Page 1

ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΔΕΛΤΙΟ 41–ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2015 Ο Τζορτζ Όργουελ και η κριτική του ολοκληρωτισμού

Ο Μπαλζάκείναι μαθηματικά Τα ερημικά καλοκαίρια της ΖυράνναςΖατέλη

Μάρθα Νούσμπαουμ: Με τη λογοτεχνία γινόμαστε ηθικότεροι Πώς αντιμετωπίζουν οι πρώτες κριτικές το νέο βιβλίο του Φράνζεν Ικανοποίηση για τη λίστα Booker

Επιλογή θεμάτων: Παντελής Μάκη

`

Το ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ στηρίζει το

Η λογοτεχνία αλλιώς


Περιεχόμενα

Σελ.

Ο Μπαλζάκ είναι μαθηματικά .................................................................................................. 3 Ικανοποίηση για τη λίστα Booker ............................................................................................. 5 Οι κεραίες του Ανταίου ............................................................................................................. 7 Ο Τζορτζ Οργουελ και η κριτική του ολοκληρωτισμού… ........................................................ 10 Μάρθα Νούσμπαουμ: Με τη λογοτεχνία γινόμαστε ηθικότεροι............................................ 13 Η ρουτίνα των μεγάλων συγγραφέων .................................................................................... 16 Τα ερημικά καλοκαίρια της Ζυράννας Ζατέλη ........................................................................ 23 Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος θα συζητηθεί όσο κανείς άλλος Έλληνας λογοτέχνης μέσα στο 2015 ......................................................................................................................... 27 Πώς αντιμετωπίζουν οι πρώτες κριτικές το νέο βιβλίο του Φράνζεν ..................................... 33


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Το Βιβλιοτρόπιο στηρίζει:

3ο ΣΑΡΔΑΜ – Η λογοτεχνία αλλιώς 2- 4 Οκτωβρίου 201 5 Λεμεσός – Λευκωσία Το ΣΑΡΔΑΜ / SARDAM είναι ένα εναλλακτικό λογοτεχνικό φεστιβάλ που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στην Κύπρο. Δημιουργήθηκε το 2013 από τη συγγραφέα Μαρία Α. Ιωάννου και την ομάδα aRttitude. Το ΣΑΡΔΑΜ / SARDAM παρουσιάζει συγγραφείς από την Κύπρο και το εξωτερικό, μέσα από τον συνδυασμό της λογοτεχνίας με άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Slam Poetry, Sound Poetry (Ηχητική ποίηση), λογοτεχνία και σύγχρονος χορός, λογοτεχνία και διαδραστική τεχνολογία είναι μερικοί από τους συνδυασμούς που παρουσιάζονται στο φεστιβάλ κάθε χρόνο. Έχοντας ως στόχο τη λογοτεχνική ποιότητα, την καινοτομία και τον πειραματισμό, το φεστιβάλ παρουσιάζει μια άκρως ενδιαφέρουσα βραδιά εναλλακτικών λογοτεχνικών αναγνώσεων σε Λεμεσό και Λευκωσία, καθώς και λογοτεχνικά εργαστήρια και παράλληλες εκδηλώσεις/εγκαταστάσεις.

Η συγγραφέας Μαρία Α. Ιωάννου και η ομάδα aRttitude φέρνουν για τρίτη χρονιά το κοινό πιο κοντά στη λογοτεχνία, μέσα από σύγχρονους τρόπους συγγραφής και ανάγνωσης, παρουσιάζοντας την κύρια εκδήλωση εναλλακτικών αναγνώσεων του Σαρδάμ σε Λεμεσό και Λευκωσία και πραγματοποιώντας την καθιερωμένη μέρα λογοτεχνικών εργαστηρίων στη Λεμεσό. Φέτος επιστρέφει στο φεστιβάλ ο βραβευμένος συγγραφέας Δημήτρης Τανούδης για ένα επιπρόσθετο λογοτεχνικό εργαστήρι και στη Λευκωσία. Συγγραφείς από την Κύπρο και το εξωτερικό μοιράζονται πρωτότυπους τρόπους συγγραφής και ανάγνωσης, μέσα από ανατρεπτικές αναγνώσεις και εργαστήρια. Κοινό τους χαρακτηριστικό η ανάδειξη του προσωπικού χαρακτήρα της συγγραφής / ανάγνωσης και ο συνδυασμός της λογοτεχνίας με σύγχρονα και κλασικά μέσα έκφρασης όπως θέατρο, τεχνολογία, σύγχρονος χορός, μουσική / ήχος, slamming / spoken word κ.ά. Κάθε φεστιβάλ αποσκοπεί στο να παρουσιάζει κάθε χρόνο κάτι καινούργιο. Φέτος θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά λογοτεχνική τεχνολογική/διαδραστική εγκατάσταση, καθώς και ηχητική ποίηση (Sound Poetry).

Για περισσότερες πληροφορίες και το πλήρες πρόγραμμα το φεστιβάλ https://sardamcy.wordpress.com/2015/07/22/programme-2015/ 2


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Ο Μπαλζάκ είναι μαθηματικά Ένα κείμενο με αφορμή την επέτειο του θανάτου του. Από τον Βαγγέλη Μακρή

«Να προεξοφλείς το Θεό, να μια εμπορική ιδέα», «Η αποπληξία είναι μια πιστολιά που δεν αστοχεί», «Ένας άνθρωπος είναι πολύ ισχυρός όταν ομολογεί την αδυναμία του», «Οι ιδέες μας ήταν οργανωμένες ζωές», «Με το χρυσάφι μπορούμε να δημιουργούμε αισθήματα που μας είναι απαραίτητα για την ευτυχία μας», «Η ασωτία είναι ένα πολιτικό σύστημα», «Ήταν ένας μιγάς της ηθικής». Να μια ακόμα μεγάλη απόλαυση πέρα από το ίδιο το διάβασμα. Τα μολύβια να παίρνουν φωτιά από τις υπογραμμίσεις. Διαβάζοντας αυτές τις μέρες «Το μαγικό δέρμα» του Μπαλζάκ σημειώνω φράσεις που δεν θέλω να ξεχάσω. Και ελπίζω ότι τις κατάλαβα και κάποια στιγμή θα ξεπροβάλλουν από μέσα μου την κατάλληλη στιγμή, και θα με βοηθήσουν να τα βγάλω πέρα. Όποιο βιβλίο του Μπαλζάκ έχω διαβάσει μέχρι σήμερα μου δημιουργεί αυτή την ανάγκη. Να σταματήσω για λίγο την ιστορία και να σκεφτώ πάνω σε μια φράση, σε έναν διάλογο, σε μια 3


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

περιγραφή. Είναι τόσο επίκαιρος σήμερα όσο ήταν πριν εκατό χρόνια, όσο θα είναι μετά από έναν αιώνα. Διότι τι ακριβώς αλλάζει με τον χρόνο που θα έκανε τον Μπαλζάκ να μοιάζει ανεπίκαιρος; Λίγο το σκηνικό. Πιο εκκωφαντικός ο σημερινός πλούτος, πιο καμουφλαρισμένη η σημερινή φτώχεια. Το δράμα όμως παίζεται ίδιο μέσα στον κόσμο των φτωχών και των πλούσιων. Μέσα στις σοφίτες και τα σαλόνια. «Η φτώχεια του πλούτου και τα πλούτη της φτώχειας» γράφει, μια βοήθεια για όσους θέλουν γρήγορα να δραπετεύσουν από την παγίδα της σύγκρισης. Ένας άλλος λόγος που αγαπώ τον Μπαλζάκ είναι ότι μέσα στην καθημερινότητα, καθώς σου διηγούνται μια ιστορία (a.k.a κουτσομπολιό) για κάποιον που «κλωτσάει» τους γονείς του ενώ εκείνοι εξακολουθούν να τον έχουν σαν Θεό, μπορεί να σου έρθει στο μυαλό ένας από τους ήρωες των βιβλίων του. Και σκέφτεσαι από μέσα σου «Κάτσε να δεις που αυτός θα έχει ίδιο τέλος. Θα καταλήξει πάνω από τον νεκροκρέβατο να παρακαλάει τον γιό του να του κλείσει τα μάτια όπως παρακαλούσε ο μπάρμπα Γκοριό τις κόρες του, και στο τέλος θα το κάνει ένας άγνωστος». Και υποψιάζεσαι ότι αυτή η σκέψη έχει πολλές πιθανότητες να την δεις να γίνεται πραγματικότητα. Διότι ο Μπαλζάκ είναι πάνω από όλα μαθηματικά. Τον παρακολουθείς να λύνει την εξίσωση. Η φαντασία του είναι στην υπηρεσία της λογικής και το αποτέλεσμα είναι ολόσωστο. Τέτοιες μέρες, συγκεκριμένα στις 18 Αυγούστου του 1850, πεθαίνει σε ηλικία μόλις 51 ετών. Έζησε μέσα στην υπερβολή. Ένας καταραμένος που βίωνε τις ιστορίες του και τα άγρυπνα βράδια τις κατέγραφε περικυκλωμένος από άδεια φλιτζάνια καφέ. Η Ανθρώπινη Κωμωδία του είναι η κωμωδία της ύπαρξης μας. Το έργο του ένα διαμάντι που λάμπει μέσα στους αιώνες. Πηγή: www.lifo.gr

4


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Ικανοποίηση για τη λίστα Booker

Πολύ ικανοποιημένοι δηλώνουν βιβλιοπώλες στο Λονδίνο μετά την δημοσίευση της μεγάλης λίστας των υποψηφίων βιβλίων για το φετινό Man Booker 2015. Αλλά και οι εκδότες δείχνουν ικανοποιημένοι καθώς η λίστα περιέχει βιβλία πολλών και διαφορετικών εκδοτών. Ο Guardian σημειώνει ως αρνητικό ότι λείπουν τα μεγάλα ονόματα Τζ.Φράζεν, Σ. Ρουσντί, Κ.Ισιγκούρο και Μ. Άτγουντ. Στη φετινή λίστα – στην οποία από πέρυσι περιλαμβάνονται και αμερικανοίσυμμετέχουν πέντε συγγραφείς από τις ΗΠΑ, τριες από τη Μ. Βρετανία, μία από τη Ζηλανδία, μία από την Ινδία, ένας από τη Νιγηρία κι ένας από τη Τζαμάικα- είναι ο πρώτος τζαμαϊκανός που διεκδικεί το βραβείο αυτό. Οι υποψήφιοι είναι οι εξής: Αν Ενράιτ (Ιρλανδία) - The Green Road (Jonathan Cape) Μάρλον Τζέιμς (Τζαμάικα) - A Brief History of Seven Killings (Oneworld Publications) Μέριλιν Ρόμπινσον (ΗΠΑ) - Lila (Virago) Λέιλα Λαλάμι (ΗΠΑ) - The Moor’s Account (Periscope, Garnet Publishing)

5


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Μπιλ Κλεγκ (ΗΠΑ) - Did You Ever Have a Family (Jonathan Cape) Αν Τάιλερ (ΗΠΑ) - A Spool of Blue Thread (Chatto & Windus) Χάνια Γιαναγκιχάρα (ΗΠΑ) - A Little Life (Picador) Τομ Μακάρθι (Ηνωμένο Βασίλειο) - Satin Island (Jonathan Cape) Άντριου Ο’ Χέιγκαν (Ηνωμένο Βασίλειο) - The Illuminations (Faber & Faber) Σαντζίβ Σαχότα (Ηνωμένο Βασίλειο) - The Year of the Runaways (Picador) Τσιγκόζι Ομπιόμα (Νιγηρία) - The Fishermen (ONE, Pushkin Press) Ανουράντα Ρόι (Ινδία) - Sleeping on Jupiter (MacLehose Press, Quercus) Άννα Σμέιλ (Νέα Ζηλανδία) - The Chimes (Sceptre)

Οι πιο γνωστοί ανάμεσα τους είναι η Αν Ενράιτ με το «The Green Road» (Jonathan Cape) που είχε αποσπάσει το βραβείο Booker το 2007 για το μυθιστόρημά της «Η συγκέντρωση» (Καστανιώτης) και το «Lila» (Virago) της Αμερικανίδας Μέριλιν Ρόμπινσον η οποία ήταν δύο φορές, το 2011 και το 2013, υποψήφια στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Βραβείο Booker (Δύο βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Εν πλω»). Το βραβείο έχουν διεκδικήσει παλιότερα ο Τομ Μακάρθι για το «Satin Island» (Jonathan Cape)βιβλία του υπάρχουν στις εκδόσεις Πάπυρος και ο Άντριου Ο’ Χέιγκαν για το «The Illuminations» (Faber & Faber) – βιβλία του υπάρχουν στις εκδόσεις «Πόλις». Την Μέριλ Ρόμπινσον και την Αν Ενράιτ θα τις διαβάσουμε πιθανότατα και στα ελληνικά από το Μεταίχμιο και τον Καστανιώτη αντιστοίχως. Η μικρή λίστα του Booker θα ανακοινωθεί στις 15 Σεπτεμβρίου 2015 Πηγή: http://www.oanagnostis.gr/

6


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Οι κεραίες του Ανταίου Η ιταλική αφετηρία του Ανταίου Χρυσοστομίδη και ένα υπαρξιακό πορτρέτο του με τα μάτια ενός επιστήθιου φίλου του Από τον Γιώργο Μπράμο

