Page 1

ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΔΕΛΤΙΟ 38–ΜΑΙΟΣ 2015 Καζούο Ισιγκούρο: «Η μνήμη δύσκολα χειραγωγείται, η φαντασία δεν αστυνομεύεται»

Συγγραφέας, το χειρότερο επάγγελμα του κόσμου;

Η σύγχρονη γυναικεία πορνογραφία και οι άντρες Τόλκιν εναντίον Τρίτου Ράιχ

Γκίντερ Γκρας: Οδεύουμε σαν υπνοβάτες σε παγκόσμιο πόλεμο Θεόδωρος Γρηγοριάδης : Τι Σκέφτομαι Όταν Με Ρωτάνε Αν Γράφω Ή Γιατί Γράφω Ακόμη

Επιλογή θεμάτων: Παντελής Μάκη

`

Roberto Bolano: Βιβλιοπώλες


Περιεχόμενα

Σελ.

Ο «αυτοκράτορας» του βιβλίου ................................................................................................ 4 Γκίντερ Γκρας: Οδεύουμε σαν υπνοβάτες σε παγκόσμιο πόλεμο ............................................. 6 Συγγραφέας, το χειρότερο επάγγελμα του κόσμου;................................................................. 8 Η σύγχρονη γυναικεία πορνογραφία και οι άντρες … ............................................................ 13 Καζούο Ισιγκούρο: «Η μνήμη δύσκολα χειραγωγείται, η φαντασία δεν αστυνομεύεται» ...................................................................................................................... 17 Τόλκιν εναντίον Τρίτου Ράιχ : 1-0............................................................................................ 23 Θεόδωρος Γρηγοριάδης : Τι Σκέφτομαι Όταν Με Ρωτάνε Αν Γράφω Ή Γιατί Γράφω Ακόμη ...................................................................................................................................... 26 Βιβλιοπώλες ............................................................................................................................ 30 Εξώφυλλα σπάνιων ελληνικών βιβλίων ................................................................................. 33


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Από το Ρόδο στο Μηδέν 5 Μαΐου 2015 Κέντρο Λόγου και Τεχνών Τεχνοδρόμιο

2


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

3


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

«Έσβησε ο Κλοντ Ντιράν»

Ο «αυτοκράτορας» του βιβλίου Της Νατάσας Παπανικολάου

Μια μεγάλη μορφή των γαλλικών γραμμάτων και της παγκόσμιας λογοτεχνικής οικογένειας, ο εκδότης, συγγραφέας και μεταφραστής κολοσσιαίων έργων Κλοντ Ντιράν απεβίωσε τα ξημερώματα της Πέμπτης στο Παρίσι, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό στον χώρο των εκδόσεων. Μεγάλη μορφή των γαλλικών γραμμάτων και της παγκόσμιας λογοτεχνικής οικογένειας, ο Κλοντ Ντιράν ήταν πρόεδρος των εκδόσεων «Fayard», στις οποίες μεγαλούργησε για 30 χρόνια έως το 2009 που αποσύρθηκε Μεγάλη μορφή των γαλλικών γραμμάτων και της παγκόσμιας λογοτεχνικής οικογένειας, ο Κλοντ Ντιράν ήταν πρόεδρος των εκδόσεων «Fayard», στις οποίες μεγαλούργησε για 30 χρόνια έως το 2009 που αποσύρθηκε. Ο «αυτοκράτορας Κλαύδιος», όπως ήταν το ψευδώνυμο του προέδρου των εκδόσεων «Fayard», στις οποίες μεγαλούργησε για 30 χρόνια έως το 2009 που αποσύρθηκε, ήταν εκείνος

4


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

που έκανε γνωστούς στο αναγνωστικό κοινό τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, τον Αλεξάντρ Σολζενίτσιν και τον συμπατριώτη του Μισέλ Ουελμπέκ. Ο «πάπας» των εκδόσεων, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής κουλτούρας στη Γαλλία για 50 ολόκληρα χρόνια, άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο Pitie-Salppetiere σε ηλικία 76 ετών. Ηδη από το 1938 ο Κλοντ Ντιράν εργαζόταν ως επιμελητής εκδόσεων, κυνηγός ταλέντων, μεταφραστής από τα Αγγλικά και τα Ισπανικά, ενώ ήταν ο ίδιος συγγραφέας. Ηταν εκείνος που το 1967 γνώρισε για πρώτη φορά στους Γάλλους το «100 χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες, το οποίο μετέφρασε πριν ακόμη αυτό εκδοθεί στα Ισπανικά μαζί με τη γυναίκα του. «Ο Μάρκες δεν ήταν καθόλου γνωστός στη Γαλλία, ακόμη και μετά την έκδοση του βιβλίου», έλεγε σε μια συνέντευξή του στη «Liberation» το 1999. «Εμένα μ' άρεσε πολύ τότε το -Εκατό χρόνια μοναξιάς- και σχεδόν ντρέπομαι να πω πόσο φτηνό ήταν, αλλά το είχα αγοράσει 5.000 φράγκα. Η γυναίκα μου η Κάρμεν ήταν έγκυος και της λέω: ?Θα το μεταφράσουμε κατά την εγκυμοσύνη σου?. Κι έτσι το κάναμε σε 9 μήνες». Αμέσως μετά την έκδοση του αριστουργήματος του Μάρκες θα ακολουθήσει ακόμη ένα ισχυρό «χτύπημα» με την κολοσσιαία έκδοση του έργου του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν «Αρχιπέλαγος γκούλαγκ», στα Γαλλικά το 1974, όταν ο συγγραφέας ζούσε εξόριστος από τη Σοβιετική Ενωση. Ο Ντιράν θα γίνει ο ατζέντης του συγγραφέα και συνεργάτης του έως τον θάνατό του το 2008. Το 1979 θα λάβει το Βραβείο Medicis για το διήγημά του «La nuit Zoologique», ενώ ύστερα από ένα σύντομο πέρασμα από τον οίκο «Grasset» θα επιστρέψει στις εκδόσεις «Fayard», που βρίσκονται τότε σε πτώση. Μέσα σε δύο χρόνια θα καταφέρει να τις κάνει ξανά κερδοφόρες, ενώ μέσα στα 30 χρόνια της πορείας του θα ασχοληθεί με μεγάλα και δύσκολα έργα, θα εκδώσει όμως και βιογραφίες σταρ και πολιτικών προσωπικοτήτων από όλους τους χώρους.«Αυτό που έκανε τον Ντιράν να ξεχωρίζει», αφηγείται ο εκδότης Ραφαέλ Σορίν, «είναι ότι έπαιρνε ρίσκα και τολμούσε να προχωρήσει σε εκδόσεις που θα προκαλούσαν αντιδράσεις και ήταν αμφιλεγόμενες». Για παράδειγμα, ο Σορίν αναφέρει την έκδοση του βιβλίου «Η κρυφή πλευρά του Monde» των δημοσιογράφων Πιερ Πεάν και Φιλίπ Κοέν, που συγκλόνισε τα θεμέλια της γαλλικής εφημερίδας το 2003. Το βιβλίο εξαντλήθηκε μέσα σε μόνο λίγες ώρες, ξεπερνώντας τις πρώτες έξι ημέρες τον εντυπωσιακό αριθμό των 265.000 αντιτύπων. Μάλιστα ο Ντιράν είχε τηρήσει απόλυτη μυστικότητα γύρω από το περιεχόμενό του βιβλίου, ενώ οι προφυλάξεις ήταν τέτοιες που η διόρθωση έγινε από ανώτατα στελέχη του οίκου «Fayard» και η εκτύπωση σε τυπογραφείο της Ισπανίας... Πηγή: http://www.ethnos.gr/

5


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Γκίντερ Γκρας:

Οδεύουμε σαν υπνοβάτες σε παγκόσμιο πόλεμο Της Άντα Δαλιάκα

Τους φόβους του για έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο, τον πόνο ως πηγή έμπνευσης, την προσωπική του διαδρομή και το νέο του έργο, το οποίο επρόκειτο να εκδώσει το φθινόπωρο, έθιξε μεταξύ άλλων ο Γκίντερ Γκρας σε μια ανέκδοτη συνέντευξή του στην ισπανική εφημερίδα «Ελ Παΐς». Οδεύουμε σαν υπνοβάτες σε παγκόσμιο πόλεμο Στις 21 Μαρτίου ο Γερμανός νομπελίστας μίλησε στον Χουάν Κροθ παραθέτοντας στην πολύτιμη αυτή συνέντευξη τις σκέψεις του πριν ο κύκλος της ζωής του κλείσει στις 13 Απριλίου. Ο ίδιος βρισκόταν στο σπίτι του στο Λίμπεκ της βόρειας Γερμανίας, ενώ η υγεία του ήταν κλονισμένη από πνευμονία και του ήταν απαραίτητη η συσκευή οξυγόνου. Ξέρετε, στο «Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι» (2006) αφηγούμαι πώς σε ηλικία 16 ετών κατάφερα να επιζήσω σχεδόν κατά τύχη», είπε αναφερόμενος στην αυτοβιογραφία του και τη στρατολόγησή του στα Waffen-SS. «Στη διάρκεια αυτού του μικρού χρονικού διαστήματος των τριών ή τεσσάρων εβδομάδων διέτρεξα πέντε ή έξι φορές τον κίνδυνο να πεθάνω, όπως πολλοί άλλοι στην ηλικία μου», προσθέτει. 6


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

«Εξακολουθώ να έχω συνείδηση αυτού του πράγματος... Το να εργάζομαι όσο μπορώ περισσότερο με εξυπηρετεί για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι επέζησα», συμπλήρωσε. Για το βαρύ φορτίο της επίπονης εργασίας ο Γερμανός λογοτέχνης υπογράμμισε ότι «κατά βάθος η αιτία της δουλειάς είναι ο πόνος. Ο πόνος είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο εργάζομαι και δημιουργώ». Το τελευταίο του έργο, μια συλλογή από νουβέλες, ποιήματα και σκίτσα, το οποίο προόριζε για έκδοση το φθινόπωρο, στόχευε στην εξερεύνηση της «έντονης σχέσης» ανάμεσα στην πρόζα και την ποίηση. Καταστροφή Εκείνο όμως που τον απασχολούσε περισσότερο ήταν οι νέες εστίες πολέμου σε όλο τον κόσμο: «Εχουμε από τη μια πλευρά την Ουκρανία, η κατάσταση της οποίας δεν βελτιώνεται. Στο Ισραήλ και στην Παλαιστίνη τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Είναι η καταστροφή που άφησαν οι Αμερικανοί στο Ιράκ - οι ακρότητες του Ισλαμικού Κράτους και το πρόβλημα της Συρίας... Παντού υπάρχουν πόλεμοι. Αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο να κάνουμε τα ίδια λάθη όπως προηγουμένως. Και χωρίς να το αντιληφθούμε, μπορεί να βυθιστούμε σε έναν παγκόσμιο πόλεμο σαν να ήμασταν υπνοβάτες». Ο Γκρας αναφέρθηκε στη συνέντευξή του στη Ρωσία ως ειδική περίπτωση χώρας που φέρει τραύματα από το παρελθόν της. «Φοβούνται και πάλι (οι Ρώσοι) ότι θα κυκλωθούν από τον εχθρό. Δεν λέω πως αυτό δικαιολογεί εκείνο που έκαναν στην Κριμαία, είναι αδικαιολόγητο. Αλλά πρέπει να το καταλάβουμε και αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε, να καταλάβουμε τη Ρωσία», τόνισε. Η ευθύνη του μέλλοντος βαραίνει τον σύγχρονο άνθρωπο κατά τον Γκίντερ Γκρας. «Ζούμε τώρα και έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε κάτι τώρα με τις ζωές μας. Είναι ο μύθος του Σισύφου, τον οποίο ανακάλυψα μετά τον πόλεμο», σχολίασε. Το απρόοπτο των φυσικών καταστροφών δεν υφίσταται πλέον. «Λέγαμε πως η φύση είναι η αιτία των λιμών, της ξηρασίας, η ευθύνη ήταν αλλού», προσέθεσε αναφορικά με την κλιματική αλλαγή και ότι για πρώτη φορά «είμαστε υπεύθυνοι, έχουμε τη δυνατότητα και την ικανότητα να καταστραφούμε». «Δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά προσκεκλημένοι που περνούν έναν σύντομο και πολύ συγκεκριμένο χρόνο στον κόσμο αυτό και δεν αφήνουμε πίσω μας παρά ατομικά απορρίμματα», κατέληξε ο συγγραφέας του «Τενεκεδένιου ταμπούρλου». Πηγή: http://www.ethnos.gr/

7


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Συγγραφέας, το χειρότερο επάγγελμα του κόσμου; Της Κατερίνας Γούλα (Γαλλία, δύο συνεντεύξεις).

