιασε το κεφάλι της το οποίο πρέπει να είχε χτυπήσει πέφτοντας. Την είχαν πάρει από εκεί που έπεσε και την είχαν βάλει σε μια καρέκλα στην πιο κοντινή ταβέρνα. Γύρω της υπήρχαν οι άνθρωποι που τη βοήθησαν, άγνωστοι σε εκείνη, ποιος ξέρει πόση ώρα ήταν αναίσθητη. «Σας ευχαριστώ όλους για το ενδιαφέρον, πραγματικά σας ευχαριστώ. Είμαι καλά τώρα, μπορείτε να γυρίσετε στις δουλειές σας» είπε με πολύ μεγάλη αμηχανία προσπαθώντας να διώξει την προσοχή από πάνω της. «Άλκη σε ευχαριστώ πάρα πολύ που ήρθες, αν και πραγματικά πρέπει να πέταξες». «Τι με ευχαριστείς; Υπήρχε περίπτωση να σε αφήσω έτσι;» της απάντησε με τον πιο γλυκό τόνο της φωνής του. Εκείνη την στιγμή άρχισε πάλι να χτυπάει το τηλέφωνο της και είδε ότι ήταν η Τσίλια. Δεν ήθελε καθόλου να της μιλήσει ειδικά με αυτόν τον πονοκέφαλο που είχε, έτσι το έβαλε στο αθόρυβο. «Έχεις φάει κάτι;» «Να σου πω τελικά δεν πρόλαβα». «Δεν είπες ότι είχες κανονίσει;» «Ναι, αλλά δεν πρόλαβα να φάω. Εσύ; » «Με κάλεσαν να πάω στην ανασκαφή για ένα θέμα και δεν έφαγα ούτε εγώ. Μιας που καθόμαστε στην ταβέρνα δεν τσιμπάμε κιόλας κάτι;» «Να σου πω, καλή ιδέα » είπε η Λυδία και αμέσως ο Άλκης φώναξε τον σερβιτόρο. «Λοιπόν εγώ θέλω μια μερίδα σουβλάκι, χωρίς τζατζίκι, μια μερίδα πατάτες και μια χωριάτικη». «Και εγώ θέλω μια μερίδα σουβλάκι χωρίς τζατζίκι και κρεμμύδι». «Τι θα πείτε;»


«Εγώ νεράκι» είπε η Λυδία. «Εμένα φέρε μου ένα ποτήρι λευκό κρασί» είπε ο Άλκης και ο σερβιτόρος έφυγε. Αμέσως ήρθε ο βοηθός με τα κουβέρ και τα ποτά. «Σου χρωστάω μια ακόμη εξήγηση και νιώθω ότι έχω μεγάλη ανάγκη να το συζητήσουμε». «Σε ακούω». «Όταν ήρθα συνάντησα μια γυναίκα σε ένα ξωκλήσι κοντά στο Φαληράκι και μου είπε τον καφέ. Αν και δεν πιστεύω σε αυτά με τρομοκράτησε σχετικά με τη μοίρα μου και με έστειλε σε έναν ανιψιό της. Πήγα λοιπόν εκεί από καθαρή περιέργεια για να διαπιστώσω ότι ήταν υπνωτιστής και μου έκανε ταξίδι στις προηγούμενες μου ζωές. Μην με κοιτάς όμως με αποδοκιμασία γιατί δεν θα συνεχίσω» είπε η Λυδία επειδή έβλεπε τον Άλκη να κάνει γκριμάτσες. «Συγνώμη αλλά δεν πιστεύω σε αυτά μου φαίνονται ότι είναι χαζομάρες. Συνέχισε όμως να δω τι σε απασχολεί». «Άλκη, ούτε εγώ πίστευα μέχρι πριν από λίγο. Στις αναδρομές που έκανα με μαγνητοφώνησε για να τα ακούσω μόνη μου. Εκεί ήμουν προηγουμένως. Είπα πράγματα τα οποία δεν μπορούσα να τα βγάλω από την φαντασία μου. Δεν είχα δει ποτέ μου τον κεντρικό δρόμο των Ιπποτών και όμως τον περιέγραψα επίσης μίλησα και για μια εκκλησία που είχε μετατραπεί σε τζαμί σε συγκεκριμένη τοποθεσία που δεν υπήρχε περίπτωση να το γνωρίζω. Αλήθεια σου λέω και το πιο περίεργο από όλα είναι ότι σε όλες μου τις αναδρομές φαίνεται να βρίσκομαι αντιμέτωπη με τον θάνατο κοντά στο άρμα του Ήλιου ή γύρω από αυτό το θέμα. Μόλις λοιπόν θεώρησα ότι έχω αποδείξεις σχετικά με το γεγονός ότι οι προηγούμενες μου ζωές όντως υπήρξαν λιποθύμησα. Πιστεύω ότι σε κάθε μου ζωή είχα ένα σκοπό αλλά δεν το γνώριζα, να προστατέψω το άρμα του Ήλιου. Θέλω οπωσδήποτε να βρούμε τον Κώστα και να τον ρωτήσω σχετικά με όλα αυτά. Θα σήμαινε πολλά για μένα να με βοηθήσεις. » κατέληξε η Λυδία κοιτώντας τον Άλκη με ένα βλέμμα προσμονής. Ο Άλκης αν και όλο αυτό το θεωρούσε εντελώς τρελό δεν ήθελε να της αρνηθεί τη βοήθεια του. Με αυτόν τον τρόπο θα πέρναγε πιο πολύ χρόνο μαζί της και ταυτόχρονα θα της αποδείκνυε ότι όλα αυτά είναι κουταμάρες. «Εντάξει , θα σε βοηθήσω» της απάντησε τελικά και είδε αμέσως τα μάτια της να λάμπουν από χαρά. Εν τω μεταξύ τους έφεραν όλα μαζί τα φαγητά και ξεκίνησαν να γευματίζουν. «Για πες μου λοιπόν Λυδία. Ποια είναι τα χόμπι σου;» «Μου αρέσει πολύ να διαβάζω βιβλία, το σινεμά και κυρίως τα ταξίδια σε διαφορετικά μέρη. Μου αρέσει να μαθαίνω συνέχεια νέα πράγματα. Εσένα; » «Μου αρέσει η ιστορία, έκπληξη ε; Επίσης μου αρέσει να κάνω παρέα με όμορφες και ενδιαφέρουσες κοπέλες» είπε χαμογελώντας και η Λυδία χαμογέλασε και εκείνη νιώθοντας ένα ελαφρύ κοκκίνισμα στα μάγουλα της. «Τι σου αρέσει στην ιστορία; » «Μου αρέσει ότι αν έχεις το ανάλογο πάθος και την φαντασία να την οραματιστείς είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα και γεμάτη με ίντριγκες από το πιο καλό μυθιστόρημα ». «Να σου πω, από αυτήν την σκοπιά έχεις δίκιο». «Επίσης μου αρέσουν τα γρήγορα αυτοκίνητα και κάθε είδους σπορ».


«Αυτό το τελευταίο φαίνεται αμέσως» σκέφτηκε η Λυδία από μέσα της βλέποντας το καλοσχηματισμένο του σώμα"Τι μουσική ακούς;» «Ακούω τα πάντα αν η ώρα είναι κατάλληλη». «Ποιο είναι το αγαπημένο σου τραγούδι;» τον ρώτησε η Λυδία και ο Άλκης με αυτήν την ερώτηση χάθηκε για λίγο στις αναμνήσεις του. Σκέφτηκε ότι δεν είχε μόνος του αγαπημένο τραγούδι αλλά είχε μαζί την Σοφία ένα το οποίο το άκουγαν στο πρώτο τους φιλί και το χόρεψαν στον αρραβώνα τους. «Δεν έχω αγαπημένο τραγούδι. Εσύ;» «Να σου πω ούτε εγώ έχω κάποιο συγκεκριμένο…απλώς ρώτησα από περιέργεια» είπε χαμογελώντας. Ο Άλκης φαινόταν να απολαμβάνει πραγματικά την παρέα της Λυδίας αν και πολλές φορές του ερχόταν στο μυαλό η Σοφία σαν σκιά από το παρελθόν όμως έβαζε όλη του την προσπάθεια να τη διαγράψει. Είχε κάνει τόσα για εκείνην αλλά πραγματικά δεν τα άξιζε. Βέβαια δεν το ήξερε τότε αλλά το καταλάβαινε τώρα αφού είχε ήδη πληγωθεί. Θυμόταν όταν την είχε γνωρίσει στο μουσείο. Εκείνη ήταν ξεναγός και εκείνος εργαζόταν στην συντήρηση των αρχαιοτήτων. Πόσο πολύ τον είχε εντυπωσιάσει ο τρόπος, το πάθος που μιλούσε για τα εκθέματα. Του είχε φανεί τόσο πολύ γοητευτική, τόσο όμορφη, αιθέρια. Ήταν θέμα χρόνου να την πλησιάσει και να της μιλήσει. Η χημεία ήταν στον αέρα, ο ένας συμπλήρωνε την φράση του άλλου ασταμάτητα. Ενθουσιασμός, έρωτας, αγάπη. Μετά όλα διαλύθηκαν σαν καπνός. «Θέλεις να πάρουμε τηλέφωνο τώρα τον κύριο Κώστα μήπως και καταφέρουμε να τον συναντήσουμε το απόγευμα;» της είπε για να την ευχαριστήσει και να ξεκολλήσει το μυαλό του. «Και το ρωτάς; » Ο Άλκης παίρνει το κινητό του βγάζει από το πορτοφόλι του ένα χαρτάκι και ξεκινάει να παίρνει το νούμερο που του είχε δώσει ο Αρίστος. «Ναι, παρακαλώ; Ο κύριος Κώστας;» «Πήρα το 6932493446; Από πότε έχετε αυτό το νούμερο;…Α.. …κατάλαβα. Συγνώμη για την ενόχληση». «Τι έγινε;» ρώτησε η Λυδία γεμάτη με αγωνία καθώς κρεμόταν από τα χείλη του. «Το νούμερο αυτό το έχει εδώ και ένα χρόνο ένας νεαρός ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τον Κώστα που αναζητούμε. Όμως να δοκιμάσω το άλλο νούμερο που μας έδωσε» είπε και αμέσως πληκτρολόγησε ένα νούμερο που φαινόταν να είναι από την Ρόδο. «Γεια σας. Συγνώμη που πήρα; Α, μάλιστα. Γυρεύω τον κύριο Κώστα Χατζή όμως δεν γνωρίζω το νούμερο του δωματίου του. Ναι, περιμένω…» μετά από λίγη ώρα στην αναμονή: «Ναι, με σας μιλούσα προηγουμένως; ΟΚ, ψάχνω τον κύριο Κώστα Χατζή τον αιγυπτιολόγο όμως δεν γνωρίζω το δωμάτιο του. Σοβαρά; Δεν το ήξερα και δεν τον γνωρίζω κιόλας τον κύριο, άλλος μου έδωσε αυτό το τηλέφωνο για να επικοινωνήσω μαζί του. Κρίμα όμως… Ευχαριστώ και λυπάμαι για την αναστάτωση. Γεια σας ». «Τι έγινε;» είπε η Λυδία γεμάτη αγωνία καθώς ο Άλκης έκλεινε το κινητό του. «Το τηλέφωνο που πήρα ανήκει στο ξενοδοχείο που διέμενε ο Κώστας πριν από χρόνια. Η δεύτερη ρεσεψιονίστ που μίλησα ήταν πιο παλιά από την πρώτη και γνώριζε τη


περίπτωση γιατί ήταν εκεί όταν είχε έρθει η αστυνομία και είχε σφραγίσει το δωμάτιο του ξενοδοχείου για να βρει πιθανά στοιχεία που να δικαιολογούν την εξαφάνιση του ». «Την εξαφάνιση του; Μα σοβαρά μιλάς τώρα;» «Ναι δυστυχώς. Για αυτό το λόγο δεν μπορούσε να τον βρει ο Αρίστος. » «Δηλαδή η έρευνα για το άρμα του Ήλιου έλαβε ένα άδοξο τέλος. Κρίμα…» «Όχι απαραίτητα. Έχω έναν φίλο στην αστυνομία ο οποίος είναι σε καλή θέση και θα μπορέσει να μας βοηθήσει». «Και τι θα κερδίσουμε από αυτό;» «Τον φάκελο της εξαφάνισης του ». «Δηλαδή θα βρούμε εμείς κάποιον που η αστυνομία με το προσωπικό της και τον εξοπλισμό της έψαξε και δεν βρήκε;» «Όχι αλλά μπορεί να έχει αφήσει πίσω του στο δωμάτιο στοιχεία ή έρευνα για το άρμα σου. Δεν χάνουμε κάτι από το να δοκιμάσουμε σωστά; Έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις;» «Έ, όχι ». είπε αμήχανα κοιτώντας τα άδεια πιάτα μπροστά τους. Ο Άλκης άφησε χρήματα πάνω στο τραπέζι και την πήρε από το χέρι για να σηκωθεί από το τραπέζι. «Δεν πιστεύω να ζαλίζεσαι ακόμα ε;» «Όχι, τώρα που έφαγα μια χαρά είμαι. Ευχαριστώ που ρωτάς». «Θα πάμε με το δικό μου εντάξει; Όμως έχω παρκάρει λίγο μακριά ». «Ναι σαφέστατα προτιμώ το δικό σου από το δικό μου» είπε η Λυδία και άρχισαν να περπατάνε ο ένας δίπλα στον άλλο στο πλακόστρωτο. «Θέλεις να κάνουμε πρώτα μια μικρή βόλτα στην πόλη;» «Ναι , γιατί όχι;» Η Λυδία ένιωθε ότι ξαφνικά είχε βρει ένα μεγάλο κομμάτι που της έλειπε. Όσο ήταν μαζί με τον Άλκη ένιωθε πλήρης και χαρούμενη κάτι που μέχρι τώρα δεν το είχε νιώσει με κανένα. Πριν από το Δημήτρη είχε διάφορες σχέσεις τις οποίες στο τέλος τις βαριόταν και τις έληγε ξαφνικά. Ενώ οι σχέσεις της είχαν διάρκεια δεν είχαν την ποιότητα που εκείνη αναζητούσε. Βέβαια μόνο το Δημήτρη είχε τολμήσει να παρουσιάσει στους γονείς της. Μόνο εκείνος είχε το ανάλογο σοβαρό βιογραφικό για να τον δείξει. Τώρα με τον Άλκη αισθανόταν ότι είχε μια ελπίδα για την ευτυχία αλλά έπρεπε να πάρει πολλές αποφάσεις πρώτα. Αποφάσεις για το που θα μένει, για τη δουλειά της και φυσικά έπρεπε εκείνος να της προτείνει κάτι ανάλογο κάτι το οποίο φαινόταν απίστευτα δύσκολο και επιπόλαιο αν αναλογιστεί το πόσες μέρες γνωρίζονται. Βέβαια θα μπορούσε να μείνει στην Ρόδο για πάντα ήταν τόσο όμορφο νησί και όσο περπατούσε μέσα στην παλιά πόλη ένιωθε ότι ο χρόνος είχε σταματήσει και είχε παγώσει τα πάντα. Αν οι άνθρωποι ήταν ντυμένοι ανάλογα θα μπορούσε πολύ εύκολα να ξεγελαστεί και να νομίζει ότι βρίσκεται στην εποχή των Ιπποτών. Όλα αυτά τα οικόσημα που έβλεπε τα απομεινάρια μιας εποχής που δεν θα ξαναγυρίσει πίσω, όλα τα τούρκικα κατάλοιπα που υπήρχαν στην πόλη έκαναν μια απίστευτη μίξη που σε ταξίδευε συνέχεια πίσω στο χρόνο. Όμως ήξερε ότι ονειροβατούσε, αλλά δεν ήθελε να σταματήσει. Ήταν ωραία να ξεφεύγει λίγο από την προβλέψιμη ζωή της. «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι κατακτητές προσπάθησαν να ξαναφτιάξουν το οχυρό το οποίο είχε χαλάσει από τις αλλεπάλληλες συγκρούσεις. Από τα γκρεμισμένα σπίτια ήθελαν


να πάρουν τις πέτρες προκειμένου να πετύχει η αναστήλωση. Εκεί που έσκαβαν βρήκαν μια εκκλησία και πάρα πολλές εικόνες οι οποίες ήταν κατεστραμμένες εκτός από μία. Μία από αυτές έμοιαζε σαν να είχε αγιογραφηθεί την ίδια μέρα. Παρουσίαζε έναν νέο στρατιωτικό και γύρω του υπήρχαν δώδεκα παραστάσεις που έδειχναν τα μαρτύρια του. Αυτός ήταν ο Άγιος Φανούριος και εκεί με πολύ πίεση κατάφεραν τότε και έχτισαν την εκκλησία του Αγίου Φανούριου του πολιούχου της Ρόδου που βλέπεις εκεί. » «Πολύ ωραία ιστορία» σχολίασε η Λυδία βλέποντας την εκκλησία. «Πάμε όμως τώρα και να μου χρωστάς ξενάγηση του παλατιού; Είμαι σίγουρη ότι κανείς δεν θα είναι καλύτερος ξεναγός από εσένα». «Με καλοπιάνεις;» «Εννοείται…» Μετά από λίγη ώρα βιαστικού περπατήματος βγήκαν από την πόλη και έφτασαν στο αυτοκίνητο του Άλκη. Μπήκαν μέσα έβαλε το κλειδί στην μίζα για να φύγουν και μετά σταμάτησε. «Κάτσε να του τηλεφωνήσω πρώτα» είπε και πήρε το κινητό του. «Έλα Πάνο. Ο Άλκης είμαι. Τι γίνεται; Όλα καλά; Θέλω τη βοήθεια σου σε κάτι. Έλα τώρα δεν σε παίρνω τηλέφωνο μόνο όταν θέλω κάτι….Σαν γυναίκα κάνεις…Είσαι υπηρεσία; Θέλω να μου δώσεις ένα φάκελο εξαφάνισης, του αιγυπτιολόγου του Κώστα Χατζή. Δεν θα το μάθει κανείς σου το υπόσχομαι και θα σου τον επιστρέψω άθικτο αύριο. Ούτως ή άλλως έχετε αντίγραφα σωστά; Το αντίγραφο δώσε μου. Τέλεια…Πότε; Εντάξει. Σε ευχαριστώ πάρα πάρα πολύ και θα σου χρωστάω ». «Τα κατάφερες;» ρώτησε η Λυδία με μια συγκρατημένη χαρά. «Ναι, όλα καλά. Θα περάσω σε μισή ώρα λίγο πιο κάτω από το τμήμα και θα μου το δώσει. Δεν θέλει να πάω από εκεί για να μην δώσουμε στόχο καθώς όπως καταλαβαίνεις αυτό είναι εντελώς παράνομο. Βέβαια με εμπιστεύεται και δεν είναι και καμιά τρομερή υπόθεση που φοβούνται να μην χαθούν αρχεία. Τον ξέρω εδώ και πάρα πολύ καιρό από όταν είχα έρθει στην Ρόδο. Έβγαινε με μια συνάδελφο μου με την οποία τελικά χώρισαν αφού όμως εμείς είχαμε ήδη γίνει φίλοι. Η συνάδελφος πήρε μετάθεση και η φιλία μας έμεινε. Όλο μου τηλεφωνεί για να βγούμε αλλά πάντα είμαι μπλεγμένος με τη δουλειά και για αυτό γκρινιάζει» είπε ο Άλκης και ξεκίνησε για την τοποθεσία που είχαν συμφωνήσει. Θα περίμεναν λίγο βέβαια αλλά δεν τον πείραζε αφού είχε τόσο ωραία παρέα. Όσο περνούσε χρόνο μαζί της τόσο είχε αρχίσει να την ερωτεύεται και να διώχνει από μέσα του την σκιά της Σοφίας. Αν και όλη αυτή η ιστορία του φαινόταν λίγο τρελή δεν τον πείραζε να ασχοληθεί με κάτι άλλο στην ζωή του πέρα από τη δουλειά του και τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Ίσα ίσα που του φαινόταν μια μικρή πρόκληση να μάθει για το άρμα του Ήλιου. «Εδώ είμαστε. Περίμενε στο αυτοκίνητο με τα αλάρμ γιατί δεν νομίζω να βρω να παρκάρω. Αν έχεις πρόβλημα κάνε βόλτα το τετράγωνο ». «Που θα συναντηθείτε;» «Αφού θα κρατάει φάκελο μου είπε να τον περιμένω μέσα στο ταχυδρομείο. Καλή ιδέα ε;» είπε ο Άλκης και βγήκε έξω από το αυτοκίνητο αφήνοντας μέσα τα κλειδιά. Η Λυδία πήγε και έκατσε αμέσως στην θέση του οδηγού καθώς για εκείνη ήταν δεδομένο ότι θα έπρεπε να γυρίζει γύρω γύρω με το αυτοκίνητο μέχρι να βγει ο Άλκης από το


ταχυδρομείο, για να μην εμποδίζει την κυκλοφορία. Ο Άλκης μπήκε βιαστικά μέσα και πήρε ένα χαρτί προτεραιότητας για να περιμένει στην ουρά. Είχε μπροστά του άλλα 15 νούμερα και έκατσε σε μια καρέκλα. Εντελώς αθόρυβα ήρθε μετά από λίγο ένας άντρας στην ηλικία του αδύνατος με μαύρα μαλλιά και καστανά σκούρα μάτια. Ήταν ντυμένος με τζιν παντελόνι και καρό μπλε πουκάμισο. Σκούντησε τον Άλκη άφησε τον φάκελο στην διπλανή θέση και έπειτα σηκώθηκε και έφυγε. Ο Άλκης αν και περίμενε να δει τον Πάνο δεν τον πείραξε και τόσο καθώς ήξερε ότι για να στείλει άλλον μάλλον κάτι σοβαρό θα του είχε τύχει. Πήρε τον φάκελο στα χέρια του και χωρίς να τον ανοίξει σηκώθηκε , έδωσε σε έναν άγνωστο που μόλις μπήκε στο ταχυδρομείο το νούμερο του και βγήκε έξω για να πάει στην Λυδία. Δεν ήταν και πολύ σίγουρος εκείνη την στιγμή για το που έμπλεκε τελικά αλλά τώρα είχε κάνει τη βουτιά. Η Λυδία χρειάστηκε να γυρίσει μερικές φορές το τετράγωνο γύρω από το ταχυδρομείο και ο Άλκης αναγκαστικά την περίμενε για λίγο. Μπήκε στο αυτοκίνητο όσο πιο γρήγορα μπορούσε και η Λυδία χαμογέλασε μόλις είδε τον φάκελο στα χέρια του Άλκη. «Που πάμε τώρα;» ρώτησε η Λυδία που ενώ ήταν εκείνη που οδηγούσε δεν είχε ιδέα όσο αφορούσε τους δρόμους της πόλης της Ρόδου. «Θα σου πω τι έχω στο μυαλό μου αλλά δεν θέλω σε καμία περίπτωση να με παρεξηγήσεις εντάξει;» «Για να δούμε τι θα πεις» απάντησε η Λυδία διστακτικά συνοφρυώνοντας άθελα της τα φρύδια της. «Προτείνω να πάμε ή στο ξενοδοχείο σου ή στο σπίτι μου για να ανοίξουμε τον φάκελο και να δούμε τα χαρτιά καλύτερα. Τι λες;» «Τι να σου πω. Νιώθω λίγο άβολα τώρα». «Δεν πιστεύω να φοβάσαι να μείνεις μόνη μαζί μου ε;» «Όχι βέβαια, τι να φοβηθώ; » είπε η Λυδία βγάζοντας ένα βεβιασμένο χαμόγελο γιατί πραγματικά δεν ήθελε να μείνει μόνη μαζί του. Ήταν σίγουρη ότι θα ένιωθε πολύ περίεργα ειδικά που μόλις είχε χωρίσει με το Δημήτρη. Το φλερτ ήταν ακίνδυνο και διασκεδαστικό και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι την έλκυε θανάσιμα και μπορεί να σκεφτόταν να μείνει μαζί του στην Ρόδο τόσο γρήγορα αλλά άλλο πράγμα η θεωρία και άλλο η πράξη. Στην πραγματικότητα ήταν ολικά απροετοίμαστη για να βρεθεί τόσο κοντά με κάποιον άλλον εκτός από το Δημήτρη. «Λοιπόν;» είπε ο Άλκης ανυπόμονα και χωρίς να έχει πραγματικά δεύτερες σκέψεις το μόνο που ήθελε εκείνη την στιγμή ήταν χώρο για να μελετήσουν τον φάκελο τα υπόλοιπα, αν υπήρχαν υπόλοιπα, θα έρχονταν μόνα τους την κατάλληλη στιγμή. «Πάμε καλύτερα στο ξενοδοχείο. Θα νιώθω καλύτερα εκεί» είπε η Λυδία και αμέσως πήρε το δρόμο για την παλιά πόλη. Δεν μπορούσε να αφήσει εκεί το αυτοκίνητο της. Σε λίγα λεπτά οδηγούσε η Λυδία και ο Άλκης την ακολουθούσε πίσω με το δικό του. Που και που της πατούσε κόρνα, της ανοιγόκλεινε τα φώτα για να την πειράξει και η Λυδία του χαμογελούσε από τον καθρέπτη. Έφτασαν στο ξενοδοχείο παρκάρισαν ο ένας δίπλα στον άλλον και προχώρησαν μέχρι να φτάσουν στο δωμάτιο της. Δεν της άρεσε να αφήνει το κλειδί στην υποδοχή, ήθελε να το κρατάει πάντα μαζί της γιατί ένιωθε ότι έδινε λογαριασμό πότε είναι μέσα και πότε έξω. Επίσης ήταν δεδομένο για εκείνη ότι η Σήλια αφού εκείνη δεν σήκωνε το κινητό της


σίγουρα θα την έψαχνε στο ξενοδοχείο και δεν ήθελε να γνωρίζουν αν είναι στο δωμάτιο της ή όχι. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και λες και τη μυρίστηκαν χτύπησε το τηλέφωνο. Πήγε τρέχοντας να το σηκώσει γιατί γνώριζε ότι αν απέφευγε και άλλο την Σήλια μπορεί να μην είχε καν δουλειά όταν επέστρεφε πίσω. «Παρακαλώ» είπε η Λυδία σηκώνοντας το ακουστικό με όσο πιο βραχνή φωνή μπορούσε. «Μα είσαι εντελώς τρελή;;;» ακούστηκε από το τηλέφωνο η φωνή της Σταυρούλας. «Αποφεύγεις την Σήλια; Δεν το ξέρεις ότι κανείς δεν αποφεύγει την Σήλια και ότι ακόμα και νεκρή πρέπει να σηκώνεις το τηλέφωνο σου; » «Πω πω μην φωνάζεις μες στο αυτί μου έχω αφόρητο πονοκέφαλο. Πρέπει να έχω πάθει τροφική δηλητηρίαση έχω πυρετό και έχω περάσει πολλές ώρες στην τουαλέτα. Σε παρακαλώ εξήγησε στην Σήλια πες της ότι λυπάμαι πάρα πολύ αλλά δεν μπορώ να ταξιδέψω υπό τέτοιες συνθήκες. Λυπάμαι… » είπε όσο πιο πειστικά μπορούσε. Ο Άλκης είχε μείνει να την παρατηρεί με το στόμα ανοιχτό ήταν τόσο πολύ πειστική που αν δεν ήταν μαζί προηγουμένως θα τον είχε πείσει ότι είχε σίγουρα κάποιο πρόβλημα. «Εντάξει σε ευχαριστώ Σταυρούλα μου, να σαι καλά θα τηλεφωνήσω εγώ αύριο που ελπίζω να είμαι καλύτερα. Φιλάκια γεια» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. «Μένω άφωνος. Έχεις πάει δραματική σχολή;» Η Λυδία χαμογέλασε με νόημα, άρπαξε από τα χέρια του τον φάκελο και έκατσε με φόρα στο κρεβάτι. «Απλώς μου αρέσει να πετυχαίνω αυτό που θέλω…» «Πολύ ενδιαφέρον…» είπε ο Άλκης χαμογελώντας. «Λοιπόν…» είπε η Λυδία ανοίγοντας τον φάκελο και πήρε στα χέρια της την έκθεση της Αστυνομίας. Προσπάθησε με μια πολύ γρήγορη ανάγνωση να διαβάσει περίπου τι έγινε και να διακρίνει ποια ήταν τα πιο σημαντικά για να τα μεταφέρει στον Άλκη ο οποίος είχε καθίσει ήδη δίπλα της έχοντας όμως μια διακριτική απόσταση. Φοβόταν ότι αν την πλησίαζε λίγο παραπάνω εκείνη θα ένιωθε άβολα και τότε θα το έχανε το παιχνίδι. «…κάλεσε την αστυνομία η υπάλληλος του ξενοδοχείου Αναστασία Μιχοπούλου , ετών 32 καθώς είχε λήξει ο χρόνος μίσθωσης του δωματίου και έπρεπε να προβεί στη εξόφληση και να εγκαταλείψει το δωμάτιο. Όταν η κ. Μιχοπούλου ενημερώθηκε από το προσωπικό ότι είχαν να τον δουν μέρες και το δωμάτιο του ήταν ακριβώς όπως το είχε αφήσει ενημέρωσε το τμήμα για την εξαφάνιση. Αμέσως κινητοποιήθηκαν οι αρμόδιοι ερευνητές και σφράγισαν το δωμάτιο για περαιτέρω στοιχεία….όλα τα υπάρχοντα του αγνοουμένου έχουν κατασχεθεί και βρίσκονται υπό την κατοχή της αστυνομίας μέχρι να λυθεί η υπόθεση…… …έπειτα από καταθέσεις μαρτύρων διαπιστώθηκε ότι κανένας δεν γνωρίζει που βρίσκεται και ούτε είχε ενημερώσει κάποιον για τις προθέσεις του…. … οι έρευνες έχουν φτάσει σε αδιέξοδο…» «Δεν είναι λίγο περίεργο αυτό;» σχολίασε ο Άλκης. «Να σου πω και εμένα δεν μου φαίνεται καλό. Πιστεύω ότι κάτι κακό του έχει συμβεί και δεν έχει έρθει ακόμα στο φως » είπε η Λυδία και πήρε στα χέρια της, τις φωτογραφίες της αστυνομίας από το δωμάτιο του. Παρατήρησε ότι τα πάντα ήταν στην θέση τους. Έμοιαζε λες και δεν το είχε αφήσει εκείνος έτσι αλλά κάποια ομάδα καθαριότητας. Έξω από


την πόρτα υπήρχε το ταμπελάκι «μην ενοχλείτε» και για αυτό το λόγο δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν πραγματικά ποια ήταν η τελευταία μέρα πριν εξαφανιστεί. Εκεί υπήρχε και μια φωτογραφία του η οποία έμοιαζε να είναι κακή κόπια από κάποιο περιοδικό και δεν φαινόταν καθαρά τα χαρακτηριστικά του. Αν τον έψαχναν με αυτή την φωτογραφία δεν υπήρχε καμία περίπτωση να τον βρουν ποτέ, ούτε εξεπίτηδες να το έκαναν. Πίσω από τις υπόλοιπες φωτογραφίες υπήρχε το αρχείο των κλήσεων από και προς το δωμάτιο του. « Άλκη κοίτα τα τηλέφωνα του. Να δοκιμάσουμε την τύχη μας;» «Είσαι σίγουρη; Μετά από τόσο καιρό;» είπε ο Άλκης και έκατσε δίπλα της στο κρεβάτι για να δει και εκείνος μόνος του ότι είχε μόλις αφήσει εκείνη. «Σιγά δεν έχουμε και τίποτα να χάσουμε. Το πολύ πολύ να βοηθήσουμε και το έργο της αστυνομίας» είπε η Λυδία γελώντας καθώς πάντα της άρεσε μια μικρή δόση περιπέτειας και αλλαγής στην ζωή της. «Ωραία, ξεκίνα εσύ που έχεις γλυκιά φωνή και θα ντραπούν να σε βρίσουν. Αν ακούσουν εμένα με τη μπάσα φωνή μου αν δεν με βρίσουν αν μη τι άλλο θα μου το κλείσουν σίγουρα ». «Σιγά και να με βρίσουν δεν με ενδιαφέρει εγώ θέλω να δω αν έχει αφήσει σε κάποιον την έρευνα του. Τίποτα άλλο, βέβαια αν προκύψει και κάτι άλλο θα είναι καλοδεχούμενο» είπε η Λυδία και σηκώθηκε από το κρεβάτι για να πλησιάσει το τηλέφωνο. Δεν υπήρχαν και πολλά τηλέφωνα να καλέσει. «Λοιπόν, ξεκινάω….Το πρώτο νούμερο είναι κινητό και φαίνεται νεκρό. Ας δοκιμάσω το δεύτερο που είναι σταθερό…» μια φωνή βαριά αντρική σήκωσε το ακουστικό. «Γεια σας , παίρνω τηλέφωνο από την αστυνομία. Ξανακοιτάζουμε λίγο τον φάκελο της εξαφάνισης του κύριου Χατζή και ήθελα να μάθω αν έχετε κάτι νεότερο για εκείνον… Μάλιστα…Θυμίστε μου το όνομα σας γιατί δεν φαίνεται καλά από τον συνάδελφο στην αναφορά…Μάλιστα.. Ευχαριστώ για τη βοήθεια σας…Αντίο» «Τι σου είπε;» «Δεν θα το πιστέψεις. Μόλις μίλησα με τον φίλο σου τον αρχαιολόγο ». «Τον Αρίστο;» «Ναι, φαίνεται ότι την πρώτη μέρα που ήρθε του τηλεφώνησε αλλά μετά δεν τον ξαναπήρε καθώς δεν βλέπω καμία κλήση σε αυτόν τον αριθμό». «Δεν είναι περίεργο αυτό, είμαι σίγουρος ότι αν ψάξω μέσα στον φάκελο θα δω την κατάθεση του» είπε ο Άλκης, πήρε στα χέρια του τον φάκελο και άρχισε να ψαχουλεύει τα χαρτιά. «Δεν είναι μέσα καμία κατάθεση. Ίσως να τις έχουν σε άλλα αρχεία». «Ίσως να τις έβγαλε κάποιος από εκεί επίτηδες…» είπε η Λυδία παιχνιδιάρικα και έβαλε τα γέλια καθώς το γεγονός ότι έκαναν αυτό το πράγμα άρχισε να της φαίνεται πάρα πολύ διασκεδαστικό. Πήρε μερικά τηλέφωνα ακόμα αλλά δεν ήταν τίποτα το ενδιαφέρον καθώς μερικά βούιζαν και τα πιο πολλά ήταν στην υπηρεσία του στην Αθήνα. Στο τελευταίο νούμερο της λίστας ήταν πιο τυχερή όμως. « Γεια σας…είμαι φίλη του κύριου Χατζή και τον αναζητώ μήπως έχετε κάτι νεότερο για εκείνον;…. Είναι λίγο πολύπλοκο…Να τα πούμε καλύτερα από κοντά; Σας υπόσχομαι ότι δεν θα σας καθυστερήσω πολύ. Ναι σημειώνω τη διεύθυνση σας. Ευχαριστώ πολύ …» «Τι έγινε;» ρώτησε ό Άλκης όλο απορία. «Ακούστηκε ότι κάτι έβγαλες από αυτό». «Η κυρία αυτή τον γνωρίζει και είμαι σίγουρη ότι κάτι ξέρει. Μόλις είπα ποιον ψάχνω


φάνηκε να παγώνει η φωνή της στο ακουστικό και μετά με το ζόρι μιλούσε. Να σου πω μου φάνηκε ότι κάτι τρέχει μαζί της. Αν τη δούμε από κοντά είμαι σίγουρη ότι κάτι θα έχει να μας πει. Είναι και το τελευταίο τηλέφωνο, δεν έχουμε και με τι άλλο να ασχοληθούμε. » «Τουλάχιστον μένει στην πόλη της Ρόδου;» «Όχι βέβαια…Λίγο πιο έξω…Θα πάμε τώρα όμως που μας περιμένει η γυναίκα ε; » «Δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να σου πει εσένα εύκολα όχι» είπε ο Άλκης και πήρε στα χέρια του τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Η Λυδία πήρε και εκείνη την τσάντα της και ως επιβράβευση του έδωσε το πιο γλυκό της χαμόγελο. Πήγαν προς το αυτοκίνητο και της άνοιξε ευγενικά την πόρτα για να κάτσει. « Ευχαριστώ πολύ» είπε φανερά έκπληκτη από την ευγενική χειρονομία η Λυδία, οι πρώην της δεν την είχα συνηθίσει σε τέτοιες ευγένειες. «Πρώτη φορά πέφτω σε υπόθεση εξαφάνισης. Μου άρεσαν πάντα οι αστυνομικές ταινίες και τα μυθιστορήματα αλλά άλλο να το βλέπεις και να το διαβάζεις και άλλο να το ζεις. Πάντα αναρωτιόμουν πως νιώθουν πραγματικά όλοι εκείνοι οι ήρωες την στιγμή που πρέπει να επιζήσουν από τις θύελλες της ζωής. «Να σου πω, δεν έχεις άδικο. Ακόμα και εγώ βλέπω στις ταινίες ανθρώπους με ένα μικρό φακό να βαδίζουν στο απόλυτο σκοτάδι και σκέφτομαι αν θα μπορούσε ποτέ να είμαι εγώ αυτός. Δύσκολες καταστάσεις ». «Πράγματι…Είναι λίγο περίεργο αυτό που μου συμβαίνει από την στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην Ρόδο ». «Αυτό είναι αλήθεια. Αυτοί όλοι οι υπνωτισμοί μοιάζουν με μεγάλη απατεωνιά. Είσαι τόσο έξυπνη απορώ πως τα έχεις πιστέψει». «Αλήθεια αυτό πιστεύεις;» «Ναι, αλλά είμαι ανοιχτόμυαλος και είμαι διατεθειμένος να αλλάξω γνώμη αν φυσικά μπορείς να μου αποδείξεις ότι όλα αυτά ισχύουν». «Ξέρεις κάτι… Έχω μια ιδέα. Θέλεις να πας εσύ να κάνεις υπνωτισμό να δούμε τι θα πεις; Μπορείς να πεις πολλά αλλά και μπορεί και τίποτα έτσι θα μου αποδείξεις τη θεωρία σου περί εξαπάτησης ». «Θα το σκεφτώ μήπως το κάνω για την εμπειρία για να μπορώ να λέω ότι έκανα κάτι το διαφορετικό από την πεπατημένη οδό». « Ωραία σκέψου το εσύ και μέχρι να αποφασίσεις θετικά εγώ θα σου έχω κλείσει ένα ραντεβού και για να μην φοβάσαι θα έρθω μαζί για να σου κρατάω το χέρι». «Δεν φοβάμαι, απλώς δεν είμαι εγώ για τέτοιου είδους πράγματα. Αν όμως είναι σημαντικά για σένα θα σκεφτώ να το κάνω» είπε και της έριξε ένα διαπεραστικό βλέμμα που την έφερε σε αμηχανία και έσκυψε το κεφάλι της. Δεν ήθελε να τη δει να κοκκινίζει. Μετά από λίγο αφού πέρασαν την Ιαλυσό ακολούθησαν τις οδηγίες που είχε σημειώσει η Λυδία και βρέθηκαν σε μια παλιά νεοκλασική μονοκατοικία με ένα μεγάλο πετρόκτιστο περιποιημένο κήπο. Ο Άλκης προτίμησε να περιμένει στην εξώπορτα αφού θεώρησε ότι οι γυναίκες θα τα πουν καλύτερα μεταξύ τους. Άνοιξε η Λυδία διστακτικά την πόρτα και περπάτησε στο πλακόστρωτο διαδρομάκι που οδηγούσε στην είσοδο του σπιτιού. Κατά μήκος του μονοπατιού ήταν φυτεμένοι υάκινθοι και η μυρωδιά που ανέδυαν της ξυπνούσε τις αισθήσεις. Στην μικρή βεράντα καθόταν σταυροπόδι σκεπτική μια μελαχρινή κυρία, ντυμένη στα


μαύρα η οποία δεν έδειχνε να δίνει καμία σημασία στην επισκέπτρια της. Κάπνιζε αργά το τσιγάρο της και κοίταζε αφηρημένα ένα τριαντάφυλλο. «Συγνώμη για την ενόχληση» είπε η Λυδία αλλά δεν φάνηκε να της δίνει σημασία"Κυρία Κατερίνα; Είμαι η Λυδία που μιλήσαμε πριν από λίγο στο τηλέφωνο» επανέλαβε. «Ξέρεις πόση φροντίδα χρειάζεται ένας κήπος; Πρέπει να τον φυτέψεις , να τον ποτίσεις, να βγάλεις τα άγρια χόρτα κάθε φορά που πάνε να πνίξουν τον βλαστό σου και να κάνεις υπομονή μέχρι να απολαύσεις το άρωμα των ανθών του, τη γεύση των καρπών του. Έτσι ήταν και η σχέση μου με τον Κώστα ένας υπέροχος κήπος που μόλις ήταν πια η στιγμή να απολαύσω τους κόπους μου, μετά από τόση υπομονή ήρθε ένας ανεμοστρόβιλος και τα ρούφηξε στην δίνη του» είπε και κοίταξε κατάματα τη Λυδία με τα μαύρα εκφραστικά της μάτια. Η Λυδία ένιωσε το διαπεραστικό της βλέμμα να της τρυπάει την ψυχή και για μια στιγμή ανατρίχιασε. «Θα μπορούσατε να μου πείτε για την τελευταία σας συνάντηση;» «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί μετά από τόσο καιρό απραξίας κάποιος αποφάσισε να ασχοληθεί με τον Κώστα. Είπα τα πάντα στην αστυνομία δεν ξέρω τι θέλετε από εμένα και δεν ξέρω και τι ψάχνετε από εκείνον» είπε εκνευρισμένα. « Θα ήθελα να δοκιμάσω να τον βρω για να μου πει για τις διατριβές που έχει κάνει και όλες τις μελέτες. Γνωρίζω ότι ήταν ένας έξοχος αιγυπτιολόγος». «Και τι έχεις εσύ που δεν το έχει η αστυνομία;» «Θέληση και χρόνο» απάντησε χαμογελαστά η Λυδία. «Κάθισε, ούτως ή άλλως δεν γνωρίζω και πολλά ». είπε και της έδειξε να κάτσει σε μία από τις σιδερένιες καρέκλες που είχε δίπλα της. «Ο Κώστας ήταν ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων που αγαπούσε πολύ τη δουλειά του όμως είχε πια κουραστεί και ήθελε να αποσυρθεί. Την τελευταία φορά που τον είδα είχε έρθει για το συνέδριο και μου είχε πει ότι σε λίγο καιρό θα αποσυρόταν από τη δουλειά και θα ερχόταν να μείνει στην Ρόδο μαζί μου. Μετά από λίγες μέρες με κάλεσε η αστυνομία για να δώσω κατάθεση για την εξαφάνιση του και τότε γκρεμίστηκαν όλα. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα που μπορεί να είναι, ίσως μετάνιωσε για αυτό που μου είπε και έφυγε τρέχοντας μακριά μου. Ίσως δεν άντεχε την ιδέα να μείνει για πολύ σε ένα μέρος και δεν είχε το κουράγιο να μου το πει. Δεν ξέρω, δεν ξέρω έσπαγα το κεφάλι μου για να καταλάβω τι μπορεί να έχω κάνει λάθος αν κάτι δεν θυμόμουν καλά αλλά πάλι κατέληγα στο τίποτα. Στο απόλυτο τίποτα της μοναξιάς ». «Δεν μπορώ να φανταστώ τι έχετε περάσει μέχρι τώρα και λυπάμαι που σας έβαλα σε αυτή τη διαδικασία αλλά μήπως εκείνη την φορά σας είχε πει κάτι που θα μπορούσε να μας βοηθήσει;» «Τι να σου πω κοπέλα μου. Ήρθε και με βρήκε εδώ στο σπίτι κρατώντας ένα μπουκέτο με τριαντάφυλλα. Εγώ καθόμουν στη βεράντα και τρελάθηκα από την χαρά μου όταν τον είδα καθώς είχα μήνες να μάθω νέα του. Μου είπε αυτά που σας είπα και έφυγε χαμογελαστός κόβοντας έναν από τους υάκινθους που είχαν ανθίσει. Και αυτό ήταν… Η τελευταία μου ανάμνηση από εκείνον είναι πια σαν όνειρο. Αυτά ήξερα, τώρα σεβάσου την στεναχώρια μου και πήγαινε σε παρακαλώ» της είπε με ένα θλιμμένο ύφος και με μάτια υγρά έτοιμα να ξεσπάσουν σε κλάματα. «Μάλιστα…αν μάθω κάτι νεότερο θα επικοινωνήσω σίγουρα μαζί σας. Συγνώμη που


σας αναστάτωσα». «Εντάξει, αυτό το έχω ξανακούσει» είπε και ρούφηξε το τσιγάρο της κοιτώντας πάλι το κενό. Η Λυδία έφυγε από εκεί αμίλητη και μια παράξενη διάθεση. «Τι έγινε, τι σου είπε; » είπε ο Άλκης ψιθυριστά ανοίγοντας της την εξώπορτα. «Τίποτα το σπουδαίο. Μου είπε ακριβώς ότι είπε και στην αστυνομία ότι δηλαδή τον είδε όταν είχε έρθει για το συνέδριο και μετά δεν τον ξαναείδε ενώ της είχε πει ότι θα ερχόταν για εκείνη. Πολύ τη λυπήθηκα όμως. Σίγουρα έχει πέσει σε κατάθλιψη. Αυτό που της συνέβη είναι το χειρότερο το να μην υπάρχει ένα ευτυχισμένο τέλος στην δικά της ιστορία. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια τον αγαπούσε… Και φαίνεται αριστοκρατική και μετρημένη». «Εγώ πάντως το μόνο που είδα από μακριά ήταν μια γυναίκα θλιμμένη που δεν έδινε σε τίποτα σημασία» είπε ο Άλκης ανοίγοντας της πάλι την πόρτα του αυτοκινήτου για να κάτσει και μετά εκείνος πήγε και έκατσε στην θέση του. «Λοιπόν ντεντέκτιβ Λυδία τι κάνουμε τώρα; Έχει αρχίσει να βραδιάζει». « Δεν ξέρω , περίμενα πιο πολλά από αυτή την συνάντηση». «Μην απογοητεύεσαι τόσο εύκολα. Μπορούμε να κάνουμε κάτι ακόμα. Περίμενε να δεις" είπε και πήρε στα χέρια του το τηλέφωνο. «Έλα Πάνο, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τον φάκελο πότε να σου τον επιστρέψω πίσω; Α…καλά… εντάξει έγινε. Με την ευκαιρία θα μπορούσες να μου δώσεις κάτι ακόμα; Θέλω την κούτα με τα αντικείμενα που βρέθηκαν στο δωμάτιο του. Ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο όμως θα μπορέσεις να προσπαθήσεις; Σίγουρα κάποιος θα σου χρωστάει χάρες εκεί μέσα τόσο εξυπηρετικός άνθρωπος που είσαι. Καλά να ξέρεις ότι θα σου χρωστάω….Σε ευχαριστώ, τα λέμε αύριο το πρωί".ο Άλκης έκλεισε το τηλέφωνο ικανοποιημένος. «Είδες τι κάνω για σένα;» «Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη βοήθεια σου…ίσως σε καμιά περασμένη σου ζωή να ήσουν ο Γουάτσον». «Ποιος;» «Ο βοηθός του Σέρλοκ Χόλμς…» «Χα χα…αστείο…Αλήθεια τώρα πέρα από την πλάκα θες να πάμε κάπου για καφέ;» «Να σου πω την αλήθεια θέλω να πάω λίγο στο ξενοδοχείο να πάρω και τηλέφωνο στην δουλειά να δω τι έχει γίνει. Ήταν πολύ έντονη μέρα για μένα σήμερα. Συγνώμη…. Θέλεις να τα πούμε το πρωί;» «Αν και πραγματικά θα προτιμούσα να είμαστε μαζί σήμερα θα συμβιβαστώ…Σε πάω στο ξενοδοχείο λοιπόν». «Τι ώρα θα μιλήσεις με τον αστυνόμο σου;» «Κατά τις δώδεκα». «Θες να πάρω τηλέφωνο τον υπνωτιστή μου να δω αν μπορεί να πάμε από εκεί το πρωί; Είμαι πολύ περίεργη τι θα πεις». «Εντάξει αν και νιώθω άβολα με αυτήν την ιδέα ας πάμε. Να δω τι άλλο θα κάνω για σένα…» είπε ο Άλκης χαμογελαστά. Μετά από λίγο έφτασαν στο ξενοδοχείο και η Λυδία βγήκε έξω από το αυτοκίνητο γρήγορα και πήγε να τον χαιρετήσει από την πόρτα του οδηγού. Δεν ήθελε να βρεθεί τώρα στην άβολη θέση του «καληνύχτα». Δηλαδή να πρέπει να αποφασίσει τρόπο χαιρετισμού οπότε προτίμησε να το αποφύγει όσο μπορούσε. Η αλήθεια ήταν ότι πέθαινε για ένα φιλί αλλά δεν ήθελε να του το δείξει. Επίσης ήθελε να


πέρναγαν κι άλλο χρόνο μαζί αλλά ήθελε να απολαύσει λίγο φλερτ ακόμα γιατί αν μετά κάτι στράβωνε, όπως πάντα στην ζωή της μετά όλα στραβώνουν, δεν θα το έπαιρνε καλά. Ο Άλκης όμως την κατάλαβε και βγήκε έξω από το αυτοκίνητο. «Μπορεί να γλυτώσεις το φιλί αλλά μια αγκαλιά δεν την αξίζω;» της είπε και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Εκείνη την στιγμή εκείνη ήθελε να παγώσει ο χρόνος να μην υπάρχει ούτε το τώρα, ούτε το χθες ούτε το αύριο. Να έμενε εκεί που αισθανόταν ευτυχισμένη, στην αγκαλιά του. Της χάιδεψε τα μαλλιά και της μύρισε τον λαιμό, έπειτα πήγε να την φιλήσει και εκείνη ήταν έτοιμη να του παραδοθεί αλλά ο Άλκης έκανε πίσω χαμογελώντας. «Καληνύχτα Λυδία…» της είπε γλυκά και εκείνη άνοιξε τα μάτια της. «Καληνύχτα Άλκη» του είπε και απομακρύνθηκε προς την είσοδο του ξενοδοχείου με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της νιώθοντας να έχει πάρει ολόκληρη φωτιά. Ο Άλκης μπήκε ικανοποιημένος στο αυτοκίνητο και έφυγε για το σπίτι του. Ήταν πραγματικά χαρούμενος που είχε γνωρίσει τη Λυδία αισθανόταν ότι θα μπορούσε να κάνει τα πάντα για εκείνη και ότι τη γνώριζε από παλιά και ας γνωρίζονταν στην πραγματικότητα μόνο λίγες μέρες. Η Λυδία δεν είχε καμία σχέση με την Σοφία και αυτό ήταν που του άρεσε πιο πολύ. Η Λυδία ήταν αυθόρμητη και τολμούσε πράγματα στην ζωή της, ήταν της περιπέτειας ενώ η Σοφία ήταν πάντα σοβαρή, αυστηρά συγκρατημένη μην τυχόν ξεφύγει από το κατεστημένο του γαλλικά, πιάνο και του καθώς πρέπει, του αλάθητου. Η αλήθεια είναι ότι δεν ταίριαζαν και τόσο και το ήξερε αλλά δεν μπορούσε να ελευθερωθεί εύκολα από αυτήν την σχέση. Στάθμευσε λίγο μακριά από το σπίτι του και με ένα ελαφρύ περπάτημα άνοιξε την πόρτα μιας πολυκατοικίας για να πάει στο μικρό διαμέρισμα του. Το ασανσέρ ήταν χαλασμένο οπότε έπρεπε να ανέβει με τα πόδια στον δεύτερο όροφο. Το κινητό του άρχισε να κουδουνίζει και με λαχτάρα το έβγαλε από την τσέπη του ήθελε να είναι η Λυδία. «Ναι;» «Η Λυδία είμαι, μίλησα με τον υπνωτιστή αλλά δεν μπορεί αύριο είναι κλεισμένος και έτσι έκλεισα ραντεβού για μεθαύριο. Οπότε θα τα πούμε το πρωί για να συναντηθούμε με τον δικό σου σωστά; » «Ναι, εντάξει». «Θέλω να ξέρεις ότι πέρασα πολύ ωραία μαζί σου σήμερα…» «Και εγώ Λυδία πέρασα ωραία και θα συνέχιζα να περνάω ωραία αν δεν με έστελνες σπίτι μου…» είπε χαμογελώντας. «αλλά δεν πειράζει, όπως θες εσύ. Καληνύχτα και όνειρα γλυκά…» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Έπιασε τα κλειδιά του και άνοιξε την ξύλινη πόρτα. Μια έκπληξη τον περίμενε στο σαλόνι του. «Σοφία; Τι θες εσύ εδώ;» είπε και ένιωσε την καρδιά του να πάει να σπάσει. Μετά από τόσο καιρό ήταν ακριβώς ίδια όπως την είχε αφήσει, το ίδιο όμορφη και έμοιαζε το ίδιο εύθραυστη. «Άλκη…» είπε και έτρεξε αμέσως να τον αγκαλιάσει αλλά εκείνος τραβήχτηκε και εκείνη σαν τσουρουφλισμένη έκανε δύο βήματα πίσω. «Σε ρώτησα, τι θες εσύ εδώ; Ποιος σου άνοιξε;» «Ο διαχειριστής, είπα ότι είμαι η αδερφή σου. Καταλαβαίνω την απορία σου και τον


θυμό σου αλλά σε παρακαλώ μην φωνάζεις θα ξυπνήσεις το παιδί». «Ποιο παιδί;» είπε και έτρεξε αλαφιασμένος στην κρεβατοκάμαρα για να διαπιστώσει ότι πραγματικά εκεί κοιμόταν ήρεμα ένα μικρό αγοράκι. Άρχισε να ζαλίζεται δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος και πηγαίνοντας από τοίχο σε τοίχο λες και ήταν μεθυσμένος πήγε και έκατσε στον καναπέ. Η Σοφία πήγε αμέσως του έφερε ένα ποτήρι νερό και έκατσε δίπλα του. «Συγνώμη, δεν ήταν αυτός ο τρόπος που ονειρευόμουν να σου το πω» του είπε χαμηλόφωνα και πήγε να του πιάσει το χέρι αλλά εκείνος λες και ακούμπησε σε ρεύμα αποτραβήχτηκε πιάνοντας με τα δύο του χέρια το πρόσωπο του. «Είναι….;» «Ναι» «Πότε;» «Αφού είχαμε χωρίσει έκανα το τεστ και βγήκε θετικό». «Και γιατί μετά από τόσα χρόνια;» «Δεν έχω άλλα χρήματα. Οι δικοί μου ήθελαν να το ρίξω και εγώ το κράτησα. Από τότε τον μεγαλώνω μόνη μου όπως μπορώ αλλά με έδιωξαν από το μουσείο λόγω περικοπών και τώρα δεν έχω τίποτα. Δεν μπορώ να τον μεγαλώνω άλλο μόνη μου…» είπε και ξέσπασε σε κλάματα. Ο Άλκης δεν μπορούσε να αντιδράσει, δεν μπορούσε να πει κουβέντα ήταν όλο τόσο ξαφνικό…Ήταν δυνατόν να του το είχε κρύψει τόσο καιρό…. Γύρισε προς το μέρος της και την κοιτούσε λες και δεν την είχε ξαναδεί… «Γιατί μου το έκρυψες τόσο καιρό; Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να αποφασίζεις για μένα; Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να στερείς από αυτό το αγόρι τον πατέρα του;» «Ό,τι και να πεις έχεις δίκαιο. Αλλά σε παρακαλώ μην φωνάζεις δεν θέλω να ξυπνήσει από τις φωνές, δεν θέλω να σε γνωρίσει έτσι» ο Άλκης ένιωθε να μην μπορεί να αναπνεύσει από τον θυμό του. Σηκώθηκε όρθιος και πήρε πάλι τα κλειδιά του για να φύγει αν έμενε φοβόταν ότι θα έκανε κάνα κακό. Αυτή την στιγμή τη μισούσε όσο τίποτα άλλο στην ζωή του. Αν την είχε μισήσει μια φορά παλιά τώρα την απεχθανόταν. Δεν άντεχε να τη βλέπει μπροστά του, ούτε να την ακούει. Δεν φτάνει που ο χωρισμός τους του στοίχειωνε χρόνια τη ζωή έπρεπε να έρθει και να του καταστρέψει και το μέλλον; Να έχει παιδί και να μην το γνωρίζει; Τι έπρεπε να κάνει τώρα; Πώς να φερθεί; Και το αγόρι τι φταίει; «Που πας;» «Σε ένα ξενοδοχείο, δεν μπορώ να είμαι στον ίδιο χώρο μαζί σου. Θα έστελνα εσένα αλλά δεν θέλω να αναστατώσω το παιδί» είπε και έφυγε τρέχοντας από τις σκάλες κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω του. Η Λυδία αμέσως μόλις απομακρύνθηκε από το αυτοκίνητο πήρε τηλέφωνο τον Κωνσταντίνο να τον ρωτήσει αν έχει χρόνο για να πήγαινε μαζί με τον Άλκη την επόμενη μέρα. Μόλις συνεννοήθηκαν για το πότε εκείνη πήρε τηλέφωνο τον Άλκη να τον ενημερώσει αλλά δεν απάντησε. Μπήκε μέσα από την κεντρική είσοδο του ξενοδοχείου και την φώναξε η υπάλληλος. Η Λυδία φοβήθηκε πως θα της έλεγε ότι είχε πάρα πολλές κλήσεις από τη δουλειά της ή ότι θα έπρεπε να φύγει την επόμενη μέρα μετά από κάποια εντολή της Τσίλιας. Εκείνη όμως την ενημέρωσε ότι την περίμενε ένας κύριος στο κυρίως


μπαρ του ξενοδοχείου. Ξανατηλεφώνησε στον Άλκη για να τον ενημερώσει για το ραντεβού και να του πει ότι πέρασε πολύ ωραία. Μόλις το έκλεισαν ένιωσε μια γλυκιά ανυπομονησία για να τον συναντήσει την επόμενη μέρα και συνέχισε να περπατάει προς το μπαρ. Πλησιάζοντας της φάνηκε ότι η φιγούρα που είχε γυρισμένη την πλάτη της προς τον μπάρμαν της ήταν πραγματικά γνωστή μέχρι που γύρισε απότομα μπροστά της. «Λυδία!» «Δημήτρη; Τι θέλεις εσύ εδώ;» «Δεν περίμενα να ακούσω αυτό αλλά δεν πειράζει. Ίσως δεν ήμουν αρκετά καλός μαζί σου και να το αξίζω κιόλας. Σε παραμέλησα τόσες πολλές φορές ενώ δεν έπρεπε ». είπε και την τράβηξε από το χέρι για να κάτσουν σε ένα τραπέζι. Την έβαλε σχεδόν με το ζόρι να καθίσει και έκατσε και εκείνος απέναντι της. Συνέχισε να της μιλάει σχεδόν ψιθυριστά μιας και δεν ήθελε να ακούγεται σε όλο το μπαρ. « Έβαζα συνέχεια τις δικές μου ανάγκες πάνω από τις δικές σου και δεν άκουγα την φωνή της ψυχής σου. Όμως τώρα αυτά ανήκουν στο παρελθόν, δεν θέλω να σε χάσω. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, δεν μπορώ να φανταστώ να περνάει ο καιρός χωρίς εσένα, χωρίς να ακούω την φωνή σου, να νιώθω το φιλί σου. Για αυτό σκέφτηκα κάτι το οποίο ελπίζω να είναι αυτό που θέλεις και εσύ» είπε ο Δημήτρης και αμέσως έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του μια θήκη δαχτυλιδιού, την άνοιξε και γονάτισε μπροστά στα απολύτως έκπληκτα και συγκινημένα μάτια της Λυδίας. «Λυδία, θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;» της είπε και έμεινε να την κοιτάζει με τα γαλανά του μάτια γεμάτα προσδοκία. Η Λυδία δεν ήξερε πραγματικά πώς να αντιδράσει καθώς ήταν η πρώτη φορά που της έκαναν πρόταση γάμου και πόσο μάλλον ο Δημήτρης! Τον έβλεπε μπροστά της και ένιωθε τόσο συγκινημένη… Είχε περιποιηθεί πολύ τον εαυτό του για την περίσταση, ήταν φρεσκοξυρισμένος, φόραγε ένα καινούργιο καλοκαιρινό κουστούμι και είχε φορέσει την πιο ακριβή του κολόνια. «Με τιμάει πάρα πολύ όμως σήκω σε παρακαλώ γιατί μας κοιτάζουν όλοι και εγώ ντρέπομαι πολύ…»του είπε και ευγενικά τον παρότρυνε να καθίσει τη θέση του. Εκείνος περίμενε να ακούσει ένα μεγάλο «ναι» και αμέσως συννέφιασε το πρόσωπο του. «Λοιπόν;» «Δημήτρη, σε ευχαριστώ πολύ αλλά είμαι εντελώς απροετοίμαστη «. «Αισθάνομαι εντελώς γελοίος τώρα ». είπε κοιτάζοντας γύρω του όλους στο μπαρ οι οποίοι είχαν καρφώσει το βλέμμα τους στην Λυδία. Περίμεναν τη θετική απάντηση για να χειροκροτήσουν, είχαν γίνει θέαμα. «Δεν σου είπα όχι, απλώς σου είπα ότι δεν το περίμενα» προσπάθησε να απολογηθεί η Λυδία η οποία είχε ήδη ντραπεί από την προσοχή που είχαν τραβήξει οι δυο τους. « Ξέρεις κάτι θα σε αφήσω λίγο μόνη σου να το σκεφτείς καλά. Θα μείνω δύο μέρες, τόσο χρόνο έχεις ». της είπε και σηκώθηκε όρθιος, την πλησίασε, της έδωσε το δαχτυλίδι και της έδωσε ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα που έκανε τη Λυδία να ανατριχιάσει. «Καληνύχτα….Περιμένω σύντομα νέα σου…» της είπε και την άφησε αποσβολωμένη και μπερδεμένη να κάθεται μόνη της στην καρέκλα με τα βλέμματα όλων καρφωμένα πάνω της.   Στη ζωή, το θέμα δεν είναι να κρατάς καλά χαρτιά, αλλά να παίζεις καλά ένα άσχημο


φύλλο. Robert Louis Stevenson, 1850-1894, Σκωτσέζος συγγραφέας Το επόμενο πρωί ξύπνησε η Λυδία από το κουδούνισμα του κινητού της τηλεφώνου. Με το ζόρι άνοιξε τα μάτια της, αφού είχε αργήσει πάρα πολύ να κοιμηθεί. Η πρόταση του Δημήτρη της ήρθε σαν κεραυνός στο κεφάλι και τη νύχτα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι από τις σκέψεις. Πραγματικά όλο της το μυαλό είχε γίνει ένα μπερδεμένο κουβάρι που όσο και να προσπαθούσε να το ξεμπερδέψει μπερδευόταν όλο και περισσότερο. Ενώ μέσα της ένιωθε ότι είχε τελειώσει η σχέση της με το Δημήτρη όταν τον είδε μπροστά της έτσι όμορφο και γλυκό να παραδέχεται τα λάθη του, κάτι που μέχρι τώρα δεν είχε κάνει ποτέ και για κανέναν λόγο, άρχισε να σκέφτεται μήπως έχει κάνει λάθος μαζί του και μήπως του αξίζει και άλλη ευκαιρία. Από την άλλη πλευρά βέβαια η χημεία που ένιωθε ότι είχε με τον Άλκη ήταν ανεπανάληπτη, είχε αρχίσει ήδη να τον ερωτεύεται και κάθε φορά που την πλησίαζε ένιωθε ρίγη να διαπερνούν όλο της το σώμα και αυτό ήταν κάτι που δεν το είχε ξαναζήσει. Ευτυχώς που ο Δημήτρης δεν επέμεινε και της άφησε χώρο γιατί δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να τον πληγώσει. Επίσης δεν μπορούσε να εγκαταλείψει έτσι απλά την αναζήτηση της για τα άρμα του ήλιου και δεν μπορούσε να αφήσει και τον Άλκη. Δεν ήθελε να φανταστεί ότι δεν θα τον ξαναέβλεπε. Ποτέ δεν το περίμενε ότι θα ήταν ανάμεσα σε δύο άντρες… Γιατί όμως τώρα; «Παρακαλώ». «Μας δουλεύεις; Μήπως κάνεις διακοπές και έχεις εμένα να σου τις πληρώνω; Σε έστειλα να κάνεις μια δουλειά και εσύ το μετέτρεψες σε διακοπές διαρκείας ».


