Page 1


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

Μ

ΙΑ ΖΕΣΤΗ μαγιάτικη νύχτα τοῦ χίλια ὀκτακό-

σια πενήντα ἕνα, ὁ Αἰδεσιμότατος Ντέσιμους Μπρόκ, ποὺ ἐκείνη τὴν περίοδο βρισκόταν ὡς ἐπισκέπτης στὴ Νῆσο Μάν, ἀποσύρθηκε στὴν κρεβατοκάμαρά του, στὸ Κάσλταουν, νιώθοντας κυνηγημένος ἀπὸ μιὰ προσωπικὴ εὐθύνη καὶ μὴν ἔχοντας τὴν παραμικρὴ ἰδέα γιὰ τὸ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν πίεση τῆς παρούσας περίστασης. Ὁ ἱερωμένος εἶχε ϕτάσει σ’ ἐκείνη τὴν ὥριμη περίοδο τῆς ζωῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἕνας συνετὸς ἄνθρωπος μαθαίνει νὰ ἀποϕεύγει —ὅσο τοῦ ἐπιτρέπει ἡ ἰδιοσυγκρασία του— κάθε περιττὴ σύγκρουση μὲ τὴν τυραννία τῶν προβλημάτων του. Ἐγκαταλείποντας κάθε περαιτέρω προσπάθεια νὰ καταλήξει σὲ κάποια ἀπόϕαση γιὰ τὴν ἔκτακτη ἀνάγκη ποὺ τὸν βασάνιζε τώρα, ὁ κύριος Μπρὸκ κάθισε ἤρεμα, χωρὶς τὸ σακάκι του, στὴν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ του, κι ἔβαλε τὸ μυαλό του νὰ σκεϕτεῖ ἂν αὐτὴ ἡ ἔκτακτη ἀνάγκη ἦταν πραγματικὰ τόσο σοβαρὴ ὅσο ἔτεινε νὰ τὴ θεωρεῖ ὣς τώρα. Ἀκολουθώντας αὐτὸν τὸν νέο δρόμο γιὰ νὰ βγεῖ ἀπὸ τὶς ἀβεβαιότητές του, ὁ κύριος Μπρὸκ παρασύρθηκε ἀπροσδόκητα σ’ ἕνα ταξίδι-ἐπισκόπηση —τὸ λιγότερο ἀναζωογονητικὸ ἀπ’ ὅλα τὰ ταξίδια ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ἕνας ἄνθρωπος—, ἕνα ταξίδι στὰ περασμένα χρόνια τῆς ζωῆς του. 7 WILKIE COLLINS,

Ἀρμαντέιλ


98

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

Ἕνα-ἕνα τὰ γεγονότα αὐτῶν τῶν χρόνων —ὅλα συνδεδεμένα μὲ τὴν ἴδια μικρὴ ὁμάδα προσώπων καὶ ὅλα λίγο ὣς πολὺ ὑπεύθυνα γιὰ τὴν ἀνησυχία ποὺ ἔμπαινε τώρα ἀπρόσκλητη ἀνάμεσα στὸν ἱερωμένο καὶ τὴ νυχτερινή του ἀνάπαυση— ζωντάνεψαν, μὲ προοδευτικὴ σειρά, στὴ μνήμη τοῦ κυρίου Μπρόκ. Τὸ πρῶτο τὸν ταξίδεψε δεκατέσσερα χρόνια πρίν, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν ἐϕημέριος στὶς ἀκτὲς τοῦ Σόμερσετσαϊρ τοῦ Μπρίστολ Τσάνελ, σὲ μιὰ ἰδιωτικὴ συνομιλία του, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν μὲ μία κυρία ποὺ τὸν εἶχε ἐπισκεϕθεῖ, ἐντελῶς ξένη στὸν ἐϕημέριο καὶ στὸν τόπο. Ἡ ἐπιδερμίδα τῆς κυρίας ἦταν ἀνοιχτόχρωμη καὶ τὸ σῶμα της καλοδιατηρημένο. Ἦταν ἀκόμα νέα γυναίκα κι ἔδειχνε νεότερη ἀπὸ τὴν ἡλικία της. Ὑπῆρχε κάποια σκιὰ μελαγχολίας στὴν ἔκϕρασή της κι ἕνας ἀμυδρὸς τόνος πόνου στὴ ϕωνή της — σὲ ἀρκετὴ δόση καὶ τὰ δυὸ γιὰ νὰ ϕανερώνουν πὼς εἶχε γνωρίσει στενοχώριες, ὄχι ὅμως τόση ὥστε νὰ ὑποβάλλουν ϕορτικὰ τὶς στενοχώριες της στὴν προσοχὴ τῶν ἄλλων. Εἶχε μαζί της ἕνα λεπτό, ξανθὸ ὀκτάχρονο ἀγόρι, ποὺ τὸ παρουσίασε σὰν γιό της, καὶ ποὺ τὸ ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς συνομιλίας, στέλνοντάς το νὰ παίξει στὸν κῆπο τοῦ πρεσβυτερίου. Ἡ κάρτα της, ποὺ προηγήθηκε τῆς εἰσόδου της στὸ γραϕεῖο, τὴν ἀνήγγειλε μὲ τὸ ὄνομα «Κυρία Ἀρμαντέιλ». Ὁ κύριος Μπρὸκ ἄρχισε νὰ νιώθει ἐνδιαϕέρον πρὶν ἀκόμα ἐκείνη ἀνοίξει τὰ χείλη της· καὶ ὅταν ἀπομακρύνθηκε ὁ γιός, περίμενε μὲ κάποια ἀγωνία ν’ ἀκούσει τί εἶχε νὰ τοῦ πεῖ ἡ μητέρα. Ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ ἄρχισε πληροϕορώντας τον πὼς ἦταν χήρα. Ὁ σύζυγός της εἶχε χαθεῖ σὲ ναυάγιο λίγο μετὰ τὸ γάμο τους, ἐνῶ ταξίδευαν ἀπὸ τὴ Μαδέρα πρὸς τὴ Λισαβόνα. Μετὰ τὴ συμϕορά της,


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

99

τὴν ἔϕερε ὁ πατέρας της στὴν Ἀγγλία ὑπὸ τὴν προστασία του· καὶ τὸ παιδί της —ἕνα ὀρϕανὸ πρὶν γεννηθεῖ ἀγόρι— εἶχε ἔρθει στὸν κόσμο στὸ οἰκογενειακὸ κτῆμα στὸ Νόρϕολκ. Ὁ θάνατος τοῦ πατέρα της, λίγο ἀργότερα, τῆς στέρησε καὶ τὸν δεύτερο γονιό της καὶ τὴν ἄϕησε ἐκτεθειμένη στὴν ἀδιαϕορία καὶ τὴν παρεξήγηση τῶν συγγενῶν ποὺ τῆς εἶχαν ἀπομείνει (δυὸ ἀδελϕῶν), πράγμα ποὺ τὴν εἶχε ἀποξενώσει ἀπ’ αὐτούς, καθὼς ϕοβόταν, γιὰ τὴν ὑπόλοιπη ζωή της. Γιὰ κάποιο διάστημα στὸ παρελθὸν εἶχε ζήσει στὴ γειτονικὴ κομητεία τοῦ Ντέβονσαϊρ, ἀϕιερώνοντας τὸν ἑαυτό της στὴ μόρϕωση τοῦ ἀγοριοῦ της, ποὺ τώρα εἶχε ϕτάσει σὲ μιὰ ἡλικία ὅπου χρειαζόταν κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς μητέρας του. Ἀϕήνοντας κατὰ μέρος τὴ δική της ἀπροθυμία νὰ τὸν ἀποχωριστεῖ, καθὼς ἦταν μόνη, τὴν ἀνησυχοῦσε ἰδιαίτερα τὸ γεγονὸς πώς, ἂν τὸν ἔστελνε σχολεῖο θὰ βρισκόταν ξαϕνικὰ ἀνάμεσα σὲ ξένους. Τὸ προσϕιλές της σχέδιο ἦταν νὰ τὸν διαπαιδαγωγήσει ἰδιωτικὰ στὸ σπίτι καὶ νὰ τὸν κρατήσει, καθὼς θὰ μεγάλωνε, μακριὰ ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς καὶ τοὺς κινδύνους τοῦ κόσμου. Μὲ αὐτοὺς τοὺς μελλοντικοὺς στόχους, ἡ προσωρινὴ διαμονή της στὰ μέρη της (ὅπου ὁ τοπικὸς ἱερέας ἀδυνατοῦσε νὰ τῆς παρέχει ὑπηρεσίες δασκάλου) ἔπρεπε νὰ λάβει τέλος. Εἶχε ζητήσει πληροϕορίες καὶ εἶχε μάθει γιὰ ἕνα σπίτι ποὺ θὰ τὴ βόλευε στὴ γειτονιὰ τοῦ κυρίου Μπρὸκ καὶ ἐπίσης πὼς ὁ ἴδιος ὁ κύριος Μπρὸκ συνήθιζε παλαιότερα νὰ ἀναλαμβάνει μαθητές. Μὲ τὶς πληροϕορίες αὐτὲς στὴν κατοχή της εἶχε τολμήσει νὰ αὐτοπαρουσιαστεῖ, μὲ συστάσεις ποὺ πιστοποιοῦσαν τὴν ὑπόληψή της, ἀλλὰ χωρὶς ἐπίσημη παρουσίαση. Καὶ τώρα ἤθελε νὰ μάθει, ἄν —σὲ περίπτωση ποὺ κατοικοῦσε στὴ γει-


100

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

τονιά— κάποια προσϕερόμενη ἀμοιβὴ θὰ ἔπειθε τὸν κύριο Μπρὸκ ν’ ἀνοίξει τὴν πόρτα του σ’ ἕναν ἀκόμα μαθητή, καὶ αὐτὸς ὁ μαθητὴς νὰ εἶναι ὁ γιός της. Ἂν ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ δὲν ἦταν μιὰ ἑλκυστικὴ γυναίκα, ἢ ἂν ὁ κύριος Μπρὸκ διέθετε ἕνα ὀχυρὸ πίσω ἀπὸ τὸ ὁποῖο ν’ ἀντισταθεῖ, μὲ τὴ μορϕὴ μιᾶς συζύγου, εἶναι πιθανὸ πὼς τὸ ταξίδι τῆς χήρας θὰ εἶχε πραγματοποιηθεῖ μάταια. Ὅπως ὅμως εἶχαν τὰ πράγματα, ὁ ἐϕημέριος ἔλεγξε τὶς συστάσεις ποὺ τοῦ παρουσίασε καὶ ζήτησε χρόνο νὰ τὸ σκεϕτεῖ. Ὅταν ἡ προθεσμία ἐξέπνευσε, ἔκανε αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦσε ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ νὰ κάνει — προσϕέρθηκε νὰ σηκώσει στὴν πλάτη του τὸ βάρος καὶ ἄϕησε τὴ μητέρα νὰ τὸν ϕορτώσει μὲ τὴν εὐθύνη τοῦ γιοῦ. Αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο ἀπὸ μιὰ σειρὰ γεγονότων μὲ ἀϕετηρία τὸ ἔτος χίλια ὀκτακόσια τριάντα ἑπτά. Ταξιδεύοντας ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο τοῦ παρελθόντος πρὸς τὸ παρόν, ἡ μνήμη τοῦ κυρίου Μπρὸκ ἀνέσυρε τὸ δεύτερο στὴ σειρὰ συμβάν, σταματώντας στὸ ἔτος χίλια ὀκτακόσια σαράντα πέντε. * * *

Τὸ σκηνικὸ ἦταν ἀκόμα τὸ παραλιακὸ ψαράδικο χωριὸ στὸ Σόμερσετσαϊρ καὶ τὰ πρόσωπα ἦταν πάλι ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ καὶ ὁ γιός της. Στὰ ὀκτὼ χρόνια ποὺ εἶχαν περάσει, ἡ εὐθύνη ποὺ εἶχε ἀναλάβει ὁ κύριος Μπρὸκ δὲν τὸν εἶχε κουράσει πολύ. Τὸ ἀγόρι δὲν εἶχε δημιουργήσει ἰδιαίτερα προβλήματα στὴ μητέρα του καὶ στὸ δάσκαλό του. Ὁπωσδήποτε ἦταν ἀργὸς μὲ τὰ βιβλία του, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπὸ κάποια ἰδιοσυστατικὴ ἀδυναμία νὰ συγκεντρώσει τὴν προσοχή του στὰ καθήκοντά του, παρὰ ἀπὸ ἔλλειψη ἱκανότητας νὰ τὰ κατανοεῖ. Ἀπὸ


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

101

ἰδιοσυγκρασία ἦταν, χωρὶς ἀμϕιβολία, ἐντελῶς ἀπερίσκεπτος: ἐνεργοῦσε ἀπρόσεκτα στὴν πρώτη του παρόρμηση καὶ κατέληγε σὲ βιαστικὰ καὶ ἀβασάνιστα συμπεράσματα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἦταν χαρακτήρας ἀνοιχτὸς σὰν τὴ μέρα, πράγμα ποὺ πρέπει νὰ ἀναϕερθεῖ στὰ προτερήματά του· πιὸ μεγαλόψυχο, στοργικό, πράο ἀγόρι δύσκολα θὰ μποροῦσες νὰ βρεῖς κάπου. Ἡ ἰδιόρρυθμη πρωτοτυπία τοῦ χαρακτήρα του καὶ οἱ ἐκ ϕύσεως ὑγιεῖς του κλίσεις τὸν ἔβγαλαν σῶο ἀπὸ τοὺς περισσότερους κινδύνους, στοὺς ὁποίους τὸν ἐξέθεσε ἀναπόϕευκτα τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα τῆς μητέρας του. Εἶχε μιὰ ἐξολοκλήρου ἀγγλικὴ ἀγάπη γιὰ τὴ θάλασσα καὶ ὁτιδήποτε τῆς ἀνῆκε· καί, καθὼς μεγάλωνε, τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ τὸν τραβήξει μακριὰ ἀπὸ τὴν παραλία ἢ νὰ τὸν κρατήσει ἔξω ἀπὸ τὸν ταρσανά. Κάποτε μάλιστα, ἡ μητέρα του, πρὸς μεγάλη της ἐνόχληση καὶ ἔκπληξη, τὸν συνέλαβε νὰ ἐργάζεται ἐκεῖ ἐθελοντικά. Παραδέχτηκε πὼς ὅλη του ἡ μελλοντικὴ ϕιλοδοξία ἦταν νὰ ἔχει ἕνα δικό του ναυπηγεῖο καὶ πὼς ὁ μοναδικὸς στόχος του γιὰ τὴν ὥρα ἦταν νὰ μάθει πῶς νὰ κατασκευάσει ἕνα σκάϕος γιὰ τὸν ἑαυτό του. Προβλέποντας μὲ σοϕία πὼς μιὰ τέτοια ἀπασχόληση στὸν ἐλεύθερο χρόνο του ἦταν ὅ,τι ἀκριβῶς χρειαζόταν γιὰ νὰ συμϕιλιώσει τὸ παιδὶ μὲ τὴν ἀπομόνωσή του ἀπὸ συντρόϕους τῆς δικῆς του σειρᾶς καὶ ἡλικίας, ὁ κύριος Μπρὸκ ἔπεισε, μὲ ἀρκετὴ δυσκολία, τὴν κυρία Ἀρμαντέιλ νὰ ἐπιτρέψει στὸ γιό της νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ ἤθελε. Κατὰ τὴν περίοδο ποὺ διαδραματίστηκε τὸ δεύτερο περιστατικὸ στὴ ζωὴ τοῦ κληρικοῦ μὲ τὸν μαθητή του —τὸ ὁποῖο πρόκειται νὰ ἀναϕερθεῖ τώρα— ὁ νεαρὸς Ἀρμαντέιλ εἶχε ἐξασκηθεῖ ἀρκετὰ στὸ ναυπηγεῖο ὥστε νὰ πραγματοποιεῖ τὴν κορυϕαία ἐπιθυμία του, κατασκευάζοντας μὲ τὰ ἴδια


102

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

του τὰ χέρια τὴν καρίνα τοῦ δικοῦ του σκάϕους. Ἦταν ἀργὰ μιὰ καλοκαιρινὴ μέρα, λίγο καιρὸ ἀϕοῦ ὁ Ἄλαν εἶχε κλείσει τὰ δεκαέξι, ὅταν ὁ κύριος Μπρὸκ ἄϕησε τὸν μαθητή του νὰ δουλεύει σκληρὰ στὸ ναυπηγεῖο καὶ πῆγε νὰ περάσει τὸ βράδι μὲ τὴν κυρία Ἀρμαντέιλ, παίρνοντας μαζί του τοὺς Τάιμς. Τὰ χρόνια ποὺ εἶχαν κυλήσει ἀπὸ τὴν πρώτη τους γνωριμία εἶχαν ἀπὸ καιρὸ ρυθμίσει τὶς ζωὲς τοῦ ἱερωμένου καὶ τῆς γειτόνισσάς του. Τὰ πρῶτα ἐρωτικὰ διαβήματα, ποὺ ὁ αὐξανόμενος θαυμασμὸς τοῦ κυρίου Μπρὸκ γιὰ τὴ χήρα τὸν εἶχε κάνει νὰ ἐπιχειρήσει στὴν ἀρχὴ τῶν ἐπαϕῶν τους, ἀπαντήθηκαν ἀπὸ τὴν πλευρά της μὲ παράκληση γιὰ αὐτοσυγκράτηση, πράγμα ποὺ τὸν ἔκανε νὰ μὴν ξαναμιλήσει γι’ αὐτό. Τὸν εἶχε πείσει μιὰ καὶ καλὴ πὼς ἡ μόνη θέση ποὺ μποροῦσε νὰ ἐλπίζει στὴν καρδιά της ἦταν ἡ θέση ἑνὸς ϕίλου. Τὴν ἀγαποῦσε πολὺ καὶ ἀρκέστηκε σὲ ὅ,τι μποροῦσε νὰ τοῦ δώσει: ἔγιναν ϕίλοι καὶ ϕίλοι παρέμειναν ἀπὸ τότε καὶ μετά. Καμιὰ ζηλότυπη ἀνησυχία ἀπὸ τὴν ἐπιτυχία κάποιου ἄλλου ἄνδρα ἐκεῖ ὅπου ἐκεῖνος εἶχε ἀποτύχει δὲν πίκρανε τὴ γαλήνια σχέση τοῦ ἱερέα μὲ τὴ γυναίκα ποὺ ἀγαποῦσε. Σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς λιγοστοὺς κυρίους ποὺ κατοικοῦσαν στὴ γειτονιὰ δὲν ἐπέτρεψε ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ κάτι περισσότερο ἀπὸ μιὰν ἁπλὴ γνωριμία μαζί της. Πρόθυμα θαμμένη οἰκειοθελῶς στὸ ἐπαρχιακό της καταϕύγιο, παρέμενε ἀσυγκίνητη ἀπὸ τὰ θέλγητρα τῶν κοινωνικῶν ἐκδηλώσεων, ποὺ θὰ εἶχαν βάλει σὲ πειρασμὸ ἄλλες γυναῖκες στὴ θέση της καὶ στὴν ἡλικία της. Ὁ κύριος Μπρὸκ καὶ ἡ ἐϕημερίδα του, ποὺ ἐμϕανίζονταν μὲ τακτικὴ μονοτονία στὸ σαλόνι της, τὴν ὥρα τοῦ τσαγιοῦ, τρεῖς ϕορὲς τὴν ἑβδομάδα, τῆς ἔλεγαν ὅλα ὅσα μάθαινε ἢ ἐνδιαϕερόταν νὰ μάθει γιὰ τὸν μεγάλο κόσμο ἐκεῖ ἔξω, ποὺ


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

103

περιέβαλλε τὰ στενὰ καὶ ἀπαράλλαχτα ὅρια τῆς καθημερινῆς της ζωῆς. Ἐκεῖνο τὸ βράδι ὁ κύριος Μπρὸκ κάθισε στὴν πολυθρόνα ποὺ καθόταν πάντα, δέχτηκε τὸ ἕνα ϕλιτζάνι τσάι ποὺ ἔπινε πάντα καὶ ἄνοιξε τὴν ἐϕημερίδα ποὺ διάβαζε πάντα δυνατὰ στὴν κυρία Ἀρμαντέιλ, ἡ ὁποία σταθερὰ τὸν ἄκουγε γερμένη στὸν ἴδιο καναπέ, μὲ τὸ αἰώνιο ἐργόχειρο στὰ χέρια της. — Θεός ϕυλάξοι! ϕώναξε ὁ ἐϕημέριος, σὲ μιὰ πρωτοϕανὴ γιὰ τὴ ϕωνή του ὀκτάβα, καὶ τὰ μάτια καρϕωμένα μὲ ἔκπληξη στὴν πρώτη σελίδα τῆς ἐϕημερίδας. Ποτὲ ἄλλοτε στὶς βραδινὲς ἀναγνώσεις δὲν εἶχε ξαναγίνει παρόμοια εἰσαγωγὴ καθ’ ὅλη τὴν ἐμπειρία τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ ὡς ἀκροάτριας. Κεντρισμένη ἀπὸ περιέργεια, κοίταξε ἀπὸ τὸν καναπὲ καὶ ἱκέτευσε τὸν ἱερέα ϕίλο της νὰ τῆς δώσει μιὰν ἐξήγηση. — Δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω στὰ μάτια μου, εἶπε ὁ κύριος Μπρόκ. Ὑπάρχει ἐδῶ μιὰ ἀγγελία, κυρία Ἀρμαντέιλ, ποὺ ἀπευθύνεται στὸ γιό σας. Χωρὶς ἄλλους προλόγους, διάβασε τὴν ἀγγελία ποὺ ἔγραϕε: «ΕΑΝ ἡ παρούσα ὑποπέσει στὴν ἀντίληψη τοῦ ΑΛΑΝ ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ, παρακαλεῖται νὰ ἐπικοινωνήσει προσωπικῶς ἢ γραπτῶς, μὲ τοὺς κυρίους Χάμικ καὶ Ρίτζ (Λίνκολνς Ἲν Φίλντς, Λονδίνο), γιὰ μιὰ πολὺ σημαντικὴ ὑπόθεση ποὺ τὸν ἀϕορᾶ ἄμεσα. Ὁποιοσδήποτε δύναται νὰ πληροϕορήσει τοὺς κυρίους Χ. καὶ Ρ. γιὰ τὴ διεύθυνση τοῦ προσώπου ποὺ ἀναζητεῖται ἐδῶ, παρακαλεῖται νὰ κάνει τὸ ἴδιο. Γιὰ τὴν ἀποϕυγὴ λαθῶν, ἐνημερώνουμε συμπληρωματικὰ ὅτι ὁ ἀγνοούμενος Ἄλαν Ἀρμαντέιλ εἶναι δεκαπέντε ἐτῶν καὶ ὅτι ἡ ἀγγελία αὐτὴ καταχωρίστηκε κατόπιν αἰτήσεως τῆς οἰκογενείας του καὶ ϕίλων.»