Ένα τρένο ταξιδεύει από τον Βορρά προς τον Νότο της ιταλικής χερσονήσου. Σε ένα εξαθέσιο κουπέ στη δεύτερη θέση, δυο νέα παιδιά μιλάνε ζωηρά και εκστασιασμένα σε μια παράξενη γλώσσα. Λένε ονόματα, αναρίθμητα ονόματα. Σεφέρης, Τσίρκας, Αναγνωστάκης, που οι άλλοι μάλλον δεν καταλαβαίνουν, Θεοδωράκης, το όνομα σύμβολο της δικής τους χώρας, Παπαδόπουλος, το όνομα σύμβολο της επίσης δικής τους τυραννίας. Και λένε κι άλλα ονόματα: Αντονιόνι, Βισκόντι, Φελλίνι, Τοτό, Παβέζε, Ντίνο Ρίζι, Λόρεν, Καρντινάλε, Λολομπρίτζιντα, ο θαυμαστός καινούριος κόσμος που τους αναστατώνει όσο αρχίζουν να κατανοούν και να συνδέονται, ακατάλυτα όπως έδειξαν τα χρόνια, με τη νέα τους πατρίδα. Κάποια στιγμή οι συνταξιδιώτες ρωτάνε τα νεαρά παιδιά τι είναι αυτή η γλώσσα που μιλάνε, με λέξεις που θυμίζουν κάτι μακρινό και έχει περίπλοκους φθόγγους. Τους είπανε: «Είμαστε Έλληνες». «Κολονέλλι» απάντησαν οι άλλοι με ελαφρά κρυμμένο οίκτο. «Fronte patriotico» είπες με καμάρι, Ανταίο, και πρόσθεσες: «Resistenza greca». Σηκώθηκαν όλοι από τις θέσεις τους και μας έσφιξαν το χέρι. Η Ιταλία ήταν τότε μια άλλη χώρα, που αποδεχόταν και φιλοξενούσε τη νεανική μας περηφάνια για την αντίσταση κατά της χούντας. Στη Ρώμη, στο σπίτι κοντά στον σταθμό της Τιμπουρτίνα, έβαλες κι ακούσαμε Τα τραγούδια του αγώνα κι έμαθα από σένα τον Νίνο Ρότα. Θυμάμαι πως δεν ήταν μουσική από ταινίες του Φελλίνι, αλλά από τον Γατόπαρδο του Βισκόντι. Στο τέλος βέβαια η Πάττυ Πράβο και η Μίνα μας ημέρεψαν με τον τρόπο τους.

7


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Μας γνώρισε ο Θανάσης, που η φιλία του στάθηκε καθοριστική και για τους δυο μας. Ο γιος του ο Κοσμάς είναι εδώ, σταλμένος από τον πατέρα του, για να σε αποχαιρετήσει. Ήμαστε νέοι τότε, ορμητικοί νέοι, κι εσύ ο πιο ορμητικός από όλους. Και από τότε είχες ανοιχτές τις κεραίες σου, Ανταίο. Σε όλα μέσα. Πολιτική, τέχνη, κινηματογράφος, λογοτεχνία, μουσική – εραστής της όπερας και φίλος της Φαραντούρη. Και η Αριστερά, προπαντός η Αριστερά, καθότι ήσουν γιος του δοκιμασμένου, σκεπτόμενου και αριστερού Σοφιανού. Για όλα είχε το βαθύ κι άμεσο κριτήριο, τη λάμψη στα μάτια. Ήταν ωραία χρόνια τότε γιατί ήμαστε νέοι κι είχαμε ωραίες ελπίδες. Μπορεί κάποιες απ' αυτές να αποδείχτηκαν πλαστές, μπορεί άλλες να διαψεύστηκαν. Μας άφησαν όμως εκείνο το πολύτιμο και βασανιστικό ταυτόχρονα γονίδιο της αναζήτησης. Εσύ το έκανες χειροπιαστή, γόνιμη και ανεκτίμητη παρακαταθήκη στις μεταφράσεις σου, στη διεύθυνση της Σειράς Ξένης Λογοτεχνίας στον Καστανιώτη, στις τηλεοπτικές «κεραίες της εποχής μας». Ήσουν στην πιο δημιουργική σου φάση όταν χτυπήθηκες από την αρρώστια. Σχεδιάζαμε πάλι ένα από τα μακρινά ταξίδια, πάντα με αυτοκίνητο – φτάσαμε μια χρονιά ώς τη Γιάλτα για να επισκεφτούμε τον μυθικό τόπο, πηγή της ελληνικής τραγωδίας του Εμφύλιου. Και σε ένα ταξίδι, στη χιονισμένη Δρέσδη, μας γεννήθηκε η ιδέα για τις Κεραίες της εποχής μας. Εκείνο λοιπόν το μακρινό ταξίδι δεν έγινε. Αλλά δεν σταματήσαμε να ταξιδεύουμε. Κι εσύ πια άρχισες να αποχαιρετάς. Θυμάμαι τον σπαραγμό σου, πέρσι τον Ιούλιο, όταν φεύγαμε από το ξενοδοχείο της Ιωάννας Κουτσουδάκη στα Χανιά, το φιλόξενο αρχοντικό όπου πήγαινες πάντα με τον Ταμπούκι, τον φίλο σου. Μετά πήγαμε στον δικό μου γενέθλιο τόπο, στην Τρίπολη, σε ένα κέντρο αποκατάστασης. Έσπρωχνα το αναπηρικό καρότσι στον κεντρικό δρόμο, που τώρα είναι πεζόδρομος, και μας περιεργάζονταν όλοι. Σε καθησύχαζα. «Δεν είναι το αναπηρικό καρότσι, είναι ότι είμαστε άγνωστες φάτσες». «Μας περιεργάζονται από περιέργεια;» ρώτησες. «Από καχυποψία», σου απάντησα. «Θεωρούν ότι κάθε άγνωστος έρχεται από τη θάλασσα. Φτάνουν μέχρι εδώ οι πειρατές». Νόμισα πως έτσι σε παρηγορούσα για την αδιακρισία τους. Περάσαμε από έναν στενό δρόμο, που έχει το όνομα του μουσουργού: οδός Βάρβογλη. «Εδώ είναι το πατρικό μου», σου είπα. Θυμηθήκαμε ότι στο Κάιρο είχαμε ψάξει και είχαμε βρει το δικό σου πατρικό. Ζήλευα πάντα που γεννήθηκες ακούγοντας όλες τις γλώσσες του κόσμου, που κάθε πρωί συναντούσες τόσες φυλές ανθρώπων. Είχες το μεγάλο ποτάμι, τον Νείλο, λίγο πιο κει τις πυραμίδες και τη Σφίγγα. Ήθελες δυο βήματα για να συναντηθείς με την ιστορία. Αν δεν ήταν το αναπηρικό καρότσι θα είχα ξεχάσει τι τράβαγες. Φλυαρούσαμε σαν την πρώτη φορά που βρεθήκαμε, παρά την εμφανή δυσκολία σου στην άρθρωση. Τι φρικτή αρρώστια! Το μυαλό, η σκέψη, όλα καθαρά. Αυτιά που ρουφούσαν μουσικές, ήχους, κουβέντες, απείραχτα. Γεύση το ίδιο εκλεκτική, που απολάμβανε το ακριβό κρασί της Ιταλίας 8


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

και την ταπεινή γουρουνοπούλα της Τρίπολης. Μάτια που πάντα αγαπούσαν τα τοπία των ανθρώπων, την ομορφιά του κόσμου. Αλλά όλα τα άλλα που υλοποιούν και επικοινωνούν τον μέσα κόσμο του καθενός, τα χέρια που σφίγγουν τα χέρια των φίλων και γράφουν τα υπέροχα κείμενα, τα χέρια που δένουν τον κόμπο στα κίτρινα παπούτσια, όλο και να αγκυλώνονται. Τα πόδια που έτρεχαν στις πλατείες και στους δρόμους της οικουμένης, ήταν πια ανενεργά. Αλλά το μεγαλύτερο μαρτύριο ήταν όταν άρχισε να χάνεται η ομιλία. Πάλευες απελπισμένα να εξηγήσεις, να συμμετάσχεις στις κουβέντες, στους καβγάδες, στις αναλύσεις. Και νομίζω ότι περισσότερο πονούσες γιατί δεν μπορούσες πια να τραγουδήσεις. Κάποια στιγμή, όταν πήγαμε στη Ζάτουνα να επισκεφθούμε τον τόπο εξορίας του Μίκη, κατάλαβα τον καημό σου. Βάλαμε για πικρή παρηγοριά το «Μιλώ» και νόμισα ότι το ψιθύρισες. Η αδιανόητη αντοχή, αλλά περισσότερο η γενναιότητα με την οποία στάθηκες μπροστά στη δοκιμασία δεν ξάφνιασε κανέναν. Ήσουν πάντα διψασμένος για ζωή και δεν εγκατέλειψες, μέχρι το τέλος. Ήσουν πάντα ένας άνθρωπος της αντίστασης. Σου συμπαραστάθηκαν στη δοκιμασία πολλοί. Σε αυτό στάθηκες τυχερός. Αλλά πρέπει να αναφέρω την αυταπάρνηση του αδελφού σου Άλκη και της γυναίκας του Πόπης, του Λουκά και της Ελένης, που μοιράστηκαν τον πόνο σου. Κι επίσης τον Γιάννη Ευδοκιμίδη και τη συνεργάτιδά του Χρύσα για την ιατρική τους φροντίδα. Τέλος στη Σωτηρία, το νοσοκομείο απ' όπου αναχώρησες, όλο το ιατρικό προσωπικό προσπάθησε με συγκινητική επιμονή να κάνει το καλύτερο. Ανταίο. Εμείς οι αυτοπροσδιοριζόμενοι αγνωστικιστές ξέρουμε πως οι άνθρωποι υπάρχουν στις μνήμες των ανθρώπων. Ίσως πουθενά αλλού. Και το ίχνος που μας άφησες είναι καθοριστικό. Και θέλω τέλος να σου εξομολογηθώ πως την έτρεμα αυτή την ώρα του αποχαιρετισμού. Γιατί ξέρω πια πως το νυχτερινό τρένο ταξιδεύει βουβό και άδειο, ακριβέ μας Ανταίο. Καλό σου ταξίδι. Πηγή: http://chronosmag.eu/

9


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Ο Τζορτζ Οργουελ και η κριτική του ολοκληρωτισμού Απαράμιλλος ρεπόρτερ, διορατικός λογοτέχνης, ασυμβίβαστος διανοούμενος Του Αναστάση Βιστωνίτη

«Δημοσιογραφία σημαίνει να τυπώνεις κάτι που κάποιος άλλος δεν θέλει να τυπωθεί. Τα υπόλοιπα είναι δημόσιες σχέσεις». Η φράση αποδίδεται από πολλούς στον Τζορτζ Οργουελ, χωρίς να είναι βέβαιον ότι ανήκει στον ίδιο. Όλα σχεδόν τα κείμενά του ωστόσο υπακούουν σε αυτή την αρχή. Ο Οργουελ είναι παγκοσμίως γνωστός για τα δύο μείζονα μυθιστορήματά του: τη Φάρμα των ζώων και το 1984. Όσοι όμως ασχοληθούν με το δοκιμιακό και το δημοσιογραφικό του έργο θα καταλήξουν στο συμπέρασμα πως τα βιβλία αυτά μεταφέρουν στο πεδίο της μυθοπλασίας τις θέσεις που ανέπτυξε στα εκατοντάδες άρθρα, δοκίμια και βιβλιοκρισίες που κατέθεσε σε έντυπα της εποχής: από τον Observer και το Horizon ως το Partisan Review, τον New Yorker και τους New York Times. Και τούτα μέσα σε 22 χρόνια, από το 1928 που δημοσίευσε το πρώτο του κείμενο ως το 1950 που πέθανε από φυματίωση. Ήταν μόνο 46 ετών. Το 1968 η χήρα του Σόνια σε συνεργασία με τον Ιαν Ανγκους επιμελήθηκε και εξέδωσε σε τέσσερις ογκώδεις τόμους το σύνολο σχεδόν των δοκιμίων, των άρθρων, των βιβλιοκρισιών, των επιστολών αλλά και των ημερολογίων που κράτησε κατά καιρούς ο Οργουελ. Η έκδοση πιστοποιούσε δύο πράγματα: πρώτον, ότι έργο και ζωή για τον συγγραφέα ήταν ένα και το αυτό και, δεύτερον, πως ο δημόσιος λόγος, ο πολιτικός λόγος δηλαδή, είναι συνδυασμός του ρεπορτάζ και της κριτικής, δηλαδή της εμπειρίας, της γνώσης και της άποψης, σε σημείο που να αναρωτιέται κάποιος αν ο Οργουελ θα γινόταν τόσο σημαντικός συγγραφέας αν δεν ήταν σπουδαίος δημοσιογράφος. 10


