Page 1

ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΔΕΛΤΙΟ 37–ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2015 «Από το Ρόδο στο Μηδέν» Η μεταφράστρια Έφη Καλλιφατίδη στις 5 Μαΐου στη Λεμεσό Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee

Ντέιβιντ Μίτσελ: τα εύκολα μυθιστορήματα ξεχνιούνται Boris Vian : μια διαφορετική προσέγγιση του φανταστικού Το «πουκάμισο» του Καζαντζάκη

Το Man Booker International Prize και το δράμα του βιβλιόφιλου

Επιλογή θεμάτων: Παντελής Μάκη

ΑΠΟ ΤΟ ΡΟΔΟ `

ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ


Περιεχόμενα

Σελ.

Η μεταφράστρια Έφη Καλλιφατίδη .......................................................................................... 5 Το «πουκάμισο» του Καζαντζάκη ............................................................................................. 9 Πέθανε ο νομπελίστας ποιητής Τούμας Τρανστρέμερ............................................................ 12 Το Man Booker International Prize και το δράμα του βιβλιόφιλου… ..................................... 14 Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee ...................................................................... 16 Καταδίκη του δεσποτισμού ..................................................................................................... 22 Ντέιβιντ Μίτσελ: τα εύκολα μυθιστορήματα ξεχνιούνται ...................................................... 25 Boris Vian : μια διαφορετική προσέγγιση του φανταστικού. ................................................. 30 Ανάγνωση και γραφή, ένα προβληματικό ζευγάρι................................................................. 35


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Συγγραφέων το ανάγνωσμα 13 Μαρτίου 2015 Κέντρο Λόγου και Τεχνών «Τεχνοδρόμιο»

2


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

3


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Βιβλιοτρόπιο, σε συνεργασία με το Κέντρο Λόγου και Τεχνών «Τεχνοδρόμιο» διοργανώνει την εκδήλωση

Από το Ρόδο στο Μηδέν Εμπειρίες Μετάφρασης του Ουμπέρτο Έκο Με τη μεταφράστρια των βιβλίων του Έκο

Έφη Καλλιφατίδη Για τη μετάφραση Για τον Ουμπέρτο Έκο Για το τελευταίο βιβλίο του Έκο, με τίτλο «Φύλλο Μηδέν» Πρόλογος και συντονισμός: Χρίστος

Μελίδης

Τρίτη 5 Μαΐου 2015 στις 20:00 Κέντρο Λόγου και Τεχνών ΤΕΧΝΟΔΡΟΜΙΟ Μουσείο «Το Πλουμιστό Ψωμί» Γρηγόρη Αυξεντίου 9, 3021 Λεμεσός Τηλ. 25340347, 99526772, 99667599 www.technodromio.org www.bibliotropio.blogspot.com

4


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Η μεταφράστρια Έφη Καλλιφατίδη Του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Έφη Καλλιφατίδη

Από ποιους δρόμους οδηγηθήκατε στη μετάφραση; Ξεκινήσατε ερασιτεχνικά, από αγάπη για κάποια κείμενα, ευκαιριακά ίσως ή ήταν εξαρχής μια βιοποριστική επιλογή που έγινε τελικά σχέση ζωής; Ξεκίνησα καλοκαίρι του ’80, επειδή δεν είχα τι να κάνω και έτυχε να διαβάσω ένα δοκιμιάκι που μου άρεσε. Ήταν το «Subculture and Style» του Dick Hebdige. Μετά, ήρθαν έτσι οι συγκυρίες που άρχισα να ασχολούμαι επαγγελματικά. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, δεν χρειάστηκε καν να κυνηγήσω τη δουλειά (με εξαίρεση τα τελευταία δυο χρόνια). Το δεύτερο βιβλίο που μετέφρασα ήταν το «Όνομα του Ρόδου» και εκεί πια κρίθηκε το μέλλον μου.

Τα βιβλία που έχετε μεταφράσει υπερβαίνουν, αν μετράω καλά, τα εκατόν είκοσι. Υπάρχουν κάποια βιβλία που ως μεταφραστής τους τα ξεχωρίζετε από τα υπόλοιπα; Ποιων βιβλίων η μετάφραση ήταν για σας μια σημαντική εμπειρία;

5


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Είναι περισσότερα από 120, δεν τα έχει όλα το BiblioNet. Τον Eco θα τον αναφέρω, γιατί δεν γίνεται αλλιώς, είμαστε πια σαν παντρεμένοι κοντά 35 χρόνια. Τα άλλα αγαπημένα μου: Πρώτος και καλύτερος ο «Τρίστραμ Σάντι» του Λόρενς Στερν –και με πολλή ζήλεια! (από τις εκδόσεις Gutenberg). Μαζί πάει και το δεύτερο βιβλίο του Στερν «Αισθηματικό Ταξίδι στη Γαλλία και την Ιταλία» (εκδόσεις Νησίδες). Σ’ αυτά τα δυο να δείτε εμπειρία! Η «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του Λιούις Κάρολ και ο «Νοστρόμο» του Τζόζεφ Κόνραντ (από τις εκδόσεις Ιδεόγραμμα). Ένα βιβλίο που από ατυχία δεν εκδόθηκε ποτέ (και παραμένει χειρόγραφο με μολύβι από τότε), το «Η Συνείδηση του Ζήνωνα» του Italo Svevo. Είναι πολλά αυτά που αγαπώ, αλλά το βιβλίο είναι κάτι εξίσου προσωπικό με τους λόγους για τους οποίους το αγαπάμε.

Όσα κι αν έχουμε κάνει, πάντα κάτι λείπει. Υπάρχουν κάποια βιβλία που θα θέλατε να έχετε μεταφράσει, αλλά κάποιος άλλος το έχει ήδη κάνει αρκετά καλά ή κανείς δεν σας το ζήτησε ή, ίσως, διστάζετε να δοκιμάσετε; Ένα βιβλίο που με προκαλεί και με τρομάζει και δεν έχω βρει ακόμα την ασέβεια να το αποπειραθώ είναι το «Finnegans’ Wake» του James Joyce. Μαθαίνω ότι πρόκειται να εκδοθεί. Ελπίζω και απεύχομαι…

Ασκείτε εδώ και πολύ καιρό το επάγγελμα της μεταφράστριας. Μπορείτε να μας μιλήσετε λίγο για ορισμένες πτυχές του; Πώς γίνεται συνήθως η επιλογή των βιβλίων που μεταφράζονται, ποιοι άλλοι εμπλέκονται στη διαδικασία της μετάφρασης (επιμελητές, θεωρητές κλπ), πόσος είναι ο χρόνος που δίνεται σε έναν μεταφραστή για να ολοκληρώσει τη δουλειά του; Η επιλογή γίνεται συνήθως από τον εκδότη που παίρνει υπ’ όψη του όλα τα κριτήρια για μια έκδοση (αφ’ ενός τα «ποιοτικά», αφ’ ετέρου τα πρακτικά: δικαιώματα, απαιτήσεις, κόστος κλπ. κλπ.) και προτείνει στον μεταφραστή. Οι επιμελητές και οι διορθωτές είναι οι αφανείς ήρωες μιας έκδοσης. Πιστεύω ότι τους οφείλω πολλά και με δίδαξαν πολλά. Καθώς δεν ήμουν των κλασικών γραμμάτων (αρχιτέκτονας ήμουν), η σχέση μου με το βιβλίο ήταν από πάθος. Μεταφράζω με τον ίδιο τρόπο που διαβάζω: ταχυανάγνωση και ταχυμετάφραση. Οπότε, οι χρόνοι δεν μου ήταν ποτέ πρόβλημα.

.

6


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Είναι σε γενικές γραμμές παραδεκτό ότι οι μεταφράσεις γερνάνε με το πέρασμα του χρόνου και κάθε γενιά αισθάνεται την ανάγκη να ξαναμεταφράσει τους κλασικούς. Πιστεύετε πως έχει καθολική ισχύ η άποψη αυτή; Υπάρχουν κάποιες μεταφράσεις στα νέα ελληνικά που να τις θεωρείτε οριστικές; Τίποτα δεν μπορεί να μένει αναλλοίωτο. Όσο αλλάζει η γλώσσα, τόσο μπορεί να εμφανίζεται η ανάγκη νέων μεταφράσεων. Π.χ. ο Παπαδιαμάντης μετέφρασε Ντοστογιέφσκι, αλλά πόσοι νέοι αναγνώστες θα επιλέξουν τη διπλά δύσκολη ερμηνεία στο «Έγκλημα και Τιμωρία»; Από την άλλη, μπορούμε ν’ αντικαταστήσουμε εύκολα τις μεταφράσεις του T.S. Eliot από τον Σεφέρη; Νομίζω λοιπόν ότι το θέμα κρίνεται κατά περίπτωση.

Πού εντοπίζεται η μεγαλύτερη δυσκολία που συναντάτε κατά τη μεταφραστική σας δουλειά; Στην πιστότητα και νοηματική ακρίβεια της απόδοσης ή περισσότερο στην αναπαραγωγή του ύφους του κάθε συγγραφέα, έτσι ώστε να μην έχουν όλα τα βιβλία που έχετε μεταφράσει το δικό σας ύφος; Μπαίνετε καμιά φορά στον πειρασμό να «βελτιώσετε» το κείμενο που μεταφράζετε; Αρχίζω από την τελευταία ερώτηση. Σαφώς και το βελτιώνω και διορθώνω λάθη που υπάρχουν ακόμα και στον μεγαλύτερο συγγραφέα (να σας προκαλέσω να βρείτε ποιο από αυτά που έχω μεταφράσει είναι στημένο όλο σε μια λάθος σύλληψη;). Δεν με διακρίνει ιδιαίτερος 7


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

«σεβασμός» απέναντι στον δημιουργό, αρκεί να μπορέσει το μυαλό μου να δουλέψει με τον τρόπο που δουλεύει το δικό του. Αν έχω αυτήν την τύχη, η πιστότητα είναι ψιλά γράμματα. Τις φράσεις τις στήνω όπως μου ακούγονται καλύτερα στα ελληνικά και όπως νομίζω ότι θα την έγραφε ο συγγραφέας, αν έγραφε ελληνικά. Όταν υπάρχει ένα λογοπαίγνιο π.χ. που δεν αποδίδεται στα ελληνικά, μπορεί να μη μεταφράσω το συγκεκριμένο (και δεν θα βάλω υποσημείωση –τις μισώ), αλλά θα είμαι σε επιφυλακή να κάνω ένα αντίστοιχο ελληνικό λογοπαίγνιο κάπου αλλού.

Η θεωρία της μετάφρασης, που τις τελευταίες δεκαετίες γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη, έχει συνεισφέρει κατά τη γνώμη σας στην παραγωγή καλύτερων μεταφράσεων ή αποτελεί έναν τομέα της γνώσης που αγγίζει ελάχιστα ή και καθόλου την πράξη; Χμμ, τι να σας πω; Δεν είμαι άνθρωπος της θεωρίας ή, εν πάση περιπτώσει, στήνω δικές μου υπόγειες (και ίσως αστήρικτες) θεωρίες, τις οποίες ακολουθώ. Μάλλον δεν είμαι αρμόδια να σας απαντήσω, μιας και η απέχθειά μου για τις θεωρίες επεκτείνεται και στη γραμματική (αλλά όχι στο συντακτικό που μου θυμίζει μαθηματικά).

Πόσο σας έχει επηρεάσει η μεταφραστική σας εργασία ως αναγνώστρια; Έχετε παρατηρήσει αλλαγές στον τρόπο που διαβάζετε τις οποίες να μπορείτε να τις χρεώσετε στην ενασχόλησή σας με τη μετάφραση; Μπα, παραμένω ο χάχας αναγνώστης (και θεατής) που μαγεύεται από οτιδήποτε έντυπο, ακόμα και από τις διαφημίσεις. Εντάξει, μετά την τελευταία σελίδα, λέω «μ’ άρεσε»-«δεν μ’ άρεσε», αλλά είμαι και παραμένω ψυχαναγκαστική αναγνώστρια. Πηγή: https://bookstandfiles.wordpress.com

8


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Το «πουκάμισο» του Καζαντζάκη Της Λαμπρινής Κουζέλη

Τα έργα του κρητικού συγγραφέα κυκλοφορούν σε νέες ελκυστικές εκδόσεις, σε μονοτονικό σύστημα και απλοποιημένη ορθογραφία, με εισαγωγές, επίμετρα και σημειώσεις

Για τις εκδόσεις Καζαντζάκη ο Νίκος Καζαντζάκης δεν είναι απλώς ένας συγγραφέας, ένα εκδοτικό προϊόν· είναι οικογένεια. Ο τέως εκδότης Πάτροκλος Σταύρου (1933-2014) ήταν θετός γιος και κληρονόμος της Ελένης Καζαντζάκη, η οποία μάλιστα βάφτισε την κόρη του, τη Νίκη Σταύρου, τη νυν εκδότρια. Ενδεχομένως γι' αυτό η στάση των εκδόσεων Καζαντζάκη απέναντι στο έργο του μεγάλου Κρητικού ήταν προστατευτική και εσωστρεφής σε βαθμό που η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη (ΔΕΦΝΚ) και ο πρόεδρός της Γιώργος Στασινάκης να εγκαλούν τον κληρονόμο της χήρας Καζαντζάκη και δικαιούχο των δικαιωμάτων επί του πνευματικού έργου του συγγραφέα ότι κρατά σε καθεστώς ομηρείας το καζαντζακικό corpus ένα λογοτεχνικό σώμα που αποτελεί εθνική κληρονομιά ως το 2027, οπότε συμπληρώνονται 70 χρόνια από τον θάνατο του συγγραφέα και απελευθερώνονται τα δικαιώματα επί του έργου του -, χωρίς να μεριμνά για την αναγκαία επανέκδοση των έργων του με σύγχρονες προδιαγραφές, τη μετάφρασή τους και την προβολή τους. Η διένεξη Πάτροκλου Σταύρου και ΔΕΦΝΚ έχει μακρά ιστορία και οι μεταξύ τους δικαστικές διαμάχες είναι γνωστές. Το θέμα είχε 9


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

λάβει και πολιτικές διαστάσεις, με επερώτηση στη Βουλή και σύσταση από το υπουργείο Πολιτισμού τον Δεκέμβριο του 2010 δωδεκαμελούς επιτροπής πανεπιστημιακών και ειδικών μελετητών με αντικείμενο την εκδοτική αναμόρφωση των έργων του Καζαντζάκη που κυκλοφορούν. Το 2012, με τη Νίκη Σταύρου στο τιμόνι, οι σχέσεις αποκαταστάθηκαν και τα δύο μέρη αποφάσισαν να συνεργαστούν για την καλύτερη προώθηση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη.