«Μα…» «Δεν έχει μα και ξεμά. Αν αύριο δεν επιστρέψεις πίσω, ξέχνα τη δουλειά σου στο περιοδικό. Είσαι τελειωμένη, ακούς; ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΗ!!!» «Εκτός του γεγονός ότι ήμουν άρρωστη βρίσκομαι στα χνάρια μιας δημοσιογραφικής έρευνας που θα κάνει πάταγο. Αν με απολύσεις , κάντο δεν πειράζει και εγώ θα πάω αλλού. Μαζί με τις πόζες του Αντωνίου φυσικά ». «Το καλό που σου θέλω η ιστορία σου να αξίζει τα λεφτά που σε πληρώνω» είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο. Η Λυδία αν και αγουροξυπνημένη ένιωσε την αδρεναλίνη της να χτυπάει κόκκινο με τις φωνάρες της Τσίλιας. Σηκώθηκε και πήγε να κάνει ένα ντους για να φρεσκαριστεί. Έπειτα είχε να συναντήσει τον Άλκη για να πάνε να πάρουνε την κούτα. Αυτήν την έρευνα δεν θα την εγκατέλειπε, ένιωθε ότι κάτι πήγαινε στραβά σε όλη την υπόθεση. Όσο πλενόταν, σκεφτόταν αδιάκοπα αν έπρεπε να πει στον Άλκη τι είχε συμβεί με το Δημήτρη και μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις αποφάσισε ότι μέχρι να καταλήξει αν τον θέλει ή όχι δεν υπήρχε λόγος να τον στεναχωρήσει. Βγήκε από το μπάνιο έβαλε ότι βρήκε εύκαιρο και αμέσως τον πήρε τηλέφωνο. Στην αρχή δεν απάντησε και η Λυδία πήγε να το κλείσει αλλά τελευταία στιγμή το σήκωσε. «Ναι;» «Έλα Άλκη, η Λυδία είμαι. Σε ξύπνησα; «Όχι τώρα έμπαινα στο αυτοκίνητο. Με πήρε νωρίς ο Πάνος γιατί κατάφερε να πάρει τα αντικείμενα ευκολότερα από ότι περίμενε. Πηγαίνω να τον συναντήσω τώρα στο ταχυδρομείο και μετά θα έρθω να σε πάρω. Σύμφωνοι; » «Ναι , μια χαρά. Κάνε μου μόνο μια αναπάντητη για να έρθω έξω». «Ωραία, τα λέμε μετά» είπε ο Άλκης και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Λυδία νιώθοντας ότι κουβαλάει ένα πολύ βαρύ φορτίο στην πλάτη της πήγε στο εστιατόριο για να πάρει έναν καφέ μέχρι να συναντήσει τον Άλκη. Ο Άλκης είχε ξυπνήσει με το τηλεφώνημα του Πάνου. Βέβαια τη μισή νύχτα την είχε περάσει οργώνοντας τον μικρό διάδρομο του δωματίου που είχε μείνει εκείνη τη βραδιά. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι στο σπίτι του ήταν η Σοφία με το παιδί τους και είχε γυρίσει για να είναι μαζί. Αυτό που ήθελε τότε όταν η ζωή του ήταν αλλιώς και ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε ηρεμία και σταθερότητα ήρθε τώρα που θέλει να κάνει διαφορετικά πράγματα , να κάνει μια νέα σχέση και να κτίσει μόνος του τη ζωή του από την αρχή βήμα βήμα χωρίς καμία βοήθεια. Δεν ήθελε να γυρίσει πίσω σε ότι είχε αφήσει αλλά φαινόταν ότι το παρελθόν του τον κράταγε σφιχτά και δεν τον άφηνε. Θυμόταν πόσο πολύ ήθελε να κάνει μια οικογένεια με την Σοφία και πόσες φορές οι δυο τους συζητούσαν και ονειρευόταν για την οικογένεια που θα έκαναν μαζί. Μερικές φορές μάλιστα ψευτοτσακωνόταν για θεωρίες περί διαπαιδαγώγησης παιδιών. Εκείνος είχε μάθει να τον έχουν πιο χαλαρά, να μην του χαλάνε το χατίρι και να τον κανακεύουν όποτε μπορούσαν, ήταν μοναχογιός και του είχαν αφόρητη αδυναμία. Μερικές φορές η αγάπη τους ήταν αποπνιχτική. Από την άλλη πλευρά ένιωθε ότι ήταν υποχρεωμένος να είναι ο καλύτερος, να φέρεται πάντα σαν ένα ευγενικό στρατιωτάκι και να μην αρνούνταν τίποτα, λες και τους χρωστούσε τα πάντα για πάντα. Τώρα λοιπόν ένα παιδί έμπλεκε πολύ τα πράγματα, του έδινε ευθύνες και τον έδενε σε μια οικογένεια που δεν ζήτησε να έχει εκείνη την στιγμή. Τι θα έκανε; Πως θα το


πλησίαζε ενώ δεν ήξερε τίποτα για εκείνο; Δεν το είδε να μεγαλώνει; Να κάνει τα πρώτα του βήματα; Δεν ήταν εκεί όταν ήταν άρρωστο; Τι έπρεπε να του πει; Να του κατηγορήσει τη μάνα του για αυτό; Και μετά τι; Έπειτα υπήρχε και η Λυδία μια φρέσκια πνοή αέρα στην μονότονη ζωή του. Είχε αρχίσει να την ερωτεύεται και ήθελε να την ερωτευτεί, ήθελε να ζήσει κάτι διαφορετικό και το άξιζε μετά από τόσα που είχε περάσει εξαιτίας της Σοφίας. Μετά το τηλεφώνημα του Πάνου πετάχτηκε από το κρεβάτι και ετοιμάστηκε γρήγορα για να φύγει. Ευτυχώς ο Πάνος γνώριζε όλη του την ιστορία και θα μπορούσε να του πει τον πόνο του αν είχε βέβαια χρόνο. Του έδωσε για άλλη μια φορά ραντεβού στο ταχυδρομείο και του υποσχέθηκε ότι θα ερχόταν ο ίδιος αυτή την φορά. Πήγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και διαπίστωσε ότι τελικά είχε κρατήσει την υπόσχεση του. Φορούσε πολιτικά ρούχα, ήταν όπως πάντα περιποιημένος και μόλις τον είδε σηκώθηκε όρθιος και έσκασε ένα μεγάλο χαμόγελο. «Που σαι ρε Άλκη;» «Τι γίνεσαι ρε Πάνο; Πόσος καιρός πάει;» «Νομίζω τελευταία φορά είχαμε συναντηθεί τυχαία, σωστά;» «Ναι βέβαια. Μετά την Αγγελική έβαλες στο μάτι και τη Μαρία. Νομίζω ότι δεν έχεις αφήσει θηλυκό στην αρχαιολογική υπηρεσία». «Τι να κάνω, υποχρεώσεις βλέπεις… Τόσο ωραίος άντρας είναι κρίμα να χαραμίζομαι σε μία μόνο γυναίκα…» είπε γελώντας και ο Άλκης τον χτύπησε ελαφρά στο ώμο. «Πάρε τον φάκελο που μου έδωσες και φέρε μου το δέμα να το ταχυδρομήσω». «Να σε προσλάβουμε στην αστυνομία; Γιατί τόσο ενδιαφέρον για αυτή την εξαφάνιση; Αν σου αρέσει να βρίσκεις ανθρώπους έχω ένα σωρό αγνοούμενος που πασχίζουμε να τους βρούμε ». «Αυτός ο συγκεκριμένος πρέπει να βρεθεί, αν και όπως τα είδα δεν το πιστεύω ότι θα βρεθεί. Ή θέλει να είναι εξαφανισμένος ή κάποιοι τον έχουν εξαφανίσει» είπε ο Άλκης και πήρε τον Πάνο να μιλήσουν σε μια γωνία που δεν είχε κόσμο στην αναμονή. «Και εμείς καταλήξαμε σε αδιέξοδο όσο αφορά την περίπτωση του. Πιστεύω ή ότι τρελάθηκε ή ότι τον έβγαλαν από τη μέση γιατί δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς το γεγονός ότι άφησε άθικτα όλα του τα πράγματα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου» είπε ο Πάνος και πήγε να ανάψει ένα τσιγάρο αλλά ο Άλκης τον σταμάτησε παίρνοντας του το. «Μου αρέσει που υποτίθεται ότι είσαι εκπρόσωπος του νόμου. Δεν καπνίζουμε σε δημόσιες υπηρεσίες….Το ξέχασες;» είπε και του έδωσε πίσω το τσιγάρο του. Ο Πάνος αθύμησε και το έβαλε πάλι στην τσέπη του την ώρα που κάποιοι φώναζαν στην καημένη την υπάλληλο για την κατάσταση στην Ελλάδα λες και εκείνη μπορούσε να αλλάξει τίποτα. « Άσε, τα πράγματα στην υπηρεσία έχουν αγριέψει. Αυτός ο Λυμπερίδης μου φαίνεται ότι πιέζεται πολύ και μας τρελαίνει όλους. Συνέχεια μας πιέζει για τα πάντα. Γίνονται βέβαια και πράγματα τα οποία δεν γινόντουσαν παλιά και είμαστε όλοι στην τσίτα ». «Δηλαδή;» «Αύξηση εγκληματικότητας. Πρέπει να υπάρχει κάποιο μεγάλο ψάρι εδώ στην Ρόδο και ευθύνεται για πολλά αλλά δεν το έχουν κάνει γνωστό. Λίγοι το ξέρουν. Κάθε φορά που είμαστε στα χνάρια του νιώθω ότι είναι συνέχεια ένα βήμα μπροστά. Ευτυχώς έχω τον συνεργάτη μου τον Αναγνωστόπουλο, είναι αυτός που σου έφερε τον φάκελο ».


«Τουλάχιστον, βρίσκεις άκρη μαζί του ή μαζεύεις τα σπασμένα του;» «Όχι, η αλήθεια είναι ότι αν και ήρθε πρόσφατα από την Αθήνα εγκλιματίστηκε πολύ γρήγορα λες και είχε γνώση των πραγμάτων». «Λογικά θα τον ενημέρωσαν από τα κεντρικά σας». «Τι να σου πω, είναι λίγο περίεργος τύπος αλλά τον εμπιστεύομαι. Ελπίζω μην μου γυρίσει μπούμερανγκ αυτό. Τέλος πάντων. Αρκετά σε ζάλισα, τα δικά σου πες μου» είπε , κοίταξε το παλιό του ρολόι και σούφρωσε τα φρύδια του. «Σε πήρα μονότερμα και τώρα πρέπει να φύγω, θα με πάρουν χαμπάρι. Δεν πρόλαβες να αρθρώσεις λέξη. Ρε συ κανόνισε να πάμε για καμιά μπύρα μην συναντιόμαστε συνέχεια παράνομα…»είπε χαμογελώντας και πλησίασε την πόρτα της εξόδου. «Έχεις δίκιο αν και πάλι έτσι θα συναντηθούμε για να σου επιστρέψω την κούτα. Η αλήθεια είναι ότι έχω να σου πω πολλά αλλά πρέπει να έχουμε ηρεμία και ησυχία. Να σου πω κιόλας γιατί αυτός είναι ιδιαίτερη περίπτωση ». «Καλά. Άντε τα λέμε » είπε και έφυγε ο Πάνος βιαστικά ενώ ο Άλκης περίμενε να περάσει λίγο η ώρα για να φύγει και εκείνος. Όσο περίμενε βυθίστηκε πάλι στις σκέψεις του και στην Σοφία. Έχει γιο… ένα γιο…απίστευτο… Όμως είναι δικός του ή είναι κάποιο κόλπο της Σοφίας; Και αν είναι κόλπο γιατί να μπει σε αυτήν τη διαδικασία για να είναι πάλι μαζί; Για να τον εκβιάσει για να της δίνει χρήματα; Στο τέλος τον έπιασε πονοκέφαλος και έφυγε για να βρει τη Λυδία. Εκείνη θα ήταν το φάρμακο του, όμως δεν έπρεπε να της πει τίποτα. Πρώτα έπρεπε να βρει την άκρη και μετά να της μιλούσε αλλιώς θα την αναστάτωνε άσκοπα. Έπρεπε να το αφήσει όλο αυτό για λίγο πίσω του και να πέρναγε χρόνο μαζί της , αυτό έπρεπε να κάνει. «Είμαι έξω από το ξενοδοχείο. Έλα» είπε στην Λυδία και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Λυδία που καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα πήγε σχεδόν τρέχοντας να τον βρει. Ήθελε να ξεχάσει την εμφάνιση του Δημήτρη που την αναστάτωνε και να βρει το Χατζή. Δεν ήθελε να σκέφτεται ότι έπρεπε να αποφασίσει κάτι τόσο σημαντικό για τη ζωή τη δική της αλλά και του Δημήτρη. Αν έλεγε ναι θα άλλαζαν τα πάντα και ίσως να ήταν και λάθος αφού γνώριζε ότι δεν ταιριάζουν. Αν όμως έλεγε όχι θα πλήγωνε το Δημήτρη και θα έχανε την ευκαιρία να νοικοκυρευτεί όπως της έλεγε τόσο συχνά η μητέρα της. Προς το παρόν όμως δεν θα έλεγε τίποτα του Άλκη. Δεν ήθελε να τον βάλει σε μια διαδικασία να σκέφτεται ένα σωρό πράγματα ενώ μπορεί να μην υπάρχει κανένας λόγος να το κάνει αυτό. «Καλημέρα και από κοντά»προσποιήθηκε την χαρούμενη και την ξέγνοιαστη και μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο. «Καλημέρα και από κοντά» είπε και Άλκης και έβγαλε ένα βεβιασμένο χαμόγελο. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήταν ποτέ ικανός να κρύβει με επιτυχία την στεναχώρια του. «Πίσω έχω την κούτα. Πάμε κάπου ήσυχα να τα δούμε;» «Ναι, πάμε. Όχι όμως στο δωμάτιο μου, βαρέθηκα να είμαι μέσα και δεν έχουν περάσει ακόμα και οι καθαρίστριες. Σίγουρα θα μας ενοχλήσουν». Αν τριγυρνούσε κάπου εκεί ο Δημήτρης θα ήταν πολύ άβολο να του εξηγήσει όλα αυτά. Χώρια που θα πίστευε στα σίγουρα ότι τον έχει απατήσει και μετά άντε βγάλε άκρη… Έφτασαν στο κέντρο της πόλης και πάρκαραν λίγο μακριά καθώς ποτέ δεν βρίσκεις στάθμευση εκεί που θες. Ο Άλκης πήρε την κούτα και έκανε νόημα στην Λυδία να τον ακολουθήσει. Αφού περπάτησαν πέντε λεπτά κατά μήκος του δρόμου έφτασαν στο


ξενοδοχείο που είχε μείνει ο Άλκης το προηγούμενο βράδυ κάτι που παραξένεψε τη Λυδία καθώς περίμενε να πάνε σπίτι του αν μη τι άλλο. Ένα ξενοδοχείο πολύ απλό και λιτό. Δεν είχε καμία σχέση με της Λυδίας. Δεν προοριζόταν για τουρίστες αλλά έμοιαζε να απευθύνεται πιο πολύ σε επαγγελματίες. Μια συμβατική ρεσεψιόν με έναν πολύ ευγενικό κύριο γύρω στα πενήντα να δίνει τα κλειδιά και ένα πάτωμα που καθρεπτιζόσουν. Πήρε το κλειδί του ευγενικά και ανέβηκαν με το μεταλλικό ασανσέρ αυτήν την φορά μιας και το είχαν επιδιορθώσει. «Γιατί είμαστε σε ξενοδοχείο;» του είπε η Λυδία. Αν μη τι άλλο αυτό δεν ήταν ευγενικό να την φέρει σε ένα ξενοδοχείο. «Συγνώμη έπρεπε να σου εξηγήσω καλύτερα. Είχα μια μεγάλη υδραυλική βλάβη χθες το βράδυ και τα πάντα γέμισαν με νερό. Ούτε εγώ ο ίδιος δεν άντεχα να μείνω από την τόσο πολύ υγρασία όχι να φέρω μια τόσο ιδιαίτερη καλεσμένη. » της είπε χαμογελώντας αν και δεν του άρεσε καθόλου να λέει ψέματα, δεν είχε άλλη επιλογή. «Πω πω μπελάδες που είχες βραδιάτικο». Μπήκαν μέσα στο δωμάτιο και ο Άλκης μιας και δεν είχε καναπέ έκατσε στο κρεβάτι για να δουν τα αντικείμενα της κούτας. Το δωμάτιο παρείχε μόνο ένα μικρό τραπεζάκι, μια καρέκλα και ίντερνετ. Προφανώς αυτά ήταν αρκετά για κάποιον που έρχεται στην Ρόδο για δουλειά. Παράγγειλε να τους φέρουν δύο καφέδες και αμέσως έπιασαν δουλειά. Ο Πάνος τους συγκέντρωσε μόνο τα προσωπικά αντικείμενα του Χατζή καθώς σίγουρα δεν τους ενδιέφεραν τα ρούχα και τα παπούτσια. «Για να δούμε, τι θα δούμε…» είπε ο Άλκης και αφού φόρεσε γάντια και έδωσε και της Λυδίας ένα ζευγάρι άνοιξε την κούτα. Πρώτα έβγαλε την οδοντόβουρτσα του, τη βούρτσα των μαλλιών του, τον αφρό ξυρίσματος, το ξυραφάκι και το άφτερ σέηβ του. Όλα αυτά ήταν σε ένα πλαστικό σακουλάκι που πρέπει να άνηκε στην σήμανση καθώς είχε πάνω ένα αυτοκόλλητο με αριθμούς πρωτοκόλλου. «Για να μυρίσω την κολόνια του για να δω τι τύπος είναι…» είπε η Λυδία και τη μύρισε. «Είναι λίγο βαριά… Μπορώ να τον φανταστώ να είναι λίγο πάνω από πενήντα και να κυκλοφορεί με κουστούμι. Τα βήματα του να είναι βαριά και να είναι πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και τις κινήσεις του». «Μεγάλη φαντασία έχεις…» είπε ο Άλκης και έβγαλε επίσης από την κούτα ένα βιβλίο της Οδύσσειας, ένα βιβλίο Αιγυπτιολογίας, το ημερολόγιο του, την πρόσκληση του στο συνέδριο, ένα στυλό και ένα μαρκαδόρο υπογραμμίσεως. Εκείνη την ώρα ήρθε το ρουμ σέρβις και τους άφησε τους καφέδες τους ρίχνοντας τους ένα πραγματικά παραξενεμένο βλέμμα μόλις είδε τα γάντια στα χέρια τους. Εκείνοι όμως δεν έδωσαν καμία σημασία αφού γνώριζαν ότι αν δεν φορούσαν γάντια θα άφηναν στα αντικείμενα του Χατζή τα αποτυπώματα τους και αυτό δεν θα ήταν καλό ούτε για εκείνους αλλά ούτε και για τον Πάνο. «Πολύ ωραία. Ας ξεκινήσουμε με το ημερολόγιο του» είπε η Λυδία και άρχισε να το ξεφυλλίζει. Μέσα με μια γρήγορη ματιά είδε σημειώσεις από τα ραντεβού του στην Αθήνα και επίσης σημειώσεις που είχαν σχέση με την Αίγυπτο. Η ημερομηνία όμως που την ενδιέφερε για να φτάσει ήταν οι μέρες που ήταν στην Ρόδο. Είχε σημειώσει την ημέρα άφιξης του την Τρίτη και την κανονισμένη μέρα αναχώρησης του την Κυριακή. Την Τρίτη είχε φθάσει πρωί πρωί και δεν ήταν τίποτα σημειωμένο παρά μόνο το γράμμα «Κ».


«Αυτό το γράμμα πρέπει να είναι η συνάντηση του με την κυρία Κατερίνα. Αφού μας είπε ότι τη βρήκε την ημέρα που ήρθε ». «Σωστά » απάντησε ο Άλκης ο οποίος ξεφύλλιζε το βιβλίο της Αιγυπτιολογίας για να δει από περιέργεια ποιό ήταν το δικό του αντικείμενο εργασίας. «Τις επόμενες τρεις μέρες ήταν στο συνέδριο και πρέπει να ήταν όλη μέρα γιατί δεν έχει σημειώσει τίποτα άλλο. Το Σάββατο όμως ξέρεις τι έχει σημειώσει; » «Τι;» είπε ο Άλκης όλο περιέργεια ρουφώντας τον καφέ του. «Hyacinth» «Τι πράγμα;» «Να, διάβασε μόνος σου» είπε και το έδειξε στον Άλκη. «Υάκινθος;» «Δεν το έχει βάλει τυχαία εκεί. Είναι στις 18:00 το απόγευμα. Αυτό είναι ραντεβού με τον Υάκινθο, την Κατερίνα του ». «Από που το κατάλαβες τώρα αυτό;» είπε ο Άλκης κοιτάζοντας την παραξενεμένος. «Θυμάμαι που μου είπε η κυρία Κατερίνα ότι φεύγοντας έκοψε έναν υάκινθο και μάλιστα ότι εκείνη ήταν από τις τελευταίες της αναμνήσεις από εκείνον ». «Μα καλά που το θυμήθηκες αυτό;» «Τα πάντα Γουάτσον κρίνονται στις λεπτομέρειες». «Και γιατί να σου πει ψέματα; Κάτι πρέπει να κρύβει. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση ». «Έτσι όπως το λες πρέπει να έχεις δίκιο». «Μου φαίνεται ότι πρέπει να πάμε ξανά να δούμε την κυρία Κατερίνα για να μας τα εξηγήσει όλα αυτήν την φορά» είπε η Λυδία όλο καμάρι για την ανακάλυψη της. Η αλήθεια ήταν ότι η έρευνα κυλούσε μέσα στο αίμα της απλώς είχε χαραμίσει το ταλέντο της ψάχνοντας τις βρωμιές των επωνύμων. Πάντα ήθελε να ασχοληθεί με το αστυνομικό ρεπορτάζ, να συνεργάζεται με την αστυνομία. Όταν ξεκίνησε τη δημοσιογραφία ήθελε να γίνει σαν τη Λόις Λέην του Σούπερμαν. Να μπλέκεται σε δύσκολες καταστάσεις με εγκληματίες αλλά πάντα να τα καταφέρνει να γλυτώνει, χωρίς όμως να την σώζει κανένας Σούπερμαν. Βέβαια πολύ σύντομα έπρεπε να επιστρέψει στην πραγματικότητα γιατί η αληθινή ζωή δεν ήταν ταινία να έχει πάντα ευτυχισμένο τέλος, ούτε και αν πάθαινε κάτι κάποιος σεναριογράφος θα μπορούσε να την κάνει καλά. Έτσι προσαρμόστηκε απότομα αλλά πιο απότομο της ήρθε το ενδιαφέρον του κόσμου για το κουτσομπολιό και το γεγονός ότι ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει για να βγάζει χρήματα. «Κοίταξε… την Κυριακή το πρωί έχει γράψει κάτι περίεργο. Σίγουρα είναι κωδικοποιημένο μήνυμα ». «Γλυκιά μου, αν ήταν κωδικοποιημένο μήνυμα δεν θα το είχε βρει η αστυνομία; » «Μπορεί και όχι, δεν νομίζω να βρήκε ότι η κυρία Κατερίνα είχε πει ψέματα». «Τέλος πάντων, τι λέει λοιπόν;» είπε ο Άλκης γεμάτος ανυπομονησία πηγαίνοντας πιο κοντά της για να μπορεί να βλέπει και εκείνος. « ¨Ὡς στρατευθεὶς τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, τῶν ἐπιγείων τὴν στρατείαν ἀπώσω, καὶ εὐθαρσῶς ἐκήρυξας Χριστὸν τὸν Θεὸν· ὅθεν τὸν ἀγῶνά σου, τὸν καλὸν ἐκτελέσας, Μάρτυς θεοδόξαστος, τοῦ Σωτῆρος ἐδείχθης·¨ » «Λοιπόν ξέρεις κάτι; Θα το βάλω στο Google να δω τι αποτέλεσμα θα βγάλει ». είπε ο Άλκης και πήρε το κινητό του.


«Αστειεύεσαι. Σιγά μην υπάρχουν στο Google προσευχές». «Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις. Κοίτα! Αν και πραγματικά δεν το περίμενα έβγαλε αμέσως την προσευχή…είναι του Άγιου Ισίδωρου. Ξέρεις ότι υπάρχει χωριό που ονομάζεται έτσι εδώ στην Ρόδο και έχει και μια εκκλησία; » «Πλάκα κάνεις. Λες να πήγε εκεί;» «Δεν έχω ιδέα αλλά μπορούμε τουλάχιστον να πάμε». «Ξέρεις όμως, πιστεύω ότι η αστυνομία θα έπρεπε να το βρει αυτό…Δεν μπορεί να μην πήγαν εκεί, είναι πολύ εύκολο». «Λυδία, μην το βάζεις κάτω. Να σου πω, κάτσε να πάρω τον Πάνο να τον ρωτήσω» είπε ο Άλκης και πήρε τηλέφωνο τον Πάνο αλλά εκείνος δεν απαντούσε. «πρέπει να έχει δουλειά…Όπως και να έχει πάμε μια βόλτα στο χωριό; Ποτέ δεν ξέρεις τι θα βρούμε…και αν δεν βρούμε τίποτα τουλάχιστον θα έχουμε πάει μια πολύ ωραία βόλτα ». Βιαστικά ο Άλκης μάζεψε τα πράγματα στην κούτα και χαμογελαστά έγνεψε στην Λυδία να φύγουν. Στην ουσία όμως δεν ήθελε να πούνε τίποτα παραπάνω πέρα από την υπόθεση γιατί δεν ήθελε να της πει ψέματα. Δεν ήθελε καν να έχει στο μυαλό του τα γεγονότα της περασμένης νύχτας ήθελε απλώς να συνεχίσει να ζει όπως ζούσε. Από την άλλη πλευρά η Λυδία δεν ήθελε ούτε εκείνη να κάνουν καμία συζήτηση καθώς δεν ήθελε να πει και εκείνη τι είχε γίνει το προηγούμενο βράδυ, έτσι με ευχαρίστηση τον ακολούθησε γιατί ήθελε να μιλήσει και εκείνη μόνο για το άρμα του ήλιου. Μέσα στο αυτοκίνητο όση ώρα οδηγούσε ο Άλκης επικρατούσε μια παγωμένη σιωπή την οποία έσπασε το κινητό της Λυδίας. Εκείνη αφού γνώρισε το νούμερο το σήκωσε αμέσως μιας και ήταν η τέλεια ευκαιρία για να περάσει λίγο η ώρα χωρίς να πρέπει να κάνει κάποια σοβαρή συνομιλία με τον Άλκη. «Έλα Ειρήνη μου, τι γίνεται;» «Που χάθηκες βρε φιλενάδα;» «Πού είσαι;» «Σπίτι, στέλνω βιογραφικά και κάνω υπομονή, αν και δεν είναι το καλύτερο μου όπως γνωρίζεις. Ο Γιώργος παίρνει συνέχεια τηλέφωνο αλλά δεν το σηκώνω, προσπαθώ να φανώ δυνατή και να αποτοξινωθώ από αυτήν την σχέση ». «Μπράβο σου…Χαίρομαι πάρα πολύ ελπίζω να κρατηθείς και να μην του μιλήσεις μόλις σε πιάσουν οι μοναξιές ». «Να σου πω και εγώ το ελπίζω ». «Και που σαι μακριά από το ποτό…» «Μακάρι να το καταφέρω και αυτό. Ωχ χτυπάει το σταθερό, σε αφήνω μήπως είναι για δουλειά ». «Εντάξει, χάρηκα που σε άκουσα. Καλή επιτυχία…» «Thank you…» είπε και έκλεισαν. Αμέσως μετά χτύπησε πάλι το τηλέφωνο και ήταν η μητέρα της αλλά δεν ήθελε να το σηκώσει. Άλλο να τον αποφύγει λίγο και άλλο να γίνει αγενής έτσι το άφησε να χτυπάει και υποσχέθηκε στον εαυτό της να την έπαιρνε αργότερα για να μην ανησυχεί. Σίγουρα θα είχε τρελαθεί από την αγωνία της , πάντα όταν δεν το σήκωνε για τη μητέρα της ήταν πιο πολύ πιθανό να είχε τρακάρει, να ήταν λιπόθυμη, να ήταν στο νοσοκομείο ανήμπορη, να ήταν σε κώμα παρά απλώς να μην το σηκώνει γιατί δεν μπορεί εκείνη την ώρα να μιλήσει.


«Η φιλενάδα μου η Ειρήνη ήταν. Ξέρεις παραιτήθηκε από τη δουλειά της και προσπαθεί να αλλάξει τη ζωή της ». «Μπράβο της, γενναία απόφαση» είπε ο Άλκης κοιτώντας τον καθρέπτη του. «Τι πιστεύεις ότι θα βρούμε;» ρώτησε η Λυδία. «Να σου πω την αλήθεια… τίποτα αλλά θέλω πολύ να το διαπιστώσω και εγώ ότι δεν θα βρούμε τίποτα» είπε και συνέχισε να κοιτάει τους καθρέπτες του. «Μα τι κοιτάς συνέχεια; Θέλεις να σταματήσουμε να τους ρυθμίσεις;» «Βασικά έχω μια αίσθηση αλλά μάλλον κάνω λάθος». «Τι;» «Άστο , κάνω λάθος». «Θα μου πεις;» είπε η Λυδία γελώντας γιατί νόμιζε ότι της αστειευόταν. «Έχω την εντύπωση ότι ένα μαύρο Mercedes πίσω μας, μας ακολουθεί. Νομίζω ότι το είχα δει πάλι βγαίνοντας από το ταχυδρομείο». «Για να δω…» είπε η Λυδία. «Μην γυρίσεις, κοίταξε το από τον καθρέπτη». «Ναι , έχεις δίκιο. Μπορείς να κάνεις κανένα ελιγμό για να δούμε αν όντως μας ακολουθεί;» «Ναι αμέ, το μόνο εύκολο» είπε ο Άλκης και αμέσως έβαλε το πόδι του στο γκάζι. Μόλις επιτάχυνε εκείνος, ακολούθησε στον ίδιο ρυθμό και η Mercedes. Στην πρώτη ευθεία η Mercedes τους πλησίασε αρκετά και είχαν αρχίσει να φοβούνται ότι αν τους έφτανε κι άλλο θα τους έβγαζε από τον δρόμο. Τα φιμέ τζάμια δεν τους άφηναν να δουν ποιοι και πόσοι ήταν μέσα. Μόλις όμως πλησίασαν στην στροφή ο Άλκης μπόρεσε και βγήκε αρκετά μπροστά. Ευτυχώς η επόμενη στροφή ήταν το χωριό και αφού έστριψαν είδαν ότι η Mercedes δεν τους ακολούθησε. «Πω πω, τι ήταν αυτό…» είπε η Λυδία η οποία κρατιόταν σφιχτά από την χειρολαβή του αυτοκινήτου και είχε χάσει το χρώμα της. Είπαμε ήταν της περιπέτειας την είχαν κυνηγήσει και άλλες φορές για να της πάρουν τη μηχανή , τη βιντεοκάμερα αλλά αυτό ήταν κάτι πολύ διαφορετικό, το ένιωθε. «Τι να σου πω, όλη αυτή η υπόθεση είναι πάρα πολύ περίεργη. Ίσως τελικά κάτι να τρέχει πιο σοβαρό με το άρμα ». είπε ψύχραιμα ο Άλκης και οδήγησε μέχρι την πλατεία του χωριού. Σταμάτησαν στην εκκλησία και βγήκαν έξω για να ρίξουν μια ματιά στον χώρο. Περπάτησαν περιμετρικά της εκκλησίας ψάχνοντας χωρίς καμία ελπίδα γύρω γύρω. Έπειτα μπήκαν μέσα και άναψαν τυπικά ένα κεράκι. Η Λυδία βγήκε έξω, πήγε μπροστά στα σκαλιά της εκκλησίας και σκάλιζε με τα πόδια της το χώμα απογοητευμένη. «Τσάμπα ήρθαμε…Μα τι σκεφτόμουν, λες και τόσο καιρό μετά θα βρίσκαμε κάτι εμείς που δεν θα είχε βρει η αστυνομία. Μάλλον είμαι αφελής…» «Ξέρεις κάτι. Ίσως δεν εννοούσε την εκκλησία του Άγιου Ισίδωρου. Η εκκλησία δεν είναι η μόνη επαφή με το Θεό σε αυτό το χωριό ». είπε ο Άλκης προσπαθώντας να της δώσει θάρρος. «Τι εννοείς;» «Εννοώ ότι μπορεί να είχε ραντεβού στο νεκροταφείο του χωριού ». «Πω πω πολύ μακάβριο μου ακούγεται αυτό. Γιατί να πάει σε νεκροταφείο;» «Για τον ίδιο λόγο που θα πήγαινε σε εκκλησία. Ειλικρινά Λυδία πιστεύω ότι αυτός ο


άνθρωπος δεν ζει. Ίσως κάπου εκεί να ανακαλύψουμε επιτέλους τι έγινε» είπε ο Άλκης και της έκανε νόημα να πάνε στο αυτοκίνητο. Το νεκροταφείο ήταν λίγο πιο έξω από το χωριό όπως συνηθίζεται και το βρήκαν χωρίς να ρωτήσουν αφού από μακριά φαινόταν τα ψηλά κυπαρίσσια. Στάθμευσαν και πήγαν να περιεργαστούν τον χώρο. Η Λυδία περπατούσε μπροστά ανάμεσα σε πολλούς τάφους ηλικιωμένων ανθρώπων. Τα περισσότερα καντήλια ήταν αναμμένα καθώς φαίνεται ότι στο χωριό δεν ξεχνάνε τους αγαπημένους τους ανθρώπους. Πιο πέρα είδε μια γριούλα να αφήνει λουλούδια πάνω σε έναν τάφο και να κλαίει βουβά. Το βλέμμα της την κάρφωσε λες και την κατάλαβε ότι πραγματικά μέσα της δεν είχε καμία βαριά και ασήκωτη λύπη. Την κοιτούσε λες και έφταιγε εκείνη που δεν είχε χαραγμένες στο πρόσωπο χαρακιές της μοίρας. Η Λυδία δεν άντεχε άλλο το βλέμμα της και πήγε κοντά στον Άλκη. «Ξέρεις κάτι. Κακώς ήρθαμε εδώ. Έχω ανατριχιάσει μέχρι το μεδούλι και αυτή εκεί η γριά με κοιτάει σαν να έχω κάνει κανένα έγκλημα που είμαι ζωντανή. Πάμε να φύγουμε». «Πες ότι συναντήθηκαν εδώ, που θα μπορούσε κάποιος να κάνει έγκλημα για να μην τον δει κανείς; » είπε ο Άλκης που φαινόταν ότι δεν ήθελε να τα παρατήσει έτσι εύκολα. Στην πραγματικότητα όμως δεν ήθελε να σκέφτεται την Σοφία και το παιδί και προσπαθούσε να αγκιστρωθεί σε κάτι που δεν τον ενδιέφερε τόσο όσο έδειχνε. « Μου αρέσει που επιμένεις και δεν το βάζεις κάτω» είπε η Λυδία και ο Άλκης χαμογέλασε. «Αν εγώ ήθελα να τον σκοτώσω θα τον παρέσερνα σε εκείνα τα δέντρα ». είπε η Λυδία αφού είχε κοιτάξει γύρω γύρω και έδειξε κάτι δέντρα λίγο πιο πέρα από το νεκροταφείο τα οποία ήταν καμένα από την φωτιά. «Εντάξει ας πάμε εκεί λοιπόν» είπε ο Άλκης και έφυγαν από το νεκροταφείο για να περπατήσουν στην καμένη γη. «Βλέπεις εδώ χάλια; Αυτή η φωτιά που ξεκίνησε από αυτό το χωριό μέσα σε έξι μέρες έκαψε 120.000 στρέμματα καλλιεργειών και δάσους ». «Ακούγεται τραγικό». «Πίστεψε με, ήταν ». σε λίγο είχαν φθάσει στο καμένο δάσος και εκεί φυσικά δεν υπήρχε τίποτα. Έτσι η Λυδία αποφάσισε να πάει λίγο πιο πέρα για να δει μήπως υπήρχε κάτι ενδιαφέρον. Ούτως ή άλλως ήταν η τελευταία τους ελπίδα ή θα έβρισκαν κάτι ή θα έπρεπε να τα παρατήσουν. Ίσως δεν ήταν γραφτό σε αυτή τη ζωή να συσχετιστεί με το άρμα του ήλιου αλλά και ίσως όλο αυτό να ήταν μια παρωδία που κακώς αναμείχθηκε και έβαλε σε κίνδυνο και τη δουλειά της για αυτό. Προχωρώντας πιο βαθιά μέσα στον καμένο τόπο της φάνηκε ότι είδε κάτι σκεπασμένο κάτω από πολλά καμένα ξύλα. Έμοιαζε λες και κάποιος να είχε σκεπάσει επίτηδες κάτι αρκετά μεγάλο για να μην είναι σε κοινή θέα. Ποιος να πήγαινε βόλτα εκεί πέρα που είχε καεί όλη η φύση και θρηνούσε κάθε μέρα τα παιδιά της; Έκανε νόημα στον Άκη να την ακολουθήσει και μαζί έφτασαν σε εκείνο το σημείο. Ξεκίνησαν να βγάζουν τα κλαδιά για να αποκαλύψουν τι κρύβεται από κάτω. Προς μεγάλη τους έκπληξη είδαν ότι κάτω από την στρώση με τα ξύλα υπήρχε ένα σκούρο σεντόνι το οποίο μόλις τράβηξαν είδαν το πορτ μπαγκάζ από ένα καμένο αυτοκίνητο. Η Λυδία άρχισε να βγάζει με μανία όλα τα ξύλα από πάνω, καθώς της φάνηκε ότι αυτό ήταν πολύ περίεργο και ταυτόχρονα ύποπτο γιατί αν ήταν πειστήριο της αστυνομίας θα είχε μεταφερθεί στα κεντρικά όταν είχε ξεσπάσει η φωτιά ή όταν είχαν σβήσει την φωτιά. Αν κάποιος το έβαλε εκεί σημαίνει ότι θα


ήθελε κάτι να κρύψει ή να σκεπάσει. Δεν είναι τυχαίο ότι βρέθηκαν εκεί ψάχνοντας για το Χατζή. Ο Άλκης έβγαζε και εκείνος ξύλα αλλά ήθελε πιο πολύ να ελευθερώσει τις πόρτες και το καπό μήπως έβρισκε τίποτα χρήσιμο. Θεωρούσε και εκείνος ότι βρισκόταν μπροστά σε κάτι αλλά δεν ήξερε σε τι. Όταν κατάφερε και ελευθέρωσε την πόρτα του οδηγού απογοητεύτηκε καθώς δεν υπήρχε τίποτα το ενδιαφέρον μέσα πέρα από σκόνη, στάχτες και τα πάντα στο εσωτερικό του ήταν λιωμένα ακόμα και στα πίσω καθίσματα. Απογοητευμένος βγήκε έξω, ξεσκονίστηκε και έριξε ένα βλέμμα στην Λυδία. «Ας κοιτάξουμε και το πορτ παγκάζ και μετά φεύγουμε. Μετά ας ειδοποιήσουμε την αστυνομία ότι βρέθηκε μήπως είναι κλεμμένο. Αν και δεν έχει πινακίδες θα βρουν αυτοί την άκρη ». είπε η Λυδία και προσπάθησε να το ανοίξει όμως ήταν εντελώς κολλημένο και δεν άνοιγε με τίποτα. Ο Άλκης πλησίασε για να τη βοηθήσει αλλά δεν τα κατάφερε με την πρώτη, αλλά ούτε και με τη δεύτερη και την τρίτη. Έτσι άρχισε εκνευρισμένος να το κλωτσάει μπας και ξεκολλήσει και μόλις πήγε να τα παρατήσει άκουσε ένα θόρυβο και κατάλαβε ότι τα είχε καταφέρει. Με το ύφος του νικητή πήγε μπροστά στην Λυδία και επιδεικτικά άνοιξε το πορτ μπαγκαζ. Προς μεγάλη τους απογοήτευση το μόνο που βρήκαν μέσα ήταν τα απομεινάρια μιας παλιάς ρεζέρβας. Η Λυδία πήγε και την σήκωσε για να δει μήπως υπήρχε τίποτα από κάτω αλλά το μόνο που υπήρχε ήταν καμένη μαύρη λαμαρίνα. Απογοητευμένη πέταξε με δύναμη την ρεζέρβα κάτω όμως με την άκρη του ματιού της, της φάνηκε ότι είδε κάτι άλλο μικρό να πέφτει κάτω. «Το είδες αυτό;» «Ποιο;» «Αυτό που έπεσε». «Δεν είδα κάτι». «Για ψάξε λίγο κάτω. Κάτι βγήκε μέσα από την ρεζέρβα» είπε και αμέσως έσκυψαν και οι δύο και έψαχναν κάτω με μεγάλη λεπτομέρεια μέχρι που κουτούλησαν κατά λάθος και έβαλαν τα γέλια. «Μα τι κάνουμε; Πάμε να φύγουμε και να το ξεχάσουμε όλο αυτό;» είπε η Λυδία στον Άλκη «Κι όμως κοίτα!» είπε ο Άλκης και έπιασε στα χέρια του ένα δαχτυλίδι το οποίο είχε μαυρίσει από την φωτιά. «Κάτι είναι και αυτό» είπε και το έβαλε πολύ κοντά στα μάτια του. «Κοίτα έχει και επιγραφή, όμως δεν μπορώ να την ξεχωρίσω. Πρέπει να το πάμε σε εργαστήριο κοσμημάτων. Ίσως να μας πούνε τι γράφει» είπε και χαρούμενος για την ανακάλυψη το σκούπισε και το έβαλε στην τσέπη του. Οι δυο τους με γρήγορο βήμα πήγαν στο αυτοκίνητο για να φύγουν και να πάνε στην πόλη. Μόλις ο Άλκης οδήγησε μέχρι την έξοδο του χωριού είδε ένα μπλόκο από τρία περιπολικά. Έκοψε ταχύτητα και οι αστυνομικοί του έκαναν νόημα να σταματήσει. Ο Άλκης παραξενεμένος σταμάτησε και ακολούθησε τις οδηγίες των αστυνομικών. Η Λυδία τον παρακολούθησε που βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και μιλούσε με τους αστυνομικούς. Μετά από λίγο δείχνοντας αναστατωμένος πήγε στο παράθυρο της Λυδίας. «Θέλω να πάρεις το αυτοκίνητο και να πας εκεί που είπαμε. Μόλις ξεμπερδέψω θα σου τηλεφωνήσω».


