Page 1

ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΔΕΛΤΙΟ 26 – ΜΑΙΟΣ 2014

Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: Ο φύλακας έγινε πιάστης

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: Επιστροφή στη χαμένη αθωότητα

Επικίνδυνα αναγνώσματα;

Πούλιτζερ για την «Καρδερίνα» και την Ντόνα Ταρτ Μίλαν Κούντερα – Το λυκόφως των αστείων

Νορβηγός αρχιμάστορας για σύγχρονους καιρούς

Λέσχη Ανάγνωσης «Βιβλιοτρόπιο» Μέλος του Δικτύου Λεσχών «Ανάγνωσις» Επιλογή θεμάτων: Παντελής Μάκη

`

Ο έρωτας και η μοναξιά στα χρόνια του Gabriel Garcia Marquez


Περιεχόμενα

Σελ.

Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: Ο φύλακας έγινε πιάστης ............................................................................. 2 Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: Επιστροφή στη χαμένη αθωότητα ................................................. 7 Επικίνδυνο ανάγνωσμα το «Brave New World» του Aldous Huxley;...................................... 11 Πούλιτζερ για την «Καρδερίνα»… ........................................................................................... 13 Μίλαν Κούντερα – Το λυκόφως των αστείων ......................................................................... 14 Νορβηγός αρχιμάστορας για σύγχρονους καιρούς ................................................................ 19 Χίλια χρόνια μοναξιάς χωρίς τον Gabriel Garcia Marquez ...................................................... 21 Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γράφει για τον Ούγκο Τσάβες ................................................ 24 Ανέκδοτο έργο άφησε πίσω του ο μεγάλος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές............................... 32


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: Ο φύλακας έγινε πιάστης Η Τζένη Μαστοράκη ύστερα από 37 χρόνια ξαναμεταφράζει το κλασικό έργο

Τζ. Ντ. Σάλιντζερ Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης Μετάφραση Τζένη Μαστοράκη. Εκδόσεις Γράμματα, 2014, σελ. 271, τιμή 14,40 ευρώ

Καλοκαίρι του 1968, στο πατάρι του διεθνούς βιβλιοπωλείου «Ελευθερουδάκης» εν Αθήναις. Ένας φίλος την πλησιάζει ενθουσιασμένος, κρατώντας ένα χαρτόδετο βιβλιαράκι. Το ασημί εξώφυλλο των εκδόσεων Penguin τής κάνει εντύπωση, γυαλίζει και της εξάπτει την περιέργεια.

2


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Το περιεργάζεται και διαβάζει τις υπάρχουσες πληροφορίες, δηλαδή τον τίτλο μονάχα και το όνομα του συγγραφέα: «The Catcher in the Rye» (1951) του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ. Η 19χρονη φοιτήτρια δεν μπορεί να φανταστεί ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή θα άρχιζε μια μακροχρόνια σχέση αγάπης και αφοσίωσης, μια συναισθηματική εξ αποστάσεως «συγγένεια» με έναν λογοτεχνικό «θείο» από την Αμερική. Η πρώτη έκδοση αυτού του έργου στην ελληνική γλώσσα κυκλοφόρησε το 1977 από τον Επίκουρο του Γιώργου Βαμβαλή υπό τον παράξενο τίτλο «Ο φύλακας στη σίκαλη» - μεταφράστριά του η 28χρονη τότε Τζένη Μαστοράκη. Πριν από λίγες ημέρες, τριάντα επτά χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γράμματα μια «νέα δουλειά» της, μία ακόμη μετάφραση του έργου «δουλεμένη εκ του μηδενός» αλλά με το ίδιο εκείνο αντίτυπο και πάλι. Το εγχείρημα το είχε προαναγγείλει η ποιήτρια μέσω του «Βήματος» τον Μάιο του 2011. Τι άλλαξε; Εκ πρώτης όψεως τον τίτλο: ο «φύλακας» αποσύρθηκε - η «σίκαλη» έμεινε να τον θυμίζει δίπλα «στα στάχια» που προστέθηκαν - και τον αντικατέστησε ο «πιάστης»! Δυο φίλοι της αντέδρασαν έντονα όταν το έμαθαν, «εμείς τώρα χωρίς "φύλακα" τι θα κάνουμε;» τη ρώτησαν, εκφράζοντας σίγουρα και την αμηχανία αρκετών αναγνωστών για αυτή την επιλογή. «Μα και εκείνος ο τίτλος ξένισε πολύ στην εποχή του» μας απάντησε η Τζένη Μαστοράκη καθώς περπατούσε μαζί μας στην Κυψέλη. «Δεν τον υπερασπίζομαι αλλά αυτόν είχα τόσα χρόνια μέσα στο κεφάλι μου. Μπορείτε να πείτε ίσως ότι αυτοκαταργήθηκα. Για μένα ήταν κάπως αναγκαστικό. Τότε ήμουνα μικρή και άπειρη για να το τολμήσω. Αποφάσισα λοιπόν να βάλω στον τίτλο ολόκληρο τον επίμαχο στίχο του σκωτσέζου ποιητή, κάνοντάς τον και λίγο δεκαπεντασύλλαβο, "στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης". Ο Χόλντεν Κώλφηλντ θέλει να γίνει παιδοπιάστης, αυτό είναι το επάγγελμα που ονειρεύεται», πράγμα που αποκαλύπτεται στον αναγνώστη προς το τέλος της αφήγησης. Κάπως έτσι πέρασε στην ιστορία ο κατά τ' άλλα ανθεκτικός «φύλακας», ένας επί της ουσίας λειψός «τερματοφύλακας» στα καθ' ημάς - «οι Αμερικανοί έχουν τουλάχιστον κάτι να τους θυμίζει το baseball, τον τύπο (catcher) που πιάνει την μπάλα με το γάντι, δεν υπήρχε όμως αντίστοιχος όρος στην ομιλουμένη ελληνική, ακόμη και οι αθλητικογράφοι χρησιμοποιούσαν το γαλλικό "κατσέρ" εκείνη την εποχή» εξήγησε η Τζένη Μαστοράκη. Επιπλέον «αν έλεγες σ' ένα παιδί της πόλης τη λέξη "σίκαλη", διότι περί αυτού επρόκειτο, άντε να πήγαινε ο νους του ως τις φρυγανιές, σε εικόνες χωραφιών, όπου σαλεύουν τα στάχια, δύσκολα θα έφθανε». Επομένως όλο αυτό ήταν μια «λύση μεταφραστικής ανάγκης», δεδομένου ότι ο υπερπροστατευτικός Τζ. Ντ. Σάλιντζερ έθεσε απαράβατο όρο, μέσω του ατζέντη του, να μεταφράζεται κυριολεκτικά ο τίτλος του βιβλίου, ύστερα από ορισμένες «ερμηνευτικές αποδόσεις» που τον εξόργισαν σε άλλες χώρες του εξωτερικού.

3


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

«Τον θείο, ξέρετε, δεν τον πειράζουμε» προσέθεσε η Τζένη Μαστοράκη, η οποία δεν άνοιγε να δει την παλιά της μετάφραση ως και τον περασμένο Αύγουστο. Κάθησε πολλά μερόνυχτα με το τσιγάρο στο χέρι, μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή της, να σκέφτεται τις γλωσσικές αποχρώσεις, άλλοτε διασκεδάζοντας και άλλοτε μελαγχολώντας. «Η μετάφραση είναι ένα τριπάκι, την πήγα πάλι βήμα το βήμα, άρχιζα και σταματούσα, απογοητευόμουν και αναθάρρευα, έκανα άπειρες αντιβολές με το πρωτότυπο, ώσπου, κατά τους τελευταίους πια μήνες της δουλειάς, το άφησα κατά μέρος» τόνισε η ίδια. Το ερώτημα αναδύεται, σε κάθε περίπτωση, επιτακτικό. Γιατί ξανά; «Επειδή είχα ανοιχτούς λογαριασμούς με τον πρωταγωνιστή, επειδή οι μεταφράσεις παλιώνουν πάρα πολύ γρήγορα και επειδή ο Χόλντεν, αντιθέτως, δεν έχει παλιώσει καθόλου» σημείωσε η Τζένη Μαστοράκη. Ο ήρωας του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, ο πρώτος «επαναστάτης χωρίς αιτία», βλέπει τον κόσμο «σαν αμείλικτος τριαντάρης, εκφράζεται όμως με το λεξιλόγιο και το συντακτικό ενός πιτσιρικά». Ο Χόλντεν Κώλφηλντ πατώνει, ως γνωστόν, σε όλα τα μαθήματά του πλην της έκθεσης, εκεί είναι αστέρι.

Νεόκοπες φράσεις

Στην φωτογραφία η θρυλική έκδοση της σειράς των Penguin

«Στο βιβλίο ωστόσο δεν γράφει, μιλάει. Κι όταν μιλάει, πετάει κάτι αγγλικούρες σαν το "like as if", συντάσσει λάθος καμιά φορά ή κολλάει σε ομόηχες λέξεις. Η μεγαλύτερη μεταφραστική μου δυσκολία ήταν τα τρία γλωσσικά του τικ: το "and all", το "or something" και το "or 4


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

anything". Δευτερευόντως τα αδιάκοπα "Ι mean" του, που δίνουν στον Σάλιντζερ αφορμή για παιχνιδάκι: "ξέρω πως είναι σαν να τους τη λέω μ' αυτό που λέω, αλλά εγώ δεν το 'πα για να τους την πω. Το μόνο που ήθελα να πω (I know that sounds mean to say, but I don't mean it mean. I just mean)... Τις τελικές λύσεις πάντως τις αποφάσισα σιγά-σιγά - με το μισό αφτί στον έξω κόσμο και στο πώς μιλάει, και το άλλο μισό στον Χόλντεν και στο πώς (θα) μιλάει εκείνος» είπε η Τζένη Μαστοράκη, το πόνημα της οποίας χαρακτηρίζεται από τέτοια γλωσσική οξυδέρκεια και τέτοια συνθετική ευρύτητα που μπορεί να ικανοποιήσει τους πάντες: και τον μεγαλύτερο αναγνώστη που είχε διαβάσει τον «φύλακα» και τον μικρότερο αναγνώστη που για πρώτη φορά θα διαβάσει τον «πιάστη». Η ζουμερή παλιά αργκό - το «μπλαζεδιλίκι», η «σνομπαρία» - συνδυάζεται λειτουργικά με τα «ξερωγώ» και νεόκοπες φράσεις του τύπου «δεν υπάρχει». «Σε αυτά τ' ατέλειωτα χρόνια που έχουν περάσει οι νεότερες γενιές μάς έκαναν ένα μεγάλο δώρο: απενοχοποίησαν το συντακτικό μας, απενοχοποίησαν τις ξενικές λέξεις, σήμερα λες ότι είναι "νορμάλ" o τύπος και αυτό είναι πάρα πολύ κανονικό. Αυτό δεν ήταν αυτονόητο στην Αθήνα των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, σε μια εποχή άλλης γλωσσομάθειας, όπου επιπλέον επικρατούσε ο εξελληνισμός των πάντων, μια μαχόμενη γλώσσα είχαμε ακόμη τότε» υπογράμμισε η ίδια.

Σημερινή γλώσσα Το πικάντικο ρήμα «φασώνω» για παράδειγμα, «που το ακούω τα τελευταία είκοσι χρόνια τουλάχιστον να το λένε τα πιτσιρίκια», ήλθε να αποδώσει, έτσι όπως εξελίσσεται και αλλάζει η γλώσσα στην πορεία του χρόνου, το περίφημο necking για το οποίο δεν υπήρχε αντίστοιχος όρος στην ελληνική. Της επισημάναμε ότι η καινούργια μετάφραση είναι μάλλον πιο ρέουσα από την προηγούμενη. «Είναι σίγουρα πιο μιλητή. Ο λόγος του Χόλντεν στην αγγλική, έτσι όπως καρφώνει ο ίδιος τις προτάσεις, έτσι όπως σκοντάφτει πάνω στις λέξεις και προσπαθεί να τις συμμαζέψει, θα έβγαινε πάρα πολύ αγκυλωμένος στην ελληνική - αποφάσισα λοιπόν αυτή τη φορά μια απόδοση για το κείμενο ακόμη πιο συμβατή με την προφορικότητα, την ελληνική προφορικότητα βέβαια. Έχω κάνει κάποια μικρά σπρωξίματα, δοσολογημένα με κάτι παραπάνω από φειδώ, βασισμένη στη δική μας ομιλούμενη σημερινή γλώσσα» ανέφερε η Τζένη Μαστοράκη. Γιατί όμως μεταφράζει το crap ως «μαβλακεία» και τον jerk ως «μουρόχαβλο»; «Επειδή ο Χόλντεν είναι ένα παιδί που δεν θα μπορούσε να βρίσει, να πει "μαλάκας" ας πούμε - ούτε καν ένα "ρε γαμώτο" δεν θα έλεγε που ήθελα πολύ να το χρησιμοποιήσω ώρες-ώρες. Όταν ο αναγνώστης φθάσει να δει, μαζί με τον ήρωα, το "ά' γαμήσου" που εμφανίζεται στους τοίχους, καταλαβαίνει γιατί. Ολο το υβρεολόγιο του Χόλντεν περιορίζεται στο δοκιμασμένο τρίπτυχο: σκατά, διαόλους, κώλους. Οι καιροί βέβαια αλλάζουν, όπως επίσης οι λέξεις και οι σημασίες τους. Το πρωτότυπο του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ "έβριζε" τρελά για την εποχή του. Στην παλιά έκδοση που έχω υπάρχει παντού "F... you" ενώ στις καινούργιες βλέπεις ολόκληρο το "Fuck you"».