Το πρώτο βήμα για την επανέκδοση των έργων του Καζαντζάκη γίνεται τώρα με την κυκλοφορία σε «νέες αναθεωρημένες σύγχρονες εκδόσεις» τριών από τα εμβληματικότερα έργα του συγγραφέα: της στοχαστικής Ασκητικής, του μυθιστορηματικού Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και του αυτοβιογραφικού Αναφορά στον Γκρέκο. Η αυστηρή μορφή των παλιών δερματόδετων καφέ ή των πανόδετων πράσινων εκδόσεων που μπορεί να έχουμε στις βιβλιοθήκες μας δίνει τη θέση της σε μαλακά λευκά εξώφυλλα, σύγχρονης αισθητικής, που έχει σχεδιάσει ο Γιώργος Μακράκης. Το εξώφυλλο του μυθιστορηματικού Ζορμπά, με τη φιγούρα του Αντονι Κουίν στο χαρακτηριστικό ζεϊμπέκικο του κινηματογραφικού «Ζορμπά», αποτυπωμένη αφαιρετικά επάνω στο φόντο μιας χειρόγραφης επιστολής του Καζαντζάκη, μεταφέρει, με μια ματιά, πολλές πληροφορίες για το κείμενο και την πρόσληψή του. 10


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Δημιουργία ebooks Τα κείμενα συνοδεύονται από σύντομο εισαγωγικό σημείωμα της Νίκης Σταύρου σχετικά με τη στρατηγική των εκδόσεων Καζαντζάκη, οι οποίες προσανατολίζονται στην ψηφιοποίηση του έργου του Καζαντζάκη και στη δημιουργία ebooks συμβατών με όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες ώστε τα βιβλία να είναι γρήγορα διαθέσιμα στη διεθνή κοινότητα των ομογενών. Ήδη είναι έτοιμα τα ηλεκτρονικά βιβλία για τα πρώτα τρία έργα που επανεκδίδονται, ενώ το πρόγραμμα των εκδόσεων Καζαντζάκη περιλαμβάνει την έκδοση των Απάντων του κρητικού συγγραφέα σε νέες έντυπες και ψηφιακές εκδόσεις, η οποία υπολογίζεται ότι θα ολοκληρωθεί το 2017. Ασκητική, Ζορμπάς, Καπετάν Μιχάλης, Αναφορά στον Γκρέκο, Ο Φτωχούλης του Θεού, Ο τελευταίος πειρασμός και Ο Χριστός ξανασταυρώνεται είναι, σύμφωνα με τις εκδόσεις Καζαντζάκη, οι πιο ευπώλητοι κατά σειρά τίτλοι του Νίκου Καζαντζάκη και θα έχουν κυκλοφορήσει όλοι σε νέες εκδόσεις ως τον Σεπτέμβριο, μαζί με το Ταξιδεύοντας. Ισπανία. Στα επίμετρα των νέων εκδόσεων αξιοποιούνται τα σημειώματα του Πάτροκλου Σταύρου από τις προηγούμενες εκδόσεις, με πραγματολογικές πληροφορίες για το ιστορικό της συγγραφής κάθε έργου και τη δεξίωσή του από την κριτική της εποχής του, καθώς και άλλα μελετήματα των παλαιών εκδόσεων που δεν έχουν χάσει τη δραστικότητά τους, όπως το κείμενο του Ερατοσθένη Καψωμένου για τον Ζορμπά και το νεοελληνικό πρότυπο. Νέες εισαγωγές συνοδεύουν τα κείμενα. Ο νεοελληνιστής Θανάσης Αγάθος υπογράφει την εισαγωγή στο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και η συγκριτολόγος Μαρίνα Γρηγοροπούλου την εισαγωγή στην Αναφορά στον Γκρέκο. Η Ασκητική δημοσιεύεται με την αξεπέραστη εισαγωγή του Κίμωνα Φράιερ, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην αγγλική έκδοση του έργου το 1960. Την επιστημονική επιμέλεια της έκδοσης των κειμένων εμπιστεύθηκε η εκδότρια στον γλωσσολόγο Νίκο Μαθιουδάκη, μελετητή της γλώσσας της καζαντζακικής Οδύσειας και πρόεδρο του ελληνικού τμήματος της ΔΕΦΝΚ, ο οποίος εξηγεί τις ιδιαιτερότητες της γλώσσας του Καζαντζάκη, το ορθογραφικό πιστεύω του και τις αρχές στις οποίες βασίστηκαν οι νέες εκδόσεις σε ειδικό κεφάλαιο στο επίμετρο κάθε βιβλίου.

Το ιδιόλεκτο Οι νέες εκδόσεις σέβονται το κείμενο των πρώτων εκδόσεων που είχε τυπωθεί με τη φιλολογική επιμέλεια του Εμμ. Χ. Κάσδαγλη και την εποπτεία του συγγραφέα, υιοθετούν όμως το μονοτονικό σύστημα, το οποίο χρησιμοποιούσε ο Καζαντζάκης, και την ορθογραφία του συγγραφέα όπως παραδίδεται στα χειρόγραφα του Καζαντζάκη (χλομός, γλιτώνω, τσόφλι, στηλώνω κ.ά.) χωρίς τις ακρότητές της (απαλοιφή διπλών συμφώνων, μεταβολής του η, υ, ει, οι σε ι, του ω σε ο κ.ά.). Ο Καζαντζάκης δεν θεωρεί τον εαυτό του γλωσσοπλάστη, υπογραμμίζει ο Νίκος Μαθιουδάκης για το περίφημο καζαντζακικό ιδιόλεκτο. Είναι ένας λεξιθήρας, ένας λαϊκός γλωσσολόγος που θησαύριζε λέξεις όχι μόνο από το κρητικό ιδίωμα αλλά από πολλές 11


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

περιοχές της ελληνικής επικράτειας και από μια ποικιλία κειμένων, λαϊκών κυρίως - υπάρχουν στο Μουσείο Καζαντζάκη πολλά σημειωματάρια με καταλόγους λέξεων -, λέξεις του λαού οικείες, προκειμένου να δημιουργήσει τη δική του λογοτεχνική γλώσσα. Ο παλαίμαχος καζαντζακιστής Πίτερ Μπίαν, η καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ερη Σταυροπούλου, ο καθηγητής Θεολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Χρυσόστομος Σταμούλης αλλά και νεότεροι μελετητές, ο Γιώργος Περαντωνάκης και η Ισπανίδα Helena González-Vaquerizo, θα υπογράφουν τις εισαγωγές ορισμένων από τα έργα που θα ακολουθήσουν, εντείνοντας με τις πολλαπλές ματιές τους την πολυφωνικότητα των νέων εκδόσεων του καζαντζακικού σώματος. Στα μείον των νέων εκδόσεων, η μικρή γραμματοσειρά των συνοδευτικών κειμένων, που ίσως κουράσει στην ανάγνωση, ειδικά τους μεγαλύτερους, και η ατυχής απόδοση στα ελληνικά της εισαγωγής του Κίμωνα Φράιερ στην Ασκητική, η οποία χρειάζεται αναθεώρηση σε επόμενη εκτύπωση. Στα θετικά, η πολύ ελκυστική τιμή των νέων τόμων - επτά ευρώ φθηνότερη από την προηγούμενη έκδοση είναι η Ασκητική και 12 ευρώ οικονομικότερος ο Ζορμπάς -, μια συνειδητή απόφαση των εκδόσεων Καζαντζάκη προκειμένου να μπουν τα Απαντα του Καζαντζάκη κυριολεκτικά σε κάθε σπίτι. Πηγή: http://www.tovima.gr/

Πέθανε ο νομπελίστας ποιητής Τούμας Τρανστρέμερ

Ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας Σουηδός ποιητής Τούμας Τρανστρέμερ άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 83 ετών, ανακοίνωσε την Παρασκευή ο εκδοτικός οίκος Bonnier με τον οποίο συνεργαζόταν.

12


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Το ίδρυμα Νόμπελ, το οποίο διευκρίνισε ότι ο λογοτέχνης απεβίωσε την Πέμπτη, εξέφρασε τη μεγάλη του θλίψη. Ο Τρανστρέμερ τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2011. Η υγεία του ωστόσο ήταν ήδη σε κακή κατάσταση από πολλά χρόνια, καθώς το 1990 είχε υποστεί αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Τρανστρέμερ γεννήθηκε στις 15 Απριλίου 1931 στη Στοκχόλμη και τον μεγάλωσε η μητέρα του αφού έχασε, σε μικρή ηλικία, τον πατέρα του. Το 1956, αφού πήρε το πτυχίο του στην ψυχολογία, διορίστηκε στο Ψυχοτεχνολογικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης ενώ από το 1960 ασχολήθηκε με τους ανήλικους παραβάτες σε ένα ειδικό κέντρο. Παράλληλα με το πλούσιο ποιητικό έργο του, ο Τρανστρέμερ εργάστηκε με άτομα με ειδικές ανάγκες, καταδικασθέντες και τοξικομανείς. Έγραφε από την εφηβική του ηλικία και εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «17 ποιήματα», σε ηλικία 23 ετών. Το 1966 τιμήθηκε με το βραβείο Bellman και ακολούθησαν πολλές άλλες διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το βραβείο Petrarque (Γερμανία, 1981) και το Neustadt International Prize (ΗΠΑ, 1990). Το 1997, η εργατική πόλη Βέστεραας, όπου έζησε τριάντα χρόνια προτού επιστρέψει στη Στοκχόλμη τη δεκαετία του 1990, δημιούργησε το βραβείο Tranströmer για να τον τιμήσει. Το 1990 κι αφού έχει δημοσιεύσει δεκάδες συλλογές, ο ποιητής υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο του προκάλεσε μερική παράλυση και αφασία. Το πρώτο έργο που δημοσίευσε μετά το εγκεφαλικό, έξι χρόνια αργότερα, ήταν η συλλογή υπό τον τίτλο "Πένθιμη Γόνδολα", η οποία πούλησε 30.000 αντίτυπα. Ο αριθμός των αντιτύπων που πωλήθηκαν θεωρείται περισσότερο από τιμητικός για μια ποιητική συλλογή. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, τον κέρδισε η μουσική. Έπαιζε πιάνο καθημερινά, με το αριστερό χέρι, καθώς το δεξί του ήταν παράλυτο μετά το εγκεφαλικό, και περνούσε τα πρωινά του ακούγοντας κλασική μουσική, όπως είχε αναφέρει σε μια συνέντευξή της η σύζυγός του, Μόνικα, με την οποία απέκτησε δύο κόρες. Στα ελληνικά κυκλοφορούν οι συλλογές του «Τα Ποιήματα» (εκδόσεις Printa) και «Πένθιμη Γόνδολα» (εκδόσεις Νεφέλη). Πηγή: http://www.tanea.gr/

13


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Το Man Booker International Prize και το δράμα του βιβλιόφιλου —της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου—

Πριν λίγες μέρες, ανακοινώθηκε η λίστα των υποψηφίων για το Man Booker International Prize, ένα βραβείο που δίνεται κάθε δύο χρόνια σε συγγραφείς για τη συνολική προσφορά τους στο μυθιστόρημα. Σε αντίθεση με το (απλό) Booker, το International δεν αφορά μόνο αγγλόφωνους συγγραφείς. Ιδού η φετινή λίστα:

César Aira (Αργεντινή) Hoda Barakat (Λίβανος) Maryse Condé (Γουαδελούπη) Mia Couto (Μοζαμβίκη) Amitav Ghosh (Ινδία) Fanny Howe (ΗΠΑ) Ibrahim al-Koni (Λιβύη) 14


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

László Krasznahorkai (Ουγγαρία) Alain Mabanckou (Δημοκρατία του Κονγκό) Marlene van Niekerk (Νότιος Αφρική)

