Issuu on Google+

Ε2΄τάξη 21ου Δ.Σ.Περιστερίου Νοέμβριος 2013


Πίνακας περιεχομένων Ο Πινόκιο, εγώ και τα ξαδέρφια μου. Το ατύχημα του Πινόκιο Ο Πινόκιο και η Μόνα Λίζα Η περιπέτεια με τον Πινόκιο Ο Πινόκιο στο διάστημα Η Μαγική βιβλιοθήκη του Πινόκιο Το ταξίδι στη Σκουπιδούπολη Ο Πινόκιο στο δάσος H απαγωγή του Πινόκιο Η περιπέτεια του Πινόκιο Ο Πινόκιο στην Αμερική Ο Πινόκιο κι ο ταύρος Ο Πινόκιο στην Ονειρούπολη Ο Πινόκιο κι ο Πήτερ Παν πάνε πεζοπορία στο βουνό Ο Πινόκιο πάει στο κάστρο Το κλεμμένο σάντουιτς Ο Πινόκιο και οι φίλοι του στην Αρχαία Ρώμη Ο Πινόκιο στη Λιλιπούπολη Το μπανανονησί Ο Πινόκιο στον πλανήτη των θησαυρών Η περιπέτεια του Πινόκιο


Ο Πινόκιο, εγώ και τα ξαδέρφια μου.

Τον περασμένο χρόνο είχαμε πάει μαζί με τα ξαδέλφια μου σε ένα Λούναπαρκ. Ενώ βρισκόμασταν στον τροχό, εμφανίστηκε ο Πινόκιο. Αρχίσαμε το παιχνίδι. Παίξαμε κυνηγητό, μπάλα, κι άλλα πολλά κι ήταν ευχάριστος. Πήγαμε για παγωτό και ήπιαμε πορτοκαλάδα. Άρχισε να μας λέει ιστορίες για το πού μεγάλωσε, παροιμίες και ανέκδοτα. Διασκεδάσαμε και γελάσαμε πολύ. Εγώ και τα ξαδέλφια μου εκείνη τη μέρα είχαμε ξετρελαθεί που παίξαμε με τον Πινόκιο. Είχα ενθουσιαστεί που τον είδα πρώτη μου φορά και χάρηκα πολύ που τον γνώρισα. Νίκη


Το ατύχημα του Πινόκιο Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο πήγα στον παππού μου. Είχε πολλή δουλειά και μου είπε να μην τον ενοχλήσω. Εγώ πάντως τον ρώτησα: -Τι φτιάχνεις παππού; -Μια μαριονέτα από ξύλο, μου απάντησε. -Μαριονέτα από ξύλο; Νόμιζα ότι υπάρχουν μόνο από πλαστικό! -Όχι όταν έχεις ένα καλό μάστορα σαν τον παππού σου! Την επόμενη μέρα η μαριονέτα ήταν έτοιμη. Ο παππούς μου την ονόμασε Πινόκιο. Ύστερα απ’ αυτό μου ζήτησε να την προσέχω γιατί θα έφευγε. Μετά από δυο λεπτά, αφού είχε φύγει ο παππούς μου, η μαριονέτα ξαφνικά ζωντάνεψε. Ήταν φανταστικό! Με ρώτησε: -Πάμε μια βόλτα; -Ναι, του απάντησα με τρόμο. Δεν το πιστεύω! Μιλάω σε μια μαριονέτα; -Ναι, μου απάντησε. Πριν πάμε βόλτα, άφησα ένα σημείωμα στον παππού μου, για να μην μας ψάχνει. -Πάμε στην παιδική χαρά; μου είπε. -Ναι, του απάντησα εγώ. Φτάσαμε στην παιδική χαρά και ο Πινόκιο καθώς ήταν σε μια πολύ ψηλή τσουλήθρα, τον σπρώχνει ένα παιδί και σπάει. Εγώ στενοχωρήθηκα πολύ. Πήγα σπίτι στον παππού μου. Μου είπε: -Δεν πειράζει Δημήτρη θα στον ξαναφτιάξω. Μετά από λίγα λεπτά τον έφτιαξε. Πήδηξε πάνω μου και με αγκάλιασε. Ρώτησα τον παππού μου αν μπορώ να τον κρατήσω και μου είπε ότι μπορώ. Ήταν σαν τον αδελφό που δεν είχα ποτέ και ένιωσα χαρά.


Δημήτρης


Ο Πινόκιο και η Μόνα Λίζα Το περιστατικό αυτό έγινε πριν από 2 χρόνια στο Παρίσι. Ήταν ο Πινόκιο, εγώ και ο φίλος μου ο Άγγελος. Μας κυνηγούσε μια ομοσπονδιακή ομάδα, γιατί έλεγαν ότι πήγαμε να κλέψουμε τη Μόνα Λίζα. Στην αρχή είχαμε πάει να δούμε το Λούβρο και τους πίνακες ζωγραφικής, μαζί και τη Μόνα Λίζα. Στη συνέχεια ενώ κοιτάγαμε τη Μόνα Λίζα, είδαμε ότι πίσω από τον πίνακα υπήρχε ένα μυστικό πέρασμα. Ο Άγγελος είπε να το δείξουμε, αλλά ο Πινόκιο είπε να μην το πούμε, γιατί οι φύλακες μας κοιτούσαν άγρια. Όταν φεύγαμε είδα ένα άνθρωπο με ψυχρό βλέμμα. Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν ένας κλέφτης. Ο άγγελος είπε να μην το κάνουμε γιατί θα μας πιάσουν, αλλά εγώ και ο Πινόκιο διαφωνούσαμε. Το βράδυ πήγαμε στο Λούβρο και τον είδαμε να μπαίνει. Τότε τρέξαμε γρήγορα από πίσω του και παρακολουθούσαμε. Έφτασε στη Μόνα Λίζα και εκεί ήταν που μας έπιασε ένας φύλακας. Ο κλέφτης άκουσε φωνές και έφυγε. Προσπαθούσαμε να του πούμε τι έγινε, αλλά ο Πινόκιο τον δάγκωσε στη μύτη και φύγαμε. Αυτό είχε κακό αποτέλεσμα, γιατί μας κυνηγούσε όλη η αστυνομία του Παρισιού. Τελικά ξεφύγαμε σε ένα σοκάκι. Την άλλη μέρα λοιπόν πήγαμε κρυφά στο αεροδρόμιο και πετάξαμε προς Ελλάδα. Στο αεροδρόμιο όμως ήταν δυο ομοσπονδιακοί πράκτορες και προσπαθούσαν να μας πιάσουν. Ο Πινόκιο ξέφυγε, αλλά εμείς όχι. Τότε ο Άγγελος έπεσε πάνω τους. Έκλεψε ένα όπλο που κάνει ηλεκτροσόκ και τους κάναμε ηλεκτροσόκ. Και μετά πέσαμε με αλεξίπτωτο μέσα στο νερό. Αλλά εκεί μας περίμενε η ακτοφυλακή και μας πήγε στους πράκτορες που μας ανέκριναν. Μας έλεγαν ότι πήγαμε να κλέψουμε τη Μόνα Λίζα που είναι παραβίαση κανόνων και θα πάμε φυλακή. Ο Άγγελος ήταν φοβισμένος και έκλαιγε, αλλά εγώ είπα ότι ένας άλλος τύπος πήγε να την κλέψει και εμείς τον ακολουθήσαμε. Είχε ψυχρό δέρμα, με ένα μάτι και τρομακτικός. Δεν μας πίστεψαν. Ξαφνικά ακούστηκαν κάτι θόρυβοι από έξω και ο πράκτορας πήγε να δει. Μετά από λίγο άνοιξε η πόρτα και ήταν ο Πινόκιο που ήρθε να μας σώσει. Εμείς προσπαθούσαμε να τους οδηγήσουμε στο Λούβρο επειδή ήταν νύχτα και μπορεί να εμφανιζόταν ο κλέφτης. Όταν πήγαμε είδαμε τον κλέφτη και τον κυνηγήσαμε. Είχε σκοτώσει τους φρουρούς και είχε τον πίνακα. Ο


