Issuu on Google+

Περιεχόμενα

Άνθρωποι και Iστορίες Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Ένας τόπος είναι οι άνθρωποι κι η ιστορία τους. Τα χνάρια που αφήνουν στο χρόνο. Αυτό το αποτύπωμα είναι γλυκό ν’ αγγίζεις και να παίρνεις τη μυρωδιά του για να μπορείς έτσι απλά να στοχάζεσαι το Αύριο…

Πάρη Ντελκή

1


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

2


Περιεχόμενα

Περιεχόμενα

(με αλφαβητική σειρά) 1. Απ’ τον «Ουρανό» ο Καπετάν Χριστοφής Αγγελιδάκης μας δείχνει τις «καλάδες»

2.Ελένη Αργυρόπαιδα Το κλειδί της αγάπης

3.Πικρές ζωές με γλυκές ιστορίες... Τα προφιτερόλ της Κυριακής δια χειρός ...Βαλκανιώτη

4.Το χασάπικο του ...Παράδεισου χορεύει πια ο Τάκης Γκίζας

5.Αρμόδιος Διαμαντής:«Γιου γκρίκ …απ’ του Κρυ’νερίτ’»

6.Η ...οδύσσεια παραγωγής χαρτιού στο εργοστάσιο των Ροβιών Ο μόχθος, η έμπνευση και το πείσμα των ανθρώπων, τυλιγμένα σε μια ...λαδόκολλα

7.Φούρνος Ζάκκα: Εκεί που ζύμωναν το προζύμι με τη χαρά και το γλέντι

8.Δημήτρης Ζάχος: «Έβαλα το Βυζαντινό -Δημοτικό τραγούδι μέσα στο σαλόνι»

9.«Μια παλιά φωτογραφία» με το φακό του Ζαχαρία

10.Γιώργος Λύτρας, ο Ζουμπουρλής Ο …ζωγράφος, της χαράς μας!

11.Κων/νος Ζωγραφόπουλος: Πρώτα χτίσαμε εκκλησίακαι μετά κάναμε οικογένεια

12.Με κοφτό και αζούρ «κεντημένες» οι αναμνήσεις του Δημήτρη Καραγιώργου

13.Ιωάννης Καραγιώργος: Μια ζωή γραμμένη με …πλάκα και κοντύλι

14.Αδελφοί Κραβαρίτη: «Η αγάπη μας είναι η πιο μεγάλη μας περιουσία»

15.Κυριάκος Χατζηαποστόλου - Κυριακού :«Σάμαλι πολύ γλυκό, ζαχάριο τσουρέκι, έλα - έλα χωνάκι παγωτό και παγωτό κασάτο»

3


16.ΗΆνθρωποι Αγία Άννα, και το συναίσθημα ιστορίες και το πάθος της καθηγήτριας Η ΒόρειαΓεωργίας ΕύβοιαΛαδογιάννη της καρδιάς μας 17.Ανάργυρος Λαζάρου: Από γενιά σε γενιά με κόπο και μεράκι

18.Από την Καστανιώτισσα, στην πιο σκληρή βιοπάλη Το γαλατάδικο των Αδελφών Λαζαρίδη

19.Ένας γηγενής Ξηροχωρίτης

20.Όταν ο monsieur Jean έγινε …Μουσουτζάνης

21.Λίζα Νεοφύτου: Ευχαριστώ το Θεό που ξεγέννησα αισίως 2.000 Ευβοιώτες

22.Νίκος Ντελκής: Το μυαλό είναι το μεγαλύτερο όπλο του ανθρώπου

23.Μια Ξηροχωρίτισσα κι ένας Ιταλός... Η φλόγα του έρωτα στα χρόνια του πολέμου

24.Δημήτρης Παναγιώτου: Ένας ασυμβίβαστος εύζωνας

25.Πανιστιαιακός η ομάδα του κάτω μαχαλά της Ιστιαίας

26.Παναγιώτης Πασάς. Η σκυταλοδρομία της ζωής του

27.Μνήμες από παλιά παζάρια…. «Πάνω αλώνια, Κάτω αλώνια, Κατσιρέλος και Ξηριάς»

28.Τα πέντε αδέλφια Παπαευσταθίου... Παπούτσια για πετρώδες έδαφος σε ...πέτρινα και δίσεκτα χρόνια

29.Δημήτρης Παπάζογλου: Από τις Καμάρες του Κεμέρ Μπουργκάζ στους αφιλόξενους βάλτους του Νέου Πύργου

30.Άννα Παπαδοπούλου Από το τσιφλίκι των Ροβιών, στο ….τσιφλίκι των Αγγέλων

31.Πασατέμπος, ΕΨΑ, και Μαίρη Λίντα στον Ορφέα

32.Τώρα πια δεν έχει «προσεχώς»… Βασιλειάδου, Αυλωνίτης και Φωτόπουλος στα γιασεμιά της …Μπαλαγιάνναινας

4


Περιεχόμενα 33. Οι Σκουρτανιωταίοι

34.Κυριακή και Άγγελος Στέφου Με το πνεύμα τους στεφάνωσαν την Βόρεια Εύβοια

35.Νοσταλγικές ιστορίες με ζάχαρη και γάλα

36. Γιώργος Τάκογλου: Στη μάχη από τότε που πλήρωναν τα λαχανικά με …αυγά

37.Γιώργος Τσαρούχας: «Ο πατέρας μου, απάλλαξε τις γυναίκες από την ρόκα»

38.Χριστουγεννιάτικες Αναμνήσεις

39. Το Σάββατο του Λαζάρου

40.Γιάννης Φαφούτης: 35 χρόνια πάθους πίσω από το φακό Ο λευκόλιθος κι οι άνθρωποί του σαν μια παλιά φωτογραφία

41.”Όπως παλιά” στις Μηλιές

5


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

6


Περιεχόμενα

-Ξεράθηκε. Πάει πια. Δε μπορούσες να ρίξεις λίγο νεράκι, θα μου έλεγε αν ήταν εδώ.

Φρόντιζε τα πάντα. Από τη λάτρα του σπιτιού τη μικρή αυλή μας, τα λουλούδια ένα - ένα. Κάθε απόγευμα πότιζε τις γλάστρες το καλοκαίρι και σε κάθε σκαλί να τα σκυλάκια, να οι ορτανσίες, να τα σπαράγγια με τα κόκκινα μπαλάκια που με εντυπωσίαζαν πάντα. Το Πάσχα δε οι ασχολίες ειδικά με τις γλάστρες ήταν πολλές και ποικίλες. Έπρεπε να χωρίσουμε τα λουλούδια να βάψουμε τις γλάστρες κόκκινες να βάψουμε τη σκάλα, το πεζοδρόμιο, να γυαλίσουμε τα πάντα. Να είναι καθαρά και λαμπένια σαν την ψυχή μας. Δεν το έλεγε αλλά το εννοούσε. Αυτό ψυχανεμίζομαι μέχρι σήμερα, που κι η σκιά της στη ζωή μου είναι πολύτιμη. Τις περισσότερες ιστορίες μου τις έλεγε σαν το νέο, για το γείτονα τον φίλο τον άνθρωπο, το διπλανό μας. Έτσι ξεκίνησε σαν παραμύθι με τους ανθρώπους της Ιστιαίας τους γνωστούς και τους φίλους τους γείτονες, απ’ το διπλανό χωριό. Από την Αγιάννα, τη Λίμνη, την Αιδηψό, τον Ταξιάρχη, το Πευκί, τον Ν. Πύργο, την Καστανιώτισσα, την Κοκκινομηλιά, τις Μηλιές, την Αυγαριά, το Ξηροχώρι, τα Καμάρια, τη Σινασσό, το Αγριοβοτάνι, τις Ροβιές, τα Γιάλτρα. Από όλο το Βορρά, από μέσα απ’ τη ψυχή της ψυχής μας. Απ’ το παλιό Ξηροχωράκι που ξεθώριασε στα μάτια των νεότερων κι απ’ τη ανάσα ζωής που φέρνουν οι αναμνήσεις των παλιότερων στους επόμενους που παίρνουν τη σκυτάλη και συνεχίζουν. Περίεργη η φύτρα μας αλλά και ωραία. Γκιπάριδες οι παλιοί κι άνθρωποι με ψυχή, που μόχθησαν και στέριωσαν τη ζωή τους και τη δική μας σήμερα, μέσα απ’ τον ιδρώτα και το μεράκι τους.

7


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

8


Απ’ τον «Ουρανό» ο Καπετάν Χριστοφής Αγγελιδάκης μας δείχνει τις «καλάδες»

Απ’ τον «Ουρανό»

ο Καπετάν Χριστοφής Αγγελιδάκης μας δείχνει τις «καλάδες»

9


Άνθρωποι και ιστορίες

«

Ο

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

παππούς μου ο Καπετάν Χριστοφής Αγγελιδάκης ή Άγγελος Χριστοφής μπορεί να ήταν

κι έτσι τ’ όνομά του, ήρθε από το Τσεσμέ. Το όνομα Χριστοφής δεν υπάρχει πουθενά σαν μικρό όνομα, παρά μόνο στην Κύπρο. Από τα επτά εγγόνια του, μόνο εγώ πήρα το όνομά του και ίσως γι αυτό μ’ αγαπούσε και περισσότερο», εξομολογείται ο Δήμαρχος Ιστιαίας – Αιδηψού Χριστοφής Ζάχος. «Είχαμε μεγάλο σύνδεσμο. Θυμάμαι σαν παιδί ήμασταν συνέχεια μαζί. Το χειμώνα στις τράτες και τα καλοκαίρια στο γρι-γρι. Κάθε Σάββατο πήγαινα σπίτι του και την Κυριακή πρωί - πρωί στον Αη - Νικόλα. Παππαδάκι δίπλα στον παπα-Κώστα, στο Ποτόκι». Ο άλλος εγγονός του, ο Κώστας Βακαλόπουλος ξετυλίγει την ιστορία του παππού του και μαζί με τον Τάσο Αλεξίου, ζωγραφίζουν λίγο - λίγο την εικόνα του καπετάνιου της ζωής, του Καπετάν Χριστοφή. «Γεννήθηκε το 1898 στο Τσεσμέ της Μικράς Ασίας. Το πατέρα του τον Γιάννη Αγγελιδάκη τον έχασε, στο πόλεμο στη Μικρά Ασία, όπως και όλους τους συγγενείς του. Μετά την καταστροφή βρέθηκε στο Πευκί. Από μικρό παιδί έξι χρονών, δούλευε πάντα μέσα στη θάλασσα, στα καΐκια.

10


Απ’ τον «Ουρανό» ο Καπετάν Χριστοφής Αγγελιδάκης μας δείχνει τις «καλάδες»

Οι χαμένοι συγγενείς 俐ταν πρωτοήρθαν από τη Σμύρνη, κοιτούσαν να βρουν ο ένας τον άλλο. Είχε χάσει όλους τους δικούς του, κι έψαχνε να βρει τις ρίζες του. Κάποια στιγμή ένας άνδρας στην Αιδηψό του είπε «Καπετάν Χριστοφή, είναι δύο παιδάκια με μία γιαγιά που πεινάνε κι όλας. Μόλις το έμαθε πήγε στην Αιδηψό και τους βρήκε.Τ’ ανίψια του, τον Αποστόλη Αγγελιδάκη, την Τριανταφυλλιά και τον Γιάννη. Τα πήρε και τα έφερε στο Ποτόκι. Όταν τους έφερε τους φιλοξένησε πολλές ημέρες και μετά τους βρήκε ένα σπίτι. Μένανε στο παλιό σπίτι του Καλαμά. Τον Αποστόλη και το Γιάννη Αγγελιδάκη, τα δύο παιδιά τα πήρε στη δουλειά του, στην τράτα τον «Ταξιάρχη». Τότε η επικοινωνία ήταν ελάχιστη και η φιλοξενία ήταν διαφορετική, ήταν πιο ζεστά τα πράγματα. Πάντα τους έδινε εκτός από μεροκάματο και επιπλέον ψάρια να κάνουν ανταλλαγή. Το «μπασάκι» για να πάρουν, αλεύρι, λάδι, τυρί. Παλιά το γρι-γρι ήταν με «μερδικό».

Η εικόνα «Τα καλοκαίρια πήγαινα και εργαζόμουν και εγώ», θυμάται ο Τάσος Αλεξίου. «Χαρακτηρίστηκα τον άκουγα πολλές φορές πως έλεγε: «Δούλεψα σκληρά. Έγινα καλός καπετάνιος, αλλά είχα

11


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

καλό τιμόνι στο σπίτι» κι εννοούσε τη γυναίκα του την κυρα-Δέσποινα. Όταν ήρθε στο χωριό παντρεύτηκε τη Δέσποινα Γιαγκουδάκη. Ο πατέρας της ο Στέφανος ήρθε κι αυτός με την οικογένεια του, από το Τσεσμέ. Ο παππούς Θανάσης Γιαγκουδάκης όταν έφυγαν και ενώ είχαν ανοιχτεί με το καίκι ακούει την Κατερίνα, που λέγε: «Γύρνα πίσω Στεφανή, ξεχάσαμε να πάρουμε την εικόνα». Πίσω τους καιγόταν η Σμύρνη. Δεν γύρισαν ποτέ. Όταν πιάσανε το πρώτο λιμάνι, στον Πειραιά και βγήκαν στην παραλία, σε μια γειτονιά όπως γυρνούσαν και την είδαν. Η εικόνα των Αγίων Αναργύρων ήταν στημένη σε ένα παράθυρο. Πήγαν και τη ζήτησαν. «Γι’ αυτό την έχουμε εδώ», τους είπαν. «Όποιος την έχασε να την βρει και να την πάρει» είχε διηγηθεί κάποτε η κυρα–Στυλιανή, συγκινημένη. Τότε ήταν ξεριζωμός καταστροφή κι όλοι όταν έφευγαν, έβαζαν στο μπόγο τους πάνω–πάνω, ο καθένας και μία εικόνα. Έκανε το πρώτο θαύμα γιατί γνωρίστηκαν με τους συγγενείς τους.