Η ανακοίνωση του τελικού νικητή θα γίνει στις 19 Μαΐου. Τα μέλη της επιτροπής περιγράφουν την εμπειρία της ανάγνωσης για την επιλογή των υποψηφίων ως «απολαυστικά συναρπαστική». «Το μυθιστόρημα σήμερα βρίσκεται σε έξοχη φόρμα: είναι ένα πεδίο διερεύνησης, ένας χάρτης της ανθρώπινης καρδιάς […] ένα πηγάδι απολαύσεων, ένα εργαστήριο της γλώσσας. Ειλικρινά, νιώθουμε πως ήρθαμε πιο κοντά στο δέντρο της γνώσης». (Υπενθυμίζεται ότι τα προηγούμενα χρόνια το βραβείο αυτό απονεμήθηκε σε μερικά ιερά τέρατα: στη Λύντια Ντέιβις το 2013, στον Φίλιπ Ροθ το 2011, στην Άλις Μονρό το 2009, στον Τσινούα Ατσέμπε το 2007 και στον Ισμαήλ Κανταρέ το 2005.) Και πώς να μην ζηλέψεις τα μέλη αυτής της επιτροπής; Και πώς να μην νιώσεις πολύ, πολύ παράξενα διαβάζοντας την απροσδόκητη αυτή λίστα; Ως βιβλιόφιλος (ή βιβλιομανής), έχεις τον ρυθμό σου στην ανάγνωση, παρακολουθείς τι καινούργιο κυκλοφορεί, διαβάζεις όσα μπορείς, εκνευρίζεσαι όταν κάποιο βιβλίο αποδεικνύεται πολύ κατώτερο των προσδοκιών σου, γιατί νιώθεις πως έχασες την ευκαιρία να διαβάσεις κάτι πραγματικά καλό, ξαναδιαβάζεις παλιά και αγαπημένα, επιστρέφεις σε κλασικούς, τσιμπάς με χαρά πληροφορίες για ό,τι τυχόν κάνει ντόρο στο εξωτερικό (δηλαδή στην Αγγλία, στην Αμερική, άντε και στη Γαλλία) – και ξαφνικά έρχεται η λίστα του Man Booker International Prize και σε στέλνει στο προγλωσσικό στάδιο: γιατί ανακαλύπτεις ότι, προφανώς, υπάρχει λογοτεχνία, και μάλιστα καλή λογοτεχνία, στη Λιβύη και στον Λίβανο και στο Κονγκό και στη Μοζαμβίκη και στη Γουαδελούπη. Στη Γουαδελούπη, για το Θεό. Και γιατί να μην υπάρχει, βέβαια; αναρωτιέσαι μετά. Έλα ντε. Ίσως φταίει που ο μέσος (καλλιεργημένος, έστω) Δυτικός άνθρωπος μπορεί να σκεφτεί τη Γουαδελούπη γενικά 5-6 φορές στη ζωή του. Πόσο μάλλον να σκεφτεί τη λογοτεχνία της. Αλλά υπάρχει. Φυσικά και υπάρχει. Μέρος της έχει μεταφραστεί, μάλιστα, και στα αγγλικά. Και τότε συνειδητοποιείς πόσο στενά είναι τα όριά σου σε σχέση με τον μεγάλο κόσμο, τις γλώσσες και τη γλώσσα. Συνειδητοποιείς πως «έχεις γεννηθεί με μια λίστα βιβλίων προς ανάγνωση που ποτέ δεν θα τελειώσεις». Εντάξει, τι να γίνει; σκέφτεσαι, αναστενάζεις και το προσπερνάς. Διότι ακόμα κι αν δεν υπήρχε καλή λογοτεχνία στη Γουαδελούπη, πάλι θα ήταν αδύνατο να διαβάσεις όλα όσα λαχταράς. Τότε όμως προκύπτει το επόμενο αμείλικτο ερώτημα: αν έπεφτε στα χέρια σου ένα βιβλίο του Κονγκολέζου Αλαίν Μαμπάνκου ή της Μαρίζ Κοντέ, της Γουαδελουπιανής συγγραφέως που είναι υποψήφια για το Man Booker International, θα το διάβαζες; Θα το επέλεγες έναντι του καινούργιου Κόου, ας πούμε, ή ενός Χένρι Τζέιμς που σου έχει ξεφύγει; Είναι, νομίζω, σχεδόν 15


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

το αντίστοιχο δίλημμα με την προσφορά ενός σαββατοκύριακου στο Λονδίνο (όπου έχεις πάει καμιά δεκαριά φορές) από τη μια ή ενός στη Γουαδελούπη (που δεν ξέρεις καλά-καλά πού πέφτει) από την άλλη. Τι διαλέγεις; Αυτό που ξέρεις ή αυτό που είναι (εντελώς) άγνωστο και εξωτικό; Φυσικά, απάντηση δεν υπάρχει. Είναι δε κάπως αστείο ότι κάτι τέτοιο ενδέχεται να σκέφτονται και αναγνώστες από την Αργεντινή, λόγου χάρη, για την ελληνική λογοτεχνία, έστω κι αν έχει αποσπάσει δύο Νόμπελ. Όσο κοντά κι αν ερχόμαστε, όσες γέφυρες κι αν χτίζουν οι εκδότες και οι μεταφραστές, ο κόσμος παραμένει πολύ μεγάλος, και η λίστα των προς ανάγνωση ατέλειωτη και διαρκώς επιμηκούμενη. Και ο χρόνος μας (εκτός από τα λεφτά) περιορισμένος. Μάλλον θα πρέπει να θεωρούμε ευτύχημα πως έστω και ένας από τους υποψήφιους συγγραφείς για το Man Booker International του ’15 πρόκειται να εκδοθεί στην Ελλάδα – ο Ούγγρος Λάζλο Κράζναορκαϊ από τις εκδόσεις Πόλις. Μοναδικό καταφύγιο, η φιλοσοφημένη παραίτηση: ίσως μετά από αυτή τη λίστα, κάποιοι άλλοι άνθρωποι, κάπου στον κόσμο, να διαβάσουν τα βιβλία της Κοντέ από τη Γουαδελούπη. Και να τα χαρούν. Πηγή: http://dimartblog.com/

Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee Του Γιώργου Λαμπράκου

Το θέμα του παρόντος κειμένου* είναι ο Τζον Μάξουελ Κουτσί και αυτό που θέλω να ονομάσω «αναρχικό συντηρητισμό» ή «αναρχοσυντηρητισμό» στο έργο του. Με τον όρο «αναρχισμός» θα σημασιοδοτήσω, σχηματικά, μια κοσμοθεωρία και μια στάση ζωής που έχουν ως κεντρικό αίτημα την εναντίωση στην εξουσία που ασκούν οι πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και θρησκευτικές ελίτ του κράτους και του κόσμου πάνω στο μεμονωμένο άτομο. 16


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Αυτή η στάση ζωής δεν είναι κατ’ ανάγκην μαχητική, ακτιβιστική: απεναντίας, μπορεί να παίρνει τη μορφή της αδιαφορίας ή, ακόμα καλύτερα, της αλλεργίας απέναντι στην εξουσία – εξού και συχνά παρατηρείται σε ανθρώπους μοναχικούς, που ζουν στο περιθώριο. Συνάμα, με τον όρο «συντηρητισμός» θα σημασιοδοτήσω, επίσης σχηματικά, μια κοσμοθεωρία και μια στάση ζωής, σύμφωνα με τις οποίες ο ανθρώπινος κόσμος διακρίνεται από κάποιες θεμελιώδεις σταθερές, εν πολλοίς αναλλοίωτες μες στον χρόνο, τις οποίες η πρόοδος δεν μπορεί να αλλάξει ριζικά. Σύμφωνα με τον συντηρητισμό, αν η πρόοδος δεν αλλάζει ριζικά τον άνθρωπο, ή αν τον αλλάζει ως έναν βαθμό, αλλά με τρόπο ανεπιθύμητο, τότε αυτό που μένει να κάνουμε είναι να συντηρούμε αυτό που έχουμε και αυτό που είμαστε. Ο συντηρητισμός διαπνέεται συχνά από μια στάση μοιρολατρίας, ή, όπως αποκαλείται φιλοσοφικά, μοιροκρατίας. Ο αναρχισμός προσβλέπει κυρίως στην ελευθερία του μεμονωμένου ατόμου: εδώ διαφέρει από τον κομουνισμό, που υποτάσσει το άτομο στο κοινωνικό σύνολο, και πλησιάζει περισσότερο στον κλασικό φιλελευθερισμό, με την εξής όμως βασική διαφορά, μεταξύ άλλων: ο αναρχισμός, σε αντίθεση με τον φιλελευθερισμό, συνήθως αντιτίθεται στην ατομική ιδιοκτησία, όπως αυτή έχει κατοχυρωθεί στην πορεία της ιστορίας. Από την άλλη, ο συντηρητισμός πρεσβεύει τη δυσκολία έως αδυνατότητα, συνεπώς και μια ορισμένη ματαιοπονία, της αλλαγής και της προόδου – συχνά, μάλιστα, γίνεται ιδιαίτερα ακτιβιστικός προκειμένου να συντηρήσει διάφορα κεκτημένα και κληρονομημένα χαρακτηριστικά. Να τονίσω πως εδώ χρησιμοποιώ τους όρους «αναρχισμός» και «συντηρητισμός» περιγραφικά και όχι κανονιστικά: δηλαδή, ούτε υποστηρίζω, ούτε απορρίπτω τις θέσεις τους, απλώς τους αξιοποιώ για να ερμηνεύσω κάποιους συγγραφείς με ορισμένο τρόπο. Πιστεύω πως μπορούμε να εντάξουμε τον Κουτσί στην κατηγορία των αναρχοσυντηρητικών συγγραφέων του 20ού (και του 21ου) αιώνα, καθώς από ορισμένα έργα του αναδύονται μοτίβα που φανερώνουν μια αναρχοσυντηρητική στάση απέναντι στον κόσμο και τον άνθρωπο, μια στάση που, αφενός αξιώνει διευρυμένες ελευθερίες για το άτομο (και τον εκάστοτε χαρακτήρα του βιβλίου) το οποίο αισθάνεται αποστροφή απέναντι στην πολύμορφη εξουσία που ασκείται πάνω του, αφετέρου εντάσσει το ίδιο ακριβώς άτομο σε έναν κόσμο όπου ορισμένα πράγματα δεν αλλάζουν ριζικά, δεν εξελίσσονται στον πυρήνα τους. Θα δούμε πως το έργο του Κουτσί ασχολείται με αυτό το φαινομενικό παράδοξο, αυτή την αντινομία: το πώς δηλαδή ένα άτομο αποστρέφεται την εξουσία, δηλαδή την άσκηση ισχύος των άλλων επάνω του, ενώ συγχρόνως πρεσβεύει πως η εξουσία, η άσκηση ισχύος του ανθρώπου επάνω στον κάθε άλλο άνθρωπο, δεν θα εξαφανιστεί ποτέ από τον κόσμο.

17


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Ο Κουτσί έχει γράψει διάφορα μυθιστορήματα στα οποία εμφανίζει έναν κεντρικό ήρωα να μάχεται μεν για τη ζωή και τα δικαιώματα (τα δικά του ή/και των γύρω του), αλλά να αναγνωρίζει από την άλλη ορισμένα θεμελιώδη χαρακτηριστικά στην ανθρώπινη φύση, τα οποία τον οδηγούν σε ένα είδος μοιροκρατίας, συχνά και σε μεγάλες δόσεις μελαγχολίας – η μελαγχολία προκύπτει στον αναρχοσυντηρητικό επειδή η όποια αντιεξουσιαστική εξέγερσή του κατά κανόνα συντρίβεται πάνω στις θεμελιώδεις σταθερές του ανθρώπινου κόσμου, όπως αυτός παραλλάσσεται στις εκάστοτε πολιτειακές μορφές του. Στο Περιμένοντας τους βαρβάρους (1980, μτφρ. Μίλτος Φραγκόπουλος, Κρύσταλλο, 1984 – επανέκδοση: Μεταίχμιο, 2013), ο ανώνυμος κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας Επίτροπος, αξιωματούχος ενός αποικιοκρατικού καθεστώτος, της Αυτοκρατορίας, που έχει καταπατήσει τη χώρα των επονομαζόμενων από τους κατακτητές «βαρβάρων». Είναι συνεπώς ένας άνθρωπος με εξουσία. Ωστόσο, όταν η Αυτοκρατορία συλλάβει, βασανίσει και θανατώσει μερικούς (δήθεν) εξεγερθέντες, ο ίδιος ταλανίζεται από την απέχθειά του για την ωμή εξουσία που ασκούν οι συνάδελφοί του πάνω στους «βαρβάρους», γίνεται εμπράκτως αντιεξουσιαστής και μάλιστα περιθάλπει με πολλή αγάπη μια βασανισμένη κοπέλα. Όπως λέει: «εγώ το έχω από καιρό αποφασίσει: εκεί όπου ο πολιτισμός διαφθείρει τις αρετές των βαρβάρων και δημιουργεί έναν εξαρτημένο και άβουλο λαό, τάσσομαι ενάντια στον πολιτισμό». Θεωρεί πως αξίζει να υπερασπιστεί κανείς τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ο ίδιος όντως το κάνει, χωρίς όμως να πιστεύει πως ο άνθρωπος θα αλλάξει άρδην. Στο τέλος καταλήγει: «Σε όλους, βαθιά μέσα μας, φαίνεται πως υπάρχει κάτι γρανιτένια αμετάλλαχτο, που καμιά διδασκαλία δεν μπορεί να το μεταπλάσει». Στο επόμενο βιβλίο του, Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ (1983, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, Μεταίχμιο, 2006), ο Κουτσί παρουσιάζει έναν χαρακτήρα που επίσης αποστρέφεται την εξουσία, ωστόσο η ζωή του τον αναγκάζει να έρχεται συνέχεια σε επαφή με αυτήν. Από τη μία αγωνίζεται καθημερινά για την επιβίωσή του, από την άλλη δεν θεωρεί πως οι πράξεις του θα 18


