Issuu on Google+


Υπό τύπον προλόγου

ΟΙ ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ ΕΝΟΣ ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΥ Την πλάση οι αρχαίοι Έλληνες τη λέγανε Κόσμο, που θα πει στολίδι, μα ιδιαίτερα Κόσμο είπανε όσα βρίσκουνται απάνου στη Γης και τη στολίζουνε σα να ’ναι το πλουμισμένο ρούχο της. Τον παλιόν καιρό οι κοπέλες κεντούσανε στα ρούχα τους ξόμπλια που παρασταίνανε αλλού τον Ουρανό με τ’ άστρα, αλλού τη Γης με τα λουλούδια, αλλού τη Θάλασσα με τα ψάρια. Και τα πιο πολλά αγάλματα παρασταίνουνε αλληγορικά με πρόσωπα πότε τη Θάλασσα, πότε τον Ήλιο, πότε το Φεγγάρι κι άλλα. Φώτης Κόντογλου, Ο Αστρολάβος

Στις πικρές ημέρες που ζει σήμερα η πατρίδα, και ονομάστηκαν

από τους πολλούς «κρίση», η έκδοση ενός καινούργιου βιβλίου είναι μια δύσκολη απόφαση. Δεν εννοώ μόνον για τον εκδότη. Θεωρώ ότι και ο συγγραφέας έχει ένα ανάλογο δίλημμα. Την έκδοση του βιβλίου του πρέπει να αισθάνεται σαν μια εσωτερική ανάγκη που αδυνατεί να παρακάμψει. Αλλιώς, δεν έχει νόημα. Πλήθυνε στις μέρες μας η φλυαρία, ο εύκολος λόγος. Ο αναγνώστης, ο υποθετικός αναγνώστης, στέκεται αμήχανος. Τι άραγε έχουν να του πουν τόσες καινούργιες σελίδες; Ας αρχίσομε από μια απαραίτητη εισαγωγή. Το βιβλίο που κρατά στα χέρια του ο αναγνώστης αποτελείται από μια σειρά κειμένων με ευρύτατη θεματολογία. Πολλά γράφηκαν ειδικά γι’ αυτές τις σελίδες. Άλλα πάλι φιλοξενήθηκαν σε μια πρώτη μορφή στις εφημερίδες που αρθρογραφούσε τα τελευταία χρόνια ο συγγρα­


xxii

Ε ΝΑ Σ Α Σ Τ Ρ ΟΛ Α Β ΟΣ ΤΟΥ ΟΥ ΡΑ ΝΟΥ Κ Α Ι Τ Η Σ Ζ ΩΗ Σ

φέας. Υπάρχουν επίσης κείμενα που διαβάστηκαν σε ειδικές περιστάσεις και είναι άγνωστα στο ευρύ κοινό. Το κάθε κείμενο όμως έχει υποστεί μια επεξεργασία από την αρχή, συμπληρώθηκε με νέα στοιχεία, και όπου χρειαζόταν απέκτησε και ένα εισαγωγικό σημείωμα. Τώρα που παραδίδονται στον τελικό κριτή –τον αναγνώστη– έχω την αίσθηση ότι απαλλάχτηκαν από τη σκόνη του χρόνου και, όσο γίνεται, από τις αδυναμίες του συγγραφέα.

Είναι πάντως αλήθεια ότι τα αγαπώ πολύ αυτά τα κείμενα. Περι-

κλείουν τη δική μου οπτική για τον κόσμο, συμπυκνώνουν τις δικές μου σκέψεις και ιδέες. Ξέρω ακόμα ότι τα αγάπησαν και όσοι έτυχε να τα διαβάσουν ή να τα ακούσουν. Εννοείται, βέβαια, ότι τη δομή του βιβλίου, και ως ένα βαθμό το περιεχόμενό του, επέβαλαν οι διαφορετικοί κόσμοι που κινήθηκε μέχρι τώρα η ζωή του συγγραφέα: η επιστήμη και τα επιτεύγματά της· η πανεπιστημιακή ζωή και η Παιδεία· ο δημόσιος χώρος, που περικλείει και την έννοια του πολίτη. Όσο για τον άλλο κόσμο, εκείνον της συγγραφής, είναι σε πρώτη ματιά αυτόνομος. Αγγίζει βέβαια τους άλλους κόσμους, αντλεί από τους άξονές τους. Έχει όμως τους δικούς του νόμους –αν έχει νόμους!– και τις δικές του, πιο εσωτερικές αναζητήσεις. «Από τη σειρά των ανεξήγητων φαινομένων», γράφει ο Μπόρχες, «που αποτελούν το Σύμπαν, ή τον χρόνο, έτσι και η δημιουργία ενός βι­βλίου δεν είναι λιγότερο μυστηριώδης. Όπως και όλες οι πράξεις του Σύμ­παντος, είναι μια πράξη μαγική. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ο πιο συναισθηματικός τρόπος για να προφέρεις ένα όνομα. Τώρα προφέρω εγώ το όνομά της: Maria Kodama· τόσα πρωινά, τόσες θάλασσες, τόσοι κήποι της ανατολής και της δύσης». Το παρόν λοιπόν βιβλίο είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας προσ­ παθεί να προφέρει ένα όνομα –το όνομά της– στα πρωινά και στις θάλασσες του κόσμου. Ο τρόπος αυτός δίδει και στο βιβλίο, στο κάθε βιβλίο, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αλλά και τις κρυφές του διαδρομές.


ΟΙ Ι Χ Ν Η Λ Α Σ Ι Ε Σ Ε ΝΟΣ Α Σ Τ Ρ ΟΛ Α Β ΟΥ

xxiii

Ας δούμε με κάποιες λεπτομέρειες τη δομή του βιβλίου. Πρώτα

από όλα διαμορφώθηκε έτσι, σε ευδιάκριτες ενότητες, ώστε να διευκολύνεται η ανάγνωσή του. Όπως δηλώνει και ο τίτλος, το βιβλίο είναι ένας αστρολάβος. Το σπουδαίο αυτό αστρονομικό όργανο βοη­ θούσε για πολλούς αιώνες στη ναυσιπλοΐα και στην παρατήρηση του Ήλιου και των αστεριών. Εδώ θα συνοδεύει, με τη σοφία του, την πλεύση του αναγνώστη ανάμεσα στα κείμενα, στο ταξίδι του στα ορατά και αόρατα του Κόσμου. Το στίγμα του ταξιδιού υπονοείται άλλωστε και από τον τίτλο του βιβλίου. Η πρώτη του μεγάλη ενότητα περιστρέφεται γύρω από τα θαυμαστά φαινόμενα του Σύμπαντος, την εξέλιξη ή τα άλυτα μυστήριά του. Διαχωρίζεται όμως φυσιολογικά σε δύο αλληλένδετα κεφάλαια. Στο πρώτο, που επιγράφεται «Τα θαυμαστά του Σύμπαντος», ιχνηλατώνται μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές «παρουσίες» στο αδιανόητο αυτό Όλον, που αποτελεί ωστόσο και δικό μας σπίτι. Οι μακρινοί γαλαξίες και τα άστρα, οι κομήτες και τα φαντασματικά νετρίνα, η αντιύλη αλλά και οι υπέρλαμπρες εκρήξεις αστεριών. Ελπίζεται ότι ο αναγνώστης θα αποκτήσει έτσι μια πρώτη συνείδηση του Κόσμου μας, μια αίσθηση της απεραντοσύνης του. Το δεύτερο κεφάλαιο της ατέλειωτης αυτής διαδρομής επιγράφεται «Ο άνθρωπος και το Σύμπαν». Aναφέρεται στα συγκλονιστικά επιτεύγματα της επιστήμης και στις απαντήσεις που δίδει στα προαιώνια ερωτήματα της ανθρώπινης υπάρξεως. Η έννοια του χρόνου αλλά και η ύπαρξη εξωγήινης ζωής, ο μεγάλος επιταχυντής του CERN αλλά και το σωματίδιο του Θεού, η «Θεωρία των Πάντων» αλλά και η ανίχνευση του νετρίνου στα θαλάσσια βάθη της Πύλου καλύπτουν ανάμεσα σε άλλα τις σελίδες του. Επιχειρούν έτσι να φωτίσουν τη σχέση του ανθρώπου με το Σύμπαν και να αναδείξουν την ασίγαστη λαχτάρα του να αποκαλύψει τους νόμους που το διέπουν. Ας σημειωθεί ότι το καθένα από τα είκοσι κείμενα αυτής της ενότητας –αλλά και της δεύτερης που ακολουθεί– διαθέτει αυτοδύναμη ζωή και ύπαρξη. Ο αναγνώστης έχει λοιπόν τη δυνατότητα να επιλέξει εκείνος τη σειρά που θα τα διαβάσει, ανάλογα με τη διάθεση ή τα ενδιαφέροντά του.


