Page 1

ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΔΕΛΤΙΟ 40–ΙΟΥΛΙΟΣ 2015 Λεονάρδο Παδούρα: Νικητής του βραβείου Λογοτεχνίας «Πριγκίπισσα των Αστουριών» Γιατί αγοράζουμε διαρκώς νέα βιβλία Όταν ο Φλωμπέρ έκανε εμετό πάνω στους σύγχρονούς του Δημοσθένης Κούρτοβικ: «Πώς θα γράψεις κι εσύ ένα μπεστσέλερ!» Γιατί ο Μ. Καραγάτσης ήταν ένας "κακός λογοτέχνης" «Ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο νέοι»

Επιλογή θεμάτων: Παντελής Μάκη

`

Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες: «Οι συγγραφείς επιλέγουν από ποιους θα επηρεαστούν»


Περιεχόμενα

Σελ.

Γιατί αγοράζουμε διαρκώς νέα βιβλία ενώ έχουμε εκατοντάδες αδιάβαστα; ......................... 2 Χειρόγραφα του Κάφκα στα αρχεία του Ισραήλ ...................................................................... 4 Λεονάρδο Παδούρα: Νικητής του βραβείου Λογοτεχνίας «Πριγκίπισσα των Αστουριών» ............................................................................................................................... 5 Όταν ο Φλωμπέρ έκανε εμετό πάνω στους σύγχρονούς του … ................................................ 7 Δημοσθένης Κούρτοβικ: «Πώς θα γράψεις κι εσύ ένα μπεστ σέλερ!» ..................................... 9 Γιατί ο Μ. Καραγάτσης ήταν ένας "κακός λογοτέχνης" και πώς αυτό ήταν στ' αλήθεια καλό......................................................................................................................................... 11 Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες: «Οι συγγραφείς επιλέγουν από ποιους θα επηρεαστούν» ......... 13 Από τη ζωή στα βιβλία και το αντίστροφο .............................................................................. 18 Ο Αϊζάια Μπερλίν και τα προβλήματα της εποχής μας .......................................................... 21 «Ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο νέοι» ..................................................................................... 26 Τα κακόφημα σπίτια ............................................................................................................... 31


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Γιατί αγοράζουμε διαρκώς νέα βιβλία ενώ έχουμε εκατοντάδες αδιάβαστα;

Οι βιβλιόφιλοι αναζητούμε το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουμε (ή τα βιβλία που θα διαβάσουμε στα επόμενα 40 χρόνια, για να είμαστε ακριβείς) με την προσήλωση, την απληστία και το πάθος που έχουν οι χρυσοθήρες και οι αλιείς μαργαριταριών. Στο διαδίκτυο, στα περιοδικά ή τις εφημερίδες, στα βιβλιοπωλεία, στις βιβλιοθήκες φίλων, οπουδήποτε ψάχνουμε με υπομονή. Διαβάζουμε το οπισθόφυλλο, τις πρώτες γραμμές του βιβλίου, σκόρπιες φράσεις από διάφορα κεφάλαια: Για να δούμε αν μας πάει. Ανυπομονούμε να βρούμε έστω και μια φράση για να κουμπώσει με τις εμμονές ή τα ενδιαφέροντά μας. Σκανάρουμε πληροφορίες και ανασύρουμε στο μυαλό άλλα βιβλία που κολλάνε στο θέμα ή τα οποία με κάποιο τρόπο έχουν μια συγγένεια με αυτό που κρατάμε στο χέρι. Στις βιβλιοθήκες μου, στο σπίτι ή στις βιβλιο-αποθήκες μου (εκεί όπου άλλοι κρύβουν τις κούτες με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια εγώ φυλάω τους θησαυρούς μου), έχω μαζέψει βιβλία που θα μου έφταναν για μια ολόκληρη ζωή. Μπορεί και για τις δυο επόμενες. Και δεν υπολογίζω αυτά που έχω χαρίσει, δανείσει, ξεχάσει. Γιατί λοιπόν συνεχίζω να αγοράζω κι άλλα βιβλία, ενώ έχω ήδη ένα βιβλιοπωλείο αδιάβαστο στο σπίτι; Είναι κάποιου είδους απληστία ή μονομανία; Είμαστε οι βιβλιοφάγοι εθισμένοι, όπως άλλοι είναι στον τζόγο ή στο αλκοόλ; Θα

2


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

προλάβουμε άραγε ποτέ να διαβάσουμε όσα θέλουμε; Θα χορτάσουμε αυτή την αβυσσαλέα πείνα μας; Η σκέψη με βασανίζει συχνά. Έχω ένα ακόρεστο πλάσμα μέσα μου που θρέφεται με λέξεις, εικόνες, συναισθήματα, έναν βιβλιο-βουλιμικό τύπο που δεν ρουμπώνει ποτέ. Όσο διαβάζει τόσο πεινάει περισσότερο. Τον ηρεμώ αγοράζοντας βιβλία, πηγαίνοντας στις εκθέσεις, του λειαίνω τις γωνίες με ποίηση, του χαρίζω φράσεις και τσιτάτα που τον κάνουν να λάμπει. Όσο κι αν τον φροντίζω, όμως, διαφθείρεται: θέλει κι άλλο κι άλλο, χωρίς σταματημό. Ψάχνοντας απάντηση, έχω αναζητήσει δυο τρεις έρευνες που ίσως θα μπορούσαν να δώσουν μια επιστημονική εξήγηση: Πέρα, λοιπόν, από την απίστευτη απόλαυση που προσφέρει η ανάγνωση, όταν διαβάζουμε μια ιστορία ή εντοπίζουμε ένα καινούριο μυθιστόρημα που μπορεί να μας ενδιαφέρει πολύ, ο εγκέφαλος απελευθερώνει ντοπαμίνη. Πρόκειται για μία απλή οργανική ουσία που δρα σαν νευροδιαβιβαστής. «Το σύστημα της ντοπαμίνης ενεργοποιείται σε στιγμές απόλαυσης και καλής διάθεσης. Η βασική δομή της είναι η σεροτονίνη η οποία, ανάλογα σε τι επίπεδα βρίσκεται (χαμηλά ή υψηλά) επηρεάζει την ψυχική διάθεση. Σε μια από τις σχετικές έρευνες βρέθηκε ότι όταν εθελοντές άκουγαν π.χ. μουσική που τους άρεσε, τα επίπεδα ντοπαμίνης στον οργανισμό τους αυξάνονταν» (Wikipedia).

Σύμφωνα με τον Ίαν Ρόμπερτσον, καθηγητή Ψυχολογίας στο Trinity College του Δουβλίνου και συγγραφέα του βιβλίου «The Winner Effect: How Power Affects Your Brain» (εκδόσειςBloomsbury), «καθετί καινούριο» -σε άλλους η εξουσία, ο καταναλωτισμός, στην 3


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

περίπτωσή μας τα βιβλία- «προκαλεί εθισμό γιατί αυξάνει τα επίπεδα ντοπαμίνης στο σύστημα της ανταμοιβής του εγκεφάλου και συγκεκριμένα σε μια περιοχή που ονομάζεται επικλινής πυρήνας. Το σύστημα της ανταμοιβής, όπως αποδεικνύεται τα τελευταία χρόνια, είναι αυτό που μας κάνει ευάλωτους απέναντι στις περισσότερες εθιστικές συμπεριφορές. Σε αυτό επενεργούν επίσης τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, πυροδοτώντας έναν μηχανισμό ο οποίος προσφέρει άμεσα μεγάλη απόλαυση αλλά μακροπρόθεσμα οδηγεί στον εθισμό». Η ντοπαμίνη απελευθερώνεται όταν κάνουμε κάτι καινούριο, όταν ανακαλύπτουμε νέα μονοπάτια και δρόμους που δεν ξέραμε πως υπάρχουν. Αυτό που κάνει δηλαδή ένα καλό βιβλίο, ένας πίνακας, μια ταινία ή μια έξυπνη σειρά. Μας ανοίγει το μυαλό, μας βάζει να ψάχνουμε πληροφορίες με μια απίστευτη δίψα. Βλέπεις, για παράδειγμα, το Lost, το Fringeή το FlashForward και ξαφνικά «βουτάς» σε μυθιστορήματα κβαντικής φυσικής με παράλληλα σύμπαντα (Ο δαίμονας του Λαπλάς, Η θεωρία των χορδών, Σολάρις κ.α.). Κολλάς με το Mad Men και επιστρέφεις στη λογοτεχνία των '50s ή τρελαίνεσαι με το Downton Abbey και αναζητάς μυθιστορήματα εποχής με πύργους. Διαβάζεις τη βιογραφία ενός ζωγράφου και αρχίζεις να σκανάρεις παντού πληροφορίες που σχετίζονται με τα έργα, τα κινήματα, τα μέρη που τον αφορούν. Και κάθε φορά νιώθεις τη μαγεία πως ανακάλυψες κάτι καινούριο. Πηγή: http://antikleidi.com/

Χειρόγραφα του Κάφκα στα αρχεία του Ισραήλ

Φραντς Κάφκα, συγγραφέ- ας λογοτεχνίας. Εργο του Γκέργκι Κούρταγκ

Στην εθνική βιβλιοθήκη του Ισραήλ πρόκειται να καταλήξουν, μετά την απόφαση ισραηλινού δικαστηρίου, τα πολύτιμα χειρόγραφα του Φραντς Κάφκα μετά μακρά δικαστική μάχη. Με την 4


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

έκδοση της δικαστικής απόφασης μπήκε τέλος σε μία νομική διαμάχη, η οποία θα μπορούσε επάξια να περιγράφεται σε κάποιο έργο του μεγάλου δημιουργού. Η απόφαση του δικαστηρίου, διέταξε την Εύα Χόφε, κάτοικο Τελ Αβίβ, να παραδώσει τη συλλογή στην Εθνική Βιβλιοθήκη του κράτους. Ο Φραντς Κάφκα που έγραφε στα γερμανικά, έδινε τα έργα του, όταν τα ολοκλήρωνε, στον φίλο του Μαξ Μπροντ για φύλαξη, ζητώντας του όμως να τα κάψει μετά τον θάνατό του. Ωστόσο ο Μπροντ δεν τήρησε τις επιθυμίες του Κάφκα και δεν πέταξε τα έργα στις φλόγες. Αντιθέτως μετέφερε όλη τη συλλογή μαζί του στην Παλαιστίνη, όπου έφτασε προσπαθώντας να γλιτώσει από τη ναζιστική μανία το 1939. Λίγο πριν πεθάνει, ο Μπροντ κληροδότησε τη συλλογή στη γραμματέα του Εσθήρ Χόφε, με δύο όρους: να εκδώσει τα έργα και αφετέρου να διασφαλίσει ότι θα παρέμεναν ασφαλή ακόμα και μετά τον θάνατό της. Το 1973, όταν έγινε γνωστό ότι η Χόφε είχε προσπαθήσει να δημοπρατήσει τα χειρόγραφα στο εξωτερικό, ο γενικός εισαγγελέας του Ισραήλ τής απηύθυνε προειδοποίηση ότι παραβαίνει την επιθυμία του Μπροντ. Όταν το 2007 η γυναίκα πέθανε, η συλλογή είχε κληροδοτηθεί στις δύο κόρες της, οι οποίες ξεκίνησαν δικαστικό αγώνα το 2008, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η συλλογή τούς ανήκει. Το 2012 το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό τους και στην τελευταία απόφαση το περιφερειακό δικαστήριο του Τελ Αβίβ την επικύρωσε, απορρίπτοντας την έφεση που είχε καταθέσει η Εύα Χόφε. Αντιθέτως, το δικαστήριο δέχθηκε τον ισχυρισμό της Εθνικής Βιβλιοθήκης ότι σύμφωνα με την τελευταία επιθυμία του Μπροντ, η πολύτιμη συλλογή έπρεπε να καταλήξει στα εθνικά αρχεία του Ισραήλ. Η απόφαση εξάλλου αναφέρει ότι η Χόφε διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής σε τραπεζικές θυρίδες και ότι είχε δημοπρατήσει μέρος της. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποια χειρόγραφα βρέθηκαν στο γερμανικό Λογοτεχνικό Αρχείο στο Μάιμπαχ. Πηγή: http://www.kathimerini.gr/

Λεονάρδο Παδούρα: Νικητής του βραβείου Λογοτεχνίας «Πριγκίπισσα των Αστουριών» Ο διάσημος Κουβανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Λεονάρδο Παδούρα είναι ο νικητής του βραβείου Λογοτεχνίας «Πριγκίπισσα των Αστουριών» για το 2015. Έγινε γνωστός κυρίως από τα αστυνομικά του μυθιστορήματα τα οποία διαδραματίζονται στη σύγχρονη Κούβα. Ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Ντάριο Βιγιανουέλα Πριέτο, διευθυντής της Ισπανικής Βασιλικής Ακαδημίας, ενός οργανισμού που έχει θεσπιστεί για να διασφαλίσει την σωστή χρήση της ισπανικής γλώσσας, αιτιολόγησε την επιλογή ως εξής: «Από το συνολικό έργο του Λεονάρδο Παδούρα, το οποίο διασχίζει όλα τα είδη του πεζού λόγου, αναδεικνύεται 5


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

ένας πλούτος που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία του: το ενδιαφέρον για να ακούει τις φωνές των ανθρώπων και να τις χαμένες ιστορίες του απλού κόσμου».