«Ο Ταξιάρχης» Τότε ήταν που έφτιαξε μία τράτα, τον Ταξιάρχη, ενώ συγχρόνως δούλευε σαν καπετάνιος σε ένα ψαροκάικο του Μουράτη από τη Στυλίδα. Ο Ταξιάρχης ταξίδευε με κουπιά ή πανί. Τότε δεν είχαν καύσιμα. Ο Χριστοφής, ο καπετάνιος, ήταν πολύ εργατικός. Καλός τεχνίτης στην αλιεία. Άριστος, ήξερε το βυθό της θάλασσας, πιθαμή προς πιθαμή. Γνώριζε όλες τις «καλάδες» όπως λένε οι ναυτικοί. Γιατί δε ρίχνουμε όπου να ‘ναι τα δίχτυα. Για να εντοπιστεί η «καλάδα» έβαζε σταθερά σημεία. Ήξερε πού δεν πιάνει το δίχτυ. Ήξερε το βάθος της θάλασσας σε κάθε σημείο. Τότε δεν υπήρχαν τα διάφορα όργανα που έχουν σήμερα οι ναυτικοί. -«Παναγιώτη ρίξε την άγκυρα», έλεγε. «Δεκαεπτά οργιές είναι». Κι ήταν έτσι πράγ��ατι. Αφού παντρεύτηκε με την Δέσποινα έκαναν τέσσερις κόρες, τη Μαρία που πέθανε νέα, τη Φιλιώ, τη Στυλιανή και την Ελένη. Κι όλες προικισμένες πολύ καλά. Με λίρες τις προίκισε τις κόρες του ο καπετάνιος, όχι με χωράφια και πήρε και καλούς γαμπρούς.

«Ο Νικηφόρος Ουρανός» Όταν αρρώστησε ο Μουράτης είπε στη γυναίκα του: «Το καΐκι δεν θα το δώσεις σε κανέναν άλλον, παρά μόνο στο Χριστοφή». Όταν πέθανε η γυναίκα του Μουράτη, ειδοποίησε τον Χριστοφή αμέσως. Μάλιστα του χρωστούσε και κάποια χρήματα που τ’ αφαίρεσε από την τελική αξία του καϊκιού. Ο Μουράτης τον αγαπούσε πολύ γιατί ήταν τίμιος, και ήθελε να πέσει στα χέρια του Χριστοφή. Τον ειδοποίησαν λοιπόν, ότι το γρι – γρι, «Ο Νικηφόρος Ουρανός», το πρώτο του «Ωνάση» πουλιέται. Μάλιστα ο Αριστοτέλης Ωνάσης είχε ακόμη τα 2/25. Το φέρανε από την Σμύρνη. Ήταν ίδιο σκαρί με τον «Ταξιάρχη» με διπλή μορφή στην πλώρη. Ήταν πανέμορφο. Το είχε δουλέψει το καΐκι και το ήξερε, πήγε και το αγόρασε και έβαλε συναίτερο τον Κώστα τον Πάπα γνωστό ως Βαζάκα. Το φέρανε και δουλέψανε μαζί. Ο εγγονός του ο Κώστας λέει: «Θυμάμαι ότι έδιναν υπέρ του ιδρύματος Ωνάση ένα ποσό. Το είχε

12


Απ’ τον «Ουρανό» ο Καπετάν Χριστοφής Αγγελιδάκης μας δείχνει τις «καλάδες» παράπονο πως κανένας από εμάς τα εγγόνια του, δεν ασχολήθηκε με τη θάλασσα. Βέβαια εκ των υστέρων ασχολήθηκε για αρκετό καιρό ένας από τους γαμπρούς του, ο Ζανής Τσακουμάκας».

«Μόλις πέσουν τα γυαλιά» Ο Τάσος ο Αλεξίου θυμάται: «Εγώ δούλευα μικρός, δεκαεπτά με είκοσι χρονώ, κάθε καλοκαίρι, δίπλα στον καπετάνιο. Έχω και ναυτικό φυλλάδιο ακόμη από τον «Ουρανό». Στην δουλειά του σε ήθελε να δουλεύεις εντατικά. Δεν έβριζε ποτέ. Ήταν σκληρή δουλειά. Τα δίχτυα τότε, τα μαζεύαμε όλα με το χέρι. Το γρι – γρι έριχνε 800 οργιές δίχτυα, 1000 μέτρα. Το δίχτυ μαζεύεται από δύο πλευρές. Είχαμε το μπουγιάντε το δεύτερο καΐκι για να μαζεύονται τα δίχτυα και πέντε βάρκες με λάμπες με πετρέλαιο. Η κάθε βάρκα είχε δύο λάμπες, με 800 ή 1000 κεριά, σημερινά βατ. «Μόλις πέσουν τα γυαλιά», μόλις σουρουπώσει και πέσει σιγά – σιγά το σκοτάδι τότε ξεκινούσε το καΐκι κι έλεγε «αμόλα λάμπα». Έτσι ταξίδευε κι όταν ο καπετάνιος έδινε το σύνθημα, η τελευταία βάρκα έριχνε άγκυρα στην «καλάδα» κι έλυνε από το σύνολο. Άναβε τις λάμπες μες το σκοτάδι κι αν είχε ψάρια από το φως, συγκεντρώνονταν εκεί. Έβλεπε λοιπόν ο «λαμπαδόρος» αν υπήρχε ψαριά και έμενε. Τις άφηνε τις πέντε βάρκες του σε διάφορες «καλάδες» και σε απόσταση ακόμα και δύο μίλια ή 500 μέτρα μακριά. Πως γινόταν όμως ο συντονισμός μεταξύ τους; Σε κάθε βάρκα ήταν κι από ένας «λαμπαδόρος». Πέντε βάρκες, πέντε «λαμπαδόροι». Αυτοί δεν ανακατευόντουσαν καθόλου με τα δίχτυα. Ήταν άλλοι πάνω στο «μπουγιατέ» και άλλοι το πλήρωμα, πάνω στο γρι – γρι. Το ελάχιστο ήταν συνολικά δεκαπέντε άτομα. Επτά από εδώ και επτά από εκεί. Όποιος είχε ψάρια ειδοποιούσε με σύνθημα, με

13


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

τη μπουρού να πάει το γρι – γρι να τον «καλάρει». Να ρίξει τα δίχτυα. Η μία άκρη ρίχνει επειδή κινείται γύρω από τη βάρκα και την άλλη άκρη την είχε ο μπουγαντές. Όταν έρχονται απέναντι, μετά τον κύκλο της «καλάδας», μαζεύουν τα δίχτυα και φτάνουν στο κέντρο της βάρκας με τη λάμπα. Αφού φτάσουν τα ανεβάζουν με τα χέρια. Το δίχτυ μπορεί να έχει ακόμη και πέντε τόνους ψάρι. Μετά η βάρκα με προσοχή βγαίνει έξω και μαζεύουν τα ψάρια. Τα περισσότερα τα διέθετε σε νωπή κατανάλωση ακόμη και μέχρι τον Πειραιά, έφτανε. Άλλα τα πήγαινε στη Χαλκίδα, στο Βόλο και άλλα τα έδινε γι’ αλίπαστα στο Ασμήνιο. Στο Γουλιέλμο Λύτρα στον Λιδορίκη τον Κάρκα και πολύ αργότερα στον Κωνσταντινίδη και το Φιλάρετο».

Η κότα, τα δίχτυα και το «μπαϊντός» «Με ψαροπούλα πήγαινε για να πουλήσει στο Βόλο. Μόλις τελείωνε το ψάρεμα, παίρναμε άλλοτε το «μπασάκι» ή την «κότα», το μπόνους για τα ψάρια. Το πρωί πλέναμε και απλώναμε τα δίχτυα, τα μπαλώναμε και περίπου κάθε 25 μέρες στο «μπαϊντός», τα βάφαμε σε ειδικά βαφεία για να μη σαπίζουν. Να είναι σκληρά κι ανθεκτικά. Τότε αλέθαμε τα «πτίκια» του πεύκου και τα βράζαμε σε μεγάλα χτιστά καζάνια, στο Πευκί. Ένα καζάνι είχε ο Γιάννης ο Σουρίλας κι άλλο ένα ο Στάθης ο Κομπόγιαννης. Περίπου μία φορά το μήνα κάθε τέλος του «μπαϊντός», όταν έβγανε το φεγγάρι σταμάταγε το γρι – γρι. Με το φεγγάρι διαλύονται τα ψάρια. Πρέπει να είναι σκοτάδι για να βγεις για ψάρεμα. Έτσι όσοι δουλεύαμε στα καΐκια λέγαμε: «Αυτό το σκοτάδι, θα είμαι σε αυτό το καΐκι» κι εννοούσαμε την περίοδο που θα εργαστούμε και σε ποιόν. Το μερτικό μας το παίρναμε στο τέλος του σκοταδιού. Δεν πληρωνόμασταν με μεροκάματο. Για να κλείσει τη δουλειά ο καθένας έπαιρνε «πλάτικα», προκαταβολή από τον καπετάνιο, ανάλογα 100 – 200 δραχμές και καθημερινά είχε συσσίτιο με καζάνια. Τότε στα μαγαζιά στο Πευκί ήταν αυτό της Διαμάντως της Ζάχου, της Μαρίας της Σουρίλα, της Μαρίας της Χιώτισσας του Δημουλάκη και του Τάσου του Κερασιώτη. Όλοι αγαπούσαν και εκτιμούσαν τον Χριστοφή Αγγελιδάκη, στο χωριό. Εκ του μηδενός έκανε μία περιουσία ατράνταχτη. Ήταν κύριος καθ’ όλα. Ακόμη και μέχρι σήμερα πολλοί αναφέρουν το όνομά του και λένε, αν ζούσε ο καπετάνιος ο Χριστοφής θα ήξερε».

14


Ελένη Αργυρόπαιδα: Το κλειδί της αγάπης

Ελένη Αργυρόπαιδα Το κλειδί της αγάπης

15


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Έ

τος 1970. Τότε πηγαίναμε πρωί – απόγευμα σχολείο. Τα παιδιά ήταν πολλά, οι σχολικές

αίθουσες κι οι δάσκαλοι λίγοι. Μεγάλος ο σεβασμός που είχαμε στο δάσκαλό και αγάπη στο σχολείο μας συνάμα. Εγώ ήμουν τυχερή. Η δασκάλα μου έμενε τότε δίπλα στο σπίτι μας. Η κυρία Ελένη

Αργυρόπαιδα.

Γλυκιά

και αυστηρή ταυτόχρονα μας έβαζε στη σειρά κι από ατίθασα πιτσιρίκια μας κατάφερνε να στριμωχτούμε πίσω από ένα θρανίο. Μας έμαθε να συλλαβίζουμε τη ζωή και ν’ αριθμούμε τις χαρές και τις λύπες της παιδικής μας ηλικίας. Ποτέ δεν θα ξεχάσω όταν μια μέρα με φώναξε λίγο πριν φύγω για το σχολείο και μου είπε: -Πάρε το κλειδί. Θα έρθω λίγο αργότερα. Να ανοίξεις εσύ το σχολείο σήμερα. Ήμουν δεν ήμουν επτά χρονών, θυμάμαι. Πήρα το κλειδί με χαρά για την εμπιστοσύνη της δασκάλας μου αλλά και με φόβο ταυτόχρονα, γιατί δε είχα ξανανοίξει πόρτα μόνη μου. Τότε η μάνα μου με ξεπροβόδιζε πάντα και τη θυμάμαι να με κοιτά απ’ το μπαλκόνι μέχρι να στρίψω από το σπίτι μας στην πλατεία. Και πάντα κάθε μεσημέρι με υποδέχονταν με το ζεστό της χαμόγελο. Ποτέ δεν είχα χρησιμοποιήσει κλειδί μέχρι τότε. Κι αυτή η πόρτα του σχολείου μας του Β΄ Δημοτικού φάνταζε μπροστά στα μάτια μου δράκος ολόκληρος. Μεγάλη και βαριά μπροστά στη δική μου μικροκαμωμένη παιδική φιγούρα. Πως θα καταφέρω εγώ ν’ ανοίξω τούτη την πόρτα σκέφτηκα. Για να μου δώσει η δασκάλα μου το κλειδί, αυτό σημαίνει ότι θα τα καταφέρω, έλεγα μέσα μου

16


Ελένη Αργυρόπαιδα: Το κλειδί της αγάπης προσπαθώντας να δώσω κουράγιο στον εαυτό μου για τη δύσκολη αποστολή. Τρέχοντας από τη πλατεία διέσχισα το δρόμο για το σχολείο χαζεύοντας λίγο στον Κατσιρέλο, (ένα μικρό ρέμα) εκεί που φρόντιζα να ξεφορτώνομαι το αυγό που μου ‘δινε η μάνα μου για κολατσιό. Μόλις μπήκα στην αυλή του σχολείου μας τη γεμάτη ακακίες, αισθάνθηκα πολύ σπουδαία με το κλειδί στο χέρι. Κατευθύνθηκα ίσια προς τη μεγάλη πόρτα με αγωνία και ελπίδα πως θα τα καταφέρω. Όμως όσο κι αν προσπάθησα το κλειδί δε γυρνούσε για να ανοίξει η πόρτα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάποια στιγμή από το πολύ ζόρισμα μου ‘μεινε στο χέρι. Μισό μέσα στη τεράστια πόρτα στην κλειδαριά και το άλλο μισό στο τρεμάμενο χεράκι μου. Μόλις συνειδητοποίησα τη ζημιά, δε θυμάμαι αν ήταν καν τα άλλα παιδιά δίπλα μου. Θυμάμαι ότι το ‘σκασα για να κρυφτώ. Έκανα ζημιά σκεφτόμουν και τώρα η πόρτα του σχολείου θα μείνει κλειστή!

Από μακριά

άκουγα

παιδιά

κάποια

που

έπαιζαν ανέμελα και χαίρονταν γιατί θα συνέχιζαν κι άλλο το παιχνίδι. Δε θυμάμαι τι έγινε μετά. Τι μου είπε η δασκάλα μου. Τίποτε. Ο φόβος κι η ντροπή έσβησε από τη μνήμη μου τη συνέχεια. Αυτό όπως που θυμάμαι μέχρι σήμερα, όταν άκουσα πρόσφατα για τον θάνατο της παλιάς μας δασκάλας είναι τη φιγούρα της να στέκει προστατευτική πάνω μας με αγάπη.

Καλό ταξίδι Κυρία. Όλοι σου οι παλιοί μαθητές σ’ αγαπάμε.