5


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

«Ο μπαμπάς θα σε σκοτώσει»

Μία από τις τελευταίες φωτογραφίες του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ το 2008

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Σάλιντζερ όπου δικαιολογείται ο τίτλος που διάλεξε η Τζένη Μαστοράκη για τη νέα μετάφραση.

Η Φοίβη, η μικρή τετραπέρατη αδελφή του Χόλντεν Κώλφηλντ, συνομιλεί με τον μεγαλύτερο αδελφό της που έχει τρυπώσει κρυφά μια νύχτα στο πατρικό τους. Η ίδια έχει αντιληφθεί ότι τον έδιωξαν και πάλι από το σχολείο και αγανακτισμένη ζητάει να μάθει αν υπάρχει κάτι που να του αρέσει στον κόσμο. «Θα σε σκοτώσει ο μπαμπάς» μου λέει. «Θα σε σκοτώσει». Εγώ ούτε που την πρόσεχα όμως. Άλλο σκεφτόμουνα εγώ - μια τρέλα. «Ξέρεις τι θα 'θελα;» της λέω. «Ξέρεις τι διάολο θα 'θελα να γίνω; Λέω, ας πούμε, άμα ήτανε στο χέρι μου;». «Τι; Μη λες παλιόλογα».

6


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

«Ξέρεις ένα τραγούδι που λέει όταν κορμί πιάνει κορμί, στη σίκαλη, στα στάχια; Ε, θα 'θελα -». «Όταν κορμί σμίγει κορμί, στη σίκαλη, στα στάχια» μου λέει η δικιά μου. Ποίημα είναι. Του Ρόμπερτ Μπερνς» [...] «Εγώ νόμιζα πως λέει όταν κορμί πιάνει κορμί» της λέω. Αλλά τελοσπάντων, φαντάσου παιδάκια, όλο παιδάκια, που θα 'ναι σ' ένα μεγάλο χωράφι με σίκαλη και που θα παίζουνε ξερωγωκάτι, ένα παιχνίδι. Μιλάμε, χιλιάδες παιδάκια, κι εκεί γύρω να μην είναι κανείς κανένας μεγάλος, λέω δηλαδή - μονάχα εγώ. Κι εγώ θα στέκομαι άκρη άκρη σ' ένα ξεκούδουνο γκρεμό. Και η δουλειά μου εμένα θα 'ναι να τα πιάνω εκεί που θα κοντεύουνε να πέσουνε στον γκρεμό - λέω, ας πούμε, εκεί που τρέχουνε και που δεν βλέπουνε πού πάνε, εγώ θα πρέπει να πετιέμαι από κάπου και να τα πιάνω. Μόνο αυτό θα 'κανα όλη μέρα. Θα 'μουνα ξερωγώ στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης. Τελείως παράνοια είναι, και το ξέρω, αλλά μόνο αυτό θα 'θελα εγώ στο βάθος βάθος. Το ξέρω που είναι παράνοια». Η δικιά μου έκανε ώρα να μιλήσει. Κι ύστερα, όταν μίλησε, είπε μόνο «Ο μπαμπάς θα σε σκοτώσει». «Σκασίλα μου κι αν με σκοτώσει» της λέω [...] Πηγή: http://www.tovima.gr

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: Επιστροφή στη χαμένη αθωότητα Τα διηγήματα του μεγάλου συγγραφέα μεταφράζονται στα ελληνικά σε μια εξαιρετική έκδοση.

Λίγοι συγγραφείς έχουν μείνει πιστοί στην εικόνα που θα είχε το «αμερικανικό όνειρο», αν υπήρχε στα αλήθεια, όσο ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: Λουσμένος με χρυσόσκονη και γεμάτος φανταχτερά κορίτσια, ο κόσμος που ξεδιπλώνεται στις σελίδες του είναι ο κατεξοχήν κόσμος της πιο αθώας αμερικανικής φαντασίας. Φαινομενικά, στα διηγήματά του (όπως αυτά που περιλαμβάνονται στη συλλογή Επιστροφή στη Βαβυλώνα κι άλλες ιστορίες) ο συγγραφέας περιγράφει τον τρυφηλό κόσμο του Μεσοπολέμου –πάρτι με flappers και ιψενικά ερωτικά τρίγωνα–, ουσιαστικά όμως αναφέρεται στον άφθαρτο κόσμο που ανέδειξαν μόνο οι σπουδαίοι Αμερικανοί συγγραφείς αλλά κι αυτοί που εντρύφησαν με επιτυχία στις απατηλές πτυχές του αμερικανικού ονείρου (όπως ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ).

7


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Στις πανέμορφες λυρικές περιγραφές του συγγραφέα του Μεγάλου Γκάτσμπι («Μεγάλου» όπως και το «Μεγάλο Αμερικανικό Μυθιστόρημα» – Great American Novel) ενυπάρχουν συγχρόνως τα σκοτεινά ρομαντικά μυθιστορήματα, η μεσαιωνική ποίηση αλλά και οι άπιαστες οντότητες της πιο ακήρατης συγγραφικής φαντασίας. Εδώ τα κορίτσια είναι συνάμα απρόσιτα και θελκτικά και οι εικόνες απόλυτες στην πιο απόκοσμη ομορφιά τους. Σαν τις πεταλούδες που είναι πάντα φανταχτερές, πετούν πάντα μακριά, δεν έχουν αισθήματα και πληγώνουν καθώς απομακρύνονται στο βάθος του ορίζοντα. Ο Χέμινγουεϊ έλεγε ότι «το ταλέντο του Φιτζέραλντ ήταν τόσο φυσικό όσο τα σχέδια στα φτερά μιας πεταλούδας», ίσως γιατί ήξερε ότι οι πεταλούδες ενσαρκώνουν τις πλέον αθώες και αδέσποτες ιδέες του. Ό,τι και να έγραψε, ό,τι κι αν ονειρεύτηκε και σε ό,τι και να πίστεψε, ο Φιτζέραλντ παρέμεινε αμετανόητα ρομαντικός ως το τέλος. Γι’ αυτό και πάντοτε ακραίος. Το χαρακτηριστικό αυτό του Αμερικανού συγγραφέα κατάφερε ανιχνεύσει εξαρχής ο Άρης Μπερλής, πράγμα που διαφαίνεται και στις μεταφραστικές επιλογές του – τα ουσιαστικά του έχουν μια χροιά λαμπερής υπερβολής, η χρήση των επιρρημάτων μια δόση αρχοντικής καθαρεύουσας, τα επίθετα μια παραπάνω ποιητική ένταση από το συνηθισμένο («ψοφοδεή απόγνωση» αλλά και «μουχρό πεζοδρόμιο»). Μπορεί οι αποδόσεις του μερικές φορές να μοιάζουν σχεδόν ερμηνείες, όπως στο διήγημα The Crack-up (όπου ο Μπερλής προτιμάει την εσωτερική «κατάρρευση» από το «σπάσιμο» που είχε επιλέξει παλιότερα ο Μανόλης Σαββίδης), ουσιαστικά όμως εντοπίζονται στο πλαίσιο της ρομαντικής υπερβολής που θα ευλογούσε ο ίδιος ο Φιτζέραλντ. Ακόμα και η πορεία παράθεσης των ιστοριών περιλαμβάνει την κλίμακα μιας ιερής πτώσης σαν αυτή που ακολούθησε ο συγγραφέας στον σύντομο βίο του 8


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

(πέθανε στα σαράντα τέσσερα): Η συλλογή ξεκινάει από το καλοδουλεμένο, αλλά πιο ουδέτερο Επιστροφή στη Βαβυλώνα όπου αναφαίνονται η συγγραφική ωριμότητα και η συνειδητοποίηση του ρόλου του πατέρα (ο ήρωάς του Τσάρλι Ουέιλς απέχει από το ποτό και κάνει τα πάντα για να ανακτήσει την κηδεμονία της κόρης του), συνεχίζεται με την Τρελή Κυριακή, διήγημα-αναφορά στον ματαιόδοξο κόσμο του Χόλιγουντ («άνθρωποι της βιομηχανίας του θεάματος, ανώτεροι από τους αστούς, που τους ξεπερνούν σε αμάθεια και ηθική χαλάρωση, έχουν καταλάβει περίοπτη θέση σε ένα έθνος που για μια δεκαετία το μόνο που ήθελε ήταν να διασκεδάζει») και κορυφώνεται με τα Χειμωνιάτικα Όνειρα όπου διαφαίνεται το όνειρο της αφθαρσίας που ακολουθεί τον Φιτζέραλντ από την εφηβεία. Εδώ, ένα ακόμα συγγραφικό alter ego του, ο Ντέξτερ, ο οποίος «χειραγωγείται ασυνείδητα από τα χειμωνιάτικα όνειρά του», επιμένει μάταια στις αμετανόητα παιδιάστικες εμμονές του. «Αυτό που ήθελε δεν ήταν η συναναστροφή με τους αστραφτερούς ανθρώπους και αστραφτερά πράγματα – ήθελε τα ίδια τα πράγματα. Συχνά άπλωνε το χέρι του για να πιάσει το καλύτερο, χωρίς να ξέρει γιατί το ήθελε – και μερικές φορές βρισκόταν αντιμέτωπος με τις μυστηριώδεις αρνήσεις και απαγορεύεις στις οποίες αρέσκεται η ζωή». Εντυπωσιακό είναι και το Πλουσιόπαιδο, όπου ο Φιτζέραλντ σκιαγραφεί τον ανθρωπότυπο ενός πλουσιόπαιδου, άκαρδου, φιλόδοξου, αταλάντευτου, «πνευματώδους και καθόλου αφηρημένου», αλλά μοναχικού όσο κάθε άνδρας που δεν κατάλαβε ποτέ τις γυναίκες οι οποίες ανέκαθεν πρόσφεραν «εκστατική ευτυχία αλλά και αφόρητη αγωνία». Ωστόσο, το διήγημα που αναδεικνύει αριστουργηματικά τα σκοτεινά βάθη του Φιτζέραλντ είναι η Κατάρρευση. Δημοσιευμένο το 1936 στο περιοδικό «Esquire», είναι το κατεξοχήν de profundis κείμενο του συγγραφέα – και, όπως φαίνεται, το πιο συγκλονιστικό στην αλήθεια και την ακρίβεια του. Καταυγάζει όλο το φως που είχε κρυμμένο στις ρωγμές –εξού και crack up– της γραφής και της πιο μύχιας ύπαρξής του, απ’ όπου τώρα φωτίζονται γενιές και γενιές συγγραφέων. Παρότι το εν λόγω διήγημα δεν έκανε καλό στη φήμη του, αφού αποκάλυπτε το ξόδεμα του εξωτερικού κόσμου που πρέσβευε το «αμερικανικό όνειρο» σε αντιδιαστολή με τον ίδιο, που άλλα ήθελε η ψυχή του και γι’ άλλα πόναγε, ουσιαστικά ανέδειξε την πραγματικότητα του Φιτζέραλντ ως συγγραφέα. Οι Αμερικανοί δεν συγχώρεσαν ποτέ την ομολογία της εσωτερικής του απόγνωσης και ανεπάρκειας, όπως ούτε και το γεγονός ότι τους επέστρεψε στρεψόδικα τις αυταπάτες με τις οποίες ουσιαστικά γαλουχήθηκε και ανατράφηκε ο ίδιος. Ήταν, όμως, πλέον αληθινός πέρα ως πέρα και ταυτόχρονα ρεαλιστής και βαθιά ανθρώπινος. Το φασματικό συγγραφικό του είδωλο δεν αποκάλυπτε πια τον πανέμορφο ξανθό Ορφέα αλλά τα θραύσματα ενός κατεστραμμένου και συντετριμμένου εγώ: «Τελικά, έγινα μόνο ένας συγγραφέας. Ο άνθρωπος που είχα τόσο επίμονα προσπαθήσει να γίνω μού έγινε τέτοιο βάρος ώστε τον άδειασα χωρίς 9