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Η κριτική και το ρεπορτάζ Τον κριτικό Οργουελ δεν τον συναντούμε μόνο στις βιβλιοκρισίες του αλλά και στις επιστολές του. Και τον ρεπόρτερ στις ανταποκρίσεις και στα ημερολόγιά του. Ακόμη και το εκπληκτικό του χρονικό για τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο Φόρος τιμής στην Καταλωνία δεν είναι παρά ένα εκτεταμένο και απαράμιλλο ρεπορτάζ. Ο πόλεμος εκείνος στον οποίο ο Οργουελ έλαβε μέρος στο πλευρό των Δημοκρατικών και τραυματίστηκε σοβαρά τον σημάδεψε ως συγγραφέα και ως άνθρωπο. Σε άρθρο του με τίτλο Γιατί γράφω, που δημοσιεύτηκε το 1946, λέει πως ο ισπανικός εμφύλιος και το γεγονότα του 1936-37 τον έκαναν να καταλάβει ποιος ήταν. «Κάθε γραμμή που έγραψα από το 1936 και εξής γράφτηκε ευθέως ή εμμέσως εναντίον του ολοκληρωτισμού και υπέρ του δημοκρατικού σοσιαλισμού, όπως τον αντιλαμβάνομαι» σημειώνει. Η κριτική του Οργουελ εναντίον του ολοκληρωτισμού στρέφεται βεβαίως κατά του ναζισμού και του σταλινισμού. Εναντίον μάλιστα του δεύτερου ήταν ακόμη πιο έντονη, γιατί ο σταλινισμός συνιστούσε προδοσία των σοσιαλιστικών ιδεών και της δημοκρατίας. Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι προοδευτικοί διανοούμενοι ήταν ανεκτικοί ή υποστήριζαν ανοιχτά το σοβιετικό καθεστώς ο καταγγελτικός λόγος του Οργουελ θα αποδεικνυόταν προφητικός και εξαιτίας του θα αποκτούσε πολλούς εχθρούς. Όμως η κριτική του στάση τον οδήγησε και σε άλλα πεδία, ιδίως σε εκείνο της προπαγάνδας και της διπλής γλώσσας - άρα και της διαστρέβλωσης των γεγονότων μέσω του γλωσσικού ιδιώματος το οποίο χρησιμοποιούσε το πολιτικό προσωπικό του καιρού του που εμφάνιζε μια ψευδεπίγραφη εικόνα της πραγματικότητας. Η γλώσσα για τον Οργουελ δεν είναι απλώς όργανο επικοινωνίας αλλά επιδρά και στον τρόπο που σκεπτόμαστε. Όπως το θέμα επηρεάζει τον τρόπο που γράφουμε, έτσι και ο τρόπος που γράφουμε επηρεάζει το θέμα - κατά συνέπεια και τη στάση μας έναντι της πραγματικότητας. Και σήμερα ακόμη ορισμένες από τις υποδείξεις του παραμένουν αναντικατάστατες. Ο δημοσιογράφος, έλεγε, δεν πρέπει να χρησιμοποιεί μια λέξη με πολλές συλλαβές αν υπάρχει αντίστοιχη με λιγότερες. Ούτε να καταφεύγει στην παθητική φωνή όταν μπορεί να χρησιμοποιήσει ενεργητική, όπως και σε άχρηστες μεταφορές ή λέξεις και φράσεις από την αργκό ή από ξένες γλώσσες όταν υπάρχουν ανάλογες στη μητρική του. Κι αυτά για τον απλό λόγο ότι η καθαρότητα της διατύπωσης είναι μητέρα της πρωτοτυπίας και απόδειξη της ειλικρίνειας του γράφοντος. Αν οι παραπάνω συστάσεις είναι σημαντικές και για τον συγγραφέα δημιουργικής φαντασίας, για τον δημοσιογράφο αποτελούν απαράβατους κανόνες. Ένας καλός δημοσιογράφος προκειμένου να καταλάβει τη σημασία της λεγόμενης «φράσης-απόχης» με την οποία αρχίζει ένα ελκυστικό κείμενο αρκεί να καταφύγει στον Οργουελ, ο οποίος δίνει μια επίσης σημαντική συμβουλή: μη χρησιμοποιείτε φράσεις που τις είδατε τυπωμένες. Είναι ο καλύτερος τρόπος να αποφύγετε τα στερεότυπα.

11


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Ηθική και πολιτική ακεραιότητα Τα δημοσιογραφικά του κείμενα θα λέγαμε πως αποτελούσαν για τον ίδιο ό,τι και τα σημειωματάρια για έναν πεζογράφο. Αλλά, όπως τονίζει η Σόνια Οργουελ, δεν είναι υποκατάστατα μυθιστορημάτων ή βιβλίων. Εκφράζουν τη βαθιά του επιθυμία να διατυπώσει τις ιδέες του με συγκεκριμένο τρόπο τη συγκεκριμένη στιγμή - και από πολλές πλευρές. Αυτό μόνο μέσω της δημοσιογραφίας μπορούσε να το επιτύχει, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια κατ' εξοχήν «πολιτική εποχή», όπως επαναλάμβανε συχνά ο ίδιος. Διατρέχοντας τα κείμενά του έπειτα από τόσα χρόνια δεν μπορούμε να μη θαυμάσουμε το κριτικό του πάθος, ακόμη και έναντι των δικών του απόψεων και αντιφάσεων, και φυσικά την ηθική και πολιτική του ακεραιότητα. Για παράδειγμα, σε σύγκριση με τον συντηρητικό Τ.Σ. Ελιοτ βρισκόταν πολιτικά στην άλλη όχθη αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να αναγνωρίζει το σημαντικό έργο του ποιητή της Έρημης χώρας. Ήταν από τους πρώτους που αναγνώρισαν την αξία του Χένρι Μίλερ, τον οποίο ωστόσο αντιμετωπίζει κριτικά στο πολιτικό πεδίο. Ο εκπληκτικός του Απαγχονισμός, που διδάσκεται σε πλήθος κολέγια και δημοσιογραφικές σχολές, είναι η συγκλονιστικότερη καταδίκη της θανατικής ποινής. Πρώτος, το 1947, οραματίστηκε μιαν άλλη Ευρωπαϊκή Ένωση, τις «Σοσιαλιστικές Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», στις οποίες περιελάμβανε και τις χώρες της Βόρειας Αφρικής. Σε τούτα τα ενδεικτικά παραδείγματα θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πλήθος άλλα. Το έντονα προσωπικό στοιχείο στη δημοσιογραφία του Οργουελ θα επιδρούσε καταλυτικά στη δημοσιογραφία και στη λογοτεχνική γραφή της δεκαετίας του 1960, τη λεγόμενη Νέα Δημοσιογραφία του Τρούμαν Καπότε, του Τομ Γουλφ και του Νόρμαν Μέιλερ. Πηγή: http://www.tovima.gr/

12


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Πρόταση

Μάρθα Νούσμπαουμ: Με τη λογοτεχνία γινόμαστε ηθικότεροι Της Λαμπρινής Κουζέλη

Η αμερικανίδα φιλόσοφος υποστηρίζει ότι η απάντηση στο αριστοτελικό ερώτημα «Πώς πρέπει να ζει κανείς;» μπορεί να βρεθεί στα έργα του Χένρι Τζέιμς, του Προυστ, του Ντίκενς και του Μπέκετ

«Στο σχολείο, τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Σπινόζα, τον Καντ - αυτούς δεν τους ήξερα ακόμη. Ο Ντίκενς, η Τζέιν Οστεν, ο Αριστοφάνης, ο Μπεν Τζόνσον, ο Ευριπίδης, ο Σαίξπηρ, ο Ντοστογέφσκι - αυτοί ήταν οι φίλοι μου». Αυτοί οι φίλοι, οι λογοτέχνες, με τους οποίους γνωριζόμαστε στα σχολικά μας χρόνια, θέτουν με τον τρόπο τους ηθικά ερωτήματα πολύ

13


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

προτού έρθουμε σε επαφή με τον δομημένο φιλοσοφικό λόγο, υποστηρίζει η Μάρθα Νούσμπαουμ στη συλλογή δοκιμίων Έρωτος γνώση (μτφ. Γιώργος Λαμπράκος, Πατάκης, 2015). Σε μια υπέρβαση της αρχαίας διαμάχης μεταξύ ποίησης και φιλοσοφίας για τη φύση της ηθικής γνώσης, η οποία αρχίζει από τον Πλάτωνα, η διακεκριμένη αμερικανίδα φιλόσοφος υπογραμμίζει ότι η ηθική αντίληψη και γνώση προϋποθέτουν και διανοητική και συναισθηματική δραστηριότητα. Αυτό το ηθικά απαραίτητο συναισθηματικό ρεπερτόριο το διαμορφώνουμε αφενός μέσα από ιστορίες, από λογοτεχνικές αφηγήσεις, τονίζει η Νούσμπαουμ. Αφετέρου, η πολυπλοκότητα και τα μυστήρια του κόσμου και η απάντηση στο αριστοτελικό ερώτημα «πώς πρέπει να ζει κανείς;» διατυπώνονται εναργέστερα και πληρέστερα στον λόγο της λογοτεχνίας παρά στο επίπεδο ύφος της συμβατικής φιλοσοφικής πρόζας.

Στον τόμο μελετά τη διερεύνηση της ψυχής στον Πλάτωνα και στον Προυστ, τη διαπαιδαγώγηση στην αγάπη στο έργο του Μπέκετ, την πρακτική αρετή στα μυθιστορήματα του Χένρι Τζέιμς. Φλυαρίες και επαναλήψεις είναι αναπόφευκτες, εφόσον τα δοκίμια πρωτοδημοσιεύθηκαν αυτοτελώς και διατηρούν και στον τόμο την αυτονομία τους. Αντιρρήσεις μπορούν να διατυπωθούν σχετικά με τη θέση που προσπαθεί να εδραιώσει η 14


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Νούσμπαουμ ότι στη μελέτη των μεγάλων έργων της ηθικής φιλοσοφίας - από την αρχαιότητα ως τα έργα των οπαδών του καντιανισμού και του ωφελιμισμού - πρέπει να προσθέσουμε και τη μελέτη ορισμένων μυθιστορημάτων. Δεν εξηγεί, λόγου χάριν, τι χαρακτηριστικά θα έχουν αυτά τα μυθιστορήματα, εφόσον δεν προσφέρονται όλα για την αγωγή στο αγαθό. Η ίδια έχει κάνει προσεκτικές επιλογές: Το χρυσό κύπελλο του Τζέιμς, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, τον Δαβίδ Κόπερφιλντ του Ντίκενς, την τριλογία Μολλόυ, Ο Μαλόν πεθαίνει, Ο ακατονόμαστος του Μπέκετ. Παρ' όλα αυτά, τα δοκίμια της Νούσμπαουμ δίνουν από την πλευρά της φιλοσοφίας μια ισχυρή απάντηση στο ερώτημα «Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία;» και είναι χρήσιμα όταν τίθεται το ζήτημα «Πώς διδάσκουμε λογοτεχνία;». Ενδιαφέρουσα πολύ, από μια ιστορική οπτική, για τις ανθρωπιστικές επιστήμες -τον ρόλο των οποίων στη σύγχρονη ζωή υπερασπίζεται επίμονα στην εργογραφία της η Νούσμπαουμ - είναι η εκτενής εισαγωγή στον τόμο, ένα κείμενο αυτοβιογραφικού χαρακτήρα. Η αμερικανίδα καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Σικάγου καταγράφει την εξέλιξη της ηθικής φιλοσοφίας και των κλασικών σπουδών στα αμερικανικά πανεπιστήμια στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, ασκεί κριτική στην εμμονή στην ακαδημαϊκή «καθαρότητα» των διαφόρων κλάδων της φιλοσοφίας και των ανθρωπιστικών σπουδών εν γένει και περιγράφει το αδιέξοδο στο οποίο εγκλωβίζονται εμμένοντας σε σχολαστικές εσωστρεφείς θεωρητικές προσεγγίσεις. Ειδικά για τη λογοτεχνική κριτική, τα δοκίμια είναι ενδεικτικά της τάσης της απομάγευσης από τις φορμαλιστικές θεωρίες που άρχισε να παρατηρείται στα αγγλοαμερικανικά πανεπιστήμια από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και μετά και της μετακίνησης της λογοτεχνικής κριτικής από την άψυχη εξέταση των κειμένων σε προσεγγίσεις με κέντρο τον κόσμο και τον άνθρωπο. Πηγή: http://www.tovima.gr/

15


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Η ρουτίνα των μεγάλων συγγραφέων Δέκα μεγάλοι συγγραφείς μαρτυρούν τις συνήθειές τους Από την ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ Μη νομίζετε ότι γράφουν όταν "έχουν έμπνευση". Εχουν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, καθημερινές συνήθειες και τα τηρούν ευλαβικά. Είναι όλοι οπαδοί της ρήσης που λέει ότι: "Αν περιμένεις να γράψεις όταν οι συνθήκες είναι ιδανικές, κινδυνεύεις να πεθάνεις και να μην έχεις τραβήξει μια γραμμή". Δέκα μεγάλοι συγγραφείς μαρτυρούν τις συνήθειές τους και τη ρουτίνα τους. Τζόαν Ντίντιον

"Χρειάζομαι μια ώρα να μείνω μόνη πριν από το δείπνο, με ένα ποτό, να ξεχάσω ό, τι έχω κάνει όλη την ημέρα. Κι έτσι με αυτό τον τρόπο τακτοποιώ τις σκέψεις μου. Αρχίζω την επόμενη μέρα τηρώντας το ίδιο σχεδόν πρόγραμμα. Όταν γράφω, δε μου αρέσει ούτε να βγαίνω για φαγητό, ούτε να έχω καλεσμένους γιατί χάνω πολύ χρόνο. Όταν κοντεύω να τελειώσω το βιβλίο, πηγαίνω στο σπίτι μου στο Σακραμέντο και κοιμάμαι με το βιβλίο αγκαλιά. Και σηκώνομαι μέσα στη νύχτα, όποια ώρα θέλω και πληκτρολογώ".