17


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

18


Τα προφιτερόλ της Κυριακής δια χειρός ...Βαλκανιώτη

Πικρές ζωές με γλυκές ιστορίες... Τα προφιτερόλ της Κυριακής δια χειρός ...Βαλκανιώτη

19


Άνθρωποι και ιστορίες

Ο

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Δημοσθένης Βαλκανιώτης λες κι έσερνε πίσω του -κουβάρι αξεδιάλυτο και γλυκό- τις

αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια. Όταν ξεκίνησε όμως να μιλά, μπήκαν όλα σε μια σειρά στη σκληρή ιστορία. Την ιστορία της ζωής του. «Γεννήθηκα στο Βαλκάνο Τρικάλων, το Νοέμβριο του 1926. Ήμασταν επτά αδέλφια, δύο αγόρια και πέντε κορίτσια. Τότε, όταν ήμουν παιδί, υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Δεν υπήρχε ψωμί, δεν υπήρχε τίποτε. Λόγω της καταστάσεως έφυγα από το χωριό μου πολύ νωρίς. Από το Δημοτικό, παιδί ακόμη, κατέβηκα στο κάμπο της Θεσσαλίας, στα Φάρσαλα και βρήκα δουλειά στα κοπάδια. Φυλάγαμε πρόβατα. Τα προσέχαμε να μην χαθούνε, τα αρμέγαμε και όλα αυτά για

το καθημερινό μας φαΐ. Χωρίς παπούτσια ήμασταν. Μεγάλη ταλαιπωρία. Περιπλανηθήκαμε εκείνη την εποχή με κάποιον ξάδελφο μου στα γύρω χωριά. Πότε από εδώ, πότε από εκεί. Στο πατρικό σπίτι ζήτημα ήταν να γυρίσουμε, το πολύ για καμία δεκαριά μέρες. Όταν όμως ήρθε η Κατοχή ξαναγυρίσαμε και μείναμε στο χωριό μας. Τότε ήταν που χάσαμε δύο αδελφές μας, απ’ τη κακουχία και τη φτώχεια. Το 1948 το αποφάσισα και τηλεφώνησα στον μπάρμπα μου το Σχορετσανίτη. Είχα μάθει ότι στην Ιστιαία ήταν καλά και ήθελα να έρθω. Δεν είχα όμως τον τρόπο ούτε και τα χρήματα για το ταξίδι. Σκέφτηκα ότι στα Τρίκαλα είχα ένα μπάρμπα. Ήταν ζωέμπορας. «Θέλω να πάω στην Ιστιαία»,

20


Τα προφιτερόλ της Κυριακής δια χειρός ...Βαλκανιώτη Χρήστο και τον Κώστα. Ήρθε και ο Περιστέρας από την Αθήνα. Μέχρι το 1958. Μετά χωρίσανε και τα αδέλφια και εγώ αποφάσισα να ανοίξω το δικό μου μαγαζί. Το μαγαζί του Μήτσα, το οποίο ήταν μπακάλικο και μου το έδωσε. Ήθελε τότε θυμάμαι αέρα 20.000 δραχμές. Δεν τα είχα να του τα δώσω. Με βοήθησε πολύ θυμάμαι με τα υλικά, μου έδινε απ’ το μπακάλικο ζάχαρη, κουβερτούρες, ό,τι χρειαζόμουν. Το μαγαζί εκείνο ήταν παλιό. Είχε ένα ξύλινο τρύπιο πάτωμα και μπαίνανε μέσα τα τακούνια των γυναικών, όταν προχωρούσαν. Έκλεινα τις τρύπες και έβαζα κομμένα κομμάτια από τενεκέδες. Από έξω ήταν χτισμένο με πλίθες και εγώ το ασβέστωσα. Το καθάρισα. Βρήκα και κάτι παλιά έπιπλα και το ‘φτιαξα το μαγαζί! Ο Μήτσας ποτέ δεν πήρε τα λεφτά του αέρα. του είπα, «αλλά δεν έχω τη δυνατότητα». Με βοήθησε. Εκείνος τότε έκανε και μεταφορές των ζώων. Μπήκα κι εγώ στο φορτηγό με τα γίδια. Ο δρόμος ήταν παλιός, όπως και το φορτηγό. Σε μια στιγμή κοπήκανε τα φρένα και για να μην το ρίξει ο οδηγός του στο γκρεμό, γύρισε το τιμόνι και το έριξε στο βράχο. Εκείνη τη βραδιά σκοτώθηκαν πολλά ζώα. Ευτυχώς εγώ έζησα. Όταν ήρθε πήρε τα υπόλοιπα ζωντανά, πρόβατα και γίδια. Εμένα με πήγαν στην Αθήνα στο ΚΤΕΛ και ο θείος μου με έστειλε στην Ιστιαία. Ο άλλος θείος μου, ο Χρήστος Σχορετσανίτης με τη γυναίκα του τη Γιασεμή, με περιέθαλψε. Ήμουν πολύ φιλάσθενος. Ξεπέρασα το μελιταίο πυρετό που έπαθα από άβραστο γάλα. Τότε κοιτάγαμε να ζήσουμε. Με περιποιήθηκαν πολύ. Δούλευψα δέκα χρόνια στον μπάρμπα μου τον

21


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Ήταν ευχαριστημένος μαζί μου. Χαιρόταν που πήγαινα καλά. Πέρασαν δύο χρόνια και φτάσαμε στο 1960. Τότε έφερα την αδελφή μου την Ερμιόνη να με βοηθά στο μαγαζί και ήρθε ο αδελφός μου ο Μιχάλης, ο οποίος ασχολήθηκε στα λανάρια με τον Τσαρούχα. Το μαγαζί πήγαινε πολύ καλά. Με βοήθησαν κάποιοι. Ακόμη δεν θα ξεχάσω έναν Καρδιτσιώτη της Εφορίας, Ζωγράφος τ’ όνομά του κι έναν από τη Λαμία, Μπαϊρακτάρη της Αστυνομικής Διεύθυνσης. Εκείνη την εποχή μου κάνανε συνέχεια ελέγχους. Πέρασαν τρία χρόνια και παντρεύτηκα την Μαρία Γεωργίου. Κάναμε τρία παιδιά, δύο αγόρια και ένα κορίτσι. Η γυναίκα μου με βοήθησε πάρα πολύ. Αγοράσαμε ένα οικόπεδο έφτιαξα το πρώτο σπίτι και στη συνέχεια έβγαλα άδεια και έκτισα από την

αρχή το μαγαζί. Το μαγαζί που σήμερα έχει ο γιός μου ο Γιώργος. Αυτό το οίκημα είναι της Εκκλησίας. Μου επέτρεψαν να το φτιάξω και για ένα χρόνο δεν πλήρωνα ενοίκιο. Μέχρι σήμερα όμως πληρώνω κανονικά. Η δουλειά αυγάτισε πολύ και δεν προλαβαίναμε να εξυπηρετήσουμε τον κόσμο. Όταν βάλεις καλά υλικά, βγάζεις και καλό πράγμα. Τα χτύπαγες με το χέρι τα αυγά, έφτιαχνες τη γνήσια σαντυγί. Δεν ήμουν τέλειος ζαχαροπλάστης, κοίταγα το Ζαχόπουλο και μάθαινα. Στα παζάρια, φέρνανε κάποιον ζαχαροπλάστη από το Βόλο και μάθαινα. Πήγαινα και εγώ στο Βόλο. Εκεί είδα πως σερβίρουν το γλυκό σε ποτήρι και πήρα κι εγώ μερικά. Δουλέψαμε μαζί με τη γυναίκα μου πάρα πολύ. Πάστες, προφιτερόλ, μπακλαβάδες, λουκουμάδες. Είχαμε αμυγδαλωτά του κιλού, πολλά πράγματα με σοκολάτα, με γλάσο. Άλλη η δουλειά τότε άλλη τώρα. Έφτιαχνα και γιαούρτια, κρέμες, ρυζόγαλα, παγωτά. Ο γιός μου ο Γιώργος διατηρεί μέχρι και σήμερα το μαγαζί και φτιάχνει τα γιαούρτια».

22


Τα προφιτερόλ της Κυριακής δια χειρός ...Βαλκανιώτη

Μετά το ...σινεάκ Πολλοί, από τους παλιούς Ξηροχωρίτες και όχι μόνο, είναι αυτοί που αναρωτιούνται, ακόμη μέχρι και σήμερα ποια ήταν η συνταγή για το Royal το «ποτήρι» με το παντεσπάνι και την κρέμα. Αυτό με την μαρμελάδα και τη σαντιγί, το τριμμένο αμύγδαλο και πάνω - πάνω το κερασάκι που έφτιαχνε κάποτε ο Δημοσθένης Βαλκανιώτης. Θυμούνται με νοσταλγία, τις λουκουμάδες, τα κοκ και τα προφιτερόλ της Κυριακής μετά το σινεάκ. Άλλοι τον έχουν συνδέσει με την Κοίμηση. Το μαγαζί του δίπλα απ΄ την εκκλησία πάντα, ακόμη και μέχρι σήμερα, δεν άλλαξε ποτέ την έδρα του. Κι ενώ τα χρόνια περνούν οι γλυκές αναμνήσεις που μας χάρισε με το ζαχαροπλαστικό του ταλέντο μας ακολουθούν. Είναι κι αυτές ένα μικρό κομμάτι της τοπικής μας ιστορίας. Ένας απ’ αυτούς, που σημάδεψαν με το μεράκι και τον ιδρώτα τους την πορεία του τόπου μας.

23


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

24


Το χασάπικο του... Παράδεισου χορεύει πια ο Τάκης Γκίζας

Το χασάπικο του ...Παράδεισου χορεύει πια

ο Τάκης Γκίζας

25

Περιεχόμενα


Άνθρωποι και ιστορίες

Ο

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Τάκης Γκίζας, γνωστός και αγαπητός άνθρωπος της αγοράς, έφυγε γρήγορα. Σε πολύ κόσμο

άφησε μια γλυκιά ανάμνηση. Στους δικούς του ανθρώπους ένα μεγάλο κενό. Σήμερα η σύζυγός του Αγγελική Γκίζα μοιράζεται μαζί μας τις αναμνήσεις της, από τον άνθρωπο που μαζί του μοιράστηκε τη ζωή της. «Ο Τάκης ήταν μοναχοπαίδι. Γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου του 1945. Οι γονείς του, Αναστασία Ανδρέου το γένος Σταματόγιαννη από τη Μονοκαρυά και ο πατέρας του Αντώνης Γκίζας από τον Κρυονερίτη, έμεναν στην Ιστιαία, στον Πάνω Πλάτανο, απέναντι από το νεκροταφείο. Ο Τάκης ήταν πολύ ζωηρό παιδί, μάλιστα είχε δημιουργήσει θέμα στο σχολείο του στην Ιστιαία και κατέληξε

στο Δημοτικό της Μονοκαρυάς στην ΣΤ΄ τάξη. Όπως μου έλεγε η πεθερά μου «Έρχεται μια μέρα μία μάνα και ένας πατέρας και κάνανε παράπονα, γιατί ο Τάκης έκοψε το παλτό του συμμαθητή του». Τότε στην εφηβεία του, όπως μου έλεγε ο ίδιος, το σκασιαρχείο περιελάμβανε βόλτα στην Αγία Τριάδα και επίσκεψη στο ποτάμι για τσιγάρο. Έκανε κολλητή παρέα με το Βαγγέλη το Ζάχαρη και το Δημήτρη Σταμούλη, που σήμερα ζει στη Ρόδο. Με τον Παύλο Λαζάρου μεγάλωσαν σαν αδέλφια.» Στη διήγησή της παρεμβαίνει κι ο φίλος του Παύλος Λαζάρου και συμπληρώνει: «Μ’ ένα κουτάλι τρώγαμε οι δυό μας. Είχαμε λίγους μήνες διαφορά. Ήταν λίγο πιο μεγάλος. Όταν γίναμε ενός έτους, οι μανάδες μας, μας έβαζαν και τρώγαμε μαζί, για να ζηλεύει ο άλλος. Στο ποτάμι θυμάμαι το καλοκαίρι, κάναμε μπάνιο στις Βοθάνες. Τότε όταν έβγαζαν άμμο απ’ τον Ξηριά μένανε οι Βοθάνες και πολλοί κολυμπούσαμε. Εκεί κάναμε και τα πρώτα μας τσιγάρα. Θυμάμαι ο Τάκης κάπνιζε πάρα πολύ και όταν κάποτε του είπε ο γιατρός, ο Βέλτσος, «ή το κόβεις ή πεθαίνεις», το έκοψε με τη μία.

26


Το χασάπικο του... Παράδεισου χορεύει πια ο Τάκης Γκίζας

Περιεχόμενα

Δε θυμάμαι ούτε μια μέρα απ’ τη ζωή μου μακριά του. Ήμασταν παντού μαζί. Στο σχολείο, στο στρατό μαζί είμασταν φαντάροι, στην αεροπορία. Μου έχει λείψει πάρα πολύ. Όπου ήθελα να πάω και ήταν πάντα δίπλα μου.Τι να θυμηθώ; Στη Ρουμανία μαζί πήγαμε, στην Ισπανία, στις βόλτες παντού μαζί, εκδρομές, με τις γυναίκες μας. Αδελφός! Απ’ τον Τάκη έχω να θυμάμαι πολλά. Στα νιάτα μας διασκεδάζαμε όμορφα. Ακόμα νοσταλγώ τις πρόβες στο χασάπικο. Μέσα στο πατρικό μου σπίτι, βάζαμε ένα πικάπ και η παρέα μας, Λαζάρου, Ζάχαρης, Φαδάκης, Γκίζας, Σωτηρόπουλος Δημήτρης, κάναμε πρόβες μέρα - νύχτα. Όταν γίνονταν γιορτές, στις απόκριες, στους γάμους, στα πανηγύρια, χορεύαμε. Όλοι περίμεναν από εμάς να σηκωθούμε και να χορέψουμε.

Ήταν ένας άνθρωπος σε όλα μέσα. Στα πολιτικά, στην ομάδα μας με τον Απολλώνιο. Μέρα - νύχτα. Ήταν όμως και από αυτούς που δεν πήρε ποτέ ούτε μια δραχμή από το μισθό του ως Αντιδήμαρχος. Μάθαινε ποιός είχε ανάγκη και έστελνε τα χρήματα. Γι αυτό ήταν πολύ αγαπητός σε όλους και πάντα έβγαινε πρώτος σε σταυρούς. Όλοι του είχαν εμπιστοσύνη. Ήταν ένας άνθρωπος που ξεκίνησε από το μηδέν και σιγά – σιγά τα κατάφερε». Η κυρία Αγγελική παίρνοντας τη σκυτάλη του λόγου συνέχισε: «Η πεθερά μου μιλούσε ατελείωτες ώρες για τη γειτόνισά της, την Παρισώ Λαζάρου. «Μην στεναχωριέσαι», τη συμβούλευε, άμα δεν τα πήγαινε καλά με τον άνδρα της. Τα παιδιά τους τρώγανε πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο. Της είχε σταθεί πάρα πολύ. Πολλές φορές -όπως μου είχε εξομολογηθεί- έβλεπε τα σχέδια από το σπίτι της και έκανε τα ίδια. Ακόμη θυμάται τον περιποιημένο δίσκο με το πετσετάκι και το γλυκό. Των Αγίων Αναργύρων, όταν το σπίτι τους γιόρταζε, όλοι μετά την εκκλησία πήγαιναν κατευθείαν απέναντι για επίσκεψη. Τα έβλεπε και αυτή και τα ξεσήκωνε».

