Page 1

MOPTEN M¶PA™K

H TE§EIA ZøH TOY °OYI§IAM ™INTI™ METAºPA™H: §YO KA§OBYPNA™

K E ¢ P O ™


«Θέλω να ζήσω την τέλεια ζωή. O µοναδικός τρόπος για να ζήσει κανείς την τέλεια ζωή είναι να τη ζήσει µόνος». Γουίλιαµ Τζέιµς Σίντις σε δηµοσιογράφο, 1914


∫¤ÓÙÚÔ µÔÛÙfiÓ˘ 1944 Ο ουρανός βουλιάζει πάνω στη Βοστόνη. Η οµίχλη κατακάθεται βαριά στις λεωφόρους της πόλης, καταπίνει τις κορφές των δέντρων, τα αγάλµατα, τα φώτα του δρόµου. Καταπλακώνει την άσφαλτο, τα πλακόστρωτα, χώνεται ίσαµε τα υπόγεια, διαπερνά τις σχάρες των υπονόµων, εισχωρεί στις σήραγγες του µετρό. Ο αέρας στους δρόµους είναι υγρός, οι ουρανοξύστες εξαφανίζονται όροφο όροφο µες στην πηχτή ατµόσφαιρα, οι τοίχοι, τα παράθυρα, οι στέγες σβήνουν µες στην γκριζάδα. Στα πεζοδρόµια οι άνθρωποι σκύβουν το κεφάλι καθώς περπατούν µε νοτισµένο πρόσωπο µέσα στα γκρεµισµένα σύννεφα. Σφουγγίζουν µε µαντίλια τις σταγόνες από το δέρµα τους, περπατούν κολλητά στις προσόψεις των µαγαζιών, προχωρούν δισταχτικά, σε επιφυλακή. Η οµίχλη διεισδύει παντού, εισχωρεί κάτω από τα καπέλα, διαπερνά το ύφασµα των ρούχων, αφήνει σταγόνες στους φακούς των γυαλιών. Απορροφά τους ήχους και κάνει τη µεγαλούπολη αλλόκοτα ήσυχη: Ο ρυθµικός χτύπος από τις δερµάτινες σόλες των παπουτσιών, ο κρότος από παράθυρα που κλείνουν, οι κουβέντες των ανθρώπων, οι µηχανές των αυτοκινήτων – όλους τους ήχους τούς καταπίνει το αδιαπέραστο πούσι. Στον εικοστό πρώτο όροφο του ουρανοξύστη Κάστουµ Χάους, στη Μακ Κίνλι Σκουέρ 3, στις 16:01 ακριβώς, ο Γουίλιαµ Σίντις βγαίνει από το λογιστικό γραφείο Λιντς & Σία. H πολυκαιρισµένη καµπαρντίνα του είναι ακόµη ξεκούµπωτη, το καπέλο του, που έχει χάσει το σχήµα του, είναι κατεβασµένο χαµηλά στο µέτωπό του και τη στιγµή


MOPTEN M¶PA™K

[14]

που φτάνει τέσσερα µέτρα από την πόρτα του γραφείου, χώνει ένα δάχτυλο στον κόµπο της γραβάτας του και τη χαλαρώνει µια ιδέα. Όπως πάντα υπάρχει ουρά µπροστά στους ανελκυστήρες, καθώς απ’ όλες τις πόρτες ξεχύνεται συνεχώς ένα ποτάµι υπαλλήλων που εργάζονται στα γραφεία. Οι άντρες φορούν καµπαρντίνες, δεµένες χαλαρά µε µια ζώνη στη µέση, έχουν µόλις ανάψει τσιγάρο, που κρέµεται στα σφιχτά χείλια τους, και µισοκλείνουν τα µάτια από τον καπνό, όπως έχουν δει να κάνουν οι πρωταγωνιστές στις ταινίες. Οι γυναίκες, γραµµατείς και στενογράφοι οι περισσότερες, φορούν φούστες και φτηνά ανοιχτόχρωµα παλτά και µυρίζουν, κάπως υπερβολικά, Persian Lamb, το άρωµα που όλες οι Αµερικανίδες προτιµούν φέτος. Ο Γουίλιαµ απεχθάνεται τη µυρωδιά του Persian Lamb, το βαρύ άρωµα βιολέτας που τρυπώνει µες στο κεφάλι του και του προκαλεί πονοκέφαλο. Όταν περνά δίπλα από µια γυναίκα που φοράει Persian Lamb, κρατάει την ανάσα του και αποµακρύνεται γρήγορα γρήγορα. Μπροστά στους ανελκυστήρες γίνεται σούσουρο, ανάλαφρο, χαλαρό κι αστείο κουβεντολόι για τη µέρα που πέρασε, για συναδέλφους, αφεντικά, για το όνειρο ν’ αγοράσουν µια µέρα αµάξι. Τα τρία ασανσέρ φτάνουν στον όροφο ένα ένα, το καθένα λίγο µετά το άλλο, ανοίγουν τις πόρτες τους και καταπίνουν τους υπαλλήλους µε µεγάλες χαψιές. Σπρωξίµατα και ανυπόµονα σκουντήµατα µε την ελπίδα να προλάβουν να χωθούν τώρα αµέσως, µέχρι να µη χωρούν άλλοι, και τότε οι πόρτες να κλείσουν γουργουρίζοντας µηχανικά, ώστε οι ανελκυστήρες να κατεβάσουν το φορτίο τους. Όπως και όλες τις άλλες µέρες, ο Γουίλιαµ επιλέγει να πάει από τις σκάλες. Τον ενοχλεί λιγάκι, επειδή λατρεύει την αίσθηση όταν ο ανελκυστήρας βουλιάζει στο φρεάτιο, του αρέσει ο ήχος των γραναζιών και των καλωδίων, αλλά δεν αντέχει την ιδέα να βρεθεί σε ένα ασανσέρ όπου υπάρχει κίνδυνος να πετύχει συναδέλφους από το γραφείο. Σε έναν τόσο περιορισµένο χώρο θα