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

κανέναν δισταγμό, ακριβώς όπως μια νέγρα αδειάζει μια αντίζηλό της το Σαββατόβραδο. Οι καλοί άνθρωποι ας είναι καλοί – οι γιατροί που έχουν πολλή δουλειά ας λιώσουν στη δουλειά, με μια εβδομάδα διακοπές τον χρόνο που μπορούν να την αφιερώσουν στην οικογένειά τους. Αυτοί που υποαπασχολούνται ας ψάξουν να βρουν ασθενείς με ένα δολάριο την επίσκεψη. Οι στρατιώτες ας σκοτωθούν κι ας καταταγούν αμέσως στη Βαλχάλα του επαγγέλματός τους – άλλωστε, αυτό προβλέπεται στο συμβόλαιο που έχουν υπογράψει με τους θεούς. Ένας συγγραφέας δεν χρειάζεται να έχει τέτοια ιδανικά, εκτός αν τα θέλει κι ο ίδιος, και ο υποφαινόμενος έχει παραιτηθεί από αυτά. Το παλιό όνειρο να είναι κανείς ολοκληρωμένος άνθρωπος, συνεχίζοντας την παράδοση του Γκαίτε, του Βύρωνα και του Μπέρναρντ Σο, με μια πλούσια αμερικανική πινελιά, ένας συνδυασμός του Τζ.Π. Μόργκαν, του Τόφαμ Μπωκλαίρ και του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, πετάχτηκε στα σκουπίδια μαζί με τις προστατευτικές επωμίδες που φορέθηκαν μόνο μια φορά στον ποδοσφαιρικό αγώνα των πρωτοετών του Πρίνστον και τα στρατιωτικά κράνη που δεν χρειάστηκε ποτέ να φορεθούν στα ευρωπαϊκά μέτωπα. Ε, και λοιπόν; Να τι νομίζω τώρα: ότι η φυσική κατάσταση του ευαίσθητου ενηλίκου είναι μια ήπια δυστυχία». Αυτήν τη δυστυχία τη βίωσε ποιητικά μέχρι το μεδούλι της ύπαρξης του, συνειδητοποιώντας εξίσου λυρικά ότι ο κόσμος είναι μάταια φτιαγμένος από το υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα – αυτό και τίποτε άλλο. Ιδού, λοιπόν, το θάμβος της ωραιότητάς του κι η βαθιά αλήθεια του. Πηγή: www.lifo.gr

10


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Επικίνδυνο ανάγνωσμα το «Brave New World» του Aldous Huxley;

Καθώς η συζήτηση μαίνεται στο Delaware για το το αν οι γονείς πρέπει να επεμβαίνουν στις λίστες ανάγνωσης στα σχολεία για «άσεμνο περιεχόμενο», η πιο πρόσφατη λίστα των βιβλίων που αμφισβητητούνται στις βιβλιοθήκες των ΗΠΑ, δείχνει ότι δεν είναι μόνο τα κλασικά βιβλία που τίθενται υπό αμφισβήτηση. Βιβλία όπως το «50 Αποχρώσεις του Γκρι» και το «Hunger Games» έχουν συγκεντρώσει διαμαρτυρίες κατά το τελευταίο έτος, με αναφορές των βιβλιοθηκονόμων να κάνουν γνωστές πάνω από 300 αιτήσεις για αφαίρεση βιβλίων από τα ράφια ή για τον αποκλεισμό τους από το πρόγραμμα εκπαίδευσης του σχολείου. Σύμφωνα με τον τοπικό τύπο, σε μια συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου στη σχολική περιφέρεια Cape Henlopen στο Delaware, δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εναντιώθηκαν στο κλασικό «Brave New World» του Aldous Huxley, προειδοποιώντας τους γονείς προτού τα παιδιά τους αρχίσουν να το μελετούν. Με το Διοικητικό Συμβούλιο να μην έχει πάρει απόφαση ακόμα, βιβλιοθηκονόμοι και οργανώσεις υπέρ της ελευθερίας του λόγου έχουν επιστρατευθεί για να υποστηρίξουν το βιβλίο. Η Deborah Caldwell Stone, αναπληρώτρια διευθύντρια του 11


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

γραφείου του American Library Association για την πνευματική ελευθερία, υποστήριξε ότι «οι ταμπέλες σε κλασικά έργα της λογοτεχνίας όπως το «Brave New World» ως ακατάλληλο ή καταθλιπτικό, χρησιμεύουν μόνο στο να εμποδίζουν στους φοιτητές την ευκαιρία να εξερευνήσουν τις σημαντικές ιδέες που παρουσιάζονται σε αυτά τα έργα και προκαλούν πνευματική πρόκληση. H ειρωνεία, φυσικά, είναι ότι οι μαθητές αναπόφευκτα αναζητούν και διαβάζουν τα βιβλία που φέρουν απαγόρευση ή την ετικέτα «κακό βιβλίο»». Μια επιστολή από το εθνικό συνασπισμό εναντίον της λογοκρισίας (NCAC) στο Διοικητικό Συμβούλιο του σχολείου Cape Henlopen, προειδοποιεί ότι η εστίαση για περιεχόμενο που κάποιος μπορεί να κρίνει ως ακατάλληλο ή αμφισβητήσιμο, αναπόφευκτα εξαιρεί υλικό μελέτης και διαστρεβλώνει την έννοια του βιβλίου. Οι αντιδράσεις για το «Brave New World» ξεκίνησαν όταν το American Library Association (ALA) εξέδωσε τη λίστα των 10 πιο συχνά αμφισβητήσιμων βιβλίων του 2013, μετά από τη συλλογή αιτήσεων για ακατάλληλα βιβλία που πραγματοποίησαν βιβλιοθηκονόμοι και καθηγητές κατά το παρελθόν έτος. Στην κορυφή του καταλόγου του περασμένου έτους ήταν η σειρά βιβλίων Captain Underpants series ( Dav Pilkey), για δύο μαθητές που υπνωτίζουν το δάσκαλο τους και τον μετατρέπουν σε ένα υπερήρωα. Η εμπορικά επιτυχημένη σειρά των συγκεκριμένων βιβλίων είναι, σύμφωνα με τις προκλήσεις, «γεμάτη» με προσβλητική γλώσσα και βία. Δεύτερο στη λίστα, ήταν το «The Bluest Eye » της Toni Morrison (βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας), το οποίο σύμφωνα με μία πρόκληση «έχει αποδειχθεί από την ιατρική και την κοινωνική επιστήμη ως επιζήμιο για τους ανηλίκους και επικρίνεται για την έλλειψη σαφής και ξεκάθαρης καταδίκης του βιασμού, της αιμομιξίας, της παιδοφιλίας και άλλων αποκρουστικών πράξεων, που περιγράφονται στο μυθιστόρημα». Παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των αναφορών για την αφαίρεση υλικού από τα ράφια των βιβλιοθηκών και τα προγραμμάτων εκπαίδευσης των σχολείων έπεσε το 2013, (307 αναφορές το 2013 έναντι 464 αναφορών το 2012), η διεθύντρια του γραφείου για την πνευματική ελευθερία Barbara Jones προειδοποίησε πως ακόμη και η αφαίρεση ενός μόνο βιβλίου από μια βιβλιοθήκη αποτρέπει εκατοντάδες από το να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στην πληροφορία. Η λίστα με τα 10 πιο αμφισβητήσιμα βιβλία για το 2013 Captain Underpants (series) by Dav Pilkey (Αιτιολογία: Προσβλητική γλώσσα, κρίνεται ακατάλληλο για τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, βία) The Bluest Eye by Toni Morrison (Προσβλητική γλώσσα, σεξουαλικό ακατάλληλο περιεχόμενο, βία) The Absolutely True Diary of a Part-Time Indian by Sherman Alexie (Ναρκωτικά/αλκόολ/κάπνισμα, προσβλητική γλώσσα, ρατσιστικό και σεξουαλικό ακατάλληλο περιεχόμενο)

12


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Fifty Shades of Grey by EL James (Γυμνό, προσβλητική γλώσσα, θρησκευτική άποψη, σεξουαλικά ακατάλληλο περιεχόμενο) The Hunger Games by Suzanne Collins (Θρησκευτική άποψη, ακατάλληλο για συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα) A Bad Boy Can Be Good for a Girl by Tanya Lee Stone (Ναρκωτικά, αλκοόλ, κάπνισμα, γυμνό, προσβλητική γλώσσα, ακατάλληλο σεξουαλικό περιεχόμενο) Looking for Alaska by John Green (Ναρκωτικά/αλκόολ/κάπνισμα, ακατάλληλο σεξουαλικό περιεχόμενο) The Perks of Being a Wallflower by Stephen Chbosky (Ναρκωτικά/αλκόολ/κάπνισμα, ομοφυλοφιλία, ακατάλληλο σεξουαλικό περιεχόμενο) Bless Me Ultima by Rudolfo Anaya (Αποκρυφισμός/Σατανισμός, προσβλητική γλώσσα, θρησκευτική άποψη, σεξουαλικό ακατάλληλο περιεχόμενο) Bone (series) by Jeff Smith (Πολιτική άποψη, ρατσισμός, βία) Πηγή: theguardian.com

Πούλιτζερ για την «Καρδερίνα»

Στην Αμερικανίδα πεζογράφο Ντόνα Ταρτ δόθηκε το φετινό Βραβείο Πούλιτζερ Μυθοπλασίας για το τελευταίο μυθιστόρημά της «Η καρδερίνα», που κυκλοφόρησε το 2013 και έγινε μεγάλη επιτυχία (Βραβείο της Χρονιάς από το Amazon), ενώ αποτελεί το τρίτο της καριέρας της, μετά τη «Μυστική ιστορία» και το «Ο μικρός φίλος». Στο επτακοσίων και πλέον σελίδων μυθιστόρημα, η 49χρονη Ταρτ αφηγείται μία ιστορία ενηλικίωσης: τη ζωή του μικρού Θίοντορ, που ορφανός από μητέρα και με έναν πατέρα που τον έχει εγκαταλείψει μεγαλώνει στην πολυμελή οικογένεια ενός πλούσιου συμμαθητή του... Πηγή: http://www.ethnos.gr/ 13


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Μίλαν Κούντερα – Το λυκόφως των αστείων της Αθηνάς-Χριστίνας Μιχαλακέα

Ο Μίλαν Κούντερα, εδώ και αρκετό καιρό απών από τη δημοσιότητα, επιστρέφει με ένα χαρούμενο και διασκεδαστικό μυθιστόρημα: ête La fde l’insignifiance — Η γιορτή της ασημαντότητας. «Ρίχνει φως σε μερικά από τα σοβαρότερα προβλήματα, χωρίς όμως να προφέρει ταυτόχρονα ούτε μία σοβαρή φράση· είναι ενθουσιασμένος από τη σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά αποφεύγει κάθε ρεαλισμό· ιδού η Γιορτή της ασημαντότητας. Κάποιος που γνωρίζει τα προηγούμενα βιβλία του Κούντερα, αντιλαμβάνεται ότι η επιθυμία του να ενσωματώσει σε ένα μυθιστόρημα ορισμένα «ασόβαρα» στοιχεία δεν είναι καθόλου απρόσμενη σε αυτήν την περίπτωση. Στην Αθανασία, ο Γκαίτε και ο Χέμινγουεϊ περπατούν μαζί για πολλά κεφάλαια, φλυαρώντας και διασκεδάζοντας. Και στη Βραδύτητα, η Βέρα, σύζυγος του συγγραφέα, λέει στον άντρα της: «Συχνά μου λες ότι κάποτε θέλεις να γράψεις ένα μυθιστόρημα όπου καμία φράση δε θα είναι σοβαρή… σε προειδοποιώ: πρόσεχε –οι εχθροί σου σε περιμένουν». Βέβαια, αντί να είναι προσεκτικός, ο Κούντερα πραγματοποιεί εν τέλει με ευχαρίστηση το παλιό αισθητικό του όνειρο σε ένα μυθιστόρημα, το οποίο μπορεί και να ιδωθεί ως η εκπληκτική περίληψη του έργου του. Διασκεδαστικό ως περίληψη. Διασκεδαστικό ως εμπνευσμένο αστείο για την εποχή μας, που είναι κωμική επειδή έχει χάσει όλο το χιούμορ της. Τι να προσθέσουμε ακόμα; Τίποτα. Διαβάστε!» Σημείωμα του εκδοτικού οίκου Gallimard. 14


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Οι χειρονομίες μας προδίδουν. Είναι η όμορφη διέξοδός μας. Γιατί, κατά καιρούς, ζούμε πέρα από τους εαυτούς μας. Ο Ramon κάνει βόλτα στους κήπους του Λουξεμβούργου, με ένα μειδίαμα σχεδιασμένο στα χείλη του, ενώ ο D’ Ardelo κατευθύνεται προς τον γιατρό του, στη λεωφόρο Observatoire. Οι δύο παλιοί συνάδελφοι διασταυρώνονται τυχαία, λίγη ώρα αργότερα, κοντά στις γαλλίδες βασίλισσες στο πάρκο του Παρισιού. Ο D’ Ardeloείναι νάρκισσος. Καθρεφτίζεται μέσα από το πρόσωπο των άλλων. Οι δύο άντρες αρχίζουν να συζητούν. Το άρωμα της ελαφρότητας πλανάται στον αέρα. Ο D’ Ardelo έτσι επινοεί μια θανάσιμη ασθένεια, για να στολίσει, θα έλεγε κανείς, τη ζωή με τη σκληρότητα που τόσο στερήθηκε. Γίνεται αμέσως αντιπαθής στον αναγνώστη. Αλλά ο D’ Ardelo σηκώνει το χέρι σε μια ευγενική χειρονομία, σαν χαιρετισμό, πριν ακολουθήσει το μονοπάτι του. Το διακριτικό σκιαγράφημα του χαιρετισμού περιέχει από μόνο του μια αλήθεια. Την ευθραυστότητα του Νάρκισσου που κυριεύεται από τη ζωή και το θάνατο. Ο Ramon είναι συγκινημένος από τη γοητεία της χειρονομίας. Διακρίνει, μέσα σε μια στιγμή, μέσα από ένα χέρι που σηκώνεται διακριτικά, το άγνωστο να διεισδύει στο γνωστό. Οι γυναίκες και οι άντρες του έργου του Kundera παρασύρονται από στιγμές χαράς. Αρκεί να σκεφτούμε το ξεκίνημα της Αθανασίας. Μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, βγαίνοντας από την πισίνα, απευθύνει μια θεσπέσια χειρονομία σε έναν δάσκαλο της κολύμβησης. Και αμέσως γίνεται 20 χρονών. Γιατί ζούμε, ορισμένες φορές και υπό ορισμένες συνθήκες, πέρα από τους εαυτούς μας.