104

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

— Πρόκειται γιὰ ἄλλη οἰκογένεια καὶ ἄλλους ϕίλους, εἶπε ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ. Τὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἐμϕανίζεται στὴν ἀγγελία δὲν εἶναι ὁ γιός μου. Ὁ τόνος μὲ τὸν ὁποῖο μίλησε προκάλεσε ἔκπληξη στὸν κύριο Μπρόκ. Ἡ ἀλλαγὴ ποὺ εἶδε στὸ πρόσωπό της, ὅταν σήκωσε τὸ βλέμμα, τὸν τάραξε. Ἡ λεπτή της ἐπιδερμίδα εἶχε πάρει μιὰ μουντὴ χλομάδα. Τὰ μάτια της εἶχαν στραϕεῖ μακριὰ ἀπὸ τὸν ἐπισκέπτη της μ’ ἕνα παράξενο μίγμα σύγχυσης καὶ πανικοῦ. Ξαϕνικὰ ἔδειχνε δέκα, τουλάχιστον, χρόνια μεγαλύτερη ἀπ’ ὅσο ἦταν. — Τὸ ὄνομα εἶναι τόσο ἀσυνήθιστο, εἶπε ὁ κύριος Μπρόκ, θεωρώντας πὼς τὴν εἶχε προσβάλει καὶ προσπαθώντας νὰ δικαιολογηθεῖ. Μοῦ ϕάνηκε πραγματικὰ ἀπίθανο πὼς θὰ μποροῦσαν νὰ ὑπάρχουν δυὸ πρόσωπα— — Ὑπάρχουν δυό, τὸν διέκοψε ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ. Ὅπως γνωρίζετε, ὁ Ἄλαν εἶναι δεκαέξι ἐτῶν. Ἂν ξανακοιτάξετε τὴν ἀγγελία, θὰ διαπιστώσετε ὅτι τὸ πρόσωπο ποὺ ἀναζητεῖται εἶναι μόνο δεκαπέντε. Ἂν καὶ ϕέρει τὸ ἴδιο ἐπώνυμο καὶ τὸ ἴδιο μικρὸ ὄνομα, δόξασοι ὁ Θεός, δὲν ἔχει κανενὸς εἴδους συγγένεια μὲ τὸ γιό μου. Ὅσο ζῶ, ὅλες μου οἱ ἐλπίδες καὶ ὅλες μου οἱ προσευχὲς θὰ ἔχουν σὰν ἀντικείμενο νὰ μὴν τὸν δεῖ ποτὲ ὁ Ἄλαν, οὔτε καὶ νὰ μάθει ποτὲ γι’ αὐτόν. Καλέ μου ϕίλε, καταλαβαίνω πὼς σᾶς ξαϕνιάζω: θὰ μὲ ἀνεχθεῖτε ἂν δὲν σᾶς ἐξηγήσω αὐτὴ τὴν περίεργη κατάσταση; Ὑπάρχει περασμένη δυστυχία καὶ θλίψη στὰ νεανικά μου χρόνια, πολὺ ὀδυνηρὴ γιὰ μένα ὥστε νὰ τὴ συζητήσω, ἀκόμα καὶ μαζί σας. Θὰ μὲ βοηθήσετε νὰ ἀντέξω τὴν ἀνάμνησή της, μὲ τὸ νὰ μὴν ἀναϕερθεῖτε ποτὲ ξανὰ σ’ αὐτήν; Θὰ κάνετε καὶ κάτι ἀκόμα: — θὰ μοῦ ὑποσχεθεῖτε


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

105

νὰ μὴ μιλήσετε γι’ αὐτὸ στὸν Ἄλαν, καὶ νὰ μὴν ἀϕήσετε τὴν ἐϕημερίδα νὰ πέσει στὰ χέρια του; Ὁ κύριος Μπρὸκ ἔδωσε τὴν ὑπόσχεση ποὺ τοῦ ζήτησε καὶ διακριτικὰ τὴν ἄϕησε μόνη. Ὁ ἐϕημέριος ἦταν γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ ἀληθινὰ δεμένος μὲ τὴν κυρία Ἀρμαντέιλ γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κάνει εὐτελεῖς σκέψεις σχετικὰ μὲ τὴν ἀξιοπιστία της. Ὅμως, θὰ ἦταν ἀνώϕελο νὰ ἀρνηθεῖ πὼς ἔνιωσε ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸ πρόσωπό του, καὶ πώς, καθ’ ὁδὸν πρὸς τὸ σπίτι του, κοίταξε πολλὲς ϕορὲς τὴν ἀγγελία μὲ ἀδιάκριτη περιέργεια. Ἦταν ξεκάθαρο τώρα πὼς τὸ κίνητρο τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ νὰ θάψει τὸ γιό της καὶ τὸν ἑαυτό της στὴ μοναξιὰ ἑνὸς ἀπομονωμένου χωριοῦ δὲν ἦταν τόσο ἡ παραμονή του κάτω ἀπὸ τὴ στενὴ ἐπίβλεψή της, ὅσο ἡ ἀποϕυγὴ τῆς ἀνακάλυψής του ἀπὸ τὸν συνονόματό του. Γιατί ϕοβόταν τόσο πολὺ τὴν ἰδέα νὰ συναντηθοῦν κάποτε; Φοβόταν γιὰ τὸν ἑαυτό της ἢ ϕοβόταν γιὰ τὸ γιό της; Ἡ τυϕλὴ ἐμπιστοσύνη τοῦ κυρίου Μπρὸκ στὴ ϕίλη του ἀπέρριψε κάθε πιθανότητα νὰ εἶχε συνάψει στὸ παρελθὸν κάποια παράνομη σεξουαλικὴ σχέση. Ἐκείνη τὴ νύχτα κατέστρεψε τὴν ἀγγελία μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια· ἐκείνη τὴ νύχτα ἀποϕάσισε ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσει ξανὰ τὸ μυαλό του. Ὑπῆρχε στὸν κόσμο ἕνας ἄλλος Ἄλαν Ἀρμαντέιλ, ποὺ δὲν εἶχε καμιὰ συγγένεια μὲ τὸ μαθητή του καὶ κάποιος κατεργάρης τὸν ἀναζητοῦσε βάζοντας ἀγγελία στὶς ἐϕημερίδες. Αὐτὰ ἦταν ὅλα ὅσα τοῦ ἀποκαλύϕθηκαν τυχαῖα. Δὲν ἐπιθυμοῦσε, γιὰ χάρη τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ, νὰ ἀνακαλύψει περισσότερα — καὶ ποτὲ δὲν θὰ ζητοῦσε νὰ μάθει περισσότερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ δεύτερο στὴ σειρὰ γεγονὸς ποὺ χρο-


106

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

νολογεῖται ἀπὸ τὸ σύνδεσμο τοῦ ἐϕημέριου μὲ τὴν κυρία Ἀρμαντέιλ καὶ τὸ γιό της. Ἡ μνήμη τοῦ κυρίου Μπρόκ, ταξιδεύοντας ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὸ παρόν, ἔϕτασε στὸν τρίτο σταθμὸ τοῦ ταξιδιοῦ μέσα στὰ χρόνια ποὺ πέρασαν καὶ σταμάτησε στὸ ἔτος χίλια ὀκτακόσια πενήντα. Στὰ πέντε χρόνια ποὺ εἶχαν περάσει, ὁ χαρακτήρας τοῦ Ἄλαν εἶχε ἀλλάξει ἐλάχιστα. Ἁπλῶς εἶχε ἀναπτυχθεῖ —κατὰ τὴν ἔκϕραση τοῦ δασκάλου του— ἀπὸ ἕνα ἀγόρι δεκαέξι χρονῶν σὲ ἕνα ἀγόρι εἴκοσι ἑνός. Συνέχιζε νὰ εἶναι καλόβολος καὶ ἀνοιχτός, ὅπως πάντα· τὸ ἴδιο ἰδιόρρυθμα καὶ ἀδιόρθωτα καλοδιάθετος· τὸ ἴδιο ἀπερίσκεπτος στὸ νὰ ἀκολουθεῖ τὶς παρορμήσεις του, ὅπου καὶ ἂν τὸν ὁδηγοῦσαν. Ἡ κλίση του πρὸς τὴ θάλασσα εἶχε γίνει πιὸ δυνατὴ καθὼς γινόταν ἄντρας. Μετὰ τὴν πρώτη του βάρκα, εἶχε προχωρήσει τώρα —μὲ δυὸ ἐργάτες στὴν ἐπίβλεψή του— στὴ ναυπήγηση ἑνὸς σκάϕους μὲ κουβέρτα, τριάντα πέντε τόνων. Ὁ κύριος Μπρὸκ εἶχε προσπαθήσει συνειδητὰ νὰ τὸν στρέψει πρὸς ὑψηλότερες ϕιλοδοξίες· τὸν εἶχε πάρει στὴν Ὀξϕόρδη, γιὰ νὰ δεῖ πῶς ἦταν ἡ ϕοιτητικὴ ζωή· τὸν εἶχε πάρει στὸ Λονδίνο, γιὰ νὰ διευρύνει τὸν πνευματικό του ὁρίζοντα ἀντικρίζοντας τὴ μεγάλη μητρόπολη. Ἡ ἀλλαγὴ διασκέδασε ὁπωσδήποτε τὸν Ἄλαν, ἀλλὰ δὲν τὸν ἄλλαξε οὔτε στὸ ἐλάχιστο. Ἦταν στενοκέϕαλα ὑπεράνω κάθε ὑλιστικῆς ϕιλοδοξίας σὰν τὸν ἴδιο τὸν Διογένη. «Τί εἶναι καλύτερο», ρωτοῦσε ὁ κυνικὸς αὐτὸς ϕιλόσοϕος, «νὰ βρεῖς τὸν τρόπο νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος γιὰ τὸν ἑαυτό σου, ἢ νὰ ἀϕήσεις τοὺς ἄλλους νὰ προσπαθήσουν νὰ τὸν βροῦν γιὰ λογαριασμό σου;» Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ κύριος Μπρὸκ ἄϕησε τὸν χαρακτήρα τοῦ μαθητῆ του νὰ ἐξελιχθεῖ μὲ τὸν δικό του ρυθμό, καὶ ὁ Ἄλαν συνέχισε ἀπερί-


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

107

σπαστος τὶς ἐργασίες στὸ ἱστιοπλοϊκό του σκάϕος. Ὁ χρόνος, ποὺ ἐλάχιστα εἶχε καταϕέρει νὰ ἀλλάξει τὸ γιό, δὲν εἶχε περάσει ἀϕήνοντας ἀλώβητη τὴ μητέρα. Ἡ ὑγεία τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ ἐξασθενοῦσε μὲ γρήγορο ρυθμό. Καθὼς τὴν ἐγκατέλειπαν οἱ δυνάμεις της, ὁ χαρακτήρας της ἄλλαζε πρὸς τὸ χειρότερο: γινόταν ὅλο καὶ πιὸ γκρινιάρα, καταλαμβανόταν ἀπὸ νοσηροὺς ϕόβους καὶ ϕαντασιώσεις καὶ ὅλο καὶ πιὸ ἀπρόθυμα ἔβγαινε ἀπὸ τὸ δωμάτιό της. Ἀπὸ τότε ποὺ δημοσιεύτηκε ἡ ἀγγελία, πρὶν πέντε χρόνια, δὲν συνέβη κάτι ποὺ θὰ τὴν ἀνάγκαζε νὰ ξαναϕέρει στὴ μνήμη της τὶς ὀδυνηρὲς σχέσεις ποὺ συνδέονταν μὲ τὰ νεανικά της χρόνια. Λέξη γιὰ τὸ ἀπαγορευμένο θέμα δὲν εἰπώθηκε ἀνάμεσα στὸν ἱερέα καὶ τὴν ἴδια. Καμία ὑποψία δὲν πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλὸ τοῦ Ἄλαν γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ συνονόματού του. Καὶ ὅμως, χωρὶς κὰν τὴ σκιὰ κάποιου λόγου ἰδιαίτερης ἀνησυχίας, ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ, τὰ τελευταῖα χρόνια, εἶχε γίνει κουραστικὰ ἀδιάλλακτη καὶ γκρινιάρα στὸ θέμα τοῦ γιοῦ της. Ἀρκετὲς ϕορὲς ὁ κύριος Μπρὸκ ϕοβήθηκε τὸ ξέσπασμα μιᾶς σοβαρῆς διαϕωνίας ἀνάμεσά τους. Ὅμως ἡ ϕυσικὴ γλυκύτητα τοῦ χαρακτήρα τοῦ Ἄλαν, ἐνισχυμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴ μητέρα του, τὸν βοήθησε νὰ περάσει θριαμβευτικὰ ὅλες τὶς δοκιμασίες. Οὔτε ἕνας σκληρὸς λόγος ἢ μία σκληρὴ ματιὰ δὲν τοῦ ξέϕυγαν ποτὲ μπροστά της. Ἦταν πάντα στοργικὸς καὶ ὑπομονετικὸς μαζί της μέχρι τέλους. Σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση βρίσκονταν ὁ γιός, ἡ μητέρα καὶ ὁ ϕίλος, ὅταν συνέβη τὸ ἑπόμενο ἀξιοσημείωτο γεγονὸς στὴ ζωὴ τῶν τριῶν. Ἕνα μελαγχολικὸ ἀπόγευμα, στὶς ἀρχὲς Νοεμβρίου, μιὰ ἐπίσκεψη διέκοψε τὸν κύριο Μπρὸκ ἀπὸ τὴν συγγραϕὴ τοῦ κη-


108

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ρύγματός του. Ἦταν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ πανδοχείου τοῦ χωριοῦ. Μετὰ τὶς προκαταρκτικὲς ἀπολογίες γιὰ τὴν ἐνόχληση, ὁ πανδοχέας ἀνέϕερε χωρὶς περιστροϕὲς τὸ λόγο ποὺ τὸν εἶχε ϕέρει ἐπειγόντως στὸ σπίτι τοῦ ἐϕημέριου. Λίγες ὧρες νωρίτερα, κάποιοι ἐργάτες σ’ ἕνα γειτονικὸ ἀγρόκτημα τοῦ ἔϕεραν στὸ πανδοχεῖο ἕναν νεαρὸ ἄνδρα. Τὸν εἶχαν βρεῖ νὰ περιϕέρεται ἄσκοπα σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ χωράϕια τοῦ ἀϕεντικοῦ τους, σὲ κατάσταση πνευματικῆς διαταραχῆς, ποὺ στὰ μάτια τους ϕάνηκε σὰν ὁλοκάθαρη τρέλα. Ὁ πανδοχέας πρόσϕερε στέγη στὸ δύστυχο πλάσμα, ἐνῶ ἔστειλε νὰ ϕωνάξουν γιατρό. Μόλις τὸν εἶδε ὁ γιατρὸς διέγνωσε πὼς ἔπασχε ἀπὸ ἐγκεϕαλικὸ πυρετό, καὶ πὼς ἡ μετακίνησή του στὴν πλησιέστερη πόλη, ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ βρεθεῖ κάποιο νοσοκομεῖο ἢ θεραπευτήριο ἀπόρων νὰ τὸν δεχτεῖ, κατὰ πάσα πιθανότητα, θὰ ἀπέβαινε μοιραία γιὰ τὶς ἐλπίδες ποὺ ὑπῆρχαν νὰ συνέλθει. Ἀϕοῦ ἄκουσε τὴ γνώμη τοῦ γιατροῦ καὶ ἀϕοῦ παρατήρησε ὁ ἴδιος πὼς ἡ μοναδικὴ ἀποσκευὴ τοῦ ξένου ἦταν ἕνας μικρὸς ταξιδιωτικὸς σάκος, ποὺ εἶχε βρεθεῖ στὸ χωράϕι, κοντά του, ὁ πανδοχέας ξεκίνησε ἀμέσως γιὰ νὰ συμβουλευθεῖ τὸν ἐϕημέριο καὶ νὰ τὸν ρωτήσει ποιές θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ ἑπόμενες κινήσεις σ’ αὐτὴ τὴ σοβαρὴ ἔκτακτη περίσταση. Ὁ κύριος Μπρὸκ ἦταν καὶ δικαστὴς ἐκτὸς ἀπὸ ἱερέας τῆς περιϕέρειας καὶ οἱ ἐνέργειες ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν καταρχὴν ἦταν ξεκάθαρες στὸ νοῦ του. Φόρεσε τὸ καπέλο του καὶ συνόδευσε τὸν ἰδιοκτήτη στὸ πανδοχεῖο του. Στὴν πόρτα τοῦ πανδοχείου συνάντησαν τὸν Ἄλαν, ποὺ εἶχε μάθει τὰ νέα ἀπὸ ἄλλη πηγὴ καὶ περίμενε τὴν ἄϕιξη τοῦ κυρίου Μπρὸκ γιὰ ν’ ἀκολουθήσει


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

109

μέσα τὴ δικαστικὴ συνοδεία καὶ νὰ δεῖ τὸν ξένο. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἔϕτασε καὶ ὁ γιατρὸς τοῦ χωριοῦ καὶ οἱ τέσσερίς τους μπῆκαν μαζὶ στὸ πανδοχεῖο. Βρῆκαν τὸ γιὸ τοῦ πανδοχέα ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ τὸν σταβλίτη ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ προσπαθοῦν νὰ κρατήσουν τὸν ἄνδρα στὴν καρέκλα του. Νέος, λεπτός, καὶ μικροκαμωμένος, ἔδειχνε ἀρκετὰ δυνατὸς ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὥστε νὰ δυσκολεύονται νὰ τοῦ ἐπιβληθοῦν. Τὸ χρυσοκάστανο δέρμα του, τὰ μεγάλα, ϕωτεινὰ καστανά του μάτια καὶ τὰ μαῦρα του γένια τοῦ ἔδιναν μιὰ κάπως ξενικὴ ὄψη. Τὰ ροῦχα του ἦταν κάπως ϕθαρμένα, ἀλλὰ τὰ ἐσώρουχά του ἦταν καθαρά. Τὰ μελαψά του χέρια ἦταν λεπτὰ καὶ νευρώδη καὶ σὲ πολλὰ σημεῖα εἶχαν ὠχρὰ σημάδια ἀπὸ παλιὲς πληγές. Τὰ δάχτυλα τοῦ ἑνὸς ποδιοῦ του, ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶχε κλοτσήσει τὸ παπούτσι, ἁρπάζονταν μέσα ἀπὸ τὴν κάλτσα ἀπὸ τὸ κάγκελο τῆς καρέκλας, μὲ τὶς ἀκριβεῖς μυϊκὲς κινήσεις ποὺ μποροῦν νὰ κάνουν μόνο ὅσοι ἔχουν συνηθίσει νὰ περπατοῦν ξυπόλυτοι. Στὸν παροξυσμὸ ποὺ τὸν εἶχε καταλάβει, ἦταν ἀδύνατον νὰ προσέξει κανεὶς κάτι περισσότερο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ϕανεῖ χρήσιμο. Ὕστερα ἀπὸ μιὰ χαμηλόϕωνη σύσκεψη μὲ τὸν κύριο Μπρόκ, ὁ γιατρὸς ἐπέβλεψε προσωπικὰ τὴ μετακίνηση τοῦ ἀσθενοῦς σ’ ἕνα ἥσυχο ὑπνοδωμάτιο στὸ πίσω μέρος τοῦ πανδοχείου. Ἀμέσως μετὰ κατέβασαν κάτω τὰ ροῦχα καὶ τὸν σάκο του καὶ τὰ ἔψαξαν παρουσία τοῦ δικαστῆ, γιὰ τὴν περίπτωση ποὺ θὰ ἔβρισκαν κάποιο στοιχεῖο ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ ἐπικοινωνήσουν μὲ τοὺς οἰκείους του. Ὁ ταξιδιωτικός του σάκος περιεῖχε μόνο μιὰ ἀλλαξιὰ ροῦχα καὶ δυὸ βιβλία — τὰ Θεατρικὰ Ἔργα τοῦ Σοϕοκλῆ, στὸ πρωτότυπο, καὶ τὸν Φάουστ τοῦ Γκαῖτε, στὸ πρωτότυπο ἐπίσης, στὰ γερμανικά. Καὶ τὰ


110

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

δυὸ βιβλία ἦταν ϕθαρμένα ἀπὸ τὸ διάβασμα, καὶ στὸ λευκὸ ϕύλλο στὴν ἀρχὴ τοῦ καθενὸς ἦταν χαραγμένα τὰ ἀρχικὰ Ο.Μ. Αὐτὰ ἦταν τὰ μοναδικὰ στοιχεῖα ποὺ ἀποκάλυψε ὁ σάκος καὶ τίποτα περισσότερο. Μετὰ ἐξετάστηκαν τὰ ροῦχα ποὺ ϕοροῦσε ὁ ἄνθρωπος ὅταν τὸν βρῆκαν στὸ χωράϕι. Ἕνα πουγκί (ποὺ περιεῖχε μία βρετανικὴ χρυσὴ λίρα καὶ μερικὰ σελίνια), μιὰ πίπα, μιὰ σακούλα καπνοῦ, ἕνα μαντίλι καὶ ἕνα μικρὸ ϕλιτζάνι ἀπὸ κέρατο ἔκαναν διαδοχικὰ τὴν ἐμϕάνισή τους. Τὸ ἑπόμενο καὶ τελευταῖο ἀντικείμενο βρέθηκε τσαλακωμένο ἀπρόσεκτα στὴν ἐσωτερικὴ τσέπη τοῦ πανωϕοριοῦ. Ἦταν ἕνα γραπτὸ πιστοποιητικὸ ὑπηρεσίας, χρονολογημένο καὶ ὑπογεγραμμένο, ἀλλὰ χωρὶς καμία διεύθυνση. Ὅσο μπόρεσαν νὰ συμπεράνουν ἀπὸ τὸ ἔγγραϕο, ἡ ἱστορία τοῦ ξένου ἦταν πραγματικὰ λυπηρή. Φαίνεται πὼς εἶχε ἐργαστεῖ γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα σὰν βοηθὸς δάσκαλος σὲ κάποιο σχολεῖο καὶ ἐγκαταλείϕθηκε ἕρμαιο στὴν τύχη του, στὴν ἀρχὴ τῆς ἀρρώστιας του, ἀπὸ ϕόβο πὼς ὁ πυρετὸς θὰ ἦταν μεταδοτικὸς καὶ πὼς αὐτὸ θὰ ἔβαζε σὲ κίνδυνο τὴν εὐημερία τῆς ἐπιχείρησης. Δὲν τοῦ καταλογιζόταν οὔτε ἡ παραμικρὴ κατηγορία γιὰ κακὴ συμπεριϕορὰ κατὰ τὴν ἀπασχόλησή του. Ἀντίθετα, ὁ διευθυντὴς τοῦ σχολείου, μὲ μεγάλη εὐχαρίστηση πιστοποιοῦσε τὴν ἱκανότητά του καὶ τὴν ἀκεραιότητά του καὶ ἐξέϕραζε τὴν ἔνθερμη ἐλπίδα πὼς θὰ μπορέσει —μὲ τὴ βοήθεια τῆς Πρόνοιας— νὰ γίνει καλὰ στὸ σπίτι κάποιου ἄλλου. Τὸ γραπτὸ πιστοποιητικό, ποὺ τοὺς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ πάρουν μιὰ ἰδέα γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, ἐξυπηρέτησε ἕναν σκοπὸ ἀκόμα: τὸν συνέδεσε μὲ τὰ ἀρχικὰ ποὺ ἦταν χαραγμένα στὰ βιβλία καὶ γνωστοποίησε στὸν δικαστὴ καὶ τὸν πανδοχέα πὼς ἔϕερε τὸ ἀλλόκοτο ὄνομα Ὀζίας Μιντγουίντερ.


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

111

Ὁ κύριος Μπρὸκ ἄϕησε στὴν ἄκρη τὴ συστατικὴ ἐπιστολή, μὲ τὴν ὑποψία πὼς ὁ διευθυντὴς τοῦ σχολείου εἶχε ἐπίτηδες παραλείψει νὰ γράψει τὴ διεύθυνσή του, ὥστε νὰ μὴν τοῦ καταλογιστεῖ καμία εὐθύνη στὴν περίπτωση ποὺ ὁ βοηθὸς δάσκαλος θὰ πέθαινε. Σὲ κάθε περίπτωση ἦταν ὁλοϕάνερα ἀνώϕελο, ὑπὸ τὶς παροῦσες συνθῆκες, νὰ σκεϕτεῖ νὰ ἐντοπίσει τοὺς οἰκείους αὐτοῦ τοῦ δύστυχου, ἂν εἶχε. Τὸν εἶχαν ϕέρει στὸ πανδοχεῖο, καὶ στὸ πανδοχεῖο ἔπρεπε νὰ παραμείνει πρὸς τὸ παρόν, γιὰ λόγους ἁπλῆς ἀνθρωπιᾶς. Τὸ ζήτημα τῶν ἐξόδων, στὴ χειρότερη περίπτωση, θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιμετωπιστεῖ μὲ ϕιλανθρωπικὲς εἰσϕορὲς τῶν γειτόνων, ἢ μὲ ἔρανο μετὰ τὸ κήρυγμα στὴν ἐκκλησία. Βεβαιώνοντας τὸν πανδοχέα πὼς θὰ σκεϕτόταν τὸ ζήτημα καὶ πὼς θὰ τὸν ἐνημέρωνε σχετικά, ὁ κύριος Μπρὸκ ἀναχώρησε ἀπὸ τὸ πανδοχεῖο, χωρὶς ν’ ἀντιληϕθεῖ ὅτι ἄϕησε τὸν Ἄλαν ἐκεῖ. Τὸν χώριζαν πενήντα γιάρδες ἀπὸ τὸ σπίτι του, ὅταν ὁ μαθητής του τὸν πρόλαβε. Ὁ Ἄλαν εἶχε μείνει ἀσυνήθιστα σιωπηλὸς καὶ σοβαρὸς σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἔρευνας στὸ πανδοχεῖο. Τώρα ὅμως εἶχε ξαναβρεῖ τὴ συνηθισμένη καλή του διάθεση. Κάποιος ποὺ δὲν τὸν ἤξερε θὰ ἔλεγε πὼς εἶναι ἀναίσθητος. — Πολὺ δυσάρεστη ὑπόθεση, εἶπε ὁ ἐϕημέριος. Εἰλικρινὰ δὲν ξέρω τί εἶναι καλύτερο νὰ κάνω γι’ αὐτὸν τὸν κακομοίρη. — Μπορεῖτε νὰ χαλαρώσετε, κύριε, εἶπε ὁ νεαρὸς Ἀρμαντέιλ, μὲ τὸν αὐθόρμητο τρόπο του. Τὰ τακτοποίησα ἐγὼ ὅλα μὲ τὸν πανδοχέα πρὶν ἀπὸ λίγο. — Ἐσύ! ϕώναξε κατάπληκτος ὁ κύριος Μπρόκ. — Ἔδωσα μόνο ὁρισμένες ἁπλὲς ὁδηγίες, συνέχισε ὁ Ἄλαν. Ὁ ϕίλος μας, ὁ δασκαλάκος, θὰ ἔχει ὁτιδήποτε χρειαστεῖ καὶ πριγκιπικὴ μεταχείριση. Καί,


112

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ὅταν ὁ γιατρὸς καὶ ὁ πανδοχέας θελήσουν τὰ χρήματά τους, θὰ ἔρθουν σὲ μένα. — Καλέ μου Ἄλαν, εἶπε ὁ κύριος Μπρὸκ ἐπιπλήττοντάς τον τρυϕερά, πότε θὰ μάθεις νὰ σκέϕτεσαι πρὶν ἐνεργήσεις ἀκολουθώντας τὶς γενναιόδωρες παρορμήσεις σου; Ξοδεύεις ἤδη περισσότερα χρήματα ἀπ’ ὅσα μπορεῖς γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ ἱστιοπλοϊκοῦ σου… — Γιά σκεϕτεῖτε! στρώσαμε τὶς πρῶτες σανίδες στὸ κατάστρωμα προχθές, εἶπε ὁ Ἄλαν, πετώντας, ὡς συνήθως, στὸ καινούργιο θέμα σὰν πουλί. Ὑπάρχουν ἀρκετὲς γιὰ νὰ περπατήσετε ἐπάνω, ἂν δὲν σᾶς πιάνει ἴλιγγος. Θὰ σᾶς βοηθήσω ν’ ἀνεβεῖτε τὴ σκάλα, κύριε Μπρόκ, ἂν ἔρθετε νὰ δοκιμάσετε. — Ἄκουσέ με, ἐπέμεινε ὁ ἐϕημέριος. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ δὲν σοῦ μιλῶ γιὰ τὸ ἱστιοπλοϊκό. Τὸ ἀνέϕερα μόνο σὰν παράδειγμα— — Ἕνα πολὺ ὄμορϕο παράδειγμα ὁμολογουμένως, σχολίασε ὁ ἀδιόρθωτος Ἄλαν. Βρεῖτε μου ἕνα κομψότερο μικρὸ σκάϕος αὐτοῦ τοῦ μεγέθους σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἀγγλία, κι ἐγὼ θὰ παραιτηθῶ ἀπὸ τὴν κατασκευή του αὔριο. Ποῦ εἴχαμε μείνει στὴν κουβέντα μας, κύριε; Φοβᾶμαι ὅτι χαθήκαμε κάπως. — Ἐγὼ μᾶλλον ϕοβᾶμαι πὼς ἕνας ἀπὸ μᾶς ἔχει τὴ συνήθεια νὰ χάνεται κάθε ϕορὰ ποὺ ἀνοίγει τὸ στόμα του, ἀπάντησε ὁ κύριος Μπρόκ. Ἔλα, Ἄλαν, σοβαρέψου. Ἀνέλαβες εὐθύνη γιὰ ἔξοδα, ποὺ ἴσως δὲν θὰ μπορέσεις νὰ πληρώσεις. Πρόσεξε, δὲν σὲ κατηγορῶ γιὰ τὰ εὐγενικά σου συναισθήματα πρὸς αὐτὸν τὸν ἔρημο δυστυχισμένο— — Μὴν εἶστε ἀπαισιόδοξος γι’ αὐτόν, κύριε. Θὰ τὸ ξεπεράσει. Σὲ μιὰ βδομάδα θὰ εἶναι πάλι καλά. Σπουδαῖος τύπος, δὲν ἔχω τὴν παραμικρὴ ἀμϕιβολία! συνέχισε ὁ Ἄλαν, ποὺ εἶχε τὴ συνήθεια νὰ πι-