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

οδηγήσουν, ή μπορούν να οδηγήσουν, στην αλλαγή του κόσμου. Όπως του γράφει ένας φίλος, κάνεις ό,τι κάνεις «χωρίς να προσπαθείς να αλλάξεις τη ροή της ιστορίας περισσότερο απ’ όσο προσπαθεί ένας κόκκος άμμου». Η δική του εξέγερση ενάντια στην εξουσία είναι απλώς η άρνηση του φαγητού που του δίνουν στο στρατόπεδο στο οποίο τον έχουν κλείσει. Απλώς, αλλά καθόλου απλό. Ο Μάικλ Κ είναι ένας αφανής ήρωας που θέλει να επιβιώσει στο σκληρό περιβάλλον του, εξού και συχνά σκέφτεται πως ο ίδιος είναι μάλλον περισσότερο ζώο παρά άνθρωπος. Αν και οι άλλοι τον θεωρούν μειωμένης ευφυΐας πλάσμα, εξαιτίας του λαγώχειλου που έχει, ο Μάικλ Κ αποδεικνύεται συχνά πιο έξυπνος και ικανός από πολλούς: στο τέλος του μυθιστορήματος φτάνει στο δικό του σημείο συνειδητοποίησης, στο οποίο, αφού πρώτα διαπιστώσει πως η εξουσία έχει κατασκευάσει στρατόπεδα για κάθε περιθωριακό τύπο ανθρώπου, συμπεραίνει, με έναν νηφάλιο και αντιεξουσιαστικό τόνο: «Ίσως τελικά αρκεί και με το παραπάνω να είσαι έξω από τα στρατόπεδα, έξω από όλα τα στρατόπεδα, ταυτόχρονα […] Εγώ τη γλίτωσα από τα στρατόπεδα· ίσως αν κάνω τον ψόφιο, να τη γλιτώσω και από τη φιλανθρωπία». Βρίσκοντας το νόημα της ζωής του στη γη και την κηπουρική, ο Μάικλ Κ μοιάζει εντέλει σαν να επιβεβαιώνει το βολτερικό ρητό «ο καθένας να καλλιεργεί τον δικό του κήπο».

Ο αναρχοσυντηρητισμός ως κοσμοθεώρηση διαφαίνεται ακόμα πιο καθαρά στο μυθιστόρημα του Κουτσί Ο άρχοντας της Πετρούπολης (1994, μτφρ. Χριστιάννα Σακελλαροπούλου, Λιβάνης, 2004). Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η διαμάχη ανάμεσα σε δύο ιστορικά πρόσωπα: τον Φίοντορ Ντοστογιέφσκι και τον Σεργκέι Νετσάγιεφ. Κάποια μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι είναι γνωστά, μεταξύ άλλων, για την κοσμοθεωρία του συγγραφέα τους, σύμφωνα με την οποία το Κακό στον άνθρωπο είναι έμφυτο, συνεπώς δεν θα εξαφανιστεί αν προοδεύσει ο κόσμος. Με άλλα λόγια, αν το Κακό δεν εξαρτάται καθόλου ή κυρίως από κοινωνικούς παράγοντες, τότε δεν εξαλείφεται, συνεπώς δεν έχουμε κανένα λόγο να μην είμαστε συντηρητικοί. Ο Νετσάγιεφ, από την άλλη, ήταν ο πιο ακραίος αναρχομηδενιστής του 19ου αιώνα: πίστευε πως ο κόσμος μπορεί να μεταμορφωθεί με επαναστατικές πράξεις. Στο μυθιστόρημα ο Κουτσί βάζει στο στόμα του αναρχικού Νετσάγιεφ τα καλύτερα επιχειρήματα εναντίον της κοινωνικής αδικίας και υπέρ της επανάστασης, ωστόσο τα παίρνει εν μέρει πίσω 19


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

μέσω του συντηρητικού Ντοστογιέφσκι. Θεωρώ πως ο μισός Κουτσί πριμοδοτεί την εξέγερση επειδή αγαπά την ατομική ελευθερία και απεχθάνεται την κρατική καταστολή, μα ο άλλος μισός ξέρει τι θα σημάνει (ή και τι δεν θα σημάνει) αυτή η εξέγερση, εφόσον δείχνει ότι ορισμένα ανθρώπινα γνωρίσματα δεν αλλάζουν. Εντέλει, ο Κουτσί μάλλον επιλέγει εδώ τη μεσότητα, όπως φαίνεται και στο δοκίμιο που έγραψε για τον Ντοστογιέφκσι (βλ. Ξένα ακρογιάλια, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, Μεταίχμιο, 2007). Σε αυτό το δοκίμιο προκρίνει έναν μετριοπαθή Ντοστογιέφσκι, που δίνει έμφαση στον ορθό Λόγο του Διαφωτισμού. Και διερωτάται ρητορικά ο Κουτσί: «άραγε δεν έχει και ο Λόγος τη δική του κρυφή ατζέντα, όπου ισοσκελίζονται ο διακαής πόθος για ισχύ με την ανιδιοτελή αναζήτηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης;» Σε αυτό τον «ισοσκελισμό» ισχύος και δικαιοσύνης, εξουσίας και ελευθερίας, διαφαίνεται το κεντρικό μοτίβο, αλλά και η αντινομία, του αναρχοσυντηρητισμού που βρίσκουμε σε αρκετούς βασικούς χαρακτήρες (των έργων) του Κουτσί.

Σε ένα από τα λιγότερο γνωστά και ερμηνευμένα βιβλία του Κουτσί, το Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς (2007, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, Μεταίχμιο, 2007), πρωταγωνιστεί επίσης ένας χαρακτήρας που θα τον αποκαλούσαμε αναρχοσυντηρητικό. Ο εβδομηντάχρονος συγγραφέας του βιβλίου καλείται να τοποθετηθεί πάνω σε διάφορα καίρια ζητήματα για έναν συλλογικό τόμο με τίτλο Σκληρές απόψεις. Βρίσκει λοιπόν την ευκαιρία να φανερώσει τον «σκληρό», αναρχικό εαυτό του: κατακεραυνώνει το κράτος και την καταστολή που ασκεί στους πολίτες του, τους «γεννημένους υποτελείς», όπως γράφει, στηλιτεύει τον αυξανόμενο περιορισμό της ελευθερίας του λόγου στις δημοκρατίες, ιδίως τις Δυτικές (π.χ. θεωρεί τη δημοκρατία ολοκληρωτικό πολίτευμα, αφού ακόμα και αυτή δεν επιτρέπει άλλα πολιτεύματα πέραν της ίδιας) κ.λπ. Υπάρχει όμως και μια άλλη όψη αυτού του συγγραφέα: είναι μοναχικός, μελαγχολικός, μοιρολατρικός, ενώ εγκωμιάζει στοχαστές γνωστούς για τον συντηρητισμό τους, όπως ο Νίτσε και ο Τολστόι (ειδικά ο Νίτσε είναι ο κατεξοχήν αναρχοσυντηρητικός στοχαστής του 19ου αιώνα). Δεν είναι τυχαίο που κάποια στιγμή ο ήρωας του Κουτσί αναφωνεί: «Αχ, και να ζούσες στην εποχή μας, Τζόναθαν Σουίφτ», δηλαδή επικαλείται τον κορυφαίο είρωνα ιερέα (μαζί με τον Λόρενς Στερν) – δύο, κατά τη γνώμη μας, αναρχοσυντηρητικά πνεύματα του 18ου αιώνα. Δεν είναι ανάγκη ωστόσο να χαρακτηρίσουμε εμείς την κοσμοθεωρία του πρωταγωνιστή αυτού του βιβλίου, αφού το κάνει ρητά ο ίδιος. Γράφει: «Αν πιεζόμουν να δώσω 20


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

ένα όνομα στο είδος της πολιτικής μου σκέψης, θα την αποκαλούσα πεσιμιστικό αναρχικό αναχωρητισμό, ή αναρχικό αναχωρητικό πεσιμισμό, ή πεσιμιστικό αναχωρητικό αναρχισμό: αναρχισμό διότι η πείρα μού λέει πως αυτό που είναι στραβό με την πολιτική είναι κατά βάση η ίδια η εξουσία· αναχωρητισμό διότι έχω τις αμφιβολίες μου ως προς τη βούληση να βάλω μπροστά να αλλάξω τον κόσμο, μια βούληση μολυσμένη από την ανάγκη για εξουσία· και πεσιμισμό διότι δυσπιστώ στο ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν επί της ουσίας. (Αυτού του είδους ο πεσιμισμός είναι εξαδέλφη, ίσως και αδελφή της πίστης στο προπατορικό αμάρτημα, δηλαδή της πεποίθησης ότι το ανθρώπινο είδος δεν επιδέχεται τελειοποίηση)». Δεν νομίζω πως υπάρχει πιο σαφής απόδειξη από αυτή την παράγραφο, ως προς αυτό που ονομάσαμε αναρχοσυντηρητική κοσμοθεώρηση στο έργο του Κουτσί, ή ακόμα και στον ίδιο τον Κουτσί, ιδίως αν εκλάβουμε τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή-συγγραφέα ως άλτερ έγκο του Κουτσί – και πώς αλλιώς, αφού δηλώνει, μεταξύ άλλων, πως έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο Περιμένοντας τους βαρβάρους.

Δύο χρόνια αργότερα, στο Θέρος (2009, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, Μεταίχμιο, 2010), που θεωρείται μια μυθοπλαστική αυτοβιογραφία του Κουτσί (ο ίδιος αποκαλεί αυτά τα βιβλία του autrebiography, δηλαδή «βιογραφία ενός άλλου») επαναλαμβάνονται παρεμφερείς απόψεις. Το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, ο συγγραφέας Τζον Κουτσί, έχει πεθάνει, και εμείς διαβάζουμε πέντε πρόσωπα που αφηγούνται τη ζωή του σε συνεντεύξεις που παίρνει ένας επίδοξος βιογράφος του. Ένα από αυτά τα πρόσωπα δίνει το αναρχικό στίγμα στην προσωπικότητα του Κουτσί, το οποίο, όπως είδαμε στο Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς, συνυπάρχει με ένα έντονο αίσθημα πεσιμισμού και αναχωρητισμού. Λέει: «Οι πολιτικές του ιδέες ήταν υπερβολικά ιδεαλιστικές, υπερβολικά ουτοπικές. Για να ακριβολογώ, δεν τον ενδιέφερε καθόλου η ενεργός πολιτική. […] Πίστευε ότι η πολιτική έβγαζε στην επιφάνεια ό,τι χειρότερο έχουν μέσα τους οι άνθρωποι». Λίγο παρακάτω στην ίδια συνέντευξη, ωστόσο, τονίζεται ρητά και το συντηρητικό στοιχείο στον Κουτσί: «Ήταν συντηρητικός σε θέματα κουλτούρας, ναι, όπως ήταν πολλοί μοντερνιστές […] Ο Κουτσί ήταν αναφανδόν υπέρ των παλαιών, σύνθετων, φεουδαρχικών κοινωνικών δομών». Βλέπουμε λοιπόν ξεκάθαρα την αντινομία στις πολιτικές απόψεις του χαρακτήρα Κουτσί, πιθανόν και του ίδιου του Κουτσί, στις 21


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

οποίες η αναρχική ιδεαλιστική ουτοπία μπορεί κάλλιστα να συνυπάρχει με μια συντηρητική, έως αντιδραστική, θεώρηση της πορείας του Δυτικού πολιτισμού. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αναρχοσυντηρητικά μοτίβα και στην Ελίζαμπεθ Κοστέλο, το πιο στοχαστικό μυθιστόρημα του Κουτσί, στο οποίο ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία μέσω της ηρωίδας του, ενός ακόμα άλτερ έγκο του, να αναπτύξει παρόμοιες ιδέες. Αλλά και σε άλλα βιβλία του, η εναντίωση των ηρώων στο κατασταλτικό καθεστώς στο οποίο ζουν (ιδίως το πρώην απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής) συνυφαίνεται συχνά με την απογοητευτική άρνησή τους ότι η πολιτική μπορεί να οραματιστεί και να επιτύχει μια ριζική αλλαγή της ανθρώπινης κατάστασης. Διάσπαρτα, συνάμα, είναι τα σημεία στα οποία οι χαρακτήρες του Κουτσί εναντιώνονται στην εξουσία της ίδιας της γλώσσας. Σε ένα μελλοντικό βιβλίο με θέμα αναρχοσυντηρητικούς λογοτέχνες του 20ού αιώνα, θα συμπεριλάβω, εκτός από τον Κουτσί, αρκετούς ξένους συγγραφείς, καθώς και κάποιους Έλληνες. Προς το παρόν, σημασία έχει πως έχουμε να κάνουμε με έναν κορυφαίο σύγχρονο συγγραφέα, που ευτυχώς διαψεύδει τη γνωστή ρήση του Έλιοτ, σύμφωνα με την οποία το Νόμπελ Λογοτεχνίας «είναι το εισιτήριο για την κηδεία του βραβευμένου. Κανείς δεν κατάφερε τίποτα αφότου το πήρε». Ο Κουτσί εξακολουθεί να τα καταφέρνει περίφημα. Πηγή: http://www.bookpress.gr/

Καταδίκη του δεσποτισμού Μια καταγγελία των σαθρών θεσμών της ρωσικής κοινωνίας και του τσαρικού καθεστώτος στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Τολστόι. Το κλασικό μυθιστόρημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας σε νέα μετάφραση

Λέων Τολστόι

22


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Σε ένα εξαίρετο δοκίμιό του με τίτλο Why We Should Read the Classics? (Γιατί πρέπει να διαβάζουμε τους κλασικούς;) δημοσιευμένο το 1986 στη New York Review of Books, ο Ιταλο Καλβίνο αναφέρεται σε δεκατέσσερις λόγους για τους οποίους θα πρέπει να διαβάζουμε τους κλασικούς. Ένας από τους σημαντικότερους είναι πως τα έργα των κλασικών περιέχουν και τα ίχνη από την αναγνωστική εμπειρία της εποχής τους. (Συμπεραίνουμε, επομένως, ότι αυτό προσδιορίζει και το πώς προσλαμβάνουμε το περιεχόμενό τους.) Ο Καλβίνο υποστηρίζει, ακόμη, πως η αναγνωστική απόλαυση των ώριμων αναγνωστών είναι μεγαλύτερη από εκείνη των νεότερων - χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι οι νέοι αναγνώστες δεν αναγνωρίζουν την αξία τους.