Βασικός πρωταγωνιστής όλων σχεδόν των μυθιστορημάτων του Λεονάρδο Παδούρα είναι ο φημισμένος ντετέκτιβ Μάριο Κόντε. Μέσα από τις περιπέτειές του, βρίσκει κανείς στοιχεία της κοινωνίας που έχτισε ο Φιντέλ Κάστρο. Τα έργα του Παδούρα βρίσκονται στις βιβλιοθήκες όλων των προέδρων της Λατινικής Αμερικής αλλά και στα εργοστάσια όπου οι κουβανές εργάτριες στρίβουν πούρα. Επίσης, στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και στην Ευρώπη. Το τελευταίο του βιβλίο φέρει τον τίτλο «Οι Αιρετικοί» και έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», όπως και προηγούμενα βιβλία του. Μάλιστα, για τον λόγο αυτό, μόλις πριν τρεις μήνες βρέθηκε στην Αθήνα, την οποία έχει επισκεφθεί και άλλες φορές στο παρελθόν. Ο Λεονάρδο Παδούρα έχει εργαστεί και ως δημοσιογράφος και γενικά χαρακτηρίζει ως πρότυπό του τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Έχει χαρακτηρίσει ως ιδανικότερο αναγνώστη για τα έργα του την σύζυγό του, που είναι και αυστηρός κριτής του. Πηγή: http://www.naftemporiki.gr/

6


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Όταν ο Φλωμπέρ έκανε εμετό πάνω στους σύγχρονούς του

Ο Φλωμπέρ είναι τόσο σημαντικός για τη λογοτεχνία, ώστε να μπορούμε άνετα να υποστηρίξουμε ότι υπάρχει εποχή πριν και μετά από αυτόν. Είναι το αντίστοιχο του Σεζάν στη ζωγραφική. Άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Με το πρώτο του βιβλίο, τη διαβόητη «Μαντάμ Μποβαρύ» που κυκλοφόρησε το 1857, έσπασε πολλές καθιερωμένες νόρμες (αντιμετώπισε ακόμα και δικαστήρια για ανηθικότητα) και όχι απλά έθεσε τη βάση για τη σύγχρονη λογοτεχνία, αλλά έφερε πολλά νέα στοιχεία που σήμερα πια θεωρούμε αυτονόητα. Το βιβλίο έγινε best-seller μετά τη δίκη (όπου ο Φλωμπέρ αθωώθηκε) και τον καθιέρωσε στον θρόνο του μεγάλου Γάλλου συγγραφέα. Αν και η «Μαντάμ Μποβαρύ» θεωρείται το αριστούργημά του, ο ίδιος πίστευε ότι αυτό είναι το «Μπουβάρ & Πεκισέ», το μεγαλεπήβολο έργο που τον απασχόλησε σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1870. Το κείμενο έμεινε ανολοκλήρωτο, καθώς ο Φλωμπέρ απεβίωσε το 1880 και δημοσιεύτηκε την επόμενη χρονιά. Ο Μπουβάρ και ο Πεκισέ είναι δύο γραφιάδες που συναντιούνται τυχαία σε ένα παγκάκι του καναλιού Saint-Martin ένα καυτό απόγευμα του καλοκαιριού του 1838 και περνάνε το υπόλοιπο της ημέρας τους μαζί. Όπως και σχεδόν όλες τις ελεύθερες ώρες τους έκτοτε, καθώς ταιριάζουν τόσο. Η φιλία τους γίνεται τόσο έντονη, ώστε όταν ο Μπουβάρ κληρονομεί μια 7


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

σημαντική περιουσία, αποφασίζουν να εγκαταλείψουν μαζί το Παρίσι και αγοράζουν ένα κτήμα 94 εκταρίων κάπου έξω από τη Ρουέν. Εκεί, εκμεταλλευόμενοι τα χρήματα που έχουν περισσέψει από την κληρονομιά, θα απασχοληθούν με – κυριολεκτικά – τα πάντα. Ό,τι περιλαμβάνει η γνώση και η επιστήμη του 18ου και του 19ου αιώνα θα γίνει πεδίο των ενασχολήσεών τους, από την καλλιέργεια και την κηπουρική ως τη χημεία και την ιατρική, από την αρχιτεκτονική και την αρχαιολογία ως τη λογοτεχνία, από την πολιτική ως τη φιλοσοφία και τη θρησκεία. Αναμενόμενα, θα αποτύχουν σε όλα (με ελάχιστες, τυχαίες μικρές αναλαμπές επιτυχίας) αλλά δεν σταματούν ποτέ. Πηγαίνουν από τον ένα τομέα γνώσης στον άλλο, διαβάζουν τα βιβλία των ειδικών, προσπαθούν και τσακίζονται, μην μαθαίνοντας τίποτα στην πορεία. Παρά την οικονομική ζημιά που υφίστανται και τις αντιπάθειες που δημιουργούν στην τοπική κοινωνία (που τους θεωρεί από χαζούς ως τρελούς), αυτοί δεν πτοούνται και συνεχίζουν πάντα με αυτή την αδάμαστη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους. Το βιβλίο ανήκει στην κατηγορία του Catch 22, του Gravity’s Rainbow, του Προυστ, του Τζόϋς. Κοινώς, είναι πολύ δύσκολο να διαβαστεί και όποιος λέει ότι το έχει διαβάσει όλο, πιθανότατα ψεύδεται. Πρόκειται για μια διεστραμμένη εγκυκλοπαίδεια όλης της γνώσης της εποχής, για το υλικό της οποίας ο Φλωμπέρ λέγεται ότι διάβασε πάνω από 1500 βιβλία! Άλλωστε, ο στόχος του – όπως τον κατέγραψε το 1872 – ήταν να «κάνει εμετό πάνω στους σύγχρονούς του την αηδία που του προκαλούν». Αυτό ακριβώς κάνει: στηλιτεύει την εποχή του, που παρά τις μεγάλες προόδους της επιστήμης, απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από τον άνθρωπο και την ουσιαστική γνώση. Στο «Μπουβάρ & Πεκισέ» όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του Φλωμπέρ είναι παρόντα στον υπέρτατο βαθμό. Σε αυτό το αδιανόητο πόνημα, ο «μάρτυρας του στυλ» είναι στα όριά του: πιο ακάμματος στην εργασία του από ποτέ, πιο εμμονικός και πιο συμβολικός από ποτέ. Ταυτόχρονα, παραμένει ο μεγάλος αισθητικός και ο αμερόληπτος παρατηρητής που καταγράφει την παραμικρή λεπτομέρεια της Ηλίθιας Οδύσσειάς των ηρώων του. Ο Φλωμπέρ μας δείχνει αυτό που είμαστε με τρόπο αναπόφευκτο: είναι ο καθρέφτης που δεν μπορούμε να αποφύγουμε. Πηγή: http://popaganda.gr/

8


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Δημοσθένης Κούρτοβικ: «Πώς θα γράψεις κι εσύ ένα μπεστ σέλερ!» Πρόσφατα γνώρισα έναν νεαρό, επίδοξο συγγραφέα, που μου εξομολογήθηκε με αξιοζήλευτη ειλικρίνεια ότι δεν φιλοδοξούσε με το γράψιμο ν’ ανακαλύψει τον εαυτό του, να εξερευνήσει κρυφές πτυχές της ύπαρξης, να κατακτήσει μια θέση στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων και άλλα τέτοια αλλά, πολύ απλά, να βγάζει καλά λεφτά από τα βιβλία του. Με άλλα λόγια, να γίνει μπεστσελεράς. Μου ζήτησε, λοιπόν, συμβουλές για το πώς να το πετύχει. Του απάντησα ότι είμαι ακατάλληλος να τον συμβουλεύσω, αφού εγώ, φευ, δεν είμαι μπεστσελεράς, προθυμοποιήθηκα όμως να τον συστήσω σε δυο-τρεις τέτοιους συγγραφείς, τους οποίους γνωρίζω προσωπικά. Απέκρουσε την πρότασή μου με δύο ατράνταχτα επιχειρήματα. Το πρώτο ήταν ότι ένας μετρ του είδους δεν θ’ αποκάλυπτε τα μυστικά του σ’ έναν υποψήφιο ανταγωνιστή – και ο ανταγωνισμός είναι ήδη πολύ σκληρός σ’ αυτό το πεδίο. Το δεύτερο και ακόμα πιο ατράνταχτο επιχείρημα ήταν ότι οι άσοι του αθλήματος δεν θεωρούν (ή δεν θέλουν να θεωρούν οι άλλοι γι’ αυτούς) ότι εφαρμόζουν συνταγές, αλλά ότι γράφουν αυθόρμητα, από βάθους καρδίας, επομένως ένα τέτοιο αίτημα είναι πολύ πιθανό ότι θα τους έθιγε και, φυσικά, θα έμενε πάλι ανικανοποίητο. Έτσι, η συνάντησή μας έληξε άδοξα.

Όχι όμως κι εντελώς άγονα για μένα. Γιατί ο νεαρός με τον πρόωρο ρεαλισμό και τους γειωμένους οραματισμούς μ’ έκανε να κάτσω και να σκεφτώ κάπως σοβαρότερα πάνω στις προϋποθέσεις ενός μπεστ σέλερ, συσχετίζοντας παρατηρήσεις μου πολλών ετών. Για να μην 9


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

πολυλογώ, κατέληξα σε μια σειρά συμπεράσματα, που μου φαίνονται αρκετά σίγουρα ώστε να μπορώ να τα ονομάσω «κανόνες». Τους προτείνω εδώ στους ενδιαφερόμενους και πιο άξιους (δεν θα τολμούσα ποτέ να πω πιο πρόθυμους) από μένα να τους εφαρμόσουν. 1. Ο πιο αγαπημένος ήρωας ενός πιστού αναγνώστη μπεστ σέλερ είναι ο εαυτός του. Μελέτησε, λοιπόν, το προφίλ μερικών δειγμάτων αυτής της κατηγορίας (δεν είναι δύσκολο) και φρόντισε ώστε οι κεντρικοί χαρακτήρες των βιβλίων σου, που εννοείται ότι πρέπει να είναι θετικοί, να έχουν τα κύρια γνωρίσματά τους. 2. Μη λες ποτέ με λίγα λόγια αυτό που μπορείς να πεις με πολλά. Στην προκειμένη περίπτωση, τα πολλά λόγια δεν είναι φτώχεια, όπως θέλει η λαϊκή ρήση, αλλά πλούτος. Κυριολεκτικά! 3. Μη διεκδικείς την αμέριστη προσοχή του αναγνώστη σου. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν να κάνουν ένα σωρό άλλα πράγματα ενώ διαβάζουν. Γι’ αυτό, να χρησιμοποιείς προτάσεις με όσο το δυνατόν απλούστερη σύνταξη και, προπαντός, να επαναλαμβάνεις συχνά τις βασικές πληροφορίες που δίνεις. Αν π.χ. το αγαπημένο ρόφημα του ήρωα ή της ηρωίδας σου είναι το τσάι βερίκοκο, πρέπει να το υπενθυμίζεις κάθε φορά που τον/την απασχολεί το συγκεκριμένο τερψιλαρύγγιο: «έπινε το αγαπημένο του/της τσάι βερίκοκο», «ετοιμάστηκε να πιει το αγαπημένο του/της τσάι βερίκοκο», «λαχταρούσε το αγαπημένο του/της τσάι βερίκοκο» κ.λπ. 4. Τα ουσιαστικά στο κείμενό σου πρέπει να συνοδεύονται όσο γίνεται συχνότερα, ει δυνατόν πάντοτε, από επίθετα. Τα επίθετα δεν είναι μόνο καλολογικά στοιχεία. Είναι απαραίτητα για τον προσανατολισμό του αναγνώστη. Αλλιώς πώς θα ξέρει, για παράδειγμα, αν ένας φόνος είναι στυγερός, μια βροχερή μέρα μελαγχολική, ένα χάδι τρυφερό ή αν το πρόσωπο για το οποίο λέγαμε πριν βρίσκει το αγαπημένο του τσάι βερίκοκο θεσπέσιο; 5. Μην εξάπτεις τον αναγνώστη σου, ούτε δυσάρεστα αλλά ούτε και πολύ ευχάριστα. Να διατηρείς σε χαμηλή φωτιά το μείγμα των συναισθημάτων. Οι αναγνώστες των μπεστ σέλερ αναζητούν εκεί λεπτές συγκινήσεις, με την έννοια ότι θα μπορούν να τις ξεχνάνε εύκολα, για ν’ αφοσιωθούν έπειτα απρόσκοπτα σε κάτι άλλο, ενδεχομένως ένα άλλο μπεστ σέλερ. 6. Οι χαρακτήρες σου πρέπει να έχουν σαφές και σταθερό ηθικό πρόσημο. Αν είναι καλοί, πρέπει να παραμένουν καλοί, ακόμη κι αν σε μια στιγμή αδυναμίας κάνουν μια, ας πούμε, αταξία, για την οποία φυσικά θα μεταμελούνται και θα επανορθώνουν αργότερα. Αν είναι κακοί που παριστάνουν τους καλούς, πρέπει να δίνουν αμέσως στον αναγνώστη λαβή για υποψίες περί το ποιόν τους. Ν’ αποφεύγεις περιπτώσεις φαινομενικά κακών που αποδεικνύονται τελικά καλοί: μπερδεύουν τον αναγνώστη. 7. Μπορεί οι αναγνώστες των μπεστ σέλερ να θέλουν να «ταξιδεύουν» με τέτοια μυθιστορήματα, αλλά οι ήρωές τους πρέπει να είναι κολλημένοι στον τόπο τους, ει δυνατόν στη γειτονιά τους. Επιτρέπονται σποραδικές εκδρομές σε κοντινά μέρη κι ένα (αλλά μόνον ένα) ταξίδι σε κάποιον δημοφιλή τουριστικό προορισμό, κατά προτίμηση την Κωνσταντινούπολη. Και τελευταίο:

10


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

8. Μην ξεχνάς ποτέ ότι το βασικό θέμα τέτοιων βιβλίων είναι η Αγάπη και ότι η Αγάπη πρέπει να θριαμβεύει στο τέλος. Η ευόδωση του αγώνα για την Αγάπη πρέπει να είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς από τεχνικές, οι οποίες εκτίθενται έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να τις αφομοιώσει εύκολα και να τις εφαρμόσει στη δική του ζωή. Αν παρ’ ελπίδα δεν πετύχει το ποθούμενο, δεν χάθηκε ο κόσμος. Το επόμενο βιβλίο σου θα του προσφέρει την απαραίτητη επιμόρφωση. Καλή επιτυχία και καλά κέρδη! Πηγή : http://www.andro.gr

Γιατί ο Μ. Καραγάτσης ήταν ένας "κακός λογοτέχνης" και πώς αυτό ήταν στ' αλήθεια καλό Του Χρίστου Χωμενίδη «Ο καλός λογοτέχνης μας παρουσιάζει όπως θέλουμε να είμαστε. Εκείνος που τολμάει να μας παρουσιάζει όπως είμαστε είναι κακός λογοτέχνης. Ιδού λοιπόν, αγαπητοί μου, γιατί είμαι ένας κακός λογοτέχνης.»