27


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Η γνωριμία και ο γάμος «Ο Τάκης είχε πάει τρείς τάξεις στο Γυμνάσιο και τις έκανε πέντε. Ο πατέρας του έλεγε πως θα πηγαίνει εκεί μέχρι να βγάλει άσπρα μαλλιά. Είχε κολλήσει στη Γ΄ Γυμνασίου. Δεν του άρεσε. Για ένα διάστημα πήγε κοντά σε ένα ηλεκτρολόγο, κάνα χρόνο να μάθει, αλλά δεν ασχολήθηκε. Ο Τσότρας τον θυμάται σαν ηλεκτρολόγο. Πήγαιναν με τα πόδια από το Ξηροχώρι στο Μουρσαλί. Αργότερα τον κράτησε δίπλα του ο ξάδελφός του, ο Δημήτρης ο Γκίζας. Τότε είχε λίγα υδραυλικά, λεκάνες, σόμπες, τηλεοράσεις. Σήμερα εκεί βρίσκεται το κατάστημα της Ζωής Παπαευσταθίου με τα παπούτσια. Πίσω είχε μάνδρα με υλικά οικοδομών, με χαλίκια και μάρμαρα. Άλλαζε μπουκάλες μέχρι και τη Σινασό. Όταν ο ξάδελφός του έφυγε, μαζί με άλλα τρία άτομα από την Ιστιαία να πάει στην Αθήνα, να σηκώσουν πολυκατοικίες με αντιπαροχές, αποφάσισε και άφησε το μαγαζί στο ξάδελφό του. Τον ξεχώρισε για την «πάστα του» και κατάλαβε ότι θα πάει μπροστά. Πήρε στα χέρια του το μαγαζί περίπου το 1966. Εγώ τον γνώρισα στο τέλος του 1967. Τότε ερχόμασταν από τον Πύργο στην Ιστιαία για ψώνια. Ο πατέρας της Τίτσας της Καστάνη είχε ένα μαγαζί με παπούτσια, που ήταν απέναντι από το μαγαζί που δούλευε ο Τάκης. Θυμάμαι σαν και σήμερα τη μέρα. Διάλεγα ένα παπουτσάκι κόκκινο με μπεζ, όταν τον είδα πως με κοίταζε. Με πήρε από πίσω μέχρι που πήγαμε στην πλατεία. Μετά κάθε βράδυ ήταν στη βόλτα στον Πύργο. Ήθελε να πάει στο Πευκί και ερχόταν μέσω …Πύργου. Με πολιόρκησε για μεγάλο διάστημα και τέλος της άνοιξης το καλοκαίρι του 1969 τα φτιάξαμε. Το 1971 αρραβωνιαστήκαμε. Θυμάμαι ότι δεν είχε το σθένος να το πει στον πατέρα του, γιατί ήμουν Πυργιώτισσα και έβαζε τον Μαυρογένη το Γιώργο, που ήταν φίλοι με τον πεθερό μου, για να τον καταφέρει να έρθουνε κάτω και να με ζητήσουν. Όταν αρραβωνιαστήκαμε ήμουν 18 χρονών και κάτω από τη φούστα της πεθεράς μου. Με έμαθε να μαγειρεύω, να συμπεριφέρομαι. Είχε να δώσει και είχα να πάρω. Όταν όλα ξεκινάνε από αγάπη και όχι από ανταγωνισμό, όλα πάνε ρολόι. Ζήσαμε καλά.

28


Το χασάπικο του... Παράδεισου χορεύει πια ο Τάκης Γκίζας

Περιεχόμενα

Θυμάμαι ότι με είχε σαν κόρη της, με έκανε μέχρι και μπάνιο. Δεν μπορώ να την ξεχάσω και να την αφήσω, είναι σαν μάνα μου. Έβαλε μεγάλη αγάπη όταν έκανα τα παιδιά μου, πάνω στο χρόνο. Μείναμε μαζί 15 χρόνια. Παντρευτήκαμε το Μάρτη του 1973. Ο Τάκης κοιτούσε να βρει στέγη. Είχα προίκα 200.000 δρχ. Τότε πουλιόταν το μαγαζί το γειτονικό 700.000 δρχ. Προσπαθούσε να βρει συνέταιρο και βρήκε τον Παπαδιώτη και αποφάσισαν να βάλουν από 350.000 δρχ. Αυτός που τον βοήθησε ήταν ο πεθερός του φίλου του. Του έδωσε 100.000 ο Λουκάς ο Ντάλας. «Έλα δω ρε», του είπε, «θα στα δώσω εγώ τα λεφτά που χρειάζεσαι» και τον βοήθησε. Θυμάμαι πάντα την αγωνία για τα δάνεια. Πάλεψε μόνος του με τη δουλειά κι εγώ στο σπίτι. Κάναμε δύο κορίτσια την Αντωνία και την Αναστασία. Πρόκοψε όμως να σηκώσει το μαγαζί, να κάνει σπίτι στο Πευκί, αργότερα και επιχείρηση στην Αλβανία. Την εποχή του 1980 έφτιαξε για την οικογένειά του και τους φίλους του ένα ανοιχτό σπίτι. Μαζευόμαστε συχνά με τους φίλους μας γύρω απ’ το τζάκι, με γλέντια και παρέες. Για το καλοκαίρι πήρε και σκάφος για βόλτες. Ήταν πολύ κοινωνικός και ασχολήθηκε με τα κοινά. Ποτέ δεν υπηρέτησε το προσωπικό του όφελος. Ποτέ δεν έφερε τέτοια λεφτά στο σπίτι. Ρωτούσε ποιοι ήταν οι άποροι και πήγαιναν εκεί τα χρήματα. Διέθετε, ό,τι μπορούσε και όχι μόνο από το μισθό του. Είχε το «θράσος» όταν πρόκειται να βοηθήσει, να πάρει όποιο τηλέφωνο ήταν απαραίτητο για να «σπρώξει» μια υπόθεση. Συνήθως το πετύχαινε, γιατί όλοι ήξεραν το κίνητρό του. Γνώριζε ποιος έχει πραγματικά ανάγκη. Για προσωπικό του θέμα δεν πήρε ποτέ να ζητήσει τίποτε. Στήριζε τον κόσμο. Δεν ήθελε να κατέβει για Δήμαρχος, δεν πίστευε ότι είχε τις απαραίτητες γνώσεις, ενώ παράλληλα δεν μπορούσε να αφήσει και τη δουλειά του». Σήμερα συνεχίζουν στα βήματα του την επιχείρηση «Γκίζας» επάξια, η σύζυγος του Αγγελική και η κόρη του Αντωνία, ως μηχανικός, γνωρίζοντας όλες τις σύγχρονες ανάγκες του σπιτιού, προσφέρουν πάντα με χαμόγελο, συνέπεια και ποιότητα.

29


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

30


Αρμόδιος Διαμαντής: «Γιου γκρίκ… απ’ του Κρυ’νερίτ’» Περιεχόμενα

Αρμόδιος Διαμαντής: «Γιου γκρίκ …απ’ του Κρυ’νερίτ’»

31


Άνθρωποι και ιστορίες

Ο

«

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Αρμόδιος Διαμαντής γεννήθηκε στην

Ιστιαία, τις αρχές του 20ου αιώνα το 1909. Ήταν γιος του Διαμαντή και της Μαριώς, μοναχοπαίδι και μοναχογιός με περιουσία. Όλη η αραδιά από το εκκλησάκι του Αι Γιώργη μέχρι και το καθαριστήριο που έχουν οι Καμαριώτισσες ήταν δικό του, όπως μας διηγείται ο Νίκος Μάρκου συγγενής και συνοδοιπόρος του στην «κούρσα της ζωής». Προπολεμικά ήταν αραμπατζής. Είχε αποθήκες και έκανε εμπόριο με κρεμμύδια, κάρβουνα, ξηρούς καρπούς, σιτάρια, κριθάρια, βρωμάρια και ρεβίθια. Πριν τον πόλεμο, πριν παντρευτεί. Παντρεύτηκε γύρω στο 1944 την Ελπινίκη Τσάλη του Δημητρίου. Η γυναίκα του ήταν αδερφή του Γιάννη Τσάλη, που ήταν Διευθυντής Αστυνομίας Πόλεων Αθηνών και Πειραιά. Ο Αρμόδιος είχε δικό του αραμπά και έκανε μεταφορές. Κουβαλούσε από τον κάμπο, δεμάτια απ’ το στάρια που αλωνίζανε οι αλωνιστικές

μηχανές,

κρεμμύδια.

Μετέφερε

πέτρες, διάφορα

κάρβουνα, φορτία.

Σταφύλια, το Σεπτέμβρη για να φτιάξουν κρασί, μήλα και τα πήγαινε στους Ωρεούς και φορτώνανε τα καΐκια. Ήταν καλή σκάλα οι Ωρεοί. Με του Παραφέντη το καΐκι πηγαίνανε όλα τα καλούδια της Εύβοιας απέναντι στο Τρίκερι, στην Παναϊτσα, στο Βόλο. Έκανε τρία αγόρια, τον Διαμαντή το 1947, τον Νίκο το 1950 και τον Γιάννη το 1952. Γύρω στο 1947 μετά τον πόλεμο έγινε ταξιτζής. Το πρώτο αυτοκίνητο που πήρε ήταν ένα Ford. Το είχε αγοράσει από την Λίμνη. Μετά το άλλαξε, πήρε ένα σεβρολέτ, το «χελιδόνι» γιατί είχε στο πλάι κάτι φτερά. «Θα σας πάω βόλτα με το «χελιδόνι», έλεγε. Μετά πήρε μια Mercedes, και μετά πάλι ένα άλλο αυτό που έχει σήμερα ο

32


Αρμόδιος Διαμαντής: «Γιου γκρίκ… απ’ του Κρυ’νερίτ’» Περιεχόμενα μικρότερός του γιός, ο Γιάννης, που ακολούθησε τα επαγγελματικά του βήματα. Ήταν καλαμπουρτζής και καλοφαγάς και κέρναγε, γιατί του άρεσαν οι παρέες και οι γιορτές. Ήταν κοινωνικός άνθρωπος. Κατέληξε στο ταξί γιατί του άρεσε. Ο γάμος του θυμάμαι, έγινε από κάτω απ’ της γιαγιάς μου το σπίτι. Έγινε στην Βαγγελίστρια και το γλέντι έγινε στο σπίτι της Ελπινίκης της γυναίκας του. Θυμάμαι εμείς οι νεαροί, τότε ήμασταν ξεχωριστά και χορεύαμε ταγκό, βαλς, εντασιόν, σλοου, φωξ εντασιον (αργό βαλς) όλους τους χορούς της εποχής. Οι πιο μεγάλοι χόρευαν συρτά, τσάμικα, ζεϊμπέκικα, χασάπικα.

Η πιάτσα της Ιστιαίας Γύρω στο1955, όταν πρωτοξεκίνησα κι εγώ ήμασταν συνολικά εννέα ταξί. Τότε δεν υπήρχαν καινούργια αυτοκίνητα. Μόνο μεταχειρισμένα .Τα φέρνανε από το Βέλγιο και την Γερμανία. Εγώ ο Νίκος Μάρκου, ο Αρμόδιος, ο Δημήτρης ο Δημόπουλος με τον «κοριό» έτσι λέγαμε το αυτοκίνητό του γιατί ήταν μικρό, ο Χρήστος Κολοβάκης, ο γνωστός «Βάσανος» που όλο χόρευε, ο Νικόλαος Καραμουτζογιάννης, ο Ανέστης Ευλιάτης, με τη «Ζόρνταν». Ο Ευλιάτης μάλιστα, το είχε κατασκευάσει μόνος του και το έλεγε «Ταρζάν» και το δούλευε ο Γιάννης ο Μπαλάνος, ο πατέρας του Αποστόλη. Επίσης ήταν ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος, ο Γεώργιος Βλάχος που το αγόρασε από τον Κωνσταντίνο το Ρεβεζάκη, ο Θανάσης ο Τάγκουρας με το Ford, το παλιό μοντέλο με τα «μουστάκια», αυτό που είχε τις ταχύτητες στο χέρι και έπαιρνε ‘μπρος με την μανιβέλα, όπως όλα τα αυτοκίνητα εκείνης της εποχής. Όλοι οι δρόμοι τότε ήταν χωματόδρομοι, χάλια. Είχαμε πολλές φθορές στα λάστιχα, σπάγανε οι σούστες απ’ το αυτοκίνητο. Ούτε στο Βουτά δεν μπορούσαμε να πάμε. Ήταν το ρέμα και σταματάγαμε στα Καμάρια. Είχε ένα ποτάμι και βουλιάζαμε εκεί μέσα. Ο Κοριός ήταν ο μόνος που είχε ανακαλύψει ένα μονοπάτι για να πάει στην Μονοκαρυά. Πέρναγε από ένα χωράφι και πήγαινε άκρη - άκρη και έκρυβε τον «ντορό» του αυτοκινήτου με κλάρες για να κρατήσει μυστικό τον δρόμο. Μετά το καταλάβαμε όλοι. Υπήρχε μια αντιζηλία, λόγω του

33


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

επαγγέλματος, παρόλο που τότε υπήρχε πολύ δουλειά. Δεν μπορούσαμε να εξυπηρετήσουμε όλο τον κόσμο. Το ΚΤΕΛ πήγαινε μέχρι την Αιδηψό το Πευκί και τα Βασιλικά. Πουθενά αλλού. Σε όλα τα ορεινά χωριά πηγαίναμε «μετά βασάνων» μόνο εμείς. Τότε όλες - όλες οι άδειες ήταν εννιά. Επί Παπαδοπούλου δόθηκαν άλλες εννιά και μία επί ΠΑΣΟΚ και γίναμε σήμερα δεκαεννιά.