[15] αναγκαστεί να πιάσει κουβέντα. Οι σκάλες είναι ένα καταφύγιο, όπου πολύ σπάνια συναντά άλλους, δεν υπάρχει ποτέ κανείς να τον σταµατήσει και να του κάνει ερωτήσεις· από εκείνες τις ερωτήσεις που πάντα του κάνουν λίγο καιρό αφού ξεκινήσει κάποια καινούργια δουλειά, ερωτήσεις που είναι πάντα οι ίδιες. ∆εν µπορεί να διακινδυνεύσει να ανακαλύψουν ήδη από τώρα ποιος είναι. Καθηµερινά το τελευταίο εικοσαήµερο από τότε που προσλήφθηκε στο Λιντς & Σία, ο Γουίλιαµ παίρνει τις σκάλες, 21 όροφοι, 42 κεφαλόσκαλα, 360 σκαλιά. Του αρέσει η µονοτονία τού να ακολουθεί τη σκάλα, η ρυθµική, ελεγχόµενη κατάβαση από σκαλί σε σκαλί. Στη βάση της σκάλας κοντοστέκεται λίγο πριν από την πόρτα που βγάζει στο χώρο υποδοχής και χαλαρώνει τη γραβάτα του λίγο ακόµα. Γυρνά προς τη σκάλα από την οποία µόλις κατέβηκε. Πόσες φορές πάτησε κάθε σκαλί; Είκοσι µέρες επί 360 σκαλιά στο ανέβασµα και άλλα τόσα στο κατέβασµα; Είναι ακριβώς 14.400 σκαλιά, αλλά δεν είναι εντελώς σωστό αυτό, επειδή δεν υπολόγισε τη µέρα που ήρθε για τη συνέντευξη πρόσληψης µε τον κύριο Κοβάλσκι, γιατί κι εκείνη τη φορά πήγε από τη σκάλα, άρα ο σωστός αριθµός σκαλιών που πάτησε είναι 15.120. Είκοσι µέρες στην ίδια θέση εργασίας είναι καλό νέο. Περνούν πολλές µέρες χωρίς ερωτήσεις, και ο Γουίλιαµ χαίρεται που δουλεύει στο Λιντς & Σία. Κανείς δεν του κάνει ερωτήσεις, κανείς εκτός από τον νεαρό Πίτερσον, που κάθεται απέναντί του, αλλά ο Πίτερσον είναι άκακος. Είκοσι µέρες. Με λίγη τύχη θα καταφέρει να κρατήσει κι άλλο τη δουλειά. Την τελευταία του δουλειά την κράτησε τριάντα τρεις µέρες. Ήταν στον έκτο όροφο και κάθε όροφος είχε 12 σκαλιά, άρα 7.920 σκαλιά στη διάρκεια των 33 ηµερών, δηλαδή… κάνει τον υπολογισµό… δηλαδή µέχρι στιγµής έχει κάνει 52,38% περισσότερα βήµατα στα σκαλιά εδώ στο Κάστουµ Χάους Τάουερ απ’ ό,τι στην προηγούµενη θέση του, παρ’


MOPTEN M¶PA™K

[16]

όλο που εκεί κατάφερε να µείνει στη δούλεψή τους κατά 65% περισσότερες µέρες. Τριάντα τρεις µέρες είναι καλός αριθµός, αλλά δεν αρκεί. Πρέπει να µάθει να κρατάει τη δουλειά του µεγαλύτερο διάστηµα. Μακάρι να µπορούσε να µείνει σε µια δουλειά χωρίς να τον ενοχλούν, κάπου που θα τον αφήνουν στην ησυχία του, κάπου που δε θα του κάνουν ερωτήσεις, σε µια δουλειά που κανείς δε θα εκπλήσσεται µαζί του, που ξαφνικά ένα πρωί δε θα ακούγεται µια διαφορετική φασαρία στους διαδρόµους όταν συναντιέται µε κόσµο και δε θα τον κοιτάζουν συνωµοτικά, γνέφοντας ο ένας στον άλλο πίσω από την πλάτη του και ψιθυρίζοντας: «Αυτός είναι σου λέω! Απίστευτο δεν είναι;» Ο Γουίλιαµ ανοίγει την πόρτα στον µεγάλο προθάλαµο. Έχει το συνήθειο να κοντοστέκεται µια στιγµή και να κοιτάζει τους δωρικούς κίονες κάτω από το θόλο, αλλά όχι σήµερα – σήµερα βιάζεται. Φτάνει στην περιστρεφόµενη πόρτα ταυτόχρονα µε έναν άλλο άντρα µε ατσαλάκωτο κοστούµι, προϊστάµενος θα ’ναι. Σταµατούν και οι δύο, ο άντρας ρίχνει ένα γρήγορο βλέµµα στον Γουίλιαµ, τον κόβει από πάνω ως κάτω κοιτάζοντας τα ρούχα του: το φθαρµένο τουίντ κοστούµι του, τα αγυάλιστα παπούτσια του, το ασουλούπωτο καπέλο. ∆ιστάζουν και οι δύο. Ποιος δικαιούται να περάσει πρώτος; Ποιος έχει υποχρέωση να παραχωρήσει τη σειρά του στον άλλο; Ποιος κανόνας ισχύει όταν δύο άνθρωποι φτάνουν ταυτόχρονα στην έξοδο; Ο Γουίλιαµ κάνει λίγο στο πλάι. «Ύστερα από σας», λέει. Ο προϊστάµενος γνέφει και µπαίνει στο κουβούκλιο της περιστρεφόµενης πόρτας. Ο Γουίλιαµ µπαίνει στο επόµενο χώρισµα, σπρώχνει και σκέφτεται: Έστω το ένα τέταρτο των 400.824 αρρένων πολιτών της Βοστόνης, ανεξαρτήτως ηλικίας, κατά τη διάρκεια µιας ηµέρας να αφήνουν έναν άλλο να περάσει πρώτος µια πόρτα, πράξη που παίρνει ας πούµε τρία δευτερόλεπτα, απαιτούνται 83,51 ώρες καθηµερινής ευγένειας. Τόσο λίγο. Τόσο πολύ.


Ã∞ƒµ∞ƒ¡∆ 1910 Οι νιφάδες του χιονιού πέφτουν σιωπηλά στην Όξφορντ Στριτ. Από χτες το απόγευµα χιονίζει· στην αρχή έπεφτε πυκνό χιόνι, που στροβιλιζόταν στον νυχτερινό άνεµο, αλλά ύστερα συνέχισε πιο απαλά. Με το πρώτο φως της ηµέρας οι κρύσταλλοι πέφτουν από τον ουρανό πιο αργά. Ο καθηγητής και γιατρός Μπόρις Σίντις κατεβαίνει από το τραµ και πατά στο λευκό χιόνι που τρίζει. Κάνει ένα βήµα δισταχτικά, για να σιγουρευτεί ότι δε γλιστράνε οι σόλες των παπουτσιών του. Γυρνά προς τα πίσω. «Μπίλι, έλα!» Ο Γουίλιαµ στέκεται ακόµη στο βαγόνι του τραµ. Στο ένα χέρι κρατά ένα χαρτάκι και το διαβάζει µε µεγάλη προσοχή· είναι ένα εισιτήριο που µάζεψε από κάτω. Το στριφογυρνάει στο χεράκι του, µελετά τη σφραγίδα της ηµεροµηνίας, εξετάζει το στραβό κόψιµο της µηχανής έκδοσης εισιτηρίων. Ο οδηγός του τραµ χτυπά το καµπανάκι. «Μπίλι! Άντε, παιδί µου, πέτα το εισιτήριο και κατέβα. Tο τραµ φεύγει!» Μόνο τότε συνειδητοποιεί ο Γουίλιαµ ότι ο πατέρας του έχει κατέβει. Χώνει το εισιτήριο στην τσέπη του παλτού του και βγαίνει απ’ το βαγόνι µε έναν πήδο. Οι πόρτες κλείνουν πίσω του και το τραµ συνεχίζει στις ράγες του. «Ξέρεις καλά τι λέει η µάνα σου για τα βρώµικα εισιτήρια που φέρνεις σπίτι», λέει ο Μπόρις.