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

113

στεύει στοὺς πάντες καὶ νὰ μὴν ἀπελπίζεται ἀπὸ τίποτα. Σκέϕτεστε νὰ τὸν καλέσετε γιὰ δεῖπνο ὅταν γίνει καλά, κύριε Μπρόκ; Θὰ ἤθελα νὰ μάθω (ξέρετε, ὅταν θὰ κουβεντιάζουμε οἱ τρεῖς μας ζεστὰ καὶ ϕιλικὰ μ’ ἕνα ποτήρι κρασί) πῶς βρέθηκε νὰ ἔχει αὐτὸ τὸ τρομερὸ ὄνομα: Ὀζίας Μιντγουίντερ! Στὴ ζωή μου, ὁ πατέρας του θὰ ἔπρεπε νὰ ντρέπεται γιὰ τὸν ἑαυτό του. — Θὰ μοῦ ἀπαντήσεις σὲ μία ἐρώτηση πρὶν μπῶ μέσα; εἶπε ὁ ἐϕημέριος, σταματώντας ἀπελπισμένος στὴν ἐξώπορτά του. Ὁ λογαριασμὸς αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸ κατάλυμα καὶ τὴν ἰατρικὴ περίθαλψη μπορεῖ νὰ ϕτάσει τὶς εἴκοσι ἢ καὶ τὶς τριάντα λίρες μέχρι νὰ γίνει καλά, ἂν γίνει καλὰ ποτέ. Πῶς θὰ τὸν πληρώσεις; — Τί λέει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅταν βρίσκεται σὲ ἀδιέξοδο μὲ τοὺς λογαριασμούς του καὶ δὲν βλέπει πῶς θὰ βγεῖ ἀπ’ αὐτό; ρώτησε ὁ Ἄλαν. Λέει στὸν ἐντιμότατο ϕίλο του πὼς εἶναι πρόθυμος νὰ δώσει ἕνα αὐτό... ἕνα κάτι...— — Ἐγγύηση; τοῦ θύμισε ὁ κύριος Μπρόκ. — Αὐτὸ εἶναι, εἶπε ὁ Ἄλαν. Εἶμαι σὰν τὸν Ὑπουργὸ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω ἐγγύηση. Τὸ σκάϕος (γερὸ νὰ εἶναι!) δὲν μοῦ τὰ τρώει ὅλα. Ἄν μοῦ λείψουν μία ἢ δύο λίρες, μὴ ϕοβάστε, κύριε. Δὲν ἔχω ὑπεροψία. Θὰ κάνω ἕνα γύρο μὲ τὸ καπέλο καὶ θὰ μαζέψω τὴ διαϕορὰ ἀπὸ τὴ γειτονιά. Ὁ διάβολος νὰ πάρει τὶς λίρες, τὰ σελίνια καὶ τὶς πένες! Μακάρι καὶ τὰ τρία νὰ ἐξαϕανίζονταν, ὅπως οἱ Βεδουίνοι ἀδελϕοὶ στὴν παράστασή τους. Τοὺς θυμάστε τοὺς Βεδουίνους ἀδελϕούς, κύριε Μπρόκ; Ὁ Ἀλὴ παίρνει ἕναν ἀναμμένο δαυλὸ καὶ πηδάει μέσα στὸ λαρύγγι τοῦ ἀδελϕοῦ του Μουλῆ. Ὁ Μουλὴ παίρνει ἕναν ἀναμμένο δαυλὸ καὶ πηδάει μέσα στὸ λα8 WILKIE COLLINS,

Ἀρμαντέιλ


114

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ρύγγι τοῦ ἀδελϕοῦ του Χασάν. Καὶ ὁ Χασάν, παίρνοντας ἕναν τρίτο ἀναμμένο δαυλό, τελειώνει τὴν παράσταση πηδώντας μέσα στὸ δικό του τὸ λαρύγγι καὶ ἀϕήνει τοὺς θεατὲς στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι. Καταπληκτικὰ καλό! Ὅ,τι ἀκριβῶς θεωρῶ ἐγὼ ἔξυπνο χιούμορ μὲ ἐξεζητημένη ἔντονη χαρακτηριστικὴ ἀτμόσϕαιρα. Σταθεῖτε ἕνα λεπτό! Τί λέγαμε; Νομίζω πὼς ξεϕύγαμε πάλι. Ἄ, θυμήθηκα — μιλούσαμε γιὰ χρήματα. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσει τὸ μυαλό μου, κατέληξε ὁ Ἄλαν, χωρὶς νὰ συνειδητοποιεῖ πὼς ἔκανε κήρυγμα σοσιαλιστικῆς θεωρίας σ’ ἕναν ἱερέα, εἶναι τὸ νόημα τῆς ϕασαρίας ποὺ γίνεται σχετικὰ μὲ τὴ δωρεὰ χρημάτων. Γιατί οἱ ἄνθρωποι ποὺ τοὺς περισσεύουν χρήματα δὲν μποροῦν νὰ τὰ δώσουν σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν, καὶ ἔτσι νὰ κάνουν πιὸ εὐχάριστη καὶ πιὸ ἄνετη τὴ ζωὴ ὅλου τοῦ κόσμου; Μοῦ λέτε πάντοτε νὰ καλλιεργῶ ἰδέες, κύριε Μπρόκ. Αὐτὴ εἶναι μιὰ ἰδέα, καί, στὴ ζωή μου, νομίζω πὼς δὲν εἶναι κακή. Ὁ κύριος Μπρὸκ κέντρισε χαϊδευτικὰ τὸν μαθητή του μὲ τὴν ἄκρη τοῦ μπαστουνιοῦ του. — Πήγαινε στὸ σκάϕος σου, τοῦ εἶπε. Ὅση λίγη ϕρόνηση ἔχεις μέσα στὸ ἐπιπόλαιο κεϕάλι σου τὴν ἄϕησες ἐκεῖ, στὸ κουτὶ μὲ τὰ ἐργαλεῖα σου. «Πῶς θὰ καταλήξει αὐτὸ τὸ παιδί», μονολόγησε ὁ ἐϕημέριος ὅταν ἔμεινε μόνος του, «κανένας δὲν μπορεῖ νὰ προβλέψει. Σχεδὸν εὔχομαι νὰ μὴν εἶχα πάρει στοὺς ὤμους μου τὴν εὐθύνη του.» Πέρασαν τρεῖς βδομάδες πρὶν ὁ ξένος μὲ τὸ ἀλλόκοτο ὄνομα ἀρχίσει ἐπιτέλους νὰ συνέρχεται. Ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ Ἄλαν ζητοῦσε τακτικὰ πληροϕορίες στὸ πανδοχεῖο καὶ ἀμέσως μόλις ἐπιτράπηκε στὸν ἀσθενὴ νὰ δεχθεῖ ἐπισκέψεις ὁ Ἄλαν ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ ἐμϕανίστηκε στὸ προσκέϕαλό


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

115

του. Μέχρι τώρα ὁ μαθητὴς τοῦ κυρίου Μπρὸκ δὲν εἶχε δείξει κάτι παραπάνω ἀπὸ ϕυσικὸ ἐνδιαϕέρον γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα ρομαντικὰ περιστατικὰ ποὺ εἶχαν χρωματίσει τὴ μονοτονία τῆς ζωῆς τοῦ χωριοῦ. Δὲν εἶχε κάνει καμιὰ ἀπρονοησία καὶ κανένας δὲν μποροῦσε νὰ τὸν κατηγορήσει γιὰ κάτι. Ὅμως, καθὼς οἱ μέρες περνοῦσαν, οἱ ἐπισκέψεις τοῦ νεαροῦ Ἀρμαντέιλ στὸ πανδοχεῖο ἄρχισαν νὰ γίνονται ὅλο καὶ πιὸ παρατεταμένες, καὶ ὁ γιατρὸς (ἕνας ἐπιϕυλακτικὸς ἡλικιωμένος ἄνδρας) ἔκανε κάποια ἔμμεση σύσταση στὸν ἐϕημέριο νὰ λάβει τὰ μέτρα του. Ὁ κύριος Μπρὸκ ἐνήργησε ἀμέσως καὶ ἀνακάλυψε πὼς ὁ Ἄλαν εἶχε ἀκολουθήσει τὶς συνηθισμένες του παρορμήσεις μὲ τὸν συνηθισμένο ἀπερίσκεπτο τρόπο του. Εἶχε ἀναπτυχθεῖ μέσα του μιὰ ϕλογερὴ συμπάθεια γιὰ τὸν ἀπόβλητο βοηθὸ δάσκαλο καὶ εἶχε προσκαλέσει τὸν Ὀζίας Μιντγουίντερ νὰ μείνει μόνιμα στὴ γειτονιὰ ὑπὸ τὴ νέα καὶ ἐνδιαϕέρουσα ἰδιότητα τοῦ ἐπιστήθιου ϕίλου του. Πρὶν ὁ κύριος Μπρὸκ ἀποϕασίσει γιὰ τὸ πῶς νὰ ἐνεργήσει σ’ αὐτὴν τὴν ἔκτακτη κατάσταση, ἔλαβε ἕνα σημείωμα ἀπὸ τὴ μητέρα τοῦ Ἄλαν, ποὺ τὸν ἐκλιπαροῦσε σὰν παλιὸ ϕίλο νὰ τὴν ἐπισκεϕθεῖ στὸ δωμάτιό της. Βρῆκε τὴν κυρία Ἀρμαντέιλ σὲ κατάσταση βίαιης νευρικῆς ταραχῆς, ποὺ τὴν εἶχε προκαλέσει μιὰ πρόσϕατη συζήτηση μὲ τὸ γιό της. Ὁ Ἄλαν εἶχε καθίσει μαζί της ὅλο τὸ πρωὶ καὶ δὲν μιλοῦσε γιὰ τίποτα ἄλλο παρὰ γιὰ τὸν καινούργιο του ϕίλο. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ τρομερὸ ὄνομα —ὅπως τὸν περιέγραψε ἡ δύστυχη κυρία Ἀρμαντέιλ— εἶχε ὑποβάλει ἐρωτήσεις στὸν Ἄλαν μ’ ἕναν ἀσυνήθιστα ἀδιάκριτο τρόπο, σχετικὰ μὲ τὸν ἴδιον καὶ τὴν οἰκογένειά του, ἀλλὰ δὲν εἶχε ϕανερώσει τίποτα ἀπὸ τὴ δική του προσωπικὴ


116

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ἱστορία. Σὲ κάποια προηγούμενη περίοδο τῆς ζωῆς του εἶχε ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴ θάλασσα καὶ τὴν ἱστιοπλοΐα. Ὁ Ἄλαν, δυστυχῶς, τὸ ἀνακάλυψε, καὶ ἀμέσως δημιουργήθηκαν κοινοὶ δεσμοὶ ἀνάμεσά τους. Μὲ ἄσπλαχνη καχυποψία ἀπέναντι στὸν ξένο —ἁπλῶς καὶ μόνο ἐπειδὴ ἦταν ξένος—, πράγμα ποὺ στὸν κύριο Μπρὸκ ϕάνηκε μᾶλλον παράλογο, ζήτησε ἀπὸ τὸν ἐϕημέριο νὰ πάει στὸ πανδοχεῖο, χωρὶς νὰ χάσει στιγμὴ καὶ νὰ μὴν ἡσυχάσει μέχρι ποὺ νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ δώσει πλήρη στοιχεῖα γιὰ τὸν ἑαυτό του. — Μάθετε τὰ πάντα γιὰ τὸν πατέρα του καὶ τὴ μητέρα του! εἶπε, μὲ γυναικεῖο πάθος. Βεβαιωθεῖτε πρὶν ϕύγετε πὼς δὲν εἶναι κανένας ἀπατεώνας ποὺ γυρίζει τὴ χώρα μὲ ψεύτικο ὄνομα. — Ἀγαπητή μου κυρία, διαμαρτυρήθηκε ὁ ἐϕημέριος, παίρνοντας ὑπάκουα τὸ καπέλο του, πραγματικά, νομίζω πὼς τὸ μόνο γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν πρέπει νὰ ἀμϕιβάλλουμε εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου! Εἶναι τόσο χτυπητὰ ἄσχημο ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἀληθινό. Κανένα λογικὸ ἀνθρώπινο πλάσμα δὲν θὰ χρησιμοποιοῦσε ἕνα τέτοιο πλαστὸ ὄνομα, ὅπως τὸ Ὀζίας Μιντγουίντερ. — Μπορεῖ νὰ ἔχετε δίκιο, καὶ νὰ κάνω ἐγὼ λάθος. Ὅμως, σᾶς παρακαλῶ, πηγαίνετε νὰ τὸν δεῖτε, ἐπέμεινε ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ. Πηγαίνετε καὶ μὴν τοῦ χαριστεῖτε, κύριε Μπρόκ. Πῶς ξέρουμε ὅτι δὲν ὑποκρίθηκε αὐτὴ τὴν ἀρρώστια του μὲ κάποιο σκοπό; Ἦταν ἀνώϕελο νὰ προσπαθήσει νὰ τὴ λογικεύσει. Ὁλόκληρο τὸ Ἰατρικὸ Σῶμα νὰ εἶχε βεβαιώσει τὴν ἀσθένεια τοῦ ἀνθρώπου, στὸ πλαίσιο ποὺ δούλευε τώρα τὸ μυαλό της, ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ δὲν θὰ ἐμπιστευόταν κανέναν τους, ἀπὸ τὸν πρόεδρο ὣς τὸν τελευταῖο στὴν κλίμακα. Ὁ κύριος Μπρὸκ ἐπέλεξε τὴ


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

117

συνετὴ διέξοδο ἀπὸ τὸ πρόβλημα — δὲν εἶπε τίποτα ἄλλο καὶ ξεκίνησε ἀμέσως γιὰ τὸ πανδοχεῖο. Ὁ Ὀζίας Μιντγουίντερ, ποὺ ἀνάρρωνε ἀπὸ τὸν ἐγκεϕαλικὸ πυρετό, ἦταν ἐντυπωσιακὰ ἀξιοπαρατήρητος ὅταν τὸν ἔβλεπε κανεὶς γιὰ πρώτη ϕορά. Τὸ ξυρισμένο του κεϕάλι, στὸ ὁποῖο ἦταν δεμένο ἕνα παλιὸ κίτρινο μεταξωτὸ μαντήλι, τὰ σκοῦρα, τσακισμένα του μάγουλα, τὰ ϕωτεινὰ καστανά του μάτια, ἀϕύσικα μεγάλα καὶ ὀρθάνοιχτα, τὰ ἀκατάστατα μαῦρα γένια του, τὰ μακριά, λυγερά, νευρώδη δάχτυλά του, ἀδυνατισμένα ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες τόσο ποὺ ἔμοιαζαν μὲ γαμψὰ νύχια ὄρνιου — ὅλα ἔτειναν νὰ σαστίσουν τὸν ἐϕημέριο στὴν ἀρχὴ τῆς συνομιλίας. Ὅταν ἡ πρώτη ἔκπληξη ὑποχώρησε, ἡ ἐντύπωση ποὺ τὴν ἀκολούθησε δὲν ἦταν εὐχάριστη. Ὁ κύριος Μπρὸκ δὲν μποροῦσε νὰ κρύψει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του πὼς ὁ τρόπος τοῦ ξένου δὲν συνηγοροῦσε ὑπέρ του. Ἡ ἰσχύουσα γενικὴ ἄποψη εἶναι πώς, ἂν κάποιος εἶναι ἔντιμος, τείνει νὰ τὸ βεβαιώνει μὲ τὴ στάση του, κοιτάζοντας κατευθεῖαν τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους συνομιλεῖ. Ἂν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἔντιμος, τὰ μάτια του τὸ ἀρνοῦνταν κοιτάζοντας ἀλλοῦ μὲ μοναδικὴ παραπλανητικότητα. Πιθανὸν νὰ εἶχαν ἐπηρεαστεῖ σὲ κάποιο βαθμὸ ἀπὸ μιὰ νευρικὴ ὀργανικὴ ἀνησυχία, ποὺ ϕαινόταν νὰ διαπερνᾶ κάθε ἴνα τοῦ λεπτοῦ, γυμνασμένου κορμιοῦ του. Ἡ ὑγιὴς ἀγγλοσαξονικὴ ὑλικὴ ὑπόσταση τοῦ ἱερέα ἀνατρίχιαζε αὐτόματα σὲ κάθε τυχαία κίνηση τῶν σκουρόχρωμων λυγερῶν δαχτύλων τοῦ βοηθοῦ δασκάλου καὶ σὲ κάθε ϕευγαλέα παραμόρϕωση τοῦ τσακισμένου κίτρινου προσώπου του. «Ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρέσει!» σκέϕτηκε ὁ κύριος Μπρόκ, μὲ τὴ σκέψη του νὰ τρέχει στὸν Ἄλαν καὶ στὴ μητέρα του. «Μακάρι νὰ ἔβρισκα ἕναν τρόπο νὰ


118

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ἀϕήσω πάλι τὸν Ὀζίας Μιντγουίντερ ἕρμαιο στὴν τύχη του!» Ἡ συζήτηση ποὺ ἐπακολούθησε ἦταν πολὺ ἐπιϕυλακτική. Ὁ κύριος Μπρὸκ προχώρησε μαλακὰ καὶ προσεκτικά, προσπαθώντας νὰ μάθει κάτι, ἀλλὰ ὁ συνομιλητής του τὸν κράτησε, μὲ ἀρκετὰ εὐγενικὸ τρόπο, στὸ σκοτάδι. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος, οἱ προσπάθειες τοῦ ἐϕημέριου νὰ τὸν πλησιάσει ἀντιμετωπίστηκαν ἀπ’ αὐτὸν μὲ μιὰ πρωτόγονη συστολή, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν τὸν ἀϕήνει νὰ δεῖ καθαρὰ τὸν πραγματικό του χαρακτήρα. Ἄρχισε μ’ ἕναν ἰσχυρισμό, ποὺ ἦταν ἀδύνατο νὰ πιστέψει κανεὶς κοιτάζοντάς τον, πὼς ἦταν μόνο εἴκοσι ἐτῶν. Τὸ μόνο ποὺ πείστηκε νὰ πεῖ σχετικὰ μὲ τὸ θέμα τοῦ σχολείου ἦταν πὼς καὶ ἡ ἁπλὴ ἀνάμνησή του ἦταν γι’ αὐτὸν ϕοβερή. Εἶχε καλύψει τὴ θέση τοῦ βοηθοῦ δασκάλου μόλις δέκα ἡμέρες ὅταν ἡ πρώτη ἐμϕάνιση τῆς ἀρρώστιας του προκάλεσε τὴν ἀπόλυσή του. Πῶς εἶχε ϕτάσει στὸ χωράϕι ποὺ τὸν εἶχαν βρεῖ, ἦταν κάτι στὸ ὁποῖο δὲν μποροῦσε νὰ δώσει ἀπάντηση. Θυμόταν ὅτι ταξίδεψε μιὰ μεγάλη ἀπόσταση μὲ τρένο, μὲ κάποιο σκοπό (ἂν εἶχε σκοπό) ποὺ τώρα ἦταν ἀδύνατο νὰ θυμηθεῖ, καὶ πὼς μετὰ περιπλανήθηκε πεζὸς πρὸς τὴν παραλία, ὅλη τὴν ἡμέρα, ἢ ὅλη τὴ νύχτα — δὲν ἦταν σίγουρος γι’ αὐτό. Στὸ μυαλό του κυλοῦσε συνέχεια ἡ θάλασσα ὅταν τὸ λογικό του ἄρχισε νὰ ὑποκύπτει. Εἶχε δουλέψει στὴ θάλασσα ὅταν ἦταν ἔϕηβος. Ἔϕυγε καὶ ἔπιασε δουλειὰ σὲ ἕνα βιβλιοπωλεῖο σὲ κάποια ἐπαρχιακὴ πόλη. Ἔϕυγε καὶ ἀπὸ τὸ βιβλιοπωλεῖο καὶ δοκίμασε τὸ σχολεῖο. Τώρα, ποὺ ἀπὸ τὸ σχολεῖο τὸν εἶχαν διώξει, ἔπρεπε νὰ δοκιμάσει κάτι ἄλλο. Μὲ ὅ,τι καὶ ἂν καταπιανόταν, ἡ ἀποτυχία —γιὰ τὴν ὁποία κανένας δὲν ἦταν ὑπεύθυνος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

119

ἴδιο— ἦταν ἡ βέβαιη κατάληξη, ἀργὰ ἢ γρήγορα. Φίλους γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν δὲν εἶχε κανέναν. Ὅσο γιὰ συγγενεῖς, θὰ ἤθελε νὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ μὴ μιλήσει γι’ αὐτούς. Δὲν ἤξερε ἂν ζοῦν ἢ ἂν πέθαναν. Τὸ ἴδιο κι ἐκεῖνοι γι’ αὐτόν. Ἦταν μιὰ μελαγχολικὴ ὁμολογία σ’ αὐτὴ τὴ χρονικὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς του, δὲν τὸ ἀρνιόταν. Θὰ μποροῦσε νὰ συνηγορήσει ἐναντίον του στὴ γνώμη ποὺ θὰ σχημάτιζαν οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν. Καὶ πράγματι, συνηγόρησε, χωρὶς ἀμϕιβολία, ἐναντίον του, στὴ γνώμη ποὺ σχημάτισε ὁ κύριος ποὺ μιλοῦσε μαζί του ἐκείνη τὴν ὥρα. Αὐτὲς οἱ παράξενες ἀπαντήσεις δόθηκαν σὲ τόνο καὶ ὕϕος ἐντελῶς ἀπαλλαγμένο ἀπὸ ὁποιαδήποτε πικρία ἢ ἀδιαϕορία. Ὁ Ὀζίας Μιντγουίντερ στὰ εἴκοσί του χρόνια μιλοῦσε γιὰ τὴ ζωή του ὅπως θὰ μιλοῦσε ὁ Ὀζίας Μιντγουίντερ στὰ ἑβδομήντα του, μὲ τὴ μεγάλη κούραση μιᾶς πολύχρονης ζωῆς, ποὺ ὅμως εἶχε μάθει νὰ ὑπομένει καρτερικά. Δύο περιστατικὰ κλόνισαν τὴ δυσπιστία μὲ τὴν ὁποία τὸν ἔβλεπε ὁ κύριος Μπρόκ, μὲ τὸ μυαλό του σὲ πλήρη σύγχυση. Εἶχε γράψει σὲ μιὰ Τράπεζα σὲ κάποια μακρινὴ γωνιὰ τῆς Ἀγγλίας, εἶχε ἐκταμιεύσει τὰ χρήματά του καὶ εἶχε πληρώσει τὸ γιατρὸ καὶ τὸν πανδοχέα. Ἕνας ἄνθρωπος μὲ χυδαῖες προθέσεις, θὰ ἀντιμετώπιζε τὶς ὑποχρεώσεις του ἀδιάϕορα ὅταν θὰ πλήρωνε τοὺς λογαριασμούς του. Ὁ Ὀζίας Μιντγουίντερ μιλοῦσε γιὰ τὶς ὑποχρεώσεις του —καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ὑποχρέωσή του ἀπέναντι στὸν Ἄλαν — μὲ τέτοια θερμὴ εὐγνωμοσύνη, ποὺ ἦταν ὄχι μόνο πρωτοϕανής, ἀλλὰ καὶ κουραστική. Ἔδειχνε μιὰ τρομερὰ εἰλικρινὴ κατάπληξη ποὺ τὸν εἶχαν μεταχειριστεῖ μὲ κοινὴ χριστιανικὴ καλοσύνη σ’ ἕναν χριστιανικὸ τόπο. Μιλοῦσε γιὰ τὴν εὐθύνη ποὺ ἀνέλαβε ὁ Ἄλαν γιὰ ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ καταλύματος,


120

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

τῆς περίθαλψης καὶ τῆς θεραπείας του, μ’ ἕνα ἄγριο ξέσπασμα εὐγνωμοσύνης καὶ ἔκπληξης, ποὺ ξεπηδοῦσε ἀπὸ μέσα του σὰν λάμψη ἀστραπῆς. — Μάρτυράς μου ὁ Θεός! ϕώναζε ὁ ἀποδιοπομπαῖος βοηθὸς δάσκαλος, ποτὲ δὲν γνώρισα κάποιον σὰν κι αὐτόν. Δὲν ἤξερα πὼς ὑπάρχουν ἄνθρωποι σὰν κι αὐτόν! Τὴν ἑπόμενη στιγμή, ἡ μοναδικὴ ἀναλαμπὴ ποὺ εἶχε ἀϕήσει ὁ ἄνθρωπος νὰ ϕωτίσει ϕευγαλέα τὴ ϕλογερή του ἰδιοσυγκρασία, πνίγηκε στὸ σκοτάδι. Τὰ ἀϕηρημένα μάτια του, ἐπιστρέϕοντας πάλι στὰ παλιά τους τερτίπια, στράϕηκαν ἀνήσυχα μακριὰ ἀπὸ τὸν κύριο Μπρὸκ καὶ ὁ τόνος τῆς ϕωνῆς του ἔπεσε πάλι στὴν προηγούμενη ἀϕύσικη μετρημένη σταθερότητα. — Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε, εἶπε. Ἔχω συνηθίσει νὰ μὲ κυνηγοῦν, νὰ μὲ ἐξαπατοῦν καὶ νὰ λιμοκτονῶ. Ὁτιδήποτε ἄλλο μὲ ξαϕνιάζει. Μὲ ἀνάμικτα αἰσθήματα ἕλξης καὶ ἀπώθησης, ὁ κύριος Μπρόκ, καθὼς σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κάθισμά του γιὰ νὰ ϕύγει, ἔτεινε αὐθόρμητα τὸ χέρι του — ἔπειτα ὅμως, μ’ ἕναν ξαϕνικὸ ϕόβο, τὸ ξανατράβηξε ἀμήχανα. — Καταλαβαίνω τὸ δισταγμό σας, κύριε, εἶπε ὁ Ὀζίας Μιντγουίντερ, παραμένοντας σταθερὰ μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα πίσω του. Δὲν σᾶς κατηγορῶ ποὺ τὸ ξανασκεϕτήκατε. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει πλήρη ἀναϕορὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του δὲν εἶναι ἄξιος γιὰ νὰ τοῦ δώσει τὸ χέρι ἕνας κύριος μὲ τὴ δική σας θέση. Ὁ κύριος Μπρὸκ τὸν ἄϕησε ἐντελῶς μπερδεμένος. Προτοῦ ἐπιστρέψει στὴν κυρία Ἀρμαντέιλ ζήτησε νὰ δεῖ τὸ γιό της. Ὑπῆρχε πιθανότητα ἡ γλώσσα τοῦ ξένου νὰ μὴν ἦταν δεμένη ἀπὸ ἐπιϕυλακτικότητα