16


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Τζακ Κέρουακ

"Το γραφείο στο υπνοδωμάτιο, κοντά στο κρεβάτι, με ένα καλό φως, τα μεσάνυχτα μέχρι την αυγή, ένα ποτό. Αυτά χρειάζονται για να γράψει κανείς. Και αν δεν υπάρχει σπίτι, ας είναι το δωμάτιο ενός μοτέλ..Επίσης έχω ένα τελετουργικό. Μπορεί να θεωρηθεί και δεισιδαιμονία. Ανάβω ένα κερί και γράφω στο φως του. Γονατίζω και προσεύχομαι. Έχω σαν τυχερό αριθμό το 9 αν και όλοι μου λένε πως ανήκω στο ζώδιο των ιχθύων και πρέπει να έχω για τυχερό μου νούμερο το 7". Σούζαν Σόνταγκ

17


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

"Θα σηκωθώ κάθε πρωί το αργότερο οκτώ (μπορεί να σπάσω αυτόν τον κανόνα μία φορά την εβδομάδα). Θα γευματίσουμε μόνο με τον Roger [Straus]. «Όχι, δεν πάω έξω για φαγητό» (Μπορεί να σπάσω αυτόν τον κανόνα μία φορά κάθε δύο εβδομάδες). Θα γράψω στο σημειωματάριο κάθε μέρα. Θα πω στους φίλους να μη μου τηλεφωνήσουν το πρωί και δεν απαντώ στο τηλέφωνο μέχρι το απόγευμα. Θα προσπαθήσω να διαβάσω μόνο το βράδυ, για να αποδράσω από το γράψιμο. Θα απαντήσω σε γράμματα μία φορά την εβδομάδα (την Παρασκευή που πρέπει να πηγαίνω στο νοσοκομείο ούτως ή άλλως)". Χένρι Μίλερ

Τα πρωινά: Αν είσαι μεθυσμένος, πληκτρολόγησε μόνος τις σημειώσεις. Αν είναι σε καλή κατάσταση, γράψε. Τα απογεύματα: Γράψε το κομμάτι σου με το χέρι, σχολαστικά. Χωρίς διακοπές. γράφε κομμάτι, κομμάτι κάθε φορά και τελείωνέ το. Τα απογεύματα (επίσης): Δείτε τους φίλους σας. Διαβάστε σε καφετέριες. Εξερευνήστε άγνωστα μέρη - με τα πόδια, ή με το ποδήλατο. Σημείωση: Αφήστε αρκετό χρόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας για να κάνει μια περιστασιακή επίσκεψη σε μουσεία ή μια περιστασιακή βόλτα με το ποδήλατο. Κάντε σκίτσα στις καφετέριες και στα τρένα και στους δρόμους. Κόψτε τις ταινίες! Βιβλιοθήκη για τις αναφορές μια φορά την εβδομάδα.

18


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Σιμόν Ντε Μποβουάρ

"Πάντα βιάζομαι να προχωρήσω όταν γράφω, άρα μου αρέσει να ξεκινάω το πρωί. Πίνω ένα τσάι και δουλεύω από τις 10 μέχρι τη μία. Μετά βλέπω τους φίλους μου και στη συνέχεια στις 5 το απόγευμα επιστρέφω πίσω και δουλεύω μέχρι τις 9. Δεν έχω καμία δυσκολία να συνεχίσω το απόγευμα από εκεί που σταμάτησα." 19


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Έρνεστ Χεμινγουέι

"Όταν δουλεύω πάνω σε ένα βιβλίο γράφω κάθε πρωί, με το πρώτο φως, αν είναι δυνατόν. Δεν σε ενοχλεί τίποτα. Συνήθως είναι δροσερά ή έχει κρύο και έρχεται το γράψιμο να σε ζεστάνει. Έχεις όλο το χρόνο μπροστά σου να διαβάσεις αυτά που έχεις γράψει και να ξέρεις τι θα συμβεί στη συνέχεια. Κρατάς όλους τους χυμούς από αυτά που σημείωσες κι έτσι την επόμενη μέρα ξαναρχίζεις να γράφεις με το ίδιο πρόγραμμα".

20


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Ντον Ντε Λίλο

"Δουλεύω το πρωί σε μια χειροκίνητη γραφομηχανή. Γράφω για περίπου τέσσερις ώρες και στη συνέχεια πάω για τρέξιμο. Αυτό με βοηθά να απαλλαγώ από τον ένα κόσμο που κουβαλάω και να μπω σε έναν άλλο. Τα δέντρα, τα πουλιά, το ψιλόβροχο, είναι ένα ωραίο διάλειμμα. Στη συνέχεια, δουλεύω, και πάλι το απόγευμα για δύο ή τρεις ώρες. Δεν πίνω καφέ και έχω κόψει το κάπνισμα. Ο χώρος μου είναι συγκεκριμένος. Το ήσυχο σπίτι μου. Ένας συγγραφέας παίρνει σοβαρά μέτρα για να εξασφαλίσει τη μοναξιά του. Διαβάζοντας τυχαία καταχωρήσεις στο λεξικό, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Εγώ κοιτάζω και μια μεγάλη φωτογραφία του Μπόρχες. Για να σπάσω το ξόρκι, όταν κολλάω κάπου". Χαρούκι Μουρακάμι

21


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

"Όταν γράφω ένα μυθιστόρημα, σηκώνομαι στις 4:00 π.μ. για να δουλέψω για πέντε έως έξι ώρες. Το απόγευμα τρέχω γύρω στα 10 χιλιόμετρα ή κολυμπάω γύρω στα 1500 μέτρα, ή και τα δύο, στη συνέχεια διαβάζω λίγο και ακούω μουσική. Πηγαίνω για ύπνο στις 9 το βράδυ. Κρατάω αυτό το πρόγραμμα αμετάβλητο, κάθε μέρα. Η επανάληψη από μόνη της γίνεται ένα σημαντικό στοιχείο της γραφής". Αναίς Νιν

"Γράφω τις ιστορίες μου το πρωί, το ημερολόγιό μου τη νύχτα". Προσθέτει στη συνέχεια, στον πέμπτο τόμο, το 1948. "Γράφω κάθε μέρα. ... Κάνω καλύτερα τη δουλειά μου το πρωί". Πηγή: www.lifo.gr

22


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Τα ερημικά καλοκαίρια της Ζυράννας Ζατέλη

«Ξεκαλοκαιριάζω στην Αθήνα εν μέρει από επιλογή, εν μέρει από σύμπτωση, τυχαία. Ξέρεις, δεν είναι κάτι ξαφνικό ή απαραβίαστο, δεν πετάγεσαι κάποια ωραία πρωία απ' το κρεβάτι για να πεις «από δω και πέρα εγώ δεν εγκαταλείπω την Αθήνα τα καλοκαίρια». Κάπως τα φέρνει η ζωή, κάπως τα φτιάχνουμε κι εμείς με το κεφάλι μας, κι όλο αυτό αντανακλά μια βαθύτερη διάθεσή μας. Γιατί η ζωή μπορεί να στα φέρει και κάπως αλλιώς, κι εσύ να διαλέξεις αυτό κι όχι εκείνο, ή εκείνο κι όχι αυτό. Στις πιο αλήτικες περιόδους της ζωής μου έφευγα όποτε με τσιμπούσε το ζιζάνιο του φευγιού ή είχα λίγα λεφτά στην τσέπη, τώρα το σκέφτομαι περισσότερο: έχω τις γάτες μου, κάποιος πρέπει να τις φροντίζει όσο λείπω, σε κάποιον να υποχρεωθώ. Μα διόλου δεν παραπονιέμαι, λέω πως ήταν ώρα να γίνει κι έτσι - το «καιρός του λαλείν και καιρός του σιγάν» το φέρω εκ των ένδον. Δεν μου αρέσει η βαβούρα του καλοκαιριού. Όλοι αυτοί οι αλαλαγμοί, τα ξεφωνητά, οι παραλίες φίσκα στον κόσμο, μπουρνούζια, αντιηλιακά, πού θα πάμε, τι θα κάνουμε, «ποιους λαούς θα φάμε» και φέτος... μ' αφήνουν απ' έξω, αμέτοχη, και μάλλον εγώ είμαι το παράξενο είδος στην ιστορία παρά εκείνοι. Με ευνοεί το γεγονός ότι κάνω μια δουλειά που δεν έχει καθημερινή και σχόλη, μόνη στο ψωμί, μόνη και στο μαχαίρι, διακόπτω για λίγες μέρες κι απουσιάζω σε ανύποπτο χρόνο για τους άλλους. Και σηκώνομαι νωρίς το πρωί επειδή μ' αρέσει να σηκώνομαι νωρίς, με τα πουλιά. Δεν ξέρω αν θα το έθετα με την ίδια προθυμία έτσι κι ήμουν αναγκασμένη να χτυπήσω καρτέλα σε κάποιο γραφείο ή εργοστάσιο. Αισθάνομαι πολύ τυχερή απ' αυτήν την άποψη. Μια αδιάκοπη εναλλαγή φωτός και σκότους, ηδονής και αγωνίας είναι το γράψιμο, που δεν θα την άλλαζα ούτε με μια θέση στον παράδεισο. 23


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Πιθανόν να λειτουργεί ασυνείδητα και το γεγονός ότι μέχρι τα δεκαοχτώ μου έζησα σε αγροτική κοινωνία, κι εκεί τα καλοκαίρια σήμαιναν δουλειά, μόχθος εν όψει, όχι αστεία. Καπνά, κυρίως καπνά είχαμε στον Σοχό όπου μεγάλωσα, έξω απ' την Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι που περιμέναμε μια Κυριακή για να ξεκουραστούμε λίγο, ή τα απογεύματα που δρόσιζε κάπως, ρίχναμε νερά στην αυλή, λέγαμε καμιά κουβέντα και πηγαίναμε νωρίς για ύπνο, γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθούμε από τα άγρια χαράματα πάλι, πολύ πριν διπλώσουν τα φτερά τους οι κουκουβάγιες και σιγήσουν. Θυμάμαι τους ανθρώπους να οδεύουν προς τα χωράφια σαν μεθυσμένα φαντάσματα, τρεκλίζοντας από νύστα. Ήμουν η μικρότερη βέβαια στην οικογένεια και δεν μπορώ να πω ότι δούλευα όπως εκείνοι, ότι μου έβγαινε η πίστη ανάποδα, πάντως, έστω και σαν μια σκιά στα πόδια τους, ήμουν κι εγώ μες στο παιχνίδι. Ενδεικτικά θα αναφέρω ότι έτσι και πήγαινε κάποιος για καυγά εν μέσω θέρους, τον αναχαίτιζαν με πολύ σοφό χιούμορ: «Τώρα έχουμε δουλειές στη μέση, έλα να μαλώσουμε τον χειμώνα που θα καθόμαστε». Οι θερινές διακοπές λοιπόν για μένα, ως παιδί, ήταν οι άλλοι, οι «ξένοι», αυτοί που έρχονταν από τις πόλεις για να παραθερίσουν εκεί, μια και το κλίμα του βουνού ήταν ονομαστό χορταίναμε από καθαρόν αέρα τότε, μιλάμε για δεκαετίες του '50, του '60. Κι ακούγαμε τα παιδάκια των παραθεριστών, τα συνομήλικά μας, που λέγαν ότι ξέρουν να κολυμπούν στην θάλασσα, ότι έχουν σαμπρέλες και μαγιό, και σκεφτόμασταν «τι μας λένε τώρα;». Εμείς μόνο στα χώματα να κολυμπάμε ξέραμε, αντί για φύκια και βότσαλα, σαύρες και φιδάκια. Και για να επανέλθουμε στα σύγχρονα καλοκαίρια, δεν θα κομίσω γλαύκα ες Αθήνας αν πω πόσο προτιμώ αυτή την πόλη όταν αδειάζει από τα στίφη των αυτοκινήτων, πόσο πιο θελκτική και ανθρώπινη γίνεται, πόσο λιγότερο βάρβαρη. Τα βράδια τα καλοκαιρινά στην Αθήνα είναι σχεδόν ανυπέρβλητα: τα θερινά σινεμά, οι βόλτες γύρω από την Ακρόπολη και το Θησείο όταν πέφτει η πρώτη δροσούλα, το σύθαμπο, εκείνο τα μαγικό σκιόφως... Απολαμβάνω την ερημοσύνη της πόλης, μου αρέσει αυτό το πράγμα, όση μελαγχολία κι αν γεννάει στο βάθος, την προτιμώ από την τύρβη και το αλαλούμ. Βγαίνω από το σπίτι τα απογεύματα, τα βραδάκια, ειδικά του Αυγούστου, και διακρίνω απ' το τέρμα κάτω του δρόμου να ανεβαίνει πότε πότε κανένα αυτοκίνητο, ή κάποιους πεζούς σαν εμένα, εναπομείναντες, και λέω για κοίτα, σιγά σιγά θα δούμε και τον τελευταίο των Μοϊκανών επί της Δημητρακοπούλου. Φροντίζω και τα αδέσποτα της περιοχής, νερό κυρίως, να μη μείνουν χωρίς νερό μέσα στις ζέστες, κι ευτυχώς η περιοχή Μακρυγιάννη και Πλάκας έχει πολλούς φιλόζωους που τα νοιάζονται, τα αγαπούν. Τις προάλλες, αφού άφησα νερό και τροφή σ' ένα έρημο οικόπεδο με γάτες, προσπερνώντας δυο κυρίες, τις άκουσα να σχολιάζουν από πίσω μου χαμηλόφωνα: «Είναι κι αυτή της γειτονιάς;» ρώτησε η μία. «Αυτή δεν είναι της γειτονιάς, αυτή είναι συγγραφέας», της λέει η άλλη. Ξεκινάω λοιπόν τα βραδάκια και πάω σινεμά με τα πόδια, από τα κοντινότερα εδώ γύρω, Θησείον, Αίγλη, Σινέ Παρί, Ζέφυρος, μέχρι τα πιο μακρινά, Ριβιέρα, Βοξ, Εκράν ή Αθηναία, κι αισθάνομαι λιγάκι σαν τους παλιούς πεζοπόρους-προσκυνητές. Είμαι λάτρις του σινεμά, παιδιόθεν -ο πατέρας μου είχε και σινεμά στο Σοχό, όχι μόνο χωράφια-, μπορώ να πηγαίνω 24