Ο καθένας στο ρόλο του Ο D’ Ardelo διοργανώνει γιορτή για τα γενέθλιά του· ο Alain συζητά με την απούσα μητέρα του, η φωτογραφία της οποίας είναι καρφωμένη στον τοίχο της γκαρσονιέρας του· ο Caliban παρέχει υπηρεσίες σερβιτόρου στη γιορτή που διοργανώνει ο D’ Ardello και μιλάει για το κρασί που παράγει σε πακιστανική διάλεκτο· ο Charles σχεδιάζει ένα έργο για κουκλοθέατρο και στέκεται δίπλα στο προσκεφάλι της μητέρας του που ψυχορραγεί· ο Ramon παρατηρεί τον κόσμο μετά τη συνταξιοδότησή του, και νιώθει έξω από την εποχή του. 15


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Η Γιορτή της ασημαντότητας είναι ένα έργο που δεν ταξινομείται εύκολα. Μυθιστόρημα, παραμύθι, διήγημα, φάρσα. Εκεί βρίσκουμε την ιστορία για τι 24 πέρδικες του Στάλιν, όπως περιγράφηκε από τον Χρουστσόφ –σκηνή που, εκ πρώτης όψεως, μας εισάγει στο σύμπαν της σοβαρότητας, του ρεαλισμού, του μανιχαϊσμού. Το έργο του MilanKunderaκρατά ίσες αποστάσεις από την «ηλιθιότητα της ιδεολογίας» (την απουσία του γέλιου) και την «ηλιθιότητα της αγοράς» (το αυτοματοποιημένο γέλιο).

Γεννημένος στην Τσεχοσλοβακία το 1929, σπούδασε φιλοσοφία, μουσική σύνθεση και κινηματογράφο στην Πράγα. Δίδαξε στην Aκαδημία Kινηματογράφου της Πράγας. Mέλος του Προεδρείου της Kεντρικής Eπιτροπής του K.K. Tσεχοσλοβακίας (1963-1967), ήρθε σε σύγκρουση μαζί του και διαγράφηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα το 1950. Τα βιβλία του απαγορεύτηκαν το 1968, ενώ ο ίδιος αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι το 1975. Έναν χρόνο αργότερα, εκδίδει το Βαλς του αποχαιρετισμού. Πολιτογραφήθηκε Γάλλος το 1984. Είχε επιλέξει να απομακρυνθεί από τη δημοσιότητα.

16


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Τα πρόσωπα της Γιορτής της ασημαντότητας ενώνουν τη μοναξιά τους με την εκτυφλωτική έκρηξη της αστειότητας. Η δομή του έργου, άλλωστε, μοιάζει με αυτή της Comediadell’ arte. Ο Alain, ο Ramon, ο Charles και ο Caliban απολαμβάνουν μια συντροφιά σεμνή και πολύτιμη, εκτός των κοινωνικών δεσμεύσεων. Συζητούν –πάντα με ελαφρότητα– για τον έρωτα, τον αισθησιασμό, την τέχνη, την πολιτική. Η γραφή του Kundera είναι αυθάδης και ασυγκράτητα ελεύθερη. Το γελοίο περιστατικό με το Στάλιν συνδέεται με ένα φτωχό γεράκο που υποφέρει από προστάτη. Απολογητές, άγγελοι, επινοημένες γλώσσες, μπουκάλια με armagnac, εγωκεντρισμοί. Η Γιορτή της ασημαντότητας, έργο απευθείας γραμμένο στα γαλλικά, όπως και Η Βραδύτητα, Η Ταυτότητα και Η Άγνοια, παρουσιάστηκε στην Ιταλία πριν κυκλοφορήσει στη Γαλλία. Το αταξινόμητο έργο του μυθιστορηματογράφου-δοκιμιογράφου μπορεί να ιδωθεί ως ένα έργο που είναι αλλού. L’ Express: «… στη Γαλλία έχουμε έναν από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς του καιρού μας. Ονομάζεται Μίλαν Κούντερα, και πρέπει επειγόντως, να διαβάσουμε το καινούργιο μυθιστόρημα του. Πιθανώς το τελευταίο, εξαιρετικό, φωτεινό, βαθύ, αστείο…»

17


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Ο Κούντερα κάποτε είπε ότι το να είσαι ζωντανός μοιάζει, στις μέρες μας, σα να είσαι κατηγορούμενος και καταδικασμένος χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Έχει πέσει πια το «λυκόφως των αστείων», και τίποτα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με ελαφρότητα. Αλλιώς, προσοχή στους εχθρούς. Ο συγγραφέας του Αστείου συνεχίζει να παρατηρεί τους άλλους από το βάθρο της «ατελείωτης καλής διάθεσης».

Η Γιορτή της ασημαντότητας είναι ένα ασόβαρο μυθιστόρημα που πραγματεύεται την υπόθεση της σοβαρότητας· ακόμα περισσότερο, ένα αγνό μυθιστόρημα σε μια μολυσμένη κοινωνία. Ο φόβος για μικρές, αόρατες γκιλοτίνες, έτοιμες να κομματιάσουν όποιον ξεφεύγει από το κάδρο, παραμένει ακέραιος στις πιο αδιόρατες πτυχές του ιδιωτικού βίου. «Αναπνεύστε αυτή την ασημαντότητα», λέει ο Ramon στον D’ Ardelo. Η ασημαντότητα αντανακλάται σε μικρά δράματα· η ανεμελιά καθρεφτίζεται στα χαμόγελα των παιδιών. Ποιος και τι, λοιπόν, κινεί τα νήματα και μας κάνει μαριονέτες που περπατάμε σε αναμμένα κάρβουνα; Ο συγγραφέας μάς ευχαριστεί με το να μοιράζεται το αίσθημα της σημασίας να αναπνέουμε την ασημαντότητά μας. Μπορούμε να αποφύγουμε τον εαυτό μας, ίσως με μια αέρινη χειρονομία, που θα σημάνει τον αποχαιρετισμό. Πηγή: http://dimartblog.com/

18


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Νορβηγός αρχιμάστορας για σύγχρονους καιρούς «Απαντα Ερρίκου Ιψεν» από τις εκδόσεις Gutenberg Της Νόρας Ράλλη Η σειρά ξεκινά με έναν τόμο με 4 έργα. Θα ολοκληρωθεί σε 50 τόμους τουλάχιστον. Είναι ένα πνευματικό γεγονός, πόσο μάλλον που βασίζεται σε νέες μεταφράσεις και υποστηρίζεται από πλήθος σχολίων και αναλύσεων

Πάντα αναγνωριζόταν ως ο συγγραφέας που ερευνά κι αποκαλύπτει τα άδυτα της ψυχής. Ο δημιουργός του μοντέρνου ρεαλιστικού θεάτρου. Με τα θεατρικά του έργα να παίζονται πάντα με μοναδική διαχρονικότητα, ο Νορβηγός Ερρίκος Ιψεν από πολλούς χαρακτηρίζεται ως ο σημαντικότερος θεατρικός συγγραφέας μετά τον Σέξπιρ. Στα 39 χρόνια της συγγραφής του έγραψε έργα που θίγουν κοινωνικά και ηθικά ζητήματα, προκαλώντας συχνά τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης και αφορισμούς περί «σκανδαλώδους» περιεχομένου. Οταν ανέβηκαν οι «Βρικόλακες» στην Ελλάδα, το 1893, δύο μόλις χρόνια μετά την πρεμιέρα τους στη Γερμανία, την παράσταση προλόγισε ο ίδιος ο Ξενόπουλος και δέχτηκε βροχή από μαξιλάρια. Οι θεατές δεν μπόρεσαν να δεχτούν το εντελώς ασυνήθιστο γι” αυτούς έργο. Οι εκδόσεις Gutenberg εγκαινιάζουν τη σειρά «Απάντων Ερρίκου Ιψεν», με πρώτους τόμους τον «Αρχιμάστορα Σόλνες», τον «Μικρό Εγιολφ», τον «Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν» και το «Οταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί», σε μετάφραση Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου και επιμέλεια του Ηρκου Αποστολίδη. «Κλείνοντας φέτος πενήντα χρόνια οι εκδόσεις Gutenberg συνεχίζουν να αναδεικνύουν νεότερους συγγραφείς, χωρίς όμως να ξεχνούν την τεράστια επίδραση που συνεχίζουν να 19


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

ασκούν οι πλέον καταξιωμένοι», μας λέει ο Θ. Παπαδημητρόπουλος. «Τα 4 σχεδόν συμβολικά δράματα του Ιψεν, πρώτα σε τούτη την εκδοτική σειρά, είναι αυτά με τα οποία ολοκληρώνει το έργο του». Ο επιμελητής της σειράς Ηρκος Αποστολίδης ξεχωρίζει την παρούσα έκδοση, καθώς «το σημαντικό είναι πως υπάρχουν –πέραν των νέων μεταφράσεων– μεγάλες εισαγωγές δραματουργικής ανάλυσης και χρήσιμων πληροφοριών, πλήρες χρονολόγιο της ζωής του συγγραφέα και υλικό από την επιστολογραφία του. Στο τέλος κάθε τόμου υπάρχουν εκτενή σχόλια, διαφωτιστικά για τις αναφορές των έργων (στη Βίβλο, στις αρχαιοσκανδιναβικές σάγκες, στη λυρική ιψενική δημιουργία, στη σύγχρονή του λογοτεχνία) και για τους δραματουργικούς χειρισμούς. Περιλαμβάνονται επίσης ετυμολογήσεις των κυρίων ονομάτων από τα νορβηγικά, καθώς ο Ιψεν δεν ονομάζει τυχαία τους ήρωές του. Η μετάφραση βασίζεται στη γερμανική θεωρημένη έκδοση από τον ίδιο τον συγγραφέα, καθώς και στις πλέον έγκυρες αγγλικές και γαλλικές, πάντα σε αντιπαραβολή με το πρωτότυπο νορβηγικό». Τι απήχηση όμως μπορεί να έχει στο αναγνωστικό μια νέα έκδοση του Ιψεν; Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος απαντά: «Μια νέα έκδοση αποτελεί πάνω απ’ όλα πνευματικό γεγονός. Πόσο μάλλον όταν οι εκδόσεις Gutenberg θα βγάλουν τα Απαντα της δημιουργίας του, δηλαδή 50 τόμους τουλάχιστον! Θυμίζω πως ο Ιψεν είναι από τους αγαπημένους συγγραφείς διεθνώς, μεταφράστηκε, ενώ ζούσε ακόμη, στην Ελλάδα από πολύ σπουδαίους διανοητές, όπως οι Γ.Ν. Πολίτης, Λέων Κουκούλας ή ο Παύλος Μάτεσις. Η παρούσα έκδοση είναι μεν φιλολογική, αλλά με θεατρική μετάφραση στη γλώσσα της εποχής. Δεν μπορώ να ξέρω τι αποδοχής θα τύχει, αλλά μην ξεχνάτε πως ο Ιψεν, με τη θεματολογία του, είναι πάντα επίκαιρος. Για παράδειγμα, στον «Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν» παρουσιάζει το σκάνδαλο Κοσκωτά, αλλά 100 χρονιά πριν. Στο «Κουκλόσπιτο», που πραγματεύεται το ζήτημα των δανείων, βάζει τη Νόρα να μη θέλει ποτέ να μάθει ο Χέλμερ για το δάνειο που έχει πάρει από τον Κρόγκσταντ. Μιλάμε για μνημεία θεατρικής δραματουργίας που εύχομαι να διαβαστούν και αυτόνομα!»