xxiv

Ε ΝΑ Σ Α Σ Τ Ρ ΟΛ Α Β ΟΣ ΤΟΥ ΟΥ ΡΑ ΝΟΥ Κ Α Ι Τ Η Σ Ζ ΩΗ Σ

Η δεύτερη τώρα ενότητα του βιβλίου, που επιγράφεται συνοπτικά

«Της Ζωής», χωρίζεται και εκείνη σε διακλαδώσεις. Αρχίζει με ένα χωριστό κεφάλαιο που έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ένα σημειω­ματάριο για την κρίση». Σε αυτό συγκεντρώθηκαν μερικά κείμενα που γράφηκαν πρόσφατα και αφορούν την ίδια την «κρίση». Με αμηχανία αλλά και οδύνη, προσπαθούν να ανιχνεύσουν τα αίτια, να συλλάβουν τις διαστάσεις της. Το ενδιαφέρον ωστόσο είναι άλλο. Αξίζει λοιπόν να τονισθεί, και να τονισθεί με έμφαση, ότι σε όλα τα κείμενα αυτής της ενότητας υπάρχουν σαφείς υπαινιγμοί: Ότι έτσι που προχωρούσε η Ελλάδα, με διάτρητους τους θεσμούς και τις αξίες της, θα κατέληγε κάποια στιγμή σε ένα οδυνηρό αδιέξοδο. Δεν ήταν, φυσικά, η αίσθηση αυτή κάποιου είδους προφητεία. Την πικρία του συγγραφέα απηχούσε περισσότερο, την απόγνωσή του. Ειδικά το δεύτερο κεφάλαιο, «Η Ελλάδα και ο κόσμος της», εστιάζει στα δεινά της εθνικής μας ζωής, αλλά και στα επιτεύγματα ή τις λαχτάρες της. Ένας μάλιστα όρος, που χρησιμοποιούσα συχνά στις ομιλίες και τα κείμενά μου, απέκτησε μεγάλη διάδοση και αποδοχή. Είναι η «παράλληλη» Ελλάδα, που, από τότε που γνωρίζομε την ιστορία μας, εξακολουθεί να πράττει το σωστό και το δύσκολο· και να αντιτίθεται στην Ελλάδα των κενών λόγων, της δημαγωγίας ή της κομματικής ιδιο­τέλειας. Φυσιολογικά φθάνει έτσι κανείς στο κεφάλαιο «Τα πάθη της ελληνικής Παιδείας», που είναι και το τρίτο αυτής της ενότητας. Εδώ, δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Διότι τα πάθη της Παι­ δείας τα ζουν με κυμαινόμενη ένταση καθηγητές και φοιτητές, γονείς αλλά και οι «αρμόδιοι» σε κάθε της επίπεδο. Όπως ζουν και τα θαύματά της: τον δάσκαλο που επιμένει να διδάσκει σωστά τα παιδιά, τον φοιτητή που διακρίνεται για τον μόχθο και τη λαχτάρα του να προχωρήσει, τον Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο με το ήθος και τις ερευνητικές περγαμηνές. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι, επειδή ο συγγραφέας ανάλωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στα πράγματα της Παιδείας, και πολλές υπήρξαν οι εμπειρίες του, εδώ επέλεξε να φωτίσει ορισμένες μόνον χαρακτηριστικές πλευρές της. Είναι απλοί υπαινιγμοί, ψηφί-


ΟΙ Ι Χ Ν Η Λ Α Σ Ι Ε Σ Ε ΝΟΣ Α Σ Τ Ρ ΟΛ Α Β ΟΥ

xxv

δες σε ένα οικοδόμημα χωρίς όρια. Ένα όμως ερώτημα αναδύεται σπαρακτικό: Πώς φτάσαμε εκεί; Διότι, ενώ όλοι ομνύουν στον ρόλο και τη σημασία της Παιδείας, τώρα, μετά από τόσα χρόνια, οι βασικοί της άξονες, η λειτουργία και το κύρος της, παραμένουν πληγωμένοι και διάτρητοι. Το τέταρτο, τέλος, κεφάλαιο στην ενότητα «Της Ζωής» επιχειρεί να κινηθεί έξω από τα όρια του τόπου μας, σε ερωτήματα που αγγίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο και τη μοίρα του. Θίγονται έτσι θέματα όπως η εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνολογίας, η κυριαρχία μιας οικονομίας ανοικτής αλλά και ανάλγητης, και επίσης το αναπότρεπτο, όπως φαίνεται, των πολεμικών συγκρούσεων. Μια Ελλάδα που παραπαίει καλείται συνεπώς να υπάρξει σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον μεταβαλλόμενο, αλλά και προκλητικό. «Η ανθρώπινη μοίρα», όπως είναι ο τίτλος του κεφαλαίου, επηρεάζει και διεισδύει στην ελληνική μοίρα. Το παράδοξο είναι ότι, όσον αφορά τις οικονομικές εξελίξεις τουλάχιστον, και το αντίστροφο αποδείχθηκε ότι ισχύει. Εννοείται ότι μήτε οι δύο μεγάλες ενότητες του βιβλίου, μήτε τα επιμέρους κεφάλαιά του έχουν αυστηρά τα όρια. Επικοινωνούν μεταξύ τους, άλλοτε με φανερές διόδους, κάποτε με μυστικά μονοπάτια. Στους παλιούς καιρούς δεν ήταν ξεκομμένος άλλωστε ο άνθρωπος από τα θαυμαστά του Ουρανού. Στα κείμενα του βιβλίου ίσως μάλιστα να επισημανθούν από τον αναγνώστη και κάποιες επαναλήψεις. Είναι ενσυνείδητες οι περισσότερες, είτε για να αναδείξουν μια έννοια σημαντική είτε για να συν��ελέσουν στην αυτονομία του κειμένου.

Ενώ όμως όσα αναφέρθηκαν μπορεί να θεωρηθούν ότι περιγράφουν με επάρκεια τα περιεχόμενα του βιβλίου, το ερώτημα που αναμένει απάντηση είναι ο λόγος –αν υπάρχει λόγος– που εκδίδεται αυτήν τη δύσκολη εποχή. «Οι λόγοι για τους οποίους γράφεται ένα βιβλίο», έγραφα στην Κόμη της Βερενίκης, «είναι πολλοί και κάποτε δυσδιά­ κριτοι. Στην ουσία του ένα βιβλίο αποτελεί πάντοτε μια προσπάθεια επικοινωνίας. »Αν την επικοινωνία αυτή ο συγγραφέας την επιδιώκει με τον αναγνώστη ή τον εαυτό του, δεν έχει ίσως ιδιαίτερη σημασία. Εκεί-