Άγγελος και ο Πινόκιο τον κυνήγησαν από πίσω, ενώ εγώ πήγα έξω επειδή θα έβγαινε. Αλλά εκεί με έπιασε η αστυνομία. Πριν φύγουμε βγήκε ο κλέφτης. Το σημάδεψαν όλοι οι αστυνομικοί και ο Πινόκιο τον πάτησε και του πήρε το πίνακα, ενώ ο Άγγελος έπεσε πάνω του. Τον έπιασαν και εμείς ήμασταν ελεύθεροι να φύγουμε. Ήταν πολύ ωραία, αλλά λίγο τρομακτικά. Παρ’ όλα αυτά όμως θα ήθελα να το ξανακάνω.

Σωτήρης


Η περιπέτεια με τον Πινόκιο Πέρυσι το χειμώνα στην Ντίσνεϊλαντ, ήταν ο Πινόκιο που ήθελε να φύγει από εκεί. Όμως δεν γινότανε να φύγει, επειδή δεν ήξερε κανέναν που να μην ήταν από την Ντίσνεϊλαντ. Κάποια μέρα όμως καθώς ήμουν στην Ντίσνεϊλαντ άκουσα κάποιον να κλαίει και πήγα να δω. Ήταν ο Πινόκιο. Του είπα: -

Τι έχεις;

-

Να, θέλω να φύγω από εδώ. Όμως δεν μπορώ, γιατί δεν ξέρω κανέναν εκτός από αυτούς που είναι στην Ντίσνεϊλαντ.

-

Αααα! Σκέφτηκα λίγο, και είπα στον Πινόκιο.

-

Πινόκιο περίμενε λίγο.

-

Εντάξει.

Πήγα στη μαμά μου και της είπα τι είχε γίνει. Επίσης τη ρώτησα αν μπορούμε να πάμε μαζί με τον Πινόκιο κάπου αλλού, όπως στο σπίτι μας στην Αθήνα. Εκείνη δέχτηκε. Μετά από λίγο πήγα στον Πινόκιο και του είπα: -

Πινόκιο θα έρθεις να μείνεις την Αθήνα μαζί μου.

-

Τι; Αλήθεια λες;

-

Ναι, έλα πάμε.

Πήγαμε στο αεροδρόμιο και όταν ξεκίνησε το αεροπλάνο να πετάει είχαμε ένα προβληματάκι. Ο Πινόκιο είχε υψοφοβία. Μετά από μια ώρα και από πολλά κλάματα του Πινόκιο φτάσαμε στην Αθήνα. Εκεί μας αγκάλιασε, επειδή τον βοηθήσαμε να ξεπεράσει την υψοφοβία. Όταν φτάσαμε στο σπίτι έφαγε, ήπιε και τον πήρα και τον έβαλα στο κρεβάτι μου και μετά στη βιβλιοθήκη. Αυτό θα θυμάμαι για όλη μου τη ζωή, ειδικά αυτό με το αεροπλάνο.


Τζίνα


Ο Πινόκιο στο διάστημα Πριν από πολλά χρόνια σε μια γη άγνωστη στην ανθρωπότητα, στη Χωραλία ζούσε ο Πινόκιο. Έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι μόνο του, και κάθε μέρα έκανε όνειρα για ένα ταξίδι στο διάστημα. Μια μέρα αποφάσισε να κατασκευάσει έναν πύραυλο, για να κάνει πραγματικότητα το όνειρό του. Όταν τελείωσε τις προετοιμασίες για τον πύραυλο, με πολύ μεγάλη ανυπομονησία, φόρεσε την ειδική στολή του και άρχισε να ταξιδεύει. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του έβλεπε πολλούς και διαφορετικούς πλανήτες. Μετά από λίγο το μεταφορικό του μέσο άρχισε να κάνει περίεργους θορύβους. Τότε θυμήθηκε ότι ξεχάσει να εφοδιαστεί με πολλά καύσιμα. Ο πύραυλος άρχισε να πέφτει και προσγειώθηκε στον πλανήτη νούφαρο. Βγήκε αναστατωμένος έξω και παρατηρούσε γύρω του. Μετά από λίγο είδε ένα φως στον ορίζοντα.

Ήταν εξωγήινοι . Εκείνος τρομαγμένος

προσπάθησε να κρυφτεί. Οι εξωγήινοι τον έκαναν βασιλιά τους και τον λάτρεψαν σαν θεό τους. Υπήρχε

ένας παλιός μύθος που έλεγε ότι στον

πλανήτη νούφαρο θα βασίλευε ένα ξύλινο παιδί με αγνή καρδιά. Ο καινούργιος τους βασιλιάς δεν θα μπορούσε να τους πει ποτέ ψέματα, γιατί θα το καταλάβαιναν από τη μύτη του. Χαίρομαι για την τύχη του Πινόκιο που πραγματοποίησε το όνειρό του. Πιστεύω οι κάτοικοι να είναι ικανοποιημένοι που έχουν ένα βασιλιά που δεν μπορεί να πει ποτέ ψέματα.