Την παραμονή της έναρξης του Σαλονιού του Βιβλίου στο Παρίσι, ο Fran çois Bégaudeau και ο Iegor Gran εκδίδουν δυο μυθιστορήματα αστεία και δηκτικά τα οποία στηλιτεύουν τον λογοτεχνικό κόσμο και τα αναγκαία κακά του. Στην «Εκδίκηση του Κεβίν» (la Revanche de Kevin), ο Iegor Gran αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού που είχε την ατυχία να ονομάζεται Κεβίν. Υπάλληλος σε έναν μεγάλο ραδιοφωνικό σταθμό της αριστεράς, δεν αντέχει άλλο την περιφρόνηση που του επιβάλλει το προλεταριακό όνομά του μέσα στη θριαμβεύουσα πολιτιστική μπουρζουαζία. Εκδικητικός, αρχίζει να στοιχειώνει τα κοσμικά γεγονότα κάνοντας τους άλλους να πιστέψουν πώς πρόκειται για έναν πολλά υποσχόμενο ανερχόμενο εκδότη. Υπόσχεται δόξα στους συγγραφείς που συναντά, μόνο και μόνο για την ηδονή που του προσφέρει το να τους εγκαταλείπει στη συνέχεια και να του βυθίζει στην κατάθλιψη. Από τη δική του πλευρά, ο çois FranBégaudeauεκδίδει το «Ευγένεια» (Politesse), ένα ξεκαρδιστικό χρονικό της λογοτεχνικής ζωής, μια μεθοδική εξερεύνηση του πολιτιστικού κυκλώματος από τη λιγότερο ένδοξη οπτική γωνία του: τα Φεστιβάλ Βιβλίου όπου κανείς δεν τον γνωρίζει, τις συνεντεύξεις από δημοσιογράφους που δεν έχουν ανοίξει το βιβλίο του, τις επίπονες παρεμβάσεις στα σχολεία, τα χωρίς αντικείμενο ταξίδια, τις συζητήσεις χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον.

8


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Δύο βιβλία αστεία και οργισμένα, τα οποία επιτίθενται αμείλικτα στον λογοτεχνικό κόσμο, αυτόν τον τεχνητό βιότοπο όπου η λογοτεχνία ζορίζεται πολύ για να τα βγάλει πέρα. Δεν το κάνουν βέβαια και οι δύο με τον ίδιο τρόπο. Ο Gran επιδίδεται στη σάτιρα και égaudeau, οB στον ρεαλισμό. Το Σαββατοκύριακο του Σαλονιού θα είναι και οι δύο εκεί. Θα υπογράψουν βιβλία. Θα δώσουν συνεντεύξεις. Και δε θα είναι και πολύ στα κέφια τους.

Το Σαλόνι Βιβλίου πλησιάζει. Είστε χαρούμενοι; Iegor Gran Δεν είναι ευχάριστη εμπειρία. Θα είναι ευκαιρία βέβαια να συναντηθούμε με τους υπόλοιπους συναδέλφους. Αλλά όσοι συγγραφείς γνωρίζω εγώ μισούν αυτό το μέρος. Είναι ένα παζάρι όπου πουλάνε συγγραφείς αντί για λουκάνικα. Μόνο που τα λουκάνικα είναι χρήσιμα. Οι συγγραφείς, όχι απαραίτητα. Οπότε, πηγαίνουμε, σαν από παβλοφική αντίδραση, γιατί μας το ζητά ο εκδότης μας, γιατί έχουμε πάντοτε την ελπίδα να συναντήσουμε έναν αναγνώστη. Αυτό το Σαλόνι, δεν το σώζει τίποτε. Γιατί να πάει κανείς εκεί, από τη στιγμή που υπάρχουν ένα σωρό βιβλιοπωλεία που είναι πολύ πιο συμπαθητικοί χώροι; Να έρθει ο κόσμος για να δει έναν συγκεκριμένο συγγραφέα, στον οποίο έχει κάτι να πει, γιατί όχι. Αλλά ακόμη και στη Μανόσκ, την αφρόκρεμα των λογοτεχνικών σαλονιών, έχουμε την εντύπωση ότι οι άνθρωποι έρχονται εκεί σαν τουρίστες. Έρχονται να ξύσουν τη μύτη τους ακούγοντας έναν συγραφέα να φλυαρεί.

François Bégaudeau Ο εκδοτικός οίκος Verticales μου ζητά να παρευρεθώ, το έχει ανάγκη, οπότε θα το κάνω, χωρίς δυσαρέσκεια. Έχει πλάκα να χαζεύεις αυτό το μεγάλο παζάρι. Ξέρω ότι θα υπάρχει τεράστια ουρά για τον Zemmour κι ότι εμείς θα έχουμε λιγότερο κόσμο. Αλλά πιο πολύ θα το χαρακτήριζα σαν «ό,τι να ‘ναι» παρά σαν κάτι το πραγματικά αβίωτο κι εχθρικό. Οι υπογραφές διαρκούν μια ώρα, πίνουμε έναν καφέ, πουλάμε τρία-τέσσερα βιβλία. Δεν πηγαίνω σε πολλά Σαλόνια. Υπάρχουν βέβαια και επαγγελματίες, όπως ο David Foenkinos. Κάθε φορά που πηγαίνω κάπου, είναι μπροστά μου. Στο βιβλίο χρησιμοποιώ ένα επαναλαμβανόμενο αστείο, ένα φιλικό running gag. Υπάρχουν συγγραφείς που δεν πηγαίνουν ποτέ, λες κι έχουν αλλεργία, όπως ο Chevillard ή ο Echenoz. Εγώ βρίσκομαι σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Όταν νιώθω ότι θα παριστάνω το εξωτικό ζώο πίσω από μια στοίβα βιβλία, το αποφεύγω.

Καταλήγετε σε μια συγκεκριμένη διαπίστωση: στον λογοτεχνικό κόσμο, μιλάμε για τα πάντα, εκτός από λογοτεχνία. Iegor Gran Βρισκόμαστε στο νόμο της αγοράς και της ζήτησης. Αλλά ο εραστής της λογοτεχνίας είναι το πιο απειλούμενο θηλαστικό. Η ζήτηση είναι πολύ χαμηλή. Και η προσφορά είναι πληθωρική. Οι rentrées littéraires (οι μαζικές κυκλοφορίες λογοτεχνικών βιβλίων, δύο φορές το 9


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

χρόνο, κάθε Σεπτέμβρη και Γενάρη) μας συνθλίβουν κάτω από το βάρος των καινούργιων βιβλίων. Επομένως, για να πουλήσεις το δικό σου, ποντάρεις στο θέμα. Αν το βιβλίο σου μιλά για τη Βραζιλία, θα τραβήξει κάποιον που ενδιαφέρεται για τη Βραζιλία.Αλλά αν το βιβλίο σου δε μιλά ούτε για τη Βραζιλία ούτε για ένα θέμα της επικαιρότητας που έκανε αίσθηση, δεν αποκλείεται και να σε ρωτήσουν για ποιο λόγο ασχολείσαι με το γράψιμο. Στις συναντήσεις ή στις εκπομπές, οι συγγραφείς είναι ταξινομημένοι ανά θέμα. Αν δεν πάμε, αντί για χίλια βιβλία, θα πουλήσουμε πέντε. Επομένως πάμε. Και συνήθως τα πάμε πολύ χάλια. Ορισμένοι τα καταφέρνουν καλά, πρέπει να το παραδεχτούμε, και αυτό τους βοηθά πολύ. Αλλά, οι περισσότεροι από εμάς, είμαστε χαμένοι. Τα βιβλία δεν είναι παρά αφορμές για να βάλουν τους συγγραφείς να μιλήσουν. Όλο αυτό είναι επιβαρυμένο από την παράδοση του στρατευμένου συγγραφέα, ο οποίος έχει γνώμη για όλα, για την παγκοσμιοποίηση, για τη σύρραξη Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Είναι επίσης λάθος του σχολείου. Διδάσκει τα κείμενα σαν να είναι ιστορικές μαρτυρίες. Κάνει τους συγγραφείς προφήτες. Ενώ διαβάζουμε βιβλία επειδή μας αρέσει να διαβάζουμε φράσεις. Είναι φρικτό η λογοτεχνία να παρουσιάζεται σαν ένα εργαλείο κατανόησης του κόσμου, και όχι σαν ένα εργαλείο ευχαρίστησης.

François Bégaudeau Πρόκειται για μια πολύ συχνή διαπίστωση. Σε ένα άλλο βιβλίο, αποκάλεσα το φαινόμενο αυτό «TSL»: όλα εκτός από βιβλία (tout sauf les livres). Έχουμε γίνει απολογητές του βιβλίου ως σημείου αντίστασης απέναντι στη βαρβαρότητα. Αλλά το περιεχόμενο, είναι ο μεγάλος απών. Μπορούμε να μιλήσουμε για λογοτεχνία σε μια γιορτή για το βιβλίο, σε μια ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή; Να εστιάσουμε στο κείμενο, στις φράσεις, στο ύφος, στις λέξεις; Είμαι πεπεισμένος ότι κάτι τέτοιο ενδιαφέρει τον κόσμο. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι πιο διαχωριστικό και πιο ελιτίστικο από αυτό που μας προτείνουν σήμερα. Στην εκπομπή «le Cercle» που έχει θέμα τον κινηματογράφο, στην οποία συμμετείχα μέχρι πέρυσι το Σεπτέμβρη, η ανάλυση των εικόνων ήταν το αγαπημένο κομμάτι των θεατών. Θυμάμαι σε μια συνάντηση, όταν έβγαινε το «D’Âne à zèb re», όπου είχα μοιράσει δύο διαδοχικές εκδοχές του κειμένου μου: εξηγούσα το συλλογισμό που με είχε οδηγήσει στο να αλλάξω μια παράγραφο, ένα επίρρημα , ένα επίθετο. Γελάσαμε πάρα πολύ. Ήμασταν σαράντα δύο άτομα, αλλά ήταν τέλεια. Υπάρχουν τρόποι να επινοήσουμε πράγματα. Στα ΜΜΕ, έχω τη φήμη καλού πελάτη. Μιλάω καθαρά, μπορώ να αγγίξω και θέματα λίγο αμφιλεγόμενα. Δέχομαι επομένως άπειρες προτάσεις οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τη λογοτεχνία. Κάποια περίοδο, συμμετείχα σε διάφορες κουβέντες όπου με καλούσαν για να πω τη γνώμη μου. Σε φέρνουν αντιμέτωπο με κάποιον αντιδραστικό, για να δυναμιτίσουν την κατάσταση. Αυτό πάντοτε μου την έδινε. Έφευγα καταπιεσμένος, πικρόχολος. Ο θεός της τηλεόρασης είναι η πολεμική γύρω από τα θέματα που απασχολούν μια κοινωνία. Όταν έβγαλα το «Deux Singes ou ma vie politique», με κάλεσαν ξανά γιατί στον τίτλο υπήρχε η λέξη «πολιτική», για να μου κάνουν ερωτήσεις του τύπου: «Πού πάει η αριστερά;». Μου συνέβη με ραδιοφωνικές εκπομπές.

10


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Η άλλη μεγάλη λογοτεχνική υπηρεσία που παρέχετε είναι οι παρεμβάσεις σας στα σχολεία.

Iegor Gran Ω λα λα… Οι διάφορες περιφέρειες της Γαλλίας οργανώνουν γιορτές ή βραβεία, όπου μας λένε: θα ήταν καλό να πάτε να γνωρίσετε τους μαθητές. Όλο αυτό συστηματικά καταλήγει σε φάρσα. Το αναγνωστικό επίπεδο των μαθητών λυκείου βρίσκεται πολύ πέρα κι από τον χειρότερο εφιάλτη μας. Βλέπουμε στα μάτια τους την ολοκληρωτική αποχαύνωση και την τιμωρία που τους επιβάλλουμε. Δε βλέπουν μπροστά τους παρά έναν ηλίθιο με ένα βιβλίο που δεν κάνει για τίποτε. Κάτι στο οποίο δεν έχουν και άδικο στο κάτω κάτω. Πρέπει εξαρχής να εγκαταλείψεις την ιδέα να τους μιλήσεις για λογοτεχνία. Καλύτερα να το ρίξεις στη φλυαρία.

François Bégaudeau Έχουμε ένα σύστημα που παράγει αποκλειστικά κακή διάθεση. Οι χρηματοδοτούμενες δομές πρέπει να δείξουν ότι ασχολούνται με τους νέους. Επομένως, μια τέτοια γιορτή βιβλίου θα σχετιστεί με δύο ή τρία λύκεια. Πρέπει να στείλουν συγγραφείς. Αλλά οι καθηγητές δεν έχουν χρόνο να διαβάσουν τα βιβλία τους και να εμπλακούν μαζί με τους μαθητές στην απαραίτητη προετοιμασία ώστε να τους υποδεχθούν κατάλληλα. Ο συγγραφέας καταλαβαίνει μεμιάς ότι κανείς δεν έχει διαβάσει κάτι δικό του, κι ότι του κάνουν γενικόλογες ερωτήσεις, του τύπου: «Πόσα βγάζετε;». Λογικό είναι κι αυτός να φεύγει με την εντύπωση ότι οι νέοι είναι άχρηστοι. Οι καθηγητές πάλι θα πουν ότι είναι υπερόπτης. Οι διοργανωτές πάλι επιμένουν ότι αν δεν εξασφαλίσουν δώδεκα σχολικές συναντήσεις το χρόνο, δε θα έχουν τη δημοτική χρηματοδότηση. Δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα. Το ίδιο βλέπω και στο θέατρο. Υπάρχει κάτι πολύ σάπιο στο βασίλειο της χρηματοδοτούμενης κουλτούρας.