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

κάθε βράδυ, και τους χειμώνες εννοείται. Με ξέρουν πια οι άνθρωποι στην είσοδο, στα ταμεία, χαιρετιόμαστε, μιλάμε, στο Ιντεάλ μάλιστα μου κόβουν σταθερά μειωμένο εισιτήριο, κι αν πάω να δω μια ταινία για δεύτερη ή τρίτη φορά -γιατί συμβαίνει κι αυτό συχνάκις- με βάζουν δωρεάν. Μακάρι να το κάνουν κι άλλοι κινηματογράφοι αυτό, τους στέλνω κόσμο έτσι κι αλλιώς. Ένα καλοκαίρι πριν από μερικά χρόνια, κάτι είχα πάθει με την ταινία του Φρίαρς Ο μικρός Λίαμ. Την έπαιζε το Εκράν και πήγα και την είδα τρεις φορές, τόσο μου άρεσε. Την πρώτη με μια φίλη, τη δεύτερη μ' ένα φίλο, χωρίς να του πω ότι την ξανάδα, την τρίτη μόνη. Ο άντρας που έκοβε τα εισιτήρια και η γυναίκα στο ταμείο με κοίταζαν πια λίγο περίεργα, σαν να μην πίστευαν, κι εγώ ένιωσα την ανάγκη να απολογηθώ. Νύσταξα την προηγούμενη φορά τους είπα, κι έχασα το τέλος, και την πρώτη με τσίμπησαν τα κουνούπια... Τέτοια άσκοπα ψέματα. Ευγενείς πάντως εκείνοι, δεν δέχτηκαν να πληρώσω και τρίτο εισιτήριο. Και μετά δυο βδομάδες που παιζόταν στο Εκράν, την πήρε και το Θησείον. Ε, λοιπόν, πήγα και την είδα άλλες δυο φορές, σχεδόν σαν να έμπαινα σε απαγορευμένη ζώνη, χωρίς να το λέω σε κανέναν. Και σε ποιον άλλωστε, δεν είχε μείνει στην Αθήνα ούτε φίλος ούτε εχθρός - Αύγουστος ήτανε θαρρώ... Για να το θέσω όμως και κάπως αλλιώς, το καλοκαίρι γενικά το υπομένω. Δεν είναι η εποχή που μου «μιλάει», που γεννάει τις καλύτερες ιδέες, αναφορικά με τη συγγραφή τουλάχιστον. Είναι η περίοδος της φλογερής στωικότητας, όπως γράφω και σε κάποιον Βορειοευρωπαίο φίλο. Και μιας αναπόφευκτης ραστώνης βέβαια, κάτι δηλαδή που το πάω λάου λάου, ενώ στο βάθος του μυαλού λαμβάνει χώρα ένας σιωπηλός χαμός, βουή ενός άλλου κόσμου. Οι βλέψεις μου είναι στο φθινόπωρο, στις συννεφιές που επίκεινται, στις πρώτες βροχές - αν και σπανίζουν πλέον, εννοώ οι καλές και αναγκαίες βροχές, εκείνες οι αρχοντικές βροχούλες. Ανοίγει η καρδιά μου στην κακοκαιρία, αισθάνομαι στο στοιχείο μου -άνοιξη γεννημένη κατά τ' άλλα-, δουλεύω μ' άλλη ζέση, με πάθιασμα. Όποτε ξεκινάει η μέρα μουντή και βουρκωμένη, έχω πανηγύρι εδώ μέσα, ανάβω τα αρωματικά λιβάνια μου, ανάβω κι ένα σωρό ρεσώ μέσα σε κόκκινα και μπλε ποτηράκια, υπόθεση μυσταγωγίας για μένα, μιας ηδονικής μοναχικότητας μπροστά στην γραφομηχανή, όποιος κι αν είναι ο απολογισμός στο τέλος της ημέρας - πότε τα μήλα και πότε τα φύλλα έλεγε ο πατέρας μου. Μου αρέσει λοιπόν το καλοκαίρι για την «σκοτεινιά» που κρύβει στην ψυχή του, μου αρέσει ο ήλιος για να κάθομαι στη σκιά. Για να μπορώ να τραβώ κατά το ένα τρίτο ή το ένα δεύτερο τις κουρτίνες, τα παντζούρια, και να φτιάνω σκιά, διαβαθμίσεις της σκιάς, του λαμπερού ημίφωτος... Θα κλείσω με μια ιστορία από το προπέρσινο καλοκαίρι. Πρόκειται για μια σκηνή με ένα κοριτσάκι, όχι το ευτυχέστερο της οικουμένης, που κάποια μέρα το ντύνουν πολύ όμορφα για να το στείλουν κάπου, από όπου δεν του μέλλεται να ξαναγυρίσει. Κι έβαλα λοιπόν τρία περιστέρια, εκεί που μάλωναν για μια κόρα ψωμί, να στέκονται αίφνης εκστατικά και να παρακολουθούν το πέρασμα της παιδίσκης. Σταματούν την έριδα, τον καυγά, για να θαυμάσουν την δύσμοιρη καλοντυμένη μικρούλα. Εβδομάδες μετά, το ίδιο καλοκαίρι, έχω να τα βγάλω πέρα με το θάνατο αυτής της έφηβης, ένας θάνατος πολύ ιδιαίτερος, σπάνιος θα έλεγα, που όφειλε να με παιδέψει τα μάλα. Γιατί ενώ στη γη αυτό το παιδί γεννήθηκε χωρίς πρόσωπο σχεδόν, χωρίς φωνή, χωρίς τίποτε το κανονικό, θέλω με το θάνατο, βγαίνοντας από 25


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

την μέγγενη της ύπαρξης, να απλώνει το σώμα της, να ομορφαίνει στην όψη, να γαληνεύει με τον πιο σαγηνευτικό, μύχιο τρόπο. Μια ζωή ήταν το φόβητρο για τους άλλους, κι όταν πεθαίνει μένουν όλοι έκθαμβοι, ενεοί. Και παιδευόμουν λοιπόν να πετύχω αυτή τη μεταμόρφωση, την ήθελα να γίνει όπως θα γινόταν και στη ζωή. Σαν την αράχνη που είναι δύσκολο να την παρακολουθήσεις στο πώς στήνει τον λεπτεπίλεπτο ιστό της, και μόνο όταν δεις ολοκληρωμένο το έργο της καταλαβαίνεις τι έγινε. Αυτό ήθελα να πετύχω. Και μια μέρα από εκείνες τις δύσκολες και ιερές, ανοίγοντας το παντζούρι της κρεβατοκάμαρας, βλέπω κάτω στον ακάλυπτο ένα περιστέρι ακίνητο. Νεκρό. Μετά από λίγες ώρες παρακολουθώ ένα άλλο περιστέρι να κυκλοφέρνει εκεί γύρω επίμονα, μέχρι που κάποιο πρωί το βλέπω κι αυτό ασάλευτο, παραδομένο, σχεδόν αντικριστά στο πρώτο. Και δεν περνούν δυο μέρες κι έρχεται και προστίθεται κι ένα τρίτο περιστέρι στην παρέα των νεκρών. Και ξαφνικά συνειδητοποιώ τι βλέπω και συγκλονίζομαι. Ήταν τα τρία περιστέρια της ιστορίας μου, για μένα αυτό ήταν, που θέλησαν να πενθήσουν μέχρις εσχάτων το κορίτσι που είχαν θαυμάσει την ώρα που περνούσε από μπροστά τους. Τρία πουλιά που ενεπλάκησαν για καλά σε μία, όπως θα λέγαμε, φανταστική ιστορία... Πηγή: www.lifo.gr

26


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος θα συζητηθεί όσο κανείς άλλος Έλληνας λογοτέχνης μέσα στο 2015 Ο τριαντάχρονος συγγραφέας μίλησε στη Λίνα Ρόκου για τη συλλογή διηγημάτων «Γκιακ», αλλά και για τη βία της καθημερινής ζωής.

Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα όταν μόλις 15 χρονών ενώ το δεύτερο κυκλοφόρησε από τον Κέδρο όταν ο ίδιος ήταν ακόμη μαθητής λυκείου. Έντεκα χρόνια μετά κυκλοφόρησε η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο «ΜεταΠοίηση» και στα τέλη του 2014 στα χέρια μας έφτασε το «Γκιακ» που βρίσκεται ήδη στη δεύτερη έκδοσή του και που ακούγεται όλο και περισσότερο χάρη στην πιο επιτυχημένη διαφημιστική πρακτική που μπορεί κανείς να συναντήσει στο χώρο του βιβλίου: από στόμα σε στόμα. Για μένα προσωπικά ήταν μεγάλη η χαρά που το πρώτο ανάγνωσμα του 2015 ήταν το συγκλονιστικό “Γκιακ”. Και γιατί το λέω αυτό; Μα γιατί ο Παπαμάρκος δημιουργεί ανθρώπους ωμούς, γυμνούς, ένα με το χώμα και τη λάσπη, χωρίς κανένα φίλτρο ηθικής (ακριβώς δηλαδή όπως κάνει η μεγάλη λογοτεχνία), ζώα ιδρωμένα που ζουν και πεθαίνουν, ζώα της φύσης, δηλαδή αυτό που κατά βάθος είμαστε όλοι μας. 27