Ειρήνη


Η Μαγική βιβλιοθήκη του Πινόκιο Η μητέρα μου μας είπε να μαζέψουμε παιχνίδια και ρούχα που δεν χρειαζόμαστε, για κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό. Εγώ πήγα στο δωμάτιό μου και έψαχνα να βρω πράγματα παλιά. Είδα πολλά παιχνίδια, ένα από αυτά ήταν και ο Πινόκιο. Κουρασμένη, με πήρε ο ύπνος κρατώντας τον. ΄Ετσι όπως κοιμόμουνα είδα πως έψαχνα στην ντουλάπα μου για να βρω κάποια παιχνίδια. Εκείνη τη στιγμή παρατήρησα μια μικροσκοπική πόρτα. Αναρωτήθηκα τι να ήταν. Έσκυψα, την άνοιξα και μπήκα μέσα σ’ αυτήν. Ξαφνικά βρέθηκα σε μια βιβλιοθήκη γεμάτη με μαγευτικά βιβλία. Έτσι όπως περπάταγα άκουσα μια φωνή. -

Γιούπιιιι! Πετάω!

Εγώ τρόμαξα. Ήταν ο Πινόκιο. Πετάχτηκε από τα βιβλία και μου είπε: -

Έλα να σε πάω σε ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια.

Εγώ του απάντησα: -

Πάμε, τι περιμένουμε

Με πήγε στο Χάνσελ και την Γκρέτελ, στη Τοσοδούλα, στην Αλίκη και σε πολλά άλλα. Μετά μου πρότεινε να πάμε στην χώρα της σοκολάτας και των ζαχαρωτών. Τρέξαμε, κάναμε τσουλήθρα σε καραμελωμένους λόφους, και ήπιαμε ρευστή σοκολάτα από την πηγή. Μπήκαμε στο τραγουδάγαμε. Είμαι ο Πινόκιο το ξύλινο παιδί από παραμύθι σε βιβλίο περπατάω φίλους και ήρωες ζητάω είμαι λίγο ψεύτης και λίγο πονηρός αλλά παρόλα αυτά πολύ αγαπητός.

ζαχαρένιο σπιτάκι και


Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα να αδειάζει το χέρι μου. Ήταν η μητέρα μου που μου πήρε τον Πινόκιο μέσα απ’ τα χέρια μου, αλλά εγώ ήμουν ανίκανη να αντισταθώ και προχώρησα στο όνειρό μου.

Αργυρώ


Ο Πινόκιο στο δάσος Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα παιχνίδι που μιλάει και μπορεί να κάνει τα πράγματα που κάνουν όλοι. Ήταν ο Πινόκιο. Ο Πινόκιο με τον φίλο του τον Πέτρο πήγαν στο δάσος κι έκαναν πικ-νικ. Όταν πήγαν να ανάψουν τη φωτιά συνειδητοποίησαν ότι δεν είχαν ξύλα και δεν μπορούσαν να την ανάψουν. Τότε αναγκάστηκε ο Πινόκιο να πάει να φέρει ξύλα. Είχε γίνει βράδυ κι ο Πινόκιο δεν είχε γυρίσει ακόμα. Εγώ είχα αρχίσει να κρυώνω και να φοβάμαι. Φώναζα συνέχεια αλλά κανείς δεν με άκουγε. Δυστυχώς είμασταν στη μέση του πουθενά. Κάποια στιγμή άκουσα ένα πολύ τρομακτικό ήχο, σαν λύκο, που ήταν έτοιμος να μου επιτεθεί για να με φάει. Ευτυχώς δεν ήταν λύκος, ήταν ο Πινόκιο με σπασμένο χέρι. - Πινόκιο ευτυχώς ήρθες. - Γειά σου Πέτρο, τι κάνεις, κρυώνεις; - Ναι πολύ! Έφερες ξύλα; - Ναι φυσικά. - Ωραία, το μόνο που μας μένει είναι να ανάψουμε φωτιά. - Καλέ αυτό είναι πολύ εύκολο. Απλώς τρίβεις δυο πέτρες και έτοιμο. - Φανταστικό! Πινόκιο, είσαι ο ήρωάς μου! Το άλλο πρωί πήραμε το δρόμο για το σπίτι. Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα. Ο Πινόκιο μπορεί να είναι τρομακτικός μερικές φορές, αλλά είναι πολύ αστείος. Ο Πινόκιο ήταν καλός φίλος. Εύχομαι να φτιαχτεί το χέρι και να ξανασυναντηθούμε σε κανένα σπίτι αυτή τη φορά.


Πέτρος Σ.


H απαγωγή του Πινόκιο Μια φορά κι ένα καιρό ο Πινόκιο ήταν μέσα στο σπίτι του μαζί με το Βασίλη. Ο Πινόκιο ήθελε να βγει έξω και ο Βασίλης τον άφησε. Ο Πινόκιο ενώ έπαιζε στην παιδική χαρά, είδε κάτι άντρες να τον πλησιάζουν με μια σακούλα. Τον αρπάξανε και τον βάλανε μέσα. Ο Βασίλης ανησύχησε και βγήκε και αυτός. Όμως όταν νύχτωσε μπήκε μέσα. Όταν ο Πινόκιο φώναζε ο Βασίλης άκουσε τις φωνές. Έτρεξε, αλλά δεν τους πρόλαβε, αφού έφυγαν με αμάξι. Όμως ο Πινόκιο όταν μπήκε στο αμάξι, μέσα από μια σχισμή της σακούλας έβγαλε το χέρι του. Έφτασε το ντεπόζιτο, το πείραξε και χύθηκε η βενζίνη. Ο Βασίλης είδε τα ίχνη και τα ακολούθησε, όμως ήξερε ότι ήταν 2. Έτσι πήρε ένα φίλο του, τον Παναγιώτη. Βρήκαν τον Πινόκιο σε ένα κάστρο. Μυστικά ο Βασίλης και ο Παναγιώτης πήραν τον Πινόκιο και με το αμάξι πήγαν στο σπίτι τους. Έτσι είχαν ένα καινούργιο αμάξι. Ένιωσαν χαρά που τον βρήκανε.