MOPTEN M¶PA™K

[18]

«Καλά…» λέει ο Γουίλιαµ. Περπατά δίπλα στον πατέρα του κοιτάζοντας τα παπούτσια του που χώνονται βαθιά στο χιόνι, εξαφανίζονται µέσα του, ύστερα γυρίζει και κοιτάζει τα ίχνη τους στο φρέσκο χιόνι. Τα µεγάλα του Μπόρις, τα µικρά του Γουίλιαµ, αποκαλυπτικά αποτυπώµατα που µαρτυρούν ποιος περπατούσε, ένας ενήλικας και ένα παιδί, πλάι πλάι. «Άντε, φτάνουµε όπου να ’ναι», λέει ο Μπόρις. Ο Γουίλιαµ σκύβει, γεµίζει τις χούφτες του χιόνι και το πετάει ψηλά στον ουρανό. Γελά όταν το χιόνι προσγειώνεται στο πρόσωπό του και γλιστρά µέσα από το γιακά του παλτού του. «Μπίλι, σταµάτα να βρωµίζεσαι, φτάνουµε τώρα!» Ο Μπόρις προχωρά στο λευκό πεζοδρόµιο, ο Γουίλιαµ µαζεύει χιόνι, φτάχνει µια χιονόµπαλα και την πετάει στον πατέρα του. Τον πετυχαίνει στον ώµο. Ο Γουίλιαµ γελάει. «Κόψ’ τις βλακείες!» Ο Γουίλιαµ τρέχει δίπλα στον Μπόρις και, χωρίς να σκεφτεί, χώνει το χεράκι του στο χέρι του πατέρα του. Ο Μπόρις σφίγγεται προς στιγµή, χαµηλώνει το βλέµµα και κοιτάζει τον Γουίλιαµ µε αµηχανία. Συνεχίζουν για λίγο χωρίς να µιλήσει ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, ακούνε το χιόνι να τρίζει κάτω από τα παπούτσια τους, ακούνε τα βήµατά τους πλάι πλάι. Το χέρι του Γουίλιαµ πιάνει το χέρι του Μπόρις ελαφρά, πολύ ελαφρά, τα δύο χέρια µαζί για αρκετά λεπτά, µέχρι που ο Μπόρις βήχει και αφήνει το χέρι του Γουίλιαµ για να σκεπάσει το στόµα του. Ξεροβήχει δύο φορές και χώνει το χέρι του στην τσέπη του παλτού του. Ο Γουίλιαµ εξακολουθεί να αισθάνεται την ελαφριά, χλιαρή πίεση από το χέρι του Μπόρις. «Έχεις τρακ, Μπίλι;» «Λιγάκι», απαντά ο Γουίλιαµ. «Όλα θα πάνε καλά. Κρυώνεις;»


[19] «Μπα». «Εµένα έχουν παγώσει τ’ αυτιά µου. Έπρεπε να είχες φορέσει σκουφάκι, όπως σου είπε η µάνα σου». «Μου αρέσει το κρύο», λέει ο Γουίλιαµ. Εισπνέει από τη µύτη. Ο αέρας είναι µεταλλικός, καθάριος, γεµίζει τα πνευµόνια του µε κρύο και το κρύο ζεσταίνεται, παίρνει ξανά βαθιά αναπνοή. «Όταν κάνει κρύο, δε µυρίζει τίποτα». «Άντε πάλι… τι αλλόκοτο αυτό µ’ εσένα και τις µυρωδιές», λέει ο Μπόρις. Ο Γουίλιαµ σκύβει ξανά και µαζεύει χιόνι στα χέρια του και το σφίγγει· του αρέσει πάρα πολύ η σκληρότητα του χιονιού όταν το πιέζεις, ο δυνατός ήχος που βγάζει όταν το πατικώνεις, η στρογγυλάδα της χιονόµπαλας στις χούφτες σου. Την πατικώνει µέχρι να γίνει µια τέλεια σφαίρα, την πιέζει µέχρι που δεν πιέζεται άλλο. Την πετάει σ’ έναν τοίχο κι αυτή σκάει πάνω του βγάζοντας έναν απαλό γδούπο. Κοµµατάκια χιονιού πετάγονται από τη χιονόµπαλα και ο Γουίλιαµ γελάει. «Τ’ άκουσες, µπαµπά; Τον ήχο που έβγαλε η χιονόµπαλα όταν χτύπησε τον τοίχο;» «Ποιον ήχο; Μπίλι, σου είπα να µη βρωµίζεσαι, όπου να ’ναι, φτάνουµε στη διάλεξη». Η τέλεια σφαίρα είναι κολληµένη σαν θρυµµατισµένη λευκή επιφάνεια πάνω στον καφετή τοίχο, και ο Γουίλιαµ µε τον Μπόρις συνεχίζουν µέχρι που φτάνουν στην πράσινη διπλή πόρτα της αίθουσας Κόναντ. Είναι νωρίς ακόµη, αλλά η αίθουσα εκδηλώσεων είναι σχεδόν γεµάτη. Οι πρώτοι ακροατές έχουν έρθει πριν από µία ώρα. Οι διοργανωτές έχουν υπολογίσει ότι στη σηµερινή διάλεξη της Μαθηµατικής Εταιρίας του Χάρβαρντ θα έχει κάπως µεγαλύτερη προσέλευση απ’ ό,τι συνήθως, πράγµα αναµενόµενο ύστερα απ’


MOPTEN M¶PA™K

[20]

όλα τα άρθρα στις εφηµερίδες, αλλά και πάλι ήδη έχουν έρθει πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι προέβλεπαν. Ο πρόεδρος της Μαθηµατικής Εταιρίας Τζον Ντίξον υποδέχεται αυτοπροσώπως τους καλεσµένους· έχει ήδη µιλήσει µε περισσότερους από εξήντα καθηγητές, που έχουν έρθει από το Χάρβαρντ, το Ταφτς, το Πανεπιστήµιο της Μασαχουσέτης, το Γέιλ, το Πρίνστον, το Γουέσλι Κόλετζ, το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης και άλλα πανεπιστήµια απ’ όλη τη Νέα Αγγλία. Κάποιοι ακροατές έχουν ήδη καθίσει στις καρέκλες που είναι τοποθετηµένες σε σειρές, αλλά οι περισσότεροι εξακολουθούν να στέκονται σε µικρές παρέες· οι φωνές από τις κουβέντες τους ανεβαίνουν, αντηχούν στους γυµνούς τοίχους και ανακατεύονται δηµιουργώντας ένα ασταµάτητο σούσουρο στην ψηλοτάβανη αίθουσα. Ο Ντίξον, σε συνεχή εγρήγορση και κίνηση, περιφέρεται ανάµεσα στους συναδέλφους του, συµµετέχει στις συζητήσεις. Ψάχνει να βρει το θυρωρό για να του ζητήσει να φέρει κι άλλες καρέκλες. Ο θυρωρός πρέπει να κατέβει στο υπόγειο για να τις βρει. Προστίθενται κι άλλες σειρές, αλλά και πάλι κάποιοι θα αναγκαστούν να µείνουν όρθιοι. Ο Μπόρις σπρώχνει την πόρτα της εισόδου και µπαίνει µέσα. Αµέσως τα γυαλιά του θολώνουν, τα βγάζει και τα σκουπίζει µε το µανίκι του παλτού του, ενώ κοιτάζει µυωπικά τους παρευρισκόµενους. Χωρίς γυαλιά τα χαρακτηριστικά του προσώπου του φαίνονται πιο σκληρά, πιο σλαβικά· έχει γερά µαλλιά, ελαφρώς σπαστά, χτενισµένα προς τα πίσω· τα φρύδια του είναι πυκνά και τόσο βαριά, που µοιάζει σαν να συµπιέζουν τα µάτια του – µάτια ευκίνητα, παρατηρητικά. Όπως συνήθως ο Μπόρις φοράει γκρίζο κοστούµι και µια στενή µαύρη γραβάτα. Πίσω του στέκεται ο Γουίλιαµ, που έχει ήδη δώσει το παλτό του στο βεστιάριο. Παρότι είναι χειµώνας, φοράει κοντό παντελονάκι από µαύρη φανέλα, ένα ρώσικο χωριάτικο πουκάµισο και κόκκινο µαντίλι στο λαιµό. Τα µαλλιά του είναι πιο µαύρα από