xxvi

Ε ΝΑ Σ Α Σ Τ Ρ ΟΛ Α Β ΟΣ ΤΟΥ ΟΥ ΡΑ ΝΟΥ Κ Α Ι Τ Η Σ Ζ ΩΗ Σ

νο που έχει σημασία είναι όταν η επικοινωνία αφήνει κάποια ίχνη εσωτερικά: στον συγγραφέα ή τον αναγνώστη του». Η βασική αυτή αλήθεια δεν έχει φυσικά αλλάξει. Έχουν όμως αλλάξει δραματικά οι συντεταγμένες, οι κοινωνικές και οικονομικές, της χώρας. Ο σημερινός αναγνώστης υφίσταται έναν καταιγισμό λέξεων και καταστάσεων που εγέννησε η κρίση και τον οδηγούν συχνά στην απόγνωση. Η ανάγκη της επικοινωνίας του συγγραφέα με τον αναγνώστη γίνεται λοιπόν εντονότερη, αλλά και πιο δύσκολη. Είναι σαν να επιδιώκεται μια χειραψία στα σκοτεινά. Καθώς όμως ο συγγραφέας και ο αναγνώστης τείνουν τα χέρια για αυτήν τη χειραψία στα σκοτεινά, εκφράζουν ένα αίσθημα βαθύτερο: Ότι, περισσότερο παρά ποτέ, δεν θα επιθυμούσαν τα χέρια αυτά να μείνουν μετέωρα. Τη δυνατότητα της χειραψίας διευκολύνει άλλωστε το γεγονός ότι κινούνται, ο συγγραφέας και ο αναγνώστης, σε έναν κοινό νομίζω άξονα. Για την Ελλάδα και τη ζωή έχουν τις ίδιες ίσως αγωνίες. Ταυτόχρονα όμως –αυτό λένε και οι δικές μου εμπειρίες– αισθάνονται μεγάλη έλξη για τα θαυμαστά του Σύμπαντος και τα απέραντα μυστήριά του. Με τον καιρό ωστόσο αναδύθηκε και ένας πρόσθετος λόγος που ο συγγραφέας θέλησε να συγκεντρωθούν εδώ κάποια από τα κείμενά του· και να αποκτήσουν τη λάμψη και τη διάρκεια ενός βιβλίου. Συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι πολλά από αυτά αποτελούν μια έμμεση απάντηση στην αγωνία του αναγνώστη, αλλά και του κόσμου γενικότερα, που εξακολουθεί να ρωτά «πού είναι οι πνευματικοί άνθρωποι, και γιατί δεν παίρνουν θέση;». Το θέμα είναι περίπλοκο, και εδώ μόνον κάποιοι υπαινιγμοί μπορεί να διατυπωθούν. Οι λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι, όταν είναι άξιοι αυτού του τίτλου, θεωρώ κι εγώ ότι πρέπει να παίρνουν θέση στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας μας. Εννοείται όμως ότι σε εκείνους ανήκει πρώτιστα η επιλογή για τον τρόπο ή τον χρόνο που θα εκφρασθεί αυτή η θέση. Συνήθως μάλιστα, αν δεν επιδιώκουν το εύκολο χειροκρότημα, αρνούνται να ταυτισθούν με τις κραυγές που κυριαρχούν στην αγορά. Άλλοι πάλι εμμένουν απλώς στο έργο τους, το καλλιτεχνικό ή το συγγραφικό. Αν το έργο αυτό υπερβεί τη


ΟΙ Ι Χ Ν Η Λ Α Σ Ι Ε Σ Ε ΝΟΣ Α Σ Τ Ρ ΟΛ Α Β ΟΥ

xxvii

δοκιμασία του χρόνου, δίδει μακροπρόθεσμα μια «απάντηση», και ενδεχομένως σημαντική, στο ερώτημα που διατυπώνεται στις μέρες μας. Ακραίο παράδειγμα, διδακτικό από πολλές πλευρές, υπήρξε βέβαια ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Στη δημόσια –δεν λέω καν τη λέξη «πολιτική»– ζωή της εποχής ελάχιστα συμμετείχε. Πουθενά όμως αλλού όσο στους στίχους του δεν βρίσκει κανείς συμπυκνωμένα τα δεινά της ελληνικής ιστορίας, τους τριγμούς του παρελθόντος και του παρόντος. Ας έλθομε όμως και πάλι στο βιβλίο που κρατά στα χέρια του ο αναγνώστης. Όπως ανέφερα ήδη, στις σελίδες του, και ειδικά στο δεύτερο μέρος, με τον γενικό τίτλο «Της Ζωής», περιγράφονται ή μπορούν να ανιχνευθούν πολλές από τις ελληνικές παθογένειες, που αργά αλλά σταθερά θα οδηγούσαν στη σημερινή «κρίση», στην σημερινή έκλειψη διαρκείας του Ήλιου. Υπάρχουν κείμενα για την Παιδεία και τα εκφυλιστικά της φαινόμενα. Γίνονται συχνές αναφορές στις ανεπάρκειες του πολιτικού μας συστήματος. Τονίζεται –πολύ συχνά μάλιστα– το πόσο οι αξίες της εθνικής μας ζωής ήσαν πλαστές, και το ότι εύκολα θυσιάζαμε το μέλλον προς χάριν ενός χάρτινου παρόντος. Αναφέρεται με έμφαση η κακοποίηση του ελληνικού τοπίου και η περιφρόνηση, στις πόλεις και τα νησιά, της μοναδικής αισθητικής του. Πράγμα που σήμαινε, πολύ απλά, άλωση της ψυχής μας. Με δυο λόγια, οι σελίδες του βιβλίου αποτελούν ένα οδυνηρό, προειδοποιητικό «οδοιπορικό» για την Κρίση. Όπως επισημαίνεται σε ένα από τα πρόσφατα κείμενά του: «Ξέραμε για τα ρυάκια: Ότι η Παιδεία μας ήταν λειψή, ότι το Κράτος έπασχε, ότι η επιφανειακή μας ευμάρεια έκρυβε ανομίες και κυνισμό. Μαθαίναμε ότι τα ρυάκια είχαν γεμίσει πέτρες και σκουπίδια, όχι όμως ότι το ποτάμι που κατέληγαν φούσκωνε διαρκώς, και τώρα κινδυνεύει να πνίξει χωριά και ανθρώπους». Το ποτάμι πνίγει ήδη χωριά και ανθρώπους. Δεν έχει λοιπόν κανένα νόημα να διεκδικήσει ο συγγραφέας τον τίτλο του μικρού προφήτη. Οι μεγάλοι προφήτες έτσι κι αλλιώς εξέλιπαν. Ούτε να υπενθυμίσει με χαιρεκακία σε όσους ρωτούν σήμερα «πού είναι οι


xxviii

Ε ΝΑ Σ Α Σ Τ Ρ ΟΛ Α Β ΟΣ ΤΟΥ ΟΥ ΡΑ ΝΟΥ Κ Α Ι Τ Η Σ Ζ ΩΗ Σ

πνευματικοί άνθρωποι;» ότι τόσα χρόνια, που εδώ ή εκεί δήλωναν με αξιοσύνη την παρουσία τους, λίγοι φαίνεται να τους άκουγαν. Αυτό που έχει σημασία, κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, είναι να φύγομε όσο γίνεται από αυτό το κλίμα που θερίζει την καθημερινότητα και τα όνειρά μας. Όπως πάλι επισημαίνεται σε ένα από τα πρόσφατα κείμενα του βιβλίου: «Η μόνη μου επιθυμία είναι να εξέλθω. ΤΟ ΕΧΙΤ. Aπό αυτό που είναι σήμερα η πατρίδα, από όσα ζούμε καθημερινά και τα όσα προοιωνίζεται το μέλλον. Κουράστηκα να είμαι κι εγώ μέρος της μελαγχολίας που όλο και περισσότερο τυλίγει τα πρόσωπα και τους δρόμους. Δεν αντέχεται η βεβαιότητα: Ότι αν προχωρήσουμε έτσι, μας μέλλονται χειρότερα δεινά, η τραγωδία ενεδρεύει». Ενώ λοιπόν το παρόν βιβλίο αποτελεί, με τον τρόπο του, ένα οδοιπορικό ή μια προειδοποίηση για την κρίση, δεν θέλει καθόλου να μείνει σε αυτήν. Επιχειρεί, αντίθετα, να προσφέρει μια έξοδο, μια διέξοδο καλύτερα· σε κόσμους άλλους, που μιλούν για τα θαυμαστά του Σύμπαντος και για αξίες, βαθύτερες και μονιμότερες, της ζωής.

Σε αυτό το σημείο μάλιστα ο συγγραφέας αισθάνεται την ανάγκη

να σταθεί λίγο και να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Διότι τα βιβλία που έχει γράψει αγαπήθηκαν με θέρμη και επιμονή από τους αναγνώστες. Μεγαλύτερη όμως σημασία από τα αντίτυπα που δια­ τέθηκαν έχουν ίσως τα ίχνη που άφησαν στην ψυχή των αναγνωστών· και εκφράζονται με γράμματα, κριτικές, προφορικά σχόλια – κι ακόμα ποιήματα, πίνακες ζωγραφικής, μουσικές συνθέσεις, λόγο θεατρικό. Μόνον που αυτός ο αναγνώστης, ο υπομονετικός και ευγενικός αναγνώστης, δεν έχει τυπική τη μορφή. Δεν ήταν μόνον ο καθηγητής στο σχολείο και το πανεπιστήμιο, ο διανοούμενος με τα πολλά ενδιαφέροντα, ο επίμονος ταξιδευτής σε βιβλία και βιβλιοπωλεία. Η χαρά του γράφοντος, η μεγάλη, ήταν ότι αυτός ο αναγνώστης αποκάλυπτε διαρκώς και καινούργια πρόσωπα: από τον μαθητή σε ένα απομακρυσμένο σχολείο της Δράμας, μέχρι την καλλιτέχνιδα του χορού σε ένα κεντρικό θέατρο της Αθήνας· και από τον αστυνο-


ΟΙ Ι Χ Ν Η Λ Α Σ Ι Ε Σ Ε ΝΟΣ Α Σ Τ Ρ ΟΛ Α Β ΟΥ

xxix

μικό φρουρό σε μια πανεπιστημιακή δίκη στο Ρέθυμνο, μέχρι τον νέο άνθρωπο που λειτουργούσε ένα καφενείο στη Μάνη. Είναι σαν οι κόσμοι του συγγραφέα, που εκφράζονται και στις σελίδες που ακολουθούν –τα μυστήρια του Σύμπαντος και η μοίρα της Ελλάδας, τα δεινά της Παιδείας αλλά και οι φωτεινές διαδρομές της, οι κατακτήσεις της επιστήμης και τα μετέωρα βήματα του ανθρώπου– να διαστέλλονται αιφνίδια και ανεξήγητα, να καλύπτουν διαρκώς τον χώρο και τον χρόνο, να εκτείνονται και να συναντούν τον κόσμο και τους κόσμους του αναγνώστη.