Πηγή: http://www.efsyn.gr/

20


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Χίλια χρόνια μοναξιάς χωρίς τον Gabriel Garcia Marquez: Μια σύντομη βιογραφία του μεγάλου συγγραφέα

O Gabriel Garcia Marquez γεννήθηκε στην Κολομβία στις 6 Μαρτίου του 1928. Ο πατέρας της μητέρας του ήταν συνταξιούχος συνταγματάρχης με ισχυρές πολιτικές απόψεις υπέρ της αριστεράς. Ο πατέρας του είχε παρατήσει την ιατρική σχολή και κρατούσε μια πολύ συντηρητική στάση. Ο Gabriel ήταν το πρώτο από δώδεκα παιδιά. Αργότερα, η ερωτική ιστορία των γονιών του θα αποτελούσε έμπνευση για το μυθιστόρημα «Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας». Μέχρι τα οχτώ του χρόνια ο Marquez ζούσε με τους γονείς της μητέρας του. Η γιαγιά του, Tranquilina Iguarán Cotes,ήταν μια ακούραστη αφηγήτρια. Οι ιστορίες της ήταν η δεξαμενή γνώσης σχετικά με τις λαϊκές δεισιδαιμονίες, τους οιωνούς, τα μηνύματα από τους νεκρούς προγόνους και τα φαντάσματα. Ο σοβαρός τρόπος με τον οποίο έλεγε τις ιστορίες της επηρέασαν βαθιά τα ώριμα γραπτά του, πολλά χρόνια μετά. Ο παππούς του, Ricardo Marquez Mejia, είχε πολεμήσει σε τουλάχιστον δύο εμφύλιες συγκρούσεις στην Κολομβία και οι δικές του ιστορίες από τις μάχες εμπλούτισαν τη φαντασία του εγγονού του.

21


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Το 1936 οι παππούδες του πέθαναν και ο μικρός Gabriel επέστρεψε στους γονείς του. Όταν έγινε 14 χρονών έλαβε μια υποτροφία από το Liceo Nacional και στο τέλος της σχολικής του θητείας, είχε αποφασίσει να γίνει δημοσιογράφος. Όμως, μετά από πιέσεις της οικογένειας του, ξεκίνησε να σπουδάζει νομική στο Πανεπιστήμιο της Cartagena. Μίσησε τις σπουδές του και κατά τη διάρκεια του ξεκίνησε να γράφει δημοσιογραφικά κείμενα – τελικά δεν τις ολοκλήρωσε ποτέ. Όταν έγραφε τις στήλες του για την εφημερίδα El Heraldo, στην Barrangulla, ζούσε σε ένα μικρό δωμάτιο που βρισκόταν σε ένα τετραώροφο πορνείο. Παρά τους περιορισμένους του πόρους, η λογοτεχνική του ζωή άρχισε να ανθίζει. Διάβασε όλους τους συγγραφείς που επηρέασαν το μεταγενέστερο έργο του: Βιρτζίνια Γουλφ, Σοφοκλή, Γουίλιαμ Φώκνερ, Φραντς Κάφκα, Τζέιμς Τζόις και Έρνεστ Χέμινγουεϊ.

22


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Το 1954 ήταν στη Μπογκοτά ως ρεπόρτερ και κριτικός κινηματογράφου για την El Espectadoras. Το 1958 παντρεύτηκε την Mercedes Barcha και ένα χρόνο μετά γεννήθηκε ο γιος τους. Ο Márquez είχε επί πολλά χρόνια τον σκοπό να γράψει ένα μυθιστόρημα βασισμένο στο σπίτι των παππούδων του, όπου μεγάλωσε. Όμως πάλευε να βρει τον σωστό τόνο και το ανέβαλλε, μέχρι που μια μέρα, οδηγώντας με την οικογένεια του προς το Ακαπούλκο, βρήκε την απάντηση. Έκανε αμέσως μεταστροφή και στρώθηκε στο γράψιμο. Πούλησε το αυτοκίνητο ώστε η οικογένεια να έχει χρήματα κατά τη διάρκεια της συγγραφής, αλλά το γράψιμο κράτησε περισσότερο καιρό από όσο περίμενε, και έγραφε καθημερινά επί δεκαοχτώ μήνες. Η γυναίκα του είχε ζητήσει πίστωση από τον χασάπη και τον φούρναρη και είχε αφήσει εννιά μήνες απλήρωτα ενοίκια. Ευτυχώς, όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε, έγινε η μεγαλύτερη του εμπορική επιτυχία: ήταν το «Εκατό Χρόνια Μοναξιά». Αυτό το μυθιστόρημα τον κατέταξε ανάμεσα στους πιο σημαντικούς πεζογράφους στην ισπανική γλώσσα και του χάρισε τον τίτλο "ο πατριάρχης του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού". Ο Κάρλος Φουέντες υποστήριξε ότι ο áMrquez ήταν ο δεύτερος πιο σημαντικός συγγραφέας μετά τον Θερβάντες, αλλά τα βιβλία του έχουν προ πολλού ξεπεράσει τα σύνορα της Λατινικής Αμερικής. Σήμερα θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Το 1982 πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του στα οποία το φανταστικό και το ρεαλιστικό παντρεύονται σε έναν πλούσιο, περίπλοκο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου», όμως ο ίδιος έβλεπε το έργο του ως μέρος της παράδοσης των συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής και πίστευε ότι το βραβείο Νόμπελ ήταν η επιβεβαίωση του μεγαλείου της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας.

Πηγή: www.lifo.gr

23


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γράφει για τον Ούγκο Τσάβες Ίσως είσαι απλά ένα άτομο σ' αυτό τον κόσμο, όμως για κάποιον, είσαι όλος ο κόσμος. Aπό τον Γκάμπριελ Γκαρσία Μαρκές

O Κάρλος Αντρές Πέρες κατέβηκε από το αεροπλάνο που τον έφερε από το Νταβός της Ελβετίας το απόγευμα και ξαφνιάστηκε που είδε στον διάδρομο τον στρατηγό Φερνάντο Οτσόα Αντίτς, τον υπουργό του Άμυνας. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε παραξενεμένος. Ο υπουργός τον καθησύχασε με τόσο αξιόπιστες δικαιολογίες, που ο πρόεδρος δεν πήγε στο Mέγαρο του Μιραφλόρες, παρά στην προεδρική κατοικία της Κασόνα. Είχε αρχίσει να αποκοιμιέται όταν ο ίδιος ο υπουργός Άμυνας τον ξύπνησε μ’ ένα τηλεφώνημα για να τον πληροφορήσει για μια ένοπλη εξέγερση στο Μαρακαΐμπο. Δεν είχε προλάβει να μπει μες στο Προεδρικό Μέγαρο όταν ακούστηκαν τα πρώτα πυρά του Πυροβολικού. Ήταν η 4η Φεβρουαρίου του 1992. Ο στρατηγός Ούγκο Τσάβες Φρίας, με τη μυστήρια μανία του για τις ιστορικές ημερομηνίες, βρισκόταν επικεφαλής της επίθεσης από το αυτοσχέδιο στρατηγείο του στο Μουσείο Ιστορίας της Πλανίσιε. Ο πρόεδρος αντιλήφθηκε τότε πως μόνη ελπίδα του ήταν η υποστήριξη του λαού και πήγε στα στούντιο της Βενεβιζιόν για να απευθυνθεί στη χώρα. Ώρες αργότερα, το στρατιωτικό κίνημα είχε αποτύχει. Ο Τσάβες απλώς 24


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

παραδόθηκε με τον όρο να του επιτρέψουν να απευθύνει κι αυτός ένα μήνυμα στον λαό. Ο νεαρός κρεολός συνταγματάρχης, με τον μπερέ των αλεξιπτωτιστών και την αξιοθαύμαστη ευφράδειά του, ανέλαβε την ευθύνη του κινήματος. Αλλά ο λόγος του ήταν ένας πολιτικός θρίαμβος. Έμεινε δύο χρόνια στη φυλακή, μέχρι που ο πρόεδρος Ραφαέλ Καλδέρα τού έδωσε χάρη. Ωστόσο, πολλοί υποστηρικτές, όπως και ουκ ολίγοι εχθροί του, είχαν πιστέψει πως η ομιλία της ήττας ήταν η πρώτη της εκλογικής εκστρατείας που τον οδήγησε στην Προεδρία της Δημοκρατίας σε λιγότερο από εννιά χρόνια αργότερα. Ο πρόεδρος Ούγκο Τσάβες Φρίας μού εξιστορούσε αυτά τα γεγονότα μες στο αεροπλάνο της Πολεμικής Αεροπορίας της Βενεζουέλας που μας μετέφερε από την Αβάνα στο Καράκας, πριν από δύο εβδομάδες, μόλις 15 ημέρες μετά την ορκωμοσία του ως εκλεγμένος συνταγματικός πρόεδρος της Βενεζουέλας. Είχαμε γνωριστεί τρεις ημέρες πριν στην Αβάνα, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης με τους προέδρους Κάστρο και Αντρές Παστράνα Αράνγκο (πρόεδρος της Κολομβίας, 1998-2002), και το πρώτο που με εντυπωσίασε ήταν η δύναμη του σώματός του σαν φτιαγμένο από οπλισμένο σκυρόδεμα. Είχε μια άμεση εγκαρδιότητα και την κρεολή χάρη ενός καθαρόαιμου Βενεζουελάνου. Και οι δυο μας προσπαθήσαμε να ξαναβρεθούμε, αλλά δεν μπορέσαμε από φταίξιμο και των δυο μας, κι έτσι φύγαμε μαζί για το Καράκας για να συζητήσουμε για τη ζωή και τα θαύματά του μες στο αεροπλάνο. Ήταν μια καλή εμπειρία για έναν ρεπόρτερ σε άδεια. Όσο μου μιλούσε για τη ζωή του, εγώ διέγραφα μια προσωπικότητα που δεν αντιστοιχούσε καθόλου στην εικόνα του τύραννου που είχαμε σχηματίσει από τα μέσα επικοινωνίας. Ήταν ένας άλλος Τσάβες. Ποιος ήταν ο πραγματικός; Το πιο ισχυρό επιχείρημα εναντίον του στην προεκλογική εκστρατεία ήταν το παρελθόν του συνωμότη και πραξικοπηματία. Αλλά η ιστορία της Βενεζουέλας είχε αντέξει πάνω από τέσσερις. Αρχίζοντας από τον Ρόμουλο Μπετανκούρ, που τον μνημονεύουν δίκαια ή άδικα ως τον πατέρα της δημοκρατίας της Βενεζουέλας, ο οποίος έριξε τον Ισαΐας Μεντίνα Αγκαρίτα, έναν πρώην δημοκράτη στρατιωτικό που προσπαθούσε να εξυγιάνει τη χώρα του από τα 36 χρόνια του Χουάν Βισέντε Γκόμες. Τον διάδοχό του, τον συγγραφέα Ρόμουλο Γκαλιέγος, τον ανέτρεψε ο στρατηγός Μάρκος Πέρες Χιμένες, ο οποίος παρέμεινε στην εξουσία σχεδόν δέκα χρόνια. Αυτός με τη σειρά του ανετράπη από μια ολόκληρη γενιά νεαρών δημοκρατών που εγκαινίασαν την πιο μακροχρόνια περίοδο εκλεγμένων προέδρων. Το πραξικόπημα του Φεβρουαρίου μοιάζει να είναι το μόνο που δεν του βγήκε σε καλό του Ούγκο Τσάβες Φρίας. Ωστόσο, αυτός το είχε δει από τη θετική πλευρά του, ως μια θεόσταλτη ανατροπή. Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν τα πράγματα, η μαγική πνοή που θα κυβερνούσε τη ζωή του από τότε που είχε έρθει στον κόσμο στη Σαμπανέτα της επαρχίας Μπαρίνας, στις 28 Ιουλίου του 1952 στο ζώδιο της εξουσίας, τον Λέοντα. Ο Τσάβες, πιστός καθολικός, αποδίδει την καλή του μοίρα στο εκατόχρονο φυλαχτό του που φοράει από παιδί και που κληρονόμησε από τον παππού της μητέρας του, τον συνταγματάρχη Πέδρο Πέρες Ντελγάδο, που είναι ένας από τους ήρωες φύλακές του.