[21] του Μπόρις, εξίσου γερά, αλλά ίσια. Η Σάρα του τα έχει χτενίσει κολληµένα στο µέτωπο, σαν κράνος που φτάνει σχεδόν ίσαµε τα γκρίζα µάτια του, τα οποία κοιτάζουν µε ανησυχία τους παρευρισκόµενους. Υπάρχει πάρα πολύς κόσµος εδώ µέσα, πολύς θόρυβος, πολλές φωνές, τι οχλαγωγία! Αυτό που θέλει περισσότερο τούτη τη στιγµή ο Γουίλιαµ είναι να κάνει µεταβολή, να βγει ξανά στο δρόµο και στο χιόνι, στο άοσµο κρύο. «Μπόρις! Μπόρις!» Μια φωνή ακούγεται µέσα στην κακοφωνία των συζητήσεων. Ο Γουίλιαµ την αναγνωρίζει· είναι του καθηγητή Γουίλιαµ Τζέιµς. Τον αναγνωρίζει µες στο πλήθος· ο Τζέιµς βρίσκεται σε µια από τις µεγαλύτερες παρέες, αλλά την αφήνει και έρχεται προς το µέρος τους. Ο κόσµος διακόπτει τις κουβέντες, παραµερίζει για τον διάσηµο Γουίλιαµ Τζέιµς. «Μπόρις! Μπόρις!» Ο καθηγητής Τζέιµς φτάνει µπροστά τους, σφίγγει το χέρι του Μπόρις και µε τα δυο του χέρια. «Τζέιµς, πόσο χαίροµαι που σε ξαναβλέπω!» λέει ο Μπόρις χαµογελώντας. «Κι εγώ το ίδιο, αγαπητέ µου Μπόρις. Πώς τα πάει η Σάρα;» «Μια χαρά, ευχαριστώ», λέει ο Μπόρις. «Μου είπε να δώσεις χαιρετίσµατα στην Άλις». «Θα χαρεί πολύ η Άλις, ξέρω ότι είναι κατενθουσιασµένη µ’ αυτή την εκδήλωση. Απόψε το βράδυ θα θέλει να της τα πω όλα, µε κάθε λεπτοµέρεια!» Οι καθηγητές µαζεύονται γύρω τους. Μαύρα και γκρίζα κοστούµια, κολλαρισµένοι γιακάδες, ασηµένιες γυαλιστερές αλυσίδες σχηµατίζουν τόξο από το τσεπάκι των µεταξωτών γιλέκων µέχρι τα ρολόγια τσέπης. Όλοι οι κοστουµάτοι χαιρετούν τον Μπόρις, κάνουν χειραψίες· όλοι οι καθηγητές θέλουν να χαιρετήσουν τον Μπόρις, όλοι γνωρίζουν τον Μπόρις.


MOPTEN M¶PA™K

[22]

Ο καθηγητής Τζέιµς παρατηρεί τον Γουίλιαµ και ανοίγει διάπλατα τα χέρια του. «Γουίλιαµ, µικρέ µου, πώς τα πας;» Πάει να του δώσει το χέρι του, αλλά διστάζει, διστάζει για µια αδέξια στιγµή και τελικά τον χτυπάει φιλικά στον ώµο. «Καλά, ευχαριστώ, κύριε καθηγητά», λέει ο Γουίλιαµ. «Ωραία, πολύ ωραία! Η γυναίκα µου µου είπε να σου πω ότι ανέκαθεν πίστευε ότι είσαι πολύ καλό παιδί». «Ευχαριστώ, κύριε καθηγητά». Καταφθάνουν άλλοι τρεις καθηγητές, όλοι κοιτάζουν µε περιέργεια τον Γουίλιαµ, σµίγουν τα φρύδια, συνωστίζονται, του γνέφουν. Ο µικρός δεν αντέχει τα βλέµµατα και χαµηλώνει τα µάτια στο πάτωµα. Αισθάνεται τα βλέµµατα να τον περιεργάζονται και νιώθει να τον πιέζουν. «Έχεις αγωνία, Μπίλι;» ρωτάει ο καθηγητής Τζέιµς. Ο Γουίλιαµ γνέφει καταφατικά. «Φυσικό είναι, αλλά εγώ δεν ανησυχώ καθόλου για σένα. Ξέρω ότι όλα θα πάνε καταπληκτικά!» «Ευχαριστώ», λέει ο Γουίλιαµ. «Ώστε αυτός είναι ο Σίντις ο νεότερος;» λέει ένας ασπροµάλλης καθηγητής, ο Τζέραλντ Χάουπτµαν, από το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης. «Ναι, είναι ο βαφτιστήρας µου, ο Γουίλιαµ Τζέιµς Σίντις», λέει ο καθηγητής Τζέιµς και ξαναχτυπά τον Γουίλιαµ στον ώµο. «Είναι αλήθεια; ∆ιάβασα κάπου ότι ο καθηγητής Σίντις έδωσε στο παιδί τ’ όνοµά σας;» «Ακριβώς, και είναι µεγάλη τιµή για µένα», λέει ο καθηγητής Τζέιµς. «Πόσων χρονών είσαι, Γουίλιαµ;» λέει ο καθηγητής Χάουπτµαν. «Έντεκα», λέει ο Γουίλιαµ. «Έντεκα;»