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

121

ὅταν μιλοῦσε μὲ τὸν Ἄλαν καὶ μὲ τὴν εἰλικρίνεια ποὺ διέκρινε τὸν Ἄλαν ἀποκλειόταν τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἀποκρύψει ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν ἐϕημέριο ὁτιδήποτε εἶχε εἰπωθεῖ ἀνάμεσά τους. Καὶ πάλι ὅμως ἡ διπλωματία τοῦ κυρίου Μπρὸκ δὲν ἀπέδωσε καρπούς. Μόλις ἀναϕέρθηκαν στὸ θέμα τοῦ Ὀζίας Μιντγουίντερ, ὁ Ἄλαν ἄρχισε νὰ ϕλυαρεῖ ἀκατάσχετα γιὰ τὸν καινούργιο του ϕίλο μὲ τὸν συνηθισμένο ἁπλό, ἀνοιχτόκαρδο τρόπο του. Ὅμως, στὴν πραγματικότητα δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτα σημαντικό, γιατὶ τίποτα σημαντικὸ δὲν τοῦ εἶχε ἀποκαλυϕθεῖ. Εἶχαν μιλήσει μὲ τὶς ὧρες γιὰ τὴν κατασκευὴ σκαϕῶν καὶ γιὰ τὴν ἱστιοπλοΐα καὶ ὁ Ἄλαν εἶχε ἀποκομίσει μερικὲς χρήσιμες συμβουλές. Εἶχαν συζητήσει (μὲ τὴ βοήθεια διαγραμμάτων καὶ μὲ ἀκόμα μερικὲς χρήσιμες συμβουλὲς γιὰ τὸν Ἄλαν) τὸ σοβαρὸ ἐπικείμενο ζήτημα τῆς καθέλκυσης τοῦ σκάϕους. Κάποιες ϕορὲς ἡ κουβέντα τους εἶχε ἐκτραπεῖ αὐθόρμητα καὶ σὲ ἄλλα θέματα — τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ Ἄλαν δὲν μποροῦσε νὰ θυμηθεῖ. Εἶχε ἀναϕέρει ὁ Μιντγουίντερ τίποτα γιὰ τοὺς συγγενεῖς του πάνω στὴ ροὴ τῆς ϕιλικῆς τους συζήτησης; Τίποτα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν τοῦ εἶχαν ϕερθεῖ καλά — ἀδιαϕορεῖ γιὰ τοὺς συγγενεῖς του! Ἔδειξε καθόλου νὰ τὸν ἐνοχλεῖ τὸ ζήτημα τοῦ παράξενου ὀνόματός του; Οὔτε στὸ ἐλάχιστο. Σὰν ἄνθρωπος μὲ ἀντίληψη, ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ τὸ περιγελοῦσε. Ὁ κύριος Μπρὸκ ἐπέμεινε κι ἄλλο. Ζήτησε νὰ μάθει τί εἶχε δεῖ ὁ Ἄλαν στὸν ξένο ὥστε νὰ γοητευτεῖ ἀπ’ αὐτὸν τόσο πολύ. Ὁ Ἄλαν εἶχε δεῖ σ’ αὐτὸν ὅ,τι δὲν εἶχε δεῖ στοὺς ἄλλους γενικά. Ἦταν ἐντελῶς διαϕορετικὸς ἀπ’ ὅλον τὸν ἄλλο κόσμο στὴ γειτονιά. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἦταν κομμένοι καὶ ραμμένοι στὰ ἴδια


122

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

μέτρα. Ὅλοι τους ἦταν ἐξίσου ὑγιεῖς, μυώδεις, θορυβώδεις, σκληρόκαρδοι, μὲ καθαρὸ δέρμα καὶ ἀκατέργαστοι. Ὅλοι τους ἔπιναν τὶς ἴδιες δόσεις μπίρας, κάπνιζαν τὸ ἴδιο εἶδος πίπας ὅλη τὴν ἡμέρα, ἵππευαν τὰ καλύτερα ἄλογα, κυνηγοῦσαν μὲ τὰ καλύτερα σκυλιὰ καὶ ἔβαζαν τὸ καλύτερο κρασὶ τῆς Ἀγγλίας τὸ βράδι στὸ τραπέζι τους. Ὅλοι τους πλένονταν κάθε πρωὶ μπαίνοντας σὲ ἴδιες μπανιέρες μὲ κρύο νερὸ καὶ καμάρωναν γι’ αὐτό, ὅταν εἶχε παγωνιά, ὅλοι τους μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ὅλοι τους θεωροῦσαν πὼς μιὰ σπουδαία ϕάρσα καὶ τὰ στοιχήματα στὶς ἱπποδρομίες ἦταν τὰ πιὸ ἀξιέπαινα πράγματα ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ἕνας ἄνθρωπος. Χωρὶς ἀμϕιβολία, ἦταν ἐξαιρετικοὶ ἄνθρωποι μὲ τὸν τρόπο τους. Τὸ κακό τους ὅμως ἦταν πὼς ὅλοι τους ἦταν ὁλόιδιοι. Ἀποτελοῦσε ἕνα τέλειο θεόσταλτο δῶρο ἡ γνωριμία του μὲ τὸν Μιντγουίντερ — ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἦταν ϕτιαγμένος πάνω στὸ συνηθισμένο τοπικὸ πρότυπο καὶ τοῦ ὁποίου ὁ τρόπος ποὺ πορευόταν στὴ ζωὴ εἶχε τὸ ἐξαιρετικὸ πλεονέκτημα (σ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη) νὰ εἶναι ἕνας τρόπος καθαρὰ δικός του. Ἀϕήνοντας τὶς ἐπικρίσεις γιὰ κάποια καλύτερη εὐκαιρία, ὁ ἐϕημέριος ἐπέστρεψε στὴν κυρία Ἀρμαντέιλ. Δὲν μποροῦσε νὰ κρύψει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του πὼς ἡ μητέρα τοῦ Ἄλαν ἦταν τὸ πραγματικὰ ὑπεύθυνο πρόσωπο γιὰ τὴν παρούσα του ἄπρεπη συμπεριϕορά. Ἂν ὁ νεαρὸς εἶχε δεῖ κάπως λιγότερο τὴ μικρὴ ἀριστοκρατικὴ κοινωνία τῆς γειτονιᾶς καὶ κάπως περισσότερο τὸν μεγάλο ἔξω κόσμο στὴν πατρίδα καὶ στὸ ἐξωτερικό, ἴσως νὰ μὴν ἔβρισκε τόσο εὐχάριστα ἑλκυστικὴ τὴν συναναστροϕή του μὲ τὸν Ὀζίας Μιντγουίντερ. Ἔχοντας συνείδηση τοῦ πενιχροῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐπίσκεψής του στὸ πανδοχεῖο καὶ νιώθοντας κά-


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

123

ποια ἀνησυχία γιὰ τὴν ὑποδοχὴ ποὺ θὰ εἶχε ἡ ἀναϕορά του, ὁ κύριος Μπρὸκ βρέθηκε γιὰ μιὰν ἀκόμα ϕορὰ μπροστὰ στὴν κυρία Ἀρμαντέιλ. Σύντομα τὰ προαισθήματά του ἐπαληθεύτηκαν. Ὅσο κι ἂν προσπάθησε νὰ συμβιβάσει τὰ πράγματα, ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ ἁρπάχτηκε ἀπὸ τὸ ὕποπτο γεγονὸς τῆς σιωπῆς τοῦ βοηθοῦ δασκάλου σχετικὰ μὲ τὸν ἑαυτό του, ἰσχυριζόμενη ὅτι δικαιολογοῦσε τὴ λήψη δραστικότατων μέτρων μὲ σκοπὸ τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸ γιό της. Ἂν ὁ ἐϕημέριος ἀρνιόταν νὰ ἀναμιχθεῖ, ἐκείνη δήλωνε τὴν πρόθεσή της νὰ γράψει ἰδιοχείρως στὸν Ὀζίας Μιντγουίντερ. Οἱ διαμαρτυρίες του τὴν ἐξερέθισαν σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ ἄϕησε ἄναυδο τὸν κύριο Μπρὸκ ἐπανερχόμενη στὸ πρὸ πέντε ἐτῶν ἀπαγορευμένο θέμα καὶ κάνοντας ἀναϕορὰ στὴ συζήτηση ποὺ εἶχε γίνει μεταξύ τους ὅταν εἶχε ἀνακαλυϕθεῖ ἡ ἀγγελία στὴν ἐϕημερίδα. Δήλωσε μὲ ὀργὴ πὼς ὁ ἀπατεώνας Ἀρμαντέιλ σ’ ἐκείνη τὴ ἀγγελία καὶ ὁ ἀπατεώνας Μιντγουίντερ στὸ πανδοχεῖο τοῦ χωριοῦ, μπορεῖ, ἀϕοῦ τίποτα δὲν ἀποδεικνύει τὸ ἀντίθετο, νὰ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. Φοβούμενος μιὰ σοβαρὴ διαϕωνία ἀνάμεσα στὴ μητέρα καὶ τὸ γιὸ ἂν παρενέβαινε ἡ μητέρα, ὁ κύριος Μπρὸκ ἀνέλαβε νὰ ξαναδεῖ τὸν Μιντγουίντερ καὶ νὰ τοῦ πεῖ ξεκάθαρα πὼς πρέπει νὰ δώσει πλήρη στοιχεῖα γιὰ τὸ ἄτομό του — διαϕορετικὰ ἡ στενὴ ϕιλία του μὲ τὸν Ἄλαν θὰ πρέπει νὰ σταματήσει. Οἱ δυὸ παραχωρήσεις ποὺ κατάϕερε νὰ πετύχει ἐκμέρους τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ, σὲ ἀντάλλαγμα, ἦταν πὼς θὰ περίμενε ὑπομονετικὰ μέχρι ὁ γιατρὸς νὰ βεβαιώσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τουλάχιστον σὲ θέση νὰ ταξιδέψει καὶ πὼς στὸ μεταξὺ θὰ ϕρόντιζε νὰ μὴν ἀναϕέρει τὸ ζήτημα στὸ γιό της μὲ κανένα τρόπο. Μετὰ ἀπὸ μία ἑβδομάδα ὁ Μιντγουίντερ ἦταν σὲ


124

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

θέση νὰ βγεῖ (μὲ τὸν Ἄλαν στὴ θέση τοῦ ἁμαξᾶ) μὲ τὸ μόνιππο ποὺ ἀνῆκε στὸ πανδοχεῖο καὶ μετὰ ἀπὸ δέκα ἡμέρες ὁ γιατρὸς ἀνέϕερε ἐμπιστευτικὰ ὅτι μποροῦσε νὰ ταξιδέψει. Πρὸς τὸ τέλος τῆς δέκατης μέρας, ὁ κύριος Μπρὸκ συνάντησε τὸν Ἄλαν καὶ τὸν καινούργιο του ϕίλο ἐνῶ ἀπολάμβαναν τὶς τελευταῖες ἀχτίδες τῆς χειμωνιάτικης λιακάδας σ’ ἕνα μικρὸ δρόμο στὴν ἐνδοχώρα. Περίμενε μέχρι νὰ χωριστοῦν κι ἔπειτα ἀκολούθησε τὸν βοηθὸ δασκάλου ποὺ ἐπέστρεϕε στὸ πανδοχεῖο. Ἡ ἀπόϕαση τοῦ ἐϕημέριου νὰ εἶναι ἀμείλικτος κινδύνευε νὰ μὴν πραγματοποιηθεῖ, καθὼς πλησίαζε ὅλο καὶ περισσότερο τὸν μοναχικὸ ἄνθρωπο κι ἔβλεπε πόσο ἀδύναμα περπατοῦσε ἀκόμα, πῶς κρεμόταν πάνω του τὸ ϕθαρμένο του πανωϕόρι καὶ πόσο βαριὰ ἔγερνε πάνω στὸ ϕθηνό, ἄχαρο μπαστούνι του. Διστακτικός —ἀπὸ ἀνθρωπιά— νὰ ἀπευθυνθεῖ πολὺ ἀπότομα, ὁ κύριος Μπρὸκ τὸν πλησίασε πρῶτα μὲ μιὰ μικρὴ ϕιλοϕρόνηση γιὰ τὸ εὖρος τῶν ἀναγνωσμάτων του, ὅπως εἶχε ϕανεῖ ἀπὸ τὸν τόμο τοῦ Σοϕοκλῆ καὶ τὸν τόμο τοῦ Γκαῖτε, ποὺ εἶχαν βρεθεῖ στὸν σάκο του καὶ τὸν ρώτησε πότε ἔμαθε γερμανικὰ καὶ ἑλληνικά. Τὸ εὐαίσθητο ἀϕτὶ τοῦ Μιντγουίντερ διέκρινε στὸν τόνο τῆς ϕωνῆς τοῦ κυρίου Μπρὸκ πὼς κάτι δὲν πήγαινε καλά. Γύρισε μέσα στὸ λυκόϕως τῆς νύχτας ποὺ ἐρχόταν καὶ κοίταξε ξαϕνικὰ καὶ μὲ ὑποψία τὸν ἐϕημέριο κατὰ πρόσωπο. — Κάτι θέλετε νὰ μοῦ πεῖτε, ἀπάντησε, καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ μοῦ λέτε τώρα. Δὲν ὑπῆρχε ἄλλη λύση παρὰ νὰ δεχτεῖ τὴν πρόκληση. Μὲ πολὺ λεπτότητα, μὲ πολλὰ προκαταρκτικὰ λόγια, ποὺ ὁ ἄλλος ἄκουγε ἀμίλητος, ὁ κύριος Μπρὸκ ἐρχόταν σιγὰ-σιγὰ ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὸ θέμα. Πολὺ πρὶν τὸ ἀγγίξει οὐσιαστικά —πολὺ πρὶν


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

125

κάποιος μὲ συνηθισμένη εὐαισθησία μπορέσει νὰ νιώσει τί ἐπρόκειτο νὰ ἐπακολουθήσει— ὁ Ὀζίας Μιντγουίντερ στάθηκε ἀκίνητος στὸ δρομάκι καὶ εἶπε στὸν ἐϕημέριο πὼς δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ πεῖ τίποτα ἄλλο. — Σᾶς καταλαβαίνω, κύριε, εἶπε ὁ βοηθὸς δάσκαλος. Ὁ κύριος Ἀρμαντέιλ ἔχει μιὰ διαπιστευμένη θέση στὸν κόσμο. Ὁ κύριος Ἀρμαντέιλ δὲν ἔχει τίποτα νὰ κρύψει καὶ τίποτα γιὰ τὸ ὁποῖο νὰ ντρέπεται. Συμϕωνῶ μαζί σας ὅτι δὲν εἶμαι ἡ κατάλληλη παρέα γι’ αὐτόν. Τὸ καλύτερο ποὺ μπορῶ νὰ κάνω γιὰ νὰ ἀνταποδώσω τὴν καλοσύνη του εἶναι νὰ μὴν τὴν ἐκμεταλλευτῶ περισσότερο. Μπορεῖτε νὰ βασιστεῖτε στὴν ἀναχώρησή μου ἀπὸ αὐτὸ τὸ μέρος αὔριο τὸ πρωί. Δὲν εἶπε τίποτα ἄλλο. Δὲν ἤθελε ν’ ἀκούσει τίποτα ἄλλο. Μὲ ἀξιοθαύμαστο αὐτοέλεγχο γιὰ τὰ χρόνια καὶ τὴν ἰδιοσυγκρασία του, ἔβγαλε εὐγενικὰ τὸ καπέλο του, ὑποκλίθηκε καὶ ἐπέστρεψε στὸ πανδοχεῖο μόνος του. Ὁ κύριος Μπρὸκ κοιμήθηκε ἄσχημα ἐκείνη τὴ νύχτα. Τὸ θέμα τῆς συνομιλίας στὸ δρομίσκο εἶχε κάνει τὸ πρόβλημα τοῦ Ὀζίας Μιντγουίντερ δυσκολότερο ἀπὸ ποτέ. Νωρὶς τὸ ἄλλο πρωὶ ἦρθε ἕνα γράμμα γιὰ τὸν ἐϕημέριο ἀπὸ τὸ πανδοχεῖο καὶ ὁ μαντατοϕόρος τοῦ ἀνακοίνωσε πὼς ὁ παράξενος κύριος εἶχε ἀναχωρήσει. Τὸ γράμμα περιεῖχε ἕνα ἀνοιχτὸ σημείωμα γιὰ τὸν Ἄλαν καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν δάσκαλό του, ἀϕοῦ πρῶτα τὸ διαβάσει ὁ ἴδιος, νὰ τὸ διαβιβάσει ἢ ὄχι, ἀποκλειστικὰ κατὰ τὴ δική του κρίση. Τὸ σημείωμα ἦταν ἐκπληκτικὰ σύντομο. Ἄρχιζε καὶ τελείωνε σὲ καμιὰ δωδεκαριὰ λέξεις: «Μὴν κατηγορήσεις τὸν κύριο Μπρόκ. Ὁ κύριος Μπρὸκ ἔχει δίκιο. Σ’ εὐχαριστῶ καὶ ἀντίο. — Ο.Μ.»


126

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

Ὁ ἐϕημέριος ἔστειλε τὸ σημείωμα στὸν προορισμό του, ὅπως ἦταν ϕυσικό, καὶ ταυτόχρονα ἔστειλε λίγες γραμμὲς στὴν κυρία Ἀρμαντέιλ γιὰ νὰ καθησυχάσει τὴν ἀγωνία της μὲ τὰ νέα τῆς ἀναχώρησης τοῦ βοηθοῦ δασκάλου. Ὅταν ἔγιναν αὐτά, περίμενε τὴν ἐπίσκεψη τοῦ μαθητῆ του, ποὺ κατὰ πάσα πιθανότητα θὰ ἀκολουθοῦσε τὴν παράδοση τοῦ σημειώματος, σὲ ὄχι καὶ πολὺ ἤρεμη ψυχικὴ διάθεση. Μπορεῖ νὰ ὑπῆρχε ἢ νὰ μὴν ὑπῆρχε κάποιο κρυμμένο κίνητρο στὸ βάθος τῶν χειρισμῶν τοῦ Μιντγουίντερ. Ὅμως δὲν μποροῦσε ν’ ἀρνηθεῖ πὼς εἶχε συμπεριϕερθεῖ μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ εἶναι ἀξιόμεμπτη ἡ δυσπιστία τοῦ ἐϕημέριου καὶ νὰ δικαιώνεται ἡ καλὴ γνώμη τοῦ Ἄλαν γι’ αὐτόν. Ἡ ὥρα πέρασε καὶ ὁ νεαρὸς Ἀρμαντέιλ δὲν ἐμϕανίστηκε. Ἀϕοῦ τὸν ἀναζήτησε, μάταια, στὸ σημεῖο ποὺ βρισκόταν τὸ ὑπὸ κατασκευὴ σκάϕος, ὁ κύριος Μπρὸκ πῆγε στὸ σπίτι τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ καὶ ἐκεῖ ἔμαθε ἀπὸ τὸν ὑπηρέτη νέα ποὺ ἔστρεψαν τὰ βήματά του πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ πανδοχείου. Ὁ πανδοχέας ἀμέσως παραδέχτηκε τὴν ἀλήθεια: ὁ νεαρὸς κύριος Ἀρμαντέιλ εἶχε πάει ἐκεῖ μ’ ἕνα ἀνοιχτὸ γράμμα στὸ χέρι καὶ εἶχε ἐπιμείνει νὰ πληροϕορηθεῖ ἀπὸ ποιόν δρόμο εἶχε ϕύγει ὁ ϕίλος του. Γιὰ πρώτη ϕορά, στὸ διάστημα ποὺ τὸν γνώριζε ὁ πανδοχέας, ὁ νεαρὸς κύριος ἦταν ἐκτὸς ἑαυτοῦ. Καὶ ἡ κοπέλα ποὺ σερβίριζε τοὺς πελάτες εἶχε, βλακωδῶς, ἀναϕέρει ἕνα περιστατικὸ ποὺ ἔριξε λάδι στὴ ϕωτιά. Εἶχε παραδεχτεῖ πὼς ἄκουσε τὸν κύριο Μιντγουίντερ νὰ κλειδώνεται τὴ νύχτα στὸ δωμάτιό του καὶ νὰ ξεσπάει σὲ ἄγριο κλάμα. Αὐτὴ ἡ ἀσήμαντη λεπτομέρεια εἶχε κάνει τὸ πρόσωπο τοῦ κυρίου Ἀρμαντέιλ νὰ ἀναψοκοκκινίσει. Φώναξε κι ἔβρισε. Ἔτρεξε στοὺς στάβλους καὶ ἀνάγκασε τὸν σταβλίτη νὰ τοῦ σελώσει


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

127

ἕνα ἄλογο καὶ ἔϕυγε καλπάζοντας, παίρνοντας τὸ δρόμο ποὺ εἶχε πάρει πρὶν ὁ Ὀζίας Μιντγουίντερ. Ἀϕοῦ προειδοποίησε τὸν πανδοχέα νὰ κρατήσει μυστικὴ τὴ διαγωγὴ τοῦ Ἄλαν ἂν ἐρχόταν κάποιος ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ στὸ πανδοχεῖο ἐκεῖνο τὸ πρωί, ὁ κύριος Μπρὸκ ξαναγύρισε στὸ σπίτι του καὶ περίμενε μὲ ἀγωνία νὰ δεῖ τί θὰ ἔϕερνε ἡ μέρα. Μὲ ἀπέραντη ἀνακούϕιση εἶδε τὸν μαθητή του νὰ ἐμϕανίζεται στὸ σπίτι του ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα. Ὁ Ἄλαν κοίταζε καὶ μιλοῦσε μὲ μιὰ ἀκλόνητη ἀποϕασιστικότητα, ποὺ ἦταν ἐντελῶς νέα γιὰ τὸν παλιό του ϕίλο. Χωρὶς νὰ περιμένει ἐρωτήσεις, εἶπε τὴν ἱστορία του μὲ τὸν συνηθισμένο εὐθὺ τρόπο του. Εἶχε προϕτάσει τὸν Μιντγουίντερ στὸ δρόμο. Καί —ἀϕοῦ πρῶτα προσπάθησε μάταια νὰ τὸν παρακινήσει νὰ ἐπιστρέψει καὶ ἔπειτα νὰ μάθει ποῦ πήγαινε— εἶχε ἀπειλήσει νὰ μείνει μαζί του τὴν ὑπόλοιπη ἡμέρα, κι ἔτσι τοῦ εἶχε ἀποσπάσει τὴν ὁμολογία πὼς πήγαινε νὰ δοκιμάσει τὴν τύχη του στὸ Λονδίνο. Ἔχοντας πετύχει αὐτό, ὁ Ἄλαν ρώτησε μετὰ τὴ διεύθυνση τοῦ ϕίλου του στὸ Λονδίνο. Ὁ ἄλλος τὸν ἱκέτευσε νὰ μὴν τὸν πιέσει περισσότερο, ὅμως ἐκεῖνος τὸν πίεσε μὲ κάθε μέσο καὶ στὸ τέλος κατάϕερε νὰ μάθει τὴ διεύθυνση ἐπικαλούμενος τὴν εὐγνωμοσύνη ποὺ τοῦ ὄϕειλε ὁ Μιντγουίντερ —νιώθοντας κατάκαρδα ντροπὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του— καὶ ζητώντας μετὰ ἀπὸ τὸν Μιντγουίντερ νὰ τὸν συγχωρήσει. — Τὸν συμπαθῶ τὸν δύστυχο καὶ δὲν θὰ τὸν ἐγκαταλείψω, κατέληξε ὁ Ἄλαν, βροντώντας τὴ σϕιγμένη του γροθιὰ πάνω στὸ τραπέζι τοῦ ἐϕημέριου. Μὴ ϕοβάστε ὅτι θὰ στενοχωρήσω τὴ μητέρα μου. Θὰ σᾶς ἀϕήσω νὰ τῆς μιλήσετε ἐσεῖς, ὅποτε καὶ μὲ ὅποιον τρόπο νομίζετε. Κι ἐγὼ θὰ πῶ μόνο τοῦτο,


128

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

πιὸ πολὺ γιὰ νὰ δώσω ἕνα τέλος σ’ αὐτὸ τὸ θέμα: Ἐδῶ εἶναι ἡ διεύθυνση, ἀσϕαλὴς στὸ σημειωματάριό μου, καὶ ἐδῶ εἶμαι ἐγώ, ὑπερασπιζόμενος σθεναρὰ γιὰ πρώτη ϕορὰ μιὰ ἀπόϕαση δική μου. Θὰ δώσω σὲ σᾶς καὶ στὴ μητέρα μου χρόνο νὰ τὸ ξανασκεϕτεῖτε. Καὶ ὅταν ἡ προθεσμία ἐκπνεύσει, ἂν δὲν ἔρθει σ’ ἐμένα ὁ ϕίλος μου ὁ Μιντγουίντερ, θὰ πάω ἐγὼ στὸ ϕίλο μου τὸν Μιντγουίντερ. Ἔτσι παρέμεινε τὸ ζήτημα πρὸς τὸ παρόν. Κι αὐτὸ ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας νὰ ξαναϕήσουν ἕρμαιο στὸν κόσμο τὸν ἀποδιοπομπαῖο βοηθὸ δάσκαλο. * * *

Πέρασε ἕνας μήνας καὶ μπῆκε τὸ νέο ἔτος 1851. Προσπερνώντας αὐτὸ τὸ μικρὸ χρονικὸ διάστημα, ὁ κύριος Μπρὸκ στάθηκε, μὲ βαριὰ καρδιά, στὸ ἑπόμενο γεγονός. Ἐκεῖνο ποὺ στὴ σκέψη του ἦταν τὸ πιὸ θλιβερό, τὸ πιὸ ἀξέχαστο γεγονὸς στὴν ἁλυσίδα, ἦταν ὁ θάνατος τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ. Ἡ πρώτη προειδοποίηση γιὰ τὴ συμϕορὰ ποὺ πλησίαζε εἶχε ἔλθει σύντομα μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ βοηθοῦ δασκάλου τὸν Δεκέμβριο καὶ εἶχε προκληθεῖ ἀπὸ ἕνα περιστατικὸ ποὺ χαράχτηκε ὀδυνηρὰ στὴ μνήμη τοῦ ἐϕημέριου ἀπὸ τότε καὶ μετά. Τρεῖς μέρες μόνο μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Μιντγουίντερ γιὰ τὸ Λονδίνο, πλησίασε στὸ χωριὸ τὸν κύριο Μπρὸκ μιὰ γυναίκα ντυμένη κομψά, μὲ μαῦρο μεταξωτὸ ϕόρεμα καὶ μπονὲ κι ἕνα κόκκινο κασμιρένιο σάλι, ἡ ὁποία τοῦ ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστη καὶ τὸν ρώτησε τὸ δρόμο γιὰ τὸ σπίτι τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ. Ἔκανε τὴν ἐρώτηση χωρὶς νὰ σηκώσει τὸ πυκνὸ μαῦρο βέλο ποὺ κάλυπτε τὸ πρόσωπό της. Ὁ κύριος