Παναγιώτης


Ταξιδεύοντας με τον Πινόκιο στην Γηπεδούπολη Μια φορά κι ένα καιρό εγώ κι ο Πινόκιο ξεκινήσαμε ένα ταξίδι για τη Γηπεδούπολη. Ξεκινήσαμε το ταξίδι μας έχοντας επιβιβασθεί σε ένα αεροπλάνο με προορισμό τη Γηπεδούπολη. Στην αρχή είχαμε μια καλή πτήση αλλά ξαφνικά άρχισαν τα προβλήματα. Ο καιρός χάλασε και σαν να μην έφτανε αυτό, παρουσιάστηκε και πρόβλημα στον κινητήρα. Εκείνη την ώρα μέσα στο αεροπλάνο επικράτησε πανικός, αλλά ο Πινόκιο προσπάθησε να τους καθησυχάσει. Έχοντας βοηθό του εμένα, ο Πινόκιο άρχισε να χορεύει, να τραγουδάει και να λέει ψέματα, κάνοντας έτσι τη μύτη του να μεγαλώνει και τους υπόλοιπους επιβάτες να γελάνε μαζί του. Έτσι ξέχασαν το πρόβλημα με το αεροπλάνο και παρέμειναν ήρεμοι. Τελικά το αεροπλάνο προσγειώθηκε αλλά ο Πινόκιο κατάφερε με τους χορούς που έκανε να σπάσει το πόδι του και αντί για τη Γηπεδούπολη βρεθήκαμε στο νοσοκομείο. Μακάρι ο Πινόκιο να γίνει γρήγορα καλά, για να πάμε να δούμε τον πρώτο μας αγώνα στην Γηπεδούπολη.

Θέμης


Η περιπέτεια του Πινόκιο Ένα ηλιόλουστο πρωϊνό ο Πινόκιο με τον φίλο του Ίγκμακ, αποφασίσανε να ψάξουνε να βρούνε ένα θησαυρό, χρησιμοποιώντας ένα χάρτη που τους είχε δώσει μια μάγισσα. Η αναζήτηση θα ήταν δύσκολη και θα έπρεπε να απαντήσουν σε τρεις ερωτήσεις. Ξεκίνησαν ακολουθώντας τις οδηγίες του χάρτη και πήραν το δρόμο για τη Φλουροχώρα. Μετά από λίγες ώρες βρέθηκαν μπροστά από μια πύλη, όπου ένας μάγος τους έκανε την πρώτη ερώτηση; - Είναι η χώρα σας πράσινη και καθαρή; - Βέβαια είναι, του απάντησε ο Πινόκιο και η μύτη μεγάλωσε περισσότερο ενώ η φωνή του έτρεμε. - Τότε, περάστε στην πόλη, τους είπε αυτός, κοιτώντας τους καχύποπτα. Συνέχισαν να προχωρούν με αγωνία. Λίγο πιο κάτω συνάντησαν μια μάγισσα που τους ρώτησε: - Έχει η χώρα σας ανθρώπους που είναι άστεγοι και δεν έχουν φαγητό; Ο Πινόκιο σαστισμένος απάντησε: - Βεβαίως και όχι. Όλοι οι κάτοικοι είναι πλούσιοι και ζουν με πολλές ανέσεις. Η μύτη του μεγάλων όλο και περισσότερο. Άρχισε να καταλαβαίνει ότι τα ψέματά του θα του δημιουργούσαν πρόβλημα. Η πύλη άνοιξε και οι δυο φίλοι συνέχισαν το δρόμο τους. Ο Πινόκιο, που ήξερε ότι έλεγε ψέματα, προσπαθούσε να κρύψει τη μεγάλη του μύτη. Μετά συνάντησαν τον τελευταίο μάγο που θα τους έδινε το θησαυρό.

Τον

πλησίασαν και ο μάγος ρώτησε: - Έχεις πει ποτέ ψέματα; - Ε.... όχι κύριε, ποτέ εγώ δεν λέω ψέματα. Αλλά όμως η μύτη του άρχισε να μεγαλώνει. Επειδή ο μάγος ήταν έξυπνος και παρατηρητικός, κατάλαβε ότι ο Πινόκιο δεν έλεγε την αλήθεια. Έτσι ο Πινόκιο δεν κατάφερε να πείσει τον τελευταίο μάγο με τα ψέματά του. Ο μάγος όμως κατάλαβε ότι ο ήρωάς μας ήξερε το λάθος που είχε κάνει και έτσι τους έδωσε το θησαυρό που ήθελαν. Οι δύο φίλοι τον ευχαρίστησαν και έφυγαν με την υπόσχεση που έδωσε ο Πινόκιο να μην ξαναπεί ποτέ ψέματα.


Ο Ίγκμαν και ο Πινόκιο με αυτό το θησαυρό έγιναν πλούσιοι και είχαν μια πολλή καλύτερη ζωή. Έτσι μπορούσαν να βοηθήσουν και τους φτωχούς. Η περιπέτεια αυτή μου προκάλεσε αγωνία. Θεωρώ ότι στην αρχή ο Πινόκιο πρόδωσε όλους τους κατοίκους. Στο τέλος όμως βοήθησε όλους τους ανθρώπους που είχαν ανάγκη κι αυτό μου προκάλεσε χαρά και ικανοποίηση.

Μαρία Χαμ


Ο Πινόκιο στην Αμερική Μια φορά ένας παππούς ήταν ξυλουργός και έφτιαχνε ξύλινες κούκλες. Μια μέρα έφτιαξε μια κούκλα και την ονόμασε Πινόκιο. Μετά της έριξε μια μαγική χρυσόσκονη και ζωντάνεψε. Ο παππούς συγκινήθηκε και τους είπε: - Θέλεις να γίνεις το εγγονάκι μου; - Πολύ θα το ήθελα, του απάντησε. Είχαν περάσει δυο χρόνια, μέχρι που πήρε κάποιος τηλέφωνο τον Πινόκιο και του είπε; - Κύριε Πινόκιο, θέλουμε να έρθουμε στην Αμερική, γιατί είμαστε όλοι ενθουσιασμένοι που είσαστε φτιαγμένος από ξύλο! - Μάλιστα, θα έρθω. Έτρεξε αμέσως ο Πινόκιο να το πει στον παππού του, που συμφώνησε αμέσως. Την επόμενη μέρα έφυγε για Αμερική. Μόλις έφτασε του είπαν να πάει στο στούντιό του. Όταν έφτασε, τον ρώτησαν γιατί είναι μεγάλη η μύτη του. - Επειδή καμιά φορά λέω ψέματα, τους απάντησε. - Μα αυτό είναι φανταστικό. Μετά από λίγο τον πήρε τηλέφωνο ο παππούς του. - Πινόκιο, σου έχω μια έκπληξη. - Τι έκπληξη παππού; - Θα δεις, γεια σου τώρα, και έκλεισε το τηλέφωνο. Η έκπληξη που του ετοίμαζε ο παππούς του ήταν ότι θα πήγαινε κι αυτός στην Αμερική. Όταν πέρασαν δύο εβδομάδες, ο παππούς έφυγε. Ανέβηκε στο αεροπλάνο και το αεροπλάνο ξεκίνησε. Μόλις είχαν φτάσει στα μισά του δρόμου ο πιλότος δεν μπορούσε να δει καλά, επειδή είχε χιονοθύελλα. Ξαφνικά το αεροπλάνο έπεσε. Όλοι οι επιβάτες σκοτώθηκαν και φυσικά και ο παππούς του Πινόκιο. Μόλις το έμαθε ο Πινόκιο στενοχωρήθηκε πάρα πολύ και γύρισε πίσω. Όταν είχε περάσει μια εβδομάδα τον πήραν τηλέφωνο. -Συγνώμη που σας ενοχλούμε κύριε Πινόκιο, αλλά ο παππούς σας ζει και βασιλεύει. - Μα τι λέτε; απόρησε ο Πινόκιο.