Η έκδοση της Ανάστασης του Τολστόι από τον Κέδρο σε νέα μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τις παρατηρήσεις του Καλβίνο. Το τελευταίο μεγάλο μυθιστόρημα του γίγαντα του ρωσικού ρεαλισμού, μολονότι δεν είναι εφάμιλλο των αριστουργημάτων του (της Αννας Καρένινα, του Πόλεμος και ειρήνη και του Θανάτου του Ιβάν Ιλιτς) είναι ένα μεγάλο έργο, ένα αξεπέραστο «μελόδραμα», όπως έχει ειπωθεί. Ο Τολστόι το έγραψε στοχεύοντας στο να συγκινήσει το ευρύ αναγνωστικό κοινό και να καταδικάσει τον δεσποτισμό, τον φεουδαλισμό, το άθλιο σύστημα των φυλακών και - μολονότι πιστός 23


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

χριστιανός ο ίδιος - την υποκρισία της επίσημης Εκκλησίας. Είναι, με άλλα λόγια, και μια άγρια καταγγελία των σαθρών θεσμών της ρωσικής κοινωνίας και του τσαρικού καθεστώτος στα τέλη του 19ου αιώνα.

Η ενοχή και η «ανάσταση» Η μεταφορά των παραπάνω στο αφηγηματικό πεδίο δεν είναι φυσικά εύκολη υπόθεση και μόνο συγγραφείς της αξίας του Τολστόι μπορούν να την επιτύχουν. Εδώ συναντούμε τον συγγραφέα που έχει τη δύναμη να προπαγανδίζει τις ιδέες του χωρίς να παριστάνει τον ιεροκήρυκα. Οι ιδέες δηλαδή να αναδύονται από το θέμα με κινητήρια δύναμη την αφήγηση και την ικανότητά του να πλάθει όχι απλώς ζωντανούς αλλά και μοναδικούς χαρακτήρες: Η πόρνη Κατερίνα Μάσλοβα κατηγορείται για φόνο. Ένας από τους ενόρκους στο δικαστήριο, ο Ντμίτρι Ιβάνοβιτς Νεχλιούντοβ, μέλος της ρωσικής αριστοκρατίας του 19ου αιώνα (ο βασικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος), είναι εκείνος που την είχε αποπλανήσει όταν η Μάσλοβα ήταν υπηρέτριά του. Την είχε επιπλέον εγκαταλείψει έγκυο στο παιδί τους ονόματι Μίτιενκα. Η Μάσλοβα για να επιβιώσει καταντά πόρνη. Και κάποια στιγμή κατηγορείται για συνέργεια στον φόνο ενός εμπόρου σε πορνείο. Ο Νεχλιούντοβ όταν ορίζεται ένορκος στη δίκη της χωρίς να γνωρίζει ότι κατηγορουμένη είναι η Μάσλοβα, έχει αρραβωνιαστεί με μια κοπέλα της ανώτερης τάξης. Η Μάσλοβα καταδικάζεται σε τέσσερα χρόνια καταναγκαστικά χρόνια στη Σιβηρία - αλλά και η ζωή του Νεχλιούντοβ αλλάζει δραματικά. Νιώθει ένοχος για τη μοίρα της Μάσλοβα, ή πιο σωστά θεωρεί τον εαυτό του ως τον κύριο υπεύθυνο, και προσπαθεί να επανορθώσει. Αρνείται να παντρευτεί τη μνηστή του και ακολουθεί τη Μάσλοβα στη Σιβηρία. Κυριευμένος από αισθήματα ενοχής θα κάνει ό,τι μπορεί για να τη βοηθήσει και ταυτοχρόνως να απαλλαγεί από τις «ερινύες» που τον κατατρύχουν - άρα να «αναστηθεί», άρα να γίνει άλλος άνθρωπος. Ετσι, στο τέλος, αλλάζει μέσα του το νόημα των πραγμάτων. Το λέει άλλωστε πολύ χαρακτηριστικά ο Τολστόι στην τελευταία παράγραφο: «Από εκείνη τη νύχτα (σ.σ.: όπου διαβάζει το Ευαγγέλιο) άρχισε για τον Νεχλιούντοφ μια εντελώς καινούργια ζωή, όχι τόσο γιατί άρχισε να ζει με καινούργιους όρους, αλλά γιατί όσα του συνέβαιναν εφεξής, αποκτούσαν γι' αυτόν εντελώς διαφορετικό νόημα από ό,τι παλαιότερα. Πώς θα τελειώσει αυτή η καινούργια περίοδος της ζωής του, θα το δείξει το μέλλον». Ο Τολστόι άρχισε να γράφει την Ανάσταση το 1899, έναν χρόνο μετά τη διατύπωση της θεωρίας του περί «παθητικής αντίστασης» ή πιο σωστά «μη αντίστασης», που ενέπνευσε αργότερα τον Γκάντι και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Όμως η οξύτητα με την οποία περιγράφει την αθλιότητα των φυλακών, την υποκρισία του δικαστικού συστήματος, την απόλυτη σύμπλευση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τον τσαρικό απολυταρχισμό είναι πρωτοφανής σε σύγκριση με την υπόλοιπη λογοτεχνική παραγωγή στη Ρωσία του 19ου αιώνα.

24


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Το πιο ανατρεπτικό μυθιστόρημα Η Ανάσταση είναι ένα βιβλίο γεμάτο πάθος και οργή. Ο αναγνώστης νιώθει συμπόνια για τον κεντρικό της χαρακτήρα, αλλά και μια εσωτερική ταραχή, γιατί εκείνος διαθέτει κάποια γνωρίσματα που υπάρχουν σε όλους μας. Όλοι κρύβουμε μέσα μας έναν μικρό Νεχλιούντοφ και δεν το γνωρίζουμε. Η αυτογνωσία επομένως είναι το προϊόν μεγάλης πνευματικής προσπάθειας. Γιατί οι δυνάμεις του Κακού (που εδώ έχουν καθεστωτικό χαρακτήρα) δεν μπορούν να ηττηθούν χωρίς εσωτερικό αγώνα. Λέγεται πως η νουβέλα του Τολστόι Ο θάνατος του Ιβάν Ιλιτς (1886), όπου η ζωή κρίνεται ενώπιον του θανάτου, προλέγει τον υπαρξισμό. Στην Ανάσταση όμως αυτό που κρίνεται είναι το νόημα της ζωής και το υπαρξιακό της περιεχόμενο απέναντι στην κοινωνία με την οποία αναπόφευκτα θα συγκρουστεί όποιος θέλει να ζήσει «αληθινά». Κρίνεται δηλαδή η σημασία της επιλογής ως βασικός προορισμός της ουσίας της. Και ταυτοχρόνως το νόημα της πράξης. Το βιβλίο υπήρξε το δημοφιλέστερο και ταυτοχρόνως το πιο ανατρεπτικό μυθιστόρημα του Τολστόι. Είναι ένα έργο που δεν άρεσε στον μεγάλο θαυμαστή του Τολστόι, τον Ναμπόκοφ, ο οποίος θεωρούσε την Αννα Καρένινα (ή Αννα Καρένιν, όπως προτιμούσε) το κορυφαίο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Ο Ναμπόκοφ αντιπαθούσε τα μυθιστορήματα που γράφονται με την πρόθεση να περάσουν στους αναγνώστες οποιοδήποτε «μήνυμα» - και η Ανάσταση είναι ένα τέτοιο βιβλίο. Ας μην απορούμε, επομένως, που εξαιτίας της η Ρωσική Εκκλησία αφόρισε το 1901, έναν χρόνο μετά τη δημοσίευσή της, τον Τολστόι. Αλλά, επιστρέφοντας στην αρχή, σε ό,τι αφορά τον αναγνώστη (ώριμο ή νεότερο, δεν έχει σημασία) ισχύει και για το βιβλίο αυτό η πασίγνωστη φράση του Ναμπόκοφ: «Όταν διαβάζεις Τουργκιένιεφ ξέρεις ότι διαβάζεις Τουργκιένεφ. Όταν όμως διαβάζεις Τολστόι, αρχίζεις και δεν μπορείς να σταματήσεις». Πηγή: http://www.tovima.gr/

Ντέιβιντ Μίτσελ: τα εύκολα μυθιστορήματα ξεχνιούνται Συνέντευξη στον Θανάση Μήνα. Τα «χίλια φθινόπωρα» στον τίτλο του μυθιστορήματος του Ντέιβιντ Μίτσελ (Ντέιβιντ Μίτσελ ,Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ, εκδ. Τόπος) υποδηλώνουν –σύμφωνα μ’ ένα ιαπωνικό γνωμικό- τη σχετικότητα του χρόνου, που κυλά αργά και βασανιστικά στο άλγος της εναγώνιας προσμονής. «Χώρα των χιλίων φθινοπώρων» εξάλλου αποκαλείται και η ίδια η Ιαπωνία, πιο συγκεκριμένα η Ιαπωνία των τελών του 18ου αιώνα, όπου τοποθετείται το βιβλίο του Ντέιβιντ Μίτσελ. Το προτελευταίο, πέμπτο κατά σειρά μυθιστόρημα του 45χρονου βραβευμένου Βρετανού συγγραφέα, δημιουργού του περίφημου Cloud Atlas που μετέφεραν στον κινηματογράφο οι αδελφοί Γουατσόφσκι, εκτυλίσσεται κατά την επονομαζόμενη περίοδο σάκοκου. Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία το (υπό την κυριαρχία του οίκου των 25


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Τοκουγκάβα) φεουδαλικό σογκουνάτο έκλεισε, ύστερα από μερικές δεκαετίες σχετικής εξωστρέφειας, τις εμπορικές του πύλες προς τη Δύση, εγκαινιάζοντας μια μακρά εποχή απομονωτισμού που διήρκεσε έως τα τέλη του 19ου αιώνα. Χαμένοι από το κλείσιμο των λιμανιών της Ιαπωνίας στο διεθνές εμπόριο ήταν πρώτα απ’ όλους οι Ολλανδοί, πιο σωστά η Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, που ήλεγχε έως τότε το εμπόριο στην Άπω Ανατολή, έχοντας ως κεντρική αποικιοκρατική βάση της την Μπατάβια (σημερινή Ινδονησία). Ήταν άλλωστε η εποχή μετά από τον λεγόμενο Χρυσό Ολλανδικό Αιώνα (17ος αιώνας), κατά την οποία ο ολλανδικός καπιταλισμός υπέστη αλλεπάλληλες ήττες από τον αντίστοιχο αγγλικό, ενώ και η ίδια η Δημοκρατία των Ηνωμένων Επαρχιών (Κάτω Χώρες) είχε περιέλθει στην κυριαρχία των Γάλλων κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους.