[23] Ο Χάουπτµαν σηκώνει το βλέµµα και κοιτάζει τον καθηγητή Τζέιµς. «Μα είµαι βέβαιος ότι διάβασα πως είναι δέκα». «Έκλεισε τα έντεκα τον Απρίλιο, την 1η Απριλίου. Σωστά δεν τα λέω, Γουίλιαµ;» Ο Γουίλιαµ γνέφει καταφατικά. «Την 1η Απριλίου; Πρωταπριλιάτικη φάρσα λοιπόν, χα, χα! Μάλιστα, πολύ ενδιαφέρον θα έχει η σηµερινή µέρα», λέει ο Χάουπτµαν. «∆εν υπάρχει πιο περήφανος νονός από µένα», λέει ο καθηγητής Τζέιµς. «Θα εκπλαγείτε, κύριοί µου». «Ναι, έτσι λένε όλοι, έτσι λένε». Όταν ο Γουίλιαµ ξανασηκώνει τα µάτια, παρατηρεί έναν άντρα να µπαίνει µόλις τώρα στην αίθουσα. Τον αναγνωρίζει µε την πρώτη: τα κόκκινα µαλλιά που µοιάζουν µε χαίτη, τα µάτια, αυτά τα σκληρά µάτια – είναι ο δηµοσιογράφος Mακ Γκλεν! Πίσω από τον Mακ Γκλεν ακολουθεί ένας άλλος άντρας µε φωτογραφικό εξοπλισµό στον ώµο. Ο Γουίλιαµ δεν έχει ξαναδεί το φωτογράφο· δεν είναι ο ίδιος µ’ εκείνη τη φορά στο πάρκο δίπλα στη λίµνη Μπρουκλάιν, όταν ο Mακ Γκλεν τον κρατούσε και δεν τον άφηνε να φύγει. Νιώθει έναν κόµπο στο λαιµό. Το φοβόταν ότι θα εµφανιζόταν ο Mακ Γκλεν σήµερα, όµως από την άλλη δεν εκπλήσσεται καθόλου. Ο Mακ Γκλεν κοντοστέκεται αµέσως µπροστά στην πόρτα της εισόδου και παρατηρεί τη µάζωξη των καθηγητών αξιολογώντας όσα βλέπει· λέει κάτι στο φωτογράφο, ο οποίος συµφωνεί µε ένα νεύµα. Ο Γουίλιαµ ξέρει ότι ψάχνουν αυτόν. «Είναι µεγάλη µέρα σήµερα, Μπίλι, µεγάλη µέρα», λέει ο καθηγητής Τζέιµς και στρέφεται προς τους συναδέλφους του. Οι καθηγητές παρατάνε τον Γουίλιαµ και σχηµατίζουν έναν κύκλο γύρω από τον Μπόρις. Ο Γουίλιαµ στέκεται µονάχος του


MOPTEN M¶PA™K

[24]

παραδίπλα. Σηκώνει το βλέµµα και κοιτάζει τον πατέρα του. Βλέπει την πλάτη του Μπόρις και ένα µέρος του προσώπου του µέσα από µια χαραµάδα στο τείχος από κοστούµια. Το πρόσωπο του Μπόρις είναι στραµµένο προς τον Ντίξον, του γνέφει και µιλάει, έχουν απορροφηθεί σε µια συζήτηση που δεν ακούγεται µέσα στην οχλαγωγία. Ο Γουίλιαµ αναζητεί το βλέµµα του Μπόρις, αλλά ο πατέρας του δεν τον προσέχει· γελάει µε κάτι που λέει ο Ντίξον. Ο Γουίλιαµ αισθάνεται παράξενα, άσχηµα. Τον έχει πιάσει αναγούλα και βλέπει µικρά στίγµατα στον αέρα, σαν από γυαλί. Νιώθει να του έρχεται λιγοθυµιά, φταίει ο καπνός από τα τσιγάρα και τις πίπες, ο θόρυβος, οι φωνές, η µυρωδιά των βρεγµένων ρούχων, η σκόνη που ζεσταίνεται πάνω στους γλόµπους στο ταβάνι, οι κολόνιες, οι σταγόνες ούρων στα εσώρουχα των καθηγητών, οι ανάσες τους, ο ιδρώτας, η ξινή, ενοχλητική µπόχα του ιδρώτα στη µάλλινη φόδρα των παλτών. Θέλει πάρα πολύ να καθίσει και πηγαίνει σε µια ελεύθερη καρέκλα στη σειρά µπροστά µπροστά· κάθεται και προσποιείται ότι είναι απλώς κουρασµένος, αλλά νιώθει σαν να γλιστράει µέσα στο µυαλό του. Τα γυάλινα στίγµατα χορεύουν µπροστά στα µάτια του, σηκώνει τα χέρια και τα καλύπτει, πιέζει τους βολβούς µέχρι να σκοτεινιάσει εντελώς. Όταν τα αποµακρύνει, τα µυγάκια διαλύονται και από πίσω φαίνεται µια θαµπή εικόνα της αίθουσας. Πόσο λαχταράει να τελειώσει όλο αυτό και να γυρίσει µε τον Μπόρις σπίτι, µακριά από την µπόχα των ανθρώπων, έξω, στον καθαρό, κρύο κόσµο. ∆εν έχει καµία µα καµία όρεξη να κάνει εκείνο που όλοι περιµένουν απ’ αυτόν. ∆ε θέλει να το κάνει, δε θα το κάνει. Όµως ξέρει πάρα πολύ καλά τι σηµαίνει για τον πατέρα του και ξέρει επίσης τι θα έλεγε η Σάρα αν αρνιόταν όταν ο Ντίξον του έστειλε την πρόσκληση να δώσει αυτή τη διάλεξη. Είναι τιµή, µεγάλη τιµή, είπαν και ο Μπόρις και η Σάρα. Και ο Γουί-


[25] λιαµ κατένευσε, αλλά δε θέλει, όχι µπροστά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Κοιτάζει τα παράθυρα, τις νιφάδες που πέφτουν, τη λευκότητα. Ένα κουδούνι αντηχεί στριγκά στην αίθουσα, οι φωνές καταλαγιάζουν από τον ήχο του κουδουνιού, µέχρι που σβήνουν τελείως. Οι καθηγητές που δεν έχουν καθίσει ακόµη µετακινούνται µέσα στην αίθουσα προς τις καρέκλες σαν να ακολουθούν συγκεκριµένες διαδροµές· σέρνουν τις καρέκλες, οι δερµάτινες σόλες τους τρίζουν πάνω στο παρκέ µε το σχέδιο ψαροκόκαλο, που έχει ήδη λερωθεί από το λιωµένο χιόνι στα παπούτσια τους. Ο Μπόρις πλησιάζει τον Γουίλιαµ και κάθεται στη διπλανή καρέκλα. «Είσαι έτοιµος, Μπίλι;» Ο Γουίλιαµ σηκώνει τα µάτια και κοιτάζει τον Μπόρις, αλλά ο Μπόρις γυρίζει το κεφάλι για να χαιρετήσει τον άντρα που κάθεται δίπλα του από την άλλη πλευρά. Ο Γουίλιαµ γυρίζει το κεφάλι πίσω· υπάρχουν αλλεπάλληλες σειρές γεµάτες κοστουµάτους και πιο πίσω τους ακόµα περισσότεροι όρθιοι θεατές – οι νεότεροι εκπαιδευτικοί και επιλεγµένοι σπουδαστές που διέπρεψαν στα µαθηµατικά, στη φυσική και στη φιλοσοφία, και άρα έχουν λάβει ειδική άδεια να συµµετέχουν στις συναντήσεις της Μαθηµατικής Εταιρίας. Ανάµεσα στα πολυάριθµα πρόσωπα ο Γουίλιαµ βλέπει ένα που αναγνωρίζει, ένα νέο σπουδαστή µε µακριά, λεπτά µαλλιά, πουκάµισο που έπαψε να είναι άσπρο πριν από πολύ καιρό, χέρια στις τσέπες, ατάραχο, ξέγνοιαστο, µε ελαφρά καµπούρα, µε πάντα ανήσυχα µάτια, µαύρα, κατάµαυρα, σχεδόν κορακίσια: ο Ναθάνιελ Σάρφµαν. Ο Σάρφµαν µένει στην εστία του Γουίλιαµ. Ο Γουίλιαµ αισθάνεται µια κάποια παρηγοριά που βλέπει ένα γνώριµο πρόσωπο, παρ’ όλο που δεν τον ξέρει και τόσο καλά τον Σάρφµαν. Για την ακρίβεια δεν έχουν ανταλλάξει παρά µόνο λίγες κουβέντες, αλλά ο Σάρφµαν είναι ένας απ’ αυτούς που χαιρετούν τον Γουίλιαµ όταν τον