Έτσι δηλώνει ο Μ. Καραγάτσης σε μια από τις ελάχιστες – αν όχι την μοναδική ηχογραφήση που έκανε για το ραδιόφωνο. Η φωνή του, αρρενωπή και κρυστάλλινη, το ύφος του παιγνιώδες και προκλητικό. Δεν φοβόταν ούτε φειδόταν ο Καραγάτσης τις προκλήσεις. Το σχεδίασμα της αυτοβιογραφίας του καταλήγει ως εξής: «...Δεν επείραξα ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου όπου θα 11


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο....». Μπορεί οι εγκωμιαστικές νεκρολογίες που δημοσιεύθηκαν στις 14 Σεπτεμβρίου 1960 στις εφημερίδες εκ πρώτης όψεως να διέψευδαν την πρόβλεψή του. Δεν θα ένοιωσε ωστόσο –λέτελίγη χαιρεκακία για τον θάνατό του ο «πνευματικός» εκείνος «άνθρωπος» τον οποίον ο Καραγάτσης είχε πετύχει σε έναν κινηματογράφο και τον είχε πλακώσει στο ξύλο, εν μέρει επειδή βυσσοδομούσε συστηματικά εναντίον του –όπως και εναντίον του Σικελιανού και του Καζαντζάκη-, εν μέρει επειδή είχε καταφέρει να ξεπλύνει στο πι και φι την επί Κατοχής φιλογερμανική του στάση; Δεν θα ανέπνευσαν ανακουφισμένοι όλοι εκείνοι οι ηθοποιοί και σκηνοθέτες που διάβαζαν τις βιτριολικές θεατρικές του κριτικές; (Άλλοτε θαυμαστά εύστοχος και διεισδυτικός ως αποτιμητής παραστάσεων, κάποτε άστοχος, ο Καραγάτσης σίγουρα πάντως δεν υποκλινόταν σε «ιερά τέρατα» και σε καλλιτεχνικά κατεστημένα...) Δεν θα απελευθερώθηκαν από το βάρος του ταλέντου του ως μέτρου σύγκρισης οι συνάδελφοι του πεζογράφοι; Εκείνο το ταλέντο, που μετουσιώθηκε σε έργο, αποτελούσε μάλλον την κύρια αιτία των μομφών εναντίον του. Πρώτος και μοναδικός ανάμεσα στους συγγραφείς της γενιάς του και των προηγούμενων –με την εξαίρεση του Κωνσταντίνου Θεοτόκη- ο Καραγάτσης κατόρθωσε να συλλάβει και να αποδώσει μυθιστορηματικά την όλη ελληνική κοινωνία. Με οξυδέρκεια και γλαφυρότητα σχεδόν ανεπανάληπτη. Δίχως ωραιοποίησεις και αγκυλώσεις, ιδεολογικές ή συναισθηματικές. Εάν ενδιαφέρεται κανείς να καταλάβει πώς λειτουργούσε η Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο – πως λειτουργεί ακόμα και στις μέρες μας-, δεν έχει παρά να διαβάσει την τριλογία του Καραγάτση «Εγκλιματισμός κάτω απ'τον Φοίβο», η οποία ξεκινάει με τον «Συνταγματάρχη Λιάπκιν», συνεχίζεται με την «Μεγάλη Χίμαιρα» και ολοκληρώνεται με τον «Γιούγκερμαν». Στον «Γιούγκερμαν» ειδικά, θα συναντήσει εξαιρετικά οικείες φυσιογνωμίες και φαινόμενα: Τυχοδιώκτες που εκτινάσσονται κοινωνικοοικονομικά πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Επιχειρηματίες, οι οποίοι επιδεικνύουν μια πλαστή χλιδή –πιθηκίζουν μανιωδώς ό,τι υπερπολυτελές έρχεται από τη Δύση- ενώ οι επιχειρήσεις τους βουλιάζουν, καταχρεωμένες στις τράπεζες. Ύστατη ελπίδα τους η διαπλοκή με τους δανειστές τους. Καλλιτέχνες που εκτονώνονται κανιβαλίζοντας όποιον βρεθεί στο δρόμο τους. Αναρριχόμουνα κάθε λογής. Μικροαστούς που θυσιάζουν τα ευγενέστερα αισθήματα και τα πιο αγαπημένα πρόσωπά τους στο βωμό του καθωσπρεπισμού και των μικρών τους συμφερόντων... Ο παραπάνω ζόφος θα προξενούσε αποστροφή στον αναγνώστη, εάν δεν συνυπήρχε στις σελίδες του Καραγάτση με τη χαρά και με το πάθος της ζωής. Εάν δεν ήταν κάθε του κείμενο ποτισμένο με όλους τους ανθρώπινους χυμούς. Εάν δεν εναλλάσσονταν οι ποταπότητες των ηρώων του με χειρονομίες και με στιγμές μεγαλειώδεις στην απλότητα τους. Ο Γιούγκερμαν τρώει με την Βούλα σε ένα ταβερνείο του Πειραιά και όλα –γύρω τους και μέσα τουςφαντάζουν παραδείσια. Η Έφη Μαρκοπούλου, φίλη της μοιραίας Ντάινας, δείχνει τι πάει να πει γυναικεία απελευθέρωση, πέρα από φεμινιστικά μανιφέστα και ναρκισισμούς. Ο Μιχάλης 12


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Καραμάνος υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια τον έρωτά του με αντάλλαγμα την ολοκληρωτική καταστροφή του... Μετά τον «Γιούγκερμαν» -που τον θεωρώ opus magnus και αποτελεί το αγαπημένο μου μυθιστόρημα- ο Καραγάτσης προχώρησε συγγραφικά επιλέγοντας την πιο ετερόκλητη θεματολογία: Στην τριλογία του για τα προεπαναστατικά χρόνια και την Ελληνική Επανάσταση, ανέτρεψε και απομυθοποίησε την παραδεδομένη εικόνα σχετικά με το 1821. Στον «Σέργιο και Βάκχο», συνέθεσε μια πικαρέσκα βιογραφία δύο ορθόδοξων αγίων ανά τους αιώνες και σκιαγράφησε παράλληλα, με τρόπο άκρως πνευματώδη, την ιστορία του Έθνους απ'το Βυζάντιο ίσαμε τις μέρες μας. Ο «Κίτρινος Φάκελος» είναι ένα ακόμα κοινωνικό ψηφιδωτό με αστυνομικό άλλοθι. Το «10» -παρθενικό στα καθ'ημάς δείγμα νεορεαλιστικής πεζογραφίαςάνοιξε το δρόμο για το «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή, για τα «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» του Μουρσελά, για τα έργα του Κουμανταρέα, του Σουρούνη και του Χαριτόπουλου. Κατά τα πενηνταδύο χρόνια της ζωής του και τα εικοσιεπτά της συγγραφικής του δράσης, ο Καραγάτσης δεν έχασε ούτε στιγμή το κέφι και το τσαγανό του. Το πέρασμά του από τη ζωή μοιάζει σαν κάποιος να διέσχισε όμορφος, κομψός, με ένα τσιγάρο στο χέρι και με μαλλιά κάπως ανακατεμένα τη σκηνή ενός θεάτρου και να φώναξε στο κοινό: «Θέλετε μυθιστορήματα που σπαρταράνε; Θα τα έχετε! Θέλετε λογοτέχνες που να μην είναι χαρτοπόντικες, να μην μετρούν τα λόγια τους, να μην ελλίσσονται, να μην σας κολακεύουν; Θα με έχετε! Όχι όμως για πολύ...». Πηγή: www.lifo.gr

Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες: «Οι συγγραφείς επιλέγουν από ποιους θα επηρεαστούν»

13


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Από την Σταυρούλα Παπασπύρου Κολομβία και λογοτεχνία, μέχρι πρότινος, με ένα όνομα συνδέονταν αυτόματα στο μυαλό μας, αυτό του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Από το περασμένο καλοκαίρι, όμως, που εκδόθηκε και εδώ το «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν» ανακαλούμε το όνομα ενός πεζογράφου ακόμη, πολύ ταλαντούχου, του Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες. Γιος δικηγόρων, γεννημένος το 1973 στην Μπογκοτά, με τέσσερα μυθιστορήματα πίσω του κι ένα σωρό διεθνείς διακρίσεις – ανάμεσά τους το English PΕΝ Award και το δουβλινέζικο IMPACT–, ο Βάσκες, σε όποια χώρα κι αν βρεθεί, όπου κι αν συστήνεται διά ζώσης, δεν υπάρχει περίπτωση να μην κληθεί να τοποθετηθεί σε σχέση με τον διάσημο συμπατριώτη του. «Δεν με πειράζει», λέει, «ούτε έχω βαρεθεί να απαντάω για το αν είναι βαριά πάνω μου η σκιά του, γιατί, πράγματι, χάρη στον Μάρκες βρήκα τον προορισμό μου. Έτσι συνειδητοποίησα ότι θα μπορούσα να γίνω συγγραφέας, διαβάζοντας το «Εκατό χρόνια μοναξιά». Αν μ' ενοχλεί κάτι, είναι η αντίληψη ότι οι λογοτεχνικές επιρροές είναι ζήτημα κληρονομικό. Πρόκειται για παρεξήγηση. Οι συγγραφείς επιλέγουν από ποιους θα επηρεαστούν και η περίπτωση του Μάρκες, που διάλεξε για προγόνους του τον Καμύ, τον Φόκνερ, τον Χέμινγουεϊ, αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα! Προσωπικά, ένιωσα αμέσως ότι το μοντέλο του μαγικού ρεαλισμού δεν μου ταιριάζει. Ήξερα πως έπρεπε να ψάξω αλλού. Εκείνοι που με έμαθαν πώς να εξερευνώ τo σταυροδρόμι όπου συναντιούνται τα δημόσια με τα ιδιωτικά πάθη –σε όλα μου τα βιβλία αυτό κάνω– ήταν συγγραφείς όπως ο Τζόις, ο Κόνραντ, ο Φλομπέρ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Ντελίλο, ο Φίλιπ Ροθ. Ο δρόμος που ακολουθώ δεν είναι εκείνος που χάραξε ο Θερβάντες αλλά αυτός που αγκαλιάζει το πνεύμα των αρχαίων τραγικών». Τα μυθιστορήματα που έκαναν γνωστό τον Βάσκες είναι στοιχειωμένα από την Κολομβία, αλλά, όπως ομολογεί ο ίδιος, χρειάστηκαν χρόνια μέχρι να τολμήσει ν' αναμετρηθεί με την ιστορία της. Την εποχή που, με το πτυχίο Νομικής στην τσέπη, άφηνε την Μπογκοτά για να σπουδάσει λατινοαμερικανική λογοτεχνία στη Σορβόννη, τότε που δημοσίευε πρωτόλεια τα οποία σήμερα φροντίζει να μην αναφέρει καν, «όλοι», λέει, «αυτό με ρωτούσαν: γιατί δεν γράφεις για την πατρίδα σου; Ε, λοιπόν, νόμιζα πως δεν είχα το δικαίωμα. Δεν μπορούσα να πω με σιγουριά τι είναι η Κολομβία. Πώς να έγραφα για κάτι που αγνοούσα; Ώσπου κάποια στιγμή κατάλαβα ότι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο θα έπρεπε να το επιχειρήσω. Γράφοντας λογοτεχνία, ίσως κατάφερνα να καλύψω το κενό...». Η αρχή έγινε με τους «Πληροφοριοδότες» (2004), μυθιστόρημα που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Εντελώς συμπτωματικά, στα τέλη της δεκαετίας του '90, ο Βάσκες έγινε αποδέκτης της εξομολόγησης μιας ηλικιωμένης Κολομβιανής με γερμανοεβραϊκές ρίζες, που τον ώθησε να σκαλίσει ένα θέμα για το οποίο ο ίδιος ήταν εντελώς ανύποπτος. Από αυτήν τη γυναίκα έμαθε για τις μαύρες λίστες που κυκλοφορούσαν στην Κολομβία καθ' υπόδειξιν του Στέιτ Ντιπάρτμεντ τα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, με στόχο την οχύρωση της χώρας από τους συμπαθούντες του ευρωπαϊκού φασισμού. Αναμφίβολα, ο φόβος ήταν υπαρκτός. Δεν ήταν λίγοι οι Γερμανοί και οι Κολομβιανοί πολίτες που είχαν συλληφθεί για ναζιστική προπαγάνδα, ένας από τους ισχυρότερους πολιτικούς της περιόδου ήταν γνωστός θαυμαστής του Φράνκο 14


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

και το κολομβιανό ναζιστικό κόμμα είχε αρχίσει να επεκτείνει τα πλοκάμια του. Ως συνήθως, όμως, μαζί με τα ξερά κάηκαν και τα χλωρά.