Οι ατάκες Ο Αρμόδιος ήταν καλαμπουρτζής με πετυχημένες ατάκες, όπως πείραζε ένα φίλο του γιατρό και έλεγε «όλοι θα πάμε από το Κ.Κ.Ρ». (καρκίνος, καρδιά, ρόδα). Η πιο γνωστή του ατάκα ήταν «Γιου γκρίκ …απ’ του Κρυ’νερίτ’» και είχε βγει, γιατί κάποτε ήταν ένας που λεγόταν Χρήστος Μανιός και ήταν καταμελάχροινος. Είχε τσιγγάνικο αίμα, αλλά έμενε μόνιμα με την οικογένεια του στην Ιστιαία. Αυτόν λοιπόν τον πιάσανε οι Γερμανοί, στην Πλατεία και του φώναζαν «Άφρικαν Άφρικαν γιατί ήταν μαύρος. Τον συνέλαβαν τον Μανιό οι Γερμανοί και αυτός έλεγε απελπισμένος προσπαθώντας να συνεννοηθεί στα Γερμανικά «Γιου γκρίκ …απ’ του Κρυ’νερίτ’» για να τους εξηγήσει ότι είναι Έλληνας ντόπιος. Ευτυχώς που βρέθηκε ο Σίμος Κεδίκογλου, ο πατέρας του Βασίλη Κεδίκογλου, που ήταν ο μόνος που ήξερε Γερμανικά και στην κατοχή είχε σώσει κόσμο σαν διερμηνέας των Γερμανών. Ήταν καλός άνθρωπος, τους εξήγησε, ότι ο άνθρωπος ήταν ντόπιος, λύθηκε η παρεξήγηση και τον αφήσανε. Από τότε έμεινε αυτή η ιστορική ατάκα που ο Αρμόδιος επαναλάμβανε συχνά σαν αστείο».

34


Αρμόδιος Διαμαντής: «Γιου γκρίκ… απ’ του Κρυ’νερίτ’» Περιεχόμενα

35


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

36


Περιεχόμενα Η ...οδύσσεια παραγωγής χαρτιού στο εργοστάσιο των Ροβιών

Η... οδύσσεια παραγωγής χαρτιού στο εργοστάσιο των Ροβιών Ο μόχθος, η έμπνευση και το πείσμα των ανθρώπων, τυλιγμένα σε μια... λαδόκολλα

37


Άνθρωποι και ιστορίες

Έ

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

να καλοκαιρινό βράδυ, στο φιλόξενο σπίτι του Μιχάλη και της Άννας Προίσκου, παρέα

με τον Αντώνη Μπάρετ, είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από πρώτο χέρι την ιστορία του εργοστάσιου του χαρτιού στις Ροβιές, που για πάνω από 100 χρόνια σημάδεψε τη ζωή της περιοχής. Η γλαφυρή αφήγηση του Μιχάλη Προίσκου δημιουργεί εικόνες για μια εποχή που οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε, αλλά με τον λόγο του, μας βάζει στο κλίμα εκείνων των καιρών. «Από τότε που γεννήθηκα το 1938, γνώρισα το εργοστάσιο αυτό. Ο πατέρας μου, ήρθε από την Μικρασία το 1922 στο Ν. Πύργο και από εκεί στις Ροβιές, λόγω του εργοστασίου. Τότε το χωριό ήταν μικρό και έγινε συνοικισμός με απαλλοτρίωση. Μαζί με μας, ήρθαν τότε περίπου 50 οικογένειες. Το εργοστάσιο δούλευε με 153 εργάτες. Ήταν Γερμανικής τεχνολογίας και το έφτιαξαν εδώ, διότι είχε πολύ νερό». Στη διήγηση προσθέτει και τις δικές του πληροφορίες ο Αντώνης Μπάρετ. «Το εργοστάσιο χαρτιού ξεκίνησε την λειτουργία του το 1900. Η κατασκευή του έγινε σε μέρος του τσιφλικιού μας και η δημιουργία του ήταν πρωτοβουλία της Μάνας του Στρατού. Μάλιστα έχω ακούσει

38


Περιεχόμενα Η ...οδύσσεια παραγωγής χαρτιού στο εργοστάσιο των Ροβιών

ότι οι πέτρες που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του εργοστασίου ήταν από τα ερείπια του λόφου του Αη-Λια. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, έγινε ένα τσουνάμι στις Ροβιές, την εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου. Τότε περίπου το 426 π.Χ. είχε βυθιστεί η αρχαία πόλη των Ροβιών και, μετά το τσουνάμι, όσοι επέζησαν έφτιαξαν ένα οικισμό ψηλά, στον Προφήτη Ηλία, πάνω από εβδομήντα μέτρα υψόμετρο. Φτιάχτηκε από Γερμανική εταιρεία. Μαζί με το εργοστάσιο έφτιαξαν ένα υδαταύλακα μήκους περίπου 3 χιλιομέτρων ο όποιος έφερνε νερό από το χείμαρρο Γερανιά». Ο κυρ-Μιχάλης συμπληρώνει: «Ο μακαρίτης Αντώνης Παπαδόπουλος, ο παππούς σου, έδωσε την άδεια να περάσει μέσα από το κτήμα του και έφτιαξαν ένα τσιμεντένιο αυλάκι, από τη θέση Δέση, κτιστό με πέτρες στη θέση Αη-Λιάς που υπήρχε και υπάρχει ακόμη το κτίριο Φυλάκιο. Είχε σιδερένια σχάρα για να τραβάνε τα φύλλα οι άνθρωποι με τσουγκράνα και να μένει το καθαρό νερό». Ο Αντώνης Μπάρετ προσθέτει: «Αυτό το νερό, εκτός από την χρήση του για την παραγωγή ενέργειας, το χρησιμοποιούσαν για να πλένουν και να καθαρίζουν το ξύλο, που το έκαναν εισαγωγή από το εξωτερικό. Φαίνονται ακόμη μέσα στο εργοστάσιο πέντε μύλοι, τεράστιοι, με διάμετρο περίπου 1,80 μ., που τους χρησιμοποιούσαν για την επεξεργασία της κυταρίνης». Ο κυρ- Μιχάλης συνεχίζει: «Το 1901 ήρθαν να σκάψουν και η μάνα του Στρατού, Άννα

39


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Παπαδοπούλου – Μελά, είπε και ήρθαν να κουβαλήσουν από εκείνα τα παλιά Ροβιάτικα σπίτια την πέτρα και χτίσανε το εργοστάσιο σε οικόπεδο δικό της. Η σωλήνα η μαύρη που κατέβαινε κάτω έδινε την κίνηση για τη χρήση του νερού, αλλά και να κινεί τις ατμομηχανές. Είχε ένα κλειστό, με μία φτερωτή στρογγυλή και μέσα σε αυτή είχε κούπες για να χτυπάει το νερό εκεί και έτσι έδινε την κίνηση. Είχε και ένα μεγάλο τροχό, με ένα μεγάλο λουρί που συνδέονταν η πρώτη ατμομηχανή. Υπήρχε και το θερμαστήριο, που είχαν για να βγάζει τον ατμό. Επίσης

φέρνανε κάρβουνο εγγλέζικο, από τον Πειραιά και το εσωτερικό από τον Άγιο Κωνσταντίνο και το Αλιβέρι, ήταν η πρώτη ύλη για να δουλέψουν οι χαρτο-μηχανές. Επάνω στη θέση των πλυντηρίων υπήρχε ένας μεγάλος σιδερένιος βραστήρας, που έριχναν διάφορα παλιά ρούχα

40


Περιεχόμενα Η ...οδύσσεια παραγωγής χαρτιού στο εργοστάσιο των Ροβιών από την Αθήνα και τα έβραζαν. Η μυρωδιά τους έφτανε μέχρι τη Λίμνη. Αυτό ήταν πριν γεννηθώ εγώ... Με την πάροδο του χρόνου, τα θερμαστήρια τα έφτιαξαν με μαζούτ. Σιγά - σιγά κατάργησαν τις ατμομηχανές και έφεραν πετρελαιομηχανές και μία γεννήτρια που έδινε το ρεύμα. Δούλευαν οι πετρελαιομηχανές και δίνανε ρεύμα στις Ροβιές, στη Χρόνια και τη Λίμνη. Οι πρώτες ύλες έρχονταν από τη Σουηδία. Υπήρχε η κυτταρίνη. Υλικό από το οποίο έφτιαχναν ένα συγκεκριμένο είδος χαρτιού, την περίφημη αδιάβροχη λαδόκολλα. Το 1938 πήρε βραβείο στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης για το καλύτερο χαρτί της Ελλάδας. Έβγαινε και σε διάφορα χρώματα. Κίτρινο, μπλε για σερπαντίνες, αδιάβροχο και χρωματιστό. Μετά το πήρε το εργοστάσιο ο Γιώργος Λαγουδάκης με τον αδελφό του Φαίδωνα και την αδελφή του Έλλη. Έκαναν τις πετρελαιομηχανές παλιοσίδερα και τα γύρισαν τα θερμαστήρια με ρεύμα και λειτουργούσαν πάλι με μαζούτ. Τότε αναμιγνύαμε στην αρχή τα αμερικάνικα δέματα, που παραλαμβάναμε και ήταν αρχεία, με κυτταρίνη. Τηλέφωνο δεν υπήρχε. Ούτε ρεύμα, με τη σημερινή μορφή. Στο σπίτι είχαμε μια λάμπα, που ήταν ανοιχτή μέρα - νύχτα, γιατί δεν είχαμε διακόπτες. Πολλούς τους ενοχλούσε, γιατί δεν είχαν συνηθίσει το φως ακόμη και το βράδυ, στον ύπνο τους. Έτσι είχαν συνεννοηθεί ένα συνθηματικό. Όταν έσβηναν τα φώτα τρεις φορές, αυτό σήμαινε ότι υπάρχει άρρωστος στο χωριό. Στις Ροβιές υπήρχε μόνο ένας νοσοκόμος και ο γιατρός ερχόταν από την Λίμνη σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Στη σκάλα στις Ροβιές έρχονταν τα καΐκια από τον Πειραιά και έφερναν τις πρώτες ύλες το χαρτί και το κάρβουνο. Πήγαινε ο κόσμος με το βίντσι, τα τραινάκια και τις σιδερένιες σέσουλες και μέσα εκεί άδειαζαν και ζύγιζαν το κάρβουνο. Από εκεί με τη φοράδα το πήγαινε στις γραμμές το «μπατέρνανε» και πάλι από την αρχή. Μέχρι να τελειώσει το φορτίο. Έξω από το εργοστάσιο υπάρχει μέχρι και σήμερα το υπόγειο που το φύλαγαν μέχρι το 1960, που σταμάτησε το κάρβουνο και το γύρισαν στο μαζούτ. Μετά κατάργησαν τα καζάνια και πήραν καινούργια με μαζούτ. Μια φορά που τελείωσε το κάρβουνο έφεραν ξύλα από το βουνό για να «ταΐσουν» το καζάνι και να δίνει τον ατμό, για να στεγνώσει το χαρτί. Όταν κάποτε ένα ανταλλακτικό δεν δούλευε καλά, έγινε μια έκρηξη κι έριξε κάτι ντουβάρια μέσα στο εργοστάσιο, αλλά ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα κανείς. Από τότε συνεχίζει μέχρι και το 2008 να παράγει χαρτί γκραφ για τα χαρτοκιβώτια, χασαπόχαρτα και λοιπά. Το 1991 – 1992 έγινε πυρκαγιά, στην οποία κάηκαν πολλές πρώτες ύλες, το σπίτι και το γραφείο του διευθυντή. Όλα έγιναν ερείπια και η ζημιά που προκλήθηκε ήταν πραγματικά μεγάλη. Εκείνη την εποχή το να δουλεύεις σε ένα εργοστάσιο ήταν από τις καλύτερες δουλειές που θα μπορούσε να έχει κάποιος στην περιοχή. Όταν ήσουν ελεύθερος, γινόσουν περιζήτητος ...γαμπρός, γιατί ο μισθός του εργοστασίου ήταν σίγουρος κάθε μήνα. Από το 1970 και μετά μέχρι και το 2008 που έκλεισε γινόταν ανακύκλωση του χαρτιού. Σήμερα μόνο η καμινάδα φαίνεται αλλά δεν καπνίζει πια».

41


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

42


Περιεχόμενα Φούρνος Ζάκκα: Εκεί που ζύμωναν το προζύμι με τη χαρά και το γλέντι

Φούρνος Ζάκκα: Εκεί που ζύμωναν το προζύμι με τη χαρά και το γλέντι

43


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Π

οιός δε θυμάται τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού, αυτή που πολλές φορές συνόδευε

τη μέρα μας, όταν περνούσαμε για να πάμε πρωί – πρωί, μικρά παιδιά τότε, στο σχολείο. Είτε με λιακάδα, είτε με βροχή, ακόμη και με χιόνια, ο φούρνος του Ζάκκα κάπνιζε χρόνια και χρόνια και ήταν κι αυτός που έδινε την πινελιά του σε μια παραγωγική Ιστιαία, που από τα χαράματα κυνηγούσε το μεροκάματο. Αυτή που κόπιαζε να εξασφαλίσει τον άρτον ημών τον επιούσιον. O Χρήστος Ζάκκας, ο γνωστός θηροφύλακας, αλλά και θεατρικό ταλέντο της Ιστιαίας, μας εμπιστεύεται κομμάτι της οικογενειακής του ιστορίας. «Ο Σπύρος Βασιλείου, Αρβανίτης στην καταγωγή, ήρθε στην περιοχή αρχές του προηγούμενου αιώνα. Το 1904 έφτιαξε το φούρνο, αυτόν που διαχειρίστηκε αργότερα ο ανιψιός του και παππούς μου Χρήστος Ζάκκας. Από το Βόλο είχαν έρθει μάστορες και τον έχτισαν. Φούρνος συνεταιριστικός τότε με τον Γώγο και -όπως φαίνεται από

συμβόλαιο της εποχής- με ενοίκιον 15 δραχμών. Σύμφωνα με μαρτυρίες του Θανάση Αβέλλιου, το κανονικό επίθετο της οικογένειάς μας ήταν Καρύδας. Ο παππούς του παππού μου όμως, επειδή διακρίθηκε σε μάχες μετονομάστηκε Ζάκκας, που σημαίνει δυνατός, ατρόμητος. Άλλοι μας έδωσαν διαφορετική εκδοχή με παρόμοιο νόημα «Ζάκκας ζωή – θάνατο δε νογάει». Ο παππούς μου ο Χρήστος Ζάκκας, με καταγωγή ηπειρώτικη, μόχθησε σ’ αυτόν το φούρνο στη συνέχεια. Γεννήθηκε στην Ιστιαία το 1906. Αρχικά όμως, εργαζόταν στο Βόλο σε ένα μεγάλο εμπορικό του Κουτσίνα. Ο ιδιοκτήτης, επειδή ήταν καλός υπάλληλος, του είχε εμπιστευτεί την εποπτεία του καταστήματος. Εκεί στο Βόλο γνωρίστηκε με την μετέπειτα σύζυγο του Ελένη Καμπανία. Η καταγωγή της ήταν από τον Πύργο της Τήνου. Ήταν μοδίστρα με δικό της ατελιέ στο Βόλο. Μετέπειτα, όταν εγκαταστάθηκαν στην Ιστιαία άνοιξε σχολή Κοπτικής – Ραπτικής. Εντυπωσιακή λεπτομέρεια είναι ότι ο πατέρας της ήταν λιθοξόος. Ακόμη και σήμερα πολλά του έργα κοσμούν το νεκροταφείο του Βόλου, καθώς και τον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου.