Το λογοτεχνικό περιβάλλον είναι με τη δεξιά ή με την αριστερά; Iegor Gran «Εγώ ήμουν πάντα με την αριστερά» είναι μια φράση που έχω ακούσει άπειρες φορές. Είναι παράλογο, αν το σκεφτεί κανείς. Αυτό σημαίνει «ήμουν πάντα καλός άνθρωπος». Στο χώρο των εκδόσεων ή των ΜΜΕ, όλοι αγαπούν να καθρεφτίζονται στα νερά του έντιμου ανθρώπου. Στο βιβλίο μου «La Revanche de Kevin», μιλάω για το χώρο του ραδιοφώνου. Έχουμε την εντύπωση ότι λειτουργεί μέσω μιμητισμού. Κι όμως βρισκόμαστε εν μέσω διανοούμενων, από τους οποίους θα περιμέναμε μια κριτική αντιμετώπιση. Αλλά όχι. Όλος ο κόσμος επαναλαμβάνει τα ίδια πράγματα. Το κόμπλεξ του Κεβίν σχετικά με το όνομά του είναι μια μεταφορά του συνδρόμου των λαϊκών τάξεων. Δεν έχει τίποτε το κοινό με αυτούς τους ανθρώπους, αλλά παίζει το παιχνίδι τους. Πηγαίνει σε Σαλόνια, περικυκλωμένος από ανθρώπους που μισεί. Μιλάει μόνο με κοινοτοπίες για να είναι αναγνωρίσιμος. Τον έκανα υπάλληλο ενός μεγάλου ραδιοφώνου γιατί ήξερα έναν τύπο, έναν δημοσιογράφο, ο οποίος δεν είχε ποτέ καταφέρει να ομολογήσει στους συναδέλφους του ότι είχε ψηφίσει Σαρκοζί στις εκλογές του 2007. Το βίωνε σαν μια κρυφή ατίμωση, ακόμη κι αν στις απόψεις του ήταν μετρημένος. Η σχέση του Κεβίν με τους ανθρώπους των πολιτιστικών κύκλων είναι 11


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

αμφιλεγόμενη. Θα ήθελε να είναι ένας από αυτούς, αλλά δεν έχει τα μέσα. Οπότε τους κοροϊδεύει.

François Bégaudeau Είναι αλήθεια ότι στο France-Inter, εφόσον είναι εμφανές ότι εκεί τοποθετεί το μυθιστόρημά του ο Iegor Gran, υπάρχει μια κυριαρχία της αριστεράς. Εκεί όπου νιώθω μεγαλύτερη αμηχανία, είναι στον εκδοτικό χώρο, ο οποίος έχει μεγαλοαστικές καταβολές. Αριστερές ή δεξιές, αυτό συζητιέται. Αλλά το ότι είναι μεγαλοαστικές, αυτό είναι σίγουρο. Εμένα, που ερχόμουν από την επαρχία, από το πανκ ροκ και το χώρο της εκπαίδευσης, αυτό με σόκαρε. Αυτή η κυριαρχία είναι προβληματική. Καταρχάς γιατί είναι εξ ορισμού μια άρνηση της ισότητας. Αλλά θέτει κι ένα πρόβλημα αισθητικό. Υπάρχει ένα αστικό γούστο. Για παράδειγμα, το ψυχαναλυτικό μοντέλο στο σύγχρονο μυθιστόρημα. Πόσα μυθιστορήματα πια αφηγούνται έναν τραυματισμό ο οποίος ακολουθείται από την ενδυνάμωση του χαρακτήρα; Υπάρχει επίσης μια αποκοινωνικοποίηση των αφηγήσεων: Πολλές από αυτές διαδραματίζονται σε ένα αστικό περιβάλλον χωρίς καν αυτό να επισημαίνεται. Σαν να ήταν κάτι αυτονόητα ουδέτερο. «Γύρισα στο μεγάλο διαμέρισμα μου στα δυτικά του Παρισιού». Πολύ καλά, αλλά πες μας κάτι. Δεν είναι λεπτομέρεια. Έπειτα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι περιβάλλοντα που βασίζονται πολύ στη δουλειά των ασκούμενων. Μεγάλη επινόηση του φιλελευθερισμού, οι ασκούμενοι.

Διαβάζοντάς σας, έχει κανείς την εντύπωση ότι ο συγγραφέας ασκεί το πιο καταθλιπτικό επάγγελμα του κόσμου. François Bégaudeau Βλέπω πολλούς συγγραφείς που υποφέρουν από κακή διάθεση. Εγώ που έχω μια γερή μαρξίζουσα κουλτούρα, δεν μπορώ να παραπονεθώ για το επάγγελμά μας. Κανείς δεν μας εξανάγκασε. Η ιδέα μου δεν ήταν να καταρτίσω ένα μαρτυρολόγιο. Μου αρέσει να επεξεργάζομαι αυτό που ενοχλεί, αυτό που δυσλειτουργεί. Πολύ απλά, είναι πιο αστείο. ΤΟ βιβλίο προδίδει επίσης, το παραδέχομαι, έναν αυξανόμενο εκνευρισμό. Για πολλά χρόνια, άντεξα ελπίζοντας ότι όλα αυτά κάποια στιγμή θα τελείωναν, ότι κάποια στιγμή θα βαριόμασταν. Κι έπειτα έφτασε μια στιγμή όπου κατάλαβα ότι τίποτε δε θα άλλαζε. Ο πολιτιστικός χώρος είναι χαμένος. Στο δεύτερο κομμάτι του βιβλίου μου, ο αφηγητής μου εκνευρίζεται με τους δημοσιογράφους, το κοινό των Σαλονιών, κ.λπ. Επαναστατεί. Αλλά βρίσκεται σε αδιέξοδο. Κατασκευάζεις από την αρχή κακή διάθεση. Απαντάς σε ένα θλιβερό πάθος με ένα άλλο θλιβερό πάθος. Στο τρίτο μέρος, προσπαθώ να δείξω πώς θα μπορούσαμε να γλιτώσουμε, με βάση πράγματα που υπάρχουν ήδη. Είναι λίγο τρελό, αλλά όχι ουτοπικό. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδύνατον να συνεχίσουμε έτσι. Θα αρχίσουμε να πυροβολούμε ο ένας τον άλλο. Πρέπει κάτι να σκεφτούμε.

12


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Iegor Gran Διάβασα πρόσφατα ότι το επάγγελμα που θα ήθελαν να ασκούν οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αυτό του συγγραφέα. Έμεινα έκπληκτος. Η πολιτιστική βιομηχανία είναι παράλογη. Την ίδια στιγμή, για να υιοθετήσουμε μια οπτική γωνία πιο φιλοσοφική, και πιο αισιόδοξη, ο άνθρωπος δεν αποδεικνύεται ποτέ τόσο μεγαλειώδης όσο όταν κατασκευάζει παράλογα πράγματα. Δεν είναι πραγματιστικό ον: είναι παράλογο, γελοίο ον και εκεί έγκειται και το μεγαλείο του. Να βγάζεις 800 μυθιστορήματα τέλη Αυγούστου για να πετάς 795 στην πολτοποίηση μετά από δύο βδομάδες, είναι απίθανη ιδέα. Κάποιος θεός, σε κάποιο μέρος, πρέπει να σκέφτεται: με κάνουν και γελάω πολύ αυτοί οι τύποι. Πηγή: http://www.oanagnostis.gr/

Η σύγχρονη γυναικεία πορνογραφία και οι άντρες Του Φίλιππου Φιλίππου.

Η έκδοση ενός καινούργιου ερωτικού μυθιστορήματος, στα όρια του πορνό, γραμμένου από γυναίκα, την «Christina Lauren», που εκδόθηκε πρόσφατα από τον οίκο Κεστός, μας ωθεί να θυμηθούμε ένα κείμενο του γράφοντος με θέμα τη σύγχρονη γυναικεία πορνογραφία που φιλοξενήθηκε στον «Αναγνώστη» στις 22 Μαΐου του 2013 και άρχιζε ως εξής:

13


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

«Τα μυθιστορήματα ευρείας κατανάλωσης που απευθύνονται αποκλειστικά στο γυναικείο κοινό παρουσιάζουν μια αυξητική τάση ανά τον κόσμο και θεωρούνται κυρίως εμπόρευμα και όχι λογοτεχνικά έργα με αξιώσεις κριτικών παρουσιάσεων, αναλύσεων και βραβείων […] Πιο συγκεκριμένα ασχολούνται με μια ερωτική ιστορία που αφού περάσει από διάφορες φάσεις και υπερπηδήσει τα παντοειδή εμπόδια καταλήγει σ’ ένα ευτυχές γεγονός: το γάμο». Στα καινούργια δεδομένα, τώρα. Με την ευκαιρία της προβολής στους ελληνικούς κινηματογράφους της ταινίας Πενήντα αποχρώσεις του γκρι, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ έγραψε στη στήλη του στα Νέα (Φεβρουάριος 2015) απαξιωτικά λόγια για τη μυθιστορηματική τριλογία, αλλά και τη συγγραφέα του, την Ε.Λ. Τζέιμς, την οποία χαρακτηρίζει «στρουμπουλή πενηντάρα Αγγλίδα με χαμόγελο συνοικιακής φουρνάρισσας». Ας συνεχίσουμε. Ένα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους χαρακτήρες στα παλιά αισθηματικά μυθιστορήματα είναι η ταξική διαφορά ανάμεσα στην ηρωίδα και τον εκλεκτό της. Εκείνη, νέα και όμορφη, συνήθως, είναι φτωχή, υπάλληλος ή άνεργη, κι εκείνος ωραίος, δυναμικός, και κυρίως πλούσιος, επιχειρηματίας. Πρωταρχική σύμβαση στο αισθηματικό μυθιστόρημα ήταν –και εξακολουθεί να είναι– η ταύτιση της αναγνώστριας με την ηρωίδα, ώστε να βρει και ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό της. Στην πορεία, οι ιστορίες αγάπης, οι λεγόμενες και «ροζ», έγιναν τολμηρές, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι ηρωίδες τους απελευθερώθηκαν από τα ταμπού τους. Μέχρι πρόσφατα, στα συγκεκριμένα μυθιστορήματα οι προγαμιαίες σχέσεις έπρεπε αργά ή γρήγορα να καταλήγουν σε γάμο, με δεδομένο τον συντηρητισμό των αναγνωστριών. Διότι, μόνο ο νόμιμος δεσμός του γάμου, δικαιολογούσε το ενδεχόμενο σεξουαλικής σχέσης. Στη κατηγορία αυτή ανήκουν τα ερωτικά μυθιστορήματα των εκδόσεων εκδόσεις Χαρλένικ Ελλάς (σειρά Άρλεκιν-Desire), που άρχισαν να εκδίδονται τη δεκαετία του ’80 και μετά. Σε αυτά, όλα γραμμένα από γυναίκες, οι ήρωες κι οι ηρωίδες, επιδίδονταν σ’ έναν ανηλεή αγώνα κατάκτησης που περιλάμβανε ερωτικές πράξεις, όπου ήταν απαραίτητη η χρήση προφυλακτικού. Κι ύστερα ήρθαν τα σύγχρονα αισθηματικά-ερωτικά μυθιστορήματα, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, φτάνουν στα όρια της πορνογραφίας. Την αρχή την έκανε η Ε.Λ. Τζέιμς (πραγματικό όνομα Έρικα Λέοναρντ Μίτσελ, γεννημένη το 1963) με μια τριλογία που έκανε ρεκόρ πωλήσεων. Στα τρία βιβλία (έχουν πουλήσει 35 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ με πρώτο το Πενήντα αποχρώσεις του γκρι (τα άλλα δύο τιτλοφορούνται Πενήντα πιο σκοτεινές αποχρώσεις του γκρι και Πενήντα αποχρώσεις του γκρι-Απελευθέρωση), οι καθιερωμένες σεξουαλικές περιγραφές φαίνονται ξεπερασμένες, καθώς ανάμεσα η ηρωίδα και ο καλός της μοιράζονται άγριες σαδομαζοχιστικές σκηνές. Η 22χρονη Αναστάζια, είναι φοιτήτρια αγγλικής φιλολογίας και παρθένα, κι αυτός, ο 27χρονος Κρίστιαν, επιτυχημένος επιχειρηματίας, χορτασμένος σεξουαλικά, σε βαθμό που χρειάζεται ακραίους τρόπους και εξαρτήματα για να διεγερθεί και να ικανοποιηθεί.

14


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Σιάτλ των ΗΠΑ και η πρώτη της μορφή με διαφορετικούς χαρακτήρες δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο ίντερνετ με το ψευδώνυμο Snowqueen’s Icedragon και τίτλο Master of the universe. Στο τέλος, βέβαια, όπως κάθε καλή ροζ ιστορία, οι δύο πρωταγωνιστές παντρεύονται και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Δείγμα γραφής: «Τώρα θα σας γαμήσω, δεσποινίς Στιλ…» μουγκρίζει καθώς ακουμπάει την κόκκινη κορυφή τους πέους του στην είσοδο του κόλπου μου. «Άγρια…» προσθέτει μουρμουριστά και μπαίνει βίαια μέσα μου. Κάπως έτσι γράφει και η Αμερικανίδα Σίλβια Ντέι (γεννημένη το 1973), η οποία εμφανίστηκε επίσης με μια τριλογία (τα βιβλία της έχουν πουλήσει 13 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στην αγγλική γλώσσα), με πρώτο το Γυμνή μπροστά σου (εκδόσεις Τουλίπα, θυγατρική των εκδόσεων Ψυχογιός), δεύτερο το Ευάλωτη δίπλα σου και τρίτο το Δεμένη μαζί σου . Κεντρική ηρωίδα εδώ είναι η Εύα, υπάλληλος σε εταιρεία. και κεντρικός ήρωας, ο Γκίντεον, ο ιδιοκτήτης της εταιρείας. Μόνο που η κοπέλα δεν είναι πρωτάρα, έχει ένα σκοτεινό παρελθόν, και δεν φοβάται τον αινιγματικό άντρα με το επίσης σκοτεινό παρελθόν. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη και την αφηγείται η Εύα πάλι σε πρώτο πρόσωπο.