- Θα καταλάβετε από τις ειδήσεις. Ο Πινόκιο άνοιξε αμέσως την τηλεόραση και έλεγαν ότι ο παππούς του ζει. Θέλετε να μάθετε πώς; Όπως έπεφτε το αεροπλάνο, ο παππούς του κατάφερε να πέσει πάνω σε ένα δέντρο και κρατήθηκε από τα κλαδιά του. Αυτό έγινε επειδή το θέλησε ο Θεός!!!!! Τα συναισθήματά μου γι’ αυτό το πράγμα είναι ότι ο Θεός μπορεί να κάνει τα ΠΑΝΤΑ.

Αναστασία


Ο Πινόκιο στην Ονειρούπολη Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα παιδάκι που το έλεγαν Πινόκιο. Αυτό το παιδάκι μπορούσε να πηγαίνει και να βλέπει τα όνειρα όλων των παιδιών. Εκεί που πήγαινε ήταν η Ονειρούπολη. Κάποια μέρα πήγε στην Ονειρούπολη και είδε ένα πολύ ωραίο και ρομαντικό όνειρο ενός παιδιού. Ρώτησε ο Πινόκιο το παιδί: - Πώς σε λένε μικρέ μου μπομπιράκο; - Με λένε Νικολάκη. - Α! Ωραίο όνομα σου δώσανε! - Ευχαριστώ! Εσένα πως σε λένε, αν δεν γίνομαι αδιάκριτος; - Με λένε Πινόκιο και είμαι ο αρχηγός της Ονειρούπολης. - Ωραίο όνομα έχεις κι εσύ. - Πόσο χρονών είσαι; - Είμαι 7 χρονών και πάω Δευτέρα Δημοτικού, εσύ; - Εγώ είμαι 12 χρονών και πάω Πρώτη Γυμνασίου. - Α! Εσύ καλέ είσαι μεγάλος! - Ε! Τι να κάνουμε! - Ωχ, κάτι συμβαίνει με το όνειρό σου. - Τι; - Έρχεται ένα μεγάλο τέρας που θέλει να σε σκοτώσει. - Ουάααααα! Φοβάμαι τα τέρατα! - Μην τα φοβάσαι, γιατί θα τα σκοτώσω τώρα εγώ και δεν θα ξαναέχεις προβλήματα. - Σε ευχαριστώ πολύ Πινόκιο! Θα σε αγαπώ τόσο πολύ πάντοτε! Να το θυμάσαι!


Ξένια


Ο Πινόκιο κι ο Πήτερ Παν πάνε πεζοπορία στο βουνό Χτες το απόγευμα πήγαν ο Πινόκιο κι ο Πήτερ Παν σε ένα δάσος. Ο Πινόκιο έξυνε συνέχεια το κεφάλι του. Προχωρούσε και το έξυνε. Τα πράγματα έγιναν όπως τα είχαν σκεφτεί. Δηλαδή πήραν φαγητό, έκατσαν και έφαγαν, τα μάζεψαν, φύγανε κι ξανάρχισαν την πεζοπορία. Ο Πήτερ Παν άρχισε να μαζεύει πέτρες και ο Πινόκιο να ξύνει το κεφάλι του. Ρωτάει ο Πήτερ Παν τον Πινόκιο: - Γιατί ξύνεις συνέχεια το κεφάλι σου; - Γιατί με τρώει. - Εσύ γιατί μαζεύεις πετραδάκια ε; - Γιατί κάνω συλλογή. Μετά είδαν καπνό και φοβήθηκαν. Πήγαν να δουν τι ήταν αυτός ο καπνός και ήταν μια μεγάλη φωτιά. Ο Πινόκιο αποφάσισε να φύγουνε, ενώ ο Πήτερ Παν του είπε να μείνουν μέχρι να βρεθεί μια λύση. Κοίταξαν αν έχουν κινητό, αλλά του Πήτερ Παν δεν είχε μπαταρία και του Πινόκιο δεν είχε κάρτα. Έτσι στο τέλος σκέφτηκαν να φωνάξουν: - Φωτιά! Φωτιά! Πήγε η Πυροσβεστική και η Αστυνομία. Η σκέψη του Πήτερ Παν και του Πινόκιο ήταν ότι δεν τους άρεσε η φωτιά. Του Πινόκιο του άρεσε να ξύνει συνέχεια το κεφάλι του και του Πήτερ Παν ��α μαζεύει συνέχεια πετραδάκια. Όμως πρώτα απ’ όλα τους άρεσε το φαγητό.