Σ’ αυτό λοιπόν το μεταίχμιο της Ιστορίας τοποθετείται το μυθιστόρημα τον Μίτσελ. «Σ’ αυτή την ιστορία ακεραιότητας και διαφθοράς, πάθους και εξουσίας, το κλειδί είναι ο έλεγχος: του πλούτου, της σκέψης, ακόμα και του θανάτου», όπως επισημαίνεται στο οπισθόφυλλο. Στις σελίδες του βιβλίου ξετυλίγονται οι «ατελείωτες» μέρες παραμονής των εντεταλμένων μελών της τελευταίας εμπορικής αποστολής της Εταιρείας στα ιαπωνικά νερά, πιο συγκεκριμένα στην Ντεζίμα του Ναγκασάκι, που αποτελούσε τη μοναδική ρωγμή στο κέλυφος του ιαπωνικού απομονωτισμού: ένα τεχνητό νησί «όχι μεγαλύτερο από την πλατεία Τραφάλγκαρ στο Λονδίνο», το οποίο ενωνόταν με την ενδοχώρα μέσω γέφυρας. Οι άντρες αυτοί έχουν κυριολεκτικά ξεμείνει στην Ντεζίμα και υφίστανται ήδη τις συνέπειες της αυξανόμενης δυσπιστίας των τοπικών αρχών. Στην πραγματικότητα έχουν περιπέσει σε δυσμένεια και αντιδρούν σπασμωδικά, άλλοτε υποκύπτοντας σε ταπεινωτικούς συμβιβασμούς και άλλοτε συνεχίζοντας να συμπεριφέρονται με την αλαζονεία του επικυρίαρχου. Το κυριότερο, δείχνουν ανήμποροι να συνειδητοποιήσουν ότι τα γεγονότα τους έχουν ξεπεράσει: έχουν παγιδευτεί στις σπείρες της Ιστορίας. «Κάθε άφιξη είναι κάποιος θάνατος», όπως αποφαίνεται ένας από 26


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

τους ήρωες. Ανάμεσά τους είναι και ο γιατρός Γιάκομπ Ντε Ζουτ, κεντρικός ήρωας του βιβλίου. Γιος πάστορα, άνθρωπος μορφωμένος και με φιλελεύθερες πεποιθήσεις, ο Ντε Ζουτ είναι νεοφερμένος στην Ντεζίμα. Ως υπάλληλος της Εταιρείας, έχει ως αποστολή να ελέγξει τα εκεί ταμεία και να ξεσκεπάσει τη διαφθορά. Ενώ όμως εκτελεί τα καθήκοντά του, στην πορεία εμπλέκεται ερωτικά με την Αϊμπαγκάβα Ορίτο, μια γοητευτική λόγια που είναι αρκετά χειραφετημένη σε σχέση με τα κοινωνικά πρότυπα της Ιαπωνίας της εποχής της. Το ειδύλλιο αυτό θα περιπλέξει τα πράγματα και θα τους βάλει όλους σε περιπέτειες. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο χαρακτήρας του Γιάκοπμπ Ντε Ζουτ βασίζεται χαλαρά στον Ολλανδό Χέντρικ Ντουφ, ο οποίος πράγματι έζησε στην Ντετζίμα από το 1799 ως το 1817 ως εντεταλμένος εμπορικός διοικητής της Εταιρείας. Ο Ντουφ φέρεται να είναι ο πρώτος Δυτικός που έγραψε χαϊκού, ενώ συνέταξε και το πρώτο ολλανδοϊαπωνικό λεξικό. «Μελάνι, […] εσύ το πιο γόνιμο νερό…», όπως σημειώνει ο Μίτσελ στη σελ. 9. Το βιβλίο του Μίτσελ προσιδιάζει σε μυθιστορήματα όπως το Mason & Dixon του Τόμας Πίντσον και ο Υδράργυρος του Νιλ Στίβενσον. Και τα τρία αυτά μυθιστορήματα τοποθετούνται χρονικά σε κομβικά σημεία της Ιστορίας. Στον μεν Πίντσον τις παραμονές της Αμερικανικής Επανάστασης του 1775, στον δε Στίβενσον στην Αγγλία των τελευταίων δεκαετιών του 17ου αιώνα, όταν οι επιστημονικές ανακαλύψεις από τους προδρόμους του Διαφωτισμού έθεταν τις βάσεις για τη Βιομηχανική Επανάσταση. Ο Μίτσελ επιλέγει την περίοδο των Ναπολεόντειων πολέμων και της πρώτης σύγκρουσης των ανταγωνιστικών καπιταλιστικών δυνάμεων της Ευρώπης, γεγονότα των οποίων ο απόηχος και οι επιδράσεις φτάνουν ως την Άπω Ανατολή (ο κόσμος ήταν πάντα λίγο πιο παγκοσμιοποιημένος απ’ ότι πιστεύαμε). Εντοπίζεται άλλη μια αξιοσημείωτη αναλογία ανάμεσα στα τρία μυθιστορήματα. Στον Υδράργυρο ο Στίβενσον επιχειρεί να εξερευνήσει τη διαλεκτική ανάμεσα στη φιλοσοφία του Νιούτον και αυτή του Λάιμπνιτς. Στο Mason & Dixon ο Πίντσον τη διαλεκτική ανάμεσα στις διαφορετικές κουλτούρες και εθνικότητες και τα διαφορετικά θρησκευτικά δόγματα που συγκρότησαν το αμερικανικό έθνος. Αντίστοιχα, στα Χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ Ντε Ζουτ ο Μίτσελ, αξιοποιώντας τις γνώσεις του πάνω στην κουλτούρα της Ιαπωνίας, στην οποία έζησε επί οκτώ χρόνια διδάσκοντας αγγλικά στη Χιροσίμα, αντιπαραβάλλει τον δυτικό και τον ιαπωνικό πολιτισμό και τρόπο σκέψης. Παραθέτει και αναλύει τις μεταξύ τους συγκλίσεις και αποκλίσεις με ψυχραιμία και με σεβασμό στην ετερότητα, χωρίς ίχνος δυτικής υπεροψίας αλλά και χωρίς να παρασύρεται από τον ρομαντισμό του οριενταλισμού. Ο Μίτσελ χρησιμοποιεί για πρώτη φορά σε βιβλίο του την τριτοπρόσωπη αφήγηση. Παρακολουθεί γραμμικά τη ροή του χρόνου. Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ είναι λοιπόν ένα γνήσιο ιστορικό μυθιστόρημα, χωρίς όμως να υπακούει στις συμβάσεις και στις αφηγηματικές ευκολίες αυτού του είδους μυθοπλασίας και, κυρίως, χωρίς να συνιστά μια οπισθοδρόμηση στο κλασικό, ρεαλιστικό ιστορικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Ο Μίτσελ γράφει για το χθες έχοντας όμως το βλέμμα στραμμένο στο παρόν. Για να το πετύχει αυτό πειραματίζεται με τις δυνατότητες της γλώσσας, την οποία αξιοποιεί δημιουργικά και πρωτότυπα. Όπως δήλωσε και ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του (Το Βήμα, 30/11), αρχικά προσπάθησε να γράψει σε μια γλώσσα αρχαΐζουσα, όσο το δυνατόν πιο πιστή στο πνεύμα του 27


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

ύστερου 18ου αιώνα (Φίλντινγκ, Ρίτσαρντσον, Ντεφόε κ.ά.) και έφτασε σε αδιέξοδο. Αποφάσισε τότε να επινοήσει μια «ιστορική διάλεκτο», η οποία όμως να ανταποκρίνεται στο σήμερα. Κατά τη γνώμη μου το πέτυχε απόλυτα. Ο καθένας από τους πολυάριθμους χαρακτήρες του μυθιστορήματος διαθέτει τη δική του διακριτή φωνή. Πρόκειται για μια γλώσσα σπαρταριστή, με απίθανους, ολοζώντανους διαλόγους, πασπαλισμένους με άφθονο χιούμορ και λεπτή ειρωνεία όπου χρειάζεται. Με την επινοητικότητα και την επιδεξιότητά του στον χειρισμό της γλώσσας, στα Χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ Ντε Ζουτ ο Ντέιβιντ Μίτσελ υποδεικνύει τον τρόπο (ή έστω έναν από τους τρόπους) με τον οποίο μπορεί να γραφτεί στις μέρες μας ένα σπουδαίο ιστορικό μυθιστόρημα.

Ο Βρετανός συγγραφέας απαντά σε μια σειρά ερωτήσεων για το έργο του: Κύριε Μίτσελ, Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ είναι ένα μυθιστόρημα που τοποθετείται στο 1799, δηλ την εποχή που οι Ολλανδοί ήλεγχαν το εμπόριο στην Άπω Ανατολή. Γιατί ρίξατε το βάρος στην συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και σ’ αυτή την περιοχή; Επειδή το 1799 σηματοδοτεί την αρχή του τέλους του ολλανδικού ελέγχου του εμπορίου στην Άπω Ανατολή, και τα ιστορικά μυθιστορήματα τρέφονται από τις τεκτονικές εναλλαγές στην εξουσία. Η σταθερότητα δεν ευνοεί την πλοκή. Χάρη στον Ναπολέοντα, ο οποίος μετάτρεψε τις Κάτω Χώρες σε γαλλική επαρχία, και εξαιτίας των ύπουλων, καιροσκόπων Βρετανών οι οποίοι 28


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

διεκδικούσαν τις υπερπόντιες κτήσεις της Ολλανδίας, η Ντεζίμα απομονώθηκε και οι εκεί Ολλανδοί καθηλώθηκαν χωρίς να γνωρίζουν πότε, ή εάν, θα επιστρέψουν κάποτε στην πατρίδα τους. Όλη αυτή η αβεβαιότητα και η δυστυχία κάνει ευτυχισμένο έναν συγγραφέα. Κατά πόσο είναι σημαντικό για σας ως συγγραφέα να καταπιάνεστε με διαφορετικά μυθιστορηματικά είδη ή ακόμα και να τα υπερβαίνετε από βιβλίο σε βιβλίο; Είναι σημαντικό να συνεχίζω να μαθαίνω και να εξελίσσομαι ως συγγραφέας, διαφορετικά όλα μου τα βιβλία θα δείχνουν τα ίδια και θα γίνω ένας ξινός και ηλικιωμένος συγγραφέας, το αντίθετο δηλαδή του φιλέρευνου και παμφάγου ηλικιωμένου συγγραφέα, και έτσι οι αναγνώστες με το δίκιο τους δεν θα θέλουν να με διαβάζουν. Η εναλλαγή είδους από βιβλίο σε βιβλίο με ενθαρρύνει να μαθαίνω και να εξελίσσομαι. Δεν προσπαθώ συνειδητά να «υπερβώ ένα είδος» –δεν είμαι καν σίγουρος ότι γνωρίζω τι σημαίνει αυτό– όμως οπωσδήποτε προσπαθώ συνειδητά να αποφεύγω τα στερεότυπα, επειδή αυτά είναι η χοληστερίνη της αφήγησης. Υπάρχει ένα παράδοξο εδώ: ένα είδος θεωρείται είδος εξαιτίας των στερεότυπων, όμως τα παράδοξα είναι ευχάριστα, έτσι δεν είναι; Απολαμβάνω την πρόκληση να παραμένω στα όρια ενός είδους και συγχρόνως να ανατρέπω τα στερεότυπα, να τα υπονομεύω ή να τα αποδομώ. Διάβασα ότι σας αρέσει ο κινηματογράφος του Ακίρα Κουροσάβα. Τι είναι αυτό που σας συναρπάζει στις ταινίες του και ποιες από αυτές είναι οι αγαπημένες σας; Δεν είμαι στ’ αλήθεια ειδικός, όμως ο Κουροσάβα είναι ένας αδιαφιλονίκητα μεγάλος σκηνοθέτης, και πιστεύω ότι ανήκει στον Κανόνα για όποιον ενδιαφέρεται για την τέχνη του εικοστού αιώνα. Οι αναπαραστάσεις του σε ότι αφορά το παρελθόν είναι συγχρόνως πειστικότατα λεπτομερείς αφήνοντας συγχρόνως την αίσθηση του ονείρου (άλλο ένα παράδοξο), και οι σκηνές μάχης του, που δείχνουν σαν χορογραφίες ενώ συγχρόνως πνίγονται στο αίμα, είναι έξοχες. Δοκιμάστε με την ταινία Οι Επτά Σαμουράι αν είστε πρωτάρηδες στον Κουροσάβα. Το Cloud Atlas, πιθανότατα, είναι το βιβλίο σας που έχει διαβαστεί περισσότερο. Ως πιο βαθμό, κατά τη γνώμη σας, η κινηματογραφική μεταφορά του παρέμεινε πιστή στις απαιτήσεις του βιβλίου; Συμφωνείτε με αυτούς που πιστεύουν ότι αυτό το βιβλίο είναι αδύνατο να κινηματογραφηθεί, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν μεταφράζεται η ποίηση; Είμαι ευχαριστημένος από το Cloud Atlas ως ταινία. Είναι, βέβαια, μια ιδιαίτερα ασυνήθιστη ταινία, και δίχασε τους κριτικούς, όμως αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Η ταινία νομίζω ότι λειτουργεί ακριβώς επειδή δεν ήταν απόλυτα πιστή στο βιβλίο. Τα βιβλία έχουν άλλη λειτουργικότητα και μπορούν να πετύχουν πράγματα που δεν μπορούν οι ταινίες και το αντίστροφο, και έτσι οι ταινίες πρέπει να στηρίζονται στα κινηματογραφικά τους πλεονεκτήματα. Για παράδειγμα, μου άρεσε πολύ ο τρόπος με τον οποίο στην ταινία χρησιμοποιήθηκαν οι ίδιοι ηθοποιοί σε διαφορετικούς ρόλους, διαφορετικά φύλα, εθνότητες και αιώνες προκειμένου να υπαινιχθεί το ζήτημα της μετενσάρκωσης. Είναι κάτι που δεν μπορώ να κάνω ως συγγραφέας, επειδή στα μυθιστορήματα δεν χρησιμοποιούνται ηθοποιοί. 29


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Μετά Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ Ντε Ζουτ εκδώσατε το μυθιστόρημα The Bone Clocks (αμετάφραστο ακόμα στα ελληνικά) που, ως έναν βαθμό, είναι αυτοβιογραφικό. Θα θέλατε να μας πείτε ποια είναι κατά τη γνώμη σας η θέση του στο «εν προόδω έργω του Ντέιβιντ Μίτσελ»; Το The Bone Clocks δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοβιογραφικό στο περιεχόμενό του –απ’ όσο ξέρω, δεν υπάρχουν δύο ανταγωνιστικές φατρίες ψευδο-ημίθεων που παρακολουθούν την κάθε μου κίνηση και σχεδιάζουν να με εμπλέξουν στον αγώνα τους για την εξουσία. Είναι όμως, παρόλα αυτά, ένα είδος απάντησης στη μέση ηλικία που βρίσκομαι, κατά την οποία η νεότητα είναι παρελθόν και ο θάνατος δεν είναι πλέον ένα αφηρημένο γεγονός μακριά στον ορίζοντα, αλλά μια παρουσία στον καθρέφτη, στα κόκκαλα και στους μυς μου. Το βιβλίο περιέχει αρκετούς χαρακτήρες από άλλα μυθιστορήματά μου, συμπεριλαμβανομένου του γιατρού Ντε Ζουτ από τα Χίλια φθινόπωρα. Η ραχοκοκκαλιά του είναι ο κοινωνικός ρεαλισμός, όμως στην καρδιά του είναι ένα είδος σκοτεινού fantasy. Ένα από τα πιο αγαπημένα μου μυθιστορήματα είναι το Ο Μετρ και η Μαργαρίτα του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ το οποίο συνδυάζει τον κόσμο της πολιτικής με τον κόσμο του Διαβόλου και των αγγέλων. Είναι ένα παράδοξο που δύσκολα ελέγχεται μέσα στο ίδιο μυθιστόρημα, κάτι σαν ύλη και αντιύλη, αλλά ποιος ο λόγος να γράψεις ένα εύκολο μυθιστόρημα; Τα μυθιστορήματα που είναι εύκολα στο γράψιμό τους συνήθως ξεχνιούνται, έτσι δεν είναι; Πηγή: http://www.oanagnostis.gr/

Boris Vian : φανταστικού.