MOPTEN M¶PA™K

[26]

πετυχαίνει στις διαλέξεις. Ο Σάρφµαν περνάει τον Γουίλιαµ έντεκα χρόνια, αλλά απ’ όλους τους σπουδαστές που έχει γνωρίσει µέχρι τώρα αυτός είναι ο πιο φιλικός. Όταν µια φορά ένας από τους άλλους στον κοιτώνα, ο Πρέσκοτ Μπους, είχε πάρει το παντελονάκι του Γουίλιαµ για να µην έχει τι να φορέσει, ο Σάρφµαν του είπε να φανερώσει πού το είχε κρύψει, και ο Μπους δεν αντέδρασε καθόλου όταν ο Γουίλιαµ το έβγαλε από το σκουπιδοτενεκέ – γέλασε, αλλά δεν είπε λέξη. Τον σέβονται τον Σάρφµαν, είναι ένας από τους «φτωχούς», αυτούς µε υποτροφία, αλλά ταυτόχρονα είναι γνωστός ως ένας απ’ τους καλύτερους σπουδαστές του Χάρβαρντ. Ο Α.Ν. Γουάιτχεντ, ο καθηγητής φιλοσοφίας, τον έχει υπό την προστασία του. «Γύρνα µπροστά», του ψιθυρίζει ο Μπόρις. Η αίθουσα εκδηλώσεων είναι γεµάτη ασφυκτικά· ο κόσµος παραείναι πολύς, η ζέστη είναι αποπνιχτική· οι ακροατές ξεκουµπώνουν σακάκια και γιλέκα, σφουγγίζουν το µέτωπο µε τα µαντίλια τους. Ο Ντίξον κάνει νόηµα στο θυρωρό ν’ ανοίξει ένα δυο παράθυρα και ύστερα ανεβαίνει στο βήµα από σκαλιστό µαόνι. Εξακολουθεί να κρατάει το καµπανάκι και το ξαναχτυπάει. ∆εν είναι απαραίτητο: εκτός από ένα δυο βηχαλάκια και το θρόισµα των ρούχων επικρατεί απόλυτη ησυχία στην αίθουσα. «Αξιότιµοι συνάδελφοι, µέλη της Μαθηµατικής Εταιρίας του Χάρβαρντ και προσκεκληµένοι του Τύπου», ξεκινά ο Ντίξον. «Με χαροποιεί ιδιαίτερα να σας καλωσορίσω στην αίθουσα Κόναντ, στην πρώτη διάλεξη για φέτος, σήµερα, 5 Ιανουαρίου 1910. Πιστεύω πως όλοι περιµένουµε µε ενθουσιασµό να ακούσουµε τη σηµερινή διάλεξη “Μεγέθη της τέταρτης διάστασης”, και γι’ αυτό σας συστήνω τον σηµερινό οµιλητή µας, τον οποίο οι περισσότεροι θα γνωρίζετε από τον Τύπο, το γιο του καθηγητή Μπόρις Σίντις και – κάτι που µπορώ να πω χωρίς να χρειάζεται να το επιβεβαιώσω πουθενά –, τον νεότερο οµιλητή που κάνει διάλεξη στη Μαθηµατι-


[27] κή Εταιρία του Χάρβαρντ. Σας παρουσιάζω τον νεαρό κύριο Σίντις». Η αίθουσα αντηχεί απ’ τα χειροκροτήµατα. Ο Ντίξον κατεβαίνει από το βήµα και κάθεται σε µια καρέκλα δίπλα σε έναν πίνακα που έχει στηθεί για τους σκοπούς της διάλεξης. Αρκετοί ακροατές βήχουν και βολεύονται καλύτερα στις καρέκλες τους. Ο Γουίλιαµ δεν κουνιέται από τη θέση του. Mένει εκεί που κάθεται. Κοιτάζει το άδειο βήµα· κάποιος έχει τοποθετήσει µια καράφα µε νερό και ένα γεµάτο ποτήρι στη γωνία του βήµατος. Κοιτάζει τον πίνακα παραδίπλα· είναι καθαρισµένος, αλλά κάτω κάτω, στη δεξιά γωνία, υπάρχει ένα σηµείο όπου ο σπόγγος δεν τον καθάρισε καλά και φαίνεται η άκρη ενός αριθµού – τρία, πέντε ή οχτώ. Ο Μπόρις καθαρίζει το λαιµό του, αλλά ο Γουίλιαµ εξακολουθεί να µη σαλεύει. «Μπίλι!» ψιθυρίζει ο Μπόρις. Ο Γουίλιαµ ξανακοιτάζει το βήµα µε την καράφα και το γεµάτο ποτήρι. «Μπίλι, άντε, ανέβα. Περιµένει ο κόσµος». Ο Γουίλιαµ κοιτάζει τον πατέρα του. Για µια στιγµή ελπίζει ο Μπόρις να του χαµογελάσει και να του πει ότι δε χρειάζεται ν’ ανέβει εκεί πάνω, ότι θα ανέβει ο ίδιος στο βήµα αντί γι’ αυτόν. Το µόνο που κάνει όµως ο πατέρας του είναι να τον σκουντήξει στο χέρι. «Ναι, µπαµπά», λέει ο Γουίλιαµ. Θέλει να σηκωθεί, στηρίζεται και µε τα δυο του χέρια στο κάθισµα της καρέκλας, αλλά δεν τα καταφέρνει· το κορµί του είναι βαρύ, απίστευτα βαρύ. «Άντε, Μπίλι! Σήκω επιτέλους!» Ο Γουίλιαµ δεν έχει ιδέα πώς βρίσκει τη δύναµη να σηκωθεί, αλλά οι µύες των ποδιών του τον σηκώνουν. Στέκεται όρθιος λοιπόν. Όλα τα κεφάλια στρέφονται πάνω του µε µια συγχρονισµένη κίνηση. Τόσοι άνθρωποι! Τόσοι κάθονται αυτή τη στιγµή, τώ-


MOPTEN M¶PA™K

[28]