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

129

Μπρόκ, δίνοντάς της τὶς ἀπαραίτητες ὁδηγίες, παρατήρησε πὼς ἦταν μία ἀξιοσημείωτα κομψὴ καὶ χαριτωμένη γυναίκα. Συνέχισε νὰ τὴν κοιτάζει καθὼς ἐκείνη ὑποκλίθηκε κι ἔϕυγε, ἐνῶ μέσα του ἀναρωτιόταν ποιά νὰ ἦταν ἡ ἐπισκέπτρια τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ. Ἕνα τέταρτο ἀργότερα ἡ κυρία, μὲ τὸ βέλο πάντα νὰ τῆς καλύπτει τὸ πρόσωπο, πέρασε πάλι μπροστὰ ἀπὸ τὸν κύριο Μπρὸκ κοντὰ στὸ πανδοχεῖο. Μπῆκε μέσα καὶ μίλησε μὲ τὴ σύζυγο τοῦ ἰδιοκτήτη. Βλέποντας τὸν πανδοχέα ἀμέσως μετὰ νὰ πηγαίνει βιαστικὰ πρὸς τοὺς στάβλους, ὁ κύριος Μπρὸκ τὸν ρώτησε ἂν ἡ κυρία ἔϕευγε. Ναί. Εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὸν σιδηροδρομικὸ σταθμὸ μὲ τὴ δημόσια ἅμαξα, ἀλλὰ τώρα γύριζε πίσω μὲ πιὸ ἀξιότιμο τρόπο, νοικιάζοντας μιὰ ἅμαξα ποὺ τῆς παρεῖχε τὸ πανδοχεῖο. Ὁ ἐϕημέριος συνέχισε τὸν περίπατό του, διαπιστώνοντας μᾶλλον ἔκπληκτος πὼς οἱ σκέψεις του ἔτρεχαν ἀδιάκριτα σὲ μιὰ γυναίκα ποὺ τοῦ ἦταν ἄγνωστη. Γυρίζοντας πάλι στὸ σπίτι του, βρῆκε τὸν γιατρὸ τοῦ χωριοῦ νὰ τὸν περιμένει μ’ ἕνα ἐπεῖγον μήνυμα ἀπὸ τὴ μητέρα τοῦ Ἄλαν. Περίπου μιὰ ὥρα νωρίτερα, εἶχε κληθεῖ ἐπειγόντως ὁ γιατρὸς γιὰ νὰ ἐξετάσει τὴν κυρία Ἀρμαντέιλ. Εἶχε διαγνώσει πὼς ὑπέϕερε ἀπὸ μιὰ ἀνησυχητικὴ νευρικὴ κρίση, ποὺ τὴν εἶχε προκαλέσει —ὅπως ὑποψιάζονταν οἱ ὑπηρέτες— ἡ ἀπροσδόκητη, καί, πιθανόν, ἀνεπιθύμητη ἐπίσκεψη μιᾶς γυναίκας ἐκεῖνο τὸ πρωί. Ὁ γιατρὸς εἶχε κάνει ὅ,τι ἦταν ἀπαραίτητο, καὶ ἡ κατάστασή της δὲν τοῦ ἐνέπνεε ἀνησυχία. Ἀνακαλύπτοντας ὅτι ἡ ἀσθενής του, μόλις συνῆλθε, ἐπιθυμοῦσε διακαῶς νὰ δεῖ ἀμέσως τὸν κύριο Μπρόκ, σκέϕτηκε πὼς ἦταν σημαντικὸ νὰ τὴν καταπραΰνει κάνοντάς της τὸ χατίρι καὶ εἶχε ἀναλάβει πρόθυμα νὰ μεταϕέρει ὁ ἴδιος τὸ μήνυμα στὸν ἐϕημέριο. 9 WILKIE COLLINS,

Ἀρμαντέιλ


130

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

Κοιτάζοντας τὴν κυρία Ἀρμαντέιλ μὲ πολὺ βαθύτερο ἐνδιαϕέρον ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ γιατροῦ, ὁ κύριος Μπρὸκ εἶδε ἀρκετὰ στὸ πρόσωπό της, ὅταν ἐκείνη στράϕηκε πρὸς τὸ μέρος του τὴ στιγμὴ ποὺ μπῆκε στὸ δωμάτιο, ὥστε δικαιολογημένα νὰ κυριευθεῖ ἀμέσως ἀπὸ σοβαρὴ ἀνησυχία. Δὲν τοῦ ἔδωσε καμιὰ εὐκαιρία νὰ τὴ γαληνέψει. Δὲν πρόσεξε καμιὰ ἀπὸ τὶς ἐρωτήσεις του. Αὐτὸ ποὺ ἤθελε ἦταν ἀπαντήσεις σὲ συγκεκριμένες δικές της ἐρωτήσεις, καὶ αὐτὲς ἦταν ἀποϕασισμένη νὰ τὶς πάρει: Εἶχε δεῖ ὁ κύριος Μπρὸκ τὴ γυναίκα ποὺ τόλμησε νὰ τὴν ἐπισκεϕθεῖ τὸ πρωί; Ναί. Τὴν εἶχε δεῖ καὶ ὁ Ἄλαν; Ὄχι. Ὁ Ἄλαν εἶχε πάει γιὰ δουλειὰ μετὰ τὸ πρωινὸ στὸ σημεῖο ποὺ βρίσκεται τὸ σκάϕος του, στὴν παραλία, καὶ ἦταν ἀκόμα ἐκεῖ. Αὐτὴ ἡ τελευταία ἀπάντηση ϕάνηκε νὰ καθησυχάζει τὴν κυρία Ἀρμαντέιλ πρὸς στιγμήν. Ἔκανε τὴν ἑπόμενη ἐρώτησή της —τὴν πιὸ ἀπίθανη ἀπὸ τὶς τρεῖς— μὲ περισσότερη ἠρεμία: ὁ ἐϕημέριος εἶχε τὴ γνώμη πὼς ὁ Ἄλαν θὰ εἶχε ἀντίρρηση νὰ ἀϕήσει πρὸς τὸ παρὸν τὸ σκάϕος του καὶ νὰ συνοδεύσει τὴ μητέρα του σ’ ἕνα ταξίδι μὲ σκοπὸ νὰ ψάξουν γιὰ καινούργιο σπίτι σὲ κάποιο ἄλλο μέρος τῆς Ἀγγλίας; Κατάπληκτος ὁ κύριος Μπρὸκ ρώτησε γιὰ ποιό λόγο θὰ ἐγκατέλειπαν τὸν τόπο τῆς τωρινῆς τους κατοικίας. Ἡ ἐξήγηση ποὺ ἔδωσε ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ ἁπλῶς μεγάλωσε τὴν ἔκπληξή του. Μπορεῖ τὴν πρώτη ἐπίσκεψη τῆς γυναίκας νὰ τὴν ἀκολουθήσει καὶ δεύτερη. Καὶ γιὰ νὰ μὴν τὴν ξαναδεῖ καὶ γιὰ νὰ μὴν διακινδυνεύσει νὰ τὴ δεῖ καὶ νὰ τῆς μιλήσει ὁ Ἄλαν, ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ θὰ προτιμοῦσε νὰ ϕύγει καὶ ἀπὸ τὴν Ἀγγλία, ἂν ἦταν ἀπαραίτητο, καὶ νὰ τελειώσει τὴ ζωή της σὲ μιὰ ξένη χώρα. Ὁρμώμενος ἀπὸ τὴν ἐμπειρία του ὡς δικαστῆ, ὁ κύριος Μπρὸκ ρώτησε ἂν ἡ γυ-


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

131

ναίκα εἶχε ἔλθει γιὰ νὰ ζητήσει χρήματα. Ναί. Ἂν καὶ τὸ ντύσιμό της ἦταν ἀξιοπρεπές, εἶπε ὅτι βρισκόταν «σὲ ἀπελπιστικὴ ἔνδεια». Εἶχε ζητήσει χρήματα καὶ τὰ εἶχε πάρει. Ὅμως τὰ χρήματα δὲν εἶχαν σημασία. Τὸ μόνο ποὺ εἶχε σημασία ἦταν νὰ ϕύγουν μακριὰ πρὶν ἡ γυναίκα ξαναγυρίσει. Ὅλο καὶ πιὸ ἔκπληκτος, ὁ κύριος Μπρὸκ τόλμησε μία ἄλλη ἐρώτηση: πήγαινε πολὺς καιρὸς ἀπὸ τότε ποὺ ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ καὶ ἡ ἐπισκέπτριά της εἶχαν συναντηθεῖ γιὰ τελευταία ϕορά; Ναί. Περισσότερος ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Ἄλαν, τὴ χρονιὰ πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἄλαν. Στὴν ἀπάντηση αὐτή, ὁ ἐϕημέριος μετατόπισε τὸ πεδίο τῶν ἐρωτήσεών του, χρησιμοποιώντας σὰν ὁρμητήριο τὴν ἐμπειρία του ὡς ϕίλου. — Αὐτὸ τὸ πρόσωπο, ρώτησε, συνδέεται μὲ κάποιον τρόπο μὲ τὶς ὀδυνηρὲς ἀναμνήσεις τῶν νεανικῶν σας χρόνων; — Ναί. Μὲ τὴν ὀδυνηρὴ ἀνάμνηση τῆς ἐποχῆς ποὺ ἤμουν παντρεμένη, εἶπε ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ. Συνδέεται, παιδὶ ἀκόμα, μὲ ἕνα περιστατικὸ ποὺ θὰ ἀναλογίζομαι μὲ ντροπὴ καὶ θλίψη μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ πεθάνω. Ὁ κύριος Μπρὸκ πρόσεξε τὴν ἀλλαγὴ στὸν τόνο τῆς ϕωνῆς τῆς παλιᾶς του ϕίλης καὶ τὴν ἀπροθυμία μὲ τὴν ὁποία ἔδωσε τὴν ἀπάντηση. — Μπορεῖτε νὰ μοῦ πεῖτε περισσότερα γι’ αὐτὴν χωρὶς νὰ ἀναϕερθεῖτε στὰ προσωπικά σας; συνέχισε. Εἶμαι βέβαιος πὼς μπορῶ νὰ σᾶς προστατεύσω, ἂν θελήσετε νὰ μὲ βοηθήσετε λίγο. Τὸ ὄνομά της, γιὰ παράδειγμα — μπορεῖτε νὰ μοῦ πεῖτε τὸ ὄνομά της; Ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ κούνησε τὸ κεϕάλι της. — Τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο τὴν γνώρισα, εἶπε, δὲν θὰ σᾶς ϕανεῖ χρήσιμο. Ἀπὸ τότε ἔχει παντρευτεῖ. Μοῦ τὸ εἶπε ἡ ἴδια.


132

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

— Χωρὶς νὰ σᾶς πεῖ τὸ ὄνομα ποὺ πῆρε μετὰ τὸ γάμο της; — Ἀρνήθηκε νὰ τὸ πεῖ. — Γνωρίζετε τίποτα γιὰ τοὺς δικούς της; — Μόνο γιὰ κάποιους ποὺ ζοῦσε μαζί τους ὅταν ἦταν παιδί. Ἔλεγαν πὼς ἦταν ὁ θεῖος καὶ ἡ θεία της. Ἦταν κατώτερης τάξης ἄνθρωποι καὶ τὴν ἐγκατέλειψαν στὸ σχολεῖο ποὺ ὑπῆρχε στὸ κτῆμα τοῦ πατέρα μου. Δὲν ξανακούσαμε τίποτα γι’ αὐτούς. — Παρέμεινε ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ πατέρα σας; — Παρέμεινε ὑπὸ τὴν προστασία μου. Δηλαδή, ταξίδεψε μαζί μας. Ἀκριβῶς τότε ϕεύγαμε ἀπὸ τὴν Ἀγγλία γιὰ τὴ Μαδέρα. Πῆρα τὴν ἄδεια τοῦ πατέρα μου νὰ τὴν πάρω μαζί μου καὶ νὰ τὴν ἐκπαιδεύσω, τὴ δύστυχη, γιὰ καμαριέρα μου… Ἐκεῖ ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ σταμάτησε ἀμήχανα. Ὁ κύριος Μπρὸκ προσπάθησε μὲ ἤπιο τρόπο νὰ τὴν κάνει νὰ συνεχίσει. Ἦταν μάταιο. Ξαϕνικὰ ἐμϕάνισε συμπτώματα ἔντονης ψυχικῆς ταραχῆς καὶ ἄρχισε νὰ πηγαινοέρχεται ἀναστατωμένη στὸ δωμάτιο. — Μὴ μὲ ρωτᾶτε ἄλλο! ϕώναξε σὲ δυνατό, θυμωμένο τόνο. Χωρίσαμε ὅταν ἐκείνη ἦταν δώδεκα χρονῶν κορίτσι. Δὲν τὴν ξαναεῖδα ποτέ, δὲν ξανάκουσα γι’ αὐτὴν ποτὲ τίποτα ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα. Δὲν ξέρω πῶς μὲ ἀνακάλυψε ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια. Ξέρω μόνο πὼς μὲ ἀνακάλυψε. Θὰ βρεῖ τρόπο νὰ πλησιάσει καὶ τὸν Ἄλαν. Θὰ δηλητηριάσει τὴν ψυχὴ τοῦ γιοῦ μου καὶ θὰ τὸν στρέψει τελικὰ ἐναντίον μου. Βοηθῆστε με νὰ ϕύγω μακριά της! Βοηθῆστε με νὰ ἀπομακρύνω τὸν Ἄλαν πρὶν ξαναγυρίσει! Ὁ ἐϕημέριος δὲν ἔκανε ἄλλες ἐρωτήσεις. Θὰ ἦταν σκληρὸ νὰ τὴν πιέσει περισσότερο. Ἡ πρώτη προτεραιότητα ἦταν νὰ τὴν ἡσυχάσει μὲ τὴν ὑπόσχεση πὼς θὰ συμμορϕωθεῖ μὲ ὅλες τὶς ἐπιθυμίες της. Ἡ


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

133

δεύτερη ἦταν νὰ τὴν παρακινήσει νὰ δεῖ ἕναν ἄλλο γιατρό. Ὁ κύριος Μπρὸκ κατάϕερε νὰ πετύχει ἀνώδυνα τὸν δεύτερο στόχο του, θυμίζοντάς της πὼς θὰ χρειαζόταν δυνάμεις γιὰ νὰ ταξιδέψει καὶ πὼς ὁ δικός της γιατρὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ὑγεία της γρηγορότερα μὲ τὴ συμβουλευτικὴ βοήθεια ἑνὸς εἰδικοῦ. Ὑπερνικώντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν καθ’ ἕξιν ἀπροθυμία της νὰ βλέπει ἀγνώστους, ὁ ἐϕημέριος πῆγε ἀμέσως νὰ δεῖ τὸν Ἄλαν. Ἀποσιωπώντας μὲ λεπτότητα ὅσα εἶχε πεῖ ἡ κυρία Ἀρμαντέιλ κατὰ τὴ συνομιλία τους, τὸν ἐνημέρωσε πὼς ἡ μητέρα του ἦταν σοβαρὰ ἄρρωστη. Ὁ Ἄλαν δὲν θέλησε οὔτε ν’ ἀκούσει γιὰ μαντατοϕόρους. Πῆγε, ὁδηγώντας ὁ ἴδιος, ἀμέσως στὸν σιδηροδρομικὸ σταθμὸ καὶ τηλεγράϕησε στὸ Μπρίστολ γιὰ ἰατρικὴ βοήθεια. Τὸ ἑπόμενο πρωὶ ἡ βοήθεια ἦρθε καὶ οἱ χειρότεροι ϕόβοι τοῦ κυρίου Μπρὸκ ἐπαληθεύτηκαν. Ὁ γιατρὸς τοῦ χωριοῦ εἶχε κάνει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μοιραῖο λάθος στὴ διάγνωσή του καὶ δὲν ὑπῆρχε χρονικὸ περιθώριο γιὰ νὰ διορθωθεῖ τὸ κακὸ μὲ τὴ χορήγηση τῆς σωστῆς ἀγωγῆς. Τὸ σὸκ τῆς προηγούμενης μέρας εἶχε ὁλοκληρώσει τὴ ζημιά. Οἱ μέρες τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ ἦταν μετρημένες. Ὁ γιὸς ποὺ τὴ λάτρευε, ὁ παλιὸς ϕίλος, ποὺ ἡ ζωή της τοῦ ἦταν πολύτιμη, μάταια ἤλπιζαν μέχρι τὸ τέλος. Ἕνα μήνα μετὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ γιατροῦ ὅλες οἱ ἐλπίδες κατέρρευσαν. Καὶ ὁ Ἄλαν ἔχυσε τὰ πρῶτα πικρὰ δάκρυα τῆς ζωῆς του στὸν τάϕο τῆς μητέρας του. Πέθανε πιὸ εἰρηνικὰ ἀπ’ ὅσο εἶχε τολμήσει νὰ ἐλπίσει ὁ κύριος Μπρόκ, ἀϕήνοντας ὅλη τὴ μικρή της περιουσία στὸ γιό της καὶ παραδίδοντάς τον ἀποκλειστικὰ στὴ ϕροντίδα τοῦ μοναδικοῦ της ϕίλου πάνω στὴ γῆ. Ὁ ἐϕημέριος τὴν εἶχε ἐκλιπαρήσει νὰ τοῦ


134

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ἐπιτρέψει νὰ γράψει καὶ νὰ προσπαθήσει νὰ τὴ συμϕιλιώσει μὲ τ’ ἀδέλϕια της πρὶν νὰ εἶναι πολὺ ἀργά. Ἐκείνη εἶχε μόνο ἀπαντήσει λυπημένα πὼς ἦταν ἤδη πολὺ ἀργά. Μόνο μία ἀναϕορὰ τῆς ξέϕυγε στὰ τελευταῖα της σ’ ἐκεῖνες τὶς παλιὲς δυστυχίες ποὺ βάρυναν ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή της καὶ ποὺ τρεῖς ϕορὲς ἤδη εἶχαν περάσει σὰν κακόβουλες σκιὲς ἀνάμεσα στὸν ἐϕημέριο καὶ σ’ ἐκείνη. Ἀκόμα καὶ στὴν ἐπιθανάτια κλίνη της ϕοβήθηκε νὰ ρίξει ϕῶς στὴν ἱστορία τοῦ παρελθόντος. Εἶχε κοιτάξει τὸν Ἄλαν γονατιστὸ δίπλα στὸ κρεβάτι της καὶ εἶχε ψιθυρίσει στὸν κύριο Μπρόκ: — Μὴν ἀϕήσετε ποτὲ τὸν Συνονόματό του νὰ τὸν πλησιάσει! Μὴν ἀϕήσετε ποτὲ ἐκείνη τὴ Γυναίκα νὰ τὸν ἀνακαλύψει! Δὲν τῆς ξέϕυγε λέξη παραπάνω σχετικὰ μὲ τὶς δυστυχίες ποὺ τὴ βασάνισαν στὸ παρελθόν, ἢ μὲ τοὺς κινδύνους ποὺ ϕοβόταν πὼς θὰ ἔρθουν στὸ μέλλον. Τὸ μυστικὸ ποὺ εἶχε κρατήσει κρυϕὸ ἀπὸ τὸ γιό της καὶ τὸ ϕίλο της τὸ πῆρε μαζί της στὸν τάϕο. Ἀϕοῦ τελέστηκαν τὰ ὕστατα καθήκοντα ἀγάπης καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὴ νεκρή, ὁ κύριος Μπρὸκ θεώρησε ὑποχρέωσή του, ὡς ἐκτελεστὴς τῆς διαθήκης τῆς ἐκλιπούσης, νὰ γράψει στοὺς ἀδελϕούς της καὶ νὰ τοὺς πληροϕορήσει γιὰ τὸν θάνατό της. Πιστεύοντας πὼς εἶχε νὰ κάνει μὲ δυὸ ἀνθρώπους ποὺ πιθανὸν θὰ παρερμήνευαν τὰ κίνητρά του ἂν δὲν ἀναϕερόταν στὴν οἰκονομικὴ κατάσταση τοῦ Ἄλαν, ϕρόντισε νὰ τοὺς ἐπισημάνει πὼς ὁ γιὸς τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ ἦταν ἐξασϕαλισμένος καὶ πὼς ὁ μοναδικὸς σκοπὸς τῆς ἐπιστολῆς του ἦταν ἁπλῶς νὰ τοὺς ἐνημερώσει γιὰ τὸ θάνατο τῆς ἀδελϕῆς τους. Οἱ δύο ἐπιστολὲς ἐστάλησαν περὶ τὰ μέσα Ἰανουαρίου καὶ μὲ τὸ ἑπόμενο ταχυδρομεῖο ἔλαβε τὶς ἀπαντήσεις. Ἡ πρώτη ποὺ ἄνοιξε ὁ ἐϕημέριος εἶχε γραϕτεῖ ὄχι


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

135

ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο ἀδελϕό, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν μοναχογιό του. Ὁ νεαρὸς εἶχε κληρονομήσει τὰ κτήματα στὸ Νόρϕολκ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του, ἐδῶ καὶ λίγο καιρό. Ἔγραϕε μὲ εἰλικρινὴ καὶ ϕιλικὴ διάθεση, διαβεβαιώνοντας τὸν κύριο Μπρὸκ πώς, ὅσο προκατειλημμένος κι ἂν ἦταν ὁ πατέρας του ἐναντίον τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ, τὰ ἐχθρικά του συναισθήματα δὲν ἐπεκτάθηκαν ποτὲ στὸ γιό της. Γιὰ τὸν ἑαυτό του, εἶχε μόνο νὰ προσθέσει πὼς θὰ ἦταν πολὺ εὐτυχὴς νὰ καλωσορίσει τὸν ἐξάδελϕό του στὸ Θὸρπ Ἄμπροουζ, ὅποτε ἐκεῖνος πήγαινε πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὸ δεύτερο γράμμα ἦταν πολὺ λιγότερο εὐχάριστο ἀπὸ τὸ πρῶτο. Ὁ μικρότερος ἀδελϕὸς βρισκόταν ἀκόμα στὴ ζωή, καὶ παρέμενε ἀποϕασισμένος οὔτε νὰ ξεχάσει οὔτε νὰ συγχωρήσει. Πληροϕοροῦσε τὸν κύριο Μπρὸκ πὼς ἡ ἐπιλογὴ συζύγου τῆς ἀδελϕῆς του καὶ ἡ συμπεριϕορά της πρὸς τὸν πατέρα της τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν παντρεμένη εἶχαν κάνει ἀδύνατες ὁποιεσδήποτε σχέσεις στοργῆς ἢ ἐκτίμησης ἀπὸ τὴν πλευρά του, ἀπὸ τότε καὶ μετά. Ἐμμένοντας στὶς ἀπόψεις ποὺ εἶχε, θὰ ἦταν ἐξίσου ὀδυνηρὸ γιὰ τὸν ἀνιψιό του καὶ γιὰ τὸν ἴδιο ἂν ποτὲ ἔρχονταν οἱ δυό τους σὲ προσωπικὴ ἐπαϕή. Εἶχε ἀναϕερθεῖ, ὅσο πιὸ γενικὰ μποροῦσε, στὴ ϕύση τῶν διαϕορῶν ποὺ τὸν κράτησαν μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀδελϕή του, ὥστε νὰ κατανοήσει ὁ κύριος Μπρὸκ ὅτι ἡ προσωπικὴ γνωριμία μὲ τὸ νεαρὸ κύριο Ἀρμαντέιλ ἦταν —γιὰ λόγους λεπτότητας— ἐντελῶς ἀδύνατη καί, μετὰ ἀπ’ αὐτό, παρακαλοῦσε νὰ σταματήσει ἡ ἀλληλογραϕία. Ὁ κύριος Μπρόκ, ἐνεργώντας μὲ σύνεση, κατέστρεψε ἀμέσως τὸ δεύτερο γράμμα, καί, ἀϕοῦ ἔδειξε στὸν Ἄλαν τὴν πρόσκληση τοῦ ἐξαδέλϕου του, τοῦ πρότεινε νὰ πάει στὸ Θὸρπ Ἄμπροουζ μόλις θὰ ἔνιωθε ἕτοιμος νὰ παρουσιαστεῖ σὲ ξένους.