Τζίνα


Το κλεμμένο σάντουιτς Μια ηλιόλουστη ημέρα ο Πινόκιο και ο φίλος του ο Απίθανος πήγαν στο δάσος για πικ νικ. Όταν έστρωσαν το τραπεζομάντηλο και βολεύτηκαν, άνοιξαν τα καλαθάκια με το φαγητό τους και τότε κάτι έγινε στον Απίθανο. Ο Πινόκιο είχε φάει το σάντουιτς του Απίθανου και ο Απίθανος έκλαιγε και για να του συμπαρασταθεί τον ρώτησε. - Γιατί κλαις Απίθανε; - Κάποιος μου έφαγε το σάντουιτς. - Δεν πιστεύω να το έφαγες εσύ, είπε και σκούπισε τα δάκρυά του. - Τι λες καλέ, πας καλά; του είπε με άγρια φωνή και μεγάλωσε ένα εκατοστό η μύτη. - Είσαι σίγουρος Πινόκιο; - Ναι, δεν το πήρα εγώ, και μεγάλωσε πάλι ένα εκατοστό η μύτη του. - Σίγουρα δεν έχεις κάτι να μου πεις γιατί βλέπω τη μύτη σου να μεγαλώνει. Αφού λοιπόν κατάλαβε ότι μεγάλωνε η μύτη του τα διηγήθηκε όλα. Και αφού του τα εξήγησε όλα, του είπε ο Απίθανος: - Γιατί τα έκανες όλα αυτά καλέ μου φίλε Πινόκιο; - Για να σε βλέπω να κλαις και να γελάω! Είπε ντροπιασμένος. - Καλά, εντάξει, πέρασε τώρα, ας δώσουμε τα χέρια και ας γίνουμε φίλοι! Ο Πινόκιο κατάλαβε το λάθος του και υποσχέθηκε πως δεν ξαναπεί ψέματα. Αυτή η εκδρομή ήταν λίγο ζόρικη μα διασκεδαστική.


Υρώ


Ο Πινόκιο στη Λιλιπούπολη Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα ξύλινο παιχνίδι ο Πινόκιο. Μια μέρα αποφάσισε ο Πινόκιο και ο πατέρας του ο κυρ- Γιώργης, να πάνε ένα ταξίδι σε μια παράξενη πόλη, τη Λιλιπούπολη. Η Λιλιπούπολη ήταν μια πόλη που είχε μόνο μικρά και ξύλινα σπίτια. Όταν έφτασαν στη Λιλιπούπολη, ο Πινόκιο έπρεπε να πάει στο σχολείο για να μορφωθεί. Ένα πρωί όπως πήγαινε στο σχολείο συνάντησε δυο πονηρούς και φτωχούς γάτους. Όταν οι γάτοι είδαν τον Πινόκιο τον ρώτησαν αν ξέρει πού είναι το σχολείο. Το ξύλινο αγόρι είπε ότι δεν ήταν τόσο σίγουρος. Εκείνη τη στιγμή οι δυο γάτοι του είπαν πως πρέπει να περάσει το ποτάμι και να συνεχίσει όλο ευθεία.

Το αγόρι ευχαρίστησε τους δύο γάτους, πέρασε το ποταμάκι και

προχώραγε προς την κατεύθυνσή του. Καθώς περπάταγε κατάλαβε ότι οι δυο γάτοι του είχαν πει ψέματα. Ο πατέρας του ο κυρ- Γιώργης ανησυχούσε. Ένα πρωί αποφάσισε να πάει να βρει τον Πινόκιο. Αφού είχε ψάξει παντού προχώρησε προς το δάσος μήπως είναι εκεί. Την ώρα που περπάταγε συνάντησε τους δυο πονηρούς γάτους που είχαν ξεγελάσει το ξύλινο αγόρι. Εκείνοι άρπαξαν βιαστικά την τσάντα που είχε μέσα τρόφιμα και λίγα χρήματα. Έτσι ο κυρ-Γιώργης έμεινε μόνος στο δάσος, περιμένοντας κάποιον να τον βοηθήσει. Καθώς παίρναγαν οι μέρες ο Πινόκιο είδε το δάσος και προχώρησε προς αυτό. Ενώ προσπαθούσε να πάει πίσω στο σπίτι του, ξαφνικά είδε τον πατέρα του ξαπλωμένο κάτω. Βοήθησε τον πατέρα του τον κυρ-Γιώργο να πάνε πίσω στο σπίτι τους. Μετά από λίγες ώρες είδε ο Πινόκιο τη Λιλιπούπολη και προχωρώντας έφτασαν. Τότε έβαλε τον πατέρα του στο κρεβάτι και άρχισε να τον φροντίζει, ώσπου ο κυρ-Γιώργης τον ρωτάει αν θυμόταν προς τα πού πάμε για το σχολείο. Ο Πινόκιο είπε πως το θυμόταν και ξαφνικά μεγάλωσε η μύτη του. Τότε ζήτησε συγνώμη και του είπε όλα όσα έγιναν. Σε λίγες μέρες ο κυρ-Γιώργης έγινε καλά επειδή τον φρόντισε ο Πινόκιο. Στο τέλος έζησαν ευτυχισμένα στη Λιλιπούπολη και εμείς ακόμα καλύτερα. Τα συναισθήματά μου γι’ αυτή την ιστορία είναι ότι μου έδωσε χαρά όταν τη διάβασα.


Ευαγγελία


Το μπανανονησί Μια μέρα ο Πινόκιο και ο Κρο μετά πολύ τα minion πήγαν όλοι μαζί ταξίδι με το αεροπλάνο στην μπανανοχώρα. Όταν έφτασαν εκεί, τα πάντα ήταν φτιαγμένα από μπανάνες. Μετά από λίγο μπήκαν μέσα στο δάσος όπου συνάντησαν μπανανο-ιθαγενείς. Μόλις τους είδαν, άρχισαν να τους κυνηγούν, μετά από λίγο οι ήρωές μας παρατήρησαν ότι οι ιθαγενείς άρχισαν να ξεφλουδίζουν, τότε σκέφτηκαν να συνεχίσουν το τρέξιμο μέχρι να ξεφλουδίσουν όλοι. Μόλις νίκησαν ξάπλωσαν σε ένα δέντρο και κοιμήθηκαν. Την άλλη μέρα έφτιαξαν μια σχεδία και έφυγαν από το νησί. Όταν συνάντησαν τους γνωστούς τους, κανένας δεν τους πίστευε όταν έλεγαν αυτή την ιστορία.