ρα, και περιµένουν να τον ακούσουν να µιλά! Νιώθει ένα τεράστιο κενό στο στοµάχι, τρέµει, τα χέρια και τα µπράτσα του τρέµουν. Είναι εφτά µέτρα µέχρι το βήµα, εφτά µέτρα που πρέπει να διασχίσει πάνω στο γυαλισµένο παρκέ µε το σχέδιο ψαροκόκαλο, ατέλειωτες σειρές τοξοτών σχεδίων διαγώνια στην αίθουσα. Κοιτάζει κάτω, σηκώνει το πόδι, κοιτάζει το παπούτσι του που ετοιµάζεται να κατέβει στο πάτωµα, παρατηρεί τα µάτια που τον κοιτάζουν, κάνει ένα βήµα και σηκώνει το άλλο πόδι, άλλο ένα βήµα, κάπου πίσω του κάποιος βήχει, το πόδι µιας καρέκλας τρίζει πάνω στο παρκέ, τα πόδια του κινούνται, άλλο ένα βήµα, κι άλλο ένα, και φτάνει στην εξέδρα όπου είναι τοποθετηµένο το βήµα, ανεβαίνει και προς στιγµή σαστίζει µε το πόσο ψηλά είναι από τόσο κοντά. Πηγαίνει πίσω από το βήµα, όπου έχουν τοποθετήσει ένα κασόνι για να φτάνει και να φαίνεται. Πατάει πάνω στο κασόνι και το πόδι του σηκώνει το βάρος του, εµφανίζεται πάνω από το βήµα και ατενίζει την αίθουσα. Είναι τόσο ψηλότερα απ’ όλους, τόσο µακριά απ’ το ακροατήριο, που νιώθει σαν να αιωρείται, να αιωρείται πάνω απ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους που βρίσκονται από κάτω, µια µάζα από κοστούµια και πρόσωπα, έχει ανυψωθεί λες και βρίσκεται σε ένα αερόστατο που αποµακρύνεται από τη γη, ψηλά, πάνω από τα περίεργα βλέµµατά τους. Τους µυρίζει από δω, από το αιωρούµενο βήµα του, µυρίζει τα υπολείµµατα του κολατσιού στα γένια τους, τα οποία νοµίζουν ότι έχουν σκουπίσει, τον καφέ που έχουν πιει, τα εντερικά αέρια που τους ξεφεύγουν και τα οποία νοµίζουν ότι δεν αφήνουν να τους φύγουν δηµοσίως. Ο Γουίλιαµ τα βλέπει όλα µπροστά του, όλους αυτούς τους διαβασµένους κυρίους που κάθονται µε τα φίνα ρούχα τους και τα ρολόγια τσέπης και τους ξεφεύγουν αέρια – και η σκέψη είναι τόσο αστεία, που ξαφνικά δεν κρατιέται και χαµογελάει πλατιά. Στέκεται χαµογελώντας πάνω στο βήµα, µπροστά σε όλους αυτούς τους καθηγητές. Τον κοιτάζουν, στρέφουν


[29] συνοφρυωµένοι όλη τους την προσοχή πάνω του· κάποιοι τραβούν το βλέµµα από αµηχανία. Ο Γουίλιαµ συνεχίζει να χαµογελάει, κοιτάζει τον πατέρα του από κάτω. Ο Μπόρις τον κοιτάζει κι αυτός µ’ εκείνο το ανήσυχο βλέµµα στα µάτια, έπειτα του κάνει µια χειρονοµία µε το χέρι, το κουνάει πέρα δώθε στον αέρα σαν να λέει: «Άντε, ξεκίνα καµιά ώρα, Μπίλι!» Ο Γουίλιαµ ξέρει πως είναι αναγκασµένος να µιλήσει τώρα. Ανοίγει το στόµα: «∆εν είχα φανταστεί ότι θα έπρεπε να βγάλω λόγο εδώ, εννοώ ότι θα συνέβαινε τώρα, αλλά µου το ζήτησαν και φυσικά είναι χαρά µου…» Ο Γουίλιαµ ακούει τη φωνή του. Tρεµάµενη, εύθραυστη και χαρωπή µέσα στη µεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων, που είναι γεµάτη πρόσωπα όλο περιέργεια. «… αλλά να που είµαι εδώ τώρα, στην αίθουσα Κόναντ, και θα ήθελα να σας µιλήσω για µερικές σκέψεις που έκανα σχετικά µε την τέταρτη διάσταση…» Σιωπή. Η σιωπή απλώνεται στα πρόσωπα των καθηγητών. ∆ε σαλεύουν, δεν αναπνέουν, η αίθουσα η ίδια δεν αναπνέει· κάθονται τυλιγµένοι στη σιωπή τους και παρατηρούν τον Γουίλιαµ. Ο Γουίλιαµ είναι µόνος του, ξέρει πως αυτή τη στιγµή είναι τόσο µόνος του, που κανείς δεν µπορεί να τον βοηθήσει. Ούτε ο πατέρας του, ούτε ο Ντίξον, ούτε ο καθηγητής Τζέιµς. Κανείς δεν µπορεί να τον βοηθήσει αυτή τη στιγµή που στέκεται και αιωρείται µπροστά στη σιωπή της αίθουσας. Είναι µόνος του, και µονάχα ο εαυτός του µπορεί να τον βοηθήσει· είναι µόνος του µε το µαύρο παντελονάκι του, µόνος του µε τη χαρωπή φωνή του. «Τι είναι η τέταρτη διάσταση;» λέει ο Γουίλιαµ. «Μπορούµε να µιλήσουµε καν για µια τέταρτη διάσταση όταν εµείς οι ίδιοι είµαστε έγκλειστοι στις τρεις ευκλείδειες διαστάσεις στις οποίες ζούµε; Πώς µπορούµε να την ορίσουµε από αυτή την περιορισµένη από άποψη διαστάσεων οπτική γωνία;»


MOPTEN M¶PA™K

[30]