«Μα τι συνέβη; Γιατί; » Ο Άλκης τότε άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και της έδωσε ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα. Οι αστυνομικοί τότε επειδή πίστεψαν ότι ήθελε να διαφύγει ή να κερδίσει για κάποιο λόγο χρόνο έτρεξαν αμέσως κοντά του, τον τράβηξαν απότομα και του έβαλαν χειροπέδες. Ο Άλκης της έκανε νόημα ότι θα της τηλεφωνήσει και μετά μπήκε στο περιπολικό ενώ ο ένας αστυνομικός έβγαλε έξω τη Λυδία και άρχισε να ψάχνει με λεπτομέρεια το αυτοκίνητο. Σήκωσε μέχρι και τα καθίσματα, άνοιξε το πορτ μπαγκαζ, τα χαλάκια, τα πατάκια, έψαξε για κρυφές θήκες αλλά δεν βρήκε τίποτα. Έπειτα έκανε νόημα σε έναν άλλο αστυνομικό κάτι είπαν και πλησίασαν τη Λυδία. «Το αυτοκίνητο κατάσχεται. Θα σας συνοδεύσει ένα περιπολικό στην οικία σας. Παρακαλείστε να μην απομακρυνθείτε από την πόλη της Ρόδου τα επόμενα εικοσιτετράωρα » της είπε σαν κασέτα νομικού δικαίου. Η Λυδία έμεινε στήλη άλατος καθώς δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο τον πήραν και από την σαστισμένη έκφραση του Άλκη διαπίστωσε πως δεν μπορούσε να καταλάβει και εκείνος. Έπειτα έβγαλε από το στόμα της αυτό που της είχε δώσει ο Άλκης με το φιλί, το δαχτυλίδι προσεχτικά για να μην τη δούνε. Προφανώς δεν ήθελε να το αφήσει στην αστυνομία οπότε έπρεπε να πάει εκείνη να μάθει τι γράφει μέχρι να της τηλεφωνήσει και να μάθει τελικά γιατί τον πήραν με αυτό τον τρόπο λες και ήταν καταζητούμενος επικίνδυνος δολοφόνος. Αυτό που την είχε χαλάσει επίσης ήταν το γεγονός ότι είχε φανταστεί άλλες συνθήκες για το πρώτο τους φιλί αλλά ακόμα και έτσι η καρδιά της δεν είχε σταματήσει να χτυπάει γρήγορα και ένιωθε τα μάγουλα της ακόμα κόκκινα. Ποτέ της δεν είχε νιώσει τόσα πολλά συναισθήματα μαζί όπως εκείνη την ώρα. Έρωτας, φόβος, έξαψη, ανυπομονησία… Όσο ήταν μέσα στο περιπολικό είχε αρχίσει να έχει ένα πολύ περίεργο συναίσθημα και τελικά είχε δίκιο. Από τον καθρέπτη μπορούσε να διακρίνει την ίδια μαύρη Mercedes που τους ακολουθούσε και προηγουμένως όμως διατηρούσε πάντα την ίδια απόσταση. Από την αγωνία ένιωθε να της καίγεται το δέρμα και ήλπιζε ότι αφού ήταν με αστυνομικούς ο εφιάλτης της Mercedes θα εξαφανιζόταν. Οπότε καλύτερα θα ήταν να πήγαινε στο ξενοδοχείο και να έμενε εκεί. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν πως κάποιοι δεν ήθελαν να ανακαλυφθεί η δολοφονία του Χατζή αλλά αυτό που πραγματικά δεν καταλάβαινε με τίποτα και είχε ξεμείνει από ιδέες ήταν η σύλληψη του Άλκη. Όταν επιτέλους έφτασε στο ξενοδοχείο έχασε την Mercedes από τον καθρέπτη της. Αυτό άραγε σήμαινε ότι δεν σχεδίαζαν να της κάνουν κάποιο κακό ή ότι ήθελαν να επαναπαυθεί και μετά να γίνει ότι είναι να γίνει; Μην έχοντας άλλη επιλογή βγήκε από το περιπολικό και έφυγε σχεδόν τρέχοντας για το δωμάτιο της. Στην υποδοχή συνάντησε το Δημήτρη να την περιμένει και αυτό ήταν πραγματικά πολύ κακός συγχρονισμός. «Μα που είσαι; Ξέρεις πόση ώρα σε περιμένω να έρθεις; Ανησύχησα". «Δημήτρη δεν θυμάμαι να είχαμε δώσει κάποιο ραντεβού σωστά; Αν θυμάμαι καλά μου είχες πει ότι θα με αφήσεις να το σκεφτώ» του είπε η Λυδία και συνέχισε να περπατάει προς το δωμάτιο της κοιτώντας πίσω της όλη την ώρα ανήσυχα. « Τι συμβαίνει; Σε κυνηγάει κανείς;» της είπε μεταξύ αστείου και σοβαρού αλλά όταν είδε την έκφραση της γρήγορα άλλαξε ύφος. «Έχεις μπλέξει;» «Δημήτρη δεν μπορώ να σου εξηγήσω τώρα, πραγματικά. Ούτως ή άλλως δεν μπορείς να κάνεις εσύ κάτι για αυτό οπότε καλύτερα πήγαινε και μην ανακατευτείς γιατί


μόνο σε κακό θα σου βγει». «Λυδία με τρομάζεις, πες μου τι συμβαίνει τώρα» η Λυδία η οποία κράταγε στα χέρια της το κλειδί του δωματίου και άνοιγε την πόρτα ήθελε να τον ξεφορτωθεί γρήγορα αλλά αυτό δεν φαινόταν εκείνη την ώρα δυνατό. «Δημήτρη σε ευχαριστώ για το ενδιαφέρον αλλά δουλεύω σε μια δημοσιογραφική ανακάλυψη και η Σήλια μου είπε να το κρατήσω απόρρητο ακόμα και από σένα. Αν θέλεις να με βοηθήσεις δώσε μου τον χρόνο που μου είπες ότι θα μου έδινες χθες» είπε με σοβαρό ύφος και ο Δημήτρης φάνηκε απογοητευμένος, περίμενε πιο πολλά από εκείνη μετά τα χθεσινά. Τόσα χιλιόμετρα έκανε για να τη βρει. «Όπως επιθυμείς αλλά εγώ θα σε προσέχω» είπε και άρχισε να απομακρύνεται από εκείνη με το κεφάλι κάτω. Η Λυδία στεναχωρήθηκε που τον έδιωξε γιατί πραγματικά φοβόταν τόσο και αισθανόταν τόσο απροστάτευτη που η παρουσία του θα την έκανε να νιώθει ασφαλής όμως δεν ήθελε να πάρει μέρος σε αυτό το περίεργο παιχνίδι που έδειχνε να γίνεται όλο και πιο πολύπλοκο. Άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα, κλείδωσε αμέσως και έβαλε μια καρέκλα κάτω από το πόμολο της πόρτας. Έπειτα πήγε προς τα παράθυρα και έκλεισε τις κουρτίνες, δυστυχώς δεν είχε παντζούρια και αυτό της δημιουργούσε ανασφάλεια γιατί αν ήθελε κάποιος να μπει μέσα στο δωμάτιο της το πιο εύκολο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει ήταν να σπάσει το τζάμι. Άνοιξε αμέσως τα φώτα και πήγε κατευθείαν στο μπάνιο για να πλύνει το δαχτυλίδι μήπως και μπορούσε να βγάλει μόνη της άκρη μιας και δεν είχε χρόνο. Έβαλε το δαχτυλίδι κάτω από το νερό και άρχισε να το τρίβει επίμονα με τα δάχτυλα της. Σιγά σιγά άρχισαν να μουτζουρώνονται τα χέρια της αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποκαλύψει την επιγραφή έτσι πήρε μπροστά της ότι είχε να κάνει με σαπούνι και άρχισε να κάνει αλχημείες μήπως μπορέσει να τα καταφέρει. Όλο αυτό όμως δεν κατέληγε πουθενά μέχρι που σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στην υποδοχή για να της φέρουν λίγο οινόπνευμα. Πραγματικά μετά από λίγη ώρα της το έφεραν και το άφησαν έξω από την πόρτα της σύμφωνα με τις οδηγίες της. Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κάποιος έξω άνοιξε την πόρτα και πήρε το οινόπνευμα. Με μεγάλη της χαρά διαπίστωσε ότι άρχισαν να διακρίνονται κάποια γράμματα. Το δαχτυλίδι φανέρωνε αχνά ένα όνομα, εκείνο που φοβόταν «Κατερίνα» αυτό σήμαινε ότι αυτό ήταν ότι είχε απομείνει από το Χατζή. Τον είχαν φέρει μέχρι εκεί, τον είχαν σκοτώσει με κάποιον τρόπο, τον είχαν βάλει μέσα στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου και μετά έβαλαν φωτιά στο δάσος. Δεν μπορεί να μην είχαν βρει πτώμα εκεί. Το δαχτυλίδι πρέπει να του είχε πέσει μέσα στην ρεζέρβα από λάθος αλλά αυτό που πραγματικά την προβλημάτιζε ήταν γιατί δεν είχε ταυτοποιήσει η αστυνομία το πτώμα που λογικά πρέπει να ήταν καμένο από την φωτιά, με την εξαφάνιση του Χατζή. Δεν πρέπει να είχε γίνει άλλη χρονική στιγμή, το χρονικό πλαίσιο ταίριαζε απόλυτα. Επίσης αυτό που δεν μπορούσε να εξηγήσει ήταν το γεγονός ότι το αυτοκίνητο το είχαν εκεί σκεπασμένο και δεν τον είχε πάρει η σήμανση της αστυνομίας… Όλα αυτά ήταν πολύ περίεργα, σκεφτόταν μέχρι που ένας εκκωφαντικός θόρυβος την έκανε να πεταχτεί έξω από το μπάνιο. Είχε γίνει αυτό που φοβόταν. Έντρομη διαπίστωσε ότι ο θόρυβος προερχόταν από την τζαμαρία και μπροστά της είδε το Δημήτρη αναίσθητο μέσα στα αίματα και τα γυαλιά και δύο μορφές να πλησιάζουν. Εκείνη γρήγορα άρχισε να


φωνάζει βοήθεια και πήγε να φύγει από την πόρτα αλλά έμοιαζε λες και την κρατούσε κάποιος από την άλλη μεριά για να την εγκλωβίσει. Ήταν πραγματικά τρομοκρατημένη και ένιωθε την αδρεναλίνη να χτυπάει στις φλέβες της. Έπρεπε κάτι να κάνει για να επιβιώσει αυτοί που είχαν χτυπήσει το Δημήτρη σίγουρα τώρα έρχονταν για εκείνη. Η τύχη όμως ήταν με το μέρος της γιατί άκουσε από μακριά φωνές να πλησιάζουν. Προφανώς τους εντόπισε η ασφάλεια του ξενοδοχείου και τότε ήταν που τόλμησε να πλησιάσει το Δημήτρη. Πήγε κοντά του και το πρώτο που έκανε ήταν να κοιτάξει αν αναπνέει. Έπειτα τον καθάρισε από τα γυαλιά, τον πήρε αγκαλιά και άρχισε να κλαίει. «Έπρεπε να φάω ξύλο για να με αγκαλιάσεις;» της είπε και η Λυδία γέλασε μέσα στο κλάμα της. «Σου είπα να φύγεις να μην μπλεχτείς. Πρέπει να σε πέταξαν με την πλάτη. Ποιοι ήταν τους είδες; » «Δεν ξέρεις εσύ;» « Όχι ξέρω μόνο ότι με ακολουθούσε μια μαύρη Mercedes και μόλις ήρθα στο ξενοδοχείο με άφησαν ήσυχη. Σου είπαν κάτι;» είπε στο Δημήτρη ο οποίος προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος για να δει που ήταν χτυπημένος αλλά ένας πόνος τον δίπλωσε στα δύο και αναγκάστηκε να κάτσει σε μια καρέκλα. Εν τω μεταξύ ερχόταν η ασφάλεια του ξενοδοχείου και είχαν ήδη μαζευτεί έξω από το δωμάτιο της ένοικοι για να δουν τι συμβαίνει. Η Λυδία δεν ήθελε να μπλέξει σε καμία περίπτωση με την αστυνομία μιας και κάτι δεν της κόλλαγε σε όλο αυτό και ίσως να ήταν και κάποιοι αστυνομικοί μπλεγμένοι. Σήκωσε το Δημήτρη όρθιο άνοιξε την πόρτα της, είδε ότι δεν υπήρχε κανείς έξω και άρχισε να απομακρύνεται από το δωμάτιο της προσπαθώντας να μένουν κρυμμένοι πίσω από τα δέντρα του ξενοδοχείου για να μην χρειαστεί να δώσει εκείνη την ώρα εξηγήσεις. Ο Δημήτρης ευτυχώς είχε αρχίσει να νιώθει καλύτερα και μπορούσε να περπατήσει με δυσκολία αλλά μόνος του. « Που μένεις;» «Σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Ρόδου». «Έχεις έρθει με αυτοκίνητο;» «Νοίκιασα ένα ATOS και το έχω στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου». «Πάμε κάπου;» «Όπου θες» της είπε προσπαθώντας να βγάλει ένα χαμόγελο. Όσο πιο διακριτικά μπορούσαν βγήκαν έξω από το ξενοδοχείο και πήγαν στο αυτοκίνητο του Δημήτρη. Μόλις μπήκαν μέσα ο Δημήτρης έβγαλε έναν αναστεναγμό. «Δημήτρη μου, μάλλον πρέπει να σε πάω στο νοσοκομείο». «Και εγώ έτσι νομίζω» είπε και σήκωσε το χέρι του που κάλυπτε τόση ώρα ένα κομμάτι γυαλί που είχε μπει κοντά στην μασχάλη του και είχε αρχίσει να ποτίζει τα ρούχα του. «Θεέ μου, είσαι τρελός; Γιατί δεν μου το είπες από την αρχή και χάσαμε τόσο πολύτιμο χρόνο;» είπε η Λυδία και έκατσε στην θέση του οδηγού για να τον πάει στο νοσοκομείο. «Πες μου πως ακριβώς έγινε ». «Να σου πω, όταν μου είπες να φύγω άρχισα να απομακρύνομαι αλλά σχεδόν αμέσως σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να σε αφήσω έτσι απροστάτευτη και μιας και είδα πόσο φοβισμένη ήσουν άρχισαν να κάνω διακριτικούς κύκλους γύρω από το bungalow σου. Μετά από λίγη ώρα είδα τρεις τύπους να πλησιάζουν και να κοιτάνε τον χώρο λες και


ήθελαν να κάνουν κάτι. Ήταν ντυμένοι κομψά και φορούσαν όλοι γυαλιά ηλίου. Αυτό που μου έκανε εντύπωση όμως ήταν ότι φορούσαν σακάκια μες στο κατακαλόκαιρο. Σκέφτηκα ότι πιθανόν κάτι να κρύβουν και σε συνδυασμό με αυτά που μου είχες πει θεώρησα ότι έπρεπε αν μη τι άλλο να τους πω ευγενικά να φύγουν από εκεί. Εκείνοι όμως αρπάχτηκαν αμέσως και άρχισαν να με χτυπάνε και μόλις άρχισα να ανταποδίδω με πέταξαν στην τζαμαρία. Δυστυχώς δεν υπήρχαν άνθρωποι να με βοηθήσουν στον καβγά. » «Πω πω, τι ήταν αυτό που έπαθες για χάρη μου…Αλλά αν δεν ήσουν εσύ σίγουρα θα με βρίσκανε σε κανένα χαντάκι. Σου χρωστάω τη ζωή μου…» είπε η Λυδία και τον κοίταξε με ένα βλέμμα απόλυτης ευγνωμοσύνης. «Δεν ήταν τίποτα… Για χάρη σου τα πάντα…» «Μήπως μπορείς να μου περιγράψεις αυτούς τους ανθρώπους, είχαν κάτι το ιδιαίτερο;» «Αν και το κεφάλι μου βουίζει θυμάμαι πολύ έντονα αυτόν που με πέταξε στην τζαμαρία. Ήταν περίπου στο ύψος μου, αρκετά γυμνασμένος, με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια. Το διαφορετικό σε αυτόν ήταν η προφορά του, δεν ήταν Έλληνας. Δεν μπορώ να προσδιορίσω από πού ήταν αλλά σίγουρα δεν ήταν Έλληνας. Ο άλλος είχε άγρια χαρακτηριστικά, καραφλός και ήταν πιο κοντός από τον ξανθό. Ο τρίτος ήταν λίγο πιο μακριά και δεν τον πρόσεξα καλά». «Κάτι είναι και αυτό, τώρα θα έχω εικόνα ανθρώπων στο μυαλό μου και όχι αυτοκινήτων ». Πολύ σύντομα είχαν φθάσει στο νοσοκομείο και η Λυδία βοήθησε το Δημήτρη να βγει από το αυτοκίνητο. Κρατώντας τον αγκαλιά σιγά σιγά πήγαν στα εξωτερικά ιατρεία και τον έβαλε να κάτσει στα καθίσματα. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να περιμένουν πάρα πολύ για να βρουν γιατρό. Πέρασε ο Δημήτρης στο εξεταστήριο μαζί με τη Λυδία. «Πως βρέθηκε αυτό το γυαλί σφηνωμένο εκεί;» είπε ο γιατρός απορημένος και εξέταζε το τραύμα χωρίς όμως να μετακινεί τίποτα. Με λίγη προσπάθεια του έβγαλε τη μπλούζα και τότε είδε ότι όλος του ο κορμός είχε πολύ μικρά κοψίματα που αιμορραγούσαν ελαφρά. «Φίλε μου» « Δημήτρης » «Δεν νομίζω να σε αφήσω να φύγεις σήμερα. Πρέπει να σου βγάλουμε όλα αυτά τα μικροσκοπικά γυαλιά από πάνω σου αφού όμως πρώτα πάμε για αξονική για να δούμε μέχρι που έχει φτάσει το γυαλί. Μετά θα αποφασίσουμε τι ακριβώς θα κάνουμε αφού έχουμε πλήρη εικόνα της κατάστασης» είπε ο γιατρός ο οποίος δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. «Μάλιστα… Πολύ ωραία…» είπε ο Δημήτρης με σπασμένη φωνή. Όσο και να προσπαθούσε να κρυφτεί για χάρη της Λυδίας δεν μπορούσε να παλέψει άλλο τον πόνο που ένιωθε. Είχε αρχίσει να τον καταβάλει πάρα πολύ και ήδη έβλεπε τα πάντα να γυρίζουν γύρω του. «Λυδία μου, πήγαινε καρδιά μου. Δεν χρειάζεται να με περιμένεις, είμαι στα σωστά χέρια ». «Μα…» «Όχι, μην νιώθεις τύψεις. Θέλω όμως να πας στο ξενοδοχείο μου και να μείνεις στο δωμάτιο μου που θα είσαι ασφαλής. Μόλις ξεκουραστείς έλα πάλι από εδώ να δω τι


κάνεις». «Γιατρέ, μπορώ να μείνω μαζί του;» «Κοίταξε να δεις, λόγο της κατάστασης του προτιμώ να είναι μαζί με κάποια νοσοκόμα. Αν θέλετε ελάτε σε δύο ώρες περίπου που θα γνωρίζουμε με σαφήνεια την έκταση του προβλήματος. Καλύτερα ακούστε τον άντρα σας και πηγαίνετε… δεν έχει νόημα να είστε εδώ» είπε και έβαλε τα μαύρα γυαλιά του πιο κοντά στα μάτια του. «Καλά, όπως νομίζετε» είπε η Λυδία και κοίταξε το Δημήτρη στα μάτια. Έπειτα τον πλησίασε του έπιασε το χέρι και τον φίλησε στο μάγουλο. Εκείνος της έδωσε την κάρτα του ξενοδοχείου. «Το δωμάτιο είναι το 302 ». «Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα. Είσαι ο σουπερήρωας μου… Θα τα πούμε αργότερα» είπε και έφυγε βιαστικά από το νοσοκομείο. Αισθανόταν πάρα πολύ άσχημα για αυτό που του είχε συμβεί. Ακόμα ηχούσε στα αυτιά της η έκφραση του γιατρού «ακούστε τον άντρα σας». Ίσως να ήταν ένα λάθος που τον χώρισε κρίνοντας από όσα έκανε για εκείνη. Παράτησε τη δουλειά του και ήρθε να τη βρει, έδωσε τις λίγες οικονομίες του για να της πάρει ένα καλό δαχτυλίδι και μετά τα έβαλε με τρεις άντρες για να την προστατέψει και που κατέληξε εξαιτίας της;... Στο νοσοκομείο. Πρέπει να του ήταν πολύ δύσκολο για να αποφασίσει να έρθει να τη βρει. Γενικώς δεν ήταν ο πιο αποφασιστικός άνθρωπος του κόσμου και ούτε και ζόριζε τη ζωή του για μια γυναίκα. Εκείνος ήθελε να έχει τη ζωή του και η κοπέλα του να ακολουθεί τους αργούς ρυθμούς του, είτε της άρεσε είτε όχι. Ο ίδιος της είχε πει πολλές φορές ότι με την προηγούμενη του σχέση είχε χωρίσει γιατί εκείνη ήθελε να τον αλλάξει, εκείνος ήθελε να αλλάξει εκείνη οπότε ήλθε το αδιέξοδο. Συνήθως έτσι καταλήγουν οι σχέσεις που ο ένας δεν μπορεί να δεχτεί τον πραγματικό εαυτό του άλλου αλλά αγαπάει αυτόν που θα ήθελε εκείνος να είναι. Τώρα όμως εκείνη έπρεπε να τον αφήσει πίσω της και να δει τι θα κάνει. Το σίγουρο ήταν ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να γυρίσει άμεσα στο ξενοδοχείο γιατί φοβόταν ότι θα το παρακολουθούν. Κοίταξε το κινητό της μήπως είχε επικοινωνήσει μαζί της ο Άλκης αλλά δεν υπήρχε ούτε κλήση ούτε μήνυμα. Πιο καλά τελικά ήταν να πάει να κάτσει για λίγο στο δωμάτιο του Δημήτρη για να περάσει η ώρα. Μόλις μπήκε στο αυτοκίνητο όμως σκέφτηκε ότι πρώτα είχε να κάνει μια στάση και ξεκίνησε σπινιάροντας. Μετά από λίγη ώρα ήταν έξω από το σπίτι της Κατερίνας. Στάθμευσε, σιγουρεύτηκε ότι δεν την ακολουθεί κανένας, μπήκε τρέχοντας μέσα στην αυλή της και χτύπησε επανειλημμένα το κουδούνι λες και το σπίτι είχε πιάσει φωτιά. Πράγματι άκουσε μέσα βήματα να πλησιάζουν πολύ βιαστικά την πόρτα. «Μα, τι θέλεις κορίτσι μου επιτέλους; » είπε εκνευρισμένη η Κατερίνα από τη μισάνοιχτη πόρτα. «Ό,τι είχα να σας πω σας στο είπα…» είπε και πήγε να της κλείσει την πόρτα κατάμουτρα όμως η Λυδία έβαλε το πόδι της και την εμπόδισε. Έπειτα έσπρωξε την πόρτα να ανοίξει, την παραμέρισε και μπήκε με τη βία μέσα στο σπίτι της κοιτώντας ερευνητικά γύρω γύρω. Ένα σπίτι που η επίπλωση του έμοιαζε πιο πολύ με νοσοκομείο παρά με ζεστό σπιτικό. «Αν δεν φύγεις αμέσως θα φωνάξω την αστυνομία. Αυτό λέγεται καταπάτηση χώρου. Φύγε». «Μην εκνευρίζεστε αλλά έπρεπε να πάρω τις προφυλάξεις μου. Γιατί μου είπατε


ψέματα;» «Τι εννοείς ;» είπε η Κατερίνα παίρνοντας ένα ύφος ενός άδικα κατηγορημένου ανθρώπου. «Ξέρω ότι ξανασυναντηθήκατε με το Χατζή. Γιατί μας το έκρυψες; Κινδύνευσε η ζωή μας!» «Μην φωνάζεις και ξεσηκώνεις τη γειτονιά» ξαφνικά η Κατερίνα άλλαξε ύφος και την πήρε από το χέρι για να κάτσουν στο σαλόνι της. «Δεν σου χρωστάω και από χθες εξηγήσεις, δεν σε ξέρω». «Προσπαθώ να βοηθήσω και το παιχνίδι έγινε επικίνδυνο, τέρμα τα ψέματα», είπε θυμωμένα η Λυδία «Άκουσε, ήρθε και με βρήκε αλλαγμένος, φοβισμένος. Ήταν φανερά ταλαιπωρημένος και απεριποίητος. Μου είπε ότι φοβάται για τη ζωή του και να προσέχω. Επίσης μου είπε ότι αν χρειαστεί θα εξαφανιστεί για να με κρατήσει ασφαλή γιατί κάποιοι τον κυνηγούν. Μετά έφυγε γρήγορα σαν κυνηγημένος κοιτώντας συνέχεια πίσω του και ελέγχοντας τα πάντα γύρω του λες και φοβόταν ότι από κάπου θα του ερχόταν καμιά σφαίρα. Από τότε δεν τον ξαναείδα και μετά από μερικές μέρες έλαβα τηλεφώνημα από την αστυνομία που ήθελε να μάθει πληροφορίες για την εξαφάνιση του. Φοβήθηκα και εγώ και τους είπα ότι είχα πει και εσάς ». «Ο Κώστας δεν έφυγε για να γλιτώσει, φοβάμαι ότι είναι νεκρός » είπε η Λυδία και της έπιασε το χέρι. Η Κατερίνα δεν αντέδρασε καθόλου αρχικά λες και προσποιούταν ότι δεν άκουσε αυτό που της είπε. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα το πρόσωπο της σκοτείνιασε, τα μάτια της έμειναν να κοιτάζουν το κενό και να κλαίνε βουβά. «Από πού το ξέρεις εσύ αυτό; Σίγουρα θα κάνεις κάποιο λάθος. Ο Κώστας έχει γλιτώσει και σίγουρα κάποια στιγμή θα επιστρέψει για μένα. Θα γυρίσει να με πάρει μαζί του και να πάμε να ζήσουμε μαζί. Μου το χρωστάει αυτό, μου το υποσχέθηκε». «Λυπάμαι, αλλά βρήκα αυτό μέσα σε ένα καμένο πορτ μπαγκαζ αυτοκινήτου κοντά σε ένα σημείο που υποτίθεται ότι είχε ραντεβού » της είπε και της έβαλε στο χέρι της το δαχτυλίδι. Εκείνη το έπιασε με τα χέρια της και την κοίταξε με απορία. «Κοίταξε την επιγραφή» της είπε και εκείνη πήγε και έφερε τα γυαλιά της. Μόλις διέκρινε το όνομα της κατέρρευσε. «Όχι, δεν είναι δυνατόν! Δεν μπορεί! Δεν γίνεται να έφτασα τόσο κοντά στο όνειρο και να πέθανε. Όχι!!!!» είπε και ξέσπασε σε λυγμούς. Η Λυδία μην ξέροντας τι να κάνει την πήρε αγκαλιά για να την ηρεμήσει. Ακόμα και η ίδια δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και έτρεχαν δάκρια και από τα δικά της μάτια. Μετά από λίγη ώρα αφού η Κατερίνα ξεπέρασε το αρχικό της σοκ, κατάφερε με αρκετή προσπάθεια να ηρεμήσει ωστόσο μπορούσες να δεις την ταραχή της από τα τρεμάμενα της χέρια και τη νεκρή της ματιά. «Ξέρεις, τον Κώστα τον γνώρισα πριν από τριάντα πέντε χρόνια. Είχε έρθει εδώ όταν ήταν νέος στην αρχαιολογική υπηρεσία πριν ασχοληθεί με την αιγυπτιολογία. Γνωριστήκαμε τυχαία στην παραλία, λες και η μοίρα το έκανε επίτηδες να παίξει μαζί μου, έπεσε κατά λάθος πάνω μου και με έλουσε με ένα παγωτό που κράταγε στο χέρι του. Εγώ θύμωσα πάρα πολύ μαζί του αφού είχα γίνει ρεζίλι και του έβαλα τις φωνές. Εκείνος όμως με την ευγένεια του και τον καλό του λόγο με γοήτευσε. Την επόμενη μέρα λες και είχαμε δώσει ραντεβού συναντηθήκαμε εκεί και γνωριστήκαμε καλύτερα. Τον ερωτεύτηκα και


είμαι σίγουρη ότι με ερωτεύτηκε και εκείνος. Όμως δεν μου είχε πει όλη την αλήθεια. Πριν από μένα είχε μόλις χωρίσει από μια σχέση που είχε κάνει όταν είχε έρθει στην Ρόδο. Η Σίσσυ όμως, έτσι έλεγαν την συγχωρεμένη τη γυναίκα του, ήταν αποφασισμένη να τον κρατήσει. Αφού αρχίσαμε να βλεπόμαστε του είπε ότι είναι έγκυος και ότι αν το μάθει ο πατέρας της ο οποίος ήταν στην Αθήνα θα τους σκότωνε και τους δύο. Ο Κώστας θέλοντας να φανεί σωστός της έκανε πρόταση γάμου και έφυγε μαζί της στην Αθήνα. Μετά από λίγο καιρό έλαβα ένα γράμμα του που μου είπε ότι η Σίσσυ του είπε ότι έχασε το παιδί αλλά εκείνος δεν είναι σίγουρος αν ήταν ποτέ έγκυος και ότι θέλει να χωρίσει μαζί της. Εγώ περίμενα ότι επιτέλους θα έρθει και η δική μου η σειρά αλλά μάταια. Μετά από λίγα χρόνια κατάφερα να κάνω μια σχέση με έναν άντρα που με εκτιμούσε και ήμουν εγώ η προτεραιότητα στην ζωή του, τον Λεωνίδα… Έτσι αρραβωνιαστήκαμε και ετοιμαζόμασταν να παντρευτούμε, όμως μέσα στο μυαλό μου, κάπου εκεί στο βάθος ζούσε η ανάμνηση του ανεκπλήρωτου έρωτα του Κώστα. Αισθανόμουν ότι πρέπει να του πω ότι σκοπεύω να παντρευτώ. Ήλπιζα να με ελευθερώσει και να μου πει να το κάνω και να προχωρήσω τη ζωή μου ευχόμενος μου ευτυχία. Από το γράμμα που μου είχε στείλει μπόρεσα και βρήκα το τηλέφωνο του. Θυμάμαι ακόμα πως έτρεμαν τα χέρια μου όταν έπιανα το ακουστικό και πόσο άδεια ένιωσα όταν το σήκωσε η γυναίκα του. Ήθελα να το κλείσω αλλά κάτι μέσα μου δεν με άφησε και έκανα ότι χειρότερο μπορούσα να κάνω, τους κάλεσα στον γάμο μου. Εκείνος δεν δίστασε καθόλου και μερικές μέρες πριν πήρε τη γυναίκα του, ήρθε στην Ρόδο και μας έκαναν και επίσκεψη σε αυτό εδώ το σπίτι σαν να ήμασταν δυο καλοί φίλοι από τα παλιά. Μέσα μου ένιωθα τόσο παγωμένη που παρόλο που ήμουν ακόμα ερωτευμένη μαζί του δεν ένιωσα τίποτα βλέποντας τη γυναίκα του. Δεν την υπολόγιζα καθόλου γιατί αισθανόμουν ότι έπρεπε να πληρώσει που τον πήρε από κοντά μου. Όταν τους χαιρετήσαμε μου ψιθύρισε στο αυτί να συναντηθούμε λίγες ώρες αργότερα σε ένα σημείο στην παραλία που ήταν στέκι μας. Δεν ήθελα να πάω αρχικά αλλά αργότερα η καρδιά μου πρόδωσε τη λογική μου και το Λεωνίδα καθώς ένιωθα ότι έπρεπε να δώσω ένα τέλος. Όταν όμως πήγα να τον συναντήσω ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει στον χορό του όπως παλιά. Εκείνος αμέσως με άρπαξε και άρχισε να με φιλάει με πάθος και να με σφίγγει δυνατά πάνω του. Στην αρχή πάλεψα μαζί του, τον χτύπησα, πάλεψα με την ηθική μου, τις αρχές μου αλλά νίκησε ο έρωτας. Παρόλο που ήμουν άπιστη δεν μπορούσα να αφήσω το Λεωνίδα, ούτε και ήθελα να τον πληγώσω αφού μου είχε φερθεί σαν πριγκίπισσα έτσι μέχρι την ώρα που έκλεισε τα μάτια του δεν το έμαθε ποτέ. Βέβαια και ο Κώστας δεν το είπε ποτέ στην Σίσσυ για εκείνη την φορά αλλά ούτε και για τις άλλες. Κύλησε έτσι η ζωή μας μέσα στο φευγαλέο πάθος και τις ατελείωτες τύψεις μέχρι που και η Σίσσυ πέθανε από καρκίνο, λες και η απιστία του της έτρωγε τη ζωή χωρίς να το ξέρει. Μόλις λοιπόν συνειδητοποίησε ότι ήμασταν και οι δύο μόνοι άρχισε να μου στέλνει γράμματα και να μου τηλεφωνεί πάρα πολύ συχνά δίνοντας μου την ελπίδα ότι είχε φθάσει η δική μας η στιγμή. Και μετά από όλα αυτά φθάσαμε στο σήμερα, στο άδοξο τέλος μιας αγάπης. Δεν τον αποχαιρέτησα ….. Και εκείνος ήθελε να παντρευτούμε…» είπε και ξέσπασε πάλι σε λυγμούς. Ήταν αδύνατον να το χωνέψει ότι μετά από όλα αυτά δεν θα ήταν μαζί και ότι δεν της είχε μείνει κανείς για να περάσει μαζί την υπόλοιπη ζωή της. Αλλιώς τα είχε ονειρευτεί και αλλιώς τα έφερε η ζωή. Λες και έπρεπε να πληρώσει μαζεμένα όλες τις


φορές που ήταν άπιστη στον καλό και στοργικό Λεωνίδα που αν ήξερε τι γινόταν πίσω από την πλάτη του κάθε φορά που εμφανιζόταν ο καλός τους φίλος ο Κώστας θα τους είχε σκοτώσει. Η Λυδία δεν γνώριζε πραγματικά πώς να φερθεί σε αυτήν την εξομολόγηση αυτής της μοναχικής γυναίκας. Έμοιαζε λες και δεν υπήρχαν λέξεις που να μπορούν να απαλύνουν τον δικό της πόνο. Τι να της έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά και η ζωή συνεχίζεται; «Παιδιά κάνατε;» «Αυτό που με ρωτάς είναι ένα μεγάλο μαχαίρι στην καρδιά μου». «Συνέβη κάτι άσχημο;» «Όταν ο Κώστας έφυγε για την Αθήνα εγώ ανακάλυψα ότι ήμουν έγκυος. Δεν μπορούσα να του το πω αφού είχε ήδη διαλέξει άλλη γυναίκα, δεν μπορούσα να το ρίξω γιατί θα ήταν βάρος στην ψυχή μου αλλά ούτε και να το κρατήσω αφού δεν είχα χρήματα. Έτσι αποφάσισα να το δώσω για υιοθεσία. Οι γονείς μου γνώριζαν έναν δικηγόρο ο οποίος γνώριζε ένα πλούσιο ζευγάρι που προσπαθούσε να κάνει παιδί για πολλά χρόνια αλλά μάταια. Μόλις γέννησα τον γιο μου τους τον έδωσα με τον όρο να μου λένε νέα του και να τον παρακολουθώ έστω από μακριά. Ήταν ότι πιο δύσκολο έχω κάνει ποτέ μου και όσες ζωές και να ζήσω δεν θα συγχωρήσω τον εαυτό μου ». «Πω πω ακούγεται τρομερό ». είπε η Λυδία κοιτάζοντας τη με τα μάτια ορθάνοιχτα καθώς εξιστορούσε το κουβάρι της ζωής της. «Πόσο μπερδεμένη ζωή ζήσατε…» της είπε και η Κατερίνα λες και έλαμψε κάτι στο μυαλό της σηκώθηκε γρήγορα σαν ελατήριο. «Κάτσε να τον δεις» της είπε και πήγε τρέχοντας σε ένα άλλο δωμάτιο. Μετά από λίγο ήρθε κρατώντας στο ένα χέρι μια μικρή φωτογραφία σαν να ήταν το πολυτιμότερο διαμάντι της γης και στο άλλο μια λίγο πιο μεγάλη. Ήρθε κοντά της και με δάκρια στα μάτια της έδειξε τη μικρή φωτογραφία που απεικόνιζε ένα αγόρι περίπου δέκα χρονών να ποζάρει χαρούμενο σε ένα μεγάλο καθιστικό. «Κοίτα ο γιος μου, δεν είναι όμορφος; Τώρα θα είναι ολόκληρος άντρας. Κοίτα πόσο μοιάζει του πατέρα του…Μακάρι να του είχα πει ότι έχει γιο, θα καμάρωνε τόσο πολύ» είπε και της έδειξε μια παλιά φωτογραφία του Χατζή που πόζαρε στην ανασκαφή της Λίνδου. Η Λυδία πήρε την φωτογραφία στα χέρια της και ένιωσε περίεργα που το μόνο που είχε μείνει από εκείνον τον νέο με τα σγουρά μαύρα μαλλιά και την στητή κορμοστασιά ήταν ένα δαχτυλίδι. Δεν κηδεύτηκε, δεν τον έκλαψε κανένας αλλά πέθανε με άσχημο θάνατο μόνος, χωρίς να έχει το δικαίωμα να μαθευτούν οι τελευταίες του λέξεις, πριν μάθει ότι έχει ένα γιο. Όσο την κοιτούσε τόσο της φαινόταν αυτός ο άνθρωπος οικείος όπως και η φωτογραφία του αγοριού. «Λες και τον γνωρίζω από κάπου… » « Θα τον έχεις δει στην εφημερίδα ή στις ειδήσεις. Για μια εβδομάδα πρόβαλλαν την εξαφάνιση του και μετά τα παράτησαν». «Έχετε δίκιο… » είπε και της έδωσε τις φωτογραφίες στο χέρι. «Έχετε νέα από τον γιο σας;» «Το μόνο που έμαθα πάρα πολλά χρόνια μετά καθώς είχαν διακόψει κάθε επικοινωνία μαζί μου ήταν ότι σπούδαζε και είχε περάσει στο Πανεπιστήμιο. Ίσως να πέρασε αρχαιολογία σαν τον πατέρα του ». «Είδατε; Παρόλο που τον δώσατε, το αίμα νερό δεν γίνεται…» είπε η Λυδία και


σηκώθηκε όρθια καθώς ήθελε να φύγει. Ένιωθε ότι ήθελε να πάει κοντά στο Δημήτρη είχε ένα κακό προαίσθημα ότι κάτι κακό θα συμβεί και ένιωθε ολοκληρωτικά υπεύθυνη για αυτό που έπαθε. Αν δεν είχε έρθει να τη βρει τώρα θα ήταν μια χαρά και θα έβλεπε τους χαζούς του αγώνες στην τηλεόραση. Έπειτα περίμενε και νέα του Άλκη είχαν περάσει τόσες πολλές ώρες και δεν είχε δώσει κανένα σημείο ζωής. Αν δεν την καλούσε το πολύ σε δύο ώρες θα έπρεπε να ψάξει και να τον βρει, δεν άντεχε άλλο τόσο αγωνία. Από την άλλη λυπόταν να αφήσει αυτήν τη γυναίκα να την καταπιεί η μοναξιά της. «Καταλαβαίνω κοπέλα μου, ήρθε η ώρα να φύγεις». «Να, ξέρετε…». «Σε ευχαριστώ που έμεινες λίγο» της είπε και την έπιασε μία μεγάλη αγκαλιά ενώ δεν μπορούσε να σταματήσει τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της. Με αυτό τον τρόπο χαιρετήθηκαν οι δυο τους και η Λυδία πήγε στον αυτοκίνητο της για να γυρίσει στο νοσοκομείο. Η Κατερίνα έκλεισε την πόρτα πίσω της και την άκουσε να διπλοκλειδώνει μάλλον το γεγονός του θανάτου του Χατζή πρέπει να την φόβισε. Μέσα σε λίγη ώρα η Λυδία είχε φτάσει στο νοσοκομείο. Μέσα της είχε ανάμεικτα συναισθήματα για την συνάντηση της με την Κατερίνα. Τη λυπόταν πάρα πολύ που με τις επιλογές που έκανε στην ζωή της βρέθηκε τώρα ολομόναχη να θρηνεί τον χαμό των αγαπημένων της. Αν είχε κοντά της τον γιο της τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Το κρίμα είναι ότι έχει χάσει κάθε επαφή μαζί του αν ήξερε που είναι και τι κάνει θα της έδινε κάποια ελπίδα. «Γιατρέ, γιατρέ…» φώναξε η Λυδία τον γιατρό που τον είδε να περνάει σαν σφαίρα από τα επείγοντα σχεδόν αμέσως μόλις μπήκε στο νοσοκομείο. «Ο άντρας σας αυτή την στιγμή είναι στο χειρουργείο». «Χειρουργείο;» είπε η Λυδία γεμάτη ανησυχία και ένιωθε να αδειάζει όλο της το είναι από την αγωνία. «Η αξονική έδειξε ότι το κομμάτι του γυαλιού που τον είχε τρυπήσει ήταν πιο μεγάλο από όσο αρχικά υπολογίσαμε. Οπότε για να αποφύγουμε επιπλοκές από την εσωτερική αιμορραγία μπήκε αμέσως στο χειρουργείο ». Η Λυδία είχε μείνει άναυδη να ακούει όσα της έλεγε ο γιατρός με τα γκρίζα κοντά μαλλιά και το μέτριο ανάστημα και για λίγο της φάνηκε ότι έβλεπε κάποιο όνειρο και για αυτό το λόγο δεν μπορούσε να αντιδράσει. « Καταλάβατε αυτό που μόλις σας είπα;» Η Λυδία με μια σβησμένη φωνή έγνεψε θετικά με το κεφάλι της. «Το καλό όμως στην όλη υπόθεση είναι ότι δεν έχει ακουμπήσει κανένα ζωτικό όργανο. Οπότε πιστεύουμε ότι όλα θα πάνε καλά. Τον έχω αφήσει στα επιδέξια χέρια του χειρούργου Αθανασίου. Είναι ο πιο καλός που έχουμε εδώ πέρα… Συγνώμη αλλά πρέπει να φύγω… Με συγχωρείτε…» είπε ο γιατρός και έφυγε βιαστικά ενώ η Λυδία με το ζόρι πήρε τα πόδια της για να κάτσει στην αίθουσα αναμονής. Ένιωθε υπεύθυνη για ότι περνούσε ο Δημήτρης και δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να το αλλάξει. Ήταν ανάγκη και εκείνος να «ξυπνήσει» αφού τον χώρισε; Πάντα χρειαζόταν ένα σοκ για να ξυπνήσει η αγάπη; Δεν μπορούσε να υπάρχει και να λειτουργεί από μόνη της; Μάλλον όχι, θέλει και προσπάθεια τελικά.


Ο νόμος είναι σαν τον ιστό της αράχνης. Οι μικρές μύγες πιάνονται, ενώ οι μεγάλες σχίζουν το δίχτυ και φεύγουν. Ανάχαρσις, 6ος π.Χ., Σκύθης ηγεμόνας & φιλόσοφος

Ο Άλκης υπάκουα μπήκε μέσα στο περιπολικό αν και δεν είχε πραγματικά καμία ιδέα για ποιο λόγο τον συνέλαβαν και πως γνώριζαν ότι θα τον βρουν εκεί. Πάντα ήταν πολύ συνεπής σε όλες του τις υποχρεώσεις, έφτανε πάντα στην ώρα του, έδινε το ενοίκιο πάντα την τελευταία μέρα του μήνα, πάντα πλήρωνε τους λογαριασμούς του, την εφορία και όσο αφορά την αστυνομία δεν είχε ποτέ στην ζωή του επαφή, ούτε καν για κλήση παρκαρίσματος. Έτσι όταν τον συνέλαβαν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν ότι σίγουρα πρόκειται για κάποιο λάθος, για συνωνυμία, ίσως έμοιαζε πολύ με κάποιον. Όταν όμως πήγαν να του βάλουν χειροπέδες άρχισε να σκέφτεται ότι ίσως να φταίει το γεγονός ότι ανακατεύεται με πράγματα έξω από τη δικαιοδοσία του. Για καλό και για κακό προτίμησε να δώσει στην Λυδία το δαχτυλίδι γιατί πραγματικά δεν ήξερε τι θα ακούσει στην συνέχεια, ούτε ποιος ήταν αναμεμειγμένος στην εξαφάνιση του Χατζή. Βέβαια το ωραίο μέρος της υπόθεσης ήταν το φιλί που της έδωσε. Ακόμα είχε τη γεύση των χειλιών της στο στόμα του που του θύμιζαν αγριοφράουλα. Μπορεί στο πίσω μέρος της σκέψης του να βρισκόταν η Σοφία και η κατάσταση με το παιδί όμως η Λυδία ήταν κάτι το απόλυτα διαφορετικό. Μετά από ώρα έφτασαν στο τμήμα και τον έβγαλαν με τη βία από το περιπολικό ενώ οι αστυνομικοί που μπαινόβγαιναν στο τμήμα τον κοίταζαν σαν μίασμα. Εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει πραγματικά για ποιο λόγο θα μπορούσε να του συμπεριφέρονται όλοι με τόσο απέχθεια. Στον σκοτεινό διάδρομο εκείνος έψαχνε με το βλέμμα του να βρει τον Πάνο, σίγουρα εκείνος θα μπορούσε να τον βοηθήσει, να λύσει την όποια παρεξήγηση υπάρχει. Ίσως ανακάλυψαν ότι είχε εκείνα τα αρχεία της εξαφάνισης και αυτός ήταν ο λόγος της σύλληψης του. Έφτασε στον αστυνομικό υπηρεσίας που βρισκόταν στο δωμάτιο δεξιά ο οποίος τον κοιτούσε με ένα πολύ θυμωμένο και αηδιασμένο βλέμμα, σηκώθηκε από το γραφείο του και τον πλησίασε. « Άδειασε τις τσέπες σου και όλα τα αντικείμενα βάλε τα σε αυτό εδώ το κουτί. Επίσης βάλε τα κορδόνια των παπουτσιών σου και τη ζώνη σου» του είπε αυστηρά καθώς τον παρατηρούσε να εκτελεί τις εντολές. Επειδή όμως δεν τον εμπιστευόταν καθόλου έβαλε και έναν αστυνομικό να τον ψάξει επιπλέον. Ένιωθε λες και αυτοί οι δυο συγκρατιόντουσαν με το ζόρι να μην τον χτυπήσουν. Μπορούσε σχεδόν να μυρίσει την έχθρα τους. Έπειτα του πήραν τα δακτυλικά του αποτυπώματα και τον έβαλαν να περιμένει σε μια καρέκλα στην αίθουσα ανάκρισης. Ενώ ήξερε ότι δεν είχε κανένα λόγο να κατηγορηθεί, άρχισε να έχει ένα περίεργο συναίσθημα ότι όλο αυτό είναι το περιτύλιγμα ενός μεγάλου κακού και φοβόταν να δει τι υπήρχε μέσα. «Μπορώ να μιλήσω με τον Πάνο; Τον Πάνο Αναστασίου;» άρχισε να φωνάζει δυνατά καθώς ήταν σίγουρος ότι κάποιος θα τον παρακολουθούσε τόση ώρα. Όμως δεν είχε καμία απάντηση για πολύ ώρα. Από την πολύ νευρικότητα και την αναμονή είχε αρχίσει να κουράζεται, ήξερε ότι προφανώς η αναμονή ήταν μέρος κάποιας ανακριτικής διαδικασίας. Και αυτή η αίθουσα με τη μισοκαμμένη λάμπα, χωρίς κανένα παράθυρο, με το βρώμικο


τραπέζι και το γκρι χρώμα στους τοίχους λες και ήταν φτιαγμένη έτσι για να ρίχνει την ψυχολογία όποιου είχε την «χαρά» να την επισκεφθεί. «Απαιτώ να μιλήσω με τον Πάνο Αναστασίου!!!» άρχισε να φωνάζει δυνατά ξανά και ξανά μέχρι που άνοιξε την πόρτα ένας ψηλός, μυώδης αστυνομικός και όρμησε με οργή πάνω του ενώ άλλοι δύο τον ακολουθούσαν και προσπαθούσαν να τον σταματήσουν. Τον έπιασε από τον γιακά και με πολύ μεγάλη δύναμη τον χτύπησε στον τοίχο πιάνοντας με το άλλο του χέρι το λαιμό του και σφίγγοντας τον τόσο δυνατά που ο Άλκης δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Αμέσως τον τράβηξαν οι άλλοι και προσπαθούσαν με τον ζόρι να τον απομακρύνουν από την αίθουσα. «Αυτό που έκανες θα το πληρώσεις αλήτη. Τολμάς να φωνάζεις και το όνομα του. Ποιόν νομίζεις ότι κοροϊδεύεις; Δεν θα μείνεις για πολύ ζωντανός, η δικαιοσύνη θα σε βρει…» φώναζε εξαγριωμένος με όλη του τη δύναμη ενώ οι συνάδελφοι του προσπαθούσαν να του κλείσουν το στόμα για να μην βρει κάποιο μπελά. Ο Άλκης μόλις του άφησε τον λαιμό άρχισε να βήχει και να παίρνει πολλές ανάσες καθώς το σφίξιμο του είχε κλείσει εντελώς την αναπνοή. Μόλις συνήλθε άρχισε να τους φωνάζει με βραχνή φωνή. «Μα τι έχετε πάθει είστε εντελώς τρελοί εδώ πέρα; Αν συμπεριφέρεστε έτσι σε εμένα τι κάνετε στους δολοφόνους;» «Καλά φίλε μου εσύ δεν έχεις ιερό και όσιο» του είπε ο αστυνομικός που ήταν επικεφαλής της σύλληψης ο οποίος είχε μέτριο ύψος, μαύρα μαλλιά λίγο αραιωμένα στους κροτάφους, μουστάκι, κύκλους κάτω από τα μάτια και αν δεν φορούσε στολή θα έμοιαζε με τον περιπτερά της γειτονιάς. «Με λένε Άλκη Δημόπουλο και είμαι αρχαιολόγος και δεν έχω καμία ιδέα για ποιο λόγο μου συμπεριφέρεστε έτσι. Φοβάμαι ότι θα καταλήξω να κάνω μήνυση στο τμήμα σας για κακομεταχείριση ». «Αγαπητέ μου δεν έχεις ιδέα τι θα πει κακομεταχείριση» του είπε ειρωνικά και τον έκατσε με τον ζόρι στην καρέκλα. «Θέλω να μου πεις τι έκανες σήμερα από το πρωί που ξύπνησες». «Πήγα μια εκδρομή με την κοπέλα μου στον Άγιο Ισίδωρο και μετά ήρθατε και με συλλάβατε. Αυτά». «Ορκίζεσαι;» «Ναι» «Η ψευδορκία τιμωρείται ». «Το γνωρίζω». «Πότε συνάντησες τον Πάνο;» τον ρώτησε ο αστυνομικός ο οποίος είχε γύρει πάνω στο τραπέζι και τον κοιτούσε μες στα μάτια. Ο Άλκης γνωρίζοντας ότι ήταν παράνομο το γεγονός ότι πήρε τους φακέλους και επειδή δεν ήθελε να βρει ο Πάνος τον μπελά του αποφάσισε να τα πει λίγο αλλιώς. «Τον συνάντησα τυχαία στο ταχυδρομείο». «Και μετά;» «Τίποτα.. Πήγε ο καθένας στην δουλειά του». «Όχι Δημόπουλε. Μετά πήγες στο σπίτι του, σου άνοιξε την πόρτα, πήγατε στο γραφείο του και τον μαχαίρωσες επτά φορές. Τέτοιο κάθαρμα είσαι, όχι μία δεν σου ήταν αρκετή αλλά επτά ήθελες να του στραγγίξεις κάθε ζωή από μέσα του».


«Τι πράγμα; Ο Πάνος δολοφονήθηκε;» είπε και έπιασε με τα χέρια του το κεφάλι του. « Μη μου πεις ότι είσαι έκπληκτος!!!» «Και….και γιατί υποθέτετε ότι το έκανα εγώ; Τι αποδείξεις μπορεί να έχετε; Εγώ με τον Πάνο είμαστε χρόνια φίλοι θα έπρεπε να σας είχε μιλήσει για μένα. Και καλά δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας;» «Αυτό δεν σε αφορά. Λοιπόν πες μου τι έγινε». «Δεν το έκανα εγώ!» είπε θυμωμένος ο Άλκης αυτό ήταν πέρα από ότι μπορούσε να φανταστεί. Δεν φτάνει που μόλις έμαθε ότι ο φίλος του ήταν νεκρός του φορτώνανε τώρα και τον θάνατο του. « Ξέρεις κάτι, δεν έχεις τίποτα εναντίον μου. Και ξέρεις γιατί δεν έχεις τίποτα; Γιατί δεν υπάρχει τίποτα!!!! Ή με αφήνετε ή θέλω να μιλήσω με κάποιο δικηγόρο». «Άκουσε να δεις, νομίζεις ότι θα παίξουμε;» είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα και έσκυψε μπροστά στο πρόσωπο του Άλκη. Έπειτα κάποιος μπήκε μέσα στην αίθουσα και του έγνεψε να βγει για λίγο έξω. Ο αστυνόμος Λυμπερίδης βγήκε έξω για να δει αν υπάρχει κάποια εξέλιξη στην έρευνα. «Αστυνόμε, πήγαμε στο σπίτι του υπόπτου και το κάναμε άνω κάτω αλλά δεν βρέθηκε κάτι. Το ίδιο και το αυτοκίνητο του. Το μαχαίρι του εγκλήματος δεν υπάρχει πουθενά ίσως το ξεφορτώθηκε. Φοβάμαι ότι μόνο με τις επαναλαμβανόμενες κλήσεις και τη μαρτυρία ότι τους είδανε στο ταχυδρομείο δεν μπορούμε να τον κρατήσουμε άλλο εδώ. Αν καλέσει δικηγόρο θα μας φάει και θα εκθέσει το τμήμα ». «Έχεις δίκιο Αναγνωστόπουλε. Δυστυχώς θα τον αφήσω να φύγει αλλά θέλω να τον παρακολουθείτε 24 ώρες γιατί αν δεν έχει ξεφορτωθεί το μαχαίρι τώρα που τον πιάσαμε θα το κάνει σίγουρα» είπε ο Λυμπερίδης και έφυγε. Μπήκε μέσα ο Αναγνωστόπουλος και πλησίασε τον Άλκη για να τον οδηγήσει έξω και να του βγάλει τις χειροπέδες. Μόλις ο Άλκης τον είδε ταράχτηκε καθώς δεν ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε. «Με ξέρεις, εσύ μου έφερες τον φάκελο στο ταχυδρομείο σωστά;» «Σςςςς..μετά…» του είπε στο αυτί και τον οδήγησε έξω. Ο Άλκης έμεινε να τον κοιτάζει αλλά γρήγορα επανήλθε για να μην προδοθεί. Ήλπιζε ότι εκείνος ίσως ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να βγει από αυτήν την παράνοια αλλά αντί για αυτό του έδωσε μια καρπαζιά στο κεφάλι και τον έσπρωχνε να προχωρήσει ενώ όλα τα βλέμματα ήταν καρφωμένα πάνω του. Τον πήγε να πάρει τα πράγματα του και αφού τα πήρε τον συνόδεψε τάχα έξω. «Το αυτοκίνητο μου;» «Μέχρι να το ερευνήσουμε θα παραμείνει στα χέρια της αστυνομίας». «Τι σου είπε ο Πάνος; Πες μου; Τι σχέση είχατε;» «Ήμασταν συνεργάτες. Ξέρω ότι ήθελε να σε βοηθήσει να λύσεις μια υπόθεση εξαφάνισης και για αυτό μου ζήτησε να σου φέρω τον φάκελο. Επίσης μου είπε ότι είσαι πάρα πολύ έμπιστος. Συνήθως δεν έπεφτε έξω σε ότι μου έλεγε ». «Κοίταξε είμαι μπλεγμένος σε μια περίεργη υπόθεση εξαφάνισης που ίσως μπλέκεται και η αστυνομία. Φοβάμαι ότι η δολοφονία του Πάνου είχε σχέση με αυτό. Δεν πιστεύω να νομίζεις πως το έκανα εγώ αυτό έτσι δεν είναι; Ο Πάνος μου μίλησε για σένα, μου είπε ότι είσαι καθαρός και μπορώ να σε εμπιστευτώ σωστά;» «Δεν είμαι ακόμα σίγουρος…»


«Σε παρακαλώ μέχρι να βρω άκρη με την άλλη υπόθεση μην πεις ότι μου έδωσες τον φάκελο. Μπορεί να έχει σημασία μπορεί και να μην έχει. Μέχρι όμως να βγάλω άκρη χρειάζομαι τη βοήθεια σου» του είπε όσο πιο γρήγορα μπορούσε γιατί πλησίαζαν αστυνομικοί. «Κοίταξε να δεις, η Ρόδος είναι μικρή μην συναντηθούμε!!!» είπε ο Αναγνωστόπουλος δυνατά για να τον ακούσουν οι άλλοι και ο Άλκης άρχισε να τρέχει μακριά από το τμήμα πριν μαζευτούν πιο πολλοί. Ευτυχώς είχε μερικά χρήματα μαζί του και μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε μπροστά του για να πάει στο σπίτι του. Αυτό που συνέβαινε ήταν πέρα από την φαντασία του, ο Πάνος νεκρός! Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι το πρωί ήταν μια χαρά και μέχρι το βράδυ ήταν νεκρός με επτά μαχαιριές… Ποιός μπορεί να είχε τόσο μίσος που ήθελε να τον σκοτώσει δυο φορές; Σίγουρα κάποιος που γνώριζε για να του ανοίξει την πόρτα αλλιώς δεν θα του άνοιγε και ο δολοφόνος θα έπρεπε να βρει ένα τρόπο για να κάνει παραβίαση, όμως δεν του είπαν τίποτα σχετικό. Το πιο παράξενο όμως ήταν ότι η δολοφονία του έγινε μόλις άρχισε να σκαλίζει την εξαφάνιση του Χατζή και μόλις διαπίστωσε ότι ήταν νεκρός τον συνέλαβαν. Όλο αυτό το θέμα έμοιαζε να συνδέεται αλλά δεν μπορούσε να βρει τον κρίκο που έλειπε. Ίσως έπρεπε να επικεντρωθεί στα άτομα που γνώριζαν για την αναζήτηση του άρματος και του Χατζή. Ο πρώτος που έμαθε ήταν ο υπνωτιστής, μετά ο Αρίστος, ίσως ο Αναγνωστόπουλος, ο Πάνος και η Κατερίνα. Βέβαια ήταν και η ρεσεψιονιστ αλλά και όλα τα άλλα άτομα που πήρε τηλέφωνο η Λυδία αλλά αυτοί λογικά δεν μπορεί να έχουν κάποια σχέση με όλο αυτό. Έπειτα ο Αρίστος είναι παράλυτος, ο Αναγνωστόπουλος λογικά δεν θα ήξερε τι ακριβώς του παρέδωσε για να μην μπλέξει, ο Πάνος είναι νεκρός, η Κατερίνα δεν είχε κάποιο κίνητρο εκτός αν σκότωσε εκείνη το Χατζή και ήθελε να το κρύψει αλλά πάλι πως γνώριζε την ανάμειξη του Πάνου;… Τελευταίος έμεινε ο υπνωτιστής που ίσως να ήθελε να βρει τον θησαυρό; Ούτε αυτό έβγαζε νόημα αλλά ήταν το πρώτο που θα μπορούσε να δοκιμάσει και μάλλον το πιο ασφαλές. Έβγαλε το κινητό του και πήρε τηλέφωνο τη Λυδία, ήταν σίγουρος ότι η γραμμή του θα ήταν υπό παρακολούθηση οπότε έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός στην συνομιλία του μαζί της. «Έλα Λυδία…» « Που είσαι; Είσαι καλά; Τι συνέβη; Γιατί σε συλλάβανε;» είπε η Λυδία γεμάτη αγωνία. «Καλά είμαι όμως πρέπει να τα πούμε από κοντά. Το πρώτο πράγμα που θέλω να κάνεις είναι να πας σε ένα μέρος με πολύ κόσμο για να είσαι ασφαλής». «Τι συμβαίνει;» «Έχε μου εμπιστοσύνη και κάντο ». «Εντάξει, κατά κάποιο τρόπο το έχω ήδη κάνει» είπε η Λυδία καθώς βρισκόταν στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου. «Το ξανασκέφτηκα και θέλω να πάω μια βόλτα σε εκείνον τον υπνωτιστή που μου έλεγες. Μου δίνεις το τηλέφωνο του; » «Τώρα;» «Ναι» «Περίμενε λίγο να το βρω, το έχω στο κινητό μου. Είναι 69328018017 ».