Κώστας


Ο Πινόκιο στον πλανήτη των θησαυρών Κάποτε όπου κανείς δεν ξέρει, κάπου στον κόσμο υπήρχε ένα σπίτι πάνω από 500 ετών, τόσο παλιό. Εκεί υπήρχε ο καλός Πινόκιο και το άλλο του μισό ο κακός Πινόκιο. Μια μέρα που έγινε ένας σεισμός από τους πολλούς που γίνονταν εκεί, έπεσαν οι δυο κούκλες σε ένα σακουλάκι που είχε μέσα μαγική σκόνη. Οι δυο κούκλες ζωντάνεψαν και τσακωνόντουσαν για 5 ολόκληρα χρόνια. Μια μέρα πήραν κι οι δυο διαφορετικούς δρόμους. Ο καλός πήγε στο Λος Άντζελες και ο κακός σε μια στοιχειωμένη πόλη. Εγώ από την άλλη έπαιζα στο σπίτι μου πολλά ηλεκτρονικά παιχνίδια και το αγαπημένο μου βιβλίο ήταν ο χαμένος θησαυρός, δηλαδή το περιεχόμενο του βιβλίου ήταν για διαστημόπλοια. Αλλά ο πιο περιβόητος πειρατής, που φυσικά είχε διαστημόπλοιο, είχε κρύψει το μεγαλύτερο θησαυρό του πάνω σε ένα μηχανικό πλανήτη. Αλλά όποιος έκλεβε έστω και ένα μόνο κέρμα θα ενεργοποιούσε τις παγίδες. Όμως μια μέρα ήρθε κατά λάθος ο καλός Πινόκιο, αλλά τον είδα σαν ένα απλό ξυλάκι και τον ρώτησα: - Ποιος είσαι; - Ο Πινόκιο - Τι γυρεύεις εσύ εδώ; - Θέλω τη βοήθειά σου και το βιβλίο σου για να καταστρέψουμε το άλλο μου μισό. - Τι; - Θέλω και το βι-βλί-ο σου! - Ένα απλό βιβλίο είναι. - Όχι αυτά που γράφει είναι αλήθεια. - Και πού το ξέρεις εσύ; - Μα είμαι ένας μαγικός Πινόκιο που δεν λέει ψέματα. - Εντάξει θα το κάνω αλλά που είναι το άλλο σου μισό; - Θα σου δείξω! Εν τω μεταξύ ο κακός Πινόκιο πήρε μια μάγισσα για βοηθό και ένα πάρα πολύ κακό βιβλίο και ερχόταν να μας βρει. Εμένα όμως μου είχαν πει να μην διαβάσω την τελευταία σελίδα. Τη διάβασα όμως και εγώ και ο καλός Πινόκιο πήγαμε στο φεγγάρι, εκεί όπου το βιβλίο έγραφε ότι ήταν το λιμάνι για τα


διαστημόπλοια. Πήραμε ένα και είμαστε καθ’ οδόν για τον πλανήτη του βιβλίου. Αλλά αυτό το ωραίο ταξίδι δεν κράτησε πολύ, μας βρήκε ο κακός Πινόκιο και δώσαμε μεγάλη μάχη. Όμως μας πιάσανε. Ο καλός Πινόκιο μου έδωσε μια σιδερένια σφαίρα. - Τι είναι αυτό πάλι; Είπα θυμωμένος. - Μια σιδερένια σφαίρα που ανοίγει με συνδυασμό. - Τι θέλεις να κάνω; Είπα βαριεστημένα. - Να προσπαθήσεις να την ανοίξεις! - Ωχ σταματήσαμε! - Ελάτε πάνω, μας είπε ο κακός Πινόκιο και βγήκαμεσε ένα διαφορετικό πλανήτη. - Πού είμαστε; Ρώτησα φοβισμένος. - Στον πλανήτη των θησαυρών απάντησε η κακιά μάγισσα. - Για βγάλτην έξω! Είπε ξανά η μάγισσα. - Ποια; - Τη σφαίρα! Με έψαξαν και τη βρήκαν. - Άνοιξέ την είπαν όλοι. - Μα δεν ξέρω πώς; Είπα εγώ. Έκανα ένα τυχαίο συνδυασμό και άνοιξε. Μου την πήραν και μας οδήγησαν στο κέντρο του πλανήτη. Εκεί είχε κρύψει ο περιβόητος πειρατής τους θησαυρούς του. - Ουάου!!! Είπαν όλοι. Οι κακοί δεν κρατήθηκαν και πήραν πολλά κέρματα και οι παγίδες άνοιξαν. - Ωχ όχι! Είπα φοβισμένος. - Ο Πλανήτης καταρρέει είπε ο καλός Πινόκιο. - Ααααα! Είπε ο καλός Πινόκιο όταν έπεσε στη λάβα. - Ωχ! Είπε ο κακός Πινόκιο. - Σ’ έπιασα! Και τα δυο μισά, καλός και κακός ενώθηκαν και έγιναν ένα. Το βιβλίο μου κάηκε και γυρίσαμε όλοι πίσω. Τελικά ο Πινόκιο ένας και μοναδικός αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι του. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Μου φαίνεται ότι δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή την περιπέτεια!!!


Βασίλης


Η περιπέτεια του Πινόκιο Μια φορά κι έναν καιρό στο αεροπλάνο γυρίζοντας από τη Ντίσνευλαντ στην Ελλάδα είχα στην τσάντα μου ένα μικρό πραγματάκι, τον Πινόκιο. Μόλις βγήκαμε από το αεροπλάνο και μπήκαμε στο αυτοκίνητο, ακούστηκε ένας θόρυβος. -Άου! Πονάω! Άνοιξα την τσάντα μου και βρήκα τον Πινόκιο να κλαίει. Μας είπε να μην τον γυρίσουμε στο Παρίσι στη Ντίσνευλαντ, γιατί του φέρονταν άσχημα. Εκείνη τη στιγμή μεγάλωσε η μύτη του. -Λες ψέματα; τον ρώτησα. -Ναι, λέω ψέματα συχνά, μου απάντησε και η μύτη του μίκρυνε. Μου ζήτησε συγγνώμη και τον συγχώρεσα. Τον πήγαμε στο σπίτι μου. Είχα ένα κρεβατάκι και τον κοίμισα εκεί. Μια στιγμή το σκυλάκι μου, η Αυγούλα, πήγε κοντά του και τον ξύπνησε. Τότε εμφανίστηκε μια πύλη, μπήκα μέσα μαζί με τον Πινόκιο και εξαφανιστήκαμε. Βρεθήκαμε σε μια άλλη χώρα φανταστική

με όλους τους φανταστικούς

ήρωες. Το Μίκυ, το Σούπερ Γκούφι, τη Χιονάτη και τους επτά νάνους, τους πειρατές της Καραιβικής, το σπίτι δέντρο των Ροβινσώνων, τον Πήτερ Παν, τον Αλαντίν. Παίξαμε, διασκεδάσαμε, χορέψαμε, τραγουδήσαμε και μετά ταξιδέψαμε πάλι στην Ελλάδα. Ο μπαμπάς μου ανησύχησε και στενοχωρέθηκε. Μου είπε να μην το ξανακάνω. Ο Πινόκιο γύρισε πίσω στη Ντίσνευλαντ.