44


Φούρνος Ζάκκα: Εκεί που ζύμωναν το προζύμι με τη χαρά και το γλέντι Περιεχόμενα

45


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας ανάγκης να κυκλοφορεί. Η θεία μου είχε μάθει να κάνει ποδήλατο τότε και κάποιοι καλοθελητές έσπευσαν να τον ενημερώσουν, με κακεντρέχεια. Τότε το ποδήλατο ήταν ταμπού. Μόλις το έμαθε, της έδωσε χρήματα για να κάνει βόλτα δημοσίως και να τη δουν ότι ήξερε να οδηγεί. Πολλοί χαριτολογώντας έλεγαν ότι ο πατέρας μου είχε πάρα πολλούς φίλους, εξ αιτίας της γιαγιάς. Απασχολούσε πολλά κορίτσια στη σχολή και έτσι οι νεαροί είχαν εύκολη πρόσβαση στο γυναικείο φύλο. Βρίσκονταν -όπως έλεγαν- στον …Παράδεισο με τα μοδιστράκια της εποχής. Όλη η Βόρεια Εύβοια είχε περάσει από το εργαστήριο της γιαγιάς μου. Στην Ιστιαία τότε υπήρχαν και άλλοι φούρνοι. Στον πάνω μαχαλά τρεις, του Γκατζούρη, του Μπουλάκη και του Πατσούρα, του Κουτοπάνου στο παλιό Γυμνάσιο Ιστιαίας, του Γιώργου Μπουραζόπουλου και του Ιωάννη του Μεσηνόπουλου, στον Κάτω Πλάτανο. Ο «Γερμανικός» έγινε πολύ αργότερα. Ο πατέρας

Πριν το πόλεμο το νεαρό ζευγάρι ήρθε στην Ιστιαία με σκοπό να ανοίξει εμπορικό κατάστημα, με τη βοήθεια του θείου, Σπύρου Βασιλείου. Αλλά το πάθος του για τα χαρτιά, τον έκανε να χάσει μεγάλη περιουσία, σχεδόν ένα οικοδομικό τετράγωνο, καθώς και το εμπορικό κατάστημα του ανιψιού του. Για αυτό και έδωσε το φούρνο στον ανιψιό του και παππού μου και έτσι έγινε αρτοποιός. Ήταν πολύ καλόκαρδος. Πολλοί γνώριζαν ότι έδινε τζάμπα ψωμί σε άπορους. Είχε φτάσει μάλιστα μια φορά σε σημείο να μαλώσει με κόσμο, γιατί κορόιδευαν ένα άτομο με ειδικές ανάγκες, τον γνωστό Χριστόφορο. Αυτός ήταν που προέτρεπε την αδελφή του να μάθει να οδηγεί για να μπορεί σε περίπτωση

46

μου Γιώργος Ζάκκας, ανέλαβε το φούρνο από


Περιεχόμενα Φούρνος Ζάκκα: Εκεί που ζύμωναν το προζύμι με τη χαρά και το γλέντι

το 1964. Τον εκσυγχρόνισε και λειτούργησε πάλι με ξύλα, άλλα είχε προσθέσει παράλληλα και καζάνια με ατμό. Ο παππούς μου πέθανε το 1969. Μέσα σε ένα χρόνο, τον ακολούθησε και η αγαπημένη του γυναίκα. Από τις δύο τρεις το βράδυ, ξεκινούσε τη δουλειά του και το Σάββατο ή τις γιορτές, όπως τη Μεγάλη Παρασκευή από την προηγούμενη. Μπορούσε να βγάλει 100 κιλά ψωμί κάθε ώρα. Πολλοί ήταν αυτοί που έστελναν τα γιουβέτσια τους στο φούρνο και γυρνώντας απ’ τη δουλειά, έπαιρναν έτοιμο το φαγητό τους. Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά μοσχοβολούσε ο τόπος από τους κουραμπιέδες και τους μπακλαβάδες και το Πάσχα τα τσουρέκια κι οι «κοσώνες» για τα βαφτιστήρια, έπαιρναν σειρά. Τη νοσταλγική διήγηση του Χρήστου Ζάκκα του νεώτερου, διανθίζει με τις αναμνήσεις του ο Μιχάλης Μεταξιώτης. «Ο Γιώργος ο Ζάκκας άφησε εποχή στην Ιστιαία. Καλός οικογενειάρχης, κύριος, γλεντζές, κανταδόρος. Ακόμη θυμάμαι τις καντάδες που κάναμε κάποτε. Στον Άγιο Αθανάσιο είχαμε μία χορωδία, με δάσκαλο τον Σπύρο Μουσουτζάνη. Δε θα ξεχάσω μια φορά όταν ο Γιώργος Ζάκκας στη μέση με την κιθάρα και όλοι εμείς γύρω - γύρω, τραγουδάγαμε το «Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ». Όλοι μαζί ο Κωνσταντίνος Βαλάρας ή Βογιατζής, ο Νικόλας Ντάλλας, ο Βαγγέλης Δούκας και ο Αντώνης Παπαδημητρίου. Ένα κουβά νερό φάγαμε, θυμάμαι μια φορά. Όπως καταλάβαμε εκ των υστέρων, η εκλεκτή νεαρά της καρδιάς μας που τραγουδούσαμε κάτω απ’ το παράθυρό της τότε, ήταν πληροφορημένη ότι θα έρθουμε και μας περίμενε. Για πλάκα μάλλον μας κατάβρεξε. Βραχήκαμε μέχρι το κόκαλο μέσα στο χειμώνα. Ήρθαμε στην «Αίγλη» μετά για να στεγνώσουμε. Στριμωχτήκαμε όλοι δίπλα από μία ξυλόσομπα και εκεί ολοκληρώσαμε το τραγούδι μας. Εκείνη την εποχή δε μας πείραζε τίποτε. Έτσι είναι πάντα τα νιάτα». Ο φούρνος του Γιώργου Ζάκκα έκλεισε το 1996 λόγω συνταξιοδότησης. Σήμερα πια τη θέση του, έχει πάρει το υποκατάστημα της Alfa Bank και τίποτε δε θυμίζει, αυτές τις γλυκές μυρωδιές που πλημμύριζαν τη γειτονιά. Ανακατεμένες με αγάπη για τη ζωή και ζυμωμένες με τον ιδρώτα του καθημερινού μόχθου.

47


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

48


Περιεχόμενα Δημήτρης Ζάχος: «Έβαλα το Βυζαντινό - Δημοτικό τραγούδι μέσα στο σαλόνι»

Δημήτρης Ζάχος: «Έβαλα το Βυζαντινό - Δημοτικό τραγούδι μέσα στο σαλόνι»

49


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Έ

να ανοιξιάτικο απόγευμα στην Αιδηψό είχα την τύχη να συναντήσω ένα από τους ζωντανούς

θρύλους του Δημοτικού μας τραγουδιού. Ο δικός μας, ο Γιαλτρανός Δημήτρης Ζάχος, ευθυτενής και ακμαίος, παρά τα 84 του χρόνια, μας άνοιξε την καρδιά του και ξετύλιξε την ιστορία της ζωής του νοσταλγικά. «Γεννήθηκα το 1926 στα Γιάλτρα Ευβοίας. Οι γονείς μου είχαν ένα καφενείο με μπακάλικο στα Γιάλτρα. Το 1951 θυμάμαι, όταν ήμουν 25 ετών, άκουγα από το ραδιόφωνο τότε τους γνωστούς ψαλτάδες σ’ όλη την Ελλάδα, Μανώλη Χατζημάρκου -μετέπειτα δάσκαλό μου- και τον Μήτρου από τη Λάρισα και μαγευόμουν. Ο Μιλτιάδης Μπουροδήμος, ψάλτης του χωριού μου, με προέτρεπε να πάω για ψάλτης. Έτσι το αποφάσισα και είπα να δοκιμάσω την τύχη μου. Πήγα στην Ιστιαία στον παπα–Τσάκαλο, ιερέα της Ευαγγελίστριας και με συνέστησε στον Κώστα το Δεληγιάννη, ο οποίος και ανέλαβε να με μάθει τη Βυζαντινή Μουσική. Έμεινα στην Ιστιαία τρεις μήνες. Ο μπαρμπα–Γιάννης ο Κραβαρίτης, ψάλτης στην Κοίμηση, με είδε και μου είπε: -Μήπως ξέρεις το Δοξαστικό «εν τη Ερυθρά θαλάσση»;

50


Περιεχόμενα Δημήτρης Ζάχος: «Έβαλα το Βυζαντινό - Δημοτικό τραγούδι μέσα στο σαλόνι»

Το είπα ωραία και μου είπε: -Μπράβο Δημητράκη μου, τα είπες ωραία. Τότε ήμουν Δημητράκης, μετά έγινα Ζάχος. Εγώ χάρηκα και έφυγα για το χωριό μου. Τον Δεκαπενταύγουστο του ’51,θυμάμαι ήταν μεσημέρι και εγώ είχα πάει στο χωριό της Αιδηψού, σε μια αδελφή της μάνας μου. Ήταν μεσημέρι και κοιμόμουν όταν ήρθαν και με ξύπνησαν. Μου είπαν, «πήγαινε στην εκκλησία». Και πήγα. Εκεί με περίμεναν ο Χατζημάρκου με το παπα-Τσάκαλο. -Για πες μας κάτι, μου είπαν κι εγώ τους έψαλλα, το «Κύριε εκέκραξα…». Δεν με άφησαν να ολοκληρώσω, με διέκοψαν. Ο Χαζημάρκου ετοιμάζονταν να φύγει για Βόλο με το «Κύκνος». Πηγαίνοντας στο πορθμείο με ταξί, με ρώτησε: -Ξέρεις το τραγούδι «Σαν πας πουλί μου στο Μοριά»;

51


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Του το τραγούδησα και δεν ξεχνώ ακόμη και σήμερα τι μου είπε: -Θα σε πάρω στο Βόλο χωρίς λεφτά. Πήγα στο σπίτι και μίλησα στους γονείς μου. Ο πατέρας μου συμφώνησε, ενώ η μάνα μου δεν ήθελε να φύγω. Άλλες εποχές τότε, ήθελε να με παντρέψει. Έφυγα από το χωριό μου και ο παπαΤσάκαλος, που είχε ένα ανιψιό ενωμοτάρχη στην Τουριστική Αστυνομία, με έστειλε σ’ αυτόν. -Τσάκαλε, έρχομαι από τον θείο σου, του είπα. Ο Ενωμοτάρχης με φιλοξένησε σε ξενοδοχείο και δεν δέχτηκε να πληρώσω τίποτα. Ο πατέρας μου όμως, είχε φίλο τον Μοίραρχο Δημήτριο Ταφραλή και μου έστειλε το κλειδί του σπιτιού του -έλειπε αυτός- και έμεινα στη Νέα Ιωνία. Τα μαθήματα της ψαλτικής δεν ήταν και πολλά, ούτε οργανωμένα. Στην παραλία όταν πίναμε κανένα ουζάκι, ο Μανώλης Χατζημάρκου μου έδειχνε τις κλίμακες με τα σπιρτόξυλα. Αλλά εγώ πονηρός χωριάτης, δεν αρκέστηκα σ’ αυτό μόνο. Πήρα το ύφος του. Πως άνοιγε το στόμα του, πως χρωμάτιζε τη φωνή του, το στήσιμο, πως έκανε τα κεντήματα και πήγαινα στο σπίτι μου και έκανα πρόβες μόνος μου. Με τον Κώστα Δεληγιάννη, στην Ιστιαία, είχα μάθει το Ανασχηματάριον. Από τον Μανώλη Χατζημάρκου όμως πήρα πολλά άλλα. Από το στασίδι έμαθα το στήσιμό του. Ήταν ένας άνθρωπος

52


Περιεχόμενα Δημήτρης Ζάχος: «Έβαλα το Βυζαντινό - Δημοτικό τραγούδι μέσα στο σαλόνι» που έκανε «κεντήματα με τη φωνή του». Πήγαινα στο δωμάτιο μου και τα ’λεγα μόνος μου, ξανά και ξανά πολλές φορές. Ο πατέρας μου δεν είχε λεφτά, ήμουν φτωχός, πήγαινα στο εστιατόριο και χόρταινα με μυρωδιές, έτρωγα και καμιά γίγαντες. Από την ασιτία είχα παρουσιάσει μια βραχνάδα. Δύσκολα χρόνια! Όταν γύρισα στο χωριό μου έλαβα γράμμα από τον Χατζημάρκου -τον δάσκαλό μου- που μου έγραφε, θυμάμαι «…έλα και με τα πόδια στην Αθήνα γιατί θέλουν Δημοτικό τραγούδι». Πήγα. Συνάντησα μια επιτροπή στα γραφεία του ραδιοφωνικού σταθμού των Ενόπλων Δυνάμεων, με άκουσαν και με προσέλαβαν. Έμεινα μέσα στα γραφεία. Τότε γνώρισα όλους τους κονφερασιέ εκείνης της εποχής, τον Οικονόμου, τον Αρία, τον Αθηναίο. Όταν τους έστηναν οι τραγουδιστές, έπαιρναν εμένα για να καλύψω το κενό και μου ’διναν τότε ένα εκατοστάρικο. Με βοήθησε πολύ ο Μανώλης Χατζημάρκου. Με προωθούσε και με στήριζε, ενώ πολλοί έλεγαν «τον ψάλτη θα πάμε ν’ ακούσουμε»; Τελικά μιμήθηκαν το ύφος μου. Τότε ο πρώτος τραγουδιστής Δημοτικών τραγουδιών ήταν ο Παπασιδέρης. Έπαιρνα το ρεπερτόριο του, αλλά τα τραγουδούσα με το δικό μου τρόπο, καθαρό, ωραίο, βυζαντινό. Σιγά – σιγά, το 1952, ήρθε ο Λάσκος ο σκηνοθέτης με την Αντιγόνη Βαλάκου, τον Βύρωνα Πάλλη, τον Νίκο Καζά, τον Διονύση Φωτόπουλο και τα μπαλέτα της Δώρας Στράτου. Τότε θυμάμαι, πήγαινα νυχτερινό στην Αθήνα, έφτασα μέχρι το … «Regina rosas amat» -δεν είχα πάει στο Γυμνάσιο στο χωριό μου- και μια μέρα πήγα στο Διευθυντή του σχολείου, για να ζητήσω άδεια για να πάω να δω την ταινία, που συμμετείχα στον κινηματογράφο.