«Μισό λεπτό. Εντάξει, λοιπόν σε αφήνω τώρα και όπως είπαμε ». είπε το έκλεισε και πήρε αμέσως τον Βρεττό τηλέφωνο. Μετά από μία γρήγορη συνομιλία κατέληξαν ότι θα συναντιόντουσαν κατά τις 9:30 το βράδυ μόλις τελείωνε με το τελευταίο του ραντεβού. Έτσι σκέφτηκε πως πρώτα θα πάει στο σπίτι του για να δει τι έχει γίνει με την έρευνα της αστυνομίας και την Σοφία με το παιδί και μετά στο Βρεττό. Έδωσε οδηγίες στον ταξιτζή και μετά από δεκαπέντε λεπτά ήταν έξω από την πόρτα του. Διστακτικά πήγε να βάλει το κλειδί στην πόρτα καθώς δεν ήταν σίγουρος αν πραγματικά ήθελε να αντιμετωπίσει όλη αυτήν την κατάσταση που τον περίμενε. Μόλις όμως η Σοφία άκουσε τον θόρυβο από τα κλειδιά άνοιξε αμέσως την πόρτα και τον πήρε αγκαλιά. « Αγάπη μου, ανησύχησα τόσο πολύ για σένα. Δόξα τω Θεό είσαι καλά…» του είπε και πήγε να του δώσει ένα φιλί στο μάγουλο αλλά εκείνος τραβήχτηκε, την παραμέρισε και μπήκε μέσα στο σπίτι. Τότε ήταν που αντίκρισε ένα θέαμα που το περίμενε μεν αλλά δεν πίστευε ότι τελικά θα το βίωνε. Τα πάντα ήταν άνω κάτω και πεσμένα στο πάτωμα. Η Σοφία είχε κάνει κάποιες προσπάθειες για να τα βάλει στην θέση τους αλλά η αναστάτωση ήταν τόσο μεγάλη που ήθελε ακόμα ώρες για να τακτοποιηθούν όλα στην θέση τους. Εκεί στον καναπέ καθόταν ένα αγοράκι κοντοκουρεμένο, με μεγάλα ματάκια και ροδαλά μαγουλάκια που μόλις τον είδε έβαλε τα χεράκια του μπροστά στα μάτια του για να μην τον βλέπει. Ο Άλκης δεν ήξερε πώς να φερθεί και έτσι προτίμησε να κάνει πως το αγνοεί για να μην το φοβίσει περισσότερο. «Θα μου πεις τι έγινε; Ήρθε η αστυνομία με ένα ένταλμα για να κάνει έρευνα στο σπίτι σου. Εγώ δεν πρόλαβα να πω ούτε μια λέξη, με έκαναν στην άκρη και άρχισαν να πετάνε τα πράγματα κάτω, να ανοίγουν τα συρτάρια και να ξεδιπλώνουν τα ρούχα, μέχρι και στα πιάτα και στα μαχαιροπίρουνα της κουζίνας έψαχναν σαν αφηνιασμένοι και αφού δεν βρήκαν αυτό που ήθελαν με κοίταξαν με ένα υποτιμητικό ύφος και έφυγαν. Από εκείνη την ώρα προσπαθώ να σου τα τακτοποιήσω αλλά δεν έχω καταφέρει και πολλά πράγματα ». «Σε ευχαριστώ πολύ » της είπε και ξεκίνησε να μαζεύει μερικά πράγματα του. «Βρήκα και αυτό…» του είπε η Σοφία και του έδειξε την φωτογραφία του αρραβώνα τους την οποία είχε κρυμμένη ο Άλκης σε ένα συρτάρι με ρούχα. «Αυτό δεν σε αφορά » της είπε και την άρπαξε από τα χέρια της. «Μα πως δεν με αφορά. Αυτό σημαίνει ότι με αγαπάς ακόμα όπως και εγώ ». του είπε, εκείνος μπήκε στην κρεβατοκάμαρα, εκείνη τον ακολούθησε και έγειρε την πόρτα. «Το ξέρω πως με αγαπάς, το νιώθω » του είπε και άρχισε να τον πλησιάζει. Εκείνος λες και είχε μαγνητιστεί αισθανόταν ανήμπορος μπροστά της και εκείνη μπορούσε να το αισθανθεί, ήταν ευάλωτος και αδύναμος. «Ξέρω ότι σε πλήγωσα, θα κάνω τα πάντα για να επανορθώσω και να σε κερδίσω πίσω, σε θέλω» του είπε και πλησίασε για να τον φιλήσει. Ο Άλκης ήταν έτοιμος να ενδώσει σε εκείνη λες και τον είχε υπνωτίσει η φωνή της αλλά μόλις πλησίασαν τα χείλη τους άκουσαν θόρυβο από το σαλόνι. «Το παιδί» είπε η Σοφία και πετάχτηκε γρήγορα έξω και την ακολούθησε ο Άλκης. «Δεν σου είπα ότι όταν θέλεις κάτι να με φωνάζεις;» του είπε δυνατά και το παιδί άρχισε να κλαίει ενώ ήταν ακόμα πεσμένο μπρούμυτα στο πάτωμα. «Έλα Γιώργο μου, μην κλαις συγνώμη. Ξέρεις σου φώναξα γιατί φοβάμαι ότι καμιά μέρα θα χτυπήσεις. Έλα


προσπάθησε μπορείς να σηκωθείς. Μην το βάζεις κάτω» του είπε και του έπιασε το χέρι. Το παιδί έδειχνε να καταβάλει πολύ μεγάλη προσπάθεια για να στερεώσει τα πόδια του και πράγματι με λίγη βοήθεια από τη μητέρα του τα κατάφερε. «Μπράβο αγόρι μου. Τι ήθελες και σηκώθηκες;» «Νερό» είπε ντροπαλά. Η Σοφία τον πήρε από το χέρι και με πολύ μικρά βήματα κατάφερε και πήγαν στον νεροχύτη μαζί. Ο Άλκης που έβλεπε όλο αυτό το σκηνικό να εκτυλίσσεται μπροστά του έμεινε άναυδος. Καλά το γεγονός ότι είχε ένα παιδί ήδη δυσκολευόταν να το δεχτεί το γεγονός όμως ότι είχε κινητικά προβλήματα ήταν αδιανόητο. Αυτή η μέρα του έμοιαζε αιώνας, δεν μπορούσε να φανταστεί τι άλλο θα άκουγε. Όσο κοιτούσε τον μικρό Γιώργο συνειδητοποιούσε ότι δεν του έμοιαζε πουθενά στο πρόσωπο, ούτε σε εκείνον αλλά ούτε και στην Σοφία. Μόλις η Σοφία τον τακτοποίησε ξανά στον καναπέ και του έδωσε να παίζει ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι την έπιασε από το μπράτσο σφιχτά και την τράβηξε στην κρεβατοκάμαρα. «Αυτό πότε σκόπευες να μου το πεις;» της είπε εξαγριωμένος. «Σιγά θα σε ακούσει. Ήθελα να σου το πω αμέσως αλλά έφυγες σαν κυνηγημένος και μετά έγινε αυτό με την αστυνομία…» «Άκου Σοφία πάντα προσπαθούσες να με χειραγωγήσεις και να κάνω ότι θέλεις για να είσαι χαρούμενη. Αυτό όμως είναι πολύ. Δεν πιστεύω ότι είναι δικό μου». «Ναι βέβαια, μόλις είδες ότι έχει πρόβλημα δεν μπορεί να το δεχτεί ο εγωισμός σου ότι μπορείς να έχεις ένα τέτοιο παιδί ε;» του απάντησε ψιθυριστά μέσα από τα δόντια της. «Αν θέλεις να ξέρεις ο Γιώργος έχει θέληση λιονταριού και το πρόβλημα αυτό που έχει από τη γέννα θα το ξεπεράσει απλώς θέλει χρόνο και χρήματα. Εγώ έχω μόνο το πρώτο, το δεύτερο μας τελείωσε εδώ και καιρό για αυτό πρέπει να αναλάβεις τις ευθύνες σου. Ξέρω ότι σου ήρθε κεραυνός εν αιθρία αλλά δεν έχεις άλλη επιλογή από το να το χωνέψεις ». του είπε και βγήκε έξω κλείνοντας του την πόρτα. Εκείνος έμεινε μόνος του, αποσβολωμένος. Αυτό το παιδάκι που δεν του έφταιγε σε τίποτα, μεγάλωνε χωρίς πατέρα και τώρα που τον βρήκε εκείνος δεν θέλει καμία σχέση μαζί του. Έτσι σκεφτόταν και ένιωθε ότι είχε ένα μαχαίρι καρφωμένο στην καρδιά, ένιωθε μια τεράστια στεναχώρια , πένθος. Ο φίλος του δολοφονημένος, εκείνος ύποπτος και μισητός ανάμεσα στον γιο του και τη Σοφία. Προτίμησε να μείνει κλεισμένος στο δωμάτιο μέχρι να έρθει η ώρα να φύγει. Μετά ήθελε να βρισκόταν με τη Λυδία και να της έλεγε όσα είχαν συμβεί, όλα. Δεν τα άντεχε όλα ήταν πολλά για αυτόν.

Ο άνθρωπος πολλές φορές συναντά το πεπρωμένο του στον δρόμο που διάλεξε για να το αποφύγει. Fontenelle, 1657-1757, Γάλλος συγγραφέας

Βρισκόταν έξω από την πόρτα του Βρεττού, ήξερε ότι έξω ήταν παρκαρισμένο το λευκό xsara που τον συνόδευσε διακριτικά. Μα καλά, νόμιζε ότι δεν θα καταλάβαινε ότι τον παρακολουθεί η αστυνομία; Ήταν δυνατόν να τον άφηναν να φύγει ύποπτος για φόνο και να μην σκεφτεί ότι θα τον παρακολουθούσαν;


Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε να δει τι ήταν αυτός ο υπνωτιστής. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος γνώριζε πιο πολλά από ότι οι υπόλοιποι, ήταν ένας απλός απατεώνας ή ήταν ένας τυχοδιώκτης; Η μορφή όμως που του άνοιξε την πόρτα του χάλασε όλα όσα σκεφτόταν. «Είμαι ο Κωνσταντίνος, περάστε μέσα» του είπε αφού του έσφιξε το χέρι. Ο Άλκης μπήκε μέσα και κοιτούσε γύρω του καχύποπτα καθώς δεν ήταν καθόλου σίγουρος για το τι θα επακολουθήσει. Ο Κωνσταντίνος τον οδήγησε στο γραφείο του και τον προέτρεψε να ξαπλώσει στον καναπέ. «Μου είπατε ότι είναι επείγον να με συναντήσετε». «Ναι, είναι πολύ σημαντικό. Θέλω να μου κάνετε αναδρομή σε περασμένες ζωές για να βρω κάποιες απαντήσεις». «Μάλιστα, αν δεν σας έστελνε η Λυδία δεν θα μπορούσα να σας δεχθώ τόσο σύντομα, όμως επειδή γνωρίζω ότι έχει λίγες μέρες ακόμα παραμονής στο νησί κάνω μια εξαίρεση για εσάς ». είπε ο Βρεττός με την ήρεμη και γαλήνια του φωνή. Ο Άλκης υπάκουσε στις οδηγίες του και έκατσε στον καναπέ αλλά σκέφτηκε ότι δεν θα υπήρχε ούτε μία περίπτωση να τον υπνωτίσει. Επίσης ούτε θα έπινε αλλά και ούτε θα έτρωγε τίποτα σε περίπτωση που έβαζε κάτι μέσα για να κοιμίσει τα θύματα του. Με το ένα μάτι ανοιχτό άκουγε προσεκτικά τα λόγια του αλλά συγχρόνως είχε και ανησυχία μήπως του έκανε κακό την ώρα που ήταν ξαπλωμένος. Βέβαια δεν έκανε κακό στην Λυδία οπότε για ποιο λόγο να κάνει σε εκείνον; Μάλλον απατεώνας θα ήταν που θα έπαιρνε τα λεφτά του εύπιστου κόσμου και εκείνος κακώς τον υποπτεύθηκε ότι ήταν ανακατεμένος σε όλο αυτό. «Λοιπόν Άλκη, ήρθες μετά από παρότρυνση της Λυδίας σωστά; Δεν ήθελες από μόνος σου να έρθεις αρχικά τουλάχιστον έτσι μου είχε πει στο τηλέφωνο». «Ναι» «Τι περιμένεις να γίνει τώρα;» του είπε ο Κωνσταντίνος και πήγε και έκατσε στο γραφείο του βάζοντας στην θέση της την κασέτα. «Δεν έχω ιδέα, βασικά δεν πιστεύω καθόλου σε αυτά » είπε και του έφυγε ένα μισό χαμόγελο, ούτε ο ίδιος δεν περίμενε να είναι τόσο ειλικρινής. «Σεβαστό. Θέλω να κλείσεις τα μάτια σου και να ξεκινήσεις να παίρνεις βαθιές αναπνοές. Τώρα θέλω να σκεφτείς ένα μέρος που αισθάνεσαι απόλυτα ασφαλής. Αν κάτι σε στεναχωρήσει θέλω να καταφεύγεις αμέσως εκεί μόλις σου το πω. Η διαδικασία αυτή είναι απόλυτα ασφαλής και δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα που να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή σου στο σήμερα. Αν βιώσεις κάτι άσχημο ανήκει στο παρελθόν και μόνο. Επίσης βάλε το κινητό σου στο αθόρυβο. Εντάξει;» «Εντάξει » είπε ο Άλκης με πολύ μεγάλη δυσπιστία αν και ήταν σίγουρος ότι απλώς θα κοιμόταν. Αυτό όμως που ήθελε να διαπιστώσει ήταν αν θα προσπαθούσε να του αποσπάσει πληροφορίες για το άρμα του ήλιου ή την εξαφάνιση του Χατζή. Αν το έκανε αυτό σίγουρα έπαιζε ρόλο σε όλο αυτό που στήθηκε εναντίον του. Έπειτα ήθελε να σκεφτεί και να θυμηθεί ποιο ήταν πραγματικά το μέρος όπου αισθανόταν ασφαλής. Δεν ήταν το ασφυκτικό σπίτι των γονιών του και αυτό ήταν σίγουρο, ούτε το σπίτι του στην Ρόδο είχε εκείνη τη θαλπωρή που θα ήθελε. Τελικά το μέρος που αισθανόταν ασφάλεια ήταν ο αρχαιολογικός χώρος της Λίνδου, η δουλειά του η οποία δεν είχε εκπλήξεις,


απογοητεύσεις, στεναχώρια. Μπορεί να ήταν αρκετές φορές μονότονη αλλά ήταν πάντα εκεί για να καταφύγει σαν ερωμένη που τον περίμενε πάντα με τα χέρια ανοιχτά για να τον αγκαλιάσει, να τον ηρεμήσει, να τον χαλαρώσει και να αισθανθεί σιγουριά. Ούτε ο ίδιος δεν το περίμενε αυτό… «Λοιπόν Άλκη πρώτα θέλω να κλείσεις ελαφριά τα μάτια σου και να παίρνεις βαθιές αναπνοές. Το μυαλό σου να το αδειάσεις από κάθε σκέψη που σε βασανίζει ή σε προβληματίζει. Πολύ ωραία, η αναπνοή σου πρέπει να είναι αργή και ρυθμική …. Θέλω να συγκεντρώσεις την σκέψη σου στα άκρα των ποδιών σου, να τα αφήσεις να χαλαρώσουν και να αισθάνεσαι ότι είναι βαριά σαν μολύβι. Τώρα θέλω να συγκεντρώσεις την σκέψη σου αργά αργά σε όλα τα μέρη του σώματος σου, στον κορμό, στο στομάχι, στον θώρακα, στην καρδιά. Θέλω να ακούς την καρδιά σου να χτυπάει αργά και ρυθμικά και να σε νανουρίζει σε ένα όλο και πιο βαθύ ύπνο. …. Τώρα θα μετρήσω αντίστροφα από το δέκα έως το μηδέν και όσο θα μετράω εσύ θα χαλαρώνεις 10…9…8…7…6…5…4…3…2…1…0» Ο Άλκης σταδιακά αν και προσπαθούσε να το παλέψει όσο μπορούσε περισσότερο στο τέλος αφέθηκε στις οδηγίες του Βρεττού και άρχισε να χαλαρώνει μετά από μια απίστευτη μέρα γεμάτη εντάσεις και στεναχώρια. Η φωνή του έμοιαζε να τον μαγνητίζει και να μην μπορεί να αντισταθεί στις οδηγίες. Μετά το τέλος της αντίστροφης αρίθμησης είχε πέσει σε ένα γαλήνιο ύπνο και δεν αισθανόταν πια το σώμα του αλλά μόνο την ψυχή του. Ένιωθε λες και είχε αφήσει πίσω το σώμα του να ξεκουράζεται και η ψυχή του ξεκούραστη να πήγαινε ένα ταξίδι. « Τώρα θέλω να πας στο μέρος όπου νιώθεις ασφαλής και να μείνεις για λίγο εκεί ώστε να ξέρεις να γυρίσεις πίσω αν το αισθανθείς» ο Άλκης για λίγο ένιωσε να περιπλανιέται στο κενό καθώς άργησε να βρει για λίγο το μέρος όπου ένιωθε ασφάλεια. «Μπροστά σου τώρα βλέπεις μια φωτεινή γραμμή. Μπροστά σου είναι το μέλλον σου και πίσω σου είναι το παρελθόν σου. Πρώτα πήγαινε στην αρχή της γραμμής και να μου περιγράψεις τι βλέπεις ». ο Άλκης έμοιαζε ανήμπορος να παρακούσει τις οδηγίες του υπνωτιστή. «Βλέπω τέσσερις κουκκίδες». «Αυτές είναι οι περασμένες σου ζωές. Θέλω να πας στην πρώτη κουκίδα και να μου περιγράψεις που είσαι και τι κάνεις». «Είμαι πάνω σε ένα πλοίο και εργάζομαι. Ο καπετάνιος είναι πολύ ευχαριστημένος μαζί μου και τον βλέπω να μου γνέφει χαμογελώντας. Αυτός ο άνθρωπος είναι πολύ δύσκολο να ευχαριστηθεί αλλά εγώ τα κατάφερα μετά από πολύ σκληρή δουλειά και αφοσίωση βέβαια. Ξαφνικά μου φαίνεται ότι ακούω μια βοή. Αυτό δεν είναι καλό σημάδι από τους Θεούς, σκέφτομαι και κοιτάω τον ορίζοντα. Τότε βλέπω στο λιμάνι τα πάντα να κουνιούνται και να γκρεμίζονται λες και είναι χτισμένα από άμμο. Οι άνθρωποι μην ξέροντας τι να κάνουν έχουν μείνει ξαπλωμένοι στο έδαφος μακριά από τα σπίτια. Όσοι βρίσκονται μέσα στα σπίτια η τύχη τους είναι αβέβαιη. Μόνο αν βάλουν οι Θεοί το χέρι τους θα μείνουν ζωντανοί. Κοιτάζω πίσω μου και βλέπω τον Κολοσσό να σπάει και να πέφτουν τα κομμάτια του μέσα στην θάλασσα, δεν θα προλάβω να αντιδράσω. Μεγάλα κύματα σκεπάζουν τις βάρκες και τα πλοία μας στο λιμάνι. Δεν μπορώ να κρατηθώ…. Πονάω πάρα πολύ. Πονάω τόσο που δεν μπορώ να αναπνεύσω. Δεν θα σωθώ, δεν


έχει μείνει κανείς όρθιος για να με απεγκλωβίσει. Τα μάτια μου έχουν αρχίσει να μην βλέπουν καθαρά, άραγε έτσι είναι όταν κάποιος πηγαίνει στα Ιλίσια Πεδία; Μου φαίνεται ότι από μακριά βλέπω μια μορφή να με πλησιάζει, είναι η Αριάδνη! Μακάρι να είναι εκείνη για να έχω μια τελευταία ευκαιρία να βρεθώ πολύ κοντά της, να μυρίσω τα μαλλιά της και ας πεθάνω στα χέρια της , ευτυχισμένος θα είμαι. Όχι δεν είναι, θα ήθελα να είναι ,αλλά είναι ο Καλλίμαχος. Τώρα έχω ελπίδες να σωθώ. Με βοηθάει και βγάζει από πάνω μου τα ξύλα που με έχουν πλακώσει. Κατάφερα να σηκωθώ όρθιος, ευτυχώς δεν έχω χτυπήσει τόσο πολύ αν και πονάνε τα πλευρά μου αφόρητα. «Σε ευχαριστώ πολύ, αν δεν με έβγαζες από εκεί δεν ξέρω πόσο ακόμα θα άντεχα» «Αλίμονο, είναι δυνατόν να σε βλέπω εκεί και να μην σε βοηθήσω μέσα σε όλη αυτήν την τραγωδία;» «Οι δικοί σου είναι καλά;» «Ναι, τώρα έχω έρθει εδώ με τους φίλους μου για μια δουλειά που θέλω να κάνουμε, θα με βοηθήσεις; Μου χρωστάς όπως και να έχει». «Σου χρωστάω τη ζωή μου ό,τι θες» «Θέλω να έρθεις να με βοηθήσεις να βρούμε το άρμα του Ήλιου. Θα βγάλουμε πολλά λεφτά έτσι και θα φύγουμε από τη μιζέρια». «Είσαι καλά; Να πάμε ενάντια στην θέληση των Θεών; Αυτό δεν ανήκει σε εμάς». « Είδα πόσο πολύ μας αγαπάνε οι Θεοί και μας έστειλαν αυτό το κακό να μας ρημάξει ». «Αυτό που λες είναι βλασφημία. Μην το επαναλάβεις ποτέ. Παράτα τα και κοίτα τη δουλειά σου Καλλίμαχε». «Γιατί ποιος θα με σταματήσει;» «Εγώ» του απαντάω αλλά εκείνη την ώρα ήρθαν οι φίλοι του, οι ποταποί. Δεν ξέρω τι να κάνω τώρα, πρέπει να τον εμποδίσω. «Η ζωή σου είναι δική μου δεν το ξέρεις;» μου λέει και με εκνευρίζει. Τον πιάνω από το λαιμό αγνοώντας τους πόνους μου, τώρα έχω καθήκον, πρέπει να τον εμποδίσω πριν μας βρει καμία χειρότερη συμφορά. Κάνει νόημα στους φίλους του να μην επέμβουν, μάλλον με φοβάται. Αν βεβηλώσει τη λατρεία στους Θεούς ποιος ξέρει τι μας περιμένει μετά; Ίσως ολοκληρωτική καταστροφή; Προσπαθεί να βγάλει τα χέρια μου από πάνω του, αλλά είμαι πιο δυνατός θα τον καταφέρω, έχω τεράστια θέληση. Τον κοιτάζω μέσα στα μάτια, και του φωνάζω να τα παρατήσει. Εκείνος μου γνέφει θετικά. Ξαφνικά νιώθω ένα πολύ δυνατό πόνο. Αχ, δεν μπορώ να ανασάνω, κοιτάω την κοιλιά μου και είναι γεμάτη αίματα. Τώρα εκείνος γελάει και τραβάει το μαχαίρι από την πληγή , εγώ ζαλίζομαι και σωριάζομαι στο έδαφος μπρούμυτα, δεν μπορώ να σηκωθώ και αισθάνομαι το χώμα να ξηραίνει τα χείλη μου. Πως πίστεψα ότι με φοβάται; Από την αρχή αυτό ήθελε να κάνει γι αυτό δεν άφησε τους άλλους να επέμβουν. Δεν πονάω πια , μάλλον το τέλος είναι κοντά και εγώ δεν έχω πει αυτά που θέλω σε αυτούς που αγαπώ. Δεν προλαβαίνω…Αριάδνη…..δεν αντέχω να περιμένω άλλο… τα μάτια μου κλείνουν Τώρα κοιτάω κάτω και βλέπω ξύλο. Σηκώνω το κεφάλι μου να δω που είμαι και βρίσκομαι σε ένα κάρο. Το κάρο οδηγούν Άραβες και ο ένας από αυτούς με καρφώνει συνέχεια με τα μάτια του. Απέναντι μου κάθεται ο γιος μου με τον φίλο του και έχουν


σκυμμένο το κεφάλι. Το βλέπω ότι είναι στεναχωρημένος γιατί δεν κατάφερε να με προστατέψει και τώρα είμαστε και οι δύο εδώ και πηγαίνουμε προς άγνωστη κατεύθυνση. Φοβάμαι πολύ για τον Περικλή μου, φοβάμαι ότι θα αντιδράσει και θα τον σκοτώσουν. Φοβάμαι επίσης ότι δεν θα αντιδράσει και θα περάσει τη ζωή του σαν σκλάβος για Άραβες αφεντάδες. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Εγώ σίγουρα θα καταλήξω στο σκλαβοπάζαρο όπως όλες οι γυναίκες που θα μαζέψουν οι Άραβες. Η καλύτερη περίπτωση θα ήταν να με πάνε σε κάποιο χαρέμι. Όλα μπορώ να τα αντέξω γιατί έμαθα να είμαι δυνατή αυτό όμως που δεν μπορώ να διανοηθώ είναι ότι θα χωρίσω από τον γιο μου. Αυτός ο Άραβας συνεχίζει να με κοιτάει στα μάτια, μοιάζει να θέλει να μου μιλήσει και το βλέμμα του μου είναι τόσο πολύ γνώριμο... Μας πηγαίνουν προς το λιμάνι μάλλον εκεί θα είναι τα πλοία τους. Παντού αντικρίζω την καταστροφή και τον πόνο. Γιατί οι άνθρωποι να έχουν αυτήν την ανάγκη κυριαρχίας ο ένας στον άλλον σαν τα λιοντάρια και να σκορπίζουν τον πόνο και τον θάνατο; Κοιτάω τον χαμό και τα πτώματα στο έδαφος από ανθρώπους που απλώς ήθελαν να προστατευτούν από τον κατακτητή. Δεν έχουμε όλοι το δικαίωμα να ζούμε ειρηνικά; Γιατί κάποιοι πρέπει σαν κακοί θεοί να μας το στερούν αυτό; Όσο πλησιάζουμε διαπιστώνω ότι μάλλον δεν μας θέλουν για να μας στείλουν στην Αραβία, εργάτες ψάχνουν. Βλέπω κόσμο με αλυσίδες να σκάβει στο λιμάνι πάνω από τα συντρίμμια, πως πρόλαβαν και το έστησαν αυτό τόσο πολύ γρήγορα; Ίσως αυτός να ήταν ο αρχικός τους στόχος και να μην ήταν μια απλή λεηλασία, μοιάζει σαν να ψάχνουν κάτι. Τώρα μας έβαλαν σε μια σειρά και έχω δίπλα τον γιο μου. Έρχεται ο Άραβας που ήμασταν μαζί στο κάρο και τώρα με κοιτάει στα μάτια. Θεέ μου είναι ο Πέτρος μεταμφιεσμένος, τι πάει να κάνει; Γιατί; Γιατί; Γιατί; Δεν φτάνει που κινδυνεύω να χάσω τον γιο μου, να πρέπει να νοιάζομαι και για εκείνον; Νιώθω την καρδιά μου να χτυπάει γρήγορα από τη αγωνία. Δεν θα αντέξω να πάθει κακό, αν πεθάνει εκείνος θα πεθάνει και η ψυχή μου μαζί του. Τώρα έρχεται κρατώντας αλυσίδες στα χέρια του και ετοιμάζεται να μου τις περάσει στα πόδια, είναι η πρώτη φορά που με πλησιάζει τόσο κοντά. Κάτι δεν έκανε επίτηδες καλά γιατί τις αισθάνομαι πολύ χαλαρές στο πόδι μου. Μας παίρνει τώρα για να μας δείξει που να σκάβουμε χωρίς να βγάλει ούτε μια λέξη. Πήρα στα χέρια μου μια αξίνα και ξεκίνησα να σκάβω για να μην βρω κανένα μπελά ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον γιο μου, στον Πέτρο και στον γιο του. Δεν ήθελα να καταλάβουν την σχέση μου με τον Περικλή γιατί μπορεί να αποβεί μοιραία και για τους δυο μας. Δεν πειράζει καλύτερα να κουράζομαι σαν άντρας παρά να χάσω την τιμή μου. Μα τι κάνει ο Πέτρος τώρα; Χτυπάει τον γιο του; Μα έχει τρελαθεί εντελώς; Που αποσκοπεί αυτή η κίνηση; Αχ δεν αντέχω όλο αυτό που συμβαίνει. Πάει να σκοτώσει τον γιο του; Αποκλείεται να το κάνει στα αλήθεια. Κλείνω τα αυτιά μου δεν μπορώ να ακούω τις κραυγές του, λες να τον χτύπησε πραγματικά; Τώρα τσακώνεται με ένα Άραβα, πολύ κακό αυτό γιατί τώρα τον πλησιάζει απειλητικά. Θεέ μου δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. «Τρέξε Ανθή να σωθείς!!!!» ακούω την κραυγή της απελπισίας, δεν θα γλυτώσουμε. Μόλις μου το φωνάζει αυτό εγώ και ο Περικλής προσπαθούμε να φύγουμε μέσα στην ανακατωσούρα αλλά όλο το μέρος φρουρείται στενά, δεν υπάρχει περίπτωση να τα καταφέρουμε, πρέπει όμως να προσπαθήσουμε και για αυτό βγάζουμε τις αλυσίδες και αρχίζουμε να τρέχουμε. Οι φύλακες αιφνιδιάζονται. Οι υπόλοιποι αιχμάλωτοι αρχίζουν να


βγάζουν κραυγές και με τα κορμιά τους εμποδίζουν τους Άραβες, να μας πιάσουν. Προτιμούν να θυσιαστούν για να γλυτώσουμε, τέτοια αυτοθυσία δεν την περίμενα. Δεν μπορούν να τους σκοτώσουν όλους, τους χρειάζονται. Έχουμε σχεδόν φτάσει μέχρι την προβλήτα μένουν μόνο λίγα μέτρα για να πέσουμε στην θάλασσα και ή να πνιγούμε ή να σωθούμε. Όμως πρέπει να κοιτάξω πίσω μου να δω αν μας προλαβαίνει ο Πέτρος. Τον βλέπω είναι περικυκλωμένος από πολλούς δεν θα τα καταφέρει, τελικά καλύτερα είναι να πνιγώ, αλλά μακριά από τους Άραβες. Έπεσα μέσα στην θάλασσα και αρχίζω να κολυμπάω όσο πιο γρήγορα μπορώ μαζί με τον Περικλή μου. Κάποιοι έρχονται για να μας πετάξουν βέλη. Αν είναι να πεθάνω, θα πεθάνω με τους δικούς μου όρους και όχι στα χέρια των Αράβων. Θα κολυμπήσω πιο γρήγορα ακόμα μέχρι να ξεφύγω. Έχω αρχίσει να κουράζομαι και το νερό που είναι παγωμένο άρχισε να μου παγώνει τα άκρα. Κοιτάω μέσα στο νερό και το βλέπω κόκκινο από κάποιο σημείο αιμορραγώ άρα δεν φταίει το νερό που δεν νιώθω το ένα μου πόδι, το τραύμα φταίει. «Περικλή μου. Έλα κοντά, δεν μπορώ να κολυμπήσω άλλο, είμαι χτυπημένη. Άσε με και κολύμπα να σωθείς». «Δεν μπορώ να σε αφήσω πίσω». «Πρέπει γιε μου, σε παρακαλώ. Κάνε το αυτό για μένα και σώσε τη ζωή σου. Πίσω μας είναι τρεις , δεν τα έχουν παρατήσει». «Όχι! Πρέπει να βγούμε από αυτήν την κατάρα» μου φωνάζει και με τραβάει με τα δυνατά του χέρια. Αχ, πόσο δυνατός βγήκε με κάνει τόσο περήφανη. Πρέπει να έχω χάσει πολύ αίμα, ζαλίζομαι και ακούω τις φωνές του γιου μου να μου λέει να μείνω ξύπνια. Φοβάμαι ότι ο Πέτρος δεν θα τα καταφέρει. Τα μάτια μου κλείνουν. Είμαι στο νοσοκομείο και κοιτάω γύρω μου τους αρρώστους. Ο ένας είναι χειρότερα από τον άλλον και δεν υπάρχει αρκετός κόσμος για να τους βοηθήσει. Είναι σίγουρο ότι οι Τούρκοι θα το κλείσουν, αποκλείεται να το αφήσουν να λειτουργεί. Σε όποια γη και αν κατέκτησαν ποτέ δεν έσπειραν τον πολιτισμό. Μόνο ισοπέδωση και καταστροφή. Αυτό όμως που με ανησυχεί αυτήν την στιγμή είναι ότι δεν είναι εδώ ο Filippe. Ξέρω πως δεν είναι πρέπον να σκέφτομαι έτσι ειδικά που έχω τον άντρα μου δίπλα μου αλλά δεν μπορεί να μου φύγει από το μυαλό η ανησυχία ότι κάτι κακό έχει συμβεί. «Τι συμβαίνει Κλειώ μου; Χρειάζεσαι κάτι; » «Όχι αγάπη μου είσαι πολύ καλός» του λέω και εκείνος μου πιάνει στοργικά το χέρι. Νιώθω τόσες πολλές ενοχές για ένα αγνό αίσθημα που με γεμίζει αμαρτία. «Με τρόμαξες, το ξέρεις; Νόμιζα ότι θα σε έχανα». «Δεν κατάλαβα ακριβώς τι έγινε;» «Ενώ ήσουν καλύτερα ξαφνικά ανέβασες πυρετό και άρχισες να κάνεις σπασμούς. Δεν ήξερα τι να κάνω και σε έφερα εδώ για να σε κάνουν καλά. Πως αισθάνεσαι;» «Τι να σου πω, νιώθω πολύ εξαντλημένη και ζαλίζομαι αλλά μάλλον είναι από την ταλαιπωρία». «Θα γίνεις καλά, μην ανησυχείς ». «Έχεις βρει πουθενά τον Filippe; Να επειδή είναι γιατρός μου θα ένιωθα πολύ καλύτερα αν ήταν και εκείνος εδώ να με επιβλέπει». «Δεν ξέρω πώς να σου το πω. Αλλά δεν είναι εδώ».


«Και που είναι;» «..Αγάπη μου συγνώμη που θα είμαι εγώ αυτός που θα σου το πει αυτή την στιγμή αλλά τον σκοτώσανε». «Τι;» «Μου είπε μια νοσοκόμα ότι πριν λίγες μέρες τον στρίμωξαν οι φρουροί σχετικά με έναν νοσηλευόμενο. Εκείνος δεν ήθελε να μιλήσει και προτίμησε να τα βάλει με τους Τούρκους. Μετά από μια άνιση μάχη, τον σκότωσαν». «Δεν μπορεί να είναι αλήθεια, κάτι άλλο θα έγινε ». «Λυπάμαι» μου είπε και είδα αυτό το γνώριμο βλέμμα στα μάτια του που μου έλεγε σιωπηλά ότι λυπάται. Ήταν αλήθεια τελικά. Αρχίζω να ζαλίζομαι και να νιώθω ένα έντονο πόνο στο στήθος ο οποίος εξαπλώνεται στην πλάτη μου. Νιώθω την καρδιά μου να πάει να σπάσει , δεν μπορώ να πάρω ανάσα. Ακούω τις φωνές του άντρα μου να φωνάζει βοήθεια αλλά δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο, η αναπνοή μου σταματάει, τα μάτια μου κλείνουν. Κοιτάω το φέρετρο του άντρα μου να το τοποθετούν στο χώμα. Άλλος ένας θάνατος που οφείλεται στους Γερμανούς. Δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυα μου βλέποντας τον μικρό μου γιο να παρακολουθεί τη σκηνή αποσβολωμένος, άδειος. Μοιάζει σαν να θάβεται και ένα κομμάτι της καρδιάς του μαζί. Μπορεί όλοι να τον κλαίνε και να τον θρηνούνε αλλά η αλήθεια είναι ότι ο Ηλίας ήταν ένας πολύ κακός άνθρωπος, ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του και να μην καεί στην κόλαση με όλα αυτά που έχει κάνει. Δεν δίσταζε ποτέ και πουθενά για να πραγματοποιήσει τους στόχους του. Το γεγονός ότι πέθανε με λύτρωσε από πάρα πολλά κακά και από πολύ ξύλο. Ίσως τώρα θα μπορέσω να ζήσω ειρηνικά βλέποντας από μακριά τον άντρα που αγαπώ από πάντα. Προσποιούμαι ότι κλαίω για εκείνον και από την αηδία της υποκρισίας μου έρχεται να κάνω εμετό. Το μόνο που με κρατάει είναι να βρεθεί ο θησαυρός που μου έταξε εκτός και αν ήταν ένα ακόμα από τα ψέματα του. Μου είπε ότι τον έστειλε μακριά από εδώ γιατί αλλιώς θα μας τον έπαιρναν οι Γερμανοί και έφυγε για μέρες. Δεν μου είπε που όμως για να μην μας βάλει σε κίνδυνο, αυτό ήταν πολύ ανόητο εκ μέρους του. Μέρες με κράτησαν οι Γερμανοί και με έδερναν για να τους πω μέχρι να αποφασίσουν να με αφήσουν. Απορώ πως δεν με σκότωσαν, συνήθως δεν λυπούνται απλώς σκοτώνουν τους Έλληνες σαν σκυλιά. Μετά επέστρεψα σαν δαιμονισμένη πίσω κρατώντας αυτό το μυστικό για να ζήσω το παιδί μας. «Αντίο αγαπημένε μου άντρα… Αντίο Ηλία μου. Αχ πως θα τα καταφέρω χωρίς εσένα…Τι ήταν αυτό που μας βρήκε…» φωνάζω και κλαίω μαζί, όσο πιο μεγάλο θόρυβο κάνω τόσο πιο πειστική γίνομαι. Από μακριά βλέπω κάποιον να τρέχει αλαφιασμένος, είναι ο ταχυδρόμος… «Το ένα πτώμα που είχε ξεβράσει η θάλασσα ήταν του Σπύρου και αναγνωρίστηκε και το δεύτερο. Είναι ο Βασίλης… Θεός να συγχωρέσει την ψυχή τους. Αυτός εδώ που θάβατε με τιμές και μοιρολόγια πρέπει να είναι ο δολοφόνος τους. Είναι πολύ τυχερός που πέθανε πριν τον πιάσω στα χέρια μου. Μας έλεγε ένα σωρό ψέματα ότι τάχα δεν συναντήθηκαν μαζί του και έφυγαν μόνοι τους με τη βάρκα του. Ποτέ δεν θα τους το επέτρεπε αυτό, ειδικά ο Ηλίας και ο μπάρμπα Τάσος μου είπε ότι τον είδε μαζί τους στη βάρκα αλλά φοβόταν να μιλήσει. Δολοφόνε, να καείς στην κόλαση και να μην βρεις ποτέ τη λύτρωση


που ζητάς. Καλά έκαναν και σε σκότωσαν κάθαρμα που έβαψες τα χέρια σου με το αίμα δύο τίμιων ανθρώπων. Φτου σου» φώναξε και ήρθε και έφτυσε το φέρετρο. Τώρα όλοι έχουμε μείνει βουβοί και τον κοιτάζουμε να απομακρύνεται. Δεν το πιστεύω αυτό που συμβαίνει, δεν πιστεύω αυτό που ακούω. Ο Βασίλης μου νεκρός από τα χέρια του Ηλία. Δεν το αντέχω αυτό που ακούω τώρα, ζαλίζομαι και αισθάνομαι μια δυσφορία. Μου έρχεται να λιποθυμήσω, να πέσω κάτω, τα μάτια μου κλείνουν». Μετά από αυτό πετάχτηκε ο Άλκης πάνω και η καρδιά του ήταν έτοιμη να σπάσει λες και έτρεχε σε αγώνα δρόμου. «Τι έγινε; Τι μου έκανες; » «Μπορείς να χαλαρώσεις γιατί δεν σου έκανα απολύτως τίποτα. Από την στιγμή που άρχισε η ύπνωση άρχισες σαν χείμαρρος να πηγαίνεις από τη μια ζωή στην άλλη χωρίς εγώ να σε καθοδηγώ. Φαίνεται ότι η ψυχή σου ζητάει κάποια λύτρωση. Αν ακούσεις τι μου είπες δεν θα το πιστεύεις στα αυτιά σου ». Ο Άλκης είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και είχε κάτσει στην καρέκλα για να κοιτάει στα μάτια τον Βρεττό. «Δώσε μου το μαγνητοφωνάκι εδώ. Θα το ακούσω εδώ μαζί σου για να βεβαιωθώ ότι δεν μου λες ψέματα. Έχω πολλές υποψίες ότι είσαι αναμεμιγμένος σε κάποια θέματα». «Μην ταράζεσαι. Εγώ απλώς βοηθώ τους ανθρώπους να ανακαλύψουν την καταγωγή τους και να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν για να βγουν από αυτό το μαρτύριο που ανακυκλώνει η ψυχή τους. Να δουν που είχαν κάνει λάθος και μετά, στην τωρινή τους ζωή, να το διορθώσουν για να μην βασανίζονται αιώνια μέσα στην άβυσσο. Πριν όμως να σου πατήσω το κουμπί θέλω να γνωρίζεις ότι η «φίλη» σου η Λυδία είχε κοινές εμπειρίες με εσένα και σε κάθε ζωή συναντιέστε αλλά υπάρχουν τρίτοι άνθρωποι που σας χωρίζουν και σας κάνουν δυστυχισμένους. Στην αναδρομή της πρώτης ζωής η Λυδία είναι η Αριάδνη και εσύ ο Αλκίνοος. Στην δεύτερη ζωή η Λυδία είναι ο Πέτρος και εσύ είσαι η Ανθή. Στην Τρίτη ζωή η Λυδία είναι ο Filippe και εσύ είσαι η Κλειώ. Σε αυτήν τη ζωή δεν έχει κάνει ακόμα η Λυδία αναδρομή αλλά όπως κυλούν οι αναδρομές σας σίγουρα η Λυδία είναι ο Βασίλης που εσύ αγαπάς. Επίσης ανάμεσα σας μπαίνει αυτός ο θησαυρός που δεν είμαι σίγουρος αν αλήθεια υπάρχει αλλά μοιάζει όμως η ζωή σας και ο θάνατος σας να περιστρέφεται γύρω από αυτόν. Τώρα άκου τι μου είπες». Ο Άλκης όση ώρα άκουγε αισθανόταν άδειος, καθώς για άλλο σκοπό είχε έρθει και άλλα θέματα έβγαιναν μπροστά του. Στο τέλος σηκώθηκε όρθιος με βουρκωμένα μάτια καθώς ήταν πολύ ταραγμένος για να κάνει ή να πει οτιδήποτε. Ειδικά η τελευταία αναδρομή τους έδινε στοιχεία για το άρμα. Δεν περίμενε ότι όλη αυτή η υπόθεση που είχαν μπλεχτεί είχε τόσο μεγάλη ιστορία από πίσω η οποία σκότωνε την αγάπη τους, τους ίδιους μέσα στους αιώνες. «Συγνώμη, μπορώ να το πάρω μαζί μου; Πρέπει οπωσδήποτε να το ακούσει η Λυδία». «Κανονικά δεν δίνω κασέτες αλλά ούτε και αφήνω να ακούσει ο «επισκέπτης» μου το περιεχόμενο τους. Από την αρχή όμως μου κίνησε πολύ το ενδιαφέρον η υπόθεση σας και για αυτό αποφάσισα να σπάσω τους κανόνες. Πάρτη την κασέτα και μην μου την επιστρέψεις. » «Σε ευχαριστώ πάρα πολύ» είπε ο Άλκης, πήρε το μαγνητοφωνάκι με την κασέτα και έφυγε σαν σφαίρα από το γραφείο του. Έπρεπε να μιλήσει επειγόντως στην Λυδία. Πήρε


το κινητό του και την κάλεσε, εκείνη αργούσε να απαντήσει και τον έπιασε πολύ μεγάλη ανησυχία. «Έλα Άλκη, που είσαι;» «Μόλις τέλειωσα με τον υπνωτισμό και θέλω να σε δω τώρα. Μπορείς να περάσεις να με πάρεις γιατί ξέμεινα από αυτοκίνητο;» «Τώρα νομίζω ότι μπορώ. Θα είμαι εκεί σε μισή ώρα ». «Ωραία, σε περιμένω» της είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Πως θα της έλεγε για τον φόνο του Πάνου, την Σοφία και τους υπνωτισμούς ; Εδώ ο ίδιος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Όσο περίμενε του έρχονταν εικόνες από την σημερινή του μέρα και σκέφτηκε ότι ήταν πραγματικά πέρα από την φαντασία του. Αφού όργωσε το πεζοδρόμιο από την ανυπομονησία του έφτασε επιτέλους η Λυδία με το αυτοκίνητο του Δημήτρη. Ο Άλκης μπήκε αμέσως μέσα και την αγκάλιασε σφιχτά λες και είχε να τη δει χρόνια, ούτε που πρόσεξε ότι είχε έρθει με άλλο αυτοκίνητο. Η Λυδία σάστισε αλλά αφέθηκε στην ζεστή του αγκαλιά και στην μυρωδιά του. «Άλκη μου τι έγινε;» «Δεν ξέρω τι να σου πρωτοπώ. Πάμε στο ξενοδοχείο σου καλύτερα;» «Δεν είμαι σίγουρη ότι θέλω να επιστρέψω εκεί. Θα σου εξηγήσω αργότερα. Πάμε σπίτι σου;» «Ούτε και εκεί μπορούμε να πάμε. Πάμε στο ξενοδοχείο που έχω κλείσει δωμάτιο ή με φοβάσαι; » «Όοοχι δεν σε φοβάμαι, αλοίμονο» είπε η Λυδία αλλά μέσα της αισθανόταν λίγο άβολα. Ο Άλκης οδήγησε τη Λυδία για δεύτερη φορά στο ξενοδοχείο πήραν το κλειδί και πήγαν στο πολύ λιτό δωμάτιο το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θύμιζε το δικό της το οποίο ήταν βουτηγμένο στην πολυτέλεια. Ο Άλκης πήρε τη Λυδία από το χέρι και την έβαλε να καθίσει στο κρεβάτι μιας και δεν υπήρχαν άλλο μέρος να καθίσουν μαζί και της έπιασε το χέρι. «Αρχίζω πρώτος. Η υπόθεση με το άρμα είναι πολύ πιο περίπλοκη από όσο έχουμε φανταστεί και οι δυο μας. Οι αστυνομικοί με πήραν για να με ανακρίνουν σαν κύριο ύποπτο για τη δολοφονία του Πάνου. Ο αρχηγός της υπόθεσης είναι ο Λυμπερίδης και αυτός είναι και εκείνος που με ανέκρινε. Μετά με πλησίασε ο συνεργάτης του εκείνος που μου είχε φέρει τον φάκελο, ο Αναγνωστόπουλος και μου είπε ότι θα με βοηθήσει. Για να δούμε… ». «Του Πάνου; Του φίλου σου του μπάτσου;» «Ναι, τον σκότωσαν σήμερα στο σπίτι του με επτά μαχαιριές πιθανόν αφού μας έδωσε την κούτα του Χατζή. Κάποιος γνωρίζει ότι ψάχνουμε για το Χατζή και δεν θέλει να ανακατευόμαστε. Σίγουρα είναι κάποιος μέσα από την αστυνομία αλλιώς δεν θα μπορούσε να καλυφθεί η φωτιά από το αυτοκίνητο. Σίγουρα ήταν εκεί ο Χατζής και λογικά έμαθαν ότι ψάχνουμε για εκείνον μέσα από τις κινήσεις του Πάνου για αυτό και μας παρακολουθούσε η μαύρη Mercedes και ήξεραν που βρισκόμασταν. Αυτό πλήρωσε και ο Πάνος γιατί πρέπει να γνώριζε τον δολοφόνο του αλλιώς δεν θα του άνοιγε έτσι απλά την πόρτα». «Πω πω ρε γαμώτο που έχουμε μπλέξει; Εγώ είχα μια μεγάλη περιπέτεια η οποία κατέληξε να σπάσουν την τζαμαρία του δωματίου και να με κυνηγάνε. Το δαχτυλίδι έγραφε το όνομα της Κατερίνας και πήγα και τη βρήκα. Οπότε δεν σηκώνει αμφιβολία ότι ο Χατζής αποτεφρώθηκε μαζί με όλα τα στρέμματα δάσους που είχαν πάρει φωτιά. Η Κατερίνα με τα


πολλά παραδέχτηκε ότι ο Χατζής δεχόταν απειλές και ήθελε να εξαφανιστεί. Εκείνη νόμιζε ότι το είχε καταφέρει και όταν της είπα που βρήκαμε τη βέρα ξέσπασε σε κλάματα». «Είμαι σίγουρος ότι ο Χατζής είχε έρθει πολύ κοντά στον θησαυρό. Κάτι όμως έγινε που δεν το έχουμε ανακαλύψει ακόμα. Πάει αυτό πάμε στο επόμενο θέμα. Πήγα στον υπνωτιστή γιατί νόμιζα πως ίσως εκείνος να έχει κάποια σχέση σε όλο αυτό μιας και γνώριζε ότι είχες ανάμιξη στο άρμα ». «Και; Τι ανακάλυψες;» «Πρέπει να το ακούσεις μόνη σου» είπε ο Άλκης και πάτησε το κουμπί για αναπαραγωγή. Η Λυδία άκουγε με προσοχή και χωρίς να το θέλει είχε βουρκώσει και ένιωθε την καρδιά της να τρέμει από την συγκίνηση. Μόλις τελείωσε η κασέτα πήρε τον Άλκη αγκαλιά και άρχισε να κλαίει. «Δεν είναι δυνατόν να συναντιόμαστε σε τόσες ζωές και να μην μπορούμε να είμαστε μαζί για να βρούμε την ευτυχία. Δεν γίνεται να πεθαίνουμε και να ξαναζούμε χωρίς να έχουμε ζήσει την πραγματική αγάπη » του είπε και τον κρατούσε σφιχτά λες και το επόμενο λεπτό θα πέθαιναν για να ξαναγεννηθούν πάλι χώρια. «Ο Βρεττός μου τα εξήγησε όλα γιατί εγώ δεν είχα ακούσει τις δικές σου ζωές. Όπως φαίνεται όμως από την αντίδραση σου έλεγε αλήθεια. Η μοίρα προσπαθεί να μας χωρίσει με πολλούς τρόπους. Όπως και συμβαίνει ακόμα και τώρα». «Τι εννοείς;» « Θυμάσαι την πρώην μου την Σοφία;» Η Λυδία έγνεψε θετικά αν και δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε να ακούσει παρά πέρα. «Τη βρήκα μέσα στο σπίτι μου μαζί με ένα παιδί με κινητικά προβλήματα και λέει πως είναι δικό μου». «Όχι…. Δεν γίνεται….Όταν ήρθα εδώ βρισκόμουν σε μια σχέση. Το όνομα του ήταν Δημήτρης. » «Ναι;» «Ήρθε με ένα δαχτυλίδι και μου έκανε πρόταση γάμου. Επίσης τα έβαλε με αυτούς τους τύπους και τον πέταξαν στην τζαμαρία. Τραυματίστηκε και είναι στο νοσοκομείο ». « Πλάκα μου κάνεις». « Την ώρα που μου τηλεφώνησες μόλις με είχαν ενημερώσει οι γιατροί ότι αφαίρεσαν ένα μεγάλο κομμάτι γυαλί το οποίο ήταν πολύ κοντά στο συκώτι του. Η εγχείρηση κράτησε ώρες αλλά πήγε καλά ». «Ευτυχώς… τι να πω τώρα; Έχω μείνει άδειος». «Ας αλλάξουμε για λίγο θέμα και ας τους αφήσουμε για λίγο πίσω μας. Πρέπει να συγκεντρωθούμε για να βγάλουμε άκρη. Στην ύπνωση σου κάτι είπες για ένα θησαυρό που πήρε ο Ηλίας και τον έστειλε κάπου μακριά. Επίσης ότι φοβόταν τους Γερμανούς και τελικά τον σκότωσαν αφού όμως εκείνος είχε σκοτώσει δύο ανθρώπους τον Βασίλη και τον Σπύρο. Είμαι σίγουρη ότι αν κάνω εγώ αναδρομή θα μάθω πως πέθανε ο Βασίλης. Πρέπει να το κάνω αύριο κιόλας». «Τελικά είμαστε πιο κοντά στο άρμα του Ήλιου από όσο πίστευα. Αλλά τώρα με προβληματίζει η Σοφία, με έχει παγιδέψει». «Άλκη, είσαι σίγουρος ότι το παιδί είναι δικό σου;» «Τι να σου πω, η αλήθεια είναι ότι δεν μου μοιάζει. Δεν ξέρω ηλικιακά θα μπορούσε


να είναι». «Αύριο θα πάρω τηλέφωνο στο γραφείο και θα ρωτήσω για τη λεγάμενη. Εμείς έχουμε άκρες να μάθουμε σε ποιο μαιευτήριο γέννησε, πότε ακριβώς, ακόμα και ποιος ήταν ο γιατρός της. Εκεί σίγουρα αν υπήρχε κάποιος άλλος στην ζωή της θα είχε κάνει την εμφάνιση του. Επίσης μπορούμε να δούμε αν παντρεύτηκε και χώρισε και γενικώς τα πάντα που αφορούν την κοινωνική της ζωή. Όμως θέλω και το επώνυμο της». «Σπανού λέγεται. Θα το εκτιμούσα πολύ. Αν το παιδί δεν είναι δικό μου θα ελευθερωθώ από την Σοφία. Μακάρι όμως να μπορούσα να απαλλαχθώ και από τον φόνο του Πάνου, έτσι απλά. Κάποιος να με πιστέψει ότι δεν το έκανα εγώ και να τελειώσει. Για να με συλλάβουν σίγουρα κάτι μικρό θα έχουν εναντίον μου και αν δεν έχουν σίγουρα εκείνοι που μας έχουν φέρει σε αυτό το σημείο μπορούν να κατασκευάσουν κάτι. …. Εσύ;» της είπε μετά από μια μεγάλη παύση. «Τι εγώ; » απάντησε η Λυδία λες και δεν κατάλαβε. «Θα δεχτείς την πρόταση;» «Δεν ξέρω. Μπορούμε να μην το συζητήσουμε καθόλου αυτό το θέμα; Είμαι πολύ μπερδεμένη» του απάντησε με απόλυτη ειλικρίνεια μιας και εκτός από μπερδεμένη ένιωθε και ένοχη. «Έχει περάσει η ώρα. Τι θα έλεγες να κοιμηθούμε;» της είπε για να αλλάξει το θέμα. Δεν άντεχε να συζητήσει οτιδήποτε άλλο. Ήδη ένιωθε μια απόλυτη πνευματική και σωματική κούραση με όλα αυτά που του συνέβαιναν απανωτά σαν χιονοστιβάδα. «Τι εννοείς;» απάντησε η Λυδία και μαζεύτηκε. «Εννοώ να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου και να σου χαϊδεύω τα μαλλιά μέχρι να κοιμηθείς. Μετά θα κοιμηθώ και εγώ» της είπε γλυκά. «Μου ακούγεται πολύ ωραία ιδέα» είπε η Λυδία και όπως ήταν με τα ρούχα της ξάπλωσε στο κρεβάτι. Εκείνος έκλεισε το φως και την πήρε αγκαλιά. Ήθελε να παγιδεύσει αυτήν την στιγμή στο μυαλό του και να μην φύγει ποτέ. Δεν ήθελε να ξημερώσει και να έρθει το αβέβαιο αύριο. Η Λυδία κούρνιασε στην αγκαλιά του και έκλεισε απαλά τα μάτια της. Ήθελε να αφεθεί στα χάδια του και να μην σκέφτεται τίποτα. Ούτε το Δημήτρη, ούτε τον Πάνο, ούτε το Χατζή, ούτε την Κατερίνα. Τίποτα απολύτως. Ήθελε μόνο να κάτσει εκεί στην αγκαλιά του όπου ένιωθε ασφάλεια και να κλείσει αμέριμνη τα μάτια της. Να κλείσει έξω από την αγκαλιά τους τα πάντα και να κοιμηθεί.