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Πώς σου ήρθε η ιδέα να γράψεις μια σειρά διηγημάτων με πρωταγωνιστές Έλληνες που είχαν συμμετάσχει στην μικρασιατική εκστρατεία; Μάλλον τυχαία. Έκανα ένα ταξίδι τριών εβδομάδων το 2013 στη Μικρά Ασία για τις ανάγκες του διδακτορικού μου «Ξένοι στρατιώτες και ντόπιοι στις ελληνικές πόλεις της ελληνιστικής Μικράς Ασίας». Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού βρέθηκα σε μέρη που θυμόμουν από τις αφηγήσεις συγχωριανών μου από τη Μαλεσίνα που είχαν πολεμήσει στο Μικρασιατικό. Ο μόνος που είχα γνωρίσει προσωπικά από αυτή τη γενιά ήταν ο προπάππος μου, αλλά οι αφηγήσεις περνούσαν από τους παλαιότερους στους μεταγενέστερους. Όταν λοιπόν βρέθηκα στα μέρη αυτά, βγήκαν στην επιφάνεια αυτά μου τα ακούσματα κι έκατσα κι έγραψα το πρώτο διήγημα «Σαν βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί». Ακόμη όμως δεν είχε μορφοποιηθεί όλο αυτό στο μυαλό μου και ήταν περισσότερο ένας πειραματισμός πάνω στο πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το τοπικό ιδίωμα του χωριού μου σε ένα λογοτεχνικό πλαίσιο. Μετά όμως προέκυψαν τα «Μπουκουμπάρδια», στο ίδιο στιλ, χωρίς πάλι να έχω απόλυτη συνείδηση του γιατί το κάνω. Εδώ ως βασικός άξονας της ιστορίας αναδεικνύεται μια επικούρεια στάση του κεντρικού ήρωα απέναστι στη ζωή –ξανά σε ένα πλαίσιο αγροτικό και λαϊκό. Μου φάνηκε τότε ότι θα ήταν ενδιαφέρον να υπάρχουν κι άλλες αφηγήσεις πάνω στο ίδιο μοτίβο, και ίσως με αυτό τον τρόπο εκφραζόταν μια επιθυμία για ένα μυθιστόρημα. Θεωρώ όμως πως το θέμα εξυπηρετήθηκε καλύτερα με την μικρότερη αφηγηματική φόρμα και τον πλουραλισμό των ηρώων. Για τη γλώσσα που χρησιμοποίησες έκανες έρευνα; Όχι, γιατί κατά κάποιο τρόπο αυτή είναι η πρώτη μου γλώσσα. Έχω μεγαλώσει στη Μαλεσίνα, στην ίδια αυλή με τους παππούδες και συνεπώς ήμουν εκτεθειμένος σε αυτήν την ντοπιολαλιά, αν και ο όρος ντοπιολαλιά δεν είναι τόσο του γούστου μου. Οι ήρωες των διηγημάτων έχουν βρεθεί σε ακραίες συνθήκες πολέμου, παραβίασης ηθικών κανόνων και αγριότητας. Όταν επιστρέφουν στο χωριό καλούνται να ενσωματωθούν στη «φυσιολογική» ζωή του χωριού. Μπορούν; Αυτό ήθελα να είναι ο βασικός πυρήνας, όπως και η προβληματική του ξένου. Του ξένου που ταυτόχρονα είναι οικείος, είναι δηλαδή ο άνθρωπος που ζει στην ίδια κοινωνία με μας, αλλά κάποια στιγμή, είτε λόγω της δικής του ψυχοσύνθεσης είτε λόγω κοινωνικών συνθηκών, βρίσκεται εκτός. Είναι κάτι που συμβαίνει πάντα στον πόλεμο ή σε συνθήκες όπου η βία ασκείται με όρους εργολαβίας, γιατί τι άλλο είναι οι στρατιώτες παρά οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν εργολαβικά να εκτελέσουν αυτό που η υπόλοιπη κοινωνία δεν μπορεί ή δε θέλει να κάνει. Το πώς τους αποδεχόμαστε αλλάζει από εποχή σε εποχή. Ένας από τους λόγους που τοποθέτησα τις ιστορίες μου στην συγκεκριμένη εποχή, γιατί είναι μια κρίσιμη περίοδος στο μεταίχμιο της προνεωτερικής και της νεωτερικής κοινωνίας. Σήμερα αποφεύγουμε να συζητάμε τέτοια θέματα, τείνουμε να κλείνουμε τα αυτιά στις αφηγήσεις ανθρώπων που τα έχουν ζήσει. Ο πόλεμος είναι ταμπού και δεν είναι ενταγμένος οργανικά στη λειτουργία των κοινωνιών και στην καθημερινή ζωή των πολιτών. Ο πόλεμος θεωρείται παρέκκλιση και όχι νόρμα, παρότι είναι μία από τις σταθερές της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτό που παρατηρείς, για παράδειγμα, σε αφηγήσεις βετεράνων, κι εγώ έχω προλάβει θείους μου που βρέθηκαν στις μάχες του Β’ Παγκόσμιου, είναι ότι σχεδόν ποτέ δεν 28


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

μιλούν για πόσους έχουν σκοτώσει και τι ακριβώς έχουν κάνει. Ακόμη και στην πολύ συγκεκριμένη ερώτηση «Έχεις σκοτώσει κάποιον;» θα σου απαντήσουν με το γενικόλογο, «Πυροβολούσα, πόλεμος ήταν κάτι θα έγινε». Υπάρχει μια ενστικτώδης συναίσθηση ότι όλα αυτά έγιναν υπό συγκεκριμένες συνθήκες και μόνο όσοι τις έχουν ζήσει, και όχι όσοι έμειναν πίσω, μπορούν να τις καταλάβουν. Επιπλέον, η έκθεσή τους στη βία τους έχει δημιουργήσει ένα τραύμα που δεν θέλουν να αναμοχλεύουν.

Η βία και τα αποτελέσματά της προκαλούν αποστροφή αλλά και έλξη; Παρακολουθούμε στο internet βίντεο με αυτοκινητιστικά δυστυχήματα. Είναι στη φύση μας να μας γοητεύει η βία; Νομίζω πως ναι, γιατί πάντοτε ήμασταν εκτεθειμένοι στη βία. Στις αγροτικές κοινωνίες π.χ. αν δεν ασκούσες βία δεν έτρωγες, τόσο απλό ήταν. Είχες μια κότα στην αυλή έπρεπε να τη σφάξεις για να τη φας. Όταν σταδιακά χάνεται η επαφή με τη βία και δεν έχει καμία πραγματική επίπτωση, αλλά την παρακολουθείς μέσω της κλειδαρότρυπας σαν να βλέπεις πορνό, τότε παρατηρούνται φαινόμενα νοσηρά. Νομίζω ότι η σχετική έκθεση στη βία που είχαν άνθρωποι άλλων εποχών τους έκανε πιο ευαίσθητους και εκτιμούσαν διαφορετικά το θέμα της ζωής ή π.χ. του βασανισμού ενός ζώου. Θεωρούσαν βέβαια ότι το ζώο πρέπει να έχει μια χρηστικότητα. Δεν το κανάκευαν, αλλά ούτε το κακομεταχειρίζονται. Είχαν μια φυσιοκεντρική προσέγγιση. Θυμάμαι, μου έλεγε ο παππούς μου, ότι ο πατέρας του είχε δείρει ένα από τα αδέρφια του γιατί έκοψε αναίτια ένα δέντρο.

29


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Ταυτιζόμαστε με τους ήρωες του «Γκιακ» γιατί ακόμη ισχύει η σύγκρουση των ηθικών κανόνων και των δικών μας επιθυμιών; Είναι δύσκολο να απαντήσω σε αυτό γιατί ο κάθένας ταυτίζεται με κάτι διαφορετικό. Νομίζω όμως ότι το συγκρουσιακό, «επαναστατικό» στοιχείο είναι το σημείο σύγκλισης των περισσοτέρων. Τουλάχιστον, για εμένα αυτή είναι η πιο αισιόδοξη ανάγνωση. Τι θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις βία στην Ελλάδα του σήμερα; Εκτός από την ακροδεξιά βία, που δυστυχώς δεν είναι μονοπώλιο της Χρυσής Αυγής, το αμέσως επόμενο παράδειγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι ο τρόπος που ως κράτος, και πολλές φορές ως ιδιώτες, αντιμετωπίζουμε τους μετανάστες. Το γεγονός ότι λέμε π.χ. την Αμυγδαλέζα «κέντρο φιλοξενίας» δεν αλλάζει το γεγονός ότι είναι ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και μπορεί η βία που ασκείται εκεί μέσα να μην είναι επίσημα θεσμοθετημένη ή συστηματική με σκοπό την άμεση εξόντωση αυτών των ανθρώπων, αλλά είναι βία, άγρια και σωματική. Επίσης, η αστυνομική βία που εκδηλωνόταν για ψύλλου πήδημα ή ακόμη και χωρίς ψύλλου πήδημα, εντελώς αναίτια απέναντι σε ανθρώπους που ασκούσαν το δικαίωμα τους στη διαμαρτυρία. Ξανά, βία άγρια, σωματική. Γιατί μιλάω γι’ αυτά και δεν μιλάω π.χ. για την βία που εκδηλώνεται ως καταστρατήγηση των δημοκρατικών, κοινωνικών και εργατικών δικαιωμάτων την οποία βιώσαμε όλα αυτά τα χρόνια με την κρίση ή την πολύ της μοδός «βία της γλώσσας»; Γιατί θέλω να υπενθυμίσω, όπως κάνω και στο «Γκιακ», ότι πέραν της συμβολικής βίας, υπάρχει και η βία με όρους υλικούς, θα λέγαμε πρωτόγονης βαρβαρότητας. Κι αυτή η βία, δυστυχώς, δεν έχει εκλείψει. Είναι εδώ παρούσα, το 2015, σε μια κοινωνία της νεωτερικότητας όπως η ελληνική. Πώς σχολιάζεις το σύνθημα «καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται;» Ανόητο και αφελές, για να είμαι επιεικής. Κατ’ αρχάς, γιατί προσδίδει έναν αδιαφοροποίητο χαρακτήρα στη βία. Την αντιμετωπίζει ως έννοια σχεδόν μεταφυσική. Έτσι δημιουργείται μοιραία το δίπολο της βίας και της μη βίας. Ο πρώτος πόλος είναι εξ ορισμού αρνητικός, οπότε όσοι υποστηρίζουν για τον εαυτό τους ότι ανήκουν στον άλλο πόλο αυτομάτως διεκδικούν και μία ηθική και αξιακή υπεροχή έναντι όλων των υπολοίπων. Μοιραία, όλο αυτό το πράγμα θολώνει τελικά τα όρια μεταξύ του τι είναι πραγματικά βία και τι όχι, και καταντάει εργαλείο στα χέρια κάποιων για την αντιμετώπιση του ιδεολογικού ή πολιτικού τους αντιπάλου. Τέλος, βρίσκω αυτό το σύνθημα βαθύτατα υποκριτικό, γιατί ποτέ κανείς δεν καταδικάζει την βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Είναι ένα ακόμα εφεύρημα της πολιτικής ορθότητας, που από τη μία π.χ. επικροτεί «ανθρωπιστικούς βομβαρδισμούς» κι από την άλλη κατακρίνει με μένος το σπάσιμο της βιτρίνας μιας τράπεζας. Για να μη μιλήσω για τους μη βίαιους μη χορτοφάγους. Άλλη αντίφαση από εκεί. Καταδικάζεις την βία απ’ όπου κι αν προέρχεται, αλλά το κεφτεδάκι είναι μια χαρά ή το δερμάτινο σαλόνι του αυτοκινήτου σου. Εντάξει, αυτά είναι πράγματα για να γελάς. Η κοινωνία μας τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά στρογγυλοκάθεται πάνω σε έναν Windsor καναπέ, προϊόν ακραίας βίας, γιατί ως γνωστόν για να φτιαχτεί η ταπετσαρία του κάποιος γδάρθηκε.

30


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Νομίζεις έχει χαθεί η ιεράρχηση στον τρόπο που κρίνουμε τα πράγματα; Έχει χαθεί η ψυχραιμία. Εφόσον δεν είμαστε ψύχραιμοι δεν μπορούμε να συζητήσουμε πολιτισμένα και κατά συνέπεια να ιεραρχήσουμε τις καταστάσεις. Μήπως δεν είμαστε ψύχραιμοι γιατί ζούμε ακόμη μια έντονη περίοδο και δεν μπορούμε να πάρουμε τις απαραίτητες αποστάσεις; Ακριβώς. Επιπλέον δεν έχουμε μάθει να ζούμε υπό τέτοιες συνθήκες μεγάλης πίεσης. Περάσαμε μια περίοδο κατά την οποία δε χρειάστηκε να πάρουμε θέση για τίποτε από όλα αυτά κι έτσι χάσαμε τα αντανακλαστικά μας. Τώρα υπό το καθεστώς του σοκ χάσαμε και την ψυχραιμία μας και τον πολιτισμό μας. Για εμένα η μεγαλύτερη απώλειά μας είναι ότι δεν μπορούμε να κάτσουμε στο ίδιο τραπέζι με ανθρώπους με τους οποίους διαφωνούμε κάθετα και να συζητήσουμε πολιτισμένα χωρίς συνθήματα και τσιτάτα, δεν μπορούμε να κάνουμε διάλογο πια. Έχουμε ξεχάσει ότι το να διαφωνείς δεν είναι πάντα κακό, ίσα ίσα είναι και πολύ γόνιμο. Θεωρώ πιο ενδιαφέρουσα τη συζήτηση με ανθρώπους που διαφωνείς ώστε στο τέλος να προκύψει μια σύνθεση. Ακόμη κι αν δεν υπάρξει σύνθεση, ακόμη κι αν συνεχιστεί η διαφωνία αυτό δεν πρέπει να είναι αιτία πολέμου αλλά αιτία και λόγος για να αποκρυσταλλώσεις καλύτερα τη θέση σου. Όταν συγκρούεσαι σε ένα διαλεκτικό επίπεδο μάλλον κερδίζεις γιατί ξεκαθαρίζεις τη δική σου άποψη από τη στιγμή που καλείσαι να την εξηγήσεις στον άλλον. Σκέφτομαι το 2040 ότι ο ιστορικός λογοτεχνίας του μέλλοντος θα πιάσει το «Γκιακ» και θα πει ότι δεν είναι τυχαίο ότι ο Δημοσθένης Παπαμάρκος έγραψε την περίοδο της ελληνικής κρίσης μια σειρά διηγημάτων για την μικρασιατική εκστρατεία. Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι εσύ και οι υπόλοιποι της γενιάς σου, αποτυπώνετε συνειδητά ή ασυνείδητα και ο καθένας με τον δικό του τρόπο, αυτό που συμβαίνει σήμερα; Δεν ξέρω. Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σχολής λογοτεχνικής, αλλά και κοινού τρόπου σκέψης που αυτή τη στιγμή δεν τη βλέπω στην Ελλάδα. Μίλησες για γενιά, αλλά νομίζω ότι μόνο ηλικιακά μας ταιριάζει αυτός ο χαρακτηρισμός. Δεν είμαστε καλλιτεχνική γενιά διότι δεν υπάρχει κοινή προέλευση και κοινή προσέγγιση. Νομίζω ότι περισσότερο κινείται ο καθένας με τις δικές του θεματικές εμμονές. Προσωπικά μου αρέσει ότι δεν υπάρχει η μονοκρατορία μιας συγκεκριμένης γραμμής όσον αφορά τη λογοτεχνία γιατί έτσι και εκπλήσσεσαι διαβάζοντας κάτι διαφορετικό, και μπορείς να μπεις σε έναν ουσιαστικό διάλογο με θέματα που είναι πέρα από τα δικά σου άμεσα ενδιαφέροντα. Μου έχεις πει ότι συνδεόσουν φιλικά με τον Παύλο Μάτεσι. Πώς προέκυψε η γνωριμία σας; Όταν είχε βγει ο «Τέταρτος Ιππότης» το δεύτερο βιβλίο μου από το Κέδρο το 2001 λόγω του θαυμασμού μου για το έργο του, του έστειλα ένα αντίτυπο. Το είχα μάλιστα στείλει στον εκδοτικό του οίκο, γιατί δεν είχα τη διεύθυνσή του. Κάποια στιγμή μου ήρθε ένας φάκελος με ένα βιβλίο του μέσα, συγκεκριμένα τον «Παλαιό των ημερών», και μια κάρτα με το τηλέφωνό του. Τον πήρα για να τον ευχαριστήσω και, θυμάμαι μου είχε πει «Δε χρειάζεται να με ευχαριστείς. Θα ήμουν γαϊδούρι αν δεν σου απαντούσα». Μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση, γιατί ο Μάτεσις μπήκε στον κόπο να απαντήσει σε έναν άγνωστο, πράγμα μάλλον 31