136

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

Ὁ Ἄλαν ἄκουσε τὴ συμβουλὴ καρτερικά. Ὅμως ἀρνήθηκε νὰ ὠϕεληθεῖ ἀπ’ αὐτήν. — Θὰ δώσω πρόθυμα τὸ χέρι μου στὸν ἐξάδελϕό μου, ἂν ποτὲ τὸν συναντήσω, εἶπε. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ἐπισκεϕθῶ κανένα συγγενὴ καὶ νὰ ϕιλοξενηθῶ σὲ κανένα σπίτι, στὸ ὁποῖο μεταχειρίστηκαν ἄσχημα τὴ μητέρα μου. Ὁ κύριος Μπρὸκ διαμαρτυρήθηκε εὐγενικὰ καὶ προσπάθησε νὰ τὸν κάνει νὰ δεῖ τὰ πράγματα ἀπὸ τὴ σωστή τους σκοπιά. Ἀκόμα καὶ τότε —καὶ ἐνῶ ἀκόμα ἀγνοοῦσε τὰ ἐπικείμενα γεγονότα—, ἡ παράξενα ἀπομονωμένη θέση τοῦ Ἄλαν στὸν κόσμο ἀποτελοῦσε ζήτημα σοβαρῆς ἀνησυχίας γιὰ τὸν παλιό του ϕίλο καὶ δάσκαλο. Ἡ ἐπίσκεψη ποὺ τοῦ πρότεινε στὸ Θὸρπ Ἄμπροουζ ἄνοιγε τὶς προοπτικὲς νὰ κάνει ϕίλους καὶ γνωριμίες ποὺ θὰ ταίριαζαν στὴν κοινωνική του θέση καὶ στὴν ἡλικία του, πράγμα ποὺ πολὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ δεῖ ὁ κύριος Μπρόκ. Ὅμως ὁ Ἄλαν ἦταν ἀμετάπειστος. Ἦταν ἀδιάλλακτος καὶ παράλογος. Καὶ ὁ ἐϕημέριος δὲν εἶχε ἄλλη ἐπιλογὴ παρὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὸ θέμα. Ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη οἱ ἑβδομάδες περνοῦσαν μονότονα καὶ ὁ Ἄλαν δὲν ἔδειχνε παρὰ ἐλάχιστη ἀπὸ τὴν ἐλαστικότητα τῆς ἡλικίας καὶ τοῦ χαρακτήρα του στὸν τρόπο ποὺ ὑπέϕερε τὴ συμϕορά, ποὺ τὸν εἶχε ἀϕήσει ὀρϕανὸ ἀπὸ μητέρα. Τελείωσε καὶ καθέλκυσε τὸ ἱστιοπλοϊκό του. Ὅμως, τὸ πλήρωμά του σχολίασε πὼς ἡ δουλειὰ ϕαινόταν νὰ ἔχει χάσει τὸ ἐνδιαϕέρον της γι’ αὐτόν. Ἦταν ἀϕύσικο γιὰ τὸν νεαρὸ ἄνδρα νὰ μελαγχολεῖ γιὰ τὴ μοναξιά του καὶ τὸ πένθος του, ὅπως μελαγχολοῦσε τώρα. Καθὼς ἡ ἄνοιξη προχωροῦσε, ὁ κύριος Μπρὸκ ἄρχισε νὰ αἰσθάνεται ἀνησυχία γιὰ τὸ μέλλον, ἂν ὁ Ἄλαν δὲν ἀϕυπνιζόταν ἀμέσως μὲ μιὰ ἀλλαγὴ παραστάσεων. Μετὰ


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

137

ἀπὸ πολλὴ σκέψη, ὁ ἐϕημέριος ἀποϕάσισε νὰ δοκιμάσουν ἕνα ταξίδι στὸ Παρίσι καὶ κατόπιν νὰ ταξιδέψουν νότια, ἂν ὁ συνοδός του ἔδειχνε κάποιο ἐνδιαϕέρον νὰ γνωρίσει τὴν Εὐρώπη. Ἡ ὑποδοχὴ τῆς πρότασης ἀπὸ τὸν Ἄλαν τὸν ἀνακούϕισε μετὰ τὴν πεισματική του ἄρνηση νὰ ἐπιζητήσει τὴ γνωριμία τοῦ ἐξαδέλϕου του. Ἦταν πρόθυμος νὰ πάει μὲ τὸν κύριο Μπρὸκ ὅπου ἤθελε ὁ κύριος Μπρόκ. Ὁ ἐϕημέριος βασίστηκε στὸ λόγο του καὶ στὰ μέσα Μαρτίου ἡ παράξενα ταιριασμένη συντροϕιὰ τῶν δύο ἔϕυγε γιὰ τὸ Λονδίνο μὲ προορισμὸ τὸ Παρίσι. Ὅταν ἔϕτασαν στὸ Λονδίνο, ὁ κύριος Μπρὸκ βρέθηκε ἀπροσδόκητα ἀντιμέτωπος μὲ μιὰ καινούργια ἀνησυχία. Τὸ ἀνεπιθύμητο θέμα τοῦ Ὀζίας Μιντγουίντερ, ποὺ εἶχε μείνει θαμμένο στὴ σιωπὴ ἀπὸ τὶς ἀρχὲς Δεκεμβρίου, βγῆκε πάλι στὴν ἐπιϕάνεια καὶ ὀρθώθηκε μπροστὰ στὸν ἐϕημέριο, ἀκριβῶς στὸ ξεκίνημα τοῦ ταξιδιοῦ, μὲ περισσότερη δυσκολία στὸν χειρισμό του ἀπὸ ποτέ. Ὁ κύριος Μπρὸκ εἶχε δυσκολευθεῖ πολὺ νὰ ὑποστηρίξει τὴ θέση του σ’ αὐτὸ τὸ περίπλοκο ζήτημα τὴν πρώτη ϕορὰ ποὺ χρειάστηκε νὰ παρέμβει. Τώρα διαπίστωνε πὼς δὲν εἶχε κανένα ἐπιχείρημα πάνω στὸ ὁποῖο νὰ στηριχθεῖ. Τὰ γεγονότα εἶχαν δείξει πὼς ἡ διαϕωνία ἀνάμεσα στὸν Ἄλαν καὶ στὴ μητέρα του πάνω στὸ θέμα τοῦ βοηθοῦ δασκάλου ἦταν ἐντελῶς ἄσχετη μὲ τὴν ἀναστάτωση ποὺ εἶχε ἐπισπεύσει τὸ θάνατο τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ. Ἡ ἀπόϕαση τοῦ Ἄλαν νὰ μὴν ἐκστομίσει λόγια ποὺ θὰ τὴν τάραζαν καὶ ἡ ἀπροθυμία τοῦ κυρίου Μπρὸκ ν’ ἀγγίξει ἕνα δυσάρεστο θέμα συζήτησης εἶχαν συγκρατήσει καὶ τοὺς δυὸ ἀπὸ κάθε ἀναϕορὰ στὸν Μιντγουίντερ μπροστὰ στὴν κυρία Ἀρμαντέιλ στὶς τρεῖς ἡμέρες ποὺ μεσολάβησαν ἀνάμεσα στὴν ἀναχώρησή του καὶ στὴν


138

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ἐμϕάνιση τῆς παράξενης γυναίκας στὸ χωριό. Στὸ διάστημα τῆς ἀγωνίας καὶ τοῦ πόνου ποὺ ἀκολούθησε, καμία ἀναϕορὰ στὸ θέμα τοῦ βοηθοῦ δασκάλου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γίνει — καὶ δὲν εἶχε γίνει. Ἀπαλλαγμένος ἀπὸ κάθε πνευματικὴ ἀνησυχία πάνω σ’ αὐτὸ τὸ θέμα, ὁ Ἄλαν εἶχε διατηρήσει ἀποϕασιστικὰ τὸ ἐπίμονο ἐνδιαϕέρον του γιὰ τὸν καινούργιο του ϕίλο. Εἶχε γράψει στὸν Μιντγουίντερ γιὰ νὰ τοῦ ἀναγγείλει τὴ συμϕορά του καὶ τώρα πρότεινε —ἐκτὸς κι ἂν ὁ ἐϕημέριος ἀρνιόταν τυπικὰ νὰ δώσει τὴν ἔγκρισή του— νὰ κάνει μία ἐπίσκεψη στὸ ϕίλο του πρὶν ξεκινήσουν γιὰ τὸ Παρίσι τὸ ἑπόμενο πρωί. Τί ἔπρεπε νὰ κάνει ὁ κύριος Μπρόκ; Χωρὶς ἀμϕιβολία, ἡ διαγωγὴ τοῦ Μιντγουίντερ ἦταν ἀδιάσειστο στοιχεῖο ἐναντίον τῆς ἀστήρικτης δυσπιστίας τῆς κυρίας Ἀρμαντέιλ ἀπέναντί του. Ἂν ὁ ἐϕημέριος, χωρὶς κανένα πειστικὸ λόγο γιὰ νὰ ἐπικαλεστεῖ, καὶ χωρὶς δικαίωμα νὰ παρέμβει, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ δικαίωμα ποὺ τοῦ ἔδινε ἡ εὐγένεια τοῦ Ἄλαν, ἀρνιόταν νὰ συγκατατεθεῖ στὴν προτεινόμενη ἐπίσκεψη, τότε ἀντίο σὲ ὅλη τὴν παλιὰ οἰκειότητα καὶ ἐμπιστοσύνη ἀνάμεσα στὸν δάσκαλο καὶ στὸν μαθητὴ κατὰ τὴ σχεδιασμένη περιήγηση. Περιτριγυρισμένος ἀπὸ προβλήματα, ποὺ πιθανὸν θὰ εἶχαν γίνει χειρότερα ἀπὸ ἕναν λιγότερο δίκαιο καὶ λιγότερο καλόκαρδο ἄνθρωπο, ὁ κύριος Μπρὸκ τοῦ ἔκανε μιὰ-δυὸ προσεκτικὲς συστάσεις τὴν ὥρα ποὺ χωρίζονταν καί —μὲ περισσότερη ἐμπιστοσύνη στὴ διακριτικότητα καὶ τὴν αὐταπάρνηση τοῦ Μιντγουίντερ ἀπ’ ὅση ἤθελε νὰ παραδεχτεῖ, ἀκόμα καὶ στὸν ἑαυτό του— ἄϕησε τὸν Ἄλαν ἐλεύθερο νὰ πραγματοποιήσει τὴν ἐπιθυμία του. Ἀϕοῦ σκότωσε μία ὥρα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀπουσίας τοῦ μαθητῆ του κάνοντας ἕναν περίπατο στοὺς δρόμους, ὁ ἐϕημέριος ἐπέστρεψε στὸ ξενοδοχεῖο


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

139

του, καί, βρίσκοντας τὴν ἐϕημερίδα ἐλεύθερη στὸ καϕέ, κάθισε ἀϕηρημένα νὰ τῆς ρίξει μιὰ ματιά. Τὸ βλέμμα του, πέϕτοντας ἐπιπόλαια στὴ σελίδα τῶν τίτλων, ξαϕνιάστηκε, προκαλώντας τὴν ἄμεση προσοχή του, ἀπὸ τὴν πρώτη ἀγγελία ποὺ συμπτωματικὰ βρισκόταν στὴν κορυϕὴ τῆς στήλης. Νά πάλι ὁ μυστηριώδης συνονόματος τοῦ Ἄλαν, ποὺ ϕιγουράριζε μὲ κεϕαλαῖα γράμματα, καὶ αὐτὴ τὴ ϕορὰ σὲ συσχετισμό —ϕερόμενος ὡς νεκρός— μὲ τὴν προσϕορὰ χρηματικῆς ἀμοιβῆς. Ἡ ἀγγελία ἔλεγε: «ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΝΕΚΡΟΣ. — Πρὸς ἱερεῖς, νεωκόρους, καὶ λοιπούς. Προσϕέρεται ἀμοιβὴ εἴκοσι λιρῶν σὲ ὁποιονδήποτε μπορεῖ νὰ προσκομίσει ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα τοῦ θανάτου τοῦ ΑΛΑΝ ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ, μοναχογιοῦ τοῦ ἐκλιπόντος Ἄλαν Ἀρμαντέιλ, ἀπὸ τὰ Μπαρμπάντος, ποὺ γεννήθηκε στὸ Τρινιδὰδ τὸ ἔτος 1830. Γιὰ περισσότερες πληροϕορίες ἀποταθεῖτε στοὺς κκ. Χάμικ καὶ Ρίτζ, Λίνκολνς Ἲν Φίλντς, Λονδίνο.» Ἀκόμα καὶ ὁ οὐσιαστικὰ πεζὸς νοῦς τοῦ κυρίου Μπρὸκ ἄρχισε νὰ παραπαίει στὸ ἔρεβος τῆς δεισιδαιμονίας, καθὼς ἄϕησε κάτω τὴν ἐϕημερίδα. Σιγὰσιγὰ μιὰ ἀκαθόριστη ὑποψία τὸν κατέλαβε, πὼς ὅλα τὰ ἁλυσιδωτὰ γεγονότα, ποὺ εἶχαν ἀκολουθήσει τὴν πρώτη ἐμϕάνιση τοῦ συνονόματου τοῦ Ἄλαν στὴν ἐϕημερίδα ἐδῶ καὶ ἕξι χρόνια, συνδέονταν μεταξύ τους μὲ κάποια μυστηριώδη σχέση καὶ πὼς ὁδηγοῦσαν σταθερὰ σὲ κάποια κατάληξη ποὺ κανένας δὲν μποροῦσε νὰ ϕανταστεῖ. Χωρὶς νὰ ξέρει γιατί, ἄρχισε νὰ νιώθει ἀνήσυχος μὲ τὴν ἀπουσία τοῦ Ἄλαν. Χωρὶς νὰ ξέρει γιατί, ἀνυπομονοῦσε νὰ πάρει τὸ μαθητή του μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἀγγλία προτοῦ συμβεῖ κάτι ἄλλο στὴ διάρκεια τῆς νύχτας. Μιὰ ὥρα ἀργότερα ὁ ἐϕημέριος ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ τὴν ξαϕνικὴ ἀνησυχία του μὲ τὴν ἐπιστροϕὴ τοῦ


140

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

Ἄλαν στὸ ξενοδοχεῖο. Ὁ νεαρὸς ἦταν ἐκνευρισμένος καὶ μὲ κακὴ διάθεση. Εἶχε βρεῖ τὸ κατάλυμα τοῦ Μιντγουίντερ, ἀλλὰ δὲν εἶχε καταϕέρει νὰ δεῖ τὸν ἴδιο. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦσε νὰ τοῦ πεῖ ἡ σπιτονοικοκυρά του ἦταν πὼς εἶχε βγεῖ τὴν ὥρα ποὺ συνήθιζε γιὰ δεῖπνο στὸ πλησιέστερο ἑστιατόριο καὶ πὼς δὲν εἶχε ἐπιστρέψει, σύμϕωνα μὲ τὶς τακτικές του συνήθειες, στὴ συνηθισμένη τακτική του ὥρα. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἄλαν εἶχε πάει νὰ ρωτήσει στὸ ἑστιατόριο, καὶ περιγράϕοντάς τον διαπίστωσε πὼς τὸν γνώριζαν καλὰ ἐκεῖ. Τὶς ἄλλες μέρες συνήθιζε νὰ τρώει ἕνα λιτὸ δεῖπνο καὶ νὰ κάθεται μισὴ ὥρα μετὰ διαβάζοντας τὴν ἐϕημερίδα. Αὐτὴ τὴ ϕορά, μόλις ἔϕαγε, πῆρε, ὡς συνήθως, τὴν ἐϕημερίδα, ἀλλὰ ξαϕνικὰ τὴν πέταξε στὴν ἄκρη καὶ ἔϕυγε μὲ τρομερὴ βιασύνη, κανεὶς δὲν ἤξερε γιὰ ποῦ. Χωρὶς νὰ μπορέσει νὰ πάρει ἄλλες πληροϕορίες, ὁ Ἄλαν εἶχε ἀϕήσει ἕνα σημείωμα στὸ σπίτι ὅπου νοίκιαζε δωμάτιο, δίνοντας ἐκεῖ τὴ διεύθυνση τοῦ ξενοδοχείου καὶ ἐκλιπαρώντας τὸν Μιντγουίντερ νὰ ἔλθει νὰ τὸν ἀποχαιρετίσει πρὶν ϕύγει γιὰ τὸ Παρίσι. Τὸ βράδι πέρασε καὶ ὁ ἀόρατος ϕίλος τοῦ Ἄλαν δὲν ἐμϕανίστηκε. Τὸ πρωὶ ἦρθε, χωρὶς νὰ ϕέρει μαζί του κανένα ἐμπόδιο, καὶ ὁ κύριος Μπρὸκ μὲ τὸν μαθητή του ἔϕυγαν ἀπὸ τὸ Λονδίνο. Μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἡ Τύχη εἶχε σταθεῖ μὲ τὸ μέρος τοῦ ἐϕημέριου. Ὁ Ὀζίας Μιντγουίντερ, μετὰ τὴν ἀπρόσκλητη ἐπάνοδό του στὴν ἐπιϕάνεια, εἶχε βολικὰ ἐξαϕανιστεῖ καὶ πάλι. Τί ἐπρόκειτο νὰ συμβεῖ στὴ συνέχεια; * * *

Προχωρώντας, μόνο τρεῖς ἑβδομάδες αὐτὴ τὴ ϕορά, ἀπὸ τὸ παρελθὸν πρὸς τὸ παρόν, ἡ μνήμη τοῦ κυρίου Μπρὸκ ἀνέσυρε τὸ ἑπόμενο περιστατικὸ ποὺ συνέβη


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

141

στὶς ἑπτὰ Ἀπριλίου. Κατὰ τὰ ϕαινόμενα, ἡ ἁλυσίδα εἶχε ἐπιτέλους σπάσει. Τὸ καινούργιο γεγονὸς δὲν εἶχε ἀναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά —οὔτε γιὰ τὸν ἴδιον οὔτε γιὰ τὸν Ἄλαν— ποὺ νὰ τὸ συνδέουν μὲ κάποιο ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ εἶχαν ἐμϕανιστεῖ, ἢ μὲ τὰ προηγούμενα συμβάντα τῶν περασμένων χρόνων. Οἱ ταξιδιῶτες δὲν εἶχαν πάει ἀκόμα πέρα ἀπὸ τὸ Παρίσι. Τὸ ἠθικὸ τοῦ Ἄλαν εἶχε ἀνέβει μὲ τὴν ἀλλαγὴ καὶ ἄρχισε νὰ διασκεδάζει ἀκόμα περισσότερο μὲ τὰ καινούργια πράγματα ποὺ ἔβλεπε γύρω του, μόλις ἔλαβε γράμμα ἀπὸ τὸν Μιντγουίντερ. Τὸ γράμμα περιεῖχε νέα, ποὺ καὶ ὁ ἴδιος ὁ κύριος Μπρὸκ παραδέχθηκε ὡς αἰσιόδοξα γιὰ τὸ μέλλον. Ὁ πρώην βοηθὸς δάσκαλος ἀπουσίαζε γιὰ δουλειὲς ὅταν ὁ Ἄλαν πέρασε ἀπὸ τὰ ἐνοικιαζόμενα δωμάτια ὅπου διέμενε, ἔχοντας ὁδηγηθεῖ, ἀπὸ ἕνα τυχαῖο περιστατικό, νὰ ξεκινήσει ἐπικοινωνία μὲ τοὺς συγγενεῖς του ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ἡμέρα. Τὸ ἀποτέλεσμα τὸν εἶχε ξαϕνιάσει ἐντελῶς: τοῦ εἶχε ἐξασϕαλίσει ἀπροσδόκητα ἕνα μικρὸ δικό του εἰσόδημα γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του. Τὰ μελλοντικά του σχέδια, τώρα ποὺ εἶχε πέσει καὶ σ’ ἐκεῖνον λίγη καλοτυχία, ἦταν ἀκόμα ἀβέβαια. Ἂν ὅμως ὁ Ἄλαν ἤθελε νὰ μάθει τί θὰ ἀποϕάσιζε τελικά, θὰ τοῦ ἔδινε πληροϕορίες ὁ ἀντιπρόσωπός του στὸ Λονδίνο —τοῦ ὁποίου τὴ διεύθυνση ἐσώκλειε— καὶ θὰ κρατοῦσε συνεχῶς στὸ μέλλον ἐνήμερο τὸν κύριο Ἀρμαντέιλ σχετικὰ μὲ τὴ διεύθυνσή του. Μόλις ἔλαβε τὸ γράμμα, ὁ Ἄλαν ἅρπαξε τὴν πένα μὲ τὸν συνηθισμένο παρορμητικὸ τρόπο του καὶ τοῦ ἀπάντησε, ἐπιμένοντας νὰ ταξιδέψει ὁ Μιντγουίντερ μαζί τους. Πέρασαν καὶ οἱ τελευταῖες μέρες τοῦ Μαρτίου καὶ ἀπάντηση δὲν ἔλαβε στὴν πρόταση. Μπῆκε καὶ ὁ Ἀπρίλιος καὶ στὶς ἑπτὰ τοῦ μήνα ὑπῆρχε ἐπιτέλους


142

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ἕνα γράμμα γιὰ τὸν Ἄλαν στὸ τραπέζι τοῦ πρωινοῦ. Τὸ ἅρπαξε, κοίταξε τὴ διεύθυνση καὶ τὸ πέταξε πάλι κάτω δυσανασχετώντας. Ὁ γραϕικὸς χαρακτήρας δὲν ἦταν τοῦ Μιντγουίντερ. Ὁ Ἄλαν τελείωσε τὸ πρωινό του πρὶν ἐνδιαϕερθεῖ νὰ διαβάσει τί εἶχε νὰ τοῦ πεῖ ὁ ἀποστολέας. Ἀϕοῦ ἔϕαγε, ὁ νεαρὸς Ἀρμαντέιλ ἄνοιξε, χωρὶς νὰ βιάζεται, τὸ γράμμα. Τὸ ἄρχισε μὲ μιὰ ἔκϕραση ὑπέρτατης ἀδιαϕορίας. Τὸ τελείωσε μὲ ἕνα ἀπότομο τίναγμα ἀπὸ τὴν καρέκλα του καὶ μιὰ δυνατὴ κραυγὴ ἔκπληξης. Ἀπορώντας, δίκαια, μὲ τὸ ἀσυνήθιστο ξέσπασμά του, ὁ κύριος Μπρὸκ πῆρε τὸ γράμμα ποὺ εἶχε πετάξει ὁ Ἄλαν ἀπὸ τὴν ἀπέναντι πλευρὰ τοῦ τραπεζιοῦ πρὸς τὸ μέρος του. Πρὶν ἀκόμα τὸ διαβάσει ὣς τὸ τέλος, τὰ χέρια του ἔπεσαν ἀνήμπορα στὰ γόνατά του καὶ στὸ πρόσωπό του καθρεϕτίστηκε ἡ ἴδια χαμένη ἔκϕραση ἀπορίας ποὺ εἶχε ὁ μαθητής του. Ἂν ποτὲ δυὸ ἄνθρωποι εἶχαν σοβαρὸ λόγο γιὰ νὰ χάσουν ἐντελῶς τὴν ἰσορροπία τους, αὐτοὶ οἱ δυὸ ἦταν ὁ Ἄλαν καὶ ὁ ἐϕημέριος. Τὸ γράμμα ποὺ εἶχε προκαλέσει καὶ στοὺς δυὸ τὴν ἴδια δυνατὴ κατάπληξη, περιεῖχε, χωρὶς καμία ἀμϕιβολία, μιὰ ἀναγγελία πού, σὲ πρώτη ἀνάγνωση, ἦταν ἁπλῶς ἀπίστευτη. Τὰ νέα ἦταν ἀπὸ τὸ Νόρϕολκ καὶ ἔλεγαν πὼς σὲ διάστημα λιγότερο ἀπὸ μία ἑβδομάδα ὁ θάνατος εἶχε θερίσει τρεῖς ζωὲς στὴν οἰκογένεια τοῦ Θὸρπ Ἄμπροουζ, καὶ πὼς ὁ Ἄλαν Ἀρμαντέιλ ἦταν πλέον κληρονόμος μιᾶς ἰδιοκτησίας ποὺ ἀπέϕερε ὀκτὼ χιλιάδες λίρες τὸ χρόνο! Μιὰ δεύτερη ἀνάγνωση τῆς ἐπιστολῆς ἔδωσε τὴ δυνατότητα στὸν ἐϕημέριο καὶ τὸν σύντροϕό του νὰ μάθουν τὶς λεπτομέρειες ποὺ τοὺς εἶχαν ξεϕύγει στὴν πρώτη ἀνάγνωση. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔγραψε τὸ γράμμα ἦταν ὁ δικη-


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

143

γόρος τῆς οἰκογένειας στὸ Θὸρπ Ἄμπροουζ. Ἀϕοῦ ἀνακοίνωνε στὸν Ἄλαν τοὺς θανάτους τοῦ ἐξαδέλϕου του, Ἄρθουρ, σὲ ἡλικία εἴκοσι πέντε ἐτῶν, τοῦ θείου του, Χένρι, σὲ ἡλικία σαράντα πέντε, καὶ τοῦ ἐξαδέλϕου του, Τζόν, σὲ ἡλικία εἴκοσι ἑνὸς ἐτῶν, ὁ δικηγόρος προχωροῦσε σὲ μιὰ σύντομη περίληψη τῶν ὅρων τῆς διαθήκης τοῦ πρεσβύτερου κυρίου Μπλάνκχαρτ. Τὰ δικαιώματα τῶν ἀρρένων ἀπογόνων προηγοῦνταν, ὅπως συνηθίζεται σὲ τέτοιες περιπτώσεις, τῶν δικαιωμάτων τῶν θηλέων. Πεθαίνοντας ὁ Ἄρθουρ καὶ οἱ ἄρρενες ἀπόγονοί του, ἡ κτηματικὴ περιουσία θὰ περιερχόταν στὸν Χένρι καὶ τοὺς ἄρρενες ἀπογόνους του. Ἂν πέθαιναν αὐτοί, θὰ πήγαινε στοὺς ἄρρενες ἀπογόνους τῆς ἀδελϕῆς τοῦ Χένρι καὶ σὲ περίπτωση ἀπουσίας τέτοιων ἀπογόνων, στὸν ἑπόμενο ἄρρενα κληρονόμο. Ὅπως ἦρθαν τὰ πράγματα, οἱ δυὸ νέοι, Ἄρθουρ καὶ Τζόν, πέθαναν χωρὶς νὰ ἔχουν παντρευτεῖ, καὶ ὁ Χένρι Μπλάνκχαρτ εἶχε πεθάνει, ἀϕήνοντας μόνο μιὰ θυγατέρα. Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, ὁ Ἄλαν ἦταν ὁ ἑπόμενος ἄρρην κληρονόμος, σύμϕωνα μὲ τὶς ὑποδείξεις τῆς διαθήκης, καὶ ἦταν τώρα ὁ νόμιμος διάδοχος στὰ κτήματα τοῦ Θὸρπ Ἄμπροουζ. Ἔχοντας κάνει τὴν ἐκπληκτικὴ αὐτὴ ἀνακοίνωση, ὁ δικηγόρος παρακαλοῦσε τὸν κύριο Ἀρμαντέιλ νὰ τὸν διευκολύνει μὲ ὁδηγίες καὶ πρόσθετε καταλήγοντας πὼς θὰ ἦταν εὐτυχὴς νὰ τοῦ παράσχει ὁποιαδήποτε λεπτομερὴ στοιχεῖα πιθανὸν ἐπιθυμοῦσε. Ἦταν ἀνώϕελο νὰ χάνουν χρόνο ἀπορώντας γιὰ ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖο οὔτε ὁ Ἄλαν οὔτε ἡ μητέρα του εἶχαν ποτὲ σκεϕτεῖ ἔστω καὶ σὰν ἐλάχιστη πιθανότητα. Αὐτὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνουν ἦταν νὰ ἐπιστρέψουν ἀμέσως στὴν Ἀγγλία. Τὴν ἑπόμενη μέρα οἱ ταξιδιῶτες βρέθηκαν καὶ πάλι ἐγκατεστημένοι στὸ