Η αλήθεια, όπως και το φως, τυφλώνει. Albert Camus, 1913-1960, Γάλλος συγγραφέας, Νόμπελ 1957

Το πρωί τους βρήκε αγκαλιά. Ξύπνησαν από ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Ο Άλκης πετάχτηκε πάνω, πήρε στα χέρια του το πορτατίφ για πρόχειρο όπλο και πήγε να ανοίξει την πόρτα. Δεν ήταν κανένας αλλά κάτω από την πόρτα είχαν ρίξει ένα χαρτί το οποίο ήταν φωτοτυπία από έναν χάρτη. Το έπιασε στα χέρια του και το έδειξε στην Λυδία. «Ούτε εδώ είμαστε ασφαλείς. Γνωρίζουν που είμαστε και για αυτό τον λόγο μας


έστειλαν το χάρτη» η Λυδία είχε χάσει το χρώμα από το πρόσωπο της και σηκώθηκε όρθια για να δει. «Μπορείς να καταλάβεις ποιο μέρος είναι;» «Τι να σου πω; Πρέπει να πάρω ένα χάρτη της Ρόδου και να κάνω σύγκριση. Φεύγω τώρα εσύ καλύτερα μείνε εδώ, πιστεύω ότι θα είσαι ασφαλής. Αν μη τι άλλο για να έρθει κάποιος εδώ πρέπει να περάσει από την ρεσεψιόν ». είπε ο Άλκης και πήρε χρήματα για να φύγει. «Ναι και πριν όμως ήρθαν και πέρασαν από την ρεσεψιόν» είπε σκεπτική η Λυδία. «Κλείδωσε την πόρτα και βάλε από πίσω και μια καρέκλα. Θα πάρω το κινητό μου μαζί αν συμβεί κάτι, αν τρομάξεις, αν οτιδήποτε, να με πάρεις αμέσως. Σύμφωνοι;» της είπε και εκείνη έγνεψε καταφατικά. Αμέσως μόλις ο Άλκης έφυγε η Λυδία πήρε το τηλέφωνο. «Ειρήνη καλή σου μέρα…» «Μπα μπα σαν τα χιόνια. Τι κάνεις;» «Καλά εσύ;» «Έλα μπες στο ψητό δεν σου πάνε οι τυπικούρες. Τι έγινε;» «Με έπιασες, θέλω τη βοήθεια σου σε κάτι. Θέλω να μου πεις αν μπορείς να βρεις πληροφορίες για μια γυναίκα ». «Ποια;» «Σοφία Σπανού» «Αυτήν; Που την ξέρεις εσύ αυτήν;» «Είναι πολύ μεγάλη ιστορία. Εσύ τη γνωρίζεις;» «Εξαιτίας εκείνης απολύθηκε ο Γιώργος». «Μα ο Καραχάλιος δεν ήταν αυτός που πήρε τηλέφωνο;» «Ναι αλλά επειδή δημοσιεύσαμε φωτογραφία εκείνης με το παιδί της». «Και τι σχέση έχει μαζί του, δεν κατάλαβα». «Αυτή απ’ όσο ξέρω γιατί την έψαξα την αλεπού τα έφτιαξε με τον Καραχάλιο πριν μερικά χρόνια και αφού χώρισαν ήταν έγκυος. Μετά γύρισε πίσω για να πάρει τουλάχιστον το χρήμα και έπιασε γιατί έμεινε μαζί του κάποια χρόνια. Ο Καραχάλιος φαίνεται ότι δεν έμεινε ασυγκίνητος για το παιδί του. Αυτήν την Σπανού τράβηξε φωτογραφία ο Γιώργος και τον απολύσανε ». «Πλάκα μου κάνεις. Ειρήνη πρέπει να σε κλείσω τώρα γιατί χτυπάει η πόρτα. Περιττό να σου πω ότι με έσωσες. Ευχαριστώ…Γεια… Ποιος είναι;» «Ο Άλκης » Σηκώθηκε η Λυδία και άνοιξε την πόρτα στον Άλκη ο οποίος κρατούσε στα χέρια του το χάρτη της Ρόδου. «Δεν κλείδωσες όπως είπαμε. Ευτυχώς χάρτη της Ρόδου είχε η ρεσεψιόν και δεν πήγα μακριά. Γι αυτό ήρθα και τόσο γρήγορα». «Πριν μιλήσουμε για το χάρτη θέλω να σου πω κάτι σημαντικό. Καλύτερα να καθίσεις». «Τι έγινε; Με τρομάζεις». «Χθες σου υποσχέθηκα ότι θα έψαχνα για την Σοφία και μόλις έφυγες το έκανα. Πήρα τηλέφωνο την φίλη μου την Ειρήνη για να με βοηθήσει και ήταν πολύ πιο απλό από όσο νόμιζα να μάθω για εκείνη αλλά τα νέα είναι περίεργα. Δεν θα σου αρέσει ». του είπε η


Λυδία και τον κοίταζε στα μάτια. Από τη μία μεριά ήταν ανακουφισμένη που έφευγε το εμπόδιο από τον Άλκη αλλά από την άλλη έπρεπε εκείνη να αποφασίσει και μάλιστα πολύ σύντομα τι θα κάνει, ήταν η δική της σειρά. «Το παιδί δεν είναι δικό σου». «Που το ξέρεις εσύ;» «Ήταν μαζί με τον επιχειρηματία Καραχάλιο δεν ξέρω αν έχεις ακούσει για εκείνον. Χώρισαν και μετά εκείνη ήταν έγκυος και γύρισε σε αυτόν. Το αμόρε της Ειρήνης απολύθηκε επειδή έβγαλε φωτογραφία εκείνη μαζί με το παιδί της και πήρε τηλέφωνο ο Καραχάλιος και έγινε χαμός. Άρα κάπου εκεί πρέπει να τα χαλάσανε και ήρθε σε εσένα» είπε η Λυδία και τον κοίταζε στα μάτια προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει τις σκέψεις του. «Με την χρονική σειρά που τα περιγράφεις και αν βάλω και την ηλικία του παιδιού πρέπει να ήταν μαζί του όσο ήμασταν αρραβωνιασμένοι και για αυτό να χάλασε τον αρραβώνα μας. Ίσως τον χάλασε επειδή ήταν έγκυος από εκείνον και ήλπιζε να ξαναγυρίσει κοντά του. Τι να πω, δεν ξέρω. Αυτή η γυναίκα ποτέ δεν με υπολόγισε σε τίποτα, ποτέ δεν με αγάπησε. Και τώρα τι; Ήρθε για να με φορτώσει με ένα τόνο ενοχές;» είπε με ένα κενό βλέμμα λες και έκανε εξομολόγηση. «Θα πάω να τη βρω τώρα, να τη διώξω την …» είπε και τινάχτηκε σαν ελατήριο και το κενό του βλέμμα μετατράπηκε σε ένα οργισμένο βλέμμα, προδομένο βλέμμα. Η εξαπάτηση της ήταν διπλή. Όχι μόνο πήγε να του φορτώσει ένα παιδί το οποίο δεν ήταν δικό του, όχι μόνο του είπε ψέματα ότι το μεγάλωνε μόνη της αλλά όσο ήταν μαζί τον είχε απατήσει. Και όχι μία φορά. Δεν ήταν μια από εκείνες τις φορές που κάποιος έχει τη δικαιολογία του μεθυσιού και της μιας βραδιάς του τύπου «μέθυσα και δεν ήξερα τι έκανα, συγχώρεσε με» αλλά είχε διπλή ζωή. Μία ήταν η αρραβωνιαστικιά του και μία ήταν η ερωμένη του Καραχάλιου. Δεν την πείραζε που άλλον φιλούσε το πρωί και άλλον το βράδυ. Ούτε που τα σ’ αγαπώ της ήταν ψεύτικα και τα χαμόγελά της, και οι κινήσεις της και τα πάντα της. Ήταν μία κέρινη γυναίκα την οποία δεν την ενδιέφερε τίποτα άλλο πέρα από τον εαυτό της. «Ας την και έλα να δούμε το χάρτη. Δεν υπάρχει χρόνος να ασχοληθούμε μαζί της. Μην ξεχνάς ότι έχουμε κάποιους οι οποίοι μας παρακολουθούν ίσως και κάθε στιγμή που αναπνέουμε. Πιστεύω ότι είτε είναι παγίδα είτε όχι πρέπει να βρούμε την τοποθεσία ». ο Άλκης έδειχνε να μην έχει πεισθεί ακόμα για να αλλάξει θέμα και έπαιρνε βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει. Σηκώθηκε όρθιος, ήθελε να πάει και να τη βρει για να την ξεφτιλίσει και μετά να τη διώξει και εκείνη και το κακόμοιρο το αγόρι που είχε εκείνη για μητέρα. « Άλκη μου, δεν αξίζει ούτε να την αναφέρεις τέτοια γυναίκα. Ούτε να ξαναπείς το όνομα της. Σε παρακαλώ άσε την και μείνε μαζί μου» του είπε και τον τράβηξε κοντά της για να τον πάρει αγκαλιά. Ο Άλκης δεν μίλησε αλλά έκατσε στην αγκαλιά της για λίγα λεπτά και αφού πήρε μερικές βαθιές ανάσες πήρε πάλι στα χέρια του το χάρτη και έκατσε στο κρεβάτι. «Έχεις δίκιο, απειλείται η ζωή μας, με έχουν για ύποπτο φόνου ας μην ασχοληθώ τώρα μαζί της Έχω χρόνο μετά για εκείνη για να την εκδικηθώ όπως της αρμόζει ».


«Καταλαβαίνω περίπου πως νιώθεις αλλά μην σκέφτεσαι έτσι. Συγκεντρώσου στο να λύσουμε τη δολοφονία του Πάνου και του Χατζή είναι απείρως πιο σημαντικά από αυτήν. Όπως βλέπεις το χάρτη σου θυμίζει τίποτα;» «Τι να σου πω, δύσκολο. Μου μοιάζει σαν λίμνη, σαν ποτάμι. Θάλασσα δεν είναι ». «Για να δούμε το χάρτη που υπάρχει κάτι τέτοιο». «Λοιπόν… Να πάρει υπάρχουν πολλά ποτάμια. Αυτό τι είναι; Η ζωγραφιά στην άκρη ». «Μου μοιάζει σαν σήραγγα, σαν τούνελ δεν είμαι σίγουρη όμως. Το παράξενο είναι οι αριθμοί, τι είναι μέτρα; χιλιόμετρα; Εσύ που έχεις γυρίσει ανάποδα την Ρόδο με τις ανασκαφές δεν μπορείς να σκεφτείς ένα μέρος που να έχει λίμνη, ή ποτάμι με σήραγγα κάτι τέτοιο τέλος πάντων». «Λυδία, το βρήκα. Υπάρχει αυτό το μέρος και είναι κοντά στον Αρίστο λέγεται Επτά πηγές. Πάμε τώρα» είπε ο Άλκης και σηκώθηκε από το κρεβάτι ενθουσιασμένος. Δεν το περίμενε τόσο εύκολο, θα μπορούσαν απλώς να τους το πουν, τι τους έδωσαν το χάρτη; Η Λυδία σηκώθηκε και εκείνη αμέσως για να φύγουνε αλλά στο βάθος του μυαλού της ήταν η σκέψη του Δημήτρη που πάλευε να βγει στην επιφάνεια. Ήθελε να τον δει, να μάθει τι κάνει, να τον ευχαριστήσει που πιθανόν να ήταν αρτιμελής χάρις σε εκείνον. Έπειτα ήταν και αυτή η πρόταση που εκκρεμούσε στον αέρα, μια ερώτηση που περίμενε να απαντηθεί και μια καρδιά που περίμενε να πληγωθεί; Όχι ακόμα, δεν ήταν σίγουρη για την απόφαση της. Έτσι υπάκουσε και σηκώθηκε με την ελπίδα ότι χωρίς να την ακούσει ο Άλκης θα προλάβαινε να πάρει ένα τηλέφωνο για να δει την κατάσταση του. Στο κάτω κάτω ήταν υποχρέωση της να του τηλεφωνήσει αν δεν είχε πάει να την σώσει δεν θα βρισκόταν τώρα στο νοσοκομείο, δεν θα έκανε επέμβαση. Οι τύψεις την τύλιγαν αδιάκοπα αλλά δεν μπορούσε να κάνει τώρα κάτι για αυτό, έπρεπε να πάει εκεί, στην παγίδα που τους είχαν στήσει. Γρήγορα μπήκαν μέσα στο αυτοκίνητο και με οδηγό τον Άλκη στο νοικιασμένο αυτοκίνητο του Δημήτρη πήραν τον δρόμο για τις Επτά Πηγές. Πέρασαν ξανά το Φαληράκι, τα Κολύμπια και έστριψαν για τις Επτά Πηγές. Ο Άλκης χωρίς να πει τίποτα στην Λυδία κοιτούσε από τον καθρέπτη και έψαχνε το ασφαλίτικο αυτοκίνητο που υποτίθεται τον παρακολουθούσε. Δεν έβλεπε τίποτα και δεν ήταν σίγουρος αν αυτό ήταν για καλό ή όχι. Το μέρος ήταν μαγευτικό καθώς από παντού ξεχείλιζε η μαγεία της φύσης , το πράσινο που ημέρευε την κάθε άγρια ψυχή. Πανύψηλα πλατάνια έμοιαζαν λες και απλώνουν τις φτερούγες τους για να αγκαλιάσουν τον επισκέπτη και το άκουσμα από το κελάρυσμα του νερού σου έδινε την αίσθηση της απόλυτης γαλήνης. Η αίσθηση αυτή της θύμιζε τις διακοπές της με τους γονείς της στα δεκαπέντε της στο νησί όπου τότε το μόνο που την ενδιέφερε ήταν τι μαγιό θα φορέσει στην παραλία και αν θα της έδινε σημασία εκείνο το καστανό αγόρι, με τα ατίθασα μαλλιά, το γλυκό χαμόγελο, με τα ωραία μάτια και τις μεγάλες μακριές βλεφαρίδες που κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του είχε μια ωραία ατάκα να της πει και να την κάνει να γελάει. Τότε που σημασία δεν είχε για εκείνη ο προορισμός αλλά το ταξίδι. Πάντα της άρεσε της Λυδίας να βρίσκεται κοντά στην φύση την έκανε να νιώθει ήρεμη αυτή την φορά όμως όχι, δεν μπορούσε να το απολαύσει και ας είχε την καλύτερη παρέα του κόσμου. Εκεί, κοντά στο μοναδικό εστιατόριο παρκάρισαν γεμάτοι από ερωτηματικά. Τι θα έβρισκαν άραγε εκεί; Φοβόντουσαν μήπως βρούνε κάποιο πτώμα γιατί θησαυρό ήταν


δεδομένο ότι δεν θα έβρισκαν. Αυτό που επίσης φοβόντουσαν ήταν αυτόν που παρακολουθούσε κάθε τους κίνηση και έμοιαζε να ενορχηστρώνει ένα δικό του έργο. Έκαναν μια βόλτα μαζί με τους τουρίστες, τις πάπιες, τα παγώνια ένα συνονθύλευμα πολιτισμού και φύσης το οποίο έμοιαζε αταίριαστο στο μεγαλείο του φυσικού περιβάλλοντος. Περπατώντας βρήκαν και την σήραγγα που είχε πάνω ο υποτιθέμενος χάρτης που είχαν στα χέρια τους. Περίμεναν τη στιγμή που δεν έμπαινε μέσα κάποιος άλλος και μόλις βρήκαν την ευκαιρία μπήκαν και οι δυο μέσα. Πρώτα πήγαινε η Λυδία και πίσω ακολουθούσε ο Άλκης φοβούμενος ότι θα χρειαζόταν να προστατέψει τη Λυδία από τον κακό λύκο. Κρατώντας το κινητό της για να φωτίζει το χάρτη προσπαθούσε να καταλάβει κάτι σύμβολα και αριθμούς που ήταν πάνω από στο σκίτσο. Μόλις όμως έφτασε περίπου στην μέση της διαδρομής κατάλαβε ποιο σημείο περιέγραφε ο χάρτης κοιτώντας πάνω. Εκεί υπήρχε μια έξοδος που οδηγούσε πάνω στην γη, χρησίμευε σαν φωταγωγός και είχε μια σκάλα για να ανεβοκατεβαίνεις. «Έλα να δεις. Για αυτό το σημείο μιλάει ο χάρτης» φώναξε όλο χαρά στον Άλκη. «Α, ωραία» είπε και επιτάχυνε το βήμα του. Η Λυδία ψηλαφούσε τον τοίχο δεξιά και αριστερά προσπαθώντας να βρει κάποια οπή; Κάποιο άνοιγμα; Κάποιο σημάδι για το οτιδήποτε; Μήπως τελικά όλο αυτό ήταν μια παγίδα και θα ερχόταν οι τύποι με τα κουστούμια από τις δύο εισόδους και θα ερχόταν το τέλος; Άρχισε να φοβάται αλλά μόλις την κατάλαβε ο Άλκης της έπιασε το χέρι το οποίο έτρεμε νευρικά. «Χαλάρωσε, αν υπάρχει κάτι να βρούμε δεν θα το βρούμε αν είσαι τόσο πολύ πιεσμένη. Ήρεμα…» και τότε άρχισε εκείνος να ψάχνει ακόμα και κάτω στο ρυάκι μήπως υπήρχε κάποια κρύπτη αλλά μάταια. Στο τέλος νευρίασε, πήρε μια πέτρα και άρχισε να ξύνει τους τοίχους. «Τι κάνεις;» του είπε η Λυδία σμίγοντας τα φρύδια της γεμάτη απορία. «Δεν μπορεί να μας έστειλαν εδώ άσκοπα. Ίσως υπήρχε κάποια επιγραφή κάτι το οποίο χάθηκε μέσα στις ανασκαφές, στις αναστηλώσεις και κανείς να μην του είχε δώσει καμία σημασία» είπε και συνέχισε να τρίβει μανιασμένα τον τοίχο μέχρι που έριξε ένα κομμάτι του. «Άλκη σταμάτα, θες να πέσει και να μας πλακώσει;» «Κι όμως έχω δίκιο. Κοίτα!» της είπε και της έδειξε πίσω από το κομμάτι που είχε πέσει μια ζωγραφιά με έναν ήλιο να ακτινοβολεί. «Ωραία και που να είναι ο θησαυρός εδώ; Και αν ένα παιδάκι το ζωγράφισε;» «Μα τι λες , δεν είναι ζωγραφισμένο, αλλά προσεκτικά σκαλισμένο. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο αυτό εδώ ». «Ναι αλλά στην ύπνωση σου λες ότι ο θησαυρός πήγε κάπου μακριά». «Ίσως η ύπνωση να μην ήταν αληθινή αλλά ένα όνειρο επηρεασμένο από όλα όσα έχουμε συζητήσει αυτές τις ημέρες. Όπως και να έχει" είπε ο Άλκης χαμηλόφωνα καθώς άρχισαν να περνάνε επισκέπτες, «πρέπει να το εξερευνήσουμε αφού κλείσει. Να έρθουμε κανονικά με φακούς και φτυάρια. Τώρα με τόσο κόσμο τα χέρια μας είναι δεμένα». «Νομίζω ότι ο λόγος που μας έβαλαν το χάρτη κάτω από την πόρτα είναι για να βρούμε τον θησαυρό, να μας σκοτώσουνε και να μας τον πάρουν ». «Πολύ πιθανόν σχεδόν σίγουρο θα έλεγα. Καλύτερα να φύγουμε όμως, δεν έχει


νόημα να καθόμαστε εδώ, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα ». είπε ο Άλκης και πήρε τη Λυδία από το χέρι για να βγουν από την σήραγγα. Κατευθύνθηκαν γρήγορα προς το αυτοκίνητο λες και τους κυνηγούσε ο χρόνος και έφυγαν. Άραγε είναι σύμπτωση που δεν βλέπει πουθενά το ασφαλίτικο; ή είναι τόσο τυχερός που τους έπιασε σε στιγμή αδυναμίας; ή μήπως εγκατέλειψαν για κάποιους λόγους την παρακολούθηση του; Μόλις βγήκαν στον κεντρικό δρόμο έκανε πάλι την εμφάνιση της η μαύρη Mercedes λες και τους περίμενε να εμφανιστούν. Η Λυδία που είχε δει τι είναι ικανοί αυτοί οι άνθρωποι να κάνουν, όποιοι και να είναι, ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Ο Άλκης πιο ψύχραιμος έφτιαξε τους καθρέπτες του για να βλέπει όσο το δυνατόν καλύτερα τις κινήσεις του αυτοκινήτου. Αυτή την φορά όμως δεν ήταν διακριτικοί απέναντι τους αλλά έμοιαζε λες και ήθελαν ή να τους σταματήσουν ή να τους τρακάρουν καθώς τους πλησίαζαν συνέχεια και κολλούσαν στην πίσω πλευρά του Ατος. Το μικρό αυτό αυτοκινητάκι δεν είχε τις επιδόσεις που χρειαζόταν για ένα τέτοιο κυνηγητό και περίεργους ελιγμούς, ούτε και οι δρόμοι ήταν ότι καλύτερο για τέτοια παιχνίδια. Ο Άλκης έκανε ότι μπορούσε για να μην βγουν μπροστά τους αλλά όσο και να επιτάχυνε και να άλλαζε λωρίδα το μαύρο αυτοκίνητο έρχοταν συνέχεια απειλητικά σαν ένα μαύρο τέρας που περίμενε να κατασπαράξει το μικρό αυτοκινητάκι. Το πρόβλημα όμως ξεκίνησε όταν έφτασαν σε ένα μέρος του δρόμου που οι στροφές έμοιαζαν με φίδι από τις καμπύλες. Δεν υπήρχε περίπτωση να τα βγάλουν πέρα και το γνώριζαν και οι δύο. Η αδρεναλίνη του Άλκη χτυπούσε κόκκινο και η Λυδία ήταν γαντζωμένη πάνω στο κάθισμα της καθώς είχε την αίσθηση ότι η ζώνη που φορούσε δεν έφτανε για να την συγκρατήσει. Συνέχεια έβγαζε επιφωνήματα και έλεγε στον Άλκη να προσέχει πράγμα που είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει καθώς έκανε ότι μπορούσε για να ξεφύγει. Όμως μάταια γιατί τελικά τον τρακάρισαν πολύ δυνατά από πίσω και μετά από τα πλάγια με σηκωμένα βέβαια τα παράθυρα για να μην τους δουν. Το αυτοκίνητο κατέληξε με μεγάλη ορμή πάνω σε ένα δένδρο. Όταν η Λυδία άνοιξε τα μάτια της είδε τον Άλκη λιπόθυμο και εκείνη αν και δεν ήταν χτυπημένη ήταν εγκλωβισμένη στην θέση της. Από έξω από το αυτοκίνητο είχε μαζευτεί κόσμος και ένα ασθενοφόρο τον οποίο έβλεπε θολά. Πρέπει να είχε χτυπήσει ελαφρά το κεφάλι της γιατί ένιωθε μια ζαλάδα. «Άλκη! Άλκη! Ξύπνα. Μη μου πεθάνεις…Σου λέω ξύπνα!! Δεν θα αντέξω να σε χάσω!!!» «Πες και άλλα μου αρέσει να τα ακούω» της είπε ο Άλκης ο οποίος άνοιξε επιτέλους τα μάτια του και σχημάτισε ένα μικρό χαμόγελο. «Αν μπορούσα να κουνήσω τα χέρια μου θα σε είχα βαρέσει» του είπε και εκείνη την ώρα κατάφεραν και άνοιξαν τη μπλοκαρισμένη πόρτα της. Την έβγαλαν έξω και τη μετέφεραν μέσα στο ασθενοφόρο παρόλο που εκείνη αισθανόταν σχεδόν καλά. «Παιδιά ήσασταν πολύ τυχεροί. Το αυτοκίνητο έπεσε πλάγια στο δέντρο, φοράγατε και τις ζώνες σας και για αυτό τη γλυτώσατε. Τρέχατε ε;» είπε ένας ο οποίος έμοιαζε σαν υπερήρωας με τα φουσκωτά του μπράτσα και την στητή του κορμοστασιά. Η Λυδία προτίμησε να μην πει τίποτα πάνω σε αυτό. Τι να έλεγε άλλωστε; Τα λεπτά μέχρι να βγάλουν τον Άλκη έμοιαζαν με αιώνα και κυλούσαν βασανιστικά. Όσο πιο πολύ αργούσαν τόσο πιο πολύ πίστευε ότι έχει χτυπήσει και είχε δίκιο. Μόλις τον απεγκλώβισαν, εκείνος δεν μπορούσε να σηκωθεί μόνος του και τον κρατούσαν δύο. Φαινόταν να είχε χτυπήσει το πόδι του και έμοιαζε πολύ ζαλισμένος.


«Άλκη; Άλκη;» φώναζε δυνατά και πήγε κοντά του. Όμως οι νοσηλευτές την απομάκρυναν από κοντά του γιατί ήθελαν να τον εξετάσουν. Τον ξάπλωσαν, του μέτρησαν την πίεση και του εξέτασαν την κοιλιά. «Πώς σε λένε;» «Άλκη Δημόπουλο». «Ξέρεις τι χρονιά έχουμε;» «2011. Έχω τρελό πονοκέφαλο, νομίζω ότι το κεφάλι μου πάει να σπάσει». «Πρέπει να σε πάμε στο νοσοκομείο για εξετάσεις ». «Θα έρθω μαζί!» φώναξε η Λυδία με τόνο που δεν σηκώνει το όχι για απάντηση. «Εντάξει έλα για να συμπληρώσεις τα στοιχεία » της είπαν και εκείνη μπήκε μέσα. Ο Άλκης ήταν ξαπλωμένος με κλειστά τα μάτια από τον πονοκέφαλο και η Λυδία στοργικά του κρατούσε το χέρι και τον φιλούσε στο μέτωπο. Ώρες ώρες αναρωτιόνταν αν είχε κάποια κατάρα πάνω της και όποιος ήταν δίπλα της έπρεπε να νοσηλευτεί. «Πόσο πολύ λυπάμαι που συνέβηκε αυτό» του είπε γεμάτη ενοχές μιας και οι ενοχές ήταν το μόνο συναίσθημα που κυριαρχούσε μέσα της από την προηγούμενη μέρα. «Καρδιά μου δεν έφταιγες εσύ και το ξέρεις» της είπε χαμηλόφωνα και έκλεισε τα μάτια του. Ο νοσηλευτής που ήταν δίπλα του τον κουνούσε και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. «Συνέχισε να του μιλάς δεν κάνει να κοιμηθεί». «Λοιπόν θα πάω εγώ στην Σοφία. Τι θέλεις να της πω;» «Να φύγει και να μην ξαναγυρίσει ποτέ. Αυτό τίποτα άλλο» της είπε και με τα χέρια του έπιασε το κεφάλι του που το ένιωθε ότι θα σπάσει. «Μην ανησυχείς δεν σκόπευα να της πω κάτι διαφορετικό μόνο να την στόλιζα με μερικά επίθετα» είπε η Λυδία και χαμογέλασε. Εν τω μεταξύ έφταναν στο νοσοκομείο και μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της Λυδίας, μην τυχόν συναντιόταν ο Άλκης με το Δημήτρη. Θα ήταν πάρα πολύ περίεργο αλλά και άβολο για όλους. Στην Αθήνα μπορούσε να έχει μια επιλογή σε ποιο νοσοκομείο θα πήγαινε, αν θα εφημέρευε αν θα ήταν δημόσιο ή ιδιωτικό. Εδώ στην Ρόδο έπρεπε να κάνει και τον σταυρό της ότι υπάρχει νοσοκομείο γιατί λίγα νησιά έχουν νοσοκομείο στην καλύτερη υπάρχει ένα κέντρο Υγείας και στην χειρότερη ένας αγροτικός γιατρός να παλεύει μόνος του τις ασθένειες. Εντάξει όλα αυτά αλλά αν είναι στο ίδιο δωμάτιο; Με αυτές τις σκέψεις έφτασε το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο και πήραν τον Άλκη αμέσως για εξετάσεις ενώ εκείνη πήγε στην υποδοχή του νοσοκομείου για να συμπληρώσει τα στοιχεία του από το πορτοφόλι του. Τι ήξερε πραγματικά για εκείνον; Τον Άλκη τον μετέφεραν με ένα φορείο για να του κάνουν αξονικές στο κεφάλι, και ακτινογραφίες στο γόνατο ενώ η Λυδία προσπαθούσε να μάθει από την υποδοχή σε ποιο δωμάτιο είχαν το Δημήτρη. Με τα πολλά έμαθε ότι βρισκόταν στον δεύτερο όροφο στο 211 και έτρεξε να πάει να τον δει. Μπήκε μέσα στο ασανσέρ μαζί με άλλες δύο νοσοκόμες. «Θα πας εσύ να της αλλάξεις τις γάζες;» «Ειλικρινά θα προτιμούσα να έκανα κλύσματα παρά να άλλαζα γάζες σε θύματα πυρκαγιάς. Ειδικά στην περίπτωση της Παλαιολόγου πολύ φοβάμαι ότι δεν θα καταφέρει να βγάλει το 24ωρο» είπε η μία νοσοκόμα στην άλλη. «Συγνώμη που διακόπτω αλλά μου φάνηκε ότι δεν άκουσα καλά το όνομα της κυρίας. Είπατε Παλαιολόγου;»


«Ναι» κούνησε καταφατικά το κεφάλι της η μία νοσοκόμα απορημένη για το ξαφνικό ενδιαφέρον μιας άγνωστης. «Κατερίνα Παλαιολόγου;» ρώτησε σοκαρισμένη η Λυδία την ώρα που έβγαιναν από το ασανσέρ. «Ναι, την έφεραν χθες το βράδυ. Ήρθε και η αστυνομία για να της πάρει κατάθεση αλλά εκείνη δεν μπορούσε να μιλήσει. Την έχουν διασωληνώσει και από χθες βρίσκεται στην εντατική ». είπε ατάραχα η νοσοκόμα λες και μιλάει για τον καιρό και όχι για κάποιον άνθρωπο που παλεύει για τη ζωή του. Η Λυδία μετά από αυτό που άκουσε ένιωσε να φεύγει η γη κάτω από τα πόδια της. Λογικά μόλις έφυγε εκείνη χθες από το σπίτι της κάποιος πήγε και έβαλε φωτιά. Να πάρει! Δεν μπορούσε να φανταστεί καθόλου ποιος θα μπορούσε να κρύβεται πίσω από τις πυρκαγιές, πίσω από τις δολοφονίες, πίσω από τα πάντα. «Μπορείτε να μου πείτε σας παρακαλώ σε ποιο δωμάτιο είναι; Θα ήθελα να την επισκεφθώ μόλις διαφύγει τον κίνδυνο». «Πηγαίνετε στον τρίτο όροφο και θα το βρείτε. Περιμένουν αστυνομικοί για να της μιλήσουν. Ποιο μου είπατε ότι είναι το όνομα σας;» ρώτησε η νοσοκόμα αλλά η Λυδία έγινε καπνός μόλις άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ και πήγε τρέχοντας από τις σκάλες. Πολύ προσεκτικά άνοιξε την πόρτα του ορόφου καθώς δεν ήθελε να γίνει αντιληπτή από κανέναν. Πήγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στον σταθμό των νοσοκόμων ο οποίος ήταν άδειος. Έπρεπε να αυτοσχεδιάσει γιατί έπρεπε να πάει να της μιλήσει και δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσουν. Σήκωσε τα μαλλιά της ψηλά, έβαλε μια ρόμπα νοσοκόμας και έπειτα βγήκε έξω κρατώντας στα χέρια της ένα διάγραμμα. Πήρε μαζί της ένα καρότσι που έχουν πάνω οι νοσοκόμες τις προμήθειες πρώτης ανάγκης, το οποίο είχαν αφήσει μπροστά στον σταθμό και παρίστανε ότι έκανε καταγραφή για να πλησιάσει τους δύο αστυνομικούς που περίμεναν έξω από τον θάλαμο της εντατικής θεραπείας. Ο ένας ήταν νέος γύρω στα 35 και ο άλλος πλησίαζε να βγει στην σύνταξη, ή εφεδρεία ή όπως αλλιώς ονομάζεται. Φορούσαν και οι δύο τις στολές τους και κρατούσαν στα χέρια τους τα καπέλα τους γιατί ζεσταινόντουσαν. Ο μεγάλος είχε στα δάκτυλα του και έπαιζε ένα κομπολόι γιατί είχε βαρεθεί να περιμένει. «Τι είναι αυτά που συμβαίνουν εδώ;» λέει ο πιο μεγάλος. «Ξέρω γω , τι να σου πω». «40 χρόνια είμαι στην αστυνομία και τόσα περίεργα μαζεμένα πρώτη φορά γίνονται. Εντάξει πάντα υπήρχαν μικροληστείες, παρενοχλήσεις από τους τουρίστες αλλά ποτέ δεν είχε δολοφονηθεί κάποιος από εμάς. Και τώρα αυτή η άτυχη γυναίκα, τη βλέπω και τη λυπάμαι. Με τόσα φάρμακα που της έχουν δώσει για τους πόνους πώς να κελαηδήσει; Και με πέμπτου βαθμού εγκαύματα ένας Θεός ξέρει αν αυτά που θα πει θα ισχύουν κιόλας». «Βγήκε το πόρισμα της πυροσβεστικής;» «Εντάξει, το επίσημο πόρισμα θέλει χρόνο αλλά ανεπίσημα μίλησα με τον αρχηγό και μου είπε ότι ήταν σίγουρα εμπρησμός καθώς υπήρχαν πάνω από μία εστίες φωτιάς. Λογικά χρησιμοποιήθηκε βενζίνη». «Όσο περνάει ο καιρός ακούμε όλο και χειρότερα. Λες και τα τελευταία χρόνια κάποιος έχει καταραστεί το τμήμα μας και γίνονται όλα τα περίεργα. Έχουμε και τον κέρβερο τον Λυμπερίδη να μας πρήζει τα συκώτια, ότι είμαστε ανίκανοι ».


Η Λυδία αφού άκουσε όλη την συζήτηση με σκυφτό το κεφάλι παραμέρισε τους αστυνομικούς για να μπει μέσα στην εντατική μονάδα. Έπλυνε τα χέρια της , έβαλε γάντια και μπήκε μέσα. Γνώριζε ότι δεν είχε πολύ χρόνο γιατί σε λίγο θα ερχόταν η νοσοκόμα για να αλλάξει τις γάζες της. Το θέαμα που αντίκρισε θα το θυμάται μέχρι να πεθάνει. Αυτό που έβλεπε μπροστά της δεν είχε φύλο, δεν είχε μορφή αλλά ήταν μια μούμια τυλιγμένη με γάζες. Πολλά σημεία αιμορραγούσαν ακόμα αλλά εκείνη δεν φαινόταν να ενοχλείται. Πλησίασε πολύ κοντά της κρατώντας βαμβάκι που βρήκε εύκαιρο μπροστά της για να μην τραβήξει την προσοχή και της ψιθύρισε: «Κυρία Κατερίνα, δεν είστε μόνη σας. Εγώ είμαι η Λυδία. Αν με ακούτε κουνήστε το κεφάλι σας , σας παρακαλώ γιατί δεν έχουμε χρόνο ». Η Κατερίνα κούνησε το κεφάλι της και άρχισε να ψιθυρίζει κάτι το οποίο η Λυδία δεν μπορούσε να καταλάβει. Πήγε ακόμα πιο κοντά στο στόμα της. «Σαν Πίο Β» της είπε με υπέρμετρη προσπάθεια. «Τι είναι αυτό που μου λέτε;» «Δώσε γιο Ά, Άλκη Δημόπουλο ». είπε και εκείνη την ώρα ταράχτηκε όλο το σύμπαν της Λυδίας. Άκουσε θόρυβο στον προθάλαμο και είδε τη νοσοκόμα, δεν είχε χρόνο. Σηκώθηκε όρθια σαν ελατήριο χάιδεψε το απομεινάρι χεριού της Κατερίνας και με σκυφτό το κεφάλι χαιρέτησε όσο πιο γρήγορα τη νοσοκόμα που πήγε να μπει μέσα για να αλλάξει τις γάζες, πριν προλάβει να την αναγνωρίσει. «Πάω για αναφορά» της είπε και έφυγε από το δωμάτιο για να μην την ρωτήσει τίποτα άλλο. Η νοσοκόμα φανερά απορημένη ξεκίνησε να της αλλάζει τις γάζες μην δίνοντας καμία περαιτέρω σημασία στην Λυδία. Εκείνη προσπέρασε τους αστυνομικούς και μόλις έστριψε από τον διάδρομο πήγε και κρύφτηκε μέσα σε μια τουαλέτα. Έβγαλε την στολή που φορούσε και έλυσε τα μαλλιά της. Κοίταζε τον εαυτό της στον καθρέπτη προσπαθώντας να αποτυπώσει σωστά στην μνήμη της αυτά που μόλις άκουσε. Τρεις λέξεις που δεν καταλάβαινε και ένα μυστικό το οποίο βγήκε στην επιφάνεια μετά από τόσα πολλά χρόνια. Έβαλε λίγο νερό στο πρόσωπο της για να συνέλθει και κλείδωσε την πόρτα της τουαλέτας για να μην την ενοχλήσουν. Ο γιος της Κατερίνας ήταν ο Άλκης; Ο Άλκης ήταν γιος του Χατζή και τόσο καιρό έψαχνε τον τάφο του πατέρα του; Ο Άλκης ήταν υιοθετημένος. Και η Κατερίνα τι εννοούσε με το «Δώσε;» τι να δώσει; Μήπως ο Χατζής της είχε δώσει στοιχεία για την τοποθεσία του θησαυρού και αυτός ήταν ο λόγος που της έβαλαν φωτιά; Επειδή δεν μαρτυρούσε; Το κεφάλι της πήγαινε να γίνει χίλια κομμάτια. Μόλις συνήλθε από αυτά που άκουσε βγήκε από την τουαλέτα και κατευθύνθηκε προς την υποδοχή του νοσοκομείου για να μάθει σε ποιο σημείο θα μπορούσε να βρει τον Άλκη που τον είχε αφήσει να κάνει τις εξετάσεις. «Γεια σας. Η Λυδία είμαι που είχα συμπληρώσει τα χαρτιά του Δημόπουλου νωρίτερα. Μήπως μπορείτε να μου πείτε σε ποιο στάδιο των εξετάσεων είμαστε;» η νοσοκόμα έδειξε έκπληκτη από την ερώτηση της. «Τον κύριο Δημόπουλο τον πήρε η αστυνομία για ανάκριση εδώ και λίγη ώρα. Στα έντυπα της αποχώρησης με την προσωπική ευθύνη του συνοδού έχει την υπογραφή σας. Μου το έφερε έτοιμο συμπληρωμένο ο αστυνομικός που τον μετέφερε. Γιατί κοιτάτε έτσι δεν είναι δική σας η υπογραφή;»


«Συγνώμη, είμαι λίγο μπερδεμένη» είπε η Λυδία και απομακρύνθηκε από εκεί ενώ η νοσοκόμα είχε ένα βλέμμα όλο ερωτηματικά. «Τον απήγαγαν, αυτοί δεν ήταν αληθινοί αστυνομικοί. Η αστυνομία η πραγματική ήταν πάνω στην εντατική αυτός που ήρθε εδώ ίσως και να ήταν ο πραγματικός φονιάς του Πάνου και εγώ η χαζή ανησυχούσα μην τυχόν είναι στο ίδιο δωμάτιο με το Δημήτρη. Τι να κάνω τώρα; Τι να προλάβω να κάνω πρώτα από όλα; Να πάω στην αστυνομία και να τα πω όλα με κίνδυνο να με σκοτώσει και εμένα ο φονιάς μπάτσος; Να πάω πίσω στο δωμάτιο του Άλκη μήπως έχουν νέες οδηγίες για λύτρα; Να πάω στον Βρεττό μήπως σαν Βασίλης μάθω περισσότερα στοιχεία για τον άρμα; Να πάω να δω το Δημήτρη να βεβαιωθώ ότι είναι ασφαλής; Να περιμένω εδώ μέχρι να έχω νεότερα; Τι να κάνω;» Η σάρκα είναι η στάχτη, η ψυχή είναι η φλόγα. Βίκτωρ Ουγκώ, 1802-1885, Γάλλος συγγραφέας

Η Λυδία τελικά αποφάσισε για αρχή να πάει να δει τον γιατρό του Δημήτρη για να μάθει τουλάχιστον αν είναι καλά μετά την επέμβαση. Σε λίγο χρόνο καθόταν σε ένα μικρό γραφείο το οποίο έμοιαζε πιο πολύ με κουτί που ίσα ίσα χωρούσαν δύο πολύ μικρές και στενές καρέκλες. «Όπως γνωρίζετε κυρία Λυδία η κατάσταση του δεν είναι πλέον σοβαρή, δεν παρουσίασε καμία επιπλοκή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα βγει γρήγορα γιατί όπως φαντάζομαι καταλαβαίνετε και μόνη σας με τη νοσηλεία στο νοσοκομείο του εξασφαλίζουμε την καλύτερη θεραπεία ειδικά τις πρώτες μέρες που τον τραβάει η τομή». «Συγνώμη, είπατε πλέον σοβαρή;» «Ναι. Ο σύζυγος σας δεν ήθελε να σας ανησυχήσουμε με την σοβαρότητα της κατάστασης του μέχρι να καλυτερέψει. Αυτά είχα να σας πω. Έχετε ερωτήσεις; » «Όχι, θα τα πω και μαζί του, νομίζω ήσασταν αρκετά σαφής. Σας ευχαριστώ πολύ γιατρέ» είπε η Λυδία και σηκώθηκε από την καρέκλα λες και ζύγιζε ένα τόνο. Αισθανόταν πάρα πολύ μπερδεμένη όσον αφορά τα συναισθήματα της για το Δημήτρη. Ένιωθε οίκτο, ευγνωμοσύνη, ενοχές μαζί με μια τελευταία δυνατή σταγόνα αγάπης και το αποτέλεσμα ήταν ένα μαγικό φίλτρο αποπροσανατολισμού. Πρέπει αργότερα να επιστρέψει στο Δημήτρη, να του εξηγήσει γιατί δεν είναι μέρα νύκτα στο πλευρό του και τον έχει αφήσει μόνο του , χωρίς κανέναν συγγενή σε ένα ξένο για εκείνον μέρος. Αν δεν διορθώσει εκείνη την συμπεριφορά σίγουρα θα το πληρώσει στην επόμενη ζωή. Τελικά μετά από αρκετή ώρα αναποφασιστικότητας ενώ ο χρόνος κυλούσε μόνο εναντίον της αποφάσισε να πάρει τηλέφωνο από το ταξί στην αστυνομία και να πάει μια βόλτα μέχρι το δωμάτιο του Άλκη για να δει αν της έχουν αφήσει κάποιο σημείωμα. Με πολύ μεγάλη προσοχή έχοντας μάτια μέχρι και στην πλάτη πήγε για να πάρει ένα ταξί και να πάει στο δικό της ξενοδοχείο για να βρει το κακόμοιρο το αυτοκίνητο της. Ήταν το τελευταίο μέσο που της είχε απομείνει καθώς του Άλκη ήταν στην αστυνομία και του Δημήτρη θα το έπαιρνε η εταιρεία ενοικιάσεων για επισκευή. Το μόνο που έπρεπε να γίνει ήταν να θυμηθεί που στη ευχή είχε αφήσει τα κλειδιά γιατί μαζί της δεν τα είχε. Ίσως ήταν στο δωμάτιο της αλλά με τι μούτρα να πήγαινε εκεί από την στιγμή που εξαφανίστηκε μετά την πτώση της τζαμαρίας; Όφειλε να δώσει κάποιες εξηγήσεις. Σίγουρα θα το είχε μάθει η


Τσίλια όταν θα έφτανε η ώρα του λογαριασμού, η αστυνομία πιθανόν να την έψαχνε και ποιος ξέρει ποιος άλλος. Ήθελε όμως τόσο πολύ να πάει στο δωμάτιο της να αλλάξει ρούχα, να κάνει ένα μπάνιο, αλλά από την άλλη αν την περίμεναν εκεί οι μπρατσαράδες; Βέβαια από την άλλη πλευρά μπορεί να την περίμεναν οπουδήποτε και να πήγαινε. Αδιέξοδο. «Στο Παλάς παρακαλώ» είπε με δυνατή και σταθερή φωνή. Κάποια στιγμή έπρεπε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες, άλλο βέβαια που δεν ένιωθε καθόλου σίγουρη και καθόλου γενναία. Έπρεπε να μαζέψει όλο της το κουράγιο γιατί είχε μείνει μόνη της σε όλο αυτό ενάντια σε; Δεν είχε ταυτότητα ακόμα ο εχθρός. Βγήκε από το ταξί και κατευθύνθηκε στην υποδοχή με τρεμάμενα πόδια. Ένιωθε ακόμα πάνω της τη μυρωδιά του νοσοκομείου. Έπρεπε να πάει να μαζέψει τα πράγματα της και να φύγει το γρηγορότερο. «Γεια σας, Νομικού λέγομαι. Είμαι στο bungalow". «Ξέρω ακριβώς ποια είστε και που μένατε. Εσείς που μας δηλώσατε απεσταλμένη του tour operator. Ντραπήκατε να πείτε ότι είστε του περιοδικού ΑΑ ποιότητας Prive; Τι θέλατε εδώ; Να κατασκοπεύσετε, να διασύρετε; Τι; » Η Λυδία είχε μείνει άφωνη αν και δεν το συνήθιζε αυτό μετά από την επίθεση της κρύας μελαχρινής ρεσεψιονίστ με τα μαύρα γουρλωτά μάτια. Σίγουρα εκείνη που την έκρινε τόσο αυστηρά δεν είχε κάνει λάθη στην ζωή της, ήταν τέλεια, αλάνθαστη χωρίς ψεγάδι. «Τι με κοιτάτε έτσι κυρία μου; Το περιοδικό σταμάτησε να σας πληρώνει τον χώρο ειδικά μετά από τις ζημιές που προκαλέσατε» συνέχισε ακάθεκτη στο ίδιο επικριτικό ύφος. «Τα πράγματα μου;» έβγαλε μια ξεψυχισμένη φωνή η Λυδία καθώς την είχε κάνει να νιώθει κατώτερη. « Είναι στην αποθήκη του ξενοδοχείου. Ακολουθήστε εκείνον τον γκρούμαν θα σας οδηγήσει ». Η Λυδία με έναν εγωισμό που είχε γίνει ένα με το πάτωμα ακολούθησε τον γκρούμαν, δεν μπορούσε να της πει τίποτα, άλλωστε τι ήταν; Μια παπαράτσι και τίποτα άλλο. Την οδήγησε αμίλητος στο εσωτερικό εστιατόριο του ξενοδοχείου, μετά μπήκαν μέσα στην κουζίνα και πέρασαν μέσα από τον πανικό των μαγείρων και βγήκαν σε ένα εσωτερικό διάδρομο ο οποίος οδηγούσε στα γραφεία του προσωπικού και δεν είχε καμία σχέση με τη γκλαμουριά και την πολυτέλεια που φαινόταν από έξω. Ο διάδρομος ήταν ακόμα στους σοβάδες και το πάτωμα κάτω είχε τσιμέντο. Ο ήλιος φαινόταν μόνο από την πόρτα παραλαβής της αποθήκης. Πιο πολύ έμοιαζε με εργοτάξιο ορυχείου παρά με γραφεία προσωπικού. «Θέλω τα πράγματα της Νομικού» «Ποια;» φώναξε μια φωνή από το βάθος. «Τα πράγματα της Νομικού!» φώναξε ακόμα πιο δυνατά ο γκρούμαν. «Έλα να τα πάρεις. Τι μου φωνάζεις να στα φέρω; Δεν έχω άλλη δουλειά να κάνω;» είπε η φωνή και ξεπρόβαλλε μπροστά της ένας άντρας γύρω στα 45, με μαύρα μαλλιά που είχαν αρχίσει να αραιώνουν επικίνδυνα στο κεφάλι του και πεταχτή κοιλίτσα. Μόλις όμως είδε τη Λυδία μαλάκωσε. «Δεν ήξερα ότι η κυρία Νομικού ήταν εδώ ». είπε και την κοιτούσε από την κορυφή έως τα νύχια. «Φέρε τα πράγματα αμέσως και πήγαινε τα στο αυτοκίνητο της κυρίας. Δεν


είναι σωστό να περιμένει μια κυρία σαν εσάς» είπε και αμέσως φώναξε στον βοηθό που είχε στην αποθήκη του ο οποίος τσακίστηκε να εξυπηρετήσει αλλιώς θα άκουγε ένα 24ωρο κατσάδας. «Αν δεν είχα αυτήν την εμφάνιση σίγουρα θα μου πετούσαν τα πράγματα στην μούρη και θα έπρεπε να τα πάω μόνη μου στο αυτοκίνητο» σκέφτηκε αλλά άφησε το χαμόγελο στο πρόσωπο της για να δείξει πόσο πολύ υποχρεωμένη ήταν σε αυτόν τον άνθρωπο που δεν είχε σταματήσει να την τρώει με τα μάτια του. Επιτέλους, λες και πέρασαν αιώνες, εμφανίστηκε ο ταλαίπωρος εργάτης, ο οποίος είχε βάλει σε ένα καρότσι τα πράγματα της. Σε ένα κουτάκι είχαν μαζέψει όλα τα κλειδιά της και της τα έδωσαν. Εκείνη πήρε αμέσως τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και πέρασε πάνω από την ράμπα της αποθήκης για να κάνουν όλοι μαζί τον γύρο και να βγουν στο χώρο στάθμευσης. Εκεί τη βοήθησε ο γκρουμ να φορτώσει το αυτοκίνητο και εκείνη του έδωσε ένα πουρμπουάρ. Μετά μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε για το ξενοδοχείο του Άλκη μιας και δεν είχε που να μείνει. Εκεί τη βοήθησαν να ανεβάσει τα πράγματα της πάνω αφού βέβαια αύξησαν την τιμή της διαμονής. Με το που έβαλε τα πράγματα της μέσα στο δωμάτιο κλείδωσε την πόρτα και άρχισε να ψάχνει να βρει την κούτα του Χατζή. Ευτυχώς τα είχαν τακτοποιήσει πολύ καλά οι καλές καμαριέρες του ξενοδοχείου και βρήκε αμέσως την κούτα και το λάπτοπ της που είχε μέσα τις ροζ σκηνές του Αντωνίου. Όπως ήταν τα παράτησε όλα και πήγε να κάνει ένα μπάνιο για να χαλαρώσει, να πλυθεί και να φορέσει επιτέλους καθαρά ρούχα. Έπειτα αφού θα είχε καθαρίσει και το μυαλό της θα αποφάσιζε το επόμενο βήμα. Έβγαλε τα ρούχα της και μπήκε στο μπάνιο. Όση ώρα πλενόταν είχε την αίσθηση ότι δεν ήταν ασφαλής. Νόμιζε ότι θα άνοιγε η πόρτα και θα έβλεπε στα μάτια της τον δολοφόνο της. Ένας χτύπος στην πόρτα την έκανε να πεταχτεί έξω από το ντους και να κλειδώσει αμέσως την πόρτα του μπάνιου. Τι ανοησία είχε κάνει να μην πάρει μαζί της τίποτα, έστω ένα μαχαίρι, ένα σουγιά. Έκατσε με το αυτί ακουμπισμένο πάνω στην πόρτα για να ακούσει αν τελικά είναι κάποιος μέσα. Αφού δεν άκουγε τίποτα και δεν μπορούσε να μείνει μέσα στο μπάνιο για πάντα πήρε το ποτηράκι που ήταν πάνω στον νιπτήρα και άνοιξε αργά αργά την πόρτα. Εκείνη παρέμεινε κρυμμένη πίσω από την πόρτα κρατώντας το ποτήρι σηκωμένο έτοιμη να το ρίξει στο κεφάλι του επίδοξου δολοφόνου. Μετά το σχέδιο της θα ήταν να τρέξει όπως ήταν με την πετσέτα όσο πιο μακριά από το δωμάτιο προλάβαινε. Αφού περίμενε εκεί δέκα λεπτά αποφάσισε διστακτικά να το ρισκάρει και να βγει έξω. Κανείς δεν ήταν στο δωμάτιο της. Τόσος φόβος άσκοπα ή μήπως όχι; Κάτω από την πόρτα της υπήρχε ένα σημείωμα, δεν ήταν χειρόγραφο αλλά δακτυλογραφημένο. «Σιγά που θα έχει πάνω του αποτυπώματα".σκέφτηκε και έπιασε στα χέρια της το σημείωμα το οποίο έγραφε: «Μέχρι τώρα, θα έχεις καταλάβει ότι η οργάνωση μας δεν αστειεύεται. Μην επικοινωνήσεις με την αστυνομία. Γνωρίζουμε που βρίσκεσαι εσύ, σε ποιο δωμάτιο είναι ο Δημήτρης και σε ποιο δωμάτιο πέθανε η Παλαιολόγου. Αν θέλεις να ξαναδείς τον Άλκη και να μην πάθει τίποτα ο Δημήτρης από κάποια “επιπλοκή” πρέπει να βρεις το άρμα και να μας το παραδόσεις. Ξέρουμε ότι έχεις κάποια στοιχεία για αυτό σου δίνουμε 24 ώρες. Θα επικοινωνήσουμε εμείς μαζί σου ». Η Λυδία διαβάζοντας αυτές τις γραμμές ένιωθε το κεφάλι της να γυρίζει. Ποια


οργάνωση; Πέθανε η κυρία Κατερίνα; Έχουν τον Άλκη; Για το τελευταίο αν και ήταν σχεδόν σίγουρη ότι τον είχαν εκείνοι τον Άλκη δεν ήθελε να έρθει η ώρα που θα επιβεβαιωθεί. Ευχόταν να είχε γίνει κάποιο λάθος και τελικά να είναι στην αστυνομία. Έπρεπε και να ειδοποιήσει την πρώην του τη Σοφία να φύγει και να μην τον περιμένει. Πρώτα όμως έπρεπε να πάει στον Βρεττό. Εκεί θα μάθαινε κάποια πράγματα παραπάνω, έστω λίγα γιατί δεν της κολλούσε να πάει και να σκάβει στις Επτά Πηγές αφού τα λόγια της Κατερίνας και η ύπνωση του Άλκη έδειχναν ότι ο θησαυρός είναι αλλού. Και που να ήξερε ο Άλκης ότι οι πραγματικοί του γονείς είναι νεκροί… Πόσα μυστήρια, όλα συνυφασμένα με το άρμα του ήλιου που μοιάζει να τους έχει όλους περικυκλώσει σαν καταραμένος ιστός αράχνης…. Μέσα σε λίγα λεπτά ήταν ήδη έτοιμη, είχε ξεπλυθεί, είχε ντυθεί και κρατούσε στα χέρια της τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Είχε ήδη τηλεφωνήσει στον Βρεττό και την περίμενε. Τρέχοντας εμφανίστηκε στην πόρτα του. «Έχει γίνει χαμός. Πρέπει να πάω στην τελευταία μου ζωή» του είπε χωρίς να τον χαιρετίσει και χωρίς να τον αφήσει να αρθρώσει ούτε μία λέξη. Κατευθύνθηκε στο γραφείο του και ξάπλωσε. «Μόνο για την περίπτωση σας πρέπει να έχω εφεδρικά πέντε μαγνητοφωνάκια» της είπε χαμογελώντας. Εν μέρει αισθανόταν δικαιωμένος που είχε καταφέρει την αρχική απόρριψη και τον δισταγμό να το μετατρέψει σε ανάγκη. Θα του άρεσε να έπαιρνε και εκείνος μέρος σε μια περιπέτεια, όμως τις δικές του ζωές τις ήξερε πολύ καιρό πριν, δεν υπήρχε κάτι να ανακαλύψει. Όταν υπήρχε η Αριάδνη εκείνος ήταν ιέρεια και έκανε ικεσίες για να εξευμενίσει τους Θεούς. Προσπάθησε να την προειδοποιήσει αλλά τότε δεν τον κατάλαβε. Όταν υπήρχε ο Πέτρος εκείνος ήταν ο γιος της Ανθής που προσπαθούσε να τον προειδοποιήσει στο κάρο. Όταν υπήρχε ο Φιλίπ εκείνος ήταν ο μεγάλος ξενοδόχος που ανέκαθεν προσπαθούσε να τον προστατεύσει. Όταν υπήρχε ο Βασίλης εκείνος ήταν ο Σπύρος αλλά δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα…Ο καθένας έπαιζε ένα μικρό ρόλο σε όλη αυτήν την ιστορία και κάθε φορά που έκλεινε ένας κύκλος αίματος άνοιγε ένας άλλος. Ίσως μόλις βρεθεί ο θησαυρός να σταματήσει να τους κυνηγάει και να μπορέσουν να αναπαυθούν οι ψυχές τους. Οι ψυχές όλων. Ακολούθησε την τυπική διαδικασία του υπνωτισμού για να μπορέσει η Λυδία να πάει στην τελευταία φωτεινή κουκίδα. Της ήταν πολύ δύσκολο να ηρεμήσει και να πέσει στην ύπνωση καθώς ήταν η πρώτη φορά που ανυπομονούσε τόσο που την είχε πιάσει ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ήξερε ότι με αυτήν την συνεδρία θα λυνόταν αρκετές απορίες σχετικά με το τι είχε γίνει τότε, στον Β παγκόσμιο πόλεμο και ίσως της έδινε πολλά στοιχεία για να ακολουθήσει. «Λυδία, θέλω να αφήσεις πίσω σου όλες σου τις σκέψεις και να αφεθείς. Να αφεθείς σε έναν ωραίο και γαλήνιο ύπνο ».της επαναλάμβανε ξανά και ξανά ο Βρεττός μέχρι που κατάφερε να ηρεμήσει. «Βρίσκομαι πάνω σε μια βάρκα και κάνω κάτι το οποίο δεν είμαι καθόλου περήφανος, έπρεπε να το αποτρέψω από την αρχή. Τώρα η δολοφονία ενός ανθρώπου θα μου βαραίνει την ψυχή. Σκέφτομαι ότι ποτέ δεν θα μπορέσω να ξανακοιμηθώ ήρεμος όσο γνωρίζω τι έχουμε κάνει. Ο άλλος άντρας, ο Ηλίας τυλίγει το πτώμα με δίχτυα και βάζει μέσα πέτρες.