53


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας Από το 1955 – 56, ταυτόχρονα έκανα και τον ψάλτη και έμεινα στην εκκλησία μέχρι το 1962. Το 1968 πήγα στον Καναδά για πρώτη φορά. Έμεινα τρεις μήνες στο Μόντρεαλ και τραγουδούσα στο κέντρο «Έλατος» και μετά πήγα ένα μήνα στο Τορόντο. Ξαφνικά αρρώστησε η κόρη μου και γύρισα πίσω. Ύστερα βγήκε η Αυστραλία. Έμεινα τρεις μήνες. Ο «μπόσης ο Γιώργος» μας κλείνει εμένα και το Βασιλόπουλο με το κλαρίνο του, στο κέντρο «Τα Σάλωνα». Όπου πηγαίναμε γινότανε χαμός. Σπάγανε τα παράθυρα για να μπούνε μέσα. Πήγα και στη Μελβούρνη και τραγούδησα, τότε και με τον Τζων Τίκη, στο κέντρο «Ο Παράδεισος». Τρεις φορές πήγα στην Αυστραλία. Τη γύρισα όλη. Όπου είχε Ελληνισμό πήγα δεκάκις φορές. Αυστραλία, Αμερική, Γερμανία, όπου υπήρχε Ελληνικό στοιχείο, ο Ζάχος παρών!

Μόλις μπήκα στο «Rex», όλη η πλατεία και ο εξώστης σηκώθηκε, φώναζε «Ζάχος, Ζάχος» και χειροκροτού��ε. Εκείνη τη στιγμή το σκέφτηκα και είπα:

Στη Γερμανία μείναμε πάνω από έναν μήνα. Πήγαμε, στον τρύγο των μήλων, με θίασο 17 ατόμων, με τον ηθοποιό τον Αυγέρη, τον Αναγνωστάκη με τη Φούλη Δημητρίου και άλλους.

«Θα γίνω όνομα» Για τουλάχιστον 10 χρόνια έψαλα στην Μητρόπολη Αθηνών και αμέσως μετά, έβγαινα στις 10 και τέταρτο στο ραδιόφωνο -στον αέρα- με Δημοτικό τραγούδι. Άλλες εποχές… Ήταν τότε που στα Μεσόγεια θέλανε το Ζάχο για τους γάμους. Κάθε Κυριακή είχα και γάμο. Τότε έπαιρνα πολλά λεφτά 700 με 800 δραχμές. Ο Περιστέρης, ο μαέστρος της Μητροπόλεως (άλλος δάσκαλός μου) επέμενε να μην γίνω ψάλτης, άλλα τραγουδιστής. Το ίδιο μου έλεγε και ο Χατζημάρκου. «Θα είσαι κακομοίρης, αν ασχοληθείς μόνο με την ψαλτική. Γίνε τραγουδιστής». Κι έτσι έγινα επαγγελματίας.

54

Ποτέ δεν έχω πιει στη ζωή μου ούτε τσιγάρα ούτε ποτά. Γι’ αυτό βγήκα γερός. Όλοι φύγανε νέοι. Ζαμπέτας, Καλδάρας, ζήσαμε με τον Μπάρκουλη, τον Κωνσταντάρα, τον Γκιωνάκη. Μια ηλικία είμαι με τον Θανάση Βέγγο (μόνο οι δύο μας ζούμε). Και τώρα χαίρομαι την ηλικία μου, ευτυχώς είμαι γερός. Τα τελευταία χρόνια από τον Σπαθάρη, τον καραγκιοζοπαίχτη, έμαθα ότι το Υπουργείο Πολιτισμού

χορηγεί

τιμητικές

συντάξεις.

Κατέθεσα τα χαρτιά μου και εγκρίθηκαν, σε μένα και σε έναν άλλο Ευβοιώτη, έναν αγιογράφο. Αυτό που πέτυχα ήταν πως έβαλα το Βυζαντινό Δημοτικό τραγούδι μέσα στο σαλόνι».


παλιά φωτογραφία» με το φακό του Ζαχαρία Δημήτρης Ζάχος: «Μια «Έβαλα το Βυζαντινό - Δημοτικό τραγούδι μέσα στο σαλόνι»

Ο Δημήτρης Ζάχος ζει σήμερα στην Αιδηψό, κοντά στα τρία παιδιά και τα τέσσερα εγγόνια του, με την αγαπημένη γυναίκα του, που μαζί της μοιράστηκε για 58 ολόκληρα χρόνια, χαρές, λύπες, επιτυχίες και σκαμπανεβάσματα της ζωής. Χαρακτηριστικά τονίζει ότι «χωρίς τη «Ζάχαινα» δεν θα κατάφερνα τίποτε. Σ’ αυτήν τα χρωστάω όλα. Μου κράτησε την οικογένεια, το σπίτι, την περιουσία μου».

55


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

56


«Μια παλιά φωτογραφία» με το φακό του Ζαχαρία

«Μια παλιά φωτογραφία» με το φακό του

Ζαχαρία

57


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

58


«Μια παλιά φωτογραφία» με το φακό του Ζαχαρία

Έ

να καλοκαιρινό απόγευμα συναντήθηκα με την κυρία Δήμητρα Πανταζή, στο σπίτι της στη

Σινασό. Οι μυρωδιές από τα λουλούδια του κήπου της, οι ατραντέδες με το βελονάκι και το κέρασμα, με το παραδοσιακό βύσσινο γλυκό και το καφεδάκι, δημιουργούσαν μια γλυκιά θαλπωρή για τον επισκέπτη. «Φέτος έφτιαξα 38 κιλά βύσσινο για να τα προσφέρω στα 4 παιδιά και τα 10 εγγόνια μου», μας είπε. Η ιστορία της ξεδιπλώθηκε αβίαστα και αληθινά. «Μικρό κορίτσι ήμουν τότε, 14 ετών. Ο Ζαχαρίας ερχόταν στο σπίτι μας, στους Ωρεούς. Η αφορμή ήταν οι φωτογραφίες που έβγαζε για τις Απόκριες. Κάποια μέρα είπε στη μάνα μου: -Να μου δώσεις το κορίτσι. -Είναι μικρό ακόμη, του απάντησε η μάνα μου. Εγώ το ξυπνάω κάθε πρωί. Ξυπόλυτο γυρνάει κάθε μέρα. -Το θέλω να το πάρω, της απάντησε. Είχα κάτι τσόκαρα –θυμάμαι- και τα καθάριζα κάθε μέρα. Άλλες εποχές. Τότε δούλευα στα ψάρια. Η μάνα μου με καθάριζε με ξύδι για να φεύγει η μυρωδιά του ψαριού. Όταν με πήρε μαζί του και μέναμε μαζί με τη μάνα του, δεν ήμουν ακόμη γυναίκα. Η πεθερά μου ήταν καλή γυναίκα, με φρόντιζε. Δεν πήγαινα συχνά στο σπίτι μου πια στους Ωρεούς, για να συνηθίσω στο καινούργιο μου σπίτι, στη νέα οικογένεια. Ο Ζαχαρίας γεννήθηκε το 1926 στον Αλμυρό. Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πριν τον πόλεμο. Ναι το θυμάμαι. Στην πείνα ήταν εδώ! Μου είχε διηγηθεί πόσο δύσκολα ήταν τότε. Η ζωή σου είχε μικρή αξία. Δεν ήξερες τι ήταν το σωστό και τι το λάθος. Όταν ήταν περίπου στα δεκάξι, ένας Γερμανός του

59


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

60


Μια παλιά φωτογραφία» με το φακό του Ζαχαρία

Περιεχόμενα

‘χε δώσει ένα όπλο για να το πάει στον Κούτο να το επισκευάσει. Αυτός καμάρωνε που είχε το όπλο έστω και χαλασμένο και το ‘βαλε πάνω του και κυκλοφορούσε μ’ αυτό. Οι δικοί μας τον πιάσανε, τον ανακρίνανε και θεωρήσανε ότι ήταν προδότης και πήγαν και τον κρέμασαν στη γέφυρα της Αυγαριάς. Σκληρές και άδικες εποχές. Ήταν πολλοί Ξηροχωρίτες και άλλοι που έκαναν πολλά εκείνη την εποχή. Με τον Ζαχαρία παντρευτήκαμε το 1950.Το ’51 έκανα το πρώτο μου παιδί. Το φωτογραφείο του ήταν στα ψαράδικα, πάνω από τον Γιαννακίνα. Έρχονταν από όλη την περιοχή τότε για να φωτογραφηθούν. Από τα Βασιλικά, τα Ελληνικά, τις Μηλιές, τον Κρυονερίτη, τα Λουτρά της Αιδηψού, τον Άγιο, τον Πύργο, τη Βαρβάρα. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει σπίτι στην περιοχή που να μην έχει έστω μια φωτογραφία του Ζαχαρία, ακόμη και σήμερα. Τότε θυμάμαι έρχονταν πολύ όμορφες κοπέλες και φωτογραφίζονταν ακόμη και με τα μαγιό. Τις φωτογραφίες τις επεξεργάζονταν όλες στο χέρι. Και ήταν ο μοναδικός που χρησιμοποιούσε τα καλύτερα μελάνια και οι φωτογραφίες του δεν ξεθώριαζαν. Ακόμη και σήμερα οι φωτογραφίες του ξεχωρίζουν. Έδινε πολύ μεγάλη σημασία στη λεπτομέρεια. Έκανε ρετουσάρισμα σε όλες τις φωτογραφίες. Ήθελε η δουλειά που έφευγε από τα χέρια του να είναι τέλεια. Καθυστερούσε αρκετά μέχρι να τακτοποιήσει τον οποιονδήποτε φωτογραφιζόμενο, να πάρει την κατάλληλη πόζα. Να εστιάσει σωστά. Ήταν πολύ επιμελής. Γι’ αυτό και όταν μια περίοδο γύρω στο ’55 - ’56, που μετακομίσαμε στην Αθήνα και συνεργάστηκε με τον αδελφό του, που τότε δούλευε στους στρατώνες στο Χαϊδάρι, δεν τα βρήκαν. Ξαναγυρίσαμε στο Ξηροχώρι. Κάθε πρωί όταν τα παιδιά μας πήγαιναν στο σχολείο, πήγαινα και εγώ στο φωτογραφείο. Έκοβα και στέγνωνα τις φωτογραφίες και ήμουν πάντα εκεί, όταν ο Ζαχαρίας γυρνούσε στις γιορτές, στα πανηγύρια, όπου τον φώναζαν. Δούλευε πολύ και συνειδητά. Δεν φοβόταν τους ανταγωνιστές του. -Όποιος και να έρθει, έλεγε, δεν με κλονίζει. Κανένας! Είμαι καλός στη δουλειά μου. Δεν κοροϊδεύω τον κόσμο. Είχαμε ένα παραβάν στο φωτογραφείο και εκεί ετοιμάζονταν όλοι πριν βγουν φωτογραφία. Όλη η Βόρεια Εύβοια –οι κοπέλες– με ένα κραγιόν βάφονταν! Δεν σιχαινόμασταν μεταξύ μας. Δεν ξέραμε κιόλας για αρρώστιες και άλλα που γνωρίζουμε σήμερα. Για τους άντρες είχε ένα χαλασμένο ρολόι. Με την κλασική πόζα της εβδομαδιαίας φωτογραφίας, όλος ο αντρικός πληθυσμός της Βόρειας Εύβοιας φωτογραφήθηκε με το τσιγάρο και το ίδιο ρολόι στο χέρι. Εκείνη την εποχή τα ρολόγια ήταν ακριβά και μόνον ορισμένων τα χέρια τα διέθεταν. Δούλευε πολύ, όμως ίσα - ίσα έβγαινε το μεροκάματο. Δεν έπαιρνε προκαταβολή ποτέ. Έδειχνε εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Ντρεπόταν και λίγο. Υπήρχαν πολλοί που δεν έρχονταν ποτέ για να πάρουν τις φωτογραφίες. Τσουβάλια από αυτές που έμεναν έχω κάψει. Σήμερα, με τις ψηφιακές μηχανές έχει χαθεί η μαγεία της Τέχνης». Ο Ζαχαρίας Πανταζής ήταν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα που έλαμψε στη περιοχή μας. Με την Τέχνη του φωτογράφησε όλες μας τις στιγμές. Χαρές και λύπες, φτώχεια και πλούτη. Διατήρησε ζωντανή στη μνήμη μας, τη νεότητα, την ομορφιά που αποτυπώθηκαν στα φιλμ του και έμειναν στα άλμπουμ, να μας ξυπνούν μνήμες μιας άλλης εποχής.

61


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

62


Γιώργος Λύτρας, ο Ζουμπουρλής

Περιεχόμενα

Γιώργος Λύτρας, ο Ζουμπουρλής Ο… ζωγράφος, της χαράς μας!