«Εκείνα τα χρόνια» εξηγεί ο Βάσκες, «είχαμε δυο γενιές Γερμανών μεταναστών. Οι πρώτοι είχαν έρθει στα τέλη του 19ου, αρχές του 20ού αιώνα, και είχαν συμβάλει τα μάλα στον εκβιομηχανισμό της Κολομβίας. Αρκεί να σας πω ότι η πρώτη αεροπορική εταιρεία ήταν γερμανοκολομβιανή. Από τα μέσα της δεκαετίας του '30 άρχισαν να καταφθάνουν και κάμποσοι Γερμανοεβραίοι που έφευγαν άρον-άρον από την Ευρώπη για να σωθούν από τους ναζί. Αυτή η συνύπαρξη την περίοδο του πολέμου, κατά την οποία η Κολομβία είχε διακόψει τις διπλωματικές της σχέσεις με τις χώρες του Άξονα, δημιουργούσε μεγάλη ένταση. Όλοι οι Γερμανοί, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, λόγω της καταγωγής τους και μόνο ήταν ευάλωτοι απέναντι στις Αρχές. Αρκούσε να τους καρφώσει κάποιος ως υπόπτους για να καταδικαστούν αμέσως σε κοινωνικό θάνατο». Για ένα καρφί μιλάει και ο ίδιος στους «Πληροφοριοδότες». Για έναν διαπρεπή ρήτορα που στα νιάτα του, με περισσή επιπολαιότητα, φόρτωσε τη ρετσινιά του ναζί στον πατέρα ενός παιδικού του φίλου και διέσχισε έπειτα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του παραγνωρίζοντας το 15


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

κόστος της πράξης του. Πώς εξιλεώνεται κανείς όταν έχει σπρώξει έναν αθώο στην αυτοκτονία; Από ποιον να πρωτοζητήσει συγγνώμη, όταν η προδοσία του έχει αλυσιδωτές συνέπειες; Τι συμβαίνει όταν οι ενοχές αλλά και οι εκδικητικές διαθέσεις κακοφορμίζουν; Είναι δυνατόν τα κρίματα της μιας γενιάς να μην ταλανίζουν και τις επόμενες; Δεινός αφηγητής, ο Βάσκες δίνει τις απαντήσεις μέσα από διαδοχικά φλασμπάκ κι εναλλασσόμενες οπτικές γωνίες, χωρίς να χάνει στιγμή τον ρυθμό και τον στόχο του. Κι ενώ χάρη σ' αυτό το έργο είδε να μετράει η υπογραφή του στους διεθνείς λογοτεχνικούς κύκλους, το σημαντικότερο παράσημο για τον ίδιο ήταν η αντίδραση της γυναίκας που του είχε εμπιστευτεί τις αναμνήσεις της. «"Μέχρι να το διαβάσω", μου είπε, "δεν είχα καταφέρει να μιλήσω ούτε στα παιδιά ούτε στα εγγόνια μου γι' αυτά τα πράγματα". Σαν να μου έλεγε, εσείς μου δώσατε τις λέξεις για να τους εξηγήσω τι συνέβη...».

Υπάρχουν κι άλλες μαύρες τρύπες στην πρόσφατη ιστορία της Κολομβίας; «Πάντα υπάρχουν θέματα που οι άνθρωποι θέλουν να ξεχάσουν, θέματα στα οποία η εξουσία κυρίως αποφεύγει 16


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

συστηματικά να ρίξει άπλετο φως. Τέτοιο είναι, για παράδειγμα, ο υφέρπων αντισημιτισμός της πολιτικής ελίτ κατά τη δεκαετία του '40, όταν οι πρεσβείες της Κολομβίας στην Ευρώπη πήραν εντολή να μην υποθάλπουν πολίτες εβραϊκής καταγωγής. Εξαιρετικά άβολο θέμα, επίσης, είναι οι περίπλοκες σχέσεις που αναπτύχθηκαν στην κοινωνία με τους λαθρεμπόρους ναρκωτικών. Σε γενικές γραμμές, αργήσαμε να καταδικάσουμε τη διείσδυσή τους στην καθημερινότητά μας, ενώ αντίστοιχα νωθροί απέναντι στην αντιμετώπιση των καρτέλ στάθηκαν και οι πολιτικοί. Γι' αυτό και οι μεγαλέμποροι έφτασαν ν' αποκτήσουν τόση δύναμη με την πάροδο του χρόνου και να γίνουν η τρομακτική εγκληματική μηχανή που τη δεκαετία του '80, στη σύγκρουσή της με την κυβέρνηση, κόντεψε να οδηγήσει την Κολομβία στην καταστροφή». Μέσα σ' ένα τέτοιο κλίμα φόβου, καχυποψίας, ανταλλαγών πυρών στους δρόμους και απανωτών δολοφονιών κατ' εντολήν του βασιλιά της κοκαΐνης Πάμπλο Εσκομπάρ πέρασε ο Βάσκες την εφηβεία του. «Όταν έφευγα για το Παρίσι», λέει, «νόμιζα πως ακολουθώ ένα συγκεκριμένο μοντέλο συγγραφέα –του Μάρκες, του Λιόσα, του Κορτάσαρ, του Φουέντες– που νιώθει ότι πρέπει ν' απομακρυνθεί από τη χώρα του για να την κατανοήσει καλύτερα. Άργησα να συνειδητοποιήσω ότι στην πραγματικότητα η βία ήταν που με είχε διώξει από την Μπογκοτά...». Αυτός ο εφιάλτης, όμως, έμελλε να πυροδοτήσει αργότερα τη συγγραφή του «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν» (2011), μυθιστόρημα με το οποίο η φήμη του εδραιώθηκε για τα καλά. Αφού έζησε δύο δεκαετίες μακριά από την Κολομβία, περιπλανώμενος μεταξύ Γαλλίας, Βελγίου και Ισπανίας, κατ' απαίτηση της συζύγου του –με την οποία έχει αποκτήσει δύο δίδυμες εννιάχρονες κόρες– ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες βρίσκεται εγκατεστημένος και πάλι στην Μπογκοτά. Μια μεγαλούπολη «απαλλαγμένη μεν από την τρομοκρατία αλλά εξίσου δύσκολη, εξίσου χαοτική, με γειτονιές όπου πρέπει πάντα να παίρνεις προφυλάξεις και με κατοίκους πολύ πιο συντηρητικούς, αν όχι αντιδραστικούς σε νοοτροπία, πιο εθνικιστές, πιο σεξιστές απ' ό,τι παλιότερα. Ο Βάσκες υποστηρίζει σθεναρά τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις ατομικές ελευθερίες, την ανεκτικότητα στη διαφορά, τον διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας και στα δημοσιογραφικά του άρθρα τάσσεται υπέρ της νομιμοποίησης των μαλακών ναρκωτικών ή υπέρ του γάμου των ομοφυλόφιλων. «Για τους συμπατριώτες μου είμαι αριστερός», λέει, «και πράγματι, έτσι αντιλαμβάνομαι κι εγώ τον εαυτό μου, ως έναν φιλελεύθερο αριστερό κατά την αγγλοσαξονική παράδοση. Είμαι πολύ καχύποπτος απέναντι στη λαϊκίστικη Αριστερά που απαγορεύει την ελευθερία της έκφρασης, όπως αυτή που κυριαρχεί στη Βενεζουέλα. Τίποτε καλό δεν προέκυψε από τις κυβερνήσεις Τσάβες και Μαδούρο. Η Βενεζουέλα είναι η πιο βίαιη χώρα της Λατινικής Αμερικής, περνά τη χειρότερη φάση της ιστορίας της. Έχω την αίσθηση ότι υπάρχουν και στην Ελλάδα τέτοιες λαϊκίστικες τάσεις. Εύχομαι να μην πέσετε σε αυτή την παγίδα κι εσείς!». Πηγή: www.lifo.gr

17


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Από τη ζωή στα βιβλία και το αντίστροφο Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Πριν από λίγο καιρό παρευρέθηκα στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Γιάννη Μακριδάκη με τίτλο Αντί στεφάνου (Εστία, 2015). Δεν θέλω εδώ να σχολιάσω και να ερμηνεύσω την ίδια τη νουβέλα, που κινείται στην ιδεολογική γραμμή όλων σχεδόν των έργων του συγγραφέα, με έναν νέο ίσως τρόπο να ανατρέπει την εφησυχασμένη κοινωνία: φυσιολατρία, οικολογική ευαισθησία, αντικαταναλωτισμός, ακτιβισμός, αντικομφορμισμός στις επικρατούσες κοινωνικές συνήθειες κ.λπ. Δείτε την κριτική της Έλενας Μαρούτσου «Του ύφους ή του βάθους» (Bookpress, 17.5.2015), όπου σχολιάζεται πιο αναλυτικά το κείμενο, η ιδεολογία του και η σκωπτική του διάθεση. Mολονότι η συγκέντρωση επιδίωκε να παρουσιάσει το βιβλίο και το εν γένει λογοτεχνικό έργο του δημιουργού, η συζήτηση που ακολούθησε περιστράφηκε πολύ περισσότερο στο ίδιο το πρόσωπο και την αντισυμβατική ζωή του, παρά στο κείμενο. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι πως, μολονότι η συγκέντρωση επιδίωκε να παρουσιάσει το βιβλίο και το εν γένει λογοτεχνικό έργο του δημιουργού, η συζήτηση που ακολούθησε περιστράφηκε πολύ περισσότερο στο ίδιο το πρόσωπο και την αντισυμβατική ζωή του (στον οικολογικό ασκητισμό και στην αντικαταναλωτική του συνείδηση) παρά στο κείμενο, το οποίο – αν δεν σφάλλω– δεν το είχαν διαβάσει ακόμη οι περισσότεροι παριστάμενοι/περισσότερες παριστάμενες. 18


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Πόσο, λοιπόν, το βιβλίο (κάθε βιβλίο) αντανακλά τον συγγραφέα και κυρίως πόσο η ανάγνωση μας βγάζει από τις σελίδες του και μας οδηγεί σε μια ευρύτερη σύλληψη της ζωής; Καταρχάς, ως προς το πρώτο ερώτημα οι περισσότεροι πλέον μελετητές τείνουν στο να αποσυνδέσουν το έργο από έναν άγονο βιογραφισμό, που συναρτά ό,τι γράφεται με αυτό που βίωσε ο ίδιος ο συγγραφέας. Κάποιοι μάλιστα, όπως ο Ρολάν Μπαρτ και άλλοι μεταδομιστές, μίλησαν για τον θάνατο του συγγραφέα, εννοώντας ότι το κείμενο γράφεται από την ίδια τη (συλλογική) γλώσσα, μέσω ενός γράφοντος υποκειμένου, που είναι απλώς ο φορέας της. Επανέρχομαι σε πιο «μετριοπαθείς» σκέψεις, καθώς πιστεύω ότι η ζωή του δημιουργού επέδρασε μεν στο δημιούργημά του αλλά κατά την πρόσληψή του ο αναγνώστης συναντά το ίδιο το κείμενο και δεν (πρέπει να) αναζητά τα αυτοβιογραφικά στοιχεία (εν είδει προσωποπαγούς περιέργειας), για να καταξιώσει το αισθητικό προϊόν. Το ίδιο το βιβλίο έχει τη δική του αυτονομία κι είναι υποβάθμισή του να το θεωρούμε απλό παράγωγο της ζωής, βγαλμένο δηλαδή από συγκεκριμένες και μόνο συνθήκες που δεν οδηγούν επαγωγικά στις κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές (διαχρονικές) διαστάσεις του, αν εκλείψει το βιογραφικό υπόβαθρο. H ζωή του δημιουργού επέδρασε μεν στο δημιούργημά του αλλά κατά την πρόσληψή του ο αναγνώστης συναντά το ίδιο το κείμενο και δεν (πρέπει να) αναζητά τα αυτοβιογραφικά στοιχεία (εν είδει προσωποπαγούς περιέργειας), για να καταξιώσει το αισθητικό προϊόν. Το δεύτερο ερώτημα έχει –κατά τη γνώμη μου– πολύ σημαντικότερες πλευρές, βάσει των οποίων μπορούμε να καταλάβουμε τη λογοτεχνία, το γιατί γράφεται και κυρίως το γιατί διαβάζεται. Το πρώτο που προκύπτει από την προηγούμενη ερώτηση είναι ότι, εφόσον ο αναγνώστης διαβάζει ένα λογοτέχνημα, αυτόματα φεύγει από το βιβλίο και (ανα)πλάθει έναν πραγματικό κόσμο στον οποίο εισχωρεί. Όπως στις ταινίες ο θεατής δεν έχει κατά νου ότι βλέπει ένα τεχνητό κατασκεύασμα, έτσι και ο αναγνώστης «αφομοιώνεται» από τη γραφή και εντάσσεται στο κείμενο. Τις περισσότερες φορές αγκιστρώνεται στην υπόθεση και δεν προσέχει συνειδητά τη γλώσσα, τις αφηγηματικές τεχνικές κ.λπ.· ίσως κι αυτό να αποτελεί μια εξήγηση για τη γοητεία των ευπώλητων, που δελεάζουν με μια ιστορία χωρίς περαιτέρω απαιτήσεις. Με άλλα λόγια ο αναγνώστης δεν αποσκοπεί στο βιβλίο αλλά στην πραγματικότητα μέσα και πίσω από το βιβλίο. Επιθυμεί να ταυτιστεί με τους ήρωες, να σεργιανίσει στις πόλεις τους, να προβληματιστεί ή να συναισθανθεί ό,τι συμβαίνει μέσα εκεί. Η αισθητική –που συζητιέται ίσως από τους πιο υποψιασμένους– είναι το πρίσμα, το μέσο, η γέφυρα για να περάσουμε στο νόημα, δεν είναι αυτή καθαυτή ο στόχος. Είναι επομένως λογικό –κι ας μην εθελοτυφλούμε– ο κόσμος να ενδιαφέρεται πρώτα για το «μήνυμα» και το θέμα, πρώτα για αυτό που αφορά (σ)τη ζωή του κι έπειτα (ενδεχομένως) για τα τεχνικά χαρακτηριστικά. Το κοινό δηλαδή δεν προσλαμβάνει ένα βιβλίο με τα γυαλιά της φιλολογίας ή της ιστορίας της λογοτεχνίας, δεν ενδιαφέρεται άμεσα για το στίγμα του έργου στην ιστορία των γραμμάτων και των ιδεών, αλλά για το πώς αυτό αγγίζει το είναι του, δίνει απαντήσεις ή θέτει ερωτήσεις, επιβεβαιώνει ή 19