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

ασυνήθιστο. Εγώ τότε ζούσα ακόμη στη Μαλεσίνα, ήμουν μαθητής της Γ’ Λυκείου, και μου είχε πει όταν κατέβω Αθήνα να βρεθούμε για έναν καφέ. Μετά όταν ήρθα πια στην Αθήνα, αποκτήσαμε πιο στενή επαφή. Για λογοτεχνία δεν μιλούσαμε σχεδόν ποτέ, μιλούσαμε για τελείως διαφορετικά πράγματα. Η ποιότητά του ήταν αυτή που με εντυπωσίασε περισσότερο. Ήταν ένας ευγενής και γενναιόδωρος άνθρωπος. Έμαθα πολλά από την ευγένεια και την καταδεκτικότητά του απέναντι σε έναν πιτσιρικά. Σε έχει επηρεάσει ποτέ κάποιο ανάγνωσμα τόσο πολύ που να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα στη ζωή; Δεν μπορώ να το εντοπίσω σε κάτι συγκεκριμένο. Δεν μπορείς να είσαι εκτεθειμένος αποκλειστικά και μόνο σε ένα είδος. Νιώθω ότι έχω επηρεαστεί εξίσου τόσο από βιβλία όσο και από ταινίες, comics, τραγούδια, θέατρο. Αλλά και πάλι όμως από πράγματα ανόμοια, ή μάλλον που έχουν διαφορετικές καταγωγές. Από sci-fi και heavy metal μέχρι τους Αμερικάνους κλασικούς και τα δημοτικά τραγούδια. Αν όμως πρέπει να ξεχωρίσω κάτι που με έχει σημαδέψει και στο οποίο επανέρχομαι συχνά είναι ένα δίστιχο του Αρχιλόχου, αυτό στο οποίο γράφει: «ἐν δορὶ μέν μοι μᾶζα μεμαγμένη͵ ἐν δορὶ δ΄ οἶνος Ἰσμαρικός· πίνω δ΄ ἐν δορὶ κεκλιμένος» (στο δόρυ μου οφείλω το ψωμί μου, στο δόρυ μου το κρασί από την Ίσμαρο· γερμένος πάνω στο δόρυ μου πίνω). Νομίζω ότι δεν υπάρχει ακριβέστερη περιγραφή μίας από τις ειρωνείες που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ζωή. Το πώς δηλαδή ο αγώνας για την εξασφάλιση των βασικών για την επιβίωση είναι ένα με την επιδίωξη των πιο πολυτελών απολαύσεων, ο «Ισμαρικός οίνος» ήταν κάτι σαν ακριβή σαμπάνια της εποχής, αλλά και το γεγονός ότι ο τρόπος απόλαυσης ορίζεται και εγκλωβίζεται τελικά από τον τρόπο απόκτησης. Και ακόμα πιο γενικά, το ότι απολαμβάνεις εν τέλει με τον τρόπο σου, τον τρόπο που ορίζει και πώς διαλέγεις να πορεύεσαι στη ζωή. Με το δόρυ, αλλά και πάνω στο δόρυ, στην περίπτωση του Αρχιλόχου που ήταν μισθοφόρος. Αλλά ισχύει για όλους, πιστεύω, λίγο πολύ. Το θέμα είναι τι είναι το «δόρυ» του καθενός. Για μας τους δύο, εδώ που μιλάμε, μάλλον θα λέγαμε «ἐν ὑπολογιστῇ μέν μοι μᾶζα μεμαγμένη…».

Πηγή: http://popaganda.gr/ 32


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Πώς αντιμετωπίζουν οι πρώτες κριτικές το νέο βιβλίο του Φράνζεν Από την ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ

«Πάντα χρειάζεται ένας κακός» είναι η κλασική, αποστομωτική απάντηση που δίνει ο συγγραφέας Τζόναθαν Φράνζεν κάθε φορά που τον ρωτάνε για τη διαβόητη μισανθρωπία του. Στοιχείο που δεν αρνήθηκε ποτέ ή, μάλλον, ξεπατίκωνε με απαράμιλλη επιτυχία από όλους τους σπουδαίους μέντορές του: Λα Ροσφουκώ, Ουάιλντ και, φυσικά, τον αγαπημένο του Καρλ Κράους. Στις κυνικές αυτές ατάκες και προκλητικές δηλώσεις οφείλει επίσης μέρος της φήμης του, καθώς κατάφεραν να συσπειρώσουν απέναντί του ως αντιπάλους κάθε λογής πιστούς, από φεμινίστριες και ριζοσπάστες έως την Όπρα Γουίνφρεϊ, διάσημους τηλεαστέρες και φυσικά τους οπαδούς της τεχνολογίας. Τους τελευταίους φαίνεται να θέτει στο στόχαστρο και το νέο βιβλίο του «Purity», που αναμένεται να βρεθεί επίσημα στα βιβλιοπωλεία την 1η Σεπτεμβρίου και ευθέως παραπέμπει –μεταξύ άλλων και λόγω τίτλου– σε κάθε λογής καθαρότητα. Πρόκειται για μόνιμη εμμονή του διάσημου πλέον Αμερικανού συγγραφέα, καθώς, ως αμετανόητος σκεπτικιστής και αρνητής κάθε είδους καθαρότητας, δεν έπαψε ποτέ να αυτοϋπονομεύεται, καταργώντας ακόμη και την αλήθεια των ίδιων των κειμένων του. Κακώς, ωστόσο, πολλοί εξέλαβαν τις διαρκείς παραδοξότητές του ως γνώρισμα ενός ευφάνταστου μεταμοντερνισμού, όπως του Πίντσον ή του μακαρίτη φίλου του Φόστερ Γουάλας. Αντίθετα, τα λεκτικά του παιχνίδια μάλλον αναφέρονται στην ευκολία με την οποία ο Φράνζεν αρέσκεται να στήνει και ταυτόχρονα να αποδομεί, κάθε φορά, τους κανόνες του παιχνιδιού. Στη σχετική συνέντευξη που είχε παραχωρήσει πρόσφατα στη LifΟ, ο ίδιος είχε παραδεχτεί πως 33


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

δυσάρεστες δεν του είναι μόνο οι «καθαρές» θεάσεις των ιδεών αλλά και των ανθρώπων, αφού του είναι πιο ευχάριστο να παραμένει στο ξενοδοχείο του από το να συναναστρέφεται έναν θορυβώδη περίγυρο. Ευτυχώς, όμως, στο «Purity» ο Φράνζεν δεν παρασύρεται από τις μισανθρωπικές του τάσεις, δείχνοντας πως επιτέλους μπορεί να συμπάσχει με τους κεντρικούς χαρακτήρες του. Κι εκεί που οι περισσότεροι εικάζουν πως οι πρωταγωνιστές του είναι για μια ακόμη φορά ψυχικά αποδεκατισμένοι ή απλώς κακοί, εκείνος, ως συγγραφέας, φροντίζει να τους απαλύνει τον πόνο και να ενστερνιστεί την προβληματική τους μοίρα. Αυτό το στοιχείο του όψιμου εξανθρωπισμού του Φράνζεν είναι, άλλωστε, που έπεισε τη μέχρι πρότινος εχθρό του, φοβερή και τρομερή κριτικό των «New York Times», Μιτσίκο Κακουτάνι, να αναγνωρίσει στο «Purity» το πιο ώριμο μυθιστόρημά του. Γεγονός διόλου αμελητέο, δεδομένου ότι η περισπούδαστη κριτικός έχει κατά καιρούς κάνει διάφορους συγγραφείς να νιώθουν ότι «τους αφαιρεί το συκώτι», όπως είχε χαρακτηριστικά δηλώσει κάποιος από αυτούς, αλλά και τον ίδιο τον Φράνζεν να ομολογήσει πως η διάσημη κριτικός ήταν γι' αυτόν το πιο μισητό πρόσωπο στην Αμερική. Όλα αυτά, βέβαια, συνέβησαν πολλά χρόνια πριν, με αφορμή μια χολερική κριτική που είχε αφιερώσει η Κακουτάνι στα αυτοβιογραφικά κείμενα του Φράνζεν, καθώς τώρα το κλίμα μοιάζει να έχει εντελώς αντιστραφεί. Πριν από λίγες μέρες, η ίδια γυναίκα που τον είχε κάποτε αποκαλέσει «ηλίθιο» χάρισε πολλές γραμμές διθυραμβικής αναγνώρισης στο «Purity», τονίζοντας πως ευτυχώς ο Φράνζεν έπαψε να είναι ο γνωστός κακός, με τους υποτελείς πρωταγωνιστές του να είναι απλώς θύματα μιας ανυπεράσπιστης γραμμής και μοίρας. «Πλέον δεν φαντάζουν τόσο ως φροϊδικά θύματα που οι τύχες τους καθορίζονται από το δυσλειτουργικό οικογενειακό τους παρελθόν, όσο ως ελεύθερα υποκείμενα που έχουν λόγο στην επιλογή της μοίρας τους» γράφει στη σχετική κριτική της η Κακουτάνι. «Δεν μοιάζουν τόσο με πιόνια σε ένα αδυσώπητο ντικενσιανό παιχνίδι που αντιδρούν σχεδόν αντανακλαστικά με πίκρα και οργή στην κακή τους τύχη αλλά με πραγματικούς ανθρώπους, με κλιμακούμενα και ενίοτε συγκρουόμενα συναισθήματα». Σάμπως η ίδια να αναγνωρίζει συναισθηματική και ψυχική ωριμότητα στους πρωταγωνιστές του Φράνζεν, κάτι που κάνουν και άλλοι κριτικοί, όπως ο περισπούδαστος Σαμ Τανενχάουζ στο «New Republic», ο οποίος υποστηρίζει πως με το «Purity» ο Φράνζεν πάει το «ιδεολογικό αμερικανικό μυθιστόρημα», όπως το αποκαλεί, ένα βήμα μπροστά: «Το νέο μυθιστόρημα του Φράνζεν υπερβαίνει κάθε πειραματικό στάδιο» επισημαίνει ο Τανενχάουζ. «Το θέμα του, για να το πούμε απλά, πραγματεύεται την απατηλή ειδωλολατρία της ψηφιακής εποχής, την υποτιθέμενη τάση της να αποκαλύπτει την αλήθεια, την ιδεολογική της "καθαρότητα" που καταλήγει μονομανία και φανατισμός. Αλλά καθώς μετατρέπεται σε αφηγητή, ο Φράνζεν κοιτάζει διαρκώς πίσω στην ίδια τη λογοτεχνία, και ειδικά στον Ντίκενς και στον Σαίξπηρ (κάποιες στιγμές και στους δυο ταυτόχρονα), καθώς και στον Τζόζεφ Κόνραντ και στον Σολ Μπέλοου».

34


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Τα εξώφυλλα της αγγλικής (αριστερά) και αμερικάνικης έκδοσης του "Purity".