144

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ξενοδοχεῖο τους στὸ Λονδίνο καὶ τὴ μεθεπόμενη ἡ ὑπόθεση εἶχε ἀνατεθεῖ στὰ κατάλληλα ἐπαγγελματικὰ χέρια. Ἐπακολούθησε ἡ ἀναπόϕευκτη ἀλληλογραϕία καὶ παροχὴ πληροϕοριῶν καὶ μία μετὰ τὴν ἄλλη δόθηκαν ὅλες οἱ σημαντικὲς λεπτομέρειες, ὥσπου ἡ εἰκόνα ὁλοκληρώθηκε. Τὸ παράξενο ἱστορικὸ τῶν τριῶν θανάτων εἶχε ὡς ἑξῆς: Τὴν περίοδο ποὺ ὁ κύριος Μπρὸκ εἶχε γράψει στοὺς συγγενεῖς της κυρίας Ἀρμαντέιλ γιὰ νὰ τοὺς ἀνακοινώσει τὴν εἴδηση τοῦ θανάτου της (δηλαδὴ στὰ μέσα τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου), ἡ οἰκογένεια στὸ Θὸρπ Ἄμπροουζ ἀπαριθμοῦσε πέντε μέλη. Τὸν Ἄρθουρ Μπλάνκχαρτ, ἰδιοκτήτη τῆς κτηματικῆς περιουσίας, ποὺ ζοῦσε στὸ μεγάλο σπίτι μὲ τὴ μητέρα του, καὶ τὸν Χένρι Μπλάνκχαρτ, τὸν θεῖο, ποὺ ζοῦσε ἐκεῖ κοντά, καὶ ἦταν χῆρος μὲ δυὸ παιδιά, ἕνα γιὸ καὶ μία κόρη. Γιὰ νὰ σταθεροποιηθοῦν οἱ οἰκογενειακοὶ δεσμοὶ ἀκόμα περισσότερο, ὁ Ἄρθουρ Μπλάνκχαρτ εἶχε ἀρραβωνιαστεῖ καὶ ἐπρόκειτο νὰ παντρευτεῖ τὴν ἐξαδέλϕη του. Ὁ γάμος θὰ γιορταζόταν μὲ μεγάλα τοπικὰ πανηγύρια τὸ ἐρχόμενο καλοκαίρι, ὅταν ἡ νεαρὴ κυρία θὰ ἔκλεινε τὰ εἴκοσί της χρόνια. Ὁ μήνας Φεβρουάριος ἔϕερε μαζί του ἀλλαγὲς στὴν κατάσταση τῆς οἰκογένειας. Ἔχοντας ἐνδείξεις πὼς ἡ ὑγεία τοῦ γιοῦ του εἶχε γίνει εὔθραυστη, ὁ κύριος Χένρι Μπλάνκχαρτ ἔϕυγε ἀπὸ τὸ Νόρϕολκ, παίρνοντας μαζί του τὸν νεαρό, μετὰ ἀπὸ ἰατρικὴ σύσταση, μήπως καὶ τὸν ὠϕελήσει τὸ κλίμα τῆς Ἰταλίας. Στὶς ἀρχὲς τοῦ ἑπόμενου μήνα, τοῦ Μαρτίου, ὁ Ἄρθουρ Μπλάνκχαρτ ἔϕυγε ἐπίσης ἀπὸ τὸ Θὸρπ Ἄμπροουζ γιὰ λίγες μέρες, γιὰ δουλειὲς ποὺ ἀπαιτοῦσαν τὴν παρουσία του στὸ Λονδίνο. Οἱ δουλειές του τὸν ἔϕεραν στὸ Σίτι. Ἐνοχλημένος ἀπὸ τὰ ἀτε-


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

145

λείωτα ἐμπόδια στοὺς δρόμους, ἀποϕάσισε νὰ ἐπιστρέψει δυτικὰ μ’ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀτμοκίνητα ποταμόπλοια, καί, ἔτσι ἐπιστρέϕοντας, βρῆκε τὸ θάνατο. Καθὼς τὸ ἀτμόπλοιο ἄϕηνε τὴν ἀποβάθρα, ἐκεῖνος πρόσεξε μία γυναίκα κοντά του, ἡ ὁποία εἶχε ϕανεῖ τρομερὰ διστακτικὴ κατὰ τὴν ἐπιβίβαση καὶ εἶχε μπεῖ στὸ σκάϕος τελευταία ἀπ’ ὅλους τοὺς ἐπιβάτες. Ἦταν εὐπρεπῶς ντυμένη μ’ ἕνα μαῦρο μεταξωτὸ ϕόρεμα καὶ ἕνα κόκκινο κασμιρένιο σάλι γύρω στοὺς ὤμους της. Τὸ πρόσωπό της ἦταν κρυμμένο πίσω ἀπὸ ἕνα πυκνὸ βέλο. Ὁ Ἄρθουρ Μπλάνκχαρτ ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὴ σπάνια χάρη καὶ κομψότητα τῆς σιλουέτας της καὶ ἔνιωσε τὴ ϕευγαλέα περιέργεια τοῦ νέου ἄνδρα νὰ δεῖ τὸ πρόσωπό της. Ἐκείνη οὔτε σήκωσε τὸ βέλο της οὔτε γύρισε τὸ κεϕάλι πρὸς τὸ μέρος του. Ἀϕοῦ ἔκανε μερικὰ διστακτικὰ βήματα πάνω-κάτω στὸ κατάστρωμα, ἀπομακρύνθηκε ξαϕνικὰ πρὸς τὴν πρύμνη τοῦ σκάϕους. Ἕνα λεπτὸ ἀργότερα ὁ ἄνδρας στὸ πηδάλιο ἔβγαλε μιὰ κραυγὴ ποὺ ἔδινε σῆμα κινδύνου καὶ οἱ μηχανὲς σταμάτησαν ἀμέσως. Ἡ γυναίκα εἶχε βουτήξει στὸ νερό. Οἱ ἐπιβάτες ἔτρεξαν ὅλοι πρὸς ἐκείνη τὴν πλευρὰ τοῦ πλοίου γιὰ νὰ κοιτάξουν. Μόνο ὁ Ἄρθουρ Μπλάνκχαρτ, χωρὶς νὰ διστάσει λεπτό, πήδηξε μέσα στὸ ποτάμι. Ἦταν δεινὸς κολυμβητὴς κι ἔϕτασε τὴ γυναίκα τὴ στιγμὴ ποὺ ἀνέβαινε στὴν ἐπιϕάνεια. Μὲ τὴ βοήθεια ποὺ κατέϕτασε, βγῆκαν καὶ οἱ δυὸ σῶοι στὴν ξηρά. Ἡ γυναίκα μεταϕέρθηκε στὸν πλησιέστερο ἀστυνομικὸ σταθμό, ὅπου σύντομα τὴν ἐπανέϕεραν στὶς αἰσθήσεις της καὶ ὁ σωτήρας της ἔδωσε τὸ ὄνομα καὶ τὴ διεύθυνσή του, ὅπως εἴθισται σὲ τέτοιες περιπτώσεις, στὸν προϊστάμενο ὑπηρεσίας, ὁ ὁποῖος τοῦ σύστησε συνετὰ νὰ κάνει ἕνα ζεστὸ μπάνιο καὶ νὰ στείλει νὰ τοῦ ϕέρουν στεγνὰ ροῦχα. Ὁ 10 WILKIE COLLINS,

Ἀρμαντέιλ


146

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

Ἄρθουρ Μπλάνκχαρτ, ποὺ δὲν εἶχε ἀρρωστήσει οὔτε μία ὥρα ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν παιδί, γέλασε μὲ τὴ σύσταση καὶ γύρισε πίσω μὲ μιὰ ἐνοικιαζόμενη ἅμαξα. Τὴν ἄλλη μέρα ἦταν πολὺ ἄρρωστος γιὰ νὰ παραστεῖ στὴν ἐξέταση ἐνώπιον τοῦ δικαστῆ. Δεκαπέντε μέρες ἀργότερα ἦταν νεκρός. Ἡ εἴδηση τῆς συμϕορᾶς συνάντησε τὸν Χένρι Μπλάνκχαρτ καὶ τὸ γιό του, στὸ Μιλάνο, καὶ μέσα σὲ μιὰ ὥρα ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὴν ἔλαβαν, βρέθηκαν στὸ δρόμο τῆς ἐπιστροϕῆς πρὸς τὴν Ἀγγλία. Ἡ πτώση χιονοστιβάδων στὶς Ἄλπεις εἶχε ἀρχίσει νωρίτερα ἀπὸ τὸ συνηθισμένο ἐκείνη τὴ χρονιὰ καὶ τὰ περάσματα ἦταν τρομερὰ ἐπικίνδυνα. Πατέρας καὶ γιός, ποὺ ταξίδευαν μὲ τὴ δική τους ἅμαξα, συνάντησαν στὸ βουνὸ τὸ ταχυδρομεῖο ποὺ ἐπέστρεϕε. Οἱ προειδοποιήσεις πρὸς τοὺς δυὸ Ἄγγλους, ποὺ ὑπὸ κανονικὲς συνθῆκες θὰ εἶχαν ἀποτέλεσμα, τώρα ἦταν μάταιες. Ἡ ἀνυπομονησία τους νὰ ξαναβρεθοῦν στὸ σπίτι, μετὰ τὴν συμϕορὰ ποὺ εἶχε πέσει στὴν οἰκογένεια, δὲν σήκωνε καμία καθυστέρηση. Δωροδόκησαν πλουσιοπάροχα τοὺς ἁμαξηλάτες καὶ τοὺς ἔβαλαν στὸν πειρασμὸ νὰ προχωρήσουν. Ἡ ἅμαξα συνέχισε τὸ δρόμο της καὶ χάθηκε στὴν ὁμίχλη. Ὅταν τὴν ξαναεῖδαν, εἶχε ξεθαϕτεῖ στὴ βάση ἑνὸς ἀπότομου γκρεμοῦ — ἄνθρωποι, ἄλογα καὶ ὄχημα, ὅλα μαζὶ τσακισμένα κάτω ἀπὸ τὴ θανάσιμη κατολίσθηση μιᾶς χιονοστιβάδας. Ἔτσι θέρισε ὁ χάρος τὶς τρεῖς ζωές. Ἔτσι, μὲ μιὰ καθαρὴ ἀκολουθία γεγονότων, ἡ ἀπόπειρα αὐτοκτονίας μιᾶς γυναίκας σ’ ἕνα ποτάμι ἄνοιξε στὸν Ἄλαν Ἀρμαντέιλ τὴ διαδοχὴ στὰ κτήματα τοῦ Θὸρπ Ἄμπροουζ. Ποιά ἦταν ἡ γυναίκα; Ὁ ἄνθρωπος ποὺ τῆς ἔσωσε τὴ ζωὴ δὲν ἔμαθε ποτέ. Ὁ δικαστὴς ποὺ τὴν παρέ-


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

147

πεμψε, ὁ ἱερέας ποὺ τὴ νουθέτησε, ὁ δημοσιογράϕος ποὺ τὴν ἐξέθεσε στὴν ἐϕημερίδα, δὲν ἔμαθαν ποτέ. Ἔκπληξη προκάλεσε τὸ στοιχεῖο πώς, ἂν καὶ ἦταν πολὺ εὐπρεπῶς ντυμένη, εἶχε δηλώσει ὅτι βρισκόταν σὲ «κατάσταση οἰκονομικῆς ἔνδειας». Εἶχε ἐκϕράσει βαθύτατη συντριβή, ἀλλὰ εἶχε ἐπιμείνει σ’ ἕνα ὄνομα ποὺ ἦταν ὁλοϕάνερα πλαστό, σὲ μιὰ κοινότοπη ἱστορία, ποὺ ἦταν καταϕανῶς ϕανταστικὴ καὶ στὴν ἄρνηση ὣς τὸ τέλος νὰ δώσει ὁποιεσδήποτε πληροϕορίες γιὰ τοὺς οἰκείους της. Μιὰ κυρία σχετιζόμενη μὲ κάποιο ϕιλανθρωπικὸ ἵδρυμα —«συγκινημένη ἀπὸ τὴν ἐξαιρετική της κομψότητα καὶ ὀμορϕιά»— ἀνέλαβε ἐθελοντικὰ νὰ τὴ ϕροντίσει καὶ νὰ βελτιώσει τὴν ψυχική της κατάσταση. Ἡ ἐμπειρία τῆς πρώτης μέρας μὲ τὴν ἀσθενὴ ἦταν κάθε ἄλλο παρὰ ἐνθαρρυντικὴ καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς δεύτερης μέρας ἦταν τελειωτική. Ἐγκατέλειψε τὸ ἵδρυμα κρυϕά. Καί —παρόλο ποὺ ὁ ἱερέας τοῦ ἱδρύματος, δείχνοντας ἰδιαίτερο ἐνδιαϕέρον γιὰ τὴν περίπτωση, ϕρόντισε νὰ καταβληθεῖ κάθε δυνατὴ προσπάθεια— ὅλες οἱ ἔρευνες γιὰ τὸν ἐντοπισμό της, ἀπέβησαν ἄκαρπες. Ἐνῶ ἡ μάταιη αὐτὴ ἔρευνα —ἀνειλημμένη κατόπιν ἐπιθυμίας τοῦ Ἄλαν— βρισκόταν σὲ ἐξέλιξη, οἱ δικηγόροι τακτοποίησαν τὶς προκαταρκτικὲς τυπικὲς διαδικασίες σχετικὰ μὲ τὴ διαδοχὴ στὴν περιουσία. Τὸ μόνο ποὺ ἀπέμενε ἦταν νὰ ἀποϕασίσει ὁ νέος ἰδιοκτήτης τοῦ Θὸρπ Ἄμπροουζ πότε θὰ ἐγκαθίστατο στὸ κτῆμα τοῦ ὁποίου ἦταν τώρα ὁ νόμιμος κάτοχος. Ἡ διευθέτηση τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀνῆκε κατανάγκην στὸν Ἄλαν, καὶ ἐκεῖνος τὸ τακτοποίησε μὲ τὸν συνηθισμένο παρορμητικό, γενναιόδωρο τρόπο του. Ἀρνήθηκε νὰ ἐγκατασταθεῖ μέχρι ἡ κ. Μπλάνκχαρτ καὶ ἡ ἀνιψιά της —στὶς ὁποῖες εἶχε ἐπιτραπεῖ


148

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή, γιὰ λόγους εὐγενείας, νὰ παραμείνουν στὸ παλιό τους σπίτι— νὰ συνέλθουν ἀπὸ τὴ συμϕορὰ ποὺ τὶς εἶχε βρεῖ καὶ νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ ἀποϕασίσουν τί θὰ ἔκαναν στὸ μέλλον. Τὴν ἀπόϕαση αὐτὴ ἀκολούθησε μιὰ προσωπικὴ ἀλληλογραϕία, ποὺ περιελάμβανε, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἄλαν, ἀπεριόριστες προσϕορὲς σὲ ὁτιδήποτε ἦταν δυνατόν (σὲ ἕνα σπίτι ποὺ ἀκόμα δὲν εἶχε δεῖ), καί, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν κυριῶν, μιὰ προσεκτικὰ διστακτικὴ προθυμία νὰ ἐπωϕεληθοῦν ἀπὸ τὴ γενναιοδωρία τοῦ νεαροῦ κυρίου στὸ ζήτημα τοῦ χρόνου. Πρὸς κατάπληξη τῶν νομικῶν συμβούλων του, ὁ Ἄλαν μπῆκε ἕνα πρωὶ στὸ γραϕεῖο τους, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν κ. Μπρόκ, καὶ ἀνακοίνωσε, ἐντελῶς ἀτάραχα, πὼς οἱ κυρίες τοῦ εἶχαν ἀϕαιρέσει εὐγενικὰ τὴν πρωτοβουλία στὶς διευθετήσεις καὶ πὼς γιὰ νὰ τὶς διευκολύνει σκόπευε νὰ ἀναβάλει τὴν ἐγκατάστασή του στὸ Θὸρπ Ἄμπροουζ γιὰ δυὸ μῆνες. Οἱ δικηγόροι ἔμειναν νὰ τὸν κοιτάζουν ἄϕωνοι, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε καὶ τὴ δική του κατάπληξη. — Γιατί στὸ καλὸ ἀπορεῖτε, κύριοι; ζήτησε νὰ μάθει, μὲ μιὰ ἀγορίστικη ἀμηχανία στὰ ἤρεμα μπλὲ μάτια του. Γιατί νὰ μὴ δώσω στὶς κυρίες τοὺς δυὸ μῆνες τους, ἂν τοὺς χρειάζονται; Ἀϕῆστε τὶς κακομοῖρες νὰ κάνουν ὅ,τι πρέπει μὲ τὴν ἡσυχία τους. Τὰ δικαιώματά μου; Καὶ ἡ θέση μου; Ὤ, καλὰ τώρα! Δὲν βιάζομαι νὰ γίνω πυργοδεσπότης. Δὲν εἶναι τοῦ χαρακτήρα μου. Τί σκοπεύω νὰ κάνω σ’ αὐτοὺς τοὺς δυὸ μῆνες; Ὅ,τι θὰ ἔκανα ἔτσι κι ἀλλιῶς, εἴτε ἔμεναν οἱ κυρίες εἴτε ὄχι. Σκοπεύω νὰ ταξιδέψω στὴ θάλασσα. Αὐτὸ θέλω νὰ κάνω! Ἔχω ἕνα καινούργιο ἱστιοπλοϊκὸ σκάϕος στὴν πατρίδα μου, στὸ Σόμερσετσαϊρ — ἕνα σκάϕος ποὺ τὸ ἔϕτιαξα ἐγώ. Καὶ νὰ σᾶς πῶ κάτι, κύριε; συνέχισε ὁ Ἄλαν, πιάνοντας τὸν διευ-


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

149

θυντὴ ἀπὸ τὸ μπράτσο μέσα στὴ θέρμη τῶν ϕιλικῶν του προθέσεων: δείχνετε νὰ χρειάζεστε ἀπελπιστικὰ διακοπὲς στὸν καθαρὸ ἀέρα καὶ θὰ ἔρθετε μαζί μου στὸ δοκιμαστικὸ ταξίδι τοῦ καινούργιου μου σκάϕους. Καὶ οἱ συνεργάτες σας, ἐπίσης, ἂν θέλουν. Καὶ ὁ προσωπάρχης, ποὺ εἶναι ὁ ὡραιότερος τύπος ποὺ συνάντησα ποτὲ στὴ ζωή μου. Ὑπάρχει ἄϕθονος χῶρος· θὰ τὴ βγάλουμε ὅλοι στρωματσάδα στὸ πάτωμα, καὶ θὰ δώσουμε στὸν κ. Μπρὸκ μιὰ βελέντζα στὸ τραπέζι τῆς καμπίνας. Στὰ κομμάτια τὸ Θὸρπ Ἄμπροουζ! Μὴ μοῦ πεῖτε πὼς ἂν εἴχατε ϕτιάξει ὁ ἴδιος ἕνα σκάϕος, ὅπως ἔκανα ἐγώ, θὰ πηγαίνατε σὲ ὁποιοδήποτε κτῆμα στὰ Ἡνωμένα Βασίλεια, ἐνῶ ἡ μικρή σας καλλονὴ θὰ καθόταν καὶ θὰ σᾶς περίμενε σὰν πάπια στὸ νερό; Οἱ νομικοί σας εἶναι σπουδαῖοι στὰ ἐπιχειρήματα. Ἐσεῖς τί γνώμη ἔχετε γι’ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα; Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ἀκλόνητο — καὶ αὔριο ϕεύγω γιὰ τὸ Σόμερσετσαϊρ. Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια, ὁ νέος κάτοχος τῶν ὀκτὼ χιλιάδων τὸ χρόνο ὅρμησε στὸ γραϕεῖο τοῦ προσωπάρχη καὶ προσκάλεσε τὸν ὑπάλληλο στὸ ταξίδι στὶς ἀνοιχτὲς θάλασσες, μὲ ἕνα χτύπημα στὸν ὦμο ποὺ ἄκουσαν ὁλοκάθαρα οἱ ἐργοδότες του στὸ διπλανὸ δωμάτιο. Οἱ ἑταῖροι κοίταξαν τὸν κ. Μπρὸκ ἐρωτηματικά. Δὲν εἶχαν προηγούμενη ἐμπειρία ἀπὸ πελάτη, ὁ ὁποῖος θὰ ἔβλεπε νὰ τὸν περιμένει μιὰ θέση ἀνάμεσα στὴν ἀριστοκρατία τῶν γαιοκτημόνων τῆς Ἀγγλίας καὶ δὲν θὰ βιαζόταν νὰ τὴν καταλάβει ὅσο τὸ δυνατὸν γρηγορότερα. — Θὰ πρέπει νὰ εἶχε πολὺ ἀσυνήθιστη ἀνατροϕή, εἶπαν οἱ δικηγόροι στὸν ἐϕημέριο. — Πολὺ ἀσυνήθιστη, εἶπε ὁ ἐϕημέριος στοὺς δικηγόρους. Ἕνα τελευταῖο νοητὸ ἅλμα πάνω ἀπὸ ἕναν ἀκόμα


150

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

μήνα ἔϕερε τὸν κ. Μπρὸκ στὸ παρόν — στὸ ὑπνοδωμάτιο στὸ Κάσλνταουν, ὅπου βρισκόταν καθισμένος καὶ σκεπτόταν, καὶ στὴν ἀνησυχία ποὺ εἶχε παρεισϕρήσει ἐπίμονα ἀνάμεσα σ’ ἐκεῖνον καὶ τὴ νυχτερινή του ἀνάπαυση. Ἡ ἀνησυχία ἦταν οἰκεῖος ἐχθρὸς τῆς πνευματικῆς γαλήνης τοῦ ἐϕημέριου. Τὸν εἶχε κυριεύσει γιὰ πρώτη ϕορὰ στὸ Σόμερσετσαϊρ πρὶν ἕξι μῆνες, καὶ τώρα τὸν εἶχε ἀκολουθήσει στὴ Νῆσο Μὰν μὲ τὴν ἐπίμονα ϕορτικὴ μορϕὴ τοῦ Ὀζίας Μιντγουίντερ. Ἡ ἀλλαγὴ στὶς μελλοντικὲς προοπτικὲς τοῦ Ἄλαν δὲν ἔϕερε καμία ἀντίστοιχη μεταβολὴ στὴν ξεροκέϕαλη συμπάθειά του γιὰ τὸν ἀπόβλητο στὸ πανδοχεῖο τοῦ χωριοῦ. Ἐν μέσω τῶν συζητήσεων μὲ τοὺς δικηγόρους εἶχε βρεῖ χρόνο νὰ ἐπισκεϕθεῖ τὸν Μιντγουίντερ, καὶ στὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροϕῆς μὲ τὸν ἐϕημέριο νά καὶ ὁ ϕίλος τοῦ Ἄλαν στὸ βαγόνι τους, ποὺ γύριζε μαζί τους στὸ Σόμερσετσαϊρ σὰν προσκεκλημένος του. Τὰ μαλλιὰ τοῦ πρώην βοηθοῦ δασκάλου εἶχαν μεγαλώσει πάλι στὸ μέχρι πρότινος ξυρισμένο του κεϕάλι καὶ στὸ ντύσιμό του ϕαινόταν ἡ ἀνανεωτικὴ ἐπίδραση τῆς πρόσβασής του σὲ κάποιους χρηματικοὺς πόρους. Ἀπὸ κάθε ἄλλη ἄποψη ὅμως, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶχε ἀλλάξει καθόλου. Ἀντιμετώπισε τὴν δυσπιστία τοῦ κ. Μπρὸκ μὲ τὴν ἴδια ἀδιαμαρτύρητη καρτερικότητα. Κράτησε τὴν ἴδια ὕποπτη σιωπὴ πάνω στὸ θέμα τῶν συγγενῶν του καὶ τῆς πρότερης ζωῆς του. Μίλησε γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Ἄλαν ἀπέναντί του μὲ τὴν ἴδια ἀσυγκράτητη θέρμη ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καὶ ἔκπληξη. — Ἔκανα ὅ,τι μποροῦσα, κύριε, εἶπε στὸν κ. Μπρόκ, ἐνῶ ὁ Ἄλαν κοιμόταν στὸ βαγόνι τοῦ τρένου. Ἔμεινα ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ κ. Ἀρμαντέιλ καὶ δὲν


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

151

ἀπάντησα κὰν στὸ τελευταῖο του γράμμα. Δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτα περισσότερο. Δὲν σᾶς ζητῶ νὰ σκεϕτεῖτε τὰ δικά μου συναισθήματα ἀπέναντι στὸ μοναδικὸ ἀνθρώπινο πλάσμα ποὺ οὐδέποτε μὲ ὑποπτεύθηκε καὶ οὐδέποτε μοῦ συμπεριϕέρθηκε ἄσχημα. Μπορῶ νὰ ἀντισταθῶ στὸ δικό μου συναίσθημα, δὲν μπορῶ ὅμως νὰ ἀντισταθῶ στὸν ἴδιον τὸν νεαρὸ κύριο. Δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο ἄλλος σὰν κι αὐτόν. Ἂν εἶναι νὰ χωριστοῦμε πάλι, θὰ πρέπει νὰ γίνει μὲ δική του πρωτοβουλία ἢ μὲ δική σας — ὄχι δική μου. Ὁ ἀϕέντης σϕύριξε στὸ σκύλο του, εἶπε ὁ παράξενος ἄνθρωπος, μὲ ἕνα στιγμιαῖο ξέσπασμα τοῦ πάθους ποὺ ἔκρυβε μέσα του, καὶ ἐνῶ δάκρυα ὀργῆς ξεπηδοῦσαν ἀπὸ τὰ ἀγριεμένα καστανά του μάτια, καὶ εἶναι σκληρό, κύριε, νὰ τὰ βάζετε μὲ τὸ σκύλο ὅταν ἀνταποκρίνεται στὸ κάλεσμά του. Γιὰ ἄλλη μιὰ ϕορὰ ὁ ἀνθρωπισμὸς τοῦ κ. Μπρὸκ ὑπερίσχυσε τῆς ἐπιϕυλακτικότητάς του. Ἀποϕάσισε νὰ περιμένει γιὰ νὰ δεῖ τί θὰ προέκυπτε ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ συναναστροϕὴ τὶς μέρες ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσαν. Οἱ μέρες πέρασαν. Τὸ ἱστιοπλοϊκὸ ἐξοπλίστηκε καὶ ἑτοιμάστηκε γιὰ τὴ θάλασσα. Ἡ κρουαζιέρα κανονίστηκε γιὰ τὰ παράλια τῆς Οὐαλίας καὶ ὁ Μιντγουίντερ ὁ Μυστικὸς ἦταν ἀκόμα ἴδιος. Ὁ περιορισμὸς πάνω σ’ ἕνα μικρὸ σκάϕος πεντακοσίων τριάντα τόνων δὲν ἀσκοῦσε ἰδιαίτερη ἕλξη σ’ ἕναν ἄνθρωπο μὲ τὰ χρόνια τοῦ κ. Μπρόκ. Ὅμως, προτίμησε νὰ πάει στὸ δοκιμαστικὸ ταξίδι τοῦ ἱστιοπλοϊκοῦ, παρὰ νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸν Ἄλαν μόνο του μὲ τὸν καινούργιο του ϕίλο. Θὰ ἔβαζε ἡ στενὴ παρέα τῶν τριῶν, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ, τὸν ἄνθρωπο στὸν πειρασμὸ νὰ μιλήσει γιὰ τὶς ὑποθέσεις του; Ὄχι. Ἦταν πάντα πρό-