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

ανατρέπει παγιωμένες αντιλήψεις. Κι αυτό, αν γίνεται ουσιαστικά και όχι εύκολα, δεν είναι λίγο… είναι ίσως το πρώτιστο. Το κοινό δεν προσλαμβάνει ένα βιβλίο με τα γυαλιά της φιλολογίας ή της ιστορίας της λογοτεχνίας, δεν ενδιαφέρεται άμεσα για το στίγμα του έργου στην ιστορία των γραμμάτων και των ιδεών, αλλά για το πώς αυτό αγγίζει το είναι του. Γι’ αυτό, το κοινό που διαβάζει Μακριδάκη και κάθε λογοτέχνη ενδιαφέρεται και για τη ζωή του συγγραφέα (να δει πώς εφαρμόζονται, αν εφαρμόζονται, όσα λέγονται μέσα στο βιβλίο) αλλά και για τα δεδομένα εκείνα (συναισθηματικά, διανοητικά, πολιτισμικά) που θα περάσουν έξω από το χαρτί και θα φτάσουν μέχρι τον αναγνώστη. Το βιβλίο είναι η αφορμή για να σκεφτούμε και να συζητήσουμε κάτι έξω από αυτό, άλλοτε με τον γόνιμο τρόπο (κοινωνικό, πολιτικό, ηθικό) της καλής λογοτεχνίας κι άλλοτε με τον λαϊκίστικο της ευπώλητης. Γι’ αυτό τα ελιτίστικα, ομφαλοσκοπικά και εσωστρεφή, κείμενα του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού δεν αφορούν πολλούς· ίσως (στην καλύτερη περίπτωση) ο ώριμος αναγνώστης ψάχνει μεν μια προχωρημένη γραφή, η οποία να μπορεί όμως παράλληλα να δοκιμάσει το δικό του status και να τον κάνει να ξεφύγει με ουσιαστικό τρόπο από το (τεχνητό) περιβάλλον του κειμένου. Τελικά, η λογοτεχνία οδηγεί και πρέπει να οδηγεί έξω από το βιβλίο και να ανάγεται στην ίδια τη ζωή· όχι όμως στη ζωή του συγγραφέα, αλλά στη ζωή του αναγνώστη, ο οποίος νοηματοδοτεί όσα προσλαμβάνει και τα διασταυρώνει με τα δικά του δεδομένα, τα εμβάλλει στη σκέψη, στην ψυχή, στην καθημερινότητά του, αλλάζοντας σταδιακά και ανεπαίσθητα άποψη, αντίληψη, στάση. Η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι ένα κλειστό σύμπαν αισθητικών αξιών με εσωστρεφή κύκλο συζητήσεων αλλά ένα ενεργό, αεικίνητο, πεδίο ζυμώσεων που επηρεάζουν (δυστυχώς, λίγο) την προσωπικότητα του αναγνώστη και την κοινωνία. Πηγή: http://www.bookpress.gr/

20


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Ο Αϊζάια Μπερλίν και τα προβλήματα της εποχής μας Του Αναστάση Βιστωνίτη

Εννέα δοκίμια κομβικής σημασίας του κορυφαίου ιστορικού των ιδεών που επιβεβαιώνουν τη θέση του στα υψώματα της δυτικής παράδοσης

Τον Αϊζάια Μπερλίν, μείζονα ιστορικό των ιδεών στον 20ό αιώνα, μόλις τα τελευταία χρόνια και θα έλεγα μετά τον θάνατό του το 1997 - τον ανακάλυψε το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, όταν άρχισαν να μεταφράζονται και να εκδίδονται κάποια από τα σημαντικότερα έργα του, τα Τέσσερα δοκίμια περί ελευθερίας, Κόντρα στο ρεύμα και Οι ρίζες του ρομαντισμού (όλα από τις εκδόσεις Scripta που δεν υπάρχουν πλέον και φοβάμαι ότι δεν τα βρίσκει κανείς εύκολα στα βιβλιοπωλεία). Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και Το σαθρό υλικό του ανθρώπου που αποτελείται από εννέα δοκίμια κομβικής σημασίας. Ο έλληνας αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει χωρίς πολλές δυσκολίες την αναλυτική και συνθετική σκέψη του Μπερλίν μολονότι δεν κυκλοφορεί στη γλώσσα μας το έργο συγγραφέων μείζονος σημασίας, όπως του πατέρα της Κοινωνιολογίας Τζιαμπατίστα Βίκο ή του Γιόχαν 21


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Γκόντφριντ Χέρντερ στους οποίους αναφέρεται εκτενώς. Και αυτό γιατί ο Μπερλίν, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό ανήκει στη μεγάλη παράδοση του βρετανικού εμπειρισμού, έχει τη μοναδική ικανότητα να εκθέτει το σύστημα σκέψης των συγγραφέων με τους οποίους ασχολείται με έναν τρόπο άμεσο και απολύτως κατανοητό και να το εντάσσει στο δικό του.

Γοητευτικός δοκιμιογράφος Ο Μπερλίν δεν είναι σπουδαίος μόνον ως στοχαστής, αλλά και ως δοκιμιογράφος πρώτης γραμμής, ένας γοητευτικός συγγραφέας που χειρίζεται τις ιδέες από τον καιρό του Πλάτωνα ως την εποχή του με τρόπο απαράμιλλο, δηλαδή οικειοποιούμενος αλλά και κρίνοντας τη σκέψη των άλλων. Και είναι αναμφισβήτητο γνώρισμα της γοητείας του το ότι ενώ δεν παύει να αναφέρεται, όποτε χρειάζεται, στα αυτονόητα, πουθενά δεν θα συναντήσει κανείς κοινοτοπίες. Πώς γίνεται αυτό; Με τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο ανάγει τα αυτονόητα στο ιστορικό και στο πολιτισμικό πεδίο. Γι' αυτό και ο θεωρητικός που δεν συμφωνεί μαζί του δυσκολεύεται να του αντιπαρατεθεί - και πάντως να τον ξεπεράσει στην ευχέρεια με την οποία αντιπαρατίθεται στις απόψεις των άλλων.

22


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Εξαιρετικά ενδιαφέροντα είναι τα δοκίμιά του για τον σχετικισμό του 18ου αιώνα, που τον θεωρεί κρίσιμο όσον αφορά την κατοπινή ανάπτυξη των ιδεών στον δυτικό κόσμο, και για τον Βίκο. Στα παραπάνω πρέπει να προσθέσουμε και τα δοκίμιά του για τις ουτοπικές ιδέες που σήμερα μοιάζουν να έχουν ξεχαστεί και για τον εθνικισμό. Ιδιοφυής είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδέει τον εθνικισμό με την εμφάνιση και την επικράτηση του ρομαντισμού, ενός μεγάλου κινήματος που η επίδρασή του δεν περιορίζεται στην τέχνη. Η θυελλώδης επιστροφή των ρομαντικών τα τελευταία χρόνια (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το αυξανόμενο ενδιαφέρον για το έργο του Ζαν-Ζακ Ρουσό) τον επιβεβαιώνει. (Ας θυμίσω ακόμη πως ο Μπέρτραντ Ράσελ θεωρούσε ότι ρομαντισμός είχε φιλοσοφικό περιεχόμενο, γι' αυτό και του αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο με τίτλο Το ρομαντικό κίνημα στην Ιστορία της Δυτικής φιλοσοφίας.) Ο σύγχρονος εθνικισμός σπανίως παίρνει τη ρομαντική μορφή που είχε κατά τον 19ο αιώνα αλλά «συνδέεται πολύ στενά με κοινωνικές, θρησκευτικές και οικονομικές αδικίες». Κατά συνέπεια «ο φλογερός εθνικισμός δείχνει να είναι το απαραίτητο συστατικό των σύγχρονων επαναστάσεων». Και αυτά ο Μπερλίν τα έλεγε από το 1972 ακόμη, στο καταληκτικό δοκίμιο αυτού του τόμου το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Foreign Affairs».

«Στα υψώματα της δυτικής παράδοσης» Ο αναγνώστης θα βρει εδώ όλα όσα συνιστούν το σύστημα - κυρίως όμως τα χαρακτηριστικά της σκέψης του Μπερλίν: την ευρύτητα των ιδεών, τη σημασία που δίνει όχι στη γένεση αλλά στον αντίκτυπό τους στις κοινωνίες και στην Ιστορία, το χάρισμα που διαθέτουν μόνον οι αναλυτικοί φιλόσοφοι να περνά από το ένα επίπεδο στο άλλο με μεγάλη άνεση, την ενασχόλησή του με στοχαστές στους οποίους η ιδιοσυγκρασία παίζει βασικό ρόλο, τις γενικές ιδέες που τον συναρπάζουν και μέσω των οποίων ισορροπούν οι ατομικές περιπτώσεις με τα ευρύτερα σύνολα. Το Σαθρό υλικό του ανθρώπου είναι ένα σημαντικό βιβλίο που προσφέρει τη δυνατότητα να εκτιμήσει κανείς, όσες ενστάσεις κι αν έχει, «την εσωτερική ποιότητα και την πνευματική ακτινοβολία του Μπερλίν. Τα δοκίμιά του επιβεβαιώνουν τη θέση του στοχαστή στα υψώματα της δυτικής παράδοσης», όπως καταλήγει πολύ ωραία στον πρόλογό του ο Νικόλας Σεβαστάκης.

Ντε Μεστρ: ιεροεξεταστής και δήμιος Ο Μπερλίν διαθέτει μια σπάνια αρετή: να εκτιμά τον αντίπαλο όταν ο τελευταίος έχει αναπτύξει μια συνεκτική και συνεπή ως προς τις αρχές της θεωρία κι έτσι ο δικός του λόγος να 23


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

είναι πολύ ανατρεπτικότερος εκείνου που χρησιμοποιούν όσοι επιλέγουν την άμεση σύγκρουση. Και από την άποψη αυτή περίοπτη θέση στο βιβλίο «κατέχει το κείμενο για τον Ζοζέφ ντε Μεστρ, τον απηνή πολέμιο του Διαφωτισμού και κεντρικό στοχαστή της αντεπανάστασης», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά στον πρόλογό του ο Νικόλας Σεβαστάκης, καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Αξίζει να σταθούμε στο δοκίμιο αυτό που φέρει τον τίτλο Joseph de Maistre και οι απαρχές του φασισμού για δύο λόγους: πρώτον, επειδή εξηγεί το μίσος των ναζιστών για τη Γαλλική Επανάσταση και, δεύτερον, γιατί σήμερα έχουμε την επιστροφή του κοινωνικού δαρβινισμού με άλλες μορφές (οικονομικής φύσεως κυρίως). Ο αναγνώστης έχει επιπλέον το πλεονέκτημα να καταφύγει και στα δύο βιβλία του Ντε Μεστρ που κυκλοφορούν στη γλώσσα μας: τις Διευκρινίσεις επί των θυσιών (εκδόσεις Πολύτροπον, 2006) και το Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως (εκδόσεις Καστανιώτη, 1999). Είναι το εκτενέστερο κείμενο του βιβλίου. Στην ελληνική έκδοση καλύπτει 120 σελίδες. Τι ήταν ο Ντε Μεστρ; Ο Μπερλίν παραπέμπει στον Εμίλ Φαγκέ: «Σκληρός απολυταρχικός, μανιώδης θεοκράτης, αδιάλλακτος νομιμόφρονας, απόστολος μιας τερατώδους τριάδας συντιθέμενης από τον πάπα, τον βασιλέα και τον δήμιο, πάντοτε και παντού ο υπέρμαχος του πιο ωμού, του πιο σχολαστικού και του πιο άκαμπτου δογματισμού, σκοτεινή φιγούρα που βγήκε από τον Μεσαίωνα, εν μέρει πολυμαθής σοφός, εν μέρει ιεροεξεταστής, εν μέρει δήμιος».

«Η γέννηση είναι αμαρτία»! Ο τρομερός εκείνος στοχαστής, ο οποίος γεννήθηκε το 1753 στο Σαμπερί της Σαβοΐας και πέθανε το 1821 στο Τουρίνο, στα νιάτα του υπήρξε ελευθεροτέκτονας, και μάλιστα με ελαφρώς φιλελεύθερες απόψεις. Η ολική του μεταστροφή επήλθε το 1789 με το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Μπερλίν παρακολουθεί τη ζωή παράλληλα με την ανάπτυξη της σκέψης του Ντε Μεστρ ο οποίος - σε αντίθεση με τον Ρουσό που έλεγε πως ο άνθρωπος είναι ελεύθερος αλλά βρίσκεται παντού αλυσοδεμένος - υποστήριζε πως ούτε ισότητα ούτε ελευθερία υπάρχει, αφού «η γέννηση είναι αμαρτία». Όπως τον ερμηνεύει ο Μπερλίν, για τον Μεστρ «οι άνθρωποι ανέχονται ο ένας τον άλλον χάρη στην κοινωνία, χάρη στο κράτος, το οποίο καταστέλλει τις εκτροπές της αδέσμευτης ατομικής κρίσης». Τι πρέπει λοιπόν να γίνει; Για να υπάρχει το ανθρώπινο γένος και να μην αλληλοσπαράσσεται είναι αναγκαίο να τεθεί «υπό τον διττό ζυγό της Εκκλησίας και του κράτους», δηλαδή ο άνθρωπος «να εκμηδενιστεί, να απορροφηθεί στον Λόγο του έθνους» ώστε η ατομική του ύπαρξη «να μετασχηματιστεί σε ένα άλλο - κοινοτικό - ον». Να παραδοθεί επομένως - όχι να συναινέσει. «Κάθε ατομική αντίσταση στο όνομα φανταστικών δικαιωμάτων ή αναγκών θα εξανέμιζε τον κοινωνικό και μεταφυσικό ιστό, ο οποίος έχει τη δύναμη της ζωής».