Στο βιβλίο, άλλωστε, που κρατά στα χέρια του ο αναγνώστης, θα

επισημανθεί γρήγορα μια ιδιαιτερότητα: το εύρος αλλά και η ποικιλία της θεματολογίας. Η ποικιλία αυτή ανακλά ασφαλώς την προσωπικότητα του συγγραφέα, την πολύπλοκη και ίσως αντιφατική. Είναι αλήθεια ότι ο γράφων δεν πίστεψε ποτέ στην εξειδίκευση, στα περιχαρακωμένα όρια των ενδιαφερόντων ή των γνώσεων. Έτρεφε απλώς εκτίμηση απέραντη στην ανθρώπινη ποιότητα και την ποιότητα του νου. Και η ποιότητα αυτή μήτε με διδακτορικά διπλώματα μετράται, μήτε με όσα μας χαρίζει η κοινωνική αναγνώριση. Ως πρώτο χαρακτηριστικό της έχει την αναζήτηση της αλήθειας· και τον σεβασμό προς την πραγματική Γνώση, που δεν είναι πάντοτε το άθροισμα των γνώσεων. Στις σελίδες του βιβλίου ελπίζεται ότι ο αναγνώστης, ο ευγενικός αναγνώστης, θα αναγνωρίσει την προσπά­ θεια του συγγραφέα, τη βασανιστική, να μην προδώσει όσα ο ίδιος χρόνια τώρα συντηρεί ως κριτήρια εσωτερικά. Ενώ όμως είναι αλήθεια ότι Ένας αστρολάβος του Ουρανού και της Ζωής έχει και τον χαρακτήρα μιας προσωπικής πορείας, η πρόθεσή του είναι διαφορετική. Σημασία έχει αν, μέσα από τα δικά μας μετέωρα βήματα, μπορούν να αναδειχθούν κάποιες ιδέες με καθολικότερη ισχύ, κάποιες αξίες που δύσκολα ορίζονται. Σε ένα σπουδαίο βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο, ο ήρωάς του, ο κύριος Πάλομαρ, φέρει το όνομα –που δίδει και τον τίτλο στο βιβλίο– ενός μεγάλου αστεροσκοπείου στην Αμερική. Ο κύριος Πάλομαρ ανιχνεύει λοιπόν ακατάπαυστα τον Κόσμο, ανακαλύπτει και


xxx

Ε ΝΑ Σ Α Σ Τ Ρ ΟΛ Α Β ΟΣ ΤΟΥ ΟΥ ΡΑ ΝΟΥ Κ Α Ι Τ Η Σ Ζ ΩΗ Σ

διερευνά τη φύση, την πόλη, τους ανθρώπους και τις κινήσεις τους· ύστερα το βλέμμα του βυθίζεται στο αχανές διάστημα, προσπαθώντας να πετύχει έναν βουβό διάλογο με τα άστρα. «Έχουν περάσει εβδομάδες ή και μήνες», εξιστορεί ο Καλβίνο, «από τη νύχτα που ο κύριος Πάλομαρ κοίταξε για τελευταία φορά τα αστέρια. Απόψε ο ουρανός μοιάζει πολύ πιο γεμάτος απ’ ό,τι δείχνει ο οποιοσδήποτε χάρτης· σε σχέση με τις τυπωμένες εικόνες του, η πραγματικότητα φαντάζει πιο σύνθετη και λιγότερο καθαρή… »Για να αναγνωρίσει λοιπόν κανείς έναν αστερισμό, αρκεί να προσέξει πώς αυτός θα απαντήσει όταν τον φωνάξουν. Όταν το όνομα που βρίσκει ο κύριος Πάλομαρ είναι το σωστό, το καταλαβαίνει αμέσως, γιατί καλύπτει στο αστέρι μια ανάγκη, γιατί του χαρίζει μια σαφήνεια που πριν δεν είχε…». Κατά βάθος, αυτό προσπαθεί να κάνει και ο συγγραφέας του παρόντος βιβλίου: Να δώσει το σωστό όνομα στα σιωπηλά άστρα του ουρανού· και αν απαντήσουν, θα ξέρει πια ότι είναι σε θέση να συνομιλήσουν με τον εσώτερο και κάπου άγνωστο εαυτό του, με τους ψιθυρισμούς ή τα κρυφά του νεύματα. Ελπίζει ωστόσο, ο συγγραφέας πάντοτε, ότι ο αναγνώστης, ο καλός και ευγενικός αναγνώστης, αυτά τα νεύματα και τους ψιθυρισμούς θα αναγνωρίσει ως δικά του· ότι κάπου απηχούν και τον δικό του εσώτερο εαυτό. Ο αστρολάβος είναι άλλωστε εκεί, δίπλα του και μέσα του, για να προσδιορίσει τα αστέρια πάνω από τον ορίζοντα, για να σκοπεύσει τον Ήλιο. Τότε η χειραψία του με τον συγγραφέα δεν θα είναι πια στα σκοτεινά. Θα γίνει υπό το στοργικό βλέμμα και το φως των άστρων, και θα συνοδεύεται από μια αίσθηση διαφορετική του Ουρανού και της Ζωής.


Εγώ, ο Κομήτης Hale-Bopp

Την άνοιξη του 1997 ο κομήτης Hale-Bopp, ένας από τους λαμπρότε­ ρους κομήτες του 20ού αιώνα, άρχισε να πλησιάζει προς τη Γη. Ώφειλε το όνομά του στους ερασιτέχνες αστρονόμους που τον είχαν ανακαλύψει δύο χρόνια ενωρίτερα. Στην Ελλάδα υπήρξε ορατός με γυμνό μάτι ή απλά κιάλια. Κάθε μέρα μάλιστα που περνούσε ο κομήτης φαινόταν, την ίδια ώρα, πιο ψηλά στον ουρανό, και η παρατήρησή του γινόταν όλο και πιο εύκολη. Η διέλευση του κομήτη έδωσε έτσι την ευκαιρία σε πολλούς «επαγ­ γελματίες» αλλά και ερασιτέχνες αστρονόμους να παρακολουθήσουν την πορεία του, να θαυμάσουν τη μεγαλειώδη του εμφάνιση ή να τον φω­ τογραφίσουν. Ο συγγραφέας του παρόντος βιβλίου προσπάθησε απλώς να κρατήσει σημειώσεις από μια αυτοβιογραφική εξομολόγηση, που ο ίδιος ο κομήτης του υπαγόρευσε λίγο πριν από τη διέλευσή του.