Δείγμα γραφής:

«Με τα χείλη μου κολλημένα στα δικά του, ένιωθα τον οργασμό να πλησιάζει, καθώς ο αντίχειράς του χάιδευε την κλειτορίδα μου και το τεράστιο όργανό του γλιστρούσε ως τον πυρήνα μου». Στο χορό των πορνογραφικών μυθιστορημάτων, των γραμμένων από γυναίκες, έχει μπει και ο εκδοτικός οίκος Κεστός (Κεστός, ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της Αφροδίτης, το μυθικό πανί, το οποίο, σύμφωνα με τον Όμηρο, δίνει ερωτική δύναμη σε όποιον το έχει), έχουν κυκλοφορήσει μερικά βιβλία μιας σειράς μυθιστορημάτων, γραμμένων από δύο Αμερικανίδες συγγραφείς, την Κριστίνα Χομπς και τη Λόρεν Μπίλινγκς, οι οποίες γράφουν με το όνομα Christina Lauren. Σε αυτά πρωταγωνιστεί μια νεαρή γυναίκα, η Χλόη Μιλς, η οποία ερωτεύεται το αφεντικό της, τον Μπένετ Ράιαν, έναν άντρα απότομο, αντιπαθητικό, αλλά σέξι. Και σε τούτη την περίπτωση, η ιστορία που διαδραματίζεται στο Σικάγο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ίντερνετ με άλλη μορφή το 2009 και τίτλο The Office από την πρώτη με το ψευδώνυμο tby789. Οι δυο τους γνωρίστηκαν, συνεργάστηκαν στο ξαναδούλεμα του The Office και έγραψαν μαζί το πρώτο μυθιστόρημα της σειράς, το Όμορφο κάθαρμα. Στο μυθιστόρημα, το οποίο έχει μεταφραστεί σε 23 γλώσσες, διαβάζουμε όσα αφηγούνται εναλλάξ η Χλόη και ο Μπένετ –οι ερωτικές σκηνές αρχίζουν από τις πρώτες είκοσι σελίδες του βιβλίου:

15


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

«Δεν με πτόησε ούτε καν το δυνατό μουγκρητό του –η αίσθηση αυτού του άντρα ήταν ό,τι καλύτερο υπήρχε στον κόσμο. «τι τρέχει;», σφύριξε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του, με τους γοφούς του να χτυπάνε πάνω στα μπούτια μου, οδηγώντας τον πούτσο του βαθιά μέσα μου. «δεν σ’ έχουν ξαναγαμήσει έτσι; Δεν θα ήσουν τέτοια καυλιάρα αν σε γαμούσαν όπως πρέπει.»

Το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας είναι το Όμορφη σκύλα, όπου το ζευγάρι των ηρώων πάει για διακοπές στη Γαλλία κι εκεί σκέφτονται να παντρευτούν. To τρίτο βιβλίο τιτλοφορείται Όμορφος ξένος και σε αυτό διαβάζουμε την ερωτική ιστορία ενός άλλου ζευγαριού, της Σάρας και του Μαξ, οι οποίοι την αφηγούνται εναλλάξ –αυτή διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη. Στο καινούργιο μυθιστόρημα της Christina Lauren Όμορφη αμαρτία που έχει ως χώρο δράσης το Λας Βέγκας, υπάρχουν δύο ζευγάρια που επιδίδονται σε σεξουαλικές δραστηριότητες, ο Μπένετ και η Χλόη, ο Μαξ και η Σάρα. Αφηγείται ένας από τους ήρωες: «Η εικόνα της και μόνο βασάνιζε το κορμί μου κι ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι θα έχυνα αν χαμήλωνε λίγο ακόμα το κορμί της και έτριβε τα μπούτια της στον πούτσο μου που ασφυκτιούσε μέσα στο παντελόνι μου. “Θα βγω από εδώ μέσα καυλωμένος και θα έχω πάνω μου κολλημένη τη μυρωδιά του μουνιού σου”». Παρά τις τολμηρές περιγραφές και τη χρήση λέξεων της καθομιλουμένης που θεωρούνται αισχρές και αποφεύγουν να καταχωρήσουν ορισμένα λεξικά, οι δύο συγγραφείς διαπνέονται από μια άκρα συντηρητικότητα. Διότι οι ηρωίδες τους δεν κάνουν σεξ με τον οποιοδήποτε, δεν είναι απελευθερωμένες: οι ερωτικού τους παρτενέρ είναι οι αρραβωνιαστικοί τους και πρόκειται να τις παντρευτούν. Κάποιοι έχουν χαρακτηρίσει τις αναγνώστριες αισθηματικών μυθιστορημάτων ως μικροαστές που σέβονται υπερβολικά το γάμο. Πάντως, πρέπει να επισημάνουμε πως αυτές ανήκουν σε όλο το φάσμα της κοινωνίας, είναι φοιτήτριες, άνεργες, εργαζόμενες, νοικοκυρές, πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών. Ωστόσο, συμβαίνει το παράδοξο: αυτά τα εις τριπλούν σύγχρονα πορνογραφικά μυθιστορήματα, τα γραμμένα από γυναίκες, όπως η Τζέιμς, η Ντέι, η «Κριστίνα Λόρεν», τα διαβάζουν και άντρες, οι οποίοι σε αυτά μπορούν να βρουν διεγερτικές σκηνές, αντικαθιστώντας τις ταινίες πορνό που μπορούν να δουν στο σπίτι τους είτε στη συσκευή της τηλεόρασης με DVD, είτε στον υπολογιστή, κατεβάζοντας τες από το Youtube. Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε πως από χρόνια έχουν κλείσει σχεδόν όλες οι κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας που έπαιζαν πορνό ελλείψει θεατών: οι μοναχικοί άντρες που αναζητούσαν οπτικές απολαύσεις εκτός σπιτιού έχουν μειωθεί σε σημαντικό βαθμό. Η ανάγνωση βιβλίων, βεβαίως, είναι μια μοναχική απόλαυση που βασικά λαμβάνει χώρα στο σπίτι σε ηρεμία και αυτοσυγκέντρωση. Πηγή: http://www.oanagnostis.gr/

16


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Καζούο Ισιγκούρο: «Η μνήμη δύσκολα χειραγωγείται, η φαντασία δεν αστυνομεύεται» Συνέντευξη με τον βρετανό συγγραφέα για το καινούργιο μυθιστόρημά του «Ο θαμμένος γίγαντας», που κυκλοφορεί και στα ελληνικά (Ψυχογιός). Η μυθοπλασία, οι ήρωες, τα πρόσωπα και οι κοινότητες, η σχέση του με το έργο του Πλάτωνα

Μια φορά κι έναν καιρό, «όταν δημιουργήθηκε η Αγγλία», τότε που οι Ρωμαίοι είχαν ήδη αποχωρήσει και οι Σάξονες εδραίωναν βίαια την εξουσία τους στο νησί, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι απορούσε. Και γι' αυτό κουβέντιαζε. «Είναι παράξενος ο τρόπος που οι πάντες ξεχνούν ανθρώπους και πράγματα, ακόμη και της προηγούμενης ημέρας. Σαν να έχει πέσει πάνω μας μια αρρώστια» έλεγε η Μπέατρις στον σύζυγό της, τον Αξλ. Το πρόβλημα ήταν «η ομίχλη της λησμονιάς» που είχε σκεπάσει τον τόπο τους, φαινόμενο για το οποίο ευθυνόταν, έλεγαν 17


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

πολλοί, το στόμα της δράκαινας Κουερίγκ. Το ενδιαφέρον, βέβαια, στην όλη ιστορία δεν είναι η δράκαινα (και τα λοιπά δαιμόνια) αλλά το πού εμφανίζεται αυτή: στο νέο, έβδομο κατά σειρά μυθιστόρημα του Καζούο Ισιγκούρο υπό τον τίτλο «Ο θαμμένος γίγαντας», το οποίο εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2015 και κυκλοφόρησε προσφάτως και στην Ελλάδα. Οπως όμως εξήγησε ο ίδιος από το σπίτι του στο Λονδίνο, σε μια αποκλειστική τηλεφωνική συνομιλία με «Το Βήμα», στο βιβλίο του «οι δράκοι υπάρχουν με την ίδια φυσικότητα που υπήρχαν τότε και τα άλλα ζωντανά, δεν προκαλούν άλλωστε καμία έκπληξη όταν εμφανίζονται» και ο βασικός λόγος είναι ότι «ήθελα εξ αρχής να δημιουργήσω στους αναγνώστες την ατμόσφαιρα ενός μύθου, να τους προσανατολίσω ότι δεν πρόκειται να διαβάσουν κάτι που σχετίζεται με μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ή σύγκρουση». Ο ιαπωνικής καταγωγής συγγραφέας, γεννημένος στο Ναγκασάκι το 1954 αλλά μεγαλωμένος και σπουδαγμένος στη Μεγάλη Βρετανία, ανήκει στους μεγάλους στυλίστες της σύγχρονης αγγλόφωνης λογοτεχνίας. Ο Καζούο Ισιγκούρο, βραβευμένος με Booker το 1989 για «Τ' απομεινάρια μιας μέρας», είχε μόλις επιστρέψει με τη σύζυγό του από το Παρίσι. «Από το τέλος Φεβρουαρίου ταξιδεύουμε συνεχώς», στις ΗΠΑ, στον Καναδά, όπου έπρεπε να πάει για να προωθήσει το βιβλίο του. «Είμαι σωματικά κουρασμένος αλλά παραμένω πνευματικά ζωηρός» είπε. Την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου θα βρεθεί στην Ιαπωνία.

Αλήθεια, τι σκέφτεστε κάθε φορά που πρόκειται να επισκεφτείτε την Ιαπωνία, κ. Ισιγκούρο; «Κάθε επίσκεψη είναι ελαφρώς τρομακτική επειδή η Ιαπωνία δεν είναι, όπως αντιλαμβάνεστε, μια εντελώς ανοίκεια χώρα για εμένα. Από πολλές απόψεις είναι το πιο δύσκολο μέρος του κόσμου για εμένα. Κανείς, βέβαια, δεν περιμένει να κατανοώ την ιαπωνική γλώσσα αλλά περιμένουν τουλάχιστον να καταλαβαίνω, ενστικτωδώς ίσως, τη συμπεριφορά των ανθρώπων, τους καθημερινούς τους τρόπους. Στέκονται στις λεπτομέρειες, πώς θα χαιρετήσω κάποιον ανάλογα με την ηλικία ή το αξίωμά του ή πώς θα καθήσω σε ένα εστιατόριο. Ολο αυτό 18


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

συμβαίνει επειδή με βλέπουν ως έναν Ιάπωνα που για κάποιον μυστήριο λόγο δεν μιλάει την ιαπωνική γλώσσα. Πάντως, όποτε πηγαίνω εκεί στο τέλος το διασκεδάζω, ο ενθουσιασμός με τον οποίο με υποδέχονται είναι μεγάλος. Εξω από τον αγγλόφωνο κόσμο πάντως είναι πολλοί αυτοί που, εξαιτίας του ονοματεπωνύμου, νομίζουν ότι γράφω στην ιαπωνική γλώσσα, ότι στην ουσία διαβάζουν τις αγγλικές μεταφράσεις των βιβλίων μου. Ετσι πρέπει να λέω την προσωπική μου ιστορία ξανά και ξανά».

Συζητήθηκε αρκετά το γεγονός ότι πέρασαν δέκα ολόκληρα χρόνια από το προηγούμενο μυθιστόρημά σας, το «Μη μ' αφήσεις ποτέ» (2005). Αντιμετωπίσατε κάποια πρωτόφαντη δυσκολία αυτή τη φορά; «Στην πραγματικότητα δεν χρειάστηκα για το νέο βιβλίο περισσότερο χρόνο από όσο χρειάζομαι συνήθως: περίπου πέντε χρόνια. Ενδιαμέσως όμως ασχολήθηκα με τα "Νυχτερινά Πέντε ιστορίες της μουσικής και της νύχτας" (2009) και την κινηματογραφική μεταφορά (2010) του "Μη μ' αφήσεις ποτέ". Το 2004, αμέσως μετά την ολοκλήρωση εκείνου του μυθιστορήματος, άρχισα να γράφω τον "Θαμμένο γίγαντα". Αλλά η ιστορία δεν έβγαινε όπως την ήθελα. Και την άφησα στην άκρη. Επανήλθα το 2010-2011 και τότε όλα πήγαν καλύτερα. Αλλά, ξέρετε, αυτό μου έχει συμβεί πολλές φορές. Εχω συνηθίσει και δεν πανικοβάλλομαι. Δεν είναι ότι τη μια στιγμή μπορώ να γράψω και την άλλη αδυνατώ. Το θέμα με εμένα είναι ότι όλες οι ιδέες έρχονται μαζί αλλά πρέπει η κάθε μία να ωριμάσει μόνη της. Το "Μη μ' αφήσεις ποτέ" λ.χ. χρειάστηκε τρεις γραφές, και η βασική ιδέα για τους ανθρώπινους κλώνους (σ.σ.: που είναι χρήσιμοι μόνο για τα ζωτικά τους όργανα) προέκυψε ακριβώς την τρίτη φορά, όταν σκέφτηκα την επίφαση της επιστημονικής φαντασίας, ας πούμε, ώστε οι νέοι ήρωες να αντιμετωπίζουν κατάματα τον θάνατο. Ο,τι συνδέει πάντως τα δύο τελευταία μου μυθιστορήματα είναι ο έντονος προβληματισμός μου για το σκηνικό τους».