24


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Δεν είναι λοιπόν ανεξήγητο που ο Ντε Μεστρ θεωρεί πως η βία ενυπάρχει στην καρδιά των πραγμάτων και πως μόνο η απόλυτη εξουσία μπορεί να την ασκεί ελεύθερα ώστε να διασφαλίζεται η ενότητα, αφού το κράτος έχει αυτόνομη ζωή ανεξάρτητη από τα άτομα, και άρα το δικαίωμα να ασκεί βία για να διασφαλίζει όχι μόνο την επιβίωσή του αλλά και την κοινωνική ειρήνη. Τα παρακάτω τα οποία γράφει για τον ρόλο του δημίου στη μονολιθική κοινωνία που υποστηρίζει μπορεί μεν να προκαλούν απέχθεια, ωστόσο συνιστούν ακραία συνέπεια του σκεπτικού του: «Κανένας ηθικός έπαινος δεν φαίνεται κατάλληλος γι' αυτόν. Οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να υποτεθεί ότι έχει σχέση με ανθρώπινα όντα. Αυτός δεν έχει καμία. Κι όμως, κάθε μεγαλείο, κάθε εξουσία, κάθε πράξη υποταγής θεμελιώνεται στον δήμιο». Επομένως οι «ηλίθιοι», «μοχθηροί» και «αδύναμοι» άνθρωποι οφείλουν να υφίστανται όλα τα μαρτύρια και οι κύριοί τους να επιβάλλουν ανελέητα τους κανόνες και να εξοντώνουν εξίσου ανελέητα τους εχθρούς. Ποιοι είναι οι εχθροί; Είναι εκείνοι που «ρίχνουν στάχτη στα μάτια του λαού»: οι προτεστάντες, οι γιανσενιστές, οι ντεϊστές, οι αθεϊστές, οι ελευθεροτέκτονες, οι Εβραίοι, οι δημοκράτες, οι επιστήμονες, οι ιακωβίνοι, οι φιλελεύθεροι, οι ωφελιμιστές, οι αντικληρικαλιστές, οι ιδεαλιστές, οι νομικοί, οι δημοσιογράφοι, οι πάσης φύσεως διανοούμενοι, οι μεταρρυθμιστές και οι επαναστάτες. «Αυτός είναι ο κατάλογος που μάθαμε καλά έκτοτε» λέει ο Μπερλίν και συμπληρώνει: «Συγκεντρώνει για πρώτη φορά, και με ακρίβεια, την κατάσταση των εχθρών του μεγάλου αντεπαναστατικού κινήματος που κατέληξε στον φασισμό. Ο Μεστρ επιχειρεί να στρέψει ενάντια στη νέα και σατανική τάξη που έκανε την ολέθρια επανάσταση πρώτα στην Αμερική και μετά στην Ευρώπη όλη τη βία και τον φανατισμό που πίστευε ότι εξαπέλυσαν οι επαναστάτες στην οικουμένη». Δεν πρόκειται λοιπόν απλώς για ακραία έκφραση του αυταρχισμού αλλά για κάτι «τρομακτικά μοντέρνο». Το όραμα του Ντε Μεστρ με όλες του τις κατοπινές μεταμφιέσεις «αποτελεί την καρδιά των ολοκληρωτισμών». Δεν απορούμε ως εκ τούτου γιατί ο Μπερλίν θεωρεί τον Ντε Μεστρ έναν τρομακτικό προφήτη της εποχής μας που κατάφερε με το πρόσχημα της ιστορικής ανάλυσης να οραματιστεί την ολοκληρωτική κοινωνία που ο ναζισμός επέβαλε 130 χρόνια αργότερα. Επέμεινα στο δοκίμιο αυτό επειδή εξηγεί την πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική πρόκληση που συνιστούν όλες οι μορφές φασισμού που έζησε και πλήρωσε η ανθρωπότητα πληρώνοντας βαρύτατο τίμημα. Στο σύστημα του Ντε Μεστρ ο Μπερλίν εντάσσει πλήθος διανοουμένων και θεωρητικών του φασισμού που παρουσιάστηκαν. Το να εκτιμάς τον αντίπαλο δεν σημαίνει και ότι τον θαυμάζεις. Ορισμένοι νεότεροι θεωρητικοί, όπως ο Ζεβ Στέρνελ, κατηγόρησαν τον Μπερλίν ότι είναι εναντίον των ιδεών του Διαφωτισμού. Αλλά ένας ιστορικός των ιδεών που σαν τον Μπερλίν υποστηρίζει τον πλουραλισμό, είναι εναντίον του σχετικισμού και πιστεύει πως η πολυμορφία είναι η 25


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

ιδεωδέστερη συνθήκη για να συνυπάρχουν οι άνθρωποι, οι πολιτισμοί και οι κοινωνίες δεν μπορεί παρά να έχει κριτική στάση απέναντι σε κάθε σύστημα και κάθε ιδεολογία που διεκδικεί όλο το πεδίο του επιστητού. Ας θυμίσω εν κατακλείδι πως κριτική στάση έναντι του Διαφωτισμού (μολονότι η οπτική τους ήταν διαφορετική) είχαν και δύο από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Σχολής της Φρανκφούρτης: ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ. Πηγή: http://www.tovima.gr/

«Ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο νέοι» Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

Αν και διάβασα πολύ, ήπια ακόμα περισσότερο. Έγραψα πολύ λιγότερο απ’ τους περισσότερους ανθρώπους που γράφουν, αλλά ήπια πολύ περισσότερο απ’ τους περισσότερους ανθρώπους που πίνουν. Μπορώ να λογαριάζω τον εαυτό μου μεταξύ εκείνων για τους οποίους ο Μπαλτάσαρ Γκραθιάν, αναφερόμενος σε μια ελίτ ευδιάκριτη μόνον ανάμεσα στους Γερμανούς –αλλά εν προκειμένω αδικώντας υπερβολικά τους Γάλλους, όπως νομίζω ότι έχω ήδη δείξει– θα έλεγε: «Υπάρχουν κάποιοι που μέθυσαν μόνο μια φορά, αλλά αυτό κράτησε για όλη τους τη ζωή». Γκι Ντεμπόρ, Πανηγυρικός

26


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Δέστε την ιστορία των ιδεών. Το αλκοόλ λύνει τη γλώσσα. Είναι η πνευματικότητα τραβηγμένη έως τον παραλογισμό της λογικής, είναι ο νους που προσπαθεί να κατανοήσει μέχρι τρέλας γιατί να υπάρχει η κοινωνία αυτή, τούτη η Βασιλεία της Αδικίας. Μαργκερίτ Ντυράς, Αυτοβιογραφία

Το αλκοόλ βιώνεται σε πλήρη συμφιλίωση με την καθημερινή ζωή. Διατηρώντας φιλίες με το νερό, με το γέλιο, με το φιλί και με το κλάμα αναδείχνεται σε ισόβιο συνοδό τής ύπαρξης. Κωστής Παπαγιώργης, Περί Μέθης

«Έζησα μόνη με το αλκοόλ καλοκαίρια ολόκληρα», σημειώνει στην Αυτοβιογραφία της η Μαργκερίτ Ντυράς (μτφ. Βικτωρία Τράπαλη, εκδ. Εξάντας). Αφού μας εκμυστηρευτεί σε τι είδος μέθης προτιμούσε να ενδίδει, ο Γκι Ντεμπόρ θα μιλήσει κι αυτός για καλοκαίρια αλλά και για κάποιους χειμώνες απομόνωσης στο κτήμα του, στο Σαμπό: «Το σπίτι έμοιαζε ν’ ανοίγεται κατευθείαν στο Γαλαξία. Τη νύχτα, τα πιο κοντινά αστέρια, τη μια στιγμή έλαμπαν έντονα και την επομένη έσβηναν στο πέρασμα μιας ελαφριάς ομίχλης. Το ίδιο και οι συζητήσεις, οι γιορτές μας, οι συναντήσεις, και τα έντονα πάθη μας. Ήταν μια ευχάριστη και εντυπωσιακή μοναξιά. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ήμουν μόνος: ήμουν με την Αλίς» (Πανηγυρικός, μτφ. Κώστας Οικονόμου, εκδ. Ελεύθερος Τύπος). «Το αλκοόλ ξεκινάει με το ν’ απηχεί τη μοναξιά και καταλήγει με το να σε κάνει να την προτιμάς από καθετί άλλο. Δεν είναι απαραίτητο ότι όποιος πίνει θέλει και να πεθάνει, όχι», λέει πάλι η Ντυράς. «Μας λείπει ένας Θεός», συνεχίζει. «Το κενό που ανακαλύπτουμε κάποια μέρα της εφηβείας μας, πώς να το καλύψουμε με κάτι που ποτέ δεν υπήρξε; Το αλκοόλ φτιάχτηκε για να αντέχεται το κενό του σύμπαντος, η ισορροπία των πλανητών, η ατάραχη κυκλική τους τροχιά μες στο διάστημα, η σιωπηλή τους αδιαφορία προς τον τόπο της δικής σας οδύνης. Ο άνθρωπος που πίνει είναι ένας άνθρωπος διαπλανητικός. Σ’ έναν χώρο διαπλανητικό κινείται». Ο Ντεμπόρ, με την πάντα βαθιά ειρωνεία του, με τον πάντα ελλειπτικό, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά σαφή λόγο του, αφήνει στην άκρη τέτοιες βασυσήμαντες υπερασπιστικές γραμμές του αλκοόλ και συνοψίζει τη δική του ως εξής: «Ορισμένοι από τους λόγους για τους οποίους πίνω είναι εξάλλου σεβαστοί. Όπως ο Λι Πο, μπορώ όντως να διακηρύξω αυτή την ευγενή ευχαρίστηση: "Τριάντα ολόκληρα χρόνια έκρυβα τη φήμη μου στα καπηλειά"». Τόσο η Ντυράς όσο και ο Ντεμπόρ θα μιλήσουν για τα πρώτα σκιρτήματα αυτού του έρωτα για το ποτήρι. Καθένας με τον τρόπο του, αισθάνονται την ανάγκη μιας αναδρομής στο παρελθόν, την ανάγκη του εντοπισμού της εναρκτήριας κίνησης προς το θάμβος και την άλω του ποτού. «Άρχισα να πίνω σε πάρτι, σε πολιτικές συγκεντρώσεις, πρώτα από κανένα ποτηράκι κρασί, ύστερα ουίσκι... Στην αρχή έπινα ουίσκι, ρακί, αυτό που εγώ λέω ανούσια ποτά, βοτάνι της Βελέη, ό,τι χειρότερο όπως λένε για το συκώτι. Τελευταία άρχισα να πίνω κρασί, και δεν το έχω ποτέ από τότε κόψει», θα πει η Ντυράς. «Αρχικά αγάπησα, όπως όλος ο κόσμος», λέει ο 27


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Ντεμπόρ, «την αίσθηση της ελαφράς μέθης, στη συνέχεια αγάπησα, πολύ σύντομα, αυτό που βρίσκεται πέρα από το άγριο μεθύσι, όταν έχεις ήδη ξεπεράσει το στάδιο αυτό: μια μεγαλειώδη και φοβερή γαλήνη, την αληθινή αίσθηση του περάσματος του χρόνου».