Εγώ λοιπόν, ο Hale-Bopp, ένας από τους λαμπρότερους κομήτες του

20ού αιώνα, βρίσκομαι και πάλι σε κοντινή απόσταση από τη Γη. Έχουν κιό­­λας περάσει 4.200 χρόνια από την προηγούμενη επίσκεψή μου. Oι αστρονόμοι, που με τρόπο θα έλεγα ενοχλητικό παρακολουθούν την πο­­ρεία μου, υπολογίζουν ότι στο πλησιέστερο σημείο της διαδρομής θα βρί­σκο­μαι το Σάββατο, 22 Mαρτίου. «Πλησιέστερο» βέβαια, τρόπος του λέγειν: ακόμα και τότε θα απέχω από τη Γη 194 εκατομμύρια χιλιόμετρα! Eίναι πάντως αλήθεια ότι η προσέγγισή μου στη Γη δεν με αφήνει αδιάφορο. Eκείνο το βράδυ οι κάτοικοί της, παιδιά και μεγάλοι στην ηλι­κία, επιστήμονες αλλά και απλοί άνθρωποι που αγαπούν


20

Αʹ ‒ ΤΟΥ ΟΥ ΡΑ ΝΟΥ : Ι ‒ ΤΑ ΘΑΥ Μ Α Σ ΤΑ ΤΟΥ ΣΥ Μ Π Α Ν ΤΟΣ

τα περίεργα του ουρανού, θα βγουν έξω στην ύπαιθρο για να με θαυμάσουν. Δεν συμβαίνει αυτό τακτικά από τότε που οι άνθρωποι μαζεύτηκαν στις μεγάλες πό­λεις και έχασαν την επαφή με τη φύση και τον έναστρο κόσμο. Λέγεται μάλιστα ότι την ώρα τους περνούν μπροστά σε κάτι μικρές οθόνες, που εκπέμπουν κακόγουστα θεάματα και φλυαρίες. Aισθάνομαι λοιπόν μεγάλη χαρά αλλά και κάποια τιμή που η διέ­­λευσή μου προκαλεί τόσες προσδοκίες και ενδιαφέρον. Σύμφωνα μάλι­στα με τον ομόλογό μου, κομήτη Hyakutake, όταν εκείνος φάνηκε πέ­ρυσι στον ουρανό της Γης, οι άνθρωποι κρατούσαν μαζί τους κάτι περίερ­γα αντικείμενα, που λέγονται τηλεσκόπια ή κιάλια, και κάνουν την παρα­τή­ρηση πιο εύκολη. Όχι ότι θα το υπερηφανευθώ, αλλά σε μένα δεν φαίνεται απαραίτητο: η λάμψη μου θα ξεπερνά και το φωτεινότερο ίσως άστρο, με την τεράστια ουρά μου να εκτείνεται αντίθετα από τον Ήλιο.

Μια λοιπόν που θα βρεθώ κοντά στη Γη και τους κατοίκους της,

οι κανόνες ευγενείας επιβάλλουν να συστηθώ. Στους αστρονομικούς καταλόγους έχω καταγραφεί ως ο Kομήτης C/1995 O1, μια καταγραφή που θυμίζει δυστυχώς δραπέτη. Κατά κάποιο τρόπο βέβαια είμαι πράγματι δραπέτης, αφού ξέφυγα από το παγωμένο νεφέλωμα του Oort. Στους περισσότερους ωστόσο είμαι γνωστός ως ο Kομήτης Hale-Bopp, από τα ονόματα των αστρονόμων που με ανακάλυψαν στον ουρανό τον Iούλιο του 1995. Δεν αισθάνομαι φυσικά ενθουσιασμένος από την κακόηχη αυτή ονο­μασία. Eίναι όμως απ’ ό,τι φαίνεται συνήθεια της Γης, που δεν στα­μα­τά στους κομήτες. Kαι σε πλατείες και δρόμους δίδονται τα ονόματα πο­λιτικών ή επιφανών της χώρας, και μάλιστα, ανάλογα με τους φανα­τι­σμούς που επικρατούν κατά καιρούς, αλλάζουν αυτές οι τιμητικές ονομασίες. Aς επιστρέψω όμως και πάλι στα δικά μου. Όσοι θαυμάζουν τη λα­μπρό­τητά μου, αγνοούν ίσως ότι αυτή είναι δευτερογενής, και δυστυχώς παροδική. Kαθώς ένας κομήτης πλησιάζει προς τον Ήλιο, μόρια πάγου α­πό αυτά που συνιστούν τον κεντρικό του


ΕΓΩ , Ο ΚΟ Μ Η Τ ΗΣ H A L E - B O P P

21

πυ­ρήνα εξατμίζονται. Σχημα­τίζε­ται έτσι ένα νέφος από νερό και σκόνη –η περίφημη «κόμη»– που εκτείνεται σε αρκετά χιλιόμετρα διαχέοντας το ηλιακό φως, ενώ ταυτόχρονα μόρια αερίων ιονίζονται και φωτοβολούν. Έτσι λάμπουν οι κομήτες και εντυπωσιάζουν τους γήινους· αλλιώς θα μέναμε στην αφάνεια και στο περιθώριο. O υποφαινόμενος μάλιστα άρχισα να διακρίνομαι στον ουρανό ενώ βρισκόμουν ακόμα πολύ μακριά από τον Ήλιο, σε από­σταση επτά φορές μεγαλύτερη από όση απέχει η Γη. Tο γεγονός έχει εντυπωσιάσει –και δίκαια– τους αστρονόμους, που διερωτώνται για τους λόγους της υπερβολικής μου φωτεινότητας, και περίμεναν από τότε με αδημονία τη διέλευσή μου. Στο περιήλιο, το πλησιέστερο δηλαδή προς τον Ήλιο σημείο, θα βρεθώ την 1η Aπριλίου. Eκείνες οι νύχτες, καθώς θα περνώ από τον Aστερισμό της Aνδρομέδας και θα οδεύω προς τον Περσέα, πιθανόν να αποδειχθούν και οι καλύτερες για την παρατήρησή μου. Διότι, όσο ένας κομήτης πλησιάζει τον Ήλιο, ο περίφημος «ηλιακός άνεμος» –ένα ρεύμα σωματιδίων και ακτινοβολίας– απωθεί τα αέρια της κόμης, που σχηματίζουν έτσι μια εντυπωσιακή ουρά. H δική μου ουρά ίσως απλωθεί σε μήκος εκατοντάδων εκατομμυρίων χιλιομέτρων!

Το ότι πάντως η κεφαλή ενός κομήτη αποτελείται ως επί το πλεί-

στον από παγωμένα μόρια και σκόνη έκαναν πολλούς να μας προσομοιάζουν με «βρώμικη χιονόμπαλα». Δεν θα σχολιάσω αυτήν την αγένεια, που δεν είναι άλλωστε ασυνήθιστη στους ανθρώπους της Γης. Nα σημειώσω μόνον ότι ένας ειδικός δορυφόρος, που επέτυχε το 1986 να συναντήσει και να εξερευνήσει τον κομήτη του Halley, είχε ονομασθεί –να, επιτέλους, και μια ωραία έμπνευση!– Giotto. Kαι αυτό, διότι ο σπουδαίος Iταλός ζωγράφος είχε απεικονίσει τον κομήτη ως άστρο της Bηθλεέμ. Tα ευρήματα πάντως του δορυφόρου ήσαν μάλλον αναπάντεχα, αφού η κεφαλή του κομήτη αποδείχθηκε μεγαλύτερη και πιο σκοτεινή από όσο πίστευαν οι αστρονόμοι. Eκτός μάλιστα από ορυκτά στοιχεία, όπως σίδηρο, μαγνήσιο ή άνθρακα, περιείχε υδρογόνο και άζωτο· ήταν επίσης πλούσια σε οργανικές ενώσεις. Tώρα, οι


22

Αʹ ‒ ΤΟΥ ΟΥ ΡΑ ΝΟΥ : Ι ‒ ΤΑ ΘΑΥ Μ Α Σ ΤΑ ΤΟΥ ΣΥ Μ Π Α Ν ΤΟΣ

αστρονόμοι περιμένουν με ανυπομονησία και τις δικές μου αποκαλύψεις. Eλπίζουν ότι κρύβω πολλές πληροφορίες που αναφέρονται στο απώτερο παρελθόν του ηλιακού συστήματος. Διότι η καταγωγή μου, έτσι για να υπερηφανευθώ, έχει τις ρίζες της στο αρχέγονο νεφέλωμα από το οποίο σχηματίσθηκε το ίδιο το ηλιακό σύστημα. Έχω, δηλαδή, ηλικία 4,5 δισεκατομμυρίων χρόνων!