Ντικενσιανά χαρακτηριστικά αναγνωρίζουν κι άλλοι αναλυτές του νέου βιβλίου του Φράνζεν, ενώ επιστροφή στον Ντίκενς επισημαίνει και η Μιτσίκο Κακουτάνι. Άλλωστε, οι παραπομπές στον Ντίκενς είναι προφανείς, με πρώτη και κύρια την απευθείας αναφορά στην πρωταγωνίστριά του, την οποία αποκαλεί Πιπ – από τις «Μεγάλες Προσδοκίες» του μεγάλου δασκάλου του. Η ηρωίδα του, με την οποία παραδέχεται ότι ταυτίζεται, «καθώς είναι έξυπνη και όχι χωρίς προβλήματα», προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τους αλλόκοτους συγκατοίκους της σε ένα κοινόβιο στο Όκλαντ, όπου καταφεύγει αφότου τελειώσει το κολέγιο, επειδή παρασύρεται από έναν έρωτα αλλά και επειδή χρωστάει τα δίδακτρά της. Νιώθοντας ανοίκεια και κάπως παράδοξα ανάμεσα σε αναρχικούς, δήθεν επαναστάτες και κάθε λογής ριζοσπάστες, αποφασίζει, στη συνέχεια, να καταφύγει σε μια ιντερνετική εταιρεία, με το αφεντικό της να πολλαπλασιάζει ακόμη περισσότερο τα προβλήματά της: εκτός από διαβόητος γυναικάς, ο Αντρέας Βολφ υπήρξε και πρώην κυβερνητικό απαρατσίκ στην Ανατολική Γερμανία. Από εκεί κατέληξε στη Βολιβία, όπου και ίδρυσε την εν λόγω εταιρεία, που έχει πολλά κοινά με το Γουίκιλικς. Άλλωστε, όταν έγραφε για τον Βολφ, ο Φράνζεν είχε στο μυαλό του, όπως είχε παραδεχτεί και στη συνέντευξή του στη LifΟ, το Γουίκιλικς και τον Ασάνζ. Η Πιπ (το πραγματικό της όνομα είναι Purity) έρχεται σε επαφή μαζί του, μεταξύ άλλων, επειδή θέλει να ανιχνεύσει τα χνάρια του άγνωστου πατέρα της και την πραγματική της ταυτότητα. Μέχρι πρότινος, δηλαδή μέχρι να εμπλακεί σε αυτή την άγνωστη περιπέτεια, ήταν έρμαιο του συναισθηματικού εκβιασμού που της ασκούσε η πρώην χίπισσα μητέρα της. Οι συμπαραδηλώσεις είναι εδώ προφανείς, καθώς κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν μπορεί να καταλήξει στο τι είναι 35


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

καθαρό, συνεπές και ηθικό, τι ανήθικο, πολιτικώς ορθό ή παράδοξο. Τα πάντα μοιάζουν να είναι συγκαλυμμένα, με διαρκείς αντιφάσεις που προβληματοποιούν τις έννοιες με τον γνωστό τρόπο του Φράνζεν. Επίσης, εμφανείς όσο ποτέ είναι οι αντιθέσεις των πολιτισμών ανάμεσα στην παλιά Ευρώπη και στην Αμερική, τον υποτιθέμενο προηγμένο κόσμο της τεχνολογίας και τον παλιό κόσμο της κατασκοπείας και τις απόψεις περί πολιτικής επαναστατικότητας. Ιδέες, πρότυπα και αγαθά μπαίνουν στο τραπέζι και επανεξετάζονται μέσα από την κριτική ματιά των πρωταγωνιστών του. Κι εδώ είναι ίσως που αρχίζουν τα προβλήματα: αρκετοί αναγνώστες από τους απειράριθμους που συνωστίζονται ήδη ως ερασιτέχνες reviewers στο goodreads καταλογίζουν στον Φράνζεν μια τάση να βάζει τους πρωταγωνιστές του να μιλάνε, ανεξαρτήτως ηλικίας, καταγωγής και φύλου, σαν μεσήλικες με υψηλή μόρφωση και κυνική αποστασιοποίηση, δηλαδή περίπου σαν τον ίδιο. Κάτι τέτοιο είχε διαπιστωθεί στην «Ελευθερία» κι ενδεχομένως το ίδιο να συμβαίνει και τώρα σε κάποιες από τις περιγραφές της Πιπ – παρότι πρόκειται για τον πιο πετυχημένο, καθώς φαίνεται, θηλυκό χαρακτήρα που έχει δημιουργήσει ο Φράνζεν μέχρι σήμερα. Κατά τα άλλα, ο ίδιος τονίζει, για μια ακόμη φορά, την απέχθειά του για τα τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά παραδέχεται μια γενικότερη συμπάθεια για τον τρόπο που αντιδρά ο νεαρόκοσμος. Ομολογουμένως, έπρεπε να συναναστραφεί αρκετούς νέους προκειμένου να αλλάξει γνώμη για τον τρόπο που συμπεριφέρονται αλλά και να διαμορφώσει με ακόμη πειστικότερο τρόπο τον χαρακτήρα της Πιπ. Σημαντικό ρόλο έπαιξε στο σημείο αυτό και η πιο αυστηρή σύμβουλός του, αναγνώστρια και γνωστή επιμελήτρια, η σύζυγός του. Αυτήν επικαλείται, άλλωστε, ως το απόλυτο θηλυκό πρότυπό του: «Δεν θα μπορούσα να ζήσω ποτέ με κάποιο πλάσμα που δεν είναι κατ' αρχάς πνευματικός μου φίλος. Με έναν σκύλο ίσως» είχε τονίσει, κάποια στιγμή, με τη γνωστή κυνική αποστασιοποίησή του, εξηγώντας τη σχέση με τη γυναίκα του και προκαλώντας, για μια ακόμη φορά, αντιδράσεις.

«Ήθελα να υιοθετήσω παιδί από το Ιράκ»

Ο Τζόναθαν Φράνζεν στο εξώφυλλο του περιοδικού IL.

36


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Όσο κακή φάνηκε, όμως, η παραδοχή του για την πνευματικότητα της συντρόφου του, άλλο τόσο ήταν και η δήλωσή του για το ότι είχε αποφασίσει να υιοθετήσει παιδί από Ιράκ – και μάλιστα πριν από μια δεκαετία. Ήταν 2006, η χρονιά που ο Φράνζεν έμοιαζε να τα έχει όλα – ωραία εξωτερική εμφάνιση, καλή σχέση και τεράστια επιτυχία. Είχε ήδη αρχίσει να βαριέται, όταν του ήρθε η ιδέα να αναζητήσει το παιδί που θα μεγάλωνε ανάμεσα στα ορφανά του Ιράκ. «Ευτυχώς, η σκέψη μου δεν είχε μέλλον και σε λιγότερο από έναν χρόνο είχα αλλάξει γνώμη. Σε αυτό με βοήθησε κυρίως ο εκδότης μου, που μου είπε ότι ήταν πολύ κακή ιδέα. Μου επισήμανε ότι η ιδέα της υιοθεσίας προέκυπτε από τη συνειδητοποίησή μου ότι μεγαλώνω ή, μάλλον, ότι ένα τεράστιο χάσμα με χωρίζει από τη νεότερη γενιά και τον τρόπο που σκέφτεται. Πίστευα πως οι νέοι πρέπει να είναι ιδεαλιστές και γεμάτοι θυμό. Κι αυτοί φαίνονταν κάπως κυνικοί και καθόλου θυμωμένοι. Τουλάχιστον, όχι με τον τρόπο που μπορούσα εγώ να αντιληφθώ. Αλλά σταδιακά βρέθηκα να τους συμπαθώ» δήλωσε ο Φράνζεν, καταργώντας, για μια ακόμη φορά, τους κανόνες περί πολιτικής ορθότητας. Έτσι, ο θυμός του φάνηκε, όπως επισήμαινε με κάποια δόση κακίας σε σχετικό κείμενο η «Guardian», να στρέφεται έκτοτε όχι στους νέους αλλά προς νέες κατευθύνσεις, όπως το Ίντερνετ και η τεχνολογία. Βέβαια, οι δηλώσεις του δεν φάνηκαν να πείθουν ή, τουλάχιστον, να καθησυχάζουν τους αναγνώστες και όλους όσοι θέτουν ως προϋπόθεση στο ζήτημα της υιοθεσίας σοβαρούς και ώριμους δρώντες. Αλλά ο Φράνζεν, και εδώ, όπως και στα περισσότερα ζητήματα, παραμένει προφανώς ένα αμετανόητο παιδί με παραπάνω αυθορμησία κι ένταση, ειδικά όσον αφορά την κλίμακα των εκδηλώσεων και των συναισθημάτων. Ακόμη κι ο τρόπος που αντιδρά σε κρίσιμα θέματα διαθέτει έναν έντονο παιδικό αυθορμητισμό – εξού και η πρόδηλη εμμονή του στην παιδική ηλικία και τα τραύματά της. Κι ίσως πάλι να είναι αυτό το παιδί που δεν έχει σκοτωθεί ακόμη από τον δυσπρόσιτο ενήλικα Φράνζεν που προσελκύει τους πολυάριθμους πιστούς του αναγνώστες, οι οποίοι τον διαβάζουν και τον αγαπούν φανατικά. Άλλωστε, το κρίσιμο σημείο που γίνεσαι συγγραφέας είναι, όπως έχει παραδεχτεί και το έτερο αμετανόητο παιδί, ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, η στιγμή που «έχεις την τάση να αρνείσαι να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα και αποσύρεσαι σε έναν κόσμο παιδιάστικων ονείρων από τον οποίο σε βγάζουν οι διάφορες επαφές σου με τον κόσμο». Και μακάρι να μη βγει από αυτόν ο Φράνζεν ποτέ, επινοώντας καινούργιες Πιπ, με ξεχωριστά πάντα αποτελέσματα – καλά ή κακά, δεν έχει καμιά σημασία. H ελληνική έκδοση του «Purity» θα κυκλοφορήσει το 2016 από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Πηγή: www.lifo.gr

37


Σεπτέμβριος 2015

Βιβλιοτρόπιο 41

Λέσχες Ανάγνωσης ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ/ΔΙΑ-ΛΟΓΟΣ Μέλη του Δικτύου Λεσχών "Ανάγνωσις"

Τώρα διαβάζουμε Το 1939, το πλοίο Σεντ Λούις, με πάνω από εννιακόσιους εβραίους που προσπαθούν να διαφύγουν από τη ναζιστική Γερμανία, ψάχνει ματαίως ένα λιμάνι της αμερικανικής ηπείρου να το δεχθεί. Τελικά, μετά την άρνηση όλων των χωρών στις οποίες απευθύνθηκε, το πλοίο επιστρέφει στην Ευρώπη, οδηγώντας τους περισσότερους από τους διωκόμενους στον θάνατο. Στα μέσα του 17ου αιώνα, ένας νεαρός εβραίος που ζει στο Άμστερνταμ παίρνει την απόφαση να μαθητεύσει δίπλα στον Ρέμπραντ, αψηφώντας όλους τους κανόνες και τους νόμους της θρησκείας και της κοινότητάς του και ρισκάροντας τη ζωή του για το μεγάλο του πάθος: τη ζωγραφική. Το 2007, στη σύγχρονη Αβάνα, ο πρώην αστυνομικός Μάριο Κόντε αρχίζει μια αναζήτηση που θα τον φέρει σε επαφή με τις αστικές φυλές των νέων της σημερινής Κούβας, έναν κόσμο εντελώς άγνωστο σε αυτόν, τον οποίο προσπαθεί να καταλάβει. Τι συνδέει όλες αυτές τις ιστορίες, όλες αυτές τις εποχές, όλους αυτούς τους τόπους; Και τι σχέση έχουν όλα αυτά με έναν πίνακα (αυθεντικό Ρέμπραντ, μήπως;) που βγαίνει σε δημοπρασία στο σημερινό Λονδίνο;

Γεννήθηκε το 1955 στην Αβάνα. Έχει εργαστεί ως σεναριογράφος, δημοσιογράφος και κριτικός. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα και δοκίμια. Εκείνη όμως που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό είναι η αστυνομική τετραλογία του "Οι τέσσερις εποχές" με πρωταγωνιστή τον ντέντεκτιβ Μάριο Κόντε, στην οποία ήρθαν αργότερα να προστεθούν άλλα δύο βιβλία με τον ίδιο ήρωα, "Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη" (ή: "Η αχλή του χθες") και το "Αντιός, Χέμινγουεϊ". Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ έχει βραβευτεί στην Κούβα, την Ισπανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Δομινικανή Δημοκρατία και την Αυστρία.

38


ΒΙΒΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

ΑΝ το διάβασμα είναι για σας μια ανεξάντλητη πηγή ευχαρίστησης… ΑΝ πιστεύετε ότι το διάβασμα δεν είναι κατ’ ανάγκη μια μοναχική υπόθεση… ΑΝ αυτό που νιώθετε διαβάζοντας θέλετε να το μοιραστείτε και με άλλους… --------------------------Γίνετε μέλος σε μια από τις Λέσχες Ανάγνωσης που λειτουργούν στη Λεμεσό. ή Βρείτε κι άλλα άτομα που αγαπούν το διάβασμα και συγκροτείστε μια ομάδα, τα μέλη της οποίας θα συγκεντρώνονται μια φορά το μήνα και θα συζητούν γύρω από το βιβλίο που έχουν επιλέξει να διαβάσουν. Για περισσότερες πληροφορίες ως προς τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας μιας Λέσχης Ανάγνωσης μπορείτε να απευθυνθείτε στο Δίκτυο Λεσχών «Ανάγνωσις».

Παντελής Μάκη, τηλ: 99 667599 e-mail: pmakis@cytanet.com.cy www.bibliotropio.blogspot.com Αντώνης Κουντούρης, τηλ: 99 346424 e-mail: : a_c_kountouri@hotmail.com Κατερίνα Βοσκαρίδου, τηλ: 99 526772 e-mail: pyrion@primehome.com www.pyrion.blogspot.com

Με τη στήριξη

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 41  

Είναι ο Μπαλζάκ μαθηματικά; Ποια η σχέση της ηθικής με τη λογοτεχνία; Είναι τόσο κακός τελικά ο Τζόναθαν Φράνζεν; Αυτά και άλλα ανάμεσα στα...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you