μια

διαφορετική

προσέγγιση

του

Της Παρασκευής Κανάρη Τι θα έκανες αν μια ασθένεια απειλούσε καθημερινά τη ζωή σου; Θα συνέχιζες να κάνεις την ίδια δουλειά και να ζεις στην ρουτίνα; Ή μήπως θα εγκατέλειπες την καλή σου θέση στο Δημόσιο, θα αρνιόσουν πεισματικά να πληρώσεις την Εφορία, θα γινόσουν μουσικός της τζαζ και θα νοίκιαζες ένα διαμέρισμα στην ταράτσα του Moulin Rouge; Ο γάλλος συγγραφέας Boris Vian, με προβλήματα καρδιάς από τα παιδικά του χρόνια, αποφάσισε να ακολουθήσει το δεύτερο μονοπάτι. Αν και απολάμβανε τη ζωή με ένταση, η διαρκής απειλή του θανάτου διαπερνάει όλα τα έργα του. Όπως η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται με τα χρόνια, έτσι και στα βιβλία του, οι ήρωες του, στην αρχή νέοι, όμορφοι και υγιείς, αρρωσταίνουν και πεθαίνουν και μαζί μ’αυτούς καταρρέει και ο περιβάλλον χώρος τους, αφού στο φαντασιακό σύμπαν του συγγραφέα ο χώρος είναι συνδεδεμένος με το ψυχισμό των ατόμων που τον καταλαμβάνουν.

30


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Στο διασημότερο έργο του, Ο Αφρός των ημερών, μια σχεδόν παραμυθένια ιστορία αγάπης καταλήγει σε τραγωδία όταν η Κλοέ αρρωσταίνει από ένα νούφαρο που φυτρώνει στο στήθος της ενώ ο αγαπημένος της Κολέν αναγκάζεται να βρει δουλειά για να ανταπεξέλθει στα έξοδα της ασθένειας. Απόλυτα αντικομφορμιστικό, το μυθιστόρημα σατιρίζει τη μη-δημιουργική εργασία, τους κληρικούς, τους αστυνομικούς, την εφορία, όλους τους θεσμούς της γαλλικής αστικής κοινωνίας, αλλά και τους υπαρξιστές φιλοσόφους και ιδιαίτερα τον Ζαν-Πολ Σαρτρ. Σ’ αυτό το εφιαλτικό σύμπαν, μόνο η τζαζ μπορεί να προσφέρει κάποια ανακούφιση και παρηγοριά στο άτυχο ζευγάρι :

«- Δεν κρυώνω, είπε η Κλοέ. Άκου το δίσκο.

Υπήρχε κάτι το αιθέριο στο παίξιμο του Τζόννυ Χότζες, κάτι το ανεξήγητο και το απόλυτα αισθησιακό. Ένας καθαρός αισθησιασμός, απελευθερωμένος από το σώμα.

Οι γωνίες του δωματίου άλλαζαν και στρογγύλευαν κάτω από την επίδραση της μουσικής. Ο Κολέν και η Κλοέ αναπαύονταν τώρα στο κέντρο μιας σφαίρας,

-

Τί ήταν; Ρώτησε η Κλοέ.

-

Ήταν το κομμάτι The Mood to Be Wooed… είπε ο Κολέν.

Αυτό ένιωθα κι εγώ είπε η Κλοέ. Πώς θα μπορέσει να μπει ο γιατρός στο δωμάτιό μας, μ’αυτό το σχήμα που έχει;»[1]

Ο Αφρός των ημερών αποτελεί ένα από τα πιο μελωδικά βιβλία του Vian, αφού ακόμα και το όνομα της ηρωίδας παραπέμπει στο ομώνυμο τραγούδι του Duke Ellington. Είναι εμφανές άλλωστε ότι ο δεύτερος τίτλος του τραγουδιού, «Κλοέ ή το τραγούδι του βάλτου», συνδέεται σημασιολογικά με το νούφαρο που μεγαλώνει μέσα στο στήθος της Κλοέ. Μουσικός και ο ίδιος ο Βιαν, έχει γίνει γνωστός για τραγούδια του όπως το «Leéserteur[2]» d (ο λιποτάκτης) και το «Fais-moi mal Johnny[3]» (Πόνεσέ με Τζόνυ). Στο “Φθινόπωρο στο Πεκίνο”, η ιστορία δεν διαδραματίζεται ούτε το Φθινόπωρο ούτε στο Πεκίνο αλλά σε μια έρημο προσβάσιμη μόνο από μια συγκεκριμένη λεωφορειακή γραμμή. Στη 31


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

μέση της ερημιάς, μια εταιρία αποφασίζει να φτιάξει μια σιδηροδρομική γραμμή ενώ ακριβώς κάτω από τις ράγες οι αρχαιολόγοι κάνουν ανασκαφές. Λίγο μακρύτερα, συναντάμε τα ερημητήρια των μοναχών οι οποίοι επιδίδονται σε όλες τις απολαύσεις της ζωής αφού τους καλύπτουν τα συγχωροχάρτια :

«Ο αβάς, καθισμένος στο κρεβάτι πλάι στην Κουίβρ, της είχε ξεκουμπώσει την μπλούζα και κοίταζε επισταμένως στο εσωτερικό.

«Αυτή η νεαρή είναι πολύ ενδιαφέρουσα» είπε στον Αθαναγόρα όταν τον είδε.

«Ναι, ε;» είπε ο αρχαιολόγος. «Ως προς τι ειδικότερα;»

«Θεέ μου» είπε ο αβάς, «πώς να πει κανείς ως προς τι ειδικότερα; Ως προς το σύνολο, θα ’λεγα, αλλά και, ασφαλώς, ως προς τα διάφορα συστατικά του συνόλου.»

«Σας υπογράψανε συγχωροχάρτι για την εξέταση;» ρώτησε ο Άθας.

«Έχω κάρτα διαρκείας» είπε ο αβάς. «Στη δουλειά μου, είναι απαραίτητη.»[4]

32


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Η κοσμοθεωρία του Boris Vian καθώς και το καυστικό του χιούμορ είναι ιδιαίτερα εμφανείς στο βιβλίο Πορνογραφικά γραπτά, το οποίο εκτός από ποιήματα με τους εύγλωττους τίτλους “Οι μουναρπάχτρες» και «Το εμβατήριο του αγγουριού» περιλαμβάνει και τη διάσημη διάλεξή του για τη χρησιμότητα της ερωτικής λογοτεχνίας. Ύστερα από μια απολαυστική ανάπτυξη του θέματος, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει πονηρή λογοτεχνία αλλά πονηρά μυαλά ενώ η λογοκρισία του έρωτα δε μπορεί παρά να είναι επιβλαβής για τον άνθρωπο : «Υπάρχει ένα διασκεδαστικό παράδοξο στο γεγονός ότι η κυβέρνηση ενθαρρύνει παντοιοτρόπως τους πολίτες να πίνουν κονιάκ και να φουμάρουν τσιγαριλίκια, και την ίδια στιγμή συλλαμβάνει και καταδικάζει τους σάτυρους που το ‘έγκλημά’ τους τελικά είναι ότι προσπαθούν να κάνουν κάτι το απολύτως φυσιολογικό, το οποίο όμως περιπλέκεται άνευ λόγου από τις προκαταλήψεις και τις διάφορες κανονιστικές διατάξεις. Ή, μάλλον, δεν υπάρχει παράδοξο˙ είναι οι δύο όψεις μιας συνωμοσίας σε ό,τι έχει να κάνει με το βλαβερό. Γιατί είναι απολύτως υγιές, μιλώντας σε σωματικό επίπεδο, να αφήνεσαι με μία παρτενέρ που έχεις επιλέξει σε όλες τις δυνατές μορφές του χαρμόσυνου μυστηρίου, κατά την αστεία έκφραση των πατεράδων μας˙ ενώ, απ’την άλλη, παθαίνεις κίρρωση του ήπατος πίνοντας αλκοόλ.»[5] Στη διάλεξή του αυτή ο συγγραφέας στήνει παράλληλα την υπεράσπιση του σκοτεινού alter ego του, Vernon Sullivan, υπεύθυνου ενός μεγάλου σκανδάλου που οδήγησε στη γελοιοποίηση των γάλλων κριτικών. Το 1946, ανταποκρινόμενος σε ένα στοίχημα, ο Boris Vian γράφει το noir μυθιστόρημα Θα φτύσω στους τάφους σας το οποίο κυκλοφορεί ως έργο του φανταστικού αφρο-αμερικανού συγγραφέα Vernon Sullivan ενώ ο Boris Vian παρουσιάζεται ως ο μεταφραστής του. Προκλητικό, με σοκαριστικές ερωτικές σκηνές (σαδισμός, παιδοφιλία), οι κριτικοί βάλλονται εναντίον της αμερικανικής λογοτεχνίας χωρίς να αμφισβητήσουν ούτε στιγμή την αυθεντικότητα του έργου, πεπεισμένοι ότι γράφτηκε από έναν κάτοικο των αμερικάνικων γκέτο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Boris Vian, γόνος αστικής οικογένειας, ούτε είχε επισκεφτεί ποτέ την Αμερική ούτε έζησε ποτέ σε γκέτο. Αργότερα η αλήθεια θα αποκαλυφθεί, ο συγγραφέας θα πληρώσει πρόστιμο για προσβολή των ηθών και το έργο αυτό εντέλει θα οδηγήσει στο θάνατό του : στην πρεμιέρα της εμπνευσμένης από το έργο ταινίας, ο Vian, αντίθετος στη μεταφορά του έργου στη μεγάλη οθόνη, πεθαίνει από ανακοπή στα πέντε πρώτα λεπτά προβολής[6]. Η μεγάλη εμπορική επιτυχία του Θα φτύσω στους τάφους σας πείθει τον συγγραφέα να συνεχίσει το πείραμα. Το δεύτερο στη σειρά noir του Vian/Sullivan, Όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο χρώμα [7] παρουσιάζει παρόμοια θεματολογία με το πρώτο : ο Νταν, λευκός στο χρώμα και παντρεμένος με λευκή προσπαθεί να κρύψει τη νέγρικη καταγωγή του. Όταν το μυστικό του κινδυνεύει να αποκαλυφθεί, ξεκινάει μια ξέφρενη πορεία προς το θάνατο. Είναι εμφανές από την πρώτη ανάγνωση ότι τα έργα του Vernon Sullivan είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα του Vian. Τα πρώτα χαρακτηρίζονται από έναν ωμό ρεαλισμό, με έντονο το στοιχείο της βίας και του ερωτισμού, ενώ τα δεύτερα εκπλήσσουν με το γλωσσικό τους πλούτο και την έντονη φαντασία. Ο Vian, οπαδός του Α. Korzybski, αντιλαμβάνεται ότι το 33


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

υπάρχον λεξιλόγιο δεν επαρκεί και επομένως πρέπει να δημιουργήσει καινούριες λέξεις, πιο κατάλληλες, για να περιγράψει το σύμπαν των βιβλίων του. Αυτή η αναδόμηση της γλώσσας αποτελεί και τη μεγάλη πρόκληση των μεταφραστών του. Από τη μια, τα αντιρατσιστικά μυθιστορήματα του Vernon Sullivan, παρουσιάζοντας το θύμα των φυλετικών διακρίσεων ως θύτη, θέτουν υπό νέα σκοπιά τον αέναο κύκλο βίας που προκαλεί ο ρατσισμός. Από την άλλη, τα αντισυμβατικά μυθιστορήματα του Vian μας ωθούν να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητες και τις αξίες στη ζωή, να διαχωρίσουμε το ωραίο από το περιττό και το ψυχοφθόρο. Κοινό στοιχείο τους είναι ότι μας προσφέρουν μια διαφορετική οπτική του κόσμου απ’αυτή της πλειοψηφίας των ανθρώπων. Άλλωστε, όπως λέει και ο ίδιος στην εισαγωγή του Ο Αφρός των ημερών : «Πράγματι, φαίνεται ότι οι μάζες έχουν άδικο και τα άτομα πάντα δίκιο».

(*) Η Κανάρη Παρασκευή ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή πάνω στο φαντασιακό στο έργο του Μπόρις Βιαν το 2014 με υποτροφία του ΙΚΥ. Έχει πραγματοποιήσει διάλεξη με θέμα : «Το φανταστικό, η βία και ο ερωτισμός στο έργο του Μπόρις Βιάν και η μεταφορά τους στη σκηνή και στην οθόνη» στο Κέντρο Σημειολογίας του Θεάτρου του Πανεπιστημίου Αθηνών ενώ αρθρογραφεί συχνά στο περιοδικό Contact σχετικά με τη γαλλική και γαλλόφωνη λογοτεχνία.