O Malcolm Lowry

«Τα σέβη μας κύριε Τζόφρεϊ Φέρμιν! Μακάριοι οι δραματουργοί που βρίσκουν τη φλέβα η οποία μεταβάλλει την μποτίλια σε μελανοδοχείο», γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης. Πράγματι, με το Κάτω από το Ηφαίστειο (μτφ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Αστάρτη) και πλάθοντας τον πρόξενο Φέρμιν, ο Λόουρι έδειξε πόσο γόνιμα μπόρεσε να μεταβεί από το χάος στο χαρτί, από την μποτίλια στο μελανοδοχείο. Στη σκιά που απλώνει η τραγωδία, ελλοχεύει πάντα το χιούμορ, έτοιμο να απαλύνει την οδύνη, να της προσφέρει λέξεις ικανές να την απομακρύνουν για λίγο, να την μεταμφιέσουν σε πνευματώδες παιχνίδι. Ο Λόουρι γράφει το απόλυτο μυθιστόρημα για τη μέθη. Ο Πρόξενος, el Consul, ανηφορίζει την Κάγιε Νικαράγουα, κουβαλώντας τις ενοχές του («τις τύψεις μου φορτώθηκα», όπως λέει θαυμάσια κι ένα παλιό ελληνικό τραγούδι), και ιδού πώς καταφέρνει να ξεγελάσει το βούισμα και το βάρος αυτών των ενοχών: «Ποτέ ο δρόμος ως την κορυφή του λόφου δεν του είχε φανεί τόσο μακρύς. Ο δρόμος με τις σκόρπιες σπασμένες πέτρες τού έμοιαζε ν’ απλώνεται μακριά ως το άπειρο, σαν μια ολόκληρη ζωή αγωνίας. Σκέφτηκε: 900 πέσος = 100 μποτίλιες ουίσκι = 900 μποτίλιες τεκίλα. Συμπέρασμα: δεν θα ’πρεπε κανείς να πίνει ούτε ουίσκι ούτε τεκίλα αλλά μεσκάλ». 28


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Ο Φέρμιν λέει ότι πίνει σαν να παίρνει μιαν αιώνια μετάληψη, σπαράσσεται ανάμεσα στις ιδιότητες της μέθης που τον κάνουν ελεεινό προφήτη και σ’ εκείνες που αποτελούν ένα είδος ευλογίας, λύτρωσης (έστω εφήμερης) από κάθε ίχνος βαναυσότητας, από κάθε νεύμα της αναισθησίας και της πολυπλόκαμης βίας που κατισχύει στον κόσμο. Μετράει πια τον καιρό με τις μποτίλιες:

Η Marguerite Duras

«Ο Πρόξενος χαμήλωσε τα μάτια του. Πόσες μποτίλιες είχαν περάσει από τότε; Μέσα σε πόσα ποτήρια, σε πόσα μπουκάλια είχε κρυφτεί, μόνος του από τότε; Ξαφνικά τις είδε μπροστά του, τις μποτίλιες με το αγκουαρντιέντε, το ανίς, το χέρες, το Χάιλαντ Κουήν, τα ποτήρια, μια βαβέλ από ποτήρια –να ορθώνεται στον αέρα σαν τον καπνό του τρένου– ψηλά ως τον ουρανό και μετά να γκρεμίζεται, τα ποτήρια να πέφτουν και να γίνονται κομμάτια, να πέφτουν κατρακυλώντας από τους Κήπους Χενεραλίφε, οι μποτίλιες να σπάζουν, μποτίλιες από Οπόρτο, τίντο, μπλάνκο, μποτίλιες του Περνό, Οξυζενέ, αψέντι, μποτίλιες σπασμένες, μποτίλιες πεταμένες, που πέφτουν με βρόντο στο χώμα των πάρκων, κάτω από παγκάκια, κρεβάτια, καθίσματα του σινεμά, κρυμμένες σε συρτάρια στα Προξενεία, μποτίλιες του Καλβαντός που πέφτουν και σπάνε ή γίνονται θρύψαλα, μποτίλιες που πετιούνται στους σωρούς με τα σκουπίδια ή στη θάλασσα, τη Μεσόγειο, την Κασπία, την Καραϊβική, μποτίλιες που αρμενίζουν στον ωκεανό, νεκροί Σκωτσέζοι στα Ψηλά Βουνά του Ατλαντικού – και τώρα τις είδε, τις μύρισε όλες από την αρχή – μποτίλιες, μποτίλιες, μποτίλιες και ποτήρια, ποτήρια από μπίτερ, από Ντυμπονέ, από Φάλσταφ, Ράι, Τζόνι Γουόκερ, Βιέ Ουίσκι, Καναδέζικο blanc, τα απεριτίφ, τα χωνευτικά, τα καρτούτσα, τα διπλά, τα noch ein Herr Obers, τα et glas Αράκ, τα tusen taks, τις μποτίλιες, τις μποτίλιες, τις όμορφες μποτίλιες της τεκίλας, και τα φλασκιά, τα φλασκιά, τα εκατομμύρια φλασκιά με το όμορφο μεσκάλ...»

29


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Αξεπέραστη σύνοψη του τι σημαίνει ν’ αγαπάς τη νιότη και τη ζωή, παράφορα και περιφρονώντας τις όποιες οδυνηρές νύξεις της εξουθένωσης, και συνάμα να ξέρεις πόσο λίγο θα διαρκέσει αυτή η νιότη κι αυτή η ζωή –μια επίγνωση που μπορεί να σε κάνει ακόμη πιο σπάταλο σε όλα, και ιδίως στη φιλία, στον έρωτα και στη γιορτή– είναι η φράση που τόσο αγαπήσαμε εμείς οι happy few από τότε που τη διαβάσαμε, συγκινημένοι και συγκλονισμένοι, στον Πανηγυρικό: «Jamais plus nous ne boirons si jeunes» («Ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο νέοι»). Ω, πόσα μπορεί να πει μια παροιμία των παλιών καλών γλεντζέδων της Ωβέρνης! Πηγή: http://www.bookpress.gr/

30


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Τα κακόφημα σπίτια της Λίλας Κονομάρα.

«Τα Βούρλα, στον Πειραιά», γράφει η Λιλίκα Νάκου «ήταν τότε ο χώρος όπου μάζευε η αστυνομία τις πόρνες του δρόμου. Περιτριγυρισμένος με τείχη, ήταν πελώριος, δυο φορές περίπου σαν το Σύνταγμα, και μέσα είχε κτίσματα χωριστά όπου κατοικούσαν οι γυναίκες». Για τα Βούρλα, μας μιλάει και ο Καραγάτσης στο Δέκα (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας). «Προχώρησε στην οδό Αγίου Διονυσίου, που είναι προέκταση της Ακτής Κονδύλη. Ερημιά και μισοσκόταδο εξόν από ένα οικοδομικό τετράγωνο δεξιά – κάτι ανάμεσα σπίτι και φρούριο – που καταυγαζόταν από πολλά δυνατά λαμπιόνια. Ήταν οι Δικαστικές Φυλακές, τα παλιά Βούρλα, ο απαισιότερος οίκος ανοχής που υπήρξε στην Ελλάδα. Μόνον όποια δεν την ήθελαν τα οργανωμένα σε ιδιωτικές επιχειρήσεις “σπίτια” καταντούσε στα Βούρλα. Νοίκιαζε μια καμαρούλα και δούλευε για λογαριασμό της, δίχως “μαμά”. Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Μολονότι την τάξη την κρατούσε ιδιαίτερο αστυνομικό τμήμα, εγκατεστημένο μέσα στον πορνοσυνοικισμό, οι κάθε λογής ρουφιάνοι και σωματέμποροι είχαν εκεί το στέκι τους κι εκμεταλλεύονταν τις γυναίκες με τον εκφοβισμό και την τρομοκρατία, κάμοντάς τους το βίο αβίωτο. Ένεκα τούτου, καταπώς είπαμε, μόνον οι απόκληρες της δουλειάς κατέληγαν στα 31


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Βούρλα, όταν δεν μπορούσαν να δουλέψουν μέσα στην ασφάλεια του καθιερωμένου μπορντέλου».

Τοποθετημένα στις παρυφές της πόλης, σε συγκεκριμένες συνοικίες που χαρακτηρίζονται κακόφημες, οι οίκοι ανοχής είναι τόποι που κινούνται έξω από τον ευρέως αποδεκτό χώρο, νησίδες που λειτουργούν παράλληλα με τον υπόλοιπο κόσμο και διέπονται από τους δικούς τους κανόνες. Ο Φουκώ τους συγκαταλέγει μαζί με τα ψυχιατρεία, τις φυλακές, τα πλοία, τα μουσεία και άλλα στους χώρους που ονομάζει “ετεροτοπίες”. Σύμφωνα με το νόμο άλλωστε, πρέπει να απέχουν τουλάχιστον 200 μέτρα από πλατείες, πάρκα, ναούς, παιδικές χαρές και σχολεία. Τα πορνεία είναι επίσης στενά συνδεδεμένα με τα λιμάνια, στην Ελλάδα δε η μοίρα τους εξαρτάται απόλυτα από την παρουσία ξένων στόλων, πράγμα που καθίσταται εμφανές σε ταινίες όπως τα Κόκκινα φανάρια ή το Ποτέ την Κυριακή που εκτυλίσσονται στα χαμαιτυπεία της Τρούμπας. Μα και στην αρχαιότητα, τα πορνεία βρίσκονταν κοντά στον Κεραμεικό και στο λιμάνι του Πειραιά. Όσο μεγαλύτερος είναι ο χώρος που μεσολαβεί ανάμεσα στο δρόμο και το δωμάτιο, ανάμεσα στη φαντασίωση και στην πραγμάτωσή της, τόσο πιο πολυτελής είναι ο οίκος ανοχής. Ο εσωτερικός διάκοσμος είναι περίπου πάντα ο ίδιος: ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι, ένα κομοδίνο μ’ ένα αμπαζούρ, ένα λαβομάνο, ένας καθρέφτης. Το κόκκινο χρώμα κυριαρχεί συνήθως, αν και στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μάριο Βάργκας Λιόσα (μτφρ. Κ. Τζωρίδου, εκδ. Καστανιώτη), ο δον Ανσέλμο, ο ιδιοκτήτης του περιβόητου πορνείου, δίνει εντολή να βαφτεί ολόκληρο πράσινο. «Το βάφτισαν αμέσως: “Το Πράσινο Σπίτι”. Δεν τους διασκέδαζε όμως μονάχα το χρώμα, αλλά και η παράξενη διαρρύθμισή του. Αποτελούνταν από δυο ορόφους… Ο δεύτερος όροφος περιλάμβανε έξι μικροσκοπικά δωμάτια, παραταγμένα μπροστά σ’ έναν διάδρομο με ξύλινο παραπέτο που έβγαινε πάνω από το σαλόνι του πρώτου ορόφου». Διαρρύθμιση κατάλληλη για να μπορεί να παρατάσσεται το εμπόρευμα και να επιλέγει ο πελάτης. «Ο δον Ανσέλμο μας παράγγειλε ένα γραφείο, έναν πάγκο μπαρ ακριβώς ίδιο με του “Άστρου του Βορρά” και μισή ντουζίνα κρεβάτια, έξι λαβομάνα, έξι καθρέφτες, έξι δοχεία νυκτός». Μπαίνοντας, οι γυναίκες χάνουν την ταυτότητά τους, έχουν μόνο ένα υποκοριστικό ή ένα παρατσούκλι, γίνονται ένα επιπλέον αντικείμενο στο χώρο. «Η βία μετατρέπει σε πράγμα αυτόν που την υφίσταται», έλεγε η Σιμόν Βέιλ. Καμπαρέ, χαμαιτυπεία, μπουντουάρ, φτωχικές κάμαρες αλλά και πολυτελή δωμάτια, τα πορνεία τροφοδότησαν τη φαντασία και ενέπνευσαν πολλούς συγγραφείς. Το 1931, άνοιξε τις πόρτες της στο Παρίσι η «Σφίγγα», οίκος ανοχής που έγινε διάσημος, με έμβλημά του «βλέπεις τα πάντα, ακούς τα πάντα και δεν λες τίποτα». Φιλοξένησε διάσημους συγγραφείς όπως τον Μπλεζ Σαντράρ και τον Σιμενόν ο οποίος, εμπνευσμένος από εκεί έγραψε το μυθιστόρημα Στο

32


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

μεγάλο 13 με το ψευδώνυμο Gom Gut. Η εικόνα των χώρων αυτών διφορούμενη, αμφιλεγόμενη, όπως και η αντίληψη και τα συναισθήματα της εκάστοτε κοινωνίας γι’ αυτά.

Τα πορνεία δεν καταργούν τις ταξικές διαφοροποιήσεις, αντίθετα τις συντηρούν: οι φτωχοί επισκέπτονται εκείνα που βρίσκονται στις παρυφές της πόλης, ενώ οι πλούσιοι πολυτελή οικήματα στις κεντρικές συνοικίες. Χώροι ανοικτοί στον καθένα μα και ταυτόχρονα κλειστοί – στη Γαλλία ονομάζονταν maisons closes δηλαδή κλειστά σπίτια – περιορισμένοι, επιτηρούμενοι, η πρόσβασή τους απαιτεί την καταβολή ενός αντιτίμου. Αντίθετα με τα ευυπόληπτα σπίτια, δεν διαθέτουν κανένα εξωτερικό στολίδι, κανένα διακριτικό πέραν κάποιου ιδιαίτερου φωτισμού, κατάλοιπο μάλλον των μεσαιωνικών κόκκινων φαναριών. Ζωντανεύουν τη νύχτα, τις ώρες που όλα τα άλλα σπίτια ησυχάζουν. Οι επισκέπτες τους εισέρχονται στα κρυφά, με χίλιες προφυλάξεις. Τόποι απολαύσεων, συνδεδεμένοι με κρασί, φαγητό και θεάματα, όπου βρίσκει κανείς «ό,τι καλύτερο υπάρχει στη ζωή» σύμφωνα με τον Φλωμπέρ. Χώροι μετάβασης από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Κάθε τι το απαγορευμένο αλλού, είναι εδώ αποδεκτό. Πηγή φαντασιώσεων, ηδονών, απολαύσεων μα και απέραντης θλίψης και δυστυχίας. Ναοί του σώματος, του νεαρού, του σφριγηλού, του ωραίου που απολαμβάνει και χαρίζει απόλαυση, μα και του πάσχοντος σώματος. Καταφύγιο των εύρωστων και κοινωνικά ευυπόληπτων αλλά και των καταφρονεμένων, των ανάπηρων, των κάθε λογής απόβλητων. Τόποι όπου η ψυχική ευφορία του ενός προϋποθέτει την ψυχική καταρράκωση του άλλου. Οι εταίρες στην αρχαία Ελλάδα και αργότερα οι γκέισες στην Ιαπωνία, γυναίκες με υψηλή μόρφωση, κατείχαν ιδιαίτερη θέση, όπως μαρτυρούν πολλά κείμενα. Με την έλευση του Χριστιανισμού, η πορνεία συνδέθηκε με τη διαφθορά, την εξαχρείωση, τις κάθε λογής ασθένειες. Οι Βικτωριανοί αποκαλούσαν την πορνεία «Μεγάλο Κοινωνικό Κακό» και επιχείρησαν την καταστολή και κατάργηση των οίκων ανοχής, ενώ σε άλλες εποχές προτιμήθηκε η νομιμοποίησή τους και η χωροταξική κατανομή τους. Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα το φαινόμενο παίρνει μεγάλη έκταση. Μπαλζάκ, Ζολά, Φλωμπέρ, Ευγένιος Συ, Μωπασάν, ο ρεαλισμός κάνει κυρίαρχο θέμα του την πορνεία. Η φιγούρα της εκδιδόμενης γυναίκας παρουσιάζει και αυτή δύο όψεις. Σε ορισμένους συγγραφείς, η γυναίκα γίνεται θύμα εκμετάλλευσης κάποιων ανδρών ή αναγκάζεται να οδηγηθεί στην πορνεία όπως η Φαντίν στους Άθλιους του Ουγκώ, η Νάνσυ στον Όλιβερ Τουίστ ή η Σόνια στο Έγκλημα και τιμωρία. Σε άλλες περιπτώσεις, η πορνεία αποτελεί για κάποιες συνειδητή επιλογή στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την αθλιότητα και να ζήσουν, όπως η Νανά, μέσα στις ανέσεις και την πολυτέλεια. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι τον 19ο αιώνα, η μόνη εναλλακτική για τις φτωχές γυναίκες ήταν δουλειά με εξαντλητικά ωράρια και απάνθρωπες συνθήκες σε κάποιο εργοστάσιο. Αγία και πόρνη, θύμα και θύτης ταυτόχρονα, η εκδιδόμενη γυναίκα εμφανίζεται στη λογοτεχνία αριβίστρια, άπληστη, σκληρή απ’ τη μια, τραγική ηρωίδα, γεμάτη συμπόνια και 33