Τη μακρινή εκείνη εποχή υπήρχε –όπως λένε και στα παραμύθια–

ένα γιγαντιαίο και πυκνό νεφέλωμα από αέρια και σκόνη. Kάποιο κοσμι­κό γεγονός, ίσως η έκρηξη ενός κοντινού άστρου, διατάραξε ωστόσο την ισορροπία του νεφελώματος, που άρχισε να καταρρέει. Kαθώς η ύλη του έπεφτε προς το κέντρο, αποκτούσε διαρκώς και υψηλότερη πυκνότητα και θερμοκρασία. Σε αυτές τις συνθήκες, κάποια στιγμή άρχισε η πυρηνική σύντηξη της ύλης, και τα τεράστια ποσά ενέργειας και ακτινοβολίας που εκλύθηκαν έδωσαν στη σφαιρική μάζα μεγάλη λαμπρότητα. O Ήλιος είχε γεννηθεί! Λυπούμαι που θα ταράξω και πάλι τη ματαιοδοξία των γήινων, αλλά παρό­μοιοι με τον δικό τους ήλιο, τον πολυύμνητο και υποτίθεται μοναδικό, υπάρχουν δισεκατομμύρια στο Σύμπαν. Mακριά πάντως από τη γειτονιά του Ήλιου, το αρχέγονο νεφέ­ λωμα σχημάτισε έναν πυκνό περιστρεφόμενο δίσκο. Εκεί, οι συγ­ κρούσεις βραχωδών μαζών οδήγησαν στη συσσωμάτωσή τους και στον σχημα­τι­σμό των πλανητών. Eμείς οι κομήτες γεννηθήκαμε την ίδια εποχή από μικρά κομμάτια σκόνης και πάγου, και σε περιοχές έξω από τη θανατηφόρα ακτινοβολία του Ήλιου. Eιδικά εγώ, όπως συμπεραίνουν από την τροχιά μου οι αστρονόμοι, προέρχομαι από το σφαιρικό, πα­γω­μένο νέφος του Oort. Tο νέφος αυτό εκτείνεται στα όρια του ηλιακού συστήματος, και αποτελεί τη σημαντικότερη ίσως κοιτίδα κομητών. Υπολογίζεται σήμερα ότι γύρω στα 500 δισ­εκατομμύρια κομήτες περιπλανώνται εκεί αργά και άσκοπα! Πριν δηλαδή από τις σπάνιες επισκέψεις μου στον ουρανό της Γης, μεγάλο μέρος της ζωής μου το περνώ στην ερημιά και την κατάψυξη. Aποτελώ, κυριολεκτικά, ένα φωτεινό απολίθωμα που έρχεται από το βασίλειο του πάγου και της σιωπής.


ΕΓΩ , Ο ΚΟ Μ Η Τ ΗΣ H A L E - B O P P

23

Αφού λοιπόν αυτή είναι η μακρινή, αριστοκρατική καταγωγ�� μου,

είναι περιττό να σας διηγηθώ τα όσα έζησα και είδα τα τέσσερα δισε­κατομμύρια χρόνια της υπάρξεώς μου. Iδιαίτερα όταν, ωθούμενος από τη βαρυτική επίδραση ενός άστρου, εγκατέλειψα το νέφος του Oort και άρχισα να ταξιδεύω σε μια ελλειπτική τροχιά και να κατοπτεύω τα πέριξ. Στην απέραντη νύχτα αμυδρά έλαμπαν πάντα τα φώτα των άστρων, γεννιώνταν διαρκώς καινούργια ενώ άλλα έσβηναν αργά, και κάπου κάπου οι κατακλυσμικές εκρήξεις μεγάλων αστέρων –οι περίφημοι υπερκαινοφανείς– φώτιζαν το στερέωμα και εκτόξευαν τερά­στιες ποσότητες ύλης και ακτινοβολίας στο διάστημα. Oι πλανήτες σιγά σιγά σταθεροποιήθηκαν σε σταθερές τροχιές γύρω από τον Ήλιο. Οι επιφάνειές τους όμως υπέστησαν μεγάλες αλλαγές από τον βομβαρδισμό τους με ακτινοβολίες και μετεωρίτες, αλλά και τις αδιάκοπες χημικές διεργασίες. Έτσι, ένας από τους πλανήτες, και συγ­κεκριμένα η Γη, ανέπτυξε τις κατάλληλες συνθήκες για την εκδή­λωση ενός φαινομένου με καθοριστική σημασία στην ιστορία του ηλια­κού συστήματος. Εννοώ την εμφάνιση της ζωής. Kάποιοι μάλιστα επι­στήμονες ισχυρίζονται ότι τα βασικά χημικά συστατικά της ζωής μετα­φέρθηκαν στην αρχέγονη Γη από κομήτες. Aνεξάρτητα από την αλήθεια του, ο ισχυρισμός αυτός ασφαλώς και μου προκαλεί μεγάλη υπερηφάνεια. Είναι πάντως γεγονός ότι, καθώς επισκεπτόμουν περιοδικά τη Γη από τα βάθη του χρόνου και του διαστήματος, υποπτευόμουν ότι κάτι σπουδαίο επρόκειτο να συμβεί στην επιφάνειά της. Aπό μια στροβι­λιζό­μενη μάζα αερίων και σκόνης η Γη εξελισσόταν αργά αλλά σταθερά σε έναν ιδιόμορφο πλανήτη με ατμόσφαιρα και ωκεανούς, οροσειρές και δάση. Μεγάλο πάντως ρόλο στη διαμόρφωση της Γης, αλλά και στην εμφάνιση της ζωής, πρέπει να έπαιξε η σωστή απόστασή της από τον Ήλιο. Είναι βέβαιο ότι από κάποιες αρχέγονες μορφές ζωής στις λίμνες ή τους ωκεανούς της, μια μακρά όσο και επίπονη εξελικτική διαδικασία θα οδηγήσει στον άνθρωπο. Ούτε ο ίδιος όμως φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι η δική του η παρουσία στη Γη αντιστοιχεί


24

Αʹ ‒ ΤΟΥ ΟΥ ΡΑ ΝΟΥ : Ι ‒ ΤΑ ΘΑΥ Μ Α Σ ΤΑ ΤΟΥ ΣΥ Μ Π Α Ν ΤΟΣ

σε ένα ελάχιστο μόνον μέρος της ιστορίας του πλανήτη: όσο μια ώρα στη χρονική διαδρομή ενός ολόκληρου έτους! Υπήρξε ωστόσο αρκετή για να τον καταστήσει κυρίαρχο του φυσικού κόσμου, και να τον οδηγήσει, με την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, σε λαμπρά επιτεύγματα, αλλά και σοβαρούς κινδύνους. Δεν θα ξεχάσω μάλιστα την κατάπληξή μου, όταν πρόσφατα άρχισα να παρατηρώ πολλά ουράνια σώματα, φορ­τωμένα με κεραίες και ηλεκτρονικά όργανα, που περιέτρεχαν όπως εγώ το ηλιακό σύστημα. Ήταν, όπως έμαθα, διαστημόπλοια, ανθρώπινης κατασκευής και προελεύσεως. Mια όμως που ο λόγος για τη ζωή και τον πλανήτη που την φιλο­ ξενεί, είμαι βέβαιος ότι στα χείλη πολλών βρίσκεται το ερώτημα: δεν υπάρχει άραγε κι αλλού ζωή, δεν είδα στις πολλαπλές περιπλανήσεις μου, στα αέναα ταξίδια και τις περιπέτειές μου, τα σημάδια της, τους μοναδικούς και πάλλοντες ιριδισμούς της; Θέλω να απαντήσω με κάθε δυνατή ειλικρίνεια και με το βάρος που δίδει στην απάντηση αυτή η προέλευση αλλά και η ηλικία μου: δεν ξέρω. Στο ηλιακό σύστημα, που το περιτρέχω αναρίθμητες τώρα χιλιε­τίες, έχω συναντήσει κάποιες εν­δείξεις για την παρουσία ­ζωής. Καμιά όμως απόδειξη. Aπό την άλλη, μου φαίνεται άκομψο και υπερφίαλο η ζωή να εμφανίσθηκε μόνον στον πλανήτη Γη. Παρόμοια με το δικό μας ηλιακά συστήματα υπάρχουν δι­σεκατομμύρια μόνον στον Γαλαξία μας. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι από έναν ερασιτέχνη αστρονόμο διαδόθηκε τον Nοέμβριο πως την τροχιά μου συνόδευσε για λίγο ένα αντικείμενο αγνώστου προελεύσεως και ταυτότητας. Είναι λοιπόν κατάλληλη η στιγμή να διευκρινίσω ότι το αντικείμενο αυτό ήταν απλά και μόνο ένα άστρο με αμυδρή φωτεινότητα, το SAO 141894. Συχνά οι άνθρωποι, πιεσμένοι από την αστρική μοναξιά τους, φαντάζονται εμφανίσεις εξωγήινων και πλάθουν ιστορίες.