Με το σκηνικό του «Θαμμένου γίγαντα» τι συνέβη; «Όταν μιλώ για σκηνικό, οφείλω να το πω αυτό, δεν αναφέρομαι μόνο στον τόπο και τον χρόνο του μυθιστορήματος, εννοώ και τη μορφή, το είδος της μυθοπλασίας. Υποθέτω ότι στον "Θαμμένο γίγαντα" όλα αυτά αναδύθηκαν μαζί στο μυαλό μου. Προσπαθούσα να βρω με ποιον τρόπο μια κοινωνία θα μπορούσε να υποφέρει από την απώλεια μνήμης εξαιτίας ενός πρόσφατου τραυματικού παρελθόντος. Σκέφτηκα, βέβαια, να γράψω και πάλι μια φουτουριστική δυστοπία όπου η μνήμη των ανθρώπων θα ελέγχεται από κάποια κυβέρνηση ή κάποιον οργανισμό μέσω των προϊόντων της υψηλής τεχνολογίας. Μου φάνηκε τόσο κοινότοπο και επιπλέον θεώρησα ότι θα δοθεί έμφαση στα λάθος πράγματα: στον κοινωνικό έλεγχο, στη σκοτεινή όψη της τεχνολογίας, καταλαβαίνετε. Δεν ήθελα κάτι τέτοιο. Η τελική μου επιλογή ήταν, τώρα που το σκέφτομαι, καθαρά αισθητικού χαρακτήρα».

19


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Δηλαδή; «Ανάλογη με την επιλογή ενός μουσικού που παίζει ένα κομμάτι με συγκεκριμένο τρόπο ή ενός ζωγράφου που προτιμά κάποιο συγκεκριμένο χρώμα. Ήθελα μια πιο φυσική, ας πούμε, μεταφορά για τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες ή τα έθνη επιλέγουν να θυμούνται ορισμένα πράγματα και να ξεχνούν κάποια άλλα. Ήθελα, επιπλέον, να το συγκρίνω αυτό με τον τρόπο που θυμόμαστε και ξεχνάμε σε επίπεδο προσωπικό, ήθελα να συσχετίσω το συλλογικό με το ατομικό. Μια άλλη παράμετρος που με απασχόλησε ήταν αν έπρεπε το σκηνικό του μυθιστορήματος να αφορά κάποια πραγματική, ιστορική σύρραξη της δεκαετίας του 1990, τον πόλεμο στη Βοσνία ή τη γενοκτονία στη Ρουάντα, ή κάτι τέτοιο...».

Κάτι που τελικώς αποφύγατε. Ακουστήκατε επιφυλακτικός αναφερόμενος σε μια τέτοια προοπτική. Γιατί; «Επειδή θα έπρεπε να γίνω ένας άλλος συγγραφέας για να γράψω ένα τέτοιο βιβλίο. Θα ένιωθα υποχρεωμένος, νομίζω, να είμαι ιστορικά ακριβής και ηθικά συνεπής με τα γεγονότα της πρόσφατης Ιστορίας. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε μόνο ό,τι είναι βολικό για εμάς τους ίδιους, ξέρετε. Επιπλέον, πιστεύω, για να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σας, ότι δεν θα έγραφα καλά ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Και ούτε θα ήθελαν πολλοί, υποθέτω, να διαβάσουν ένα τέτοιο μυθιστόρημα γραμμένο από εμένα. Εγώ θέλησα να γράψω έναν μύθο κατά κάποιον τρόπο - ναι, το ξέρω, είναι κάπως επικίνδυνη αυτή η λέξη! Θέλησα όμως να γράψω μια ιστορία που, σε κάθε περίπτωση, θα ενθάρρυνε τους αναγνώστες να τη σκεφτούν ως κάτι το οικουμενικό και το διαχρονικό, ως κάτι που συμβαίνει πάντοτε μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Αναφέρομαι σε αυτές τις μάχες που δίνουμε με τη μνήμη, συλλογικές ή ατομικές, τι κρατάμε και τι απωθούμε. Αυτές οι μάχες χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Αυτό θέλησα να καταδείξω. Οταν έγραφα τον "Θαμμένο γίγαντα" είχα, βέβαια, και απολύτως θετικά παραδείγματα στον νου μου. Σκεφτείτε πώς ο Νέλσον Μαντέλα διατήρησε τη συνοχή της Νοτίου Αφρικής μετά το απαρτχάιντ, πώς δεν επέτρεψε να διολισθήσει η χώρα του στην εκτεταμένη βία, αντιμετωπίζοντας και τη συσσωρευμένη οργή για το παρελθόν και την κοινωνική αδικία. Αυτό που έγραψα εν τέλει, και παρά το γεγονός ότι το έγραψα παρακινημένος από όλα αυτά που συνέβησαν στη δεκαετία του 1990, είναι μια μυθική ιστορία που δεν καθορίζεται από κάποιον συγκεκριμένο χρόνο ή τόπο, συνέθεσα ένα σκηνικό όπου οι αναγνώστες μπορούν μόνοι τους να προβάλλουν, με έναν τρόπο μεταφορικό και δημιουργικό, τα γεγονότα της Ιστορίας αλλά και όψεις της δικής τους ζωής».

Αντιλαμβάνομαι ότι ο πυρήνας του βιβλίου σας, το πώς θυμούνται και το πώς ξεχνούν οι κοινωνίες, προϋπήρχε και προσπαθούσατε να βρείτε κατόπιν το καταλληλότερο σκηνικό για την ανάδειξή του. Έχοντας πλέον γράψει τον «Θαμμένο γίγαντα», έχοντας διερευνήσει αυτή την ιδέα μέσω της μυθοπλασίας, φτάσατε σε κάποια συμπεράσματα για αυτή τη διαδικασία; Ελέγχεται από κάπου; Η δράκαινα σήμερα ποια είναι, ας πούμε; 20


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

«Ιδού το ερώτημα! Πού "χτυπάει" η μνήμη μιας κοινωνίας, πού μπορούμε να αφουγκραστούμε τον σφυγμό της μνήμης της; Σε μια πρωτόγονη κοινωνία, όπως αυτή που περιγράφεται στο βιβλίο, όπου δεν υπάρχουν βιβλιοθήκες ούτε και ηλεκτρονικοί υπολογιστές, θα πρέπει να "χτυπάει" στις ζωντανές αναμνήσεις των ανθρώπων. Οι σύγχρονες κοινωνίες όμως έχουν ένα πολύ πιο σύνθετο σύστημα διαχείρισης της μνήμης. Μπορούμε να πούμε ασφαλώς για την εκπαίδευση, ότι ελέγχει, ως κάποιον βαθμό, τη μνήμη για λογαριασμό των κρατών και των εθνών. Μπορούμε όμως να πούμε και για τη λαϊκή κουλτούρα η οποία, κατά τη γνώμη μου, επηρεάζει στον μέγιστο βαθμό το πώς σκεφτόμαστε ή θυμόμαστε το παρελθόν. Δεν πρέπει, ωστόσο, να ξεχνάμε ότι ο σκοπός της λαϊκής κουλτούρας είναι η επιτυχία και όχι η αλήθεια. Παραμένει όμως εξαιρετικά ενδιαφέρουσα από πολλές απόψεις. Θέλετε να πούμε για ταινίες; Θυμηθείτε το αμερικανικό μιούζικαλ "Σικάγο" (2002) όπου στην εναρκτήρια σκηνή, σε ένα νυχτερινό μαγαζί, λευκά κορίτσια χορεύουν με μαύρους άνδρες, και όλα μοιάζουν τόσο όμορφα. Η ταινία υποτίθεται ότι αναβιώνει την ατμόσφαιρα της πόλης στη δεκαετία του 1920. Και λέω υποτίθεται επειδή δεν ασχολείται με τις πραγματικές αντιφάσεις και τις συγκρούσεις της εποχής. Αν ένας μαύρος πήγαινε πράγματι σε ένα τέτοιο μαγαζί τότε, το πιθανότερο ήταν να τον σπάσουν στο ξύλο. Η ταινία δημιουργεί μια εξιδανικευμένη εκδοχή ενός αμερικανικού παρελθόντος που δεν υπήρξε ποτέ. Και ωστόσο αναρωτιέμαι: είναι προτιμότερο που είναι έτσι η ταινία ή όχι, είναι προτιμότερο οι νεότερες γενιές στις ΗΠΑ να μεγαλώσουν με μια τέτοια ψευδαίσθηση αρμονίας ή αυτό θα κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα στο μέλλον; Ειλικρινά δεν ξέρω! Δείτε ότι ακόμη και σήμερα έχουμε ρατσιστικά εγκλήματα στις ΗΠΑ. Λέω, επομένως, ότι όσο περνούν τα χρόνια, με την παρεμβατική δύναμη του Διαδικτύου και με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου ο καθένας γράφει και από ένα μικρό κομματάκι Ιστορίας, ο τρόπος με τον οποίο θυμόμαστε και ξεχνάμε ως κοινωνίες θα γίνεται όλο και πιο περίπλοκος. Ποιος, λοιπόν, ελέγχει τη συλλογική μνήμη; Αν υποθέσουμε ότι θέλει κάποιος συντεταγμένα να το κάνει, μπορεί όντως να το καταφέρει; Μπορούν να την ελέγξουν εύκολα πολιτικοί ή οικονομικοί παράγοντες; Τι ρόλο παίζουν οι απλοί άνθρωποι σε όλο αυτό; Μου φαίνεται ότι καθίσταται πλέον όλο και πιο δύσκολη υπόθεση η χειραγώγηση της μνήμης, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας σκοπός ή μια συγκεκριμένη κατεύθυνση που να σχετίζεται με αυτήν».

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια κοινωνία (ή ένα έθνος) που θυμάται και ξεχνάει μέσα στην Ιστορία, σε σχέση με ένα άτομο που θυμάται και ξεχνάει στη διάρκεια της ζωής του; «Νομίζω ότι η διαφορά είναι περισσότερο συναισθηματική. Υπάρχει κάτι το τελεσίδικο, μια αίσθηση θλίψης και απώλειας όταν ένας άνθρωπος θυμάται και επανεκτιμά τη ζωή του, κάτι που συνδέεται απολύτως με την αμετάκλητη συντομία του ατομικού βίου, κάτι που δεν ισχύει με τα έθνη, εκτός και αν συμβεί κάτι φρικιαστικό σε ένα έθνος, ο ολοκληρωτικός αφανισμός. Για έναν άνθρωπο τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει χρόνος για αυτό που λέμε δεύτερη ευκαιρία στη ζωή, είναι συνήθως πάντοτε αργά. Μιλώ για τον κανόνα, χωρίς να παραβλέπω τις όποιες εξαιρέσεις. Τα έθνη όμως έχουν συνήθως μια δεύτερη ευκαιρία μέσα στην Ιστορία, οι χώρες τους μπορεί να περάσουν μια τραυματική ιστορική εμπειρία, αλλά πάντοτε έρχεται η νεότερη γενιά να ανανεώσει το έθνος, να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος και να χτίσει 21


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

κάτι καλύτερο. Πιστεύω ότι ένα έθνος μπορεί να νιώσει συλλογικά ντροπή. Συνέβη με τη Γερμανία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά τον ναζιστικό εφιάλτη».

Ο Πλάτων, o «Aρχοντας των δαχτυλιδιών» και το «Game of Thrones»

Νομίζω ότι δεν σας άρεσε και πολύ που αρκετοί χαρακτήρισαν το νέο σας βιβλίο μια «στροφή προς τη λογοτεχνία του φανταστικού». Σας φάνηκε κάπως περιοριστικός ο όρος; «Απεχθάνομαι την ιδέα ότι η φαντασία αστυνομεύεται! Δεν έγραψα τον "Θαμμένο γίγαντα" με σκοπό να εισέλθω στο πεδίο της λογοτεχνίας του φανταστικού. Στην πραγματικότητα βούτηξα σε κάτι καινούργιο για εμένα χωρίς καν να κοιτάζω. Αφηγούμαι ιστορίες και νιώθω πάντοτε ελεύθερος να χρησιμοποιήσω κάθε διαθέσιμο εργαλείο χωρίς περιορισμούς. Δεν μου αρέσει καθόλου η ιδέα ότι κάποιος συγγραφέας μπορεί να χρησιμοποιήσει τους δράκους και κάποιος άλλος όχι! Γενικότερα δεν μου αρέσει τα τεχνητά όρια να επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο το έργο μου. Αυτού του είδους οι κατηγοριοποιήσεις έχουν να κάνουν περισσότερο με την αγορά, το εμπόριο. Και θεωρώ ότι δεν πρέπει να τους λαμβάνουμε και πολύ στα σοβαρά. Πιστεύω, παρ' όλα αυτά, ότι ο "Θαμμένος γίγαντας" είναι λιγότερο συναφής με τον "Αρχοντα των δαχτυλιδιών" και περισσότερο συγγενής με την "Οδύσσεια" ή την "Ιλιάδα", το "Μπέογουλφ" ή τις παραδοσιακές ιαπωνικές αφηγήσεις με τις οποίες μεγάλωσα, όπου το υπερφυσικό συνυπάρχει με το φυσιολογικά ανθρώπινο. Α! Και αν έχει κάποια σημασία, σας λέω ότι δεν έχω δει ούτε ένα επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς "Game of Thrones". Με τόση συζήτηση, βέβαια, που έχει γίνει με αφορμή το βιβλίο, τι να πω, μπορεί και να το κάνω».