Πιστεύει ότι με αυτόν τον τρόπο δεν θα εμφανιστεί ποτέ μπροστά μας. «Τι με κοιτάς ρε βλάκα; Έλα να τον πετάξουμε στην θάλασσα. Θέλεις να μας πετύχει κανένα μάτι και να πάμε στο απόσπασμα; Τελείωνε!» μου φώναζε και εγώ ο συνένοχος , ο δειλός τον υπάκουω. Τον βοηθάω και πετάμε τον Σπύρο στη θάλασσα. «Να πούμε τουλάχιστον μια προσευχή;» «Γιατί; Για να μας λυπηθεί ο Θεός;» «Όχι για μας, για εκείνον που τον πετάξαμε σαν το σκυλί στην θάλασσα. Θα τον ψάχνει η οικογένεια του, θα τον κλαίει η μάνα του, η γυναίκα του και τα παιδιά του. Θα τον αναζητούν στα λιμάνια, στην πόλη και δεν θα τον βρίσκουν πουθενά. Θα νομίζουν ότι τους άφησε και έφυγε μακριά και θα τον περιμένουν για πάντα να επιστρέψει». «Τέλεια. Μακάρι να πιστέψουν ότι τους άφησε γιατί έτσι θα την έχουμε γλυτώσει και οι δύο. Κόψε τώρα τις κλάψες ». «Τι θα πούμε ότι κάναμε την σημερινή μέρα;» «Θα πούμε ότι εσύ ήρθες και εγώ σε έδιωξα γιατί ήθελα να πάω μόνος μου για ψάρεμα σήμερα και ότι ο Σπύρος απλώς δεν ήρθε. Θα σε αφήσω σε ένα άλλο λιμανάκι και μετά θα ξανασυναντηθούμε το απόγευμα». «Εγώ λοιπόν τι υποτίθεται ότι έκανα τόσες ώρες;» «Τι με νοιάζει εμένα; Ό,τι θες να έκανες. Διάβαζες, κοίταζες τον ουρανό, προσευχόσουν και ότι άλλο χαζό κάνεις κάθε μέρα». «Δεν ξέρω» είπα και μόλις άρθρωσα αυτές τις λέξεις ο Ηλίας με πιάνει και εμένα από τον λαιμό. «Άκου να δεις. Μόλις σκότωσα έναν άνθρωπο δεν μου είναι σε τίποτα να σκοτώσω και έναν δεύτερο» έχω αρχίσει να πνίγομαι και να μην μου βγαίνει ούτε μία ανάσα. Ο Ηλίας με κοίταζε στα μάτια και μου έσφιγγε τον λαιμό. Τόσα χρόνια, κάθε μέρα που τον έβλεπα δεν θα μπορούσα με τίποτα να διανοηθώ ότι έκρυβε μέσα του τόση κακία. Δεν μπορώ άλλο θα λιποθυμήσω. «Έλα ξύπνα. Εδώ κατεβαίνεις» ακούω μια φωνή μες στο αυτί μου αφού είχα φάει μερικά χαστούκια. «Ξύπνα ρε, τέλειωνε. Εδώ κατεβαίνεις είπα» μου είπε και με βία με πήρε και με πέταξε μέσα στα ρηχά. «Λίγο πριν δύσει ο ήλιος θέλω να είσαι πάλι εδώ. Πρέπει να τον βγάλουμε από εκεί τον θησαυρό και να τον μεταφέρουμε κάπου αλλού. Άντε εξαφανίσου τώρα» μου λέει και τον βλέπω να φεύγει με το καΐκι ενώ εγώ μένω σαν στήλη άλατος να τον κοιτάζω που απομακρύνεται. Τώρα μένω μόνος με τις ενοχές μου. Πρέπει να πω ψέματα σε όλους αλλιώς…αλλιώς θα είμαι συνένοχος σε ένα έγκλημα το οποίο δεν διέπραξα αλλά δεν εμπόδισα κιόλας να γίνει. Ξεκινάω τώρα να πάω στο σπίτι μου καθώς έχω πολύ δρόμο μπροστά μου. Εδώ που με άφησε είναι αρκετά μακριά και θέλω πάνω από μία ώρα για να φτάσω σπίτι. Μήπως όμως να μην πάω καθόλου μέχρι να ξεμπερδέψουμε με όλα αυτά; Μήπως είναι καλύτερα να μην με δει κανείς πριν συνεννοηθούμε με τον Ηλία για να πούμε ακριβώς τα ίδια πράγματα; Ναι, καλύτερα να κάτσω εδώ, δεν θέλω να αρχίσω να λέω ψέματα σε όλους από τώρα. Ας το αποφύγω όσο μπορώ ακόμα, άσε που θα με καταλάβει η γυναίκα μου αμέσως. Αυτό που θα ήθελα όμως πραγματικά να κάνω είναι να δω τη Μαρία. Την δική του Μαρία, τη Μαρία που μου την πήρε ο ίδιος άντρας που παίρνει ζωές. Μπορεί να μην με σκότωσε όμως τη δική μου τη ζωή την είχε ήδη πάρει όταν τη ζήτησε


από τον πατέρα της τάζοντας του ότι θα είχε ζωή χαρισάμενη. Εκείνος σαν πατέρας πιστεύοντας ότι κάνει το καλύτερο για εκείνη του την έδωσε, που να ήξερε… Αν ήξερε και ζούσε θα τον είχε κρεμάσει με τα ίδια του τα χέρια τον Ηλία, αλλά δεν ζει. Κι εγώ ο δειλός δουλεύω για εκείνον μην έχοντας άλλη επιλογή γιατί πρέπει να ταΐσω τη γυναίκα που μου έδωσαν και τον γιο που λατρεύω. Είμαι σίγουρος ότι και η Μαρία νιώθει το ίδιο γιατί το νιώθω όταν ανταμώνουν οι ματιές μας. Βλέπω τα μάγουλα της να κοκκινίζουν και να σκύβει το κεφάλι της καθώς γνωρίζει ότι δεν είναι σωστό, δεν είναι πρέπον. Έτσι είναι η Μαρία μου, αξιοπρεπής , η Μαρία του. Κάθομαι εδώ και ώρες και κοιτάζω τη θάλασσα. Σε αυτό το λιμάνι δεν έχει ψυχή. Όμως ούτε εγώ έχω ψυχή αφού κάθομαι και περιμένω να έρθει ο Ηλίας για να βγάλουμε τον θησαυρό. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θα προσπαθήσει να με σκοτώσει και μένα μόλις κάνω γι αυτόν τα χαμαλίκια. Όμως θα γίνει το αντίθετο, μόλις βάλουμε τον θησαυρό σε ασφαλές μέρος θα του επιτεθώ, θα τον σκοτώσω πρώτος, θα πάρω τη Μαρία και το παιδί της και θα φύγουμε. Μετά θα στείλω χρήματα στην Άννα για να ζήσει εκείνη και όταν μεγαλώσει ο γιος μου θα έρθει και εκείνος να με βρει. Ναι, αυτό θα ήταν το τέλειο σενάριο. Βλέπω τον ήλιο να αρχίζει να δύει και τον ουρανό να γεμίζει με τα χρώματα των λουλουδιών. Ο Σπύρος δεν θα μπορέσει να το δει ποτέ ξανά αυτό, οι τύψεις με τυλίγουν σαν φίδια. Μετά από μεγάλη αναμονή βλέπω τον Ηλία να έρχεται, μπαίνω στα ρηχά και με τη βοήθεια του ανεβαίνω στο καΐκι, δεν ήθελα να με πάρει από την προβλήτα για να μην δώσουμε στόχο. Έχει φέρει μαζί του πολλά σύνεργα για να βγάλουμε τον θησαυρό και να με σκοτώσει μετά. Αξίνες , φακούς, τσουβάλια… «Θυμάσαι που μας είχες πει να πάμε; » «Ναι, θυμάμαι ακριβώς το μέρος, λες και το ήξερα». «Τι είπες;» «Τίποτα, λέω θυμάμαι» φωνάζω δυνατά και κατευθύνω το καΐκι στην περιοχή. Μετά από λίγη ώρα φτάνουμε και γδύνομαι για να βουτήξω. Έχει λίγο ακόμα φως αλλά για να είμαστε γρήγοροι και να βλέπουμε πριν δύσει ο ήλιος πρέπει να έρθει μαζί μου και εκείνος. Μέσα σε λίγα λεπτά είμαστε και οι δυο στο νερό φορώντας τις μάσκες μας. Εγώ κρατάω μια αξίνα και εκείνος ένα τσουβάλι και τον φακό. Παίρνω μια μεγάλη αναπνοή, φουσκώνω τα πνευμόνια μου με αέρα και κολυμπάω όσο πιο γρήγορα μπορώ προς τα κάτω. Πίσω μου έρχεται και ο Ηλίας. Φτάσαμε μπροστά στον θησαυρό, αλλά δεν είναι όλα όπως τα υπολογίζαμε. Νωρίτερα ο Ηλίας είχε σπάσει ένα κομμάτι του ύφαλου και αυτό προκάλεσε κατολίσθηση. Κοιταζόμαστε και ανεβαίνουμε στην επιφάνεια. «Αν δεν τραβούσαμε έτσι τον ύφαλο και ήμασταν πιο προσεκτικοί δεν θα έπεφταν όλες αυτές οι πέτρες από πάνω» του είπα λαχανιασμένος. «Τώρα ότι έγινε, έγινε. Θα κάνουμε στην άκρη ότι μπορούμε και θα μαζέψουμε ότι βρούμε. Μετά από πολύ καιρό θα ξανάρθουμε με πιο πολλά εργαλεία και θα βγάλουμε και τα υπόλοιπα » είπε ο Ηλίας και αμέσως ξαναβούτηξε. Εγώ τον ακολούθησα και τελικά μετά από πολλές προσπάθειες καταφέραμε και μαζέψαμε τρία τσουβαλάκια τα οποία είχαν πολλά πετράδια ανάμεικτα με άμμο και πέτρες. Μετά θα χρειαζόταν πολύ προσεκτική διαλογή ώστε να είχαμε καθαρά ένα μικρό τσουβάλι με πετράδια. Ένα μεγάλο μέρος της βάσης των


πετραδιών ήταν σπασμένη και σφηνωμένη και ήταν αδύνατον να βγει από εκεί. Προσπαθώντας όμως να βγάλουμε όλο και περισσότερα δημιουργήσαμε ένα μικρό ρήγμα και είχε σαν συνέπεια να δημιουργηθεί μια κατολίσθηση. Αυτή η κατολίσθηση είχε σαν αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί όλο το υπόλοιπο μέρος του θησαυρού μέσα στον ύφαλο, μέσα στις πέτρες, τη λάσπη και την άμμο. Έτσι αποφασίζουμε να φύγουμε από εκεί με όσα είχαμε μαζέψει μέχρι εκείνη την στιγμή. Ούτως ή άλλως είμαστε πλούσιοι… Είμαι πλούσιος. Όλο χαρά πλησιάζουμε εκείνο το λιμανάκι. Είναι νύχτα και τώρα βλέπουμε μόνο με φακό. Ο Ηλίας αράζει το καΐκι και βγαίνουμε έξω στην μικρή προβλήτα. Με τα δυνατά του χέρια πιάνει τα δύο σακιά και εγώ με το ζόρι προσπαθώ να κουβαλήσω το ένα. Είναι η πρώτη φορά που τον βλέπω χαρούμενο και να χαμογελάει. Μέχρι πριν δύο ώρες πίστευα ότι αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να χαμογελάσει ποτέ. «Τώρα φίλε μου, κάναμε την τύχη μας. Σκέφτομαι να κρύψουμε τον θησαυρό κάπου στην Ρόδο και μετά να βγάλουμε ένα μέρος του στο εξωτερικό ». «Πως σκοπεύεις να τον βγάλεις στο εξωτερικό; σίγουρα θα τον κλέψουν ». «Σιγά να μην αφήσω εδώ τόση περιουσία να μου την φάνε οι Γερμανοί. Έχω καλύτερη ιδέα ». «Για πες» «Έχω έναν φίλο όπου περνάει λαθραία πράγματα στην Ιταλία. Έχει εκεί συγγενείς κάτι παπαδοπαίδια, τους Ντελουτσία. Θα πάω μαζί του στο Τορίνο, θα τον κρύψω και θα αφήσω εκείνους να τον προσέχουν ». «Χα! Χα! Πολύ χαζό μου φαίνεται. Δεν θα στον κλέψουν εκείνοι;» «Μην είσαι βλάκας και κυρίως μην υποτιμάς τη νοημοσύνη μου. Δεν θα γνωρίζουν λεπτομέρειες για τίποτα, όλα θα τα κανονίσω εγώ. Δώσε μου και τον δικό σου τι νομίζεις ότι θα σε αφήσουν οι Γερμανοί να έχεις χρήματα ή οι Έλληνες; » «Καλά όπως το λες, δεν έχεις και τόσο άδικο ». του απαντάω. Ίσως να μην χρειάζεται να τον σκοτώσω τελικά. Ωχ! Πρόβλημα, από μακριά βλέπω να έρχεται ένας με φακό. Τέτοια ώρα μόνο οι Γερμανοί επιτρέπεται να κυκλοφορούν. Τον ακούω να μας φωνάζει μισά Ελληνικά μισά Γερμανικά. Έρχεται όλο και πιο κοντά κρατώντας το όπλο του. Εμείς μένουμε ακίνητοι με τα τσουβάλια στο χέρι. Μας κάνει νόημα να πετάξουμε κάτω τα τσουβάλια και να σηκώσουμε τα χέρια ψηλά. Τα πετάμε κάτω και σηκώνουμε τα χέρια ψηλά. Ο Γερμανός μας πλησιάζει και έρχεται κοντά για να κοιτάξει τι έχουμε μέσα στα τσουβάλια. Ο Ηλίας του κάνει νοήματα ότι μέσα έχουμε τρόφιμα. Ο Γερμανός δεν φαίνεται να τον πιστεύει και μας λέει να κλωτσήσουμε ένα τσουβάλι προς το μέρος του. Μιας και εμείς δεν έχουμε όπλο υπακούμε. Μόλις ανοίγει και βλέπει με το φακό τι κρύβει το τσουβάλι τρελαίνεται. Ο Ηλίας που γνωρίζει λίγα Αγγλικά κάτι του λέει. Ο Γερμανός αρχίζει να με κοιτάει από πάνω μέχρι κάτω, σηκώνει το όπλο του και με σημαδεύει. Ακούω ένα πολύ δυνατό κρότο». «Τι έγινε;» είπε η Λυδία και πετάχτηκε απότομα από την ύπνωση. Ο Βρεττός χωρίς να της πει ούτε μια λέξη της έβαλε να ακούσει τι είχε πει νωρίτερα. Όσο άκουγε την αναδρομή της η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, δεν πίστευε ότι επιτέλους είχε έρθει τόσο κοντά στον θησαυρό. Η διεύθυνση που της είπε η Παλαιολόγου ήταν στο Τορίνο και αυτό δεν θα το ήξερε κανένας. Μήπως όμως το είχε μάθει και ο Χατζής και αν ναι ποιος μπορεί να ήξερε αυτήν την πληροφορία; Η γυναίκα του Ηλία; Ο γιος του; Ο Γερμανός; Σίγουρα και εκείνος


πρέπει να είναι μπλεγμένος στην τοποθεσία του θησαυρού. Αν και σίγουρα θα τον σκότωνε ο Ηλίας πριν προλάβει να απλώσει χέρι. Εκτός αν τον σκότωσε πρώτα ο Γερμανός και η τοποθεσία του θησαυρού δεν είναι πια στο Τορίνο και ο Χατζής είχε κάνει λάθος. «Κωνσταντίνε, θέλω να σε ευχαριστήσω για την πολύτιμη βοήθεια σου. Τώρα πρέπει να βρω μόνη μου την άκρη και να ξεμπλέξω σε αυτήν τη ζωή από αυτό ». «Ο Άλκης;» «Είναι σε μια δουλειά, δεν μπόρεσε να έρθει» του είπε ψέματα η Λυδία. Τι να του έλεγε άλλωστε; Σηκώθηκε όρθια και τον αγκάλιασε σφιχτά. «Δεν θα χαθούμε. Σου το υπόσχομαι». «Μην κάνεις υποσχέσεις που δεν θα κρατήσεις». «Πίστεψε με. Θα λάβεις έναν φάκελο με την αμοιβή σου. Αν είναι χρήματα έχω πεθάνει, αν είναι θησαυρός είμαι ευτυχισμένη» του είπε και έφυγε. Τώρα πραγματικά δεν ήξερε τι να κάνει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα αποκάλυπτε σε κανέναν αυτά που μόλις έμαθε γιατί θα έκαιγε το τελευταίο της χαρτί. Αυτό που θα έπρεπε να κάνει είναι να πάει να σκάβει στις πηγές για να κερδίσει χρόνο και να κοροϊδέψει όλους όσους θα την ακολουθήσουν ότι ασχολείται με εκείνη την τοποθεσία. Μετά θα έπρεπε να επικεντρωθεί στο να βρει ποιος κρύβεται πίσω από όλη αυτήν την οργάνωση που έχει απλώσει τα πλοκάμια της μέχρι την αστυνομία. Έπειτα αν ήταν ακόμη ζωντανή θα έβλεπε τι πρέπει να κάνει στην συνέχεια. Για αρχή έπρεπε να πάει από το σπίτι του Άλκη για να προμηθευτεί αξίνες, φακούς και όλα τα σχετικά καθώς δεν είχε αγοράσει τίποτα και δεν είχε χρόνο για να περιμένει μέχρι το πρωί. τη διεύθυνση την ήξερε από το πορτοφόλι του και σε λίγη ώρα ήταν από κάτω. Το θέμα είναι ότι πρέπει να πείσει την Σοφία να της ανοίξει. Βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και με μεγάλη αμηχανία πήγε να χτυπήσει το κουδούνι της πολυκατοικίας. Για καλή της τύχη κάποιος έφευγε και της άνοιξε την πόρτα. Εκείνη τον αντάμειψε με ένα πλατύ χαμόγελο. Μόλις μπήκε στην είσοδο άρχισε να κοιτάζει την αλληλογραφία για να μάθει σε ποιον όροφο μένει. Δεν θα μπορούσε να χτυπάει όλα τα κουδούνια ούτε είχε όρεξη να τσεκάρει ένα ένα τα δωμάτια τι γράφουν. Για καλή της τύχη βρήκε τον πίνακα ανακοινώσεων για τα κοινόχρηστα και εκεί έλεγε και τον όροφο διαμονής των ενοίκων. Σε λίγα λεπτά χτυπούσε το κουδούνι του Άλκη Δημόπουλου. Μια γυναικεία φωνή ακούστηκε να φωνάζει από μέσα. «Ποιος είναι;» «Η διαχειρίστρια». «Δεν είναι εδώ ο κύριος Δημόπουλος. Μπορείτε να περάσετε αργότερα;» «Θέλω να του αφήσω κάτι ρέστα». «Καλύτερα να τα δώσετε στον ίδιο» «Και μια ανακοίνωση» «Ρίξτε την κάτω από την πόρτα» της απάντησε η ίδια φωνή και η Λυδία είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. «Εσείς ποια κυρία είσαστε που απαντάτε εκ μέρους του; Στο συμβόλαιο έχει υπογράψει για ένα άτομο όχι για δύο» μετά από αυτό άκουσε τα βήματα να πλησιάζουν στην πόρτα. Και η πόρτα άνοιξε. «Η γυναίκα του» είπε η Σοφία όλο ύφος. Η Λυδία όμως δεν πτοήθηκε, την


παραμέρισε και μπήκε με το ζόρι μέσα. Δεν περίμενε να είναι η Σοφία τόσο όμορφη, δεν ήθελε να είναι όμορφη. Έπρεπε να είναι άσχημη για να μπορεί να την κοροϊδεύει από μέσα της. Μπροστά της ήταν το σαλόνι του σπιτιού με ένα μεγάλο καναπέ και μια πολύ αναπαυτική πολυθρόνα στο χρώμα του πορτοκαλιού. Στη μέση είχε ένα μαύρο μακρόστενο τραπέζι που είχε γίνει κατάληψη από σημειώσεις αρχαιολογίας. «Λοιπόν ας το κάνουμε γρήγορα. Πάρε τα πράγματα σου και εξαφανίσου από εδώ». «Παρντόν;» «Παρολίγον κυρία Καραχάλιου πάρε τα πράγματα σου, το άμοιρο εκείνο αγόρι που γέννησες και φύγε από εδώ. Ο Άλκης ξέρει τα πάντα για σένα». «Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να μπαίνεις εδώ μέσα και να με ειρωνεύεσαι; Που ξέρεις εσύ τι έχω περάσει εγώ στην ζωή μου και με κρίνεις;» είπε η Σοφία με ένα τόνο λες και ήταν εκείνη το θύμα. «Το μόνο που ξέρω είναι ότι σε φωτογράφισε ένας γνωστός μου και απολύθηκε επειδή δήθεν θίχτηκες που είσαι αστεφάνωτη με παιδί. Μην ξεράσω τώρα. Είπες και ένα σωρό ψέματα στον Άλκη για να τον παγιδέψεις με ένα παιδί που δεν είναι καν δικό του» είπε η Λυδία και δαγκώθηκε. Φοβήθηκε ότι την άκουσε το παιδί αλλά εκείνο καθόταν μπροστά στην τηλεόραση και έδειχνε να μην το ενδιαφέρει τίποτα στον κόσμο. «Πως τολμάς;» «Ξέρεις κάτι; Δεν έχω χρόνο για κουβέντα, ούτε για να τσακωθώ μαζί σου. Απλώς φύγε» της είπε η Λυδία και μετά δεν της απαντούσε σε τίποτα απλώς προχώρησε πιο μέσα στο σπίτι, πήγε στην κρεβατοκάμαρα και όπου έβρισκε ντουλάπα την άνοιγε ψάχνοντας τον αρχαιολογικό εξοπλισμό του Άλκη. Η Σοφία της φώναζε ότι δεν θα φύγει, ότι δεν μπορεί εκείνη να ανακατεύεται, ότι αν δεν φύγει αμέσως θα φωνάξει την αστυνομία και ένα σωρό τέτοια αλλά η Λυδία δεν της έδινε καμία σημασία. Συνέχιζε να ψάχνει παντού απτόητη μέχρι και στην μικρή του κουζίνα έψαξε. Σημασία είχε να κρατήσει τον Άλκη ζωντανό και όχι να τσακώνεται με την τρελή. Μόλις βρήκε τη ντουλάπα των εργαλείων του έξω στο μπαλκόνι, πήρε μια τσάντα και έβαλε μέσα μία αξίνα, ένα φακό και ένα τσαπί. Για καλό και για κακό έβαλε μέσα και ένα μαχαίρι προσευχόμενη ότι δεν θα χρειαστεί να το χρησιμοποιήσει. Αν και είχε εισβάλλει πολύ βιαστικά μέσα στο σπίτι του Άλκη πρόσεξε ότι το είχε πολύ περιποιημένο με απλές λιτές γραμμές χωρίς πολλά διακοσμητικά και ένα πολύ ωραίο κρεμ χρώμα στους τοίχους. Έμοιαζε πολύ με το δικό της το σπίτι. «Εγώ θα φύγω τώρα όχι γιατί εσύ φωνάζεις πάνω από τα αυτιά μου αλλά επειδή είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Μέχρι αύριο να έχεις πάρει δρόμο. Ακούς; Δρόμο» της είπε και έκλεισε την πόρτα με φόρα πίσω της. Η Σοφία είχε μείνει αποσβολωμένη να κοιτάζει την κλειστή πόρτα και μετά να κοιτάζει τον γιο της ο οποίος την κάρφωνε με το βλέμμα του. Ήξερε ότι έφταιγε, ήξερε ότι δεν της άξιζε ο Άλκης αλλά δεν είχε άλλη επιλογή, ήταν η τελευταία της ελπίδα πριν ρίξει τα μούτρα της και επιστρέψει πάλι στο πατρικό της. Έπρεπε να τα είχε κάνει όλα αλλιώς, αλλά πως μπορούσε να ξέρει ότι ο γοητευτικός επιχειρηματίας που είχε επισκεφτεί το μουσείο ήταν από τους άντρες που τους άρεσαν μόνο να κυνηγάνε και μετά τέλος; Την είχε γοητεύσει, είχε κάνει τα πάντα για αυτό το σκοπό και το γεγονός ότι εκείνη είχε άλλον τον είχε πεισμώσει να την κάνει δικιά του πάση θυσία. Της έπαιρνε ακριβά δώρα, της έστελνε λουλούδια μέχρι και αυτοκίνητα έστελνε να την παίρνουν από τη δουλειά και να τη


γυρίζουν σπίτι της. Εκείνη κάθε φορά που έβλεπε τον Άλκη ένα κομμάτι της τον αντιπαθούσε γιατί τον θεωρούσε εμπόδιο για να έχει μια ονειρεμένη ζωή με τον Μάριο. Έτσι όταν εκείνος της έκανε τις πιο απλές ερωτήσεις του τύπου που είσαι και τι κάνεις εκείνη αρπαζόταν αμέσως και καβγάδιζε μαζί του ότι της κάνει έλεγχο και δεν την εμπιστεύεται. Και ο Άλκης κάθε φορά την συγχωρούσε και της φερόταν ακόμα καλύτερα για να την έχει ευτυχισμένη αλλά εκείνη τόσο περισσότερο θύμωνε μαζί του. Η αγάπη του Άλκη για εκείνη είχε μεταμορφωθεί σε αδυναμία και έτσι τα πράγματα πήγαιναν ακόμα χειρότερα στην σχέση τους γιατί τον μείωνε κάθε φορά που της δινόταν η ευκαιρία. Μια μέρα ο Άλκης δεν άντεξε και έκανε ένα μεγάλο τσακωμό και τότε εκείνη έφυγε και πήγε και βρήκε τον Μάριο. Πέρασε δύο ονειρικές μέρες και δύο τρελές νύχτες μαζί του αλλά μετά ο Μάριος έχασε το ενδιαφέρον του για εκείνη και εκείνη το κατάλαβε αμέσως. Για να μην χάσει τον σίγουρο Άλκη γύρισε πίσω σε εκείνον πολύ μετανιωμένη και γεμάτη ενοχές που πήγε με άλλον άντρα με την πρώτη αφορμή, όμως δεν είπε τίποτα. Προσπάθησε να είναι η καλύτερη και να φέρεται όσο το δυνατόν καλύτερα και τότε είχε κάνει τον Άλκη ευτυχισμένο μέχρι που εμφανίστηκε πάλι ο Μάριος. Εκείνη δεν ήθελε να ρισκάρει πάλι την σχέση της με τον Άλκη αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στον Μάριο έτσι ξεκίνησε μια παράλληλη ερωτική σχέση μαζί του πίσω από την πλάτη του Άλκη. Ήταν πολύ προσεκτική, δεν έδινε καμία αφορμή μέχρι που έγινε το λάθος και έμεινε έγκυος. Από την πρώτη στιγμή ήξερε ότι το παιδί είναι του Μάριου, ήθελε να είναι του Μάριου. Αναγκαστικά χωρίζει με τον Άλκη και ο Μάριος της τάζει γάμο για να αποκαταστήσει το παιδί του. Ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Ο Μάριος ο ψηλός, γοητευτικός, που χανόταν στα πράσινα του μάτια και χάιδευε τα πυκνά μαύρα του μαλλιά θα γινόταν δικός της. Κάθε μέρα θα μύριζε την κολόνια του, θα ξυπνούσε μαζί του, θα μοιραζόταν τα πάντα μαζί του. Θα έκαναν τη δική τους οικογένεια. Λυπόταν πολύ που πλήγωνε τον Άλκη που της είχε φερθεί με τον καλύτερο τρόπο αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Η καρδιά της είχε ρυθμιστεί να χτυπάει για τον Μάριο και μόνο για εκείνον. Αφού χώρισε με τον Άλκη και διέλυσε τον αρραβώνα τους κράτησε για λίγο καιρό τα προσχήματα και μετά πήγε και έμεινε με τον Μάριο. Ο Μάριος όμως δεν την ήθελε πια. Τώρα που την είχε εντελώς δικιά του δεν είχε νόημα για εκείνον, το παιχνίδι είχε πια τελειώσει. Απλώς έκανε υπομονή, της φερόταν άσχημα και δεν της έδινε καμία σημασία. Εκείνη απλώς έκλαιγε, ανήμπορη να αντιδράσει. Γέννησε το παιδί μεγάλωνε με τον πατέρα του απών. Φυσικά δεν την παντρευόταν για να μην έχει δικαίωμα στην περιουσία του, απλώς την ανεχόταν. Πολλές φορές έφερνε και της φιλεναδίτσες του στο σπίτι επίτηδες μήπως φύγει μόνη της. Εκείνη όμως δεν είχε που να πάει και το παιδί χρειαζόταν βοήθεια. Δεν μιλούσε, έκανε υπομονή για τον πρίγκιπα της. Δεν ήθελε εξαιτίας της να του στερήσει τη βοήθεια που χρειαζόταν για να γίνει καλά. Οι δικοί της όταν κατάλαβαν τι ακριβώς είχε γίνει της είπαν ότι δεν ήθελαν να τη βλέπουν. Τον τελευταίο καιρό όμως είχε αρχίσει να την χτυπάει και εκείνη δεν μπορούσε άλλο. Ένας παπαράτσι την έβγαλε φωτογραφία που εκείνη φορούσε τα μεγάλα γυαλιά ηλίου για να κρύψει το χτυπημένο της μάτι. Ευτυχώς ο φακός δεν το έπιασε αυτό και ο Μάριος πήρε τηλέφωνο στο περιοδικό κάνοντας φασαρία. Τον ήξερε εκείνον τον φωτογράφο, άλλη φορά ήθελε να τους πάρει συνέντευξη, όλο μέσα στα πόδια τους ήταν. Μετά έγινε ένας τελευταίος καβγάς και την πέταξε κάτω. Την χτυπούσε ασταμάτητα μέχρι που εκείνη λιποθύμησε. Ήξερε που να την χτυπήσει, όπου δεν θα φαινόταν.


Πήρε τα πράγματα της, πήρε τον μονάκριβο της και ήρθε να βρει τον Άλκη. Το τελευταίο της καταφύγιο. Μόνο εκείνος την είχε αγαπήσει και εκείνη του είχε κάνει τόσο πολλά, είχε δίκιο να μην την συγχωρούσε. Εκείνη όμως θα έκανε υπομονή ίσως του είχε μείνει μια σταγόνα αγάπης για εκείνην και εκείνη θα προσπαθούσε, θα τον κέρδιζε πίσω. Όμως τελικά ήταν αργά. Ξεσκεπάστηκε από εκείνη την αναιδή που μπήκε έτσι βίαια μέσα στο σπίτι του λες και ήταν δικό της. Βέβαια και εκείνος σίγουρα θα είχε τη ζωή του αλλά με το παιδί θα τον έδενε και όλα τα χάλασε εκείνη που δεν είπε ούτε το όνομα της. Τώρα έπρεπε να τα μαζέψει και να πάει σπίτι της με την ελπίδα ότι δεν θα έβρισκε και εκεί κλειστή την πόρτα. Η Λυδία μπήκε βιαστικά μέσα στο αυτοκίνητο και άρχισε να κατευθύνεται πάλι για τις Επτά Πηγές. Στο μυαλό της τριγύριζαν όλα όσα είχε μάθει εκείνη τη μέρα. Εκεί όμως που είχε κολλήσει ήταν ο χάρτης που της είχαν δώσει. Για ποιο λόγο ο Ηλίας να ζωγράφιζε έναν χάρτη αφού εκείνος ήξερε που θα πήγαινε τον θησαυρό; Για τον Γερμανό; Ήταν ο χάρτης του Γερμανού; Και σε ποιου τα χέρια να ήταν τώρα; Και εκείνος που τον είχε γιατί δεν έψαχνε από μόνος του; Γιατί ήθελαν κάποιον άλλον να βρει τον θησαυρό για εκείνους; Ήταν θέμα μυστικότητας ή ήθελαν να της φορτώσουν τίποτα όπως και του Άλκη; Όπως και να είχε αν δεν είχε πάει στο Τορίνο πιθανόν να ήταν στις Επτά Πηγές σύμφωνα με το χάρτη, οπότε έπρεπε να πάει να ψάξει. Δεν είχε άλλη επιλογή. Με το αυτοκίνητο οδηγούσε σε έναν έρημο δρόμο μέσα στα σκοτάδια. Κάθε λίγο και λιγάκι κοιτούσε πίσω της, φοβόταν ότι θα έβλεπε φώτα να την πλησιάζουν. Όποιο αυτοκίνητο έβλεπε πίσω της χτυπούσε η καρδιά της από αγωνία. Μετά προσπαθούσε να καθησυχάσει τον εαυτό της λέγοντας από μέσα της ότι αν την ήθελαν νεκρή ,θα ήταν ήδη νεκρή, την χρειαζόταν όμως. Με τα πολλά έφτασε στις Επτά Πηγές. Το εστιατόριο είχε κλείσει πια και είχε ανοιχτά κάποια λίγα εξωτερικά φώτα. Πρώτα στάθμευσε και βγήκε από το αυτοκίνητο για να διερευνήσει τον χώρο. Δεν ήθελε να πέσει σε κανέναν αργοπορημένο τουρίστα αλλά ούτε και σε κάποιον φρουρό του χώρου. Από μακριά της φάνηκε ότι είδε κάποιον με φακό και έτσι γύρισε στο αυτοκίνητο και στάθμευσε πιο πίσω. Πήρε το σακίδιο, τον φακό και ξεκίνησε να περπατάει μέσα στο δάσος. Είχε συνέχεια την αίσθηση ότι την ακολουθεί κάποιος. Κοιτούσε συνέχεια πίσω της αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει κανέναν. Κάθε φορά που έσπαγε ένα κλαράκι η καρδιά της ξεκινούσε να τρέχει και η αδρεναλίνη να χτυπάει κόκκινο. Ποτέ δεν της άρεσε το σκοτάδι, πόσο μάλλον να περπατάει μόνη της έξω και με τέτοιες συνθήκες. Φοβόταν ότι θα πέσει σε κανένα άγριο ζώο και θα τελείωνε άδοξα η περιπέτεια της όπως και στις άλλες ζωές. Μακάρι να ήταν μαζί της ο Άλκης, θα φοβόταν λιγότερο. Τι να κάνει άραγε; Να τον χτυπάνε; Να τον έχουν σε ένα κελί; Να τον έχουν δεμένο; Αν μη τι άλλο στις ταινίες κάπως έτσι είναι οι όμηροι. Δεμένοι και χτυπημένοι σε καταγώγια. Από μακριά μπορούσε να δει έναν άλλον φακό να φωτίζει. Αμέσως εκείνη έσβησε τον δικό της, δεν ήθελε να δώσει στόχο αλλά ούτε και να μπει στην διαδικασία να απαντάει σε ερωτήσεις. Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο. Τα πόδια της έτρεμαν, τελικά δεν ήταν γεννημένη για τόσο μεγάλα μπλεξίματα. Είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοιες καταστάσεις φωτογραφίζοντας διάσημους εν αγνοία τους. Εκεί κινδύνευε μόνο να φάει την


φωτογραφική μηχανή στο κεφάλι, άντε να την έβριζαν κιόλας. Μέχρι εκεί όμως. Αποφάσισε να μπει μέσα στο νερό και μετά να πάει στην σήραγγα. Αλλιώς ήταν σίγουρη ότι θα έπεφτε πάνω στον φακό. Αισθανόταν σαν στρατιώτης σε μυστική αποστολή με όλα αυτά που έκανε αλλά δεν είχε και καμιά άλλη επιλογή. Μπήκε μέσα στην σήραγγα, περπάτησε και βρήκε το σημείο που ήταν νωρίτερα. Χωρίς να χάνει χρόνο πήρε το φτυάρι και ξεκίνησε να σκάβει κάτω στο νερό που πατούσε και δεξιά και αριστερά. Μόλις είδε ότι πραγματικά δεν έβγαζε πουθενά αυτό ξεκίνησε να σκάβει τον τοίχο που είχε πάνω τη ζωγραφιά. Εκτός ότι είχε βραχεί ήταν και μούσκεμα στον ιδρώτα και η υγρασία της έφερνε πονοκέφαλο. Αν μη τι άλλο έπρεπε να βάλει τα δυνατά της η υποτιθέμενη ανασκαφή έπρεπε να μοιάζει με αληθινή. Ήταν σίγουρο ότι μετά κάποιος θα έλεγχε τι είχε κάνει εκεί πέρα. Όσο κοίταζε μπροστά της και ήταν απορροφημένη στο σκάψιμο της φάνηκε ότι άκουσε κάποιον πίσω της. Δεν πρόλαβε να βγάλει ούτε μια ανάσα, ούτε μια λέξη και ένα χέρι της έκλεισε το στόμα. «Σςςς», μην κλωτσάς βρε Λυδία και δεν μπορώ να σε παλεύω στην κατάσταση μου. Η Λυδία μόλις άκουσε αυτήν την φωνή κοκάλωσε και σταμάτησε να αντιστέκεται. «Δημήτρη;» είπε και γύρισε πίσω για να τον δει. «Δεν το πιστεύω ότι είσαι εδώ ». είπε με μια φωνή ανακούφισης και τον αγκάλιασε με όλη της τη δύναμη. «Σιγά , μην με σφίγγεις , πονάω ακόμα» απάντησε ο Δημήτρης γελώντας. «Μα πως βρέθηκες εδώ;» «Ξέρεις από πότε σε ακολουθώ; Από όταν έφυγες από το νοσοκομείο. Μου είπε ο γιατρός ότι μιλήσατε και ότι είχες συμμετάσχει σε ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο μου. Τότε τα παράτησα όλα και άρχισα να σε ακολουθώ διακριτικά πάντα για να διαπιστώσω ότι δεν κινδυνεύεις. Στην αρχή πήρα ταξί αλλά όσο ήσουν σε ένα κτίριο πάνω από μία ώρα πήγα και νοίκιασα ένα άλλο αυτοκίνητο. Βέβαια και να κινδύνευες δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι εγώ ο ίδιος αλλά αν μη τι άλλο θα μπορούσα να φωνάξω την αστυνομία. Μόλις όμως μπήκες στο δάσος δεν μπορούσα να σε παρακολουθώ στα τυφλά και πήρα έναν φακό που είχε μέσα το νοικάρικο για περιπτώσεις ανάγκης. Κατάλαβα ότι φοβήθηκες που είδες τον φακό αλλά δεν ήθελα να φωνάζω και να προδοθούμε. Άντε μετά να δίνουμε εξηγήσεις στον φύλακα. Λοιπόν για πες μου τι κάνεις εδώ; Είμαι όλος αυτιά ». «Δημήτρη μου χαίρομαι πάρα πολύ που σε βλέπω. Να σου πω την αλήθεια είναι μεγάλη ιστορία». «Έχω χρόνο, είμαι όλος αυτιά». «Τώρα;» «Γιατί όχι;» «ΟΚ. Λοιπόν είμαι στα ίχνη ενός θησαυρού και κάτι κακοί τύποι θέλουν να τους τον δώσω. Αυτό είναι». «Ουάου. Εντυπωσιάστηκα. Πες μου την αλήθεια τώρα» της είπε γελώντας. «Αλήθεια σου το λέω, απλώς σου το είπα υπέρ απλοποιημένα ». «Τώρα τελείωσες με ότι έκανες;» «Ναι. Μάλλον. Είδες κανέναν να με ακολουθεί;» «Όχι ». «Ωραία, πάμε να φύγουμε τότε. Που έχεις παρκάρει;» «Δεν έχει σημασία θα το πάρω αύριο. Πάμε με το δικό σου. Καλύτερα είναι να οδηγείς


εσύ γιατί με τραβάνε τα ράμματα». «Μάλλον πάμε να σε γυρίσω πίσω στο νοσοκομείο. Κακώς έφυγες, μην πάθεις και καμία μόλυνση. Ο γιατρός είπε ότι χρειάζεται να μείνεις μέρες στο νοσοκομείο. Πώς έφυγες;» «Έφυγα με δική μου ευθύνη. Προτιμώ να είμαι μαζί σου και να σε προσέχω». «Όπως επιθυμείς εσύ,» είπε η Λυδία χαμογελαστά μάζεψε τα εργαλεία της και βγήκαν μαζί έξω από τη σήραγγα. Ο Δημήτρης πήγε να της πιάσει το χέρι και εκείνη ευγενικά αποτραβήχτηκε. Δεν ήξερε πώς να φερθεί , πως υποτίθεται ότι έπρεπε να φερθεί. Έφτασαν μέχρι το αυτοκίνητο της και ευγενικά της άνοιξε την πόρτα για να μπει μέσα. Η Λυδία του χάρισε ένα ωραίο και ζεστό χαμόγελο καθώς τέτοιες καλοσύνες δεν τις είχε ξανακάνει ποτέ. Έπειτα μπήκε και εκείνος μέσα στο αυτοκίνητο. Η Λυδία ένιωθε απίστευτη αμηχανία καθώς δεν μπορούσε να πει την αλήθεια σε καμία περίπτωση γιατί θα έβαζε τη ζωή του σε κίνδυνο. Επίσης δεν μπορούσε να του πει για τον Άλκη. Τι να του πει; «Λοιπόν;» είπε ο Δημήτρης για να σπάσει την σιωπή. «Λοιπόν; Που μένεις για να πάμε εκεί;» «Σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο. Βλέπεις ότι εμένα δεν με πλήρωσαν για να έρθω ούτε και έχω τα χρήματα για να μείνω σε ένα ξενοδοχείο σαν το δικό σου» η Λυδία προτίμησε να μην σχολιάσει καθόλου γιατί δεν ήθελε να πει ότι έμενε αλλού αλλά ούτε και να πάει στο δικό της ξενοδοχείο να βρει κανένα αντικείμενο του Άλκη. «Οκ, πες μου μόνο πώς θα πάμε εκεί» του είπε και συνέχισε να οδηγεί αμίλητη. Το μυαλό της ήταν στον Άλκη που κινδύνευε. Εκείνη τον είχε μπλέξει σε όλο αυτό και εξαιτίας της ήταν σε αυτήν τη θέση. Ο Δημήτρης της έδωσε οδηγίες και σε λίγη ώρα ήταν μέσα στο μικρό του δωμάτιο. Το ξενοδοχείο ήταν Γ κατηγορίας και αντί για κλιματιστικό είχε ένα μεγάλο ανεμιστήρα οροφής. Η Λυδία το κοίταξε και κατσούφιασε. «Κάτι είναι και αυτό. Λοιπόν θα ξαπλώσεις μαζί μου να με προσέχεις; Μου είναι δύσκολο με την τομή να σηκώνομαι και να κάθομαι μόνος μου» της είπε ο Δημήτρης. Η Λυδία το σκέφτηκε λίγο αλλά όπως της το έθεσε δεν είχε άλλη επιλογή. Η αλήθεια είναι όμως ότι ντρεπόταν να βγάλει τα ρούχα της και ας είχαν κοιμηθεί μαζί τόσες φορές. Αυτήν την φορά ένιωθε αλλιώς, λες και είχε σπάσει σε χίλια κομμάτια το δέσιμο που τους κρατούσε μαζί κι ας της είχε κάνει πρόταση γάμου. «Που έχεις κανένα σορτσάκι για να κοιμηθώ;» του είπε τελικά. «Στο πρώτο συρτάρι. Πάρε όποιο θέλεις» της είπε ενοχλημένος και της έριξε ένα περίεργο βλέμμα. Η Λυδία απέφυγε να τον κοιτάξει, πήρε μία φανέλα του και το μποξεράκι του και πήγε στο μπάνιο να αλλάξει. Έπειτα τον βοήθησε να γδυθεί και μόλις είδε τη γάζα του η οποία είχε πάνω ακόμα αίματα ανατρίχιασε. «Δεν έπρεπε να φύγεις από το νοσοκομείο. Ήταν πολύ επικίνδυνο αυτό που έκανες» του είπε και του έβαλε τις πιτζάμες του. Μετά τον βοήθησε να ξαπλώσει και εκείνη ξάπλωσε δίπλα του έχοντας του την πλάτη γυρισμένη. Εκείνος πήγε να την πάρει αγκαλιά αλλά εκείνη χωρίς να το καταλάβει τραβήχτηκε. «Τι συμβαίνει; Αυτό μου αξίζει μετά από όσα έκανα για σένα; » της είπε εκνευρισμένα. «Συγνώμη αλλά φοβάμαι μήπως κάνω καμία κίνηση και σου ανοίξουν τα ράμματα. Σου είπα έπρεπε να είσαι στο νοσοκομείο» του είπε με χαμηλή φωνή. Δεν ήθελε να


τσακωθούν. Ήθελε να τον κοιμίσει με ηρεμία και μετά να φύγει. «Καληνύχτα Δημήτρη…» γύρισε λίγο το κεφάλι της και του είπε. Εκείνος την έπιασε απότομα και της έδωσε ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα. Η Λυδία δεν ήθελε αλλά δεν αντέδρασε κιόλας γιατί το μόνο που ήθελε ήταν να ξεγλιστρήσει και όχι να αρχίσει καβγά. Μόλις βεβαιώθηκε ότι ο Δημήτρης κοιμήθηκε πράγμα το οποίο έγινε αρκετά σύντομα λόγω της κατάστασης του, σηκώθηκε όσο πιο απαλά μπορούσε πατώντας στις μύτες των ποδιών της. Σαν γάτα ντύθηκε και έφυγε κλείνοντας απαλά την πόρτα, ελπίζοντας ότι θα αργούσε να ξυπνήσει. Μακάρι να είχε πάρει μαζί της ένα ηρεμιστικό και να τον πότιζε. Έτσι μέχρι εκείνη να κάνει την έρευνα της εκείνος θα χόρταινε ύπνο και μέχρι να ξυπνούσε θα ήταν στην θέση της και ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Η «απλή και καθαρή αλήθεια» είναι σπάνια καθαρή και ποτέ απλή. Oscar Wilde, 1854-1900, Ιρλανδός συγγραφέας

Μέσα σε λίγα λεπτά η Λυδία βρισκόταν στο δικό της δωμάτιο. Δεν ήθελε να μπλέξει το Δημήτρη σε όλο αυτό και ήταν δεδομένο ότι θα τσακωνόντουσαν άσχημα όταν ερχόταν το πρωί. Για την ώρα όμως έπρεπε να μελετήσει πολύ προσεκτικά τα αντικείμενα του Χατζή, έπρεπε να βρει εκείνη τη νύχτα κάποιο στοιχείο που θα τη βοηθούσε να μάθει την τοποθεσία του άρματος. Μέχρι τώρα τίποτα δεν δικαιολογούσε να τα γνωρίζει όλα αυτά. Εκτός αν είχε κάνει και εκείνος ύπνωση και να ήταν ή ο Ηλίας ή ο Γερμανός αλλά όχι, θα της το έλεγε ο Βρεττός. Κάτι σίγουρα δεν έχουν ερευνήσει σωστά, επίσης πρέπει να μάθει ποιος από την αστυνομία είναι διαπλεκόμενος και έχει συγκαλύψει αν όχι διαπράξει τον φόνο του Πάνου, του Χατζή και της Κατερίνας. Μήπως αυτός που το έπαιζε φίλος στον Άλκη, ο συνεργάτης του Πάνου είναι μπερδεμένος σε όλο αυτό; Με αυτές τις σκέψεις να στροβιλίζονται μέσα στο δικό της το μυαλό πήρε τα πράγματα και άρχισε να τα κοιτάζει ένα ένα πιο προσεκτικά. Ήταν το μόνο που της είχε μείνει στα χέρια και ο χρόνος κυλούσε μόνο εναντίον της. Πήρε πρώτα να διαβάσει ότι είχε υπογραμμίσει ο Χατζής στο βιβλίο της Οδύσσειας. Ξεφύλλιζε πολύ προσεκτικά κάθε σελίδα και τις κοιτούσε στο φως μήπως υπήρχε πουθενά καμία σημείωση η οποία είχε αργότερα σβηστεί. Όλες του οι υπογραμμίσεις αφορούσαν τον Θεό Ήλιο. Μετά από αρκετές ώρες που είχε τελειώσει με το βιβλίο της Οδύσσειας και της Αιγυπτιολογίας απογοητευμένη έπιασε το ημερολόγιο του. Και εκεί όμως δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να μπορεί να την οδηγήσει κάπου. Άρχισε να απελπίζεται και να ξεφυσάει. Πήρε τηλέφωνο στην ρεσεψιόν και τους παρακάλεσε να της φέρουν έναν οποιονδήποτε καφέ μήπως και αρχίσει πάλι να λειτουργεί ο εγκέφαλος της. Μετά από μερικές γουλιές άρχισε πάλι να ελέγχει την σκέψη της. «Λοιπόν Λυδία, συγκεντρώσου, Ο Χατζής όταν ήρθε ήταν χαρούμενος και χωρίς προβλήματα αλλά όσο περνούσαν οι μέρες κάτι συνέβη. Έτσι την τελευταία φορά που είδε την Κατερίνα είχε λάβει απειλές και για αυτό τον λόγο ήθελε να εξαφανιστεί. Ποιος ήξερε τι ερευνούσε; Ο Αρίστος Μακρής. Αυτός όμως τι να του κάνει, να του δώσει μια ροδιά με το καροτσάκι του


και να τον σκοτώσει; Ποιον μπορεί να συνάντησε αυτές τις τρεις μέρες και ήρθαν τα πάνω κάτω; Και πως έμαθε η οργάνωση ότι εκείνος ήξερε για το άρμα του Ήλιου; Και ποια είναι αυτή η αναθεματισμένη οργάνωση που μπορεί να κάνει ό,τι θέλει;» άρχισε να παραμιλάει η Λυδία ξεφυλλίζοντας εκνευρισμένη για όγδοη φορά το ημερολόγιο του. Αυτήν την φορά όμως στάθηκε στο Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή του συνεδρίου. «Εκεί στο συνέδριο μεσολάβησε κάτι» είπε δυνατά και πήρε στα χέρια της το πρόγραμμα. Μετά από κάθε ημέρα υπήρχε γεύμα στο ξενοδοχείο. Επίσης στην Πέμπτη όπου κύριος ομιλητής ήταν ένας διακεκριμένος Ροδίτης, ο Αντώνης Καμπούρης, είχε κάνει δίπλα μια κουκίδα. Τις άλλες μέρες οι ομιλητές ήταν από διάφορα μέρη του κόσμου. Προφανώς το ξενοδοχείο είχε πολύ καλή αίθουσα συνεδρίων για να μεταφράζει σε τόσες γλώσσες. Ίσως αν έβρισκε τον ομιλητή, να τον ήξερε αφού ήταν συνάδελφοι. Αλλιώς μετά θα έπρεπε να ψάξει πιο βαθιά. Ποια ήταν ακριβώς η θέση του , ποιος καθόταν δίπλα του, με ποιον έφαγε μαζί εκείνες τις ημέρες κτλ. Και μετά από τόσο καιρό ποιος θα θυμόταν οτιδήποτε, πόσο μάλλον τόσες πολλές λεπτομέρειες; Πήρε το laptop της και πληκτρολόγησε το όνομα του Αντώνη Καμπούρη. Αμέσως βρήκε τη βιογραφία του και ξεκίνησε να τη διαβάζει. «Γεννήθηκε το 1927 στην Ρόδο. Πολύ νωρίς ορφάνεψε και έπρεπε να αντιμετωπίσει την σκληρότητα της ζωής προσπαθώντας να βοηθήσει και τα άλλα έξι του αδέλφια. Εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην περίοδο του Β παγκοσμίου πολέμου και συνέχισε τις σπουδές του στην Αθήνα. …» και η διεύθυνση του ήταν στην Λίνδο. Έπρεπε να πάει από εκεί, να δοκιμάσει. Αν δεν ήξερε εκείνος τίποτα θα έπρεπε να τηλεφωνήσει στην διοργανώτρια εταιρεία για να βρει τα αρχεία των παρευρισκόμενων. Και αν ήθελαν και μπορούσαν ίσως να της τα έδιναν. Αν εκείνος δεν είχε κάτι να της πει ο χρόνος που είχε θα τελείωνε. Δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβαινε να κάνει σε τόσο λίγο χρόνο περισσότερη έρευνα, μόνο αν υπήρχε κάποιος μαγικός διακόπτης να γύριζε τον χρόνο πίσω ή τουλάχιστον να της χάριζε μερικές ώρες παραπάνω, πόσες φορές το είχε σκεφτεί αυτό… Σηκώθηκε από το κρεβάτι που το είχε κάνει σημείο μελέτης και ετοιμάστηκε να πάει να τον βρει. Τώρα πια είχε ξημερώσει και μέχρι να τον συναντήσει θα περάσει καμιά ώρα. Θα τον ξυπνούσε βέβαια τον άνθρωπο αλλά ήταν πιο σημαντικό να σωθεί ο Άλκης. Πήρε το αυτοκίνητο και κοιτώντας συνέχεια πίσω της για να δει αν την παρακολουθούν κινούταν αργά προς τη Λίνδο. Σε κάποια στιγμή της φάνηκε ότι την παρακολουθούν και αμέσως την έλουσε κρύος ιδρώτας. Τότε άρχισε να επιταχύνει σταδιακά για να μην δείξει ακριβώς πόσο πανικοβάλλεται. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να αφήσει πίσω της και άλλα πτώματα, άλλη μια ενδεχόμενη πυρκαγιά ή μαχαίρωμα. Κανείς μετά δεν θα μπορούσε να τη βρει, θα πέθαινε άδικα σαν το Χατζή. Για καλή της τύχη βρήκε μπροστά της ένα τουριστικό λεωφορείο με κατεύθυνση τη Λίνδο. Κόλλησε πίσω του σαν αυτοκόλλητο. Μόλις έφτασε στην Λίνδο στάθμευσε πιο μακριά και πήγε και στάθηκε μπροστά στο λεωφορείο. Από μακριά μπορούσε να δει και το μαύρο όχημα να παρκάρει. Μόλις κατέβηκαν οι τουρίστες μπερδεύτηκε μαζί τους και ξεκίνησαν να κατηφορίζουν προς το χωριό. Έκαναν μια στάση στα γαϊδουράκια και αμέσως μπήκε η Λυδία στο πρώτο κατάστημα με ρούχα αγόρασε ένα καπέλο και μια παρδαλή μπλούζα. Φόρεσε και τα γυαλιά της και πήγε και έκατσε δίπλα σε μια παρέα που μιλούσε γερμανικά και χαζογελούσε βλέποντας την προσπάθεια μιας υπερτραφής φιλενάδας τους να ανέβει σε ένα μικρό κοκαλιάρικο και ταλαίπωρο


γαϊδουράκι. Πίσω της την προσπέρασαν με γρήγορο βήμα δύο τύποι καλοντυμένοι που φαινόταν ότι προσπαθούσαν να βρουν κάποιον. Αυτοί ήταν οι κυνηγοί της και εκείνη μόλις τους είχε ξεφύγει. Μπήκε πάλι μέσα στο κατάστημα και ρώτησε αν γνωρίζουν το αρχοντικό του Αντώνη Καμπούρη. Η πολύ ευγενική μελαχρινή και λιγοστά ντυμένη πωλήτρια της έδωσε τις κατάλληλες οδηγίες και η Λυδία βγήκε γρήγορα έξω για να μην χάσει το γκρουπ. Για μισή ώρα τους ακολουθούσε βήμα βήμα με το κεφάλι της χωμένο ολόκληρο μέσα στο καπέλο. Μόλις έφτασε κοντά στο σπίτι ξεγλίστρησε από την ομάδα και αφού βεβαιώθηκε τρεις φορές ότι δεν την κοιτάζει κανείς χώθηκε μέσα στο στενάκι όπου βρισκόταν το αρχοντικό. Εκεί το μόνο σπίτι που ξεχώριζε και έμοιαζε με αρχοντικό είχε μια μεγάλη ξύλινη βαριά πόρτα. Πάνω από την πόρτα ο τοίχος είχε σκαλισμένο ένα σχέδιο το οποίο έμοιαζε με αλυσίδες να περικυκλώνουν το περίγραμμα της. Η Λυδία πλησίασε διστακτικά και χτύπησε με το χέρι της δύο φορές την πόρτα. Αφού πέρασαν δύο λεπτά και δεν της άνοιξαν σκέφτηκε ότι πρέπει να δοκιμάσει και το κουδούνι. Μετά από δύο χτυπήματα άκουσε κάποια βήματα να πλησιάζουν. Πολύ αργά άνοιξε την πόρτα μια κυρία γύρω στα εβδομήντα, με κοντά κάτασπρα μαλλιά φορώντας μια καλοκαιρινή ρόμπα. Σίγουρα θα την είχε ξυπνήσει. «Παρακαλώ δεσποινίς. Τι θα θέλατε;» «Είναι μεγάλη ανάγκη να μιλήσω με τον κύριο Καμπούρη. Είναι μέσα;» «Δεσποινίς μου δεν νομίζω ότι είναι σε θέση να μιλήσει σε κανέναν » είπε ευγενικά η κυρία και πήγε να κλείσει την πόρτα. «Είμαι σίγουρη ότι μπορείτε να κάνετε μια εξαίρεση» είπε η Λυδία και έσπρωξε ελαφρά την πόρτα, μπήκε μέσα παραμερίζοντας την κυρία η οποία την κοιτούσε έκπληκτη. Η Λυδία όμως δεν μπορούσε να ρισκάρει να τη δούνε να στέκεται έξω από το σπίτι καθώς ίσως να έβαζε και εκείνους σε κίνδυνο. «Σας παρακαλώ είναι πολύ σημαντικό να δω τον κύριο Αντώνη» είπε πιο δυνατά μήπως και την άκουγε ο ίδιος και της επέτρεπε να τον δει. «Ποιος είναι;» άκουσε μια αντρική φωνή να ακούγεται μέσα από το σπίτι. Η κυρία αγριοκοίταξε τη Λυδία και της λέει: «Περίμενε εδώ. Είσαι η;» «Λυδία. Λυδία Νομικού» «Μισό λεπτό παρακαλώ ». είπε και πήγε προς τα μέσα. Η Λυδία έμεινε μόνη σε έναν υπέροχο και φροντισμένο κήπο με πάρα πολλές γλάστρες. Το πάτωμα ήταν γεμάτο με ψηφιδωτά και μπροστά είχε ένα ξύλινο παγκάκι με ένα μαρμάρινο τραπεζάκι. Για να προχωρήσεις προς το κυρίως σπίτι έπρεπε να περάσεις κάτω από μια πέργκολα η οποία ήταν γεμάτη με γιασεμιά. Η μυρωδιά τους ήταν μεθυστική και για λίγο την έκανε να ξεχάσει για ποιο λόγο ήταν εκεί. Πάνω από την πόρτα που έκλεισε πίσω της ήταν σκαλισμένα πάνω στην πέτρα διάφορα σύμβολα που έμοιαζαν με εκείνα των ιπποτών. Η κυρία αρκετά εκνευρισμένη βγήκε πάλι έξω και της έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Μόλις μπήκε μέσα στο σπίτι θαύμασε το ζωγραφισμένα δοκάρια στο ταβάνι και την παλιά βαριά επίπλωση. Η διακόσμηση ανέδυε αέρα άλλης εποχής. Η κυρία την έβαλε να κάτσει σε έναν καναπέ απέναντι από ένα πέτρινο τζάκι. «Τι να σας κεράσω δεσποινίς Λυδία;» της είπε με βαριά καρδιά, απρόθυμα. «Μήπως πρωινό τέτοια ώρα που ήρθατε;» συνέχισε ειρωνικά. «Τίποτα ευχαριστώ» απάντησε και της έδωσε ένα χαμόγελο μήπως και διορθώσει την


αγένεια της. Η κυρία έφυγε και έμεινε μόνη της πάλι η Λυδία να περιμένει. Μετά από λίγο άκουσε τα πολύ βαριά βήματα ενός ανθρώπου και μόλις γύρισε το κεφάλι της είδε έναν ηλικιωμένο κύριο με κάτασπρα πυκνά μαλλιά και γαλανά μάτια. Φορούσε ακόμα τις πιτζάμες του και στηριζόταν πάνω σε ένα μπαστούνι. Με μικρά και προσεκτικά βήματα πλησίασε κοντά στην πολυθρόνα του η οποία είχε πολλά μαξιλάρια για να μπορεί να κάθεται με ευκολία και να ακουμπάει την πλάτη του. Η Λυδία σηκώθηκε αμέσως για να τον βοηθήσει να κάτσει αφού η σύζυγος του πήγε να του ετοιμάσει το πρωινό του. «Διασυνώ… Φέρε σε παρακαλώ και στην επισκέπτρια μας ένα τσάι. Ξέρεις εσύ. Με τα βότανα τα δικά μας» είπε με μια γλυκιά, καλοσυνάτη φωνή. «Αμέσως» ακούστηκε η φωνή από μέσα. «Σε τι οφείλω την τιμή της επίσκεψης σας;» «Καταρχάς θέλω να σας ζητήσω συγνώμη που ήρθα απρόσκλητη κατ’ αυτόν τον τρόπο. Σας διαβεβαιώνω όμως ότι πρόκειται για έναν πολύ σημαντικό λόγο ».