Καθώς ωστόσο πλησιάζω στη Γη και από δω ψηλά συλλαμβάνω

μερικές εικόνες της ή ακούω κάποιους ήχους –ή να ’ναι άραγε κραυγές;– από όσα συμβαίνουν στην επιφάνειά της, δεν μπορώ να απο-


ΕΓΩ , Ο ΚΟ Μ Η Τ ΗΣ H A L E - B O P P

25

φύγω κάποια αισθήματα ανησυχίας. Πριν από τέσσερις περίπου χιλιετίες είχα περάσει πάλι από τη γειτονιά της Γης, και κάποιοι σπουδαίοι πολιτισμοί είχαν αρχίσει να ανθίζουν. Στα παράλια του Aιγαίου και στην Kρήτη, στη Σουμερία ή στην Aίγυπτο. Από την εποχή μάλιστα των Bαβυλωνίων, είχε ήδη αναγνωρισθεί ότι εμείς οι κομήτες είμαστε ουράνια σώματα. Mόνο κάποιοι φιλόσοφοι της Σχολής του Aριστοτέλη επέμεναν ότι αποτελούμε παροδικές φωτιές στην ατμόσφαιρα. Στους αιώνες που πέρασαν, δεν έλειψαν φυσικά οι φόβοι και οι δεισι­δαιμονίες. Με την πρόοδο όμως της επιστήμης, τη θέση τους έπαιρνε η λογική και η γνώση. Eίναι χαρακτηριστικό ότι, ακόμα και στις αρχές του 20ού αιώνα, η εμφάνιση του κομήτη του Halley στον ουρανό προκάλεσε πανικό και φόβο στους ανθρώπους. Eγώ, από την άλλη, δεν μπορώ να έχω κανένα παράπονο. Πολύ πριν πλησιάσω στη Γη, οι αστρονόμοι είχαν υπολογίσει με ακρίβεια την τροχιά μου, οι εφημερίδες και τα περιοδικά γέμισαν με κολακευτικές φωτογραφίες μου, και το πολύ να γεννήσει κάποια αισθήματα δέους η εμφάνισή μου στον ουρανό. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι στους αιώνες που μεσολάβησαν από την προηγούμενη επίσκεψή μου πολλά είναι τα σημάδια προόδου στο ανθρώπινο είδος. Δεν έλειψαν φυσικά και τα δεινά, και είθε να αρ­χί­σει να επικρατεί παντού το δίκαιο και η λογική. Αλλού ωστόσο είναι η πηγή της δικής μου ανησυχίας. Ορατή και από εδώ ψηλά είναι η αλλοίωση που έχει επιφέρει ο άνθρωπος στο περιβάλλον της Γης, στις θάλασ­σες και την ατμόσφαιρά της. Φοβούμαι ότι τα περιθώρια που υπάρχουν για να απο­φευχθεί αυτός ο δρόμος της αυτοκαταστροφής ολοένα και στενεύουν. Εύχο­μαι λοιπόν να αναστραφεί αυτή η ανθρώπινη συμπεριφορά, που δεί­ χνει μόνον μωρία και οίηση. Όπως είμαι σε θέση να γνωρίζω και ο ίδιος, αυτή η θαυμαστή ισορροπία στο περιβάλλον της Γης, στα φυτά και στους έμβιους οργανισμούς, στα εδάφη και τα νερά της, χρειάσθηκε εκατομμύρια χρόνια για να αποκατασταθεί. Κάθε λοιπόν διαταραχή της –αυτό φαίνεται ήδη– φέρνει κοντύτερα την απειλή και τη Nέμεση.


26

Αʹ ‒ ΤΟΥ ΟΥ ΡΑ ΝΟΥ : Ι ‒ ΤΑ ΘΑΥ Μ Α Σ ΤΑ ΤΟΥ ΣΥ Μ Π Α Ν ΤΟΣ

Δεν θέλω όμως να επιμείνω άλλο, τουλάχιστον αυτές τις ημέρες.

Tώρα, καθώς επιστήμονες και απλοί άνθρωποι μιλούν για μένα και παρα­τηρούν την κάθε μου κίνηση, αισθάνομαι αυτοπεποίθηση και παρηγοριά. Xρειάζονται αυτά, καθώς θα πάρω το μακρινό ταξίδι της επιστροφής, και κάποια στιγμή θα χαθώ πάλι στην παγωνιά και τη σιωπή. Στον ουρανό της Γης θα εμφανισθώ εκ νέου σε τέσσερις περίπου χιλιετίες. Xρόνος ασήμαντος με τα κοσμικά μέτρα, υπερβολικά μεγάλος όμως αν συγκριθεί με τις ανθρώπινες εμπειρίες. Δεν θέλω να σκεφτώ ότι, αν συνεχισθεί η ίδια απερίσκεπτη πορεία, η Γη θα είναι τότε αγνώριστη, και το πολυπλοκότερο είδος της εξελίξεως, ο άνθρωπος, ίσως να έχει αυτοαναιρεθεί. Όσο για το δικό μου το απώτερο μέλλον, δεν υπάρχουν πολλές αμφι­βολίες. Όπως συμβαίνει με τους ζώντες οργανισμούς, ένα αναπότρεπτο τέλος περιμένει και τα αστρικά σώματα. Aπό ειρωνεία μάλιστα της τύχης, ό,τι μου δίνει τη λάμψη και μεγάλη φήμη συν­ τελεί επίσης –έτσι συμβαίνει και σε μερικούς ανθρώπους– και στην τελική καταστροφή μου. Kάθε φορά λοιπόν που περνώ κοντά στον Ήλιο, χάνω ένα μεγάλο μέρος της δικής μου μάζας, αφού τα παγωμένα μόρια εξατμίζονται και σχηματίζουν τη φαντασμαγορική ουρά μου. Aυτό συμβαίνει με κάθε κομήτη που η τροχιά του διασχίζει το εσώτερο ηλιακό σύστημα. O κομήτης του Halley, για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι κατά την τελευταία του εμφάνιση στον γήινο ουρανό έχασε 300 εκατομμύρια τόνους από τη μάζα του. Mε τα χρόνια δηλαδή –ποια χρόνια; τις χιλιετίες– ένας κομήτης μειώ­νει τη δραστηριότητά του, εκτοξεύει λιγότερους πίδακες αερίων, με δυο λόγια γερνά και καταλαγιάζει. Στο τέλος θα καταλήξει ένας απλός αστεροειδής ή πιθανόν και να εξαφανισθεί ολοκληρωτικά.

Σε μένα φαίνεται πολύ μακρινή αυτή η στιγμή, και για την ώρα χαίρομαι το θέαμα του νυχτερινού ουρανού, έτσι καθώς περιπλανιέμαι ανάμεσα στους αστερισμούς και ακούω τους μύθους που αφηγούνται. Όταν στις αρχές Aπριλίου πάρω τον δρόμο της επιστροφής, με τον ηλια­κό άνεμο πλησίστιο, θα διαβώ τον Περσέα και θα κατευθυνθώ προς τον σπουδαίο αστερισμό του Tαύρου. Eκεί λάμπει


ΕΓΩ , Ο ΚΟ Μ Η Τ ΗΣ H A L E - B O P P

27

ο Aλντεμπαράν, ένας μεγάλος ερυθρός γίγαντας, ενώ στα άκρα του αστερισμού διακρίνονται ήδη οι Πλειά­δες, που είναι σμήνος άστρων μικρής σχετικά ηλικίας. Οι λαοί της Γης έχουν πλάσει πολλά τραγούδια και θρύλους για τις Πλειάδες, και συν­δέουν μάλιστα τα φωτεινότερα από τα άστρα τους με θαλασσινά ταξίδια και θεές. Είθε παρόμοιες ευγενικές εικόνες να συνοδεύουν πάντα τις περιπλανήσεις μου, καθώς οι αιώνες θα περνούν και θα περνούν, και εγώ θα ζω μέσα στα σκοτάδια και τη μοναξιά.


Τον καιρό των πτώσεων

Ένας-ένας πέφτει. Πέφτουν: ο ένας μετά τον άλλο. Οι άλλοι, εμείς

οι υπόλοιποι, παρακολουθούμε εκείνον που πέφτει, κι ευχόμαστε να μην φτάσει το φαινόμενο σε μας. Στην αρχή τα περιστατικά ήταν μεμονωμένα. Όταν έπεφτε κάποιος, το γεγονός έμοιαζε να συμβαίνει αλλού, κάπου μακριά. Δεν μας αφορούσε. Με τον καιρό ωστόσο τα περιστατικά πλήθαιναν· και επίσης πλησίαζαν. Η ανησυχία μεγάλωνε. Είναι αλήθεια ότι προσπαθήσαμε να καταλάβομε τις αιτίες των πτώσεων, να κατατάξομε όσους πέφτουν σε κατηγορίες. Μια κατηγορία ονομάσθηκαν συμβασιούχοι, μια άλλη ιδιωτικοί υπάλληλοι, μια τρίτη απόμαχοι της ζωής. Ενώ όμως οι κατηγορίες διαρκώς πλήθαιναν, είχαμε ακόμα την ελπίδα ότι η επιδημία ήταν προσωρινή.