25


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Οι γονείς του επιβίωναν με δυσκολία με μισθούς δασκάλων του δημοτικού και αυτός είχε αναγκαστεί να τους βοηθάει από τα εννιά του πουλώντας γλυκά και φρούτα μ’ ένα καροτσάκι. Μερικές φορές πήγαινε με το μουλάρι να επισκεφθεί τη γιαγιά του στο Ραστρόχος, ένα γειτονικό χωριό που του φάνταζε σαν ολόκληρη πολιτεία, γιατί είχε μια μικρή εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρικού με δύο ώρες φωταγώγηση όταν βράδιαζε και μια μαμή που υποδέχτηκε στη ζωή και αυτόν και τα τέσσερα αδέλφια του. Η μητέρα του ήθελε να γίνει ιερέας, αλλά αυτός έφτασε μέχρι παπαδοπαίδι και χτυπούσε τις καμπάνες με τέτοια χάρη, που όλος ο κόσμος τον αναγνώριζε από το χτύπημά του. «Αυτός που χτυπάει την καμπάνα είναι ο Ούγκο» έλεγαν. Ανάμεσα στα βιβλία της μητέρας του είχε βρει μια θεόσταλτη εγκυκλοπαίδεια, το πρώτο κεφάλαιο της οποίας τον γοήτευσε αμέσως: Πώς να θριαμβεύσετε στη ζωή. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα συνταγολόγιο με επιλογές κι αυτός τις δοκίμασε σχεδόν όλες. Ως ζωγράφος, γοητευμένος με τους πίνακες του Μιχαήλ Αγγελου και τον Δαβίδ του, κέρδισε το πρώτο βραβείο στα 12 του σε μια επαρχιακή έκθεση. Ως μουσικός, ήταν απαραίτητος σε γενέθλια και σερενάτες με τη δεξιοτεχνία του στο κουάτρο και την ωραία φωνή του. Ως παίκτης του μπέιζμπολ, έφτασε να γίνει ένας κάτσερ πρώτης τάξεως. Η στρατιωτική επιλογή δεν βρισκόταν στη λίστα ούτε κι αυτός την είχε σκεφτεί από μόνος του, μέχρι που του είπαν πως ο καλύτερος τρόπος να φτάσει στις μεγάλες κλάσεις ήταν να γίνει δεκτός στη Στρατιωτική Ακαδημία της Μπαρίνας. Θα πρέπει να ήταν άλλο ένα θαύμα του φυλαχτού του, γιατί εκείνη την ημέρα ξεκινούσε το πρόγραμμα «Αντρές Μπέλιο», που επέτρεπε στους τελειόφοιτους των στρατιωτικών σχολών να ανέλθουν ως το πιο υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο. Σπούδασε από πολιτικές επιστήμες, Ιστορία και μαρξισμό, μέχρι λενινισμό. Είχε πάθος με τη μελέτη της ζωής και του έργου του Μπολίβαρ, του μεγάλου Λέοντα, του οποίου τις ομιλίες είχε μάθει από μνήμης. Αλλά η πρώτη συνειδητή αντιπαράθεσή του με την πολιτική ήταν ο θάνατος του Αλιέντε τον Σεπτέμβριο του 1973. Ο Τσάβες δεν καταλάβαινε. Και γιατί, εφόσον οι Χιλιανοί είχαν εκλέξει τον Αλιέντε, έρχονταν τώρα οι στρατιωτικοί να τον ανατρέψουν; Λίγο αργότερα, ο λοχαγός του λόχου τού ανέθεσε να παρακολουθεί έναν γιο του Χοσέ Βισέντε Ράνχελ, τον οποίο θεωρούσαν κομμουνιστή. «Πρόσεξε πώς τα φέρνει η ζωή!» μου είπε ο Τσάβες ξεσπώντας σε γέλια. «Τώρα ο πατέρας του είναι ο υπουργός μου Εσωτερικών». Ακόμη πιο ειρωνικό είναι το γεγονός ότι όταν αποφοίτησε πήρε το ξίφος από τα χέρια του προέδρου που 20 χρόνια αργότερα θα προσπαθούσε να ρίξει: του Κάρλος Αντρές Πέρες.

«Επιπλέον», του είπα, «ήσασταν έτοιμος να τον σκοτώσετε».

«Κάθε άλλο» απάντησε ο Τσάβες. «Η ιδέα ήταν να επαναφέρουμε το σύνταγμα και τη Βουλή και να επιστρέψουμε στους στρατώνες».

26


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Από την πρώτη στιγμή αντιλήφθηκα πως είχε το χάρισμα του παραμυθά. Χειριζόταν με άνεση τον χρόνο και διέθετε μια σχεδόν υπερφυσική μνήμη που του επέτρεπε να απαγγέλλει απέξω ποιήματα του Νερούδα και του Ουίτμαν και ολόκληρα κατεβατά του Ρόμουλο Γκαλιέγος. Από πολύ νεαρός, εντελώς τυχαία, ανακάλυψε πως ο προπάππος του δεν ήταν ο εξώλης και προώλης δολοφόνος, όπως ισχυριζόταν η μητέρα του, παρά ένας θρυλικός πολεμιστής της εποχής του Χουάν Βισέντε Γκόμες. Ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός του, που αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο για να αποκαταστήσει το όνομά του. Ερεύνησε λεπτομερώς τα ιστορικά αρχεία και τις στρατιωτικές βιβλιοθήκες και διέτρεξε την περιοχή από χωριό σε χωριό με το σακίδιο του ιστορικού στην πλάτη για να ανακατασκευάσει τις διαδρομές του προπάππου με τις μαρτυρίες όσων είχαν επιβιώσει. Από τότε τον τοποθέτησε στον βωμό των ηρώων του και άρχισε να φοράει το φυλαχτό που ήταν δικό του. Μία από εκείνες τις ημέρες πέρασε τα σύνορα στη γέφυρα του Αράουκα χωρίς να το καταλάβει και ο κολομβιανός λοχαγός που έψαξε το σακίδιό του βρήκε πραγματικά στοιχεία για να τον κατηγορήσει για κατάσκοπο: είχε μια φωτογραφική μηχανή, ένα κασετόφωνο, απόκρυφα αρχεία, φωτογραφίες της περιοχής, έναν στρατιωτικό χάρτη με σχέδια και δύο στρατιωτικά πιστόλια. Η ταυτότητά του, όπως αρμόζει σ’ έναν κατάσκοπο, μπορεί να ήταν πλαστή. Η ανάκριση κράτησε αρκετές ώρες σ’ ένα γραφείο όπου μόνη διακόσμηση ήταν ένας πίνακας του Σιμόν Μπολίβαρ καβάλα στο άλογο. «Εγώ είχα σχεδόν εξαντληθεί», μου είπε ο Τσάβες, «γιατί όσο περισσότερο του εξηγούσα, τόσο λιγότερο με καταλάβαινε». Μέχρι που σκέφτηκε τη φράση που τον έσωσε: «Κοίτα, λοχαγέ μου, πώς είναι η ζωή: μόλις πριν από έναν αιώνα ήμασταν στον ίδιο στρατό κι αυτός που μας κοιτάζει από τον πίνακα ήταν ο αρχηγός μας. Πώς μπορώ να είμαι κατάσκοπος;». Ο λοχαγός, συγκινημένος, άρχισε να μιλάει με θαυμασμό για τη Μεγάλη Κολομβία. Η Μεγάλη Κολομβία δημιουργήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1821 και περιελάμβανε τις σημερινές χώρες της Κολομβίας, του Παναμά, της Βενεζουέλας, του Ισημερινού, το Βόρειο Περού και τη Βορειοδυτική Βραζιλία με πρόεδρο τον Σιμόν Μπολίβαρ, αντιπρόεδρο τον Φρανσίσκο ντε Πάουλα Σανταντέρ και πρωτεύουσα την Μπογκοτά. Και οι δυο τους κατέληξαν να πίνουν μπίρα και απ’ τις δυο χώρες σε μια καντίνα στο χωριό. Το επόμενο πρωί, με πονοκέφαλο και οι δυο τους, ο λοχαγός επέστρεψε στον Τσάβες τον εξοπλισμό του ιστορικού και τον αποχαιρέτησε με μια αγκαλιά στη μέση της συνοριακής γέφυρας. «Από εκείνη την εποχή μού μπήκε η ιδέα πως κάτι δεν πάει καλά στη Βενεζουέλα» είπε ο Τσάβες. Τον είχαν διορίσει στα ανατολικά επικεφαλής σε μια διμοιρία με 13 στρατιώτες και μια μονάδα επικοινωνίας για να διαλύσουν τα τελευταία αντάρτικα μετερίζια. Μια νύχτα με δυνατή βροχή, ζήτησε καταφύγιο στο στρατόπεδό τους ένας αξιωματικός πληροφοριών με μια περίπολο και κάποιους υποτιθέμενους αντάρτες που μόλις είχαν συλλάβει, κιτρινιάρηδες και αποστεωμένους. Γύρω στις 10.00, όταν ο Τσάβες είχε αρχίσει να αποκοιμιέται, άκουσε κάτι σπαραχτικές κραυγές από το διπλανό δωμάτιο. «Ήταν οι στρατιώτες που χτυπούσαν τους φυλακισμένους με μπαστούνια του μπέιζμπολ τυλιγμένα σε πανιά για να μην αφήνουν σημάδια» διηγήθηκε ο Τσάβες. Αγανακτισμένος, απαίτησε από τον συνταγματάρχη να του παραδώσει τους αιχμαλώτους ή να αποχωρήσουν από εκεί, γιατί δεν μπορούσε να ανεχθεί να 27


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

βασανίζεται κανείς υπό τις διαταγές του. «Την επομένη με απείλησαν με στρατοδικείο για ανυπακοή», είπε ο Τσάβες, «αλλά με κράτησαν μόνο για ένα διάστημα υπό επιτήρηση». Λίγες ημέρες αργότερα, είχε άλλη εμπειρία που ξεπέρασε τις προηγούμενες. Αγόραζε κρέας για τους άνδρες του όταν ένα στρατιωτικό ελικόπτερο προσγειώθηκε στην αυλή του στρατώνα μ’ ένα φορτίο από βαριά τραυματισμένους στρατιώτες σε μια συμπλοκή με αντάρτες. Ο Τσάβες κουβάλησε ο ίδιος έναν στρατιώτη που είχε πολλά τραύματα από σφαίρες. «Μη μ’ αφήσεις να πεθάνω, υπολοχαγέ μου» του είπε αυτός τρομοκρατημένος. Μόλις που πρόλαβε να τον βάλει σ’ ένα αυτοκίνητο. Άλλοι επτά πέθαναν. Εκείνη τη νύχτα, άγρυπνος στην αιώρα του, ο Τσάβες αναρωτιόταν: «Για ποιον λόγο βρίσκομαι εδώ; Από τη μια μεριά αγρότες ντυμένοι με στρατιωτικά βασάνιζαν αγρότες αντάρτες κι από την άλλη πλευρά αγρότες αντάρτες σκότωναν αγρότες ντυμένους στα πράσινα. Εκεί που είχαμε φτάσει, όταν ο πόλεμος είχε τελειώσει πια, δεν είχε νόημα να πυροβολούμε κανέναν». Και κατέληξε μες στο αεροπλάνο που μας πήγαινε στο Καράκας: «Εκεί αντιμετώπισα το πρώτο υπαρξιακό μου πρόβλημα». Την επομένη ξύπνησε βέβαιος πως το πεπρωμένο του ήταν να δημιουργήσει ένα κίνημα. Και το έκανε στα 23 του μ’ ένα πολύ απλό όνομα: Μπολιβαριανός Στρατός του Λαού της Βενεζουέλας. Τα ιδρυτικά μέλη του: πέντε στρατιώτες και ο ίδιος με τον βαθμό του υπολοχαγού. «Με τι σκοπό;» τον ρώτησα. «Πολύ απλό», είπε αυτός, «με σκοπό να προετοιμαστούμε μήπως και συμβεί κάτι». Έναν χρόνο αργότερα, ως αξιωματικός αλεξιπτωτιστών σ’ ένα απρόσβλητο τάγμα στο Μαρακάι, άρχισε να συνωμοτεί στα σοβαρά. Αλλά μου εξήγησε ότι χρησιμοποιούσε τη λέξη «συνωμοσία» μόνο με τη μεταφορική της σημασία, να καταστρώνουν δηλαδή από κοινού σχέδια. Αυτή ήταν η κατάσταση τη 17η Δεκεμβρίου 1982, όταν συνέβη ένα ανέλπιστο γεγονός που ο Τσάβες θεωρεί αποφασιστικό στη ζωή του. Ήταν ήδη λοχαγός στο 2ο Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών και βοηθός αξιωματικού πληροφοριών. Εντελώς αναπάντεχα, ο διοικητής του συντάγματος, Ανχελ Μανρίκε, ανέθεσε σε αυτόν να μιλήσει μπροστά σε 1.200 άνδρες, αξιωματικούς και στρατιώτες. Στη 1.00 το μεσημέρι, όταν πια το σύνταγμα είχε συγκεντρωθεί στο ποδοσφαιρικό γήπεδο, ο τελετάρχης τον ανήγγειλε. «Και η ομιλία;» τον ρώτησε ο διοικητής του συντάγματος καθώς τον είδε να ανεβαίνει στο βήμα χωρίς χαρτιά. «Δεν την έχω γραμμένη» του είπε ο Τσάβες. Και άρχισε να αυτοσχεδιάζει. Ήταν μια σύντομη ομιλία εμπνευσμένη από τον Μπολίβαρ και τον Μαρτί, αλλά με πολλά προσωπικά του στοιχεία σχετικά με την καταπίεση και τις αδικίες στη Λατινική Αμερική που είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια των 200 χρόνων από την ανεξαρτησία. Οι αξιωματικοί, οι δικοί του και όσοι δεν ήταν, τον άκουσαν ατάραχοι. Ανάμεσά τους, οι λοχαγοί Φελίπε Ακόστα Κάρλες και Χεσούς Ουρδανέτα Ερνάντες, προσκείμενοι στο κίνημά του. Ο διοικητής της φρουράς, πολύ συγχυσμένος, τον κάλεσε στο γραφείο του και αντέδρασε με μια επίπληξη που άκουσαν όλοι:

28


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

«Τσάβες, μοιάζετε με πολιτικό».