Αναφερθήκατε στα ομηρικά έπη, αλλά νομίζω ότι έχετε αδυναμία στον Πλάτωνα... «Ο Πλάτων υπήρξε καθοριστικός για εμένα επειδή τον διάβασα σε νεαρή ηλικία, όταν σπούδαζα Φιλοσοφία. Με επηρέασε πολύ. Όχι τόσο η "Πολιτεία". Οι "Πλατωνικοί διάλογοι" περισσότερο. Αυτό που βασικώς συμβαίνει σε αυτούς είναι ότι συνήθως υπάρχει ένας άνθρωπος που είναι απολύτως πεπεισμένος, και γι' αυτό αυτάρεσκος, ότι γνωρίζει ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό, και ποιο είναι το νόημα της ζωής. Και κάποια στιγμή εμφανίζεται ο Σωκράτης από το μονοπάτι και στο τέλος της κουβέντας ο άλλος αντιλαμβάνεται ότι δεν είχε απολύτως καμία ιδέα στην πραγματικότητα, ότι οι αξίες του είναι ουσιαστικά αθεμελίωτες. Αυτό συμβαίνει σε πολλά από τα βιβλία μου. Γι' αυτό νομίζω ότι ο Πλάτων ενυπάρχει σε ό,τι γράφω, ως σήμερα». Πηγή: http://www.tovima.gr/

22


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Τόλκιν εναντίον Τρίτου Ράιχ : 1-0 Η απάντηση του συγγραφέα προς έναν εκδότη που ζητούσε ‘πιστοποιητικό Άριας Φυλής’ ΛΕΝΑ ΦΟΥΤΣΙΤΖΗ

Το 'Χόμπιτ' εκδόθηκε το 1937 από τον εκδοτικό οίκο the George Allen and Unwin. Το βιβλίο έλαβε άμεσα λαμπρές κριτικές, και έγινε αμέσως δημοφιλές. Τόσο πολύ, που ο γερμανικός εκδοτικός οίκος Rütten & Loeningεξέφρασαν ενδιαφέρον να μεταφραστεί στα γερμανικ ά. Οι Ναζί ήταν ήδη στην εξουσία, μαζί με τις θεωρίες τους περί Άριας φυλής και για να μεταφραστεί

23


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

το βιβλίο από τα αγγλικά στα γερμανικά ο Τόλκιν έπρεπε να αποδείξει ότι ανήκει στην Άρια φυλή.

Ο Τόλκιν δεν σκόπευε να διευκολύνει το Τρίτο Ράιχ. Σε ένα γράμμα του προς τον εκδότη του το 1938 εκφράζει την αγανάκτηση του: «Πρέπει να πω ότι το γράμμα των Rütten and Loening είναι κάπως άκαμπτο. Πρέπει να υποστώ αυτό το θράσος επειδή πρόκειται για γερμανικό όνομα, ή αυτή η ανισόρροπη νομοθεσία απαιτεί αυτό το 'πιστοποιητικό' από ανθρώπους όλων των χωρών; ] Κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να αρνηθώ να παραδώσω οποιαδήποτε ätigung Best (πιστοποίηση) (αν και είμαι στη θέση να την παρέχω), και να πάει να πνιγεί η γερμανική μετάφραση. Σε κάθε περίπτωση είμαι εντελώς αντίθετος στο να εμφανιστεί μια τέτοιου είδους πιστοποίηση σε έντυπη μορφή. Δεν θεωρώ την απουσία εβραϊκού αίματος κάποιου είδους απόδειξη ανωτερότητας, και έχω πολλούς Εβραίους φίλους, και δεν θέλω να συμβάλω στην υπόνοια ότι συμφωνώ με αυτό το εντελώς ολέθριο και αντιεπιστημονικό δόγμα.

24


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Επειδή αυτή η υπόθεση σας αφορά, δεν μπορώ να θέσω σε κίνδυνο την πιθανότητα μιας γερμανικής έκδοσης χωρίς την έγκριση σας. Έτσι παραθέτω δύο εκδοχές πιθανών απαντήσεων.» Μια από τις δύο επιστολές ήταν η εξής: 25 Ιουλίου 1938 Αγαπητοί κύριοι, Σας ευχαριστώ για το γράμμα σας... Λυπάμαι αλλά δεν καταλαβαίνω πλήρως τι εννοείτε με το 'Άριος'. Δεν είμαι Άριας καταγωγής: αυτό σημαίνει Ινδο – Ιρανικής, και από όσο ξέρω κανείς από τους προγόνους μου δεν μιλούσε Περσικά, στην γλώσσα των Τσιγγάνων, ή κάποια τέτοια διάλεκτο. Αλλά αν εννοείτε ότι θέλετε να μάθετε αν είμαι εβραϊκής καταγωγής ή όχι, μπορώ να σας δηλώσω με λύπη ότι όπως φαίνεται, δεν φαίνεται να έχω προγόνους που ήταν μέλη αυτής της χαρισματικής φυλής. Ο προ-προ-προπαππούς μου ήρθε στην Αγγλία τον 18ο αιώνα από τη Γερμανία – άρα η κυρίως καταγωγή μου είναι από την Αγγλία, και είμαι Άγγλος υπήκοος – και αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό. Φυσικά, φέρω το γερμανικό μου όνομα με υπερηφάνεια, και θα συνεχίσω να το κάνω καθ΄ όλη τη διάρκεια αυτού του λυπηρού πολέμου, στον οποίον υπηρέτησα στον στρατό της Αγγλίας. Δεν αντέχω να σχολιάσω όμως ότι αν αυτού του είδους οι άσχετες και θρασείς έρευνες γίνουν ο κανόνας στη λογοτεχνία, ο καιρός που το γερμανικό μου όνομα δεν θα μου φέρνει υπερηφάνεια, δεν θα είναι μακριά. Το ερώτημα σας είναι αναμφίβολα σε συμμόρφωση με τους νόμους της χώρας σας, αλλά ότι θεωρείτε ότι αυτός ο νόμος ισχύει και τους υπηκόους άλλων χωρών δεν θα έπρεπε να είναι σωστό, ακόμα και αν αυτό είχε σχέση (αλλά δεν έχει) με την αξία του έργου μου και την καταλληλότητα του για δημοσίευση, για την οποία αποφασίσατε χωρίς να ξέρετε κάτι για την καταγωγή μου. Θεωρώ ότι αυτή η απάντηση θα σας ικανοποιήσει, και σας βεβαιώνω για την βαθύτατη εκτίμηση μου, Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν Δεν είναι γνωστό ποιο από τα δύο γράμματα έστειλε τελικά στους εκδότες. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι το Χόμπιτ μεταφράστηκε στα γερμανικά το 1957. Η τελευταία φωτογραφία του Τόλκιν, που έβγαλε ο εγγονός του στις 9 Αυγούστου 1973. Ο συγγραφέας είναι στον Βοτανικό Κήπο της Οξφόρδης δίπλα σε ένα από τα αγαπημένα του δέντρα, Pinus Nigra, που αποκαλούσε Laocoon. Πηγή: www.lifo.gr

25


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Θεόδωρος Γρηγοριάδης : Τι Σκέφτομαι Όταν Με Ρωτάνε Αν Γράφω Ή Γιατί Γράφω Ακόμη

Πολλές φορές με ρωτάνε: «γράφεις τίποτε;», «γράφεις κάτι;». Έτσι στη μέση του δρόμου, κι ενώ από τη μια μου αρέσει που κάποιος δεν ρωτάει κάτι άσχετο, οχυρώνομαι και θέλω να αμυνθώ: δεν γράφω κάτι ή τίποτε αυτό το διάστημα γιατί γράφω συνεχώς, γιατί δεν γράφω καθόλου ή γιατί γράφω πολλά μαζί. Έτσι ήταν, έτσι ξεκίνησαν. Δεν μπορώ να το εξηγήσω πώς γράφω ούτε με νοιάζει πότε, τι, αν είναι καλό. Είναι γιατί δεν μπορώ να μη γράφω, αυτό είναι σαν νεύρωση, σαν συνήθεια αλλά συνυπάρχει μαζί μου από τότε που έμαθα γραφή και ανάγνωση. Είμαι διαποτισμένος από «αυτό». Δεν καυχιέμαι ότι γεννήθηκα συγγραφέας, γιατί «συγγραφέας» είναι μια ιδιότητα ή ένα προσωπείο που αποκτάται μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες και πολλές φορές δεν αφορά ούτε τη λογοτεχνία ούτε την τέχνη ούτε κάποια εσωτερική αναγκαιότητα.

26


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Όμως γεννήθηκα με την ανάγκη αυτή, που είναι κληρονομική, είναι παθολογικό, δεν ξέρω πόσοι ακόμη το έχουν ούτε πιστεύω ότι είναι η ιδανικότερη θεώρηση της ζωής. Απλώς γεννιέσαι έτσι. Πιάνεις χαρτί και μολύβι από παιδί και μαγεύεσαι και δεν θες να το αφήσεις, διαβάζεις και γοητεύεσαι, φαντάζεσαι και ονειρεύεσαι, θέλεις να γίνεις ένας χάρτινος ήρωας αλλά θες και να γίνεις εκείνος που τους έπλασε. Ύστερα, πολύ καιρό μετά, μαθαίνεις ότι υπάρχει η λέξη λογοτεχνία που αντιπροσωπεύει ένα μέρος από τα διαβάσματά σου (γιατί υπάρχει και ένα μεγάλο μέρος που δεν διάβαζες για το καλό της τέχνης και των άλλων αλλά για να έχεις ένα δικό σου μυστικό, μια απόλαυση, μια εκσπερμάτιση). Η λογοτεχνία, ενίοτε, συμβαδίζει με το συγγραφιλίκι, όμως κι εκείνο έρχεται αργότερα και αν υπάρξουν οι συγκυρίες. Στο μεταξύ εσύ [εγώ] ξεκινάς ένα κρυφό ημερολόγιο στα δεκατρία που το συνεχίζεις για άλλα σαράντα χρόνια, διαβάζεις οτιδήποτε σου πέφτει στο χέρι (πλην των βαρετών βιβλίων του κατηχητικού του χωριού σου), στα δεκαπέντε γράφεις μια ιστορία που άκουσες να έχει συμβεί στο χωριό (ένα φονικό): άρα σου αρέσει η αφήγηση και όχι η καλλιλογία. Ωστόσο υπογραμμίζεις τις όμορφες λέξεις και σκηνές στα βιβλία που σου χαρίζουν για πρώτη φορά και πιστεύεις ότι αυτές είναι ανώτερες από εκείνες που εσύ χρησιμοποιείς για να γράφεις κρυφά στο ημερολόγιο, στα λευκώματα, στα ψεύτικα γράμματα που απευθύνεις στον εαυτό σου δημιουργώντας φανταστικούς pen-friends. Έχεις την ατυχία να τελειώσεις το εξατάξιο στο γυμνάσιο επί χούντας. Δεν γνωρίζεις τι σημαίνει αυτό το καθεστώς. Σου έχουν περιορίσει δεκάδες ελευθερίες και λογοκρίνεσαι από παντού, ωστόσο δεν αντιδράς γιατί πιστεύεις ότι αυτό είναι σύστημα. Τα ομορφότερα είναι τα απαγορευμένα που μοιράζεσαι μαζί με ένα φίλο, λίγο μεγαλύτερό σου: το γαλλικό ερωτικό τραγούδι «Je t’aime, mois non plus», την ταινία «Woodstock» που βλέπεις κρυφά στη μεγαλύτερη πόλη έχοντας πάει εκεί με λεωφορείο από το χωριό, τον «Πειρασμό» του Καζαντζάκη μαζί με μια λίστα εξωσχολικών μυθιστορημάτων που τα ρουφάς κρυμμένος σε ένα δωματιάκι. Όλα είναι παράνομα, το καλό διάβασμα αλλά και το προσωπικό γράψιμο. Στο γυμνάσιο αναγκάζεσαι να γράφεις στην καθαρεύουσα ενώ αναπνέεις στο δικό σου χαρτί τα λόγια που μιλάνε οι άλλοι γύρω σου. Πώς τη λένε αυτή τη γλώσσα; Ντόπια, προσφυγική, τουρκόσπορη, χωριάτικη; Αυτήν ξέρεις. Όλα τα άλλα είναι φτιαχτά. Μεγαλώνεις με δανεισμένα βιβλία, με παράνομο υλικό και κρυφά σου κείμενα. Ενώ καταρρέει η χούντα, στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης φανερώνονται νέες δυνάμεις, άλλες ταινίες, παραστάσεις, έντυπα και περιοδικά• μαθαίνεις να ονοματίζεις τους συγγραφείς και να ρωτάς για τις ζωές τους. Τίποτε δεν σε προορίζει ωστόσο για συγγραφέα. Διαβάζεις τα πρώτα σου ποιήματα σε υποφωτισμένα με κεριά διαμερίσματα, επί της Εγνατίας, που τα δένεις σε μικρά φυλλάδια (όχι, δεν το ήξερες ότι ένας Άλλος πριν από σένα το έκανε αυτό). Ντρέπεσαι στις πρώτες δημόσιες αναγνώσεις αλλά είναι η στήριξη, το κουράγιο των φίλων που σε σπρώχνουν να ενδίδεις στην αποκάλυψη των γραπτών.