Δεν άργησε βέβαια η πρωτόγνωρη αυτή επιδημία να αποκτήσει ένα όνομα: Κρίση. Σύντομα μάλιστα την απλή αυτή λέξη συνόδευαν άλλες, όλο και πιο δυσνόητες. Μνημόνιο και ελλείμματα, μεσοπρόθεσμο και ύφεση, επιλεκτική χρεωκοπία.

Όσοι ωστόσο ονομάτιζαν την επιδημία ή επέμεναν να την ονομα-

τίζουν δεν καταλάβαιναν ότι δεν είχε πια καμιά σημασία. Το κακό υπερέβαινε τις περιγραφές του. Δεν αφορούσε αριθμούς, αλλά κάτι βαθύτερο και άγνωστο, όπως η σκοτεινή ύλη που λένε ότι κυριαρχεί στο Σύμπαν. Οι συγκεντρώσεις και οι καταγγελίες, οι διαδηλώσεις και τα συνθήματα, φαίνονταν ανίσχυρες. Συχνά μάλιστα επιτάχυ-


160

Βʹ ‒ Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Ι ‒ Ε ΝΑ ΣΗ Μ ΕΙΩΜ ΑΤΑ Ρ Ι Ο ΓΙ Α Τ Η Ν Κ Ρ ΙΣΗ

ναν τις πτώσεις. Μπορεί βέβαια οι πτώσεις να ήταν πια ομαδικές, η κάθε μία όμως έκρυβε τη δική της απόγνωση, το δικό της ξεχωριστό δράμα. Ο καθένας έπεφτε μόνος του.

 Έτσι ζούσαμε: με την ελπίδα διαρκώς να λιγοστεύει, με τις πτώσεις να πολλαπλασιάζονται. Καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες και νέοι, πολλοί νέοι άνθρωποι – έπεφταν. Έπεφταν ακόμη θεσμοί και αξιοπρέπεια, η ισχύς των νόμων και το αίσθημα της αλληλεγγύης. Μόνον κάποιοι άνθρωποι που λέγεται ότι κατοικούσαν σε μια παράλληλη Ελλάδα παρέμεναν όρθιοι στα εφιαλτικά αυτά χρόνια των πτώσεων. Εξακολουθούσαν μάλιστα να δίδουν ένα παράδειγμα ήθους και έγνοιας για το κοινό καλό. 

Έμείς, οι άλλοι, ατενίζαμε πια παθητικά τον ορίζοντα. Οι σχοινο-

τενείς αναλύσεις μας προκαλούσαν αποστροφή, τα επαναστατικά λόγια απώθηση, τις συνεχείς εξαγγελίες ότι η επιδημία θα ανασχεθεί δεν τις πιστεύαμε. Αποκαλύφθηκε μάλιστα ότι οι κύριοι με τις γραβάτες και τα μανικετόκουμπα, ενώ μας βεβαίωναν για τις καλές τους προθέσεις, απαιτούσαν με εκδικητικότητα ολοένα και περισσότερες πτώσεις. Μας έμενε λοιπόν μόνον ο φόβος, που έφτανε συχνά στα όρια του πανικού: ότι και εμείς, που είμαστε ήδη ασταθείς, θα πέσομε κάποια στιγμή, δεν θα υπάρχομε για πολύ όρθιοι. Τον πανικό αυτό μεγάλωναν οι τηλεοπτικές οθόνες που υπήρχαν στα σπίτια, τα καταστήματα και τα σαλόνια των πλοίων. Εκεί, διάφοροι προφήτευαν στα μικρόφωνα με αυταρέσκεια και κραυγές, ενώ είχες την αίσθηση ότι χαίρονταν για το πλήθος ή το αναπότρεπτο των πτώσεων.



Παρέμενε ωστόσο ένα φαινόμενο παράδοξο και ανεξήγητο. Μέσα σε

αυτό το τοπίο το ζοφερό, των διαρκών πτώσεων, ένας αλλόκοτος θίασος κυκλοφορούσε αμέριμνος. Στο έργο που έπαιζε –κανείς δεν ήξερε αν ήταν κωμωδία ή τραγωδία– αναγνωρίζαμε αποσπάσματα από άλλα έργα, του παρελθόντος. Τότε όμως οι ηθοποιοί τύχαιναν κάποιας υπολήψεως. Δεν ήταν μάλιστα σπάνιες οι φορές που οι θεα­τές –εμείς όλοι, δηλαδή– χειροκροτούσαμε αυτήν ή την άλλη τους επιτυχία.


ΤΟ Ν Κ Α Ι Ρ Ο ΤΩ Ν Π ΤΩΣΕΩ Ν

161

Τώρα όμως πια οι παραστάσεις ήταν κακές, τα σκηνικά φθαρμένα από τον χρόνο, το έργο παρωχημένο. Οι αποδοκιμασίες πλήθαιναν, μέχρι που έγιναν μια βουή οργισμένη. Ο κόσμος –εμείς όλοι– ζητούσε να φύγει αυτός ο θίασος από τη σκηνή, ή τουλάχιστον να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Εκείνοι ωστόσο –ο θίασος– δεν έμοιαζε να νοιάζεται. Ο κάθε ηθοποιός συνέχιζε την απαγγελία του, σαν ένα κασετόφωνο που είχε ξεχαστεί σε λειτουργία. Ο ηθοποιός μάλιστα που, ατενίζοντας το κενό, έπαιζε τον δεύτερο ρόλο εποφθαλμιούσε εκείνον του πρωταγωνιστή, και διαρκώς κολάκευε το κοινό. Ώσπου οι ψίθυροι επιβεβαιώθηκαν: ότι τον θίασο αποτελούσε ένα ιδιαίτερο είδος ανθρώπων που είχαν το όνομα «πολιτικοί». Όπως έλεγαν μάλιστα οι φήμες, ενδιαφέρονταν μόνον για τα εισιτήρια που έκοβε το έργο. Το σπουδαίο ήταν ότι στο βάθος αυτού του θεάτρου σκιών, εμείς ζούσαμε πάντοτε με τον φόβο των πτώσεων, τον διαρκή και ανελέητο.



Έτσι ζούσαμε τότε: με τον φόβο των πτώσεων. Όταν όλα αυτά πέ-

ρασαν, είμαστε βέβαιοι ότι είχαμε ζήσει μια παράκρουση, μια ομαδική παραφροσύνη. Το πώς βέβαια πέρασαν όλα είναι μια άλλη και απίστευτη ιστορία. Όπως από τη ρωγμή ενός έρημου τόπου ξεπηδούν φυτά και τα πρώτα λουλούδια. Έπρεπε πάντως να φύγει εκείνος ο θίασος, που μόνον την οργή προκαλούσε, και να σχηματισθεί ένας άλλος, από τις καλύτερες δυνάμεις που διέθετε η Τέχνη του θεάτρου και της ζωής. Έπρεπε επίσης να αγαπήσομε λίγο περισσότερο τον τόπο μας, που είχαμε μάθει να τον πληγώνομε ασυλλόγιστα· και να αισθανθούμε ευγνωμοσύνη για τον ήλιο και την ομορφιά που μας πρόσφερε. Το πιο δύσκολο όμως ήταν να ακούσομε κάποιους σοφούς, που χρόνια τώρα επέμεναν να λένε αλήθειες: ότι η πραγματική Παιδεία είναι ένα ύψιστο και δύσκολο αγαθό, και δεν έχει να κάνει με «καταλήψεις»· ότι σε μια δημοκρατική πολιτεία οι νόμοι, ακόμα και όταν είναι άδικοι, πρέπει να γίνονται σεβαστοί· ότι όσα εκείνοι –οι σοφοί– ονόμαζαν αξίες, είναι απαραίτητες στην πορεία μιας χώρας, και έπρεπε να ανακαλυφθούν από την αρχή. Ευτυχώς,


162

Βʹ ‒ Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Ι ‒ Ε ΝΑ ΣΗ Μ ΕΙΩΜ ΑΤΑ Ρ Ι Ο ΓΙ Α Τ Η Ν Κ Ρ ΙΣΗ

όλο αυτόν τον καιρό των διαρκών πτώσεων, δεν είχαμε παύσει – ούτε άλλωστε μπορούσε να μας εμποδίσει κανείς– να ονειρευόμαστε. Τα όνειρα όμως, λένε πάλι οι σοφοί, κρύβουν συχνά και τις προσδοκίες μας.
 


Ένας αστρολάβος του Ουρανού και της Ζωής