Ευτυχία


Το ταξίδι στη Σκουπιδούπολη Στις 18 Δεκεμβρίου του 2010 ο Πινόκιο κι εγώ πήγαμε ταξίδι στη Σκουπιδούπολη. Ξαφνικά στο δρόμο μας πήραν τηλέφωνο να μην πάμε εκεί, επειδή λένε ότι όποιος πάει εκεί δεν ξαναγυρίζει, αλλά ήταν πολύ αργά. Λέει ο Πινόκιο: -Μήπως να γυρίσουμε πίσω; Του απαντάω εγώ: -Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, επειδή είναι νύχτα και βγαίνουν τα σκουπίδια να πιάσουν τους επισκέπτες. Τότε ο Πινόκιο σκόνταψε πάνω σε μια πέτρα και τον είδαν τα σκουπίδια. Παλέψαμε μαζί τους και τα νικήσαμε και νικήσαμε και τον αρχηγό τους. Ήταν ένα τρομακτικό ταξίδι, αλλά είμαστε οι πρώτοι άνθρωποι που γύρισαν πίσω.

Πέτρος Χ.


Ο Πινόκιο κι ο ταύρος Το περσινό καλοκαίρι πήγαμε ταξίδι στην Ινδία με το φίλο μου το Σωτήρη. Όταν ήμασταν σε μια κεντρική πλατεία ακούσαμε μια φωνή από ένα μικρό και έρημο δρομάκι. Αυτό το δρομάκι τελικά δεν ήταν έρημο, γιατί περπάταγαν ο Πινόκιο μαζί με το φίλο του το Μίκι. Αρχικά αποφασίσαμε να πάμε όλοι μαζί ένα ταξ��δι στην Ισπανία, επειδή ο Πινόκιο ήθελε να πάει να δει και μετά να παλέψει με ένα ταύρο. Φτάσανε στην Ισπανία και ο Πινάκιο άρχισε να παλεύει με δύναμη και με θάρρος. Προς το τέλος του αγώνα ο Πινόκιο έπιασε τα κέρατα του ταύρου, έτσι ο ταύρος σκοτώθηκε ενώ ο Πινόκιο νίκησε. Εμείς ήμασταν πολύ χαρούμενοι επειδή πήρε και ένα κύπελλο με αναμνηστικά δώρα. Εγώ ήμουν πάρα πολύ χαρούμενος, γιατί εκτός από το κύπελλο που πήρε ο Πινόκιο γνώρισα και δυο καινούργιους φανταστικούς φίλους.

Άγγελος


Ο Πινόκιο και οι φίλοι του στην Αρχαία Ρώμη Το 146 π.Χ. υπήρχε ο Πινόκιο. Πήγαινε στην Αρχαία Ρώμη, γιατί δεν είχε πάει ποτέ και ήθελε να πει ψέματα. Μόλις έφτασε άρχισε να λέει ψέματα. Σε κάποια φάση είπε ψέματα και σε Ρωμαίους Λεγεωνάριους. Αυτοί άρχισαν να μαλώνουν. Η Ρώμη είχε γίνει πλέον φοβισμένη. Μαζί με τον Πινόκιο ήταν ο Σπάιντερμαν, ο Σούπερμαν και ο Μπάτμαν. Στην αρχή κυνήγαγαν τον Πινόκιο και τους φίλους του. Σε κάποια φάση βρέθηκαν μπροστά τους. Πολέμησαν, αλλά δεν μπόρεσαν να τους σταματήσουν. - Αφήστε με να φύγω, είπε ο Πινόκιο. - Γιατί μας είπες ψέματα; - Είμαι ο Πινόκιο και λέω ψέματα. - Αααα!! Οι ήρωες πήγαν στο παλάτι να τον σώσουν. Ο Μπάτμαν πολέμησε τους εξωτερικούς φρουρούς. Ο Σούπερμαν σκότωσε τους Λεγεωνάριους. Ο Σπάιντερμαν πήγε στα βασανιστήρια και έσωσε τον Πινόκιο. Έφυγαν από τη Ρώμη πολύ γρήγορα. Ο Πινόκιο όμως, δεν σταμάτησε να λέει ψέματα. Μου άρεσε όταν πήγαν να τον σώσουν.

Μάριος


Ο Πινόκιο πάει στο κάστρο Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ο Πινόκιο. Έμενε στο Παρίσι, στη Ντίσνεϋλαντ, μέσα σε ένα κουκλόσπιτο . Μια μέρα όμως βαρέθηκε και βγήκε να κάνει μια βολτούλα. Καθώς περπατούσε, έτσι όπως κοίταζε τριγύρω, έπεσε πάνω σε μια πολύ όμορφη Πριγκίπισσα. Ήταν η σταχτοπούτα. - Τι κάνεις βραδιάτικα εδώ έξω ολομόναχη; Τι ρωτάει. - Κάνω μια βόλτα, επειδή βαρέθηκα, του απαντάει. - Κι εγώ, λέει ο Πινόκιο. - Τι θα έλεγες να πάμε να δούμε την εξαδέλφη μου την Ωραία Κοιμωμένη στο κάστρο; - Βέβαια, πάμε! - Σίγουρα; Είναι επικίνδυνα! - Γιατί; - Επειδή είναι πάνω σε ένα ηφαίστειο και για να φτάσεις απέναντι στο κάστρο πρέπει να περάσεις από μια πολύ παλιά γέφυρα με σαπισμένες σανίδες. - Θα τα καταφέρουμε! - Εντάξει, πάμε! Μετά από λίγα λεπτά φτάσανε στο κάστρο. - Αυτό είναι; - Ναι! Ξεκινήσανε να περάσουνε τη γέφυρα. Στην αρχή τρομάξανε, γιατί λείπανε μερικές σανίδες. Στη συνέχεια εκεί που προχωράγανε έσπασε μία και η Σταχτοπούτα παραλίγο να πέσει. Ευτυχώς ο Πινόκιο της έπιασε το χέρι και την έσωσε. Εκείνη τον ευχαρίστησε. Όταν ανεβήκανε και τους αντίκρυσε η Ωραία Κοιμωμένη, ξαφνιάστηκε και τους είπε: - Πώς καταφέρατε να περάσετε τη γέφυρα; Είναι σχεδόν διαλυμένη. - Πηγαίναμε αργά και προσεκτικά, απάντησε ο Πινόκιο. Καθίσανε, συζητήσανε και μετά από μισή ώρα φύγανε. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Νεφέλη



Περιπέτειες με τον πινόκιο