27


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Τελειώνεις το πανεπιστήμιο και ντύνεσαι ναύτης του πολεμικού ναυτικού. Κλεισμένος στο γραφείο, όπου δακτυλογραφείς αδιάφορα έγγραφα, αρχίζεις και γοητεύεσαι από τα δακτυλογραφημένα κείμενα. Σου δίνουν την αίσθηση του τυπωμένου βιβλίου. Θέλεις να γράψεις μια μυθοπλαστική ιστορία που να διαβάζεται, έτσι καθαρά. Το ξερίζωμα από το χωριό και τον παιδικό σου παράδεισο, ταξίδια και νέοι άνθρωποι, επιθυμίες και ηδονές αρχίζουν να γεμίζουν τα τομίδια του ημερολογίου αλλά και άλλα, ανεξάρτητα κείμενα, όπου πια επενδύεις σε αφηγήσεις κοντά σ’ εσένα και πέρα από εσένα. Αυτά είναι τα μικρά τετράδια σχεδιασμάτων, ένα ακόμη κρυμμένο παιχνίδι ανάμεσα σ’ εσένα και εκείνον, τον άλλον σου εαυτό. Πιάνεις εκείνον τον εαυτό να σκέφτεται συνεχώς για τις ιστορίες, να νοιάζεται για το πώς θα τις πει. Όμως δεν υπάρχει χώρος ― το εκδοτικό τοπίο είναι ακόμη μακρινό, πιο πέρα από τις θάλασσες. Διορίζεσαι καθηγητής στα σύνορα, μόνος. Με βιβλία, σημειώσεις, τετράδια• αποκτάς μια Olivetti όπου αντιγράφεις μικρές ιστορίες που τώρα τις στέλνεις σ’ επαρχιακά περιοδικά και μερικά του κέντρου. Μια ελάχιστη δημοσίευση σε χαροποιεί. Μοιράζεσαι ιδιωτικά κομμάτια γραφής αλλά όχι φυσικά του ημερολογίου. Εκείνο απλώνεται, σε αρκετούς τόμους, χρονολογημένους ―αγνοείς όμως ότι εκεί μέσα κάθε μέρα πειραματίζεσαι με κάθε είδους γραπτό λόγο― με τον υπαινιγμό, την απόκρυψη, την αυθόρμητη εξομολόγηση. Τα ημερολόγια είναι άσκηση μεγάλη γιατί ξέρεις ότι δεν προορίζονται να διαβαστούν. Σήμερα ομολογείς: μακάρι ακόμη να μπορούσα να γράψω μ’ εκείνη την ένταση και τον αυθορμητισμό των ημερολογίων των παλιών ημερών. Και κάποτε θα τα παρατήσεις γιατί αρχίζεις και γίνεσαι ένας εξωτερικός τους αναγνώστης. Αυτό θα συμβεί όταν εκδίδονται τα πρώτα σου βιβλία, η ματαιοδοξία του ανερχόμενου συγγραφέα ακυρώνει την αυθεντικότητα των εξομολογητικών γραπτών σου. Ποιος είσαι όταν γράφεις στο ημερολόγιο; Μήπως άρχισαν να συμπίπτουν οι δύο περσόνες, και ποια θα προτιμούσες; Μήπως γράφεις για να διαβαστείς; Όμως ακόμη και μέχρι τα τριάντα πέντε σου δεν πιστεύεις ότι δικαιούσαι τον τίτλο του «συγγραφέα». Είσαι ένας δάσκαλος που διδάσκει αγγλικά, αυτή είναι η ζωή σου. Και μια μέρα αποφασίζεις να έρθεις στην Αθήνα. «Και τι σημαίνει συγγραφέας;» σε ρωτάει ο πατέρας σου. «Τουλάχιστον θα βγάζεις λεφτά;» Και πώς να του πεις, μήπως έβγαζα κάτι από τόσα χρόνια γραφής και ανάγνωσης; Δεν εξηγούνται αυτά. Έρχονται και πάνε μόνα τους. Όπως δεν ήταν γραφτό να γίνω ένας καλός αγρότης, έτσι πήγαινα με αργά ―αναπόφευκτα― βήματα προς την επικράτεια του γραφιά που εκδίδει δημοσίως και αμείβεται. Και νά σε: βρίσκεις εκδότη στους δύσκολους καιρούς. Γοητεύεσαι από την πρώτη εκτυπωμένη ιστορία σου που τη βλέπεις σε μερικά βιβλιοπωλεία. Δεν σε ξέρει κανείς, ξαφνιάζεσαι με κάποιες πρώτες δημοσιευμένες παρουσιάσεις. Προχωράς στο επόμενο και στο μεθεπόμενο. Μαθαίνεις τι σημαίνει δεύτερη έκδοση, κριτική του δείνα, επιφυλάξεις του άλλου. Μαθαίνεις ότι «αυτό», το όμορφο που κουβαλούσες μέσα σου, αρχίζει να οριοθετείται από «συμβόλαιο», «ποσοστά», «εκδότες», «κύκλο», «γενιά», «υποψηφιότητα», «εκδηλώσεις». Είναι σαν να έχουν περιφράξει ένα μεγάλο μέρος του απέραντου κάμπου όπου περπατούσες. Αλλά δεν γίνεται να

28


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

προχωρήσεις αλλιώς παρά με προσεκτικά βήματα. Να είσαι μέσα στα δικά σου χωράφια, και κάπου κάπου να περπατάς και στα άλλα τα περιφραγμένα. Ποτέ δεν θα νιώσεις «δικός» ― κανενός. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει παρεξηγήσεις γιατί η προσωπική αυτονομία έχει αντίπαλο όχι τη διαλογικότητα, αλλά την απομόνωση. Όμως εκείνο που σε παρηγορεί είναι ότι υπάρχει η ακατάπαυστη φλόγα για γραφή. Οι ιδέες, όπως τις σημειώνεις στα μικρά τετράδια, οι ιστορίες, οι χαρακτήρες, όπως συνομιλείς μαζί τους όπου κι αν βρίσκεσαι. Πολλές φορές, παράλληλες ιστορίες συναντιούνται, ολόκληρα γραπτά ακυρώνονται, άλλα μπαίνουν στην άκρη και άλλα ξεπηδάνε αυτόματα από μια καινούργια φράση ή λέξη. Χρόνια μετά ξαναβρίσκεις μια ιδέα των πρώτων ετών• πράγματι, όλα τα βιβλία σου είναι αποσπασμένα από την ίδια ύλη, απλώς αλλάζει ο αγγειοπλάστης. Γράφεις με λέξεις αλλά πίσω τους κρύβονται άνθρωποι, τόποι, ιστορίες. Ποτέ δεν γράφεις εμπνεόμενος από μια «λέξη» που σε μάγεψε ή μια ιδέα. Αυτή είναι δουλειά των ποιητών και των θεωρητικών. Από την ποίηση, που διαβάζεις καθημερινά πια αλλά δεν γράφεις, κρατάς την απόσταξη και την πυκνότητα. Για κάθε βιβλίο διαμορφώνεις άλλο ύφος και ψάχνεις καινούργιους αφηγηματικούς τρόπους. Ταυτόχρονα, σε θεωρητικά κείμενα, εμπεδώνεις αυτό που φοβόσουν: ότι υπάρχουν κανόνες, σχολές και μέθοδοι γραφής και ανάγνωσης κειμένων. Μπερδεύεσαι καμιά φορά και γι’ αυτό ξαναγυρίζεις στα ημερολόγια, σε προσωπικά αινιγματικά κείμενα που δεν θα δοθούν σε εκδότη, σε διαβάσματα που δεν αφορούν κανέναν τριγύρω σου. Με τον καιρό ένας «συγγραφέας» ξεπηδάει μέσα από σένα με τους τίτλους των βιβλίων του και ένα συγκεκριμένο κοινωνικό προφίλ. Όμως ξέρεις ότι αυτός είναι μια μεταμφίεση, μια αναγκαστική παρουσία, σ’ εκείνο που από παιδί ήταν ο δικός σου παράδεισος. Δεν έχει χαθεί αλλά έχεις εκπέσει. Έχεις χάσει ένα μέρος της αθωότητας αλλά ως δημιουργός πια μπορείς να επιστρέψεις πιο δραστικά και να τον ξαναφτιάξεις. Με τον τρόπο του μυθοπλάστη θα ξαναμπείς στο εκεί που παλιότερα σου ανήκε: στο αυτονόητο. Στη χώρα της γραφής και της λογοτεχνίας, πιο μυημένος αλλά και πιο αποφασισμένος για τα επόμενα ενδοτικά και εκδοτικά σου βήματα. Γι’ αυτό και όταν σε ρωτάνε «γράφεις κάτι;» εσύ κουνάς το κεφάλι αμήχανα. Μπορεί και να πεις «κάτι γράφω» ή «κάτι έχω στο μυαλό μου» αλλά αυτό το «κάτι» είναι το λίγο, το πολύ λίγο. Είναι εκείνο που ζητάνε εκεί έξω από σένα ―αποθηκευμένο σ’ έναν σκληρό εκδοτικό δίσκο― ενώ το υπόλοιπο βρίσκεται μέσα σου, διάχυτο, διαποτισμένο στο κεφάλι, στο μυαλό και στα όνειρα, φυτεμένο στον απέραντο κάμπο που κυματίζει το καλοκαίρι κι εσύ τον βλέπεις πετώντας, από ψηλά. Παραμένει καλά κρυμμένο το μυστικό, το πρωταρχικό αίνιγμα της ανάγκης να γράφεις και να ζεις μόνον με «αυτό». Αυτό που δεν εκδίδεται, που δεν λέγεται, που δεν γράφεται και δεν έχει ανάγκη κανενός παρά μόνο την πρωταρχική σου ανάγκη ― που σου το δημιούργησε. Πηγή: http://teogrigoriadis.blogspot.com/ 29


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Βιβλιοπώλες του Roberto Bolano (μετάφραση: Κατερίνα Σχινά (*)

Τα βιβλία που θυμάμαι περισσότερο απ’ όλα, είναι όσα έκλεψα ανάμεσα στα δεκαέξι και τα δεκαεννιά μου χρόνια στην πόλη του Μεξικού και εκείνα που αγόρασα στη Χιλή όταν ήμουν εικοσάχρονος, τους πρώτους λίγους μήνες του στρατιωτικού πραξικοπήματος. Στο Μεξικό υπήρχε ένα απίστευτο βιβλιοπωλείο. Ονομαζόταν Το Γυάλινο και βρισκόταν πάνω στην Αλαμέδα[1]. Οι τοίχοι του, ακόμη και η οροφή, ήταν από γυαλί. Γυαλί και μεταλλικές δοκοί. Βλέποντάς το απ’ έξω, φαινόταν αδιανόητη και μόνη η σκέψη να κλέψεις. Ωστόσο ο πειρασμός υπερνίκησε την σύνεση και μετά από λίγο έκανα την πρώτη προσπάθεια. Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν ένας μικρός τόμος του Πιερ Λουίς, με σελίδες λεπτές σαν το χαρτί της Βίβλου. Δεν μπορώ τώρα να θυμηθώ αν ήταν η Αφροδίτη ή τα Τραγούδια της Βιλιτώς. Ξέρω ότι ήμουν δεκαέξι ετών και ότι για ένα διάστημα ο Λουίς έγινε ο οδηγός μου. Αργότερα, έκλεψα βιβλία του Μαξ Μπίρμπομ (Ο χαρούμενος υποκριτής), του Σαμφλερί, του Σάμιουελ Πέπις, των Αδελφών Γκονκούρ, του Αλφόνς Ντωντέ, του Ρούλφο και του Αρέολα, μεξικανών συγγραφέων που εκείνη την εποχή ήταν λίγο ως πολύ διάσημοι, και τους οποίους ίσως να συνάντησα κάποιο πρωινό στην Αβενίδα Νίνιο Περντίδο, μια πολυσύχναστη λεωφόρο που σήμερα δεν υπάρχει στους χάρτες της πόλης του Μεξικού, λες και η Νίνιο Περντίδο υπήρξε μόνο στη φαντασία μου, ή λες και η λεωφόρος, με τα υπόγεια καταστήματά της και τους πλανόδιους ηθοποιούς της, έχει χαθεί πραγματικά, όπως χάθηκα κι εγώ στα δεκαέξι μου χρόνια. Από την θολή εικόνα εκείνης της εποχής, από εκείνες τις ληστρικές επιδρομές, θυμάμαι πολλά βιβλία ποίησης. Βιβλία του Αμάντο Νέρβο, του Αλφόνσο Ρέγιες, του Ρενάτο Λεντύκ, του Ζιλμπέρτο Όουεν και συλλογές Αμερικανών ποιητών, όπως την συλλογή Ο Στρατηγός Γουίλιαμ 30