152

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

θυμος νὰ μιλήσει γιὰ ἄλλα θέματα, εἰδικὰ ἂν ὁδηγοῦσε τὴ συζήτηση σ’ αὐτὰ ὁ Ἄλαν. Γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅμως, δὲν τοῦ ξέϕυγε λέξη. Ὁ κ. Μπρὸκ δοκίμασε νὰ τοῦ κάνει ἐρωτήσεις σχετικὰ μὲ τὴν πρόσϕατη κληρονομιά του καὶ πῆρε τὶς ἴδιες ἀπαντήσεις ποὺ τοῦ εἶχε ἤδη δώσει στὸ πανδοχεῖο τοῦ Σόμερσετσαϊρ. Ἦταν περίεργη σύμπτωση, παραδέχτηκε ὁ Μιντγουίντερ, ποὺ οἱ προοπτικὲς τοῦ κ. Ἀρμαντέιλ καὶ οἱ προοπτικὲς οἱ δικές του εἶχαν ἀλλάξει πρὸς τὸ καλύτερο περίπου τὴν ἴδια περίοδο. Ὅμως ἡ ὁμοιότητα σταματοῦσε ἐκεῖ. Ἡ περιουσία ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια του δὲν ἦταν μεγάλη, ἂν καὶ ἦταν ἀρκετὴ γιὰ τὶς ἀνάγκες του. Δὲν τὸν εἶχε συμϕιλιώσει μὲ τοὺς συγγενεῖς του, γιατὶ τὰ χρήματα δὲν περιῆλθαν σ’ αὐτὸν ἀπὸ στοργικότητα, ἀλλὰ ἀπὸ δικαίωμα. Ὅσο γιὰ τὴ συγκυρία ποὺ εἶχε ὁδηγήσει στὴν ἐπικοινωνία μὲ τὴν οἰκογένειά του, δὲν ἄξιζε νὰ ἀναϕερθεῖ, βλέποντας πὼς ἡ προσωρινὴ ἀνανέωση τῆς ἐπαϕῆς δὲν εἶχε κανένα ϕιλικὸ ἀποτέλεσμα. Τίποτα δὲν εἶχε προκύψει ἀπὸ αὐτὴν ἐκτὸς ἀπὸ τὰ χρήματα — καί, μαζὶ μὲ τὰ χρήματα, μιὰ ἀνησυχία ποὺ τὸν βασάνιζε μερικὲς ϕορές, ὅταν ξυπνοῦσε μέσα στὰ χαράματα. Μὲ αὐτὰ τὰ τελευταῖα λόγια βυθίστηκε πάλι ξαϕνικὰ στὴ σιωπή, σὰν ἡ ἀπόλυτα προσεκτικὴ γλώσσα του νὰ τὸν εἶχε προδώσει γιὰ πρώτη ϕορά. Ὁ κ. Μπρὸκ ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία καὶ χωρὶς περιστροϕὲς τὸν ρώτησε τί εἴδους ἀνησυχία ἦταν αὐτή. Εἶχε σχέση μὲ χρήματα; Ὄχι. Εἶχε σχέση μὲ ἕνα Γράμμα ποὺ τὸν περίμενε ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια. Εἶχε λάβει τὸ γράμμα; Ὄχι ἀκόμα. Ἦταν ὑπ’ εὐθύνη ἑνὸς ἀπὸ τοὺς συνεταίρους τῆς ἑταιρίας ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὴ διαχείριση τῆς κληρονομιᾶς του. Ὁ ἄνθρωπος βρισκόταν ἐκτὸς Ἀγγλίας καὶ τὸ γράμμα, κλειδωμένο ἀνάμεσα στὰ προσωπικά του ἔγγραϕα, δὲν


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

153

μποροῦσε νὰ τοῦ παραδοθεῖ μέχρι νὰ ἐπιστρέψει ἐκεῖνος. Ἡ ἐπιστροϕή του ἀναμενόταν περὶ τὰ τέλη Μαΐου, καὶ ἂν ὁ Μιντγουίντερ μποροῦσε νὰ εἶναι βέβαιος γιὰ τὸ ποῦ θὰ τοὺς ἔϕερνε τὸ ταξίδι τους κοντὰ στὰ τέλη τοῦ μηνός, σκεπτόταν νὰ γράψει καὶ νὰ ζητήσει νὰ τοῦ στείλουν ἐκεῖ τὸ γράμμα. Ὑπῆρχαν κάποιοι οἰκογενειακοὶ λόγοι ποὺ τὸν ἔκαναν νὰ ἀγωνιᾶ γι’ αὐτό; Τίποτα ποὺ νὰ γνώριζε. Ἦταν περίεργος νὰ δεῖ τί ἦταν αὐτὸ ποὺ τὸν περίμενε τόσα χρόνια καὶ αὐτὸ ἦταν ὅλο. Ἔτσι ἀπάντησε στὶς ἐρωτήσεις τοῦ ἐϕημέριου, μὲ τὸ καστανὸ πρόσωπό του νὰ κοιτάζει πάνω ἀπὸ τὴν κουπαστὴ τοῦ σκάϕους καὶ τραβώντας ἀργὰ τὴν πετονιά του μὲ τὰ εὐκίνητα σκοῦρα χέρια του. Εὐνοημένο ἀπὸ τὸν ἄνεμο καὶ τὸν καιρό, τὸ μικρὸ σκάϕος εἶχε κάνει θαύματα στὸ δοκιμαστικό του ταξίδι. Προτοῦ ἐξαντληθεῖ ὁ μισὸς χρόνος ἀπὸ τὴν καθορισμένη διάρκεια τῆς κρουαζιέρας, τὸ ἱστιοπλοϊκὸ εἶχε ἀνέβει τὰ οὐαλικὰ παράλια μέχρι τὸ Χόλιχεντ. Καὶ ὁ Ἄλαν, διψώντας γιὰ περιπέτειες σὲ ἄγνωστες περιοχές, εἶχε δηλώσει θαρραλέα τὴν ἐπέκταση τοῦ ταξιδιοῦ βόρεια πρὸς τὴ Νῆσο Μάν. Ἐξασϕαλίζοντας ἀπὸ ἔγκυρη πηγὴ τὴ διαβεβαίωση πὼς ὁ καιρὸς θὰ ἦταν πραγματικὰ καλὸς καὶ πώς, σὲ περίπτωση ὁποιασδήποτε ἀπρόβλεπτης ἀνάγκης γιὰ ἐπιστροϕή, θὰ μποροῦσαν, πηγαίνοντας μὲ ἀτμόπλοιο ἀπὸ τὸ Ντάγκλας στὸ Λίβερπουλ, νὰ πάρουν τὸ τρένο, ὁ κ. Μπρὸκ συμϕώνησε στὴν πρόταση τοῦ μαθητῆ του. Μὲ τὸ ταχυδρομεῖο ἐκείνης τῆς νύχτας ἐνημέρωσε τοὺς δικηγόρους τοῦ Ἄλαν καὶ τὸν ἀντικαταστάτη του ἐϕημέριο πὼς ἡ ἑπόμενη διεύθυνση ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ τοὺς γράψουν ἦταν τὸ Ντάγκλας, στὴ Νῆσο Μάν. Στὸ ταχυδρομικὸ γραϕεῖο συνάντησε τὸν Μιντγουίντερ, ποὺ μόλις εἶχε ρίξει ἕνα γράμμα στὸ κουτί. Φέρνοντας στὸ νοῦ του τί τοῦ εἶχε πεῖ πάνω στὸ


154

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

σκάϕος, ὁ κ. Μπρὸκ συμπέρανε ὅτι καὶ οἱ δυὸ εἶχαν τὴν ἴδια πρόνοια καὶ εἶχαν ζητήσει νὰ ἀποσταλεῖ ἡ ἀλληλογραϕία τους στὸ ἴδιο μέρος. Ἀργὰ τὴν ἄλλη μέρα ἀπέπλευσαν γιὰ τὴ Νῆσο Μάν. Γιὰ μερικὲς ὧρες ὅλα πήγαιναν καλά. Ὅμως, κατὰ τὴ δύση τοῦ ἥλιου, ἄρχισαν νὰ ϕαίνονται τὰ σημάδια μιᾶς ἀλλαγῆς. Μὲ τὸ σκοτάδι ὁ ἄνεμος δυνάμωσε μέχρι ποὺ ἔγινε θύελλα, καὶ τὸ ζήτημα ἂν ὁ Ἄλαν καὶ οἱ ὁμάδα του εἶχαν χτίσει ἕνα γερὸ σκαρὶ κρίθηκε σοβαρὰ γιὰ πρώτη ϕορά. Ὅλη ἐκείνη τὴ νύχτα, ἀϕοῦ προσπάθησε μάταια νὰ κατευθυνθεῖ πρὸς τὸ Χόλιχεντ, τὸ μικρὸ σκάϕος ἄντεξε τὴ θάλασσα καὶ πέρασε μὲ γενναιότητα τὴ δοκιμασία του. Τὸ ἄλλο πρωὶ ϕάνηκε ἡ Νῆσος Μὰν καὶ τὸ ἱστιοπλοϊκὸ κατέπλευσε ἀσϕαλὲς στὸ Κάσλνταουν. Ἡ ἐπιθεώρηση ποὺ ἔκαναν στὸ ϕῶς τῆς ἡμέρας στὸ κύτος καὶ στὰ ἄρμενα ἔδειξε πὼς ὅλες οἱ ζημιὲς ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ μποροῦσαν νὰ ἐπιδιορθωθοῦν σὲ μία ἑβδομάδα. Κατὰ συνέπεια, ἡ ταξιδιωτικὴ συντροϕιὰ ἔμεινε στὸ Κάσλνταουν, ὁ Ἄλαν ἀπασχολημένος μὲ τὴν ἐπίβλεψη τῶν ἐπισκευῶν, ὁ κ. Μπρὸκ ἐξερευνώντας τὰ περίχωρα καὶ ὁ Μιντγουίντερ κάνοντας καθημερινὰ πεζὸς προσκυνήματα στὸ Ντάγκλας γιὰ νὰ ρωτήσει ἂν εἶχαν γράμματα. Ὁ πρῶτος ἀπὸ τὴν παρέα ποὺ ἔλαβε γράμμα ἦταν ὁ Ἄλαν. — Κι ἄλλες ἔγνοιες ἀπὸ ἐκείνους τοὺς αἰώνιους δικηγόρους, ἦταν τὸ μόνο ποὺ εἶπε ὅταν διάβασε τὸ γράμμα καὶ τὸ στρίμωξε στὴν τσέπη του. Ἔπειτα ἦρθε ἡ σειρὰ τοῦ ἐϕημέριου, προτοῦ ἐκπνεύσει ἡ ἑβδομάδα τῆς προσωρινῆς παραμονῆς τους στὸ Κάσλνταουν. Τὴν πέμπτη ἡμέρα βρῆκε ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸ Σόμερσετσαϊρ νὰ τὸν περιμένει στὸ ξενο-


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

155

δοχεῖο. Τὸ εἶχε ϕέρει ὁ Μιντγουίντερ καὶ περιεῖχε νέα ποὺ ἀνέτρεψαν ἐντελῶς ὅλα τὰ σχέδια τοῦ κ. Μπρὸκ γιὰ διακοπές. Ὁ κληρικὸς ποὺ εἶχε ἀναλάβει νὰ τὸν ἀναπληρώσει στὰ καθήκοντά του κατὰ τὴν ἀπουσία του εἶχε ἀπροσδόκητα ἀνακληθεῖ. Καὶ ὁ κ. Μπρὸκ δὲν εἶχε ἄλλη ἐπιλογή —ἀϕοῦ ἦταν Παρασκευή— παρὰ νὰ περάσει τὴν ἑπομένη τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ Ντάγκλας στὸ Λίβερπουλ καὶ νὰ ἐπιστρέψει μὲ τὸ τρένο τὴ νύχτα τοῦ Σαββάτου ἐγκαίρως γιὰ τὴ λειτουργία τῆς Κυριακῆς. Ἔχοντας διαβάσει τὸ γράμμα του καὶ ἔχοντας ἀποδεχτεῖ τὴν ἀλλαγὴ στὰ σχέδιά του ὅσο πιὸ καρτερικὰ γινόταν, ὁ ἐϕημέριος πέρασε κατόπιν σ’ ἕνα ἄλλο ζήτημα ποὺ ἀπαιτοῦσε σοβαρὴ σκέψη. Φορτωμένος μὲ τὴ βαριὰ εὐθύνη του ἀπέναντι στὸν Ἄλαν καὶ μὲ πλήρη συνείδηση τῆς δικῆς του ἀμείωτης δυσπιστίας πρὸς τὸν καινούργιο ϕίλο τοῦ Ἄλαν, πῶς θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσει, σ’ αὐτὴ τὴν ἔκτακτη ἀνάγκη ποὺ τοῦ παρουσιάστηκε πρὸς τοὺς δυὸ νεαροὺς συντρόϕους του στὸ ταξίδι; Ὁ κ. Μπρὸκ ἔκανε γιὰ πρώτη ϕορὰ αὐτὴ τὴ δυσάρεστη ἐρώτηση στὸν ἑαυτό του τὴν Παρασκευὴ τὸ ἀπόγευμα καὶ ἀκόμα προσπαθοῦσε μάταια νὰ δώσει ἀπάντηση, μόνος του στὸ δωμάτιό του, στὶς μία τὰ ξημερώματα τοῦ Σαββάτου. Βρίσκονταν ἀκόμα στὸ τέλος Μαΐου καὶ ἡ παραμονὴ τῶν κυριῶν στὸ Θὸρπ Ἄμπροουζ —ἐκτὸς κι ἂν ἐπέλεγαν ἐκεῖνες νὰ τὴν συντομεύσουν— δὲν θὰ ἔληγε πρὶν τὰ μέσα Ἰουνίου. Ἀκόμα καὶ ἂν οἱ ἐπισκευὲς στὸ ἱστιοπλοϊκὸ εἶχαν ὁλοκληρωθεῖ —πράγμα ποὺ δὲν συνέβαινε—, δὲν ἔβρισκε κανένα πρόσχημα γιὰ νὰ κάνει τὸν Ἄλαν νὰ βιαστεῖ νὰ ἐπιστρέψει στὸ Σόμερσετσαϊρ. Μία μόνο ἐπιλογὴ ἀπέμενε: νὰ τὸν ἀϕήσει ἐκεῖ ποὺ ἦταν. Μὲ ἄλλα λόγια, νὰ τὸν ἀϕήσει, στὴν κρίσιμη καμπὴ τῆς


156

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

ζωῆς του, κάτω ἀπὸ τὴν ἀποκλειστικὴ ἐπιρροὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ εἶχε γνωρίσει γιὰ πρώτη ϕορὰ σὰν ἀπόβλητο στὸ πανδοχεῖο τοῦ χωριοῦ καὶ ποὺ τοῦ ἦταν ἀκόμα, ἀπὸ κάθε πρακτικὴ ἄποψη, ἐντελῶς ἄγνωστος. Ἔχοντας ἀπελπιστεῖ πὼς θὰ ἔβρισκε κάποιο διαϕωτιστικὸ μέσο γιὰ νὰ πάρει τὴν ἀπόϕασή του, ὁ κ. Μπρὸκ ξαναγύρισε στὴν ἐντύπωση ποὺ εἶχε κάνει στὸν ἴδιον ὁ Μιντγουίντερ στὴν οἰκειότητα τῆς κρουαζιέρας. Παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του, ὁ πρώην βοηθὸς δάσκαλος εἶχε ζήσει προϕανῶς πολυκύμαντη ζωή. Συζητοῦσε γιὰ βιβλία σὰν ἄνθρωπος ποὺ πραγματικὰ τὰ ἀπολάμβανε. Ἔκανε τὴ βάρδια του στὸ πηδάλιο σὰν ναύτης ποὺ ἤξερε τὰ καθήκοντά του. Μαγείρευε, σκαρϕάλωνε στὰ ξάρτια καὶ ἔστρωνε τὸ τραπέζι γιὰ τὸ δεῖπνο, ἐπιδεικνύοντας τὴ δεξιότητά του μὲ μιὰ παράξενη εὐχαρίστηση. Ἡ ἐπίδειξη αὐτῶν καὶ ἄλλων παρόμοιων προσόντων του, καθὼς ἡ διάθεσή του ἀνέβηκε μὲ τὸ ταξίδι, εἶχαν ἀποκαλύψει ἀρκετὰ καθαρὰ τὸ μυστικὸ τῆς γοητείας του γιὰ τὸν Ἄλαν. Ὅμως οἱ ἀποκαλύψεις σταματοῦσαν ἐκεῖ; Δὲν εἶχε ἐπιτρέψει ὁ ἄνθρωπος καθόλου νὰ διαϕανεῖ ὁ χαρακτήρας του παρουσία τοῦ ἐϕημέριου; Ἐλάχιστα. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο δὲν ἦταν καθόλου θελκτικὸ ἀπὸ ἠθικὴ ἄποψη. Ἡ πορεία του στὸν κόσμο εἶχε ἐκταθεῖ καταϕανῶς σὲ ὕποπτα μέρη. Κάπου-κάπου ἐκδηλωνόταν ἡ ἐξοικείωσή του μὲ τὶς μικρὲς ἀτιμίες τῶν κατεργάρηδων. Καί, τὸ πιὸ σημαντικό, κοιμόταν καθ’ ἕξιν τὴν ἡμέρα — ὁ ὕποπτος ὕπνος τοῦ ἀνθρώπου τοῦ συνηθισμένου νὰ κλείνει τὰ μάτια του ἀμϕιβάλλοντας γιὰ τὴ συντροϕιὰ ποὺ μοιράζεται τὴν ἴδια στέγη μαζί του. Μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἐϕημέριου ἀπὸ αὐτόν —μέχρι τὴ σημερινὴ νύχτα τῆς Παρασκευῆς— ἡ συμπεριϕορά του


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

157

ἦταν ἐπίμονα μυστικὴ καὶ ἀνεξήγητη ὣς τὸ τέλος. Ἀϕοῦ ἔϕερε στὸ ξενοδοχεῖο τὸ γράμμα τοῦ κ. Μπρόκ, εἶχε ἐξαϕανιστεῖ μυστηριωδῶς χωρὶς ν’ ἀϕήσει κανένα μήνυμα στοὺς συντρόϕους του καὶ χωρὶς νὰ μάθει κανένας ἂν εἶχε λάβει ἢ ὄχι καὶ ὁ ἴδιος γράμμα. Ὅταν ἔπεσε ἡ νύχτα εἶχε ἐπιστρέψει κλεϕτὰ στὸ σκοτάδι, εἶχε γίνει τσακωτὸς στὶς σκάλες ἀπὸ τὸν Ἄλαν, ποὺ ἤθελε διακαῶς νὰ τοῦ πεῖ γιὰ τὴν ἀλλαγὴ στὰ σχέδια τοῦ ἐϕημέριου, εἶχε ἀκούσει τὰ νέα χωρὶς κανένα σχόλιο καὶ εἶχε καταλήξει νὰ κλειδωθεῖ κακόκεϕος στὸ δωμάτιό του. Τί συνηγοροῦσε ὑπέρ του γιὰ νὰ σταθεῖ ἀπέναντι σὲ τέτοιες ἀποκαλύψεις γιὰ τὸ χαρακτήρα του σὰν κι αὐτές — ἐνάντια στὰ ἀνήσυχα μάτια του, τὴν ἐπίμονη ἐπιϕυλακτικότητά του μὲ τὸν ἐϕημέριο, τὴ δυσοίωνη σιωπή του στὸ θέμα τῆς οἰκογένειας καὶ τῶν ϕίλων του; Λίγα ἢ τίποτα: ὅλα του τὰ ὑπὲρ ἄρχιζαν καὶ τελείωναν μὲ τὴν εὐγνωμοσύνη του πρὸς τὸν Ἄλαν. Ὁ κ. Μπρὸκ ἄϕησε τὴ θέση στὸ πλάι τοῦ κρεβατιοῦ, ψαλίδισε τὸ κερί του, καί, χαμένος ἀκόμα στὶς σκέψεις του, κοίταξε ἀϕηρημένα ἔξω τὴ νύχτα. Ἡ ἀλλαγὴ θέσης δὲν τοῦ ἔϕερε καινούργιες ἰδέες. Ἡ ἀνασκόπηση τῆς περασμένης του ζωῆς τὸν εἶχε καθησυχάσει ἀρκετὰ ἱκανοποιητικὰ πὼς ἡ παρούσα του αἴσθηση εὐθύνης δὲν βασιζόταν σὲ παράδοξους λόγους, καὶ ἀϕοῦ τὸν ἔϕερε σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, τὸν εἶχε ἀϕήσει ἐκεῖ, νὰ στέκεται μπροστὰ στὸ παράθυρο καὶ νὰ μὴ βλέπει τίποτα παρὰ τὸ ἀπόλυτο σκοτάδι τῆς νύχτας νὰ ἀντανακλᾶ πιστὰ τὸ ἀπόλυτο σκοτάδι στὸ μυαλό του. — Ἂς εἶχα ἕνα ϕίλο νὰ ζητήσω τὴ βοήθειά του! σκέϕτηκε ὁ ἐϕημέριος. Ἂς μποροῦσα νὰ βρῶ κάποιον νὰ μὲ βοηθήσει σ’ αὐτὸ τὸ ἄθλιο μέρος! Τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ σχηματί-


158

ΑΡΜΑΝΤΕΪΛ: ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

στηκε στὸ νοῦ του, ἀκούστηκε ξαϕνικὰ ἕνα σιγανὸ χτύπημα στὴν πόρτα, καὶ μιὰ ϕωνὴ εἶπε ἁπαλὰ ἀπὸ τὸ διάδρομο ἔξω: — Ἀϕῆστε νὰ μπῶ. Ἀϕοῦ στάθηκε μία στιγμὴ γιὰ νὰ καλμάρει τὰ νεῦρα του, ὁ κ. Μπρὸκ ἄνοιξε τὴν πόρτα καὶ βρέθηκε, στὶς μία τὸ πρωί, νὰ στέκεται πρόσωπο μὲ πρόσωπο στὸ κατώϕλι τοῦ ὑπνοδωματίου του μὲ τὸν Ὀζίας Μιντγουίντερ. — Εἶστε ἄρρωστος; ρώτησε ὁ ἐϕημέριος, μόλις συνῆλθε ἀπὸ τὴν ἔκπληξή του. — Ἦρθα γιὰ νὰ σᾶς ἀνοίξω τὴν καρδιά μου! ἦταν ἡ παράξενη ἀπάντηση. Θὰ μὲ ἀϕήσετε νὰ μπῶ; Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια μπῆκε στὸ δωμάτιο, μὲ τὰ μάτια στραμμένα στὸ πάτωμα, τὰ χείλη του σταχτιὰ καὶ μὲ τὸ χέρι του νὰ κρατᾶ κάτι κρυμμένο πίσω του. — Εἶδα ϕῶς κάτω ἀπὸ τὴν πόρτα σας, συνέχισε, χωρὶς νὰ σηκώσει τὸ βλέμμα καὶ χωρὶς νὰ μετακινήσει τὸ χέρι του καὶ γνωρίζω τὸ πρόβλημα ποὺ σᾶς βασανίζει καὶ δὲν σᾶς ἀϕήνει νὰ κοιμηθεῖτε. Φεύγετε αὔριο τὸ πρωὶ καὶ δὲν σᾶς ἀρέσει ποὺ θὰ ἀϕήσετε τὸν κ. Ἀρμαντέιλ μόνο μ’ ἕναν ἄγνωστο σὰν κι ἐμένα. Ὅσο κι ἂν ξαϕνιάστηκε ὁ κ. Μπρόκ, κατάλαβε πὼς ἦταν ἀπόλυτα ἀναγκαῖο νὰ μιλήσει ἀπερίϕραστα στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἦρθε τέτοια ὥρα γιὰ νὰ τοῦ πεῖ τέτοια λόγια. — Σωστά μαντέψατε, ἀπάντησε. Εἶμαι κάτι σὰν πατέρας γιὰ τὸν Ἄλαν Ἀρμαντέιλ καὶ ϕυσικὰ εἶμαι ἀπρόθυμος νὰ τὸν ἀϕήσω, στὴν ἡλικία του, μὲ ἕναν ἄνθρωπο τὸν ὁποῖο δὲν γνωρίζω. Ὁ Ὀζίας Μιντγουίντερ ἔκανε ἕνα βῆμα πρὸς τὸ τραπέζι. Τὰ ἀεικίνητα μάτια του στάθηκαν στὴν Καινὴ Διαθήκη τοῦ ἐϕημέριου, ποὺ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα ποὺ βρίσκονταν πάνω του.


Ι. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΟΖΙΑΣ ΜΙΝΤΓΟΥΙΝΤΕΡ

159

— Αὐτὸ τὸ Βιβλίο τὸ ἔχετε διαβάσει, στὴν πολύχρονη ζωή σας, σὲ πολλὰ ἐκκλησιάσματα, εἶπε. Σᾶς ἔχει διδάξει τὸ ἔλεος πρὸς τοὺς δυστυχεῖς συνανθρώπους σας; Χωρὶς νὰ περιμένει ἀπάντηση, κοίταξε τὸν κ. Μπρὸκ κατὰ πρόσωπο γιὰ πρώτη ϕορὰ καὶ ἔϕερε ἀργὰ μπροστὰ τὸ κρυμμένο του χέρι. — Διαβάστε αὐτό, εἶπε. Καὶ γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, δεῖξτε ἔλεος ὅταν μάθετε ποιός εἶμαι. Ἀκούμπησε στὸ τραπέζι ἕνα πολυσέλιδο γράμμα. Ἦταν τὸ γράμμα ποὺ εἶχε ταχυδρομήσει ὁ κ. Νὶλ ἀπὸ τὸ Βίλτμπαντ δεκαεννέα χρόνια πρίν.

Αρμαντεϊλ  

Ολέθριοι έρωτες, δίψα για πλούτο, άνθρωποι σε κρίση ταυτότητας, οικογενειακά μυστικά, εκρηκτικές αντιπαλότητες και η δολοφονική φαντασία μια...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you