63


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

Γ

εννήθηκα στο Πήλιο το 1934. Με φέρανε μηνών στην Ιστιαία. Νεαρός γνώρισα τη γυναίκα

μου, την Σοφία Μιχαηλίδου, από την Καστανιώτισσα. Αγαπηθήκαμε και παντρευτήκαμε. Δουλέψαμε μαζί αγαπημένοι. Από το 1962,θυμάμαι έβαζα τα ταμπλό στην πλατεία με τα «προσεχώς». Ήμουν συντηρητής του χώρου, καθάριζα το σινεμά και έβαζα αφίσες στους στύλους. Το απογευματάκι ξεκινούσα. Είχα ένα τρίκυκλο και με ντουντούκα φώναζα «Μάρθα Βούρτση, Νίκος Ξάνθόπουλος, Μπάρκουλης και σία». Κάθε δεύτερη μέρα αλλάζαμε έργο. Αν ήταν καλή ταινία την κρατούσαμε περισσότερο. Μέσα στην Ιστιαία και στα χωριά. Αργότερα έγινα χειριστής κινηματογράφου και γύριζα όλα τα χωριά. Πολλές φορές, όταν έπαιζα ταινίες σε κοντινά χωριά, στο διάλλειμα γινόταν ανταλλαγή των πομπινών. Συχνά υπήρχε πρόβλημα, λόγω καθυστέρησης του λεωφορείου. Τότε έβγαινα στη σκηνή και έκανα τον θεατρίνο για να τους καλμάρω. Ξεκίνησα με τον κουμπάρο μου, τον Δημήτρη Καραγκούνη, παλιό Δήμαρχο της Ιστιαίας. Αυτός είχε τον «Ορφέα». Ερχόταν πάρα πολύς κόσμος. Κάτι που μου έμεινε και το θυμάμαι ήταν όταν μια φορά είχε σταλεί μια ταινία χωρίς διαφημιστικές φωτογραφίες. Τότε δούλευε μαζί μας και ένας μηχανικός, ένας Αιγύπτιος, ο Φίλλιπας. Τον έβαλα λοιπόν να κλείσει τις πόρτες και κάθισα και είδα το μισό έργο. Όταν άνοιξα τα φώτα μπήκα μέσα στην αποθήκη και διάλεξα τυχαία μερικές πολεμικές φωτογραφίες οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση με το έργο. Τις κόλλησα στο ταμπλό και ειδοποίησα την ταμία, την Ελενίτσα του Καραγκούνη, όταν θα σβήσουν τα φώτα να πάρει το ταμείο και να φύγει! Την άλλη μέρα που βγήκα στην πλατεία, ο κόσμος με γέλιο και χαρά μου είπε -Τί ήταν αυτό το πράγμα που σκέφτηκες;

64


Γιώργος Λύτρας, ο Ζουμπουρλής

Περιεχόμενα

Κάτι άλλο που θυμάμαι είναι όταν είχε έρθει στον «Ορφέα» γύρω στο 1967-1968 ένα θέατρο. Από τον θίασο έλειπε ένας ηθοποιός και με βάλανε εμένα, να παίξω τον φούρναρη. Περισσότερο γέλασε ο κόσμος με μένα, παρά με τους ηθοποιούς. Η γυναίκα μου τότε, πάντα μαζί μου, κρατούσε το παιδί μας στην αγκαλιά της, τώρα βρίσκεται στην Αμερική. Μετά από τον κινηματογράφο, όταν ήρθε η τηλεόραση το 1975, μαζέψαμε τις φορητές συσκευές και το κλείσαμε, διότι γεμίσανε τηλεοράσεις τα μαγαζιά. Είχα μόνιμο κινηματογράφο στο Ποτόκι, μετά διαλυθήκαμε και σταμάτησε πλέον. Ασχολήθηκα με τη μαναβική. Βγάλαμε αυτοκίνητο με πετρέλαιο. Γυρνούσα σε όλα τα χωριά. Σταμάτησα μπροστά από 7 χρόνια. «Φτωχοί είμαστε, αλλά είμαστε περήφανοι», παρεμβαίνει η κυρά Σοφία «Δουλευτάδες, προκομμένοι, τίμιοι». Ο κυρ-Γιώργος, ο δικός μας, ο «Ζουμπουρλής» συγκινημένος από τις αναμνήσεις, κάπου - κάπου κομπιάζει, βουρκώνει, αλλά συνεχίζει: «Έβαλα πολλά φώτα σε πολλούς ανθρώπους στη μαναβική και γι’ αυτό σήμερα με σέβονται και μ’ αγαπάνε. Τους άνοιξα τα μάτια . Είμαι ο καλύτερος πωλητής στην Ιστιαία. Δεν υπήρχε πωλητής σαν εμένα. Χαλασμός κυρίου! Κάποτε έφερα ένα αυτοκίνητο καρπούζια 3,5 τόνους. Το πρωί άνοιξα με τη γυναίκα μου, με την παλάντζα και το μεσημέρι δεν είχε μείνει τίποτε. Με έβαλε και κοιμήθηκα και το βράδυ πήγα πάλι για δουλειά. Για να ξαναφορτώσω. Αρκεί να ξέρουν ότι ήρθε το αυτοκίνητο στην πλατεία. Περιμένανε πώς και πώς και έδειχναν εμπιστοσύνη, γιατί πούλαγα πιο φτηνά και πιο καλά. Γι’ αυτό ευχαριστώ τον κόσμο από τα βάθη της ψυχής μου, για την αγάπη που μου έδειξαν τόσα χρόνια. Μου στάθηκε η γυναίκα μου, όλα αυτά τα χρόνια δίπλα μου, όταν γύριζα παντού, από Βασιλικά, Αγριοβοτάνι, Ποτόκι, Γούβες, μέχρι το Μαντούδι και τη Στροφυλιά».

65


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

66


Κωσταντίνος Ζωγραφόπουλος

Περιεχόμενα

Κωσταντίνος Ζωγραφόπουλος: Πρώτα χτίσαμε εκκλησία και μετά κάναμε οικογένεια

67


Άνθρωποι και ιστορίες

Μ

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

έσα στη μικρή μας κοινωνία, ένας ήσυχος άνθρωπος, τίμιος που δούλεψε και άφησε το

στίγμα του στην τοπική μας αγορά, ήταν ο Κωνσταντίνος Ζωγραφόπουλος. Σήμερα ο γιος του Βαγγέλης θυμάται, νοσταλγεί και μοιράζεται μαζί μας, κομμάτια της οικογενειακής του πορείας. «Ο πατέρας μου Κωνσταντίνος Ζωγραφόπουλος ή Σενίκης, του Γαβριήλ και της Μακρίνης, άνοιξε τα μάτια του στη Σινασό της Καππαδοκίας το 1912. Τον πατέρα του τον έχασε στη Μικρασιατική Καταστροφή. Ήρθε με την μητέρα του και την αδερφή του Ελένη, γεννημένη το 1910.

Ήρθαν στον Πειραιά, μαζί με όλους τους άλλους. Αρχικά πήγαν στην Ελευσίνα, όπου ορισμένοι έμειναν και βρίσκονται ακόμη εκεί μέχρι σήμερα. Μάλιστα έχουν δημιούργησε το φιλανθρωπικό σωματείο «Νέα Σινασός», με έδρα τον Πειραιά και σκοπός του είναι διατήρηση της γενιάς και οι φιλανθρωπικές ιδιότητες, βοηθώντας το σχολείο και την εκκλησία. Οι υπόλοιποι έφτασαν στο ορεινό όγκο της Βιστρίτσας, όπου έχτισαν το προσφυγικό χωριό της Ν. Σινασού. Πρώτο μέλημά τους ήταν να φτιάξουν εκκλησία (και έφτιαξαν τον Άγιο Νικόλαο) και μετέπειτα οικογένεια. Το 1935, ο Κωνσταντίνος Ζωγραφόπουλος παντρεύτηκε τη Μαρία Νάτσου από τις Αγδίνες,

68


Κωσταντίνος Ζωγραφόπουλος

Περιεχόμενα

σήμερα βρίσκεται το χρωματοπωλείο του Παύλου Μπαλαλά) και στο χωριό το κράταγε η γιαγιά Μακρίνα και η θυγατέρα του Μαρία, που φημιζόταν για τον καλό της καφέ. Τον έφτιαχνε στη χόβολη, κι όλοι οι διερχόμενοι από τα χωριά με τα ζώα τους, που κατέβαιναν για την Ιστιαία, έκαναν την στάση τους στη Σινασό. Έφταναν από όλα τα μέρη, από τη Γαλατσώνα, τη Γερακιού, την Αγδίνα, την Τσαπουρνιά, το Αγριοβότανο, ακόμη και από τα Ελληνικά. Έκαναν μια στάση για να πιουν τον καφέ τους και το παγωμένο νερό, από το ξύλινο ψυγείο πάγου. Μέσα στην λινάτσα διατηρούσαν το πάγο ή μέσα στα άχυρα. Το παγωμένο νερό τότε για τους οδοιπόρους ήταν μεγάλη υπόθεση.

με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά και 12 εγγόνια. Τον Γαβριήλ (Λάκη) το 1936, τη Μακρίνα το1938, την Κατίνα, το 1940, την Θυμιώ το 1942 τη Βάσω το1945 και εμένα -τον μικρότερο της οικογένειας- το 1950. Πολλά παιδιά, πολλές ανάγκες και πολλή δουλειά. Η αδελφή του Ελένη παντρεύτηκε τον Λάζαρο Προδρομίδη, τεχνικό της ΔΕΗ. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά τη Ζωή και τον Γιώργο που είναι αγνοούμενος στον πόλεμο της Κύπρου το 1974. Το 1940, άνοιξε το πρώτο του κατάστημα στη Σινασσό. Ήταν καφενείο και μπακάλικο και πουλούσε τσιγάρα. Στο διάστημα που μεσολάβησε, μέχρι να ανοίξει το μαγαζί στην Ιστιαία, είχε πρόβατα. Το 1948 άνοιξε παντοπωλείο στην Ιστιαία, στο χαμηλό οίκημα του Νίκου Γιάγκου (που

69


Άνθρωποι και ιστορίες

Η Βόρεια Εύβοια της καρδιάς μας

70


Κωσταντίνος Ζωγραφόπουλος

Περιεχόμενα

Ο Κώστας Ζωγραφόπουλος γέμιζε τα ζεμπίλια με την πραμάτια του από το Ξηροχώρι, για να τα στείλει στη Σινασό, στην οικογένειά του, πάνω στο γάιδαρο, χωρίς συνοδό, με μόνο οδηγό τον σκύλο του, τον Τσίφτη. Μάζευε το καπίστρι από το ζώο στο σαμάρι, για να μη σταματάει και βοσκάει στο δρόμο και τ’ άφηνε μόνο του, το ζωντανό. Μια φορά -όπως μου έλεγε ο πάτέρας μου- ένας άνθρωπος έκαιγε καμίνι έξω από το Ξηροχώρι, στο δρόμο του γαιδουριού και του σκύλου για τη Σινασό. Χρειάστηκε λοιπόν ένα σαπούνι για να πλύνει τα χέρια του κι άπλωσε στο ζεμπίλι για να πάρει το σαπούνι. Τότε ο σκύλος γύρισε και τον δάγκωσε. Άλλες εποχές τότε... Ο μπαρμπα-Κώστας οδηγούσε το γαϊδουράκι του μέχρι την οικία του Σωτηράκη (παλιό Αστυνομικό Τμήμα),εκεί που σήμερα είναι το κρεοπωλείο του Πετεβέ. Μέχρι του Σωτηράκη ήταν άσφαλτος και μετά άρχιζε ο χωματόδρομος. Ο Τσίφτης ήταν πολύ αγαπημένος με το γαϊδούρι και ήταν πάντα μαζί. Πολλές φορές όταν περνούσαν από τη παλιά σιδερένια γέφυρα της Ιστιαίας, επειδή ήταν μονόδρομος, από την απέναντι πλευρά οι άλλοι σταματούσαν και περνούσε πρώτα ο σκύλος και το γαϊδούρι. Οι πιο παλιοί το θυμούνται. Ο σκύλος έμενε στο παχνί μαζί με το γάιδαρο. Πολλές φορές, πάνω στο άχυρο ρίχναμε καυτό νερό για να κολλήσει το πίτουρο και να μπορεί να τρώει ο γάιδαρος και αυτό μετά προκάλεσε πρόβλημα στα μάτια του σκύλου. Δεν είχε σε κανέναν εμπιστοσύνη. Τον τάιζες και σε δάγκωνε. Μόνο με το …γαϊδούρι τα είχε καλά. Δούλεψε σκληρά ο πατέρας μου. Στο μπακάλικο κάποτε ήμασταν υποχρεωμένοι να φοράμε μπλούζα εργασίας και να έχουμε βιβλιάριο υγείας. Κάθε Σάββατο έπρεπε να ασβεστώνουμε τα πεζοδρόμια και σε κάθε εθνική γιορτή να σημαιοστολίζουμε σπίτια και μαγαζιά. Πάντα είχαμε έλεγχο, τη μια αστυκτηνιατρικό, την άλλη αγορανομικό. Ο πατέρας μου ο Κωνσταντίνος Ζωγραφόπουλος υπήρξε Πρόεδρος των πολυτέκνων και κάθε εθνική εορτή κατέθετε στεφάνι. Ο δε Σύλλογος Σινασιτών τον βράβευσε για τη σημαντική συνεισφορά του στο Σύλλογο και του απένειμε βραβείο. Ήταν δε και ιεροψάλτης στο χωριό της Σινασού, στην εκκλησία του Άγιου Νικόλαου και της Αγίας Παρασκευής. Έψαλλε επίσης στην Παναγία Ντινιούς και την Αγία Ελένη Από την περίοδο του 1948 μέχρι το 1970 επέκτεινε την επιχείρησή του με αντιπροσωπείες αναψυκτικών, υγραερίων και ποτών. Μεταβίβασε αυτή την επιχείρηση στον αδελφό μου τον Λάκη, όπου μέχρι και σήμερα τη διατηρεί ο συνονόματος εγγονός του, Κωνσταντίνος. Ο πατέρας μου δούλεψε μέχρι το 1972, όπου συνταξιοδοτήθηκε και μεταβίβασε σε μένα το μαγαζί του. Από το 1972 το διατήρησα μέχρι το 1979.Μετά συνεταιρίστηκα με τον Γιάννη τον Γκέση, τον γνωστό Χρηστάκια, όπου αποχώρησα το 1981 και άνοιξα στο πρώην εστιατόριο Κρυονερίτου – Γιαλή, το γνωστό κατάστημα πίσω από την Αγία Παρασκευή, με είδη κυνηγιού, αλιείας ναυτιλιακά και pet shop, όπου και συνταξιοδοτήθηκα το 2009. Σήμερα η επιχείρηση πήγε στην κόρη μου Κωνσταντίνα».

71


Chapter 1polar