Σαρώνει µε το βλέµµα του το ακροατήριο της αίθουσας Κόναντ· κάθονται σιωπηλοί ακούγοντας, στραµµένοι σε όλες τις σειρές προς το µέρος του, κι αυτός αντικρίζει τον εαυτό του στα µάτια τους, ένα αγοράκι σε ένα βήµα, χωρίς κείµενο, χωρίς σηµειώσεις, ένα αγοράκι που στέκεται πάνω σε ένα κασόνι στο βήµα του οµιλητή, µε την παιδική φωνή του, και µιλάει σε µια συγκέντρωση των πιο λαµπρών επιστηµόνων στις Ηνωµένες Πολιτείες. «Ο δικός µου ορισµός της τέταρτης διάστασης είναι ότι πρόκειται για έναν ευκλείδειο χώρο µε προσθήκη µιας διάστασης», λέει. «Tα µεγέθη της τρίτης διάστασης προβάλλονται στο χώρο. Τα σχήµατα της τρίτης διάστασης, όπως για παράδειγµα ο κύβος, χρησιµοποιούνται ως πλευρές των σχηµάτων της τέταρτης διάστασης, τα δε σχήµατα της τέταρτης διάστασης µπορούν να ονοµαστούν διατάξεις. ∆εν είναι εφικτό να κατασκευάσουµε µοντέλα των σχηµάτων της τέταρτης διάστασης, ούτε να τα φανταστούµε διανοητικά, αλλά είναι εύκολο να τα κατασκευάσουµε µε το ευκλείδειο θεώρηµα. Σύµφωνα µε αυτό το θεώρηµα, το Ε ισούται µε την επιφάνεια των σχηµάτων, το Π µε τις πλευρές τους, το Κ µε τις καθέτους, το Γ µε τις γωνίες. Το θεώρηµα λέει ότι Ε + Π = Κ + Γ…» Τώρα έχει πάρει µπρος· µιλάει· ο Γουίλιαµ παρατηρεί µέσα του τη δύναµη που πλέον έχει αρχίσει να ρέει ορµητικά. ∆εν µπορεί να σταµατήσει το χείµαρρο των λέξεων που ξεπηδά από το στόµα του. Ξεχνά ότι βρίσκεται πάνω στο βήµα, ξεχνά τους καθηγητές, ξεχνά τον Mακ Γκλεν µε τα κόκκινα µαλλιά. Οι λέξεις τον γεµίζουν, κατεβαίνει µε έναν πήδο από το βήµα και τρέχει στον πίνακα, όπου τώρα βλέπει ότι ο µισοσβησµένος αριθµός στην κάτω γωνία ήταν ένα οχτώ· για ένα δευτερόλεπτο σκέφτεται ποιο θέµα να τελείωσε µε ένα οχτώ στη γωνία του πίνακα. Οι λέξεις ξεπηδούν, αρπάζει µια κιµωλία, γράφει µε αστραπιαία ταχύτητα, η κιµωλία σπάει, το νύχι του δείκτη του γδέρνει τον πίνακα,


[31] συνεχίζει να γράφει µε όση κιµωλία τού µένει, ούτε που ακούει το σύρσιµό της πάνω στο µαυροπίνακα. Ο ένας τύπος µετά τον άλλο, αµέτρητοι εκθέτες γεµίζουν τον πίνακα ενώ µιλάει. Ελαφρώς αδέξια σχεδιασµένα γεωµετρικά σχήµατα, που δεν µπορούν να υπάρξουν εκτός µαθηµατικών, παίρνουν µορφή µπροστά στα σαστισµένα βλέµµατα των καθηγητών. Στιγµή δε σταµατά ο Γουίλιαµ να εξηγεί τις θεωρίες που ανέπτυξε όλη την περασµένη βδοµάδα, µιλάει, µιλάει, µιλάει, και στην αίθουσα οι ακροατές γέρνουν µπροστά στις καρέκλες τους, όλοι τους γέρνουν µπροστά για ν’ ακούσουν τι λέει το αγόρι. «Για την ακρίβεια, µπορούµε να πάρουµε οποιοδήποτε σχήµα της τρίτης διάστασης και να το χρησιµοποιήσουµε για να σχεδιάσουµε σχήµατα της τέταρτης διάστασης», συνεχίζει ο Γουίλιαµ. «Αυτά τα σχήµατα τα ονόµασα πολυεδρογώνια. Με αυτό τον τρόπο µπορούµε να κατασκευάσουµε τετραδιάστατα σχήµατα µε 120 πλευρές, τα οποία ονοµάζονται εκατονεικοσιεδρογώνια…» Ψίθυροι ακούγονται από διάφορα σηµεία της αίθουσας· σε κάποιες σειρές υψώνονται χέρια και ο καθηγητής Χάουπτµαν σηκώνεται από τη θέση του. «Νεαρέ Σίντις», λέει, αλλά ο Γουίλιαµ δεν τον ακούει. «Kατά τον ίδιο τρόπο είναι εφικτό να σχεδιάσουµε σχήµατα µε 600 πλευρές, που ονοµάζονται εξακοσιεδρογώνια και µπορούµε να υπολογίσουµε παραλληλεπίπεδα που είναι…» «Σίντις!» λέει πιο δυνατά ο καθηγητής Χάουπτµαν. Ο Γουίλιαµ γυρνάει απ’ τον πίνακα. «Κύριε Σίντις, συγγνώµη, αλλά χρειάζεται να σε διακόψω. Πού τα βρήκες αυτά;» «∆εν καταλαβαίνω τι εννοείτε, κύριε», λέει ο Γουίλιαµ. «Από πού είναι αυτά τα… τα εδρογώνια;» Γέλια. Ο καθηγητής Χάουπτµαν εκνευρίζεται και τους κάνει νόηµα µε το χέρι να σωπάσουν.


MOPTEN M¶PA™K

[32]

«Θέλω να πω τους όρους που χρησιµοποιείς. ∆ιδάσκω γεωµετρία εδώ και σαράντα χρόνια και φυσικά γνωρίζω τους τετράκτινους κύβους του Χίντον, αλλά αυτές οι ονοµασίες… Θέλω να πω δεν τις έχω ξανακούσει ποτέ και είµαι βέβαιος πως δεν είµαι ο µόνος». Πολλοί ακροατές συµφωνούν κουνώντας το κεφάλι. «Όχι, κι εγώ δε νοµίζω ότι υπάρχουν πουθενά», λέει ο Γουίλιαµ. «Ρωτώ λοιπόν, σε ποια βιβλιογραφία τούς βρήκες;» «Πουθενά». «∆ηλαδή ισχυρίζεσαι ότι τους έπλασες εσύ;» «Ναι». Μουρµουρητά στο ακροατήριο. «Απάντησα στην ερώτησή σας, κύριε;» Ο καθηγητής Χάουπτµαν γνέφει και κάθεται. Ο Γουίλιαµ ξαναγυρνά στον πίνακα και συνεχίζει: «Μπορούµε να υπολογίσουµε πόσες έδρες έχει ένα δεδοµένο σχήµα µε τη βοήθεια του θεωρήµατος του Όιλερ. Παρ’ όλ’ αυτά ορισµένα τετραδιάστατα σχήµατα δεν µπορούν να σχεδιαστούν µε αυτό το θεώρηµα, γι’ αυτό πρέπει να τα διερευνήσουµε µέσω λογαρίθµων. Συχνά προκύπτουν κενά στον τετραδιάστατο χώρο, τα οποία συµπληρώνω προσθέτοντας πολυεδρογώνια του κατάλληλου σχήµατος. Πιστεύω ότι οι θεωρίες µου µπορούν να αξιοποιηθούν στις πολυεδρικές γωνίες των δωδεκάεδρων. Θεωρώ ότι θα λύσει πολλά από τα προβλήµατα που συναντάµε στην ελλειπτική γεωµετρία…» Ο Γουίλιαµ µιλάει· περνά µία ώρα και συνεχίζει να µιλάει, να γράφει, να εξηγεί· η κιµωλία τρίβεται και πέφτει όπως γράφει βιαστικά τους αριθµούς· τα χέρια του γίνονται λευκά από τις βιαστικές κινήσεις όταν σβήνει τύπους για να γράψει καινούργιους. Πολλοί ακροατές κοιτάζουν το παιδί και κουνούν το κεφάλι τους µε δυσπιστία.

Η τέλεια ζωή του Γουίλιαμ Σίντις  

Η τέλεια ζωή του Γουίλιαμ Σίντις

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you