[1] Εκδ. Νεφέλη, 2013, μτφρ. Λεονταρη Μαρίνα, Παπαδήμα Μαρία. [2] https://www.youtube.com/watch?v=N5_vcVq_vSE [3] https://www.youtube.com/watch?v=pchB-4dKpDE [4] Εκδ. Νεφέλη, 2014, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης [5] Εκδ. Νεφέλη, 2013, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη. [6] Πρόκειται για ταινία του Michel Gast που προβλήθηκε στις 26 Ιούνη 1959, ήμερα θανάτου του Βιάν. Αποσπάσματα υπάρχουν διαθέσιμα στο youtube https://www.youtube.com/watch?v=I_nn654AV7I [7] Εκδ. Νεφέλη, 2014, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη. Πηγή: http://www.oanagnostis.gr/

34


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Ανάγνωση και γραφή, ένα προβληματικό ζευγάρι Της Βενετίας Αποστολίδου.

Η ανάγνωση και η γραφή πάνε χέρι χέρι και μας συνοδεύουν από την πρώτη Δημοτικού. Οι περισσότεροι νομίζουν τη σχέση τους ομαλή αλλά, αν ξύσουμε λίγο την επιφάνεια, βρίσκουμε ένα προβληματικό ζευγάρι. Ανέκαθεν νόμιζα ότι η ανάγνωση είναι πιο προσιτή ενώ η γραφή απαιτεί κάποια κλίση, προσπάθεια και ειδικό κίνητρο. Τελευταία βλέπω γύρω μου ανθρώπους που προτιμούν να γράφουν παρά να διαβάζουν και μπερδεύομαι. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Στα πολύ μικρά παιδιά, η επιθυμία της ανάγνωσης και της γραφής εμφανίζεται σχεδόν ταυτόχρονα. Στις πρώτες τάξεις του σχολείου ωστόσο αρχίζουν να ξεχωρίζουν στη συνείδησή τους οι δύο ενέργειες και είναι πιο πρόθυμα να διαβάζουν παρά να γράφουν. Εικάζουμε ότι αυτό συμβαίνει διότι η ανάγνωση συνδέεται με την πρόσληψη ενώ η γραφή με την παραγωγή λόγου και το εκπαιδευτικό μας σύστημα δίνει απείρως μεγαλύτερη σημασία στην πρώτη. Στις σπουδές γραμματισμού είναι πάντως γενικά παραδεκτό πως η διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής δεν ταυτίζονται, δεν πετυχαίνεις δηλαδή με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια· χρειάζεται ειδική προσπάθεια για την κάθε μία και εντοπισμένες διδακτικές πρακτικές, ενώ το κάθε άτομο παρουσιάζει διαφορετικούς ρυθμούς εξέλιξης στην κάθε μία. Στους ενήλικες συναντώνται όλες οι παραλλαγές του ζεύγους ανάγνωση/γραφή: υπάρχουν συστηματικοί αναγνώστες οι οποίοι δεν προσπάθησαν ποτέ να γράψουν κάτι δικό τους, και δεν εννοώ εδώ τα γραψίματα που μπορεί να χρειάζονται για τη δουλειά του καθενός. Υπάρχουν, στο άλλο άκρο, εκείνοι που είναι παθιασμένοι και αποφασισμένοι να γράψουν αλλά δεν έχουν 35


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

ιδιαίτερη επιθυμία για ανάγνωση, διαβάζουν ελάχιστα, η ανάγνωση είναι γι αυτούς ένα μουρουνόλαδο που θα δυναμώσει τη γραφή τους. ΄Εχω δεχτεί πολλές φορές ερωτήσεις του τύπου «γράφω κάποια πεζά (ή ποιήματα), τι νομίζετε ότι πρέπει να διαβάσω;» Είναι παρατηρημένο πάντως ότι οι πιο φανατικοί αναγνώστες είναι εκείνοι οι οποίοι είτε προσπάθησαν στα νιάτα τους να γράψουν αλλά σταμάτησαν είτε γράφουν έτσι κι αλλιώς. Δεν χωράει αμφιβολία εξάλλου ότι οι καλοί ποιητές και πεζογράφοι διάβασαν στη ζωή τους πάρα πολύ. Εν κατακλείδι, ανάγνωση χωρίς γραφή γίνεται, γραφή χωρίς ανάγνωση μόνο σε γελοία αποτελέσματα μπορεί να καταλήξει. Τα τελευταία αρκετά χρόνια ζούμε και στη χώρα μας την έξαρση της δημιουργικής γραφής. Κάποια άλλη στιγμή θα συζητήσουμε τις σημασίες του επιθέτου «δημιουργικός» τόσο σε σχέση με την ανάγνωση όσο και σε σχέση με τη γραφή. Λειτουργούν λοιπόν πάρα πολλά εργαστήρια δημιουργικής γραφής και ήδη οι απόφοιτοι ή οι φοιτώντες σε αυτά πρέπει να αριθμούν εκατοντάδες. Πρόκειται αναμφίβολα για μια μόδα, ένα πολιτισμικό φαινόμενο το οποίο μόνο θετικά μπορεί να το δει κανείς, στο βαθμό που κατέβασε τη γραφή από το απρόσιτο βάθρο του μύθου, την έκανε προσιτή, έδωσε την ευκαιρία σε ανθρώπους που φλέρταραν μαζί της, που αγωνιούσαν γι αυτά που γράφουν ή θέλουν να γράψουν, να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους, να πειραματιστούν, να γνωρίσουν συγγραφείς και είδη λόγου και, βέβαια, να διαβάσουν. Διότι, όποιο εργαστήριο δημιουργικής γραφής θέλει να κάνει καλή δουλειά δε μπορεί παρά να απαιτεί από τους συμμετέχοντες να διαβάζουν και να διαβάζουν πολύ. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα που μ΄ ενδιαφέρει. Η δημοκρατικοποίηση της γραφής, η αύξηση της παραγωγής κειμένων τα οποία τώρα έχουν και τη δυνατότητα της δημοσιοποίησης στο διαδίκτυο, συνοδεύεται άραγε από αύξηση της ανάγνωσης, από πολλαπλασιασμό των αναγνωστών; Δεν έχει γίνει σχετική έρευνα αλλά έχω την αίσθηση ότι για πολλούς ανθρώπους η γραφή έχει αποκτήσει προτεραιότητα έναντι της ανάγνωσης · ίσως επειδή προσδίδει κύρος, επειδή σε καθιστά συγγραφέα, σου δίνει την αίσθηση (ή την ψευδαίσθηση) ότι πάτησες το πρώτο σκαλί, έγινες «πολίτης εις των ιδεών την πόλι». Ενώ η πτωχή ανάγνωση τι έχει να προσδώσει στον αναγνώστη σε μια κοινωνία και μια εικονική πραγματικότητα όπου όλα συμβαίνουν για να επιδεικνύονται; Αυτό που θέλω να υπογραμμίσω είναι απλώς η ισορροπία: η πολλή και δημιουργική ανάγνωση (και όχι μόνο λογοτεχνίας) είναι η μόνη οδός για να κατανοήσει κανείς τι σημαίνει γραφή, με ποια κριτήρια την κρίνουμε, πώς δουλεύει το λογοτεχνικό σύστημα, τι χρειάζεται για να γίνει συγγραφέας· να διακρίνει τα όρια των δικών του γραπτών και να αποφασίσει, υποψιασμένος αρκετά, αν θέλει και μπορεί να επενδύσει τον άπειρο κόπο και χρόνο που χρειάζεται, διότι πάντα θα είναι «πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα». Πηγή: http://www.oanagnostis.gr/

36


Απρίλιος 2015

[Βιβλιοτρόπιο 37]

Λέσχες Ανάγνωσης ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ/ΔΙΑ-ΛΟΓΟΣ Μέλη του Δικτύου Λεσχών "Ανάγνωσις"

Τώρα διαβάζουμε "Τι είναι όμως σήμερα η πόλη για μας; Σκέφτομαι ότι έγραψα κάτι σαν τελευταίο ποίημα αγάπης για τις πόλεις, τη στιγμή που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να τις ζήσουμε. Η κρίση της πολύ μεγάλης πόλης είναι η άλλη όψη της κρίσης της φύσης. (...) Βιβλία όμως που προφητεύουν καταστροφές και αποκαλύψεις υπάρχουν ήδη πολλά· το να γράψει κανείς ακόμα ένα, θα ήταν πλεονασμός και κάτι τέτοιο δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου. Αυτό που ο δικός μου Μάρκο Πόλο θέλει να ανακαλύψει είναι οι κρυφές αιτίες που μπορούν να ισχύουν πέρα και πάνω από οποιαδήποτε κρίση. Οι πόλεις είναι ένα σύνολο πραγμάτων: απομνημονεύσεων, επιθυμιών, σημείων μιας γλώσσας· οι πόλεις είναι τόποι ανταλλαγών, όπως εξηγούν όλα τα βιβλία της οικονομίας, αλλά οι ανταλλαγές αυτές δεν είναι μονάχα ανταλλαγές εμπορευμάτων, είναι και ανταλλαγές λέξεων, πόθων, αναμνήσεων. Το βιβλίο μου ανοίγει και κλείνει με εικόνες ευτυχισμένων πόλεων που συνεχώς αλλάζουν σχήμα και χάνονται, κρυμμένες μέσα σε δυστυχισμένες πόλεις..."

Ο Ίταλο Καλβίνο (1923-1985) γεννήθηκε στην Κούβα, αλλά σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στην Ιταλία. Το 1943 προσχωρεί στους παρτιζάνους της ιταλικής αντίστασης. Πρωτοεμφανίστηκε στα ιταλικά γράμματα το 1947 με το μυθιστόρημα "Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές" με θέμα την Αντίσταση, θέμα που πραγματεύεται και στο επόμενο βιβλίο του, μια συλλογή από διηγήματα με γενικό τίτλο "Τελευταίο έρχεται το κοράκι". Ακολουθεί η τριλογία που τον έκανε διάσημο, τρία σύντομα μυθιστορήματα που συνθέτουν τον κύκλο "Οι πρόγονοί μας: Ο διχασμένος υποκόμης", "Ο αναρριχώμενος βαρόνος" και "Ο ανύπαρκτος ιππότης". Ακολουθεί, το 1956, μια συλλογή ιταλικών λαϊκών παραμυθιών που μετέγραψε ο συγγραφέας με τον τίτλο "Ιταλικοί μύθοι", ενώ δυο χρόνια αργότερα εκδίδει τα "Διηγήματα", συλλογή που περιέχει και την πολύ γνωστή ενότητα διηγημάτων "Οι δύσκολοι έρωτες". Ακολουθούν δύο σύντομα μυθιστορήματα, το "Μαρκοβάλντο ή οι εποχές στην πόλη" και το "Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου" (1963) που ολοκληρώνουν τη "νεορεαλιστική" του φάση. Το 1965 και το 1967 εκδίδει δύοσυλλογές "φανταστικών" διηγημάτων με τίτλους "Τα κοσμοκωμικά" και "Ταυ με μηδέν", ενώ το 1969 εκπλήσσει όλο τον κόσμο με το "Κάστρο των διασταυρωμένων πεπρωμένων". Ακολουθούν τα έργα "Οι αόρατες πόλεις" (1972), "Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης" (1979) και "Πάλομαρ" (1983). Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν τα έργα "Κάτω απ' τον ιαγουάρο ήλιο", "Σχετικά με το παραμύθι" (δοκίμιο), "Αμερικανικά μαθήματα" (δοκίμιο), "Ο δρόμος του Σαν Τζιοβάνι", "Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς" (δοκίμιο) και "Πριν να πεις "εμπρός"".

37


ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

ΑΝ το διάβασμα είναι για σας μια ανεξάντλητη πηγή ευχαρίστησης… ΑΝ πιστεύετε ότι το διάβασμα δεν είναι κατ’ ανάγκη μια μοναχική υπόθεση… ΑΝ αυτό που νιώθετε διαβάζοντας θέλετε να το μοιραστείτε και με άλλους… --------------------------Γίνετε μέλος σε μια από τις Λέσχες Ανάγνωσης που λειτουργούν στη Λεμεσό. ή Βρείτε κι άλλα άτομα που αγαπούν το διάβασμα και συγκροτείστε μια ομάδα, τα μέλη της οποίας θα συγκεντρώνονται μια φορά το μήνα και θα συζητούν γύρω από το βιβλίο που έχουν επιλέξει να διαβάσουν. Για περισσότερες πληροφορίες ως προς τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας μιας Λέσχης Ανάγνωσης μπορείτε να απευθυνθείτε στο Δίκτυο Λεσχών «Ανάγνωσις».

Παντελής Μάκη, τηλ: 99 667599 e-mail: pmakis@cytanet.com.cy www.bibliotropio.blogspot.com Αντώνης Κουντούρης, τηλ: 99 346424 e-mail: : a_c_kountouri@hotmail.com Κατερίνα Βοσκαρίδου, τηλ: 99 526772 e-mail: pyrion@primehome.com www.pyrion.blogspot.com

Με τη στήριξη

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 37  

Μια συνέντευξη με τη μεταφράστρια των βιβλίων του Ουμπέρτο Έκο Έφη Καλλιφατίδη, την οποία θα φιλοξενήσουμε στη Λεμεσό στις 5 Μαΐου, μια αναφ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you