«Σας ακούω». «Έχει εξαφανιστεί ο Κώστας Χατζής. Τελευταία φορά τον είδανε στο συνέδριο Αιγυπτιολογίας όπου είσαστε εσείς ομιλητής. Θυμάστε αν είχατε μιλήσει καθόλου μαζί του; Θυμάστε αν τον είχατε δει καθόλου; » «Κάτσε περίμενε λίγο γιατί τώρα τελευταία οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν κάθε μέρα όλο και περισσότερο» ο κύριος Αντώνης έμεινε για λίγο σκεπτικός και συνοφρυωμένος"Είναι πολύ σημαντικό για σένα;» «Δεν θέλω να σας τρομάξω αλλά για μένα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να μου δώσετε την οποιαδήποτε πληροφορία γνωρίζετε, αλλιώς δεν θα ερχόμουν σε εσάς» είπε η Λυδία με σοβαρό ύφος. «Λοιπόν έχω να σου διηγηθώ μια περίεργη αληθινή ιστορία που είπα στον Κώστα και φάνηκε να ταράζεται. Μετά από την ομιλία μου που έκλεισε το συνέδριο για εκείνη την ημέρα πήγαμε όλοι μαζί στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Τον Κώστα τον γνώριζα πάρα πολλά χρόνια καθώς ήταν ένας από τους μαθητές μου έτσι επιδίωξα να κάτσω δίπλα του για να μάθω τα νέα του. Τον θυμάμαι ότι ήταν αρκετά χαρούμενος γιατί είχε έρθει για να βρει τη γυναίκα της ζωής του. Μάλιστα μου είπε ότι μια έρευνα που έκανε για έναν μεγάλο θρύλο της Ρόδου, το Άρμα του Ήλιου θα το παρατούσε για να ζήσει την υπόλοιπη του ζωή με ηρεμία. Μόλις όμως μου ανέφερε για το άρμα του Ήλιου θεώρησα σωστό να του πω κάτι που είχα μάθει και εγώ για ένα άρμα. Όμως δεν είμαι σίγουρος αν ήταν αλήθεια ή όνειρο μιας και ήμουν πολύ μικρός όταν συνέβη και κάπου πιστεύω ακόμα και τώρα ότι η νεανική μου φαντασία κάλπαζε απεριόριστα. Επίσης δεν ξέρω αν μιλάγαμε για το ίδιο πράγμα. Εγώ μικρός είχα καθημερινό καθήκον να μεταφέρω τα κοπάδια στα βοσκοτόπια. Ο πατέρας μου είχε άλλες δουλειές και έτσι εγώ σηκωνόμουν από πριν το ξημέρωμα για να είμαι πριν την ανατολή του ηλίου στο βουνό. Εκείνη την φορά επειδή είχα πολύ ανήσυχο ύπνο, σηκώθηκα από το κρεβάτι μου ενώ ήταν ακόμα νύχτα. Ξεκίνησα να περπατάω αργά αφού είχα πολύ χρόνο μπροστά μου. Το φεγγάρι ήταν οδηγός μου και τα άστρα το φως μου μέσα στο σκοτάδι. Από μακριά άκουγα φασαρία και τουφεκιές αλλά ήταν κάτι συνηθισμένο εκείνο τον καιρό αφού οι Γερμανοί και οι Ιταλοί ήταν έτοιμοι να σκοτώσουν τον καθένα με την παραμικρή αφορμή. Μπαίνοντας μέσα στο στάβλο μας πήγα να ξαπλώσω πάνω στα άχυρα για να περάσει λίγο η ώρα μέχρι να ξεπροβάλλουν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου. Εκεί μου φάνηκε ότι άκουσα κάτι το οποίο δεν μου έμοιαζε με ήχο που βγάζουν τα ζώα. Μέσα στα σκοτάδια άρπαξα ένα μεγάλο ξύλο στα χέρια μου καθώς δεν ήξερα τι να περιμένω και είδα έναν άντρα ξαπλωμένο αιμόφυρτο στο έδαφος. Εγώ πανικοβλήθηκα και κοκάλωσα. Εκείνος όμως με είδε και μου έγνεψε να πλησιάσω κοντά του. Μην ξέροντας τι άλλο να κάνω και όντας πολύ φοβισμένος πλησίασα κοντά του. «Πρέπει να σου πω κάτι πριν πεθάνω. Με κυνηγάει η Θούλη, τους κορόιδεψα με λάθος χάρτη. Σαν Πίο Β. Άρμα ». μου είπε και ξεψύχησε στα χέρια μου. Ύστερα ήρθαν οι Γερμανοί οι οποίοι ήταν στα ίχνη του και τον μάζεψαν. Μετά από λίγες μέρες έμαθα ότι τον λένε Ηλία και ότι είχε σκοτώσει έναν Γερμανό και δύο Έλληνες. Μόλις είπα αυτήν την ιστορία στον Κώστα άρχισε να τον λούζει ιδρώτας. Δεν έφαγε το φαγητό του και δεν έβγαλε ούτε μια λέξη. Ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα ότι ίσως αυτή η ιστορία να είχε κάποια βάση αλλά όπως και να είχε όταν έγινε αυτό ήμουν πολύ μικρός για να ανακατευτώ


και αποφάσισα τότε να το κρατήσω μυστικό. Άλλωστε δεν θα ήξερα και που να ψάξω. Μετά πέρασαν τα χρόνια και το ξέχασα σαν γεγονός και τώρα πια πιστεύω ότι ίσως και να ήταν της φαντασίας μου. Το περίεργο όμως ήταν η αντίδραση του Κώστα για αυτό σκέφτηκα και να σου το πω» είπε ο κύριος Αντώνης. Η γυναίκα του και έφερε ένα τσάι στην Λυδία, ένα ποτήρι ζεστό γάλα με βουτήματα στον άνδρα της και έκατσε μαζί τους. «Είπατε ότι σας είπε ότι τον κυνηγάει η Θούλη; Τι είναι η Θούλη;» « Η ιστορία της Θούλης έχει τις ρίζες της από πάρα πολύ παλιά. Ιδρύθηκε το 1917 από τον ο Ρούντολφ φον Σεμπότεντορφ στην πόλη του Μονάχου. Κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε γίνει ένας από τους πυρήνες του εθνικιστικού κινήματος «Παγγερμανικού Συνδέσμου» τα μέλη της ήταν όλα διαλεγμένα και απαρτίζονταν από δικηγόρους, δικαστές, πανεπιστημιακούς καθηγητές, αστυνομικούς, επιχειρηματίες και διάφορους ευγενείς εκείνης της εποχής. Για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια των υπολοίπων είχαν παρουσιαστεί σαν ομάδα μελέτης της Γερμανικής αρχαιότητας, στην πραγματικότητα όμως ήταν μια οργάνωση στα μασονικά πρότυπα. Τα κίνητρα τους είχαν να κάνουν με τη νέα τάξη πραγμάτων με βάση τoν ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Παράλληλα προσπαθούσαν να αποκτήσουν κάθε είδους δύναμη είτε οικονομική είτε πολιτική προσπαθώντας να προσηλυτίσουν και άλλα μέλη που να κατέχουν θέσεις κλειδιά για να πετύχουν τους σκοπούς τους. Τα μέλη της ήταν λίγα και πολύ διαλεγμένα όμως δεν ήταν στην έκταση των σημερινών μασόνων. Τώρα για ποιο λόγο και πως ο Ηλίας νόμιζε ότι έμπλεξε με τη Θούλη δεν ξέρω». «Κύριε Αντώνη σας ευχαριστώ πολύ για όλες τις πληροφορίες που μου δώσατε σήμερα. Σας εύχομαι να περάσετε μια υπέροχη μέρα» είπε η Λυδία και σηκώθηκε όρθια. «Δεσποινίς Λυδία, δεν ήπιατε το τσάι σας». «Συγνώμη δεν θέλω να είμαι αγενής. Κάποια άλλη φορά» είπε η Λυδία και του έδωσε το χέρι της. Αμέσως σηκώθηκε και η κυρία Διασυνώ για να την συνοδέψει μέχρι έξω. Μόλις πήγε να ανοίξει την πόρτα η Λυδία την σταμάτησε. «Θέλω να σας ενημερώσω ότι ο Κώστας Χατζής είναι νεκρός. Δολοφονημένος. Θα ήθελα να κλείσετε καλά την πόρτα μόλις φύγω και πάντα να κλειδώνετε ». της είπε χαμηλόφωνα και η Διασυνώ σταυροκοπήθηκε. «Σας παρακαλώ βγάλτε το κεφάλι σας έξω και πείτε μου αν υπάρχει κανείς έξω» η Διασυνώ άνοιξε την πόρτα και μόλις είδε ότι δεν υπήρχε κανείς έκανε νόημα στην Λυδία για να βγει έξω. Η Λυδία σχεδόν τρέχοντας βγήκε έξω και πήγε στον κεντρικό δρόμο. Με γρήγορα βήματα βγήκε από το χωριό και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο της. Έβαλε μπροστά και έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Για πού δεν είχε αποφασίσει ακόμα. Το σίγουρο ήταν ότι ήθελε να βάλει σε μία τάξη όλες τις πληροφορίες που είχε μάθει. Ξεκινώντας με την ιστορία του άρματος του Ήλιου: «Ο Ηλίας, ο Σπύρος και ο Βασίλης βρίσκουν το άρμα μέσα στην θάλασσα. Αμέσως ο Ηλίας σκοτώνει τον Σπύρο για να μην το μοιραστεί και αργότερα πάει με τον Βασίλη να το ανασύρει. Βρίσκονται σε μια απομακρυσμένη αποβάθρα με μερικά τσουβάλια στο χέρι και εκεί τους βλέπει ένας Γερμανός. Ο Ηλίας πείθει τον Γερμανό να σκοτώσει τον Βασίλη για να μοιραστούν οι δυο τους τον θησαυρό. Πηγαίνουν και τον κρύβουν στις Επτά Πηγές και γυρίζουν στα σπίτια τους. Ο Ηλίας όμως κάποια στιγμή ξαναγυρίζει πίσω, παίρνει τον θησαυρό και φεύγει για το Τορίνο για να τον κρύψει όσο πιο μακριά γίνεται. Μόλις όμως


επιστρέφει τον περιμένει ο Γερμανός για να του δώσει εξηγήσεις καθώς πήγε εκεί και ο θησαυρός έλειπε. Ο Ηλίας σκοτώνει και τον Γερμανό και μετά ξεσηκώνεται ένα μεγάλο κυνηγητό εναντίον του. Εκεί τον πυροβολούν και εκείνος βρίσκει καταφύγιο στον στάβλο του Αντώνη όπου του λέει την τοποθεσία. Χρόνια μετά το λέει στο Χατζή και εκείνος το κρατάει μυστικό και δεν το λέει σε κάποιον που πρέπει να το πει. Αυτός ο κάποιος του στήνει καρτέρι, τον σκοτώνει και εξαφανίζει τα ίχνη του. Σίγουρα υπάρχει κάποιος από την Αστυνομία ο οποίος κουκουλώνει όλα τα υπόλοιπα. Για να με παγιδέψουν από την στιγμή που είδαν ότι βρίσκομαι στα ίχνη του θησαυρού απαγάγουν τον Άλκη και προσπαθούν να του φορτώσουν τον φόνο του Πάνου. Τώρα το θέμα είναι να βρω για ποιόν άλλον δούλευε ο Χατζής και ποιος είναι εκείνος που είναι στην οργάνωση της Θούλης. Μέχρι τώρα γνωρίζω ότι ο Χατζής δούλευε μόνο για τον Μακρή. Ίσως πρέπει να πάω από εκεί. Δεν πρέπει να μου τα έχει πει όλα» αυτά σκέφτηκε και κατευθύνθηκε για το σπίτι του. Ευτυχώς θυμόταν τον δρόμο και ήταν προς την πόλη της Ρόδου. Μέσα σε λίγη ώρα ήταν έξω από την πόρτα του και χτύπησε το κουδούνι του. Ενώ είχαν περάσει μόνο λίγες μέρες από την τελευταία της επίσκεψη έμοιαζε λες και είχαν περάσει αιώνες με τόσα πολλά που είχαν συμβεί ενδιάμεσα. Χτύπησε το κουδούνι του για δεύτερη φορά. Εν τω μεταξύ άρχισε να χτυπάει το κινητό της μέσα στην τσάντα της. Το βγάζει γρήγορα καθώς δεν ήθελε να κάνει φασαρία και το σηκώνει χωρίς να δει ποιος είναι. «Γιατί έφυγες; Έτσι κάνεις σε όποιον σου ζητάει τη βοήθεια σου; Τον εγκαταλείπεις;» ήταν ο Δημήτρης και ακούγονταν αρκετά εκνευρισμένος. «Δώσε μου λίγο χρόνο. Θα έρθω μετά από εκεί να σου εξηγήσω. Σου το υπόσχομαι» του λέει χαμηλόφωνα. «Τώρα τι να πω, εσύ έχεις το πάνω χέρι» είπε και της το έκλεισε χωρίς καμία λέξη. Η Λυδία σκέφτηκε ότι μάλλον ο Αρίστος λείπει ή έπαθε και αυτός τίποτα; Μήπως τον έχουν σκοτώσει και εκείνον και είναι πεθαμένος μέσα στο σπίτι του για μέρες; Με αυτές τις σκέψεις τρομοκρατήθηκε και άρχισε να περιτριγυρίζει το σπίτι και να κοιτάζει από τα ανοιχτά παράθυρα. Ήλπιζε αν του είχε συμβεί κάτι να μπορέσει να τον δει και ανάλογα να αντιδράσει. Κοιτώντας μέσα, όπως μπορούσε καθώς οι κουρτίνες ήταν μισόκλειστες, είδε μια φωτογραφία αρκετά παλιά τοποθετημένη σε μια εξίσου παλιά κορνίζα και κρεμασμένη στον τοίχο. Ο άντρας στην φωτογραφία της ήταν πάρα πολύ οικείος τόσο οικείος που δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της. Τότε της ήρθε σαν κεραυνός. Αυτός ο άντρας είχε πει ο Αρίστος ότι ήταν ο πατέρας του. Αυτόν τον άντρα όμως τον είχε ξαναδεί όταν ήταν ο Βασίλης. Αυτός ο άντρας ήταν ο Ηλίας. Ο Αρίστος ήταν ο γιος του Ηλία. Μόλις έκανε αυτήν την ανακάλυψη ένιωσε να υπερθερμαίνεται. Η αδρεναλίνη της είχε πάει σε όλο της το αίμα λες και βρισκόταν σε κίνδυνο. Άκουσε κάτι και γύρισε τρομαγμένη το κεφάλι της πίσω. Ο Αρίστος ήταν πίσω της, καθισμένος στο καροτσάκι του και την κοιτούσε απορημένος. «Μπορώ να σας βοηθήσω δεσποινίς;» της είπε πολύ ευγενικά κοιτώντας τη διαπεραστικά στα μάτια. Η Λυδία δεν άντεξε το βλέμμα του καθώς ένιωθε ότι διάβασε τις σκέψεις της και κοίταξε κάτω. «Γεια σας, νόμιζα ότι πάθατε κάτι και έτσι μόνος σας που είστε ανησύχησα. Για την ακρίβεια κοίταζα από τα παράθυρα μήπως είχατε κάποιο πρόβλημα. Όπως βλέπω όμως είστε μια χαρά οπότε μπορώ να αποχωρήσω με ηρεμία» του είπε με μια ολοφάνερη


αμηχανία και οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα της με μεγάλη δυσκολία. «Ναι, αλλά δεν μου είπατε για ποιο λόγο ήρθατε εξαρχής» της είπε συνεχίζοντας να την κοιτάει διερευνητικά. «Ε, να. Ήθελα να σας πω ότι τα τηλέφωνα που μας δώσατε για να βρούμε το Χατζή οδήγησαν σε αδιέξοδο καθώς είναι εξαφανισμένος από τότε. Θυμάστε μήπως σας είχε πει κάτι ιδιαίτερο, αν ήταν καλά όταν τον είδατε; » «Όχι, κοπελιά. Ότι ήξερα σου το είπα». «Μάλιστα. Αφού είστε καλά σας αφήνω. Αντίο ». είπε η Λυδία και ενώ περπατούσε αργά και σταθερά στην πραγματικότητα ήθελε να τρέξει και να εξαφανιστεί. Μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο και έφυγε. Τώρα μάλλον ήταν η ώρα να μιλήσει με την αστυνομία. Πιάνει το κινητό της και παίρνει τηλέφωνο τις πληροφορίες «Πληροφορίες; Θα ήθελα να μιλήσω με το αστυνομικό τμήμα της Ρόδου». « Μπορώ να μιλήσω με τον κύριο Λυμπερίδη;» «Μάλιστα , έχω να του δώσω κάποιες σημαντικές πληροφορίες. Ναι, περιμένω. Χαίρεται ο κύριος Λυμπερίδης; Ήθελα να σας μιλήσω από κοντά καθώς κινδυνεύει η ζωή ενός δικού μου ανθρώπου. Δεν μπορώ να έρθω στο τμήμα να το συζητήσουμε. Ίσως σας δώσω άλλη κατεύθυνση στον θάνατο του αστυνομικού σας. Μπορείτε σε μία ώρα; Στο ενυδρείο; Φοράω ένα τζιν και μια εκρού μπλούζα» του είπε και έκλεισαν το τηλέφωνο. Καθώς οδηγούσε κοίταζε συνέχεια αν την ακολουθούνε αλλά για καλή της τύχη την είχαν χάσει. Έτσι πίστευε τουλάχιστον αν και αν θέλανε πραγματικά να την κυνηγήσουν θα έπρεπε να την περίμεναν στην Λίνδο μέχρι να πάει στο αυτοκίνητο της. Όμως μερικές φορές σύμφωνα με τις ταινίες πάντα οι περισσότεροι γορίλες που κάνουν βρωμοδουλειές δεν έχουν αντίστοιχη εξυπνάδα με τη δύναμη τους. Έπρεπε να σκεφτεί τι να του έλεγε ακριβώς για να μην βάλει σε κίνδυνο την ομηρία του Άλκη. Το μόνο σίγουρο όμως ήταν ότι υπάρχει κάποιος στο αστυνομικό τμήμα ο οποίος είναι μέλος της Θούλης ή πληρώνεται από αυτήν και πιθανόν συνεργάζεται και με τον Μακρή. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Αρίστος είναι γιος του Ηλία και έψαχνε για τον θησαυρό. Επίσης ο μόνος που γνώριζε στα σίγουρα τη δική τους την ανάμιξη ήταν ο Αναγνωστόπουλος ο οποίος ενδέχεται να έκανε τον καλό στον Άλκη και μετά με ευκολία να τον πήρε από το νοσοκομείο για να τον παγιδέψει. Ίσως και εκείνος να σκότωσε τον Πάνο γιατί θα μπορούσε να του ανοίξει την πόρτα αφού ήταν συνάδελφοι και να πάνε μαζί στο γραφείο του. Με όλες αυτές τις σκέψεις έφτασε κοντά στο ενυδρείο και για ασφάλεια στάθμευσε από τη μεριά του καζίνου. Ξεκίνησε να περπατάει ευθεία μέχρι που αντάμωσε με την τεράστια ακτή. Μπροστά της είδε το όμορφο και επιβλητικό κτήριο του ενυδρείου. Από την αρχή που πέρασε από μπροστά του είχε μεγάλη περιέργεια να μπει μέσα αλλά ποτέ δεν περίμενε ότι τελικά θα το έκανε υπό αυτές τις συνθήκες. Περπάτησε μέσα από το μονοπάτι , πάτησε στα περίτεχνα θεματικά πλακάκια και έφτασε στην είσοδο του τετραγωνισμένου κτηρίου με τα λευκά ανάγλυφα στοιχεία της θάλασσας σε γαλάζιο φόντο. Μπήκε μέσα, πλήρωσε εισιτήριο κατέβηκε μερικά σκαλάκια και έφτασε στο δροσερό χώρο του ενυδρείου ο οποίος περιβαλλόταν από πέτρα. Έχοντας τα μάτια στην πλάτη της προχώρησε λιγάκι προς τα δεξιά και περίμενε εκεί. Κοίταζε μπροστά τα ψαράκια τα οποία είχαν συνηθίσει στα αδιάκριτα βλέμματα των ανθρώπων και περίμενε με αγωνία τον Λυμπερίδη. Μόλις έμπαινε


μέσα άνδρας η Λυδία γούρλωνε τα μάτια της γιατί όλο νόμιζε ότι ήταν εκείνος. Όμως συνήθως συνοδεύονταν από τις συζύγους τους και τα παιδιά τους, έτοιμοι να χαρούν τις διακοπές τους. Όταν όμως ο Λυμπερίδης ήρθε πραγματικά η Λυδία το ένιωσε ότι ήταν εκείνος. Μπορεί να έμοιαζε με έναν καθημερινό άνθρωπο αλλά το ύφος του ήταν τόσο πολύ υπεράνω των όλων και απόλυτα σοβαρό που αμέσως καταλάβαινες ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ήρθε εδώ για να διασκεδάσει. Μόλις την είδε την πλησίασε και της είπε σιγανά: «Λυμπερίδης». «Εγώ σας πήρα τηλέφωνο» είπε χαμηλόφωνα η Λυδία. «Θα ήθελα να πιστεύω ότι δεν ηχογραφείτε την συζήτηση μας. Κινδυνεύει η ζωή ενός ανθρώπου» του είπε και τον κοίταξε απόλυτα σοβαρά. Ο Λυμπερίδης την αγκάλιασε τοποθετώντας τα χέρια της πίσω στην πλάτη του όπου συνήθως κολλούσαν με ταινία τα μικρόφωνα. «Φοράω λίγα ρούχα δεν μπορώ να κρύψω κάτι. Πες μου τώρα για ποιο λόγο είμαι εδώ» της είπε αυστηρά και κοφτά κοιτώντας την στα μάτια. Δεν ήταν φίλος της και έπρεπε να το ξέρει κάθε στιγμή που περνούσε μαζί του. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βρει τον φονιά του μπάτσου και να ξεντροπιαστεί το αστυνομικό του τμήμα. Σίγουρα ήδη τον κυνηγούσαν για αυτό τα κεντρικά γραφεία της Αθήνας. «Τον Άλκη Δημόπουλο τον έχουν απαγάγει από χθες. Με απείλησαν ότι αν το καταγγείλω θα τον σκοτώσουν» ο Λυμπερίδης την κοίταξε λες και του έλεγε ψέματα. «Κοπέλα μου, τι λες; Αφού έχω ομάδα παρακολούθησης». «Πότε σας έδωσαν τελευταία πληροφορία;» «Σήμερα το πρωί». «Πολύ ωραία, μπορείτε να μου πείτε που βρίσκεται;» «Στο νοσοκομείο». «Ήρθε ένας δικός σας και τον πήρε με πλαστογράφηση της δικής μου υπογραφής. Που έχετε τοποθετήσει την ομάδα;» «Έξω από το δωμάτιο του». «Κοιτάξτε ποιόν παρακολουθείτε. Μήπως προσέχουν λάθος άνθρωπο; Ο Δημόπουλος έχει απαχθεί. Δεν γίνεται να το ξέρω εγώ και όχι εσείς ». του είπε επιθετικά αλλά χαμηλόφωνα η Λυδία. Ο Λυμπερίδης φάνηκε ότι άρχισε να χάνει την ψυχραιμία του. Αμέσως πήρε το κινητό του για να καλέσει τον ένα από την ομάδα του. «Νίκο, τι κάνει ο Δημόπουλος; Ξύπνα τον και ρώτα τον το όνομα και το επίθετο του. Τώρα επειδή σου το λέω, χωρίς ερωτήσεις. Πως τον λένε; Βαγγέλη Δημόπουλο; Φύγετε και γυρίστε στο τμήμα αφού πάρετε κατάθεση ποιος είναι και γιατί βρέθηκε στο νοσοκομείο ». τους είπε και το έκλεισε φανερά εκνευρισμένος. « Τι πληροφορίες έχεις;» «Υπάρχει μια οργάνωση που τη λένε Θούλη και θέλει να φορτώσει τον θάνατο του Πάνου στον Άλκη για να μην μιλήσουμε. Έξω από το χωριό που τον συλλάβατε υπάρχει ένα νεκροταφείο. Εκεί είναι ένα αυτοκίνητο καμένο που σύμφωνα με τις υποψίες μας έχει γίνει ο τάφος του αιγυπτιολόγου Χατζή. Η αστυνομία το έχει συγκαλύψει καθώς σίγουρα έχει κάποιον μέσα ο οποίος δουλεύει για τη Θούλη. Τώρα τον έχουν απαγάγει». «Το δικό μου τμήμα δεν είναι όπως νομίζεις. Δεν συγκαλύπτει τίποτα. Αυτό που λες για το αυτοκίνητο όμως πρέπει να το ερευνήσουμε. Θα στείλω ομάδα». «Όχι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό γιατί θα καταλάβουν ότι μιλήσαμε».


«Σωστό. Που το ξέρεις όμως ότι τον έχουν εκείνοι;» «Μου έστειλαν σημείωμα. Και μου είπαν ότι θα ξαναεπικοινωνήσουν μαζί μου για περισσότερες πληροφορίες». «Που έχεις το σημείωμα;» «Το πέταξα» είπε με θάρρος η Λυδία για να καλύψει το ψέμα της. Σιγά μην του έλεγε ότι υπάρχει θησαυρός στην μέση. «Πολύ βολικό δεσποινίς. Κοίταξε να δεις αυτό που σκέφτομαι εγώ τώρα είναι ότι όλο αυτό που μου λες είναι ένα μεγάλο ψέμα για να φύγει ο αγαπημένος σου κάτω από τη μύτη μας. Για τον φιλαράκο σου σήμερα κιόλας βρέθηκαν στοιχεία που τον ενώνουν με τον τόπο του εγκλήματος. Περίμενα να πάρει το ΟΚ από τους γιατρούς για να τον συλλάβω. Το ατύχημα που είχατε μας πήγε λίγο πίσω. Μάλιστα εκεί θα πήγαινα μετά από σένα. Επίσης δεν υπάρχει ουδεμία περίπτωση να πήρε κάποιος από εμάς τον Άλκη από το νοσοκομείο ή να συγκάλυψε φόνο. Βλέπεις πολλές ταινίες στην τηλεόραση ». «Επίσης το τρακάρισμα δεν ήταν ακριβώς ατύχημα. Κάποιος μας ανάγκασε να βγούμε από τον δρόμο. Οι δικοί σου που παρακολουθούσαν δεν είδαν τίποτα;» είπε εκνευρισμένη η Λυδία «Εκείνοι κάλεσαν το ασθενοφόρο. Δεν μου είπαν όμως τίποτα για αυτό που μου λες ». «Αλήθεια; Δεν τους είδα πουθενά στο χώρο του ατυχήματος» είπε η Λυδία ειρωνικά"Κοιτάξτε τι προτείνω. Επειδή ο Άλκης ήταν μαζί μου όλο αυτό το διάστημα που λογικά έγινε η δολοφονία του Πάνου θέλω να μου δώσεις λίγο χρόνο και το νούμερο του κινητού σου. Μόλις έχω νέα θα σου τηλεφωνήσω. Εν τω μεταξύ εντελώς διακριτικά διέρρευσε μόνος σου σε κάθε κοντινό σου αστυνόμο και μια άλλη πληροφορία. Ανάλογα με το πώς θα αντιδράσουν οι απαγωγείς θα μάθουμε ποιος είναι ο συνεργάτης τους ή οι συνεργάτες τους. Έχω υποψίες ότι ίσως είναι αναμειγμένος σε όλο αυτό ο Αναγνωστόπουλος ». Ο Λυμπερίδης κοίταζε έκπληκτος τη Λυδία και επεξεργαζόταν την ιδέα της η οποία φαινόταν ότι δεν του έμοιαζε κακή. Ζήτησε το κινητό της τηλέφωνο και έγραψε μόνος του πάνω το νούμερο του. Βυθισμένος μέσα στις σκέψεις του χωρίς να μπει στον κόπο να χαιρετίσει έκανε μεταβολή και έφυγε από τον ενυδρείο αφήνοντας μόνη της τη Λυδία. Η Λυδία μετά από λίγο βγήκε και εκείνη πολύ προσεκτικά έξω προσέχοντας μήπως την παρακολουθούν. Τώρα η επόμενη στάση ήταν στο Δημήτρη. Έπρεπε και όφειλε να δώσει κάποιες εξηγήσεις. Όχι ότι θα έλεγε εντελώς την αλήθεια αλλά μερικά έπρεπε να τα γνωρίζει. Μέχρι να φτάσει στο ξενοδοχείο του Δημήτρη το μυαλό της τριγυρνούσε συνέχεια στην κουβέντα της με τον Λυμπερίδη. Είναι δυνατόν να μην είχαν ανακαλύψει ότι ο Άλκης δεν ήταν εκεί; Τόσο χαζοί ήταν όλοι τους εκεί μέσα; Βέβαια από την άλλη πλευρά ένας δικός τους πολύ εύκολα θα μπορούσε να τους παραπλανήσει. Έπιασε το κινητό της και είδε ότι ήταν γεμάτο από αναπάντητες. Η Τσίλια είχε χάσει την υπομονή της όπως και τα ίχνη της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτό τώρα. Μετά από λίγο βρισκόταν έξω από την πόρτα του δωματίου του Δημήτρη. Χτύπησε με το χέρι της ελαφρά την πόρτα. Ήλπιζε ότι δεν θα την άκουγε και θα τη γλύτωνε, όμως η πόρτα άνοιξε.


«Μπα, το αποφάσισες;» «Συγνώμη αλλά προέκυψαν μερικά θέματα που δεν γινόταν να τα αφήσω πίσω ». «Από την στιγμή που πάτησες το πόδι σου σε αυτό το καταραμένο νησί όλο κάτι προκύπτει». «Τα πράγματα Δημήτρη είναι λίγο πιο σύνθετα ». «Είμαι όλος αυτιά» της απάντησε και έκατσε στην μοναδική καρέκλα του δωματίου του και η Λυδία έκατσε στο κρεβάτι. «Ήρθα εδώ για μια δουλειά του περιοδικού. Στην πορεία όμως ανακάλυψα ότι δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι η ζωή μου με έφερε εδώ. Είμαι στα ίχνη ενός θησαυρού και όλοι όσοι έχουν ανακατευτεί με αυτό έχουν δολοφονηθεί. Ο μοναδικός άνθρωπος που με βοήθησε σε αυτό έχει απαχθεί από μια οργάνωση , που εγώ υποπτεύομαι ότι είναι η Θούλη. Έχει και ανθρώπους μέσα στην αστυνομία. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Θέλουν να βρω την τοποθεσία του θησαυρού αλλιώς με απείλησαν ότι θα σκοτώσουν εσένα και τον Άλκη. Δεν θέλω να σου πω άλλα γιατί όσο περισσότερα γνωρίζεις τόσο το χειρότερο για εσένα» του είπε κοιτώντας κάτω. Δεν ήθελε να του πει άλλα. Δεν ήθελε να του πει ότι ο Άλκης ίσως είναι η αγάπη της που χάνεται συνέχεια στους αιώνες. Δεν ήθελε να πει ότι γνώριζε που είναι ο θησαυρός αλλά δεν τον εμπιστεύεται να του το αποκαλύψει. Ο Δημήτρης την άκουσε και μετά την κοίταξε στα μάτια. «Από πού γνώρισες τον Άλκη; Νόμιζα ότι δεν γνώριζες κανέναν από πριν». «Ναι, αλήθεια σου είχα πει. Εδώ τον γνώρισα ». «Για αυτό με απέφευγες;» είπε με έναν πολύ ήρεμο τόνο και η Λυδία κόμπιασε. Δεν ήξερε τι να πει. Δεν είχε μάθει να λέει ψέματα σε προσωπικό επίπεδο αλλά ούτε και να κοροϊδεύει τους άλλους. Πάντα ήταν ντόμπρα, εκτός από εκείνη την ημέρα. «Όχι, δεν σε απέφευγα, απλώς δεν ήθελα να σου μιλάω γιατί με είχες εκνευρίσει που πάντα είχες άλλες προτεραιότητες. Πχ ποδόσφαιρο, φίλοι σου κτλ κτλ» «Το κατάλαβα αυτό και για αυτό ήρθα για να επανορθώσω. Την σκέφτηκες την πρόταση μου;» «Όχι, δεν την έχω σκεφτεί ακόμα. Έχω πολλά στο μυαλό μου» του απάντησε και πήγε να του πιάσει το χέρι. Εκείνος αποτραβήχτηκε θυμωμένος, μπορεί να μην ήθελε εκείνη να του πει την πραγματικότητα αλλά τέτοια πράγματα τα νιώθεις. Όποιος αγαπάει έχει ένστικτο και γνωρίζει πότε του άλλου η καρδιά πετάει μακριά. Τώρα έμειναν και οι δύο στην σιωπή μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο της Λυδίας. Εκείνη το σήκωσε αμέσως. «10:00 βράδυ εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο οδός Λουντέμη. Έλα μόνη» της είπε μια αλλοιωμένη φωνή και το έκλεισε. Η Λυδία αμέσως τηλεφώνησε στο κινητό του Λυμπερίδη και του είπε τον τόπο συνάντησης. «Εννοείται ότι δεν θα πας μόνη σου» της είπε ο Δημήτρης. Η Λυδία δεν είπε τίποτα γιατί φοβόταν να πάει μόνη της. Ένιωθε ότι εκεί θα υπήρχε ένα τέλος, πιθανόν το δικό της.

Αυτό που η κάμπια ονομάζει τέλος του κόσμου, η ζωή το λέει πεταλούδα. Λάο Τσε, 6ος αιώνας π.χ., Κινέζος φιλόσοφος


Δεν πέρναγαν οι ώρες μέχρι το βράδυ. Η Λυδία προσπάθησε να αφήσει πίσω της τη διαμάχη με το Δημήτρη ούτως ή άλλως μπορεί να πέθαινε για άλλη μια φορά πριν προλάβει να κάνει αυτό που πρέπει. Πριν προλάβει να βάλει τον θησαυρό στην θέση του, όποια και να ήταν εκείνη, πριν προλάβει να ζήσει την αληθινή αγάπη με τον Άλκη. Τόσες ζωές είχε χάσει για αυτό, τι θα ήταν να έχανε άλλη μια; Όμως μετά θα είχε άλλη ευκαιρία, θα έβρισκε τον δρόμο όπως τον βρήκε τώρα ή θα σπαταλούσε τη ζωή της και θα πέθαινε κάθε φορά νέα έχοντας μέσα της ένα μαράζι; Πήρε το Δημήτρη να πάνε κάπου να τσιμπήσουνε. Είχε ξεχάσει να φάει. Το κέντρο της πόλης ήταν ιδανικό για μια γρήγορη στάση. Ο Δημήτρης ήταν πολύ σιωπηλός και με δυσκολία της μιλούσε. Έμοιαζε σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί αλλά κατάπινε τον θυμό του και όταν άνοιγε το στόμα του έβγαινε η φωνή γαλήνια και ήρεμη. Όμως εκείνη τον ήξερε, μπορούσε να καταλάβει πολλά πράγματα για εκείνον χωρίς να αρθρώσει λέξη. Όταν ήταν εκνευρισμένος κούναγε το χέρι του λες και κρατούσε κομπολόι. Έτσι έκανε και τώρα. Επίσης τις στιγμές που ήταν απόλυτα εκνευρισμένος ήταν οι στιγμές που φαινόταν πιο ήρεμος από ποτέ. Έτσι ήτανε και τώρα. Είχε όμως δίκιο. Ήρθε να της κάνει πρόταση γάμου, παράτησε τα πάντα και υποψιάζεται και με το δίκιο του, ότι υπήρχε κάποιος άλλος στον ορίζοντα. Αν ήταν η Λυδία στην θέση του θα είχε κιόλας φύγει δεν θα έμενε να τον κοιτάει ούτε μια στιγμή. Ο εγωισμός της δεν θα της το επέτρεπε. Και εκείνος όμως έτσι είναι. Να τον κράτησε πίσω η αγάπη; Να την αγαπάει τόσο που να φοβάται να μην πάθει κάτι κακό; Και εκείνη να μην τον εκτιμάει… «Φάε Λυδία. Ένα σουβλάκι είναι. Τι το κοιτάς τόση ώρα;» «Το στομάχι μου είναι ένας κόμπος. Δεν νομίζω ότι μπορεί να κατέβει τίποτα κάτω ». «Φοβάσαι;» «Μόνο;» «Ξέρεις που είναι ο θησαυρός;» «Τώρα τι ερώτηση είναι αυτή;» «Απλή, είπες ότι είσαι στα ίχνη του θησαυρού. Που είναι;» «Δημήτρη αν σου πω θα καταλήξεις και εσύ σε κανένα χαντάκι. Και λέω και εσύ γιατί και εγώ μάλλον εκεί θα καταλήξω». «Λυδία, μπορείς να με εμπιστευτείς και το ξέρεις. Σου το έχω αποδείξει» της είπε και της έπιασε τρυφερά το χέρι. Η Λυδία για μια στιγμή το σκέφτηκε μήπως έπρεπε να του το πει. Άλλωστε τον ήξερε τόσα είχαν περάσει οι δυο τους. Βέβαια δεν είχαν περάσει και καμιά φουρτούνα αλλά όσο να ναι είχε μοιραστεί ένα κομμάτι της ζωή της μαζί του. Τώρα που τον κοιτούσε της φαινόταν τόσο καλός, τόσο αληθινός και εκείνη είχε το μυαλό της αλλού. Αισθανόταν πολλές ενοχές αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να μείνει μαζί του. «Λυδία, σε παρακαλώ πες μου. Μοιράσου το μαζί μου. Σίγουρα αν γνωρίζω όλη την κατάσταση κάτι θα σκεφτώ για να τη γλυτώσουμε ». συνέχισε να της μιλάει σαν θλιμμένο κουτάβι. «Δεν μπορώ, σε παρακαλώ, κατάλαβε με. Δεν έχει να κάνει με εμπιστοσύνη. Αλλά με ασφάλεια ». του είπε και ήλπιζε ότι θα καταλάβαινε. Εκείνος όμως τράβηξε το χέρι του εκνευρισμένος. «Να ξέρεις ότι μόνη σου το προκάλεσες αυτό» είπε και την κοίταξε με ένα αλλιώτικο βλέμμα.


«Συγνώμη;» «Εννοώ, ότι αποσύρω την πρόταση γάμου. Αν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη τώρα ανάμεσα μας πως θα μοιραστώ τη ζωή μου μαζί σου;» της είπε αρχικά με λίγο δισταγμό αλλά όσο συνέχισε μιλούσε όλο και πιο έντονα λες και οι ίδιες του οι λέξεις να του έδιναν κουράγιο. Για λίγο υπήρξε μια παύση. Η Λυδία δεν ήθελε να πει κάτι άλλο και ο Δημήτρης έμοιαζε να ελπίζει ότι με αυτή του την κίνηση η Λυδία θα μαλάκωνε, όμως όχι. «Πρέπει να πάω λίγο από το δωμάτιο μου» είπε στο τέλος. «Πάμε μαζί ». της είπε με βαριά καρδιά και σηκώθηκαν και οι δύο για να πάνε στο ξενοδοχείο. Μόλις έφτασαν η Λυδία τον παρακάλεσε να την περιμένει στο αυτοκίνητο. Δεν θυμόταν αν υπήρχε κάτι του Άλκη μέσα στο δωμάτιο και δεν είχε καμία όρεξη να δίνει εξηγήσεις. Εκείνος για πρώτη φορά συμφώνησε έτσι απλά και την περίμενε. Εκείνη ανέβηκε πάνω και έκλεισε με το κλειδί την πόρτα πίσω της. Μπήκε μέσα, έκανε ένα γρήγορο ντους και μετά έβαλε καθαρά σκούρα ρούχα. Μην λάμπει και σαν την πυγολαμπίδα μέσα στην νύχτα. Της ξέφυγε ένα μικρό χαμόγελο το οποίο έφυγε αμέσως στην επόμενη της σκέψη. Σκέφτηκε να αφήσει ένα σημείωμα σε περίπτωση που το βράδυ ήταν νεκρή αλλά άλλαξε γνώμη. Ούτως ή άλλως το είχε πει στον Λυμπερίδη, λογικά εκείνος θα είχε οργανώσει την σουπερ διάσωση τους. Παρολαυτά όμως πήρε το μαγνητοφωνάκι του υπνωτιστή μήπως μπορούσε να το κολλήσει πάνω της και να μαγνητοφωνήσει όσα θα ειπωθούν. Ναι, αυτή ήταν μια πολύ καλή ιδέα. Μετά από μισή περίπου ώρα κατέβηκε στο αυτοκίνητο που την περίμενε ο Δημήτρης και μετά πήγαν στο δωμάτιο του Δημήτρη. «Μην με παρεξηγείς αλλά χρειάζομαι επειγόντως ύπνο. Θα με προσέχεις;» «Ναι, αυτό μπορώ να το κάνω για σένα. Τι να σου κάνω που από τη μανία σου να μου κρύβεσαι δεν έκλεισες μάτι. Έτσι δεν έγινε;» Η Λυδία απλώς έγνεψε και σχεδόν έτοιμη να λιποθυμήσει από την κούραση ξάπλωσε στο κρεβάτι. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε ήδη πέσει σε ένα πολύ βαθύ ύπνο. Δυστυχώς όμως το μυαλό της δεν την άφηνε να ξεκουραστεί ούτε εκεί. Όσο κοιμόταν όλες οι πληροφορίες και τα γεγονότα που συνέβησαν πέρναγαν πολύ γρήγορα από το μυαλό της και ένιωθε ότι δεν θα ξυπνούσε ποτέ. Το πιο ενδιαφέρον όμως για εκείνη ήταν ότι ονειρεύτηκε τον εαυτό της σαν Αριάδνη, τι όμορφη που ήταν. Έβλεπε τον Καλλίμαχο να πλησιάζει εκείνη και την φίλη της τη Ναυσικά με ένα μαχαίρι. Η Ναυσικά ήταν πολύ οργισμένη και συνέχιζε να ξεστομίζει κατάρες και να τραβάει την προσοχή του κόσμου. Ο Καλλίμαχος όμως δεν μπορούσε να την αφήσει να φωνάζει. Πήγε προς το μέρος της, ύψωσε το χέρι του για να της δώσει μια μαχαιριά στην καρδιά αλλά τελικά δεν τα κατάφερε γιατί η Αριάδνη μπήκε στην μέση για να την σώσει. Ο Καλλίμαχος και οι δικοί του αναγκαστήκαν να τραπούν σε φυγή αλλιώς θα τους έπιαναν. Η Ναυσικά έμεινε να την κρατάει αγκαλιά και να κλαίει από πάνω της όσο εκείνη έβγαζε τις τελευταίες της αναπνοές. Η τελευταία της σκέψη ήταν ότι έπρεπε να είχε αλλάξει τη γνώμη της Ναυσικάς και να είχαν μοιραστεί τον θησαυρό. Η Λυδία ένιωθε την καρδιά της να πηγαίνει να σπάσει αλλά ήταν αδύνατον να ξυπνήσει. Μετά είδε τον εαυτό της σαν Πέτρο να έχει βγάλει την χαντζάρα του και να προσπαθεί να απωθήσει τους Άραβες που έχουν μαζευτεί σαν μελίσσι γύρω του. Ο Νίκανδρος τον κοιτάζει από μακριά αν ήθελε τώρα που είχε αποσπάσει ο ίδιος την προσοχή των φρουρών θα μπορούσε να αντιδράσει αλλά δεν το κάνει. Όσο μπορεί αποκρούει τα χτυπήματα τους


όμως είναι πάρα πολύ για εκείνον. Δεν μπορεί να αμυνθεί και είναι ολομόναχος. Μακριά βλέπει με την άκρη του ματιού του την Ανθή να ξεφεύγει. Ο γιος του έχει ήδη δραπετεύσει, δεν υπάρχει άλλο νόημα να παλεύει με τους βάρβαρους. Αφήνεται. Τον μαχαιρώνουν ξανά και ξανά λες και τους είχε κάνει ένα τεράστιο κακό. Οι πόνοι είναι αφόρητοι αλλά όχι για πολύ. Η τελευταία του σκέψη είναι ότι καλά έκανε και έσωσε μόνο αυτούς που αγαπάει και κανέναν άλλον. Έπειτα είδε τον εαυτό της σαν Φιλίπ να κάνει τον σταυρό του και να βγάζει το σπαθί του. Ήταν μόνος του και οι Τούρκοι τον πλησίαζαν έχοντας στα χέρια τους σπαθιά. Εκείνος σαν ιππότης έκανε την προσευχή του από μέσα του και ξεκίνησε να αποκρούει τα χτυπήματα. Ήταν πολύ καλά εκπαιδευμένος αλλά όσο πλήθαιναν οι αντίπαλοι τόσο πιο δύσκολο ήταν για εκείνον να αντιδράσει. Πρώτα του κόψανε το ένα χέρι και εκεί κατάλαβε ότι το τέλος του απείχε ένα λεπτό μακριά. Η τελευταία του σκέψη ήταν ότι ο Θεός θα τον συγχωρούσε που ρουφιάνευε τους Έλληνες αφού προστάτευε τους Ιππότες και μετά το κεφάλι αποχωρίστηκε το σώμα του και έπεσε μακριά. Το τελευταίο της όνειρο ήταν και εκείνο που την ξύπνησε. Είδε τον εαυτό της σαν Βασίλη να κοιτάζει τον Γερμανό, να κοιτάζει τον Ηλία και μετά τα σακιά. Ο Γερμανός ύψωσε το όπλο του και ακούστηκε ένας δυνατός κρότος. Ο Γερμανός τινάχτηκε πίσω από την ορμή του όπλου και ο Βασίλης κοίταζε την κοιλιά του. Έβαλε μηχανικά τα χέρια του στο τραύμα και διπλώθηκε στα δύο. Τώρα οι παλάμες του ήταν βαμμένες κόκκινες από το δικό του αίμα. Του φάνηκε όμως ότι δεν ήταν μόνο το δικό του αίμα εκεί αλλά και του Σπύρου. Ξάπλωσε κάτω και είδε να τον πλησιάζει ο Γερμανός για να του ρίξει την χαριστική βολή στο κεφάλι. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί τίποτα άλλο, μόνο είπε «Παναγιά μου». Η Λυδία ξύπνησε από τη δική της φωνή να φωνάζει «Παναγιά μου » δυνατά. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Αν κάποιος τις μετρούσε τους σφυγμούς θα έβλεπε ότι ήταν πάνω από 150. Ανέπνεε λαχανιασμένα και μόλις την είδε ο Δημήτρης πήγε και της έφερε ένα ποτήρι νερό. «Είσαι καλά;» της είπε με ανησυχία. «Δεν είμαι σίγουρη» του είπε και ήπιε λίγο νερό. Αυτά δεν ήταν όνειρα φαντασίας. Ήταν το τέλος των προηγούμενων ζωών της και της έδιναν μηνύματα. Είχε χαθεί στην σκέψη της λες και ήταν μόνη της σε όλο το δωμάτιο, μόνη της σε όλον τον κόσμο. Λάθη που δεν πρέπει να επαναλάβει σήμερα. Τώρα τα είχε καταλάβει όλα. Δεν έπρεπε να βάζει τα χρήματα πάνω από όλα και αυτό πλήρωσε σαν Αριάδνη. Δεν έπρεπε να ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό της σαν Πέτρος γιατί αν είχε βοηθήσει τον Νίκανδρο θα είχε και εκείνος από κάπου βοήθεια. Το καλό πάντα επιστρέφει. Στο όνομα κανενός δεν δικαιολογούνται οι κακές πράξεις αυτό πλήρωσε ο Φιλίπ προδίδοντας τους Έλληνες στους Τούρκους και ας είχε την συνείδηση του καθαρή απέναντι στους Ιππότες. Και όταν ήταν Βασίλης δεν σταμάτησε το φονικό. Το να επιτρέπεις το κακό και να μην αντιδράς είναι σαν να το διαπράττεις κιόλας. Ίσως τώρα που είδε τα λάθη της να μην ξαναχάσει άλλη μια ζωή, να έχει μια ευκαιρία στην ευτυχία. Όμως υπήρχαν λάθη τα οποία είχε κάνει και τα βλέπει τώρα. Όσα όμως μπορεί να διορθώσει όσα προλαβαίνει να διορθώσει θα το κάνει τώρα, πριν να είναι αργά. Κοίταξε το ρολόι της, είχε μόνο μιάμιση ώρα πριν από το τέλος. Σηκώθηκε πάνω αποφασιστικά. Πήρε μια ταινία και κόλλησε με τη βοήθεια του Δημήτρη το κασετοφωνάκι,


πάνω στον στηθόδεσμο της. «Δημήτρη, πρέπει να περάσω άλλη μια φορά από το ξενοδοχείο. Πρέπει να κάνω ένα τελευταίο πράγμα πριν πάμε στο ραντεβού». « Ό,τι θέλεις» της είπε ο Δημήτρης πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και πήγε προς την πόρτα. Σε πολύ λίγο χρόνο η Λυδία ήταν μέσα στο δωμάτιο της και έκανε τον κόσμο άνω κάτω μέχρι να βρει αυτό που ήθελε. Μόλις το βρήκε έβγαλε μια κόλλα λευκό χαρτί και έγραψε: «Αν ήθελα θα σε είχα καταστρέψει. Όμως δεν είμαι πλέον τέτοιος άνθρωπος. Πρέπει να μάθω ότι ή θα χωρίσεις τη γυναίκα σου και θα κάνεις τη ζωή σου ή θα μαζευτείς στο σπίτι σου και θα σταματήσεις τα τσιληπουρδήματα. Στην επόμενη σου ζωή δεν ξέρεις τι θα καταλήξεις. Κάνε το σωστό γιατί θα μάθω ». Μετά πήρε ένα cd και αντέγραψε τις ερωτικές περιπέτειες του Αντωνίου. Πήρε και ένα φάκελο, έγραψε τη διεύθυνση της δισκογραφικής, έγραψε πάνω «αυστηρά προσωπικό» και το έδωσε στην ρεσεψιόν. Πλήρωσε και τη διαμονή μέχρι εκείνη τη μέρα και πήγε να βρει το Δημήτρη. «Τι ήθελες να κάνεις;» της είπε όλο απορία. «Το σωστό» του απάντησε και πήρε μια βαθιά αναπνοή ανακούφισης. «Πάμε τώρα;» του είπε και ξεκίνησαν να πάνε στο εργοστάσιο. Εν τω μεταξύ πήρε το κινητό της και τηλεφώνησε στην μητέρα της. Έπρεπε να της πει ένα αντίο ήταν τόσο γαϊδούρι, να μην έχει απαντήσει στα τηλεφωνήματα της. Το τηλέφωνο του σπιτιού δεν απαντούσε και βγήκε τηλεφωνητής. Μακάρι να είχε μάθει να χειρίζεται κινητό έτσι τουλάχιστον θα την άκουγε για πιθανόν τελευταία φορά. Αφού όμως είναι έτσι θα της άφηνε μήνυμα. «Έλα μαμά, μπαμπά. Συγνώμη που δεν πήρα τηλέφωνο νωρίτερα. Ήθελα να σας ευχαριστήσω για όλα όσα έχετε κάνει για μένα μέχρι σήμερα και να σας πω ότι σας αγαπώ πάρα πολύ. Αντίο» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο πριν αρχίσει να κλαίει. «Λυδία πως κάνεις έτσι; Χαλάρωσε. Όλα καλά θα πάνε ». της είπε και της έπιασε το χέρι. Η Λυδία προσπάθησε να μαζέψει όλο της το κουράγιο και την ψυχραιμία. Ο φόβος την αποδυνάμωνε και αυτό ήταν γεγονός. Άρχισε να σφίγγει τις γροθιές της και να προσπαθεί να πάρει δύναμη από εκεί. Θα τα κατάφερνε, όλα θα πήγαιναν καλά και μετά θα υπήρχε το ευτυχισμένο τέλος που υπήρχε στις ταινίες, στα μυθιστορήματα και στα παραμύθια. Καθώς ο Δημήτρης οδηγούσε της φάνηκε αλλιώτικος, ψεύτικος είχε ένα περίεργο προαίσθημα για εκείνον αλλά δεν μπορούσε να το ταυτοποιήσει. Στο εργοστάσιο επικρατούσε ένα ατελείωτο σκοτάδι. Έξω υπήρχαν μόνο πέντε κολώνες τις ΔΕΗ περιμετρικά από έναν τεράστιο χώρο βυθισμένο στο σκοτάδι. Παρκάρισαν ακριβώς μπροστά. Πίσω στο πορτμπαγκάζ υπήρχαν ακόμα οι φακοί και τα φτυάρια από την προηγούμενη νύχτα. Οπότε πήρε ο καθένας από έναν φακό και πήγαν σε μια χαλασμένη σιδερένια είσοδο. Πρώτη προχωρούσε η Λυδία και πίσω της πήγαινε ο Δημήτρης. Μια εύκολη προσπάθεια ήταν αρκετή για να ανοίξει η πόρτα. «Μείνε εδώ. Μου είπαν να πάω μόνη μου, δεν θέλω να το διακινδυνεύσω» είπε η Λυδία στο Δημήτρη και του έγνεψε να μην κάνει κανένα άλλο βήμα. Ο Δημήτρης την υπάκουσε απρόθυμα. Η Λυδία πάτησε το κουμπί της ηχογράφησης και άρχισε να περπατάει μόνη της στα σκοτάδια. Βρέθηκε μέσα σε ένα τεράστιο χώρο γεμάτο με άδεια κασόνια τα οποία πατούσε ασταμάτητα. Το μεγάλο της πρόβλημα όμως ήταν ότι δεν είχε αποφασίσει τι θα έλεγε. Δεν ήθελε να πει που είναι ο θησαυρός αλλά ήθελε και να τους ξεσκεπάσει.