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Μπουθ εισέρχεται στον Παράδεισο, του μεγάλου Βέιτσελ Λίντσεϊ. Όμως εκείνο που με έσωσε από την κόλαση και με έκανε να ξαναγυρίσω στον κόσμο ήταν ένα μυθιστόρημα, Η Πτώση του Καμύ. Θυμάμαι τα πάντα σχετικά μ’ αυτό το βιβλίο σαν σκηνές ασάλευτες μέσα σ’ ένα φασματικό σύθαμπο, μέσα στο στάσιμο υποκίτρινο φως της νύχτας, μολονότι το διάβασα, το καταβρόχθισα, κάτω από το φως εκείνων των ξεχωριστών μεξικάνικων πρωινών που ακτινοβολούν – ή ακτινοβολούσαν – με μια κοκκινοπράσινη λάμψη, πρωινών πνιγμένων στο θόρυβο, σ’ ένα παγκάκι στην Αλαμέδα, χωρίς μια δεκάρα στην τσέπη, αλλά με ολόκληρη τη μέρα μπροστά μου, για την ακρίβεια ολόκληρη τη ζωή μπροστά μου. Μετά τον Καμύ, όλα άλλαξαν. Ακόμη θυμάμαι την έκδοση: ήταν ένα βιβλίο με πολύ μεγάλα γράμματα, σαν αλφαβητάρι του δημοτικού, λεπτό, δεμένο με ύφασμα, με ένα αποτρόπαιο σκίτσο στο εξώφυλλο, ένα βιβλίο που δυσκολεύτηκα να κλέψω επειδή δεν ήξερα πού να το κρύψω – κάτω από τη μασχάλη μου, ή μέσα στη ζώνη μου; – αφού φαινόταν κάτω από το σακάκι του κοπανατζή μαθητή που ήμουν τότε. Στο τέλος το βούτηξα κάτω από το βλέμμα όλων των υπαλλήλων του Γυάλινου Βιβλιοπωλείου. Ήταν ένας από τους καλύτερους τρόπους να κλέβεις, μου τον είχε διδάξει μια ιστορία του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Ύστερα απ’ αυτό, αφού έκλεψα το βιβλίο και το διάβασα, έγινε η μετάβαση: από συνετός αναγνώστης έγινα άπληστος αναγνώστης και από κλέφτης βιβλίων έγινα βιβλιοπειρατής. Ήθελα να διαβάσω τα πάντα, πράγμα που μέσα στην αθωότητά μου ισοδυναμούσε με το να θέλω να αποκαλύψω ή να προσπαθήσω να αποκαλύψω τις κρυφές μηχανορραφίες της τύχης που είχαν παρασύρει τον ήρωα του Καμύ στην αποδοχή της φρικτής του μοίρας. Παρά τα επιφαινόμενα, η σταδιοδρομία μου ως βιβλιοπειρατή ήταν μακρά και γόνιμη. Όμως μια μέρα με έπιασαν. Ευτυχώς, δεν ήταν στο Γυάλινο Βιβλιοπωλείο, αλλά στο Βιβλιοπωλείο το Κελάρι που βρίσκεται – ή βρισκόταν – απέναντι από την Αλαμέδα, στην Αβενίδα Χουαρές, και το οποίο, όπως δηλώνει το όνομά του, ήταν ένα μεγάλο υπόγειο, όπου οι πιο πρόσφατες εκδόσεις από το Μπουένος Άιρες και την Βαρκελώνη ήταν στοιβαγμένες σε αστραφτερούς σωρούς. Η σύλληψή μου ήταν ατιμωτική, επονείδιστη. Ένιωσα σαν να με είχαν επικηρύξει οι σαμουράι του βιβλιοπωλείου. Με απείλησαν ότι θα με πετούσαν έξω από τη χώρα, ότι θα μου έριχναν ένα γερό χέρι ξύλο στο κελάρι του Βιβλιοπωλείου “Το Κελάρι”, κάτι που στα αυτιά μου ήχησε σαν μια συζήτηση μεταξύ νεο-φιλοσόφων περί της καταστροφής της καταστροφής και στο τέλος, μετά από μακροσκελείς διαπραγματεύσεις, με άφησαν να φύγω, όχι όμως πριν κατάσχουν όλα τα βιβλία που είχα πάνω μου, ανάμεσά τους και την Πτώση. Κανένα από τα βιβλία που μου υπεξαίρεσαν δεν το είχα κλέψει από εκεί. Λίγο αργότερα, έφυγα για την Χιλή. Αν στο Μεξικό μπορούσα να σκοντάψω πάνω στον Ρούλφο ή τον Αρέολα, στην Χιλή ίσως να συναπαντιόμουν με τον Νικανόρ Πάρα και τον Ενρίκε Λιν, ωστόσο νομίζω ότι ο μόνος συγγραφέας με τον οποίο διασταυρώθηκα ήταν ο Ροντρίγκο Λίρα, ενώ βάδιζε γοργά μέσα στη νύχτα που βρομούσε δακρυγόνα. Ύστερα ήρθε το πραξικόπημα και μετά απ’ αυτό άρχισα να περνάω τον καιρό μου στα βιβλιοπωλεία του Σαντιάγο – φτηνός τρόπος να διώξω την πλήξη και να αποτρέψω την τρέλα. Αντίθετα από τα βιβλιοπωλεία του Μεξικού, εκείνα του Σαντιάγο δεν είχαν υπαλλήλους. Τα κρατούσε ένα μόνο άτομο, που 31


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

σχεδόν πάντα ήταν ο ιδιοκτήτης. Εκεί αγόρασα τα Ombra Gruesa [τα Άπαντα] και τα Artefactos του Νικάνορ Πάρα, όπως και βιβλία του Ενρίκε Λιν και του Χόρχε Τεϊγιέ που σύντομα θα τα έχανα, αλλά που αποτέλεσαν θεμελιώδη αναγνώσματα για μένα – αν και ‘θεμελιώδη’ δεν είναι η σωστή λέξη: εκείνα τα βιβλία με βοήθησαν να αναπνεύσω. Ούτε όμως το ‘αναπνεύσω’ είναι η σωστή λέξη. Ό, τι θυμάμαι καλύτερα από εκείνες τις επισκέψεις μου σ’ εκείνα τα βιβλιοπωλεία, ήταν τα μάτια των βιβλιοπωλών, που άλλοτε έμοιαζαν με μάτια κρεμασμένου και άλλοτε ήταν σκιασμένα από κάτι σαν ληθαργικό πέπλο, που τώρα ξέρω ότι ήταν κάτι άλλο. Δεν θυμάμαι να έχω δει πιο μοναχικά βιβλιοπωλεία. Δεν έκλεψα βιβλία στο Σαντιάγο. Ήταν φτηνά και τα αγόραζα. Στο τελευταίο βιβλιοπωλείο που επισκέφθηκα, καθώς περνούσα δίπλα από μια σειρά παλιών γαλλικών μυθιστορημάτων, ο βιβλιοπώλης, ένας ψηλός, αδύνατος άνδρας γύρω στα σαράντα, με ρώτησε ξαφνικά αν μου φαινόταν σωστό ένας συγγραφέας να συστήνει τα δικά του έργα σ’ έναν άνθρωπο που είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Ο βιβλιοπώλης στεκόταν στη γωνία, φορώντας ένα λευκό πουκάμισο με τα μανίκια γυρισμένα ώς τους αγκώνες. Στο λαιμό του, το μήλο του Αδάμ προεξείχε και έτρεμε καθώς μιλούσε. Είπα ότι δεν φαινόταν σωστό. Για ποιο πράγμα συζητούν οι καταδικασμένοι σε θάνατο; ρώτησα. Ο βιβλιοπώλης με κοίταξε και είπε ότι ήξερε σίγουρα περισσότερους από έναν συγγραφείς ικανούς να συστήσουν τα βιβλία τους σε έναν άνθρωπο στο χείλος του θανάτου. Ύστερα είπε ότι μιλούσαμε για απελπισμένους αναγνώστες. Δεν έχω το δικαίωμα να κρίνω, είπε, όμως αν δεν το κάνω εγώ, τότε κανείς δεν θα το κάνει. Τι βιβλίο θα έδινες σ’ έναν καταδικασμένο; με ρώτησε. Δεν ξέρω, απάντησα. Ούτε εγώ ξέρω, είπε ο βιβλιοπώλης και νομίζω πως αυτό είναι τρομερό. Τι βιβλία διαβάζουν οι απελπισμένοι άνθρωποι; Τι βιβλία αγαπούν; Πώς φαντάζεσαι τη βιβλιοθήκη ενός καταδικασμένου ανθρώπου; ρώτησε. Δεν έχω ιδέα, είπα. Είσαι νέος, δεν εκπλήσσομαι, είπε. Και ύστερα: είναι σαν την Ανταρκτική. Όχι σαν τον Βόρειο Πόλο, σαν την Ανταρκτική. Μου ήρθαν στο νου οι τελευταίες μέρες του Άρθρουρ Γκόρντον Πιμ, αλλά αποφάσισα να μην πω τίποτα. Για να δούμε, είπε ο βιβλιοπώλης, ποιος γενναίος θα έβαζε τούτο το μυθιστόρημα στα χέρια ενός ανθρώπου καταδικασμένου σε θάνατο; Πήρε ένα βιβλίο που είχε πάει αρκετά καλά και το πέταξε στο σωρό. Τον πλήρωσα και πήγα να φύγω. Καθώς γυρνούσα την πλάτη μου, ο βιβλιοπώλης έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, μπορεί γέλιο, μπορεί κλάμα. Ανοίγοντας την πόρτα, τον άκουσα να λέει: Ποιος υπερφίαλος μπάσταρδος θα τολμούσε να κάνει τέτοιο πράγμα; Κι ύστερα είπε κάτι ακόμα, αλλά δεν μπόρεσα ν’ ακούσω τι ήταν.

(*) Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Ρομπέρτο Μπολάνιο Ανάμεσα σε παρενθέσεις: Δοκίμια, άρθρα και ομιλίες (1998-2003) που κυκλοφόρησε το 2011 σε μετάφραση Natasha Wimmer από τον αμερικανικό εκδοτικό οίκο New Directions. Η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά έγινε από τα αγγλικά. Πηγή: http://www.oanagnostis.gr/ 32


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Εξώφυλλα σπάνιων ελληνικών βιβλίων

33


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

34


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

35


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

36


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Πηγή: http://www.lifo.gr/

37


Μάιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 38

Λέσχες Ανάγνωσης ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ/ΔΙΑ-ΛΟΓΟΣ Μέλη του Δικτύου Λεσχών "Ανάγνωσις"

Τώρα διαβάζουμε "…Η ιδιότητα του νέου, του καινοφανούς, εκείνες τις μέρες, έμοιαζε να είναι λίαν ασταθής· ήταν θαρρείς ένα πράγμα εξαρθρωμένο, κάτι δίχως ρίζες. Σε όλη την πόλη […] εργολάβοι έκλεβαν στο τσιμέντο που έριχναν στα θεμέλια των νεόχτιστων οικιών, άνθρωποι -και όχι μονάχα πρωθυπουργοίπυροβολούνταν πού και πού, λαρύγγια κόβονταν σε ρεματιές, κακοποιοί γίνονταν δισεκατομμυριούχοι, αλλά όλα αυτά ήσαν αναμενόμενα […] Ουδείς έδειχνε να εκπλήσσεται που συνέβαιναν ατυχήματα… Ναι, κάποιες, ελάχιστες φωνές έλεγαν πως αν είναι αυτή η χώρα που αφιερώσαμε στον Θεό μας, τι σόι Θεός είναι αυτός που τα επιτρέπει […] αλλά αυτές οι φωνές κατασιγάζονταν προτού ολοκληρώσουν τις ερωτήσεις […] τους επειδή υπάρχουν πράγματα που δεν κάνει να λέγονται. Ή μάλλον, ακόμη περισσότερο: υπάρχουν πράγματα που δεν επιτρέπεται να είναι αληθή".

Ο Salman Rushdie γεννήθηκε στη Βομβάη το 1947, έζησε στην Αγγλία από το 1961 και πρόσφατα μετακόμισε στην Αμερική. Τα βιβλία του έχουν βραβευτεί με σημαντικότατα βραβεία, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το Booker των Booker που απονεμήθηκε στο μυθιστόρημα "Τα παιδιά του μεσονυκτίου". Το 2007 χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα της Αγγλίας για την προσφορά του στη λογοτεχνία. Τα βιβλία του πάντα ξεσηκώνουν θύελλα κριτικών και διαφορετικών απόψεων, και συζητιούνται από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. "Ο τελευταίος στεναγμός του Μαυριτανού", το ωριμότερο μυθιστόρημά του, βραβεύτηκε το 1995 με το Whitbread Prize και το 1996 με το Ευρωπαϊκό Αριστείον Λογοτεχνίας. "Ο κόσμος κάτω απ' τα πόδια της", το οποίο κυκλοφόρησε ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες στις οποίες είχε πουληθεί, μαζί και στην Ελλάδα, αποτέλεσε το εκδοτικό γεγονός του 1999 και βρήκε ιδιαίτερα μεγάλη απήχηση όχι μόνο στους βιβλιόφιλους αλλά και στους φανατικούς του ροκ εντ ρολ. Όλα τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πάμπολλες γλώσσες. Ο Salman Rushdie συγκαταλέγεται αναμφίβολα στους κορυφαίους συγγραφείς της γενιάς του.

38


ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

ΑΝ το διάβασμα είναι για σας μια ανεξάντλητη πηγή ευχαρίστησης… ΑΝ πιστεύετε ότι το διάβασμα δεν είναι κατ’ ανάγκη μια μοναχική υπόθεση… ΑΝ αυτό που νιώθετε διαβάζοντας θέλετε να το μοιραστείτε και με άλλους… --------------------------Γίνετε μέλος σε μια από τις Λέσχες Ανάγνωσης που λειτουργούν στη Λεμεσό. ή Βρείτε κι άλλα άτομα που αγαπούν το διάβασμα και συγκροτείστε μια ομάδα, τα μέλη της οποίας θα συγκεντρώνονται μια φορά το μήνα και θα συζητούν γύρω από το βιβλίο που έχουν επιλέξει να διαβάσουν. Για περισσότερες πληροφορίες ως προς τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας μιας Λέσχης Ανάγνωσης μπορείτε να απευθυνθείτε στο Δίκτυο Λεσχών «Ανάγνωσις».

Παντελής Μάκη, τηλ: 99 667599 e-mail: pmakis@cytanet.com.cy www.bibliotropio.blogspot.com Αντώνης Κουντούρης, τηλ: 99 346424 e-mail: : a_c_kountouri@hotmail.com Κατερίνα Βοσκαρίδου, τηλ: 99 526772 e-mail: pyrion@primehome.com www.pyrion.blogspot.com

Με τη στήριξη

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 38  

Συνέντευξη με τον Καζούο Ισιγκούρο, η σύγχρονη γυναικεία πορνογραφία και ένα άρθρο του Roberto Bolano. Είναι ο συγγραφέας το χειρότερο επάγ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you