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

αυταπάρνηση παρότι περιφρονημένη, στιγματισμένη, στο περιθώριο της ζωής. Με την Χοντρομπαλού, ο Μωπασάν χρησιμοποιεί την πόρνη σαν έναν καθρέφτη που αντανακλά την υποκρισία των αστών. Χάρη στη γενναιοδωρία ψυχής και τη μεγαλοσύνη αυτής της ηρωίδας, δέκα άνθρωποι διαφεύγουν τον πόλεμο, κανείς τους όμως δεν δέχεται την άλλη μέρα το πρωί να μοιραστεί το φαγητό μαζί της. Η Μαργαρίτα Γκωτιέ στην Κυρία με τας καμελίας του Α. Δουμά, διάσημη εταίρα που ζει μέσα στην πολυτέλεια συντηρούμενη από τους εραστές της, εγκαταλείπει τον Αρμάνδο, τον άνδρα που ερωτεύεται, για να μη σταθεί εμπόδιο στη σταδιοδρομία του. Η Λίζι, η Αξιοσέβαστη πόρνη του Σαρτρ, αρνείται να ψευδομαρτυρήσει κατά ενός αθώου μαύρου διότι το θεωρεί ανήθικο. Η μαντάμ Ορτάνς στο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του Ν. Καζαντζάκη, διάσημη πόρνη που γνώρισε πλούτη και μεγαλεία, εκπλήσσει με την αφοπλιστική της αθωότητα και την επιθυμία της, έστω και στα γεράματα, να παντρευτεί. Ο Μπαλζάκ και ο Ζολά με τη διάσημη Νανά, αντίθετα, παρουσιάζουν την κοκότα πολυτελείας, τη μοιραία γυναίκα που προκαλεί την ηθική και οικονομική καταστροφή πολλών ανδρών. Ο Μπωντλέρ πάλι συχνάζει στα πορνεία και επιδίδεται σε κάθε είδους απολαύσεις επιθυμώντας μέσω των “τεχνητών παραδείσων” να «συλλέξει το Ωραίο που ενυπάρχει στο κακό». Στα Άνθη του κακού, ανάμεσα στα ποιήματα που είναι αφιερωμένα σε γυναίκες, ορισμένα αφορούν την πόρνη Σάρα και τη μιγάδα Ζαν Ντυβάλ που συμβόλιζαν γι’ αυτόν το πάθος, τη σαρκική απόλαυση, την ομορφιά μέσα στην κακία, τη βία και την πτώση. Ας μην ξεχνάμε μάλιστα ότι για κάποια απ’ αυτά τα ποιήματα το βιβλίο απαγορεύτηκε με την κατηγορία της προσβολής της δημοσίας αιδούς. Τα πορνεία είναι και ο χώρος όπου συναντιούνται ο έρωτας κι ο θάνατος, η νεότητα και το γήρας. Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών στη νουβέλα του Γιασουνάρι Καβαμπάτα (μτφρ. Έφη Κουκουμπάνη-Πολυτίμου, εκδ. Καστανιώτη) είναι ένας οίκος ανοχής που απευθύνεται σε ηλικιωμένους άντρες οι οποίοι πληρώνουν για να περάσουν τη νύχτα τους ξαπλωμένοι δίπλα σε γυμνές παρθένες που έχουν ναρκωθεί. Ο ήρωας αναστοχάζεται τη ζωή του, ο ερωτισμός διαπλέκεται με την αίσθηση του επερχόμενου θανάτου και της τραγωδίας των γηρατειών. «Η απεραντοσύνη που κάλυπταν οι σεξουαλικές σχέσεις των ανθρώπων, το αβυσσαλέο βάθος τους, πόσο απ’ αυτό άραγε είχε γνωρίσει στα εξήντα εφτά του χρόνια ο γερο-Εγκούτσι; Και γύρω από τους γέρους καινούρια σάρκα, νεανική σάρκα, όμορφη σάρκα γεννιόταν ασταμάτητα. Μήπως το μυστικό που έκρυβε αυτό το σπίτι ήταν η επιθυμία των θλιμμένων γέρων για το όνειρο που δεν είχε τελειώσει ποτέ, η θλίψη των ημερών που είχαν χαθεί χωρίς καν να τις έχουν ζήσει; Ο Εγκούτσι την πρώτη φορά που είχε έρθει είχε σκεφτεί ότι τα κορίτσια που δεν ξυπνούσαν πρόσφεραν απόλυτη ελευθερία στους γέρους, μια ελευθερία χωρίς ηλικία. Κοιμισμένες και αμίλητες, έλεγαν αυτά που οι γέροι ήθελαν να ακούσουν». Αντίστοιχο είναι το θέμα του μυθιστορήματος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου (μτφρ. Κ. Σωτηριάδου, εκδ. Λιβάνη) όπου ένας ενενηντάχρονος αποφασίζει να κάνει δώρο στον εαυτό του για τα γενέθλιά του μια νύχτα σ’ έναν οίκο ανοχής με μια έφηβη παρθένα. Μπορεί κανείς να πουλάει το σώμα του και να βρίσκει ευχαρίστηση σ’ αυτό; Μπορεί μια γυναίκα να εκδίδεται και ταυτόχρονα να παραμένει πιστή; Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στο καλό και στο κακό; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που θέτει το μυθιστόρημα του Ζοζέφ 34


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Κεσέλ Η ωραία της ημέρας (μτφρ. Ρ. Κολαίτη, εκδ. Μεταίχμιο) στο οποίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία του Μπουνιουέλ. Η Σεβερίν Σεριζί, μια παντρεμένη γυναίκα αστικής καταγωγής που αγαπά τον άνδρα της, προσφέρει τις υπηρεσίες της κάθε μεσημέρι σ’ έναν οίκο ανοχής προσπαθώντας να ικανοποιήσει την επιθυμία της για άγριο σεξ με μαζοχιστικά στοιχεία. Αυτή η ηρωίδα που θυμίζει την Μαντάμ Μποβαρύ, πνίγεται μέσα στον καθωσπρεπισμό της αστικής τάξης και αδυνατεί να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στην αγάπη και το σεξ, ανάμεσα στα αισθήματά της για τον άνδρα της και τις αδυσώπητες απαιτήσεις των αισθήσεων. Τι γίνεται λοιπόν με τις ανεξερεύνητες πλευρές της σεξουαλικότητας σε μια κοινωνία η οποία, σύμφωνα με τον Φουκώ, θεωρεί τις ερωτικές σχέσεις μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο ως τη μοναδική αποδεκτή μορφή σεξουαλικότητας και εξοβελίζει όσες δεν συμμορφώνονται με την αναπαραγωγή; Μήπως η ύπαρξη των πορνείων είναι άμεσα συνυφασμένη με μια κοινωνία που εξοστρακίζει την απόλαυση, καταστέλλει συστηματικά την ηδονή φορτώνοντάς την με αμέτρητες ενοχές και καταδικάζει στο περιθώριο ή στο πυρ το εξώτερο τους παραβάτες; «Κανένας άλλος πολιτισμός δεν έριξε το σεξ στον υπόνομο και στην τουαλέτα όπως ο δικός μας», λέει ο Ντ. Χ. Λώρενς και ο Καραγάτσης συνεχίζει: «Η Μαρία Μακρή συλλογιέται πως τα Βούρλα καταργήθηκαν για τα μάτια του κόσμου: για να μη φαίνεται τόσο προκλητικά ο ξεπεσμός της γυναίκας. Τίποτα όμως δεν άλλαξε. Οι γριές και οι κακοσούσουμες, αντί να δουλεύουν συγκεντρωμένες σε κοινόβιο, ξεποδαριάζονται στα πεζοδρόμια, να ψωνίζουν πελάτες και να τους κουβαλάν στις τρώγλες τους, τις εγκατασπαρμένες σ΄ όλες τις φτωχογειτονιές της μεγάλης πολιτείας. Την ίδια κακή μοίρα έχουν κι οι καλύτερες, που άλλοτε εργάζονταν άνετα κι αμέριμνα, μέσα στην ασφάλεια των μπορντέλων. (Αυτές τώρα, έπεσαν στην δικαιοδοσία των νταβατζήδων, που άλλοτε μπορούσαν ν΄ αποφύγουν). Εκεί που τα πράγματα έμειναν παρόμοια, είναι στις “πολύ καλές”, που εξασκούν το επάγγελμα κρυφά, μόνο με πελατεία συστημένη» ( το Δέκα). Πηγή: http://www.oanagnostis.gr/

35


Ιούλιος 2015

Βιβλιοτρόπιο 40

Λέσχες Ανάγνωσης ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ/ΔΙΑ-ΛΟΓΟΣ Μέλη του Δικτύου Λεσχών "Ανάγνωσις"

Τώρα διαβάζουμε Ο ηθοποιός Αλεξάντερ Κλιβ εγκαταλείπει καριέρα και οικογένεια και καταφεύγει στο σπίτι των παιδικών του χρόνων. Ο σκοπός του είναι να αποσυρθεί από τα εγκόσμια, αλλά το γεμάτο περασμένες ζωές και παρουσίες παλιό σπίτι δεν τον αφήνει. Ο ίδιος θα έχει να αντιπαλέψει με τις μνήμες του, τα φαντάσματα του παρελθόντος καθώς και τα προβλήματα ενός παρόντος που διεκδικεί πιεστικά την πρωτοκαθεδρία στη ζωή του. Ένα βαθιά ανθρώπινο και εξαιρετικά γραμμένο μυθιστόρημα, μια παραβολή για τη σύγκρουση που έχουν να αντιμετωπίσουν πολλοί γονείς ανάμεσα στο "θέλω" και το "πρέπει", ανάμεσα στην προσωπική διάθεση για ευτυχία και στην ευθύνη για τους γύρω μας.

Μπέντζαμιν Μπλακ είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του διάσημου συγγραφέα Τζων Μπάνβιλ, ο οποίος γεννήθηκε στο Γουέξφορντ, της Ιρλανδίας, το 1945. Τα μυθιστορήματά του έχουν τιμηθεί με πολυάριθμα βραβεία στα οποία συμπεριλαμβάνεται το Βραβείο Μπούκερ το 2005 για το μυθιστόρημα Η θάλασσα. Ο λεμούριος είναι το τρίτο βιβλίο του ως Μπέντζαμιν Μπλακ, μετά τα Ο διπλός θάνατος της Κριστίν Φολς (μτφρ. Αύγουστος Κορτώ, Eκδ. Καστανιώτη 2006) και Ο ασημένιος κύκνος (μτφρ. Μαρία Φακίνου, Eκδ. Καστανιώτη 2009). Ζει στο Δουβλίνο.

36


ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

ΑΝ το διάβασμα είναι για σας μια ανεξάντλητη πηγή ευχαρίστησης… ΑΝ πιστεύετε ότι το διάβασμα δεν είναι κατ’ ανάγκη μια μοναχική υπόθεση… ΑΝ αυτό που νιώθετε διαβάζοντας θέλετε να το μοιραστείτε και με άλλους… --------------------------Γίνετε μέλος σε μια από τις Λέσχες Ανάγνωσης που λειτουργούν στη Λεμεσό. ή Βρείτε κι άλλα άτομα που αγαπούν το διάβασμα και συγκροτείστε μια ομάδα, τα μέλη της οποίας θα συγκεντρώνονται μια φορά το μήνα και θα συζητούν γύρω από το βιβλίο που έχουν επιλέξει να διαβάσουν. Για περισσότερες πληροφορίες ως προς τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας μιας Λέσχης Ανάγνωσης μπορείτε να απευθυνθείτε στο Δίκτυο Λεσχών «Ανάγνωσις».

Παντελής Μάκη, τηλ: 99 667599 e-mail: pmakis@cytanet.com.cy www.bibliotropio.blogspot.com Αντώνης Κουντούρης, τηλ: 99 346424 e-mail: : a_c_kountouri@hotmail.com Κατερίνα Βοσκαρίδου, τηλ: 99 526772 e-mail: pyrion@primehome.com www.pyrion.blogspot.com

Με τη στήριξη

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 40  

Ήταν ο Καραγάτσης ένας «κακός λογοτέχνης»; Γιατί αγοράζουμε διαρκώς καινούρια βιβλία; Πώς μπορεί να γραφτεί ένα μπεστ σέλλερ; Και τέλος, οι...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you