Τελικά θα έπρεπε να αυτοσχεδιάσει εκείνη την στιγμή. Αν και δεν ήθελε να κάνει κανένα θόρυβο, την άφιξη της πρόδωσαν τα σπασμένα μπουκάλια που ήταν πεταμένα παντού στο έδαφος. Έμοιαζε να ήταν παλιά οινοποιία και το κτίριο που την στέγαζε τόσα χρόνια να είχε αφεθεί στο έλεος του χρόνου. Σπασμένα τζάμια παντού, μπάζα, μπόλικα ποντίκια και το έμβλημα της εταιρείας ήταν πεσμένο στο έδαφος και σάπιζε μαζί με όλα τα υπόλοιπα. «Μείνε εκεί που είσαι! Και σβήσε το φακό σου» ακούστηκε μια φωνή μέσα από το σκοτάδι. Η Λυδία υπάκουσε σιωπηλά δεν μπορούσε να κάνει και κάτι άλλο, ήταν στο έλεος τους. Αν ήθελαν μια σφαίρα ήταν αρκετή για να τη βγάλει από τη μέση χωρίς ίχνη, χωρίς στοιχεία, χωρίς κλάμα, χωρίς πόνο και μετά τα ποντίκια θα αναλάμβαναν τα υπόλοιπα. «Μίλα» φώναξε επιτακτικά η ίδια φωνή. «Αν δεν δω τον Άλκη δεν έχω τίποτα να πω» μετά από λίγη ώρα σιωπής ένας φακός σημάδευε τον Άλκη με μια κουκούλα στο κεφάλι να στέκεται ανάμεσα σε ένα σωρό από κασόνια. Δεν έβγαλε μιλιά μάλλον μέσα από την κουκούλα του είχαν κλείσει το στόμα. « Ποιοι είστε τέλος πάντων;» φώναξε με όλη της τη δύναμη. «Δεν σε αφορά. Μίλα» της διέταξε η ίδια φωνή. Η Λυδία δεν μπορούσε να αναβάλλει την απάντηση όπως πίστευε ότι θα έκανε , ούτε να κερδίσει χρόνο. Έτσι όπως ήταν , μόνη σε έναν μεγάλο άδειο χώρο δεν είχε καμία ελπίδα επιβίωσης. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει είναι να σκαρφιστεί ένα ψέμα. «Ο θησαυρός είναι …» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση της και άκουσε έναν πυροβολισμό. Χωρίς να το καταλάβει έσκυψε και έπεσε κάτω. Αμέσως άναψε τον φακό της και έδειξε στην κατεύθυνση του Άλκη για να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν αυτός που έπεσε κάτω. Όμως δεν ήταν πια όρθιος, είχε πέσει κάτω. Ας μην έφαγε αυτός την σφαίρα…Όπως ήταν πεσμένη άκουσε βήματα να τρέχουν δεξιά και αριστερά. Πρέπει να ήταν τρεις τέσσερις άντρες οι οποίοι έτρεχαν. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν εκείνοι κυνηγοί ή τους κυνηγούσαν. Το σίγουρο ήταν ότι δεν ήταν εκείνη το κέντρο της προσοχής. Πυροβολισμοί ακούγονταν από παντού, αν καθόταν και άλλο σε εκείνο το σημείο σίγουρα θα έτρωγε και εκείνη κάποια σφαίρα. Σύρθηκε όπως μπορούσε , κόβοντας τα χέρια της με τα γυαλιά και πήγε και χώθηκε πίσω από μια κολώνα στην χαλασμένη είσοδο του κτιρίου. Δεν ήθελε να ανάψει τον φακό γιατί αμέσως θα πρόδιδε τη θέση της. Η μόνη πηγή φωτός για εκείνη ήταν το φεγγάρι και ο έναστρος ουρανός. «Άλκη, Άλκη» είπε όσο πιο σιγανά μπορούσε. Ήλπιζε ότι και εκείνος θα ήταν κάπου εκεί κοντά. Δεν άκουσε τίποτα, καμία απάντηση από τον Άλκη. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει μετά από λίγο επικράτησε η απόλυτη σιωπή. «Έλα Λυδία βγες. Όλα είναι καλά. Ένας αστυνομικός είναι δίπλα μου». άκουσε τη γνώριμη φωνή του Δημήτρη. «Και εγώ που ξέρω ότι δεν σε σημαδεύουν με ένα όπλο για να με βγάλεις έξω από εδώ;» του είπε δυνατά η Λυδία. «Το μόνο που χρειάζεται είναι να κοιτάξεις» της είπε ο Δημήτρης και η Λυδία πρόβαλλε λίγο το κεφάλι της για να δει πιο έξω. Πραγματικά σχεδόν στην μέση του προαύλιου χώρου του εργοστασίου ήταν ο Δημήτρης και κράταγε και εκείνος τον δικό του τον φακό. Έπειτα με τον φακό του έφεξε πάνω στον Λυμπερίδη. Η Λυδία έβγαλε μια μεγάλη ανάσα ανακούφισης. Δεν το πίστευε ότι όλα τελείωναν καλά, ότι ήταν ζωντανή. Ο


Άλκης όμως; Σηκώθηκε όρθια και άρχισε να ψάχνει με τον φακό. «Τον Άλκη, τον είδατε;» «Λυδία έλα κοντά να σου πω για τον Άλκη» της φώναξε ο Λυμπερίδης. Εκείνη την στιγμή καθώς έφεξε λίγο πιο μακριά είδε ένα άνθρωπο πεσμένο κάτω μπρούμυτα. Πλησίασε πιο κοντά καθώς λαχτάρησε ότι ήταν ο Άλκης και με τον φακό έφεξε πάνω στο κεφάλι του. Ήταν ένα γερασμένο κεφάλι γεμάτο από λευκά μαλλιά. Ανατρίχιασε ολόκληρη ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν σε οποιαδήποτε επαφή με ένα πτώμα. Πίσω στην πλάτη του είχε αίμα , πρέπει να τον είχε διαπεράσει η σφαίρα. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και γύρισε να δει ποιος είναι. Ποιος ήταν αυτός που είχε κάνει τόσους φόνους και την εκβίαζε; Ποιος ήταν αυτός που συμμετείχε σε μια τόσο τρομερή οργάνωση που δεν σεβόταν την αξία της ανθρώπινης ζωής που άλλοι παίρνουν όρκο για να θεραπεύουν; Ο Αρίστος Μακρής, χωρίς κανένα αναπηρικό καροτσάκι δίπλα του. Η αναπηρία ήταν μια κάλυψη για να κάνει ό,τι θέλει και να μην τον παίρνει κανείς χαμπάρι. «Λυδία, θα έρθεις; Είσαι καλά ή να έρθω να σε πάρω;» της φώναζε επίμονα ο Δημήτρης. «Τώρα έρχομαι» φώναξε η Λυδία και τον άφησε εκεί. Έφεξε με τον φακό και είδε λίγο πιο πέρα ήταν άλλοι δύο νεκροί, πρέπει να ήταν εκείνοι που την ακολουθούσαν, τον ένα τον αναγνώρισε κιόλας. Με ένα αβέβαιο περπάτημα ξεπρόβαλλε πιο έξω και πλησίασε κοντά στο Δημήτρη. «Βρήκατε τον Άλκη;» είπε στον Λυμπερίδη. «Φοράει κασετοφωνάκι στον στηθόδεσμο. Βγάλε της το» είπε ο Δημήτρης με μια φωνή που μέσα της έκρυβε πολλά. Η Λυδία σάστισε. «Δεν χρειάζεται να μου το βγάλετε εσείς, το βγάζω και μόνη μου. Είναι όλες οι αποδείξεις που χρειάζεστε για τον Αρίστο» είπε η Λυδία καλοπροαίρετα και έδωσε το κασετοφωνάκι στον Λυμπερίδη. «Μπράβο, καλή κοπέλα. Τώρα πες μου που είναι ο θησαυρός ». της είπε ο Λυμπερίδης και της έπιασε με δύναμη το χέρι. «Δεν ξέρω, δεν έχω ιδέα. Δημήτρη;» «Λυδία απάντησε του να μην χάνουμε χρόνο». «Δημήτρη;» επανέλαβε το όνομα του με ένα μεγάλο ερωτηματικό με μια μεγάλη απορία. «Πες της τα να τελειώνουμε και να συνεχίσουμε με το θέμα μας» φώναξε ο Λυμπερίδης. «Όταν πήγα στο νοσοκομείο και εσύ με παράτησες μόνο μου ήρθε και με βρήκε ο Λυμπερίδης και μου άνοιξε τα μάτια για το ποια είσαι και που πήγα να μπλέξω. Μου έδειξε φωτογραφίες δικές σου που περνούσες πολύ «φιλικά» με τον καινούργιο σου φίλο. Χέρι χέρι, αγκαλιές, γελάκια. Ποιόν νόμιζες ότι θα κοροϊδέψεις και εγώ ήρθα σαν τον βλάκα να σου πω να γίνεις γυναίκα μου. Λίγες μέρες ήρθες μόνη σου και αμέσως πήγες να βρεις γκόμενο. Φαντάσου τι έχεις κάνει πίσω από την πλάτη μου στα άλλα σου ταξίδια. Τι κέρατο έχω φάει… σαν τον ηλίθιο σου είχα εμπιστοσύνη. Δεν έκανα καμία επέμβαση όπως σου είπαν ήταν όλα ψέματα. Μετά σε ακολουθούσα γιατί συμφώνησα με τον κύριο Αστυνόμο εδώ ότι έχω μερίδιο στον θησαυρό. Αλλά εσύ δεν μου έλεγες, όχι ήθελες να μοιραστείς τον θησαυρό με τον αγαπητικό σου. Οπότε θα τα πεις αναγκαστικά σε εκείνον» της είπε


χαιρέκακα γεμάτος μίσος. «Δημήτρη;» είπε η Λυδία με σιγανή φωνή. Δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που έβλεπε μπροστά της. Αυτός ήταν ο άνθρωπος που ήταν μαζί τόσο καιρό; Που πριν από λίγο της έπιασε το χέρι και της είπε να μην φοβάται; «Είναι πολλά τα χρήματα Λυδία και εσύ δεν αξίζεις τόσα» της απάντησε με τον πιο υποτιμητικό τρόπο που μπορούσε. «Λοιπόν; Θα το κάνουμε με τον εύκολο τρόπο ή με τον δύσκολο;» της είπε ο Λυμπερίδης και φώναξε έναν άλλο αστυνομικό κοντά. Μαζί του είχε δύο αστυνομικούς οι οποίοι ήταν του σιναφιού του. Η Λυδία πλησίασε κοντά του και τον έφτυσε κατάμουτρα. «Ντροπιάζεις τα γαλόνια που φοράς» του είπε απαξιωτικά και εκείνος σήκωσε το χέρι του και της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι. Εκείνη έπεσε κάτω και χτύπησε πάνω στα σπασμένα γυαλιά. «Κοίτα τι έκανες τώρα. Εγώ δεν χτυπάω ποτέ γυναίκες» είπε και την τύφλωσε με το φακό. Η Λυδία ένιωσε ότι ταρακουνήθηκε όλο της το μυαλό. «Να που χτύπησες όμως μία» του είπε και έφτυσε λίγο αίμα που είχε έρθει στο στόμα της. «Έχω πεθάνει τόσες φορές για τον θησαυρό τουλάχιστον αν πεθάνω με τον σωστό τρόπο ίσως να μην ξαναγεννηθώ και να αναπαυθώ» σηκώθηκε όρθια και πλησίασε ατρόμητη τον Λυμπερίδη. Έφερε το πρόσωπο της τόσο κοντά του που εκείνος ενοχλήθηκε και την έσπρωξε πιο πέρα. «Λυδία, άσε τις αηδίες και πες. Αξίζει να πεθάνεις για αυτό;» της είπε ο Δημήτρης αλλά εκείνη δεν κούνησε ούτε βλέφαρο. «Πολύ καλά ».είπε ο Λυμπερίδης και έκανε νόημα στα τσιράκια του. Μετά από λίγο έφεραν τον Άλκη. Έβγαλαν την κουκούλα από το κεφάλι του και του έριξαν το φως του φακού στο πρόσωπο. Πρέπει να ήταν αρκετές ώρες στο σκοτάδι γιατί δεν μπορούσε να ανοίξει καθόλου τα μάτια του. Ούτε και όταν έστρεψαν τον φακό πιο κάτω. Το πρόσωπο του ήταν χτυπημένο, προφανώς κάποια στιγμή αντιστάθηκε και το πλήρωσε. «Άλκη» είπε η Λυδία με σβησμένη φωνή. Τον εαυτό της μπορούσε να τον θυσιάσει, τον Άλκη όμως όχι. Του έβγαλαν την ταινία που είχε στο στόμα του, περίμεναν ότι θα παρακαλούσε. «Αυτός με έβγαλε από το νοσοκομείο και με εξαπάτησε, ο Λυμπερίδης. Μην κάνεις τίποτα από ότι σου λένε» είπε με τη λίγη δύναμη που του είχε απομείνει. Ο Δημήτρης λες και του το χρώσταγε πήγε και του έδωσε μια μπουνιά στην κοιλιά. Όταν ο άλλος είναι ανήμπορος, δεμένος μπορείς να κάνει κάποιος εύκολα το παλικάρι. «Σου το χρωστούσα» του είπε ο Δημήτρης με σαρκασμό. Ο Άλκης γονάτισε στα δύο και η Λυδία ένιωσε την ψυχή της να σπαράζει. Κάθε αδυναμία που έδειχνε στον Άλκη θα την πλήρωνε με ξύλο ο Άλκης από το Δημήτρη. Έπρεπε να το παίξει αλλιώς. Πήγε να πλησιάσει τον αστυνόμο αλλά ένα τσιράκι ήρθε και την έπιασε πισθάγκωνα. «Δεν με νοιάζει ότι και να του κάνετε. Και να ήξερα δεν θα σας έλεγα ». είπε με πιο ήρεμο τρόπο. «Μπορώ τότε να τον χτυπήσω κι άλλο σωστά; Να πατσίσουμε τουλάχιστον» είπε ο Δημήτρης και ο Λυμπερίδης δεν έδειχνε να διαφωνεί ίσα ίσα που του κρατούσε το φακό για να βλέπει καλύτερα. Ο Δημήτρης λες και μέσα του τόσο καιρό δεν είχε ψυχή αλλά λάσπη άρχισε να χτυπάει επανειλημμένα τον Άλκη. Στο πρόσωπο, στην κοιλιά, στο στομάχι όπου


έβρισκε έχοντας κάποιον να τον κρατάει ακίνητο. Ο Άλκης είχε αρχίσει να καταρρέει και η Λυδία δεν μπορούσε να το βλέπει. «Σταμάτα!!!» είπε δυνατά «Σε ακούμε » είπε ο Λυμπερίδης αλλά η Λυδία ακόμα δεν φαινόταν έτοιμη να μιλήσει. Ήξερε ότι θα τους σκότωναν και τους δύο είτε μιλούσε είτε όχι. Οπότε γιατί να μιλήσει και να έχουν και τον θησαυρό; Όμως ο Λυμπερίδης έκανε νόημα σε έναν από τους δικούς του, που τόση ώρα καθόταν χωρίς καμία ενοχή και παρακολουθούσε λες και ότι συνέβαινε μπροστά του ήταν μέρος της ρουτίνας του, και του έδωσε ένα όπλο. Προφανώς αυτό το χρησιμοποιούσαν για τις παράνομες δραστηριότητες και δεν ήταν καταχωρημένο σε κανέναν αστυνομικό. Πήγε απέναντι από τον Άλκη και τον σημάδεψε. «Μίλα επιτέλους!!!» είπε δυνατά και ήταν έτοιμος να ρίξει. Μετά θα ήταν η σειρά της. Δεν άντεξε όμως, έδωσε μια αγκωνιά σε εκείνον που την κρατούσε, έσπρωξε το Δημήτρη και πολύ γρήγορα βρέθηκε μπροστά στον Άλκη. Ο χρόνος σταμάτησε. Ίσα που πρόλαβε να του αγγίξει το χέρι και να τον αισθανθεί πριν ακούσει τον πυροβολισμό. Της φάνηκε ότι όλα είχαν μείνει ακίνητα εκτός από την σφαίρα που την πλησίαζε αμείλικτα, χωρίς διακρίσεις, χωρίς αναστολές, χωρίς καμία άποψη. Δεν την ενδιέφερε την σφαίρα αν εκεί που την έστελναν έπρεπε να πάει. Σαν πιστός στρατιώτης ακολουθούσε την εντολή του Συνταγματάρχη της και πήγαινε να σκοτώσει. Είχε άδεια να σκοτώσει, δεν ήταν αμαρτία, δεν θα λογοδοτούσε πουθενά. Έτσι με όλη της την ταχύτητα πήγε και διαπέρασε το σώμα της Λυδίας. Η Λυδία καθώς έπεφτε άκουσε και άλλους πυροβολισμούς. Της φάνηκε λες και ήταν όνειρο ότι άκουσε: «Ψηλά τα χέρια. Κάτω τα όπλα ». είχαν αργήσει. Η δικαιοσύνη είχε αργήσει αλλά είχε έρθει. Έπεσε κάτω και ένιωσε να τραντάζεται. Δεν αναγνώριζε πια το σώμα της, κοίταζε τα πόδια της και της φαινόταν ότι ήταν της Αριάδνης, του Πέτρου, του Φιλίπ, του Βασίλη. Είχε έρθει το τέλος και για εκείνην; Τουλάχιστον έκανε το καλό, έσωσε τον Άλκη. Δεν θα πέθαινε για να ξαναζήσει. Ο Δημήτρης είχε μείνει στήλη άλατος και παρακολουθούσε τον χτυπημένο και αιμόφυρτο Άλκη να την παίρνει αγκαλιά και να κλαίει όπως δεν είχε ακούσει άντρα να κλαίει ξανά. Τρυφερά της έπιασε το χέρι και της χάιδευε τα μαλλιά. «Μην με αφήσεις , σε παρακαλώ. Τώρα που σε βρήκα, αγάπη της ζωής μου. Μοναδική μου αγάπη μη με αφήσεις μόνο μου. Δεν ξέρω αν οι ζωές μας θα ξανασυναντηθούν. Θα πεθαίνω και θα ξαναζώ χωρίς εσένα; Τι ζωή θα είναι αυτή;» της έλεγε ξανά και ξανά σαν να παραμιλούσε λες και ήταν οι δυο τους στον κόσμο. Του Δημήτρη του πέρασαν χειροπέδες και τον οδήγησαν έξω από το εργοστάσιο. Ο Λυμπερίδης είχε μείνει ακίνητος και περίμενε να δει ποιος ήταν εκείνος που τον είχε ανακαλύψει. Μετά από λίγο είδε τον Αναγνωστόπουλο να έρχεται μαζί με μερικούς ακόμα. Τον πλησίασε και τον έφτυσε κατάμουτρα. Πήρε στα χέρια του τις χειροπέδες και του έδεσε τα χέρια. Ο Λυμπερίδης τον κοίταζε και δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. «Εσωτερικές Υποθέσεις» είπε πολύ δυνατά για να είναι σίγουρος ότι τον έχει ακούσει καλά. Τότε ο Λυμπερίδης κατέβασε το κεφάλι του και προχώρησε μπροστά. Ήξερε ότι κάπου εκεί θα τελείωνε η δική του η ζωή. Δεν θα τον άφηναν να ζήσει για πολύ στην φυλακή οι εγκληματίες. Μόλις είχε την ευκαιρία έπρεπε να δώσει τέλος στην ζωή του


σύμφωνα με τους κανόνες της Θούλης. Ο Άλκης δεν ήθελε να αφήσει από κοντά του τη Λυδία και τους πήρε και τους δύο το ασθενοφόρο. Το τέλος της περιπέτειας του ήταν σχεδόν κοντά. Η ευτυχία δεν είναι ένας σταθμός στον οποίο φτάνεις, αλλά ένας τρόπος να ταξιδεύεις. Margaret Lee Runbeck, 1905-1956, Αμερικανίδα συγγραφέας Η Λυδία άνοιξε τα μάτια της. Όρθιος στο παράθυρο ήταν ο Άλκης και χάζευε τη θέα. Στα χέρια του κρατούσε ένα ποτήρι ζεστού καφέ. Το καλοκαίρι τους είχε αποχαιρετίσει για τα καλά. Γύρισε την κοίταξε και της χαμογέλασε πολύ γλυκά. Όλα όσα είχε περάσει της έμοιαζαν με όνειρο. Το γεγονός ότι έμεινε σε κώμα, ότι χειρουργήθηκε και ότι μόλις άρχισε να ανακάμπτει ο Αναγνωστόπουλος της έκανε ψεύτικα χαρτιά ότι πέθανε έμοιαζε πολύ μακρινό. Τώρα δεν την έλεγαν πια Λυδία αλλά Μαρία και ο Άλκης ήταν πλέον Γιώργος. Τι πιο κοινό ο Γιώργος Παπαδόπουλος και η Μαρία Γεωργίου; Μέχρι να γίνει η δίκη του Λυμπερίδη έπρεπε να ζουν έτσι αλλιώς η ζωή τους θα βρισκόταν συνέχεια σε κίνδυνο. Η Θούλη πάντα προστάτευε τα μέλη της. Βέβαια πρώτα θα έπρεπε να τους εντοπίσουν και το Τορίνο δεν ήταν και τόσο κοντά. Ποτέ δεν έμαθε πως έγινε η κηδεία της, πως αντέδρασε η μητέρα της η οποία της έλειπε αφόρητα. Συχνά θυμόταν τα λόγια της γυναίκας που είχε συναντήσει εκεί στον Προφήτη Ηλία που της έλεγε το φλιτζάνι. Πως τα είχε φέρει έτσι η ζωή κατά ένα μυστήριο τρόπο για να κλείσει ένας κύκλος αιώνων… Ο Άλκης πέρασε και εκείνος ένα διάστημα στο νοσοκομείο μετά από όσα πέρασε και μετά από τόσο ξύλο που έφαγε χρειαζόταν ανάρρωση. Αυτές οι ώρες που τον κρατούσε ο Μακρής ήταν εξαντλητικές. Έμαθε όμως πολλά , φαίνεται ότι ο Μακρής ήθελε να μοιραστεί μαζί του πολλά τα οποία κρατούσε μέσα του, σαν μια εξομολόγηση πριν από το τέλος της περιπέτειας του, λες και το ήξερε και έπρεπε να το βγάλει από πάνω του. Ο πατέρας του ο Ηλίας συνεργάστηκε με τον Γερμανό και μετέφεραν τον θησαυρό στις Επτά Πηγές. Το ίδιο βράδυ ο Ηλίας επέστρεψε, τον πήρε από εκεί και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Συλλάβανε τη μητέρα του για ανάκριση και τελικά συμφώνησαν μαζί της μετά από πολλά βασανιστήρια ότι μόλις εμφανιζόταν θα τον κατέδιδε και έτσι έκανε για να γλυτώσει. Με το που έμαθε ότι ήρθε ο Ηλίας πίσω εκείνη έβγαλε δύο κεριά στη βεράντα και έστειλε κάποιον να τον προειδοποιήσει. Δεν πρόλαβε να τον δει καθώς άρχισε ένα μεγάλο κυνηγητό που κατέληξε με τον Ηλία νεκρό. Μετά από χρόνια ήρθε ο συνταγματάρχης του γερμανικού στρατού έκανε συμφωνία με τον ενήλικα Αρίστο να του χρηματοδοτήσει έρευνες για να τον βρει και να τον παραδώσει στην Θούλη καθώς είχε μαθευτεί μέχρι εκεί. Ο Αρίστος σήκωσε κάθε πέτρα της Ρόδου για να τον βρει και κατέληγε σε αδιέξοδο. Μετά στις ανασκαφές του συνέβη ένα ατύχημα και τον κράτησε για λίγο καιρό στο καροτσάκι. Για να βγάλει τη Θούλη από τον σβέρκο του κράτησε την υποτιθέμενη αναπηρία μέχρι που πέθανε. Γνώρισε το Χατζή και του ανέθεσε να βρει το θησαυρό στέλνοντας του τα χρήματα της Θούλης χωρίς εκείνος να ξέρει ότι δεν είναι χρήματα του Μακρή και συνέχισε να ψάχνει στην Ρόδο. Όταν όλα είχαν οδηγήσει ξανά σε αδιέξοδο έφυγε από το νησί και επέστρεψε ξανά όταν γινόταν το συνέδριο. Μόλις έμαθε τυχαία τη διεύθυνση


αναπτερώθηκαν οι ελπίδες του αλλά απέφευγε τον Μακρή. Ο Μακρής τον είχε καλέσει αμέτρητες φορές χωρίς εκείνος να απαντάει στα τηλεφωνήματα του. Ο Λυμπερίδης ο οποίος είχε μεγαλώσει στην Γερμανία και είχε ναζιστικές αντιλήψεις δούλευε για τα συμφέροντα της οργάνωσης καιρό. Έκανε εγκλήματα και εκβιασμούς στο όνομα της οργάνωσης και τους έστελνε χρήματα ενώ ήταν εκπρόσωπος του νόμου. Ένα από τα πράγματα που του είχαν αναθέσει ήταν να πιέσει τον Μακρή να βρει τον θησαυρό ή αλλιώς να τον σκοτώσουν. Ο Μακρής ο οποίος είχε αρχίσει να δέχεται απειλές άρχισε να υποψιάζεται ότι ο Χατζής του έκρυβε κάτι και για αυτό του άφησε μήνυμα να συναντηθούν στον Άγιο Ισίδωρο. Ο Χατζής επειδή άρχισε να δέχεται ανώνυμες απειλές από τον Λυμπερίδη φοβήθηκε περισσότερο και αποφάσισε να πάει. Ο Μακρής είχε διαταγή να μάθει αν υπάρχουν νέα και μετά να βάλει κάποιον να τον σκοτώσει. Τον παρέσυρε πιο πέρα από το νεκροταφείο αφού του αποκάλυψε το μυστικό ότι μπορεί να περπατήσει και μετά αφού ο Χατζής δεν του έλεγε τίποτα τον σκότωσε και έβαλε φωτιά. Την υπόλοιπη συγκάλυψη την έκανε ο Λυμπερίδης κάτι το οποίο του ήταν εύκολο δεδομένης της θέσης που είχε. Μόλις άρχισαν να σκαλίζουν οι δυο τους την υπόθεση ο Λυμπερίδης πανικοβλήθηκε και άρχισε να σκοτώνει όποιον έχει σχέση με τα στοιχεία. Πρώτα τον Πάνο, μετά την Κατερίνα και οι επόμενοι θα ήταν ο Δημήτρης, ο Άλκης και η Λυδία. Το είχε πει στον Μακρή ότι δεν θα άφηνε κανένα ζωντανό στοιχείο πίσω του. Έτσι κατέθεσε και ο Άλκης στην αστυνομία και απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες. Το πιο λυπηρό όμως ειδικά για τη Λυδία ήταν το γεγονός ότι είδε όλη αυτήν την πλευρά του Δημήτρη. Η ζήλεια και η απόρριψη ξύπνησαν μέσα του μια πλευρά η οποία έμοιαζε να είναι θαμμένη στα πιο βαθιά έγκατα της ψυχής του. Τώρα είναι και εκείνος στην φυλακή και περιμένει να γίνει η δίκη. Είναι κατηγορούμενος και συνένοχος για όλους τους φόνους που έγιναν στο εργοστάσιο, καθώς επίσης κατηγορούμενος για τον ξυλοδαρμό του Άλκη. Μέχρι να ξεκαθαρίσει τη θέση του θα περάσει πολύς καιρός. Όταν έφτασαν οι δυο τους στο Τορίνο έχοντας μαζί τους νέες ταυτότητες και πολλές βαλίτσες έψαξαν ένα μέρος για να μείνουν. Ένα διαμέρισμα στον δεύτερο όροφο ενός κλασικού σπιτιού με στενόμακρα παράθυρα και οροφή καλυμμένη με κεραμίδια. Απέναντι τους είχαν θέα ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα το Πάρκο Βαλεντίνο και πέρα μακριά έβλεπαν τους πρόποδες των Άλπεων. Το γεγονός ότι δεν είχαν ιδέα από Ιταλικά έκανε την εγκατάσταση τους δυσκολότερη. Έπρεπε να περάσουν πρώτα μερικές εβδομάδες να βεβαιωθούν ότι δεν τους παρακολουθεί κανείς και μετά να ψάξουν για τον θησαυρό. Η πόλη τους είχε ξετρελάνει με την ομορφιά της. Το όνομα Torino σημαίνει στα Ιταλικά μικρός ταύρος κάτι το οποίο το έμαθε από έναν Έλληνα που άκουσε τυχαία να μιλάει δυνατά σε ένα εστιατόριο. Για αυτό τον λόγο όπως διαπίστωσε αργότερα υπάρχουν πράσινες σιδερένιες πηγές με τη μορφή ταύρου. Πήραν έναν ταξιδιωτικό οδηγό για να έχουν κάτι να κάνουν σαν απλοί τουρίστες. Το πρώτο πράγμα που ήθελαν να επισκεφθούν μήπως και ξεκολλήσει το μυαλό τους από το άρμα του ήλιου ήταν η φημισμένη Ιερά Σινδόνη του Τορίνο. Το διασημότερο κομμάτι υφάσματος στην ιστορία που όπως λένε οι πιστοί έχει αποτυπώσει το πρόσωπο ενός άνδρα με γένια. Ο τρόπος που έχει τοποθετηθεί ταιριάζει σε σώμα που έχει σταυρωθεί. Επίσης σύμφωνα με το αποτύπωμα ο άντρας αυτός είχε υποφέρει όλα τα βασανιστήρια της εποχής πριν από την σταύρωση καθώς επίσης διακρίνονται και οι πληγές


από το αγκάθινο στεφάνι. Το ύφασμα είναι φτιαγμένο από ψαροκόκαλο και ίνες λιναριού όπως την εποχή που ζούσε ο Ιησούς Χριστός. Κάποιοι λένε ότι το αποτύπωμα οφείλεται σε μια λάμψη και δεν μπορεί να εξηγηθεί επιστημονικά και άλλοι υποστηρίζουν ότι είναι μια απάτη. Αλήθεια ή όχι έχει τραβήξει την προσοχή όλου του χριστιανικού κόσμου και μη. Όμως ενώ έφτασαν στον μεγαλοπρεπή καθεδρικό ναό που ήταν αφιερωμένο στον Ιωάννη τον Βαπτιστή έμαθαν ότι η Σινδόνη δεν εκτίθετο στο κοινό για λόγους συντήρησης. Έτσι έμειναν στον εξωτερικό χώρο για να θαυμάσουν τη μπαρόκ αρχιτεκτονική του. Περπατώντας χέρι χέρι στον προαύλιο χώρο του ναού η Λυδία ένιωθε ότι είχε αρχίσει να αγγίζει την ευτυχία δίπλα στον Άλκη. «Ξέρεις ότι την Ιερά Σινδόνη, σύμφωνα με έναν μοναχό του τάγματος του Άγιου Βενέδικτου, την έψαχνε και ο Χίτλερ ο οποίος είχε σχέση με την εταιρεία της Θούλης; Και από εκεί πήρε την σβάστικα και την έκανε σύμβολο του κόμματος του; » «Μπορούμε να μην μιλάμε καθόλου για αυτά; Μόνο που ακούω για τη Θούλη μου σηκώνεται η τρίχα. Τόσες μέρες που είμαστε εδώ δεν έχω δει κανέναν να μας ακολουθεί. Μήπως να πάμε να ψάξουμε; Η αναμονή είναι εξαντλητική» του είπε η Λυδία αλλά ο Άλκης αμέσως έγνεψε αρνητικά. «Δεν μπορούμε να το ρισκάρουμε αυτό Μαρία» της είπε και της έκλεισε το μάτι. Οι επόμενες ημέρες κύλησαν αργά και βασανιστικά για τη Λυδία καθώς ενώ της άρεσαν οι βόλτες που πήγαιναν σε αυτήν τη μαγική πόλη ένιωθε ότι ήθελε να βάλει ένα τέλος στην περιπέτεια της. Ο Άλκης το ένιωθε αυτό και κάθε μέρα προσπαθούσε να της κινήσει το ενδιαφέρον με κάτι διαφορετικό. Πήγαν σε όλα τα μουσεία και σε αρκετά πάρκα μέχρι που βαρέθηκε και ο ίδιος. Ήξερε πως ότι και να έκαναν δεν θα ησύχαζαν αν δεν έφταναν στο τέλος. Έτσι ένα πρωινό σηκώθηκαν αποφασισμένοι και πήγαν να οργώσουν την οδό Σαν Πίο Β. Σίγουρα κάποιος θα ήξερε για τους Ντελουτσία, δεν έχουν περάσει και εκατό χρόνια. Ξεκίνησαν την οδό από την αρχή και η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά. Ήταν μια πολύ φτωχή γειτονιά με πολλά μικρά σπιτάκια. Κάποια από αυτά ήταν έτοιμα να καταρρεύσουν. Όσοι άνοιγαν την πόρτα τους ήταν πολύ επιφυλακτικοί και τους έκλειναν την πόρτα όσο πιο γρήγορα μπορούσαν χωρίς όμως να πούνε τίποτα , καμία πληροφορία. Πιθανόν να πίστευαν ότι ήταν αστυνομικοί ή να ήθελαν τους Ντελουτσία για κακό σκοπό. Όταν έφτασαν στην μέση του δρόμου στάθηκαν τυχεροί καθώς την πόρτα την άνοιξε ένα παιδί. Ο Άλκης επειδή είχε χάσει την υπομονή του, του έδειξε μερικά χρήματα μήπως και τον δελεάσει. Το παιδί που ήταν γύρω στα δώδεκα χρονών, μελαχρινό και τα ρούχα που φορούσε ήταν μισολιωμένα αμέσως πήρε από τα χέρια του Άλκη το χαρτονόμισμα και σχεδόν τρέχοντας τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. Ο Άλκης κοίταξε τη Λυδία με ένα χαμόγελο και αμέσως έτρεξαν πίσω από τον πιτσιρικά ο οποίος τους οδήγησε σε μια βαριά σιδερένια πόρτα. Ο Άλκης δεν έχασε ούτε μια στιγμή και χτύπησε την πόρτα. Μετά από λίγο μια γιαγιά η οποία φορούσε μαύρα άνοιξε την πόρτα. «Ντελουτσία;» είπε ο Άλκης και η γυναίκα έγνεψε θετικά. «Ηλίας Μακρής;» είπε ο Άλκης και αμέσως η γυναίκα άρχισε να σταυροκοπιέται και να παραμιλάει στην γλώσσα της. Αμέσως φώναξε την εγγονή της την Τζέλα η οποία μιλούσε λίγα Αγγλικά. Οπότε με αυτόν τον τρόπο κάπως θα μπορούσαν να συνεννοηθούν. «Μας έστειλε ο γιος του Ηλία Μακρή. Έχετε να μου πείτε κάτι; Να μου δώσετε κάτι;»


είπε στο κορίτσι και το είπε στην γιαγιά της. Η γιαγιά σταυροκοπήθηκε άλλη μια φορά και σκυφτά με μεγάλο κόπο έφυγε από το ένα δωμάτιο και πήγε κάπου προς τα μέσα. Έμειναν οι δύο τους μαζί με το κορίτσι να παρατηρούν τον χώρο. Ένα δωμάτιο που είχε να βαφτεί πάρα πολλά χρόνια το οποίο ήταν χολ, καθιστικό και κουζίνα μαζί. Μερικές καρέκλες οι οποίες υπήρχαν νόμιζες ότι θα σπάσουν ανά πάσα στιγμή. Υπήρχε ένα παλιό ψυγείο δίπλα από μια εξίσου παλιά κουζίνα. Σου έδινε την εντύπωση ότι είχε μείνει όλο το δωμάτιο σε μια φούσκα του χρόνου και τίποτα δεν μπορούσε να το αγγίξει. Μετά από λίγο ήρθε η γιαγιά κρατώντας ένα σιδερένιο κουτί και το ακούμπησε στο τραπέζι. Μετά άρχισε να μιλάει στα Ιταλικά και να κοιτάζει την εγγονή της. «Εμείς οι Ιταλοί κρατάμε τον λόγο μας όσα χρόνια και να περάσουν. Ήρθε εδώ ο Ηλίας, έδωσε χρήματα στην μάνα μου και της είπε ότι όταν έρθει να ζητήσει το κουτί πίσω θα της δώσει και άλλα πολλά. Αρκεί να μην το ανοίξει ποτέ. Εμείς κρατήσαμε τον λόγο μας και ενώ ήρθαν συμφορές, αρρώστιες και φτώχεια το κουτί έμεινε άθικτο με το κερί επάνω όπως μας το είχε δώσει. Τώρα το δίνω σε εσένα και περιμένω την ανταμοιβή μου ». είπε η γριά γυναίκα που όλα όσα είχε περάσει είχαν χαραχτεί στις ρυτίδες του προσώπου της και την έπιασε βήχας. Αμέσως η εγγονή της σηκώθηκε, της έφερε ένα ποτήρι νερό και τη βοήθησε να κάτσει. Η Λυδία πήρε στα χέρια της το κουτί και προσπάθησε να το ανοίξει όμως με το κερί το οποίο το είχε στεγανοποιήσει δεν ήταν και τόσο εύκολο. Η μικρή τότε της έφερε ένα μαχαίρι και πραγματικά μέσα σε λίγη ώρα η Λυδία είχε βγάλει το κερί και μπορούσε να το ανοίξει. Όλων τα μάτια ήταν καρφωμένα πάνω στα χέρια της Λυδίας και το κουτί. Η Λυδία πήρε μια βαθιά ανάσα και αργά αργά λες και φοβόταν μην πεταχτεί από εκεί καμιά κατάρα το άνοιξε. Το χαμόγελο της μετατράπηκε σε έκπληξη και απορία όταν είδε ότι μέσα πάνω σε ένα μαξιλαράκι το οποίο είχε ειδική θήκη βρισκόταν ένα μικρό κλειδί. Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ο Άλκης ευχαρίστησε τη γυναίκα και της έδωσε εκατό ευρώ. «Δεν έχω τώρα άλλα. Παρ’ τα και μετά θα έρθω και θα σου δώσω και άλλα. Κρατάω τον λόγο μου» της είπε πήρε από το χέρι τη Λυδία χαιρέτησαν και βγήκαν έξω από το σπίτι αφήνοντας τη γιαγιά και την εγγονή να τους κοιτάζουν με άδειο βλέμμα. Αυτό το κουτί το κοίταζαν χρόνια και χρόνια. Συχνά έπλαθαν δικές τους ιστορίες σχετικά με το περιεχόμενο του κουτιού, άλλες φορές όταν η πείνα ήταν μεγάλη τσακωνόντουσαν αν έπρεπε να το ανοίξουν. Και τώρα που το άνοιξαν έμοιαζε σαν ένα παραμύθι να χανόταν, η απομυθοποίηση ήταν πιο σκληρή. Ο Άλκης άρχισε να περπατάει γρήγορα σέρνοντας τη Λυδία πίσω του και έμοιαζε να ήθελε να φύγει γρήγορα από εκείνο το μέρος. Λες και όλοι ήξεραν ότι κρατούσε ένα σημαντικό κλειδί. Τι κλειδί όμως; Πήγαν πίσω στο διαμέρισμα τους και χωρίς να πούνε λέξη άρχισαν να εξετάζουν το κλειδί καθισμένοι στον καναπέ. «Χρηματοκιβώτιο;» είπε η Λυδία κοιτώντας τον Άλκη. «Όχι, δεν έχει νόημα. Θα έπρεπε μετά κάπου να το κρύψει». «Και αν το έκανε;» «Δεν μπορεί να περάσαμε όλα αυτά για το τίποτα. Αν το έκρυψε τέλος. Θα ζήσουμε εδώ ευτυχισμένοι έχοντας ο ένας τον άλλον αφού ψάξουμε να βρούμε δουλειά και να ζήσουμε όπως ο υπόλοιπος κόσμος που μεταναστεύει. Έχω κάποια χρήματα αλλά δεν είμαι και ο Ωνάσης, κάποια στιγμή θα τελειώσουν ». είπε ο Άλκης λυπημένος. «Εκτός αν»


«Τι;» «Πάμε κάτω» είπε ο Άλκης και σηκώθηκε λες και τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Μέσα σε λίγο χρόνο ήταν στο πεζοδρόμιο του σπιτιού τους. Έστριψε δεξιά στην γωνία και εκεί μπροστά του ήταν μια τράπεζα. Κρατώντας τη Λυδία από το χέρι την τράβηξε μέσα. Η Λυδία είχε μείνει άφωνη προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε στο μυαλό του. Ο Άλκης ζήτησε να μιλήσει με τον διευθυντή της τράπεζας για ένα επείγον ζήτημα. Τους έβαλαν να περιμένουν σε ένα καθιστικό και μετά τους ανέβασαν στον πάνω όροφο που ήταν το γραφείο του διευθυντή. Η τράπεζα θύμιζε πιο πολύ μουσείο παρά τράπεζα με τόσα έργα τέχνης που ήταν κρεμασμένα σους τοίχους. Μετά από λίγη ώρα οδηγήθηκαν σε μια μεγάλη λευκή σκαλιστή πόρτα η οποία πίσω της είχε ένα μεγάλο γραφείο με χοντρό κόκκινο χαλί. Εκεί καθόταν ένας άνδρας επιβλητικός γύρω στα εξήντα που φορούσε ένα πολύ ωραίο ραμμένο μαύρο κουστούμι. Τους έκανε νόημα να καθίσουν και τον υπάκουσαν. «Σας ευχαριστώ που μας δεχθήκατε έτσι απροειδοποίητα ». είπε ο Άλκης στα Αγγλικά. «Ευχαρίστηση μου. Σε τι οφείλω την τιμή;» «Πρόσφατα κληρονόμησα αυτό το κλειδί το οποίο μου είπαν ότι ανήκει στη θυρίδα μιας τράπεζας. Για να με βάλουν όμως σε περιπέτεια δεν μου είπαν όμως σε ποια. Μπορείτε να με βοηθήσετε; Απευθύνθηκα σε εσάς γιατί θεώρησα ότι μόνο εσείς ίσως έχετε τέτοιες γνώσεις ». είπε ο Άλκης και του έδωσε με προσοχή το κλειδί λες και θα σπάσει. Ο διευθυντής το πήρε στα χέρια του παραξενεμένος και έβαλε τα γυαλιά του. Άρχισε να το κοιτάζει με μεγάλο ενδιαφέρον και να το ψηλαφίζει με τα δάχτυλα του. Η Λυδία και ο Άλκης κρεμόταν από τα χείλη του. Σοβαρός εκείνος συνοφρυωμένος και αγέλαστος το έδωσε πίσω στον Άλκη. «Αυτό το κλειδί που μου δώσατε ανήκει σε θυρίδα πολύ παλιού τύπου. Τώρα έχουν αλλάξει εντελώς τα συστήματα. Λυπάμαι» είπε και σηκώθηκε όρθιος δίνοντας τους να καταλάβουν ότι η συνάντηση τους είχε τελειώσει. Φανερά απογοητευμένοι και οι δύο σηκώθηκαν όρθιοι του έδωσαν το χέρι και πήγαν προς την πόρτα. «Ίσως να δοκιμάζατε να πάτε στην κεντρική Τράπεζα του Τορίνο που έχει μετονομαστεί σε Σαν Πάολο. Είναι απέναντι από το πάρκο , στην άλλη πλευρά. Θα τη δείτε ένα πολύ μεγάλο κτίριο ». τους είπε και έκατσε πάλι στην μεγάλη του καρέκλα. Η Λυδία τον ευχαρίστησε με ένα μεγάλο χαμόγελο και με πολύ γρήγορο βήμα έφυγαν από την τράπεζα. Πήραν ένα ταξί για να πάνε στην άλλη τράπεζα καθώς το πάρκο ήταν πολύ μεγάλο και σε λίγη ώρα βρέθηκαν έξω από την άλλη τράπεζα. Ο Άλκης πήγε και εκεί στον διευθυντή ο οποίος ήταν στον ίδιο όροφο με τους εργαζόμενους αλλά σε ένα μεγάλο γραφείο το οποίο ήταν διαχωρισμένο με τζαμαρία από τα υπόλοιπα. Ζήτησε ευγενικά να του ανοίξουν τη θυρίδα δίνοντας του το κλειδί. Ο διευθυντής σάστισε βλέποντας αυτό το παμπάλαιο κλειδί και πήρε αμέσως τηλέφωνο. Μετά από λίγο ήρθε ένας φύλακας και ένας ακόμα υπάλληλος. Η Λυδία σκέφτηκε ότι ήθελαν να τους πετάξουν έξω, όμως έκανε λάθος. Τους έκαναν νόημα να τους ακολουθήσουν και εκείνοι υπάκουσαν. Ανέβηκαν με τα σκαλιά στον πρώτο όροφο στον οποίο γινόταν εργασίες ανακαίνισης και πήγαν στο μοναδικό ασανσέρ. Το ασανσέρ έμοιαζε τελευταίας τεχνολογίας καθώς όλα λειτουργούσαν με την αφή, παντού υπήρχαν κάμερες και μπαίνοντας μέσα έκλειναν δύο πόρτες ασφαλίζοντας τους. Ο διευθυντής ακούμπησε με το χέρι του το -3 και αμέσως άρχισαν να κατεβαίνουν αργά αργά κάτω.


Μόλις άνοιξε η πόρτα βρέθηκαν σε ένα διάδρομο ο οποίος οδηγούσε σε ένα δωμάτιο. Το δωμάτιο ήταν χτισμένο κυκλικά και για να μπεις μέσα έπρεπε να ανοίξεις μια μεγάλη θωρακισμένη πόρτα. Ο διευθυντής έβαλε το πρόσωπο του σε μια στρογγυλή υποδοχή για να γίνει αναγνώριση της ίριδας του ματιού του. Αμέσως ακούστηκε ένας ηλεκτρονικός ήχος και άνοιξε η πόρτα. Διέταξε στον υπάλληλο και τον φύλακα να περιμένουν έξω και μπήκε μαζί με την Λυδία και τον Άλκη μέσα στο δωμάτιο. Εκεί υπήρχαν πάρα πολλές αριθμημένες θυρίδες. Ο διευθυντής πήγε σε εκείνη με το νούμερο 0. Άνοιξε το ντουλαπάκι και έβγαλε από μέσα ένα πολύ παλιό κουτί. Το ακούμπησε σε ένα τραπέζι το οποίο βρισκόταν για αυτήν την χρήση στο κέντρο του δωματίου και περίμενε. Ο Άλκης πήρε το κλειδί με τρεμάμενα χέρια και το έβαλε στην κλειδαριά του κουτιού. Ο διευθυντής μόλις είδε ότι το κλειδί ταιριάζει υποκλίθηκε και βγήκε έξω. Ο Άλκης και η Λυδία με τα μάτια καρφωμένα στο κουτί το άνοιξαν. Μέσα δεν είχε κομμάτι του θησαυρού όπως περίμεναν αλλά ένα χαρτί τσαλακωμένο στα τέσσερα. Με πολύ αργές κινήσεις λες και το χαρτί θα γίνει χίλια κομμάτια το πήρε η Λυδία στα χέρια της και το ξεδίπλωσε. Μέσα έγραφε: «Πηγάδι Piazza Castello» η Λυδία δεν τόλμησε να το πει δυνατά αλλά έφερε τον Άλκη κοντά να το δει και εκείνος. Αυτή λογικά πρέπει να ήταν η τοποθεσία του θησαυρού, τώρα ήταν τόσο πολύ κοντά όσο κάθε άλλη φορά. Έκλεισαν πάλι το κουτί, πήραν το κλειδί και βγήκαν έξω που τους περίμεναν. «Έχω να σας πω κάτι, αλλά πρέπει να έρθετε μαζί μου» είπε ο διευθυντής ο οποίος ήταν παχουλός, με μεγάλο στρογγυλό κεφάλι , κόκκινα μάγουλα και μουστάκι θύμιζε λίγο τον Σούπερ Μάριο τον υδραυλικό. Η Λυδία και ο Άλκης τον ακολούθησαν πολύ διστακτικά λες και θα τους οδηγούσε σε κάποια παγίδα. Όμως εκείνος μπήκε μέσα στο ασανσέρ και τους περίμενε για να μπουν πάλι όλοι μαζί και να πάνε στο -2. Εκεί έναν όροφο πιο πάνω ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο με πολλά τραπεζικά αρχεία τέλεια οργανωμένο μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Τους οδήγησε σε έναν διάδρομο ο οποίος είχε ταμπέλα 1940+. Πήρε έναν φάκελο ο οποίος ήταν στο τελευταίο ράφι, στην τελευταία σειρά λες και δεν θα τον αναζητούσε ποτέ κανένας. Τον άνοιξε και άρχισε να τους διαβάζει στα Ιταλικά. «Συγνώμη, δεν μπορούμε να καταλάβουμε». «Αυτό είναι κάτι σαν διαθήκη. Ο Ηλίας Μακρής μας άφησε ένα κομμάτι από την περιουσία του για να το διαχειριστούμε μέχρι να ξαναέρθει. Υπογράψαμε ότι αν περάσουν 30 χρόνια και δεν εμφανιστεί η περιουσία του θα άνηκε σε αυτόν που θα εμφανιζόταν με το κλειδί. Η περιουσία του αυτή ανέρχεται αυτήν την στιγμή στα 10 εκατομμύρια ευρώ και εσείς είστε οι πρώτοι που έρχεστε με το κλειδί. Είναι τιμή μας που είστε πελάτες της τράπεζας ». είπε ο διευθυντής και η Λυδία με τον Άλκη έμειναν χωρίς φωνή. «Δηλαδή είμαστε πλούσιοι;» είπε η Λυδία δυνατά για να το ακούσει μήπως και το πιστέψει. Ο διευθυντής την κοίταξε με ένα χαμόγελο και της κούνησε θετικά το κεφάλι του. Έπειτα ανέβηκαν όλοι μαζί στο γραφείο του και έδωσαν αναλυτικά τα νέα τους στοιχεία. Δάκρυα χαράς έτρεχαν από τα μάτια της Λυδίας του Άλκη. Μόλις βγήκαν έξω από την τράπεζα άρχισαν να χοροπηδάνε σαν τρελοί, να αγκαλιάζονται, να χορεύουν και να φιλιούνται μπροστά στον κόσμο. Αυτό που τους συνέβη ήταν πέρα από κάθε ευτυχία. Λες και όλα τα κακά που τους είχαν συμβεί στις περασμένες ζωές έληξαν εδώ με μια μεγάλη ανταμοιβή. Πήραν πάλι ένα ταξί και πήγαν πίσω στο σπίτι τους. Άρχισαν να σκέφτονται πως θα ήταν η ζωή τους έχοντας τόσα πολλά χρήματα που


ένας Θεός μόνο ήξερε πόσα μπορούσαν να ξοδέψουν. Βέβαια το σπίτι που βρήκαν μπορεί να ήταν επιπλωμένο αλλά δεν ήταν ότι είχαν ονειρευτεί. Τα έπιπλα ήταν πάνω από είκοσι χρονών , παλαιομοδίτικο στυλ και το σπίτι μύριζε υγρασία. Τι να σου κάνει η Ελληνική αστυνομία, τόσα διέθετε και πάλι καλά. Η Λυδία ξαφνικά σκοτείνιασε. «Τι έγινε; Τι έπαθες;» της είπε ο Άλκης «Υπάρχει ακόμα κάτι που πρέπει να μάθεις το οποίο δεν είχα τολμήσει να σου το πω μέχρι τώρα». «Πες μου, με ανησυχείς. Μήπως είσαι άρρωστη; » της είπε τρομαγμένος. «Όχι, όχι τίποτα τέτοιο. Θυμάσαι που σου είπα ότι η Κατερίνα μου είπε την οδό;» «Ναι» «Δεν μου είπε μόνο αυτό. Μου είπε να μοιραστώ τον θησαυρό με τον γιο τον δικό της και του Χατζή ». «Ωραία, εντάξει. Είναι πάρα πολλά τα χρήματα που έχουμε μπορούμε να τον βρούμε και να του δώσουμε ότι θέλει. Χωρίς εκείνη δεν θα ήμασταν εδώ τώρα». «Άλκη, τον έχω βρει». «Ωραία και γιατί δεν μου το λες τόση ώρα. Ας του κάνουμε ένα έμβασμα. Για αυτό στεναχωριέσαι; Που είναι;» «Μπροστά μου!» είπε η Λυδία και τον κοίταξε διαπεραστικά στα μάτια. Ο Άλκης λες και δεν μπορούσε να καταλάβει τι του είπε την ξαναρώτησε και εκείνη του απάντησε πάλι το ίδιο. «Άλκη, είσαι ο γιος του Χατζή και της Παλαιολόγου. Δεν είσαι Δημόπουλος, είσαι Χατζής» του είπε ξανά. Ο Άλκης είχε μείνει άφωνος. Αυτό ήταν κάτι που δεν περίμενε ποτέ να ακούσει αν και ένιωθε πάντα λίγο ξένος με την οικογένεια του. Ξεροκατάπιε, βούρκωσε και προτίμησε να αλλάξει θέμα. «Δεν θέλω ποτέ να συζητήσουμε ξανά για το παρελθόν. Το μόνο που με αφορά είναι το μέλλον μαζί σου, τώρα» της είπε και την πήρε αγκαλιά. Ποτέ δεν συζήτησαν ξανά για αυτό το θέμα. Πληγώθηκε τόσο που αμέσως το έθαψε στα βάθη της ψυχής του. Τόσο βαθιά που ούτε κείνος έφτανε για να ψάξει. Ένα ανώνυμο τηλεφώνημα ήταν αρκετό για να έρθει η Ελληνική αρχαιολογική υπηρεσία και να κάνει ανασκαφές στον μεσαιωνικό πύργο της Piazza Castello. Συγκεκριμένα επικεντρώθηκαν στο πηγάδι το οποίο από πολύ παλιά θεωρούνταν ότι έφτανε μέχρι το τέλος της γης και για αυτό κανείς δεν τολμούσε να το κατέβει. Μετά από έρευνα μερικών ημερών ανακάλυψαν ένα θησαυρό αμύθητης αξίας. Φημολογείται ότι άνηκε στο στέμμα του Κολοσσού της Ρόδου και ήταν μέρος από το «Άρμα του Ήλιου». Είναι τυχαίο ότι βρέθηκε εκεί, κοντά στον ποταμό Πάδο όπου η μυθολογία μας λέει ότι έπεσε ο Φαέθων οδηγώντας το άρμα του;»Διάβασε η Λυδία δυνατά σε μια σελίδα στο Ίντερνετ. «Είμαι απόλυτα σίγουρη ότι κάναμε το καλό» είπε η Λυδία στον Άλκη χαμογελώντας και εκείνος πήγε κοντά και της χάιδεψε τα μαλλιά. Από τα χρήματα που πήραν στα χέρια τους έδωσαν ένα μεγάλο μερίδιο στην γυναίκα που φύλαγε τη θυρίδα. Αν δεν είχε κρατήσει τον λόγο της θα ήταν εκείνη πλούσια και όχι εκείνοι και δεν θα το μάθαιναν και ποτέ. Τραπεζική επιταγή επίσης στάλθηκε αμέσως στους γονείς της Λυδίας οι οποίοι ακόμα θρηνούσαν τον χαμό της κόρης τους, όπως επίσης και


στον Βρεττό ο οποίος τους βοήθησε να φτάσουν μέχρι εκεί. Ο Λυμπερίδης δεν πρόλαβε να δικαστεί καθώς πέθανε στην φυλακή από αδιευκρίνιστα αίτια. Η Λυδία με τον Άλκη όμως αποφάσισαν για μεγαλύτερη ασφάλεια να κρατήσουν την ανωνυμία τους καθώς δεν φοβόντουσαν κάποια εκδίκηση από τη Θούλη. Ο Αναγνωστόπουλος πήρε προαγωγή μετά την επιτυχία του και ο Δημήτρης έφαγε 10 χρόνια φυλάκισης. Τα αρχαία κειμήλια που είχε ο Μακρής στο σπίτι του τα πήρε η αρχαιολογική υπηρεσία και τα τοποθέτησε στο μουσείο της Ρόδου. Μετά τον «θάνατο» της Λυδίας η Σήλια παραιτήθηκε από το περιοδικό Prive καθώς απέτυχε να δώσει επαρκείς εξηγήσεις στα αφεντικά πως χάθηκαν τα στοιχεία για τον Αντωνίου. Η Λυδία αγόρασε το περιοδικό σαν Μαρία Γεωργίου, προσέλαβε μέσω αντιπροσώπου την Ειρήνη για διευθύντρια και το μετέτρεψε σε περιοδικό ποικίλης ύλης. Ο Αντωνίου χώρισε τη γυναίκα του με ένα χρυσό διαζύγιο και ήταν ελεύθερος να ζει τη ζωή του όπως του άρεσε. Η Λυδία και ο Άλκης, ο Γιώργος και η Μαρία παντρεύτηκαν με ένα απλό γάμο και ζούνε τη ζωή τους με χαμηλό προφίλ στο μεγάλο σπίτι που αγόρασαν στους λόφους της πόλης. Πάντα όμως έχουν στο μυαλό τους την οικογένεια τους και την πατρίδα. Ίσως κάποια μέρα όταν φύγει πάνω από το κεφάλι τους η απειλή εκδίκησης της Θούλης να μην φοβούνται πια και να επιστρέψουν σε όσους τους θρηνούν ακόμα.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Η αγάπη μου για τη Ρόδο μου έδωσε το κίνητρο να γράψω ένα βιβλίο όπου να διαδραματίζεται εκεί. Όλες οι πληροφορίες που αναφέρω σχετικά με την ιστορία της Ρόδου και τον πολιτισμό της είναι αληθινές. Τα ονόματα είναι τυχαία. Πηγές μου ήταν: http://www.wikipedia.org http://www.gnomikologikon.gr Βιβλίο "Ρόδος" ( εκδόσεις Explorer) Το « Άρμα του Ήλιου» είναι δικό μου εύρημα αν και θα μπορούσε να υπάρχει.

Το άρμα του ήλιου ράνια συνοδινού  

greek

Advertisement