«Σαφές» του απάντησε ο Τσάβες.

Ο Φελίπε Ακόστα, που ήταν δυο μέτρα και δέκα νοματαίοι δεν κατάφεραν να τον συγκρατήσουν, στήθηκε μπροστά στον διοικητή και του είπε: «Κάνετε λάθος, κομαντάντε. Ο Τσάβες δεν είναι κανένας πολιτικός. Είναι λοχαγός από τους σημερινούς κι όταν ακούσετε όσα είπε στην ομιλία του θα τα κάνετε πάνω σας». Τότε ο συνταγματάρχης Μανρίκε διέταξε το σύνταγμα να σταθεί σε προσοχή και είπε: «Θέλω να ξέρετε ότι ο λοχαγός Τσάβες είχε εξουσιοδοτηθεί από μένα. Εγώ του έδωσα τη διαταγή να μιλήσει και όλα όσα είπε, παρ’ όλο που δεν τα είχε γραμμένα, μου τα είχε διηγηθεί χθες». Έκανε μια θεατρική παύση και ολοκλήρωσε με μια κατηγορηματική διαταγή: «Και τίποτε απ’ αυτά δεν θα βγει από εδώ μέσα». Στο τέλος της τελετής ο Τσάβες πήγε να τρέξει με τον Φελίπε Ακόστα και τον Χεσούς Ουρδανέτα ως το Σαϊμάν ντελ Γκουάιρε, δέκα χιλιόμετρα μακριά, κι εκεί επανέλαβαν τον επίσημο όρκο του Σιμόν Μπολίβαρ στο όρος Αβεντίνο. Στις 15 Αυγούστου 1805 ο Σιμόν Μπολίβαρ ορκίστηκε πάνω στον λόφο Αβεντίνο της Ρώμης (Monte Aventino ή Monte Sacro) να ελευθερώσει τη Νότια Αμερική από τον ζυγό των Ισπανών. «Τελικά, βέβαια, του έκανα μια αλλαγή» μου είπε ο Τσάβες. Αντί για το «μέχρι να σπάσουν οι αλυσίδες που καταπιέζουν τον λαό μου με τη θέληση των Ισπανών», λέμε «μέχρι να σπάσουν οι αλυσίδες που μας καταπιέζουν και καταπιέζουν τον λαό με τη θέληση των ισχυρών». Από τότε, όλοι οι αξιωματικοί που εισχωρούσαν στο μυστικό κίνημα έπρεπε να δίνουν εκείνον τον όρκο. Η τελευταία φορά ήταν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ενώπιον 100.000 ανθρώπων. Για χρόνια οργάνωναν παράνομες συνελεύσεις ολοένα και πιο πολυάριθμες με στρατιωτικούς αντιπροσώπους από όλη τη χώρα. «Δύο ολόκληρες ημέρες οργανώναμε συναντήσεις σε απομακρυσμένα μέρη, μελετώντας την κατάσταση της χώρας, κάνοντας αναλύσεις, επαφές με ομάδες πολιτών, με φίλους. Μέσα σε δέκα χρόνια», μου είπε ο Τσάβες, «καταφέραμε να οργανώσουμε πέντε συνελεύσεις χωρίς να μας ανακαλύψουν». Έπειτα από τόση συζήτηση ο πρόεδρος γέλασε πονηρά και αποκάλυψε μ’ ένα πονηρό χαμόγελο: «Λοιπόν, πάντα λέγαμε πως στην αρχή ήμασταν τρεις. Αλλά τώρα πια μπορούμε να πούμε πως στην πραγματικότητα υπήρχε κι ένας τέταρτος, που πάντα κρύβαμε την ταυτότητά του για να τον προστατεύσουμε, κι έτσι δεν αποκαλύφθηκε την 4η Φεβρουαρίου και παρέμεινε δραστήριος στον στρατό και έφθασε στον βαθμό του συνταγματάρχη. Αλλά βρισκόμαστε στο 1999 και μπορούμε πια να αποκαλύψουμε πως εκείνος ο τέταρτος άνθρωπος βρίσκεται εδώ μαζί μας σε αυτό το αεροπλάνο. Έδειξε με τον δείκτη τον τέταρτο άνθρωπο σ’ ένα κάθισμα παραπέρα και είπε: 29


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

«Ο συνταγματάρχης Μπεδουέλ!».

Σύμφωνα με την ιδέα που ο «κομαντάντε» Τσάβες έχει για τη ζωή του, το αποκορύφωμα ήταν το Καρακάσο, η ένοπλη σύγκρουση που διέλυσε το Καράκας. Συνήθιζε να επαναλαμβάνει: «Ο Ναπολέων είπε πως μια μάχη αποφασίζεται σ’ ένα δευτερόλεπτο έμπνευσης του στρατηγού». Ξεκινώντας από αυτόν τον συλλογισμό, ο Τσάβες ανέπτυξε τρεις έννοιες: Πρώτη, η ιστορική ώρα. Η άλλη, το στρατηγικό λεπτό. Και τέλος, το δευτερόλεπτο τακτικής. «Ημασταν ανήσυχοι, γιατί δεν θέλαμε να φύγουμε από τον στρατό» έλεγε ο Τσάβες. «Είχαμε οργανώσει ένα κίνημα, αλλά δεν ήταν ξεκάθαρο για ποιον λόγο». Ωστόσο, το τρομερό δράμα ήταν ότι αυτό που επρόκειτο να συμβεί συνέβη και δεν ήταν προετοιμασμένοι. «Δηλαδή», κατέληξε ο Τσάβες, «μας αιφνιδίασε το στρατηγικό λεπτό». Αναφερόταν, βέβαια, στη λαϊκή απόπειρα ανατροπής του πολιτεύματος της 27ης Φεβρουαρίου του 1989: στο Καρακάσο. El Caracazo. Πρόκειται για συγκρούσεις που κράτησαν δύο ημέρες – 27-28 Φεβρουαρίου 1989 – και κατέληξαν σε μακελειό με αμέτρητα θύματα στην πόλη του Καράκας, όταν η Αστυνομία και οι Ένοπλες Δυνάμεις προσπάθησαν να ελέγξουν και να διαλύσουν μεγάλες λαϊκές διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες. Ένας από τους πιο αιφνιδιασμένους ήταν αυτός ο ίδιος. Ο Κάρλος Αντρές Πέρες είχε μόλις αναλάβει την προεδρία με ευρεία πλειοψηφία και ήταν αδιανόητο να συμβεί κάτι τόσο σοβαρό μέσα σε 20 ημέρες. «Εγώ πήγαινα στο πανεπιστήμιο για ένα μεταπτυχιακό εκείνο το διάστημα και το βράδυ της 27ης μπήκα στο Φουέρτε Τιούνα, το αντίστοιχο Πεντάγωνο του Καράκας και η Στρατιωτική Ακαδημία, αναζητώντας έναν φίλο για να μου βάλει λίγη βενζίνη για να γυρίσω σπίτι μου» μου είπε ο Τσάβες λίγα λεπτά προτού προσγειωθούμε στο Καράκας. «Τότε βλέπω ότι βγάζουν τον στρατό και ρωτάω έναν συνταγματάρχη: “Πού πάνε όλοι αυτοί οι στρατιώτες;”. Γιατί είχαν βγάλει τους γραφιάδες που δεν είχαν εκπαιδευτεί για τη μάχη και ακόμη λιγότερο για συγκρούσεις σε αστικούς χώρους. Ήταν νεοσύλλεκτοι τρομαγμένοι από το ίδιο το τουφέκι που κρατούσαν. Κι έτσι ρωτάω τον συνταγματάρχη: “Πού πάνε αυτές οι μικρές ομάδες;”. Και ο συνταγματάρχης μού απαντάει: “Στους δρόμους, στους δρόμους”. “Θεέ και Κύριε! Όμως τι διαταγή σάς έδωσαν;”. “Άκου, Τσάβες”, μου απαντάει ο συνταγματάρχης, “η διαταγή είναι να σταματήσουμε αυτό το πράγμα με οποιονδήποτε τρόπο, κι αυτό κάνουμε”. Κι εγώ του λέω: “Αλλά, συνταγματάρχα μου, φαντάζεστε τι μπορεί να συμβεί;”. Κι αυτός μού απαντάει: “Άκου, Τσάβες, είναι διαταγή και δεν μπορεί να κάνει κανείς τίποτα πια. Θα γίνει το θέλημα του Θεού”». Ο Τσάβες λέει πως ψηνόταν στον πυρετό από ιλαρά κι όταν έβαλε μπρος το αυτοκίνητό του είδε έναν στρατιωτάκο που έτρεχε προς το μέρος του χωρίς κράνος, με το τουφέκι κρεμασμένο και σκορπισμένες τις σφαίρες. «Τότε σταματώ και τον φωνάζω» λέει ο Τσάβες. Κι αυτός μπαίνει μέσα, νευρικός, ιδρωμένος, ένας νεαρός 18 χρόνων. Κι εγώ του λέω: «Αχά, για πού το έβαλες τρέχοντας έτσι;». «Όχι», λέει αυτός, «είναι που με άφησε η διμοιρία κι εκεί πέρα είναι ο 30


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

υπολοχαγός μου στο φορτηγό. Πήγαινέ με, ταγματάρχα μου, πήγαινέ με». Κι εγώ προλαβαίνω το φορτηγό και ρωτάω αυτόν που τους οδηγούσε: «Πού πηγαίνετε;». Κι αυτός μού λέει: «Εγώ δεν ξέρω τίποτα». Ποιος μπορεί να ξέρει λοιπόν. Ο Τσάβες παίρνει μια βαθιά ανάσα και σχεδόν φωνάζει, πνιγμένος από την αγωνία εκείνης της νύχτας: «Εσύ ξέρεις. Εσύ στέλνεις τους στρατιώτες στον δρόμο, τρομαγμένους, μ’ ένα τουφέκι και 500 φυσίγγια που τα ξοδεύουν όλα». Σάρωναν τους δρόμους με σφαίρες, σάρωναν τους λόφους, τις λαϊκές συνοικίες. Ήταν ένα μακελειό! Έτσι έγινε: Χιλιάδες και ανάμεσά τους ο Φελίπε Ακόστα. «Η διαίσθησή μου λέει πως τον έστειλαν για να σκοτωθεί» είπε ο Τσάβες. «Ήταν η στιγμή που περιμέναμε για να δράσουμε». Το είπε και έγινε: Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να εκκολάπτεται το κίνημα που απέτυχε τρία χρόνια αργότερα. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο Καράκας στις 3.00 τη νύχτα. Από το παραθυράκι αντίκρισα τον βάλτο των φώτων εκείνης της αξέχαστης πόλης όπου έζησα τρία κρίσιμα χρόνια για τη Βενεζουέλα, αλλά και για τη δική μου ζωή. Ο πρόεδρος με αποχαιρέτησε με το κρεολό αγκάλιασμά του και μια αυτονόητη πρόσκληση: «Θα βρεθούμε εδώ στις 2 Φεβρουαρίου. Ενώ απομακρυνόταν ανάμεσα στην τιμητική συνοδεία του από παρασημοφορημένους στρατιωτικούς και παλιούς φίλους, ανατρίχιασα με την ιδέα ότι είχα ταξιδέψει και συζητήσει ευχάριστα με δύο διαφορετικούς ανθρώπους. Έναν που η πεισματάρα τύχη τού πρόσφερε την ευκαιρία να σώσει τη χώρα του. Κι έναν άλλο, έναν ταχυδακτυλουργό, που μπορούσε να μείνει στην Ιστορία σαν ένας ακόμη τύραννος. l

* Απόδοση από τα ισπανικά: Κλαίτη Σωτηριάδου. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα El Tiempo της Μποκοτά της Κολομβίας. Πηγή: http://www.tovima.gr/

31


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Ανέκδοτο έργο άφησε πίσω του ο μεγάλος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές

Το κείμενο, που έχει τίτλο εργασίας «Θα ιδωθούμε και πάλι τον Αύγουστο», φαίνεται πως χρονολογείται από την περίοδο που ο Μαρκέζ έγραφε το τελευταίο του έργο, «Οι Θλιμμένες Πουτάνες της Ζωής Μου». Η οικογένειά του δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν θα επιτρέψει την έκδοση ολόκληρου του έργου Ένα τελευταίο, ανέκδοτο κείμενο άφησε πίσω του ο μεγάλος λογοτέχνης Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 17 Απριλίου, στην Πόλη του Μεξικού. Το κείμενο, που έχει τίτλο εργασίας «Θα ιδωθούμε και πάλι τον Αύγουστο», φαίνεται πως χρονολογείται από την περίοδο που ο Μαρκέζ έγραφε το τελευταίο του έργο, «Οι Θλιμμένες Πουτάνες της Ζωής Μου», το οποίο και εκδόθηκε το 2004. Το ανέκδοτο χειρόγραφο πραγματεύεται παραπλήσια θέματα με το «Οι Θλιμμένες Πουτάνες της Ζωής Μου», κυρίως την αγάπη και το πάθος. Απόσπασμα του ανέκδοτου έργου δημοσιεύτηκε στην ισπανική εφημερίδα La Vanguardia και περιέχει χωρίο που μοιάζει με πρώτο κεφάλαιο. Στο κείμενο περιγράφεται το ταξίδι που κάνει μία περίπου 50χρονη γυναίκα, η οποία επισκέπτεται τον τάφο της μητέρας της σε ένα τροπικό νησί κάθε χρόνο. Στο απόσπασμα η πρωταγωνίστρια έχει ένα ειδύλλιο με έναν άνδρα. Η οικογένεια του μεγάλου νομπελίστα δεν έχει ακόμα αποφασίσει αν θα επιτρέψει την μετά θάνατον έκδοση του έργου, όπως δήλωσε στο Associated Press στέλεχος του εκδοτικού οίκου of Penguin Random House Mexico, ο οποίος θα έχει τα δικαιώματα του έργου. Πηγή: http://libblog.ucy.ac.cy/ 32


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Λέσχη Ανάγνωσης ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ Μέλος του Δικτύου Λεσχών "Ανάγνωσις"

Τώρα διαβάζουμε Οι "Δουβλινέζοι" -βιβλίο κατατρεγμένο, όπως και τα άλλα του Τζέιμς Τζόυς. Όπως και ο ίδιος. "Όλοι προσπαθούν να φύγουν μακριά απ' τη χώρα που την κατέχει ένας θυμωμένος και εκδικητικός Δίας". Έφυγε και ο ίδιος. Με τη σκέψη του στη χώρα του. Το Δουβλίνο στάθηκε σημείο αναφοράς για τον μεγαλύτερο συγγραφέα του περασμένου αιώνα. Και, φυσικά, οι Δουβλινέζοι εκείνοι δεν θα μπορούσαν να μην αποτυπωθούν στο χαρτί από την πένα του. "Η ψυχή του λιγοθυμούσε καθώς άκουγε να πέφτει το χιόνι σιγά σιγά, να σκεπάζει το σύμπαν μαλακά, να σκεπάζει την Ιρλανδία... σαν να 'ταν αυτή η τελευταία ώρα, το χιόνι έπεφτε μαλακά, απάνω σε ζωντανούς και πεθαμένους"...

Ο James Augustine Aloysious Joyce (1882-1941) γεννήθηκε στις 2 Φλεβάρη σε προάστειο του Δουβλίνου, από τυπική Ιρλανδική οικογένεια, μεγαλύτερος από τα 10 τους παιδιά. Ο πατέρας, John Stanislaus Joyce, φανατικός αντικληρικός και φιλελεύθερος, ενώ η μητέρα φανατικά καθολική. Στα παιδικά χρόνια του, η οικογένειά του ήταν εύπορη αλλά το 1891, εξαιτίας κακών οικονομικών χειρισμών και με τον αλκοολισμό του πατέρα, οδηγήθηκε στη πτώχευση. Η οικογένεια πουλά σιγά-σιγά τη περιουσία της. Περνούνε περίοδο μεγάλης ανέχειας. Σε 10 χρόνια μετακομίζουνε 12 φορές. Ο πατέρας αλκοολικός χρωστούσε παντού. Πρώτες σπουδές το 1888 στο κολέγιο Clongowes Wood, όμως αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει είτε λόγω ασθένειας, είτε λόγω αδυναμίας πληρωμής διδάκτρων. Για σύντομο διάστημα πήρε μαθήματα κατ' οίκον αλλά και στη σχολή Christian Brothers (Χριστιανοί Αδελφοί) μέχρι που του προσφέρθηκε θέση στο κολέγιο Belvedere, διευθυνόμενο από Ιησουίτες. Η παραδοσιακή πειθαρχία των καθολικών θα γίνει η πρώτη εξορία κι ο λαβύρινθός του. Σε μιαν εφηβική κρίση μάλιστα κόντεψε να γίνει ιερέας. Παρά το θρησκευτικό περιβάλλον όμως, που μέσα του σπούδασε, στα 16 του αρνήθηκε τον καθολικισμό. "Θα με σώσει μια πόρνη κι η ποίηση", θα πει αργότερα. Το 1898, γράφτηκε στο University College Dublin και σπούδασε κυρίως αγγλικά, γαλλικά κι ιταλικά ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στους θεατρικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης. Το 1900 δημοσιεύτηκε πρώτη φορά κείμενο του, στην εφημερίδα "Fortni" κι αφορούσε κριτική μελέτη στη θεατρική δραματουργία του Ίψεν -δέχτηκε αργότερα ευχαριστήρια επιστολή από τον ίδιο τον Νορβηγό συγγραφέα. Ακολούθησαν αρκετές δημοσιεύσεις κριτικών του. Θεωρείται επίσης πως ολοκλήρωσε τουλάχιστον 2 θεατρικά έργα, που όμως δεν έχουν διασωθεί. Μετά την αποφοίτησή του το 1903 αποφάσισε να φοιτήσει στην Ιατρική Σχολή Δουβλίνου, αλλά ταξίδεψε στο Παρίσι και σύντομα εγκατέλειψε τις ιατρικές σπουδές. Από 11/11/1902-19/11/1903 δημοσιευτήκανε συνολικά 23 βιβλιοκριτικές του. Τον Απρίλη του 1903 επέστρεψε στο Δουβλίνο καθώς έμαθε πως η μητέρα του έπασχε από καρκίνο. Προσπάθησε να τον πείσει, έστω την ύστατη στιγμή της, ν' ασπαστεί τον καθολικισμό, μα κείνος αρνήθηκε να γονατίσει και να προσευχηθεί για τη σωτηρία της, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Άρχισε να πίνει κι η κατάσταση ήτανε πολύ άσχημη κι όταν η μητέρα πέθανε στις 13 Αυγούστου, καθώς εκείνος συνέχισε το ποτό κι έφερε βαριά την άρνησή του στη θέλησή της, γεγονός που τον επηρέασε βαθιά. Την επόμενη χρονιά κέρδισε το χάλκινο μετάλλιο του Feis Ceoil, τραγουδώντας, καθώς ήτανε και θαυμάσιος τενόρος. Το Γενάρη του 1904 ολοκλήρωσε το "Πορτρέτο Του Καλλιτέχνη" (A Portrait Οf Τhe Artist), η δημοσίευσή του όμως, απορρίφθηκε από το περιοδικό Dana. Παράλληλα ξεκίνησε τη συγγραφή του μυθιστορήματος "Στέφεν ο Ήρωας" (Stephen Hero), έργο που έμεινε ημιτελές. Την ίδια χρονιά, στις 6 Ιουνίου, (η μέρα bloomsday), καταγράφεται η πρώτη γνωριμία του με τη Νόρα Μπάρνακλ (Nora Barnacle), καμαριέρα σε ξενοδοχείο, που την ερωτεύτηκε και μαζί της αργότερα, τον Οκτώβρη, εγκατέλειψε την Ιρλανδία.

33


Μάιος 2014

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26

Αρχικά εγκατασταθήκανε στη Ζυρίχη κι έπειτα στη Τεργέστη, που εργάστηκε σα δάσκαλος στη σχολή Berlitz. Στις 27 Ιουλίου 1905, αποκτήσανε τον πρώτο τους γιο, Giorgio -συνολικά στα 36 χρόνια κοινής τους ζωής, αποκτήσανε 2 παιδιά. Στη Τεργέστη, παρέμεινε για τα επόμενα 15 περίπου χρόνια, με διακοπή 1 έτους, όταν τον Ιούλιο του 1906, εγκατασταθήκανε στη Ρώμη, που εργάστηκε σα τραπεζικός υπάλληλος. Επισκεπτόταν αραιά και που το Δουβλίνο, ενώ το 1909 προσπάθησε για σύντομο χρονικό διάστημα, σε συνεργασία μ' άλλους επιχειρηματίες να λειτουργήσει κινηματογράφους στην Ιρλανδία. Σύντομα εγκατέλειψε το εγχείρημα κι επέστρεψε στη Τεργέστη αφού όμως προηγουμένως είχε υπογράψει συμβόλαιο με τον εκδοτικό οίκο "Maunsel & Co"., για την έκδοση της συλλογής διηγημάτων "Δουβλινέζοι". Τελικά όμως το έργο αυτό τυπώθηκε το 1914 από τον οίκο Grant Richards. Την ίδια χρονιά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες και το "Πορτρέτο του Καλλιτέχνη", στο περιοδικό "Egoist", ενώ η έκδοση του βιβλίου έγινε το 1916 στη Νέα Υόρκη και το 1917 στο Λονδίνο. Το 1914 ξεκίνησε τη συγγραφή του σημαντικότερου βιβλίου του, του "Οδυσσέα". Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου έζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά τη λήξη του, μετακόμισε στο Παρίσι, έπειτα από πρόσκληση του ποιητή Έζρα Πάουντ και παρέμεινε για τα επόμενα 20 περίπου χρόνια. Το 1922 εκδόθηκε ο "Οδυσσέας" ενώ την ίδια περίοδο ξεκινά πρώτη επεξεργασία στο "Ξύπνημα του Φίνεγκαν" (Finnegan's Wake), που αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Transatlantic Review" πρώτη φορά το 1924. Η τελική έκδοση του έργου χρονολογείται το 1939, χάρη στις προσπάθειες των Maria & Eugene Jolas, που τον ενθαρρύνανε σχετικά με την ολοκλήρωση του έργου και παρά τις απογοητεύσεις του ιδίου, εξαιτίας της αρχικής υποδοχής του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν άνετα οικονομικά. Στις 4 Ιουλίου 1931 μετά από 27 χρόνια κοινή ζωής ο James κι η Nora παντρεύονται. Το 1932 πεθαίνει ο πατέρας του και την ίδια χρονιά γίνεται παππούς. Στις 14 Δεκέμβρη 1940, ο Τζόυς κι η οικογένεια του εγκαταλείψανε το Παρίσι για τη Ζυρίχη. Ένα μήνα μετά στις 13 Γενάρη 1941 πέθανε πρόωρα, σ' ηλικία 58 ετών, από πολύ προχωρημένο έλκος και θάφτηκε στο εκεί νεκροταφείο.

34


ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

ΑΝ το διάβασμα είναι για σας μια ανεξάντλητη πηγή ευχαρίστησης… ΑΝ πιστεύετε ότι το διάβασμα δεν είναι κατ’ ανάγκη μια μοναχική υπόθεση… ΑΝ αυτό που νιώθετε διαβάζοντας θέλετε να το μοιραστείτε και με άλλους… --------------------------Γίνετε μέλος σε μια από τις Λέσχες Ανάγνωσης που λειτουργούν στη Λεμεσό. ή Βρείτε κι άλλα άτομα που αγαπούν το διάβασμα και συγκροτείστε μια ομάδα, τα μέλη της οποίας θα συγκεντρώνονται μια φορά το μήνα και θα συζητούν γύρω από το βιβλίο που έχουν επιλέξει να διαβάσουν. Για περισσότερες πληροφορίες ως προς τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας μιας Λέσχης Ανάγνωσης μπορείτε να απευθυνθείτε στο Δίκτυο Λεσχών «Ανάγνωσις».

Παντελής Μάκη, τηλ: 99 667599 e-mail: pmakis@cytanet.com.cy www.bibliotropio.blogspot.com Αντώνης Κουντούρης, τηλ: 99 346424 e-mail: : a_c_kountouri@hotmail.com Κατερίνα Βοσκαρίδου, τηλ: 99 526772 e-mail: pyrion@primehome.com www.pyrion.blogspot.com

Με τη στήριξη

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 26 Μάιος 2014  

Η νέα μετάφραση του Φύλακα στη σίκαλη από τη Τζένη Μαστοράκη, το νέο βιβλίο του Μίλαν Κούντερα αλλά και ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του Gab...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you